Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Η · Σύνοδος Α› Συνεδρίαση 39

1879.12.17

2.705 στίχοι · 21.852 λέξεις · 27 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1879.12.17
Προεδρεία
Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ
Περίοδος
Η
Σύνοδος
Α
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Β (1880)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 39

τῆς 17 Δεκεμβρίου 1879.

(Δευτέρα.)

Ὥρα 2 μ. μ.

(Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου κατέχει ὁ Ἀντιπρόεδρος κ.

Μποῦτος.) Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν. Οἱ ἐν Κερκύρᾳ πρόσφυγες ἐξαιτοῦνται δι’ ἀναφορᾶς των νὰ χορηγηθῇ αὐτοῖς χώρα ἐν Βάλτῳ ἢ Ἀστακῷ, ὅπως οἰκοδομήσωσι. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.

§1Α. ΡΟΥΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἐὰν ἐγένετο ἡ ἐκλογὴ Κραναίας, καὶ ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς.

§2ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σᾶς ἀναγινώσκω τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα· «Ἐκλογαὶ διεξήχθησαν πανηγυρικῶς· οὐδὲ πταῖσμα συνέβη.

«ΡΟΚΟΣ.»

Ἰδοὺ εἰς τί συνετέλεσαν αἱ μεταβολαί, καὶ δι’ αὐτὸ ἔφυγαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τὰ λιθοβολήματα, τὰ μαχαιρώματα, καὶ τὰ τοιαῦτα.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σκουζὲς ἔχει τὸν λόγον.

§4ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ἐν τῇ χθεσινῇ ἀγορεύσει του, ἐνόμισε καλὸν νὰ κάμῃ λόγον διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν οἰκοδομῶν τῆς πρώην δουκίσσης τῆς Πλακεντίας· εἶπεν, ὅτι ἐν τῇ Κυβερνήσει ἄλλοτε ὢν, γνωρίζει ποῖαι ἐνέργειαι ἐγένοντο, ὅπως γείνῃ ἡ ἀγορὰ αὐτή. Ἐπειδὴ ὁ πλεῖστος κόσμος, τῶν Ἀθηνῶν τουλάχιστον, γνωρίζει, ὅτι κάτοχος ἐξ ἡμισείας μετὰ τοῦ δημοσίου ἦτο ὁ πατήρ μου, καὶ ἵνα μή τις ὑποθέσῃ ἐκ τοῦ λόγου τοῦ κυρίου Τρικούπη, ὅτι μετεχειρίσθη μέσα παράνομα, ὅπως γείνῃ ἡ ἀγορὰ τοῦ κτήματος, νομίζω καλὸν νὰ δώσω μερικὰς ἐξηγήσεις, πεπεισμένος, ὅτι ὁ κύριος Τρικούπης, ἢ ἐξ ἀγνοίας, ἢ ἐπὶ τῇ βάσει ἐσφαλμένων πληροφοριῶν, ἔδωκεν αὐτὰς τὰς πληροφορίας χθές. Εἶπε πρῶτον, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης δὲν ἐπέσπευδε τὴν ἀγορὰν, ἢ τὴν πώλησιν τοῦ κτήματος. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ κτῆμα αὐτὸ ἠγόρασεν ἐξ ἡμισείας ὁ πατήρ μου μετὰ τοῦ δημοσίου, ἀγοράσαντος ἐπὶ τῇ ἐπιθυμίᾳ τῆς Βασιλίσσης Ἀμαλίας, κατὰ τὸ 1858· ἔκτοτε παρῆλθον εἴκοσι καὶ ἓν ἔτη, καὶ τὰ κτήματα μένουν ἀδιανέμητα, χωρὶς νὰ κάμνωμεν χρῆσιν αὐτῶν, οὔτε νὰ ἔχωμεν ἀπὸ αὐτὰ οὐδεμίαν ὠφέλειαν. Ἐκάμαμεν ἐνεργείας παρὰ ταῖς διαφόροις Κυβερνήσεσιν, ὅπως γείνῃ ἡ διανομὴ, μόλις δὲ πρὸ πέντε ἢ ἓξ ἐτῶν ἐγένετο ἡ διανομὴ οἰκοπέδων κειμένων παρὰ τὰς στήλας τοῦ Ὀλυμπίου Διός· ἐφέτος ἔγεινεν ὁ πλειστηριασμὸς τοῦ ἐν λόγῳ κτήματος, καὶ μένουν εἰσέτι ἀδιανέμητα ἄλλα κτήματα. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς προσέθηκεν· «Ἐγὼ λέγω, ὅτι αἱ 190,000 δρ. δὲν ἀντιπροσωπεύουσι τὸ ἥμισυ τῆς ὅλης ἀξίας, ἀλλὰ τὴν ὅλην ἀξίαν.» Ὡς πρὸς τοῦτο σᾶς ἀναφέρω τὸ ἑξῆς· πρὸ πολλῶν ἤδη ἐτῶν, νομίζω εἰς τὰ 1873 ἢ 1874, ἐπιτροπὴ ἐξ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ μηχανικοῦ ἐξετίμησε τὰ γήπεδα καὶ τὰς οἰκοδομὰς ἐν ὅλῳ διὰ 250,000 περίπου· λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὰ γήπεδα τότε ἐπληρώνοντο πολὺ εὐθηνότερα ἢ τώρα. Ὄπισθεν τῶν οἰκοδομῶν τῆς Δουκίσσης, σχεδὸν ἐπὶ τοῦ ῥεύματος τοῦ Ἰλισσοῦ, ἐπωλήθη πρὸ 12, πρὸ 15, καὶ πρὸ 18 ἀκόμη ἐτῶν πρὸς 5 δραχ. ὁ πῆχυς. Ἐπὶ τῆς μεγάλης ὁδοῦ Κηφισίας καὶ ἀντικρὺ τῶν οἰκοδομῶν τῆς Δουκίσσης γήπεδα, ἀνήκοντα εἰς τὴν οἰκογένειαν Γαρδικιώτου Γρίβα, ἐπωλήθησαν πρὸς 6 περίπου δραχμὰς τὸν πῆχυν, σήμερον δὲ αὐτὰ τιμῶνται πρὸς 10 καὶ 12 δραχμάς· πολὺ δὲ ἀπωτέρω, εἰς τὸ ἥμισυ σχεδὸν τοῦ ὕψους τοῦ Λυκαβητοῦ, πωλοῦνται πρὸς 5 καὶ 6 δραχ. Τὸ κτῆμα, ὅπερ ἠγόρασεν ἡ Κυβέρνησις, ἔχει ἔκτασιν περίπου 120,000 πήχεων· ἑπομένως ἡ ἀξία αὐτῶν, ἐπὶ τῷ κατωτάτῳ ὅρῳ τῶν 5 δραχμῶν, εἶναι ἀνωτέρα τῆς τιμῆς τῶν 380,000, δι’ ἃς ἐπωλήθη τὸ ὅλον, μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν οἰκοδομῶν, αἵτινες ἔχουν ἐπίσης ἀξίαν ἱκανήν. Ἄλλως τε τὸ κτῆμα αὐτὸ ἐπωλήθη ἐπὶ δημοσίου πλειστηριασμοῦ, ὅπου ἠδύνατο ἕκαστος νὰ προσέλθῃ καὶ πλειοδοτήσῃ. Ἐπὶ τέλους, ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠγόρασεν εἰς τιμὴν ὑπέρογκον, ἢ ἂν ἡ Κυβέρνησις μετενόησε διὰ τὴν ἀγορὰν αὐτὴν, σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι ὁ πατήρ μου εἶναι πρόθυμος νὰ ἀκυρωθῇ ὁ πλειστηριασμὸς καὶ μείνῃ τὸ ἥμισυ τοῦ κτήματος τοῦ Δημοσίου εἰς αὐτὸν, ὄντα ἕτοιμον νὰ προσφέρῃ ὄχι μόνον τὰς δραχμὰς 190,000, ὅσας προσέφερεν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ περισσότερα ἀκόμη.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Τρικούπης.

§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διέκοψα χθὲς, κύριοι, τὴν ἀγόρευσίν μου τελειώσας τὰ περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, καὶ ἤδη ὀφείλω νὰ μεταβῶ κατὰ τὴν σειρὰν τοῦ λόγου εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα. Τὰ περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος ἐξητάσθησαν μέχρι τοῦδε ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς συγκροτήσεως τοῦ Βερολινείου Συνεδρίου, καὶ δικαίως, διότι τὸ ἐκκρεμὲς ζήτημα ἐκεῖ ἔχει τὴν ἀρχὴν αὑτοῦ· ἠρωτήθη δὲ ἡ Κυβέρνησις, διατί ἐν Βερολίνῳ κατέλαβε τὴν θέσιν, ἣν καθεῖξε; διατί, ἐνῷ προσεφέρετο εἰς αὐτὴν θέσις ἄλλη, δὲν ἐνήργησεν, ὅπως τὴν θέσιν ἐκείνην καταλάβῃ ἐν τῷ Συνεδρίῳ; καὶ ἡ ἀπάντησις τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξεν, ὅτι ἡ προσφορὰ, ἥτις ἐγένετο, ὅπως καθέξῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐν τῷ Συνεδρίῳ τὴν θέσιν τοῦ προστάτου τοῦ ἑλληνισμοῦ, δὲν ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου, ἀποῤῥιφθεῖσα δι’ ἰσοψηφίας. Ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο μεμφόμεθα τῆς Κυβερνήσεως. Μεμφόμεθα τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἐνήργησεν, ἵνα κατορθώσῃ ὅπως ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν κραταιὰ δύναμις ἐπεδίωξεν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ἡ θέσις αὕτη χορηγηθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα· διότι πληροφορούμεθα, ὅτι τὴν θέσιν τοῦ προστάτου τοῦ ἑλληνισμοῦ ἐν τῷ Συνεδρίῳ ἀπέκρουσεν αὐτὴ ἐκείνη ἡ δύναμις, ἥτις ἀπεδείχθη ἐν τῷ Συνεδρίῳ ἡ φιλελληνικωτάτη πασῶν. Καὶ ὅταν ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ τοῦ Συνεδρίου ἀναγινώσκωμεν, ὅτι ἡ φιλελληνικωτάτη Γαλλία ἀπέκρουσε τὴν ἰδέαν τῆς παραστάσεως τῆς Ἑλλάδος ἐν αὐτῷ ὡς προστάτου τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωμεν, τί ἔπραξεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν συνδρομὴν τῆς Γαλλίας ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ; διότι δικαιούμεθα νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰργάζετο παρὰ τῇ Γαλλικῇ Κυβερνήσει, ἤθελεν ἐπιτύχει, ἵνα ἀκολουθήσῃ αὕτη καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο τὴν φιλελληνικωτάτην ἐκείνην πορείαν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε κατόπιν ἐν τῷ Συνεδρίῳ. Γινώσκομεν δὲ πάντες ὁποίων αἰσθημάτων ἐνεφορεῖτο ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, γινώσκομεν ἤδη πάντες ὁποίαν συνδρομὴν παρεῖχεν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ ἰσχύοντες ἐν τῇ Βουλῇ τῆς Γαλλίας. Τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις παρὰ τοῖς ἰσχυροῖς ἐκείνοις; Ἐκ τῶν ἐξηγήσεων, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ἐν τῇ παρελθούσῃ Βουλῇ ὁ κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, γινώσκομεν, ὅτι οὐδὲν ἔπραξε, καὶ ὄχι μόνον οὐδὲν ἔπραξεν, ἀλλὰ καὶ οὐδὲν ἐγίνωσκε περὶ τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν εἰς τὸ Συνέδριον ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, καὶ ὅτι ἑπομένως οὐδὲν ἐδύνατο νὰ πράξῃ. Τοῦτο νομίζω εἶναι ἡ τρανοτέρα καταδίκη τῆς Κυβερνήσεως, καταδίκη ἐξ αὐτοῦ τοῦ στόματος τοῦ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ ἐκφερομένη. Εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχε τὴν θέσιν τὴν ἀνάλογον, ὅπως ἐπιβληθῇ εἰς τὰς Δυνάμεις· ἀλλὰ μήπως ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν Γαλλίαν; Ἡ Γαλλία ἦτο διατεθειμένη ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ ἐπρόκειτο μόνον νὰ τῇ καταδείξωμεν τὰ συμφέροντα ἡμῶν. Εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τῆς Εὐρώπης κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συγκλήσεως τοῦ ἐν Βερολίνῳ Συνεδρίου ἦτο προδιακεχαραγμένη, διότι ἐν ἄλλῃ ἐποχῇ, ὅτε συνῆλθεν ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει εὐρωπαϊκὴ Σύνοδος, ὁ Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ὡμολόγησεν, ὅτι οὐδὲν ἠδυνήθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ κατορθώσῃ ἐν τῇ Συνόδῳ ἐκείνῃ, ἀπαντώντων τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Δυνάμεων πρὸς τοὺς παριστῶντας τὰ δίκαια τῶν Ἑλλήνων, ὅτι ζήτημα ἑλληνικὸν δὲν ὑφίστατο· καὶ ἐνόμισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ τότε κατάστασις τῶν πραγμάτων δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἐν Βερολίνῳ διαγωγὴν αὐτοῦ. Ἠρώτησε δὲ τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς, τί ἄρα συνέβη μετὰ τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδον, ὅπως ἀξιοῖ ἡ Ἑλλὰς θέσιν ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου; ποίαν μετοχὴν ἔλαβεν εἰς τὰ ἐν τῇ Ἀνατολῇ γενόμενα; καὶ ἐνόμισεν, ὅτι ἡ ἀπραξία τῆς Ἑλλάδος, ὅτι τὰ παρὰ τῆς Ἑλλάδος τελεσθέντα ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ δὲν ἦσαν ἱκανά, ὅπως δικαιολογήσωσιν ἀπαιτήσεις μεγαλειτέρας, ἢ ὅπως δικαιολογήσωσιν ἀπαιτήσεις οἱασδήποτε. Ἀλλὰ τὰς ἀπαιτήσεις δὲν ἐπρόκειτο νὰ διατυπώσῃ ἡ Ἑλλάς· τὴν μετοχὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὰ ἐν Βερολίνῳ τελεσθησόμενα εἶχε προαναγγείλει, εἶχε προτείνει ἄλλη δύναμις, καὶ εἶχε προτείνει ταύτην οὐχὶ χάριν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ χάριν αὐτῆς τῆς προτεινούσης δυνάμεως καὶ χάριν τῆς Εὐρώπης. Μετὰ τὴν σύνοδον τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Ἀγγλίας, λαβὼν γνῶσιν τῆς συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον ἀφορῶσαν κυρίως εἰς τὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰς τὸν Ἑλληνισμόν. Συνιστᾶτο διὰ τῆς ἐγκυκλίου ταύτης ὁ Ἑλληνισμὸς ὡς ὁ κατάλληλος, ἵνα θέσῃ φραγμὸν εἰς τὴν ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἐπιδρομὴν, τὴν ὁποίαν ἔβλεπεν ἀνακηρυττομένην διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου. Μεταβολὴ ῥιζικὴ εἶχεν ἐπέλθει ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, μεταβολή, τὴν ὁποίαν οὐδόλως ἐνόησεν ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις, κατὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Ἀνεζήτησεν ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος ἐν τοῖς ἔργοις τῆς Ἑλλάδος, ἀντὶ νὰ ζητήσῃ αὐτὴν ἐν τῇ ἀνάγκῃ τῆς Εὐρώπης, τὴν ὁποίαν αὐτὴ ἡ Εὐρώπη μαρτυρεῖ, ἀγγέλλουσα εἰς τὰς ἄλλας δυνάμεις, ὅτι διὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ προετίθετο νὰ ἐργασθῇ καὶ διὰ τῆς προτάξεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ προετίθετο νὰ θέσῃ φραγμὸν εἰς τὸν χείμαῤῥον ἑτέρας φυλῆς. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐν τῇ τελευταίᾳ τακτικῇ Συνόδῳ τῆς ἄλλης Βουλῆς εἶπεν, ὅτι οὐδεὶς ἐκάλεσε τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸ Συνέδριον ὡς ἀντιπρόσωπον τοῦ Ἑλληνισμοῦ· καὶ δὲν ἀνέγνωσε, φαίνεται, ὁ κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τὴν ἐγκύκλιον ἐκείνην τοῦ λόρδου Σαλισβουρὺ, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν περγαμηνὴν τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἀνέγνωσεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς καὶ τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ὄχι ὡς ἐκ τῶν κινημάτων ἐν ταῖς ἑλληνικαῖς ἐπαρχίαις, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἰδίας ἰσχύος τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Μετέβη ἄρα εἰς Βερολῖνον τοιαύτας κομίζων ἐκεῖ ἰδέας καὶ ὁδηγίας, μετέβη ἄρα ἐκεῖ, φρονῶν, ὅτι ἤθελε στηριχθῆ ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζεν, ὅτι ἀπέκτησε διὰ τῶν κινημάτων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ταῖς ἑλληνικαῖς, διὰ διπλωματικῶν τινων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα εἴτε ἡ νῦν, εἴτε ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἀπέσπασαν ἀπὸ τῆς ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοιούτων ἐγγράφων μικρὰ, ἐλάχιστα, θὰ ἠδύνατο νὰ κατορθώσῃ, καὶ δὲν ἦτο αὕτη ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν ὤφειλεν ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ διεκδικήσῃ ἐν Βερολίνῳ. Ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ διεκδικήσῃ θέσιν πολλῷ ὑψηλοτέραν, ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ παρασταθῇ ἐκεῖ, ὅπως ἐκάλει αὐτὴν ὁ λόρδος Σαλισβουρὺ, ὅπως διετύπωσε τὴν θέσιν αὐτῆς ἐν τῷ συνεδρίῳ ὁ λόρδος Βήκονσφηλδ· ὤφειλε νὰ μεταβῇ ἐκεῖ διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου της καὶ νὰ δηλώσῃ ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν δύναται νὰ παρασταθῇ ἄλλως εἰμὴ ὡς προστάτης τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς, καὶ ὤφειλε νὰ λάβῃ τὴν μόνην ἐμπρέπουσαν αὐτῇ θέσιν, ἂν, ὡς ἀληθῶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ἡ Ἑλλὰς ἦναι ἡ κεφαλὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ ἠθέλησεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ παραστήσῃ τὴν ἰδέαν ταύτην ὡς ἰδέαν διάφορον τῆς ἰδέας, ἣν ἔχουσιν ἄλλοι περὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ ποῖος ἐν τῷ Ἑλληνισμῷ ὁλοκλήρῳ ἔχει ἄλλην ἰδέαν περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἢ ὅτι εἶναι ἡ κεφαλὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ; ποῖος φρονεῖ, ὅτι ἐπιτρέπεται διχασμὸς μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τῶν ἐκτὸς τοῦ Κράτους Ἑλλήνων; Ὅ,τι ἀπαιτοῦμεν εἶναι ἡ ἀναγνώρισις τοῦ ἑνιαίου τοῦ ἑλληνισμοῦ καὶ ἡ ἀποχὴ ἀπὸ πράξεων, αἵτινες ὠφελοῦσαι τὸ Κράτος, δὲν ὠφελοῦσι συνάμα καὶ ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσι τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσωσι παρὰ τοῦ Κράτους προστασίαν. Ἡ ἐπέκτασις τῶν συνόρων τοῦ Κράτους εἶναι ὠφέλεια τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ, ἀλλ’ ὁ ὅλος Ἑλληνισμὸς δὲν ἔχει μόνον τὸ συμφέρον τοῦτο· ἔχει καὶ συμφέροντα ἄλλα, ἔχει καὶ συμφέροντα τοπικὰ τῶν ἐκτὸς τοῦ Κράτους ἐπαρχιῶν. Ἀλληλένδετα εἶναι τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς Ἑλλάδος, καὶ πάντοτε ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς προόδου τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ὠφέλειαν εἰς τὴν Ἑλλάδα θὰ παρεῖχε μεγάλην ἡ αὔξησις τῶν συνόρων καὶ ἡ κραταίωσις τοῦ βασιλείου· ἀλλ’ ἄνευ προστασίας πρὸς τοὺς ὑπὸ τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος Ἕλληνας, ἄνευ τῆς συνδρομῆς ἐκείνης, δι’ ἧς θὰ δυνηθῶσιν οὗτοι ν’ ἀντιταχθῶσιν εἰς τὸν ἀπειλοῦντα αὐτοὺς χείμαῤῥον, κινδυνεύομεν νὰ μὴ δυνηθῶμεν νὰ τοὺς ὠφελήσωμεν διὰ τῆς κραταιώσεως τοῦ βασιλείου· πρέπει οὗτοι ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ζήσωσι καὶ νὰ μὴ καταπνιγῶσιν ὑπὸ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐγείρουσιν ἰδίας ἀξιώσεις ἐπὶ ζημίᾳ τῶν δικαιωμάτων τῶν Ἑλλήνων. Ἐῤῥέθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ τῶν σχέσεων τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τοῦ Σλαβισμοῦ ἰδέαι, τὰς ὁποίας δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ· δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ, ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει ὀφείλουσιν οἱ Ἕλληνες νὰ συμβιῶσιν ἐν φιλίᾳ μετὰ τῶν Σλάβων, οὐδ’ ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει οἱ Ἕλληνες ὀφείλουσι νὰ διατελῶσιν ἐχθρικῶς πρὸς τοὺς Σλάβους. Ἕλληνες καὶ Σλάβοι κατέχουσι τὴν Ἀνατολὴν, ὀφείλουσιν ὅμως νὰ κατέχωσιν ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἕκαστος τὸ ἀνῆκον αὐτῷ. Ὅταν τις ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἀξιοῖ πλέον τοῦ ἀνήκοντος, ὀφείλει ὁ ἕτερος νὰ κηρυχθῇ πολέμιος αὐτοῦ. Καὶ ποῖος θ’ ἀρνηθῇ, ὅτι οἱ Σλάβοι ἐπ’ ἐσχάτων ἀξιοῦσι πλέον τοῦ ἀνήκοντος εἰς αὐτούς; Ταῦτα δικαιολογοῦσι τὴν πολιτικὴν τοῦ 1873, ταῦτα δικαιολογοῦσι τὴν πολιτικὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀξιοῦσιν, ὅτι δὲν ὤφειλεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ περιορίσῃ ἐν Βερολίνῳ τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς εἰς μόνα τ’ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐπέκτασιν τῶν ἑλληνικῶν συνόρων, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ ἐπεκτείνῃ αὐτὴν καὶ εἰς τ’ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἑλληνισμοῦ ἀπέναντι τῆς ἀπειλούσης αὐτὸν Σλαβικῆς ἐπιδρομῆς. Ὡς πρὸς τὸ τελευταῖον τοῦτο εἴχομεν συνδρομὴν, ὅσην δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐπὶ τοῦ ἑτέρου ζητήματος. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐπεκτάσεως τῶν συνόρων ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν συνδρομὴν περιωρισμένην, ἐπὶ τοῦ ζητήματος ὅμως τῆς ἀντιτάξεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ κατὰ τοῦ Σλαβισμοῦ εἴχομεν συνδρομὴν ὄχι ἀνάλογον τῆς φιλίας τῶν Δυνάμεων πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ πολλῷ μεγαλειτέραν, τὴν συνδρομὴν ἣν δίδουσιν αἱ Δυνάμεις πρὸς τοὺς ὑπηρετοῦντας αὐτάς· διότι ἐν τῷ ζητήματι ἐκείνῳ δὲν ἐπρόκειτο ἁπλῶς νὰ ὑπηρετήσωσιν αἱ Δυνάμεις τὸν ἑλληνισμόν, ἀλλ’ ἐπρόκειτο καὶ ὁ ἑλληνισμὸς νὰ ὑπηρετήσῃ τὰς Δυνάμεις. Εἴχομεν λοιπὸν θέσιν ἀξιοπρεπῆ, ἴσην πρὸς τὰς μεγάλας Δυνάμεις· καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς πολὺ κατεβίβασε καὶ ἑαυτὸν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, λέγων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ καὶ οἱ πράκτορες αὐτῆς ἀπέναντι τοῦ λόρδου Βηκονσφὴλδ καὶ τοῦ λόρδου Σαλισβουρὺ δὲν ἐδύναντο ν’ ἀξιῶσιν, ὅπως ἐπηρεάσωσι τὴν γνώμην αὐτῶν. Εἰς τὸ Συνέδριον ἄρα ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε νὰ ἐπιζητήσῃ ὅπως εἰσέλθῃ ὑπὸ τοὺς ὅρους, οὓς προέτεινεν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, καὶ ὤφειλε νὰ ἐργασθῇ ὄχι μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συνεδρίου, ἀλλὰ πρὸ τῆς ἀποφάσεως· ὤφειλε νὰ ἐργασθῇ καὶ ἐν Βερολίνῳ καὶ διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς παρ’ αὐταῖς ταῖς κυβερνήσεσιν ἐπὶ τὸ πνεῦμα αὐτῶν. Ἀπευθύνομεν δὲ ταύτην τὴν αἰτίασιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐνόμισεν, ὅτι οὐδὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ, ὅτι ὤφειλε ν’ ἀφήσῃ τὰ πράγματα ν’ ἀκολουθήσωσι τὸν ῥοῦν αὐτῶν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἦτο Κράτος μικρὸν, μηδαμινὸν, κατ’ οὐδὲν δυνάμενον νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν γνώμην καὶ τὴν πολιτικὴν μεγάλων Δυνάμεων. Τοιουτοτρόπως διεξαγαγοῦσα τὸ ζήτημα, ἔφερεν αὐτὸ εἰς τὸ ναυάγιον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου εὑρισκόμεθα. Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις διετύπωσε καθαρῶς ἐν τῷ Συνεδρίῳ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἤθελε νὰ δώσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα· εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ κληθῇ ἡ Ἑλλὰς ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς καὶ νὰ καθέξῃ θέσιν ἴσην πρὸς τὴν θέσιν τῆς Ῥωσσίας ὡς ἀντιπροσώπου τῶν Σλάβων· εἶπε προσέτι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ κληθῇ εἰς τὸ Συνέδριον ὄχι μόνον μὲ ψῆφον συμβουλευτικὴν, ἀλλὰ μὲ ψῆφον ἴσην τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ ὅτι ὤφειλε τοὐλάχιστον νὰ ἦναι παροῦσα ἐπὶ πάσης συζητήσεως ἀφορώσης εἰς τὸν Ἑλληνισμόν. Ἐν τῷ Συνεδρίῳ εἶπεν ὁ λόρδος Σαλισβουρύ. «Ταῦτα ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν, προτείνει ἡ Ἀγγλία ν’ ἀνατεθῇ ἡ ἀντιπροσώπευσις τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς εἰς τὸ Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος, προσκαλούμενον νὰ συμμετάσχῃ τῶν συζητήσεων τοῦ Συνεδρίου, ἢ τοὐλάχιστον νὰ παρευρίσκηται εἰς πάσας τὰς συνεδριάσεις, ἐν αἷς πρόκειται νὰ συζητηθῶσι ζητήματα σχετιζόμενα πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς.» Ἡ γνώμη λοιπὸν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ μετέχῃ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος τῶν συζητήσεων τοῦ Συνεδρίου, καὶ ὅμως οὐδὲν κατορθοῦται, καὶ αἱ τρεῖς αὐτῆς προτάσεις πολεμοῦνται παρὰ τίνος; παρὰ τῆς φιλελληνικωτάτης πασῶν τῶν Δυνάμεων! Καὶ δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ὑπῆρξεν ἐλλιπὴς περὶ τὸ καθῆκον αὐτῆς, ὅταν ἐπέτρεπεν εἰς Δύναμιν βεβαίως καλῶς διατεθειμένην πρὸς ἡμᾶς ν’ ἀποκρούσῃ τοιαύτην πρότασιν; Πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι εἶχε λόγους ἵνα φρονῇ, ὅτι ἡ ἀπόκρουσις τῆς προτάσεως ἦτο συμφέρουσα εἰς τὴν Ἑλλάδα, διὰ νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἐλλιπὴς περὶ τὸ καθῆκόν της. Ἡ δικαιολογία ὅμως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι δὲν ἐγίνωσκεν, ὅτι ἐγένετο τοιαύτη πρότασις, ὅτι δὲν ἐγίνωσκεν, ὅτι ἡ ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, εἶχεν ἀναλάβει τὴν προστασίαν τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἡ δικαιολογία αὕτη, ἀντὶ ν’ ἀπαλλάξῃ τὴν Κυβέρνησιν τῆς εὐθύνης, εἶναι ψῆφος καταδίκης αὐτῆς. Καὶ λέγων ἑλληνισμὸν ὁ λόρδος Σαλισβουρὺ, δὲν ἔλεγεν ἰδέαν ἀφῃρημένην· ἐφρόντισε νὰ ὁρίσῃ αὐτὴν καὶ γεωγραφικῶς, καὶ ἔδωκεν ἐκ προοιμίων τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Ἰακωβάτου, εἶπεν, ὅτι τὰ ἠπειρωτικὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος περιλαμβάνουσι τὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν Θράκην. Δὲν εἴχομεν ἀνάγκην καθηγητοῦ τῆς γεωγραφίας, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἵνα μάθωμεν τίνα τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος· τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος ἐχάραξεν ἡ Δύναμις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἠδύνατο καὶ ὑπὲρ τῶν συνόρων νὰ ἐργασθῇ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, δεχθεὶς νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Συνέδριον ὄχι ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἑλληνισμοῦ, ὄχι ἔχων θέσιν ἴσην πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἄλλων ἐν τῷ Συνεδρίῳ Δυνάμεων, προέταξεν εἰς δικαιολογίαν αὐτοῦ, ὅτι αὐτὸς ὁ λόρδος Σαλισβουρὺ, ὃν ἐσυμβουλεύθη περὶ τούτου, τῷ εἶπε «καὶ μ’ ἐρωτᾷς;» Τί δ’ ἐνόει, τοῦτο εἰπὼν, ὁ λόρδος Σαλισβουρὺ; Ἀνάγνωτε τὰ πρωτόκολλα, καὶ θέλετε εὑρεῖ ἐν αὐτοῖς ἀπόφασιν τοῦ Συνεδρίου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ μειονοψηφία ἐν ζητήματι τοιαύτης φύσεως ὤφειλε νὰ ὑποκύπτῃ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὸ Συνέδριον τὴν περὶ Ἑλλάδος πρότασιν αὐτῆς, ἀφοῦ ἡ πρότασις αὕτη δι’ ἰσοψηφίας ἀπεῤῥίφθη, ὁ λόρδος Σαλισβουρὺ, ἐπίσημος ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, μετέχων τῶν ἐργασιῶν καὶ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συνεδρίου καὶ συνυπογράψας εἰς τὸ πρωτόκολλον, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπεχρεώθησαν οἱ ἐν τῷ Συνεδρίῳ ἀντιπρόσωποι νὰ ὑποκύπτωσι μειονοψηφοῦντες εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ἄλλο τι πρὸς τὸν ἐρωτῶντα αὐτὸν ἂν πρέπῃ νὰ πράξῃ κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς πλειονοψηφίας; Ὅτε ὁ λόρδος Σαλισβουρὺ εἶπεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν «καὶ μ’ ἐρωτᾷς;» ἔδιδεν ἀπάντησιν οἰκτιρμοῦ, ἀπάντησιν λέγουσαν· «εἶναι τοῦτο ζήτημα, περὶ οὗ ν’ ἀπευθύνεσαι εἰς ἐμέ; καὶ δὲν ἐννοεῖς, ὅτι εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λύσῃ ἡ ἰδία σου συνείδησις, ἡ ἰδέα, ἣν ἔχεις περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύεις; ἀφοῦ ἔχεις τοιαύτην ἰδέαν, ὥστε νὰ ἐρωτᾷς ἐμὲ, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ σοὶ δώσω εἰμὴ τὴν τυπικὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ δώσω κατόπιν τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συνεδρίου». Πρώτην φορὰν ἠκούσαμεν ταῦτα κατόπιν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ζακύνθου, καὶ κατόπιν τῆς στενοχωρίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ ἀγόρευσις ἐκείνη ἐνέβαλε τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, διότι πᾶσα νέα στενοχωρία μᾶς φέρει καὶ νέαν ἀποκάλυψιν· ἀλλ’ αἱ ἀποκαλύψεις, ἵνα ἔχωσιν ἰσχὺν, δέον νὰ στηρίζωνται ἐπὶ ἐπισήμων ἐγγράφων τῆς ἐποχῆς περὶ ἧς πρόκειται· ὅταν μετὰ παρέλευσιν τοσούτου χρόνου βλέπωμεν ἀποκάλυψιν πρῶτον γινομένην, ἀκριβῶς καθ’ ἣν στιγμὴν εἶναι ἀναγκαία εἰς ἐκεῖνον, ὅστις εἶναι στενοχωρημένος ἵνα ὑπερασπίσῃ τὴν διαγωγήν του, ἀγόμεθα εἰς δισταγμοὺς, ἂν ἡ μνήμη ἐκείνου, ὅστις ποιεῖται τὴν ἀποκάλυψιν, ἦναι ἐντελῶς πιστή. Διατί δὲν ὑπέβαλεν ἔγγραφα μαρτυροῦντα περὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ἄγγλου Ὑπουργοῦ; Ἂν τῳόντι ἠρώτησε τὸν λόρδον Σαλισβουρὺ περὶ τοῦ πρακτέου, ἂν τῳόντι ἔλαβε τοιαύτην ἀπάντησιν, βεβαίως ἀνήνεγκε περὶ τούτου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀναφορὰν οὐδεμίαν προσάγει. Δὲν ἔπραξεν ἄρα ἡ Κυβέρνησις ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράξῃ, ἵνα δώσῃ εἰς τὴν ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν ὑπὲρ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν αὐτὴ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ὑπὲρ τοῦ ἑλληνισμοῦ ἐξήνεγκεν, ἵνα δώσῃ τὴν συνδρομὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ, χάρις εἰς τὰς φιλελληνικὰς διαθέσεις ἄλλων Δυνάμεων, καὶ χάρις ἰδίως εἰς τὰς φιλελληνικὰς διαθέσεις τῆς Γαλλίας. Ἀλλ’ ἔστω, ἡ ἀπόφασις ἐγένετο ὡς ἐκ τῆς παραλείψεως ταύτης τῆς Ἑλλάδος· τί ὤφειλε νὰ πράξῃ ἀπέναντι τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἡ Κυβέρνησις; Τὸ ζήτημα ἐτίθετο εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἐπὶ τῇ ἀποῤῥίψει τῆς ἀγγλικῆς προτάσεως, ἐὰν ὤφειλε νὰ δεχθῇ τὴν πρόσκλησιν εἰς τὸ Συνέδριον, ἢ ἐὰν, ἀρνούμενος αὐτὴν, ἤθελε βλάψει τὰ συμφέροντα τοῦ ἑλληνισμοῦ. Διὰ ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς τὴν ἐρώτησιν, ἂν αὕτη ἢ ἐκείνη ἡ ἀπόφασις ἦτο ἡ συμφερωτέρα εἰς τὸ Κράτος, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ τί ὠφέλησεν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς εἰσελθὼν εἰς τὸ Συνέδριον, τί ἔπραξεν εἰσελθὼν εἰς τὸ Συνέδριον· διότι ἀκούομεν συνεχῶς ἐπαναλαμβανόμενον, ὅτι εἰσῆλθεν ἡ Ἑλλὰς διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου της εἰς τὸ Συνέδριον καὶ ὅτι τοὐλάχιστον, ἂν δὲν κατώρθωσέ τι οὐσιαστικὸν, ἠξιώθη ὅμως τὸ Κράτος ἡμῶν τῆς ἐξόχου τιμῆς νὰ καθήσῃ συμπάρεδρος τῶν μεγάλων Δυνάμεων. Εἶνε τοῦτο ἀληθές; Ἡ Ἑλλὰς εἰσῆλθεν εἰς τὸ Συνέδριον, ὅπως εἰσῆλθε καὶ Κράτος ἕτερον ὑποτελές. Ἡ Ἑλλὰς ἐν τῷ Συνεδρίῳ δὲν ἐκλήθη, ἵνα συζητήσῃ, δὲν ἐκλήθη κἂν ἵνα ἐκθέσῃ τὰς ἰδέας αὐτῆς, ἐρωτωμένη ἑκάστοτε περὶ τῶν εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν ἀφορώντων ζητημάτων· εἰσῆλθε μόνον, ἵνα ὑποβάλῃ ἓν ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο ν’ ἀποσταλῇ καὶ διὰ τοῦ ταχυδρομείου. Οὐδὲν ἕτερον ἔπραξεν ἡ Ἑλλὰς ἐν τῷ Συνεδρίῳ. Εἰσῆλθεν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, ἀνέγνω ἓν ὑπόμνημα, καὶ εὐθὺς ὡς ἀνέγνω αὐτὸ, ἤκουσεν εἰς ἀπάντησιν: «Ἐτελείωσεν ἡ ἐντολὴ ὑμῶν· ἀπέλθετε, θέλομεν δὲ σᾶς καλέσει πάλιν, ἂν ἔχωμεν ἀνάγκην ὑμῶν, καὶ οὐδέποτε ἄλλοτε ἐκλήθη. Αὕτη εἶναι ἡ παράστασις, ἧς χάριν ἐθυσιάσαμεν τὸ μέγα δικαίωμα, ὅπερ διεξεδίκησαν ἄλλοι ὑπὲρ ἡμῶν, ἵνα παραστῶμεν ἐν τῷ Συνεδρίῳ ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἑλληνισμοῦ. Κατ’ οὐδὲν ἠδύνατο νὰ ὠφεληθῇ ἡ Ἑλλὰς, εἰσερχομένη οὕτως εἰς τὸ Συνέδριον· κατ’ οὐδὲν ἠδύνατο νὰ βλάψῃ ἡ ἄρνησις ἡμῶν, ὅπως εἰσέλθωμεν· ἠδύνατο ὅμως νὰ βλάψῃ, καὶ μεγάλως ἔβλαψεν, ἡ ἀποδοχὴ τῆς τοιαύτης προσκλήσεως. Ἡ ἐνέργεια, ἥτις ἀπελείπετο εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ οὕτως ἐκανονίσθησαν τὰ τῆς εἰσόδου αὐτοῦ εἰς τὸ Συνέδριον, ἦτο ἡ ἐκτὸς τοῦ Συνεδρίου, ταύτην δὲ τὴν ἐκτὸς τοῦ Συνεδρίου ἐνέργειαν διὰ τῶν διπλωματικῶν αὐτῆς ἀντιπροσώπων ἠδύνατο ἡ Ἑλλὰς νὰ διεξαγάγῃ, εἴτε ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτῆς εἰσήρχετο, εἴτε δὲν εἰσήρχετο εἰς τὸ Συνέδριον. Ἀλλὰ ποία θὰ ἦτο ἡ ἐνέργεια τῆς Ἑλλάδος καὶ πόσον ὑψηλὴ θὰ ἦτο ἡ θέσις αὐτῆς, ἐὰν ἤθελεν ἀρνηθῆ τὴν ἐξευτελιστικὴν ἐν τῷ Συνεδρίῳ εἴσοδον! Πόσον ἤθελεν ἐξεγείρει εἰς τὰ πνεύματα ἐκείνων, οἵτινες ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος εἰργάζοντο, καὶ οἵτινες, οὕτως ἐργαζόμενοι, εἰργάζοντο ὑπὲρ ἑαυτῶν, πόσον ἤθελεν ἐξεγείρει τὴν συναίσθησιν, ὅτι δὲν παρέσχον εἰς αὐτὴν ἀποχρῶσαν συνδρομὴν, ἧς καὶ ἐκεῖνοι εἶχον ἀνάγκην, ἵνα δυνηθῇ ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐκπεραιώσῃ τὴν ἀποστολήν της, ἡ δὲ συναίσθησις αὕτη ἤθελε τοῖς ὑπαγορεύσει, ἵνα ἀναλάβωσιν αὐτοὶ ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἑλληνισμοῦ ἐν τῷ Συνεδρίῳ τὴν ἑλληνικὴν ὑπόθεσιν καὶ ἵνα ἐργασθῶσι πολὺ συντονώτερον ἢ ὅτε ἐνόμιζον, ὅτι ἰδίαν ἀκολουθοῦσα πολιτικὴν, ἤθελε φροντίσει αὐτὴ περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ὁπωσδήποτε ἱκανοποιηθεῖσα διὰ τῆς ταπεινωτικῆς ταύτης εἰσόδου τοῦ ἀντιπροσώπου της εἰς τὸ Συνέδριον. Καὶ ἄλλοτε ἐγένετο πρότασις εἰς ἑλληνικὴν κυβέρνησιν, ὅπως εἰσέλθῃ εἰς Συνέδριον ταπεινωτικῶς, ὅπως εἰσέλθῃ εἰς Συνέδριον, καταλαμβάνουσα θέσιν κατωτέραν ἐκείνης, ἣν κατεῖχον αἱ ἄλλαι Δυνάμεις, καὶ ἰδίως τῆς θέσεως, ἣν κατεῖχεν ἡ γείτων Δύναμις. Ἦτο τότε ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ἡ Κυβέρνησις τοῦ μακαρίτου Βούλγαρη· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἀπέῤῥιψεν ἐν ἀγανακτήσει τὴν πρότασιν. Δὲν ἠρώτησε τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Δυνάμεων ἂν πρέπῃ νὰ εἰσέλθῃ· χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃ αὐτοὺς, ἤκουσε παρ’ ὅλων, ὅτι πρέπει νὰ εἰσέλθῃ, καὶ ὅτι μὴ εἰσερχομένη θέλει βλάψει τὰ συμφέροντα τοῦ ἑλληνισμοῦ. Ἀλλ’ ἐκείνη εἶχε τὴν συναίσθησιν τοῦ καθήκοντος, δὲν εἰσῆλθε, καὶ μὴ εἰσελθοῦσα ὠφέλησε. Εἶνε βεβαιωμένον ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι, ἂν κατὰ τὸ 1869 ἤθελε μετάσχει τῆς ἐν Παρισίοις Συνόδου ἡ Ἑλλὰς, ὄχι μόνον ἤθελεν ἐξευτελισθῆ, ἀλλ’ ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν ἀποδοχὴν προτάσεων χειρόνων ἐκείνων, αἵτινες παρεδέχθησαν· διότι αἱ Δυνάμεις, συναισθανθεῖσαι ἐκ τῆς διαμαρτυρίας τῆς Ἑλλάδος τὴν προσγενομένην αὐτῇ ἀδικίαν, προσεπάθησαν νὰ ἱκανοποιήσωσιν αὐτὴν κατά τι, ἐλαττοῦσαι ὅ,τι εἶχον ἐπαχθὲς αἱ περὶ Ἑλλάδος ληφθεῖσαι τότε ἀποφάσεις. Εἰσῆλθεν ὅμως καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου· ἀλλ’ ἆρα, εἰσελθών, ἦτο ἠναγκασμένος νὰ παραδεχθῇ τὴν θέσιν τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ ἑλληνικοῦ Κράτους, καὶ ὄχι τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς; Οὐδὲν τὸν ἠνάγκαζε, καὶ ἠπατήθη ἀπάτην θλιβερωτάτην πρὸς τὸ Ἔθνος, νομίσας, ὅτι ἦτο εἰς τοῦτο ἠναγκασμένος ἐκ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συνεδρίου. Ὅτε προσεκλήθη εἰς τὸ Συνέδριον, οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς προσεκλήθη, ἀνηγγέλθησαν εἰς αὐτὸν παρὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Συνεδρίου, τοῦ πρίγκιπος Βίσμαρκ. Οὗτος εἶπεν εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἐκαλεῖτο ἵνα ἐκφέρῃ γνώμην περὶ τοῦ 15 ἄρθρου τῆς συνθήκης τοῦ ἁγίου Στεφάνου, ἄρθρου ἀφορῶντος οὐχὶ μόνον εἰς τὰς ὁμόρους, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἑλληνικὰς ἐπαρχίας (ἀναγινώσκει)· «Πρωτόκολλον Θʹ. Οἱ κ.κ. Δηλιγιάννης καὶ Ῥαγκαβῆς, ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος, εἰσάγονται τότε εἰς τὸ Συνέδριον. «Ὁ πρίγκηψ Βίσμαρκ ἐκθέτει αὐτοῖς, ὅτι τὸ Συνέδριον ἐπιθυμεῖ νὰ μάθῃ τὰς εὐχὰς καὶ τὴν γνώμην τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, πρὶν ἢ λάβῃ ἀπόφασίν τινα περὶ τοῦ συζητουμένου 15 ἄρθρου, καὶ παρακαλεῖ τοὺς κκ. πληρεξουσίους νὰ ἐκφράσωσιν αὐτάς». Τοῦτο ἦτο τὸ πρόγραμμα, δὲν ἦτο δὲ ἁπλῶς προσλαλιὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Συνεδρίου, ἦτο τὸ πρόγραμμα αὐτὸ τοῦ Συνεδρίου, ὡς ἀποδεικνύει τὸ προηγούμενον πρωτόκολλον. Ἐν προηγουμένῳ πρωτοκόλλῳ ἀναγινώσκομεν, ὅτι, γενομένης συζητήσεως ὑπὸ τίνας ὅρους θέλουσι κληθῆ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος, ὁ πρίγκιψ Βίσμαρκ παρετήρησεν, ὅτι «ἡ μεταξὺ τῶν δύω γνωμῶν πρακτικὴ διαφορὰ θέλει σαφηνισθῆ ἅτε θέλει συζητηθῆ ἡ ἐκλογὴ τῆς συνεδριάσεως, καθ’ ἣν θέλουσι τύχει ἀκροάσεως οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος. Ἡ τότε ἀπόφασις ἔσται ὁριστική.» Ἀπεῤῥίφθη ἡ ἀγγλικὴ πρότασις· ἀλλ’ οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐπρόκειτο νὰ εἰσέλθωσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος, ἡ ἔννοια τῆς ἀποῤῥιφθείσης προτάσεως καὶ ἡ ἔννοια τῆς παραδεχθείσης, ἤθελον προσδιορισθῆ καθ’ ἣν ἡμέραν θὰ ἐκαλοῦντο οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος, καὶ οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς ἐκλήθησαν, περιέχονται ἐν τοῖς λεχθεῖσι παρὰ τοῦ προέδρου τοῦ Συνεδρίου. Ἐλεύθερος λοιπὸν ἦτο ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, ἵνα παραστήσῃ ὅ,τι αὐτὸς ἐνόμιζε συμφέρον εἰς τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἀντεπροσώπευεν, ἵνα ὁμιλήσῃ περὶ παντὸς τοῦ ἑλληνισμοῦ, καὶ ὅτι ἦτο ἐλεύθερος, τὸ ἀπέδειξε, καὶ αὐτὸς ὁμιλήσας περὶ Κρήτης, ἐνῷ ἡ ἀπόφασις ἡ γενομένη παραδεκτὴ δὲν περιελάμβανε καὶ τὴν Κρήτην ἐντὸς τῶν ὅρων αὐτῆς. Οὐδεμία ἐγένετο παρατήρησις εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος, ὅτι περιλαμβάνει καὶ τὴν Κρήτην ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ, οὐδεμία ἤθελε τῷ γίνει παρατήρησις, ἐὰν περιελάμβανεν ἐν αὐτῇ καὶ τὴν Θράκην καὶ τὴν Μακεδονίαν καὶ τὰς ἄλλας ἑλληνικὰς χώρας, καὶ ἂν παρίστα ἑαυτὸν, ὡς ὤφειλε νὰ τὸν παραστήσῃ, ὡς ἀντιπρόσωπον τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς. Τοιουτοτρόπως ἐγκαταλειφθεῖσα ἔκθετος ἡ ἑλληνικὴ ὑπόθεσις ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου, ἀπέληξεν εἰς τὴν εὐχὴν, τὴν ὁποίαν γινώσκετε, καὶ ἥτις ὑπῆρξε τὸ αἴτιον τῶν μεγάλων στενοχωριῶν, τῶν μεγάλων ζημιῶν, τὰς ὁποίας ὑφιστάμεθα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὑπῆρξεν αἰτία τῆς προσωρινότητος, ἐν ᾗ διαβιοῦμεν, προσωρινότητος, ἡ ὁποία καὶ ὑλικῶς καὶ ἠθικῶς ἔβλαψε καὶ βλάπτει σπουδαίως τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ τέλος ἐγένετο ἡ εὐχὴ, καὶ τὴν εὐχὴν ταύτην ὤφειλεν ὁ ἑλληνισμὸς ἅπας νὰ θεωρήσῃ ὡς ἀπόφασιν. Τὴν εὐχὴν ταύτην δὲν ἐθεώρησε μόνος ὁ ἑλληνισμὸς ὡς ἀπόφασιν, τὴν ἐθεώρησαν ὡς ἀπόφασιν αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶχον ψηφίσει αὐτὴν, αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν ἦσαν σφόδρα ὑπὲρ αὐτῆς διατεθειμένοι. Ὁ λόρδος Βήκονσφηλδ ρητῶς εἶπεν ἐν τῇ ἀγγλικῇ Γερουσίᾳ, ὅτι ἐν Βερολίνῳ παρεχωρήσαμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα πλειότερα τῶν παραχωρηθέντων εἰς ἄλλας ἐν τῇ Ἀνατολῇ φυλὰς, ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ εὐχὴ δὲν ἠδύνατο, οἱανδήποτε καὶ ἂν εἶχε διατύπωσιν, εἰμὴ νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίαν γεγονότος τετελεσμένου. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἐμέμφθη μου ὁ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, εἰπόντος, ὅτι ἡ εὐχὴ ἐκείνη εἶνε διαταγή. Ἀνεῦρεν ἔν τινι ἀγορεύσει μου πρὸς τοὺς πολίτας τοῦ Ἀγρινίου τὴν φράσιν ταύτην, φράσιν ἑλληνικήν, ἐκ πεποιθήσεως καὶ ἐκ καθήκοντος προφερθεῖσαν, πεποιθήσεως καὶ καθήκοντος παντὸς Ἕλληνος, καὶ ταύτην ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὡς ἀποδεικνύουσάν με ἀνακόλουθον πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας πρεσβεύω. Ἡ εὐχὴ τῶν ἓξ μεγάλων Δυνάμεων πρὸς τὴν Τουρκίαν εἶνε διαταγὴ, καὶ πᾶσα ἡ ἐνέργεια τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως ὤφειλε νὰ τείνῃ εἰς τὴν ἐπιδίωξιν τῆς ὅσον ἔνεστι ταχυτέρας πραγματοποιήσεως τῆς εὐχῆς ταύτης ὡς διαταγῆς. Τί δὲ ἔπραξεν ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρὸς τοῦτο; Καὶ ἐδῶ μεταβαίνω εἰς τὰ τῶν ἐν Πρεβέζῃ διαπραγματεύσεων. Κατὰ τίνα τρόπον διεξήγαγεν ἡ Κυβέρνησις τὴν διαπραγμάτευσιν ἐκείνην; Πῶς ἀνέβαλε τὸ πρῶτον τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων, πῶς κατόπιν εἰργάσθη, πῶς δὲν διέκοψε τὰς διαπραγματεύσεις ὅτε ἔπρεπε νὰ τὰς διακόψῃ, πῶς ἐξέθεσε τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς ἑλληνικῆς σημαίας καὶ διεκύβευσε τὰ κεκτημένα κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου, διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διεξήγαγε τὰ τῆς εἰσόδου τῆς «Ἀμφιτρίτης», πῶς ἐπολιτεύθη ἀπέναντι τῆς γενομένης προσβολῆς εἰς τὴν σημαίαν ἡμῶν ὑπὸ τοῦ φρουρίου τῆς Πρεβέζης; Περὶ πάντων τούτων οὐδὲν εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ πάντα ταῦτα εἶνε ἀντικείμενα, περὶ τῶν ὁποίων ἡ δημοσιότης ἐπραγματεύθη, νουθετήσασα τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα πράξῃ τὰ ὀρθά, καὶ ἐπιτιμήσασα αὐτὴν πρὸ πολλοῦ ἐπὶ τῇ ἀκαταλλήλῳ αὐτῆς διαγωγῇ. Ἀλλὰ τέλος ἴσχυσεν ἡ δημοσιότης, ἴσχυσεν ἡ ἀπαίτησις τοῦ κοινοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἵνα τεθῇ τέρμα εἰς τὴν κωμῳδίαν τῆς Πρεβέζης, καὶ ἐνομίζομεν, ὅτι κατωρθώθη, ἵνα μεταβῶμεν εἰς τὸ ἕτερον στάδιον τῆς ὑποθέσεως, εἰς τὸ στάδιον τῆς εὐρωπαϊκῆς μεσολαβήσεως, ἐξαντληθέντος τοῦ πρώτου, τοῦ τῶν ἀμέσων διαπραγματεύσεων, ἐκ τοῦ ὁποίου οὐδὲν προσεδοκᾶτο, καὶ ἐξαντληθέντος κατὰ πάντα, διότι ἐν Πρεβέζῃ καὶ οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ Τοῦρκοι εἶπον ὅ,τι εἶχον νὰ εἴπωσιν. Ἦτο λοιπὸν ἐξηντλημένον τὸ στάδιον ἐκεῖνο, καὶ οὐδέποτε ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως πάλιν ἀνοιχθῇ. Φυσικὸν εἶναι ἡ γείτων ἐπικράτεια νὰ ἐπιδιώκῃ τὰς ἀναβολὰς, διότι διὰ τῶν ἀναβολῶν συνήθως διεξάγει τὰς διπλωματικὰς αὑτῆς ὑποθέσεις· ἀλλ’ ἐν τῷ ζητήματι τῷ ἑλληνικῷ ἰδίως διὰ τῆς ἀναβολῆς ἠδύνατο νὰ κατορθώσῃ τὴν ἀποτυχίαν, διότι εἰς τὴν εὐχὴν τῆς Εὐρώπης δὲν δύναται ἡ Τουρκία ν’ ἀντιταχθῇ ἄντικρυς· μόνον διὰ τοιούτων περιαγωγῶν ἠδύνατο νὰ ἐλπίζῃ ἐπιτυχίαν τινὰ, καὶ ταύτας τὰς περιαγωγὰς ὤφειλε νὰ προλαμβάνῃ καὶ ἐμποδίζῃ ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις· ἀλλ’ ἀντὶ νὰ τὰς ἐμποδίζῃ, προσήνεγκεν ἑαυτὴν ὄργανον εἰς πάσας τὰς ἐπιθυμίας τῆς Τουρκίας. Ἀφοῦ ἐξηντλήθησαν τὰ τῆς Πρεβέζης, βλέπομεν πάλιν τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν στέλλουσαν ἀντιπροσώπους εἰς Κωνσταντινούπολιν. Διεμαρτυρήθη τότε ἡ ἀντιπολίτευσις, διὰ τῆς δημοσιότητος, διότι ἡ Κυβέρνησις τότε ἐπιμόνως ἠρνεῖτο νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν, διεμαρτυρήθη λέγουσα, ὅτι ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδος δὲν θὰ εἶχεν ἄλλο ἀποτέλεσμα εἰμὴ νὰ χαλαρώσῃ τὴν ἀξίαν, τὴν ἰσχὺν καὶ τὸ κῦρος τῆς ἀποφάσεως τοῦ Βερολίνου, ἀποδεικνύουσα, ὅτι τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῆς γενόμενα εἰς οὐδὲν ἀπέληξαν, ὅτι ἐνῷ ἡμεῖς ἐνομίζομεν ἐξαντλοῦντες τὸ πρῶτον στάδιον τῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως ἀπαιτουμένων, ὅτι ἐκάμομεν ἓν βῆμα ἐπὶ τὰ πρόσω, εὑρισκόμεθα εἰς ὃ καὶ πρότερον σημεῖον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ἐξηγῶν τὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου, εἶπεν, ὅτι εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν δὲν ἔστειλεν ἀντιπροσώπους ἡ Κυβέρνησις, ὅπως παραστῶσιν εἰς διαπραγματεύσεις ἀμέσους Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, ἀλλ’ ἀπέστειλεν αὐτούς, ἵνα συμπράξωσιν εἰς τὴν μεσολάβησιν, διότι ἡ παράστασις τῶν Ἑλλήνων ἀντιπροσώπων ἦτο ἡ διαδικασία, διὰ τῆς ὁποίας αἱ Δυνάμεις προετίθεντο νὰ ἐνεργήσωσι τὴν μεσολάβησιν. Εἶναι τοῦτο ἡ ἀλήθεια; Ἀνταποκρίνεται τοῦτο πρὸς τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα γινώσκομεν ἐκ τῶν δημοσιευθέντων πρωτοκόλλων, ἀνταποκρίνεται τοῦτο πρὸς τὰς εἰδήσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν περὶ τῆς στάσεως τοῦ ζητήματος σήμερον; Ἀφ’ ὅτου οἱ ἀντιπρόσωποι μετέβησαν εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἐγένετο ἄλλο τι ἐκεῖ εἰμὴ ἐπανάληψις τῶν ἐν Πρεβέζῃ διαπραγματεύσεων ὑπὸ ὅρους χείρονας; Ὑπάρχουσιν ἴχνη οἱαδήποτε μεσολαβήσεως τῶν Δυνάμεων; καὶ ὅμως, κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν, εἰς τὴν μεσολάβησιν ἐν Κωνσταντινουπόλει συμπράττουσιν οἱ ἀντιπρόσωποι Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας. Σήμερον δὲν διεξάγουσιν αἱ Δυνάμεις μεσολάβησιν ἐν Κωνσταντινουπόλει· διαπραγματεύσεις προοιμιακαὶ περὶ μεσολαβήσεως διεξάγονται ἀπ’ εὐθείας μεταξὺ τῶν Κυβερνήσεων, καθ’ ἑκάστην δὲ ἀγγέλλουσι τὰ τῶν διαπραγματεύσεων τούτων τὰ τηλεγραφήματα. Ἀλλὰ μεσολάβησις σήμερον δὲν ὑπάρχει, ἐνῷ δὲ κεῖται αὕτη ἐν μέλλοντι ἀπωτάτῳ ἡμεῖς διαπραγματευόμεθα ἐν Κωνπόλει, συμπράττοντες, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἰς μεσολάβησιν, ἀποτελοῦντες ἕνα τῶν ὅρων τῆς δικονομίας τῆς μεσολαβήσεως. Τί ἔπραξε τοὐλάχιστον ὁ κ. Ὑπουργός, τοιαῦτα φρονῶν περὶ τοῦ χαρακτῆρος τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Ἑλλάδος ἐν Κωνσταντινουπόλει κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις ταύτας, τί ἔπραξεν, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τοιαύτην ἐνέργειαν ὑπὲρ τῶν ἀντιπροσώπων ἡμῶν; Τί ἔπραξεν, ἵνα ἀναλάβωσιν ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος αἱ ἄλλαι Δυνάμεις ὑποχρέωσιν, ὅπως θεωρηθῇ τοιοῦτος ὁ χαρακτὴρ καὶ καταστῇ τοιοῦτον τὸ ἔργον τῶν εἰς Κωνσταντινούπολιν ἀποσταλέντων ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος; Ἐὰν τοὐλάχιστον εἶχεν ἀποκτήσει ὁ κ. Ὑπουργὸς παρὰ τῶν Δυνάμεων ὑποσχέσεις ῥητὰς περὶ τούτου καὶ αἱ Δυνάμεις παρέβαινον τὴν ὑπόσχεσιν αὑτῶν, θὰ ἦτο δικαιολογημένος, ὅτι ἔπραξε πᾶν τὸ ἐφ’ ἑαυτῷ· ἀλλ’ οὐδὲν ἔπραξε τοιοῦτον· γινώσκομεν μόνον ὅτι ἐσχημάτισεν ἰδέαν, καὶ ἐπὶ τῇ πεπλανημένῃ ταύτῃ ἰδέᾳ περὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ ἔργου εἰς ὃ ἐκαλοῦντο οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος, ἔστειλεν αὐτοὺς εἰς Κωνσταντινούπολιν, καὶ σήμερον ἔτι, ὅτε οἱ πάντες βλέπουσιν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ μεσολαβήσεως, εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοὺς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ λέγει, ὅτι οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀντιπρόσωποι διεξάγουσι μεσολάβησιν. Ἐν Κωνσταντινουπόλει οὐδὲν ἄλλο γίνεται ἢ ἡ ἐπανάληψις τῶν διαπραγματεύσεων τῶν ἐν Πρεβέζῃ. Ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει διαπραγμάτευσις εἶναι ἀκύρωσις τῶν ἐν Πρεβέζῃ γενομένων. Ἐνῷ τὸ στάδιον τοῦτο ἦτο ἐξηντλημένον, ἐνῷ εἶχε κατορθωθῇ τὸ μόνον, ὅπερ ἠδυνάμεθα νὰ κατορθώσωμεν, προκειμένου περὶ ἀμέσων διαπραγματεύσεων, τουτέστιν ἡ ἐξάντλησις τοῦ σταδίου τούτου, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν κατώρθωσε νὰ φέρῃ τὰ πράγματα εἰς ὃ σημεῖον ἦσαν πρὸ τῶν ἐν Πρεβέζῃ διαπραγματεύσεων. Δὲν ἐφρόντισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποχρεώσῃ τὰς Δυνάμεις διὰ ῥητῶν ὑποσχέσεων, ὅπως θεωρήσωσι τὰς ἐν Κωνσταντινουπόλει διαπραγματεύσεις ὡς διαπραγματεύσεις μεσολαβήσεως, καὶ ὅπως, ὡς τοιαύτας διεξαγάγωσιν αὐτὰς διὰ τῆς ἐνεργείας τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀντιπροσώπων αὐτῶν· ἐφρόντισεν ὅμως τοὐλάχιστον, καὶ ὡς ἀμέσους διαπραγματεύσεις Ἑλλήνων καὶ Τούρκων θεωροῦσα αὐτὰς, νὰ ἐξασφαλίσῃ ἐκεῖνα, ὑπὲρ ὧν ἐπέμεινεν ἐν Πρεβέζῃ; Ἐφρόντισε νὰ ἐξασφαλίσῃ, ὅτι τὸ κῦρος τοῦ πρωτοκόλλου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ διαπραγματευθῶσιν οἱ ἀντιπρόσωποι ἡμῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει, θ’ ἀνεγνωρίζετο παρ’ ἐκείνων, μεθ’ ὧν ἠθέλομεν διαπραγματευθῆ; Ἀποστείλαντες τοὺς ἀντιπροσώπους ἡμῶν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἔστω καὶ δι’ ἀμέσους διαπραγματεύσεις, ἀπεστείλαμεν αὐτούς, ἵνα διαπραγματευθῶσι περὶ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ Βερολινείου πρωτοκόλλου, ἀλλὰ πρὸ τῆς πραγματοποιήσεως ὑπῆρχε τὸ ζήτημα τοῦ κύρους αὐτοῦ, ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου, καὶ δικαίως, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχε δειχθῆ ἄκαμπτος ἐν Πρεβέζῃ. Ἆρα ἀπῄτησεν ἡ Κυβέρνησις παρὰ τῶν Δυνάμεων καὶ ἔλαβε παρ’ αὐτῶν ὑπόσχεσιν, ἀνέλαβον αἱ Δυνάμεις ὑποχρέωσιν, ὅπως ἐπιβάλωσιν εἰς τὴν Τουρκίαν τοὐλάχιστον τοῦτο, τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ κύρους τοῦ Βερολινείου πρωτοκόλλου; Οὐδὲν τούτων ἐγένετο, καὶ διὰ τοῦτο ἐπί τινας συνεδριάσεις βλέπομεν τὰς παρατεταμένας ἐκείνας συζητήσεις, τῶν ἀντιπροσώπων Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, συζητήσεις, τὰς ὁποίας αὐτοὶ οἱ φίλοι ἡμῶν, αὐτοὶ οἱ συμβουλεύσαντες τὴν ἀποστολὴν τῶν ἀντιπροσώπων, ἀπεκάλεσαν πρὸς ἐμπαιγμὸν βυζαντινὰς, συζητήσεις, αἵτινες εἰς οὐδὲν ἠδύναντο ν’ ἀπολήξωσιν πρακτικόν, καὶ αἵτινες ἐπὶ τέλους ἀπέληξαν εἰς τὴν ὑποχώρησιν τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐνῷ οὐδέποτε ὤφειλε νὰ ὑποχωρήσῃ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ἀπαντῶν εἰς ὅσα εἶπον κατὰ τὴν πρώτην ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ ἀγόρευσίν μου, ὑποδεικνύων τὰ θέματα ἐπὶ τῶν ὁποίων ὤφειλεν ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὐτῆς, ἠρνήθη, ὅτι πράγματι ὑπεχώρησεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ εἶπε, φέρετε τὰς ἀποδείξεις· καὶ φέρω τὰς ἀποδείξεις. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος εἶπον τὸ πρῶτον, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει δύνανται νὰ δεχθῶσι συζήτησιν περὶ τροποποιήσεως, δύνανται μόνον νὰ δεχθῶσι συζήτησιν περὶ τοιαύτης ἢ τοιαύτης χαράξεως τῆς γραμμῆς, συμφώνως πρὸς τὸ πρωτόκολλον. Ἀλλ’ ἐν τέλει τῆς τετάρτης συνεδριάσεως τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐπιτροπῆς «ἡ Α. Υ. ὁ Σαφβὲτ πασᾶς, λαμβάνων τελευταῖος τὸν λόγον, ἀναγινώσκει τὴν ἑπομένην δήλωσιν, προτείνων αὐτὴν εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῶν Ἑλλήνων πληρεξουσίων. «Οἱ Ὀθωμανοὶ πληρεξούσιοι παρατηροῦσι μετ’ εὐχαριστήσεως, ὅτι οἱ Ἕλληνες αὐτῶν συνάδελφοι εἶναι διατεθειμένοι νὰ προσεγγίσωσι πρὸς τὰς ὑπ’ αὐτῶν ἐκφρασθείσας ἰδέας καὶ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ ζήτημα, θεωροῦντες τὰς ἐνδείξεις τοῦ ιγʹ. Πρωτοκόλλου ὡς ἐπιδεκτικὰς συζητήσεως καὶ τροποποιήσεως.» «Οἱ Ἕλληνες πληρεξούσιοι λαμβάνουσι τὴν δήλωσιν ταύτην πρὸς ἀναφορὰν καὶ προτείνουσι τὴν ἀναβολὴν τῆς συνεδριάσεως μέχρι τῆς παραλαβῆς τῶν ὁδηγιῶν, ἃς αἰτήσουσι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως αὐτῶν.» Κατὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν ἀνεκοινώθησαν αἱ ληφθεῖσαι ὁδηγίαι, αἵτινες ἦσαν ἀποφατικαί. «Ἡ Α. Ε. ὁ κ. Βράϊλας, λαβὼν τὸν λόγον, ἐκφράζεται οὑτωσί. «Λυποῦμαι ὀφείλων νὰ εἴπω ὑμῖν, ὅτι ἡ ἀπάντησις τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως εἰς τὴν δήλωσιν, ἣν ἐποιήσασθε τὴν τιμὴν νὰ ἐπιδώσητε ἡμῖν κατὰ τὸ τέλος τῆς τελευταίας συνεδριάσεως, δὲν εἶναι καταφατική. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ἐνετάλημεν νὰ προτείνωμεν ὑμῖν δήλωσιν, ἧς τὸ κείμενον, ἐγκριθὲν ἤδη ὑπὸ τῆς Γαλλίας, τῆς Ῥωσίας, τῆς Ἰταλίας, τῆς Αὐστροουγγαρίας καὶ τῆς Γερμανίας, ἐγένετο ἀποδεκτὸν ὑπὸ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως.» Ἀπεῤῥίφθη λοιπὸν ἡ δήλωσις τοῦ Σαφβὲτ πασᾶ, ἀλλ’ ἐνῷ ἀπεῤῥίφθη κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ἐν πρωτοκόλλῳ μεταγενεστέρας συνεδριάσεως ἀναγινώσκομεν τὰ ἑξῆς: «Ἡ Α. Υ. ὁ Σαφβὲτ πασᾶς παρακαλεῖ τὰς ΑΑ. ΕΕ. τοὺς Ἕλληνας πληρεξουσίους νὰ εὐαρεστηθῶσι καὶ αὖθις νὰ λάβωσιν ὑπὸ σημείωσιν, ὅτι οἱ Ὀθωμανοὶ αὐτῶν συνάδελφοί εἰσιν ἕτοιμοι, ἕνεκα τοῦ ὑψηλοῦ κύρους, ὅπερ ἔχει ἡ ὑπὸ τῶν Δυνάμεων ἐκφρασθεῖσα εὐχὴ, νὰ λάβωσιν ὡς πρώτας βάσεις τῶν διαπραγματεύσεων αὐτῶν τὰς ἐνδείξεις τοῦ ιγʹ. πρωτοκόλλου, ἤτοι νὰ μελετήσωσιν ὁμοῦ τὴν γενικὴν γραμμὴν τῶν κοιλάδων τοῦ Καλαμᾶ καὶ τοῦ Πηνειοῦ πρὸς ἀποδοχὴν ἢ τροποποίησιν αὐτῆς, καθ’ ὅσον ἤθελον ἀποδειχθῇ ὑπὸ τῆς συζητήσεως προωρισμένη ἢ μὴ ν’ ἀποκαταστήσῃ μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν σχέσεις μονίμου καὶ ἀμοιβαίας ἀσφαλείας. «Ἡ Α. Ε. ὁ κ. Βράϊλας λέγει, ὅτι, ἐὰν δὲν εἶχεν ἀπόφασιν νὰ μὴ ἀνοίξῃ ἐκ νέου τὴν συζήτησιν, εὐκολώτατα ἠδύνατο ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι πανθ’ ὅσα ἔφθη εἰπὼν ἡ Α. Υ. ὁ Σαβφὲτ πασᾶς εἰσὶ ταυτόσημα πρὸς τὰς προηγουμένας δηλώσεις, ἀλλ’ ἀπέχει ν’ ἀναλύσῃ τοὺς λόγους τῆς Α. Υ. καὶ λαμβάνει τὴν πρόσκλησιν αὐτοῦ πρὸς ἀναφοράν». Ἐλήφθησαν ὁδηγίαι καὶ ἀνεκοινώθησαν ἐν τῇ κατόπιν συνεδριάσει· δὲν εἶναι δὲ πλέον ἀποφατικὴ ἡ ἀπάντησις. «Τῆς συνεδριάσεως ἀρξαμένης τὴν μεσημβρίαν, ἀναγινώσκεται καὶ ἐπιδοκιμάζεται τὸ πέμπτον πρωτόκολλον. «Ἡ Α. Ε. ὁ κ. Βράϊλας, λαβὼν τὸν λόγον, λέγει, ὅτι αὐτὸς καὶ οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ καθῆκον ἐθεώρησαν νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βασιλικῆς Κυβερνήσεως τὴν πρόσκλησιν, ἣν οἱ Ὀθωμανοὶ αὐτῶν συνάδελφοι εὐηρεστήθησαν νὰ ἀπευθύνωσιν αὐτοῖς ἐν τῇ τελευταίᾳ συνεδριάσει, καὶ ὅτι εἰσὶν ἐντεταλμένοι νὰ ποιήσωνται τὴν ἑπομένην ἀπάντησιν. «Οἱ κκ. Ἕλληνες πληρεξούσιοι, λαμβάνοντες σημείωσιν τῆς προσκλήσεως τῶν Ὀθωμανῶν αὐτῶν συναδέλφων, παρακαλοῦσι τούτους νὰ γνωστοποιήσωσιν αὐτοῖς τὸ διάγραμμα τῆς μεθορίου γραμμῆς, ἣν εἰσὶ διατεθειμένοι νὰ προτείνωσιν». «Ἡ Α. Ε. ὁ Σάββας πασσᾶς χαίρει τεκμηριῶν, ὅτι ἡ ἀπάντησις, ἣν ἤκουσεν ἐκ στόματος τῆς Α. Ε. τοῦ κ. Βράϊλα, εἶναι κατάλληλος ὅπως ἐπενέγκῃ τὴν τοσοῦτον ποθητὴν προσέγγισιν, διότι ἀποδέχεται τὴν θεωρίαν, ἣν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τῆς συζητήσεως ὑπεστήριξαν οἱ Ὀθωμανοὶ πληρεξούσιοι». Ἐγένετο ἢ δὲν ἐγένετο ἡ ὑποχώρησις; παρεδέχθησαν ἢ δὲν παρεδέχθησαν οἱ Ἕλληνες πληρεξούσιοι τὰς προτάσεις τῶν Ὀθωμανῶν ἐπιτρόπων;

§7ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι.

