1879.12.14
2.408 στίχοι · 20.387 λέξεις · 122 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 36
τῆς 14 Δεκεμβρίου 1879.
(Παρασκευή.)
Ὥρᾳ 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῆς Μαργαρίτας χήρας Ζαχαροπούλου, δι’ ἧς ζητεῖ, διὰ τὰς πρὸς τὴν πατρίδα ἐκδουλεύσεις τοῦ συζύγου της καὶ τῶν συγγενῶν της, σύνταξιν, εἰς τὸ τέλος τοῦ βίου της εὑρισκομένη. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν στείλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς ἀναφερομένης.
§2ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται λοιπὸν εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπήν.
§4ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ Ταμίας Ὀλυμπίας, ὁ Γραμματεὺς καί τινες Εἰσπράκτορες τοῦ αὐτοῦ Ταμείου παρεπέμφθησαν ἐπὶ ἐκλογικαῖς παραβάσεσι, διὰ δικαστικοῦ βουλεύματος. Περὶ τούτου γίνεται λόγος ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Τμήματος, ἐν ᾗ ἀναφέρεται καὶ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐφρόντισε νὰ θεραπεύσῃ τὰ γενόμενα παράπονα ἐκ τῆς φατριαστικῆς διαγωγῆς τῶν ὑπαλλήλων τούτων. Ἡ δίκη ἐξακολουθεῖ. Ἀλλ’ οἱ παραπεμφθέντες ὑπάλληλοι διατηροῦνται εἰς τὰς θέσεις των, ὁ Γραμματεὺς δὲ τοῦ Ταμείου ἐξακολουθεῖ φατριαστικῶς διαχειριζόμενος τὴν ἐξουσίαν του. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, διότι δὲν συμβιβάζεται, νομίζω, ἡ διατήρησις εἰς τὰς θέσεις των ὑπαλλήλων διατελούντων ὑπὸ τὸ βάρος τοιαύτης κατηγορίας, καὶ παραπεμφθέντων μάλιστα.
§5ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, μετὰ τὰς μακρὰς καὶ σπουδαίας ἀγορεύσεις, τὰς ὁποίας ἠκούσατε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκ μέρους σπουδαίων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου αὐτοῦ, ἐντριβῶν εἰς τὰ δημόσια πράγματα τῆς πατρίδος ἡμῶν καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας ὅλων τῶν θεμάτων, τῶν ὁποίων ἅπτεται ὁ βασιλικὸς λόγος καὶ τὸ σχέδιον τῆς εἰς αὐτὸν ἀπαντήσεως, θὰ ἐνόμιζον, ὅτι ἦτο περιττὸν νὰ λάβουν τὸν λόγον καὶ ἄλλοι, καὶ μάλιστα ἡμεῖς, οἵτινες εἴμεθα ἐκ τῶν ἀπειροτέρων εἰς τὰ δημόσια πράγματα· μία ὅμως σκέψις μὲ κάμνει νὰ μὴ παραιτήσω τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἅπαξ ἐζήτησα, ἡ σκέψις περὶ τοῦ χαρακτῆρος, τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον. Διότι σήμερον, κύριοι, δὲν πρόκειται κυρίως νὰ λύσωμεν ἓν ὡρισμένον ζήτημα διὰ ψήφων, δὲν πρόκειται οὔτε τὰ οἰκονομικὰ νὰ ἀνορθώσωμεν, οὔτε τὸν στρατὸν νὰ διοργανώσωμεν· πρόκειται σήμερον, ἐπὶ τῇ ἀξιολόγῳ εὐκαιρίᾳ, ἡ ὁποία μᾶς δίδεται διὰ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, ν’ ἀποδείξωμεν καὶ πρὸς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα καὶ πρὸς τὸν λαὸν, ὅτι, συνερχόμενοι εἰς τὸν περίβολον τοῦτον εἰς τὰς κρισίμους ταύτας περιστάσεις, καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ συναισθανόμεθα, καὶ σπουδαίως περὶ τῆς θεραπείας αὐτῶν μεριμνῶμεν. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, βεβαίως, ὅσον εὐρεῖα καὶ ἂν ὑπάρξῃ ἡ συζήτησις, ὅσον πλειότεροι καὶ ἂν λάβωσι τὸν λόγον, ἡ τοιαύτη εὔρυνσις τῆς συζητήσεως, ἡ τοιαύτη μακρηγορία δὲν δύναται ν’ ἀποβῇ ὅλως ἀλυσιτελής καὶ ἐὰν λοιπὸν κινδυνεύῃ τις νὰ ἐπαναλάβῃ τὰ αὐτὰ, νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῶν αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἄλλοι ἐμπειρότεροι περὶ τὰ δημόσια πράγματα ἀνέπτυξαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἡ τοιαύτη ἀκόμη ταὐτολογία δὲν ἤθελεν εἶσθαι ὅλως ἀνωφελής. Ἐβαρύνθη, κύριοι, πλέον ὁ λαὸς, ἀκούων μόνον κομματικὰς ἀντεγκλήσεις, ἀκούων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου συζητήσεις περὶ κομμάτων, καὶ βλέπων τιθέμενα ὁλονὲν ἐμπιστοσύνης ζητήματα· ὁ λαὸς ἤρχισε πλέον νὰ ἐννοῇ, καὶ θέλει νὰ ἀκούῃ συζητήσεις περὶ τῶν πραγμάτων πλέον, καὶ ὄχι περὶ τῶν προσώπων καὶ τῶν κομμάτων, ἀηδίασεν ἀπὸ τὰ λεγόμενα ζητήματα τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ τὰς κομματικὰς ἀντεγκλήσεις. Εἶναι κάμποσος καιρὸς, ἀφ’ ὅτου ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ, ὅτι παρεβιάσθη εἷς τύπος, ἓν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, προεκλήθη κατὰ τῆς παραβάσεως ταύτης μία ἐξέγερσις, ἡ ὁποία, κατ’ ἄλλους μὲν ἠμπορεῖ νὰ ἦτον ἀληθὴς ἐξέγερσις τοῦ λαοῦ, κατ’ ἄλλους δὲ ἐπίπλαστος καὶ ψευδής. Ὅλοι οἱ πολιτευόμενοι καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων ἐξηγέρθησαν κατὰ τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, κατήρτισαν μίαν ἕνωσιν, καὶ συνέταξαν μάλιστα πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον, ὡς διετείνοντο, ἐκανόνιζε καὶ τὰς λεπτομερείας περὶ τοῦ μέλλοντος. Ἡ ἕνωσις, κατά τινα ἐφημερίδα, ἔχουσαν καὶ χαρακτῆρά τινα ἐπίσημον, ὑπῆρξε γρανιτικὴ, καὶ ὅμως ὀλίγος χρόνος παρῆλθε, καὶ ἀπεδείχθη, ὅτι οὔτε συνεννόησις περὶ τῶν δημοσίων πραγμάτων ὑπῆρξεν, οὔτε ἡ ἕνωσις αὐτῶν ὑπῆρξε γρανιτική. Ἀπέκαμε λοιπὸν ὁ λαὸς ἀπὸ κομματικὰς ἀντεγκλήσεις, καὶ ἀπαιτεῖ συζητήσεις ὄχι πλέον περὶ προσώπων, ἀλλὰ περὶ πραγμάτων· καὶ τῆς τοιαύτης συζητήσεως ἀξιόλογον εὐκαιρίαν παρέχει ἡ περίστασις αὕτη, καὶ μόνη ἡ περίστασις αὕτη τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Καὶ ὅταν, κύριοι, ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῶν τῶν ἰδεῶν ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀνερχόμενον εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ἐκ προοιμίων κηρύσσοντα, ὅτι, ὅ,τι δήποτε μεταβάλλετε ἐκ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως, τὸ τοιοῦτον παριστᾷ ἓν ζήτημα ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἑπομένως εἶναι ἠναγκασμένη νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἐξουσίαν, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ηὐχαριστήθην ἐκ τῆς τοιαύτης δηλώσεως· ἐξ ἐναντίας παρετήρησα, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης δηλώσεως ῥίπτεται ἀμέσως ἐκ προοιμίων τὸ δηλητήριον τῆς καταστροφῆς πάσης σπουδαιότητος ἀπὸ τὴν συζήτησιν τὴν κοινοβουλευτικὴν, ῥίπτεται τὸ δηλητήριον τοῦ κομματισμοῦ. Καὶ δυστυχῶς ὁ κομματισμὸς παρ’ ἡμῖν δὲν παρουσιάζει ὃν χαρακτῆρα παρ’ ἄλλοις ἔθνεσι, δὲν εἶναι στάδιον ἁμίλλης μεταξὺ τῶν πολιτευομένων, ἀλλὰ στάδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον δολοφονοῦνται ὅλαι αἱ σχέσεις περὶ τῶν δημοσίων πραγμάτων. Καὶ ὅταν λοιπὸν ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν λέγοντα ἐκ προοιμίων καὶ κηρύσσοντα, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀπαντήσεως εἶναι ζήτημα Ὑπουργικὸν, ἐνόμισα, ὅτι ῥίπτεται τὸ δηλητήριον αὐτὸ εἰς αὐτὴν τὴν ἀξιόλογον εὐκαιρίαν. Καὶ δὲν δύναμαι, κύριοι, ν’ ἀπαλλάξω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀπὸ τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ῥοντήρης ἀπηύθυνε κατὰ τοῦ τοιούτου χαρακτῆρος τῆς προκειμένης συζητήσεως, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκ προοιμίων ἀμέσως πρὶν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις σᾶς εἶπεν, ὅτι, ὅ,τι δήποτε τροποποιήσητε ἐκ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, τὸ τοιοῦτον τὸ θεωρῶ ζήτημα Ὑπουργικόν. Ἀλλ’ εἰς ἐμὲ εἶναι ἀδιάφορον καὶ ἂν ἀκόμη τὸ τοιοῦτον παριστάνῃ κοινοβουλευτικὴν φιλοτιμίαν καὶ εὐλάβειαν· θέλω νὰ σκεφθῶ μόνον τί εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμφέρει εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις τῆς πατρίδος ἡμῶν, τί εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ σήμερον ὁ λαός· δὲν σκέπτεται ὁ λαὸς σήμερον πλέον περὶ ζητημάτων τοιούτων ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ περὶ πραγμάτων, δὲν θέλει πλέον σήμερον μεταβολὴν προσώπων ἁπλῶς, ἢ ἀλλαγὴν κομμάτων ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἀλλὰ θέλει μεταβολὴν πραγμάτων, καὶ ἀδιαφορεῖ ἑπομένως ἐὰν τὸ σημερινὸν ἦναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἢ ὄχι. Μᾶς εἶναι ἀδιάφορον ἐὰν ἔχητε σεῖς τὴν ἐξουσίαν, ἢ ἐὰν τὴν ἔχωσιν ἄλλοι· ἔχει ἡ Ἑλλὰς Ὑπουργοὺς, ἀλλὰ θέλει, ἐπαναλέγω, μεταβολὴν πραγμάτων, καὶ ὄχι προσώπων. Ὑπὸ τὸ κράτος, κύριοι, αὐτῶν τῶν ἰδεῶν ἀναγινώσκων τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ἐνόμισα, ὅτι τουλάχιστον εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις οὔτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ὑπουργικοῦ ζητήματος πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, οὔτε νὰ κάμωμεν μίαν παράφρασιν τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, διότι αἱ παροῦσαι περιστάσεις τῆς πατρίδος δὲν εἶναι τοιαῦται· πρέπει ἀπ’ ἐναντίας ν’ ἀναλύσωμεν μίαν ἑκάστην παράγραφον, μίαν ἑκάστην φράσιν τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ τῆς ἀπαντήσεως, δι’ ἑκάστης ἐκφράσεως νὰ καταδείξωμεν, ὅτι συναισθανόμεθα τὰ παθήματα τοῦ λαοῦ καὶ τὴν κατάστασιν ἡμῶν, καὶ ὅτι σκεπτόμεθα σπουδαίως περὶ τῆς ἀνορθώσεως τῶν κακῶς κειμένων. Δὲν θέλω, κύριοι, ἀπασχολήσει τὴν Βουλὴν, λαλῶν περὶ ζητημάτων, περὶ τῶν ὁποίων ἄλλοι ἐντριβέστεροι περὶ τὰ δημόσια καὶ ὡμίλησαν καὶ θέλουν ὁμιλήσει, οὔτε περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, οὔτε περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος θέλω λαλήσει. Ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας σᾶς ἐξέθεσα, ἀναγινώσκων τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως, καὶ φρονῶν, ὅτι δι’ ἑκάστης περιόδου, δι’ ἑκάστης φράσεως πρέπει νὰ καταδείξωμεν, ὅτι καὶ τὰ παθήματα τοῦ λαοῦ συναισθανόμεθα καὶ περὶ τῶν μέσων τῆς βελτιώσεως τῶν κοινῶν πραγμάτων σκεπτόμεθα, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ μὴ σταματήσω ἀμέσως εἰς τὴν πρώτην περικοπὴν τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως. Παρετήρησα, κύριοι, ὅτι εὐθὺς ἐν ἀρχῇ ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀπευθύνομεν ἕνα ἔπαινον πρὸς αὐτὸν, διότι ἐνήργησεν ἐλευθέρως καὶ ἀνεπηρεάστως τὰς ἐκλογὰς, οὐ μόνον δὲ, ἀλλὰ καὶ ἐν τάξει καὶ νομιμότητι, καὶ οὕτως ἀπέδειξεν, ὅτι εἶναι ἄξιος τῆς ἐκπολιτιστικῆς ἀποστολῆς του, καὶ ἠπόρησα εὐθὺς ἐν ἀρχῇ. Ἐκ τίνος ἄρα λόγου οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἡμεῖς χρειάζεται νὰ ἀποτείνωμεν αὐτὸν τὸν ἔπαινον εἰς τὸν λαὸν τὸν Ἑλληνικόν, δηλαδὴ ν’ αὐτεπαινεθῶμεν; Ἀνεζήτησα τὴν ἀφορμὴν τοῦ ἐπαίνου αὐτοῦ εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον καὶ παρετήρησα, ὅτι ὑπάρχει μία περικοπὴ εἰς τὸν αὐτὸν λόγον, διὰ τῆς ὁποίας ὁ Βασιλεὺς, ἢ Κυβέρνησις ἐπαινεῖ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν δι’ αὐτὴν τὴν ἀρετὴν, τὴν ὁποίαν ἀπέδειξε, καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἐκραταίωσε καὶ ἐδικαίωσε τὰς ἐπ’ αὐτὸν πεποιθήσεις, ὡς ἄξιον τῆς ἐκπολιτιστικῆς ἀποστολῆς του. Ἀλλ’ ἀμέσως παρετήρησα μίαν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ βασιλικοῦ λόγου καὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως, καὶ εὗρον διαφορὰν, διὰ τῆς ὁποίας ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν φαινόμεθα μάλιστα ἁπλῶς ἀποδεχόμενοι αὐτὴν τὴν φιλοφροσύνην, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ἁρπάζοντες αὐτὸν τὸν ἔπαινον καὶ κραταιοῦντες αὐτὸν, διότι ὁ μὲν βασιλικὸς λόγος λέγει, ὅτι καὶ τὴν φορὰν ταύτην ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἐνήργησεν ἐν τάξει καὶ νομιμότητι ἐλευθέρως καὶ ἀνεπηρεάστως τὰς ἐκλογὰς, δικαιώσας οὕτω τὴν ἐπ’ αὐτὸν πεποίθησιν, ἡμεῖς δὲ παριστάμεθα λέγοντες, ὅτι καὶ ἐκραταίωσεν ἤδη ὁ λαὸς τὴν ἐπ’ αὐτὸν πεποίθησιν, διὰ τῆς ἐν τάξει καὶ νομιμότητι ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν μας· καὶ δὲν βλέπω εἰς τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως οὔτε αὐτὸ τὸ καὶ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, τὸ ὁποῖον δεικνύει μίαν εὐλάβειαν εἰς τὸν λαὸν, διότι παρίσταται τί σύνηθες εἰς αὐτὸν ἡ ἐν τάξει καὶ νομιμότητι ἐνέργεια τῶν ἐκλογῶν, ἐνῷ κατὰ τὸ σχέδιον παρουσιάζεται κἄτι τι νέον καὶ ἐξαιρετικὸν αὐτὴν τὴν φορὰν, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε δὲν παρουσιάσθη. Καὶ ἐφ’ ὅσον, κύριοι, ἡ περικοπὴ αὕτη τείνει εἰς τὸ νὰ ἐπαινέσῃ ὄχι τὸν λαὸν, ἀλλὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐξέρχεται καὶ ὁ Βασιλικὸς λόγος καὶ τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως, πράττει ὅ,τι οἱ ταπεινοὶ θεράποντες, οἱ ὁποῖοι λέγουν περισσότερα κολακευτικὰ λόγια εἰς τὸν κύριόν των, παρ’ ὅσα καὶ αὐτὸς ὁ κύριός των ἀπαιτεῖ. Δὲν λέγω τοῦτο, κύριοι, διὰ νὰ παραστήσω, ἄπαγε, τὸν εἰσηγητὴν τοῦ σχεδίου ὡς ταπεινὸν θεράποντα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπαινοῦσι τὸν ἑαυτόν των διὰ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου καὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως· ἀλλὰ λέγω ποία ἐντύπωσις μοὶ ἐγεννήθη ὅταν ἔκαμα τὴν παραβολὴν αὐτὴν μεταξὺ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου καὶ τῆς ἀπαντήσεως· ὁ μὲν Βασιλικὸς λόγος λέγει, ὅτι ὁ λαὸς ἐδικαίωσε τὰς ἐπ’ αὐτὸν πεποιθήσεις, ἡμεῖς δὲ παριστάμεθα καὶ λέγομεν, ὅτι ἐκραταίωσεν αὐτὴν τὴν φορὰν ἐξαιρετικῶς τὰς πεποιθήσεις αὐτὰς περὶ ἑαυτοῦ ὡς ἀξίου τῆς ἐκπολιτιστικῆς ἀποστολῆς του, μὲ τὰς ἐλευθέρας καὶ ἀνεπηρεάστους ἐκλογὰς, αἱ ὁποῖαι ἐνεργήθησαν τὴν τελευταίαν ταύτην φοράν. Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε ἔπαινος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἀποδίδεται εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἢ εἶναι μία εἰρωνεία, ἢ εἶναι πράγματι μία ὕβρις; εἶναι ἔπαινος τὸ νὰ ἐπαινῆται εἷς λαὸς, ὅτι ἐν τάξει καὶ νομιμότητι ἐνήργησεν ἐκλογὰς, ἕνας λαὸς, ὅστις κατέκτησε καὶ ἔχει ἀπὸ τοσούτου χρόνου τὰς συνταγματικάς του ἐλευθερίας, νὰ ἐπαινῆται, ὅτι ἐτήρησε τώρα τάξιν καὶ νομιμότητα εἰς τὰς ἐκλογάς; Μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ὅ,τι ἐξευτελιστικὸν, ὅτι εἶναι ὕβρις, χλεύη καὶ εἰρωνεία πρὸς τὸν λαὸν αὐτὸν τοῦτο· ἐκτὸς ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅπως ὁ κ. Ῥώμας παρέστησεν, ὅτι ὁ λαὸς εἶναι νήπιον. Καὶ τῷ ὄντι πρὸς τὰ νήπια ἀπευθύνονται ἔπαινοι τοιοῦτοι, τοιαύτης μάλιστα ἀκριβῶς φύσεως, ὁποίους παρέχει τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως· δηλαδὴ λέγει τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως, εὖγε λαέ, ἔγεινες φρόνιμος τώρα, πρὶν ἦσο ἄτακτος. Μόνον λοιπὸν ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι εἶναι νήπιον ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος, τότε δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὸν ἔπαινον τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως· ἀλλ’ ὁ λαὸς ὁ Ἑλληνικὸς δὲν εἶναι νήπιον πλέον, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀποδείξῃ διὰ τῶν ἐκλογῶν τῶν τελευταίων, ὅτι εἶναι ἄξιος τῆς ἐκπολιτιστικῆς ἀποστολῆς του. Ὁ λαὸς ἀπόδειξεν, ὅτι εἶναι ἄξιος τῆς ἐκπολιτιστικῆς ἀποστολῆς του ὅταν κατὰ τὸ 1821 ἤγειρε τὴν σημαίαν τῆς ἀνεξαρτησίας του ἐναντίον μιᾶς ὁλοκλήρου αὐτοκρατορίας, καὶ κατώρθωσε νὰ ἀνακτήσῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν του· ὁ λαὸς κατώρθωσε νὰ ἀποδειχθῇ ἄξιος τῆς ἐκπολιτιστικῆς ἀποστολῆς του ὅταν ἀπὸ τὰς χεῖρας ἡγεμόνος ἐναρέτου μὲν, ἀλλὰ ἀπολυτόφρονος, καὶ συγκεντρωτικοῦ ἀπέσπασε τὸν συνταγματικὸν χάρτην καὶ ἀπέκτησε τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας του· ὁ λαὸς ἀπέδειξεν, ὅτι εἶναι ἄξιος τῆς ἐκπολιτιστικῆς ἀποστολῆς του ὅταν ἐξεθρόνισε τὸν ἡγεμόνα αὐτὸν, καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ Βασιλεὺς καὶ κυβέρνησις, διετήρησε τὴν τάξιν καὶ ἐνήργησεν ἐκλογὰς ἐν τάξει καὶ νομιμότητι. Εἶναι εἰρωνεία λοιπὸν, καὶ ὕβρις, καὶ χλεύη, καὶ περιφρόνησις πρὸς τὸν λαὸν τὸν Ἑλληνικὸν νὰ τῷ λέγητε, ὅτι, ἐν τάξει καὶ νομιμότητι ἐνεργήσας τώρα ἐκλογὰς, ἐφάνη ἄξιος τῆς ἐκπολιτιστικῆς ἀποστολῆς του. Τὸ ἐννοῶ νὰ τὸ εἴπητε τοῦτο εἰς ἕνα λαὸν ἡμιάγριον, τὸ ἐννοῶ, ἐὰν εἴπητε πρὸς τὸν λαὸν τὸν βουλγαρικὸν, τὸν ὁποῖον βεβαίως δὲν ἀδικῶ, ἀλλ’ ὅστις εἶναι βεβαίως πρωτόπειρος εἰς τὰς ἐλευθερίας του, ὅτι ἐτήρησε τάξιν καὶ νομιμότητα εἰς τὰς ἐκλογὰς, καὶ εἶναι ἄξιος τῶν ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβε τώρα. Ἀλλὰ εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν ἐὰν τὸ εἴπητε, τοῦτο καταντᾷ χλεύη καὶ εἰρωνεία καὶ ὕβρις.
§6ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄλλοτε ἐλέχθη αὐτὸ εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον καὶ ἐν τῇ ἀπαντήσει· δὲν εἶναι πρώτη φορά.
