1879.12.15
2,262 rows · 18,739 words · 149 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37
τῆς 15 Δεκεμβρίου 1879.
(Σάββατον.)
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κρεστενίτης ἔχει τὸν λόγον.
§2ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, παρετήρησα προχθὲς, ὅτι συνέβη ἄτοπόν τι εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν ἀξιωματικῶν. Ἡ ὁμὰς τῶν ἀξιωματικῶν δὲν ἔχει ἀνάγκην ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως· ἀλλ’ εἷς ὑπαστυνόμος εἰσῆλθε προχθὲς εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν ἀξιωματικῶν καθ’ ἣν ὥραν συνεδρίαζεν ἡ Βουλή. Ἐπειδὴ δὲ οἱ ἀξιωματικοὶ ἠρώτησαν καὶ ἐβεβαιώθησαν, ὅτι αὐτὸς δὲν ἦτο ἀξιωματικός, ὁ ὑπολοχαγὸς τοῦ πυροβολικοῦ Ἀργυρόπουλος εἶπε πρὸς τὸν Σκοπὸν· ὁ κύριος αὐτὸς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ κάθηται ἐνταῦθα, καὶ ὁ Σκοπὸς ἐξέβαλε τὸν ὑπαστυνόμον αὐτὸν τοῦ θεωρείου. Κατόπιν ὅμως ἐπληροφορήθην θετικῶς, ὅτι εἴτε ὑμεῖς, εἴτε ἄλλος τις ὡμίλησε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἐτιμώρησε τὸν ἀξιωματικὸν αὐτὸν μὲ περιορισμὸν εἰς τὸ δωμάτιόν του. Νομίζω, ὅτι τοῦτο προσβάλλει τοὺς ἀξιωματικούς, διότι οὗτοι εἶναι ἐντεταλμένοι παρὰ τῆς πολιτείας νὰ τηρῶσι τὴν τάξιν, καὶ δὲν ἔχουν ἀνάγκην νὰ ἐπιβλέπωνται παρ’ ἑνὸς ὑπαστυνόμου Τσακίρη.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅ,τι γνωρίζει τὸ προεδρεῖον εἶναι τοῦτο, ὅτι, ἐπειδὴ συμβαίνουν ἀταξίαι εἰς τὰ ἀκροατήρια, ἐνόμισεν, ὅτι τὸ μᾶλλον τελεσφόρον μέτρον εἶναι ὄχι νὰ διατάσσῃ νὰ κενόνωνται τὰ ἀκροατήρια, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἠμποροῦν νὰ ἐγείρωνται παράπονα καὶ νὰ παθαίνουν καὶ πολλοὶ ἀδίκως, ἀλλ’ εἰ δυνατόν, νὰ γίνωνται γνωστοὶ οἱ προκαλοῦντες τὰς ταραχὰς καὶ νὰ τιμωρῶνται. Ἔλαβε λοιπὸν τὸ μέτρον τὸ προεδρεῖον νὰ ἐπιτηρῇ τὰ ἀκροατήρια, διὰ ν’ ἀνακαλύπτῃ τοὺς ταραξίας. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἔχει ἀρκετοὺς κλητῆρας τὸ προεδρεῖον, ὡς γνωρίζετε, οἱ δὲ ὑπάρχοντες δὲν γνωρίζουν τὰ πρόσωπα, ἐθεώρησε καλὸν νὰ ζητήσῃ τὴν συνδρομὴν τῆς ἀστυνομίας, καὶ κατὰ συνέπειαν, τῇ διαταγῇ τοῦ προέδρου, εἷς ὑπαστυνόμος ἀνέλαβε τὴν ἐντολὴν νὰ ἐπιτηρῇ τὰ ἀκροατήρια, ν’ ἀνακαλύπτῃ τοὺς προκαλοῦντας τὰς ταραχάς, καὶ εἰδοποιῇ περὶ τούτου τὸν πρόεδρον. Ἔμαθον κατόπιν ὅτι ὁ ὑπαστυνόμος αὐτὸς εἰσῆλθεν εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν ἀξιωματικῶν, ἐντολῇ δὲ ἑνὸς ἀξιωματικοῦ, ἀπεπέμφθη. Ἠρώτησα τὸν ὑπαστυνόμον διατί εἰσῆλθεν ἐκεῖ, ἀφοῦ ἐκ μέρους τῶν κ. κ. ἀξιωματικῶν ποτὲ οὐδὲν παράπονον παρουσιάσθη, οὔτε ἐδόθη ἀφορμὴ ταραχῶν, οὗτος δὲ εἶπεν, ὅτι εἰσῆλθεν ἐκεῖ, διὰ νὰ δύναται νὰ ἐπιτηρῇ ἐκεῖθεν καλλίτερον τὰ παρακείμενα θεωρεῖα. Ἕως ἐδῶ ἠξεύρω τί ἔτρεξεν. Ἐγὼ δὲν ἔκαμα κανὲν παράπονον εἰς κανένα, οὔτε γνωρίζω ἕως τώρα ἐὰν συνέβη τι ἄλλο.
§4ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Νομίζω, κ. πρόεδρε, ὅτι ὁ ὑπαστυνόμος ἐξεπροσώπει ἐκεῖ τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
§5ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Τί εἶναι αὐτά;
§6ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὁ πρόεδρος ἐκπροσωπεῖ τὴν Βουλήν. Μία τάξις θέλει πολλὰ προνόμια (θόρυβος). Νομίζω δὲ, ὅτι τοῦτο εἶναι βαρύ.
§7ΤΙΝΕΣ. Δὲν τὴν ὀνομάζετε αὐτὴν τὴν τάξιν;
§8ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἡ στρατιωτικὴ· τὸ εἶπον καὶ τὸ ἔγραψα. Λαμβάνουν προνόμια, ἀλλὰ θέλουσι πάντοτε πλειότερα, μὴ ἀρκούμενοι εἰς ὅσα ἔχουν (θόρυβος). Ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἔχῃ ἀστυνομίαν, νὰ μὴ δύναται ὁ πρόεδρος νὰ ἔχῃ ὑπὸ ἐπιτήρησιν τὰ θεωρεῖα, ἔστω καὶ τὰ στρατιωτικά; Πρεσβεύω, κύριοι, ὅτι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δὲν ὑπάρχουν προνόμια· αἱ ἐπαρχίαι ὅλαι εἶναι ἴσαι πρὸς ἀλλήλας (θόρυβος). Ἡ ἀξίωσις τινῶν νὰ μὴ ἔχωσιν οὐδεμίαν ἐπιτήρησιν, οὐδὲ ὑπὸ τῆς Βουλῆς αὐτῆς, εἶναι ἀπαίτησις πέραν τοῦ προνομίου, ὅπερ δὲν ἀνεχόμεθα. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἀφήσωμεν τὰ ἀκροατήρια ἄνευ ἐπιτηρήσεως, νὰ μᾶς χειροκροτοῦν καὶ νὰ μᾶς ποδοκροτοῦν ὁπόταν θέλουν, ἄλλο πρᾶγμα· ἀλλὰ νὰ ἀποβάλουν οἱ ἀξιωματικοὶ τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ προέδρου ἀπὸ τὸ θεωρεῖον.....
§9ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἦτον ἀντιπρόσωπός σας, κύριε πρόεδρε;
§10ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν ἦτον ἢ ὄργανον τοῦ προέδρου ἐκείνην τὴν στιγμὴν ὁ ὑπαστυνόμος. Οὗτος ἤθελε νὰ βλέπῃ τί γίνεται εἰς τὰ θεωρεῖα, καὶ ἐν τούτοις ἀπεβλήθη ἀπὸ ἀξιωματικὸν, ὅστις δὲν ἔχει καμμίαν πρὸς τοῦτο ἐξουσίαν.
§11ΒΑΛΤΙΝΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἰδοὺ τί συνέβη. Ὁ ὑπαστυνόμος Τσακίρης, νομίζω, ἐπιτηρῶν τὰ θεωρεῖα, διαταγῇ τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς, εἴτε καλῶς εἴτε κακῶς ἐσκέφθη, εἰσῆλθεν εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν κυρίων ἀξιωματικῶν. Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸν προαγορεύσαντα, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ δὲν ὑπάρχει διάκρισις· κυρίαρχον εἶναι τὸ Σῶμα, ἀντιπροσωπευόμενον ὑπὸ τοῦ προέδρου, ὅστις ἐνασκεῖ τὴν ἐπαγρύπνησιν ἐπὶ ὅλων τῶν θεωρείων. Αὐτὸ οὐδεὶς, ὑποθέτω, τὸ ἀμφισβητεῖ, καὶ μάλιστα ὅταν τὸ λέγω ἐγώ, ὅστις ἐπίσης ἔχω τὴν φιλοτιμίαν τοῦ ἀξιωματικοῦ. Φαίνεται, ἴσως παρεξηγήθη ἡ εἴσοδος τοῦ Τσακίρη εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν ἀξιωματικῶν. Ὁ ὑπαστυνόμος δὲν εἶχε πρόθεσιν οὔτε ἀφορμὴν προσβολῆς τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ὡς ἐπληροφορήθην κατόπιν, ἦτο παρεξήγησις τοῦτο.
§12ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὅσα ὁ προλαλήσας κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ βουλευτὴς Ναυπακτίας κ. Ῥοντήρης εἶπον, δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον· ἐγὼ δισχυρίζομαι, ὅτι οἱ ἐμπεπιστευμένοι παρὰ τῆς πολιτείας καὶ τῆς κοινωνίας, ἵνα ἐπιβλέπωσι καὶ τηρῶσι τὴν τάξιν, δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην ἐπιτηρητοῦ, καὶ πιστεύω, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἔχει ἐναντίαν γνώμην.
§13ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Πῶς, ἐδῶ;
§14ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πολὺ καλά, κύριοι, μὴ θορυβεῖσθε, μὴ φωνάζετε. Οἱοσδήποτε ἐξ ὑμῶν θέλει, δύναται ν’ ἀναβῇ τὸ βῆμα νὰ μὲ ἀντικρούσῃ. Δὲν πρέπει νὰ λησμονήσητε, κύριοι, ὅτι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων κύριος Ζαΐμης, μετὰ τὰς διαδηλώσεις, αἵτινες ἔλαβον χώραν πέρυσιν εἰς τὰς Ἀθήνας, ἐζήτησε φρουρὰν, διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον· ἡ φρουρὰ ἐδιπλασιάσθη, ἡ φρουρὰ εἶναι οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὑπαξιωματικοὶ καὶ οἱ στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι τοποθετοῦνται εἰς τὰ διάφορα θεωρεῖα, καὶ διὰ τοῦτο ἡ τάξις ἀνατίθεται εἰς αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι εἶναι στρατιῶται, καὶ εἶναι ἀνατεθραμμένοι στρατιωτικῶς καὶ πειθαρχικῶς. Ἦτο προσβολὴ λοιπὸν νὰ εἰσέλθῃ ὁ κύριος αὐτὸς εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐννοεῖ τὸ τοιοῦτον. Δὲν θέλω νὰ συγκρίνω διόλου, καὶ εἶναι ἀνάξιον νὰ συγκρίνω τὸν ὑπαστυνόμον μὲ τὸν ἀξιωματικόν.
§15ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Εἶναι ἴσοι (θόρυβος).
§16ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Ῥοντήρη, σεῖς ἐτρέματε τὴν ὥραν ἐκείνην, καθ’ ἣν ὁ λαὸς ὥρμησε κατὰ τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν.
§17ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Πῶς τὸ ἠξεύρετε;
§18ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὸ γνωρίζω κάλλιστα. Ὁ δὲ στρατὸς ὑπήκουσε, διότι εἶχε καθῆκον νὰ ὑπακούσῃ, σᾶς ὑπερασπίσθη, καὶ σᾶς ἔφερεν ἐδῶ. Μὴ διαιρῆτε τὸν στρατιώτην ἀπὸ τὸν πολίτην. Καὶ ὁ στρατιώτης εἶναι πολίτης, ἀλλὰ πολίτης ἀνατεθραμμένος στρατιωτικῶς. Λοιπὸν δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ τοὺς ἐπιβλέπῃ κανείς.
§19ΒΑΛΤΙΝΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐννοεῖτε, ὅτι εἰς τὸ Βουλευτήριον δὲν ὀφείλουσι νὰ ὑπακούωσιν οἱ πάντες εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Βουλῆς, τὸν Πρόεδρον;
§20ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μάλιστα.
§21ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τὸ ζήτημα ἐτελείωσε.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶχε διαταγὴν νὰ ἐπιτηρῇ τὰ ἀκροατήρια ...
§23ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν πρόκειται, κύριοι, περὶ προνομίων, οὔτε περὶ προνομιούχου τάξεως, ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας βουλευτὴς Ναυπακτίας. Ἡ Βουλὴ ὥρισεν ἓν θεωρεῖον διὰ τοὺς κυρίους ἀξιωματικούς.
§24ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§25ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Οὐδαμοῦ οἱ ἀξιωματικοὶ τίθενται ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν· δύναται νὰ τεθῇ διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπάλληλος στρατιωτικός, φρουραρχικός, ἐν τῷ θεωρείῳ.
§26ΠΟΛΛΟΙ. Τί εἶναι αὐτά;
§27ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐὰν πρόκηται νὰ τεθῇ τὸ θεωρεῖον τῶν στρατιωτικῶν ὑπὸ ἐπιτήρησιν, νὰ τεθῇ φρουρά.
§28ΒΑΛΤΙΝΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.). Δὲν ἐπῆγε διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς ὁ ὑπαστυνόμος ἐκεῖ.
§29ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Καὶ ὅμως ὁ ἀξιωματικὸς ἐτιμωρήθη.
§30ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε, κύριε Γεωργαντᾶ, νὰ διαφιλονεικήσητε αὐτό....
§31ΒΑΛΤΙΝΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.). Μοὶ κακοφαίνεται, ὅτι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν γίνεται ὁ πάταγος αὐτὸς, ἔχω ἄρει τὴν ποινήν.
§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός.). Μοὶ φαίνεται, κύριοι, ὅτι ματαίως ἐγείρομεν ζήτημα ὅπου δὲν ὑπάρχει λόγος. Δὲν πρόκειται περὶ ἀξιωματικοῦ καὶ ἀξιωματικῶν. Οὐδεὶς ἐσκέφθη, οὔτε εἶχε κατὰ νοῦν νὰ πράξῃ τι, προσβάλλον τὴν θέσιν καὶ τὴν τιμὴν τῶν ἀξιωματικῶν, ἢ ἐγγίζον ὁπωσδήποτε αὐτούς· ὅστις εἰσέρχεται ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου ὑπάγεται εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, κατὰ τὸν ὁποῖον εἶναι εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ προέδρου ἡ ἐπιτήρησις τῶν θεωρείων. Ὁ πρόεδρος ἠμπορεῖ νὰ ἐπιτηρῇ ὅλα τὰ θεωρεῖα, νὰ εἰσέρχηται εἰς ὅλα τὰ θεωρεῖα, νὰ στέλλῃ ἀντιπροσώπους εἰς ὅλα τὰ θεωρεῖα, ἢ ἀπεσταλμένους, καὶ οὐδεὶς δύναται διὰ τοῦτο νὰ παραπονεθῇ. Οἱ κ.κ. ἀξιωματικοί, ἐλθόντες εἰς τὴν Βουλὴν καὶ καταλαβόντες ἓν θεωρεῖον, ὑπεβλήθησαν εἰς τὸν νόμον αὐτόν· ὁ πρόεδρος σκοπὸν δὲν εἶχεν οὔτε νὰ ἐπιτηρήσῃ, οὔτε νὰ προσβάλῃ τοὺς ἀξιωματικούς, ὁ πρόεδρος διέταξε νὰ ἐπισκεφθῶσι τὰ ὄργανά του τὰ θεωρεῖα. Ἡ πρᾶξις αὕτη ἡ ἁπλῆ, ἡ εἴσοδος τοῦ ὑπαστυνόμου εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν ἀξιωματικῶν παρεξηγήθη ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικούς, καὶ ἔκαμαν ὅ,τι ἔκαμαν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι ἁπλῆ παρεξήγησις, διότι ὁ πρόεδρος δὲν διέταξεν, οὔτε ὁ ὑπαστυνόμος μετέβη ἐκεῖ, διὰ νὰ ἐπιτηρήσῃ τοὺς ἀξιωματικούς· ὁ πρόεδρος διέταξε νὰ ἐπισκεφθῇ τὸ θεωρεῖον αὐτὸ, ὅπως καὶ ἄλλα.
§33ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ πρόεδρος εἶπεν, ὅτι δὲν διέταξε.
§34ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐξοδεύομεν εἰς μάτην τὸν καιρόν μας. Ἐπαναλαμβάνω, ὁ πρόεδρος ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπιτηρῇ ὅλα τὰ θεωρεῖα· ἀπέστειλε λοιπὸν ἀνθρώπους πρὸς ἐπιτήρησιν αὐτῶν, καὶ δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ προσβάλῃ τοὺς κ. κ. ἀξιωματικούς· ἑπομένως τὸ παράπονον τοῦτο καὶ τὸ ζήτημα εἶναι ὅλως μάταιον.
§35ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὁ κ. Ἀργυρόπουλος διαμαρτύρεται, ὅτι δὲν ἐγνώριζεν, ὅτι ὁ εἰσελθὼν εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν κ. κ. ἀξιωματικῶν ἦτον ὑπαστυνόμος.
§36ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιτηρήσεως τῶν ἀκροατηρίων. Οἱ κύριοι ἀξιωματικοὶ ἀναγνωρίζουσι τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ κυρίου προέδρου· ἔχουν ὅμως τὴν ἠθικὴν ἀξίωσιν, καὶ δικαίως, νὰ τηρῶσιν ἀφ’ ἑαυτῶν τὴν τάξιν, διότι εἶναι προωρισμένοι εἰς τὴν αὐστηρὰν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος. Ὡς πρὸς τὴν ποινὴν παρατηρῶ, ὅτι δὲν ἥρμοζε νὰ γείνῃ περὶ αὐτῆς λόγος ἐνταῦθα, διότι τὸ ζήτημα ὑπάγεται εἰς τὴν ἐσωτερικὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατοῦ, εἰς ἣν ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ἐπεμβαίνῃ.
§37ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Γνωρίζετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι μετὰ πολλῶν ἄλλων συναδέλφων ὑπεστήριξα πάντοτε τὴν τάξιν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, πικρῶς δὲ ἀπεδοκίμασα τὰς παρεκτροπὰς τῶν ἀκροατηρίων, ἀπαιτήσας πάντοτε τὴν ἀκριβῆ τήρησιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι δύναται ἡ ἀστυνομία νὰ τηρήσῃ τὴν τάξιν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, διότι νομίζω τοῦτο οὐ μόνον ἄτοπον, ἀλλὰ καὶ ἥκιστα χρήσιμον εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν (θόρυβος). Βλέπετε ὁποῖα σκάνδαλα ἐπροκάλεσεν ἡ παρουσία τινῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀναθέσωμεν εἰς τὰ ὄργανα ταῦτα τὴν ἀστυνομίαν τῆς Βουλῆς.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ ἐνόησε κανείς.
§39Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ. Ἔχετε, κ. Πρόεδρε, τὴν φρουρὰν, ἔχετε τὸ προσωπικὸν τῆς ὑπηρεσίας τῆς Βουλῆς, καὶ οὐδεμίαν ἔχετε ἀνάγκην ἄλλων ὀργάνων, καὶ ὀργάνων Ἀστυνομικῶν, τὰ ὁποῖα, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἥκιστα κατάλληλα νὰ τηρήσουν τὴν τάξιν ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ πρέπει νὰ δοθῇ διαταγὴ ν’ ἀπομακρυνθῶσι.
§40Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Λυποῦμαι, διότι μία ἁπλῆ παρατήρησις ἐπροκάλεσε συζήτησιν, ἡ ὁποία δὲν ἔπρεπε πλέον νὰ λάβῃ διαστάσεις μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ ὁ κ. Κρεστενίτης, καὶ ὁ κ. Γεωργαντᾶς, καὶ πολλοὶ ἐξ ἡμῶν ἐλάβομεν ἀφορμὴν κἄπως νὰ ταραχθῶμεν κατόπιν, δὲν ἠξεύρω τίνος ἀφορμῆς ἕνεκεν, κατόπιν τῆς δυναμένης νὰ παρεξηγηθῇ ἀγορεύσεως ἢ ὁμιλίας τοῦ κ. Ῥοντήρη. Ὁ κ. Ῥοντήρης, ὁμιλήσας περὶ προνομίων, ἐλησμόνησεν, ὅτι τὰ προνόμια δὲν εἶναι δικαιώματα, καὶ ὅτι τὰ δικαιώματα δὲν εἶναι παρὰ συνέπεια ὑποχρεώσεων καὶ καθηκόντων. Ἐὰν εἰς τὰ ὑπάρχοντα ἀκροατήρια ἐπιτρέπηται νὰ χειροκροτῶσι καὶ ποδοκροτῶσι, νὰ ἀποδοκιμάζουν καὶ ἐπιδοκιμάζουν, καὶ μόνον τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ἡ Ἀστυνομία δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἀπαιτουμένην διόρθωσιν, εἰς τὸ θεωρεῖον, τὸ ὁποῖον προσδιώρισεν ἡ Βουλὴ διὰ τοὺς ἀξιωματικούς, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, καὶ ὄχι ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὄχι ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν ὀργανισμῶν ἢ νόμων, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν παραδόσεων, ὑπὸ τῶν ὑποχρεώσεων, εἰς τὰς ὁποίας ὑπάγονται οἱ ἀξιωματικοί, ὄντες ἀξιωματικοί. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, διότι δὲν εἶναι περίστασις, καὶ εἶναι περιττὴ ἡ περαιτέρω συζήτησις. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ προνομίων, ἀλλὰ περὶ ὑποχρεώσεων· οἱ ἀξιωματικοὶ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμῶσι τὰς ὑποχρεώσεις καὶ τὰ καθήκοντά των, οὐδεμία δὲ ὑφίσταται ἀνάγκη ἀστυνομικῆς ἐπιβλέψεως (θόρυβος). Νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω πλειότερα περὶ τούτου. Οἱ ἀξιωματικοί, γνωρίζοντες καλῶς τὸ καθῆκόν των, οὐδεμίαν ἔχουσι χρείαν ἐπιτηρήσεως. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος οὐδέποτε διενοήθη νὰ δυσπιστήσῃ πρὸς αὐτούς. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἔπρεπε νὰ διακρίνῃ ἀπὸ τῶν ἀκροατηρίων τὰ θεωρεῖα. Ἐκεῖ, ὅπου ἡ εἴσοδος εἶναι ἐλευθέρα, ὁ κ. Πρόεδρος δύναται καὶ διὰ χωροφυλάκων νὰ ἐπιτηρῇ τὴν τάξιν.
§41ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετὰ, κ. Πρόεδρε.
§42ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων, ὅπως μὴ εἰσάγωνται εἰς τὰ ἀκροατήρια ἄλλοι Ἀστυνομικοὶ ὑπάλληλοι πλὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φέρουν τὴν δημοσίαν στολήν.
§43ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἰσερχόμενός τις εἰς τὸ Βουλευτήριον, δεξιόθεν ἀπαντᾷ ἓν ὄν, φέρον τὴν μορφὴν τὴν ἀνθρωπίνην, ἀλλὰ τετραποδητεὶ βαδίζον· τὸ ὂν αὐτὸ ἐπέστησε τὴν προσοχὴν πάντων τῶν διαβατῶν. Ἠρώτησα καὶ ἔμαθον, ὅτι αὐτὸς εἰς τὰ 1821 ἐβάδιζεν ὄρθιος, καὶ τὸ στῆθος αὐτοῦ ἀντέτασσεν εἰς φάλαγγας ἐχθρικάς· σήμερον δὲ αὐτός, ὅστις καὶ πέρυσιν εἰσῆλθε τετραποδητεὶ εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Βουλευτηρίου, ἀλλὰ δὲν ἔτυχεν οὐδεμιᾶς ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, δὲν θέλω νὰ μεταχειρισθῶ τὴν λέξιν ἀκροάσεως, ἀλλὰ τελεσφόρου ἱκανοποιήσεως εἰς τὰς ἀνάγκας του. Ἤκουσα καὶ ἐγὼ τὰ παράπονά του, καὶ εἶδον, ὅτι ἔχει πιστοποιητικὰ, τὰ ὁποῖα μαρτυροῦσιν, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1821 ἐμάχετο μετὰ τῶν καλλιτέρων ὁπλαρχηγῶν, ὅτι ὑπέβαλε καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ ἀγῶνος τὰ δικαιώματά του, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ἀγῶνος εἶναι χρονοντούλαπον. Παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ἵνα συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἱκανοποιήσῃ τὰ δικαιώματα τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μὲ τὰ κόκκαλά των καὶ μὲ τὰ αἵματά των ἔστησαν τὰ θεμέλια αὐτῶν τῶν ἑδωλίων, καὶ δώσῃ μίαν ἐξοικονόμησιν διὰ τὸν ἐπιούσιον ἄρτον.
§44ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἔλαβε τίποτε;
§45ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τίποτε· ζητεῖ λοιπὸν ὁ ταλαίπωρος βοήθειαν. Πρέπει σήμερον ἡ Βουλὴ νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν τὸν δυστυχῆ κατὰ τὰς ἐπερχομένας ἑορτὰς ἑκατὸν δραχμάς. Ἀφοῦ δίδετε διὰ τὰ πρόσφατα αἵματα, τὰ παλαιὰ ἐλησμονήθησαν; Παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ἵνα συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τῷ δώσῃ μίαν ἐξοικονόμησιν.
§46ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται νὰ μὴ ἀποσταλῶσιν ἀντιπρόσωποι τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῶν ἐπαρχιακῶν συμβούλων.
§47ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς ά. ἀνάγνωσιν.
§48ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τί ἀπεφασίσθη ἐπὶ τῆς συστάσεως τοῦ κ. Δουζίνα ὑπὲρ τοῦ χωλοῦ, διότι καὶ πέρυσιν ἐγένετο λόγος.
§49ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἀπεφασίσθη τίποτε.
§50ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Παρακαλῶ νὰ συστηθῇ θερμῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ περίθαλψις τοῦ δυστυχοῦς αὐτοῦ ἀγωνιστοῦ.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντίῤῥησις δὲν ὑπάρχει· ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος.
§52ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Νὰ συστηθῇ θερμῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τάχιστα πρόνοιαν. Εἶναι ἐντροπὴ νὰ ἀποθνήσκουν τῆς πείνης οἱ στρατιῶται τοῦ ἀγῶνος.....
§53ΣΕΡΒΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, αὔριον ἐνεργεῖται ἡ ἐκλογὴ Κραναίας ἡ ἐπαναληπτική, ἡ ὁποία ἠκυρώθη ἕνεκα τῶν πιέσεων καὶ τῶν διαφόρων βιαιοπραγιῶν, περὶ τῶν ὁποίων ἐξεδόθησαν βουλεύματα παραπομπῆς καὶ ἀποφάσεις, αἵτινες κατεδίκασαν πολλὰ ἄτομα, πλείονα τῶν 20. Ἠκούσαμεν πρὸ ἡμερῶν, ὅτι ἐκεῖνος ὁ νομάρχης, ὅστις ἀπέστειλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν περὶ τῶν παραβιάσεων τούτων, ἐπαύθη· σήμερον δὲ διεφημίσθη, ὅτι ἐκεῖνος ὁ εἰσαγγελεὺς, ὅστις κατεδίωξε τοὺς παραβάτας καὶ ἐπέφερε τὸ ἀποτέλεσμα τῶν βουλευμάτων ἐπὶ ἀναιρέσει, ἐκεῖνος ὁ εἰσαγγελεὺς, ὅστις ἐκατηγόρησε καὶ ὑπεστήριξε τὴν κατηγορίαν ἐνώπιον τοῦ πλημμελειοδικείου, καθὼς καὶ εἷς τῶν πρωτοδικῶν, πιθανῶς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπήγγειλον τὴν καταδίκην αὐτῶν τῶν ἀτόμων, καὶ οἱ ὁποῖοι εἰσαγγελεὺς καὶ πρωτοδίκης ἤθελον εἶσθαι καὶ οἱ ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι οἱ μέλλοντες νὰ καθοδηγήσωσι τὴν τάξιν τῆς ψηφοφορίας, μετετέθησαν. Καταλαμβάνετε καλῶς, ὅτι εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν ἡ μετάθεσις αὐτῶν κλονίζει τὰς πεποιθήσεις τῆς κοινωνίας. Ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἂν τὸ γεγονὸς τοῦτο ἔχηται ἀληθείας, δηλ. ἂν μετετέθη ὁ Καρκαβέλας, εἰσαγγελεὺς, καὶ ὁ πρωτοδίκης Χατζηλιάκος. Τὸ κατ’ ἐμὲ νομίζω καὶ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι καὶ οἱ δύο οὗτοι ὑπάλληλοι περιποιοῦν τιμὴν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ εἶναι πιστοὶ ὀπαδοὶ τοῦ καθήκοντος, καὶ παρέχον τὰ ἐχέγγυα τῆς καλῆς τάξεως περὶ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐκλογῆς. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μετετέθησαν; ἂν μετετέθησαν, νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἠκολούθησε τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς ἰσονομίας μὲ αὐτὴν τὴν μετάθεσιν; Μὲ πληροφοροῦν προσέτι, ὅτι οἱ στρατιῶται καὶ οἱ χωροφύλακες οἱ ἐκεῖ εὑρισκόμενοι, πλείονες τῶν διακοσίων, ἦσαν ἐπαρκεῖς κατὰ τὰς τρεῖς ἐκλογὰς, διότι ἡ Κεφαλληνία ἔχει τρεῖς ἐκλογικὰς περιφερείας, προσετέθησαν ὅμως εἰς αὐτοὺς καὶ τριάκοντα ἕτεροι, προσκληθέντες ἀπὸ τὴν Κέρκυραν. Ἀλλ’ ἂν ἐκείνη ἡ στρατιωτικὴ δύναμις ἦτον ἐπαρκὴς διὰ τρεῖς ἐκλογικὰς περιφερείας, πολὺ περισσότερον θὰ ἦτον ἐπαρκὴς διὰ μίαν μόνην.
§54ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι, πρόκειται περὶ διοικητικῆς πράξεως, ἂν μετετέθησαν ἢ ἐπαύθησαν ὑπάλληλοι. Σήμερον δὲν εἶναι καιρός· ὅταν ἡ Βουλὴ τελειώσῃ τὸ κύριον ἔργον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀσχολεῖται, θὰ δώσῃ λόγον ἡ Κυβέρνησις περὶ αὐτοῦ.