§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀνέγνωσα τὰ ἔγγραφα, καὶ ἠξεύρομεν ἐκ τῶν κατόπιν, ὅτι ἡ συζήτησις γίνεται περὶ τῶν τροποποιήσεων, ὅτι ἡ συζήτησις ἐν Κωνσταντινουπόλει σήμερον περιστρέφεται εἰς τὰ τῆς γραμμῆς τοῦ Βερολίνου, οὐχὶ ὅπως καθορισθῇ αὕτη συμφώνως πρὸς τὰ ἐν Βερολίνῳ ἐνδειχθέντα, ἀποδεκτοῦ γενομένου τοῦ ὑποχρεωτικοῦ κύρους αὐτῶν, ἀλλ’ ὅπως ἐξευρεθῇ ἐὰν πρέπῃ νὰ τροποποιηθῇ, καὶ πῶς δύναται νὰ τροποποιηθῇ. Ὑπεχώρησε λοιπὸν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐν Κωνσταντινουπόλει, καὶ σήμερον αἱ διαπραγματεύσεις διεξάγονται ἄλλως, ἢ ὅπως διεξήγοντο ἐν Πρεβέζῃ, ὅπου ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδὲ βῆμα ὑπεχώρησε. Τὸ κῦρος τοῦ πρωτοκόλλου ἀμφισβητεῖται σήμερον, καὶ ἀμφισβητεῖται τῇ ἐπινεύσει καὶ αὐτῆς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ κατὰ τὰς ἐν Πρεβέζῃ διαπραγματεύσεις, ἡ Ἑλληνικὴ τοὐλάχιστον Κυβέρνησις δὲν εἶχε δώσει τὴν συναίνεσιν αὐτῆς εἰς τὴν ἀμφισβήτησιν τοῦ κύρους τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ Βερολίνου. Ἐγένετο δὲ ἡ ὑποχώρησις αὕτη ἐν ἐποχῇ ἐπιβλαβεῖ καθ’ ὅλα, ἐγένετο ἐν ἐποχῇ συμπιπτούσῃ πρὸς ἐσωτερικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους συνδεομένην μετὰ τῆς συγκροτήσεως τῆς παρούσης Βουλῆς. Ἐν τῷ ἐσωτερικῷ διεξήγοντο αἱ ἐκλογαί, καὶ δὲν ἐσύμφερεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διακοπῶσι τότε αἱ διαπραγματεύσεις, διὰ νὰ δύνηται νὰ πιστευθῇ τὸ ἀπὸ τοῦ βήματος κατὰ κόρον ἐπαναληφθὲν παρὰ τῶν Ὑπουργῶν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη, πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ ζητήματος, νὰ διαμένωσιν αὐτοὶ ἐν τῇ Κυβερνήσει. Ἐξωτερικῶς ὅμως ἔβλαψεν ἡ ὑποχώρησις σπουδαιότερον ἔτι, καὶ ἰδίως ὡς ἀναβαλοῦσα τὴν διακοπὴν τῶν διαπραγματεύσεων καὶ τὴν κατόπιν τῆς δεδικαιολογημένης διακοπῆς ἀνάγκην τῆς μεσολαβήσεως τῶν Δυνάμεων. Ἡ ἐποχὴ ἦτο τότε εὔνους πρὸς τὴν μεσολάβησιν, ἐνῷ ἔκτοτε ἐπῆλθε κατάστασις εὐρωπαϊκὴ, ὑφισταμένη καὶ σήμερον, καθ’ ἣν, ἐὰν ἐπέλθῃ ἡ διακοπή, δὲν δύναται νὰ φέρῃ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἤθελε φέρει πρὸ τῆς καταστάσεως ταύτης. Τὴν δὲ κατάστασιν ταύτην καθορίζει ἡ Γερμανοαυστριακὴ συνεννόησις. Ὡς ἐκ τῆς συνεννοήσεως ἐκείνης, ἡ Γαλλία, ἡ μόνη κεκηρυγμένη προστάτις τῆς Ἑλλάδος, εὑρίσκεται μεμονωμένη ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ· ἐὰν ὅμως ἡ διακοπὴ ἐπήρχετο πρὸ τῆς συνεννοήσεως, θὰ εἶχεν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ὑποστηρίξεις ἐν Εὐρώπῃ, ὧν σήμερον στερεῖται. Ὑπῆρξε λοιπὸν ἐπιζημιωτάτη ἡ διακοπὴ, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ σήμερον δὲν ἐξήρτηται ἀφ’ ἡμῶν ἡ διόρθωσις τοῦ γενομένου κακοῦ. Δύνανται πάλιν αἱ εὐρωπαϊκαὶ περιστάσεις νὰ μετατραπῶσι, καὶ νὰ εὕρωμεν νέαν εὐκαιρίαν ὁμοίαν τῆς προτέρας, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν μετατροπὴν, καὶ εἴμεθα κατὰ τοῦτο ἐντελῶς ἐκτεθειμένοι εἰς τὰ μειδιάματα τῆς τύχης. Ὑπῆρξεν ὅμως αὕτη ἡ μόνη ὑποχώρησις τῆς Ἑλλάδος, διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει; Ἐγένετο καὶ ἄλλη ὑποχώρησις ἐπίσης σχεδὸν ἐπιβλαβὴς, διότι ἀπέδειξε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, μὴ σπουδαιολογοῦν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος, προκληθέντες κατόπιν τῶν ὑποχωρήσεων, περὶ ὧν ἀνέγνωσα περικοπὰς ἐκ τῶν πρωτοκόλλων, ἵνα διατυπώσωσιν ἐπὶ τοῦ χάρτου τὴν γραμμήν, ὅπως ἡ Ἑλλὰς ἀντελαμβάνετο αὐτῆς συμφώνως πρὸς τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου, εἶπον ὅτι, κατὰ τὰ ἐν Βερολίνῳ ἐνδειχθέντα, ἡ γραμμή, χαραττομένη ἐπὶ τοῦ χάρτου, ἔχει οὕτω, μετά τινας δὲ ἡμέρας παρουσιάζονται πάλιν ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος, καὶ χωρὶς οὐδὲν νὰ ἀποκτήσωσι παρὰ τῆς Τουρκίας, χωρὶς κἂν νὰ ἀποκτήσωσι παρ’ αὐτῆς τὴν χάραξιν γραμμῆς, ἣν αὕτη ἐθεώρει ὡς ὑποχρεωτικὴν δι’ ἑαυτὴν, ποιοῦνται ὑποχώρησιν ὡς πρὸς τὴν γραμμὴν ἐκείνην καὶ προτείνουσι γραμμὴν ἄλλην στενοτέραν. Πότε οἱ ἀντιπρόσωποι εἶχον δίκαιον; ὅτε ἐχάραττον τὴν πρώτην γραμμὴν καὶ ἔλεγον, ὅτι ἐκείνη εἶναι ἡ γραμμὴ τοῦ Βερολίνου, ἢ ὅτε ἐχάραττον τὴν δευτέραν γραμμήν; Ἐὰν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος εἶχον ὑποχωρήσει κατόπιν συμβιβασμοῦ ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσι, θὰ ἐνόουν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ πεποιθήσεως, ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ πρωτοκόλλου, ἀλλ’ ὅτι πρόκειται περὶ ὑποχωρήσεως ἀπὸ τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ εἰς τὸ πρωτόκολλον ἀπέδιδον. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἐγένετο συμβιβασμὸς, διότι ἡ Τουρκία οὐδεμίαν συγκατετίθετο νὰ ποιήσηται ὑποχώρησιν πρὸς τὴν Ἑλλάδα, οὐδεμίαν νὰ ποιήσηται ἀναγνώρισιν ὅρου τινὸς ὡς ὑποχρεωτικοῦ, καὶ ὅμως οἱ ἀντιπρόσωποι ἡμῶν, ἵνα διευκολύνωσι τὰς διαπραγματεύσεις, προτείνουσι νέαν γραμμήν, ἀποδεικνύοντες τοιουτοτρόπως, ὅτι, ὅτε ἐπρότειναν τὴν πρώτην, δὲν ἐσπουδαιολόγουν, διότι προτείνουσι τὴν νέαν γραμμὴν ὡς τὴν γραμμὴν τὴν ἀνταποκρινομένην πρὸς τὴν ἰδέαν τῶν ἐν Βερολίνῳ συνταξάντων τὸ πρωτόκολλον. Δὲν ἐξετάζω, ἂν ἡ δευτέρα αὕτη γραμμὴ καλῶς ἢ κακῶς ἐχαράχθη, διότι δὲν πρόκειται σήμερον νὰ μελετήσωμεν τὰ περὶ τούτου· ἀλλὰ λέγω, ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ παραστήσῃ τὸ Κράτος ὡς ἐπιπολαίως ἐργαζόμενον ἐν τοιούτῳ ζητήματι. Ἐκ λάθους ἐχάραξε τὴν πρώτην γραμμήν; εἶναι ὑπόλογος διὰ τὸ λάθος. Ὑπεχώρησεν ἀπέναντι τῆς γείτονος Δυνάμεως ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσιν; ὤφειλε νὰ μᾶς δείξῃ, τί ἀπέκτησεν ἀπέναντι τῆς ὑποχωρήσεως ταύτης. Ἀλλ’ οὐδὲν ἀπέκτησεν· ἀπέδειξε μόνον ἑαυτὴν μὴ ἔχουσαν πεποίθησιν εἰς τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἐπρότεινεν εἰς τὴν Τουρκίαν, ἑπομένως ἐστέρησε τὴν γνώμην τῆς Ἑλλάδος τοῦ κύρους αὐτῆς ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσιν. Εἰς πάντα ταῦτα, τί ἀντιτάττει ἡ Κυβέρνησις πρὸς δικαιολογίαν ἑαυτῆς; Ὡς γινώσκομεν ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀντιτάττει τὴν δοθεῖσαν πρὸς αὐτὴν γνώμην παρὰ τῶν μεγάλων Δυνάμεων, καὶ ἰδίως παρὰ τῶν φιλικώτερον διατεθειμένων πρὸς τὴν Ἑλλάδα Δυνάμεων. Ἐσφαλμένην ἔχει ἰδέαν ἡ Κυβέρνησις περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ὀφείλει νὰ προσφέρηται ἡ Κυβέρνησις ἀσθενοῦς Κράτους πρὸς τὰς Κυβερνήσεις φιλικῶν αὐτῷ Κρατῶν, καίτοι μεγαλειτέραν πολὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐχόντων ἰσχύν. Δὲν ἀληθεύει, ὅτι τὰ Κράτη ἐκεῖνα ἀπαιτοῦσι παρὰ τῆς χώρας, τὴν ὁποίαν θέλουσι νὰ συνδράμωσι, τυφλὴν ὑπακοὴν, δουλικὴν καθυπόταξιν. Δὲν ἀληθεύει, ὅτι ἐπιθυμοῦσι νὰ βλέπωσι τὴν χώραν ἐκείνην τεταπεινωμένην καὶ παραιτοῦσαν τὰ κυριαρχικὰ αὐτῆς δικαιώματα. Τοὐναντίον ἀληθεύει, ὅτι αἱ φιλικῶς διακείμεναι πρὸς τὴν Ἑλλάδα Δυνάμεις ἐπιθυμοῦσι νὰ βλέπωσιν αὐτὴν προασπίζουσαν τὰ δικαιώματα αὐτῆς, οὐχὶ μόνον ἀπέναντι ἄλλων ἐπικρατειῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι αὐτῶν τῶν ἰδίων, διότι μόνον ἐκ τῆς τοιαύτης προασπίσεως δύνανται καὶ αὗται νὰ ὁδηγῶνται περὶ τοῦ πρακτέου, καὶ δύνανται ἐνίοτε νὰ βοηθῶνται ἐκ τῆς πιέσεως ἡμῶν ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῶν ἐν γένει ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων τοῦ ἰδίου αὐτῶν Κράτους. Τὰ Κράτη ἐκεῖνα δὲν ἔχουσι μίαν μόνον ἐξωτερικὴν ὑπόθεσιν, εἰς ἣν διαφέρονται. Διεφέρετο ἡ Γαλλία ὄχι μόνον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα, ἀλλὰ καὶ εἰς πολλὰ ζητήματα συγχρόνως. Διεφέρετο εἰς τὴν ἐκκένωσιν τοῦ Ὀθωμανικοῦ ἐδάφους ἀπὸ τῶν Ῥωσσικῶν στρατευμάτων, διεφέρετο εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τοῦ Αἰγυπτιακοῦ ζητήματος, διεφέρετο εἰς τὴν λύσιν τοῦ ἐν Τουρκίᾳ οἰκονομικοῦ ζητήματος, διεφέρετο εἰς τὰς διεξαγομένας διαπραγματεύσεις ἐν τῇ κεντρῴᾳ Εὐρώπῃ, καὶ τὰς συναπτομένας καὶ τὰς χαλαρουμένας συμμαχίας. Μεταξὺ τῶν ζητημάτων τούτων κατεῖχε θέσιν καὶ τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα. Ἀλλ’ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος περιέμενεν ὅπως αὕτη φροντίζῃ ἀποκλειστικῶς περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ συμφέροντος. Εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἀνῆκε νὰ ἐνθυμίζῃ εἰς τὴν Γαλλίαν, ἔστω καὶ πιέζουσα αὐτὴν, τὰ τῆς διεξαγωγῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ ζητήματος. Αἱ μεγάλαι Δυνάμεις δὲν δυσαρεστοῦνται ὅταν βλέπωσι μικρὰ Κράτη φροντίζοντα περὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν. Δυσαρεστοῦνται ὅταν βλέπωσι ταῦτα πλεονεκτοῦντα καὶ θέλοντα νὰ ἐπωφεληθῶσιν ἐκ τῆς φιλίας καὶ τῆς συνδρομῆς τῶν ἰσχυρῶν, ὅπως ἀδικήσωσιν ἄλλους· ὅταν ὅμως βλέπωσιν αὐτὰ ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων ἑαυτῶν μεριμνῶντα, σέβονται αὐτά, καὶ ἀναλόγως τοῦ σεβασμοῦ αὐτῶν, τοῖς προσφέρονται. Ἂν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχε γνώμην, οἵαν ἔχει τὸ σημερινὸν Ὑπουργεῖον περὶ τῆς πρὸς τὰς φιλίας καὶ κραταιὰς Δυνάμεις τυφλῆς ὑποταγῆς, ὅτε διεξήγετο ἡ διαπραγμάτευσις περὶ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ὑπὸ ποίους ὅρους ἤθελον παραχωρηθῆ αἱ Ἰόνιοι νῆσοι εἰς τὴν Ἑλλάδα; Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις εἶχεν ὑπογράψει μετὰ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων συνθήκην περιέχουσαν ὅρους λίαν ἐπιβλαβεῖς εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς. Ἡ Ἑλλὰς ἐπιέζετο παρὰ τῆς Ἀγγλίας, ἵνα ὑπογράψῃ συνθήκην ὁμοίαν ἐκείνης, καὶ ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἀντετάχθη πρὸς τὴν Ἀγγλίαν, ἡ Ἀγγλία ἐθυμώθη, ἠπείλησεν, ἀλλὰ δὲν διέκοψε καὶ τὰς διαπραγματεύσεις, διαπραγματευομένη δέ, ὑπεχώρησε καὶ ἀπεδέχθη, τέλος, σχεδὸν ἁπάσας τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Ἑλλάδος· περαιωθεισῶν δὲ τῶν διαπραγματεύσεων, ἐπῄνεσε τὴν Ἑλλάδα, διότι οὕτως ἐπολιτεύθη καὶ ἰδίως ἀπέναντι αὐτῆς, καὶ ἐπῄνεσεν αὐτὴν οὐχὶ προφορικῶς μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐγγράφως, καὶ εἶπεν, ὅτι καθῆκον εἶχεν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐργασθῇ, ὅπως εἰργάσθη, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις καθῆκον εἶχε πρὸς ἑαυτὴν καὶ πρὸς τὰς ἄλλας Δυνάμεις νὰ μὴ ἐνδώσῃ, εἰμὴ ἀφοῦ ἀντέταττε πάσας τὰς ἐναντιότητας, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀντιτάξει. Αἱ Δυνάμεις ἔχουσιν ἐνίοτε ἀνάγκην καὶ νὰ πιέζωνται παρ’ ἐκείνων, οἵτινες διεκδικοῦσι δικαιώματα καὶ ὑπὲρ ὧν ἐνδιαφέρονται, διότι δὲν πρόκειται νὰ ἐργασθῶσι πάντοτε μόναι· χρήζουσι τῆς πιέσεως ταύτης ἀπέναντι τῶν ἄλλων Δυνάμεων, μεθ’ ὧν συνεργάζονται, δὲν δύνανται ὅμως νὰ προκαλέσωσιν αὐταὶ τὴν πίεσιν· τοῦτο δ’ ὀφείλουσι νὰ γνωρίζωσι καὶ νὰ πράττωσιν οἱ ἔχοντες τὸ ἄμεσον συμφέρον, μὴ προσέχοντες εἰς τὰς δυσαρεσκείας, τὰς ὁποίας προσκαίρως δύναται νὰ γεννᾷ ἡ τοιαύτη ἐνέργεια. Αἱ Κυβερνήσεις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἔχουσιν ἐνίοτε καὶ ἐσωτερικὰς ἀντιδράσεις, καὶ χρήζουσι τῆς πιέσεως, ἣν δύναται νὰ προκαλέσῃ τὸ μικρὸν Κράτος, εἰς ὃ θέλουσι νὰ παράσχωσι συνδρομὴν, ἵνα δικαιολογήσωσι ἀπέναντι τῶν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ κομμάτων τὴν πολιτικὴν αὐτῶν. Ὀφείλουσι λοιπὸν τ’ ἀσθενῆ Κράτη οὐδέποτε νὰ παραιτῶνται τὴν πρωτοβουλίαν αὐτῶν, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὰς Κυβερνήσεις αὐτῶν νὰ ἐκφράζωνται, ὅπως ἠκούσαμεν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, εἰπόντος ὅτι ἤρκει, ὅτι αἱ μεγάλαι Δυνάμεις τοῦτο ἐσυμβούλευον, ὥστε νὰ ἦναί τις παράφρων, ἵνα πράξῃ ἄλλως. Ἡ τοιαύτη περὶ τῶν σχέσεων τῶν μικρῶν Κρατῶν πρὸς τὰ μεγάλα Κράτη ἰδέα τῆς νῦν Κυβερνήσεως ἔφερεν ἀποτελέσματα ἐπιζήμια εἰς τὸν τόπον, ὄχι μόνον ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν ἄλλοις ζητήμασι, στενῶς συνδεδεμένοις πρὸς τὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ. Αἱ Δυνάμεις προσφέρουσιν εἰς ἕκαστον Κράτος τὸν σεβασμὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος ἐν τῷ δικαιώματι αὐτοῦ διεκδικεῖ ὑπὲρ ἑαυτοῦ. Ὅταν Κράτος τι οὐδὲν ἀξιοῖ ὑπὲρ ἑαυτοῦ, παρορᾶται καὶ κατ’ αὐτὰς τὰς εἰς αὐτὸ ἀφορώσας διαπραγματεύσεις. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὀλιγωρεῖται ὁλοτελῶς ἐν πάσαις ταῖς περὶ τῶν τῆς Ἀνατολῆς διαπραγματεύσεσιν, ἐν αἷς ὅμως ὕπατα ἔχει συμφέροντα ἡ Ἑλλάς. Ἐν Αἰγύπτῳ ἔχει ἡ Ἑλλάς, ἔχει ὁ Ἑλληνισμὸς συμφέροντα μέγιστα, καὶ ἠθικὰ καὶ ὑλικά, διεξάγονται ὅμως διαπραγματεύσεις περὶ Αἰγύπτου ὑπὸ τῶν μεγάλων Δυνάμεων χωρὶς οὐδόλως νὰ ἐρωτᾶται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, χωρὶς οὐδόλως νὰ παρεμβάλληται ὡς συμπράκτωρ τῶν διασκέψεων καὶ τῶν ἀποφάσεων. Ὁ Ἑλληνισμὸς, ἐν Αἰγύπτῳ, εἶναι σπουδαῖον στοιχεῖον τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ· ὁ Ἑλληνισμός, ὁ ἐν Αἰγύπτῳ, παρέχει καὶ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος σπουδαίαν συνδρομὴν, ἰδίως ὅμως παρέχει συνδρομὴν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ τοῦ ἐκτὸς τοῦ Κράτους. Ἡ ἰδέα αὕτη τῆς ἐκτάσεως τῶν σχέσεων ἡμῶν ἐν Αἰγύπτῳ, αὐτὸ τὸ γεγονὸς τῆς ἰσχύος τῶν αὐτόθι Ἑλλήνων συντελεῖ εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῆς ἰσχύος τοῦ Κράτους, συντελεῖ καὶ εἰς τὴν ἐμψύχωσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἁπανταχοῦ. Ἀλλ’ ὑπὲρ τῶν ἐν Αἰγύπτῳ Ἑλληνικῶν συμφερόντων τί ἔπραξεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ τί ἔπραξαν αἱ Κυβερνήσεις τῆς Εὐρώπης ὡς πρὸς τὰ ἐν Αἰγύπτῳ Ἑλληνικὰ συμφέροντα; Διεξήγαγον διαπραγματεύσεις πολυειδεῖς, διαπραγματεύσεις ἀφορώσας εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας ἐκείνης, διαπραγματεύσεις ἀφορώσας εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιωτῶν, τῶν ξένων ὑπηκόων ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ· διεξήγαγον διαπραγματεύσεις καὶ προέβησαν εἰς ἀποφάσεις διαφερούσας εἰς τὴν Ἑλλάδα, τουτέστιν εἰς τοὺς ἐν Αἰγύπτῳ Ἕλληνας διὰ ποσὰ μεγαλείτερα ἢ τὰ ποσὰ, δι’ ἃ ἐνδιεφέροντο οἱ ὑπήκοοι ὅλων τῶν ἄλλων ἐπικρατειῶν τῆς Εὐρώπης ὁμοῦ· καὶ ἐν τούτοις ἡ Ἑλλὰς δὲν ἠρωτήθη· ἐνῷ δὲ δὲν ἠρωτήθη, ἐζητήθη ἡ ὑπογραφὴ αὐτῆς, ὅταν ἡ ὑπογραφὴ αὕτη ἦτο ἀναγκαία πρὸς τὸ κῦρος τῆς ἀποφάσεως, συνεπείᾳ τῶν διεθνῶν αὐτῆς δικαιωμάτων. Μόνον ἐνεθυμήθησαν τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν αἱ Δυνάμεις, ὅταν οἱ ὑπήκοοι αὐτῶν, χορηγήσαντες εἰς τὴν Αἰγυπτιακὴν Κυβέρνησιν δάνειον, ἤθελον νὰ ἐξασφαλίσωσιν ὑπὲρ τοῦ δανείου ὑποθήκας ἐπὶ τῆς περιουσίας τοῦ Χεβίδου, ἐφ’ ἧς Ἕλληνες ὑπήκοοι εἶχον δικαιώματα προτεραιότητος· μόνον τότε ἐνεθυμήθησαν τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἵνα τὴν προσκαλέσωσι νὰ ὑπογράψῃ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου παρῃτεῖτο τῶν δικαιωμάτων τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐπὶ τῶν ὑποθηκῶν ἐκείνων. Αἱ δυνάμεις, ὧν ἦσαν ὑπήκοοι οἱ συνομολογήσαντες τὸ δάνειον, ἠξίωσαν παρὰ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως τὴν διαγραφὴν τῶν προγενεστέρων ὑποθηκῶν· αἱ ἄλλαι ὅμως Δυνάμεις, αἵτινες δὲν εἶχον τὸ συμφέρον τοῦτο, ἀμέσως παρέστησαν, ὅτι δὲν συνήνουν εἰς τὴν κατάργησιν τῶν δικαιωμάτων τῶν ὑπηκόων των χάριν τῶν νεωτέρων δανειστῶν, καὶ κατόπιν τῶν παραστάσεων τούτων διεξήχθησαν διαπραγματεύσεις, καὶ ἐγένοντο διακρίσεις τῶν ὑποθηκῶν τῶν πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς ὑπογραφῆς τῆς περὶ τῶν δανείων συμβάσεως κατὰ Φεβρουάριον καὶ τῶν μετὰ τὴν ἡμέραν τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως ἐκείνης. Ἡ διάκρισις αὕτη ἐγένετο ἐντελῶς πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ὑπηκόων τῶν Δυνάμεων, αἵτινες τὴν ἐζήτουν, καὶ παραγνωριζομένων ἐντελῶς τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος, ἐν ἀγνοίᾳ διατελούσης τῶν γενομένων. Ἀφοῦ δὲ ἐγένετο ἡ διάκρισις αὕτη, καὶ ἀφοῦ διὰ τῆς διακρίσεως ἐπρόκειτο νὰ καταργηθῶσι κεκτημένα δικαιώματα Ἑλλήνων ὑπηκόων διὰ πολλὰ ἑκατομμύρια φράγκων, δι’ ἑκατομμύρια ἄνω τῶν 6, τότε μόνον ἐνεθυμήθησαν τὴν Ἑλλάδα, οὐχὶ ἵνα διαπραγματευθῇ καὶ αὕτη καὶ ἀποφανθῇ περὶ τῆς διακρίσεως ἢ προτείνῃ ἄλλην τινὰ γνώμην, ἀλλὰ μόνον, ἵνα ὑπογράψῃ τὴν παραίτησιν τῶν δικαιωμάτων τῶν ὑπηκόων αὑτῆς, χάριν τῶν συνομολογησάντων τὸ πρὸς τὴν Αἰγυπτιακὴν Κυβέρνησιν δάνειον ὑπηκόων ἄλλων Δυνάμεων· ἡ δ’ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐδέχθη ἑπομένη τῇ ἀρχῇ τῆς τυφλῆς ὑπακοῆς πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, ἀφοῦ ἐζήτησε παρὰ τῶν Δυνάμεων ἐκείνων νὰ ἐγγυηθῶσιν, ὅτι καὶ οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι, ὧν ἀπεμπολοῦντο τὰ δικαιώματα, θέλουσι τύχει τῆς αὐτῆς προστασίας, ἧς θέλουσι τύχει καὶ οἱ ὑπήκοοι τῶν Δυνάμεων ἐκείνων. Αἱ Δυνάμεις ἐκεῖναι εἶχον συμφέρον εἰς τὴν θυσίαν ταύτην τῶν δικαιωμάτων τῶν ὑπηκόων αὑτῶν, διότι ἐθυσίαζον ἐλάχιστα συμφέροντα ἰδίων ὑπηκόων, χάριν μεγίστων συμφερόντων ἄλλων αὑτῶν ὑπηκόων. Ἡμεῖς ὅμως ἐπρόκειτο νὰ θυσιάσωμεν δικαιώματα ὑπηκόων ἡμῶν χάριν ὑπηκόων ξένων Κρατῶν, διότι οὐδεὶς Ἕλλην ὑπήκοος ἐνδιαφέρεται εἰς τὰ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου. Ἀλλ’ ἐνῷ οὐδὲ κἂν ἐκλήθημεν εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, ἐδέχθημεν νὰ ὑπογράψωμεν τὰ συμφωνηθέντα, ἀρκούμενοι ὅτι θέλομεν τύχει τῆς αὐτῆς προστασίας, ἧς θέλουσι τύχει καὶ οἱ ὑπήκοοι τῶν ἄλλων Δυνάμεων. Τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις παρῄτει διὰ τῆς ὑπογραφῆς ταύτης, δικαιώματα Ἑλλήνων ὑπηκόων, ἀνέρχονται εἰς 240,000 λιρῶν, ἐνῷ ὑπάρχει μεγάλη Δύναμις, ἧς οἱ ὑπήκοοι οὐδὲν ἔχουσι συμφέρον, ἑτέρα μεγάλη Δύναμις, ἧς οἱ ὑπήκοοι ἐνέχονται μόνον διὰ 1,000 λίρας, ἑτέρα μεγάλη Δύναμις, ἧς οἱ ὑπήκοοι ἐνέχονται διὰ 13,000 λιρῶν, ἡ Ἰταλία, ἧς οἱ ὑπήκοοι ἐνέχονται διὰ 60,000 λιρῶν, καὶ ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Γαλλία, ὧν ἑκάστης οἱ ὑπήκοοι ἐνέχονται διὰ 80,000 λιρῶν· ἀλλ’ ὅλων ὁμοῦ τῶν μεγάλων Δυνάμεων οἱ ὑπήκοοι δὲν ἐνδιαφέρονται εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον παρῄτει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐν ὀνόματι τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων. Τί ἀπήλαυσεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπέναντι τοιαύτης θυσίας; Ἀπήλαυσέ τι ἐν τῷ ζητήματι τῷ διεξαγομένῳ ἐν Κωνσταντινουπόλει; Βεβαίως οὐδὲν ἀπήλαυσε, διότι οὐδὲν ἐπέτυχεν ἐν Κωνσταντινουπόλει. Μόνον βήματα πρὸς τὰ ὀπίσω ἐγένοντο ἐκεῖ. Ἀπήλαυσέ τι τοὐλάχιστον ἐν Αἰγύπτῳ; ἀπήλαυσε τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἀρχῆς, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέλει εἶσθαι συμπράττουσα ἐν πᾶσι τοῖς ἐκεῖ ἀπὸ κοινοῦ ὑπὸ τῶν Δυνάμεων γινομένοις; Εἶπε τοὐλάχιστον πρὸς τὰς Δυνάμεις, ὅτι ἀφοῦ ἔχετε ἀνάγκην τῆς ὑπογραφῆς μου, βλέπετε, ὁποῖα ἐγὼ ἔχω συμφέροντα ἐκεῖ, καὶ ὀφείλετε νὰ ἀναγνωρίσητε καὶ ὑπὲρ ἐμοῦ συμμετοχὴν εἰς πάντα τὰ παρ’ ὑμῶν διενεργούμενα καὶ ἀφορῶντα καὶ εἰς ἐμέ. Τὰ συμφέροντά μου εἶναι μεγαλείτερα τῶν συμφερόντων οἱασδήποτε ἄλλης Δυνάμεως ἐκεῖ, καὶ ἑπομένως οὐδὲν πράττετε ἄτοπον, δίδοντες καὶ εἰς ἐμὲ θέσιν ἴσην πρὸς τὴν θέσιν τῶν μεγάλων Δυνάμεων ἐν Αἰγύπτῳ; Οὐδὲν ὅμως τούτων ἔπραξε. Νομίζει δὲ, ὅτι δικαιολογεῖται διὰ τῆς ἀρχῆς τῆς τυφλῆς ὑπακοῆς εἰς τὰς μεγάλας Δυνάμεις. Κακῶς λοιπὸν ἐπολιτεύθη ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ἐν Βερολίνῳ Συνεδρίου, καὶ δὲν παρεσκεύασεν ἑαυτῇ τὴν θέσιν, ἣν ὤφειλε νὰ παρασκευάσῃ καὶ ἠδύνατο νὰ κατακτήσῃ. Κακῶς ἐπολιτεύθη, ἀποδεχθεῖσα, ἵνα εἰσέλθῃ ὑπὸ ὅρους ἐπιβλαβεῖς καὶ ταπεινωτικοὺς εἰς τὸ Συνέδριον ἐκεῖνο. Κακῶς ἐπολιτεύθη ἐν τῷ Συνεδρίῳ, μὴ ὑποστηρίξασα ἐν αὐτῷ, ὡς ἠδύνατο, τὰ δικαιώματα τοῦ ἑλληνισμοῦ. Κακῶς ἐπολιτεύθη κατόπιν ἐν Πρεβέζῃ, μὴ διακόψασα τὰς διαπραγματεύσεις ταχέως καὶ ἐπιτρέψασα, ἵνα ἀμφισβητηθῶσι τὰ κυριαρχικὰ τοῦ Κράτους δικαιώματα ἐπὶ τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου καὶ προσβληθῇ ἄνευ ἀποχρώσης ἱκανοποιήσεως ἡ σημαία αὐτῆς. Κακῶς ἐπολιτεύθη, ἀποδεχθεῖσα τὰς ἐν Κωνσταντινουπόλει διαπραγματεύσεις. Κακῶς ἐπολιτεύθη κατὰ τὰς ἐν Κων)πόλει διαπραγματεύσεις. Κακῶς ἔπραξεν, ὑποχωρήσασα ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἀπολύτως ὑποχρεωτικοῦ κύρους τοῦ ιγʹ. πρωτοκόλλου. Κακῶς ἐπολιτεύθη, ἀποδεχθεῖσα τὴν ἀρχὴν τῆς τυφλῆς ὑπακοῆς πρὸς τὰς μεγάλας Δυνάμεις. Ἀποτέλεσμα δὲ πάντων τούτων εἶναι, ὅτι εὑρισκόμεθα σήμερον εἰς χεῖρον σημεῖον ἐκείνου, εἰς ὃ εὑρισκόμεθα κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ ἐν Βερολίνῳ Συνεδρίου. Εἰργάσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὡς ἀξιοῖ, ὑπὲρ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς ἑλληνικῆς χώρας, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οὐδὲν κατωρθώθη ὑπὲρ τῆς ἐπεκτάσεως ταύτης, καὶ ἡ εὐχὴ τῆς Εὐρώπης πρὸς τὴν Τουρκίαν κινδυνεύει ν’ ἀποδειχθῇ χάρτης ἄγραφος. Ἡ εὐχὴ αὕτη θὰ ἦτο πρᾶγμα, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπολιτεύετο πρεπόντως, ἀλλ’ ὡς ἐπολιτεύθη ἡ Κυβέρνησις, κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν τὴν εὐχὴν ματαιουμένην ἐντελῶς, καὶ χεῖρον ἔτι, κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο διαιωνιζόμενον. Ὑπῆρξαν καὶ ἄλλα ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ ὁμόφωνος τῆς Εὐρώπης γνώμης δὲν ἐπραγματοποιήθη. Ὑπῆρχε τὸ ζήτημα τῆς χώρας Χοτοὺρ, ἥτις δὲν προσηρτήθη εἰς τὴν Περσίαν, εἰμὴ κατόπιν τοῦ τελευταίου πολέμου, ἐνῷ ἀπόφασις περὶ τῆς παραχωρήσεως αὐτῆς ὑπὸ τῆς Τουρκίας εἶχε διαμείνει ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἀπραγματοποίητος. Μὴ νομίζωμεν λοιπὸν, ὅτι δὲν ἐξήρτηται μεγάλως ἐκ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἡ λύσις ἢ ἡ ἀναβολὴ τοῦ περὶ τῶν ἡμετέρων συνόρων ζητήματος τούτου, καὶ ἡ ἀναβολὴ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ καταστήσῃ τὴν λύσιν προβληματικήν. Μὴ νομίζετε δὲ, ὅτι τὸ ζήτημα δύναται ν’ ἀποχωρίζηται τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης, καὶ ὅτι, δίδοντες ψῆφον ἐμπιστοσύνης, δὲν δίδετε ψῆφον καὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ διεξαχθῇ τὸ ζήτημα τῶν συνόρων, καὶ δὲν ἀναλαμβάνετε εὐθύνην διὰ τὴν βεβαίαν ἀποτυχίαν τῆς ὑποθέσεως, ἂν ἐξακολουθήσῃ διευθυνομένη ὡς σήμερον διευθύνεται. Ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τῶν κατὰ τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου, πῶς ἐπολιτεύθη ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὸν Ἑλληνισμόν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέπτυξε ταῦτα ἐν τῇ ἀγορεύσει του, ὡσανεὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπεδέχετο καὶ ἀνεγνώριζε πάσας τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Ἑλλάδος καὶ ὡσανεὶ ἀπεδέχετο πρόθυμος καὶ πᾶσαν συνδρομὴν ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἣν ἡ Ἑλλὰς ὤφειλεν ἐντὸς τοῦ μέτρου τῶν δυνάμεών της καὶ ὑπεράνω τοῦ μέτρου τῶν κανονικῶν αὐτῆς δυνάμεων νὰ προσφέρῃ. Ἀλλὰ τί ἔπραξεν; Ὅτι τοιαύτας διαθέσεις εἶχεν ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἡ Βουλὴ ἦν ἑτοίμη πρὸς πᾶσαν θυσίαν ἀφορῶσαν εἰς τὴν πρόοδον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀπέδειξεν ἡ ψῆφος τῶν Ἑλληνικῶν Βουλῶν, καὶ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ κατεχώρισεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσὰ πρὸς τὴν ἐργασίαν ταύτην. Τί ἐγένοντο τὰ ποσὰ ταῦτα; Ἐπανειλημμένως προεκλήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ δώσῃ λόγον περὶ τούτου, διότι ἐῤῥέθη καὶ ἐπανελήφθη, ὅτι ἐκ τῶν ψηφισθεισῶν νέων πιστώσεων οὐδὲν ἐδόθη ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δὲν ἐδόθησαν οὐδ’ ὅσα ἐδίδοντο ὅτε ἡ πίστωσις ἦτο εὐτελὴς, καὶ ὅτι, ὡς διετέθησαν τὰ χρήματα ταῦτα, διετέθησαν πρὸς σκοποὺς ὅλως ἐναντίους πρὸς τὸν προορισμόν των καὶ ἀσυμβιβάστους πρὸς αὐτὴν τὴν ἠθικότητα τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπῃτήσαμεν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις δώσῃ ἐξήγησιν περὶ τούτου, καὶ δυνάμεθα νὰ ἀπαιτήσωμεν, ἔστω καὶ εἰς μόνον τὸ παρελθὸν ἀφορῶντες, περὶ οὗ ζητεῖται ἡ ψῆφος ἐμπιστοσύνης, νὰ μᾶς φέρῃ ἀκριβῆ λογαριασμὸν τῆς χρήσεως τῆς πιστώσεως, ἵνα ἴδωμεν, ἂν ἐγένετο καὶ πᾶσα ἡ χρῆσις αὐτῆς, διότι νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀποδεικνύεται ἐλλιπὴς, οὐ μόνον ἂν φανῶσιν ἀληθῆ ὅσα ἐῤῥέθησαν περὶ τῆς κακῆς χρήσεως τῆς πιστώσεως ἐκείνης, ἀλλὰ καὶ ἂν προκύψῃ ὅτι πᾶσαν τὴν πίστωσιν ἐκείνην δὲν διέθεσε πρὸς τὸν ὁρισθέντα σκοπὸν, διότι αἱ ἀνάγκαι τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἰσὶ μεγάλαι, πρὸς τὰς ἀνάγκας δ’ ἐκείνας παραβαλλομένη ἡ πίστωσις, εἶναι ἀνεπαρκὴς, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ ποιῆται οἰκονομίας ἐκεῖ, ὅπου τὸ Κράτος ὀφείλει καὶ θέλει νὰ δαπανήσῃ ἀφειδῶς. Ἐπεθεώρησα οὕτω τὰ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, καὶ νομίζω, ὅτι ἀπέδειξα τὴν Κυβέρνησιν ὑπεύθυνον ἐπὶ τῇ καταστάσει, ἐν ᾗ σήμερον εὑρίσκεται τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα. Ἐπεθεώρησα χθὲς καὶ τὰ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, καὶ νομίζω, ὅτι ἀπέδειξα τὰ ἑξῆς· ὅτι καὶ κατὰ τὰς δύο οἰκονομικὰς ἐπιχειρήσεις, ἃς διεξήγαγεν ἡ Κυβέρνησις, ἐδείχθη καὶ ἀδεξία καὶ παρανομοῦσα. Ἀτυχὴς ἐδείχθη κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν διαπραγματεύσεων περὶ τοῦ δανείου τῶν 1824 καὶ 1825, ἀτυχὴς, διότι προέβη εἰς τὸ ἔργον ἀμελέτητος, καὶ διότι, μὴ κατέχουσα τὸ θέμα, περὶ οὗ συνεβάλλετο, περιέλαβεν ἐν τῇ συμβάσει διατάξεις ἐκ προγενεστέρας συμβάσεως, ἐνῷ δὲν εἶχε προβῆ εἰς τὰς συνεννοήσεις, τῶν ὁποίων συνέπεια ἦτο ἐν τῇ προηγουμένῃ συμβάσει ἡ διάταξις ἐκείνη. Ὡς ἐκ τούτου, καί τοι τοσοῦτος παρῆλθε χρόνος, καίτοι τὸ Κράτος ὑπεβλήθη εἰς θυσίας ὡς ἐκ τῆς συμβάσεως, οὐδεμίαν ἀπήλαυσεν ὠφέλειαν· ἡ πίστις ἡμῶν οὐ μόνον δὲν ἀνωρθώθη, ἀλλὰ τοὐναντίον διακυβεύεται ἐκ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον διεξήχθησαν αἱ διαπραγματεύσεις, καὶ ἐκ τῆς ἐκκρεμότητος, ἐν ᾗ διατελοῦμεν. Ὡς πρὸς τὴν ἑτέραν ἐπιχείρησιν, ὡς πρὸς τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, νομίζω ὅτι ἀπέδειξα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρηνόμησε, διαθέσασα ἄνευ νομοθετικῆς ἀδείας ὑπὲρ τῶν τραπεζιτῶν, δι’ ὧν προσεκάλεσε τὸ Δημόσιον εἰς ἐγγραφὴν, 1,590,000 δραχ., ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐδαπάνησεν ἐπιπλέον τούτου, εἰς πραγματοποίησιν τοῦ δανείου, ἑτέρας 920,000 δραχ., ἐντὸς μὲν τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἄνευ οὐδενὸς ἀντιστοίχου συμφέροντος τοῦ δημοσίου, ὅτι διεξήγαγε τὰς διαπραγματεύσεις ταύτας διὰ τρόπου καταστήσαντος προβληματικὴν τὴν ἐπιτυχίαν καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ αἰτία τῆς σχετικῆς αὐτῶν ἀποτυχίας, διὰ τρόπου δυσφημήσαντος τὴν Ἑλλάδα, τῆς δὲ δυσφημίας ταύτης ὑπάρχει μάρτυς τὸ τεῦχος τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν. Δυσφημία μεγαλειτέρα διὰ Κυβέρνησιν δὲν ὑπάρχει τῆς προερχομένης ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διεξήγοντο αἱ διαπραγματεύσεις, ἐν αἷς τὸ αὐτὸ πρόσωπον ἦτο καὶ συμβαλλόμενον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως· ὡς συμβαλλόμενος ἐνήργει ὑπὲρ ἑαυτοῦ ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀντιπρόσωπος δὲ ταύτης ἐνήργει πάλιν ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Διεξήγαγεν ἡ Κυβέρνησις τὰς διαπραγματεύσεις διὰ τρόπου, ὡς ἐκ τοῦ τεύχους ἀποδεικνύεται, οὐδεμίαν δυναμένου νὰ παράσχῃ πιθανότητα ὠφελείας, ἀλλὰ μόνον ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους κινδυνεύοντος νὰ γεννήσῃ δικαιώματα ὑπὲρ ὁμάδων, ὅπως κινήσωσιν ἀγωγὰς κατὰ τοῦ δημοσίου. Ἀπ’ ἀρχῆς ἕως τέλους τοῦ τεύχους εὑρίσκονται ἔγγραφα τῶν πρὸς οὓς διεπραγματεύετο ἡ Κυβέρνησις, ἀπολήγοντα εἰς τὴν στερεότυπον φράσιν, ὅτι οἱ διαπραγματευόμενοι ἐπιφυλάσσουσι κατὰ τοῦ δημοσίου πάντα τὰ δικαιώματα αὑτῶν. Τὸ τεῦχος ἐκεῖνο εἶναι ἡ καταδίκη τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀπέναντι τοῦ τεύχους ἐκείνου διστάζω νὰ πιστεύσω, ὅτι θέλει λάβει ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Διεξήγαγε τὰ τοῦ δανείου ἀτυχῶς καὶ διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πραγματοποιήσῃ τοὺς σκοποὺς, ὧν χάριν τὸ δάνειον συνωμολογήθη καὶ ὧν χάριν ἐψήφισεν αὐτὸ ἡ Βουλή. Συνομολογήσασα τὸ δάνειον, ἐπραγματοποίησεν αὐτὸ ἀτελῶς, καὶ ἑπομένως ἐπεβάρυνε τὸ Δημόσιον διὰ πολλῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν χρέους, χωρὶς ν’ ἀποκτήσωμεν οὐδεμίαν τῶν ἐκ τοῦ νόμου ὠφελειῶν. Ἐπραγματοποίησε τὸ δάνειον ἐσωτερικὸν, ἀντὶ ἐξωτερικοῦ, καὶ ἔφερεν εἰς στενοχωρίαν τὴν ἀγοράν. Ἐπραγματοποίησε τὸ δάνειον πρὸς ζημίαν μεγάλην τῶν ἰδιωτῶν, καὶ διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐξηπατήθη τὸ κοινὸν, οὐ μόνον οἱ κερδοσκόποι ἐζημιώθησαν, ἀλλὰ καὶ ἀθῶοι, ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως πασῶν τῶν ἀξιῶν κατόπιν τῆς διαθέσεως τοῦ δανείου. Ἀλλὰ καὶ τὰ χρήματα, ἅτινα οὕτως ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, δὲν διέθεσεν ὡς ὤφειλε νὰ διαθέσῃ αὐτά. Ἀφοῦ εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις ἔχουσα ἀνὰ χεῖρας ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἐψηφίσθησαν, δὲν ἐφρόντισε νὰ συμβουλευθῇ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἤθελε διαθέσει αὐτά, καὶ διέθεσεν αὐτὰ ἄνευ τῆς συμπράξεως τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, διὰ τρόπου, ὅστις ἐζημίωσε τὸ Δημόσιον. Ὑπεδείχθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου οἱ τρόποι οἱ κατάλληλοι τῆς διαθέσεως, ἀλλὰ δὲν ἐποιήσατο τὴν χρῆσιν ἐκείνην, ἐποιήσατο δὲ χρῆσιν χρημάτων ἐκ τοῦ δανείου, χάριν δαπανῶν μὴ ἐγκεκριμένων ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, χάριν δαπανῶν ἐπιτραπεισῶν διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, καὶ περὶ τῶν ὁποίων θὰ κληθῶμεν κατόπιν νὰ δώσωμεν ψῆφον ἐγκρίσεως. Ἐπὶ δὲ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος ἡ Κυβέρνησις, προκαλοῦσα ζήτημα ἐμπιστοσύνης, δὲν παρέστησεν ἀληθῶς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας καὶ δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ σταθεροῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι προϊὸν τῆς παρελθούσης διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ περὶ τῶν παρασκευασθέντων, ὡς ἀξιοῖ ἡ Κυβέρνησις, πρὸς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐλλείματος ἐν τῷ μέλλοντι καὶ τὴν βαθμιαίαν αὐτοῦ ἐξαφάνισιν. Τοὐναντίον ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν πράξεων αὑτῆς ἀποδεικνύει θέλησιν νὰ δεσμεύσῃ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπερόγκους δαπάνας, διαιωνιζούσας τὸ ἔλλειμμα. Ἐπεθεωρήσαμεν ἤδη καὶ τὰ ἐξωτερικὰ καὶ τὰ οἰκονομικὰ, δυνάμεθα δὲ νὰ προβῶμεν εἰς τὸ πόρισμα περὶ τῆς γενικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους, τὸ προκύπτον ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος πρὸς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα. Ὡς πρὸς τοῦτο ἔχει ὑπέρτατον καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς εἴπῃ ποία ἡ πολιτικὴ αὐτῆς, διότι θὰ ἦτο παράδοξον, ἂν ἡ Βουλὴ ἔδιδε ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας δὲν γνωρίζει τὴν πολιτικὴν ὡς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, καὶ τίνα ἔχει ἰδέαν περὶ τοῦ πορίσματος τοῦ ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ οἰκονομικοῦ πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα. Περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, ἐν τῇ σχέσει αὐτοῦ πρὸς τὸ οἰκονομικὸν, ἀξιοῦμεν νὰ μάθωμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τί φρονεῖ. Ὀφείλομεν νὰ κανονίσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ὡς ἐὰν τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα ταχέως θέλει λυθῆ, ἢ ὀφείλομεν νὰ κανονίσωμεν αὐτὰ ὡς εὑρισκόμενοι ἀπέναντι ἐξωτερικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ παραταθῇ ἐπὶ πολύ; Ὀφείλομεν νὰ κανονίσωμεν καὶ πάλιν κατὰ τὸ ἔτος 1880 τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ὡς ἐκανονίσαμεν αὐτὰ καὶ κατὰ τὸ 1879, ἢ δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς κανονικὴν ὁδὸν, καὶ εἰς ποίαν; Ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος δέον νὰ εἴπῃ τί φρονεῖ περὶ τῶν ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος, διότι ἐλέχθη, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὀφείλει ν’ ἀποδεχθῇ πᾶν ὅ,τι αἱ Δυνάμεις ἤθελον προτείνει, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκον αὐτῆς, ἀφίνουσα τὴν ἰδέαν ταύτην ἀδιάψευστον· ὀφείλει, κατ’ ἐμὲ, ἂν φρονῇ τἀναντία, ὅπως πιστεύω, ὅτι τὰ φρονεῖ, ὡς καὶ ἡ Βουλὴ πᾶσα, ὀφείλει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπισήμως νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν προτίθεται νὰ δεχθῇ ὅτι δήποτε προτείνωσιν αἱ Δυνάμεις· διότι ἂν δὲν εἴπῃ τοῦτο, ἀπὸ τοῦδε τὸ ζήτημα ἐλύθη καθ’ ἡμῶν. Διαπραγματευόμεθα πρὸς Δύναμιν, ἥτις ἀπεδείχθη ἱκανωτάτη περὶ τὰς διαπραγματεύσεις, ἐπιτυγχάνουσα τὴν λύσιν ὑπὲρ ἑαυτῆς διὰ τῶν ἀναβολῶν καὶ διὰ τῶν πλαγίων μέσων. Πῶς λοιπὸν δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν ἐπιτυχίαν, ἂν εἴπωμεν ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι θέλομεν ἀποδεχθῆ τὰ πάντα, ἐνῷ ἡ Τουρκία λέγει, ὅτι δὲν θέλει ἀποδεχθῆ τίποτε; Ποίαν ἰσχὺν θέλουσιν ἔχει αἱ Δυνάμεις ἀπέναντι τῆς Τουρκίας, αἰτούμεναι παρ’ αὐτῆς παραχωρήσεις ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, ὅταν ἡ Τουρκία δύναται ν’ ἀπαντήσῃ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ἀπεφάνθη γνώμην, ὅτι ὀφείλει ἡ Ἑλλὰς ν’ ἀποδεχθῇ ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν δοθῇ; Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἀποδεχθῇ ὅ,τι δήποτε προτείνωσιν αἱ δυνάμεις, ποίαν πολιτικὴν θέλομεν ἀκολουθήσει, ἵνα συντελέσωμεν, ὅπως τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπολήξῃ συμφώνως πρὸς τὰ διατυπωθέντα ἐν τῇ συνθήκῃ τοῦ Βερολίνου; θέλομεν ἀκολουθήσει πολιτικὴν ἐνεργείας; ἢ θέλομεν ἀκολουθήσει πολιτικὴν εἰρηνικήν; Θέλομεν ἀκολουθήσει πολιτικὴν εἰρηνικὴν, περιοριζόμενοι εἰς μόνα τὰ τῆς διανοητικῆς ἀναπτύξεως τοῦ τόπου, τὰ τῆς βιομηχανίας, τῆς γεωργίας, τοῦ ἐμπορίου, ἢ θέλομεν ἀκολουθήσει πολιτικὴν τοιαύτην, συνδυαζομένην καὶ μετὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας; Περὶ τούτου μάλιστα ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, ἀφ’ οὗ περιέλαβεν ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ φράσιν περὶ «ἰσχύος», ἥτις πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ· διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ῥίπτωνται ἐν τῇ Βουλῇ τῶν ἀντιπροσώπων λέξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι καθαρὰν ἔννοιαν. Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τί ἐνόει ἡ Κυβέρνησις, λέγουσα, ὅτι ἀναγκαῖον στοιχεῖον θεωρεῖ τὴν ἰσχὺν, ἆρα, ὅτι θέλει ἰσχὺν ἀφορῶσαν εἰς ἄμεσον δρᾶσιν, ἢ ὅτι θέλει ἐργασθῆ ὑπὲρ τῆς ἰσχύος διὰ τῆς εἰρηνικῆς ἀναπτύξεως τῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους; Περὶ τούτων πάντων ὀφείλει νὰ ἐκφρασθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἀφ’ οὗ ζητεῖ ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τὸν διχασμὸν τῶν ζητημάτων τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ μέλλοντος. Ἡ ψῆφος τῆς ἐμπιστοσύνης εἶναι ψῆφος περὶ τοῦ μέλλοντος. Ἡ ψῆφος ἐμπιστοσύνης εἶναι πολιτικὸν ζήτημα, καθ’ ὃ ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται, ἐκ τοῦ παρελθόντος πολλάκις κρίνουσα, περὶ τοῦ πρακτέου ἐν τῷ μέλλοντι, περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐννοεῖ, καὶ περὶ τῶν προσώπων, δι’ ὧν ἐννοεῖ, νὰ κυβερνηθῇ ὁ τόπος ἐν τῷ μέλλοντι. Καὶ δὲν παραδέχομαι τὴν ἰδέαν, ἣν ἤκουσα ἀναπτυσσομένην ἐντεῦθεν εὐφυῶς καὶ εὐγλώττως, ὅτι ὁ κόσμος ἀπηύδησεν ἀκούων ζητήματα ὑπουργικά· δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐννοεῖ τὴν σπουδαιότητα τῶν κυβερνητικῶν ζητημάτων, καὶ ὅτι τὸ ἀνώτατον καθῆκον τῆς Βουλῆς, τῆς ἀντιπολιτεύσεως μάλιστα, εἶναι τὸ καθῆκον τῆς ἐξελέγξεως τῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ χάριν προσωπικῆς ἰδιοτελείας, οὐχὶ χάριν τοῦ ζητήματος τοῦ τίς θέλει κατάσχει τὴν κυβερνητικὴν ἕδραν, ἀλλὰ χάριν τοῦ ζητήματος τῆς καταλλήλου ἐκτελέσεως τῆς ἐθνικῆς θελήσεως. Τὸ Ἔθνος διὰ τῆς Βουλῆς ἐξελέγχει, ἂν ἡ ἐθνικὴ θέλησις πραγματοποιῆται ὡς πρέπει διὰ τῶν προσώπων τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ ἐξελέγχει τοῦτο διὰ τῶν γνωστῶν κανόνων τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Καὶ δὲν ὑπηρετοῦσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα οἱ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ πολεμοῦντες τὸν κομματισμὸν, διότι τὰ κόμματα εἶναι τὰ ὄργανα τῆς ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ πολιτικῆς ἐνεργείας· ἄνευ κομμάτων δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἡ ἐλευθερία, καὶ διὰ κομμάτων, ὠργανωμένων κατὰ τοὺς κοινοβουλευτικοὺς κανόνας, δύναται νὰ λειτουργήσῃ τὸ πολίτευμα, τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει διατελούντων ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἔχομεν λοιπὸν καθῆκον, δίδοντες τὴν ψῆφον ἡμῶν, νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν διαγωγὴν τῶν προσώπων, οὐχὶ δὲ μόνον τὰ πράγματα, καὶ νὰ κρίνωμεν καὶ περὶ πραγμάτων καὶ περὶ προσώπων καὶ περὶ παρόντος καὶ περὶ μέλλοντος. Κατὰ τοῦτο ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἀρνεῖται τὴν συνδρομὴν αὐτῆς. Καίτοι ὑπόχρεως ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ν’ ἀνακοινώσῃ τὰς προθέσεις αὑτῆς περὶ τοῦ ἐπιόντος ἔτους, οὐδὲν περὶ αὐτῶν λέγει, ἕως οὗ λάβῃ τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης, διότι, κατ’ αὐτὴν, ἡ ψῆφος δέον νὰ δοθῇ ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἐνεργειῶν της περὶ τοῦ μέλλοντος. Διστάζω ἂν ἤθελεν εὑρεθῆ τις, ἵνα δώσῃ ψῆφον εἰς Κυβέρνησιν ἀρνουμένην νὰ εἴπῃ τί φρονεῖ περὶ τοῦ μέλλοντος, καὶ ἴσως μὴ ἔχουσαν πολιτικὴν ἐν τῷ μέλλοντι. Ἡ ψῆφος ἔσεται περὶ παρόντος καὶ μέλλοντος. Περὶ μέλλοντος οὐδὲν γινώσκομεν, περὶ παρόντος δὲ τί γινώσκομεν; Ὁποία εἶναι ἡ σήμερον κατάστασις τῆς χώρας; Ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι προϊὸν τοῦ παρελθόντος, εἶναι δὲ τοιαύτη, ὥστε νὰ θεωρῇ ταύτην οἱοσδήποτε ἐξ ἡμῶν εὐάρεστον; Εἶναί τις, ὅστις ἐν τῇ συνειδήσει του νὰ δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι αὕτη εἶναι ἡ κατάστασις, ἐν ᾗ ὤφειλε νὰ διατελῇ ἡ Ἑλλάς, ὅτι ταύτην τὴν κατάστασιν δύναται ν’ ἀνεχθῇ παρατεινομένην, καὶ δύναται διὰ τῆς ψήφου αὑτοῦ νὰ ὑποστηρίξῃ; Ἀλλὰ, κύριοι, σκεφθῆτε, ὅτι καλούμενοι νὰ δώσωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καλούμεθα νὰ δώσωμεν ψῆφον ὑπὲρ τῆς καταστάσεως ταύτης καὶ ὑπὲρ τῆς διαιωνίσεως αὐτῆς, διότι οἱ νῦν κυβερνῶντες εἶναι τῆς καταστάσεως ταύτης οἱ πρωτουργοί.

§9Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ἐκ τῶν τάφων, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσι περὶ τὸ Δίπυλον τῶν Ἀθηνῶν, ἀνίστατό τις τῶν προγόνων ἡμῶν καὶ ἤκουε τὴν συζήτησιν ταύτην, ἤθελε νομίσει, ὅτι ἐπανῆλθον οἱ ἀρχαῖοι χρόνοι, ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὴν Ποικίλην Στοὰν, καὶ ὅτι ἀκούει ἐκείνων, οἵτινες κύριον ἔργον αὑτῶν εἶχον νὰ παραμορφώνωσι τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ διαστρέφωσι τὰ πράγματα. Ἐὰν ὁ λόγος χρησιμεύῃ ὡς δύναμις νὰ μεταβάλλῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων καὶ παραμορφώνῃ τὰ γεγονότα, ἐγὼ πρῶτος δὲν ἤθελον διαδεχθῆ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον διαδέχομαι ἐκ τοῦ βήματος, ἀλλ’ ἤθελον εὐχηθῆ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ χάσω τὴν φωνήν μου, καὶ νὰ μὴ κάμω τοιαύτην χρῆσιν τοῦ λόγου, ἐὰν τοιαύτη μοὶ ἐπρόκειτο εἰς τὸν λόγον ἀποστολή. Ἠκούσατε, κύριοι, χθὲς καὶ σήμερον ἀκόμη σωρείαν κατηγοριῶν, ἐπὶ γεγονότων καὶ συλλογισμῶν στηριζομένων. Θέλω σᾶς ἀποδείξει, κύριοι, ὅτι οὐδὲν τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερον, εἶναι ἀληθές, θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι ὅλοι οἱ συλλογισμοί, τοὺς ὁποίους ἐξήνεγκον, εἶναι πεπλανημένοι. Ἐγνώριζον τὸν χαρακτῆρα ἰδίως τὸν Ἑλληνικόν· ἐγνώριζον τὴν δυσπιστίαν αὐτοῦ, τὴν ἀρέσκειαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ν’ ἀκούῃ ψόγους καὶ μεμψιμοιρίας, καὶ ἐγνώριζον πρὸ παντὸς πόσον φιλυπόπτως ἐπιτηρεῖ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται χρηματικὰ συμφέροντα· δὲν ἐγνώριζον ὅμως, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἴς τινα νὰ θελήσῃ νὰ κεντήσῃ τὴν εὐερέθιστον χορδὴν, διὰ νὰ ἐγείρῃ δυσπιστίαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ παραστήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ὡς κατανοσφιζομένην τὰ δημόσια χρήματα καὶ κατασπαταλήσασαν τὸν δημόσιον θησαυρόν. Μοὶ τὸ ἐδίδαξε τοῦτο μόνον τὸ διάστημα ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Μαΐου μέχρι τοῦδε, καὶ ἡ φωνή, ἥτις ἐξ ἑνὸς κέντρου ἀκαταπαύστως ἐξήρχετο καθ’ ἑκάστην πρωίαν εἰς τὴν πόλιν, ἀλλ’ ἥτις ἐζήτει νὰ δηλητηριάσῃ τὸ φρόνημα καὶ τὴν πεποίθησιν τῶν πολιτῶν, καὶ παραστήσῃ τοὺς διαχειριζομένους τὰ δημόσια ὡς ἀνθρώπους κατανοσφιζομένους τὰ δημόσια χρήματα καὶ οὐδένα πόνον ἔχοντας πρὸς τὰ δημόσια συμφέροντα, ἴσως δὲ καὶ ὡς ἀνθρώπους τοὺς ὁποίους ὠνόμαζον, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἀμιάντους τὰς χεῖρας. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, κύριοι, ἔχει παρελθὸν, καὶ ἕκαστος, ἐὰν θέλῃ νὰ προσβλέψῃ εἰς τὰ ὀπίσω, θέλει εὕρει γεγονότα, ἵνα σήμερον ἐπ’ αὐτῶν στηριχθῇ, διὰ νὰ σχηματίσῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐμορφώθη περὶ ἡμῶν κρείττων ἰδέα ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀποδίδουσιν εἰς ἡμᾶς οἱ αἰτιώμενοι ἡμῶν. Ἐγὼ ἤθελον εἶμαι ἐπιεικέστερος πρὸς τὴν φωνὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Μαΐου διαχέεται πρὸς ὅλην τὴν πόλιν, ἐὰν εἶχον νὰ ἐπιδείξωσι παρελθὸν τοιοῦτον, ὁποῖον ἔχουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατέχουσι τὰς ἕδρας τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως. Προχθές, ὅταν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω πρὸς ὑμᾶς, ἡ πρώτη φροντίς μου ἦτο νὰ ἀναπτύξω τὴν ἱστορίαν τῶν δύο οἰκονομικῶν ἐπιχειρήσεων, τὴν ἱστορίαν τῆς μετατροπῆς τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825, καὶ τὴν ἱστορίαν τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, καὶ δι’ ἀριθμῶν ν’ ἀποδείξω, ὅτι τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα εἰσῆλθον εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον ἦσαν μόνον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ εἰσέλθωσι, καὶ ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν, διεχειρίσθημεν, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐνόμιζον, ὅτι ἡ ὁμιλία μου ἐκείνη ἔμελλε ν’ ἄρῃ τὰς ὑπονοίας, αἵτινες ἠδύναντο νὰ ἐγερθῶσιν ἐκ τῶν διαδόσεων, ὧν ἐμνήσθην, ἀλλ’ ἐπλανήθην· διὰ τοῦτο εἶμαι ἠναγκασμένος καὶ πάλιν ν’ ἀποδείξω ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι ὅσα ἐλέχθησαν χθὲς, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπανειλημμένη ἀφήγησις ὅλων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἔγραψαν, δὲν στηρίζονται ἐπὶ οὐδενὸς γεγονότος, ἀλλ’ εἰσὶν ἀπομεμακρυσμένα τῆς ἀληθείας. Τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, κύριοι, συνωμολογήθη διὰ συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις συνωμολόγησε μετὰ τῶν ἐκδόντων τὸ δάνειον, σύμφωνα μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ὅστις ἐψηφίσθη κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰανουάριον. Διὰ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου αὐτοῦ παρέβη ἡ Κυβέρνησις τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἢ συνωμολόγησε τὸ δάνειον τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ ὅρους, τοὺς ὁποίους δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ συνομολογήσῃ, ὑπὸ ὅρους, τοὺς ὁποίους δὲν εἶχε τὴν ἐξουσίαν νὰ παραδεχθῇ; Πρέπει νὰ παραβάλωμεν τὴν σύμβασιν πρὸς τὸν νόμον, θέλετε δὲ πεισθῆ, ὅτι ἡμεῖς διὰ τῆς συμβάσεως δὲν παρέβημεν τὸν νόμον. Κατὰ τὸν νόμον περὶ δανείου, τὸν ὁποῖον ἔχω πρόχειρον, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον, νὰ πωλήσῃ δηλαδὴ δάνειον 60,000,000, ἐπὶ ὅρῳ τιμῆς 73%. Ἐπιτρέπεται δεύτερος τρόπος τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου, νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον, εἴτε αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, εἴτε διὰ τραπεζικοῦ οἴκου, καὶ τότε ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὴν νὰ διαθέσῃ 200,000 φράγκων ὡς ἔξοδα ἐκδόσεως. Ἐπιτρέπεται τέλος καὶ τρίτος τρόπος, νὰ προπωλήσῃ εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ ἐκδώσωσι τὸ δάνειον τὸ ἥμισυ αὐτοῦ, ἐπὶ τιμῇ μὴ ἐλάσσονι τῶν 74%. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπώλει τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 πρὸς 73%, ἤθελεν ἀπαλλαγῆ, κύριοι, ἀπὸ ὅλας τὰς κατηγορίας καὶ μομφὰς, πλὴν ἐὰν καὶ τότε ἤθελον ἀναζητήσει νὰ ἀνεύρωσι φάσματα, τὰ ὁποῖα νὰ σᾶς παρουσιάσωσιν ὡς ὑπαρκτὰ ὄντα. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ πρότασιν οὐδεμίαν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ὑπόσχηταί τις, ὅτι θέλει ἀγοράσει ὁλόκληρον τὸ δάνειον πρὸς 73%. Κατὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον σᾶς εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τις ὁ ὁποῖος διῆλθεν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δύο ἡμέρας κατὰ τὸν παρελθόντα 8βριον ἀνέγνωσεν ἔγγραφον, ἐξ οὗ ἐγένετο δῆλον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ συνάψῃ τὸ δάνειον πρὸς 73%. Ἐπερίμενα ν’ ἀκούσω χθὲς τὰς λεπτομερείας τῆς διαβεβαιώσεως ταύτης. Ὁμιλήσας χθὲς ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου κ. Τρικούπης, δὲν σᾶς εἶπέ τι, διὰ νὰ βεβαιώσῃ τὸν ἰσχυρισμόν του ἐκεῖνον, καὶ ἐξεπλάγην πῶς κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐκτάκτου Συνόδου ἦλθε νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσῃ. Ἔλεγε κατὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον τῆς Βουλῆς ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου «τὸ δάνειον, καὶ ἄλλοτε εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, εὐκόλως ἠδύνατο νὰ πραγματοποιηθῇ. Περὶ τούτου εἶχον πεισθῆ καὶ ἐκ τῆς ὀλιγοημέρου διαβάσεώς μου ἐκ τῆς Κυβερνήσεως. Τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσα ἐν τοῖς γραφείοις, μοὶ ἀπέδειξαν, ὅτι ἦτο εὐκολωτάτη ἡ πραγματοποίησις τοῦ δανείου καὶ ἐπὶ ὅροις ἐπωφελεστέροις ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις παρεχώρησεν εἰς τοὺς ἀναλαβόντας αὐτό.» Οὐδὲν ὀλιγώτερον ἀνακριβὲς τῆς διαβεβαιώσεως ταύτης, καὶ προκαλῶ τὸν Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου νὰ ὀνομάσῃ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔγραφον ὅτι ἠδύναντο ν’ ἀναδεχθῶσι τὸ δάνειον, νὰ εὐαρεστηθῇ ν’ ἀναφέρῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἔλαβε τὴν πληροφορίαν ταύτην, καὶ νὰ μᾶς βεβαιώσῃ ἐὰν κατέχῃ τὰ ἔγγραφα, ὅτε προκαλῶ αὐτὸν νὰ ἔλθῃ νὰ τὸ ἀποδείξῃ. Οὐδεὶς, κύριοι, προέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀγοράσῃ ὁλόκληρον τὸ δάνειον πρὸς 73%. Ὅθεν ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε ν’ ἀκολουθήσῃ ἕνα τῶν δύω ἄλλων τρόπων, ἀφοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πωλήσῃ ὁλόκληρον τὸ δάνειον πρὸς 73%. Ἔπρεπε νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον, ἐπὶ ἰδίῳ κινδύνῳ καὶ λογαριασμῷ; Ἀλλὰ οὐδὲ τοῦτο ἠδύνατο νὰ ἀποδεχθῇ, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τοσαύτην τόλμην νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον ἐπὶ ἰδίῳ κινδύνῳ καὶ λογαριασμῷ, οὔτε ἀπ’ εὐθείας, οὔτε διὰ τραπεζικοῦ καταστήματος, φοβουμένη, ὅτι αὕτη ἤθελεν ἀποτύχει, καὶ τότε ὄχι μόνον ἤθελον ἔχει τὴν ἠθικὴν ζημίαν τῆς ἀποτυχίας, ἀλλὰ δὲν ἤθελε πραγματοποιηθῆ καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ δανείου. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ἠθέλομεν ὑποβληθῆ καὶ εἰς τὰς δαπάνας, ἃς ἐπάγουσιν αἱ τοιαῦται πράξεις. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου σᾶς ἀνέγνωσεν ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Μαλικόπουλος ἐκ Παρισίων ἐβεβαίωσε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς ἐκεῖ Πρεσβείας, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον, καὶ νὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα λίαν εὐάρεστα. Θέλετε μὲ συγχωρήσει ν’ ἀναβάλω τὴν ἐξέτασιν τοῦ μέρους τούτου προσωρινῶς, ὅπως τὸ ἐξετάσω κατόπιν, ὅτε θέλω ὑποστηρίξει, ὅτι ὁ τρόπος, τὸν ὁποῖον ἠκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις, ἦτο σύμφωνος μὲ τὸν νόμον. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμβληθῇ μετά τινος ἀτόμου ἢ Τραπέζης, ὅπως πωλήσῃ εἰς αὐτὸ ὅλον τὸ δάνειον· δὲν ἦτο δυνατὸν οὔτε εἶχε τὸ θάῤῥος, ἐν ἰδίῳ κινδύνῳ καὶ λογαριασμῷ, εἴτε ἀπ’ εὐθείας, εἴτε δι’ ἄλλου τραπεζικοῦ καταστήματος, νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον. Ἠναγκάσθημεν λοιπὸν ν’ ἀκολουθήσωμεν τὸν τρίτον τρόπον, δηλαδὴ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἡ Κυβέρνησις ἐκδίδει τὸ δάνειον διὰ τραπεζικοῦ τινος οἴκου, ὁ δὲ τραπεζικὸς οἶκος ἀγοράζει μέρος τοῦ δανείου. Ὁ τρόπος οὗτος παρεῖχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐγγυήσεις, ὅτι ἀσφαλέστερον ἠδύνατο νὰ φθάσῃ πρὸς τὸν σκοπὸν, διότι οἱ ἐκδίδοντες τὸ δάνειον ἤθελον φροντίσει, ὅπως καλυφθῇ ὅλον αὐτὸ τὸ μέρος. Μὴ λησμονῆτε, κύριοι, ὅτι ἡ πίστις ἡ οἰκονομικὴ τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἤθελε μᾶς δίδει τὴν πεποίθησιν, ὅτι βεβαίως ἤθελεν ἐπιτύχει εἴτε τὸ ἓν, εἴτε τὸ ἕτερον τῶν δύο τούτων συστημάτων. Καὶ δὲν ἦτο ἄδικος ἡ ὑπόνοια αὕτη τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἤδη πρῶτον ἐπρόκειτο νὰ παρουσιασθῇ μετὰ 47 ὅλα ἔτη ἡ Ἑλλὰς ἐνώπιον τῶν ἀγορῶν τῆς Εὐρώπης. Πρὸ 47 ἐτῶν ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐπαρουσιάσθη ἐνώπιον αὐτῶν, ἄπειρα δὲ γεγονότα ἐνίσχυσαν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ μειώσωσι τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν διατεθειμένων νὰ προσβλέψωσιν ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς πίστεως. Καὶ διὰ ποῖον λόγον ὁ μικτὸς τρόπος ἐφάνη ἡμῖν ἔχων περισσοτέραν πιθανότητα νὰ ἐπιφέρῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ δανείου, εἴτε κατὰ τὸ ὅλον, εἴτε κατὰ τὸ μέγιστον μέρος αὐτοῦ; Διότι τὰς πιθανότητας, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον περὶ τῆς ἐλαττώσεως τῆς οἰκονομικῆς πίστεως τοῦ κέρδους ἐνώπιον τῶν ἀγορῶν τῆς Εὐρώπης, ἐπρόκειτο ν’ ἄρῃ ἡ πίστις ἐκείνων τῶν τραπεζιτῶν ἢ τῶν τραπεζικῶν καταστημάτων, τὰ ὁποῖα ἤθελον ν’ ἀναλάβωσι τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου. Ἐὰν προσεφέρομεν ἓν μέρος τοῦ δανείου εἰς τραπεζικὸν κατάστημα, αὐτὸ ἤθελεν ἔχει τὸ συμφέρον νὰ πραγματοποιηθῇ τοὐλάχιστον τὸ μέρος τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀγοράσει, διότι ἤθελε βεβαίως ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τιμῆς, καθ’ ἣν ἔμελλε νὰ ἀγοράσῃ τὸ μέρος τοῦτο, καὶ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως, ἑπομένως ἤλπιζε κέρδος. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν εἶχε τὸ ἐλπιζόμενον τοῦτο κέρδος, ἤθελεν ἐνεργήσει τὸ τραπεζικὸν κατάστημα, δι’ ὅλων τῶν μέσων τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ, διὰ νὰ καλύψῃ τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠγόρασεν ἐκ τοῦ δανείου. Ἰδοὺ διατί ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις παρεδέχθη τὸ τρίτον τοῦτο σύστημα. Ἀλλὰ ἠδύνατο ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ μικτὸν τοῦτο σύστημα, εἶχεν ἐξουσίαν ἐκ τοῦ νόμου; Σᾶς εἶπον, ὅτι νόμος τὸ ἐπιτρέπει, καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου, διὰ νὰ ἀκούσητε τὸ κείμενον αὐτοῦ. «Ἐὰν οἱ ἐκδόντες εἰς λ)σμὸν τῆς Κυβερνήσεως τὸ δάνειον, λέγει τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου, ἀγοράσωσιν ἀριθμὸν ὁμολογιῶν ἴσον τῷ ἡμίσει, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ χορηγήσῃ αὐτοῖς δικαίωμα προμηθείας ἑνὸς καὶ ἡμίσεως τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου τοῦ ὅλου δανείου, καὶ προσέτι προθεσμίαν ἑξάμηνον, ἀρχομένην ἀπὸ τῆς ἐγκρίσεως τῆς πρὸς ἀγορὰν τῶν ὁμολογιῶν, κατὰ τὰ ἀνωτέρω, συμβάσεως, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ ἐπιφυλαχθῶσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀγοράσωσι καὶ τὰς ἐπιλοίπους μετοχὰς κλ.» Λοιπὸν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ πωλήσῃ ἓν μέρος τοῦ δανείου τούτου εὐθύς. Εἰς ποίαν τιμὴν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ πωλήσῃ τὸ δάνειον; τὸ ἄρθρον 4 δὲν προσδιορίζει· τὸ ἄρθρον 4, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνων, δὲν λέγει τίποτε περὶ τῆς τιμῆς, καθ’ ἣν ἠδύνατο νὰ πωλήσῃ τὸ μέρος τοῦτο εἰς τὸ τραπεζικὸν κατάστημα, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἔκδοσιν· ἀλλὰ τάχα ὁ νόμος εἶχεν ἔννοιαν ν’ ἀφήσῃ πλήρη ἐλευθερίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Νομίζω, ὅτι τὴν ἑρμηνείαν ταύτην οὐδεὶς ἤθελε τὴν δώσει εἰς τὸν νόμον, διότι τότε ἤθελεν εἶσθαι ἀπόλυτος ἡ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργείου, ἣν ὁ νομοθέτης οὐδέποτε ἤθελε παραχωρήσει. Διὰ τοῦτο ἐδώκαμεν εἰς τὸ ἄρθρον 4 τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν πᾶς ἄνθρωπος, θέλων νὰ μὴ οἰκειοποιηθῇ ἀπόλυτον ἐξουσίαν, ὀφείλει νὰ παραδεχθῇ. Ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν, εἶναι, ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν πωλήσει εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἔμελλε νὰ τὸ ἐκδώσῃ, δὲν ἠδύνατο νὰ ἦναι μικροτέρα ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐπέτρεψεν ὁ νόμος διὰ τὴν πώλησιν τοῦ ὅλου δανείου. Ἡ πώλησις τοῦ ὅλου ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἐπὶ τιμῇ πρὸς 73%, ἤτοι πρὸς φράγκα 365, ἡμεῖς δ’ ἐπωλήσαμεν εἴκοσιν ἑκατομμύρια, πρὸς 367 φράγκα τὴν μετοχὴν καὶ πεντήκοντα λεπτά, καὶ δέκα ἑκατομμύρια, πρὸς φράγκα 370, δηλαδὴ περισσότερον ἀπὸ τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος ἐπέτρεψε. Διὰ τῆς συμβάσεως ἡ Κυβέρνησις ἐκανόνισεν, ὅτι ἡ τιμὴ, εἰς τὴν ὁποίαν ἔμελλε νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον, δὲν ἠδύνατο νὰ ἦναι μικροτέρα τῶν 76)00· παρεδέχθη δύο ὅρους, ἀνώτατον καὶ κατώτατον, ἄφινε δὲ τὴν ἐκλογὴν εἰς τοὺς ἐκδότας τοῦ δανείου. Κατὰ τοῦτο παρέβη τὸν νόμον; Ἐκ τοῦ ἐναντίου, ἐνῷ ἡ τελευταία περίοδος τοῦ ἄρθρου 5 ἐπέτρεπεν, ἵνα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ τιμὴ μὴ ἦναι μικροτέρα τοῦ 74)00, διὰ τῆς συμβάσεως προσδιωρίσθη νὰ ἦναι μεταξὺ τῶν 76 καὶ 78 τοῖς ἑκατὸν· ὥστε δὲν παρέβημεν οὔτε κατὰ τοῦτο τὸν νόμον.