§7Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ὅμως, ὅτι εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν δὲν πρέπει νὰ λέγωμεν καὶ νὰ πράττωμεν ὅ,τι εἶναι συνειθισμένον. Ἀλλὰ, κύριοι, ἔρχεται ὁ ἄλλος ἔπαινος, τὸν ὁποῖον δὲν ἐννοῶ ἀπευθυνόμενον πρὸς τὸν λαὸν, ὅτι οὐχὶ ἁπλῶς ἐν τάξει καὶ νομιμότητι, ἀλλ’ ἐλευθέρως καὶ ἀνεπηρεάστως ἐνήργησε τὰς ἐκλογάς. Ἀλλὰ τὸ ἐλευθέρως καὶ ἀνεπηρεάστως δὲν ἐννοῶ πῶς σχετίζεται μὲ τὴν ποιότητα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐὰν ἐννοῆτε, ὅτι ὁ λαὸς, μολονότι ὑπῆρξε πρόθεσις καὶ προσπάθεια πρὸς ἐπηρεασμὸν, ἐξετέλεσεν ὅμως τὰς ἐκλογὰς ἀνεπηρεάστως, ἄλλο τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ τὸ ἐλευθέρως καὶ ἀνεπηρεάστως δὲν ἀναφέρεται εἰς τὸν λαὸν, ἀλλὰ εἰς τὴν ἐξουσίαν. Λοιπὸν δὲν ἐννοῶ πῶς ὁ λαὸς ὁ Ἑλληνικὸς ἐπαινεῖται καὶ θεωρεῖται ἄξιος τῆς ἐκπολιτιστικῆς ἀποστολῆς του, διότι ἐνήργησε τὰς ἐκλογὰς ἐλευθέρως καὶ ἀνεπηρεάστως· ἐὰν ἐννοῆτε τὸν ἐπηρεασμὸν, τὸν ὁποῖον προσεπάθησαν νὰ ἐξασκήσουν κατ’ αὐτοῦ, καὶ τὸν ἀπέκρουσε καὶ ἐνήργησε τὰς ἐκλογὰς ἀνεπηρεάστως, τότε τὸ ἐννοῶ· ἄλλως δὲν τὸ ἐννοῶ. Ἀλλά, διὰ νὰ ἔλθωμεν, κύριοι, εἰς τὸ οὐσιαστικώτερον, ποίαν ἐλευθερίαν καὶ ποῖον ἀνεπηρέαστον ἐννοεῖτε, διὰ τὸ ὁποῖον ἐθεωρήσατε, ὅτι εἶναι ἄξιος ὁ λαὸς τῆς ἐκπολιτιστικῆς ἀποστολῆς του, καὶ ἑπομένως ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ καὶ ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἀπαντήσεως ἐπαινεῖτε αὐτὸν διὰ τοῦτο; Ἐννοεῖτε τὸ ἀνεπηρέαστον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδικάσαμεν εἰς τὸ ἄχαρι ἔργον τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν; αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ ἀνεπηρέαστον ἐννοεῖτε καὶ ἐπαινεῖτε: ἐὰν ἦναι δι’ ἐκεῖνο τὸ ἐλεύθερον καὶ ἀνεπηρέαστον, βεβαίως ὑπάρχει κἄτι τι δεδικασμένον. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχητε τὴν καλωσύνην νὰ μὴ ὑπάρξῃ μόνον ἐκεῖνο τὸ ἐλεύθερον τῶν ἐκλογῶν, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρξε μόνον σήμερον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει πρὸ πολλοῦ, καὶ τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ πολὺ τὸ ἔγκυρον τῶν ἐκλογῶν. Ἐὰν ἐννοῆτε νὰ ἐπαινεθῆτε διὰ κἄτι τι ἀνώτερον ἀνεπηρέαστον τῶν ἐκλογῶν, αὐτὸ τὸ ἀνώτερον δὲν τὸ βλέπω. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, ἀπορῶ, ὅταν γίνεται λόγος πλέον σήμερον περὶ ἐπεμβάσεων εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ περὶ ὑποψηφίων, ἐννοῶ νὰ γίνηται λόγος περὶ ἐπεμβάσεως, ἐὰν διετελοῦμεν ὑπὸ μίαν κατάστασιν διαφορετικήν· ἐὰν τοὐλάχιστον, ὅταν δὲν πρόκηται περὶ ἐκλογῶν, ὑπάρχῃ κἄτι τι διαφορετικὸν, καὶ ὄχι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὅλος ὁ κόσμος βλέπει, τὸ ἐννοῶ τότε νὰ γίνεται λόγος περὶ ἐπεμβάσεων εἰς τὰς ἐκλογάς. Ὅταν ὅμως παρουσιάζηται, ὅτι διατελοῦμεν ὑπὸ μίαν διηνεκῆ κατάστασιν τοιαύτην, ὥστε εἰς τὰς ἐκλογὰς δὲν χρειάζεται νέον τι, δὲν ἐννοῶ πλέον νὰ γείνῃ λόγος περὶ ἐπεμβάσεων εἰς τὰς ἐκλογάς. Ἐὰν πρόκηται νὰ γείνῃ λόγος, ὅτι δὲν ὑπῆρξε βία, τὸ ἐννοῶ· ἐὰν πρόκηται ὅμως νὰ εἴπωμεν, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ ἔγειναν ἀνεπηρεάστως δὲν τὸ ἐννοῶ, ἐφ’ ὅσον ἀναγνωρίζομεν, ὅτι διατελοῦμεν ὑπὸ ἓν σύστημα διοικήσεως τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ὑπάρξῃ τὸ ἀνεπηρέαστον τῶν ἐκλογῶν. Δὲν θέλω, κύριοι, καθ’ ἃ καὶ ἐν ἀρχῇ εἶπον, δὲν θέλω κατηγορήσει κυρίως τοὺς κυβερνῶντας, ἀλλ’ ἁπλῶς τὰ πράγματα, τὸ σύστημα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον διοικούμεθα καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει πράγματι ἀνεπηρέαστον τῶν ἐκλογῶν· ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν εἶναι τοιοῦτον, ἂς μὲ διαψεύσῃ, ἂς μοῦ εἴπῃ, ὅτι ἀπατᾶσαι, τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν ὑφίσταται· καὶ ἐὰν ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν, ὅτι εἰς τὸ σύστημα αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑπάρχει δὲν πταίει αὐτὴ, τότε ἐπίσης ἂς τὸ εἴπῃ. Ποῖον εἶναι, κύριοι, τὸ σύστημα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον διοικούμεθα, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ γίνεται σπουδαῖος λόγος περὶ ἀνεπηρεάστου καὶ ἐλευθέρου τῶν ἐκλογῶν; Ὅλοι, κύριοι, τὸ γνωρίζομεν, καὶ δὲν πρόκειται νὰ εἴπωμεν νεώτερόν τι· πρόκειται νὰ διερμηνεύσωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, ὁ κόσμος ὅλος γνωρίζει, καὶ νομίζω, ὅτι ὅσα γνωρίζει ὁ κόσμος ὅλος καὶ ἀποτελοῦν συζήτησιν καὶ εἰς αὐτὰ τὰ καφενεῖα, καὶ ὅσα τὸ Ἔθνος κατεδίκασε καὶ ἀνεγνώρισεν ὡς αἴτια τῆς κακῆς καταστάσεως, νομίζω, ὅτι αὐτὰ δὲν πρέπει ν’ ἀποσιωπῶνται πλέον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· δὲν πρέπει ν’ ἀποσιωπῶνται, ἐὰν θέλωμεν νὰ μὴ μένῃ ἡ εὐθύνη εἰς ἡμᾶς, διότι ὁ λαὸς μᾶς θεωρεῖ ἀλληλεγγύως ὑπευθύνους τοὺς πάντας. Ὁ λαὸς ἤρχισε νὰ θεωρῇ ὑπευθύνους καὶ αὐτοὺς τοὺς Βουλευτάς, καὶ ὄχι μόνον τοὺς κυβερνῶντας· καὶ διὰ ν’ ἀποφύγωμεν τὴν εὐθύνην αὐτήν, ἡμεῖς πρέπει νὰ καταδικάσωμεν πλέον τὰ πράγματα. Ποῖον εἶναι τὸ σύστημα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον διοικούμεθα, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἔχομεν κἄτι τι ἄλλο παρὰ συνταγματικὸν πολίτευμα, δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ὁ φατριασμὸς ἐν τῇ διοικήσει καὶ ἐν ταῖς κυβερνητικαῖς πράξεσιν. Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει· δὲν ὑπάρχει πλέον πρᾶξις κυβερνητική, τὴν ὁποίαν δὲν διέπει ὁ φατριασμός. Καὶ διατί, κύριοι, νὰ τὸ κρύψωμεν; μᾶς κατηγορεῖ ὅλος ὁ κόσμος, ὅτι ἐφέραμεν μίαν ἀνατροπὴν εἰς τοὺς ὅρους τοῦ Συντάγματος, ὅτι, ἀντὶ νὰ διοικῶσιν οἱ ὑπουργοὶ καὶ νὰ νομοθετῇ ἡ Βουλή, συμβαίνει τὸ ἀντίστροφον. Διοικοῦσιν οἱ Βουλευταὶ καὶ νομοθετοῦσιν οἱ Ὑπουργοί. Εἶναι τοῦτο Σύνταγμα πλέον; εἶναι ἐφαρμογὴ τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος; τί χρειάζεται πλέον, κύριοι, κατὰ τὴν τελειοποίησιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν αὐτὸ τὸ σύστημα, τί χρειάζεται πλέον ἐπέμβασις εἰς τὰς ἐκλογάς, ἀφοῦ, ἀφ’ ἧς ἡμέρας μία κυβέρνησις ἀναλάβῃ τὴν ἐξουσίαν, ἀρχίζει ἡ ἐπέμβασις διὰ τὰς μελλούσας ἐκλογάς; τί χρειάζεται πλέον ἐπέμβασις εἰς τὰς ἐκλογὰς, ἀφοῦ ὁ ὑπάλληλος διορίζεται καὶ παύεται οὐχὶ κατὰ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ κατὰ τὰς ἀπαιτήσεις τῶν φίλων ἑκάστου Ὑπουργοῦ, ἀφοῦ κατήντησεν, ὥστε ὅλη ἡ ὑπαλληλία νὰ κανονίζηται κατὰ τὰς ἀπαιτήσεις τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως; τί χρειάζεται ἐπέμβασις εἰς τὰς ἐκλογάς, ἀφοῦ ἐγὼ, ὁ φίλος τοῦ Ὑπουργείου, ἔχω εἰς χεῖράς μου ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους τῆς ἐπαρχίας μου; (ἐπιδοκιμασίαι ἀριστερόθεν). Δὲν ἠξεύρω, κύριοι, τί συμβαίνει εἰς τὰς ἐπαρχίας τὰς κεντρικωτέρας, εἰς τὰς ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας ὁ λαὸς δύναται νὰ ἔχῃ δύναμιν, ὥστε νὰ ἀντιστῇ εἰς τὰς παρανομίας τῆς ἐξουσίας· ἠξεύρω ὅμως τί συμβαίνει εἰς τὰς ἐπαρχίας τὰς μᾶλλον ἀποκέντρους, εἰς τὰς ὁποίας ἐπικρατεῖ τὸ ὑπάρχον σύστημα, καὶ εἰς τὰς ὁποίας ὁ ἰσχυρὸς τῆς ἡμέρας, ὁ φίλος τῆς Κυβερνήσεως, κανονίζει τὰ πάντα κατὰ τὴν θέλησίν του. Εἰς ἄλλας, κύριοι, κοινωνίας δύναται τὸ σύστημα τοῦτο νὰ μὴ ἐπιφέρῃ τόσον ὀλέθρια ἀποτελέσματα, ὅσον παρ’ ἡμῖν· ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν ἀπέναντι μιᾶς ἐξουσίας, ἡ ὁποία ἔχει τόσας δυνάμεις, τόσα μέσα, καὶ ὅπου ὑπάρχει μία κοινωνία ἐξησθενημένη ὅλως διόλου, τόσα λάφυρα, τόσα μέσα δὲν δύνανται νὰ μὴ ἐπηρεάσωσιν. Ὑπάρχει μία κοινωνία ἐξησθενημένη, ἀδύνατος ὅλως διόλου· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντέχῃ μία κοινωνία τόσον ἐξησθενημένη ἀπέναντι μιᾶς Κυβερνήσεως τόσον ἰσχυρᾶς; καὶ μήπως χρειάζεται νὰ ὑπάρχῃ παρανομία τοιαύτη, ἥτις νὰ φέρῃ εἰς τὰς φυλακὰς τοὺς ὑπαλλήλους, μήπως ἀπαιτεῖται τοιαύτη παρανομία, διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἐπέμβασις εἰς τὰς ἐκλογάς; ὅταν παρουσιάζωνται φίλοι τοῦ κόμματος καὶ μὲ τὴν πλέον ἀθέμιτον ἀπαίτησιν ἐνώπιον τοῦ ἐπάρχου, τοῦ ἐφόρου, τοῦ ταμίου, ἀμέσως ὁ ἔπαρχος, ὁ ταμίας, ὁ ἔφορος ἀνεγείρονται ὄρθιοι· ὅταν ὅμως παρουσιασθῇ καὶ ὁ πλέον ἀξιότιμος ἄνθρωπος ἐνώπιον τοῦ ἐφόρου, τοῦ ἐπάρχου, τοῦ ταμίου, οὗτοι σηκώνουν τοὺς ὤμους, τὸ πολὺ πολὺ, ἠμπορεῖ νὰ τῷ εἴπουν «μὴ ἐπεμβαίνεις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἠξεύρομεν τὸ καθῆκόν μας». Δὲν κατηγορῶ, κύριοι, διὰ τὸ σύστημα τοῦτο εἰδικῶς τοὺς κυβερνῶντας· ἂν θεωροῦν, ὅτι αὐτοὶ εἶναι ἀνεύθυνοι διὰ τὸ σύστημα αὐτὸ, ἂν θεωροῦν, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν ὑπάρχει σήμερον, ἂς ἔλθωσι νὰ τὸ εἴπωσι· μοῦ εἶναι ἀδιάφορον ἂν ὑπάρχῃ ἡ μομφὴ ἐναντίον αὐτῶν τῶν κυβερνώντων, ὅτι, ἂν δὲν τὸ ἐδημιούργησαν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, τοὐλάχιστον τὸ ὑπέθαλψαν καὶ τὸ ἀνεκήρυξαν ὡς δόγμα· μοῦ εἶναι ἀδιάφορον ἂν τὸ ζήτημα τῆς ἀπαντήσεως ἦναι ἢ δὲν ἦναι ὑπουργικὸν ζήτημα, ὅτι οἱαδήποτε μεταβολὴ τῆς ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου ὑποβληθείσης ἀπαντήσεως φέρει ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἂν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ μία μεταβολή, διὰ νὰ ἐκφράσω ἐκεῖνο, ἕνεκα τοῦ ὁποίου πάσχει ὁ λαὸς, πρέπει νὰ τὸ ἐκφράσω, ἀδιαφορῶν ἂν τὸ ζήτημα ἦναι ὑπουργικὸν ἢ ὄχι. Δὲν πιστεύω, κύριοι, οὐδεὶς νὰ ἀρνῆται, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον διοικούμεθα, καθὼς δὲν πιστεύω νὰ ἀρνῆταί τις, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι ἡ χειροτέρα νοθεία τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος· ὑπὸ τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις, παρ’ ὅτι ὠθούμεθα εἰς τὸ βάραθρον, καὶ ἴσως ἤθελεν εὑρεθῇ τις νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν λαὸν «Εἶσαι ἀνάξιος συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Ἰδοὺ εἶχες ἐλευθέρας ἐκλογὰς, οἱ κυβερνῶντες ἐνήργησαν κατὰ τὴν θέλησίν σου. Ἡ κατάστασις ὅμως τῶν πραγμάτων σημαίνει τοῦτο, ὅτι εἶσαι ἀνάξιος συνταγματικοῦ πολιτεύματος, εἶσαι ἀνάξιος τῶν ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας ἠξιώθης νὰ ἔχῃς». Ὄχι, κύριοι, δὲν εἶναι ἀνάξιος τῶν ἐλευθεριῶν του ὁ Ἑλληνικὸς λαός· εἶναι κίνδυνος νὰ παρασταθῇ ὡς ἀνάξιος, διότι δὲν ἐπεζητήθη σπουδαίως ἡ θεραπεία τῶν κακῶς κειμένων. Βεβαίως, κύριοι, ἡ τοιαύτη κακὴ κατάστασις δὲν δύναται ἀμέσως νὰ μεταβληθῇ, δὲν δύναται ἀμέσως νὰ ἐκλείψῃ, ἂν καὶ δύναταί τις νὰ παραδεχθῇ τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Ῥοντήρη, ὅτι βεβαίως χρειάζονται νομοθετήματα πολὺ πρακτικὰ, διὰ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ ἀναστείλωμεν αὐτὸν τὸν χείμαῤῥον τοῦ συστήματος αὐτοῦ τοῦ διεφθαρμένου. Βεβαίως, κύριοι, διὰ πολλῶν μέτρων δυνάμεθα νὰ περιστείλωμεν τὸ κακὸν, λ. χ. νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ὑλικῆς τοῦ τόπου, καὶ πρὸς τὴν ὑλικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ τόπου ἀπαραίτητος εἶναι ἡ ἀνάπτυξις τῆς συγκοινωνίας. Εἰς τὸ μέρος τοῦτο τοῦ λόγου ἀπαντῶντες, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν ἔντασιν, φωνάζοντες συγκοινωνίαν καὶ πάλιν συγκοινωνίαν, διότι εἶναι τὸ μόνον μέσον, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ ὑλικὴ ἀνάπτυξις τοῦ τόπου. Εἶναι καὶ ἄλλα μέσα, διὰ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ προλάβωμεν τὸν κατακλυσμὸν αὐτὸν τῆς διαφθορᾶς· δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν καὶ νὰ κάμωμεν λόγον περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, διὰ τῆς ὁποίας ἠδύναντο πολλὰ καλὰ νὰ προέλθουν. Πολλὰ τοιαῦτα βεβαίως δυνάμεθα νὰ κάμωμεν καὶ ὅσα ἄλλοι ἁρμοδιώτεροι ἐμοῦ, οἱ ὁποῖοι, ἐγκύπτοντες εἰς τὰ πράγματα καὶ ὄχι εἰς τοὺς λόγους, δύνανται νὰ σκέπτωνται περὶ τῆς διορθώσεως τῶν κακῶς κειμένων. Ἀλλ’ ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι, περιμένοντες νὰ ἐπέλθῃ ἴσως μετὰ αἰῶνα ὁλόκληρον ἐκεῖνος ὁ διοργανισμὸς τῆς πολιτείας, τὸν ὁποῖον ἐπιθυμεῖ ὁ κ. Ῥοντήρης, πρέπει νὰ ἀφίνωμεν ἀστιγμάτιστον τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἀπειλεῖ νὰ μᾶς παρασύρῃ; Δὲν ἀρκοῦν οἱ νόμοι, πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἡ καυτηρίασις αὐτοῦ τοῦ κακοῦ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ διὰ τοῦ τύπου· πρέπει νὰ στιγματίσωμεν ἐκεῖνο τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἀπειλεῖ πάντας ἡμᾶς καὶ ὑπὸ ὅλας τὰς ἐπόψεις, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ἀκόμη αὐτὴν τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος. Ἔχομεν, κύριοι, ὁπωσδήποτε ἕνα τίτλον εἰς τὰς χεῖρας ἡμῶν, καὶ τὸν τίτλον αὐτὸν τὸν κρατοῦμεν τρέμοντες, ἐνῷ οἱ πατέρες ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὰ μέσα, ἀνέλαβον τὸ ἔργον νὰ πολεμήσωσιν ἐναντίον μεγάλης τότε καὶ ἰσχυρᾶς αὐτοκρατορίας, καί τοι ἔχοντες ἐναντίαν τὴν Εὐρώπην· ἡμεῖς δὲ, μὴ ἔχοντες ἐναντίον ἡμῶν τὴν Εὐρώπην, τρέμομεν, καὶ δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ πραγματοποιήσωμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς Εὐρώπης· καὶ δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν, ὄχι διότι εἴμεθα μικροί, ἀλλὰ διότι εἴμεθα καχεκτικοί, διότι διατελοῦμεν ὑπὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καὶ τὴν διοίκησιν, καὶ τὰ οἰκονομικὰ, καὶ τὸ δημόσιον φρόνημα κατέστρεψε, διότι σήμερον δὲν ὑπάρχει δημόσιον φρόνημα ἀνάλογον πρὸς τὰς ἀξιώσεις τοῦ Ἑλληνισμοῦ· δὲν βλέπει τις ὄχι τὴν Ἑλλάδα τοῦ 1821, ἀλλὰ οὔτε τὴν Ἑλλάδα τοῦ 1854· ἂν ὑπῆρχεν ἡ Ἑλλὰς ἔστω τοῦ 1854, ἡ εὐχὴ αὕτη ἠδύνατο νὰ καταστῇ πρᾶγμα.
§8Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ τὸ μαρτυρεῖ ἡ Ματαράγκα.
§9ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλοίμονον, ἐὰν ἀπέβαλλεν ὁριστικῶς ὁ Ἑλληνισμὸς τὰ φρονήματα, ὑπὸ τῶν ὁποίων ἐνεπνέετο κατὰ τὸ 1821 καὶ κατὰ τὸ 1854· δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν αὐτήν. Βεβαίως μαρτυρεῖ ἡ Ματαράγκα· καὶ τόσῳ μᾶλλον λυπηρὸν, ὅτι ἕνεκα μηδαμινῶν λόγων, παλαίοντες ἁπλῶς περὶ τῆς ἐξουσίας, ἐμαράναμεν αὐτὸ τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ, τὸ φρόνημα, τοῦ ὁποίου καὶ μόνον ἴσως θὰ εἴχομεν ἀνάγκην, διὰ νὰ ἐκτελεσθῇ αὐτὴ ἡ εὐχὴ τῆς Εὐρώπης, καὶ νομίζω μάλιστα, ὅτι δὲν χρειάζονται καὶ μεγάλα πράγματα, διὰ νὰ ἐπανέλθῃ αὐτὸ τὸ φρόνημα ἀκμαῖον καὶ ζωηρὸν, διὰ νὰ ἔχητε τὰ μέσα σεῖς οἱ κυβερνῶντες νὰ ἐκτελέσητε αὐτὴν τὴν εὐχήν. Δὲν λέγω, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἔχει τὴν ἀρετὴν τῶν θυσιῶν· τὴν ἔχει, ἀλλὰ ἤρχισε νὰ τὴν ἔχῃ ὑπὸ ἕνα ὅρον, ὁ λαὸς θέλει νὰ ἴδῃ, ὅτι αἱ θυσίαι αὗται γίνονται χάριν τοῦ μεγαλείου τῆς πατρίδος, καὶ οὐχὶ ἁπλῶς χάριν τοῦ κόμματος. Καὶ δὲν θὰ ἦτο τολμηρὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἂν ἠδυνάμεθα νὰ διορθώσωμεν τὸ ἐσωτερικὸν ζήτημα, τότε διωρθοῦτο καὶ τὸ ἐξωτερικὸν καὶ τὸ οἰκονομικόν· δὲν ἐννοῶ, κύριοι, τὴν διόρθωσιν ἐκείνην, ἡ ὁποία δύναται ν’ ἀπαιτῇ χρόνον, ἀλλὰ τὴν διόρθωσιν ἐκείνην, διὰ τὴν ὁποίαν ἀρκεῖ ἡ ἐπίγνωσις τοῦ κακοῦ καὶ ἡ ἐξομολόγησις τοῦ κακοῦ· ἡ ἔναρξις μόνον τῆς διορθώσεως τῶν ἐσωτερικῶν ἤθελεν ἀρκέσει ὥστε καὶ τὴν εὐχὴν τῆς Εὐρώπης νὰ ἐκτελέσωμεν, καὶ τοὺς πόθους τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τὰ οἰκονομικά μας νὰ ἐπανορθώσωμεν. Δὲν εἶναι δύσκολον, κύριοι Ὑπουργοὶ, νὰ καταδείξητε δι’ ἔργων, ὅτι συναισθάνεσθε τὸ κακὸν, διὰ τὸ ὁποῖον καὶ σεῖς εἶσθε ὑπεύθυνοι, ὡς καὶ οἱ ἄλλοι· ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι μετανοεῖτε διὰ τὴν κατάστασιν αὐτὴν, καὶ νὰ καταπαύσητε τὴν διωργανισμένην διαφθοράν, ὡς εὐφυῶς ἐχαρακτήρισε μίαν ἡμέραν ὁ κ. Πετσάλης τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα· ἀρκεῖ νὰ μεταβοῦν τὰ ταχυδρομεῖα εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, καὶ ἠξεύρετε σεῖς πῶς θὰ γράψητε, ἀρκεῖ νὰ θέλετε τὴν διόρθωσιν τοῦ κακοῦ, καὶ τότε ἀμέσως θέλετε ἰδεῖ, ὅτι νέα ζωὴ ἐμβάλλεται εἰς τὸ Κράτος, καὶ τότε θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἀμέσως ἔχετε τὸν λαὸν πρόθυμον καὶ εἰς θυσίας καὶ εἰς φόρους. Ἂν πράξητε τοῦτο, νομίζω, ὅτι τότε κυρίως θὰ κατασταθῆτε ἄξιοι τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν σήμερον ζητεῖτε, ἐμπιστοσύνης πραγματικῆς, οὐχὶ τυπικῆς. Μὴ ἐπιζητεῖτε τὴν ἀρίθμησιν τῶν ὀπαδῶν, ἀλλὰ τῆς κοινωνίας τὴν ἐπιδοκιμασίαν. Ἂν οὕτω πράξητε, θέλετε τότε λάβει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς κοινωνία· ἂν δὲ τοῦτο δὲν πράξητε, μὴ περιμένετε τὸν λαὸν νὰ καταστῇ ἄξιος τῆς ἀποστολῆς του· θὰ καταστῇ τότε ἄξιος τῆς ἀποστολῆς του ὄχι πλέον διὰ τῆς τάξεως καὶ τῆς νομιμότητος, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀταξίας καὶ τῆς παρανομίας· καὶ βεβαίως, πρὶν ὁ λαὸς αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἀπέδειξεν, ὅτι ἔχει τόσην ζωτικότητα πρὶν πέσῃ ὑπὸ τὴν διαφθορὰν, τὴν ὁποίαν παρεσκεύασε σύστημα τόσων ἐτῶν, βεβαίως θὰ κάμῃ τοὺς τελευταίους σπαραγμοὺς, θὰ διαμαρτυρηθῇ. Βεβαίως εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀποθάνῃ, καθ’ ὃν τρόπον παρασκευάζομεν τὸν θάνατόν του· θὰ κάμῃ σπαραγμοὺς, καὶ ὑπὸ τοὺς σπαραγμοὺς ἐκείνους θὰ σᾶς παρασύρῃ ὑπὸ μίαν φοβερὰν καταδίκην. Ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει, καὶ ἐπανέρχομαι κυρίως εἰς τὸ θέμα ἀπὸ τοῦ ὁποίου ὡρμήθην, εἰς τὸ θέμα τοῦ Βασιλικοῦ λόγου ἐπὶ τῶν ἐλευθέρων καὶ ἀνεπηρεάστων ἐκλογῶν· ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει, ἐλεύθεροι καὶ ἀνεπηρεάστοι ἐκλογαὶ δὲν ὑπάρχουν. Ὅταν, κ. Ῥοντήρη, εὑρέθης εἰς τὸν πειρασμὸν νὰ ῥίψῃς μίαν Κυβέρνησιν διὰ τὴν μετάθεσιν ἑνὸς στρατιώτου, δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸν πειρασμὸν ὁ κομματάρχης ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διαθέτει 100 ψήφους, νὰ ῥίψῃ ἐσᾶς διὰ τὴν μετάθεσιν ἑνὸς στρατιώτου; Εἴμεθα σύμφωνοι κατ’ ἀρχὴν, δὲν εἴμεθα ὅμως καὶ ἐπὶ τῆς συγκεκριμένης περιστάσεως. Παρεστήσατε ὅτι ὑμεῖς ἐζημιώθητε εἰς τὴν ἐπαρχίαν, διότι εἴχετε τὸν χαρακτῆρα τοῦ ὑποψηφίου· πιθανὸν νὰ συνέβη τοῦτο εἰς τὴν ἐπαρχίαν ὑμῶν, ἀλλὰ, δυστυχῶς διὰ τοὺς ἐκτιθεμένους, ὁ λαὸς ἔχει ἀρκετὴν νοημοσύνην, δὲν ἐπηρεάζεται πλέον ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ δεῖνα κόμμα ἐψήφισε φόρους, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ καταψηφίσωμεν τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ κόμματος αὐτοῦ, δὲν ἐπηρεάζεται πλέον ὁ λαὸς ἀπὸ τοιαῦτα, δὲν ἐπηρεάζεται, διότι ὁ λαὸς πιστεύει, ὅτι πάντες τὰ αὐτὰ πράττουσιν· εἰς τὸν λαὸν ἐπῆλθεν ὁ ἀτομικισμὸς, ἕκαστος κατήντησε νὰ σκέπτηται περὶ τῶν συμφερόντων του, τὸ πολὺ πολὺ ὑπάρχει σκέψις περὶ ἐπαρχιακοῦ συμφέροντος, σκέψις γενικὴ δὲν ὑπάρχει· κατηντήσαμεν εἰς τὸν ἀτομικισμόν. Καὶ ἔχει δίκαιον ὁ λαὸς οὕτω νὰ σκέπτηται, διότι βλέπει, ὅτι διοίκησις δὲν ὑπάρχει, καὶ ἀγωνίζεται τὸ ἄτομον νὰ προστατεύσῃ τὰ δικαιώματά του διὰ τῆς ψήφου του· ἑκάστη ἐπαρχία τὸ πολὺ πολὺ ἐκφράζει διὰ τῆς ψήφου της τὴν προσωπικὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχει πρὸς τὸ δεῖνα ἢ δεῖνα ἄτομον. Καὶ πῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ σήμερον ἐκφράζουσι γενικὸν φρόνημα, ὅταν εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῶν Καλαβρύτων ἐκλέγωνται συγχρόνως δημοκράται, ἀπολυτόφρονες, συντηρητικοί; Δὲν ἐννοῶ, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ σύστημα ἐντολῆς ῥητῆς πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ καὶ τὸ ἄλλο, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ αὐτὸς λαός, ἐν τῇ αὐτῇ ἐκλογῇ, ἐν γνώσει τῶν διϊσταμένων ἰδεῶν τῶν προσώπων, νὰ ἐκλέγῃ πρόσωπα ἐκ διαμέτρου πρὸς ἄλληλα ἀντιθέτως διακείμενα· τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι δὲν ἠξεύρει τί κάμνει, ἀλλὰ σημαίνει, ὅτι ὑπὸ τὸ σύστημα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον διοικεῖται ὁ λαὸς, σκέπτεται ἕκαστος μόνον περὶ τῶν συμφερόντων του. Ὑπὸ τοιοῦτον λοιπὸν σύστημα, κύριοι, νομίζω, ὅτι πράγματι ἐλεύθεραι καὶ ἀνεπηρέαστοι ἐκλογαὶ δὲν ὑπάρχουν· πρέπει νὰ διορθωθῇ τὸ σύστημα αὐτὸ, διὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὑπάρχει τὸ ἀνεπηρέαστον τῶν ἐκλογῶν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἤθελον ψευσθῆ οἱ ἐπαγγελλόμενοι μόνον καὶ λέγοντες πρὸς τὸν Βασιλέα, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ ἐνηργήθησαν ἀνεπηρέαστοι, καὶ οἱ πρεσβεύοντες, ὅτι ὁ λαὸς διὰ τῶν ἐκλογῶν, τὰς ὁποίας ἐνήργησεν αὐτὴν τὴν φορὰν, κατέστη ἄξιος τῆς ἐκπολιτιστικῆς ἀποστολῆς του. Μὴ εἴπωμεν πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ τὸν λαὸν τὸ ψεῦδος αὐτό· μὴ εἴπωμεν τὴν εἰρωνείαν αὐτὴν, ἡ ὁποία πραγματικῶς ἐμπεριέχεται εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον.
§10ΠΟΛΛΟΙ. Εὖγε, ὡραῖα!
§11ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν εἶναι, κύριοι βουλευταὶ, εὐτυχὴς ὁ ἀναβὰς τὸ βῆμα μεθ’ ὅσα μέχρι τοῦδε ἐῤῥέθησαν· ἔχει ὅμως ἀπαίτησιν ὁ ἀναβὰς νῦν τὸ βῆμα νὰ τύχῃ εὐμενοῦς ἀκροάσεως, καθότι ἀπὸ πολλοῦ ἐλθὼν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τούτῳ, λίαν σπανίως ἀπησχόλησε τὴν Βουλήν· ἐνόμισα πάντοτε καθῆκόν μου, ὁσάκις δὲν προέκειτο ἐξήγησις ἢ συζήτησις παρ’ ἐμοῦ, τοῦ ἀσθενοῦς τὰς δυνάμεις, νὰ τηρήσω σιωπὴν καὶ νὰ ἀφήσω εἰς ἄλλους κάλλιον ἐμοῦ νὰ διαφωτίσωσι τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος νομίζω, ὅτι ἤθελον ἀθετήσει τὸ ἐμὸν καθῆκον καὶ πρὸς τὸ ἔθνος καὶ πρὸς τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα μου, ἂν δὲν ἐκφράσω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου, ὅπως δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, ὅπως δικαιολογηθῶ, ὅτι θὰ δώσω ψῆφον ἀπολύτου δυσπιστίας πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν. Λυποῦμαι βλέπων τὸ ὑπουργεῖον σιωπῶν ἐπὶ πολλὰς ἤδη ἡμέρας καὶ ἀφίνον τὴν Βουλὴν πραγματικῶς πελαγοδρομοῦσαν· ἐνῷ ἔθεσε ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀκόμη δὲν ἠξίωσε νὰ ὁρίσῃ τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ συζητήσωμεν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ Βασιλικὸς λόγος περὶ πολλῶν θεμάτων λαλεῖ, ἀλλὰ τοσοῦτον ἀορίστως, ὥστε δὲν εἶναι εἰμὴ ἀφήγησις ἁπλουστάτη, τὴν ὁποίαν ὁποιαδήποτε κυβέρνησις ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσιν ἠδύνατο νὰ πράξῃ· ὤφειλε, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις νὰ διευθύνῃ τὴν συζήτησιν· ὤφειλεν ἡ πλειονοψηφία, ἥτις εἶναι ἡ κυβέρνησις, νὰ τὴν διευθύνῃ, ὅπως μὴ εἴπωσι καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου, ὅτι ἐπὶ ματαίῳ κατηναλώσαμεν τὸν πολύτιμον χρόνον, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ δαπανήσωμεν διὰ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα· ἂν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, καὶ πρέπει νὰ τὸ νομίζῃ, ὅτι ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, ὤφειλεν αὐτὴ νὰ θέσῃ τὰ θέματα, καὶ νὰ ἀπαντήσῃ ἑκάστοτε κατηγορηματικῶς εἰς τὰς παρατηρήσεις ἡμῶν· καὶ ἀπορῶ, κύριοι, ἀφοῦ τοιαῦται μομφαὶ ἐξεφράσθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, πῶς ἡ Κυβέρνησις ἀκόμη σιωπᾷ καὶ ἀφίνει ἀκόμη τὴν συζήτησιν εἰς τὴν ἀόριστον θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται. Οὐχ ἧττον, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν διευθύνει τὴν συζήτησιν, ἀφίεται εἰς ἕκαστον ἐξ ἡμῶν νὰ ἐξεύρωμεν ἐκ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου τὰ θέματα τῆς συζητήσεως. Δὲν ἤθελον νὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, τῆς ἀναγομένης εἰς τὰς ἐλευθέρας καὶ ἀνεπηρεάστους ἐκλογάς· δὲν εὑρέθην, κύριοι, ἐνταῦθα κατὰ τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν, διότι, ἕνεκα τῶν ἐπεμβάσεων τῆς κυβερνήσεως, ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου ἐδικαζόμεθα ἐν Κερκύρᾳ, διότι ἡ σκευωρηθεῖσα καθ’ ἡμῶν κατηγορία περὶ δωροδοκίας εἰσήγαγε τοὺς φίλους μας εἰς τὰ δικαστήρια· διὰ τοῦτο ὑποχρεοῦμαι νὰ ἔλθω εἰς τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐκλογῆς Κερκύρας οὐχὶ ὅπως ἀποδείξω τὴν γνησιότητα αὐτῆς... (θόρυβος).
§12ΤΙΝΕΣ. Εἶναι λελυμένον τὸ ζήτημα.
§13ΠΟΛΥΛΑΣ. — Ἀλλ’ ὅπως ἀποδείξω διὰ τῶν γενομένων ἐν Κερκύρᾳ, ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο ὁ Βασιλικὸς λόγος, τουτέστι τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ψευδὴς εἰκὼν τῶν πραγμάτων. Ὑπήρχομεν, κύριοι, ἐν Κερκύρᾳ, ἡμεῖς οἱ ἐπιτυχόντες Βουλευταί, ὡς κόμμα αὐθύπαρκτον, τὸ ὁποῖον δὲν ὀφείλει τὴν ὕπαρξίν του εἰς οὐδὲν τῶν ἐν Ἑλλάδι κομμάτων, ὑπήρχομεν ἀπὸ τοῦ 1872, ὁ δὲ κύριος Κουμουνδοῦρος, ὁ ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως, τὴν φορὰν ταύτην ἀπεφάσισε τὴν ἐξαφάνισιν τοῦ κόμματος τούτου, καὶ ἀπορῶ διὰ τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον, ὅστις ἀξιοῖ ὅτι βαστᾷ τὴν ἐθνικὴν σημαίαν, πῶς ἐν Κερκύρᾳ ἐπολέμησε τὸ κόμμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αὐτὴν τὴν σημαίαν ἐκράτησε πρὸ πολλοῦ καὶ τὴν ἐκράτησεν ἀπέναντι τῶν ἐπεμβάσεων ὑφ’ ὅλας τὰς Κυβερνήσεις, καὶ ὑπερίσχυσεν ἀπέναντι αὐτῶν.
§14Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἴπατε, ἐσκέφθη νὰ σᾶς πολεμήσῃ, διὰ νὰ μὴ ἔλθητε εἰς τὴν Βουλὴν βεβαίως καὶ τὸν πολεμήσητε καὶ σεῖς. Ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπουσιάζει, καὶ ἠμπορεῖτε νὰ λέγετε ὅ,τι θέλετε.
§15ΠΟΛΥΛΑΣ. Λυποῦμαι πολὺ διότι εἶναι ἀπὼν ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶμαι δ’ ἕτοιμος νὰ παραιτήσω τὸν λόγον, ἐὰν πρόκηται αὔριον νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλήν.
§16Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ, προχωρήσατε.
§17ΠΟΛΥΛΑΣ. Παρατηρῶ, κύριοι, καὶ μοὶ ἐπιτρέπετε τὴν παρατήρησιν, ὅτι χθὲς συμπολιτευόμενος διὰ μακρῶν ὡμίλησε, καὶ ἐπροσέχετε, ἐνῷ δὲν ἠκούετο· σήμερον ὅμως, ἐπειδὴ ὁμιλεῖ ἀντιπολιτευόμενος, δὲν θέλετε νὰ ἀκούητε (θόρυβος). Ἔπαινος ὀφείλεται εἰς τὸν λαὸν τῆς Κερκύρας, διότι πάντοτε ἀπέναντι τῶν ἐπεμβάσεων ὑπερίσχυσεν οὐχὶ ἕνεκα τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἰς τὸ πεῖσμα τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν Κερκύρᾳ ἡ νῦν Κυβέρνησις, διὰ νὰ δείξῃ τὴν εὔνοιάν της εἰς τοὺς ἀντιθέτους, μεταθέτει ἄνευ λόγου ἀμερόληπτον Νομάρχην, τὸν κύριον Μίχον, ὁ ὁποῖος ἀγαποῦσε τὴν εὐθεῖαν διοίκησιν, καὶ τοιαύτην μετήρχετο. Καὶ ἠξεύρετε διὰ τί τὸν μεταθέτει; διότι ἐδέχετο ἕνα ἐκ τῶν ὑποψηφίων, ἐμὲ, εἰς τὴν Νομαρχίαν,—εἰς τοιαύτην μικρολογίαν κατῆλθεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου,—μετέθεσεν αὐτὸν, διότι δὲν ἠθέλησε νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν ἀντιθέτων, καὶ ἔστειλεν ἀντ’ αὐτοῦ τὸν κύριον Λογοθέτην, ὁ ὁποῖος καὶ πάλιν μετετέθη, διότι καὶ αὐτὸς δὲν ἠθέλησε νὰ ἐνδίδῃ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν ἀντιθέτων. Πρὸς τιμὴν τοῦ τόπου ἐκείνου δὲν θὰ εὐδοκιμήσῃ ὁ Νομάρχης, ὁ ὁποῖος ἀσυστόλως θὰ φατριάζῃ, καὶ αὐτοὶ οἱ κύριοι, καὶ ἀτομικῶς ἔντιμοι, καὶ διότι εὑρίσκοντο ἐντὸς κύκλου εὐγενοῦς κοινωνίας, δὲν ἠδύναντο, καὶ ἂν ἤθελον, νὰ ὑπακούσουν εἰς τὰς φαύλας αὐτὰς ἀπαιτήσεις τῶν ἀντιθέτων.
§18ΤΙΝΕΣ. Μὰ τί τοὺς ὑβρίζετε; εἶναι ἀπόντες.
