1878.10.03
1.403 στίχοι · 12.001 λέξεις · 38 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11
τῆς 3 Ὀκτωβρίου 1878.
(Τρίτη.)
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τῆς ἀπὸ 5|17 Ἀπριλίου τοῦ 1867 ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Αὐστρίας. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν.)
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαΐμης ἔχει τὸν λόγον.
§3ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Πρὸ ἡμερῶν, κ. Πρόεδρε, εἶχον κάμει μίαν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§4ΣΑΠΟΥΝΤΖΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.). Κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον μοὶ ἀπετάθη ἐπερώτησις περὶ τῆς ὑγιεινῆς καταστάσεως τοῦ ἐν Ἀγρινίῳ στρατοπέδου. Εὐχαρίστως δ’ ἀπαντῶ, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ στρατοπέδου αὐτοῦ ὑπῆρξεν ἀείποτε λίαν εὐάρεστος, διότι κατὰ τὰς ἀναφορὰς τὰς ἐπισήμους, ἃς καθ’ ἑκάστην εἶχον, οὐδέποτε ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀσθενῶν ὑπερέβη τοὺς 5 τοῖς ἑκατὸν, ἐνῷ εἰς τὰ στρατόπεδα τὰ εὐρωπαϊκὰ ἡ ἀναλογία αὐτῶν ἀναβιβάζεται μέχρι τῶν 10 τοῖς ἑκατόν. Ἐγένετο καὶ ἑτέρα ἐπερώτησις, ἕως πότε θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ διατήρησις τῶν στρατοπέδων ἐν ὥρᾳ χειμῶνος. Εἰς αὐτὴν ἀπαντῶ, ὅτι διετάχθη ἤδη ἡ διάλυσις τῶν στρατοπέδων καὶ ἡ χειμερινὴ ἐπιστάθμευσις τοῦ στρατοῦ εἰς τὰς πόλεις, ὅπου ὁ βίος αὐτοῦ εἶναι κρείττων. Εἰς τὴν γʹ ἐπερώτησιν πότε ἔχει σκοπὸν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποστείλῃ εἰς τὰς ἑστίας των τοὺς ἐφέδρους, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησε τὰ εἰκότα. Προσθέτω δὲ καὶ ἐγὼ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει φροντίσει, ὅπως ἡ τρίτη καὶ ἡ τετάρτη σειρὰ ἐξασκηθῶσιν ὅσον ἔνεστι πλησίον εἰς τὰς ἑστίας των.
§5ΖΑΪΜΗΣ. Ἐπεθύμουν, κύριοι, μετὰ τὰς δοθείσας ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐξηγήσεις περὶ τῆς παρελθούσης πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου, νὰ μὴ ἐπέλθῃ συζήτησις περὶ τῆς πορείας ταύτης, διότι, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ συζήτησις αὕτη δὲν θέλει προαγάγει, οὐδὲ βελτιώσει τὰ δημόσια συμφέροτα. Φρονῶ καὶ ἐφρόνουν, ὅτι ἡ προσοχὴ καὶ ἡ βάσανος τῆς Βουλῆς ἔπρεπε νὰ περιστραφῶσι κυρίως περὶ τὴν ἐξέτασιν τῶν μέτρων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὸ μέλλον, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλε τὸ Ὑπουργεῖον. Ἡ ἐξέτασις αὕτη, κύριοι, δὲν εἶναι ζήτημα ἁπλῶς κυβερνητικὸν, εἶναι, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ζήτημα ὑπάρξεως τῆς μικρᾶς ταύτης χώρας ὡς Κράτους. Οὔτε ἐγὼ, οὔτε ἄλλος τις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ εἶχε πρόθεσιν νὰ ἐγείρῃ σήμερον ζήτημα ὑπουργικὸν, ζήτημα κυβερνητικόν. Ὑπάρχουσι περιστάσεις εἰς τὸν πολιτικὸν βίον τῶν ἐθνῶν παρόμοιαι πρὸς τὰς περιστάσεις, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει ὁ ἀστικὸς Νόμος· ὑπάρχουσι περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἡ κληρονομία ἐν τῷ ἰδιωτικῷ δικαίῳ ἢ δὲν ἀποδέχεται καθ’ ὁλοκληρίαν, ἢ ἀποδέχεται μετὰ τοῦ εὐεργετήματος τῆς ἀπογραφῆς· τοιαῦται δὲ περιστάσεις παρουσιάζονται καὶ εἰς τὸν βίον τῶν ἐθνῶν. Οὐδεὶς λοιπὸν εἶχε πρόθεσιν νὰ ἐγείρῃ ζήτημα κυβερνητικόν· ἀλλ’ εἴχομεν καθῆκον νὰ ἐξετάσωμεν καὶ βασανίσωμεν ἀκριβῶς ὅλα τὰ μέτρα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ μέλλον, ἔπρεπε δὲ νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὸν σκοπὸν καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν, καὶ σπουδαίως ἀποφασίζοντες, ν’ ἀποδεχθῶμεν ἐκεῖνα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἤθελον ὑπηρετήσει τὸν σκοπὸν ὅλον. Εἶχον καὶ ἄλλον λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐπεθύμουν τὴν ἐξέτασιν τῆς παρελθούσης πολιτικῆς τοῦ ὑπουργείου· ἡ συζήτησις αὕτη ἤθελε μᾶς φέρει εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς κυβερνήσεως, ἐφοβούμην δὲ καὶ φοβοῦμαι μήπως, θίγοντες τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, ἠθέλομεν παραβλάψει τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Εἶναι δύσκολον, κύριοι, εἰς ἀνθρώπους τῶν μεσημβρινῶν τόπων νὰ ἐπιβάλῃ τις τὴν περίσκεψιν ἐκείνην, ἥτις ἀπαιτεῖται σήμερον εἰς τὴν ἀκροσφαλῆ θέσιν τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος τῆς Ἑλλάδος· καὶ ἐγὼ αὐτὸς, ὑποχρεωμένος νὰ ὁμιλήσω, θέλω ὁμιλήσει μετὰ πολλῆς προσοχῆς, ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι ἴσως λέξις τις, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐξέλθῃ τῶν χειλέων μου, ἴσως βλάψῃ ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ. Ἰδοὺ, κύριοι, οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἐξετάσωμεν τὴν πολιτικὴν τὴν παρελθοῦσαν τοῦ ὑπουργείου. Ἀλλὰ καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ τὸ ἐμποδίσω· ἡ πρότασις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μας ἔφερεν ἀναγκαίως τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ παρελθόντος, καὶ εἰμὶ ὑποχρεωμένος σήμερον νὰ μετάσχω αὐτῆς. Ὡς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα θέλω σᾶς εἴπει τὴν γνώμην μου εἰλικρινῶς καὶ μετὰ θάῤῥους. Ἐπεκρίθη κατὰ πρῶτον ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου, ὅτι ἐν αὐτῷ δὲν ἀντεπροσώπευσε τὸν Ἑλληνισμὸν, ἀλλὰ τὰ συμφέροντα μόνον τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Δὲν ἀποδέχομαι τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, μὴ ἔχουσα δυνάμει συνθηκῶν καὶ δυνάμει πρωτοκόλλων τὴν ἰδιότητα τοῦ προστάτου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δὲν δύναται διὰ τοῦτο ν’ ἀναδεχθῇ ἔργον τοιοῦτον· ἐὰν δὲν ὑπάρχουν πρωτόκολλα, ἐὰν δὲν ὑπάρχουν συνθῆκαι, ἀναγνωρίζουσαι εἰς ἡμᾶς τὸν τίτλον τοῦτον, ὑπάρχει ὅμως ἡ καταγωγὴ, ἡ γλῶσσα, τὰ κοινὰ δυστυχήματα καὶ αἱ κοιναὶ συμφοραὶ, αἱ ὁποῖαι εἰς τὴν μικρὰν ταύτην γωνίαν τῆς ἠλευθερωμένης Ἑλλάδος δίδουν τὸν τίτλον τοῦ προστάτου τοῦ ἑλληνισμοῦ· φρονῶ δὲ ὅτι βεβαίως θὰ ἦτο καλὸν, ἐὰν ἐν τῷ ὑπομνήματι, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν ἐν τῷ ὑπομνήματι τούτῳ, ὡμίλει ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἑλληνισμοῦ. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξε· τοῦτο δὲν ἔβλαψεν οὔτε τὸν ἑλληνισμὸν, οὔτε τὸ βασίλειον τῆς Ἑλλάδος. Καὶ δὲν ἔχω οὐδεμίαν δυσκολίαν νὰ εἴπω διὰ τίνα λόγον φρονῶ, ὅτι δὲν ἔβλαψε τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου δὲν ἦτο εὐμενὲς πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν, καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἐὰν παρουσίαζεν ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνισμοῦ τὸ ὑπόμνημά του, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι τοῦτο ἤθελε τεθῆ ἐκτὸς τῆς Τραπέζης. Αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου, κύριοι, καὶ ἐπειδὴ τοιαύτη εἶναι ἡ πεποίθησίς μου, διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ θεωρήσω ὅτι μικρὰ ἔλλειψις ἔβλαψε. Λέγων δὲ ὅτι ἡ Εὐρώπη ἦτο δυσμενὴς κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὁμολογῶ ὅτι δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἐντίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐν τῷ Συνεδρίῳ ἐκείνῳ ἐξ ἀρχῆς παρετηρήθη δυσμένεια κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὸ δ’ ἀποτέλεσμα τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ κατέδειξε τὴν δυσμενῆ διάθεσιν τῆς Εὐρώπης πρὸς ἡμᾶς, διότι τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο ἡ ἀναγραφὴ τοῦ ἄρθρου 24, τὸ ὁποῖον κυρίως δὲν ἐμπεριέχει, εἰμὴ ἓν ἁπλοῦν desideratum. Δὲν ἠδυνάμεθα λοιπὸν νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι εἰς τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐν ὀνόματι τοῦ ὁποίου ἠδύνατο νὰ ὁμιλήσῃ ὁ ἀντιπρόσωπος ἡμῶν, ὅτι τὰ δικαιώματα ταῦτα ἤθελον ληφθῆ περισσότερον ὑπ’ ὄψιν, ἀφ’ ὅσον ἐλήφθησαν. Ἀσθενεῖς, κύριοι, καὶ ἀδύνατοι, δὲν ἔχομεν βεβαίως τὴν ἀπαίτησιν, ἵνα ἡ φωνή μας ἀντηχήσῃ μέχρι τοῦ Μεγάρου ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀποφασίζεται ἡ τύχη τῶν ἐθνῶν ὑπὸ 10–15 πολιτικῶν ἀνδρῶν· ἀλλ’ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσωμεν τὴν λύπην τῆς καρδίας μας, τὸ παράπονόν μας, ὅτι ἡ Εὐρώπη, ὡς ἐφάνη ἄδικος κατὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος, ἐφάνη ἄδικος καὶ ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου· καὶ διότι ἐφάνη ἄδικος, δὲν πρέπει οὐδὲ νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰς αἰτιολογίας, τὰς ὁποίας ἔφερον πρὸς δικαιολόγησιν. Δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀκούω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ Εὐρώπη δὲν ἠδύνατο νὰ μᾶς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, διότι δὲν κατεκτήσαμεν ἐπαρχίας, διότι δὲν ἐξηγέρθη ὁ Ἑλληνισμός· δύνανται νὰ λέγωσι ταῦτα οἱ κρατοῦντες εἰς τὰς χεῖράς των τὴν τύχην μας, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ ἐκλαμβάνωμεν ὡς ἀληθῆ. Ἡ Κρήτη, ἡ ὁποία πρὸ τεσσαράκοντα ἐτῶν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας αὐτῆς κυλίεται εἰς τὰ αἵματα, ἡ Κρήτη βεβαίως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ ἐξεγερθεῖσα, καὶ νὰ μένῃ εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν· καὶ ὅμως τὸ Συνέδριον, δυσμενὲς πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν, τὴν παρεῖδε καὶ τὴν παρέβλεψεν. Ἀλλ’ ἂς μὴ εὐγνωμονῶμεν ὑπὲρ τὸ δέον, διότι, ὡς σᾶς εἶπον, ἡ Εὐρώπη ἐφάνη ἄδικος· ἂς ἐλπίσωμεν, κύριοι, ὅτι βεβαίως εἶνε ἐγγὺς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Εὐρώπη, μεταμελουμένη διὰ τὴν πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἀδικίαν, θέλει σκεφθῆ, ὅτι τὸ μόνον στοιχεῖον τὸ ἐκπολιτιστικὸν ἐν τῇ Ἀνατολῇ εἶνε μόνον ὁ Ἑλληνισμὸς, καὶ θέλει δώσει τὴν βοήθειάν της καὶ τὴν ἀρωγήν της πρὸς ἀνάπτυξιν αὐτοῦ. Τέλος ἐπετύχομεν τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου· παρεστάθη τοῦτο ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ὡς μέγας τίτλος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἀπέναντι ἐλαχίστου τίτλου, τὸν ὁποῖον κατώρθωσε νὰ λάβῃ ἡ οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις. Ὁ κ. Δηλιγιάννης σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπὶ τῆς οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ἐπετύχομεν ἁπλῶς διακήρυξιν τοῦ κ. Δέρβυ, ὑπουργοῦ τότε τῶν Ἐξωτερικῶν, δι’ ἧς ὑπέσχετο ὅτι ἡ Ἀγγλία θέλει φροντίσει, ὥστε τὸ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον νὰ λάβῃ τὰς μεταῤῥυθμίσεις καὶ βελτιώσεις, ὅσας ἤθελον λάβει αἱ ἄλλαι ἐθνικότητες. Τοῦτο εἶναι ἀληθές. Εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι ἡ οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἔπραξεν ἐξωτερικῶς ὅ,τι ἦτο δυνατὸν οὐ μόνον διὰ νὰ ἐφελκύσῃ τὰς συμπαθείας τῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ ἐπιτύχῃ καὶ συμμαχίας. Ἐὰν δὲ τὸν τίτλον, τὸν ὁποῖον σήμερον φέρουσι, θεωροῦσιν ὡς ἀνώτερον τοῦ τίτλου, τὸν ὁποῖον ἐπέτυχεν ἡ οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωσιν ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦ λόρδου Δέρβυ ἐγράφετο ἐν τῷ μέσῳ τοῦ πολέμου, καὶ ἐγράφετο ἓν ἔτος πρὸ τῆς συγκροτήσεως τοῦ ἐν Βερολίνῳ Συνεδρίου, ὥστε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτε ἐγράφετο τὸ ἔγγραφον τοῦτο, δὲν ἠδύνατο νὰ περιέχῃ ὅ,τι ἐχορήγησεν ἡμῖν ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου. Τέλος πάντων ἐπετύχομεν τὸ ἄρθρον 24. Ἔχω ἀδιάσειστον πεποίθησιν, ὅτι ἡ Εὐρώπη θέλει ἐπιμείνει εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ἄρθρου τούτου· ἀλλ’ ἡ πεποίθησίς μου εἶναι, ὅτι θέλομεν ἐπιτύχει τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ἄρθρου τούτου μετὰ πολλῆς δυσχερείας, βεβαίως δὲ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐντὸς τοῦ 1878 δὲν εἶναι πιθανὸν νὰ ἴδωμεν τὸ τέρμα τῶν δυσχερειῶν. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιτύχητε τὴν ταχυτέραν ἐκτέλεσιν τοῦ ἄρθρου τούτου, σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου, δὲν πρέπει νὰ ἀφοπλισθῆτε. Ἠπόρησα ὅταν ἤκουσα τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ἀντιτάσσοντα κατὰ τοῦ συστήματός του τὸν ἀφοπλισμὸν, ἐνῷ οὔτε φωνή τις, οὔτε γνώμη τις περὶ ἀφοπλισμοῦ τοῦ ἔθνους ἐπροτάθη, οὔτε ἐν τῷ κοινοβουλίῳ τούτῳ, οὔτε ἀλλαχοῦ. Διαφωνία μόνον γνωμῶν ὑπάρχει ὡς πρὸς τὸν ὁπλισμὸν τοῦ ἔθνους. Οἱ μὲν φρονοῦν, ὅτι τὸ ἔθνος δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡπλισμένον, ὅταν κάμνητε ἐφέδρους, ὅταν προτείνητε χάρτινα ἑκατομμύρια· ἄλλοι φρονοῦν, ὅτι ὁ ὁπλισμὸς τοῦ ἔθνους θὰ ἦναι σοβαρὸς καὶ σπουδαῖος, ὅταν, ἀντὶ ἐφέδρων, ὀργανισθῇ ὁ στρατὸς, ὅταν, ἀντὶ νὰ ὑπάρχῃ ἁπλοῦς στρατὸς, ὑπάρχῃ τοιοῦτος ἐκπαιδευόμενος καὶ ὀργανιζόμενος. