1879.12.16
2.672 στίχοι · 21.722 λέξεις · 57 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 38
τῆς 16 Δεκεμβρίου 1879.
(Κυριακή.)
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ὁ Πρόεδρος κηρύσσει τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως.
§1ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, ἵνα τὰ πρακτικὰ ἀναγνωσθῶσι μεγάλῃ τῇ φωνῇ, ὅπως ἀκουσθῶσι τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα χθές, διότι εἰς ἐφημερίδας τινὰς ἀναφέρεται, ὅτι, κατὰ τὰ λεχθέντα χθὲς παρ’ ἐμοῦ, δέον ὁ Ἑλληνισμὸς νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν συμμαχίαν καὶ σύμπραξιν ὄχι μόνον τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ Χριστιανικῶν λαῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτῆς τῆς Μεγάλης Ῥωσσίας. Ἀλλὰ τοιαύτη γνώμη δὲν ἐξῆλθε τῶν χειλέων μου, διὰ δύω λόγους· αʹ) διότι εἰς πολιτικὸν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λαλήσῃ περὶ συμμαχίας Μεγάλης Δυνάμεως, καὶ διότι πρὸ καιροῦ ἤδη ἰσχύουσιν ἐν Ῥωσσίᾳ ἰδέαι, αἵτινες οὐδόλως συντελεστικαὶ δύνανται νὰ ἦναι πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὸ συμφέρον τῶν ἰδεῶν τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ λαῶν, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ, καὶ τὸ ἀληθὲς συμφέρον αὐτῆς τῆς Ῥωσσίας. Παρακαλῶ λοιπὸν μεγάλῃ τῇ φωνῇ ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ, ἵνα ἴδω ἂν τοιαύτη βλασφημία περιέχηται εἰς τοὺς λόγους μου. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικά.)
§2ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Λέγουν τὰ πρακτικὰ, ὁ Πρόεδρος τῆς Βυολῆς νὰ ἔχῃ τὴν ἐπιτήρησιν δι’ ἀξιωματικῶν. Αὐτὸ δὲν ἐλέχθη.
§3ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ τὸ εἶπεν ὁ κ. Γεωργαντᾶς.
§4ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ τεθῇ σαφῶς, ὅτι ἡ ἀστυνομία τῆς Βουλῆς ἀνήκει εἰς τὸν Πρόεδρον.
§5ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ἄρθρον 87 τοῦ Κανονισμοῦ ὁρίζει· «Τὰ τῆς εὐταξίας τῆς Βουλῆς ἀνήκουσιν εἰς αὐτὴν καὶ ἐνεργοῦνται ἐν ὀνόματι τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ Προέδρου, ἔχοντος τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ εἴς τε τοὺς ὑπαλλήλους καὶ εἰς τὴν φρουρὰν αὐτῆς διὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τὰς ἀναγκαίας διαταγάς». Οὐδέποτε λοιπὸν δι’ ἀστυνόμων. Ἂν νομίζῃ ὁ κ. Δημητρακάκης, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἐφαρμόζεται, πρέπει νὰ μεταβληθῇ, ἂς φέρῃ πρότασιν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι. Χθὲς οὐδὲν ὡρισμένως ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ περὶ τούτου. Ὁ Πρόεδρος ἔχει ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτηρῇ τὴν τάξιν, ὅπως ἂν κρίνῃ καταλληλότερον, ἀλλ’ ὀφείλει πάντοτε λόγον εἰς τὴν Βουλήν.
§7ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα· πολὺ καλά. (Ἐγκρίνονται τὰ πρακτικά.)
§8Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Παρακαλῶ· ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τοῦ ἄρθρου 87 τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐγὼ ἤμην μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ τότε ὁ λόγος ἦτο περὶ τῆς ἀστυνομίας τῆς Βουλῆς· ἐγὼ ἠναντιώθην καὶ εἶπον ὅτι δὲν πρόκειται περὶ αὐτῆς, ἀλλὰ περὶ εὐταξίας, καὶ ἀμέσως διεγράφη καὶ ἐτέθη τοῦτο, δηλ. «περὶ εὐταξίας.» Ὥστε δὲν πρέπει ἡ ἀστυνομία νὰ ἐπεμβαίνῃ· διότι ὁ Κανονισμὸς λέγει ῥητῶς, ὅτι ἡ εὐταξία τῆς Βουλῆς ἐνεργεῖται καὶ διέπεται ἀπὸ τὸν κ. πρόεδρον, διὰ τῶν ὑπαλλήλων της καὶ διὰ τῆς ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ φρουρᾶς, ἧς ὁ ἀρχηγὸς διατελεῖ ὑπὸ τὰς διαταγάς του.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠμπορεῖ ὁ πρόεδρος νὰ καλέσῃ πρὸς τοῦτο καὶ τὸν Εἰσαγγελέα, ἐν ἀνάγκῃ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Τρικούπης ἔχει τὸν λόγον.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ὑπουργεῖον ἔθεσε τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης· ἡμεῖς τὸ ἐδέχθημεν ἀναγκαζόμενοι, τὸ ἐδέχθημεν, ἀφοῦ διεμαρτυρήθημεν, τὸ ἐδέχθημεν, ἀφοῦ ἀπεδείξαμεν, ὅτι ἀτόπως ἐτίθετο. Τὸ Ὑπουργεῖον προέβη καὶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης, καὶ προέβη διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος ἀπέδειξε πόσον ἀτόπως ἐτέθη ἤδη τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ διὰ τρόπου, ὅστις κατηνάλωσεν ἐπὶ τοσοῦτον τὸν χρόνον τῆς Βουλῆς, ὥστε αὐτοὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἐζήτησαν χθὲς νὰ ἐξέλθωμεν τῆς συνηθείας ἡμῶν καὶ νὰ συνεδριάσωμεν σήμερον, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ περιορίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐντὸς ὁρίων χρονικῶν στενοτέρων, ὁρίων, τὰ ὁποῖα αἱ διαστάσεις τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ εἶχον καταστήσει ἀπαραίτητα. Ἐπ’ ἀμφοτέροις λοιπὸν τούτοις, καὶ ἐπὶ τῷ ὅτι ἐτέθη ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καὶ ἐπὶ τῷ ὅτι κατηναλώθη ὁ χρόνος, ὑπεύθυνος εἶναι ἡ Κυβέρνησις, καὶ τοῦτο πρέπει νὰ βεβαιώσωμεν πρὶν ἢ προβῶμεν ἀποδεχόμενοι τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τοῦ τεθέντος ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου, ἀποδεχόμενοι αὐτὴν, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἄλλως κατὰ τὸν κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Ἔθηκεν ἡ Κυβέρνησις τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, καὶ οὐδὲν προσήγαγεν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ· χθὲς δὲ ὁ κ. ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ῥητῶς εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐ μόνον δὲν προτίθεται νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι καθῆκον ἔχει νὰ ὑποβάλῃ εἰς αὐτὴν χάριν τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης, παραβαίνει τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐκ τοῦ Συντάγματος ἔχει, νὰ ὑποβάλῃ ταχέως τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς πρὸς τοῦτον σχετιζομένους νόμους· εἶπε πρὸς τὴν Βουλήν· «δὲν ζητοῦμεν παρ’ ὑμῶν ἐμπιστοσύνην διὰ τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ μέλλοντος, ζητοῦμεν παρ’ ὑμῶν ψῆφον διὰ τὰ παρελθόντα». Ἀλλὰ δὲν ἀνήκει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ μεταβάλῃ τὸν χαρακτῆρα τῶν ζητημάτων. Τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης δύνανται νὰ θέσωσιν οἱ Ὑπουργοὶ καὶ δύνανται νὰ μᾶς ἐξαναγκάσωσι νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ ψηφίσωμεν περὶ αὐτοῦ, δὲν δύνανται ὅμως νὰ μεταβάλωσι τὸν χαρακτῆρα τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης. Εἶναι ζήτημα τιμῆς, εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, δὲν εἶναι ζήτημα ἀρχῆς. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης εἶναι ζήτημα ἀρχῆς, καὶ ὄχι τιμῆς· τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης εἶναι ἐκ τῆς φύσεώς του ζήτημα πολιτικὸν, καὶ δὲν δύνασθε νὰ τὸ μεταβάλητε εἰς ζήτημα δικαστικόν. Ἐὰν ὡς ἐκ τῶν κατηγοριῶν, αἵτινες ἐξετοξεύθησαν κατὰ τοῦ Ὑπουργείου, ἐὰν ἐναντίον τῶν κατηγοριῶν τούτων νομίζητε, ὅτι ἔχετε ἀνάγκην ψήφου τινὸς, ὅτι ἔχετε ἀνάγκην ἐνεργείας τινὸς βουλευτικῆς, ἡ ψῆφος αὕτη, τῆς ὁποίας ἔχετε ἀνάγκην, δὲν εἶναι ἡ ψῆφος τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἔχετε ἀνάγκην ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς, ἔχετε ἀνάγκην εἰδικοῦ δικαστηρίου, ἐὰν νομίζητε, ὅτι διὰ τῶν κατηγοριῶν τούτων ἡ τιμή σας εἶναι ἐκτεθειμένη. Ἐκεῖ σᾶς περιμένω. Προκαλέσατε τὴν σύστασιν ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς, προκαλέσατε τὴν ὑμετέραν παραπομπὴν εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον. Ὅτε κατὰ τὸ 1814 τὸ πρῶτον συνταγματικὸν Ὑπουργεῖον κατηγορεῖτο ἐν τῇ πρώτῃ Βουλῇ μετὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843, ἐξετοξεύθησαν καὶ τότε κατηγορίαι κατὰ τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, εἰσῆλθεν ὅμως εἰς τὴν Βουλὴν, τῆς ὁποίας δὲν εἶχεν ἔτι ἀποκλεισθῆ, ὁ ἀοίδιμος Μαυροκορδάτος καὶ εἶπεν εἰς αὐτήν· δὲν ζητῶ παρ’ ὑμῶν ψῆφον πολιτικὴν, ἀλλ’ ἐὰν ἔχητε πεποίθησιν εἰς ὅσα μοῦ κατηγορεῖτε, ὀφείλετε νὰ μὲ παραπέμψητε εἰς δίκην, ζητῶ νὰ διατυπώσητε κατηγορίαν ποινικήν. Νομίζουν οἱ κκ. Ὑπουργοὶ, ὅτι διὰ ψήφου ἐμπιστοσύνης θέλουσι καλύψει τὰς παρεκτροπὰς αὐτῶν τὰς ἐν τῷ παρελθόντι; Ἀλλ’ ἡ ψῆφος ἐμπιστοσύνης τί εἶναι; τί δηλοῖ διδομένη παρὰ τῶν Βουλῶν; Ὅτι ἡ Βουλὴ φρονεῖ, ὅτι συμφέρει εἰς τὸ Κράτος νὰ διαμένῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα. Βεβαίως, ἵνα εἴπῃ τοῦτο ἡ Βουλὴ, ἐξετάζει τὸ παρελθὸν, τὸ παρὸν, τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ μέλλοντος· ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ διαιρεθῇ ἡ ψῆφος τῆς ἐμπιστοσύνης εἰς τμήματα χρονικὰ, οὐδὲ νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀναγομένη εἰς εἰδικὰς ἐνεργείας. Ἡ ψῆφος αὕτη ἔχει πάντοτε γενικὴν ἔννοιαν, καὶ ἡ ἔννοια αὐτῆς εἶναι αὕτη καὶ μόνη, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ὑπάρχον ὑφίσταται κοινοβουλευτικῶς καὶ ὅτι δύναται νὰ ἐνεργήσῃ κοινοβουλευτικῶς· οὐδόλως ὅμως ἐννοεῖ ἡ ψῆφος τῆς ἐμπιστοσύνης, ὅτι αἱ παρεκτροπαὶ, περὶ ὧν τυχὸν ἐγένετο λόγος, ἀπεδείχθησαν οὐχὶ ἀληθεῖς, διότι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ θεωρήσῃ τὰς παρεκτροπὰς ἀληθεῖς, δύναται ν’ ἀναγνωρίσῃ τὸ πλημμελὲς τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐν τούτοις, ἕνεκα περιστάσεων ἰδίων, δύναται νὰ θεωρήσῃ, ὅτι πρέπει νὰ διαμένῃ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο ἐν τοῖς πράγμασι. Προκειμένου περὶ ψήφου ἐμπιστοσύνης, οὐδεμία δύναται νὰ γείνῃ περιστολὴ τοῦ δικαιώματος τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ πάντα, ὅπως ἐξετάσῃ καὶ τὰ πεπραγμένα καὶ τὰς περὶ τοῦ μέλλοντος ἰδέας ἐκείνων, ὑπὲρ ὧν ζητεῖται ἡ ψῆφος ἐμπιστοσύνης· ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν οὐδόλως περιορίζεται ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐξέτασιν ἐκείνων μόνων τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐγεννήθησαν μετὰ τὴν ψήφισιν ἑτέρου ζητήματος ἐμπιστοσύνης· πάντα τὰ ζητήματα δύναται νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ, καὶ ὀφείλει νὰ τὰ ἐξετάσῃ, τὰ ὁποῖα ὁπωσδήποτε σχετίζονται μετὰ τῆς παρούσης καταστάσεως, καὶ ἂν τυχὸν περὶ αὐτῶν ἄλλοτε ἀπεφάνθη. Καὶ δὲν περιορίζεται ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν πράξεων μόνης τῆς παρούσης Κυβερνήσεως· δύναται νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἐνέργειαν πάσης παρελθούσης Κυβερνήσεως, καὶ δύναται νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ τὸ κατ’ ἐμὲ εὐχαρίστως ἤκουσα τοῦ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ, ἐπιληφθέντος τῆς πολιτικῆς ἄλλων Κυβερνήσεων, καὶ ἰδίως τῆς πολιτικῆς ἐμοῦ, καὶ ἐξετάσαντος τὰ κατ’ αὐτὴν ἔν τε τῇ Κυβερνήσει τοῦ 1867 καὶ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει· εὐχαρίστως ἤκουσα αὐτοῦ ἐπιληφθέντος τοῦ ζητήματος, οὐχὶ διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐπελήφθη αὐτοῦ, διότι εἶπε πράγματα ἀνυπόστατα, ἀλλὰ διότι ἐπελήφθη αὐτοῦ, καὶ ἔδειξεν, ὅτι ἐν τῷ παρελθόντι ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει, ὅτι ἀκέραια εἶναι καὶ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ ἐλέγχου τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἀνέτρεξεν εἰς τὸ 1867, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐλέγχουσι τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως σήμερον, ὑπῆρξαν ἀνακόλουθοι, πρεσβεύοντες ὁτὲ μὲν τὴν πολιτικὴν τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ σιδήρου, ὁτὲ δὲ πολιτικὴν εἰρηνικὴν, εἶτα δὲ πάλιν πολιτικὴν παρασκευῶν. Καὶ ὡς πρὸς τὴν μεταβολὴν τῆς πολιτικῆς εἶπεν ἀλήθειαν· ἀλλὰ θὰ ἦταν ἀνακόλουθοι οἱ οὕτω πολιτευθέντες, ἐὰν ἐν περιστάσεσι διαφόροις, ἠκολούθουν τὴν αὐτὴν πολιτικήν. Κατὰ τὸ 1867 ὑπῆρχεν ἡ Κρήτη ἐπανεστατημένη, καὶ ἠκολούθησεν ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Κυβέρνησις αὐτῆς τὴν πολιτικὴν ἥτις ἐπεβάλλετο εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς Κρήτης. Ληξάσης τῆς Κρητικῆς ἐπαναστάσεως, δὲν ἦτο συνεπὲς ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ Ἑλλὰς τὴν πολιτικὴν τὴν ἐπὶ τῆς Κρητικῆς ἐπαναστάσεως· αἱ νέαι περιστάσεις ἐπέβαλλον τὴν πολιτικὴν τῆς εἰρηνικῆς παρασκευῆς, καὶ ἦλθεν ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἕτερα ζητήματα ἀναφυέντα ἐπέβαλλον εἰς τὸ Κράτος, εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτοῦ, τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀκολουθήσῃ πολιτικὴν ἄλλην, τὴν ὁποίαν ἐμυκτήρισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν, τὴν πολιτικὴν τῆς ἐν φιλίᾳ διαβιώσεως Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀποκρούσεως τῶν σλαβικῶν ἐπιδρομῶν. Καὶ δὲν θέλω νὰ φέρω ἐνστάσεις κατὰ τῆς παρεισάξεως ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ ὅσων εἶπα ἐνώπιον ἀνεῳγμένου τάφου ἀνδρὸς ἀειμνήστου· ἐπιτρέπω εἰς τὸν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ ταῦτα ὑπὸ συζήτησιν, διότι οὐδὲν εἶπον, τὸ ὁποῖον δὲν πρεσβεύω. Ἀλλὰ τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ὅστις ταῦτα ἀπεφάνθη, ἠκολούθησε καὶ αὐτὸς κατὰ πάντα τὴν πολιτικὴν τῶν ἀνδρῶν τοῦ 1867. Καὶ κατὰ τὸ 1867 παρεδέχετο τὴν πολιτικὴν τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ καὶ τὴν πολιτικὴν τοῦ τότε ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, καὶ ὅτι τὴν ἀπεδέχθη εἶναι κατάδηλον ἐκ τῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ παρὰ τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης ὡς πρεσβευτοῦ. Ἀλλ’ ἀπεδέχθη καὶ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐνώπιον τοῦ ἀνεῳγμένου τάφου ἐξύμνησα καὶ τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου αὐτὸς κατέκρινε· καὶ ἐνόμισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, διότι δὲν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὸς διπλωματικὰ ἔγγραφα περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, ὅτι δὲν ἔχομεν ἄλλοθεν ἔγγραφα ἱκανὰ, μαρτυροῦντα, ὅτι ἀπεδέχθη καὶ ἀποδέχεται τὴν πολιτικὴν ταύτην; Ἔχω ἐνταῦθα ἔγγραφον τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας ἐν Ἀθήναις, μαρτυροῦν, ὅτι ὑπὲρ τῆς τοιαύτης πολιτικῆς ὁ κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἀπεφάνθη διὰ τρόπου πολὺ ἐμφαντικωτέρου παρ’ ὅσον εἶχον ἀποφανθῆ ἐγώ. Ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον. «Ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας κ. Κόρβετ τῷ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργῷ μαρκίονι Σαλισβουρῆ. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 20 9βρίου 1878. Μυλόρδε. Ὁ κ. Δηλιγιάννης μοὶ εἶπε σήμερον, ὅτι ἐπανειλημμένως ἐπ’ ἐσχάτων ἐξέφρασε πρὸς τὸν Φωτιάδην βέην πόσον θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν νὰ ὑφίστατο βελτίωσιν ἡ συνεννόησις Πύλης καὶ Ἑλλάδος ἀπέναντι τῶν καταπατήσεων τῶν Σλάβων, τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ τοῦ μουσουλμανικοῦ καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ αὐτοῦ Ἐξοχότης συγχρόνως εἶπεν, ὅτι, ἂν αἱ ἐπιθυμίαι τῆς χώρας ταύτης περὶ ἐδαφικῆς αὐξήσεως μὴ εἰσακουσθῶσιν, ἡ σύμπραξις τῶν δύο χωρῶν θὰ ἦτο ἀδύνατος, ἀλλ’ ὅτι, ἂν τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος ἐξετείνοντο, θὰ καθίστατο τότε ἐφικτὸν εἰς τὴν χώραν ταύτην νὰ ἐργασθῇ τελεσφορώτερον ἐπὶ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ τοῦ παρακειμένου ἐδάφους, καὶ ἐν συμμαχίᾳ μετὰ τῆς Πύλης ν’ ἀντιστῇ κατὰ τῶν καταπατήσεων τῶν Σλάβων καὶ τῆς προσεγγίσεως αὐτῶν εἰς τὸ Αἰγαῖον.» Αὕτη ἦτο ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, γνώμη κατὰ πάντα σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐξέφρασα, τὴν ὁποίαν ὅμως ἐκεῖνος ἐθεώρησεν ἀνακόλουθον πρὸς τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἠσπαζόμεθα κατὰ τὸ 1867. Εὐτυχῶς οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἦτο ἀνακόλουθος, οὔτε ἐγώ. Ἡ πολιτική, ἣν ἠκολουθήσαμεν καὶ κατὰ τὸ 1867 καὶ κατόπιν ἐν ταῖς πρὸς τὴν Τουρκίαν σχέσεσι, καὶ τέλος ἡ πολιτικὴ τῶν ἀμέσων παρασκευῶν ἐπὶ τοῦ Τουρκορωσικοῦ πολέμου, ἦτο πολιτικὴ ἑνιαία, ἦτο ἡ ἐθνικὴ πολιτική. Εἶμαι λοιπὸν ἕτοιμος νὰ συζητήσω ἐπὶ τῇ προκλήσει τοῦ κ. ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ περὶ πάντων οὐχὶ μόνον ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ σημερινὸν Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν ἐμὴν, καὶ κατὰ τὸ 1867, καὶ κατὰ τὸ 1875, καὶ ἐν τῇ Οἰκουμενικῇ, καὶ ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως κατὰ διαφόρους ἐποχὰς ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει. Ἦτο δὲ δυσχέρειά τις ὡς πρὸς τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, διότι ὅσα ἐλέχθησαν παρά τινων περὶ αὐτῆς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ κατ’ αὐτῆς δὲν ἀνήκουσι μόνον εἰς ἕνα, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν εἶχε Πρωθυπουργόν. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι εἰς οὐδένα ἐξ ἡμῶν τῶν ἀποτελεσάντων τὴν Οἰκουμενικὴν εἶναι ἀπηγορευμένον νὰ πραγματευθῇ τὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, διότι ἡ δημοσιότης ὠφελεῖ τὸ Κράτος. Μόνος περιορισμὸς εἶναι, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐν τῇ ἐξετάσει ταύτῃ, καὶ ἐκ τῆς ἀπόψεως τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους κρίνοντες, νὰ μὴ προβαίνωμεν εἰς ἐκμυστηρεύσεις, τὰς ὁποίας τὸ συμφέρον ἐκεῖνο ἀπαγορεύει. Κατὰ τ’ ἄλλα φρονῶ, ὅτι ἔχομεν πλήρη τὴν ἐλευθερίαν λόγου περὶ τὰ τῆς ἐνεργείας ἡμῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει ἐκείνῃ καὶ περὶ τὰ τῆς ἐν γένει πολιτικῆς αὐτῆς. Ἡ Βουλὴ ἔχει ἀνάγκην νὰ μάθῃ τὰ τῆς πολιτικῆς τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ὄχι μόνον διότι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης προσεβλήθη ἀδίκως ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ἀλλὰ καὶ διότι ἐκ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης ἐξαρτᾶται ἡ ἐκτίμησις τῶν κατόπιν γεγονότων, εἰς ἃ ἰδίως ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, ὅπερ ἔθεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, γινώσκετε ἅπαντες ὅσοι ἀνήκετε εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν, ὅτι ἤμην ἐναντίος τῆς συστάσεως τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅτι ἐπολέμησα τὰς περὶ συστάσεως τοιαύτης Κυβερνήσεως προτάσεις ἐπιμόνως. Ἀλλὰ ταῦτα φρονῶν πρότερον, διατί κατόπιν ἐδέχθην ἵνα συντελέσω εἰς τὸν καταρτισμὸν Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως; Ἐδέχθην, διότι ἐθεώρησα ὅτι ἐγεννήθη ἀνάγκη ἐθνικὴ πρὸς τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Ἆρα, ἕνεκα τῆς ἀνάγκης ταύτης, μετέβαλον ἰδέαν περὶ τοῦ χαρακτῆρος τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἰδέαν ἣν ἔχω, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις αἱ Οἰκουμενικαὶ, αἱ Κυβερνήσεις αἱ συμμαχικαὶ, εἶναι Κυβερνήσεις ἐνδεικτικαὶ νόσου ἐν τῇ κοινωνίᾳ; μετέβαλα τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐκδήλωσις πολιτείας ὑγιαινούσης εἶναι Κυβέρνησις ἑνιαία, λειτουργοῦσα ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν ἀντιπολιτεύσεως ἀείποτε ἀγρύπνου; καὶ ὅτι καὶ ἐκ πασῶν τῶν Κυβερνήσεων μόνη ἡ Οἰκουμενικὴ εἶναι ἡ στερουμένη τῆς ἐπιβλέψεως οἱασδήποτε ἀντιπολιτεύσεως; Οὐδόλως μετέβαλον ἰδέαν περὶ τούτου. Ἀλλὰ καὶ ἐξ εἰλικρινοῦς γνώμης πολλῶν καὶ ἐξ ἰδιοτελοῦς ἐνεργείας ἄλλων ἐδηλητηριάσθη τότε τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε ἔφθασε στιγμή, καθ’ ἣν ὁ Ἑλληνισμὸς ὁλόκληρος ἔλεγεν ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει Κυβέρνησιν Ἑλληνικὴν μὴ ἔχουσαν τὸν χαρακτῆρα τῆς καθολικότητος, ὅτι δὲν εἶναι ἕτοιμος εἰς οὐδεμίαν θυσίαν, οὔτε χρηματικὴν οὔτε προσωπικὴν, ἐὰν δὲν σχηματισθῇ τοιαύτη Κυβέρνησις. Εἶχον κατορθώσει οἱ ἐξ ἰδιοτελείας ὑπερασπίζοντες τὸν σχηματισμὸν Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, εἶχον κατορθώσει νὰ διαδώσωσι τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐπολεμοῦμεν ἡμεῖς τὴν συγκρότησιν τοιαύτης Κυβερνήσεως, δὲν ἦτο, ὅτι δὲν ἠθέλομεν νὰ ὑποτάξωμεν τὰς πεποιθήσεις ἡμῶν εἰς τὰς πεποιθήσεις ἄλλων, ἀλλ’ ὅτι ἐκινούμεθα ἐκ σκέψεων προσωπικῶν, ὅτι δὲν ἠθέλομεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τοιαύτην Κυβέρνησιν, διότι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν εἶχε καὶ τὴν ἀξίωσιν πρωτοκαθεδρίας. Διεδίδοντο ταῦτα· ἀλλ’ ἡ διάψευσις αὐτῶν δὲν ὑπῆρξεν, οὐδ’ ἠδύνατο νὰ ἦναι ὁ λόγος, δι’ ὃν συνετέλεσα εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς Οἰκουμενικῆς. Ὅ,τι μὲ ἠνάγκαζε ν’ ἀνθίσταμαι κατὰ τοῦ σχηματισμοῦ τοιαύτης Κυβερνήσεως ἦτο ἡ πεποίθησίς μου εἰς τὴν ἀρχὴν, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι τὴν ἀναγκαίαν εὐθύνην καὶ τὴν ἀντίστοιχον τῇ εὐθύνῃ ἰσχὺν εἰς διεξαγωγὴν μεγάλων ἔργων, ὅταν ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως δὲν συνταυτίζηται μετὰ τῶν πεποιθήσεων ἑνὸς ἑκάστου ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς, ἀλλ’ εἶναι τὸ προϊὸν τῶν ἀμοιβαίων τῶν μελῶν αὐτῆς ὑποχωρήσεων. Ἐπείσθην ὅμως, ὡς εἶπον, ὅτι εἶχε καταστῆ τέλος ἀδύνατος ἡ ὕπαρξις Κυβερνήσεως διαφόρου τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν μορφὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐσχηματίσθη καὶ ἥτις εἶχε θεωρηθῆ παρὰ τοῦ ἑλληνισμοῦ ἀπὸ ἄκρου ἕως ἄκρου τοῦ κόσμου καὶ ἕως τῆς Καλκούτης καὶ ἕως τῆς Ἀμερικῆς, ὡς ἡ μόνη δυναμένη νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ὁ Ἑλληνισμὸς ὅλος ἤθελε νὰ ἴδῃ ἐκπληρούμενα. Εἰσήλθομεν λοιπὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην παρὰ τὰς πεποιθήσεις ἡμῶν, καὶ εἰσήλθομεν ἕνεκα τῆς ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθημεν, οὐχὶ τῆς προσωπικῆς, ἀλλὰ τῆς ἀνάγκης τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος· εἴδομεν, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐσχηματίζετο ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν εἴπερ ποτὲ ὑπῆρχεν ἀνάγκη Κυβερνήσεως. Εἰσελθόντες ὅμως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διετελοῦμεν καθ’ ὅλα σύμφωνοι, καὶ δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ ὡς ἀκριβῆ τὰ λεχθέντα, ὅτι ὑπῆρξαν ἀντίθετοι γνῶμαι ἐν τῇ Κυβερνήσει. Τί ἐννοῶ λέγων, ὅτι δὲν ὑπῆρξε διαφωνία; Ἆρα ἐννοῶ, ὅτι δὲν ἐξηκολουθήσαμεν ἔχοντες τὰ φρονήματα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν ἕκαστος πρότερον καὶ ὧν ἕνεκα διετελοῦμεν πρότερον εἰς διάστασιν; Βεβαίως ὄχι. Τὰ φρονήματα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν, ἦσαν φρονήματα πεποιθήσεων, ἀλλ’ ἐπείσθημεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε κατὰ τὰ φρονήματα ἑνὸς ἑκάστου ἐξ ἡμῶν ἀποκλειστικῶς νὰ κυβερνηθῇ ὁ τόπος. Ἀντηλλάξαμεν τὰς ἰδέας ἡμῶν καὶ ἐφθάσαμεν εἰς κοινὰ συμπεράσματα, καὶ ταῦτα ἐθεωροῦμεν ὡς πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἐν ταῖς μυστικαῖς συνεδριάσεσιν, αἵτινες συνεκροτήθησαν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τούτῳ, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἴπομεν πάντοτε, ὅτι διετελοῦμεν ἐν ὁμοφωνίᾳ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπῆρχον οἱ φρονοῦντες τὰ τῆς ἐνεργείας καὶ οἱ φρονοῦντες τὰ τῆς εἰρήνης, διότι, ἐάν τινες ἐφρόνουν πρότερον τὰ τῆς ἐνεργείας, ὑπεχώρησαν πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐναντίον φρόνημα, ἀσπαζόμενοι τὴν πολιτικὴν τῶν παρασκευῶν. Εἰσήλθομεν εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν καὶ ἀπεδέχθημεν οὔτε εἰς ἀμέσους ἐνεργείας νὰ προβῶμεν, ἀλλ’ οὔτε νὰ παύσωμεν τὰς παρασκευάς· ἀπεδέχθημεν τὴν ἰδέαν τῆς παρασκευῆς πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ὦμεν ἕτοιμοι, ἐπιστάσης τῆς ὥρας, τὴν δὲ ὥραν ἠθέλομεν ἀποφασίσει πάντες ἀπὸ κοινοῦ, διατελοῦντες πάντοτε ἄγρυπνοι. Θέλοντες λοιπὸν εἰργάσθημεν ἐν τῇ Οἰκουμενικῇ, καὶ τὸ κατ’ ἐμὲ οὐδένα ἔχω λόγον, ἵνα μὴ ἀναδεχθῶ πάσας τῆς θελήσεώς μου τὰς συνεπείας καὶ τὴν εὐθύνην πάσης πράξεως τῆς Οἰκουμενικῆς. Ἀπεδέχθην τὴν εὐθύνην τοῦ σχηματισμοῦ αὐτῆς, ὡς ἔργου ἀνάγκης ἐθνικῆς, καὶ ἀποδέχομαι τὴν εὐθύνην τῆς διαλύσεως τῆς Οἰκουμενικῆς. Ἠρώτησάν τινες ἐνταῦθα, διατί διελύθη ἡ Οἰκουμενική· ἐῤῥέθησαν καὶ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν θεωρῶ ἀκριβῆ. Ἐγὼ, κύριοι, ἠξεύρω, ὅτι ὅλα τὰ μέλη τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὑπεύθυνα διὰ τὴν διάλυσιν αὐτῆς. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις διελύθη δι’ οἱονδήποτε λόγον ἐκτὸς αὐτῆς. Εἶχε δύναμιν ἱκανὴν, ἵν’ ἀντιταχθῇ εἰς ἐνεργείας ὁθενδήποτε, εἶχε θέλησιν καὶ εὐθύνην ἰδίαν. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐδόθη διαταγὴ πρὸς τὸν στρατὸν ἄλλοθεν, αἱ διαταγαὶ πρὸς τὸν στρατὸν ἐδόθησαν πᾶσαι ἐπὶ τῇ εὐθύνῃ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ ὑπάρχοντος ἐν αὐτῇ συναδέλφου ἡμῶν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν. Ἐφ’ ὅσον ἡμεῖς ἠνειχόμεθα τὸν συνάδελφον ἐκεῖνον, εἴμεθα ὑπεύθυνοι ἡμεῖς διὰ τὰς πράξεις αὐτοῦ. Ἐὰν αἱ πράξεις τοῦ συναδέλφου ἐπήνεγκον τὴν διάλυσιν τῆς Οἰκουμενικῆς, εἶναι ὑπεύθυνος ἐκεῖνος, δι’ ἣν ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν διάλυσιν αὐτῆς, ἡμεῖς ὅμως εἴμεθα ὑπεύθυνοι, καὶ θεωροῦμεν ἡμᾶς αὐτοὺς ὑπευθύνους, ἐφ’ ὅσον ἐκρίνομεν πρέπον νὰ παραιτηθῶμεν διὰ τὸν λόγον τοῦτον· διότι διὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ παρητήθημεν, καὶ δὲν παρητήθημεν ἐξ ἄλλης ἀφορμῆς, βαρυνούσης τοὺς ἐκτὸς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Ὑπουργείου. Ἐὰν, κύριοι, κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς διαλύσεως τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ἐξηκολούθει ἡ κοινωνία φρονοῦσα ὅσα ἐφρόνει κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συστάσεως αὐτῆς, πιθανὸν εἶναι ἡ διάλυσις νὰ μὴ ἐπήρχετο, διότι ἡ ἰδέα περὶ τῆς ἐθνικῆς ἀνάγκης ἤθελε φέρει πιθανῶς τὴν ἕνωσιν τῶν Ὑπουργῶν τῆς Οἰκουμενικῆς ὡς πρὸς τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα τὴν διῄρεσαν, καὶ ἤθελε καταστήσει τὴν διάρκειαν αὐτῆς μεγαλειτέραν. Ἀλλ’ εἶχε παρέλθει ἡ ἰδέα τῆς ἀνάγκης ταύτης· ἐκεῖνοι, οἵτινες πρότερον εἰργάζοντο πρὸς τὸν σχηματισμὸν τῆς Οἰκουμενικῆς, εἶχον ἀρχίσει, χάριν τῶν αὐτῶν ἰδιοτελῶν σκοπῶν, νὰ πολεμῶσι τὴν οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἀντὶ αὕτη νὰ τυγχάνῃ τῆς ὑποστηρίξεως, χάριν τῆς ὁποίας ἐνόμισαν τὰ μέλη αὐτῆς ἀναγκαῖον νὰ προβῶσιν εἰς τὴν θυσίαν τοῦ σχηματισμοῦ αὐτῆς, εὑρίσκοντο ἀπέναντι ἀντιπολιτεύσεως μᾶλλον ἀμειλίκτου τῶν ἀντιπολιτεύσεων, πρὸς τὰς ὁποίας ἔχουσι νὰ παλαίσωσιν αἱ ἑνιαῖαι Κυβερνήσεις. Ἀλλὰ καὶ πλὴν τούτου ἡ ὑποστήριξις τῆς κοινωνίας πρὸς τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν δὲν ὑπῆρξε τοιαύτη, ὁποίαν ἐδικαιούμεθα νὰ προσδοκῶμεν, δὲν ὑπῆρξεν ὁποία χθὲς παρεστάθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Αἰγιαλείας χθὲς, ὅτι τὰ πάντα μᾶς ἐδόθησαν. Ἀλλὰ δυστυχῶς διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Δὲν ἠδυνήθημεν ἓν δάνειον νὰ πραγματοποιήσωμεν, καὶ ἠναγκάσθημεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἔδωκεν ἡ Βουλὴ τὴν ἄδειαν τῆς ψηφίσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλὰ τὸ Ἔθνος δὲν προσήνεγκε χρήματα· ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δὲν ἦτο ἑκούσιον δάνειον τοῦ Ἔθνους, ἦτο πόρος δημιουργηθεὶς ὑπὸ τοῦ νόμου, οὐχὶ εἰσφορὰ ἐκ τῆς περιουσίας τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ λέγων ταῦτα δὲν ἐννοῶ καὶ ἀπολύτως, ὅτι δὲν ἐτύχομεν συνδρομῆς. Ἐτύχομεν τῆς συνδρομῆς, ἣν ἀποδεικνύει ἡ ἐκτέλεσις νόμων βαρυτάτων διὰ τὴν κοινωνίαν, καὶ οἵτινες, πιστεύω, δι’ ἄλλης Κυβερνήσεως, μὴ ἐχούσης τὴν ἰσχὺν τῆς Οἰκουμενικῆς, δὲν ἠδύναντο νὰ πραγματοποιηθῶσιν, ἰδίως δ’ οἱ νόμοι περὶ ἐκτάκτου ἐφεδρείας καὶ οἱ ἐν γένει ἀφορῶντες εἰς τὰ τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατῷ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ κοινωνία ἔδωκεν εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν πᾶσαν τὴν συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐδικαιούμεθα νὰ προσδοκῶμεν, θὰ ἤρκει τοῦτο διὰ νὰ ἦναι τὰ ἀποτελέσματα ἀλλοῖα τῶν ἐπελθόντων; Ὄχι! διότι ἡ κοινωνία δὲν ἠδύνατο νὰ μᾶς δώσῃ ἐκεῖνο, οὗτινος πρὸ πάντων εἴχομεν ἀνάγκην, δὲν ἠδύνατο νὰ μᾶς δώσῃ τὸν χρόνον. Ὅ,τι ἔλλειψεν εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν κυβέρνησιν εἶναι ὁ χρόνος. Δικαίως ἠδύνατό τις ν’ ἀπευθύνῃ πρὸς τοὺς ὑπευθύνους ἐπὶ ταῖς πράξεσι τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως τὴν ἐρώτησιν, διατί, ἀφοῦ δὲν εἴχετε τὸν χρόνον, παρεσκευάζεσθε πρὸς ἀγῶνα; διατί ὑπεβάλλετε τὸ Ἔθνος εἰς τὰς προσωπικὰς καὶ χρηματικὰς θυσίας, τὰς ὁποίας τοιαῦται παρασκευαὶ συνεπήγοντο; Ἡ ἀπάντησις εἶναι εὔκολος. Παρεσκευαζόμεθα, διότι ἦτο δυνατὸν ὁ χρόνος νὰ ἦναι μεγαλείτερος, παρεσκευαζόμεθα, διότι ἦτο δυνατὸν κατὰ τὸ διάστημα τοῦ χρόνου ἕως τῆς λήξεως τοῦ ῥωσοτουρκικοῦ πολέμου νὰ παρουσιασθῶσι περιστάσεις ἀλλοῖαι ἐκείνων, αἵτινες παρουσιάσθησαν, καὶ καθ’ ἃς ἡ παρασκευὴ ἠδύνατο νὰ μᾶς χρησιμεύσῃ. Ἐβλέπομεν, ὅτι ἡ δυτικὴ Εὐρώπη εἶχε πᾶν συμφέρον, ἵνα μετάσχῃ τοῦ ἀγῶνος τούτου, ὅπως τὴν πολιτικὴν αὐτῆς ἐπιβάλῃ ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ μὴ ἐπιτρέψῃ, ἵνα μεταβληθῶσι τὰ τῆς Ἀνατολῆς πρὸς ζημίαν αὐτῆς. Ὅτι τοιοῦτον ἦτο τὸ συμφέρον τῆς Δύσεως, τὸ συμφέρον ἰδίως τῆς Ἀγγλίας, ἀπεδείχθη κατόπιν, ὅτε μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς συνθήκης τοῦ ἁγ. Στεφάνου ἡ πολιτικὴ τῆς Ἀγγλίας μετεβλήθη πρόῤῥιζα. Ἡμεῖς εἴχομεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἦτο δυνατὸν καὶ πρὸ τοῦ τέλους τοῦ πολέμου νὰ ἐπέλθῃ ἡ μεταβολὴ αὕτη, ὅτι δὲν θὰ εἶχεν ἀνάγκην ἡ ἀγγλικὴ κυβέρνησις νὰ ἴδῃ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ πολέμου ἀναγραφόμενα ἐν συνθήκῃ, ἵνα ἐννοήσῃ τὸ μέγα συμφέρον αὐτῆς, ὅπως προλάβῃ αὐτὰ, καὶ ἂν τοῦτο συνέβαινε, καθορᾶτε πάντες εἰς τί ἤθελον χρησιμεύσει αἱ ἡμέτεραι παρασκευαί. Αἱ ἡμέτεραι παρασκευαὶ ἤθελον χρησιμεύσει καὶ ἄνευ τῆς τοιαύτης μετατροπῆς τῆς στάσεως τῆς Δύσεως, ἐὰν ὁ ἀγὼν παρατεινόμενος μετέβαλλε τὴν σχετικὴν κατάστασιν τῶν ἀγωνιζομένων ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἀλλ’ ὡς ἀπέληξαν τὰ πράγματα, ἡ παρασκευὴ ἀπέβη κατὰ τὸ πλεῖστον ὡς πρὸς τὸν τελικὸν αὐτῆς σκοπὸν ἀτελεσφόρητος. Εἴμεθα διὰ τοῦτο ὑπεύθυνοι; Θὰ εἴμεθα ὑπεύθυνοι, ἐὰν δὲν ἐδεικνύομεν, ὅτι ὑπῆρχον περιστάσεις ἐνδεχόμεναι, καθ’ ἃς ἡ παρασκευὴ αὕτη ἠδύνατο ν’ ἀποβῇ χρήσιμος. Ὅταν ὅμως ἀποδεικνύωμεν τοῦτο, δὲν φέρομεν τὴν εὐθύνην, διότι αἱ περιστάσεις δὲν ἀνταπεκρίθησαν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Ἑλλάδος. Διατί δὲν ἐκινήθητε μετὰ τὴν Πλεύναν, ἔλεγον οἱ πάντες ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἐπανελήφθη καὶ χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος. Δὲν ἐκινήθημεν μετὰ τὴν Πλεύναν, λέγω πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατόπιν τετελεσμένων γεγονότων ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποφαίνονται, ὄχι διότι ἐνομίζομεν, ὅτι κινούμενοι τότε δὲν θὰ ἠδυνάμεθα, ἐὰν ἐπήρχετο ἡ ἀνακωχὴ, ἡ ὁποία ἐπῆλθε, νὰ συντελέσωμεν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς πολιτείας, ἀλλὰ δὲν ἐκινήθημεν, διότι εἴχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν ἐκινούμεθα ἡμεῖς μετὰ τὴν Πλεύναν, ἡ ἀνακωχὴ δὲν ἤθελε γείνει ὅτε ἐγένετο. Ὅστις μελετήσῃ κατὰ βάθος τὰ τότε γεγονότα καὶ ἐν τοῖς δημοσιευθεῖσιν ἤδη καὶ ἐν τοῖς μὴ δημοσιευθεῖσιν, ὧν ὅμως διετέλει ἐν γνώσει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὸν ἐλάχιστον δισταγμὸν, ὅτι, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἐκινεῖτο, θὰ ἦτο νέος παράγων ἐν τῷ ζητήματι, καὶ ὅτι ἡ ἀνακωχὴ θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπέλθῃ, ἐὰν τοῦ παράγοντος τούτου τὸ ζήτημα δὲν ἐλύετο πρότερον· ἐὰν δὲ ἀφιέμεθα ἐπὶ χρόνον πολὺν ἐν τῷ ἀγῶνι ἐκείνῳ, ἐφρονοῦμεν, ὅτι δὲν εἴμεθα ἔτι ἱκανῶς πρὸς αὐτὸν παρεσκευασμένοι. Ἐῤῥέθη εἰς δικαιολόγησιν τῆς μὴ κινήσεως τῆς Ἑλλάδος μετὰ τὴν Πλεύναν, ὅτι παρὰ πολλῶν ἐθεωρεῖτο ἀπίθανος ἡ κίνησις τῶν Ῥωσσικῶν ὅπλων ἔνθεν τοῦ Αἵμου κατὰ τὸν χειμῶνα· ἐῤῥέθη προσέτι, ὅτι καὶ μετὰ τὴν κίνησιν ἔνθεν τοῦ Αἵμου ἠδύναντο καὶ πάλιν νὰ ἐπανέλθωσιν, ὅπως εἶχον ἐπανέλθει, ἀφοῦ διέβησαν τὸν Αἷμον μῆνάς τινας πρότερον. Ἀλλὰ δὲν μᾶς ἐμπόδισαν τοιαῦται σκέψεις, μᾶς ἐμπόδισεν ἡ βεβαιότης, ὅτι θὰ ἐκινούμεθα ἄνευ οὐδεμιᾶς συμμαχίας, ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑποστηρίξεως, καὶ ὅτι ἤθελε παραταθῆ ἐφ’ ἱκανὸν ὁ ἀγὼν ἡμῶν, ὥστε ν’ ἀπεδεικνύετο ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι ἡ παρασκευὴ δὲν ἦτο ἐπαρκής. Οὗτος ὑπῆρξεν ὁ λόγος τῆς μετὰ τὴν Πλεύναν στάσεως ἡμῶν, καὶ ἂν ὑπάρχῃ πρᾶξις ἐν τῇ Οἰκουμενικῇ, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ ἔχω τὴν συνείδησιν ἐντελῶς ἀναπαυμένην, εἶναι ἡ γνώμη, ἣν ἐξεδήλωσα δοὺς τὴν ψῆφόν μου, ὅπως μὴ κινηθῶμεν. Ἀλλὰ λέγων «δοὺς τὴν ψῆφόν μου», μὴ νομίζετε, ὅτι εὑρέθην εἰς ἀντίφασιν πρὸς τοὺς ἄλλους. Οὐδεὶς ἐν τῇ Οἰκουμενικῇ ἐθεώρει, ὅτι ἔπρεπε νὰ κινηθῶμεν, οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ φρονῇ τοῦτο, διότι τὰ μέλη τῆς Οἰκουμενικῆς ἐγίνωσκον ἅπαντα τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ ἐγίνωσκον, ὅτι κινούμενοι, δὲν θὰ ἐξυπηρετοῦμεν ἑλληνικὰ συμφέροντα. Ἡ διάλυσις ὅμως τῆς Οἰκουμενικῆς ἐπῆλθεν ἐξ ἀφορμῆς μὲν δοθείσης ὑπὸ τοῦ διευθύνοντος τὰ τοῦ στρατιωτικοῦ κλάδου, ἀλλὰ συνεπεία διαφωνιῶν, αἱ ὁποῖαι προέκυψαν εἰς φῶς τότε, διότι δὲν διετελοῦμεν, ὡς εἶπον, πλέον ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς ἐθνικῆς ἀνάγκης, ἥτις ὑπῆρχεν ἕως τότε. Τότε ἀληθῶς, ἤτοι ἡμέρας τινὰς πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Οἰκουμενικῆς, ἀνεφύησαν διαφοραὶ γνώμης, μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτῆς, αἱ ὁποῖαι καθίστων τὴν περαιτέρω ὕπαρξιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἀδύνατον. Οὗτος δὲ εἶναι ὁ λόγος τῆς διαλύσεως αὐτῆς, καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Αἰγιαλείας, ὁ ὁποῖος κατέκρινε χθὲς τὰ μέλη τῆς Οἰκουμενικῆς, τὰ ὁποῖα ἐπέτρεψαν ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ, ὅπως τὸ Κράτος κυβερνηθῇ ὑπὸ Ὑπουργείου ἑνιαίου, ἀντὶ νὰ κυβερνᾶται ὑπὸ Κυβερνήσεως γενικῆς, εἶχε, νομίζω, ἐντελῶς ἄδικον ἐν τῇ σκέψει ταύτῃ, διότι οἱ λόγοι οἱ διαιρέσαντες τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν ἦσαν τοιοῦτοι, ὥστε ἦτο ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀποσύνθεσις αὐτῆς, καὶ ἦτο ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ σχηματισθῇ ἑνιαῖον Ὑπουργεῖον. Ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε σχηματισθεῖσα ἠκολούθησε πολιτικὴν ἐνεργείας, καὶ τὴν πολιτικὴν ταύτην δὲν ἠδύναντο ν’ ἀκολουθήσωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠσπάζοντο αὐτήν. Ἕως τῶν παραμονῶν τῆς διαλύσεως τῆς Οἰκουμενικῆς παρ’ οὐδενὸς τῶν μελῶν αὐτῆς εἶχεν ὑποστηριχθῆ ἡ πολιτικὴ τῆς ἐνεργείας, ἐὰν δέ τινες προσωπικῶς ἐφρόνουν τὰ τῆς ἐνεργείας, δὲν τὴν εἶχον ἀποδεχθῆ ὡς πολιτικὴν κυβερνητικὴν ἕως τῶν τελευταίων ἡμερῶν τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἡ διαφορὰ τῆς γνώμης ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπέφερε τὴν διάλυσιν τῆς Οἰκουμενικῆς καὶ τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Ἦτο πρέπον, ἀφοῦ διεφωνοῦμεν ὡς πρὸς τὴν πολιτικήν, ἀφοῦ ἐπρόκειτο μάλιστα νὰ ἐφαρμοσθῇ πολιτικὴ ἄλλη ἐνεργείας, ἡ πολιτικὴ αὕτη νὰ ἐξυπηρετηθῇ ὑπὸ τῆς μόνης Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ τὴν ἐξυπηρετήσῃ, διότι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ἦναι χρήσιμος, προκειμένου περὶ συντηρήσεως τῆς τάξεως, ἠδύνατο νὰ ἦναι χρήσιμος καὶ προκειμένου περὶ κανονικῆς παρασκευῆς τοῦ Κράτους, ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἀμέσου ἐνεργείας, ἔχετε ἀπόλυτον ἀνάγκην Κυβερνήσεως ἑνιαίας διὰ τὴν δύναμιν τὴν ἐσωτερικὴν, τὴν ὁποίαν ἔχει αὕτη, καὶ διὰ τὸν ἔλεγχον τὸν Κοινοβουλευτικὸν καὶ τὸν Ἐθνικὸν, τὸν ὁποῖον παρέχει ἡ ἐπιτήρησις τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Οὗτος ὑπῆρξεν ὁ ἐσωτερικὸς λόγος τῆς διαλύσεως τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, ἐφ’ ᾧ εὐθύνομαι, ὅπως καὶ ἐπὶ τῷ σχηματισμῷ, ὅπως καὶ ἐπὶ πάσῃ τῇ πολιτικῇ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Ἀνατρέχων εἰς τὸ παρελθὸν ἐξήτασα ὅσα εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς περὶ τῆς πολιτείας μου κατὰ τὸ 1867. Ἐξήτασα καὶ τὰ κατὰ τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, ἀναγκαιότατα εἰς τὴν ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος, εἰς ἣν ἐκλήθημεν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἤδη, προβαίνων χρονολογικῶς εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἄλλων ζητημάτων, ἀπαντῶ ἀμέσως προβαλλόμενον τὸ τῆς λήξεως τῆς τελευταίας ἐκτάκτου Συνόδου τῆς παρελθούσης Βουλῆς. Ἐκ τῆς λήξεως ἐκείνης ἐγεννήθη ἡ παροῦσα κατάστασις καὶ ἐγεννήθη ἡ παροῦσα Βουλή, ὁποία ἐγεννήθη, διότι ἐπὶ τὸν σχηματισμὸν τῶν Βουλῶν μεγίστην ἔχει ἐπιῤῥοὴν τὸ εἶδος τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις διευθύνει τὰς ἐκλογάς. Δὲν δύναμαι νὰ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ὅστις ἠξίωσεν, ὅτι ὑπάρχει παραγραφὴ ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων· παραγραφὴν ἔχομεν περὶ τὴν ποινικὴν καταδίωξιν τῶν Ὑπουργῶν, παραγραφὴν τριῶν Συνόδων· περὶ πολιτικῆς ὅμως προκειμένου, δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν τῆς μὴ ἐπανελεύσεως ἐπὶ ταὐτά, δυνάμεθα τοὐναντίον καὶ ὀφείλομεν, ὁσάκις προσδοκῶμεν ἐκ τούτου ὠφέλειαν ὑπὲρ τῶν κοινῶν, καὶ εἰς τὰ προεξετασθέντα νὰ ἐπανερχώμεθα καὶ εἰς πᾶσαν ἐποχὴν ν’ ἀνατρέχωμεν. Ἰδίως ὅμως προκειμένου περὶ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου οὔτε ἡ νομικὴ παραγραφή, οὔτε ἡ περὶ δεδικασμένου ἔνστασις χωρεῖ, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἐξητάσθη οὐδέποτε παρὰ Βουλῆς, καὶ ὀφείλομεν σήμερον νὰ ἐξετάσωμεν ὄχι μόνον τὰ κατὰ τὴν λῆξιν τῆς ἐκτάκτου Συνόδου, ὄχι μόνον τὸ ζήτημα τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐκείνη ἔληξεν, ἀλλὰ καὶ τὸ ζήτημα τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας συνεκλήθη, καὶ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν συνεκλήθη πρότερον· διότι ἡ κυριωτέρα ἔλλειψις τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ παρελθόντι εἶναι οὐχὶ ὅτι συνεκάλεσε τὴν ἔκτακτον Σύνοδον, ἀλλ’ ὅτι τὴν συνεκάλεσε τοσοῦτον βραδέως, ὥστε δυσκόλως ἠδύνατο αὕτη νὰ λειτουργήσῃ, ὅτι καθῆκον ἔχουσα νὰ τὴν συγκαλέσῃ πρότερον, δὲν τὴν συνεκάλεσεν ἐγκαίρως, καὶ ἀφοῦ τοσοῦτον ἀκαταλλήλως τὴν συνεκάλεσεν, ἐκήρυξε τὴν λῆξιν, χωρὶς νὰ ἐξηγήσῃ πρὸς αὐτὴν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους τὴν συνεκάλεσε, καὶ διὰ τρόπου προσβλητικοῦ πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους καὶ προσβλητικοῦ πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως. Εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τὰ βέλη, ὡς εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, κατηγοριῶν βαρυτάτων, καὶ ἐν τούτοις δὲν ἀπέκρουσεν αὐτὰς, ἀπαντῶσα ὡς εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ, ἀλλὰ φέρουσα τὰ βέλη ταῦτα, προετίμησε νὰ κλείσῃ τὸ Κοινοβούλιον, καὶ νὰ προέλθῃ ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους διὰ νέων ἐκλογῶν, ἀποδεικνύουσα οὕτως ἣν εἶχεν ἰδέαν καὶ περὶ τοῦ Ἔθνους, ἀφοῦ προσεδόκα, ὅτι ἤθελεν ὑποστηρίξει ὁ λαὸς Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία τοιαύτην ἐδείκνυε πρὸς τὰς κατηγορίας ἀδιαφορίαν καὶ τοιαύτην πρὸς τοὺς Ἀντιπροσώπους αὐτοῦ περιφρόνησιν. Ἡ μεγίστη τῶν κατηγοριῶν ὡς πρὸς τ’ ἀναγόμενα εἰς τὴν ἔκτακτον Σύνοδον εἶναι, ὡς εἶπον, ὅτι αὕτη συνεκλήθη τοσοῦτον βραδέως. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι καὶ τοσοῦτον βραδέως συγκληθεῖσα, συνεκλήθη ἐξ ἀνάγκης, καὶ ἐξ ἀνάγκης οὐχὶ ἐθνικῆς, ἐξ ἀνάγκης ἐμπειρικῆς, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι ἐπλάσαμεν, θέλοντες νὰ ἐκβιάσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, χάριν λόγων ἀφορώντων εἰς ἡμᾶς προσωπικῶς. Τοιοῦτος ἐμπειρικὸς λόγος δὲν ὑπῆρξε, καὶ ἂν ὁ κ. ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐξήταζε τὰ πρακτικὰ, ἀφοῦ ἡ μνήμη του κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην τὸν ἐπρόδιδε, θὰ ἐπείθετο, ὅτι οἱ ἐμπειρικοὶ ἐκεῖνοι λόγοι, τοὺς ὁποίους εἶπε πλασθέντας ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἦσαν ἔργον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἐν τῷ νόμῳ περὶ δανείου τῶν 60,000,000 ἔθηκε παραγράφους περὶ τοῦ τρόπου τῆς χρήσεως τοῦ δανείου ἐκείνου, αἱ ὁποῖαι ἐξηνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν ἐμπειρικῶς νὰ συγκαλέσῃ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον. Ἀλλὰ τὰς παραγράφους ἐκείνας δὲν ἔθεσεν ἡ ἀντιπολίτευσις, τὰς ἔθεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ τοσοῦτον εἶχε ζῆλον, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι τὰς θέτει αὐτὸς καὶ οὐχὶ ἡ ἀντιπολίτευσις, ὥστε εὐθὺς, ὡς ἀνέστην, ἵνα ὁμιλήσω περὶ τοῦ δανείου, μὲ διέκοψεν, ἵνα εἴπῃ, ὅτι κατὰ λάθος παρέλειψε νὰ καταχωρίσῃ ἐν τῷ νόμῳ παραγράφους τινὰς, αὐτὰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὁ κ. ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἀπεκάλεσε τὸν ἐμπειρικὸν λόγον τῆς συγκλήσεως τῆς Συνόδου. Ἀλλ’ ἔστω καὶ ὅτι ἡμεῖς ἐθέσαμεν τὰς παραγράφους, καὶ ὅτι τοιουτοτρόπως ἐξηναγκάσαμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ συγκαλέσῃ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον. Τὴν ἐξηναγκάσαμεν νὰ πράξῃ τι κακὸν, ἢ τὴν ἐξηναγκάσαμεν νὰ πράξῃ ὅ,τι ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ πρὸ πολλοῦ; Ἐὰν τωόντι ὁ λόγος οὗτος ὁ ἐμπειρικὸς ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τοιαῦτα ἀποτελέσματα, ἆρα δὲν ἠδύνατο νὰ τὰ ἔχῃ καὶ εἰς ἐποχὴν προγενεστέραν, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξαναγκάσῃ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ φέρῃ τὴν Βουλὴν, ὅτε θὰ ἠδύνατο ἐγκαίρως νὰ λάβῃ τὴν γνώμην αὐτῆς περὶ πολλῶν ζητημάτων καὶ ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν καὶ διοικητικῶν καὶ οἰκονομικῶν; Ὁ κ. ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς πρὸ πάντων ὤφειλε νὰ γινώσκῃ, ὅτι ἐκ τοῦ δανείου εἶχεν ἀνάγκην νὰ ποιήσηται χρῆσιν μὴ ἐπιτρεπομένην ὑπὸ τοῦ νόμου, καὶ ὤφειλε νὰ γινώσκῃ τοῦτο, οὐχὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν συνεκάλεσε τὴν ἔκτακτον Σύνοδον, ἀλλ’ ἂν μὴ διαρκούσης τῆς τελευταίας τακτικῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς, ἐξ ὑπολογισμοῦ, βεβαίως ὅμως ἐκ τῶν πραγμάτων ἕνα σχεδὸν μῆνα μετὰ τὴν λῆξιν τῆς τελευταίας τακτικῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς. Ἔκτοτε ἤρχισαν αἱ ἀνάγκαι, ἔκτοτε ἤρχισαν αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι, ὧν ἕνεκα τὴν τελευταίαν στιγμὴν συνεκάλεσε τὴν ἔκτακτον Σύνοδον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ τὴν συνεκάλεσε τὴν τελευταίαν στιγμὴν, διότι ἤλπιζεν ἕως τῆς τελευταίας στιγμῆς, ὅτι θὰ ἠδύνατο ν’ ἀπαλλαγῇ τῆς ἀνάγκης, ὅπως συγκαλέσῃ αὐτήν. Εἶχε λόγους, δι’ οὓς δὲν ἤθελε νὰ συγκαλέσῃ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον. Εἷς λόγος ἀφώρα εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ λέγων τοῦτο, δὲν ἐννοῶ νὰ ψέξω τὰ πρόσωπα, νὰ ἐπικρίνω τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν Ὑπουργὸν ὡς ἄτομον· τὰ πρόσωπα δύνανται νὰ ἦναι τὰ καταλληλότερα, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ προσλάβῃ αὐτὰ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τρόπον εἰς τοὺς κοινοβουλευτικοὺς κανόνας ἀντικείμενον, δὲν δύναται νὰ προσλάβῃ πρόσωπα, περὶ τῶν ὁποίων ἔχει τεκμήρια, ὅτι ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς εἶναι ἐναντία, καὶ ἰδίως δὲν δύναται νὰ προσλάβῃ πρόσωπα, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαναγκάζεται νὰ μὴ ἐκτελῇ τὸ καθῆκόν της καὶ νὰ μὴ συγκαλῇ τὴν Βουλὴν, ὅταν ἔχῃ ἀνάγκην τῆς συμπράξεως αὐτῆς. Ἡ σύμπραξις τῆς Βουλῆς, ἐγκαίρως συγκαλουμένης, θὰ ἦτο ἴσως, κύριοι, καὶ σωτήριος διὰ τὸν τόπον. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διεξήχθη τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς Βουλῆς, ὑπῆρξε τοιοῦτος—δυνάμεθα δὲ ἤδη νὰ κρίνωμεν καὶ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων—ὥστε εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται σήμερον νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤρχετο, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ, ὅπως λάβωσιν αἱ διαπραγματεύσεις ὠφελιμωτέραν τροπήν. Τὰ σφάλματα ὑπῆρξαν τοιαῦτα, ὥστε δὲν δύναταί τις νὰ πιστεύσῃ, ὅτι δημοσία συζήτησις δὲν ἤθελε θέσει τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ δὲν ἤθελεν ἐκβιάσει τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀκολουθήσῃ ὁδὸν ἀντίθετον ἐκείνης, ἣν ἠκολούθησεν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις εἶχε πάντοτε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ ἤδη ἐκφράζει, ὅτι αὕτη ὀφείλει νὰ κυβερνᾷ ἄνευ τῆς συμπράξεως τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς κοινῆς γνώμης, καὶ ἰδίως τῆς κοινῆς γνώμης, ἡ ὁποία διὰ τοῦ Κοινοβουλίου ἀφυπνίζεται καὶ προκαλεῖται εἰς συμμετοχὴν εἰς τὰς ἐργασίας τῆς πολιτείας. Περὶ τῆς ἐνεργείας ταύτης τῆς κοινῆς γνώμης ἰδίως ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὡμίλησε διὰ τρόπου περιφρονητικοῦ, διὰ τρόπου, ἀποδεικνύοντος, ὅτι παραγνωρίζεται παρ’ αὐτοῦ τὸ πρῶτον τοῦτο θεμέλιον τῆς κοινοβουλευτικῆς πολιτείας, ἡ σύμπραξις τῆς κοινῆς γνώμης εἰς τὰ τῆς πολιτείας. Θέλων νὰ μεμφθῇ ἐμοῦ, εἶπεν, ὅτι πρὸ τῶν ἐκλογῶν εἰργάσθην παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ ἐν τῷ δικαιώματί μου, ἀλλ’ εἰργάσθην καὶ μετὰ τὰς ἐκλογὰς, καὶ τοῦτο παρέστησεν ὡς τὸ μέγιστον τῶν ἐγκλημάτων. Πρὸς τί ἐργάζεσαι, εἶπε, παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ; Ἡ κοινὴ γνώμη μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῶν Βουλευτῶν ὀφείλει νὰ ἀπέρχηται, νὰ παραιτῆται ἀπὸ τῶν κοινῶν, καὶ ἐὰν ἡ κοινὴ γνώμη, ὑπαρχούσης τῆς Βουλῆς, τολμᾷ νὰ κινῆται, τολμᾷ νὰ ἐπηρεάζῃ τὴν γνώμην τῶν Βουλευτῶν καὶ τῶν Κυβερνήσεων, ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τῆς κοινῆς γνώμης εἶναι ἐνέργεια, τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ἐπιλαμβάνηται ὁ ἀνακριτὴς καὶ ὁ εἰσαγγελεύς.
§12Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διερμηνεύετε τὸ φρόνημά σας;
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι, τὸ ἰδικόν σας, καὶ ἔχω καὶ τὰ ἔγγραφα ἐδῶ. Ποτὲ δὲν ἀναφέρω τι περὶ ὑμῶν, χωρὶς νὰ ἔχω καὶ τὰ ἔγγραφα, διότι ἠξεύρω, ὅτι θὰ μὲ διαψεύσητε.