§55ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ἡ Μοιραρχία ἐζήτησεν ἐνίσχυσιν ἐκ τριάκοντα ἀνδρῶν μὲ τοὺς ἀναγκαίους ὑπαξιωματικούς. Ἐρωτῶ τὸν κ. Σέρβον, τὸ ὑπουργεῖον ἔπρεπε ν’ ἀντιστῇ; Νομίζω, ὅτι, ἀντὶ νὰ κατηγορῇ τὴν Κυβέρνησιν, ὁ κ. Σέρβος ἴσως ἔπρεπε νὰ τὴν ἐπαινέσῃ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκλογήν. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, κύριοι, συνεννοηθεὶς μετὰ τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐφρόντισα, ὥστε οὐδεὶς τῶν στρατιωτικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς τὰς προηγουμένας ἐκλογάς, νὰ μένῃ ἐν Κεφαλληνίᾳ· τοὺς ἤλλαξα ὅλους, καὶ ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικοὺς καὶ χωροφύλακας. Ὑποθέτω, ὅτι τὸ παράπονον τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ διατυπωθῇ.
§56ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται ἀληθῶς περὶ διοικητικῶν πράξεων, ἀλλὰ διοικητικῶν πράξεων τοιούτων, αἱ ὁποῖαι φέρουσι τὸ τεκμήριον τῆς καταδολιεύσεως τοῦ δικαιώματος τῶν ἐκλογέων. Καὶ ὅταν εὑρισκώμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς, ἡ ὁποία ἐπῆλθε συνεπείᾳ ὅλως παρανόμου ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς περὶ ἀκυρώσεως, βεβαίως ἔχομεν τοὐλάχιστον τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάσωμεν ἂν αἱ πράξεις τῆς διοικήσεως δὲν τείνουν ἀκριβῶς εἰς τὴν καταστροφὴν τοῦ δικαιώματος τῶν ἐκλογέων, ὅπερ ἠθέλησε ν’ ἀσφαλίσῃ ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ἀκυρώσεως. Ὅταν δὲ μετὰ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς παύεται ὁ Νομάρχης, ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθη ἡ ἀντιπολίτευσις, διὰ ν’ ἀποδείξῃ τὸ ἀληθὲς τῆς ἐπεμβάσεως ἐν τῷ δήμῳ Κρανίων, ὅταν ἐντὸς δεκαπέντε ἡμερῶν μετατίθενται τρεῖς μοίραρχοι, ὁ Στεφάνου, ὁ Ἀρτέμης καὶ ὁ Κλήρης, πρὸς τούτοις δὲ ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ ἀνακριτής, αἱ διοικητικαὶ αὗται πράξεις ἀποβαίνουσιν ἀρκούντως ὕποπτοι.
§57ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὁ Ἀρτέμης δὲν ἐπῆγε.
§58ΡΑΛΛΗΣ. Διετάχθη νὰ ὑπάγῃ, ἢ ὄχι; διατὶ δὲν ἐπῆγε;
§59ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Δὲν ἔχω νὰ δώσω λόγον· τοῦτο εἶναι ἄσχετον ἀπὸ τὴν ἐκλογήν. Διότι ἤθελον ἀνώτερον ἀξιωματικὸν νὰ στείλω. Σᾶς προσθέτω δὲ, ὅτι ἀπὸ τὴν Κέρκυραν ἔστειλα συνταγματάρχην ἐπιτηρητὴν ὅλης τῆς φρουρᾶς.
§60ΡΑΛΛΗΣ. Θέλω ἀπὸ τοῦδε νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλή, ἡ ὁποία μετ’ ὀλίγον θὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἐκλογῆς Κραναίας, νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ὅλα τὰ μέσα ἐλήφθησαν καὶ ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργείου τῆς δικαιοσύνης καὶ ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν, ὥστε νὰ καταστραφῶσι τὰ δικαιώματα τῶν ἐκλογέων.
§61ΦΩΤΗΛΑΣ. Κατηγορεῖτε αὐτοὺς τοὺς ὑπαλλήλους, ὅτι εἶναι διατεθειμένοι ὑπὲρ τῶν μὲν καὶ κατὰ τῶν δέ;
§62ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς καὶ προκαταρκτικῶς. Καὶ δὲν τείνει μὲν ἡ ἐπερώτησις εἰς τὸ νὰ φέρῃ μίαν ἀπόφασιν, ἀλλ’ εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ προσεκτικὴν τὴν διοίκησιν ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας αὐτῆς κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐκλογῆς.
§63Α. ΖΕΡΒΟΣ. Δὲν ἐννοῶ, ὅταν ἡμεῖς, ὧν ἡ ἐπαρχία ὑπάγεται εἰς τὸ πρωτοδικεῖον Κεφαλληνίας, πιεζώμεθα ἀπὸ τὸν Καρκαβέλαν, τὸν ὁποῖον ἐξύμνησεν ὁ κ. Σέρβος, ὅτι αὐτὸς πρέπει νὰ μείνῃ εἰς τὸν Νομόν μας· ὁ κ. Σέρβος, ὅταν ἦλθεν ὡς ὑπουργὸς, ἤλλαξε καὶ τὸν ἔπαρχον καὶ ὅλους, διὰ νὰ κάμῃ τὴν ἐκλογήν. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν τὴν μετάθεσιν μετὰ τὴν ἐκλογήν.
§64ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Παρεπονοῦντο κατὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, διότι δὲν ἔλαβε μέρος νὰ ἐμποδίσῃ τὰς συμπλοκὰς καὶ τοὺς πετροπολέμους, καὶ σήμερον, διότι ἐστάλησαν τριάκοντα ἀκόμη στρατιῶται πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς δυνάμεως καὶ πρὸς παρεμπόδισιν τῶν ἀταξιῶν, ἔρχονται καὶ παραπονοῦνται, διὰ νὰ ἔχωσιν ἀπὸ τοῦδε ἐπιχείρημα, ὅπως αὔριον παραπονῶνται, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ δύναμις ἐπίεσεν.
§65ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ζερβοῦ πρὸς τὸν κ. Σέρβον ἀποδεικνύει τὸ ποιὸν τῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες ἐστάλησαν κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς· οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι μετετέθησαν, τῇ ἀπαιτήσει αὐτῶν τῶν ὑπουργικῶν βουλευτῶν καὶ ὑποψηφίων· ὑπάρχει δὲ ἀμφιβολία, ὅτι οἱ ἐν λόγῳ ὑπάλληλοι θὰ διατελοῦν ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις τῶν κυρίων των;
§66Α. ΖΕΡΒΟΣ. Δὲν εἶπα, κ. Ῥάλλη, ὅτι τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς ἐζητήσαμεν ἡμεῖς· εἶπα, ὅτι δικαιούμεθα καὶ ἡμεῖς, ὁσάκις ὑπάλληλοι μᾶς πιέζουν, νὰ ζητήσωμεν τὴν μετάθεσιν αὐτῶν. Τοῦτο εἶναι δικαίωμα ὅλων τῶν πολιτῶν, ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν.
§67ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§68ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἀνέπτυξα, κύριοι, χθὲς τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα διίσταμαι πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως. Ὑπεστήριξα ἰδίως, ὅτι πάντα τὰ φαινόμενα, τὰ οἰκονομικὰ καὶ τὰ διοικητικὰ, ἅτινα προΐστανται ἐν τῇ Ἑλλάδι, δὲν εἶναι ἔργα αὐτῆς, ἀλλ’ ἔργα τῆς πολιτικῆς, ἣν ἀπεδέχθη, πολιτικῆς, ἥτις μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἔτυχεν, ἂν ὄχι τῆς πραγματικῆς, βεβαίως ὅμως τῆς νομικῆς καὶ αὐθεντικῆς κυρώσεως τοῦ ἔθνους. Ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, ἐνώπιον ὑμῶν, ὑπεστήριξα, ὅτι, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, πολιτικὴ ὅλως ἀντίθετος τῆς πολιτικῆς, ἣν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις ἀκολουθεῖ, προώρισται νὰ ὑπηρετήσῃ ἀποτελεσματικῶς τὸ ἐθνικὸν μέλλον. Ἡ πολιτικὴ αὕτη εἶναι ἐκείνη, ἥτις σκοπὸν ἔχει ἀποκλειστικὸν τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ὑλικῶν καὶ διανοητικῶν δυνάμεων τοῦ ἔθνους καὶ τὴν ὑποστήριξιν τῆς ἐργασίας, ἣν ὁ ὑπόδουλος Ἑλληνισμὸς διώκει πρὸς τὴν πνευματικὴν αὑτοῦ ἀνάπτυξιν... Τὸ τοιοῦτον ἤθελον ἴσως γεννήσει τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἐπιθυμῶ νὰ μεταβάλω εἰς σχολεῖον τὴν ὅλην Ἑλλάδα, δὲν μεριμνῶ δὲ ποσῶς περὶ τῆς στρατιωτικῆς αὐτῆς συντάξεως, εἴτε κατὰ ξηράν, εἴτε κατὰ θάλασσαν. Τοιαύτη ἰδέα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διέλθῃ διὰ τοῦ νοός μου· τοὐναντίον, ὑποστηρίζων τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ τόπου, ὑποστηρίζω τὴν καθαρῶς στρατιωτικὴν σύνταξιν αὐτοῦ· διότι ἄνευ χρημάτων ἡ στρατιωτικὴ σύνταξις ἑνὸς τόπου εἶναι ἁπλῆ τις φαντασμαγορία. Ἀλλὰ διίσταμαι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος, διότι ἀποδέχομαι βάσιν τῆς διοργανώσεως τῶν στρατιωτικῶν τῆς Ἑλλάδος δυνάμεων πολλῷ διάφορον ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀποδέχεται ἡ Κυβέρνησις ἡ ἐνεστῶσα καὶ ἄλλαι πρὸ αὐτῆς. Ἐπίστευσαν αἱ διάφοροι Κυβερνήσεις, ὅτι δύνανται νὰ συγκροτήσωσι στρατὸν ἑλληνικὸν, ἱκανὸν σπουδαίως νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν ἐθνικὴν ἰδέαν. Ἀλλὰ στρατὸν τοιοῦτον δὲν δυνάμεθα νὰ μορφώσωμεν καὶ νὰ συντηρήσωμεν. Πᾶσα δὲ δαπάνη πρὸς τοῦτο εἶναι σπατάλη. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλάς, ἀντὶ νὰ ἐπιχειρῇ τὸν καταρτισμὸν στρατοῦ, ὤφειλε, διότι τοῦτο δύναται, νὰ μορφώσῃ ὅσῳ ἔνεστι πλείονας στρατιώτας. Ἰδοὺ ἐν τίνι διίσταμαι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Ἑλλὰς, νομίζω, κύριοι, ὀφείλει ν’ ἀπομιμηθῇ τὸ παράδειγμα τῆς Πρωσσίας, ἤτοι τὴν στρατιωτικὴν πολιτικὴν αὐτῆς, τὴν ἀπὸ τοῦ 1808 μέχρι τοῦ 1812, μετὰ τὴν μάχην τῆς Ἰέννης. Ἡ Πρωσσία ὑπεχρεώθη τότε νὰ ἔχῃ μόνον τεσσαράκοντα δύο χιλιάδας στρατοῦ· ὁ Ναπολέων ἤθελε νὰ τὴν καταβιβάσῃ ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπεροχῆς, εἰς ἣν ὁ Φρειδερίκος ὁ Μέγας τὴν ἀνύψωσεν. Ἡ Πρωσσία ἔβλεπεν, ὅτι ὁ ἀγὼν πρὸς τὸν Ναπολέοντα δὲν ἔπαυσε, καὶ ὅτι ὁ κατακτητὴς ἐκεῖνος ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ ἐπὶ τέλει, διεῖδε δὲ, ὅτι μετ’ ὀλίγον ἔμελλε νὰ κληθῇ αὖθις εἰς νεωτέραν πρὸς αὐτὸν καὶ εὐρυτέραν ἄλλην. Τί ἔπραξεν, ὅπως ἀποφύγῃ τὴν ῥήτραν τῆς συνθήκης ἐκείνης; Ἐδέχθη τὸ σύστημα, ὅπερ νομίζω, ὅτι πρέπει καὶ ἡμεῖς σήμερον νὰ δεχθῶμεν, πιεζόμενοι ὑπὸ συνθήκης ἐπίσης βαρείας, τῆς ἐλλείψεως ἀφθόνου χρήματος, τὸ σύστημα νὰ μορφώσῃ στρατιώτας. Ἕνεκα τούτου ἐκάλει ἐτησίως ὅσους ἠδύνατο περισσοτέρους, τοὺς ἐγύμναζε καὶ τοὺς ἀπέλυε. Τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι τὸ μόνον, ὅπερ, ὡς νομίζω, δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν Ἑλλάδι, χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ αὕτη εἰς δαπάνας ὑπὲρ τὰς δυνάμεις αὐτῆς. Ἐὰν δὲ αἱ στρατιωτικαὶ δυνάμεις δὲν ἦναι οὔτε τὰ πολεμεφόδια, οὔτε αἱ λοιπαὶ ὑλικαὶ παρασκευαί, ἀλλ’ οἱ βραχίονες, οἵτινες εἶναι κεκλημένοι μίαν ἡμέραν νὰ κρατήσωσι καὶ μεταχειρισθῶσιν αὐτά, εἰς τὴν μόρφωσιν ἐκείνων τῶν βραχιόνων ὀφείλει κυρίως νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Τούτου ἕνεκα, κατ’ ἐμέ, ἡ δεξιὰ χεὶρ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν παρ’ ἡμῖν εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἐμυκτήρισαν τὴν ἰδέαν αὐτὴν πολλοὶ καὶ ἐμειδίασαν πρὸ τῶν τοιούτων προσπαθειῶν· ὑπῆρξε δὲ καὶ ἐποχὴ οὐχὶ μακρὰν ἡμῶν, καθ’ ἣν οἱ Γερμανοὶ ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς ἔθνος διδασκάλων καὶ βιβλιοπωλῶν· ἀλλ’ ἐν τούτοις τὰ μετ’ ὀλίγον ἐπελθόντα συμβάντα ἀπέδειξαν, ὅτι μόνον οἱ πνευματικῶς μορφωμένοι εἶναι οἱ ἀληθεῖς στρατιῶται οὓς ὁ πολιτισμὸς ἀπαιτεῖ. Εἶναι σήμερον ἀληθές, ὅτι ὁ Πρῶσσος στρατιώτης, τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν καλεῖται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν στρατῶνα, εἶναι κατὰ τὰ τρία τέταρτα μεμορφωμένος στρατιωτικῶς· διότι ἔχει τὴν βάσιν τοῦ ἀληθοῦς στρατιώτου, κραταιὸν καὶ ἀνεπτυγμένον τὸ στρατιωτικὸν αἴσθημα. Τοῦτο δὲ δὲν ἀποκτᾶται ἐντὸς τῶν στρατώνων καὶ κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν τεσσάρων ἐτῶν, ἅτινα θὰ διέλθῃ ἐντὸς αὐτοῦ. Ἡ τοιαύτη μόρφωσις κατορθοῦται διὰ τῆς ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων διδασκαλίας τῆς ἀληθείας, ἣν πρώτη ἡ Ἑλλὰς ἐδίδαξεν, ὅτι τὸ στρατεύεσθαι εἶναι τιμή, δόξα καὶ καθῆκον, οὐχὶ δὲ ποινή, καὶ τιμωρία, καὶ βάσανος. Νικᾷ δὲ πάντοτε ὁ παρατάσσων μείζονα ἀριθμὸν πνευματικῶς ἀνεπτυγμένων στρατιωτῶν. Τὴν ἀλήθειαν αὐτὴν παρεδέχθησαν πάντα τὰ πεπολιτισμένα ἔθνη, πρὸ πάντων δὲ ἡ Δύναμις, ἥτις, παραγνωρίσασα αὐτήν, ὑπέστη δεινά, ἅτινα δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποστῇ, ἡ Γαλλία. Εἰς τοῦτο, κύριοι, ὀφείλομεν νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας. Λυποῦμαι δέ, ὅτι, ὅτε ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ κ. Ἀθανασίου Πετιμεζᾶ ἤρχισε νὰ ἐφαρμόζηται τὸ σύστημα αὐτό, ἀντὶ σπουδαίως νὰ τὸ μελετήσωμεν, τὸ ἐμυκτηρίσαμεν. Καὶ πάλιν συνιστῶ εἰς τοὺς πολιτευομένους, ὅτι κυριώτερον ὀφείλουσι νὰ μεριμνήσουν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου. Κράτος, οἷον ἡ Ἑλλὰς μικρόν, δὲν δύναται νὰ συντηρήσῃ στρατὸν ἀντάξιον τῆς ἀποστολῆς του, ὄχι διότι οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοῦ δὲν ἔχουν τὰ στοιχεῖα νὰ τὸν ἀναπτύξουν, ἀλλὰ πρὸ πάντων διότι ἐλλείπουσι τὰ χρήματα. Ἡ Ἑλλὰς ἐπίσης δὲν πρέπει νὰ ἀφαιρῇ ἀπὸ τὴν γεωργίαν καὶ τὴν βιομηχανίαν τοὺς βραχίονας ἐπὶ μακρὸν χρόνον. Τοῦτο δὲ πράττει, ἔχουσα θητείαν δυσανάλογον πρὸς τὸν πληθυσμόν της καὶ τὴν κατάστασίν της. Τούτου ἕνεκα θὰ ὑποστηρίξω τὴν ἐλάττωσιν τῆς θητείας εἰς ἓν ἔτος, ὅπως διὰ τῆς μεθόδου ταύτης κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν ἐν βραχυτέρῳ χρόνῳ περισσοτέρους στρατιώτας, ἄνευ ζημίας τῆς ἐθνικῆς ἐργασίας. Ἀλλ’ ὅμως τὴν θητείαν ταύτην θέλω πραγματικήν. Εἶμαι δὲ πεπεισμένος, ὅτι ἐντὸς 6 μηνῶν, ὅταν ἦναι ἀφιερωμένος ὅλως εἰς τὸ στρατιωτικὸν ἔργον του ὁ στρατιώτης, δύναται νὰ μορφωθῇ. Βεβαίως ὅπως ἐπιτευχθῇ τὸ τοιοῦτον ἀπαιτεῖται ὁ στρατιώτης νὰ ἦναι ἀπηλλαγμένος πάσης ὑπηρεσίας, ἥτις πᾶν ἄλλο δύναται νὰ φέρῃ ἢ τὸν χαρακτῆρα τὸν στρατιωτικόν. Στρατὸς δὲν μορφοῦται, ὅταν οἱ στρατιῶται φυλάττωσιν εἰς τὰ θέατρα, ἢ εἰς τὰς φυλακὰς, ὅταν εἰσπράττωσι φόρους, ἢ χρησιμεύωσιν εἰς παρατάξεις. Ἀπαιτεῖται νὰ καταρτισθῇ ἓν σῶμα, ὅπερ νὰ ἔχῃ ἀποκλειστικῶς αὐτὰς τὰς ὑπηρεσίας, ὁ δὲ στρατὸς νὰ ἦναι ἀφωσιωμένος εἰς τὰς ἀσκήσεις του. Ὅταν τοῦτο γίνῃ, καὶ ἕξ μῆνες ἀρκοῦσι νὰ μορφώσωσι τὸν Ἕλληνα στρατιώτην. Διότι, μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἐπὶ τέλους ὁ τέλειος πολεμιστὴς στρατιώτης δὲν μορφοῦται διὰ τῆς ἀσκήσεως μόνον, μορφοῦται ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης. Οὐδέποτε ὡδηγήθησαν τέλειοι καὶ κατηρτισμένοι πολεμικῶς οἱ στρατιῶται ἐπὶ τοῦ πεδίου· διότι ὅ,τι ἐκεῖ διδάσκονται δὲν τὸ μανθάνουσιν ἐν ταῖς ἀσκήσεσι τῆς ἐποχῆς τῆς εἰρήνης. Τὰ στοιχεῖα μόνα, ὅπως μορφωθῶσι πολεμισταὶ ἀποκτῶσι διὰ τῆς ἀσκήσεως. Τὴν τακτικὴν αὐτὴν ἂν ἀκολουθήσῃ ἡ Ἑλλάς, δι’ ὀλιγωτέρας δαπάνης θέλει δυνηθῆ νὰ κατορθώσῃ τὴν στρατιωτικὴν διοργάνωσιν αὐτῆς. Ἀναμένω τὸν ὀργανισμόν, ὃν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπεσχέθη νὰ ὑποβάλῃ, ὅπως ἴδω κατὰ πόσον ὁ ὀργανισμὸς αὐτὸς ἀποδέχεται τὰς ἰδέας ταύτας. Πιστεύω ὅμως, ὅτι ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ταῦτα ὁ συντάξας αὐτὸν Ὑπουργὸς, καὶ ὅτι δὲν ἠθέλησε νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἐσφαλμένον σύστημα τοῦ παρελθόντος. Πιστεύω δὲ πρὸ πάντων, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς αὐτὸς θὰ παύσῃ νὰ ἦναι προσωρινός, καὶ ὅτι θὰ ἦναι διαρκής. Μεταξὺ δὲ τῶν πολλῶν παρ’ ἡμῖν κυβερνητικῶν παραδόξων ἀνεγράφη καὶ τοῦτο, «προσωρινὸς ὀργανισμὸς τοῦ Στρατοῦ». Ἀληθῶς ἔκτακτος ἀγὼν τοῦ νοὸς ἀπαιτεῖται, ὅπως τις συμβιβάσῃ δύω ἀντιμαχομένας ἰδέας, τὸν ὀργανισμὸν Στρατοῦ καὶ τὴν προσωρινότητα αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὀφείλομεν πρὸ πάντων, καὶ τοῦτο εἶναι ἔργον τῆς Διοικήσεως, νὰ πείσωμεν τὸν Ἕλληνα, ὅτι τὸ στρατεύεσθαι δὲν εἶναι ποινή, δὲν εἶναι μαρτύριον, ἀλλ’ ὅτι εἶναι τιμὴ καὶ καθῆκον. Δυστυχῶς ὅμως ὅλοι οἱ στρατιωτικοὶ νόμοι ἡμῶν εἰσὶν ἄριστοι ἐπὶ τοῦ χάρτου, ἀλλ’ ὡς ἐφηρμόσθησαν καὶ ἐφαρμόζονται πείθουσι καθ’ ἑκάστην τὸν λαόν, ὅτι ἡ στρατολογία εἶναι μάστιξ καὶ βάσανος. Ἰδοὺ διὰ τίνων τρόπων θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀναπτύξωμεν τὸ στρατιωτικὸν αἴσθημα, ἐν ᾧ κεῖται ἡ πραγματικὴ δύναμις ἑνὸς Τόπου ἢ στρατιωτική. Ἀλλὰ δὲν θέλομεν κατορθώσει πάντα ταῦτα, ἐὰν πρωτίστως μὴ χωρίσωμεν τὸν στρατὸν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς. Ὑπῆρξεν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ στρατὸς, ἀναμιχθεὶς εἰς τὴν πολιτικήν, ὠφέλησε τὸν Τόπον. Ὑπῆρξα δὲ ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ὑπεστήριξαν τὴν ἀρχὴν, ὅτι ὁ στρατιώτης εἶναι καὶ πολίτης. Τὴν ἀρχὴν αὐτὴν τὴν ὑποστηρίζω καὶ νῦν. Ὁ Πολίτης, διότι ἔγεινε στρατιώτης, οὐδὲν ἀπώλεσε ἐκ τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου, οὔτε συμμερίζομαι τὴν ἀρχὴν τῆς Πρωσσίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ στρατιώτης ὁρκίζεται μόνον πίστιν εἰς τὸν Βασιλέα ὄχι δὲ καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα. Τὸ τοιοῦτον, οὔτε πρὸς τὴν παράδοσιν ἡμῶν, οὔτε πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ συμβιβάζεται. Ἐννοῶ ὅμως καὶ ὑποστηρίζω τὸν χωρισμὸν τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῆς φατριαστικῆς καὶ κομματικῆς πολιτικῆς. Καιρὸς οὕτω νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ἀντιστρόφου ἀρχῆς, ὅτι «ὁ Πολίτης εἶναι καὶ Στρατιώτης». Καὶ ἕτερόν τι ὅμως αἴτιον φέρει εἰς τὴν ἀποτυχίαν τῶν περὶ τὸν στρατὸν προσπαθειῶν ἡμῶν. Ἐξηγοῦμαι. Ὁ στρατὸς ὁμοιάζει πρὸς τὸν ἵππον τοῦ Ἀλεξάνδρου, τὸν Βουκέφαλον. Εἶναι ἀτίθασσος, ἄχρηστος, ἀδιοίκητος, μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν τύχει ἀναβάτου Ἀλεξάνδρου. Δυστυχῶς μέχρι τῆς ὥρας αὐτῆς ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς δὲν ἔτυχεν ἀρχηγοῦ. Δὲν ἀγνοεῖτε δὲ, ὅτι καὶ εἰς αὐτὰς ἀκόμη τὰς προσωπικὰς Δημοκρατίας ἡ σύνταξις τῶν στρατῶν ἀνετέθη πάντοτε εἰς ἓν πρόσωπον. Ὁ ἑλληνικὸς Στρατὸς δὲν ἔτυχε τῆς διαρκῶς μενούσης ἰσχυρᾶς χειρὸς, δὲν ἔτυχε ἀρχηγοῦ γεννηθέντος στρατιώτου, ἤτοι πεπροικισμένου μὲ ὀργανικὸν στρατιωτικὸν νοῦν. Φοβοῦμαι δὲ, ὅτι, ἐὰν μὴ τύχῃ τοιούτου ἀρχηγοῦ, ἐπὶ πολὺ θὰ διατελῇ εἰς ἣν σήμερον κατάστασιν. Ἐντεῦθεν δὲ, ὡς ἐν παρόδῳ ὁμιλῶν, τὴν πρόσκλησιν τῶν ξένων ἀξιωματικῶν κρίνω ἀλυσιτελῆ· προώρισται δὲ νὰ ναυαγήσωσιν οὗτοι, ἐάν ποτε προσκληθῶσι καὶ ἔλθωσι, διότι, ἂν ἔλθωσι, δὲν δυνάμεθα νὰ τοῖς παράσχωμεν καὶ τὰ ὄργανα, ἅτινα ὁ τέλειος καταρτισμὸς στρατοῦ ἀπαιτεῖ. Ἄλλως τε, κύριοι, οἱ διὰ ξένων καὶ ἀλλοεθνῶν γινόμενοι στρατιωτικοὶ ὀργανισμοὶ φέρουσι τι τὸ ἐπιπόλαιον, τὸ ψευδὲς, μόνοι δὲ στρατιωτικοὶ ὀργανισμοὶ ἀληθεῖς εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες προέρχονται ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἐθνικοῦ βίου, ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ Τόπου, καὶ ἐκτελοῦνται διὰ τῶν ἀνθρώπων τοῦ αὐτοῦ ἔθνους. Ὡς βλέπει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Ῥάλλης, δὲν περιωρίσθην μόνον εἰς τὰ βιβλία, εἶχον ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τοῦ Τόπου. Ἂν δὲ διίσταμαι καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ πρὸς ἄλλους, ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως, ἐὰν κρίνω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ βάσιν ἄλλην ἡ σύνταξις αὕτη ἢ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ στρατιωτικοῦ φρονήματος τῶν Ἑλλήνων διὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐὰν ἀπεδέχθην, ὅτι στρατιωτικὴ σύνταξις ἑνὸς Τόπου δὲν εἶναι οὔτε λέγεται ἡ ἁπλῆ συσσώρευσις ἀνθρώπων, ἐὰν ὑπεστήριξα, ὅτι, πρὸ τοῦ στρατοῦ, ὀφείλομεν νὰ φροντίσωμεν, ἵνα σχηματίσωμεν στρατιώτας, καὶ ὅτι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἐπειγόμεθα νὰ διαῤῥυθμίσωμεν, δὲν σημαίνουν ταῦτα πάντα, ὅτι ἀποδοκιμάζω τὴν πολεμικὴν σύνταξιν τῆς Ἑλλάδος. Ἤθελον τελειώσει, Κύριοι, διότι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ κυρίως πολιτικὰ ζητήματα, δὲν τολμῶ ἔτι μακρότερον νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς, ἐὰν μὴ ἔκρινα, ὅτι ὤφειλον νὰ εἴπω δύω λέξεις πρὸς τὴν μομφὴν, πρὸς τὴν κατάραν καὶ τὴν καταδίκην, ἥτις ἐῤῥέθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τοῦ παρελθόντος. Ἤθελον ἀληθῶς ἐρωτήσει ἐκείνους, οἵτινες διετύπωσαν τὴν ἀπόλυτον αὐτὴν μομφὴν, ὁποῖον παρελθὸν ἠνόουν. Ἐννοοῦν ἆρα τὸ παρελθὸν τοῦ ἀγῶνος, τὸ παρελθὸν τοῦ Καποδιστρίου, τὸ παρελθὸν τῆς Ἀντιβασιλείας, τὸ παρελθὸν τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος μέχρι τοῦ 1843, τὸ παρελθὸν ἀπὸ τοῦ 1843 μέχρι τοῦ 1862, τὸ παρελθὸν τῆς μεσοβασιλείας, ἢ τὸ ἀπὸ τοῦ 1865 καὶ ἐντεῦθεν; Ἐξαίρεσις καὶ διάκρισις δὲν ἐγένετο· πρόκειται περὶ ὁλοκλήρου τοῦ παρελθόντος. Ἐγὼ δὲν αἰσθάνομαι ἀρκετὴν δύναμιν, ὅπως βλασφημήσω κατὰ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες κατώρθωσαν νὰ δημιουργήσουν καὶ νὰ μορφώσουν τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ καὶ τὸ νεώτατον παρελθὸν, καὶ τὸ παρελθὸν ἔτι τὸ μέχρι χθὲς, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ κατακρίνωμεν, καὶ νὰ βλασφημῶμεν. Τὸ παρελθὸν αὐτὸ οὐδὲν ἐδημιούργησεν; Αὐτὸ τὸ βῆμα, ἀπὸ τοῦ ὁποίου τινὲς τόσῳ ἀνέτως ἐκφωνοῦσι κατάραν, τίνος εἶναι ἔργον; Εἶναι ἔργον αὐτοῦ τοῦ παρελθόντος. Ὑβρίζοντες ὅμως ὁλόκληρον τὸν παρελθόντα βίον τῆς Ἑλλάδος, σαλεύομεν τὰ θεμέλια τοῦ ἐθνικοῦ βίου καὶ ἀποδεικνύομεν ἀπέναντι τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, ὅτι ἐσμὲν ἀνάξιοι κρείττονος τύχης. Εἰς πολιτείαν ἐλευθέραν οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μέμφηται τοῦ παρελθόντος ἀπολύτως· διότι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, εἴτε ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, εἴτε ἐκτὸς αὐτῆς, μετέχει εἰς τὰ τῆς πολιτείας, διὰ τῆς ψήφου του, διὰ τῆς ἀποχῆς του αὐτῆς, διὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διὰ τῆς διδασκαλίας. Εὐτυχῶς ὅμως τὸ παρελθὸν δὲν φέρει τὸν χαρακτῆρα τοῦτον, τοὐναντίον ἐδημιούργησεν ὅ,τι ὑπάρχει καὶ ὅ,τι ἡμεῖς καρπούμεθα, ἀγνωμοσύνης δὲ καὶ ἀδικίας ἄκρας γινόμεθα ἔνοχοι, ὑβρίζοντες καὶ καταρώμενοι τοῦτο. Ἤθελον νὰ εἴπω καί τινα περὶ τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ζακύνθου καὶ φίλος μου κ. Ῥώμας ἐξέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀλλὰ τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας, ἴσως δὲ δὲν εἶναι καὶ τοῦ βήματος τούτου· ἀνάγονται εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ εἰς τὸν χαρακτῆρά του. Ἓν ὅμως δὲν δύναμαι νὰ μὴ ὑπομνήσω εἰς τὸν φίλον μου κ. Ῥώμαν. Ἡ Ἑλλὰς ἀνέστη, φέρουσα τὰς ἀναμνήσεις, καὶ ὑπὸ τὴν σημαίαν μόνης τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος. Ἐν ὀνόματι τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς ἐλευθερίας δράξασα τὰ ὅπλα, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκτυλίξῃ τὴν σημαίαν τῆς βυζαντινῆς Βασιλείας. Τόσῳ δὲ τοῦτο εἶναι ἀληθές, ὥστε μόλις ἀνέπνευσε δὲν ἐπανέφερε, οὔτε τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ αὐτοκράτορος τοῦ Βυζαντίου, οὔτε τοὺς Κουροπαλάτας, οὔτε τοὺς Σπαθαροκαντιδάτους, οὔτε τοὺς Παπίας, οὔτε τοὺς Δρουγγαρίους, ἀλλ’ ἐπανέφερε τὴν Βουλήν, τὴν Γερουσίαν, τὰς Ἐφορίας, τὸν Ἄρειον Πάγον, τοὺς Κοσμητάς, ἐπανέφερεν ὅλην τὴν πανοπλίαν τῆς ἀρχαίας πολιτικῆς Ἑλλάδος. Ἕτερον ἀκόμη ἀξιοθαύμαστον παράδειγμα. Τριακόσια ἑβδομήκοντα εἶναι τὰ πλοῖα τῶν τριῶν νήσων, ἅτινα συνετέλεσε, πρωτίστως, εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ πολέμου τῆς ἀνεξαρτησίας. Ἐκ τῶν πλοίων ὅλων αὐτῶν οὐδὲν ἔφερε βυζαντινὸν ὄνομα, ἓν νομίζω ἔφερε τὸ ὄνομα τοῦ Κωνσταντίνου, πάντα ἔφερον τὰ ὀνόματα ἢ τῶν ἐνδόξων ἀνδρῶν τῆς Ἀθηναϊκῆς Δημοκρατίας καὶ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, ἢ τῶν Θεῶν τοῦ Ὀλύμπου. Τοῦτο ἐσήμαινεν, ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς ἀνέστη μὲ τὰς ἀναμνήσεις ἐκείνας· καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως, διότι ἀνέστη ἐπ’ ὀνόματι τῆς πατρίδος καὶ τῆς ἐλευθερίας, ἡ δὲ βυζαντινὴ Βασιλεία, οὔτε πατρίδα, οὔτε ἐλευθερίαν ἐγνώριζεν. Ὑπῆρξεν ἐνίοτε κατὰ σάρκα ἑλληνική, ἀλλὰ πᾶν ἄλλο ἀντιπροσωπεύει, ἐν τῇ ἱστορίᾳ ἢ τὸ ἑλληνικὸν πνεῦμα. Καὶ σήμερον ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν ζητεῖ ἀνάστασιν καὶ μέλλον ὑπὸ τὸ πνεῦμα τῆς βυζαντινῆς Βασιλείας, ἀλλ’ ἐν ὀνόματι τῶν αἰωνίων ἀρχῶν, ἃς ἡ ἀρχαία Ἑλλὰς ἔσπειρεν, ἀνέπτυξε καὶ παρέδωκεν ὡς κληρονομίαν εἰς ἅπαντα τὸν κόσμον.
