1878.10.02
1.819 στίχοι · 15.462 λέξεις · 89 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 10
Τῆς 2 Ὀκτωβρίου 1878.
(Δευτέρα.)
Ὥρα 2. μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατιωτικῶν ἐπιμελητηρίων· θέλει τυπωθῆ.
ΕΚΘΕΣΙΣ
Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως στρατιωτικῶν ἐπιμελητηρίων. Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὸ σχέδιον Νόμου διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἀπὸ 15 Μαρτίου 1877 ὑπὸ στοιχ. ΧΣΠ Νόμου περὶ συστάσεως στρατιωτικῶν ἐπιμελητηρίων μέχρι 1ης Ἰανουαρίου 1880, ἀναγνωρίζουσα τὸ ὅλως ἀνώμαλον τῆς διαχειρίσεως τῶν ἀφορώντων τὸν στρατόν, φρονεῖ ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1879 δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσωσι κανονικῶς τὰ ἐν τῷ Νόμῳ τούτῳ ἀναφερόμενα στρατιωτικὰ ἐπιμελητήρια. Διὰ τοῦτο ἀποφαίνεται ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἐν λόγῳ Νομοσχεδίου. Συγχρόνως ὅμως ἡ Ἐπιτροπὴ, οὖσα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὰ τοῦ στρατοῦ, δράττεται τῆς εὐκαιρίας ταύτης ὅπως συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν πραγματοποίησιν ἑνὸς τῶν ἑξῆς δύω μέτρων· Ἢ νὰ ἐκλέξῃ ἄτομά τινα ἐκ τοῦ στρατοῦ ἄνευ διακρίσεως ὅπλου ἢ σώματος, ἔχοντα τὰ πρὸς τοῦτο ἀναγκαῖα προσόντα ἱκανότητος, καὶ ἀποστείλῃ ταῦτα εἰς Γαλλίαν ἢ ἀλλαχοῦ, ἵνα ἐκμάθωσιν ἀκριβῶς τὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἐπιμελητῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ τοῦτο ὅπως κατόπιν κατὰ τὴν σύστασιν τῶν ἐπιμελητηρίων δυνηθῶσι νὰ διευθύνωσι ταῦτα ὡς πρέπει καὶ χρησιμεύσωσιν ὡς ὁδηγοὶ εἰς τοὺς λοιποὺς τὴν αὐτὴν ἀναδεχθησομένους ὑπηρεσίαν. Ἢ νὰ φροντίσῃ ὅσον τάχιστα, ἵνα προσλάβῃ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀνώτερόν τινα στρατιωτικὸν ἐπιμελητὴν, ὅστις νὰ διοργανώσῃ τὸν σπουδαῖον τοῦτον κλάδον τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 2 Ὀκτωβρίου 1878.
Ὁ Πρόεδρος,
Α. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ.
Ν. Τ. Σοῦτσος, Μ. Κανελλόπουλος, Σ. Καραϊσκάκης, Ν. Κ. Μεταξᾶς, Ν. Νικολαΐδης.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ ἐγγραφῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§3ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη τὸ Νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰς ἁρμοδίας ἐπιτροπάς;
§5ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἁρμόδιαι ἐπιτροπαὶ εἶναι ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, τὰς ὁποίας παρακαλῶ νὰ συνέλθουν ἐπὶ τούτῳ. Ὁ Λαυρέντιος Βροκκίνης ἐξαιτεῖται τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ἵν’ ἀφιερώσῃ αὐτῇ τὸ ὑπ’ αὐτοῦ ἐκδιδόμενον σύγγραμμα ἱστορικῆς ἀξίας, περὶ τῶν κατὰ τὴν βάπτισιν τοῦ ἀειμνήστου Γκιλφόρδ. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τῆς ἀπὸ 5/17 Ἀπριλίου τοῦ 1867 ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Αὐστρίας. (Ἀναγι-
νώσκεται τὸ Νομοσχέδιον.)
ΣΧΕΔΙΟΝ ΝΟΜΟΥ.
Ἡ ἰσχὺς τοῦ ἀπὸ 14 Δεκεμβρίου π. ε. ΧΝΕʹ νόμου, περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τῆς ἀπὸ 5|17 Ἀπριλίου 1867 ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Αὐστρίας, παρατείνεται ἐπὶ ἕνα ἔτι μῆνα ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου.
Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.
Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον εἰς ά. ἀνάγνωσιν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§7ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, ἐπανελθόντες μετὰ πολύμηνον ἀπουσίαν—καὶ καλῶς ἤλθετε – θέλετε βεβαίως νὰ μάθητε τί ἐπράχθη. Λυποῦμαι δὲ, κύριοι, διότι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον τοῦτο μέχρι τοῦδε. Καὶ κατὰ τοσοῦτο μᾶλλον ἐπεθύμουν νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον τοῦτο ταχύτερον, καθόσον ἡ μεγίστη ἐμπιστοσύνη, μὲ τὴν ὁποίαν μᾶς περιεβάλετε, ὅταν ἀνεχωρήσατε, ἡ πατριωτικὴ συμπεριφορὰ πρὸς ἡμᾶς ὅλων ἐν γένει τῶν κομμάτων, ἀποκατέστησε καὶ τὴν εὐθύνην μας καὶ τὸ ἔργον μας σπουδαιότατον· ἑπομένως καὶ τὴν ὑποχρέωσιν αἰσθανόμεθα νὰ σᾶς δώσωμεν πλήρη λόγον καὶ νὰ σᾶς ἐξηγήσωμεν ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν πάσας τὰς λεπτομερείας ὅσον τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος μᾶς τὸ ἐπιτρέπουν, καὶ ὡς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισίν μας ἔτι μᾶλλον, καθόσον τοῦτο ἀφορᾷ καὶ τὴν τιμήν μας. Εἴμεθα λοιπὸν διατεθειμένοι νὰ σᾶς δώσωμεν πλήρη λόγον, θέλω δὲ πράξει ἐν ὀλίγοις τοῦτο σήμερον, διότι σήμερον βεβαίως δὲν θὰ ζητήσετε πολλά· δὲν θέλομεν ὅμως ἀποφύγει καμμίαν λεπτομέρειαν, ὁσάκις θέλετε μᾶς τὴν ζητήσει. Πρὶν ἀπέλθητε ἐντεῦθεν, κύριοι, εἰς τὰς ὁμόρους ἡμῶν ἐπαρχίας εἶχεν ἐκραγῆ πλήρης ἐπανάστασις, καὶ συχνάκις συμβαίνει τοῦτο, ὅταν παρουσιασθῇ περίστασις καὶ κοινωνικὰ ἀδικήματα· καθὼς μία πληγὴ κατ’ ἐπιφάνειαν ἐπουλωθεῖσα εἰς πρώτην δοθεῖσαν εὐκαιρίαν ἐκρήγνυται, τοιουτοτρόπως καὶ τὰ κοινωνικὰ πάθη, μένοντα ἀθεράπευτα, εἰς πρώτην εὐκαιρίαν ἐκρήγνυνται ἐπίσης καὶ δὲν ἐξαρτᾶται ἐξ οὐδενὸς οὔτε νὰ τὴν προλάβῃ, οὔτε νὰ τὴν ἀπωθήσῃ. Ἐξεῤῥάγη λοιπὸν ἡ ἐπανάστασις· οἱ παθόντες καὶ πάσχοντες κάτοικοι ἔλαβον τὰ ὅπλα· οἱ ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος συγγενεῖς αὐτῶν καὶ συμπολῖται ἔτρεχον πρὸς ὑπεράσπισίν των. Καὶ λέγω τοῦτο, μετὰ τόνου μάλιστα, διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι ἡ ἐπανάστασις καὶ ἡ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐκραγεῖσα ὑπῆρξεν αὐτόχρημα γεγονὸς τοῦ τόπου καὶ ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῶν Ἐπαρχιῶν τῶν παθουσῶν, προκαλῶ δὲ πάντα νὰ μοὶ ἀποδείξῃ, ἐὰν οἱ ἀρχηγοὶ τῆς ἐπαναστάσεως δὲν ἦσαν ἄνθρωποι τοῦ τόπου, καὶ ἐὰν εἰς τὴν Κρήτην τὶς ξένος ἐκτὸς τῶν Κρητῶν παρουσιάσθη ἐπαναστάτης. Τοὺς ἀνθρώπους, κύριοι, αὐτοὺς συνεπῶς ἠκολούθησαν καὶ κάτοικοι τῆς Ἑλλάδος· τὸ αἷμα καὶ τὰ παθήματα, ἡ γλῶσσα καὶ ἡ καταγωγὴ ἀποτελοῦσιν ἠλεκτρικόν, οὕτως εἰπεῖν, σύνδεσμον, περισφίγγοντα τὴν φυλὴν αὐτήν· ἡ δόνησις ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς, δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ μεταδοθῇ εἰς ὅλον τὸ σῶμα· διὰ τοῦτο, ἅμα εἰς μίαν οἱανδήποτε Ἐπαρχίαν ὀλίγος κλονισμὸς ἀναφαίνεται, ὀλίγη κίνησις, ἡ κίνησις καταλαμβάνει ὅλην τὴν φυλὴν, καὶ πρέπει νὰ ἦνε κανεὶς πολὺ ἰσχυρὸς, νὰ ἔχῃ μεγάλην θέλησιν ἐφ’ ἑαυτοῦ, ἵνα μένῃ ἐκτὸς τοῦ κλονισμοῦ αὐτοῦ. Ὅταν διὰ τοῦτο παρεπονοῦντο πρὸς ἡμᾶς διὰ τὰς ἐπαναστάσεις ἐκείνας ὅταν διὰ τοῦτο μᾶς