1879.12.13
1.605 στίχοι · 13.656 λέξεις · 74 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35
τῆς 13 Δεκεμβρίου 1879.
(Πέμπτη.)
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐγκρίνονται.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσκαλῶ καὶ πάλιν τ’ ἀκροατήρια νὰ μὴ ταράττωσι τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Πάντες ἀνεξαιρέτως οἱ Βουλευταὶ ἀγανακτοῦσι διὰ τὴν τοιαύτην ἀσέβειαν τῶν ἀκροατῶν πρὸς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ δὲ, συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς, διέταξα τὰ προσήκοντα, ὅπως, ἐν περιπτώσει οἱασδήποτε ἀταξίας, οἱ παρεκτρεπόμενοι οὐ μόνον ἀποβληθῶσι τοῦ ἀκροατηρίου, ἀλλὰ καὶ ἀπαχθῶσι πρὸς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν, πρὸς ποινικὴν καταδίωξιν. Τινὲς Βουλευταὶ ὑπέβαλον πρότασιν Νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ Νόμου περὶ Ἐθνικῶν λειβαδίων. Θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. Ὁ κ. Τζάνες ἔχει τὸν λόγον.
§2ΤΖΑΝΕΣ. Λαμβάνω, κύριοι, τὴν τιμὴν νὰ προσθέσω εἰς τὰ σπουδαῖα ἔργα τῆς Βουλῆς μίαν πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας ζητῶ, ἵνα ἐπιτραπῇ ἡ ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ τύπωσις τῶν μεταφράσεων ἀπὸ τῆς Ἑλληνικῆς νεωτέρας φιλολογίας εἰς τὴν Ἰταλικὴν γλῶσσαν τοῦ ἀξιολόγου καὶ πολλὰ μοχθοῦντος Ἀντωνίου Φραβασίλη. Φρονῶ, ὅτι εἰς τὴν πρόοδον τῆς πατρίδος καὶ εἰς τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς συμβάλλει καὶ ἡ πνευματικὴ αὐτῆς ὕπαρξις καὶ πρόοδος. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ τὴν ἀπασχολήσω, ν’ ἀναγνώσῃ τὴν ἔκθεσίν μου, καὶ πάντας μὲν, ἰδίᾳ δὲ τοὺς περὶ τὰ Ἑλληνικὰ γράμματα ἀσχολουμένους.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ.
§4Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος, κύριοι, ἀγορεύων χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, προεκάλεσε πάντα ὅστις ἤθελε νὰ τῷ ἀπευθύνῃ ἐρωτήσεις, καὶ ἐπέτρεψεν εἰς ὅλους τὰς διακοπάς. Μεταξὺ τῶν διακοψάντων συνέπεσε νὰ εὑρεθῶ καὶ ἐγώ· ἠρώτησα τὸν κ. Λομβάρδον, ἀγορεύοντα, περὶ τῶν ὁδηγιῶν, ἃς εἶχεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, μεταβὰς εἰς Βερολῖνον, τὸν ἠρώτησα· «δύνασθε, κύριε Λομβάρδε, νὰ μᾶς φέρητε καὶ σεῖς τὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας ἐλάθετε ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, μεταβάντες εἰς τὴν Ἰταλίαν; Βεβαίως ὑπὸ τὴν ἰδιότητά σας ταύτην θὰ γνωρίζητε τὸ πνεῦμα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.» Ἐν τῷ μεταξὺ αὐτῷ θόρυβος μέγας ἠγέρθη· ὁ θόρυβος δὲ οὗτος διετυμπανίσθη καὶ διὰ τῶν ἐφημερίδων, καὶ ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ἐγὼ ἐποδοκροτήθην καὶ ἐσυρίχθην. Βεβαίως, κύριοι, μοὶ εἶναι ἀδιάφορον ἂν ἐγράφη ὅτι ἐποδοκροτήθην καὶ ἐσυρίχθην· πρὸ ἐμοῦ ἐσυρίχθησαν καὶ ἐποδοκροτήθησαν πράγματι ἐκεῖνοι, οἵτινες μετὰ τὰς ἐλευθέρας ἐκλογὰς τοῦ 1875 κατῆλθον τῆς ἐξουσίας συριζόμενοι ἀπὸ ὅλα τὰ ἀκροατήρια καὶ ἀπὸ ὅλην τὴν Βουλήν. Ἐν τῷ μέσῳ τοῦ θορύβου ἠκούσθη φωνὴ λέγουσα: «εἶσθε πετσωματάδες». Καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, κύριοι, τῆς Βουλῆς ἦλθε πολλάκις τὸ ζήτημα τοῦτο τῶν «πετσωματάδων», ἡμεῖς δὲ ἐπιέσαμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, διὰ νὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ, καὶ πεισθῇ ὁ κόσμος ποῖοι ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον χρήματα καὶ ποῖοι τὰ μετεχειρίσθησαν, ὑπηρετήσαντες τὴν πατρίδα. Εὐτυχῶς δὲν εὑρίσκομαι εἰς τὸν κατάλογον αὐτῶν, διότι ἐγὼ οὔτε εἰς ἴδιον λογαριασμὸν ἔλαβον χρήματα, οὔτε διὰ νὰ τὰ διαχειρισθῶ εἰς λογαριασμὸν εἴτε ἐπιτροπῆς, εἴτε τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τότε, κύριοι, εἶχον διαδώσει μεταξὺ τῶν ἄλλων ὑπερβολῶν, ὅτι ἐγὼ ἔλαβον χιλιάδας δραχμῶν, ἀλλ’ ἀπεδείχθη ὅτι καὶ τοῦτο ἦτον ἐκ τῶν συκοφαντιῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας ῥίπτουν πάντοτε κατὰ τῶν ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους κάπως συλλογίζονται. Οὔτε, κύριοι, χιλιάδας δραχμῶν ἔλαβον, οὔτε δραχμὴν, οὔτε δι’ ἴδιόν μου λογαριασμὸν, οὔτε διὰ νὰ τὰς δώσω εἰς ἄλλον, οὔτε ἀνεμίχθην εἰς χρηματικὰς δοσοληψίας. Ἐὰν δὲ ἀνεμίχθην, ἀνεμίχθην ἵνα παροτρύνω τοὺς ὑπάρχοντας νὰ μεταβῶσι καὶ ὑποστηρίξουν τὴν ἐπανάστασιν ἐν Ἠπείρῳ· αὐτοὺς παρώτρυνα καὶ τοὺς συνέτρεξα ἀληθῶς, ἀλλὰ δαπανῶν πρὸς τοῦτο ἐξ ἰδίων μου. Ἐπειδὴ, κύριοι, καθημερινῶς τὸ ζήτημα τῶν πετσωμάτων φέρεται ἀνὰ τὰ στόματα τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, τὸ ζήτημα αὐτὸ πρέπει ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ λυθῇ. Ὅ,τι ἐλέχθη ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς — καὶ ἐλέχθη ἐν μυστικῇ συνεδριάσει, διότι ἡ περίστασις ἐκείνη δὲν ἐπέτρεπε νὰ γείνῃ συνεδρίασις δημοσία· — ὅ,τι, λέγω, ἐλέχθη κατὰ τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰς δημοσίαν συνεδρίασιν· πρέπει νὰ μάθῃ ὁ κόσμος τίνες ἔλαβον χρήματα καὶ πῶς τὰ διεχειρίσθησαν, καὶ ὄχι ἕκαστος νὰ λέγῃ «σὺ ἔκαμες τὴν ἐπανάστασιν, ἐνῷ ἐγὼ ἤμην κατ’ αὐτῆς· ἐγὼ ἤμην ὑπὲρ τοῦ δεῖνος σχεδίου, καὶ σὺ ὑπὲρ τοῦ δεῖνος.» Πρέπει ἐδῶ ἐνώπιον τῆς Ἑλλάδος νὰ λεχθῶσιν ὅλα καὶ νὰ γνωσθῶσιν οἱ χαρακτῆρες.
§5ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§6ΡΟΥΦΟΣ. Πρέπει νὰ γνωσθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν ὅλας τὰς πολιτικὰς μερίδας μὲ ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν, ὅπως καταλάβωσι τὴν ἐξουσίαν.
§7ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ παρακληθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ φέρῃ τὸν κατάλογον.
§8ΡΟΥΦΟΣ. Καὶ πρέπει ὄχι μόνον νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα αὐτὰ, ἀλλὰ πρέπει νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι.
§9ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§10ΡΟΥΦΟΣ. Νὰ διανεμηθοῦν ὄχι μόνον εἰς τοὺς Βουλευτὰς, ἀλλ’ εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας, καὶ δι’ αὐτῶν εἰς ὅλον τὸ ἔθνος. Διὰ τοῦτο, κύριοι, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ διαχείρισις τῶν πετσωμάτων διαιρεῖται εἰς τέσσαρα στάδια, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ καὶ τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν διαχειρισθέντων αὐτά.
§11ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§12ΡΟΥΦΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν θὰ μοὶ ἀποδώσητε τὴν αἰτίασιν, ὅτι ἐγὼ ἐγενόμην ἀφορμὴ σκανδάλου ἐν τῇ Βουλῇ· ἄλλοι ζητοῦν ἀφορμὴν σκανδάλων, καὶ οὐχὶ ἡμεῖς.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Ῥούφου νὰ συζητηθῇ μίαν ἄλλην ἡμέραν.
§14ΤΙΝΕΣ. Ὄχι· τώρα, τώρα.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠμπορῶ νὰ διακόψω ἐγὼ τώρα τὴν ὑπάρχουσαν συζήτησιν; πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή· καὶ διὰ νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις. Ἂς προσδιορισθῇ μία ἡμέρα (θόρυβος), καθ’ ἣν, συμφώνως πρὸς τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Ῥοῦφος, θὰ γείνῃ συζήτησις, ἀποβλέπουσα εἰς τὴν δημοσίευσιν ὅλων τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ θὰ καταθέσουν περὶ τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξε. Θέλει λοιπὸν γείνει συζήτησις μίαν ἄλλην ἡμέραν καὶ θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή.
§16ΠΟΛΛΟΙ. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§18ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσε πλέον τὸ ζήτημα αὐτό.
§20ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ κ. Ῥοῦφος, κύριοι, εἶπεν, ὅτι τὸν διέκοψαν· καὶ ἐπειδὴ ἐγὼ ἤμην ὁ διακόψας τὸν κ. Ῥοῦφον......
§21ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν εἶπα, σεῖς’ εἶπα, ὅτι μία φωνὴ ἐκεῖθεν εἶπεν σεῖσθε πετσωματάδες».
§22ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Θὰ ἐξηγηθῶ καὶ ἐγώ. Ὅταν ὡμίλει ὁ ἔντιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴς, ἠκούσθη μία φωνὴ, «περὶ πετσωματάδων ὁμιλεῖτε;» «καὶ σεῖς εἶσθε πετσωματάδες», εἶπεν εἷς ἄλλος· Τότε ἐξηγέρθην ἐγὼ καὶ εἶπον· σεῖς κατηγορεῖτε τὸν κ. Λομβάρδον ὡς πετσωματᾶν, ἐνῷ οὗτος πράγματι ὑπηρέτησε τὸ ἔθνος μεταβὰς εἰς τὴν Ἰταλίαν, καὶ τοῦτο ὅλοι τὸ γινώσκομεν καὶ ἐγὼ θὰ τὸ ἀποδείξω. Δὲν ἐνόουν λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Ῥοῦφος ἦτο πετσωματᾶς, ἀλλ’ ἠθέλησα νὰ μεμφθῶ τὸν κ. Ῥοῦφον, διότι ὑπεστήριζε τότε τὰ ἄτακτα κινήματα, καὶ ὅπως τὸ προεῖπον τότε, οἱ ὑποστηρίζοντες τὰ ἄτακτα κινήματα ἤθελον φέρει πετσώματα.
§23ΡΟΥΦΟΣ. Τὰ ἄτακτα κινήματα ὑπεστηρίχθησαν παρ’ ὅλων τῶν μερίδων καὶ παρ’ ὅλων τῶν ἀρχηγῶν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κύριος Λομβάρδος ἔχει τὸν λόγον.
§25ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ῥοῦφος ἔκαμε πρότασιν, νὰ κατατεθῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν τὴν σκανδαλώδη.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐπανέλθωμεν;
§27ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ εὑρέθη σύμφωνος εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥούφου. Δὲν θέλει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὑποβληθοῦν τὰ ἔγγραφα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ τυπωθοῦν;
§28ΠΟΛΛΟΙ. Εἴπομεν μετὰ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον (θόρυβος).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεφάσισεν ἤδη ἡ Βουλή, ἡ συζήτησις νὰ γείνῃ μετὰ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Ἑπομένως ἡ πρότασις θὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§30ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἔγγραφα αὐτά, κύριε Πρόεδρε, κατετέθησαν ἀπὸ πέρυσιν εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουν νὰ γείνῃ φανερὰ συζήτησις.
§32ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, νὰ τυπωθοῦν καὶ νὰ διανεμηθοῦν (θόρυβος).
§33ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν εἶναι πρότασις, κ. Πρόεδρε. Ζητεῖται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἔγγραφα κατετέθησαν καὶ ἄλλοτε εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§35ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθοῦν.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§37ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Διὰ νὰ γείνῃ συζήτησις, οἱ Βουλευταὶ πρέπει νὰ λάβουν γνῶσιν. Πῶς θὰ λάβουν γνῶσιν οἱ Βουλευταί; πρέπει νὰ τυπωθοῦν τὰ ἔγγραφα· καὶ εἰς τοῦτο δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίῤῥησις.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ περὶ αὐτοῦ. Ἂν θέλῃ ἤδη νὰ διακόψῃ τὴν ὑπάρχουσαν συζήτησιν, ἂς ἀποφασίσῃ.
§39Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν.) Ἡ Βουλή, κύριοι, ἄλλοτε ἀπεφάσισε νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅπως οἱ Βουλευταὶ λάβωσι γνῶσιν αὐτῶν. Τὰ ἔγγραφα ἀπεστάλησαν εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ ἦσαν κατατεθειμένα μέχρι τοῦ τέλους τῆς Συνόδου. Ἐπειδὴ δὲ τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἀποτελοῦσι λογαριασμοὺς καὶ ἀπολογισμούς, παρεπέμφθησαν εἰς τὸ γενικὸν Λογιστήριον, ὅπου μένουσι κατατεθειμένα, μέχρι σοῦ γείνει ὁ ἔλεγχος τῆς διαχειρίσεως. Ἐὰν θέλητε ν’ ἀποσταλῶσι πάλιν εἰς τὸ προεδρεῖον, βεβαίως θέλω τὸ πράξει, καὶ ἕκαστος τῶν κ.κ. Βουλευτῶν δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν. Παρακαλῶ ὅμως τὴν Βουλὴν νὰ μὴ προβῇ εἰς ἄλλην ἀπόφασιν περὶ ἐκτυπώσεως. Τὸ ἀντικείμενον εἶναι σπουδαῖον καὶ δύναται νὰ ἀφορᾷ εἰς συμφέροντα μεγαλείτερα· ἑπομένως νομίζω, ὅτι, πρὶν ἢ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ τοιοῦτόν τι, πρέπει νὰ τὸ συζητήσῃ, διὰ νὰ κρίνῃ ἐν ἐπιγνώσει τῶν πραγμάτων. Τὰ ἔγγραφα θέλω τὰ καταθέσει εἰς τὸ προεδρεῖον.
§40ΦΩΤΗΛΑΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι, δὲν ἐνδιαφέρει μόνον τὴν Βουλήν, ἐνδιαφέρει ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος. Ἔλαβον ἴσως κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὀλίγοι Βουλευταὶ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι οὐδὲν γνωρίζομεν. Αἱ ἐπαρχίαι, τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον ἐνδιαφέρεται νὰ μάθῃ τίνες ἔλαβον χρήματα, διὰ ποῖον λόγον, καὶ ποῦ τὰ ἐδαπάνησαν. Πολλὰ εἶναι τὰ λεγόμενα περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων αὐτῶν, καὶ πρέπει νὰ δοθῇ λόγος, ἵνα μάθῃ τὸ Ἔθνος τὴν ἀλήθειαν. Διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· ὑποστηρίζω δὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥούφου, νὰ τυπωθῶσι τὰ ἔγγραφα καὶ νὰ διανεμηθῶσι, διότι τὸ Ἔθνος πρέπει νὰ λάβῃ ἀκριβῆ γνῶσιν τῆς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων αὐτῶν. Ἐὰν θίγωνται ζητήματα ἐνδιαφέροντα τὴν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ θέσιν προσώπων τινῶν λαβόντων χρήματα, δύναται ὡς πρὸς τούτους νὰ ἐπιφυλαχθῇ ἡ Βουλή· ἀλλ’ ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους, τοὺς ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, οὐδένα ἔχομεν λόγον ν’ ἀποκρούσωμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥούφου, τοῦ νὰ κατατεθῶσι καὶ νὰ τυπωθῶσι τὰ ἔγγραφα.
§41ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, Μάλιστα.
§42Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν.) Πρέπει νὰ χωρισθῇ τὸ ἓν τοῦ ἄλλου. Ἐὰν μὲν πρόκηται περὶ δημοσιεύσεως τῶν ἐγγράφων, νομίζω, ὅτι τὸ ἀντικείμενον εἶναι πολὺ σπουδαῖον καὶ πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις, καὶ ἡ συζήτησις, ὅπως ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Πρόεδρος, πρέπει νὰ γείνῃ μετὰ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Ἐὰν δὲ πρόκηται περὶ ἁπλῆς καταθέσεως, τὰ καταθέτω ἀμέσως.
§43ΦΙΛΗΜΩΝ. Καθὼς, κύριοι, καὶ ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει, ἥτις ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἀντέστην εἰς τὴν δημοσίευσιν τῶν ἐγγράφων τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς ἐνεργείας τῆς ἐπαναστάσεως τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἀνθίσταμαι καὶ σήμερον. Ἐπειδὴ εἰς τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην δὲν ὑπῆρχον οἱ νέοι Βουλευταὶ, οἵτινες παρακάθηνται ἐντὸς τῆς Βουλῆς σήμερον, ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἔκρινα τότε ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δημοσιευθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα, οὔτε πρέπει ποτὲ νὰ δημοσιευθοῦν. Εἰς τὴν συνδιάσκεψιν τοῦ Βερολίνου ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἡ ἐπανάστασις τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας ἦτον ἐπανάστασις, τὴν ὁποίαν ἐκήρυξαν οἱ κάτοικοι, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἐνέχεται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις κατ’ οὐδέν. Συμφέρει εἰς ἡμᾶς τώρα, θέλετε νὰ στερεώσωμεν τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀνεμίχθη, καὶ ἑπομένως ὅτι εἶναι ψεῦμα ὅ,τι εἶπεν ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας; Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν συμφέρει· τὸ καλλίτερον εἶναι νὰ μένωμεν ἐδῶ.
§44ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Παράδοξος μοὶ φαίνεται ἡ δικαιολόγησις, τὴν ὁποίαν προβάλλει ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὴν ἰδέαν τοῦ ἐντίμου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ.
§45ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὁ Κανονισμὸς, κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ ποτέ; Εἶναι αὐτὸ ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§46ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς λέγει, ὅτι ὅ,τι τότε ἀντέταξεν ἀντιτάσσει καὶ σήμερον, εἶναι δὲ τοῦτο ὁ λόγος, ὃν εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας. Ἀλλ’ ἐὰν ἐκ τῆς μὴ δημοσιεύσεως τῶν ἐγγράφων αὐτῶν δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ἡ ἐπανάστασις τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας δὲν εἶναι ἔργον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λεγόμενα, αὐτὴ ἡ δήλωσις δὲν ἀρκεῖ νὰ διαψεύσῃ τοὺς λόγους τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας; Τοὐναντίον ἐκ τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ τὸ καθῆκόν της, ὅτι τὰ χρήματα ἐκεῖνα δὲν ἐξωδεύθησαν παρὰ μόνον πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ πρὸς ὑποστήριξιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φεύγοντες τὰς καταπιέσεις τῶν Τούρκων κατέφυγον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Πρόκειται περὶ χρημάτων τοῦ Ἔθνους, καὶ ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξελέγξῃ τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων αὐτῶν. Δὲν πρέπει νὰ καλύψωμεν τὴν ἀλήθειαν.
§47ΦΙΛΗΜΩΝ. Μεταξὺ τῶν γραφομένων εἰς τὰς ἐφημερίδας, τῶν λεγομένων ἁπλῶς, καὶ μεταξὺ τῶν λεγομένων αὐθεντικῶς ὑπάρχει μεγάλη διαφορά. Πρόκειται σήμερον ἡ Βουλὴ ἐπισήμως καὶ αὐθεντικῶς νὰ βεβαιώσῃ, δι’ ὅλων τῶν τρόπων, ὅτι τὸ ῥηθὲν ἐντὸς τῆς συνδιασκέψεως τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπεδέχθησαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Δυνάμεων, ὅτι αὐτὸ ἦτο ψεῦδος. Θὰ καταδειχθῇ, ὅτι ἡ ἐπανάστασις τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θεσσαλίας δὲν ἦτο πραγματικὴ, ἀλλ’ ἦτο σκευώρημα τῆς Κυβερνήσεως τῶν Ἀθηνῶν. Ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν τὸ τοιοῦτον κρίνῃ συμφέρον ἡ Βουλὴ, ἂς δημοσιευθῶσι τὰ ἔγγραφα.
§48ΦΩΤΗΛΑΣ. Καὶ ὅμως περιάγεται εἰς τὰ στόματα ὅλων, ὅτι ἔλαβον χρήματα......