§69ΡΩΜΑΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι μίαν διασάφησιν. Δυστυχῶς, ἐπειδὴ ἐπείγει ὁ χρόνος καὶ ἐπειδὴ ἤμην ὁλωσδιόλου ἀπηυδημένος, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀναπτύξω τὸ θέμα ἐκεῖνο ὡς ἔδει. Σκοπὸν εἶχον ν’ ἀποδείξω, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, εὑρισκόμενος εἰς τοὺς ἡρωϊκοὺς του χρόνους, μόλις ἐγένετο ἡ ἀπελευθέρωσις αὐτοῦ, διὰ μιᾶς μετέβη εἰς τὸν πολιτισμὸν δι’ ἑνὸς ἅλματος· ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔζησεν ὡς θρησκεία, ὄχι ὡς ἔθνος, ὅτι αἱ παραδόσεις της ἐκλείσθησαν ἐντὸς τῆς ἐκκλησίας, αἱ ἐπιστῆμαι, αἱ τέχναι, τὰ πάντα, ὡς καὶ ἡ Βασιλεία. Ἀνέστη λοιπὸν ἡ Ἑλλὰς διὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ φωνὴ τοῦ Ῥήγα ἔκραξε τὴν ὀρθοδοξίαν εἰς τὰ ὅπλα· ἀπὸ τὴν ὀρθοδοξίαν ἐπερίμενεν ὁ λαὸς τὴν ἐλευθερίαν του, ὄχι ἀπὸ τὴν ἐπιστήμην. Ἰδοὺ ἡ διαφορά. Τὸ μὲν ἔθνος ἦτον ὑπὸ τὸν ἐνθουσιασμὸν τῆς θρησκείας, οἱ δὲ ἐπιστήμονες μόνοι διετήρησαν τὸν Ἑλληνισμόν. Ἡ Εὐρώπη περιώρισε τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν ἀρχαίαν Ἑλλάδα, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἔθνος ἔπειτα ἐνόησεν, ὅτι ὤφειλε τὴν ἐλευθερίαν του οὐχὶ εἰς τὸ δίκαιόν του, ἀλλ’ εἰς τὴν εὔκλειαν τῶν προγόνων, καὶ ἐκεῖ περιώρισεν ἡ Εὐρώπη τὸν Ἑλληνισμόν.
§70ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐπέρανα, κύριοι, ὅ,τι εἶχον νὰ εἴπω, μεθ’ ὅλης τῆς δυνατῆς συντομίας. Κλείω τὴν ὁμιλίαν μου διὰ τῶν ὀλίγων τούτων λέξεων. Νομίζω, ὅτι ἦλθεν ἡ ἐποχή, καθ’ ἣν πρέπει νὰ κλείσῃ τὸ βιβλίον τοῦ παρελθόντος. Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν πιστευόντων, ὅτι διὰ τῆς ἐξάψεως τῶν προσωπικῶν παθῶν, διὰ τῶν ἀντεγκλήσεων, καὶ τῶν ἀμοιβαίων ἐξευτελισμῶν, δύναται νὰ ὑπηρετηθῇ τὸ μέλλον τῆς Πατρίδος. Ἂς φροντίσωμεν, ἀπὸ τῆς σήμερον, σπουδαίως καὶ εἰλικρινῶς περὶ τοῦ μέλλοντος, καὶ ἡ συνεννόησις δὲν θὰ ἦναι οὔτε τόσῳ ἀδύνατος, οὔτε τόσῳ μακρὰν ἡμῶν. Σήμερον ἀληθῶς εἶναι κρίσιμος ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν Ἀνατολὴν, ἀλλὰ κρίσιμος ἦτο καὶ πάντοτε. Σήμερον, ἴσως προσετέθησαν νέα στοιχεῖα, ἀλλ’ ἡ προσθήκη αὐτῶν ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς, νὰ σκεφθῶμεν ὡριμώτερον. Ἡ δὲ σπουδαία σκέψις, κατ’ ἐμὲ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ βάσιν ἄλλην, ἢ ὅσα ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω. Συνεπείᾳ τῶν παρατηρήσεων, ὅσας ἀνέπτυξα, ὑποβάλλω σχέδιον ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, τὸ ἑπόμενον: «Βασιλεῦ, «Πλήρεις χαρᾶς οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους εἴδομεν τὸν Βασιλέα ἐν μέσῳ ἡμῶν. «Ἀληθῶς ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς, ἐνασκῶν τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα αὐτοῦ, κατὰ τὰς ἄρτι διεξαχθείσας ἐκλογὰς τῶν Βουλευτῶν, ἐφρούρησε τὴν τάξιν καὶ τὴν νομιμότητα καὶ ἐδικαίωσεν ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Πατρίδος, τὰς πεποιθήσεις περὶ τῆς προσηλώσεως αὐτοῦ εἰς τοὺς θεσμοὺς τοῦ Κράτους. Εὐχαρίστως ἔγνωμεν, Βασιλεῦ, ὅτι αἱ μετὰ τῶν ξένων Δυνάμεων σχέσεις τῆς Κυβερνήσεώς Σου διατηροῦνται φιλικαί· πιστεύομεν δὲ, ὅτι αἱ συμπάθειαι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἀκμαῖαι διασώζονται πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ πρὸς ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος. Ἡ Βουλὴ, ὡς ἀντιπρόσωπος τῶν ἐλευθέρων Ἑλλήνων, εὐχαρίστως ἐπίσης ἔγνω, ὅτι ἐν τῷ μεγάλῳ Εὐρωπαϊκῷ Συνεδρίῳ, τῷ εἰς Βερολῖνον συνελθόντι, πρὸς τὴν ἐκ τῶν ἐνόντων διακανόνισιν τῶν πραγμάτων ἐν τῇ Ἀνατολῇ, συνεπείᾳ τοῦ τελευταίου Ῥωσσοτουρκικοῦ πολέμου, ἀνωμολογήθη τὸ ἐλαττωματικὸν τῶν ἐν ἔτει 1832 διαχαραχθέντων πρὸς ἄρκτον χερσαίων ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου καὶ ἐπεψηφίσθη ἡ ἀνάγκη νέας διαῤῥυθμίσεως αὐτῶν. Τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν τῶν Μεγάλων ἐν Εὐρώπῃ Δυνάμεων ἀποδεχομένη ἡ Βουλὴ, μεθ’ ὅσης εὐγνωμοσύνης καὶ αἱ κατὰ τὴν ἵδρυσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου δημόσιαι ἐξουσίαι τῆς Ἑλλάδος ἀπεδέχθησαν τὰς ἀποφάσεις τῶν τριῶν Εὐεργέτιδων Δυνάμεων ἐν ἔτει 1832, διερμηνεύει τὸ φρόνημα τοῦ σύμπαντος ἔθνους, δηλοῦσα, ὅτι ἡ ἑρμηνεία καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διὰ τοῦ ιγʹ. Πρωτοκόλλου τῆς ἐν Βερολίνῳ Συνόδου ἐνδειχθέντων ἀνήκει ὅλως εἰς τὰς συνταξάσας τὸ πρωτόκολλον τοῦτο Μεγάλας Δυνάμεις. Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἓν μόνον πρωτόκολλον ἀναγνωρίζει, ὡς ἴδιον, τὸ ὑπὸ τῆς ἱστορίας καὶ τῶν ἐπὶ αἰῶνας ὅλους μακρῶν ἀγώνων καὶ θυσιῶν αὐτοῦ συνταχθὲν πρωτόκολλον, ἐν ᾧ μοναδικὸν ἀναγράφεται ἄρθρον, ἡ ἕνωσις πασῶν τῶν ἑλληνικῶν χωρῶν εἰς μίαν πολιτικὴν δέσμην. Ἐπίσης οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, κατανοοῦντες ὅτι τὰ συμφέροντα τῆς ὅλης Ἑλλάδος συνδέονται ἀῤῥήκτως πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου κατὰ τὴν Ἀνατολήν, καὶ συνειδότες, ὅτι ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς εἶναι τὸ πρώτιστον στοιχεῖον τοῦ καθεστῶτος, ὅπερ προώρισται νὰ ἑδραιώσῃ ποτὲ τὴν εἰρήνην ἐν τῇ ἀνατολικῇ λεκάνῃ τῆς Μεσογείου, καὶ μεῖζον ἀπαρτίσῃ πολιτικὸν ἵδρυμα, πιστεύουσιν, ὅτι διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐργασίας καὶ τοῦ δημοσίου πλούτου ἐν τῇ Ἑλλάδι, διὰ τῆς πνευματικῆς καὶ καθαρῶς ἑλληνικῆς διαμορφώσεως τῶν Ἑλλήνων καὶ διὰ τῆς γενναίας ὑποστηρίξεως τῶν ἐκπολιτιστικῶν ἐργασιῶν τοῦ κατὰ τὴν Ἀνατολὴν Ἑλληνισμοῦ ἐξυπηρετεῖται λυσιτελῶς τὸ ἐθνικὸν μέλλον, ὅτι δὲ διὰ τῆς τοιαύτης πολιτείας ἡμῶν τίθενται τὰ εὐρέα καὶ πραγματικὰ θεμέλια τῆς ἰσχύος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τῆς ἀληθοῦς κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν συντάξεως τῶν πολεμικῶν δυνάμεων αὐτοῦ. Πράγματι δὲ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἀείποτε πρόθυμος ἐδείχθη εἰς τὰς στρατιωτικὰς θυσίας, ὁσάκις σπουδαίως αὗται ἐπεβλήθησαν αὐτῷ ὑπὸ τῶν περιστάσεων. Κρίνοντες, Βασιλεῦ, ἀναπόφευκτον τὴν ταχεῖαν μέριμναν περὶ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, διὰ κατασκευῆς ὁδῶν καὶ συμπλέγματος σιδηροδρόμων, καὶ περὶ τῆς ἀνακουφίσεως τῶν γεωργῶν ἀπὸ τῆς βαρείας καὶ ἐπαχθοῦς φορολογίας, προθύμως θέλομεν ψηφίσει πάντα τὰ πρὸς τὸ τέλος τοῦτο συντελοῦντα. Ἄνευ πλήρους καὶ τελείας συγκοινωνίας νεκρὰ ἀπομένουσι τὰ παραγωγικὰ κεφάλαια τῆς Ἑλλάδος, ἀδύνατος δὲ καθίσταται ἡ ἀνακούφισις τῆς γεωργικῆς τάξεως, τῆς εὐρείας αὐτῆς βάσεως τῆς ἐσωτερικῆς ἀσφαλείας καὶ τοῦ ἐρείσματος τῆς τάξεως. Οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, Βασιλεῦ, πιστεύουσιν, ὅτι μόνον διὰ τῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, διὰ ἐμφρόνων οἰκονομιῶν καὶ σώφρονος πολιτικῆς ἐσωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς, ἵνα οὕτω ὅσῳ τάχιον ἐπιτευχθῇ τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δύναται ν’ ἀνορθωθῇ ἡ δημοσία πίστις ἡμῶν· πρόθυμοι ἐντεῦθεν ἐσμὲν νὰ μελετήσωμεν μετ’ ἐπιστασίας τὰ πρὸς τοῦτο συντελοῦντα. Ἐπικαλούμεθα τὴν προστασίαν τοῦ Ὑψίστου, ὅπως ἐνισχύσῃ καὶ τὸν Βασιλέα καὶ ἡμᾶς εἰς τὰς ὑπὲρ τῆς Πατρίδος καὶ τῶν κοινῶν συμφερόντων προσπαθείας μας.» Τὸ σχέδιον τοῦτο οὐχὶ μόνον ὑπ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἄλλων Βουλευτῶν ὑποστηρίζεται.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ, ἐκτὸς ἐὰν περαιωθῇ σήμερον ἡ συζήτησις, ὅτε θέλει τεθῆ εἰς ψηφοφορίαν. Ὁ κύριος Μεσσηνέζης ἔχει τὸν λόγον.
§72ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εὐχαριστῶ τῷ διαπρεπεῖ ἐκ Καλαβρύτων βουλευτῇ κ. Ζαΐμῃ, καὶ τῷ ἀξιοτίμῳ ἐκ Πατρῶν βουλευτῇ κ. Ῥικάκῃ, καὶ τῷ ἀξιοτίμῳ καὶ πολυμαθεῖ ἐξ Ἀττικῆς κ. Φιλήμονι, ἐπὶ ταῖς παρατηρήσεσιν, ἃς ἐξήνεγκον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, φέροντες τὸν λόγον ἐπὶ τὰ λεχθέντα παρ’ ἐμοῦ εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν περὶ τῆς πολιτείας τῶν ἐν τῷ τόπῳ πολιτικῶν κομμάτων κατὰ τοὺς τελευταίους κρισίμους καιροὺς καὶ περὶ τῆς μελλούσης πορείας ἡμῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, διότι οὕτω δίδεταί μοι εὔλογος ἀφορμή, ὅπως ἐπαναλάβω τὸν λόγον καὶ ἐκτενέστερον λαλήσω περὶ τῶν δύο τούτων σπουδαίων ζητημάτων, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι ἐκ τῆς τοιαύτης συζητήσεως δυνατὸν νὰ προκύψωσι γνῶμαι καὶ νὰ σχηματισθῶσι πεποιθήσεις συντελοῦσαι εἰς τὴν ὀρθὴν ἐκτίμησιν τῶν πεπραγμένων καὶ διαφωτίζουσαι ἡμᾶς περὶ τοῦ τί δεῖ γενέσθαι, ὅπερ δέον νὰ ᾖ τὸ μόνον κύριον μέλημα ἡμῶν ἐν τοῖς σήμερον καιροῖς. Ἄρχομαι ἀφηγούμενος τὰ γενόμενα καὶ διερμηνεύων τὴν περὶ αὐτῶν κρίσιν τοῦ τόπου. Ὁ μεταξὺ τῶν κκ. Κουμουνδούρου Ζαΐμη καὶ Δεληγιώργη, ἡγουμένων σπουδαίων ἐν τῷ τόπῳ πολιτικῶν μερίδων, γενόμενος κατὰ τὸ 1874 πολιτικὸς σύνδεσμος ὑπῆρξεν ἀγαθῶν μᾶλλον τῷ τόπῳ πρόξενος· ἔλυσεν ἄνευ διαταράξεως τῆς κοινῆς ἡσυχίας καὶ τάξεως τὰς πολιτικὰς δυσχερείας, ὅσας ἔπλασεν ἡ τότε ἔκθεσμος τῆς ἐξουσίας πορεία, ἐπέβαλε τῇ ἐξουσίᾳ μὴ πειθομένῃ, τὸν σεβασμὸν πρὸς τὰ συνταγματικὰ νόμιμα· ἔθεσε φραγμόν τινα ἐπὶ τῶν παρεκτροπῶν τῶν πολιτευομένων, δοὺς κῦρος εἰς τὰς περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν διατάξεις τοῦ συντάγματος. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ πολιτικὸς οὗτος σύνδεσμος καθίστατο δρῶσα Κυβερνητικὴ δύναμις, ἐὰν οἱ κκ. Κουμουνδοῦρος, Δεληγιώργης καὶ Ζαΐμης συνέπραττον ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ Κυβερνήσει, καὶ ἀνελάμβανον ἔκτοτε τὸ ἔργον τῶν ἐθνικῶν παρασκευῶν, ἡ θέσις τοῦ τόπου θὰ ἦτο πολὺ διάφορος τῆς ὑπὸ τὴν ὁποίαν διατελοῦμεν σήμερον. Ὅθεν τὸ πρῶτον τοῦ τόπου παράπονον κατὰ τῶν πολιτικικῶν κομμάτων εἶναι, ὅτι ὁ εἰρημένος σύνδεσμος δὲν ὑψώθη μέχρι τοῦ σωστικοῦ τούτου σημείου. Ἡ ἕνωσις, ἀλλ’ ἡ εἰλικρινὴς καὶ ἀνεπιφύλακτος, ἀποτελεῖ τὴν δύναμιν· ἡ τοιαύτη ἕνωσις σώζει τὰς πολιτείας καὶ τὰ ἔθνη. Ἡ δὲ διαίρεσις, ἡ μὴ περιστρεφομένη εἰς ἀρχὰς, παραλύει τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις, ἄγει εἰς ἐσωτερικοὺς περισπασμούς, καὶ πολλάκις καταστρέφει τὰ ἔθνη. Ἡ ἐξουσία, ἕνεκεν τῶν προεκτεθέντων, διετέθη δυσμενῶς πρός τε τὰ συνασπισθέντα κόμματα καὶ τὸν τόπον, καὶ ἀπεφασίσθη ἡ ἀποδημία τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας. Τὰ κόμματα διεσπάσθησαν, τὰ δὲ μᾶλλον εὔκαμπτα ἐξ αὐτῶν ὑπεχώρησαν, πρὸς ἐξευμένισιν τῆς ἐξουσίας, καὶ ἐπέτρεψαν τὴν ἀποδημίαν ὁλοκλήρου τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας, ὅπερ ἐκλόνισε τὸ πολιτειακὸν ἡμῶν οἰκοδόμημα, ἀπεπλάνησε τὸ ἐθνικὸν φρόνημα, καὶ κατεδίκασεν εἰς τὴν ἀπραξίαν τὸ τότε Ὑπουργεῖον τοῦ Κουμουνδούρου. Ἰδοὺ τὸ δεύτερον κατὰ τοῦ τόπου ἀδίκημα τῶν πολιτικῶν κομμάτων, ὅπερ ἀποδοτέον κατὰ μέγα μέρος εἰς τὴν διαίρεσιν αὐτῶν. Ἐπανῆλθεν ὁ Βασιλεὺς· ἐξηγέρθη ὁ τόπος, ἀπαιτῶν ἐκτάκτους πολεμικὰς παρασκευὰς, καὶ ἐγένετο τότε σκέψις καὶ ἀπόφασις περὶ τούτου, καὶ ἐπεψηφίσθη τὸ πρῶτον ἐθνικὸν δάνειον τῆς ἐποχῆς ταύτης, τὸ ἐκ δέκα ἑκατομμυρίων. Τὸ δάνειον τοῦτο, διότι μονομερὴς Κυβέρνησις κατεῖχε τὴν ἐξουσίαν, δὲν ὑπεστηρίχθη οὔτε παρ’ αὐτῶν ἐκείνων, οἵτινες ἐπεψήφισαν αὐτὸ, καὶ ἀπέτυχε. Τὰ κόμματα, διῃρημένα ὄντα, κατεδίκαζον τὸν τόπον εἰς τὴν διαίρεσιν ἐπίσης, καὶ διὰ τοῦτο πᾶσα εὐγενὴς ἰδέα εὕρισκεν αὐτὸν ἀπαθῆ ἢ ἀδιάφορον. Ἡ ἀποτυχία τοῦ δανείου τούτου εἶναι τὸ τρίτον τοῦ τόπου κατὰ τῆς πολιτείας τῶν κομμάτων παράπονον. Ἐκλήθη εἰς τὴν ἐξουσίαν ὁ ἀνὴρ, τοῦ ὁποίου σύμπας ὁ Ἑλληνικὸς κόσμος ἐξακολουθεῖ δικαίως θρηνῶν τὴν στέρησιν. Ὁ ἀνὴρ οὗτος ἐν χρονικῷ διαστήματι ἐλαχίστῳ, ἐν διαστήματι τριῶν μηνῶν, ἐργασθεὶς ὡς ἄλλος Ἡρακλῆς, ἔδωκε σπουδαίαν ὤθησιν εἰς τὸ ἔργον τῶν παρασκευῶν. Προέβλεψε περὶ προμηθείας παντὸς εἴδους ὅπλων καὶ πολεμοφοδίων, συνέστησε τὸ ἐν Θήβαις στρατόπεδον, ἐξετέλεσε τὸν περὶ ἐφεδρείας ἔκτακτον νόμον, καὶ ἀνήγαγε τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν εἰς ἀριθμὸν ὄχι εὐκαταφρόνητον. Ἀνωρθώθη τὸ φρόνημα τοῦ τόπου, ἀνεπτερώθησαν αἱ ἐλπίδες αὐτοῦ, καὶ ἐπίστευσαν εἰς τὸν πόλεμον. Ἐπρόκειτο ὅμως περὶ ἔργου μεγάλου, καὶ ὁ τόπος ἠσθάνθη τὴν ἀνάγκην ἰσχυρᾶς Κυβερνήσεως, πιστεύων δὲ πάντοτε ὅτι ἡ ἕνωσις ἀποτελεῖ τὴν δύναμιν, ἀπῄτησε τὴν ἕνωσιν, καὶ ἐσχηματίσθη τότε τὸ ὑπὸ τὸ ἔνδοξον ναύαρχον Κανάρην Ὑπουργεῖον. Ἡ θεία πρόνοια ἐφαίνετο διαφυλάττουσα ἔτι ἐν τοῖς ζῶσι τὸν ἔνδοξον ἄνδρα, ὅπως χρησιμεύσῃ εἰς τὴν κρίσιμον ταύτην περίστασιν τοῦ τόπου. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο ἔλαβον μέρος ὅ,τι ἐξοχώτερον περιλαμβάνει ὁ πολιτικὸς ἑλληνικὸς κόσμος, ἔλαβον μέρος ἅπαντες οἱ ἀρχηγοὶ τῶν ἐν τῷ τόπῳ πολιτικῶν κομμάτων, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ἡγουμένου σπουδαίας ἀντιπολιτευτικῆς μερίδος, μὴ ἐξαιρουμένου τοῦ ἀνδρὸς οὗτινος θρηνοῦμεν τὴν στέρησιν. Ἐσώθημεν, ἀνεφώνησε τότε ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον ὁ Ἑλληνισμός, οἱ πάντες ἐπίστευσαν ὅτι ἐσήμανεν ἡ ὥρα τῆς ἐνεργείας, καὶ ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸ ἔργον τοῦ 1821. Πῶς δὲ καὶ διὰ τί, τοῦ Ὑπουργείου τούτου σχηματισθέντος, μετεβλήθησαν τὰ πράγματα; Διὰ τί μετέβαλε γνώμην ὁ Δεληγιώργης, ἀποτελέσας μέρος τοῦ Ὑπουργείου Κανάρη; Πῶς ἔπαυσαν ὄντες φιλοπόλεμοι οἱ ἄνδρες τοῦ 1867; Διατί ἔμεινεν ἀπρακτοῦσα ἡ ἰσχυρὰ αὕτη Κυβέρνησις ἡ κληθεῖσα ὅπως πράξῃ, καί τοι παμψηφεὶ ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισε πᾶν ὅ,τι παρ’ αὐτῆς ἐζητήθη, καί τοι σύσσωμος ἡ Ἑλλὰς ἐτέθη εἰς τὰς διαταγὰς αὐτῆς, πρόθυμος κηρυσσομένη νὰ ὑποβληθῇ εἰς πᾶσαν θυσίαν ἀναγκαίαν πρὸς διάσωσιν τῆς ἐθνικῆς τιμῆς καὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ ἐθνικοῦ μεγαλείου; Διὰ τί παρέστησε τὴν Ἑλλάδα ἀκέφαλον καὶ ἄνανδρον; Διὰ τί ἐδέχθη τὴν ἐθνικὴν ταπείνωσιν; Διότι, λέγει ὁ τόπος παραπονούμενος, ἕνωσις πλήρης καὶ εἰλικρινὴς δὲν ἐγένετο, διότι ἐπιλήσμονες ἐγένοντο τῶν πρὸς τὴν πατρίδα καθηκόντων αὑτῶν καὶ τῶν ἐθνικῶν παραδόσεων, διότι ἀπεδειλίασαν, συγκρίναντες ἡμᾶς πρὸς τὸν ὄγκον τοῦ ἐχθροῦ. Ἀλλ’ οἱ πατέρες αὐτῶν δὲν ἀπεδειλίασαν, καίτοι τὸ ἔργον αὐτῶν ἦτο κατὰ πολὺ ὑπέρτερον τοῦ ἔργου, ὅπερ ἐπεβάλλετο ἡμῖν! Δὲν ἐτολμήσαμεν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν, νὰ μετρηθῶμεν πρὸς ἐχθρὸν ἐπικείμενον! καὶ ὅμως ὑπάρχουσιν οἱ ψάλλοντες ἐπὶ τούτῳ τὰ ἐπινίκεια! Ἀλλ’ ὁ τόπος δὲν συμφωνεῖ μετὰ τῶν ὀλιγίστων τούτων, καὶ τὸ τέταρτον αὐτοῦ παράπονον εἶναι, ὅτι ἕνεκεν τῆς κακῆς ἐκτιμήσεως τῶν περιστάσεων καὶ τῆς κακῆς πολιτείας τῶν κομμάτων, κατεδικάσθη εἰς τὴν ἀπραξίαν, ὅτε τὰ πάντα ἐπέβαλον τὴν ἐνέργειαν. Ἀλλ’ ἔστω, ἡ σύνεσις, τὸ μέγεθος τῆς εὐθύνης, τὸ ἀπαράσκευον τοῦ τόπου, αἱ παραστάσεις τῶν δυτικῶν Δυνάμεων, ἐπέβαλον τὴν ἀπραξίαν. Ἀλλὰ διὰ τί τότε παρητήθητε καὶ παρεδώκατε τὸν τόπον εἰς μονομερῆ Κυβέρνησιν, καὶ ἑπομένως ἀσθενῆ; Διὰ τί δὲν ἐξηγεῖτε τοὺς λόγους, δι’ οὓς παρητήθη πρῶτος ὁ Δεληγιώργης, πρὸς τὸν τόπον, ἔχοντα συμφέρον νὰ μάθῃ αὐτούς; Παρητήθη ὁ ἀτίθασσος, ὁ ἀσυμβίβαστος Δεληγιώργης! Ἀλλὰ διὰ τί παρητήθητε καὶ οἱ εὐσυμβίβαστοι; Διὰ τί ἐνεκρίνατε τὴν ἀπότομον, τὴν παράτολμον μεταβολὴν τῆς πολιτικῆς, ἣν ἡ σύνεσις καὶ τὸ ἀπαράσκευον τοῦ τόπου ἐπέβαλλον δῆθεν ὑμῖν, διατελοῦσιν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, καὶ ἐπεκροτήσατε εἰς τόλμημα, ὅπερ ἔσχε τὰς μᾶλλον λυπηρὰς συνεπείας διὰ τὸν τόπον; Διὰ τί ἐπετρέψατε τὰ ἀσύντακτα ἐκεῖνα κινήματα τὰ πολυτρόπως ζημιώσαντα τὸν τόπον, καὶ παρεδέχθητε ἅπαντα τὰ μέτρα, ὅσα ἤγαγον αὐτὸν ὑπὸ οἰκονομικὴν κρίσιν; Διότι, λέγει ὁ τόπος παραπονούμενος, ἐφοβήθητε τὰς συνεπείας τῆς ἀπραξίας καὶ τοῦ ἐξ αὐτῆς ἐσωτερικοῦ ζητήματος καὶ ὡς πρὸς ὑμᾶς αὐτούς! Ἀπετύχατε, καὶ ὅμως πρὸς ὑμᾶς ἐξακολουθεῖ ἀτενίζων τὰ βλέμματα αὐτοῦ ὁ τόπος, καὶ δικαίως, καὶ ἐφ’ ὑμῖν δικαίως ἐλπίζει, καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλετε νὰ πράξητε ὅ,τι ἀνθρωπίνως δυνατὸν, ὅπως πείσητε αὐτὸν, ὅτι ἐστὲ ἄξιοι τῆς τιμῆς καὶ ὑπολήψεως, μεθ’ ἧς περιβάλλει ἔτι ὑμᾶς, ἔργα ἄξια αὐτοῦ τελοῦντες. Ὁ τόπος ἀπαιτεῖ πολιτικὴν καθαρῶς Ἑλληνικὴν, πολιτικὴν σταθερὰν καὶ ἀκλόνητον, ἀγαθὴν διοίκησιν, τακτοποίησιν καὶ ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, καὶ μέσα συγκοινωνίας ξηρᾶς καὶ θαλάσσης. Περισσότερον δὲν ἐκτείνομαι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι οὔτε ἐπιτρέπεταί μοι τοῦτο, οὔτε τῆς παρούσης ὥρας εἶναι. Μεταβαίνω εἰς τὸ δεύτερον θέμα τῆς ὁμιλίας μου, τὸ ἀφορῶν ζήτημα εἴπερ τι καὶ ἄλλο σπουδαῖον, τὸ ζήτημα τῆς ἐν τῇ Ἀνατολῇ πολιτικῆς ἡμῶν. Ἡ πολιτικὴ, τῆς ὁποίας ἐκηρύχθην ὀπαδὸς, τῆς ὁποίας εἰμὶ θιασώτης, δὲν εἶναι ἡ τῶν ῥασοφόρων, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς, οὔτε ἡ τοῦ πανσλαβισμοῦ, ὡς εἶπεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος Βουλευτής· εἶναι ἡ πολιτικὴ τοῦ 1821, ἡ ἔχουσα ὡς σύνθημα, ὅτι πάντες οἱ εἰς Χριστὸν πιστεύοντες καὶ τὴν Ἀνατολὴν οἰκοῦντες εἰσὶν ἀδελφοὶ, εἶναι ἡ πολιτικὴ τοῦ Ῥήγα