1878.10.04
1,605 rows · 13,299 words · 89 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 12
τῆς 4 Ὀκτωβρίου 1878.
(Τετάρτη).
Ὥρα 2 μ. μ.
Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου κατέχει ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Οἰκονόμου. Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Γεώργιος Κωνσταντίνου ἀναφέρει τηλεγραφικῶς, ὅτι ὁ ἔπαρχος Κρομύδας φατριαστικῶς ἐχαρακτήρισεν ἓν λιβάδιόν του ὡς κοινοτικὸν, καὶ ἐξαιτεῖται τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ ἀδικήματος. Ἡ ἀναφορὰ θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν.
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τῆς ἀπὸ 5)17 Ἀπριλίου τοῦ 1867 ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Αὐστρίας ἐπὶ ἕνα ἔτι μῆνα. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτόν.)
§4ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶ). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν Νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος, ἐκ δραχμῶν 13,474.
§5ΠΑΝΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀναχωρήσω, διότι τὴν προσεχῆ Δευτέραν ἐκλήθην ὡς μάρτυς ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου Ναυπλίου.
§6ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι· δὲν ἐπιτρέπεται εἰς κανένα ἄδεια. (Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν του ὁ Πρόεδρος κ. Σωτηρόπουλος.)
§7ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐθεώρησα ἀναγκαῖον, κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον μετὰ τὴν μακρὰν καὶ διήμερον συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου, διότι εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην ἀποδίδω ὄχι μόνον πολιτικὴν σημασίαν, ἀλλὰ πρὸ πάντων σημασίαν ὡς πρὸς τὴν μέλλουσαν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις προτίθεται νὰ ἀκολουθήσῃ καὶ ὡς πρὸς τὴν πορείαν τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ἀκολουθήσωμεν. Ἡ ἔκθεσις τῆς πολιτικῆς, ἣν διέγραψεν ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, προεκάλεσε τὴν προκειμένην συζήτησιν, ἥτις παρήγαγε δύο διαφορετικὰς ἰδέας. Καὶ ὅταν, κύριοι, συζητοῦνται αἱ ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποβλέπουσιν εἰς ἰδιαίτερα συμφέροντα, ὅταν συζητοῦνται ἰδέαι, αἵτινες δὲν ὑπηρετοῦσι κομματικοὺς σκοποὺς, ἀλλ’ ἐκ τῆς συζητήσεως αὐτῶν πρόκειται νὰ ἐπιζητηθῇ τὸ μέγιστον ἐθνικὸν συμφέρον, καθῆκον ἑκάστου εἶναι νὰ συνεισφέρῃ τὴν ἀσθενῆ συνδρομήν του, νὰ ἐκθέσῃ τὴν ἀτομικὴν γνώμην του, καὶ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῆς μεγάλης ταύτης περιστάσεως καλεῖται νὰ δώσῃ. Ὡς ἠκούσατε, κύριοι, οὐδένα χαρακτῆρα ἄλλον φέρει ἡ προκειμένη συζήτησις, οὐδεὶς ἦλθε νὰ κατηγορήσῃ κατὰ τὴν προκειμένην στιγμὴν, οὐδεὶς ἦλθε νὰ διεκδικήσῃ κομματικὰ πάθη· οἱ πάντες ἤλθομεν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ ὡρισμένων γεγονότων, καὶ μετὰ ψυχρὰν συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν νὰ διαγραφῇ τὸ μέτρον, ἡ πορεία, τὴν ὁποίαν ἡ πολιτεία, τὸ ἔθνος, ὀφείλει νὰ ἀκολουθήσῃ. Ἡ διαφορὰ τῶν ἰδεῶν δὲν ἔχει τίποτε, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προκαλέσῃ πάλην μεταξὺ τῶν διαφωνούντων, δὲν ἔχει νὰ προκαλέσῃ εἰμὴ συζήτησιν, ἥτις ν’ ἀπολήξῃ εἰς ἀποτέλεσμα ὡρισμένον, ὑπὲρ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ σκοποῦ, ὑπὲρ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἀποφάσεως, διαγραφούσης τὴν θέλησιν τοῦ Ἔθνους περὶ τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προταθέντων μέτρων. Τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος, συνερχόμενον μετὰ τὰς ἀποφάσεις τοῦ ἐν Βερολίνῳ Συνεδρίου, ἀπὸν καθ’ ὅλην τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὸ Συνέδριον συνεδρίαζε, διατελεῖ ἐν ἀγνοίᾳ ὅλων τῶν διατρεξάντων κατὰ τὴν δίοδον τοῦ Συνεδρίου, μὴ γνωρίζον τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἠκολούθησε, μὴ γνωρίζον τὰς συμβουλὰς καὶ τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν· ἀγνοοῦν δὲ ἐντελῶς τὴν μέλλουσαν πολιτικὴν πορείαν, ἣν αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις μᾶς διέγραψαν, ἀναγκάζεται νὰ εὕρῃ συμπεράσματα ἐκ τῶν διαφόρων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐδημοσιεύθησαν, ἀπὸ μόνα δὲ ταῦτα εἶναι τολμηρὸν νὰ προβῇ εἰς ἀποφάσεις. Ἐὰν εἴχομεν δημοσιευμένα ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατέχει ἡ Κυβέρνησις· ἐὰν ἐγνωρίζομεν τὰς ἐντυπώσεις τῆς ἐπισκέψεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔκαμεν εἰς τὰς διαφόρους αὐλὰς μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συνεδρίου· ἐὰν ἐγνωρίζομεν ποῖον κῦρος ἔδωκαν αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις, αἱ ἀποφανθεῖσαι περὶ τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ 13 πρωτοκόλλῳ· ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν ποῖον εἶναι τὸ κῦρος τῆς ἀποφάσεως τοῦ 21 ἄρθρου τῆς συνθήκης, δὲν θὰ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ καταγείνωμεν εἰς διάφορα συμπεράσματα, διατελοῦντες ἀείποτε ἐν τῷ σκότει, καὶ δὲν θὰ ἠναγκαζόμεθα σήμερον νὰ συζητῶμεν, προσπαθοῦντες δι’ ὑποθέσεων καὶ συμπερασμάτων νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἐξαγόμενον, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἀπέχει τῆς ἀκριβείας. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι ἡ δημοσίευσις διαφόρων διπλωματικῶν ἐξηγήσεων ἠδύνατο νὰ βλάψῃ τὸ ἐκκρεμὲς εἰσέτι ζήτημα, ὤφειλε νὰ προκαλέσῃ μυστικὴν συνεδρίασιν, διότι, ἐὰν ὑποθέσητε ὅτι τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον δι’ οἱονδήποτε λόγον ὑποχωρεῖ, οἱ διάδοχοι αὐτοῦ, οἵτινες πρέπει νὰ γνωρίζωσιν ὅλας τὰς πληροφορίας καὶ τὰς συμβουλὰς, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν κατὰ τὴν μακρὰν περιοδείαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, θέλουσιν εὑρεθῆ ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ, διότι ἔγγραφα περὶ τούτου δὲν ὑπάρχουν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι τὰ πάντα προφορικῶς διεξήχθησαν, καὶ ἡμεῖς τὰ ἀγνοοῦμεν, διατελοῦσι δὲ ἰδιοκτησία τῆς Κυβερνήσεως. Κατ’ ἐμὲ, ἂς μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἶναι μία ἔλλειψις τῆς Κυβερνήσεως ἡ τοιαύτη μεγάλη καὶ ἐντελὴς μυστικότης.
§8Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν παρατήρησιν; Ἐξ ἑκάστης πρωτευούσης εἰς τὴν ἄλλην μεταβαίνων, ἀπέστελλον ἡμερολόγιον ἀκριβὲς εἰς τὸν ἀναπληρωτὴν καὶ διευθύνοντα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν· τὸ δὲ ἀρχεῖον τοῦ ὑπουργείου περιλαμβάνει ὅλα ταῦτα.
§9ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν μέρος τοῦ ἀρχείου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἔγγραφα ἀνήκοντα εἰς τὴν ἐχεμυθίαν μόνης τῆς Κυβερνήσεως;
§10ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Ἐν ὅσῳ εἶναι ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα, ὄχι.
§11ΡΙΚΑΚΗΣ. Πολὺ καλά· αὐτὰ λοιπὸν ὅλα θὰ μένωσι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ θὰ χρησιμεύσουν βέβαια ὡς ὑπογραμμὸς ἐκείνων, οἵτινες τυχὸν θέλουσι διαδεχθῆ τὴν κυβέρνησιν. Τὸ ζήτημα, κύριοι, τῆς παρελθούσης πολιτικῆς καθαρῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνεπτύχθη, καί, κατ’ ἐμέ, ἰδίως περιστρέφεται εἰς ἓν μέγα γεγονός, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς ἔθεσεν ὑπὸ ἀμφιβολίαν, εἰς ἓν μέγα γεγονός, περὶ τοῦ ὁποίου πάντες σχεδὸν οἱ λαλήσαντες ἀμφιβάλλουσι, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἐθεωρήθη ἀπὸ τοῦδε φέρον τὸ κῦρος καὶ τὴν ἐπισημότητα τετελεσμένου γεγονότος. Καὶ ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι, ὅπως τὸ 13 πρωτόκολλον τοῦ ἐν Βερολίνῳ Συνεδρίου εἶναι συντεταγμένον, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀπόφασις διατάττουσα τὴν ἄμεσον ἐκτέλεσιν καὶ δίδουσα δικαίωμα, εἰς τὰ μέρη, περὶ ὧν προεῖδε, νὰ ἐκτελέσωσιν ἰδίᾳ δυνάμει τὴν ἀπόφασιν ταύτην. Ἀλλὰ συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς ἐκθέσω τὰς σκέψεις, ἀπὸ τὰς ὁποίας οἱ ἀμφιβάλλοντες ἀναχωροῦσι, καὶ διὰ τὰς ὁποίας νομίζω ὅτι δυνάμεθα μετὰ θάῤῥους νὰ θεωρήσωμεν ὑποχρεωμένην τὴν Εὐρώπην ἀπέναντι ἡμῶν διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τούτου, τὸ ὁποῖον αὐτὴ διετύπωσε· καὶ δὲν πιστεύω νὰ δυνάμεθα δικαιολογημένως νὰ ἀμφιβάλλωμεν, ὅτι αἱ μεγάλαι Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ἀπεφάσισαν οὕτω περὶ Ἑλλάδος, ἐγκατέλειψαν τὴν ἀπόφασίν των ἐκείνην, καὶ θὰ μᾶς φέρουν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἔλθωμεν εἰς χεῖρας μὲ τὴν Τουρκίαν, διὰ νὰ λάβωμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οἴκοθεν αὗται καὶ αὐτοπροαιρέτως ἠθέλησαν νὰ μᾶς παραχωρήσουν. Τὸ λέγω δὲ τοῦτο, διὰ νὰ ἀντιτάξω τὴν πολιτικήν μου πρὸς τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἐξέθεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι, ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι μετὰ μεγάλης πιθανότητας δὲν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν παρέστησεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τότε νομίζω, ὅτι τὰ ἔκτακτα μέτρα, αἱ σπουδαῖαι θυσίαι, ἃς ζητεῖ, εἰσὶ πρόωροι καὶ ἀδικαιολόγητοι. Ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐδημοσιεύθησαν ἐν ταῖς ξέναις Βίβλοις, ἐμάθομεν, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς Ἑλλάδος ἤρχισε νὰ κινῆται πολὺ πρὸ τοῦ Συνεδρίου, ὅτι πρώτη δύναμις, ἥτις ἔλαβε τὴν πρωτοβουλίαν, ἦτο ἡ Ἀγγλία, ὅτι ἡ Ἀγγλία καὶ πρὸς τὴν Ἑλλάδα ὑπεσχέθη, καὶ πρὸς τὰς ἄλλας μεγάλας δυνάμεις παρέστησε τὴν ἀνάγκην, ὅτι, ὅπως κανονισθῇ ὁριστικῶς τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα μετὰ τὴν συνθήκην τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, δὲν πρέπει νὰ παραμεληθῶσι καὶ τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ περὶ αὐτῶν πρέπει νὰ ληφθῇ ὁπωσδήποτε πρόνοια. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος ἡ Ἀγγλία οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔλαβε περὶ ἐδαφικῆς παραχωρήσεως, ἀλλ’ ὁσάκις ἠρωτήθη, ἀπήντησεν· Ὑπόσχομαι μὲν νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἑλλάδος, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ δώσω οὐδεμίαν ὑπόσχεσιν, ὅτι τὸ Συνέδριον θέλει ἀποφασίσει περὶ ἐδαφικῆς παραχωρήσεως. Ἡ Ἀγγλία πρώτη ἀνεδέχθη νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου, καὶ ὅστις ἀναγνώσῃ τὴν πρότασιν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἀγγλίας, θέλει ἰδεῖ ὑπὸ ποῖον μέγαν καὶ ἐκτεταμένον κύκλον ἀπῄτησε νὰ προσδιορισθῇ ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ Εὐρωπαϊκῷ Συνεδρίῳ. Πρῶτος ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Γαλλίας ἐθεώρησεν ὑπερβολικὴν τὴν πρότασιν τῆς Ἀγγλίας’ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Γαλλίας, καί τοι ἐμφορούμενοι τῶν αὐτῶν φιλελληνικῶν αἰσθημάτων, δὲν γνωρίζω διὰ ποίους λόγους, ἐνέκριναν νὰ ἀντιταχθῶσι κατὰ τῆς ἐκτάσεως, τὴν ὁποίαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἀγγλίας ἔδωσαν εἰς τὴν πρότασιν ἐκείνην, καὶ ἐζήτησαν νὰ περιορισθῇ εἰς μόνας τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας. Τὸ ζήτημα, κύριοι, τὸ ἑλληνικὸν, καθὼς ἐκ τῶν δημοσιευθέντων ἐγγράφων ἐμάθομεν, ἐθεωρήθη ἓν τῶν σπουδαίων ζητημάτων τοῦ Συνεδρίου. Τὸ ζήτημα τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος ἀπησχόλησε σπουδαίως τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν μεγάλων Δυνάμεων. Τὸ Συνέδριον ἀνέβαλε τὴν ἐτυμηγορίαν του, ἐδέησε νὰ προηγηθῶσι προκαταρκτικαὶ συνεννοήσεις, νὰ ἐγερθῶσι προκαταρκτικὰ ζητήματα, καὶ ἐπὶ τέλους ταῦτα πάντα ν’ ἀπολήξωσιν εἰς την πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὁ Γάλλος πληρεξούσιος διετύπωσε. Βεβαίως πᾶς τις δικαιοῦται νὰ ἐρωτήσῃ, διὰ ποῖον ἆράγε λόγον ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις, ἡ ὁποία πρώτη εἰσήγαγε τὸ ζήτημα τῆς Ἑλλάδος, διατὶ ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις, ἡ ὁποία πρώτη ἀνέλαβε νὰ εἰσαγάγῃ τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα εἰς τὸ Συνέδριον, διατί ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐθεώρησεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει δικαίωμα νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τῆς Μακεδονίας, τῆς Θρᾴκης καὶ τῆς Κρήτης, διατὶ μεταβαλοῦσα σκέψεις καὶ ἰδέας ἀπεμακρύνθη ἀπὸ τὸ ἀρχικὸν σημεῖον της, ὥστε καὶ εἰς αὐτὴν ἀκόμη τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἡ Γαλλία διετύπωσε περὶ τῆς ῥυθμίσεως τῶν ὁρίων μας, δὲν ἔδειξεν ἰδιαιτέραν εὐμένειαν. Αὐταὶ εἶναι ἀπορίαι, ἃς ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξηγήσωμεν, εἶναι κενὰ, τὰ ὁποῖα οὔτε ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, παρευρεθεὶς ἐν Βερολίνῳ, δύναται νὰ ἀναπληρώσῃ· ἑπομένως, χωρὶς νὰ ἀσχολώμεθα εἰς τὴν ἐξήγησιν τῶν ἀποριῶν ἐκείνων, εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν κενῶν ἐκείνων, ἂς ἀκολουθήσωμεν τὴν πορείαν τῆς διεξαγωγῆς τοῦ ζητήματος, καὶ ἂς κρίνωμεν ἐὰν ἡ ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου ἐκείνου, ἡ πρὸς τὴν Τουρκίαν πρόσκλησις εἶναι πρᾶξις, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει ν’ ἀποδοθῇ σπουδαῖος χαρακτὴρ καὶ θέλησις πρὸς πραγματοποίησιν καὶ ἐκτέλεσίν της. Ὅταν ἐλύθη τὸ ζήτημα ὁριστικῶς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θέλει παρακαθήσει εἰς τὸ Συνέδριον διὰ νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν, ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας γράφει πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι μένει ἐκρεμὲς τὸ ζήτημα τῆς Μακεδονίας καὶ Κρήτης, διότι τὸ ἔγγραφον τῆς 17 Ἰουνίου λέγει «καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς μὴ ὁμόρους ἐπαρχίας, οἷαι ἡ Μακεδονία, ἡ Κρήτη, τὸ Συνέδριον θέλει ἑκάστοτε ἀποφασίζει, ἐὰν θὰ προσκληθῇ ἡ Ἑλλάς». Παρατηρεῖτε ὅτι, καὶ ἀφοῦ ἀπεφασίσθη ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου ὅτι μόνον ὑπὲρ τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν θέλει δοθῆ θέσις εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας ἐξακολουθεῖ νὰ θεωρῇ ὡς προκειμένην τὴν συζήτησιν περὶ τῆς Κρήτης καὶ τῆς Μακεδονίας. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἡ ἐπελθοῦσα ἀπόφασις τῆς 23 Ἰουνίου μετέτρεψε τὸ ζήτημα. Δὲν αἰτιῶμαι, οὔτε θεωρῶ ἀνίκανον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι δὲν ἠδυνήθη νὰ προλάβῃ τὸ τοιοῦτον θλιβερὸν ἀποτέλεσμα· διότι δὲν ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ν’ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς θελήσεως καὶ ἀποφάσεως τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἰσχυρῶν καὶ μεγάλων ἐκείνων δυνάμεων· μᾶς ὡμολόγησεν ὅτι διετέλει ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τῶν διατρεχόντων, καὶ τὸ πιστεύω· δὲν δύναμαι δὲ νὰ ἀπαιτήσω ἀπὸ τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος, ὅστις πρώτην φορὰν μετέβαινεν εἰς τὸ Συνέδριον, καὶ εὑρίσκετο ἀπέναντι προσώπων, μὲ τὰ ὁποῖα οὐδεὶς δεσμὸς τὸν συνέδεε, παρὰ τῶν ὁποίων οὐδὲν δικαίωμα εἶχε ν’ ἀπαιτήσῃ ἰδιαιτέραν ἐμπιστοσύνην, νὰ διασχίζῃ τὸν πέπλον τῆς μυστικότητος, μὲ τὸν ὁποῖον περιεβάλλοντο αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συνεδρίου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶς Ἐξωτερικῶν, ἐννοῶν, ὅτι δὲν δύναται νὰ εὑρεθῇ εἰς ἡμιεπισήμου, σχέσεις μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν δυνάμεων, καὶ ὅτι ἡ θέσις του πρὸς τούτοις ἦτο ἐντὸς στενοῦ κύκλου περιωρισμένη, ἐζήτησε τὴν ἀρωγὴν τῶν πρέσβεων τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι πρὸ χρόνων διαμένοντες ἐν ταῖς ἐπικρατείαις ἐκείναις, ἠδύναντο καὶ ὤφειλον νὰ εὑρίσκωνται ἐν στενοτάταις μετὰ τῶν ὑπουργῶν σχέσεσιν· ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ ὁ ἐν Βερολίνῳ Πρέσβυς καὶ ὁ ἐν Πετρουπόλει καὶ ὁ ἐν Ἀγγλίᾳ συνηθροίσθησαν εἰς τὸ Βερολῖνον. Καὶ μολαταῦτα ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος μᾶς ἐξωμολογήθη τὴν δυσχερῆ θέσιν, εἰς ἣν εὑρέθη διατελῶν ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τῶν γενομένων καὶ μὴ δυνάμενος νὰ γνωρίζῃ τί ἐπρόκειτο νὰ προταθῇ, ὅπως προλάβῃ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἐπισυμβῶσι· δὲν ἠδύνατο βεβαίως νὰ προλάβῃ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συνεδρίου, ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ προλάβῃ ἓν ἄλλο δυστύχημα ὅπερ συνέβη. Τὴν 23 Ἰουνίου, ὅπως ἠκούσατε, μετὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἄρθρου 15 τῆς συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου ἀπεφασίσθη ὁριστικῶς καὶ ἡ τύχη τῆς Κρήτης, μετὰ δὲ τὴν 23 δὲν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ πλέον λόγος περὶ αὐτῆς· μετὰ τὴν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ Συνεδρίου ὁ πρόξενος τῆς Ἀγγλίας ἐν Κρήτῃ μετέβη εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τοὺς πληρεξουσίους νὰ δώσωσι πληρεξουσιότητα εἰς τὴν ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ὅπως διαπραγματευθῇ μετὰ τῆς Πύλης περὶ βελτιώσεως ἢ αὐτοδιοικήσεως τῆς Κρήτης· ὅπως γνωρίζετε, ἡ Συνέλευσις ἀπέκρουσε τὴν πρότασιν, ἀπαντήσασα ὅτι τὰ δικαιώματα τῶν κατοίκων Χριστιανῶν ἀνέθηκεν εἰς τὸ Συνέδριον. Διατί ἡ Συνέλευσις προέβη εἰς τοῦτο; διότι ἦτο ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τῶν ἀποφασισθέντων. Ἐὰν ὅμως ἡ Συνέλευσις ἐγνώριζε τότε ὅτι τὸ Συνέδριον εἶχεν ἤδη ἐκδώσει καταδικαστικὴν κατὰ τῆς ἀτυχοῦς ἐκείνης νήσου ἐτυμηγορίαν, δὲν ἤθελεν ἀποκρούσει τὴν γενομένην προσφοράν, καὶ δὲν ἤθελε διέρχεσθαι σήμερον ἡμέρας ἀγωνίας ὁ ἡρωϊκὸς ἐκεῖνος λαὸς, οὐδὲ ἤθελεν ἐπαπειλεῖσθαι μὲ νέας συμφορὰς καὶ νέας καταστροφάς· ὥστε δικαίως δύναμαι νὰ παραπονῶμαι κατ’ ἐκείνων, οἵτινες ἠδύναντο ἴσως νὰ προλάβουν τὸ κακὸν τοῦτο, καὶ δὲν τὸ ἔπραξαν. Οἱ κληθέντες νὰ μεριμνήσωσιν ἐν Βερολίνῳ περὶ τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων εἶχον τὸ καθῆκον νὰ μανθάνωσι τοὐλάχιστον, ὅσα οἱ ἀνταποκριταὶ τῶν ἐφημερίδων καὶ οἱ πράκτορες τῶν τηλεγραφικῶν ἑταιριῶν κατώρθωσαν νὰ γνωρίζωσι. Τὸ Συνέδριον, κύριοι, ἐν τῷ 13 πρωτοκόλλῳ παραδεχθὲν τὰς παρατηρήσεις τοῦ Ἄγγλου Πρωθυπουργοῦ, ἀνεγνώρισεν ὅτι τὰ ὅρια τὰ Ἑλληνικὰ εἶναι κίνδυνος ἅμα καὶ συμφορὰ διά τε τὴν Τουρκίαν καὶ τὴν Ἑλλάδα, καὶ τούτου ἕνεκα διέγραψε τὸν τρόπον τῆς τακτοποιήσεώς των· ἑπομένως ἐν τῷ συμφέροντι τῆς Εὐρωπαϊκῆς εἰρήνης ἔκειτο νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς τακτοποιήσεως ταύτης, ἥτις ὑπηρέτει συγχρόνως τὸ συμφέρον ἀμφοτέρων τῶν Ἐπικρατειῶν. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ ὄλεθρος καὶ καταστροφὴ, ἐνόμισαν ὅτι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ διαγράψωσι τὰ ὅρια, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύναντο νὰ ἐξασφαλίσωσιν ἐν τῷ μέλλοντι τὴν εἰρηνικὴν συμβίωσιν τῶν δύο τούτων ὁμόρων Ἀνατολικῶν λαῶν, ἡ δὲ ἀπόφασις αὕτη τὴν ὁποίαν ἐξέφεραν, τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον διέγραψαν, δὲν ἦτο ἁπλῆ γνώμη ὁμοίου πρὸς ὅμοιον, ἀλλὰ πρόσκλησις ὁλοκλήρου τῆς Εὐρώπης πρὸς δύναμιν, τῆς ὁποίας ἡ ἐπιμονὴ δύναται νὰ προκαλέσῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον τὴν διατάραξιν τῆς Εὐρωπαϊκῆς εἰρήνης. Καὶ ὅταν ἡ Εὐρώπη εἶχε τοιαύτας ἀρχὰς, ὅταν ἡ Εὐρώπη, ἀπὸ τοιοῦτον πνεῦμα κινουμένη, προβαίνῃ εἰς ἓν τοιοῦτον διάβημα, θὰ παραδεχθῶμεν ὅτι τὸ ἔκαμε μόνον διὰ νὰ προσφέρῃ φιλικὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα; θὰ παραδεχθῶμεν ὅτι, ἀφοῦ μετὰ τοσούτου ζήλου ἐθεράπευσε τοιαύτην Εὐρωπαϊκὴν ἀνάγκην, θέλει ἐγκαταλείψει τὸ ἔργον της καὶ θέλει μᾶς ὠθήσει εἰς ἐκεῖνο, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὅλαι της αἱ προσπάθειαι ἔτειναν νὰ μᾶς ἀποτρέψωσι; Μετεχειρίσθη ὅλα τὰ μέσα, ὅλας τὰς ὑποσχέσεις, ὅπως μᾶς ἀποτρέψῃ ἀπὸ πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, καὶ θέλετε μετὰ τὸ ἐν Βερολίνῳ Συνέδριον νὰ μᾶς ἀφήσῃ ἐκτεθειμένους, καὶ ὑποχρεωμένους μάλιστα ὑπὸ τοῦ αἰσθήματος τῆς τιμῆς νὰ προβῶμεν εἰς τὸν πόλεμον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον διὰ τοσούτων προσπαθειῶν κατώρθωσε νὰ ἀποσοβήσῃ; Ἐὰν τοιαύτη σπουδαιότης ἀποδοθῇ εἰς τὰς ἐπισήμους ὑποσχέσεις, ἐὰν θεωρηθῇ ὅτι τὸ Συνέδριον ἠθέλησε νὰ παίξῃ μὲ τὴν τύχην τῆς μικρᾶς καὶ ἀδυνάτου Ἑλλάδος, δὲν μένει ἄλλο εἰμὴ νὰ καταρασθῶμεν τὴν τύχην μας. Μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἐν Βερολίνῳ Συνεδρίου μακρὰ συζήτησις ἠγέρθη ἐν τῷ κοινοβουλίῳ τῆς Ἀγγλίας, καὶ ὁ πρῶτος ἀντιπρόσωπος τοῦ μεγάλου ἐκείνου Κράτους, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, εἶπεν: «ἡ Ἑλλὰς ἀπήλαυσε διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου ἐδαφικὴν αὔξησιν μείζονα τῆς ἀπονεμηθείσης εἰς πᾶν ἄλλο τῶν Κρατῶν, ἅτινα προσέφερον αἷμα καὶ χρυσόν». Ἀπολαμβάνει διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου· ἡ ἔκφρασις αὕτη, ἡ διαβεβαίωσις, τὴν ὁποίαν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως δίδει πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἀγγλικοῦ ἔθνους, τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον προέταξεν, ἵνα ἀποκρούσῃ τὴν ὁποίαν τῷ ἀπέδιδον μομφὴν, ὅτι δὲν ἐμερίμνησε περὶ τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος εἶναι σαφὲς, καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα δυνάμει τῆς διαβεβαιώσεως ταύτης νὰ πιστεύω, ὅτι ὄχι ἡ Ἑλλὰς διὰ τῶν ὅπλων, ἀλλ’ ἡ Εὐρώπη θέλει ἐκτελέσει τὴν ἰδίαν ἀπόφασιν. Ἡ Εὐρώπη δὲν δύναται ἢ νὰ σεβασθῇ τὸ ἔργον της ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αὐτὴ ἐθεώρησεν ἀπαραίτητον πρὸς στερέωσιν τῆς εἰρήνης ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ νὰ τὸ θέσῃ ὡς ὑποχρεωτικὴν διάταξιν δι’ ἀμφότερα τὰ Κράτη (θόρυβος). Τί εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὸ Κοινοβούλιον; «Ἡ γραμμὴ, τὴν ὁποίαν τὸ Συνέδριον διεχάραξεν, εἶναι γραμμὴ, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς πρὸ τοῦ Συνεδρίου εἰς τὴν Τουρκίαν ἐσυστήσαμεν καὶ ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαίαν πρὸς διόρθωσιν τῶν Ἑλληνοτουρκικῶν συνόρων. Καὶ πρὸ τοῦ Συνεδρίου εὑρισκόμεθα εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ πιστεύωμεν ὅτι ἡ Πύλη, καὶ ἄνευ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συνεδρίου, ἤθελεν ὑποχωρήσει εἰς τὴν ἡμετέραν σύστασιν». Λοιπὸν, κύριοι, ἀπέναντι πάντων τούτων, διατὶ νὰ θεωρήσωμεν ὡς ἀμφίβολον, ὡς μὴ ἔχουσαν ἀξίαν, τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν αἱ μεγάλαι δυνάμεις τῆς Εὐρώπης διετύπωσαν, καὶ ζητοῦμεν διὰ τῶν ἰδίων μέσων νὰ ἀναλάβωμεν ἀγῶνα, τοῦ ὁποίου, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, δὲν δυνάμεθα νὰ προἴδωμεν τὰς συνεπείας καὶ τὰ ἀποτελέσματα; καὶ ἀντὶ νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι νέαι σκέψεις πρέπει νὰ κανονίσωσιν εἰς τὸ μέλλον τὰς ἰδέας καὶ τὴν πολιτικήν μας, ὅτι πρέπει νὰ λησμονήσωμεν τὸ παρελθὸν καὶ νὰ ἐμβλέψωμεν εἰς τὸ μέλλον, βλέπετε ὅτι εὑρισκόμεθα τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1878 εἰς οἵαν θέσιν εὑρισκόμεθα τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1877. Ἐν ὅσῳ ὁ Ῥωσσοτουρκικὸς πόλεμος ἦτο ἐκκρεμὴς, ἐν ὅσῳ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ πολέμου τούτου ἦτο ἀβέβαιον, καὶ ἡ τύχη τῆς Ἀνατολῆς ἄγνωστος, ἐν ὅσῳ τὸ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον ἐπαπειλεῖτο ἀπὸ τὴν ὑπερίσχυσιν τοῦ Σλαβικοῦ, ὠφείλαμεν νὰ ἐξαντλήσωμεν ὅλα τὰ μέσα καὶ νὰ μεταχειρισθῶμεν δυνάμεις ἀνωτέρας ἡμῶν, ἵνα δυνηθῶμεν ἐν καιρῷ ἀνάγκης νὰ ἀντιταχθῶμεν κατὰ τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ μᾶς ἀπειλήσῃ, καὶ νὰ διεκδικήσωμεν τὰ δικαιώματά μας· ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν τὰ τῆς Ἀνατολῆς ἐκανονίσθησαν, καὶ ἐτέθησαν ὅρια ἀνυπέρβλητα μεταξὺ τῶν διαμαχομένων μερῶν, καθ’ ἣν στιγμὴν διεγράφησαν τὰ σύνορα μιᾶς ἑκάστης τῶν ἀνατολικῶν φυλῶν, ἡ Ἑλλὰς, ἡ ὁποία ἀπέκτησεν ἓν μικρὸν δικαίωμα κατὰ τὴν διαχάραξιν καὶ διευθέτησιν ταύτην, πρέπει, πρὶν διεκδικήσῃ διὰ τῶν διαγεγραμμένων μέσων τὰ δικαιώματα αὐτῆς, πρὶν ζητήσῃ τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἀποφασισθέντων, νὰ ἀρχίσῃ νὰ ἑτοιμάζηται εἰς πόλεμον, νὰ ἀρχίσῃ νέας προπαρασκευὰς καὶ δαπάνας; Δὲν ἔχετε χρήματα, ἑτοιμάζετε νέον χαρτονόμισμα, εἰδοποιεῖτε τὸν κόσμον, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἐπὶ ποδὸς, ὅτι οἱ ἔφεδροι οἱ μὴ προσκληθέντες μέχρι τοῦδε πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς ἐργασίας των καὶ νὰ ἔλθωσι νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὰ ὅπλα, διατί; διότι πιθανὸν νὰ μὴ ἐκτελέσῃ ἡ Εὐρώπη ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη. Καταστραφεῖτε ἀπὸ σήμερον, καταστρέψατε τὰ ὑλικὰ συμφέροντα, δημόσια καὶ ἰδιωτικὰ, ἐγκαταλείψατε πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν, ἐγκαταλείψατε τὰς τακτικὰς προπαρασκευὰς καὶ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία εἶναι μεγίστη πασῶν ἀπέναντι μιᾶς πιθανῆς ἀνάγκης, εἰς τὴν ὁποίαν ἠδυνάμεθα νὰ ἀντιταχθῶμεν δι’ ἑτέρου τρόπου κανονικωτέρου, τακτικωτέρου, σωφρονεστέρου, καὶ ἀναμένετε τὶ αἱ ὑποτιθέμεναι μέλλουσαι περιστάσεις δύνανται νὰ παρουσιάσωσιν. Ἀπὸ τὸ σημεῖον τοῦτο ἀναχωρεῖ ἡ νέα πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως· δὲν θεωρῶ, λέγει, ἐξησφαλισμένον τὸ δικαίωμά μου διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ Συνεδρίου, δὲν ἔχω βεβαιότητα, ὅτι τὸ 24 ἄρθρον τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου μὲ ἐξασφαλίζει, ἀμφιβάλλω ἂν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπεφασίσθη, θὰ μοὶ παραχωρηθῇ, καὶ πρέπει νὰ ἑτοιμασθῶ· καὶ ἂν διὰ μίαν στιγμὴν θεωρήσητε, ὅτι ἡ συνθήκη δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἰσχὺν, ἂν θεωρήσητε ὅτι δὲν ἔχει οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν διὰ τὰς δυνάμεις, καὶ ὅτι αὗται δὲν θέλουσιν μεταχειρισθῆ τὴν ἠθικὴν δύναμίν των πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῆς, νομίζετε, ὅτι αἱ ἐνέργειαι αἱ ἰδικαί σας εἶναι ἱκαναὶ νὰ φθάσωσιν εἰς ἀποτέλεσμα; Πρὶν ἡ Εὐρώπη ἐξαντλήσῃ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐπεφύλαξεν εἰς ἑαυτὴν, πρὶν ἢ σᾶς ἀπαντήσῃ ὅτι ἀπέχει ἀπὸ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης, πῶς σεῖς θὰ δείξητε ὅτι διακινδυνεύετε τὴν γενικὴν εἰρήνην τῆς Εὐρώπης, προετοιμάζοντες νέας σκηνὰς κατὰ τὴν Ἀνατολήν; καὶ νομίζετε ὅτι οὕτω προκαλεῖτε τὴν συμπάθειαν καὶ τὴν μέριμναν τῶν δυνάμεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι πιστεύω ὅτι ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν Ἑλλάδα; Ἀλλὰ, κύριοι, νομίζετε ὅτι εἴμεθα εἰς κατάστασιν σήμερον νὰ προετοιμασθῶμεν εἰς ἐνδεχόμενον πόλεμον; Πᾶν κράτος, καὶ τὸ μεγαλείτερον τοῦ κόσμου, πρὶν ἢ σκεφθῇ περὶ τοιαύτης μεγάλης ἀποφάσεως, θὰ στρέψῃ νὰ ἴδῃ πρὸ πάντων τὴν οἰκονομικήν του κατάστασιν, θὰ ἀνοίξῃ τὰ δημόσια ταμεῖα νὰ ἴδῃ τὸ χρυσὸν, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐναποτεθειμένον, καὶ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν καθ’ ἣν στιγμὴν κηρύξῃ τὸν πόλεμον, θὰ στρέψῃ νὰ ἴδῃ ἂν τὰ οἰκονομικά του μέσα τῷ ἐπιτρέπουσι νὰ ἐπιχειρήσῃ ἀγῶνα, μετὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ ὁποίου πᾶσα πίστις, πᾶσα χρηματικὴ προμήθεια δὲν δύναται παρὰ νὰ θεωρηθῇ σταματισμένη· θέλετε νὰ στρέψωμεν νὰ ἴδωμεν τὴν κατάστασίν μας αὐτήν; Ζωηρὰ εἰκὼν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεώς μας εἶναι αἱ συμβάσεις, τὰς ὁποίας ὑπεβάλετε, διὰ νὰ ζήσητε τρεῖ, μῆνας μέχρι τέλους Δεκεμβρίου, οὐχὶ πολεμοῦντες, ἀλλὰ διατηροῦντες τοὺς στρατιώτας ὑπὸ τὰς σκηνὰς καὶ τὰς καλύβας. Θέλομεν νὰ μᾶς ἐπιτρέψητε νὰ λάβωμεν δώδεκα ἑκατομμύρια, λέγουσιν, ἀπὸ τὰς τραπέζας εἰς χαρτί, καὶ ἵνα τὰ δώσωσιν αἱ τράπεζαι, ἀπαιτοῦσι νὰ ἐκδώσωσιν ἄλλα δώδεκα ἑκατομμύρια χαρτονόμισμα διὰ τὸν ἑαυτόν των. Οὐχὶ ἔθνη, ἀλλ’ ἕνας ἰδιώτης, ἐὰν παρουσιάζετο καὶ σᾶς ἔλεγεν ὅτι εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν κατάστασιν καὶ σᾶς ζητεῖ τὰ μέσα νὰ κάμῃ ἐπιχειρήσεις, τί θὰ ἐλέγετε;
§12ΖΩΧΙΟΣ. Ὅτι τὰ ἔχει χαμένα.