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν γνώμη τις ἀφοπλισμοῦ, ἐναντίον τῆς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠδύνατο ν’ ἀντιταχθῇ. Ὁ ἐμβριθὴς φίλος μου κ. Τρικούπης ἐξέθηκε τὴν γνώμην του περὶ τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ ἔθνους, τὴν ὁποίαν συμμερίζομαι πληρέστατα καὶ τὴν ὁποίαν νομίζω ὅτι πλεῖστοι τῶν συναδέλφων μας συμμερίζονται. Μᾶς εἴπετε, ὅτι ἐπιθυμεῖτε ν’ ἀναβιβασθῇ ὁ ἀριθμὸς τοῦ στρατοῦ, κατὰ δὲ τὸν προϋπολογισμόν σας ἀπαιτοῦνται 18,000 στρατοῦ. Ἀποδεχόμεθα τὸν ἀριθμὸν τοῦτον· ἐπιθυμοῦμεν ὅμως νὰ ὀργανισθῇ ὁ στρατὸς οὕτως, ὥστε ἄνευ προβιβασμῶν τὰ στελέχη αὐτοῦ νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς πολυαριθμότερον στρατὸν, τὸν ὁποῖον θέλετε ἔχει, ἐὰν ἐν περιπτώσει ἀνάγκης καλέσητε τοὺς ἐφέδρους. Βεβαίως, κύριοι, ὅταν ὑποστηρίζωμεν τοῦτο, δὲν σημαίνει ὅτι ὑποστηρίζομεν τὸν ἀφοπλισμὸν τοῦ ἔθνους. Ἐπείσθημεν, ὅτι τὸ σύστημα τῶν ἐφέδρων δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἤδη, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ, διότι ἠπατήσαμεν αὐτοὺς, καὶ ἀντὶ νὰ ὑπηρετήσωσιν ἕξ μῆνας εἰς τὰς τάξεις των, τοὺς ἐκρατήσαμεν 15 ὅλους μῆνας· τοῦτο δὲ συνέτεινεν ὄχι μόνον εἰς τὴν ἀπογοήτευσιν καὶ εἰς τὴν ἀποθάῤῥυνσιν τοῦ κόσμου, ἀλλὰ θὰ συντείνῃ μεγάλως καὶ εἰς τὸ ὅτι, ἀφοῦ ἐκαλέσατε καὶ τὰς ἄλλας σειρὰς τῶν ἐφέδρων, αἱ σειραὶ αὗται δὲν θὰ προσέλθωσι, φοβούμεναι ὅτι θέλουσι πάθει ὅ,τι καὶ ἡ πρώτη. Τοὐναντίον ἡ ὀργάνωσις τοῦ στρατοῦ καὶ ὁ ἀναβιβασμὸς τοῦ ἀριθμοῦ αὐτοῦ θέλει ἐπιφέρει τὸ ἠθικὸν ἐκεῖνο ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὅταν ἴδωσιν ὅτι διοργανίζομεν καλῶς τοσοῦτον ἀριθμὸν στρατοῦ, θέλουσι πεισθῆ ὅτι σπουδαίως σκεπτόμεθα, διότι σπουδαῖον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον χώρα τις δύναται νὰ πράξῃ· ἀλλ’ ὅταν ζητῆτε παρὰ τῆς χώρας πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποστῇ, τότε, κύριοι, ὁ χαρακτὴρ τοῦ σπουδαίου ἀποβάλλεται. Τὸ ἀποτέλεσμα λοιπὸν, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θέλομεν ἐπιτύχει καλλίτερον, ὅταν ἐργασθῶμεν σπουδαίως, ὅταν δείξωμεν ὅτι ἀπεφασίσαμεν καὶ τὴν δύναμίν μας τὴν στρατιωτικὴν ν’ αὐξήσωμεν, καὶ τὸν ὀργανισμὸν αὐτῆς νὰ καταρτίσωμεν τελειότερον. Ἀληθῶς, πρὸ δύω ἐτῶν δὲν εἴχομεν τίποτε, σήμερον δ’ ἔχομέν τι· ἀλλ’ ὅ,τι ἔχομεν δὲν εἶναι ἀνελλιπὲς, καὶ δὲν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τοῦτο ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργός· ἔχομεν μεγάλας ἐλλείψεις, καὶ εἰς τὴν διόρθωσιν τῶν ἐλλείψεων τούτων πρέπει νὰ ἐνασχοληθῶμεν. Οὕτω πράττοντες, θέλομεν ἐπιτύχει ὅ,τι ἐπιδιώκομεν, καὶ θέλομεν καταδείξει, ὅτι σπουδαίως ἀσχολούμεθα εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν δυνάμεων. Ἀλλ’ ὅταν ζητῶμεν παρὰ τῆς χώρας αὐτῆς πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατον, μ’ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν, ἣν ἔχει ὁ τόπος, νὰ ὑποστῇ, τότε, κύριοι, δὲ ἐργαζόμεθα σπουδαίως, οὐδὲ δυνάμεθα νὰ πείσωμεν τοὺς ἄλλους ὅτι ἡ ἐργασία ἡμῶν εἶναι σπουδαία. Ἐλυπήθην, ὅταν ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν νὰ σᾶς ὁμιλῇ περὶ τοῦ 1821 καὶ περὶ ἀναπαύσεως καὶ ἡσυχίας· οἱ λόγοι οὗτοι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξέλθωσιν ἐκ τῶν χειλέων ἀνδρὸς σπουδαίου καὶ κατέχοντος ἔξοχον θέσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ· ἔπρεπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ν’ ἀφήσῃ αὐτὰ νὰ λέγωνται ἀλλαχοῦ, ὄχι ὅμως ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Οὐδεμία ὑπάρχει σύγκρισις μεταξὺ τοῦ 1821 καὶ τοῦ 1878· τῷ 1821 ὁ Ἑλληνισμὸς ἠγέρθη πρὸς ἀνάκτησιν τῆς ἐλευθερίας του, σήμερον δὲ ἡ Ἑλλὰς δὲν πρόκειται νὰ κάμῃ ἐπανάστασιν, οὐδὲ πιστεύω ὅτι πρεσβεύουν τοιαῦτα οἱ κύριοι Ὑπουργοί· σήμερον ἡ Ἑλλὰς πρόκειται ν’ ἀντιμετωπίσῃ ἄλλο Κράτος ὡς Κράτος, καὶ ὅσα τὰ ἔθνη δύνανται νὰ πράξουν ἐν στιγμῇ ἐξεγέρσεως, δὲν δύνανται νὰ τὰ πράξωσι τὰ Κράτη. Οὐδεμία λοιπὸν σύγκρισις μεταξὺ τοῦ 1821 καὶ 1878. Εἰς ἄλλο ἔθνος ἐνόμισαν ἄλλοτε ὅτι εἰμποροῦν διὰ πατριωτικῶν συνεισφορῶν νὰ κατορθώσωσι τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ ἐδάφους των· ἀλλὰ εἶδον μετ’ ὀλίγον ὅτι τὰ μέτρα δὲν ἦσαν κατάλληλα· εἶδον, ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ μέσα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ καταφεύγουν τὰ Κράτη. Οὕτω δὲ ἡ μεγαλοφυΐα ἐνδόξου ἀνδρὸς κατώρθωσε νὰ ἐλευθερώσῃ ἀπὸ τῶν ξένων τὸ ἔδαφος μεγάλου καὶ προσφιλοῦς ἡμῖν ἔθνους. Ὅ,τι λοιπὸν ἐγένετο ἄλλοτε, δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀποκτήσωμεν ἐν Ἑλλάδι σήμερον. Ἀλλὰ λόγος περὶ ἀναπαύσεων καὶ ἡσυχιῶν δὲν ἠδύνατο καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἐνταῦθα, καὶ μάλιστα ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἐκυβέρνησε καὶ περισσότερον χρόνον τὴν Ἑλλάδα καὶ πρέπει νὰ ἦναι πεπεισμένος, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἕτοιμοι νὰ θυσιάσουν ὅ,τι ἔχουν καὶ δὲν ἔχουν. Ἂς ἀφήσῃ τοὺς λόγους τούτους ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς ἄλλους ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, οἵτινες αὐτοχειροτονήθησαν προστάται καὶ πρόμαχοι τοῦ Ἑλληνισμοῦ, χωρὶς ν’ ἀποφασίσωσι νὰ θυσιάσωσιν οὐδὲ δέκα λεπτὰ ὑπὲρ αὐτοῦ· ἀλλ’ ἀνὴρ σπουδαῖος, ὡς ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, δὲν ἔπρεπε νὰ προστρέξῃ εἰς κοινοὺς τόπους καὶ εἰς τοιαῦτα ἐπιχειρήματα. Εἶπον, κύριοι, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς διαφωνίαν μετὰ τοῦ ὑπουργείου ὡς πρὸς τὰ μέτρα αὐτοῦ. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι σήμερον πρέπει ν’ ἀπέλθωσιν ὅλοι οἱ ἔφεδροι τῆς πρώτης κατηγορίας, διότι πολλὰ ὑπέφεραν· ὑπέφεραν ἴσως τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα στρατὸς μόνον ἐν πολέμῳ δύναται νὰ ὑποφέρῃ, τὰ ὑπέφεραν ὅμως ἀγογγύστως. Ἔχουν δικαίωμα νὰ ζητήσουν παρ’ ἡμῶν νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς ἑστίας των, διὰ νὰ χρησιμοποιηθῶσιν, ὅταν ἡ ἀνάγκη ἐπιστῇ· ἀλλὰ μὴ θελήσητε, κύριοι Ὑπουργοὶ, νὰ καλέσητε τὰς ἀκολούθους σειράς. Ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι δὲν θέλετε κατορθώσει δι’ αὐτοῦ τίποτε, καὶ θέλετε ὑποχρεωθῆ νὰ κρατήσητε πάλιν ἐπὶ ἓν ἔτος τοὺς ἐφέδρους τῆς πρώτης σειρᾶς· καὶ οὕτω θέλετε πράξει μέγιστον ἀδίκημα. Δὲν θέλετε δὲ δυνηθῆ νὰ τοὺς ἀντικαταστήσητε, πρῶτον διότι δὲν θέλουν προσέλθει οἱ τῆς γʹ σειρᾶς, δεύτερον δὲ, καὶ ἐὰν προσέλθουν, δὲν θὰ ἔχητε τὸν ἀναγκαῖον ἱματισμόν. Ἀναγκαίως λοιπὸν θὰ κρατήσητε τοὺς πολίτας αὐτοὺς εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἐπὶ ἓξ ἔτι μῆνας, ἂν ὄχι περισσότερον. Θέλετε λοιπὸν καταστρέψει τὸ αἴσθημα τὸ ὁποῖον ζητεῖτε νὰ διατηρήσητε ζωηρὸν καὶ ἀῤῥενωπόν. Ἰδοὺ, κύριοι, διὰ ποίους λόγους ἀντιτασσόμεθα κατὰ τοῦ συστήματος τοῦ ὑπουργείου. Ἐπιθυμοῦμεν τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ἐπιθυμοῦμεν τὴν ἐκπαίδευσιν αὐτοῦ. Καὶ ἐπειδὴ ὁμιλῶ περὶ στρατοῦ, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ τὸ ὑπουργεῖον νὰ τῷ συστήσω τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον καὶ ἡ Βουλὴ ἐψήφισε, καὶ τὸ ὁποῖον καὶ ὡς βουλευτὴς καὶ ὡς ὑπουργὸς ὑπεστήριξα καὶ θὰ ὑποστηρίξω αἰωνίως, τοὐτέστι τὴν πρόσκλησιν ξένων ἀξιωματικῶν. Ἡ οἰκουμενικὴ κυβέρνησις ἔκαμε πλεῖστα βήματα, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ φέρῃ ἀξιωματικοὺς ξένους τῆς ξηρᾶς καὶ ἀξιωματικοὺς τῆς θαλάσσης, πρὸς ὀργανισμὸν τοῦ τε στρατοῦ τῆς ξηρᾶς ὡς καὶ τῆς θαλάσσης· δυστυχῶς ὅμως δὲν ηὐτύχησε νὰ κατορθώσῃ τοῦτο, διότι αἱ περιστάσεις τότε, εἰς τὰς ὁποίας διετέλουν τὰ διάφορα Κράτη, δὲν ἐπέτρεψαν εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς κυβερνήσεις νὰ δώσωσι τὴν ἄδειαν εἰς ἀξιωματικοὺς νὰ ἔλθουν. Σήμερον εἶναι εἰς καλλιτέραν θέσιν τὸ ὑπουργεῖον· ἂς προσπαθήσῃ νὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο καὶ ἂς προσθέσῃ νέαν περγαμηνὴν, τὴν ὁποίαν, διαβεβαιῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν, δὲν θέλω φθονήσει· ἀρκεῖ νὰ ἐπιτύχουν, καὶ θέλω ἐπικροτήσει εἰς τὴν ἐπιτυχίαν αὐτήν. Θέλομεν λοιπὸν, κύριοι, τὸν ὀργανισμὸν καὶ τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ μονίμου στρατοῦ, τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἐφέδρων, πρὸς διατήρησιν τῶν ὁποίων ζητοῦνται, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, δώδεκα ἑκατομμύρια. Τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ψηφίσω τὴν πίστωσιν ταύτην. Εἶμαι διατεθειμένος νὰ ψηφίσω ἀπὸ τοῦδε πίστωσιν διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ μονίμου στρατοῦ· καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τοὺς ἐφέδρους, δὲν θέλω πράξει τοῦτο. Ἰδοὺ ἐν συντόμῳ ἡ γνώμη μου, τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ ἐκθέσω· διετέλεσα ὅσον ἠδυνάμην σύντομος, καὶ οὐδένα σκοπὸν ἔχω νὰ λάβω ἐκ νέου τὸν λόγον. Ἐπιθυμῶ ἡ συζήτησις αὕτη νὰ μὴ παραταθῇ ὑπὲρ τὸ δέον, καὶ διὰ τοῦτο προσεπάθησα νὰ ἦμαι σύντομος.
§6ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργὸς). Κύριοι, λαμβάνω τὸν λόγον, διὰ νὰ παραπονεθῶ ἐν ὀλίγοις κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ζαΐμη, καὶ οὐχὶ διὰ νὰ τὸν ἀντικρούσω, διότι θέλετε ἴδει ὅτι ἐν τοῖς πράγμασιν εὑρέθημεν καὶ εὑρισκόμεθα εἰς πλήρη ταὐτότητα μετὰ τοῦ κ. Ζαΐμη, ὅστις ἤδη διαφωνεῖ ἐν τοῖς λόγοις μετ’ ἐμοῦ. Ἐνηργήσαμεν τῷ ὄντι, κύριοι, δάνεια χάρτινα· αἱ περιστάσεις μᾶς ἠνάγκασαν, ἀλλὰ τί ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν τότε! Τὰ χάρτινα δάνεια ζητοῦμεν νὰ καταστρέψωμεν ἤδη καὶ ἀντικαταστήσωμεν αὐτὰ διὰ μεταλλικοῦ ἀσφαλοῦς καὶ βεβαίου. Ἰδοὺ, ὅτι ὁ κύριος Ζαΐμης διὰ τὰ δάνεια αὐτὰ μᾶς κατακρίνει. Ὅταν ἐπρόκειτο παρ’ ὑμῶν νὰ ζητήσωμεν τὴν ἄδειαν δανείων, ὁ κύριος Ζαΐμης, μετὰ τοῦ ὁποίου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συνυπηρετῶ, δὲν ἐδίστασεν οὔτε ἑκατομμύρια νὰ παραδεχθῇ, οὔτε προϋπολογισμὸν φέροντα τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ εἰς εἴκοσιν ὀκτὼ χιλιάδας ἀνδρῶν νὰ ὑπογράψῃ, καὶ ἐνῷ ἤδη, εὑρισκομένου τοῦ ζητήματος εἰς θέσιν, τὴν ὁποίαν χθὲς σᾶς ἐξήγησα, καὶ ὅταν ἴσως ἡ ἀνάγκη τῆς ἐνεργείας ἀποδεικνύεται μᾶλλον ἐπείγουσα, ὁ κ. Ζαΐμης καταφέρεται κατὰ τοῦ κοινοῦ αὐτοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ζητεῖ νὰ καταστρέψῃ ὅ,τι μετ’ ἐμοῦ ἔκαμε. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἡμεῖς ἐμμένομεν εἰς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξ ἀρχῆς ἀκολουθοῦμεν, ζητοῦντες βελτίωσιν, ζητοῦντες νὰ καταργήσωμεν τὸ χαρτὶ, ἀντικαθιστῶντες διὰ χρημάτων, ζητοῦντες ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης ἤδη, καθὼς πιστεύομεν ἡμεῖς, νὰ συντηρήσωμεν τὴν δύναμιν, τὴν ἐπὶ προσδοκίᾳ καταρτισθεῖσαν. Ἀληθῶς, κύριοι, συνέβη, καὶ μοὶ συνέβη συνεχῶς καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα, νὰ μοὶ ζητῆται λόγος, διατὶ οὕτως ἢ οὕτως ἔπραξα, καὶ εἰς τὰ πράγματα, ὅτε ἐκεῖνοι, οἵτινες μὲ ἐζήτουν λόγον, ἔλαβον μέρος καὶ συνέπραξαν μετ’ ἐμοῦ, ἡ διαφωνία αὕτη ἐξέλιπεν· οὕτως ἀποδεικνύεται ὅτι οὐσιώδης καὶ πραγματικὴ διαφωνία ἔκτοτε δὲν ὑπάρχει. Μᾶς εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολλάκις, ποῖαι εἶναι αἱ προπαρασκευαί σας, ποῖον εἶναι τὸ ὑλικόν, τὸ ὁποῖον συνηθροίσατε, καὶ ποῖοι οἱ ἄνδρες τοὺς ὁποίους ἡτοιμάσατε; καὶ διὰ τοῦτο ἐπανειλημμένως μᾶς ἐζήτουν λόγον. Καταρτίσατε ἄνδρας· μᾶς εἶπον, τί σημαίνει ὀργανισμὸς εἰς τὸ χαρτὶ, λόγοι κενοὶ, ὅταν στερηθῆσθε ἀνδρῶν ἱκανῶν νὰ ὑπηρετήσωσιν; Ἤδη, κύριοι, ἄνδρας σᾶς ζητοῦμεν νὰ ἑτοιμάσωμεν, διὰ νὰ πραγματοποιήσωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητεῖ τὸ ἔθνος, καὶ τώρα μᾶς λέγουν ἄνδρας μὴ ζητεῖτε, κάμετε νομοσχέδια, διοργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ μὴ φέρετε ἄνδρας. Ποῖον στρατὸν, κύριοι, νὰ διοργανίσωμεν καὶ γυμνάσωμεν; καὶ ποῖος ἦτο ὁ ἀρχικὸς σκοπὸς τοῦ νόμου περὶ ἐφεδρείας, εἰμὴ νὰ ἑτοιμάσωμεν ἄνδρας; Δυστυχῶς δὲν εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκγυμνασθέντων μέγας. Ἐὰν θέλετε, ὅπως ὁ κύριος Ζαΐμης εἶπε, νὰ παύσωμεν συγκαλοῦντες νέους ἐφέδρους, ἡ κατάστασις σπουδαίως δὲν ἐβελτιώθη· ἡμεῖς ἀκολουθοῦμεν τὰς αὐτὰς ἀρχὰς καὶ ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐδέχθημεν μετὰ τοῦ κυρίου Ζαΐμη εἰς τὸ οἰκουμενικὸν ὑπουργεῖον, ὥστε δι’ αὐτὸ δὲν εἴμεθα ἄξιοι τῶν μομφῶν, τὰς ὁποίας μᾶς ἀπέτεινε. Σᾶς εἶπον ὅτι πρέπει νὰ διατηρήσητε ἐν τοῖς ὅπλοις τὴν δύναμιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους τούτου παρεδέχθητε, διότι τὸ νομίζομεν ἀναγκαῖον, ἀναπόφευκτον· ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι οὐσιῶδες στοιχεῖον πρὸς αἰσίαν λύσιν τοῦ ζητήματος εἶναι αὕτη, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένομεν μέχρι παραιτήσεως. Σᾶς ἐξηγήσαμεν δὲ τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν, δυστυχῶς εὑρέθημεν, νὰ κρατήσωμεν τοὺς ἐφέδρους πλέον τῆς προθεσμίας. Αἱ περιστάσεις εἰς τοῦτο μᾶς ὑπεχρέωσαν· ἀντὶ τῶν ἐφέδρων αὐτῶν — ἐπειδὴ πρέπει νὰ τοὺς στείλωμεν εἰς τὰς οἰκίας των ἐν ἀδείᾳ, ἀλλὰ δὲν θέλομεν καὶ μ’ ὅλα ταῦτα νὰ ἐλαττωθῇ ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ, οὔτε νὰ παύσῃ ἡ ἐκγύμνασις, διὰ νὰ ἔχω ἐν ἀνάγκῃ ἀριθμὸν πλείονα ἐκγεγυμνασμένον καὶ νὰ ἤμεθα ἐπὶ τοῦ παρόντος, ὡς ἐξ ἀρχῆς, ὡπλισμένοι — ζητοῦμεν νὰ κληθῶσιν ἀντ’ αὐτῶν οἱ ἑπόμενοι. Δὲν ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι κατὰ τὰς περιστάσεις ταύτας, καθ’ ἃς ὅλα τὰ πέριξ συνταράσσονται καὶ ὁπλίζονται, εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ὡπλισμένοι; Κύριοι, λαβόντες ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις, τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, καὶ ἡμεῖς, μετὰ τὴν οἰκουμενικὴν τῆς ὁποίας τὸ πνεῦμα ἰδίως ἐξηκολουθήσαμεν ὡς πρὸς τὰ ἀκόλουθα, ἠρνήθημεν τοὺς προβιβασμοὺς καὶ μόλον ὅτι ἀνάγκη κατεπείγουσα ὑπῆρξε διὰ τὴν τακτικὴν ὕπαρξιν τοῦ στρατοῦ, διὰ τὸν ὀργανισμόν του καὶ τὴν κακήν του διοίκησιν νὰ γείνωσι τοιοῦτοι· καὶ παρουσιάζομεν τὸ φαινόμενο, ὥστε ὁλόκληρα τάγματα, ἀλλ’ ὀλίγα, νὰ διοικῶνται ὑπὸ ἑνὸς λοχαγοῦ, δύο ὑπολοχαγῶν καί τινων ὑπαξιωματικῶν. Καὶ ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι αὐτὸς δὲν εἶναι διοργανισμὸς, ἔπρεπεν ὅμως νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὴν ἀνάγκην τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ παρεκαλέσαμεν τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικοὺς νὰ διπλασιάσωσι τὴν ἐνέργειάν των καὶ νὰ ἀντικαταστήσωσι τὰς ἐλλείψεις, ὑποφέροντες ὅλους τοὺς κόπους. Ἐπειδὴ ἡ ἀνάγκη, καθὼς ἐπιστεύομεν, ἦτο προσωρινὴ καὶ ἐπρόκειτο περὶ ἐκγυμνάσεως μόνον στρατιωτῶν καὶ ὄχι περὶ τελείου τοῦ στρατοῦ ὀργανισμοῦ, ἀνεβάλομεν πᾶσαν αὔξησιν ἀξιωματικῶν, ἥτις μετὰ τὸ σύντομον πέρας τῆς ἀνάγκης ἤθελεν εἶσθαι βάρος. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θέλει σᾶς ὑποβάλει διοργανισμὸν, ὁποῖον ζητεῖτε, καὶ κατὰ τὸν ὁποῖον, τὰ στελέχη, ὅπως ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μοὶ λέγει, διὰ 18,000, θέλουσιν ἐν ἀνάγκῃ χρησιμεύσει καὶ διὰ 35.000 στρατοῦ. Ἰδοὺ ὁ ὀργανισμὸς, τὸν ὁποῖον ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἑτοιμάζει.
§7ΣΑΠΟΥΝΤΖΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ προϋπολογισμὸς, ὅστις ὑπεβλήθη, προβλέπει περὶ 18,000 στρατοῦ ἐν καιρῷ εἰρήνης, ἀλλὰ διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ, ὅστις θέλει σᾶς ὑποβληθῆ, θὰ ἦναι δυνατὸν διὰ τῶν ἰδίων ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν νὰ ὑφίσταται στρατὸς ἐκ 35,000 ἄνευ νέων προβιβασμῶν.
§8ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐν ἑνὶ λόγῳ, κύριοι, τὸ ἐπαναλαμβάνω διὰ νὰ μὴ ἀφήσω ἀμφιβολίαν, ζητοῦμεν τὴν ὑποστήριξιν τοῦ καθεστῶτος, τοὐτέστι τὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν καθιέρωσε τὸ παρελθὸν ἔτος, καὶ εἰς τὸ καθεστὼς αὐτὸ ἔχομεν καὶ τὴν ψῆφον τοῦ κ. Ζαΐμη· ζητοῦμεν δὲ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἐκγυμνάσεως τῶν πολιτῶν, διότι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία, καὶ παρεδέχθη ἡ Βουλὴ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πρέπει ἀφεύκτως νὰ ἐκγυμνασθῇ. Καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἠδυνήθη νὰ κατορθώσῃ τοῦτο εἰς ἀριθμόν, ὁ ὁποῖος ἠλπίζετο, διότι ἀντὶ τῶν ἐφέδρων ὑπερεπλεόνασαν οἱ ἐθελονταί· δὲν συνέβη δὲ ἡ μὴ προσέλευσις ἐφέδρων ἐξ ἐλλείψεως προθυμίας, ἀλλ’ ἐξ ἐλλείψεως μέσων, διότι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἠδύνατο νὰ θρέψῃ ὅλους τοὺς ἐθελοντὰς καὶ πλείονας ἐφέδρους.
§9Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τοὺς τῆς δευτέρας σειρᾶς τοὺς ἐξήρεσαν ὅλους.
§10ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τῆς δευτέρας σειρᾶς ἐξήρεσαν τοὺς περισσοτέρους, καὶ γνωρίζω καὶ ἐγὼ κατὰ δυστυχίαν, ὅτι τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ ἐγένετο ἀφορμὴ δωροδοκίας καὶ διαφθορᾶς συνειδήσεως, ἀλλ’ αὐτὰ ἐγένοντο ἐν ἀπουσίᾳ ὑμῶν, ἐν ἀπουσίᾳ δὲ ὑμῶν κατὰ δυστυχίαν δὲν ἠδυνάμεθα νὰ διορθώσωμεν τὸ κακὸν, διότι ἡ διάταξις περὶ ἀναθεωρήσεως εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἐνῷ μία καὶ μόνη ὑπάρχει διόρθωσις, ἡ κατάργησις τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν ἐφέδρων. Εἴς τινας ἐπαρχίας δὲν ἐφήρμοσαν τὸ μέτρον τῆς ἀναθεωρήσεως, ὡς εἰς τὴν Σπάρτην. Τὰ ἄτοπα ἐκεῖ ἦσαν ὀλιγώτερα, διὰ τοῦτο ἡ πρώτη αἴτησις, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ ἦναι ἡ κατάργησις τοῦ δικαιώματος τῆς ἀναθεωρήσεως, νὰ μείνωσι δὲ οἱ κατάλογοι ὅπως ἔχουσι, διότι ὀλιγώτεραι καὶ προτιμότεραι εἶναι αἱ ἀδικίαι αἱ ἐκ τοῦ καταλόγου ἢ αἱ ἐκ τῆς ἀναθεωρήσεως. Ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κύριος Ζαΐμης μὲ παρεξήγησεν ἐπίσης, καὶ λυποῦμαι ὅτι ἡ παρεξήγησις αὕτη προέρχεται ἐξ αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον τιμῶ, σέβομαι καὶ ὑπολήπτομαι καὶ τοῦ ὁποίου καὶ τὸν χαρακτῆρα καὶ τὰ αἰσθήματα γνωρίζω παντὸς ἄλλου κάλλιον, ἰσχυρισθεὶς ὅτι ἡ τελευταία παρατήρησίς μου δὲν εἶχε τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον πραγματικῶς εἶχον, ἀλλ’ εἶχεν ἄλλον, τοῦ νὰ ἐγείρῃ δηλ. τὰ πάθη σας, τὰ αἰσθήματά σας, καὶ νὰ συγκινήσῃ τὴν καρδίαν σας. Μὲ εἶπεν ὅτι ἔκαμα χρῆσιν τῶν κοινῶν τόπων, ἀντὶ ὡς σπουδαῖος ἄνθρωπος νὰ ζητήσω ἀπόφασιν φρόνιμον καὶ περιεσκεμμένην· ἠθέλησεν οὕτω νὰ μὲ χαρακτηρίσῃ ὡς δημαγωγὸν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ πράξω, οὔτε ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μου, οὔτε ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας μου, οὔτε ἔπραξα ποτέ. Ὁμιλῶν, κύριοι, περὶ θυσιῶν, τὰς ὁποίας ἓν ἔθνος ὡς ἔθνος πρόκειται νὰ πράξῃ, ἀνέφερον ἐκ τῆς ἱστορίας τῶν ἐθνῶν τὰς ἐποχὰς, καθ’ ἃς τὰ ἔθνη, οἰστρηλατούμενα ἀπὸ τὴν ἰδέαν τῆς δόξης καὶ τοῦ μεγαλείου, οὐδενὸς φείδονται, καὶ καθ’ ἃς δὲν ἀποβλέπουν παρὰ εἰς τὸν πλουτισμὸν καὶ τὴν εὐζωΐαν. Κατ’ αὐτὰς τὰς ἐποχὰς αἱ περὶ μεγαλείου ἰδέαι θεωροῦνται φαντασιοκοπίαι, τρέλλαι. Εἶπον λοιπὸν, διότι πιστεύω ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἀπεμακρύνθη ἐπὶ τοσοῦτον ἀπὸ τοῦ 1821, ἐποχῆς τῆς δόξης, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐξεθηλύνθη ἐντελῶς, ὅτι δὲν ἐγένετο ἀκόμη δούλη τῆς ὕλης, καὶ διὰ τοῦτο ἤλπισα ὅτι θέλει μὲ ἀκούσει προβάλλοντα τὴν πρότασιν αὐτὴν εὐμενῶς, καὶ ἂν, κύριοι, ἠπατήθην, ἠπατήθην ἀπὸ τὸ σέβας τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς τὴν πατρίδα καὶ πρὸς ὑμᾶς. Οὐδενὸς, κύριοι, ἠθέλησα νὰ λάβω τὴν ψῆφον διὰ πλαγίου μέσου, ὅπως ὁ κύριος Ζαΐμης ἠθέλησε νὰ μὲ ἀδικήσῃ. Ἔχετε, κύριοι, ὑπ’ ὄψιν σας ὅλους τοὺς λόγους καὶ ἀποφασίσατε ὅ,τι ἐγκρίνετε καλλίτερον καὶ συμφερώτερον τῇ πατρίδι.
§11Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἔχω ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τοῦ ἐντίμου Πρωθυπουργοῦ νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν, διότι κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς παρελθούσης Συνόδου εἰς δεδικαιολογημένην ἀγανάκτησίν μου κατὰ τὴν ἀνάκλησιν τοῦ στρατοῦ ἀπηξίωσε ν’ ἀπαντήσῃ. Χωρὶς, κύριοι, ν’ ἀναμνησθῶ τῆς δυστυχοῦς ἐκείνης ἐποχῆς καὶ τῶν δυστυχῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι τότε ἔλαβον χώραν, ἔρχονται τὰ πράγματα δυστυχῶς καὶ μὲ δικαιολογοῦν διὰ τὰς ὑποψίας μου ἐκείνας καὶ ἀποφαίνονται διαῤῥήδην, ὅτι αἱ ὑποσχέσεις καὶ αἱ ἐπαγγελίαι τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐξετελέσθησαν. (θόρυβος).
§12ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν γίνεται μικρὰ διακοπή;
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ Συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτά. (Γίνεται διακοπὴ τῆς Συνεδριάσεως, μετὰ τὴν παρέλευσιν δε τοῦ ὁρισθέντος χρόνου ἐπαναλαμβάνεται).
§14Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶπον, κύριοι, ὅτι αἱ δοθεῖσαι ὑποσχέσεις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, χάριν τῶν ὁποίων περιεβλήθη μὲ ὁλόκληρον τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ ἔθνους, αἱ ὑποσχέσεις ἐκεῖναι ἀπεδείχθησαν ψευδεῖς. Ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅ,τι εἶπεν εἰς τὴν μυστικὴν Συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς· εἶπε καθαρῶς καὶ ἀνεπιφυλάκτως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐννοεῖ νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ ἐννοεῖ νὰ ἐνεργήσῃ οὐχὶ δι’ ἀσυντάκτων κινημάτων, τὰ ὁποῖα προκαλοῦσι τὸν οἶκτον καὶ τὴν δυσπιστίαν, ἀλλὰ διὰ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Καὶ ἐπὶ μόνῃ τῇ ὑποσχέσει ἐκείνῃ, ὅτι τὰ ἀσύντακτα κινήματα δὲν ἐμπνέουν τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ἀδελφῶν ὑποδούλων, ὅτι μακρὰ καὶ δυστυχὴς πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι εἶναι χαλκεῖον κερδοσκοπίας καὶ διαφθορᾶς τοῦ τόπου, ὁλόψυχον τὸ ἔθνος περιέβαλε τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην του. Εἶσθε μάρτυρες, κύριοι, τῶν σκηνῶν, αἱ ὁποῖαι ἔκτοτε ἔλαβον χώραν, τῶν διαφόρων διαδόσεων καὶ τῶν διαφόρων οἰκτρῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπηκολούθησαν. Ἡ κατάστασις ἐκείνη κατεδικάσθη παρ’ ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους· τὰ δὲ διπλωματικὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μετεχειρίσθη, ἵνα ἀποδείξῃ καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς μεταβάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ἀνακλήσεως αὐτοῦ, ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθησαν ἀνυπόστατα. Σήμερον ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις μετὰ θάῤῥους νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν αὐτὴν πολιτικὴν, ἔρχεται νὰ ζητήσῃ θυσίας, φόρους καὶ νέον φόρον αἵματος, τὰς δὲ περὶ τούτου κρίσεις της ἡ Κυβέρνησις συνοδεύει μετὰ ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἀντιφάσκουσι πρὸς ἄλληλα. Ἐγὼ, κύριοι, κηρύσσομαι ἀκατάλληλος νὰ συζητήσω τὸ ζήτημα, ἂν ἦτο προσήκουσα ἡ πολιτικὴ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος ἐν Βερολίνῳ, διότι τῶν τοιούτων γνώσεων παντελῶς στεροῦμαι, θέλω ἐν ὀλίγοις διαπραγματευθῆ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου ὑπέβαλε, διὰ νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ζητεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν σᾶς ὑπέδειξε. Δὲν ζητοῦμεν, σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ παρουσιασθῶμεν κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις παρὰ μόνον ἰσχυροὶ, ὅπως ὁ Πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου τῆς Ἀγγλίας ἐζήτει τὴν πίστωσιν τῶν 6,000,000 λιρῶν· ἀλλ’ ὅταν ὁ Πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου τῆς Ἀγγλίας ἐζήτει τὴν πίστωσιν αὐτὴν, ἐξώπλιζεν ἐν ταὐτῷ τοὺς ναυστάθμους του, παρέταττε τρεῖς θωρηκτοὺς στόλους, ἐκινητοποίει οὐχὶ μόνον τὸν στρατὸν τῆς Ἀγγλίας ἀλλὰ καὶ τὸν στρατὸν τὸν ἰθαγενῆ τῶν Ἰνδιῶν. Σήμερον δὲν σᾶς λέγουν ὀλιγώτερον, κύριοι, παρὰ νὰ παρατείνητε ἐπὶ 4 μῆνας κατάστασιν πραγμάτων, ἡ ὁποία ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν εἶναι σχεδὸν ἄχρηστος. Σήμερον ὑποδεικνύουν εἰς τὸ ἔθνος, ὅτι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα τὸ ἐκκρεμὲς Ἑλληνικὸν ζήτημα θέλει λυθῆ κατὰ τὰ τέλη τοῦ ἔτους, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ἔχουν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως τῆς παρούσης δυνάμεως τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ἰσχύος του, ἵνα κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις παρουσιασθῶσιν ἐπιβλητικοὶ καὶ ἀπαιτητικοί. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀληθές; ὅ,τι δὲν ἐπετρέπετο εἰς ἄλλας περιστάσεις νὰ λέγηται, πρέπει καὶ σήμερον νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸ αὐτὸ σύστημα τῆς σιωπῆς; οὐχὶ, κύριοι. Δυστυχῶς καὶ τοῦτο εἶναι λυπηρὸν δι’ ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος, διότι τὴν εὐθύνην τὴν φέρει αὐτὸ ὁλόκληρον, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἔχει τοιαύτας καὶ τοσαύτας ἐλλείψεις, ὥστε ἤθελεν εἶσθαι τολμηρὸν καὶ ἐπικίνδυνον νὰ θελήσῃ τις νὰ τὸν ἐξορμήσῃ εἰς ἐπιχειρήσεις λίαν ἐπικινδύνους, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐφρόντισεν εἴτε διότι αἱ περιστάσεις δὲν ἐπέτρεπον, εἴτε διότι δὲν ἠσθάνετο τὸν πρέποντα βαθμὸν τοῦ πόνου πρὸς τὴν δύναμιν ἐκείνην, εἰς ἣν τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος ἔγκειται, διὰ νὰ παρασκευάσῃ δύναμιν, ἔστω καὶ εὐάριθμον, ἀλλὰ σεβαστὴν διὰ τὴν ἐκπαίδευσίν της καὶ διὰ τὴν ἀξίαν τῶν ὅπλων της. Δὲν ἔρχομαι ἐπὶ τούτου νὰ ἐπιτιμήσω τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅπως ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα, ἡ ἰσχὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ σήμερον δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Οἱ κκ. Ὑπουργοὶ θέτουν ὡς ζήτημα τῆς πολιτικῆς των τὴν παράτασιν τοῦ καθεστῶτος τὴν ἐξακολούθησιν ἀχρήστων δαπανῶν. Εἶναι δὲ ἄχρηστος ἡ τοιαύτη δαπάνη, διότι πρόκειται περὶ τῆς τροφοδοσίας τοῦ στρατοῦ μέχρι τέλους τοῦ ἔτους, ἄλλως τε καὶ λίαν ἐπικίνδυνος, ὅταν δι’ αὐτῆς καὶ μόνης δύνανται νὰ ἐπιχειρισθῶσι παράτολμοι ἐπιχειρήσεις. Πάντες γνωρίζετε ὁποῖος ὁ στρατὸς ἡμῶν, ποῖον τὸ ὑλικὸν αὐτοῦ καὶ ἀπὸ πόσου χρόνου γίνεται σκέψις περὶ τούτου· ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐγένετο σκέψις περὶ τοῦ στρατοῦ, ὁ χρόνος εἶναι ἐλάχιστος, δυστυχῶς δὲ αἱ περιστάσεις δὲν ἐπέτρεψαν καὶ μέχρι τοῦδε εἰς τὸ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἡ παμψηφία τῆς Βουλῆς ἐχορήγησεν, ὅπως προσέλθωσι ξένοι ἀξιωματικοὶ ἐν Ἑλλάδι. Λέγω, ὅτι ἡ σημερινὴ δύναμις τοῦ στρατοῦ καὶ ἡ ἱκανότης πρὸς ἐπιχείρησιν τακτικοῦ πολέμου δὲν εἶναι εἰς ἁρμονίαν πρὸς πολιτικὴν ἐπιβλητικὴν, πολιτικὴν, ἥτις ὠθεῖ πρὸς πόλεμον καὶ ἂν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ βασίζονται ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἰσχύος, λυποῦμαι ὅτι πλανῶνται, καὶ ἡ πλάνη αὐτῶν δύναται νὰ ἔχῃ οἰκτρὰ ἀποτελέσματα διὰ τὸν τόπον. Δὲν ἐδίστασε νὰ σᾶς εἴπῃ ὁ ἔντιμος Πρωθυπουργὸς ὅτι, ὅπως σήμερον ὑπάρχει ὁ ἐνεργὸς στρατὸς, ἔχει ἀτελέστατον ὀργανισμὸν, τὰς ἐλλείψεις αὐτοῦ, ἀπὸ σέβας πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, δὲν ἠδύνατο νὰ καλύψῃ διὰ νὰ χορηγήσῃ εἰς τὰ διάφορα ὅπλα καὶ Σώματα τοὺς ἀναγκαίους βαθμοφόρους. Ὅταν λοιπὸν, κύριοι, ἔχετε ἀθροίσματα μόνον ἀνδρῶν ἄνευ ἐκπαιδεύσεως, ὅταν ἔχετε σῶμα ὁλόκληρον ἀξιωματικῶν ἀμοιρούντων τὸ πλεῖστον τῆς στρατιωτικῆς ἐπιστήμης, νομίζετε ὅτι τοιαύτη δύναμις δύναται νὰ ἐμπνεύσῃ ἰσχὺν εἰς κυβέρνησιν, ἵνα διαπραγματευθῇ ἀποτελεσματικῶς μετ’ ἄλλης ἐπικρατείας καὶ ἐν ἀνάγκῃ νὰ προβῇ εἰς ῥῆξιν; Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἐλλείψεως ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ, ἔχετε τοὐλάχιστον τὸ ἀνάλογον ὑλικὸν πολέμου; ἂν ὑποθέσητε ὅτι ἔχετε πράγματι ὑπὸ τὰ ὅπλα 30,000, ἀνδρῶν ἔχετε ἀνάγκην 120 πυροβόλων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦν τοὐλάχιστον 3,000 ὑποζύγια· ἔχετε τοιαῦτα; Ἄλλως, κύριοι, ὑπάρχουν λόγοι συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῆς ἰδέας τῶν ἐντίμων προαγορευσάντων Βουλευτῶν Μεσολογγίου καὶ Καλαβρύτων, ὅτι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα τὸ ζήτημα δὲν δύναται νὰ τύχῃ τόσον συντόμου λύσεως, ἔχομεν δὲ παραδείγματα ἄλλων κρατῶν εἰς τὰ ὁποῖα ῥητῶς καὶ ἀνεπιφυλάκτως τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου παρεχώρησε πρόσκτησιν ἐδάφους, καὶ μόλα ταῦτα ἔκτοτε παρῆλθον μῆνες ὁλόκληροι καὶ οὔτε ἀρχὴ ἐκτελέσεως ἐγένετο· ποῦ βασίζεσθε λοιπὸν, κύριοι Ὑπουργοὶ, ἐνῷ τοιαῦτα βλέπετε, ὅπως δικαιολογήσητε τὴν πίστωσιν τῶν 12,000,000 διὰ τὴν διατροφὴν τοῦ στρατοῦ 30,000, στρατοῦ περὶ τοῦ ὁποίου δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀξιοπίστους μαρτυρίας ἐντίμων ἀξιωματικῶν συμμετασχόντων κατὰ τὴν ἀτυχῆ ἐκείνην ἔξοδον. Ὅταν ἐξαντλῆτε παρακαίρως τὸν τόπον, ὅταν τὴν πολιτικήν σας θέλητε νὰ βασίζητε ἐπὶ ἁπλῶν ὑποθέσεων, αἵτινες εἶναι ἁπλαῖ εἰκασίαι, ἔχομεν τὸ δικαίωμα καὶ ἡμεῖς νὰ φρονῶμεν ἄλλως. Πῶς θέλετε νὰ ἐπιβάλητε εἰς τὸν τόπον νέα δυστυχήματα, καὶ τὸ δυστύχημα νὰ πιστεύῃ ὅτι ἔχει στρατὸν ἱκανὸν διὰ νὰ ἀναλάβῃ ἐπικινδύνους ἐπιχειρήσεις, ἐπιβαρύνοντες συνάμα τὰ ἀρκούντως βεβαρημένα οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους; Ἀλλὰ τὸ πρόγραμμα τῶν Ὑπουργῶν ἀντιφάσκει πρὸς ἑαυτό. Ἐὰν οἱ κκ. Ὑπουργοὶ φρονοῦν ὅτι ἐντὸς 3 μηνῶν ἢ μετὰ τὸ τέλος αὐτῶν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην νὰ μετέλθῃ πολιτικὴν τοιαύτην, ἥτις καθ’ ἃ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν Εὐρώπην νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡσύχασε ἢ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν νέαν ἀπόφασιν τοῦ Συνεδρίου, τότε τί ζητεῖτε νὰ φέρητε νέας σειρὰς ἐφέδρων καὶ νὰ ἀπολύσητε τοὺς ὑπάρχοντας τοιούτους, οἵτινες σεβασθέντες καὶ πιστεύσαντες εἰς τὸν Νόμον, ὅτι ἤθελον ὑπηρετήσει ἕξ μῆνας, προσῆλθον ἀθρόως, ἐτιμωρήσατε δὲ ἀδίκως διὰ τῆς ἐπὶ 9 εἰσέτι μῆνας ἄνευ ἀνάγκης διαμονῆς αὐτῶν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Διατὶ λοιπὸν ζητεῖτε νὰ ἀπολύσητε γεγυμνασμένους ἄνδρας καὶ προσκαλέσητε νεοσυλλέκτους, ἐνῷ λέγετε ὅτι θὰ ἐνεργήσητε μετὰ 3 μῆνας; καὶ δὲν γνωρίζετε ὅτι οἱ ἄνδρες, τοὺς ὁποίους θὰ φέρητε εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, δὲν θὰ ἔχουν τὴν ἱκανότητα ἐκείνην τῶν ἀπολυομένων, οἱ ὁποῖοι εἰς τὸ διάστημα πάλιν τῆς ἀπουσίας των θὰ ἀπολέσωσι τὴν ἱκανότητα τὴν ὁποίαν ἤδη ἔχουσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ; Ἐννοῶ νὰ εἴπητε ὅτι, ἔχοντες τὴν ὑπάρχουσαν ἐφεδρείαν, προσκαλεῖτε καὶ τὰς ἄλλας σειράς, ἀλλ’ εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ἐνεργείας, ὅταν πρόκηται νὰ μετέλθητε πολιτικὴν ἐνεργόν, νὰ ἐνισχυθῆτε διὰ τῆς ἐπιδείξεως τῶν ὅπλων εἰς τὰς διαπραγματεύσεις σας, διατὶ ἀπολύετε τότε ἄνδρας γεγυμνασμένους καὶ προσκαλεῖτε νεοσυλλέκτους, δὲν τὸν ἐννοῶ. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι τὸ κυβερνητικὸν σχέδιον εἶναι ὅμοιον τῶν προγενεστέρων, πρὸς ἕνα μόνον σκοπὸν ἀποβλέπει, εἰς τὴν δι’ ἁδρᾶς δαπάνης παράτασιν πολιτικῆς ψευδεπιδείξεων. Καὶ ἂν ἀκόμη ῥητῶς δηλώσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι, ἂν ἐντός τινος χρονικοῦ διαστήματος δὲν ἱκανοποιηθῶσι τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, θὰ μετέλθῃ πολιτικὴν ἀνεπιφύλακτον, πολιτικὴν ἐνεργόν, δικαιούμεθα νὰ μὴ πιστεύσωμεν, διότι εἰς ὁμοίας περιστάσεις, ἐνῷ εἶπε τὰ αὐτά, τὰ πράγματα ἀπέδειξαν ὅτι, εἴτε ἐν γνώσει εἴτε ἐν ἀγνοίᾳ, αὐτὴ μὲν ἐπλανᾶτο, ἡμᾶς δὲ ἀληθῶς ἀπεπλάνησε. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἀποκρούσει τὰ προτεινόμενα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μέτρα, διότι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν σκοπὸν αὐτῶν, ὑποθέτω ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει καὶ εἰς ἡμᾶς τὸν αὐτὸν πατριωτισμὸν ὑπὸ τοῦ ὁποίου ἐμπνέεται. Ἀποκρούοντες τὰ προτεινόμενα μέτρα, καθ’ ἃ ἄσκοπα καὶ ἐξαντλοῦντα ἀκαίρως τὸν τόπον, προφυλάττομεν τὸ μέλλον τῆς χώρας, μὴ δεινοῦντες ἐπὶ πλέον τὴν οἰκτρὰν οἰκονομικὴν τοῦ τόπου κατάστασιν.
§15ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀγορεύων χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἶπεν ὅταν πληγή τις ἐπιπολαίως θεραπευθῇ, δύναται ν’ ἀναφανῇ εἰς πρώτην ἀφορμὴν, εἰς πρώτην αἰτίαν. Ἀληθέστερος λόγος τούτου δὲν γίνεται· ὅ,τι δὲ συμβαίνει εἰς τὸν πραγματικὸν κόσμον, συμβαίνει καὶ εἰς τὸν ἠθικόν. Ὅταν θέλωμεν ν’ ἀπατῶμεν καὶ ν’ ἀπατώμεθα, δὲν ὀνομάζομεν τὰ πράγματα μὲ τὰ ἀληθῆ αὐτῶν ὀνόματα· τότε ἄλλα λέγομεν, καὶ ἄλλα πράττομεν. Ἂν, κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν ἀντηχήσῃ ἡ ἀλήθεια, καὶ μόνη ἡ ἀλήθεια, πρὸς θεραπείαν τῶν πραγμάτων τῆς πολιτείας, μὴ περιμένετε διόρθωσιν, διότι οὔτε 18 χιλιάδες στρατοῦ, οὔτε 35 θέλουν ἀνορθώσει τὸ Κράτος. Πρέπει νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν, νὰ ὁμολογήσωμεν, ἐξομολογούμενοι ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, ποῖα τὰ πταίσματα τοῦ παρελθόντος, νὰ ἐργασθῶμεν δὲ ἀνενδότως πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ, καὶ ἤδη καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Ἡ δύναμις, κύριοι, τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι ἀριθμητική, ἀλλ’ ἠθικὴ, δὲν συνίσταται εἰς τὰς 18 καὶ 35 χιλιάδας στρατοῦ, ἀλλ’ ἐρείδεται ἐπὶ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς φιλοπατρίας σύμπαντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ· ὅταν ἡ Ἑλλὰς κατορθώσῃ νὰ συγκινήσῃ τὸν Ἑλληνισμόν, οὔτε μέσων οὔτε δυνάμεως στερεῖται. Αὐτὸ παρεγνώρισαν δυστυχῶς πάντοτε αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις, καὶ διὰ τοῦτο περιήλθομεν εἰς ὃ σημεῖον σήμερον εὑρισκόμεθα. Τὸ ἔθνος κατενόησε τὰς δυνάμεις του —καὶ λέγων τὸ ἔθνος, δὲν ἐννοῶ τὸ Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ τὸν Ἑλληνισμὸν —καὶ δὲν ἐφοβήθη, διότι δὲν ἦτο προητοιμασμένον, ἀλλ’ εἶπεν, ἕνωσις. Καὶ ἐν τῇ ἑνώσει ὁ Ἑλληνισμὸς εἶναι τόσον ἰσχυρὸς, ὥστε δύναται νὰ διεκδικήσῃ ἀφόβως καὶ ἀποτελεσματικῶς τὰ δίκαιά του ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἡ δὲ φωνὴ περὶ ἑνώσεως, ἡ ἀντηχήσασα ὅπου ὑπάρχει Ἕλλην, ἐπέδρασεν ἰσχυρῶς, καὶ ἡ συγκίνησις, ἣν παρήγαγεν ἡ φωνὴ ἐκείνη, ἀνεβίβασεν εἰς τὰ πράγματα τὴν οἰκουμενικὴν κυβέρνησιν, ἐπὶ κεφαλῆς φέρουσαν τὸ ἔμβλημα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὸν ἀείμνηστον Κανάρην. Ἀλλ’ ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, κύριοι· ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἐξετίμησε δεόντως τὴν δύναμιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δὲν διέγνωσε τὴν ἀδυναμίαν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ αἱ περιστάσεις παρῆλθον, καὶ αἱ περιστάσεις δὲν παρουσιάζονται καθ’ ἑκάστην. Μὴ πλανᾶσθε· ὅ,τι δύναται νὰ κάμῃ εἷς ἄνθρωπος εἰς μίαν ὥραν, τὴν μεθεπομένην δὲν δύναται νὰ κάμῃ· ὅ,τι δύναται νὰ κάμῃ εἷς στρατηγὸς εἰς διάστημα 5 λεπτῶν, δὲν δύναται νὰ τὸ πράξῃ εἰς τὸν μετέπειτα χρόνον· ἀπόδειξις εἶναι ἡ Πλεύνα, τὴν ὁποίαν κατέλαβεν ὁ Ὀσμάν, καὶ ἐχρειάσθη πολὺς χρόνος διὰ νὰ τὴν καταλάβωσιν οἱ ἀντίπαλοί του. Οὕτως ἔχουν τὰ πράγματα ὑπὸ ὅλας τὰς ἐπόψεις καὶ ὑπὸ ὅλας τὰς περιστάσεις. Δὲν ἐκερδήσαμεν ἄλλο τι ἢ μόνον τὴν ἐξασθένησιν τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ τῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Τὸ Κοινοβούλιον ἔχασε τὴν δύναμίν του, τὴν θέλησίν του, δὲν ἠδύνατο νὰ διευθύνῃ τὰ πράγματα, καὶ τὰ πράγματα μᾶς παρέσυραν, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Ἑλληνισμοῦ δυστυχῶς ἀνυπολογίστῳ. Συνήλθομεν, κύριοι, ὅπως κατὰ πρῶτον ἐξετάσωμεν τὸ ἑλληνικὸν ζήτημα πρὸ παντὸς ἄλλου· συνήλθομεν δὲ, ὅτε ὅλοι οἱ λαοὶ τῆς Ἀνατολῆς ἔλαβον τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτοῖς θέσιν, ἡμεῖς δὲ, ὁ ἄριστος καὶ πρώτιστος τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς, ἱστάμεθα σταυροκοπούμενοι, διότι ἀπὸ ἡμᾶς ἔλειψεν ἡ πρόνοια ἐκείνη, ἥτις ἀνυψοῖ καὶ δοξάζει τὰ ἔθνη. Καὶ ἐλθόντες σήμερον, τί ἔχομεν ἐνώπιόν μας; περὶ τίνος συζητοῦμεν; Περὶ οὐδενός. Ἐνεθυμήθη χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὡμίλησε περὶ βιβλίων πωλουμένων εἰς τὰς ὁδοὺς, ἀλλὰ ποῦ εἶναι αἱ βίβλοι αἱ ἰδικαί σου, αἱ ἐπίσημοι, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ἐνώπιόν μας, ἵνα συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ; Τοῦτο εἶνε μία περιφρόνησις πρὸς τὸ Κοινοβούλιον. Δὲν ἀρκεῖ νὰ προσφερώμεθα ἁβροφρόνως πρὸς ἀλλήλους, ὁ εἷς νὰ περιποιῆται τὸν ἄλλον, οὕτω δὲ νὰ παριστάμεθα ὡς ἱκανοὶ περὶ πάντα, ἀλλὰ πρέπει καὶ τὰ πράγματα ν’ ἀποδείξωσι τὰς ἐνεργείας ἑνὸς ἑκάστου· οὐχὶ οἱ λόγοι οἱ ἐψιμμυθιωμένοι, ἀλλὰ τ’ ἀποτελέσματα τῶν πράξεων ἑκάστου. Ἐσχηματίσαμεν, κύριοι, τὴν οἰκουμενικὴν κυβέρνησιν, τὴν ἐσχημάτισεν ὁ Ἑλληνισμὸς· ἡ κοινὴ γνώμη τὴν ἐπέβαλεν, οὕτως εἰπεῖν, ἡμεῖς τὴν ἠσπάσθημεν. Καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον διηύθυνεν ἡ οἰκουμενικὴ κυβέρνησις, οὐδεμία ἐπετρέπετο ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου παρατήρησις· ὁσάκις ἐζητεῖτο ἐξήγησις περὶ ἀντικειμένου τινος, μία φωνὴ ἀπεκρίνετο ἐκ τῶν ἑδωλίων τῶν Ὑπουργῶν· τὰ μεγάλα συμφέροντα τῆς πολιτείας ἀπαιτοῦσι νὰ μὴ εἴπωμεν τίποτε, ἀλλὰ νὰ κρατήσωμεν πλήρη μυστικότητα· ἡ δὲ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἔχουσα ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην, ἔκλειε τὸ στόμα παντὸς αἰτοῦντος τοῦτο. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη παραιτεῖται, καὶ ἀντικαθίσταται τὴν 11 Ἰανουαρίου ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν· ζητεῖται λόγος, διατὶ παρῃτήθη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, καὶ ὁ λόγος αὐτὸς μέχρι σήμερον εἶναι ἄγνωστος εἰς τὴν Βουλήν. Πότε εἰς Συνταγματικὸν κράτος ἐγένετο τόσον μυστικὴ παραίτησις ἑνὸς τόσον σημαντικοῦ Ὑπουργείου, εἰς τόσον σημαντικὰς καὶ καιρίας περιστάσεις; Ἀλλὰ, κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω μετὰ τοῦ αὐτοῦ θάῤῥους· δὲν εἴμεθα ζηλότυποι τῶν δικαιωμάτων μας, καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε βλέπετε, ὅτι ὁ μυστικισμὸς ἐπιβάλλεται ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἐν ὀνόματι καὶ χάριν δῆθεν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Καὶ ποῦ ἠκούσθη σήμερον, ἐνῷ συζητοῦμεν ὄχι πλέον περὶ τῆς πολιτικῆς τῶν Ὑπουργείων, ἀλλὰ περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ, νὰ μὴ γνωρίζωμεν διατὶ αἱ Κυβερνήσεις ἤλλαξαν; καὶ διατὶ δὲν ἔχομεν ἐνώπιόν μας τὴν ἐπίσημον Βίβλον, ἵνα ἴδωμεν πόθεν προέκυψαν αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα; Ἐσχηματίσθη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, καὶ εὗρε τὴν ὑποστήριξιν τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου ἕως τοῦ ἑτέρου. Αἱ περιστάσεις ἦσαν κρίσιμοι· οὐδεὶς ἀπέβλεπε πλέον εἰς κομματισμὸν καὶ εἰς προσωπικοὺς λόγους, διὰ νὰ πολεμήσῃ, ἕνεκα τῶν χαμερπῶν καὶ ποταπῶν αὐτῶν λόγων, Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, σχηματισθεῖσαν εἰς τοιαύτας δυσκόλους περιστάσεις. Ἡ Κυβέρνησις παρουσιασθεῖσα μᾶς ἀνέπτυξε τὴν πολιτικήν της· τὴν ἠσπάσθημεν· μᾶς ὑπέβαλε τὸ σχέδιόν της, τὸ ἠσπάσθημεν· τὴν περιεβάλομεν μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ἐμπιστοσύνης, καὶ δὲν ἠξεύρω ἐάν ποτε ὑπῆρξε Κυβέρνησις ἰσχυροτέρα ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τῆς 15 τῆς 16 τῆς 17 μέχρι τῆς 20 Ἰανουαρίου· ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου ἕως τοῦ ἄλλου, τὸ Βουλευτήριον καὶ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμὸς ὑπεστήριξαν αὐτήν. Καὶ τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδόλως ἠρνήθη· εἶπε μάλιστα, ὅτι ἕνεκα τῆς μεγάλης ὑποστηρίξεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβον, καὶ πρὸ πάντων διὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ δώσω λόγον τῆς πολιτικῆς μου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Μᾶς εἶπε χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, οὐδὲν ἐγνώριζον· πῶς ἠθέλατε νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Ἀπαντῶ, ὅτι αὐτὴ ἔπρεπε νὰ ἦναι ἡ θέσις σου εἰς τὸ Βερολῖνον, διότι ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς 19 Ἰανουαρίου, καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς 24 καὶ 23 Ἰανουαρίου, αὐτὴν τὴν θέσιν σοῦ ἔδιδον ἐν Βερολίνῳ. Δὲν ἠξεύρετε, ὅτι ὁ Νόμος εἶναι ὑπὲρ τῶν ἐγρηγορούντων; Δὲν ἠξεύρετε, ὅτι ἄλλο δικαίωμα ἔχει ὁ ἐπαιτῶν, καὶ ἂν λέγηται Κόμης, καὶ ἂν λέγητε Βαρόνος, ἢ Πρίγκηψ, ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ζητεῖ τὸ δικαίωμά του διὰ τῆς σπάθης του; Ὡς ἐπαίτης παρουσιάσθη, καὶ αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν ἔλαβεν. Μὴ πλανᾶσθε ὅτι ζημιοῦνται τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, διότι ἡ ἀλήθεια λέγεται ἀπὸ τοῦ Βήματος· πλανῶνται οἱ ὑποθέτοντες, ὅτι ἡ Εὐρώπη, καὶ πρὸ πάντων οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες αὐτῆς, δὲν γνωρίζουσιν τὴν κατάστασιν καὶ τὴν δύναμιν τῆς Ἑλλάδος. Διέταξε τότε, λέγει εἰς τὴν διακοίνωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, μίαν μοῖραν στρατοῦ, ὅπως ἐξέλθῃ καὶ καταλάβῃ τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας, χάριν φιλανθρωπίας καὶ ὅπως σώσῃ τὴν τιμὴν καὶ τὴν περιουσίαν τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν τῶν κατοικούντων εἰς τὰ μέρη αὐτά. Μετὰ δὲ τοῦτο, τὶ ἐγένετο; Μόλις διετάχθη ὁ στρατὸς νὰ ἐξέλθῃ, καὶ σπεύδομεν πῶς νὰ εὕρωμεν τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἀνακαλέσωμεν αὐτὸν—Βλάπτει τοῦτο, ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Ζαΐμη, τὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος, λεγόμενον ἀπὸ τοῦ βήματος; ὄχι. —Καὶ σπεύδομεν ἀπὸ πρέσβεως εἰς πρέσβυν, ὅπως ἐξεύρωμεν τὰ μέσα νὰ σώσωμεν τὴν ὑπόληψιν τοῦ Ὑπουργείου. Ἐνταῦθα ἡ Ἑλλὰς καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς ἦτο δευτερεῦον ζήτημα ἀπέναντι τῶν σκοπῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς προκύπτει ἐκ τῶν ἐγγράφων τῶν Πρέσβεων. Τὸ μέσον αὐτὸ εὑρέθη, καὶ ὁ στρατὸς ἐπανῆλθε. Πῶς χαρακτηρίζεται αὐτὴ ἡ πολιτική; ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν. Ἔλεγεν ἕνα μῦθον ὁ γέρων Κολοκοτρώνης. Εἴς τινα πόλιν τῆς Ἀνατολῆς κατῴκει εἷς, τὸν ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ ὀνομάσω μὲ ἄλλην λέξιν, παρὰ μὲ τὴν συνήθη καὶ γνωστὴν Παλαύρας. Αὐτὸς ὁ Παλαύρας εἶχε κατορθώσει ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ νὰ γείνῃ τὸ φόβητρον ὅλου τοῦ κόσμου· διήρχετο τὴν ἀγορὰν, διέταττε τὸν κρεωπώλην νὰ στείλῃ τὸ κρέας εἰς τὸ σπήτι του, διέταττε τὸν λαχανοπώλην νὰ στείλῃ τὰ λοιπὰ, καὶ ὅλοι, τρέμοντες ἀπέναντι αὐτοῦ ὡπλισμένου ἀπὸ ὀνύχων μέχρι κεφαλῆς, κατὰ τὴν παροιμίαν, ὑπήκουον. Τέλος πάντων μίαν ἡμέραν μετέβη καὶ εἰς ἕνα φούρναρην, ἐζήτησεν ἀπὸ αὐτὸν μπουγάτσιαν· τοῦ λέγει ὁ φούρναρης, πλήρωσε νὰ σοῦ δώσω. Καὶ πῶς ὁμιλεῖς ἔτσι; τοῦ ἀποκρίνεται ὁ Παλαύρας. Πολὺ καλὰ ὁμιλῶ. Θέτει τὴν χεῖρα ἐπὶ τῆς σπάθης ὁ Παλαύρας, ὁ δὲ φούρναρη ἁρπάζει τὸ φουρνόξυλον. Βλέπει ὁ Παλαύρας ὅτι τὸ πρᾶγμα ἔλαβε σπουδαῖον χαρακτῆρα, καὶ δὲν ἦτο ἀστειότης· ἤρχισε ταῖς φωναῖς, ἔσπευσαν περὶ αὐτὸν, τὸν βλέπουσι μὲ τὸ σπαθὶ εἰς τὸ χέρι, ἀλλὰ μὴ τολμῶντα νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τοῦ φούρναρη, διότι ἦτο ἕτοιμος αὐτὸς νὰ τὸν κτυπήσῃ. Βρὲ, λέγει εἰς αὐτοὺς, ἄνθρωπον βλέπετε ὅτι θὰ σκοτώσω, καὶ δὲν μὲ πιάνετε; (Ἱλαρότης.) Αὐτὸς δὲ ὁ Παλαύρας ὀνομάζετο καπετὰν Ξέπαππας. Ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν σᾶς φαίνεται ὅτι ἔχει κἄποιαν ὁμοιότητα μὲ τὴν τοῦ καπετὰν Ξέπαππα; Ὁ στρατὸς ἐπανῆλθεν, αἱ ἐπαρχίαι δὲν εἶχον ἐπαναστατήσει, ὡς πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐὰν δὲ ἡ ἐπανάστασις δὲν εὐδοκίμησεν ὡς ἔπρεπε, δὲν εὐδοκίμησε, διότι ὁ στρατὸς ἐξῆλθε καὶ ἐπανῆλθεν. Ἐὰν τοῦτο δὲν ἐγίνετο, δὲν εἶναι ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἤθελε λάβει μεγίστην σπουδαιότητα. Μᾶς ἐζήτησε, κύριοι, καὶ ἡ πρὶν κυβέρνησις καὶ ἡ ἐνεστῶσα, τὴν ἐμπιστοσύνην μας· ἐζήτησε φόρους χρημάτων, φόρους αἵματος. Δὲν ἠρνήθημεν, διότι εἴχομεν καθῆκον νὰ μὴ ἀρνηθῶμεν, καὶ ἐπιστεύομεν, ὅτι εἴχομεν δίκαιον καὶ ἡμεῖς νὰ διεκδικήσωμεν τὰ ἐν τῇ Ἀνατολῇ δικαιώματα καὶ συμφέροντά μας. Ποῖα ὑπῆρξαν ὅμως τὰ ἀποτελέσματα ὅλης αὐτῆς τῆς δαπάνης, ἥτις δὲν πρέπει μόνον νὰ ὑπολογισθῇ εἰς τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα κατεβάλομεν, ἀλλ’ εἰς τὰ ἑκατομμύρια, τῶν ὁποίων ἐστερήθη ὁ τόπος, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως χειρῶν πρὸς καλλιέργειαν. Ὑπεβλήθημεν εἰς ὅλας τὰς θυσίας, εἰς τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ ὑποβληθῇ τὸ ἔθνος, χωρὶς οὐδὲν ἀποτέλεσμα. Ἐπανῆλθεν ὁ στρατὸς, ἐλάβατε νόμον τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόσητε εἰς τὰ πεδία τῆς μάχης, αὐτὸς δὲ ὁ νόμος ἐφαρμόζεται, ἀφοῦ ἐπανῆλθεν ὁ στρατὸς, καὶ προβιβάζονται 500 νέοι ἀξιωματικοί. Εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ θρηνῶμεν διὰ τὴν θέσιν μας, ἡμεῖς ἐσκεπτόμεθα πῶς νὰ προβιβάσωμεν καὶ νὰ πλάσωμεν βαθμοφόρους. Ὑπεβλήθημεν λοιπὸν, κατὰ τὸ πλεῖστον, εἰς τὰς θυσίας ἑνὸς πολέμου, ἄνευ τοιούτου. Ἐζητήσατε τὸν στρατὸν, ἐζητήσατε ἐφέδρους· σᾶς τοὺς παρεχώρησε τὸ νομοθετικὸν σῶμα, σᾶς τοὺς παρεχώρησαν οἱ γονεῖς καὶ αἱ χῆραι. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐκρίθη τοὐλάχιστον ἡ δικαιοσύνη, ὄχι ἡ αὐστηρὰ, ὄχι ἡ θεία δικαιοσύνη, ἀλλ’ ἡ ἀνθρώπινος δικαιοσύνη; Οὐχί· καὶ ἐπὶ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῆς παρούσης αἱ στρατολογικαὶ ἐπιτροπαὶ μετεβλήθησαν εἰς λησταρχεῖα καὶ σωματεμπορεῖα, διὰ τῆς ἐξαιρέσεως τῶν κληρούχων καὶ ἐφέδρων, ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου ἕως τοῦ ἄλλου Λαμβάνω δὲ ἀφορμὴν νὰ ἐκφράσω ἔπαινον, καὶ ἔπαινον μεγάλον, πρὸς τὸν Νομάρχην τῆς Λακεδαίμονος, ὁ ὁποῖος, τῷ ὄντι, τηρήσας αὐστηρῶς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ἔσωσε τὸν τόπον ἐκεῖνον ἀπὸ τὰ κακὰ, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν ὅλοι οἱ ἄλλοι.
§16ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Καὶ ἡ νομαρχία Ἀττικῆς ἔκαμεν αὐστηρῶς τὸ καθῆκόν της.
§17Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι λοιπὸν μόνον ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ φίλος μου κ. Τρικούπης καὶ ὁ φίλος μου κ. Ζαΐμης, ὅτι οἱ ἔφεδροι δὲν θὰ ἔλθωσι, διότι ἡ πρώτη σειρὰ ἦλθε καὶ ἡ δευτέρα, καὶ ἐκρατήθησαν ὑπὲρ τὸ δέον· δὲν θὰ ἔλθωσι, καὶ διότι ἡ ἀδικία ὑπερεπλεόνασεν. Δὲν θὰ ἔλθωσι, διότι δὲν ἀνέχεται ὁ εἷς νὰ ὑποβάλληται εἰς τὰ βάρη, ἐνῷ βλέπει τὸν ἄλλον ἀκμαῖον καὶ σφριγῶντα, ἔχοντα τὴν αὐτὴν ἡλικίαν, νὰ μὴ ἔλθῃ, διότι κατώρθωσε νὰ δωροδοκήσῃ τὴν ἐπιτροπὴν μὲ 100, μὲ 200, μὲ 300 δραχμάς. Ἐκτὸς λοιπὸν τῆς θυσίας, εἰς ἣν ὑπεβλήθη ὁ τόπος, διὰ τῆς ἐπαυξήσεως τῶν φόρων, ἐκτὸς τοῦ βάρους τῆς στρατολογίας καὶ τῆς ἐφεδρείας, ὑπεβλήθη ὁ τόπος εἰς ἕνα φόρον φοβερὸν — καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων ὑμῶν — ἐκ μέρους τῶν στρατολογικῶν ἐπιτροπῶν· καὶ τοῦτο προϊδὼν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς παρελθούσης συνόδου, ὑπέβαλον νομοσχέδιον, ὅπως μετριάσω ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τὸ κακόν. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐπεψηφίσθη εἰς μίαν μόνον συζήτησιν, καὶ ἔπειτα ἐγκατελείφθη, διότι τὰ νομοσχέδια τῶν Βουλευτῶν δὲν εἶχον θέσιν ἀπέναντι τῶν νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως. Πολὺ καλὰ εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ζαΐμης, ὅτι τινὲς ἠθέλησαν νὰ πωλήσωσι πατριωτισμόν, χωρὶς ὅμως νὰ ἔχωσι τὴν δύναμιν νὰ δαπανήσωσιν ὑπὲρ τοῦ τόπου οὔτε 10 λεπτά.
§18ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν θέλησιν εἶπε.
§19ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πολὺ καλά. Καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπαίχθη αὐτὴ ἡ κωμῳδία, ὑπῆρχον ἐπιτροπαί, σωματεῖα, κατὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν, διότι εἰς τὰ ἔγγραφά του τὰ ὀνομάζει Corporations, τὰ ὁποῖα συνεκροτοῦντο βεβαίως ἀπὸ ἄτομα καὶ τὰ ἄτομα αὐτὰ ἠθέλησαν νὰ διεκδικήσωσι τὴν τιμὴν τοῦ Κουντουριώτου, τὴν τιμὴν τοῦ Ἀνδρέου Ζαΐμη, τοῦ Μεταξᾶ, τοῦ Κρεββατᾶ, ἀλλὰ δὲν ἐσυλλογίσθησαν, ὅτι, ὅταν ἐκεῖνοι ἀπεφάσισαν νὰ ἀποσείσωσι τὸν ζυγὸν τῆς Τουρκίας, ἔθεσαν εἰς τὸ πῦρ ὅλην αὑτῶν τὴν περιουσίαν, ἔθεσαν ὑπὸ τὸ φάσγανον τοῦ δημίου καὶ τὰς κεφαλάς των, καὶ τὰς κεφαλὰς τῶν συζύγων καὶ τῶν τέκνων αὑτῶν. Ἀλλ’ αὐτοὶ μένοντες ἐδῶ, διασκεδάζοντες εἰς τὰς λέσχας, περιπατοῦντες ἄνω κάτω, καὶ οὐδὲν γνωρίζοντες περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ἐνόμισαν, ὅτι ἠδύναντο ν’ ἀναστατώσωσι τὴν Ἀνατολὴν καὶ νὰ διεκδικήσωσι τὴν τιμὴν καὶ τὴν δόξαν τοῦ Λαζάρου, τοῦ Ἀνδρέου καὶ τοῦ Κρεββατᾶ. Εἴχομεν Κράτος ἐν Κράτει, διότι εἶχον μίαν ἐξουσίαν καὶ μίαν δύναμιν φοβεράν. Ἐνθυμεῖσθε τὶ ἦτο ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Ἀμύνης, ἦτο μία δύναμις, ἡ ὁποία ἐξήσκει μεγίστην ἐπιῤῥοήν.