§14Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀναγνώσατέ τα.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ τὰ ἀναγνώσω βεβαίως. Ἐν τῇ πρώτῃ ἀγορεύσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην ἀναγινώσκω τὰ ἑπόμενα· «Πρὸ τῶν ἐκλογῶν οἱ ἐκλογεῖς ἐφωτίσθησαν ἀπὸ τὴν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἀντιπολίτευσιν, ἔπρεπεν ὅμως νὰ φωτισθῇ ὁ λαὸς μετὰ τὰς ἐκλογὰς, ὅτε πλέον δὲν εἶχε νὰ ἐξασκήσῃ νόμιμον δικαίωμα, ἐκτὸς ἐὰν ὑπῆρχεν ὁ σκοπὸς νὰ ἐγείρωσι τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν ὑπνώττουσαν. Καὶ ἰδοὺ εἷς ἀρχηγὸς κόμματος πολλὰς περιῆλθε πρωτευούσας νομῶν καὶ ἠγόρευεν εἰς τοὺς παρεστῶτας πολίτας, καὶ, ἐὰν αἱ ἐφημερίδες λέγωσιν ἀλήθειαν, διότι δὲν ἤμην παρὼν, ἀπέληξε τὸν λόγον του, προκαλῶν αὐτοὺς νὰ καταβιβάσωσι τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ οἱ πολῖται ἐκεῖνοι οἱ ἀκούοντες εἶχον ἀσκήσει ἤδη τὸ δικαίωμά των τὸ ἐκλογικὸν, οὐδ’ ἐπρόκειτο πλέον διά τινος νομίμου πράξεως νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς συνταγματικῆς μηχανῆς, διότι ἀντ’ αὐτῶν ἔμελλον νὰ συντελέσωσιν οἱ ἀποσταλέντες παρ’ ἐκείνων Βουλευταί. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπῆρξε πρόθεσις νὰ ζητηθῇ παρὰ τῶν πολιτῶν ἐκείνων ἀλλοία συνδρομὴ, διότι αὕτη δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἔῤῥυθμον λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, καὶ πᾶν ὅ,τι δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἔῤῥυθμον λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος εἶναι πρᾶξις ἀξιόποινος, τῆς ὁποίας ἐπιλαμβάνονται ἀναγκαίως οἱ εἰσαγγελεῖς καὶ οἱ ἀστυνόμοι.» Εἰς τοῦτο λοιπὸν θεωρῶ κυρίως πλημμελήσασαν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἠθέλησε νὰ διεξαγάγῃ τὰ μεγάλα ἐκεῖνα ζητήματα, τὸ ζήτημα τὸ ἐξωτερικὸν καὶ τὰ ζητήματα τὰ οἰκονομικὰ, ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς κοινῆς γνώμης, συμπράξεως, ἣν ἤθελε προκαλέσει ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς, διότι τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς εἶναι κυρίως τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξεγείρεται ἡ κοινὴ γνώμη εἰς σύμπραξιν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τέλος ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις διὰ λόγους σπουδαίους, ὡς εἶπεν ἐν τῇ ἐκτάκτῳ Συνόδῳ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διὰ λόγους ἀσημάντους, ὡς εἶπεν ἐνώπιον ἡμῶν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, νὰ συγκαλέσῃ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον. Τί ὅμως ἐν τῇ ἐκτάκτῳ Συνόδῳ ἔπραξαν οἱ Ὑπουργοί; πῶς προσεφέρθησαν πρὸς τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους; διότι, κύριοι, δὲν πρέπει νὰ ἀποχωρίζητε ὑμᾶς αὐτοὺς ἀπὸ τῶν προκατόχων ὑμῶν. Αἱ Βουλαὶ εἶναι ἀλληλέγγυοι· αἱ Περίοδοι εἶναι διάφοροι, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ εἶναι μία· ἡ προσβολὴ ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὴν προκάτοχον Βουλὴν, εἶναι προσβολὴ, ἡ ὁποία ἐγένετο πρὸς ὑμᾶς, καὶ ἐὰν ἡ προκάτοχος Βουλὴ εἶχε καθῆκον ἀξιοπρεπείας νὰ μὴ ἀνεχθῇ τὴν προσβολὴν ἐκείνην, τὸ καθῆκον τοῦτο ἔχετε ὑπέρτερον ὑμεῖς, διότι πρόκειται νὰ διεκδικήσητε, νὰ ἱκανοποιήσητε τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς ἐν προσώποις ἄλλοις, πρὸς τὰ ὁποῖα ἔχετε ὑποχρεώσεις ἐπιτακτικωτέρας ἢ πρὸς ὑμᾶς αὐτούς. Εἰς τὴν Βουλὴν ἐκείνην ἐν ἐκτάκτῳ συγκληθείσῃ Συνόδῳ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι συνεκάλεσεν αὐτὴν διὰ λόγους σπουδαιοτάτους, ἀλλ’ ὅτι ὡς ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν προσεφέρετο ἡ Βουλή, δὲν ἠδύνατο ν’ ἀνακοινώσῃ πρὸς αὐτὴν τοὺς σπουδαίους λόγους, δι’ οὓς τὴν συνεκάλεσε, καὶ ἑπομένως περιωρίζετο νὰ ζητήσῃ τὴν ψήφισιν νομοσχεδίων τινῶν ἀναγκαίων τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ὑπῆρχον λοιπὸν κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν σπουδαῖοι λόγοι, δι’ οὓς συνεκλήθη ἡ Βουλή· τοὺς λόγους ὅμως τούτους δὲν ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ἡ διαγωγὴ τῆς Βουλῆς προεκάλει τὴν τοιαύτην παράλειψιν καθήκοντος. Ὁποῖον ἔγκλημα, ὁποῖον κακούργημα διέπραττεν ἡ Βουλὴ ἱκανὸν, ἵνα πείσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραλείψῃ καθῆκον σπουδαιότατον πρὸς τὸ Ἔθνος; Ἀλλὰ καί τοι δὲν ἀνεκοινώθησαν πρὸς τὴν Βουλὴν οἱ σπουδαῖοι λόγοι τῆς συγκλήσεως αὐτῆς, ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἐδίστασε νὰ προέλθῃ εἰς συζήτησιν, προκαλουμένη εἰδικῶς παρὰ τῶν Ὑπουργῶν, καὶ διετράνωσε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τ’ ἄρθρα τῶν κατηγοριῶν καὶ ἐπανέλαβεν ὅσα διὰ τῆς δημοσιότητος ἔλεγεν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἔπραξε δὲ τοῦτο ἐν ἱκανῇ λεπτομερείᾳ προαναγγείλασα, ὅτι θέλει προέλθει καὶ εἰς ἀναπτύξεις λεπτομερεστέρας. Ἀνέπτυξεν ἡ ἀντιπολίτευσις κατηγορίας σπουδαιοτάτας, αἱ ὁποῖαι, ἂν ἦναι ἀληθεῖς, βεβαίως δὲν ἐπέτρεπον εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ ἐξακολουθῶσιν ὄντες Ὑπουργοὶ, ἀλλ’ ἄνευ ἀπαντήσεως ἔκλεισαν ἐκεῖνοι τὴν Βουλὴν, καὶ ἐπέτυχον οὕτω νὰ ἐξακολουθῶσι διαχειριζόμενοι τὴν ἐξουσίαν. Ἔπρεπε ν’ ἀπαντήσωσιν εἰς τὰς κατηγορίας, καὶ ἂν μετὰ τὴν ἀπάντησιν ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἦτο ἐναντία τῶν Ὑπουργῶν, δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ παραπονεθῶμεν ἐπὶ τῇ διαλύσει τῆς Βουλῆς — διότι ἡ λῆξις ἐκείνη ἦτο διάλυσις ὡς ἐκ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐγένετο — δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ παραπονεθῶμεν κατὰ τῆς διαλύσεως, διότι θὰ ἐξεκαλεῖτο τὸ ζήτημα μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων, ὁποῖον εἶχεν ἀναπτυχθῆ καὶ διατυπωθῆ ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ θὰ ἐψήφιζον οἱ ἐκλογεῖς, ἔχοντες ἐνώπιον αὐτῶν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς καὶ τοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν ἡ ἀπόφασις ἐστηρίζετο. Ἀλλὰ τοιαύτην ψῆφον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπέτρεψε εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ, καὶ τὸ μόνον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ἦτο ἂν τὸ Ἔθνος θέλει ἀνεχθῆ τὴν ὕβριν, τὴν γενομένην εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ. Ὡς εἶπον, δὲν θὰ κατέκρινον τὴν κυβέρνησιν, ἂν ἐζήτει τὴν λῆξιν ἢ τὴν διάλυσιν μετὰ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις πρὸς αὐτὴν τῶν λόγων, δι’ οὓς συνεκλήθη, μετὰ τὰς συζητήσεις τῶν κατηγοριῶν, αἵτινες διετυπώθησαν. Ἀλλὰ ἐῤῥέθη εἰς ὑπεράσπισιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὴν λῆξιν ἐζητήσαμεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι ὅταν προσεκλήθημεν παρὰ τοῦ Βασιλέως, ἵνα σχηματίσωμεν Κυβέρνησιν, ἐζητήσαμεν τὴν λῆξιν, ἡ δὲ λῆξις, ἀντὶ νὰ δοθῇ εἰς ἡμᾶς, ἐδόθη εἰς τοὺς Ὑπουργούς. Κληθέντες παρὰ τοῦ Βασιλέως, εἴπομεν εἰς αὐτὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παραιτουμένη παρεβίαζε τὸ καθῆκόν της, καὶ ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ Στέμμα ὤφειλε νὰ παραστήσῃ, ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ παραιτηθῇ. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὤφειλε τὸ Στέμμα νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ παραιτηθῇ, ἐνόσῳ διὰ τῆς παραιτήσεώς της καθίστα τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως ἄλλης ἀδύνατον· καὶ τὸν καθίστα ἀδύνατον ἐκ πράξεως, τὴν ὁποίαν αὐτὴ προεκάλεσε, διὰ τῆς συγκλήσεως τῆς ἐκτάκτου Συνόδου. Δὲν ἠδύνατο τὸ Στέμμα ν’ ἀπαιτήσῃ παρ’ ἡμῶν νὰ ἔλθωμεν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ εἴπωμεν τοὺς λόγους, δι’ οὓς συνεκλήθη, διότι δὲν τοὺς ἐγινώσκομεν, οὐδὲ νὰ ὑποβάλωμεν αὐτῇ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ παραιτηθεῖσα Κυβέρνησις εἶχε παρασκευάσει, διότι δὲν ἦσαν ἔργα ἡμῶν· ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ περίπτωσις ἵνα προσκληθῶμεν ἡμεῖς εἰς τὴν ἐξουσίαν, οὐδ’ ἠδυνάμεθα ἡμεῖς νὰ παρασταθῶμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὡς Κυβέρνησις. Ἂν ἐκαλούμεθα εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐκαλούμεθα ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ἡ διάλυσις ἦτο ἀναπόδραστος, καὶ εἴπομεν εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι ἂν τὰ τῆς Βουλῆς περιῆλθον εἰς τὸ ἀδιέξοδον, προέρχεται τοῦτο ἐκ παραβιάσεως καθήκοντος τῶν Ὑπουργῶν, καὶ ὀφείλουσιν οἱ Ὑπουργοὶ νὰ προσκληθῶσιν ἵνα καταστήσωσι τὴν θέσιν τῆς Βουλῆς ὁμαλωτέραν.
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὰ εἴπατε; Ἐγὼ ἀναγινώσκω ἄλλα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ζαΐμης.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀναγνώσατε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον ἐγὼ, κατελθὼν ἀπὸ τῶν Ἀνακτόρων, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§18Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχομεν δύο διαφόρους ἐκθέσεις.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο εἶναι φυσικὸν, ἀφοῦ ἔχομεν δύο διάφορα πρόσωπα, ὧν ἕκαστον ἔχει τὴν ἰδίαν αὐτοτέλειαν καὶ ἀνεξαρτησίαν, ἐκτὸς ἂν ὑμεῖς ἐργάζησθε ἄλλως. Ἐγὼ κάμνω πιστὴν ἀφήγησιν τῶν γεγονότων, ὅ,τι λέγω τώρα, εἶναι αὐτὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον καὶ τότε· ὑμεῖς δ’ οὐ μόνον δὲν διεψεύσατε αὐτὰ, ἀλλ’ ἐκλείσατε καὶ τὰς πύλας τοῦ Βουλευτηρίου.
§20ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ σᾶς ἀποδείξωμεν διατί τὰς ἐκλείσαμεν.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δέκα καὶ πλέον ἡμέρας συζητοῦμεν, καὶ δὲν τὸ ἀπεδείξατε· ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὅταν ἐπανῆλθεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν καὶ ἤδη κατέχει, εἶπον εἰς αὐτὸν, ὅτι συγχαίρω ἐπὶ τῇ ἐπανόδῳ του, διότι οὕτως ἐκπληροῖ καθῆκον· εἶπον εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου δὲν ἠδύνατο νὰ κάθηται τότε εἰς τὰς ἕδρας τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ καθήσῃ ἐκεῖ, ὅπως ἐπιληφθῇ τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον καθῆκον εἶχε νὰ ἐπιτελέσῃ ὡς Κυβέρνησις, καὶ ἐπιτρέψῃ καὶ εἰς ἐμὲ νὰ ἐπιτελέσω τὸ ἐμὸν καθῆκον ὡς ἀντιπολίτευσις. Ἀλλὰ πῶς διεξήχθη ἡ συζήτησις ἐκείνη; πῶς διεξήχθησαν τὰ τῆς λήξεως ἢ τῆς διαλύσεως, διότι διάλυσις ἦτο, ὡς εἶπον, ὑπὸ τύπον λήξεως. Τὴν διάλυσιν τὸ Στέμμα καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐν ὀνόματι τοῦ Στέμματος μεταχειρίζεται πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ποιῆται ἔκκλησιν ἀπὸ τῆς Βουλῆς εἰς τὸ Ἔθνος, δὲν δύναται ὅμως νὰ ποιῆται αὐτῆς χρῆσιν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐκπτοῇ τοὺς Βουλευτὰς καὶ ν’ ἀποκτᾷ διὰ τοῦ φόβου, τοῦ ἐκ τῆς ἀπειλουμένης διαλύσεως, τὴν πλειονοψηφίαν. Αὕτη ὑπῆρξεν ἡ χρῆσις, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ἡ Κυβέρνησις, τῆς λήξεως, καὶ τοῦτο κυρίως κατηγορῶ ἐν τῇ χρήσει τῆς λήξεως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂν ἤρχετο εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ ὅμως ἐπετέλει τὸ ἕτερον καθῆκον, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα, καὶ ἔλεγεν, ὅτι ἐν τῇ καταστάσει τῶν πραγμάτων ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ἀδύνατος ἦτο ὁ σχηματισμὸς Κυβερνήσεως ἀπολαυούσης πλειονοψηφίας εἴτε ἔνθεν εἴτε ἐκεῖθεν, ἑπομένως παρίστατο ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν ἦτο ἀναγκαία ἡ χρῆσις τῆς βασιλικῆς προνομίας, εἰδοποιῶν δὲ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἐπικειμένης χρήσεως τῆς προνομίας, ᾐτεῖτο παρ’ αὐτῆς ὅ,τι εἴθισται αἱ Βουλαὶ ἐν κοινοβουλευτικαῖς ἐπικρατείαις νὰ χορηγῶσιν εἰς τὰς Κυβερνήσεις, αἵτινες εἰδοποιοῦσιν αὐτὰς περὶ τῆς προσεχοῦς διαλύσεως· ἂν ἔλεγεν ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὴν εἰρημένην εἰδοποίησιν, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην ἡ ὑπηρεσία τῆς ἐπιψηφίσεως νομοσχεδίων τινῶν πρὸ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ διατάγματος τῆς λήξεως, τοῦτο ἂν ἔπραττεν, ὡς ὤφειλεν, ἡ Κυβέρνησις, ἔχω πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελε σπεύσει νὰ ἐπιψηφίσῃ πάντα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἤθελε θεωρήσει συμφέροντα τῇ πολιτείᾳ, ἰδίως δ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀναγκαῖα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπραξε τοῦτο· ἡ Κυβέρνησις ἐφοβεῖτο τὴν συζήτησιν, ἐνόει, ὅτι μετὰ τὴν ἐκτύλιξιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἁπάντων ἐκείνων, περὶ ὧν τοσοῦτος εἶχε γείνει λόγος ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, ἡ πλειονοψηφία δὲν ἤθελεν εἶσθαι ὁποία ἦτο πρότερον, ἡ κατάστασις τῆς Βουλῆς θὰ μετεβάλλετο, διότι ἀδύνατον ἦτο τοιαύτη συζήτησις νὰ μὴ ἐπήνεγκεν ἀποτελέσματα σπουδαῖα, νὰ μὴ ἐπέδρα ἐπὶ τῶν πεποιθήσεων τῶν Βουλευτῶν καὶ νὰ μὴ ἀπήρτιζε πλειονοψηφίαν, ἐξ ἧς θὰ καθίστατο δυνατὸς ὁ σχηματισμὸς ἄλλης Κυβερνήσεως. Ἵνα προλάβῃ ταῦτα, μετεχειρίσθη ἡ Κυβέρνησις τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι ὀφείλουσιν αἱ Βουλαὶ διὰ παντὸς τρόπου νὰ καταδικάζωσιν, ὅπως καθίσταται ἀδύνατος ἡ ἐπανάληψις αὐτοῦ, ὡς καταστρέφοντος τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς. Εἶχε διαδοθῆ ἀνὰ πᾶσαν τὴν πόλιν, ὅτι ἔλαβε τὴν λῆξιν τὸ Ὑπουργεῖον· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἀμέσως διεδίδετο, ὅτι εἶχεν ὑπὸ μάλης τὸ διάταγμα τῆς λήξεως· εἰς ἡμᾶς τοὺς ἀντιπολιτευομένους ἐδίδοντο εἰδοποιήσεις ἐμπιστευτικαὶ, ἀποδειχθεῖσαι κατόπιν ἀξιόπιστοι, ὅτι τὸ διάταγμα ἦτο ἐκεῖ, καὶ μεθ’ ἁπάσας τὰς προειδοποιήσεις ταύτας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εὐθὺς ὡς ἐπρόκειτο ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, εἰδοποιεῖ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων μικρόλογον, καὶ ἑπομένως προσκαλεῖ αὐτὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τοιαύτην συζήτησιν, ἀλλὰ νὰ προβῇ εἰς ἁπλῆν ἐπιψήφισιν· ἡ Βουλὴ, ἐννοεῖται, ἐξηγέρθη ἅπασα κατὰ τῆς τοιαύτης ἀπαιτήσεως, καὶ ἠναγκάσθη ὁ Πρωθυπουργὸς ν’ ἀποδεχθῇ τὴν συζήτησιν· τότε ἤρχισαν διαδιδόμενα μετὰ πλειοτέρας ἐπιτάσεως τὰ ἀπὸ τῆς προτεραίας λεγόμενα, ὅτι ἡ διάλυσις ὑπῆρχεν ἀνὰ χεῖρας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ διὰ τῶν τοιούτων διαδόσεων ἤλπισε τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἤθελεν ἐπηρεάσει τέλος τὴν πλειονοψηφίαν· ἀλλ’ ἡ πρόοδος τῶν συζητήσεων ἀπέδειξεν, ὅτι οὐδεὶς ἐπῆλθεν ἐπηρεασμὸς ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ μέσου τούτου, καὶ οὕτως ἡ Κυβέρνησις, μὴ δυνηθεῖσα νὰ ἐπιτύχῃ τὸν κύριον αὑτῆς σκοπὸν, ἀνέγνωσε τὸ διάταγμα τῆς λήξεως, ἵνα ἀποφύγῃ τ’ ἀποτελέσματα τῆς συζητήσεως. Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχεν ἀνάγκην διατάγματος λήξεως, ἵνα φθάσῃ εἰς τὴν διάλυσιν, διότι ἡ Βουλὴ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἤθελεν ἐκπνεύσει, καὶ ἂν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ βιώσῃ ἕως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἄνευ διατάγματος λήξεως καὶ διαλύσεως, θὰ ἐπήρχοντο αἱ νέαι ἐκλογαί, ἀλλ’ ἤθελε τὸ διάταγμα, διότι ἤλπιζε δι’ αὐτοῦ, τουτέστι διὰ τῆς καταχρήσεως αὐτοῦ πρὸς ἐκφόβισιν, νὰ δυνηθῇ νὰ λάβῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ παραστῇ οὕτω κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους ὡς Κυβέρνησις ἀπολαύουσα τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ ἐκπνεύσαντος Κοινοβουλίου. Ἡ ἐπιθυμία τῆς Κυβερνήσεως ἦτο βεβαίως εὔλογος, ἀλλ’ ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεζήτησε τὴν ἐπίτευξιν αὐτῆς, ἦτο τρόπος, ὃν ὀφείλομεν νὰ καταδικάσωμεν, ἵνα μὴ ἀποτολμήσῃ ἄλλοτε Κυβέρνησις, ἐπισείουσα τὸ διάταγμα τῆς διαλύσεως, νὰ ἐπιδιώκῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς δι’ ἀπειλῆς τοιαύτης. Ἀλλὰ τούτων ἕνεκα περιέστη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διακόψῃ συζήτησιν ἀρξαμένην διὰ τῆς χρήσεως τῆς προνομίας ἐπιβλαβῶς πρός τε τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς τὴν ἰδίαν αὑτῆς ἀξιοπρέπειαν. Τὰς κατηγορίας, τὰς ὁποίας διετύπωσα κατὰ τὴν οὕτω διακοπεῖσαν συζήτησιν, θέλω ἐπαναλάβει καὶ σήμερον, καὶ ὅταν τὰς ἀκούσητε, θέλετε κατανοήσει ποίαν ἰδέαν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς ἰδίας αὑτῆς ἀξιοπρεπείας, κλείουσα τὸ Κοινοβούλιον, χωρὶς νὰ δώσῃ ἀπάντησιν εἰς αὐτάς. Διὰ τῆς τοιαύτης λήξεως ἠδυνήθη ἡ Κυβέρνησις νὰ διευθύνῃ τὰς ἐκλογάς. Καὶ πῶς διηύθυνε τὰς ἐκλογάς; Διὰ τοῦ μέσου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐν Ἑλλάδι ἰδίως, ἐν Κράτει δηλ. ἔχοντι διοίκησιν συγκεντρωτικήν, καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐκλογῶν. Διηύθυνε τὰς ἐκλογὰς διὰ ὑποψηφιοτήτων ὑπουργικῶν. Κύριοι, ἠξεύρω—διότι θέλω πάντοτε συσχετίζει καὶ τὰ τῆς ἰδικῆς μου εὐθύνης πρὸς τὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα δίδω ἀφορμὴν τὴν εὐθύνην ταύτην νὰ συζητῶσιν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους κατηγορῶ — ἠξεύρω, ὅτι ἐῤῥέθη παρὰ τῶν ὀργάνων τῶν νῦν Ὑπουργῶν, ὅτι ὅτε διεύθυνα καὶ καὶ ἐγὼ ἐκλογὰς κατὰ τὰ 1875, ἔκαμα περισσοτέρους διορισμοὺς καὶ μεταθέσεις παρ’ ὅσους ἔκαμεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν. Δὲν ἔκαμα τὴν ἀρίθμησιν, ἵνα βεβαιωθῶ ἂν ἦναι τοῦτο ἀληθές· ὅ,τι ὅμως δὲν εἶναι ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἔκαμα τοὺς διορισμοὺς πρὸς σκοπὸν σχετιζόμενον πρὸς τὰς ἐκλογάς. Οὐ μόνον δὲ ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1875 δὲν εἶχεν ὑπουργικὸν ὑποψήφιον, ἀλλὰ τοὺς ἰδίους αὐτῆς φίλους ἀπεκήρυττεν, ὅταν ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας καὶ ἄνευ συμπράξεως τῶν ἀρχῶν ἐκήρυττον ἑαυτοὺς ὑπουργικοὺς ὑποψηφίους· καὶ ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς Βονίτσης προσήφθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1875 ἡ μομφή, ὅτι ηὐνόησε κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοὺς κυρίους Γρίβαν, Γεροθανάσην καὶ Κατσικογιάννην, οἵτινες φυσικῶς δὲν ἦσαν φίλοι τῆς τότε Κυβερνήσεως, ὡς κηρύξασα διὰ τῶν ὀργάνων αὐτῆς, ὅτι ὁ ἀντίθετος συνδυασμὸς δὲν ἦτο ὑπουργικός. Ὁ νομάρχης, ὁ τότε, εἶχε νομίσει, ὅτι δι’ ἐπισήμου πράξεως ἔπρεπε νὰ δηλώσῃ, ὅτι κακῶς οἱ ὑποψήφιοι ἐκεῖνοι ἐκήρυττον ἑαυτοὺς ὑπουργικοὺς ὑποψηφίους, καὶ τοῦτο ἐθεωρήθη ὡς ἐπιδράσαν ἐπὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐκλογῆς, καὶ προσήχθη ὡς λόγος ὑπὲρ τῆς ἀκυρώσεως αὐτῆς ἢ ὑπὲρ τῆς ἀποστολῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις καὶ ἐγένετο. Ἡ ὑπουργικὴ ὑποψηφιότης ἐν Κράτει ἔχοντι συγκεντρωτικὸν διοικητικὸν σύστημα δὲν ἐπιτρέπει ἐλευθέρας ἐκλογάς· δὲν εἶναι δυνατόν, εὐθὺς ὡς ἡ Κυβέρνησις δηλώσῃ, ὅτι ἐπιθυμεῖ τὴν ἐπιτυχίαν συνδυασμῶν ὡρισμένων, νὰ μὴ δοθῇ μεγάλη ὑπὸ τῆς διοικήσεως συνδρομὴ εἰς αὐτοὺς ὡς ἐκ τῆς ἐξουσίας, ἣν διεχειρίζοντο αἱ ἀρχαί, καὶ τοῦτο ἄνευ καταχρήσεως πολλάκις· ἀλλ’ ἀφοῦ ἄνευ καταχρήσεως δύναται νὰ ἐπέλθῃ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα, ὁποῖον ἀποτέλεσμα θὰ ἐπέλθῃ, ὅτε γίνεται καὶ κατάχρησις τῶν ἀρχῶν, ὁποῖον θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα, ὅταν οἱ διορισμοὶ καὶ αἱ μεταθέσεις σχετίζωνται πρὸς τὰς ἐκλογάς; Καὶ χθὲς ἔτι, κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπηρωτήθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διατί κατὰ τὴν ἐπαναληπτικὴν ἐκλογὴν Κραναίας μετετέθησαν εἰσαγγελεὺς καὶ ἀνακριτής, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι μετὰ τὸ τέλος τῆς ἐκλογῆς θέλει δώσει περὶ τούτου λόγον. Ἐῤῥέθη, ὅτι περὶ τῶν ἐκλογῶν δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἤδη λόγος, διότι αἱ ἐξελέγξεις ἐκάλυψαν αὐτάς· ἀλλ’ αἱ ἐξελέγξεις ἐκάλυψαν τὴν νομιμότητα καὶ πλέον οὐδέν· πλῆρες εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ ἐξετάσῃ τὰ λεγόμενα περὶ πάσης ἐκλογῆς, μόνον τὴν νομιμότητα αὐτῶν δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ· τὰ λοιπὰ ὅμως, τὰ δεικνύοντα τὸν κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐπηρεασμόν, δύναται νὰ φέρῃ εἰς συζήτησιν. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αἱ ἐξελέγξεις ἀποδεικνύουσι τὸ ἀνεπηρέαστον τῶν ἐκλογῶν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι οὐ μόνον ἐπεκυρώθησαν αἱ ἐκλογαί, ἀλλὰ διότι καὶ κατὰ τὰς ἐξελέγξεις περισσότεραι προσεβλήθησαν ἐκλογαὶ ἀντιπολιτευομένων ἢ ὑπουργικῶν. Τοῦτο τί ἀποδεικνύει; Ἀναγνώσατε τὰς ἐκθέσεις τῶν τμημάτων, καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι θέλετε διαγνώσει, ὅτι ἡ μὴ προσβολὴ ἐκλογῶν ὑπουργικῶν ἐν τῇ Βουλῇ οὐδόλως ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ὑπῆρχον τὰ στοιχεῖα τῆς προσβολῆς, ἀλλὰ δεικνύει, ὅτι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον γίνονται αἱ ἐξελέγξεις, εἶναι τοιοῦτος, ὥστε δὲν δύναται νὰ παράσχῃ ἐπιχείρημα εἰς τοὺς θέλοντας, ἐπὶ τῶν ἐξελέγξεων στηριζόμενοι, νὰ παραστήσωσι τὰς ἐκλογὰς ὡς ἐλευθέρως γενομένας. Καὶ δὲν πρέπει νὰ θεωρήσητε τοῦτο ὡς προσβολὴν, ὅταν βλέπητε, ὅτι Κράτη, γηράσαντα ἐν τῷ συνταγματικῷ πολιτεύματι, ἀνεγνώρισαν ὅτι αἱ ἐξελέγξεις παρὰ τῆς Βουλῆς δὲν παρέχουσιν ἐγγυήσεις, ὅταν ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἡ Βουλὴ ἐθεώρησεν ἑαυτὴν ἐπὶ τοσοῦτον ἀκατάλληλον ἵνα ἐξελέγχῃ τὰς ἐκλογὰς, ὥστε ἀνέθεσε τὸ κυριαρχικὸν τοῦτο δικαίωμά της εἰς τὰ δικαστήρια. Μὴ ἀναφέρετε λοιπὸν τὰς ἐξελέγξεις, ἃς πρὸ ὀλίγου διεξηγάγομεν, ὅπως ἀποδείξητε, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ διεξήχθησαν ἐλευθέρως, διότι, ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν περὶ τούτου, οὐδὲν ἄλλο θὰ προκύψῃ ἐξ αὐτῆς, εἰμὴ ὅτι καὶ αἱ ἐξελέγξεις διεξήχθησαν ὅπως καὶ αἱ ἐκλογαί. Ἐπηρέασεν ὅμως ἡ Κυβέρνησις τὰς ἐκλογὰς καὶ δι’ ἄλλου τρόπου, ὅστις εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἴσως εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητηθῇ καὶ εἰδικῶς, ἐπηρέασε καταρτίσασα τὴν Βουλὴν οὐχὶ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον. Ἕνεκα τῶν καταχρήσεων, αἵτινες ἐγένοντο περὶ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκλεκτέων Βουλευτῶν, ὁ νέος ἐκλογικὸς νόμος ῥητῶς καθιέρωσε τὸν τρόπον τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν κατ’ ἐπαρχίας, μὴ ἀφήσας τὴν ἐκτίμησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Εἶπε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν τελευταίαν δημοσιευθεῖσαν ἀπογραφὴν τοῦ Κράτους, καὶ συμφώνως πρὸς τὸν ἐν ἐκείνῃ πληθυσμὸν τῶν ἐπαρχιῶν, νὰ κανονίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν παρ’ ἑκάστης ἐκλεκτέων Βουλευτῶν. Ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις ἐκδίδει διάταγμα παραβιάζον τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου καὶ χορηγοῦν εἰς τρεῖς ἐπαρχίας ἀνὰ ἕνα Βουλευτὴν ἐπὶ πλέον τοῦ ἀριθμοῦ, ὃν ἡ ἀπογραφὴ καθορίζει. Δὲν ἀξιῶ, ὅτι οἱ Βουλευταὶ οὗτοι κακῶς ἐξελέχθησαν, ἀφοῦ ἐξελέχθησαν κατὰ τὸ εἰδικὸν διάταγμα, καὶ ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἐθεώρησεν ἑαυτὴν ἀναρμοδίαν κατὰ τὸ στάδιον τῶν ἐξελέγξεων ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ κῦρος τοῦ εἰδικοῦ διατάγματος· ἀλλὰ τὸ διάταγμα εἶναι παράνομον, ὀφείλει δὲ νὰ δώσῃ λόγον ἡ Κυβέρνησις ἐπί τε τῇ παρανομίᾳ καὶ ἐπὶ τῇ προσαπτομένῃ εἰς αὐτὴν μομφῇ, ὅτι τὸ διάταγμα ἐκεῖνο ἐξεδόθη πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐπηρεάσῃ ψήφους ἐν τῇ παρελθούσῃ Βουλῇ. Ἡ παροῦσα Βουλή, εἶπον, εἶναι ἀλληλέγγυος τῆς παρελθούσης, εἶναι ἐξακολούθησις ἐκείνης, καὶ ὅ,τι κατ’ ἐκείνην τὴν Βουλὴν ἔμεινεν ἀνεξέλεγκτον καὶ ἀτελὲς, ὀφείλει νὰ ἐξελεγχθῇ καὶ νὰ συμπληρωθῇ ἐν τῇ παρούσῃ. Κατὰ τὴν τελευταίαν ἔκτακτον Σύνοδον, ὡς προεῖπον, διετυπώθησαν ὡρισμέναι κατηγορίαι, εἰς τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπήντησεν ἐν τῇ ἐκτάκτῳ Συνόδῳ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὡμίλησεν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας, καὶ δὲν ἠξίωσε νὰ δώσῃ οὐδεμίαν ἀπάντησιν εἰς τὰς αἰτιάσεις ἐκείνας. Τὰς αἰτιάσεις θέλω ἐπαναλάβει μίαν πρὸς μίαν, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὐδεμίαν αὐτῶν ἀνέφερεν. Ἐμνημόνευσε μόνον μομφῆς, δημοσιευθείσης ἐν ἐφημερίδι παρ’ ἀγνώστου συνδρομητοῦ, καὶ ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ταύτην πρὸς ὑμᾶς ὡς διατυπωθεῖσαν παρ’ ἐφημερίδος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ προκληθεὶς νὰ δηλώσῃ ἂν ἦτο γνώμη τῆς ἐφημερίδος ἢ τοῦ συνδρομητοῦ, εἶπεν, ὅτι δὲν συχνάζει εἰς τὸ γραφεῖον τῆς ἐφημερίδος, καὶ ἑπομένως τὸ ἀγνοεῖ, ἐνῷ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἄρθρου ἐκείνου ἐλέγετο, ὅτι εἶναι γνώμη τοῦ συνδρομητοῦ. Ἡ γνώμη ἐκείνη δὲν ἦτο κατ’ ἀρχὴν ἐσφαλμένη, ἦτο ἐσφαλμένη ὡς πρὸς τὸν ὑπολογισμὸν, διότι εἶχε γείνει λάθος ἑνὸς μηδενικοῦ, τὸ ὁποῖον ἔφερεν εἰς ἀλλοῖα ἀποτελέσματα· ἐκ τούτου δ’ ὠφελούμενος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡμίλησεν ἐπὶ μίαν ὥραν. Δύο οἰκονομικὰς ἐπιχειρήσεις ἐπεχείρησε τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ περὶ τούτων καλούμενον νὰ δώσῃ λόγον, ἔπραξεν ὅ,τι δὲν ἔπραξε περὶ ἄλλων ζητημάτων, ἐδημοσίευσε καὶ τὰ ἔγγραφα Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἐν τῷ τεύχει τούτῳ περιέλαβε πάντα τὰ ἔγγραφα· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι ἐγὼ γνωρίζω ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν περιέχονται ἐν τῷ τεύχει τούτῳ περὶ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων· εἶναι ἔγγραφα σπουδαῖα, ἀποδεικνύοντα τὴν ἀλήθειαν γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθην ἐν τῇ παρελθούσῃ Βουλῇ, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου διεψεύσθην παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε τότε, ὅτι ἐπρότεινάν τινες ὡς πρὸς τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου ὅρους ἀτιμωτικοὺς διὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐγὼ εἶπον εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἀπεκάλει ἀτιμωτικοὺς διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοὺς ἀπεδέχθη, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς διέψευσε τοῦτο.