§10ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ κάμω μίαν ἐρώτησιν; Δὲν εἶναι ἐναντίον τοῦ νόμου τὸ ὅτι ἐπωλήσατε τὸ ⅓, καὶ ὄχι τὸ ἥμυσι τῶν ὁμολογιῶν;

§11Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς, κύριοι, διὰ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν συνωμολογήσαμεν, ὑπεσχέθημεν προμήθειαν 1½ τοῖς ἑκατὸν, δηλαδὴ 7 φράγκα καὶ πεντήκοντα ἑκατοστὰ κατὰ μετοχὴν ἐπὶ τοῦ πραγματοποιηθησομένου ποσοῦ τοῦ δανείου· παρέβημεν κατὰ τοῦτο τὸν νόμον; Ὁ νόμος ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 ῥητῶς δίδει τὸ δικαίωμα τοῦτο ὄχι μόνον ἐπὶ τοῦ πραγματοποιηθέντος ποσοῦ, ἀλλ’ ἐπὶ ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ. «Ἐὰν οἱ ἐκδόντες εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως, λέγει τὸ ἄρθρον 4, ἀγοράσωσιν ἀριθμὸν ὁμολογιῶν ἴσον τῷ ἡμίσει, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ χορηγήσῃ αὐτοῖς δικαίωμα προμηθείας ἑνὸς καὶ ἡμίσεος τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου τοῦ ὅλου δανείου». Ἡ Κυβέρνησις ὑπεσχέθη διὰ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν συνωμολόγησε, νὰ χορηγήσῃ εἰς τοὺς ἐκδόντας τὸ δάνειον 200,000 φράγκα ὡς ἔξοδα ἐκδόσεως· παρέβη κατὰ τοῦτο τὸν νόμον; Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3, διὰ τῆς ὁποίας κανονίζονται αἱ ὑποσχέσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰ ὅρια τῆς ἐξουσίας τῆς Κυβερνήσεως, παραχωρεῖ εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἀναδεχθῇ ὑποχρέωσιν πληρωμῆς 200,000 φράγκων. Ἡ Κυβέρνησις, ὅταν τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 ἔμελλε νὰ ἐκδώσῃ ὄχι μόνον ἐν Παρισίοις, ἀλλὰ ἐν Λυὼν καὶ ἐν Μασσαλίᾳ καὶ ἐν Βιέννῃ καὶ ἐν Λονδίνῳ καὶ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ καὶ ἐν Βουκουρεστίῳ καὶ ἐν Τεργέστῃ, δὲν ἔκρινεν, ὅτι τὰ 200,000 φράγκα ἦτο περισσὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ μὴ ἐγκρίνῃ. Γνωρίζετε, ὅτι τὰ ἔξοδα δὲν ἦσαν ὑπέρογκα, διότι ὅταν κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰ 1867 ἀπετάθην ὡς πρέσβυς πρὸς τὸν πρόξενον τῆς Ἑλλάδος κ. Ἐρλάγγερ, καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ φροντίσῃ νὰ δημοσιεύσῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, μὲ ἐξέπληξεν, εἰπών μοι, ὅτι ἔχει ἀνάγκην 150,000 φράγκων μόνον διὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ δανείου. Αἱ τοιαῦται ἐργασίαι ἔχουσι μέγιστα ἔξοδα. Ἡ Κυβέρνησις ἄλλως, κατὰ τὸ κείμενον τοῦ νόμου τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα, δὲν παρέβη διάταξιν αὐτοῦ. Μοὶ ἐγένετο ἡ ἐρώτησις: «ἡ Κυβέρνησις ἐπώλησε τὸ ἓν τρίτον τοῦ δανείου, καὶ ὄχι τὸ ἥμισυ· δὲν παρέβη κατὰ τοῦτο τὸν νόμον;» Ἀλλ’ ἐρωτῶ, διὰ τούτου ἐζημίωσε τὸ Δημόσιον; Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἐπωλήθη ἀληθῶς τὸ ἥμισυ τοῦ δανείου διὰ τῆς πωλήσεως τῆς ὑποχρεωτικῆς καὶ τῆς πωλήσεως τῆς προαιρετικῆς, καὶ εἰς τιμὴν ἀνωτέραν παρὰ ἂν ἐπωλεῖτο τὸ δάνειον πρὸς ἑβδομήκοντα τρία τοῖς ἑκατόν. Ἄλλως, ἐκάμαμεν τοῦτο, διότι εἴχομεν τὴν εὐκολίαν νὰ πωλήσωμεν τὸ ἥμισυ, καὶ ὅμως ἐπωλήσαμεν 20,000,000 πρῶτον καὶ 10,000,000 ἔπειτα; Ὄχι, δὲν ἦτο εὔκολον νὰ εὕρωμεν συμφέρουσαν ὑποχρεωτικὴν πώλησιν τοῦ ἡμίσεως. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν ἔφερε ζημίαν, ἀλλὰ ὠφέλειαν, ἀφοῦ τὰς εἴκοσι χιλιάδας μετοχῶν ἐπληρώσαμεν πρὸς 74. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κερκύρας σᾶς παρέστησεν, ὅτι ἐζημιώθη τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ δανείου φρ. 1,500,000.

§12ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Τὴν παρὰ τὸν νόμον καὶ τὴν ἔννοιαν.

§13Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ μετὰ τοῦτον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Σύρου σᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἡ ζημία ἀνῆλθεν εἰς τρία ἑκατομμύρια.

§14ΚΑΡΑΛΗΣ. Τρία ἑκατομμύρια καὶ ἐννενήκοντα χιλιάδας.

§15Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Παλατιανὸς ηὐχαρίστησε τότε τὸν κ. Καράλην, ὅτι ὑπερέβη τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς ζημίας, καὶ μετὰ ταῦτα ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου δὲν γνωρίζω εἰς πόσον ἀνεβίβασε τὴν ζημίαν. Θέλω σᾶς παρακαλέσει νὰ ἐξετάσητε μετ’ ἐμοῦ πόση εἶναι ἡ ζημία ἡ προσγιγνομένη ἐκ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου αὐτοῦ, θέλετε δὲ πεισθῆ ἂν ἀληθῶς ἐζημιώθη τὸ δημόσιον, ἢ ἂν ἐπεγένετο διὰ τῆς συμβάσεως τὸ δυνατὸν κέρδος εἰς αὐτό. Ἠδύνατο κατὰ τὸν νόμον νὰ πωληθῇ τὸ δάνειον εἰς 73% ἐπώλησεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς 73½%, ἤτοι πρὸς 367½ φράγκα, εἴκοσιν ἑκατομμύρια· ἡ διαφορὰ εἶναι δύο ἥμισυ φράγκα κατὰ μετοχήν, ἐπὶ 40 δὲ χιλιάδων μετοχῶν, 100 χιλιάδες φράγκα, ἑπομένως ἐπῆλθεν ὠφέλεια 100 χιλιάδων φράγκων. Ἀλλὰ μήπως ἐπροτάθη εἰς τὴν Κυβέρνητιν ὑπό τινος ν’ ἀγοράσῃ τὸ δάνειον εἰς ἀνωτέραν τιμὴν ἐκείνης, εἰς ἣν ἐπωλήθη; νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον καὶ νὰ ἀγοράσῃ τὸ ἥμισυ εἰς τιμὴν ἀνωτέραν τῶν 367 καὶ ½ κατὰ μετοχήν, καὶ ἡ Κυβέρνησις παρεῖδε τὴν πρότασιν; Ἂς ἔλθωσιν οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι αἰτιῶνται τῆς Κυβερνήσεως, καὶ οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι ἐζημιώθη τὸ δημόσιον, ἂς ἔλθωσιν νὰ εἴπωσι ποία πρότασις ὑπῆρξε συμφερωτέρα, καὶ ἡμεῖς δὲν ἐλάβομεν αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν. Ἀξιοῦσιν, ὅτι ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ πωλήσωμεν τὸ δάνειον πρὸς 78%, καὶ ἐπειδὴ τὸ ἐπωλήσαμεν πρὸς 73½, ἐζημιώσαμεν τὸ Δημόσιον· τῇ ἀληθείᾳ, ὅσον καὶ ἂν ἤμην ἄστοργος πρὸς τὰ δημόσια χρήματα, ἤθελον χειροκροτήσει τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία ἤθελε μοὶ γείνει, ἵνα πωλήσω τὸ δάνειον πρὸς φράγκα 150 κατὰ μετοχήν. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἦσαν τόσον ἰδιότροποι οἱ ἐκδόται τοῦ δανείου, ὥστε δὲν ἤθελον νὰ προσφέρωσι παρὰ 73 καὶ ½ μόνον. Καὶ προσέφερον τὰ 73 καὶ ½ τοῖς ἑκατὸν κατὰ μετοχὴν, διότι τοῖς ἐδίδετο ἡ ἐλπὶς νὰ πωλήσωσι τὰς ὁμολογίας πρὸς 78 καὶ ½, καὶ νὰ κερδήσωσι τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς τῆς ἀγορᾶς πρὸς τὴν τιμὴν τῆς ἐκδόσεως. Ἡ ἐλπὶς αὕτη ἔκαμεν αὐτοὺς νὰ δεχθῶσι τὴν ἐπιχείρησιν. Ἐὰν ἡ προεξοφλητικὴ Τράπεζα τῶν Παρισίων δὲν εἶχε τὸ κέρδος τοῦτο, δὲν ἤθελε δεχθῆ ν’ ἀγοράσῃ τὸ ἀγορασθὲν ποσὸν τοῦ δανείου πρὸς 73 καὶ ½ τοῖς ἑκατὸν, διότι οἱ Τραπεζῖται δὲν εἶναι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀγοράζουσι τὰ χρεώγραφα, διὰ νὰ τὰ κλείσωσιν ἐν τοῖς κιβωτίοις των, εἶναι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι τὰ κεφάλαιά των θέλουσιν αἰωνίως νὰ ἔχωσιν εἰς κυκλοφορίαν. Λοιπὸν ἠγόρασαν 60,000 ὁμολογίας μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ τὰς πωλήσωσι κατόπιν εἰς τὴν τιμὴν τῆς ἐκδόσεως καὶ νὰ ὠφεληθῶσι τὴν διαφοράν. Ἀλλ’ ἡ ἐλπὶς αὕτη τοῦ κέρδους δὲν εἶναι ἀμιγὴς κινδύνων ζημίας· καὶ ἀληθῶς, ὑποθέσατε, ὅτι δὲν ἐνεγράφετο οὐδεὶς εἰς τὸ δάνειον, τί ἤθελε συμβῆ; Οἱ ἐκδόται τοῦ δανείου ἤθελον μείνει κατέχοντες 30,000 χρεώγραφα Ἑλληνικὰ, τῶν ὁποίων τὸ συμπεφωνημένον ἀντίτιμον ἤθελον καταβάλει εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ταμεῖον. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ὑπάρχει παράδειγμα, κατὰ τὴν ἔκδοσιν δανείου οἱουδήποτε Κράτους νὰ λάβῃ ἀμέσως μετὰ τὴν ἔκδοσιν ὑπερτίμησιν, εἵπετο ὅτι ἤθελον κρατεῖ νεκρὰ τὰ χρεώγραφα, ἢ ἤθελον πωλήσει αὐτὰ εἰς ὑποτίμησιν. Λοιπὸν τὸ κέρδος τῶν τραπεζιτῶν δὲν ἦτο τόσον θετικὸν, ὥστε νὰ εἴπῃ τις, ὅτι αὐτοὶ εἶχον ἀσφαλὲς κέρδος καὶ ὅτι ἡμεῖς παρέσχομεν αὐτοῖς ἀσφαλῆ καὶ ἀνύποπτον ὠφέλειαν, διότι ἔτρεχον τὸν εἰρημένον κίνδυνον, τὸ μέτρον δὲ τοῦ κινδύνου εἶναι τὸ μέτρον τοῦ κέρδους. Ἀλλὰ, κύριοι, διατί νὰ ἐπιτρέψητε εἰς αὐτοὺς νὰ κερδίσωσι 4½%; Διότι δὲν εὑρίσκομεν ἄλλον νὰ ζητήσῃ νὰ κερδίσῃ ὀλιγώτερα· ἂς παρουσιασθῇ τις νὰ διισχυρισθῇ ὅτι ἤκουσέ τινα διατεθειμένον ν’ ἀγοράσῃ τὸ ½, τὸ ⅓ τοῦ δανείου εἰς τιμὴν μεγαλειτέραν, καὶ ὅτι ἡμεῖς παρεβλέψαμεν τὴν πρότασιν αὐτοῦ ταύτην. Ἐξεδώκατε τὸ δάνειον εἰς 78 καὶ ½% καὶ ἐγείνατε αἴτιοι ἄλλης ζημίας, διότι ἠδύνασθε νὰ ἐκδώσητε αὐτὸ εἰς 81% καὶ νὰ κερδίσητε περισσότερα. Ἐγὼ ἀπορῶ διατὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος νὰ μὴ τὸ ἐκδώσῃ εἰς 200. Πρὶν ἢ ἐκδοθῇ ὁ νόμος καὶ πρὶν ἐκδοθῇ ἡ σύμβασις, ὑπῆρχεν ὁ κ. Μαλικόπουλος ἐν Παρισίοις ἀσχολούμενος πρὸς εὕρεσιν δανείου· οὗτος ἔλαβεν ἐντολὴν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καθ’ ὃν χρόνον ἀπεδήμουν εἰς Βερολῖνον, νὰ ζητήσῃ καὶ ἀνεύρῃ τραπεζίτας, οἱ ὁποῖοι ν’ ἀναδεχθῶσι δάνειον πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ὁ κ. Μαλικόπουλος ἤρξατο τὰς ἐργασίας του· αἱ ἐργασίαι του ἐφαίνοντο ὅτι δὲν ἀπέβαινον εἰς πιθανὸν πέρας, ἔμεινεν ἱκανοὺς μῆνας εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ ἀφ’ οὗ αἱ προτάσεις αὐτοῦ δὲν ἦσαν τοιαῦται, ὥστε νὰ παρεῖχον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἠδύναντο νὰ εὑρεθῶσι δανεισταὶ οἱ ὁποῖοι ν’ ἀγοράσωσι τὸ ἥμισυ τοῦ δανείου, καὶ ἀφ’ οὗ ἔμαθε μάλιστα, ὅτι ὁμὰς ἄλλη προβάλλει σχέδιον συμβάσεως, διὰ τῆς ὁποίας προτίθεται ν’ ἀγοράσῃ τὸ ἥμισυ τοῦ δανείου, ὁ κ. Μαλικόπουλος μᾶς ἀνεκοίνωσε πρότασιν, ἵνα ἐκδοθῇ τὸ δάνειον δι’ ἴδιον τῆς Κυβερνήσεως λ)σμὸν, εὗρε δὲ τὸ κατάστημα αὐτὸ τοῦτο, τὴν Προεξοφλητικὴν Τράπεζαν. Συνεννοήθη λοιπὸν μετ’ αὐτῆς, ἵνα ἐκδώσῃ ἓν δάνειον, ἐπρότεινε δὲ διὰ τοῦ ἐν Παρισίοις Πρέσβεως, ὅτι αἱ ἀξιώσεις τοῦ εἰρημένου καταστήματος ἦσαν νὰ λάβῃ 300,000 φράγ. δικαίωμα ἐξόδων ἐκδόσεως, καὶ προσέτι ¼% προμήθειαν. Ὁ Μαλικόπουλος ἐνόμιζεν, ὅτι τοῦτο ἦτο συμφερώτατον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐδίστασε καὶ ἔγραψε πρὸς τὴν ἐν Παρισίοις Πρεσβείαν νὰ ἐξετάσῃ, ἂν τὸ Τραπεζικὸν κατάστημα ὑπόσχεται, ὅτι καθ’ ἣν περίπτωσιν ἀνατεθῇ εἰς αὐτὴν ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου, ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ ἐγγυηθῇ, ὅτι ἤθελεν ἐπιτύχει ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου τοῦ ὅλου ἢ μέρους αὐτοῦ· ὁ κ. Μαλικόπουλος ἀνέφερεν εἰς τὴν πρεσβείαν «ὁ διευθυντὴς τοῦ Comptoir d’ Escompte συμβουλεύει ἐρρωμένως τὴν εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἔκδοσιν, ἐπὶ πληρωμῇ 300,000 φράγκων, δι’ ἔξοδα δημοσιεύσεως, καὶ μόνον τὴν γνωστὴν μετρίαν προμήθειάν του. Λέγει, ὅτι ἡ ἐποχὴ εἶναι εὐνοϊκὴ διὰ τὴν ἔκδοσιν, καὶ ὅτι θέλει διατεθῆ πιθανῶς ἅπαν τὸ δάνειον εἰς τὴν πελατείαν του. Οἱ 80 χιλ. πελάται καὶ τὸ κοινὸν ἐν γένει θέλει ὑπογράψει πολὺ περισσότερον, ἐὰν ἐμάνθανε τὴν ἄμεσον ἔκδοσιν, ἄνευ τῶν βαρῶν τὰ ὁποῖα ἐπάγουσι τὰ συνδικάτα». Αὐτὸ τὸ ἔγγραφον σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Τρικούπης, διὰ νὰ σᾶς πείσῃ, ὅτι ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου εἰς 81 ἦτο προτιμοτέρα, καὶ ἑπομένως, ὅτι ἡμεῖς ἐζημιώσαμεν τὸ Κράτος. Ἀλλ’ ἂν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἔγραφεν ὁ κ. Μαλικόπουλος, ἦσαν ἀληθῆ, ὁ διευθυντὴς τοῦ Comptoir d’ Escompte δὲν ἐβεβαίωσε ταῦτα πρὸς τὴν πρεσβείαν, αὕτη δὲ (ὅρα σελίδα 20, ἔγγραφον ἐν τεύχει ὑπ’ ἀριθ. 34) ἀναφέρει, ὅτι «ὁ κ. Giraud, γράφει ἡ πρεσβεία, μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν δύναται τίποτε νὰ ἐγγυηθῇ, ἀλλ’ ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις τὸν ἐπιφορτίσῃ, θέλει τῇ παράσχει πᾶσαν συνδρομὴν ἀφ’ ἧς λάβῃ τὴν ἐντολήν. Προσέθηκε μάλιστα, ὅτι συνήθως αἱ Κυβερνήσεις δὲν ἐκδίδουσιν ἀμέσως τὸ δάνειον, πλὴν τῆς Γαλλίας, τῆς ὁποίας ἡ πίστις εἶναι ἄπειρος». Καὶ ἀλλαχοῦ (ὅρα ἐν σελ. 21 ἔγγραφον ὑπ’ ἀριθμὸν 36) ὁ ἴδιος Μαλικόπουλος γράφει τὰ ἑξῆς· «ἐκόμισαν τὴν ἐπιστολήν μου εἰς τὴν προεξοφλητικὴν τράπεζαν, μοὶ ἔφερεν αὐτόγραφον ἐπιστολὴν τοῦ Giraud, λέγουσαν, ὅτι εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ τράπεζα, καὶ λόγῳ τῆς ἐξαιρετικῆς της θέσεως καὶ τῆς πολυαρίθμου πελατείας της, εἶναι εἰς καλλιτέραν θέσιν νὰ συγκεντρώσῃ περὶ αὐτὴν μέγαν ἀριθμὸν ἐγγραφῶν, ἀλλ’ ὅτι ὅμως τῇ εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ἀδύνατον ν’ ἀναλάβῃ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης οὐδὲ ἠθικῶς οἱανδήποτε ὑποχρέωσιν». Ἀμφότερα τὰ ἔγγραφα ταῦτα περιλαμβάνονται εἰς τὸ τεῦχος, τὸ ὁποῖον διενεμήθη εἰς τοὺς Βουλευτάς· ἀμφότερα τὰ ἔγγραφα ἀνέγνω ὁ κ. Τρικούπης, καὶ ὅμως δὲν σᾶς ἔκαμε μνείαν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν. Ἀπορῶ πῶς ὑπέπεσεν εἰς τοιαύτην παράλειψιν, ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι ὑπέπεσε, κύριοι, διότι ἐπεθύμει ν’ ἀποκρύψῃ ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν σας τὴν ἀλήθειαν. Καὶ ἐὰν εἶχε τοιαύτην προαίρεσιν, ἀφίνω εἰς σᾶς νὰ κρίνητε τὸν σκοπὸν τῆς προαιρέσεως. Ὁ σκοπὸς ἦτο ἡ δυσφημία τῆς τιμῆς τῆς Κυβερνήσεως τῆς πατρίδος του, ἤθελε νὰ παραστήσῃ τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος του Κυβέρνησιν ἀνατολικὴν, Κυβέρνησιν ἀνατολικοῦ λαοῦ. Ἐπιμένω, κύριοι, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πωλήσῃ τὸ δάνειον εἰς μεγαλειτέραν τιμὴν, καὶ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω τοῦτο, πρέπει νὰ σᾶς φέρω ὡσαύτως ἔγγραφα. Ἡ πρώτη πρότασις, τὴν ὁποίαν προέβαλεν ὁ κ. Συγκρὸς, τὴν ὁποίαν πρότασιν εἶχεν ἐπιδοκιμάσει καὶ ὁ ἐν Παρισίοις διατρίβων τότε κ. Ῥενιέρης ἀξιότιμος διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐκτίθεται ἐν τῷ πρώτῳ ἐγγράφῳ τῷ δημοσιευθέντι ἐν τῷ τεύχει. Ποία εἶναι ἡ πρότασις; πρῶτον· ζητοῦσι ν’ ἀναλάβωσιν οὐ μόνον τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, ἀλλὰ καὶ τὴν διαπραγμάτευσιν τῆς μετατροπῆς τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825· ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶχεν ἤδη περαιωθῆ (ἀναγινώσκει)· δεύτερον, προτείνουσι νὰ ἀγοράσωσι τὸ ἥμισυ τοῦ δανείου εἰς τιμὴν 365 φράγκων κατὰ μετοχήν· τρίτον, ὑπόσχονται νὰ πληρώσωσι τὸ ἀντίτιμον τῶν ἀγορασθησομένων μετοχῶν εἰς τρεῖς μηνιαίας δόσεις, ζητοῦσι προμήθειαν 1% ἐπὶ τοῦ ὅλου τοῦ δανείου· δευτέρα πρότασις εἶναι πρότασις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Νάζος προέβαλεν (ὅρα σελ. 5 καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 4 ἔγγραφον). Δι’ αὐτῆς προτείνεται νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον πρὸς 72½%, δηλ. πρὸς 362 καὶ ½ φράγκα, ζητοῦσι δι’ ἔξοδα καὶ προμήθειαν 2½%, καὶ δὲν ἀγοράζουσι μέρος τοῦ δανείου τούτου, ἀλλ’ ὑπέσχοντο νὰ δανείσωσιν αὐτοὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐκδοθησομένου δανείου 15,000,000, ἐπὶ ἐνεχυριάσει τῶν ὁμολογιῶν τοῦ νέου δανείου. Ἐκ τοῦ δανείου λοιπόν, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ ἐκδοθῇ κατὰ πρότασιν τοῦ κ. Νάζου, οἱ ἐκδιδόντες τὸ δάνειον δὲν ἠγόραζον οὐδεμίαν μετοχήν, ἀλλ’ ἐπρόκειτο μόνον νὰ δώσωσιν ἴδιον δάνειον πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐξ ἰδίων των ἐκ 15,000,000 φράγκων καὶ ἐπὶ ἐνεχυριάσει τῶν μετοχῶν τοῦ δανείου. Ἡ τρίτη πρότασις εἶναι ἡ εὑρισκομένη ἐν σελίδι 12 καὶ ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 15 ἐγγράφῳ, ἤτοι ἔκδοσις δανείου 60 ἑκατομμυρίων εἰς ἀγορὰν ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἡμίσεως, πρὸς 365 φρ. τὴν μετοχὴν, καὶ τοῦ ἄλλου ἡμίσεως προαιρετικὴν ἀγορὰν, πρὸς φρ. 370. Ἡ τετάρτη πρότασις εἶναι ἡ ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 21 ἐγγράφῳ, τῷ τυπωθέντι ἐν σελ. 15. Κατ’ αὐτὴν, «οἱ Τραπεζῖται ἀγοράζουσιν ἐκ τοῦ δανείου 10,000,000 ὑποχρεωτικῶς πρὸς 64%, ἤτοι πρὸς 320 φράγκα, 40 δ’ ἑκατομμύρια προαιρετικῶς, πρὸς 65%, ἤτοι πρὸς 325 φράγκα κατὰ μετοχήν, ἐζήτουν δὲ ἐν τοῖς 100 προμήθειαν». Ἑτέρα πρότασις εἶναι ἡ ἐν σελίδι 15 καὶ ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 23 ἐγγράφῳ. Ὁ κ. Μαλικόπουλος βελτιώνει δι’ αὐτῆς τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀνακοινώσει, διὰ τῶν ἑξῆς· Ὑπόσχεται ἀγορὰν φράγκ. 10,000,000 ὑποχρεωτικῶς πρὸς 73%, τεσσαράκοντα δ’ ἑκατομμυρίων, πρὸς 74%, καὶ ζητεῖ προμήθειαν 700,000 φράγκων. Ἡ τελευταία πρότασις εἶναι ἐν σελ. 19 καὶ ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 33 ἐγγράφῳ· ὁ κ. Κορωνιὸς προτείνει ν’ ἀγοράσῃ ὑποχρεωτικῶς 20,000,000, πρὸς 73%, καὶ 10,000,000 πρὸς 74. Σᾶς ἀνέγνωσα πάσας τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, ἵνα ἴδητε, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρότασις, ἡ ὁποία περιεῖχεν ὅρους συμφερωτέρους ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐδέχθημεν. Μεταξὺ τῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας σᾶς παρέστησαν ὅτι ὑπέστη τὸ Δημόσιον ταμεῖον, ἀνέφερον, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διὰ τῆς συμβάσεως ὑπεσχέθη εἰς τοὺς ἐκδότας τοῦ δανείου νὰ παραχωρήσῃ εἰς αὐτοὺς τὸ ¼ τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς τῶν μετοχῶν, αἱ ὁποῖαι διὰ τῆς δημοσίας ἐγγραφῆς ἤθελον διατεθῆ μεταξὺ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως καὶ τῶν 74%, ἤτοι τῶν 370 φράγκων· ἡ δὲ ζημία τοῦ Δημοσίου ἐκ τούτου ἀνήρχετο εἰς 90,000 φράγκα. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἠκολούθησε κατὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου καὶ τὴν ἐγγραφὴν, οὐ μόνον δὲν ἐπέφερε ζημίαν, ἀλλ’ ἐξασφάλισεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν κέρδος 270,000 φράγκων. Οἱ ἐκδόται εἶχον συμφέρον νὰ κατορθώσωσι διὰ τῆς δημοσίας ἐγγραφῆς νὰ διατεθῇ τοσοῦτον ποσὸν τοῦ δανείου, ὅσον ἦτο τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἠγόρασαν εἰς πώλησιν ὑποχρεωτικὴν ἢ προαιρετικήν· πέραν τοῦ ποσοῦ τούτου δὲν εἶχον συμφέροντα, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἤθελον ἔχει συμφέρον καὶ μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐγγραφῆς ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ δανείου, διότι ἡ ὑπερτίμησις τοῦ δανείου μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐγγραφῆς σπανιώτατα συνέβη. Διὰ νὰ δώσῃ συμφέρον εἰς αὐτοὺς ἡ Κυβέρνησις, ὅπως φροντίσωσι νὰ διατεθῇ μεγαλείτερον ποσὸν ὁμολογιῶν διὰ τῆς ἐγγραφῆς, ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχον ἀγοράσει, ὑπέδειξαν εἰς αὐτοὺς τὸ σύστημα τοῦτο, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπὶ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῆς τιμῆς τῆς δημοσίας ἐγγραφῆς καὶ τῆς προαιρετικῆς πωλήσεως ἤθελε παραχωρήσει αὐτοῖς ἓν ποσοστόν. Τὸ σύστημα τοῦτο τὸ εἶχε προτείνει ἡ ὁμάς, ἐν ὀνόματι τῆς ὁποίας συνενοεῖτο μεθ’ ἡμῶν ὁ κ. Ῥικάκης. Ἡ ἄλλη ὁμὰς δὲν ἔστεργε νὰ ἀποδεχθῇ τὸ σύστημα τοῦτο, παριστῶσα ὅτι τὸ κέρδος τοῦτο εἶναι κέρδος ἰδανικὸν, δὲν στηρίζεται ἐπὶ οὐδενὸς θετικοῦ δεδομένου· ἐπειδὴ ὅμως ἡμεῖς ἐπεμένομεν εἰς τὴν διαφορὰν ταύτην, ἐδέχθη ἡ ὁμὰς νὰ μᾶς παραχωρήσῃ τὸ ½ τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς, τὸ ½ δὲ τοῦτο ἀνεδέχθη καὶ ἡ ὁμὰς τοῦ κ. Ῥικάκη· ἀλλ’ ἡ ὁμὰς τοῦ κ. Κορωνιοῦ, καθ’ ὃν χρόνον συνενοούμεθα μετὰ τῆς ἑτέρας ὁμάδος, μᾶς προσέφερε τὰ ¾ τῆς διαφορᾶς, ἠρνήθη δ’ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποδεχθῇ τὴν προσφορὰν, διὰ νὰ μὴ ὑποπέσῃ εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ κ. Τρικαύπη, ὅτι συνεννοεῖται συγχρόνως μετὰ δύο ὁμάδων. Ὅταν ὅμως ἡ ὁμὰς τοῦ κ. Κορωνιοῦ προσέφερε θετικὸν κέρδος, ἤτοι 73 καὶ ½ τοῖς ἑκατὸν κατὰ μετοχὴν, ἀντὶ τοῦ 73%, τὰ ὁποῖα προσέφερεν ἡ ὁμὰς τοῦ κ. Ῥικάκη, διεκόψαμεν τὰς μετὰ τῆς ὁμάδος τοῦ κ. Ῥικάκη διαπραγματεύσεις, καὶ ἐτελείωσεν ἡ σύμβασις μὲ τὴν ὁμάδα τοῦ κ. Κορωνιοῦ. Ὅρος ἐπηρεάζων τὰ ἀποτελέσματα τοῦ δανείου ἦτο ἡ καταβολὴ τοῦ ἀντιτίμου. Ὁ νόμος περὶ δανείου τοῦ Ἰανουαρίου 1879 ἐπέτρεπε τὸ ἀντίτιμον τῶν μετοχῶν νὰ καταβληθῇ εἰς δόσεις 2 μέχρι 5, τῶν ὁποίων ἑκάστη δὲν ἔπρεπε ν’ ἀπέχῃ τῆς ἄλλης κατὰ διάστημα μεῖζον τοῦ μηνός. Ἡ Κυβέρνησις κατώρθωσε διὰ τῆς συμβάσεως νὰ συντάμῃ ὅσον τὸ δυνατὸν τὰς δόσεις τοῦ δανείου, διότι ὅσον μακρότερον ἦτο τὸ διάστημα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ καταβληθῇ τὸ τίμημα, ἐπὶ τοσοῦτον τὸ Δημόσιον ἤθελε ζημιωθῆ μεγαλείτερον ποσὸν τόκου, διότι ἤθελε πληρώνει τόκους ἐπὶ κεφαλαίων τὰ ὁποῖα δὲν εἶχεν ἔτι εἰσπράξει. Ὁ ἰσχυρισμὸς τῶν Βουλευτῶν ἐκείνων οἵτινες παρέστησαν, ὅτι τὸ Δημόσιον ἐζημιώθη 1,450,000 δραχμῶν, διότι ἐπωλήσαμεν τὸ δάνειον πρὸς 73½ καὶ 74, ἐνῷ ἐξεδόθη πρὸς ἐγγραφὴν εἰς 78%, ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος ἀπεδείχθη ἤδη ψευδής. Ἤθελεν εἶσθαι παράλογον ν’ ἀξιώσῃ τις ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποχρεώσῃ τοὺς ἀγοραστὰς ν’ ἀγοράσωσιν εἰς τιμὴν ὑπερτέραν ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἦσαν διατεθειμένοι νὰ ἀγοράσωσι. Διὰ ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι ἐζημιώσαμεν τὸ Δημόσιον, πρέπει νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρωμεν τιμὴν μεγαλειτέραν, καὶ ἐνόσῳ δὲν παρασταθῇ τοῦτο, ἔχομεν δικαίωμα, ὄχι ν’ ἀρνηθῶμεν τὸν ἰσχυρισμόν, εἶναι μικρὸν τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ ὀλιγωρῶ αὐτοῦ, ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι οἱ προβαλόντες τοὺς τοιούτους ἰσχυρισμοὺς δὲν ἐξετάζουσι μετὰ τῆς προσηκούσης ἀγαθῆς πίστεως τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἐνῷ δὲ διατείνονται ἄλλοι μὲν ὅτι ἐζημιώσαμεν 2,500,000 τὸ Δημόσιον, ἄλλοι, ὅτι τὸ ἐζημιώσαμεν 2,900,000, καὶ ἄλλοι 3,500,000, καὶ ἄλλοι 4,000,000, ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω δι’ ὅλων τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατέθηκα, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐγένετο αἰτία νὰ ὠφεληθῇ τὸ Δημόσιον 470,000 φράγκων, καὶ ν’ ἀποφύγῃ ζημίαν 477,600 φράγκων. Τὸ θετικὸν κέρδος, τὸ ὁποῖον τὸ Δημόσιον ὠφελήθη ἐκ 470,000 φράγκων, προέρχεται ἐκ τῶν 200,000 φράγκων τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς εἰς τὴν ὁποίαν ἐπωλήθησαν τὰ 20,000,000 φρ., πωληθέντα πρὸς 73 καὶ ½% ἀντὶ μόνον τῶν 73%, ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπωλήθησαν τὰ 10,000,000, πωληθέντα πρὸς 74% ἀντὶ μόνον τῶν 73%, καὶ εἰς τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον συνεκόμισε τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν ¾ μεταξὺ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως καὶ τῆς τιμῆς τῆς ἀγορᾶς τοῦ προαιρετικῶς πωληθέντος μέρους τοῦ δανείου. Ἡ δὲ ζημία, τὴν ὁποίαν ἀπέφυγε τὸ Δημόσιον ἦτο 317,000, τὰ ὁποῖα ἀπέφυγεν ἐκ τῆς τοκοφορίας ἕνεκα τῆς βραχυτέρας πρὸς καταβολὴν τοῦ ἀντιτίμου προθεσμίας, καὶ προσέτι ἐκ περιορισμοῦ τοῦ δικαιώματος τῆς προμηθείας, διὰ μόνον τὸ πραγματοποιηθὲν ποσὸν τοῦ δανείου, ἀφ’ οὗ 24,000 μετοχῶν μέχρι τοῦδε δὲν ἐπραγματοποιήθησαν, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐπῆλθεν οἰκονομία 170,000. Μεταξὺ τῶν διαφόρων ζημιῶν, τὰς ὁποίας σᾶς παρέστησαν ὅτι τὸ Δημόσιον ὑπέστη, εἶναι καὶ ὅτι ἐπληρώσαμεν 120,000 φρ. ἢ 90,000 διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ τέλους τοῦ χαρτοσήμου. Τὸ δάνειον ἐξεδίδετο ἐν Παρισίοις· δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀξιώσωμεν νὰ μὴν ὑποβληθῇ εἰς τοὺς νόμους τοὺς ἰσχύοντας ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ, οἱ ὁποῖοι ὑποβάλλουσιν εἰς τέλος χαρτοσήμου τὰς ὁμολογίας τῶν διαφόρων δανείων, τὰ ὁποῖα ἐκδίδονται ἐκεῖ. Τὸ δάνειον ἐξεδίδετο ἐν ὀνόματι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν ν’ ἀξιώσωμεν, ὅτι τὴν πληρωμὴν τοῦ τέλους τοῦ χαρτοσήμου ἔμελλε νὰ καταβάλῃ ἄλλος τις παρὰ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ συναινέσῃ ἡ προεξοφλητικὴ Τράπεζα νὰ τὴν καταβάλῃ αὐτή, ἠθέλομεν δεχθῆ εὐχαρίστως πᾶσαν προσφοράν, τὴν ὁποίαν ἤθελε μᾶς κάμει, ἀλλὰ δὲν ἐδέχετο, προβάλλουσα λόγους ἰσχυροὺς, ὅτι τὸ δάνειον ἐξεδίδετο ἐν ὀνόματι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τὰ δὲ βάρη τὰ ἕνεκα τῆς ἐκδόσεως ἀνῆκον εἰς αὐτήν. Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω τῆς ἄλλης ζημίας, τὴν ὁποίαν παρέστησε δημοσιογράφος τις, ὁ ὁποῖος ἐδημοσίευσε τὴν διατριβήν του ἐν τῇ Ὥρᾳ. Ἠκούσατέ τινες τὴν ἀγανάκτησιν, τὴν ὁποίαν ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐξεδήλωσεν, ὅτε ἤκουσε τὴν παράστασίν μου ταύτην. Διὰ νὰ ἐλαττώσῃ τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν αἱ παραστάσεις μου ἐκεῖναι ἐνεποίησαν, σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ διατριβὴ ἐκείνη ἐτυπώθη εἰς τὴν ἐφημερίδα ὑπὸ τινος ἔχοντος ἰδίαν εὐθύνην, καὶ ὅτι περιεῖχε, κατὰ τυπογραφικὸν λάθος, ἓν μηδενικὸν περισσότερον. Τάχα τὸ τυπογραφικὸν λάθος δικαιολογεῖ τὴν μεταβολὴν αὐτήν; Ἂς ἐξετάσωμεν. Εἰς 8,400,000 ἀνήρχετο κατὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς Ὥρας ἡ ζημία ἕνεκα τοῦ ποσοστοῦ τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν πληρώσει κατὰ τὴν σύμβασιν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου ἐπὶ 40 ἔτη. Ἀφαιρέσατε ἓν μηδενικὸν μένουσι 840,000. Ἀλλὰ δὲν εἶναι 840,000, ἡ ζημία ἕνεκα τοῦ ποσοστοῦ εἶναι 720,000 μόνον, ἐὰν δὲ προσθέσητε ἓν μηδενικὸν, δὲν γίνονται 8,400,000, ἀλλὰ γίνονται 7,200,000. Εἶναι τώρα ἡ ἄγνοια τοῦ συγγραφέως τῆς διατριβῆς ἢ εἶναι κακὴ πίστις; Δὲν ἐνδιαφέρομαι παντάπασιν· ἠθέλησα νὰ σημειώσω γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἐκίνησε τὸν οἶκτον μου. Δὲν ἐνδιαφέρει δὲ παντάπασιν ἐμέ, ἐνδιαφέρει ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὑπέχουσι τὴν ἠθικὴν εὐθύνην τῶν τοιούτων διαδόσεων. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι ὅταν ἐδημοσιεύθη τὸ δημοσιογραφικὸν φύλλον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνηγγέλθη ὅτι 8,400,000 ἐζημίωσα τὸ Δημόσιον, ἡ Ἐφημερὶς μετέδωσε τὴν εἴδησιν διὰ τοῦ φύλλου της τὴν ἐπιοῦσαν, καὶ ἐκτὸς τῆς Ἐφημερίδος, ἄλλο ὄργανον ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ τῶν Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον ἐμιμήθη τοῦ Ἰγνατίου Λοϋόλα τὴν ἕξιν καὶ τὰ ἤθη, δηλητηριάζον τὸ ἐθνικὸν φρόνημα, διεσάλπισε τὴν μετεπιοῦσαν, καὶ τοῦτο, τὴν ζημίαν τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον ὑφίστατο ἕνεκα τῆς ὀλιγωρίας ἡμῶν. Ἀλλὰ διατί σταματᾷς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν οἰκονομικῶν, εἰς τὴν ζημίαν, εἰς τὸ λάθος αὐτὸ τοῦ ποσοστοῦ; ἔστω ἔγεινε λάθος κατὰ τὴν δημοσίευσιν, οὐχ ἧττον τὸ λάθος τοῦτο ἀποδεικνύει τὴν ἀνικανότητα ὑμῶν; Διατί εἰς τὸν νόμον δὲν περιελάβετε τὴν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ζητήσητε τὴν ἄδειαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ν’ ἀναγνωρίσητε τὸ ποσοστὸν τοῦτο; Καὶ πῶς δὲν ἐμιμήθητε τὸν ἱκανώτατον Ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν, τὸν συντάκτην τοῦ νόμου περὶ δανείου τῶν 25,000,000 τοῦ 1867, ὁ ὁποῖος προέβλεψε περὶ τῆς ἀνάγκης αὐτῆς καὶ περιέλαβε τοιαύτην διάταξιν ἐν τῷ νόμῳ; Τῳόντι τρέχουσι τὰ δημόσια συμφέροντα μέγαν κίνδυνον, ὅταν ἀνατίθεται ἡ διαχείρισις αὐτῶν εἰς χεῖρας τοσοῦτον ἀνικάνους, ὥστε νὰ μὴ προγνωρίζωσιν, ὅτι πρόκειται νὰ πληρωθῇ ποσοστὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων. Δὲν ἔχω νὰ παραπονεθῶ κατὰ τοῦ χαρακτηρισμοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου μοὶ ἀποδίδει. Ὁ χαρακτηρισμὸς οὗτος εἶναι ὁ ἐλαφρότερος ὅλων τῶν χαρακτηρισμῶν, τοὺς ὁποίους ἀπὸ τοῦ Μαΐου 1877, ὅταν ἀπῆλθον εἰς Βερολῖνον, μέχρι τοῦδε μοὶ ἀπέδωκεν. Ἐάν τις ἦναι ἀνίκανος, τοῦτο δὲν εἶναι ἠθικὴ ἀτέλεια, δὲν εἶναι ἠθικὴ ἀδυναμία. Ἡ ἀνικανότης εἶναι ἀτέλεια φυσικὴ, εἶναι ἀποτέλεσμα πτωχείας τῶν πνευματικῶν δυνάμεων, ἢ ἀποτέλεσμα τῆς μὴ προσηκούσης ἀναπτύξεως αὐτῶν ἐν τῷ κοινωνικῷ κόσμῳ. Ἐάν τις καταγγέλλεται ὡς ἀνίκανος, δὲν πρέπει νὰ βαρυθυμήσῃ, καθὼς καὶ ἂν ἀποδίδωνται εἰς αὐτὸν ἄλλαι ἰδιότητες, ἀνήκουσαι εἰς τὸν χαρακτῆρα αὐτοῦ. Διατί νὰ βαρυθυμῶ ἐάν τις μὲ ὠνόμασε μοχθηρὸν ἢ ἄλλος χαιρέκακον; Ἐὰν ὅμως τὶς μοὶ ἀποδώσῃ ἰδιότητας, αἱ ὁποῖαι ἀποδεικνύουσιν ἠθικὴν ἀτέλειαν, τότε βεβαίως ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ βαρυθυμήσω. Ἀλλὰ δὲν μοὶ λέγει ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ποῖος ἄνθρωπος ἢ ποῖον γεγονὸς ἢ ποῖον παρελθὸν τῷ ἔδωκε τὴν ἐξουσίαν ν’ ἀπονέμῃ δικαίωμα ἱκανότητος ἢ ἀνικανότητος; Ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἦτο φυσικώτατον νὰ ἦναι μᾶλλον ἔμπειρος περὶ τὰ τραπεζιτικὰ ἐμοῦ, καὶ νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τοκομεριδίων ἀπαιτοῦνται ποσοστά. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἄλλως ἦτο συγχρόνως ὑποδιοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ἐπειδὴ ἡ ὑπηρεσία τῆς πληρωμῆς τῶν τοκομεριδίων εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς αὐτήν, εἶχε καθῆκον πρὸς τὴν Τράπεζαν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀποζημίωσιν, ἥτις ὠφείλετο αὐτῇ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν της ταύτην. Ἐγὼ ὅμως δὲν εἶχον οὐδὲ τὴν ἐμπειρίαν τὴν τραπεζιτικὴν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, ἵνα προνοήσω, οὐδὲ καθῆκον νὰ ἐξασφαλίσω εἴς τινα ἀμοιβὴν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν. Ἐξ ἐναντίας εἶχον καθῆκον ν’ ἀποφύγω ἐν τῷ νόμῳ τὰ τῆς ἀμοιβῆς ταύτης, διότι, ἐὰν διὰ τοῦ νόμου περιελάμβανον διάταξίν τινα, ἤμην ἠναγκασμένος νὰ προσδιορίσω τὸν ἀνώτατον ἢ τὸν κατώτατον ὅρον. Οὕτω δὲ ἤθελον δυσχεράνει τὰς διαπραγματεύσεις, τὰς ὁποίας ἤθελον κάμνει περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἠκούσατε, ὅτι τὸ φυλλάδιον τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη, καὶ τὸ ὁποῖον περιέχει τ’ ἀμειφθέντα ἔγγραφα καὶ τηλεγραφήματα μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐν Παρισίοις πρεσβείας περὶ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, ὅτι τὸ φυλλάδιον τοῦτο δὲν εἶναι πλῆρες, ὅτι δὲν περιλαμβάνει ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ περιλαμβάνῃ. Καὶ πιθανόν τινες νὰ ὑπολάβητε, ὅτι ἐν γνώσει καὶ μεμελετημένως δὲν ἠθέλησα νὰ περιλάβω πάντα ταῦτα. Ἠκούσατε μάλιστα, ὅτι ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου κατέχει ἔγγραφα τοιαῦτα, καὶ σᾶς ὑπέδειξεν ἀπὸ τοῦ βήματος δύο ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν περιλαμβάνονται ἐν αὐτῷ. Ἀλλ’ ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἀπέφυγε νὰ σᾶς εἴπῃ ποίαν ἔχουν ἡμερομηνίαν τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἀπὸ ποῖον ἐστάλησαν καὶ πρὸς ποῖον, δὲν σᾶς εἶπε δὲ οὔτε τί ταῦτα περιέχουσιν. Ὅταν ἐπρόκειτο ἡ δημοσίευσις τοῦ φυλλαδίου, ἔδωκα παραγγελίαν εἰς τὸ ἁρμόδιον γραφεῖον νὰ δημοσιεύσῃ πάντα τὰ ἔγγραφα τὰ ἐν τῷ φακέλλῳ εὑρισκόμενα, μηδενὸς παραλειπομένου. Ἐὰν δὲ ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου κατέχῃ ἔγγραφα ἀναγόμενα εἰς τὸ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν οἰκονομικῶν, παρακαλῶ αὐτὸν καὶ τὸν προκαλῶ μάλιστα νὰ ἐπιδείξῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ κείμενον αὐτῶν, καὶ νὰ γείνῃ γνωστὸν τὸ περιεχόμενον αὐτῶν, διὰ νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ, ἐὰν ἡ ἀπόκρυψις αὕτη ἐγένετο μεμελετημένως καὶ πρὸς ἐξαπάτησιν τοῦ Κοινοβουλίου ὑπ’ ἐμοῦ. Σᾶς παρέστησαν, κύριοι, ὅτι ὁ τρόπος τῆς διεξαγωγῆς τοῦ δανείου ἦτο ἀτυχής· σᾶς παρέστησαν μάλιστα, ὅτι τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο δὲν ἦτο συμβεβηκὸς τυχαῖον, ὅτι μελέτη ὑπηγόρευε τὸν ἄτεχνον αὐτὸν καὶ κακόζηλον τρόπον τῆς συγχρόνου διαπραγματεύσεως μεταξὺ δύο ὁμάδων, καὶ εἶπον, ὅτι ἦτο εὐκταῖον καὶ ἐπιθυμητὸν ν’ ἀποφύγωμεν ἐκ παντὸς τρόπου τὴν συνεννόησιν μετὰ ὁμάδων, καὶ νὰ συνενοηθῶμεν μόνον μετ’ ἀτόμων. Βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδέποτε συνενοήθη μετὰ δύο ὁμάδων συγχρόνως. Συνενοεῖτο μετὰ τῆς ὁμάδος τοῦ κ. Συγγροῦ, ἀλλ’ ὅταν διεφώνησεν ἡ Κυβέρνησις μετ’ αὐτῆς, ἠναγκάσθη νὰ διακόψῃ τὰς διαπραγματεύσεις μετὰ τοῦ κ. Συγγροῦ. Μετὰ τοῦτο προσῆλθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὁ κ. Ῥικάκης ἐν ὀνόματι ἄλλης ὁμάδος, καὶ ἦλθον εἰς διαπραγματεύσεις μετ’ αὐτῆς μέχρι τοῦ σημείου, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ῥικάκης δὲν ἦτο διατεθειμένος νὰ δεχθῇ τοὺς ὅρους τοὺς συμφερωτέρους, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Συγγρὸς προέτεινεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Κατὰ τὴν διάρκειαν μάλιστα τῶν διαπραγματεύσεων μετὰ τοῦ κ. Ῥικάκη προετάθη ἀπὸ τὸν Κορωνιὸν ὅρος συμφερώτερος, ἡ παραχώρησις τῶν τριῶν τετάρτων τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς μεταξὺ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως καὶ τῆς προαιρετικῆς πωλήσεως, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπεδέχθη τὸν συμφερώτερον τοῦτον ὅρον, διὰ νὰ μὴ διακόψῃ τὰς διαπραγματεύσεις μετὰ τοῦ κ. Ῥικάκη, ἀφοῦ ὁ ὅρος οὗτος δὲν παρίστα κέρδος βέβαιον καὶ ὡρισμένον ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Ἀλλὰ διατί συνενοούμεθα μετὰ ὁμάδος καὶ δὲν προετιμήσαμεν τὴν συνεννόησιν μετ’ ἀτόμων; Διότι οὐδεὶς ὡς ἄτομον ἐζήτησε νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ δάνειον ἀνήρχετο εἰς ποσὸν σημαντικόν, δὲν ἦτο δὲ εὔκολον νὰ εὑρεθῇ εἷς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος διὰ μόνου τοῦ κεφαλαίου του ἠδύνατο ν’ ἀναλάβῃ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου. Ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου μᾶς ἤλεγξε χθές, διότι συνωμολογήσαμεν τὸ δάνειον. Τὸ δάνειον συνωμολογήσαμεν διὰ τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψε τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου, προὐτίθετο. Καὶ ὁ πρῶτος σκοπὸς τοῦ νόμου ἦτο ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλὰ τότε διατί δὲν ἤρατε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν; διότι δὲν ἠδυνήθημεν νὰ κατορθώσωμεν νὰ συνομολογήσωμεν ὁλόκληρον τὸ δάνειον. Καὶ ἀφοῦ δὲν ἠδυνήθητε, νὰ συνομολογήσητε ὁλόκληρον τὸ δάνειον, διατί τὸ ἐξεδώκατε; διότι κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἐξεδίδομεν αὐτό, ἠλπίζομεν, ὅτι ἤθελε καλυφθῆ τὸ ὅλον τοῦ δανείου, οὐδ’ εἴχομεν λόγους, οἱ ὁποῖοι νὰ μᾶς πείσωσιν, ὅτι βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καλύψωμεν ὁλόκληρον τὸ δάνειον. Αὐτὴ εἶναι ἐλεγκτικὴ ἐμπειρικὴ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων. Ἀλλὰ καὶ ἡ Βουλὴ, ἂν ἐγνώριζεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καλυφθῇ ὅλον τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων, δὲν ἤθελε ψηφίσει τὸν νόμον, δι’ οὗ ἐπέτρεψε τὴν συνομολόγησιν δανείου πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐὰν ἡμεῖς ἐγνωρίζομεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ δάνειον, δὲν ἠθέλομεν προβῆ εἰς τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὡς ἡ Βουλὴ, οὕτω καὶ ἡμεῖς δὲν ἐγνωρίζομεν τὸ ἀποτέλεσμα. Ἀλλ’ ὁ σκοπὸς τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶναι σκοπὸς θεωρητικός, ἢ ἔχει πραγματικόν τι ἀποτέλεσμα; Ἡ λύσις τῆς ἀπορίας ταύτης θέλει χρησιμεύσει εἰς ἀπάντησιν καὶ ἑτέρου Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν, ὅταν ἠγόρευον περὶ τοῦ δανείου, μὲ διέκοψεν, ἐρωτήσας πόσον τόκον πληρόνομεν διὰ τὸ δάνειον τῶν 60, 000,000, καὶ πόσον τόκον ἐπληρόνομεν εἰς τὰς τραπέζας διὰ τὸ χρέος, τὸ ὁποῖον ἠλαττώσαμεν διὰ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000. Ἡ αὐτὴ ἐρώτησις προετάθη καὶ τώρα. Διατί, μᾶς ἠρώτησαν, ἐπληρώσατε χρήματα εἰς τὰς τραπέζας ἀπέναντι τοῦ χρέους πρὸς αὐτάς, ἐνῷ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι δὲν δύνασθε ν’ ἄρητε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἀφοῦ δὲν ἐπραγματοποιήσατε ὁλόκληρον τὸ δάνειον; οὕτω δ’ ἐπηνέγκατε ζημίαν εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον 6 ἢ 7 τοῖς ἑκατὸν ἀπέναντι ὅλου τοῦ πληρωθέντος ποσοῦ; Ὁ ἰσχυρισμὸς εἶναι ἀληθής, ἀλλ’ εἶναι ἀληθὴς ἐξεταζόμενος ταμιευτικῶς. Οὔτε τὸ Κράτος δέ, οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὐδ’ ἡ Βουλὴ ὡρμήθη ὑπὸ ταμιευτικοῦ τοιούτου σκοποῦ τὸν νόμον ψηφίζουσα, διότι τότε δὲν ἤθελε ψηφίσει τὸν νόμον τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, σκεπτομένη, ὅτι ἦτο καλλίτερον νὰ διατηρηθῇ τὸ χρέος 40,000,000 πρὸς τὰς τραπέζας, καὶ νὰ πληρώνῃ 1 καὶ 2 μόνον τοῖς ἑκατὸν ὡς τόκον. Ἡ βουλὴ ψηφίζουσα τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τὸ δάνειον, εἶχε σκοπὸν διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας νὰ φέρῃ τὴν ἰσοῤῥοπίαν εἰς τὰς συναλλαγὰς καὶ τὸ ἐμπόριον. Ἡ ἰσοῤῥοπία δὲν ὑπῆρχεν ἕνεκα τῶν δανείων τούτων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις εἶχε συνομολογήσει μὲ τὰς δύο τραπέζας. Ἡ Κυβέρνησις τότε ἔλαβε χρήματα εἰς μεταλλικὸν καὶ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ ἐπέβαλε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν· ἐπέτρεψεν ὅμως εἰς τὰς τραπέζας ν’ αὐξήσωσι τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων κατὰ ποσὸν ἀνάλογον τῶν ποσῶν, ἅπερ ἐδάνεισεν εἰς τὸ Δημόσιον. Ηὐξήθη ἑπομένως τὸ ποσὸν τῶν γραμματίων καὶ ἐκυκλοφόρησαν τραπεζικὰ γραμμάτια περισσότερα ὅσων ἡ κοινωνία εἶχεν ἀνάγκην. Ἀποτέλεσμα ἦτο ἡ ὑπερτίμησις τοῦ νομίσματος εἰς μεταλλικόν, αὕτη δ’ ἦτο ἀνάλογος πρὸς τὴν ὑποτίμησιν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἐκ τούτου δ’ ἐπῆλθεν ἡ ἀνισοῤῥοπία εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Ἡ ἐπελθοῦσα ἕνεκα τῶν ἀνωτέρω ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος ἐπέφερε τὴν φορολογίαν τῶν ἐμπορευμάτων καὶ τῶν συναλλαγῶν, φορολογίαν τοσαύτην, ὅση ἦτο ἡ σχέσις τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ μεταλλικοῦ πρὸς τὴν ὑποτίμησιν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Ποία δὲ ἦτο αὐτὴ ἡ διαφορά, καὶ ἑπομένως πόση ἡ φορολογία; Κατὰ τὴν 22 Μαρτίου 1879 ἐζήτησα ὡς Ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν νὰ ἐμβάσω χρήματα εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ μοὶ ἐζητήθησαν 127 λεπτὰ τὸ φράγκον· ἐζήτησα χρήματα νὰ ἐμβάσω εἰς τὴν Ἀγγλίαν, καὶ μοὶ ἐζητήθησαν δραχ. 31,80 δι’ ἑκάστην λίραν, δηλαδὴ 15 τοῖς ἑκατὸν ἐφορολογεῖτο τὸ ἐμπόριον καὶ αἱ συναλλαγαὶ ἐπὶ τῶν 112 λεπτῶν καὶ 3,60 κατὰ πᾶσαν λίραν. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ὅταν ἐξέδιδε τὸν νόμον, διὰ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἐσκέπτετο, ὅτι ἡ φορολογία αὕτη, τὴν ὁποίαν ὑφίστανται αἱ συναλλαγαὶ καὶ τὸ ἐμπόριον, ἀπολήγει εἰς ὄφελος τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἶναι φορολογία ἄδικος, καὶ πιέζει τὸ ἐμπόριον καὶ τὰς συναλλαγάς, καὶ ἐπάγει καὶ διατάραξιν τῆς οἰκονομικῆς ἰσοῤῥοπίας· διὰ τοῦτο προετίμησε τὸ Κράτος νὰ δανεισθῇ χρήματα πρὸς 8 τοῖς ἑκατὸν τόκον, ν’ ἄρῃ ὅμως τὴν οἰκονομικὴν ἀνωμαλίαν. Καὶ τὸ Κράτος ἐδανείσθη χρήματα καὶ δὲν ἠδυνήθη μὲν ν’ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἠδυνήθη ὅμως νὰ συντελέσῃ διὰ τῶν χρημάτων αὐτῶν νὰ ἐπιτύχῃ ἐν μέρει τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπεδίωκε διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀληθῶς διὰ τῶν 25,000,000, τὰ ὁποῖα ἐπλήρωσεν εἰς τὰς τραπέζας, ἐπῆλθεν ἡ ἐλάττωσις, ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων, ἤρθησαν αἱ αἰτίαι τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ μεταλλικοῦ καὶ τῆς ὑποτιμήσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ ἑπομένως ἐπετεύχθη ἡ πτῶσις τοῦ συναλλάγματος. Καὶ ἂν θελήσητε νὰ ἐμβάσητε χρήματα εἰς τὴν Εὐρώπην σήμερον κατὰ Δεκέμβριον, καθ’ ὃν πιθανῶς δὲν ὑπάρχει πλέον ἐξαγωγὴ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν προϊόντων, ἐξηντλήθησαν δὲ τὰ ποσὰ τὰ ἐκ τῆς προτέρας ἐξαγωγῆς εἰσαχθέντα ἐκ τῆς Εὐρώπης, ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος δὲν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία τότε ἦτο εἰς τὴν ἀγοράν. Αἱ αἰτιάσεις, αἱ συναφεῖς μὲ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου, νομίζω, ὅτι ἀνῃρέθησαν, ὅτι εἶπον ὅσα εἶχον νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν πρὸς ἀναίρεσιν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐλέχθη ἄλλη αἰτίασις, τῆς ὁποίας δὲν ἐνόησα τὴν ἔννοιαν. Λέγω δ’ ὅτι δὲν ἐνόησα τὴν ἔννοιαν, διότι, ἂν σκοπὸς ταύτης ἦναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προσπίπτει εἰς τὰς αἰσθήσεις ἁπλουστάτου τινὸς ἀκροατοῦ, μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ σκοπὸς εἶναι ταπεινός. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἐδημοσίευσεν ἐπιστολὴν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ εἶχε τὴν προαίρεσιν νὰ καταγγείλῃ τὸν Πρωθυπουργόν, σᾶς εἶπε σοβαρὸς καὶ ἐμβριθὴς Βουλευτής.

§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τούτου θὰ ὁμιλήσω ἐγώ.