§13ΡΙΚΑΚΗΣ. Πρὶν λοιπὸν τολμήσητε νὰ θέσητε τὸ ὅπλον εἰς τοὺς ὤμους τοῦ στρατιώτου, βλέπετε ὅτι ἔχετε ἀνάγκην νὰ δανεισθῆτε οὐχὶ μεταλλικὸν, ἀλλὰ χαρτὶ, διακινδυνεύοντες τὴν πίστιν τοῦ ἔθνους. Καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ χαρτονόμισμα ἔχει ἐκπεσμὸν 15%, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ κοινωνικὴ πίστις κλονίζεται, αἱ ἰδιωτικαὶ περιουσίαι διατρέχουσι σπουδαίαν ἐλάττωσιν καὶ σπουδαῖον κίνδυνον, αἱ δὲ συναλλαγαὶ σχεδὸν ἐσταμάτησαν, ἔρχεσθε ἐν τῷ μέσῳ καὶ μᾶς λέγετε ἐπὶ ἐνδεχομένῃ ὑποθέσει, ὅτι θέλετε ἄλλα 35 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θέλουσι διευκολύνει εἰς τὰς τραπέζας τὴν ἔκδοσιν τοῦ χαρτονομίσματος ὄχι τῶν 35 τούτων ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ καὶ ἄλλων 35 κατὰ τὸ ὁποῖον παρεδέχθητε σύστημα, καὶ οὕτω τὸ χαρτονόμισμα θὰ φθάσῃ εἰς 170 ἑκατομμύρια· ἀλλὰ δὲν ἀντέχομεν πλέον· πρέπει σπουδαίως νὰ σκεφθῆτε περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, ἂν δὲν σκέπτεσθε περὶ ἄλλου τινός. Εὕρομεν ἤδη τὸν τρόπον νὰ δανειζώμεθα εὐκόλως. Ὁ ἀοίδιμος Κωλέττης ἐδανείσθη ἄλλοτε ἓν ἑκατομμύριον, καὶ τὸ μιλιούνι ἐκεῖνο κατέστη ἱστορικὸν, ἀλλ’ ἤδη εὑρήκατε τὴν Τράπεζαν μετὰ τῆς ὁποίας συμβιβάζεσθε εὐκόλως, διότι ἐκείνη μὲν τὰ μερίσματα αὐξάνει, καὶ αἱ μετοχαὶ ὑπερτιμῶνται καθημέραν, σεῖς δὲ διευκολύνετε ἀπόνως τὴν χρηματικὴν σπατάλην. Εἶσθε εἰς κατάστασιν νὰ ἐπιχειρήσητε πόλεμον; δείξατέ μας τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα δύνασθε νὰ διαθέσητε· δείξατέ μας πόθεν θὰ πληρώσητε τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα θὰ συνομολογήσητε, διότι οὐδεὶς εὖ φρονῶν δανείζεται, χωρὶς νὰ ὑπολογίζῃ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του. Φέρετε νόμον περὶ δανείου, χωρὶς νὰ φέρητε καὶ νόμον προσδιορίζοντα τοὺς πόρους, διὰ τῶν ὁποίων θὰ πληρώσητε τὰ δάνεια ταῦτα. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, ὅλα αὐτὰ τὰ μέτρα εὑρίσκονται εἰς ἀντίφασιν μὲ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Σᾶς ἀναγγέλλομεν, εἶπεν, εὐχαρίστως ὅτι συνωμολογήσαμεν 50,000,000 ἐξωτερικὸν δάνειον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἄρωμεν τὴν μάστιγα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· καὶ ὅταν ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, τί γίνονται αἱ συμβάσεις; Διὰ τῶν 50,000,000 θὰ πληρώσητε τὰ προηγούμενα χρέη, καὶ θὰ μείνῃ ἓν μικρὸν ποσὸν, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐξισώσητε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ θὰ δαπανήσητε εἰς τὴν τακτικὴν ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ καὶ ναυτικοῦ, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὸ μέλλον· τὰ χάρτινα ὅμως ἑκατομμύρια δὲν δύνανται νὰ συνυπάρξωσιν, εἶναι δὲ φοβερὰ ἀντίφασις μεταξὺ τοῦ ἐξωτερικοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀναγγέλλετε, καὶ τῶν συμβάσεων, τὰς ὁποίας μᾶς ὑποβάλλετε. Ἀλλὰ θέλουσι καὶ θυσίας προσωπικὰς, καὶ διὰ νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον αἱ ζητούμεναι νέαι θυσίαι συμβιβάζονται μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου τῆς ἐφεδρείας, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς ἐκθέσω ἐν ὀλίγοις τὰς ἀρχὰς, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐστηρίχθη. Ὄτε κατὰ πρῶτον ἐγεννήθη ἡ ἰδέα τῆς ἐφεδρείας, τί μᾶς εἶπον; «Δυστυχῶς μέχρι σήμερον ἡ ἀπογραφὴ δὲν ἐγένετο τακτικῶς, ὁ νόμος περὶ ἐφεδρείας δὲν ἐξετελέσθη δεόντως, καὶ εὑρισκόμεθα ἄνευ ἐφεδρείας τακτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐδικαιούμεθα νὰ ἔχωμεν πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ στρατοῦ.» Πρὸς ἀναπλήρωσιν τῆς ἐλλείψεως ταύτης ἐζητήσατε νὰ ψηφίσωμεν νόμον ἔκτακτον, ἔχοντα ἰσχὺν ἑξάμηνον, ἵνα προγυμνάσητε 20,000 ἄνδρας, δυναμένους νὰ προσκληθῶσιν εἰς τὰ ὅπλα ἐν περιπτώσει ἀνάγκης. Ἡμεῖς ἔχοντες τότε ὑπ’ ὄψιν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, τὰς μεγάλας περιστάσεις, τὰς ὁποίας ἡ Ἀνατολὴ διέτρεχε, καὶ εἰς τὰς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ, ἀπεφασίσαμεν νὰ ψηφίσωμεν ἕνα νόμον, ἄνευ ἀντικαταστάσεως, ἄνευ ἐξαιρέσεων, ἄνευ οὐδενὸς ἄλλου μέσου προνοοῦντος καὶ προλαμβάνοντος τὰ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ συμβῶσιν εἰς τὴν κοινωνίαν, τὸν ἐδώσαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τῇ εἴπομεν νὰ φροντίσῃ νὰ κάμῃ χρῆσιν ἀνάλογον τῶν περιστάσεων. Ἐπῆρε τὸν νόμον ἐκεῖνον, καὶ ἐκ τῶν 20,000 ἐφέδρων παρουσιάσθησαν 14,000, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐξεγυμνάσθησαν, ἐξακολουθοῦντες νὰ μένωσιν 15 ἤδη μῆνας ὑπὸ τὰ ὅπλα· ἐν ᾧ δὲ ὁ μεταγενέστερος νόμος τῆς 7 Δεκεμβρίου ἔλεγεν, ὅτι ὑφισταμένης ἀνάγκης, ἠδύναντο διὰ Β. Διατάγματος νὰ μείνωσι καὶ πλέον τῶν ἕξ μηνῶν, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας προεκαλέσατε τὸ Βασ. τοῦτο Διάταγμα, χωρὶς νὰ ὑφίσταται οὐδεμία ἀνάγκη· ἀλλὰ διατὶ, κύριοι Ὑπουργοὶ, δὲν ὡρίζατε ἐν τῷ νόμῳ τὴν ἀπόλυτον παράτασιν τῆς ἑξαμήνου προθεσμίας; ὥστε παρατηρεῖτε ὅτι οἱ ἔφεδροι κρατοῦνται ὑπὸ τὰ ὅπλα ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.
§14ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐξεδόθη τὸ διάταγμα ἀπὸ τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον. Μὴ κατηγορεῖτε ἡμᾶς.
§15ΡΙΚΑΚΗΣ. Μοῦ εἶναι ἀδιάφορον· τὸ διάταγμα ἐξεδόθη ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὸν νόμον.
§16ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κάμετε ὅμως διάκρισιν, διότι ῥίπτετε ὅλα τὰ βάρη ἐφ’ ἡμῶν.
§17ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἠθικοῦ προσώπου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ διὰ τί ἐπιμένετε νὰ κρατῆτε ἐκείνους τοὺς ὁποίους δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ κρατῆτε, ἀφοῦ παρῆλθεν ἡ ἑξάμηνος προθεσμία, καὶ ἀφοῦ ὁ ἀριθμὸς, ὁ ὁποῖος προσῆλθε, ἐγυμνάσθη, ἀφοῦ ἡ ἀνάγκη, διὰ τὴν ὁποίαν προεκλήθη ὁ νόμος, δὲν ὑφίσταται, ποῖος ὁ λόγος νὰ καλέσητε τὴν τρίτην σειράν; Λέγετε ὅτι ἐν περιπτώσει ἀνάγκης θὰ αὐξήσητε τὸν στρατὸν εἰς 35 χιλιάδας· τὸ παραδέχομαι, ἀλλ’ ἐνῷ προσδιορίζετε 18 χιλιάδας διὰ τὸ 1879, δὲν ἔχετε ἀνάγκην ἄλλων ἐκτάκτων ἐφέδρων, διότι μὲ 4 χιλιάδας τακτικῶν ἐφέδρων καὶ 14 χιλιάδας ἐκτάκτων, οὓς ἤδη ἐγυμνάσατε, συμπληροῦται ὁ ἀριθμὸς τῶν 36 χιλιάδων στρατοῦ. Πέμψατε λοιπὸν τοὺς ἐφέδρους εἰς τὰς ἑστίας των, ὅπως τοὺς ἀναζητήσητε εἰς πρώτην ἀνάγκην· πρὸς τί σήμερον νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς νέας δαπάνας καὶ θυσίας; Ὄτε ὁ πόλεμος ἐθέριζε τὴν Ἀνατολὴν, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὁλοκλήρου, σᾶς ἐδώσαμεν ὅλα τὰ ἔκτακτα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐζητήσατε. Ὁ πόλεμος ἤδη ὅμως ἐτελείωσεν ὁριστικῶς, ἐκανόνισε τὴν θέσιν καὶ τὰ δικαιώματα μιᾶς ἑκάστης τῶν φυλῶν· οἱ Ἕλληνες λοιπὸν ὀφείλουν ν’ ἀρχίσωσι νὰ σκέπτωνται περὶ τοῦ μέλλοντος, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ὁ ἀνατολικὸς πόλεμος τοῖς προητοίμασεν. Ἐὰν δὲ καταστρέψωμεν τὰ οἰκονομικά μας μέσα ἀπὸ τοῦδε, ἐὰν ἀπογοητεύσωμεν τοὺς πολίτας δι’ ὑπηρεσίας ἀκαταλλήλου καὶ ἀκαίρου, ἐὰν ἐξαντλήσωμεν τοὺς διαφόρους πόρους τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας διὰ μέτρων ἀκαταλλήλων καὶ ἀκαίρων, θὰ συμβῇ, ὅταν ἔλθῃ ἡ προσδοκωμένη στιγμὴ, νὰ μὴ ἔχωμεν οὔτε χρήματα, οὔτε πίστιν, οὔτε ἄνδρας. Νομίζω λοιπὸν ὅτι, σχετικῶς πρὸς τὸν σκοπὸν τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων, ἀντίκεινται ταῦτα εἰς τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τοῦ τόπου, εἰς τὸν σκοπὸν, πρὸς τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν ν’ ἀποβλέπωμεν, εἰς τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ἀκολουθῶμεν, καὶ εἰς τὸν κανονικὸν ὀργανισμὸν τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ διαγράψωμεν. Οὐδεμία ἄλλη σκέψις σήμερον πρέπει νὰ διευθύνῃ τὰς ἀποφάσεις μας· τὸ ζήτημα εἶνε συγκεκριμένον· ἐπ’ αὐτοῦ ἕκαστος ἂς σχηματίσῃ πεποίθησιν, καὶ κατ’ αὐτὸ ἂς κανονίσῃ τὴν πολιτείαν του· ἤθελον δὲ καταδικάσει καὶ ἤθελον καταρασθῆ πρῶτον ἐμαυτὸν, ἐὰν ἐπὶ τοιούτων μεγάλων καὶ ἐθνικῶν ζητημάτων ἤθελε παρασυρθῆ ἡ ψῆφός μου ὑφ’ οἱασδήποτε πλαγίας σκέψεως.
§18ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Κύριοι, πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἀπὸ τριῶν ἡμερῶν ἀπασχολοῦντος ἡμᾶς θέματος, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκκαθαρίσω μικρόν τινα προσωπικὸν λογαριασμὸν, ὃν ἔχω μετὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀπαντῶν προχθὲς εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν, ἀπεκάλεσεν ἐπανειλημμένως λίβελλον φυλλάδιόν τι εἰς τοῦ ὁποίου τὴν σύνταξιν καυχῶμαι ὅτι καὶ ἐγὼ μετέχω (θόρυβος). Τοσοῦτο δὲ μᾶλλον θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ἀπαντήσω εἰς τοῦτο, διότι ὁ φίλος, μεθ’ οὗ συνειργάσθην, δὲν ἔχει τὴν τιμὴν νὰ παρακάθηται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἤκουσα τὴν βαρεῖαν μομφὴν καὶ τὴν ἐπωνυμίαν, ἣν ἀπέδωκεν εἰς τὸ φυλλάδιον τοῦτο, καὶ ἐξήτασα ἐν ἐμαυτῷ, ἂν ἐγενόμην τοιούτου ἀδικήματος πρὸς αὐτὸν πρόξενος καὶ ἂν μετεχειρίσθην ἀληθῶς λιβελλογραφίαν, ὅπως ὑπερασπίσω τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος μου. Ὁλόκληρον τὴν νύκτα ἐνησχολήθην, ἵνα ἀναγνώσω καὶ ἐπαναγνώσω τὸ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον βασανισθὲν τοῦτο φυλλάδιον· ὁμολογῶ δὲ ὅτι περὶ τὸ τέλος τῶν ἐπανειλημμένων τούτων ἀγώνων, οὐδὲν ἄλλο κατώρθωσα νὰ ἴδω εἰμὴ ὅτι ἦτο πιστὴ ἐξεικόνισις τῶν πράξεων τῆς κυβερνήσεως. (θόρυβος).
§19ΛΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ σᾶς. (θόρυβος).
§20ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἀλλ’ ἐνῷ ἔφθασα εἰς τὸ πέρας τῶν σκέψεων τούτων καὶ ἐσυλλογιζόμην ὅτι ἠδικήθην, ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν μου ὅτι ἀληθῶς ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ λίβελλος τὸ τεῦχος τοῦτο, καὶ ἦτο ἀληθῶς λίβελλος, ἀλλ’ οὐχὶ κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν· λίβελλος κατὰ τῆς λογικῆς, τῆς γλώσσης, τῆς καλῆς πίστεως, τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Ἑλλάδος, διότι περιεῖχεν ἐν αὑτῷ αὐτὰ τὰ ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Κύριοι, ἐπὶ πολὺ ἐδίστασα ἂν ὤφειλον καὶ ἐγὼ νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἀπασχολοῦντος ἡμᾶς θέματος. Τὸ μέγεθος τῶν συμφερόντων, περὶ ὧν πρόκειται νὰ κρίνωμεν καὶ περὶ ὧν πρόκειται ν’ ἀποφασίσωμεν, τὸ ὕψος ἑπομένως τῆς ἀποστολῆς ἣν εἶχον οἱ μέλλοντες νὰ πραγματευθῶσι τὰ ζητήματα ταῦτα, μὲ ἀπεθάῤῥυνε, καὶ ἐφρόνουν ὅτι τοῦτο ἀνήκει εἰς τοὺς λογάδας τῆς Βουλῆς, οἵτινες καὶ τὴν πεῖραν καί τὴν εὐγλωττίαν καὶ τὰς γνώσεις πλείονας ἐμοῦ ἔχουσι, καὶ οἱ λόγοι αὐτῶν μεῖζον κῦρος. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἡ Βουλὴ εὑρέθη μέχρι τοῦδε εἰς ἀταξίαν τοῦ ζητήματος θέσιν. Μετὰ τὴν λῆξιν τῆς κρίσεως, ἥτις μετέβαλε τὴν κατάστασιν τῆς Ἀνατολῆς, δὲν εἶδον τὴν Βουλὴν μεταρσιουμένην εἰς τὸ ὕψος τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὰ ὁποῖα διεκινδύνευσαν καὶ τὰ ὁποῖα καιρίως ἐβλάβησαν, εἰς τὸ ὕψος ὅπερ ἐπεθύμουν, ὅπως ἐξετάσῃ καὶ ἀνεύρῃ τὰ αἴτια τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι ἡ ἁπλῆ τῶν ἀποτελεσμάτων ἐπιφάνεια δίδει αὐτὴ μόνη πιστὴν εἰκόνα τῶν γεγενημένων· εἶναι ἀνάγκη ἀναδρομῆς εἰς τὸ παρελθὸν, ἀκριβεστέρας καὶ λεπτομερεστέρας ἐρεύνης ὅλων τῶν μέχρι τοῦδε πεπραγμένων. Ἀλλ’ ὅπως κρίνωμεν τὴν πολιτικὴν, ἥτις κατὰ τὴν ἀπουσίαν ἡμῶν διηύθυνε τὴν Ἑλλάδα, ἔχομεν ἀνάγκην δεδομένων· ταῦτα δὲ εἶναι διττῆς φύσεως, τὰ μὲν ἀποδεικνύοντα τὸν χαρακτῆρα αὐτῆς τῆς κυβερνήσεως, τοὺς λόγους οἵτινες προὐκάλεσαν τὴν ἔλευσιν αὐτῆς καὶ τοὺς λόγους οἵτινες προὐκάλεσαν τὴν προκάτοχον νὰ παραιτηθῇ, τὰ δὲ εἰκονίζοντα ἐν λεπτομερείᾳ ὅλας τὰς πράξεις αὐτῆς καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ ἑξαμήνου. Καὶ τοῦ μὲν πρώτου ἡ κυβέρνησις μέχρι τοῦδε, καί τοι πολλάκις προκληθεῖσα νὰ δώσῃ λόγον, ἀπέφυγε, τοῦ δὲ δευτέρου ἀφῆκε τὴν φροντίδα εἰς ἄλλους νὰ τὴν ἀναπληρώσωσι διὰ τῆς δημοσιεύσεως μέρους μόνον τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὰ ὑπὸ συζήτησιν σήμερον ἀντικείμενα. Ἀλλ’ ὅπως εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀναλάβω τὴν δημοσίευσιν ἐν τῷ φυλλαδίῳ ἐκείνῳ, τῷ ὑβρισθέντι, τῶν ἐγγράφων, ὧν ἐνόμιζον ὅτι πρόχειρον ἀνάγκην εἶχεν ἡ Βουλὴ πρὸς σχηματισμὸν τῶν πεποιθήσεών της, οὕτω θ’ ἀποφασίσω σήμερον ν’ ἀρχίσω τὴν ἀποκάλυψιν τῶν λόγων τῆς παραιτήσεως τῆς προκατόχου κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐλεύσεως τῆς σημερινῆς· προκαλῶ δὲ τοὺς ἁρμοδίους, εἴτε νὰ μὲ διαψεύσωσιν, ἐὰν δύνανται, εἴτε νὰ συμπληρώσωσι τὰ κενὰ, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιαῦτα. Μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Πλεύνης ὑπουργικὰ συμβούλια εἶχον συγκροτηθῆ καὶ ἐσυζητοῦντο ἐν αὐτοῖς τί τὸ πρακτέον καὶ τίνα τὰ ληπτέα μέτρα. Ἡ κυβέρνησις ἐκείνη, ἥτις πολλάκις ἐχαρακτηρίσθη ὡς διχογνωμοῦσα καὶ εἰς διαίρεσιν εὑρισκομένη, περὶ τῶν ὑψίστων συμφερόντων τῆς πατρίδος μίαν εἶχε γνώμην, καὶ πάντες περὶ ταύτης ἦσαν σύμφωνοι, ἡ γνώμη δὲ αὕτη ἦτο, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ πολεμήσῃ τακτικῶς. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰδέας ταύτης τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον ἐκεῖνο ἠθέλησε ν’ ἀναλάβῃ ὁλόκληρον τὴν διεύθυνσιν καὶ τῶν ἐξωτερικῶν καὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων μὴ ἐπιτρέπον οὐδόλως εἰς οὐδένα οἱανδήποτε ἀνάμιξιν. Ἐνῷ ἡ ἐπανειλημμένη αὕτη ἀπόφασις ἐλήφθη ὑπὸ τοῦ τότε ὑπουργικοῦ συμβουλίου, στρατιωτικαὶ κινήσεις καὶ συγκεντρώσεις διετάχθησαν καὶ ἤρχισαν νὰ ἐκτελῶνται ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου. Ἡ κυβέρνησις ἐκείνη, σχηματισθεῖσα διὰ τῆς θελήσεως ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους, εἶχε καὶ τὴν δύναμιν καὶ ὤφειλε νὰ ἔχῃ καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν νὰ ἐμμένῃ εἰς τὰς ἰδέας της καὶ μόνη αὕτη νὰ ἔχῃ τὴν διοίκησιν τοῦ κράτους. Συνῆλθε λοιπὸν καὶ δεύτερον ὑπουργικὸν συμβούλιον, ὅπως σκεφθῇ περὶ τῶν παρὰ τὴν θέλησίν του ἐκρύθμων τούτων ἐνεργειῶν, ἅμα ὡς αὗται περιῆλθον εἰς γνῶσίν του. Ἀνεκοινώθησαν δ’ ἐν αὐτῷ καὶ οἱ σκοποὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων αἱ στρατιωτικαὶ αὗται κινήσεις ἐγένοντο.
§21ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε, μὲ συγχωρεῖτε;
§22ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Μάλιστα.