§19Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Εἶναι πολὺ ἐντιμότεροι οἱ ἀντίθετοί σας ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι οἰκειοποιοῦνται αὐτὸν τὸν τίτλον.
§20ΠΟΛΥΛΑΣ. Εἶναι ἐδῶ οἱ Βουλευταὶ Κερκύρας, αὐτοὶ οἱ ἀπαιτοῦντες, διότι ἡ Κέρκυρα ἀποτελεῖται ἀπὸ 3 ἐπαρχίας. Ἐπεδείχθη πανηγυρικῶς ἡ εὔνοια τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς ἀντιθέτους ἡμῶν, διὰ τῆς διπλῆς μεταθέσεως δύω Νομαρχῶν.
§21ΣΠ. ΖΕΡΒΟΣ. Ὅ,τι ἐκάματε καὶ σεῖς ἐπὶ Τρικούπη. Δὲν μετεθέσατε τὸν κύριον Μαρῖνον;
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε· ἀπαντᾶτε ἔπειτα.
§23ΣΠ. ΖΕΡΒΟΣ. Δὲν εἶμαι ῥήτωρ, ἀπαντῶ τώρα· εἶναι προσωπικόν.
§24ΝΙΚΟΚΑΒΟΥΡΑΣ. Μίαν ἐρώτησιν· εἶχε τὸ ὑπουργεῖον ὑποψηφίους, εἶχε φίλους, εἶχε συνδυασμούς;
§25ΠΟΛΥΛΑΣ. Πῶς δὲν εἶχε;
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἐπιτρέπετε τὰς διακοπάς.
§27ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἐν Κερκύρᾳ γινώσκει καλῶς καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ φανερὰ ἢ ἡ διὰ τῆς θείας ἐπέμβασις ὠφελεῖ μᾶλλον τοὺς ἀντιπολιτευομένους, καὶ διὰ τοῦτο λίαν ἐντέχνως εἰργάζετο ἡ Κυβέρνησις τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου· ἤρκει νὰ δείξῃ κἄπως τὴν εὔνοιαν, διὰ τῆς μεταθέσεως τῶν Νομαρχῶν. Ἀλλ’ εἴτε κατὰ δυστυχίαν, εἴτε κατ’ εὐτυχίαν τῆς πόλεως Κερκύρας, ὑπάρχει ἐκεῖ ὁμὰς ἀλλοδόξων, ἡ ὁμὰς τῶν ἰσραηλιτῶν, ἡ ὁποία διαθέτει ὑπὲρ τὰς 600 ψήφους, καὶ εἰς τὴν ὁμάδα ἐκείνην ἔστρεψαν ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις τὸ βλέμμα των, ὅπως ὑπὲρ ἑαυτῶν τὴν διαθέσουν. Λίαν ἔντεχνος τὴν φορὰν ταύτην ὑπῆρξεν ἡ διαγωγὴ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπρόκειτο νὰ μετατεθῇ ἓν τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἑδρευόντων ταγμάτων εἰς Λευκάδα, διὰ νὰ μεταβῇ εἰς Λεπενοῦν, ὑπῆρχον δὲ ἐν τῷ τάγματι ἐκείνῳ 20, νομίζω, ἰσραηλῖται στρατιῶται· διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου, αὐτοὶ μετατίθενται εἰς τὸ τάγμα τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ μένῃ ἐν Κερκύρᾳ. Ὁ τόπος ἐξεπλάγη, διότι τοιαῦτα προνόμια ἐδίδοντο εἰς πολίτας, οἱ ὁποῖοι πρέπει καὶ αὐτοὶ νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Τότε ἐξηγέρθημεν ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ, ὁ κύριος Ῥωμαῖος, οἱ Βουλευταὶ τῆς πόλεως, καὶ αὐτὸς ὁ κύριος Ζερβὸς, ὁ ὁποῖος ὑπέγραψε τὸ τηλεγράφημα.
§28ΒΑΡΟΤΣΗΣ. Μὰ εἶχον τὰ καλύβια, εἶχαν θρησκευτικὴν ἑορτήν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§30ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἂς κρίνῃ τὸ κοινὸν, ἐὰν ἦσθε ἴσοι πρὸς τοὺς συμπολιτευομένους καὶ τοὺς ἀντιπολιτευομένους· ἠκροάσθητε ἐπὶ δύω ὥρας ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἠκούετο, καὶ ἐμὲ δὲν θέλετε νὰ μὲ ἀκούσητε.
§31ΡΩΜΑΣ. Ζητῶ τὸν λόγον.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πολυλᾶ, νὰ μὴ δίδητε ἀφορμὰς διακοπῶν.
§33ΠΟΛΥΛΑΣ. Λέγω τὴν ἀλήθειαν, δὲν προκαλῶ.
§34ΡΩΜΑΣ. Εἶναι ἡ δευτέρα φορὰ· εἶμαι παραπολὺ ἀνεκτικός.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῷ ἔγεινεν ἡ ἀπαιτουμένη παρατήρησις.
§36ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἠνόουν νὰ τὸν προσβάλω. — Παρουσιάσθημεν λοιπὸν εἰς τὸν Νομάρχην κ. Λογοθέτην, ὁ ὁποῖος, ἐν ὀνόματι ἡμῶν, παρέστησε τὸ ἄτοπον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ εἶπεν, ὅτι δικαίως ὁ τόπος ἐξεγείρετο, ἡ δὲ Κυβέρνησις, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἠθέλησε νὰ κολάσῃ τὸ πρᾶγμα, καὶ εἰ δυνατόν, νὰ καταπαύσῃ τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ τόπου, ἀλλὰ νὰ μὴ δυσαρεστήσῃ καὶ τοὺς φίλους Ἰσραηλίτας· καὶ ἀπεφάσισεν, ὥστε τὸ ἥμισυ νὰ μετατεθῇ εἰς τὴν Λευκάδα, καὶ οἱ ἄλλοι 10 νὰ μείνωσιν ἐν Κερκύρᾳ. Ἐντεῦθεν ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον σύσσωμοι οἱ Ἰσραηλῖται ἐψήφισαν τὴν ἀντίθετον μερίδα ἐν τῇ πόλει Κερκύρας. Ἠξεύρετε, ὅτι οἱ Ἰσραηλῖται φοβοῦνται τὴν στρατολογίαν, καὶ δὲν τοὺς κακίζω διὰ τοῦτο, διότι ἦσαν ἀσυνείθιστοι, διότι δυστυχῶς διὰ τὸ γένος ἐκεῖνο δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ἔθνος, καὶ δὲν ἔχουν ἀκόμη τὴν συναίσθησιν τῆς ἐθνικότητος, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι ἴδιον τῆς ἐκπολιτιστικῆς πολιτικῆς τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως νὰ τοὺς παραφθείρῃ τοιουτοτρόπως, καὶ νὰ τοῖς εἴπῃ, ὅτι χάριν λόγων χαμερποῦς πολιτικῆς θέλει νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐκτελοῦν ἅπαντες οἱ Ἕλληνες, Ἰσραηλῖται, Λατῖνοι καὶ οἱουδήποτε ἄλλου θρησκεύματος. Σύσσωμοι οἱ Ἰσραηλῖται ἐψήφισαν τοὺς ἀντιθέτους, καὶ διὰ τοῦτο εἴδατε τὴν μικρὰν διαφορὰν τῶν ψήφων.
§37ΡΩΜΑΣ. Ἰδοὺ οἱ φιλελεύθεροι.
§38ΠΟΛΥΛΑΣ. Φιλελευθερώτατοι μάλιστα· ἡ ἰσονομία εἶναι ἐλευθερία, ὄχι τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα θέλουν νὰ παραχωρήσουν διὰ λόγους μικροὺς πολιτικούς, ὅπως διατηρηθοῦν εἰς τὴν ἐξουσίαν. Μήπως νομίζετε, ὅτι ἐπέμβασις δὲν ἐγένετο ἐν Κερκύρᾳ, ἰδίως παρά τινων στρατιωτικῶν, ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν; μήπως ἀναφανδὸν ὁ κ. Ἀντωναρόπουλος δὲν ἐξεφράζετο καθ’ ἡμῶν; μήπως αὐτὸς δὲν κατηχοῦσεν ἰδίως τοὺς Ἰσραηλίτας, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ πλατείᾳ ἠκροάζοντο αὐτόν;
§39ΔΗΜΟΣΘ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἀνέβητε εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ ἐκχύσητε τὴν ἐμπάθειάν σας.
§40ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Πρέπει νὰ ἀνακαλέσητε εἰς τὴν τάξιν, κ. Πρόεδρε, τὸν ἀγορεύοντα, πρῶτον, διότι ἀπόντας Βουλευτὰς ἐξύβρισεν ἀπὸ τοῦ βήματος, δεύτερον, διότι ἐξυβρίζει ἀνώτερον ἀξιωματικὸν ἐνταῦθα.
§41ΔΗΜΟΣΘ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ εἶσθε ἔφορος σεῖς τῆς τακτικῆς καὶ τῆς ἠθικῆς, οὕτως εἰπεῖν, διευθύνσεως τῶν συνεδριάσεων, πρέπει ν’ ἀνακαλῆτε εἰς τὴν τάξιν τὸν ἀγορεύοντα, ὁσάκις ἐκτρέπεται.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νὰ λέγῃ, ὅτι ἕνας ἀξιωματικὸς ἐπεμβῆκεν εἰς τὰς ἐκλογὰς, εἶναι ἀπηγορευμένον; Ἐγὼ τὸν Ἀντωναρόπουλον τὸν ἔχω καὶ συγγενῆ.
§43ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἂς ἐξετάσῃ τὸ πρᾶγμα ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργός, γνωρίζω ὅτι εἶναι ἐντιμότατος· ὑπῆρξε πανηγυρικὴ ἡ ἀνάμιξις τοῦ Ἀντωναροπούλου ἐν Κερκύρᾳ, καὶ δὲν τὸν κατήγγειλα, διότι ἐσυνείθισα πάντοτε νὰ περιφρονῶ τὰς ἐπεμβάσεις, καὶ πάντοτε ἔκαμα ἐκλογὰς, εἰς τὸ πεῖσμα τῶν ἐπεμβάσεων.......
§44ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τί κάμνετε λόγον τότε;
§45ΠΟΛΥΛΑΣ. Μοὶ δίδει ἀφορμὴν ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον.
§46ΦΩΤΗΛΑΣ. Πῶς ἐπέτυχε τὸ κόμμα σας;
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔπειτα λαμβάνετε τὸν λόγον καὶ ὁμιλεῖτε.
§48ΖΕΡΒΑΣ. Τότε πρέπει νὰ μᾶς κάμῃς Γερμανούς.
§49ΣΠ. ΖΕΡΒΟΣ. Νὰ μᾶς εἴπῃς ἐὰν ἔγειναν ἐπεμβάσεις καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας τῆς Κερκύρας.
§50ΠΟΛΥΛΑΣ. Θὰ καταβῶ τοῦ βήματος, καὶ ὅταν ἡσυχάσουν, θὰ ὁμιλήσω. Διατί ἐπετύχατε; μὴ ἀπευθύνετε τοιαύτην ἐρώτησιν εἰς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἐπὶ δεκαετίαν ἔρχεται εἰς τὸ Βουλευτήριον. Ἐπετύχομεν, διότι μᾶς θέλει ὁ τόπος, διότι ἐσυνείθισε νὰ ἐξασκῇ ἐλευθέρως τὸ δικαίωμά του, καὶ ἀπέναντι τῶν κακοήθων ἐπεμβάσεων τῆς ἐξουσίας.
§51ΖΕΡΒΑΣ. Διατί δὲν ἐζητήσατε τὴν ἀκύρωσιν;
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, διότι θὰ ἀναγκασθῶ νὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν· δὲν εἶναι συγχωρημένον εἰς κανένα νὰ ἀπευθύνῃ ἐρωτήσεις.
§53ΖΕΡΒΑΣ. Οὔτε εἰς τὸν ἀγορεύοντα νὰ ὑβρίζῃ.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ δὲν ὑβρίζει. Ἀποφεύγετε, παρακαλῶ, κ. Πολυλᾶ, πᾶσαν βαρεῖαν φράσιν.
§55ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν, χαρακτηρίζω κακοήθη μίαν πολιτικήν, διότι μοὶ φαίνεται κακοήθης.
§56ΚΟΡΙΖΗΣ (γραμματεύς). Κακοήθης; Λοιπὸν τότε εἴμεθα καὶ ἡμεῖς κακοήθεις, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦμεν τὴν πολιτικὴν αὐτήν.
§57ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Τώρα ἀρχίζουν καὶ οἱ γραμματεῖς νὰ διακόπτουν ἀπὸ τοῦ προεδρείου (θόρυβος).
§58ΖΕΡΒΑΣ. Ἡμεῖς δὲν διακόπτομεν, εἰμὴ ὅταν ὑβριζώμεθα βαναύσως.
§59ΡΩΜΑΣ. Πιστεύω, κ. Πολυλᾶ, ὅτι τώρα θὰ ἀκουσθῇ ἡ φωνή μου, καὶ ὅταν τελειώσῃς ἀπὸ τοῦ βήματος, θὰ τὴν ἀκούσῃς ἔξω.
§60ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἀπορῶ, κύριοι, διότι ἐνῷ ὁ πρὸ μικροῦ καταβὰς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐχαρακτήρισεν ὁλόκληρον τὸ σύστημα τῆς διοικήσεως ὡς κακόηθες, σεῖς δὲ δὲν διεμαρτυρήθητε, τώρα, ὅτε εἶπον ὅτι εἶναι κακοήθης ἡ πολιτική, ἐξεγείρεσθε. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἔχετε ὄρεξιν νὰ μὲ ἀκούσητε, διὰ τοῦτο μὲ διακόπτετε· σᾶς ἀναγγέλλω ὅμως, ὅτι ἔχω σκοπὸν νὰ κρατήσω τὸ βῆμα, ἕως ὅτου εἴπω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω. Θὰ καυχηθῇ ἴσως ἡ κυβέρνησις, ἴσως ἐκαυχήθη, ὅτι δὲν ἐπενήργησεν εἰς τὸ πνεῦμα τῶν ἐκλογέων διὰ παύσεων καὶ μεταθέσεων ἄλλων ὑπαλλήλων ἐκτὸς τῶν νομαρχῶν. Ἀλλά, κύριοι, ἐδόθησαν ὑποσχέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξεπληρώθησαν ἀμέσως μετὰ τὰς ἐκλογάς, καὶ δὴ καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγένοντο αἱ ἐξελέγξεις, ὅπως δεκασθῶσιν οἱ βουλευταὶ εἰς τὴν ψῆφόν των, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἦναι ἀδέκαστος. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἦναι ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου ταύτην τὴν στιγμὴν ὁ βουλευτὴς Μέσης κ. Ζερβὸς Τσουτσουνάτος, ὁ ὁποῖος, πρὶν δώσῃ τὴν ψῆφόν του εἰς τὰς ἐξελέγξεις, ἔλαβε τὸν διορισμὸν τοῦ υἱοῦ του εἰς τὴν νομαρχίαν, μὲ θέσιν πληρωνομένην διὰ 200 δραχ. κατὰ μῆνα.
§61Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Τὴν θέσιν ὁ υἱός μου ἔλαβε πρὶν ἐκλεχθῶ ἐγὼ Βουλευτής.
§62ΣΠ. ΖΕΡΒΟΣ. Σεῖς ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου Τρικούπη πόσους διορισμοὺς ἐλάβατε; Ἐπαύσατε τὸν Νομάρχην Μαρῖνον, ἐπαύσατε τὸν γραμματέα τοῦ πρωτοδικείου. Εἶναι ἀληθῆ αὐτὰ, ἢ ὄχι;
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι.
§64ΦΛΩΡΙΑΣ. Κύριε Πολυλᾶ, ὁ υἱὸς τοῦ κυρίου Ζερβοῦ δὲν διωρίσθη μετὰ τὰς ἐκλογὰς, διωρίσθη πρὸ τῶν ἐκλογῶν.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔπειτα ἔρχεσθε καὶ τὰ ἀναιρεῖτε ἀπὸ τοῦ βήματος.
§66ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἰσχυρίζομαι, κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ στάδιον τῶν ἐξελέγξεων, ὤφειλε νὰ σεβασθῇ τὴν ἀνεξάρτητον ψῆφον τῆς Βουλῆς· ὤφειλε νὰ μὴ προβαίνῃ εἰς παύσεις καὶ διορισμοὺς, ὅπως μὴ ἐκληφθῇ, ὅτι θέλει νὰ δεκάσῃ τὴν συνείδησιν τῶν Βουλευτῶν. Ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία, ἅμα καταρτισθείσης τῆς Βουλῆς, ἔρχεται καὶ μᾶς ζητεῖ ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ὤφειλε νὰ σκεφθῇ, ὅτι δύναται νὰ ἦναι ὀλιγοήμερος ἡ διαμονή της ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, καὶ νὰ μὴ προβῇ εἰς παύσεις καὶ διορισμοὺς, οἱ ὁποῖοι δικαίως παρεξηγήθησαν ὡς τρόπος, ὅπως ἐπενεργήσῃ εἰς τὴν συνείδησιν τῶν Βουλευτῶν.
§67ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Αὐτὰ εἶναι ὕβρεις κατὰ τῆς Βουλῆς.
§68Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἔλαβες 35 διορισμοὺς εἰς τὴν τσέπην, καὶ ἔπειτα ἐξεκίνησες διὰ τὴν Κέρκυραν· εἶναι ἀναίδεια νὰ λέγετε αὐτὰ τὰ πράγματα. (Θόρυβος.)
§69ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφίνετε, καὶ ἐκφέρει τὴν λέξιν ἀναίδεια, καὶ δὲν τὸν ἀνακαλεῖτε εἰς τὴν τάξιν;
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἦσθε καὶ ὑμεῖς μετριώτερος εἰς τὰς ἐκφράσεις σας.
§71ΠΟΛΥΛΑΣ. Εἶμαι ἐντὸς τοῦ καθήκοντός μου καὶ ὁμιλῶ μετ’ εὐλαβείας πρὸς τὴν Βουλήν· ὁμιλῶ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ οὐχὶ κατὰ τῶν Βουλευτῶν. Μετὰ τὴν ἐκλογὴν Κερκύρας ἐκηρύχθη παρὰ τῶν ὑπουργικῶν ἐφημερίδων ἡ ἐκλογὴ Κερκύρας ὡς ἀποτέλεσμα δωροδοκίας· καὶ τώρα αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν καλοῦμαι νὰ τὸ συζητήσω. Δὲν εὑρέθην κατὰ τὰς ἐξελέγξεις, διότι ἡ ἐπέμβασις μὲ ἐκράτει ἐν Κερκύρᾳ, ὅπως ἀντιπαραταχθῶ κατὰ τῶν φαύλων ἐκείνων ἀνακρίσεων. Ὁ εἰσαγγελεὺς κ. Λουκάκος κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας, περὶ τὴν 2 ὥραν μ. μ., διὰ μιᾶς διατάττει κατ’ οἶκον ἔρευναν διὰ τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ τοῦ ἀστυνόμου, ἐπὶ ἁπλῇ μηνύσει ἑνὸς τῶν ἀντιθέτων, ἐνεργεῖ τὴν κατ’ οἶκον ἔρευναν, ὅπου δὲν εὑρίσκει, εἰμὴ τρεῖς ἐντίμους πολίτας· ἀνοίγει τὰ ἑρμάρια, τὰ ὁποῖα ἦσαν ξένα, διότι ἦτο ξενοδοχεῖον, δὲν εὑρίσκει τι ἐπιλήψιμον· ἐν τούτοις τὸ τέχνασμα ἐπέτυχε, διότι 400 τῶν ἰδικῶν μας συνέῤῥευσαν ἐκεῖ, ὅπως μάθουν τί γίνεται, καὶ διὰ τοῦτο παρέλυσεν ἡ ἐκλογή· μόνον δὲ μετὰ 20 ἡμέρας δίδεται μήνυσις κατὰ διαφόρων προσώπων, καὶ μετὰ τὴν ἐξέτασιν 160 μαρτύρων, ἐξάγεται δῆθεν, ὅτι διενεμήθησαν 14 φράγκα· καὶ ἐν τούτοις ἡ ἐφημερὶς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ Πρωΐα, καὶ ἡ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διεσάλπιζον, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῶν παλαιῶν σας συναδέλφων Πολυλᾶ καὶ Βασιλάκη ἦτον ἀποτέλεσμα δωροδοκίας. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην, ὅπως ἐκλεχθῶμεν ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, νὰ συνδυαζώμεθα μὲ τοὺς ἀντιπάλους μας, οἵτινες εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ καταρτίσωμεν συνδυασμὸν, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ δωροδοκήσωμεν καὶ ν’ ἀτιμάσωμεν τὸν τόπον, ὅπως ἐκλεχθῶμεν ἀντιπρόσωποι. Ὁ βασιλικὸς λόγος ἔπρεπε νὰ ἦναι εἰλικρινὴς εἰκὼν τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, καὶ ἔπρεπε νὰ περιέχῃ καί τινα πολιτικὴν, ἀλλ’ οὔτε τὸ μὲν εἶναι, οὔτε τὸ δέ· ἂν ἦναι εἰλικρινὴς εἰκὼν τῶν ἑλληνικῶν πραγμάτων, τὸ ἀπέδειξαν αὐταὶ αἱ ἐξελέγξεις, εἰς τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν παρευρέθην. Ἐπεμβάσεις ἐγένοντο, καὶ ὀφείλεται ἔπαινος εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, διότι ἠδυνήθη ν’ ἀναδείξῃ ἀντιπολιτευομένους εἰς τὸ πεῖσμα τῆς κυβερνήσεως. Εἶναι ἀνειλικρινὴς εἰκὼν τῶν ἑλληνικῶν πραγμάτων καὶ ὡς πρὸς τὸ οἰκονομικὸν καὶ ὡς πρὸς τὸ λεγόμενον ἐξωτερικὸν, ἢ κάλλιον τὸ ἐθνικὸν ζήτημα. Δὲν θὰ ἐνδιατρίψω, κύριοι, εἰς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, διὰ δύο λόγους· πρῶτον, διότι δὲν εἶμαι ὁ ἁρμοδιώτερος, δεύτερον, διότι λίαν ἀορίστως ὑποδεικνύεται, ἢ κάλλιον εἰπεῖν, οὐδόλως ὑποδεικνύεται ἡ θέσις τοῦ ζητήματος, οὔτε ἡ λύσις αὐτοῦ. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔπραττεν ἔργον πατριωτικώτερον, ἂν περιέμενε νὰ λυθῇ τὸ πολιτικὸν ζήτημα εἰς τὰ πράγματα, νὰ τὸ θέσῃ ὅταν ἤθελε φέρει καὶ τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια καὶ τὰ διοικητικὰ, ὅπως ἐκφράσῃ συγκεκριμένως τὰς ἰδέας της, καὶ οὐχὶ νὰ ἔρχηται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀφαρπάσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἡ ὁποία, ἂν δοθῇ, θὰ ἦναι ὅλως προσωπικὴ, καὶ δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν σημασίαν, καὶ ὡς τοιαύτην θὰ τὴν ἐκτιμήσῃ τὸ ἔθνος. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ὁμολογεῖ ἡ Κυβέρνησις τὴν κακὴν θέσιν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, ἀφοῦ λέγει, ὅτι θὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς τακτοποιήσεως αὐτῶν· ἀλλὰ μᾶς ὑποδεικνύει κἂν ἓν σύστημα τακτοποιήσεως; εἶναι τὸ σύστημα τῶν φόρων; εἶναι τὸ σύστημα νέων δανείων; ἢ εἶναι, ἂν καλῶς ἀντελήφθην τοῦ λόγου τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν, τὸ σύστημα νὰ ζήσωμεν δι’ ἐλλειμμάτων, διότι πρόκειται, ὡς εἶπεν ὁ ὑπουργὸς, νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸν ἔξω Ἑλληνισμόν, καὶ πρέπει νὰ ὑποστῶμεν πᾶσαν θυσίαν διὰ τοῦτο· ἀλλὰ δὲν ἔθετε τὰ ὅρια τῶν θυσιῶν τούτων, οὔτε εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ τὰ θέσῃ. Φοβοῦμαι, κύριοι, ὅτι, ἂν δι’ ἐλλειμμάτων προχωρήσωμεν, θὰ φθάσωμεν ἀναντιῤῥήτως εἰς τὴν χρεωκοπίαν· ἴσως θέλομεν νὰ μιμηθῶμεν τὴν Τουρκίαν, λησμονοῦντες, ὅτι εἰς τὴν στιγμὴν τῆς χρεωκοπίας δὲν θὰ ἔχωμεν τὴν ὑποστήριξιν τῆς Εὐρώπης, ὅπως τὴν εἶχεν ἡ Τουρκία, διότι ἡ Εὐρώπη ἐνδιεφέρετο διὰ τὴν διατήρησίν της. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων δὲν θὰ ὁμιλήσω, διότι ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ ὡμίλησαν ἱκανώτεροί μου, καὶ ἄλλοι θὰ ὁμιλήσωσι· λέγω μόνον, ὅτι ὀφείλω νὰ ἐκφράσω καὶ αὖθις τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ἐμῆς ἐπαρχίας, καὶ νομίζω τῆς Ἑπτανήσου. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις εἶχεν εἰς τὰς χεῖρας ποσὸν ἱκανὸν πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐν Ἑπτανήσῳ, ἀφοῦ αἱ δύο συμβάσεις, ἡ τῆς Ἰονικῆς καὶ ἡ τῆς Ἐθνικῆς τραπέζης, εἶναι διακεκριμέναι, εἶχε κατ’ ἐμὲ καθῆκον νὰ πληρώσῃ τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, καὶ ἐνθυμοῦμαι κάλλιστα, ὅτι τοῦτο εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς κατὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ παρετήρησα, ὅτι ἐθεώρησεν εὔλογον τὴν ἀξίωσιν τῆς Ἰονικῆς τραπέζης, ὅπως ἀρθῇ συγχρόνως ἡ καταναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ τῶν γραμματίων τῆς Ἰονικῆς καὶ τῶν γραμματίων τῆς Ἐθνικῆς τραπέζης. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀξίωσις αὕτη δὲν ἦτον εὔλογος, καθόσον ἡ Ἰονικὴ τράπεζα, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχεν ἤδη ὠφεληθῆ ἓν τοῖς ἑκατὸν, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανε περισσότερον ἡ Ἐθνικὴ τράπεζα ἐπὶ τοῦ δανείου. Ἀλλὰ δυστυχῶς κατὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον, τῆς ὁποίας ἐκηρύχθη ἀποτόμως ἡ λῆξις, δὲν ἠδυνήθην νὰ κάμω τοιαύτην σύστασιν. Τρομακτικὸν εἶναι, κύριοι, νὰ θίξω τὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, κατόπιν τῆς θεσπεσίας ἀγορεύσεως τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου κ. Λομβάρδου, καὶ δὲν ἤθελον κἂν νὰ ἀνοίξω τὸ στόμα μου, ἐὰν δὲν μοὶ ἐπεβάλλετο τὸ καθῆκον, ὅπως καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐκφράσω τὸ φρόνημα τῆς ἐπαρχίας μου. Καὶ πάλιν, κύριοι βουλευταὶ, πείθομαι, ὅτι ὁ Βασιλικὸς λόγος, ὡς ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, παριστάνει ἀνειλικρινῆ εἰκόνα καὶ ὡς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα. Καυχᾶται, ὡς φαίνεται, ἡ Κυβέρνησις, ἢ τοὐλάχιστον χαίρει, διότι τὸ ζήτημα εἰσῆλθεν εἰς στάδιον πραγματικὸν, ὅτι περιστρέφεται περὶ τὰ πραγματικὰ ζητήματα. Εἶπεν ἄλλοτε ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς, ὅτι εἰς τὴν διπλωματίαν δὲν ὑπάρχουσι πλέον μυστήρια, καὶ πραγματικῶς δὲν εἶναι μυστήριον, ὅτι ἡ Κυβέρνησίς μας διὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς ἐν Πρεβέζῃ ἐκοπάνησεν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας τὸ θεωρητικὸν ζήτημα, δηλ. τὴν ἑρμηνείαν τοῦ 13 πρωτοκόλλου, καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸ λύσῃ· οἱ πληρεξούσιοι ἀνεχώρησαν ἐκεῖθεν, καὶ εἶπον, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμβιβασθῶσιν, οὔτε κἂν νὰ θέσωσιν ἀρχὴν συζητήσεως. Τοιαύτη ἦτον ἡ θέσις τῶν πραγμάτων, ὅτε προσεκλήθη ἡ Ἑλλὰς νὰ στείλῃ ἀντιπροσώπους εἰς Κωνσταντινούπολιν· δὲν ὤφειλε δὲ νὰ τοὺς στείλῃ πρὶν λύσῃ τὸ θεωρητικὸν ζήτημα καὶ πρὶν βεβαιώσῃ ἡ Τουρκία, ὅτι παραδέχεται τὴν ἀρχὴν τῆς συζητήσεως, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πρωτοκόλλου. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον τοὺς ἔστειλε, καὶ ἐπὶ πολὺν καιρὸν περιέμειναν, ὅπως συνέλθουν εἰς συνδιάσκεψιν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀκριβὲς, ὅτι ἡ ὑπόθεσις περιστρέφεται περὶ τὰ πραγματικὰ ζητήματα, εἰμὴ κατὰ τὸ φαινόμενον, διότι δὲν ἐλύθη τὸ θεωρητικὸν ζήτημα, περὶ τοῦ ὑποχρεωτικοῦ ἢ μὴ τοῦ πρωτοκόλλου· ὅταν λύσητε τὸ ζήτημα τοῦτο, θὰ σᾶς εὐγνωμονῶμεν. Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὴν ἐθνικὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε περὶ τῶν ἑλληνικῶν πραγμάτων ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου· ἓν μόνον ἤθελον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ μὴ δοθῇ ἀφορμὴ παρεξηγήσεως, ὅτι ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἴς τινα τῶν Δυνάμεων κατὰ προτίμησιν τῆς ἄλλης, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον οὔτε ἐν τῇ καρδίᾳ, οὔτε ἐν τῇ διανοίᾳ ὑπάρχει τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου. Ὤφειλον νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ταύτην, καθόσον, ἂν ἦτο βεβαίως ἐπαγωγὸς ἡ σημαία, τὴν ὁποίαν ἐπρόσφερεν ἡ Ἀγγλία, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Λομβάρδος, ἡ σημαία τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ, οὐχ’ ἧττον νομίζω, ὅτι, καὶ ἂν τὴν σημαίαν ἐκείνην ἐλαμβάνομεν, καὶ ἔπρεπε νὰ τὴν λάβωμεν, ὅτι θὰ ἦτο σημαία μεταῤῥυθμιστικὴ, οὐχὶ σημαία ἐδαφικῆς πρὸς τὸ παρὸν παραχωρήσεως· ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὴν πάρωμεν, ἔπρεπε νὰ τὴν κρατήσωμεν, καὶ ἔπρεπε τότε νὰ πείσωμεν τὴν Ἀγγλίαν, ἀντὶ τῆς ἰδέας τῆς μεταῤῥυθμιστικῆς, νὰ παραδεχθῇ τὴν εὐρεῖαν ἰδέαν τῆς ἀπελευθερώσεως τῶν δούλων ἀδελφῶν, ἐγκαταλιμπάνουσα τὴν ματαίαν ἰδέαν τῆς μεταῤῥυθμίσεως, εἰς τὴν ὁποίαν νομίζω, ὅτι οὔτε ἐκείνη πιστεύει. Δὲν θὰ ἐκφράσῃ τὸ Ἔθνος, οὔτε ἡ Βουλὴ ἐμπιστοσύνην οὔτε δυσπιστίαν πρὸς οὐδεμίαν τῶν Δυνάμεων, δὲν θὰ παραδεχθῇ οὐδεμίαν πολιτικὴν εἰμὴ τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν θὰ συμμορφώσῃ ἑκάστοτε μὲ τὰς περιστάσεις. Ἀγνοῶ ἂν αὐτὴ ἡ Ῥωσσία, ἡ ὁποία σήμερον φαίνεται βεβαίως ἀντιστρατευομένη πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀγνοῶ ἂν αὔριον, ζηλοτυποῦσα τὴν Αὐστρίαν, δὲν θέλῃ μᾶς τείνει τὴν χεῖρα. Ἀγνοῶ ἂν ἡ Ἀγγλία δὲν ἐγκαταλείψῃ τὴν Κύπρον καὶ παραδώσῃ αὐτὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἀγνοῶ ἂν ἡ Ἀγγλία, ἡ ὁποία καλλιεργεῖ ἐπιῤῥοὴν πρὸς ἐξαγγλισμὸν τῆς Κρήτης, δὲν θέλῃ αὔριον συντελέσει αὐτὴ, ὅπως ἑνωθῇ μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι οὐδεμίαν κατὰ προτίμησιν ἐμπιστοσύνην ὀφείλομεν νὰ ἐκφράσωμεν πρὸς οὐδεμίαν τῶν Δυνάμεων, ἀλλὰ νὰ πολιτευώμεθα ἐθνικῶς, ἀναπτύσσοντες τὰς ἰδίας ἡμῶν δυνάμεις, καὶ πρὸ πάντων συντελοῦντες εἰς τὴν ἵδρυσιν καλῆς κυβερνήσεως. Ῥητῶς δὲ λέγω, ὅτι τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον, διότι ἢ ἀπατᾶται ἢ ἀπατᾷ. Δὲν πταίω, κύριοι, ἐγὼ, ἂν ἐπανέρχωμαι εἰς τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε σήμερον ἴσως νὰ μὴ συζητηθῶσι. Δὲν πταίω ἂν ἀνέρχωμαι μέχρι τῆς ἐξόδου τοῦ στρατοῦ εἰς τὰ σύνορα· ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ παρεκαθήμην εἰς τὴν μυστικὴν ἐκείνην συνεδρίασιν, καὶ ἐπειδὴ ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν εὐθύνην ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ ἔξοδος τοῦ στρατοῦ ὀφείλεται εἰς τὴν ἀδεξίαν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Ἂν ἡ Βουλὴ, κύριοι, ἔδωκεν ἐξουσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπόλυτον, τὴν ἔδωκε, διότι αἱ διαβεβαιώσεις ἦσαν τοσοῦτον θετικαὶ, αἱ ἐνθαῤῥύνσεις τοσοῦτον πειστικαὶ, ὥστε παρεσύρθημεν. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, ὅτι κατελθόντα τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν ἀπὸ τοῦ βήματος συνεχάρην καὶ τοῦ εἶπον, ὡμίλησες λαμπρὰ, καὶ αὐτὸς μοι εἶπε «φίλε, ὡμίλησεν ἡ καρδία.» Ἄμποτε νὰ εἶχεν ἐνεργήσει ὁ νοῦς του! Ἠπατήθη ἀπὸ τοὺς ξένους, ἢ μᾶς ἠπάτησεν; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἠπατήθη. Δὲν εὐθυνόμεθα διὰ τὴν ἐπάνοδον τοῦ στρατοῦ, διότι διαβεβαιώσεις ἄλλης φύσεως μᾶς ἐδόθησαν. Μάλιστα ἦτο λίαν ἔκτακτον νὰ μὴ ἀναδέχηται ἡ Κυβέρνησις τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών της, ἀλλὰ νὰ θέλῃ νὰ ἔχῃ συνυπευθύνους καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε δύνανται νὰ ἦναι ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων, ὅπως εἶναι ἡ Κυβέρνησις. Ἢ ἠπατήθη λοιπὸν, ἢ ἠπάτησε· καὶ πέρυσι κατὰ τὴν τακτικὴν σύνοδον σᾶς διεβεβαίου ὅτι ἐπέτυχεν, ὅτι ἦτο προσεχὴς ἡ λύσις τοῦ μεγάλου ἐθνικοῦ ζητήματος· ἢ ἠπατᾶτο λοιπὸν, ἢ ἠπάτησεν· ὅταν σᾶς ἐζήτησε χρήματα καὶ τὰ παρεχωρήσατε, σᾶς ἐζήτησεν ἄνδρας καὶ τοὺς παρεχωρήσατε, διότι σᾶς ἔλεγεν, ὅτι τὰ βάρη ταῦτα δὲν θὰ βαρύνωσιν ἐπὶ πολὺ τὰς ἐπαρχίας, διότι πλησιάζει ἡ λύσις τοῦ ζητήματος, ἠπατᾶτο ἢ ἠπάτησεν; Ἂς ἀπαντήσῃ ἡ συνείδησις τοῦ ἔθνους· τὸ κατ’ ἐμέ, τοῦτο μόνον ἀρκεῖ, ὅπως ἀρνηθῶ αὐτῇ ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος. Καὶ ὅταν, κύριοι, ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἀδημονίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἡ Κυβέρνησις, εἰς ἣν ἐχορηγήσαμεν ἄφθονα τὰ μέσα πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ ἐθνικοῦ προγράμματος, διὰ μιᾶς ἐκάλεσε τὴν Βουλὴν εἰς ἔκτακτον σύνοδον, ποῖαι ἦσαν αἱ προσδοκίαι τῶν ἐπαρχιῶν; Μήπως ἐνόμιζον αἱ ἐπαρχίαι, ὅτι συγκαλεῖτε τὴν Βουλήν, ἵνα ζητήσητε μόνον τὴν μετατροπὴν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων; Ἄ! αὐτὸ ἦτο χλεύη, οὐδεὶς ἐπίστευεν, ὅτι δὲν ἠδύνασθε νὰ ἀναδεχθῆτε τὴν εὐθύνην τῆς μετατροπῆς, ἐνῷ ὅλων τὰ βλέμματα ἦσαν ἐστραμμένα πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν. Καὶ πραγματικῶς, κύριοι, τοιαύτη ἦτο ἡ πεποίθησις τῶν ἐπαρχιῶν, ὥστε μᾶς ἔλεγον, ἐπιταχύνατε τὴν μετάβασίν σας εἰς Ἀθήνας, μήπως εἶναί τι σπουδαῖον. Ἤλθομεν ἐδῶ καὶ ἠθέλαμεν νὰ σᾶς ζητήσωμεν λόγον, καὶ μᾶς ἐξυβρίσατε, καὶ ἀποτόμως μᾶς ἀπεπέμψατε· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα τοιαύτη ὑπῆρχεν ἀκόμη ἡ πεποίθησις, ὅτι ἦτον ἀδύνατον Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ νὰ ἐμπαίξῃ τὰς ἐπαρχίας καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους, ὥστε πολλοὶ ἐν Κερκύρᾳ, ὅταν ἐτηλεγραφήθη ἡ ἔκτακτος λῆξις, εἶπον, εὖγε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἀπέπεμψε Βουλήν, ἡ ὁποία δὲν τὴν ἄφινε νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ ἐθνικὸν πρόγραμμα. Ἀλλ’ ἐκ τῆς διαγωγῆς σας ἀπεδείχθη, ὅτι συνεκαλέσατε τὴν Βουλὴν εἰς ἔκτακτον Σύνοδον, ὅπως ἐνισχυθῆτε δι’ αὐτῆς· καὶ προβῆτε θαῤῥαλεώτερον εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν νέων ἐκλογῶν δὲν τὸ ἐπετύχατε, δὲν ἀνεβαπτίσθητε εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, διὰ ν’ ἀποκτήσητε νέαν δύναμιν, ὅπως ἐνεργήσητε ἐκλογάς, ἀλλὰ ἡ τύχη σᾶς ηὐνόησε, διότι χωρὶς ν’ ἀναβαπτισθῆτε ἐνεργήσατε ἐκλογάς. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργός, πρὸς ὃν ἄλλως τε τρέφω συμπάθειαν πολυετῆ, καὶ τὸν ὁποῖον σήμερον ἄκρως ἀντιπολιτεύομαι, διότι ἦλθεν ἡ στιγμὴ νὰ τὸν ἀντιπολιτεύωμαι, διότι δὲν ἔχω πλέον πεποίθησιν εἰς τὴν πολιτικήν του, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅταν ἐγένοντο αἱ γνωσταὶ παρατηρήσεις παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ ἐκτάκτῳ Συνόδῳ, μᾶς ἔλεγεν, ὅτι δὲν νομίζει καλὸν ἡ Βουλὴ νὰ καταγίνεται εἰς μικροῦ λόγου ζητήματα, καὶ ὅτι εἶχε καὶ ἄλλα σπουδαῖα νὰ μᾶς ἀνακοινώσῃ, ἀλλὰ μὲ τὴν διάθεσιν, εἰς τὴν ὁποίαν βλέπει τὴν Βουλήν, δὲν δύναται νὰ τὸ πράξῃ, ἀλλὰ μᾶς προσεκάλει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν τυπικὴν ψήφισιν αὐτῶν τῶν ἀληθῶς μικρολόγων νομοσχεδίων. Ἀλλὰ ποῖα ἦσαν ἐπὶ τέλους τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα, κ. Ὑπουργέ, δὲν εὐηρεστήθητε τότε νὰ μᾶς ἀνακοινώσητε, διότι μᾶς ἐνομίσατε ὡς ἀνθρώπους, οἵτινες ἐρχόμεθα διὰ νὰ μικρολογήσωμεν; καὶ ποῖα λοιπὸν τὰ σπουδαῖα; ταῦτα δὲν τὰ ὑποδεικνύει σήμερον ὁ βασιλικὸς λόγος· καὶ διατί σήμερον δὲν διευθύνετε τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ μᾶς ἀφίνετε νὰ πελαγοδρομῶμεν; Περιέχει τι ὁ βασιλικὸς λόγος, περιέχει καμμίαν πολιτικήν; Δὲν περιέχει πολιτικὴν οἰκονομικήν, δὲν εἶναι εἰκὼν πιστὴ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, οὐδὲ ὑποδεικνύει λύσιν οἱανδήποτε τοῦ ζητήματος τούτου. Δὲν γνωρίζομεν ἐὰν ἡ κυβέρνησις ἀνδρικῶς θὰ ἐμμείνῃ τοὐλάχιστον εἰς τὰ ὅρια, τὰ καθοριζόμενα ὑπὸ τοῦ ιγʹ. πρωτοκόλλου, ἢ θὰ ἐνδώσῃ, διότι δὲν ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ ἐξακολουθήσῃ ἢ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην πολιτικήν. Ποίαν ἐκ τῶν δύο θ’ ἀκολουθήσῃ, τὴν πολιτικὴν τῆς ὑποχωρήσεως, ἢ τῆς ἐμμονῆς εἰς τὸ πρωτόκολλον; Περὶ αὐτοῦ οὔτε κἂν ἀναφέρεταί τι. Ἐάν τις περικοπὴ ὑπάρχῃ ἐμφαίνουσα πολιτικήν τινα, εἶναι ἡ τελευταία περικοπή, ἥτις δὲν κατέχει τὴν κατάλληλον θέσιν, διότι εἶναι κολλημένη εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, καὶ φαίνεται, ὅτι ὑστεροβούλως ἐτέθη, διότι βλέπω εἰς τὴν παράγραφον, ὅπου γίνεται λόγος περὶ τῶν κυριωτέρων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, νὰ γίνηται ἐπίσης λόγος περὶ τῆς ἀναπτύξεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων. Πρὸς τί ἆρα προσετέθη καὶ ἡ πολυθρύλλητος αὕτη περικοπὴ, ἥτις, φαίνεται, εἶναι τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως «ἡ Ἑλλὰς βαδίζουσα». Ἀνέγνων τὸν βασιλικὸν λόγον, οὐχὶ τὴν ἀπάντησιν, ἥτις δὲν εἶναι εἰμὴ ἡ ἠχὼ αὐτοῦ. Εἶναι πολιτικὴ παρασκευάζουσα εἰς πόλεμον, πρὸς διεκδίκησιν τῶν ἐθνικῶν δικαιωμάτων; εἶναι πολιτικὴ, παρασκευάζουσα εἰς πόλεμον πρὸς διεκδίκησιν, λέγω, εὐρυτέρων ἐθνικῶν ἀπαιτήσεων; ἢ πρὸς ἐκβίασιν τῆς Τουρκίας πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ πρωτοκόλλου; εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ ἡ ἰσχὺς αὕτη; Τὸ εἴπατε, ὅτι θὰ ἀναπτύξητε τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν τοῦ ἔθνους, καὶ τοῦτο τὸ λέγομεν ὅλοι, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ τακτικὴ ὀργάνωσις καὶ ἡ τακτοποίησις, ἀλλ’ ἡ προσθήκη τῆς περικοπῆς ταύτης δὲν ἐμφαίνει τοὐλάχιστον ὅτι θέλετε ἐκτάκτους παρασκευάς; Ἀλλὰ βεβαίως ὀφείλετε σήμερον νὰ ἐξηγηθῆτε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται, κύριοι, νὰ δώσωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης, (ἐγὼ οὐδέποτε θὰ τὴν δώσω), ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς οὐδένα νὰ δώσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἐνόσω τὸ ἔθνος δὲν γινώσκει τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἐνταῦθα φαίνεται πολιτική τις, ἥτις ἐτέθη ἐν ὑστεροβουλίᾳ, καὶ ἡ ὁποία ἐῤῥίφθη ἴσως, ὅπως ἀνοίξῃ διαιρέσεις ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου. Ἡ διαίρεσις ἂς ἔλθῃ, ἂς ἔλθῃ ἡ πολιτικὴ τῆς ἐνεργείας καὶ ἡ εἰρηνική· ἂς γνωρίσῃ ὁ τόπος εἰς ποίαν θὰ προσκολληθῇ, καὶ κατόπιν ἐὰν τὴν τῆς ἐνεργείας θὰ τὴν ἐμπιστευθῇ εἰς χεῖρας τοῦ νῦν κατέχοντος τὴν ἐξουσίαν κ. Κουμουνδούρου. Ἐγὼ τὸ κατ’ ἐμὲ λέγω εὐσυνειδήτως, ὅτι σέβομαι καὶ ἀγαπῶ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, οὐδεμίαν ὅμως ἐμπιστοσύνην ἔχω εἰς τὴν πολιτικήν του, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι· διότι πιστεύω, ὅτι δὲν ἔχει πεποίθησιν εἰς τὴν ἰδίαν αὐτοῦ πολιτικὴν, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι. Τὸν εἶδον πάντοτε εὐφυῶς νὰ δράττεται πάσης εὐκαιρίας, ὅπως ἀναπτύξῃ οἱονδήποτε ἐθνικὸν ζήτημα, ὅπως τὸ ἐναγκαλισθῇ καὶ ἐκ τοῦ προχείρου τὸ παρουσιάσῃ ὡς ἔργον ἴδιον αὑτοῦ. Δὲν τὸν εἶδον ποτὲ οὔτε ὡς Πρωθυπουργὸν, οὔτε ὡς ἀντιπολιτευόμενον, ὑποστηρίζοντα συνεχῶς, ἀδιαλείπτως, μίαν τινὰ πολιτικήν. Σήμερον δὲ νομίζω, ὅτι ἀπέδειξα, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις εἰς ὅλα τὰ διάφορα στάδια τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος ἢ ἠπατήθη ἢ ἠπάτησεν· ἠπάτησε, κύριοι, ἴσως ἐλπίζουσα εἰς τὰς περιστάσεις, ὅτι θέλουν τὴν συνδράμει. Ἀλλὰ, κύριοι, εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις, ὀφείλουν εἴπερ ποτε αἱ Κυβερνήσεις νὰ ἦναι εἰλικρινεῖς, νὰ εἴπωσι τὴν ἀλήθειαν, νὰ μᾶς εἴπωσιν ἐὰν ἦναι εἰς θέσιν νὰ διεξαγάγωσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τὸ μέγα ἐθνικὸν ζήτημα, ὄχι νὰ ἀναβάλουν τὴν συζήτησιν, ὄχι νὰ προσπαθοῦν νὰ ἀφαρπάσωσι ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς κραταίωσίν των ἐν τῷ τόπῳ, καὶ ἐντεῦθεν νὰ λάβουν ἰσχὺν νὰ ἁρπάσωσι καὶ τὰ νομοθετήματα. Καὶ, κύριοι, ὀφείλετε ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐξηγήσητε τὴν πολιτικήν σας· ὀφείλουν δὲ καὶ οἱ πρωτεύοντες τῆς ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἐξηγήσωσι τὰς ἰδέας των· καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι, προοιμιαζόμενος τοῦ λόγου μου, σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν διευθύνετε τὴν συζήτησιν ὡς Κυβέρνησις ἔχουσα τὴν πλειοψηφίαν, καὶ κατόπιν παραπονεῖσθε, ὅτι ἐξερχόμεθα τῶν ὁρίων τῆς συζητήσεως, ἐνῷ σεῖς πρέπει νὰ τὴν φέρετε εἰς τὴν θέσιν καὶ νὰ ὁρίσητε τὰ θέματα, καὶ πρὸ πάντων τὴν πολιτικήν σας. Δὲν ἔχω, κύριοι, πεποίθησιν εἰς τὴν τακτικὴν τοῦ νῦν Ὑπουργείου, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔχω πεποίθησιν, σᾶς λέγω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι οἱονδήποτε, καὶ τὸ λαμπρότερον πρόγραμμα, ἂν παρουσιάσῃ, δὲν θέλω τοῦ δώσει ψῆφον ἐμπιστοσύνης· καὶ λέγω, ὅτι θὰ προτιμήσω, ἐάν ποτε παρουσιασθῇ τοιαύτη περίστασις, νὰ ἀκολουθήσω κόμμα, μὲ τὰς ἰδέας τοῦ ὁποίου νὰ μὴ συμφωνῶ πληρέστατα, ἀλλὰ νὰ ἦμαι βέβαιος, ὅτι τὸ κόμμα αὐτὸ καὶ οἱ ἀρχηγοὶ ἔχουν μίαν πεποίθησιν εἰς τὰς ἰδέας των, καὶ μίαν ἀπόφασιν πατριωτικὴν καὶ διηνεκῆ, νὰ πολιτευθῶσι πρὸς πραγματοποίησιν τῶν ἰδεῶν αὐτῶν, παρὰ νὰ ἀκολουθήσω ἐκείνους, οἵτινες οὔτε πεποίθησιν ἔχουν εἰς τὰς ἰδέας των, καὶ ἔχουν τὴν ἀδυναμίαν νὰ μὴ κατέλθουν τῆς ὑπουργικῆς ἕδρας, διότι νομίζουν, ὅτι αὐτὸς εἶναι πολιτικὸς θάνατος.
§72ΡΩΜΑΣ. Κύριοι, χθὲς ἤμην ἀπηυδημένος· δὲν ἦτον ἡ σειρά μου νὰ ὁμιλήσω, ἐπειδὴ ὅμως εἶδον ὅτι ὁ κ. Μεσσηνέζης παρῃτήθη, διὰ νὰ μὴ χάνῃ ἡ Βουλὴ τὸν πολύτιμον καιρόν της, ἐζήτησα τὸν λόγον. Ἐζήτησα καὶ πάλιν συγγνώμην ἀπὸ τὴν σεβαστὴν ταύτην ὁμήγυριν, ὅτι ἕνεκα ἀσθενείας καὶ διατελῶν ἐν ἀναῤῥώσει δὲν ἠδυνάμην, μ’ ὅλην τὴν ἰσχὺν τῶν πνευμόνων μου καὶ τὴν καλὴν διάθεσιν, νὰ ἀναπτύξω τὰς ἰδέας μου. Πρώτην φορὰν ἀκούω, κύριοι, νὰ ἐμπαίζουν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι πάσχουν, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο πασχίζουν νὰ ἐκτελέσωσι τὰ καθήκοντά των ἀπέναντι τῆς πατρίδος.
§73ΠΟΛΥΛΑΣ. Κάθε ἄλλο παρὰ νὰ σᾶς ἐμπαίζουν. Δὲν θέλω οὔτε ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐγὼ ἠθέλησα νὰ σᾶς εἰρωνευθῶ.
§74ΡΩΜΑΣ. Ἐλπίζω, ὅτι σήμερον ἡ Βουλὴ μὲ ἀκούει.
§75ΠΟΛΛΟΙ. Βεβαιότατα.
§76ΡΩΜΑΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ καὶ χθὲς μὲ ἠκροάζετο μετὰ προσοχῆς, τοῦτο ἐγένετο, διότι ἐγὼ δὲν συνείθισα νὰ ἀγορεύω ὑβρίζων, διότι ἡ ἀνατροφή μου δὲν μοὶ τὸ ἐπιτρέπει. Εἶχον νὰ εἴπω πολλὰ καὶ χθές, ἕνεκα δὲ τῆς κακοδιαθεσίας μου καὶ τῆς προκεχωρημένης ὥρας, παρέλειψα αὐτά. Ἐὰν δὲ κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἠγόρευσεν ὁ κ. Πολυλᾶς, δὲν ἀπήντησα ὡς ἔδει, τοῦτο ἂς τὸ ὀφείλῃ εἰς τὸν σεβασμὸν ὃν φέρω πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ὅμως τὰς λέξεις ταύτας ἤθελον ἀκούσει ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου, ἤθελον εἰπεῖ αὐτῷ (δεικνύων τὸν κ. Πολυλᾶν)· «εἶσαι δειλὸς, καὶ ἂν θέλῃς, ζήτησόν μου ἱκανοποίησιν». Ἐλπίζω, κύριοι, ὅτι τώρα μὲ ἀκούει.
§77ΠΟΛΥΛΑΣ. Καθόλου, κ. Ῥώμα· ἔχετε ἄδικον.
§78Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Πλεῖστοι κηρύττουν, ὅτι τῶν πραγμάτων ἡ κατάστασις εἶναι οἰκτρά, ἄλλοι γράφουσιν, ὅτι εἶναι καλή· ἀκούω δύω φωνὰς ἀντιθέτους. Ἐκτιμῶ τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ κ. Πολυλᾶ, ἀλλ’ ἐκτιμῶ καὶ τὴν ἰδικήν μου φιλοτιμίαν, διότι γνωρίζει, ὅτι πολλάκις μὲ ἐσυμβούλευσε καὶ μὲ εἶπε, πῶς ἐσὺ φίλος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ὑπηρετεῖς ἕξ κατὰ συνέχειαν ἔτη (δὲν εἶναι, κύριοι, οὔτε πρώτη, οὔτε δευτέρα φορά, οὔτε τρίτη, οὔτε τετάρτη, ὅπου ἐξελέχθην Βουλευτὴς, εἶναι πέμπτη φορά), πῶς δὲν ἠδυνήθης νὰ διορίσῃς τὸν υἱόν σου, ὅστις ἔλαβε πρόοδον καὶ ἀνατροφήν; Κύριε Πολυλᾶ, φίλος τῆς Κυβερνήσεως εἶμαι, καὶ τρία χρόνια ὅπου ἐπαύσαμεν τὴν ἀλληλογραφίαν, πάλιν ἤμουν. Οἱ συνάδελφοί σου λέγει, ὅτι σὲ ἀντιπολιτεύονται· καλὰ κάνουν. Κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, ὁ Νομάρχης κ. Δημητριάδης, μοῦ λέγει, κύριε Ζερβὲ, γνωρίζει ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶσαι φίλος του, καὶ πρέπει νὰ συνεργασθῇς· ἀλλὰ ἐγὼ οὔτε ἀπὸ τὸ πολυτάλαντον χρηματικὸν τοῦ Βασιλάκη, οὔτε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἤθελον βοήθειαν, ἐξελέγην μόνος μου (ἱλαρότης). Πράγματι, πρὶν τῶν ἐκλογῶν εἶχε γείνει ὁ διορισμὸς τοῦ υἱοῦ μου, ἀλλὰ ὁ υἱός μου δὲν κατεδέχθη νὰ δεχθῇ· οἱ κ.κ. συνάδελφοι τὸ ἔκαμαν χωρὶς νὰ θέλω ἐγὼ· δύω φορὰς ἦλθε, καὶ ἀπεστάλη πάλιν ὀπίσω. Οἱαδήποτε Κυβέρνησις καὶ ἂν ἐστάθη, ποτὲ δὲν εἶδα Κυβέρνησιν νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐν Κερκύρᾳ, οὔτε εἰς τὴν Μέσην, οὔτε εἰς τὸ Ὄρος, οὔτε εἰς τὴν Κραναίαν· ἕνα λοιπὸν ἠξεύρω, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ τὸ ἀναγγείλω, ὅτι ὁ κύριος Πολυλᾶς εἶναι ἕνας ἄνθρωπος ἱκανὸς, φιλότιμος. Ἀλλὰ, κ. Πολυλᾶ, ὅταν ἕνας ἄνθρωπος μεταχειρίζηται ὡς ὅπλον ἐπιτυχίας τὰ χρήματα, δὲν ἔχω καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ μεταχειρισθῶ τὴν βίαν; Ὅταν μία Κυβέρνησις διορίζῃ καὶ παύῃ, δὲν ἔχω καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ κλέψω τὰς ψήφους; Ἢ πρέπει νὰ γείνουν ἐλεύθεραι ἐκλογαὶ, ὅπως τὰς ἔχομεν ἡμεῖς, διότι ἡμεῖς δὲν ἠξεύρομεν χωροφύλακας, στρατιώτας, τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν γνωρίζομεν. Ἐγὼ οὐδέποτε τὰς ψήφους τὰς ἠγόρασα, οὐδέποτε ἐξώδευσα εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου. Γνωρίζω πολλά, κύριοι.
§79ΤΙΝΕΣ. Εἰπέ, κύριε Ζερβέ.
§80Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Γνωρίζω, κύριοι, πολλά, ὅτι ὁ κ. Βασιλάκης ἠγόραζε τοὺς ψήφους ἓν τάλληρον τὴν ψῆφον (θόρυβος)· ὅλα τὰ μεταχειρίζονται πρὸς ἐπιτυχίαν, ποῖος μὲ τοῦτο τὸ μέσον, ποῖος μὲ τὸ ἄλλο, πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ. Κύριοι, ἐγὼ εἶμαι πράγματι φιλελεύθερος, καὶ τὸ γνωρίζει ὅλος ὁ κόσμος. Δὲν ἦλθα ποτὲ εἰς τὸν περίβολον τοῦτον διότι μὲ ὑπερασπίσθη ἡ Κυβέρνησις ἢ τὰ ἄτομα. Σᾶς τὸ λέγω λοιπὸν νὰ γνωρίζετε, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη βλάπτει τὸ μέλλον· εἰς τὴν Κέρκυραν πάντοτε ἔγειναν ἐλεύθεραι ἐκλογαί. Μάθετε, κύριοι, ὅτι ἡ μερὶς τοῦ κ. Πολυλᾶ εἶναι ἡ πολυτάλαντος μερὶς τῆς Κερκύρας, ἔχουν ἑκατομμύρια. Ποτὲ δὲν καταδέχεται ὁ κ. Πολυλᾶς, ἀλλὰ οἱ σύντροφοι, ἀλλὰ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸν ὑπερασπίζονται, εἶναι ἕτοιμοι νὰ θυσιάσωσι χιλιάδας ταλλήρων.
§81ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐθυσίασαν;
§82Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἐξώδευσαν, καὶ ἀρκετά· καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ἔστειλα τέσσαρας ἀνθρώπους νὰ ὑπερασπίσουν τὸ κόμμα τὸ ἰδικόν του, καὶ ἐπληρώθησαν καὶ οἱ τέσσαρες (ἱλαρότης καὶ θόρυβος)· ἐγὼ ἔχω πεποίθησιν εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ κ. Πολυλᾶ, καὶ διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν, τὴν ὁποίαν πάντοτε ἔδειξεν. Ἠγόρευσε, κύριοι, ἐν ὑπαίθρῳ εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς Κερκύρας ὑπὲρ τῶν παρασκευῶν· δὲν παρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀναιρέσῃ τὰς παρασκευάς. Εἶναι ἀληθές, κύριε Πολυλᾶ; (ἱλαρότης) εἶχες τὴν καλὴν θέλησιν καὶ τὴν πεποίθησιν καὶ τὴν διάθεσιν, καὶ αὐτὸ ἀπήτει ἡ τιμή σου καὶ ἡ ἀξιοπρέπειά σου, ἐπειδὴ ἐλάλησες ἐν ὑπαίθρῳ περὶ παρασκευῶν, δὲν ἦλθες εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀναιρέσῃς τὰς πιστώσεις, τὰ δάνεια, τὰ παλαιὰ χρέη, τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους· δὲν ἠθελήσατε, κύριε Πολυλᾶ, νὰ τοὺς ἀναιρέσητε· διατί; Διὰ νὰ μὴ εὑρεθῆτε εἰς ἀντίφασιν.
§83ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅπως ὁ λομβάρδος εἰς τὴν Ζάκυνθον.
§84Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ ἔλθω καὶ εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα.
§85ΠΟΛΥΛΑΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἐπρόκειτο ὁ κ. Ζερβὸς νὰ ὁμιλήσῃ περὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅπως δὲν ἠθέλετε νὰ σᾶς διακόπτουν, μὴ διακόπτετε.
§87ΠΟΛΥΛΑΣ. Ζητῶ τὸν λόγον, διὰ νὰ δώσω ἐξηγήσεις.
§88Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἐὰν θέλῃς νὰ πληροφορηθῇς, δύνασαι νὰ ζητήσῃς τὸν διορισμὸν νὰ ἰδῇς, ὅτι εἶναι πρὸ τῶν ἐκλογῶν, καὶ δύο φορὰς ἐπήγαινε καὶ ἤρχετο. Ἐγὼ ἤμην πάντοτε ὑπὲρ τοῦ Κουμουνδούρου· καὶ μὲν ἤμην δυσηρεστημένος, ἀλλὰ ποτὲ δὲν εἶχον τὴν ἰδέαν νὰ ἦμαι ἐναντίος του. Ἔπαυσα τὴν ἀλληλογραφίαν τρία ἔτη, καὶ εἶχε μὲ ἄλλους, τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζει διόλου. Ἐγὼ ἤμην πάντοτε οὐδέτερος, ἀλλὰ οὐδέποτε εἶχον πρὸ ὀφθαλμοῦ νὰ φέρω μίαν ψῆφον κατ’ αὐτοῦ (θόρυβος). Περὶ τοῦ συστήματος, κύριοι, τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς λαλήσω, διότι καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ εἶναι πράγματά τινα, τὰ ὁποῖα συνηθίζουν, ἅμα ἀνέλθουν εἰς τὴν ἐξουσίαν, δὲν ἀφίνουν λίθον ἐπὶ λίθου. Αὐτοὶ οἱ κύριοι, οἱ φίλοι τοῦ κ. Τρικούπη, εἰς τὰ 1875 δὲν ἄφησαν τίποτε, ἐν οἷς καὶ ὁ κ. Πολυλᾶς. Αὐτὸς ζητεῖ νὰ κυβερνᾶται καλὰ ὁ τόπος, ποτὲ δὲν ἐζήτησε νὰ τοῦ διορίσουν ἀνθρώπους, προβλέπει διὰ τὰ συμφέροντα τῆς Κυβερνήσεως, οὐχ’ ἧττον ὅμως καὶ διὰ τὴν πολιτικήν· δὲν ἠξεύρω δὲ ἂν εἶχεν ἀλληλογραφίαν μυστικήν, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἄφησε λίθον ἐπὶ λίθου, μετέθεσεν, ἔπαυσε, διώρισεν, ἀνεσκεύασεν, ἀνέτρεψεν ὅλην τὴν Κερκυραϊκὴν ὑπαλληλίαν. Ἠξεύρετε, κύριοι, διὰ ποίαν αἰτίαν ἡ στρατιωτικὴ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ στείλῃ τοὺς Ἰσραηλίτας εἰς τὴν Λεπενοῦ ἢ τὰς ἄλλας ἐπαρχίας; Διότι ὁ θρησκευτικὸς φανατισμὸς, βλέπετε, πολλὰ φέρει τὰ παράπονα τῶν Ἰσραηλιτῶν, διότι καταφέρονται κατ’ αὐτῶν, τοὺς ὑβρίζουν, τοὺς περιπαίζουν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ ἰσραηλιτικὴ κοινότης ἀναφέρει καὶ λέγει, ὅτι οἱ Ἰσραηλῖται οἱ στρατιῶται νὰ μείνουν εἰς τὸν τόπον των, καὶ νὰ μὴ ὑπάγουν εἰς ἄλλα μέρη. Σᾶς λέγω λοιπὸν τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις δὲν τοὺς ἔστειλεν. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος λοιπὸν τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων ἐπιφυλάσσομαι, κύριοι, κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ φέρω τὰς δεούσας τροπολογίας καὶ παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν διαφόρων ζητημάτων καὶ κεφαλαίων.