§20ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Καὶ τί πταίουσιν αἱ ἐπιτροπαί, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις τὰς εἶχε παραδεχθῆ;
§21ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡσύχασον παρακαλῶ. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν χθές, ὅτι οὐδὲν ἐκληρονόμησεν ἀπὸ τὰς προηγουμένας Κυβερνήσεις παρὰ τὸ ἔγγραφον τῆς 11|23 Ἰουλίου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν Δέρβυ, ἐν ᾧ ἔλεγεν, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς τηρήσῃ τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν τάξιν, θὰ λάβῃ τὰς αὐτὰς διοικητικὰς βελτιώσεις, καὶ τ’ αὐτὰ ὀφέλη, τὰ ὁποῖα θὰ λάβωσι καὶ οἱ ἄλλοι λαοὶ ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτοῦ κατόπιν μᾶς ἐκόμισε τὴν Ἤπειρον καὶ τὴν Θεσσαλίαν, μᾶς ἔφερε τὴν ἔκφρασιν ὑπὲρ μὲν τοῦ Ἑλληνισμοῦ τριῶν μεγάλων Δυνάμεων, ὑπὲρ δὲ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν ἕξ μεγάλων Δυνάμεων. Καὶ τοῦτο ποῦ ὀφείλεται; εἰς τὴν πολιτικήν του ἱκανότητα. Καὶ ἐγὼ ἤθελον συμφωνήσει, καὶ συμφωνῶ, ἐὰν θέλητε, πρὸς στιγμήν, μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν· ἀλλ’ αὐτὸς πρὶν τούτων μᾶς εἶπεν· οὐδὲν ἐγνώριζον, οὐδὲν ἠδυνήθην νὰ μάθω! Καὶ κατὰ τί λοιπὸν συνετέλεσεν ἡ παρουσία σας, ἀφοῦ ὑμεῖς λέγετε, οὐδὲν ἐγνωρίζετε, ἀπολύτως οὐδέν; Καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ὅ,τι ἀνεγράφη εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον τῆς Εὐρώπης, ἡ Ἑλλὰς θὰ τὸ λάβῃ· ἀλλὰ τὸν χρόνον δὲν δύναμαι νὰ ὁρίσω — θὰ κάμω καὶ ἐγὼ εἰς αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐπ’ ὀλίγον τὸν διπλωμάτην — καὶ δὲν δύναμαι νὰ τὸν ὁρίσω, λογικῶς κρίνων τὰ πράγματα. Λέγω, ὅτι τότε θὰ λάβωμεν τὰς ἐπαρχίας αὐτὰς, καὶ πλέον ἀκόμη, ὅταν τὰ πράγματα τῆς Εὐρώπης ἐξαναγκάσουν, εἴτε τὴν Τουρκίαν, εἴτε ἄλλας Δυνάμεις, νὰ εὕρωσι συμφέρον εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ· καὶ τούτου ὁ χρόνος δὲν δύναται νὰ προσδιορισθῇ. Καὶ δύναται μὲν, καθὼς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα σήμερον, νὰ παρουσιασθῇ μετὰ τρεῖς μῆνας, ἀλλ’ ἠμπορεῖ καὶ μετὰ δέκα ἔτη. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἡ Εὐρώπη δὲν ἐκβιάζει τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως, ἡ Τουρκία δὲν δέχεται νὰ ἐκτελέσῃ ἡ ἰδία τὴν ἀπόφασιν. Ἡ ἀπόφασις λοιπὸν αὐτὴ πότε θὰ ἐκτελεσθῇ; ὅταν αὐτὴ ἡ δύναμις τῶν εὐρωπαϊκῶν πραγμάτων γεννήσῃ τὸ συμφέρον εἴτε αὐτῆς τῆς Τουρκίας, ὅπως παραχωρήσῃ τὰς ἐπαρχίας, εἴτε ἄλλης δυνάμεως, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Δὲν ἀντιλέγω· εἶμαι μάλιστα ἐκ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες ἔκτοτε, ἤτοι ἀφότου προέκυψαν τὰ ζητήματα ταῦτα ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ ἐκτὸς καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς πάντοτε ὑπεστήριξαν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει ν’ ἀναμιχθῇ εἰς τὸν ἀγῶνα, ἀλλ’ ὅτι οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ διὰ τῶν 18 ἢ τῶν 35 χιλιάδων στρατοῦ, ὅσην τόλμην καὶ γενναιότητα καὶ ἂν ἔχῃ, ἐπειδὴ ἀπέναντι θὰ εὕρῃ 250 καὶ 300 χιλ. στρατοῦ· ἀλλ’ ὅτι τὰ πάντα ἠδύνατο τότε νὰ πράξῃ διὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Λοιπὸν ἐκγυμνάσατε τὸν στρατόν σας, διοργανώσατε αὐτὸν, ἵνα ἔχητε ἀληθῆ στρατὸν, ὄχι βαθμοφόρους, ὄχι, ὅπως σήμερον, ἀνθρώπους ἐπιδιώκοντας μόνον βαθμὸν διὰ συμφέρον· ἀλλ’ ἄνδρας ἐπιστήμονας, ἐξασκηθέντας ἕκαστος εἰς τὸ ἴδιον ὅπλον, οἱ δὲ ἐπιτελεῖς εἰς ὅλα, ὅπως μίαν ἡμέραν χρησιμεύσωσιν αὐτοὶ ὡς βάσις μιᾶς μεγαλειτέρας δυνάμεως, τὴν δὲ δύναμίν σας πάντοτε νὰ τὴν στηρίξητε εἰς τὴν περιποίησιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, διότι ἐκεῖ εἶναι ἡ ἀληθὴς δύναμίς σας, ὄχι εἰς τὴν δύναμιν τῶν ἐφέδρων ἢ τῶν κληρούχων τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος. Ἀλλὰ γυμνάζοντες τὸν στρατὸν, πρέπει ν’ ἀφήσητε τὸ ναυτικόν; Ὄχι πάντοτε, λόγου γενομένου περὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, ὑπεστήριξα ὅτι ἡ δύναμις τῆς Ἑλλάδος ὡς πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν εἶναι κυρίως κατὰ θάλασσαν. Ἐκεῖ ἐπιστήσατε περισσότερον τὴν προσοχήν σας, ἐκεῖ δαπανήσατε τὸ χρῆμά σας, διότι θέλετε τὸ δαπανήσει ἀποτελεσματικῶς, καὶ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἔχοντες τοὺς ναύτας, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ἔχομεν σήμερον, δυνάμεθα τὸ ζήτημα τοῦ Ἑλληνισμοῦ νὰ λύσωμεν διὰ μιᾶς καὶ μόνης ναυμαχίας, ὅπως ἐλύθη εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις. Οὔτε ἡ Ἑλλὰς τοῦ Θεμιστοκλέους, οὔτε ἡ Ἑλλὰς τοῦ Μιαούλη ἤθελε φέρει τοὺς καρποὺς καὶ τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ἔφερεν, ἄνευ τῆς θαλάσσης· ἀπέθανεν ἡρωϊκῶς ὁ Διάκος, ἀπέθανεν ἡρωϊκῶς ὁ Φλέσσας, ἀπέθανον ἄπειροι ἄλλοι ὁπλαρχηγοὶ ἡρωϊκῶς, διότι δὲν ἦσαν ὡς οἱ σημερινοὶ ὁπλαρχηγοί, οἱ ὁποῖοι ἐπῆγαν καὶ ἐπανῆλθον σῶοι, ἐκεῖνοι ἀπέθανον. Λοιπὸν οὐδένα καρπὸν ἤθελε φέρει ὁ θάνατος καὶ αἱ ἑκατόμβαι αὐταί, αἱ ὁποῖαι προσεφέρθησαν εἰς τὴν ξηράν, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ θάλασσα· ἡ θάλασσα ἔσωσε τὸ Ναύπλιον, καὶ τὸ Ναύπλιον ἔσωσε κατὰ τὸ πλεῖστον τὸν Ἑλληνισμόν. Εἰς τὴν θάλασσαν λοιπὸν στρέψατε περισσότερον τοὺς ὀφθαλμούς σας, τὴν προσοχήν σας. Ἴσως εἴπῃ τις· Ἀντιπολιτεύεσαι τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ τὴν ῥίψῃς; Ὄχι· θὰ εἴπω καὶ ἐνταῦθα τὴν ἀλήθειαν, διότι, ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα, εἶπον τοῦτο· εἶπον ὅσα εἶπον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐπιθυμῶ τὴν διόρθωσιν τῶν πραγμάτων τοῦ τόπου μου, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι αὕτη· οὐδόλως δὲ ἐπιθυμῶ ν’ ἀνατρέψω αὐτὴν, διότι δὲν βλέπω ἀπέναντί μου ἀντιπολίτευσιν μὲ πρόγραμμα· ἔχω λοιπὸν ἀπέναντί μου κυβέρνησιν ἄνευ προγράμματος, ἀντιπολίτευσιν ἄνευ προγράμματος. Πρέπει νὰ παύσωμεν πλέον ἀπὸ τοῦ νὰ πολιτευώμεθα ὅπως ἐπολιτεύθημεν· πρέπει ὁ τόπος νὰ γνωρίσῃ ποῖα εἶναι τὰ φρονήματα τῶν ἡγετῶν, τῶν ἀξιούντων νὰ διέπωσι τὴν τύχην τῆς Ἑλλάδος, καὶ πρέπει νὰ ἦναι γνωστὰ ἀπὸ τοῦ παλατίου τοῦ Βασιλέως μέχρι τῆς καλύβης τοῦ σιδηρουργοῦ, καὶ ὄχι νὰ ἤμεθα ἕτοιμοι πάντοτε νὰ ἀσπαζώμεθα πᾶν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ὑπαγορεύει ἡ περίστασις, πρὸς κατάληψιν τῆς ἐξουσίας· αὐτὴ ἡ πολιτικὴ πρὸ πάντων συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ μᾶς καταλάβουν ὅπως μᾶς κατέλαβον τὰ πράγματα τῆς Ἀνατολῆς. Πᾶς ἀντιπρόσωπος, εὐσυνειδήτως θέλων νὰ δώσῃ τὴν ψῆφον αὑτοῦ ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου, δὲν ἠξεύρει ποῦ νὰ τὴν δώσῃ, εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἀμηχανίαν· αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασίς μας. Πρέπει λοιπὸν νὰ προσπαθήσωμεν, ἵνα ἐξέλθωμεν ἀπὸ αὐτὴν τὴν κατάστασιν τὴν ψευδῆ, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς καθαρὰν ἀτμόσφαιραν, εἰς τόπον ἔνθα λέγονται ἀλήθειαι, καὶ τότε θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξυπηρετήσωμεν καὶ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν Ἑλληνισμόν. Ἀλλ’ ἔχεις ὑποχρέωσιν μερικῶς νὰ εἴπῃς τί φρονεῖς· ἐδῶ ζητοῦνται χρήματα, ἐδῶ ὑποβάλλονται νόμοι καὶ νομοσχέδια, ἐδῶ ζητοῦνται πιστώσεις. Λέγω, κύριοι, θὰ ἦμαι κατὰ τῶν νομοσχεδίων, πρὸ πάντων διὰ τὰ ἔκτακτα ἔξοδα· ἡ γνώμη μου καὶ ἡ ψῆφός μου δὲν θὰ βαρύνῃ βεβαίως εἰς τὴν πλάστιγγα τῶν κομμάτων, διότι ἡ ψῆφός μου θὰ ἦναι μία, διότι δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῶ καὶ ἐν ὀνόματι ἄλλων, ἀλλ’ ὁμιλῶ ἐξ ὀνόματός μου. Ἡ πίστωσις τῶν 12,000,000 μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιψηφισθῇ. Ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος,—καὶ ἀποτείνομαι πρὸς ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα,—πρέπει νὰ ὑποδείξῃ διὰ τῆς πολιτικῆς της καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ εἰς τὴν Τουρκίαν, ὅτι, ὅταν ἐπιστῇ ὁ χρόνος (καὶ δὲν θὰ λείψῃ αὐτός), μᾶς εὕρῃ δὲ εἰς οἵαν καὶ σήμερον κατάστασιν, τουτέστιν, ὅταν δὲν ἦναι λελυμένον τὸ ζήτημα τὸ Ἑλληνικὸν, τὸ ὁποῖον ἀπεφασίσθη ἐν Βερολίνῳ, ἡ Ἑλλὰς καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς θὰ συντελέσῃ εἰς τὸ ν’ ἀναφθῇ ἐν τῇ Ἀνατολῇ πυρκαϊὰ, ἥτις θὰ δώσῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ διεκδικήσωμεν τὰ δικαιώματά μας. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου. Ἄλλοι καλλίτεροι ἐμοῦ ἂς ἔλθουν νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ ἐναντία καὶ ὅ,τι ἄλλο νομίζουσιν ἀναγκαῖον.
§22ΖΩΧΙΟΣ. Ἠναγκάσθην νὰ φέρω ὅλον αὐτὸν τὸν ὄγκον τῶν βιβλίων, διότι χθὲς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐμὲ καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Τρικούπην μᾶς ὠνόμασε συκοφάντας, περιτρίμματα τῆς ἀγορᾶς, διότι εἴχομεν ἀνὰ χεῖρας φυλλάδας ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι τρέχουν εἰς τοὺς δρόμους· ἐπιδεικνύων δὲ ἓν τεμάχιον χάρτου, μᾶς εἶπε, Σᾶς καταφρονῶ· ἐγὼ ἀναβαίνω εἰς τὸ Καπιτώλιον (ἱλαρότης). Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ περιβόητος Γαμβέτας, ὁ ἄρχων τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, τὸ στήριγμα τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας, περιήρχετο τὰς μεσημβρινὰς πόλεις τῆς Γαλλίας, εἰς τὰς ὁποίας ἔχει κράτος μέγα· τὸν ὑπεδέχθησαν μετὰ βαΐων καὶ κλάδων· αὐτὸς δὲ τί τοὺς εἶπε; Μωροὶ καὶ τυφλοί, δὲν ὑπάρχουν πλέον εἴδωλα εἰς τὸν κόσμον. Ἐγὼ δὲν εἶμαι εἴδωλον. Ἐγὼ δὲν ἔχω σκοπὸν ν’ ἀναβῶ εἰς τὸ Καπιτώλιον. Δὲν εἶμαι ἥρως· οἱ ἥρωες ἐξέλιπον ἐκ τοῦ κόσμου. Ὁ ἀξιότιμος ὅμως Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι διὰ τὸ Καπιτώλιον, ἡμεῖς δὲ οἱ ἄλλοι εἴμεθα σκύβαλα· ἐπιδεικνύων δὲ τὸν τίτλον, ὡς ἔλεγε, τὸν ὁποῖον ἐκόμισεν ἐκ Βερολίνου, μᾶς εἶπε. Καὶ τί; Ἐζητεῖτε κάλλιον τούτου; ἄνανδροι, ἐπολεμήσατε; Ἐγὼ δὲν ἐπίστευον πλέον, ὅτι εἶχον ἀναγνώσει τὰ περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος ἔγγραφα, καὶ σᾶς παρακαλῶ διὰ μίαν στιγμὴν ν’ ἀκούσητε ἓν ἐξ αὐτῶν, ἂν καὶ τὸ γνωρίζῃ ὅλος ὁ κόσμος. Ἀξιότιμε ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἰδοὺ διατί δὲν ἐπολεμήσαμεν (ἀναγινώσκει)· «Προφανὴς ἦτο ὁ κίνδυνος τῆς Ἑλλάδος, ἀντικρυζούσης μόνης τὴν Τουρκίαν, ἥτις διὰ τῆς ἀνακωχῆς ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ ἁπάσας αὑτῆς τὰς δυνάμεις κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου. Οἱ τοιοῦτοι φόβοι, ὄντες δικαιολογημένοι, ἐφαίνοντο ζωηρῶς ταράττοντες τὴν ψυχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος......» Ἰδοὺ διατὶ δὲν ἐπολεμήσαμεν, ἀξιότιμε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν. Διατί; διότι ἐνώπιον τοῦ Ἰταλοῦ Πρέσβεως ἡ κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ ἵστατο τρέμουσα καὶ στένουσα, ὁ δὲ Πρέσβυς τῆς Ἰταλίας τὴν ἔσωσεν ἀπὸ τοῦ μεγάλου κινδύνου. Δὲν εἴχετε τὸν σκοπὸν νὰ πολεμήσητε, καὶ ἡ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι εἰς τὰς ἀγγελίας σας, τὰς ὁποίας ἐκάματε πρὸς τοὺς ἐπιτετραμμένους ἡμῶν, εἴπατε «Ἐνδέχεται, δι’ ὄνομα Θεοῦ, ἐνδέχεται νὰ ὑπολάβῃ ἡ Τουρκία ὅτι σπουδάζομεν, ὅτι πραγματικῶς θέλομεν νὰ πολεμήσωμεν πρὸς αὐτήν. Μεσολαβήσατε, διὰ νὰ προληφθῇ ὁ πόλεμος». Ἰδοὺ διατὶ δὲν ἐπολεμήσαμεν· ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, ἐπολέμησαν οἱ Ἑβραῖοι; ὄχι. Καὶ ἐν τούτοις ἔλαβον τὴν ἀγαθὴν μερίδα. Οἱ Βούλγαροι ἐπολέμησαν; ὄχι. Καὶ ἐν τούτοις ἔλαβον καὶ αὐτοὶ τὴν ἀγαθὴν μερίδα. Μὴ μᾶς λέγετε λοιπόν, ὅτι δὲν ἐπολεμήσαμεν. Ἐὰν δὲν ἐπολεμήσαμεν, πταίετε σεῖς· ἡ Βουλὴ σᾶς εἶπεν «Ἅγιος ὁ Θεός». Ἡ Ἀγγλία ἐξήγησε πόθεν ἐπήγαζον τὰ δικαιώματά μας· ἐπήγαζον ἀπὸ ἐκεῖ, ὅθεν τὰ ἔλαβον καὶ οἱ ἄλλοι. Ὁ Σαλισβουρὴ εἶπεν· «Ἐγένετο πόλεμο ὑπὲρ τῶν Χριστιανῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ τῆς Ἀνατολῆς τὸ πρόσωπον πρέπει ν’ ἀλλάξῃ. Οἱ Ῥῶσσοι ὑπεστήριξαν, ὅτι θὰ βοηθήσωσι τοὺς Χριστιανοὺς, καὶ μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν εἶναι καὶ οἱ Ἕλληνες. Αὐτοὶ δὲ οἱ Ἕλληνες ἔχουν ὅλως διόλου ἀντίθετα συμφέροντα τῶν Σλάβων». Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι, ἂν ὁ τίτλος ἡμῶν δὲν ἔχῃ ἀξίαν, δὲν πταίομεν ἡμεῖς, καὶ μολονότι δὲν ἐπολεμήσαμεν, διότι καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπολέμησαν, ἔλαβον τὴν ἀγαθὴν μερίδα, καὶ ἡ κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ πολεμήσῃ. Μᾶς ἔφερον τὸν τίτλον καὶ μᾶς τὸν ἐπέδειξαν. Ἀλλ’ αὐτὸς ὁ τίτλος ἦτο παλίμψηστος, τουτέστι ἄλλα εἶχε γραμμένα ἄνωθεν καὶ ἄλλα κάτωθεν. Καὶ κάτωθεν μὲν ἔφερε γεγραμμένον Ἑλληνισμὸς, ἄνωθεν δὲ εὐχαὶ καὶ εὐλογίαι, διότι ἐπιμένω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν μᾶς ἔφερεν εἰμὴ εὐχὰς καὶ εὐλογίας, ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας ὁ παππᾶς δίδει ἀντὶ πέντε λεπτῶν. Καὶ ἐπειδὴ μᾶς εἶπε χθὲς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν· σᾶς ἔφερα ἀπόφασιν ὅλης τῆς Εὐρώπης, σᾶς λέγω, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθές. Ῥητῶς ἀναφέρεται εἰς τὰ πρωτόκολλα ὅτι δὲν εἶναι ἀπόφασις, ἀλλ’ ὅτι εἶναι εὐχή· ῥητῶς τὸ ἐξέφρασεν ὁ Πρόεδρος τοῦ Συνεδρίου. Τί θέλετε λοιπὸν τώρα; Νὰ ἐλπίζωμεν καὶ νὰ ἐργασθῶμεν, ὥστε αὐταὶ αἱ ἐλπίδες μας μίαν ἡμέραν νὰ πραγματοποιηθοῦν; Αὐτὸ βεβαίως ὅλοι τὸ θέλομεν, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπε χθές. «Ἡσυχάσατε, παιδάκια μου, καὶ τὴν πρώτην τοῦ χρόνου ἡ Εὐρώπη θὰ σᾶς κάμῃ αὐτὸν τὸν μπουναμᾶν, (ἱλαρότης), ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ αὐτῷ δότε μου ἑκατομμύρια.» Ἀπορεῖ δὲ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι δὲν τὸν ἐδέχθημεν καὶ ἡμεῖς μετὰ βαΐων καὶ κλάδων! Ἀλλ’ ἡμεῖς σὲ ἐστείλαμεν, κύριε Ὑπουργὲ, προξενητὴν νὰ μᾶς φέρῃς τὴν Ῥαχὴλ τὴν μαυρομμάταν, καὶ σὺ μᾶς ἔφερες τὴν Λείαν τὴν τσιμπλομμάταν. Σᾶς εἶπον δὲ καὶ χθές, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, γράφων πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους μας, ἔλεγε. «Δι’ ὄνομα Θεοῦ, πείσατε τὰς Δυνάμεις, ὅτι ἡμεῖς δὲν θέλομεν τὴν ἡγεμονείαν τῶν Ἑλλήνων, μᾶς συκοφαντεῖ δὲ ὅποιος τὸ λέγει.» Τοῦτο δὲ εἶναι γεγραμμένον ἐντὸς τοῦ ἐπισήμου τούτου βιβλίου, κάτωθεν δὲ εἶναι ὑπογεγραμμένον ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Λοιπὸν τί νὰ πιστεύσωμεν, κ. Ὑπουργὲ, ὅτι σεῖς δὲν παρῃτήθητε τῆς ἡγεμονείας τῶν Ἑλλήνων, ἢ νὰ πιστεύσωμεν τὸ ἐπίσημον ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν; Καὶ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ τὸ ἔφερε νὰ δημοσιεύσωσι πάντα ταῦτα οἱ Ἰταλοί. Παρῃτήθη δὲ καὶ τῶν κατακτήσεων, δὲν θέλει δηλαδὴ προσθήκην χώρας, δὲν θέλει τίποτε· τοῦτο δὲ εἶναι δὶς γεγραμμένον ἐν τῷ ἐπισήμῳ βιβλίῳ. «Δὲν θέλομεν κατακτήσεις, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, θέλομεν δὲ μόνον νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ Συνέδριον διὰ νὰ συνηγορήσωμεν ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ.» Καὶ ὡς ἀντιπρόσωπον τοῦ Ἑλληνισμοῦ τὸν ἐδέχθησαν ἐντὸς τοῦ Συνεδρίου. Ἡ Ἀγγλία μάλιστα προσεκάλεσε τὰς Δυνάμεις καὶ εἶπεν· «Ἀπαιτῶ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Συνέδριον ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ παρακαθήσῃ, ὡς αἱ ἄλλαι Δυνάμεις·» τοῦτο δὲ, ἐὰν ἤθελε κατορθώσει ἡ Ἑλλὰς, ἤθελε κερδήσει ὅ,τι ἐκέρδησε τὸ Τουρίνον διὰ τῆς συνθήκης τοῦ 1856. Τί ἐγένετο ὅμως; ἐθόλωσεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁ οὐρανός· συνετρίβησαν παράθυρα, μικροὺς δὲ καὶ μεγάλους κατέλαβε φόβος. «Δι’ ὄνομα Θεοῦ, ἔγραφε πρὸς τὰς Δυνάμεις ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, δόσετέ μας κάτι τι, διότι εἴμεθα χαμένοι· ἂν δὲν μᾶς δώσετε κάτι τι, ἡ Ἑλλὰς θὰ περιέλθῃ εἰς τὴν ἐσχάτην κρίσιν.» Τί δὲ σημαίνει τοῦτο; Ἡ ἐμφύλιον σημαίνει πόλεμον, ἢ πτῶσιν τῆς βασιλείας, κάτι τι φοβερὸν, κάτι τι τοιοῦτον. Καὶ ταῦτα εἶναι γεγραμμένα καὶ ὑπογεγραμμένα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Μήπως δὲ εἰς τὸ Συνέδριον εἶπεν ἄλλο τι; Περίεργος δὲ εἶναι ὁ κ. Ῥαγκαβῆς, ὁ ὁποῖος ἰδοὺ τί λέγει. Θέλετε, λέγει, νὰ σᾶς συνοψίσω τὰς αἰτήσεις τῆς Ἑλλάδος; Αὗται συνοψίζονται εἰς μίαν. «Νὰ ἐπιτύχῃ ἡ Ἑλλὰς ὅρους ζωτικότητος». Ποῦ δὲ ὁ Ἑλληνισμός; ποῦ οἱ θρίαμβοι; ποῦ αἱ δαπάναι; ποῦ τὰ στρατόπεδα; ποῦ τὰ λοιπά; Τὸν ἤκουσε δὲ λαλοῦντα ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ δὲν τὸν ἐπετίμησε. Λοιπὸν ἰδοὺ ἡ Ἑλλάς, τὴν ὁποίαν ἀντεπροσωπεύσατε, καὶ ταῦτα ἀποδεικνύονται ὑπὸ τῶν ἐγγράφων τῶν ἐπισήμων. Ἐπειδὴ δὲ πρὸ ὀλίγου ἀνέφερα τὸ ὄνομα στρατόπεδον, ἂς σᾶς προσθέσω καὶ τοῦτο, διὰ νὰ ἐκβάλω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐκ τῆς ἀπάτης, ὅστις λέγει· «Ἂς μείνωμεν ὡπλισμένοι, διότι, ἂν μᾶς ἐννοήσουν, ὅτι ἀφωπλίσθημεν, τότε ἐχαθήκαμεν» Ἀλλὰ πόσον ἀπατᾶται; ἠτοιμάσαμεν τὸ περιβόητον στρατόπεδον τῶν Θηβῶν, ἐπέτρεψαν δὲ νὰ ἐπισκεφθῇ αὐτὸ καὶ ὁ Βασιλεύς· ἐνῷ δὲ ἠτοιμάζετο ὁ Βασιλεὺς νὰ ἀναχωρήσῃ, ὁ πρέσβυς τῆς Ἰταλίας ἔγραψε πρὸς τὴν κυβέρνησίν του, λέγων. «Μὴ φοβηθῆτε, ἐὰν ἀκούσητε, ὅτι ὁ Βασιλεὺς μεταβαίνει εἰς τὸ στρατόπεδον τῶν Θηβῶν, τὸ πρᾶγμα εἶναι λόγου ἀνάξιον, χιλιὰς ἀνδρῶν ἀμαθῶν, ἀπείρων καὶ λιμοκτονούντων εἶναι ἐκεῖ συνηγμένη.» Ἐνδέχεται δὲ ὁ πρέσβυς τῆς Ἰταλίας νὰ εἶπε ψεύματα, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι τὸ γεγονός. Μὴ νομίσητε λοιπὸν, ὅτι ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ ἀπατήσωμεν τοὺς Φράγκους, τοὺς ὁποίους ὀνομάζομεν κουτόφραγκους, εἶναι πολὺ πλέον πονηρότεροι ἡμῶν καὶ ἱκανοὶ νὰ μανθάνωσι τὸ τί γίνεται εἰς τὰ διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδος. Ἠρώτησα δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, εἴχατε ὁδηγίας; Δὲν μοῦ ἀπεκρίθη, ἀλλὰ πιστεύω ὅτι δὲν εἶχε, καὶ ἴσως ἐνόμισε περιττὸν νὰ λάβῃ ὁδηγίας· ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν τί ἡ Ἑλλὰς ἄλλοτε ἀπεφάσισε περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου. Ἡ ἐν Ἐπιδαύρῳ Συνέλευσις συνέστησεν ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπεφόρτισε τὸ περὶ συνόρων ζήτημα, διαπραγματευόμενον μετὰ τῶν Τούρκων διὰ τῆς συνδρομῆς τῆς Ἀγγλίας, ἔδωκε δὲ εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιτροπὴν ὁδηγίας γραπτὰς, ὄχι μόνον γραπτὰς, ἀλλ’ ἀπαραβάτους. «Δὲν σοῦ ἐπιτρέπω, εἶπε, νὰ συνθηκολογήσῃς κατ’ ἄλλον τρόπον.» Ἡ δὲ συνέλευσις ἡ ἐν Ἄργει ἐπανέλαβε τὸ ζήτημα καὶ ἔδωκε πληρεξουσιότητα εἰς τὸν Κυβερνήτην νὰ διαπραγματευθῇ τὰ περὶ ὁρίων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁδηγιῶν τῆς συνελεύσεως τῆς Ἐπιδαύρου, καὶ μὲ τὴν συνθήκην, ὅτι οὐδεὶς συμβιβασμὸς θὰ ἴσχυεν, ἂν δὲν ἐγίνετο δεκτὸς ὑπὸ τοῦ Ἔθνους. Ποῖος δὲ σᾶς ἐπέτρεψε νὰ δεχθῆτε τοιαύτην ἀποστολὴν, χωρὶς ὁδηγιῶν; Ἠξεύρω δὲ, καὶ ἡ πηγὴ εἶναι ἀξιόπιστος, ὅτι, ἅμα ἔμαθεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ πρότασις ἡ ἀγγλικὴ ἀπέτυχε συνέλαβε κατ’ ἀρχὰς τὴν ἰδέαν νὰ ἀνακαλέσῃ τὸν ἀντιπρόσωπόν της, καὶ εἶθε νὰ τὸν ἀνεκάλει· ἀλλ’ ἔγραψε πρὸς αὐτὸ μετὰ ταῦτα. «Ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι αὐτὴ, νὰ ἐπιστρέψῃς δηλαδή. Ἐπειδὴ ὅμως σὺ εἶσαι αὐτοῦ καὶ βλέπεις τὰ πράγματα ἐκ τοῦ πλησίον, σοῦ δίδομεν τὴν πληρεξουσιότητα νὰ μείνῃς, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸ συμφέρον τὸ δημόσιον», τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ παραμελήσῃ. Ἀφοῦ ὅμως εἶδες, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι ὅλος ὁ κόσμος σοῦ ἔστρεψε τὰ νῶτα, καὶ ἀπὸ στόματος ἀνθρώπου δὲν ἠδύνασο νὰ ἐξαγάγῃς λέξιν, νομίζω ὅτι ἡ ἄγουσα εἰς τὰς Ἀθήνας ἦτο ἡ καλλιτέρα. Σημειωτέον δὲ προσέτι, ὅτι τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἀνεχώρησεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τὸ Βερολῖνον, εἷς τῶν Πρέσβεων ἐτηλεγράφει timeo Danaos, Φοβοῦ τὸν Δαναόν. Λέγω δὲ ὅλα αὐτὰ, οὐχὶ διὰ νὰ κατακρίνω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἀλλὰ διὰ νὰ ἀνακύψωμεν ἐκ τῆς μέθης, διότι ἐν τῇ μέθῃ αὐτῇ ζητοῦν οἱ Ὑπουργοὶ νὰ προχωρήσωμεν πέραν τοῦ βαράθρου, ἐὰν ἔμενον ἐντεῦθεν τοῦ βαράθρου, ἔστω, ἀλλὰ τί λέγουν: «Ἐμπρός». Τί δ’ ἔτι λέγουν; «Ἡμεῖς σᾶς προτείνομεν ἓν δάνειον ἐξωτερικὸν, διὰ νὰ ἄρωμεν ἐκ τοῦ μέσου τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν». Ἀλλὰ πῶς νὰ τὰς συμβιβάσω τὰς ἀσυμβιβάστους προτάσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶναι σημεῖον εἰρήνης, στρατόπεδα δὲ σημαίνουσι πόλεμον· αὐταὶ αἱ προτάσεις, τὰς ὁποίας σήμερο μᾶς κάμνει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι ἀντίθετοι. Ποῖον δὲ πρέπει νὰ γείνῃ ἀπὸ τὰ δύο; τὸ ἓν εἶναι ὅλως ἐναντίον τοῦ ἄλλου· ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων, ὡς ἤδη εἶπον, σημαίνει εἰρήνην, ἡ δὲ διατήρησις τῶν στρατοπέδων σημαίνει πόλεμον, σημαίνει ἐξάντλησιν τοῦ τόπου, καθὼς εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, καὶ ἐξαντλεῖσθε ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ. Ἐνθυμεῖσθε δὲ ὅ,τι ἄλλοτε εἶπον, ὅτι δηλαδὴ ὁ παπᾶς χάριν τῆς παπαδιᾶς ὑπεκρίνετο τὸν τυφλόν. Ἀλλὰ καὶ ἡ τύφλωσις αὕτη ἔχει τὰ ὅριά της· ἔκλεισε δὲ καὶ ἡ Βουλὴ τὰ μάτια της, ἀλλ’ ἡ ἐπιμονὴ τῶν ὑπουργῶν ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ δὲν τελειώνει, καὶ δὲν εὑρίσκεται διέξοδος. Χθὲς δὲ μᾶς ἐσχημάτισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τὰ δύο κόμματα, λέγων. «Ἐντεῦθεν εἶναι τὸ κόμμα τοῦ Θεμιστοκλέους, τὸ Κόμμα τοῦ 1821.» Δὲν ἠξεύρω δὲ διατὶ τὸ ὠνόμασε καὶ κόμμα τῆς τρέλλας. «ἐκεῖθεν δὲ, εἶπεν, εἶναι τὸ κόμμα Δημητρίου τοῦ Φαληρέως, φιλήδονον, θηλυπρεπές.» Διατὶ ὅμως ὠνόμασε τὸ κόμμα τοῦτο, κόμμα τοῦ Θεμιστοκλέους; Ποῦ εἶναι ὁ Θεμιστοκλῆς; ὄχι ὁ Παπακώστας. Βλέπετε ὅτι ἔχετε τὸ κόμμα τοῦ Θεμιστοκλέους, ἀλλὰ σᾶς λείπει ὁ Θεμιστοκλῆς εὕρετε τὸν Θεμιστοκλέα, καὶ τότε θὰ ἦμαι καὶ ἐγὼ μὲ σᾶς Ἀλλὰ καὶ δὲν ἀρκεῖ μόνος ὁ Θεμιστοκλῆς, ἔχετε καὶ ἄλλου ἀνάγκην, τοῦ Ἀριστείδου. Τὸ πάλαι οἱ Ἀθηναῖοι ἔλαβον ἀνάγκην τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, διότι δὲν ἐνεπιστεύοντο τὸν Θεμιστοκλέα, πρὸς ὃν ὁ Ἀριστείδης ἔλεγεν. «Εἶσαι καλὸς στρατηγὸς, ἀλλὰ δὲν ἔχεις τὰς χεῖρας ἁγνάς». Ἂς γείνουν δὲ τὰ δύο κόμματα, καὶ ἂν γείνουν, ἐγὼ θὰ ταχθῶ μὲ τὸ κόμμα τοῦ Δημητρίου τοῦ Φαληρέως, καὶ πιστεύω ὅτι δὲν θὰ ἦμαι ἀξιοκατάκριτος, διότι τὸ ἄλλο κόμμα ἐχαρακτηρίσθη μὲ ὄνομα ἀπαίσιον, ὠνόμασαν αὐτὸ κόμμα τῆς τρέλλας. Σᾶς παρατηρῶ δὲ, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτι τῷ ὄντι πρέπει νὰ ταχθῶμεν εἰς δύο κόμματα, ἐξ ὧν τὸ ἓν πρέπει νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν κυβέρνησιν καὶ νὰ παραδεχθῇ τὰ ἔργα της, τὸ δὲ ἐναντίον πρέπει νὰ σχηματίσῃ τὴν ἀντιπολίτευσιν, οὐδεὶς δὲ πρέπει νὰ μείνῃ εἰς τὸ μεταίχμιον. Οἱ τοῦ κόμματος τῆς τρέλλας δὲν δύνανται νὰ εἴπωσι, τοῦτο δέχομαι, ἐκεῖνο δὲν τὸ δέχομαι, διότι, ὡς ἤδη εἶπον, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς κανένα νὰ μένῃ ἐν τῷ μεταιχμίῳ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν κυβέρνησιν, ἕως ὅτου ναυαγήσῃ. Ὅπως δὲ πηγαίνει, ταχέως θὰ κρημνισθῇ, διότι μεγάλη εἶναι ἡ τρέλλα αὐτῆς· ἐννοεῖται δὲ ὅτι δὲν θὰ τὴν ὑποστηρίξωσιν οἱ ἀποτελοῦντες τὸ κόμμα τοῦ Δημητρίου τοῦ Φαληρέως, διότι δὲν ἔχει τρελλούς. Δύνασαι δὲ, κ. Πρωθυπουργὲ, νὰ κάμῃς τὸ δάνειον τῶν 35,000,000; νὰ ἄρῃς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν; νὰ στείλῃς τοὺς ἐφέδρους εἰς τὰς ἑστίας αὐτῶν; Εἶμαι μαζύ σου. Ἀλλὰ λέγεις, θέλω νέαν στρατολογίαν. Θέλω νέα χρήματα, θέλω δάνεια. Πιθανὸν νὰ συνομολογήσῃς τὸ ἐξωτερικὸν δάνειον, ἀλλὰ θὰ δώσῃς ἐγγυήσεις. Τί δὲ τὰ θέλεις τὰ ἀφωρισμένα δάνεια τοῦ 1824 καὶ 1825; Λέγουσιν ὅτι ἡ τιμή μας ἀπαιτεῖ τὴν ἀπόδοσιν αὐτῶν. Ἂς ἐξετάσωμεν ὅμως ἕνα, ὁ ὁποῖος ἔγραψε περὶ δανείων. Ἐζήτησε καὶ αὐτός ποτε δάνειον, τί ὅμως εἶπε; Παρέχω ἐγγύησιν, ὄχι τὰ τελωνεῖα ἢ τὸ χαρτόσημον, καθὼς θὰ κάμωμεν ἡμεῖς αὔριον, παρέχω ἐγγύησιν ὅτι δὲν θὰ κάμω ἄλλο δάνειον. Κ. Πρωθυπουργὲ, ἠμπορεῖς νὰ μᾶς ὑποσχεθῇς τοῦτο;
§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι.
§24ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ ἤξευρα, κατὰ τὸν χαβᾶ ποῦ ἔχεις (ἱλαρότης).