§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ δώσω περισσοτέρας ἐξηγήσεις ἐγὼ, διότι βεβαίως, διὰ νὰ πράξω τοῦτο, πρέπει νὰ ἔχω τὴν συγκατάθεσιν τῶν συναδέλφων μου· ῥητῶς ὅμως καὶ ὡρισμένως λέγω, ὅτι ὅ,τι ὁ κ. Βαλέττας τώρα λέγει δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ὅ,τι ἐνεργήθη, ἐνεργήθη, προηγουμένης ἀποφάσεως τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου· περισσότερον δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω τώρα.
§24ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Κύριοι, καὶ μετὰ τὴν ἐπίσημον καὶ ἔντονον διαμαρτύρησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐπιμένω εἰς ὅσα εἶπον, ὡς καὶ περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ὅσα εἶπον· περὶ δὲ τῆς ἀκριβείας καὶ τῆς ἀληθείας τούτων δὲν ἔχομεν ἀνάγκην λόγων, διότι ὑπάρχουσιν ἔγγραφα. Συνῆλθε λοιπὸν καὶ πάλιν τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, προκληθὲν ἕνεκα τῶν ἐκρύθμων τούτων ἐνεργειῶν· ἐπανέλαβε πάλιν ἣν εἶχε γνώμην περὶ τοῦ πρακτέου, διετύπωσε ταύτην ἐπισήμως, ἐν πρακτικοῖς· ὑπεγράφησαν ταῦτα ὑφ’ ὅλων τῶν ὑπουργῶν· ἐστάλησαν εἰς τοὺς ἁρμοδίους, ἵνα γνωρίζωσι τὴν γνώμην τὴν ἀκλόνητον τοὐπουργικοῦ συμβουλίου, γνώμην ἥτις ἦτο ὁμόφωνος· ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν τοιαύτην τελευταίαν ἀπόφασιν, τῆς ὁποίας ἐπισήμως πλέον ἔλαβον γνῶσιν πάντες οἱ ἔχοντες καθῆκον πρὸς τοῦτο, ἐξηκολούθησεν ἡ αὐτὴ ἐνέργεια ὡς πρὸς τὰς στρατιωτικὰς μετακινήσεις. Τότε παρῃτήθη τὸ οἰκουμενικὸν ὑπουργεῖον. Ἀφίνω εἰς πάντας, μετὰ ταῦτα, νὰ κρίνητε τὴν σημασίαν καὶ τὸ βάθος τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν τὴν παραίτησιν τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου· νομίζω δὲ, ὅτι ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου πρέπει νὰ ὁρμηθῶμεν, ἵνα κρίνωμεν καὶ ἐκτιμήσωμεν τὴν πολιτικὴν, ἥτις ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διεύθυνε τὰ πράγματα τοῦ τόπου μας. Ποία δὲ ὑπῆρξεν ἡ διάδοχος κυβέρνησις; Συνεκροτήθη ὑπὸ Πρωθυπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἔλαβε μέρος εἰς τὰ ὑπουργικὰ ἐκεῖνα συμβούλια, ἦτο τῶν αὐτῶν ἰδεῶν καὶ ὑπέγραφε παραδεχόμενος τὰς γνώμας ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, καὶ ἐκ τοῦ ἑτέρου Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος τὴν αὐτὴν εἶχε γνώμην τότε ἐν τῇ οἰκουμενικῇ, καὶ ὁ ὁποῖος οὔτε παρῃτήθη κἄν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Τὰ δύω λοιπὸν σπουδαιότερα πρόσωπα τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἦσαν ὑπουργοὶ ἐν τῇ οἰκουμενικῇ Κυβερνήσει, εἶχον τὴν αὐτὴν μετ’ αὐτῆς γνώμην καὶ οὐδέποτε ἐξέφραζον διαφορὰν ὡς πρὸς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν.
§25ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ὁμιλεῖ περὶ ἐμοῦ, ἔχω δικαίωμα νὰ δώσω μίαν διασάφησιν· ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ διαδηλώσω ὅτι εἰσῆλθον εἰς τὴν διάδοχον τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης κυβέρνησιν, διότι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ τῆς προκατόχου κυβερνήσεως διεδήλωσα, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ τῶν μεγίστων τοῦ ἔθνους συμφερόντων, προσήγγιζεν εἰς τὴν γνώμην τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης.
§26ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Καὶ μετὰ τὴν τοιαύτην δήλωσιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ ἐπιμένω εἰς ὅσα εἶπον καὶ περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ὅσα εἶπον. Μικρά τις, ἐλαχίστη, διαφορὰ γνώμης ὑπῆρχεν εἰς δύω μόνον ἐκ τῶν μελῶν τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, ἀλλὰ καὶ ἡ διαφορὰ ἐκείνη ἐξέλιπεν, ἅμα ὡς ἡ διαφωνοῦσα πλειονοψηφία παρέστησε δι’ ἰσχυρῶν λόγων τὰς συνεπείας τῆς γνώμης τῶν μειονοψηφούντων, ἐὰν αὕτη ἔμελλε νὰ πραγματοποιηθῇ. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς λοιπὸν ταύτης ὀφείλομεν ν’ ἀρχίσωμεν, καὶ νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν κυβέρνησιν, νὰ ἔχωμεν δὲ ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν διαρκῶς, πῶς ἦλθε καὶ ποίων ἰδεῶν τὴν πραγματοποίησιν ἐκλήθη νὰ ἐκτελέσῃ. Ἦτο σύμφωνος τῇ οἰκουμενικῇ· ἀλλ’ ἦλθε νὰ πράξῃ τὰ ἐναντία· ἐφρόνει ἐν τῇ οἰκουμενικῇ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πολεμήσῃ τακτικῶς, ἀλλ’ ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐζήτησε νὰ κηρύξῃ τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας. Καὶ πῶς ἦλθε νὰ τὸ πράξῃ; Ἦλθε νὰ τὸ πράξῃ ἀνακοινώσασα εἰς τὴν Βουλὴν μὴ ἀληθῆ πράγματα· ὑφήρπασε εἰς στιγμὴν γενικῆς ἀπελπισίας τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία, βασισθεῖσα ἐπὶ τῶν ἀνακριβῶν τούτων πληροφοριῶν, ἵνα μὴ τὰς χαρακτηρίσω ἄλλως, ἐψήφισεν ὑπὲρ τῆς προτάσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἀναλάβῃ τὸν περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνα. Εἶπε τουτέστιν· αὐτοκτονῶ διὰ νὰ σώσω τοὐλάχιστον τὴν τιμήν μου. Ἀλλὰ μήπως, ὅταν ἐν ταῖς μυστικαῖς συνεδριάσεσιν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον ἀνελάμβανε νὰ διατάξῃ τὴν εἴσοδον τοῦ στρατοῦ εἰς τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας, εἶχε σκοπὸν νὰ ἐκτελέσῃ ὅ,τι ἐκήρυττε; Δὲν παρῆλθον 24 ὧραι ἀπὸ τῆς ἐξόδου τοῦ στρατοῦ καὶ ἡ Κυβέρνησις περιήρχετο τὰς θύρας καὶ τοὺς οἴκους τῶν πρέσβεων, ἐπαιτοῦσα σωτηρίαν, ὁμολογοῦσα τὸ ἥμαρτον καὶ ζητοῦσα πρόφασιν εὔσχημον ἀπέναντι τοῦ τόπου, ὅπως ὑποχωροῦσα σώσῃ τὴν ἀξιοπρέπειαν αὑτῆς. Ὅταν δὲ τοιαῦτα ἔλεγε πρὸς τοὺς ξένους, τί ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς; Ἔλεγεν ὅτι οἱ πρέσβεις ἔκαμον αὐτῇ παραστάσεις καὶ προτροπὰς, ὅπως ἀνακαλέσῃ τὸν στρατὸν, ἀλλ’ ὅτι αὕτη τότε μόνον θὰ ἐσκέπτετο περὶ τούτου, ὅταν ἡ Εὐρώπη ἀναλάβῃ νὰ πράξῃ ὑπὲρ τῶν ὑπὸ δουλείαν ἀδελφῶν, ὅ,τι ἡμεῖς ἐσκοποῦμεν διὰ τῆς εἰσόδου τοῦ στρατοῦ. Ἡ μεταξὺ τῶν εἰς τὴν Βουλὴν τούτων ἀνακοινώσεων καὶ τῶν πρὸς τοὺς πρέσβεις λόγων ἀντίφασις εἶναι πλήρης καὶ καταφανής· ἀλλ’ ὡς νὰ μὴ ἤρκει τοῦτο, μετ’ ἀφελείας ἀκατανοήτου ὡμολόγει τοῖς ξένοις ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι προτιμᾷ μᾶλλον τὸν ὄλεθρον τοῦ τόπου ἢ τὴν δυσφημίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἡ ἐπάνοδος τοῦ στρατοῦ ἐτελεῖτο ἄνευ προφάσεως. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ ὅτι ὑφήρπασε τὴν ψῆφόν της ἡ κυβέρνησις, μὴ δοῦσα εἰς αὐτὴν ἀληθεῖς διαβεβαιώσεις, ὅτε ἐπρότεινεν ὄχι τὸ παράτολμον, ἀλλὰ τὸ ἀκατανόητον ἐκεῖνο κίνημα τῆς εἰσβολῆς τοῦ στρατοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου τόσον ἐξηυτέλισε καὶ ἐταπείνωσε τὸν τόπον ἐν τῷ προσώπῳ αὐτῆς. Ἀλλὰ μήπως ἡ κυβέρνησις μόνον ὡς πρὸς ταῦτα δὲν ἀνεκοίνωσε τὴν ἀλήθειαν οὐδὲ εἰς τὴν Βουλὴν οὐδὲ εἰς τὸν τόπον, μόνον ὡς πρὸς ταῦτα ἐφάνη ἀσυνεπὴς καὶ πρὸς ἑαυτὴν καὶ πρὸς τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας εἶχεν, ὅταν ἀπετέλει μέρος τῆς οἰκουμενικῆς κυβερνήσεως, ἄλλα τότε φρονοῦσα καὶ ἄλλα μετέπειτα ἐκτελοῦσα; οὐχὶ· ὁ Πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως καὶ εἰς τὰς μυστικὰς συνεδριάσεις καὶ μετ’ αὐτὰς ἐπανειλημμένως ἐκήρυξεν, ὅτι εἶναι ἐναντίος τῶν ἀτάκτων κινημάτων. Ἐνθυμεῖσθε ποίας διαβεβαιώσεις καὶ ποίας ὑποσχέσεις ἔδωκεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐπανειλημμένως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνωσιν ἄτακτα κινήματα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν πρέπει νὰ παραστῇ ἐν τῷ ἀγῶνι τούτῳ τῆς Ἀνατολῆς διὰ τῆς τοιαύτης ἀναξίας αὐτῇ πανοπλίας. Καὶ ὅμως, ἅμα ἀναχωρησάσης τῆς Βουλῆς, ἤρξατο ἡ σειρὰ ἐκείνη τῶν ἐπονειδίστων πράξεων, τὰς ὁποίας ὁμολογῶ μετὰ φρίκης, ὅτι, οὐχὶ διότι δὲν ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ τὰς ἱστορήσω, ἀλλὰ διότι αἰσθάνομαι ὀδύνην καὶ ἄλγος, δὲν ἀποφασίζω νὰ τὸ πράξω. Δὲν θεωρῶ ὅτι πρέπει νὰ τὰ καλύψωμεν, ὅπως γελῶμεν τοὺς Φράγκους, διότι φρονῶ ὅτι πρῶτον καθῆκόν μας εἶναι νὰ τὰ ἀποκαλύψωμεν, διὰ νὰ μὴ φανῶμεν συνυπεύθυνοι τούτων, καὶ νὰ δείξωμεν εἰς πάντας, ὅτι ἐὰν ἐπράχθησαν ταῦτα, τὰ ἔπραξεν ἡ κυβέρνησις, τὸ δὲ ἔθνος τὰ ἀπεδοκίμασε. Τὴν περιγραφὴν καὶ τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν τοιούτων κινημάτων, τὸ ποιὸν τῶν ἐκλεχθέντων προσώπων, τ’ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ἔφερον, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰ χαρακτηρίσω ἐγώ· ἔχομεν τὴν ἐπίσημον γλῶσσαν τῆς κυβερνήσεως, τὴν ἐπίσημον γλῶσσαν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Εἰς τὸν ἐπιτετραμμένον τῆς Μεγάλης Βρεττανίας εἶπε: Σᾶς ὁμολογῶ ὅτι ἡ ἔξοδος τῶν ἀτάκτων στιφῶν εἶναι ἀξιοθρήνητον γεγονὸς καὶ προξενεῖ δυσφημίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§27ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπρόκειτο περὶ συγκεντρώσεως τοῦ σώματος τοῦ Λεωνίδα Βούλγαρη, καὶ περὶ αὐτοῦ ὡμίλουν.
§28ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὡμίλει ἀορίστως περὶ ἀτάκτων στιφῶν, ὁ δὲ ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας τῷ ἀπαντᾷ: Λυποῦμαι ὅτι, ἐνῷ τοιαύτην γνώμην ἔχετε, τοῦτο δὲν ἐμποδίζει τὴν ἔξοδον τῶν στιφῶν.—Ἀλλὰ πρέπει νὰ εὕρω τὸ ἔγγραφον.
§29ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ τὸ ἀναγνώσω;
§30ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Μάλιστα.
§31ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ ἀπὸ 20 φεβρουαρίου ἔγγραφον τοῦ κ. Οὐίνδαμ πρὸς τὸν κόμητα Δέρβυ, οὗτινος ὁ ἐπίλογος ἔχει οὕτω). «Ὁ κ. Δηλιγιάννης μοὶ εἶπεν ἔπειτα, ὅτι ἡ στρατολογία ἀτάκτων στιφῶν ἦτο ὄντως ἀξιοθρήνητος, διότι ἐδυσφήμει τὸν τόπον. Εἰς ταῦτα ἀπήντησα ὅτι, ἔχαιρον πολὺ βλέπων αὐτὸν ἔχοντα τοιαύτην ἰδέαν, ἥτις ὅμως δὲν ἐκώλυε τὴν ἐξακολουθοῦσαν ἔξοδον ἀτάκτων στιφῶν, διότι κατ’ αὐτὴν τὴν πρωίαν εἶχον πληροφορηθῆ τὸν ἔκπλουν εἰς Κρήτην τοῦ «Πανελληνίου» μετὰ πολλῶν ἐθελοντῶν. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἀπήντησε ὅτι, ἠγνόει τοῦτο, ὡς καὶ ὁ συνάδελφος αὐτοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὃν ἔπεμψε νὰ ἐρωτήσῃ.» Ἡ κυβέρνησις εἶχεν ἐκδώσει διαταγὰς, καὶ πρὸς τὰς στρατιωτικὰς ἀρχὰς, καὶ πρὸς τὰς δικαστικὰς, καὶ πρὸς τὰς διοικητικὰς, καὶ πρὸς τὰς ναυτιλιακάς· αἱ μὲν ναυτιλιακαὶ νὰ ἐμποδίζωσι νὰ δίδωνται πλοῖα εἰς τοὺς τοιούτους, αἱ δὲ δικαστικαὶ ν’ ἀνακαλύπτωσι τὰς συσσωματώσεις, αἱ δὲ στρατιωτικαὶ νὰ τὰς ἐμποδίζωσιν. Εἰς τὸν κ. Οὐΐνδαμ, ὅταν μοὶ εἶπεν ὅτι ὁ κ. Βούλγαρης ἦτο γνωστὸν πόθεν ἐλάμβανε τὰ χρήματα, εἶπον ὅτι τῷ ὄντι εἶναι ἐπονείδιστον νὰ στρατολογῶνται κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἄνθρωποι, καὶ ν’ ἀποστέλλωνται εἰς τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας.
§32ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὤφειλε νὰ διαψεύσῃ τὸν κ. Οὐίνδαμ καὶ ὄχι ἐμέ. Ἐπρόκειτο περὶ ἐξακολουθήσεως ἐξόδου ἀτάκτων στιφῶν. Δὲν ἔχω λοιπὸν, ὡς εἶπον, ἀνάγκην ἵνα δώσω ὑμῖν εἰκόνα τῶν καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἐποχῆς ταύτης πεπραγμένων, διότι αὐτὴ ἡ κυβέρνησις ἐπισήμως ἔδωκε τὴν πρέπουσαν εἰς αὐτὰς ἐπωνυμίαν· ὁμολογῶ ὅμως ὅτι μὲ ὅλην τὴν διάθεσιν ἣν εἶχον νὰ παράσχω διὰ τοῦ φυλλαδίου, ὅπερ ἐξέδωκα, πρὸς τοὺς συναδέλφους μου πιστὴν ἀφήγησιν τῶν ἐντυπώσεων τῆς Εὐρώπης περὶ τῶν πράξεων ἡμῶν ἐν καιρῷ τῆς ἐπαναστάσεως Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας, ὁμολογῶ, λέγω, ὅτι δὲν εἶχον τὴν δύναμιν ν’ ἀναγράψω τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα τῶν ξένων κρατῶν, τὰ ὁποῖα τὴν εἰκόνα ταύτην ἔδιδον. Καὶ ὅμως ἐκτὸς τῶν ὀλεθρίων ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἡ διαγωγὴ τῆς κυβερνήσεως ἐπήνεγκεν, ἐκτὸς τῆς δυσφημίας, ἀναμνήσθητε τὴν σπατάλην καὶ τὴν ἠθικὴν ἐξαχρείωσιν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἐβλέπετε τελουμένην εἰς τὴν Ἑλλάδα· καθ’ ἑκάστην ἐβλέπετε πρόσωπα τὰ ὁποῖα μέχρι χθὲς ἐνομίζοντο χαρακτῆρος καὶ τιμῆς, ἕνεκα τοῦ χρήματος παρασυρόμενα εἰς ἐξυπηρέτησιν ἀκατονομάστων σκοπῶν. Ἡ διαφθορὰ ὑπῆρξε πλήρης καὶ δυστυχῶς ἔφθασεν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε νὰ συκοφαντῶσι πολλοὶ ὅτι καὶ τοῦ κοινοβουλίου μέλη δὲν ἔμειναν ἀμέτοχα τῆς διαφθορᾶς ταύτης.
§33ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρὰ πολὺ περιληπτικὸν τὸ κοινοβούλιον.
§34ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Μέλη τινὰ εἶπον.
§35ΔΥΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ. Δὲν ἀναγνωρίζετε ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἔγεινεν αὐθόρμητος ἔξω;
§36ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§37ΔΥΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ. Ἡ ἐπανάστασις ὑπῆρξε, πρὶν ἢ ἐξέλθῃ ὁ στρατός.