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων εἰς τὸ Προεδρεῖον, δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, καὶ ταῦτα θέλουν κατατεθῆ. Περὶ δημοσιεύσεως δὲ τῶν ἐγγράφων τούτων θὰ γείνῃ συζήτησις μετὰ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον.
§50ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§51ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὁ κ. Μούμπουλης καὶ ἐγὼ ὑπεβάλομεν, κ. Πρόεδρε, πρότασιν περὶ δημοσιεύσεως τῶν ἐγγράφων.
§52ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διαδηλῶ, ὅτι δὲν δέχομαι, σήμερον τοὐλάχιστον, διακοπὰς, δηλ. δὲν ἐννοῶ ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰς διακοπάς.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ λάβωσι σημείωσιν τούτου οἱ κ.κ. Βουλευταὶ, καὶ νὰ μὴ διακόπτουν.
§54ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐκτὸς ἐὰν οἱ κ.κ. ὑπουργοὶ θέλουν νὰ μὲ διακόψουν εἴς τι.—Χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας μου, ὅταν τὸν παρεκάλεσα νὰ μὲ σταματήσῃ, ἐάν τι ἀνακριβὲς λέγω, μοὶ ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ μὲ διακόψῃ, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα μὲ διέκοψεν ἐπανειλημμένως ἀπὸ τῆς θέσεώς του. Ὁ δὲ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὶς κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀγορεύσεώς μου ἔλαβε τὸν λόγον, τὴν μὲν πρώτην φορὰν παρὰ τὸ βῆμα, τὴν δὲ ἄλλην ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ τὴν δευτέραν φορὰν ἀπῄτησε νὰ λαλήσῃ, λέγων, ὅτι εἶναι ἀνάγκη μεγάλη, ὅπως φωτίσῃ τὸν ἑλληνισμὸν καὶ τὸ Ἔθνος, ὅπως ἀφαιρέσῃ τὰς ἐντυπώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ τὴν ἀγόρευσίν μου ἐγεννήθησαν, καὶ αἱ ὁποῖαι, ἔλεγεν, ἂν τὰς ἄφινε νὰ ἐπενεργήσωσιν ἐπὶ τῶν πνευμάτων κατὰ τὸ διάστημα τῆς νυκτὸς, ἤθελον ζημιωθῆ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Ἔθνους· διατί; Διότι, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐγὼ τὸν ἀπεικόνισα ὡς προδόσαντα τὰ ἐθνικὰ ζητήματα ἐν Βερολίνῳ καὶ τὸν κατέστησα ἔνοχον προδοσίας· τὸν διέκοψα, εἰπὼν, ὅτι τοιοῦτόν τι δὲν εἶπα, οὔτε ἦτον εἰς τὸν νοῦν μου· οὐχ ἧττον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπέμενεν. Ὀφείλω ν’ ἀποκρούσω μεθ’ ὅλης τῆς δυνάμεως τὴν ἔκφρασιν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ ὀφείλω νὰ τὴν ἀποκρούσω, διότι τῳόντι ἤθελεν εἶναι ἀτυχὴς ὁ τόπος μας, ἐὰν ἠμπορούσαμεν νὰ συλλάβωμεν τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ ἀποσταλεὶς ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς Βερολῖνον ἐν γνώσει ἐπρόδωκε. Δὲν πρόκειται περὶ προδοσίας, ἀλλὰ περὶ λάθους. Ὅταν τὸ Ἔθνος ὅλον ὀλίγα ἔτη πρὸ τῆς ἁλώσεως, βλέπον τὸν Τοῦρκον νὰ πλησιάζῃ πλησίον του, ἔβλεπεν, ὅτι οὐδαμοῦ δὲν εἶχε σωτηρίαν παρὰ ἀπὸ τὴν ὑποστήριξιν τῆς Δύσεως, ἐπειδὴ ἡ ὑποστήριξις αὕτη τῆς Δύσεως τῷ προσεφέρετο ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ φιλήσῃ τὴν παντούφλαν τοῦ Πάπα, τὸ Ἔθνος ἔλεγεν ὁμοφώνως: «δὲν τὸ δέχομαι, προτιμῶ τὸ γιαταγάνι τοῦ Τούρκου»· οὐχ ἧττον ὁ ἀτυχὴς Ἰωάννης ὁ Παλαιολόγος, ὁ προτελευταῖος Αὐτοκράτωρ, ἔσπευσε νὰ γονατίσῃ καὶ νὰ τοῦ φιλήσῃ τὴν παντούφλαν· ἠθέλησε νὰ κάμῃ μὲ τοῦτο προδοσίαν; Ὅλον τὸ Ἔθνος κατ’ αὐτοῦ διεμαρτυρήθη, ἀλλ’ αὐτὸς ἔλεγε, «τὸ ἔκαμα, διὰ νὰ προλάβω τὸν ἐπικείμενον κίνδυνον.» Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν πλέον σιμά. Ὅταν κατὰ τὰ 1858 ἀπεστέλλετο εἰς Ἑπτάνησον ὁ κ. Γλάδστων ὡς ἔκτακτος ἀπεσταλμένος, ἐτυπώθη ἐν Λονδίνῳ ἓν ἔγγραφον, κατὰ τοὺς μὲν, κλαπὲν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἀποικιῶν, κατὰ τοὺς δὲ, δοθὲν ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐμανθάνομεν ὅτι ὁ ἁρμοστὴς ἔλεγε πρὸς τὴν κυβέρνησιν τὴν ἀγγλικὴν, ὅτι εἶναι ὥρα νὰ ἑνώσῃ τὰς πέντε μεσημβρινὰς νήσους εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ ἀποικίσῃ τὴν Κέρκυραν· ἔλεγε δὲ ἀκόμη ὁ ἁρμοστὴς, ὅτι ἀνώτερος ὑπάλληλος (ἐσημείωνε τὸ ὄνομά του) τῆς Ἰονικῆς κυβερνήσεως συνηγόρει ὑπὲρ τοῦ ἀποικισμοῦ, ἐγγυώμενος ὅτι ἡ Κέρκυρα, συσσωματουμένη μὲ τὰς ἀγγλικὰς κτήσεις, ἐντὸς ὀλίγου χρόνου ἤθελεν ἐξαγγλισθῆ. Ὅταν ἐφανερώθη τὸ πρᾶγμα, ὅλοι ἠγέρθημεν εἰς τὰ ποδάρια ἐναντίον τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου. Ἦτο προδότης ὁ ἀτυχὴς ἐκεῖνος ὑπάλληλος; Ἀπαντοῦσεν εἰς τοὺς καταδικάζοντας αὐτὸν, «ἀφοῦ ἡ Ἀγγλία δὲν ἀφίνει τὴν Κέρκυραν, παρὰ ἂν τῆς κόψωσι τὸ χέρι (ἦτο ἡ φράσις του), δὲν προσέφερα ὑπηρεσίαν εἰς τὸ ἔθνος μου, προτείνων νὰ ἐλευθερωθῶσιν αἱ πέντε νῆσοι;» Ἀλλ’ ἔλθωμεν πλέον σιμά. Ὅταν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν εἰσῆλθεν εἰς τὸ συνέδριον τοῦ Βερολίνου καὶ εἶδεν ἐκεῖ τὸν Καραθεοδωρῆ, Ἕλληνα τὸ γένος, βαπτισμένον ἐν τρισὶν ἀναδύσεσι καὶ καταδύσεσι, φέροντα τὸ ἅγιον μύρον εἰς τὸ μέτωπον, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα παριστάμενον ἐκεῖ, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Τουρκίαν ἐναντίον τῶν ἀπαιτήσεων τῆς Ἑλλάδος, ἐστοχάσθη ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ὅτι ὁ Καραθεοδωρῆς ἐν γνώσει προέδιδε τὴν Ἑλλάδα; Ὁ Καραθεοδωρῆς θὰ τῷ ἔλεγε, «μὴ μᾶς καταδικάζετε οἱ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ἡμεῖς εὑρισκόμεθα ὑπὸ τοὺς Τούρκους· ὅσον περισσότερον εἰς αὐτοὺς πλησιάζομεν, τόσον περισσότερον ὀλιγοστεύομεν τὰ δεινά μας.» Καὶ ὁ ἀτυχὴς Παλαιολόγος καὶ ὁ ἀτυχὴς ὑπάλληλος ἐκεῖνος τῆς Ἰονίου κυβερνήσεως καὶ ὁ Καραθεοδωρῆς ἔπεσαν εἰς λάθος· ἰδοὺ τὸ ἁμάρτημά των, καὶ ἡ αἰτία τοῦ ἁμαρτήματός των ἡ ἔλλειψις πίστεως εἰς αὐτοὺς πρὸς τὸ μέλλον τοῦ ἔθνους των καὶ ἡ προσήλωσίς των εἰς μόνον τὸ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν των ἐνεστώς. Δὲν πρόκειται λοιπὸν, κύριε ὑπουργέ, οὔτε διὰ σᾶς περὶ προδοσίας, μακρὰν ἀπὸ τὸν νοῦν μου τοιαύτη ἰδέα· ἀλλὰ μόνον περὶ λάθους. Ἀλλ’ εἴτε ἐκ προδοσίας, εἴτε ἐκ λάθους παραβλάπτονται τὰ συμφέροντα τῶν ἐθνῶν, ἡ ἐκ τούτου ἐπερχομένη ἐθνικὴ βλάβη καὶ ἐθνικὴ ζημία εἶναι ἡ αὐτὴ, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι τὸ αὐτό. Καὶ ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, οἱ ὁποῖοι ὀφείλομεν τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ἐξετάσωμεν τὴν διαγωγήν σας, ἵνα πεισθῶμεν, ἂν τῷ ὄντι λάθος τοιοῦτον ἐγένετο, θὰ παραβῶμεν τὸ καθῆκόν μας, ἂν δὲν ἐξετάσωμεν μεθ’ ὅλης τῆς ἀκριβείας καὶ αὐστηρότητος τὸ ζήτημα, διότι πρόκειται νὰ ἴδωμεν, μήπως εἶναι κίνδυνος νὰ ὑποπέσωμεν εἰς λάθη νέα ζημιοῦντα τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Μὴ παίζητε ἐν οὐ παικτοῖς, συνεπέρανεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργός. Ἀξιότιμε ὑπουργέ, θέλετε καὶ ἀπαιτεῖτε, καὶ ἔχετε δίκαιον, νὰ σεβώμεθα τὰ αἰσθήματά σας, ὀφείλετε καὶ σεῖς νὰ σέβεσθε τὰ ἰδικά μας· δὲν παίζομεν ἐν οὐ παικτοῖς, καὶ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγομεν, δὲν τὰ λέγομεν παίζοντες, ἀλλ’ ἐν τῇ βαθείᾳ συναισθήσει, ὅτι ἐκπληροῦμεν τὸ καθῆκόν μας· θεωροῦμεν, ὅτι ἠπατήθητε, καὶ ὅτι ὡς ἐκ τούτου ἐβλάφθησαν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα· δὲν πρέπει νὰ νομίζετε, ὅτι εἶσθε Πάπας ἀλάνθαστος. Τὸ δεῖγμα τοῦ εἰλικρινῶς πολιτευομένου εἶναι νὰ ἀφίνῃ ἐλευθέραν τὴν ἐξέλεγξιν τῆς διαγωγῆς του, καὶ ὅταν ἁμαρτάνῃ. Εἶσθε ἄνθρωπος, καὶ ἑπομένως οὐ μόνον ἠμπορούσατε νὰ σφάλητε, ἀλλὰ καὶ νὰ ἁμαρτήσητε. Μὴ παραξενεύεσθε ἂν ἐξήτασα καὶ ἂν ἐξακολουθῶ νὰ ἐξετάζω αὐστηρῶς τὴν διαγωγήν σας· διότι δὲν πρόκειται νὰ παίξω ἐν οὐ παικτοῖς, ἀλλὰ νὰ συζητήσω ἐπὶ μεγάλου ζητήματος. Πιστεύω, ὅτι δὲν ὑπηρετήσατε τὸ μέγα ἐθνικὸν συμφέρον· κατ’ ἐμὲ, καὶ δι’ ὅσους συμμερίζονται τὴν γνώμην μου, πιστεύω, ὅτι ὡς ἐκ λάθους, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπέσατε, ἐβλάφθησαν μεγάλως τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἐν Βερολίνῳ. Ἀπατώμεθα ἡμεῖς; ἀπατᾶσθε σεῖς; ἡ συζήτησις καὶ ἡ ἐπ’ αὐτῆς σκέψις τοῦ κοινοῦ θ’ ἀποφασίσῃ. Ἔλεγα χθὲς, καὶ νομίζω νὰ ἦναι καταφανὲς εἰς πάντας, ὅτι εἰς τὸ συνέδριον τοῦ Βερολίνου, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῶν συνεδριάσεών του, ὑψώθησαν αἱ σημαῖαι δύο ἀντιθέτων καὶ ἀλληλομαχομένων πολιτικῶν, ἀπὸ τὸ ἓν μέρος ἡ σημαία τοῦ πανσλαβισμοῦ, ἀπὸ τὸ ἄλλο ἡ ἀντίθετος· ἔλεγα, ὅτι τῆς ἀντιθέτου σημαίας ἡγέτης ἐφάνη ἡ Ἀγγλία, καὶ ὅπως ἀντιταχθῇ κατὰ τοῦ πανσλαβισμοῦ, προσέφερε τὴν χεῖρά της εἰς τὴν ἑλληνικὴν φυλὴν, καὶ τῇ ἐπρότεινε τὴν συμμαχίαν της· ἐζήτησε νὰ τὸ κάμῃ δόγμα ἐν τῷ συνεδρίῳ, καὶ εἰσήγαγε πρὸς τοῦτο πρότασιν. Ἐναντίον τῆς σημαίας ταύτης καὶ προτάσεως παρουσιάσθη ἄλλη πρότασις παρὰ τῆς ἀντιθέτου σημαίας. Ἡ πρότασις τῆς Ἀγγλίας ἐπρότεινε νὰ εἰσαχθῇ ὁ πληρεξούσιος τοῦ ἑλληνικοῦ βασιλείου, ὅπως ἀντιπροσωπεύσῃ τὴν ἑλληνικὴν φυλὴν, ἀλλὰ κατ’ αὐτῆς ἦλθεν ἡ ἄλλη πρότασις, ὅπως ὁ πληρεξούσιος οὗτος παρασταθῇ μόνον καὶ μόνον, ἵνα ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του ὡς πρὸς τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας τοῦ βασιλείου. Εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ προέδρου, ὅτι τὸ ἀντικείμενον εἶναι σπουδαιότατον, καὶ ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῇ τὸ συνέδριον καὶ συζητήσῃ σοβαρῶς, ἀνεβλήθη ἡ συζήτησις, ὅπως τυπωθῇ ἡ πρότασις καὶ διανεμηθῇ. Εἰς τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν ἡ Ἀγγλία τροποποιεῖ τὴν πρότασίν της, καὶ ἀντὶ «τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν», τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ γαλλικὴ πρότασις, ζητεῖ νὰ ἀντικατασταθῇ «τῶν ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν». Ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ Ἀνδράσσυ, τοῦ πληρεξουσίου τῆς Αὐστρίας, τί ἐνόησε καὶ τί διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύο ἐννοιῶν, ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας ἀπήντησεν· «ἐννοῶ, ὅτι ὁ πληρεξούσιος τοῦ ἑλληνικοῦ βασιλείου δὲν θὰ προσκληθῇ νὰ παρασταθῇ μόνον δι’ ὅσα ἀφορῶσι τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας, δηλ. δι’ ὅσα ἀφορῶσι μόνον τὴν Ἤπειρον καὶ Θεσσαλίαν, ἀλλὰ θὰ προσκληθῇ νὰ παρακαθήσῃ καὶ γνωματεύσῃ μὲ ἡμᾶς καὶ δι’ ὅσα ἀφορῶσι καὶ τὴν Κρήτην καὶ τὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν Θράκην». Περιώρισεν οὕτω κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας τὴν ἰδέαν τῆς προτάσεώς του, καὶ ἐνῷ πρῶτον λόγος ἦτο περὶ τῆς φυλῆς ἐν γένει, καὶ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐπροτείνετο νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ πληρεξούσιος τῆς Ἑλλάδος νὰ ὁμιλήσῃ καὶ διὰ τοὺς Ἕλληνας τῆς μικρᾶς Ἀσίας καὶ πάσης τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς, ἤδη περιωρίσθη εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν Τουρκίαν, ἤτοι Κρήτην καὶ τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας, τὰς ὁποίας ἀνέφερον. Ἀλλ’ ἡ ἀντίθετος πολιτικὴ, ἀντὶ νὰ πλατύνῃ τὴν πρότασίν της, ὅπως συναντηθῶσιν, ἐνῷ τὴν ἐστένευσεν ἡ Ἀγγλία, τὴν ἐστένευσεν ἔτι χειρότερα, καὶ κατὰ τὴν ὥραν τῆς ψηφοφορίας, προκειμένου νὰ ψηφίσῃ ὁ πρίγκηψ Γορτσακὼφ, ἐρωτᾷ τὸν Βαδιγκτῶνα, καθὼς ἠρώτησεν ὁ Ἀνδράσσυ τὸν Σαλισβουρὺ «ποία ἡ ἔννοια τῆς ἐκφράσεως τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν, ποίαν διαφορὰν βλέπει μεταξὺ τῆς προτάσεως τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Γαλλίας; Ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Γαλλίας ἀπήντησεν, «ὅτι ἡ ἔννοια τῆς προτάσεώς μου εἶναι, ὅτι ὁ πληρεξούσιος τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔχει νὰ εἰσέλθῃ, παρὰ διὰ νὰ γνωμοδοτήσῃ sur des faits qui se passent près des frontières du Royaume, ἤγουν νὰ γνωμοδοτήσῃ ἐπὶ γεγονότων, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν χώραν παρὰ τὰ σύνορα τοῦ Βασιλείου.» Ἐπὶ τῇ ἐξηγήσει ταύτῃ, λέγει ὁ πληρεξούσιος τῆς Ῥωσσίας «ψηφίζω τὴν πρότασιν». Ἐνῷ, ὅταν τὸ πρῶτον εἰσήχθη ἡ Γαλλικὴ, ἡ πρότασις ἐφαίνετο, ὅτι ἐννοοῦσε τὴν ὅλην Ἤπειρον καὶ Θεσσαλίαν, ἐπεξηγήθη, ὅτι δὲν ἐννοοῦσε παρὰ μόνον γεγονότα τινὰ συμβαίνοντα παρὰ τὰ σύνορα τοῦ Βασιλείου. Ἰσοψηφίας ἐπελθούσης κατὰ τὸν κανονισμὸν τοῦ συνεδρίου, ἀπεῤῥίφθη ἡ πρότασις τῆς Ἀγγλίας καὶ ἐκηρύχθη δεκτὴ ἡ πρότασις τῆς Γαλλίας. Εἰς τὸν ἀντιπρόσωπόν μας ἀπέκειτο νὰ δεχθῇ ἢ ὄχι νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Συνέδριον ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους.