ἐζήτουν νὰ τὰς καταπαύσωμεν, ἐλέγομεν, πάντοτε, ὅτι ὑλικῶς μᾶς εἶναι ἀδύνατον, διότι καὶ πλοῖα ἀρκετὰ δὲν ἔχομεν, ὥστε νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ παράλιά μας, καὶ στρατὸν τοσοῦτον δὲν ἔχομεν, ὅπως φυλάξωμεν τὰ ὅρια· μᾶς εἶνε ἀδύνατον ἤδη, καὶ διότι δὲν ἔχομεν τίποτε εἰς τὸ γενικὸν αὐτὸ αἴσθημα ν’ ἀντιτάξωμεν, οὔτε νὰ ὑποσχεθῶμέν τι πρὸς κατάπαυσιν τῆς ἐπαναστάσεως. Εἴπομεν, ὅτι ἡ ἐπανάστασις, τῆς ὁποίας τὴν κατάπαυσιν καὶ ἡμεῖς ἐπιδιώκομεν, ἡ ἐπανάστασις αὕτη δύναται νὰ παύσῃ, ἅμα ἡ αἰτία τῆς νόσου θεραπευθῇ. Ἡ πρώτη ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν εἰς τὴν πρότασίν μας αὐτὴν, καὶ ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὑπάρχει ἐντὸς τοῦ βιβλίου τούτου, ἦτο ὅτι ἡ Εὐρώπη ὑπόσχεται, παυσάσης τῆς ἐπαναστάσεως, νὰ φροντίσῃ περὶ διοικητικῆς βελτιώσεως καὶ ἀσφαλείας τῶν μερῶν ἐκείνων. Ἡ ἀπάντησις καὶ ὑπόσχεσις ἦτο ἀτελὴς ἱκανοποίησις τῶν πασχόντων καὶ ζητούντων νὰ ζήσωσιν εἰς τὸ ἑξῆς ὡς ἄνθρωποι, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ὑπόσχεσις αὕτη δὲν ἔφερεν ἀποτέλεσμα· ἡ ἐπανάστασις ἐξηκολούθησε, συνοδευομένη μὲ ὅλας τὰς πράξεις καὶ τὰ δεινὰ, ἅτινα ἐπακολουθοῦν τὰς ἐπαναστάσεις. Ἐν τούτοις, κύριοι, ἡ μεγάλη Ἀγγλία, ἥτις ἐπελάβετο πρώτη τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀπέστειλε τοὺς Προξένους αὑτῆς ἐπιτοπίως, διὰ νὰ καθησυχάσωσι τὴν ἐπανάστασιν· τὴν στιγμὴν δ’ ἐκείνην ἐζήτησαν καὶ τὴν συνδρομὴν ἡμῶν. Ἡ ἀπάντησίς μας καὶ τότε ἦτο μία καὶ ἡ αὐτή· ἀδύνατον συμφώνως μὲ τοὺς νόμους μας, μὲ τὰ μέσα μας καὶ συνεπείᾳ τῆς θέσεως ἀπέναντι τῆς φυλῆς μας νὰ εὕρωμεν δυνατὰ μέσα· ἡ ἠθικὴ δύναμίς μας δὲν ἐπαρκεῖ θὰ ἐπαρκέσῃ τότε μόνον, ὅταν καὶ ἡ Εὐρώπη μᾶς ὑποσχεθῇ τὴν ὑποστήριξίν της, ἐγγυωμένη, ὅτι τὰ δικαιώματα τῶν πασχόντων ἀδελφῶν ἡμῶν θέλουν εὕρει ἀρκοῦσαν προστασίαν, καὶ τοῦτο διετυπώθη εἰς τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα διηύθυνεν ὁ κύριος Οὐΐνδαμ εἰς τὴν Κυβέρνησίν του. Ἡ ἀπάντησις δὲ ἐπὶ τῆς προτάσεώς μας αὐτῆς ἦτο πρὸς μὲν το Ἐπαναστάτας, ἡσυχάσατε· τὰ δικαιώματά σας δὲν θέλουν πάθει, καὶ ἀναδέχομαι, ἔλεγεν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, νὰ κατορθώσω, ὥστε ἡ Ἑλλὰς ν’ ἀκουσθῇ εὐμενῶς καὶ πληρέστατα. Εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἥτις παρουσίαζε τὸ ζήτημα εὐκρινέστερα, καθαρώτατα, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἑνώσεως, ἔλεγε περίπου· ἂς ἡσυχάσωσιν. Εἰς τὴν Εὐρώπην, θέλω παραστήσει τὴν ἐπανάστασιν ὡς ὑφισταμένην καὶ ὡς παύουσαν δι’ ἐμοῦ καὶ χάριν ἐμοῦ· σὺ δὲ μὴ ἐπιμένῃς, ζητοῦσα νὰ ὑποχρεωθῶ ἐγὼ ὅπως ἐκδοθῇ ἀπόφασις ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῶν πασχόντων αὐτὸ δὲν ἐξαρτᾶται μόνον ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τὴν ἰδικήν μου· κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην πολεμῶ τὰς μονομερεῖς ἀποφάσεις τῆς Ῥωσσίας. Ὁ ἰσχυρισμός της ἦτο, κύριοι, ἀκαταμάχητος πράγματι δι’ ἡμᾶς. Ὅταν τὴν ἀπάντησιν αὐτὴν παρεβάλομεν μὲ τὴν ἀπάντησιν, ἣν ἀπηύθυνε πρὸς τὸν κ. Τρικούπην, ἀνεκαλύπτομεν μεγάλην πρόοδον. Ὁ κ. Τρικούπης ἐποιήσατο λόγον ὡς ὑπουργὸς, ὅτε καὶ ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μετ’ αὐτοῦ, περὶ τούτου εἰς τὴν Ἀγγλίαν· ἐὰν ἐν τῷ Συνεδρίῳ λάβουν μέρος καὶ Κράτη μὴ ὑπογράψαντα τὴν συνθήκην τῶν Παρισίων, τότε βεβαίως θὰ λάβῃ καὶ ἡ Ἑλλὰς, ἀπήντησεν ἡ Ἀγγλία. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ δικαιώματα τῶν Ἑλλήνων, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι θέλομεν καταβάλλει προσπάθειαν, ὅπως ἰσότης ἀποδοθῇ καὶ πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν φυλὴν, ἀπολαύσῃ δὲ καὶ ἡ φυλὴ αὕτη τῶν αὐτῶν διοικητικῶν μεταῤῥυθμίσεων καὶ πλεονεκτημάτων. Ἡ διαφορὰ ἦτο μεγάλη μεταξὺ τῶν δύο ἀπαντήσεων, διότι τὸ ζήτημα εἶχεν ὡριμάσει, τὸ ἰσχυροποίησαν χείμαῤῥοι αἱμάτων, ἀντὶ ἡ Ἀγγλία νὰ εἴπῃ, ὅτι θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν τῆς Ἑλλάδος ὅταν λάβουν καὶ ἄλλα μικρὰ Κράτη μέρος εἰς τὸ Συνέδριον, ὑπεδέχετο ἵνα προσπαθήσῃ νὰ ἀκουσθῇ εἰς τὸ Συμβούλιον ἡ Ἑλλὰς εὐμενῶς, καὶ ἀντὶ ὑποσχέσεως ὅτι καὶ οἱ Ἕλληνες θ’ ἀπολαύσωσι τὰς ἰδίας διοικητικὰς βελτιώσεις, εἶπεν ὅτι τὰ δικαιώματα τῆς ἐπαναστάσεως μένουν ἀνέπαφα καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἑνώσεως δὲν εἰμπορεῖ μόνον αὕτη μονομερῶς νὰ λύσῃ. Καὶ ὅμως ἡ ἔκφρασις ὡμοίαζε μὲ ῥητὴν ὑπόσχεσιν ὑποστηρίξεως. Τουλάχιστον, κύριοι, τοιαύτη ἦτο ἡ πεποίθησις ἡμῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐσπεύσαμεν ὅλην τὴν συνδρομήν μας νὰ χορηγήσωμεν πρὸς κατάπαυσιν τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ συνεχάρημεν ἐνδομύχως καὶ τοὺς ἐπαναστάτας. Εἴδομεν, κύριοι, πρώτην φορὰν, τόσον εὐκόλως καὶ ταχέως λυόμενον τὸ ζήτημα τοῦτο· ἐνῷ ἀπὸ τὴν ἱστορίαν ἐγνωρίζομεν, ὅτι τὸ δίκαιον, τὸ ἀσθενὲς ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ὑπερίσχυσε κατὰ τοῦ ἰσχυροῦ ἀδίκου, συνεπείᾳ ἐπιμονῆς ἀδαμάστου καὶ θυσιῶν ὑπερτάτων. Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς ἐπαναστάσεως συνδέεται καὶ μετ’ ἄλλης τινος δυσκολίας, δυσκολίας ἐσωτερικῆς. Ἐνθυμεῖσθε τὰ δυστυχήματα τὰ μετὰ τὴν διάλυσιν τῶν ἐπαναστάσεων τοῦ 1854. Ἡ λῃστεία καὶ τὸ ἔγκλημα ἠτίμασαν τὸν τόπον καὶ κατέστρεψαν σπουδαίως τὰ συμφέροντα. Οὐδὲν τούτων εὐτυχῶς ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπανάστασιν. Ἡ ἡσυχία δὲν ἐταράχθη, ἡ ἀσφάλεια δὲν διεσαλεύθη. Καὶ τοῦτο, κύριοι, δὲν ὀφείλεται μόνον εἰς τὰ μέτρα τὰ σύντονα καὶ δραστήρια, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν πρόοδον τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἥτις τὸν συνδέει πρὸς τὴν τάξιν καὶ τὴν ἡσυχίαν. Ἐν τούτοις, μετὰ τὴν κατάπαυσιν καὶ τῆς ἐπαναστάσεως αὐτῆς ἐκ μέρους τῆς Εὐρώπης, διότι οὐδεμία ἐπανάστασις, ἀφότου ἡ Ἑλλὰς ἐγένετο ἐλευθέρα, κατέπαυσεν ἄλλως ἢ διὰ τῆς παρεμβάσεως τῆς Εὐρώπης, ὄχι ἕνεκα νίκης τινος ἢ ἐξαντλήσεως τῶν δυνάμεων αὐτῆς· ἡ ἐπανάστασις ἔπαυσε μὴ προξενήσασα ἐσωτερικῶς οὐδὲν δυστύχημα, ἐξωτερικῶς δὲ ἐπὶ τῇ ἐγγυήσει τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν πόθων της· συνεπέφερε μόνον τὴν ἀνάγκην τῆς διατροφῆς χιλιάδων Ἑλλήνων, οἵτινες ἐζήτησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα πόρον ζωῆς καὶ ἀσφάλειαν, ὅπως, κύριοι, κατὰ δυστυχίαν, συνέβη εἰς πᾶσαν τοιαύτην περίστασιν. Δεύτερον καθῆκον ἡμῶν ἦτο νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰς παρασκευάς. Ἐπὶ τοῦ παρελθόντος ὑπουργείου, πολλαὶ καὶ μεγάλαι παραγγελίαι ἐγένοντο, τὴν ἐκτέλεσιν δὲ τῶν παραγγελιῶν αὐτῶν ἐξηκολουθήσαμεν ἀκριβῶς καὶ μετεχειρίσθημεν σχεδὸν τὰ αὐτὰ πρόσωπα· ἀναλόγως δὲ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα εἴχομεν, κατεγίναμεν πρὸς συμπλήρωσιν αὐτῶν, αἱ ἀποθῆκαι δὲ ἡμῶν ἤδη εἶναι πλήρεις. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν ἔχομεν ἐλλείψεις πλέον, ἀλλ’ ὅτι δυνάμεθα εὐπροσώπως νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὰς πρώτας ἀνάγκας τὰς ἐθεραπεύσαμεν, καὶ δυνάμεθα εὐθαρσῶς νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τοὺς κινδύνους. Ἐξηκολουθήσαμεν προμηθεύοντες ὑλικὸν καὶ γυμνάζοντες στρατιώτας, ὅπως μᾶς παρηγγείλατε. Ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον παρεδέχθητε, ἀνεβίβαζε τὸν στρατὸν εἰς 28,000, τελευταῖον δ’ ἠναγκάσθημεν, ἵνα τὴν δύναμιν αὐτοῦ αὐξήσωμεν εἰς 35,000, ὑπὸ τὰ ὅπλα δὲ ἔμενον 30,700. Ἠναγκάσθημεν δυστυχῶς νὰ διατηρήσωμεν ἐπὶ μακρὸν τοὺς ἐφέδρους, καί τοι ἡ ὑποχρέωσίς των ἔληγε τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν· ἐπράξαμεν δὲ τοῦτο, διότι δὲν ἐγνωρίζομεν ἐὰν, ἕνεκα τῶν περιστάσεων, δὲν ἠθέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἔχωμεν στρατιώτας ἐκγεγυμνασμένους, οὐχὶ δὲ νέους ἐκπαιδευομένους. Ὅταν αἱ περιστάσεις παρέλθουν, καὶ μάλιστα παρέλθουν χωρὶς νὰ συμβῇ ὅ,τι ἐπιστεύετο, ὅταν μετὰ τὰς περιστάσεις ἐκ τῶν ὑστέρων κρίνῃ τις καὶ σχετικῶς μὲ τὰ ἀλλοῖα παρόντα, δύναται ἴσως νὰ εὕρῃ πολλὰ κακῶς πραχθέντα, διότι τὰ κρίνει μετὰ τὰ γεγονότα, ἀλλ’ ἐὰν τὰ ἐξετάσῃ κατὰ τὸν χρόνον καθ’ ὃν ἐγένοντο, θὰ ἴδῃ, ὅτι δὲν ἠδύναντο ἄλλως νὰ πραχθῶσι. Διετηρήσαμεν λοιπὸν 30,000 στρατοῦ συνισταμένου ἐξ 7,000 νεοσυλλέκτων, 8,000 ἐθελοντῶν, 3,000 περίπου τακτικῶν ἐφέδρων καὶ δέκα χιλιάδων ἐφέδρων ἀτάκτων, εἰς οὓς προστιθεμένης καὶ τῆς δυνάμεως τῆς χωροφυλακῆς, εἴχομεν τὸν ἀριθμὸν τῶν 30,000. Ὠφείλαμεν, κύριοι, νὰ προβλέψωμεν καὶ δι’ ἄλλο λίαν οὐσιῶδες ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον καὶ μόνον εἶναι ἡ βάσις πάσης ἐνεργείας καὶ ἀποφάσεως, νὰ εὕρωμεν μέσα· μίαν ἔλλειψιν, τὴν ὁποίαν αἱ περιστάσεις δὲν ἐπέτρεψαν εἰς τὸ ἔθνος νὰ θεραπεύσῃ, καὶ ἥτις ἐξηκολούθει παρέχουσα λαβὰς εἰς ὕβρεις κατὰ τῆς πατρίδος ἡμῶν καὶ προσέβαλε τὴν τιμήν της, ἥτις μᾶς ἀπέκλειε τῶν χρηματιστηρίων τῆς Εὐρώπης καὶ εἰς τοὺς ἐχθρούς μας ἔδιδε τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς ἐγκολάπτωσι λέξεις ἀτιμωτικὰς· τὴν ἔλλειψιν πρὸ πάντων αὐτὴν ἐφροντίσαμεν νὰ θεραπεύσωμεν. Ἐννοεῖτε, κύριοι, περὶ τίνος πρόκειται; πρόκειται περὶ τῶν παλαιῶν δανείων.
§8ΖΩΧΙΟΣ. Ὦ δυστυχία μας! Κύριε Πρόεδρε τὸν λόγον.
§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατεγείναμεν, καὶ τὸ λέγω μετὰ πλήρους θάῤῥους καὶ ὑπερηφανείας, εἰς τὸ νὰ θεραπεύσωμεν τὴν ἔλλειψιν ταύτην, καὶ τὴν ἐθεραπεύσαμεν συμφώνως μὲ τὸ συμφέρον καὶ τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος. Τὰ παλαιὰ δάνεια συνεβιβάσθησαν καὶ συνεβιβάσθησαν ἐντίμως καὶ ἐπωφελῶς, θέλω δὲ λυπηθῆ, ἐὰν ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων διστάσῃ ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ δεχθῇ τὸν συμβιβασμὸν τοῦτον, διότι διστάζουσα, θέλει προσβάλλει τὴν ἐθνικὴν τιμὴν καὶ θέλει κλείσει τὰς θύρας πρὸς πᾶσαν μεγάλην οἰκονομικὴν ἐπιχείρησιν. Λοιπὸν λέγω, ἐκλείσαμεν τὸν συμβιβασμὸν τοῦτον, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω μεθ’ ὑπερηφανείας, αὔριον δὲ θέλει σᾶς ὑποβληθῆ ὁ νόμος. Ἡ ἔντιμος αὕτη διαγωγὴ τῆς Ἑλλάδος, ἡ φρόνιμος συμπεριφορά της καὶ ἡ ἀκριβὴς ἐκπλήρωσις τῶν ὑποσχέσεών της ἀνύψωσε τὴν ἐξωτερικὴν πίστιν αὐτῆς, ἧς ἔχομεν μεγίστην καὶ ἀπόλυτον ἀνάγκην εἰς οἰκονομικὰς ἐπιχειρήσεις. Εἶναι ἀναπόφευκτος καὶ κατεπείγουσα ἡ ἀνάγκη ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸν τόπον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις πρέπει ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον νὰ ἐκλείψῃ, διότι ζημιοῖ καὶ τὸ δημόσιον καὶ τὸ κοινόν. Ἵνα θεραπεύσωμεν αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, καὶ ἄλλας ἀνάγκας τοῦ δημοσίου καὶ νὰ βελτιώσωμεν τὴν συγκοινωνίαν, κατεβάλαμεν πολλὰς ἐνεργείας καὶ προσπαθείας ἐν Εὐρώπῃ πρὸς εὕρεσιν δανείου, καὶ καθ’ ἃς ἔχομεν σήμερον πληροφορίας, ἡ σύμβασις εἶναι ἐν τῷ ὑπογράφεσθαι· περὶ ἑνὸς μόνου ζητήματος ὑπάρχει ἔτι συζήτησις, περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐγγυήσεως. Ἡμεῖς τὸ παρεδέχθημεν διὰ νὰ φέρωμεν τὸ ἔργον ἐνώπιόν σας, καὶ ὑμεῖς κρίνοντες ἐφ’ ὅλου ἀποφασίσατε. Ὥστε ἔχομεν ἤδη καὶ πλήρη τὴν πίστιν ἐν τῇ Εὐρώπῃ, θέλομεν ἔχει τὰ μέσα καὶ τὸ ὄνειδος, τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ μᾶς ἐγκολάψωσιν χαρακτηρίζοντες ἡμᾶς ὡς κακῆς πίστεως καὶ ἀναξιοχρέους, ἐξέλιπεν. Τὸ δ’ ἕτερον καθῆκον ἡμῶν ἦτο νὰ διεξαγάγωμεν τὸ μέγα ἐξωτερικὸν ζήτημα. Ὅταν ἀνεχωρήσατε, ἡ εἰρήνη δὲν εἶχεν ὑπογραφῆ. Τὰ δικαιώματα τῶν λαῶν ἐσυζητοῦντο εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης· ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχε λάβει μέρος, καὶ τοῦτο τὸ λέγω ἐπίτηδες, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ὑφίσταται ἡ πρόληψις, ὅτι δὲν ἔλαβε μέρος ἕνεκα δειλίας, ἕνεκα τοῦ κινδύνου τῶν παραλίων μας, ὅτι δηλαδὴ ἐφοβήθημεν νὰ μὴ πάθωμεν ζημίαν δέκα ἔτι ἑκατομμυρίων ἐνῷ πολλῶν ἑκατομμυρίων ζημίαν ὑπέστημεν, χωρὶς τὸ ζήτημα νὰ λυθῇ καὶ ἐνῷ ἐγνωρίζομεν ὅτι ἂν ἐλαμβάνομεν μέρος παραπλεύρως μετὰ δυνάμεως περὶ ἧς ὑπῆρχε πεποίθησις ὅτι θὰ ἐνίκα, ἠθέλομεν ἀποζημιωθῆ πολλαπλασίως. Ἐγὼ ἤθελον νὰ λάβωμεν μέρος, ἀλλὰ κατίσχυσεν ἡ ἐναντία ἰδέα. Ἡ ἐναντία ἰδέα ἐστηρίζετο ἴσως εἰς αὐτὴν τὴν πεποίθησιν, ἐπειδὴ ἡ Εὐρώπη δὲν ἦτο διατεθειμένη νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, ἀλλὰ νὰ διευθετήσῃ αὐτὸ, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν φυλὴ ἀξία τῆς ἰδιαιτέρας μερίμνης καὶ τῶν συμπαθειῶν αὐτῆς φυλὴ ἀκμαία καὶ προέχουσα. Τὴν ἰδέαν δὲ ταύτην ἐνεθάῤῥυνε μία μεγάλη Δύναμις, ἡ Ἀγγλία, ἡ ὁποία ἔλεγεν· «ἡσυχάσατε τὰ δικαιώματα τοῦ ἑλληνισμοῦ εἶναι ἐπίσης ἐξησφαλισμένα». Διὰ τοῦτο ἔλεγον, «διατὶ νὰ κινηθῶμεν, ἀφοῦ ὅ,τι ζητοῦμεν θὰ τὸ ἔχωμεν, καὶ ἀφοῦ ἡ γνώμη ἁπάσης τῆς Εὐρώπης εἶναι τοιαύτη; Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία ὅλοι ἐνεδώκαμεν εἰς τὴν συμβουλὴν τῆς Ἀγγλίας. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἐπολιτεύθημεν ὅπως ἐπολιτεύθημεν. Μόλις ἀνεχωρήσατε, καὶ ἡ Εὐρώπη συνῆλθεν εἰς συνέδριον· οἱ φίλοι, οἱ ἀγαπῶντες ἡμᾶς, μᾶς συνεβούλευσαν νὰ στείλωμεν ἀντιπροσώπους ἐκεῖ. Οἱ ἀντιπρόσωποι ἡμῶν ἀληθῶς ἀπῆλθον, ἔχοντες καὶ αὐτοὶ τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐξέθεσα, περὶ τῶν ἐπαναστάσεων, καὶ τὴν βεβαιότητα, συνεπείᾳ τῶν ἐπανειλημμένων εἰδοποιήσεων καὶ τοῦ λόρδου Δέρβυ καὶ τοῦ Σαλισβουρὺ, ὅτι τὰ δικαιώματα τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς θὰ εἶναι ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς ἰσχυρᾶς, τῆς ἰσχυροτάτης Ἀγγλίας, καὶ ὅτι πλήρης θὰ ὑπάρξῃ ἰσότης. Τὸ Συνέδριον εὐηρεστήθη νὰ τοὺς δεχθῇ· προσεκάλεσε δὲ αὐτοὺς δι’ ἀποφάσεως, περιωρισμένης ὑπὸ ὅρους· δυστυχῶς τὸ εὐρὺ πρόγραμμα τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὑποβληθὲν ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου, δὲν ὑπερίσχυσεν· ἡ ἀπόφασις περιώρισε τὸ πρόγραμμα τοῦτο καὶ οἱ ἀπεσταλμένοι εἰσελθόντες, ἠναγκασμένοι ἦσαν, καὶ περὶ τούτου θὰ δώσῃ ἐκτεταμμένας πληροφορίας ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ περιορισθῶσιν ἐντὸς τοῦ κύκλου, τὸν ὁποῖον ἡ ἀπόφασις ὥριζεν. Ἀλλὰ, κύριοι, ὡς Ἕλληνες δὲν ἠδύναντο νὰ μὴ ἀποβλέψωσι πρὸς τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἡ Ἀγγλία ἔθεσεν ἐνώπιόν των, πρὸς τὸ μέγα σημεῖον τῆς προστασίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ· καὶ ἂν δὲν ἠδύναντο νὰ ἐκφρασθῶσιν, καὶ ἂν δὲν ἠδύναντο ῥητῶς ν’ ἀπαιτήσωσί τι ἐν τῷ Συνεδρίῳ, διότι ἡ ἀπόφασις ῥητῶς ὥριζε τὰ ὅρια τῆς ἐνεργείας των, ἐπέμειναν νὰ μὴ χωρίσωσι τὸ περιωρισμένον ζήτημα τῆς προσαρτήσεως ἀπὸ τῆς μεγάλης ἰδέας τῆς ἀντιπροσωπεύσεως τῶν Ἑλλήνων ἐν γένει. Τὸ ζήτημα οὕτω, τὸ χιμαιρικὸν τῆς μεγάλης ἰδέας, ἀποκατέστη ζήτημα τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ δικαίου. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, ὅτι πλειοτέρας ἐξηγήσεις θέλει σᾶς δώσει ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Κύριοι, ὅταν ὑπὲρ αὐτῆς τῆς ἰδέας ἔχωμεν τὴν ψῆφον τῆς Ἀγγλίας, τῆς Αὐστρίας, τῆς Ἰταλίας, ἀρκεῖ ὥστε τὸ ζήτημα ν’ ἀποκατασταθῇ εὐρωπαϊκόν. Καὶ ἐγὼ ἂν ἤμην, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἤθελον ὑπερασπισθῆ τὸ ζήτημα τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν, ὅπως τὸ ὑπερησπίσθη ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου, δὲν εὑρέθη εὐτυχῶς εἰς τὴν ἀνάγκην ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου ν’ ἀποδείξῃ ποῖος εἶναι ὁ ἀδιάῤῥηκτος δεσμὸς τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος μετὰ τοῦ Ὀλύμπου καὶ τῶν Ἰωαννίνων, τῆς κοιτίδος τῶν ἡρώων τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ Βότσαρη, τοῦ Κωλέτη, τοῦ Καραϊσκάκη, Τζαβέλλα κτλ. Ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ἐβάδισεν, ἣν ὁ πρῶτος ὑπουργὸς τῆς Ἀγγλίας ἐχάραξε, νὰ ὑπάρξῃ ἀσφάλεια καὶ ἡσυχία καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα. «Τὰ ὅρια, εἶπεν ὁ λόρδος Βηκονσφὴλδ, ἐχαράχθησαν κακῶς, ἡσυχία καὶ ἀσφάλεια δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ δι’ οὐδὲν τῶν ὁμόρων κρατῶν· πρέπει νὰ διορθωθῶσιν, ἄλλως οὐδὲν μόνιμον ἠμποροῦμεν νὰ ἐλπίσωμεν. Καὶ ὅταν μᾶς ἐρωτοῦν ὁποῖον εἶναι τὸ δίκαιόν σας, ἀπορῶ πῶς ἀρνοῦνται αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν ἡ Εὐρώπη ἀνωμολόγησε καὶ ἀνεγνώρισε. Τὸ δικαίωμά μας εἶναι ἔτι τὸ δικαίωμα τῆς εὐνομίας κατὰ τῆς τυραννίας, τοῦ πολιτισμοῦ κατὰ τῆς βαρβαρότητος, τῆς δικαιοσύνης κατὰ τῆς ἀδικίας. Τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἐπέβαλεν ὁ Θεὸς εἰς ἕκαστον νὰ ὑποστηρίξῃ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν του. Οἱ δυνατοὶ τὸ ἐξασκοῦν· ἀπὸ τοὺς ἀδυνάτους μόνον ζητεῖται λόγος. Τέλος πάντων, κύριοι, τὸ ἐν Βερολίνῳ Συνέδριον ἐξέδωκε μίαν ἀπόφασιν· τῇ γενναίᾳ πρωτοβουλίᾳ τῶν εὐγενῶν ἀντιπροσώπων τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἰταλίας καὶ τῇ ἐπικυρώσει τῶν ἰσχυρῶν ὑπουργῶν τῶν μεγάλων εὐεργετίδων δυνάμεων καὶ τῆς Μεγάλης Γερμανίας καὶ Αὐστρίας ἡ ἀπόφασις ἐξεδόθη ὁμόθυμος, οὐδεμία ἀντίῤῥησις ἢ δυσκολία παρέστη. Τὴν ἀπόφασιν ἡ κοινὴ γνώμη τῆς Εὐρώπης ἐδέχθη, τὴν ἐχειροκρότησεν. Ἡ ἀπόφασις εἶναι πλήρης καὶ βεβαιοτάτη, ἀλλ’ εἶνε ἀπόφασις, ὡς εἶπεν εἰς ἕνα λόγον του ὁ λόρδος Βήκονσφηλδ, περιέχουσα παραχώρησιν ἐπαρχιῶν ἐκ μέρους τοῦ ἐν Βερολίνῳ Συνεδρίου. Ἰδοὺ, κύριοι, ποῦ ἐφθάσαμεν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης· ἀπεκτήσαμεν μίαν ἀπόφασιν τῆς Εὐρώπης ὁμόθυμον, καὶ εὐχαριστίας ἔχομεν περὶ τούτου ν’ ἀποτείνωμεν, διότι ὅλαι αἱ Δυνάμεις ἔδειξαν τὸν αὐτὸν ζῆλον καὶ τὴν αὐτὴν ἀγάπην πρὸς τὴν Ἑλλάδα· συνεμορφώθημεν δὲ μὲ τὴν συμβουλὴν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωκαν καὶ μᾶς δίδουν, καὶ ἐξακολουθοῦμεν ἐπιδιώκοντες τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης διὰ τρόπου συνδιαλλακτικοῦ, μετριόφρονος καὶ εἰρηνικοῦ. Καὶ τοῦτο, κύριοι, ἀκόμη ἀποῤῥέει ἀπὸ τὴν πολιτικήν μας ἐν γένει, διότι ἔχομεν τὴν πεποίθησιν τὴν ἀκλόνητον, ὅτι πρέπει φιλικῶς νὰ συμβιώσωμεν μὲ τὴν γείτονα Δύναμιν. Τὰ συμφέροντα ἀμφοτέρων ἀπαιτοῦν καὶ ὑπαγορεύουν τὸ τοιοῦτον, καὶ ἐντὸς τῆς πολιτικῆς ταύτης καὶ αὐτοὶ καὶ ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὸ συμφέρον μας· ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ αὕτη δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ δυνηθῶμεν προηγουμένως νὰ ζήσωμεν· νὰ ζήσωμεν δὲ οὐχὶ ἀποκτῶντες μόνον πλείονα, οὐχὶ ἔδαφος μόνον, ἀλλὰ καὶ ἀσφάλειαν καὶ ἡσυχίαν, διότι ἄνευ τούτων δὲν δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν περὶ συμπράξεως καὶ κοινῆς ἐνεργείας. Πιστεύω δὲ ὅτι αὕτη εἶνε ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἡ πατρὶς πρὸς τὸ συμφέρον της πρέπει νὰ ἔχῃ. Ἰδοὺ τί ἐπράξαμεν μέχρι τοῦδε. Τί σκοπεύομεν ἤδη νὰ πράξωμεν; διότι καὶ περὶ τούτου πρόκειται, καὶ περὶ τούτου μᾶς ζητεῖται λόγος. Ἡμεῖς, κύριοι, νομίζομεν, ὅτι μέχρις οὗ τὸ ζήτημα λυθῇ, τὴν αὐτὴν πολιτείαν ὀφείλομεν ν’ ἀκολουθήσωμεν· καὶ διὰ τί; Ἡ Εὐρώπη ἀπεφάνθη, καὶ τὸ γνωρίζετε, ἀλλὰ τὴν ἀπόφασίν της συνώδευσε καὶ μὲ ἁπλῆν τινα, ἀλλὰ σοβαρὰν παρατήρησιν, ὅτι σκοπὸν δὲν ἔχει δ’ ὑλικῶν μέσων νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν. Πρέπει ν’ ἀπελπισθῶμεν λοιπόν; Πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἴμεθα ἀνίκανοι νὰ πράξωμεν ἡμεῖς τι, νὰ ἐνεργήσωμεν; Πρέπει νὰ δέσωμεν τὰς χεῖρας, οὐδεμίαν πεποίθησιν ἔχοντες εἰς ἑαυτοὺς, καὶ νὰ εἴπωμεν· ἀποφασίσατε ἂν θέλετε νὰ ἐκτελέσητε καὶ ὅταν θέλετε· ἡμεῖς οὔτε δυνάμεθα, οὔτε ἀποφασίζομεν, διότι δὲν εἴμεθα ἱκανοὶ οὔτε νὰ κινηθῶμεν ἵνα καταλάβωμεν τὰς ἐπαρχίας ἃς μᾶς παραδίδει, ἐπιμένομεν εἰς τὴν πολιτικήν μας, διότι δὲν