§38ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Πῶς δ’ ἔπαυσεν ἡ ἐπανάστασις αὕτη; Πολλὰ ἠκούσατε μέχρι τοῦδε καὶ ἐκ τῶν ἐφημερίδων, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουν εἰς τὴν κυβερνητικὴν μερίδα, καὶ ἐκ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ἆρά γε εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ ἐπανάστασις τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας ἔπαυσε, διότι ἀντήλλαξεν ἀντὶ τούτου ἡ κυβέρνησις μίαν ὑπόσχεσιν ἐκ μέρους τῆς Εὐρώπης; Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ κυβέρνησις εἶπεν, ἰδίως εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἀναλαμβάνω τὸ καθῆκον τοῦτο τὸ σκληρὸν, νὰ καταπνίξω τὴν ἐπανάστασιν, νὰ ἐμποδίσω τὴν ἔξοδον ἐθελοντῶν εἰς τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μοὶ ὑποσχεθῇς τοῦτο ἢ ἐκεῖνο; Εἶναι ἆρά γε ἀληθές; Δυστυχῶς ἐκ τῆς μελέτης τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων ἔχω μίαν φοβερὰν ὑπόνοιαν, καὶ ὑπόνοιαν στηριζομένην εἰς διδόμενα, ὅτι ἡ παῦσις τῆς ἐπαναστάσεως εἶχε τὸν αὐτὸν λόγον, τὸν ὁποῖον εἶχε καὶ ἡ ἀνάκλησις τοῦ στρατοῦ, δηλαδὴ τὸν τρόμον τοῦ Χόβαρτ. Ἰδοὺ λοιπὸν τὰ χρυσόβουλα, ἰδοὺ οἱ τίτλοι, τοὺς ὁποίους ἐδημιουργήσατε ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ μετέβητε εἰς Βερολῖνον καὶ ἀξιοῦτε ἔπειτα ἡ Εὐρώπη νὰ τοὺς ἀναγνωρίσῃ. Ἰδοὺ οἱ τίτλοι, ἰδοὺ τὰ χρυσόβουλα, τὰ ὁποῖα συγκρίνοντες πρὸς τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως τοὺς τίτλους, τολμᾶτε νὰ εἴπητε ὅτι ἐξισοῦνται ἢ ὑπερτέρησαν αὐτῶν! Τοὺς τίτλους, τοὺς ὁποίους εἶχε πρὶν τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, τοὺς κατεξεσχίσατε, τοὺς ἐξηυτελίσατε, τοὺς προεπηλακίσατε. Μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἡ Εὐρώπη ἐφοβεῖτο τὴν ἐξέγερσιν τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου. Αὐτὸς ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἤκουσεν ἔξοχον διπλωμάτην τῆς Δύσεως, ἐρχόμενον ἐκ Κωνσταντινουπόλεως μετὰ τὴν Συνδιάσκεψιν καὶ μεταβαίνοντα εἰς τὴν πατρίδα του, λέγοντα αὐτῷ, σᾶς συμβουλεύω νὰ μείνητε ἥσυχοι, ἂν καὶ γνωρίζω ὅτι, ὅταν θελήσῃ τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος καὶ ἡ Ἑλλὰς, δύναται ἀληθῶς νὰ ταράξῃ τὴν Ἀνατολὴν καὶ δύναται νὰ μᾶς παράσχῃ πολλὰ πράγματα. Αὐτὴν τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν εἶχε περὶ ἡμῶν ἡ Εὐρώπη, τὴν ἀπεδείξατε πλάνην, τὴν ἀπεδείξατε ἀπάτην· ἀπεδείξατε ὅτι μόνον τὸ ὄνομα τοῦ Χόβαρτ ἀρκεῖ νὰ σᾶς κάμῃ νὰ τρέμετε καὶ νὰ κρύπτεσθε. Μὲ ποῖον τίτλον λοιπὸν προσήλθετε εἰς τὸ Συνέδριον; Μὲ μόνην τὴν εὐγλωττίαν σας. Ἡ διαγωγή σας, ἡ διαγωγὴ δηλαδὴ τὴν ὁποίαν ἐδείξατε εἰς τὴν ἔξοδον καὶ ἐπάνοδον τοῦ στρατοῦ, ἡ διαγωγή, τὴν ὁποίαν ἐδείξατε κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας, σᾶς ἔκαμεν ὀφειλέτας εἰς τὴν Δύσιν καὶ οὐχὶ δανειστάς. Ἐνῷ ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου ἔπρεπε νὰ παρουσιασθῆτε μὲ τὸν τίτλον τοῦτον· «Ἤκουσα, Εὐρώπη, σὲ καὶ δὲν ἐκινήθην· τῆς ὑπακοῆς μου ταύτης ζητῶ τὸ ἀντάλλαγμα κατὰ τὴν ὑπόσχεσίν σου». Προσήλθετε, ὡσεὶ ἐλέγετε: «Σὲ παρήκουσα· ἐζήτησα νὰ μὲ σώσῃς, ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς παρακοῆς μου, μὲ ἔσωσας, καὶ ἔρχομαι ἤδη νὰ μὲ δώσῃς καὶ χώρας». Ἰδοὺ εἰς τί συνοψίζεται ἡ πολιτική σας. Ἰδοὺ ποῖον εἶναι τὸ ὕψος τῶν ἰδεῶν, ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ ἔκτασις τῶν σκοπῶν σας, καὶ ὕστερον συζητοῦμεν ἐδῶ, ἐὰν ἔποεπε σεῖς νὰ παρασταθῆτε ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἢ νὰ ζητήσητε μόνον τὴν προσάρτησιν μιᾶς λωρίδος γῆς. Ὁμολογῶ ὅτι ἡ ἐπιείκεια τῶν συζητησάντων τὸ θέμα τοῦτο πρὸς σᾶς ἦτο ἀσυγχώρητος, ἀσυγχώρητος πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ πρὸς τὴν δικαιοσύνην καὶ πρὸς τὸ καθῆκον, ὃ εἶχον πρὸς τὸ ἔθνος. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, λαλῶν ἐν τῇ προτελευταίᾳ συνεδριάσει καὶ θέλων νὰ δείξῃ τοὺς τίτλους τῆς εὐγνωμοσύνης, ἣν ὀφείλει ἡ Ἑλλὰς αὐτῷ καὶ τῇ κυβερνήσει του, συνέκρινε τί κατώρθωσεν ἡ παροῦσα κυβέρνησις πρὸς ὅ,τι εἶχε κατορθωθῆ ἐπὶ τῆς οἰκουμενικῆς καὶ σᾶς εἶπε περίπου: «ἂν καὶ ἐγὼ θεωροῦμαι συνυπεύθυνος διὰ τὰς πράξεις τῆς οἰκουμενικῆς, οὐχ ἧττον δὲν δύναμαι ν’ ἀποκρύψω, ὅτι ἐκείνη μὲν παρέσχε τίτλον ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἑλλάδος τὸν ἑξῆς· ὅτι δηλ. ἡ Ἀγγλία ὑπεσχέθη νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἐν τῷ Συνεδρίῳ ἀντιπροσωπείαν ἡμῶν καὶ τὴν ἀπονομὴν ἴσων διοικητικῶν μεταῤῥυθμίσεων εἰς τοὺς ἐν Τουρκίᾳ Ἕλληνας ὁποίων καὶ εἰς τοὺς Σλαύους· ἡμεῖς δὲ φέρομεν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ἀνεγράφη ἐν τῇ συνθήκῃ τοῦ Βερολίνου.» Σᾶς ἐρωτῶ νὰ μοῦ εἴπητε, ἂν ἡ σύγκρισις αὕτη εἶναι λογικὴ, ἂν εἶναι δικαία· τότε εἶχεν ἡ Ἑλλὰς μίαν ὑπόσχεσιν μεγίστης Δυνάμεως, σεῖς δὲ ἔχετε μίαν ἐκτέλεσιν οὐδὲ τοῦ χιλιοστημορίου τῆς ὑποσχέσεως ἐκείνης· σεῖς ὠφείλατε, διὰ νὰ μᾶς εἴπητε ὅτι ἐπολιτεύθητε κρεῖττον ἢ τοὐλάχιστον ἴσα πρὸς ἐκείνους, ὠφείλατε νὰ μᾶς εἴπητε ἂν ἐπραγματοποιήθη τι κρεῖττον τῆς ὑποσχέσεως ἐκείνης ἢ τοὐλάχιστον αὐτὴ ἡ ὑπόσχεσις· ἀλλὰ σήμερον τί ἐπραγματοποιήθη; οὐδὲν ἐκ τῆς ὑποσχέσεως ἐκείνης· καὶ δὲν ἐπραγματοποιήθη, διότι οἱ λόγοι δι’ οὓς ἐδόθη ἡ ὑπόσχεσις ἐκείνη ἐξέλιπον, τοὺς ἐξηλείψατε σεῖς διὰ τῆς πολιτικῆς σας. Ὀλίγιστα θέλω εἰπεῖ περὶ τῆς ἐν τῷ Συνεδρίῳ ἀντιπροσωπείας ἡμῶν, διότι πολλὰ οἱ προλαλήσαντες εἶπον, καὶ διότι τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτῆς κατὰ τὸ Συνέδριον δὲν τὴν θεωρῶ ὥς τι γεγονὸς μονομερὲς καὶ περιωρισμένον, τὴν θεωρῶ ὡς ἕνα κρῖκον ἀδιάσπαστον τῆς ὅλης ἁλύσσου, ἥτις εἰκονίζει τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως· εἶναι συνέπεια τῶν ἀρχῶν, ὧν ἕνεκεν ἦλθεν, ὧν ἕνεκεν ἔμεινεν, ὧν ἕνεκεν ὑπεστηρίχθη. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, διαμαρτυρόμενος διὰ φωνῆς καὶ τόνου ἀληθῶς ἐμπρέποντος εἰς συκοφαντουμένην ἀρετὴν, εἰς παραγνωριζομένην ἱκανότητα καὶ φιλοπατρίαν, εἶπε: τί μοῦ ἀποδίδετε, ὅτι δὲν ἐδέχθην καὶ δὲν ἐνήργησα νὰ ἀντιπροσωπεύσω τὸν Ἑλληνισμὸν, ὅταν τοῦτο καὶ ὁ ἐλάχιστος τῶν Ἑλλήνων, ἂν τὸ ἔπραττε, καὶ ὁ ἔσχατος, δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ πιστεύσητε; Ναὶ, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ τὸ πιστεύσω, ἀλλὰ τὰ τεκμήρια, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν, τὰ τεκμήρια, τὰ ὁποῖα ἔχω ἔκ τε τῶν Βίβλων τῶν ξένων καὶ τῶν ἐπιστήμων ἐγγράφων, καὶ ἐκ τῶν πρωτοκόλλων τοῦ Συνεδρίου, τὰ τεκμήρια ταῦτα σὲ παρακαλῶ νὰ τὰ ἐξασθενίσῃς, σὲ ἱκετεύω, διότι δὲν θέλω νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἐγένετο ὄργανον, ἔστω καὶ ἀκουσίως, τῆς μᾶλλον ἐπιβούλου τῇ Ἑλλάδι πολιτικῆς· δὲν θέλω νὰ διανοηθῇ τις ποτὲ, ὅτι ὁ Ἕλλην, ὅστις ηὐτύχησε νὰ παρακαθήσῃ ἐν τῷ Συνεδρίῳ καὶ νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ν’ ἀπολαύσῃ θέσιν ἣν οὐδεὶς μέχρι τοῦδε ἀπήλαυσεν, ἔμελλε τοιαύτην νὰ δείξῃ πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν διαγωγήν· ἀλλὰ μήπως μοῦ ἐδώκατε τὰ μέσα, τὰ τεκμήρια ταῦτα νὰ μὴ βαρύνουν εἰς τὴν συνείδησίν μου, μήπως μοῦ ἐφέρατε τὴν ἀνταπόκρισιν, ἣν εἴχετε βεβαίως μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, μήπως μᾶς ἐδείξατε τὰς ὁδηγίας ἃς εἴχετε; οὐδὲν τούτων. Σταθμίζων δὲ ἐγὼ τὰ διδόμενα, τὰ ὁποῖα ἔχω, δυστυχῶς δὲν δύναμαι παρὰ νὰ κλίνω εἰς τὸ νὰ παραδεχθῶ τὴν βαρυτάτην ταύτην καθ’ ὑμῶν μομφὴν μετὰ πόνου καὶ μετὰ λύπης, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ πεποίθησίς μου εἶναι τοιαύτη. Τὰ ἔγγραφα δὲ τὰ ὁποῖα σᾶς ἐζητήσαμεν, δὲν τὰ ἐζητήσαμεν, ὅπως ἰσχυρίσθητε, διὰ νὰ φέρωμεν εἰς φῶς διαφωνίαν δῆθεν μεταξὺ ὑμῶν καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ· πολὺ πλανᾶσθε· γνωρίζομεν πολὺ καλὰ, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀρχὴν ἢ μᾶλλον τὰς ἔχει ὅλας καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ διαφωνήσῃ πρὸς οὐδένα (ἱλαρότης). Πῶς λοιπὸν ἠθέλομεν διὰ τοιούτων μέσων νὰ ἀρυσθῶμεν ἐπιχειρήματα, ὅπως προσβάλωμεν τὴν πολιτικήν σας; οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ φρονοῦμεν, ὅτι εἰς τὴν πολιτικὴν ταύτην ἀμφότεροι εἶσθε ἰσχυρὰ δεδεμένοι. Ἐκτὸς δὲ τῶν ἐπιχειρημάτων, ἐκτὸς τῶν τεκμηρίων, τὰ ὁποῖα οἱ προλαλήσαντες ἀνέφερον, τὰ ὁποῖα δικαιολογοῦσι δυστυχῶς τὴν τοιαύτην ὑπόνοιαν περὶ τῆς ἐν τῷ Συνεδρίῳ διαγωγῆς σας, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα, καὶ σεῖς αὐτὸς ἐν τῇ προχθεσινῇ ὑμῶν ὁμιλίᾳ ἐνισχύσατε δυστυχῶς τὰ τεκμήρια ταῦτα· εἴπετε ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας: «Μὲ ἀκούει ὅλος ὁ κόσμος, θέλουσι μὲ ἀκούσει καὶ ἐκεῖνοι περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλῶ, καὶ ἐννοεῖτε, ὅτι δὲν θέλω δυνηθῆ νὰ εἴπω οὔτε μίαν λέξιν ἐπὶ πλέον, οὔτε μίαν λέξιν ἐπὶ ἔλαττον»· ἀλλ’ ἂν περὶ ὑμῶν αὐτῶν τοιαύτην ἔχετε ἀξίωσιν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν νομίζετε, ὅτι δικαιοῦται νὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν ἀξίωσιν καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῆς Μεγάλης Βρεττανίας; ἂν δὲ καὶ δικαίως εἶναι ἀξιόπιστος, ὅπως καὶ σεῖς, εἴπατέ μοι, παρακαλῶ, διατί εἶπε περὶ ὑμῶν, ὅτι εἴχετε τὰ ὄμματα ἐστραμμένα ἀλλαχοῦ; δώσατέ μου αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν, ἐὰν δύνασθε, ἀλλὰ νὰ μοῦ δώσητε ταύτην δυναμένην νὰ πιστευθῇ. Ἐκτὸς αὐτῆς τῆς ἐνισχύσεως τῆς γνώμης μου, τὴν ὁποίαν λαμβάνω ἀπὸ τοῦ λόγου τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, τοῦ προχθὲς λεχθέντος, ἔχω καὶ ἑτέραν· ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι, ὅταν προσῆλθεν ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου, «ὁ πρόεδρος αὐτοῦ πρίγκιψ Βίσμαρκ, ἀναγνοὺς τὸ ἄρθρον 15 τῆς συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, τὸ ὁποῖον κυρίως πραγματεύεται περὶ τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν καὶ μόνον διὰ μιᾶς ἀπωτάτης φράσεως λίαν περιληπτικῆς ἥπτετο τοῦ ἄλλου Ἑλληνισμοῦ» εἶπεν αὐτῷ «ὅτι ἐπιθυμεῖ τὸ Συνέδριον ν’ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τοῦ βασιλείου τῆς Ἑλλάδος περὶ τῆς τύχης τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν,» ἑπομένως ὑπεστήριξεν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ὅτι ὁ πρίγκιψ Βίσμαρκ ῥητῶς τῷ εἶπεν, ὅτι ἐπιθυμεῖ τὸ Συνέδριον νὰ ἀκούσῃ τὴν γνώμην καὶ τὰς εὐχὰς τῆς Ἑλλάδος μόνον περὶ τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν· ἀλλὰ ἂς ἐξετάσωμεν τὸ ἐπίσημον πρακτικὸν τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου.
§39ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ψευδὲς τὸ πρακτικόν. (Ἱλαρότης).
§40ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ψευδὲς τὸ πρακτικόν; (ἀναγινώσκει) «Οἱ κύριοι ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος εἰσάγονται τότε εἰς τὸ Συνέδριον· ὁ Πρόεδρος ἐκθέτει αὐτοῖς, ὅτι τὸ Συνέδριον ἐπιθυμεῖ νὰ μάθῃ τὰς εὐχὰς καὶ τὴν γνώμην τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως, πρὶν ἢ λάβῃ ἀπόφασίν τινα περὶ τοῦ συζητουμένου 15 ἄρθρου τῆς συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, καὶ παρακαλεῖ τοὺς κυρίους πληρεξουσίους νὰ ἐκφράσωσιν αὐτάς.» Ἠκούσατε διόλου περιορισμόν τινα ἐκφρασθέντα παρὰ τοῦ πρίγκιπος Βίσμαρκ, ὅπως μόνον περὶ τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν λαλήσῃ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος; ὄχι· πέραν αὐτοῦ οὐδὲν ὑπάρχει ἐν τῷ πρακτικῷ τούτῳ. Τί δὲ λέγει τὸ 15 ἄρθρον τῆς συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, περὶ τοῦ ὁποίου εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι μόνον περὶ Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας ἐλάλει, διὰ μιᾶς δὲ ἀπωτάτης φράσεως λίαν περιληπτικῶς ἥπτετο τοῦ ἄλλου ἑλληνισμοῦ; Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἔχει ὡς ἑξῆς· «Ἀνάλογοι μεταῤῥυθμίσεις κατάλληλοι εἰς τὰς ἐπιτοπίους ἀνάγκας θέλουσιν εἰσαχθῆ ἐν Ἠπείρῳ καὶ Θεσσαλίᾳ καὶ τὰ λοιπὰ μέρη τῆς εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας περὶ ὧν δὲν ἐπρονόησεν ἰδιαιτέρως ἡ παροῦσα συνθήκη.» Αὐτὸ τὸ θεωρεῖτε ὡς περιληπτικὴν ἔκφρασιν μόνον; καὶ νομίζετε, ὅτι εἶναι ἀοριστία τις τυχαίως παρεισφρήσασα ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ τῆς συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου; ὄχι. Ὑπάρχει σκοπὸς δι’ ὃν οὕτω συνετάχθη τὸ ἄρθρον, διότι ἡ συνθήκη τοῦ Ἁγίου Στεφάνου ἐπαρχίας ἑλληνικὰς ἠθέλησεν ὀνομαστὶ νὰ μνημονεύσῃ μόνον τὴν Ἤπειρον καὶ Θεσσαλίαν, διότι τὰς ἄλλας ἐπαρχίας δὲν τὰς ἐθεώρει οὔτε τὰς θεωρεῖ ἑλληνικάς· ἤθελον λοιπὸν οἱ συντάξαντες τὴν συνθήκην τοῦ Ἁγίου Στεφάνου ὅλας τὰς ἄλλας ἐπαρχίας περιληπτικῶς νὰ τὰς θεωρῶσιν ὡς μενούσας ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου, καὶ τοῦτο ἕνεκα τῶν γνωστῶν σκοπῶν καὶ συμφερόντων αὐτῶν. Ὅταν λοιπὸν οὕτω πως ἀπετάθη πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον ἡμῶν ὁ Πρόεδρος τοῦ Συνεδρίου, ὅταν τοιαύτην ἔκτασιν ἔδωκεν αὐτῷ, ὅπως ἀναπτύξῃ καὶ ἐκφράσῃ τὰς εὐχὰς καὶ τοὺς πόθους τῆς Ἑλλάδος, νομίζετε, ὅτι εἶναι δικαιολογημένος ἢ δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ὁ ἀντιπρόσωπος ἡμῶν σιωπήσας ὡς ἐσιώπησεν; Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὸ τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον δίδει ἡμῖν τοὺς ἰσχυροὺς αὐτοὺς λόγους, ὅπως μεμφθῶμεν τὴν διαγωγὴν τοῦ ἀντιπροσώπου ἡμῶν, εἶναι αὐτὴ ἡ πρᾶξις, αὐτὸ τὸ πρακτικὸν τοῦ συνεδρίου, τὸ ὁποῖον ὥρισε τὸν τίτλον ὑπὸ τὸν ὁποῖον ἔμελλε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ συνέδριον ὁ ἡμέτερος ἀντιπρόσωπος. Τὸ συνέδριον εἶπε τὰ ἑξῆς: «Ἔχον ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐν τῇ συζητήσει τῶν νέων ληπτέων μέτρων πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς εἰρήνης ἐν Ἀνατολῇ εἶναι δίκαιον νὰ χορηγηθῇ εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις Αὐλὴν, (Cours d’ Athènes) ἡ εὐκαιρία πρὸς ἔκφρασιν τῶν πόθων αὐτῆς, ὧν ἡ γνῶσις δύναται ν’ ἀποβῇ ὠφέλιμος εἰς τὰς δυνάμεις, τὸ συνέδριον προσκαλεῖ τὴν κυβέρνησιν τῆς Α. ἑλληνικῆς Μεγαλειότητος νὰ ὑποδείξῃ ἀντιπρόσωπον, μέλλοντα νὰ ὑποβάλῃ τὰς παρατηρήσεις τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ τῆς τύχης τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν, καὶ δυνάμενον νὰ προσκαλῆται εἰς τὸ συνέδριον, ὁσάκις τὰ μέλη αὐτοῦ θεωρήσωσι τοῦτο σκόπιμον.» Ἑπομένως τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἀποφάσεως τοῦ συνεδρίου, δι’ ἧς ὡρίσθη ἡ ἔκτασις τῆς δικαιοδοσίας τρόπον τινὰ τοῦ ἡμετέρου ἀντιπροσώπου ἔδιδεν ἐλευθερίαν εἰς αὐτὸ νὰ ἀκούσῃ τὴν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν ἤθελεν, ὁμιλοῦντα καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν· ὅταν δὲ ὁ Πρόεδρος τοῦ συνεδρίου διὰ τοιούτου τρόπου ἀπετάθη πρὸς αὐτὸν καὶ τὸν προσεκάλεσε νὰ ἐκφράσῃ τὰς εὐχὰς καὶ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχε περὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἀπολύτως, νομίζετε, ὅτι εἶναι δικαιολογημένος ὁ ἀντιπρόσωπος ἡμῶν λέγων ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ὁμιλήσῃ, εἰμὴ μόνον περὶ τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας; Κύριοι, ἠγωνίσθην νὰ ὑποδείξω μόνον τὰ σημεῖα καὶ νὰ ὁρίσω τὴν ἔκτασιν, ἣν κατὰ τὴν γνώμην μου, ὤφειλε καὶ ὀφείλει ἡ βουλὴ νὰ ἀκολουθήσῃ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν γεγενημένων. Ἡ λεπτομερὴς ἀνάπτυξις ὅλων τῶν καθέκαστα συμβάντων, ἡ ἐξέτασις τῶν πράξεων τῆς κυβερνήσεως τῆς τε χρησιμότητος αὐτῶν πρὸς ὃν προέθετο τὸ ἔθνος σκοπὸν, καὶ τῆς βλάβης, ἣν δυστυχῶς ἐπήνεγκον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, ἡ λεπτομερὴς, λέγω, αὕτη ἀνάπτυξις ἀπόκειται εἰς κρείττονας ἐμοῦ· ἐλπίζω δὲ ὅτι ἡ ἑλληνικὴ Βουλὴ δὲν θέλει παραμελήσει τὸ καθῆκον τοῦτο, δὲν θέλει λησμονήσει, ὅτι δὲν εἶναι Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, ὅτι δὲν θέλει περιορισθῆ εἰς παράπονα κατὰ τῆς Εὐρώπης, ὅτι μᾶς ἠδίκησεν, εἰς πανηγυρικοὺς τῶν ἀρετῶν καὶ τῆς δυνάμεως τῶν Ἑλλήνων καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ τὸν βίον καὶ τὴν πολιτείαν ἡμῶν αὐτῶν μετὰ τῆς αὐστηρότητος, μετὰ τῆς ἀκριβείας καὶ τῆς εἰλικρινείας, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ τὸ μέγεθος καὶ τὸ ὕψος τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους· δὲν μᾶς ἠδίκησεν ἡ Εὐρώπη, ἐγὼ δὲν τὸ φρονῶ· φρονῶ τοὐναντίον ὅτι ἡ Εὐρώπη, κρίνουσα περὶ ἡμῶν ἐκ τῶν πράξεων τῆς κυβερνήσεως, ἔπραξεν ὑπὲρ ἡμῶν πολλά. Ἡ εἰκὼν, τὴν ὁποίαν παρουσίασεν ἡ κυβέρνησις ἐνώπιον τῆς Εὐρώπης, δὲν ἦτο ἀξία οὐδ’ αὐτῶν, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐδώρησαν· ἡ εἰκὼν, τὴν ὁποίαν παρουσίασεν ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ὀκταμήνου, εἶναι εἰκὼν ἀθλιότητος καὶ ἐλεεινότητος, εἰκὼν ἀστασίας καὶ ἀκαταστασίας, εἶναι εἰκὼν ἐλλείψεως πεποιθήσεων, ἐλλείψεως ἀρχῶν, ἐλλείψεως ἠθικῆς, ἐλλείψεως καλῆς πίστεως, ἐλλείψεως ἀξιοπρεπείας, καὶ ἀντὶ τούτων θέλομεν νὰ μᾶς ἀναγνωρίσῃ ἡ Εὐρώπη ὡς τὸν περιούσιον λαὸν τῆς Ἀνατολῆς. Νομίζω δὲ, ὅτι τὴν περὶ ἡμῶν ταύτην εἰκόνα, ἣν παρέσχεν ἡ κυβερνητικὴ ἐνέργεια, ἀπόκειται εἰς τὸ ἔθνος καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ ν’ ἀποδείξουν σήμερον, ἂν ἦναι ἀληθὴς τοῦ ἔθνους εἰκὼν, ἢ εἰκὼν τῶν κυβερνησάντων αὐτό. (Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Κατριβάνος). Ἐνταῦθα τῇ προτάσει βουλευτῶν τινων γίνεται διακοπὴ 10 λεπτῶν. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τζάνες ἔχει τὸν λόγον.