§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔκαμες καὶ σὺ δάνεια.
§26ΖΩΧΙΟΣ. Ἔκαμα καὶ ἐγὼ τὰ δόλια ἐκεῖνα ἑπτὰ ἑκατομμύρια. Ἰδοὺ δὲ τί ἔλεγεν ὁ Κυβερνήτης· «Ὡς ἐγγύησιν παρέχω τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι δὲν θέλω κάμει ἄλλο δάνειον· δευτέραν ἐγγύησιν παρέχω τὴν δημοσίαν γῆν, τρίτην δὲ καὶ ἀρίστην ἐγγύησιν τὴν ἠθικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν μονιμότητα αὐτῆς.» Ἐνῷ ἡμεῖς ἔχομεν καθ’ ἡμέραν μεταβολὰς Κυβερνήσεων. Μὴ ζητεῖτε λοιπὸν δάνεια· εἰς τί δὲ μετεχειρίσθητε τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα δάνεια; Μᾶς ἐκάματε δρόμους, σιδηροδρόμους, ἀτμοκίνητα; ἐπεδόθητε εἰς ἔργα παραγωγικὰ; Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς μὲ κατηγορεῖ ἀενάως ὅτι εἶμαι μὲ τὸ κόμμα τοῦ Δημητρίου τοῦ Φαληρέως, ἀναγκάζομαι νὰ τοῦ ἀποκριθῶ, λέγων ὅτι ὁ Γαμβέτας ὁ ὁποῖος ἦτο μέχρι τινὸς μὲ τὸ κόμμα τῶν τρελλῶν, ὁποῖος βλέπει ἔμπροσθέν του, ὄχι τὴν Ἤπειρον καὶ Θεσσαλίαν, ἀλλὰ τὰς ἐπαρχίας, τὰς ὁποίας χθὲς τοὺς ἐπῆραν οἱ Γερμανοὶ, συνετάχθη ἐπ’ ἐσχάτων μὲ τὸ κόμμα τοῦ Δημητρίου τοῦ Φαληρέως, ἔχων τὸ ἑξῆς πρόγραμμα, εἰρήνη καὶ ἐργασία, paix et travallie. Ἠμπορεῖ τις νὰ διισχυρισθῇ ὅτι τὸ κόμμα τοῦ Γαμβέτα δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν του τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος; Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶναι σήμερον εἰς κατάστασιν νὰ πολεμήσῃ, λέγει· Ἂς συνταχθῶμεν, ἂς πλουτήσωμεν ἐν εἰρήνῃ, καὶ ὁ σοφώτατος τῶν ἀνθρωπίνων διδάσκαλος θὰ μᾶς διδάξῃ τὶ τὸ αὔριον ποιητέον. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Τί ζητεῖς, κ. Ζωχιέ; Ὑπέβαλον μίαν πρότασιν μετὰ τοῦ κ. Ῥεβελάκη, διὰ τῆς ὁποίας ζητῶ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν γενομένων. Θὰ πραγματοποιηθῇ αὕτη; Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἡ κυβέρνησις θὰ ἐξέλθῃ θριαμβεύουσα, ὄχι ὅμως ἐν παντί, καὶ σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς· ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς προκληθεὶς παρ’ ἐμοῦ νὰ ἄρξῃ, δὲν ἦρξεν, ἀλλ’ ἦρξαν ἄλλοι, καὶ δι’ αὐτὸ ἐναυαγήσαμεν. Ὑπῆρχε δὲ καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Ἑλλάδα Ἐπιτροπὴ τῆς Ἀμύνης, ἔβαλε μάλιστα καὶ τὸν Κολοκοτρώνην εἰς τὰς φυλακὰς ὁ γέρο–Λάζαρος, ἀλλ’ αὐτὸς ἔμεινε γυμνὸς καὶ τετραχηλισμένος· τώρα ὅμως συμβαίνει τὸ ἐναντίον. Μᾶς ζητεῖ δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δάνεια. Διατὶ ὅμως δὲν γράφεις, ἀξιότιμε πρωθυπουργέ, εἰς τὴν Τεργέστην καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἐτηλεγράφησαν λέγοντες· «Θέλετε χρήματα; θέλετε σώματα; εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ σᾶς δώσωμεν.» Φοβοῦμαι δὲ ὅτι θὰ ἐπανέλθουν πάλιν τὰ αὐτά. Λοιπὸν ἐξέλεγξις τῶν γενομένων, ἀπόλυσις τῶν ἐφέδρων καὶ διαίρεσις τῆς Βουλῆς εἰς δύο κόμματα, τὸ μὲν πρὸς ὑποστήριξιν τῆς κυβερνήσεως, τὸ δὲ ἐναντίον αὐτῆς. Τὸ μέρος μου τὸ ἔκαμα, κ. Τρικούπη· τώρα ἔρχεται ἡ σειρά σου νὰ κάμῃς καὶ σὺ τὸ ἰδικόν σου.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μίλησης.
§28ΜΙΛΗΣΗΣ. Δύο λέξεις μόνον θὰ εἴπω.
§29ΤΙΝΕΣ. Αὔριον πλέον.
§30ΑΛΛΟΙ. Ὄχι, τώρα.
§31ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγώ, κύριοι, πολὺ ὀλίγα θὰ εἴπω (θόρυβος.)
§32ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἐκουράσθηκαμεν, κ. Πρόεδρε· αὔριον.
§33ΤΙΝΕΣ. Σήμερον· ὁρίσατε, κ. Μίληση.
§34ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἔχω σκοπὸν, κύριοι, νὰ ὁμιλήσω ἐν ἐκτάσει, διότι δὲν φρονῶ ὅτι παρίσταται πρὸς τοῦτο ἀνάγκη. Ἡ συζήτησις, ἥτις μᾶς ἀπασχολεῖ ἐπὶ δύο ἤδη ἡμέρας, μοὶ φαίνεται ὅτι ἔχει χαρακτῆρα ἁπλῶς ἐξομολογήσεως πολιτικῶν πεποιθήσεων, καὶ οὐδὲν πλέον. Ἡ κυβέρνησις, ὑποβαλοῦσα τὰ νομοσχέδιά της, ἐδήλωσε τὴν ἐν τῷ παρελθόντι πορείαν αὐτῆς, προσθεῖσα ὅτι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ἀκολουθήσῃ τὴν αὐτὴν πολιτικὴν, πολιτικὴν, ἥτις διατυποῦται εἰς τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια. Εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπῆλθον ἄλλαι δηλώσεις ἀντίθετοι, καὶ ἰδοὺ προέκυψεν ἡ προκαταρκτικὴ αὕτη συζήτησις, ἥτις εἰς οὐδὲν θὰ ἀπολήξῃ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, θὰ ἦναι δὲ μάλιστα καὶ ἐντελῶς ἄσκοπος καὶ ματαία, ἐὰν δὲν διαφωτίσῃ τοὐλάχιστον τὴν κυβέρνησιν περὶ τοῦ τί φρονεῖ ἡ Βουλὴ, καὶ πεισθοῦν οἱ κυβερνῶντες νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὰ φρονήματα αὐτῆς. Ὑπὸ αὐτὸν καὶ μόνον τὸν ὅρον φρονῶ ὅτι ἡ συζήτησις δύναται νὰ ἀποβῇ χρήσιμος καὶ ἀναγκαία. Εἰς δύο μέρη, κύριοι, διαιρεῖται ἡ συζήτησις αὕτη, εἰς τὸ μέρος τῆς εὐθύνης διὰ τὰ πεπραγμένα, καὶ εἰς τὸ μέρος τῆς ἀκολουθητέας νῦν πολιτικῆς· τουτέστιν εἰς ἐξέλεγξιν τοῦ παρελθόντος καὶ εἰς σκέψιν περὶ τοῦ μέλλοντος. Ἐρωτῶ, εἶναι νῦν καιρὸς ἐξετάσεως τοῦ παρελθόντος ἀκριβοῦς καὶ δικαίας; Δὲν τὸ πιστεύω· ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ θεωρῇ τὸν καιρὸν ἁρμόδιον, ἡ ἐξέλεγξις πρέπει νὰ γείνῃ κανονικὴ καὶ πλήρης. Ὅπως γίνεται σήμερον, ἀτελὴς καὶ ἀκανόνιστος, εἰς οὐδὲν ἄλλο δύναται νὰ συντελέσῃ εἰμὴ εἰς τὸ νὰ δημιουργήσῃ παρὰ τῷ κοινῷ ἐσφαλμένην περὶ τῶν πραγμάτων καὶ περὶ τῶν προσώπων κρίσιν, διότι μᾶς ἐλλείπουσι τὰ πραγματικὰ, τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ στηρίξωμεν κρίσιν ἀσφαλῆ. Ἐκτὸς πληροφοριῶν ἀναγκαίων, ἃς ἡ Κυβέρνησις κωλύεται ἴσως ν’ ἀνακοινώσῃ, ποῦ εἶναι τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ὑπόθεσιν; Ἄνευ ἐγγράφων, ἄνευ πληροφοριῶν, ἄνευ οὐδενὸς ἐφοδίου, ἐξεδράμομεν ἀμέσως εἰς συζήτησιν ἀόριστον καὶ σκιώδη· τὸ δ’ ἀποτέλεσμα; Συγχωρήσατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, ὑπήρξαμεν ἄδικοι. Τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα δὲν εἶναι, κύριοι, μόνη ἡ πολιτεία τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος ἐν Βερολίνῳ· αὕτη εἶναι ἡ τελευταία πρᾶξις, ἡ τελευταία σκηνὴ τοῦ δράματος· πρὸ αὐτῆς προηγοῦνται, μετ’ αὐτῆς συνδέονται πληθὺς πράξεων ἄλλων, σειρὰ ὅλη πολιτικῶν γεγονότων. Σᾶς ἐρωτῶ, θεωρεῖτε δίκαιον νὰ ῥίψητε τὸν πέπλον ἐπὶ ὅλων τῶν γεγονότων τούτων, ν’ ἀνασηκώσητε δὲ μίαν μόνον ἄκραν αὐτοῦ, διὰ νὰ ἴδητε τὸν ἀντιπρόσωπόν σας, τί ἔπραξεν ἐν Βερολίνῳ; Εἶναι δικαία, εἶναι ἀμερόληπτος ἡ κρίσις αὕτη;
§35ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ζητήσατε ὁποίας θέλετε πληροφορίας, ζητήσατε νὰ σᾶς καταθέσωμεν τὰ ἔγγραφα, διότι ἡμεῖς δὲν δεχόμεθα αὐτά.
§36ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ διερμηνεύω ἐνταῦθα ἰδίαν γνώμην· εἶσθε κύριοι νὰ μὴ τὴν δεχθῆτε, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θὰ παραιτήσω διὰ τοῦτο γνώμην, ἥτις εἶναι ἀπόῤῥοια πεποιθήσεως καὶ δὲν συνδέεται μὲ κανένα ὀπισθολογισμόν. Θέλετε, κύριοι, ἔλεγχον ἀκριβῆ, δίκαιον; Ζητήσατε τὰ ἔγγραφα καὶ ὅσας ἄλλας χρειάζεσθε πληροφορίας, προσδιορίσατε ἡμέραν, θέσατε ὑπὸ ἐξέτασιν οὐχὶ μίαν μονομερῆ πρᾶξιν, ἀλλ’ ὅλας ἐν γένει τὰς πράξεις, αἵτινες συνιστῶσι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ. Πρὸ τούτου ἡ συζήτησις, ὅπως γίνεται σήμερον, εἶναι πρόωρος, ἀόριστος, συγκεχυμένη, καὶ θὰ μᾶς φέρῃ εἰς συμπεράσματα ἄδικα καὶ ἐπιβλαβῆ εἰς τὸν τόπον. Ἔχομεν, κύριοι, τι, κεκτημένον διὰ τῶν μεγάλων καὶ πολυειδῶν θυσιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστημεν, τὴν δήλωσιν Εὐρωπαϊκοῦ Συνεδρίου περὶ διαῤῥυθμίσεως τῶν συνόρων μας. Ποίαν ἔννοιαν ἔχει ἡ δήλωσις αὕτη καὶ ποίαν ἀξίαν τὸ ἀπόκτημα; Ἠδυνάμεθα καὶ πλέον τούτου ν’ ἀποκτήσωμεν; Ἦτο ἆράγε ἐπωφελέστερον διὰ τὸ ἐλεύθερον Ἑλληνικὸν Βασίλειον, ἐὰν ἀνεγνωρίζετο ἐπισήμως ὑπὸ τῆς Εὐρώπης ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἔστω καὶ μὲ τὴν θυσίαν τῆς ἐκτάσεως τῶν ὁρίων του, ἔστω καὶ μὲ περιορισμὸν αὐτοῦ εἰς ἁπλᾶς διοικητικὰς μεταῤῥυθμίσεις τῶν ἐν δουλείᾳ Ἑλλήνων; Ἢ προτιμότερον εἶναι ὅ,τι ἀπεκτήθη; Ἐὰν δὲ τὸ πρῶτον, τίς πταίει; πταίει ἡ κατάστασίς μας; πταίουσιν οἱ μέχρι τοῦδε κυβερνήσαντες τὸν τόπον; πταίει ἡ ἀνικανότης τοῦ ἐν Βερολίνῳ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος; πταίει ἡ κακή μας μοῖρα; Δὲν πρέπει, κύριοι, εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε νὰ λύσωμεν τὰ ἀπορήματα ταῦτα, καὶ μάλιστα ἐνῷ δὲν εἴμεθα ἀκόμη εἰς τὸ τέρμα τῶν διαπραγματεύσεων, ἐνῷ εἶναι ἐκκρεμὲς εἰσέτι τὸ ζήτημα εἰς τὰς σκέψεις τῶν εὐρωπαϊκῶν δυνάμεων. Μοὶ φαίνεται λοιπὸν, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει σήμερον νὰ περιορισθῇ εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ἐὰν ἐγκρίνῃ ἢ ὄχι ἡ Βουλὴ τὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος πορείαν, ἣν ἡ κυβέρνησις διαγράφει διὰ τὸ μέλλον. Ἐπὶ τούτου δὲ, κύριοι, ἐπειδὴ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀπεκτήσαμεν, δὲν τὸ ὀφείλομεν εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν λεγομένην ἐνεργητικὴν, τουτέστιν εἰς τὰς ἐκτάκτους καὶ ἐπιδεικτικὰς ἐνεργείας, τὰς ὁποίας ἐκάμαμεν, ἀλλ’ εἰς ἄλλην βαθυτέραν καὶ σπουδαιοτέραν αἰτίαν, δὲν δύναμαι νὰ συμμερισθῶ τὴν γνώμην τῆς κυβερνήσεως, ὅτι πρέπει καὶ εἰς τὸ ἑξῆς τὴν αὐτὴν ν’ ἀκολουθήσωμεν πορείαν. Ἡ ἰδική μου πεποίθησις, τὴν γνωρίζετε, πεποίθησις ἀκλόνητος, εἶναι ὅτι τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου τὸ πολύτιμον κεφάλαιον, ἡ κυριωτέρα δύναμις κεῖται εἰς τῶν πεπολιτισμένων λαῶν καὶ κυβερνήσεων τὴν ἰδέαν, ὅτι εἶναι ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ὀφείλει λοιπὸν νὰ πολιτεύηται οὕτως, ὥστε νὰ μὴ καταστρέψῃ μηδὲ νὰ ἐλαττώσῃ τὴν δύναμιν ταύτην, ἐξ ἧς ἀπεκδέχεται τὴν τοῦ μέλλοντος ἀποκατάστασιν, διὰ πορείας ἀτάκτου, παραβόλου καὶ ἀσυνέτου. Δὲν λέγω, κύριοι, μὲ τοῦτο, ὅτι πρέπει ν’ ἀποκοιμηθῶμεν ἐντελῶς, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀναπτύξωμεν τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς ἡμῶν δυνάμεις, πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Ἡ πρὸς τοῦτο ὀλιγωρία ἡμῶν ἐν τῷ παρελθόντι ἦτο μέγα σφάλμα, τὸ ὁποῖον πρέπει ταχέως νὰ ἐπανορθωθῇ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ἔργον τοῦτο πρέπει ν’ ἀποδείξωμεν πρὸ πάντων, ὅτι σωφρονοῦμεν, καὶ θὰ τὸ ἀποδείξωμεν, ἐὰν οὔτε πέραν τοῦ δυνατοῦ μέτρου, οὔτε ἐξ ὑπογυίου, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐνόντων καὶ διὰ τοῦ χρόνου θελήσωμεν νὰ συντάξωμεν καὶ καταρτίσωμεν τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς ἡμῶν δυνάμεις. Οὐδένα δὲ, κύριοι, θὰ ἀπατήσωμεν διὰ τῆς προκλητικῆς ἡμῶν πολιτείας· οὐδένα θὰ ἀπατήσωμεν, λαμβάνοντες μέτρα παράβολα καὶ ὑπὲρ τὰς δυνάμεις ἡμῶν καὶ ἀπειλοῦντες νὰ δημιουργήσωμεν πολιτικὴν ἀνάγκην διὰ τὴν Εὐρώπην. Οὐδεὶς πλανᾶται· μόνον ἡμεῖς πλανῶμεν ἑαυτοὺς, καὶ τὴν πλάνην ἀποτίνομεν μὲ ζημίας, μὲ καταστροφὰς καὶ μὲ τὴν ἀπώλειαν τῆς ὑπολήψεως ἡμῶν, ὡς ἔθνους σωφρονοῦντος. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἡ ἰδική μου γνώμη εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ὀργανίσωμεν προσηκόντως τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν ἡμῶν, αὐξάνοντες τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν μέχρι τοῦ ἐσχάτου δυνατοῦ μέτρου, ὥστε νὰ μὴ ἦναι βάρος ἀφόρητον, ἀλλὰ νὰ δύναται τὸ ἔθνος νὰ φέρῃ τὴν δαπάνην τῆς συντηρήσεως αὐτῶν, ἐπὶ πολὺν χρόνον καὶ διαρκῶς, νὰ ἐπιδιώξωμεν δὲ διὰ τῆς Εὐρώπης τὴν πραγματοποίησιν τῶν ὑπὲρ ἡμῶν ἀποφασισθέντων, παρασκευαζόμενοι φρονίμως καὶ πρὸς πᾶν ἐνδεχόμενον. Τὰ λοιπὰ, κύριοι, συγχωρήσατέ μοι τὴν βαρεῖαν λέξιν, θεωρῶ ὅτι δὲν εἶναι ὄχι λυσιτελῆ, ἀλλ’ οὔτε σπουδαῖα.
§37ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 6 παρὰ ¼ μ. μ).