Φεραίου, τοῦ Ὀλυμπίου, τοῦ Ὑψηλάντου, τοῦ Χατζηχρήστου, τοῦ Κουντουριώτου, τοῦ Κολοκοτρώνου, τοῦ Μπότζαρη, τοῦ Μεταξᾶ καὶ Καποδιστρίου, τοῦ Κωλέτου καὶ τοῦ Βάσου Μαυροβουνιώτου, εἶναι ἡ πολιτικὴ τοῦ ἀειμνήστου Ὄθωνος, εἶναι ἡ πολιτικὴ τοῦ 1867 ἡ πανελλήνιος, ἡ κυρωθεῖσα διὰ συνθήκης, ἥτις οὐδὲν ἔχει τὸ ῥασοφόρον καὶ ἥτις ἔθεσε τὰς βάσεις τῆς μόνης πολιτικῆς ἥτις δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν κατάλυσιν τῆς ἐπὶ χριστιανικῶν λαῶν βαρβάρου δεσποτείας τῶν Ὀθωμανῶν καὶ εἰς τὴν ἵδρυσιν Κράτους ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ὅπερ νὰ δυνηθῇ νὰ καταλάβῃ ἐν τῇ χορείᾳ τῶν ἐθνῶν τὴν θέσιν, ἣν εἶχεν ἡ Ἀνατολὴ κατὰ τοὺς ἀρχαίους χρόνους καὶ κατὰ τὸν μέσον αἰῶνα. Μάτην περιμένομεν νὰ λάβῃ ἡμᾶς ἡ δυτικὴ Εὐρώπη ὑπὸ τὴν κραταιὰν αὐτῆς προστασίαν καὶ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, μάτην πρὸς τοῦτο ἑλληνοκοποῦμεν, ἐπαιτοῦμεν, κοπτόμεθα συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῆς μετὰ τῆς δύσεως συμμαχίας, ἀποκηρύσσομεν τοὺς ἐν τῇ Ἀνατολῇ χριστιανικοὺς λαοὺς, κηρύσσομεν πόλεμον κατ’ αὐτῶν, προκαλοῦμεν σχίσματα, καὶ ἀγνώμονες ἐπιδεικνυόμεθα. Ἔστωσαν τρανὴ περὶ τούτου ἀπόδειξις τὰ παθήματα τῆς Κρήτης καὶ τὸ μάταιον τῶν τελευταίων καταστροφῶν. Ἡ δὲ πολιτικὴ τῆς μετὰ τῆς Τουρκίας συμμαχίας, ἣν ὑπέδειξεν ὑμῖν τὸ 13 πρωτόκολλον τοῦ ἐν Βερολίνῳ συνεδρίου καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὸ συνέδριον τοῦτο ὁ κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς διὰ τοῦ πρὸς αὐτὸ ὑπομνήματος αὐτοῦ, εἶναι ὅ,τι μᾶλλον ὀλέθριον διὰ τὸν ἑλληνισμόν. Ἡ πολιτικὴ αὕτη εἶναι ἡ τῶν νεοβυζαντινῶν, ἥτις ἀπεμόνωσε τὸν Ἑλληνισμὸν ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ προὐκάλεσε τὸν ἐν αὐτῇ διεξαγόμενον ἐμφύλιον πόλεμον, τὸν πολλῶν κακῶν πρόξενον καὶ διὰ καταστροφῆς τὴν Ἀνατολὴν ἀπειλοῦντα, καὶ ἥτις δύναται νὰ ἔχῃ ὡς τελικὸν ἀποτέλεσμα τὴν διάπλασιν κράματός τινος ἐκ τούρκων καὶ βυζαντινῶν, ὅπερ ἀπέχω νὰ χαρακτηρίσω, οὐχὶ δὲ εἰς τὴν διάπλασιν χριστιανικῆς Ἀνατολῆς, ἥτις νὰ κατασταθῇ ἐν τῷ κόσμῳ ἰσχυρὰ καὶ δρῶσα ἐκπολιτιστικὴ δύναμις. Θὰ συζητήσωμεν μίαν ἡμέραν μετὰ τῶν ὀθωμανῶν, ἀλλ’ ἀφοῦ διὰ τῶν κοινῶν χριστιανικῶν ὅπλων καταλυθῇ ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει θεοκρατία καὶ φθάσωμεν εἰς πλήρη μετ’ αὐτῶν ἰσονομίαν καὶ ἰσοπολιτείαν ὑπὸ ἡγεμόνα χριστιανόν. Ἅπαντες δὲ οἱ ἐν τῇ Ἀνατολῇ χριστιανικοὶ λαοὶ ἔχομεν κοινὰς τὰς παραδόσεις, κοινὴν τὴν θρησκείαν, κοινοὺς τοὺς πόθους, κοινὰ τὰ συμφέροντα, εἴχομεν μέχρι τῆς χθὲς κοινὴν καὶ τὴν τύχην, καὶ θὰ ἔχωμεν αὐτὴν κοινὴν καὶ εἰς τὸ μέλλον, καὶ ἔσεται αὕτη περιφανής, ἐὰν ἐξευρεθῇ ὁ τρόπος τῆς κοινῆς πρὸς τοῦτο συμπράξεως. Εἰσηγήσεις ἐπίβουλοι, κακὴ συνεννόησις, ἀμοιβαῖα ἀδικήματα, ἔργον ἰδιωτῶν μᾶλλον ἢ ἐθνικῶν βουλευμάτων, διῄρεσαν τοὺς λαοὺς τούτους κατὰ τοὺς τελευταίους καιρούς. Μεγίστην ὑπηρεσίαν θέλει προσφέρει εἰς τὴν Ἀνατολὴν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἥτις ἤθελεν ἐργασθῆ, ὅπως τὰ ἐκ τῆς διαιρέσεως ταύτης λυπηρὰ καὶ δυσάρεστα δι’ ὅλους ἀποτελέσματα ἐξουδετερωθῶσιν. Ἡ δὲ πολιτικὴ αὕτη ἡ καθαρῶς Ἑλληνοανατολικὴ δὲν ἄγει εἰς τὴν μετὰ τοῦ πανσλαβισμοῦ, τοῦ φοβήτρου τούτου τῆς ἐποχῆς, σύμπραξιν, οὐδ’ ἀποκρούει τὴν μετὰ τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης συμμαχίαν. Τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὅτι ἅπαντες οἱ χριστιανικοὶ λαοὶ τῆς Ἀνατολῆς διεκδικοῦσιν αὐθυπαρξίαν καὶ πλήρη ἀνεξαρτησίαν, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν τείνει εἰς συγχώνευσιν μετ’ ἄλλων ἰσχυρῶν ἐθνικῶν κέντρων. Εἰς δὲ τὴν μετὰ τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης συμμαχίαν θὰ φθάσωμεν τότε μόνον, ὅταν πλάσωμεν ἐν τῇ Ἀνατολῇ δύναμιν ἰσχυρὰν, καὶ πεισθῇ ἡ Εὐρώπη, ὅτι ἡ Τουρκία ἐγγίζει εἰς τὸ τέρμα τοῦ ἐν τῇ Εὐρώπῃ σταδίου αὐτῆς. Ἡ Εὐρώπη, ἐνόσῳ ὑφίσταται Εὐρωπαϊκὴ Τουρκία ἰσχυρὰ, θὰ τουρκίζῃ, ἑκοῦσα ἄκουσα. Ἡμεῖς δὲ μάτην θὰ ἑλληνοκοπῶμεν, καὶ θὰ δυσικοπῶμεν, καὶ θὰ ἀντισλαβίζωμεν.
§73Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὀπίσω! ὀπίσω, ἀντιπολίτευσις! καὶ σὺ, Κυβέρνησις, ὀπίσω! Ἀγνοῶ ἂν ἐντὸς τῆς Βουλῆς ταύτης ὑπάρχῃ ἀντιπολίτευσις, καὶ ἂν ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἦναι Κυβέρνησις καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀντιπολίτευσις. Δὲν ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο. Ὅταν λέγῃ ἡ ἀντιπολίτευσις, τοῦτο ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, ἂν ἡ ἀντιπολίτευσις ἦτον ἀθώα ἀπὸ τὰς πράξεις τῆς παρελθούσης ἐποχῆς, ἤρχετο ἐδῶ μὲ διπλασίαν καὶ δεκαπλασίαν δύναμιν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ παρουσιασθῇ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ φανῇ ἀσυνεπὴς, ἀντιφάσκουσα πρὸς ἑαυτήν. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ συνταγματικὸν πολίτευμα ἄνευ ἀντιπολιτεύσεως; Εἶναι, ἀλλ’ οὐχὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Εἰς τὸ ἔθνος ὑπάρχει ἀντιπολίτευσις! καὶ ἐρχόμενος δὲ ἐγὼ ἔξωθεν, φέρω αὐτὴν ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Δὲν πταίει ἡ Κυβέρνησις, δὲν πταίει ἡ ἀντιπολίτευσις ἐντὸς τῆς Βουλῆς, διότι ἡ ἀντιπολίτευσις εἶναι ἔξω, ἡ δὲ Βουλὴ ἀγνοεῖ τὴν ἀντιπολίτευσιν, τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος πράττει κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Μετὰ θλίψεως ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι μεθ’ ὅλας τὰς πληροφορίας, ἃς ἔλαβον ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὁ λαὸς δὲν ἀγαπᾷ τὸν Βασιλέα, διότι πάσχει, ὁ δὲ πάσχων λυπεῖται, καὶ κατόπιν ὀργίζεται. Ἀγνοῶ τὸ ἔθνος ποῦ βαδίζει. Βλέπει μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν ἐργάζεται ὑπὲρ τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἔχει ἰδίαν πορείαν, ἡ δὲ ἀντιπολίτευσις ἡ Βουλευτικὴ τὴν ἰδίαν πορείαν ἐπορεύθη, ὁσάκις ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐντός τῶν Ἀθηνῶν κόμματα πολιτικὰ δὲν ὑπάρχουν, καὶ προκαλῶ οἱονδήποτε νὰ μὲ ἀποδείξῃ, ὅτι αἱ δεῖνα ἀρχαὶ εἶναι ἀρχαὶ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι ἄλλαι ἀρχαὶ εἶναι αἱ τοῦ μακαρίτου Δεληγεώργη, ἄλλαι αἱ τοῦ κ. Τρικούπη ἢ τοῦ κ. Ζαΐμη· διὰ τοῦτο δὲ, ὁσάκις ἡ ἀντιπολίτευσις ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα, ἠκολούθησε τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν διεδέχθη, ἑπομένως δὲν ὑπάρχει διάκρισις. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν ἔλλειψιν τῆς διαφορᾶς, εἶναι ὅτι ὅλοι εἶναι φιλοπόλεμοι! Φιλοπόλεμος καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, καὶ ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης, καὶ ὁ κ. Ζαΐμης, καὶ ὁ κ. Τρικούπης· ἑπομένως δὲν βλέπω κόμματα συνταγματικὰ ἐντὸς τῆς στενῆς καὶ μικρᾶς Ἑλλάδος, ἐντὸς τῆς φυλακῆς αὐτῆς, ἡ ὁποία περιτειχίζεται ἀπὸ τείχη μέχρι τοῦ οὐρανοῦ ἀμετάβλητα. Ὁ λαὸς στενοχωρεῖται, τὰ λεγόμενα συνταγματικὰ κόμματα στενοχωροῦνται· πῶς συμβαίνει τοῦτο; Νομίζω, ὅτι ἡ στενοχωρία καὶ ἡ θλίψις προέρχονται ἐξ ἡμῶν αὐτῶν. Φρονεῖτε, ὅτι αὐτὸ εἶναι ψεῦδος; Ἅμα ἐπάτησα εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὰ 64, ἐγνώριζον δὲ καὶ προτήτερα ἀκόμη, παρετήρησα, ὅτι ἐδῶ δύω στοιχεῖα ἔπρεπε νὰ ὑπάρχουν, ἢ τοῦ πολέμου ἢ τῆς εἰρήνης. Κατὰ δυστυχίαν ὑπερίσχυσε πάντοτε τὸ πνεῦμα τοῦ πολέμου, καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε στενοχωρίαι, πάντοτε θλίψεις, πάντοτε δυστυχίαι καὶ δυσπραγίαι τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι τὸ μικρότερον Βασίλειον τοῦ κόσμου· ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται εἰς παντοτεινὸν, αἰώνιον πόλεμον ἐναντίον ὅλου τοῦ κόσμου· εἶναι πολεμικῶς διατεθειμένη ἐναντίον τῆς Τουρκίας, ὡς τοῦτο εἶναι ἀναντίῤῥητον, καλῶς διατεθειμένη ἐναντίον τῆς Ἀγγλίας, δυσαρεστημένη μὲ τὴν Γαλλίαν, κατακρίνει τὴν Αὐστρίαν, δὲν ἔχει σύμφωνον μήτε τὴν Ἰταλίαν Πόθεν προέρχεται αὐτό; εἶναι ἀνεξήγητο· ἀλλ’ εἶναι ἀνεξήγητον διὰ τοὺς εὑρισκομένους ἐντὸς τῆς φυλακῆς τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν ἠθέλομεν νὰ ἐννοήσωμεν (ἂν δὲν θέλωμεν νὰ ὑποκρινώμεθα) πόθεν προέρχεται αὐτό, ἀμέσως εὑρίσκομεν τὴν αἰτίαν. Τὴν αἰτίαν εὑρίσκετε εἰς ἐκεῖνα τὰ δύω ἐναντία ῥεύματα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τὰ ὁποῖα ἐνεργοῦν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, ἀφανῶς φανερῶς, καὶ μυστηριωδῶς, τὸ πνεῦμα δηλαδὴ τοῦ Βοῤῥᾶ καὶ τὸ πνεῦμα τῆς Δύσεως· ἐδῶθεν προέρχονται τὰ δεινὰ τῆς Ἑλλάδος, ἥτις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἡσυχάσῃ, διότι τὸ πνεῦμα τοῦ Βοῤῥᾶ τὴν ἔθεσεν εἰς πόλεμον πρὸς ὅλον τὸν κόσμον, πότε διὰ τῶν ἀναμνήσεων, πότε διὰ τῆς θρησκείας, πότε διὰ τῶν ἀποπλανήσεων· διατί; διὰ νὰ ἦναι, ὡς προεῖπον, εἰς ἀέναον ἀνησυχίαν τὸ ταλαίπωρον ἔθνος. Ὅλους τοὺς ἐμφυλίους σπαραγμοὺς, ὅλους τοὺς ἐμφυλίους πολέμους ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, ὅλας τὰς εἰσβολὰς ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος αὐτὸ τὰς ἐπέφερε, καὶ αὐτὸ μᾶς ἔχει εἰς ἐμπόλεμον θέσιν, διὰ νὰ μὴ δυνάμεθα οὔτε πόλεμον νὰ πολεμήσωμεν, οὔτε ἐσωτερικῶς νὰ διοργανισθῶμεν καὶ ἡσυχάσωμεν, καὶ οὕτως ἔπειτα προπαρασκευασθῶμεν. Ἡ κατάστασις αὕτη δὲν εἶναι ὀρθή. Ἅμα ἐνόησα τοῦτο, παρῃτήθην τῶν πολιτικῶν· καὶ εἰς ἐκ τῶν ἑκατὸν λόγων, οἱ ὁποῖοι μὲ παρεκίνησαν νὰ παραιτηθῶ, ἦτο ν’ ἀφήσω τὸ φιλοπόλεμον πνεῦμα νὰ ἐνεργήσῃ ἐν Ἑλλάδι, χωρὶς νὰ φέρω πρόσκομμα κανέν. Ἤδη σᾶς φέρω τὴν ἑλληνικὴν ἰδέαν, τουτέστι τὴν εἰρηνικὴν, ἣν ὑπέβαλον εἰς τὰς Βουλὰς τῆς Ἑλλάδος τὰς τότε, καὶ οὐδὲ δύναται σήμερον νὰ μοὶ παρατηρήσῃ τις, ὅτι ἄγομαι καὶ φέρομαι ἀπὸ ἰδέαν τῆς στιγμῆς, διότι πάντοτε εἰρηνικὸς ἤμην. Αὐτὴν τὴν γνώμην, μάλιστα μανίαν τοῦ πολέμου, ἤθελον βλέπει παρατεινομένην, καὶ εἶπον νὰ δώσω τόπον· ἐὰν αὐτὸ τὸ πνεῦμα φέρῃ ἀγαθὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἂς ὑπερισχύσῃ, καὶ ἐγὼ ἂς μείνω κατὰ μόνας ἀφανής. Τὸ πνεῦμα τοῦ Βοῤῥᾶ ὑπεκίνησε τὸν πόλεμον τῆς Κρήτης. Περὶ τούτου ὡμίλησα τότε με τὸν μακαρίτην Δεληγιώργην, ὅστις μοὶ εἶπεν, ὅτι αὐτὸς ὑπεκίνησε τὴν ἐπανάστασιν, ὅτι αὐτὸς ἔπλασε τριακοσίους Συλλόγους, ὅτι ὠργάνιζε στόλον ἐναντίον τῆς τουρκικῆς Αὐτοκρατορίας, καὶ ἐκαυχᾶτο τὰ καυχήματα ταῦτα! Διεμαρτυρήθην, καὶ δὲν ἤθελον νὰ τὸν ὑποστηρίξω· ἐὰν ἀντενήργουν, ἠδύναντο νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἤμην ὁ κακὸς δαίμων τῆς Ἑλλάδος, ἐνῷ ἤμην ὁ ἄγγελος φύλαξ αὐτῆς. Ἦλθεν ὁ μακαρίτης Βούλγαρης, καὶ ἔπεσεν εἰς τὴν παγίδα τοῦ Βοῤῥᾶ, διατηρήσας τὴν ἐπανάστασιν· πλὴν πίπτει καὶ αὐτὸς, καὶ ἔρχεται ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅστις λέγει, «δὲν ἔπραξα τίποτε! εὑρῆκα ἐπανεστατημένους τοὺς ἀδελφοὺς μου, καὶ ἔπρεπε νὰ τοὺς ὑποστηρίξω.» Τοιουτοτρόπως δὲ ἐξηκολούθησεν αὐτὸς ὁ ἐξολοθρευτικὸς πόλεμος, ὅμοιος τοῦ ὁποίου δὲν ὑπῆρξεν εἰς τὸν κόσμον, διότι ἦτον ἐμφύλιος πόλεμος. Κατόπιν ἔγειναν εἰσβολαὶ εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Ἐκηρύχθην ἐναντίος καὶ εἰς αὐτάς· προεῖπον, ὅτι θὰ προέλθουν καταστροφαὶ καὶ ἐρημώσεις· καὶ τῷ ὄντι ὅλα τὰ δεινὰ αἱ εἰσβολαὶ αὐταὶ τὰ ἔφερον εἰς τοὺς κατοίκους. Ἔφθασαν τέλος πάντων τὰ ἔτη τὰ σημερινά· τὸ φιλοπόλεμον πνεῦμα ὑπερίσχυσε, καὶ ὑπερίσχυσεν ἐναντίον ὅλου τοῦ κόσμου καὶ ἐναντίον τῆς Ῥωσσίας; ναί! καὶ ἐναντίον τῆς Ῥωσσίας· διότι διὰ τῆς ἐπιτηδείας ἐκείνης πολιτικῆς ἐνεπνεύσθη εἰς τοὺς Ἕλληνας, ὅτι δύνανται νὰ μάχωνται καὶ ἐναντίον τοῦ πανσλαυϊσμοῦ, εἴτε τοὐλάχιστον καὶ τοῦ σλαυϊσμοῦ· ὥστε εὑρέθη ἡ Ἑλλὰς ἀπομεμονωμένη ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμον. Εἶναι καλὴ αὐτὴ ἡ κατάστασις; καὶ ἡ πονηρὰ ἐκείνη πολιτικὴ παρήγγελλε νὰ ἐμπνεύσωμεν ὅλα τὰ ἔθνη τῆς Ἀνατολῆς ἐναντίον τῆς Τουρκίας νὰ ἐργάζωνται ὑπὲρ ἡμῶν, βεβαίως, ὅπως οὕτως ἡ μὲν Τουρκία ἀδυνατήσῃ, ἡ δὲ Ῥωσσία μεταβῇ αὐτὴ εἰς Κωνσταντινούπολιν, καὶ ἔπειτα καταβροχθίσῃ ἡμᾶς καὶ τὰ λοιπὰ ἐθνάρια. Ἐμπνέει ἡ πολιτικὴ ἐκείνη τοὺς Ἕλληνας μόνον καὶ μόνον τὴν ἰδέαν τῆς θρησκείας, ἥτις ἔγεινε πλέον ἀντιχριστιανικὴ καὶ ἀντευαγγελικὴ, ὅτι δὲν εἶναί τις χριστιανὸς, ἐὰν δὲν σκοτόνῃ Τούρκους. Ἡ αὐλὴ ἐκείνη περιφρονεῖ καὶ Εὐαγγέλιον καὶ Χριστὸν καὶ ἠθικὴν, οὖσα αὐτὴ ἄθρησκος, ἀντίχριστος καὶ ἄτιμος· παίζει δὲ μὲ χριστιανισμὸν καὶ ὀρθοδοξίαν, ἐνῷ εἶναι αὐλὴ ἀφωρισμένη ἀπὸ τὴν Μεγάλην Ἐκκλησίαν· εἶναι δὲ ἀναθεματισμένη, ὅπως εἶναι ἀναθεματισμένοι καὶ οἱ Βούλγαροι. Ἀπορῶ δὲ πῶς εὑρίσκεται Ἕλλην νὰ θεωρῇ αὐτοὺς χριστιανοὺς, ὄντας ἀφωρισμένους καὶ ἀναθεματισμένους. Ἠκούσαμεν πρὸ ὀλίγου δύο Ἀγαθαγγελιστάς. (Ἱλαρότης.) Ὅλη ἡ ἔννοια τοῦ λόγου των καὶ ἡ λύσις αὐτῶν εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ πάρωμεν τὴν Πόλιν, καὶ ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἐκεῖ βασιλεὺς ὀρθόδοξος χριστιανός. Καὶ ποῖος εἶναι αὐτός; Ὁ Σουλτάνος δὲν εἶναι ἆρά γε χριστιανός; (Ἱλαρότης.) Ὅλη ἡ Δύσις, ὅλα τὰ κόμματα τὰ χριστιανικὰ τῆς Δύσεως, ὅλοι οἱ ἱερεῖς τῆς Δύσεως, συμφώνως ἐκήρυξαν, ὅτι ὁ Μωαμεθανισμὸς εἶναι κόμμα χριστιανικόν· καὶ ἔχουν δίκαιον, διότι ὁ Σουλτάνος καὶ οἱ Μωαμεθανοὶ καὶ ὁ Σεχουλισλὰμ πιστεύουν τὸν Χριστὸν, καὶ τὸν πιστεύουν ὡς πνεῦμα θεοῦ «Ῥοὺχ ἢ Ἀλλάχ.» Ἀλλ’ ἐὰν καταβῇ ὁ ἀφωρισμένος Ἀλέξανδρος τῆς Ῥωσσίας εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, πιστεύει εἰς Χριστόν; ὁ τύραννος ὁ Νικόλαος.........
§74Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.) Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον νὰ περιορίσῃ τὸν ῥήτορα. Βεβαίως ἔχει τὸ δικαίωμα, ὅπως πάντα τὰ ἄλλα μέλη τοῦ κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα ἐλάλησαν μετὰ πάσης ἐλευθερίας, νὰ ἐκθέσῃ μετὰ πάσης ἐλευθερίας τὰς ἰδέας του· νὰ μὴ λησμονῇ ὅμως τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν εἰς τὰς τρεῖς πρὸ πάντων εὐεργέτιδας Δυνάμεις.
§75ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δίδω τὴν ἀπάντησιν ἐντὸς τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων. Μὴ νομίζετε, ὅτι ὁμιλῶ ἐδῶ ἀσκέπτως· τὰ ἐσκέφθην προτήτερον, καὶ θὰ συμφωνήσητε μὲ ἐμὲ, ἐὰν στηρίζεσθε εἰς τὸν νόμον. Διατί οἱ προαγορεύσαντες ὠνόμαζον τὸν λόρδον Βήκονσφηλδ, τὸν πρῶτον ὑπουργὸν τῆς οἰκουμένης, τσιφούτην καὶ Ἰσραηλίτην;
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κανεὶς δὲν τὸν εἶπε.
§77ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὸ εἶπον. Ἡ ἰδέα μου θέλει γενῇ κοινὴ καὶ παραληφθῆ εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, ἐνώπιον δὲ τῶν δικαστηρίων θὰ εὕρητε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγονται ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἐὰν εἴμεθα πάντες ἐλεύθεροι ἡμεῖς ἐν τῇ Βουλῇ, εἴμεθα καὶ ὑπεράνω τοῦ νόμου· ἀλλ’ ἐὰν εἰς τὰ δικαστήρια ὁμιλήσῃ τις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, τὸν βάλλουν εἰς τὰς φυλακὰς. Ἤδη ἂς μάθῃ ὁ κόσμος, ὅτι ὁ νόμος δὲν τὸ ἀπαγορεύει· ὁ νόμος ἐπιτάττει, ἵνα ὁ ὑπεύθυνος δίδῃ λόγον· ἂς συνταγματισθῇ ἡ Ῥωσσία, καὶ τότε, ὅστις ὁμιλήσῃ ἐναντίον τοῦ Τσάρου, ἂς φυλακίζεται (χειροκροτήματα), διότι δὲν ἔχει ὑπευθύνους ὑπουργοὺς, ἀλλ’ αὐτὸς φέρει τὴν εὐθύνην, ὡς ὢν ἀπόλυτος ἡγεμών! ἀπόλυτος δὲ ὢν αὐτοκράτωρ, εἶναι καὶ ὑπεύθυνος. Ἀλλ’ ἐάν τις θελήσῃ νὰ ὁμιλήσῃ κατὰ τοῦ Βασιλέως τῆς Αὐστρίας, κατὰ τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Γερμανίας, κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Γαλλίας ἢ κατὰ τῆς Βασιλίσσης τῆς Ἀγγλίας, ἐκεῖνος βέβαια εἶναι καὶ ἀμαθέστατος καὶ ἀνόητος καὶ ἄδικος, διότι οἱ ἡγεμόνες ἐκεῖνοι ἔχουσιν ὑπευθύνους ὑπουργοὺς, καὶ τούτους μόνους δύναταί τις νὰ προσβάλλῃ διὰ λόγου. Οὕτω δὲ ἐξεφράσθην καὶ ἐγὼ, δηλαδὴ κατὰ τῶν ὑπευθύνων· ἀλλ’ οἱ νόμοι τοῦ 1833 καὶ 1834 καὶ οἱ ἑπόμενοι περὶ τύπου νόμοι, οἱ ἐπιβάλλοντες ποινὰς εἰς τοὺς λαλοῦντας ἢ γράφοντας κατὰ ξένων ἡγεμόνων, ἴσχυον τότε, διότι τότε σύνταγμα δὲν ὑπῆρχε, διότι ὑπευθύνους ὑπουργοὺς δὲν εἴχομεν, καὶ τότε ἦτο καθιερωμένον νὰ μὴ ἀνοίξῃ τις τὸ στόμα του νὰ ὁμιλήσῃ ἐναντίον τοιούτων τυράννων. Ἐπανέρχομαι ὅθεν ἐξῆλθον· ὁ Σουλτάνος εἶναι ἡγεμὼν χριστιανὸς, οἱ μωαμεθανοὶ εἶναι ἀδελφοὶ τῶν χριστιανῶν! καὶ ἐάν τις λεγόμενος χριστιανὸς ἢ μᾶλλον ὀρθόδοξος δὲν τοὺς θεωρῇ ἀδελφοὺς, αὐτὸς δὲν εἶναι χριστιανός. Λέγω δὲ τοῦτο, διὰ νὰ καταπαύσω αὐτὴν τὴν λύσσαν, τὴν ὁποίαν ὁ Τσάρος ἐνέπνευσεν εἰς τοὺς δυστυχεῖς χριστιανοὺς καὶ ὀρθοδόξους, νὰ χύνουν τὸ αἷμα τῶν ἀδελφῶν Τούρκων. Δὲν χρειάζεται πλέον πόλεμος μὲ τοὺς Τούρκους· χρειάζεται ἀδελφότης μὲ αὐτούς. Καὶ ἂν θέλητε νὰ ἐλευθερώσητε καὶ τοὺς χριστιανοὺς τῆς Τουρκίας, καὶ αὐτοὺς τοὺς ἰδίους Μωαμεθανούς, πρέπει διὰ τῆς ἀγάπης νὰ ἀδελφοποιηθῶμεν μὲ τοὺς Μωαμεθανούς. Ἡ ἀποστολὴ τῆς Ἑλλάδος εἶναι ὡς ἡ ἀποστολὴ τῶν Ἀποστόλων τοῦ Χριστοῦ, ἥτις τοιαύτη ἦτον. Ἐξεναντίας (καὶ μὴ τὸ ἐκλάβητε τώρα ὡς προσβολήν, μὴ πτοεῖσθε!) λέγω ὑμῖν ρητῶς καὶ ἀποτόμως, ὅτι ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων δὲν εἶναι χριστιανός!