ἀποδίδομεν εἰς τὴν πατρίδα μας τοιαύτην ἀνικανότητα. Ὑποθέτω, κύριοι, ἢ μᾶλλον εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Εὐρώπη θέλει ἐκτελέσει τὴν ἀπόφασιν, συμβουλεύουσα καὶ προτρέπουσα τὴν Τουρκίαν νὰ ἐνδώσῃ. Ἀλλ’ ὄπισθεν τῆς ἐπισήμου Τουρκίας παρίσταται ἄλλη Τουρκία, λέγουσα, δὲ, ἐνδίδω. Θέλετε λοιπόν, ἐὰν εὑρεθῶμεν εἰς τοιαύτην κατάστασιν, νὰ μὴ δυνηθῶμεν οὔτε αὐτὸ νὰ ἐκτελέσωμεν, οὔτε τοὺς ῥαδιουργηθησομένους τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων Τουρκικοὺς λαοὺς ν’ ἀποκρούσωμεν καὶ νὰ εἴπωμεν: Παραδώσατέ μας σεῖς τὴν χώραν, ἐγκαθιδρύσατέ μας, ἡμεῖς εἴμεθα ἀνίκανοι νὰ παραλάβωμεν ὅ,τι μᾶς δίδετε. Ἐὰν λοιπὸν παρουσιασθῶσι τοιαῦται δυσκολίαι, δὲν δυνάμεθα νὰ τὰς ὑπερνικήσωμεν ἄλλως ἢ ἀκολουθοῦντες τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον ἀκολουθοῦμεν. Ἀμφιβάλλω, κύριοι, ἐὰν ἡ Τουρκία ὑπακούσῃ εἰς συμβουλὰς· ἀμφιβάλλω δὲ ἐὰν καὶ ἡ Εὐρώπη ἀποφασίσῃ νὰ συμβουλεύσῃ οὕτως, ὥστε νὰ καταστήσῃ τὴν παραχώρησιν πραγματικήν. Κατ’ ἐμὲ, ὅταν ἡ Ἑλλὰς ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ προκαλέσῃ πράγματα, ἡ Εὐρώπη τότε διὰ τῶν πραγμάτων θέλει ἐνεργήσει καὶ θέλει μᾶς ὑποχρεώσει νὰ ἡσυχάσωμεν ἢ τὴν Τουρκίαν νὰ ὑπακούσῃ. Τὸ ζήτημα δι’ ἡμᾶς ἢ οὕτως ἢ ἄλλως θὰ λυθῇ, διότι ἡ παροῦσα κατάστασις εἶνε χείρων. Τὸ ἔθνος πρὸ δύο ἐτῶν ὑπεβλήθη εἰς θυσίας τοιαύτας καὶ τοσαύτας ἄνευ φωτὸς, ἄνευ σχεδίου, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι μόνῃ καὶ ἐπὶ τῇ ὑπονοίᾳ ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ παρουσιασθῇ περίστασις ἐνεργείας τινός. Πῶς ἤδη, ὅταν ἔχῃ τὴν ἀπόφασιν ὁλοκλήρου τῆς Εὐρώπης καὶ ὄπισθεν αὐτοῦ τὴν Εὐρώπην αὐτὴν, ὅταν πρόκηται νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν ταύτην, νὰ ἐκτελέσῃ δηλαδὴ τὴν ἀπόφασιν τῆς Εὐρώπης, πῶς τώρα πρέπει νὰ σταματήσῃ, πρέπει νὰ δειλιάσῃ, νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ τὴν αὐτὴν πολιτικὴν, ἐνῷ ἔχει τὴν βεβαιότητα πλέον, ὅτι τὸ ζήτημα λαβὸν Εὐρωπαϊκὴν ὕπαρξιν, θὰ λάβῃ καὶ Εὐρωπαϊκὴν λύσιν; Οὕτω ἡμεῖς, κύριοι, νομίζομεν, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ διευθύνωμεν καὶ τοιουτοτρόπως μόνον ἀναδεχόμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν κυβερνῶντες. Ἐὰν ἄλλως πως ἡ Βουλὴ, ἐὰν ἄλλως πως τὸ ἔθνος σκέπτηται, ἕτοιμοι εἴμεθα μετὰ πάσης εὐχαριστήσεως νὰ ἀποχωρήσωμεν. Κύριοι, βλέπω τὸν κ. Ζωχιὸν ἐξακολουθοῦντα πάντοτε τὰ ἴδια χλευαστικὰ κινήματα, τὰ ὁποῖα καὶ πέρυσιν ἐξηκολούθει.
§10ΖΩΧΙΟΣ. Καὶ δυστυχῶς εἶχον δίκαιον.
§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δυστυχῶς εἶχε δίκαιον ὡς ἀντιπολιτευόμενος· ὡς ὑπουργὸς ὅμως ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους τὴν πολιτικὴν αὐτὴν ἠκολούθει.
§12ΖΩΧΙΟΣ. Παρῃτήθην.
§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σὲ ἔῤῥιψεν ἡ Βουλὴ, δὲν παρῃτήθης.
§14ΖΩΧΙΟΣ. Ὄχι.
§15ΡΩΜΑΙΟΣ. Παρῃτήθη, δὲν τὸν ἔῤῥιψεν ἡ Βουλή.
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αἱ πολλαὶ τῶν παραγγελιῶν, κύριοι, ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ κ. Δεληγεώργη, καὶ εἰς τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Δεληγεώργη βλέπω τὸν κ. Ζωχιὸν περιεχόμενον. Αὐτὸ εἶναι τὸ γνωστὸν, καὶ ὅ,τι ὁ κύριος Ζωχιὸς ὁ ἀντιπολιτευόμενος χλευάζει καὶ μυκτηρίζει, πρέπει νὰ μὴ πράττῃ ὡς Ὑπουργός. Ἀπ’ αὐτὰς λοιπὸν τὰς ἰδέας καὶ τὰς ἀρχὰς ἀναχωροῦντες, ζητοῦμεν ἀπὸ ὑμᾶς στρατιώτας καὶ χρήματα.
§17ΖΩΧΙΟΣ. Ἄ!
§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτική μας. Ἐὰν δὲν θέλητε, μὴ τὰ δίδητε.
§19ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν κάμνετε τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν κ. Ζωχιὸν νὰ μὴ διακόπτῃ;
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ παύσωσι, παρακαλῶ, αἱ διακοπαί.
§21ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διατί ταράττεσθε; οἱ κυβερνῶντες, οἱ ἔχοντες τὴν ἀξίωσιν νὰ κυβερνήσωσι τὸν τόπον πρέπει καθαρῶς καὶ εὐκρινῶς νὰ εἴπωσι τί θέλουσι, καὶ τί δὲν θέλουσι.
§22ΤΙΝΕΣ. Πολὺ ὀρθόν.
§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διατί νὰ ἔλθωσιν ἐδῶ νὰ κρύψωσι τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ σᾶς ἀπατήσωσι; Κατὰ τὰς πεποιθήσεις μας, κατὰ τὰς ἰδέας μας, καὶ εἴμεθα ἀκλόνητοι, καὶ ὡς ἐκ τῶν πληροφοριῶν μας, καὶ ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μας γνωρίζομεν, αὐτὴ ἡ πολιτικὴ εἶναι ἐπωφελὴς εἰς τὸ Ἔθνος. Λοιπὸν ζητοῦμεν τὰ μέσα, καὶ πιστεύομεν, ὅτι τὸ ζήτημα μέχρι τέλους τοῦ ἔτους, θέλει λάβει καθαρωτέραν διεύθυνσιν.
§24ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούομεν. Ἐπαναλάβετε, παρακαλῶ.
§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε νὰ μὲ ἀφήσητε ἓν λεπτὸν νὰ ἀναπνεύσω.
§26ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτά. Γίνεται διακοπὴ δέκα λεπτῶν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, παρακαλῶ.
§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἐλπίζομεν ὅτι τὸ ζήτημα μίαν τινὰ λύσιν θὰ λάβῃ συντόμως, ὅτι τὸ ἑπόμενον ἔτος θέλομεν δυνηθῆ νὰ ζήσωμεν ἐν ὁμαλῇ καταστάσει καὶ μὲ προϋπολογισμὸν τακτικὸν, ὅτι τὸ ἑπόμενον ἔτος θέλει εἶσθαι ἔτος εἰρήνης· ἑπομένως ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον σᾶς ὑπεβάλλομεν, ἀντιπροσωπεύει τὴν πολιτικήν μας, τὰς ἰδέας μας αὐτάς. Διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ 1879 εἶναι ἀρκετὸς ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ὑπεβάλομεν ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν, 13 ἑκατομμύρια, τροφοδοτοῦντα καὶ μισθοδοτοῦντα στρατὸν 18,000 ἀνδρῶν, εἶναι ὅ,τι ἔχομεν ἀνάγκην. Ἀλλὰ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νομίζομεν ἀναπόφευκτον νὰ μένωμεν ὡπλισμένοι. Βλέπετε πόσον σαφῶς τὰ λέγω· διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ κρύπτωμαι. Πρέπει νὰ μένωμεν ὡπλισμένοι, καὶ τοῦτο, νομίζομεν, κατορθοῦται, ἐὰν ἀποστείλωμεν δι’ ἀδείας τοὺς ὑπάρχοντας ἐφέδρους εἰς τὰς ἑστίας των, καλέσωμεν τὰς ἄλλας σειράς, τὰς ὁποίας κατὰ τὸν νόμον θὰ ἐξακολουθῶμεν ἐκγυμνάζοντες εἰς τὰς ἐπαρχίας των. Τοιουτοτρόπως θέλομεν ἔχῃ τοὺς ἐκγυμναζομένους ἐφέδρους, καὶ τοὺς ἐφέδρους, εἰς τοὺς ὁποίους χορηγοῦμεν ἀδείας, τὴν δ’ Ἑλλάδα ὡπλισμένην καὶ ἑτοίμην. Οὕτω νομίζομεν ἡμεῖς, ὅτι πρέπει νὰ πολιτευθῶμεν. Ὁ ἔντιμος κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς ὑπέβαλε πίστωσιν, σκοπὸν ἔχουσαν νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ μέχρι τῆς λήξεως τοῦ ἔτους· ἐπειδὴ ὑπῆρξεν ἀμφιβολία τις περὶ τούτου δίδω τὴν ἐξήγησιν.