§42ΤΖΑΝΕΣ. Παραιτοῦμαι.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Πετιμεζᾶς.
§44Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὡς γνωστὸν, παρητήθην τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἡ παραίτησίς μου ἐγένετο δεκτὴ τὴν 23 τοῦ παρελθόντος Ἰουνίου· ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον συνέπραξα, συνευθύνομαι δι’ ὅλας τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅσαι ἀπεφασίσθησαν ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ. Διὰ τοῦτο, δὲν δύναμαι ἢ νὰ συναγωνισθῶ μετὰ τῶν πρώην συναδέλφων, προκειμένου περὶ κατηγοριῶν ἀναφερομένων εἰς τὸν χρόνον, καθ’ ὃν συνέπραττον μετ’ αὐτῶν. Ἄλλως ἔχει τὸ πρᾶγμα περὶ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, ὅσαι ἐγένοντο ἢ γίνονται ἢ θὰ γείνωσιν, ἀφότου ἐγὼ ἀπεχώρησα· δι’ αὐτὰς δὲν εὐθύνομαι, καὶ θὰ σκεφθῶ ὅπως νομίζω δίκαιον καὶ συμφέρον εἰς τὸν τόπον μου. Ὀφείλω, κύριοι, νὰ δώσω πληροφορίας τινὰς εἰς τὴν Βουλὴν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἰδίως τὸν κλάδον, ὃν διηύθυνα, καὶ τὰς στρατιωτικὰς κινήσεις τὰς γενομένας κατὰ τὰς διαταγάς μου. Παρακαλῶ δὲ τοὺς ἐντίμους Βουλευτὰς, οἵτινες ἠγόρευσαν ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων, νὰ προσέξωσι, καὶ ἐάν που παρενόησά τινα, νὰ μὲ διορθώσωσι, διότι οὐδεμίαν ἄλλην πρόθεσιν ἔχω, εἰμὴ μόνον νὰ ὑπερασπίσω τὰς πράξεις μου κατ’ ἀλήθειαν. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων Ἀθ. Πετιμεζᾶς εἶπε χθὲς, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Ἀμύνης δὲν ἀπέστελλεν, ὡς ἐγίνετο τῷ 1821, Σώματα, ἵν’ ἀποθάνωσιν εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης, καὶ ὅτι ἐξῆλθεν ὁ στρατὸς ὄχι διὰ ν’ ἀποθάνῃ, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιστρέψῃ.
§45Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τοιοῦτόν τι δὲν εἶπον ἐγώ.
§46Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πολὺ καλά. Ἐλέχθη καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐπανελήφθη πολλάκις, ὅτι ἡ ταχεῖα ἔξοδος καὶ ἐπάνοδος τοῦ στρατοῦ καὶ τὴν ἐθνικὴν ἀξιοπρέπειαν ἔβλαψε, καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, καὶ τὴν τιμὴν τοῦ στρατοῦ. Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι ὅλως τὸ ἐναντίον, ἤτοι, ὅτι καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους ὠφέλησε, καὶ τὴν τιμὴν τοῦ Ἔθνους, καὶ τὴν τιμὴν τοῦ στρατοῦ.
§47ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ ἡ ἔξοδος καὶ ἡ ἐπιστροφή;
§48Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αἱ στρατιωτικαὶ πράξεις, κ. Μίληση, εἶναι μία σειρά· εἷς στρατὸς προχωρεῖ, κινεῖται δεξιὰ, ἀριστερά... Ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἡ Βουλὴ ἐξέφρασε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἐντίμου Πρωθυπουργοῦ κ. Κουμουνδούρου ἅπασαν αὐτῆς τὴν ἐμπιστοσύνην, ἀφοῦ αὕτη πρότερον εἶπεν· ἂν μοὶ χορηγήσητε τὴν ἐμπιστοσύνην σας, ἐνεργῶς θὰ ὑποστηρίξω τὰ δικαιώματα τῶν δούλων ἐπαρχιῶν. Τὸ ἐνεργῶς αὐτὸ τί ἄλλο ἐσήμαινεν, εἰμὴ ἐνέργειαν διὰ τῶν ἐθνικῶν τακτικῶν δυνάμεων; Τουλάχιστον ἐγὼ οὕτως ἐνόησα τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἧς ἤμην μέλος. Νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ κρίνητε τὰ πράγματα, ἀναλογιζόμενοι τοὺς τότε καιροὺς καὶ ἐκτιμῶντες τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς οἱ καιροὶ ἐκεῖνοι μᾶς ἐπέβαλον. Οὕτω μόνον δύνασθε νὰ κρίνητε ἀσφαλῶς καὶ δικαίως. Ἐλησμονήσατε τὴν λύπην καὶ τὴν ἀπελπισίαν, ἥτις κατέλαβε τὸν Ἑλληνισμὸν, καὶ ἰδίως τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα, ὡς ἐκ τῆς σκληρᾶς ἀδικίας τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνεδρίου, ὅπερ δὲν ἠξίωσε νὰ εἴπῃ οὔτε μίαν λέξιν περὶ ἡμῶν; Ἐλησμονήσατε ὁποίαν τὸ ἄκουσμα ἐκεῖνο ἐνεποίησε θλίψιν; Ἐλησμονήσατε ὁποίαν ᾐσθάνθημεν ἅπαντες ἀγανάκτησιν, ὅταν ἐμάθομεν ὅτι λόγος μόνον ἐγένετο περὶ τῶν Βουλγάρων, τῶν Σέρβων, τῶν Μαυροβουνίων, οὐδεμία δὲ φωνὴ ἠγέρθη ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων; Δὲν ἐνθυμεῖσθε, ὅτι εἰς τὰς ἓξ Ἑλλήνων ἐπιτροπὰς, αἵτινες προσῆλθον, ἐξαιτούμεναι δικαιοσύνην παρὰ τοῦ Συνεδρίου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, οἱ πρέσβεις, οἱ πληρεξούσιοι τῶν μεγάλων Δυνάμεων εἶπον· ἀπέλθετε, διὰ σᾶς δὲν δύναται νὰ γείνῃ λόγος, διότι οὐδὲν ἐπράξατε; Ἐξηγέρθη τότε τὸ ἐθνικὸν φρόνημα, καὶ πάντες ἀπῄτουν νὰ πράξωμεν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν, ὅπως δυνηθῶμεν ν’ ἀποκτήσωμεν ὁπωσδήποτε ἕνα τίτλον ἐνώπιον τοῦ μέλλοντος Εὐρωπαϊκοῦ Συνεδρίου. Πάντες ἐλέγομεν, διὰ πάσης θυσίας, ἐμπρός· καὶ τὸ πνεῦμα τοῦτο ἠνδρώθη, οὕτως εἰπεῖν, μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Πλεύνας. Δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, ὅτι τότε καὶ γυναῖκες ὑψηλῆς τάξεως, ζῶσαι τὴν πλέον ἁβροδίαιτον ζωήν, ἔλεγον, τί περιμένετε; Δὲν θέλω νὰ κρίνω, φίλε Βαλέττα, φιλοσοφικῶς τὰ πράγματα· ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃς δίκαιον, ἀλλ’ ἐγὼ ὁμιλῶ ἱστορικῶς. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν, οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, τί ὤφειλε νὰ πράξῃ; Ἔπρεπε νὰ ῥίψῃ τὸν περὶ τῶν ὅλων κύβον, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ τόπου, τοῦ Βασιλείου τοῦ Ἑλληνικοῦ καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀπῄτει ὅπως ἡμεῖς οἱ ἐλεύθεροι, ἡ ἀκρόπολις τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀποφασίσωμεν νὰ κινδυνεύσωμεν διὰ πάσης θυσίας. Κύριοι, τί μεγάλη ἰδέα φωνάζομεν ἀπὸ πεντήκοντα ἤδη ἐτῶν; Πόθεν τὴν ζητοῦμεν αὐτήν; Οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ἐντεῦθεν πρέπει νὰ ἐκστρατεύσωμεν· δὲν ἐκστρατεύουν αἱ ἰδέαι ὡς ἰδέαι. Πολλάκις εὑρέθησαν ἔθνη εἰς τὴν θέσιν τὴν ἰδικήν μας· ἔβλεπον προφανῶς, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ παλαίσωσι κατ’ ἄλλων ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα καὶ τὰ μέσα καὶ τὰς δυνάμεις εἶχον μεγαλειτέρας, ἀλλὰ τὰ ἔθνη ταῦτα, ὅσον ἀδύνατα καὶ ἂν ἦσαν, ὅσον μικρὰ καὶ ἂν ἦσαν, ἐν τοιαύτῃ στιγμῇ ἔσυραν τὸ ξίφος καὶ ἠγωνίζοντο πρὸς βεβαίαν καταστροφήν.
§49ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τότε διατὶ δὲν ἐμένατε καὶ σεῖς ἔξω; (ψιθυρισμοί).
§50Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, δὲν θέλω νὰ σᾶς κουράσω, ἀναφέρων ἱστορικὰ παραδείγματα· ἄλλως, ἤθελον σᾶς εἴπει ἕν καὶ μόνον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐκπλήττῃ ἕκαστον λογικὸν ἄνθρωπον. Ἡ Δανία, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ πολεμήσῃ ἀπέναντι ὀγδοήκοντα χιλιάδων Γερμανικοῦ στρατοῦ.....
§51ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί ἀπήλαυσεν;
§52Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔσωσε τὴν τιμήν της.—Ἐγὼ δὲν διέκοψα κανένα. Σᾶς γνωστοποιῶ δὲ ὅτι ὅλαι αἱ διακοπαὶ δὲν ἔχουν ἀξίαν καὶ δὲν μὲ ταράττουν διόλου. Ἡμεῖς λοιπὸν καὶ ἐξ αἰσθήματος, καὶ χάριν τοῦ συμφέροντος τοῦ τόπου, καὶ ἕνεκα τῆς ὑποσχέσεως, ἣν ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Προέδρου αὐτῆς, ἔπρεπε νὰ διακινδυνεύσωμεν, καὶ δὲν ἐδιστάσαμεν ν’ ἀναλάβωμεν τὴν μεγίστην εὐθύνην, ἣν ἔλαβεν Ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ 1821, καὶ διετάξαμεν τὸν στρατόν, ὅπως εἶχε, μὲ ὅλας τὰς ἐλλείψεις, νὰ ἐξέλθῃ καὶ ὑπερασπίσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἡ πρᾶξίς μας ἦτο, τίποτε ὀλιγώτερον, κήρυξις πολέμου. (Ψιθυρισμοί.) Δὲν ἐξετάζω τοὺς τύπους· ἐγὼ γνωρίζω πολὺ καλὰ νὰ κρίνω περὶ τοῦ τύπου, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν ἡ πρᾶξίς μας δὲν ἦτο ἄλλο ἢ κήρυξις πολέμου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ τοῦ ἐξελθόντος δὲν ἦτο πλέον τῶν δέκα χιλιάδων, ἀλλὰ κατόπιν του ἤθελε βεβαίως ἐξέλθῃ καὶ ἄλλος, ὥστε νὰ γείνουν 30,000. Ἀλλὰ λέγουν διατί, ἀφοῦ ἐξήλθετε, ἐπανήλθετε;
§53ΖΩΧΙΟΣ. Αὐτὸ εἶναι.
§54Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διατί δὲν ἔχεις ὑπομονὴν, κ. Ζωχιέ; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι εὔκολον εἰς ἡμᾶς νὰ δώσωμεν τὸν λόγον. Εἶπον πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν ἔξοδον τοῦ στρατοῦ ἐφοβήθη καὶ ἐζήτει παρ’ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων συνδρομήν· καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ μᾶλλον οὐσιώδης καὶ θετικὴ κατηγορία ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἐπεκαλέσθησαν δὲ ἔγγραφα Προξένων, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς κατηγορίας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὸν συζητήσεως τὸ ὅτι ἅμα ὁ στρατὸς ὁ Ἑλληνικὸς περιέκλεισε τὸν Δομοκόν, αἱ μεγάλαι δυτικαὶ Δυνάμεις προσέφεραν τὴν μεσολάβησίν των, ὅπως ὁ στρατὸς ἐπανέλθῃ, ἵνα ἡ Τουρκία μένῃ ἐκ τοῦ μέρους τούτου ἐλευθέρα, πρὸς ὑπεράσπισιν ἑαυτῆς. Δὲν εἶναι ἐπίσης ἐπιδεκτικὸν συζητήσεως, ὅτι ἡ Εὐρώπη ἔδωκε πρὸς ἡμᾶς τὴν ὑπόσχεσιν, ἣν γνωρίζετε, τὴν μεσολάβησιν δὲ αὐτῆς ἡμεῖς δὲν τὴν ἐπροκαλέσαμεν. Δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι, ἀφοῦ ὁ στρατὸς ἐξῆλθεν εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ὁ Σουλτάνος, δι’ ἰδιαιτέρου τηλεγραφήματος, ἐπεκαλέσθη τὴν μεσολάβησιν τῶν Δυνάμεων;
§55ΖΩΧΙΟΣ. Ὄχι.