§55ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἐσχηματίσθη ἰσοψηφία, δύνασθε νὰ μᾶς εἰπῆτε;
§56ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Γαλλία, Ῥωσσία, Γερμανία ἐψήφισαν, ὑπὲρ τῆς προτάσεως τῆς Γαλλίας· Ἀγγλία, Αὐστρία, Ἰταλία ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς προτάσεως τῆς Ἀγγλίας· ἡ Αὐστρία, καθὼς εἶπον, ἐψήφισε λέγουσα, ὅτι συνεπείᾳ τῆς διασαφήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας, τὴν παραδέχομαι, διότι εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν ἰδίαν μου ἀρχήν· ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἰταλίας εἶπε, ψηφίζω καὶ ἐγὼ, διότι θέλω νὰ δοθῇ πλατυτέρα ἐφαρμογὴ εἰς τὴν ἀπόφασιν à la deliberation. Μετὰ τὴν κοινοποίησιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης, μᾶς εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον «δὲν μοι ἔμεινε τίποτε ἄλλο, ἢ νὰ ἐκλέξω ὅπως συναινέσω νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ Συνέδριον ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους, ἢ νὰ μὴ ὑπάγω.» Τῳόντι, κύριοι, αὐτὴ ἦτον ἡ θέσις τοῦ πληρεξουσίου μας, ἢ ἔπρεπε νὰ εἰσέλθῃ, ἢ ὄχι. Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι, ἠπατήθη εἰσελθὼν εἰς τὸ Συνέδριον, ἢ δὲν ἠπατήθη; Ἂν ἠπατήθη, ἕνεκα τῆς ἀπάτης ταύτης ἦλθε βλάβη εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ναὶ ἢ ὄχι; Ἐξακολουθεῖ λέγων ὁ κ. Ὑπουργὸς (ἀναγινώσκει). «Καὶ ποῖος μὲ ἠρώτησεν ὑπὸ ποίους ὅρους ἀξιῶ νὰ κληθῶ;» Βεβαίως κανεὶς δὲν ἤθελε τὸν ἐρωτήσει· εἰς αὐτὸν ὅμως ἦτο τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃ ἂν ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους τῷ ἐπροτείνετο νὰ εἰσέλθῃ, ὑπηρετοῦσεν ἢ ἔβλαπτε τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα εἰσερχόμενος (ἀναγινώσκει). «Μετὰ τὴν κοινοποίησιν ταύτην δὲν μοι ἔμενε τίποτε ἄλλο ἢ νὰ ἐκλέξω, ἐὰν συναινῶ νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ Συνέδριον ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους, ἢ νὰ μὴ ὑπάγω. Καὶ ποῖος μὲ ἠρώτησεν ὑπὸ ποίους ὅρους ἀξιῶ νὰ κληθῶ; Καὶ μὴ ἐγὼ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἠδυνάμην νὰ ἐπιβάλω τὴν γνώμην μου καὶ νὰ ὑπαγορεύσω τί ἠξίουν νὰ ἀποφασίσωσιν ἐν τῷ Συνεδρίῳ, καὶ νὰ ἀπαιτήσω νὰ ἐρωτήσωσι προηγουμένως τὴν γνώμην μου; Κύριοι, ἓν πρᾶγμα, διὰ τὸ ὁποῖον ὀφείλω ἕως τώρα χάριτας εἰς τὸν Θεὸν, εἶναι, ὅτι δὲν ἀπώλεσα τὸ λογικὸν, ὅτι δὲν εἶμαι παράφρων. Μόνον παράφρων ἠδύνατο νὰ διανοηθῇ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποχρεώσῃ τὸ Συνέδριον νὰ προβῇ εἰς οἵαν αὐτὸς θέλει ἀπόφασιν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος εἶχον τοσαύτην δύναμιν, ὥστε νὰ καθοδῃγήσωσι τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς μεγάλης Γαλλίας ὅπου αὐτοὶ ἤθελον». (Πρακτικὰ τῆς παρελθούσης συνόδου, σελὶς 84, στήλη 2 § 5.) Παράφρονες βεβαίως θὰ ἤμεθα καὶ ἡμεῖς, ἂν τὴν στιγμὴν ταύτην φέρωμεν τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ἀπαιτούσαμεν ἀπὸ τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος νὰ μεταλλάξῃ τὴν γνώμην, καὶ δὴ τὴν ἀπόφασιν τοῦ συνεδρίου, καὶ νὰ μεταλλάξῃ προαποφασισθεῖσαν γνώμην καὶ ἀπόφασιν τῶν ἀντιπροσώπων εἴτε τῆς Γαλλίας, εἴτε οἱουδήποτε Κράτους μεγάλου. Ἀλλ’ ἐρωτῶμεν, πῶς ἐσκέφθη, ὅταν ἀπεφάσισε νὰ εἰσέλθῃ; διότι δὲν τὸν ἠκούσαμεν νὰ μᾶς δώσῃ οὐδεμίαν περὶ τούτου πληροφορίαν. Δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν διάνοιάν του. Δυνάμεθα ὅμως ἡμεῖς νὰ σκεφθῶμεν καὶ νὰ ἐξετάσωμεν πῶς ἤθελε σκεφθῆ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, εὑρισκόμενος εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει χαμένον τὸ λογικόν του. Ἐπρόκειτο, ὡς μᾶς εἶπεν ὁ ἴδιος, ἢ ν’ ἀναχωρήσῃ ἢ νὰ εἰσέλθῃ ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ συνεδρίου. Ἄν ἀπεχώρει, τί ἤθελε κερδίσει, τί θὰ ἔχανεν; Ἄν ἀπεχώρει, θὰ ἐκέρδιζε τὴν ἐπὶ τοῦ διπλωματικοῦ πεδίου συμμαχίαν τῆς Ἀγγλίας, τῆς Αὐστρίας, τῆς Ἰταλίας, ἂν ἀποχωρῶν ἔλεγεν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν δυνάμεων τούτων, «ἀποχωρῶ, ἵνα μεταφέρω εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν ἀπόφασίν σας, ἀποχωρῶ, ἵνα κοινοποιήσω πρὸς τὴν ἑλληνικὴν φυλὴν, ὅτι σεῖς ἠθέλατε νὰ μᾶς παραστήσητε ἐνώπιον τῆς διπλωματικῆς Εὐρώπης, ἐδῶ συνηγμένης, καὶ ἐνώπιον τοῦ κόσμου, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἐν περιπτώσει θανάτου τῆς Τουρκίας οἱ κληρονόμοι, ἀποχωρῶ, ἵνα μεταδώσω τὴν εὐγνωμοσύνην, ἣν αἰσθάνομαι πρὸς σᾶς, εἰς ὅλους τοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς· θὰ μείνῃ ἡ Ἑλλὰς ἄνευ ἰδίου ἀντιπροσώπου ἐν τῷ συνεδρίῳ, διότι ἐγὼ, μετὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς προτάσεώς σας, δὲν δύναμαι νὰ εἰσέλθω ὑπὸ τοὺς ὅρους, οὓς διέγραψεν ἡ ἀπόφασις τοῦ συνεδρίου, διότι ἐγὼ ἦλθα διὰ νὰ παραστήσω τὰ δικαιώματα καὶ τὰ παράπονα τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς κατὰ τὴν πρότασίν σας, δὲν ἦλθα διὰ νὰ εἴπω περὶ γεγονότων τινῶν, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσι παρὰ τὰ σύνορα τοῦ ἑλληνικοῦ βασιλείου. Ἀναχωρῶ καὶ ἀφίνω σᾶς, διότι ποίους ἄλλους ἀντιπροσώπους καλλιτέρους ἡ Ἑλλὰς θέλει ἀπὸ σᾶς; Ἂν ἡττήθη ἡ πρότασίς σας, τὸ δικαίωμα ὅμως δὲν ἡττᾶται· μείνατε σεῖς ἀντιπρόσωποι ἡμῶν, ἡ ἀποχώρησίς μου τόσον περισσότερον θὰ σᾶς κάμῃ νὰ σκεφθῆτε διὰ τὰ δικαιώματα αὐτῆς τῆς φυλῆς.» Καὶ ἡ συμμαχία αὕτη ἡ ἐπὶ τοῦ διπλωματικοῦ πεδίου, κύριε ὑπουργέ, τὴν ὁποίαν δὲν ἐπήγαμεν ζητοῦντες ἡμεῖς, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν μᾶς προσέφερον αἱ τρεῖς δυνάμεις διὰ τὰ συμφέροντά των καὶ διὰ τὴν πολιτικήν των, ἤθελεν εἶσθαι ὁ ἀσφαλὴς ἐγγυητὴς διὰ τὴν μέλλουσαν συμμαχίαν, τὴν ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης, ὅταν ἤθελεν ἔλθει ἡ στιγμή. Ἀποχωρῶν δὲν θ’ ἀπεχώριζε, κατὰ τὴν ὡραίαν εἰκόνα, ἣν μᾶς ἔκαμεν ὁ κ. ὑπουργὸς, τὴν κεφαλὴν τοῦ ἑλληνισμοῦ ἀπὸ τὸ σῶμα, διότι, ἵνα εἰσέλθῃ εἰς τὸ Συνέδριον, ὤφειλε κατὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συνεδρίου νὰ κόψῃ τὸ σῶμα καὶ νὰ ἐμβάσῃ τὴν κεφαλὴν· ἔπρεπε νὰ εἰσέλθῃ μόνον ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ βασιλείου, ἵνα εἴπῃ λέξεις τινὰς διὰ τὰ συμβαίνοντα παρὰ τὰ σύνορα καὶ τίποτε ἄλλο. Ἂν ἀπεχώρει ἐκεῖθεν καὶ ἤρχετο ἐδῶ, τότε ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἰμποροῦσε νὰ ἐπαναλάβῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς εἶπε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον· ὅτι εἰς τὸ Βερολῖνον ἔλαβε πλήρη ἐφαρμογὴν ἡ Ἑλληνικὴ ἰδέα, καὶ ὅτι ἡ χίμαιρα τῆς μεγάλης ἰδέας ἀνυψώθη εἰς ζήτημα εὐρωπαϊκοῦ δικαίου, ἔχουσα ἤδη ὑπὲρ αὐτῆς τὴν ψῆφον τῆς Ἀγγλίας, Αὐστρίας, Ἰταλίας. Ἀλλ’ ὅπως δυνηθῶμεν νὰ εἴπωμεν τοῦτο καὶ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ βασισθῶμεν διὰ τὸ μέλλον, ὠφείλαμεν νὰ μὴ ἀποῤῥίψωμεν τὴν ψῆφον τῆς Ἀγγλίας, Αὐστρίας καὶ Ἰταλίας, διότι ἀπόῤῥιψις ἐκ μέρους ἡμῶν τῆς ψήφου ταύτης ἦτον ἡ εἴσοδός μας εἰς τὸ συνέδριον. Ἦσαν μικρὰ ταῦτα, ἂν τὰ ἐκερδίζαμεν; Δὲν θέλω διόλου νὰ ἐπιτεθῶ κατὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν διὰ τοῦτο τὸ λάθος, τὸ ὁποῖον ἔκαμε. Καὶ ἄλλος τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἠμποροῦσεν ἴσως ν’ ἀπατηθῇ καὶ νὰ θαμβωθῇ ἀπὸ τῆς λάμψεως τοῦ συνεδρίου· τὸν ἐρωτῶ ὅμως τώρα, ὅτε ἡσύχασεν, ὅτε παρῆλθε τόσος καιρὸς, ἐρωτῶ καὶ τὸν νοῦν του, ἀλλὰ πρὸ πάντων τὴν καρδίαν του, τί θὰ ἠσθάνετο σήμερον, ἂν τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν τοῦ προσέφερεν ἡ Ἀγγλία, Αὐστρία καὶ Ἰταλία, ἔφερεν εἰς χεῖράς του, σημαίαν φέρουσαν ἐπ’ αὐτῆς οὐχί ποίησιν, οὐχὶ προαιωνίους ἀναμνήσεις, οὐχὶ τὸ τί εἶπον οἱ Ναυπάκτιοι εἰς τοὺς Ῥωμαίους, ἀλλ’ ἐφ’ ἧς ἦτο γεγραμμένον 1821 καὶ ἁγία Λαύρα; Ἂν τὴν ἐλάμβανεν ἀκεραίαν ἀπὸ τῶν χειρῶν τῶν τριῶν Δυνάμεων καὶ ἀκεραίαν τὴν ἔφερεν ἐδῶ!.... Ἀλλ’ ἐπροτίμησε διπλωματικῶς νὰ τὴν σχίσῃ, ἵνα εἰσέλθῃ εἰς τὸ συνέδριον φέρων μόνον ἓν λείψανον αὐτῆς, ἵνα μὴ εἴπω μίαν λέξιν, ἡ ὁποία δὲν ἁρμόζει εἰς τὸ ἱερὸν τῆς ἰδέας, ἓν κουρέλιον. Ἀλλ’ ἐνῷ θὰ ἐκέρδιζεν αὐτὰ, δὲν θὰ ἔχανε καὶ κἄτι τι ἀπερχόμενος; δὲν θὰ ἔχανε τὸ ζήτημα τῶν συνόρων; Τὸ ζήτημα τοῦτο, περὶ οὗ ὁλοὲν ἐν Κωνσταντινουπόλει συζητοῦμεν, θὰ ὑπῆρχεν; Ἐγὼ λέγω, ὅτι κατέναντι τοῦ μεγάλου κέρδους διὰ τὸ προσεχὲς μέλλον τοῦ νὰ συνάψωμεν συμμαχίαν μετὰ τῶν τριῶν ἐκείνων δυνάμεων, τὸ μικρὸν ἐλπιζόμενον κέρδος ἐκ τοῦ μηδαμινοῦ ζητήματος τῶν συνόρων ἦτο μηδὲν καὶ ἂν ἐχάνετο. Ἀλλὰ, προσθέτω, τὸ ζήτημα ἐκεῖνο οὐδένα εἶχε φόβον νὰ χαθῇ. Γνωρίζετε καλῶς, ὅτι καὶ πρὸ τῆς συγκροτήσεως τοῦ συνεδρίου ἡ Ἀγγλία ἐζήτησε τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν συνόρων, καὶ ἔγγραφα περὶ τούτου ἐδημοσιεύθησαν, καὶ ἡ Τουρκία ἦτον ἑτοίμη νὰ ἐνδώσῃ, ἂν δὲν ἔπιπτε τὸ ὀθωμανικὸν ὑπουργεῖον. Τὸ ζήτημα τῶν συνόρων ἐτέθη ἐν τῷ συνεδρίῳ ὑπὸ τῆς προτάσεως τῆς Γαλλίας, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον τὴν ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς, ἤθελον ἀφήσει αὐτὸ νὰ κινδυνεύσῃ; Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἤθελε λυθῆ πολὺ καλλίτερα, ἤθελε διαταχθῆ εἰς τὴν συνθήκην μὲ τρόπους καὶ φράσεις διαφορετικὰς παρ’ ὅ,τι εἶναι σήμερον, καὶ ἴσως, κατ’ ἐμὲ, ἤθελεν εἶσθαι τώρα πρὸ πολλοῦ καὶ λελυμένον. Ἀλλ’ εἰσερχόμενος, δὲν εἶχε τὴν ἐλπίδα νὰ κερδίσῃ καὶ κἄτι τι περισσότερον; Κατὰ πρῶτον εἰσερχόμενος, ἔχασε θετικῶς ὅλα ὅσα εἶπον, ὅτι ἤθελε κερδίσει ἀπερχόμενος· εἰσερχόμενος, ἔλεγε καθαρὰ πρὸς τὰς τρεῖς ἐκείνας Δυνάμεις, ἡ πρότασίς σας δὲν ἦτο καλή, δὲν μὲ ἤρεσε, παραδέχομαι τὴν πρότασιν τῶν ἄλλων· τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν μοῦ προτείνετε νὰ λάβω ἀνὰ χεῖρας, δὲν δέχομαι, στρέφω ἀπὸ αὐτὴν «τὰ βλέμματά μου ἀλλαχοῦ» πρὸς τὴν σημαίαν, ἥτις ἔρχεται ἐκεῖθεν. Καὶ εἰσῆλθεν ἐντὸς τοῦ συνεδρίου οὐχὶ, τοὐλάχιστον, ὅπως φέρῃ τὴν πρότασιν τὴν σύμφωνον μὲ τὴν ἀπόφασιν, ἀλλ’ ὅπως ὑποστηρίξῃ καθαρὰ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασε κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ῥωσσίας, ὅτε εἶπεν, ὅτι ἦτον ἕτοιμος νὰ ὑποστηρίξῃ οἱανδήποτε πρότασιν περὶ Ἠπείρου Θεσσαλίας καὶ Κρήτης. Ἦτο ἄλλο τοῦτο παρὰ μίαν φανερὰ παραδοχὴ τῆς σημαίας τῆς πανσλαβιστικῆς; Οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Σλάβων ἐκεῖ μέσα ἐπροσδιώρισαν ποῖα θὰ ἦναι τὰ ὅρια τοῦ κατ’ αὐτοὺς Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς· Θεσσαλία, Ἤπειρος καὶ Κρήτη, καὶ μὴ περαιτέρω. Τὴν πρότασιν ταύτην ἀπεφάσισεν εἰσερχόμενος νὰ καθυποβάλῃ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἐλπίδα, ὅτι θὰ τὴν κερδίσῃ; Ποῦ ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ; Εἰς τίνος ψῆφον; εἰς τὴν ψῆφον τῶν τριῶν δυνάμεων Ἀγγλίας, Αὐστρίας καὶ Ἰταλίας; Βεβαίως ὄχι, διότι ἂν καὶ ἄλλοι δὲν ἀνθίσταντο, βεβαίως ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας ἤθελε προτιμήσει νὰ διακινδυνεύσῃ τὰ πάντα παρὰ νὰ ἀφήσῃ νὰ ὑπερισχύσῃ ἡ πρότασις τῆς Ῥωσσίας. Εἰς τὴν ψῆφον τῆς Γαλλίας; ἴδομεν τί ἡ Γαλλία ἐννοῦσε. Περὶ δὲ τῆς ψήφου τῆς Γερμανίας μᾶς εἶπεν ὁ ἴδιος Ὑπουργὸς, ὅτι ὁ Πρίγκηψ Βίσμαρκ τοῦ εἶπε: Τί θέλετε ἐδῶ σεῖς; Δὲν ἔχετε οὔτε τίτλους ἐκ συνθηκῶν, οὔτε τίτλους ἐκ πολέμου. Ποῦ ἐβασίζετο λοιπὸν, ὅτι ἤθελε φέρει τὴν Ἤπειρον, τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὴν Κρήτην; Ποῦ λοιπὸν ἐβασίζεσθε νὰ εἴπητε, εἰσέρχομαι εἰς τὸ συνέδριον, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ λάβω τὴν Θεσσαλίαν τὴν Ἤπειρον καὶ τὴν Κρήτην; Ἐὰν εἴχομεν ἐλπίδα, ὅτι ἠθέλομεν ἐπιτύχει ν’ ἀποκτήσωμεν αὐτὰς τὰς 3 ἐπαρχίας, ἂν τὰς ἐπετυγχάνομεν, ἤθελον εἴπει καὶ ἐγὼ, ἐνισχύθη αὐτὸ τὸ κέντρον, ἐὰν ἔγεινε παραδρομή· ἐὰν ἠπατήθη ὡς πρὸς τὴν παραδοχὴν τῆς συμμαχίας, ἐνισχύθημεν τοὐλάχιστον κάτι τι, καὶ κατόπιν ἔχομεν καιρὸν νὰ σκεφθῶμεν περὶ συνάψεως ἄλλης. Θὰ ἤλπιζεν, ἐρωτῶ ἐπαναλαμβάνων, ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος νὰ εὐγνωμονῇ εἰς τὸν Θεὸν, διότι δὲν τοῦ ἀφῄρεσε τὸν λογικὸν, θὰ ἤλπιζεν, ὅτι εἰσερχόμενος ἐν τῷ συνεδρίῳ ἤθελε μᾶς φέρει τὴν Ἤπειρον, Θεσσαλίαν καὶ Κρήτην; Οὐχί! τοῦτο ἦτον ἀδύνατον. Ἐν τῇ ὥρᾳ ὅμως, καθ’ ἣν ἐσκέπτετο ὁ ἀξιότιμος ἀντιπρόσωπός μας, περὶ τοῦ ἂν ἔπρεπεν ἢ ὄχι νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Συνέδριον, (καὶ ἐπαναλέγω, δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν διάνοιάν του, σκέπτομαι πῶς ἤθελε σκεφθῆ ἄνθρωπος ἔχων τὸ λογικὸν ἐκείνην τὴν στιγμήν,) ἠμποροῦσεν, εἰς ἄνθρωπον λογικὸν νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἰδέα, ὅτι μ’ ὅλα τὰ κατὰ τῆς εἰσόδου ὤφειλε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Συνέδριον, χάριν τῆς ἱστορίας, τὴν ὁποίαν πολλάκις μᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. ὑπουργὸς εἰς τὰς ἀγορεύσεις του; Εἰσερχομένου, ἡ ἱστορία ἤθελεν ἀναγράψει ἂν οὐχὶ ὡς εὖ παρέστη, ἀλλὰ βεβαίως, ὅτι παρέστη ἐνώπιον τοῦ ἐν Βερολίνῳ συνεδρίου, ἐνώπιον τῶν πρώτων διπλωματῶν καὶ πολιτικῶν τοῦ αἰῶνος εἰς στιγμὴν, καθ’ ἣν συνῆλθε πρὸς κανόνισιν τῶν τυχῶν τῆς Ἀνατολῆς, ὅτι παρέστη ν’ ἀναγνώσῃ ὑπόμνημα καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος. Τοῦτο εἶναι βεβαίως κἄτι, ἀλλ’ ἀντιστοιχίζει τὰς ἄλλας ἀπωλείας; Τοῦτο ἀνύψωνε τὸν κ. Δηλιγιάννην, ἀνυψοῦτο ὅμως καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, κράτους ἐλευθέρου καὶ ἀνεξαρτήτου; κατὰ τοὺς τύπους, οἵτινες ἐδόθησαν διὰ νὰ εἰσαχθῇ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, ὤφειλε νὰ εἰσαχθῇ οὐχὶ ὡς ἀντιπρόσωπος κράτους