§30Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὰ 12 ἑκατομμύρια εἶναι μέχρι τέλους αὐτοῦ τοῦ ἔτους;
§31ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τὸ 1879· ἐὰν τῷ ὄντι εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς προκληθῇ νὰ ἐνεργήσῃ στρατιωτικῶς, κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς μας θέλομεν σᾶς ζητήσῃ ἄλλα 35 ἑκατομμύρια. (συγκίνησις) Ἐὰν τῷ 1879 δὲν εἶναι τακτικὸν ἔτος, καὶ ἔτος εἰρήνης, ἐὰν εἰς πᾶσαν, ὁποίαν δήποτε περίστασιν ἡ Ἑλλὰς δὲν θέλῃ νὰ ἀρνηθῇ τὸ Ἐγὼ αὐτῆς, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι δὲν ἔχει οὐδεμίαν πεποίθησιν εἰς ἑαυτὴν, ὅτι οὐδὲν θέλει νὰ ἐλπίσῃ ἀφ’ ἑαυτῆς, ὅτι θέλει νὰ ἐπανέλθῃ, ὅπου εὑρίσκετο, καὶ νὰ ἀδιαφορήσῃ εἰς τὰ γεγονότα, ἐὰν ὑπάρξωσι γεγονότα, τὰ ὁποῖα προκαλοῦσιν αὐτὴν νὰ νεργήσῃ, τότε ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον παρουσιάζομεν, εἶναι ἀρκετός· ἐὰν ὅμως πρόκηται νὰ ἐνεργήσῃ καὶ νὰ θέσῃ 40 τουλάχιστον χιλιάδας στρατοῦ εἰς ἐνέργειαν, ἵνα συμπληρώσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ τούτου, διὰ νὰ τὸν συντηρήσῃ καὶ τὸν κινήσῃ, ἔχει ἀνάγκην νέας θυσίας, καὶ αὐτὴ ἡ θυσία κατὰ τοὺς τοὺς προϋπολογισμοὺς ἀναβιβάζεται εἰς 35 ἑκατομμύρια, ὡς σᾶς εἶπον. Κύριοι, γνωρίζω ὅτι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω, δὲν εἶναι λίαν εὐάρεστον, δὲν εἶναι εὐάρεστον, ἂν ἀπεμακρύνθημεν, ὅσον δὲν πιστεύω, πολὺ ἀπὸ τοῦ 1821. Ὑπάρχουν ἐποχαὶ εἰς τὰ ἔθνη, καὶ τοιαύτας καὶ ἡ νέα καὶ ἡ ἀρχαία τῆς Ἑλλάδος ἱστορία παρουσιάζει, ἐποχαὶ, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ αἴσθημα καὶ ὁ ἐνθουσιασμὸς καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ ἔθνους εἶναι θυσία καὶ αὐταπάρνησις· ἐποχαὶ, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ Ἔθνος ὠθούμενον πρὸς τὸ μεγαλεῖον καὶ τὴν δόξαν, οὐδενὸς φείδεται πρὸ οὐδενὸς ὑποχωρεῖ. Ἐνθυμήθητε τὴν ἐποχὴν τοῦ Θεμιστοκλέους. Εἰς ἄλλας δὲ ἐποχὰς τὰ Ἔθνη ἀφιεροῦνται εἰς τὴν εὐζωίαν καὶ τὴν ἀπόλαυσιν. Ἐνθυμήθητε τὴν ἐποχὴν Δημητρίου τοῦ Φαληρέως. Ὑπῆρξε καὶ εἰς τὴν νεωτέραν Ἑλλάδα ἐποχὴ τοιαύτη, ἡ ἐποχὴ τοῦ 1821· τὸ ἔθνος τότε οὕτως ἐσκέφθη. Τὸ ἔθνος τοῦ 1821 ἐνήργει ἄνευ ἐνδοιασμοῦ, ἀλλ’ ἔφθασεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα. Δὲν πιστεύω ὅτι τὸ 1878 ἀπεμακρύνθη τόσον ἀπὸ τὸ 1821, ὥστε ἔφθασεν εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ Φαληρέως. Ἐγὼ δὲν τὸ πιστεύω, καὶ διὰ τοῦτο παρουσιάζομαι μετὰ θάῤῥους. Ὑμεῖς δύνασθε νὰ εἴπητε· θέλομεν ἡσυχίαν, ὑλικὴν πρόοδον καὶ οὐδὲν ἄλλο. Τότε, κύριοι, ἂν αὐτὴ ἦναι ἡ πολιτική σας, πρέπει νὰ τὸ εἴπητε ῥητῶς καὶ σαφῶς καὶ νὰ τὸ ἀποφασίσητε· ἡμεῖς δ’ εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ἀποχωρήσωμεν.
§32ΖΩΧΙΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς σᾶς ἀνήγγειλεν, ὅτι κακοδιαθετῶν ἐνδέχεται ν’ ἀποχωρήσῃ, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ συγχωρήσητε ἓν λεπτὸν μόνον νὰ διορθώσω ἓν προσωπικὸν ζήτημα μεταξὺ ἐμοῦ καὶ αὐτοῦ. Εἶπεν ὅτι δὲν εἶμαι ὁ αὐτὸς ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας. Φέρω τὸν μεγαλύτερον μάρτυρα, τὸν ὁποῖον δύναταί τις νὰ φέρῃ ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, τὸν Βασιλέα. Ὅταν διεφώνησα μὲ τὸν Πρωθυπουργὸν, ὁ Βασιλεὺς μοῦ εἶπεν· «Διατί ἐπιμένεις εἰς τὴν παραίτησίν σου;» «Μεγαλειότατε, θὰ ἔμενον ἐν τῷ ὑπουργείῳ, ἐὰν ἔβλεπον τὸν στρατηγήσοντα, τὸν στρατηγόν. Διανοούμεθα νὰ πάρωμεν καὶ τὴν Κωνσταντινούπολιν, καὶ ὁ στρατηγὸς ποῦ;» Ὁ δὲ Βασιλεὺς μοῦ ἀπεκρίθη· «Ἔχεις δίκαιον.» Λοιπὸν εἶμαι ὁ αὐτὸς καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἐξουσίας. Πρὶν προχωρήσω, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, σᾶς ἐρωτῶ, ἂν ὁ Βίσμαρκ, ὁ ὁποῖος συνέλαβε σχέδια μεγάλα ἐν τῇ κεφαλῇ του, ἀπετύγχανε, θὰ εἰσήρχετο εἰς τὸ Βουλευτήριον μὲ τὴν τιάραν ὀρθήν; οὐ μόνον εἰς τὸ Βουλευτήριον δὲν θὰ εἰσήρχετο, ἀλλ’ οὐδὲ ἐντὸς τῆς πατρίδος του ἠδύνατο νὰ μείνῃ· καὶ ἀπόδειξις εἶναι ὁ Ὀλλιβιὲ, ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν πτῶσιν τῶν ἰδεῶν του ἀπεχώρησεν ἐκ τῆς πατρίδος του. Μετὰ τὸ μέγα ναυάγιον ὅμως ὁ πρωθυπουργός μας ἐξακολουθεῖ νὰ φέρῃ τὴν τιάραν ὀρθήν Ποῖον ναυάγιον; καὶ πόθεν δῆλον; Ἐντὸς τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου ὑπάρχουν τέσσαρα ἄρθρα ὑποχρεωτικὰ διὰ τοὺς Ἑβραίους· καὶ ποῖος τὰ συνέταξεν; ὅλη ἡ χριστιανοσύνη. Περὶ δὲ τῆς Ἑλλάδος ὄχι ἀπόφασις, ἀλλ’ εὐχὴ μόνον ἐτέθη. Μᾶς εἶπον δὲ «μολὼν λάβε.» Ἐλάλει ἄλλοτε ὁ Πρωθυπουργὸς ὅτι ἀπαιτοῦνται θυσίαι περὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ποῦ κατήντησε τὸ ζήτημα; περὶ διορθώσεως τῶν συνόρων. Ὅλως διόλου τὸ ζήτημα εἶναι διάφορον, καὶ ὁ δεύτερος πληρεξούσιος τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ Βερολῖνον εἶπεν, ἢ δὲν ἐντράπη νὰ εἰπῇ, ὅτι μετεστράφη τὸ ζήτημα, ἤτοι ἀντὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, λόγος ἐγένετο περὶ τῶν συνόρων· ὅταν δὲ ἐλάλουν οἱ Φράγκοι περὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, οἱ Ἕλληνες ἐσιώπων. Καὶ τί εἶναι ὁ Ἑλληνισμός; Ὁ Ἑλληνισμὸς εἶναι ἐσκορπισμένος εἰς τὰ τέσσαρα πέρατα τῆς γῆς· ὅταν δὲ λέγωμεν Ἑλληνισμόν, δὲν ἐννοοῦμεν μόνον τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας. Ποῦ λοιπὸν εἶναι ὁ Ἑλληνισμός; Ὁ Ἑλληνισμὸς ἔχει διάφορα κέντρα· ἓν ἐξ αὐτῶν εἶναι ὁ ἅγιος Τάφος, καὶ περὶ αὐτοῦ ἔλαβον φροντίδα οἱ Γάλλοι· οἱ δὲ Ἕλληνες δὲν ἤνοιξαν τὸ στόμα των. Κέντρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶναι τὸ ἅγιον Ὄρος, καὶ οἱ Ῥῶσσοι ἐζήτησαν νὰ τὸ λάβουν εἰς τὰς χεῖράς των καὶ τὸ ἔλαβον, οἱ δὲ Ἕλληνες δὲν ἤνοιξαν τὸ στόμα των· κέντρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶναι τὸ πατριαρχεῖον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ ὅταν οἱ Ἄγγλοι ἐλάλουν περὶ Θράκης, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς Ἑλλάδος, οἱ Ἕλληνες δὲν ἤνοιξαν τὸ στόμα των· κέντρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶναι ἡ Σμύρνη, ἡ πολυανθρωποτέρα ἑλληνικὴ πόλις. Προκειμένου δὲ λόγου περὶ τῶν Χριστιανικῶν αὐτῶν κέντρων, ἡ Ἑλλὰς δὲν ἤνοιξε τὸ στόμα της, ἀλλὰ καθὼς ὁ Ἠσαῦ, ἐζήτει φακὰς, φακὰς, φακὰς, ἀντὶ τῶν