§22ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν τὸ διέψευσα· εἶπον τότε καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἄφησα τὸ ζήτημα νὰ τὸ λύσῃ ἡ Βουλή·
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τί ἐννοεῖτε λέγοντες, ὅτι ἀφήσατε νὰ τὸ λύσῃ ἡ Βουλή; Ἐδῶ, κύριοι, ἔχω τὰς ἐπιστολὰς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τὸν ἐν Παρισίοις ἐπιτετραμμένον, διὰ τῶν ὁποίων δίδεται ἐντολὴ νὰ ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν, τὴν περιέχουσαν τοὺς ἀτιμωτικοὺς ὅρους· δὲν περιέχει λοιπὸν τὸ τεῦχος τοῦτο πάντα τὰ ἔγγραφα, περιέχει ὅμως ἱκανὰ, ὡς θέλετε ἰδεῖ ἐκ τῆς ἀναλύσεως, εἰς ἣν θέλω προβῆ. Πρὸ τούτου ὅμως ἂς ἐξετάσωμεν τὰς περὶ τῶν δύο τούτων ἐπιχειρήσεων συμβάσεις. Περὶ τῆς συμβάσεως τῶν 60 ἑκατομμυρίων διὰ μακρῶν ὡμίλησα κατὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον τῆς παρελθούσης Βουλῆς, καὶ εἶπον, ὅτι ἡ διαπραγμάτευσις ἐκείνη καὶ κακῶς διεξήχθη καὶ παρανόμως διεξήχθη· ἄρχομαι δὲ ἀπὸ τῆς παρανομίας. Ἡ σύμβασις ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τοῦ ά. ἄρθρου αὐτῆς νὰ συνομολογήσῃ δάνειον ἐπὶ ἐτησίῳ τόκῳ, μὴ ὑπερβαίνοντι τὰ ἓξ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ ὀνοματικοῦ κεφαλαίου καὶ ἐπὶ ὅρῳ τιμῆς τῶν ὁμολογιῶν αὐτοῦ μὴ κατωτέρῳ τῶν ἑβδομήκοντα καὶ τριῶν ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Ἠδύνατο λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νομίμως νὰ συνάψῃ δάνειον πρὸς ἑβδομήκοντα τρία τοῖς ἑκατὸν, ἀλλὰ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὔτε δικαίωμα προμηθείας νὰ δώσῃ πρὸς ἐκεῖνον, μετὰ τοῦ ὁποίου συνηλλάσσετο, οὔτε ἔξοδα διὰ τὴν ἐκτύπωσιν τῶν ὁμολογιῶν ἢ διὰ τὰς ἄλλας δαπάνας. Ἠδύνατο πρὸς ἑβδομήκοντα τρία τοῖς ἑκατὸν νὰ συναλλαχθῇ, ἐὰν οὐδεμίαν ἄλλην ἀνελάμβανεν ὑποχρέωσιν κατὰ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδυνήθη τοιουτοτρόπως νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον. Ἀφοῦ προσεπάθησε ματαίως νὰ κλείσῃ συμφωνίαν διὰ τὴν πλήρη παραχώρησιν τοῦ δανείου εἰς ὁμάδα, ἀπεδέχθη τὸν ἐν τῷ νόμῳ καθοριζόμενον δεύτερον τρόπον τῆς πραγματοποιήσεως αὐτοῦ. Ὁ νόμος ἐν ἄρθρῳ τρίτῳ λέγει, «ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐκδώσῃ αὐτὴ τὸ δάνειον, ἢ ἐὰν ἐπιτρέψῃ τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ δι’ ἴδιον αὑτῆς λογαριασμὸν εἰς τραπεζικόν τι κατάστημα, ἐπιτρέπεται αὐτῇ νὰ δαπανήσῃ μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν διακοσίων χιλιάδων νέων δραχμῶν ἢ φράγκων, δι’ ἔξοδα ἐκδόσεως καὶ δημοσιεύσεως αὐτοῦ.» Ταύτην εἶχε τὴν ἄδειαν, νὰ διαθέσῃ 200 χ. δραχμῶν, ἀλλὰ μόνον ἐν ᾗ περιπτώσει ἐξέδιδεν αὐτὴ τὸ δάνειον, ἢ ἐπέτρεπε τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ εἰς ἴδιον αὑτῆς λογαριασμὸν εἰς τραπεζικὸν κατάστημα. Τὸ δὲ ἄρθρον πέμπτον λέγει «ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐκδώσῃ αὐτὴ τὸ δάνειον, ἢ ἐπιτρέψῃ τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ εἰς τραπεζικὸν κατάστημα, ἡ τιμὴ τῶν ὁμολογιῶν αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ προσδιορισθῇ κατωτέρα τῶν ἑβδομήκοντα τεσσάρων ἐπὶ τοῖς ἑκατόν· ἀλλ’ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπιτρέπεται ν’ ἀναγνωρίσῃ δικαίωμα προμηθείας, μὴ ὑπερβαῖνον τὸ ἓν καὶ ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ, δι’ ὃ θέλουσι γείνει ἐγγραφαί.» Ὥστε ἐν τῇ δευτέρᾳ περιπτώσει δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου ἐπὶ ὅρῳ τιμῆς 73 τοῖς ἑκατὸν, ἀλλ’ ἐπὶ ὅρῳ 74 τοῖς ἑκατόν· ἐπιτρέπεται ὅμως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ διαθέσῃ ἡ κυβέρνησις, οὐ μόνον διακοσίας χιλιάδας δραχμῶν εἰς ἔξοδα, ἀλλ’ ἐπιτρέπεται ἐπίσης νὰ ἀναγνωρίσῃ δικαίωμα προμηθείας ὑπὲρ τῶν εἰς λογαριασμὸν αὐτῆς ἐκδιδόντων τὸ δάνειον, οὐχὶ ἀνώτερον τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως τοῖς ἑκατόν. Εὑρισκόμεθα λοιπὸν ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ τοῦ νόμου, ἤτοι τῇ τῶν ἄρθρων 3 καὶ 5· κατὰ δὲ τὰ ἄρθρα ταῦτα ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ χορηγήσῃ διακοσίας χιλιάδας δραχμῶν ὑπὲρ τῶν τραπεζιτῶν, οἵτινες ἤθελον ἐκδώσει εἰς λογαριασμὸν αὐτῆς τὸ δάνειον, καὶ πρὸς τούτοις ἓν καὶ ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ πραγματοποιηθησομένου ὀνοματικοῦ κεφαλαίου. Ἐπιτρέπεται πρὸς τούτοις εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον τοῦτο ἐπὶ κατωτάτῳ ὅρῳ τιμῆς 74 τοῖς ἑκατόν. Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον τέταρτον «ἐὰν οἱ ἐκδόντες εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως τὸ δάνειον ἀγοράσωσιν ἀριθμὸν ὁμολογιῶν ἴσον τῷ ἡμίσει, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ χορηγήσῃ αὐτοῖς δικαίωμα προμηθείας ἑνὸς καὶ ἡμίσεως τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ ὀνοματικοῦ κεφαλαίου τοῦ ὅλου δανείου.» Ἐὰν λοιπὸν οἱ τραπεζῖται, οἵτινες ἤθελον ἀναδεχθῆ τὴν εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἔκδοσιν τοῦ δανείου, ἀγοράσωσιν αὐτοὶ τὸ ἥμισυ τῶν ὁμολογιῶν, δηλ. ἑξήκοντα χιλιάδας ὁμολογίας, διότι τὸ ὅλον ἀπαρτίζεται ἐξ 120 χιλιάδων, τότε ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληρώσῃ δικαιώματι προμηθείας τὸ ἓν καὶ ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν, οὐχὶ μόνον ἐπὶ τοῦ πραγματοποιηθέντος, ἀλλ’ ἐπὶ παντὸς τοῦ κεφαλαίου. Ἀλλὰ τὸ δάνειον συνήφθη κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ἄρθρου 4; Οἱ τραπεζῖται, οἵτινες ἐξέδωκαν τὸ δάνειον εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἠγόρασαν τὸ ἥμισυ τῶν ὁμολογιῶν; Ὄχι· τὸ ἥμισυ εἶναι ἑξήκοντα χιλιάδες ὁμολογίαι, καὶ αὐτοὶ ἠγόρασαν τεσσαράκοντα χιλιάδας, ἑπομένως αὐτοὶ δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ ἄρθρου 4, ἀλλ’ εἰς τὴν τοῦ ἄρθρου 5. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπεβάλλοντο εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ ἄρθρ. 4, ὅσα θέλω εἴπει ἤδη ἐφαρμόζονται καὶ πάλιν, διότι κατὰ τὸ ἄρθρ. 4, καὶ ἂν εἶχον ἀγοράσει ἑξήκοντα χιλιάδας, πάλιν κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου ἐχορηγήθησαν αὐτοῖς ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ δημοσίου πλέον τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου. Ὡς εἶπον ὅμως, δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἄρθρου 4, διότι οἱ συμβληθέντες δὲν ἠγόρασαν ἑξήκοντα χιλιάδας μετοχῶν, ἀλλὰ τεσσαράκοντα χιλιάδας. Ἐὰν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου 4, ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ παραχωρήσῃ πρὸς αὐτοὺς διακοσίας χιλιάδας δραχμὰς δι’ ἔξοδα καὶ ἓν ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν προμήθειαν ἐπὶ τοῦ ὅλου ὀνοματικοῦ κεφαλαίου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ὅπερ ἀποτελεῖ ποσὸν ἐννεακοσίων χιλιάδων φράγκων, ἐνῷ κατὰ τὸ ἄρθρον 5, χορηγουμένης τῆς προμηθείας ἐπὶ μόνου τοῦ πραγματοποιηθέντος κεφαλαίου, ἡ ἐπιτρεπομένη χορήγησις προμηθείας ἐπὶ τῶν πραγματοποιηθεισῶν 96,000 ὁμολογιῶν, ἤτοι ὀνοματικοῦ κεφαλαίου 48 ἑκατομμυρίων, ἀνέρχεται εἰς φράγκα 720,000. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως δὲν παρεχώρησεν εἰς αὐτοὺς μόνον τὴν προμήθειαν τῶν 720,000 φράγκων, ἢ ἔστω καὶ τὴν τῶν 900 χιλιάδων φράγκων, καὶ ἔτι τὰς 200 χιλιάδας φράγκων δι’ ἔξοδα, τοῖς παρεχώρησε ποσὸν πολλῷ μεγαλείτερον. Καὶ πῶς τοῦτο; Κατὰ τὸν νόμον ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον ἐπὶ τιμῇ οὐχὶ κατωτέρᾳ τῶν 74 τοῖς ἑκατόν· ἀλλὰ ἐπιτρέπων ὁ νόμος, ὅπως ἐκδοθῇ τὸ δάνειον πρὸς 74 τοῖς ἑκατόν, δὲν ἐνόει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ τὸ ἐκδώσῃ ἐπὶ τοιαύτῃ τιμῇ. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀφίνει τὴν ἐκτελεστικὴν ἐλευθέραν μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, ὅπως δυνηθῇ αὕτη νὰ εὕρῃ τόκον συμφερώτερον. Εἰς ἄλλα Κράτη οὐδεὶς ὁρίζεται κατώτατος ὅρος. Ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ἐπιτρέπουσιν αἱ Βουλαὶ εἰς τὰς Κυβερνήσεις τὴν συνομολόγησιν δανείων, οὐδένα θέτουσαι περιορισμὸν, διότι ἔχουσιν ἀπόλυτον πεποίθησιν, ὅτι θέλουσιν αὗται μεριμνήσει ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Ἐδῶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι ἠναγκασμένη νὰ θέτῃ περιορισμόν τινα, ἀλλ’ ὅπως ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ἐξυπακούεται, ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπόκειται νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον ἐπὶ τοῖς συμφερωτέροις ὅροις. Κατὰ ταῦτα, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐξέδωκε τὸ δάνειον ἐπὶ τιμῇ 71%, ἀλλὰ προσδιώρισε τὴν τιμὴν εἰς 78½%. Αὕτη εἶναι ἡ τιμὴ τῆς ἐκδόσεως κατὰ τὸ ἄρθρ. 4 καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 5, καὶ ὁ ἀγοράζων δάνειον, εἴτε τὸ ἀγοράζει κατὰ τὸ ἄρθρον 4, εἴτε τὸ ἀγοράζει κατὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν, ὀφείλει νὰ τὸ ἀγοράσῃ ἐπὶ τῇ τιμῇ τῆς ἐκδόσεως, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἄδειαν ἐκ τοῦ νόμου νὰ παραχωρήσῃ τὸ δάνειον εἰς οὐδένα ἐπὶ τιμῇ ἄλλῃ. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε τοιαύτην ἄδειαν, ἐπλήρωσεν εἰς τοὺς τραπεζίτας τοὺς ἐκδόντας τὸ δάνειον εἰς λογαριασμὸν αὐτῆς, πλὴν τῶν διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν, ὡς εἶπον, δι’ ἔξοδα καὶ τῶν ἑκατοστύων χιλιάδων ἀπέναντι δικαιώματος προμηθείας ἐπιτρεπομένου ὑπὸ τοῦ νόμου, ἐπλήρωσε προσέτι εἰς αὐτοὺς παρανόμως καὶ ἕτερα ποσὰ σπουδαιότατα. Καὶ πρῶτον ἐχορήγησεν εἰς αὐτοὺς τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως, ἤτοι 78½ τοῖς ἑκατὸν καὶ 73½ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ ἑνὸς τρίτου τοῦ ὀνοματικοῦ κεφαλαίου, ἤτοι ἐπὶ εἴκοσιν ἑκατομμυρίων φράγκων. Καὶ ἂν κατὰ τὸ ἄρθρον 4 ἠγόραζον οἱ τραπεζῖται τὰς ὁμολογίας, πάλιν ὤφειλον νὰ πληρώσωσιν αὐτὰς εἰς τὴν τιμὴν τῆς ἐκδόσεως, τοῦ νόμου οὐδεμίαν ποιουμένου ἐξαίρεσιν, ἀλλ’ οὗτοι, ὡς προεῖπον, δὲν ὑπήγοντο εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 4, ὡς μὴ ἀγοράσαντες τὸ ἥμισυ, ἀλλὰ μόνον τὸ τρίτον τοῦ δανείου· ὑπήγοντο ἄρα εἰς τὸν γενικὸν κανόνα τοῦ ἄρθρου 5, καὶ ὤφειλον νὰ πληρώσωσι τὸ παρ’ αὐτῶν ἀγορασθὲν τρίτον τοῦ δανείου ἐπὶ τῇ συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 5 ὁρισθείσῃ τιμῇ. Οἱ ἀγοράσαντες τὸ τρίτον οὐδεμίαν προσέφερον ὑπηρεσίαν πρὸς τὸ δημόσιον διὰ τῆς ἀγορᾶς, οὐδένα δὲ διέτρεχον κίνδυνον, διότι οὐδεμία ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι τὸ τρίτον τοῦτο ἤθελε καλυφθῆ κατὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφήν· εἶχον δὲ λάβει οὗτοι τὴν πρόνοιαν ἐν τῇ συμβάσει νὰ καταλογίσωσιν ἀπέναντι τῶν ἀγορασθεισῶν ὁμολογιῶν τὰς πρώτας ἐγγραφάς. Αἱ ἐγγραφαὶ, οὐχὶ τὸ τρίτον, ἀλλὰ σχεδὸν τὰ δύο τρίτα τοῦ κεφαλαίου ἐκάλυψαν, ἀπεδείχθη δ’ οὕτω ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι οὐδεὶς ὑπῆρχε κίνδυνος. Ἄνευ λοιπὸν οὐδεμιᾶς ὑπηρεσίας, χορηγηθείσης ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες ἠγόρασαν τὸ τρίτον, ἄνευ οὐδενὸς ἀντιστοίχου κινδύνου, ἄνευ οὐδενὸς νομίμου δικαιώματος, ἀνεγνωρίσθη διὰ συμβάσεως ὑπὲρ αὐτῶν ἡ ὑποχρέωσις τοῦ δημοσίου, ἵνα τοῖς πληρώσῃ τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῶν 73½ τοῖς ἑκατὸν καὶ 78½ τοῖς ἑκατὸν, τουτέστι 5 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ τρίτου τοῦ δανείου, ἤτοι ἐπὶ εἴκοσιν ἑκατομμυρίων φράγκων. Ἡ διαφορὰ αὕτη ἀνέρχεται εἰς ἓν ἑκατομμύριον νέων δραχμῶν, παρανόμως χορηγούμενον εἰς τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα. Ἀλλ’ εἶναι μόνον τοῦτο τὸ παρανόμως εἰς αὐτοὺς χορηγούμενον ἐπὶ πλέον τῆς νομίμου αὐτῶν ἀμοιβῆς; Συνεφώνησε προσέτι ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐκ τῶν ὁμολογιῶν, αἵτινες ἤθελον καλυφθῆ κατὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν πρὸς 78½ τοῖς ἑκατὸν, ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς τραπεζίτας, τοὺς εἰς λογαριασμὸν αὐτῆς ἐκδόντας τὸ δάνειον, νὰ ἀφαιρέσωσι 4½ τοῖς ἑκατὸν καὶ νὰ καταβάλωσιν εἰς τὸ δημόσιον μόνον τὰ 74 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ ἑτέρου ποσοῦ εἴκοσι χιλιάδων ὁμολογιῶν. Πρὸς τί δίδεται τὸ ποσὸν τοῦτο; διὰ ποίαν ὑπηρεσίαν; διὰ ποίαν ἐγγύησιν; αὐτοὶ δὲν εἶναι ὑπόχρεοι, ἐὰν δὲν καλυφθῆ τὸ δάνειον, ν’ ἀγοράσωσι τὰς εἴκοσι χιλιάδας ὁμολογίας· οὐδένα ἄρα διατρέχουσι κίνδυνον, οὐδεμίαν δὲ παρέχουσιν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ μόνον πραγματοποιοῦσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν ὄφελος πρὸς 4 καὶ ½ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ δέκα ἑκατομμυρίων δραχ. νέων, ἐκ δραχ. 450 χιλιάδων, ἐπιπροστιθεμένων εἰς τὸ παρανόμως χορηγηθὲν αὐτοῖς ἑκατομμύριον. Κατὰ τὴν σύμβασιν, ἐπὶ τῶν πραγματοποιηθεισῶν κατὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν ὁμολογιῶν ἐπέκεινα τῶν ἑξήκοντα χιλιάδων, δίδεται εἰς τοὺς τραπεζίτας τοὺς ἐκδόσαντας τὸ δάνειον τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρέσωσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὸ τέταρτον τῆς διαφορᾶς μεταξὺ 74 καὶ 78½ τοῖς ἑκατὸν, καὶ τὸ τέταρτον τοῦτο ἐπὶ 16 χιλιάδων ὁμολογιῶν, διότι ἐκαλύφθησαν κατὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν 76,000, ἀποτελεῖ ποσὸν ἐννενήκοντα χιλιάδων δραχμῶν. Μετὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν διετέθησαν ὑπὲρ τῶν τραπεζιτῶν εἴκοσιν ἔτι χιλιάδες ὁμολογιῶν ἀντὶ 76 τοῖς ἑκατὸν, καὶ ἐπ’ αὐτῶν δὲ κατὰ τὴν σύμβασιν προαφήρεσαν ὑπὲρ ἑαυτῶν οἱ τραπεζῖται τὸ τέταρτον τῆς διαφορᾶς μεταξὺ 74 καὶ 76 τοῖς ἑκατὸν, ἤτοι, ἐπὶ δέκα ἑκατομμυρίων, δραχμὰς νέας πεντήκοντα χιλιάδας. Τὸ ὅλον λοιπὸν ποσὸν τὸ παρανόμως χορηγηθὲν εἰς τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα ἀνέρχεται εἰς ἓν ἑκατομμύριον πεντακοσίας ἐννενήκοντα χιλιάδας δραχμῶν. Εἰς τοῦτο, ἐὰν προστεθῶσι τὰ νομίμως χορηγηθέντα, ἤτοι διακόσιαι χιλιάδες δραχμῶν, διὰ τὴν ἔκδοσιν καὶ ἐκτύπωσιν, καὶ 720 χιλιάδες δραχμῶν, διὰ προμήθειαν, εὑρίσκομεν, ὅτι οἱ τραπεζῖται, οἵτινες ἀνέλαβον τὴν εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἔκδοσιν τοῦ δανείου τούτου, ἔλαβον πληρωμὴν δύο ἑκατομμυρίων πεντακοσίων δέκα χιλιάδων δραχμῶν. Θὰ ἐξετάσω ἤδη ποίαν ὑπηρεσίαν προσήνεγκον ἀντὶ τοῦ ποσοῦ τῶν δύο ἑκατομμυρίων πεντακοσίων δέκα χιλιάδων δραχμῶν, ἢ ἔστω καὶ ἀντὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον νομίμως τοῖς ἐδόθη, διότι πιστεύω, ὅτι θὰ ἀποδείξω, ὅτι ὄχι μόνον ὑπηρεσίαν δὲν προσήνεγκον, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας ἔβλαψαν τὸ δάνειον καὶ τὴν ὑπόληψιν τοῦ Ἔθνους. Καὶ τοῦτο θὰ τὸ ἀποδείξω, ἔχων μάρτυρας αὐτὴν τὴν πρεσβείαν τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις καὶ τὸ κατάστημα τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε τὸ δάνειον, κατάστημα λίαν εὐϋπόληπτον, καὶ εἰς τοῦ ὁποίου τὴν γνώμην ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν τὴν δέουσαν προσοχήν. Διήρεσα, ὅπως βλέπετε, τὰ ποσὰ εἰς νομίμως καὶ παρανόμως παραχωρηθέντα. Δὲν ἕπεται ὅμως, ὅτι τὰ νομίμως παραχωρηθέντα, ὑπεχρεοῦτο τὸ δημόσιον καὶ νὰ τὰ πληρώσῃ, δύναμαι δὲ νὰ κατακρίνω τὴν πληρωμὴν ὡς ἐπιζήμιον, οὐχὶ ὅμως καὶ παράνομον, ἐνῷ τὴν χορήγησιν τῶν 1,590,000 δραχμῶν δύναμαι ὄχι μόνον ὡς ἐπιζήμιον νὰ κατακρίνω, ἀλλὰ καὶ ὡς παράνομον. Περὶ τούτων πάντων, ἅτινα ἀποτελοῦσι τὰ κατὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον τῆς Βουλῆς ἐκτεθέντα ἄρθρα τῆς κατηγορίας ἐπὶ τῇ συνομολογήσει τοῦ δανείου τῶν ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων, οὐδὲν εἶπεν ὁ Κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ὡμίλησεν ὅμως περὶ ἄλλου τινὸς, τὸ ὁποῖον ἡ ἀντιπολίτευσις οὐδέποτε εἶπεν ἐν ἰδίῳ ὀνόματι. Ὡμίλησε περὶ παρανομίας τινός, ἐφ’ ᾗ ἡ ἀντιπολίτευσις, ἐκείνη τοὐλάχιστον, ἥτις ἐμελέτησε τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἐδημοσίευσε τὴν γνώμην της, δὲν κατέκρινε τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ ἀντιπολίτευσις κατέκρινε τὴν Κυβέρνησιν ὡς πρὸς τοῦτο, οὐχὶ ἐπὶ παρανομίᾳ, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ἀτελείᾳ τῆς νομοθετικῆς αὑτῆς ἐργασίας· κατέκρινε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν προεῖδε τὴν ἀνάγκην, ἥτις προεκάλεσε τὴν παρανομίαν, καὶ δὲν προενόησε περὶ αὐτῆς ἐν τῷ νομοθετήματι, ὅπερ εἰσηγήσατο. Ἡ Κυβέρνησις, ὅταν φέρῃ νόμους, πρέπει νὰ τοὺς φέρῃ πλήρεις, ἐν ἄλλοις καὶ διὰ νὰ γινώσκῃ ἡ Βουλὴ ποῖα εἶναι τὰ βάρη, ἅτινα ὁ νόμος ἐπάγεται. Δὲν ἀρκεῖ εἰς δικαιολογίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας παρηνόμησεν, ἔπρεπε νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς ἀνάγκης, τῆς προκαλεσάσης τὴν παρανομίαν, ὅτε συνέταξε τὸν νόμον. Ὁ Κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπεκαλέσθη ὡς πρὸς τοῦτο τὸ προηγούμενον τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1867, ὅτε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν κατεῖχεν ὁ ἄριστος τῶν παρ’ ἡμῖν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· τοῦτο δύναμαι νὰ εἴπω περὶ αὐτοῦ καὶ περὶ ἑνὸς ἄλλου ἴσως, χωρὶς νὰ προσβάλω τινά. Εἶπεν ὁ Κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι κατακρίνεται—διότι τὴν γνώμην τοῦ συνδρομητοῦ ἐφημερίδος ἐθεώρησεν ὡς γνώμην τῆς ἀντιπολιτεύσεως—ὡς ἀναλαβὼν ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν προεξοφλητικὴν τράπεζαν, ἵνα πληρώνῃ ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἑκάστοτε διατιθεμένου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, ἐνῷ ἡμεῖς αὐτοὶ, ἡ ἀντιπολίτευσις, κατὰ τὸ 1867 τοιοῦτον ὅρον ἀπεδέχθημεν, ψηφίσαντες ἐν τῷ νόμῳ τὰ περὶ τούτου καὶ ὑποχρεώσαντες τὸ δημόσιον εἰς πληρωμὴν ἑνὸς τρίτου τοῖς ἑκατὸν ὑπὲρ τοῦ τραπεζιτικοῦ καταστήματος, τὸ ὁποῖον ἐξετέλει τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Ἀλλ’ ἐδῶ ὑπάρχει ἡ διαφορά· ὅτι κατὰ τὸ 1867 ὁ Κ. Κεχαγιᾶς ἤξευρε περὶ τίνος ἐνομοθέτει, καὶ ἐν τῷ νόμῳ ἐτέθη διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται ν’ ἀναλάβῃ ἡ Κυβέρνησις ὑποχρέωσιν περὶ ἀμοιβῆς ἐξ ἑνὸς τρίτου τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν πληρωνομένων παρὰ τῆς τραπέζης διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς διαφορᾶς τοῦ ἡμίσεως πρὸς τὸ τρίτον τοῖς ἑκατὸν, εἶναι μικρὰ ἡ διαφορὰ, καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπροσπάθησε νὰ ὁρίσῃ κατώτερον ὅρον, ἀλλ’ ἠναγκάσθη νὰ δεχθῇ τὸ ἥμισυ ἀντὶ τοῦ τρίτου. Ἡ διαφορὰ, εἰς ἣν καὶ μόνην ἀποδίδω ἀξίαν, εἶναι, ὅτι κατὰ τὸ 1867 προενόησεν ὁ νόμος περὶ τῶν ἐξόδων, ἐνῷ ἤδη ἀφῆκε κενόν. Ὀρθὴ ἦτο ἡ παρατήρησις τοῦ συνδρομητοῦ τῆς ἐφημερίδος, ἀλλ’ ἐσφαλμένος ἦτο ὁ ὑπολογισμός. Ἐπρόκειτο περὶ εἴκοσι μιᾶς χιλιάδος φράγκων κατ’ ἔτος, διὰ δὲ τῆς προσθήκης ἑνὸς μηδενικοῦ παρεστάθη τὸ ποσὸν ὡς 210 χιλιάδων, καὶ ἡ διαφορὰ ἐπὶ τεσσαράκοντα ἔτη, καθ’ ἃ θὰ διαρκέσῃ τὸ δάνειον, καθίστατο κολοσσιαία. Ἐκτὸς ὅσων ἀνέφερον, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ἔξοδα μικρά, ἔξοδον χαρτοσήμου, εἶναι δὲ ζήτημα, ἐὰν κατὰ τὸν νόμον ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸ εἰς βάρος της, καὶ ἔξοδα μεταφορᾶς τῶν χρημάτων, περὶ τῶν ὁποίων δὲν προβλέπει ὁ νόμος· ἀλλὰ περὶ τούτων οὐδὲν λέγω. Περιορίζω τὴν κατηγορίαν εἰς τὸ ἓν ἑκατομμύριον πεντακοσίας ἐννενήκοντα χιλιάδας δρ., τὸ παρανόμως δοθὲν εἰς τὴν τράπεζαν τὴν ἀναλαβοῦσαν τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου· περιορίζω τὴν κατηγορίαν εἰς τὰ 2,500,000, τὰ νομίμως ἢ παρανόμως δοθέντα, διότι ἐδόθησαν ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ τόπου. Εἶπον, κύριοι, ὅτι θὰ ἀποδείξω, ὅτι ἡ δι’ ὁμάδων διαπραγμάτευσις, ἡ ἀπολήξασα εἰς τὴν πληρωμὴν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου τοῦ ὑπερόγκου τούτου ποσοῦ, ὄχι μόνον δὲν ὑπῆρξε λυσιτελὴς, ὡς μὴ προσενεχθείσης παρὰ τῶν ὁμάδων ὑπηρεσίας εἰς τὸ δημόσιον, ἀλλὰ ἔβλαψε καιρίως καὶ τὰ συμφέροντα καὶ τὴν ὑπόληψιν τοῦ Κράτους. Λάβετε, κύριοι, ἀνὰ χεῖρας τὸ τεῦχος τοῦτο, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὁ ἐπιτετραμμένος τῆς Κυβερνήσεως ἐν Παρισίοις διεμαρτύρετο κατὰ τοῦ τρόπου τῆς διαπραγματεύσεως, λέγων, ὅτι εἰς τοιοῦτον σημεῖον περιῆλθον τὰ τῶν διαπραγματεύσεων, ὥστε προσβάλλουσι τὴν ὑπόληψιν τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν δὲ ἐξακολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις οὕτω διαπραγματευομένη, οὐδεμία ὑπάρχει ἐλπίς, ὅτι θέλει κατορθώσει νὰ πραγματοποιήσῃ δάνειον. Ἀναγινώσκω ἐν σελ. 58 ἔγγραφον 100. «Ὁ Ἐπιτετραμμένος τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις τῷ Κ. Θεοδώρῳ Π. Δηλιγιάννῃ. «Παρίσιοι, 14]26 Μαρτίου 1879. «.... Ἡ βασιλικὴ πρεσβεία, ἀφίνουσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποφασίσῃ, ἐὰν ἦναι συμφέρον νὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ διαπραγματεύσεις ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους μετὰ τοῦ κ. Σερπιέρη, ἢ ἐὰν δὲν πρέπῃ νὰ διαλύσῃ τάχιστα πᾶσαν μετ’ αὐτοῦ διαπραγμάτευσιν, νομίζει καθῆκόν της νὰ σᾶς ὑποβάλῃ τὴν γνώμην περὶ τῆς διαλύσεως ἐπὶ τέλους τῶν διαπραγματεύσεων, αἵτινες περιστρέφονται πάντοτε πρὸ πολλῶν ἤδη μηνῶν ἐντὸς κύκλου πλημμελοῦς καὶ αἵτινες δὲν φαίνονται νὰ ἐπιτύχωσι κατ’ εὐχὴν, δὲν κάμνουσι δὲ ἄλλο ἢ νὰ δυσφημῶσι τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς τῶν Παρισίων, καθιστῶσι δὲ δυσκολωτέραν ἐν τῷ παρόντι ἢ ἐν τῷ μέλλοντι τὴν συνομολόγησιν σπουδαιοτάτου δανείου.» Ὁμιλεῖ ἐνταῦθα περὶ τῆς ἑτέρας ὁμάδος, καὶ οὐχὶ περὶ ἐκείνης, εἰς ἣν ἐγένετο ἡ παραχώρησις, ὁμιλεῖ περὶ τῆς ὁμάδος, ἧς ἔπλεξε τοὺς στεφάνους ὁ κ. ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ἀποδοὺς εἰς τὰς ἐνεργείας αὐτῆς τὴν βελτίωσιν τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς συνήφθη τὸ δάνειον. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ὑπηρεσία περὶ τῆς διαπραγματεύσεως τοῦ δανείου διὰ τῶν ὁμάδων. Θὰ σᾶς ἀπησχόλουν, κύριοι, πολὺ, ἐὰν σᾶς ἀνεγίνωσκον ὅλα τ’ ἀποδεικνύοντα τοῦτο ἔγγραφα τῶν κκ. Κορωνιοῦ καὶ Συγγροῦ, διὰ τῶν ὁποίων οὗτοι διεμαρτύροντο κατὰ τοῦ τρόπου τούτου τῆς διαπραγματεύσεως διὰ δύω συνάμα ὁμάδων. Τοῦτο παρέστησα καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν προκάτοχον ἡμῶν· εἶπον εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τότε, ὅτι ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ παύσῃ οὕτω διαπραγματευομένη, ὄχι μόνον διότι παρασκευάζει τὴν ἀποτυχίαν τοῦ δανείου καὶ ἐν τῷ παρόντι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, ἀλλὰ διότι δυσφημεῖται καὶ ὁ τόπος, καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπήντα τότε, ὅτι οὗτος ἦτο ὁ ἄριστος τρόπος τῶν διαπραγματεύσεων. Ἀλλὰ περὶ τοῦ τρόπου τούτου καὶ ὁ κ. Συγγρὸς καὶ ὁ κ. Κορωνιὸς ἀποφαίνονται ὡς ὀλεθρίου, ὡς ὀλέθριον παριστῶσιν αὐτὸν καὶ ὁ κ. Ῥικάκης καὶ ὁ κ. Σερπιέρης· καὶ τὰ ἔγγραφα εὑρίσκονται ἐνταῦθα, ἀλλὰ θὰ σᾶς ἀναγνώσω μόνον τὴν γνώμην τοῦ διευθυντοῦ τοῦ καταστήματος τῆς Προεξοφλητικῆς Τραπέζης, τοῦ ἐμπειροτάτου ἐκείνου ἀνδρὸς, ὅστις διαχειρίζεται τὰς ὑποθέσεις καταστήματος, τὸ ὁποῖον ἀπολαύει μεγίστης ὑπολήψεως ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Εὐρώπης. Γράφει ὁ κ. Μαλικόπουλος περὶ ὅσων εἶπε πρὸς αὐτὸν ὁ διευθυντὴς τῆς Προεξοφλητικῆς Τραπέζης, (σελ. 15, ἔγγραφον 21, παράρτημα) «Λέγει ὅτι... οἱ ὀγδοήκοντα χιλιάδες πελάται καὶ τὸ κοινὸν ἐν γένει θέλει ὑπογράψει πολὺ περισσότερον, ἐὰν ἐμάνθανε τὴν ἄμεσον ἔκδοσιν ἄνευ τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἐπάγουσι τὰ συνδικάτα.» Ὁ διευθυντὴς τοῦ καταστήματος τῆς Προεξοφλητικῆς Τραπέζης, αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως, εἶπε ῥητῶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, σὲ εἰδοποιῶ, ὅτι θὰ ἐπιτύχῃς καλλίτερον ἐὰν ἐργασθῇς ἄνευ τῶν ὁμάδων, ὅτι, ὅταν τὸ κοινὸν γνωρίζῃ, ὅτι ὑπάρχουσιν ὁμάδες, αἱ ὁποῖαι προαφαιροῦσι τὸ κέρδος, δὲν προσέρχεται εἰς τὴν ἐγγραφὴν, ὅτι διὰ νὰ προσέλθῃ τὸ κοινὸν εἰς τὴν ἐγγραφὴν, πρέπει νὰ προσδοκᾷ, ὅτι θέλει αὐτὸ πραγματοποιήσει τὸ κέρδος, ὅπερ θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως ἐπὶ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ πραγματικῶς λαμβάνει ἡ Κυβέρνησις. Οἱ κεφαλαιοῦχοι γινώσκουσιν, ὅτι ὑπερτίμησις δύναται νὰ ὑπάρξῃ μόνον ἐπὶ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ λαμβάνει ἡ Κυβέρνησις, ἂν δὲ ἡ ὑπερτίμησις αὕτη προαφαιρῆται ὑπὲρ ἄλλων, δὲν ὑπάρχει στάδιον κερδοσκοπίας δι’ αὐτούς. (Σελὶς 18, ἔγγραφον 30.) Ὁ διευθυντὴς τῆς προεξοφλητικῆς τραπέζης λέγει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον ἀντὶ 81%, καὶ προσθέτει, ὅτι τὸ ἥμισυ τοῦ δανείου θέλει καλυφθῆ ἀμέσως, θέλει δὲ φροντίσει περὶ τῆς ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις βαθμιαίας εἰσαγωγῆς τῶν ὑπολοίπων ὁμολογιῶν. Ὁ διευθυντὴς λοιπὸν τοῦ καταστήματος τούτου, τὸ ὁποῖον πρωτεύει μεταξὺ τῶν τραπεζιτικῶν καταστημάτων, λέγει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ἂν πρόκηται νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον ἄνευ μεσολαβήσεως ὁμάδων, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι θέλω τὸ πραγματοποιήσει ἀντὶ 81%· ὑμεῖς δὲ ἀντὶ πόσου τὸ ἐπραγματοποιήσατε; Ἐκ τῶν 78½%, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν 5% ἐπὶ 20 ἑκατομμυρίων καὶ 4½ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ 10 ἑκατομμυρίων καὶ 1⅛ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ 8 ἑκατομμυρίων καὶ 50 ἑκατοστὸ ἐπὶ δέκα ἑκατομμυρίων, καὶ προσέτι 1½%, διὰ τὴν προμήθειαν, καὶ 200,000 δραχμὰς διὰ ἔξοδα, δὲν τὸ ἐπραγματοποιήσατε ἄνω τῶν 72¾%, ἐνῷ ὁ διευθυντὴς τοῦ προεξοφλητικοῦ καταστήματος λέγει, ὅτι ἤθελε τὸ πραγματοποιήσει πρὸς 81, χωρὶς νὰ ἐγγυᾶται βεβαίως. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι γνώμη ἀνδρὸς γινώσκοντος τὰ χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης, ἐξηγεῖ δὲ ὁ ἴδιος τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους προσεδόκα τὴν ἐπιτυχίαν (ἀναγινώσκει)· «καὶ διότι, λέγει, τοῦ δανείου τούτου προσφερομένου παρὰ τῆς Κυβερνήσεως κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸ κοινὸν ἄνευ τῆς παρεμβάσεως συνδικάτου, δύναται νὰ εἴπῃ διὰ τῆς δηλοποιήσεώς της, ὅτι τὸ κοινὸν ἀπήλαυσε τῶν ὠφελειῶν, ἃς ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὸ συνδικάτον»· λέγει, ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀποβάλω τὰς ὁμάδας, καὶ τότε ἀπεκδέχομαι ἐπιτυχίαν πρὸς 81%. Ἐὰν προκαλέσῃς τὴν παρέμβασιν ὁμάδος, ὄχι μόνον θὰ πληρώσῃς προμηθείας, ἀλλὰ δὲν θὰ δυνηθῇς νὰ τὸ πραγματοποιήσῃς, διότι δὲν θὰ γείνωσιν ἐγγραφαί. Προσθέτει δὲ ὁ κ. Μαλικόπουλος, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει περὶ τῆς γνώμης ταύτης τοῦ διευθυντοῦ «Ἐὰν ἤδη ἀρχίζω νὰ πραγματεύωμαι μετὰ τῆς ὁμάδος τῶν τραπεζιτῶν, ἡ τράπεζα βεβαίως θέλει βλαφθῆ, θ’ ἀποσυρθῇ, θὰ κηρυχθῇ ἐχθρὸς τοῦ δανείου, καὶ ἐν τοιαύτῃ θέσει οὐδεμία ὁμὰς τραπεζιτῶν θέλει ἐπιτύχει νὰ τὸ πραγματοποιήσῃ.» Τί δεικνύει ἡ τελευταία αὕτη παράγραφος; ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου τῆς διαπραγματεύσεως διὰ δύω ὁμάδων, ὄχι μόνον δὲν ἐπιτυγχάνει ἡ Κυβέρνησις ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὡς ὠφέλειαν τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς τοιαύτης ἐργασίας, ἀλλὰ διὰ τοῦ συναγωνισμοῦ τούτου ἀπομακρύνονται οἱ σπουδαῖοι τραπεζικοὶ οἶκοι, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ διατίθενται ἐχθρικῶς· καὶ σᾶς λέγει ὁ ἐνταῦθα διαπραγματευόμενος, ὅτι, ἀποτεινόμενοι εἰς ἄλλην τραπεζικὴν ὁμάδα, δὲν θὰ κατορθώσητε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ κάμητε ἐχθρὰν τὴν πρώτην ὁμάδα, καὶ ἔχοντες ἐχθρὰν τὴν πρώτην ὁμάδα, δὲν δύνασθε νὰ κάμητε οὐδὲ βῆμα. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη τῶν εἰδημόνων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ποῖαι δὲ ἦσαν κατὰ τ’ ἄλλα αἱ ὑπηρεσίαι τῶν ὁμάδων τούτων; Ὅπως εἶπον, ἐπὶ τὰ ἔγγραφα ταῦτα στηριχθεὶς, αἱ ὁμάδες ἦσαν ἡ αἰτία τῆς σχετικῆς ἀποτυχίας τοῦ δανείου· ἄνευ τῶν ὁμάδων, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ διευθυντοῦ τῆς προεξοφλητικῆς, ἠθέλομεν ἴσως πραγματοποιήσει τὸ ὅλον τοῦ δανείου καὶ μετὰ διαφορᾶς σπουδαίας ἐπὶ πλέον. Ἀλλ’ εἰς τί ἀπέληξαν αἱ ἐργασίαι αὗται τῶν ὁμάδων; ὄχι μόνον εἰς τὴν μερικὴν ἀποτυχίαν τοῦ δανείου, ἀλλ’ ἀπέληξαν εἰς ἐπιφυλάξεις δικαιωμάτων κατὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ ὅταν ἤκουσα τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπαινοῦντος τὰς ὁμάδας ταύτας, καὶ παραβάλλω ὅσα εἶπε περὶ τῶν ὁμάδων ὡς ὠφελησασῶν τὸ Δημόσιον, πρὸς τὰς ἀγωγὰς, τὰς ὁποίας εἰδοποιοῦσιν αἱ ὁμάδες, ὅτι θέλουσιν ἐγείρει, ὅταν παραβάλλω τὰ ὑπὲρ τῶν ὁμάδων λεχθέντα πρὸς τὴν ἀγωνίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπευθυνομένου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ λέγοντος, ὅτι εἰς τοῦτο ἀπέληξαν αἱ ὑπηρεσίαι τῶν ὁμάδων, καὶ αἰτουμένου, ἵνα ἐρωτηθῇ ἡ γνώμη τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου παρὰ τῷ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείῳ ἂν δὲν ἦναι φόβος νὰ καταδικασθῇ τὸ δημόσιον, ὅταν παραβάλλω τὰ λεχθέντα πρὸς τὴν ζημίαν, τὴν ἐπενεχθεῖσαν εἰς τὸ Δημόσιον, πρὸς τὰς ἀγωγὰς, τὰς ὁποίας ἀπειλοῦσι νὰ κινήσωσι κατὰ τοῦ Δημοσίου αἱ ὁμάδες, ἐκπλήττομαι καὶ ἐρωτῶ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς δίδει τοιοῦτον χαρακτηρισμὸν εἰς πράξεις, τὰς ὁποίας καταγγέλλουσιν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα μᾶς ὑπέβαλεν; Ἠξεύρετε κατὰ ποῖον τρόπον διεξήχθησαν αὗται αἱ διαπραγματεύσεις; εἶναι παράδοξον, καὶ ἂν τὸ φυλλάδιον τοῦτο δὲν εἶχε διανεμηθῆ εἰς ὅλους, θὰ ἔτρεχον τὸν κίνδυνον νὰ μὴ ἦμαι πιστευτός. Ἐν Παρισίοις ἔχομεν καὶ πρέσβυν, καὶ ἐν ἀπουσίᾳ αὐτοῦ ἐπιτετραμμένον, ἀμφοτέρους ἄνδρας λίαν εὐϋπολήπτους καὶ ἱκανοὺς, οἵτινες ἠδύναντο νὰ διεξαγάγωσι πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου· ἐν τούτοις ἐστάλησαν ἄλλοι ἀντιπρόσωποι, καὶ διατί ἐστάλησαν; Τοῦτο εἶναι κυβερνητικὴ πρᾶξις· τὴν αὐτὴν δὲ πρᾶξιν εἴχομεν ἰδεῖ τελουμένην, προκειμένου περὶ τῆς συμβάσεως τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825· εἴδομεν ἐκεῖ ἐπιπροστιθέμενον εἰς τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως πρόσωπον, τοῦ ὁποίου οὐδεμίαν ὑπηρεσίαν γινώσκομεν ἐκ τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων, ἀλλ’ οὐδὲν τότε εἴπομεν, διότι δὲν προέκυψεν ἐκ τῆς ἀναμίξεως αὐτοῦ γνωστὴ ἡμῖν ζημία εἰς τὸ Δημόσιον· ἐνταῦθα ὅμως βλέπομεν ζημίαν καὶ κινδύνους, τῶν ὁποίων τ’ ἀποτελέσματα εἰσέτι δὲν ἐξεκαθαρίσθησαν. Ἔστειλε λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἄλλο πρόσωπον, ὅπερ κατ’ ἀρχὰς μὲν παρίσταται ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως, κατόπιν ὅμως τὸ αὐτὸ πρόσωπον παρίσταται ὡς ἀντιπρόσωπος ὁμάδος καὶ συναλλάσσεται πρὸς τὸν ἐπίσημον ἐπιτετραμμένον τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ φθάνει στιγμὴ, καθ’ ἣν κινδυνεύει ἡ ὁμὰς ἐκείνη νὰ ἴδῃ προτιμωμένην τὴν ἑτέραν ὁμάδα, τὴν τελικῶς προτιμηθεῖσαν· τί δὲ τότε συμβαίνει; τὸ αὐτὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον συνηλλάσσετο μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἄλλης ὁμάδος, αἴφνης ἀλλάσσει χαρακτῆρα καὶ παρίσταται ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως παρὰ τῇ ὁμάδι, καὶ ποιεῖται πρὸς αὐτὴν δηλώσεις περὶ δικαιωμάτων αὐτῆς εἰς προτίμησιν. Ὁ ἐπιτετραμμένος ἐν Παρισίοις τηλεγραφεῖ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐρωτῶν, ἐγὼ εἶμαι ἀντιπρόσωπος ἢ ἐκεῖνος; γινώσκω, ὅτι ἔχει ἔγγραφα τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὰ ἔγγραφα ταῦτα τῷ δίδουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐργάζηται κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος οὐδὲν ἄλλο δύναται νὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα παρὰ τὴν παρασκευὴν ἀγωγῶν κατὰ τοῦ Δημοσίου; καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπαντᾷ, ὅτι ἔχει ἔγγραφα, ἀλλ’ ὅτι αἱ ὁριστικαὶ ὁδηγίαι εἶναι αὐταὶ, τὰς ὁποίας ὁ ἐπιτετραμμένος ἔχει, καὶ ἑπομένως κατ’ αὐτὰς τὰς ὁδηγίας πρέπει νὰ ἐξακολουθῇ ἡ διαπραγμάτευσις. Ἐν τούτοις αἱ δηλώσεις ἐγένοντο καὶ ἀποτελοῦσι στοιχεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηριζομένη ἤδη ἡ ἀποτυχοῦσα ὁμὰς πρόκειται νὰ διεκδικήσῃ παρὰ τοῦ Δημοσίου σπουδαῖα ποσὰ, καί τοι εὐτυχῶς ἄνευ οὐδεμιᾶς πιθανότητος ἐπιτυχίας. Εἶναι δὲ καὶ ἔγγραφα ἐν τῷ φυλλαδίῳ, τὰ ὁποῖα, ἂν δὲν εἶχον δημοσιευθῆ ἐν αὐτῷ, δὲν θὰ εἶχον τὸ δικαίωμα ν’ ἀναγνώσω πρὸς ὑμᾶς· ἀλλὰ βεβαίως ἐδημοσιεύθησαν πρὸς τὸν σκοπὸν, ἵνα χρησιμεύσωσι κατὰ τὴν συζήτησιν, εἶναι δὲ καταγγελία κατ’ αὐτοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ὑπάρχουν ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον, καίπερ ἐπίσημα, δὲν κατεχωρίσθησαν, καὶ τὰ φέρω ἐνταῦθα, διὰ νὰ μὴ διαψευσθῶ· ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἔγγραφα μὴ ἐπίσημα, τὰ ὁποῖα κατεχωρίσθησαν, ἔγγραφα, μὴ φέροντα ἡμερομηνίαν, οὐδὲ τὴν συνήθη προσαγόρευσιν. Σελὶς 31, ἀριθ. 46. Ἐπιστολή. «Ὁ κ. Ἀλέξανδρος Κουμουνδοῦρος τῷ κ. Θεοδώρῳ Π. Δηλιγιάννῃ (ἄνευ χρονολογίας). «Μὴ λησμονήσητε, παρακαλῶ, νὰ γράψητε τοῦ κ. Δελη«γιάννη νὰ καλέσῃ τὸν Μαλικόπουλον νὰ συνυπογράψῃ καὶ «αὐτὸς δι’ ἑαυτὸν καὶ διὰ τὸν κ. Νάζον ὡς ἀντιπρόσωπόν «μας· ἐκοπίασαν καὶ ἐξώδευσαν τόσα, ὥστε δὲν πρέπει ν’ ἀ«δικηθοῦν.» Αὐτὰ, κύριοι, εἶναι τὰ πρόσωπα, πρὸς τὰ ὁποῖα συνηλλάττετο ἡ Κυβέρνησις. Διὰ τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ ὑπογραφῇ, ἐκλείετο συμφωνία πρὸς τὴν ὁμάδα, εἰς ἣν ἀνῆκον τὰ πρόσωπα ταῦτα. Περὶ τῆς θέσεως τοῦ κ. Μαλικοπούλου ἐν τῇ ὁμάδι μαρτυροῦσι πολλὰ ἔγγραφα, μαρτυρεῖ δὲ καὶ ὁ πρεσβευτὴς ἐπανελθὼν εἰς Παρισίους. Ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον αὐτοῦ. Σελὶς 80, ἔγγραφον 138. Ὁ ἐν Παρισίοις πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος κ. Ὑψηλάντης τῷ κ. Θ. Π. Δηλιγιάννῃ. Ὁμιλῶν περὶ τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης, διὰ τῆς ὁποίας ὁ κ. Μαλικόπουλος, ὡς ἀντιπρόσωπος δῆθεν τῆς Κυβερνήσεως, ἔδιδε τὴν προτίμησιν πρὸς τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ὁμάδα, καὶ διαμαρτυρόμενος, λέγει ἐν ἄλλοις. «Ἄλλως ἐπιστολὴ γραφεῖσα μόνον, ὅπως περιπλέξῃ, καὶ προερχομένη ἀπὸ προσώπου, ἀντιποιουμένου τὴν ἰδιότητα ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως, οὐδένα ἐπίσημον τοιοῦτον τίτλον ἔχοντος, οὐδὲ διὰ τακτικοῦ πληρεξουσίου ἐφωδιασμένου, ἀπεναντίας μάλιστα μέλλοντος νὰ λάβῃ χρηματικὴν προμήθειαν διὰ τὰς ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν τραπεζιτῶν, τῶν διαπραγματευομένων τὸ δάνειον, προσπαθείας του, παντάπασι δὲν δύναται νὰ δεσμεύσῃ τὴν Β. Κυβέρνησιν, οὐδὲ συνέπειάν τινα ἐπ’ αὐτῆς νὰ ἔχῃ». Νομίζω, ὅτι ἱκανὰ ἀνέγνωσα ἔγγραφα, ἵνα πεισθῆτε περὶ τῆς ἀληθείας τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου, ὅτι ὁ τρόπος τοὐλάχιστον, καθ’ ὃν διεξήγαγεν ἡ Κυβέρνησις τὴν διαπραγμάτευσιν διὰ τῶν δύο ὁμάδων, ὄχι μόνον δὲν συνετέλεσεν εἰς τὴν μερικὴν ἐπιτυχίαν τοῦ δανείου, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ τῆς μερικῆς αὐτοῦ ἀποτυχίας, ὅτι αἱ ὁμάδες αὗται ὄχι μόνον δὲν προσέφερον ὑπηρεσίαν ἀξίαν πληρωμῆς 2,510,000 φράγκων, καθ’ ἃ πρότερον ὑπελόγισα, πληρωμῆς ἐν μέρει νομίμου καὶ ἐν μέρει παρανόμου, ἀλλ’ ὅτι ἀπ’ ἐναντίας ἐζημίωσαν τὸ δημόσιον σπουδαίως ἐπὶ πλέον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἔλαβον αὐτοί. Τὸ δάνειον τοῦτο δὲν ἐγένετο, ὅπως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία προετίθετο νὰ γείνῃ, ἐξωτερικόν, ἐγένετο μᾶλλον ἐσωτερικόν· καὶ αὐτὰ τὰ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διατεθέντα ποσὰ πράγματι δὲν διετέθησαν ὑπὲρ κεφαλαίων ξένων, ἀλλ’ ὑπὲρ Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἐπίσης μετάσχει καὶ δανείου ἐσωτερικοῦ, καὶ οἱ ὁποῖοι ἤθελον μετάσχει διὰ ποσὰ πολὺ μεγαλείτερα, ἂν ἄλλως διεξήγετο ἡ διαπραγμάτευσις· ἀφοῦ γινώσκομεν, ὅτι ἐνταῦθα, ἐν Ἀθήναις, ὑπῆρχον 10,000,000 δραχμῶν ἕτοιμα νὰ προσενεχθῶσιν εἰς τὴν ἑτέραν ὁμάδα, καὶ ταῦτα δὲν προσεφέρθησαν εἰς τὴν προτιμηθεῖσαν, διότι οἱ κύριοι αὐτῶν, ὡς ἀνήκοντες εἰς τὴν ἀποτυχοῦσαν ὁμάδα, ἀντεπολιτεύοντο τοὺς ἐκδόντας τὸ δάνειον. Ἐνῷ λοιπὸν τὸ δημόσιον ἐπραγματοποίησεν ἐκ τοῦ δανείου μόνον 72¾ τοῖς ἑκατὸν, καὶ ἐκαλύφθησαν μόνον 96,000 ὁμολογίαι, δὲν ἐπραγματοποιήθη τὸ δάνειον ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς θὰ ἠδύνατο νὰ πραγματοποιηθῇ, ἂν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν εἶχε τὴν πρόθεσιν νὰ γείνῃ ἐξωτερικόν. Ἂν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἤθελε νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ δάνειον ὡς δάνειον ἐσωτερικὸν, ἡ πραγματοποίησις αὐτοῦ ἐπὶ ὅροις πολὺ ἐπωφελεστέροις τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς ἐπῆλθεν ἡ μερικὴ αὐτοῦ ἀποτυχία, ἦτο βεβαία· εἶναι δὲ τοῦτο πρόδηλον. Λάβετε ἀνὰ χεῖρας τὰ δελτία τοῦ χρηματιστηρίου τῶν Ἀθηνῶν τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν διεπραγματεύετο ἡ Κυβέρνησις τὸ δάνειον, καὶ ἀναζητήσατε ἐκεῖ τὴν τιμὴν τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων, δανείου ὁμοίου πρὸς τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, διότι καὶ τόκον καὶ χρεωλύσιον ἔχει ταὐτὰ, καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πληρόνονται εἰς μεταλλικὸν οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεωλύσια· διαφορὰ μόνον ὑπάρχει πρὸς ζημίαν τοῦ δανείου τῶν 26,000,000, ὅτι τούτου οἱ τόκοι πληρόνονται καθ’ ἑξαμηνίαν, ἐνῷ οἱ τοῦ τῶν 60,000,000 πληρόνονται κατὰ τριμηνίαν, ἑπομένως ζημιοῦται ὁ κάτοχος ὁμολογιῶν τῶν 26,000,000 τοὺς τόκους τῶν τριμηνιαίων δόσεων ἐπὶ δύο τοῦ ἔτους τριμηνίας. Ἡ τρέχουσα ἄρα τιμὴ τοῦ δανείου τῶν 26,000,000, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ Κυβέρνησις διεπραγματεύετο τὸ δάνειον, παρέχει ἀφετηρίαν εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τῶν τιμῶν, ἐφ’ αἷς θὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ δάνειον ἐσωτερικόν. Τὸ χρηματιστικὸν δελτίον τῆς 1 Δεκεμβρίου 1878 ἀναγράφει ὡς ἀγοραίαν τιμὴν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 26,000,000 φράγκα 416. Οὔσης τῆς ὀνομαστικῆς ἀξίας φράγκα 500, ἡ τιμὴ τῶν 415 φράγκων ἀντιστοιχεῖ πρὸς 83%. Ἐκδιδομένου ἐνταῦθα τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, δὲν θὰ ἦτο εὔλογον ν’ ἀξιῶμεν τὴν ἐπὶ τοιαύτῃ τιμῇ πραγματοποίησιν αὐτοῦ, διότι θὰ ἐπήρχετο ὑποτίμησις τῶν τρεχουσῶν τιμῶν ὅλων τῶν δανείων, εὐθὺς ὡς ἐξεδίδετο τὸ νέον δάνειον, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῆς ἀναλογίας τῆς προσφορᾶς πρὸς τὴν ζήτησιν· ἀλλὰ πλὴν τούτου τὸ συνάλλαγμα τότε ἦτο εἰς βάρος ἡμῶν, τὰ δὲ φράγκα τῆς ἀγοραίας τιμῆς τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 26,000,000 ἐλογίζοντο κατὰ τὴν διατίμησιν. Ὑπολογίζοντες ἄρα τὸ φράγκον ἐπὶ τῇ τιμῇ ἣν ἐκανόνισεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τὰς ἐνταῦθα πληρωμὰς ἀπέναντι τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 εἰς 115, δυνάμεθα νὰ συμπεράνωμεν, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 θὰ ἐπραγματοποιεῖτο ἐπὶ τιμῇ, ἂν μὴ 80%, πιθανώτατα ὅμως 79 ἢ 78%. Ἔχομεν δὲ τὴν μαρτυρίαν τοῦ διευθυντοῦ τῆς προεξοφλητικῆς τραπέζης, ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ διατεθῇ ἐν Παρισίοις πρὸς 84%. Ὥστε, ἂν παραβάλωμεν πρὸς τὴν τιμὴν τῶν 72¾%, ἀνθ’ ἧς ἐπραγματοποίησεν ἡ Κυβέρνησις τὸ δάνειον, τὰς πιθανὰς τιμὰς τῆς πραγματοποιήσεως αὐτοῦ ἄνευ τῆς παρεμβάσεως τῶν ὁμάδων, ἔχομεν πραγματοποιηθεῖσαν ζημίαν τοῦ δημοσίου 3,960,000, ἂν θὰ διετίθετο πρὸς 84%, 3,480,000, ἂν θὰ διετίθετο πρὸς 80%, 3 δ’ ἑκατομμυρίων, ἂν πρὸς 79%, καὶ 2,520,000, ἂν πρὸς 78%. Ὅτι δὲ τὸ δημόσιον ἐπραγματοποίησε μόνον 72¾%, δεικνύεται ἐκ τῶν λογαριασμῶν, οὓς ἔχω ἐνταῦθα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι ἐπραγματοποιήθησαν 75% μεῖον 5 λεπτῶν· τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ἐπραγματοποιήθησαν μόνον 72¾%.
§24ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφαιρεῖτε τὴν προμήθειαν καὶ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως ἀφαιρῶ τὴν προμήθειαν, διότι τὸ δάνειον τῶν 26,000,000 συνωμολογήθη ἄνευ προμηθείας ὑπὲρ τῆς τραπέζης, ἥτις εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἐξέδωκε τὸ δάνειον. Αὗται εἶναι αἱ ζημίαι αἱ ἐκ τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν σύμβασιν ἐξακολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις ζημιοῦσα τὸ δημόσιον. Ἰδοὺ τί εὑρίσκω εἰς τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὑπέβαλε περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ πραγματοποιηθέντος μέρους τοῦ δανείου. Εὑρίσκω, ὅτι 15,921,200 δραχμαὶ ἐπραγματοποιήθησαν ἀντὶ 112 τὸ φράγκον.
§26ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι τὰ ἔφερεν εἰς χρυσὸν ἐδῶ καὶ διότι εἶχε νὰ κάμῃ πληρωμὰς εἰς τὸ ἐξωτερικόν· καὶ εἶχεν ἀνάγκην τοῦ χρυσοῦ ἐν Παρισίοις....