ἐλευθέρου καὶ ἀνεξαρτήτου, ἀλλ’ ὡς ἀντιπρόσωπος ἡγεμονίας ὑποτελοῦς. Ὤφειλε νὰ περιμένῃ, καὶ ἐπερίμενε 10 ὁλοκλήρους ἡμέρας ἔξω, ἕως ὅτου ἤθελε κρούσει τὸν κώδωνα ὁ πρόεδρος τοῦ συνεδρίου, διὰ νὰ εἰσέλθῃ. Εἰσῆλθεν, ἓν ὑπόμνημα ἀνέγνωσε, καὶ μετὰ ταῦτα ἐξῆλθε, διὰ νὰ μὴ ἐπιστρέψῃ πλέον, καθὼς καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ὑποτελῶν ἡγεμονιῶν τοῦ Σουλτάνου. Τουλάχιστον, εἰσερχόμενος, ἐνεθυμήθη τι, ὅπερ δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονήσῃ; νὰ ὑψώσῃ φωνὴν διὰ τὰς καταπιέσεις, τὰς ὁποίας ὑποφέρουν οἱ ὁμοεθνεῖς ἡμῶν ἐν τῇ Τουρκίᾳ; ἀπηύθυνε παράπονόν τι τοὐλάχιστον διὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον κυβερνῶνται οἱ ὑποτελεῖς τοῦ Σουλτάνου ὁμοεθνεῖς; Βεβαίως δὲν ἤθελε τοῦτο εἶσθαι ἄξιον νὰ ἀντισηκώσῃ τὰς ἄλλας ἀπωλείας, ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὅτι ἔκαμεν ὅ,τι ὁ Καβοὺρ εἰς τὸ συνέδριον τῶν Παρισίων διὰ τὴν ἐν Ἰταλίᾳ διαγωγὴν τῆς Αὐστρίας, καὶ ὅτι τοῦτο δὲν ἦτο τύπος ἐπουσιώδης, ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὰ πρακτικὰ τοῦ Συνεδρίου. Τὸ πρῶτον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ Καραθεοδωρῆς κατὰ τῆς γενομένης ὑπὲρ ἡμῶν προτάσεως τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Γαλλίας, ἦτο ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος οὐδὲν παράπονον ἐξέφρασε κατὰ τῆς Τουρκίας. Λυπούμεθα καὶ ὀφείλομεν νὰ λυπώμεθα περισσότερον διὰ τὰ λάθη ταῦτα, διότι πρέπει νὰ σκεπτώμεθα, ὅτι ἄλλοι εὑρέθησαν εἰς θέσιν χειροτέραν, πολὺ χειροτέραν καὶ ἐπικινδυνωδεστέραν τῆς ἰδικῆς μας, δὲν ἀπεφάσισαν ὅμως νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν ἐθνικήν των σημαίαν. Δὲν εὑρίσκετο εἰς καλλιτέραν θέσιν ἡμῶν, παρισταμένων ἐν Βερολίνῳ, τὸ Πεδεμόντιον μετὰ τὴν μάχην τῆς Νοβάρας. Μεγάλην ὑπέστη πανωλεθρίαν ἐν Νοβάλᾳ ὁ στρατὸς τοῦ Πεδεμοντίου. Τὸ Πεδεμόντιον τὸ μικρόν, τὸ ὁποῖον τότε ἐμάχετο ὡς κεφαλὴ τῆς Ἰταλίας, εὑρίσκετο ἐκτεθειμένον εἰς τὴν μῆνιν ἐχθρικοῦ νικηφόρου στρατοῦ. Ὁ Βασιλεὺς Κάρολος Ἀλβέρτος παρῃτήθη, καὶ τὸν διαδέχεται ὁ Βίκτωρ Ἐμμανουήλ, ὅστις ἐκίνησε πρὸς τὸ στρατόπεδον τοῦ νικητοῦ. Ὁ Βίκτωρ ἐξεπέζευσε, συναντήσας τὸν Ῥαδέσκη, ὅστις τὸν ἐμιμήθη, καὶ τὸν εἰσήγαγεν εἰς τὴν σκηνήν του. Ὁ Ῥαδέσκης δὲν ἐζήτησε παρὰ τοῦ Βίκτωρος Ἐμμανουὴλ ὅ,τι ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ ἕνας νικητής. Οὐχί· τοῦ ἐπρότεινε μάλιστα αὔξησιν τῶν συνόρων τοῦ Πεδεμοντίου, ἀλλὰ τοῦ ἐζήτησεν ὡς ἀντάλλαγμα νὰ καταβιβάσῃ τὴν τρίχρωμον σημαίαν τῆς Ἰταλίας, καὶ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν πρασίνην τοῦ Πεδεμοντίου. Εἶμαι νικημένος, ἀπήντησεν ὁ Βίκτωρ Ἐμμανουήλ, ἦλθον, διὰ νὰ ὑποκύψω εἰς τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους θὰ μοὶ ἐπιβάλῃ ὁ νικητὴς, ἀλλὰ τὴν τρίχρωμον σημαίαν, ἥτις παριστᾷ τὴν ἑνότητα τοῦ Ἰταλικοῦ Ἔθνους, δὲν θέλω καταβιβάσει ποτέ. Ἐὰν σήμερον ἡ σημαία αὕτη ἦναι νικημένη, δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς καιρὸς, καὶ θὰ ἀναδειχθῇ νικήτρια.» Ποίαν εἶχε συνέπειαν τοῦτο; Τὰ ἀποτελέσματα εἰσὶ καταφανῆ. Ὑπέγραψε τὴν συνθήκην καὶ τοὺς ὅρους τοῦ νικητοῦ· ἐπανῆλθεν εἰς Τουρῖνον, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ γραφεῖόν του καὶ ἔκλαυσε λίαν πικρῶς ἐνώπιον τῶν οἰκείων του. Ἀλλὰ δὲν παρῆλθον δέκα ἔτη, καὶ ἡ Λομβαρδία καὶ ἡ Τοσκάνη καὶ αἱ Μάρκαι καὶ ἡ Νεάπολις ἦσαν ἡνωμέναι ὡς Βασίλειον τῆς Ἰταλίας. Δὲν παρῆλθον ἄλλα 6 ἔτη, καὶ ἡ Αὐστρία παρεχώρει τὸ τετράπλευρον καὶ τὴν Βενετίαν, καὶ δὲν παρῆλθον 4 ἔτη ἀκόμη, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὴν Ῥώμην ὁ Βίκτωρ, καὶ ἀνυψῶν τὴν τρίχρωμον σημαίαν ἐπὶ τοῦ Καπιτωλίου, ἐξεφώνησε τοὺς λόγους, οὕς, ἕως οὗ ὑπάρχῃ Ἰταλία καὶ Ἰταλὸς, θὰ μνημονεύωσιν οἱ αἰῶνες· εἰσήλθομεν εἰς τὴν Ῥώμην, καὶ θὰ μείνωμεν. Πόσα καὶ πόσα ἔτη θὰ ἐχρειάζετο ἀκόμη ἡ Ἰταλία, διὰ νὰ λάβῃ τὴν πολιτικήν της ἑνότητα καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν της, ἐὰν ὁ Βίκτωρ Ἐμμανουὴλ ἐδέχετο ἐν Νοβάρᾳ τὴν πρότασιν τῆς Αὐστρίας, ἐὰν, διὰ νὰ λάβῃ ἐπέκτασιν ὁρίων, ἐδέχετο νὰ καταβιβάσῃ τὴν τρίχρωμον σημαίαν, τὴν σημαίνουσαν τὴν ἑνότητα τῆς Ἰταλίας; τὸ γόητρον τοῦ Πιεδεμοντίου καὶ τοῦ Βίκτωρος θὰ ἐχάνετο, καὶ μετ’ αὐτοῦ τὸ κέντρον τῆς ἰταλικῆς ἑνότητος τίς οἶδε διὰ πόσας καὶ πόσας δεκάδας ἐτῶν. Δὲν ἀπεκεφαλίσθη βεβαίως ὁ ἑλληνισμὸς διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς μόνης κεφαλῆς του εἰς τὸ Συνέδριον, ἀλλ’ ἡ πληγὴ εἶναι βαρεῖα, καὶ ἕως ὅτου τὴν θεραπεύσωμεν, θὰ ἀγωνισθῶμεν πολύ. Ἀλλὰ μᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς, ὅτι πρὶν εἰσέλθῃ εἰς τὸ συνέδριον, ἐζήτησε τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας. Πρὶν εἰσέλθω εἰς τὸ συνέδριον, μᾶς εἶπεν, εἶδον τὸν κ. Σαλισβουρὺ, καὶ τὸν ἠρώτησα νὰ εἰσέλθω; καὶ μοὶ εἶπε, νὰ εἰσέλθῃς. Φοβοῦμαι, ὅτι δὲν γνωρίζει τοὺς Ἄγγλους ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν. Ὁ Ἄγγλος ὑπουργὸς ἐπρόσμενε νὰ ἴδῃ πραγματοποιούμενον ἐνώπιόν του διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου μας ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν εἰς τὸ συνέδριον, «προτείνω, εἶπε, νὰ εἰσέλθῃ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἑλλην. φυλῆς εἰς τὸ συνέδριον, διότι αὕτη εἶναι σταθερά, ἀφωσιωμένη εἰς τὴν θρησκείαν της καὶ τὴν ἐθνικότητά της». Καὶ ἐξ ἐναντίας ἤκουσε νὰ τοῦ ζητήσῃ τὴν γνώμην του, ἂν πρέπῃ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ συνέδριον· μήπως ἦσαν τὰ πράγματα ἀμφίβολα καὶ ἐζήτει τὴν ὁδηγίαν τοῦ Σαλισβουρὺ; Ζητῶν ὁδηγίας ἀπὸ τὸν Σαλισβουρὺ ὁ ἀντιπρόσωπός μας, ἦτον ὡς νὰ τοῦ ἔλεγε «κύριε Σαλισβουρὺ, ἐσὺ ἐπρότεινες νὰ εἰσέλθω μέσα ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπῆρξεν ἰσοψηφία, ἔπεσεν ἡ πρότασίς σου, καὶ μόνον καλοῦμαι διὰ κἄτι, τὸ ὁποῖον συμβαίνει παρὰ τὰ σύνορα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου· εἰπέ μου τί νὰ κάμω;» καὶ ὁ ὑπερήφανος υἱὸς τῆς ὑπερηφάνου Ἀλβιόνος τί ἠθέλατε νὰ ἀπαντήσῃ; «ἐὰν δὲν ἐνόησες τί ἐζητοῦμεν καὶ τί ἐπράξαμεν διὰ σᾶς, τί μὲ ζητεῖς γνώμην; πήγαινε, εἴσελθε.» Καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ συνεδρίου ποῖαι ὑπῆρξαν αἱ ἐνέργειαι τῆς κυβερνήσεως, ὅπως τοὐλάχιστον αὐτὸ τὸ πινάκιον τῆς φακῆς, ὅπως πολὺ καλὰ ἄλλοτε ἐῤῥέθη, τὸ ὁποῖον ἠθέλησαν νὰ λάβωμεν ἀντὶ τῶν πρωτοτοκίων μας, τὸ λάβωμεν τοὐλάχιστον; διότι ἕως τώρα δὲν ἔχομεν παρὰ τὸ πινάκιον ἄδειον· ἡ φακὴ βράζει εἰς τὸ καζάνι τὸ διπλωματικὸν, καὶ ἴσως μᾶς τὴν κενώσωσι ξυνὴν καὶ ἁλμυρὴν, ὥστε νὰ μὴν ἠμπορέσωμεν νὰ τὴν δοκιμάσωμεν. Μᾶς ἐζήτησαν πρὸς τοῦτο ὅπλα ἐπὶ ὅπλων, χρήματα ἐπὶ χρημάτων, ἑκατομμύρια ἐπὶ ἑκατομμυρίων. Κατὰ τὸν Ὀκτώβριον 1878 μᾶς ἐζήτησαν 12 ἑκατομμύρια, ὅπως διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον δαπανηθῶσι μέχρι Δεκεμβρίου, καὶ μᾶς ἔλεγον, ἐὰν μέχρι τέλους Δεκεμβρίου δὲν ἦναι λελυμένον τὸ ζήτημα, ἀπὸ τὴν 1ην Ἰανουαρίου θὰ σᾶς ζητήσωμεν τριάκοντα πέντε ἑκατομμύρια, διὰ νὰ κινήσωμεν ἐμπρός· καὶ προσέθετο ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τότε, παραβάλλων ἑαυτὸν πρὸς τὸν Βηκονσφὴλδ, «δὲν ἐννοοῦμεν μὲ αὐτὰ, ὅτι θὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον· ἀλλὰ, καθὼς ὁ Βηκονσφὴλδ, ὅταν ἐκίνησε διὰ τὸ συνέδριον, ἐζήτησεν ἓξ ἑκατομμύρια λίρας ἀπὸ τὴν ἀγγλικὴν Βουλὴν, λέγων, ὅτι θέλει νὰ παρασταθῇ ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου ἐν ὅλῃ αὐτοῦ τῇ πανοπλίᾳ, οὕτω θέλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἤμεθα μὲ τὴν πανοπλίαν μας διὰ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου.» Τί ἐκάματε, κύριοι, διὰ τὸν πυρῆνα τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον μόνον ἔχομεν; Τί ἐκάματε, διὰ νὰ τὸν καταστήσητε ἄξιον τῆς ἀποστολῆς του; Μᾶς ἐνθύμισεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν κατά τινα προηγουμένην ἀγόρευσίν του τὴν Πρωσσίαν, τί ἔκαμεν ἀπὸ τὰ 1808 ἕως ὅτου νὰ φθάσῃ εἰς τὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν, μὲ τὸν ὁποῖον κατίσχυσε τῆς Γαλλίας πρῶτον, εἶτα τῆς Αὐστρίας, καὶ πάλιν τῆς Γαλλίας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ποῖα εἶναι τὰ αἴτια, διὰ τὰ ὁποῖα ὁ στρατὸς τῆς Πρωσσίας, ὁ τοῦ μεγάλου Φρεδερίκου, ὁ θεωρούμενος ὡς ὁ πρῶτος στρατὸς τῆς ὑφηλίου, ποῖα ἦσαν τὰ αἴτια, διὰ τὰ ὁποῖα ὁ στρατὸς οὗτος καὶ μετ’ αὐτοῦ τὸ Κράτος τῆς Πρωσσίας διελύθησαν ὑπὸ τοῦ πρώτου Ναπολέοντος ἐντὸς ἑνὸς καὶ μόνου μηνός; Σᾶς τὸ λέγει ὁ Χάρδεμβεργ, ὁ εἷς ἐκ τῶν τριῶν ἀναμορφωτῶν τῆς Πρωσσίας. Ἡ Πρωσσία κατεστράφη, κατὰ τὰ 1806, διότι μετὰ τὰς μεγάλας νίκας τοῦ μεγάλου Φρειδερίκου οἱ στρατιωτικοὶ ἐπεμβῆκαν εἰς τὰ πολιτικά· ἀντὶ νὰ καταγίνωνται εἰς τὸ ἔργον των, ἠθέλησαν νὰ γείνουν Νομάρχαι, Διοικηταί καὶ καθεξῆς, τὸν στρατὸν μετεχειρίσθησαν εἰς ἔργα ἐκτὸς τῆς ἀποστολῆς του· καὶ πρᾶγμα ἀνήκουστον, γράφει ὁ Χάρδεμβεργ, τὸν στρατὸν τὸν μετεχειρίσθησαν καὶ εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων. Τί ἄλλο κάμνει, κύριοι Ὑπουργοί, σήμερον ὁ στρατὸς ὁ Ἑλληνικός; καὶ τὴν κατάστασιν ταύτην τοῦ στρατοῦ ὁ Πρόεδρος κ. Κουμουνδοῦρος πρὸ 5 ἐτῶν, ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας ὤν, ἐλεεινολόγει, καὶ ἔῤῥιπτεν ὅλα εἰς τοὺς τότε κυβερνῶντας, καὶ τοῖς ἔλεγεν, ἂν ταχέως δὲν βελτιωθῇ ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ, ἂν ταχέως δὲν περιορίσητε τὸν στρατὸν εἰς τὰ ἔργα τῆς ἀποστολῆς του, δὲν θὰ ἔχωμεν πλέον στρατὸν, ἀλλὰ πραιτοριανούς. Καὶ ὅμως τέσσαρα ἤδη ἔτη κυβερνᾷ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος· τί ἔπραξεν, ὅπως αὐτὸν τὸν μικρὸν στρατὸν τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ἀποστολήν του; τί ἐκάματε, διὰ νὰ ὁπλίσητε καὶ ἐκγυμνάσητε τὸ Ἔθνος; Ἡ Πρωσσία, ἐκτὸς τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, ἐγύμνασε τὸ Πρωσσικὸν Ἔθνος. Ἀλλὰ τί ἐκάματε σεῖς, ὅπως γυμνάσητε τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος; Μᾶς ἐφέρετε καὶ ἐψηφίσαμεν ἐφέδρους, ἐθνοφύλακας, στρατόπεδα ἐν Λεπενοῦ καὶ ἀλλοῦ, ἀλλὰ δὲν ἐχρησίμευσαν ὅλα ταῦτα, παρὰ ὡς μέσα προπαρασκευαστικὰ διὰ δημοτικὰς καὶ βουλευτικὰς ἐκλογάς (θόρυβος). Μὴ θορυβεῖτε· αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργὸς ἐδῶ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκήρυξεν, ὅτι, ὡς ἐγένετο ἡ κατάταξις τῶν ἐφέδρων, δὲν ἦτο ἄλλο πάρεξ καθαρὰ σωματεμπορία. Προσεκλήθημεν εἰς Πρέβεζαν καὶ ὑπέστημεν τοὺς ἐμπαιγμοὺς, οὓς ὑπέστημεν, καὶ προσεκλήθημεν νὰ ὑπάγωμεν εἰς χωρίον καὶ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας καὶ ἑβδομάδας τὸ ἐζητούσαμεν εἰς τὸν χάρτην, καὶ δὲν ὑπῆρχε. Καὶ ἐνῷ προσεκλήθημεν κατόπιν εἰς Πρέβεζαν, ὅταν εἰσήρχετο τὸ πλοῖον ἡμῶν, ἐπυροβολήθη, καὶ ἐπὶ τέλους ποῦ κατέληξαν αἱ ἐν Πρεβέζῃ διαπραγματεύσεις; Διατὶ πάλιν νὰ συνέλθωμεν ἐν Κωνσταντινουπόλει; Τὸ ἀπῄτησαν αἱ δυνάμεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι θέλουν νὰ μεσολαβήσουν ὑπὲρ ἡμῶν, μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐὰν αἱ δυνάμεις σᾶς εἶπον νὰ ὑπάγητε εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, σεῖς τί ἔπρεπε ν’ ἀπαντήσητε; «Δὲν μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐκθέσωμεν τὴν Ἑλλάδα εἰς νέους ἐμπαιγμούς·» ἔπρεπε νὰ εἴπητε εἰς τὰς δυνάμεις· «εἶσθε ἰσχυραὶ, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ ἀπαιτήσητε ἀπὸ ἡμᾶς νὰ ἐξευτελίσωμεν ἡμεῖς αὐτοὶ τὸν ἑαυτόν μας». Καὶ ὅ,τι ἐπαυξάνει τὴν εὐθύνην σας, εἶναι, ὄχι ὅτι ἔχετε ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν πολιτικὴν, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἔχετε καμμίαν καὶ ἀφίνετε νὰ ῥυμουλκῆσθε. Ἀλλὰ ἀκούετε ὅλον τὸ ἔθνος, κύριοι Ὑπουργοί, νὰ φωνάζῃ, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ἡ ἐξευτελεστικὴ δι’ ἡμᾶς κωμῳδία. Καὶ σήμερον ἀκόμη ἐμάθομεν ἀπὸ τὸν τηλέγραφον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Σουλτάνου προτρέπει τοὺς ἡμετέρους ἀντιπροσώπους νὰ προσμείνωσιν ἀκόμη ὀλίγον. Αὐτὰ δὲ τὰ ἀνέχεται τὸ ἔθνος πλέον, ὀφείλουν νὰ διακοπῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις, νὰ παύσῃ ὁ ἐμπαιγμός. Δὲν ἠμποροῦν ἢ δὲν θέλουν νὰ ἀναλάβουν τὴν ὑπόθεσιν οἱ ἰσχυροί; τὸν μικρὸν καὶ ἀδύνατον ἂς μὴ τὸν ἐμπαίζουν περισσότερον· δὲν ἀνεχόμεθα πλέον τὴν παράτασιν τῆς χλεύης, πρέπει νὰ παύσῃ. Δὲν δυνάμεθα νὰ σᾶς ἐρωτήσωμεν τί θὰ πράξητε, διότι θὰ μᾶς εἴπητε, ὅτι εἶναι μυστήρια, ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ σᾶς ἐρωτήσωμεν καὶ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ ἐσᾶς νὰ εἴπητε ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους τί δὲν πρέπει νὰ κάμητε, καὶ νὰ σᾶς τὸ εἴπωμεν καὶ ἡμεῖς, διὰ νὰ σᾶς ἐνισχύσωμεν εἰς τὰς ἐνεργείας σας. Ἐξηγοῦμαι. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν παραδεχθῶσι τὴν γραμμὴν ἐκείνην καὶ τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὅλος ὁ κόσμος ἀναγνωρίζει, ὅτι μᾶς παρεχώρησαν ὡς ἀντάλλαγμα τῆς μεγάλης ἀπωλείας, ἣν ὑπέστημεν εἰσελθόντες εἰς τὸ συνέδριον τοῦ Βερολίνου, τί θὰ εἴπητε; Θὰ τὸ δεχθῆτε; ἄ! εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ εἴπητε ὄχι, τὸ ἠξεύρω, ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐνισχυθῆτε καὶ ἀπὸ τὴν ἐπίσημον ἀπάντησιν τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους, διότι ὅλοι θὰ σᾶς εἴπουν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δεχθῶμεν ὀλιγώτερον ἀπὸ ὅ,τι μᾶς ἀνεγνωρίσθη· ἢ θὰ μᾶς δοθῶσιν ὅσα ἐκανόνισαν οἱ συνελθόντες ἐν Βερολίνῳ, ἢ τίποτε· ἂς προσμείνωμεν εἰς τὸ μέλλον.
§57ΠΟΛΛΟΙ. Ἢ ὅλα, ἢ τίποτε.