§89ΠΟΛΥΛΑΣ. Εὐγνωμονῶ πρὸς τὸν κ. Ζερβὸν διὰ τοὺς ἐπαίνους, τοὺς ὁποίους μοὶ ἀπέδωκεν, ἀλλὰ συγχρόνως παρατηρῶ, ὅτι ὅσα εἶπεν εἶναι ἀνακριβῆ· δὲν ἔψεξα αὐτὸν διότι διωρίσθη ὁ υἱός του, ὅστις ἄλλως εἶναι ἀξιόλογος νέος. Ἔψεξα τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἔπρεπε νὰ εὐλαβηθῇ τὴν στιγμὴν τῶν ἐξελέγξεων, καὶ νὰ μὴ προβῇ εἰς παύσεις κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμήν.
§90Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Διωρίσθη πρὶν, σᾶς εἶπα.
§91ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἐγὼ ὅμως μετὰ πολλῆς εἰλικρινείας ἠθέλησα νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μέσης πῶς μετεβλήθη ἡ γνώμη του, ἐνῷ ἐγνώριζε τὴν ἐκλογὴν Κερκύρας, καὶ πῶς ἐμοῦ τοῦ ἰδίου, ἐνῷ ἐγὼ ἀστειευόμενος τὸν ἠρώτησα, μοῦ εἶπε· καὶ ἀμφιβάλλεις;
§92Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Καὶ γνωρίζετε ποῦ θὰ καταταχθῶ; ἡμεῖς ἀκόμη δὲν ἐμβήκαμεν εἰς τὰς ἐργασίας μας.
§93ΠΟΛΥΛΑΣ. Ὄχι, δὲν τοῦ ἐπιτρέπω νὰ χαρακτηρίζῃ τοὺς φίλους μου ἐν Κερκύρᾳ ὡς δωροδόκους· τῷ παρατηρῶ δὲ, ὅτι ὁ Βασιλάκης φέρει τὸ γένος ἐκ τῆς Μέσης, εἶναι ὁ πρῶτος κτηματίας τῆς νήσου, καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ δωροδοκήσῃ, ὅπως ἐκλεχθῇ βουλευτὴς, διότι χαίρει τὰς συμπαθείας ὅλων, καὶ εἶναι ψεῦδος, ὅτι ἐδωροδόκησεν ὁ Βασιλάκης.
§94Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Δὲν βγαίνει τίποτε ἐκ τοῦ ὅτι εἶναι ὁ πρῶτος κτηματίας· καὶ ἐγὼ εἰς τὸν δῆμον μου ἐπὶ 800 ψηφοφόρων ἔλαβον 750 ψήφους· δὲν ψηφίζονται οἱ μεγαλοκτηματίαι.
§95ΚΑΡΑΛΗΣ. Προτίθεμαι, κύριοι, ὀλίγας λέξεις νὰ εἴπω μόνον περὶ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου τῶν ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων, συνεχίζων οὕτω τὴν ὁμιλίαν, τὴν ὁποίαν προχθὲς ὁ κ. Παλατιανὸς ἔκαμε. Θέλω ἐξετάσει τὸ ζήτημα τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου, καὶ θέλετε ἰδεῖ ἂν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου ἐτήρησεν ἀκριβῶς τὸν νόμον, καὶ ἂν ἡ σύμβασις αὕτη ἐν ἑαυτῇ δὲν περιεῖχε τὴν ἀποτυχίαν τοῦ δανείου. Κατὰ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσατε κατὰ τὴν 3 καὶ 4 Ἰανουαρίου 1879, ἐπετράπη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως συνομολογήσῃ τὸ δάνειον εἴτε ἀπ’ εὐθείας εἴτε τῇ μεσολαβήσει τραπεζιτικοῦ τινος καταστήματος, ἀφῆκε δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν πλήρη ἐλευθερίαν νὰ πράξῃ εἴτε τὸ ἕν, εἴτε τὸ ἄλλο, καθόσον ἡ Βουλὴ ἤθελε ν’ ἀφήσῃ ἐλευθέραν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως αὕτη, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις, προτιμήσῃ τὸ συμφερώτερον καὶ καταλληλότερον. Ἐν περιπτώσει δὲ καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις, κατὰ τὸν νόμον, ἤθελε προτιμήσει τὴν μεσολάβησιν τραπεζιτικοῦ τινος οἴκου (διότι ἤθελε νομίσει, ὅτι δὲν ἠδύνατο ἀπ’ εὐθείας νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον, ἐπειδὴ ἤθελεν ἀποτύχει), τότε ἐπέτρεψεν εἰς αὐτὴν νὰ πληρώσῃ προμήθειαν 1 καὶ ½% ἐπὶ τοῦ ὅλου ποσοῦ· ἀλλὰ κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην οἱ ἐκδώσοντες τὸ δάνειον ὤφειλον νὰ λάβωσιν 60,000 ὁμολογίας. Καὶ ὅμως κατὰ τὴν σύμβασιν περὶ συνομολογήσεως τοῦ εἰρημένου δανείου βλέπομεν, ὅτι οὗτοι ἔλαβον μόνον 40,000 ὁμολογίας. Κατὰ τὸν νόμον ἑπομένως δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληρώσῃ τὴν προμήθειαν αὐτὴν, ὅταν οἱ ἀναλαμβάνοντες τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου ἤθελον λάβει τὸ ποσὸν τῶν 40,000 μετοχῶν. Ἐπέταξε δὲ ὁ νόμος, ὅπως οἱ ἀναλαμβάνοντες τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου λάβωσι τὸ ἥμισυ τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν 120,000 ὁμολογιῶν· οὐχὶ ἁπλῶς ὅπως πληρώσῃ αὐτοῖς προμήθειαν καὶ ἀμοιβὰς, ἀλλὰ διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅπως ἐξασφαλίσῃ πρὸς αὐτοὺς τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἠδύναντο νὰ διατρέξωσιν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔχομεν μίαν παράβασιν αὐτοῦ τοῦ νόμου, καὶ ἑπομένως ὅλαι αἱ ἀμοιβαὶ καὶ τὰ ὠφέλη δὲν ἦσαν νόμιμα. Αἱ ἀμοιβαὶ δὲ ἀπό τινας μὲν ὑπελογίσθησαν εἰς 1,500,000, ἀπὸ ἄλλους δὲ εἰς 1,800,000, ὁ δὲ κ. Παλατιανὸς προσήγγισεν ἀληθῶς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑπελόγισεν εἰς 2,500,000. Δὲν θέλω νὰ σᾶς εἴπω τὰς ἀμοιβὰς, τὰς ὁποίας ἔλαβον παρανόμως, ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ ἀκολουθήσητε, ὅπως ἀνεύρωμεν ὁμοῦ τὰ ποσὰ καὶ τὰς προμηθείας, τὰς ὁποίας ἔλαβον, καὶ τοὺς λόγους, οἵτινες ἐπέφερον τὴν ἀποτυχίαν τοῦ δανείου. Κατὰ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ἐδημοσίευσε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, παρατηροῦμεν, ὅτι ἐκ τοῦ ὅλου δανείου διετέθησαν 96,000 ὁμολογίαι. Ἐπὶ τῶν ὁμολογιῶν δὲ τούτων κατὰ τὸν νόμον ἐδικαιοῦτο ἡ Κυβέρνησις νὰ χορηγήσῃ πρὸς τοὺς ἀναλαβόντας τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου 7 φράγκα καὶ 50% ἀνὰ πᾶσαν ὁμολογίαν, ἤτοι ἔλαβον φρ. 720,000. Ἐπίσης παρεχωρήθησαν πρὸς αὐτοὺς 40,000 ὁμολογίαι πρὸς φράγκα 367 καὶ 50|00, διετέθησαν δὲ εἰς τὸ κοινὸν πρὸς φράγκα 392 καὶ 50|00, ἤτοι πηγάζει διαφορὰ τῆς τιμῆς, εἰς ἣν ἐχορηγήθη, καὶ τῆς τιμῆς, εἰς ἣν ἐξεδόθη, φράγκα 25 ἐπὶ ἑκάστης ὁμολογίας, ἤτοι τὸ ὅλον 1,000,000 καὶ 720,000, ἃς ἔχομεν, 1,720,000. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν 40,000 ὁμολογιῶν, ἐπετράπη εἰς αὐτοὺς, ὅταν αἱ ἐγγραφαὶ ἤθελον ὑπερβῆ τὸ ποσὸν τῶν 40,000 ὁμολογιῶν, νὰ δύνανται, ἐκ τῶν ὑστέρων κρίνοντες, νὰ λαμβάνωσι καὶ ταύτας, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν τιμὴν τὴν ὁποίαν τὰς ἐξέδωκαν, ἀλλ’ εἰς τὴν τιμὴν τῶν φράγκων 370. Ἐκ τῆς διαφορᾶς δὲ τῆς τιμῆς τῶν φρ. 370, καὶ τῆς τιμῆς εἰς ἣν τὸ δάνειον ἐξετέθη εἰς τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν, πηγάζει κέρδος ὑπὲρ τῶν ἀναλαβόντων τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ φράγκων 450,000. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν 40,000 τῶν ὁριστικῶν λεγομένων, οὕτως εἰπεῖν, ὁμολογιῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβον, καὶ τῶν προαιρετικῶν 20,000 ὁμολογιῶν, ἔχομεν καὶ ἕτερον ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν ἐκαλύφθη. Κατὰ δὲ τὸν νόμον, ἐὰν ἤθελον καλυφθῆ πλέον τῶν 60,000, τότε καὶ μόνον ἡ Κυβέρνησις εἶχε μερίδα· αἱ ὁμολογίαι ὅμως αὗται διατίθενται ἀντὶ φράγκων 370. Ἐκ δὲ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῆς τιμῆς τῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ τῆς τιμῆς, καθ’ ἣν κατὰ τὴν ἐγγραφὴν ἤθελον διατεθῆ, ἔλαβε τὰ ¾ ἡ κυβέρνησις καὶ τὸ ¼ οἱ ἐκδόντες τὸ δάνειον, ὥστε ἐπὶ 16.000 ὁμολογιῶν, αἵτινες διετέθησαν πρὸς 392 καὶ 50|00, ἐπήγασε διαφορὰ φράγκων 22 καὶ 50|00, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ ¾ ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ¼ οἱ ἐκδόντες τὸ δάνειον, ἤτοι οὗτοι ὠφελήθησαν 90,000 φράγκων. Ἐκτὸς τῶν ποσῶν τούτων, τὰ ὁποῖα διετέθησαν κατὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν, οἱ ἀναλαβόντες τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου βραδύτερον συνωμολόγησαν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβωσιν ἑτέρας 20,000 μετοχῶν, ἔλαβον δὲ ταύτας ἐπὶ τιμῇ 370, καὶ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς τιμῆς τῶν 370 καὶ 380 ἀνῆκε πάλιν κατὰ μὲν τὰ ¾ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ κατὰ ¼ εἰς τοὺς ἐκδόντας τὸ δάνειον, ἤτοι ἔλαβον νέον κέρδος ἐκ φράγκων 50,000. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ποσῶν τούτων, οἱ ἀναλαβόντες τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου ἐδικαιοῦντο νὰ λάβωσι διὰ τὴν ἐκτύπωσιν τῶν ὁριστικῶν τίτλων τὸ ποσὸν 200,000 φράγκων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ νόμος ὡς ἀνώτατον ὅριον ἔθηκε τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κατὰ τὴν ἀναγνώρισιν τῶν παλαιῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825 δὲν ἐπλήρωσε διὰ τὴν ἐκτύπωσιν τῶν τίτλων καὶ τὰ ἄλλα ἔξοδα εἰμὴ τὸ ποσὸν τῶν 1500 λιρῶν, ἐπὶ ὁμολογιῶν ἀξίας λιρῶν στερλινῶν 1,250,000. Ἐπειδὴ δὲ τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἀποτελεῖ τὰ ⅗ τοῦ παρόντος δανείου, ἡ Κυβέρνησις δὲν ὤφειλε νὰ δώσῃ διὰ τὴν ἐκτύπωσιν καὶ τὰς ἄλλας δαπάνας τοῦ παρόντος δανείου, εἰμὴ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν, ἤτοι λίρας 2,500. Καὶ ἀντὶ τοῦ ποσοῦ τούτου ἔδωκε πλέον τῶν 7,500 λιρῶν. Ἤδη μένουσιν ἀδιάθετοι ἔτι 24 χιλιάδες ὁμολογίαι, ἐπ’ αὐτῶν δὲ δικαιοῦνται οἱ ἀναλαβόντες τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου νὰ λάβωσι φράγκα 7,50 ἐπὶ ἑκάστης, ἤτοι δικαιοῦνται νὰ λάβωσι νέαν εἰσέτι προμήθειαν 180 χιλ. φράγκων. Ἐὰν δὲ ὑποθέσωμεν, ὅτι καὶ αἱ 24 αὗται χιλιάδες τῶν ὁμολογιῶν διατεθῶσιν εἰς τὴν αὐτὴν τιμὴν, εἰς ἣν προσεφέρθησαν αἱ προηγούμεναι 20,000 ὁμολογίαι, ἔχομεν νέον ποσὸν κατὰ τὸ ¼ ἀνῆκον εἰς αὐτοὺς, καὶ κατὰ τὰ ¾ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἤτοι φράγκα 60,000. Ἐφθάσαμεν λοιπὸν εἰς τὸ ποσὸν 2,750,000. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου οἱ ἀναλαβόντες τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου δὲν ὤφειλον νὰ πληρώσωσιν ἀμέσως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὸ τίμημα τῶν ὁμολογιῶν, ἀλλὰ τὰς μὲν 40,000 ὁμολογίας μετὰ 1 μῆνα, ὁ δὲ τόκος αὐτῶν, ὑπολογιζόμενος πρὸς 6%, ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 100,000 φράγκων· δι’ ὅσας δὲ ὁμολογίας ἤθελον διαθέσει πλέον τῶν 40,000 ὁμολογιῶν κατὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν, ἡ καταβολὴ ἤθελε γείνει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τοῦ μὲν ἡμίσεως μετὰ 1 μῆνα ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, τοῦ δὲ ἑτέρου ἡμίσεως μετὰ δύω μῆνας βραδύτερον. Τὸ ὅλον ποσὸν τῶν ὁμολογιῶν, αἵτινες διετέθησαν, ἀνῆλθον εἰς 96,000· ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν 40,000, ἑπομένως μένουσι 56,000, καὶ ἐπ’ αὐτῶν ὠφελήθησαν τοὺς ἀκολούθους τόκους. Ἐπὶ μὲν τῶν 28,000 ὁμολογιῶν, αἵτινες ἀντιπροσωπεύουσι κεφάλαιον 14 ἑκατομμυρίων, τόκους, πρὸς 6% διὰ τὸν πρῶτον μῆνα, φράγκα 80,000, καὶ ἐπὶ τῶν ὑπολοίπων 14 ἑκατομμυρίων τόκους 2 μηνῶν, ἤτοι φράγκα 160,000. Τὸ ὅλον λοιπὸν ποσὸν, τὸ ὁποῖον οἱ ἀναλαβόντες τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου ἐπληρώθησαν, οὐχὶ διὰ νὰ πραγματοποιήσωσιν, ἀλλὰ διὰ νὰ καταστρέψωσι τὸ δάνειον, ἀνῆλθεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 3,090,000. Ἐπληρώσαμεν ἑπομένως εἰς αὐτοὺς 3,090,000, ὅπως συντελέσωσιν οὐχὶ εἰς τὴν πραγματοποίησιν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀποτυχίαν τοῦ δανείου. Θέλω δὲ ἐξηγήσει τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀπέτυχε τὸ δάνειον· καὶ πρῶτον, τί συμφέρον εἶχον εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου οἱ ἀναλαβόντες τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ; αὐτοὶ διὰ τῆς συμβάσεως δὲν ὑπεχρεοῦντο εἰμὴ νὰ λάβωσι 40,000 ὁμολογίας. Ἀλλ’ ἔλαβον ταύτας ὁριστικῶς, ὡς ἐν τῇ συμβάσει ὁμολογοῦσιν; Αὐτὴ ἡ ἰδία σύμβασις κατωτέρω μᾶς λέγει· ὅτι τότε μόνον αἱ 40,000 ὁμολογίαι θέλουσι ληφθῆ παρὰ τῶν ἀναλαβόντων τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, ὅταν δὲν ἤθελον καλυφθῆ κατὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφήν. Ἀλλ’ ἀμφέβαλλεν ἆρά γε ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἀπ’ εὐθείας ἐξέδιδε τὸ δάνειον τοῦτο, ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ καλυφθῇ τὸ μικρὸν τοῦτο ποσὸν τῶν 40,000 ὁμολογιῶν; Καὶ ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ὑπῆρχον αἰτήσεις πρὸ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου ἀνώτεραι τῶν 40,000; Μόνον ἐκ Σύρου καὶ Ἀθηνῶν αἱ αἰτήσεις ἀνῆλθον εἰς τὸ ποσὸν τῶν 25–30 χιλιάδων ὁμολογιῶν. Αὐτὸς δὲ οὗτος ὁ ὅρος ὁ ἐν τῇ συμβάσει τεθεὶς, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς ἀναλαβόντας τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου νὰ διαθέσωσι πρῶτον τὰς ὁμολογίας αὐτῶν καὶ κατόπιν τὰς ὑπολοίπους τὰς ἀνηκούσας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ διὰ λογαριασμὸν αὐτῆς προσφερομένας εἰς τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν, αὐτὸς οὗτος ὁ ὅρος ἐπέφερε τὸ ναυάγιον τοῦ δανείου. Κατέστρεψε δὲ τὸ δάνειον διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἀναλαβόντες τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου ἐδείκνυον, ὅτι δὲν ἐπεθύμουν τὴν πραγματοποίησιν αὐτοῦ. Τὸ συμφέρον δὲ αὐτῶν τὸ κερδοσκοπικὸν ἦτον ἀνώτερον τῆς ἀνυψώσεως τῆς χρηματιστικῆς πίστεως τῆς Ἑλλάδος, καὶ τοῦτο ὁμολογεῖται ῥητῶς καὶ ἐν αὐτῇ τῇ συμβάσει. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 7, προβλέποντες περὶ τῆς ἀποτυχίας, ἔθεσαν τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον περιέχει τὰ ἀκόλουθα: «Καθ’ ἣν περίπτωσιν μέρος ἢ τὸ ὅλον τῶν εἰς λογαριασμὸν τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐκδοτέων 60,000 μετοχῶν δὲν διατεθῶσι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς δημοσίας ἐγγραφῆς, ἡ προεξοφλητικὴ τράπεζα καὶ ὁ κ. Κορωνιὸς θέλουσιν ἀναλάβει ἐν διαστήματι ἓξ μηνῶν νὰ ἐκποιήσωσι τοὺς διαθεσίμους τίτλους, κατὰ τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 ὁριζομένην τιμὴν, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, ἐκ συμφώνου μετὰ τῆς προεξοφλητικῆς τραπέζης καὶ τοῦ κ. Κορωνιοῦ, ὁρίσῃ τιμὴν κατωτέραν.» Τὸ συμφέρον λοιπὸν τῶν ἀναλαβόντων τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου ἦτο νὰ καλυφθῇ τὸ δάνειον μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν ὁμολογιῶν, τὰς ὁποίας οὗτοι ὁριστικῶς εἶχον λάβει, ἤτοι τῶν 40,000 ὁμολογιῶν, νὰ ἀποτύχῃ δὲ διὰ τὸ ὑπόλοιπον, ὅπως οὗτοι λάβωσι τὰς ὁμολογίας εἰς εὐθηνοτέραν τιμήν. Δὲν ἀπορῶ δὲ διατὶ τὸ δάνειον δὲν ἐκαλύφθη, ἀλλ’ ἀπορῶ διατὶ εὑρέθησαν ἄνθρωποι, οἵτινες ἔλαβον καὶ ὅσας ἔλαβον ὁμολογίας, καὶ ἀπορῶ τοσούτῳ μᾶλλον, διότι ἀφοῦ οἱ ἀναλαβόντες τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου ἐδείκνυον τοσαύτην δυσπιστίαν, πῶς ἦτο δυνατὸν τὸ δάνειον νὰ τύχῃ καλλιτέρας τύχης; Ἐζητήσαμεν διὰ τοῦ δανείου τούτου καὶ διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825 ν’ ἀνυψώσωμεν τὴν χρηματιστικὴν πίστιν ἡμῶν καὶ νὰ εἰσάξωμεν τὰ ἑλληνικὰ χρεώγραφα ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις τοῦ Λονδίνου καὶ τῶν Παρισίων, καὶ ἀντὶ τούτου, ἐκλείσαμεν τὰς θύρας τῶν χρηματιστηρίων εἴς τε τὰ παλαιὰ χρεώγραφα, ἅτινα προηγουμένως ἐκυκλοφόρουν, καθὼς καὶ εἰς τὸ τελευταῖον δάνειον. Καὶ ὅμως ἤδη παρακαλοῦμεν, ὅπως μᾶς ἀνοίξωσι τὰς θύρας, ἃς μάτην κρούομεν. Κατεστράφη λοιπὸν ἡ χρηματιστικὴ πίστις τῆς Ἑλλάδος, αἰτία δὲ τῆς ἀποτυχίας τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 εἶναι ἡ σύμβασις διὰ τῆς ὁποίας τὸ δάνειον τοῦτο παρεχωρήθη εἰς τὴν Προεξοφλητικὴν Τράπεζαν τῶν Παρισίων καὶ εἰς τὸν κ. Κορωνιὸν, οἵτινες συμφέρον εἶχον τὴν μὴ πραγματοποίησιν αὐτοῦ.
§96ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἡ Βουλὴ εἶναι κεκμηκυῖα ἐκ τῶν μακρῶν συζητήσεων τῶν ἡμερῶν τούτων. Τὸ βλέπω· φείδομαι τοῦ χρόνου, διότι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν κλείει τὸ ἔτος, καὶ ἔχομεν πολὺ σπουδαίας ἐργασίας νὰ διεξέλθωμεν. Δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον ἑπομένως, ἐὰν πράγματι ἦσαν ὥριμοι αἱ ἐργασίαι αὐτῆς καὶ ἡ ὁμιλία μου ἠδύνατο νὰ τὰς ἀναβάλῃ. Ἀφοῦ ὅμως, μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ σπουδαιοτέρας ἄλλας ἐργασίας δὲν ἔχομεν, ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἀποφασίσητε νὰ θυσιάσητε μίαν ὥραν ἀκούοντές με. Τοῦτο μοὶ δίδει τὸ θάῤῥος νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ λόγος μόνος οὗτος, ὅστις μὲ ἔπεισε νὰ ὁμιλήσω. Ἐῤῥέθησαν πολλὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἅτινα δὲν ἤκουσα ν’ ἀναιρεθῶσιν ἢ τοὐλάχιστον δὲν ἀνῃρέθησαν ὅπως ἐννοῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀναιρεθῶσι. Διότι δὲν μοὶ φαίνεται συμφέρον ν’ ἀποδειχθῇ, διὰ τῆς σιωπῆς περὶ τὴν ἀναίρεσιν τῶν ἰδεῶν τούτων, ὅτι ἡ Βουλὴ τὰς συμμερίζεται, καὶ ὅτι δὲν ὑψώθη μία φωνὴ διαμαρτυρήσεως κατ’ αὐτῶν, ἐνῷ πέπεισμαι, ὅτι οὐχὶ εἷς ἐγὼ, ἀλλὰ πλείονες, καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, ἀποκρούουσι τὰς τοιαύτας ἰδέας. Ἐκτὸς τούτου, εὑρίσκομαι εἰς τὴν λυπηρὰν δι’ ἐμὲ θέσιν νὰ μὴ δώσω τὴν ψῆφον μου ὑπὲρ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, οἷον ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπέβαλεν, ἑπομένως νὰ μὴ ἀπονείμω, ὡς ἐπεθύμουν, ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπιθυμῶ ἐντεῦθεν νὰ ἐξηγηθῶ σαφῶς, ὅπως ἐννοηθῇ, ποίαν σημασίαν ἔχει ἡ ψῆφός μου. Ἐπιθυμῶ ἡ ψῆφός μου νὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν, ἣν ἐγὼ θέλω νὰ ἔχῃ, οὐχὶ δὲ τὴν ἔνοιαν, ἣν ἄλλοι θέλουν ν’ ἀποδώσωσιν εἰς αὐτήν. Διότι ὁμολογῶ καὶ ἐνταῦθα ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπον, καὶ ὅτε ὡμίλουν πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς μου· διΐσταμαι ἐπί τινα σημεῖα καὶ πρὸς τοὺς ἀντιπολιτευομένους. Νομίζω δὲ, ὅτι ἀφοῦ ἔδωκα ὑποσχέσεις πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς μου, καθῆκον ἔχω νὰ τηρήσω ταύτας, οὔτε θέλω νὰ φανῶ, ὅτι ἐπεζήτουν νὰ ἐκμεταλλευθῶ τὴν καλὴν πίστιν αὐτῶν, κηρυττόμενος πρὸ τῆς ἐκλογῆς ἀντιπολιτευόμενος, εἰσερχόμενος δὲ ἐντὸς τῆς Βουλῆς νὰ μετέρχωμαι ὑπουργικὴν γλῶσσαν, ἢ νὰ δίδω τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων.) Τὰ τοιαῦτα, Κύριοι, μὲ λυποῦν· δὲν συμβιβάζονται μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς· ἂς μὴ ἐπαναληφθῶσι. Κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν τακτικὴν ἐκείνων, οἵτινες, θέλοντες νὰ προσβάλωσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ τὴν ἀντιπολιτευθῶσι, ἐπιτίθενται κατὰ τῆς ὅλης Ἑλλάδος, καὶ καθ’ ὅλου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, παριστάνοντες αὐτὸν ἐξηυτελισμένον ἐν τῇ Ἀνατολῇ, συζητοῦντες δὲ περὶ πολιτικῶν νὰ παριστῶσι τὴν πατρίδα των ὡς τόπον ἀνηθικότητος καὶ πολιτικῆς διαφθορᾶς. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς πιστεύουσιν, ὅτι δι’ αὐτοῦ προσβάλλουσι τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ αἱ παρελθοῦσαι δὲν εἶναι ἐκεῖναι, αἵτινες ἔφερον τὰ ἐθνικὰ πράγματα εἰς οἵαν εὑρίσκονται κατάστασιν. Προλαμβάνω δὲ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὰ πράγματα δὲν εὑρίσκω οὔτε ἀπηλπισμένα, οὔτε ταπεινωτικά, καθώς τινες τὰ παρέστησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Δὲν τὰ εὑρίσκω δὲ τοιαῦτα, διότι δὲν ἐπιμένω εἰς τὰ φαινόμενα τὰ κυβερνητικά. Αὐτὰ εἶναι ἀσύνδετα ὅλως πρὸς τὸν ἐθνικὸν βίον. Ἐπιθυμῶ νὰ εἰσδύσω εἰς τὴν οὐσίαν· εἰς τὴν οὐσίαν δὲ εἰσδύων, εὑρίσκω τὴν Ἑλλάδα, σήμερον, εἰς θέσιν πολλῷ κρείττονα πάσης προηγουμένης μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης. Ἐῤῥέθη, ὅτι «ἄλλοι λαοὶ εἶναι ἐν τῇ Ἀνατολῇ οἵτινες προπορεύονται σήμερον. Εἶναι ὁ Βούλγαρος, ὁ Σέρβος, ὁ Ῥουμοῦνος. Τὸ πρῶτον ἔθνος τῆς Ἀνατολῆς, τὸ ἅλας τῆς Ἀνατολῆς, ἠτιμάσθη.» Καὶ ἂν, κύριοι, τὰ τοιαῦτα ὑπῆρχον ἀληθῆ, δὲν ἔπρεπε νὰ ῥηθῶσιν, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὅσῳ ἡ καύχησις, ὁ αὐτέπαινος, ἡ κομποῤῥημοσύνη βλάπτουν τὰ ἔθνη, τόσῳ ἐπίσης βλάπτουσιν αὐτὰ αἱ ἀποθαῤῥύνσεις καὶ οἱ ἐξευτελισμοί, οὓς αὐτὰ περὶ ἑαυτῶν διακηρύττουσι. Δὲν ἤθελον φέρει δὲ τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ἐὰν ἐπίστευον, ὅτι εἴμεθα μόνον ἡμεῖς οἱ ἀκούοντες τοὺς τοιούτους λόγους· ἀλλ’ οἱ λόγοι αὐτοὶ ἀντηχοῦν καθ’ ὅλον τὸν κόσμον, καθ’ ὅλην τὴν Ἀνατολήν· εἰς μὲν τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν παρέχουν ἀφορμὴν, ὅπως μᾶς παριστῶσιν ἀδιορθώτους καὶ ἀναξίους κρείττονος τύχης, τοὺς δὲ ὑποδούλους ἔτι ἀδελφοὺς ἡμῶν ἀπελπίζουσι περὶ τοῦ μέλλοντος αὐτῶν. Ἐὰν τὸ μεγαλεῖον τῶν ἐθνῶν συνίστατο ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν στρατιωτῶν, ὅσους δύνανται ἑκάστοτε νὰ παρατάσσωσι, καὶ εἰς τὴν ποσότητα τοῦ αἵματος, τὸ ὁποῖον χύνουσιν ἀφειδῶς, τότε τὸ πρῶτον ἔθνος ἐπὶ γῆς θὰ ἦσαν οἱ Ζουλοῦ· διότι μόνοι αὐτοὶ κατώρθωσαν νὰ ἐφαρμόσουν πράγματι καὶ ἀληθῶς τὴν γενικὴν στρατολογίαν, καὶ νὰ ἦναι πάντες στρατιῶται, καὶ οὐδὲν ἄλλο. Εὐτυχῶς ὅμως τὰ ἔθνη εἶναι μεγάλα, ἐφ’ ὅσον καταλαμβάνουσι μίαν πνευματικὴν θέσιν ἐν τῇ ἱστορίᾳ, ἐφ’ ὅσον ἀναπτύσσονται ἠθικῶς καὶ διανοητικῶς, ἐφ’ ὅσον κρατύνονται ὑλικῶς διὰ τῆς ἐθνικῆς ἐργασίας. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἐὰν ὑπὸ τὴν ἀληθῆ ἔποψιν αὐτὴν κρίνωμεν τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ ἑλληνικὸν Ἔθνος, ποῖον ἐκ τῶν Ἐθνῶν αὐτῶν, τὰ ὁποῖα μᾶς παρουσίασαν ἐσχάτως, ὡς προπορευόμενα ἐν τῇ Ἀνατολῇ, δύναται νὰ ὑποστῇ τὴν σύγκρισιν πρὸς τὴν Ἑλλάδα; Παραλείπω νὰ ὑπομνήσω πολλά. Ὑπομιμνήσκω ἓν μόνον. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει μίαν σημαίαν παγκόσμιον καὶ σημαία παγκόσμιος εἶναι μία, ἡ ναυτική. Τίς τῶν λαῶν τῶν ἄλλων τῆς Ἀνατολῆς ἔχει τὴν σημαίαν αὐτήν; Μόνη ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ ἐπιδείξῃ τοιαύτην, καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀπροσίτους ὅρμους τῆς Πολυνησίας. Ἑξακισχιλίας καὶ τριακοσίας καὶ ἐπέκεινα σημαίας ἀριθμεῖ τὸ Ἑλληνικὸν ναυτικόν. Ἔθνος λοιπὸν, ὅπερ ἔχει τοιαύτην δύναμιν, ὅπερ δεσπόζει καθ’ ὁλοκληρίαν, δύναμαι νὰ εἴπω, τῆς Ἀνατολῆς, διότι δεσπόζει τῆς ἐργασίας καὶ τοῦ πνεύματος ἐν αὐτῇ, εἶναι Ἔθνος ἐξηυτελισμένον καὶ ἠτιμασμένον; Ἤθελον συμβουλεύσει τοὺς πολιτευομένους νὰ μὴ ὀκνῶσι νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν Ἀνατολὴν, ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν, ἵνα πεισθῶσιν, ὅτι ἐκεῖ συντελεῖται μία ἐργασία, ἀφανὴς μὲν, ἀλλ’ ἐργασία πραγματικὴ, ἥτις εἶναι ἡ ἄγκυρα τοῦ μέλλοντος. Θέλετε ἰδεῖ τὴν Ἀνατολὴν ὁλόκληρον, ὅλας τὰς ἀκτὰς αὐτῆς ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, εἰς τὰς χεῖρας τῶν Ἑλλήνων, καὶ ὑλικῶς καὶ πνευματικῶς. Τὸ τοιοῦτον εἶναι γεγονὸς, ὅπερ κέκληται νὰ μᾶς ἀπελπίζῃ καὶ νὰ μᾶς ἀποθαῤῥύνῃ; Δικαιούμεθα, μετὰ τοιαῦτα φαινόμενα, νὰ ἐξευτελίζωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, νὰ ἀπελπίζωμεν τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν; Ἀλλ’ ἴσως εἴπουν, πολιτικῶς καὶ διεθνῶς ἡ Ἑλλὰς ποῦ εὑρίσκεται; Δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι ἔχομεν ἐλλείψεις καὶ ὅτι πολλὰ παρ’ ἡμῖν δέονται βελτιώσεως καὶ συμπληρώσεως, ἀλλὰ ἐκ θεμελίων δέον νὰ δημιουργηθῶσι. Ἀλλ’ ὅταν ἐσχάτως ἀνέγνωσα τοὺς συνεχεῖς καὶ ἀδιακόπους λόγους ἑνὸς μεγάλου πολιτικοῦ ἀνδρὸς τῆς Ἀγγλίας, τοῦ Γλάδστωνος, περιοδεύοντος, δι’ ὧν παριστᾷ αὐτὴν τὴν Ἀγγλίαν, ὡς χώραν ἀτιμασθεῖσαν καὶ ἀπειλουμένην διὰ φοβερῶν κρίσεων, ἐὰν μὴ μεταβάλῃ κυβέρνησιν, διστάζω νὰ παραδεχθῶ, ὅτι οἱ λόγοι, οἵτινες ἐκφέρονται περὶ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος, ἔχουν τὴν σημασίαν, ἥν τινες ἀρέσκονται νὰ τοῖς ἀποδίδωσι. Πάντα τὰ ἔθνη πάσχουν, πάντες οἱ λαοὶ ὑποφέρουσι. Ἐὰν ἀποφασίσητε δὲ ν’ ἀναγνώσητε τὰ περιοδικὰ συγγράμματα καὶ τὰς ἐφημερίδας τὰς εὐρωπαϊκὰς, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἐπὶ ῥόδων δὲν κοιμῶνται οὔτε ἡ Γαλλία, οὔτε ἡ Γερμανία, οὔτε ἡ Ῥωσσία, οὔτε ἡ Ἰταλία. Ἀπέναντι δὲ πολλῶν λαῶν τῆς Μεσογείου, διότι ἡ σύγκρισις ἡμῶν δὲν πρέπει νὰ γίνηται πρὸς τοὺς μεγάλους, ἀλλὰ πρὸς ἐκείνους, πλησίον τῶν ὁποίων εὑρισκόμεθα, ἡ Ἑλλὰς ἀναδεικνύεται, κατὰ πολὺ ἀνωτέρα αὐτῶν καὶ πρωτεύουσα. Ἔχομεν πρὸ χρόνων, κύριοι, ἐλευθερίας, τὰς ὁποίας μὲ αἵματα καὶ μὲ ἀγῶνας ζητοῦν ν’ ἀποκτήσωσιν ἀκόμη ἄλλοι λαοί. Δύνανταί τινες τὰς ἐλευθερίας ταύτας νὰ τὰς ἐμπαίζωσι, δύνανται νὰ πιστεύωσιν, ὅτι αὗται εἴτε ἀτελεῖς εἰσὶν, εἴτε δὲν ὑπηρετοῦσιν οἰκονομικῶς καὶ πολιτικῶς τὴν Ἑλλάδα· οὐδεὶς ὅμως δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὴν μεγάλην δύναμιν, τὴν ὁποίαν οἱ ἐλεύθεροι θεσμοὶ, καὶ ἀτελεῖς ἔτι, καὶ ἀτελῶς ἐφαρμοζόμενοι, ἀσκοῦσιν ἐπὶ τὸ μέλλον τῶν ἐθνῶν. Δὲν βλέπω ἐντεῦθεν κατὰ τίνα λόγον, ὡς πρὸς τοῦτο, εἴμεθα ἥττονες ἄλλων, κατὰ τίνα λόγον ἔχομεν ἀφορμὴν νὰ ἐξευτελίζωμεν τὸ ἑλληνικὸν Κράτος. Ἀλλὰ διεθνῶς, λέγουσιν, ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται τεταπεινωμένη. Τὴν ταπείνωσιν αὐτὴν, ἰδίως μετὰ τὸ συνέδριον τοῦ Βερολίνου, δὲν εὑρίσκω. Τοὐναντίον, πρώτην ἤδη φορὰν, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀγῶνος, ἀνεγνωρίσθη ἡ ἑλληνικὴ ἐθνότης, ὡς ἐθνότης αὐθύπαρκτος, ὡς ἐθνότης, ἥτις ἔχει μέγα μέλλον ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Σήμερον ὁ πεπολιτισμένος κόσμος δὲν μᾶς βλέπει, μὲ τὸ βλέμμα ἐκεῖνο τῆς δυσπιστίας, διὰ τοῦ ὁποίου μᾶς ἐθεώρει ἄλλοτε. Τουλάχιστον ἐκεῖνος, ὅστις ἐν Εὐρώπῃ θὰ εὑρεθῇ νὰ ὑβρίσῃ, σήμερον, καὶ νὰ περιφρονήσῃ τὴν Ἑλλάδα ἢ τὸ ἑλληνικὸν Ἔθνος, ἢ δὲν ἀκούεται, ἢ κρίνεται ὡς παρακρούων. Παρῆλθε δὲ ἡ ἐποχή, καθ’ ἣν ἦτο καύχημα ἡ ὕβρις πρὸς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὅπλον προαγωγῆς καὶ ἐμπιστοσύνης στερέωμα. Ἡ τοιαύτη κατάστασις εἶναι ἀπελπιστική, εἶναι κατάστασις, ἥτις μᾶς ἐξευτελίζει, ἥτις δύναται νὰ δίδῃ ἀφορμὰς εἰς φιλιππικοὺς καὶ εἰς ἰερεμιάδας; Τίνες ἐκ τῶν ἄλλων αὐτῶν λαῶν, τοὺς ὁποίους ἠρίθμησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὡς ὑποσκελίσαντας ἡμᾶς, εὑρίσκονται διεθνῶς, εἰς ἣν θέσιν εὑρισκόμεθα ἡμεῖς; Ὑπὲρ τίνων ἐξ αὐτῶν ἀνεγνωρίσθη, μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς, ὅ,τι ἀνεγνωρίσθη περὶ τῆς Ἑλλάδος; Οὐδεὶς περὶ αὐτῶν ἐγένετο λόγος, εἰμὴ ἐφ’ ὅσον ἡ Ῥωσσία, διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, ἀνέφερε περὶ αὐτῶν. Ὅσα δὲ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος ἐγένοντο, ἐγένοντο οὐχὶ διότι ἐπαίτης προσῆλθεν, ἀλλὰ διότι τὴν προσεκάλεσαν. Μεγίστη δὲ ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος παρίσταται ὡς προστατευόμενος, καὶ ἐκείνου, ὅστις καλεῖται, διότι εἶναι ὅ,τι εἶναι, τὸν ὁποῖον ἐν τούτοις οἱ ἰσχυροὶ ῥητῶς διαβεβαιοῦσιν, ὅτι, ἐντὸς ὀλίγου, θὰ ἔχῃ μέλλον μέγα καὶ ἔνδοξον. Καὶ βεβαίως τὸ τοιοῦτον μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ πρέπει νὰ ἦναι τις εἰς ἄκρον κακῆς πίστεως ὅπως μὴ ἀνομολογήσῃ. Πότε ἄλλοτε ἀνεγνωρίσθη ἡ χωρική, ἡ γεωγραφικὴ ἑνότης τῆς Ἑλλάδος; Ἐνθυμηθῆτε ὅσα ἐκ τῶν πρωτοκόλλων τοῦ Βερολίνου χθὲς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ζακύνθου ἀνέγνωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἡ Μακεδονία καὶ ἡ Θράκη ἐκηρύχθησαν ὑπὸ τῆς Ἀγγλίας, ὡς ἑλληνικαὶ χῶραι, ἀνεγνωρίσθησαν δὲ ὡς τοιαῦται καὶ παρὰ τῆς ἄλλης Εὐρώπης. Γνωρίζετε δὲ κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι τὸ μέγα ζήτημα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δὲν κεῖται ἐν τῇ Ἠπείρῳ καὶ ἐν τῇ Θεσσαλίᾳ, ἀλλ’ ἐν τῇ Μακεδονίᾳ καὶ ἐν τῇ Θράκῃ, ἐν ταῖς ἀκταῖς τῆς Ἀνατολῆς. Ἐκεῖ δὲ συγκροτεῖται ὁ κύριος ἀγὼν ἡμῶν. Ὅταν ὅμως μία Ἀγγλία ἐξεστόμισεν ἅπαξ, ὅτι αἱ χῶραι αὗται εἶναι ἑλληνικαί, τὸ τοιοῦτον εἶναι μεγίστη ἐγγύησις περὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι δὲν εἶναι μακρὰν ἡ στιγμή, καθ’ ἣν τὰ πρακτικὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς δηλώσεως αὐτῆς θὰ φιμώσωσι τὰ στόματα ἐκείνων, οἵτινες διασαλπίζουσιν, ὅτι τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος εὑρίσκεται τεταπεινωμένον, ἐνώπιον τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου. Ἀλλὰ τὸ ἔργον τοῦτο τίνων εἶναι ἔργον; Ὑποθέτουσι τινές, ὅτι εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος, καὶ διὰ τοῦτο ἴσως τὸ ἀρνοῦνται, ὅπως καταβιβάσωσι τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ ἔργον τοῦτο εἶναι ἔργον τοῦ σύμπαντος Ἔθνους. Μετέχουσι τούτου καὶ αἱ Κυβερνήσεις· διότι, μεθ’ ὅσα ἂν λέγωσι τινές, αἱ ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις, μεθ’ ὅλας τὰς ἐλλείψεις των καὶ τὰς δυσχερείας ἃς συναντῶσι, ἐὰν μὴ ἔπραξαν τὸ ὅλον, συνετέλεσαν ὅμως ὅλαι ὁμοῦ κατά τι εἰς τὸ ἔργον, ὅπερ βλέπομεν. Ἀλλὰ κυρίως τὸ ἔργον εἶναι ἔργον τοῦ ἑλληνικοῦ Ἔθνους προϊὸν τῶν ἀφανῶν ἐκείνων ἐργατῶν, οἵτινες ὁμοιάζουσι πρὸς τὰ ζωύφια, τὰ εἰς τὰ βάθη τῶν θαλασσῶν κατασκευάζοντα τὰ κοράλια, καὶ μετ’ ὀλίγον ἀναβιβάζοντα εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τῆς θαλάσσης νήσους ὁλοκλήρους. Δὲν ἐννοῶ, διατὶ θέλετε ν’ ἀποθαῤῥύνητε τοὺς ἐργάτας αὐτούς, καὶ νὰ τοὺς πικράνητε, ἐν τῇ ἀφανείᾳ των, ἀρνούμενοι τὸ ἑλληνικὸν μέλλον, καὶ ἐξευτελίζοντες τὴν ἐργασίαν των. Ἐπειδή, κύριοι, δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ἀπελπιζομένων, ἐπειδὴ ἔχω πίστιν εἰς τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δι’ αὐτὸ ἐτόλμησα νὰ λάβω τὸν λόγον, καὶ νὰ ἐκφράσω ἰδέας τινας ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς Πατρίδος ἡμῶν. Ἐὰν ἤμην ἀπελπισμένος, ὤφειλον νὰ σιγήσω. Συνηθέστερον, ἢ συνεχέστερον μᾶλλον, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὑπεστηρίχθη μία πολιτικὴ, εἴτε τὴν ὀνομάσητε πολιτικὴν τοῦ φυλετικοῦ πολέμου, εἴτε πολιτικὴν τοῦ αἵματος, τῶν δηώσεων, τῶν σφαγῶν, εἴτε πολιτικὴν τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς, τῆς δραστηρίου στρατιωτικῆς παρασκευῆς, ὅπως καὶ ἂν τὴν ὀνομάσητε, εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς ἀμέσου πολιτικῆς ἐνεργείας πρὸς ὑπηρεσίαν τοῦ ἐθνικοῦ μέλλοντος. Κύριοι, τὸν φυλετικὸν πόλεμον τὸν ἀπεύχομαι διὰ τὴν πατρίδα μου· διότι ἐὰν σήμερον, ἢ ποτὲ ἐν τῷ μέλλοντι, τὸν ἐπιχειρήσῃ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, δυστυχῶς θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ τὸν ὑποστῇ, οὐχὶ πλέον πρὸς τοὺς Τούρκους μόνον, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἀμφισβητοῦσι τὴν καρδίαν αὐτὴν τῆς ἑλληνικῆς δυνάμεως. Ἀπεύχομαι τὸν φυλετικὸν πόλεμον, ἀπεύχομαι τὰ αἵματα, ἀπεύχομαι τὰς δῃώσεις καὶ τὰς καταστροφάς· διότι νομίζω, ὅτι ἐπὶ 20 ἤδη ὅλους αἰῶνας ἀρκετὸν αἷμα χύνει ὁ Ἕλλην, ὥστε νὰ ἐπέστῃ ὁ καιρὸς πλέον, ὅπως παύσῃ ἡ τραγῳδία αὕτη, ζητήσῃ δὲ ὁ Ἑλληνισμὸς μᾶλλον νὰ αὐξήσῃ τὸ αἷμα του καὶ τὸν πληθυσμόν του, ἢ νὰ τὸν ἐλαττώσῃ. Ἀπὸ εἴκοσιν ἢ εἰκοσιπέντε ἑκατομμυρίων, ὅσοι ἠριθμοῦντο κατὰ τὴν ἀρχαίαν ἐποχὴν οἱ Ἕλληνες, σήμερον γινώσκομεν εἰς τίνα ἐλάχιστον σχετικῶς ἀριθμὸν ἐξεπέσαμεν. Ἄλλως τε ἡ Ἑλλὰς ἀρκετὰ ἐπὶ τόσους αἰῶνας ἔνδοξα κατορθώματα πολεμικὰ ἀριθμεῖ, ἀρκετοὺς ὑπέστη ἀγῶνας, ὅπως ζητήσῃ ἀλλοῦ πλέον τὸ μεγαλεῖόν της καὶ τὸ μέλλον της. Μεθ’ ὅλης δὲ τῆς δυνάμεως τῆς ψυχῆς μου ἀποκρούω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ μέλλον, εἰμὴ ἐὰν καύσῃ καὶ ἀνατρέψῃ ὅ,τι μέχρι τοῦδε ἀνήγειρεν. Ἐνθυμοῦμαι πάντοτε, ὅτι, ὅπως δημιουργηθῇ αὐτὸς ὁ σταθμὸς τῆς ἑλληνικῆς ἐλευθερίας, ὁ ὁποῖος ὀνομάζεται Ἑλλὰς, 500,000 πτωμάτων ἑλληνικῶν ἔπεσαν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔγινε τέφρα ὅλη. Ἐγὼ δὲν δύναμαι ποτὲ νὰ ἔχω τὴν συνείδησιν τόσῳ ἐλαφρὰν, ὅπως συμβουλεύσω τῇ πατρίδι μου ν’ ἀνατρέψῃ τὰ διὰ τοσούτων θυσιῶν κατορθωθέντα, διὰ σκοποὺς ὅλως ἀδήλους. Ὡς ἰδιοτροπία πρέπει νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ ἰδέα ἐκείνων, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι δὲν δύναται τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος νὰ μεγαλυνθῇ ἄλλως ἢ ἀφοῦ καταστρέψῃ ὅ,τι μέχρι τοῦδε ἐδημιούργησεν. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ἡμεῖς παρελάβομεν αὐτὴν τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τῶν ἀνδρῶν τοῦ 1821 διὰ νὰ τὴν στερεώσωμεν ἔτι μᾶλλον, οὐχὶ ὅμως διὰ νὰ τὴν ἐξωθῶμεν ἑκάστοτε εἰς τὴν καταστροφήν. Ἐκεῖνοι ἠδύναντο νὰ πράξωσι τοῦτο, ἡμεῖς ὅμως, οἵτινες ἀποζῶμεν μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς ἐκ τῆς δόξης ἐκείνων, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκμυκτηρίζωμεν τὸ ἔργον των, καὶ νὰ λέγωμεν, ὅτι εἶναι ἄξιον μόνον ἀνατροπῆς καὶ ἀποτεφρώσεως. Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ ἂν ἦτον ἐπιτετραμμένον τὴν πολιτικὴν αὐτὴν νὰ τὴν ὑποστηρίξωσι πολιτευόμενοι ἐν τῇ Ἑλλάδι, ἢ ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ὤφειλον αὐτοὶ πρῶτοι, εἴτε διὰ τοῦ παραδείγματος τοῦ βίου των, εἴτε διὰ τῆς διδασκαλίας των, εἴτε διὰ τῆς ἐν γένει πολιτείας των, νὰ παρέχωσι τὸ παράδειγμα· ὤφειλον αὐτοὶ πρῶτοι νὰ ἄρωσι τὸν σταυρὸν τῶν τοιούτων θυσιῶν, τῶν τοιούτων ἀποτεφρώσεων καὶ δῃώσεων, ὅπως ἔχωσι δικαίωμα νὰ μέμφωνται τοὺς ἄλλους, ὅτι δὲν ἔπραξαν ὅσα αὐτοὶ φαντάζονται. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ παρατηρήσω, ὅτι, μετὰ τὸ 1821, ἐν ὅλῃ τῇ Ἑλλάδι, τῇ τε ἐλευθέρᾳ καὶ τῇ δούλῃ, δύο μόνον ἄνδρας γινώσκω, δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἦναι καὶ τρίτος, οἵτινες δύνανται νὰ μετέρχωνται τὴν γλῶσσαν αὐτήν. Οἱ δύο αὐτοὶ ἄνδρες εἶναι ὁ Φαναριώτης Νικόλαος Νέγρης καὶ ὁ Ζήσης Σωτηρίου. Ὁ πρῶτος κατῆλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, φέρων ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον περιουσίαν, ἐδαπάνησε δὲ τὴν περιουσίαν αὐτὴν ὁλόκληρον ὑπὲρ τῆς μεγάλης ἰδέας, καὶ ἴσως μετ’ ὀλίγον θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τείνῃ χεῖρα ἐλεημοσύνης. Αὐτὸς, κατὰ τὸ 1851, κατήρτισε καὶ συνετήρησε στρατιωτικὸν σῶμα ἴδιον. Ὅτε ἱδρύθη ἡ ἐθνοφυλακή, συνετήρησε τάγμα σχεδὸν ὁλόκληρον. Δὲν ὑπῆρξε πρόσφυξ Ἠπειρώτης ἢ Θεσσαλὸς ἢ Μακεδὼν, ὅστις δὲν εὗρε καταφύγιον εἰς τὴν οἰκίαν του, μεταβληθεῖσαν εἰς ξενῶνα καὶ εἰς νοσοκομεῖον πάντων τῶν προσφύγων· ἐθυσίασε περιουσίαν ὅλην διὰ τὴν δημιουργίαν τῆς ἐπὶ σκοπὸν βολῆς. Ὁ κ. Μεσσηνέζης, πρόεδρος αὐτῆς, δύναται νὰ ὁμολογήσῃ τοῦτο.
§97ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μάλιστα, εἶναι ἀληθέστατον.
§98ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὁ Ζήσης Σωτηρίου ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, φέρων διακοσίων χιλιάδων δρ. περιουσίαν, ἐδαπάνησεν ὅ,τι ἂν εἶχεν ὑπὲρ τῆς μεγάλης ἰδέας, αὐτὸς οὗτος πανταχοῦ τρέχων καὶ ἀγωνιζόμενος· καὶ σήμερον, ἐὰν θέλητε, δύνασθε νὰ μεταβῆτε εἰς τὴν Ἀκρόπολιν καὶ νὰ τὸν ἰδῆτε κοιμώμενον ἐπὶ σανίδος καὶ ἀποζῶντα ἐκ τοῦ μισθοῦ τοῦ γλίσχρου τῶν 100 ἢ 120 δραχμῶν, τὸν ὁποῖον τῷ χορηγεῖ τὸ Δημόσιον, ὡς φύλακι τῶν ἀρχαιοτήτων. Αὐτοὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ μετέλθωσι τὴν γλῶσσαν αὐτήν, ἐγὼ δὲ καὶ πολλοὶ ἄλλοι, δὲν ἔχομεν δικαίωμα τοιοῦτον· διότι οὔτε διὰ τῆς πολιτείας μας, οὔτε διὰ τῆς διδασκαλίας, οὔτε διὰ τῶν ἔργων ἐδώκαμεν τὸ παράδειγμα τῶν τοιούτων θυσιῶν. Πολλῷ δ’ ἧττον τὰ τοιαῦτα ἐδύνατο νὰ εἴπῃ ὁ ἀξιότιμος πρῶτος Βουλευτὴς Καλαβρύτων· διότι τὸ χάρισμα τοῦ λόγου, καὶ τὸ χάρισμα τῆς γραφίδος, διὰ τῶν ὁποίων ἡ φύσις τὸν ἐπροίκισε, καὶ ἅτινα διὰ μακρᾶς μελέτης καὶ διὰ τῆς ἐπιστήμης ἐκάλλυνε καὶ ἀνύψωσε εἰς βαθμὸν ἐπίζηλον, ἀμφότερα ταῦτα μετεχειρίσθη, ὅπως πείσῃ τοὺς Ἕλληνας, οὐχὶ ὅτι πρέπει ν’ ἀποτεφρώσωσι τὰς οἰκίας των, τὰ παλάτια των, τὰ καταστήματά των, καὶ νὰ σφαγῶσιν ἀπὸ τοῦ πρώτου μέχρι τοῦ τελευταίου, ἀλλ’ ὅπως ἀφοσιωθῶσιν εἰς ἔργα ἄλλα, μακρὰν ἀπέχοντα τῶν ἀποτεφρώσεων καὶ τῶν σφαγῶν. Τὴν ἑλληνικὴν δημοσιογραφίαν τιμᾷ τὸ περιοδικὸν, «Ἡ Οἰκονομικὴ Ἐπιθεώρησις», ἥτις εἶναι ἔργον τοῦ πρώτου βουλευτοῦ Καλαβρύτων, ὡς συντάκτου καὶ ὡς ἐκδότου αὐτῆς. Ἐκεῖ θὰ ἰδῆτε τὴν ὅλως ἀντίθετον ἀρχὴν, διδασκομένην εἰς τὴν ἑλληνικὴν Νεότητα. Διδάσκεται ἐκεῖ, ὅτι τὸ ἀληθὲς μεγαλεῖον τῶν ἐθνῶν εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἀνάπτυξίς των, ἡ εὔρυνσις τῆς ἐργασίας καὶ τῶν συναλλαγῶν. Ἐκεῖ δὲ ἀκόμη προτείνεται, ὅτι ἡ μόνη ἀληθὴς λύσις τοῦ ἀνατολικοῦ ζητήματος θὰ ἦναι ἡ διὰ τῆς οἰκονομικῆς συναλλαγῆς καὶ ἑνώσεως πρὸς τὴν Τουρκίαν. Ἠθέλησε νὰ προχωρήσῃ καὶ περαιτέρω ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς, ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι οἱ Ἕλληνες πρέπει νὰ ἦναι ἡνωμένοι μετὰ τῶν Τούρκων, ὅτι εἶναι μάλιστα ἀδελφοὶ, ὅτι πρέπει νὰ συνάψωσι συμμαχίαν πρὸς αὐτοὺς, ἐπὶ τούτῳ δὲ συνέταξε καὶ ἓν σχέδιον Ὁμοσπονδίας τελωνιακῆς, ἥτις θ’ ἀντεπροσωπεύετο καὶ διὰ Συνελεύσεως, συνερχομένης εἰς Κωνσταντινούπολιν, προεδρευομένης, ἀνοιγομένης δὲ καὶ κλειομένης ὑπὸ τοῦ Σουλτάνου, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν οἱ Τοῦρκοι ἤθελον ἔχει 96 ἀντιπροσώπους, οἱ δὲ Ἕλληνες μόνον 15. Προβαίνων δὲ περαιτέρω εἶπεν, ὅτι θυσιάζουν τὴν μεγάλην ἰδέαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουν, ὅτι μόνον στρατιωτικῶς δύναται νὰ ὑπηρετηθῇ αὕτη, ἐνῷ μόνον διὰ τῆς ἐργασίας καὶ διὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν ἀπαρτίζεται τὸ ἑλληνικὸν μέλλον. Ὅστις ἀπεφάσισεν ἐπὶ μακρὸν χρόνον νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν διδασκαλίαν αὐτὴν καὶ εἰς τὴν ἑλληνικὴν νεότητα τοιαῦτα νὰ διδάσκῃ, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραπονῆται, σήμερον, ὅτι προχθὲς ἡ Ἑλλὰς δὲν ἠθέλησε νὰ καῇ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου μέχρι τοῦ ἄλλου, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἠθέλησε νὰ μεταβληθῇ εἰς λαὸν τῶν Ζουλοῦ, πιστεύων ὅτι μόνη ἀποστολὴ τῶν ἐθνῶν εἶναι τὸ νὰ ἀλληλοσφαγῶνται καὶ νὰ χύνωσιν αἵματα.
§99ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δὲν σᾶς διακόπτω, ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιτρέπῃ, δύναμαι, αὔριον νὰ δώσω τὴν δέουσαν ἀπάντησιν, καὶ νὰ ἀποδείξω, ὅτι τὸ ἔθνος πρέπει νὰ προοδεύσῃ οἰκονομικῶς καὶ ὑλικῶς, ἀλλὰ νὰ ἦναι πάντοτε εἰς τὴν ὁδὸν τῆς τιμῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ ὑπάρχουσα Κυβέρνησις δὲν τὸ ὡδήγησε.
§100ΦΙΛΗΜΩΝ. Γνωρίζετε, ὅτι εἶμαι τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς πρὸ πολλοῦ ἀντίθετος, καὶ εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ τὸ δηλώσω ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων μου. Δὲν πρόκειται δὲ ταύτην τὴν στιγμὴν περὶ τοῦ ὑπουργείου, ἀλλὰ περὶ ζητήματος πολλῷ ἀνωτέρου. Ἡ ἐποχὴ ἡ ὁμηρικὴ, ἡ ἡρωϊκὴ ἐποχὴ τοῦ πρὸς ἀνάστασιν αὐτῆς πολέμου τῆς Ἑλλάδος, ἀντιπαρῆλθε διὰ παντός. Μὴ νομίζετε, ὅτι δύναται διὰ κενῶν λόγων, διὰ τῶν ἄρθρων τῶν ἐφημερίδων, διὰ διθυράμβων νὰ ἐπανέρχωνται αἱ ἐποχαὶ αὗται. Μὴ νομίζετε, ὅτι, καθὼς πέρυσιν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Τρικούπης πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν, ὅτι θὰ δυνηθῶμεν ποτὲ ἡμεῖς νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ὕψος τῶν ἀγώνων τῆς γενεᾶς τοῦ 1821. Ἀλλοίμονον δὲ εἰς τοὺς πολιτευομένους ἐκείνους καὶ τοὺς διευθύνοντας τὰ πράγματα τῶν Κρατῶν, οἵτινες συγχέουσι τοὺς καιροὺς, καὶ ἀρνοῦνται τοὺς πραγματικοὺς ὅρους καὶ τοὺς παράγοντας ἑκάστης ἐποχῆς καὶ ἑκάστης στιγμῆς τῆς ἐθνικῆς ζωῆς. Οἱ τοιοῦτοι ὁδηγοῦσι εἰς ἐξαμβλώματα, οὐδέποτε ὅμως εἰς γενναῖα ἔργα. Ἤθελον εἶσθαι γελοῖον, σήμερον, ἔτι πλέον, καὶ ἑκατὸν ἀκόμη ἔτη μετὰ τὰς Σταυροφορίας, ἐὰν ἐζήτει τις νὰ μεταβῇ ἡ Εὐρώπη εἰς τὴν Ἀνατολὴν διὰ τὸν λόγον, δι’ ὃν εἰς αὐτὴν ἐξεστράτευσε κατὰ τὸν ἑνδέκατον καὶ κατὰ τὸν δέκατον τρίτον αἰῶνα. Ἡ ἐποχὴ ἐκείνη τῆς πίστεως παρῆλθεν ἀνεπιστρεπτεί. Ἴσως αἱ τοιαῦται ἀπόπειραι ἤθελον δώσει καὶ σήμερον πάλιν ἀφορμὴν εἰς κανένα συγγραφέα Εὐρωπαῖον νὰ παραστήσῃ τὸν τοιαῦτα πράττοντα, ὅσῳ εὐφυῶς παρέστησε τὸν ἀνυπόμονον Ἱππότην του ὁ Σερβάντες. Τὰ συμφέροντα τῶν ἐθνῶν ὑπηρετοῦνται, κατὰ τὰς ἐποχὰς, κατὰ τοὺς παράγοντας καὶ κατὰ τὰς στιγμὰς τοῦ βίου, τὰς ὁποίας τὰ ἔθνη διέρχονται, δὲν ὑπηρετοῦνται δὲ, ἐν πάσῃ ὥρᾳ, διὰ τοῦ αὐτοῦ τρόπου. Καὶ νομίζω, ὅτι τὸ ἔτος 1854 ὑπῆρξε λίαν διδακτικόν. Ἐὰν κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἡ Ἑλλὰς δὲν ἤκουε τὴν φωνὴν τῆς καρδίας καὶ δὲν ἠκολούθει τὸν ἐνθουσιασμόν της, ἐὰν ἐφρόντιζε νὰ ἴδῃ, πόθεν ἤρχοντο κυρίως αἱ παρορμήσεις, ὅπως μετάσχῃ τοῦ ἀγῶνος, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἠκολούθει τὰς συμβουλὰς τοῦ νοὸς, θὰ εὑρίσκετο σήμερον εἰς ἄλλην θέσιν, καὶ ἄλλα θὰ ἦσαν τὰ ὅρια τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς εἶπε τότε, θὰ ῥίψω τὸν περὶ τῶν ὅλων κύβον, θὰ ἐπανέλθω εἰς τὰ ἆθλα τοῦ 1821. Εἶδεν ὅμως μετ’ ὀλίγον, ὅτι πᾶν ἄλλο ἐγένετο ἢ ὅ,τι ὠνειρεύθη, ἔκτοτε δὲ ὑπέστη μαρτύρια καὶ διωγμοὺς, μόλις δ’ ἐσχάτως ἀνέκυψεν ἐκ τῆς ταπεινώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ παραφορὰ ἐκείνη τῆς καρδίας τὴν ἤγαγεν. Ὤφειλον δὲ τοῦτο νὰ τὸ εἴπω ἐγώ· διότι, μολονότι νέος τὴν ἡλικίαν τότε, συνετέλεσα τὸ ἐπ’ ἐμοὶ καὶ ἐγὼ, ὅπως ἡ Ἑλλὰς ἀκούσῃ μᾶλλον τὴν φωνὴν τῆς καρδίας ἢ τοῦ νοός. Ἔπρεπεν ἡ Ἑλλὰς τότε ν’ ἀκούσῃ τοὺς δεκαὲξ Γερουσιαστὰς, τοὺς ὁποίους ἐσύριζαν οἱ συναχθέντες ἔξωθεν τῆς Γερουσίας ὀχλαγωγοὶ, καὶ νὰ μὴ ἀκολουθήσῃ τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, ἥτις προὐκάλεσε τὴν ξένην κατοχὴν, τὴν ταπείνωσιν καὶ τὸν ἐξευτελισμὸν, καὶ κατέστησεν ἡμᾶς σχεδὸν ἀποβλήτους ἐκ τῆς κοινωνίας τῆς Εὐρώπης. Ἤθελον παραδεχθῆ, κύριοι, καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ἰδέαν καὶ τὴν πολιτικὴν τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου καὶ βουλευτοῦ Αἰγιαλείας κ. Μεσσηνέζη περὶ τῆς συμμαχίας πρὸς τοὺς ἀνατολικοὺς λαούς· ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον κατέστη νῦν ἁπλοῦν ὄνειρον. Δυστυχῶς, ὡς τὰ πράγματα κατήντησαν, σήμερον, ἡ τοιαύτη συμμαχία εἶναι ὑπόθεσις τοῦ ἀδυνάτου. Ὁ Ῥήγας πρὸ τοῦ 1821, ἐν τῇ κεφαλῇ του ἐγκυμονῶν τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν Ἑλλήνων, συνέλαβε τοιοῦτον σχέδιον, καὶ ἐκάλεσεν ὅλους τοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς ν’ ἀποτελέσουν ὁμοσπονδίαν, ἥτις ἔμελλε νὰ ἔχῃ πρωτεύουσαν τὴν Κωνσταντινούπολιν, συνέταξε δὲ καὶ σύνταγμα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συντάγματος τῆς Γαλλίας τοῦ 1791. Ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ περιστάσεις, σήμερον, εἶναι διάφοροι· εἰς τοὺς λαοὺς αὐτοὺς ἀπὸ χρόνου ἐγεννήθη τὸ αἴσθημα τῆς ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας καὶ ἡ ἔφεσις, ὅπως ἀποτελέσωσιν ἴδια Κράτη. Τόσῳ δὲ εἶναι ἰσχυρὰ τὰ φρονήματα ταῦτα, ὥστε ἀδύνατον νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ δύναμις ἀνθρώπινος, ἱκανὴ νὰ τοὺς πείσῃ, ὅπως μεταβάλωσι φρόνημα. Οἱ λαοὶ αὐτοὶ εὑρίσκονται σήμερον καὶ θὰ εὑρίσκωνται ἐπὶ μακροὺς χρόνους, ὑπὸ τὰς γλυκείας παρορμήσεις Δυνάμεως, πᾶν ἄλλο διατεθειμένης νὰ ὑποστηρίξῃ ἢ τὰς τοιαύτας συνεννοήσεις, ἡμεῖς δὲ θὰ εὑρίσκωμεν πάντοτε ἀντιμέτωπον τὴν Δύναμιν ταύτην, ἐξουδετεροῦσαν τὰς πρὸς τοῦτο ἐνεργείας μας. Ὅταν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Ζαΐμης παρέστησε τῆς τοιαύτης συμμαχίας τὸ ἀδύνατον, ὁ κ. Μεσσηνέζης εἶπε: καὶ λοιπὸν θέλετε συμμαχίαν μετὰ τῶν Τούρκων; Δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ τοιοῦτον ἦτο τὸ ἀναγκαῖον πόρισμα τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ συμμαχήσωμεν μετὰ τῶν Τούρκων. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς, κύριοι, εἶναι Κράτος καὶ ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἔχει μέλλον, οὐ μόνον ἰδανικὸν, ἀλλὰ καὶ πραγματικὸν, ἔχει ὑλικὰ συμφέροντα θετικὰ, ὡς Κράτος. Δυνατὸν λοιπὸν νὰ ἔλθῃ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς αὐτοὶ, ἐκ καθήκοντος πατριωτικοῦ, νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν συμμαχίαν καὶ τὴν συνεννόησιν μετὰ τῆς Τουρκίας. Γνωρίζετε, ὅτι ἡ Φιλικὴ Ἑταιρία καὶ οἱ ἄνδρες τοῦ 1821 συνεμάχησαν μετὰ τοῦ Ἀλῆ πασσᾶ· διότι ἐπίστευον, ὅτι ἡ συμμαχία ἐκείνη ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ μέγα ἔργον των. Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς εὑρεθῇ ἀντιμέτωπος ἐν τῇ Μακεδονίᾳ, ἐν τῇ Θρᾴκῃ, πρὸς ἄλλους κατακτητὰς, θὰ εἴπητε ἂς ἀφήσωμεν τοὺς Τούρκους νὰ καταστραφῶσι καὶ νὰ ἐγκατασταθῶσιν οἱ Σλάβοι, καὶ ἔπειτα τοὺς ἀποκρούομεν; Τὸ τοιοῦτον δὲν ὑπαγορεύει ἡ φρόνησις, ἀλλὰ τὸ ἀντίθετον. Οὕτως εἴδομεν Δημοκρατίας ἀπολύτους, συμμαχησάσας μετὰ Αὐτοκρατοριῶν, εἴδομεν τὴν Ἰταλίαν συμμαχήσασαν μετὰ τῆς Αὐστρίας. Ἑπομένως οὐδόλως παράδοξον, ἂν εἰς ἀπώτερον μέλλον ἔλθῃ στιγμὴ, καθ’ ἣν, ὑπερασπιζόμενοι τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἀνατολῆς, ὑποχρεωθῶμεν νὰ συμμαχήσωμεν μετὰ τῶν Τούρκων, ὅπως ἀποκρούσωμεν ἐχθρὸν φοβερώτερον. Διότι, εἰς ὃ σημεῖον περιῆλθον τὰ πράγματα, δὲν εἶναι οἱ Τοῦρκοι ἐκεῖνοι, πρὸς οὓς ἔχομεν νὰ παλαίσωμεν· οἱ Τοῦρκοι ἀντιπαρέρχονται· εἶναι ἡ σλαβικὴ κατάκτησις, κατὰ πολὺ φοβερωτέρα τῆς τουρκικῆς κατακτήσεως. Ἔχομεν νὰ παλαίσωμεν πρὸς ἄλλους λαοὺς ὀρθοδόξους, ὁδηγουμένους παρὰ Δυνάμεως, ἥτις ἀπέδειξεν, ὅτι εἶναι μία τῶν σοφωτέρων καὶ τελειοτέρων Κυβερνήσεων.