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλ’ ὁ χρυσὸς, τὸν ὁποῖον διέθεσεν ἡ Κυβέρνησις ἐν Παρισίοις διὰ τὰς πληρωμὰς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἀξίζει τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος· τὸ συνάλλαγμα κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἦτο πρὸς 116 τὸ φράγκον, παραδέχομαι δὲ καὶ τὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν ἐδώκατε τῶν 115, ἀλλ’ ἐλαχίστας ἐπραγματοποίησεν ἡ Κυβέρνησις πληρωμὰς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, μετέφερε δὲ τὸν χρυσὸν ἐνταῦθα, διότι εἶχεν, ὡς λέγει, ἀνάγκην τοῦ χρυσοῦ, ἵνα διαθέσῃ αὐτὸν αὐτούσιον. Ποίαν ἀνάγκην εἶχεν; Οὔτε ἠδύνατο νὰ ἔχῃ, οὔτε εἶχε τοιαύτην ἀνάγκην. Τίς ἠνάγκαζε τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὰς τραπέζας τὸ μεταλλικὸν δάνειον; Τίς ἠνάγκαζεν αὐτὴν νὰ παρακαταθέσῃ παρὰ τῇ τραπέζῃ μεταλλικὸν 6,064,000 δρ.; Ἄλλας ὀφειλὰς αὐτῆς βεβαίως δὲν ἀπέτισεν ἡ Κυβέρνησις εἰς χρυσὸν, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ μεταποιῇ τὸν χρυσὸν εἰς ἐγχώριον νόμισμα πρὸς 116 τὸ φράγκον, ἀντὶ τῶν 112. Οὐδεὶς Ὑπουργὸς ἤθελε κάμει τὸ σφάλμα νὰ πληρώσῃ ὀφειλὰς διὰ χρυσοῦ πρὸς 112 τὸ φράγκον. Ἐλπίζομεν, ὅτι πληρωμαὶ τοιαῦται δὲν ἐγένοντο· γινώσκομεν ὅμως, ὅτι 6,064,000 δραχ. εἰς χρυσὸν εἶναι παρακατατεθειμέναι εἰς τὴν τράπεζαν, καὶ ὅτι δὲν δύναται οὔτε ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰς ἐγγίσῃ, οὔτε ἡ τράπεζα. Ἂν τοὐλάχιστον τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα ἐδίδοντο εἰς τὴν τράπεζαν πρὸς κυκλοφορίαν, ἡ τράπεζα θὰ ἐπραγματοποίει βεβαίως τὸ κέρδος ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς ἀξίας τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὰ γραμμάτια, ἀλλὰ θὰ ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προτάξῃ τυπικὴν δικαιολόγησιν, ὅτι ὑπάρχει τις ὠφέλεια, διότι κατὰ τὰς οἰκονομολογικὰς αὐτοῦ θεωρίας συμφέρει νὰ ῥίψωμεν εἰς τὴν κυκλοφορίαν 6 ἑκατομ. μεταλλικοῦ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐγένετο· τὰ 6 ἑκατομμύρια ἐκλειδώθησαν ἐντὸς τῶν ταμείων τῆς τραπέζης, ὅπως τἆλλα ἀπεδόθησαν εἰς τὴν τράπεζαν ἀντὶ τῆς ὀφειλῆς εἰς μεταλλικὸν, καὶ οὕτως ἐζημιώθησαν πρὸς 3% ἐπὶ ἑκάστου φράγκου, ἐπὶ κεφαλαίου 15,921,200, φράγκα 477,000. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε ἐπραγματοποιήθησαν κατὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν 76,000 ὁμολογίαι, ἀντὶ τῶν ἐκδοθεισῶν 120,000. Ἦτο τοῦτο ἀποτυχία τοῦ δανείου, ἦτο τοὐλάχιστον ἀποτυχία ὡς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ δανείου, διότι ἀνέφικτος ἀπέβαινεν ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ ὁποία ἦτο ὁ κύριος σκοπὸς καὶ ὁ σκοπὸς, ἄνευ τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ ὁποίου δὲν ἠδύναντο νὰ ἐκπληρωθῶσιν οἱ ἄλλοι οἱ δευτερεύοντες. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐπείσθη ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐγγραφῆς, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ εὑρίσκετο, ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, ἠναγκασμένη νὰ λάβῃ ἀποφάσεις ἐναντίας πρὸς τὰ ῥητῶς διαγεγραμμένα ὑπὸ τοῦ νομοθέτου, διατί δὲν ἐσταμάτα τοῦ λάχιστον τὸ κακὸν ἐκεῖ, διατί ἦλθεν εἰς διαπραγμάτευσιν πρὸς τοὺς ἐκδόντας τὸ δάνειον, ἵνα διαθέσωσιν ἑτέρας 20,000 ὁμολογιῶν; Ὅτε εἴχομεν συνέλθει εἰς τὴν ἔκτακτον Σύνοδον, αἱ εἴκοσιν αὗται χιλιάδες ὁμολογιῶν δὲν εἶχον ἔτι διατεθῆ, καὶ ἐκ τῶν πρωτίστων μελημάτων τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἦτο νὰ προλάβῃ τὴν διάθεσιν αὐτῶν. Ἔφερα ἐπὶ τούτου τὸν λόγον καὶ εἶπον, ὅτι, ἀφοῦ ὡς ἐκ τοῦ τρόπου τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου δὲν δυνάμεθα νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, δι’ αὐτοῦ πρέπει νὰ περιορίσωμεν ὅσον ἔνεστι τὸ κακὸν τὸ ἐκ τῆς πραγματοποιήσεως μέρους τοῦ δανείου, ἄνευ τῆς ἐκ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀντιστοίχου ὠφελείας, καὶ νὰ μὴ προβῶμεν εἰς περαιτέρω διάθεσιν τῶν ὁμολογιῶν αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον, ἰσχυριζόμενον, ὅτι ἦτο δεδεσμευμένον, διέθεσε καὶ ἑτέρας 20,000 ὁμολογίας, ἤτοι 10 ἑκατομμύρια δραχμῶν ὀνοματικῶν. Διὰ τῆς διαθέσεως ταύτης, πάλιν δὲν ἐλάβομεν ποσὸν ἱκανὸν, ἵνα ἐκπληρώσωμεν τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου. Ἐλάβομεν λοιπὸν χρήματα, τὰ ὁποῖα εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ διαθέσωμεν ἄλλως ἢ ὅπως ὁ νόμος ἀπῄτει, χρήματα, ἀπέναντι τῶν ὁποίων πληρώνομεν 8% τόκον, ἤτοι 800,000 δραχμῶν, καὶ τὰ ὁποῖα διέθεσεν ἡ Κυβέρνησις ἀντὶ 1%, ζημιουμένη ἐπὶ τῶν 10 ἑκατομμυρίων 7% τόκον, ἤτοι 700,000 δραχ. κατ’ ἔτος. Διατί ἔπραξε τοῦτο; Λέγει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἦτο ὑπόχρεως. Ἐξετάζων τὴν σύμβασιν εὑρίσκω, ὅτι δὲν ἦτο ὑπόχρεως. Θὰ ἦτο ὑπόχρεως, ἂν οἱ τραπεζῖται διέθετον τὰς 20,000 ὁμολογίας ἐπὶ τῇ τιμῇ τῆς ἐκδόσεως, ἤτοι ἀντὶ 78½%, ἀλλὰ διέθεσαν αὐτὰς ἀντὶ 76%· καὶ ἐπὶ τοιαύτῃ τιμῇ ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο καὶ ὤφειλε ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἐκποίησιν νέων ὁμολογιῶν. Κατὰ τὴν σύμβασιν, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελε πραγματοποιηθῆ ὁλόκληρον τὸ δάνειον, ἐπετρέπετο εἰς τὴν ὁμάδα τῶν κεφαλαιούχων, τῶν εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἐκδόντων τὸ δάνειον, νὰ λάβωσι τοῦτο, ἢ νὰ διαθέσωσι τὰς ὑπολοίπους ὁμολογίας ἐπὶ τῇ κατὰ τὸ ἄρθρον 5 τῆς συμβάσεως τιμῇ, καὶ πρέπει νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἄρθρ. 5, διότι ἐξ αὐτοῦ ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦτο ὑπόχρεως εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ὁμολογιῶν ἐπὶ τιμῇ κατωτέρᾳ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου. Τὸ ἄρθρ. 5 κανονίζει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλει ὁρισθῆ, ἀλλ’ ὁρισθῆ ἐφ’ ἅπαξ, ἡ τιμὴ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου. «Ἄρθρον 5. Τὸ σύνολον τοῦ δανείου ἐκτεθήσεται εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν ἐντὸς δύο μηνῶν τὸ βραδύτερον· ἡ ἐγγραφὴ δὲ αὕτη θέλει διαρκέσει τοὐλάχιστον μὲν δύο, τὸ πολὺ δὲ πέντε ἡμέρας. Ἡ τιμὴ τῆς ἐκδόσεως ὁρισθήσεται ὑπὸ τῆς Προεξοφλητικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ κ. Κορωνιοῦ μεταξὺ ἑβδομήκοντα ἓξ καὶ ὀγδοήκοντα τοῖς ἑκατόν.» Κατὰ τὸ ἄρθρον 5 ἡ Προεξοφλητικὴ τράπεζα ἠδύνατο νὰ ὁρίσῃ τὴν τιμὴν τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου μεταξὺ τῶν 76% καὶ τῶν 80, καὶ ὥρισεν αὐτὴν εἰς 78½%. Τὸ ἄρθρον 7 λέγει, ὅτι τὰς ἐπὶ πλέον ὁμολογίας δύνανται νὰ διαθέσωσιν οἱ τραπεζῖται ἐπὶ τῇ τιμῇ τοῦ ἄρθρου 5, δηλ. τῇ ὁρισθείσῃ ὑπὸ τῆς τραπέζης κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐκδόσεως, ἐντὸς διαγραφομένων ὑπὸ τοῦ ἄρθρου ἐκείνου ὅρων. Ἑπομένως, μόνον ἐπὶ τῇ οὕτως ὁρισθείσῃ τιμῇ τῶν 78½%, ἦτο ὑπόχρεως ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τοὺς τραπεζίτας τὴν διάθεσιν τῶν κατὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν μὴ καλυφθεισῶν ὁμολογιῶν. Ἀλλ’ οἱ τραπεζῖται ἠξίωσαν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπεδέχθη, ὅπως γένηται ὡς πρὸς τὰς 20 χιλιάδας ὁμολογιῶν νέος ὁρισμὸς τιμῆς ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ ἄρθρου 5, κατώτερος τοῦ κατὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν γενομένου ἐντὸς τῶν αὐτῶν ὅρων. Ἡ Κυβέρνησις οὐδόλως ἦτο ὑπόχρεως εἰς ἀποδοχὴν τοιαύτης μεταβολῆς. Ἡ παραπομπὴ τοῦ ἄρθρου 7 εἰς τὸ ἄρθρον 5 δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸν τρόπον τοῦ καθορισμοῦ τῆς τιμῆς, ἀλλ’ εἰς τὴν ὁρισθεῖσαν ἅπαξ κατὰ τὸ ἄρθρον 5 τιμήν. Ἑπομένως ἦτο ἐλευθέρα ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ δώσῃ τὰς 20 χιλιάδας ὁμολογίας, ἀλλὰ τὰς ἔδωκε, καὶ οὕτως ἐζημίωσε τὸ ταμεῖον τὸν τόκον 7% ἐπὶ 10,000,000 δραχ. Ἀλλὰ προσθέτω, ὅτι, καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐκ τῆς συμβάσεως εἶχεν ἀναλάβει ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας δὲν εἶχεν ἀναλάβει, τὰς ἀνέλαβε παρανόμως, διότι ὁ νόμος τότε μόνον ἐπέτρεπε τοιαύτην ὑποχρέωσιν, ὅταν οἱ ἐκδόντες τὸ δάνειον ἠγόραζον τὸ ἥμισυ τοῦ ὀνοματικοῦ κεφαλαίου, καὶ οὐχὶ τὸ ⅓ αὐτοῦ, ὅπερ ἠγόρασαν. Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ὑλικὴ ζημία τοῦ δημοσίου ἐκ τοῦ τρόπου τῆς διαπραγματεύσεως τοῦ δανείου· ἀλλὰ ποία ὑπῆρξεν ἡ ζημία ἡ ἠθική; Ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ λέγει, ὅτι ἀνώρθωσε τὴν δημοσίαν πίστιν διὰ τῶν οἰκονομικῶν αὑτῆς μέτρων, καὶ ὑποθέτω, ὅτι ἐκ τῶν μέτρων τούτων εἶναι καὶ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 φράγκων. Ἡ διαπραγμάτευσις τοῦ δανείου τούτου, εἴδετε, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἐπισήμου ἐν Παρισίοις, ἐδυσφήμησε τὴν Ἑλλάδα, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ τὴν δυσφημήσῃ, διότι ὁ τρόπος οὗτος τῆς διεξαγωγῆς τῶν διαπραγματεύσεων περὶ δανείου δὲν γίνεται παρὰ Κυβερνήσεων Εὐρωπαϊκῶν. Ἡ Αἴγυπτος, διαπραγματευομένη δάνειον, ποιεῖται χρῆσιν ὁμάδων, καὶ εἶναι γνωστὸν ὁποῖαι περιουσίαι μορφοῦνται παρ’ ἐκείνων, οἵτινες τυγχάνουσιν ὄντες οἱ πράκτορες τῆς διαπραγματεύσεως· ἀλλὰ παρὰ ταῖς πεπολιτισμέναις κυβερνήσεσι τῆς Εὐρώπης τοιαύτας διαπραγματεύσεις δανείων οὐδέποτε ἀπαντῶμεν. Τοιαῦτα συστήματα ἀνατολικὰ, ὅπως ὀνομάζονται ἐν Εὐρώπῃ, δὲν ἔπρεπε ποτὲ ν’ ἀποδεχθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐὰν διὰ τῶν οἰκονομικῶν αὑτῶν ἐπιχειρήσεων ἐπεδίωκε συνάμα καὶ τὴν ἀνύψωσιν τῆς πίστεως τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος ἐξήρτηται καὶ ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς χρηματικῆς ἀγορᾶς τῶν Ἀθηνῶν. Ὁποία δὲ ὑπῆρξεν ἡ ἀνωμαλία, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθεν ἡ χρηματικὴ ἀγορὰ τῶν Ἀθηνῶν, ὡς ἐκ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον διεπραγματεύθη τὸ δάνειον; Ἐν τῇ πρώτῃ μου ἀγορεύσει ὡμίλησα περὶ τῶν ψευδῶν τηλεγραφημάτων καὶ περὶ τῆς ὑποχρεώσεως, ἣν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις νὰ διαψεύσῃ αὐτὰ, καὶ ὡς Κυβέρνησις καὶ ὡς συναλλαττομένη διὰ τοῦ δανείου. Τὸ δάνειον τοῦτο ἐξετίθετο εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως· εἶχε λοιπὸν καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους τὰ τηλεγραφήματα προετίθεντο νὰ ἐξαπατήσωσι, καὶ ἐὰν δὲν ἤθελε νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὰ τοῦ τηλεγραφικοῦ πρακτορείου, ἐμποδίζουσα κατὰ τὸν νόμον τὴν διάδοσιν ψευδῶν εἰδήσεων, ἠδύνατο ὅμως νὰ ἐκδώσῃ δελτία, περιέχοντα τὰς ἀληθεῖς εἰδήσεις, τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἐκ Παρισίων ἐλάμβανε καὶ τὰ ὁποῖα ἀπεδείκνυον, ὅτι τὰ τοῦ δανείου εἶχον ὅλως ἄλλως, ἢ ὅπως παρίσταντο διὰ τῶν τηλεγραφημάτων. Ἀλλὰ διὰ τῶν τηλεγραφημάτων ἐπετεύχθη, ὅπως ἐγγραφῶσιν ἐν Ἀθήναις 39,000 ὁμολογιῶν παρ’ ἀνθρώπων, φρονούντων, ἕνεκα τῶν ψευδῶν διαδόσεων, ὅτι ἤθελον ἀφεύκτως κερδίσει, καὶ μὴ φροντιζόντων ἂν ἔχωσι τὰ κεφάλαια πρὸς πληρωμὴν τῶν δόσεων, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι θὰ ἠδύναντο νὰ πραγματοποιήσωσι καὶ τὸ κεφάλαιον καὶ τὸ κέρδος συνάμα, χωρὶς οὐδὲν νὰ καταβάλωσιν. Ἀλλ’ εὑρέθησαν οἰκτρῶς ἠπατημένοι· καὶ ἂν ἐπρόκειτο μόνον περὶ τῆς τιμωρίας αὐτῶν, διότι ἐξετίθεντο εἰς τοιαύτας κερδοσκοπίας, περὶ τῆς ζημίας αὐτῶν, τὸ κακὸν θὰ ἦτο μικρότερον· ἀλλὰ κατεστράφησαν οἰκογένειαι, καὶ ἡ χρηματικὴ ἡμῶν ἀγορὰ περιῆλθεν εἰς τοιαύτην ἀνωμαλίαν, ὥστε ἅπασαι αἱ ἀξίαι ὑπετιμήθησαν, καὶ ἐζημιώθησαν καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες οὐδόλως ἀνεμίχθησαν εἰς τὴν κερδοσκοπίαν ταύτην. Οἱ ἀγοράσαντες τὰς ὁμολογίας τοῦ νέου δανείου, μὴ ἔχοντες τὰ πρὸς πληρωμὴν τῶν δόσεων, ἐπώλουν αὐτὰς, καὶ οὕτως ἔφερον τὴν ἔκπτωσιν ὅλων τῶν ἀξιῶν, καὶ ἡ ἔκπτωσις αὕτη ἐζημίου, ἐσθ’ ὅτε δὲ καὶ κατέστρεφε, τοὺς ὅλως ἀθώους τῆς κερδοσκοπίας καὶ μὴ ζητήσαντας νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τοῦ νέου δανείου. Ἦτο δὲ καὶ βέβαιον, ὅτι, διαπραγματευθεῖσα ἡ Κυβέρνησις τὸ δάνειον δι’ ὁμάδων, ἤθελε φέρει εἰς τοιαῦτα ἀποτελέσματα, ὅτι τὸ δάνειον ἤθελε διατεθῆ ἐν τῇ χρηματικῇ ἀγορᾷ ἐπὶ ἐκπτώσει, καὶ ὁ λόγος εἶναι πρόδηλος. Τὸ δάνειον τοῦτο, τὸ μὲν ἑλληνικὸν κοινὸν τὸ ἐλάμβανεν ἀντὶ 78½%, ἡ δὲ ὁμὰς τὸ εἶχε λάβει ἀντὶ 72¾%. Ἡ ὁμὰς λοιπὸν ἐκείνη εὕρισκε κέρδος πωλοῦσα αὐτὸ πρὸς 73, 74, καὶ 75· ἐνῷ δὲ ἡ ὁμάς, πωλοῦσα πρὸς 75, ἐκέρδιζε 2¼%, ἐζημίου τοὺς ἕλληνας τοὺς ἀγοράζοντας ἀντὶ 78½%, ἕτερα 3½. Ἡ ὁμάς, ἀγοράσασα τὸ τρίτον τοῦ δανείου ἀντὶ 72%, καὶ ἕτερον ἕκτον ἀντὶ 72½, ἀφαιρουμένης πάντοτε τῆς προμηθείας, ἠδύνατο τὸ πλεῖστον τοῦ πραγματοποιηθέντος δανείου νὰ διαθέσῃ ἐπὶ τιμῇ, ἡ ὁποία κατέστρεφε τοὺς ἕλληνας, οἵτινες εἶχον ἐγγραφῆ εἰς τὸ δάνειον. Ἦτο λοιπὸν ἐκ προοιμίων βέβαιον τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, ἦτο δὲ ἀποτέλεσμα προελθὸν ἐκ τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ ἐνεργείᾳ εἶνε αὕτη ἠθικῶς ὑπόλογος. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε τὸ δάνειον ἐπραγματοποιήθη· ἐπραγματοποιήθη, ὡς λέγει σήμερον ἡ Κυβέρνησις, ἐν μέρει καὶ ἐπὶ τῇ εὐθύνῃ ἡμῶν, οἵτινες τὸ ἐψηφίσαμεν ὡς ἀντιπολίτευσις ἐν τῇ παρελθούσῃ Συνόδῳ. Δὲν εἶναι ἴσως τῆς παρούσης ὥρας νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον εὐθύνονται αἱ ἀντιπολιτεύσεις, αἱ ἐπιτρέπουσαι εἰς Κυβερνήσεις, μὴ ἀπολαυούσας τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῶν, τὴν πραγματοποίησιν μέτρων ἀπολύτως ὀρθῶν. Τὸ δάνειον τοῦτο ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸ πραγματοποιήσῃ, ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ, ὅτι ἤθελε τὸ πραγματοποιήσει διὰ τράπου, ἐκπληροῦντος τὸν σκοπόν του. Τὸν σκοπὸν ἐδήλωσε καθαρῶς ἡ ἀντιπολίτευσις, τὸν ἀνέγραψεν ἐν αὐτῷ τῷ νόμῳ, ἤλπιζε δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τότε μόνον ἤθελε προβῆ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, ὅταν εἶχεν εὐλόγους αἰτίας, ἵνα φρονῇ, ὅτι ἤθελε διατεθῆ διὰ τρόπου, ἐπιτρέποντος τὴν πραγματοποίησιν τῶν σκοπῶν, ὑπὲρ ὧν ἐψηφίσθη. Δὲν ἁρμόζει δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιῤῥίπτῃ τὴν εὐθύνην τῆς ἐκβάσεως εἰς ἐκείνους, ὧν μόνον σφάλμα ὑπῆρξε, καὶ τὸ ἀναγνωρίζω, ὅτι εἶχαν παρὰ πολλὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἱκανότητα, εἰς τὴν εἰλικρίνειαν τῶν διεξαγαγόντων τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐπραγματοποίησε τὸ δάνειον, παραβιάσασα καὶ αὐτὰς τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν, εἰς αὐτὴν βεβαίως δὲν προσήκει νὰ ὁμιλῇ περὶ τῆς εὐθύνης ἡμῶν· ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀνήκει ἡ εὐθύνη ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐπραγματοποίησε τὸ δάνειον, ὡς πρὸς τὰς παρανομίας, τὰς ὁποίας διέπραξεν ἐν τῇ πραγματοποιήσει αὐτοῦ. Ἀλλὰ μετὰ τὴν πραγματοποίησιν ἐγεννήθη καὶ ἕτερον ζήτημα, πῶς θὰ διαθέσῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ ἐκ τοῦ δανείου χρήματα, ἀφοῦ δὲν ἠδύνατο νὰ τὰ διαθέσῃ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον. Εἷς ἦτο ὁ τρόπος, νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν· ἀλλὰ τὴν Βουλὴν δὲν ἤθελε νὰ ἐρωτήσῃ, διότι τὴν σύμπραξιν τῆς Βουλῆς ὁ κ. ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐχαρακτήρισεν ὡς ἐπέμβασιν εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Κυβερνήσεως. Ἠναγκάσθη ὅμως ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ τὴν Βουλήν, καὶ τότε ὑπέβαλε νομοσχέδιον, οὐχὶ γενικὸν, περὶ διαθέσεως τῶν ἐκ τοῦ δανείου πραγματοποιηθέντων χρημάτων, ἀλλὰ μερικὸν, περὶ χρήσεως ἑκατομμυρίων τινῶν ἐκ τοῦ δανείου, εἰς τὰς γενικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους· ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐν πρώτῃ εὐκαιρίᾳ ἔσπευσεν ἡ Κυβέρνησις νὰ κηρύξῃ τὴν λῆξιν τῆς Βουλῆς, καὶ μετ’ αὐτὴν νὰ διαθέσῃ τὰ ἐκ τοῦ δανείου πραγματοποιηθέντα χρήματα κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτῆς βούλησιν. Δὲν ἐπήρκει τὸ ποσὸν, ἵνα τελεσθῇ ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου· δὲν ἠδύνατο ἄρα ἡ Κυβέρνησις νὰ διαθέσῃ αὐτὸ, ὅπως ὁ νόμος ἐπέταξε, καὶ κατὰ τοῦτο εἶναι συγγνωστέα, ἀλλὰ δὲν εἶναι δικαιολογημένη ἡ Κυβέρνησις, μὴ λαβοῦσα τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως τῶν χρημάτων τοῦ ἀντικαταστήσοντος τὸν ἕτερον τρόπον, ὅστις εἶχε καταστῆ ἀδύνατος. Καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ἔκτακτον Σύνοδον τῆς Βουλῆς ἔσπευσα ν’ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα τοῦτο, ἔσπευσα νὰ καταδείξω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ἐκινδύνευε νὰ ὑποστῇ τὸ δημόσιον ἐκ τῆς ἀκαταλλήλου διαθέσεως τῶν χρημάτων, ἔσπευσα νὰ εἴπω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ἀφοῦ τὰ χρήματα ταῦτα δὲν ἠδύναντο, ἐξαγοράζοντα τὰ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τραπεζικὰ γραμμάτια, τὰ ἀνταποκρινόμενα πρὸς τὸ δάνειον, νὰ φέρωσι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἔπρεπεν ἀφεύκτως νὰ σκεφθῇ ἀμέσως περὶ τοῦ τρόπου τῆς χρήσεως αὐτῶν, περὶ τοῦ τρόπου, ὅστις ἤθελεν ἐλαττώσει ἢ ἤθελεν ἐξαφανίσει τὰς ἐκ τοῦ δανείου τούτου ζημίας τοῦ δημοσίου, καὶ ἤθελε παραγάγει τὰς πλείονας ὠφελείας. Εἶπον τότε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· ἐκ τοῦ δανείου τούτου ὀφείλεις νὰ διαθέσῃς 14 ἑκατομμύρια εἰς ἐξαγορὰν τῶν ἐντόκων γραμματίων, καὶ τοῦτο ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἤθελεν ἀποφασίσει τότε ἡ Βουλὴ, διότι διὰ τῆς ἐξαγορᾶς ταύτης εἶχε πάντοτε ἡ Κυβέρνησις διαθέσιμα τὰ χρήματα, ἦτο δὲ πάντοτε ἐλευθέρα ἡ Βουλὴ, ἵνα διατάξῃ τὰ περὶ τῶν χρημάτων τούτων ὁριστικῶς κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῇ. Διὰ τῆς ἐξαγορᾶς τῶν ἐντόκων γραμματίων θ’ ἀπηλλάττετο τὸ δημόσιον τοῦ βάρους, τοῦ ἐκ τῶν τόκων τοῦ δανείου μέχρι κεφαλαίου 14 ἑκατομμυρίων. Ὁ τόκος τοῦ δανείου εἶναι 8% περίπου ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου, καὶ τὰ ἐξαγορασθησόμενα 14 ἑκατομμύρια ἐντόκων γραμματίων ἤθελον ἀποφέρει ἴσον τόκον· ὥστε ὡς πρὸς ταῦτα τὰ ἑκατομμύρια οὐδεμία θὰ ὑπῆρχε ζημία. Διέθεσεν ἡ Κυβέρνησις εἰς ἐξαγορὰν ἐντόκων γραμματίων, καὶ τοῦτο, ἀναγκασθεῖσα, διότι δὲν ἠδύνατο ἄλλως νὰ διαθέσῃ αὐτὰ, μόνον 2 ἑκατομμύρια· περιώρισεν ἄρα κατὰ τοῦτο τὴν ζημίαν, τὴν ἐκ τῆς μὴ καταλλήλου χρήσεως τῶν ἐκ τοῦ δανείου χρημάτων, εἰς τὸν τόκον 12 ἑκατομ. πρὸς 8%. Ἐὰν δὲ ὑποθέσητε, ὅτι τὰ χρήματα μένουσιν ὅπως εὑρίσκονται σήμερον διατεθειμένα ἐπὶ ἕξ μόνον μῆνας ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς διαθέσεως αὐτῶν, ἔχετε ποσὸν ζημίας τοῦ δημοσίου 480,000 δραχμῶν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ, παρατηρῶ εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὅτε ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλει δυνηθῆ ἡ Κυβέρνησις νὰ διαθέσῃ τὰ ἔντοκα γραμμάτια ἐπὶ ἠλαττωμένῃ τιμῇ, εἰδοποιήσαμεν αὐτὸν, ὅτι δὲν θὰ τὸ κατορθώσῃ καὶ ὅτι δὲν εἶναι πρέπον ν’ ἀποσπᾷ ἀπὸ τῆς Βουλῆς χορηγήσεις πιστώσεων ἄλλων, ἐπὶ τῇ ἐσφαλμένῃ προσδοκίᾳ, ὅτι θὰ πραγματοποιήσῃ ἡ Κυβέρνησις οἰκονομίας διὰ τῆς διαθέσεως τῶν ἐντόκων γραμματίων ἀντὶ 7%, ἐνῷ ἕως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διετίθεντο ἀντὶ 8%. Ὑπῆρξε κατὰ τοῦτο παραπλάνησις τῆς συνειδήσεως τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Βουλὴ, προκειμένου νὰ ψηφίσῃ ἄλλας πιστώσεις, ἦτο ἐλευθεριωτέρα, πιστεύσασα, ὅτι ἐπραγματοποιοῦντο οἰκονομίαι ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου, ὅπως ὑμεῖς ἐπισήμως τῇ ἐλέγετε. Ἐγὼ τότε ἀντέτασσον, ὅτι, καθ’ ἣν ἔχω γνῶσιν τῆς καταστάσεως τῆς ἀγορᾶς ἡμῶν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσι τὰ ἔντοκα ταῦτα γραμμάτια ἀντὶ 7%, διότι καὶ πρὸς 8% θὰ ἦτο δύσκολος ἡ πραγματοποίησις, ἐὰν προσετίθετο εἰς τὸ ποσὸν τῶν 9 ἑκατομμυρίων, τὸ τότε κυκλοφοροῦν, καὶ ἕτερον ποσὸν 5 ἑκατομμυρίων· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τότε ἀπήντα, ὅτι τοῦτο ἦτο ἔργον ἰδικόν της καὶ ὅτι αὐτὴ ἀνελάμβανε νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν οἰκονομίαν. Τί δ’ εἶπε προχθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἀπολογούμενος; Εἶπεν, ὅτι ἠδιαφόρει περὶ τῶν ρηθέντων ἐν τῇ Βουλῇ, ἠδιαφόρει περὶ τοῦ τί ἐφρόνει ἡ Βουλή, τῷ ἤρκει, ὅτι εἶχεν ἐνώπιόν του νόμον περὶ ἐντόκων γραματίων, ἐπιτρέποντα τὴν διάθεσιν αὐτῶν πρὸς 8%. Ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ νόμου ἐκείνου, ὑπάρχει διαβεβαίωσις, δοθεῖσα πρὸς τὴν Βουλὴν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν ὑπάρχει μόνον διαβεβαίωσις, ἀνεγράφη ὁ περιορισμὸς τοῦ τόκου διαῤῥήδην καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Καὶ διατί ἀναγράφομεν τὰς διατάξεις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ; ἁπλῶς, ἵνα διαβουκολῶμεν τὴν κοινωνίαν, παριστῶντες αὐτῇ, ὅτι πράττομεν ὅσα ἀναγράφομεν; Διατί ἐσημειώσαμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, αὐταῖς λέξεσιν, «ἔντοκα γραμμάτια πρὸς 7%»; Ἀφοῦ τοῦτο ἐσημειώθη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἡ Κυβέρνησις ἦτο ὑπόχρεως τὴν ρήτραν ταύτην νὰ πραγματοποιήσῃ, διότι ἐπὶ χρηματικῶν ὁ προϋπολογισμὸς δίδει τὴν ζωὴν εἰς τὸν νόμον· ὁ νόμος ὑπάρχει, ἀλλ’ ὁ νόμος λειτουργεῖ ἐπὶ τὸ ἔτος τοῦ προϋπολογισμοῦ, δυνάμει τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἑπομένως, ἀφοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐτέθη περιορισμὸς τοῦ τόκου τῶν ἐντόκων γραμματίων εἰς 7%, κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο δὲν ἠδύνατο ἡ κυβέρνησις νὰ διαθέσῃ αὐτὰ ἐπὶ ἄλλῃ τιμῇ. Ἐὰν εἶχε συμβουλευθῆ τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις, βεβαίως θὰ ἐποιεῖτο διάθεσιν ἄλλην τῶν χρημάτων τούτων, παρὰ ἣν ἐποιήσατο, καὶ ἥτις ζημιοῖ τὸ Δημόσιον 7%, τουτέστι τὴν διαφορὰν τοῦ ἑνὸς πρὸς 8% ἐπὶ πάντων τῶν ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα διέθεσεν· ἔχει δὲ καὶ ποσὸν 6 ἑκατομμυρίων καὶ πλέον ὡς παρακαταθήκην, οὐδένα ἀποφέρον τόκον καὶ οὐδεμίαν μάλιστα παρέχον χρησιμότητα, διότι τὸ μεταλλικὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι κεκλεισμένον διὰ διπλῆς κλειδὸς, τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς τραπέζης, δὲν ἔχει οὐδὲ κἂν ἐπὶ τὴν πίστιν σημασίαν τινά. Ἐπηρεάζει τὰ τῆς πίστεως τὸ μεταλλικὸν τῆς τραπέζης, διότι τὸ μεταλλικὸν αὐτῆς δύναται ἡ τράπεζα νὰ τὸ διαθέσῃ. Ἡ ὑποχρέωσις τῆς τραπέζης, ἵνα ἔχῃ ἀναλογίαν τινὰ μεταλλικοῦ πρὸς τὸ ποσὸν τῶν γραμματίων αὐτῆς, συντελεῖ εἰς τὴν πίστιν, διότι ἀφορᾷ εἰς ἐνεργὸν μεταλλικὸν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ διαθέσῃ ἡ τράπεζα ὑπὲρ τῆς χρηματικῆς αὐτῆς πίστεως. Ἀλλὰ μεταλλικὸν, κεκλεισμένον ἐντὸς κιβωτίων, ἅτινα οὐδεὶς δύναται νὰ ἀνοίξῃ, οὐδεμίαν ἔχει ἀξίαν ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ ὡς μεταλλικόν. Δὲν ἐχρησίμευον ἑπομένως εἰς τὴν πίστιν, οὐδεμίαν παρεῖχον ὠφέλειαν εἰς τὸ δημόσιον τὰ ἐν τῇ τραπέζῃ παρακατατεθειμένα ἓξ ἑκατομμύρια, καὶ ὅμως δι’ αὐτὸ τὸ μεταλλικὸν πληρόνομεν 8% τόκον. Διέθεσεν ὅμως ἡ Κυβέρνησις, ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ὡς εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, 3 ἑκατομμύρια, καὶ ζητεῖ ψῆφον ἀφέσεως διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον αὐτὸς εἰσήγαγεν. Ἀλλ’ ἆρα μόνον τρία ἑκατομμύρια διέθεσε; Πρῶτον, εἰς τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν ὁ κ. ὑπουργὸς, εὑρίσκω, ὅτι ἐκ τοῦ δανείου τῶν ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων ἐπλήρωσε πρὸς τὰς τραπέζας τοὺς τόκους τῶν δανείων. Ἀλλ’ οἱ τόκοι τῶν δανείων εἶναι σημειωμένοι εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ Κράτους τοῦ 1878 καὶ τοῦ 1879· οἱ τόκοι τῶν δανείων ὤφειλον νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Κράτους.