§58ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τουλάχιστον νὰ τηρήσωμεν ἀκέραιον τὸν τίτλον, ἐκεῖνον τὸν καρπὸν τοῦ ἐξευτελισμοῦ τῆς εἰς τὸ συνέδριον εἰσόδου ἡμῶν. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐκφρασθῇ ἐπὶ τούτου καθαρῶς. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου συμπολίτευσις καὶ ἀντιπολίτευσις δὲν ὑπάρχει· ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ ἔλθῃ δευτέραν φορὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ «μὴ παίζετε ἐν οὐ παικτοῖς». Εἰμπορεῖ ν’ ἀπατώμεθα, ἀλλὰ δὲν παίζομεν, σᾶς ὁμιλοῦμεν ὡς πατριῶται, διὰ νὰ λάβητε ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὁμόθυμον τὴν ὑποστήριξιν τῆς Ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, διὰ νὰ εἰμπορῆτε νὰ παρασταθῆτε ὡς κἄτι τι καὶ σεῖς ἀπέναντι τῆς Εὐρώπης. Μοὶ ἀπομένει τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, ἀλλ’ ἐννοεῖτε καλῶς, ὅτι ἐπειδὴ κατατάσσομαι μεταξὺ τῶν πολλῶν, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Οἰκονόμου εἶπεν, ὅτι δὲν ἠξεύρομεν νὰ διαβάσωμεν ἐκείνους τοὺς ἀριθμοὺς, δὲν θὰ ἔμβω εἰς τὸν δαίδαλον αὐτὸν, καὶ ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Οἰκονόμου καὶ ἄλλοι εἰδικώτεροι ἐμοῦ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου θέλουσιν ἀναλύσει τὸ ζήτημα. Μίαν μόνον παρατήρησιν κάμνω πρὸς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν, ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔκαμα καὶ χθὲς, ὅτι, ἂν ἡμεῖς δὲν πρέπει νὰ παίζωμεν ἐν οὐ παικτοῖς, καὶ ἡ κυβέρνησις καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν καὶ ἐξωτερικῶν δὲν πρέπει νὰ παίζῃ μὲ ἡμᾶς· ἦλθε καὶ μᾶς εἶπεν ἐδῶ ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν· θὰ τὸ ἀναγνώσω ἐκ νέου (ἀναγινώσκει). «Ἡ ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ σύνταγμα ἔχει ἡ κυβέρνησις, ἵνα ὑποβάλλῃ ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνόδου τὸν ἐτήσιον προϋπολογισμὸν, δὲν εἶναι δικαίωμα αὐτῆς, δυνάμει τοῦ ὁποίου δύναται νὰ τὸν ὑποβάλλῃ ὡρισμένως κατὰ τὴν λῆξιν τῆς διμήνου προθεσμίας, ἀλλ’ εἶναι καθῆκον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐκπληρώσῃ πρὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας τῶν δύο μηνῶν, ἥτις ἐτέθη ἐν τῷ συντάγματι, καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, καὶ πρὸ τοῦ τέλους τῶν δύο μηνῶν. Ἡ θεωρία αὕτη εἶναι ἡ μόνη ὀρθὴ καὶ ἀληθὴς θεωρία, τὴν ὁποίαν ὁ προαγορεύσας βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου πρὸ μικροῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπε· διότι πᾶν ὅ,τι ἄλλο εἶπε δὲν ἔχει τὴν τύχην νὰ ἦναι οὔτε ὀρθὸν, οὔτε ἀληθές. Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἀνάγκη νὰ ἦναι γνωστὸς εἰς τὰ μέλη τοῦ κοινοβουλίου, διὰ νὰ δύνανται ταῦτα ἐν γνώσει τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἡ κυβέρνησις διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνεκοίνωσεν ὡς κυβέρνησις τοῦ κράτους ἐν γνώσει τοῦ πολιτικοῦ προγράμματος τοῦ ὑπουργείου, νὰ σχηματίσωσι τὴν γνώμην καὶ ἀποφαίνωνται, ἐὰν πρέπῃ νὰ μεταδώσωσιν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἢ πρέπει νὰ ἀρνηθῶσιν αὐτὴν εἰς αὐτό.» Σήμερον εἴμεθα εἰς τὴν 13ην Δεκεμβρίου. Μέχρι τῆς 20ῆς ἐκπνέει ἡ προθεσμία, τὴν ὁποίαν ἔχετε, ὅπως εἰσαγάγητε τὸν προϋπολογισμόν· σεῖς ὁ ἴδιος μᾶς εἴπατε προχθὲς, ὅτι διὰ νὰ δικάσωμεν ἐν γνώσει τὴν πολιτικήν σας, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν προϋπολογισμὸν, σεῖς ὁ ἴδιος ὁμολογεῖτε, ὅτι καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ εἰσαγάγῃ τὸν προϋπολογισμὸν πρὸ τῶν δύω μηνῶν, καὶ ἤδη μετὰ ἑπτὰ μόλις ἡμέρας ἐκπνέει ἡ δίμηνος προθεσμία, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς εἰσέτι δὲν εἰσήχθη. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ αἰσθανθῇ ἐπὶ τέλους τὸ καθῆκόν της, ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ ἐπαναληφθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο πέρυσιν ἀπὸ τὴν ἰδίαν Κυβέρνησιν, τουτέστιν ὑπὸ τὸν ἴδιον Πρωθυπουργὸν, ὅτι δηλ. κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς διμήνου προθεσμίας μᾶς εἰσήχθη τὸ ἐξώφυλλον, καὶ κατόπιν ἐπεριμέναμεν 15–20 ἡμέρας, διὰ νὰ ἔλθῃ ὁ προϋπολογισμὸς ἀπὸ τὸ τυπογραφεῖον. Ἀφοῦ μᾶς ἐφέρατε σωρείαν λογιστικῶν καταστίχων, διὰ νὰ δείξητε τὰς ἐλλείψεις ὅλων τῶν προηγουμένων Κυβερνήσεων ἀπὸ τοῦ 1862 καὶ ἐντεῦθεν, καὶ ἀποδείξητε τὴν πηγὴν τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὀφείλετε νὰ καταθέσητε καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ἰδικόν σας ταὐτοχρόνως, ὅπως ἴδωμεν καὶ δικάσωμεν. Καὶ καταπαύω ἐνταῦθα τὸν λόγον, ἐπιφυλασσόμενος νὰ τὸν λάβω ἐκ νέου, ἂν τὸ θεωρήσω ἀναγκαῖον.
§59ΤΖΑΝΕΣ. Ἀπετέλεσα μέρος τῆς παρελθούσης Βουλῆς κατὰ τὰς δύο τελευταίας συνόδους αὐτῆς, καὶ ἤδη δύναμαι νὰ εἴπω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ πρῶτον μεθ’ ὑμῶν τῶν νεωτέρων εἰσέρχομαι ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, καὶ διὰ τοῦτο δύναμαι νὰ προσθέσω, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἀντιποιοῦμαι τὰς περγαμηνὰς, αἵτινες δίδουσι τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους νὰ λέγωνται διδάσκαλοι τοῦ Κοινοβουλίου καὶ νὰ διερμηνεύωσι τὰ ὑψηλότερα τῶν αἰσθημάτων αὐτοῦ. Θέλω ἐπικαλεσθῆ τὴν ὑμετέραν προσοχὴν καὶ συνάμα τὴν ὑμετέραν συγγνώμην, καὶ θέλω, ὅσον ἔνεστι τάχιον, διεξέλθει ὅλα τὰ ὑπὸ συζήτησιν ζητήματα, καὶ ἴσως διὰ τοῦτο θέλω ἐκβιάσει ὀλίγον τὴν ὑμετέραν ὑπομονήν. Εἶναι βαρὺ, κύριοι συνάδελφοι, τὸ καθῆκον, ὅπερ φέρει ἕκαστος ἀντιπρόσωπος ἐν τῷ ἱερῷ τούτῳ περιβόλῳ, εἶναι ὑποχρέωσις μεγίστη, καὶ ὑπομιμνήσκω ὑμῖν τὸ ἑξῆς· ἄλλοτε εἰς τὴν Μεγάλην Ἑλλάδα Λοκρῶν τις ἀποικία εἰσήγαγε νόμον, καὶ διὰ τῆς ὑψίστης αὐτοῦ ἰσχύος διέτασσε τὰ ἑξῆς· ὁ ὁμιλῶν πρὸς τὸν λαὸν καὶ ἔχων τὴν ἀξίωσιν νὰ συμβουλεύῃ πρὸς αὐτὸν τὰ βέλτιστα, ἔδει νὰ φέρῃ περὶ τὸν τράχηλον σχοινίον, καὶ ἂν μὲν τὰ βέλτιστα συνεβούλευεν, ἐπῃνεῖτο, ἂν δὲ τὰ κάκιστα, ἀπηγχονίζετο. Ἡ ἀνάμνησις τούτου τοῦ νόμου, κύριοι, βαρυτέραν κατέστησε τὴν εὐθύνην μου, ἐρχομένου ἐνώπιον ὑμῶν καὶ ἀγορεύοντος καὶ τὰ βέλτιστα τῇ πατρίδι συμβουλεύοντος, ἢ τοὺς τὰ κάκιστα πρὸς αὐτὴν εἰσηγουμένους καταψέγοντος. Τὸ θάῤῥος, ὅπερ ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτῆς ἔχει καὶ διὰ τοῦ ὁποίου παρίσταται ἐνώπιον ὑμῶν, εἶναι θάῤῥος, ὅπερ ἀντλεῖται ἐκ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος· ἡ πατρὶς εἶναι ἁγία, ἀνωτέρα παντὸς ἄλλου ἀγαθοῦ· μὴ λοιπὸν, κύριοι, παρακαλῶ, μὴ παρεξηγήσητε ἐμὲ ποσῶς, καὶ ἂν πλανηθῶ, θέλω πλανηθῆ καλῇ τῇ πίστει, ἂν δὲ εὐτυχήσω νὰ διερμηνεύσω ὅ,τι αἰσθάνομαι τὴν ὥραν ταύτην, ὅτι τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον μ’ ἐπεφόρτισεν ἡ ἐπαρχία μου, ἐκπληρῶ, μὴ ἀσχάλλετε. Κύριοι, ἀπὸ τῆς προπαρελθούσης Τετάρτης ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ζητήματος ἠκροάσθην ἀγορεύοντας πάντας· ἐνῷ δ’ ἐκαθήμην ἐκεῖ ἢ ἀλλοῦ που, καὶ ἀφῃρημένος εὑρισκόμην ὑπὸ τὸ βάρος τῶν σκέψεων, ἄλλοτε μὲν ἡ φαντασία μου μὲ ἔφερεν εἰς τοὺς βυζαντινοὺς χρόνους, ἄλλοτε δὲ, ὅτι εὑρίσκομαι ἐν τῷ μέσῳ μεγάλου κοινοβουλίου μεγάλου ἔθνους. Ὁμολογῶ, ὅτι εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιστάσεις ἐπλανήθην, διότι οὔτε εἰς τοὺς βυζαντινοὺς χρόνους εὑρισκόμεθα, οὔτε δυστυχῶς εἰς κοινοβούλιον μεγάλου ἔθνους συζητοῦμεν· ἡμεῖς πάντες ἀποτελοῦμεν τὴν ἀντιπροσωπείαν τῆς μικρᾶς καὶ πτωχῆς Ἑλλάδος· ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ περιορισθῶμεν ἐντὸς τῶν στενῶν ὁρίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐτέθη, δυνάμει ἑνὸς πρωτοκόλλου, διὰ τοῦ ὁποίου καὶ ζῇ καὶ ὑπάρχει· εἰς τὰ ὦτα τὰ ἰδικά μου τὸ ὄνομα Σαλισβουρὺ καὶ Βήκονσφηλδ εἶναι βαρύτατα. Ὅταν ἐνώπιόν μου ἔχω ἓν παρελθὸν, ὅταν ἐνώπιόν μου ἔχω τὰς συνθήκας, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ ζωὴ τῆς Ἑλλάδος, ὅταν ἐνώπιόν μου ἔχω Σᾶς, οἱ ὁποῖοι ἐδιοικήσατε τὸν τόπον ἀπὸ τοῦ 1862 μέχρι σήμερον, εἶναι βαρὺ νὰ ἀναστρέφω καὶ τὴν διάνοιαν πρὸς ἐκείνους· ἔλθετε νὰ συζητήσωμεν, νὰ ὁμιλήσωμεν ἐντὸς τῶν πραγμάτων, καὶ ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Κύριοι, οἱ χρυσοῖ λόγοι, τὰ πτερόεντα ἔπεα, αἱ θεωρίαι καὶ τὰ τούτοις ὅμοια δὲν ἁρμόζουν σήμερον· καὶ πρῶτον ὁμολογῶ, ὅτι κἄτι τι ἠδυνάμην καὶ περὶ τούτων ἀκόμη νὰ εἴπω, ἀλλὰ ἠθέλετε σεῖς πάντες εἰπεῖ, ὅτι θέλω ν’ ἀγυρτεύσω, καὶ ὄντως ἀγύρτης εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἔρχεται διὰ τούτων ν’ ἀντεπεξέλθῃ· ἀγυρτεύσαμεν εἰς τὰς ἐπαρχίας, διὰ νὰ εἰσέλθωμεν ἐδῶ, καὶ ἀγυρτεύομεν ἤδη, διὰ νὰ καθήσωμεν ἐκεῖ (δεικνύει τὴν θέσιν τῶν ὑπουργῶν).
§60ΤΙΝΕΣ. Ὡραῖα, ὡραῖα.
§61ΤΖΑΝΕΣ. Ποῖαι εἶναι αἱ ἀνάγκαι τοῦ τόπου μας; ποία εἶναι ἡ κατάστασις αὐτοῦ; Τίς τὸ εἶπε μέχρι τοῦδε ἐπὶ ἐννέα ἡμέραις; συζητοῦμεν καὶ συζητοῦμεν ἐπὶ θεωριῶν· ἄλλοι μὲν ἐκρέμασαν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν ξίφος, ἄλλοι δὲ τὸν ἤθελον παλληκαρᾶν ἐν τῷ Βερολινείῳ συνεδρίῳ, καὶ ἄλλοι τὸν ἤθελον νὰ πατάξῃ διὰ τοῦ ποδὸς καὶ αὐτὸ τὸ συνέδριον! Ὅσα καὶ ἂν ἔχετε παράσημα, κύριε ὑπουργὲ, ἄλλα τόσα ἐὰν εἴχετε ξίφη, δὲν ἠθέλετε ἀκουσθῆ ποτὲ, διότι μάθετε καὶ σεῖς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὑπάρχει δυνάμει πρωτοκόλλου, καὶ τοῦ πρωτοκόλλου ἐκείνου τὰ ἄρθρα δέον νὰ ὦσιν αἱ φλέβες τῆς Ἑλλάδος, τὸ αἷμά της καὶ τὰ ὀστᾶ της. Ὑπῆρξεν ἐποχὴ, καθ’ ἣν ὅλος ὁ κόσμος ἐπόνει, ἐκήδετο περὶ τῆς Ἑλλάδος· καὶ ὑπῆρξαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐκ τῆς καθημερινῆς των τροφῆς ἀφῄρεσαν, διὰ νὰ τὴν ἀποστείλουν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐὰν ἐκεῖθεν ἀνεχωροῦμεν, ἠθέλομεν σχηματίσει τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι τὸ προσφιλὲς τέκνον αὐτῆς· ἀλλ’ ὑπῆρξεν ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβαν τὴν ὑπόθεσιν τῆς Ἑλλάδος, κατέκριναν αὐτὴν, καὶ τὴν ἠνάγκασαν νὰ καθήσῃ χωρὶς νὰ ὁμιλῇ· ἡ ἐποχὴ ἐκείνη εἶναι ἡ ἐποχὴ τοῦ 1854. Ναὶ, αἱ ἀνάγκαι τῶν ἐθνῶν κανονίζουσι τὰ συμφέροντα αὐτῶν, καὶ ὄχι ἡ γλῶσσα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, οὔτε τοῦ κυρίου Λομβάρδου, οὔτε τοῦ κυρίου Τρικούπη. Τί ἤθελεν ἡ πτωχὴ Ἑλλὰς κατὰ τὸ 1854; Ἀνεχώρησε, κύριοι, ἀπὸ τῆς ἰδέας ἐκείνης, ὅτι εἶναι τὸ προσφιλὲς τέκνον τῆς Εὐρώπης, καὶ εἶπε, θέλω ἐλευθερίαν, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὑπάρξω· καὶ τί εἶπεν ἡ Γαλλία; τί εἶπεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνου τοῦ δεσπότου; Σίγα, δὲν ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῇς, δὲν ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ ὑπάρχῃς, πρέπει νὰ κοίτεσαι ἐντὸς τοῦ νεκρικοῦ φερέτρου, ἐν ᾧ σὲ ἐθέσαμεν κατὰ τὸ 1833, διότι δὲν ἐξέμαθες νὰ θεραπεύῃς τοὺς τύλους, διότι δὲν ἀνεῦρες τὸ ὕδωρ τοῦ Λοβὼ, καὶ διότι τὰ βουνά σου εἶναι γεμάτα ἀπὸ ληστάς. Σίγα, καὶ ἂν τὰ τέκνα σου, γυμνητεύοντα καὶ ἀνυπόδητα, ζητοῦν νὰ εἰσέλθουν διὰ τῆς θύρας, ἣν σοὶ ἠνοίξαμεν διὰ ψυχικὸ, ἄφητέ τα νὰ τὰ σφάξῃ ὁ Τοῦρκος, διότι ὁ Τοῦρκος εἶναι γαλαντόμος. Τοιαῦτα οἱ δημοσιογράφοι τῆς Γαλλίας ἔῤῥιπτον ἐπὶ τοῦ μετώπου τῆς πατρίδος μας, χωρὶς ν’ ἀσφαλτώσωσι κἂν τὸ πρόσωπόν των, καθὼς οἱ κακοῦργοι τῆς Ἰρλανδίας, χωρὶς νὰ αἰσθάνωνται οὐδὲν αἴσθημα συμπαθείας διὰ τὴν πτωχὴν Ἑλλάδα, καὶ περιμένετε σεῖς ἐλεημοσύνην; Τότε θὰ ἴδωμεν ψυχικὸ καὶ ἐλεημοσύνην, ἐὰν σωφρονήσωμεν· τότε θὰ ἴδωμεν τὴν πατρίδα μεγάλην, ὅταν οἱ πάντες μεριμνήσωμεν ἐσωτερικῶς, ἵνα βαδίσωμεν φρονίμως ἐμπρός. Πρέπει νὰ τὸ μάθητε, κύριοι, καὶ πρέπει νὰ τὸ ἀκούσητε παρ’ ἐμοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ἡλικία ἴσως δὲν εἶναι τοσοῦτον μεγάλη, ὅσον καυχῶμαι, ὅτι εἶναι μεγάλη ἡ πεῖρά μου, πρέπει νὰ τὸ ἀκούσητε. Ἐλθὲ μετ’ ἐμοῦ, παλληκάρι τῆς Πάλης, ἀκολούθησέ με, διότι πρὸς τὰς ἰδέας σου ἔχω ἐμπιστοσύνην καὶ ὑπόληψιν· ἀκολούθησέ με εἰς τὰ δικαστήρια, εἰς τὰς ἐφορίας, εἰς τὰς νομαρχίας, εἰς τὰς φυλακὰς, εἰς τὸν στρατὸν, καὶ θέλομεν εὕρει τὴν δυστυχίαν καὶ τὴν ἐλεεινότητα ἐν αὐτοῖς.
§62Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ναὶ, δυστυχῶς.
§63ΤΖΑΝΕΣ. Τί δικαίωμα ἔχετε σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τὰ 1862 ἐδιοικήσατε τὸν τόπον, νὰ κατηγορήσητε ἐκείνους, μετὰ τῶν ὁποίων συνεπράξατε; ποῖαι εἶναι αἱ περγαμηναί σας; δείξατέ μας κἂν τὸν διδάσκαλόν σας· οἱ λόγοι σας οἱ χρυσοῖ εἶναι λόγοι, οἵτινες δὲν ἔχουν οὐδὲν πρακτικὸν ὄφελος· σεῖς δὲν ἐχρηματήσατε ὑπουργοί; σεῖς δὲν ἐδιοικήσατε τὴν Ἑλλάδα; σεῖς δὲν ἐκάμετε ἐκλογάς; Πήγασε τῆς Πάλλης, ἐλθὲ μαζύ μου εἰς τὰ Καλάβρυτα, ὅπου ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐπαγγέλλονται σήμερον τὸν πατριώτην, ἐνήργησαν τὰς ἐκλογὰς διὰ τῶν φυγοδίκων· ἐλθὲ νὰ σὲ φέρω εἰς μίαν γείτονά σοι ἐπαρχίαν, διὰ νὰ ἴδῃς, ὅτι ἐνηργήθησαν καὶ ἐκεῖ ἐκλογαὶ διὰ τοῦ κατηραμένου συστήματος del bastone· εἰς σὲ μόνον ἀπευθύνομαι, διότι πρὸς σὲ ἔχω ἐμπιστοσύνην καὶ ὑπόληψιν ἐκ τῶν παλαιοτέρων, οἱ ὁποῖοι ἀνεμίχθησαν εἰς τὰ πράγματα τῆς πατρίδος, σὺ καὶ μόνος δὲν πταίεις, καὶ πάντες οἱ νεώτεροι τοσοῦτον πταίουν, ὅσον καὶ ἐγώ· ὅσοι ἐδιοίκησαν τὸν τόπον τοῦτον εἶναι ἄξιοι ἀγχόνης. Ἐὰν πρὸς ἐμὲ ἐδίδετο ἡ ἄδεια νὰ κατασύρω τὸ σχοινίον αὐτῆς, ἤθελα τὸ πράξει, ἀλλὰ θέλω εἴπει πρὸ παντὸς ὅ,τι θέλετε ἀκούσει· κατελύσατε μίαν τάξιν, τάξιν, τὴν ὁποίαν κατεδίκασεν ὁ τόπος καὶ περὶ τῆς ὁποίας, θὰ τὸ εἴπω, κινδυνεύει ὁ τόπος νὰ τὴν ὀνομάσῃ ἁγίαν, ἕνεκα τῆς διαγωγῆς σας· ὀλίγον λείπει νὰ ζητηθῶσι τὰ ἅγια ἐκείνου, τὸν ὁποῖον σεῖς ἐξωρίσατε θριαμβευτικῶς.
§64ΤΙΝΕΣ. Ὡραῖα, ὡραῖα.