§56Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τοῦτο εἶναι βέβαιον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παρακλήσεως ταύτης ἐγένετο ἡ μεσολάβησις καὶ ἐδόθη ἡ ὑπόσχεσις, ὅτι θὰ ὑποστηριχθῶσι τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα ἐν τῷ Συνεδρίῳ. Ἐὰν τοῦτο ἀληθεύῃ, ἡ ἔξοδος τοῦ στρατοῦ δὲν εἶναι πλέον φανερὸν ὅτι ἐγέννησεν Ἑλληνικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρότερον δὲν ὑπῆρχε; Κατὰ τί ἔβλαψεν ὁ στρατὸς, ἐξελθὼν εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἀφοῦ μάλιστα ἕνεκα τούτου ἐγεννήθη Ἑλληνικὸν ζήτημα; Ἐγὼ, κύριοι, σᾶς τὸ λέγω καθαρὰ, δὲν εἶμαι τόσον πολιτικὸς ἄνθρωπος, ὥστε νὰ βλέπω κἄτι ψιλὰ καὶ λεπτὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐννοῶ· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τ’ ἀποτελέσματα τὰ βλέπω, ὄχι ἐγὼ, ὅσον ἀμαθὴς καὶ ἂν ἦμαι, ἀλλὰ καὶ ὅλος ὁ κόσμος, ὅσον ἁπλοῦς καὶ ἂν ἦναι. Ἀλλὰ διατί νὰ ἐπανέλθῃ ὁ στρατός; Διατί —ἴσως μᾶς ἐρωτήσητε — νὰ ὑποχωρήσητε εἰς τὴν συμβουλὴν τῶν φίλων Δυνάμεων; Καὶ μήπως αἱ μεγάλαι ἐκεῖναι Δυνάμεις δὲν ἔχουν μέγιστα συμφέροντα ἐν τῇ Ἀνατολῇ; Νομίζετε, ὅτι τότε ἡ Μεγάλη Βρετανία, ἡ Γαλλία, ἡ Ἰταλία, ἔβλεπον ἀδιαφόρως τὸν ἀγῶνα ἐν τῇ Ἀνατολῇ; Καὶ ἀφοῦ εἶχον ὁμολογουμένως τοιαῦτα συμφέροντα, ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ προχωρήσωμεν καὶ νὰ μὴ ὑπακούσωμεν; Καὶ τί ἠδυνάμεθα νὰ ἀντιτάξωμεν κατὰ τῆς θελήσεως τῶν μεγάλων Δυνάμεων, ὅτε μάλιστα ἡ θέλησις αὕτη συνωδεύετο μὲ μίαν μεγίστην προσφορὰν, ἡ ὁποία, ὅσον καὶ ἂν νομίζετε ὅτι θ’ ἀμφισβητηθῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γείνῃ. Ἐὰν ὑποθέσητε ὅτι ὁ στρατός μας, παρὰ τὴν θέλησιν τῶν μεγάλων Δυνάμεων, ἐπροχώρει, διήρχετο τὰ Τέμπη νικηφόρος, διήρχετο τὰ Ἰωάννινα, ἐὰν αἱ μεγάλαι Δυνάμεις εἶχον ἐναντία συμφέροντα, ἤθελον μᾶς ἀφήσει ἓν βῆμα νὰ κάμωμεν ἐμπρός; Δὲν ἔχομεν ἆρά γε πικρὰ παραδείγματα εἰς τὸν τόπον τοῦτον ὁμοίας φύσεως; Δὲν προώδευσαν ἄλλοτε τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα μέχρι τῆς Καλαμπάκας, δὲν ἐνίκησαν, δὲν ἔφεραν μεγάλην στενοχωρίαν εἰς τὴν Τουρκικὴν Αὐτοκρατορίαν; Εὐρωπαϊκὰ συμφέροντα δυστυχῶς καὶ τότε ἀντετάχθησαν καθ’ ἡμῶν. Ἠρνήθη ὁ ἀείμνηστος Ὄθων νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν συμβουλὴν τῶν Δυνάμεων, καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας δεκατέσσαρες χιλιάδες Ἀγγλικοῦ καὶ Γαλλικοῦ στρατοῦ μετὰ στόλου ἰσχυροτάτου κατέλαβον τὸν Πειραιᾶ καὶ ἔθεσαν ἐπὶ τοῦ θρόνου τοῦ Βασιλέως τὴν ἰσχύν των, διὰ νὰ λάβωσιν ὑπόσχεσιν περὶ τῆς ὑποταγῆς του εἰς τὴν θέλησιν τῆς Εὐρώπης. Δὲν ἀρκεῖ τὸ παράδειγμα τοῦτο νὰ πείσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπαθον, διότι δὲν ἦσαν ἐν Ἑλλάδι, ὅ,τι ἡμεῖς ὑπὸ τὴν μάστιγα τῆς κατοχῆς ἐκείνης; Τὸ παράδειγμα εἶναι ἱστορικὸν, καὶ ἡ ἱστορία εἶναι ὁ θεὸς τῶν πραγμάτων. Ἔπρεπε λοιπὸν ἡμεῖς νὰ προχωρήσωμεν καὶ νὰ μὴ ὑπακούσωμεν εἰς τὴν Εὐρώπην, ἡ ὁποία μᾶς προσέφερεν ἀντάλλαγμα μεγάλης ἀξίας, καὶ ν’ ἀντιταχθῶμεν εἰς τὴν πολιτικήν της, δηλαδὴ νὰ μαστιγωθῶμεν καὶ ἄλλην μίαν φορὰν καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν καμμίαν ἐλπίδα εἰς τὸ μέλλον; Διότι δὲν δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε, ὅτι εἶναι ἐλάχιστον ὅ,τι ἀπεκτήσαμεν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραβῇ ἡ Ἑλλὰς τὴν συμβουλὴν τῆς Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας, χωρὶς νὰ διαγράψῃ αὐτὴν ἀπὸ τῆς ὑπάρξεως τοῦ κόσμου, διότι εὐτυχῶς, ὄχι δυστυχῶς, τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος συνδέονται στενότατα μὲ τὰ συμφέροντα τῆς Δύσεως. Ἄλλως λοιπὸν, κατ’ ἐμέ, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν· οὕτως ἐγὼ κρίνω, εἶσθε δὲ καὶ ὑμεῖς κύριοι νὰ κρίνητε ὅπως θέλετε. Οὕτως ἐκρίναμεν, καὶ καλῶς καὶ πολιτικῶς ἐκρίναμεν, καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, καὶ χάριν τῆς τιμῆς τοῦ στρατοῦ. Ἰδοὺ διατὶ ὑπεχωρήσαμεν· αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ μάθῃ ὅλος ὁ κόσμος. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ νὰ μὴ ἐγερθῇ ἀντιπολίτευσις κατὰ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως ἡμῶν, καὶ οὔτε δύναταί τις νὰ τὸ ἰσχυρισθῇ, ἐὰν ἔχῃ νοῦν. Ὅταν ἐν τῇ ἀγγλικῇ βουλῇ βλέπομεν ἐγειρομένην κατὰ τοῦ Βήκονσφιλδ τὴν πλέον ἀγρίαν ἀντιπολίτευσιν, κατ’ αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐκαυχᾶτο ὅτι ἔσωσε τὴν Εὐρώπην καὶ ἔλαβε τοσαύτας τιμὰς ἀπὸ τὸν λαὸν, διατὶ νὰ ὑποθέσωμεν ἡμεῖς ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ κατάκρισις; Καὶ ὅπως ἡμεῖς δεχόμεθα τὴν κατάκρισιν τῶν πράξεών μας, πρέπει καὶ ὑμεῖς νὰ ἀκούσητε τὴν ἀπολογίαν, διὰ νὰ φωτισθῆτε. Δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ οἱ ἄλλοι πρώην συνάδελφοί μου ἠκολούθησαν· δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὴν πορείαν αὐτῶν, διότι ἁρμοδιώτεροι ἐμοῦ ν’ ἀναιρέσουν τὰ ῥηθέντα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πολιτικὸν μέρος, εἶναι αὐτοί. Δὲν θ’ ἀναμιχθῶ λοιπὸν εἰς τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουν τὴν πορείαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι καὶ ἱκανοὶ καὶ ἕτοιμοι εἶναι νὰ δώσουν πᾶσαν ἐξήγησιν. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ, ὅστις, ὡς σᾶς εἶπα, δὲν εἶμαι διπλωμάτης, δὲν ἐννοῶ τὴν διεξαγωγὴν τῶν διπλωματικῶν ἐγγράφων καὶ ζητημάτων, ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα (αὐτὰ δὰ τὰ ἐννοοῦν ὅλοι) τὰ ἀποτελέσματα βλέπω ὅτι εἶναι φανερά. Ποῖον λοιπὸν ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀνακλήσεως τοῦ στρατοῦ; Τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο νὰ καλέσῃ ἡ Εὐρώπη ἀντιπρόσωπον τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ Συνέδριον, τιμὴ, τὴν ὁποίαν τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος πρώτην φορὰν ἔλαβε. Ποῖον ἦτο τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα; Ἄνευ θυσιῶν νὰ ὑποσχεθῇ εἰς ἡμᾶς ἡ Εὐρώπη ἔκτασιν τοῦ Κράτους μεγαλειτέραν ἀπὸ ὅλην τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα κατὰ πολύ· καὶ ὄχι μόνον μεγαλειτέραν κατὰ πληθυσμὸν καὶ ἔκτασιν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ μέλλοντος μεγαλείου τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ παραχωρούμενον μέρος εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἤκουσα πολλὰ κατὰ τοῦ ἐντίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, πρώην συναδέλφου μου καὶ προσωπικοῦ μου φίλου· ἤκουσα τὴν αἰτίασιν, ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ γείνῃ κύριος ἐν τῷ Συνεδρίῳ τῆς ὑπερασπίσεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐπιτύχῃ ἐν τῷ Συνεδρίῳ μεγαλειτέραν ἔκτασιν τῆς ἀποφασισθείσης. Ἀλλ’ εἶναί τις ἐξ ὑμῶν, ὅστις πιστεύει πράγματι ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ὁ κ. Θεόδωρος Δηλιγιάννης, ἠμέλησε τὸ καθῆκόν του, καὶ δὲν εἰργάσθη ὑπὲρ τῆς πατρίδος καὶ χάριν τῆς οἰκογενειακῆς αὑτοῦ δόξης καὶ τιμῆς; Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οὐδεὶς πιστεύει τοῦτο· δὲν ἠδυνήθη, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ τι πλειότερον. Εὐθύνομαι, διότι διέταξα τὸν στρατὸν νὰ ἐξέλθῃ, καὶ διὰ τοῦτο ὤφειλον νὰ δώσω τὴν ἐξήγησιν αὐτὴν καὶ ν’ ἀπολογηθῶ ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων, καὶ δι’ ὑμῶν ἐνώπιον τοῦ ἔθνους. Ἤδη, κύριοι, μεταβαίνω εἰς ὅ,τι εἰδικῶς ἀποβλέπει τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Παρὰ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων ἐῤῥέθη, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισε κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἰανουαρίου τὸν ἔκτακτον νόμον περὶ στρατιωτικῶν μέτρων, ἵνα ἐκτελέσῃ αὐτὸν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν, καὶ ὄχι μετὰ τὴν ἐπάνοδον τοῦ στρατοῦ. Ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Καλαβρύτων ἐπλανήθη, διότι ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον δὲν ἐδόθη ὁ ἔκτακτος νόμος, ὄχι διότι καὶ κατὰ τὰς τρεῖς ἀναγνώσεις αὐτοῦ οὐδεμία ἐγένετο παρατήρησις παρ’ οὐδενὸς Βουλευτοῦ. Εἶναι δὲ τόσον σαφὴς ὁ νόμος, ὥστε ἀποκρούει τὴν αἰτίασιν τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Καλαβρύτων, διότι ἐδόθη διὰ νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ὅστις δὲν ἐγνωρίζομεν μέχρι τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου, ἂν δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ κάμῃ καὶ δευτέραν ἔξοδον. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου μᾶς ἐδίδετο ἡ ἄδεια νὰ σχηματίσωμεν ὅσα ἠθέλομεν τάγματα καὶ σώματα· μᾶς ἐδίδετο προσέτι ἡ ἄδεια νὰ καθαρίσωμεν τὸν στρατὸν ἐκ τῶν λίαν μὲν ἐντίμων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι προσέφεραν μεγάλας καὶ σπουδαίας ἐκδουλεύσεις κατὰ τὸν βίον των, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι, ἕνεκα τῆς ἡλικίας καὶ τῶν νοσημάτων, δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ ἔργα τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας.
§57ΣΠΗΛ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (Θόρυβος.)......
§58Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τοῦ ἀδελφοῦ μου, θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως (Θόρυβος)........
§59ΣΠΗΛ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔκαμες παρανομίαν.
§60Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Προκαλῶ πάντα Βουλευτὴν, πάντα πολίτην, πάντα δημοσιογράφον, ἂν ἔχῃ τι ἐναντίον μου, νὰ ἔλθῃ νὰ μὲ κατηγορήσῃ. Θεωρῶ τιμήν μου ν’ ἀπολογηθῶ, διὰ τὰς πράξεις μου, ὡς μέλος τοῦ ὑπουργείου. Τὸν νόμον λοιπὸν τὸν ἐξετέλεσα· σᾶς λέγω δὲ μετὰ θάῤῥους, διότι συνειθίζω νὰ λέγω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φρονῶ ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου, ὅτι, ἂν δὲν εὕρισκον ἀντίστασιν ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ, 100 καὶ ἐπέκεινα ἀξιωματικοὺς ἀκόμη ἤθελον ἀποβάλει ἀπὸ τὰς τάξεις τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, καὶ ἤθελον πράξει τοῦτο εὐχαρίστως, χάριν τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς πατρίδος μου. Προσθέτω δὲ, ὅτι, ἐὰν μοὶ παρουσιασθῇ εὐκαιρία τοιαύτη....
§61ΣΟΥΤΣΟΣ. Δὲν θὰ παρουσιασθῇ.
§62Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σεῖς βεβαίως δὲν θὰ τὴν ἐμποδίσητε.
§63ΛΑΠΠΑΣ. Εἴπατέ μας, πρώην Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ Τσίρος, τὸν ὁποῖον ἐκάματε συνταγματάρχην, εἶναι ἱκανώτερος ἀπὸ τὸν Θανάση τὸν Πετιμεζᾶ, ὁ ὁποῖος διεκρίθη εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις ὡς διοικητὴς καλός; (καὶ τὸν ἔχεις καὶ ἐξάδελφον). Διατί τοῦτον τὸν ἔθεσες εἰς ἀπόταξιν;
§64Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι τόσον εὔκολον νὰ σοῦ ἀπαντήσω. Τί εἶπεν ὁ κύριος Ἀντωνόπουλος; θὰ φέρετε κατηγορητήριον. Τότε λοιπὸν λογαριαζόμεθα· ἐμένα ἡ δουλιά μου εἶναι τὸ βῆμα, καὶ μὲ τὸ βῆμα μὲ φοβερίζετε; Κατηγοροῦμαι, ὅτι ἐνήργησα ἀπείρους προβιβασμοὺς εἰς τὸν στρατόν. Σεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους καὶ τὸ ἔθνος πρέπει νὰ μάθητε τί ἦσαν αὐτοὶ οἱ προβιβασμοὶ, πῶς ἐγένοντο, πόθεν προήρχοντο, ἵνα κρίνητε ἀσφαλῶς· ἐγὼ δὲ σᾶς παρέχω ὅλα τὰ μέσα πρὸς τοῦτο. Ἐξῆλθον 50 ἀξιωματικοὶ ἐκ τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας, ὑπῆρχον δὲ καὶ κεναί τινες θέσεις, διότι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ἐκενώθησαν εἰς τὸν στρατὸν δύο θέσεις γενικῶν ἐπιτελῶν ἐξ ἀποβιώσεως· ἴσως δὲ καὶ σήμερον ἔχει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν αἰτήσεις περὶ ἀποστρατείας. Βλέπετε, ὅτι πάντοτε ὑπάρχουν κεναὶ θέσεις προερχόμεναι ἀπὸ τὴν φυσικὴν κατάστασιν τῶν ἀνθρώπων. Πρέπει λοιπὸν νὰ μάθητε τοῦτο, ἵνα μὴ σᾶς ἐκπλήττῃ ἡ πληθὺς τῶν προβιβασμῶν, ὅτι ἂν θέλητε νὰ μὴ γίνηται πληθὺς προβιβασμῶν, πρέπει νὰ μεταβάλητε τοὺς νόμους. Ἰδοὺ δὲ ὁ λόγος τῶν προβιβασμῶν· ἐξέρχεται ἕνας συνταγματάρχης ἀπὸ τὸν στρατὸν, ἀποθνήσκει· ἐὰν ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν κατεῖχεν, εἶναι ἀναγκαία, θὰ προβιβάσητε ἕνα ἀντισυνταγματάρχην, διὰ νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν του· ἐὰν δὲ ὁ ἀντισυνταγματάρχης οὗτος εἶχε θέσιν, θὰ προβιβάσητε ἕνα ταγματάρχην, καὶ οὕτω καθεξῆς. Τοῦτο συμβαίνει εἰς ὅλα τὰ Κράτη, οὐ μόνον ἐν Ἑλλάδι· εἷς προβιβασμὸς συνταγματάρχου, συνεπιφέρει 16 ἄλλους προβιβασμούς. Κἄπως τὸ αὐτὸ ὑπάρχει καὶ εἰς ἄλλους κλάδους, ἀλλὰ δὲν ἐκτελεῖται· π. χ. πρόκειται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ προβιβάσῃ ἕνα ἀρεοπαγίτην, θὰ τὸν λάβῃ ἀπὸ τοὺς ἐφέτας, τὸν ἐφέτην ἀπὸ τοὺς πρωτοδίκας καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἀλλ’ ἐδὼ τί γίνεται; Ἀποθνήσκει ὁ ἀντιπρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δύναται νὰ λάβῃ ἀμέσως τὸν κ. Κατριβάνον, π. χ. καὶ νὰ τῷ εἴπῃ, εἶσαι ἀντιπρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὅμως δύναται νὰ εἴπῃ εἰς ἕνα δικηγόρον σὲ ὀνομάζω ταγματάρχην; δύναται νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν κ. Ῥεβελάκην π. χ. σὲ ὀνομάζω συνταγματάρχην τοῦ ἱππικοῦ; (ἱλαρότης.)
§65ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Σεῖς ὅμως ἐκάμετε προβιβασμοὺς, ἀφοῦ ἐπροξενήσατε τὸν θάνατον εἰς ἄλλους.
§66Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ τοὺς ἐπέθανα! (ἱλαρότης.) Ἀκούσατε, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθητε ὅ,τι δὲν γνωρίζετε· καὶ τότε θὰ κρίνητε καλλίτερον περὶ ἐμοῦ. Ἐκ τῆς ἱεραρχία, εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν πρόκηται νὰ πληρώσῃ 5 θέσεις ταγματαρχῶν, νὰ κάμῃ 50 προβιβασμούς. Δὲν εἶναι λοιπὸν παράδοξον, ἀφοῦ ἐγὼ ἀφῄρεσα 50 ἀξιωματικοὺς ἀπὸ τὸν στρατὸν καὶ ἐπεχείρησα νὰ πληρώσω τὰ κενὰ, ὅτι ἔφθασα εἰς τὸν ἀριθμὸν τὸν ὁποῖον γνωρίζετε, καὶ ἀπόδειξις ὅτι οὐδεὶς προβιβασμὸς ἐγένετο ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον σεῖς ἐψηφίσατε. Ἰσχυρίζετε κανεὶς ἀπὸ σᾶς τὸ ἐναντίον;
§67ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ ἰσχυρίζομαι ἐγώ.
§68Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ ἔλθῃς νὰ τὸ ἀποδείξῃς.
§69ΖΩΧΙΟΣ. Θὰ τὸ ἀποδείξω (θόρυβος).
§70ΦΙΛΗΜΩΝ. Οἱ κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμοὶ ἀξιωματικῶν Βουλευτῶν ἐγένοντο πρὸς πλήρωσιν στρατιωτικῶν θέσεων; προέρχεται ὠφέλειά τις εἰς τὸν στρατόν;
§71Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω, ἀλλὰ μὴ μὲ βιάζετε, διότι τὰ χάνω. Ἀξιότιμε κύριε Βουλευτὰ Μέσης, εἶπες θὰ μοῦ τὸ ἀποδείξῃ Καὶ ἐγὼ σοῦ ὑπόσχομαι νὰ σὲ κάμω νὰ πιάσῃς τὰ αὐτιά σου. Αὔριον βλέπομεν. Οἱ προβιβασμοὶ αὐτοὶ ἐγένοντο μόνον πρὸς τὸ συμφέρον τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας καὶ κατὰ τὰς διατάξεις τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἐψηφίσατε σεῖς, διότι ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην νὰ μὴ ἐκτελέσω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς (ἱλαρότης). Ἂν ὁ νόμος μοὶ ἔδιδε τὸ δικαίωμα νὰ διορίσω καὶ ἀπὸ σᾶς, θὰ τὸ ἔκαμνα (ἱλαρότης). Ὁμολογῶ ὅτι οἱ προβιβασμοὶ ἦσαν πολλοὶ, τοῦτο ὅμως ἐγένετο πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, διὰ τοὺς ὁποίους ἤμην ὑπεύθυνος, διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὁ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμος καταδικάζει τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ διὰ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τῶν νόμων (ἱλαρότης). Κύριοι, οἱ προβιβασμοὶ, τοὺς ὁποίους ἔκαμα, τὸ λέγω πρὸς τιμὴν καὶ ἐμοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀπέβλεπον τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας· δὲν εἶχον τὸν χαρακτῆρα τοῦ κομματισμοῦ, τῆς προσωπικότητος, ἀλλ’ εἶχον τὸν χαρακτῆρα τὸν ἀκραιφνῆ, μὲ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἐνεργῇ εἷς ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος κάθηται εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν ἐγένετο τίποτε παράνομον, διότι ἐξετελέσθησαν ὅλα κατὰ τοὺς νόμους· ἂν δὲ οἱ προβιβασμοὶ ἦσαν πολλοὶ, εἰς ποίους ἐδόθησαν; εἰς τοὺς ὑπηρετοῦντας πρὸ πολλῶν χρόνων ἐν τῷ στρατῷ. Καὶ ποῖοι εἶναι αὐτοὶ, κατὰ τῶν ὁποίων καταφέρονται καθ’ ἡμέραν μὲ τόσην ἔχθραν: Εἶναι οἱ συγγενεῖς σας, οἱ φίλοι σας, τὰ τέκνα σας· εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες σᾶς ὑπηρετοῦσιν ἐπὶ 40 ἔτη καὶ εἰς τοὺς ὁποίους προσέρχεσθε ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἵνα προσφέρωσι νέας ὑπηρεσίας εἰς τὸν τόπον. Πιθανὸν νὰ προσέκρουσα εἰς πολλὰς ἐπιθυμίας, ἀλλ’ ἐγὼ, κύριοι, δὲν ἐσυμβουλεύθην εἰμὴ τὸ καθῆκόν μου καὶ τὴν συνείδησίν μου. Ἴσως ἐπλανήθην που, διότι ἄνθρωπος εἶμαι, ἀλλ’ οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἔπραξά τι ἐκ προθέσεως. Δὲν πρέπει νὰ ἀκούητε μόνον τοὺς παραπονουμένους, διότι πολὺ φυσικὸν εἶναι νὰ νομίζῃ τις, ὅτι ἠδικήθη, ἀλλὰ νὰ ἐξετάσητε πῶς κρίνει περὶ ὅσων ἔπραξα ὁ ἐνεργὸς στρατὸς, διότι τὸ ἁρμόδιον εἰδικὸν δικαστήριον εἶναι ἐκεῖνος.