§28Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Κράτους ἐπληρώθησαν.
§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοὺς ἔχετε σημειωμένους ὡς πληρωθέντας ἐκ τοῦ δανείου.
§30Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀνατρέξατε εἰς τὰ ἐντάλματα.
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῷ λογαριασμῷ τοῦ δανείου χρεοῦται τὸ δάνειον διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο· ἑπομένως ἔχομεν κατὰ τοσοῦτον ὀλιγώτερα χρήματα διαθέσιμα ἐκ τοῦ δανείου. Ποῖον εἶδος ἐντάλματος ἐξεδώκατε, μοὶ εἶναι ἀδιάφορον· ἠξεύρω, ὅτι ποσὸν, ἀντιστοιχοῦν πρὸς τοὺς τόκους τῶν δανείων, ἀφῃρέθη ἀπὸ τοῦ δανείου.
§32Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές· θὰ τὸ ἀποδείξω.
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ στηριζόμενος ἐπὶ τῶν πινάκων, καὶ ἐὰν δὲν ἦναι ἀληθὲς, εἶναι ἐσφαλμένοι οἱ πίνακες. Ἀλλ’ οἱ πίνακες εἶναι ἐσφαλμένοι καὶ κατὰ πολλὰ ἄλλα, ὡς θέλω δείξει μετ’ ὀλίγον. Οἱ τόκοι τῶν δανείων πρὸς τὰς τραπέζας, οἱ ἐν τοῖς πίναξι σημειούμενοι ὡς πληρωθέντες ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, ἀναβαίνουσιν εἰς ποσὸν 703,000 δραχ. Ἠδύναντο νὰ διατεθῶσι ταῦτα ἐκ τοῦ δανείου, ἐὰν ἤδη εἶχεν ἀρθῆ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἐὰν ἤδη εἶχε προικοδοτηθῆ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας δι’ 8,000,000· ἀλλὰ δὲν ἠδύναντο νὰ διατεθῶσιν, ἀφιεμένης τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀπραγματοποιήτου. Ἐρχόμεθα ὅμως καὶ εἰς ἄλλας δαπάνας. Ἐνθυμεῖσθε ἴσως, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν παρεκάλεσα τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν διατεθέντων ἀπέναντι τῶν πιστώσεων δι’ ἐκτάκτους ἀνάγκας, διότι εἶχον συλλάβει τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1879 διετέθησαν χρήματα ἀπέναντι τῶν πιστώσεων ἐκείνων. Ἐδίστασα τὸ πρῶτον ν’ ἀπευθύνω τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, διότι ἡ ὑπόνοια μοὶ ἐφαίνετο ὅλως ἀνυπόστατος, μοὶ ἐφαίνετο, ὅτι δὲν ἐδικαιολογούμην ἀπέναντι ἐμαυτοῦ, συλλαμβάνων τοιαύτην ὑπόνοιαν. Ἐν τούτοις κατετέθη ὁ πίναξ, καὶ τῳόντι κατὰ τὸ 1879 ἐγένετο ἀπέναντι τῆς πιστώσεως δι’ ἐκτάκτους ἀνάγκας διάθεσις ποσῶν σπουδαίων, ἐν οἷς καὶ 556,226 δραχ. εἰς πλήρωσιν 7,990,000 μεταλλίνων καλύκων φυσιγγίων Γκρᾶ. Διατί κατὰ τὸ 1879 νὰ ἀγοράζωμεν φυσίγγια καὶ πυρίτιδα ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς; Δὲν ἔχω νὰ ἀμφισβητήσω, ἐὰν ἦσαν ἀναγκαῖα τὰ φυσίγγια, ἐὰν ἦτο ἀναγκαία ἡ πυρίτις· ἀλλὰ διατί ἡ Βουλὴ νὰ μὴ γνωρίζῃ τὰ περὶ τούτων; διατί ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἠξεύρῃ, ὅτε ἐψήφιζε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879, ὅτι τοιοῦτόν τι ποσὸν θὰ διατεθῇ ἐκεῖ; διότι τὸ ποσὸν τοῦτο ἠδύνατο νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τὰς σκέψεις τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς ἄλλας πιστώσεις, καὶ ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ φέρῃ ἀλλαχοῦ τὴν οἰκονομίαν τὴν ἀντιστοιχοῦσαν πρὸς τὴν δαπάνην ταύτην.
§34Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλετε νὰ σᾶς ἀπαλλάξω;
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν θὰ μὲ ἀπαλλάξητε· γνωρίζω τί θὰ εἰπῆτε.
§36ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶχε συμβόλαια.
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Συμβόλαια εἶχε τοῦ 1878, ἴσως καὶ τοῦ 1877· οὐδεὶς ὅμως ὑπῆρχε λόγος, ἵνα μὴ γνωρίζῃ ἡ Βουλή, ὅτι θὰ γείνῃ ἡ δαπάνῃ αὕτη. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην τὴν ἀνέφερον. Αἱ πιστώσεις κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον ἰσχύουσι διὰ τὸ ἔτος δι’ ὃ ἐψηφίσθησαν, δι’ ἄλλο ἔτος δὲν ἰσχύουσιν. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία βεβαίως θέλει ψηφίσει νέαν πίστωσιν, ἂν δὲν διατεθῶσιν ἐντὸς τῆς χρήσεως διὰ τοὺς σκοποὺς, δι’ οὓς ἐψηφίσθησαν, πᾶσαι αἱ πιστώσεις, ὑφίσταται δ’ ἔτι ἡ ἀνάγκη· ἵνα γείνῃ ὅμως διάθεσις τῶν χρημάτων, ἀπαιτεῖται πίστωσις ἐπὶ τῆς χρήσεως, ἐκτὸς ἂν ἡ προκαλοῦσα τὴν πληρωμὴν ἀγορὰ ἢ ὑπηρεσία ἐγένετο πράγματι ἐντὸς τοῦ παρελθόντος ἔτους, καὶ ἤδη πρόκειται νὰ γίνῃ ἡ ἐξόφλησις, ὅτε ἡ ἐξόφλησις δύναται νὰ παραταθῇ ἐπὶ δέκα μῆνας. Τοῦτο συνέβη ὡς πρὸς τὰς 2,200,000 δρ. διὰ συντήρησιν στρατοῦ, διότι ἐνταῦθα πρόκειται, κατὰ τὴν ὑπὸ τὸν πίνακα σημείωσιν, περὶ δαπάνης τοῦ Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου τοῦ 1878, αἱ ἄλλαι ὅμως δαπάναι δὲν ἐγένοντο κατὰ τὸ 1878, καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ γείνωσιν ἀπέναντι τῶν πιστώσεων δι’ ἐκτάκτους ἀνάγκας κατὰ τὸ 1879. Τοῦτο ἀνέφερον προοιμιακῶς, πρόκειται δὲ περὶ ζητήματος ἄλλου, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἀνεκινήθη ἐν τῇ Βουλῇ, κατὰ τὴν ψήφισιν τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων. Ἰσχυριζομένης τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἐξαντλήσει τὰς πιστώσεις, τῆς δὲ Κυβερνήσεως ἰσχυριζομένης τὸ ἐναντίον, ἡ διαφορὰ τῆς γνώμης προήρχετο ἐκ τούτου, ὅτι τὰ ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς ψηφισθέντα δάνεια εἶχον καὶ ἀντίστοιχον πίστωσιν, ἥτις περιελαμβάνετο ἐν ἄρθρῳ τοῦ νόμου περὶ τοῦ δανείου, ἢ ἐν ἀντιστοίχῳ νόμῳ μνημονεύοντι τοῦ δανείου· τοῦτο ἐγένετο καὶ ὡς πρὸς τὸν νόμον περὶ δύο δανείων ἐξ 20 ἑκατομμ. ἑκάστου· ἀλλὰ κατόπιν ἐξεδόθη ἄλλος νόμος, περιορίζων τὸ ἕτερον τῶν δανείων ἀπὸ 20 εἰς 7 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ δὲν ἐλήφθη πρόνοια νὰ τεθῇ διάταξις ἐντὸς τοῦ νόμου ἐκείνου, περιορίζουσα καὶ τὴν πίστωσιν ἀπὸ 20 εἰς 7 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ, καίτοι δὲν περιελήφθη τοιαύτη διάταξις ἐν τῷ νόμῳ, ἦτο βέβαιον, ὅτι τῆς πιστώσεως δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ χρῆσις, διότι αἱ πιστώσεις ἐκεῖναι ἀνταπεκρίνοντο πρὸς τὰ δάνεια καὶ ἴσχυον ἐφ’ ὅσον μόνον ἐπραγματοποιεῖτο τὸ δάνειον.
§38ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξηκολούθει νὰ κάμνῃ ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις χρῆσις τῶν πιστώσεων;
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἦτο τῷ 1877.
§40Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν). Ἐδώκαμεν 5 ἑκατομμύρια, δυνάμει τοῦ περὶ δανείου νόμου, πέρυσι τὸν Δεκέμβριον.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο ἤθελον εἰπεῖ ἐγώ· διότι εἶναι πρόσθετος παρανομία. Ἀλλ’ ἀφήσατε νὰ τελειώσω. Ἡ Οἰκουμενικὴ δὲν ὑπερέβη τὰ ποσὰ τῶν πιστώσεων, διότι καὶ αἱ δαπάναι καὶ αἱ πληρωμαὶ τῶν μεγαλειτέρων ποσῶν ἐγένοντο κατόπιν· ἂν δ’ ἡ Οἰκουμενικὴ, κατὰ τὰς 10 ἢ 11 ἡμέρας τοῦ βίου αὐτῆς, ἐντὸς τοῦ ἔτους 1878 ἐξέδωκεν ἐντάλματα ἀπέναντι τῆς πιστώσεως τῶν 35 ἑκατομμυρίων δι’ ἐκτάκτους ἀνάγκας, φρονῶ ὅτι, ἂν ἐξετασθῇ, θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἐγένοντο αἱ δαπάναι πραγματικῶς κατὰ τὸ 1877, καὶ μόνον αἱ πληρωμαὶ κατὰ τὸ 1878. Ὡς ἐκ τούτων ἡ ἀντιπολίτευσις ἐφρόνει, ὅτι, ἐξαντληθέντων τῶν ἐκ τῶν δανείων χρημάτων, ἐξηντλήθησαν καὶ αἱ ἀντίστοιχοι πιστώσεις· ἡ Κυβέρνησις ὅμως ἐφρόνει, ὅτι εἶχε πίστωσιν καὶ ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη ἀνέβαινεν εἰς 53 ἑκατομμύρια δραχμῶν· καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν ἐν τῷ πίνακι, ὅτι ἔκαμε δαπάνας ἀπέναντι τῶν πιστώσεων δι’ ἐκτάκτους ἀνάγκας 52,800,000 δραχμῶν. Τοῦτο ἠξίου ἡ Κυβέρνησις· ἡμεῖς ὅμως οἱ ἀντιπολιτευόμενοι Βουλευταὶ ἐπεμένομεν εἰς τὴν ἐναντίαν γνώμην, ἀλλ’ ἀπόφασις δὲν ἐλήφθη· ἡ δὲ γνώμη ἡμῶν ὑφίσταται πάντοτε, διότι τὰ πράγματα, ἐφ’ ὧν ἐστηριζόμεθα, εἶναι τὰ αὐτά. Τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις εἶχε πραγματοποιήσει ἀπέναντι τῶν πιστώσεων δι’ ἐκτάκτους ἀνάγκας, ἀναβαίνουσι κατὰ τοὺς πίνακας τῆς Κυβερνήσεως εἰς 45,830,000 δραχμῶν· ἀφαιρουμένων λοιπὸν τούτων ἐκ τῶν 52,800,000, ἅτινα ἡ Κυβέρνησις ἐδαπάνησεν ἀπέναντι τῶν πιστώσεων δι’ ἐκτάκτους ἀνάγκας, ἔχομεν ποσὸν 6,970,000, τὰ ὁποῖα, ἐρωτῶμεν, πόθεν ἐπληρώθησαν; Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἔσπευσε νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι ἐπληρώθησαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 5 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ ἐν τέλει τοῦ 1878· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ περιέλαβε τὰς ἀπέναντι τοῦ δανείου τούτου δαπάνας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων, ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ χρῆσις τῶν ἐκ τοῦ δανείου τούτου χρημάτων, εἰμὴ διὰ τὰς δαπάνας, ὧν χάριν ἐψηφίσθη τὸ δάνειον.
§42ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ τόκος τῶν δανείων τούτων περιελήφθη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον, ὅτι οἱ ἄλλοι περὶ δανείων νόμοι παρέχουσι καὶ πιστώσεις διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας, ἀλλὰ ὁ περὶ τοῦ δανείου τῶν 5 ἑκατομμυρίων οὐδεμίαν περιέχει πίστωσιν. Τὸ δάνειον τοῦτο ὑπήγετο εἰς τὰς γενικὰς λογιστικὰς διατάξεις, καθ’ ἃς δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν ἐξ αὐτοῦ χρημάτων ἡ Κυβέρνησις, εἰμὴ διὰ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐψήφισεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἔκαμε χρῆσιν τῶν χρημάτων τούτων ἀπέναντι πιστώσεων ἰσχυουσῶν μόνον ὡς ἀντιστοίχων τῶν δανείων, μεθ’ ὧν ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας συνεδέθησαν· τουτέστι διέθεσεν ἡ Κυβέρνησις τὰ 5 ἑκατομμύρια δι’ ἐκτάκτους ἀνάγκας, ἄνευ περιορισμοῦ καὶ ἐλέγχου, ἐνῷ ἡμεῖς ἐνομίζομεν, ψηφίζοντες τὸ περὶ αὐτῶν δάνειον συνάμα μετὰ τοῦ προϋποπολογισμοῦ τοῦ 1879, ὅτι εἴχομεν εἰσέλθει εἰς ἔτος κανονικόν, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς δὲν ἐδίδομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν νὰ διαθέτῃ χρήματα ἄνευ ἐλέγχου καὶ περιορισμοῦ. Ἐν τούτοις ἐκ τῶν πινάκων πληροφορούμεθα, ὅτι κατὰ τὸ 1879 γίνονται δαπάναι ἐκ δανείων ψηφισθέντων συνάμα μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879, καὶ γίνονται ἄνευ οὐδενὸς ἐλέγχου, οὐδενὸς περιορισμοῦ, ἄνευ οὐδεμιᾶς τῶν διατυπώσεων, ἃς ἀπαιτεῖ ὁ λογιστικὸς νόμος. Ἀλλὰ καὶ τὰ 5 ἑκατομμύρια ἂν ἀφαιρεθῶσι, μένει 1,970,000 δραχμῶν, ταῦτα δὲ πόθεν ἐπληρώθησαν; Βεβαίως ὄχι ἀμέσως ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ἐκεῖ τελικῶς θ’ ἀπολήξωσι πάντα τὰ ἐλλείμματα· μήπως τὸ δάνειον τοῦτο δὲν ἐχρησίμευσεν εἰς τὴν ἀπότισιν πρὸς τὴν Τράπεζαν τῶν 5 ἑκατομμυρίων τοῦ δανείου τοῦ Δεκεμβρίου 1878, περὶ ὧν πρὸ μικροῦ ὁ λόγος; Τὸ δάνειον τῶν 5 ἑκατομμυρίων εἶναι δάνειον τῆς Τραπέζης· τοῦτο δὲ ἐξωφλήθη ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων; ὥστε τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων ἐπλήρωσε τὰς ἐξ αὐτοῦ γενομένας πρὸς τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας δαπάνας. Προκειμένου ὅμως περὶ τῶν 3 ἑκατομ., περὶ ὧν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις, ἀφοῦ περὶ αὐτῶν ζητεῖ τὸ Ὑπουργεῖον ψῆφον ἀφέσεως, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἔλαβεν αὐτὰ ἐκ τοῦ δανείου, ἀλλὰ δὲν τὰ ἐδαπάνησε πρὸς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ δὲν εἶχεν ἐγκρίνει, ἀλλὰ τουναντίον τὰ ἐδαπάνησε πρὸς σκοποὺς ἐψηφισμένους παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ ἀνεγνωρισμένους νομοθετικῶς. Ἑπομένως τὸ ζήτημα κατ’ αὐτὸν εἶναι ζήτημα μικρὸν, ἀφορᾷ εἰς χρῆσιν χρημάτων δημοσίων πρὸς σκοπὸν νόμιμον, ἄνευ νομίμου ἀδείας· ἀφοῦ ὑπῆρχεν ἡ ὀφειλὴ, ἔκαμε πρᾶξιν ὠφελοῦσαν τὸ δημόσιον, ἐκπληρώσας ὑποχρέωσιν, ἣν τοῦτο δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποφύγῃ. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Θὰ ἦτο ἀκριβὲς ἂν ἡ Κυβέρνησις εἶχε περιορισθῆ εἰς τὰς δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐδαπάνησε πλέον τῶν 2,356,000 δραχμῶν διὰ Β. Διαταγμάτων, χρηζόντων τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς· διετέθη ἄρα τὸ πλεῖστον τῶν ἑκατομμυρίων, περὶ ὧν ζητεῖται ψῆφος ἀφέσεως, εἰς δαπάνας μὴ ἐγκεκριμένας ὑπὸ τῆς Βουλῆς· καὶ ποῖαι εἶναι αὗται; Ἂν ἦσαν δαπάναι ἀναγκαῖαι, ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ὁ λογιστικὸς νόμος θεωρεῖ ὡς δυναμένας νὰ γείνωσι καὶ ἄνευ προηγουμένης ψήφου τῆς Βουλῆς, ἐπιφυλασσομένης τῆς νομοθετικῆς κυρώσεως αὐτῶν κατόπιν, ἠδύνατο ἀκόμη κατ’ ἐπέκτασιν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ θεωρήσῃ, ὅτι ὑπῆρχεν ἔγκρισις τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τοιούτων δαπανῶν· ὁ πίναξ τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς δεικνύει, ὅτι πρόκειται περὶ δαπανῶν ἄλλων. «Περὶ βοηθείας προσφύγων, 51,000 δραχ. καὶ πάλιν βοήθειαι προσφύγων, 50,000 δραχ. καὶ πάλιν 25,000 καὶ πάλιν 10,000. Ἐκτέλεσις τοῦ ΨΙΣΤ νόμου περὶ στρατολογίας, 50,000 δραχμάς». Πρόκειται δηλαδὴ περὶ δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ προΐδῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ περὶ ὧν ὤφειλε νὰ προνοήσῃ, μὴ προνοήσασα δὲ παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν ὡς καλλιτέραν τῆς πραγματικῆς, καὶ συνετέλεσεν, ἵνα ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, ὡς τὸν ἐψηφίσαμεν· «Προμήθεια ἐκλογικῶν εἰδῶν, 70,000 δραχ. Ὁδοιπορικὰ καὶ ἀποζημιώσεις δικαστικῶν ἐν γένει ἀντιπροσώπων, 100,000 δραχ.» Δὲν ἐγνώριζεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ ἐγίνοντο ἐκλογαί;
§44ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἐγνώριζεν· ὑπελογίσαμεν πρὸς 100 δραχμὰς τὴν ἀποζημίωσιν τῶν κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἀντιπροσώπων, ἐκεῖνοι, ἐζήτησαν 200· ἑπομένως δὲν ἔφθασαν.
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. «Ἑξάμηνος μισθοτροφοδοσία κτλ. πλεοναζόντων ὑπαξιωματικῶν προγυμναστῶν, 170,000 δραχ. Ἀγορὰ μεταλλίνων φυσιγγίων, 866,500 δραχ.» Ἀλλοῦ ἔχομεν ἄλλο ποσὸν, διὰ «πλήρωσιν τῶν μεταλλίνων καλύκων φυσιγγίων.» Ἐπειδὴ δὲ τὰ ποσὰ εἶναι μεγάλα, τὰ ἐχώρισαν, ἵνα μὴ φαίνωνται ὀγκώδη, ἀμφότερα δὲ ἐπληρώθησαν ἄνευ ἀδείας, ταῦτα δὲ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. «Ἀγορὰ τῶν Ἰλισσίων οἰκοδομῶν τῆς πάλαι Δουκίσσης Πλακεντίας, 190,500 δραχ.» Αὕτη εἶναι ὑπόθεσις, ἣν ἐγνώριζον, ἀφ’ ἧς διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν· ἐγνώριζον ἔκτοτε, ποῖαι ἐνέργειαι ἐγίνοντο, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ἀγορά· ἤδη δ’ ἐγένετο ἡ ἐκποίησις, ἐπισπεύδοντος τοῦ Δημοσίου ἀντὶ τοῦ ἰδιοκτήτου. Ὅταν βλέπω τὴν τιμὴν ταύτην διὰ γήπεδα, ὧν γνωρίζω τὴν ἀξίαν, δὲν δύναμαι....
§46Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζετε, ὅτι ἐζημιώθη τὸ Δημόσιον;
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶμαι πεπεισμένος, διότι ἐξήτασα τὴν ὑπόθεσιν, ὅτε ἤμην ἐν τῇ Κυβερνήσει.
§48Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πλανᾶσθε· διότι μετὰ τὴν ἀγορὰν προσεφέρθη εἰς τὸ Δημόσιον ἀγοραστὴς μὲ κέρδος.