§65ΤΖΑΝΕΣ. Μὴ πικραίνεσθε, εἶναι ἀλήθεια· ὁ τόπος ἀνέμενε παρ’ ὑμῶν καλλιτέρευσιν, νέαν ζωήν, καὶ ὁ τόπος δυστυχῶς ἀπὸ τοῦ 1862 μέχρι σήμερον πάσχει. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς κ. Οἰκονόμου ἀπήντησεν ἐπὶ τῶν ὀρέων τῶν Καλαβρύτων ἕνα γέροντα, ὅστις τῷ εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀλλάξουν τὰ προκείμενα· ἐὰν ἠννόησα τὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως ταύτης ἐν τῷ βάθει αὐτῆς, οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον, διότι, ἐὰν ἀλλάξουν τὰ προκείμενα, καὶ διὰ νὰ ἔλθουν ἐκεῖνα, ὅσα θέλετε, πρέπει νὰ ἔχωμεν κοινωνίαν πολιτικῶς καὶ θρησκευτικῶς ἀνατεθραμμένην, λαὸν, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἔχῃ γνῶσιν καὶ συνείδησιν τῆς ὑπάρξεώς του καὶ τῆς ψήφου του, τὴν ὁποίαν διαθέτει· ἄλλως τὰ προκείμενα ἐκεῖνα εἶναι ἐπιζήμια καὶ καταστρεπτικά. Τὸ ποθῶ, καὶ εἴθε νὰ ἔλθῃ ἐκείνη ἡ ἡμέρα· πλὴν ἀπήντησα καὶ ἐγὼ ἕνα γέροντα, ὅταν ἀνεχώρησα ἀπὸ τὴν πατρίδα μου, ὅστις μοῦ εἶπε· παιδί μου, πληρόνομεν 57%, μοιράζομεν τὸ εἰσόδημά μας μὲ τὸ δημόσιον, καὶ δὲν ἔχομεν ὑποδήματα καὶ σεγκούνα. Πῶς θέλετε ν’ ἀλλάξουν τὰ προκείμενα μὲ τὴν τοιαύτην κατάστασιν τοῦ λαοῦ; Σεῖς θέλετε νὰ συζητῆτε τί ἔκαμεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἀγγλίας καὶ τί τῆς Γαλλίας, ἀφοῦ ἔχομεν λαὸν, ὁ ὁποῖος πεινᾷ, καὶ μᾶς ἔστειλε νὰ σκεφθῶμεν διὰ τοῦτο. Καὶ τί ἠδύνατο ὁ ὑπουργὸς τῆς πατρίδος νὰ πράξῃ εἰς τὸ ἐν Βερολίνῳ συνέδριον; ἀπορῶ πῶς δὲν ἐξεδιώχθη, διότι πρὸ ὀλίγου εἶπον, ὅτι τὰ πράγματα τῶν μεγάλων ἐθνῶν κανονίζουν τὰ συμφέροντα αὑτῶν, καὶ ἂν ἐν τῷ συμφέροντι τῆς Ἀγγλίας ὑπάρχῃ ποτὲ ἐγγεγραμμένον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ἐπεκτείνῃ τὸν τάφον της, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι τῆς Ἑλλάδος ἤθελεν αὐξηθῆ τὸ σιτηρέσιον, καὶ ἤθελον προστεθῆ εἰς τὴν μάνδραν αὐτῆς ὀλίγαι κεφαλαὶ, ὡς λέγει εἷς συγγραφεὺς Ἰταλὸς· ἂν ὅμως ὄχι, ποτὲ μὴ ἐλπίσετε τοῦτο. Τοιαύτη ἐστὶν ἡ εὐγενὴς, κατὰ τὸν κ. Λομβάρδον, κόρη τῆς Ἀλβιόνος, ὥστε ἐξώθησε τὴν ἀγανάκτησιν ἑνὸς μεγάλου τῆς Ἰταλίας ποιητοῦ, ὅστις δίδει τὴν κατάραν αὑτοῦ πρὸς αὐτὴν λέγων. «Τὸ φῶς του νὰ σὲ στερήσῃ ὁ ἥλιος, καὶ ἡ γῆ τὸν χόρτον αὐτῆς.» Τὰ μεγάλα ἔθνη κανονίζουν τὰ συμφέροντά των, ὅπως ἐκεῖνα φρονοῦν· δὲν πρέπει ἡμεῖς νὰ στενοχωρούμεθα, διότι δὲν χαρίζονται εἰς ἡμᾶς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐνεργήσωμεν, ὥστε νὰ προκαλέσωμεν τῶν μεγάλων ἐθνῶν τὴν συμπάθειαν. Λοιπὸν δύναται νὰ εἴπῃ τις, ἴσως εἶναι ἀπελπισία ἐντελὴς, θεραπεία δὲν ὑπάρχει; ἐλπὶς οὐδεμία; ὄχι, κύριοι, φρονῶ, ὅτι ὑπάρχει καὶ θεραπεία καὶ ἐλπίς. Τάχιστα, ἴσως σχετικῶς, δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν ἐκεῖ, ἀφ’ ὅτου δυνάμεθα καὶ τὸ μεγαλεῖον τῆς πατρίδος νὰ ἐπιδιώκωμεν καὶ τὸ μέλλον αὐτῆς νὰ βλέπωμεν λαμπρόν. Ἔχομεν μίαν μεγάλην δύναμιν, ὁποίαν δὲν ἔχει οὐδεὶς ἄλλος λαός. Ἡ ἀδελφὴ Ἰταλία εὑρέθη εἰς ὁμοίας περιστάσεις, ἀλλὰ δὲν εἶχε τὴν αὐτὴν γεωγραφικὴν θέσιν καὶ τὴν ἱστορίαν ἡμῶν, καὶ εἶχε νὰ ἀντιπαλαίσῃ πρὸς εὐγενεῖς τυράννους, ἐν ᾧ ἡμεῖς ἔχομεν νὰ παλαίσωμεν πρὸς τύραννον ὠμὸν καὶ αἱμοβόρον, ἔχομεν ὅμως δύναμιν, ἥτις, ἑδραιωμένη ἐπὶ τῆς διδασκαλίας τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου, ἐγένετο τοσαύτη, ὥστε δύναται, ἐὰν καλῶς τὴν μεταχειρισθῶμεν, νὰ μᾶς χρησιμεύσῃ. Ἡ δύναμις αὕτη εἶναι ἐκείνη, περὶ τῆς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος Πάλης ὡμίλησεν, εἶναι ὁ Ἑλληνισμὸς, ὁ ὁποῖος ὁμολογουμένως δὲν ἔχει ὅρια γεωγραφικὰ διαγεγραμμένα, διότι τὸ ἓν ἄκρον αὐτοῦ ἀρχίζει εἰς τοὺς οὐρανοὺς, καὶ τὸ ἕτερον καταλήγει εἰς τὴν γῆν, εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὰς καρδίας ὅλων τῶν φιλελλήνων, ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐμυήθησαν τὰ μυστήρια τῶν γραμμάτων μας. Ποία ἔσται ἡ θεραπεία κατ’ ἐμέ; Νὰ παύσωμεν, κύριοι, ἡμεῖς νὰ συνθηκολογῶμεν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ παύσωμεν τὰς ἀνοδοκαθόδους εἰς τὰ ὑπουργεῖα, νὰ παύσωμεν τὴν διευθέτησιν τοῦ στρατοῦ, τὴν διευθέτησιν τῆς διοικήσεως, τῆς οἰκονομίας καὶ τῆς δικαιοσύνης, καὶ τοῦτο ἔσεται τὸ πρῶτον πρὸς θεραπείαν τῶν πάντων, νὰ ὑποβάλωμεν ἡμεῖς, καὶ περὶ τούτου ἀπευθύνομαι εἰς τοὺς νέους συναδέλφους, ὀργανικοὺς νόμους, πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν ὑπαλλήλων, νὰ κανονίσωμεν προσόντα, νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς ἀνακαθάρσεως τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῆς ἀποβολῆς τῆς γραφειοκρατείας, νὰ ἀφήσωμεν τοὺς πρέποντας καὶ ἀναγκαίους, καὶ πρὸς αὐτοὺς νὰ αὐξήσωμεν τὸ σιτηρέσιον, νὰ παύσουν οἱ παράσιτοι τῶν βουλευτῶν εἰς τὰ ὑπουργεῖα, εἰς τὰς ἐφορίας, εἰς τὰ δικαστήρια, διότι ἂν ἡμεῖς ἐπιθέσωμεν τὴν χεῖρα εἰς τὴν κυβερνητικὴν μηχανήν, ἡ μηχανὴ παύει τοῦ νὰ ἐνεργῇ καὶ καθίσταται ἀλματικὴ, καθίσταται διαλυματική· ἐννοῶ ἐγὼ νὰ ἀναμιγνύωμαι εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ, ἐγὼ νὰ διαθέτω τὸν ἐνωματάρχην, ἐγὼ τὸν δεκανέα, ἐγὼ τὸν ὑπολοχαγόν, ἐγὼ τὸν σωματάρχην; Μὰ, κύριοι, παντεπιστήμονας οὐδεὶς δύναται νὰ μᾶς ἀναγνωρίσῃ, καὶ ἐὰν ἤμεθα, τὴν ἀξίωσιν ταύτην δὲν ὀφείλομεν νὰ τὴν ἔχωμεν. Εἶναι εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἐκλογὴ τῶν προσώπων τῆς διοικήσεως καὶ πάσης ἐξουσίας. Διατὶ νὰ ἀναμιγνυώμεθα ἡμεῖς; διατὶ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον συμβαίνει σήμερον ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, καὶ πρόκειται νὰ συμβαίνῃ ἐπὶ τῆς ἄλλης, νὰ τὸ ὑποστηρίξωμεν; νὰ φροντίσωμεν, καὶ τοῦτο ἀνέμενον ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴν, ὅστις πολλὰ εἶπε καὶ ἔγραψε, νὰ φροντίσωμεν περὶ συστήματος φυλακῶν. Ποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ κράτους; οἱ ἀδελφοί σας, οἱ συμπολῖταί σας, οἱ ἀνεψιοί σας, οἱ υἱοί σας· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἀποθνήσκουν ἐντὸς τῶν φυλακῶν, ἢ ἐξέρχονται ἐξηχρειωμένα ὄντα. Ἐὰν παύσωμεν ἔχοντες τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀναδεικνυώμεθα τιμαριοῦχοι τῶν ἐπαρχιῶν μας, βεβαιωθῆτε, θέλομεν φθάσει εἰς ἀποτέλεσμα· ἄλλως ἀπολώλαμεν, καὶ οὔτε Συνέδριον δύναται νὰ μᾶς σώσῃ, οὔτε οἱ χρυσοὶ λόγοι τοῦ Λομβάρδου καὶ Πετιμεζᾶ, οὔτε ἡ ἀπάντησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ· θέλομεν ἐπανέλθει εἰς τὰ ἴδια, διότι θᾶττον ἢ βράδιον θέλομεν ἔχει νέα ζητήματα, καθ’ ὅσον ἡ Ἑλλὰς πρόκειται ποτὲ νὰ μὴ ἡσυχάσῃ, ὅπως δὲν ἡσυχάζει, διότι ἡ Ἑλλὰς ὁμοιάζει τὸν δεσμώτην, ὅστις ἀείποτε σπασμωδικῶς ἐν τοῖς δεσμοῖς αὐτοῦ συνταράσσεται. Εἶπον, κύριοι, συνάδελφοι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν παροῦσαν Βουλὴν δὲν φέρῃ τὸν περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων νόμον, ἡμεῖς νὰ τὸν καταρτίσωμεν, ἡμεῖς νὰ τὸν εἰσαγάγωμεν, ἡ Βουλὴ νὰ τὸν δεχθῇ, καὶ ἂν ποτὲ ἡ Κυβέρνησις ἀρνηθῇ νὰ τὸν κυρώσῃ, ἡμεῖς νὰ παρακαλέσωμεν τὸν ἡγεμόνα πρὸς κύρωσιν αὐτοῦ. Οὕτω πράττουσιν οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν μέρος τοῦ Κοινοβουλίου τῆς Ἑλλάδος, καὶ πιστεύω νὰ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ σχηματισθοῦν ἐκλογικοὶ σύλλογοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑποδεικνύωσι τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῶν, διὰ νὰ δίδουν λόγον οἱ ἀντιπρόσωποι ἐπιστρέφοντες, καὶ νὰ ἔρχωνται ἐνταῦθα μὲ ἐντολὴν τί πρέπει νὰ κάμωσιν. Ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητεῖται ἐπὶ 9 ἡμέρας, εἶναι ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Διημφισβητήθη ἡ προνομία τοῦ ἡγεμόνος, καὶ περὶ τούτου ἐλέχθησαν πολλά. Ἐάν τινες θέλητε μορμολύκιον τὸν ἡγεμόνα, ἐὰν διαμφισβητῆτε τὴν προνομίαν του, εἶσθε κύριοι· ἐάν τινες λέγουν, ὅτι κακὴ ἐγένετο χρῆσις ὑπὸ τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως αὐτῆς, εἰσὶ κύριοι καὶ πάλιν νὰ τὸ εἴπουν. Ἐγὼ ὅμως λέγω, ὅτι καὶ ὁ ἡγεμὼν ἔκαμε χρῆσιν δικαίαν, καὶ κατὰ τὸ σύνταγμα, τῆς προνομίας αὐτοῦ, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε λίαν καλὴν χρῆσιν τῆς προνομίας. Διημφισβητήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν δύναται νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Δὲν ἔχω ἀξίωσιν μεγάλου κοινοβουλευτικοῦ ἀνδρὸς, ἀλλὰ λέγω, μὲ ὅλην τὴν ἀσθένειαν τῶν δυνάμεών μου, ὅτι ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ ὑπάρχει, οὕτως εἰπεῖν, συλλήβδην ἡ παρελθοῦσα καὶ ἡ μέλλουσα πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂν ἐπιτεθῇ χεὶρ καὶ ἐπὶ ἑνὸς στοιχείου τῆς ἀπαντήσεως, ἡ Κυβέρνησις, κατ’ ἐμέ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, δὲν μὲ ἐμπιστεύεσθε, δικαιοῦμαι νὰ σᾶς ἐρωτήσω. Κατηγορήθη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐπενέβη εἰς τὰς ἐκλογάς. Ἐὰν ἀναχωρήσω, κύριοι, ἐκ τῆς πατρίδος μου, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ ἐγένοντο πανηγυρικώταται· δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἔχω τύπον καὶ ὑπογραμμὸν τὰς Καλάμας, διότι δὲν ἦτον ἀνάγκη ἐκεῖ νὰ γείνῃ ἡ ἐλαχίστη παρεκτροπή· δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ συνομολογήσω, ὅτι κατὰ τὸ πλεῖστον ἐγένοντο, ὅπως πράγματι ὀφείλουν νὰ γίνωνται, ἐκλογαί. Ἐὰν δέ που ἐγένοντο ἀσχημίαι, τοῦτο δὲν δύναται νὰ βαρύνῃ τὴν Κυβέρνησιν, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι κατὰ τὸ 1875, ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἐνήργησεν ἐκλογὰς, αἱ ἐκλογαὶ ἐκεῖναι δὲν ἐγένοντο μεθ’ ὅλης τῆς νομιμότητος καὶ τάξεως.
§66ΤΙΝΕΣ. (Ἐκ δεξιῶν.) Δὲν εἶναι ἀληθές.
§67ΤΖΑΝΕΣ. Καὶ τοῦτο τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τοῦ συναδέλφου, καὶ θέλω μὲ τοῦτο ν’ ἀποδείξω, ὅτι ἡ πίεσις εἰς τὰς ἐκλογὰς δὲν εἶναι μόνον ἐκ τῶν ἄνω, ἡ πίεσις ἡ χειρίστη πασῶν εἶναι ἡ ἐκ τῶν κάτω, ὡς καὶ ἐκ τοῦ μέσου. Ὅταν ἐνήργει τὰς ἐκλογὰς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, τότε ἐγὼ παρεπονέθην τηλεγραφικῶς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι οἱ δήμαρχοι περιφέρονται εἰς τοὺς δήμους, ἐπηρεάζοντες, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπέστειλε τὸ τηλεγράφημα πρὸς τὸν νομάρχην, διὰ τὰ περαιτέρω. Ἀλλ’ οἱ δήμαρχοι καὶ οἱ κομματάρχισκοι ἐν τούτοις διέστρεψαν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς. Ὅταν ἐνήργει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς τὰς ἐκλογάς, τὰς ὁποίας, ἐπαναλέγω, ἐνήργησε μεθ’ ὅλης τῆς νομιμότητος καὶ τάξεως, ἀπέτυχεν ὁ ἔντιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς κ. Σαράβας.
§68ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐγὼ καὶ συνεχάρην τὸν ἔπαρχον διὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐνηργήθησαν τότε αἱ ἐκλογαί, ἀλλ’ ἡ ἀποτυχία προῆλθεν ἐξ ἄλλων λόγων.
§69ΤΖΑΝΕΣ. Τοῦτο ἐννοῶ νὰ εἴπω. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας, καί τοι ἔπαθεν ἡ ἐκλογὴ Γυθείου, Κέας, καί τινες ἴσως ἄλλαι, ἡ κυβέρνησις ὅμως δὲν ἐπενέβη· ἡ ἐκ τῶν κάτω καὶ τοῦ μέσου πίεσις διέστρεψε τὰ ἀποτελέτματα (θόρυβος). Εἶναι ἡ ἱστορία τῆς πατρίδος μας, μὴ ἀνησυχεῖτε, κύριοι· ὅστις ἔρχεται ἐδῶ πρέπει νὰ φροντίσῃ νὰ μανθάνῃ προτήτερον τὰ πράγματα, διότι ἐντεῦθεν πρέπει νὰ λέγηται ἡ ἀλήθεια· ἄλλως ἂς ἐπιστρέψωμεν εἰς τὰς οἰκίας μας, ἐὰν νομίζωμεν, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρέπει νὰ ψευδώμεθα. Λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπενέβη εἰς τὰς ἐκλογὰς, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς Κραναίας καί τινων ἄλλων ἐπαρχιῶν δὲν εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προεκάλεσε προχθὲς ἀγορεύοντα τινὰ νὰ ὑποδείξῃ ἕνα ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος ἐπενέβη, καὶ ὁ ἀγορεύων δὲν ἠδυνήθη νὰ ὑποδείξῃ οὐδένα. Ὅταν ἔχωμεν λοιπὸν τοιαῦτα ἀποτελέσματα, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπενέβη εἰς τὰς ἐκλογὰς, ἤτοι ὅτι ἡ ἐπέμβασις ἦτον ἐκ τῶν ἄνω καὶ ἡ πίεσις. Κύριοι, ἴσως θεωρηθῶ τολμηρὸς, ἐπειδὴ ἐξέφερον ἰδέας, ἀληθεῖς μὲν, ἀλλ’ ἴσως μὴ συμφερούσας εἴς τινας. Εἶπον, ὅτι οἱ Λοκροὶ ἐν τῇ μεγάλῃ Ἑλλάδι ἔφερον τὸ σχοινίον ἐκ τοῦ τραχήλου, καὶ ἐὰν μὲν συνεβούλευον τὰ καλὰ τῇ πατρίδι, ἐπηνοῦντο, ἐὰν δὲ τὰ κακὰ, ἀπηγχονίζοντο. Ἔχων ὑπ’ ὄψιν τοῦτο, ἐφοβήθην μήπως τὴν νύκτα ἔλθῃ κατ’ ἰδίαν ὁ ἐσωτερικὸς ἄνθρωπος φοβερὸς καὶ ἀμείλικτος, καὶ κατασύρων τὴν ἐπὶ τοῦ τραχήλου μου ἀγχόνην ταύτην, μὲ ἀφήσῃ νεκρὸν ἐπὶ τῆς στρωμνῆς. Ἀλλὰ τὴν ἀλήθειαν τὴν εἶπον, τὴν λέγω καὶ θὰ τὴν λέγω, ἐν ὅσῳ εἶμαι ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας μου. Τὸ εἶπον, κύριοι, διότι βλέπω τὴν θύελλαν τοῦ συναδέλφου ἐκ Καλαβρύτων ἐπερχομένην· εἴθε νὰ ψευσθῶ, ἀλλὰ βλέπω αὐτὴν πλησιάζουσαν καὶ κρατοῦσαν ἀνὰ χεῖρας μίαν ἐπιγραφὴν, καὶ βαίνουσαν πρὸς τὴν μεγάλην θύραν τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ τείνουσαν νὰ ἀναγράψῃ ἐπ’ αὐτῆς «ἐνοικιάζεται».
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μεσσηνέζης.
§71ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἂς ὁμιλήσῃ ἄλλος.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥώμας ἔχει τὸν λόγον.