§72ΣΟΥΤΣΟΣ. Ἐξήλθομεν, νομίζω, τοῦ θέματος.
§73Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ θέμα ἐννοῶ καλλίτερον ἀπὸ ὑμᾶς, εἶναι ὁ ἔλεγχος τῶν ὑπουργικῶν πράξεων. Τί συζητοῦμεν ἀπὸ τριῶν ἤδη ἡμερῶν; (Θόρυβος.)
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχομεν ὡρισμένην πρότασιν.
§75Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος λέγει, ὅτι δὲν ὑπάρχει θέμα ὡρισμένον. Ἀπὸ ποῖον θέμα λοιπὸν εἶμαι ἐκτός; Μετὰ τοὺς πρώτους προβιβασμοὺς ἐγένοντο καὶ δεύτεροι, καὶ ἐγὼ εἶχον τὴν ἰδέαν νὰ προβῶ καὶ εἰς τρίτους. Ἡ δευτέρα σειρὰ τῶν προβιβασμῶν ἐγένετο ἁπλῶς καὶ καθαρῶς διὰ τὴν πλήρωσιν τῶν θέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐκενώθησαν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν πρώτων προβιβασμῶν μέχρι τῶν δευτέρων, διότι κατ’ αὐτὸ τὸ διάστημα πολλοὶ ἔλαβον τὴν ἀποστρατείαν των, ἄλλοι ἀπέθανον· ἐγεννήθησαν λοιπὸν νέα κενὰ, τὰ ὁποῖα συνεπλήρωσα, καὶ θὰ σᾶς εἴπω διατὶ τὰ συνεπλήρωσα. Ἑπτὰ τάγματα ἐσχημάτισα ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, πέραν τῆς ἐνεργοῦ δυνάμεως, τὴν ὁποίαν εὗρον· τὰ τάγματα αὐτὰ, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μένουν μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς· ἀλλ’ ἄνευ προσωπικοῦ διοικήσεως κανονικοῦ, πῶς θὰ διοικηθῶσιν; Ἑπτὰ τάγματα εἶναι 7,000 στρατιῶται, συλλογισθῆτε δὲ πόσον μεγάλην εὐθύνην εἶχον, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν ἄφινον 7,000 ἄνδρας ἄνευ βαθμοφόρων· συλλογισθῆτε, ὅτι ἐνῷ ἤμην ἐγὼ ὑπεύθυνος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν εἶχον ὑπευθύνους ἐνώπιον ἐμοῦ, δὲν εἶχον διοικητὰς οὔτε λοχαγοὺς, οὔτε ἰατροὺς, οὔτε ἀξιωματικοὺς τῆς οἰκονομίας, οὔτε τίποτε. Ἔπρεπε, καθήμενος εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ἐργάζωμαι νυχθημερὸν, ὅπως κανονίσω τὰ τῆς μισθοδοσίας, τὰ τῆς ἐνδυμασίας, τὰ τοῦ ὁπλισμοῦ, περὶ τῶν ὁποίων φροντίζουν οἱ ὑποδεέστεροι ὑπαξιωματικοὶ καὶ ἀξιωματικοί· καυχῶμαι δὲ ὅτι οἱ ἄνδρες αὐτοὶ οὐ μόνον ἐτέθησαν εἰς τάξιν, ἀλλὰ καὶ ἐμισθοδοτήθησαν καὶ ἐνεδύθησαν καὶ ἐξωπλίσθησαν καὶ ἐξεπαιδεύθησαν, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ τὸ ἐλάχιστον παράπονον περὶ καταχρήσεως. Σᾶς πληροφορῶ δὲ ὅτι τοσαύτην ἔδειξαν πειθαρχίαν οἱ ἄνδρες αὐτοὶ, ὥστε δὲν εὑρέθην εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν οὐδὲ πειθαρχικῶς νὰ τιμωρήσω οὔτε ἕνα ἐξ αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν μοὶ λέγετε, εἰς ποῖον Κράτος τοῦ κόσμου εἴδετε στρατὸν ἐξ 7,000 μὴ διοικούμενον ἀπὸ κανένα ἀξιωματικόν; Τὰ τάγματα ἔχουν δύναμιν ἀλλοῦ ἐκ χιλίων ἀνδρῶν· εἴπατέ μοι σεῖς, οἱ ὁποῖοι συνειθίζετε νὰ κατηγορῆτε ὅλα τὰ πράγματα, ὑπάρχει εἰς τὴν Γερμανίαν ἓν καὶ μόνον τάγμα, χωρὶς ἀξιωματικούς; ὑπάρχει εἰς τὴν Γαλλίαν, εἰς τὴν Αὐστρίαν ἢ ἀλλαχοῦ; Καὶ νομίζετε, ἐὰν ἐκάμνατε τοιαύτην πρότασιν εἰς τὸν Μόλτκε ἢ εἰς ἄλλον ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, δὲν ἤθελε σᾶς στρέψει τὰ νῶτα μὲ ὅλην τὴν ἀγανάκτησιν; Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἡμεῖς, χάριν οἰκονομίας, ἐκρατήσαμεν τὸν στρατὸν αὐτὸν, καὶ μέχρι τῆς σήμερον ἔχομεν τοὺς ὑπαξιωματικούς, διότι ἐπὶ τέλους δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀντισταθῶμεν. Ἂν ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν διώρισεν ἀξιωματικοὺς εἰς τὰ τάγματα, δὲν γνωρίζω.
§76ΣΑΠΟΥΝΤΖΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Πλέον ὄχι· οὐχ ἧττον ὑπάρχουσιν.
§77Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οἱ ὑπάρχοντες εἶναι ἰδανικοί· ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἀποσπάσωμέν τινας τῶν ἀξιωματικῶν ἀπὸ τὰς διοικήσεις των, τὸ ὁποῖον πάλιν ἐπροξένησε κακὸν εἰς τὰς διοικήσεις τῶν ἄλλων ταγμάτων, τῶν ὁποίων οἱ λόχοι εἶχον φθάσει εἰς τὸν καταπληκτικὸν ἀριθμὸν τῶν 250 ἀνδρῶν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ Κύριος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μολονότι λίαν καλῶς ἐγνώριζεν ὅλα ταῦτα, δὲν ἤθελε τοὺς προβιβασμούς· συνεφώνησε δὲ μόνον ὡς πρὸς τοὺς προβιβασμοὺς τῶν 7 ταγματαρχῶν. Εἰς τὴν δευτέραν σειρὰν τῶν προβιβασμῶν προέβην ἄνευ τῆς θελήσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ τοῦτο εἶναι ἡ αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν παρητήθην ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον. Αὐτὸ ἔγραφεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν τελευταίαν πρὸς ἐμὲ ἐπιστολήν του· ἂν ἔχωσιν οἱ συνάδελφοί μου ἄλλους λόγους, εἶναι κύριοι νὰ τοὺς εἴπωσιν.
§78ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ τοὐλάχιστον ὡς ὑπουργὸς βεβαιῶ, ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι.
§79Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω καὶ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐν τῷ στρατῷ αὐτοὶ οἱ προβιβασμοί· πρῶτον, δι’ αὐτῶν συνεπλήρωσα τὰς κενὰς θέσεις, ἐνεθάῤῥυνα τὰς ἐλπίδας, καὶ ἐνέπνευσα τοιοῦτον τρόμον εἰς τοὺς ἐγκληματίας, ὥστε— ἀκούσατέ το—ἐπὶ πέντε μῆνας, καθ’ οὓς ἤμην ὑπουργὸς, οὐδὲν ἐγένετο παράπονον πολίτου ἐξ ὅλης τῆς Ἑλλάδος κατὰ τοῦ στρατοῦ. Ἐθαύμαζον, κύριοι, διὰ τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν καὶ διὰ τὴν φιλικὴν συμβίωσιν μετὰ τῶν πολιτῶν. Ἐνόμισα μήπως δὲν θέλουν νὰ φέρουν παράπονα, καὶ ἠρώτησα περὶ τούτου τοὺς συναδέλφους μου, μήπως ἔχουν ἐκεῖνοι καταγγελίας, καὶ μοὶ εἶπον, ὄχι. Νομίζετε, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν ἐπικράτειαν δὲν ἐγένετο κανὲν ἔγκλημα; ἐγένοντο 5 φοβερὰ, ἀλλὰ δὲν τὰ γνωρίζετε· ἐσχηματίσθησαν 5 ληστρικαὶ συμμορίαι, ἀλλ’ ἐξηφανίσθησαν μὲ τοιαύτην ταχύτητα, ὥστε δὲν τὸ γνωρίζετε.
§80ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Καὶ ποῦ ἐσχηματίσθησαν;
§81Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς τὴν Χαλκίδα, εἰς τὴν Ἀργολίδα, εἰς τὴν Λακωνίαν.
§82ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Δὲν τὸ πιστεύω.
§83Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ πιστεύει ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐγὼ. Σεῖς πῶς νὰ τὸ γνωρίζητε;
§84ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Εἶμαι γείτων τῆς Χαλκίδος, καὶ θὰ τὸ ἐγνώριζον. Ἡ Ἑλλὰς, εἶναι τόσον περιωρισμένος τόπος, ὥστε τοιοῦτόν τι θὰ ἐγίνετο ἀμέσως γνωστόν.
§85Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἐγένετό ποτε παράπονον;
§86Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂς ἔλθῃ τὸ ὑπουργεῖον νὰ δείξῃ ἕν. Ἕν παράπονον ἐγένετο ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Δελιγεώργην διὰ τοῦ πρώην Προέδρου τῆς Βουλῆς κυρίου Αὐγερινοῦ. Ὁ κύριος Δεληγεώργης παρήγγειλεν, ὅτι ἐν Ἀκαρνανίᾳ ἐγένοντο καταχρήσεις στρατιωτικαί. Ἐγὼ δὲ εἶπον τότε πρὸς τὸν κ. Αὐγερινὸν, τὸν διαβιβάσαντα τὴν εἴδησιν, λυποῦμαι ὅτι δὲν ἔχω καμμίαν περὶ τούτου ἀναφορὰν, ἵνα φανῶ αὐστηρός.
§87ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἐγὼ τότε σᾶς ἔδωκα καὶ καταγγελίαν, καὶ ἐπὶ τῆς καταγγελίας ἐνεργήσατε.
§88Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν τὸ ἐνθυμήθην. Παρεκάλεσα τότε τὸν κ. Αὐγερινὸν νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν κ. Δελιγεώργην, ὅτι εἰσηγητὴς τοῦ στρατοῦ διετάχθη νὰ μεταβῇ εἰς Ἀκαρνανίαν καὶ νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, τὰς διαταγὰς δὲ ἔδωκα, πρὶν ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον ὁ κ. Αὐγερινός. Καὶ τῷ ὄντι ὁ εἰσηγητὴς μετέβη εἰς Ἀκαρνανίαν, ἐνήργησεν ἀνακρίσεις ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους, ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἀνεχώρησα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν ἀπεδεικνύετο οὔτε ἡ ἐλαχίστη τῶν πράξεων. Σεῖς οἱ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν δύνασθε νὰ μὲ διαψεύσητε, ἂν τῷ ὄντι ἐγένοντο τοιαῦτα πράγματα, καὶ ἐγὼ δὲν τὰ γνωρίζω. Αὐτὰ πρέπει νὰ κρίνητε κατὰ τὰς περιστάσεις τὰς τότε. Ἔπρεπε νὰ ἦσθε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ἰδῆτε τὴν δυστυχίαν καὶ τὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον νυχθημερὸν ἐπὶ πέντε μῆνας ὑπέφερα, ὑπαγορεύων ἐγὼ τὰ ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου, διὰ τὰ ὁποῖα ἤμην ὑπεύθυνος. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διεξήχθη ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ὅτε ἤμην Ὑπουργὸς, εἶναι ἄξιος νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀπόφασίν μου, τοῦ νὰ συμπληρώσω τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καὶ θέλω σᾶς εἴπει ἀκόμη μικρόν τι παράδειγμα. Ὀλίγας ἡμέρας πρὶν παραιτηθῶ τοῦ Ὑπουργείου, ἐγεννήθη ἡ ἰδέα, ὅτι λῃσταὶ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἔμελλον νὰ εἰσβάλωσιν εἰς τὸν τόπον· ἔγεινε μάλιστα καὶ μία ἀναφορὰ, ὅτι εἰς τὸ Καρπενῆσι, εἰς ἓν μοναστῆρι Βράχα, ἦλθον ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ προσέβαλον ἕνα μοναχόν. Συνεννοήθην μὲ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἦσαν τόσον καλὰ συντεταγμένα τὰ τάγματα καὶ ὁ στρατὸς, ὥστε διέταξα 8 τάγματα τῆς γραμμῆς νὰ ἑτοιμασθοῦν καὶ νὰ τεθῶσιν εἰς κίνησιν. Ἡ παρουσία τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἀξιωματικῶν μοι ἔδιδε τὴν εὐκολίαν νὰ σχηματίσω 200 ἀνεξάρτητα ἀποσπάσματα, καὶ ἤθελον πνίξει τὴν λῃστείαν, ἐὰν ἀνεφαίνετο, ἐν μιᾷ στιγμῇ. Αὐτὸ θὰ εἰπῇ τάξις καὶ ὀργανισμὸς στρατοῦ· καὶ δὲν ἐτόλμησαν πλέον νὰ φανοῦν εἰς τὰ σύνορα, ἀλλ’ ἀπῆλθον εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Τουρκίας. Θὰ εἴπω ὀλίγα καὶ περὶ τῶν ἰδεῶν, ἃς εἶχον περὶ τοῦ στρατοῦ, διότι ἤκουσα ἐδῶ πολλὰ καὶ περὶ ἐφεδρείας, καὶ περὶ πρώτης σειρᾶς, καὶ περὶ δευτέρας, καὶ περὶ νέου ὀργανισμοῦ, καὶ περὶ ὅλων αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Ἐγὼ σᾶς λέγω, καὶ τὸ γνωρίζετε, ὅτι εἶχον τὴν ἰδέαν ὁ στρατὸς νὰ γείνῃ 40,000· καὶ εἶχον ἀκατάπαυστον πάλην πρὸς τοὺς συναδέλφους. Δὲν ἦτο ἐγωϊσμὸς, δὲν ἦτο φιλοδοξία, ἢ προσωπικὸν συμφέρον· ἐγὼ τὸ ἐθεώρουν καὶ τὸ θεωρῶ ὡς ἀναγκαῖον, ἐγὼ ἔλεγον εἰς τοὺς συναδέλφους, πρὶν λήξῃ ὁ πόλεμος, ἀφήσατέ με ἐλεύθερον νὰ σχηματίσω στρατὸν 40,000. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, εἰς τὸν περὶ ἐφεδρείας λόγον μου, τὸν ὁποῖον καὶ ἐδημοσίευσα, εἶπον· ἡ Ἑλλὰς ἐν περιπτώσει πολέμου πρέπει νὰ ἔχῃ 40,000 στρατοῦ ἐν ἐνεργείᾳ καὶ 20,000 ἐν εἰρήνῃ. Τὰ πράγματα δὲ σήμερον ἀποδεικνύουν, ὅτι ἡ ἰδέα ἐκείνη ἦτο ἀληθὴς, καὶ δὲν τὴν ἐπενόησα ἐγὼ, ἀλλὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀναλογίαν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων ὅλων τῶν Κρατῶν. Ἐγὼ δὲν ἐπίστευον εἰς τὴν εἰρήνην· μοὶ ἐφαίνετο, ὅτι τὰ συμφέροντα τῶν μεγάλων δυνάμεων ἐν τῇ Ἀνατολῇ δὲν ἤθελον συμβιβασθῆ ποτέ. Ἐπλανήθην, καὶ ἔχασα καὶ ἓν στοίχημα, διότι ἡ εἰρήνη ἔγεινεν. Ἀλλ’ ἔλεγον, ἐὰν γείνῃ εἰρήνη, θὰ μᾶς παραχωρήσουν ὅ,τι μᾶς ὑπεσχέθησαν· καὶ ἐγώ, κύριοι, ἐπίστευον, ὅπως πιστεύω καὶ τώρα, ὅτι ὅ,τι μᾶς παρεχώρησαν, θὰ τὸ πάρωμεν. Ἔλεγον λοιπὸν πρὸς τοὺς συναδέλφους μου, «ἀφήσατέ με νὰ κάμω 40,000 στρατοῦ, διότι, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι τὸ Συνέδριον μᾶς δίδῃ τὰς ἐπαρχίας (ὅπως τὰς ἔδωσε) καὶ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὰς καταλάβωμεν, εἴτε εἰρηνικῶς, εἴτε καὶ δυνάμει τοῦ δικαιώματός μας, μὲ τὶ θὰ παρουσιασθῶμεν εὐπροσώπως εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, μὲ ποίαν δύναμιν θὰ μεταφέρωμεν τὸν Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἐκτὸς τῶν ὁρίων, ἐὰν δὲν ἔχωμεν 40,000 τακτικοῦ στρατοῦ;» Καὶ νομίζετε ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ διοικήσητε τὸ Κράτος, ὅταν γείνῃ ἡ ἕνωσις, μὲ ὀλιγώτερον τῶν 40,000 στρατοῦ; Τώρα δὲν εἶμαι πλέον Ὑπουργὸς, καὶ ἑπομένως κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποπτευθῇ ὅτι θὰ κάμω τίποτε, καθόσον μάλιστα ὁ διάδοχός μου, ὁ ποτὲ διοικητὴς καὶ σωματάρχης μου, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 15 ἔτη μὲ ἐδιοίκησεν, ἔφερε χθὲς νομοσχέδιον διὰ 18,000 στρατοῦ. Ἀλλ’ ἐγὼ τὴν δύναμιν αὐτὴν δὲν τὴν θεωρῶ ἀρκετήν. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν τί ἰδέας εἶχον ὡς Κυβέρνησις, διότι ἡ Βουλὴ θέλει νὰ μὲ δικάσῃ. Τώρα ἀπὸ τῆς 23 Ἰουλίου εἰς τοὺς κυρίους δὲν χρεωστῶ τίποτε. Ἀλλὰ μέχρι τότε εἶμαι συμπαρατεταγμένος· ἑπομένως δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ μὲ αἰτιαθῇ, διότι ἀπολογοῦμαι ὑπὲρ τῆς πολιτείας μου. Δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο νὰ προσθέσω. Προσεπάθησα νὰ δικαιολογήσω τὰς πράξεις μου, ἐὰν δὲ δὲν τὰς ἐδικαιολόγησα καλὰ, παρακαλῶ νὰ φανῆτε ἐπιεικεῖς.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀκόμη τρεῖς ἐγγεγραμμένοι· ἑπομένως ἀναβάλλω τὴν συνεδρίασιν δι’ αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 6 μ. μ.