§17ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πολὺ καλά. — Ἀπεκάλυψαν, κύριοι, πλημμέλειάν τινα τοῦ κυρίου Μαλικοπούλου, ὁ ὁποῖος ἐν Παρισίοις ἔχων ἐντολὴν ἀπὸ τὸ παρελθὸν ἔτος νὰ ἀσχοληθῇ περὶ τὰ τοῦ δανείου ἀνεμίχθη κατὰ τρόπον ἄτοπον εἰς τὰς διαπραγματεύσεις. Ἡ πλημμέλεια, τὴν ὁποίαν ἀνεκάλυψαν, εἶχε γείνει εἰς ὑμᾶς γνωστὴ διὰ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ φυλλαδίου, τὸ ὁποῖον διενεμήθη εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς· δὲν ἦτο ἄγνωστος πλημμέλεια, τὴν ὁποίαν ἔμελλον νὰ σᾶς δείξωσιν οἱ περὶ ταύτης πραγματευθέντες, καὶ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἀπεκρύψαμεν. Ὅταν ἡ ὁμὰς τοῦ κυρίου Ῥικάκη δὲν συνήνεσε νὰ δεχθῇ ν’ ἀγοράσῃ τὰ 20,000,000 πρὸς 73 καὶ ½%, τὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν ἡ ὁμὰς τοῦ κ. Κορωνιοῦ προσέφερε, καὶ δὲν συνήνεσε ν’ ἀναδεχθῇ τὴν εἰς ἡμᾶς παραχώρησιν τῶν ¾% τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως πρὸς τὴν τῆς προαιρετικῆς ἀγορᾶς, τότε ἐπετρέψαμεν εἰς τὸν ἐν Παρισίοις πρεσβευτὴν νὰ συνομολογήσῃ τὴν σύμβασιν μὲ τὸν κ. Κορωνιόν. Ἀλλὰ τότε ὁ κ. Μαλικόπουλος πληροφορηθείς, ὅτι πρὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης εἶχε δοθῆ ἡ συναίνεσις τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν κ. Ὑψηλάντην νὰ συνυπογράψῃ τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς ὁμάδος τοῦ κ. Σερπιέρη ἐπὶ τοῖς ὅροις τοῦ κ. Σερπιέρη, ἐξέδωκεν ἔγγραφον πρὸς τὸν Σερπιέρην, ἀνακοινώσας πρὸς αὐτόν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔδωκε τὴν συναίνεσιν νὰ συνομολογηθῇ σύμβασις ἐπὶ τοῖς ὅροις, μεθ’ ὧν συνεβλήθη μετὰ τοῦ Σερπιέρη. Ἐσκόπει διὰ τούτου ὁ κ. Μαλικόπουλος νὰ παραγάγῃ δικαιώματα ὑπὲρ τοῦ κ. Σερπιέρη καὶ κατὰ τοῦ Δημοσίου. Ἡ πρᾶξις αὕτη ἦτο πλημμελής, καὶ ὅτε ἐνέκρινον νὰ μνημονεύσωσιν αὐτῆς ἐνώπιον ὑμῶν, ὤφειλον νὰ μνημονεύσωσιν ὡσαύτως, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συνελθόντες ἐν συμβουλίῳ ἀπεφάσισαν νὰ καταστείλωσι τὴν πρᾶξιν ταύτην μετὰ πάσης αὐστηρότητος· θέλω σᾶς παρακαλέσει νὰ ἀναγνώσητε ἐν σελίδι 78 τὸ ὑπ’ ἀριθ. 130 ἔγγραφον, ἔχον οὕτω· «ὁ κ. Ἀλέξανδρος Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ κ. Θεόδωρος Δηλιγιάννης τῇ ἐν Παρισίοις Ἑλλ. Πρεσβείᾳ. Παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν ἐγένετο ἡμῖν γνωστὸν διὰ τοῦ ἀπὸ 10 Ἀπριλίου (νέου ἔτους) τηλεγραφήματος ὑμῶν, ὅτι ὁ Μαλικόπουλος, ὡς ἀντιπρόσωπος δῆθεν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀνεκοίνωσε δι’ ἐπιστολῆς του πρὸς τὸν Σερπιέρη γεγονότα, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμίαν εἶχεν ἐντολήν. Ἡ πρᾶξίς του αὕτη προδήλως δὲν ὑποχρεοῖ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Πρὸς ἐξασφάλισιν ἑπομένως τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, καὶ ἰδίως τῶν τρίτων, ἀπὸ μελλούσας ὁμοίας ἐνεργείας του, ἀνακοινώσατε εἰς αὐτὸν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν τῷ ἀναγνωρίζει τοιαύτην ἰδιότητα ἐντολοδόχου, διότι, καὶ ἂν κατὰ παρελθοῦσαν ἐποχὴν τῷ εἶχε δοθῆ γενικὴ καὶ μὴ ἐμπεριστατωμένη ἐντολή, κατὰ τὰς γενομένας πρό τινος χρόνου περὶ τοῦ δανείου διαπραγματεύσεις, οὐδαμῶς ἀνεμίχθη, ἐν γνώσει μάλιστα ἦτο, ὅτι αὗται διεξήγοντο ἀπ’ εὐθείας παρ’ ὑμῶν, ἐντὸς τῶν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διαγεγραμμένων ὁρίων. Αἱ πρὸς Σερπιέρην ἀνακοινώσεις, ὡς καὶ αἱ παρὰ τούτου πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἐγένοντο δι’ ὑμῶν, οὐδόλως ἀναμιχθέντος τοῦ Μαλικοπούλου. Τούτων ἕνεκα, ὡς ἐκ περισσοῦ, ἐν τῇ γενησομένῃ ἀνακοινώσει τῶν ἀντιθέτων, ἀποδοκιμάσατε τὴν ἐκτεθεῖσαν πρᾶξιν τοῦ Μαλικοπούλου, ὡς πρὸς τὴν ἰδιότητα, ὑφ’ ἣν παρέστη. Δηλώσατε δὲ συνάμα εἰς αὐτὸν ἐπὶ ἀποδείξει, ὅτι ἀνακαλεῖται καὶ ἡ τυχὸν δοθεῖσα γενικὴ περὶ τῆς διαπραγματεύσεως τοῦ δανείου ἐντολή.» Ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της, ὅταν εἶδε μετ’ ἐκπλήξεως ὅτι ἄνθρωπος, μὴ ἔχων ἐντολὴν εἰδικήν, ἔκαμε τοιαύτην πρᾶξιν. Δὲν παρέλιπε νὰ μελετήσῃ ἂν ἐκ τῆς παραβιάσεως ταύτης τοῦ κ. Μαλικοπούλου ἠπειλοῦντο τὰ δημόσια συμφέροντα· ἔχει δὲ γνωμοδότησιν εἰδημόνων ἀνθρώπων τοῦ δικαίου, ὅτι οὐδεμίαν τὰ δημόσια συμφέροντα ὑφίστανται ἀπειλήν. Ἐνόμιζον, ὅτι οὐδεμία ἤθελε γείνει μνεία τοῦ γεγονότος τούτου, καὶ ὅτι, ἂν ἤθελον κάμει μνείαν αὐτοῦ, εἶχον τὸ καθῆκον ν’ ἀναγνώσωσι καὶ τὴν ἀποδοκιμαστικὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον ἀπέστειλεν εἰς τὸν οὕτω πως πολιτευσάμενον. Ἀλλὰ δὲν ἐνόμισαν ἀναγκαῖον νὰ κάμωσι μνείαν τῆς ἀποδοκιμασίας ταύτης, καὶ σᾶς ἀνέφερον μονομερῶς τὴν πλημμέλειαν τῆς διαγωγῆς τοῦ κ. Μαλικοπούλου, ἵνα ἐπιβαρύνωσι τὴν Κυβέρνησιν, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ πότε μὲν σᾶς εἶπον, ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ ἐγερθῇ ἀγωγὴ ἀποζημιώσεως, πότε δὲ παρέστησαν, ὅτι ἐγὼ ἔντρομος ἔγραφον πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῶν κινδύνων τούτων, καὶ ἄλλοτε σᾶς εἶπον, ὅτι πολλὰ ἑκατομμύρια δραχ. θέλει καταδικασθῆ τὸ Κράτος νὰ πληρώσῃ διὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Μέχρι τῆς ὥρας ταύτης οὐδεμία ἐκινήθη ἀγωγή, ἐκεῖνοι δ’ οἱ ὁποῖοι ἔγραψαν ἢ ἀνεκοίνωσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἐσκόπουν νὰ ἀπευθύνωσιν ἀγωγάς, μετεχειρίσθησαν τοῦτο ὡς μέσον, ἵνα πτοήσωσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἵνα μὴ τὴν ἀφήσωσιν ἐλευθέραν νὰ πράξῃ τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον εἶχε. Ἡ Κυβέρνησις ἐγνώριζεν, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα παρέχεται ἐκ τῆς ἀτόπου ἐκείνης πράξεως, καὶ ὅτι τὰ δημόσια συμφέροντα ἐτύγχανον ἐν ἀσφαλείᾳ. Ἀκόμη δὲν ἐπεραίωσαν τὰς περὶ τοῦ δανείου μελέτας. Ἄλλη αἰτίασις ἦτο ἂν ἐσύμφερε τὸ δάνειον νὰ γείνῃ ἐσωτερικὸν ἢ ἐξωτερικόν. Μᾶς ᾐτιάθησαν, ὅτι ἐκάμαμεν δάνειον ἐσωτερικὸν ὑπὸ τὸν τύπον δανείου ἐξωτερικοῦ, καὶ παρέστησαν ὅτι τοσαῦται ἐπῆλθον ζημίαι εἰς τοὺς περὶ τὰ τοιαῦτα ἀσχολουμένους συμπολίτας ἡμῶν, ὥστε πολλαὶ οἰκογένειαι κατεστράφησαν καὶ ζημίαι ἐπῆλθον εἰς τὰ συμφέροντα αὐτῶν. Νομίζω, ὅτι τὰ δάνεια εἶναι ἐσωτερικὰ ἢ ἐξωτερικὰ οὐχὶ ἐκ τῆς θελήσεως ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἐκδίδει αὐτά, διότι ἠμπορεῖ νὰ ἐκδίδῃ δάνειον ἐσωτερικὸν καὶ αὐτὸ νὰ κατασταθῇ ἐξωτερικόν, καθὼς καὶ τὸ ἀνάπαλιν. Ταῦτα κανονίζονται ἀπὸ τὸν δρόμον τὸν ὁποῖον λαμβάνουσι τὰ κεφάλαια, ὁ δὲ δρόμος οὗτος ἀκολουθεῖ τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον τὰ κεφάλαια ζητοῦσιν. Ἐὰν ἐκδώσητε δάνειον ἐξωτερικόν, τὰ χρεώγραφα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐκδοθῆ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, θέλουσι συῤῥεύσει δι’ ὅλων τῶν ἀτμοπλοίων εἰς τὰς Ἀθήνας, ἐὰν παρέχηται εἰς αὐτὰ ἐνταῦθα κέρδος μεγαλείτερον. Εἴπομεν ἡμεῖς, ὅτι τὸ δάνειον εἶναι ἐξωτερικὸν, δι’ ἕτερον λόγον, οὐχὶ ἵνα κανονίζωμεν ποῖοι θέλουσιν ἀγοράσει τὸ δάνειον ἢ ποῖοι θέλουσι φυλάξει τὰ χρεώγραφα, ἀλλὰ εἴπομεν ἐξωτερικὸν, διότι τὸ ἐξεδώκαμεν οὐχὶ ἐν Ἀθήναις, ἀλλ’ ἐν Παρισίοις. Καὶ διατὶ δὲν ἐξεδώκατε αὐτὸ ἐν Ἀθήναις, ἀλλ’ ἐν Παρισίοις; Διότι πρὸ μικροῦ ἐνταῦθα εἶχεν ἐκδοθῆ δάνειον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐκαλύφθη διὰ τῆς δημοσίου ἐγγραφῆς, διότι προσέτι ἐνομίζομεν, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 60,000,000 δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τοποθετηθῇ ἐν Ἀθήναις, καὶ ἂν συνέτρεχον εἰς τὰ ἐν Ἀθήναις κεφάλαια καὶ τὰ ἄλλα μετ’ αὐτῶν συγχρωτιζόμενα συνήθως. Ἀλλὰ μᾶς λέγουσιν, ὅτι κατεστράφησαν οἰκογένειαι ἐν Ἀθήναις. Καὶ ἐγὼ μὲν δὲν ἠδυνήθην ἀκόμη νὰ πληροφορηθῶ τὸ ὄνομα οἰκογενείας καταστραφείσης. Ἤκουσα κατ’ ἄλλον χρόνον καὶ κατ’ ἄλλην εὐκαιρίαν, ὅτι κερδοσκοπικαὶ ἐπιχειρήσεις ἐπέφερον ζημίας εἰς τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν, δὲν ἤκουσα ὅμως ὅτι οἰκογένειά τις κατεστράφη, διότι ἐνεγράφη εἰς μετοχὰς τοῦ δανείου τῶν 60,000,000. Ἀλλὰ τὸ δάνειον ἐπέφερεν ὑποτίμησιν τῶν ἀξιῶν. Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι πλάνη οἰκονομική, εἰς τὴν ὁποίαν περιέπεσαν οἱ διϊσχυρισθέντες τοῦτο. Ἂν αἱ ἀξίαι πρὸ τοῦ δανείου ἦσαν ὑπερτιμημέναι, ἡ ὑπερτίμησις αὐτῶν εἶναι ἀποτέλεσμα ἀνωμαλίας οἰκονομικῆς, ἐφ’ ὅσον ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου ἐπέφερε τὴν ὑποτίμησιν αὐτῶν. Ἡ τοιαύτη ὑποτίμησις ἦτο περιορισμὸς ἀδίκου ὑπερτιμήσεως. Ἡ ὑπερτίμησις ὑπῆρχε διότι εἶχεν ἐπέλθει ὑποτίμησις τοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια κυκλοφοροῦντος νομίσματος· ἐνόσῳ ταῦτα ὑπετιμῶντο, ἐπὶ τοσοῦτον αἱ ἀξίαι ὑπερετιμῶντο. Ἀλλ’ ἡ ὑπερτίμησις ἦτο ἄδικος, ἀποτέλεσμα οἰκονομικῆς ἀνισοῤῥοπίας, τὸ δὲ Κράτος δὲν ὤφειλε νὰ ὑποστηρίξῃ τοιαύτην ὑπερτίμησιν, καὶ νὰ ἐμποδισθῇ νὰ φέρῃ τὴν ἰσοῤῥοπίαν. Καὶ ἂν ὑπῆρχον ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ παίξωσι τὴν τύχην των εἰς κερδοσκοπίας, αἱ ὁποῖαι στηρίζονται εἰς ὑπερτιμήσεις προερχομένας ἐξ οἰκονομικῆς ἀνισοῤῥοπίας, τὸ Κράτος δὲν χρεωστεῖ οὐδεμίαν προστασίαν εἰς τοὺς ἀνθρώπους τοὺς συνδέοντας τὴν τύχην των μὲ κερδοσκοπίας, αἱ ὁποῖαι δὲν στηρίζονται ἐπὶ ὁμαλῆς οἰκονομικῆς ζωῆς. Ἀλλὰ διατί ἡ Κυβέρνησις ἀφῆκε τοὺς πολίτας εἰς τὰς δολοπλοκίας τῶν τηλεγραφημάτων, τὰ ὁποῖα διεπέμποντο εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ τὰ ὁποῖα ἠνάγκασαν τοὺς πολίτας νὰ σπεύσωσι νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὸ δάνειον, διότι ὑπεδείκνυον εἰς αὐτοὺς κέρδος ἀνώτερον; Σὺ Κυβέρνησις ὤφειλες νὰ γνωρίζῃς εἰς ποίαν κατάστασιν εἶναι αἱ ἐγγραφαί, αἱ γενόμεναι ἐν Εὐρώπῃ, καί, πεπεισμένη ὅτι αἱ εἰδήσεις ἐκεῖναι αἱ τηλεγραφικαὶ ἦσαν ψευδεῖς, ὤφειλες νὰ σπεύσῃς νὰ ἀναιρέσῃς τὰς εἰδήσεις ταύτας, ἵνα μὴ πάθωσιν οἱ πολῖται. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην. Δὲν γνωρίζω ἂν ὤφειλε νὰ πληροφορῆται περὶ τῆς ἀκριβείας καὶ τῆς ἀληθείας τῶν διαδιδομένων ὑπὸ τῶν τηλεγραφικῶν ἑταιριῶν εἰδήσεων, ἀλλὰ τότε ἔπρεπε ν’ ἀνοίξῃ γραφεῖον πιστοποιοῦν τὰς εἰδήσεις ὅσαι ἦσαν ψευδεῖς. Ἐτηλεγράφησεν ἑταιρία τις, ὅτι αἱ ἐγγραφαὶ ἐκαλύφθησαν κατὰ μέγα μέρος, καὶ τοῦτο ἤσκησεν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν σκέψεων τῶν κατοίκων τῶν Ἀθηνῶν· αὔριον δύναται νὰ τηλεγραφήσῃ ἑταιρία ἄλλη, ὅτι μέγα πολιτικὸν γεγονὸς συνέβη, ἐπηρεάζον τὰς οἰκονομικὰς σχέσεις ἐν τῇ κοινωνίᾳ· πρέπει καὶ τοῦτο νὰ σπεύσωμεν νὰ τὸ διαψεύσωμεν; Ἢ δὲ Κυβέρνησις θέλει γίνει ὁ ἐλεγκτὴς τῶν εἰδήσεων τῶν εἰσερχομένων εἰς τὸ Κράτος. Οἱ ἔχοντες τὴν γνώμην ταύτην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον νὰ διαψεύδῃ τὰς εἰδήσεις, ἔπρεπε νὰ ὑποβάλωσι νομοθέτημα καὶ νὰ ζητήσωσι τὴν σύστασιν γραφείου Ἐλεγκτικοῦ τῶν εἰσαγομένων εἰδήσεων, ἠδύναντο δὲ ν’ ἀντιγράψωσι τὴν νομοθεσίαν γείτονος χώρας, ἡ ὁποία ὑποβάλλει εἰς ἔλεγχον τὰ ἔντυπα τὰ εἰσαγόμενα ἐντὸς τῶν ὁρίων της. Ἀλλ’ ἦτο δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ ἡ Κυβέρνησις ἂν ἦσαν ἀληθεῖς ἢ ψευδεῖς αἱ εἰδήσεις αὐταί; Τὸ δάνειον ἐπροκηρύχθη συγχρόνως οὐ μόνον ἐν Παρισίοις, ἀλλ’ ἐν Μασσαλίᾳ, Λυών, Ἀλεξανδρείᾳ, Βουκουρεστίῳ, Βιέννῃ, Τεργέστῃ καὶ Λονδίνῳ. Ὑποθέσατε, ὅτι ὁ Ἕλλην πρέσβυς ἐν Παρισίοις ἐπληροφορεῖτο καὶ κατὰ πᾶν δεύτερον λεπτὸν τῆς ὥρας ἔπεμπε τηλεγράφημα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς προόδου τῶν ἐν Παρισίοις ἐγγραφῶν· ἡ διάρκεια τῶν ἐγγραφῶν διήρκεσε δύω ἡμέρας, καὶ ἂν ἐγνώριζε πόσοι ἐνεγράφησαν ἐν Παρισίοις, ἦτο δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ τὰς ἐγγραφὰς εἰς τὰς λοιπὰς πόλεις; Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἡ ἐν Παρισίοις Ἑλλην. Πρεσβεία ἠδύνατο νὰ γνωρίζῃ κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν δύο ἡμερῶν πόσαι ἐγγραφαὶ ἐγένοντο, καὶ ἐν τῇ πόλει τῶν Παρισίων; μήπως ἡ Ἑλλην. Πρεσβεία κατεῖχε τὸ τραπεζιτικὸν κατάστημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγένοντο αἱ δημόσιαι ἐγγραφαί; Ἢ ἠδύνατο νὰ μεταβληθῇ εἰς Βασιλικὸν ἐπίτροπον παρὰ τῇ προεξοφλητικῇ Τραπέζῃ τῶν Παρισίων, ἵνα ἐξελέγχῃ τὰς δημοσίας ἐγγραφάς; τὸ τοιοῦτον εἶναι ἀξίωσις, ἡ ὁποία μοῦ φαίνεται ἐντελῶς παράλογος, καὶ ἂν ἐπὶ ἀγνοίᾳ ἢ ἐλλείψει ἐμπειρίας περὶ τὰ τραπεζικὰ ἠλέγχθημεν χθὲς, δὲν ἠξεύρω ἂν οἱ κατηγοροῦντες δεικνύωνται δεινότεροι περὶ τὰς ἐργασίας ταύτας. Ὁ ἀδέξιος τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον διεπραγματεύθη ἡ Κυβέρνησις τὸ δάνειον, ἔφερε τὴν ἀποτυχίαν αὐτοῦ, μᾶς εἶπον. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἠκολούθει τὴν διδασκαλίαν τὴν ὁποίαν κατέλιπον εἰς αὐτὴν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξέδωκαν προηγούμενα δάνεια, βεβαίως δὲν ἠθέλαμεν ἀπολήξει εἰς τοιαύτην ἀποτυχίαν. Ἐγενόμην Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὸ 1869, καὶ κατὰ τὸ 1870 μοὶ ἀνετέθη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Τότε ἦτο τὸ δάνειον τῶν 25,000,000 καὶ μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἐξετάσω τὰ κατ’ αὐτό. Καὶ τάχα τὸ δάνειον τῶν 25,000,000 φράγκων ἔλαβε καλλιτέραν ὑποδοχήν, ἔλαβεν ἀποτελέσματα τελειότερα, καὶ τελειότερα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔφερε τὸ δάνειον τῶν 60,000,000; Νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ πρώτιστον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ ἀγορεύων πρὸς ὑμᾶς, εἶναι νὰ σέβηται τὴν Βουλὴν, καὶ σέβεται τὴν Βουλὴν ὅταν λέγῃ εἰς αὐτὴν ἀληθείας, καὶ δὲν δίδει πληροφορίας μὴ ἀκριβεῖς. Ἰδοὺ τὸ δάνειον τῶν 25,000,000. Ἐπωλήθη μόνον τὸ ἥμισυ· καὶ πῶς ἐπωλήθη; οἱ ἀντιπρόσωποι πάντες δὲν γνωρίζουν θετικῶς, ἐγὼ ὅμως βεβαίως ἔλαβον ἐντολὴν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταβῶ εἰς Μασσαλίαν, νὰ συγκαλέσω τὴν κοινωνίαν τὴν Ἑλληνικὴν, νὰ ἱκετεύσω αὐτὴν ἵνα ἐγγραφῇ εἰς τὸ δάνειον· καὶ ἡ κοινότης ἐκείνη δὲν εἶχε διάθεσιν νὰ ἐγγραφῇ. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω χάριτας εἰς τρία πρόσωπα διακεκριμένα τῆς κοινότητος ἐκείνης, τὰ ὁποῖα συνέτειναν διὰ τῆς ἐπιῤῥοῆς των νὰ γείνωσιν ἐγγραφαὶ διὰ 280,000 φρ. Καὶ μολονότι τοιαῦται ἐνέργειαι ἐγένοντο, μολαταῦτα ἐπωλήθη μόνον τὸ ἥμισυ.

§18ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὴ λησμονεῖτε, κ. Ὑπουργὲ, ὅτι ἦτο τὸ πρῶτον δάνειον· καλλίτερον ἦτο νὰ τὸ συγκρίνετε πρὸς μεταγενέστερα.

§19ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, κύριοι, δὲν πρέπει νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος, ποῖαι παροχαὶ ἐγένοντο. Μετὰ δύο ἔτη ἐπωλήθησαν 3,000,000 εἰς ἕνα κύριον Δημητρόπουλον, ὁ ὁποῖος ἐνήργει διὰ λογαριασμὸν τῆς ἑταιρίας Συγγροῦ, Κορωνιοῦ καὶ Σας, καὶ παρεχωρήθη αὐτῷ προμήθεια 4%. Ναί, τὸ δάνειον τῶν 25,000,000 ἦτο τὸ πρῶτον· ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Κεχαγιᾶ ἦτο ὀρθυτάτη. Ἀλλὰ καὶ τὸ τῶν 60,000,000 ἐξεδόθη ἐν Παρισίοις τὸ πρῶτον, καὶ προσέτι μετὰ τὴν συνομολόγησιν δανείου 37,000,000 εἰς τὰς Τραπέζας, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπεβλήθη ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ κατ’ ἔτος, καθ’ ὃ εἴχομεν προϋπολογισμὸν μὲ ἔλλειμμα 14,000,000, τοῦτο δ’ ἐχρησίμευσεν ὡς ἰσχυρότατον ὅπλον κατὰ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000. Αἱ περὶ δανείου μελέται, αἱ ὁποῖαι σᾶς ἀνεκοινώθησαν, ἀπέληξαν εἰς λεπτομερείας, τὰς ὁποίας ὀφείλω καὶ ἐγὼ ν’ ἀκολουθήσω. Εἰσὶ βεβαίως ἀνάξιαι λόγου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐμνημονεύθησαν πρὸς ὑμᾶς, ὀφείλω νὰ μὴ τὰς ἀφήσω ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἐζημιώσαμεν τὸ Δημόσιον, εἶπον, διότι ἐλάβομεν ἐκ τοῦ δανείου 15,000,000 πρὸς 4, 12 τὸ φράγκον· ἐὰν τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 15,000,000 ἐλαμβάνομεν ἐν Παρισίοις διὰ συναλλάγματος, ἠδυνάμεθα νὰ εἰσπράξωμεν τὸ φράγκον ἐν Ἑλλάδι πρὸς λεπτὰ 116· ἑπομένως, ἀντὶ νὰ εἰσπράξωμεν 112 λεπτὰ κατὰ πᾶν φράγκον τῶν 15,000,000, ἠθέλαμεν εἰσπράξει 116 λεπτὰ· παρητήσαμεν λοιπὸν κέρδος βέβαιον διὰ τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον, ἂν δὲν δεικνύῃ ἄλλο τι, δεικνύῃ ἀβελτηρίαν περὶ τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἐλησμόνησαν ὅμως, ὅτι τὸ Κράτος εἶχε χρέος εἰς τὰς Τραπέζας εἰς μεταλλικόν, καὶ συνεφωνήσαμεν νὰ στείλωσιν εἰς τὰς Ἀθήνας 7,200,000. Ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῇ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τὸ φράγκον πρὸς 116, διότι ἐπληρώνομεν εἰς χρυσόν, ἀφοῦ μᾶς ἐδάνεισεν εἰς μεταλλικόν; πῶς ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν νὰ δεχθῇ ἡ Τράπεζα τὸν χρυσὸν εἰς 116, εἰς τιμὴν ἀνωτέραν, ἀφ’ οὗ ὅταν μᾶς ἐδάνεισε μᾶς ἔδωκε τὸν χρυσὸν εἰς 112 λεπτὰ; Ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ τῶν 7,200,000, τὸ ὁποῖον ἐπληρώσαμεν εἴς τε τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ εἰς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, μετεφέραμεν καὶ ὑπάρχουσι κατατεθειμένα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 6 ὅλα ἑκατομμύρια· πλὴν δὲ τούτων, μέγα μέρος τοῦ ποσοῦ τῶν 3,000,000, τοῦ ληφθέντος διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἐλήφθη ἐν χρυσῷ καὶ ἐδαπανήθη, ἵνα χορηγηθῶσι συναλλακτικά τινα μέσα εἰς τὴν ἀγοράν. Αἱ ἀνάγκαι λοιπὸν τῆς διοικήσεως ἐθεραπεύθησαν. Ἀλλά, κύριοι, μᾶς εἶπον χθές, παρέβητε τὸν νόμον καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον, ἐπληρώσατε ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομ. τοὺς τόκους τῶν παρὰ ταῖς Τραπέζαις χρεῶν. Δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐπληρώσαμεν ἐκ τοῦ δανείου τοὺς τόκους τῶν τραπεζῶν· πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων τοῦ 1878 καὶ 1879 εἰς μεταλλικὸν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐξεδόθησαν τὰ ὑπ’ ἀριθμοὺς 14672 καὶ 6260 χρηματικὰ ἐντάλματα· πρὸς πληρωμὴν δὲ εἰς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν τῶν τόκων τῶν εἰρημένων ἐτῶν, διὰ τὸ ἐκ τραπεζικῶν γραμματίων χρέος, ἐξεδόθησαν τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 14672 καὶ 6260 χρηματικὰ ἐντάλματα, καὶ πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων εἰς μεταλλικὸν καὶ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τὰ ὑπ’ ἀριθμοὺς 15673 καὶ 6261 χρηματικὰ ἐντάλματα. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα συνωμολόγησε τὸ δάνειον πρὸς τὸ δημόσιον, ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ· ἑπομένως κατὰ τὸ τέλος ἑκάστης τριμηνίας ἔκλειε τοὺς λογαριασμούς, συγκεφαλαιοῦσα τοὺς τόκους. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου καὶ τὸ τέλος Ἰουνίου ἔκλεισε τοὺς λογαριασμοὺς αὐτῆς, δὲν εἶχον πληρωθῆ οἱ τόκοι· ὅταν ἐπληρώσαμεν ἀπέναντι τῶν χρεῶν τούτων τὰ ἐκ τοῦ δανείου χρήματα, ἐσημείωσε τὴν πληρωμὴν ταύτην ἀπέναντι κεφαλαίων καὶ τόκων. Ἀλλ’ ὅταν ἐξεδόθησαν τὰ ἐντάλματα ταῦτα, ἐξηργυρώθησαν διὰ χρημάτων τοῦ κεντρικοῦ ταμείου καὶ ἐπληρώθησαν εἰς τὴν τράπεζαν, καὶ κατελογίσθησαν ἀπέναντι τῶν χρεῶν τοῦ δημοσίου.

§20ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀξία λόγου ἡ ὑπόθεσις.

§21ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι κατὰ τοῦτο σπουδαῖον καθ’ ὅσον δὲν στηρίζεται εἰς τὴν ἀλήθειαν. Ἑπομένως πᾶν ὅ,τι λέγεται εἰς τὴν Βουλὴν μὴ ἀληθὲς πρέπει ν’ ἀναιρῆται. Ἀλλ’ οἱ πίνακες, τοὺς ὁποίους ἔφερεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, δὲν περιέχουσιν ἀλήθειαν, διατί; διότι εἰς τὸν πίνακα τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ ἔτους 1877 δὲν περιλαμβάνεται προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Κατὰ τὸ 1877 τὰ Ὑπουργεῖα Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν εἶχον διπλοῦς προϋπολογισμούς, τακτικοὺς καὶ ἐκτάκτους· ὁ τακτικὸς περιεῖχε τὰ τακτικὰ ἔσοδα, ὁ ἔκτακτος τὰ ἔκτακτα ἔσοδα ἐκ δανείων, καὶ τὰ ἔξοδα τὰ γενόμενα διὰ τὰς παρασκευὰς τοῦ Κράτους. Ὁ πίναξ, ὃν ἀνέφερον, περιλαμβάνει τὰ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ· εἶναι λοιπὸν ἀληθές, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὴς ὁ πίναξ; Ἀλλὰ τὰ ἐλλείμματα ἐθεραπεύθησαν ἄλλοτε κατὰ τὸ 1867 διὰ μέτρων σταθερῶν, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1867. Καὶ τότε εἶχον ἐκτάκτους δαπάνας, ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, καὶ ἔλαβον μέτρον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξήλειψαν τὰ ἐλλείμματα σταθερῶς. Σὺ δὲ, Κυβέρνησις τοῦ 1879, πόσα μέτρα ἔλαβες ἵνα ἄρῃς τὰ ἐλλείμματα; Δὲν σκοπῶ νὰ ἐπικρίνω τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἀφοῦ εἶχε πρόεδρον τὸν καὶ νῦν Πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀφήσω νὰ διατρέχῃ ἡ ψευδὴς εἴδησις, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα τότε ἐλήφθησαν, ἦραν σταθερῶς καὶ ἀμεταβλήτως τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἐπέφερον αἱ ἔκτακτοι ἀνάγκαι τοῦ χρόνου ἐκείνου. Ἰδοὺ τί ἀναγινώσκω ἐν τῷ πίνακι τῶν ἐλλειμμάτων. Μετὰ τὸ 1867 ἦλθε τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ μακαρίτου Βούλγαρη κατὰ τὸ 1868, κατὰ τὸ ἔτος δ’ ἐκεῖνο τὸ ἔλλειμμα ἀνῆλθεν εἰς 11,329,170.13· αἱ ἔκτακτοι ἀνάγκαι εἶχον ἐκλείψει κατὰ τὸ 1869, ὅτε ὑπῆρχε τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ κ. Ζαΐμη· ἐν τούτοις καὶ τότε τὸ ἔλλειμμα ἀνῆλθεν εἰς 7,609,740.24, διότι ὑπῆρχον τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν τοῦ 1867. Ὡσαύτως καὶ κατὰ τὸ 1870 καὶ 1871. Ἡ αὔξησις τῶν φόρων, ἡ ὁποία ἐνομοθετήθη κατὰ τὸ 1867, δὲν ἦρε τὸ ἔλλειμμα. Εἶπον προσέτι, ὅτι δὲν ἔχομεν συντεταγμένον τὸν προϋπολογισμόν, καὶ ὅμως ἐβεβαιώσαμεν, ὅ,τι ἔχομεν· μᾶς λέγουσιν, ὅτι δὲν ἔχομεν. Τί νὰ εἴπῃ τὶς εἰς ταῦτα; ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς λέγω, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους εἶναι ἕτοιμος καὶ θέλει εἰσαχθῆ μετὰ τὸ πέρας τῆς πολιτικῆς ταύτης συζητήσεως· οὗτοι λέγουσιν, ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι ἀληθῆ. Τί ν’ ἀπαντήσω; Ὀφείλω νὰ σιωπήσω πρὸς ἀναίρεσιν, ἡ ὁποία ἀρνεῖται νὰ ὑποτάξῃ τὴν ἐγωιστικὴν ἄρνησιν εἰς τὸ ἐπίσημον κῦρος τῆς γλώσσης τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς πατρίδος. Ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον θέλομεν εἰσαγάγει, εἶναι πλημμελής· ἂν τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια ἦναι πλημμελῆ, εἶναι ἐπιζήμια, θέλετε κρίνει ὑμεῖς· ἀλλὰ καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν εἶναι τοιαῦτα, τοῦτο δὲν παρέχει εἰς οὐδένα τὸ δικαίωμα ν’ ἀρνηθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπισήμως βεβαιῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀλλὰ ἠγοράσθη δι’ 190,000 δραχμῶν τὸ ἥμισυ τῆς ἐξ ἀδιαιρέτου περιουσίας τοῦ δημοσίου τῆς Δουκίσσης τῆς Πλακεντίας, καὶ ἠγοράσατε αὐτὰ αὐθαιρέτως. Διατὶ δὲν ἐζητήσατε πίστωσιν, ἵνα προβῆτε νομίμως εἰς τὴν ἀγοράν; Ποῖος σᾶς ἔδωκε δικαίωμα ἀνώτερον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, νὰ κυβερνᾶτε ὅπως θέλετε καὶ νὰ προβαίνητε εἰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν σᾶς ἐπέτρεψεν; Ἡ κατηγορία εἶναι δριμεῖα, καὶ ἔτι μᾶλλον δριμεῖα, καθόσον τὴν ἀπηύθυνεν ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἦτο ἄλλοτε ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ εἶπεν, ὅτι γνωρίζει τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1866 ἐκινήθη ἀγωγὴ περὶ διανομῆς τῶν ἐπικοίνων τούτων κτημάτων, ἤτοι πρὸ δεκατριῶν ἐτῶν. Κατὰ τὰ 1873 ἐξεδόθη ἀπόφασις, διὰ τῆς ὁποίας διετάχθη ἡ διὰ πλειστηριασμοῦ ἐκποίησις αὐτῶν. Ἡ ἐκτέλεσις τοῦ πλειστηριασμοῦ διετάχθη τῷ 1875· δικηγόρος ἦτο τοῦ Δημοσίου ὁ κ. Βαλώσσης, καὶ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, δὲν γνωρίζω τοὺς λόγους, ἐσταμάτησεν ἔκτοτε, ἤτοι δὲν ἐγένετο ἡ ἐκποίησις τῶν κτημάτων τούτων. Δὲν ἤμην Ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἀπὸ τὸ 1866 ἕως τὸ 1875, διὰ νὰ σᾶς δώσω λόγον, διατὶ δὲν ἐζήτησαν καθ’ ἓν τῶν ἐτῶν τούτων τὴν πίστωσιν, ἀφοῦ εἶχε διαταχθῆ δι’ ἀποφάσεως ἡ ἐκποίησις, καὶ ἀφοῦ ἴσως εἰς τὴν κεφαλὴν παντὸς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐνυπῆρχεν ἡ ἰδέα τῆς ἀγορᾶς τοῦ κτήματος τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὸν κ. Γεώργιον Σκουζέν. Πρό τινος, ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐζήτησε νὰ ποιήσῃ χρῆσιν τῶν οἰκιῶν τῶν παρὰ τὸν Ἰλισσὸν, εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ τὰ κτήματα ἀνῆκον κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς τὸν κ. Γ. Σκουζέν, καὶ οὗτος εἶχεν εὔλογον ἀξίωσιν νὰ συμφωνῇ προηγουμένως μετὰ τοῦ δημοσίου τὸ μίσθωμα τὸ ἀναλογοῦν εἰς αὐτόν, ἡ δὲ συμφωνία ἀπέβαινε δύσκολος· ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία κατεῖδε προσέτι τὴν ἀνάγκην πρὸς ἐπισκευὰς ἢ πρὸς μετασκευὴν τῶν οἰκιῶν, εἶχε δὲ δικαίωμα ὁ συνιδιοκτήτης νὰ ἀπαιτῇ ἐνοίκια καὶ ἀποζημιώσεις. Καὶ ἀπήτησε δικαστικῶς ὁ κ. Σκουζὲς 22,000 δρ. διὰ τὴν χρῆσιν, ἥτις ἐγένετο. Ἑπόμενον ἦτο νὰ ἐπιθυμήσῃ, πρὸς ἄρσιν τῶν τοιούτων δυσχερειῶν, τὴν ἐκποίησιν, ὅπως εἴτε τὸ δημόσιον ἀγοράσῃ τὸ κτῆμα ἢ ὁ κ. Σκουζὲς, ἢ ἄλλος τις. Ἀλλὰ ποίαν ἀξίαν εἶχεν αὐτό; ὁ συνάδελφος ἡμῶν κ. Σκουζὲς σᾶς ἔδωκε πληροφορίας τινὰς περὶ τῆς ἀξίας· σᾶς ἀναγινώσκω καὶ ἐγὼ ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ νομάρχης Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὁ Κεντρικὸς ταμίας καὶ ὁ Ἔφορος τῆς Ἀττικῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀξία τοῦ κτήματος ἦτο 465,392 καὶ 35 ο)ο, πλὴν ἄλλης ἐκτιμήσεως, ἣν ἄλλοτε εἶχον κάμει ἀξιωματικοὶ τοῦ μηχανικοῦ, ἀναλόγως τῶν τιμῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Διὰ νὰ προληφθῶσι δυσχέρειαι δυνάμεναι νὰ συμβῶσι κατὰ τὸν πλειστηριασμόν, ἐξέδωκα διαταγὴν μυστικὴν εἰς τὸν κεντρικὸν ταμίαν καὶ εἰς τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην τοῦ Ὑπουργείου, καὶ προσδιώρισα τὸν ἀνώτατον ὅρον τῆς προσενεχθησομένης παρ’ ἡμῶν κατὰ τὸν πλειστηριασμὸν τιμῆς εἰς 400,000. Πολλοὶ ἐζήτησαν νὰ μάθωσι τὸν ἀνώτατον ὅρον, ἵνα ὁδηγηθῶσι κατὰ τὸν συναγωνισμόν· ἀλλ’ ἀπέτυχον, καὶ ἠγοράσθη τὸ κτῆμα ἀντὶ 280,000. Ἠκούσατε τὸν συνάδελφον κ. Σκουζέν, ὅτι ὁ πατήρ του εἶναι ἕτοιμος νὰ τὸ ἀγοράσῃ μὲ τὴν αὐτὴν καὶ ἀνωτέραν τιμήν. Ἀλλὰ διατί δὲν ἐζητήθη προηγουμένως ἡ ἀναγκαία πίστωσις; ζητήσατε τὸν λόγον παρ’ ὅλων τῶν παρελθουσῶν Κυβερνήσεων, αἵτινες δὲν συμπεριέλαβον τὴν πίστωσιν ἀπὸ τοῦ 1866 μέχρι τοῦ 1875, καὶ οὐχὶ παρ’ ἐμοῦ. Τὸ σύστημα τῆς ἀρνήσεως τῆς ἀληθείας τῶν ἐπισήμων διαβεβαιώσεων τῆς Κυβερνήσεως εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν συμβιβάζεται μὲ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἕκαστος τῶν πολιτῶν ἔχει, ὁποιανδήποτε ἐντολὴν καὶ ἂν διαχειρίζεται, καὶ οἱανδήποτε ἐξουσίαν καὶ ἂν ἐνεπιστεύθησαν πρὸς αὐτόν· δὲν συμβιβάζεται μὲ τὸ καθῆκον ἑκάστου τῶν πολιτῶν ν’ ἀρνῆται τὰς ἐπισήμους διαβεβαιώσεις, καὶ οὕτω νὰ διατρανοῖ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ψεύδεται, μὴ λέγουσα τὴν ἀλήθειαν καὶ ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων. Μᾶς εἶπον προσέτι· σεῖς διαβεβαιοῖτε διὰ τῶν πινάκων, ὅτι ὅλα τὰ χρήματα τὰ ἐκ τοῦ δανείου προκύψαντα διεθήκατε πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων, πλὴν τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων, ἅτινα ἐλάβετε διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκ τῶν δύο ἑκατομμυρίων πρὸς ἐξαγορὰν τῶν ἐντόκων γραμματίων. Δὲν σᾶς πιστεύομεν, ἔχετε καὶ ἄλλα χρήματα τὰ ὁποῖα ἀποκρύπτετε. Εἶναι αἰτίασις, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε χθές. Ἐὰν πρὸς ἐμὲ ὡς εἰς ἄτομον ἀπετείνετο τοιαύτη αἰτίασις, δὲν ἤθελον καταδεχθῆ νὰ δώσω ἀπάντησιν. Ἀλλ’ ἡ αἰτίασις ἐγένετο κατ’ ἐμοῦ ὡς Ὑπουργοῦ, καὶ ἔχω καθῆκον νὰ ἀπαντήσω. Ἄν ἀπέκρυψα χρήματα τὰ ὁποῖα δὲν ἔθεσα πρὸς συμψηφισμὸν πρὸς τὴν τράπεζαν ἀπέναντι τοῦ δανείου, ἔπραξα παράβασιν, διὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ δώσω λόγον. Διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι ν’ ἀπαντήσω εἰς αἰτίασιν τοιαύτην. Ἀπαντῶ λοιπόν, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἄρνησις τῆς ἀληθείας, εἶναι ψεῦδος μὴ ἔχον λόγον ὑπάρξεως, ἐστερημένον πάσης βάσεως. Ἐκεῖνοι δ’ οἱ ὁποῖοι διατείνονται ἐνώπιόν σας ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐψεύσθη, σᾶς δίδουσι τὸ μέτρον, ἵνα καταμετρήσητε τὴν ἀξίαν τῶν λόγων των· ἀλλὰ ἐρωτῶσι, ποῦ ηὕρατε νὰ πληρώσητε τὰ κατὰ τὸν πίνακα ἔκτακτα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐπληρώσατα κατὰ τὸ 1878, ἂν δὲν ἐπληρώνατε αὐτὰ ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου; Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1879 εἶχεν ἔλλειμα 14 ἑκατομμυρίων· ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔθεσεν ἀπέναντι τοῦ ἐλλείμματος 5 ἑκατομμύρια ἔντοκα γραμμάτια καὶ δάνειον 5 ἑκατομμυρίων τραπεζικῶν γραμματίων. Ἀλλὰ μόλις ἐψηφίσθη ὁ προϋπολογισμὸς καὶ τὰ εἰρημένα μέσα, οἱ πιστωταὶ τοῦ 1878, οἱ παραγγελιοδόχοι, οἱ προμηθευταί, ἐζήτουν νὰ τοὺς πληρώσωμεν. Εἶχον συνομολογήσει συμβάσεις μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ μὴ τοὺς πληρώσωμεν. Ἄν δὲν ἐπληρώναμεν πρότερον, διότι δὲν εἴχομεν χρήματα, τώρα ὅτε εἴχομεν χρήματα, τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα μᾶς ἔδωκεν ἡ Βουλὴ, εἶχον δικαίωμα νὰ τὰ ζητήσωσι. Μ’ ὅλον ὅτι δὲ αἱ ἀνάγκαι τοῦ 1879 ἦσαν ὑπέρτεραι, ἀπεκόψαμεν τὰ χρήματα αὐτὰ ἀπὸ τὰς ἀνάγκας τοῦ 1879, διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀκατασχέτους ταύτας ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Δὲν διεθήκαμεν δι’ αὐτὰς τὸ προϊὸν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, ἀλλὰ τὰ μέσα τὰ ὁποῖα μᾶς ἔδωκεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἵνα καλύψωμεν τὰ ἐλλείμματα τοῦ 1879, καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν πέντε ἑκατομμυρίων τραπεζικῶν γραμματίων ἐδαπανήσαμεν εἰς τὰς ἐκτάκτους ταύτας ἀνάγκας. Παρηνομήσαμεν διὰ τοῦτο; Ὄχι· πίστωσις ὑπῆρχε. Δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν προτήτερα, διότι δὲν εἴχομεν χρήματα, καὶ οὐχὶ πίστωσιν· λαβόντες χρήματα, ἐπληρώσαμεν. Δὲν μᾶς εἶχε προσδιορίσει ἡ Βουλὴ τὴν διάθεσιν τῶν πέντε ἑκατομμυρίων τραπεζικῶν γραμματίων εἰς σκοπόν τινα εἰδικὸν, ἑπομένως οὐδὲ κατὰ τοῦτο προσεκρούσαμεν εἰς τὸ καθῆκον. Τέλος πάντων ἐπίκρισις καὶ κατὰ τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου. Δὲν ὑπῆρχεν ἡ προαίρεσις νὰ ἐπικριθῇ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, ἀλλ’ ἐπεκρίθη, ἀγνοοῦντος τοῦ ἐπικρίναντος ὅτι ἐπικρίνει αὐτόν. Ὅταν κατὰ τὸ 1867 συνωμολογήθη ἡ σύμβασις περὶ τῶν παλαιῶν δανείων, εἶπον, ὅτι ἡ τότε Κυβέρνησις ἐζήτησε καὶ ἔλαβεν ὑπόσχεσιν, ὅτι οἱ συμβαλλόμενοι ἤθελον κατορθώσει νὰ ἀνοίξωσι τὸ χρηματιστήριον εἰς τὰς ἑλληνικὰς ἀξίας· ἀλλὰ κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1878 δὲν ἐλήφθη τοιαύτη ὑπόσχεσις. Δὲν ἐγνώριζεν ὁ ἐπικρίνων ποῖος ἦτο ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργός· συνέπεσεν ὅμως, ἴσως ἐναντίον τῆς θελήσεώς του, νὰ ἦναι ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος· ἀλλὰ εἶχεν ἄδικον; ὄχι. Ἐν τῇ συμβάσει τοῦ 1878 περιελήφθη αὐτὴ ἡ διάταξις, ἥτις περιελήφθη καὶ ἐν τῇ συμβάσει τοῦ 1867· διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης τοῦ 1867 οἱ συμβαλλόμενοι ὑπέσχοντο νὰ ἀνοίξῃ τὸ χρηματιστήριον εἰς τὰ ἑλληνικὰ χρεώγραφα· διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1878 ἡ αὐτὴ διάταξις ἐτέθη. Λοιπὸν τί παρέλιπεν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος; Πῶς ἄλλως ἔπρεπε νὰ πράξῃ, διὰ νὰ λάβῃ προηγουμένως ὑπόσχεσιν; Ἀπὸ ποῖον ἔπρεπε νὰ λάβῃ αὐτὴν, ἀφοῦ ἡ διοίκησις τῶν χρηματιστηρίων εἶναι ἀρχὴ ἀνεξάρτητος τῶν κατόχων τῶν χρεωγράφων;

§22ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀπὸ τὴν συνέλευσιν τῶν κατόχων τῶν χρεωγράφων.

§23ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φέρωμεν τὴν σύμβασιν τοῦ 1878 εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ἐγκριθῇ, ἂν δὲν εἶχε προηγουμένως ἐγκριθῆ παρὰ τῆς συνελεύσεως τῶν κατόχων τῶν χρεωγράφων. Ποίαν ἄλλην ὑπόσχεσιν παρελείψαμεν νὰ λάβωμεν; Σᾶς ἀπησχόλησα ἀκόμη περὶ διαφωνίας, ἡ ὁποία ὑπῆρχε πέρυσιν, ὅτε διηύθυνεν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος τὸ Ὑπουργεῖον, μεταξὺ τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου καί τινων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος κατὰ τὸν Αὔγουστον ἢ τὸν Σεπτέμβριον διετείνετο, ὅτι αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις τοῦ 1877 καὶ 1878 εἶχον νόμιμον ἔτι διάρκειαν, διότι ἡ χρῆσις δὲν εἶχεν ἔτι κλείσει, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Χθὲς ὁ ἀγορεύσας ἀνέφερε τὴν διαφωνίαν ταύτην, ἰσχυρισθείς, ὅτι δὲν ἠδύναντο αἱ πιστώσεις νὰ διατεθῶσι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Ἀλλ’ αἱ μὲν πιστώσεις τοῦ 1877 ἴσχυσαν μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου τοῦ 1878, τοῦ πέρατος τοῦ ἔτους, οὐδαμῶς δὲ τοῦτο δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ. Ἴσως λέγοντες ταῦτα, ἐνόουν νὰ ἀναφέρωσι διχογνωμίαν συμβᾶσαν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ μακαρίτου Δημ. Χαραλάμπους κατὰ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον τοῦ 1878. Τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον διεδέχθην ἐγώ, καὶ ὅτε τὸ πρῶτον ἔνταλμα ἐξεδόθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶς πιστώσεων τῶν οὕτως ἰσχυουσῶν, ὁ κ. Χαραλάμπης ἐδίστασεν. Ἦτο ἄνθρωπος, μετὰ τοῦ ὁποίου μὲ συνέδεε σχέσις καὶ φιλία, καὶ ἐξετίμων τὴν νοημοσύνην καὶ τὴν εὐθύτητα τοῦ ἀνδρός. Ἵνα πείσω αὐτόν, ὅτι εἶχεν ἄδικον, ἐζήτησα καὶ ἔλαβον καὶ τὴν γνώμην νομομαθῶν ἀνδρῶν, πρὸς οὓς ἔχω φιλίαν καὶ ὑπόληψιν, τῶν κ.κ. Παύλου Καλλιγᾶ, Π. Παπαρηγοπούλου καὶ Σ. Στρέϊτ. Οὗτοι συνεφώνησαν μετ’ ἐμοῦ, θεωρήσαντες τὸ πρᾶγμα εὐκρινὲς καὶ ἀναντίῤῥητον, καὶ οὕτως ἐπείσθη ὁ κ. Χαραλάμπης. Κύριοι, εὐτυχῶς ἤδη ἐτελείωσα τὸ ἐργῶδες ἔργον, τὸ ὁποῖον καὶ εἰς σᾶς ἔδωκε κάματον, καὶ εἰς ἐμὲ τὸ ἔργον ν’ ἀνασκευάσω αἰτιάσεις καὶ κατηγορίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναταί τις νὰ φιλοσοφήσῃ· ἀλλὰ τότε θέλει καταλήξει εἰς συμπεράσματα ἀηδῆ. Τοῦτο ἦτο ἐργῶδες δι’ ἐμέ, διότι, ἀσχολούμενος περὶ λεπτομερείας τοιαύτας, ὤφειλον νὰ τύχω τῆς ἀνοχῆς ὑμῶν καὶ νὰ παρασκευάσω τὴν ὑμετέραν ὑπομονήν. Μοὶ μένει ἕτερον ἔτι καθῆκον, ν’ ἀπαντήσω καὶ εἰς τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ ἐξωτερικόν, περὶ τοῦ ὁποίου σήμερον τοσαῦτα ἠκούσατε.

§24ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.

§25Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλω συμμορφωθῆ μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἐὰν θέλῃ ν’ ἀναβάλῃ δι’ αὔριον. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ παραλείψω νὰ παρατηρήσω εἰς ὑμᾶς ἐπὶ τῶν γενομένων, ὅτι εἶναι εὔκολον εἰς πάντα, θέλοντα νὰ ἐπικρίνῃ, νὰ ἀνακοινώσῃ εἰκασίας, νὰ σᾶς προβάλῃ συλλογισμοὺς καὶ σκέψεις, καὶ οὗτινοςδήποτε καὶ ἂν ἦναι οἱ συλλογισμοὶ οὗτοι καὶ αἱ σκέψεις καὶ αἱ εἰκασίαι, δύναται νὰ φανῇ δικαιολογούμενος, προβάλλων λόγους τινάς, οἱ ὁποῖοι πείθουσιν αὐτὸν ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ εἶδος τοῦτο τῶν συλλογισμῶν, ἢ τὸ εἶδος ἐκεῖνο τῶν σκέψεων. Ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ πραγμάτων ἀναντιῤῥήτων καὶ μὴ δυναμένων νὰ ὑποκύψωσιν εἰς ἀλλοίωσιν καὶ μεταβολήν· ὅταν πρόκηται περὶ αὐτῶν τῶν ἀκαταγωνίστων φρουρίων, τὰ ὁποῖα ὀνομάζονται ἀριθμοὶ καὶ τὰ ὁποῖα δὲν δύναταί τις νὰ ἐκπορθήσῃ· ὅταν ἀναλαμβάνῃ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ὁ ἀριθμὸς 4 δὲν εἶναι 4, καὶ ὅτι εἶναι 3 ἢ 5, τότε νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιχείρησις αὕτη ἀπαιτεῖ θάῤῥος, καὶ πρέπει νὰ κινῆται ἀπὸ ἕνα λόγον, τὸν ὁποῖον πρέπει ν’ ἀναζητήσῃ τις. Πᾶς τις δύναται ν’ ἀξιώσῃ, ὅτι εἷς ἀριθμὸς δὲν ἔχει τὴν ἀξίαν τὴν ὁποίαν ἡ ἀριθμητικὴ δίδει εἰς αὐτόν; Πᾶς τις δύναται ν’ ἀξιώσῃ ὅτι ἓν γεγονός, τὸ ὁποῖον συνετελέσθη ὑπὸ τὰς ὄψεις τῆς κοινωνίας, δὲν συνετελέσθη; Ἢ πρέπει νὰ ὑποκύπτῃ οὗτος εἰς πλάνην τῶν ἰδίων αὑτοῦ αἰσθήσεων, ἢ πρέπει προαίρεσις ἀδυσώπητος νὰ ὠθῇ αὐτὸν εἰς τοῦτο. Ἐὰν ἦναι πλάνη τῶν αἰσθήσεων, δὲν ἔχω νὰ εἴπω τι, εἶναι δυστύχημα εἰς τὸ ὁποῖον ὑποκείμεθα πάντες, εὔχομαι δ’ εἰς πάντας νὰ μὴ ὑποπέσωσιν εἰς αὐτὸ τὸ δυστύχημα. Ἐὰν ὅμως ἦναι προαίρεσις, δὲν δύναμαι νὰ χαρακτηρίσω τὴν προαίρεσιν ταύτην· ὁμιλῶ πρὸς τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος δημοσίᾳ, ἑπομένως ἀφίνω νὰ χαρακτηρίσωσι τὴν προαίρεσιν εἴτε οἱ ἀντιπρόσωποι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἴτε τὸ κοινόν, τὸ ὁποῖον ἀκούει αὐτὰ περὶ ἡμᾶς. (Χειροκροτήματα εἰς τὰ ἀκροατήρια).

§26ΤΙΝΕΣ. Αὔριον πλέον.