§73ΡΩΜΑΣ. Ἔπειτα ἀπὸ τὰς ἀξιολόγους ἀγορεύσεις τοσούτων ῥητόρων, ἔπειτα ἀπὸ τὴν εὔγλωττον καὶ εὐφραδῆ λογοδοσίαν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν καὶ ἐξωτερικῶν, ἔπειτα ἀπὸ τὰς ἐπιπροσθέτους παρατηρήσεις τοῦ εὐπαιδεύτου κ. Ῥοντήρη καὶ πολλῶν ἄλλων διακεκριμένων μελῶν τοῦ κοινοβουλίου, οἵτινες ἀνεσκεύασαν πληρέστατα τὸν ἔντιμον ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴν, καὶ τέλος, ἔπειτα ἀπὸ τὴν σημαντικὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἐντίμου κ. Ζαΐμη, ὅστις μετὰ πολλῆς συνέσεως καὶ αὐταπαρνήσεως, ἥτις πάντοτε τὸν χαρακτηρίζει, ἐξέφρασε τὴν γνώμην του, καθ’ ἣν τὸ ἐνεστὼς ὑπουργεῖον κατ’ οὐδένα τρόπον ἐνήργησεν ἀντισυνταγματικῶς, ἀναφερόμενος εἰς ὅλα αὐτὰ, παραιτοῦμαι νὰ εἴπω τι περὶ τῶν αὐτῶν ἀντικειμένων. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ἀγορεύσω, ἐπειδὴ καὶ προβάσης τῆς ὥρας ἐξηντλήθη καὶ ὑμῶν ἡ ὑπομονὴ καὶ ἐμοῦ αἱ δυνάμεις. Λαμβάνω δὲ τὸν λόγον, διότι ἔκρινα δέον νὰ λάβω τοῦτον, ἕνεκα τῶν ῥιφθεισῶν ἐνταῦθα ἀτόπων αἰτιάσεων, δι’ ὧν ἐθίχθησαν ζητήματα πολλῷ ἀνώτερα τῶν οἰκονομολογικῶν ζητημάτων ἢ τῆς πτώσεως ἑνὸς ὑπουργείου. Ἐπιτρέψατέ μοι μόνον νὰ κάμω μίαν μικρὰν καὶ συνοπτικὴν ἀνάπτυξιν ἐπὶ τῶν καθόλου ἑλληνικῶν πραγμάτων. Ἡ Ἑλλὰς μετὰ τριῶν καὶ ἡμίσεως αἰώνων αἰχμαλωσίαν, ἔπειτα ἀπὸ παντελῆ κατερήμωσιν καὶ σκληραγωγίαν, ἥτις ἐχρησίμευσεν εἰς αὐτὴν ὡς ἄλλη εἰς τοὺς Ἑβραίους ἔρημος, ὅπως καθαρθῇ καὶ σκληραγωγηθῇ, ἡ Ἑλλὰς ἀπέθανε μὲν ὡς ἔθνος, ἔζησε δὲ ὡς θρησκεία· ἐθνικὴ δὲ διακεκριμένη συνείδησις δὲν ὑπῆρχε πλέον, τὸ σκότος κατέλαβεν ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα, καὶ μόνον τὸ φῶς τῆς θρησκείας ἔμενεν ἀκοίμητον· ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας ἐκλείσθησαν τὰ πάντα, τέχνη, ἐπιστήμη, μουσικὴ, γλῶσσα καὶ βασιλικαὶ παραδόσεις. Εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην ἀναφερόμενος ὁ ἔξοχος Βύρων, ὁ ἐξυμνητὴς τῆς Ἑλλάδος, εἶπε τὸ γνωστὸν «it is Greece, but living Greece no more» (εἶναι ἡ Ἑλλὰς, ἀλλ’ οὐχὶ πλέον ἡ ζῶσα Ἑλλάς). Ἐντύπωσιν μεγίστην, σᾶς ὁμολογῶ, μοὶ ἔκαμον οἱ λόγοι ἐκείνων, οἵτινες ὡμίλησαν περὶ τῆς πολιτικῆς τῶν χριστιανικῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς, συγκριτικῶς πρὸς ἡμᾶς. Οἱ λόγοι των δὲν εἶναι σύμφωνοι οὔτε πρὸς τὰ ἱστορικὰ γεγονότα, οὔτε πρὸς τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τῶν λαῶν τούτων. Ὁ ἐθνομάρτυς Ῥήγας, ὅταν ἤρχισε διὰ τῆς ἐμπνευσμένης ποιήσεώς του νὰ ἐξεγείρῃ εἰς τοὺς ὑποτελεῖς λαοὺς τὸ πνεῦμα τῆς θείας ἐλευθερίας, συμπεριελάμβανεν ὅλους τοὺς ὀρθοδόξους λαοὺς ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέχρι τοῦ ἑτέρου ἄκρου τῆς Τουρκικῆς αὐτοκρατορίας· ἐκάλει ἄρα εἰς ἐξέγερσιν ὄχι τὴν Ἑλλάδα μόνον, ἀλλ’ ὅλην τὴν Ὀρθοδοξίαν, διότι ἡ θρησκεία ἐπεκράτει πάντων. Ὅταν δ’ ἤχησεν ἡ σάλπιγξ τῆς ἐλευθερίας, ἡ πρώτη πρᾶξις τὴν ὁποίαν ἔκαμον οἱ Τοῦρκοι, ἦτο νὰ κρεμάσουν τὸν Πατριάρχην, διότι ἐν τῷ προσώπῳ αὐτοῦ συνεκεντροῦτο ὁ ἐθνικὸς χαρακτήρ· οὗτος ἦν ὁ ἐθνάρχης, καὶ τοῦτον φονεύοντες οἱ Τοῦρκοι, ἐφαντάζοντο, ὅτι ἀπέκοπτον τὴν κεφαλὴν ὅλου τοῦ ἔθνους. Ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1821 ἤρχισεν ὡς ἐπανάστασις θρησκείας, οὐχὶ ὡς ἔθνους. Ἡ Ἑλλὰς ἐπερίμενε τὴν σωτηρίαν της τὸ κατ’ ἀρχὰς ἀπὸ τὴν θρησκείαν της, ὁ δὲ λαὸς πρὸ πάντων ἐνόμιζεν, ὅτι ὅλη ἡ ὀρθοδοξία ἤθελε συντρέξει πρὸς ἀπελευθέρωσίν του. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἢ εὐτυχῶς αἱ προσδοκίαι αὗται διεψεύσθησαν. Ἑπταετὴς αἱματηρὰ ἄνισος πάλη, ἐπισπάσασα τὸν θαυμασμὸν πάσης εὐγενοῦς ἐν τῷ κόσμῳ ὑπάρξεως, καὶ αἱ ἀναμνήσεις τοῦ μοναδικοῦ ἀγηράτου παρελθόντος της ἔσωσαν τὴν Ἑλλάδα. Ἐν παρόδῳ, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς διηγηθῶ μικρόν τι ἐπεισόδιον. Κατὰ τὴν ἑορτὴν τῆς εἰκοσιπενταετηρίδος τῆς βασιλείας τοῦ ἀοιδίμου Ὄθωνος ἠρχόμην εἰς Ἀθήνας· ἐντὸς τοῦ ἀτμοπλοίου, τοῦ φέροντος τοὺς ἀντιπροσώπους, οἵτινες ἤρχοντο νὰ συγχαρῶσι τὸν βασιλέα, ἐντὸς τοῦ ἀτμοπλοίου ἦτο σχεδὸν ὅλη ἡ ζῶσα ἱστορία τῆς συγχρόνου Ἑλλάδος· τότε ἤκουσα ἀπὸ ἕνα γέροντα στρατηγὸν μίαν μεγάλην ἀλήθειαν. Ὡμιλοῦμεν περὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς πατρίδος καὶ ἐλέγομεν ἕκαστος ποῖος τὴν ἠλευθέρωσεν. Αἴφνης παρουσιάζεται ἡ Ἀκρόπολις. Τότε ὁ στρατηγὸς Τσώκρης, ὑψώσας τὴν χεῖρα, ἐφώνησε μετ’ ἐνθουσιασμοῦ· «ἐκείναις ᾗ πέτραις μᾶς ἐλευθέρωσαν»· καὶ εἶπε τὴν μεγίστην τῶν ἀληθειῶν ὡς πρὸς τὸ κεφάλαιον τοῦτο. Ἡ Ἑλλὰς λοιπὸν ἤρχισε τὸν ἀγῶνα θρησκευτικῶς, καὶ οὗτος διεξεπεραιώθη διὰ τῆς ἀναμνήσεως μᾶλλον εἰς τὸ ἀρχαῖον κλέος. Τρεῖς λέξεις ἐπὶ τεμαχίου χάρτου, γραφεῖσαι ὑπὸ τοῦ Regent τῆς Ἀγγλίας εἰς τὸν ναύαρχον Κοδριγκτῶνα, to be down, ἐπεσφράγισαν διὰ τῆς ναυμαχίας τοῦ Ναυαρίνου τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς τῆς ἀρχαίας δόξης δὲν ἦτο βεβαίως ἡ Ἑλλὰς τοῦ χριστιανισμοῦ. Ἡ οὕτως ἀναγεννηθεῖσα καὶ εἰς συναίσθησιν ἑαυτῆς ἐλθοῦσα Ἑλλὰς δύο τινὰ ἐπεζήτησε, τὴν συνέχειαν παρ’ ἑαυτῇ τοῦ πολιτισμοῦ, τὸν ὁποῖον αὐτὴ ἡ ἰδία διὰ τοῦ Βησαρίωνος, Ἀργυροπούλου καὶ λοιπῶν λογίων μετέδωκεν εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ, ὅστις ἐξεπροσωπεῖτο ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ διὰ τοῦ Ἐθνάρχου Πατριάρχου. Ἡ βασιλικὴ παράδοσις διετηρήθη εἰς τὰ σπλάγχνα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ τῶν γνωστῶν διηγήσεων καὶ παραμυθίων, μυθιστορήματος ἐν πολλοῖς τερπνοτάτου τῆς δουλευούσης ἀγραμμάτου Ἑλλάδος. Ἡ δ’ Ἐκκλησία διετήρησε τὴν Βασιλικὴν παράδοσιν διὰ τῶν αἰώνων ἀπαραμείωτον ἐν τοῖς ἄσμασιν αὐτοῖς «Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου..... νίκας τοῖς Βασιλεῦσι»..... κτλ. Ἡ Βασιλεία ἄρα εἶναι ἀπόῤῥοια ἱστορικὴ, καὶ ὅσοι διατείνονται τὸ ἐναντίον δὲν ἀναχωροῦσιν εἰς τὰς σκέψεις των ἐκ τῆς πραγματικῆς καὶ ἱστορικῆς ἀληθείας. Ἔδειξε λοιπὸν ἡ Ἑλλὰς ὅτι ἐπεζήτησεν ἰδίαν ἐθνικὴν προσωπικότητα, καὶ ἐνῷ ἦτον εἰσέτι εἰς τοὺς ἡρωϊκοὺς της χρόνους, εἰσῆλθε διὰ μιᾶς εἰς τὸ στάδιον τοῦ πολιτισμοῦ.... Ἂς ἴδωμεν ἤδη τὰ ἄλλα ὀρθόδοξα ἔθνη εἰς ποίαν κατάστασιν διατελοῦσι· δὲν ἀγνοεῖτε δὲ, ὅτι καὶ ταῦτα ἔχουσι τὴν μεγάλην των ἰδέαν, στρέφοντα πάντοτε τὸ βλέμμα πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν, διότι τὴν Ἐκκλησίαν ἐθεώρουν ὡς ἀρχηγὸν, ἐπειδὴ καὶ ταῦτα ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς θρησκείας ἔζων. Ἡμεῖς, εἶπον, ὅτι μετέβημεν ἀπὸ τοὺς ἡρωικοὺς χρόνους, καθ’ οὓς ἤμεθα ἀκμαῖοι, εἰς τοὺς χρόνους τοῦ πολιτισμοῦ, εἰς τοὺς ὁποίους εἴμεθα νήπιοι. Τὸ ἅλμα ἦτο μέγα, ἀλλὰ καὶ λίαν ἐπικίνδυνον. Τὰ ἄλλα ὅμως χριστιανικὰ ἔθνη ἄλλην πορείαν ἠκολούθησαν, διότι οὔτε τὰς ἀναμνήσεις μας εἶχον, οὔτε ὁ Εὐρωπαϊκὸς πολιτισμὸς ὤφειλέ τι αὐτοῖς. Ἂς ἴδωμεν πρότερον τὸ Μαυροβούνιον. Συγγενικαὶ σχέσεις συνέδεσαν ἡμᾶς μετὰ τοῦ ἡγεμονικοῦ οἴκου καὶ τῶν συγγενῶν φύλων, καὶ διὰ τοῦτο δύναμαι μετά τινος ἀκριβείας νὰ λαλήσω περὶ αὐτῶν. Ὅταν εἶδον πρώτην πρώτην φορὰν τὸν πρίγκηπα του Μαυροβουνίου, τὸν δολοφονηθέντα Δανιὴλ, ἔθραυσε διὰ γιαταγανίου τὴν κεφαλὴν φιάλης καμπανίτου, ἵνα συμπίωμεν. Ἔφερε δὲ πανοπλίαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἀπέβαλεν οὐδὲ καθ’ ὕπνους. Ἡ συνοδεία αὐτοῦ συνέκειτο ἐκ 5 ὁπλαρχηγῶν, οἵτινες εἶναι καὶ γερουσιασταὶ, λαμβάνοντες καὶ μισθὸν 20 φιορινίων. Ἐκ τούτου βλέπει πᾶς τις ὁποία ἡ τραχύτης τῶν ἠθῶν παρ’ αὐτοῖς. Εἷς δ’ ἐγένετο γερουσιαστὴς, διότι, ὡς μοὶ εἶπεν, εἶχε καταστρέψει τρία ὁλόκληρα Τουρκικὰ χωρία. Παιδίον ὀκταετὲς ἔφερεν ἐπὶ τοῦ στήθους, ἕνεκεν τοῦ ἡρωϊσμοῦ του, παράσημον, διότι, ἐνῷ ἐπολιορκεῖτο ὑπὸ τῶν Τούρκων Μονή τις, ἐν ᾗ ὑπῆρχε τὸ λείψανον τοῦ προστάτου Ἁγίου Βασιλείου, ὑπεισῆλθε τετραποδητὶ λάθρα διὰ τῶν τουρκικῶν στρατευμάτων, ἔλαβεν ἐπ’ ὤμου τὸν Ἅγιον Βασίλειον, καὶ ἐξῆλθε τροχάδην καὶ ἐσώθη εἰς παρακείμενον δάσος, μεῖναν ἄσιτον ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας. Ὁ αὐτὸς Δανιὴλ μοὶ εἶπεν, ὅτι, διὰ θανατικῆς ποινῆς τιμωρῶν τὴν κλοπὴν, κατώρθωσε νὰ ἐξαλείψῃ αὐτήν. Θέλω διὰ τούτων νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἡμεῖς μὲν συνεχρωτίσθημεν μετὰ τοῦ πολιτισμοῦ, ἐκεῖνοι δὲ ἔμειναν εἰς τοὺς ἡρωϊκοὺς των χρόνους, βιοῦντες κατὰ τὰ πατριαρχικὰ ἔθιμα. Ἤδη ἐν ὀλίγοις καὶ περὶ Σερβίας. Ἡ ῥάβδος τοῦ ἡγεμόνος Μιλὸσχ ἦτο πέλεκυς· ὁ ἴδιος μοὶ διηγήθη, ὅτι ἡμέραν τινὰ ἐπαρουσιάσθησαν ἐνώπιόν του εἷς Σέρβος καὶ εἷς Ἕλλην· ὁ μὲν Σέρβος κατηγόρει τὸν Ἕλληνα, ὅτι αὐτὸς τὸν ἀπεκάλεσε βαρυκέφαλον, ὁ δὲ ἡγεμὼν πρὸς λύσιν τῆς ἔριδος διέταξε νὰ ἀποκοποῦν αἱ κεφαλαὶ ἀμφοτέρων καὶ ζυγισθῶσιν, ὅπως εὑρεθῇ ὁποία ἡ βαρυτέρα. Τότε δὲ γονυπετεῖς καὶ οἱ δύο ἐξιλέωσαν τὴν ὀργήν τοῦ ἡγεμόνος. Εἶναι δὲ πασίγνωστον, ὅτι τὸ Σερβικὸν ἔθνος τὴν πολεμικὴν αὐτοῦ ἀνατροφὴν συντηρεῖ, διότι καὶ μάχιμον εἶναι καὶ διατελεῖ εἰσέτι σχεδὸν εἰς τοὺς ἡρωϊκοὺς χρόνους τῆς ἱστορίας του, καὶ τοὺς πόρους του ἰδιαιτέρως ἀπεταμίευε μόνον διὰ πολεμικὰς ἀνάγκας. Περὶ τῶν Ῥωμούνων κρίνω περιττὸν νὰ ποιήσω λόγον, διότι ἀρκετὰ γνωρίζετε καὶ γνωστοὶ εἶναι οἱ λόγοι τῆς ἐξεγέρσεώς των. Περὶ δὲ τῶν Βουλγάρων δὲν παρατείνω τὸν λόγον, διότι εἶναι μὲν εἰσέτι ἀσύντακτος καὶ ἡμιβάρβαρος ἐθνικότης, ἀλλὰ περιέχει ἐν ἑαυτῇ μάχιμα στοιχεῖα. Ἡ κατάστασις λοιπὸν τῶν ἄλλων χριστιανικῶν λαῶν, πρὸ πάντων τῆς Σλαυϊκῆς ὁμοεθνίας, δὲν εἶναι ἡ αὐτὴ μὲ τὴν ἰδικήν μας, ὡς ἀνακριβῶς ἐλέχθη ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ἡμεῖς παρητήσαμεν τὴν ὁδὸν αὐτὴν καὶ ἐζητήσαμεν τὸν εὐρωπαϊκὸν πολιτισμόν. Ἀπὸ τῆς ἀποκαταστάσεως δὲ τοῦ ἔθνους δὲν ἐζητήσαμεν νὰ προαχθῶμεν διὰ τῶν ὅπλων, κρατοῦντες πάντοτε αὐτὰ ἀνὰ χεῖρας, ἀλλὰ διὰ τοῦ πολιτισμοῦ, τῶν φώτων καὶ τῆς ἡμερώσεως· ἤθελε τὸ ἔθνος νὰ ἔχῃ μίαν ἄγκυραν κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς ἀσφαλείας, ἵνα βαίνῃ εἰς τὸν προορισμόν του, καὶ διὰ τοῦτο ὅταν κατὰ τὸ 1848 ἡ Εὐρώπη κατείχετο ὑπὸ δημοκρατικῶν ἀρχῶν, οὐδεμία φωνὴ ἠκούσθη εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπὲρ τῆς δημοκρατίας. Διαρκούσης δὲ τῆς μεσοβασιλείας, μετὰ τὴν Ὀκτωβριανὴν μεταπολίτευσιν, ἡ Ἑλλὰς ὅλη μιᾷ φωνῇ, ἀνέκραζε «θέλομεν βασιλέα, βασιλέα, βασιλέα». Ὁ θεσμὸς λοιπὸν τῆς Βασιλείας εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖος καὶ πρέπει νὰ ᾖ σεβαστὸς παρ’ ἁπάντων, διότι ἀπὸ τῆς γνησίας ἐθνικῆς συνειδήσεως ἀποῤῥέει, καὶ τοῦτο καθ’ ἑκάστην ἡ ἐθνικὴ συνείδησις ἐπιμαρτυρεῖ. Ἀπὸ τοῦ 1862 δὲ μέχρι τῆς σήμερον τὰ γεγονότα μαρτυροῦσι τοῖς πᾶσιν, ὅτι πᾶν ἄλλο ἀπεδείξαμεν ἢ ὅτι προωδεύσαμεν εἰς ὡριμότητα πολιτικὴν, ἢ ὅτι σωφρόνως διεχειρίσθημεν τὸ ὅλον κυβερνητικὸν σύστημα. Δύνανται μέν τινες θεωρητικοὶ νόες νὰ ὀνειροπολῶσι συστήματα πολιτικὰ καὶ ἐν τῇ ἰδανικῇ σφαίρᾳ ἐφαρμόσιμα, ἀλλὰ τὰ πράγματα ὁσημέραι φωνάζουσιν, ὅτι καρκινοβατοῦμεν, διότι κακίστη διεύθυνσις ἐδόθη εἰς ὅλον τὸν πολιτικὸν ἡμῶν βίον. Φρονῶ λοιπὸν μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι πρέπει πάντοτε νὰ μένωσι σεβασταὶ αἱ προνομίαι τοῦ Στέμματος, καθὼς καὶ τὸ Στέμμα ὀφείλει νὰ σέβηται τὰ ἡμέτερα δικαιώματα. Κύριοι, μοὶ ἐπέρχεται κατὰ νοῦν νὰ εἴπω μίαν πικρὰν, ἀλλὰ μεγάλην ἀλήθειαν. Ἠξεύρετε διατί, ὡς ἔπρεπεν, ἡ Ἑλλὰς δὲν προοδεύει; Διότι τυραννεῖται. Ἔχω τὴν ἐναντίαν τῶν πολλῶν ἰδέαν, διατεινομένων, ὅτι ἔχομεν πολλὰς ἐλευθερίας· διατείνομαι, ὅτι κακῶς βαίνομεν, διότι οὐδεμίαν νόμιμον ἐλευθερίαν ἔχομεν. Ἡ τυραννία ἐφάνη κατ’ ἀρχὰς εἰσχωρήσασα εἰς τὸ παλάτι, ὡς ἐπὶ Σπόνεκ· ἕνεκα τῆς νεαρᾶς τοῦ Βασιλέως ἡλικίας, περιῆλθεν εἰς τὴν πανίσχυρον Βουλήν, εἰς τὰ δικαστήρια, εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς τὰς τάξεις ἐκείνας, ἐν αἷς θηρεύεται ἡ καταδολίευσις τοῦ νόμου, ὅστις καθίσταται οὕτως ἀνίσχυρος. Τρεῖς μάστιγας ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι· ἡ Ἑλλὰς μαστίζεται ἀπὸ αὐλοκόλακας, ἀπὸ λαοκόλακας, καὶ ἀπὸ ἀχαλίνωτον ἐφημεριδογραφίαν. «Εἰς πάντα νόμον εὐθύγλωσσος ἀνὴρ δεῖ τ’ ἀληθῆ προσφέρειν· καὶ ἐν τυραννίδι χὡπόταν ὁ λάβρος στρατὸς, χὡπόταν οἱ σοφοὶ τὴν πόλιν τηρέοντε.» Ἐπεθύμουν νὰ ἀκούω ἐνταῦθα τὴν ἀκόλουθον νόμιμον γλῶσσαν παρὰ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ ἄγαν ἐλευθεριαζόντων· «Βασιλεῦ, ἦλθε καιρὸς νὰ περιστοιχίζεσαι ἀπὸ τοὺς