§78Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.) Κύριε Πρόεδρε...
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι προσβολὴ αὐτὴ, κ. Ἰακωβάτε.
§80Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι προσβολή. Ἐάν τις εἴπῃ, ὅτι Βασιλεὺς τις εἶναι ἀπολυτόφρων ἢ φιλελεύθερος, καθολικὸς ἢ διαμαρτυρόμενος, τοῦτο δὲν θεωρεῖται προσβολή.
§81Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Βασιλεία ἐν Ἑλλάδι εἶναι θεσμός· ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀνεύθυνος, οὔτε ἐπιτρέπεται νὰ γίνεται λόγος· ὁ Βασιλεὺς ἔχει ὑπουργοὺς, καὶ αὐτοὶ εἶναι ὑπεύθυνοι.
§82Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Καὶ λοιπὸν ἀκολουθῶ τὴν συμβουλὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶναι χριστιανός. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων.) Τώρα μάλιστα ὅ,τι θέλετε ἠμπορεῖτε νὰ εἰπῆτε. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἀγαπῶ τοῦ Νικολάου....
§83ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούομεν.
§84Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δὲν ἀκούετε; πταίουν τ’ αὐτιά σας. (Ἱλαρότης.) Ὅταν ἡ θάλασσα μυκᾶται, δὲν ἀκούει ὁ εἷς τὸν ἄλλον· τώρα ἡ Βουλὴ ἔχει κύματα. Ἐγὼ λοιπὸν ὡς φιλολόγος πληροφορῶ τὴν Βουλὴν περὶ μεγάλων πραγμάτων, διότι αὕτη ἀπασχολεῖται εἰς τὰ μικρὰ ζητήματα, ὅτι οἱ προτεστάνται τῆς Γερμανίας δὲν θεωροῦν τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Θεὸν καὶ σωτῆρά μας ὡς Θεόν. Ἀναγνώσατε τὸν Στράους (εἶναι κοινότατον βιβλίον) λέγοντα εἰς αὐτοὺς, «δὲν ἐντρέπεσθε νὰ ἐπικαλῆσθε τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν, ἐνῷ Θεὸν αὐτὸν δὲν τὸν πιστεύετε;» Ἐπὶ Τούρκων ποῖος ποτὲ ἀφῆκε τὴν ἐκκλησίαν του; ποῖος ἐβίασε τοὺς ἀδελφοὺς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ χριστιανικά των καθήκοντα; Ἔπραξαν τοῦτο οἱ Μωαμεθανοὶ χριστιανοί; Ὄχι! Ποῖος ἔπλασε τὸν Μωάμεθ; Εἰς τὴν Μεσσοποταμίαν ὁ χριστιανὸς καλόγηρος Γεώργιος!
§85ΡΟΥΦΟΣ. Συνώνυμός σας.
§86ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εὖγε. Γεώργιος δὲ ὠνομάζετο ὁ διδάσκαλος τοῦ Μωάμεθ· καὶ τῷ ὄντι εἰς τὸν βον ἢ τὰς ἀρχὰς τοῦ 7ου αἰῶνος αὐτὸς ὁ καλὸς χριστιανὸς ὁ Γεώργιος, ἰδὼν τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν τῆς ὀρθοδοξίας, διενοήθη νὰ τὴν μεταῤῥυθμίσῃ, καὶ εὗρε μεταῤῥυθμιστὴν τὸν Μωάμεθ. Ὑπὸ τὸ σκῆπτρον τοῦ Μωάμεθ διετηρήθη τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, διετηρήθη ἡ θρησκεία, διετηρήθη ἡ ἐκκλησία· ἀπεναντίας, πᾶν τμῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, συναναμιχθὲν μὲ ἄλλο Ἔθνος, δὲν ἀπώλεσε τὸν Ἑλληνισμόν του καὶ τὴν γλῶσσάν του; Ὅσοι Ἕλληνες ὑπῆγον εἰς τὴν Ῥωσσίαν δὲν ἐξεῤῥωσσίσθησαν; ποῦ εἶναι ἡ γλῶσσά των, ἢ ἡ θρησκεία των; ὅλα τὰ ἔχασαν! Ὅπου πατήσουν οἱ Ῥῶσσοι, ὅλα τὰ καταστρέφουν. Δὲν βλέπετε τί συνέβη εἰς τὴν Πολωνίαν; δὲν βλέπετε εἰς τὸν Καύκασον, ὅθεν ἐξεδίωξαν ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὥρα νὰ σᾶς ἀνοίξω τὸν ἀνατολικὸν ὁρίζοντα τῆς προτάσεως τοῦ ἀδελφοῦ μου Νικολάου. Ὅσα εἶπον οἱ προαγορεύσαντες εἶναι κυκεὼν ἰδεῶν, ἐμπνεομένων ὑπὸ τῶν πρακτόρων τοῦ Τσάρου Νικολάου· ὑπὲρ αὐτῶν ἐργάζονται, καὶ μετ’ αὐτῶν τελειόνουν. Διατί; διότι ἔχασαν τὴν ἐθνικὴν πυξίδα, δὲν ἠξεύρουν ποῦ πορεύονται. Καὶ διὰ τοῦτο ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς προτάσεως περὶ τοῦ ἀνατολικοῦ ζητήματος, τότε θὰ σᾶς ἀνοίξω τὸν ὁρίζοντα. Τὸ σημερινὸν ζήτημα εἶναι πολὺ περιωρισμένον ἐντὸς τῆς φυλακῆς μας. Ἐγὼ δὲν ἐπάτησα χθὲς καὶ προχθὲς ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι, ἀλλ’ εἶμαι 20 ἔτη, ἐφ’ ἃ ἐσκεπτόμην ποία εἶναι ἡ πορεία τῆς Ἑλλάδος, καὶ οὐδέποτε τὴν εὗρον ὀρθήν. Μᾶς ἔφερον τὰς ἀναμνήσεις τοῦ 21· ἐκ τῶν ἀναμνήσεων τοῦ 21 σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι προκύπτει ἡ ἔκπληξις διὰ τὸν ἡρωϊσμὸν τῶν Ἑλλήνων, διὰ τὴν ἀφοσίωσιν εἰς τὴν πατρίδα, εἰς τὴν πίστιν καὶ τὴν ἐκκλησίαν! Ὅλοι ἦσαν, ὡς ὁ Γερμανὸς ὁ Παλαιῶν Πατρῶν, καὶ μικροὶ καὶ μεγάλοι. Ἀλλὰ τί συνέβη; Ὁ Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανὸς μετενόησεν, ὅτι συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐπανάστασιν, ὡς εἶναι γεγραμμένον εἰς τὰ ἐκκλησιαστικὰ βιβλία τοῦ ἐν ἐπαράτῳ τῇ λήξει Οἰκονόμου τοῦ ἐξ Οἰκονόμων.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἰακωβάτε, προσβάλλετε πρόσωπα.
§88ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μὰ ἐκεῖνος ἐψόφησεν.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἄλλην ἐξουσίαν, ἢ νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ προσβάλλητε.
§90Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἡ εἰδοποίησις τοῦ κ. Προέδρου μὲ κάμνει νὰ φοβοῦμαι, ὅτι, ἐὰν ἐκφρασθῶ περὶ τοῦ Σκλαβούνου Καποδιστρίου, θὰ μὲ ἐμποδίσῃ· ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα καὶ δι’ αὐτὸν τὸν Γκουμπερνάτωρ, ὅστις δὲν ἦτο κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ Γκουμπερνάτωρ, ἦτο διοικητὴς Γκουμπέρνιας. Τὴν δὲ ἀποστροφὴν κατ’ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ ἐπαράτου καὶ αἱμοβόρου, τὴν ἀπέδειξεν ὅλη ἡ Ἑλλάς, ἡ Ὕδρα, αἱ Σπέτσαι, οἱ στρατηγοί, προτιμήσαντες νὰ καύσωσι τὸν ἐθνικὸν στόλον, παρὰ νὰ παραδώσωσιν αὐτὸν εἰς τὸν πράκτορα τῆς Ῥωσσίας, καὶ νὰ πυροβολήσωσιν ἐναντίον αὐτοῦ. Αὕτη εἶναι ἡ γνησία τῆς Ἑλλάδος ἱστορία. Ἄφετε τὴν ὑπάρχουσαν, ὡς μέλλουσαν νὰ γραφῇ ἐκ νέου. Ἱστορία τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι ἡ γραφεῖσα ὑπὸ τῶν πρακτόρων τῆς Ῥωσσίας. Ἡ Ῥωσσία πάντοτε τὴν Ἑλλάδα τὴν ἤθελεν ὡς συντελεστικὴν τῶν σκοπῶν της, καὶ τὴν χώραν ἡμῶν ὡς λημέριον λῃστῶν καὶ σταθμὸν πειρατῶν· ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, θέλω ἀναπτυχθῆ πρὸς τιμὴν μὲν τῆς Ἑλλάδος, ἀτιμίαν δὲ τῆς Ῥωσσίας. Εἶπα, ὅτι ὅλα τὰ κακὰ τῆς Ἑλλάδος προέρχονται ἀπὸ αὐτὸ τὸ καταχθόνιον βόρειον πνεῦμα. Τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα τῆς Ἑλλάδος ἄλλος δὲν διευθύνει, εἰμὴ ἡ πολιτικὴ τῆς Ῥωσσίας. Σᾶς ὁμολογῶ δὲ, ὅτι καὶ ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν εὑρισκόμενον δὲν μὲ ἐτύφλωσεν οὔτε ἡ λαμπρότης τῆς πρωτευούσης, οὔτε τὰ θέατρα, οὔτε αἱ διασκεδάσεις, καὶ μένω μὲ τὰς ἐντυπώσεις τὰς ἁγνὰς τῶν ἐπαρχιῶν. Ἀπεφασίσατε εἰσβολήν· ἔστω· ἀλλὰ ἐγὼ δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, «Πόλεμος ἢ εἰρήνη!» ὄχι μέση τις κατάστασις, ἥτις δὲν εἶναι οὔτε εἰρήνη οὔτε πόλεμος· διότι ἡ μέση κατάστασις δὲν θέλει ἔχει τὰ καλὰ τῆς εἰρήνης, θέλει δὲ ἔχει ὅλα τὰ κακὰ τοῦ πολέμου, καὶ περιπλέον τὴν ἀτιμίαν! Συνεφώνησαν δὲ πάντες οἱ προαγορεύσαντες, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται ἠτιμασμένη. Πόλεμον ἤθελον ὅλοι οἱ κομματάρχαι· πόλεμον ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν, προπαρασκευάς, προπαρασκευάς, ἀλλ’ οὐδέποτε σάββατον, σάββατον τῷ Κυρίῳ! Καὶ διατί; διότι, λέγουν, ἡ πρώτη ἐντολὴ τοῦ Δεκαλόγου τῆς Ἀνατολικῆς ἐκκλησίας εἶναι νὰ σκοτόνωσιν. Πολλοὺς κατέλαβε σκοτοδίνη καὶ μανία νὰ ἐξεγείρωσιν ἀδελφὸν κατὰ ἀδελφοῦ, ὥστε συνεπέρανον οἱ ξένοι, ὅτι ἡ πρώτη ἐντολὴ τοῦ Δεκαλόγου τῆς Ἀνατολικῆς ἐκκλησίας εἶναι «σκότονε!» Καὶ οὕτως ἐχάσαμεν τὴν ὑπόληψιν εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Πταίομεν ἡμεῖς; Ἠθέλετε τὸν πόλεμον; Ἂς ἴδωμεν τὸν πόλεμον! Καὶ ἐγὼ μὲν ἐδεόμην τοῦ Θεοῦ νὰ εὐλογήσῃ τὰ ὅπλα ἡμῶν, ἀλλ’ ὁ Θεὸς δὲν τὰ ηὐλόγησε· τί ἔγεινε; πόλεμος; ὄχι! ληστρικὴ εἰσβολή· ἦτο λῃστρικὴ εἰσβολὴ, καὶ τὴν εὐθύνην αὐτῆς τὴν ἔχει ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διέταξεν, οὐχὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνική. Εἶχε δίκαιον ὁ γενναῖος στρατηγὸς κ. Κορωναῖος νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν συνεδριάζουσαν· «ἔρχομαι ἀπὸ τὸ παλάτι, καὶ σᾶς λέγω, ὅτι ἐδόθη διαταγὴ νὰ κινήσῃ ὁ στρατός». Εἶχε δίκαιον ὁ Βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Οἰκονόμου νὰ σᾶς εἴπῃ· «εἶδα, εἶδα, καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς εἰπῶ τίποτε!» Δὲν ἦτο διαταγὴ οὔτε ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ἐκ τῆς αὐλῆς, ἦτον ἐκ τοῦ αὐλαρχείου. Θέλεις πόλεμον; ἔσο γενναῖος· δὲν εἶναι τίποτε νὰ ἡττηθῶμεν ἅπαξ· τοῦτο φέρει τιμὴν, ἀλλ’ ἡ ἀτιμία, ἡ ἐκ τῆς λῃστρικῆς εἰσβολῆς, εἶναι αἰωνία! Τίς ἔδωκε τὴν διαταγὴν τῆς εἰσβολῆς τοῦ στρατοῦ ἐναντίον ἑνὸς γείτονος, ὅστις δὲν ἔδωκεν ἐνόχλησιν οὐδεμίαν πρὸς ἡμᾶς; ὁ λαβὼν αὐτὴν ἐξ ἐκείνου, ὅστις ἔσχισε τὸ διεθνὲς συμβόλαιον τῆς Εὐρώπης· ὁ αὐτοκράτωρ Ἀλέξανδρος, αὐτὸς ἔσχισε τὴν συνθήκην, κατέστρεψε τὸ διεθνὲς δίκαιον, καὶ στηριζόμενος ἐπὶ τῇ μαχαίρᾳ του εἶπεν, «ἐπὶ τῇ μαχαίρᾳ μου ζήσω», εἰσβαλὼν ἀνάνδρως ἄνευ κηρύξεως πολέμου κατὰ γειτόνων, μὴ ἐνοχλησάντων μήτε αὐτὸν, μήτε ἡμᾶς. Τὸ ἄτιμον παράδειγμα ἐκεῖνο τὸ βλέπετε ἀνανεούμενον καὶ ἐν Ἑλλάδι, διατάσσον: «κάμετε εἰσβολὴν, καὶ μὴ σᾶς μέλῃ περὶ κηρύξεως πολέμου! Πλάσατε Ἑλληνικὸν ζήτημα.» Καὶ ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος κατήντησε Κράλης........
§91ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Ἰακωβάτε....
§92ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἡ Ῥωσσία τὸν μετέβαλεν εἰς Τσέλιγκα καραγκούνιδων! Τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τοῦ Βασιλέως.
§93ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Μοῦ κακοφαίνεται πολὺ, ὅτι σεῖς, ὁ ὁποῖος λέγετε, ὅτι ὑπάρχουσιν ὑπεύθυνοι ὑπουργοί, δὲν ἠξεύρω πῶς ἀπεφασίσατε νὰ λέγητε λόγια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐναντίον τῆς ἀνατροφῆς σας, ἐναντίον τῶν ἰδεῶν σας περὶ συντάγματος, ἐναντίον, τέλος πάντων, τῶν ὑγιῶν ἀρχῶν, καὶ παραβιάζετε οὕτω τὰ ἱερά.
§94ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὴν ἀνατροφὴν, πρὸς τὰς ἰδέας τοῦ ἑλληνισμοῦ, καὶ πρὸς τὸ σέβας τὸ ἀπεριόριστον, τὸ ὁποῖον φέρω πρὸς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα, δύο εἰδῶν πράξεις.....
§95ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅ,τι ἔγεινεν ἔγεινεν, εἶναι ὅλα ἰδικά μας· ἡμεῖς ὑπεγράψαμεν, ἡμεῖς ἀνεδέχθημεν τὴν εὐθύνην.
§96ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Φέρετέ μου τὴν διαταγὴν τῆς εἰσβολῆς τοῦ στρατοῦ.
§97ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαιότατα ὑπάρχει.
§98Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς βεβαιῶ, κ. Ἰακωβάτε, ὅτι τὴν διαταγὴν τὴν ὑπέγραψα ἐγὼ, καὶ ὑπάρχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν εἰλικρινείᾳ, καὶ δυνάμεθα νὰ μεταβῶμεν ἀμέσως νὰ τὴν εὕρωμεν.
§99ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἔπρεπε νὰ τὴν ἔχωμεν ἐδῶ· 15 ἡμέρας ἔχομεν αὐτὴν τὴν συζήτησιν........
§100ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς ἐκάμαμεν ὅ,τι ἐκάμαμεν· ἡμεῖς διετάξαμεν.
§101ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἡ διαταγὴ τῶν συνταγματικῶν ὑπουργῶν δὲν δίδεται οὕτω· χρειάζεται κήρυξις πολέμου.
§102ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἄλλο πρᾶγμα, ἐὰν ἐκάμαμεν λάθος.
§103ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς ὀνομάζω οὔτε εὐγενέστατον, οὔτε γλυκύτατον (ἱλαρότης). Ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς ὀνομάζω ἀγαπητὸν καὶ σεβαστόν· ἐπεθύμουν ὅμως νὰ ἔλειπον τὰ λάθη σας, καὶ τὸ λέγω ἐξ ὅλης ψυχῆς.
§104ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀνθρώπινον εἶναι.
§105ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Καὶ ἐγὼ δημοσίως κατεδίκασα τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία παρέπεμψεν εἰς δίκην τὸν Βούλγαρην· ἐγὼ εἶπον, ὅτι οἱ ἱερεῖς ἐκεῖνοι εἶναι ἔνοχοι καὶ τῆς προσωρινῆς τιμωρίας καὶ τῆς αἰωνίου κολάσεως, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς δίκην, καὶ ἐπειδὴ μὲ ἐπροκαλέσατε, ἐμβαίνω εἰς ἐπεισόδιον. Ἠξεύρετε τίς ἠτίμασε τὴν ὀρθόδοξον ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος; Ἠξεύρετε τίς ἐγέννησε καὶ προήγαγεν αὐτὸ τὸ σκάνδαλον; δὲν πταίουν οὔτε οἱ ἐπίσκοποι, οὔτε ὁ Νικολόπουλος, οὔτε ὁ Βαλασόπουλος, διότι τί λέγει τὸ Εὐαγγέλιον; «Μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν.» Τίς καὶ ποῖος εἶναι ὁ πειρασμὸς ἐδῶ; Ἡ πολιτικὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία εἶχε σκοπὸν νὰ ὠφεληθῇ. «Ἂν δὲν διαλύσω τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, εἶπεν ἐκείνη, ἂν δὲν ἐξευτελίσω τὴν ἐκκλησίαν τοῦ ἑλληνικοῦ γένους, ἂν δὲν κάμω ὑπομισθίους μου καὶ πατριάρχην καὶ ἐπισκόπους, ἂν δὲν δυσφημήσω τὴν Σύνοδον τῆς Ἑλλάδος, ἂν δὲν καταδικάσω ἐπισκόπους, δὲν ἑδραιοῦται ἡ ἰδέα εἰς τὸν λαὸν, ὅτι εἰς τὴν Μόσχαν λατρεύεται μόνον ὁ Θεὸς, ὅτι ἡ Ῥωσσία μόνη κρατεῖ τὴν ὀρθοδοξίαν». Γνωρίζετε δὲ, ὅτι ὑπάρχει ἀπόφθεγμα, ἀξίωμα νομικὸν περὶ πραττομένου ἐγκλήματος. Τίς τὸ ἔπραξε; Τὸ ρωμαϊκὸν δίκαιον ἀποκρίνεται: Is fecit cui prodest, ὅ ἐστὶν «ὁ ὠφελούμενος εἶναι ὁ πράξας» Συμφέρει εἰς τὴν Ἑλλάδα αὐτὸ τὸ ἔγκλημα; ὄχι· συμφέρει εἰς τὴν Ῥωσσίαν; ναί. Λοιπὸν τίς τὸ ἔπραξε; Is fecit cui prodest! Καὶ ἐνέπεσαν οἱ Ἕλληνες εἰς αὐτὴν τὴν παγίδα· ἂν ἤμην ἐγώ, ἤθελον τὸ ἐμποδίσει, ἐκφωνῶν, «Ὕπαγε ὀπίσω, Σατανᾶ!» Ἡμεῖς γνωρίζομεν, ὅτι ἦσαν πράκτορες Ῥῶσσοι εἰς τὸ πλευρὸν ἑκάστου ὑποψηφίου ἐπισκόπου, εἰς ὃν ἔλεγον: «νὰ δώσωμεν χρήματα», καὶ οἱ ὑποψήφιοι ἔλεγον: «ὄχι»· καὶ ἐκεῖνοι ἔλεγον: «πρέπει νὰ τοὺς δώσωμεν», καὶ τοὺς ἐβίασαν καὶ ἐπρόσφεραν. Ἀλλ’ οὔτε αὐτοὶ ἦσαν χριστιανοί, οὔτε ἐκεῖνοι οἱ ἄλλοι, οἵτινες ὡδήγησαν εἰς τὸν ὑπουργὸν τοὺς ὑποψηφίους ἀρχιερεῖς· ἐκεῖνοι πταίουν, ὁ Πετρῆς πταίει, ἐκεῖνος τὰ ἔπραξεν ὡς εἷς τῶν πρακτόρων, καὶ ἐκεῖνος ὁ ἄλλος ἀρχιμανδρίτης, ὅστις ἔλεγε: «νὰ δώσωμεν χρήματα», ἐνῷ ὁ Ἀβέρκιος ἔλεγε: «δὲν θέλω·» «ὄχι, νὰ δώσωμεν.» Ἐκεῖνος τὸν ἔσκασε τὸν Ἀβέρκιον, καὶ οὗτος τῷ εἶπε: «κάμε ὅ,τι θέλεις.» Ὅλους τοὺς συγχωρῶ, διότι δὲν πταίουν αὐτοί· τὸ ἀποτέλεσμα ὅμως ἔγεινε, καὶ διὰ τοῦτο ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι, κατεμιάνθη, ἀπεδείχθη σιμωνιακὴ, στεφανωθέντων τῶν ρωσσικῶν σχεδίων. Κατεπατήθη τὸ ἀξίωμα τῶν ἐπισκόπων· ἐδῶ 5 ἐπίσκοποι ἐγκαταλείπουσι τὰς ἐκκλησίας των, καὶ ἐρχόμενοι εἰς τὴν Καπύην τῶν Ἀθηνῶν, λησμονοῦσι τὰ πάντα, νομίζοντες, ὅτι εἶναι γενικοὶ ἐπίσκοποι τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος! αἱ δὲ ἐπαρχίαι μένουσιν ἄνευ ἐπισκόπων, τριῶν ἱερέων ἀποτελούντων ἕνα ἐπίσκοπον, ὡς πρεσβυτεριανοί! Διὰ τοῦτο ἐψυχράνθησαν οἱ ἄνθρωποι, διὰ τοῦτο ἀπέχουσιν ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν. Ταῦτα εἶναι τὰ γενικὰ· καὶ ἂν ἤθελον νὰ ἐκταθῶ περισσότερον, φοβοῦμαι πολὺ μήπως εἰσέλθω εἰς τὸν μέγαν κύκλον τῆς προτάσεως τοῦ ἀδελφοῦ μου Νικολάου. Ἤδη ἔρχομαι εἰς τὸ εἰδικὸν, δηλ. εἰς τὸν λόγον τὸν Βασιλικὸν καὶ εἰς τὴν ἀπάντησιν. Ἐκ συγκαταβάσεως ὅλα τὰ παραδέχομαι, ἂν ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως δύω περίοδοι, ἤτοι αἱ ἀφορῶσαι τὰς προπαρασκευάς. Δὲν βιάζω τὴν Κυβέρνησιν· ἂν θέλῃ, ἂς τροποποιήσῃ τὸ σχέδιον· ἀλλὰ πρέπει νὰ λείψωσιν αἱ δύω ἐκεῖναι περίοδοι, διότι αὐταὶ αἱ φράσεις μᾶς θέτουσιν εἰς πόλεμον πρὸς ὅλον τὸν κόσμον. Τὰ ἑλληνικὰ πράγματα δὲν εὐροδοῦσιν, ἑπομένως ἂν ἡττήθημεν, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, καὶ οἱ γενναῖοι ἄνδρες ὁμολογοῦσι τὴν ἧττάν των. Ἀφοῦ ἄρα εἴμεθα ἡττημένοι, εἰσελάσαντες μετὰ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἀνακαλέσαντες, καὶ ἀπαγαγόντες αὐτὸν μετὰ 24 ὡρῶν διαμονὴν ἐν τῇ Τουρκίᾳ, πῶς ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι ἑτοιμαζόμεθα εἰς πόλεμον; διότι ἡ προπαρασκευὴ εἶναι ἀπειλὴ πολέμου. Διατί δὲ ἡττήθησαν τὰ ἑλληνικὰ ὅπλα; ἡττήθησαν διὰ πολλοὺς λόγους, καὶ διότι ἀπὸ τὰ 1865 οὐδεμία φροντὶς ἐγένετο περὶ τῶν ἑλληνικῶν ὅπλων. Τοῦτο εἶναι ἀναντίῤῥητον. Εἰς τὰ 1868 ἐπέκειτο προσβολὴ τοῦ τουρκικοῦ στόλου ὑπὸ τὸν Χόβαρτ πασᾶν, καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ συνταγματάρχης κ. Τριγγέτας, ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπεν· «ἐστείλαμεν τὸν ἀτμοδρόμονα νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν Σῦρον, ἀλλ’ οἱ ναῦταί μας δὲν εἶχον οὔτε ὑποκάμισα, δὲν εἴχομεν δὲ οὔτε σάκκους, διὰ νὰ κάμωμεν τὰ βλήματα!» Καὶ τοιοῦτοι ὄντες, ἠθέλομεν ν’ ἀντιπαραταχθῶμεν πρὸς τὸν τουρκικὸν στόλον; Προχθές, μετὰ 10 ἔτη, ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν ναυτικῶν τί εἶπεν; «ὁ Ναύσταθμος εἶχεν ἀνάγκην δύο σανίδων καὶ 300 δραμίων προκῶν γαλλικῶν, καὶ μᾶς ἔγραψε νὰ τὰ προμηθευθῶμεν ἀπὸ τὴν Σῦρον» Καὶ ὁ στρατός; ὅλοι παραπονοῦνται ἐναντίον τοῦ στρατοῦ, ὄχι ἐναντίον τῶν ἀνδρῶν, μὴ γένοιτο, διότι γενναιότεροι ἄνδρες ἐκείνων, τοὺς ὁποίους γεννᾷ ἡ Ἑλλάς, δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὸν κόσμον· δὲν τὸ λέγω, διὰ νὰ ἀγυρτεύσω, διὰ νὰ δημοκοπήσω, τὸ λέγουσιν οἱ ξένοι περιηγηταί, ὅτι, ἂν συντάγματα εἶχεν ἓν ἔθνος τῆς Δύσεως ὅμοια τῶν ἐκ Κρητῶν συγκροτουμένων ἀνδρῶν, γενναίων, ῥωμαλέων, ἀνδρείων καὶ εὐειδῶν, ἤθελεν εἶναι τὸ εὐτυχέστερον ἔθνος. Καὶ δὲν εἶναι εὔανδρος ἡ λοιπὴ Ἑλλάς, ἡ Κεφαλληνία, ἡ Κέρκυρα, καὶ πᾶσαι αἱ ἐπαρχίαι; πλὴν τί πταίουν, ὅταν ὁ διοργανισμός των καὶ ἡ ἀμεριμνησία ἔφερε τὰ πράγματα εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον; Ἡ Τουρκία εἶχε τὰ καλλίτερα ὅπλα τοῦ κόσμου, εἶχε κανόνια τοῦ Κροὺπ, καὶ ἡ Ἑλλὰς εἶχε κροποκάνονα, διότι, γενομένης ποτὲ δοκιμῆς, ἔσπασαν τὰ νέα ὅπλα· ἕνα πυροβολισμὸν ἐπυροβόλησε πλοῖόν τι πολεμικὸν ἐδῶ εἰς τὸν Σαρωνικὸν κόλπον, καὶ διεῤῥάγη· ἑτέρου πυροβόλου, ἅμα ἐκπυρσοκροτήσαντος, ὁ διευθέτης διελύθη. Καὶ μὲ αὐτὰ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ πολεμήσωμεν κατὰ τῆς Τουρκίας; Ἐπ’ ἐσχάτων ἐπρομηθεύθημεν πυρίτιδα σάπιαν, ὑποδήματα σάπια, γαλέταν σάπιαν.