§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 7 καὶ 20′ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 39
2τῆς 17 Δεκεμβρίου 1879.
3(Δευτέρα.)
4Ὥρα 2 μ. μ.
5(Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου κατέχει ὁ Ἀντιπρόεδρος κ.
6Μποῦτος.)
7Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς
8προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
9Οἱ ἐν Κερκύρᾳ πρόσφυγες ἐξαιτοῦνται δι’ ἀναφορᾶς των
10νὰ χορηγηθῇ αὐτοῖς χώρα ἐν Βάλτῳ ἢ Ἀστακῷ, ὅπως οἰκο-
11δομήσωσι. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
12§1Α. ΡΟΥΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν
13νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἐὰν ἐγένετο ἡ ἐκλογὴ Κραναίας, καὶ ποῖον
14τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς.
15§2ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σᾶς ἀναγινώσκω τὸ
16ἑξῆς τηλεγράφημα·
17«Ἐκλογαὶ διεξήχθησαν πανηγυρικῶς· οὐδὲ πταῖσμα συνέβη.
18«ΡΟΚΟΣ.»
19Ἰδοὺ εἰς τί συνετέλεσαν αἱ μεταβολαί, καὶ δι’ αὐτὸ ἔφυγαν
20ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τὰ λιθοβολήματα, τὰ μαχαιρώματα,
21καὶ τὰ τοιαῦτα.
22§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σκουζὲς ἔχει τὸν λόγον.
23§4ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ἐν τῇ
24χθεσινῇ ἀγορεύσει του, ἐνόμισε καλὸν νὰ κάμῃ λόγον διὰ τὴν
25ἀγορὰν τῶν οἰκοδομῶν τῆς πρώην δουκίσσης τῆς Πλακεντίας·
26εἶπεν, ὅτι ἐν τῇ Κυβερνήσει ἄλλοτε ὢν, γνωρίζει ποῖαι ἐνέργειαι
27ἐγένοντο, ὅπως γείνῃ ἡ ἀγορὰ αὐτή. Ἐπειδὴ ὁ πλεῖστος κό-
28σμος, τῶν Ἀθηνῶν τουλάχιστον, γνωρίζει, ὅτι κάτοχος ἐξ ἡμι-
29σείας μετὰ τοῦ δημοσίου ἦτο ὁ πατήρ μου, καὶ ἵνα μή τις
30ὑποθέσῃ ἐκ τοῦ λόγου τοῦ κυρίου Τρικούπη, ὅτι μετεχειρίσθη
31μέσα παράνομα, ὅπως γείνῃ ἡ ἀγορὰ τοῦ κτήματος, νομίζω
32καλὸν νὰ δώσω μερικὰς ἐξηγήσεις, πεπεισμένος, ὅτι ὁ κύριος
33Τρικούπης, ἢ ἐξ ἀγνοίας, ἢ ἐπὶ τῇ βάσει ἐσφαλμένων πληρο-
34φοριῶν, ἔδωκεν αὐτὰς τὰς πληροφορίας χθές.
35Εἶπε πρῶτον, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης δὲν ἐπέσπευδε τὴν ἀγορὰν,
36ἢ τὴν πώλησιν τοῦ κτήματος. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ
37κτῆμα αὐτὸ ἠγόρασεν ἐξ ἡμισείας ὁ πατήρ μου μετὰ τοῦ
38δημοσίου, ἀγοράσαντος ἐπὶ τῇ ἐπιθυμίᾳ τῆς Βασιλίσσης Ἀμα-
39λίας, κατὰ τὸ 1858· ἔκτοτε παρῆλθον εἴκοσι καὶ ἓν ἔτη, καὶ τὰ
40κτήματα μένουν ἀδιανέμητα, χωρὶς νὰ κάμνωμεν χρῆσιν αὐτῶν,
41οὔτε νὰ ἔχωμεν ἀπὸ αὐτὰ οὐδεμίαν ὠφέλειαν. Ἐκάμαμεν ἐ-
42νεργείας παρὰ ταῖς διαφόροις Κυβερνήσεσιν, ὅπως γείνῃ ἡ δια-
43νομὴ, μόλις δὲ πρὸ πέντε ἢ ἓξ ἐτῶν ἐγένετο ἡ διανομὴ οἰκο-
44πέδων κειμένων παρὰ τὰς στήλας τοῦ Ὀλυμπίου Διός· ἐφέτος
45ἔγεινεν ὁ πλειστηριασμὸς τοῦ ἐν λόγῳ κτήματος, καὶ μένουν εἰσ-
46έτι ἀδιανέμητα ἄλλα κτήματα. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου
47Βουλευτὴς προσέθηκεν· «Ἐγὼ λέγω, ὅτι αἱ 190,000 δρ. δὲν
48ἀντιπροσωπεύουσι τὸ ἥμισυ τῆς ὅλης ἀξίας, ἀλλὰ τὴν ὅλην
49ἀξίαν.» Ὡς πρὸς τοῦτο σᾶς ἀναφέρω τὸ ἑξῆς· πρὸ πολλῶν ἤδη
50ἐτῶν, νομίζω εἰς τὰ 1873 ἢ 1874, ἐπιτροπὴ ἐξ ἀνωτέρων
51ἀξιωματικῶν τοῦ μηχανικοῦ ἐξετίμησε τὰ γήπεδα καὶ τὰς
52οἰκοδομὰς ἐν ὅλῳ διὰ 250,000 περίπου· λάβετε ὑπ’ ὄψιν
53ὅτι τὰ γήπεδα τότε ἐπληρώνοντο πολὺ εὐθηνότερα ἢ τώρα.
54Ὄπισθεν τῶν οἰκοδομῶν τῆς Δουκίσσης, σχεδὸν ἐπὶ τοῦ ῥεύ-
55ματος τοῦ Ἰλισσοῦ, ἐπωλήθη πρὸ 12, πρὸ 15, καὶ πρὸ 18 ἀκόμη
56ἐτῶν πρὸς 5 δραχ. ὁ πῆχυς. Ἐπὶ τῆς μεγάλης ὁδοῦ Κηφι-
57σίας καὶ ἀντικρὺ τῶν οἰκοδομῶν τῆς Δουκίσσης γήπεδα, ἀνή-
58κοντα εἰς τὴν οἰκογένειαν Γαρδικιώτου Γρίβα, ἐπωλήθησαν πρὸς
596 περίπου δραχμὰς τὸν πῆχυν, σήμερον δὲ αὐτὰ τιμῶνται πρὸς
6010 καὶ 12 δραχμάς· πολὺ δὲ ἀπωτέρω, εἰς τὸ ἥμισυ σχεδὸν
61τοῦ ὕψους τοῦ Λυκαβητοῦ, πωλοῦνται πρὸς 5 καὶ 6 δραχ. Τὸ
62κτῆμα, ὅπερ ἠγόρασεν ἡ Κυβέρνησις, ἔχει ἔκτασιν περίπου
63120,000 πήχεων· ἑπομένως ἡ ἀξία αὐτῶν, ἐπὶ τῷ κατωτάτῳ
64ὅρῳ τῶν 5 δραχμῶν, εἶναι ἀνωτέρα τῆς τιμῆς τῶν 380,000,
65δι’ ἃς ἐπωλήθη τὸ ὅλον, μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν οἰκο-
66δομῶν, αἵτινες ἔχουν ἐπίσης ἀξίαν ἱκανήν. Ἄλλως τε τὸ
67κτῆμα αὐτὸ ἐπωλήθη ἐπὶ δημοσίου πλειστηριασμοῦ, ὅπου ἠδύ-
68νατο ἕκαστος νὰ προσέλθῃ καὶ πλειοδοτήσῃ.
69Ἐπὶ τέλους, ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠγό-
70ρασεν εἰς τιμὴν ὑπέρογκον, ἢ ἂν ἡ Κυβέρνησις μετενόησε διὰ
71τὴν ἀγορὰν αὐτὴν, σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι ὁ πατήρ μου εἶναι
72πρόθυμος νὰ ἀκυρωθῇ ὁ πλειστηριασμὸς καὶ μείνῃ τὸ ἥμισυ
73τοῦ κτήματος τοῦ Δημοσίου εἰς αὐτὸν, ὄντα ἕτοιμον νὰ προσ-
74φέρῃ ὄχι μόνον τὰς δραχμὰς 190,000, ὅσας προσέφερεν ἡ
75Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ περισσότερα ἀκόμη.
76§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
77Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Τρικούπης.
78§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διέκοψα χθὲς, κύριοι, τὴν ἀγόρευσίν μου
79τελειώσας τὰ περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, καὶ ἤδη
80ὀφείλω νὰ μεταβῶ κατὰ τὴν σειρὰν τοῦ λόγου εἰς τὸ ἐξωτε-
81ρικὸν ζήτημα. Τὰ περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος ἐξητά-
82σθησαν μέχρι τοῦδε ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς συγκροτήσεως τοῦ
83Βερολινείου Συνεδρίου, καὶ δικαίως, διότι τὸ ἐκκρεμὲς ζή-
84τημα ἐκεῖ ἔχει τὴν ἀρχὴν αὑτοῦ· ἠρωτήθη δὲ ἡ Κυβέρνη-
85σις, διατί ἐν Βερολίνῳ κατέλαβε τὴν θέσιν, ἣν καθεῖξε; διατί,
86ἐνῷ προσεφέρετο εἰς αὐτὴν θέσις ἄλλη, δὲν ἐνήργησεν, ὅπως
87τὴν θέσιν ἐκείνην καταλάβῃ ἐν τῷ Συνεδρίῳ; καὶ ἡ ἀπάν-
88τησις τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξεν, ὅτι ἡ προσφορὰ, ἥτις ἐγέ-
89νετο, ὅπως καθέξῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐν τῷ Συνεδρίῳ
90τὴν θέσιν τοῦ προστάτου τοῦ ἑλληνισμοῦ, δὲν ἐγένετο δε-
91κτὴ ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου, ἀποῤῥιφθεῖσα δι’ ἰσοψηφίας. Ἀλλ’
92αὐτὸ τοῦτο μεμφόμεθα τῆς Κυβερνήσεως. Μεμφόμεθα τῆς
93Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἐνήργησεν, ἵνα κατορθώσῃ ὅπως ἡ θέ-
94σις, τὴν ὁποίαν κραταιὰ δύναμις ἐπεδίωξεν ὑπὲρ τῆς Ἑλ-
95λάδος, ὅπως ἡ θέσις αὕτη χορηγηθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα· διότι
96πληροφορούμεθα, ὅτι τὴν θέσιν τοῦ προστάτου τοῦ ἑλληνι-
97σμοῦ ἐν τῷ Συνεδρίῳ ἀπέκρουσεν αὐτὴ ἐκείνη ἡ δύναμις,
98ἥτις ἀπεδείχθη ἐν τῷ Συνεδρίῳ ἡ φιλελληνικωτάτη πασῶν.
99Καὶ ὅταν ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ τοῦ Συνεδρίου ἀναγινώσκωμεν,
100ὅτι ἡ φιλελληνικωτάτη Γαλλία ἀπέκρουσε τὴν ἰδέαν τῆς
101παραστάσεως τῆς Ἑλλάδος ἐν αὐτῷ ὡς προστάτου τοῦ ἑλ-
102ληνισμοῦ, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωμεν, τί ἔπραξεν
103ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν συνδρομὴν τῆς
104Γαλλίας ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ; διότι δικαιούμεθα νὰ πι-
105στεύσωμεν, ὅτι, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰργάζετο παρὰ
106τῇ Γαλλικῇ Κυβερνήσει, ἤθελεν ἐπιτύχει, ἵνα ἀκολουθήσῃ
107αὕτη καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο τὴν φιλελληνικωτάτην
108ἐκείνην πορείαν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε κατόπιν ἐν τῷ Συ-
109νεδρίῳ. Γινώσκομεν δὲ πάντες ὁποίων αἰσθημάτων ἐνεφο-
110ρεῖτο ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, γινώσκομεν ἤδη πάντες ὁποίαν
111συνδρομὴν παρεῖχεν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ
112οἱ ἰσχύοντες ἐν τῇ Βουλῇ τῆς Γαλλίας. Τί ἔπραξεν ἡ Κυ-
113βέρνησις παρὰ τοῖς ἰσχυροῖς ἐκείνοις; Ἐκ τῶν ἐξηγήσεων,
114τὰς ὁποίας ἔδωκεν ἐν τῇ παρελθούσῃ Βουλῇ ὁ κ. ἐπὶ τῶν
115ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, γινώσκομεν, ὅτι οὐδὲν ἔπραξε, καὶ
116ὄχι μόνον οὐδὲν ἔπραξεν, ἀλλὰ καὶ οὐδὲν ἐγίνωσκε περὶ τῶν
117προτάσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν εἰς τὸ Συνέδριον ἡ Ἀγγλι-
118κὴ Κυβέρνησις, καὶ ὅτι ἑπομένως οὐδὲν ἐδύνατο νὰ πράξῃ.
119Τοῦτο νομίζω εἶναι ἡ τρανοτέρα καταδίκη τῆς Κυβερνήσεως,
120καταδίκη ἐξ αὐτοῦ τοῦ στόματος τοῦ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν
121Ὑπουργοῦ ἐκφερομένη.
122Εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς
123δὲν εἶχε τὴν θέσιν τὴν ἀνάλογον, ὅπως ἐπιβληθῇ εἰς τὰς Δυ-
124νάμεις· ἀλλὰ μήπως ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν Γαλ-
125λίαν; Ἡ Γαλλία ἦτο διατεθειμένη ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ ἐπρόκειτο
126μόνον νὰ τῇ καταδείξωμεν τὰ συμφέροντα ἡμῶν. Εἶπεν ὁ κ.
127ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Ἑλ-
128λάδος ἀπέναντι τῆς Εὐρώπης κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συγκλή-
129σεως τοῦ ἐν Βερολίνῳ Συνεδρίου ἦτο προδιακεχαραγμένη,
130διότι ἐν ἄλλῃ ἐποχῇ, ὅτε συνῆλθεν ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει
131εὐρωπαϊκὴ Σύνοδος, ὁ Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ὡμολόγη-
132σεν, ὅτι οὐδὲν ἠδυνήθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ κατορθώσῃ
133ἐν τῇ Συνόδῳ ἐκείνῃ, ἀπαντώντων τῶν ἀντιπροσώπων τῶν
134Δυνάμεων πρὸς τοὺς παριστῶντας τὰ δίκαια τῶν Ἑλλή-
135νων, ὅτι ζήτημα ἑλληνικὸν δὲν ὑφίστατο· καὶ ἐνόμισεν ὁ κ.
136Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ τότε κατάστασις τῶν πραγμάτων δύ-
137ναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἐν Βερολίνῳ διαγωγὴν αὐτοῦ.
138Ἠρώτησε δὲ τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς, τί ἄρα συνέβη μετὰ
139τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδον, ὅπως ἀξιοῖ ἡ Ἑλλὰς θέ-
140σιν ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου; ποίαν μετοχὴν ἔλαβεν
141εἰς τὰ ἐν τῇ Ἀνατολῇ γενόμενα; καὶ ἐνόμισεν, ὅτι ἡ ἀπρα-
142ξία τῆς Ἑλλάδος, ὅτι τὰ παρὰ τῆς Ἑλλάδος τελεσθέντα ἐν
143τῷ μεταξὺ τούτῳ δὲν ἦσαν ἱκανά, ὅπως δικαιολογήσωσιν
144ἀπαιτήσεις μεγαλειτέρας, ἢ ὅπως δικαιολογήσωσιν ἀπαιτήσεις
145οἱασδήποτε. Ἀλλὰ τὰς ἀπαιτήσεις δὲν ἐπρόκειτο νὰ διατυ-
146πώσῃ ἡ Ἑλλάς· τὴν μετοχὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὰ ἐν Βερο-
147λίνῳ τελεσθησόμενα εἶχε προαναγγείλει, εἶχε προτείνει ἄλλη
148δύναμις, καὶ εἶχε προτείνει ταύτην οὐχὶ χάριν τῆς Ἑλλάδος,
149ἀλλὰ χάριν αὐτῆς τῆς προτεινούσης δυνάμεως καὶ χάριν τῆς
150Εὐρώπης. Μετὰ τὴν σύνοδον τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἐπὶ
151τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Ἀγγλίας, λαβὼν γνῶσιν τῆς
152συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον ἀφορῶ-
153σαν κυρίως εἰς τὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰς τὸν Ἑλληνισμόν.
154Συνιστᾶτο διὰ τῆς ἐγκυκλίου ταύτης ὁ Ἑλληνισμὸς ὡς ὁ
155κατάλληλος, ἵνα θέσῃ φραγμὸν εἰς τὴν ἐν τῇ Ἀνατολῇ
156ἐπιδρομὴν, τὴν ὁποίαν ἔβλεπεν ἀνακηρυττομένην διὰ τῆς
157συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου. Μεταβολὴ ῥιζικὴ εἶχεν ἐπέλ-
158θει ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως,
159μεταβολή, τὴν ὁποίαν οὐδόλως ἐνόησεν ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις,
160κατὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ.
161Ἀνεζήτησεν ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος
162ἐν τοῖς ἔργοις τῆς Ἑλλάδος, ἀντὶ νὰ ζητήσῃ αὐτὴν ἐν τῇ
163ἀνάγκῃ τῆς Εὐρώπης, τὴν ὁποίαν αὐτὴ ἡ Εὐρώπη μαρτυρεῖ,
164ἀγγέλλουσα εἰς τὰς ἄλλας δυνάμεις, ὅτι διὰ τοῦ Ἑλληνι-
165σμοῦ προετίθετο νὰ ἐργασθῇ καὶ διὰ τῆς προτάξεως τοῦ Ἑλ-
166ληνισμοῦ προετίθετο νὰ θέσῃ φραγμὸν εἰς τὸν χείμαῤῥον
167ἑτέρας φυλῆς.
168Ὁ κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐν τῇ τελευταίᾳ τα-
169κτικῇ Συνόδῳ τῆς ἄλλης Βουλῆς εἶπεν, ὅτι οὐδεὶς ἐκάλεσε
170τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸ Συνέδριον ὡς ἀντιπρόσωπον τοῦ Ἑλλη-
171νισμοῦ· καὶ δὲν ἀνέγνωσε, φαίνεται, ὁ κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν
172Ὑπουργὸς τὴν ἐγκύκλιον ἐκείνην τοῦ λόρδου Σαλισβουρὺ,
173ἥτις ἀποτελεῖ τὴν περγαμηνὴν τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἀνέγνω-
174σεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς καὶ τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα ἐλήφθησαν ὑπ’
175ὄψιν ὄχι ὡς ἐκ τῶν κινημάτων ἐν ταῖς ἑλληνικαῖς ἐπαρχίαις,
176ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἰδίας ἰσχύος τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Μετέβη ἄρα
177εἰς Βερολῖνον τοιαύτας κομίζων ἐκεῖ ἰδέας καὶ ὁδηγίας,
178μετέβη ἄρα ἐκεῖ, φρονῶν, ὅτι ἤθελε στηριχθῆ ἐπὶ τῶν δι-
179καιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζεν, ὅτι ἀπέκτησε διὰ τῶν κι-
180νημάτων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ταῖς ἑλληνικαῖς, διὰ διπλωμα-
181τικῶν τινων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα εἴτε ἡ νῦν, εἴτε ἡ Οἰκου-
182μενικὴ Κυβέρνησις ἀπέσπασαν ἀπὸ τῆς ἀγγλικῆς Κυβερνή-
183σεως. Διὰ τοιούτων ἐγγράφων μικρὰ, ἐλάχιστα, θὰ ἠδύνατο
184νὰ κατορθώσῃ, καὶ δὲν ἦτο αὕτη ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν ὤφειλεν
185ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ διεκδικήσῃ ἐν Βερολίνῳ. Ἡ ἑλ-
186ληνικὴ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ διεκδικήσῃ θέσιν πολλῷ
187ὑψηλοτέραν, ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ παρασταθῇ
188ἐκεῖ, ὅπως ἐκάλει αὐτὴν ὁ λόρδος Σαλισβουρὺ, ὅπως διετύ-
189πωσε τὴν θέσιν αὐτῆς ἐν τῷ συνεδρίῳ ὁ λόρδος Βήκονσφηλδ·
190ὤφειλε νὰ μεταβῇ ἐκεῖ διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου της καὶ νὰ
191δηλώσῃ ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν δύναται νὰ παρα-
192σταθῇ ἄλλως εἰμὴ ὡς προστάτης τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς, καὶ
193ὤφειλε νὰ λάβῃ τὴν μόνην ἐμπρέπουσαν αὐτῇ θέσιν, ἂν, ὡς
194ἀληθῶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ἡ Ἑλλὰς ἦναι
195ἡ κεφαλὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ ἠθέλησεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν ἐξω-
196τερικῶν Ὑπουργὸς νὰ παραστήσῃ τὴν ἰδέαν ταύτην ὡς
197ἰδέαν διάφορον τῆς ἰδέας, ἣν ἔχουσιν ἄλλοι περὶ τοῦ Ἑλλη-
198νισμοῦ. Καὶ ποῖος ἐν τῷ Ἑλληνισμῷ ὁλοκλήρῳ ἔχει ἄλλην
199ἰδέαν περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἢ ὅτι εἶναι ἡ κεφαλὴ
200τοῦ Ἑλληνισμοῦ; ποῖος φρονεῖ, ὅτι ἐπιτρέπεται διχασμὸς
201μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τῶν ἐκτὸς τοῦ Κράτους
202Ἑλλήνων; Ὅ,τι ἀπαιτοῦμεν εἶναι ἡ ἀναγνώρισις τοῦ ἑνιαίου
203τοῦ ἑλληνισμοῦ καὶ ἡ ἀποχὴ ἀπὸ πράξεων, αἵτινες ὠφελοῦσαι
204τὸ Κράτος, δὲν ὠφελοῦσι συνάμα καὶ ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσι
205τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσωσι παρὰ τοῦ Κράτους προστασίαν.
206Ἡ ἐπέκτασις τῶν συνόρων τοῦ Κράτους εἶναι ὠφέλεια τοῦ ὅλου
207Ἑλληνισμοῦ, ἀλλ’ ὁ ὅλος Ἑλληνισμὸς δὲν ἔχει μόνον τὸ συμφέ-
208ρον τοῦτο· ἔχει καὶ συμφέροντα ἄλλα, ἔχει καὶ συμφέροντα
209τοπικὰ τῶν ἐκτὸς τοῦ Κράτους ἐπαρχιῶν. Ἀλληλένδετα
210εἶναι τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς Ἑλλάδος, καὶ
211πάντοτε ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς προόδου
212τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ὠφέλειαν εἰς τὴν Ἑλλάδα θὰ παρεῖχε
213μεγάλην ἡ αὔξησις τῶν συνόρων καὶ ἡ κραταίωσις τοῦ βα-
214σιλείου· ἀλλ’ ἄνευ προστασίας πρὸς τοὺς ὑπὸ τὸ Ὀθωμανι-
215κὸν Κράτος Ἕλληνας, ἄνευ τῆς συνδρομῆς ἐκείνης, δι’ ἧς θὰ
216δυνηθῶσιν οὗτοι ν’ ἀντιταχθῶσιν εἰς τὸν ἀπειλοῦντα αὐ-
217τοὺς χείμαῤῥον, κινδυνεύομεν νὰ μὴ δυνηθῶμεν νὰ τοὺς
218ὠφελήσωμεν διὰ τῆς κραταιώσεως τοῦ βασιλείου· πρέπει
219οὗτοι ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ζήσωσι καὶ νὰ μὴ καταπνιγῶσιν
220ὑπὸ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐγείρουσιν ἰδίας ἀξιώσεις ἐπὶ ζημίᾳ
221τῶν δικαιωμάτων τῶν Ἑλλήνων.
222Ἐῤῥέθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ τῶν σχέσεων
223τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τοῦ Σλαβισμοῦ ἰδέαι, τὰς ὁποίας δὲν
224δύναμαι νὰ δεχθῶ· δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ, ὅτι ἐν πάσῃ
225περιπτώσει ὀφείλουσιν οἱ Ἕλληνες νὰ συμβιῶσιν ἐν φιλίᾳ
226μετὰ τῶν Σλάβων, οὐδ’ ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει οἱ Ἕλληνες
227ὀφείλουσι νὰ διατελῶσιν ἐχθρικῶς πρὸς τοὺς Σλάβους. Ἕλλη-
228νες καὶ Σλάβοι κατέχουσι τὴν Ἀνατολὴν, ὀφείλουσιν ὅμως
229νὰ κατέχωσιν ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἕκαστος τὸ ἀνῆκον αὐτῷ.
230Ὅταν τις ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἀξιοῖ πλέον τοῦ ἀνήκοντος, ὀφεί-
231λει ὁ ἕτερος νὰ κηρυχθῇ πολέμιος αὐτοῦ. Καὶ ποῖος θ’ ἀρ-
232νηθῇ, ὅτι οἱ Σλάβοι ἐπ’ ἐσχάτων ἀξιοῦσι πλέον τοῦ ἀνή-
233κοντος εἰς αὐτούς; Ταῦτα δικαιολογοῦσι τὴν πολιτικὴν τοῦ
2341873, ταῦτα δικαιολογοῦσι τὴν πολιτικὴν ἐκείνων, οἱ ὁ-
235ποῖοι ἀξιοῦσιν, ὅτι δὲν ὤφειλεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ
236περιορίσῃ ἐν Βερολίνῳ τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς εἰς μόνα τ’ ἀ-
237φορῶντα εἰς τὴν ἐπέκτασιν τῶν ἑλληνικῶν συνόρων, ἀλλ’ ὤ-
238φειλε νὰ ἐπεκτείνῃ αὐτὴν καὶ εἰς τ’ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὕ-
239παρξιν τοῦ ἑλληνισμοῦ ἀπέναντι τῆς ἀπειλούσης αὐτὸν
240Σλαβικῆς ἐπιδρομῆς. Ὡς πρὸς τὸ τελευταῖον τοῦτο εἴχο-
241μεν συνδρομὴν, ὅσην δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐπὶ τοῦ ἑτέ-
242ρου ζητήματος. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐπεκτάσεως τῶν
243συνόρων ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν συνδρομὴν περιωρισμένην,
244ἐπὶ τοῦ ζητήματος ὅμως τῆς ἀντιτάξεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ
245κατὰ τοῦ Σλαβισμοῦ εἴχομεν συνδρομὴν ὄχι ἀνάλογον τῆς
246φιλίας τῶν Δυνάμεων πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ πολλῷ με-
247γαλειτέραν, τὴν συνδρομὴν ἣν δίδουσιν αἱ Δυνάμεις πρὸς
248τοὺς ὑπηρετοῦντας αὐτάς· διότι ἐν τῷ ζητήματι ἐκείνῳ δὲν
249ἐπρόκειτο ἁπλῶς νὰ ὑπηρετήσωσιν αἱ Δυνάμεις τὸν ἑλληνι-
250σμόν, ἀλλ’ ἐπρόκειτο καὶ ὁ ἑλληνισμὸς νὰ ὑπηρετήσῃ τὰς
251Δυνάμεις.
252Εἴχομεν λοιπὸν θέσιν ἀξιοπρεπῆ, ἴσην πρὸς τὰς μεγάλας
253Δυνάμεις· καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς πολὺ κατεβίβασε καὶ ἑαυτὸν
254καὶ τὴν Κυβέρνησιν, λέγων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ
255καὶ οἱ πράκτορες αὐτῆς ἀπέναντι τοῦ λόρδου Βηκονσφὴλδ
256καὶ τοῦ λόρδου Σαλισβουρὺ δὲν ἐδύναντο ν’ ἀξιῶσιν, ὅπως ἐ-
257πηρεάσωσι τὴν γνώμην αὐτῶν. Εἰς τὸ Συνέδριον ἄρα ἡ Ἑλ-
258λὰς ὤφειλε νὰ ἐπιζητήσῃ ὅπως εἰσέλθῃ ὑπὸ τοὺς ὅρους, οὓς
259προέτεινεν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, καὶ ὤφειλε νὰ ἐργασθῇ
260ὄχι μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συνεδρίου, ἀλλὰ πρὸ τῆς ἀπο-
261φάσεως· ὤφειλε νὰ ἐργασθῇ καὶ ἐν Βερολίνῳ καὶ διὰ τῶν ἀντι-
262προσώπων αὐτῆς παρ’ αὐταῖς ταῖς κυβερνήσεσιν ἐπὶ τὸ πνεῦμα
263αὐτῶν. Ἀπευθύνομεν δὲ ταύτην τὴν αἰτίασιν πρὸς τὴν Κυ-
264βέρνησιν, ὅτι ἐνόμισεν, ὅτι οὐδὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ, ὅτι ὤ-
265φειλε ν’ ἀφήσῃ τὰ πράγματα ν’ ἀκολουθήσωσι τὸν ῥοῦν
266αὐτῶν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἦτο Κράτος μικρὸν, μηδαμινὸν, κατ’ οὐ-
267δὲν δυνάμενον νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν γνώμην καὶ τὴν πολιτικὴν
268μεγάλων Δυνάμεων. Τοιουτοτρόπως διεξαγαγοῦσα τὸ ζή-
269τημα, ἔφερεν αὐτὸ εἰς τὸ ναυάγιον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου
270εὑρισκόμεθα.
271Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις διετύπωσε καθαρῶς ἐν τῷ Συνε-
272δρίῳ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἤθελε νὰ δώσῃ εἰς τὴν Ἑλλά-
273δα· εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ κληθῇ ἡ Ἑλλὰς ὡς ἀντιπρόσωπος
274τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς καὶ νὰ καθέξῃ θέσιν ἴσην πρὸς τὴν
275θέσιν τῆς Ῥωσσίας ὡς ἀντιπροσώπου τῶν Σλάβων· εἶπε
276προσέτι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ κληθῇ εἰς τὸ Συνέδριον ὄχι
277μόνον μὲ ψῆφον συμβουλευτικὴν, ἀλλὰ μὲ ψῆφον ἴσην τῆς
278ψήφου, τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Μεγάλων
279Δυνάμεων, καὶ ὅτι ὤφειλε τοὐλάχιστον νὰ ἦναι παροῦσα ἐπὶ
280πάσης συζητήσεως ἀφορώσης εἰς τὸν Ἑλληνισμόν.
281Ἐν τῷ Συνεδρίῳ εἶπεν ὁ λόρδος Σαλισβουρύ. «Ταῦτα ἔ-
282»χουσα ὑπ’ ὄψιν, προτείνει ἡ Ἀγγλία ν’ ἀνατεθῇ ἡ ἀντι-
283»προσώπευσις τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς εἰς τὸ Βασίλειον τῆς
284»Ἑλλάδος, προσκαλούμενον νὰ συμμετάσχῃ τῶν συζητή-
285»σεων τοῦ Συνεδρίου, ἢ τοὐλάχιστον νὰ παρευρίσκηται εἰς
286»πάσας τὰς συνεδριάσεις, ἐν αἷς πρόκειται νὰ συζητηθῶσι
287»ζητήματα σχετιζόμενα πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς ἑλληνι-
288»κῆς φυλῆς.»
289Ἡ γνώμη λοιπὸν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ
290μετέχῃ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος τῶν συζητήσεων τοῦ
291Συνεδρίου, καὶ ὅμως οὐδὲν κατορθοῦται, καὶ αἱ τρεῖς αὐτῆς
292προτάσεις πολεμοῦνται παρὰ τίνος; παρὰ τῆς φιλελληνι-
293κωτάτης πασῶν τῶν Δυνάμεων! Καὶ δυνάμεθα νὰ θεωρή-
294σωμεν, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ὑπῆρξεν ἐλλιπὴς περὶ
295τὸ καθῆκον αὐτῆς, ὅταν ἐπέτρεπεν εἰς Δύναμιν βεβαίως
296καλῶς διατεθειμένην πρὸς ἡμᾶς ν’ ἀποκρούσῃ τοιαύτην πρό-
297τασιν; Πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι εἶχε
298λόγους ἵνα φρονῇ, ὅτι ἡ ἀπόκρουσις τῆς προτάσεως ἦτο συμ-
299φέρουσα εἰς τὴν Ἑλλάδα, διὰ νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι δὲν
300ὑπῆρξεν ἐλλιπὴς περὶ τὸ καθῆκόν της. Ἡ δικαιολογία ὅμως
301τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι δὲν ἐγίνωσκεν, ὅτι ἐγένετο τοιαύτη
302πρότασις, ὅτι δὲν ἐγίνωσκεν, ὅτι ἡ ἀγγλικὴ Κυβέρνησις,
303εἶχεν ἀναλάβει τὴν προστασίαν τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἡ δικαιο-
304λογία αὕτη, ἀντὶ ν’ ἀπαλλάξῃ τὴν Κυβέρνησιν τῆς εὐθύνης,
305εἶναι ψῆφος καταδίκης αὐτῆς.
306Καὶ λέγων ἑλληνισμὸν ὁ λόρδος Σαλισβουρὺ, δὲν ἔλεγεν
307ἰδέαν ἀφῃρημένην· ἐφρόντισε νὰ ὁρίσῃ αὐτὴν καὶ γεωγρα-
308φικῶς, καὶ ἔδωκεν ἐκ προοιμίων τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐρώ-
309τησιν τοῦ κ. Ἰακωβάτου, εἶπεν, ὅτι τὰ ἠπειρωτικὰ σύνορα
310τῆς Ἑλλάδος περιλαμβάνουσι τὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν Θρά-
311κην. Δὲν εἴχομεν ἀνάγκην καθηγητοῦ τῆς γεωγραφίας, ὡς
312εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἵνα μάθωμεν τίνα τὰ σύνορα τῆς
313Ἑλλάδος· τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος ἐχάραξεν ἡ Δύναμις ἐ-
314κείνη, ἡ ὁποία ἠδύνατο καὶ ὑπὲρ τῶν συνόρων νὰ ἐργασθῇ.
315Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, δεχθεὶς νὰ εἰσέλθῃ εἰς
316τὸ Συνέδριον ὄχι ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἑλληνισμοῦ, ὄχι
317ἔχων θέσιν ἴσην πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἄλλων ἐν
318τῷ Συνεδρίῳ Δυνάμεων, προέταξεν εἰς δικαιολογίαν αὐτοῦ,
319ὅτι αὐτὸς ὁ λόρδος Σαλισβουρὺ, ὃν ἐσυμβουλεύθη περὶ τού-
320του, τῷ εἶπε «καὶ μ’ ἐρωτᾷς;» Τί δ’ ἐνόει, τοῦτο εἰπὼν,
321ὁ λόρδος Σαλισβουρὺ; Ἀνάγνωτε τὰ πρωτόκολλα, καὶ θέ-
322λετε εὑρεῖ ἐν αὐτοῖς ἀπόφασιν τοῦ Συνεδρίου, κατὰ τὴν ὁ-
323ποίαν ἡ μειονοψηφία ἐν ζητήματι τοιαύτης φύσεως ὤφειλε
324νὰ ὑποκύπτῃ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ Ἀγ-
325γλικὴ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὸ Συνέδριον τὴν περὶ Ἑλ-
326λάδος πρότασιν αὐτῆς, ἀφοῦ ἡ πρότασις αὕτη δι’ ἰσοψη-
327φίας ἀπεῤῥίφθη, ὁ λόρδος Σαλισβουρὺ, ἐπίσημος ἀντιπρό-
328σωπος τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, μετέχων τῶν ἐργασιῶν
329καὶ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συνεδρίου καὶ συνυπογράψας εἰς τὸ
330πρωτόκολλον, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπεχρεώθησαν οἱ ἐν τῷ Συν-
331εδρίῳ ἀντιπρόσωποι νὰ ὑποκύπτωσι μειονοψηφοῦντες εἰς
332τὴν πλειονοψηφίαν, ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ἄλλο τι πρὸς τὸν ἐ-
333ρωτῶντα αὐτὸν ἂν πρέπῃ νὰ πράξῃ κατὰ τὴν ἀπόφασιν
334τῆς πλειονοψηφίας; Ὅτε ὁ λόρδος Σαλισβουρὺ εἶπεν
335εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν «καὶ μ’ ἐρωτᾷς;» ἔδιδεν ἀπάντησιν
336οἰκτιρμοῦ, ἀπάντησιν λέγουσαν· «εἶναι τοῦτο ζήτημα, περὶ
337οὗ ν’ ἀπευθύνεσαι εἰς ἐμέ; καὶ δὲν ἐννοεῖς, ὅτι εἶναι ζή-
338τημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λύσῃ ἡ ἰδία σου συνείδησις, ἡ
339ἰδέα, ἣν ἔχεις περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τῶν συμφερόντων
340τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύεις; ἀφοῦ ἔχεις τοι-
341αύτην ἰδέαν, ὥστε νὰ ἐρωτᾷς ἐμὲ, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ σοὶ
342δώσω εἰμὴ τὴν τυπικὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ὀφείλω
343νὰ δώσω κατόπιν τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συνεδρίου».
344Πρώτην φορὰν ἠκούσαμεν ταῦτα κατόπιν τῆς ἀγορεύ-
345σεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ζακύνθου, καὶ κατόπιν τῆς
346στενοχωρίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ ἀγόρευσις ἐκείνη ἐνέβαλε
347τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, διότι πᾶσα νέα
348στενοχωρία μᾶς φέρει καὶ νέαν ἀποκάλυψιν· ἀλλ’ αἱ ἀπο-
349καλύψεις, ἵνα ἔχωσιν ἰσχὺν, δέον νὰ στηρίζωνται ἐπὶ ἐπι-
350σήμων ἐγγράφων τῆς ἐποχῆς περὶ ἧς πρόκειται· ὅταν μετὰ
351παρέλευσιν τοσούτου χρόνου βλέπωμεν ἀποκάλυψιν πρῶτον
352γινομένην, ἀκριβῶς καθ’ ἣν στιγμὴν εἶναι ἀναγκαία εἰς ἐ-
353κεῖνον, ὅστις εἶναι στενοχωρημένος ἵνα ὑπερασπίσῃ τὴν
354διαγωγήν του, ἀγόμεθα εἰς δισταγμοὺς, ἂν ἡ μνήμη ἐκεί-
355νου, ὅστις ποιεῖται τὴν ἀποκάλυψιν, ἦναι ἐντελῶς πιστή.
356Διατί δὲν ὑπέβαλεν ἔγγραφα μαρτυροῦντα περὶ τῆς ἀπαν-
357τήσεως τοῦ Ἄγγλου Ὑπουργοῦ; Ἂν τῳόντι ἠρώτησε τὸν
358λόρδον Σαλισβουρὺ περὶ τοῦ πρακτέου, ἂν τῳόντι ἔλαβε
359τοιαύτην ἀπάντησιν, βεβαίως ἀνήνεγκε περὶ τούτου εἰς τὴν
360Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀναφορὰν οὐδεμίαν προσάγει. Δὲν ἔπρα-
361ξεν ἄρα ἡ Κυβέρνησις ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράξῃ, ἵνα δώσῃ
362εἰς τὴν ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν ὑπὲρ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν
363αὐτὴ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ὑπὲρ τοῦ ἑλληνισμοῦ ἐξήνεγ-
364κεν, ἵνα δώσῃ τὴν συνδρομὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο
365ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ, χάρις εἰς τὰς φιλελληνικὰς
366διαθέσεις ἄλλων Δυνάμεων, καὶ χάρις ἰδίως εἰς τὰς φιλελ-
367ληνικὰς διαθέσεις τῆς Γαλλίας.
368Ἀλλ’ ἔστω, ἡ ἀπόφασις ἐγένετο ὡς ἐκ τῆς παραλείψεως
369ταύτης τῆς Ἑλλάδος· τί ὤφειλε νὰ πράξῃ ἀπέναντι τῆς ἀ-
370ποφάσεως ταύτης ἡ Κυβέρνησις; Τὸ ζήτημα ἐτίθετο εἰς τὸν
371ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἐπὶ τῇ ἀποῤῥίψει τῆς ἀγ-
372γλικῆς προτάσεως, ἐὰν ὤφειλε νὰ δεχθῇ τὴν πρόσκλησιν εἰς
373τὸ Συνέδριον, ἢ ἐὰν, ἀρνούμενος αὐτὴν, ἤθελε βλάψει τὰ
374συμφέροντα τοῦ ἑλληνισμοῦ. Διὰ ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς τὴν ἐ-
375ρώτησιν, ἂν αὕτη ἢ ἐκείνη ἡ ἀπόφασις ἦτο ἡ συμφερωτέρα
376εἰς τὸ Κράτος, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ τί ὠφέλησεν ὁ
377ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς εἰσελθὼν εἰς τὸ Συνέδριον,
378τί ἔπραξεν εἰσελθὼν εἰς τὸ Συνέδριον· διότι ἀκούομεν συνε-
379χῶς ἐπαναλαμβανόμενον, ὅτι εἰσῆλθεν ἡ Ἑλλὰς διὰ τοῦ ἀν-
380τιπροσώπου της εἰς τὸ Συνέδριον καὶ ὅτι τοὐλάχιστον, ἂν
381δὲν κατώρθωσέ τι οὐσιαστικὸν, ἠξιώθη ὅμως τὸ Κράτος ἡμῶν
382τῆς ἐξόχου τιμῆς νὰ καθήσῃ συμπάρεδρος τῶν μεγάλων Δυ-
383νάμεων. Εἶνε τοῦτο ἀληθές; Ἡ Ἑλλὰς εἰσῆλθεν εἰς τὸ Συν-
384έδριον, ὅπως εἰσῆλθε καὶ Κράτος ἕτερον ὑποτελές. Ἡ Ἑλ-
385λὰς ἐν τῷ Συνεδρίῳ δὲν ἐκλήθη, ἵνα συζητήσῃ, δὲν ἐκλήθη
386κἂν ἵνα ἐκθέσῃ τὰς ἰδέας αὐτῆς, ἐρωτωμένη ἑκάστοτε περὶ
387τῶν εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν ἀφορώντων ζητημάτων· εἰσῆλθε
388μόνον, ἵνα ὑποβάλῃ ἓν ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο ν’ ἀπο-
389σταλῇ καὶ διὰ τοῦ ταχυδρομείου. Οὐδὲν ἕτερον ἔπραξεν ἡ
390Ἑλλὰς ἐν τῷ Συνεδρίῳ. Εἰσῆλθεν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλ-
391λάδος, ἀνέγνω ἓν ὑπόμνημα, καὶ εὐθὺς ὡς ἀνέγνω αὐτὸ, ἤκου-
392σεν εἰς ἀπάντησιν: «Ἐτελείωσεν ἡ ἐντολὴ ὑμῶν· ἀπέλθετε,
393θέλομεν δὲ σᾶς καλέσει πάλιν, ἂν ἔχωμεν ἀνάγκην ὑμῶν,
394καὶ οὐδέποτε ἄλλοτε ἐκλήθη. Αὕτη εἶναι ἡ παράστασις, ἧς
395χάριν ἐθυσιάσαμεν τὸ μέγα δικαίωμα, ὅπερ διεξεδίκησαν
396ἄλλοι ὑπὲρ ἡμῶν, ἵνα παραστῶμεν ἐν τῷ Συνεδρίῳ ὡς ἀν-
397τιπρόσωποι τοῦ ἑλληνισμοῦ. Κατ’ οὐδὲν ἠδύνατο νὰ ὠφε-
398ληθῇ ἡ Ἑλλὰς, εἰσερχομένη οὕτως εἰς τὸ Συνέδριον· κατ’
399οὐδὲν ἠδύνατο νὰ βλάψῃ ἡ ἄρνησις ἡμῶν, ὅπως εἰσέλθωμεν·
400ἠδύνατο ὅμως νὰ βλάψῃ, καὶ μεγάλως ἔβλαψεν, ἡ ἀποδο-
401χὴ τῆς τοιαύτης προσκλήσεως. Ἡ ἐνέργεια, ἥτις ἀπελεί-
402πετο εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ οὕτως ἐ-
403κανονίσθησαν τὰ τῆς εἰσόδου αὐτοῦ εἰς τὸ Συνέδριον, ἦτο
404ἡ ἐκτὸς τοῦ Συνεδρίου, ταύτην δὲ τὴν ἐκτὸς τοῦ Συνεδρίου
405ἐνέργειαν διὰ τῶν διπλωματικῶν αὐτῆς ἀντιπροσώπων ἠ-
406δύνατο ἡ Ἑλλὰς νὰ διεξαγάγῃ, εἴτε ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτῆς
407εἰσήρχετο, εἴτε δὲν εἰσήρχετο εἰς τὸ Συνέδριον. Ἀλλὰ ποία
408θὰ ἦτο ἡ ἐνέργεια τῆς Ἑλλάδος καὶ πόσον ὑψηλὴ θὰ ἦτο
409ἡ θέσις αὐτῆς, ἐὰν ἤθελεν ἀρνηθῆ τὴν ἐξευτελιστικὴν ἐν
410τῷ Συνεδρίῳ εἴσοδον! Πόσον ἤθελεν ἐξεγείρει εἰς τὰ πνεύ-
411ματα ἐκείνων, οἵτινες ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλά-
412δος εἰργάζοντο, καὶ οἵτινες, οὕτως ἐργαζόμενοι, εἰργάζοντο
413ὑπὲρ ἑαυτῶν, πόσον ἤθελεν ἐξεγείρει τὴν συναίσθησιν, ὅτι
414δὲν παρέσχον εἰς αὐτὴν ἀποχρῶσαν συνδρομὴν, ἧς καὶ ἐ-
415κεῖνοι εἶχον ἀνάγκην, ἵνα δυνηθῇ ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐκπεραιώσῃ
416τὴν ἀποστολήν της, ἡ δὲ συναίσθησις αὕτη ἤθελε τοῖς ὑ-
417παγορεύσει, ἵνα ἀναλάβωσιν αὐτοὶ ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ
418ἑλληνισμοῦ ἐν τῷ Συνεδρίῳ τὴν ἑλληνικὴν ὑπόθεσιν καὶ
419ἵνα ἐργασθῶσι πολὺ συντονώτερον ἢ ὅτε ἐνόμιζον, ὅτι ἰδίαν
420ἀκολουθοῦσα πολιτικὴν, ἤθελε φροντίσει αὐτὴ περὶ τῆς ὑ-
421ποθέσεως αὐτῆς, ὁπωσδήποτε ἱκανοποιηθεῖσα διὰ τῆς τα-
422πεινωτικῆς ταύτης εἰσόδου τοῦ ἀντιπροσώπου της εἰς τὸ
423Συνέδριον.
424Καὶ ἄλλοτε ἐγένετο πρότασις εἰς ἑλληνικὴν κυβέρνησιν,
425ὅπως εἰσέλθῃ εἰς Συνέδριον ταπεινωτικῶς, ὅπως εἰσέλθῃ
426εἰς Συνέδριον, καταλαμβάνουσα θέσιν κατωτέραν ἐκείνης,
427ἣν κατεῖχον αἱ ἄλλαι Δυνάμεις, καὶ ἰδίως τῆς θέσεως, ἣν
428κατεῖχεν ἡ γείτων Δύναμις. Ἦτο τότε ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ἡ
429Κυβέρνησις τοῦ μακαρίτου Βούλγαρη· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐ-
430κείνη ἀπέῤῥιψεν ἐν ἀγανακτήσει τὴν πρότασιν. Δὲν ἠρώτη-
431σε τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Δυνάμεων ἂν πρέπῃ νὰ εἰσέλθῃ·
432χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃ αὐτοὺς, ἤκουσε παρ’ ὅλων, ὅτι πρέπει νὰ
433εἰσέλθῃ, καὶ ὅτι μὴ εἰσερχομένη θέλει βλάψει τὰ συμφέ-
434ροντα τοῦ ἑλληνισμοῦ. Ἀλλ’ ἐκείνη εἶχε τὴν συναίσθησιν
435τοῦ καθήκοντος, δὲν εἰσῆλθε, καὶ μὴ εἰσελθοῦσα ὠφέλησε.
436Εἶνε βεβαιωμένον ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι, ἂν κατὰ τὸ 1869
437ἤθελε μετάσχει τῆς ἐν Παρισίοις Συνόδου ἡ Ἑλλὰς, ὄχι
438μόνον ἤθελεν ἐξευτελισθῆ, ἀλλ’ ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν
439ἀποδοχὴν προτάσεων χειρόνων ἐκείνων, αἵτινες παρεδέ-
440χθησαν· διότι αἱ Δυνάμεις, συναισθανθεῖσαι ἐκ τῆς διαμαρ-
441τυρίας τῆς Ἑλλάδος τὴν προσγενομένην αὐτῇ ἀδικίαν,
442προσεπάθησαν νὰ ἱκανοποιήσωσιν αὐτὴν κατά τι, ἐλαττοῦ-
443σαι ὅ,τι εἶχον ἐπαχθὲς αἱ περὶ Ἑλλάδος ληφθεῖσαι τότε
444ἀποφάσεις.
445Εἰσῆλθεν ὅμως καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους ὁ ἀντιπρόσω-
446πος τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ Συνέδριον τοῦ Βερο-
447λίνου· ἀλλ’ ἆρα, εἰσελθών, ἦτο ἠναγκασμένος νὰ παραδεχθῇ
448τὴν θέσιν τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ ἑλληνικοῦ Κράτους, καὶ
449ὄχι τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς; Οὐδὲν τὸν
450ἠνάγκαζε, καὶ ἠπατήθη ἀπάτην θλιβερωτάτην πρὸς τὸ
451Ἔθνος, νομίσας, ὅτι ἦτο εἰς τοῦτο ἠναγκασμένος ἐκ τῶν
452ἀποφάσεων τοῦ Συνεδρίου. Ὅτε προσεκλήθη εἰς τὸ Συνέ-
453δριον, οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς προσεκλήθη, ἀνηγγέλθησαν εἰς αὐτὸν
454παρὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Συνεδρίου, τοῦ πρίγκιπος Βίσμαρκ.
455Οὗτος εἶπεν εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἐ-
456καλεῖτο ἵνα ἐκφέρῃ γνώμην περὶ τοῦ 15 ἄρθρου τῆς συν-
457θήκης τοῦ ἁγίου Στεφάνου, ἄρθρου ἀφορῶντος οὐχὶ μόνον
458εἰς τὰς ὁμόρους, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἑλληνικὰς ἐπαρ-
459χίας (ἀναγινώσκει)·
460«Πρωτόκολλον Θʹ. Οἱ κ.κ. Δηλιγιάννης καὶ Ῥαγκαβῆς, ἀν-
461»τιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος, εἰσάγονται τότε εἰς τὸ Συνέδριον.
462«Ὁ πρίγκηψ Βίσμαρκ ἐκθέτει αὐτοῖς, ὅτι τὸ Συνέδριον
463»ἐπιθυμεῖ νὰ μάθῃ τὰς εὐχὰς καὶ τὴν γνώμην τῆς ἑλληνι-
464»κῆς Κυβερνήσεως, πρὶν ἢ λάβῃ ἀπόφασίν τινα περὶ τοῦ
465»συζητουμένου 15 ἄρθρου, καὶ παρακαλεῖ τοὺς κκ. πλη-
466»ρεξουσίους νὰ ἐκφράσωσιν αὐτάς».
467Τοῦτο ἦτο τὸ πρόγραμμα, δὲν ἦτο δὲ ἁπλῶς προσλα-
468λιὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Συνεδρίου, ἦτο τὸ πρόγραμμα αὐτὸ
469τοῦ Συνεδρίου, ὡς ἀποδεικνύει τὸ προηγούμενον πρωτόκολ-
470λον. Ἐν προηγουμένῳ πρωτοκόλλῳ ἀναγινώσκομεν, ὅτι, γε-
471νομένης συζητήσεως ὑπὸ τίνας ὅρους θέλουσι κληθῆ οἱ ἀν-
472τιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος, ὁ πρίγκιψ Βίσμαρκ παρετή-
473ρησεν, ὅτι «ἡ μεταξὺ τῶν δύω γνωμῶν πρακτικὴ διαφορὰ
474»θέλει σαφηνισθῆ ἅτε θέλει συζητηθῆ ἡ ἐκλογὴ τῆς συνε-
475»δριάσεως, καθ’ ἣν θέλουσι τύχει ἀκροάσεως οἱ ἀντιπρόσω-
476»ποι τῆς Ἑλλάδος. Ἡ τότε ἀπόφασις ἔσται ὁριστική.»
477Ἀπεῤῥίφθη ἡ ἀγγλικὴ πρότασις· ἀλλ’ οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁ-
478ποίους ἐπρόκειτο νὰ εἰσέλθωσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλ-
479λάδος, ἡ ἔννοια τῆς ἀποῤῥιφθείσης προτάσεως καὶ ἡ ἔννοια
480τῆς παραδεχθείσης, ἤθελον προσδιορισθῆ καθ’ ἣν ἡμέραν
481θὰ ἐκαλοῦντο οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος, καὶ οἱ ὅροι,
482ὑφ’ οὓς ἐκλήθησαν, περιέχονται ἐν τοῖς λεχθεῖσι παρὰ τοῦ
483προέδρου τοῦ Συνεδρίου. Ἐλεύθερος λοιπὸν ἦτο ὁ ἀντιπρό-
484σωπος τῆς Ἑλλάδος, ἵνα παραστήσῃ ὅ,τι αὐτὸς ἐνόμιζε
485συμφέρον εἰς τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἀντεπροσώπευεν, ἵνα ὁ-
486μιλήσῃ περὶ παντὸς τοῦ ἑλληνισμοῦ, καὶ ὅτι ἦτο ἐλεύθερος,
487τὸ ἀπέδειξε, καὶ αὐτὸς ὁμιλήσας περὶ Κρήτης, ἐνῷ ἡ ἀπό-
488φασις ἡ γενομένη παραδεκτὴ δὲν περιελάμβανε καὶ τὴν
489Κρήτην ἐντὸς τῶν ὅρων αὐτῆς. Οὐδεμία ἐγένετο παρατή-
490ρησις εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος, ὅτι περιλαμβά-
491νει καὶ τὴν Κρήτην ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ, οὐδεμία ἤθελε
492τῷ γίνει παρατήρησις, ἐὰν περιελάμβανεν ἐν αὐτῇ καὶ τὴν
493Θράκην καὶ τὴν Μακεδονίαν καὶ τὰς ἄλλας ἑλληνικὰς χώ-
494ρας, καὶ ἂν παρίστα ἑαυτὸν, ὡς ὤφειλε νὰ τὸν παραστήσῃ,
495ὡς ἀντιπρόσωπον τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς.
496Τοιουτοτρόπως ἐγκαταλειφθεῖσα ἔκθετος ἡ ἑλληνικὴ ὑπό-
497θεσις ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου, ἀπέληξεν εἰς τὴν εὐ-
498χὴν, τὴν ὁποίαν γινώσκετε, καὶ ἥτις ὑπῆρξε τὸ αἴτιον τῶν
499μεγάλων στενοχωριῶν, τῶν μεγάλων ζημιῶν, τὰς ὁποίας
500ὑφιστάμεθα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὑπῆρξεν αἰτία τῆς
501προσωρινότητος, ἐν ᾗ διαβιοῦμεν, προσωρινότητος, ἡ ὁποία
502καὶ ὑλικῶς καὶ ἠθικῶς ἔβλαψε καὶ βλάπτει σπουδαίως
503τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ τέλος ἐγένετο ἡ εὐχὴ, καὶ τὴν εὐχὴν
504ταύτην ὤφειλεν ὁ ἑλληνισμὸς ἅπας νὰ θεωρήσῃ ὡς ἀπόφα-
505σιν. Τὴν εὐχὴν ταύτην δὲν ἐθεώρησε μόνος ὁ ἑλληνισμὸς ὡς
506ἀπόφασιν, τὴν ἐθεώρησαν ὡς ἀπόφασιν αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵ-
507τινες εἶχον ψηφίσει αὐτὴν, αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν ἦσαν
508σφόδρα ὑπὲρ αὐτῆς διατεθειμένοι. Ὁ λόρδος Βήκονσφηλδ
509ρητῶς εἶπεν ἐν τῇ ἀγγλικῇ Γερουσίᾳ, ὅτι ἐν Βερολίνῳ πα-
510ρεχωρήσαμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα πλειότερα τῶν παραχωρη-
511θέντων εἰς ἄλλας ἐν τῇ Ἀνατολῇ φυλὰς, ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ
512εὐχὴ δὲν ἠδύνατο, οἱανδήποτε καὶ ἂν εἶχε διατύπωσιν, εἰμὴ
513νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίαν γεγονότος τετελεσμένου. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο
514ἐμέμφθη μου ὁ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, εἰπόντος, ὅτι
515ἡ εὐχὴ ἐκείνη εἶνε διαταγή. Ἀνεῦρεν ἔν τινι ἀγορεύσει μου
516πρὸς τοὺς πολίτας τοῦ Ἀγρινίου τὴν φράσιν ταύτην, φρά-
517σιν ἑλληνικήν, ἐκ πεποιθήσεως καὶ ἐκ καθήκοντος προφερ-
518θεῖσαν, πεποιθήσεως καὶ καθήκοντος παντὸς Ἕλληνος, καὶ
519ταύτην ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὡς ἀποδεικνύουσάν με ἀνα-
520κόλουθον πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας πρεσβεύω.
521Ἡ εὐχὴ τῶν ἓξ μεγάλων Δυνάμεων πρὸς τὴν Τουρκίαν
522εἶνε διαταγὴ, καὶ πᾶσα ἡ ἐνέργεια τῆς ἑλληνικῆς κυβερνή-
523σεως ὤφειλε νὰ τείνῃ εἰς τὴν ἐπιδίωξιν τῆς ὅσον ἔνεστι
524ταχυτέρας πραγματοποιήσεως τῆς εὐχῆς ταύτης ὡς διατα-
525γῆς. Τί δὲ ἔπραξεν ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρὸς τοῦτο; Καὶ
526ἐδῶ μεταβαίνω εἰς τὰ τῶν ἐν Πρεβέζῃ διαπραγματεύσεων.
527Κατὰ τίνα τρόπον διεξήγαγεν ἡ Κυβέρνησις τὴν διαπραγ-
528μάτευσιν ἐκείνην; Πῶς ἀνέβαλε τὸ πρῶτον τὴν ἔναρξιν τῶν
529συνεδριάσεων, πῶς κατόπιν εἰργάσθη, πῶς δὲν διέκοψε τὰς
530διαπραγματεύσεις ὅτε ἔπρεπε νὰ τὰς διακόψῃ, πῶς ἐξέ-
531θεσε τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς ἑλληνικῆς σημαίας καὶ διεκύ-
532βευσε τὰ κεκτημένα κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος
533ἐπὶ τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου, διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διε-
534ξήγαγε τὰ τῆς εἰσόδου τῆς «Ἀμφιτρίτης», πῶς ἐπολιτεύθη
535ἀπέναντι τῆς γενομένης προσβολῆς εἰς τὴν σημαίαν ἡμῶν
536ὑπὸ τοῦ φρουρίου τῆς Πρεβέζης; Περὶ πάντων τούτων οὐ-
537δὲν εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ πάντα ταῦτα εἶνε ἀντικεί-
538μενα, περὶ τῶν ὁποίων ἡ δημοσιότης ἐπραγματεύθη, νουθε-
539τήσασα τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα πράξῃ τὰ ὀρθά, καὶ ἐπιτιμήσα-
540σα αὐτὴν πρὸ πολλοῦ ἐπὶ τῇ ἀκαταλλήλῳ αὐτῆς διαγω-
541γῇ. Ἀλλὰ τέλος ἴσχυσεν ἡ δημοσιότης, ἴσχυσεν ἡ ἀπαίτη-
542σις τοῦ κοινοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἵνα τεθῇ τέρμα εἰς τὴν κω-
543μῳδίαν τῆς Πρεβέζης, καὶ ἐνομίζομεν, ὅτι κατωρθώθη, ἵνα
544μεταβῶμεν εἰς τὸ ἕτερον στάδιον τῆς ὑποθέσεως, εἰς τὸ
545στάδιον τῆς εὐρωπαϊκῆς μεσολαβήσεως, ἐξαντληθέντος τοῦ
546πρώτου, τοῦ τῶν ἀμέσων διαπραγματεύσεων, ἐκ τοῦ ὁποίου
547οὐδὲν προσεδοκᾶτο, καὶ ἐξαντληθέντος κατὰ πάντα, διότι
548ἐν Πρεβέζῃ καὶ οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ Τοῦρκοι εἶπον ὅ,τι εἶχον
549νὰ εἴπωσιν. Ἦτο λοιπὸν ἐξηντλημένον τὸ στάδιον ἐκεῖνο,
550καὶ οὐδέποτε ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως πά-
551λιν ἀνοιχθῇ. Φυσικὸν εἶναι ἡ γείτων ἐπικράτεια νὰ ἐπιδιώ-
552κῃ τὰς ἀναβολὰς, διότι διὰ τῶν ἀναβολῶν συνήθως διεξάγει
553τὰς διπλωματικὰς αὑτῆς ὑποθέσεις· ἀλλ’ ἐν τῷ ζητήματι
554τῷ ἑλληνικῷ ἰδίως διὰ τῆς ἀναβολῆς ἠδύνατο νὰ κατορ-
555θώσῃ τὴν ἀποτυχίαν, διότι εἰς τὴν εὐχὴν τῆς Εὐρώπης
556δὲν δύναται ἡ Τουρκία ν’ ἀντιταχθῇ ἄντικρυς· μόνον διὰ
557τοιούτων περιαγωγῶν ἠδύνατο νὰ ἐλπίζῃ ἐπιτυχίαν τινὰ,
558καὶ ταύτας τὰς περιαγωγὰς ὤφειλε νὰ προλαμβάνῃ καὶ
559ἐμποδίζῃ ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις· ἀλλ’ ἀντὶ νὰ τὰς ἐμπο-
560δίζῃ, προσήνεγκεν ἑαυτὴν ὄργανον εἰς πάσας τὰς ἐπιθυμίας
561τῆς Τουρκίας.
562Ἀφοῦ ἐξηντλήθησαν τὰ τῆς Πρεβέζης, βλέπομεν πάλιν
563τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν στέλλουσαν ἀντιπροσώπους εἰς
564Κωνσταντινούπολιν. Διεμαρτυρήθη τότε ἡ ἀντιπολίτευσις, διὰ τῆς
565δημοσιότητος, διότι ἡ Κυβέρνησις τότε ἐπιμόνως ἠρνεῖτο νὰ
566συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν, διεμαρτυρήθη λέγουσα, ὅτι ἡ ἐν
567Κωνσταντινουπόλει Σύνοδος δὲν θὰ εἶχεν ἄλλο ἀποτέλεσμα
568εἰμὴ νὰ χαλαρώσῃ τὴν ἀξίαν, τὴν ἰσχὺν καὶ τὸ κῦρος
569τῆς ἀποφάσεως τοῦ Βερολίνου, ἀποδεικνύουσα, ὅτι τὰ πρὸς
570ἐκτέλεσιν αὐτῆς γενόμενα εἰς οὐδὲν ἀπέληξαν, ὅτι ἐνῷ ἡ-
571μεῖς ἐνομίζομεν ἐξαντλοῦντες τὸ πρῶτον στάδιον τῶν πρὸς
572ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως ἀπαιτουμένων, ὅτι ἐκάμομεν ἓν
573βῆμα ἐπὶ τὰ πρόσω, εὑρισκόμεθα εἰς ὃ καὶ πρότερον ση-
574μεῖον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ἐξηγῶν τὰ τῆς ἐν
575Κωνσταντινουπόλει Συνόδου, εἶπεν, ὅτι εἰς τὴν Κωνσταντι-
576νούπολιν δὲν ἔστειλεν ἀντιπροσώπους ἡ Κυβέρνησις, ὅπως
577παραστῶσιν εἰς διαπραγματεύσεις ἀμέσους Ἑλλάδος καὶ
578Τουρκίας, ἀλλ’ ἀπέστειλεν αὐτούς, ἵνα συμπράξωσιν εἰς τὴν
579μεσολάβησιν, διότι ἡ παράστασις τῶν Ἑλλήνων ἀντιπρο-
580σώπων ἦτο ἡ διαδικασία, διὰ τῆς ὁποίας αἱ Δυνάμεις προε-
581τίθεντο νὰ ἐνεργήσωσι τὴν μεσολάβησιν. Εἶναι τοῦτο ἡ
582ἀλήθεια; Ἀνταποκρίνεται τοῦτο πρὸς τὰ γεγονότα, τὰ ὁ-
583ποῖα γινώσκομεν ἐκ τῶν δημοσιευθέντων πρωτοκόλλων,
584ἀνταποκρίνεται τοῦτο πρὸς τὰς εἰδήσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν
585περὶ τῆς στάσεως τοῦ ζητήματος σήμερον; Ἀφ’ ὅτου οἱ
586ἀντιπρόσωποι μετέβησαν εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἐγένετο
587ἄλλο τι ἐκεῖ εἰμὴ ἐπανάληψις τῶν ἐν Πρεβέζῃ διαπραγμα-
588τεύσεων ὑπὸ ὅρους χείρονας; Ὑπάρχουσιν ἴχνη οἱαδήποτε
589μεσολαβήσεως τῶν Δυνάμεων; καὶ ὅμως, κατὰ τὸν κ. Ὑ-
590πουργὸν, εἰς τὴν μεσολάβησιν ἐν Κωνσταντινουπόλει συμ-
591πράττουσιν οἱ ἀντιπρόσωποι Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας. Σή-
592μερον δὲν διεξάγουσιν αἱ Δυνάμεις μεσολάβησιν ἐν Κων-
593σταντινουπόλει· διαπραγματεύσεις προοιμιακαὶ περὶ μεσο-
594λαβήσεως διεξάγονται ἀπ’ εὐθείας μεταξὺ τῶν Κυβερνή-
595σεων, καθ’ ἑκάστην δὲ ἀγγέλλουσι τὰ τῶν διαπραγματεύ-
596σεων τούτων τὰ τηλεγραφήματα. Ἀλλὰ μεσολάβησις σήμε-
597ρον δὲν ὑπάρχει, ἐνῷ δὲ κεῖται αὕτη ἐν μέλλοντι ἀπωτάτῳ
598ἡμεῖς διαπραγματευόμεθα ἐν Κωνπόλει, συμπράττοντες,
599κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἰς μεσολάβησιν, ἀπο-
600τελοῦντες ἕνα τῶν ὅρων τῆς δικονομίας τῆς μεσολαβήσεως.
601Τί ἔπραξε τοὐλάχιστον ὁ κ. Ὑπουργός, τοιαῦτα φρονῶν
602περὶ τοῦ χαρακτῆρος τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Ἑλλάδος ἐν
603Κωνσταντινουπόλει κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις ταύτας, τί
604ἔπραξεν, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τοιαύτην ἐνέργειαν ὑπὲρ τῶν
605ἀντιπροσώπων ἡμῶν; Τί ἔπραξεν, ἵνα ἀναλάβωσιν ἀπέναντι
606τῆς Ἑλλάδος αἱ ἄλλαι Δυνάμεις ὑποχρέωσιν, ὅπως θεωρηθῇ
607τοιοῦτος ὁ χαρακτὴρ καὶ καταστῇ τοιοῦτον τὸ ἔργον τῶν
608εἰς Κωνσταντινούπολιν ἀποσταλέντων ἀντιπροσώπων τῆς
609Ἑλλάδος; Ἐὰν τοὐλάχιστον εἶχεν ἀποκτήσει ὁ κ. Ὑπουρ-
610γὸς παρὰ τῶν Δυνάμεων ὑποσχέσεις ῥητὰς περὶ τούτου καὶ
611αἱ Δυνάμεις παρέβαινον τὴν ὑπόσχεσιν αὑτῶν, θὰ ἦτο δι-
612καιολογημένος, ὅτι ἔπραξε πᾶν τὸ ἐφ’ ἑαυτῷ· ἀλλ’ οὐδὲν
613ἔπραξε τοιοῦτον· γινώσκομεν μόνον ὅτι ἐσχημάτισεν ἰδέαν,
614καὶ ἐπὶ τῇ πεπλανημένῃ ταύτῃ ἰδέᾳ περὶ τοῦ χαρακτῆρος
615τοῦ ἔργου εἰς ὃ ἐκαλοῦντο οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος,
616ἔστειλεν αὐτοὺς εἰς Κωνσταντινούπολιν, καὶ σήμερον ἔτι,
617ὅτε οἱ πάντες βλέπουσιν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ μεσολα-
618βήσεως, εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοὺς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ
619τούτῳ λέγει, ὅτι οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀντιπρόσωποι
620διεξάγουσι μεσολάβησιν.
621Ἐν Κωνσταντινουπόλει οὐδὲν ἄλλο γίνεται ἢ ἡ ἐπανά-
622ληψις τῶν διαπραγματεύσεων τῶν ἐν Πρεβέζῃ. Ἡ ἐν Κων-
623σταντινουπόλει διαπραγμάτευσις εἶναι ἀκύρωσις τῶν ἐν
624Πρεβέζῃ γενομένων. Ἐνῷ τὸ στάδιον τοῦτο ἦτο ἐξηντλη-
625μένον, ἐνῷ εἶχε κατορθωθῇ τὸ μόνον, ὅπερ ἠδυνάμεθα νὰ
626κατορθώσωμεν, προκειμένου περὶ ἀμέσων διαπραγματεύ-
627σεων, τουτέστιν ἡ ἐξάντλησις τοῦ σταδίου τούτου, ὁ κ.
628Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν κατώρθωσε νὰ φέρῃ τὰ πράγμα-
629τα εἰς ὃ σημεῖον ἦσαν πρὸ τῶν ἐν Πρεβέζῃ διαπραγμα-
630τεύσεων.
631Δὲν ἐφρόντισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποχρεώσῃ τὰς Δυνάμεις
632διὰ ῥητῶν ὑποσχέσεων, ὅπως θεωρήσωσι τὰς ἐν Κωνσταν-
633τινουπόλει διαπραγματεύσεις ὡς διαπραγματεύσεις μεσο-
634λαβήσεως, καὶ ὅπως, ὡς τοιαύτας διεξαγάγωσιν αὐτὰς διὰ
635τῆς ἐνεργείας τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀντιπροσώπων
636αὐτῶν· ἐφρόντισεν ὅμως τοὐλάχιστον, καὶ ὡς ἀμέσους δια-
637πραγματεύσεις Ἑλλήνων καὶ Τούρκων θεωροῦσα αὐτὰς, νὰ
638ἐξασφαλίσῃ ἐκεῖνα, ὑπὲρ ὧν ἐπέμεινεν ἐν Πρεβέζῃ; Ἐφρόν-
639τισε νὰ ἐξασφαλίσῃ, ὅτι τὸ κῦρος τοῦ πρωτοκόλλου, περὶ
640τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ διαπραγματευθῶσιν οἱ ἀντιπρό-
641σωποι ἡμῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει, θ’ ἀνεγνωρίζετο παρ’
642ἐκείνων, μεθ’ ὧν ἠθέλομεν διαπραγματευθῆ; Ἀποστείλαν-
643τες τοὺς ἀντιπροσώπους ἡμῶν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν,
644ἔστω καὶ δι’ ἀμέσους διαπραγματεύσεις, ἀπεστείλαμεν
645αὐτούς, ἵνα διαπραγματευθῶσι περὶ τῆς πραγματοποιήσεως
646τοῦ Βερολινείου πρωτοκόλλου, ἀλλὰ πρὸ τῆς πραγματο-
647ποιήσεως ὑπῆρχε τὸ ζήτημα τοῦ κύρους αὐτοῦ, ζήτημα,
648ἐπὶ τοῦ ὁποίου, καὶ δικαίως, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχε
649δειχθῆ ἄκαμπτος ἐν Πρεβέζῃ. Ἆρα ἀπῄτησεν ἡ Κυβέρνη-
650σις παρὰ τῶν Δυνάμεων καὶ ἔλαβε παρ’ αὐτῶν ὑπόσχεσιν,
651ἀνέλαβον αἱ Δυνάμεις ὑποχρέωσιν, ὅπως ἐπιβάλωσιν εἰς
652τὴν Τουρκίαν τοὐλάχιστον τοῦτο, τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ
653κύρους τοῦ Βερολινείου πρωτοκόλλου; Οὐδὲν τούτων ἐγέ-
654νετο, καὶ διὰ τοῦτο ἐπί τινας συνεδριάσεις βλέπομεν τὰς
655παρατεταμένας ἐκείνας συζητήσεις, τῶν ἀντιπροσώπων Ἑλ-
656λάδος καὶ Τουρκίας, συζητήσεις, τὰς ὁποίας αὐτοὶ οἱ φίλοι
657ἡμῶν, αὐτοὶ οἱ συμβουλεύσαντες τὴν ἀποστολὴν τῶν ἀν-
658τιπροσώπων, ἀπεκάλεσαν πρὸς ἐμπαιγμὸν βυζαντινὰς, συ-
659ζητήσεις, αἵτινες εἰς οὐδὲν ἠδύναντο ν’ ἀπολήξωσιν πρακτι-
660κόν, καὶ αἵτινες ἐπὶ τέλους ἀπέληξαν εἰς τὴν ὑποχώρησιν
661τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐνῷ οὐδέποτε ὤφειλε νὰ
662ὑποχωρήσῃ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ἀπαντῶν εἰς
663ὅσα εἶπον κατὰ τὴν πρώτην ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ ἀγό-
664ρευσίν μου, ὑποδεικνύων τὰ θέματα ἐπὶ τῶν ὁποίων ὤφειλεν
665ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὐτῆς, ἠρνήθη, ὅτι
666πράγματι ὑπεχώρησεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ εἶπε, φέρετε τὰς
667ἀποδείξεις· καὶ φέρω τὰς ἀποδείξεις. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς
668Ἑλλάδος εἶπον τὸ πρῶτον, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει δύ-
669νανται νὰ δεχθῶσι συζήτησιν περὶ τροποποιήσεως, δύναν-
670ται μόνον νὰ δεχθῶσι συζήτησιν περὶ τοιαύτης ἢ τοιαύτης
671χαράξεως τῆς γραμμῆς, συμφώνως πρὸς τὸ πρωτόκολλον.
672Ἀλλ’ ἐν τέλει τῆς τετάρτης συνεδριάσεως τῆς ἐν Κωνσταν-
673τινουπόλει ἐπιτροπῆς «ἡ Α. Υ. ὁ Σαφβὲτ πασᾶς, λαμβάνων
674»τελευταῖος τὸν λόγον, ἀναγινώσκει τὴν ἑπομένην δήλωσιν,
675»προτείνων αὐτὴν εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῶν Ἑλλήνων πληρε-