πρωτοτοκίων. Ἐπενέβην εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ, διότι ἥψατο αὐτοῦ ὁ πρωθυπουργός· τὸ ζήτημα δὲ, κατ’ ἐμὲ, ἐτέθη ἄλλως. Κατηγορῶ τὴν Κυβέρνησιν ὅτι δὲν ἐπραγματεύθη ὅπως ἔπρεπε τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα. Εἶναι δὲ ἄπορον τί συνέβη ἐντὸς τοῦ συνεδρίου· οἱ Ἄγγλοι τὴν πρώτην ἡμέραν ἐπρότεινον ὅτι Ἕλλην ἀντιπρόσωπος πρέπει νὰ εἰσέλθῃ καὶ νὰ καθήσῃ ὡς ἴσος ἐν ἴσοις· ἀντέτεινον ὅλοι, ἐξαιρέτως οἱ Ῥῶσσοι (δὲν πρόκειται νὰ κατηγορήσωμεν οὐδένα, διότι ἕκαστος ζητεῖ τὸ συμφέρον του), οἵτινες εἶπον, Ἡμεῖς εἴμεθα οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Ἑλλήνων, τί θέλει ὁ τῆς Ἑλλάδος ἀντιπρόσωπος; Ὁ πρόεδρος τοῦ συνεδρίου καὶ οἱ ἄλλοι εἶπον, «Ἡ πρότασις ἦλθεν ἐξ ἐφόδου, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα παρεσκευασμένοι, καὶ πρέπει νὰ ἀναβληθῇ Πρέπει δὲ αἱ προτάσεις νὰ γίνωνται ἐγγράφως.» Τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν, ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας λέγει. Εἰς τὴν Ἀνατολὴν ἐγένετο πόλεμος, ἐπὶ τῇ προφάσει τῆς προστασίας τῶν Χριστιανῶν. Χριστιανικὰ φύλα εἰς τὴν Ἀνατολὴν ὑπάρχουν δύω, οἱ Σλαῦοι, οἵτινες ἔχουν κραταιὸν καὶ γενναῖον προστάτην, καὶ οἱ Ἕλληνες, οἵτινες δὲν ἔχουν κανένα· πρέπει λοιπὸν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος νὰ εἰσέλθουν ὡς ἀντιπρόσωποι ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Τὴν αὐτὴν ἡμέραν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Γαλλίας λέγει, Ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος νὰ εἰσέλθῃ, λόγου προκειμένου περὶ τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ὅλως διάφορον, ποῦ ἡ προστασία τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ποῦ αἱ ὅμοροι ἐπαρχίαι; Οἱ Γάλλοι ἐπέμενον, βεβαίως ὑποστηριζόμενοι ὑπ’ ἄλλων. Τὴν τρίτην ἡμέραν ὁ Ἄγγλος ἀντιπρόσωπος ἐζήτησε νὰ διορθώσῃ τὸ πρᾶγμα, καὶ λέγει· «Συγκατατίθεμαι, ἂν ἀντὶ «ὁμόρων ἐπαρχιῶν» γράψωμεν «Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν». Τὸν ἐρωτᾷ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Αὐστρίας «Καὶ ποίαν διαφορὰν βλέπετε;» «Βλέπω μεγάλην διαφοράν. Ἑλληνικὰς ἐπαρχίας ἐννοῶ τὴν Θρᾴκην, Μακεδονίαν, Ἤπειρον, Θεσσαλίαν, Κρήτην.» Ἐπιμένοντος δὲ τοῦ Γάλλου (διατὶ δὲ ἐπέμενεν ὁ Γάλλος, μόνον ὁ Θεὸς τὸ γνωρίζει), ἐπιμένοντος τοῦ Γάλλου, καὶ ψηφοφορίας γενομένης, ἔτυχον τρεῖς καὶ τρεῖς, καὶ τὸ ζήτημά μας ἐλύθη ὡς ἐλύθη. Ἀφοῦ ὅμως δὲν σοῦ ἔδωσαν ὡς νύμφην τὴν κόρην τῆς κυρᾶς, τί ἔστερξες τὴν ὑπηρέτριαν; Καὶ μήπως ἀπεφάσισαν νὰ μᾶς τὰ δώσουν; Ὄχι, ὁ Γάλλος ἀντιπρόσωπος μετὰ μεγάλου σεβασμοῦ πρὸς τοὺς Τούρκους εἶπε· «Χαράσσω μίαν γραμμὴν ὅλως σκοτεινὴν καὶ ἀφῃρημένην, τηρουμένης τῆς ἐπικυριαρχίας τοῦ Σουλτάνου». Αὐτὸ εἶναι γραμμένον εἰς τὰ πρωτόκολλα, καὶ δι’ αὐτὸ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Τουρκίας εἶπον «αὐτοῦ νὰ μείνωμεν, ἄλλη πρότασις νὰ μὴν ἔλθῃ». Συζητήσεως δὲ γενομένης, ἐπειδὴ ἐταράττοντο οἱ Τοῦρκοι, εἶπεν ὁ Πρόεδρος «μὴ σκανδαλίζεσθε, αὐτὸ δὲν εἶναι ἀπόφασις». Μὲ συγχωρεῖ δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος τὸ ὠνόμασεν ἀπόφασιν, δὲν εἶναι ἀπόφασις· ἀλλὰ τί εἶναι; ἁπλῆ εὐχὴ, καὶ ἂν εἴμεθα ἱκανοὶ, θὰ τὰ λάβωμεν διὰ τῆς μαχαίρας μας, καθὼς ἔλεγεν ὁ Λύσανδρος. Μήπως δὲ τώρα ἤλλαξεν ὁ κόσμος; τὸ ζήτημα εἶναι ἀπαράλλακτον. Σᾶς εἶπε δὲ ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, ὅτι μέχρι τέλους τοῦ ἔτους τελειώνει καὶ τὸ ἑλληνικὸν ζήτημα. Ἀλλὰ καὶ σήμερον ἂν συγκατατεθοῦν οἱ Τοῦρκοι, βεβαίως μέχρι τέλους τοῦ ἔτους δὲν τελειώνει. Εἶπε δὲ ὁ Πρωθυπουργὸς ὅτι ἀπαιτοῦνται καὶ ἄλλα ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ, κύριε Πρωθυπουργέ, ἔκαμες ποτέ σου λογαριασμὸν μὲ ἑκατομμύρια; ἀπὸ ποῦ νὰ τὰ πάρῃς; ὁ Διονύσιος ὁ Τύραννος ἐπέβαλλε φόρους, ἐγόγγυζον δὲ οἱ Συρακούσιοι, καὶ ἰδοὺ νέοι φόροι, οἱ δὲ Συρακούσιοι ἐγόγγυζον, καὶ ἰδοὺ νέοι φόροι, ἤρχισαν δὲ τότε νὰ γελοῦν οἱ Συρακούσιοι· ἐγέλων δὲ, διότι εἶδον ὅτι τοὺς ἐζήτει πρᾶγμα ἀδύνατον. Τὸ ζήτημα τὸ προκείμενον ἆρά γε δὲν ἐτέθη ἄλλοτε εἰς τὴν Ἑλλάδα; ἐτέθη ἐπὶ Κυβερνήτου, ὅστις εἶπε πρὸς τοὺς ἐν Ἑλλάδι Γάλλους, πηγαίνετε νὰ διώξητε τοὺς Τούρκους ἀπὸ τὰ σύνορα, διὰ νὰ τὰ καταλάβωμεν ἡμεῖς. Προσέφερε δὲ καὶ χρήματα εἰς τοὺς Τούρκους ὁ Κυβερνήτης, διὰ νὰ ἀγοράσῃ τὰς ἐπαρχίας αὐτάς, καὶ νὰ ἡσυχάσῃ ἡ Ἑλλάς. Ὁ Κολόμβος εὑρῆκεν ἐπὶ τέλους τὴν Ἀμερικὴν, προχωρῶν, προχωρῶν. Μὲ τὸν πρωθυπουργὸν ὅμως τὸν παρόντα δὲν λύεται κανὲν ζήτημα. Τί δὲ χθὲς σᾶς ἔλεγεν; Ἡ Τουρκία εἶναι πτῶμα. Οἱ δὲ ξένοι μᾶς λέγουν, Δὲν ἐντρέπεσθε ἀργοῦντες; Ἡμεῖς δὲ τὸν ἐπιστεύσαμεν καὶ εἴπομεν· ἅγιος ὁ Θεός! Μόλις ὅμως ἐξῆλθε τῶν συνόρων ὁ στρατὸς, καὶ ἰδοὺ ἐστράφη πρὸς τὰ ὀπίσω· διατί; διότι μᾶς τὸ εἶπεν ἡ Εὐρώπη νὰ γυρίσωμεν. Ἐπειδὴ βλέπω παρόντα τὸν κ. Πετιμεζᾶν, τὸν Κυβερνήτην, τὸν συνάδελφόν μου, ἀνεκάλεσα εἰς τὴν μνήμην μου κάτι τι ἀστεῖον. Ἐνῷ ἡτοιμαζόμεθα νὰ κυριεύσωμεν τὸν κόσμον, ἠξεύρετε ποίους ἀντιπροσώπους εἴχομεν ἔξω: τὸ ἑπόμενον ἀνέκδοτον μνημονεύει ὁ ἐν Ἑλλάδι τότε πρέσβυς τῆς Ἰταλίας. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τὴν 20 Ἰανουαρίου τηλεγραφεῖ εἰς ὅλας τὰς Δυνάμεις, ὅτι ὁ στρατὸς ἐξέρχεται. Μὲ συγχωρεῖ δὲ νὰ παρεκτραπῶ ὀλίγον ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ὅστις εἰς ἔγγραφόν του εἶπεν, ὅτι δὲν ἀντιποιούμεθα τῆς ἡγεμονίας τῶν Ἑλλήνων, ὁ δὲ διϊσχυριζόμενος αὐτὸ μᾶς συκοφαντεῖ. Ἀπ’ ἐναντίας δὲ ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς λέγει, Ἀντιποιούμεθα τῆς ἡγεμονίας αὐτῆς. Εἰς ἄλλο δὲ ἔγγραφόν του λέγει ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, Δὲν θέλομεν κατακτήσεις. Τί θέλετε λοιπόν; Τὴν ἡγεμονίαν τῶν Ἑλλήνων δὲν τὴν θέλετε, κατακτήσεις δὲν θέλετε· Θέλομεν, λέγει, νὰ εἰσέλθωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὸ συνέδριον. Τί νὰ κάμετε; Νὰ συνηγορήσωμεν. Τὸ ἔργον λοιπὸν συνηγόρου θέλετε; Τὴν 20 λοιπὸν Ἰανουαρίου τηλεγραφεῖ ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν εἰς τὸν ἀντιπρόσωπόν μας ἐν Ἰταλίᾳ καὶ τῷ λέγει, ὅτι αὐτὸ καὶ αὐτὸ θὰ γείνῃ, καὶ διὰ τοῦ σημερινοῦ ταχυδρομείου σοὶ στέλλω καὶ ἓν διάγγελμα, μίαν