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν ἐγένετο τοιαύτη προσφορὰ, δράξατέ την ἀμέσως. Ὅστις κάμῃ ἀγορὰν ἐπιβλαβῆ, συνήθως ἀκούει πρὸς παρηγορίαν τοιαύτας προσφορὰς, γινομένας ἐν λόγοις δι’ ἄλλων ὑπὸ τοῦ πωλήσαντος. Ἐγὼ λέγω, ὅτι αἱ 100,000 δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας, ἀλλὰ μᾶλλον πρὸς τὴν ὅλην ἀξίαν. Ἀλλὰ δὲν ὁμιλῶ ἤδη περὶ τούτου ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην. Λέγω μόνον, ὅτι ὤφειλεν ἡ Βουλὴ νὰ γινώσκῃ ἐγκαίρως τὰ περὶ τῆς ἀγορᾶς, καὶ ἠδύνατο νὰ τὰ γινώσκῃ, διότι, ἂν ἐπέσπευδεν ὁ ἀντίδικος, ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ προκαλέσῃ ἀναβολὴν μέχρι τῆς ἐλεύσεως τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐπέσπευδε τὸ Δημόσιον, εἶναι δὲ ἀδικαιολόγητος ἡ ἐνέργεια αὕτη ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς. Ἀναφέρω ταῦτα, ἵνα δείξω, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν ἐκ τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων τοῦ δανείου, δὲν ἐπληρώθησαν πάντα, οὐδὲ τὰ πλεῖστα, δι’ ἀνάγκας, περὶ ὧν εἶχε λάβει πρόνοιαν ἢ περὶ ὧν εἶχε γνῶσιν ἡ Βουλή, καὶ ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἂν δὲν εἶχε τὰ χρήματα, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ κάμῃ τινὰς ἐκ τῶν δαπανῶν, καὶ ὅτι ἂν δὲν τὰς ἔκαμνε, θὰ εἰργάζετο συμφερώτερον διὰ τὸ Ἔθνος. Ὅταν ὅμως ἤδη ἐγένοντο αἱ δαπάναι, τί δύναται νὰ πράξῃ τὸ Κοινοβούλιον; Μὴ συμπράττοντος τοῦ Κοινοβουλίου εἰς τὰς δαπάνας, πρέπει ν’ ἀποδεικνύηται ἀνάγκη ἀναπόδραστος εἰς δικαιολογίαν αὐτῶν, πρέπει προσέτι νὰ δύνηται ἡ Κυβέρνησις νὰ δικαιολογηθῇ ἐπὶ τῇ μὴ προειδοποιήσει τῆς Βουλῆς, ἰδίως ὅμως δέον ἡ ἀνάγκη νὰ ἦναι ἀναπόδραστος, ὅταν τὰ χρήματα λαμβάνωνται ἐκ δανείων προορισθέντων ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς Ἐξουσίας εἰς πλήρωσιν ἀναγκῶν ὅλως διαφόρων. Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ διαχείρισις τῶν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ καὶ ἑτέραν οἰκονομικὴν ἐπιχείρησιν ἀνέλαβε τὸ παρὸν Ὑπουργεῖον, τὴν τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825. Τὴν διαπραγμάτευσιν τοῦ συμβιβασμοῦ τοῦ δανείου τούτου εἴχομεν διεξαγάγει καὶ ἡμεῖς ἄλλοτε μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ὅτε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπεβλήθη εἰς αὐτὴν, ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἤδη ἡ διαπραγμάτευτις διεξήχθη ἐπὶ ὅροις ἐπωφελεστέροις ἢ κατὰ τὸ 1867. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα ἀποδείξω τὸ ἐναντίον· ἀλλ’ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, προλαβών με εἰς τὸ βῆμα, εἶπεν, ὅτι ἦτο περιττὸν νὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου, διότι τὸ πρᾶγμα ἦτο βέβαιον καὶ τὸ ἀνεγνώριζεν αὐτὸς ἐπισήμως, ἐν γνώσει διατελῶν τῶν κατ’ ἀμφοτέρας τὰς διαπραγματεύσεις. Μετὰ τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ χαρακτηρίζῃ τὴν διαπραγμάτευσιν ταύτην ὡς διεξαχθεῖσαν ἤδη ἐπὶ ὅροις ἐπωφελεστέροις ἢ κατὰ τὸ 1867. Ἡ ἀπόδειξις τοῦ ἐναντίου εἶναι εὐχερεστάτη, ἀλλὰ κατέστησεν αὐτὴν περιττὴν ἡ μαρτυρία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἡ σύμβασις ἐκυρώθη ὑπὸ τῆς τελευταίας Βουλῆς, καὶ ἤδη πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ τίνα τρόπον ἐξετελέσθησαν αἱ διατάξεις αὐτῆς. Ἀναγκάζομαι δὲ νὰ μνημονεύσω τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ 1867, διότι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν μὴ εἰσέτι ἀναγνώρισιν τοῦ νέου τούτου συμβιβασμοῦ παρὰ τοῦ χρηματιστηρίου τοῦ Λονδίνου καὶ τὴν μήπω ἐκτέλεσιν τῶν ὅρων αὐτοῦ, ἐπεκαλέσθη τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1867 εἶχε συνομολογήσει, καὶ εἶπεν, ὅτι πλημμελὴς διάταξις τῆς συμβάσεως ἐκείνης ἀντεγράφη καὶ ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ τῇ νεωτέρᾳ, καὶ ἐπῆλθον αἱ δυσχέρειαι, τούτου ἕνεκα, νομίζει δὲ ἀναγκαῖον νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου, ὅπως διὰ τῆς καταργήσεως τῆς διατάξεως ἐκείνης καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἑτέρων αὐτοῦ διατάξεων. Ἡ διάταξις ἐκείνη περιείχετο πράγματι ἐν τῇ συμβάσει τοῦ 1867, ἀλλὰ οὐδόλως εἶχε τὴν ἔννοιαν, ἣν ἀποδίδει εἰς αὐτὴν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, οὐδ’ ἦτο παντάπασι πλημμελής. Εἰς ἄλλο ἐσκόπει ἡ διάταξις, ὅλως διάφορον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς φρονεῖ. Ὅτε τότε διεπραγματευόμεθα πρὸς τοὺς κατόχους τῶν ὁμολογιῶν τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825 καὶ ὅτε ἐπλησιάζομεν εἰς συμφωνίας περὶ τῶν ὅρων τῆς μετατροπῆς τῶν παλαιῶν τίτλων εἰς νέους, εἴπομεν πρὸς αὐτοὺς, ὅτι εἷς τῶν κυριωτέρων λόγων, δι’ οὓς ἐγίνετο ὁ συμβιβασμὸς, ἦτο τὸ ν’ ἀνοιχθῇ τὸ χρηματιστήριον τοῦ Λονδίνου εἰς τὰ ἑλληνικὰ χρεώγραφα καὶ τὰς ἑλληνικὰς ἀξίας, οὐχὶ εἰς τὰ χρεώγραφα ταῦτα τοῦ 1824 καὶ 1825, ἢ εἰς τὰς ὁμολογίας, τὰς ὁποίας ἠθέλομεν ἐκδώσει πρὸς ἀντικατάστασιν αὐτῶν· τοῦτο ἦτο περιττὸν, διότι ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ τοῦ Λονδίνου ἐκυκλοφόρουν καὶ κυκλοφοροῦσι τὰ χρεώγραφα ταῦτα, καὶ χάριν αὐτῶν ἀποκλείονται τῆς ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ ἐκείνῳ κυκλοφορίας αἱ ἄλλαι ἑλληνικαὶ ἀξίαι. Κατὰ τὸν κανονισμὸν τοῦ χρηματιστηρίου τοῦ Λονδίνου δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐν αὐτῷ κυκλοφορία ἀξιῶν τῶν ἐπικρατειῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐκπληροῦσι τὰς ὑποχρεώσεις των πρὸς τοὺς πιστωτὰς αὐτῶν ἢ δὲν συνομολογοῦσι συμβιβασμὸν νόμιμον πρὸς αὐτούς. Τοῦτο δὲ γίνεται χάριν τῶν πιστωτῶν. Εἶχον τὸ δικαίωμα οἱ πιστωταὶ τοῦ 1824 καὶ 1825 νὰ κυκλοφορῶσι τὰς ὁμολογίας ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ, ἵνα δ’ ἐξαναγκασθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ μὴ πληρώνουσα τοὺς τόκους τῶν χρεωγράφων, νὰ πληρώσῃ αὐτοὺς ἢ νὰ ἔλθῃ εἰς συμβιβασμὸν πρὸς τοὺς πιστωτὰς, ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ χρηματιστηρίου ἔχει τὸ δικαίωμα κατὰ τὸν κανονισμὸν ν’ ἀποκλείσῃ τῆς κυκλοφορίας τὰς ἄλλας ἀξίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι οὕτω θέλει ἀσκήσει πίεσιν ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν. Εἴπομεν λοιπὸν τότε πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν πιστωτῶν, ὅτι, ἵνα κλείσωμεν τὴν συμφωνίαν, ὤφειλον ἐκεῖνοι ν’ ἀναδεχθῶσιν, ὅπως ἄρῃ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ χρηματιστηρίου τὴν ἀπαγόρευσιν, τὴν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ αὐτῆς γενομένην κατὰ τῶν ἀξιῶν τῆς Ἑλλάδος. Τὸ ὑπεσχέθησαν. Ἐπῆλθε συνεννόησις πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ χρηματιστηρίου, καὶ ὑπεσχέθη αὕτη, ὅτι ἤθελε διαγράψει τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τοῦ καταλόγου τῶν ἀποκεκλεισμένων τοῦ χρηματιστηρίου ἐπικρατειῶν, εὐθὺς ὡς ἐκυροῦτο ἡ σύμβασις, καὶ κατόπιν τῆς ὑποσχέσεως ταύτης ἀνεγράψαμεν ἐν τῇ συμβάσει τὸ ἄρθρον, οὗ τινος τώρα ζητεῖται ἡ διαγραφή. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤδη, πρὶν ἢ ἀποδεχθῇ τὴν διάταξιν ταύτην ἐκ τῆς συμβάσεως τοῦ 1867, ἔπρεπε νὰ διεξαγάγῃ καὶ τὴν διαπραγμάτευσιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς τότε διεξηγάγομεν, ἔπρεπε νὰ λάβῃ καὶ τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς τότε ἐλάβομεν· οὐδὲν τούτων ὅμως ἔπραξε, καὶ κατόπιν ἑορτῆς ἐζήτει παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ χρηματιστηρίου τὴν πραγματοποίησιν τῆς διατάξεως. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ χρηματιστηρίου, πιεζομένη ὑπὸ τῶν Ὀλλανδῶν πιστωτῶν, ἀντιπολιτευομένων τὸ ἡμέτερον δάνειον, καὶ μὴ δόλως προδιατεθεῖσα, ἠρνεῖτο νὰ διαγράψῃ τὴν Ἑλλάδα ἐκ τοῦ καταλόγου τῶν ἐθνῶν τῶν μὴ δεκτῶν ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ· ἐθεώρησε μάλιστα τὴν διάταξιν τῆς συμβάσεως, ἄνευ συνεννοήσεως πρὸς αὐτὴν καταχωρισθεῖσαν, ὡς πίεσιν, καθ’ ἧς καθῆκον εἶχεν ἵν’ ἀντιταχθῇ. Τότε οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ὅπως ὁ συμβιβασμὸς πραγματοποιηθῇ, παρέστησαν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἀνακριβῶς, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου δὲν ἀφορᾷ εἰς τὰς ἑλληνικὰς ἀξίας καὶ τὰ χρεώγραφα, ἀλλ’ εἰς τὰ δάνεια τοῦ 1824 καὶ 1825, καὶ εἰς τὰ χρεώγραφα, ἅτινα θέλουσιν ἐκδοθῆ πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν δανείων ἐκείνων. Περὶ τούτων ἦτο περιττὴ πᾶσα διάταξις ἐν τῇ συμβάσει, διότι ταῦτα κυκλοφοροῦσιν αὐτοδικαίως. Οὕτω δὲ παραστήσαντες τὰ πράγματα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἔπεισαν αὐτὸ νὰ φέρῃ τὴν πρότασιν περὶ διαγραφῆς τῆς διατάξεως ἐκείνης. Ὡς πρὸς τὴν διαγραφὴν δὲν θέλω ἐναντιωθῆ, διότι, ἀφοῦ δὲν κατώρθωσεν ἡ Κυβέρνησις, διαπραγματευθεῖσα ἐγκαίρως, νὰ παρασκευάσῃ τὰ τῆς ἐκτελέσεως τῆς διατάξεως ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ χρηματιστηρίου, ἐὰν σήμερον, χάριν τῆς διατάξεως ταύτης, φέρωμεν τὴν ἀποτυχίαν συμβιβασμοῦ, κυρωθέντος καὶ κατὰ τὰ προκαταρκτικὰ ἐκτελεσθέντος, θέλομεν βλάψει καιρίως τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὸ δὲ τοῦτο ἀποδεικνύει πόσον ἡ Κυβέρνησις εἰργάσθη ἀδεξίως, ἀφοῦ μᾶς ἀναγκάζει νὰ παραιτήσωμεν διάταξιν, ἥτις ἐξησφάλιζε τοιαύτην ὠφέλειαν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἐλπίζω, ὅτι καὶ ἄνευ τῆς ἐξασφαλιστικῆς διατάξεως θέλει κατορθωθῆ νὰ εἰσαγάγωμεν καὶ τ’ ἄλλα χρεώγραφα τοῦ Κράτους εἰς τὸ χρηματιστήριον τοῦ Λονδίνου, ὅτι τὸ χρηματιστήριον τοῦ Λονδίνου, ὅταν ἀνταλλάξωμεν τὰς παλαιὰς ὁμολογίας διὰ νέων, καὶ παύσωσιν ἀντιπολιτευόμενοι τὸν συμβιβασμὸν οἱ Ὀλλανδοὶ, ἢ τοὐλάχιστον οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν, ὡς ἀνταλλάξαντες καὶ αὐτοὶ τὰς παλαιὰς ὁμολογίας ἀντὶ νέων, ἐλπίζω, ὅτι τὸ χρηματιστήριον τοῦ Λονδίνου θέλει τότε ἀνοίξει τὰς πύλας αὐτοῦ εἰς τὰς ἄλλας ἀξίας τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐνομίζομεν, ὅτι εἴχομεν ἐξασφαλίσει τοῦτο διὰ διατάξεως ἐν τῇ συμβάσει, πειθόμεθα, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη οὐδεμίαν ἔχει ἀξίαν ὑπὸ τοὺς ὅρους ὑφ’ οὓς κατεχωρίσθη, καὶ ἀναγκαζόμεθα ἡμεῖς αὐτοὶ νὰ διαγράψωμεν τὴν διάταξιν καὶ ν’ ἀφεθῶμεν εἰς τὰ φυσικὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀπεκδεχόμεθα ἐκ τοῦ συμβιβασμοῦ. Ὁ συμβιβασμὸς τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825 οὐδὲν ἔφερε μέχρι τοῦδε ἀγαθὸν, καὶ δὲν ἐδικαιοῦτο ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὸν συμβιβασμὸν τοῦτον ἀφορῶσα, νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀνώρθωσε τὴν δημοσίαν πίστιν. Τουναντίον ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διεπραγματεύθη καὶ τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ἐπηρεάσῃ σπουδαίως τὴν πίστιν ἡμῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, καὶ τοῦτο βλέπετε ἀκόμη καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τιμῆς τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον πρό τινος χρόνου διετίθετο ἐπὶ τιμῇ ἀνωτέρᾳ ἐκείνης, εἰς ἣν κυκλοφορεῖ σήμερον. Τοιαῦται ὑπῆρξαν αἱ δύο οἰκονομικαὶ ἐπιχειρήσεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ πῶς ἔχουσι τὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος; εἰς ταύτην τὴν ἐξέτασιν θέλω ἤδη προβῆ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔκαμεν ἀνάλυσιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἀπολογισμῶν ἀπὸ τοῦ 1864 μέχρι τοῦ 1878, παραστήσας ὁποῖα ὑπῆρχον τὰ ἑκάστοτε ἐλλείμματα. Δυστυχῶς, καὶ ὅσα εἶπε καὶ ὅσα ἐν τοῖς πίναξιν ἐξέθηκεν ἐπὶ τοσοῦτον στεροῦνται ἀκριβείας, ὥστε ὀλίγον δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν. Ἵνα σᾶς ἀποδείξω ὁπόσον μικρὰ εἶναι ἡ ἀξία τῶν πινάκων τούτων εἰς τοιούτους ὑπολογισμοὺς, παρατηρῶ, ὅτι, ἐνῷ ἐν ἰδίᾳ στήλῃ σημειοῖ τὰ ληφθέντα καθ’ ἕκαστον ἔτος δάνεια, καὶ ἐν ἄλλαις στήλαις σημειοῖ τὰ δαπανηθέντα ἐν ὅλῳ, τὰ ἐλλείμματα καὶ τὰ περισσεύματα, ἐνῷ κατὰ κανόνα, καὶ ἰδίως κατὰ τὸ ἔτος 1867, σημειοῖ ἐν ταῖς εἰσπράξεσι καὶ τὰ δάνεια τὰ συνομολογηθέντα ἕνεκα τακτικῶν ἢ ἐκτάκτων ἀναγκῶν καὶ ἐν τοῖς ἐξόδοις πάσας τὰς ἐκτάκτους δαπάνας καὶ ἀπολήγει εἰς τὸ ἐπιθυμητὸν συμπέρασμα, ὅτι τὸ 1867 ἀφῆκεν ἔλλειμμα, ὅταν ἔρχεται εἰς τὰ τελευταῖα ἔτη, τί ἀναγινώσκομεν; «1876, δάνεια· μηδέν». Δὲν συνήψαμεν κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο δάνεια; «1877, δάνειον πρὸς κατασκευὴν τῶν ἀτμοτελωνίδων 3,200,000». Κατὰ τὸ 1877 μόνον τοιοῦτον δάνειον συνωμολόγησεν ἡ Κυβέρνησις; Κατὰ τὸ 1867 ἐν τῇ αὐτῇ στήλῃ ἐσημείωσεν ὡς ληφθέντα ἐκ δανείων 10,521,000, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1867 ἤμην Ὑπουργὸς ἐγώ.
§50Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἤθελον νὰ σᾶς ἐπιβαρύνω μὲ τὰς δαπάνας τοῦ 1877....
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑποβάλλει καὶ πίνακα τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1878, καὶ κατὰ τὸν πίνακα τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἔτους ἐκείνου εἶναι 1,287,000. Ὅταν βλέπῃ τις τόσον μικρὸν ἔλλειμμα εἰς ἔτος, καθ’ ἃ ἐγένοντο τόσαι δαπάναι, θαυμάζει τὴν φειδὼ τῆς Κυβερνήσεως ἢ τὴν ἱκανότητα τοῦ συντάξαντος τὸν πίνακα. Ἡ ἐξήγησις τοῦ φαινομένου εἶναι εὐχερής. Εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον συνήθως ἐξηγεῖ τὰ ἐλλείμματα, ἀναζητοῦμεν τὰ ἔξοδα τοῦ 1878, καὶ εὑρίσκομεν πιστώσεις 7,653,000, ἐνῷ τώρα ἔχομεν πιστώσεις 13,400,000, καὶ εἰς τὰς πραγματοποιηθείσας πληρωμὰς τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν 6,902,000, τουτέστιν 750,000 δραχ. οἰκονομίαν. Πῶς κατὰ τὸ 1878, ἔτος τόσον πολυδάπανον, εὑρίσκεται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν δαπανῆσαν ὀλιγώτερον κατὰ πολλὰ ἑκατομμύρια ἢ ὅσα ἐδαπάνησεν ἐφέτος, καὶ ἐπὶ τῶν δαπανῶν τούτων πραγματοποιηθεῖσαν καὶ οἰκονομίαν τοσαύτην; Τῳόντι εἶναι ἀξιοθαύμαστον· ἀλλ’ ἡ ἐξήγησις ἀνευρίσκεται ἐν ταῖς πιστώσεσι δι’ ἐκτάκτους ἀνάγκας, περὶ ὧν οὐδὲν εἶχεν ὑποβάλει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐξηναγκάσθη δὲ ἵνα ὑποβάλῃ πίνακα, διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου. Ἀδιάφορον ἦτο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ 1878, καὶ αὐτὰ τὰ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ 7 ἑκατομμύρια ἂν ἄφινεν ἐν μέρει ἀδιάθετα, ἀφοῦ ἀνεξάντλητον εἶχεν ἐν ἄλλαις πιστώσεσι πηγὴν δαπανῶν· ἀλλὰ πρὸς τὴν ἀντιπαραβολὴν οὐδεμίαν ἔχουσιν ἀξίαν πίνακες, ὡς πρὸς ἄλλα μὲν ἔτη περιλαμβάνοντες τακτικὸν ἅμα καὶ ἔκτακτον ἀπολογισμὸν, ὡς πρὸς ἄλλα δὲ μόνον τὸν τακτικὸν, παρασιωπωμένου ἐντελῶς τοῦ ἐκτάκτου.
§52ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴχομεν δύο προϋπολογισμοὺς, τακτικὸν καὶ ἔκτακτον, περὶ δὲ τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν τοῦ 1876 ἔφερε τὸν ἀναλυτικὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ἀπῃτήσατε.
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐννοεῖται, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1861 ἔχομεν πίνακας ἀπείρους, καὶ οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐγένοντο πολλάκις. Τοῦτο δὲν εἶναι λόγος, ἵνα μὴ ἐπαναλάβῃ αὐτοὺς καὶ πάλιν· ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε πίνακας προϋποβληθέντας, ἔπρεπε νὰ τοὺς συμπληρώσῃ καὶ τοὺς συσχετίσῃ πρὸς τοὺς νεωτέρους πίνακας ἐπὶ ὁμοιομόρφου συστήματος.
§54ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔκαμα αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, διότι αὐτὴ ἡ ἐπιτίμησις ἀφορᾷ καὶ ἐμὲ, ὡς Ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν τότε.
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ πινάκων, δὲν ὁμιλῶ περὶ δαπανῶν· ὅταν λάβωμεν εὐκαιρίαν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν τῶν ζητημάτων τούτων, τότε θὰ ἐξετασθῶσι τὰ περὶ τῶν δαπανῶν καὶ περὶ τῆς εὐθύνης, ἣν ἕκαστος φέρει. Εἶπον, ὅτι οἱ πίνακες δὲν δύνανται: νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσις εἰς τὰς σκέψεις μας. Τοὺς πίνακας τούτους ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ἵνα δυνηθῶμεν τῇ βοηθείᾳ αὐτῶν νὰ ἐξετάσωμεν τὰ τοῦ ἐλλείμματος, διότι τοῦτο εἶναι τὸ κύριον ζήτημα. Ποῖον εἶναι τὸ ἔλλειμμα; πῶς δυνάμεθα νὰ ἀπαλλαχθῶμεν αὐτοῦ ἢ νὰ τὸ περιορίσωμεν; Καὶ ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ἐξετάσωμεν τοῦτο, φυσικὸν εἶναι ν’ ἀναζητήσωμεν τὰ ἐλλείμματα τῶν παρῳχημένων χρήσεων ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς αὐτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν εἰς τὰς περὶ ἐλλείμματος σκέψεις αὐτοῦ περιωρίσθη ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ 1879, καὶ ἔφερε σημείωσιν περὶ οἰκονομιῶν, γενομένων ἐπὶ τῶν δαπανῶν τοῦ 1879, καὶ ἀπέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ ἔλλειμμα εἶναι 9,000,000 δρ. Ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, δὲν εἶναι τὰ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, σκεπτόμενοι περὶ τῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἐν τῇ σκέψει ταύτῃ δὲν ἐνδιαφερόμεθα ποῖον εἶναι τὸ τυχαῖον ἔλλειμμα τοῦ 1879, ἐνδιαφερόμεθα περὶ τοῦ σταθεροῦ ἐλλείμματος τῶν προϋπολογισμῶν. Πᾶσα ἡ ἐξέτασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν περὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1879, οὐδόλως χρησιμεύει εἰς τὰς σκέψεις ἡμῶν περὶ περιορισμοῦ τοῦ σταθεροῦ ἐλλείμματος. Τὸ σταθερὸν ἔλλειμμα δὲν εἶναι τὸ προκύπτον ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ὤφειλον νὰ γείνωσι κατὰ τὸ 1879, καὶ δὲν ἐγένοντο, ἕνεκα τυχαίων περιστάσεων. Τοιαύτη εἶναι ἡ δαπάνη διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, ἥτις κατὰ μὲν τὸ 1879 ἐν μέρει μόνον πραγματοποιεῖται, διὰ τὴν βραδεῖαν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου, κατὰ δὲ τὸ 1880 θέλει γείνει ὁλόκληρος ἐπὶ τῶν διατεθεισῶν 96,000 ὁμολογιῶν· ἐπίσης τὰ δάνεια τοῦ 1824 καὶ 1825 δὲν μετετράπησαν εἰσέτι, καὶ ἑπομένως ἔχομεν οἰκονομίαν διὰ τὸ 1879 ἐπὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἐκ τῆς μετατροπῆς δανείου, οὐδεμίαν ὅμως ἔχομεν οἰκονομίαν ἐκ τούτου ἐν τῷ σταθερῷ προϋπολογισμῷ. Ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ὅτι ἔχομεν οἰκονομίαν ἐκ τῶν ἀτμοτελωνίδων 43,000 δραχμῶν· ἀλλ’ εἶναι οἰκονομία αὕτη; Προῆλθεν ἐκ περιστάσεως ἐπιζημίου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, τῆς ἀργίας τῶν ἀτμοτελωνίδων, ἡ δὲ οἰκονομία δὲν θέλει ἐπέλθει εἰς τὸν ἑπόμενον προϋπολογισμὸν, ἀφοῦ μάλιστα διωργανώθη ἡ ὑπηρεσία τῶν ἀτμοτελωνίδων· ἑπομένως καὶ αὕτη ἡ οἰκονομία δὲν σχετίζεται πρὸς τὰ τοῦ σταθεροῦ ἐλλείμματος; Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ σταθεροῦ ἐλλείμματος τοῦ μέλλοντος, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐκτιμήσωμεν τὸ μέγεθος τοῦ κακοῦ καὶ νὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς τὰ μέτρα, εἰς ἃ πρέπει νὰ προσφύγωμεν, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἐξάλειψιν αὐτοῦ. Ἐννοῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, θελήσαντα νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ διαχείρισιν καὶ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι κατὰ τὸ ἔτος, καθ’ ὃ διηύθυνε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἐγένοντο, ἔστω καὶ προσωρινῶς, αἱ οἰκονομίαι, ἃς ἀνέφερεν, καίτοι αἱ οἰκονομίαι αὗται ἐγένοντο ἐκ τῆς μὴ πραγματοποιήσεως νόμων, οὓς ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐθεώρησεν ἀναγκαίους. Πλὴν δὲ τῆς προσωπικῆς ἀπόψεως, ἔχουσιν αἱ οἰκονομίαι αὗται σημασίαν εἰς τὰ τοῦ κανονισμοῦ τοῦ ποσοῦ τοῦ δανείου, δι’ οὗ θέλει ἀναπληρωθῆ τὸ ἐν τῇ τρεχούσῃ χρήσει κενόν. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας μόναι οἰκονομίαι ἔχουσαι ἀξίαν, ἐκ τῶν κατὰ τὸ 1879 γενομένων, εἶναι αἱ συντελοῦσαι εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ σταθεροῦ ἐλλείμματος τοῦ μέλλοντος, τοιαύτας δὲ οἰκονομίας δὲν ἀνεῦρον ἐν τοῖς δημοσιευθεῖσι καὶ τοῖς λεχθεῖσι παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879, περιορισθὲν, ὡς λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἰς 9 ἑκατομμύρια, θέλει καλυφθῆ διὰ δανείου, περὶ τῶν ἀπαιτουμένων ὅμως πρὸς τὴν πληρωμὴν ἐν τῷ μέλλοντι τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων τοῦ δανείου ἐπρονόησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; διότι δύναται νὰ συμβῇ, ὥστε ἡ πρόσκαιρος ἀνάγκη ἔτους τινὸς νὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε τὰ κανονικὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ μὴ ἐξαρκῶσιν, δύναται, ἕνεκα λόγων ἐξαιρετικῶν, νὰ καλυφθῇ καὶ διὰ δανείου τὸ ἔλλειμμα, ἀλλὰ συνάμα μετὰ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου δέον νὰ δημιουργῶνται καὶ πόροι ἴσοι πρὸς τὰς δαπάνας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου. Ἔφερεν εἰς ἀντιπαράθεσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς τὴν ἰδίαν αὐτοῦ διαχείρισιν τὴν τοῦ 1867, ἀλλὰ τότε ὁ προϋπολογισμὸς ἦτο εἰς πλῆρες ἰσοζύγιον χάρις εἰς τοὺς φόρους, οἵτινες τότε ἐπεβλήθησαν. Διὰ τῶν προσθέτων πόρων κατὰ τὸ 1867 ἐκαλύφθησαν καὶ οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν πραγματοποιηθέντων δανείων, καὶ ἐπῆλθεν ἐκ τῆς κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο διαῤῥυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν πλῆρες ἰσοζύγιον τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐξόφλησις τῶν ἐλλειμμάτων τῶν παρελθουσῶν χρήσεων. Διὰ τῶν δανείων ἠγοράσθη ὑλικὸν, τὸ ὁποῖον καὶ σήμερον ὑπάρχει, καὶ εἶναι ἴσως τὸ πολυτιμότερον ἐν τῷ κλάδῳ τῶν ναυτικῶν. Τοὺς δὲ πόρους ἐξεῦρεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οὐχὶ δι’ αὐξήσεων ἐμπειρικῶν τῶν ὑφισταμένων φόρων, ἀλλ’ ἀναθεωρήσας τὸ φορολογικὸν σύστημα, διαῤῥυθμίσας ἐπὶ νέων βάσεων τὰ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ καταστρώσας νέαν τελωνιακὴν διατίμησιν. Διὰ τοιαύτης τῶν φόρων ἀναθεωρήσεως κατέστη ἐλαφρότερον τὸ ἐκ τῆς αὐξήσεως αὐτῶν βάρος. Ὤφειλεν ἄρα ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μᾶς διαφωτίσῃ καὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλει ἐνεργήσει· διότι ἡ ἐπιτακτικωτέρα ἡμῶν ὑποχρέωσις ἤδη εἶναι ἡ ἐξάλειψις τοῦ ἐλλείμματος. Ἂν δὲν δυνηθῶμεν διὰ μιᾶς νὰ καταργήσωμεν αὐτὸ, ὀφείλομεν ὅμως νὰ τὸ περιορίσωμεν κατὰ τοσοῦτον καὶ διὰ μεθόδου τοιαύτης, ὥστε νὰ ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι ἐντὸς ἐλαχίστων ἐτῶν θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ὁλοτελῆ ἐξαφάνισιν τοῦ ἐλλείμματος. Ταῦτα ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀναδραμὼν εἰς τὸ παρελθὸν, ἵνα μᾶς διδάξῃ τί νὰ μιμηθῶμεν καὶ τί νὰ ἀποφύγωμεν. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ ἔθεσε τὴν ἀρχήν, ὅτι περὶ τῆς πολιτικῆς αὑτοῦ ἐν τῷ μέλλοντι δὲν θέλει μᾶς διαφωτίσει, ἀφοῦ ἀρνεῖται καὶ τὴν ὑποχρέωσιν αὑτοῦ νὰ ἐκτελέσῃ, ὅπως ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὸν νόμον τὸν στρατιωτικὸν, ὅστις εἶναι ἀπαραίτητος πρὸς τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἤθελεν ἐργασθῆ πρὸς ἐξαφάνισιν τοῦ ἐλλείμματος, καὶ ἰδίως περὶ τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους ἐπαγγέλλεται, ὅτι θέλει ἐξεύρει, καὶ τοὺς ὁποίους κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἔκτακτον Σύνοδον παρέστησεν ἀναβαίνοντας εἰς 5 ἕως 6 ἑκατομμύρια; Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι δὲν τῷ ἐπιτρέπεται νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, διατί ἀνέφερε τοιαῦτα; Εἶναι τρόπος ἐπιτρεπόμενος εἰς Ὑπουργὸν τὸ νὰ παρίσταται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως οἱ ἐμπειρικοὶ ἰατροὶ οἱ φέροντες μυστικὰ φάρμακα, καὶ νὰ ἐπαγγέλλεται, ὅτι γινώσκει συνταγὰς ἀποῤῥήτους, ὅτι ἔχει φάρμακα θαυματουργὰ, τὰ ὁποῖα θὰ φέρωσι τὴν εὐημερίαν εἰς τὸ Κράτος; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι οὐδὲν δύναται ν’ ἀποκαλύψῃ περὶ τῶν σχεδίων του, ἵνα μὴ θεωρηθῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ δίδει τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τὸ μέλλον, καὶ οὐχὶ διὰ τὸ παρελθὸν, ἐνῷ τὴν ψῆφον ζητεῖ διὰ μόνον τὸ παρελθὸν, καὶ προσέθηκεν, ὅτι πρέπει πρῶτον νὰ μάθῃ ἐὰν θὰ ἦναι Ὑπουργὸς, διὰ νὰ εἴπῃ ποίας ἰδέας θὰ ἔχῃ· διότι, ὡς φαίνεται, θὰ ἔχῃ ἄλλας ἰδέας περὶ τοῦ ἐλλείμματος, ἐὰν ἦναι Ὑπουργὸς, καὶ ἄλλας, ἐὰν ἦναι ἀντιπολιτευόμενος. Ἡμεῖς θεωροῦμεν, ὅτι αἱ κυβερνήσεις ἔχουσιν ὑποχρεώσεις ἀνεξαρτήτους τῶν ἀπαρτιζόντων αὐτὰς προσώπων, καὶ ἔχουσι καθῆκον νὰ διαφωτίζωσι τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ζητημάτων τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἵνα δύνηται αὕτη ν’ ἀποφαίνηται. Ὀφείλει ἄρα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἰδέας της ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἐλλείμματος. Καὶ ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι γινώσκει πόρους, δι’ ὧν θέλει καλυφθῆ τὸ ἔλλειμμα, ὅτι τὸν προϋπολογισμὸν ἔχει ἕτοιμον, ὅτι ὁ νόμος περὶ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ εἶναι ἕτοιμος, ἐπιβάλλεται αὐτῷ ν’ ἀνακοινώσῃ τὰ περὶ τούτων εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δὲν δύναται διὰ λόγους προσωπικοὺς νὰ στερήσῃ τὴν Βουλὴν τῶν γνώσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν γνώμην του θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύω, ἐν ὅσῳ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν δὲν ἀνακοινώσῃ ταῦτα, ὅτι οὔτε προϋπολογισμὸν ἀρτιμελῆ ἔχει ἕτοιμον, οὔτε πόρους νέους ἀξίους τῆς ψήφου ὑμῶν ἐξεῦρεν· ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν θέλει προτείνει πόρους, τοὺς ὁποίους νὰ δεχθῶμεν, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξευρεθῶσι νέοι πόροι διὰ ποσὸν ἓξ ἑκατομμυρίων, ὡς αὐτὸς ἐπηγγέλθη. Ἐνησχολήθην εἰς τοῦτο, ἀλλὰ δὲν ἐπείσθην, ὅτι εἶναι δυνατὸν δι’ ἐπιβολῆς νέων φόρων νὰ κατορθώσωμεν τὴν ἐντὸς τοῦ ἔτους κάλυψιν ἢ σπουδαίαν ἐλάττωσιν τοῦ ἐλλείμματος. Δὲν λέγω, ὅτι τὸ φορολογικὸν σύστημα δὲν δύναται νὰ τροποποιηθῇ καὶ ὅτι κατάλληλος αὐτοῦ μεταῤῥύθμισις δὲν θὰ φέρῃ σπουδαίαν ὠφέλειαν, ἀλλὰ ἡ ἄμεσος ὠφέλεια δὲν θὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε νὰ φέρῃ κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος σπουδαῖον περιορισμὸν τοῦ ἐλλείμματος. Ἀλλὰ καὶ ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν θέλει νὰ περιορίσῃ τὸ ζήτημα εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ πάλιν δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ μέλλοντος· δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἐξηγήσῃ ποῖαι αἱ ἰδέαι αὐτοῦ περὶ τοῦ μέλλοντος, διότι καὶ τοῦ παρελθόντος ἡ ἀξία ἐξήρτηται κατὰ πολὺ ἐκ τῆς σχέσεως αὐτοῦ πρὸς τὸ μέλλον. Ἐξετάζων τὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ παρελθόντι, βλέπω, ὅτι οὐδόλως παρεσκεύασε τὸν ἐν τῷ μέλλοντι περιορισμὸν τοῦ ἐλλείμματος. Ἓν ἐκ τῶν κυρίων κεφαλαίων τῆς οἰκονομίας εἶναι τά στρατιωτικά· ἀλλὰ ποία ὑπῆρξεν ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου ὡς πρὸς τὰ στρατιωτικά; Ἐψηφίσαμεν στρατιωτικὸν νόμον, τὸν ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ ἐναντίον τῆς γνώμης μου, προτείναντος νὰ ψηφισθῇ μόνιμος ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ· ἀλλ’ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐδέχθη νόμον προσωρινὸν, οὗτινος λήγει ἡ ἰσχὺς τὴν 31 Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους τούτου. Ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος ὁ προσωρινὸς ἤθελεν ἐκτελεσθῆ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους, δὲν ἐδυνάμεθα νὰ παραπονώμεθα, καίτοι ἐξετελεῖτο νόμος, τὸν ὁποῖον ἐξ ἀρχῆς κατεκρίναμεν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος οὗτος ἐκτελεῖται παρώρως, ἵνα καταστῇ ἀναπόδραστος ἡ διαιώνισις αὐτοῦ, ἔχω δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἐπρονοήσατε περὶ τοῦ μέλλοντος καὶ ὅτι τὸ ἐναντίον μάλιστα ἐπράξατε, ὅτι ἠθελήσατε νὰ καταστήσητε ἀδύνατον τὸν σκοπὸν ἡμῶν τῆς ἐξαλείψεως ἢ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἐλλείμματος. Διὰ τῶν προσφάτων προβιβασμῶν τῶν ἀξιωματικῶν τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ἄλλο παρὰ νὰ καταστήσῃ δυσχερεστάτην τὴν θέσιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῷ καταρτισμῷ τοῦ νέου καὶ διαρκοῦς ὀργανισμοῦ; Καὶ οὕτω πράττουσα, ποῖον εἶχε δικαίωμα; Ἄρα ἀρκεῖ, ὅτι κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς προβιβασμούς; Δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου ἐγένοντο οἱ προβιβασμοὶ καὶ ὅτι εἶχον οὗτοι ἄμεσον τινὰ σκοπὸν, ἢ προσεδοκᾶτο ἐξ αὐτῶν ὠφέλειά τις τοῦ στρατοῦ; Οἱ προβιβασμοὶ ὑπῆρξαν ἀφορμὴ ζημίας εἰς τὸν στρατὸν, ἄφησαν κενὰ εἰς ἄλλας θέσεις, τέως κατεχομένας ὑπὸ τῶν προβιβασθέντων, τουτέστιν ἐπληρώθησαν θέσεις ἀνώτεραι ἄχρηστοι, κενωθεισῶν θέσεων ἀναγκαίων. Οἱ προβιβασμοὶ δὲν ἐθεωρήθησαν ἀναγκαῖοι ὅτε ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ ἦτο πολλῷ μεγαλειτέρα τῆς σημερινῆς· ἀλλ’ ἐγένοντο σήμερον, ἐκπνέοντος τοῦ ἐπιτρέποντος αὐτοὺς προσωρινοῦ νόμου, ἐκ τοῦ φόβου μὴ αἱ περὶ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἐλλείμματος σκέψεις δὲν ἐπιτρέψωσιν αὐτοὺς κατόπιν. Οἱ κκ. Ὑπουργοὶ οὐ μόνον δὲν ἠθέλησαν νὰ παρασκευάσωσι τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς εἰς διαῤῥύθμισιν τῶν στρατιωτικῶν καὶ οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους πραγμάτων, ἀλλ’ ἐπεχείρησαν νὰ δεσμεύσωσιν αὐτὴν εἰς παράτασιν τῆς παρούσης καταστάσεως καὶ νὰ δυσχεράνωσιν τὴν θέσιν αὐτῆς ὡς πρὸς τὰ τοῦ ἐλλείμματος, ὅπερ ὀφείλομεν διὰ πάσης θυσίας νὰ θέσωμεν ἐκποδὼν, διότι, ἐνόσῳ ἐπιπροσθεῖ εἰς τὰ ἔργα ἡμῶν, οὐδὲν δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν γενναῖον. Τώρα, κύριοι, θὰ μεταβῶ εἰς ἕτερον ζήτημα.
§56ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 6½ μ.