§101ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ συμβιβάζονται αἱ ἰδέαι αὗται μὲ τὸ προοίμιον τοῦ λόγου σας, περὶ σχετικῆς εὐημερίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς καλῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται;
§102ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ Ἑλλάδος περιλαμβανούσης καὶ ἄλλας χώρας.
§103ΡΑΛΛΗΣ. Περὶ τῆς βιβλικῆς Ἑλλάδος.
§104ΦΙΛΗΜΩΝ. Θ’ ἀναπτυχθῶ ἐπ’ αὐτοῦ. Ἀπωλέσαμεν, μᾶς εἶπον, τὰς συμπαθείας τῶν ἀνατολικῶν λαῶν! Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, τίνων ἀνατολικῶν λαῶν τὰς συμπαθείας εἴχομεν καὶ ἀπωλέσαμεν; Ἀνατολικοὶ λαοὶ εἶναι οἱ Τοῦρκοι, οἱ Ἀρμένιοι, οἱ Σλάβοι. Καὶ πότε οἱ λαοὶ αὐτοὶ ἀπέδειξαν πραγματικὰς συμπαθείας ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος; Κατὰ τὸ 1821, ἡ Ἑλλὰς εἶχε δράξει τὰ ὅπλα, κατερημοῦτο, κατεσφάζετο, καὶ ὅμως οἱ λαοὶ αὐτοὶ ἔμενον ἀκίνητοι. Ἡ Ἑλλὰς τὸ 1854 ἔδραξε τὰ ὅπλα, καὶ ἠθέλησε νὰ συνεχίσῃ τὴν πρὸ τριακονταετίας πάλην. Καὶ ὅμως συστηματικῶς εἴδομεν τοὺς λαοὺς αὐτοὺς, ἀπομακρυνομένους ἡμῶν, οὐδεμίαν παρέχοντας συνδρομὴν καὶ ἀντιπράττοντας. Ποῦ λοιπὸν αἱ συμπάθειαι αὐτῶν; Καὶ νομίζετε, ὅτι οἱ λαοὶ αὐτοὶ δὲν ἔχουσιν ὀφθαλμοὺς νὰ βλέπωσι, ποία εἶναι ἡ θέσις των καὶ ποία ἡ ἐδική μας; Ἐξετάσατε ἐκ τοῦ πλησίον αὐτοὺς, καὶ θὰ ἰδῆτε, ὅτι δὲν ἔχουν συμπαθείας πρὸς ἡμᾶς, ὄχι διότι ἀνερευνῶσι τὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅτι ἀναγνωρίζουν αὐτὴν ἀδύνατον ἢ ἀσθενῆ, ἀλλὰ διότι βλέπουν τὴν ὑπεροχὴν αὐτῆς. Οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ἔχῃ συμπαθείας πρὸς τὸν ὑπερέχοντα. Τὰς συμπαθείας τῶν λαῶν τούτων οὐδέποτε εἴχομεν εἰλικρινεῖς, οὔτε ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν.
§105ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μᾶς συνδέει ἱστορία ὁλόκληρος μετ’ αὐτῶν, ρέει αἷμα ἑλληνικὸν εἰς τὰς φλέβας των, καὶ δὲν πρέπει νὰ χωρίζωμεν τὸν Ἑλληνισμὸν ἀπὸ τοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς.
§106ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐγὼ δὲν ὕβρισα τοὺς λαοὺς αὐτοὺς, τοὐναντίον λέγω, ὅτι ἔχουν τὸ αἴσθημα τῆς ἀνεξαρτησίας· τοῦτο δὲ εἶναι τὸ πρόσκομμα τῶν πρὸς ἡμᾶς συμπαθειῶν των. Ἀνέφερον ἱστορικὰ γεγονότα ὅτι τὴν Ἑλλάδα τὴν ἐγκατέλιπον, ἡ δὲ ἱστορικὴ ἀλήθεια δὲν ἀναιρεῖται δι’ ἁπλῶν λόγων· πρέπει νὰ μοὶ ἀντιτάξητε ἀντίθετα γεγονότα. Ἄν τινες ἐκ τῶν πολιτῶν τῶν λαῶν τούτων ἦλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως συμπολεμήσωσι, καὶ ἄλλοι ἐκ τῆς Δύσεως ἦλθον πολυπληθέστεροι. Αἱ ἀτομικαὶ δ’ αὗται ἐξαιρέσεις δὲν εἶναι ἡ ἀπόδειξις ἐθνικῶν συμπαθειῶν. Ἀλλὰ διατί ἡ Ἑλλὰς νὰ μὴ ἔχῃ συμμάχους; Κατακρίνουν τὴν Ἑλλάδα καὶ τὰς κυβερνήσεις αὐτῆς, ὅτι εἶναι ἡ αἰτία τοῦ φαινομένου. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, οἱ λαοὶ, οἱ κατά τινας προπορευόμενοι νῦν ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ παρουσιαζόμενοι ὡς ἀπειλοῦντες νὰ κατακτήσωσιν ὅλον τὸν κόσμον καὶ νὰ εἰσέλθωσιν ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν, οἱ λαοὶ αὐτοὶ ἔχουν συμμάχους; Ἡ Ῥωσσία ἐζήτησε τὴν συνδρομὴν τῶν λαῶν τούτων· διότι εἶχε συμφέρον πρὸς τοῦτο, ὅπως κατὰ τὴν πάλην της πρὸς τὴν Τουρκίαν ἔχῃ καὶ στοιχεῖα ἐγχώρια, ὅπως τὴν ὑποστηρίξωσι. Δὲν ὑπῆρξεν ὅμως σύμμαχός των ἐν ἰσότητι· τοὺς εἶχεν ὑπὸ τὰς διαταγάς της. Καὶ γινώσκετε, πῶς ἀντήμειψε τὴν Ῥουμανίαν· τῇ ἀφῄρεσε καὶ χώραν. Ἐρωτήσατε τοὺς λαοὺς αὐτοὺς, ἂν ἦναι εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὴν συμμαχίαν καὶ τὴν συνδρομὴν, ἣν παρέσχον ἐσχάτως τῇ Ῥωσσίᾳ· διότι ἐννοοῦν τί ὑποκρύπτεται, κάτωθεν τῶν ὡραίων λόγων περὶ ἀπελευθερώσεως καὶ ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας τῶν χριστιανῶν τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ κατάστασις τῆς Βουλγαρίας τὸ ἀποδεικνύει. Ἡ Ἑλλὰς, κύριοι, κατὰ τὰ 1876 δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ συμμάχους, διότι οἱ φυσικοὶ σύμμαχοί της ἀντέκειντο εἰς τὸν πόλεμον· φυσικὸς δὲ σύμμαχος τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἡ Δύσις, φυσικὸς σύμμαχος τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις σταματᾷ καθ’ ἑκάστην τὴν χεῖρα τῆς νέας κατακτήσεως, ἥτις ἐφορμᾷ νὰ καταλάβῃ τὴν Ἀνατολήν. Ἄν κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἠγείροντο οἱ λαοὶ τῆς Ἀνατολῆς, ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος θὰ ἦτο διαφορετική· διότι ἠδύνατο νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Δύσιν, ὅτι ἤκουσε τὴν φωνὴν τῆς καρδίας της. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1876 οἱ φυσικοὶ καὶ μόνοι σύμμαχοι τῆς Ἑλλάδος εἶχον ἄλλας τάσεις, ἤθελον νὰ περατωθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ὁ πόλεμος ταχύτερον, ἤθελον νὰ σταματήσωσι τὴν ὁρμὴν τῆς Ῥωσσίας, τὰ ἴδια αὐτῶν συμφέροντα ἐπέβαλλον αὐτοῖς νὰ περιορίσωσι ὅσῳ τὸ δυνατὸν τὸν κύκλον τῆς πάλης. Ἄν ἡ Εὐρώπη ἀπεφάσιζε τὸν διαμελισμὸν τῆς Τουρκίας, πιστεύω, ὅτι πρωτίστως ἡμᾶς ἤθελε ζητήσει. Δὲν πταίει ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ἢ τὸ ἔθνος, διότι δὲν εἶχε συμμάχους. Τὰ συμφέροντα τῆς Δύσεως, τοῦ φυσικοῦ ἡμῶν συμμάχου, ὑπηγόρευσαν αὐτῇ ἄλλην πολιτικήν· Ὅταν, κύριοι, ἔλθῃ ἡ κρίσιμος ὥρα διὰ τὴν Ἀνατολὴν, ἡ Εὐρώπη δὲν θὰ ἔχῃ ἀνάγκην οὔτε τῶν παρασκευῶν τῶν ἐδικῶν μας, οὔτε τῶν δυνάμεων, ἀλλὰ θὰ ἀρκεσθῇ, ἂν εὕρῃ Ἑλλάδα καλῶς συντεταγμένην καὶ ἱκανὴν ν’ ἀντικαταστήσῃ τὴν Τουρκίαν. Ἡ Εὐρώπη δὲ θὰ λύσῃ τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα, καὶ ὄχι οἱ λαοὶ τῆς Ἀνατολῆς μόνοι. Ἀλλ’ ἡ συμμαχία τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὰ 1821 ἦτο πραγματικὴ συμμαχία; Σύμμαχος ἀληθὴς τότε ἦτο τὸ πνεῦμα τῆς ἐλευθερίας, ὅπερ ὑπέφωσκεν ἐν τῇ Εὐρώπῃ, καὶ τὸ τῆς ἀντιδράσεως κατὰ τῆς ἱερᾶς συμμαχίας. Οἱ αὐθεντικοὶ Σύμμαχοι δὲ, εἰς οὓς ὀφείλομεν βεβαίως ἄπειρον εὐγνωμοσύνην, καὶ ὅταν τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτὴν ἐξέφρασαν οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἀγῶνος, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ τὴν ἀμφισβητήσωμεν, ἂς ἀναμνησθῶμεν, λέγω, ὅτι οἱ σύμμαχοι ἐκεῖνοι μᾶς ἀφήρεσαν τὴν Κρήτην, τὴν Σάμον, τὴν Μακεδονίαν καὶ ὅλας τὰς χώρας, αἵτινες ἐβάφησαν διὰ τοῦ ἑλληνικοῦ αἵματος ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας των. Τοιαύτη ἦτον ἡ συμμαχία ἐκείνη. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ἀπ’ οὐδενὸς τὸν νοῦν διέρχεται ἡ βλάσφημος ἰδέα, ὅπως ἀμφισβητήσῃ τὸ μέγεθος τῆς εὐγνωμοσύνης, τὸ ὁποῖον ὀφείλει ἡ Ἑλλὰς εἰς τὰς συμμάχους Δυνάμεις, αἵτινες ὑπέγραψαν τὸ πρωτόκολλον τοῦ Λονδίνου Ἤθελον ἐννοήσει καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν πολιτικὴν τῆς ἀμέσου ἐνεργείας καὶ τῆς πυρετώδους, ἐὰν ὑπεστηρίζετο, ὅτι τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα θ’ ἀφεθῇ, ὅπως τὸ λύσωσι καθ’ ὁλοκληρίαν, εἰς τοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς, εἴτε Τούρκους, εἴτε Σλαύους, εἴτε Ἕλληνας. Εὐτυχῶς ὅμως, καὶ ἐν πεποιθήσει τὸ λέγω εὐτυχῶς, τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα ἡ Εὐρώπη ἀπέδειξεν, ὅτι ἐννοεῖ νὰ τὸ λύσῃ αὐτὴ καὶ μόνη. Ἐγένετο ἡ ἑνότης τῆς Ἰταλίας, ἐξεδιώχθη ἡ Αὐστρία ἀπ’ αὐτῆς, συνεκροτήθη ὅμως κογκρέσον τι ἢ συνέδριον, ὅπως ἀναγνωρίσῃ τὸ νέον καθεστώς; Ὄχι. Κατηργήθη ἡ γερμανικὴ ὁμοσπονδία, ἐγένετο νέα τις διεθνὴς Σύνοδος; Ὄχι. Ἡ Πρωσσία ἀφήρεσεν ἐπαρχίας ἀπὸ τῆς Γαλλίας καὶ τῇ ἐπέβαλε βαρείας ἀποζημιώσεις. Ἐκλήθη συνέδριόν τι πρὸς ἀναγνώρισιν τούτου; Ὄχι. Περὶ τῆς Ἀνατολῆς ὅμως, καὶ ἂν ἓν χαλίκιον κινηθῇ, εἴτε τὸ Μαυροβούνιον, εἴτε ἡ Σερβία, εἴτε ἡ Βουλγαρία, εἴτε ἡ Ἑλλὰς ταραχθῶσιν, ἡ Εὐρώπη παρεμβαίνει καὶ λέγει, ἐγὼ θὰ λύσω τὸ ζήτημα. Ἡ Ῥωσσία, ἔχουσα 300,000 στρατοῦ, κατεσκήνωσε πρὸ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἡ Εὐρώπη παρεμβαίνει, τὴν σταματᾷ, δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὴν συνθήκην τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, τὴν τροποποιεῖ, κανονίζει δὲ τὰ τῆς Ἀνατολῆς αὐτὴ αὕτη. Ἐν τῷ ἀνατολικῷ ζητήματι πρόκειται κυρίως περὶ τοῦ συνόλου τῶν εὐρωπαϊκῶν συμφερόντων. Ἄν μία μεγάλη Δύναμις καταλάβῃ τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἡ ἰσοῤῥοπία τῶν δυνάμεων ἀνατρέπεται. Τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα θὰ τὸ λύσῃ ἡ Εὐρώπη. Ἡ πεποίθησις αὐτὴ δέον νὰ κανονίζῃ καὶ τὴν πολιτικὴν ἡμῶν. Ἅμα τὴν ἱστορικὴν αὐτὴν ἀλήθειαν ἀποδεχθῆτε, ἣν δὲν πιστεύω κανεὶς ν’ ἀμφισβητήσῃ, ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἡ ἐσωτερικὴ καὶ ἡ ἐξωτερικὴ, εἶναι διαγεγραμμένη. Τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα δὲν ἐλύθη· ὡς πρὸς τοῦτο δὲ διαφωνῶ πρὸς τὴν παράγραφον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, ἥτις ἀποφαίνεται, ὅτι ἑδραιώθη ἡ εἰρήνη τῆς Ἀνατολῆς. Αὕτη εὑρίσκεται εἰς πολὺ διάφορον σημεῖον· ἐνόσῳ δὲν λυθῇ ὁριστικῶς τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα, ἡ εἰρήνη θὰ εὑρίσκηται πάντοτε σαλευομένη. Ἐπειδὴ ἔχω ἀκλόνητον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Εὐρώπη θὰ κανονίσῃ τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα, ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ πράξῃ δύω τινά· πρῶτον, νὰ καταστήσῃ ἑαυτὴν ἐσωτερικῶς ὠργανισμένην τοιαύτην, ὥστε νὰ πεισθῇ ὁ πεπολιτισμένος κόσμος, ὅτι εἶναι ἀξία καὶ μεγαλείτερον καὶ εὐρύτερον ἵδρυμα νὰ συντηρήσῃ· δεύτερον, ὀφείλει νὰ παράσχῃ ἐγγυήσεις τελείας καὶ πραγματικὰς εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι δὲν ἐννοεῖ κατ’ ἐλάχιστον νὰ ἦναι, ἔστω καὶ πόῤῥωθεν, τὸ ὄργανον τῆς νέας κατακτήσεως, ἥτις ὁρμᾷ κατὰ τῆς Ἀνατολῆς. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον, δὲν δύναμαι ἢ νὰ συγχαρῶ ἐξ ὅλης ψυχῆς τὴν οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, δι’ ἣν ἀπεδέξατο καὶ ἐβάδισε πολιτικήν. Ἤμην εἷς ἐκ τῶν ὑποστηριξάντων τοιαύτην Κυβέρνησιν, ὅταν ἔτι ἐμυκτηρίζετο· ὁ κύριος δὲ σκοπὸς, δι’ ὃν ὑπεστήριζον τὴν τοιαύτην Κυβέρνησιν, ἦτον, ὅπως σταματήσωμεν εἰς τὸν κατήφορον, εἰς ὃν ἐτρέχαμεν, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἀγνοεῖ τίνες μᾶς ἔσπρωχναν. Πόθεν ἤρχοντο αἱ παρορμήσεις, ὅπως μετάσχῃ ἡ Ἑλλὰς τοῦ ἀγῶνος, παρορμήσεις ἐπίσημοι ἢ ἡμιεπίσημοι, δὲν εἶναι μυστήριον. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη παρέσχε μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν, διότι ἐσταμάτησε τὴν ὁρμὴν αὐτὴν, οὕτω δὲ ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐῤῥίφθη εἰς ἀγῶνα ὅμοιον τοῦ ἀγῶνος τοῦ 1854. Μόνη δὲ Κυβέρνησις, οἵα ἡ οἰκουμενικὴ, φέρουσα τοὺς προϊσταμένους τῶν κομμάτων καὶ ἐπὶ κεφαλῆς ἔνδοξον ὄνομα τοῦ ἀγῶνος, ἠδύνατο νὰ κατορθώσῃ τὸ κατόρθωμα τοῦτο. Πᾶσα ἄλλη Κυβέρνησις θὰ ἐναυάγει. Γινώσκετε τὰς παντοίας ἐκμεταλλεύσεις τῶν ἡμερῶν ἐκείνων. Διαφωνῶ δ’ ἐντεῦθεν πρὸς τὴν ἐξήγησιν, ἣν ἔδωκεν ἓν μέλος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ὁ κ. Ζαΐμης, εἰπὼν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔσυρε τὴν σπάθην, διότι εὗρε τὸν ναύσταθμον κενὸν, τὰς ἀποθήκας κενὰς, διότι δὲν εἶχε στρατὸν καὶ συμμάχους. Ἀποχὴ τῆς Ἑλλάδος, ἕνεκα λόγου τοιούτου, οὐδεμίαν θὰ εἶχεν ἀξίαν, οὐδόλως ἤθελε συντελέσει εἰς τὰ εὐάρεστα ἀποτελέσματα, ἅτινα εἴδομεν καὶ ἅτινα ἐπιδιώκομεν. Ἡ Ἑλλὰς, κύριοι, εἶχε σχετικῶς, καὶ ὡς ἡ Τουρκία εὑρίσκετο τότε, ἐπαρκεῖς δυνάμεις, ἵνα μετάσχῃ τοῦ ἀγῶνος. Ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ μετάσχῃ αὐτοῦ, καὶ 50,000 στρατὸν ἂν εἶχε, καὶ στόλον ἀξιόμαχον. Καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος, κατ’ ἐμέ. Ὁ πόλεμος τοῦ 1876 καὶ 1877 δὲν ἦτο πόλεμος τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς· οὕτω ἤθελον ἐννοήσει τὴν συμμετοχὴν τῆς Ἑλλάδος. Ὁ πόλεμος ἐκεῖνος ἦτο πόλεμος μεταξὺ Ῥωσσίας καὶ Τουρκίας, τῆς πρώτης ὁρμούσης ν’ ἀντικαταστήσῃ τὴν δευτέραν. Ἐδύνατο, ὤφειλεν, ἔπρεπεν ἡ Ἑλλὰς νὰ μετάσχῃ τοιούτου ἀγῶνος καὶ νὰ παράσχῃ τὰς δυνάμεις της εἰς τὴν χάλκευσιν νέων ἁλύσσεων; Κατὰ τὰ 1854, κύριοι, μετέσχεν ἡ Ἑλλὰς. Ἀλλὰ τότε δὲν ἐγνωρίζομεν πολλὰ, ἅτινα ἀκολούθως ἐμάθομεν. Ἡ βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς κατέχει ἐπίσημα ἔγγραφα, ἀποκαλύπτοντα τὰς διαπραγματεύσεις, ἃς ὁ Βασιλεὺς Ὄθων διεξήγαγε πρὸς τὸ μυστικοσυμβούλιον τῆς Πετρουπόλεως. Ἐν αὐτοῖς μαρτυροῦνται αἱ προσπάθειαι αὐτοῦ, ὅπως ἡ Μακεδονία περιληφθῇ ἐντὸς τῆς ἐκ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ πολέμου ἐπεκτάσεως τῆς Ἑλλάδος· ἀλλ’ ἡ Ῥωσσία ἐπιμόνως ἀντέστη νὰ ἀναλάβῃ τὴν τοιαύτην ὑποχρέωσιν. Ἐὰν ταῦτα ἦσαν γνωστὰ τότε, βεβαίως ἡ Ἑλλὰς ἄλλως θὰ ἐσκέπτετο. Ἡ Ἑλλὰς, κύριοι, ὤφειλε νὰ μείνῃ οὐδετέρα, ἐξυπηρετοῦσα τὸ ἀληθὲς μέλλον αὐτῆς. Παραδέχομαι πρὸς στιγμὴν, ὅτι, ἀναλαμβάνουσα τὸν πόλεμον, ἤθελε καταλάβει τὴν Λάρισσαν καὶ τὰ Ἰωάννινα· ἀλλ’ εἰς τὴν Μακεδονίαν προχωροῦντες, ἠθέλομεν εὕρει ἀντιμετώπους τοὺς Ῥώσσους στρατιώτας. Ἠθέλομεν ἐκεῖ καταληφθῆ ὑπὸ τῆς Ῥωσσίας, ἐνῷ συγχρόνως ἠθέλομεν ἐγκαταλειφθῆ παρὰ τῶν ἄλλων Δυνάμεων. Ἰδοὺ, κύριοι, εἰς τίνα κίνδυνον ἠθέλομεν περιπέσει. Ἀλλὰ παραδέχομαι, ὅτι ἠθέλομεν συντελέσει τὴν ἕνωσιν τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θεσσαλίας. Ἀλλ’ ἡ Ἤπειρος καὶ ἡ Θεσσαλία δὲν εἶναι μόναι ὁ Ἑλληνισμὸς, οὔτε ἡ προσάρτησις τούτων μόνων λύει τὸ ἑλληνικὸν ζήτημα. Ἠθέλομεν ὑποχρεωθῆ τότε ν’ ἀναγνωρίσωμεν τὴν συνθήκην τοῦ Ἁγίου Στεφάνου καὶ συνυπογράψει εἰς αὐτήν. Ἡ δὲ συνθήκη αὕτη εἶναι ἡ δολοφονία τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Λάβετε τὸν χάρτην τὸν ἐκ τῆς συνθήκης ταύτης, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ Βουλγαρία κατεβιβάσθη μέχρις Ὀλύμπου. Μᾶς ἀπέσπασε τὰ παράλια, ἅτινα εἶναι ἡ κυρία καὶ πρωτίστη δύναμις τῆς Ἑλλάδος. Ἐπικροτῶ λοιπὸν, κύριοι, εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Ὅτι δὲ ἡ πολιτικὴ ἐκείνη καὶ ἡ μὴ συμμετοχὴ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν πόλεμον ὑπῆρξαν ἔργον, οὐχὶ ἀνάγκης, ἀλλὰ φρονήσεως, κρίσεως πολιτικῆς, τὸ ὡμολόγησε πέρυσιν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Εἶπεν, ὅτι ἦτο τῆς ἰδέας ἡ Ἑλλὰς νὰ μετάσχῃ τοῦ ἀγῶνος. Ἐγένετο λοιπὸν συζήτησις ἐν τῷ συμβουλίῳ τῶν ὑπουργῶν. Εὐτυχῶς ἡ συζήτησις κατέληξεν εἰς τὴν ἀπόφασιν, ὅπως ἡ Ἑλλὰς μὴ μετάσχῃ τοῦ πολέμου. Τῆς ἀντιθέτου γνώμης κατισχυούσης, αἱ σκηναὶ θὰ ἦσαν θλιβερώτεραι τῶν σκηνῶν τοῦ 1854. Ἀλλὰ κατὰ τὰ 1854, κύριοι, ἡ Ἑλλὰς ἦτο συγγνωστὴ, ἂν μετέσχε τῆς πάλης. Τότε ὑπῆρχεν εἷς αὐτοκράτωρ Νικόλαος ἐν τῇ Ῥωσσίᾳ, πανίσχυρος, ὅστις πρὸ τριῶν ἐτῶν εἶχε σώσει τὴν Αὐστρίαν, ὅστις εἶχε τὰς ἡγεμονίας τῆς Γερμανίας ὑποχειρίους διὰ τῶν συγγενειῶν τῶν ἡγεμονικῶν οἴκων αὐτῶν, ἡ δὲ Γαλλία μόλις εἶχεν ἐξέλθει τοῦ τολμήματος τοῦ Ναπολέοντος. Πρόσφατοι ἐπίσης ἦσαν αἱ ἐντυπώσεις ἐκ τῆς ἐκστρατείας τοῦ 1828 καὶ 1829, ἡ συνθήκη τῆς Ἀνδριανουπόλεως, ἡ ἀποβίβασις τοῦ Ῥωσσικοῦ στρατοῦ εἰς τὸν Βόσπορον. Ἐπεκράτει ἐπὶ πᾶσιν ἡ ἰδέα τῆς παντοδυναμίας τῶν Ῥώσσων. Πάντες ἐπίστευον, ὅτι ἐντὸς δύω μηνῶν ἡ Ῥωσσία ἤθελε γείνει κυρία τῆς Τουρκίας. Ἐνθυμοῦμαι τί ἔγραφε τότε ἐν τῷ «Αἰῶνι» ὁ ποιητὴς Παναγιώτης Σοῦτσος: «Τῶν Ῥώσσων καταβαινόντων καὶ τῶν Ἑλλήνων ἀναβαινόντων, καταλύεται ἡ ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία καὶ ἀνιδρύεται ἡ Ἑλληνική.» Εἴδομεν εἰς τίνα ἀτυχήματα οἱ διθύραμβοι ἐκεῖνοι ἀπέληξαν. Ἦτο συγγνωστέα λοιπὸν ἡ Ἑλλὰς, τῷ 1854, ὅτε μάλιστα ἄλλαι τινὲς σκευωρίαι δὲν εἶχον ἀνακαλυφθῇ, ἦτον συγγνωστέα, ἐὰν μετέσχε τοῦ τότε ῥωσσοτουρκικοῦ πολέμου. Ἡ Ἑλλὰς ὅμως τοῦ 1879, μετὰ τόσα παθήματα, ὤφειλε νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἡ ἀληθὴς πολιτική της εἶναι ἄλλη. Ἀφ’ ἧς συνέστη τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, ἡ ἡρωϊκὴ ἐποχὴ τῆς πάλης τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀντιπαρῆλθεν, ἀντικατέστησε δ’ αὐτὴν ἡ ἐποχὴ τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς τάξεως. Ἐκ τούτων δὲ θὰ ἐξέλθῃ τὸ ἑλληνικὸν μέλλον. Ἀλλ’ εἶπον, δεύτερον, ὅτι ἡ Εὐρώπη, ἥτις εὔχεται νὰ εὕρῃ ὅσῳ ἔνεστι ταχύτερον μίαν λύσιν τοῦ ἀνατολικοῦ ζητήματος, ὑπηρετοῦσαν τὰ συμφέροντά της, ἀδύνατον νὰ μὴ στρέψῃ τὰ βλέμματα πρὸς ἡμᾶς, ἅμα πεισθῇ, ὅτι παρέχομεν τὰ ἐχέγγυα ἱκανότητος πρὸς μεγαλείτερον πολιτικὸν ἵδρυμα, ὁποῖον θὰ ἦναι τὸ μέλλον Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ μικρὰ ἰδέα, ὡς ἀποκαλεῖται ἡ ἰδέα τῆς διοργανώσεως καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἡ μόνη ὑπηρετοῦσα ἀποτελεσματικῶς τὴν μεγάλην ἰδέαν. Τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς ἀποκτήσει ὀργάνωσιν τελείαν καὶ ἀναπτύξει τοὺς πόρους της, τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα λυθήσεται ὑπὲρ αὐτῆς, οὐχὶ μὲ αἵματα, οὐχὶ μὲ ἀποτεφρώσεις, ἀλλὰ πανηγυρικῶς. Τὰ πράγματα, κύριοι, πρόκεινται ἐφεξῆς καθαρά. Ὁ ἀγὼν ἡμῶν δὲν εἶναι πρὸς τοὺς Τούρκους. Ἡ Τουρκία ὑφίσταται ὡς Ἔθνος, ὄχι ὡς Κράτος αὐτοσυντήρητον. Ἡ Τουρκία ἀντεπροσώπευε τὴν κατάκτησιν, δι’ αὐτῆς ἔζησε, δι’ αὐτῆς ἐτράφη καὶ συνετηρήθη. Τῆς κατακτήσεως πεσούτης, τὸ οἰκοδόμημα τὸ τουρκικὸν δὲν δύναται νὰ διατηρηθῇ πλέον. Τὸ μέλλον τῆς Ἀνατολῆς εἶναι ἐφεξῆς ἐξησφαλισμένον εἰς τὸν λαὸν, ὅστις ἐργάζεται, ὅστις παράγει, ὅστις ἀναπτύσσεται διανοητικῶς καὶ ὑλικῶς. Τὰ προσόντα ταῦτα δὲ ἡ Εὐρώπη ἀνομολογεῖ, ὅτι ἀνεύρηνται ἐν τῷ Ἑλληνισμῷ. Τὰ προσόντα ταῦτα δὲ ὁσημέραι κρατύνονται καὶ εὐρύνονται παρ’ ἡμῖν.