ἄνδρας τοὺς διαπρεπεστέρους τῆς Ἑλλάδος· ἦλθε τέλος ἡ κατάλληλος στιγμὴ νὰ περιοδεύῃς συνεχῶς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ἵνα μάθῃς τὴν ἀλήθειαν ἐκ τοῦ πλησίον. Ἐκεῖ ὑπάρχουσι πολλοὶ Λάζαροι Κουντουριῶται, ἀπὸ τοὺς ὁποίους θὰ ἀκούσῃς τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων περιήλθομεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀθλίαν κατάστασιν. Πρέπει νὰ τοὺς ζητήσῃς, καθ’ ὅσον παρ’ αὐτῶν θὰ μάθῃς τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας τῆς Ἑλλάδος, καὶ οὐχὶ παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀνεβοκατεβαίνουν τὰς κλίμακας τῶν Ἀνακτόρων Σου, τιμὰς καὶ ὑπουργήματα θηρεύοντες, πραγματικοὶ αὐλοκόλακες. Λαὲ, εἶσαι νήπιον εἰσέτι· σὲ κολακεύουν περισσότερον ἀπὸ πάντα ἄλλον οἱ λαοκόλακες, ἐπειδὴ σήμερον ἔχεις τὴν μεγαλειτέραν ἐξουσίαν· ἀπὸ σοῦ ἐκπορεύονται οἱ βουλευταὶ, δι’ ὧν σχηματίζονται τὰ ὑπουργεῖα· δεσπόζεις σὺ μόνος, καὶ διὰ τοῦτο ὑπάρχουσι πολλοὶ λαοκόλακες, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς ὁσημέραι αὐξάνει. Ἐγὼ δὲ ἀπεχθάνομαι πλεῖστον τοὺς τοιούτους λαοκόλακας, οἵτινες εἶναι καὶ ἐπίφοβοι καὶ ἐπιβλαβεῖς. Ὁ βασιλεὺς ἔχει μίαν πρόσκαιρον ζωὴν, εἶναι θνητὸς, ἀλλὰ τὸ ἔθνος δὲν ἀποθνήσκει, δὲν μεταβάλλεται. Ὅστις κολακεύει τὸν βασιλέα, κολακεύει ἕνα μόνον· ἀλλ’ ὅστις κολακεύει τὸν λαὸν, διαφθείρει ὁλόκληρον τὸ ἔθνος καὶ ἐπισκοτίζει τὴν συνείδησιν αὐτοῦ. Λαὲ, τὸ πολίτευμά σου εἶναι ξένον καὶ λογίων ἐπινόημα, ἀνώτερον τῆς ἡλικίας σου καὶ τῆς πολιτικῆς ἀγωγῆς σου· ἐὰν πραγματικῶς θέλῃς νὰ περιφρουρήσῃς τὰς ἐλευθερίας σου, ὀφείλεις σεβασμὸν πρὸς τὸν νόμον καὶ τὴν βασιλείαν, τὰ δύο παλλάδια τῶν ἐλευθεριῶν σου. Ἰδοὺ ἡ γλῶσσα τῆς ἀληθείας. (Εὖγε, εὖγε.) Μία ἐπίσης ἀπὸ τὰς μεγαλειτέρας μάστιγας τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἡ ἀχαλίνωτος ἐφημεριδογραφία. Ὀφείλω, κύριοι, νὰ ποιήσω ἔντιμον ἐξαίρεσιν τῶν σπουδαίων ὀργάνων τοῦ τύπου, τὰ ὁποῖα ἀληθῶς ὄχι μόνον ἀντιπροσωπεύουσι τὴν κοινὴν γνώμην, ἀλλὰ καὶ συντελοῦσιν εἰς μόρφωσιν αὐτῆς. Ἀλλὰ πλὴν τῶν ὀργάνων τούτων τοῦ τύπου εἶναι καὶ ἡ ἀχαλίνωτος, ὡς εἶπον, ἐφημεριδογραφία· αὕτη, ἀντὶ νὰ ἦναι ὁ ὁδηγὸς τοῦ λαοῦ καὶ φρουρὸς τῶν νόμων καὶ νὰ ἀντιπροσωπεύῃ τὴν κοινὴν γνώμην, δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο, εἰμὴ νὰ δίδῃ τὸ παράδειγμα τῆς παραβάσεως τῶν νόμων, προσβάλλουσα πᾶν θεῖον καὶ ἀνθρώπινον, διασύρουσα πᾶσαν ὑπόληψιν, ζημιοῦσα πολλάκις τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ ἀποβάλλουσα οὕτω τὸ ἠθικὸν γόητρον, ὅπερ νομίμως, ἐπὶ κοινῇ ὠφελείᾳ, ἔπρεπε νὰ ἐξασκῆται παρ’ αὐτῆς. Σχετικῶς πρὸς ταῦτα, σᾶς ἀναφέρω τὸ ἑξῆς. Πρό τινων ἐτῶν εὑρισκόμενος ἐν Ἰβραΐλᾳ καὶ παραπονούμενος μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ μου εἰς τὸν διοικητὴν διατὶ κακομεταχειρίζονται τοὺς Ἕλληνας, ἔμαθον κυρίως, ὅτι τοῦτο γίνεται ἕνεκα τῶν ὑβριστικῶν ἐκφράσεων τινῶν ἑλληνικῶν ἐφημερίδων κατὰ τῆς Ῥωμουνίας. Δυστυχῶς δ’ οἱ ἡμέτεροι πρόξενοι δὲν εἶναι πάντοτε καὶ οἱ κατάλληλοι ἄνθρωποι, ὅπως ἐπισύρωσι τὴν εὐμένειαν τῶν ξένων ἀρχῶν καὶ ὑπερασπίζωνται τοὺς ἕλληνας ὑπηκόους. Τὰ αὐτὰ παράπονα κατὰ τῶν ἑλληνικῶν ἐφημερίδων ἤκουσα ἐπαναλαμβανόμενα καὶ παρὰ πολλῶν προυχόντων τῆς Σερβίας. Δὲν ἀγνοεῖτε, φρονῶ, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ εὐφυΐα ἀνεδείχθη σχεδὸν δεσπόζουσα εἰς τὰ μεγάλα κέντρα τοῦ ἐμπορίου καὶ εἰς αὐτὰς τὰς ἑστίας τοῦ πολιτισμοῦ· εἶναι γίγας ἡ Ἑλλὰς τοῦ ἐξωτερικοῦ, συγκρινομένη πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν, διότι δὲν παραλύει τὰς ἐνεργείας της τὸ ἐνταῦθα ἐπικρατοῦν σύστημα. Σᾶς βεβαιῶ, κύριοι, ὅτι οἱ πλεῖστοι δὲν γνωρίζετε ὁποῖα συμφέροντα κέκληται νὰ προασπίζῃ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Γνωρίζω, κύριοι, πολλοὺς κατόχους πλοίων καὶ ἀτμοπλοίων καὶ θησαυρῶν ἀπείρων, ἄλλους πάλιν, ἔχοντας πλειοτέραν ἔκτασιν γῆς τῆς ἐκτάσεως τῆς ἰδίας αὐτῶν ἐπαρχίας ἐν Ἑλλάδι· ὁσάκις τις ἔλθῃ εἰς ὁμιλίαν μετ’ αὐτῶν, οὗτοι παραπονοῦνται σφοδρότατα κατὰ τῆς ἀχαλινώτου ἑλλ. ἐφημεριδογραφίας, ἥτις πολλάκις προβαίνει εἰς τὰ ἔσχατα ὅρια τῆς ἀκολασίας. Ἰδοὺ λοιπὸν αἱ τρεῖς μάστιγες τῆς Ἑλλάδος. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι πολλοὺς θὰ δυσαρεστήσω· ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ὅταν λαλῶμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν πρέπει ν’ ἀποκρύπτωμεν τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὴν λέγωμεν καὶ εἰς τὸν βασιλέα καὶ εἰς τὸν λαὸν καὶ εἰς ὅλους μετὰ ἴσης εὐθύτητος καὶ παῤῥησίας. Διὰ τοῦτο καὶ ἦλθον ἐνταῦθα, ἵνα ὑπηρετήσω κατὰ συνείδησιν τὴν πατρίδα μου. Ἡ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον συζήτησις ἔλαβεν εὐρυτάτας διαστάσεις, καὶ τοῦτο ἐξηγεῖται ὡς ἐκ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον ἐν Ἀνατολῇ, καὶ ἕκαστος ἀναζητεῖ τὰς αἰτίας, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἦτον ἀνέτοιμον τὸ ἔθνος ἡμῶν νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τοῦ ἐχθροῦ. Εἶπον, ὅτι τὸ ἔθνος ἤθελε νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν ὁδὸν τοῦ πολιτισμοῦ, καὶ ὄχι νὰ μένῃ εἰς τοὺς ἡρωϊκοὺς του χρόνους, ὡς οἱ λοιποὶ λαοί. Εἰς ὑποστήριξιν δὲ τῶν λόγων μου, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ κάμω μίαν μικρὰν παρέκβασιν, χάριν ἐκείνων, οἵτινες διατείνονται, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἦτον ἑτοίμη πανστρατιᾷ νὰ ἀποδυθῇ εἰς πόλεμον· οἱ τοιοῦτοι ἀπατῶνται, ἐὰν δὲν ψεύδωνται. Ἐγὼ ἤμην πάντοτε τῆς γνώμης, ὅτι ἡ Ἑλλὰς διὰ τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῶν ἐσωτερικῶν βελτιώσεων ἤθελε τάχιστα προαχθῆ, ὡς ἐκ τῶν ἄνωθεν ῥηθέντων προκύπτει. Ὁ πολιτισμὸς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ κανένα ἀντίπαλον μεταξὺ τῶν ξένων ἐθνῶν, διότι οὐδεὶς λαὸς, καὶ ὁ μᾶλλον ἐχθρικὸς διακείμενος ἡμῖν, δύναται νὰ θέσῃ φραγμὸν εἰς αὐτόν. Οὐχ ἧττον ὅμως, ὅταν ἔφθασε στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλοι ἐνόμιζον, ὅτι ἐγγίζει ἡ ὥρα τῆς ἐθνικῆς ἐνεργείας, ἐσχηματίσαμεν καὶ ἐν Ζακύνθῳ ἓν συλλαλητήριον, ἵνα συσκεφθῶμεν περὶ τῶν κοινῶν συμφερόντων καὶ προετοιμάσωμεν τὸν λαὸν διὰ τὴν περαιτέρω ἐνέργειαν τοῦ συλλαλητηρίου συμμετέσχον οἱ κ.κ. Δ. Σολωμὸς, Δημ. Ν. Λούντζης, οἱ ἀδελφοὶ Βοῦλτσοι, οἱ Λογοθέται, οἱ Κόκκινοι, ὁ Δ. Καλλίνικος, ὁ Γ. Βερύκιος, ὁ Δ. Ἕλληνας, ὁ Α. Στραβοπόδης καὶ οἱ διασημότεροι ἐν τῇ ἐπιστήμῃ καὶ τῷ ἐμπορίῳ, ἐν γένει ἄνθρωποι ἀνεξάρτητοι καὶ ἀνεπτυγμένοι· ὁ δὲ λαὸς ἀθρόος προσῆλθεν. Ἤρχισε κἄπως, μετὰ τὴν κήρυξιν τοῦ ῥωσσοτουρκικοῦ πολέμου, νὰ ἐνθουσιᾷ ὁ κόσμος· μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Πλεύνας ἠθελήσαμεν νὰ δοκιμάσωμεν εἰς ὁποῖον βαθμὸν θὰ ἠδύνατο νὰ φθάσῃ ὁ ἐνθουσιασμός. Κατ’ ἐκείνας τὰς ἡμέρας ὁ ἀδελφός μου Καῖσαρ, ταγματάρχης ἀπόστρατος τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν καὶ συνάδελφος τοῦ κ. ὑπουργοῦ τοῦ πολέμου, ἦλθε νὰ συσκεφθῶμεν ὡρίμως τί τὸ πρακτέον. Ἀφοῦ συνεζητήσαμεν, παρόντων καὶ τῶν δύο ἄλλων ἀδελφῶν, ἀπεφασίσαμεν νὰ σχηματισθῇ, ἐν ἰδίοις ἡμῶν καὶ ἄλλων τινῶν ἀναλώμασι, τάγμα ἐκ Ζακυνθίων, καὶ νὰ τεθῇ ὁ ἀδελφός μου ἐπὶ κεφαλῆς. Ὁ δὲ πρεσβύτερος ἀδελφὸς Νικόλαος, πρῴην ἀξιωματικὸς, ἦτο συνεννοημένος μετ’ ἄλλων ὑψηλῶν προσώπων δι’ ἄλλην διεύθυνσιν, ἐπὶ τῷ αὐτῷ σκοπῷ, οἱ δὲ λοιποὶ ἀδελφοὶ ἠθέλομεν μεταβῆ ὅπου ἡ τιμὴ τῆς πατρίδος ἤθελε μᾶς καλέσει. Μετέβημεν νὰ ἀναγγείλωμεν τοῦτο εἰς τὴν μακαρίτιδα προβεβηκυῖαν μητέρα ἡμῶν, ἵνα τὴν προετοιμάσωμεν. Ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω, ὅτι ἦτο ἀπογοητευμένη διὰ τὰ πάνδεινα, τὰ ὁποῖα ὑπέστη ἡ Ζάκυνθος εὐθὺς μετὰ τὴν ἕνωσιν· ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸν πατριωτισμὸν τῶν ἀρχαίων μας προγόνων, ἵνα μᾶς ἀπαντήσῃ ὡς ἑξῆς· «Ἤμην πλουσιωτέρα ἀπὸ σᾶς εἰς τὴν ἐπανάστασιν· εἰς μίαν δὲ στιγμήν, καθ’ ἣν δὲν ὑπῆρχον εἰς ἡμᾶς ἄλλα χρήματα, διὰ νὰ τὰ στείλωμεν εἰς Μεσολόγγιον, ἐξήγαγον τὰ βαρύτιμα ἀρτήματα τῶν ἐνωτίων μου καὶ τὰ προσέφερον εἰς τὸν βωμὸν τῆς πατρίδος. Ἀπὸ σᾶς ἐπερίμενον, ὅτι ἐν καιρῷ ἀνάγκης τῆς πατρίδος θὰ ἀναδειχθῆτε ἄξιοι τῶν πατέρων σας. Ἐξήλθομεν μὲ τὴν εὐχήν της ἀπὸ τοῦ θαλάμου της ἄφωνοι καὶ σύννοες, μὲ ἓν δάκρυ εἰς τὸ ὄμμα. Ἐστείλαμεν εἰς Ἀθήνας τὸν νεώτερόν μου ἀδελφόν, ὅστις ὡμίλησε μετὰ τῶν ἁρμοδίων σοβαρῶς, ὄχι μὲ λόγια, ἐζήτησεν ὅπλα ἐπὶ πληρωμῇ, ἀλλὰ τί εὗρεν ἐνταῦθα; Εὗρε τὸν ἐνθουσιασμόν, τὸν ὁποῖον ἐπερίμενεν; εὗρε πετσώματα καὶ παντοῦ λόγος περὶ τούτων ἐγίνετο. Ἐννοεῖτε λοιπόν, κύριοι, διατί ἠναγκάσθην νὰ περιαυτολογήσω κἄπως, διότι ὑπὸ τοιοῦτον τρόπον ἐνεργείας πετσωματικῆς, πᾶσα ἰδέα περὶ τακτικῆς πολεμικῆς ἐνεργείας ἔδει νὰ λησμονηθῇ καὶ τεθῇ κατὰ μέρος. Ἀλλ’ ἐὰν αὔριον ἐκραγῇ πόλεμος πραγματικός, τότε ὀφείλει πᾶσα πόλις Ἑλληνικὴ νὰ συνεισφέρῃ πρὸς συντήρησιν ἑνὸς Τάγματος, ἵνα οὕτως ἐνισχυθῇ ὁ στρατὸς καὶ ἀνακουφισθῇ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τότε βεβαίως δυνάμεθα νὰ κάμωμεν κἄτι τι, διότι καὶ κίνημα σοβαρὸν θὰ ἦναι καὶ ἀπὸ πᾶν ἐμπορικὸν κέντρον ὁμογενῶν βοήθεια δὲν θὰ λείψῃ. Ἤδη δὲ ὁποία πρέπει νὰ ἦναι ἡ ἐξωτερικὴ πολιτική; Ἄς ἴδωμεν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης πληρέστατα τὴν ἐντολήν του ἐν Βερολίνῳ ἐξεπλήρωσε· νομίζω δέ, ὅτι Κράτος μικρόν, ὡς τὸ ἡμέτερον, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ πολιτικὴν ἀνεξάρτητον καὶ ἰδίαν, ὡς τὰ μεγάλα. Τὰ Κράτη τὰ μεγάλα δύνανται μόνα νὰ ἔχωσιν ἰδίαν πολιτικὴν ἐπιβάλλουσαν· τὰ δὲ μικρὰ ὑποχρεοῦνται νὰ πολιτεύωνται κατὰ τὰ συμφέροντά των, μὴ ἀποῤῥίπτοντα τὰς συμβουλὰς τῶν μεγάλων. Ἡμεῖς δὲ πρέπει νὰ σεβώμεθα ὅλας τὰς μεγάλας Δυνάμεις, πρέπει δὲ νὰ ἔχουν οἱ ὑπουργοὶ τὴν δεξιότητα νὰ συμμορφώνωνται μὲ ἐκείνας τὰς Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν τὰ αὐτὰ μεθ’ ἡμῶν συμφέροντα. Ἡ δὲ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν θέλῃ νὰ ἔχῃ τοιαύτην, πρέπει νὰ ἦναι ἐσωτερική, προοδευτική, ἐκπολιτιστική· μετ’ αὐτῆς συνδέεται καὶ ἡ εὐημερία τῶν ἔξω Ἑλλήνων. Πρό τινων ἡμερῶν, συναντηθεὶς παρὰ τοῖς ἀξιοτίμοις κκ. Ζαΐμῃ καὶ Μαυροκορδάτῳ μετὰ τοῦ ἄγγλου βουλευτοῦ κ. Errington, ἠρωτήθην παρ’ αὐτοῦ εἰς ποίαν ἀπόχρωσιν κομματικὴν ἀνήκω. Ἠννόησα, ὅτι σκοπὸν εἶχε νὰ μὲ ἐρωτήσῃ περὶ τοῦ προγράμματος ἑνὸς ἑκάστου κόμματος, καὶ ὁποῖαι πολιτικαὶ δοξασίαι παρ’ ἡμῖν ἐπικρατοῦσιν. Ὅπως ἀποφύγω τοῦτο, ἐρωτήσατε, τῷ εἶπον, τὸν κ. Ζαΐμην, ὅστις εἶναι κομματάρχης, καὶ τὸν κ. Μαυροκορδάτον, διότι αὐτοὶ εἶναι εἰς κατάστασιν καλλίτερον νὰ σᾶς ἀπαντήσωσι, διότι ἐγώ, μὴ ἀνήκων εἰς κόμμα, ὑποστηρίζω διὰ τῶν ἀσθενῶν μου δυνάμεων τὸ ὑπουργεῖον, διότι οὕτω νομίζω, ὅτι ἐξυπηρετῶ μᾶλλον τὰ καθόλου συμφέροντα τῆς πατρίδος. Τί δ’ ἔστι κόμμα ἐν Ἑλλάδι; Ἐὰν ἠθέλομεν ἐρωτήσει τὸν πρῶτον κομματάρχην, ἡ ὡραιότερα ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἤθελε μᾶς δώσει, θὰ ἦτον ἡ εὐαγγελικὴ ἀπάντησις «ἐγὼ εἰμι τὸ κόμμα», διότι κόμμα εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Ὁποῖον θέλετε ἐρωτήσατε, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς εἴπῃ ὁποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ἑνὸς κόμματος καὶ τοῦ ἄλλου. Κύριοι, αἱ στιγμαὶ αὗται εἶναι πολὺ κρίσιμοι, καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι λυσιτελὲς νὰ συνδράμωμεν τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ὅπως διατελῇ ἰσχυρὰ καὶ μόνιμος μέχρι τῆς ἀποπερατώσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος. Ἐλπίζομεν, ὅτι ἡ ἔκρυθμος αὕτη κατάστασις δὲν θὰ παραταθῇ ἐπὶ μακρόν. Ἐὰν δ’ ἤθελε παρατείνεσθαι τοιαύτη κατάστασις, ἥτις ἀποβαίνει καὶ τοῦ πολέμου ἐπιζημιωτέρα, καὶ ταύτην ἤθελον ἀνέχεσθαι οἱ Εὐρωπαῖοι οἱ ὑποστηρίζοντες ἡμᾶς, ἵνα λάβωμεν μικρὰν λωρίδα γῆς, ἤθελον εἴπει εἰς τὴν πατρίδα «φοβοῦ τοὺς Δαναοὺς καὶ τοιαῦτα δῶρα φέροντας.» Καὶ εἰμὶ βέβαιος, ὅτι οὐδ’ αὐτοὶ οἱ δουλεύοντες ἀδελφοί, οἵτινες μεριμνῶσιν ἐπίσης περὶ ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς περὶ ἐκείνων, δὲν ἤθελον προτιμήσει, χάριν αὐτῆς τῆς λωρίδος τῆς γῆς, νὰ ἐξαντληθῇ αὐτὴ ἡ ἑστία τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
§74ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7 μ. μ.)