§106Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κ. Ἰακωβάτε, αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχεις, εἶναι λίαν ἐσφαλμέναι· ἐρώτησον ἐδῶ τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ σοῦ εἰποῦν, αὐτὰ τὰ ὑποδήματα, τὰ ὁποῖα λέγεις σάπια, πῶς τὰ ὀνομάζουν οἱ στρατιῶται, τὰ ὀνομάζουν Γκρᾶ, δηλαδὴ ὅτι εἶναι στερεώτατα. Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ ἀναβαίνῃς τὸ βῆμα, χωρὶς νὰ ἔχῃς πληροφορίας, καὶ νὰ λέγῃς ὅ,τι φθάσῃς.
§107Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὄχι, κὺρ Σωτηράκη.
§108Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἠξεύρεις τὶ λὲς, καὶ αὐτὸ μοῦ κακοφαίνεται.
§109Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δὲν κατηγορῶ οὐδένα, κύριε.
§110Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὲ συκοφαντεῖς διὰ τὰ ὑποδήματα.
§111Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐναντίον τῶν ὑποδημάτων οὐδεὶς νομικὸς δέχεται συκοφαντίαν (ἱλαρότης).
§112Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ εἶμαι χειρότερος ἀπὸ σὲ εἰς τὸ βῆμα.
§113Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὄχι, καλλίτερος. Χθὲς ὁ κ. Βαλαωρίτης εἶπεν, ὅτι ὁ Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης ἔγραψε, τί σάπια πυρίτιδα μᾶς ἐστείλατε, καὶ αὐτὸς τοὺς εἶπε, κατὰ τὴν πληρωμὴν καὶ ἡ πυρίτις.
§114ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι πυρίτις, τὴν ὁποίαν ἠγόρασεν ἡ Κυβέρνησις.
§115Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἠγόρασεν ἀπὸ τὴν Μασσαλίαν πυρίτιδα, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν Αὐστρίαν.
§116ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τῷ ὄντι ἠγέρθη μία κατηγορία κατὰ τῆς ἀγορᾶς πυρίτιδος ἐκ μέρους πολιτῶν, καὶ ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης, ἐρωτηθεὶς τότε ὡς Ὑπουργὸς, εἶπεν, ὅτι τὴν ἀγορὰν αὐτὴν τὴν ἔκαμεν εἷς διδάσκαλος μιᾶς ἐπιτροπῆς· ἑπομένως δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ἐθνικὴν παρασκευήν.
§117Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἠκολούθησα τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, τὸ φιλοπόλεμον ἐννοῶ πάντοτε, καὶ εἰς τὴν Κρήτην, καὶ εἰς τὴν Θεσσαλίαν, καὶ τότε καὶ σήμερον καὶ παντοῦ τὸ παρηκολούθησα· διὰ νὰ εἴπω, αἴ! τὸ συνεπῆρεν ὁ ἐνθουσιασμὸς τοῦ λαοῦ, καλῶς ἢ κακῶς, ἀλλ’ εἶδον, ὅτι καὶ τόσοι ἄλλοι ἐπρόδωκαν, καὶ τίνι τρόπῳ; Ὁ Φωκίων δὲν ἤθελε τὸν πόλεμον, ἀλλ’ ἐν τοσούτῳ ἐφώναξαν τότε οἱ Ἀθηναῖοι: «πόλεμον κατὰ τοῦ Φιλίππου»· ὁ Φωκίων λέγει, ἀπογραφῆτε ἐδῶ οἱ φιλοπόλεμοι· ἤρχισεν ἡ ἀπογραφὴ, τὴν ἄλλην ἡμέραν παρατηρεῖ, ὅτι ὁ μᾶλλον φιλοπόλεμος τῶν Ἀθηναίων, ὅστις τὸν παρεκίνει εἰς πόλεμον, ἤρχετο μακρόθεν χωλαίνων· ἅμα δὲ ἦλθεν, εἶπε, στρατηγέ, εἶμαι χωλὸς, ὁ δὲ Φωκίων ἔγραψε, «χωλὸς καὶ πονηρός·» αὐτοὶ οἱ φιλοπόλεμοι εἶναι χωλοὶ καὶ πονηροί. Ὅταν δὲ οἱ περισσότεροι τὸν ἠνάγκασαν καὶ ἐξεστράτευσεν, ἐλειποτάκτησαν οἱ μᾶλλον φιλοπόλεμοι καὶ πρῶτοι ἐπανῆλθον εἰς τὰς Ἀθήνας· ὅταν δὲ ἐπέστρεψεν ὁ στρατηγὸς, τελευταῖοι ἐξῆλθον εἰς τὰς πύλας τῆς πόλεως καὶ τοῦ εἶπον: φεύγεις στρατηγέ; καὶ ἡ ἀπάντησις ἐκείνου ἦτο «μεθ’ ὑμῶν γε, ὦ φίλαι κεφαλαί!» ἔφυγον καὶ ἐγὼ μὲ σᾶς. Ὥστε δὲν εἶναι ἔργον οὔτε τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε οὐδενὸς τῶν μελῶν τοῦ ὑπουργείου, ὅτι δὲν προώδευσαν τὰ ἑλληνικὰ ὅπλα· ἔχετε δὲ δίκαιον οἱ ὑπουργοὶ νὰ λέγητε «μεθ’ ὑμῶν γε, ὦ φίλαι κεφαλαί», διότι ἐξ ὀφειλόντων εἰς τὸ δημόσιον ὀγδοήκοντα ἑκατομμύρια δρ. δὲν παρουσιάσθη εἷς νὰ συνεισφέρῃ ὑπὲρ τῆς πατρίδος, οὐχὶ ἐξ ἰδίων του, ἀλλ’ ἐξ ὅσων ὀφείλει εἰς τὸ δημόσιον· καὶ ὅταν οὕτω κάμνουν αὐτοὶ οἱ φίλοι τὸν φιλοπόλεμον, ἔχετε δίκαιον νὰ τοὺς λέγετε «μεθ’ ὑμῶν γε, ὦ φίλαι κεφαλαί, ἐπεστρέψαμεν ἀπὸ τὴν Θεσσαλίαν». Τοιουτοτρόπως ἐγὼ ἀντιπολιτεύομαι ἐναντίον τοῦ ὑπουργείου, καὶ θέλετε ἰδεῖ εἰς τὸ τέλος τοῦ λόγου μου, ἂν δὲν ἀνακαλύψητε, ὅτι δὲν εἶμαι ἐχθρὸς τοῦ ὑπουργείου, ἀλλὰ δὲν εἶμαι καὶ φίλος τῆς ἀντιπολιτεύσεως· δι’ αὐτὸ καὶ μόνον ἀντιπολίτευσις εἶμαι ἐγὼ (ἱλαρότης), διότι δὲν ἀντιπολιτεύομαι ἐγὼ ὡς Γεώργιος, ἀλλ’ ἀντιπολιτεύονται αἱ ἀρχαί μου τὰς πεπλανημένας ἀρχὰς, τὰς ἐπικρατούσας ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ, λέγει, πῶς ἔγεινε τὸ Πεδεμόντιον Ἰταλία; διότι εὑρέθη εἷς Καβούρ. Εἷς Καβοὺρ νομίζετε, ὅτι ἠλευθέρωσε τὴν Ἰταλίαν ἀπὸ τοὺς Δοῦκας καὶ τοὺς μεγάλους Δοῦκας, καὶ τοὺς Βασιλεῖς; πλάνη μεγάλη! πρέπει νὰ τὸ μάθῃ ἡ Ἑλλάς· ὁ Ἀλβέρτος καὶ ὁ Βίκτωρ Ἐμμανουὴλ δὲν ἠλευθέρωσαν τὴν Ἰταλίαν, καὶ δὲν τὴν ἥνωσαν· ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Γαλλία τὴν ἥνωσαν, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ἐντὸς τῆς φυλακῆς τῆς Ἑλλάδος εὑρισκόμενοι, ἀγνοεῖτε· ἐγὼ εἶμαι ἐκτὸς τῆς φυλακῆς τῆς Ἑλλάδος, καὶ τοὺς γνωρίζω καλῶς. Ἡ ἰσοῤῥοπία τῆς Εὐρώπης ἐπέφερε τὴν ἕνωσιν τῆς Ἰταλίας· ἔβλεπεν ἡ Ἀγγλία τὴν ὑπερίσχυσιν τῆς Αὐστρίας μὲ κακὸν ὄμμα. Τότε ὁ ἡγεμὼν τοῦ Πεδεμοντίου ἔκαμε τὴν περιήγησιν εἰς τὴν Ἀγγλίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκινδύνευσε νὰ ἐκληφθῇ ὡς Προτεστάντης. Τότε ὁ Καβοὺρ εἶπε· πρέπει νὰ κάμωμεν τὸν πόλεμον, καὶ ἂς νικηθῶμεν. Ἡ Γαλλία παρενέβη, καὶ εἶπε· νὰ, ἐγὼ σὲ βοηθῶ. Ἀλλ’ ὁ Ἀλβέρτος εἶπεν. «Ἡ Ἰταλία θέλει πολεμήσει μόνη της,» L’ Italia farà da se· καὶ αὐτὸ τὸ ὑπενθυμίζω εἰς τὸν βουλευτὴν Ζακύνθου, ὅστις νομίζει ἢ ἐνόμιζεν, ὅτι ὁ Καβοὺρ ἠλευθέρωσε τὴν Ἰταλίαν. Ἡμεῖς ἡσυχάζομεν· εἶπεν ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ἀγγλία: πολέμησον· ἐὰν ἐλευθερωθῇς, τόσῳ καλλίτερον διὰ σέ. Παρέταξε 200,000 στρατὸν ὁ Ἀλβέρτος, ὁ πατὴρ τοῦ Βίκτωρος, καὶ κατέστησε στρατηγὸν ξένον· σημειώσατέ το, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι εἶμαι μὲ τὴν γνώμην σας. Ἔγεινεν ἡ παράταξις εἰς ἀπόστασιν 100 μιλλίων, μὲ σκοπὸν νὰ πνίξῃ τοὺς Αὐστριακοὺς εἰς τὴν Λομβαρδίαν. Ὁ Ῥαδέσκης μὲ ἓν σῶμα 40,000 προσέβαλε τὸ κέντρον, τὸ ἔκοψεν ὡς ὄφιν, καὶ τὸ κατέστρεψεν. Ποῦ εἶναι τώρα τὸ L’ Italia farà da se; Ποῦ τώρα δύναται νὰ εἴπῃ ἡ Ἑλλὰς La Grecia farà da se; Ὁ Ἀλβέρτος ἐνικήθη, παρῃτήθη καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν ἐσχατιὰν τῆς Εὐρώπης, καὶ ἔσκασεν. Ἀλλὰ τὸ πνεῦμα τὸ ἀγγλικὸν καὶ τὸ γαλλικὸν ἐνήργει εἰς τὴν Ἰταλίαν· εἰργάσθησαν καὶ οἱ σύλλογοι, ἀλλ’ οἱ Νεαπολιτανοὶ ἦσαν ἐναντίοι εἰς τὴν ἕνωσιν, οἱ Παπικοὶ ἐναντίοι, καὶ οἱ Τοσκάνοι ἐπίσης, οἵτινες ἀκόμη τὸ κηρύττουσι λέγοντες, ὅτι καλλίτερον διετέλουν ὑπὸ τὰς πρώην Κυβερνήσεις· καὶ ἐστηρίζοντο ποῦ; εἰς τὸν λόγον τοῦ Καβοὺρ κηρύξαντος, ὅτι, ἐὰν ἡ Ἰταλία ἑνουμένη δὲν φέρῃ τὴν εὐτυχίαν τῆς Ἰταλίας, ἂς λείψῃ καὶ ἡ ἕνωσις. Καὶ ἡμεῖς λέγομεν, ἕτοιμοι καὶ νὰ καύσωμεν τὰς καλύβας μας, νὰ καύσωμεν τὰ παλάτιά μας, νὰ γείνῃ γῆ Μαδιὰμ, νὰ σφαγῶσι τὰ τέκνα μας, οἱ γονεῖς νὰ ἐνταφιάζουν τὰ τέκνα, ὡς εἶπεν ὁ ἀρχαῖος, ὁ Φωκίων, νομίζω· διότι ἐν πολέμῳ οἱ γονεῖς ἐνταφιάζουσι τὰ τέκνα, ἐνῷ ἐν εἰρήνῃ τὰ τέκνα ἐνταφιάζουσι τοὺς γονεῖς. Καὶ δὲν ἤθελε κινήσει πλέον ὁ Καβοὺρ ἢ ὁ Βίκτωρ Ἐμμανουὴλ εἰς πόλεμον κατὰ τῆς γενναιόφρονος, κατὰ τῆς πανισχύρου Αὐστρίας, ἐὰν δὲν κατέβαινεν ὁ Ναπολέων μὲ 300,000 Γάλλων καὶ μὲ 600 ῥαβδωτὰ κανόνια, τὰ ὁποῖα τότε ἐφευρέθησαν, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ἐχρεώστει τὴν νίκην του· καὶ συμπλοκῆς γενομένης, ὁ Μακμαὼν ἔσωσε τὴν μάχην· ἔσωσε δὲ καὶ τὸν Αὐτοκράτορα τῆς Γαλλίας ἐπαπειλούμενον νὰ αἰχμαλωτισθῇ, καὶ ἔγεινεν ἡ εἰρήνη τῆς Βιλλαφράγκας, βοηθούντων ὑπερμέτρως καὶ τῶν Ἄγγλων. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία. Ἤδη ἔχομεν ἡμεῖς κανὲν σχετικῶς ὅμοιόν τι; Ἡ Ἀγγλία δὲν θέλει· ἡ Γαλλία μήτε· ἡ Αὐστρία ὄχι· ἡ Ἰταλία ἀδιαφορεῖ· ἡ Ῥωσσία. — ἡ Ῥωσσία λέγει νὰ ἐξολοθρευθῇ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, καὶ ὄχι νὰ ’πάγω ἐγὼ νὰ τὸ βοηθήσω νὰ ἔμβῃ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν. Ποῖος Καβοὺρ δύναται νὰ ἐλευθερώσῃ τὴν Ἑλλάδα; Ἐγὼ δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὄχι ἕνα Καβούρ, ἀλλὰ πολλοὺς Καβοὺρ ἔχει, δηλαδὴ πολλὰ καβούρια, οἱ ὁποῖοι, ἀντὶ νὰ βαδίζωσιν ἐμπρὸς, καρκινοβατοῦν (ἱλαρότης). Κόντε Κάβουρας ἦτον ὁ Δεληγεώργης, Κόντε Κάβουρας ἦτον ὁ Βούλγαρης, Κόντε Κάβουρας εἶναι ὁ Ζαΐμης, διότι ἐγὼ παρατηρῶ ὅτι ὅλοι καρκινοβατοῦσιν (ἱλαρότης). Κύριοι, αὐτὰ ἐλέχθησαν ἐν παρόδῳ. Ἀφορῶν εἰς τὴν ἀπάντησιν τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν Βασιλικὸν λόγον, νομίζω, ὅτι ἡ ἀπάντησις εἶναι σκαιὰ, δὲν εἶναι ἀξία Βουλῆς, οὔτε ἡ σύνταξις, οὔτε αἱ λέξεις, οὔτε ἡ ὑφὴ, εἶναι δὲ καὶ παρανόησις εἰς τὴν πρώτην παράγραφον. Ὁ λόγος εἶναι γεγραμμένος λαμπρά. «Κύριοι Βουλευταί. Εὐχαρίστως βλέπω περὶ Ἐμὲ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, τοὺς ὁποίους ἐξελέξατο ἡ ἐλευθέρα καὶ ἀνεπηρέαστος ψῆφος τοῦ λαοῦ. Καὶ κατὰ τὴν φορὰν ταύτην ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, διὰ τῆς ἐν τάξει, ἐλευθερίᾳ καὶ νομιμότητι διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν, ἐδικαίωσε τὰς ἐπ’ αὐτὸν πεποιθήσεις, ἀποδείξας, ὅτι τυγχάνει ἄξιος τῆς ἐκπολιτιστικῆς ἀποστολῆς του.» Εἶναι λαμπρὰ ἡ παράγραφος αὕτη· ἀλλὰ τὸ νόημα ποῖον; Ὅτι ὁ ἔξω κόσμος μᾶς θεωρεῖ ἀξίους τῆς ἐκπολιτιστικῆς ἀποστολῆς μας. Ἀλλ’ ὁ φίλος μου συντάκτης ἢ ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τί λέγει; «Μετ’ εὐχαριστήσεως εἴδομεν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους τὸν βασιλέα ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν.» «Ἀληθῶς». Τὸ «Ἀληθῶς» εἶναι ἀσύνδετον· ποῦ ἀναφέρεται; «Ἀληθῶς ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἐλευθέρως καὶ ἀνεπηρεάστως ἐκλέξας τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, οὐ μόνον δ’ ἀλλ’ ἐν τάξει.» Χαριτωμένη ἔκφρασις! «καὶ νομιμότητι ἐνασκήσας τὸ ὕψιστον τοῦτο δικαίωμά του, ἐκραταίωσεν ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς πατρίδος τὰς ὁσημέραι γενικευομένας πεποιθήσεις περὶ τοῦ ἐκπολιτιστικοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ.» Ἡμεῖς ἐπαινοῦμεν τὸν ἑαυτόν μας. Εἶναι ἀδιάφορον αὐτὸ τώρα, ἀλλὰ εἰδοποίησις διὰ τὸ μέλλον. Ἐδῶ ἠγέρθη εἰς τὴν Βουλὴν τώρα πρὸ 12 ἢ 15 ἡμερῶν μία συζήτησις τρομερὰ περὶ τοῦ ἀνεπηρεάστου τῶν ἐκλογῶν, καὶ νομίζω, ὅτι ὅλοι ματαιοπονοῦσιν. Ὁ Βασιλεὺς ἐν παρόδῳ ἀνέφερε καὶ ὡραῖα ἐλάλησεν, ἀλλ’ ἡμεῖς διεστρέψαμεν τὸν λόγον καὶ ἐπαινοῦμεν τὸν ἑαυτόν μας. Ἂς ὑπάγῃ καὶ αὐτό. Ἡ δευτέρα παράγραφος λέγει... «Αἱ μετὰ τῶν ξένων δυνάμεων σχέσεις μου εἰσὶ φιλικαί.» Δὲν εἶναι ἀληθές. Δὲν μοῦ τὸ λέγει ἡ συνείδησίς μου, ὅτι αἱ σχέσεις τῆς Ἑλλάδος εἰσὶ φιλικαί. Καθὼς εἶπον προτήτερα, καὶ μὲ τὴν Τουρκίαν εἴμεθα εἰς τὰ κανόνια, καὶ μὲ τὴν Ἀγγλίαν εἰς τὰ μαχαίρια, καὶ μὲ τὴν Αὐστρίαν εἰς τὰ σπαθιά, καὶ μὲ τὴν Ἰταλίαν εἰς τὰ καρφιά. Δὲν γνωρίζω ἄλλο Κράτος, μὲ τὸ ὁποῖον νὰ ἔχωμεν σχέσεις φιλικὰς, εἰμὴ μὲ τὸν Μπέην τοῦ Τουνεζίου. (Ἱλαρότης.) Δύο μεγάλα ζητήματα παρουσιάζει ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, τὸ ἐξωτερικὸν καὶ τὸ οἰκονομικόν. Περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἴπομεν ἀρκετά, διότι αὐτὸ ἐπηρεάζει τὰ μέγιστα τὸ ἐσωτερικὸν ζήτημα, ἤτοι τὸ οἰκονομικὸν, τὴν γεωργίαν καὶ ὅλα, διότι ὁ λαὸς θέλει εἰρήνην μόνον, καὶ οὐδεμίαν βοήθειαν ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν, καὶ ὁσάκις ἡ κυβέρνησις ἔδωκε βοήθειαν εἰς τὸν λαόν, πάντοτε εἰς κακὸν ἐχρησίμευσεν. Ἄφετε τὸ μελίσσιον τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐργάζηται, καὶ θέλετε ἔχει τὸ ὡραιότερον μέλι τοῦ κόσμου· μὴ τὸ ταράττετε· ἡ γεωργία θέλει ἡσυχίαν, θέλει ἀσφάλειαν. Ἀλλὰ θέλετέ τι ἐκ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα προτείνει ἡ κυβέρνησις; Καλὸν καὶ ἅγιον. Ἀλλὰ μὴ ἀπαιτήσητε τὰ ἔξοδα νὰ τὰ πληρώσῃ ὁ λαός, διότι τότε δὲν συμφέρει εἰς τὸν τόπον, σιδηροδρόμους καὶ τὰ τοιαῦτα. Οἱ γεωργοὶ πολλαπλασιάζονται αὐτομάτως. Ἐγὼ θέλω Ἑλλάδα μὲ πληθυσμόν, ὥστε νὰ μὴ χωρῇ ὁ λαός. Θέλετε αὐτὸν νὰ τὸν μεταχειρισθῆτε διὰ προπαρασκευάς; περιμείνατε νὰ πληθύνῃ, νὰ πάρητε τότε 50,000, θανατώσατέ τους, θυσιάσατέ τους, ἀρκεῖ νὰ ἔχωμεν. Πότε οἱ ἀρχαῖοι Ἀθηναῖοι ἐνίκησαν τοὺς Μήδους εἰς τὸν Μαραθῶνα; Ὅταν ἠδύναντο νὰ στείλωσι 10,000 εἰς τὸν Μαραθῶνα καὶ ὑπὸ στρατηγὸν τὸν Μιλτιάδην, ἔμενον δὲ ἄλλαι 30,000 πρὸς φρούρησιν τῆς πόλεως. Ἦτο πλῆθος λαοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν τότε ἡ Ἀττικὴ ἦτον ἔρημος, ὡς εἶναι σήμερον, ἠδύναντο 10,000 νὰ ἐκστρατεύσωσιν εἰς τὸν Μαραθῶνα; Ἐὰν αἱ ἀποθῆκαι τῶν τότε Ἀθηναίων δὲν ἦσαν πλήρεις, πλήρη δὲ καὶ τὰ ὁπλοστάσια, ἠδύναντο νὰ ἐκστρατεύσωσι; Καὶ πῶς ἐναντίον τῶν Περσῶν παρετάχθησαν 115,000 Ἑλλήνων εἰς τὰς Πλαταιάς; Διότι ὑπῆρχε λαὸς, ἐκ τῶν ὁποίων 200 ἦσαν Παλεῖς τῆς Κεφαλληνίας. Σήμερον δύνανται νὰ παραταχθῶσιν 115,000; χρήματα, πολεμοφόδια, ὅπλα διὰ 115,000 Ἑλλήνων ἔχομεν σήμερον; Διατί λοιπὸν ἡμεῖς δὲν θὰ ἀκολουθήσωμεν τὸ παράδειγμα τῶν πατέρων ἡμῶν, καὶ νὰ κατοικίσωμεν προηγουμένως τὸν τόπον; Ἐκ τῆς πρωτευούσης μὴ περιμένετε τίποτε, καὶ μάλιστα ἐκ τοῦ βορείου μέρους· εἰς τὸ μεσημβρινὸν μέρος εἶναι αἱ Ἀθῆναι, ἐκεῖ εἶναι ὁ πληθυσμὸς, ἐκεῖ εἶναι οἱ γενναῖοι ἄνδρες ἐν καιρῷ κινδύνου· ἀλλ’ ἐκ τῆς ὡραίας πόλεως τῆς βορείου μὴ περιμένετε τίποτε. Κύριοι, ὅστις θέλει νὰ διατρέξῃ τὴν Πελοπόννησον καὶ Στερεὰν, πρέπει νὰ ὁδεύσῃ δύω καὶ τρεῖς ὥρας μέχρις οὗ ἀπαντήσῃ ἓν χωρίον, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ἀμφίβολον, ἐὰν εὕρῃ ψωμὶ ἢ νερόν. Περιῆλθον τὴν πεδιάδα τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ἐκεῖθεν ἀμέσως ἤρχισεν ἡ ἔρημος· οὔτε χωρίον, οὔτε ποίμνια, οὔτε ἐκκλησία, οὔτε σπορὰ δὲν ὑπάρχει εἰς τὰ πρόθυρα τῶν Ἀθηνῶν, καὶ τοιουτοτρόπως ἡμεῖς θὰ περιμένωμεν Κιρκασίους καὶ Βασιβουζούκους, γενναίους Μουσουλμάνους, οἱ ὁποῖοι θυσιάζουσι τὸ πᾶν ὑπὲρ τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος των. Ἐκεῖνοι εἶναι μαχηταὶ, ἐκεῖνοι εἶναι λέοντες· αἰωνία ἡ δόξα τῶν ἐν Πλέβνᾳ πεσόντων προμάχων τοῦ Ἑλληνισμοῦ Μουσουλμάνων! (ἱλαρότης.) Ἀλλὰ διατί ἡ ἀρχαία Ἑλλὰς ἦτο τόσον καλὰ κατῳκισμένη; διατί ἡ νέα Ἑλλὰς εἶναι ἀκόμη ἔρημος; Τὸ πάλαι ἀνεπτύσσετο ὁ λαὸς μόνος του. Μὴ πιστεύετε, ὅτι ὑπῆρξε Σόλων Ἀθηναῖος νομοθέτης, εἶναι μυθολογία, καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω ἐγὼ ἀπὸ τοῦ βήματος. (Ἱλαρότης.) Διότι, ἠξεύρετε, τὰ φιλολογικὰ ζητήματα ἔχουν μεγίστην ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν πολιτικήν. Ματαίως δὲν περιηγήθην τὴν Ἀνατολὴν 10 ἔτη, δὲν ἔρχομαι ὡς Καῖσαρ ἀπὸ τὴν Γαλλίαν, διὰ νὰ διαβῶ τὸν Ῥουβίκωνα, ἔρχομαι ὄχι νὰ καταστρέψω, ἀλλὰ νὰ ἀνοικοδομήσω. Καὶ λοιπὸν κατῳκεῖτο ἡ Ἑλλὰς τόσον καλὰ τότε, ἰδοὺ δὲ διατί. Δέκα στρέμματα γῆς παρήγαγον ψωμίον, καὶ ἔτρεφον μίαν οἰκογένειαν ἑλληνικὴν, ζῶσαν, ναί, μὲ σῖτον, ἔστω δὲ καὶ μὲ κριθὴν, ἔχουσαν δὲ καὶ τὰ πρόβατά της, ἐξ ὧν ἐνεδύετο. Ἐν τοσούτῳ τὰ προϊόντα τοῦ τόπου ἔτρεφον ἑλληνικὰς οἰκογενείας· σήμερον, σᾶς παρακαλῶ, πόσα στρέμματα, πόσαι χιλιάδες καὶ μυριάδες στρέμματα μόλις τρέφουσι μίαν οἰκογένειαν; Ὁ λόγος εἶναι προφανής, διότι τὰ προϊόντα χιλιάδων στρεμμάτων τὰ ἐξοδεύομεν νὰ διατηρῶμεν θέατρον, νὰ διατηρῶμεν ξένας οἰκογενείας, ὥστε ἀπέρχονται τὰ προϊόντα μας, εἴτε ὑπὸ τὴν φυσικὴν μορφήν των, εἴτε ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ χρήματος, ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, καὶ οὕτω τρέφονται αἱ οἰκογένειαι ἐκεῖ, καὶ ἐδῶ ὁ τόπος λειψανδρεῖ. Οὕτως ἐξηγεῖται ὁ πληθυσμὸς τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος. Τετρακόσιαι χιλ. κατῴκουν τὴν Ἀττικήν, 4,000,000 τὴν Πελοπόννησον, 120,000 κατῴκουν τὴν Κεφαλληνίαν, σήμερον δὲ δὲν ὑπάρχει οὔτε τὸ δέκατον τοῦ πληθυσμοῦ ἐκείνου. Τοῦτο δὲ, ὅπερ ἀναφέρω ἐν παρόδῳ, δύναται ἡ κυβέρνησις νὰ τὸ μεταχειρισθῇ ἀπαγορεύουσα τὴν καλλιέργειαν τοῦ καπνοῦ, διότι ἐκεῖνα τὰ στρέμματα, 42,000 τὸν ἀριθμὸν, καλλιεργούμενα εἰς σῖτον, δύνανται νὰ θρέψωσι περισσοτέρας οἰκογενείας ἑλληνικὰς, παρὰ τὰς δυναμένας νὰ ζήσωσι διὰ τῶν ἐκ τοῦ καπνοῦ εἰσπραττομένων χρημάτων. Ἑπομένως, μὴ ὑπαρχουσῶν ἑλληνικῶν οἰκογενειῶν, ὀλίγων ὑπαρχόντων Ἑλλήνων, πτωχὸν καὶ μικρὸν θέλει εἶναι καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Πῶς λοιπὸν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν πόλεμον, πῶς νὰ προπαρασκευασθῶμεν; Εἰς τὰ 1868, ἀναβὰς εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐσωτερικῶν, παρόντων, νομίζω, οὐχὶ ὀλιγωτέρων τῶν 10 ἢ 12 βουλευτῶν, εὗρον τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐσωτερικῶν, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς οἱ δύω Χαραλάμπης καὶ Γεώργιος, βουλευταὶ Πάλης, ἐσώσαμεν, κινδυνεύοντα νὰ πέσῃ, τὸν κ. Ζαΐμην. Ὁ ὑπουργὸς καὶ ἐγὼ ὡμιλοῦμεν μόνοι, μοὶ εἶπε δὲ, πρέπει νὰ προπαρασκευασθῶμεν. Ἐκπλαγεὶς, εἶπον, καὶ τίς ἀπειλεῖ τὴν Ἑλλάδα; Ἐὰν πρόκηται περὶ ἀμύνης, καὶ ἐγὼ ἑξηκοντούτης λαμβάνω τὰ ὅπλα ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος· ἀλλ’ ἡμεῖς ὅπλα δὲν ἔχομεν· στείλατε εἰς τὴν Κεφαλληνίαν 10.000 ὅπλων, καὶ θὰ ὑπάγω καὶ ἐγὼ εἰς τὰ γυμνάσια. Ὁ ὑπουργὸς ἥρπασε τὴν λέξιν, καὶ ἔκτοτε ἐγεννήθη ἡ ἰδέα ἡ περὶ ἐθνικῆς ἀμύνης· ἀτόπως ὅμως, διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀμύνης, ἀλλὰ περὶ ἐπιθέσεως. Κακῶς ἄρα ὀνομάζεται ἄμυνα· εἶναι ψεῦδος νὰ λέγωμεν, ὅτι ἐργαζόμεθα ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι ὁ λόγος τοῦ ἀποσπασμοῦ μου ἀπὸ τοῦ μακαρίτου Βούλγαρη, τοῦ ἀγαπήσαντός με διὰ τὴν εἰλικρίνειάν μου, ἦτον οὗτος. Μὴ, κύριε, ἀρχηγὲ, ἔλεγον, μὴ κάμῃς τὸν πόλεμον τῆς Κρήτης, διότι θὰ σὲ ἀναγκάσῃ ἡ Εὐρώπη νὰ ὑποχωρήσῃς· τοῦ εἶπον, θὰ γείνῃ Συνέδριον ἐν Παρισίοις, καὶ θὰ μᾶς ὑποχρεώσῃ τὸ Συνέδριον νὰ ἡσυχάσωμεν. Ὁ δὲ μὲ εἶπεν· ἂν μὲ ὑποχρεώσῃ, τότε ἐγὼ παραδέχομαι ὅ,τι ἀποφασίσῃ. Μετὰ δύω ἑβδομάδας ἦλθεν ὁ υἱὸς τοῦ Βαλέσκη, κομίσας τὸ πρωτόκολλον. Ἔτρεξα τότε καὶ εἶπα «ἦλθε τὸ πρωτόκολλον, ὑπόγραψον»· «δὲν ὑπογράφω, μὲ λέγει· καὶ ποῖος Ἕλλην θὰ τολμήσῃ, θὰ εὑρεθῇ νὰ ὑπογράψῃ;» Τὸν ἐκύταξα ἀσκαρδαμυκτεὶ καὶ τοῦ εἶπον, «500 Ἕλληνες θὰ ὑπογράψουν·» τὸν ἀπεχαιρέτισα, καὶ ἔκτοτε τὸν ἐτίμων καὶ τὸν ἠγάπων, ἀλλ’ ἔπαυσα νὰ ἦμαι ὀπαδὸς τῆς Κυβερνήσεώς του. Τὴν ἐπιοῦσαν ὑπέγραφεν ὁ κ. Ζαΐμης, καὶ καλῶς ἔπραξε, καὶ ἐγὼ τὸν ὑπεστήριξα, αὐτὸς δὲ ὡμολόγησε τὴν εὐγνωμοσύνην του εἰς ἡμᾶς, ὅτι διὰ τῶν δύω ψήφων τῶν ἀδελφῶν Ἰακωβάτων ἐσώθη. Λέγω ἀλήθειαν;