676»ξουσίων. «Οἱ Ὀθωμανοὶ πληρεξούσιοι παρατηροῦσι μετ’
677»εὐχαριστήσεως, ὅτι οἱ Ἕλληνες αὐτῶν συνάδελφοι εἶναι
678»διατεθειμένοι νὰ προσεγγίσωσι πρὸς τὰς ὑπ’ αὐτῶν ἐκ-
679»φρασθείσας ἰδέας καὶ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ ζήτημα, θεω-
680»ροῦντες τὰς ἐνδείξεις τοῦ ιγʹ. Πρωτοκόλλου ὡς ἐπιδεκτικὰς
681»συζητήσεως καὶ τροποποιήσεως.» «Οἱ Ἕλληνες πληρεξού-
682»σιοι λαμβάνουσι τὴν δήλωσιν ταύτην πρὸς ἀναφορὰν καὶ
683»προτείνουσι τὴν ἀναβολὴν τῆς συνεδριάσεως μέχρι τῆς πα-
684»ραλαβῆς τῶν ὁδηγιῶν, ἃς αἰτήσουσι παρὰ τῆς Κυβερνή-
685»σεως αὐτῶν.»
686Κατὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν ἀνεκοινώθησαν αἱ ληφθεῖ-
687σαι ὁδηγίαι, αἵτινες ἦσαν ἀποφατικαί. «Ἡ Α. Ε. ὁ κ. Βράϊ-
688λας, λαβὼν τὸν λόγον, ἐκφράζεται οὑτωσί. «Λυποῦμαι ὀφεί-
689»λων νὰ εἴπω ὑμῖν, ὅτι ἡ ἀπάντησις τῆς ἡμετέρας Κυβερνή-
690»σεως εἰς τὴν δήλωσιν, ἣν ἐποιήσασθε τὴν τιμὴν νὰ ἐπι-
691»δώσητε ἡμῖν κατὰ τὸ τέλος τῆς τελευταίας συνεδριάσεως,
692»δὲν εἶναι καταφατική. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ἐνετάλημεν νὰ
693»προτείνωμεν ὑμῖν δήλωσιν, ἧς τὸ κείμενον, ἐγκριθὲν ἤδη
694»ὑπὸ τῆς Γαλλίας, τῆς Ῥωσίας, τῆς Ἰταλίας, τῆς Αὐστρο-
695»ουγγαρίας καὶ τῆς Γερμανίας, ἐγένετο ἀποδεκτὸν ὑπὸ τῆς
696»ἡμετέρας Κυβερνήσεως.» Ἀπεῤῥίφθη λοιπὸν ἡ δήλωσις τοῦ
697Σαφβὲτ πασᾶ, ἀλλ’ ἐνῷ ἀπεῤῥίφθη κατὰ τὴν συνεδρίασιν
698ἐκείνην, ἐν πρωτοκόλλῳ μεταγενεστέρας συνεδριάσεως ἀνα-
699γινώσκομεν τὰ ἑξῆς:
700«Ἡ Α. Υ. ὁ Σαφβὲτ πασᾶς παρακαλεῖ τὰς ΑΑ. ΕΕ. τοὺς
701Ἕλληνας πληρεξουσίους νὰ εὐαρεστηθῶσι καὶ αὖθις νὰ λά-
702βωσιν ὑπὸ σημείωσιν, ὅτι οἱ Ὀθωμανοὶ αὐτῶν συνάδελφοί
703εἰσιν ἕτοιμοι, ἕνεκα τοῦ ὑψηλοῦ κύρους, ὅπερ ἔχει ἡ ὑπὸ τῶν
704Δυνάμεων ἐκφρασθεῖσα εὐχὴ, νὰ λάβωσιν ὡς πρώτας βάσεις
705τῶν διαπραγματεύσεων αὐτῶν τὰς ἐνδείξεις τοῦ ιγʹ. πρω-
706τοκόλλου, ἤτοι νὰ μελετήσωσιν ὁμοῦ τὴν γενικὴν γραμμὴν
707τῶν κοιλάδων τοῦ Καλαμᾶ καὶ τοῦ Πηνειοῦ πρὸς ἀποδοχὴν
708ἢ τροποποίησιν αὐτῆς, καθ’ ὅσον ἤθελον ἀποδειχθῇ ὑπὸ τῆς
709συζητήσεως προωρισμένη ἢ μὴ ν’ ἀποκαταστήσῃ μεταξὺ
710τῶν δύο χωρῶν σχέσεις μονίμου καὶ ἀμοιβαίας ἀσφαλείας.
711«Ἡ Α. Ε. ὁ κ. Βράϊλας λέγει, ὅτι, ἐὰν δὲν εἶχεν ἀπόφα-
712σιν νὰ μὴ ἀνοίξῃ ἐκ νέου τὴν συζήτησιν, εὐκολώτατα ἠδύ-
713νατο ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι πανθ’ ὅσα ἔφθη εἰπὼν ἡ Α. Υ. ὁ Σαβ-
714φὲτ πασᾶς εἰσὶ ταυτόσημα πρὸς τὰς προηγουμένας δηλώσεις,
715ἀλλ’ ἀπέχει ν’ ἀναλύσῃ τοὺς λόγους τῆς Α. Υ. καὶ λαμβά-
716νει τὴν πρόσκλησιν αὐτοῦ πρὸς ἀναφοράν».
717Ἐλήφθησαν ὁδηγίαι καὶ ἀνεκοινώθησαν ἐν τῇ κατόπιν
718συνεδριάσει· δὲν εἶναι δὲ πλέον ἀποφατικὴ ἡ ἀπάντησις.
719«Τῆς συνεδριάσεως ἀρξαμένης τὴν μεσημβρίαν, ἀναγινώ-
720σκεται καὶ ἐπιδοκιμάζεται τὸ πέμπτον πρωτόκολλον.
721«Ἡ Α. Ε. ὁ κ. Βράϊλας, λαβὼν τὸν λόγον, λέγει, ὅτι αὐ-
722τὸς καὶ οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ καθῆκον ἐθεώρησαν νὰ ὑπο-
723βάλωσιν εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βασιλικῆς Κυβερνήσεως τὴν
724πρόσκλησιν, ἣν οἱ Ὀθωμανοὶ αὐτῶν συνάδελφοι εὐηρεστή-
725θησαν νὰ ἀπευθύνωσιν αὐτοῖς ἐν τῇ τελευταίᾳ συνεδριάσει,
726καὶ ὅτι εἰσὶν ἐντεταλμένοι νὰ ποιήσωνται τὴν ἑπομένην
727ἀπάντησιν.
728«Οἱ κκ. Ἕλληνες πληρεξούσιοι, λαμβάνοντες σημείωσιν
729»τῆς προσκλήσεως τῶν Ὀθωμανῶν αὐτῶν συναδέλφων, πα-
730ρακαλοῦσι τούτους νὰ γνωστοποιήσωσιν αὐτοῖς τὸ διά-
731»γραμμα τῆς μεθορίου γραμμῆς, ἣν εἰσὶ διατεθειμένοι νὰ
732»προτείνωσιν».
733«Ἡ Α. Ε. ὁ Σάββας πασσᾶς χαίρει τεκμηριῶν, ὅτι ἡ ἀ-
734πάντησις, ἣν ἤκουσεν ἐκ στόματος τῆς Α. Ε. τοῦ κ. Βράϊλα,
735εἶναι κατάλληλος ὅπως ἐπενέγκῃ τὴν τοσοῦτον ποθητὴν
736προσέγγισιν, διότι ἀποδέχεται τὴν θεωρίαν, ἣν εὐθὺς ἐξ
737ἀρχῆς τῆς συζητήσεως ὑπεστήριξαν οἱ Ὀθωμανοὶ πληρε-
738ξούσιοι».
739Ἐγένετο ἢ δὲν ἐγένετο ἡ ὑποχώρησις; παρεδέχθησαν ἢ
740δὲν παρεδέχθησαν οἱ Ἕλληνες πληρεξούσιοι τὰς προτάσεις
741τῶν Ὀθωμανῶν ἐπιτρόπων;
742§7ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι.
743§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀνέγνωσα τὰ ἔγγραφα, καὶ ἠξεύρομεν ἐκ
744τῶν κατόπιν, ὅτι ἡ συζήτησις γίνεται περὶ τῶν τροποποιή-
745σεων, ὅτι ἡ συζήτησις ἐν Κωνσταντινουπόλει σήμερον πε-
746ριστρέφεται εἰς τὰ τῆς γραμμῆς τοῦ Βερολίνου, οὐχὶ ὅπως
747καθορισθῇ αὕτη συμφώνως πρὸς τὰ ἐν Βερολίνῳ ἐνδειχθέν-
748τα, ἀποδεκτοῦ γενομένου τοῦ ὑποχρεωτικοῦ κύρους αὐτῶν,
749ἀλλ’ ὅπως ἐξευρεθῇ ἐὰν πρέπῃ νὰ τροποποιηθῇ, καὶ πῶς
750δύναται νὰ τροποποιηθῇ. Ὑπεχώρησε λοιπὸν ἡ Ἑλληνικὴ
751Κυβέρνησις ἐν Κωνσταντινουπόλει, καὶ σήμερον αἱ διαπραγ-
752ματεύσεις διεξάγονται ἄλλως, ἢ ὅπως διεξήγοντο ἐν Πρε-
753βέζῃ, ὅπου ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδὲ βῆμα ὑπεχώρησε.
754Τὸ κῦρος τοῦ πρωτοκόλλου ἀμφισβητεῖται σήμερον, καὶ
755ἀμφισβητεῖται τῇ ἐπινεύσει καὶ αὐτῆς τῆς Ἑλληνικῆς Κυ-
756βερνήσεως, ἐνῷ κατὰ τὰς ἐν Πρεβέζῃ διαπραγματεύσεις, ἡ
757Ἑλληνικὴ τοὐλάχιστον Κυβέρνησις δὲν εἶχε δώσει τὴν συ-
758ναίνεσιν αὐτῆς εἰς τὴν ἀμφισβήτησιν τοῦ κύρους τοῦ πρω-
759τοκόλλου τοῦ Βερολίνου.
760Ἐγένετο δὲ ἡ ὑποχώρησις αὕτη ἐν ἐποχῇ ἐπιβλαβεῖ καθ’
761ὅλα, ἐγένετο ἐν ἐποχῇ συμπιπτούσῃ πρὸς ἐσωτερικὴν κα-
762τάστασιν τοῦ Κράτους συνδεομένην μετὰ τῆς συγκροτή-
763σεως τῆς παρούσης Βουλῆς. Ἐν τῷ ἐσωτερικῷ διεξήγοντο
764αἱ ἐκλογαί, καὶ δὲν ἐσύμφερεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διακο-
765πῶσι τότε αἱ διαπραγματεύσεις, διὰ νὰ δύνηται νὰ πιστευ-
766θῇ τὸ ἀπὸ τοῦ βήματος κατὰ κόρον ἐπαναληφθὲν παρὰ
767τῶν Ὑπουργῶν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη, πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ ζη-
768τήματος, νὰ διαμένωσιν αὐτοὶ ἐν τῇ Κυβερνήσει.
769Ἐξωτερικῶς ὅμως ἔβλαψεν ἡ ὑποχώρησις σπουδαιότερον
770ἔτι, καὶ ἰδίως ὡς ἀναβαλοῦσα τὴν διακοπὴν τῶν διαπραγ-
771ματεύσεων καὶ τὴν κατόπιν τῆς δεδικαιολογημένης διακο-
772πῆς ἀνάγκην τῆς μεσολαβήσεως τῶν Δυνάμεων. Ἡ ἐποχὴ
773ἦτο τότε εὔνους πρὸς τὴν μεσολάβησιν, ἐνῷ ἔκτοτε ἐπῆλ-
774θε κατάστασις εὐρωπαϊκὴ, ὑφισταμένη καὶ σήμερον, καθ’ ἣν,
775ἐὰν ἐπέλθῃ ἡ διακοπή, δὲν δύναται νὰ φέρῃ τὰ ἀποτελέ-
776σματα, τὰ ὁποῖα ἤθελε φέρει πρὸ τῆς καταστάσεως ταύ-
777της. Τὴν δὲ κατάστασιν ταύτην καθορίζει ἡ Γερμανοαυ-
778στριακὴ συνεννόησις. Ὡς ἐκ τῆς συνεννοήσεως ἐκείνης, ἡ
779Γαλλία, ἡ μόνη κεκηρυγμένη προστάτις τῆς Ἑλλάδος, εὑ-
780ρίσκεται μεμονωμένη ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ· ἐὰν ὅμως ἡ
781διακοπὴ ἐπήρχετο πρὸ τῆς συνεννοήσεως, θὰ εἶχεν ἡ Γαλ-
782λικὴ Κυβέρνησις ὑποστηρίξεις ἐν Εὐρώπῃ, ὧν σήμερον στε-
783ρεῖται. Ὑπῆρξε λοιπὸν ἐπιζημιωτάτη ἡ διακοπὴ, τοσούτῳ
784μᾶλλον, ὅσῳ σήμερον δὲν ἐξήρτηται ἀφ’ ἡμῶν ἡ διόρθωσις
785τοῦ γενομένου κακοῦ. Δύνανται πάλιν αἱ εὐρωπαϊκαὶ περι-
786στάσεις νὰ μετατραπῶσι, καὶ νὰ εὕρωμεν νέαν εὐκαιρίαν
787ὁμοίαν τῆς προτέρας, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ συντε-
788λέσωμεν εἰς τὴν μετατροπὴν, καὶ εἴμεθα κατὰ τοῦτο ἐντε-
789λῶς ἐκτεθειμένοι εἰς τὰ μειδιάματα τῆς τύχης.
790Ὑπῆρξεν ὅμως αὕτη ἡ μόνη ὑποχώρησις τῆς Ἑλλάδος,
791διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει; Ἐγέ-
792νετο καὶ ἄλλη ὑποχώρησις ἐπίσης σχεδὸν ἐπιβλαβὴς, διότι
793ἀπέδειξε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος,
794μὴ σπουδαιολογοῦν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Οἱ ἀντι-
795πρόσωποι τῆς Ἑλλάδος, προκληθέντες κατόπιν τῶν ὑπο-
796χωρήσεων, περὶ ὧν ἀνέγνωσα περικοπὰς ἐκ τῶν πρωτοκόλ-
797λων, ἵνα διατυπώσωσιν ἐπὶ τοῦ χάρτου τὴν γραμμήν, ὅπως
798ἡ Ἑλλὰς ἀντελαμβάνετο αὐτῆς συμφώνως πρὸς τὴν συν-
799θήκην τοῦ Βερολίνου, εἶπον ὅτι, κατὰ τὰ ἐν Βερολίνῳ ἐν-
800δειχθέντα, ἡ γραμμή, χαραττομένη ἐπὶ τοῦ χάρτου, ἔχει
801οὕτω, μετά τινας δὲ ἡμέρας παρουσιάζονται πάλιν ἐνώπιον
802τοῦ Συνεδρίου οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος, καὶ χωρὶς
803οὐδὲν νὰ ἀποκτήσωσι παρὰ τῆς Τουρκίας, χωρὶς κἂν νὰ ἀ-
804ποκτήσωσι παρ’ αὐτῆς τὴν χάραξιν γραμμῆς, ἣν αὕτη ἐ-
805θεώρει ὡς ὑποχρεωτικὴν δι’ ἑαυτὴν, ποιοῦνται ὑποχώρησιν
806ὡς πρὸς τὴν γραμμὴν ἐκείνην καὶ προτείνουσι γραμμὴν ἄλ-
807λην στενοτέραν. Πότε οἱ ἀντιπρόσωποι εἶχον δίκαιον; ὅτε
808ἐχάραττον τὴν πρώτην γραμμὴν καὶ ἔλεγον, ὅτι ἐκείνη
809εἶναι ἡ γραμμὴ τοῦ Βερολίνου, ἢ ὅτε ἐχάραττον τὴν δευ-
810τέραν γραμμήν; Ἐὰν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος εἶχον
811ὑποχωρήσει κατόπιν συμβιβασμοῦ ἐν ταῖς διαπραγματεύ-
812σεσι, θὰ ἐνόουν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ πεποιθήσεως, ὡς
813πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ πρωτοκόλλου, ἀλλ’ ὅτι πρόκειται περὶ
814ὑποχωρήσεως ἀπὸ τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ εἰς τὸ
815πρωτόκολλον ἀπέδιδον. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἐγένετο συμβιβασμὸς,
816διότι ἡ Τουρκία οὐδεμίαν συγκατετίθετο νὰ ποιήσηται ὑπο-
817χώρησιν πρὸς τὴν Ἑλλάδα, οὐδεμίαν νὰ ποιήσηται ἀναγνώ-
818ρισιν ὅρου τινὸς ὡς ὑποχρεωτικοῦ, καὶ ὅμως οἱ ἀντιπρόσω-
819ποι ἡμῶν, ἵνα διευκολύνωσι τὰς διαπραγματεύσεις, προτεί-
820νουσι νέαν γραμμήν, ἀποδεικνύοντες τοιουτοτρόπως, ὅτι,
821ὅτε ἐπρότειναν τὴν πρώτην, δὲν ἐσπουδαιολόγουν, διότι
822προτείνουσι τὴν νέαν γραμμὴν ὡς τὴν γραμμὴν τὴν ἀντα-
823ποκρινομένην πρὸς τὴν ἰδέαν τῶν ἐν Βερολίνῳ συνταξάντων
824τὸ πρωτόκολλον. Δὲν ἐξετάζω, ἂν ἡ δευτέρα αὕτη γραμ-
825μὴ καλῶς ἢ κακῶς ἐχαράχθη, διότι δὲν πρόκειται σήμερον
826νὰ μελετήσωμεν τὰ περὶ τούτου· ἀλλὰ λέγω, ὅτι δὲν εἶχε
827τὸ δικαίωμα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ παραστήσῃ τὸ
828Κράτος ὡς ἐπιπολαίως ἐργαζόμενον ἐν τοιούτῳ ζητήματι.
829Ἐκ λάθους ἐχάραξε τὴν πρώτην γραμμήν; εἶναι ὑπόλογος
830διὰ τὸ λάθος. Ὑπεχώρησεν ἀπέναντι τῆς γείτονος Δυνά-
831μεως ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσιν; ὤφειλε νὰ μᾶς δείξῃ, τί
832ἀπέκτησεν ἀπέναντι τῆς ὑποχωρήσεως ταύτης. Ἀλλ’ οὐδὲν
833ἀπέκτησεν· ἀπέδειξε μόνον ἑαυτὴν μὴ ἔχουσαν πεποίθησιν
834εἰς τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἐπρότεινεν εἰς τὴν Τουρκίαν,
835ἑπομένως ἐστέρησε τὴν γνώμην τῆς Ἑλλάδος τοῦ κύρους
836αὐτῆς ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσιν.
837Εἰς πάντα ταῦτα, τί ἀντιτάττει ἡ Κυβέρνησις πρὸς δι-
838καιολογίαν ἑαυτῆς; Ὡς γινώσκομεν ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τοῦ
839κ. Ὑπουργοῦ, ἀντιτάττει τὴν δοθεῖσαν πρὸς αὐτὴν γνώμην
840παρὰ τῶν μεγάλων Δυνάμεων, καὶ ἰδίως παρὰ τῶν φιλικώ-
841τερον διατεθειμένων πρὸς τὴν Ἑλλάδα Δυνάμεων. Ἐσφαλ-
842μένην ἔχει ἰδέαν ἡ Κυβέρνησις περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν
843ὁποῖον ὀφείλει νὰ προσφέρηται ἡ Κυβέρνησις ἀσθενοῦς Κρά-
844τους πρὸς τὰς Κυβερνήσεις φιλικῶν αὐτῷ Κρατῶν, καίτοι
845μεγαλειτέραν πολὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐχόντων ἰσχύν.
846Δὲν ἀληθεύει, ὅτι τὰ Κράτη ἐκεῖνα ἀπαιτοῦσι παρὰ τῆς
847χώρας, τὴν ὁποίαν θέλουσι νὰ συνδράμωσι, τυφλὴν ὑπακοὴν,
848δουλικὴν καθυπόταξιν. Δὲν ἀληθεύει, ὅτι ἐπιθυμοῦσι νὰ
849βλέπωσι τὴν χώραν ἐκείνην τεταπεινωμένην καὶ παραιτοῦ-
850σαν τὰ κυριαρχικὰ αὐτῆς δικαιώματα. Τοὐναντίον ἀλη-
851θεύει, ὅτι αἱ φιλικῶς διακείμεναι πρὸς τὴν Ἑλλάδα Δυνά-
852μεις ἐπιθυμοῦσι νὰ βλέπωσιν αὐτὴν προασπίζουσαν τὰ δι-
853καιώματα αὐτῆς, οὐχὶ μόνον ἀπέναντι ἄλλων ἐπικρατειῶν,
854ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι αὐτῶν τῶν ἰδίων, διότι μόνον ἐκ τῆς
855τοιαύτης προασπίσεως δύνανται καὶ αὗται νὰ ὁδηγῶνται
856περὶ τοῦ πρακτέου, καὶ δύνανται ἐνίοτε νὰ βοηθῶνται ἐκ
857τῆς πιέσεως ἡμῶν ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῶν ἐν γένει ἐξωτερι-
858κῶν ὑποθέσεων τοῦ ἰδίου αὐτῶν Κράτους. Τὰ Κράτη ἐκεῖνα
859δὲν ἔχουσι μίαν μόνον ἐξωτερικὴν ὑπόθεσιν, εἰς ἣν διαφέ-
860ρονται. Διεφέρετο ἡ Γαλλία ὄχι μόνον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν
861ζήτημα, ἀλλὰ καὶ εἰς πολλὰ ζητήματα συγχρόνως. Διεφέ-
862ρετο εἰς τὴν ἐκκένωσιν τοῦ Ὀθωμανικοῦ ἐδάφους ἀπὸ τῶν
863Ῥωσσικῶν στρατευμάτων, διεφέρετο εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν
864τοῦ Αἰγυπτιακοῦ ζητήματος, διεφέρετο εἰς τὴν λύσιν τοῦ ἐν
865Τουρκίᾳ οἰκονομικοῦ ζητήματος, διεφέρετο εἰς τὰς διεξαγο-
866μένας διαπραγματεύσεις ἐν τῇ κεντρῴᾳ Εὐρώπῃ, καὶ τὰς
867συναπτομένας καὶ τὰς χαλαρουμένας συμμαχίας. Μεταξὺ
868τῶν ζητημάτων τούτων κατεῖχε θέσιν καὶ τὸ Ἑλληνικὸν
869ζήτημα. Ἀλλ’ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος πε-
870ριέμενεν ὅπως αὕτη φροντίζῃ ἀποκλειστικῶς περὶ τοῦ Ἑλ-
871ληνικοῦ συμφέροντος. Εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἀνῆκε
872νὰ ἐνθυμίζῃ εἰς τὴν Γαλλίαν, ἔστω καὶ πιέζουσα αὐτὴν, τὰ
873τῆς διεξαγωγῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ ζητήματος. Αἱ μεγάλαι Δυ-
874νάμεις δὲν δυσαρεστοῦνται ὅταν βλέπωσι μικρὰ Κράτη
875φροντίζοντα περὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν. Δυσαρεστοῦνται
876ὅταν βλέπωσι ταῦτα πλεονεκτοῦντα καὶ θέλοντα νὰ ἐπω-
877φεληθῶσιν ἐκ τῆς φιλίας καὶ τῆς συνδρομῆς τῶν ἰσχυρῶν,
878ὅπως ἀδικήσωσιν ἄλλους· ὅταν ὅμως βλέπωσιν αὐτὰ ὑπὲρ
879τῶν δικαιωμάτων ἑαυτῶν μεριμνῶντα, σέβονται αὐτά, καὶ
880ἀναλόγως τοῦ σεβασμοῦ αὐτῶν, τοῖς προσφέρονται. Ἂν ἡ
881Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχε γνώμην, οἵαν ἔχει τὸ σημερινὸν
882Ὑπουργεῖον περὶ τῆς πρὸς τὰς φιλίας καὶ κραταιὰς Δυνάμεις
883τυφλῆς ὑποταγῆς, ὅτε διεξήγετο ἡ διαπραγμάτευσις περὶ
884τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ὑπὸ
885ποίους ὅρους ἤθελον παραχωρηθῆ αἱ Ἰόνιοι νῆσοι εἰς τὴν
886Ἑλλάδα; Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις εἶχεν ὑπογράψει μετὰ
887τῶν Μεγάλων Δυνάμεων συνθήκην περιέχουσαν ὅρους λίαν
888ἐπιβλαβεῖς εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς. Ἡ Ἑλ-
889λὰς ἐπιέζετο παρὰ τῆς Ἀγγλίας, ἵνα ὑπογράψῃ συνθήκην
890ὁμοίαν ἐκείνης, καὶ ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἀντετάχθη πρὸς τὴν Ἀγ-
891γλίαν, ἡ Ἀγγλία ἐθυμώθη, ἠπείλησεν, ἀλλὰ δὲν διέκοψε
892καὶ τὰς διαπραγματεύσεις, διαπραγματευομένη δέ, ὑπεχώ-
893ρησε καὶ ἀπεδέχθη, τέλος, σχεδὸν ἁπάσας τὰς ἀπαιτήσεις
894τῆς Ἑλλάδος· περαιωθεισῶν δὲ τῶν διαπραγματεύσεων, ἐπῄ-
895νεσε τὴν Ἑλλάδα, διότι οὕτως ἐπολιτεύθη καὶ ἰδίως ἀπέ-
896ναντι αὐτῆς, καὶ ἐπῄνεσεν αὐτὴν οὐχὶ προφορικῶς μόνον,
897ἀλλὰ καὶ ἐγγράφως, καὶ εἶπεν, ὅτι καθῆκον εἶχεν ἡ Ἑλλὰς
898νὰ ἐργασθῇ, ὅπως εἰργάσθη, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρ-
899νησις καθῆκον εἶχε πρὸς ἑαυτὴν καὶ πρὸς τὰς ἄλλας Δυνά-
900μεις νὰ μὴ ἐνδώσῃ, εἰμὴ ἀφοῦ ἀντέταττε πάσας τὰς ἐναν-
901τιότητας, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀντιτάξει. Αἱ Δυνάμεις ἔχουσιν
902ἐνίοτε ἀνάγκην καὶ νὰ πιέζωνται παρ’ ἐκείνων, οἵτινες διεκ-
903δικοῦσι δικαιώματα καὶ ὑπὲρ ὧν ἐνδιαφέρονται, διότι δὲν
904πρόκειται νὰ ἐργασθῶσι πάντοτε μόναι· χρήζουσι τῆς πιέ-
905σεως ταύτης ἀπέναντι τῶν ἄλλων Δυνάμεων, μεθ’ ὧν συν-
906εργάζονται, δὲν δύνανται ὅμως νὰ προκαλέσωσιν αὐταὶ
907τὴν πίεσιν· τοῦτο δ’ ὀφείλουσι νὰ γνωρίζωσι καὶ νὰ πράτ-
908τωσιν οἱ ἔχοντες τὸ ἄμεσον συμφέρον, μὴ προσέχοντες εἰς
909τὰς δυσαρεσκείας, τὰς ὁποίας προσκαίρως δύναται νὰ γεννᾷ
910ἡ τοιαύτη ἐνέργεια. Αἱ Κυβερνήσεις τῶν Μεγάλων Δυνά-
911μεων ἔχουσιν ἐνίοτε καὶ ἐσωτερικὰς ἀντιδράσεις, καὶ χρή-
912ζουσι τῆς πιέσεως, ἣν δύναται νὰ προκαλέσῃ τὸ μικρὸν
913Κράτος, εἰς ὃ θέλουσι νὰ παράσχωσι συνδρομὴν, ἵνα δικαιο-
914λογήσωσι ἀπέναντι τῶν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ κομμάτων τὴν
915πολιτικὴν αὐτῶν. Ὀφείλουσι λοιπὸν τ’ ἀσθενῆ Κράτη οὐδέ-
916ποτε νὰ παραιτῶνται τὴν πρωτοβουλίαν αὐτῶν, καὶ δὲν
917ἐπιτρέπεται εἰς τὰς Κυβερνήσεις αὐτῶν νὰ ἐκφράζωνται,
918ὅπως ἠκούσαμεν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ,
919εἰπόντος ὅτι ἤρκει, ὅτι αἱ μεγάλαι Δυνάμεις τοῦτο ἐσυμ-
920βούλευον, ὥστε νὰ ἦναί τις παράφρων, ἵνα πράξῃ ἄλλως.
921Ἡ τοιαύτη περὶ τῶν σχέσεων τῶν μικρῶν Κρατῶν πρὸς
922τὰ μεγάλα Κράτη ἰδέα τῆς νῦν Κυβερνήσεως ἔφερεν ἀποτε-
923λέσματα ἐπιζήμια εἰς τὸν τόπον, ὄχι μόνον ἐν τῷ ζητή-
924ματι τούτῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν ἄλλοις ζητήμασι, στενῶς συνδε-
925δεμένοις πρὸς τὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ. Αἱ Δυνάμεις προσφέρουσιν
926εἰς ἕκαστον Κράτος τὸν σεβασμὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον τὸ
927Κράτος ἐν τῷ δικαιώματι αὐτοῦ διεκδικεῖ ὑπὲρ ἑαυτοῦ. Ὅ-
928ταν Κράτος τι οὐδὲν ἀξιοῖ ὑπὲρ ἑαυτοῦ, παρορᾶται καὶ κατ’
929αὐτὰς τὰς εἰς αὐτὸ ἀφορώσας διαπραγματεύσεις. Ἡ Ἑλ-
930ληνικὴ Κυβέρνησις ὀλιγωρεῖται ὁλοτελῶς ἐν πάσαις ταῖς
931περὶ τῶν τῆς Ἀνατολῆς διαπραγματεύσεσιν, ἐν αἷς ὅμως ὕ-
932πατα ἔχει συμφέροντα ἡ Ἑλλάς. Ἐν Αἰγύπτῳ ἔχει ἡ Ἑλ-
933λάς, ἔχει ὁ Ἑλληνισμὸς συμφέροντα μέγιστα, καὶ ἠθικὰ
934καὶ ὑλικά, διεξάγονται ὅμως διαπραγματεύσεις περὶ Αἰ-
935γύπτου ὑπὸ τῶν μεγάλων Δυνάμεων χωρὶς οὐδόλως νὰ ἐρω-
936τᾶται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, χωρὶς οὐδόλως νὰ παρεμ-
937βάλληται ὡς συμπράκτωρ τῶν διασκέψεων καὶ τῶν ἀποφά-
938σεων. Ὁ Ἑλληνισμὸς, ἐν Αἰγύπτῳ, εἶναι σπουδαῖον στοι-
939χεῖον τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ· ὁ Ἑλληνισμός, ὁ ἐν Αἰγύπτῳ,
940παρέχει καὶ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος σπουδαίαν συνδρο-
941μὴν, ἰδίως ὅμως παρέχει συνδρομὴν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ
942Ἑλληνισμοῦ τοῦ ἐκτὸς τοῦ Κράτους. Ἡ ἰδέα αὕτη τῆς ἐκ-
943τάσεως τῶν σχέσεων ἡμῶν ἐν Αἰγύπτῳ, αὐτὸ τὸ γεγονὸς
944τῆς ἰσχύος τῶν αὐτόθι Ἑλλήνων συντελεῖ εἰς τὴν ἐπαύξη-
945σιν τῆς ἰσχύος τοῦ Κράτους, συντελεῖ καὶ εἰς τὴν ἐμψύ-
946χωσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἁπανταχοῦ.
947Ἀλλ’ ὑπὲρ τῶν ἐν Αἰγύπτῳ Ἑλληνικῶν συμφερόντων τί
948ἔπραξεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ τί ἔπραξαν αἱ Κυβερ-
949νήσεις τῆς Εὐρώπης ὡς πρὸς τὰ ἐν Αἰγύπτῳ Ἑλληνικὰ
950συμφέροντα; Διεξήγαγον διαπραγματεύσεις πολυειδεῖς, δια-
951πραγματεύσεις ἀφορώσας εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας ἐ-
952κείνης, διαπραγματεύσεις ἀφορώσας εἰς τὰ συμφέροντα τῶν
953ἰδιωτῶν, τῶν ξένων ὑπηκόων ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ· διεξήγα-
954γον διαπραγματεύσεις καὶ προέβησαν εἰς ἀποφάσεις δια-
955φερούσας εἰς τὴν Ἑλλάδα, τουτέστιν εἰς τοὺς ἐν Αἰγύπτῳ
956Ἕλληνας διὰ ποσὰ μεγαλείτερα ἢ τὰ ποσὰ, δι’ ἃ ἐν-
957διεφέροντο οἱ ὑπήκοοι ὅλων τῶν ἄλλων ἐπικρατειῶν τῆς
958Εὐρώπης ὁμοῦ· καὶ ἐν τούτοις ἡ Ἑλλὰς δὲν ἠρωτήθη· ἐνῷ
959δὲ δὲν ἠρωτήθη, ἐζητήθη ἡ ὑπογραφὴ αὐτῆς, ὅταν ἡ ὑπο-
960γραφὴ αὕτη ἦτο ἀναγκαία πρὸς τὸ κῦρος τῆς ἀποφάσεως,
961συνεπείᾳ τῶν διεθνῶν αὐτῆς δικαιωμάτων. Μόνον ἐνεθυμή-
962θησαν τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν αἱ Δυνάμεις, ὅταν οἱ ὑ-
963πήκοοι αὐτῶν, χορηγήσαντες εἰς τὴν Αἰγυπτιακὴν Κυβέρ-
964νησιν δάνειον, ἤθελον νὰ ἐξασφαλίσωσιν ὑπὲρ τοῦ δανείου
965ὑποθήκας ἐπὶ τῆς περιουσίας τοῦ Χεβίδου, ἐφ’ ἧς Ἕλλη-
966νες ὑπήκοοι εἶχον δικαιώματα προτεραιότητος· μόνον τότε
967ἐνεθυμήθησαν τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἵνα τὴν προσκα-
968λέσωσι νὰ ὑπογράψῃ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου παρῃτεῖτο
969τῶν δικαιωμάτων τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐπὶ τῶν ὑποθη-
970κῶν ἐκείνων. Αἱ δυνάμεις, ὧν ἦσαν ὑπήκοοι οἱ συνομολογή-
971σαντες τὸ δάνειον, ἠξίωσαν παρὰ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερ-
972νήσεως τὴν διαγραφὴν τῶν προγενεστέρων ὑποθηκῶν· αἱ
973ἄλλαι ὅμως Δυνάμεις, αἵτινες δὲν εἶχον τὸ συμφέρον τοῦτο,
974ἀμέσως παρέστησαν, ὅτι δὲν συνήνουν εἰς τὴν κατάργησιν
975τῶν δικαιωμάτων τῶν ὑπηκόων των χάριν τῶν νεωτέρων
976δανειστῶν, καὶ κατόπιν τῶν παραστάσεων τούτων διεξή-
977χθησαν διαπραγματεύσεις, καὶ ἐγένοντο διακρίσεις τῶν ὑ-
978ποθηκῶν τῶν πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς ὑπογραφῆς τῆς περὶ τῶν
979δανείων συμβάσεως κατὰ Φεβρουάριον καὶ τῶν μετὰ τὴν
980ἡμέραν τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως ἐκείνης. Ἡ διάκρι-
981σις αὕτη ἐγένετο ἐντελῶς πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ὑπηκόων
982τῶν Δυνάμεων, αἵτινες τὴν ἐζήτουν, καὶ παραγνωριζομένων
983ἐντελῶς τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος, ἐν ἀγνοίᾳ διατελούσης
984τῶν γενομένων. Ἀφοῦ δὲ ἐγένετο ἡ διάκρισις αὕτη, καὶ ἀφοῦ
985διὰ τῆς διακρίσεως ἐπρόκειτο νὰ καταργηθῶσι κεκτημένα
986δικαιώματα Ἑλλήνων ὑπηκόων διὰ πολλὰ ἑκατομμύρια
987φράγκων, δι’ ἑκατομμύρια ἄνω τῶν 6, τότε μόνον ἐνεθυμή-
988θησαν τὴν Ἑλλάδα, οὐχὶ ἵνα διαπραγματευθῇ καὶ αὕτη καὶ
989ἀποφανθῇ περὶ τῆς διακρίσεως ἢ προτείνῃ ἄλλην τινὰ
990γνώμην, ἀλλὰ μόνον, ἵνα ὑπογράψῃ τὴν παραίτησιν τῶν δι-
991καιωμάτων τῶν ὑπηκόων αὑτῆς, χάριν τῶν συνομολογησάν-
992των τὸ πρὸς τὴν Αἰγυπτιακὴν Κυβέρνησιν δάνειον ὑπηκόων
993ἄλλων Δυνάμεων· ἡ δ’ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐδέχθη ἑπο-
994μένη τῇ ἀρχῇ τῆς τυφλῆς ὑπακοῆς πρὸς τὰς Μεγάλας Δυ-
995νάμεις, ἀφοῦ ἐζήτησε παρὰ τῶν Δυνάμεων ἐκείνων νὰ ἐγ-
996γυηθῶσιν, ὅτι καὶ οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι, ὧν ἀπεμπολοῦντο
997τὰ δικαιώματα, θέλουσι τύχει τῆς αὐτῆς προστασίας, ἧς
998θέλουσι τύχει καὶ οἱ ὑπήκοοι τῶν Δυνάμεων ἐκείνων. Αἱ Δυ-
999νάμεις ἐκεῖναι εἶχον συμφέρον εἰς τὴν θυσίαν ταύτην τῶν
1000δικαιωμάτων τῶν ὑπηκόων αὑτῶν, διότι ἐθυσίαζον ἐλάχι-
1001στα συμφέροντα ἰδίων ὑπηκόων, χάριν μεγίστων συμφερόν-
1002των ἄλλων αὑτῶν ὑπηκόων. Ἡμεῖς ὅμως ἐπρόκειτο νὰ θυ-
1003σιάσωμεν δικαιώματα ὑπηκόων ἡμῶν χάριν ὑπηκόων ξένων
1004Κρατῶν, διότι οὐδεὶς Ἕλλην ὑπήκοος ἐνδιαφέρεται εἰς τὰ
1005τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου. Ἀλλ’ ἐνῷ οὐδὲ κἂν ἐκλή-
1006θημεν εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, ἐδέχθημεν νὰ ὑπογράψω-
1007μεν τὰ συμφωνηθέντα, ἀρκούμενοι ὅτι θέλομεν τύχει τῆς
1008αὐτῆς προστασίας, ἧς θέλουσι τύχει καὶ οἱ ὑπήκοοι τῶν
1009ἄλλων Δυνάμεων. Τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλληνικὴ
1010Κυβέρνησις παρῄτει διὰ τῆς ὑπογραφῆς ταύτης, δικαιώμα-
1011τα Ἑλλήνων ὑπηκόων, ἀνέρχονται εἰς 240,000 λιρῶν,
1012ἐνῷ ὑπάρχει μεγάλη Δύναμις, ἧς οἱ ὑπήκοοι οὐδὲν ἔχουσι
1013συμφέρον, ἑτέρα μεγάλη Δύναμις, ἧς οἱ ὑπήκοοι ἐνέχονται
1014μόνον διὰ 1,000 λίρας, ἑτέρα μεγάλη Δύναμις, ἧς οἱ
1015ὑπήκοοι ἐνέχονται διὰ 13,000 λιρῶν, ἡ Ἰταλία, ἧς οἱ ὑπή-
1016κοοι ἐνέχονται διὰ 60,000 λιρῶν, καὶ ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ
1017Γαλλία, ὧν ἑκάστης οἱ ὑπήκοοι ἐνέχονται διὰ 80,000 λι-
1018ρῶν· ἀλλ’ ὅλων ὁμοῦ τῶν μεγάλων Δυνάμεων οἱ ὑπήκοοι δὲν
1019ἐνδιαφέρονται εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ ποσὸν ἴσον πρὸς
1020τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον παρῄτει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐν
1021ὀνόματι τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων.
1022Τί ἀπήλαυσεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπέναντι τοιαύτης
1023θυσίας; Ἀπήλαυσέ τι ἐν τῷ ζητήματι τῷ διεξαγομένῳ ἐν
1024Κωνσταντινουπόλει; Βεβαίως οὐδὲν ἀπήλαυσε, διότι οὐδὲν
1025ἐπέτυχεν ἐν Κωνσταντινουπόλει. Μόνον βήματα πρὸς τὰ
1026ὀπίσω ἐγένοντο ἐκεῖ. Ἀπήλαυσέ τι τοὐλάχιστον ἐν Αἰγύ-
1027πτῳ; ἀπήλαυσε τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἀρχῆς, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ
1028Κυβέρνησις θέλει εἶσθαι συμπράττουσα ἐν πᾶσι τοῖς ἐκεῖ ἀπὸ
1029κοινοῦ ὑπὸ τῶν Δυνάμεων γινομένοις; Εἶπε τοὐλάχιστον
1030πρὸς τὰς Δυνάμεις, ὅτι ἀφοῦ ἔχετε ἀνάγκην τῆς ὑπογρα-
1031φῆς μου, βλέπετε, ὁποῖα ἐγὼ ἔχω συμφέροντα ἐκεῖ, καὶ
1032ὀφείλετε νὰ ἀναγνωρίσητε καὶ ὑπὲρ ἐμοῦ συμμετοχὴν εἰς
1033πάντα τὰ παρ’ ὑμῶν διενεργούμενα καὶ ἀφορῶντα καὶ εἰς
1034ἐμέ. Τὰ συμφέροντά μου εἶναι μεγαλείτερα τῶν συμφερόν-
1035των οἱασδήποτε ἄλλης Δυνάμεως ἐκεῖ, καὶ ἑπομένως οὐδὲν
1036πράττετε ἄτοπον, δίδοντες καὶ εἰς ἐμὲ θέσιν ἴσην πρὸς τὴν
1037θέσιν τῶν μεγάλων Δυνάμεων ἐν Αἰγύπτῳ; Οὐδὲν ὅμως
1038τούτων ἔπραξε. Νομίζει δὲ, ὅτι δικαιολογεῖται διὰ τῆς ἀρ-
1039χῆς τῆς τυφλῆς ὑπακοῆς εἰς τὰς μεγάλας Δυνάμεις.
1040Κακῶς λοιπὸν ἐπολιτεύθη ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ
1041ἐν Βερολίνῳ Συνεδρίου, καὶ δὲν παρεσκεύασεν ἑαυτῇ τὴν θέ-
1042σιν, ἣν ὤφειλε νὰ παρασκευάσῃ καὶ ἠδύνατο νὰ κατακτή-
1043σῃ. Κακῶς ἐπολιτεύθη, ἀποδεχθεῖσα, ἵνα εἰσέλθῃ ὑπὸ ὅρους
1044ἐπιβλαβεῖς καὶ ταπεινωτικοὺς εἰς τὸ Συνέδριον ἐκεῖνο. Κα-
1045κῶς ἐπολιτεύθη ἐν τῷ Συνεδρίῳ, μὴ ὑποστηρίξασα ἐν αὐτῷ,
1046ὡς ἠδύνατο, τὰ δικαιώματα τοῦ ἑλληνισμοῦ. Κακῶς ἐπο-
1047λιτεύθη κατόπιν ἐν Πρεβέζῃ, μὴ διακόψασα τὰς διαπραγ-
1048ματεύσεις ταχέως καὶ ἐπιτρέψασα, ἵνα ἀμφισβητηθῶσι τὰ
1049κυριαρχικὰ τοῦ Κράτους δικαιώματα ἐπὶ τοῦ Ἀμβρακικοῦ
1050κόλπου καὶ προσβληθῇ ἄνευ ἀποχρώσης ἱκανοποιήσεως ἡ
1051σημαία αὐτῆς. Κακῶς ἐπολιτεύθη, ἀποδεχθεῖσα τὰς ἐν Κων-
1052σταντινουπόλει διαπραγματεύσεις. Κακῶς ἐπολιτεύθη κατὰ
1053τὰς ἐν Κων)πόλει διαπραγματεύσεις. Κακῶς ἔπραξεν, ὑποχω-
1054ρήσασα ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἀπολύ-
1055τως ὑποχρεωτικοῦ κύρους τοῦ ιγʹ. πρωτοκόλλου. Κακῶς ἐπο-
1056λιτεύθη, ἀποδεχθεῖσα τὴν ἀρχὴν τῆς τυφλῆς ὑπακοῆς πρὸς
1057τὰς μεγάλας Δυνάμεις. Ἀποτέλεσμα δὲ πάντων τούτων εἶ-
1058ναι, ὅτι εὑρισκόμεθα σήμερον εἰς χεῖρον σημεῖον ἐκείνου,
1059εἰς ὃ εὑρισκόμεθα κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ ἐν Βερολίνῳ
1060Συνεδρίου.
1061Εἰργάσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὡς ἀξιοῖ, ὑπὲρ τῆς ἐπεκτάσεως
1062τῆς ἑλληνικῆς χώρας, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οὐδὲν κατωρθώθη
1063ὑπὲρ τῆς ἐπεκτάσεως ταύτης, καὶ ἡ εὐχὴ τῆς Εὐρώπης πρὸς
1064τὴν Τουρκίαν κινδυνεύει ν’ ἀποδειχθῇ χάρτης ἄγραφος. Ἡ
1065εὐχὴ αὕτη θὰ ἦτο πρᾶγμα, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπολιτεύετο
1066πρεπόντως, ἀλλ’ ὡς ἐπολιτεύθη ἡ Κυβέρνησις, κινδυνεύομεν
1067νὰ ἴδωμεν τὴν εὐχὴν ματαιουμένην ἐντελῶς, καὶ χεῖρον ἔτι,
1068κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο διαιωνιζόμενον.
1069Ὑπῆρξαν καὶ ἄλλα ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ ὁμόφω-
1070νος τῆς Εὐρώπης γνώμης δὲν ἐπραγματοποιήθη. Ὑπῆρχε
1071τὸ ζήτημα τῆς χώρας Χοτοὺρ, ἥτις δὲν προσηρτήθη εἰς τὴν
1072Περσίαν, εἰμὴ κατόπιν τοῦ τελευταίου πολέμου, ἐνῷ ἀπό-
1073φασις περὶ τῆς παραχωρήσεως αὐτῆς ὑπὸ τῆς Τουρκίας εἶχε
1074διαμείνει ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἀπραγματοποίητος. Μὴ
1075νομίζωμεν λοιπὸν, ὅτι δὲν ἐξήρτηται μεγάλως ἐκ τῶν ἐνερ-
1076γειῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἡ λύσις ἢ ἡ ἀναβολὴ τοῦ
1077περὶ τῶν ἡμετέρων συνόρων ζητήματος τούτου, καὶ ἡ ἀνα-
1078βολὴ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ καταστήσῃ τὴν λύσιν προ-
1079βληματικήν.
1080Μὴ νομίζετε δὲ, ὅτι τὸ ζήτημα δύναται ν’ ἀποχωρίζηται
1081τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης, καὶ ὅτι, δίδοντες ψῆφον
1082ἐμπιστοσύνης, δὲν δίδετε ψῆφον καὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν
1083θὰ διεξαχθῇ τὸ ζήτημα τῶν συνόρων, καὶ δὲν ἀναλαμβάνετε
1084εὐθύνην διὰ τὴν βεβαίαν ἀποτυχίαν τῆς ὑποθέσεως, ἂν ἐξα-
1085κολουθήσῃ διευθυνομένη ὡς σήμερον διευθύνεται. Ἀλλὰ καὶ
1086ἐκτὸς τῶν κατὰ τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου, πῶς ἐπολι-
1087τεύθη ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὸν Ἑλληνισμόν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς
1088ἀνέπτυξε ταῦτα ἐν τῇ ἀγορεύσει του, ὡσανεὶ ἡ Κυβέρνησις
1089ἀπεδέχετο καὶ ἀνεγνώριζε πάσας τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Ἑλ-
1090λάδος καὶ ὡσανεὶ ἀπεδέχετο πρόθυμος καὶ πᾶσαν συνδρο-
1091μὴν ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἣν ἡ Ἑλλὰς ὤφειλεν ἐντὸς τοῦ
1092μέτρου τῶν δυνάμεών της καὶ ὑπεράνω τοῦ μέτρου τῶν κα-
1093νονικῶν αὐτῆς δυνάμεων νὰ προσφέρῃ. Ἀλλὰ τί ἔπραξεν;
1094Ὅτι τοιαύτας διαθέσεις εἶχεν ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἡ
1095Βουλὴ ἦν ἑτοίμη πρὸς πᾶσαν θυσίαν ἀφορῶσαν εἰς τὴν πρόο-
1096δον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀπέδειξεν ἡ ψῆφος τῶν Ἑλληνικῶν Βου-
1097λῶν, καὶ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ κατεχώ-
1098ρισεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσὰ πρὸς τὴν ἐργασίαν ταύ-
1099την. Τί ἐγένοντο τὰ ποσὰ ταῦτα; Ἐπανειλημμένως προε-
1100κλήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ δώσῃ λόγον περὶ τούτου, διότι
1101ἐῤῥέθη καὶ ἐπανελήφθη, ὅτι ἐκ τῶν ψηφισθεισῶν νέων πι-
1102στώσεων οὐδὲν ἐδόθη ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δὲν ἐδόθησαν
1103οὐδ’ ὅσα ἐδίδοντο ὅτε ἡ πίστωσις ἦτο εὐτελὴς, καὶ ὅτι, ὡς
1104διετέθησαν τὰ χρήματα ταῦτα, διετέθησαν πρὸς σκοποὺς
1105ὅλως ἐναντίους πρὸς τὸν προορισμόν των καὶ ἀσυμβιβάστους
1106πρὸς αὐτὴν τὴν ἠθικότητα τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπῃτήσαμεν,
1107ὅπως ἡ Κυβέρνησις δώσῃ ἐξήγησιν περὶ τούτου, καὶ δυνά-
1108μεθα νὰ ἀπαιτήσωμεν, ἔστω καὶ εἰς μόνον τὸ παρελθὸν ἀφο-
1109ρῶντες, περὶ οὗ ζητεῖται ἡ ψῆφος ἐμπιστοσύνης, νὰ μᾶς
1110φέρῃ ἀκριβῆ λογαριασμὸν τῆς χρήσεως τῆς πιστώσεως, ἵνα
1111ἴδωμεν, ἂν ἐγένετο καὶ πᾶσα ἡ χρῆσις αὐτῆς, διότι νομίζω,
1112ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀποδεικνύεται ἐλλιπὴς, οὐ μόνον ἂν φα-
1113νῶσιν ἀληθῆ ὅσα ἐῤῥέθησαν περὶ τῆς κακῆς χρήσεως τῆς
1114πιστώσεως ἐκείνης, ἀλλὰ καὶ ἂν προκύψῃ ὅτι πᾶσαν τὴν πί-
1115στωσιν ἐκείνην δὲν διέθεσε πρὸς τὸν ὁρισθέντα σκοπὸν, διότι
1116αἱ ἀνάγκαι τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἰσὶ μεγάλαι, πρὸς τὰς ἀνάγ-
1117κας δ’ ἐκείνας παραβαλλομένη ἡ πίστωσις, εἶναι ἀνεπαρκὴς,
1118καὶ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ ποιῆ-
1119ται οἰκονομίας ἐκεῖ, ὅπου τὸ Κράτος ὀφείλει καὶ θέλει νὰ
1120δαπανήσῃ ἀφειδῶς.
1121Ἐπεθεώρησα οὕτω τὰ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, καὶ νο-
1122μίζω, ὅτι ἀπέδειξα τὴν Κυβέρνησιν ὑπεύθυνον ἐπὶ τῇ κατα-
1123στάσει, ἐν ᾗ σήμερον εὑρίσκεται τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα.
1124Ἐπεθεώρησα χθὲς καὶ τὰ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, καὶ
1125νομίζω, ὅτι ἀπέδειξα τὰ ἑξῆς· ὅτι καὶ κατὰ τὰς δύο οἰκο-
1126νομικὰς ἐπιχειρήσεις, ἃς διεξήγαγεν ἡ Κυβέρνησις, ἐδείχθη
1127καὶ ἀδεξία καὶ παρανομοῦσα. Ἀτυχὴς ἐδείχθη κατὰ τὴν
1128διεξαγωγὴν τῶν διαπραγματεύσεων περὶ τοῦ δανείου τῶν
11291824 καὶ 1825, ἀτυχὴς, διότι προέβη εἰς τὸ ἔργον ἀμελέ-
1130τητος, καὶ διότι, μὴ κατέχουσα τὸ θέμα, περὶ οὗ συνεβάλ-
1131λετο, περιέλαβεν ἐν τῇ συμβάσει διατάξεις ἐκ προγενεστέ-
1132ρας συμβάσεως, ἐνῷ δὲν εἶχε προβῆ εἰς τὰς συνεννοήσεις, τῶν
1133ὁποίων συνέπεια ἦτο ἐν τῇ προηγουμένῃ συμβάσει ἡ διά-
1134ταξις ἐκείνη. Ὡς ἐκ τούτου, καί τοι τοσοῦτος παρῆλθε χρό-
1135νος, καίτοι τὸ Κράτος ὑπεβλήθη εἰς θυσίας ὡς ἐκ τῆς συμ-
1136βάσεως, οὐδεμίαν ἀπήλαυσεν ὠφέλειαν· ἡ πίστις ἡμῶν οὐ
1137μόνον δὲν ἀνωρθώθη, ἀλλὰ τοὐναντίον διακυβεύεται ἐκ τοῦ
1138τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον διεξήχθησαν αἱ διαπραγματεύσεις,
1139καὶ ἐκ τῆς ἐκκρεμότητος, ἐν ᾗ διατελοῦμεν. Ὡς πρὸς τὴν
1140ἑτέραν ἐπιχείρησιν, ὡς πρὸς τὸ δάνειον τῶν 60,000,000,
1141νομίζω ὅτι ἀπέδειξα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρηνόμησε, διαθέ-
1142σασα ἄνευ νομοθετικῆς ἀδείας ὑπὲρ τῶν τραπεζιτῶν, δι’ ὧν
1143προσεκάλεσε τὸ Δημόσιον εἰς ἐγγραφὴν, 1,590,000 δραχ.,
1144ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐδαπάνησεν ἐπιπλέον τούτου, εἰς πραγμα-
1145τοποίησιν τοῦ δανείου, ἑτέρας 920,000 δραχ., ἐντὸς μὲν τοῦ
1146νόμου, ἀλλ’ ἄνευ οὐδενὸς ἀντιστοίχου συμφέροντος τοῦ
1147δημοσίου, ὅτι διεξήγαγε τὰς διαπραγματεύσεις ταύτας διὰ
1148τρόπου καταστήσαντος προβληματικὴν τὴν ἐπιτυχίαν καὶ
1149ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ αἰτία τῆς σχετικῆς αὐτῶν ἀποτυχίας, διὰ
1150τρόπου δυσφημήσαντος τὴν Ἑλλάδα, τῆς δὲ δυσφημίας
1151ταύτης ὑπάρχει μάρτυς τὸ τεῦχος τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν
1152Βουλὴν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν. Δυσφημία
1153μεγαλειτέρα διὰ Κυβέρνησιν δὲν ὑπάρχει τῆς προερχομένης
1154ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διεξήγοντο αἱ διαπραγματεύσεις, ἐν
1155αἷς τὸ αὐτὸ πρόσωπον ἦτο καὶ συμβαλλόμενον πρὸς τὴν
1156Κυβέρνησιν καὶ ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως· ὡς συμβαλ-
1157λόμενος ἐνήργει ὑπὲρ ἑαυτοῦ ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, ὡς
1158ἀντιπρόσωπος δὲ ταύτης ἐνήργει πάλιν ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ
1159κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Διεξήγαγεν ἡ Κυβέρνησις τὰς δια-
1160πραγματεύσεις διὰ τρόπου, ὡς ἐκ τοῦ τεύχους ἀποδεικνύε-
1161ται, οὐδεμίαν δυναμένου νὰ παράσχῃ πιθανότητα ὠφελείας,
1162ἀλλὰ μόνον ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους κινδυνεύοντος νὰ γεν-
1163νήσῃ δικαιώματα ὑπὲρ ὁμάδων, ὅπως κινήσωσιν ἀγωγὰς
1164κατὰ τοῦ δημοσίου. Ἀπ’ ἀρχῆς ἕως τέλους τοῦ τεύχους εὑ-
1165ρίσκονται ἔγγραφα τῶν πρὸς οὓς διεπραγματεύετο ἡ Κυβέρ-
1166νησις, ἀπολήγοντα εἰς τὴν στερεότυπον φράσιν, ὅτι οἱ δια-
1167πραγματευόμενοι ἐπιφυλάσσουσι κατὰ τοῦ δημοσίου πάντα
1168τὰ δικαιώματα αὑτῶν. Τὸ τεῦχος ἐκεῖνο εἶναι ἡ καταδίκη
1169τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀπέναντι τοῦ τεύχους ἐκείνου διστά-
1170ζω νὰ πιστεύσω, ὅτι θέλει λάβει ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Δι-
1171εξήγαγε τὰ τοῦ δανείου ἀτυχῶς καὶ διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος
1172δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πραγματοποιήσῃ τοὺς
1173σκοποὺς, ὧν χάριν τὸ δάνειον συνωμολογήθη καὶ ὧν χάριν
1174ἐψήφισεν αὐτὸ ἡ Βουλή. Συνομολογήσασα τὸ δάνειον, ἐπραγ-
1175ματοποίησεν αὐτὸ ἀτελῶς, καὶ ἑπομένως ἐπεβάρυνε τὸ
1176Δημόσιον διὰ πολλῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν χρέους, χωρὶς
1177ν’ ἀποκτήσωμεν οὐδεμίαν τῶν ἐκ τοῦ νόμου ὠφελειῶν.
1178Ἐπραγματοποίησε τὸ δάνειον ἐσωτερικὸν, ἀντὶ ἐξωτερικοῦ,
1179καὶ ἔφερεν εἰς στενοχωρίαν τὴν ἀγοράν. Ἐπραγματοποίησε
1180τὸ δάνειον πρὸς ζημίαν μεγάλην τῶν ἰδιωτῶν, καὶ διὰ τοῦ
1181τρόπου, καθ’ ὃν ἐξηπατήθη τὸ κοινὸν, οὐ μόνον οἱ κερδο-
1182σκόποι ἐζημιώθησαν, ἀλλὰ καὶ ἀθῶοι, ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως
1183πασῶν τῶν ἀξιῶν κατόπιν τῆς διαθέσεως τοῦ δανείου. Ἀλλὰ
1184καὶ τὰ χρήματα, ἅτινα οὕτως ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, δὲν
1185διέθεσεν ὡς ὤφειλε νὰ διαθέσῃ αὐτά. Ἀφοῦ εὑρέθη ἡ Κυβέρ-
1186νησις ἔχουσα ἀνὰ χεῖρας ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύ-
1187ναντο νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἐψηφίσθη-
1188σαν, δὲν ἐφρόντισε νὰ συμβουλευθῇ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ
1189Ἔθνους περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἤθελε διαθέσει αὐτά, καὶ
1190διέθεσεν αὐτὰ ἄνευ τῆς συμπράξεως τῶν ἀντιπροσώπων
1191τοῦ Ἔθνους, διὰ τρόπου, ὅστις ἐζημίωσε τὸ Δημόσιον. Ὑπε-
1192δείχθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου οἱ
1193τρόποι οἱ κατάλληλοι τῆς διαθέσεως, ἀλλὰ δὲν ἐποιήσατο
1194τὴν χρῆσιν ἐκείνην, ἐποιήσατο δὲ χρῆσιν χρημάτων ἐκ τοῦ
1195δανείου, χάριν δαπανῶν μὴ ἐγκεκριμένων ὑπὸ τῆς νομοθε-
1196τικῆς ἐξουσίας, χάριν δαπανῶν ἐπιτραπεισῶν διὰ Βασιλικῶν
1197Διαταγμάτων, καὶ περὶ τῶν ὁποίων θὰ κληθῶμεν κατόπιν νὰ
1198δώσωμεν ψῆφον ἐγκρίσεως. Ἐπὶ δὲ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητή-
1199ματος ἡ Κυβέρνησις, προκαλοῦσα ζήτημα ἐμπιστοσύνης,
1200δὲν παρέστησεν ἀληθῶς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς
1201χώρας καὶ δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ
1202σταθεροῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι
1203προϊὸν τῆς παρελθούσης διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ
1204Κράτους, δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ περὶ τῶν
1205παρασκευασθέντων, ὡς ἀξιοῖ ἡ Κυβέρνησις, πρὸς τὴν ἐλάτ-
1206τωσιν τοῦ ἐλλείματος ἐν τῷ μέλλοντι καὶ τὴν βαθμιαίαν
1207αὐτοῦ ἐξαφάνισιν. Τοὐναντίον ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν πράξεων
1208αὑτῆς ἀποδεικνύει θέλησιν νὰ δεσμεύσῃ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ
1209ἐξακολουθήσῃ ὑπερόγκους δαπάνας, διαιωνιζούσας τὸ ἔλ-
1210λειμμα.
1211Ἐπεθεωρήσαμεν ἤδη καὶ τὰ ἐξωτερικὰ καὶ τὰ οἰκονομι-
1212κὰ, δυνάμεθα δὲ νὰ προβῶμεν εἰς τὸ πόρισμα περὶ τῆς γε-
1213νικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους, τὸ προκύπτον ἐκ τοῦ συνδυα-
1214σμοῦ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος πρὸς τὸ οἰκονομικὸν ζή-
1215τημα. Ὡς πρὸς τοῦτο ἔχει ὑπέρτατον καθῆκον ἡ Κυβέρνησις
1216νὰ μᾶς εἴπῃ ποία ἡ πολιτικὴ αὐτῆς, διότι θὰ ἦτο παρά-
1217δοξον, ἂν ἡ Βουλὴ ἔδιδε ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς Κυβέρνησιν,
1218τῆς ὁποίας δὲν γνωρίζει τὴν πολιτικὴν ὡς πρὸς τὸ ἐξωτε-
1219ρικὸν καὶ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, καὶ τίνα ἔχει ἰδέαν περὶ
1220τοῦ πορίσματος τοῦ ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ οἰκονομικοῦ
1221πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα. Περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήμα-
1222τος, ἐν τῇ σχέσει αὐτοῦ πρὸς τὸ οἰκονομικὸν, ἀξιοῦμεν νὰ
1223μάθωμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τί φρονεῖ. Ὀφείλομεν νὰ
1224κανονίσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ὡς ἐὰν τὸ ἐξωτερικὸν
1225ζήτημα ταχέως θέλει λυθῆ, ἢ ὀφείλομεν νὰ κανονίσωμεν
1226αὐτὰ ὡς εὑρισκόμενοι ἀπέναντι ἐξωτερικοῦ ζητήματος, τὸ
1227ὁποῖον δύναται νὰ παραταθῇ ἐπὶ πολύ; Ὀφείλομεν νὰ κα-
1228νονίσωμεν καὶ πάλιν κατὰ τὸ ἔτος 1880 τὰ οἰκονομικὰ
1229ἡμῶν ὡς ἐκανονίσαμεν αὐτὰ καὶ κατὰ τὸ 1879, ἢ δυνά-
1230μεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς κανονικὴν ὁδὸν, καὶ εἰς ποίαν; Ἡ
1231Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος δέον νὰ εἴπῃ τί
1232φρονεῖ περὶ τῶν ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήμα-
1233τος, διότι ἐλέχθη, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὀφείλει
1234ν’ ἀποδεχθῇ πᾶν ὅ,τι αἱ Δυνάμεις ἤθελον προτείνει, καὶ
1235νομίζω, ὅτι δὲν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκον αὐτῆς, ἀφίνουσα τὴν
1236ἰδέαν ταύτην ἀδιάψευστον· ὀφείλει, κατ’ ἐμὲ, ἂν φρονῇ
1237τἀναντία, ὅπως πιστεύω, ὅτι τὰ φρονεῖ, ὡς καὶ ἡ Βουλὴ
1238πᾶσα, ὀφείλει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπισήμως νὰ εἴπῃ,
1239ὅτι δὲν προτίθεται νὰ δεχθῇ ὅτι δήποτε προτείνωσιν αἱ
1240Δυνάμεις· διότι ἂν δὲν εἴπῃ τοῦτο, ἀπὸ τοῦδε τὸ ζήτημα
1241ἐλύθη καθ’ ἡμῶν. Διαπραγματευόμεθα πρὸς Δύναμιν, ἥτις
1242ἀπεδείχθη ἱκανωτάτη περὶ τὰς διαπραγματεύσεις, ἐπιτυγ-
1243χάνουσα τὴν λύσιν ὑπὲρ ἑαυτῆς διὰ τῶν ἀναβολῶν καὶ διὰ
1244τῶν πλαγίων μέσων. Πῶς λοιπὸν δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν
1245ἐπιτυχίαν, ἂν εἴπωμεν ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι θέλομεν ἀπο-
1246δεχθῆ τὰ πάντα, ἐνῷ ἡ Τουρκία λέγει, ὅτι δὲν θέλει ἀπο-
1247δεχθῆ τίποτε; Ποίαν ἰσχὺν θέλουσιν ἔχει αἱ Δυνάμεις ἀπέ-
1248ναντι τῆς Τουρκίας, αἰτούμεναι παρ’ αὐτῆς παραχωρήσεις
1249ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, ὅταν ἡ Τουρκία δύναται ν’ ἀπαντήσῃ
1250ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ἀπεφάνθη γνώμην, ὅτι ὀφείλει ἡ
1251Ἑλλὰς ν’ ἀποδεχθῇ ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν δοθῇ;
1252Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἀποδεχθῇ ὅ,τι δή-
1253ποτε προτείνωσιν αἱ δυνάμεις, ποίαν πολιτικὴν θέλομεν
1254ἀκολουθήσει, ἵνα συντελέσωμεν, ὅπως τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπο-
1255λήξῃ συμφώνως πρὸς τὰ διατυπωθέντα ἐν τῇ συνθήκῃ τοῦ
1256Βερολίνου; θέλομεν ἀκολουθήσει πολιτικὴν ἐνεργείας; ἢ
1257θέλομεν ἀκολουθήσει πολιτικὴν εἰρηνικήν; Θέλομεν ἀκολου-
1258θήσει πολιτικὴν εἰρηνικὴν, περιοριζόμενοι εἰς μόνα τὰ τῆς
1259διανοητικῆς ἀναπτύξεως τοῦ τόπου, τὰ τῆς βιομηχανίας,
1260τῆς γεωργίας, τοῦ ἐμπορίου, ἢ θέλομεν ἀκολουθήσει πολι-
1261τικὴν τοιαύτην, συνδυαζομένην καὶ μετὰ τῆς ἀναπτύξεως
1262τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας; Περὶ τούτου μά-
1263λιστα ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, ἀφ’ οὗ πε-
1264ριέλαβεν ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ φράσιν περὶ «ἰσχύος», ἥτις
1265πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ· διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ῥίπτωνται ἐν
1266τῇ Βουλῇ τῶν ἀντιπροσώπων λέξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι
1267καθαρὰν ἔννοιαν. Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τί ἐνόει ἡ Κυβέρ-
1268νησις, λέγουσα, ὅτι ἀναγκαῖον στοιχεῖον θεωρεῖ τὴν ἰσχὺν,
1269ἆρα, ὅτι θέλει ἰσχὺν ἀφορῶσαν εἰς ἄμεσον δρᾶσιν, ἢ ὅτι
1270θέλει ἐργασθῆ ὑπὲρ τῆς ἰσχύος διὰ τῆς εἰρηνικῆς ἀναπτύξεως
1271τῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους; Περὶ τούτων πάντων ὀφείλει
1272νὰ ἐκφρασθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἀφ’ οὗ ζητεῖ ψῆφον ἐμπιστοσύνης.
1273Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τὸν διχασμὸν τῶν ζητη-
1274μάτων τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ μέλλοντος. Ἡ ψῆφος τῆς
1275ἐμπιστοσύνης εἶναι ψῆφος περὶ τοῦ μέλλοντος. Ἡ ψῆφος ἐμ-
1276πιστοσύνης εἶναι πολιτικὸν ζήτημα, καθ’ ὃ ἡ Βουλὴ ἀποφαί-
1277νεται, ἐκ τοῦ παρελθόντος πολλάκις κρίνουσα, περὶ τοῦ
1278πρακτέου ἐν τῷ μέλλοντι, περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐννοεῖ,
1279καὶ περὶ τῶν προσώπων, δι’ ὧν ἐννοεῖ, νὰ κυβερνηθῇ ὁ τόπος
1280ἐν τῷ μέλλοντι. Καὶ δὲν παραδέχομαι τὴν ἰδέαν, ἣν ἤκουσα
1281ἀναπτυσσομένην ἐντεῦθεν εὐφυῶς καὶ εὐγλώττως, ὅτι ὁ
1282κόσμος ἀπηύδησεν ἀκούων ζητήματα ὑπουργικά· δὲν δύνα-
1283μαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐννοεῖ τὴν
1284σπουδαιότητα τῶν κυβερνητικῶν ζητημάτων, καὶ ὅτι τὸ
1285ἀνώτατον καθῆκον τῆς Βουλῆς, τῆς ἀντιπολιτεύσεως μάλι-
1286στα, εἶναι τὸ καθῆκον τῆς ἐξελέγξεως τῆς Κυβερνήσεως,
1287οὐχὶ χάριν προσωπικῆς ἰδιοτελείας, οὐχὶ χάριν τοῦ ζητή-
1288ματος τοῦ τίς θέλει κατάσχει τὴν κυβερνητικὴν ἕδραν, ἀλλὰ
1289χάριν τοῦ ζητήματος τῆς καταλλήλου ἐκτελέσεως τῆς ἐθνι-
1290κῆς θελήσεως. Τὸ Ἔθνος διὰ τῆς Βουλῆς ἐξελέγχει, ἂν ἡ
1291ἐθνικὴ θέλησις πραγματοποιῆται ὡς πρέπει διὰ τῶν προ-
1292σώπων τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ ἐξελέγχει τοῦτο διὰ τῶν
1293γνωστῶν κανόνων τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Καὶ
1294δὲν ὑπηρετοῦσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα οἱ ἐν τῷ Κοινοβου-
1295λίῳ τούτῳ πολεμοῦντες τὸν κομματισμὸν, διότι τὰ κόμ-
1296ματα εἶναι τὰ ὄργανα τῆς ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ πολιτικῆς ἐνερ-
1297γείας· ἄνευ κομμάτων δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἡ ἐλευ-
1298θερία, καὶ διὰ κομμάτων, ὠργανωμένων κατὰ τοὺς κοινο-
1299βουλευτικοὺς κανόνας, δύναται νὰ λειτουργήσῃ τὸ πολίτευ-
1300μα, τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει διατελούντων ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν
1301τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἔχομεν λοιπὸν καθῆκον, δίδοντες
1302τὴν ψῆφον ἡμῶν, νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν διαγωγὴν
1303τῶν προσώπων, οὐχὶ δὲ μόνον τὰ πράγματα, καὶ νὰ κρίνω-
1304μεν καὶ περὶ πραγμάτων καὶ περὶ προσώπων καὶ περὶ
1305παρόντος καὶ περὶ μέλλοντος. Κατὰ τοῦτο ὅμως ἡ Κυβέρ-
1306νησις ἀρνεῖται τὴν συνδρομὴν αὐτῆς. Καίτοι ὑπόχρεως ὑπὸ
1307τοῦ Συντάγματος ν’ ἀνακοινώσῃ τὰς προθέσεις αὑτῆς περὶ
1308τοῦ ἐπιόντος ἔτους, οὐδὲν περὶ αὐτῶν λέγει, ἕως οὗ λάβῃ
1309τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης, διότι, κατ’ αὐτὴν, ἡ ψῆφος
1310δέον νὰ δοθῇ ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἐνεργειῶν της περὶ τοῦ μέλ-
1311λοντος. Διστάζω ἂν ἤθελεν εὑρεθῆ τις, ἵνα δώσῃ ψῆφον
1312εἰς Κυβέρνησιν ἀρνουμένην νὰ εἴπῃ τί φρονεῖ περὶ τοῦ μέλ-
1313λοντος, καὶ ἴσως μὴ ἔχουσαν πολιτικὴν ἐν τῷ μέλλοντι.
1314Ἡ ψῆφος ἔσεται περὶ παρόντος καὶ μέλλοντος. Περὶ μέλ-
1315λοντος οὐδὲν γινώσκομεν, περὶ παρόντος δὲ τί γινώσκομεν;
1316Ὁποία εἶναι ἡ σήμερον κατάστασις τῆς χώρας; Ἡ κατά-
1317στασις αὕτη εἶναι προϊὸν τοῦ παρελθόντος, εἶναι δὲ τοιαύτη,
1318ὥστε νὰ θεωρῇ ταύτην οἱοσδήποτε ἐξ ἡμῶν εὐάρεστον;
1319Εἶναί τις, ὅστις ἐν τῇ συνειδήσει του νὰ δύναται νὰ εἴπῃ,
1320ὅτι αὕτη εἶναι ἡ κατάστασις, ἐν ᾗ ὤφειλε νὰ διατελῇ ἡ
1321Ἑλλάς, ὅτι ταύτην τὴν κατάστασιν δύναται ν’ ἀνεχθῇ πα-
1322ρατεινομένην, καὶ δύναται διὰ τῆς ψήφου αὑτοῦ νὰ ὑποστη-
1323ρίξῃ; Ἀλλὰ, κύριοι, σκεφθῆτε, ὅτι καλούμενοι νὰ δώσωμεν
1324ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καλούμεθα νὰ δώ-
1325σωμεν ψῆφον ὑπὲρ τῆς καταστάσεως ταύτης καὶ ὑπὲρ τῆς
1326διαιωνίσεως αὐτῆς, διότι οἱ νῦν κυβερνῶντες εἶναι τῆς κα-
1327ταστάσεως ταύτης οἱ πρωτουργοί.
1328§9Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ
1329Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ἐκ τῶν τάφων, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσι
1330περὶ τὸ Δίπυλον τῶν Ἀθηνῶν, ἀνίστατό τις τῶν προγό-
1331νων ἡμῶν καὶ ἤκουε τὴν συζήτησιν ταύτην, ἤθελε νομίσει,
1332ὅτι ἐπανῆλθον οἱ ἀρχαῖοι χρόνοι, ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὴν
1333Ποικίλην Στοὰν, καὶ ὅτι ἀκούει ἐκείνων, οἵτινες κύριον ἔρ-
1334γον αὑτῶν εἶχον νὰ παραμορφώνωσι τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ
1335διαστρέφωσι τὰ πράγματα. Ἐὰν ὁ λόγος χρησιμεύῃ ὡς δύ-
1336ναμις νὰ μεταβάλλῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων καὶ
1337παραμορφώνῃ τὰ γεγονότα, ἐγὼ πρῶτος δὲν ἤθελον δια-
1338δεχθῆ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον διαδέχομαι ἐκ τοῦ βήματος, ἀλλ’
1339ἤθελον εὐχηθῆ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ χάσω τὴν φωνήν
1340μου, καὶ νὰ μὴ κάμω τοιαύτην χρῆσιν τοῦ λόγου, ἐὰν τοι-
1341αύτη μοὶ ἐπρόκειτο εἰς τὸν λόγον ἀποστολή.
1342Ἠκούσατε, κύριοι, χθὲς καὶ σήμερον ἀκόμη σωρείαν κατη-
1343γοριῶν, ἐπὶ γεγονότων καὶ συλλογισμῶν στηριζομένων. Θέ-
1344λω σᾶς ἀποδείξει, κύριοι, ὅτι οὐδὲν τῶν γεγονότων, τὰ
1345ὁποῖα σᾶς ἀνέφερον, εἶναι ἀληθές, θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι
1346ὅλοι οἱ συλλογισμοί, τοὺς ὁποίους ἐξήνεγκον, εἶναι πεπλα-
1347νημένοι.
1348Ἐγνώριζον τὸν χαρακτῆρα ἰδίως τὸν Ἑλληνικόν· ἐγνώ-
1349ριζον τὴν δυσπιστίαν αὐτοῦ, τὴν ἀρέσκειαν, τὴν ὁποίαν ἔχει
1350ν’ ἀκούῃ ψόγους καὶ μεμψιμοιρίας, καὶ ἐγνώριζον πρὸ παν-
1351τὸς πόσον φιλυπόπτως ἐπιτηρεῖ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διαχειρί-
1352ζονται χρηματικὰ συμφέροντα· δὲν ἐγνώριζον ὅμως, ὅτι εἶ-
1353ναι ἐπιτετραμμένον εἴς τινα νὰ θελήσῃ νὰ κεντήσῃ τὴν εὐε-
1354ρέθιστον χορδὴν, διὰ νὰ ἐγείρῃ δυσπιστίαν κατὰ τῆς Κυ-
1355βερνήσεως, καὶ νὰ παραστήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ὡς κατανο-
1356σφιζομένην τὰ δημόσια χρήματα καὶ κατασπαταλήσασαν
1357τὸν δημόσιον θησαυρόν. Μοὶ τὸ ἐδίδαξε τοῦτο μόνον τὸ
1358διάστημα ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Μαΐου μέχρι τοῦδε, καὶ ἡ
1359φωνή, ἥτις ἐξ ἑνὸς κέντρου ἀκαταπαύστως ἐξήρχετο καθ’ ἑ-
1360κάστην πρωίαν εἰς τὴν πόλιν, ἀλλ’ ἥτις ἐζήτει νὰ δηλη-
1361τηριάσῃ τὸ φρόνημα καὶ τὴν πεποίθησιν τῶν πολιτῶν, καὶ
1362παραστήσῃ τοὺς διαχειριζομένους τὰ δημόσια ὡς ἀνθρώπους
1363κατανοσφιζομένους τὰ δημόσια χρήματα καὶ οὐδένα πόνον
1364ἔχοντας πρὸς τὰ δημόσια συμφέροντα, ἴσως δὲ καὶ ὡς ἀν-
1365θρώπους τοὺς ὁποίους ὠνόμαζον, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἀμιάντους
1366τὰς χεῖρας.
1367Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, κύριοι, ἔχει παρελθὸν, καὶ ἕκαστος,
1368ἐὰν θέλῃ νὰ προσβλέψῃ εἰς τὰ ὀπίσω, θέλει εὕρει γεγονότα,
1369ἵνα σήμερον ἐπ’ αὐτῶν στηριχθῇ, διὰ νὰ σχηματίσῃ τὴν πε-
1370ποίθησιν, ὅτι ἐμορφώθη περὶ ἡμῶν κρείττων ἰδέα ἀπὸ ἐκεί-
1371νην, τὴν ὁποίαν ἀποδίδουσιν εἰς ἡμᾶς οἱ αἰτιώμενοι ἡμῶν.
1372Ἐγὼ ἤθελον εἶμαι ἐπιεικέστερος πρὸς τὴν φωνὴν ἐκείνην, ἡ
1373ὁποία ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Μαΐου διαχέεται πρὸς ὅλην τὴν
1374πόλιν, ἐὰν εἶχον νὰ ἐπιδείξωσι παρελθὸν τοιοῦτον, ὁποῖον
1375ἔχουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατέχουσι τὰς ἕδρας τῶν μελῶν
1376τῆς Κυβερνήσεως.
1377Προχθές, ὅταν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω πρὸς ὑμᾶς,
1378ἡ πρώτη φροντίς μου ἦτο νὰ ἀναπτύξω τὴν ἱστορίαν τῶν
1379δύο οἰκονομικῶν ἐπιχειρήσεων, τὴν ἱστορίαν τῆς μετατροπῆς
1380τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825, καὶ τὴν ἱστορίαν τῆς συν-
1381ομολογήσεως τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, καὶ δι’ ἀριθμῶν
1382ν’ ἀποδείξω, ὅτι τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα εἰσῆλθον εἰς τὸ Δη-
1383μόσιον ταμεῖον ἦσαν μόνον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ
1384εἰσέλθωσι, καὶ ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν, διε-
1385χειρίσθημεν, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ
1386Κοινοβουλίου.
1387Ἐνόμιζον, ὅτι ἡ ὁμιλία μου ἐκείνη ἔμελλε ν’ ἄρῃ τὰς ὑ-
1388πονοίας, αἵτινες ἠδύναντο νὰ ἐγερθῶσιν ἐκ τῶν διαδόσεων,
1389ὧν ἐμνήσθην, ἀλλ’ ἐπλανήθην· διὰ τοῦτο εἶμαι ἠναγκασμέ-
1390νος καὶ πάλιν ν’ ἀποδείξω ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι ὅσα
1391ἐλέχθησαν χθὲς, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπανειλημμένη ἀφή-
1392γησις ὅλων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἔγραψαν, δὲν στηρίζονται
1393ἐπὶ οὐδενὸς γεγονότος, ἀλλ’ εἰσὶν ἀπομεμακρυσμένα τῆς
1394ἀληθείας.
1395Τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, κύριοι, συνωμολογήθη διὰ
1396συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις συνωμολόγησε μετὰ
1397τῶν ἐκδόντων τὸ δάνειον, σύμφωνα μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νό-
1398μου, ὅστις ἐψηφίσθη κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰανουάριον. Διὰ
1399τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου αὐτοῦ παρέβη ἡ Κυβέρνη-
1400σις τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἢ συνωμολόγησε τὸ δάνειον
1401τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ ὅρους, τοὺς ὁποίους δὲν εἶχε τὸ δι-
1402καίωμα νὰ συνομολογήσῃ, ὑπὸ ὅρους, τοὺς ὁποίους δὲν εἶχε
1403τὴν ἐξουσίαν νὰ παραδεχθῇ; Πρέπει νὰ παραβάλωμεν τὴν
1404σύμβασιν πρὸς τὸν νόμον, θέλετε δὲ πεισθῆ, ὅτι ἡμεῖς διὰ
1405τῆς συμβάσεως δὲν παρέβημεν τὸν νόμον.
1406Κατὰ τὸν νόμον περὶ δανείου, τὸν ὁποῖον ἔχω πρόχειρον,
1407ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον,
1408νὰ πωλήσῃ δηλαδὴ δάνειον 60,000,000, ἐπὶ ὅρῳ τιμῆς 73%.
1409Ἐπιτρέπεται δεύτερος τρόπος τῆς συνομολογήσεως τοῦ
1410δανείου, νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον, εἴτε αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, εἴτε
1411διὰ τραπεζικοῦ οἴκου, καὶ τότε ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὴν νὰ
1412διαθέσῃ 200,000 φράγκων ὡς ἔξοδα ἐκδόσεως. Ἐπιτρέπε-
1413ται τέλος καὶ τρίτος τρόπος, νὰ προπωλήσῃ εἰς τοὺς μέλ-
1414λοντας νὰ ἐκδώσωσι τὸ δάνειον τὸ ἥμισυ αὐτοῦ, ἐπὶ τιμῇ
1415μὴ ἐλάσσονι τῶν 74%.
1416Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπώλει τὸ δάνειον τῶν 60,000,000
1417πρὸς 73%, ἤθελεν ἀπαλλαγῆ, κύριοι, ἀπὸ ὅλας τὰς κατη-
1418γορίας καὶ μομφὰς, πλὴν ἐὰν καὶ τότε ἤθελον ἀναζητήσει
1419νὰ ἀνεύρωσι φάσματα, τὰ ὁποῖα νὰ σᾶς παρουσιάσωσιν ὡς
1420ὑπαρκτὰ ὄντα. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδυνήθη
1421νὰ εὕρῃ πρότασιν οὐδεμίαν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ὑπόσχηταί
1422τις, ὅτι θέλει ἀγοράσει ὁλόκληρον τὸ δάνειον πρὸς 73%.
1423Κατὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον σᾶς εἶπον ἀπὸ τοῦ βήμα-
1424τος τούτου, ὅτι τις ὁ ὁποῖος διῆλθεν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου
1425τῶν Ἐσωτερικῶν δύο ἡμέρας κατὰ τὸν παρελθόντα 8βριον
1426ἀνέγνωσεν ἔγγραφον, ἐξ οὗ ἐγένετο δῆλον ὅτι ἡ Κυβέρνησις
1427ἠδύνατο νὰ συνάψῃ τὸ δάνειον πρὸς 73%. Ἐπερίμενα ν’ ἀ-
1428κούσω χθὲς τὰς λεπτομερείας τῆς διαβεβαιώσεως ταύτης.
1429Ὁμιλήσας χθὲς ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου κ. Τρικούπης, δὲν
1430σᾶς εἶπέ τι, διὰ νὰ βεβαιώσῃ τὸν ἰσχυρισμόν του ἐκεῖνον, καὶ
1431ἐξεπλάγην πῶς κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐκτάκτου Συνόδου ἦλθε
1432νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν
1433ἦτο εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσῃ. Ἔλεγε κατὰ τὴν ἔκτακτον Σύν-
1434οδον τῆς Βουλῆς ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου «τὸ δάνειον,
1435»καὶ ἄλλοτε εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, εὐκόλως ἠδύνατο νὰ
1436»πραγματοποιηθῇ. Περὶ τούτου εἶχον πεισθῆ καὶ ἐκ τῆς ὀ-
1437»λιγοημέρου διαβάσεώς μου ἐκ τῆς Κυβερνήσεως. Τὰ ἔγγρα-
1438»φα, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσα ἐν τοῖς γραφείοις, μοὶ ἀπέδειξαν,
1439»ὅτι ἦτο εὐκολωτάτη ἡ πραγματοποίησις τοῦ δανείου καὶ
1440»ἐπὶ ὅροις ἐπωφελεστέροις ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνη-
1441»σις παρεχώρησεν εἰς τοὺς ἀναλαβόντας αὐτό.» Οὐδὲν ὀλι-
1442γώτερον ἀνακριβὲς τῆς διαβεβαιώσεως ταύτης, καὶ προκα-
1443λῶ τὸν Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου νὰ ὀνομάσῃ τὰ πρόσωπα,
1444τὰ ὁποῖα ἔγραφον ὅτι ἠδύναντο ν’ ἀναδεχθῶσι τὸ δάνειον,
1445νὰ εὐαρεστηθῇ ν’ ἀναφέρῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἔλαβε τὴν πλη-
1446ροφορίαν ταύτην, καὶ νὰ μᾶς βεβαιώσῃ ἐὰν κατέχῃ τὰ ἔγ-
1447γραφα, ὅτε προκαλῶ αὐτὸν νὰ ἔλθῃ νὰ τὸ ἀποδείξῃ.
1448Οὐδεὶς, κύριοι, προέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀγοράσῃ
1449ὁλόκληρον τὸ δάνειον πρὸς 73%. Ὅθεν ἡ Κυβέρνησις ὤ-
1450φειλε ν’ ἀκολουθήσῃ ἕνα τῶν δύω ἄλλων τρόπων, ἀφοῦ δὲν
1451ἦτο δυνατὸν νὰ πωλήσῃ ὁλόκληρον τὸ δάνειον πρὸς 73%.
1452Ἔπρεπε νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον, ἐπὶ ἰδίῳ κινδύνῳ καὶ λογα-
1453ριασμῷ; Ἀλλὰ οὐδὲ τοῦτο ἠδύνατο νὰ ἀποδεχθῇ, διότι δὲν
1454ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τοσαύτην τόλμην νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον ἐπὶ
1455ἰδίῳ κινδύνῳ καὶ λογαριασμῷ, οὔτε ἀπ’ εὐθείας, οὔτε διὰ
1456τραπεζικοῦ καταστήματος, φοβουμένη, ὅτι αὕτη ἤθελεν ἀ-
1457ποτύχει, καὶ τότε ὄχι μόνον ἤθελον ἔχει τὴν ἠθικὴν ζημίαν
1458τῆς ἀποτυχίας, ἀλλὰ δὲν ἤθελε πραγματοποιηθῆ καὶ ὁ σκο-
1459πὸς τοῦ δανείου. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ἠθέλομεν ὑποβληθῆ καὶ
1460εἰς τὰς δαπάνας, ἃς ἐπάγουσιν αἱ τοιαῦται πράξεις.
1461Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου σᾶς ἀνέγνωσεν ἔγγραφον,
1462διὰ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Μαλικόπουλος ἐκ Παρισίων ἐβεβαίωσε
1463τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς ἐκεῖ Πρεσβείας, ὅτι εἶναι
1464δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον, καὶ νὰ ἔχῃ
1465ἀποτελέσματα λίαν εὐάρεστα. Θέλετε μὲ συγχωρήσει ν’ ἀνα-
1466βάλω τὴν ἐξέτασιν τοῦ μέρους τούτου προσωρινῶς, ὅπως
1467τὸ ἐξετάσω κατόπιν, ὅτε θέλω ὑποστηρίξει, ὅτι ὁ τρόπος,
1468τὸν ὁποῖον ἠκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις, ἦτο σύμφωνος μὲ τὸν
1469νόμον.
1470Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμβληθῇ μετά
1471τινος ἀτόμου ἢ Τραπέζης, ὅπως πωλήσῃ εἰς αὐτὸ ὅλον τὸ
1472δάνειον· δὲν ἦτο δυνατὸν οὔτε εἶχε τὸ θάῤῥος, ἐν ἰδίῳ κινδύ-
1473νῳ καὶ λογαριασμῷ, εἴτε ἀπ’ εὐθείας, εἴτε δι’ ἄλλου τρα-
1474πεζικοῦ καταστήματος, νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον.
1475Ἠναγκάσθημεν λοιπὸν ν’ ἀκολουθήσωμεν τὸν τρίτον τρό-
1476πον, δηλαδὴ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἡ Κυβέρνησις ἐκδίδει τὸ
1477δάνειον διὰ τραπεζικοῦ τινος οἴκου, ὁ δὲ τραπεζικὸς οἶκος
1478ἀγοράζει μέρος τοῦ δανείου. Ὁ τρόπος οὗτος παρεῖχεν εἰς
1479τὴν Κυβέρνησιν ἐγγυήσεις, ὅτι ἀσφαλέστερον ἠδύνατο νὰ
1480φθάσῃ πρὸς τὸν σκοπὸν, διότι οἱ ἐκδίδοντες τὸ δάνειον ἤθε-
1481λον φροντίσει, ὅπως καλυφθῇ ὅλον αὐτὸ τὸ μέρος.
1482Μὴ λησμονῆτε, κύριοι, ὅτι ἡ πίστις ἡ οἰκονομικὴ τῆς
1483Ἑλλάδος δὲν ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἤθελε μᾶς
1484δίδει τὴν πεποίθησιν, ὅτι βεβαίως ἤθελεν ἐπιτύχει εἴτε τὸ
1485ἓν, εἴτε τὸ ἕτερον τῶν δύο τούτων συστημάτων. Καὶ δὲν
1486ἦτο ἄδικος ἡ ὑπόνοια αὕτη τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἤδη
1487πρῶτον ἐπρόκειτο νὰ παρουσιασθῇ μετὰ 47 ὅλα ἔτη ἡ Ἑλλὰς
1488ἐνώπιον τῶν ἀγορῶν τῆς Εὐρώπης. Πρὸ 47 ἐτῶν ἡ Ἑλλὰς
1489δὲν ἐπαρουσιάσθη ἐνώπιον αὐτῶν, ἄπειρα δὲ γεγονότα ἐνί-
1490σχυσαν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ μειώσωσι τὴν ἐμπι-
1491στοσύνην τῶν διατεθειμένων νὰ προσβλέψωσιν ἐπὶ τῆς Ἑλ-
1492ληνικῆς πίστεως.
1493Καὶ διὰ ποῖον λόγον ὁ μικτὸς τρόπος ἐφάνη ἡμῖν ἔχων
1494περισσοτέραν πιθανότητα νὰ ἐπιφέρῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν
1495ἐπιτυχίαν τοῦ δανείου, εἴτε κατὰ τὸ ὅλον, εἴτε κατὰ τὸ
1496μέγιστον μέρος αὐτοῦ; Διότι τὰς πιθανότητας, αἱ ὁποῖαι
1497ὑπῆρχον περὶ τῆς ἐλαττώσεως τῆς οἰκονομικῆς πίστεως τοῦ
1498κέρδους ἐνώπιον τῶν ἀγορῶν τῆς Εὐρώπης, ἐπρόκειτο ν’ ἄρῃ
1499ἡ πίστις ἐκείνων τῶν τραπεζιτῶν ἢ τῶν τραπεζικῶν κατα-
1500στημάτων, τὰ ὁποῖα ἤθελον ν’ ἀναλάβωσι τὴν ἔκδοσιν τοῦ
1501δανείου. Ἐὰν προσεφέρομεν ἓν μέρος τοῦ δανείου εἰς τραπε-
1502ζικὸν κατάστημα, αὐτὸ ἤθελεν ἔχει τὸ συμφέρον νὰ πραγ-
1503ματοποιηθῇ τοὐλάχιστον τὸ μέρος τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον
1504ἤθελεν ἀγοράσει, διότι ἤθελε βεβαίως ὑπάρχει διαφορὰ με-
1505ταξὺ τιμῆς, καθ’ ἣν ἔμελλε νὰ ἀγοράσῃ τὸ μέρος τοῦτο, καὶ
1506τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως, ἑπομένως ἤλπιζε κέρδος. Ἐν περι-
1507πτώσει, καθ’ ἣν εἶχε τὸ ἐλπιζόμενον τοῦτο κέρδος, ἤθελεν
1508ἐνεργήσει τὸ τραπεζικὸν κατάστημα, δι’ ὅλων τῶν μέσων
1509τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ, διὰ νὰ καλύψῃ τὸ μέρος
1510ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠγόρασεν ἐκ τοῦ δανείου. Ἰδοὺ διατί ἡ Ἑλ-
1511ληνικὴ Κυβέρνησις παρεδέχθη τὸ τρίτον τοῦτο σύστημα.
1512Ἀλλὰ ἠδύνατο ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ μικτὸν τοῦτο σύστημα,
1513εἶχεν ἐξουσίαν ἐκ τοῦ νόμου; Σᾶς εἶπον, ὅτι νόμος τὸ
1514ἐπιτρέπει, καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀνα-
1515γνώσω τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου, διὰ νὰ ἀκούσητε τὸ κείμενον
1516αὐτοῦ.
1517«Ἐὰν οἱ ἐκδόντες εἰς λ)σμὸν τῆς Κυβερνήσεως τὸ δάνειον,
1518»λέγει τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου, ἀγοράσωσιν ἀριθμὸν ὁμολο-
1519»γιῶν ἴσον τῷ ἡμίσει, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ
1520»χορηγήσῃ αὐτοῖς δικαίωμα προμηθείας ἑνὸς καὶ ἡμίσεως
1521»τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου τοῦ ὅλου δα-
1522»νείου, καὶ προσέτι προθεσμίαν ἑξάμηνον, ἀρχομένην ἀπὸ
1523»τῆς ἐγκρίσεως τῆς πρὸς ἀγορὰν τῶν ὁμολογιῶν, κατὰ τὰ
1524»ἀνωτέρω, συμβάσεως, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ ἐπιφυλαχθῶσι
1525»τὸ δικαίωμα νὰ ἀγοράσωσι καὶ τὰς ἐπιλοίπους μετοχὰς κλ.»
1526Λοιπὸν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ πωλήσῃ ἓν μέρος
1527τοῦ δανείου τούτου εὐθύς. Εἰς ποίαν τιμὴν ἦτο ἐπιτετραμ-
1528μένον νὰ πωλήσῃ τὸ δάνειον; τὸ ἄρθρον 4 δὲν προσδιορίζει·
1529τὸ ἄρθρον 4, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνων, δὲν λέγει τίποτε περὶ
1530τῆς τιμῆς, καθ’ ἣν ἠδύνατο νὰ πωλήσῃ τὸ μέρος τοῦτο εἰς
1531τὸ τραπεζικὸν κατάστημα, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ ἀναλάβῃ
1532τὴν ἔκδοσιν· ἀλλὰ τάχα ὁ νόμος εἶχεν ἔννοιαν ν’ ἀφήσῃ πλήρη
1533ἐλευθερίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Νομίζω, ὅτι τὴν ἑρμηνείαν
1534ταύτην οὐδεὶς ἤθελε τὴν δώσει εἰς τὸν νόμον, διότι τότε
1535ἤθελεν εἶσθαι ἀπόλυτος ἡ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργείου, ἣν ὁ νο-
1536μοθέτης οὐδέποτε ἤθελε παραχωρήσει. Διὰ τοῦτο ἐδώκαμεν
1537εἰς τὸ ἄρθρον 4 τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν πᾶς ἄνθρωπος,
1538θέλων νὰ μὴ οἰκειοποιηθῇ ἀπόλυτον ἐξουσίαν, ὀφείλει νὰ
1539παραδεχθῇ. Ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν, εἶναι, ὅτι ἡ
1540τιμὴ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν πωλήσει εἰς ἐκεῖνον,
1541ὅστις ἔμελλε νὰ τὸ ἐκδώσῃ, δὲν ἠδύνατο νὰ ἦναι μικροτέρα
1542ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐπέτρεψεν ὁ νόμος διὰ τὴν πώλησιν
1543τοῦ ὅλου δανείου. Ἡ πώλησις τοῦ ὅλου ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἐπὶ
1544τιμῇ πρὸς 73%, ἤτοι πρὸς φράγκα 365, ἡμεῖς δ’ ἐπωλή-
1545σαμεν εἴκοσιν ἑκατομμύρια, πρὸς 367 φράγκα τὴν μετοχὴν
1546καὶ πεντήκοντα λεπτά, καὶ δέκα ἑκατομμύρια, πρὸς φράγκα
1547370, δηλαδὴ περισσότερον ἀπὸ τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος
1548ἐπέτρεψε.
1549Διὰ τῆς συμβάσεως ἡ Κυβέρνησις ἐκανόνισεν, ὅτι ἡ τιμὴ,
1550εἰς τὴν ὁποίαν ἔμελλε νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον, δὲν ἠδύνατο νὰ
1551ἦναι μικροτέρα τῶν 76)00· παρεδέχθη δύο ὅρους, ἀνώτα-
1552τον καὶ κατώτατον, ἄφινε δὲ τὴν ἐκλογὴν εἰς τοὺς ἐκδότας
1553τοῦ δανείου. Κατὰ τοῦτο παρέβη τὸν νόμον; Ἐκ τοῦ ἐναν-
1554τίου, ἐνῷ ἡ τελευταία περίοδος τοῦ ἄρθρου 5 ἐπέτρεπεν, ἵνα
1555ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ τιμὴ μὴ ἦναι μικροτέρα τοῦ 74)00,
1556διὰ τῆς συμβάσεως προσδιωρίσθη νὰ ἦναι μεταξὺ τῶν 76
1557καὶ 78 τοῖς ἑκατὸν· ὥστε δὲν παρέβημεν οὔτε κατὰ τοῦτο
1558τὸν νόμον.
1559§10ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ κάμω μίαν ἐρώτησιν;
1560Δὲν εἶναι ἐναντίον τοῦ νόμου τὸ ὅτι ἐπωλήσατε τὸ ⅓, καὶ
1561ὄχι τὸ ἥμυσι τῶν ὁμολογιῶν;
1562§11Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς, κύριοι, διὰ τῆς συμβάσεως,
1563τὴν ὁποίαν συνωμολογήσαμεν, ὑπεσχέθημεν προμήθειαν 1½
1564τοῖς ἑκατὸν, δηλαδὴ 7 φράγκα καὶ πεντήκοντα ἑκατοστὰ
1565κατὰ μετοχὴν ἐπὶ τοῦ πραγματοποιηθησομένου ποσοῦ τοῦ
1566δανείου· παρέβημεν κατὰ τοῦτο τὸν νόμον; Ὁ νόμος ἐν τῷ
1567ἄρθρῳ 4 ῥητῶς δίδει τὸ δικαίωμα τοῦτο ὄχι μόνον ἐπὶ τοῦ
1568πραγματοποιηθέντος ποσοῦ, ἀλλ’ ἐπὶ ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ.
1569«Ἐὰν οἱ ἐκδόντες εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως, λέγει
1570»τὸ ἄρθρον 4, ἀγοράσωσιν ἀριθμὸν ὁμολογιῶν ἴσον τῷ
1571»ἡμίσει, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ χορηγήσῃ αὐτοῖς
1572»δικαίωμα προμηθείας ἑνὸς καὶ ἡμίσεος τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ
1573»τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου τοῦ ὅλου δανείου».
1574Ἡ Κυβέρνησις ὑπεσχέθη διὰ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν
1575συνωμολόγησε, νὰ χορηγήσῃ εἰς τοὺς ἐκδόντας τὸ δάνειον
1576200,000 φράγκα ὡς ἔξοδα ἐκδόσεως· παρέβη κατὰ τοῦτο
1577τὸν νόμον;
1578Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3, διὰ τῆς ὁποίας κανονίζονται
1579αἱ ὑποσχέσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰ ὅρια τῆς ἐξουσίας
1580τῆς Κυβερνήσεως, παραχωρεῖ εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἀνα-
1581δεχθῇ ὑποχρέωσιν πληρωμῆς 200,000 φράγκων. Ἡ Κυβέρ-
1582νησις, ὅταν τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 ἔμελλε νὰ ἐκδώσῃ
1583ὄχι μόνον ἐν Παρισίοις, ἀλλὰ ἐν Λυὼν καὶ ἐν Μασσαλίᾳ καὶ
1584ἐν Βιέννῃ καὶ ἐν Λονδίνῳ καὶ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ καὶ ἐν Βου-
1585κουρεστίῳ καὶ ἐν Τεργέστῃ, δὲν ἔκρινεν, ὅτι τὰ 200,000
1586φράγκα ἦτο περισσὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ μὴ ἐγκρίνῃ.
1587Γνωρίζετε, ὅτι τὰ ἔξοδα δὲν ἦσαν ὑπέρογκα, διότι ὅταν κατ’
1588ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰ 1867 ἀπετάθην ὡς πρέ-
1589σβυς πρὸς τὸν πρόξενον τῆς Ἑλλάδος κ. Ἐρλάγγερ, καὶ τὸν
1590παρεκάλεσα νὰ φροντίσῃ νὰ δημοσιεύσῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ
1591δανείου, μὲ ἐξέπληξεν, εἰπών μοι, ὅτι ἔχει ἀνάγκην 150,000
1592φράγκων μόνον διὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ δανείου. Αἱ τοιαῦ-
1593ται ἐργασίαι ἔχουσι μέγιστα ἔξοδα. Ἡ Κυβέρνησις ἄλλως,
1594κατὰ τὸ κείμενον τοῦ νόμου τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα, δὲν
1595παρέβη διάταξιν αὐτοῦ.
1596Μοὶ ἐγένετο ἡ ἐρώτησις: «ἡ Κυβέρνησις ἐπώλησε τὸ ἓν
1597τρίτον τοῦ δανείου, καὶ ὄχι τὸ ἥμισυ· δὲν παρέβη κατὰ τοῦτο
1598τὸν νόμον;» Ἀλλ’ ἐρωτῶ, διὰ τούτου ἐζημίωσε τὸ Δημόσιον;
1599Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἐπωλήθη ἀληθῶς τὸ ἥμισυ τοῦ δα-
1600νείου διὰ τῆς πωλήσεως τῆς ὑποχρεωτικῆς καὶ τῆς πωλή-
1601σεως τῆς προαιρετικῆς, καὶ εἰς τιμὴν ἀνωτέραν παρὰ ἂν
1602ἐπωλεῖτο τὸ δάνειον πρὸς ἑβδομήκοντα τρία τοῖς ἑκατόν.
1603Ἄλλως, ἐκάμαμεν τοῦτο, διότι εἴχομεν τὴν εὐκολίαν νὰ
1604πωλήσωμεν τὸ ἥμισυ, καὶ ὅμως ἐπωλήσαμεν 20,000,000
1605πρῶτον καὶ 10,000,000 ἔπειτα; Ὄχι, δὲν ἦτο εὔκολον
1606νὰ εὕρωμεν συμφέρουσαν ὑποχρεωτικὴν πώλησιν τοῦ ἡμί-
1607σεως. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν ἔφερε ζημίαν, ἀλ-
1608λὰ ὠφέλειαν, ἀφοῦ τὰς εἴκοσι χιλιάδας μετοχῶν ἐπληρώ-
1609σαμεν πρὸς 74.
1610Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κερκύρας σᾶς παρέστησεν, ὅτι ἐζη-
1611μιώθη τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ δανείου φρ. 1,500,000.
1612§12ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Τὴν παρὰ τὸν νόμον καὶ τὴν ἔννοιαν.
1613§13Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ μετὰ τοῦτον ὁ ἀξιότιμος βου-
1614λευτὴς Σύρου σᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἡ ζημία ἀνῆλθεν εἰς τρία
1615ἑκατομμύρια.
1616§14ΚΑΡΑΛΗΣ. Τρία ἑκατομμύρια καὶ ἐννενήκοντα χιλιάδας.
1617§15Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Παλατιανὸς ηὐχαρίστησε τότε
1618τὸν κ. Καράλην, ὅτι ὑπερέβη τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς ζημίας,
1619καὶ μετὰ ταῦτα ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου δὲν γνωρίζω
1620εἰς πόσον ἀνεβίβασε τὴν ζημίαν. Θέλω σᾶς παρακαλέσει νὰ
1621ἐξετάσητε μετ’ ἐμοῦ πόση εἶναι ἡ ζημία ἡ προσγιγνομένη
1622ἐκ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου αὐτοῦ, θέλετε δὲ πεισθῆ
1623ἂν ἀληθῶς ἐζημιώθη τὸ δημόσιον, ἢ ἂν ἐπεγένετο διὰ τῆς
1624συμβάσεως τὸ δυνατὸν κέρδος εἰς αὐτό.
1625Ἠδύνατο κατὰ τὸν νόμον νὰ πωληθῇ τὸ δάνειον εἰς 73%
1626ἐπώλησεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς 73½%, ἤτοι
1627πρὸς 367½ φράγκα, εἴκοσιν ἑκατομμύρια· ἡ διαφορὰ εἶναι
1628δύο ἥμισυ φράγκα κατὰ μετοχήν, ἐπὶ 40 δὲ χιλιάδων μετο-
1629χῶν, 100 χιλιάδες φράγκα, ἑπομένως ἐπῆλθεν ὠφέλεια 100
1630χιλιάδων φράγκων. Ἀλλὰ μήπως ἐπροτάθη εἰς τὴν Κυβέρνη-
1631τιν ὑπό τινος ν’ ἀγοράσῃ τὸ δάνειον εἰς ἀνωτέραν τιμὴν ἐκεί-
1632νης, εἰς ἣν ἐπωλήθη; νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον καὶ νὰ ἀγοράσῃ
1633τὸ ἥμισυ εἰς τιμὴν ἀνωτέραν τῶν 367 καὶ ½ κατὰ μετο-
1634χήν, καὶ ἡ Κυβέρνησις παρεῖδε τὴν πρότασιν; Ἂς ἔλθωσιν οἱ
1635κύριοι, οἱ ὁποῖοι αἰτιῶνται τῆς Κυβερνήσεως, καὶ οἱ ὁποῖοι
1636λέγουν ὅτι ἐζημιώθη τὸ δημόσιον, ἂς ἔλθωσιν νὰ εἴπωσι ποία
1637πρότασις ὑπῆρξε συμφερωτέρα, καὶ ἡμεῖς δὲν ἐλάβομεν αὐ-
1638τὴν ὑπ’ ὄψιν.
1639Ἀξιοῦσιν, ὅτι ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ πωλήσωμεν τὸ δάνειον
1640πρὸς 78%, καὶ ἐπειδὴ τὸ ἐπωλήσαμεν πρὸς 73½,
1641ἐζημιώσαμεν τὸ Δημόσιον· τῇ ἀληθείᾳ, ὅσον καὶ ἂν ἤμην ἄ-
1642στοργος πρὸς τὰ δημόσια χρήματα, ἤθελον χειροκροτήσει
1643τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία ἤθελε μοὶ γείνει, ἵνα πωλήσω τὸ
1644δάνειον πρὸς φράγκα 150 κατὰ μετοχήν. Ἀλλὰ δυστυχῶς
1645ἦσαν τόσον ἰδιότροποι οἱ ἐκδόται τοῦ δανείου, ὥστε δὲν ἤ-
1646θελον νὰ προσφέρωσι παρὰ 73 καὶ ½ μόνον. Καὶ προσέφε-
1647ρον τὰ 73 καὶ ½ τοῖς ἑκατὸν κατὰ μετοχὴν, διότι τοῖς
1648ἐδίδετο ἡ ἐλπὶς νὰ πωλήσωσι τὰς ὁμολογίας πρὸς 78 καὶ
1649½, καὶ νὰ κερδήσωσι τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς τῆς ἀγορᾶς
1650πρὸς τὴν τιμὴν τῆς ἐκδόσεως. Ἡ ἐλπὶς αὕτη ἔκαμεν αὐτοὺς
1651νὰ δεχθῶσι τὴν ἐπιχείρησιν. Ἐὰν ἡ προεξοφλητικὴ Τράπεζα
1652τῶν Παρισίων δὲν εἶχε τὸ κέρδος τοῦτο, δὲν ἤθελε δεχθῆ ν’
1653ἀγοράσῃ τὸ ἀγορασθὲν ποσὸν τοῦ δανείου πρὸς 73 καὶ ½
1654τοῖς ἑκατὸν, διότι οἱ Τραπεζῖται δὲν εἶναι ἄνθρωποι οἱ ὁ-
1655ποῖοι ἀγοράζουσι τὰ χρεώγραφα, διὰ νὰ τὰ κλείσωσιν ἐν τοῖς
1656κιβωτίοις των, εἶναι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι τὰ κεφάλαιά των
1657θέλουσιν αἰωνίως νὰ ἔχωσιν εἰς κυκλοφορίαν. Λοιπὸν ἠγό-
1658ρασαν 60,000 ὁμολογίας μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ τὰς πωλήσωσι
1659κατόπιν εἰς τὴν τιμὴν τῆς ἐκδόσεως καὶ νὰ ὠφεληθῶσι τὴν
1660διαφοράν.
1661Ἀλλ’ ἡ ἐλπὶς αὕτη τοῦ κέρδους δὲν εἶναι ἀμιγὴς κινδύ-
1662νων ζημίας· καὶ ἀληθῶς, ὑποθέσατε, ὅτι δὲν ἐνεγράφετο οὐδεὶς
1663εἰς τὸ δάνειον, τί ἤθελε συμβῆ; Οἱ ἐκδόται τοῦ δανείου
1664ἤθελον μείνει κατέχοντες 30,000 χρεώγραφα Ἑλληνικὰ,
1665τῶν ὁποίων τὸ συμπεφωνημένον ἀντίτιμον ἤθελον κατα-
1666βάλει εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ταμεῖον. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ὑπάρχει
1667παράδειγμα, κατὰ τὴν ἔκδοσιν δανείου οἱουδήποτε Κράτους
1668νὰ λάβῃ ἀμέσως μετὰ τὴν ἔκδοσιν ὑπερτίμησιν, εἵπετο ὅτι
1669ἤθελον κρατεῖ νεκρὰ τὰ χρεώγραφα, ἢ ἤθελον πωλήσει αὐτὰ
1670εἰς ὑποτίμησιν. Λοιπὸν τὸ κέρδος τῶν τραπεζιτῶν δὲν ἦτο
1671τόσον θετικὸν, ὥστε νὰ εἴπῃ τις, ὅτι αὐτοὶ εἶχον ἀσφαλὲς
1672κέρδος καὶ ὅτι ἡμεῖς παρέσχομεν αὐτοῖς ἀσφαλῆ καὶ ἀνύπο-
1673πτον ὠφέλειαν, διότι ἔτρεχον τὸν εἰρημένον κίνδυνον, τὸ
1674μέτρον δὲ τοῦ κινδύνου εἶναι τὸ μέτρον τοῦ κέρδους.
1675Ἀλλὰ, κύριοι, διατί νὰ ἐπιτρέψητε εἰς αὐτοὺς νὰ κερδίσω-
1676σι 4½%; Διότι δὲν εὑρίσκομεν ἄλλον νὰ ζητήσῃ
1677νὰ κερδίσῃ ὀλιγώτερα· ἂς παρουσιασθῇ τις νὰ διισχυρισθῇ
1678ὅτι ἤκουσέ τινα διατεθειμένον ν’ ἀγοράσῃ τὸ ½, τὸ ⅓
1679τοῦ δανείου εἰς τιμὴν μεγαλειτέραν, καὶ ὅτι ἡμεῖς παρεβλέ-
1680ψαμεν τὴν πρότασιν αὐτοῦ ταύτην.
1681Ἐξεδώκατε τὸ δάνειον εἰς 78 καὶ ½% καὶ ἐ-
1682γείνατε αἴτιοι ἄλλης ζημίας, διότι ἠδύνασθε νὰ ἐκδώσητε
1683αὐτὸ εἰς 81% καὶ νὰ κερδίσητε περισσότερα. Ἐγὼ
1684ἀπορῶ διατὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος νὰ μὴ τὸ ἐκδώσῃ
1685εἰς 200. Πρὶν ἢ ἐκδοθῇ ὁ νόμος καὶ πρὶν ἐκδοθῇ ἡ σύμβα-
1686σις, ὑπῆρχεν ὁ κ. Μαλικόπουλος ἐν Παρισίοις ἀσχολούμενος
1687πρὸς εὕρεσιν δανείου· οὗτος ἔλαβεν ἐντολὴν ἀπὸ τὴν Κυβέρ-
1688νησιν καθ’ ὃν χρόνον ἀπεδήμουν εἰς Βερολῖνον, νὰ ζητήσῃ
1689καὶ ἀνεύρῃ τραπεζίτας, οἱ ὁποῖοι ν’ ἀναδεχθῶσι δάνειον
1690πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν.
1691Ὁ κ. Μαλικόπουλος ἤρξατο τὰς ἐργασίας του· αἱ ἐργα-
1692σίαι του ἐφαίνοντο ὅτι δὲν ἀπέβαινον εἰς πιθανὸν πέρας, ἔ-
1693μεινεν ἱκανοὺς μῆνας εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ ἀφ’ οὗ αἱ προ-
1694τάσεις αὐτοῦ δὲν ἦσαν τοιαῦται, ὥστε νὰ παρεῖχον εἰς τὴν
1695Κυβέρνησιν τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἠδύναντο νὰ εὑρεθῶσι δανεισταὶ
1696οἱ ὁποῖοι ν’ ἀγοράσωσι τὸ ἥμισυ τοῦ δανείου, καὶ ἀφ’ οὗ ἔ-
1697μαθε μάλιστα, ὅτι ὁμὰς ἄλλη προβάλλει σχέδιον συμβάσεως,
1698διὰ τῆς ὁποίας προτίθεται ν’ ἀγοράσῃ τὸ ἥμισυ τοῦ δανείου,
1699ὁ κ. Μαλικόπουλος μᾶς ἀνεκοίνωσε πρότασιν, ἵνα ἐκδοθῇ τὸ
1700δάνειον δι’ ἴδιον τῆς Κυβερνήσεως λ)σμὸν, εὗρε δὲ τὸ κα-
1701τάστημα αὐτὸ τοῦτο, τὴν Προεξοφλητικὴν Τράπεζαν. Συνεν-
1702νοήθη λοιπὸν μετ’ αὐτῆς, ἵνα ἐκδώσῃ ἓν δάνειον, ἐπρότεινε
1703δὲ διὰ τοῦ ἐν Παρισίοις Πρέσβεως, ὅτι αἱ ἀξιώσεις τοῦ εἰρη-
1704μένου καταστήματος ἦσαν νὰ λάβῃ 300,000 φράγ. δικαίω-
1705μα ἐξόδων ἐκδόσεως, καὶ προσέτι ¼% προμήθειαν.
1706Ὁ Μαλικόπουλος ἐνόμιζεν, ὅτι τοῦτο ἦτο συμφερώτατον εἰς
1707τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐδίστασε καὶ ἔγραψε πρὸς
1708τὴν ἐν Παρισίοις Πρεσβείαν νὰ ἐξετάσῃ, ἂν τὸ Τραπεζικὸν
1709κατάστημα ὑπόσχεται, ὅτι καθ’ ἣν περίπτωσιν ἀνατεθῇ εἰς
1710αὐτὴν ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου, ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ ἐγ-
1711γυηθῇ, ὅτι ἤθελεν ἐπιτύχει ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου τοῦ ὅλου ἢ
1712μέρους αὐτοῦ· ὁ κ. Μαλικόπουλος ἀνέφερεν εἰς τὴν πρεσβείαν
1713«ὁ διευθυντὴς τοῦ Comptoir d’ Escompte συμβουλεύει ἐρ-
1714»ρωμένως τὴν εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἔκδοσιν,
1715»ἐπὶ πληρωμῇ 300,000 φράγκων, δι’ ἔξοδα δημοσιεύσεως,
1716»καὶ μόνον τὴν γνωστὴν μετρίαν προμήθειάν του. Λέγει, ὅτι
1717»ἡ ἐποχὴ εἶναι εὐνοϊκὴ διὰ τὴν ἔκδοσιν, καὶ ὅτι θέλει δια-
1718»τεθῆ πιθανῶς ἅπαν τὸ δάνειον εἰς τὴν πελατείαν του. Οἱ
1719»80 χιλ. πελάται καὶ τὸ κοινὸν ἐν γένει θέλει ὑπογράψει
1720»πολὺ περισσότερον, ἐὰν ἐμάνθανε τὴν ἄμεσον ἔκδοσιν, ἄνευ
1721»τῶν βαρῶν τὰ ὁποῖα ἐπάγουσι τὰ συνδικάτα».
1722Αὐτὸ τὸ ἔγγραφον σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Τρικούπης, διὰ νὰ
1723σᾶς πείσῃ, ὅτι ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου εἰς 81 ἦτο προτιμο-
1724τέρα, καὶ ἑπομένως, ὅτι ἡμεῖς ἐζημιώσαμεν τὸ Κράτος.
1725Ἀλλ’ ἂν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἔγραφεν ὁ κ. Μαλικόπουλος, ἦσαν
1726ἀληθῆ, ὁ διευθυντὴς τοῦ Comptoir d’ Escompte δὲν ἐβε-
1727βαίωσε ταῦτα πρὸς τὴν πρεσβείαν, αὕτη δὲ (ὅρα σελίδα 20,
1728ἔγγραφον ἐν τεύχει ὑπ’ ἀριθ. 34) ἀναφέρει, ὅτι «ὁ κ. Gi-
1729»raud, γράφει ἡ πρεσβεία, μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν δύναται
1730»τίποτε νὰ ἐγγυηθῇ, ἀλλ’ ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις τὸν ἐπιφορ-
1731»τίσῃ, θέλει τῇ παράσχει πᾶσαν συνδρομὴν ἀφ’ ἧς λάβῃ τὴν
1732»ἐντολήν. Προσέθηκε μάλιστα, ὅτι συνήθως αἱ Κυβερνήσεις
1733»δὲν ἐκδίδουσιν ἀμέσως τὸ δάνειον, πλὴν τῆς Γαλλίας, τῆς
1734»ὁποίας ἡ πίστις εἶναι ἄπειρος». Καὶ ἀλλαχοῦ (ὅρα ἐν σελ.
173521 ἔγγραφον ὑπ’ ἀριθμὸν 36) ὁ ἴδιος Μαλικόπουλος γράφει
1736τὰ ἑξῆς· «ἐκόμισαν τὴν ἐπιστολήν μου εἰς τὴν προεξοφλητι-
1737»κὴν τράπεζαν, μοὶ ἔφερεν αὐτόγραφον ἐπιστολὴν τοῦ Gi-
1738»raud, λέγουσαν, ὅτι εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ τράπεζα, καὶ λόγῳ
1739»τῆς ἐξαιρετικῆς της θέσεως καὶ τῆς πολυαρίθμου πελα-
1740»τείας της, εἶναι εἰς καλλιτέραν θέσιν νὰ συγκεντρώσῃ περὶ
1741»αὐτὴν μέγαν ἀριθμὸν ἐγγραφῶν, ἀλλ’ ὅτι ὅμως τῇ εἶναι
1742»καθ’ ὁλοκληρίαν ἀδύνατον ν’ ἀναλάβῃ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως
1743»ταύτης οὐδὲ ἠθικῶς οἱανδήποτε ὑποχρέωσιν».
1744Ἀμφότερα τὰ ἔγγραφα ταῦτα περιλαμβάνονται εἰς τὸ
1745τεῦχος, τὸ ὁποῖον διενεμήθη εἰς τοὺς Βουλευτάς· ἀμφότερα
1746τὰ ἔγγραφα ἀνέγνω ὁ κ. Τρικούπης, καὶ ὅμως δὲν σᾶς ἔ-
1747καμε μνείαν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν. Ἀπορῶ πῶς ὑπέπεσεν εἰς
1748τοιαύτην παράλειψιν, ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι ὑπέπεσε, κύριοι,
1749διότι ἐπεθύμει ν’ ἀποκρύψῃ ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν σας τὴν ἀλή-
1750θειαν. Καὶ ἐὰν εἶχε τοιαύτην προαίρεσιν, ἀφίνω εἰς σᾶς νὰ
1751κρίνητε τὸν σκοπὸν τῆς προαιρέσεως. Ὁ σκοπὸς ἦτο ἡ δυσ-
1752φημία τῆς τιμῆς τῆς Κυβερνήσεως τῆς πατρίδος του, ἤθελε
1753νὰ παραστήσῃ τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος του Κυβέρνησιν
1754ἀνατολικὴν, Κυβέρνησιν ἀνατολικοῦ λαοῦ.
1755Ἐπιμένω, κύριοι, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
1756δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πωλήσῃ τὸ δάνειον εἰς μεγαλειτέραν τι-
1757μὴν, καὶ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω τοῦτο, πρέπει νὰ σᾶς φέρω ὡ-
1758σαύτως ἔγγραφα. Ἡ πρώτη πρότασις, τὴν ὁποίαν προέβαλεν
1759ὁ κ. Συγκρὸς, τὴν ὁποίαν πρότασιν εἶχεν ἐπιδοκιμάσει καὶ ὁ
1760ἐν Παρισίοις διατρίβων τότε κ. Ῥενιέρης ἀξιότιμος διοικητὴς
1761τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐκτίθεται ἐν τῷ πρώτῳ ἐγγράφῳ τῷ
1762δημοσιευθέντι ἐν τῷ τεύχει.
1763Ποία εἶναι ἡ πρότασις; πρῶτον· ζητοῦσι ν’ ἀναλάβωσιν
1764οὐ μόνον τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, ἀλλὰ καὶ τὴν διαπραγμά-
1765τευσιν τῆς μετατροπῆς τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825·
1766ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶχεν ἤδη περαιωθῆ (ἀναγινώσκει)· δεύ-
1767τερον, προτείνουσι νὰ ἀγοράσωσι τὸ ἥμισυ τοῦ δανείου εἰς τι-
1768μὴν 365 φράγκων κατὰ μετοχήν· τρίτον, ὑπόσχονται νὰ
1769πληρώσωσι τὸ ἀντίτιμον τῶν ἀγορασθησομένων μετοχῶν εἰς
1770τρεῖς μηνιαίας δόσεις, ζητοῦσι προμήθειαν 1% ἐπὶ
1771τοῦ ὅλου τοῦ δανείου· δευτέρα πρότασις εἶναι πρότασις, τὴν
1772ὁποίαν ὁ κ. Νάζος προέβαλεν (ὅρα σελ. 5 καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 4
1773ἔγγραφον). Δι’ αὐτῆς προτείνεται νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον πρὸς
177472½%, δηλ. πρὸς 362 καὶ ½ φράγκα, ζητοῦσι
1775δι’ ἔξοδα καὶ προμήθειαν 2½%, καὶ δὲν ἀγοράζουσι
1776μέρος τοῦ δανείου τούτου, ἀλλ’ ὑπέσχοντο νὰ δανείσωσιν αὐ-
1777τοὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐκδοθησομένου δανείου 15,000,000,
1778ἐπὶ ἐνεχυριάσει τῶν ὁμολογιῶν τοῦ νέου δανείου.
1779Ἐκ τοῦ δανείου λοιπόν, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ ἐκδοθῇ
1780κατὰ πρότασιν τοῦ κ. Νάζου, οἱ ἐκδιδόντες τὸ δάνειον δὲν
1781ἠγόραζον οὐδεμίαν μετοχήν, ἀλλ’ ἐπρόκειτο μόνον νὰ δώσω-
1782σιν ἴδιον δάνειον πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐξ ἰδίων
1783των ἐκ 15,000,000 φράγκων καὶ ἐπὶ ἐνεχυριάσει τῶν με-
1784τοχῶν τοῦ δανείου.
1785Ἡ τρίτη πρότασις εἶναι ἡ εὑρισκομένη ἐν σελίδι 12 καὶ
1786ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 15 ἐγγράφῳ, ἤτοι ἔκδοσις δανείου 60 ἑκα-
1787τομμυρίων εἰς ἀγορὰν ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἡμίσεως, πρὸς 365 φρ.
1788τὴν μετοχὴν, καὶ τοῦ ἄλλου ἡμίσεως προαιρετικὴν ἀγορὰν,
1789πρὸς φρ. 370.
1790Ἡ τετάρτη πρότασις εἶναι ἡ ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 21 ἐγγράφῳ,
1791τῷ τυπωθέντι ἐν σελ. 15. Κατ’ αὐτὴν, «οἱ Τραπεζῖται ἀγο-
1792ράζουσιν ἐκ τοῦ δανείου 10,000,000 ὑποχρεωτικῶς πρὸς 64%,
1793ἤτοι πρὸς 320 φράγκα, 40 δ’ ἑκατομμύρια προαι-
1794ρετικῶς, πρὸς 65%, ἤτοι πρὸς 325 φράγκα κατὰ με-
1795τοχήν, ἐζήτουν δὲ ἐν τοῖς 100 προμήθειαν».
1796Ἑτέρα πρότασις εἶναι ἡ ἐν σελίδι 15 καὶ ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ.
179723 ἐγγράφῳ. Ὁ κ. Μαλικόπουλος βελτιώνει δι’ αὐτῆς τὰς
1798προτάσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀνακοινώσει, διὰ τῶν ἑξῆς· Ὑπό-
1799σχεται ἀγορὰν φράγκ. 10,000,000 ὑποχρεωτικῶς πρὸς 73%,
1800τεσσαράκοντα δ’ ἑκατομμυρίων, πρὸς 74%,
1801καὶ ζητεῖ προμήθειαν 700,000 φράγκων.
1802Ἡ τελευταία πρότασις εἶναι ἐν σελ. 19 καὶ ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ.
180333 ἐγγράφῳ· ὁ κ. Κορωνιὸς προτείνει ν’ ἀγοράσῃ ὑποχρεω-
1804τικῶς 20,000,000, πρὸς 73%, καὶ 10,000,000 πρὸς
180574. Σᾶς ἀνέγνωσα πάσας τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο
1806πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, ἵνα ἴδητε, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν εἰς
1807τὴν Κυβέρνησιν πρότασις, ἡ ὁποία περιεῖχεν ὅρους συμφερω-
1808τέρους ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐδέχθημεν.
1809Μεταξὺ τῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας σᾶς παρέστησαν ὅτι ὑπέ-
1810στη τὸ Δημόσιον ταμεῖον, ἀνέφερον, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρ-
1811νησις διὰ τῆς συμβάσεως ὑπεσχέθη εἰς τοὺς ἐκδότας τοῦ δα-
1812νείου νὰ παραχωρήσῃ εἰς αὐτοὺς τὸ ¼ τῆς διαφορᾶς τῆς
1813τιμῆς τῶν μετοχῶν, αἱ ὁποῖαι διὰ τῆς δημοσίας ἐγγραφῆς
1814ἤθελον διατεθῆ μεταξὺ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως καὶ τῶν 74%,
1815ἤτοι τῶν 370 φράγκων· ἡ δὲ ζημία τοῦ Δημοσίου
1816ἐκ τούτου ἀνήρχετο εἰς 90,000 φράγκα. Τὸ σύστημα, τὸ ὁ-
1817ποῖον ἡ Κυβέρνησις ἠκολούθησε κατὰ τὴν συνομολόγησιν
1818τοῦ δανείου καὶ τὴν ἐγγραφὴν, οὐ μόνον δὲν ἐπέφερε ζη-
1819μίαν, ἀλλ’ ἐξασφάλισεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν κέρδος 270,000
1820φράγκων.
1821Οἱ ἐκδόται εἶχον συμφέρον νὰ κατορθώσωσι διὰ τῆς δημο-
1822σίας ἐγγραφῆς νὰ διατεθῇ τοσοῦτον ποσὸν τοῦ δανείου, ὅσον
1823ἦτο τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἠγόρασαν εἰς πώλησιν ὑποχρεωτικὴν
1824ἢ προαιρετικήν· πέραν τοῦ ποσοῦ τούτου δὲν εἶχον συμφέ-
1825ροντα, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἤθελον ἔχει συμ-
1826φέρον καὶ μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐγγραφῆς ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως
1827τοῦ δανείου, διότι ἡ ὑπερτίμησις τοῦ δανείου μετὰ τὸ πέρας
1828τῆς ἐγγραφῆς σπανιώτατα συνέβη. Διὰ νὰ δώσῃ συμφέρον
1829εἰς αὐτοὺς ἡ Κυβέρνησις, ὅπως φροντίσωσι νὰ διατεθῇ μεγα-
1830λείτερον ποσὸν ὁμολογιῶν διὰ τῆς ἐγγραφῆς, ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ
1831ὁποῖον εἶχον ἀγοράσει, ὑπέδειξαν εἰς αὐτοὺς τὸ σύστημα τοῦ-
1832το, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπὶ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῆς τιμῆς τῆς
1833δημοσίας ἐγγραφῆς καὶ τῆς προαιρετικῆς πωλήσεως ἤθελε
1834παραχωρήσει αὐτοῖς ἓν ποσοστόν. Τὸ σύστημα τοῦτο τὸ εἶχε
1835προτείνει ἡ ὁμάς, ἐν ὀνόματι τῆς ὁποίας συνενοεῖτο μεθ’
1836ἡμῶν ὁ κ. Ῥικάκης. Ἡ ἄλλη ὁμὰς δὲν ἔστεργε νὰ ἀποδεχθῇ
1837τὸ σύστημα τοῦτο, παριστῶσα ὅτι τὸ κέρδος τοῦτο εἶναι
1838κέρδος ἰδανικὸν, δὲν στηρίζεται ἐπὶ οὐδενὸς θετικοῦ δεδομέ-
1839νου· ἐπειδὴ ὅμως ἡμεῖς ἐπεμένομεν εἰς τὴν διαφορὰν ταύτην,
1840ἐδέχθη ἡ ὁμὰς νὰ μᾶς παραχωρήσῃ τὸ ½ τῆς διαφορᾶς
1841τῆς τιμῆς, τὸ ½ δὲ τοῦτο ἀνεδέχθη καὶ ἡ ὁμὰς τοῦ κ. Ῥι-
1842κάκη· ἀλλ’ ἡ ὁμὰς τοῦ κ. Κορωνιοῦ, καθ’ ὃν χρόνον συνε-
1843νοούμεθα μετὰ τῆς ἑτέρας ὁμάδος, μᾶς προσέφερε τὰ ¾
1844τῆς διαφορᾶς, ἠρνήθη δ’ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποδεχθῇ τὴν προσ-
1845φορὰν, διὰ νὰ μὴ ὑποπέσῃ εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ κ. Τρι-
1846καύπη, ὅτι συνεννοεῖται συγχρόνως μετὰ δύο ὁμάδων. Ὅταν
1847ὅμως ἡ ὁμὰς τοῦ κ. Κορωνιοῦ προσέφερε θετικὸν κέρδος, ἤτοι
184873 καὶ ½ τοῖς ἑκατὸν κατὰ μετοχὴν, ἀντὶ τοῦ 73%,
1849τὰ ὁποῖα προσέφερεν ἡ ὁμὰς τοῦ κ. Ῥικάκη, διεκόψαμεν τὰς
1850μετὰ τῆς ὁμάδος τοῦ κ. Ῥικάκη διαπραγματεύσεις, καὶ ἐτε-
1851λείωσεν ἡ σύμβασις μὲ τὴν ὁμάδα τοῦ κ. Κορωνιοῦ.
1852Ὅρος ἐπηρεάζων τὰ ἀποτελέσματα τοῦ δανείου ἦτο ἡ
1853καταβολὴ τοῦ ἀντιτίμου. Ὁ νόμος περὶ δανείου τοῦ Ἰανουα-
1854ρίου 1879 ἐπέτρεπε τὸ ἀντίτιμον τῶν μετοχῶν νὰ κατα-
1855βληθῇ εἰς δόσεις 2 μέχρι 5, τῶν ὁποίων ἑκάστη δὲν ἔπρεπε
1856ν’ ἀπέχῃ τῆς ἄλλης κατὰ διάστημα μεῖζον τοῦ μηνός. Ἡ
1857Κυβέρνησις κατώρθωσε διὰ τῆς συμβάσεως νὰ συντάμῃ ὅσον
1858τὸ δυνατὸν τὰς δόσεις τοῦ δανείου, διότι ὅσον μακρότερον
1859ἦτο τὸ διάστημα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ καταβληθῇ
1860τὸ τίμημα, ἐπὶ τοσοῦτον τὸ Δημόσιον ἤθελε ζημιωθῆ μεγα-
1861λείτερον ποσὸν τόκου, διότι ἤθελε πληρώνει τόκους ἐπὶ κε-
1862φαλαίων τὰ ὁποῖα δὲν εἶχεν ἔτι εἰσπράξει.
1863Ὁ ἰσχυρισμὸς τῶν Βουλευτῶν ἐκείνων οἵτινες παρέστη-
1864σαν, ὅτι τὸ Δημόσιον ἐζημιώθη 1,450,000 δραχμῶν, διότι
1865ἐπωλήσαμεν τὸ δάνειον πρὸς 73½ καὶ 74, ἐνῷ ἐξεδόθη
1866πρὸς ἐγγραφὴν εἰς 78%, ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος ἀπεδεί-
1867χθη ἤδη ψευδής. Ἤθελεν εἶσθαι παράλογον ν’ ἀξιώσῃ τις
1868ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποχρεώσῃ τοὺς ἀγοραστὰς ν’ ἀγο-
1869ράσωσιν εἰς τιμὴν ὑπερτέραν ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἦσαν
1870διατεθειμένοι νὰ ἀγοράσωσι. Διὰ ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι ἐζημιώ-
1871σαμεν τὸ Δημόσιον, πρέπει νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἦτο δυνατὸν
1872νὰ εὕρωμεν τιμὴν μεγαλειτέραν, καὶ ἐνόσῳ δὲν παρασταθῇ
1873τοῦτο, ἔχομεν δικαίωμα, ὄχι ν’ ἀρνηθῶμεν τὸν ἰσχυρισμόν,
1874εἶναι μικρὸν τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ ὀλιγωρῶ αὐτοῦ, ἔχομεν
1875δικαίωμα νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι οἱ προβαλόντες τοὺς τοιού-
1876τους ἰσχυρισμοὺς δὲν ἐξετάζουσι μετὰ τῆς προσηκούσης ἀγα-
1877θῆς πίστεως τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἐνῷ δὲ διατείνονται
1878ἄλλοι μὲν ὅτι ἐζημιώσαμεν 2,500,000 τὸ Δημόσιον, ἄλλοι,
1879ὅτι τὸ ἐζημιώσαμεν 2,900,000, καὶ ἄλλοι 3,500,000, καὶ
1880ἄλλοι 4,000,000, ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, καὶ δύναμαι νὰ βε-
1881βαιώσω δι’ ὅλων τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατέθηκα, ὅτι ἡ
1882Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐγένετο αἰτία νὰ ὠφεληθῇ τὸ Δημό-
1883σιον 470,000 φράγκων, καὶ ν’ ἀποφύγῃ ζημίαν 477,600
1884φράγκων. Τὸ θετικὸν κέρδος, τὸ ὁποῖον τὸ Δημόσιον ὠφελή-
1885θη ἐκ 470,000 φράγκων, προέρχεται ἐκ τῶν 200,000 φράγ-
1886κων τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς εἰς τὴν ὁποίαν ἐπωλήθησαν τὰ
188720,000,000 φρ., πωληθέντα πρὸς 73 καὶ ½% ἀντὶ
1888μόνον τῶν 73%, ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς, εἰς τὴν
1889ὁποίαν ἐπωλήθησαν τὰ 10,000,000, πωληθέντα πρὸς 74%
1890ἀντὶ μόνον τῶν 73%, καὶ εἰς τὸ κέρδος,
1891τὸ ὁποῖον συνεκόμισε τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν ¾
1892μεταξὺ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως καὶ τῆς τιμῆς τῆς ἀγορᾶς
1893τοῦ προαιρετικῶς πωληθέντος μέρους τοῦ δανείου. Ἡ δὲ ζη-
1894μία, τὴν ὁποίαν ἀπέφυγε τὸ Δημόσιον ἦτο 317,000, τὰ
1895ὁποῖα ἀπέφυγεν ἐκ τῆς τοκοφορίας ἕνεκα τῆς βραχυτέρας
1896πρὸς καταβολὴν τοῦ ἀντιτίμου προθεσμίας, καὶ προσέτι ἐκ
1897περιορισμοῦ τοῦ δικαιώματος τῆς προμηθείας, διὰ μόνον τὸ
1898πραγματοποιηθὲν ποσὸν τοῦ δανείου, ἀφ’ οὗ 24,000 μετο-
1899χῶν μέχρι τοῦδε δὲν ἐπραγματοποιήθησαν, ἕνεκα τοῦ ὁ-
1900ποίου ἐπῆλθεν οἰκονομία 170,000.
1901Μεταξὺ τῶν διαφόρων ζημιῶν, τὰς ὁποίας σᾶς παρέστη-
1902σαν ὅτι τὸ Δημόσιον ὑπέστη, εἶναι καὶ ὅτι ἐπληρώσαμεν
1903120,000 φρ. ἢ 90,000 διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ τέλους τοῦ
1904χαρτοσήμου. Τὸ δάνειον ἐξεδίδετο ἐν Παρισίοις· δὲν ἦτο δυ-
1905νατὸν ν’ ἀξιώσωμεν νὰ μὴν ὑποβληθῇ εἰς τοὺς νόμους τοὺς
1906ἰσχύοντας ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ, οἱ ὁποῖοι ὑποβάλλουσιν εἰς τέ-
1907λος χαρτοσήμου τὰς ὁμολογίας τῶν διαφόρων δανείων, τὰ
1908ὁποῖα ἐκδίδονται ἐκεῖ. Τὸ δάνειον ἐξεδίδετο ἐν ὀνόματι τῆς
1909Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν ν’ ἀξιώσωμεν, ὅτι
1910τὴν πληρωμὴν τοῦ τέλους τοῦ χαρτοσήμου ἔμελλε νὰ κατα-
1911βάλῃ ἄλλος τις παρὰ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ἐὰν ἦτο
1912δυνατὸν νὰ συναινέσῃ ἡ προεξοφλητικὴ Τράπεζα νὰ τὴν κα-
1913ταβάλῃ αὐτή, ἠθέλομεν δεχθῆ εὐχαρίστως πᾶσαν προσφο-
1914ράν, τὴν ὁποίαν ἤθελε μᾶς κάμει, ἀλλὰ δὲν ἐδέχετο, προ-
1915βάλλουσα λόγους ἰσχυροὺς, ὅτι τὸ δάνειον ἐξεδίδετο ἐν ὀνό-
1916ματι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τὰ δὲ βάρη τὰ ἕνεκα τῆς
1917ἐκδόσεως ἀνῆκον εἰς αὐτήν.
1918Δὲν θέλω νὰ μνημονεύσω τῆς ἄλλης ζημίας, τὴν ὁποίαν
1919παρέστησε δημοσιογράφος τις, ὁ ὁποῖος ἐδημοσίευσε τὴν δια-
1920τριβήν του ἐν τῇ Ὥρᾳ. Ἠκούσατέ τινες τὴν ἀγανάκτησιν, τὴν
1921ὁποίαν ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐξεδήλωσεν, ὅτε ἤκουσε τὴν
1922παράστασίν μου ταύτην. Διὰ νὰ ἐλαττώσῃ τὴν ἐντύπωσιν,
1923τὴν ὁποίαν αἱ παραστάσεις μου ἐκεῖναι ἐνεποίησαν, σᾶς εἶ-
1924πεν, ὅτι ἡ διατριβὴ ἐκείνη ἐτυπώθη εἰς τὴν ἐφημερίδα ὑπὸ
1925τινος ἔχοντος ἰδίαν εὐθύνην, καὶ ὅτι περιεῖχε, κατὰ τυπογρα-
1926φικὸν λάθος, ἓν μηδενικὸν περισσότερον. Τάχα τὸ τυπογρα-
1927φικὸν λάθος δικαιολογεῖ τὴν μεταβολὴν αὐτήν; Ἂς ἐξετάσω-
1928μεν. Εἰς 8,400,000 ἀνήρχετο κατὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς
1929Ὥρας ἡ ζημία ἕνεκα τοῦ ποσοστοῦ τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν
1930πληρώσει κατὰ τὴν σύμβασιν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου
1931ἐπὶ 40 ἔτη. Ἀφαιρέσατε ἓν μηδενικὸν μένουσι 840,000.
1932Ἀλλὰ δὲν εἶναι 840,000, ἡ ζημία ἕνεκα τοῦ ποσοστοῦ εἶναι
1933720,000 μόνον, ἐὰν δὲ προσθέσητε ἓν μηδενικὸν, δὲν γί-
1934νονται 8,400,000, ἀλλὰ γίνονται 7,200,000. Εἶναι τώρα ἡ
1935ἄγνοια τοῦ συγγραφέως τῆς διατριβῆς ἢ εἶναι κακὴ πίστις;
1936Δὲν ἐνδιαφέρομαι παντάπασιν· ἠθέλησα νὰ σημειώσω γεγο-
1937νὸς τὸ ὁποῖον ἐκίνησε τὸν οἶκτον μου. Δὲν ἐνδιαφέρει δὲ παν-
1938τάπασιν ἐμέ, ἐνδιαφέρει ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὑπέχουσι τὴν
1939ἠθικὴν εὐθύνην τῶν τοιούτων διαδόσεων. Τὸ γεγονὸς εἶναι,
1940ὅτι ὅταν ἐδημοσιεύθη τὸ δημοσιογραφικὸν φύλλον, διὰ τοῦ
1941ὁποίου ἀνηγγέλθη ὅτι 8,400,000 ἐζημίωσα τὸ Δημόσιον, ἡ
1942Ἐφημερὶς μετέδωσε τὴν εἴδησιν διὰ τοῦ φύλλου της τὴν
1943ἐπιοῦσαν, καὶ ἐκτὸς τῆς Ἐφημερίδος, ἄλλο ὄργανον ἐν τῇ
1944δημοσιογραφίᾳ τῶν Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον ἐμιμήθη τοῦ Ἰγνα-
1945τίου Λοϋόλα τὴν ἕξιν καὶ τὰ ἤθη, δηλητηριάζον τὸ ἐθνικὸν
1946φρόνημα, διεσάλπισε τὴν μετεπιοῦσαν, καὶ τοῦτο, τὴν ζη-
1947μίαν τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον ὑφίστατο ἕνεκα τῆς ὀλιγω-
1948ρίας ἡμῶν.
1949Ἀλλὰ διατί σταματᾷς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν οἰκονομικῶν,
1950εἰς τὴν ζημίαν, εἰς τὸ λάθος αὐτὸ τοῦ ποσοστοῦ; ἔστω ἔγει-
1951νε λάθος κατὰ τὴν δημοσίευσιν, οὐχ ἧττον τὸ λάθος τοῦτο
1952ἀποδεικνύει τὴν ἀνικανότητα ὑμῶν; Διατί εἰς τὸν νόμον δὲν
1953περιελάβετε τὴν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ζητήσητε τὴν
1954ἄδειαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ν’ ἀναγνωρίσητε τὸ ποσο-
1955στὸν τοῦτο; Καὶ πῶς δὲν ἐμιμήθητε τὸν ἱκανώτατον Ὑπουρ-
1956γὸν τῶν οἰκονομικῶν, τὸν συντάκτην τοῦ νόμου περὶ δανείου
1957τῶν 25,000,000 τοῦ 1867, ὁ ὁποῖος προέβλεψε περὶ τῆς ἀ-
1958νάγκης αὐτῆς καὶ περιέλαβε τοιαύτην διάταξιν ἐν τῷ νόμῳ;
1959Τῳόντι τρέχουσι τὰ δημόσια συμφέροντα μέγαν κίνδυνον,
1960ὅταν ἀνατίθεται ἡ διαχείρισις αὐτῶν εἰς χεῖρας τοσοῦτον
1961ἀνικάνους, ὥστε νὰ μὴ προγνωρίζωσιν, ὅτι πρόκειται νὰ πλη-
1962ρωθῇ ποσοστὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων.
1963Δὲν ἔχω νὰ παραπονεθῶ κατὰ τοῦ χαρακτηρισμοῦ, τὸν ὁ-
1964ποῖον ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου μοὶ ἀποδίδει. Ὁ χαρακτη-
1965ρισμὸς οὗτος εἶναι ὁ ἐλαφρότερος ὅλων τῶν χαρακτηρισμῶν,
1966τοὺς ὁποίους ἀπὸ τοῦ Μαΐου 1877, ὅταν ἀπῆλθον εἰς Βερο-
1967λῖνον, μέχρι τοῦδε μοὶ ἀπέδωκεν. Ἐάν τις ἦναι ἀνίκανος,
1968τοῦτο δὲν εἶναι ἠθικὴ ἀτέλεια, δὲν εἶναι ἠθικὴ ἀδυναμία. Ἡ
1969ἀνικανότης εἶναι ἀτέλεια φυσικὴ, εἶναι ἀποτέλεσμα πτω-
1970χείας τῶν πνευματικῶν δυνάμεων, ἢ ἀποτέλεσμα τῆς μὴ
1971προσηκούσης ἀναπτύξεως αὐτῶν ἐν τῷ κοινωνικῷ κόσμῳ.
1972Ἐάν τις καταγγέλλεται ὡς ἀνίκανος, δὲν πρέπει νὰ βαρυ-
1973θυμήσῃ, καθὼς καὶ ἂν ἀποδίδωνται εἰς αὐτὸν ἄλλαι ἰδιότη-
1974τες, ἀνήκουσαι εἰς τὸν χαρακτῆρα αὐτοῦ. Διατί νὰ βαρυθυ-
1975μῶ ἐάν τις μὲ ὠνόμασε μοχθηρὸν ἢ ἄλλος χαιρέκακον;
1976Ἐὰν ὅμως τὶς μοὶ ἀποδώσῃ ἰδιότητας, αἱ ὁποῖαι ἀποδεικνύ-
1977ουσιν ἠθικὴν ἀτέλειαν, τότε βεβαίως ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ
1978βαρυθυμήσω.
1979Ἀλλὰ δὲν μοὶ λέγει ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ποῖος ἄν-
1980θρωπος ἢ ποῖον γεγονὸς ἢ ποῖον παρελθὸν τῷ ἔδωκε τὴν ἐ-
1981ξουσίαν ν’ ἀπονέμῃ δικαίωμα ἱκανότητος ἢ ἀνικανότητος;
1982Ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἦτο φυσικώτατον νὰ ἦναι μᾶλλον ἔμπειρος
1983περὶ τὰ τραπεζιτικὰ ἐμοῦ, καὶ νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι διὰ τὴν
1984πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τοκομεριδίων ἀπαιτοῦνται ποσο-
1985στά. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἄλλως ἦτο συγχρόνως ὑποδιοικητὴς τῆς
1986Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ἐπειδὴ ἡ ὑπηρεσία τῆς πληρωμῆς
1987τῶν τοκομεριδίων εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς αὐτήν, εἶχε καθῆκον
1988πρὸς τὴν Τράπεζαν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀποζημίωσιν, ἥτις
1989ὠφείλετο αὐτῇ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν της ταύτην. Ἐγὼ ὅμως
1990δὲν εἶχον οὐδὲ τὴν ἐμπειρίαν τὴν τραπεζιτικὴν τοῦ κ. Κε-
1991χαγιᾶ, ἵνα προνοήσω, οὐδὲ καθῆκον νὰ ἐξασφαλίσω εἴς τινα
1992ἀμοιβὴν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν. Ἐξ ἐναντίας εἶχον κα-
1993θῆκον ν’ ἀποφύγω ἐν τῷ νόμῳ τὰ τῆς ἀμοιβῆς ταύτης, διότι,
1994ἐὰν διὰ τοῦ νόμου περιελάμβανον διάταξίν τινα, ἤμην ἠ-
1995ναγκασμένος νὰ προσδιορίσω τὸν ἀνώτατον ἢ τὸν κατώτα-
1996τον ὅρον. Οὕτω δὲ ἤθελον δυσχεράνει τὰς διαπραγματεύσεις,
1997τὰς ὁποίας ἤθελον κάμνει περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
1998Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἠκούσατε, ὅτι τὸ φυλλάδιον τὸ ὁποῖον
1999ἐδημοσιεύθη, καὶ τὸ ὁποῖον περιέχει τ’ ἀμειφθέντα ἔγγραφα
2000καὶ τηλεγραφήματα μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ
2001τῆς ἐν Παρισίοις πρεσβείας περὶ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000,
2002ὅτι τὸ φυλλάδιον τοῦτο δὲν εἶναι πλῆρες, ὅτι δὲν περιλαμ-
2003βάνει ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ περιλαμβάνῃ. Καὶ πιθα-
2004νόν τινες νὰ ὑπολάβητε, ὅτι ἐν γνώσει καὶ μεμελετημένως δὲν
2005ἠθέλησα νὰ περιλάβω πάντα ταῦτα. Ἠκούσατε μάλιστα, ὅτι
2006ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου κατέχει ἔγγραφα τοιαῦτα, καὶ σᾶς
2007ὑπέδειξεν ἀπὸ τοῦ βήματος δύο ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν περι-
2008λαμβάνονται ἐν αὐτῷ. Ἀλλ’ ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἀπέ-
2009φυγε νὰ σᾶς εἴπῃ ποίαν ἔχουν ἡμερομηνίαν τὰ ἔγγραφα
2010ταῦτα, ἀπὸ ποῖον ἐστάλησαν καὶ πρὸς ποῖον, δὲν σᾶς εἶπε
2011δὲ οὔτε τί ταῦτα περιέχουσιν. Ὅταν ἐπρόκειτο ἡ δημοσίευσις
2012τοῦ φυλλαδίου, ἔδωκα παραγγελίαν εἰς τὸ ἁρμόδιον γραφεῖον
2013νὰ δημοσιεύσῃ πάντα τὰ ἔγγραφα τὰ ἐν τῷ φακέλλῳ εὑρι-
2014σκόμενα, μηδενὸς παραλειπομένου. Ἐὰν δὲ ὁ Βουλευτὴς Μεσο-
2015λογγίου κατέχῃ ἔγγραφα ἀναγόμενα εἰς τὸ χρονικὸν διάστη-
2016μα, κατὰ τὸ ὁποῖον διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν οἰκονομικῶν,
2017παρακαλῶ αὐτὸν καὶ τὸν προκαλῶ μάλιστα νὰ ἐπιδείξῃ τὰ
2018ἔγγραφα ταῦτα, ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ κείμενον αὐτῶν, καὶ νὰ
2019γείνῃ γνωστὸν τὸ περιεχόμενον αὐτῶν, διὰ νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ,
2020ἐὰν ἡ ἀπόκρυψις αὕτη ἐγένετο μεμελετημένως καὶ πρὸς ἐξα-
2021πάτησιν τοῦ Κοινοβουλίου ὑπ’ ἐμοῦ.
2022Σᾶς παρέστησαν, κύριοι, ὅτι ὁ τρόπος τῆς διεξαγωγῆς τοῦ
2023δανείου ἦτο ἀτυχής· σᾶς παρέστησαν μάλιστα, ὅτι τὸ συμ-
2024βεβηκὸς τοῦτο δὲν ἦτο συμβεβηκὸς τυχαῖον, ὅτι μελέτη ὑ-
2025πηγόρευε τὸν ἄτεχνον αὐτὸν καὶ κακόζηλον τρόπον τῆς συγ-
2026χρόνου διαπραγματεύσεως μεταξὺ δύο ὁμάδων, καὶ εἶπον, ὅτι
2027ἦτο εὐκταῖον καὶ ἐπιθυμητὸν ν’ ἀποφύγωμεν ἐκ παντὸς τρό-
2028που τὴν συνεννόησιν μετὰ ὁμάδων, καὶ νὰ συνενοηθῶμεν
2029μόνον μετ’ ἀτόμων. Βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυ-
2030βέρνησις οὐδέποτε συνενοήθη μετὰ δύο ὁμάδων συγχρόνως.
2031Συνενοεῖτο μετὰ τῆς ὁμάδος τοῦ κ. Συγγροῦ, ἀλλ’ ὅταν διε-
2032φώνησεν ἡ Κυβέρνησις μετ’ αὐτῆς, ἠναγκάσθη νὰ διακόψῃ τὰς
2033διαπραγματεύσεις μετὰ τοῦ κ. Συγγροῦ. Μετὰ τοῦτο προσ-
2034ῆλθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὁ κ. Ῥικάκης ἐν ὀνόματι ἄλλης
2035ὁμάδος, καὶ ἦλθον εἰς διαπραγματεύσεις μετ’ αὐτῆς μέχρι