§107Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Βλέπω, ὅτι κρατεῖτε καὶ διαβάζετε τὸν Ἀγαθάγγελλον.
§108ΦΙΛΗΜΩΝ. Συμφωνῶ καθ’ ὁλοκληρίαν πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς εἶναι ἡ κεφαλὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δύναμαι δὲ νὰ προσθέσω, ὅτι εἶναι καὶ ἡ καρδία αὐτοῦ. Διότι ἡ καρδία Ἔθνους τινὸς δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀλλαχοῦ, ἢ ὅπου ἡ ἐλευθερία. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο ὀφείλομεν νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας κυρίως εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα. Ὅταν ἡ κεφαλὴ ἔχῃ καλῶς, καὶ τὸ σῶμα εὐεκτεῖ. Τὸ μέλλον δὲ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀναμφιβόλως συνδέεται μετὰ τοῦ μέλλοντος καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, καὶ ἐξήρτηται ἐκ τούτου. Ἐπειδὴ δὲ, κύριοι, ἀκριβῶς ἐπικρατεῖ νῦν πολιτικὴ, ἥτις ζημιοῖ, κατ’ ἐμὴν γνώμην, τὴν πραγματικὴν τῆς Ἑλλάδος ἀνάπτυξιν, τοῦτο δὲ ἀμέσως ζημιοῖ καὶ τὴν ὑπόδουλον ἔτι ἑλληνικὴν χώραν, δὲν δύναμαι, ὡς ἐπεθύμουν, νὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς Κυβέρνησιν, τοιαύτην βαδίζουσαν πολιτικήν. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἀποδέχομαι πολιτικὴν, σκοποῦσαν τὴν ὑλικὴν, τὴν βιομηχανικὴν καὶ διανοητικὴν ἀνάπτυξιν τῆς Ἑλλάδος. Ἀποδέχομαι δὲ τὴν τοιαύτην πολιτικὴν καὶ ὡς πραγματικῶς στρατιωτικὴν πολιτικήν. Εἶναι ἀλήθεια αἰωνία ὅ,τι ὁ μέγας τῆς ἀρχαιότητος ῥήτωρ εἶπε: «Δεῖ δὴ χρημάτων καὶ ἄνευ τούτων οὐδὲν οἷόν τε ἐστί γενέσθαι». Ἡ ἀλήθεια αὕτη ἐμαρτυρήθη παρ’ ὅλων τῶν αἰώνων. Χρήματα ἐζήτει ἐκεῖνος τότε, χρήματα καὶ ἡμεῖς σήμερον ζητοῦμεν, χρήματα θὰ ζητοῦν ὅλοι, ὅσοι χρείαν ἔχουν στρατιωτικῆς παρασκευῆς. Τὰ χρήματα ὅμως δὲν προσπορίζονται διὰ δανείων, ἀλλὰ διὰ τῆς ἐργασίας. Μόνον διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς βιομηχανίας τοῦ Ἔθνους, διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς συγκοινωνίας, δύναται νὰ κατορθωθῇ τὸ τοιοῦτον. Ἀληθῶς δὲ οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν πολιτικὴν τὴν καθαρῶς εἰρηνικὴν ὑποστηρίζουσι καὶ τὴν ἀληθῆ στρατιωτικὴν πολιτικήν. Ἄνευ χρημάτων δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε οὔτε στρατοὺς, οὔτε ὅπλα, οὔτε πλοῖα. Ἡ Ἰταλία ἐσχάτως, κύριοι, ἑώρτασε παράδοξόν τινα ἑορτήν. Ἐν Τουρίνῳ, ἀνηγέρθη μνημεῖον, εἰς οὗ τὰ ἀποκαλυπτήρια παρέστησαν ὁ Βασιλεὺς, ἐπιτροπαὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας, ἡ Κυβέρνησις, καὶ πλῆθος ἄπειρον. Τίνος ἦτο τὸ ὁμοίωμα, τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ ἀποκάλυψις; Ἦτον ἐκείνου, ὅστις συνέλαβε πρῶτος τὴν ἰδέαν τῆς διατρήσεως τῶν Ἄλπεων καὶ ἐξετέλεσεν αὐτήν. Ἡ Ἰταλία σήμερον κατενόησε τὴν μεγάλην ὑπηρεσίαν, ἣν τὸ ἔργον ἐκεῖνο προσήνεγκεν ὑπὲρ τῆς ἑνότητος τῆς Ἰταλίας. Ἐν τῷ αἰῶνι ἡμῶν, αἰῶνι ἀναπτύξεως βιομηχανικῆς καὶ πλούτου, ὑπολήψεως ἀπολαύουσι τὰ ἔθνη, ἅτινα ἀναλαμβάνουσι καὶ περατοῦσι μεγάλα ἔργα, συντελοῦντα εἰς τὴν εἰρηνικὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἀνθρωπότητος, οὐχὶ δὲ τὰ στρατιωτικῶς μόνον συντεταγμένα καὶ εἰς τὰς αἱματοχυσίας ἀρεσκόμενα. Τούτου δ’ ἕνεκα, ἐὰν εὔχωμαι ταχυτέραν τὴν λύσιν τοῦ ἐκκρεμοῦς ζητήματος τῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν συνόρων, εὔχομαι αὐτὴν καὶ διότι μετ’ αὐτῆς συνδέεται ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τοῦ μεγάλου σιδηροδρόμου, ὅστις μέλλει νὰ συνδέσῃ ἡμᾶς μετὰ τῆς Εὐρώπης. Ἔχομεν συμφέρον μέγιστον νὰ κατασκευασθῇ ὁ μέγας σιδηρόδρομος αὐτός. Τοῦ ἔργου τούτου δι’ ἡμῶν συντελουμένου, ἡ ὑπόληψις τῆς Ἑλλάδος θὰ στηριχθῇ ἐπὶ βάσεων ἑδραίων. Εἰ δυνατὸν, πρέπει νὰ φέρωμεν ὁλόκληρον τὴν Εὐρώπην εἰς Ἀθήνας. Ὅπως δὲ κατορθώσωμεν τὸ μέγα κατόρθωμα τοῦτο, οὐ μόνον ἑξήκοντα, ἀλλὰ καὶ διακόσια ἑκατομμύρια ἂς δαπανήσωμεν διὰ νὰ εὕρωμεν δὲ ταῦτα, καὶ αὐτὰ τὰ ὑποδήματα ἡμῶν, καὶ αὐτοὺς τοὺς πίλους ἡμῶν ὀφείλομεν νὰ προσφέρωμεν, ἀναλογιζόμενοι τὰ μέγιστα ἐκ τοῦ τοιούτου ἔργου πλεονεκτήματα, ἅτινα θέλουσιν ἐξασφαλισθῆ ὑπὲρ ἡμῶν ἐνώπιον τοῦ σύμπαντος κόσμου. Ἡ πίστις δὲν παγιοῦται, καὶ τὰ χρήματα δὲν ἔρχονται, διὰ τῶν δανείων καὶ τῶν φόρων, ἀλλὰ διὰ τῆς τακτικῆς ἀναπτύξεως τῶν πόρων καὶ τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους. Ἐνταῦθα, κύριοι, κεῖνται καὶ οἱ λόγοι, δι’ οὓς διΐσταμαι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν διΐσταμαι πρὸς αὐτὴν οὔτε διὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου, οὔτε διὰ τὴν ἀναγνώρισιν τῶν παλαιῶν δανείων, οὔτε διὰ τὰ λάθη, εἰς ἃ πιθανῶς περιέπεσε, συνομολογοῦσα τὸ δάνειον, οὔτε διὰ τὰς ἐκλογάς, οὔτε διὰ τὴν διοίκησιν αὐτῆς. Εἰμὶ ἀρκετὰ εἰλικρινὴς, ὅπως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἴπω, ἐπειδὴ ἤδη δὲν εἶναι ὀλίγαι αἱ λευκαὶ τρίχες, αἵτινες φαίνονται ἐπὶ τοῦ πώγωνος καὶ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς μου, ὅτι αὐτῆς τῆς ἐνεστώσης καταστάσεως πάντες ἐσμὲν οἱ δημιουργοί. Καὶ ἐγὼ, εἴτε ὡς ἀντιπολιτευόμενος, εἴτε ὡς ἐφημεριδογράφος, βεβαίως συνετέλεσα κατά τι εἰς τὸ ἐνεστὼς, οὔτε ἐντεῦθεν δικαίωμα ἔχω νὰ ἐπιῤῥίπτω τὴν εὐθύνην ὅλων τῶν ἀτελῶς, ἢ ἀνωμάλως, ἢ καὶ κακῶς ἐχόντων εἰς τινας μόνον, τοὺς νῦν κυβερνῶντας. Δὲν παραδέχομαι ἐπίσης, ὅτι ἡ διαχείρισις τῆς νῦν Κυβερνήσεως ὑπῆρξε διαχείρισις κλοπῆς καὶ διαφθορᾶς. Τὸ τοιοῦτον δὲν τὸ πιστεύω ἄλλως· καὶ ἂν τυχὸν οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, οἱ καιροὶ οὓς ὁ Ἑλληνισμὸς διέρχεται, θὰ μοὶ ἐπέβαλλον τὴν σιωπήν, ὅπως ζητήσω τὰς εὐθύνας ἄλλην φοράν. Δὲν διΐσταμαι λοιπὸν πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν, διὰ τοὺς λόγους τούτους, ἀλλὰ δύσταμαι πρὸς αὐτὴν, διότι ἀποδέχεται πολιτικὴν σπατάλης. Σπατάλην δὲ λέγων ἐννοῶ ὄχι τὴν δαπάνην πολλῶν χρημάτων, ἐπιτυγχάνοντος ὅμως τοῦ σκοποῦ δι’ ὃν δαπανῶνται ταῦτα, ἀλλὰ τὴν δαπάνην καὶ ὀλίγων χρημάτων, χωρὶς νὰ ἐπιτυγχάνηται ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπός. Εἰς τοιαῦτα ἐλαττώματα δὲ ὁδηγεῖ ἡ πολιτικὴ, εἰς ἣν ἀρέσκεται ἡ Κυβέρνησις. Δὲν δαπανᾷ πολλὰ πρὸς σκοπὸν, ὅστις ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ καὶ δι’ ὀλιγωτέρων χρημάτων· δαπανᾷ ποσὰ, χωρὶς ὁ σκοπὸς τῆς δαπάνης νὰ ἐξυπηρετῆται. Καὶ βεβαίως ἡ πολιτικὴ τῆς στρατιωτικῆς πολιτικῆς ὅπως ἐπιτύχῃ, ὅπως βεβαίως πραγματωθῇ, ἀπαιτεῖ δαπάνας κολοσσαίας, ὅσα δὲ ὀλιγώτερα δαπανῶνται τόσῳ ἧττον ἄξιον φέρουσι ἀποτέλεσμα. Ἁπλῶς χρήματα ῥίπτονται εἰς τὸ βάραθρον, χωρὶς νὰ ὑπηρετῆται ὁ σκοπός, δι’ ὃν δαπανῶνται. Μετὰ τῆς πολιτικῆς, ἣν Κυβέρνησίς τις ἀποδέχεται, συνδέεται καὶ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα τῆς χώρας, ἣν κυβερνᾷ. Δὲν εἶμαι ὁ δυνάμενος εἰδικῶς νὰ ἐγκύψω ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν· δὲν ἀνήκω εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν πέντε ἢ ἕξ, οἵτινες ἐκρίθησαν ὡς ἱκανοὶ νὰ ἐννοῶσι τοὺς ἀριθμούς. Δὲν ἐπιλαμβάνομαι ἐντεῦθεν εἰδικῶς τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἐξ ὅσων ἀνέγνων καὶ ἐμελέτησα, ἐπείσθην, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις Κράτους τινὸς ἡ ἀληθὴς καὶ ἡ πραγματικὴ δὲν εἶναι ἡ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δεικνυομένη. Δὲν εἶναι οἱ ἰσολογισμοὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, οἵτινες δύνανται νὰ βεβαιώσωσιν, ὅτι εἶναι ἀνθηρὰ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἑνὸς τόπου. Ἀνέφερον, ὅτι ἡ Ἰταλία κατώρθωσε νὰ καλύψῃ τὸ μέγα ἔλλειμμα τῶν προϋπολογισμῶν της, καὶ νὰ φέρῃ αὐτοὺς εἰς ἰσοζύγιον. Δὲν εἶναι δύσκολον τοῦτο· φόροι τινὲς πρόσθετοι, ἀφαιρέσεις δαπανῶν τινων, φέρουσιν εἰς τοῦτο. Ἀκράτητος ἐπιθυμία κατέλαβε τοὺς κυβερνῶντας τὴν Ἰταλίαν, ὅπως φέρωσι τὸν ἰσολογισμὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διὰ τῆς ἐπιβολῆς μεγάλων φόρων καὶ διὰ τῆς παύσεως ἔργων δημοσίας ὠφελείας. Ὁ ἰσολογισμὸς κατωρθώθη. Ἀλλ’ ἡ Ἰταλία στενάζει νῦν ὑπὸ πενίαν καὶ διέρχεται οἰκονομικὴν κρίσιν δεινήν. Τὸ τεχνικὸν ἰσοζύγιον ἐκεῖνο δὲν ἠσφάλισε καὶ τὸ οἰκονομικὸν ἰσοζύγιον ἐν τῷ Τόπῳ. Ἑπομένως, κύριοι, ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, εἶμαι γνώμης, ὅτι ἡ ἀληθὴς οἰκονομικὴ ἀνάστασις τῆς Ἑλλάδος δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἄλλως ἢ διὰ τῆς ἀνορθώσεως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας· αὕτη δὲ κατορθοῦται μόνον διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐργασίας καὶ τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας. Ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι δημόσιον Ταμεῖον δὲν ὑπάρχει· δημόσιον Ταμεῖον εἶναι τὰ καθέκαστον ταμεῖα τῶν πολιτῶν· ὅταν αὐτὰ βελτιῶνται, τότε καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον εὐπορεῖ. Δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους, νὰ περικόψωμεν ἐπωφελεῖς δαπάνας, νὰ φέρωμεν ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἐβελτιώθη, ἐνόσῳ τὰ ἰδιωτικὰ ταμεῖα πάσχουσι καὶ ἡ ἐθνικὴ ἐργασία χωλαίνει. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἓν ζήτημα ἐκκρεμὲς, τὸ ζήτημα τῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν πρὸς ἄρκτον συνόρων τοῦ ἡμετέρου Κράτους.
§109ΤΙΝΕΣ. Αὔριον εἶναι 7 καὶ 5|60.
§110ΕΤΕΡΟΙ. Ἐξακολουθήσατε.
§111ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν θ’ ἀνέλθω, κύριοι, εἰς ἱστορικὰ γεγονότα, ἅτινα ὅλοι γνωρίζετε, καὶ τὰ ὁποῖα εἴτε οὕτως εἴτε ἄλλως ἀνεπτύχθησαν ἀρκούντως, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Λαμβάνω τὸ ζήτημα οἷον ὑφίσταται, σήμερον. Ἤθελεν εἶσθαι εὐκταῖον, ἐὰν ἀπεδέχετο ἡ Ἑλλὰς τὴν σημαίαν, ἣν, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ζακύνθου, μᾶς προσέφερεν ἡ Ἀγγλία, καὶ ἂν εἰσήρχετο εἰς τὸ Βερολίνειον Συνέδριον ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον δὲν ἐγένετο. Οὔτε ὁλοκλήρως δυνάμεθα νὰ καταλογίσωμεν τοῦτο εἰς βάρος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν. Ἀπητεῖτο γενναιότης, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ἱκανότης, ἔκτακτός τις φύσις, ὅπως ἀναλάβῃ τις τὴν εὐθύνην, ὅταν ὑπεδείχθη ἡ ἰδέα τῆς πιθανῆς προσαρτήσεως τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ εἴπῃ, οὔτε τὴν Ἤπειρον θέλω οὔτε τὴν Θεσσαλίαν, ἀρκοῦμαι δὲ νὰ ὑποστηρίξω μόνα τὰ δικαιώματα καὶ τὰ παράπονα τῶν ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν τῆς Τουρκίας. Ἐπαναλαμβάνω, ἡ εὐρεῖα, ἡ ἀληθὴς, ἡ μεγάλη ἑλληνικὴ πολιτικὴ τοῦτο ὑπηγόρευεν. Ἀλλά, ὡς καὶ πρότινος εἶπον, εὑρισκόμεθα εἰς σημεῖον περιωρισμένον, ἐφ’ οὗ ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὁριστικὴν ἀπόφασιν. Ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ γνώμη μου ἐπὶ τούτου. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ διακόψῃ τὰς διαπραγματεύσεις πρὸς τὴν Τουρκίαν, διὰ τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν συνόρων, νὰ ἀφήσῃ δὲ εἰς τὰς Δυνάμεις καὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ πρωτοκόλλου, καὶ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ἀποδεχομένη ἐκ προοιμίων ὅ,τι ἂν ἤθελον ἀποφασίσει αὗται. Εἰς τοῦτο μὲ πείθουσιν οἱ ἑπόμενοι λόγοι. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ὁρίσῃ, ὡς βάσιν τῆς πολιτικῆς αὐτῆς, καὶ νὰ υἱοθετήσῃ τὸ πρωτόκολλον τοῦ Βερολίνου. Τί περιέχει τὸ πρωτόκολλον τοῦτο; Ἀπόφασιν περὶ διαῤῥυθμίσεως τῶν συνόρων τῆς Ἑλλάδος. Οὔτε θίγει κἂν τὸ κυρίως ἑλληνικὸν ζήτημα. Ἀλλ’ οἱ Ἕλληνες ἓν πρωτόκολλον ἔχομεν, τὸ πρωτόκολλον, ὅπερ ἀνέγραψεν ἡ ἱστορία τοῦ ἑλληνικοῦ Γένους, καὶ αἱ θυσίαι, καὶ τὰ μαρτύρια τῶν ἀνδρῶν τοῦ 1821· τὸ πρωτόκολλον, ἐν ᾧ ἀναγράφεται ἡ ἀνάστασις ὁλοκλήρου τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἡ συνένωσις πασῶν τῶν ἑλληνικῶν χωρῶν εἰς μίαν δέσμην πολιτικήν. Τὸ πρωτόκολλον τοῦτο καὶ μόνον δύναται νὰ ἔχῃ Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ ὡς βάσιν τῆς πολιτικῆς της. Ἑτέρωθεν τὸ πρωτόκολλον τοῦ Βερολίνου δὲν συνετάχθη παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, συνετάχθη ὑπὸ τῶν μεγάλων Δυνάμεων, ἐπὶ τῇ βάσει σκέψεων καὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἰδίων συμφερόντων. Αἱ Δυνάμεις εἶπον, θέλομεν νὰ καταπαύσωμεν τὸν πόλεμον, θέλομεν νὰ οἰκονομήσωμεν τὰ πράγματα, ἀνεγνώρισαν δὲ ὅτι οἱ διαῤῥυθμίσαντες ἄλλοτε τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος ἔπραξαν σφάλμα· διότι δὲν ἦσαν σύνορα τοιαῦτα, ὁποῖα ἔμελλον νὰ ἑδραιώσωσι τὴν ἀσφάλειαν τοῦ νέου βασιλείου, ὅπερ ἐδημιούργουν. Συνεπέραναν, ὅτι τὰ σύνορα ταῦτα πρέπει νὰ τροποποιηθῶσιν. Ἀλλὰ, ἐρωτῶ πάλιν, εἶναι τὸ πρωτόκολλον τοῦτο αὐτὸ ἐκεῖνο, ὅπερ ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ υἱοθετήσῃ καὶ ἀναγράψῃ ὡς ἀφετηρίαν τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς της; Βεβαίως ὄχι. Εἰς τὰς Δυνάμεις λοιπὸν, τὰς συνταξάσας τὸ πρωτόκολλον, ἀπόκειται νὰ τὸ ἑρμηνεύσωσι καὶ νὰ τὸ ἐφαρμόσωσιν. Ἄλλως ἠθέλομεν ὑποχρεωθῆ ἐμμέσως ν’ ἀναγνωρίσωμεν περιωρισμένα τὰ πολιτικὰ, τὰ ἱστορικὰ καὶ τὰ φυσικὰ ἡμῶν ὅρια. Ἐντεῦθεν ἀντίκειμαι ὅλως πρὸς τὸ διάβημα τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀντιπροσώπων ἡμῶν, πειραθέντων νὰ διαγράψωσιν ὅρια καὶ πέραν τῶν Ἰωαννίνων· διότι καὶ αὐτὰ δὲν εἶναι τὰ ὅρια, ἅτινα μία ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὀφείλει ἢ δικαιοῦται νὰ ὑποδείξῃ, ὡς ἱκανοποιοῦντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ τὰς ἀξιώσεις. Ἐν τῇ Ἀνατολῇ δὲ ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ παρίσταται, ὡς ἡ ἀντιπρόσωπος τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ.
§112Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Θέσατε σεῖς τὰ ὅρια τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
§113ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἑλληνικὰς χώρας θεωρῶ πάσας τὰς ἀκτὰς τῆς ἀνατολικῆς λεκάνης τῆς Μεσογείου, ὅσαι κατοικοῦνται παρ’ Ἑλλήνων,
§114Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὁρίσατέ μας πρὸς τὸ μεσόγειον.
§115ΦΙΛΗΜΩΝ. Μέχρι τοῦ Αἵμου.
§116Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Αἴ! Αἴ!
§117ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἡ Ἑλλάς, κύριοι, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὡς βάσιν τῆς πολιτικῆς ἐνεργείας της Πρωτόκολλον, οἷον τὸ τοῦ Βερολίνου. Ὀφείλομεν ἑπομένως νὰ εἴπωμεν πρὸς τὴν Εὐρώπην, μεθ’ ὅλης τῆς εὐλαβείας, μεθ’ ὅλης τῆς εἰλικρινείας, ὅτι ἀφίεμεν εἰς αὐτὴν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ὅπερ προὐκάλεσεν ἡ ἀπόφασις, περὶ νέας διαῤῥυθμίσεως τῶν πρὸς ἄρκτον χερσαίων συνόρων τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅτι προθύμως θέλομεν ἀποδεχθῆ, ἣν ἤθελεν αὕτη δώσει λύσιν, ὡς καὶ οἱ πρὸ ἡμῶν ἀπεδέχθησαν τὴν λύσιν περὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος, ἣν αὗται ἔδωκαν εἰς τοῦτο. Ὡς πρὸς τοῦτο δὲ ἔχω γνώμην ἀντίθετον πρὸς τὸν φίλον μου, τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ζακύνθου κ. Λομβάρδον, εἰπόντα, ἢ πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ἐκ τοῦ πρωτοκόλλου προαχθὲν ζήτημα, ὡς ἡμεῖς ἑρμηνεύομεν τοῦτο, ἢ νὰ μὴ λάβωμεν τίποτε. Δὲν παραδέχομαι τὴν γνώμην του αὐτὴν, διότι δὲν ἔχω δύναμιν συνειδήσεως ἰσχυρὰν ἀρκούντως, ὅπως διὰ τῆς ψήφου μου ἀποφασίσω, ὅτι χιλιάδες Ἑλλήνων δέον νὰ μείνωσιν ὑπὸ τὴν τυραννίαν καὶ ὑπὸ τὴν κατάκτησιν, ἔστω καὶ διὰ μίαν στιγμήν, διότι καὶ ἄλλοι δὲν τυγχάνουσι συγχρόνως τοῦ πλεονεκτήματος τούτου. Τὸ Πεδεμόντιον, οὗ τὸ παράδειγμα ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Λομβάρδος, ἐλάμβανε καὶ εἰργάζετο, οὐδὲν ἠρνεῖτο ἢ ἀπέκρουε. Διὰ τῆς συνθήκης τῆς Βιλλαφράγκας ἔλαβεν ἓν μέρος, διὰ συνθηκῶν μεταγενεστέρων ἕτερον· ἑκάστοτε ἐδέχετο ὅ,τι ἐδίδετο αὐτῷ. Μάλιστα προέβη καὶ περαιτέρω· ἔδωκεν ἐπαρχίας ἰδίας, ἃς πρὸς αἰώνων κατεῖχεν, ὅπως λάβῃ ἄλλας ἐπαρχίας, ὑπηρετούσας μᾶλλον τὴν ἰδέαν τῆς ἰταλικῆς ἑνότητος. Ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1821 δὲν μετῆλθε πολιτικὴν διάφορον. Οὐχὶ μόνον αἱ χῶραι, αἱ συγκροτήσασαι τῷ 1832 τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, ἀλλὰ πλεῖσται ἄλλαι καὶ ἔλαβον τὰ ὅπλα, καὶ ὑπέστησαν θυσίας, καὶ ἐκυβερνήθησαν ἐπὶ ἔτη, ὡς ἀνεξάρτητοι· ἀλλ’ ὅμως, ὅτε ἦλθεν ἡ στιγμὴ τῆς ἀποφάσεως, οἱ ἄνδρες τοῦ ἀγῶνος, ἵνα μὴ ἀπολέσωσι τὸ διδόμενον, ἔκλιναν τὸν αὐχένα, καὶ ὑπέμειναν τὸ μαρτύριον, ὅπως ἴδωσι καὶ τὴν Κρήτην, καὶ τὴν Σάμον, καὶ τὴν Χῖον, καὶ τὴν Ἤπειρον, καὶ τὰς ἀκτὰς τῆς Μακεδονίας καὶ τὰς ἄλλας παραλίας, τὰς αἱματοκυλισθείσας ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ ἀγῶνος, ἀφαιρουμένας ἀπὸ τοῦ νέου Κράτους. Δὲν εἶπον τότε, διότι καὶ αἱ χῶραι ἐκεῖναι δὲν ἀπελευθεροῦνται, καὶ αἱ διὰ τῶν πρωτοκόλλων ἐλευθερούμεναι νὰ μείνωσιν ὑπὸ τὴν Τουρκίαν. Ἐδέχθησαν εὐγνωμόνως ὅ,τι ἐδόθη, καὶ ὅ,τι ἦν δυνατὸν τότε νὰ δοθῇ, ἀφοῦ πᾶσαν ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσι κατέβαλον προσπάθειαν, ὅπως ἐπιτύχωσιν ὅ,τι τὸ δίκαιον ὑπηγόρευε, καὶ αἱ θυσίαι τῶν ἀτυχησάντων μερῶν ἀπῄτουν. Μέχρι τούτου δὲ προέβησαν, ὥστε διαμαρτυρομένη διὰ τὴν δοθεῖσαν παρεξήγησιν εἴς τινα φράσιν ἐγγράφου της τινὸς πρὸς τὸν Λεοπόλδον ἡ τότε Γερουσία τῆς Ἑλλάδος, δι’ ἧς φράσεως ἐκαλεῖτο ἀναγνώρισις τῆς δουλείας ἡ ἀπόφασις τῶν Δυνάμεων, ὅπως ἀφαιρεθῇ τῆς ἀνεξαρτησίας τὸ δῶρον ἀπὸ τῶν ἐπανερχομένων ὑπὸ τὴν κατάκτησιν χωρῶν, ἡ Γερουσία ἔσπευσε νὰ κηρύξῃ, ὅτι αἰωνία ἔσεται ἡ εὐγνωμοσύνη τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὰς Δυνάμεις, διότι αὗται ἐδωρήσαντο αὐτῇ τὴν ἀνεξαρτησίαν. Τόσῳ μετριόφρονες ὑπῆρξαν οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, ὥστε τὸ ἴδιον κατόρθωμα ἀπέδωκαν εἰς ἄλλους, ὑπηρετοῦντες τὰ ὑπέρτατα τοῦ μεγάλου Ἑλληνισμοῦ συμφέροντα. Τὴν αὐτὴν πολιτικὴν ὀφείλει νὰ βαδίσῃ καὶ σήμερον ἡ Ἑλλάς. Βεβαίως ὀφείλει νὰ πράξῃ διπλωματικῶς παρὰ ταῖς Δυνάμεσι ὅ,τι δυνατὸν, ὅπως πλείονα ἐπιτύχῃ, ἐὰν ὅμως τοῦτο μὴ κατορθώσῃ, εὐγνωμόνως νὰ δεχθῇ ὅ,τι ἂν παρὰ τῆς Εὐρώπης δοθῇ αὐτῇ. Δὲν ὑπηρετεῖται ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ, ἐὰν ἀποδεκτὴ γίνῃ ἡ γνώμη, ἐὰν πιστευθῇ, ὅτι τὸ Πρωτόκολλον τοῦ Βερολίνου παρέχει εἰς ἡμᾶς δικαίωμα πρὸς ἕνωσιν μετὰ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος τῶν πρὸς ἄρκτον ἑλληνικῶν χωρῶν. Τὸ δικαίωμα τοῦτο ἔχομεν πρὸ τοῦ πρωτοκόλλου καὶ ἄνευ αὐτοῦ.
§118ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δὲν συμφέρει νὰ λέγωνται αὐτά.
§119ΡΩΜΑΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν; Συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Οἰκονόμου, ὅτι δὲν συμφέρει νὰ λέγωνται αὐτά.
§120ΦΙΛΗΜΩΝ. Κύριε Ῥώμα, ὅ,τι πρό τινων στιγμῶν εἶπον, τὸ εἶπον ὡς βουλευτὴς Ἕλλην. Ὡς τοιοῦτος δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ποτὲ, ὅτι τὸ πρωτόκολλον τοῦ Βερολίνου παρέχει ἡμῖν δικαίωμα ἐπὶ τῇ προσαρτήσει τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θεσσαλίας τῇ Ἑλλάδι· τὸ δικαίωμα τοῦτο ὑπῆρχε πρὸ τοῦ πρωτοκόλλου, ὑπάρχει καὶ ἄνευ αὐτοῦ.
§121ΡΩΜΑΣ. Αἱ στιγμαὶ εἶναι κρίσιμοι· φρονῶ, ὅτι εἶναι καλλίτερα νὰ μὴ ὑπάρχουν εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς αἱ τελευταῖαι παρατηρήσεις.
§122ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε, αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7 μ. μ.)