§118ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§119Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα νομίζω, ὅτι λύεται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ· θέλετε νὰ κάμητε οἰκονομίας; Ἠμπορεῖτε λοιπὸν νὰ ἑτοιμασθῆτε; Τὸ κατ’ ἐμὲ φέρω γνώμην, οὔτε ἡ λέξις προπαρασκευὴ ν’ ἀκουσθῇ, διότι γνωρίζω πῶς αἱ δυνάμεις ζηλοτυποῦσιν! Ἄν Κράτος τι παρατηρήσῃ ἕν καὶ μόνον σύνταγμα στρατοῦ, παρατασσόμενον εἰς τὰ μεθόρια τοῦ ἄλλου, παραχρῆμα ζητεῖται λόγος, τί ἐννοεῖ τὸ κίνημα ἐκεῖνο. Οὕτως ἡ Αὐστρία ἀπηύθυνε παρατηρήσεις εἰς τὴν Ἰταλίαν, τίνι λόγῳ παρέταξε στρατὸν πλειότερον τοῦ ἀπαιτουμένου εἰς φρούρησιν τῶν μεθορίων της. Ἡ Αὐστρία ἐκίνησεν ἓν σύνταγμα εἰς τὰ μεθόρια τῆς Ῥωσσίας, καὶ ἡ Ῥωσσία ἐξεμάνη. Ἡμεῖς δὲ κηρύττομεν εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ὅτι, καί τοι ἡττημένοι, θὰ παραταχθῶμεν! Προκαλοῦμεν κεραυνοὺς ἐξ ὅλων τῶν ἐπικρατειῶν. Ὁ πατριωτισμὸς, κύριοι, ἐπιβάλλει νὰ μὴ γένωσιν αἱ προπαρασκευαὶ, καὶ ὅπως τὸ φέρει ὁ Θεὸς, ἂς πράξωμεν. Ἀλλὰ μὴ ἀπειλῆτε· ἡ ἀπειλὴ εἰς τὸ στόμα τοῦ ἀδυνάτου δὲν εἶναι ὀρθὴ, ἡμεῖς δὲ προφανῶς εἴμεθα ἀδύνατοι. Ἀλλ’ εἰς τὴν παροῦσαν κατάστασιν τοῦ ταμείου εἶναι ὀρθὸν ἐνώπιον τῆς Ἑλλάδος νὰ λέγωμεν ἑτοιμαζόμεθα; Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐνδυθῶμεν, καὶ θέλομεν πολυτέλειαν; Ἀλλὰ σᾶς λέγω, κύριοι, ἓν ἕτερον, ὅτι δὲν εἶναι οὐδὲ συνταγματικὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον πράττομεν. Τὸ ἄρθρον 192 τοῦ Συντάγματος λέγει· «Δι’ ἰδιαιτέρου νόμου καὶ ὅσον ἔνεστι ταχύτερον θέλει ληφθῆ πρόνοια περὶ διαθέσεως καὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, καὶ περὶ ἐκκαθαρίσεως καὶ ἀποσβέσεως τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν δημοσίων χρεῶν». Μία Συνέλευσις, ἐρχομένη μετὰ τὴν ἀποπομπὴν μιᾶς δυναστείας, φροντίζει καὶ λέγει· «Μὴ δάνεια πλέον, διὰ τοὺς οἰκτιρμοὺς τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τὰ ὑπάρχοντα νὰ πληρώσητε, ὅπως ἐλευθερωθῶμεν ἀπὸ τοὺς ξένους δανειστὰς καὶ ἀπὸ τοὺς ἐγχωρίους·» καὶ ἀπὸ τοῦ 1864 ἔτους, ὄχι μόνον δὲν ἀπεσβέσαμεν τὰ ὀλίγα δάνεια, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον, ἀλλὰ δάνεια ἐπὶ δανείων συνήψαμεν. Τὸ Σύνταγμα, ὁ ὁδηγὸς καὶ κανὼν τῆς Κυβερνήσεως, ἐλησμονήθη. Ἔρχεται ὁ Βούλγαρης, δάνειον! ἔρχεται ὁ Δεληγεώργης, δάνειον! ἔρχεται ὁ Ζαΐμης, δάνειον! Σᾶς ὁμολογῶ ἐν τιμῇ καὶ ἐν συνειδήσει, ὅτι ποτὲ οἱ ἀδελφοὶ Ἰακωβάτοι δὲν ἐψήφισαν δάνειον, διότι ἐξ ἀρχῆς εἴμεθα ἐναντίοι, καὶ δὲν ἐνθυμήθην νὰ φέρω τὸ πρόγραμμα τοῦ Δημάρχου Παλέων, διότι ὁ Νικόλαος Ἰακωβάτος, ὁ πρώην Δήμαρχος Πάλης, ὁ διὰ μιᾶς ψήφου ἐκλεχθεὶς, εἰς τὸ πρόγραμμά του ἔλεγε, «δὲν θέλω ἀνοίξει βιβλίον δανείου εἰς τὸν δῆμον Πάλης.» Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ ἦναι ὁ κανὼν τῆς Κυβερνήσεως, δυνάμει ὄχι τοῦ προγράμματος τοῦ δημάρχου Παλέων, ἀλλὰ τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἐν Ἀθήναις πρώτη τῶν Ἑλλήνων συνέλευσις ἐψήφισε ψήφισμα λαμπρὸν, τὴν ἁπλούστευσιν τῆς νομοθεσίας, καὶ ὅμως ἡμεῖς ψηφίζομεν ἀλλεπαλλήλως ἄρθρα, ἄρθρα καὶ πάλιν ἄρθρα, ὥστε τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους θέλει τοὺς ἀγνοεῖ καὶ αὐτὸς ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου. Φρικτὸν τὸ πρᾶγμα, καὶ εἴμεθα ἀκόμη νέοι· ἀλλὰ μικρὸν, καὶ ἡ Ἑλλὰς θέλει καταντήσει εἰς τὴν νομοθεσίαν τὴν Μοσχοβίτικην, τῆς ὁποίας ἡ περίληψις εἶναι 36 τόμοι εἰς τέταρτον. Παρακαλῶ, κύριοι, καὶ ἰδίως τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της εἰς ὅ,τι θὰ εἴπω, διότι πρόκειται νὰ δικαιώσῃ μὲν τὸν νόμον, νὰ εὐεργετήσῃ δὲ καὶ πολίτας ἀδικουμένους. Ζητῶ νὰ ξεσκλαβώσητε τοὺς σκλάβους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἔστειλεν ἡ παρανομία εἰς τὴν ἐξορίαν. Ναί, ὦ Βουλευταί! ἡμεῖς καθήμεθα ἐδῶ θερμαινόμενοι εἰς τὴν ἑστίαν μας, καλῶς τρώγοντες καὶ καλῶς πίνοντες, καὶ πατοῦντες ἐπὶ ταπήτων· ἀγνοεῖτε ὅμως, ὅτι ὑπάρχουν ἐξόριστοι 12 ἱερεῖς! Τὸν παρελθόντα χειμῶνα ἔμαθον καὶ ἀνέγνων, ὅτι διεσπάρησαν ἐξόριστοι ἀπὸ τῆς μιᾶς ἐσχατιᾶς τοῦ Βασιλείου μέχρι τῆς ἄλλης, πτωχοὶ ἱερεῖς, ὁ μὲν εἰς τὴν Κέρκυραν, ὁ δὲ εἰς τὴν Κεφαλληνίαν, ἄλλος εἰς τὰς Στροφάδας, ἄλλος εἰς τὴν Ἀνάφην. Τί ἔπραξαν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι; δυνάμει τίνος νόμου ἐξορίζονται οἱ πολῖται; Ἐμάθομεν, ὅτι διὰ τὸ συμβὰν τὸ σκανδαλῶδες τῆς Σιμωνιακῆς ἐκκλησίας ἔπαθον οἱ ἱερεῖς οὗτοι ἐκ τῆς Συνόδου, ἡ ὁποία ἀνατρέπει τὰς βάσεις τοῦ Εὐαγγελίου τοιαῦτα καθιεροῦσα, διότι ἡ Σιμωνία εἶναι ἡ πρώτη αἵρεσις ἡ ἀρνουμένη τὸν Χριστὸν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν. Ἐκ πεποιθήσεως δ’ ἐκεῖνοι οἱ καλοὶ ἄνθρωποι δὲν ἐμνημόνευον τὴν Σύνοδον, ὡς περιέχουσαν τὴν Σιμωνίαν εἰς τοὺς κόλπους της, δὲν ἀντέστησαν εἰς τὰς διαταγάς της, δὲν ἐκήρυξαν στάσιν, δὲν ὕβρισαν. Ἐκλεχθέντες βουλευταί, παρεκλήθημεν, «μεσιτεύσατε». Τὴν 20ην τοῦ Ὀκτωβρίου, Σάββατον, ἐκηρύχθη ἡ ἔναρξις τῆς Βουλῆς, τὴν Δευτέραν δὲ ἐγὼ καὶ οἱ δύω μου ἀδελφοὶ ἐπήραμεν τὴν πρὸς τ’ ἀνάκτορα ἄγουσαν. Ὁ Βασιλεὺς δὲν εὑρίσκετο ἐκεῖ, ἀλλ’ οἱ ὑπασπισταὶ μᾶς εἰδοποίησαν, ὅτι ἅμα ἔλθῃ ὁ Βασιλεὺς εἰς τὴν πόλιν, θὰ μᾶς δεχθῇ εἰς ἀκρόασιν. Τῳόντι ἅμα ἦλθε, μᾶς ἔδωκεν ἀκρόασιν, καὶ εἴπομεν, «Μεγαλειότατε, ἤλθομεν νὰ Σὲ προσκυνήσωμεν καὶ νὰ ὑποβάλωμεν μίαν αἴτησιν». Εὐμενῶς ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης καὶ μετὰ πολλῆς χάριτος μᾶς ἤκουσε, καὶ τῷ εἴπομεν· Πρὸ 12 ἐτῶν ἐν Κεφαλληνίᾳ δύω ἱερεῖς, μὴ θέλοντες ν’ ἀναγνωρίσωσι τὸν ἐπίσκοπον τῆς Κεφαλληνίας (ἦτο δὲ τότε ὁ ἐν ἐπαράτῳ τῇ λήξει Κοντομοῖχος), κατεδικάσθησαν εἰς ἐξορίαν εἰς τὰς Στροφάδας, καὶ ἡ Σύνοδος ἐπεκύρωσε τὴν ἀπόφασιν· τὴν ἔπεμψεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τὴν ἐπεκύρωσε· τὴν ὑπέβαλεν εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ ὁ Βασιλεὺς τὴν ὑπέγραψε, καὶ καλῶς ἐποίησεν, ὡς συνταγματικὸς Βασιλεύς. Μεγαλειότατε, τοῦτο εἶναι παρανομία. Μᾶς ἀπήντησεν: εἰς αὐτὴν τὴν παρανομίαν ἔχω ἐγὼ τὴν ὑπογραφήν μου; Μάλιστα, Μεγαλειότατε, ἰδοὺ, τὸ ζήτημα εἶναι συνταγματικόν. Μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Συντάγματος δὲν ἰσχύουσιν ἄλλαι ἐξουσίαι καὶ ἄλλα δικαστήρια, εἰμὴ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διαγράφει τὸ Σύνταγμα. Ὁ Βασιλεὺς εἶπεν, «ἔχομεν τὸν Νόμον περὶ ἐπισκοπῶν καὶ ἐπισκόπων.» Μάλιστα, τῷ εἶπον, ἀλλ’ εἶναι ἄκυρος· μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Συντάγματος δὲν ὑπάρχουσιν ἔκτακτα δικαστήρια, οὔτε ἐκκλησιαστικά, οὔτε ἄλλα, καὶ ἂν τὸ Σύνταγμα δὲν ἀνέγραφε τὰ ὁρκωτικὰ δικαστήρια, καὶ ταῦτα ἔπρεπε νὰ καταργηθῶσι. Ποῦ λοιπὸν ἐβασίσθη ἡ Σύνοδος καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ κατεδίκασε πολίτας εἰς ἐξορίαν ἐπὶ τῶν ξηροσκοπέλων; Λέγει ὁ Βασιλεὺς, ἔστω. Μετὰ τοῦτο, δὲν κρίνομεν νὰ γείνῃ λόγος. Πράξατε τὸ καλὸν ὡς Βασιλεύς. Καὶ ὁ Βασιλεὺς διέταξε τηλεγραφικῶς νὰ μείνωσιν ἐν Ζακύνθῳ οἱ ἱερεῖς, ὅπου οἱ χωροφύλακες μετὰ λογχῶν τοὺς εἶχον φέρει.
§120ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε συνέβησαν αὐτά;
§121ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἰς τὰ 1867. — Σήμερον, κύριοι, συμβαίνει τὸ αὐτὸ ἢ χεῖρον· 10 ἢ 12 ἱερεῖς κατεδικάσθησαν εἰς τὴν σκληροτάτην τῶν ποινῶν, εἰς τὴν ἀειφυγίαν καὶ τὴν εἰς τοὺς σκοπέλους ἐξορίαν, ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως, ἄνευ κατηγορίας, ἄνευ ὑπερασπίσεως, ἄνευ νόμου. Ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης μοὶ εἶπεν, ὅτι «αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἰσχυρίζονται, ὅτι ὁμιλοῦν μὲ τὴν Παναγίαν· εἶναι πράγματα αὐτὰ τοῦ παρόντος αἰῶνος;» Ἐσταμάτησα, διότι κατὰ τὸ πρόσωπον πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ ἀπάντησις. Μεγαλειότατε, εἶπον, αἱ προλήψεις καὶ αἱ δεισιδαιμονίαι δὲν τιμωροῦνται ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸν Νόμον μὲ ἐξορίαν καὶ μὲ φυλακίσεις! καὶ ὁ Βασιλεὺς ἐδέχθη τὴν ἀπάντησιν εὐγενῶς. Ἐπιτρέπει, εἴπομεν, ἡ ὑμετέρα Μεγαλειότης, ν’ ἀνακοινώσωμεν τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν πρωθυπουργόν Σας; Μάλιστα, μοὶ λέγει· καὶ ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα μετέβην εἰς τοῦ γλυκυτάτου μου Κουμουνδούρου (γέλως), παραπονεθέντος, ὅτι τόσον καιρὸν δὲ μὲ εἶδε. Λέγω, φίλε Πρωθυπουργὲ, ἔπρεπε νὰ ἦμαι τυπικός. Ἡ πρώτη ἐπίσκεψις ἔπρεπε νὰ ἦναι πρὸς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα, ἡ δευτέρα πρὸς ὑμᾶς. Λοιπὸν μὴ πρὸς βάρος, ἂν δὲν ἤλθομεν καὶ πρότερον νὰ σᾶς ἐπισκεφθῶμεν. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπίσκεψίς μας αὐτὴ ἔχει τὴν χάριν της, διότι πρόκειται νὰ σᾶς παρακαλέσωμεν, νὰ αἰτήσωμέν τι παρὰ τῆς φιλανθρωπίας σας καὶ τοῦ φιλονόμου ἤθους σας. Τὸ καὶ τὸ ὑπεβάλαμεν εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα· σᾶς παρακαλοῦμεν λοιπὸν νὰ ἐνεργήσητε, ἵνα αὐτοὶ οἱ καλοὶ πολῖται ἐπιστρέψωσιν εἰς τὰς ἑστίας των, διότι οὔτε ἐφόνευσαν, οὔτε ἐμοίχευσαν, οὔτε ἔκλεψαν, ἀλλ’ εἶναι ἁπλοῖ ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι ζῶσιν εἰς τὰς ἐκκλησίας των· καὶ τῷ ὄντι ἤκουσα, ὅτι εἶναι καλοὶ ἄνθρωποι, εἷς μάλιστα ἐξ αὐτῶν, ὁ Φρυδάκης, τρέφει δέκα τέκνα τοῦ ἀδελφοῦ του ἀνήλικα. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, καὶ τὸν λῃστὴν θὰ ὑπερασπίσω, ὅταν παρατύπως καταδικάζεται. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἤκουσεν εὐμενῶς τὸν λόγον μου, εἰπών: «θέλω ὁμιλήσει μὲ τοὺς Ὑπουργούς». Ἐγὼ τῷ εἶπον «ἐξεπλήρωσα τὸ ἔργον μου». Μεθ’ ἡμέρας τινὰς μοὶ εἶπε, διανοοῦμαι νὰ συγκαλέσω ἐπιτροπήν τινα καὶ ἐξ ὑπουργῶν καὶ ἐξ ἀρχιερέων, καὶ θέλω προσκαλέσει καὶ σέ. Ἀπήντησα, ὅτι δέχομαι εὐχαρίστως· ἔκτοτε οὐκ ἦν φωνὴ καὶ οὐκ ἦν ἀκρόασις. Ἐγὼ δὲ τοῦ εἶπον, κατὰ τὸ ἐμὸν ἔθος, δὲν θέλω ν’ ἀκουσθῇ τὸ ὄνομά μου· μὴ νομίζετε, ὅτι δράττομαι τῆς εὐκαιρίας, ἵνα δημοκοπήσω ἢ ἵνα παρουσιασθῶ προστάτης ἱερέων, ὁμολογῶ μάλιστα, ὅτι τοὺς ἱερεῖς δὲν τοὺς θέλω πλησίον μου· λέγω δὲ, σπεύσατε, διότι ἂν αὔριον γείνῃ λόγος εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν πταίω ἐγώ. Δὲν ἤθελον ἀναφέρει τοῦτο, ἂν δὲν μοὶ ἔδιδεν ἀφορμὴν ὁ Βασιλικὸς λόγος, ὑποσχόμενος, ὅτι θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μέτρον περὶ φυλακῶν. Μήπως θέλει ἡ Κυβέρνησις νὰ κηρύξῃ φυλακὰς τὰ Μοναστήρια ὅλα τοῦ Κράτους καὶ πάντας τοὺς σκοπέλους; Πῶς κρατοῦμεν πολίτας ἐξορίστους καὶ φυλακισμένους ἐν τόποις, οἵτινες δὲν εἶναι ὡρισμένοι ὡς φυλακαί; Πῶς ἀτιμάζεται ἡ θρησκεία καὶ τὸ μοναχικὸν σχῆμα (ἂν ὑπάρχῃ); Πλὴν τούτων, ὑπάρχει νόμος διατάσσων, ἵνα ἡ Ἐκκλησία ἐξορίζῃ καὶ φυλακίζῃ τοὺς ἀτακτοῦντας ἱερεῖς; Ἐγὼ λέγω δὲν ὑπάρχει, διότι ὁ περὶ ἐπισκόπων Νόμος ἠκυρώθη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Παρακαλῶ ὅλους τοὺς Βουλευτὰς ν’ ἀποφανθῶσι, διότι πρόκειται περὶ ἐφαρμογῆς Νόμου. Οἱ πολῖται ἐκεῖνοι καὶ πεινῶσι καὶ ριγῶσι καὶ γυμνητεύουσι, διότι ἐκ τῶν Μοναστηρίων ἐκείνων τὰ περισσότερα εἶναι πτωχά, καὶ δὲν ἔχουσι νὰ θρέψωσιν αὐτοὺς τοὺς δυστυχεῖς ἀνθρώπους. Ποῦ εἶναι δὲ ὁ κανονισμὸς αὐτῶν τῶν Μονῶν, κυρίως ὡς φυλακῶν; Ποῦ εἶναι οἱ δεσμοφύλακες καὶ οἱ χωροφύλακες; Τὸ ζήτημα λοιπὸν καταντᾷ εἰς τοῦτο· κατὰ τὸ Σύνταγμα ὑπάρχει τι ἐνισχύον τὸ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τοῦ περὶ ἐπισκοπῶν καὶ ἐπισκόπων νόμου; Ἐγὼ λέγω ὄχι· ὅστις λέγει ναὶ, ἂς ἔλθῃ νὰ μὲ ἀναιρέσῃ. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 20 τοῦ Συντάγματος· «Ἡ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος....τηρεῖ ἀπαρασαλεύτως τούς τε ἱεροὺς ἀποστολικοὺς καὶ συνοδικοὺς κανόνας καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις». Φέρετέ μοι ἕνα καὶ μόνον κανόνα ἀπὸ τοὺς χρόνους τῶν Ἀποστόλων μέχρι τῆς χθὲς, ἐκ τοῦ τελευταίου πατρὸς τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καὶ ἂν ὁ σωματικὸς περιορισμὸς διατάσσηται ἀπὸ αὐτὸν, καταβαίνω τὸ βῆμα κατῃσχυμένος. «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν», λέγει ὁ Χριστὸς, καὶ σημειώσατε πράγματά τινα ἄξια τῆς προσοχῆς σας. Κατὰ τὸν ἕβδομον αἰῶνα ἡ ἕκτη οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἐθέσπισεν, ὅτι, ὅστις θέλει νὰ ἀκολουθῇ τὸν Χριστὸν, εἶναι ἐλεύθερος. Λοιπὸν ὁ ὀρθόδοξος χριστιανὸς εἶναι ἐλεύθερος ν’ ἀκολουθῇ ἢ νὰ μὴ ἀκολουθῇ τὸν Χριστόν. Καὶ σήμερον τί κάμνομεν ἡμεῖς; καταδικάζομεν εἰς ἐξορίαν, καὶ πόσον; δεκαετῆ ἐξορίαν. Εἶναι πραγματικὴ δεκαετὴς ἐξορία! ἥτις δὲν δύναται νὰ καταγινώσκηται τοιαύτη οὔτε ἀπὸ τὰ δικαστήρια. Οἱ τοιοῦτοι ἐπίσκοποι εἶναι Τορκουεμάδαι! ἄλλοτε καὶ παρ’ ἄλλοις ἔθνεσιν ἐγένοντο τὰ τοιαῦτα, τὰ πιθανῶς αἰτιολογούμενα διὰ τῶν ἀγρίων ἠθῶν τῶν χρόνων ἐκείνων, ἀλλ’ οὐδέποτε δικαιολογούμενα ὑπὸ τοῦ Εὐαγγελίου· καὶ νῦν δὲ, ὅπου ἐπικρατεῖ ὁ Παπισμὸς, οὐδαμῶς ἐπιτρέπει ὁ πολιτικὸς νόμος εἰς τὸν Καθολικισμὸν ποινὰς σωματικάς. Ἐν Ἑλλάδι δὲ οὐδεὶς νόμος δίδει αὐτὸ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν νὰ καταδικάζῃ εἰς δεκαετῆ ἐξορίαν. Οὐδεὶς ὑπάρχει νόμος οὐδὲ κανὼν, ὅστις δίδει τὸ δικαίωμα τῆς κρίσεως καὶ τῆς καταδίκης. Ἦτο σφάλμα των, ἦτο πρόληψις, ἦτον ἀντίστασις, ἦτον ἐπιορκία τῶν ἱερέων αὐτῶν· Ἡ Σύνοδος ἔχει τοὺς ἀποστολικοὺς καὶ συνοδικοὺς κανόνας, καὶ ἠμπορεῖ νὰ τοῖς καταγνώσῃ ἀργίαν, καθαίρεσιν, ἀφορισμόν. Ὅταν ἱερεύς τις δὲν ἦναι ὀρθόδοξος, μὴ τὸν παραδέχεσαι. Ἀλλὰ ἐδῶ ἡ Σύνοδος ὡς Τορκουεμάδας καταδικάζει εἰς δεκαετῆ ἐξορίαν, ἐνῷ δὲν ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα, οὔτε ἐκ τῶν κανόνων, οὔτε ἐκ τῶν νόμων τῆς πολιτείας. Μὴ ἆρά γε ὁ πολιτικὸς νόμος δίδει ὑποστήριξιν εἰς αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν; εἶναι ἀληθὲς τοῦτο; ψευδέστατον. Ἰδοὺ τὸ 4 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος· «ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι ἀπαραβίαστος· οὐδεὶς καταδιώκεται, συλλαμβάνεται, φυλακίζεται, ἢ ἄλλως πως περιορίζεται» (οὔτε περιορισμὸν κατὰ τὸν νόμον δὲν ἐπιβάλλει), «εἰμὴ ὁπόταν καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει». Ὑπάρχει τοιοῦτος νόμος; ὄχι. Ἄρθρ. 7· «ποινὴ δὲν ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου, ὁρίζοντος προηγουμένως αὐτήν». Δὲν ὑπάρχει νόμος· ὑμεῖς οἱ νομικοὶ γνωρίζετε ποῖαι αἱ ποιναὶ, αἱ ἐγκληματικαὶ καὶ αἱ πταισματικαί· ἀλλ’ ἐξορία, καὶ μάλιστα δεκαετὴς, δὲν ἠκούσθη. Ἄρθρ. 8 «Οὐδεὶς ἀφαιρεῖται ἄκων τοῦ παρὰ τοῦ νόμου ὡρισμένου εἰς αὐτὸν δικαστοῦ». Ἄρθρ. 14. «Ἕκαστος δύναται νὰ δημοσιεύῃ προφορικῶς, ἐγγράφως καὶ διὰ τοῦ τύπου τοὺς στοχασμούς του, τηρῶν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους,» καὶ ὁ νόμος δὲ τοῦ Κράτους εἶναι νόμος καὶ διὰ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ διὰ τὴν Σύνοδον. Μὴ σπεύδετε, διότι ὑπάρχει καὶ εἰδικωτέρα διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἤτοι τὸ ἄρθρον 28, κελεῦον οὕτω. «Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία» (καὶ ἡ ἐξουσία, ἥτις κατεδίκασε τοὺς ἱερεῖς ἦτο δικαστικὴ) «ἐνεργεῖται διὰ τῶν δικαστηρίων.» Ἀλλὰ ἡ Σύνοδος δὲν ἦτο δικαστήριον. Ἄρθρον 91. «Δικαστικαὶ Ἐπιτροπαὶ καὶ ἔκτακτα δικαστήρια ὑφ’ ὁποιονδήποτε ὄνομα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συστηθῶσιν.»
§122ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ἰακωβᾶτε, περὶ αὐτοῦ δύναται νὰ γείνῃ ἐπερώτησις.