2036τοῦ σημείου, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ῥικάκης δὲν ἦτο διατεθει-
2037μένος νὰ δεχθῇ τοὺς ὅρους τοὺς συμφερωτέρους, τοὺς ὁποίους ὁ
2038κ. Συγγρὸς προέτεινεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Κατὰ τὴν διάρκειαν
2039μάλιστα τῶν διαπραγματεύσεων μετὰ τοῦ κ. Ῥικάκη προε-
2040τάθη ἀπὸ τὸν Κορωνιὸν ὅρος συμφερώτερος, ἡ παραχώρησις
2041τῶν τριῶν τετάρτων τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς μεταξὺ τῆς
2042τιμῆς τῆς ἐκδόσεως καὶ τῆς προαιρετικῆς πωλήσεως, καὶ ἡ
2043Κυβέρνησις δὲν ἀπεδέχθη τὸν συμφερώτερον τοῦτον ὅρον, διὰ
2044νὰ μὴ διακόψῃ τὰς διαπραγματεύσεις μετὰ τοῦ κ. Ῥικάκη,
2045ἀφοῦ ὁ ὅρος οὗτος δὲν παρίστα κέρδος βέβαιον καὶ ὡρισμένον
2046ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Ἀλλὰ διατί συνενοούμεθα μετὰ ὁμάδος
2047καὶ δὲν προετιμήσαμεν τὴν συνεννόησιν μετ’ ἀτόμων; Διότι
2048οὐδεὶς ὡς ἄτομον ἐζήτησε νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον μετὰ
2049τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ δάνειον ἀνήρχετο εἰς ποσὸν σημαντικόν,
2050δὲν ἦτο δὲ εὔκολον νὰ εὑρεθῇ εἷς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος διὰ μό-
2051νου τοῦ κεφαλαίου του ἠδύνατο ν’ ἀναλάβῃ τὴν συνομολόγη-
2052σιν τοῦ δανείου.
2053Ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου μᾶς ἤλεγξε χθές, διότι συνω-
2054μολογήσαμεν τὸ δάνειον. Τὸ δάνειον συνωμολογήσαμεν διὰ
2055τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψε τὴν συν-
2056ομολόγησιν τοῦ δανείου, προὐτίθετο. Καὶ ὁ πρῶτος σκοπὸς
2057τοῦ νόμου ἦτο ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλὰ
2058τότε διατί δὲν ἤρατε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν; διότι
2059δὲν ἠδυνήθημεν νὰ κατορθώσωμεν νὰ συνομολογήσωμεν ὁλό-
2060κληρον τὸ δάνειον. Καὶ ἀφοῦ δὲν ἠδυνήθητε, νὰ συνομολο-
2061γήσητε ὁλόκληρον τὸ δάνειον, διατί τὸ ἐξεδώκατε; διότι
2062κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἐξεδίδομεν αὐτό, ἠλπίζομεν, ὅτι ἤ-
2063θελε καλυφθῆ τὸ ὅλον τοῦ δανείου, οὐδ’ εἴχομεν λόγους, οἱ
2064ὁποῖοι νὰ μᾶς πείσωσιν, ὅτι βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κα-
2065λύψωμεν ὁλόκληρον τὸ δάνειον. Αὐτὴ εἶναι ἐλεγκτικὴ ἐμπει-
2066ρικὴ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων. Ἀλλὰ καὶ ἡ Βουλὴ, ἂν ἐγνώριζεν
2067ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καλυφθῇ ὅλον τὸ δάνειον τῶν 60
2068ἑκατομμυρίων, δὲν ἤθελε ψηφίσει τὸν νόμον, δι’ οὗ ἐπέτρεψε τὴν
2069συνομολόγησιν δανείου πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἄρσεως τῆς ἀ-
2070ναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐὰν ἡμεῖς ἐγνωρίζομεν, ὅτι δὲν ἦτο
2071δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ δάνειον, δὲν ἠθέλομεν προβῆ
2072εἰς τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὡς ἡ Βουλὴ, οὕτω καὶ ἡμεῖς δὲν
2073ἐγνωρίζομεν τὸ ἀποτέλεσμα.
2074Ἀλλ’ ὁ σκοπὸς τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας
2075εἶναι σκοπὸς θεωρητικός, ἢ ἔχει πραγματικόν τι ἀποτέλεσμα;
2076Ἡ λύσις τῆς ἀπορίας ταύτης θέλει χρησιμεύσει εἰς ἀπάντη-
2077σιν καὶ ἑτέρου Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν,
2078ὅταν ἠγόρευον περὶ τοῦ δανείου, μὲ διέκοψεν, ἐρωτήσας πόσον
2079τόκον πληρόνομεν διὰ τὸ δάνειον τῶν 60, 000,000, καὶ πό-
2080σον τόκον ἐπληρόνομεν εἰς τὰς τραπέζας διὰ τὸ χρέος, τὸ
2081ὁποῖον ἠλαττώσαμεν διὰ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000. Ἡ
2082αὐτὴ ἐρώτησις προετάθη καὶ τώρα. Διατί, μᾶς ἠρώτησαν, ἐ-
2083πληρώσατε χρήματα εἰς τὰς τραπέζας ἀπέναντι τοῦ χρέους
2084πρὸς αὐτάς, ἐνῷ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι δὲν δύνασθε ν’ ἄρητε τὴν
2085ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἀφοῦ δὲν ἐπραγματοποιήσατε ὁ-
2086λόκληρον τὸ δάνειον; οὕτω δ’ ἐπηνέγκατε ζημίαν εἰς τὸ Δη-
2087μόσιον ταμεῖον 6 ἢ 7 τοῖς ἑκατὸν ἀπέναντι ὅλου τοῦ πλη-
2088ρωθέντος ποσοῦ; Ὁ ἰσχυρισμὸς εἶναι ἀληθής, ἀλλ’ εἶναι ἀ-
2089ληθὴς ἐξεταζόμενος ταμιευτικῶς. Οὔτε τὸ Κράτος δέ, οὔτε ἡ
2090Κυβέρνησις, οὐδ’ ἡ Βουλὴ ὡρμήθη ὑπὸ ταμιευτικοῦ τοιούτου
2091σκοποῦ τὸν νόμον ψηφίζουσα, διότι τότε δὲν ἤθελε ψηφίσει
2092τὸν νόμον τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, σκεπτομένη, ὅτι ἦτο
2093καλλίτερον νὰ διατηρηθῇ τὸ χρέος 40,000,000 πρὸς τὰς
2094τραπέζας, καὶ νὰ πληρώνῃ 1 καὶ 2 μόνον τοῖς ἑκατὸν ὡς τό-
2095κον. Ἡ βουλὴ ψηφίζουσα τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλο-
2096φορίας καὶ τὸ δάνειον, εἶχε σκοπὸν διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀ-
2097ναγκαστικῆς κυκλοφορίας νὰ φέρῃ τὴν ἰσοῤῥοπίαν εἰς τὰς
2098συναλλαγὰς καὶ τὸ ἐμπόριον.
2099Ἡ ἰσοῤῥοπία δὲν ὑπῆρχεν ἕνεκα τῶν δανείων τούτων, τὰ
2100ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις εἶχε συνομολογήσει μὲ τὰς δύο τραπέζας.
2101Ἡ Κυβέρνησις τότε ἔλαβε χρήματα εἰς μεταλλικὸν καὶ εἰς
2102τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ ἐπέβαλε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλο-
2103φορίαν· ἐπέτρεψεν ὅμως εἰς τὰς τραπέζας ν’ αὐξήσωσι τὸ πο-
2104σὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων κατὰ ποσὸν
2105ἀνάλογον τῶν ποσῶν, ἅπερ ἐδάνεισεν εἰς τὸ Δημόσιον. Ηὐ-
2106ξήθη ἑπομένως τὸ ποσὸν τῶν γραμματίων καὶ ἐκυκλοφόρη-
2107σαν τραπεζικὰ γραμμάτια περισσότερα ὅσων ἡ κοινωνία εἶχεν
2108ἀνάγκην. Ἀποτέλεσμα ἦτο ἡ ὑπερτίμησις τοῦ νομίσματος εἰς
2109μεταλλικόν, αὕτη δ’ ἦτο ἀνάλογος πρὸς τὴν ὑποτίμησιν τῶν
2110τραπεζικῶν γραμματίων, ἐκ τούτου δ’ ἐπῆλθεν ἡ ἀνισοῤῥο-
2111πία εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Ἡ ἐπελθοῦσα
2112ἕνεκα τῶν ἀνωτέρω ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος ἐπέ-
2113φερε τὴν φορολογίαν τῶν ἐμπορευμάτων καὶ τῶν συναλλα-
2114γῶν, φορολογίαν τοσαύτην, ὅση ἦτο ἡ σχέσις τῆς ὑπερτιμή-
2115σεως τοῦ μεταλλικοῦ πρὸς τὴν ὑποτίμησιν τῶν τραπεζικῶν
2116γραμματίων. Ποία δὲ ἦτο αὐτὴ ἡ διαφορά, καὶ ἑπομένως πόση
2117ἡ φορολογία; Κατὰ τὴν 22 Μαρτίου 1879 ἐζήτησα ὡς
2118Ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν νὰ ἐμβάσω χρήματα εἰς τὴν Εὐ-
2119ρώπην καὶ μοὶ ἐζητήθησαν 127 λεπτὰ τὸ φράγκον· ἐζήτησα
2120χρήματα νὰ ἐμβάσω εἰς τὴν Ἀγγλίαν, καὶ μοὶ ἐζητήθησαν
2121δραχ. 31,80 δι’ ἑκάστην λίραν, δηλαδὴ 15 τοῖς ἑκατὸν ἐφο-
2122ρολογεῖτο τὸ ἐμπόριον καὶ αἱ συναλλαγαὶ ἐπὶ τῶν 112 λε-
2123πτῶν καὶ 3,60 κατὰ πᾶσαν λίραν.
2124Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ὅταν ἐξέδιδε τὸν νόμον, διὰ νὰ ἄρῃ
2125τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἐσκέπτετο, ὅτι ἡ φορολογία
2126αὕτη, τὴν ὁποίαν ὑφίστανται αἱ συναλλαγαὶ καὶ τὸ ἐμπόριον,
2127ἀπολήγει εἰς ὄφελος τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἶναι φορολογία ἄδι-
2128κος, καὶ πιέζει τὸ ἐμπόριον καὶ τὰς συναλλαγάς, καὶ ἐπάγει
2129καὶ διατάραξιν τῆς οἰκονομικῆς ἰσοῤῥοπίας· διὰ τοῦτο προε-
2130τίμησε τὸ Κράτος νὰ δανεισθῇ χρήματα πρὸς 8 τοῖς ἑκατὸν
2131τόκον, ν’ ἄρῃ ὅμως τὴν οἰκονομικὴν ἀνωμαλίαν. Καὶ τὸ Κρά-
2132τος ἐδανείσθη χρήματα καὶ δὲν ἠδυνήθη μὲν ν’ ἄρῃ τὴν ἀναγ-
2133καστικὴν κυκλοφορίαν, ἠδυνήθη ὅμως νὰ συντελέσῃ διὰ τῶν
2134χρημάτων αὐτῶν νὰ ἐπιτύχῃ ἐν μέρει τ’ ἀποτελέσματα, τὰ
2135ὁποῖα ἐπεδίωκε διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφο-
2136ρίας. Ἀληθῶς διὰ τῶν 25,000,000, τὰ ὁποῖα ἐπλήρωσεν εἰς
2137τὰς τραπέζας, ἐπῆλθεν ἡ ἐλάττωσις, ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ τῶν
2138ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων, ἤρθησαν αἱ αἰτίαι
2139τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ μεταλλικοῦ καὶ τῆς ὑποτιμήσεως τῶν
2140τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ ἑπομένως ἐπετεύχθη ἡ πτῶσις
2141τοῦ συναλλάγματος. Καὶ ἂν θελήσητε νὰ ἐμβάσητε χρήματα
2142εἰς τὴν Εὐρώπην σήμερον κατὰ Δεκέμβριον, καθ’ ὃν πιθανῶς
2143δὲν ὑπάρχει πλέον ἐξαγωγὴ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν προϊόντων,
2144ἐξηντλήθησαν δὲ τὰ ποσὰ τὰ ἐκ τῆς προτέρας ἐξαγωγῆς εἰσ-
2145αχθέντα ἐκ τῆς Εὐρώπης, ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος δὲν
2146εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία τότε ἦτο εἰς τὴν ἀγοράν.
2147Αἱ αἰτιάσεις, αἱ συναφεῖς μὲ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου,
2148νομίζω, ὅτι ἀνῃρέθησαν, ὅτι εἶπον ὅσα εἶχον νὰ εἴπω πρὸς
2149τὴν Βουλὴν πρὸς ἀναίρεσιν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐλέχθη ἄλλη αἰτία-
2150σις, τῆς ὁποίας δὲν ἐνόησα τὴν ἔννοιαν. Λέγω δ’ ὅτι δὲν ἐ-
2151νόησα τὴν ἔννοιαν, διότι, ἂν σκοπὸς ταύτης ἦναι ἐκεῖνος, ὁ
2152ὁποῖος προσπίπτει εἰς τὰς αἰσθήσεις ἁπλουστάτου τινὸς ἀ-
2153κροατοῦ, μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ σκοπὸς εἶναι ταπεινός.
2154Ὁ Ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἐδημοσίευσεν ἐπιστολὴν τοῦ
2155Πρωθυπουργοῦ, καὶ εἶχε τὴν προαίρεσιν νὰ καταγγείλῃ τὸν
2156Πρωθυπουργόν, σᾶς εἶπε σοβαρὸς καὶ ἐμβριθὴς Βουλευτής.
2157§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τούτου θὰ ὁμι-
2158λήσω ἐγώ.
2159§17ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πολὺ καλά. — Ἀπεκάλυψαν, κύριοι, πλημ-
2160μέλειάν τινα τοῦ κυρίου Μαλικοπούλου, ὁ ὁποῖος ἐν Παρισίοις
2161ἔχων ἐντολὴν ἀπὸ τὸ παρελθὸν ἔτος νὰ ἀσχοληθῇ περὶ τὰ
2162τοῦ δανείου ἀνεμίχθη κατὰ τρόπον ἄτοπον εἰς τὰς διαπραγ-
2163ματεύσεις. Ἡ πλημμέλεια, τὴν ὁποίαν ἀνεκάλυψαν, εἶχε γείνει
2164εἰς ὑμᾶς γνωστὴ διὰ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ φυλλαδίου, τὸ ὁ-
2165ποῖον διενεμήθη εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς· δὲν ἦτο ἄγνω-
2166στος πλημμέλεια, τὴν ὁποίαν ἔμελλον νὰ σᾶς δείξωσιν οἱ περὶ
2167ταύτης πραγματευθέντες, καὶ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἀπεκρύψαμεν.
2168Ὅταν ἡ ὁμὰς τοῦ κυρίου Ῥικάκη δὲν συνήνεσε νὰ δεχθῇ ν’ ἀ-
2169γοράσῃ τὰ 20,000,000 πρὸς 73 καὶ ½%, τὴν τι-
2170μὴν, τὴν ὁποίαν ἡ ὁμὰς τοῦ κ. Κορωνιοῦ προσέφερε, καὶ δὲν
2171συνήνεσε ν’ ἀναδεχθῇ τὴν εἰς ἡμᾶς παραχώρησιν τῶν ¾%
2172τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως πρὸς τὴν τῆς
2173προαιρετικῆς ἀγορᾶς, τότε ἐπετρέψαμεν εἰς τὸν ἐν Παρισίοις
2174πρεσβευτὴν νὰ συνομολογήσῃ τὴν σύμβασιν μὲ τὸν κ. Κο-
2175ρωνιόν.
2176Ἀλλὰ τότε ὁ κ. Μαλικόπουλος πληροφορηθείς, ὅτι πρὸ τῆς
2177στιγμῆς ἐκείνης εἶχε δοθῆ ἡ συναίνεσις τῆς Κυβερνήσεως εἰς
2178τὸν κ. Ὑψηλάντην νὰ συνυπογράψῃ τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς
2179ὁμάδος τοῦ κ. Σερπιέρη ἐπὶ τοῖς ὅροις τοῦ κ. Σερπιέρη, ἐξέ-
2180δωκεν ἔγγραφον πρὸς τὸν Σερπιέρην, ἀνακοινώσας πρὸς αὐτόν,
2181ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔδωκε τὴν συναίνεσιν νὰ συνομο-
2182λογηθῇ σύμβασις ἐπὶ τοῖς ὅροις, μεθ’ ὧν συνεβλήθη μετὰ τοῦ
2183Σερπιέρη. Ἐσκόπει διὰ τούτου ὁ κ. Μαλικόπουλος νὰ παρα-
2184γάγῃ δικαιώματα ὑπὲρ τοῦ κ. Σερπιέρη καὶ κατὰ τοῦ Δημο-
2185σίου. Ἡ πρᾶξις αὕτη ἦτο πλημμελής, καὶ ὅτε ἐνέκρινον νὰ
2186μνημονεύσωσιν αὐτῆς ἐνώπιον ὑμῶν, ὤφειλον νὰ μνημονεύ-
2187σωσιν ὡσαύτως, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου
2188καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συνελθόντες ἐν συμβουλίῳ
2189ἀπεφάσισαν νὰ καταστείλωσι τὴν πρᾶξιν ταύτην μετὰ πάσης
2190αὐστηρότητος· θέλω σᾶς παρακαλέσει νὰ ἀναγνώσητε ἐν σε-
2191λίδι 78 τὸ ὑπ’ ἀριθ. 130 ἔγγραφον, ἔχον οὕτω· «ὁ κ. Ἀλέ-
2192ξανδρος Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ κ. Θεόδωρος Δηλιγιάννης τῇ
2193»ἐν Παρισίοις Ἑλλ. Πρεσβείᾳ. Παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν ἐγέ-
2194»νετο ἡμῖν γνωστὸν διὰ τοῦ ἀπὸ 10 Ἀπριλίου (νέου ἔτους)
2195»τηλεγραφήματος ὑμῶν, ὅτι ὁ Μαλικόπουλος, ὡς ἀντιπρό-
2196»σωπος δῆθεν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀνεκοίνωσε δι’ ἐ-
2197»πιστολῆς του πρὸς τὸν Σερπιέρη γεγονότα, περὶ τῶν ὁ-
2198»ποίων οὐδεμίαν εἶχεν ἐντολήν. Ἡ πρᾶξίς του αὕτη προδή-
2199»λως δὲν ὑποχρεοῖ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Πρὸς ἐξασφά-
2200»λισιν ἑπομένως τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, καὶ ἰδίως
2201»τῶν τρίτων, ἀπὸ μελλούσας ὁμοίας ἐνεργείας του, ἀνακοινώ-
2202»σατε εἰς αὐτὸν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν τῷ ἀναγνω-
2203»ρίζει τοιαύτην ἰδιότητα ἐντολοδόχου, διότι, καὶ ἂν κατὰ
2204»παρελθοῦσαν ἐποχὴν τῷ εἶχε δοθῆ γενικὴ καὶ μὴ ἐμπερι-
2205»στατωμένη ἐντολή, κατὰ τὰς γενομένας πρό τινος χρόνου
2206»περὶ τοῦ δανείου διαπραγματεύσεις, οὐδαμῶς ἀνεμίχθη, ἐν
2207»γνώσει μάλιστα ἦτο, ὅτι αὗται διεξήγοντο ἀπ’ εὐθείας παρ’
2208»ὑμῶν, ἐντὸς τῶν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διαγεγραμμένων
2209»ὁρίων. Αἱ πρὸς Σερπιέρην ἀνακοινώσεις, ὡς καὶ αἱ παρὰ
2210»τούτου πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἐγένοντο δι’ ὑμῶν,
2211»οὐδόλως ἀναμιχθέντος τοῦ Μαλικοπούλου. Τούτων ἕνεκα,
2212»ὡς ἐκ περισσοῦ, ἐν τῇ γενησομένῃ ἀνακοινώσει τῶν ἀντιθέ-
2213»των, ἀποδοκιμάσατε τὴν ἐκτεθεῖσαν πρᾶξιν τοῦ Μαλικοπού-
2214»λου, ὡς πρὸς τὴν ἰδιότητα, ὑφ’ ἣν παρέστη. Δηλώσατε δὲ
2215»συνάμα εἰς αὐτὸν ἐπὶ ἀποδείξει, ὅτι ἀνακαλεῖται καὶ ἡ τυ-
2216»χὸν δοθεῖσα γενικὴ περὶ τῆς διαπραγματεύσεως τοῦ δανείου
2217»ἐντολή.»
2218Ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της, ὅταν
2219εἶδε μετ’ ἐκπλήξεως ὅτι ἄνθρωπος, μὴ ἔχων ἐντολὴν εἰδικήν,
2220ἔκαμε τοιαύτην πρᾶξιν. Δὲν παρέλιπε νὰ μελετήσῃ ἂν ἐκ
2221τῆς παραβιάσεως ταύτης τοῦ κ. Μαλικοπούλου ἠπειλοῦντο
2222τὰ δημόσια συμφέροντα· ἔχει δὲ γνωμοδότησιν εἰδημόνων ἀν-
2223θρώπων τοῦ δικαίου, ὅτι οὐδεμίαν τὰ δημόσια συμφέροντα ὑ-
2224φίστανται ἀπειλήν. Ἐνόμιζον, ὅτι οὐδεμία ἤθελε γείνει μνεία
2225τοῦ γεγονότος τούτου, καὶ ὅτι, ἂν ἤθελον κάμει μνείαν αὐ-
2226τοῦ, εἶχον τὸ καθῆκον ν’ ἀναγνώσωσι καὶ τὴν ἀποδοκιμαστι-
2227κὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον ἀπέστειλεν εἰς τὸν
2228οὕτω πως πολιτευσάμενον. Ἀλλὰ δὲν ἐνόμισαν ἀναγκαῖον νὰ
2229κάμωσι μνείαν τῆς ἀποδοκιμασίας ταύτης, καὶ σᾶς ἀνέφερον
2230μονομερῶς τὴν πλημμέλειαν τῆς διαγωγῆς τοῦ κ. Μαλικο-
2231πούλου, ἵνα ἐπιβαρύνωσι τὴν Κυβέρνησιν, καὶ οὐ μόνον τοῦτο,
2232ἀλλὰ πότε μὲν σᾶς εἶπον, ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ ἐγερθῇ ἀγωγὴ
2233ἀποζημιώσεως, πότε δὲ παρέστησαν, ὅτι ἐγὼ ἔντρομος ἔγρα-
2234φον πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῶν κινδύνων
2235τούτων, καὶ ἄλλοτε σᾶς εἶπον, ὅτι πολλὰ ἑκατομμύρια δραχ.
2236θέλει καταδικασθῆ τὸ Κράτος νὰ πληρώσῃ διὰ τὴν ὑπόθεσιν
2237ταύτην.
2238Μέχρι τῆς ὥρας ταύτης οὐδεμία ἐκινήθη ἀγωγή, ἐκεῖνοι
2239δ’ οἱ ὁποῖοι ἔγραψαν ἢ ἀνεκοίνωσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι
2240ἐσκόπουν νὰ ἀπευθύνωσιν ἀγωγάς, μετεχειρίσθησαν τοῦτο ὡς
2241μέσον, ἵνα πτοήσωσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἵνα μὴ τὴν ἀφήσω-
2242σιν ἐλευθέραν νὰ πράξῃ τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον εἶχε. Ἡ Κυ-
2243βέρνησις ἐγνώριζεν, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα παρέχεται ἐκ τῆς ἀ-
2244τόπου ἐκείνης πράξεως, καὶ ὅτι τὰ δημόσια συμφέροντα ἐ-
2245τύγχανον ἐν ἀσφαλείᾳ.
2246Ἀκόμη δὲν ἐπεραίωσαν τὰς περὶ τοῦ δανείου μελέτας.
2247Ἄλλη αἰτίασις ἦτο ἂν ἐσύμφερε τὸ δάνειον νὰ γείνῃ ἐσωτε-
2248ρικὸν ἢ ἐξωτερικόν. Μᾶς ᾐτιάθησαν, ὅτι ἐκάμαμεν δάνειον
2249ἐσωτερικὸν ὑπὸ τὸν τύπον δανείου ἐξωτερικοῦ, καὶ παρέστη-
2250σαν ὅτι τοσαῦται ἐπῆλθον ζημίαι εἰς τοὺς περὶ τὰ τοιαῦτα
2251ἀσχολουμένους συμπολίτας ἡμῶν, ὥστε πολλαὶ οἰκογένειαι
2252κατεστράφησαν καὶ ζημίαι ἐπῆλθον εἰς τὰ συμφέροντα αὐ-
2253τῶν. Νομίζω, ὅτι τὰ δάνεια εἶναι ἐσωτερικὰ ἢ ἐξωτερικὰ οὐχὶ
2254ἐκ τῆς θελήσεως ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἐκδίδει αὐτά, διότι ἠμπορεῖ
2255νὰ ἐκδίδῃ δάνειον ἐσωτερικὸν καὶ αὐτὸ νὰ κατασταθῇ ἐξω-
2256τερικόν, καθὼς καὶ τὸ ἀνάπαλιν. Ταῦτα κανονίζονται ἀπὸ
2257τὸν δρόμον τὸν ὁποῖον λαμβάνουσι τὰ κεφάλαια, ὁ δὲ δρόμος
2258οὗτος ἀκολουθεῖ τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον τὰ κεφάλαια ζητοῦσιν.
2259Ἐὰν ἐκδώσητε δάνειον ἐξωτερικόν, τὰ χρεώγραφα, τὰ ὁποῖα
2260θέλουσιν ἐκδοθῆ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, θέλουσι συῤῥεύσει δι’ ὅλων
2261τῶν ἀτμοπλοίων εἰς τὰς Ἀθήνας, ἐὰν παρέχηται εἰς αὐτὰ
2262ἐνταῦθα κέρδος μεγαλείτερον. Εἴπομεν ἡμεῖς, ὅτι τὸ δάνειον
2263εἶναι ἐξωτερικὸν, δι’ ἕτερον λόγον, οὐχὶ ἵνα κανονίζωμεν ποῖοι
2264θέλουσιν ἀγοράσει τὸ δάνειον ἢ ποῖοι θέλουσι φυλάξει τὰ
2265χρεώγραφα, ἀλλὰ εἴπομεν ἐξωτερικὸν, διότι τὸ ἐξεδώκαμεν
2266οὐχὶ ἐν Ἀθήναις, ἀλλ’ ἐν Παρισίοις. Καὶ διατὶ δὲν ἐξεδώκατε
2267αὐτὸ ἐν Ἀθήναις, ἀλλ’ ἐν Παρισίοις; Διότι πρὸ μικροῦ ἐνταῦθα
2268εἶχεν ἐκδοθῆ δάνειον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐκαλύφθη διὰ τῆς δημο-
2269σίου ἐγγραφῆς, διότι προσέτι ἐνομίζομεν, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν
227060,000,000 δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τοποθετηθῇ ἐν Ἀθήναις,
2271καὶ ἂν συνέτρεχον εἰς τὰ ἐν Ἀθήναις κεφάλαια καὶ τὰ ἄλλα
2272μετ’ αὐτῶν συγχρωτιζόμενα συνήθως.
2273Ἀλλὰ μᾶς λέγουσιν, ὅτι κατεστράφησαν οἰκογένειαι ἐν Ἀ-
2274θήναις. Καὶ ἐγὼ μὲν δὲν ἠδυνήθην ἀκόμη νὰ πληροφορηθῶ
2275τὸ ὄνομα οἰκογενείας καταστραφείσης. Ἤκουσα κατ’ ἄλλον
2276χρόνον καὶ κατ’ ἄλλην εὐκαιρίαν, ὅτι κερδοσκοπικαὶ ἐπιχει-
2277ρήσεις ἐπέφερον ζημίας εἰς τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν, δὲν
2278ἤκουσα ὅμως ὅτι οἰκογένειά τις κατεστράφη, διότι ἐνεγράφη
2279εἰς μετοχὰς τοῦ δανείου τῶν 60,000,000.
2280Ἀλλὰ τὸ δάνειον ἐπέφερεν ὑποτίμησιν τῶν ἀξιῶν. Νομίζω,
2281ὅτι τοῦτο εἶναι πλάνη οἰκονομική, εἰς τὴν ὁποίαν περιέπε-
2282σαν οἱ διϊσχυρισθέντες τοῦτο. Ἂν αἱ ἀξίαι πρὸ τοῦ δανείου
2283ἦσαν ὑπερτιμημέναι, ἡ ὑπερτίμησις αὐτῶν εἶναι ἀποτέλε-
2284σμα ἀνωμαλίας οἰκονομικῆς, ἐφ’ ὅσον ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου
2285ἐπέφερε τὴν ὑποτίμησιν αὐτῶν. Ἡ τοιαύτη ὑποτίμησις ἦτο
2286περιορισμὸς ἀδίκου ὑπερτιμήσεως. Ἡ ὑπερτίμησις ὑπῆρχε
2287διότι εἶχεν ἐπέλθει ὑποτίμησις τοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια
2288κυκλοφοροῦντος νομίσματος· ἐνόσῳ ταῦτα ὑπετιμῶντο, ἐπὶ
2289τοσοῦτον αἱ ἀξίαι ὑπερετιμῶντο. Ἀλλ’ ἡ ὑπερτίμησις ἦτο ἄ-
2290δικος, ἀποτέλεσμα οἰκονομικῆς ἀνισοῤῥοπίας, τὸ δὲ Κράτος
2291δὲν ὤφειλε νὰ ὑποστηρίξῃ τοιαύτην ὑπερτίμησιν, καὶ νὰ ἐμ-
2292ποδισθῇ νὰ φέρῃ τὴν ἰσοῤῥοπίαν. Καὶ ἂν ὑπῆρχον ἄνθρωποι,
2293οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ παίξωσι τὴν τύχην των εἰς κερδοσκο-
2294πίας, αἱ ὁποῖαι στηρίζονται εἰς ὑπερτιμήσεις προερχομένας
2295ἐξ οἰκονομικῆς ἀνισοῤῥοπίας, τὸ Κράτος δὲν χρεωστεῖ οὐδε-
2296μίαν προστασίαν εἰς τοὺς ἀνθρώπους τοὺς συνδέοντας τὴν τύ-
2297χην των μὲ κερδοσκοπίας, αἱ ὁποῖαι δὲν στηρίζονται ἐπὶ ὁ-
2298μαλῆς οἰκονομικῆς ζωῆς.
2299Ἀλλὰ διατί ἡ Κυβέρνησις ἀφῆκε τοὺς πολίτας εἰς τὰς
2300δολοπλοκίας τῶν τηλεγραφημάτων, τὰ ὁποῖα διεπέμποντο εἰς
2301τὰς Ἀθήνας, καὶ τὰ ὁποῖα ἠνάγκασαν τοὺς πολίτας νὰ σπεύ-
2302σωσι νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὸ δάνειον, διότι ὑπεδείκνυον εἰς
2303αὐτοὺς κέρδος ἀνώτερον; Σὺ Κυβέρνησις ὤφειλες νὰ γνωρί-
2304ζῃς εἰς ποίαν κατάστασιν εἶναι αἱ ἐγγραφαί, αἱ γενόμεναι
2305ἐν Εὐρώπῃ, καί, πεπεισμένη ὅτι αἱ εἰδήσεις ἐκεῖναι αἱ τηλε-
2306γραφικαὶ ἦσαν ψευδεῖς, ὤφειλες νὰ σπεύσῃς νὰ ἀναιρέσῃς
2307τὰς εἰδήσεις ταύτας, ἵνα μὴ πάθωσιν οἱ πολῖται.
2308Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην.
2309Δὲν γνωρίζω ἂν ὤφειλε νὰ πληροφορῆται περὶ τῆς ἀκριβείας
2310καὶ τῆς ἀληθείας τῶν διαδιδομένων ὑπὸ τῶν τηλεγραφικῶν
2311ἑταιριῶν εἰδήσεων, ἀλλὰ τότε ἔπρεπε ν’ ἀνοίξῃ γραφεῖον πι-
2312στοποιοῦν τὰς εἰδήσεις ὅσαι ἦσαν ψευδεῖς. Ἐτηλεγράφησεν
2313ἑταιρία τις, ὅτι αἱ ἐγγραφαὶ ἐκαλύφθησαν κατὰ μέγα μέρος,
2314καὶ τοῦτο ἤσκησεν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν σκέψεων
2315τῶν κατοίκων τῶν Ἀθηνῶν· αὔριον δύναται νὰ τηλεγραφήσῃ
2316ἑταιρία ἄλλη, ὅτι μέγα πολιτικὸν γεγονὸς συνέβη, ἐπηρεάζον
2317τὰς οἰκονομικὰς σχέσεις ἐν τῇ κοινωνίᾳ· πρέπει καὶ τοῦτο
2318νὰ σπεύσωμεν νὰ τὸ διαψεύσωμεν; Ἢ δὲ Κυβέρνησις θέλει γί-
2319νει ὁ ἐλεγκτὴς τῶν εἰδήσεων τῶν εἰσερχομένων εἰς τὸ Κρά-
2320τος. Οἱ ἔχοντες τὴν γνώμην ταύτην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε
2321καθῆκον νὰ διαψεύδῃ τὰς εἰδήσεις, ἔπρεπε νὰ ὑποβάλωσι νο-
2322μοθέτημα καὶ νὰ ζητήσωσι τὴν σύστασιν γραφείου Ἐλεγκτικοῦ
2323τῶν εἰσαγομένων εἰδήσεων, ἠδύναντο δὲ ν’ ἀντιγράψωσι τὴν
2324νομοθεσίαν γείτονος χώρας, ἡ ὁποία ὑποβάλλει εἰς ἔλεγχον
2325τὰ ἔντυπα τὰ εἰσαγόμενα ἐντὸς τῶν ὁρίων της.
2326Ἀλλ’ ἦτο δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ ἡ Κυβέρνησις ἂν ἦσαν ἀλη-
2327θεῖς ἢ ψευδεῖς αἱ εἰδήσεις αὐταί; Τὸ δάνειον ἐπροκηρύχθη
2328συγχρόνως οὐ μόνον ἐν Παρισίοις, ἀλλ’ ἐν Μασσαλίᾳ, Λυών,
2329Ἀλεξανδρείᾳ, Βουκουρεστίῳ, Βιέννῃ, Τεργέστῃ καὶ Λονδίνῳ.
2330Ὑποθέσατε, ὅτι ὁ Ἕλλην πρέσβυς ἐν Παρισίοις ἐπληροφορεῖτο
2331καὶ κατὰ πᾶν δεύτερον λεπτὸν τῆς ὥρας ἔπεμπε τηλεγρά-
2332φημα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς προόδου
2333τῶν ἐν Παρισίοις ἐγγραφῶν· ἡ διάρκεια τῶν ἐγγραφῶν διήρ-
2334κεσε δύω ἡμέρας, καὶ ἂν ἐγνώριζε πόσοι ἐνεγράφησαν ἐν Πα-
2335ρισίοις, ἦτο δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ τὰς ἐγγραφὰς εἰς τὰς λοι-
2336πὰς πόλεις; Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἡ ἐν Παρισίοις Ἑλλην.
2337Πρεσβεία ἠδύνατο νὰ γνωρίζῃ κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν δύο
2338ἡμερῶν πόσαι ἐγγραφαὶ ἐγένοντο, καὶ ἐν τῇ πόλει τῶν Πα-
2339ρισίων; μήπως ἡ Ἑλλην. Πρεσβεία κατεῖχε τὸ τραπεζιτι-
2340κὸν κατάστημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγένοντο αἱ δημόσιαι ἐγγρα-
2341φαί; Ἢ ἠδύνατο νὰ μεταβληθῇ εἰς Βασιλικὸν ἐπίτροπον
2342παρὰ τῇ προεξοφλητικῇ Τραπέζῃ τῶν Παρισίων, ἵνα ἐξε-
2343λέγχῃ τὰς δημοσίας ἐγγραφάς; τὸ τοιοῦτον εἶναι ἀξίωσις, ἡ
2344ὁποία μοῦ φαίνεται ἐντελῶς παράλογος, καὶ ἂν ἐπὶ ἀγνοίᾳ
2345ἢ ἐλλείψει ἐμπειρίας περὶ τὰ τραπεζικὰ ἠλέγχθημεν χθὲς,
2346δὲν ἠξεύρω ἂν οἱ κατηγοροῦντες δεικνύωνται δεινότεροι περὶ
2347τὰς ἐργασίας ταύτας.
2348Ὁ ἀδέξιος τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον διεπραγματεύθη ἡ Κυ-
2349βέρνησις τὸ δάνειον, ἔφερε τὴν ἀποτυχίαν αὐτοῦ, μᾶς εἶπον.
2350Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἠκολούθει τὴν διδασκαλίαν τὴν ὁποίαν κα-
2351τέλιπον εἰς αὐτὴν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξέδωκαν προηγούμενα
2352δάνεια, βεβαίως δὲν ἠθέλαμεν ἀπολήξει εἰς τοιαύτην ἀπο-
2353τυχίαν. Ἐγενόμην Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὸ 1869,
2354καὶ κατὰ τὸ 1870 μοὶ ἀνετέθη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκο-
2355νομικῶν. Τότε ἦτο τὸ δάνειον τῶν 25,000,000 καὶ μοὶ ἐ-
2356δόθη ἀφορμὴ νὰ ἐξετάσω τὰ κατ’ αὐτό. Καὶ τάχα τὸ δάνειον
2357τῶν 25,000,000 φράγκων ἔλαβε καλλιτέραν ὑποδοχήν, ἔλα-
2358βεν ἀποτελέσματα τελειότερα, καὶ τελειότερα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ
2359ὁποῖα ἔφερε τὸ δάνειον τῶν 60,000,000; Νομίζω, κύριοι,
2360ὅτι τὸ πρώτιστον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ ἀγορεύων πρὸς
2361ὑμᾶς, εἶναι νὰ σέβηται τὴν Βουλὴν, καὶ σέβεται τὴν Βουλὴν
2362ὅταν λέγῃ εἰς αὐτὴν ἀληθείας, καὶ δὲν δίδει πληροφορίας
2363μὴ ἀκριβεῖς. Ἰδοὺ τὸ δάνειον τῶν 25,000,000. Ἐπωλήθη
2364μόνον τὸ ἥμισυ· καὶ πῶς ἐπωλήθη; οἱ ἀντιπρόσωποι πάν-
2365τες δὲν γνωρίζουν θετικῶς, ἐγὼ ὅμως βεβαίως ἔλαβον ἐντο-
2366λὴν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταβῶ εἰς Μασσαλίαν, νὰ συγ-
2367καλέσω τὴν κοινωνίαν τὴν Ἑλληνικὴν, νὰ ἱκετεύσω αὐτὴν
2368ἵνα ἐγγραφῇ εἰς τὸ δάνειον· καὶ ἡ κοινότης ἐκείνη δὲν εἶχε
2369διάθεσιν νὰ ἐγγραφῇ. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω χάριτας εἰς
2370τρία πρόσωπα διακεκριμένα τῆς κοινότητος ἐκείνης, τὰ
2371ὁποῖα συνέτειναν διὰ τῆς ἐπιῤῥοῆς των νὰ γείνωσιν ἐγγραφαὶ
2372διὰ 280,000 φρ. Καὶ μολονότι τοιαῦται ἐνέργειαι ἐγένοντο,
2373μολαταῦτα ἐπωλήθη μόνον τὸ ἥμισυ.
2374§18ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὴ λησμονεῖτε, κ. Ὑπουργὲ, ὅτι ἦτο τὸ
2375πρῶτον δάνειον· καλλίτερον ἦτο νὰ τὸ συγκρίνετε πρὸς με-
2376ταγενέστερα.
2377§19ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, κύριοι, δὲν πρέπει νὰ
2378εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος, ποῖαι παροχαὶ ἐγένοντο. Μετὰ δύο
2379ἔτη ἐπωλήθησαν 3,000,000 εἰς ἕνα κύριον Δημητρόπουλον,
2380ὁ ὁποῖος ἐνήργει διὰ λογαριασμὸν τῆς ἑταιρίας Συγγροῦ, Κο-
2381ρωνιοῦ καὶ Σας, καὶ παρεχωρήθη αὐτῷ προμήθεια 4%.
2382Ναί, τὸ δάνειον τῶν 25,000,000 ἦτο τὸ πρῶτον· ἡ πα-
2383ρατήρησις τοῦ κ. Κεχαγιᾶ ἦτο ὀρθυτάτη. Ἀλλὰ καὶ τὸ
2384τῶν 60,000,000 ἐξεδόθη ἐν Παρισίοις τὸ πρῶτον, καὶ προ-
2385σέτι μετὰ τὴν συνομολόγησιν δανείου 37,000,000 εἰς τὰς
2386Τραπέζας, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπεβλήθη ἀναγκαστικὴ κυκλο-
2387φορία, καὶ κατ’ ἔτος, καθ’ ὃ εἴχομεν προϋπολογισμὸν μὲ ἔλ-
2388λειμμα 14,000,000, τοῦτο δ’ ἐχρησίμευσεν ὡς ἰσχυρότατον
2389ὅπλον κατὰ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000.
2390Αἱ περὶ δανείου μελέται, αἱ ὁποῖαι σᾶς ἀνεκοινώθησαν,
2391ἀπέληξαν εἰς λεπτομερείας, τὰς ὁποίας ὀφείλω καὶ ἐγὼ ν’ ἀ-
2392κολουθήσω. Εἰσὶ βεβαίως ἀνάξιαι λόγου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐμνη-
2393μονεύθησαν πρὸς ὑμᾶς, ὀφείλω νὰ μὴ τὰς ἀφήσω ἄνευ ἀντιῤ-
2394ῥήσεως. Ἐζημιώσαμεν τὸ Δημόσιον, εἶπον, διότι ἐλάβομεν
2395ἐκ τοῦ δανείου 15,000,000 πρὸς 4, 12 τὸ φράγκον· ἐὰν τὸ
2396ποσὸν αὐτὸ τῶν 15,000,000 ἐλαμβάνομεν ἐν Παρισίοις διὰ
2397συναλλάγματος, ἠδυνάμεθα νὰ εἰσπράξωμεν τὸ φράγκον ἐν
2398Ἑλλάδι πρὸς λεπτὰ 116· ἑπομένως, ἀντὶ νὰ εἰσπράξωμεν
2399112 λεπτὰ κατὰ πᾶν φράγκον τῶν 15,000,000, ἠθέλαμεν
2400εἰσπράξει 116 λεπτὰ· παρητήσαμεν λοιπὸν κέρδος βέβαιον
2401διὰ τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον, ἂν δὲν δεικνύῃ ἄλλο τι, δει-
2402κνύῃ ἀβελτηρίαν περὶ τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἐλησμόνησαν
2403ὅμως, ὅτι τὸ Κράτος εἶχε χρέος εἰς τὰς Τραπέζας εἰς μεταλ-
2404λικόν, καὶ συνεφωνήσαμεν νὰ στείλωσιν εἰς τὰς Ἀθήνας
24057,200,000. Ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῇ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τὸ
2406φράγκον πρὸς 116, διότι ἐπληρώνομεν εἰς χρυσόν, ἀφοῦ
2407μᾶς ἐδάνεισεν εἰς μεταλλικόν; πῶς ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν
2408τὴν ἀξίωσιν νὰ δεχθῇ ἡ Τράπεζα τὸν χρυσὸν εἰς 116, εἰς τι-
2409μὴν ἀνωτέραν, ἀφ’ οὗ ὅταν μᾶς ἐδάνεισε μᾶς ἔδωκε τὸν χρυ-
2410σὸν εἰς 112 λεπτὰ; Ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ τῶν 7,200,000, τὸ
2411ὁποῖον ἐπληρώσαμεν εἴς τε τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ εἰς
2412τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, μετεφέραμεν καὶ ὑπάρχουσι κατατε-
2413θειμένα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 6 ὅλα ἑκατομμύρια· πλὴν
2414δὲ τούτων, μέγα μέρος τοῦ ποσοῦ τῶν 3,000,000, τοῦ λη-
2415φθέντος διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἐλήφθη ἐν χρυσῷ καὶ
2416ἐδαπανήθη, ἵνα χορηγηθῶσι συναλλακτικά τινα μέσα εἰς τὴν
2417ἀγοράν. Αἱ ἀνάγκαι λοιπὸν τῆς διοικήσεως ἐθεραπεύθησαν.
2418Ἀλλά, κύριοι, μᾶς εἶπον χθές, παρέβητε τὸν νόμον καὶ κατ’
2419ἄλλον τρόπον, ἐπληρώσατε ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομ.
2420τοὺς τόκους τῶν παρὰ ταῖς Τραπέζαις χρεῶν. Δὲν εἶναι ἀληθές,
2421ὅτι ἐπληρώσαμεν ἐκ τοῦ δανείου τοὺς τόκους τῶν τραπεζῶν·
2422πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων τοῦ 1878 καὶ 1879 εἰς μεταλ-
2423λικὸν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐξεδόθησαν τὰ ὑπ’ ἀριθμοὺς
242414672 καὶ 6260 χρηματικὰ ἐντάλματα· πρὸς πληρωμὴν δὲ
2425εἰς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν τῶν τόκων τῶν εἰρημένων ἐτῶν,
2426διὰ τὸ ἐκ τραπεζικῶν γραμματίων χρέος, ἐξεδόθησαν τὰ ὑπ’
2427ἀριθμὸν 14672 καὶ 6260 χρηματικὰ ἐντάλματα, καὶ πρὸς
2428πληρωμὴν τῶν τόκων εἰς μεταλλικὸν καὶ εἰς τραπεζικὰ γραμ-
2429μάτια, τὰ ὑπ’ ἀριθμοὺς 15673 καὶ 6261 χρηματικὰ ἐντάλ-
2430ματα. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα συνωμολόγησε τὸ δάνειον πρὸς
2431τὸ δημόσιον, ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ· ἑπομένως κατὰ τὸ
2432τέλος ἑκάστης τριμηνίας ἔκλειε τοὺς λογαριασμούς, συγκε-
2433φαλαιοῦσα τοὺς τόκους. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου
2434καὶ τὸ τέλος Ἰουνίου ἔκλεισε τοὺς λογαριασμοὺς αὐτῆς, δὲν
2435εἶχον πληρωθῆ οἱ τόκοι· ὅταν ἐπληρώσαμεν ἀπέναντι τῶν
2436χρεῶν τούτων τὰ ἐκ τοῦ δανείου χρήματα, ἐσημείωσε τὴν
2437πληρωμὴν ταύτην ἀπέναντι κεφαλαίων καὶ τόκων. Ἀλλ’ ὅταν
2438ἐξεδόθησαν τὰ ἐντάλματα ταῦτα, ἐξηργυρώθησαν διὰ χρημά-
2439των τοῦ κεντρικοῦ ταμείου καὶ ἐπληρώθησαν εἰς τὴν τράπε-
2440ζαν, καὶ κατελογίσθησαν ἀπέναντι τῶν χρεῶν τοῦ δημοσίου.
2441§20ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀξία λόγου ἡ ὑπόθεσις.
2442§21ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι κατὰ τοῦτο σπουδαῖον καθ’ ὅσον
2443δὲν στηρίζεται εἰς τὴν ἀλήθειαν. Ἑπομένως πᾶν ὅ,τι λέγε-
2444ται εἰς τὴν Βουλὴν μὴ ἀληθὲς πρέπει ν’ ἀναιρῆται.
2445Ἀλλ’ οἱ πίνακες, τοὺς ὁποίους ἔφερεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν
2446Οἰκονομικῶν, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, δὲν περιέχουσιν ἀλήθειαν,
2447διατί; διότι εἰς τὸν πίνακα τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ ἔτους
24481877 δὲν περιλαμβάνεται προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου
2449τῶν Στρατιωτικῶν. Κατὰ τὸ 1877 τὰ Ὑπουργεῖα Στρατιωτι-
2450κῶν καὶ Ναυτικῶν εἶχον διπλοῦς προϋπολογισμούς, τακτι-
2451κοὺς καὶ ἐκτάκτους· ὁ τακτικὸς περιεῖχε τὰ τακτικὰ ἔσοδα,
2452ὁ ἔκτακτος τὰ ἔκτακτα ἔσοδα ἐκ δανείων, καὶ τὰ ἔξοδα τὰ
2453γενόμενα διὰ τὰς παρασκευὰς τοῦ Κράτους. Ὁ πίναξ, ὃν ἀνέ-
2454φερον, περιλαμβάνει τὰ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ· εἶναι
2455λοιπὸν ἀληθές, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὴς ὁ πίναξ;
2456Ἀλλὰ τὰ ἐλλείμματα ἐθεραπεύθησαν ἄλλοτε κατὰ τὸ
24571867 διὰ μέτρων σταθερῶν, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις
2458τοῦ 1867. Καὶ τότε εἶχον ἐκτάκτους δαπάνας, ἕνεκα τῶν
2459ἐκτάκτων περιστάσεων, καὶ ἔλαβον μέτρον, διὰ τοῦ ὁποίου
2460ἐξήλειψαν τὰ ἐλλείμματα σταθερῶς. Σὺ δὲ, Κυβέρνησις τοῦ
24611879, πόσα μέτρα ἔλαβες ἵνα ἄρῃς τὰ ἐλλείμματα; Δὲν
2462σκοπῶ νὰ ἐπικρίνω τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἀφοῦ εἶχε πρόε-
2463δρον τὸν καὶ νῦν Πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου. Ἀλλὰ
2464δὲν πρέπει νὰ ἀφήσω νὰ διατρέχῃ ἡ ψευδὴς εἴδησις, ὅτι τὰ
2465μέτρα, τὰ ὁποῖα τότε ἐλήφθησαν, ἦραν σταθερῶς καὶ ἀμετα-
2466βλήτως τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἐπέφερον αἱ ἔκτακτοι ἀνάγ-
2467και τοῦ χρόνου ἐκείνου. Ἰδοὺ τί ἀναγινώσκω ἐν τῷ πίνακι
2468τῶν ἐλλειμμάτων. Μετὰ τὸ 1867 ἦλθε τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ
2469μακαρίτου Βούλγαρη κατὰ τὸ 1868, κατὰ τὸ ἔτος δ’ ἐκεῖνο
2470τὸ ἔλλειμμα ἀνῆλθεν εἰς 11,329,170.13· αἱ ἔκτακτοι ἀνάγ-
2471και εἶχον ἐκλείψει κατὰ τὸ 1869, ὅτε ὑπῆρχε τὸ Ὑπουργεῖον
2472τοῦ κ. Ζαΐμη· ἐν τούτοις καὶ τότε τὸ ἔλλειμμα ἀνῆλθεν εἰς
24737,609,740.24, διότι ὑπῆρχον τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐκτά-
2474κτων ἀναγκῶν τοῦ 1867. Ὡσαύτως καὶ κατὰ τὸ 1870 καὶ
24751871. Ἡ αὔξησις τῶν φόρων, ἡ ὁποία ἐνομοθετήθη κατὰ τὸ
24761867, δὲν ἦρε τὸ ἔλλειμμα.
2477Εἶπον προσέτι, ὅτι δὲν ἔχομεν συντεταγμένον τὸν προϋπο-
2478λογισμόν, καὶ ὅμως ἐβεβαιώσαμεν, ὅ,τι ἔχομεν· μᾶς λέγουσιν,
2479ὅτι δὲν ἔχομεν. Τί νὰ εἴπῃ τὶς εἰς ταῦτα; ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς
2480λέγω, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους εἶναι ἕτοιμος καὶ
2481θέλει εἰσαχθῆ μετὰ τὸ πέρας τῆς πολιτικῆς ταύτης συζητή-
2482σεως· οὗτοι λέγουσιν, ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι ἀληθῆ. Τί ν’ ἀπαν-
2483τήσω; Ὀφείλω νὰ σιωπήσω πρὸς ἀναίρεσιν, ἡ ὁποία ἀρνεῖ-
2484ται νὰ ὑποτάξῃ τὴν ἐγωιστικὴν ἄρνησιν εἰς τὸ ἐπίσημον
2485κῦρος τῆς γλώσσης τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς πατρίδος. Ἀλλ’ ὁ προϋ-
2486πολογισμὸς, τὸν ὁποῖον θέλομεν εἰσαγάγει, εἶναι πλημμελής·
2487ἂν τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια ἦναι πλημμελῆ, εἶναι ἐπι-
2488ζήμια, θέλετε κρίνει ὑμεῖς· ἀλλὰ καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν
2489εἶναι τοιαῦτα, τοῦτο δὲν παρέχει εἰς οὐδένα τὸ δικαίωμα
2490ν’ ἀρνηθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπισήμως βεβαιῶ ἀπὸ τοῦ βήμα-
2491τος τούτου.
2492Ἀλλὰ ἠγοράσθη δι’ 190,000 δραχμῶν τὸ ἥμισυ τῆς ἐξ
2493ἀδιαιρέτου περιουσίας τοῦ δημοσίου τῆς Δουκίσσης τῆς Πλα-
2494κεντίας, καὶ ἠγοράσατε αὐτὰ αὐθαιρέτως. Διατὶ δὲν ἐζητή-
2495σατε πίστωσιν, ἵνα προβῆτε νομίμως εἰς τὴν ἀγοράν; Ποῖος
2496σᾶς ἔδωκε δικαίωμα ἀνώτερον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, νὰ
2497κυβερνᾶτε ὅπως θέλετε καὶ νὰ προβαίνητε εἰς δαπάνας, τὰς
2498ὁποίας ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν σᾶς ἐπέτρεψεν; Ἡ κατηγο-
2499ρία εἶναι δριμεῖα, καὶ ἔτι μᾶλλον δριμεῖα, καθόσον τὴν ἀ-
2500πηύθυνεν ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἦτο ἄλλοτε ἐν τῇ Κυβερνήσει
2501καὶ εἶπεν, ὅτι γνωρίζει τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Κατὰ τὸν Αὔ-
2502γουστον τοῦ 1866 ἐκινήθη ἀγωγὴ περὶ διανομῆς τῶν ἐπι-
2503κοίνων τούτων κτημάτων, ἤτοι πρὸ δεκατριῶν ἐτῶν. Κατὰ
2504τὰ 1873 ἐξεδόθη ἀπόφασις, διὰ τῆς ὁποίας διετάχθη ἡ διὰ
2505πλειστηριασμοῦ ἐκποίησις αὐτῶν. Ἡ ἐκτέλεσις τοῦ πλειστη-
2506ριασμοῦ διετάχθη τῷ 1875· δικηγόρος ἦτο τοῦ Δημοσίου ὁ
2507κ. Βαλώσσης, καὶ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, δὲν γνωρίζω τοὺς λό-
2508γους, ἐσταμάτησεν ἔκτοτε, ἤτοι δὲν ἐγένετο ἡ ἐκποίησις τῶν
2509κτημάτων τούτων. Δὲν ἤμην Ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν
2510ἀπὸ τὸ 1866 ἕως τὸ 1875, διὰ νὰ σᾶς δώσω λόγον, διατὶ
2511δὲν ἐζήτησαν καθ’ ἓν τῶν ἐτῶν τούτων τὴν πίστωσιν, ἀφοῦ
2512εἶχε διαταχθῆ δι’ ἀποφάσεως ἡ ἐκποίησις, καὶ ἀφοῦ ἴσως εἰς
2513τὴν κεφαλὴν παντὸς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐνυπῆρχεν
2514ἡ ἰδέα τῆς ἀγορᾶς τοῦ κτήματος τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὸν κ.
2515Γεώργιον Σκουζέν. Πρό τινος, ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν
2516τοῦ στρατοῦ, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐζήτησε νὰ
2517ποιήσῃ χρῆσιν τῶν οἰκιῶν τῶν παρὰ τὸν Ἰλισσὸν, εἰς τὰς
2518ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ τὰ κτήματα
2519ἀνῆκον κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς τὸν κ. Γ. Σκουζέν, καὶ οὗτος εἶχεν
2520εὔλογον ἀξίωσιν νὰ συμφωνῇ προηγουμένως μετὰ τοῦ δημο-
2521σίου τὸ μίσθωμα τὸ ἀναλογοῦν εἰς αὐτόν, ἡ δὲ συμφωνία
2522ἀπέβαινε δύσκολος· ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία κατεῖδε προσέτι
2523τὴν ἀνάγκην πρὸς ἐπισκευὰς ἢ πρὸς μετασκευὴν τῶν οἰ-
2524κιῶν, εἶχε δὲ δικαίωμα ὁ συνιδιοκτήτης νὰ ἀπαιτῇ ἐνοίκια
2525καὶ ἀποζημιώσεις. Καὶ ἀπήτησε δικαστικῶς ὁ κ. Σκουζὲς
252622,000 δρ. διὰ τὴν χρῆσιν, ἥτις ἐγένετο. Ἑπόμενον ἦτο
2527νὰ ἐπιθυμήσῃ, πρὸς ἄρσιν τῶν τοιούτων δυσχερειῶν, τὴν ἐκ-
2528ποίησιν, ὅπως εἴτε τὸ δημόσιον ἀγοράσῃ τὸ κτῆμα ἢ ὁ κ.
2529Σκουζὲς, ἢ ἄλλος τις. Ἀλλὰ ποίαν ἀξίαν εἶχεν αὐτό; ὁ συν-
2530άδελφος ἡμῶν κ. Σκουζὲς σᾶς ἔδωκε πληροφορίας τινὰς
2531περὶ τῆς ἀξίας· σᾶς ἀναγινώσκω καὶ ἐγὼ ἐκτίμησιν, τὴν
2532ὁποίαν ἔκαμεν ὁ νομάρχης Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὁ Κεντρι-
2533κὸς ταμίας καὶ ὁ Ἔφορος τῆς Ἀττικῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ
2534ἀξία τοῦ κτήματος ἦτο 465,392 καὶ 35 ο)ο, πλὴν ἄλλης
2535ἐκτιμήσεως, ἣν ἄλλοτε εἶχον κάμει ἀξιωματικοὶ τοῦ μηχα-
2536νικοῦ, ἀναλόγως τῶν τιμῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Διὰ νὰ προ-
2537ληφθῶσι δυσχέρειαι δυνάμεναι νὰ συμβῶσι κατὰ τὸν πλει-
2538στηριασμόν, ἐξέδωκα διαταγὴν μυστικὴν εἰς τὸν κεντρικὸν
2539ταμίαν καὶ εἰς τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην τοῦ Ὑπουργείου,
2540καὶ προσδιώρισα τὸν ἀνώτατον ὅρον τῆς προσενεχθησομένης
2541παρ’ ἡμῶν κατὰ τὸν πλειστηριασμὸν τιμῆς εἰς 400,000.
2542Πολλοὶ ἐζήτησαν νὰ μάθωσι τὸν ἀνώτατον ὅρον, ἵνα ὁδη-
2543γηθῶσι κατὰ τὸν συναγωνισμόν· ἀλλ’ ἀπέτυχον, καὶ ἠγο-
2544ράσθη τὸ κτῆμα ἀντὶ 280,000. Ἠκούσατε τὸν συνάδελφον
2545κ. Σκουζέν, ὅτι ὁ πατήρ του εἶναι ἕτοιμος νὰ τὸ ἀγοράσῃ μὲ
2546τὴν αὐτὴν καὶ ἀνωτέραν τιμήν.
2547Ἀλλὰ διατί δὲν ἐζητήθη προηγουμένως ἡ ἀναγκαία πί-
2548στωσις; ζητήσατε τὸν λόγον παρ’ ὅλων τῶν παρελθουσῶν
2549Κυβερνήσεων, αἵτινες δὲν συμπεριέλαβον τὴν πίστωσιν ἀπὸ
2550τοῦ 1866 μέχρι τοῦ 1875, καὶ οὐχὶ παρ’ ἐμοῦ. Τὸ σύστημα
2551τῆς ἀρνήσεως τῆς ἀληθείας τῶν ἐπισήμων διαβεβαιώσεων
2552τῆς Κυβερνήσεως εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν συμβιβάζε-
2553ται μὲ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἕκαστος τῶν πολιτῶν ἔχει,
2554ὁποιανδήποτε ἐντολὴν καὶ ἂν διαχειρίζεται, καὶ οἱανδήποτε
2555ἐξουσίαν καὶ ἂν ἐνεπιστεύθησαν πρὸς αὐτόν· δὲν συμβιβάζε-
2556ται μὲ τὸ καθῆκον ἑκάστου τῶν πολιτῶν ν’ ἀρνῆται τὰς ἐ-
2557πισήμους διαβεβαιώσεις, καὶ οὕτω νὰ διατρανοῖ, ὅτι ἡ Κυβέρ-
2558νησις ψεύδεται, μὴ λέγουσα τὴν ἀλήθειαν καὶ ἐνώπιον τῶν
2559ἀντιπροσώπων.
2560Μᾶς εἶπον προσέτι· σεῖς διαβεβαιοῖτε διὰ τῶν πινάκων,
2561ὅτι ὅλα τὰ χρήματα τὰ ἐκ τοῦ δανείου προκύψαντα διεθή-
2562κατε πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν γραμ-
2563ματίων, πλὴν τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων, ἅτινα ἐλάβετε διὰ
2564τὰς ἀνάγκας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐκ τῶν δύο ἑκατομμυρίων
2565πρὸς ἐξαγορὰν τῶν ἐντόκων γραμματίων. Δὲν σᾶς πιστεύο-
2566μεν, ἔχετε καὶ ἄλλα χρήματα τὰ ὁποῖα ἀποκρύπτετε. Εἶναι
2567αἰτίασις, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε χθές. Ἐὰν πρὸς ἐμὲ ὡς εἰς
2568ἄτομον ἀπετείνετο τοιαύτη αἰτίασις, δὲν ἤθελον καταδεχθῆ
2569νὰ δώσω ἀπάντησιν. Ἀλλ’ ἡ αἰτίασις ἐγένετο κατ’ ἐμοῦ ὡς
2570Ὑπουργοῦ, καὶ ἔχω καθῆκον νὰ ἀπαντήσω. Ἄν ἀπέκρυψα
2571χρήματα τὰ ὁποῖα δὲν ἔθεσα πρὸς συμψηφισμὸν πρὸς τὴν
2572τράπεζαν ἀπέναντι τοῦ δανείου, ἔπραξα παράβασιν, διὰ τὴν
2573ὁποίαν ὀφείλω νὰ δώσω λόγον. Διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι ν’ ἀ-
2574παντήσω εἰς αἰτίασιν τοιαύτην. Ἀπαντῶ λοιπόν, ὅτι εἶναι
2575ἀπόλυτος ἄρνησις τῆς ἀληθείας, εἶναι ψεῦδος μὴ ἔχον λόγον
2576ὑπάρξεως, ἐστερημένον πάσης βάσεως. Ἐκεῖνοι δ’ οἱ ὁποῖοι
2577διατείνονται ἐνώπιόν σας ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐψεύσθη, σᾶς δί-
2578δουσι τὸ μέτρον, ἵνα καταμετρήσητε τὴν ἀξίαν τῶν λόγων
2579των· ἀλλὰ ἐρωτῶσι, ποῦ ηὕρατε νὰ πληρώσητε τὰ κατὰ τὸν
2580πίνακα ἔκτακτα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐπληρώσατα κατὰ τὸ 1878,
2581ἂν δὲν ἐπληρώνατε αὐτὰ ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου; Ὁ
2582προϋπολογισμὸς τοῦ 1879 εἶχεν ἔλλειμα 14 ἑκατομμυρίων·
2583ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔθεσεν ἀπέναντι τοῦ ἐλλείμματος 5 ἑ-
2584κατομμύρια ἔντοκα γραμμάτια καὶ δάνειον 5 ἑκατομμυρίων
2585τραπεζικῶν γραμματίων. Ἀλλὰ μόλις ἐψηφίσθη ὁ προϋπολο-
2586γισμὸς καὶ τὰ εἰρημένα μέσα, οἱ πιστωταὶ τοῦ 1878, οἱ πα-
2587ραγγελιοδόχοι, οἱ προμηθευταί, ἐζήτουν νὰ τοὺς πληρώσωμεν.
2588Εἶχον συνομολογήσει συμβάσεις μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν
2589ἠδυνάμεθα νὰ μὴ τοὺς πληρώσωμεν. Ἄν δὲν ἐπληρώναμεν
2590πρότερον, διότι δὲν εἴχομεν χρήματα, τώρα ὅτε εἴχομεν χρή-
2591ματα, τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα μᾶς ἔδωκεν ἡ Βουλὴ, εἶχον δι-
2592καίωμα νὰ τὰ ζητήσωσι. Μ’ ὅλον ὅτι δὲ αἱ ἀνάγκαι τοῦ
25931879 ἦσαν ὑπέρτεραι, ἀπεκόψαμεν τὰ χρήματα αὐτὰ ἀπὸ
2594τὰς ἀνάγκας τοῦ 1879, διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀκα-
2595τασχέτους ταύτας ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Δὲν διεθήκαμεν
2596δι’ αὐτὰς τὸ προϊὸν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, ἀλλὰ τὰ
2597μέσα τὰ ὁποῖα μᾶς ἔδωκεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἵνα καλύψω-
2598μεν τὰ ἐλλείμματα τοῦ 1879, καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν
2599πέντε ἑκατομμυρίων τραπεζικῶν γραμματίων ἐδαπανήσαμεν
2600εἰς τὰς ἐκτάκτους ταύτας ἀνάγκας. Παρηνομήσαμεν διὰ τοῦτο;
2601Ὄχι· πίστωσις ὑπῆρχε. Δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν προ-
2602τήτερα, διότι δὲν εἴχομεν χρήματα, καὶ οὐχὶ πίστωσιν· λα-
2603βόντες χρήματα, ἐπληρώσαμεν. Δὲν μᾶς εἶχε προσδιορίσει ἡ
2604Βουλὴ τὴν διάθεσιν τῶν πέντε ἑκατομμυρίων τραπεζικῶν
2605γραμματίων εἰς σκοπόν τινα εἰδικὸν, ἑπομένως οὐδὲ κατὰ
2606τοῦτο προσεκρούσαμεν εἰς τὸ καθῆκον.
2607Τέλος πάντων ἐπίκρισις καὶ κατὰ τοῦ κ. Παπαμιχαλο-
2608πούλου. Δὲν ὑπῆρχεν ἡ προαίρεσις νὰ ἐπικριθῇ ὁ κ. Παπαμι-
2609χαλόπουλος, ἀλλ’ ἐπεκρίθη, ἀγνοοῦντος τοῦ ἐπικρίναντος ὅτι
2610ἐπικρίνει αὐτόν. Ὅταν κατὰ τὸ 1867 συνωμολογήθη ἡ σύμ-
2611βασις περὶ τῶν παλαιῶν δανείων, εἶπον, ὅτι ἡ τότε Κυβέρνη-
2612σις ἐζήτησε καὶ ἔλαβεν ὑπόσχεσιν, ὅτι οἱ συμβαλλόμενοι ἤθε-
2613λον κατορθώσει νὰ ἀνοίξωσι τὸ χρηματιστήριον εἰς τὰς ἑλλη-
2614νικὰς ἀξίας· ἀλλὰ κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1878 δὲν ἐλήφθη
2615τοιαύτη ὑπόσχεσις. Δὲν ἐγνώριζεν ὁ ἐπικρίνων ποῖος ἦτο ὁ
2616ὑπεύθυνος Ὑπουργός· συνέπεσεν ὅμως, ἴσως ἐναντίον τῆς θελή-
2617σεώς του, νὰ ἦναι ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος· ἀλλὰ εἶχεν ἄδι-
2618κον; ὄχι. Ἐν τῇ συμβάσει τοῦ 1878 περιελήφθη αὐτὴ ἡ διά-
2619ταξις, ἥτις περιελήφθη καὶ ἐν τῇ συμβάσει τοῦ 1867· διὰ
2620τῆς συμβάσεως ταύτης τοῦ 1867 οἱ συμβαλλόμενοι ὑπέσχον-
2621το νὰ ἀνοίξῃ τὸ χρηματιστήριον εἰς τὰ ἑλληνικὰ χρεώγρα-
2622φα· διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1878 ἡ αὐτὴ διάταξις ἐτέθη.
2623Λοιπὸν τί παρέλιπεν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος; Πῶς ἄλλως
2624ἔπρεπε νὰ πράξῃ, διὰ νὰ λάβῃ προηγουμένως ὑπόσχεσιν; Ἀπὸ
2625ποῖον ἔπρεπε νὰ λάβῃ αὐτὴν, ἀφοῦ ἡ διοίκησις τῶν χρηματι-
2626στηρίων εἶναι ἀρχὴ ἀνεξάρτητος τῶν κατόχων τῶν χρεωγρά-
2627φων;
2628§22ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀπὸ τὴν συνέλευσιν τῶν κατόχων τῶν χρε-
2629ωγράφων.
2630§23ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φέρωμεν τὴν
2631σύμβασιν τοῦ 1878 εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ἐγκριθῇ, ἂν δὲν εἶχε
2632προηγουμένως ἐγκριθῆ παρὰ τῆς συνελεύσεως τῶν κατόχων
2633τῶν χρεωγράφων. Ποίαν ἄλλην ὑπόσχεσιν παρελείψαμεν νὰ
2634λάβωμεν;
2635Σᾶς ἀπησχόλησα ἀκόμη περὶ διαφωνίας, ἡ ὁποία ὑπῆρχε
2636πέρυσιν, ὅτε διηύθυνεν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος τὸ Ὑπουργεῖον,
2637μεταξὺ τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου καί τινων μελῶν τοῦ Κοινο-
2638βουλίου. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος κατὰ τὸν Αὔγουστον ἢ τὸν
2639Σεπτέμβριον διετείνετο, ὅτι αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις τοῦ 1877
2640καὶ 1878 εἶχον νόμιμον ἔτι διάρκειαν, διότι ἡ χρῆσις δὲν εἶ-
2641χεν ἔτι κλείσει, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου
2642λογιστικοῦ. Χθὲς ὁ ἀγορεύσας ἀνέφερε τὴν διαφωνίαν ταύτην,
2643ἰσχυρισθείς, ὅτι δὲν ἠδύναντο αἱ πιστώσεις νὰ διατεθῶσι κατὰ
2644τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Ἀλλ’ αἱ μὲν πιστώσεις τοῦ 1877
2645ἴσχυσαν μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου τοῦ 1878, τοῦ πέρατος
2646τοῦ ἔτους, οὐδαμῶς δὲ τοῦτο δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ.
2647Ἴσως λέγοντες ταῦτα, ἐνόουν νὰ ἀναφέρωσι διχογνωμίαν
2648συμβᾶσαν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ μακαρίτου Δημ. Χαραλάμ-
2649πους κατὰ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον τοῦ 1878. Τὸν κ. Παπα-
2650μιχαλόπουλον διεδέχθην ἐγώ, καὶ ὅτε τὸ πρῶτον ἔνταλμα ἐ-
2651ξεδόθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶς πιστώσεων τῶν οὕτως ἰσχυουσῶν, ὁ
2652κ. Χαραλάμπης ἐδίστασεν. Ἦτο ἄνθρωπος, μετὰ τοῦ ὁποίου
2653μὲ συνέδεε σχέσις καὶ φιλία, καὶ ἐξετίμων τὴν νοημοσύνην
2654καὶ τὴν εὐθύτητα τοῦ ἀνδρός. Ἵνα πείσω αὐτόν, ὅτι εἶχεν ἄ-
2655δικον, ἐζήτησα καὶ ἔλαβον καὶ τὴν γνώμην νομομαθῶν ἀνδρῶν,
2656πρὸς οὓς ἔχω φιλίαν καὶ ὑπόληψιν, τῶν κ.κ. Παύλου Καλλιγᾶ,
2657Π. Παπαρηγοπούλου καὶ Σ. Στρέϊτ. Οὗτοι συνεφώνησαν μετ’
2658ἐμοῦ, θεωρήσαντες τὸ πρᾶγμα εὐκρινὲς καὶ ἀναντίῤῥητον, καὶ
2659οὕτως ἐπείσθη ὁ κ. Χαραλάμπης.
2660Κύριοι, εὐτυχῶς ἤδη ἐτελείωσα τὸ ἐργῶδες ἔργον, τὸ ὁποῖον
2661καὶ εἰς σᾶς ἔδωκε κάματον, καὶ εἰς ἐμὲ τὸ ἔργον ν’ ἀνασκευ-
2662άσω αἰτιάσεις καὶ κατηγορίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναταί τις
2663νὰ φιλοσοφήσῃ· ἀλλὰ τότε θέλει καταλήξει εἰς συμπεράσματα
2664ἀηδῆ. Τοῦτο ἦτο ἐργῶδες δι’ ἐμέ, διότι, ἀσχολούμενος περὶ
2665λεπτομερείας τοιαύτας, ὤφειλον νὰ τύχω τῆς ἀνοχῆς ὑμῶν
2666καὶ νὰ παρασκευάσω τὴν ὑμετέραν ὑπομονήν. Μοὶ μένει ἕ-
2667τερον ἔτι καθῆκον, ν’ ἀπαντήσω καὶ εἰς τὸ ἕτερον ζήτη-
2668μα, τὸ ἐξωτερικόν, περὶ τοῦ ὁποίου σήμερον τοσαῦτα ἠκού-
2669σατε.
2670§24ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
2671§25Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλω συμμορφωθῆ μὲ τὴν ἀπόφα-
2672σιν τῆς Βουλῆς, ἐὰν θέλῃ ν’ ἀναβάλῃ δι’ αὔριον. Δὲν πρέ-
2673πει ὅμως νὰ παραλείψω νὰ παρατηρήσω εἰς ὑμᾶς ἐπὶ τῶν
2674γενομένων, ὅτι εἶναι εὔκολον εἰς πάντα, θέλοντα νὰ ἐπικρίνῃ,
2675νὰ ἀνακοινώσῃ εἰκασίας, νὰ σᾶς προβάλῃ συλλογισμοὺς
2676καὶ σκέψεις, καὶ οὗτινοςδήποτε καὶ ἂν ἦναι οἱ συλλογισμοὶ
2677οὗτοι καὶ αἱ σκέψεις καὶ αἱ εἰκασίαι, δύναται νὰ φανῇ δι-
2678καιολογούμενος, προβάλλων λόγους τινάς, οἱ ὁποῖοι πείθουσιν
2679αὐτὸν ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ εἶδος τοῦτο τῶν συλλογισμῶν, ἢ τὸ
2680εἶδος ἐκεῖνο τῶν σκέψεων. Ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ πραγ-
2681μάτων ἀναντιῤῥήτων καὶ μὴ δυναμένων νὰ ὑποκύψωσιν εἰς
2682ἀλλοίωσιν καὶ μεταβολήν· ὅταν πρόκηται περὶ αὐτῶν τῶν
2683ἀκαταγωνίστων φρουρίων, τὰ ὁποῖα ὀνομάζονται ἀριθμοὶ καὶ
2684τὰ ὁποῖα δὲν δύναταί τις νὰ ἐκπορθήσῃ· ὅταν ἀναλαμβάνῃ
2685νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ὁ ἀριθμὸς 4 δὲν εἶναι 4, καὶ ὅτι εἶναι 3 ἢ 5,
2686τότε νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιχείρησις αὕτη ἀπαιτεῖ θάῤῥος, καὶ
2687πρέπει νὰ κινῆται ἀπὸ ἕνα λόγον, τὸν ὁποῖον πρέπει ν’ ἀνα-
2688ζητήσῃ τις. Πᾶς τις δύναται ν’ ἀξιώσῃ, ὅτι εἷς ἀριθμὸς δὲν
2689ἔχει τὴν ἀξίαν τὴν ὁποίαν ἡ ἀριθμητικὴ δίδει εἰς αὐτόν; Πᾶς
2690τις δύναται ν’ ἀξιώσῃ ὅτι ἓν γεγονός, τὸ ὁποῖον συνετελέσθη
2691ὑπὸ τὰς ὄψεις τῆς κοινωνίας, δὲν συνετελέσθη; Ἢ πρέπει νὰ
2692ὑποκύπτῃ οὗτος εἰς πλάνην τῶν ἰδίων αὑτοῦ αἰσθήσεων, ἢ
2693πρέπει προαίρεσις ἀδυσώπητος νὰ ὠθῇ αὐτὸν εἰς τοῦτο. Ἐὰν
2694ἦναι πλάνη τῶν αἰσθήσεων, δὲν ἔχω νὰ εἴπω τι, εἶναι δυσ-
2695τύχημα εἰς τὸ ὁποῖον ὑποκείμεθα πάντες, εὔχομαι δ’ εἰς
2696πάντας νὰ μὴ ὑποπέσωσιν εἰς αὐτὸ τὸ δυστύχημα. Ἐὰν
2697ὅμως ἦναι προαίρεσις, δὲν δύναμαι νὰ χαρακτηρίσω τὴν προ-
2698αίρεσιν ταύτην· ὁμιλῶ πρὸς τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος δημο-
2699σίᾳ, ἑπομένως ἀφίνω νὰ χαρακτηρίσωσι τὴν προαίρεσιν εἴτε
2700οἱ ἀντιπρόσωποι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἴτε τὸ κοινόν, τὸ ὁ-
2701ποῖον ἀκούει αὐτὰ περὶ ἡμᾶς. (Χειροκροτήματα εἰς τὰ ἀ-
2702κροατήρια).
2703§26ΤΙΝΕΣ. Αὔριον πλέον.
2704§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις.
2705Ὥρᾳ 7 καὶ 20′ μ. μ.