§123ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Θέλω νὰ μάθω ποῖαι εἶναι αἱ φυλακαὶ τοῦ Κράτους. Εἶναι κεραυνοβόλοι αὗται αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἄρθ. 92. «Αἱ συνεδριάσεις τῶν δικαστηρίων εἶναι δημόσιαι.» Καὶ τίς γνωρίζει πῶς κατεδικάσθησαν οἱ ἄνθρωποι; ποῦ προθεσμίαι, ποῦ κλητῆρες, ποῦ συνήγοροι, ποῦ ὑπεράσπισις; Καὶ τοιουτοτρόπως δικάζονται οἱ πολῖται; Ἄρθ. 95 «Τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα δικάζονται ὑπὸ τῶν ἐνόρκων». Τὸ λέγει τὸ Σύνταγμα ρητῶς, διότι ἐνδεχόμενον ἦτον, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, νὰ καταργηθῇ τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὁ νομοθέτης ρητῶς λέγει· «τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα διατηρεῖται.» Δηλαδὴ ἂν δὲν ὑπῆρχεν αὐτὸ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶναι διατεταγμένον ἀπὸ τόσους νόμους, ἔπρεπε νὰ παύσῃ. Ἐάν τις εἴπῃ «ἐγὼ μεταβαίνω εἰς τὴν καθολικὴν ἐκκλησίαν», ἡ σύνοδος δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα ἐπ’ αὐτοῦ· ἅμα ἅμα ὅμως εἴπῃ «θέλω νὰ γείνω ἐπίσκοπος, ἢ δὲν θέλω ἐπισκόπους», ἔνοχος θανάτου ἐστί. Λοιπὸν προτρέπομεν τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἀρνῶνται τὸν Χριστόν, νὰ μεταβαίνουν ἀπὸ μιᾶς ἐκκλησίας εἰς ἄλλην, καὶ νὰ δικαιοῦνται νὰ λέγωσι καλλίτερα Κατόλικος ἢ Προτεστάντης παρὰ τοιοῦτος ὀρθόδοξος. Αὐτὸ εἶναι σύστημα ῥωσσικόν, διότι ἐκεῖ ἐκκλησία καὶ ἀστυνομία εἶναι ἕν. Ἀλλὰ ἐδῶ αἱ δύο ἐξουσίαι εἶναι χωρισταὶ, ἡ μία τῆς συνειδήσεως, ἡ ἄλλη τοῦ σώματος. Ἄρθρ. 97. Ἠξεύρετε, ὅτι ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν αὐτὸ τὸ ἄρθρον, τί ἠθέλαμεν ἀκούσει; ἔπρεπε νὰ ἦναι κατηργημένα τὰ στρατοδικεῖα, τὰ ναυτοδικεῖα καὶ τὰ περὶ πειρατείας καὶ ναυταπάτης δικάζοντα δικαστήρια. Ἀλλὰ ὁ νόμος δὲν ἔπρεπε νὰ τὰ ἀκυρώσῃ· διὸ ἄρθρον ρητὸν λέγει «τὰ περὶ στρατοδικείων, ναυτοδικείων, πειρατείας καὶ ναυταπάτης κανονίζονται δι’ εἰδικῶν νόμων.» Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία τοῦ ζητήματος. Εἶναι φυλακαὶ αἱ Στροφάδες; νὰ τὸ ἠξεύρωμεν· εἶναι φυλακὴ ἡ Πάρος, ἡ Ἀνάφη; νὰ τὸ γνωρίζωμεν· ἡ Σκίαθος; νὰ τὸ μάθωμεν. Ποῖος τέλος πάντων εἶναι ὁ νόμος; ὅπως εἴπομεν, ὑπάρχει ἕνας νόμος. Ποία ἡ ποινή; Δὲν λέγει ἑνὸς μηνὸς, δύω μηνῶν, ἀλλὰ δέκα ἐτῶν, χωρὶς νὰ τὸ λέγῃ ὁ νόμος· καὶ ἂν τοὺς καταδικάζετε εἰς ἰσόβιον ἐξορίαν, ἠδύναντο νὰ παραπονῶνται; ἐὰν δικαιῶνται τώρα, βεβαίως ἔτι μᾶλλον τότε. Λοιπὸν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ἐὰν ἤθελον ἀμέσως αὔριον διὰ τοῦ τηλεγράφου νὰ στείλωσιν ἔγγραφον εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον καὶ νὰ εἴπωσιν, ἡμεῖς εἴμεθα Καθολικοὶ, ἢ Προτεστάνται, θέλομεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν οἰκίαν μας, καὶ νὰ ἐμπαίξωσι τὴν ὀρθόδοξον ἐκκλησίαν, διὰ νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὴν καταδίκην τῶν Τουρκουεμάδων, τὸ θέλετε αὐτό; ψηφίσατε, ἐὰν δὲν ἔχητε συνείδησιν καὶ εὐσέβειαν. Πολλὰ εἶχον νὰ εἴπω· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ὥρα ἐπείγει, δύνασθε νὰ μὲ ἐρωτήσητε, καὶ τί προτείνεις; ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ ἐσωτερικὸν, τῆς οἰκονομικῆς; Ἐγὼ δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ καταβῶ τοῦ βήματος, χωρὶς νὰ σᾶς εἴπω τί ζητῶ, ὄχι ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀπὸ ὅλην τὴν Βουλήν. Δὲν ἀνήκω οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν· σᾶς λέγω, ὅτι, ὅστις παραδέχεται τὰς ἀρχάς μου, εἰς αὐτὸν ἀνήκω, διότι ἐκεῖνος εἶναι μετ’ ἐμοῦ. Ἐπεθύμουν καὶ ἐγὼ νὰ ἴδω τὴν Ἑλλάδα τὴν πρώτην Δύναμιν τοῦ κόσμου, ἀλλ’ ἆρά γε ἐξαρτᾶται τοῦτο ἐξ ἡμῶν ἢ ἐξ ὑμῶν; Ἡ ἀρχαία Ἑλλὰς ἦτο πολιτισμένη, ὁ δὲ πέριξ αὐτῆς κόσμος ἦτο βάρβαρος. Ὁ δὲ Ἀριστοτέλης, ὁ Ἑλληνομακεδὼν, εἶπεν, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶχον τὸ ἔνθυμον καὶ τὸ διανοητικὸν, καὶ ἂν ἦσαν ἡνωμένοι, ἠδύναντο νὰ κυριεύσωσι τὴν οἰκουμένην· τὰ ὅπλα τῶν Ἑλλήνων ἦσαν καλλίτερα τῶν βαρβαρικῶν, καὶ διὰ τοῦτο εἴδομεν τὸν ἡμιπαράφρονα υἱὸν τοῦ Φιλίππου ἐκστρατεύσαντα μετὰ τριάκοντα χιλιάδων καὶ νικῶντα. Ἀλλὰ τί μὲ τοῦτο ἔκαμεν; ἔσπειρε, λέγει ἡ Ἱστορία, τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν Ἀσίαν! Τῳόντι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἔμεινεν οὔτε σπόρος ἀπὸ τῶν χρόνων τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου. Ἐὰν δὲ πρώην παρετάττοντο οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες μετὰ ἑκατὸν χιλιάδων, καὶ ἐμάχοντο ὑπὲρ πατρίδος, ἦλθεν ὅμως κατόπιν καιρὸς, καθ’ ὃν τρεῖς χιλιάδας νὰ μὴ δυνηθῶσι νὰ παρατάξωσιν εἰς πόλεμον. Ποῦ στηριζόμεθα λοιπόν; εἰς τὰς ἀναμνήσεις; εἰς τὴν ἐθνικὴν φιλολογίαν; ἤθελετε μ’ ὀλίγα τραγούδια τοῦ Σούτσου καὶ Καρασούτσου νὰ κάμωμεν πατρίδα; Ἐγὼ δὲν νομίζετε, ὅτι ἐπίσης δύναμαι νὰ πλέξω ὕμνους εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ψάλω εἰς αὐτὴν τὸ ᾆσμα τῶν ᾀσμάτων; καὶ διὰ νὰ μὴ χάσω κεραίαν ἐκ τοῦ ὕμνου, τὸν ὁποῖον ἤθελον ψάλει εἰς τὴν Ἑλλάδα, σᾶς ἀναγινώσκω τὸ κείμενον τοῦ ἄσματος τῶν ᾀσμάτων. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω;
§124ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§125ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἆσμα ᾀσμάτων. Ἰδοὺ, εἶ καλὴ ἄνθος τοῦ πεδίου, κρίνον τῶν κοιλάδων, ὡς κρίνον ἐν μέσῳ ἀκανθῶν· ὅλη καλὴ εἶ πλησίον μου, καὶ μῶμος οὐκ ἔστιν ἐν σοὶ, ἀδελφή μου, περιστερά μου τελεία μου. Ὀφθαλμοί σου περιστεραί. Ὡς σπαρτίον τὸ κόκκινον χεῖλος σου καὶ ἡ λαλιά σου ὡραία. Ὡς Πύργος Δαβὶδ ὁ τράχηλός σου· ὁ τράχηλός σου ὡς πύργος ἐλεφάντινος. Δύω μαστοί σου ὡς δύω νεβροὶ δίδυμοι δορκάδος οἱ νεμόμε☐ σου ὑπὲρ πάντα τὰ ἀρώματα. Εἴδοσαν αὐτὴν θυγατέρες καὶ μακαριοῦσιν αὐτήν, Βασίλισσαι καὶ αἰνέσουσιν αὐτήν. Τίς αὕτη ἡ ἐκκύπτουσα ὡσεὶ ὄρθρος, καλὴ ὡς σελήνη, ἐκλεκτὴ ὡς ὁ ἥλιος, θάμβος ὡς τεταγμέναι;» Αὐτὸς εἶναι ὁ ὕμνος ὁ ἁρμόζων εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὄχι δὲ τὰ τραγούδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καταφρονεῖ ὅλος ὁ κόσμος.
§126ΤΙΝΕΣ. Παρῆλθε πλέον ἡ ὥρα, εἶναι ἑπτάμισυ.
§127ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ τελειώσωμεν.
§128ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Χθὲς, ὅταν ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, μόνος κατέβη, καὶ ἐτελείωσεν ἡ συνεδρίασις· τὸ αὐτὸ δικαίωμα ἔχει καὶ ὁ κ. Ἰακωβάτος.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀλίγα ἔχει ἀκόμη νὰ εἴπῃ.
§130ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐγὼ δὲν στηρίζομαι εἰς λόγους, ἀλλὰ εἰς πράγματα. Ἰδοὺ λοιπὸν τί προτείνω ὡς κανόνα πρὸς ὅλην τὴν Βουλήν. Δεκάλογος Ἑλληνικός. 1) Προϋπολογισμὸς τὸ πολὺ τριάντα ἑκατομμυρίων. 2) Παῦσις πάντων τῶν ἀμέσων φόρων. 3) Παῦσις δανείων. 4) κατάργησις στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν νόμων καὶ αὔξησις τῶν χωροφυλάκων εἰς τέσσαρας χιλιάδας. 5) Αὔξησις ἀτμοτελωνίδων. 6) Πληρωμὴ καθυστερουμένων. Νὰ ἔχωμεν νὰ λάβωμεν ὀγδοήκοντα ἑκατομμύρια, καὶ νὰ ζητῶμεν δάνεια! 7) Πώλησις στόλου καὶ μοναστηρίων. 8) Παῦσις συντάξεως, ἐκτὸς τῶν στρατιωτικῶν τῶν τραυματιζομένων. 9) Κατάργησις ἐπισήμου ἐκκλησίας. 10) Κατάργησις τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ καὶ κρίσις διὰ διαιτησίας. Ταῦτα μόνον ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω.
§131ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Φρονῶ, ὅτι πολλοὶ εἶναι οἱ θέλοντες νὰ ὁμιλήσωσιν, ἀλλὰ περιμένουν νὰ ἀκούσουν τὴν ἀπάντησιν τῶν κυρίων Ὑπουργῶν.
§132ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν θέλῃ νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Τρικούπης, καλῶς, διότι ἡμεῖς δὲν θὰ ὁμιλήσωμεν. Ἐὰν δὲν θέλῃ σήμερον, προτείνω νὰ συνεδριάσῃ ἡ Βουλὴ αὔριον, διότι πρέπει νὰ τελειώσῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ὑποβάλωμεν καὶ ὅσα ἔχομεν ἕτοιμα ἀναγκαῖα νομοθετήματα.
§133ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς ἐκ τοῦ προκεχωρημένου τῆς ὥρας, πολλοὶ τῶν Βουλευτῶν ἀνεχώρησαν, καὶ δὲν θὰ ἦναι εἰδοποιημένοι περὶ τῆς μεταβολῆς ταύτης τοῦ Κανονισμοῦ. Εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ Κανονισμοῦ ὀφείλομεν νὰ προβαίνωμεν μετὰ πολλῆς προσοχῆς, οὐδ’ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ προβαίνωμεν εἰς τὴν τοιαύτην μεταβολὴν, ἐὰν δὲν ἦναι πάντες ἐν γνώσει ὅτι ἐγένετο τοιαύτη πρότασις, ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι ἀνεχώρησαν, δὲν εἶναι εἰδοποιημένοι περὶ τούτου. Ἀλλὰ τί εἶναι τὸ παρακινοῦν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ζητήσῃ τὴν συνεδρίασιν τῆς αὔριον; Ποῖα εἶναι τὰ κατεπείγοντα Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θέλει νὰ φέρῃ εἰς ἐσπευσμένην συζήτησιν; Ἡμεῖς ἠξεύρομεν, ὅτι ἓν ὑπάρχει ἐπεῖγον, ὁ προϋπολογισμός· τοῦτον ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ, καὶ ἐν τούτοις δὲν τὸν ὑπέβαλεν εἰσέτι. Ἠξεύρομεν, ὅτι διὰ νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, δέον νὰ ψηφισθῇ πρότερον νόμος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ τοιοῦτον νόμον δὲν εἴδομεν, καὶ ἠξεύρομεν, ὅτι τοιοῦτος νόμος δὲν εἶναι συντεταγμένος. Ἐνῷ λοιπὸν τὰ κύρια ἔργα δὲν εἶναι ἕτοιμα, ἐνῷ σχεδὸν ὑπάρχει παράβασις οὐχὶ μόνον τοῦ πνεύματος, ἀλλὰ καὶ τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος ὡς πρὸς τοῦτο, δὲν πιστεύω, ὅτι ζητεῖ τὴν συνεδρίασιν τῆς αὔριον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅπως δυνηθῶμεν κατόπιν νὰ ψηφίσωμεν κατεπείγοντα Νομοσχέδια, ἀλλὰ τὴν ζητεῖ, διότι προκαλέσας αὐτὸς τὸ περὶ ἐμπιστοσύνης ζήτημα, θέλει ἤδη ν’ ἀπαλλαχθῇ τῆς περὶ αὐτοῦ συζητήσεως.
§134ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν). Ἡ κυβέρνησις δὲν παραβαίνει τὸ καθῆκόν της, οὔτε ὠλιγώρησεν αὐτοῦ, διότι καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους εἶναι ἕτοιμος καὶ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἡ κυβέρνησις θέλει νὰ εἰσαγάγῃ, εἶναι ἕτοιμα. Ἀλλ’ ὅταν ἠρξάμεθα τῆς συζητήσεως ταύτης, ῥητῶς σᾶς ἐδηλώσαμεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μᾶς εἴπητε ὡρισμένως καὶ σαφῶς ἂν, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἀπεχωρίσθημεν ἀπ’ ἐδῶ, ἐκυβερνήσαμεν καλῶς, ἢ ἂν ἐπράξαμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μᾶς ᾐτιάθησαν, ὅτι ἐπράξαμεν. Ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην νὰ καθαρίσωμεν τὸ παρελθὸν ἡμῶν, καὶ τότε θὰ σᾶς φέρωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος παρουσιάζει τὰς κυβερνητικὰς ἰδέας περὶ τοῦ μέλλοντος, καὶ τὰ νομοσχέδια· ἡ συζήτησις ἡ πολιτικὴ εἶναι συνέπεια τῆς καταστάσεως τῆς ἐξαιρετικῆς, εἰς ἣν εὑρέθη καὶ ἡ κυβέρνησις καὶ τὸ κοινοβούλιον, καὶ ἡ συζήτησις αὕτη δὲν ἤθελε λάβει χώραν ἀλλοῦ παρὰ εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον· διὰ τοῦτο ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ βασιλικοῦ λόγου ὑπῆρξε συζήτησις γενικὴ, εἰς τὴν ὁποίαν ἐξετέθησαν ὅλαι αἱ γνῶμαι, ὅλαι αἱ ἰδέαι, ἐξητάσθησαν ὅλαι αἱ πράξεις τῆς κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς, ἐνῷ δὲν γνωρίζομεν ποίαν γνώμην ἔχει ἡ βουλὴ περὶ τοῦ παρελθόντος ἡμῶν, νὰ ἔλθωμεν νὰ σᾶς φέρωμεν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχομεν περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ κυβερνήσωμεν εἰς τὸ μέλλον, καὶ ἠπόρησα, ὅταν ἤκουσα βουλευτάς τινας ζητοῦντας νὰ φέρωμεν σήμερον τὸν προϋπολογισμόν. Δὲν ἔχει οὐδὲν κοινὸν ἡ μελέτη τοῦ προϋπολογισμοῦ μὲ τὴν ἐξέτασιν τῆς διαγωγῆς μας, ἢ ἡ ἐξέτασις τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἔχομεν διὰ νὰ κυβερνήσωμεν εἰς τὸ μέλλον· διὰ τοῦτο δὲν ὑποβάλομεν τὸν προϋπολογισμόν. Τὴν ἐπιοῦσαν δὲ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν θέλει ἀποφανθῆ ἡ Βουλὴ, ἥτις ἐπιδοκιμάζει τὴν μέχρι τοῦδε πορείαν τῆς κυβερνήσεως, θὰ εἰσαγάγωμεν τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἕτοιμα.
§135ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ προκειμένη συζήτησις ἐβράδυνε βεβαίως πολὺ, διότι νομίζω, ὅτι, ἂν ἡ συντομία διέκρινεν ὅλους τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐκφέρονται ἐδῶ, ἴσως χιλιοπλάσιαι ἰδέαι ἠδύναντο νὰ ἀνταλλαχθῶσιν ἐν δυσὶν ἢ τρισὶν ἡμέραις. Ἀλλ’ εἶναι τῆς φυλῆς μας, τοῦ κλίματός μας, καὶ ὑποχωροῦμεν εἰς τὴν φυσικὴν ἀδυναμίαν μας. Ὥστε ἂς ἤμεθα ἐπιεικεῖς, καὶ πρὸ πάντων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος μόνος τρεῖς ἡμέρας κατηνάλωσεν. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἱστορία, καὶ ἱστορία ὑπάρχει, μίαν ἡμέραν θὰ γελάσουν οἱ μεταγενέστεροι, ὅτι τόσας ἡμέρας ἐχρειάσθη νὰ δαπανήσῃ ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν προκειμένην κρίσιν. Ἂν πρόκηται νὰ ἰδῇ μαθήματα ἡ αἴθουσα αὕτη, ἂς χρησιμεύσῃ ἓν μάθημα τοῦτο διὰ τὰς μεταγενεστέρας συζητήσεις. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸ κύριον τοῦ ζητήματος· τῳόντι, κύριοι, πρέπει νὰ ἀπορήσωμεν πολὺ μὲ τὸν κ. πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικοοικονομικῶν, ὅτι, ἐνῷ ἀναγνωρίζουν τὴν θέσιν των, ὅτι εἶναι ὑπὸ ἔλεγχον, ἐν τούτοις ἔχουν τὸ θάῤῥος ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐλέγχουν, νὰ λέγωσι· παύσατε πλέον τὸν ἔλεγχον. Ἀλλὰ ποία θὰ ἦναι τότε ἡ δύναμίς σας;
§136ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Αὐτὸ δὲν τὸ λέγομεν.
§137ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἂν θέλετε λοιπὸν, κύριοι, ὁ ἔλεγχος νὰ ἦναι τέλειος, νὰ μὴν ἀφήσητε, εἰ δυνατὸν, στίγμα εἰς τὴν ὑπόληψίν σας, διότι κριταὶ εἴμεθα ἐδῶ, ἀφήσατε τὴν συζήτησιν ἐλευθέραν.
§138ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Αὐτὸ εἶναι ψεῦμα· οὐδεὶς ἐμπόδισε τὴν συζήτησιν.
§139ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Εἶναι ψεῦμα.
§140ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Καὶ ἀποτείνομαι ὄχι εἰς τὰ ἔντιμα μέλη τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εἰς τοὺς ὑπουργοὺς, καὶ παρακαλῶ τὰς φωνὰς, αἱ ὁποῖαι διακόπτουν, νὰ μὴ διακόπτουν, νὰ ἐνθυμῶνται δὲ πάντοτε τὴν διάκρισιν ταύτην. Δὲν ἀποτείνομαι πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἀποτείνομαι εἰδικῶς πρὸς τὸ ὑπουργεῖον. Τὸ ὑπουργεῖον ἔχει λογάδας ἐν ἑαυτῷ, δύνανται νὰ μὲ ἀνασκευάσωσιν εἰς πᾶσαν στιγμήν, καὶ τὸ μεσονύκτιον, ἂν χρειασθῇ. Λέγω λοιπὸν εἰς τοὺς ὑπουργοὺς ὅτι ἔγκειται εἰς τὸ συμφέρον αὐτῶν νὰ περιμένωσιν, ἂν ἀριθμὸς σπουδαίων ἀνδρῶν ἔχωσιν ἀξίωσιν εὐρυτέρας συζητήσεως νὰ περιμένωσι, καὶ ἔγκειται μάλιστα τοῦτο εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ. Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐπροκάλεσε τὸν ἔλεγχον, δὲν πρέπει εἰς τὸ τέλος, ἐν νυκτὶ βαθείᾳ, νὰ πιέζῃ τοὺς ἐλέγχοντας, διότι ἴσως τότε....
§141ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῖος σᾶς πιέζει;
§142ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Αὔριον, μεθαύριον, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ κρίνουν περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας, περὶ τῆς ἀξίας, περὶ τῆς ἐντίμου διαχειρίσεως τῶν πραγμάτων, θὰ εἴπωσιν, ὅτι ἀφηρπάσατε τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο ἔγκειται εἰς τὸ συμφέρον αὐτὸ τῆς ὑπολήψεώς σας νὰ μὴ σπεύδητε οὕτω. Καὶ ταῦτα μὲν, κύριε πρωθυπουργέ, ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀξίαν τοῦ ἐλέγχου, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἦναι ἄνετος καὶ ἄνευ πιέσεως οὐδεμιᾶς. Ἔρχομαι ἤδη εἰς ἄλλην ἔποψιν, ἡ ὁποία εἶναι ἀξία νὰ ἐγχαραχθῇ εἰς τὴν ψυχὴν ἑκάστου Βουλευτοῦ, καὶ πρὸ πάντων εἰς τὴν ψυχὴν τῆς πλειονοψηφίας. Ἄν, κύριοι, ἡ μειονοψηφία, διότι ἐδῶ πλέον δὲν χωριζόμεθα εἰς συμπολίτευσιν καὶ ἀντιπολίτευσιν, ἀλλ’ εἰς πλειονοψηφίαν καὶ μειονοψηφίαν, ἂν, κύριοι, ἡ πλειονοψηφία ἦτον ἐντεῦθεν, δηλ. ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐξηγέρθησαν ἕτοιμοι προφανῶς ν’ ἀναχωρήσουν, ἠθέλετε παρακολουθήσει τὴν ἐξέγερσιν ταύτην· ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ ἰσχὺς ἐντεῦθεν, εἶναι ἐκεῖθεν. Καὶ ὅταν, κύριοι, ἔχητε τὴν ἰσχὺν, ἐνθυμηθῆτε ὅτι πρέπει νὰ ἔχητε καὶ τὴν ἐπιείκειαν. Ὥστε καὶ τὸ συμφέρον σας καὶ ἡ μεγάλη ἀρχὴ τῆς μὴ καταχρήσεως τῆς ἰσχύος σᾶς συμβουλεύουν ν’ ἀναχωρήσωμεν ταύτην τὴν στιγμὴν, καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν τὴν Δευτέραν.
§143Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἄλλοτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, περὶ τὸ τέλος σπουδαίας συζητήσεως, μᾶς εἶπεν, ἔχω ἕτοιμα τὰ ἔγγραφα περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, ἰδοὺ καὶ τὰ δοκίμια. Αὐτὸ τοῦτο πράττει καὶ σήμερον. Κυβέρνησις ἀπὸ τοσούτου χρόνου ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ Συντάγματος νὰ ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν ταχέως. Καὶ ὅμως, ἐνῶ σήμερον εἶναι 15 τοῦ μηνὸς, ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ὑπεβλήθη εἰσέτι. Τί δὲ λέγει ὁ Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν; Θέλομεν νὰ ἴδωμεν ποία εἶναι ἡ ψῆφος ὑμῶν, καὶ κατόπιν νὰ παρουσιάσωμεν τὰ νομοσχέδιά μας. Ἀλλὰ πῶς θ’ ἀποφανθῶμεν ἡμεῖς, ἐν ἀγνοίᾳ διατελοῦντες; Τί εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης; δὲν εἶναι καιρὸς νὰ συζητήσωμεν τὸ ὑπουργικὸν ζήτημα κατ’ αὐτὴν στιγμὴν, διότι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ γνωρίσωμεν διὰ μὲν τὸ παρελθὸν ἐξ ἐπισήμου ὁμολογίας τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, διὰ δὲ τὸ μέλλον ὁποῖος ὁ προϋπολογισμὸς αὐτῆς, ὁποῖον θὰ ὑποβάλῃ σχέδιον στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ. Ὅταν δὲν ἔχωμεν τὰ στοιχεῖα οὔτε τοῦ παρελθόντος, οὔτε τῆς μελλούσης πολιτικῆς τοῦ ὑπουργείου, πῶς θ’ ἀποφανθῶμεν; Ἂς μὴ αἰτιᾶται λοιπὸν τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, διότι αὐτὸς ὤφειλε νὰ παρουσιάσῃ πρὸ πολλοῦ χρόνου τὸν προϋπολογισμόν. Δὲν εἶναι ὁ ἐχθρὸς ἐπὶ θύραις, διὰ νὰ συνεδριάσωμεν καὶ αὔριον. Εἶναι πίεσις, ὅπως καὶ τὸ νὰ παρατείνετε μέχρις αὐτῆς τῆς ὥρας τὴν συζήτησιν· πίεσις εἶναι νὰ συνεδριάσωμεν καὶ αὔριον, διότι ῥητῶς τὸ ἀπαγορεύει ὁ Κανονισμὸς, καὶ τὸν Κανονισμὸν δὲν δύνασθε νὰ τὸν μεταβάλετε, χωρὶς νὰ ὑποβάλετε πρότασιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, ἀφοῦ συζητήσῃ αὐτήν.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ Κανονισμοῦ, παρατηρῶ, ὅτι οὐδαμοῦ αὐτοῦ εὑρίσκω τοιαύτην ἀπαγόρευσιν. Ἀπ’ ἐναντίας εὑρίσκω, ὅτι καθ’ ἑκάστην ὁ πρόεδρος εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως προσδιορίζει, τῇ ἐπινεύσει τοῦ Σώματος, τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς ἐπιούσης· ὥστε τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἐργασίμων ἡμερῶν εἶναι ἀπόλυτον. Δὲν δύναμαι λοιπὸν ἢ νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς γενομένης προτάσεως, ἂν δηλαδὴ ἐγκρίνῃ νὰ συνεδριάσῃ αὔριον.
§145Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἡ πρότασις, κύριοι, τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀπέχει πολὺ μιᾶς διατάξεως, ἥτις ὑπῆρχεν ἐν τῷ Κανονισμῷ κατὰ τὸ παρελθόν· πλησιάζει κατά τι. Θὰ ἦσαν εἰλικρινέστεροι οἱ Ὑπουργοὶ καὶ ἡ πλειονοψηφία, ἡ ὁποία τοὺς παρακολουθεῖ, ἂν ἀνέγραφον τοὐλάχιστον κατὰ τὴν συνεδρίασιν αὐτὴν τὴν διάταξιν ἐκείνην, τὸ γνωστὸν ἐφωτίσθημεν. Καὶ εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐτόλμησε νὰ ἐξασκήσῃ ἀπόλυτον πίεσιν κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν ἀπὸ 10 ἡμερῶν γινομένην. Εἶναι ὅμως ἐπίσης βέβαιον, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐκαυχήθησαν ἄλλοτε, ὅτι εἶναι τέκνα τῆς Βουλῆς, ἀπέναντι τοσούτων μομφῶν, ὄχι πλέον ἀορίστων, ἀλλὰ συγκεκριμένων, ἀπαξιοῦσι νὰ συζητήσωσιν εὐρέως. Εἶναι δὲ κατὰ τοσοῦτον ἡ Κυβέρνησις ἀξία ἐπιτιμήσεως, διότι προκαλεῖ ζητήματα ἐμπιστοσύνης, χωρὶς νὰ παρέχῃ τὰ στοιχεῖα εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν νὰ ἐξασκήσῃ ἀληθῆ καὶ πραγματικὸν ἔλεγχον. Τί τὸ κατεπεῖγον, ὥστε, παρὰ τὰ συνειθισμένα, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀπολύτου ἀνάγκης, νὰ συνεδριάσωμεν αὔριον; Τί μᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός; Ὅτι εἴμεθα περὶ τὰ τέλη τοῦ ἔτους, ὅτι πρόκειται τὸ ἔθνος νὰ ὑποστῇ δαπάνας. Ἀλλά, κύριοι, καὶ σήμερον ἂν τελειώσωμεν τὸ πολιτικὸν ζήτημα, καὶ ἂν αὔριον συνεδριάσωμεν, ὅπως θέλετε, νομίζετε, ὅτι δὲν θὰ διοικήσητε τὸν τόπον διὰ πιστώσεων; Καὶ φρονεῖτε, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν πρὸς συζήτησιν, πρὶν ἢ τὸν ἐξετάσῃ ἐπὶ δέκα τοὐλάχιστον ἡμέρας; Δὲν εἶναι λοιπὸν πραγματική, ἀλλὰ πολιτικὴ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν σεῖς πρῶτοι ἐδημιουργήσατε. Ἄλλως τε ἐπὶ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πολλοὶ θὰ ὁμιλήσουν διὰ μακρῶν· δὲν πρέπει νὰ τοὺς δεσμεύσητε, ζητοῦντες νὰ τελειώσῃ αὔριον ἡ συζήτησις.
§146ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διόλου.
§147Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νομίζω λοιπόν, κύριοι, ὅτι οὐδεμία πραγματικὴ ἀνάγκη ὑφίσταται τῆς αὐριανῆς συνεδριάσεως, καὶ πρέπει νὰ συνέλθωμεν τὴν Δευτέραν, ὡς πάντοτε.
§148ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ 12 ἡμερῶν ἤρχισεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον· ἡ συζήτησις δὲ αὕτη ἤρξατο διὰ τῆς θέσεως ζητήματος ἐμπιστοσύνης. Ἡ Κυβέρνησις σᾶς εἶπε, καὶ δικαίως, δὲν γνωρίζω τί σκέπτεσθε περὶ τοῦ παρελθόντος μου, διὰ νὰ δύναμαι νὰ σᾶς ὑποβάλω μέτρα περὶ τῆς μελλούσης διοικήσεώς μου. Παρεπονέθησαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν διευθύνει τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς· καὶ κατὰ τί ἤθελε τὰς διευθύνει; κατηγορήθη ἀπὸ τὸν κ. Τρικούπην ὁ Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, διὰ μακρῶν δὲ οὗτος ἀπήντησεν εἰς τὰς κατηγορίας ἐκείνας· ἦλθον κατόπιν ἄλλοι, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ζαΐμης ὠνόμασε χρονογράφους τῆς ἱστορίας τῆς Βουλῆς, ἐξηκολούθησεν ἡ συζήτησις, ἀπεκάμομεν καὶ ἡμεῖς καὶ ὁ κόσμος νὰ ἀκούῃ πάντοτε τὰ αὐτὰ πράγματα ἐπαναλαμβανόμενα. Ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν νὰ περιορίσωμεν τὴν συζήτησιν, ὄχι, ἀλλὰ ἐπιθυμοῦμεν νὰ κερδήσωμεν τὴν αὔριον· νὰ ὁμιλήσητε, κύριοι, ὅσοι ἔχετε νὰ ἐπαναλάβητε τὰ αὐτὰ, καὶ αὔριον καὶ μεθαύριον. Ἡ Κυβέρνησις σᾶς λέγει· δὲν θὰ σᾶς παρουσιάσω τὰ μέτρα διὰ τὸ μέλλον παρ’ ὅταν μοῦ εἰπῆτε τὴν γνώμην σας διὰ τὸ παρελθόν μου. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς χορηγεῖ πλήρη ἐλευθερίαν συζητήσεως· δὲν σᾶς λέγομεν νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ αὔριον καὶ μεθαύριον, καὶ ὅσον θέλετε.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ συνεδριάσωμεν αὔριον, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη· ὥστε αὔριον ἔχομεν συνεδρίασιν εἰς τὴν συνήθη ὥραν. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 8. μ. μ.)