νόταν, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃς εἰς τὴν Ἰταλικὴν κυβέρνησιν. Ἐν τούτοις τὸ ζήτημα τὸ ἑλληνικὸν ἀνετράπη, διότι αἴφνης ὀπισθοχώρησεν ὁ στρατός. Φθάνουν δὲ εἰς τὴν Ἰταλίαν τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα μετὰ 10 ἡμέρας· ὁ δὲ ἔξοχος νοῦς, ὁ ἀντιπροσωπεύων τὴν Ἑλλάδα, πηγαίνει εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἰταλίας καὶ τῷ λέγει, Ὁρίστε αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Γράφει λοιπὸν πρὸς τὸν ἐν Ἑλλάδι πρέσβυν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἰταλίας è venuto questo signore incaricato, ἤτοι ἦλθεν ὁ ἐπιτετραμμένος τῆς Ἑλλάδος, καὶ μοὶ ἔδωκε τὰ περὶ τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν καμμίαν ἀξίαν, διότι ἤλλαξαν τὰ πράγματα. Ἰδοὺ πῶς μεταχειρίζοντο τὴν Κυβέρνησίν μας οἱ ξένοι, ἡ δὲ Γαλλία καὶ ἐπέπληξε τὴν Ἑλληνικὴν κυβέρνησιν, καθ’ ἃ ὁ Ἰταλὸς πρέσβυς βεβαιοῖ. Ἐν ὀλίγοις δὲ τὸ ζήτημα τὸ ἑλληνικὸν ἐλύθη κακῶς, τοῦτο δὲ βεβαιοῦται ὑπὸ τῶν ἐγγράφων τοῦ δημοσίου, καὶ ὑπὸ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὑπέγραψεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν. Μένει ὅμως δι’ ἡμᾶς ἓν μέγα κενὸν τὸ ὁποῖον δὲν φαίνεται εἰς τὰ ἔγγραφα αὐτὰ τὰ ἐπίσημα, τὰ ξένα. Ποῖον εἶναι αὐτὸ τὸ κενόν; Ἐρωτῶ, ποίας ὁδηγίας ἔλαβεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν μεταβαίνων εἰς Βερολῖνον; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημά μου, καὶ μένει ἄλυτον, διότι οὔτε ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς ὑπέβαλε τὰ ἔγγραφα αὐτὰ, οὔτε τὰ ἐξωτερικὰ ἔγγραφα τὰ περιλαμβάνουν. Μετὰ δὲ ταῦτα, τίς ὁ λόγος τῆς περιοδείας τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν; Καὶ ταῦτα μὲν ὡς ἐν παρόδῳ περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἐξωτερικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσεν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργός. Ἡμεῖς ὅμως, ἐγὼ δηλαδὴ καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κύριος Ῥεβελάκης, ὑπεβάλομεν μίαν πρότασιν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ εἴπομεν· Ἀπαιτοῦμεν λόγον διὰ τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, ἀπαιτοῦμεν λόγον, ἐὰν τῷ ὄντι παρεσκευάσατε τὴν Ἑλλάδα πρὸς ἄμυναν· ἀπαιτοῦμεν λόγον διὰ πολλὰ ἄλλα πράγματα, καὶ εἰς ὅλα δυνάμεθα νὰ φέρωμεν ἀποδείξεις. Μίαν δὲ ἀπὸ τὰς μαρτυρίας, τὰς ὁποίας δυνάμεθα σήμερον νὰ φέρωμεν, εἶναι δυστυχῶς ὅτι κατὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ μεγάλου ἐπιχειρήματος, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς ἀνέλαβεν, ὑπουργικαὶ κρίσεις, καὶ φοβεραὶ καὶ μεγάλαι. Ἡ μεγάλη δὲ κρίσις εἶναι ἡ πρώτη, ἡ τῆς ἰσχυρᾶς κυβερνήσεως, τῆς λεγομένης οἰκουμενικῆς, ἀλλ’ αὐτὴν τὴν παραλείπομεν, ἐρχόμεθα δὲ εἰς τὴν τελευταίαν κρίσιν, τὴν κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος ἐν Βερολίνῳ, καθ’ ἣν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ τότε, ἀπεκρούσθη ὑπὸ τῶν ἄλλων ὑπουργῶν. Διατί; Σκότος· ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος διαμαρτύρεται κατὰ τῶν ἄλλων ὑπουργῶν, καὶ ἂν θέλετε, σᾶς ἀναγινώσκω τὴν διαμαρτύρησίν του, τὴν ὁποίαν ὅμως τὴν γνωρίζετε. Εἶπε δὲ ὁ ὑπουργὸς αὐτὸς ὁ τότε· Περιμένω τοὺς ἀντιπάλους μου ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, ἐὰν δὲ προκληθῶ, θὰ δείξω ὅτι ἔσωσα τὴν τιμὴν τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς Ἑλλάδος.
§33ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί σχέσιν ἔχει;
§34ΖΩΧΙΟΣ. Τί σχέσιν ἔχει; Ἐὰν εἷς πρώην Ὑπουργὸς, ὅστις ἔφερε τὸ μεγαλείτερον βάρος τῆς πολιτείας τῆς τότε, σᾶς λέγει ὅτι ἐγὼ ἔσωσα τὴν πολιτείαν ἐναντίον τῆς θελήσεως τῶν συναδέλφων μου, αὐτὸ νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ παραλειφθῇ;
§35Δ. ΡΑΛΛΗΣ..........................
§36ΖΩΧΙΟΣ. Ἐνόσω δὲν ἀποδεικνύεται τὸ ἐναντίον, ἀποδίδω τόσην τιμὴν εἰς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι τολμοῦν νὰ θέτουν τὴν ὑπογραφήν των, ὥστε τοὺς πιστεύω.
§37Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἤκουσα, τί εἶπεν ὁ κύριος Ῥάλλης;
§38ΖΩΧΙΟΣ. Ἐγὼ πιστεύω τὰ γεγραμμένα.
§39Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ δώσω λόγον ὅλων τῶν πράξεών μου, καὶ δὲν ἔχεις κανὲν δικαίωμα, κύριε Ῥάλλη, νὰ φλυαρῇς (θόρυβος). Ἐδὼ εἶναι τὸ βῆμα. Τὸ βῆμα αὐτὸ μὲ γνωρίζει, καὶ ἡ Βουλὴ μὲ γνωρίζει (θόρυβος)· ἐλθὲ ἐδὼ, ἂν θέλῃς (θόρυβος).
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι, σᾶς παρακαλῶ· ἀφήσατε τοὺς διαλόγους· ἐξακολουθήσατε, κύριε Ζωχιέ.
§41ΖΩΧΙΟΣ. Ἔχω ἀφορμὰς νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν ἀπουσίαν μας, ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων, δὲν ἐτήρησε τοὺς νόμους τοὺς κειμένους. Καὶ ἂν θέλετε ἀποδείξεις, ἔχω προχείρους. Προσέξατε εἰς τὰς λέξεις· διότι ἐδὼ δὲν πρόκειται περὶ καταχρήσεων καὶ ἁρπαγῶν, ἀλλ’ ἀξιότιμε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ πᾶς ὑπουργὸς, δὲν δύνασθε νὰ ἐξοδεύητε τὰ χρήματα κατὰ τὸ κέφι σας. Σὲ ἐρωτῶ δὲ, ἐὰν κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων τῶν δημοσίων ἐτήρησες τοὺς κειμένους νόμους. Διὰ νὰ μὴ μένουν δὲ τὰ πράγματα σκοτεινὰ, καὶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς εἴπω δὲν ἀφορᾷ κανένα, δὲν ἐφάπτεται προσώπων, διότι δὲν πρόκειται σήμερον περὶ προσώπων· ἐφθάσαμεν εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε καὶ οἱ ὑπάρχοντες ὑπουργοὶ βαρύνονται νὰ ἦναι ὑπουργοὶ, καὶ οἱ διάδοχοί των νὰ μὴ θέλουν νὰ ἀναλάβουν τὴν κυβέρνησιν. Οἱ ὑπουργοὶ πορίζονται χρήματα πάντοθεν, αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι δικαίωμά των. Ὁ ἀξιότιμος κύριος Τρικούπης ἐνόμισεν, ὅτι ὅταν συνέταξε τὸ νόμον τὸν περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, ἡ Ἑλλὰς ἐσώθη. Ἠξεύρετε ὅμως τί ἔγεινεν; Ὑπὲρ καπνοῦ ἐτέθη τὸ πηδάλιον. Ἔλαβον ἀνάγκην χρημάτων οἱ ὑπουργοὶ, διότι ἠθέλησαν νὰ ἀγοράσουν ἓν πλοῖον· ἀλλὰ χρήματα ποῦ; ἀναγκάζουν λοιπὸν τὸ ἀπομαχικὸν ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπροστάτευον αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, καὶ δίδει ὑπέγγυα τὰ γραμμάτιά του, τὰς ὁμολογίας του, εἰς τὴν πιστωτικὴν τράπεζαν, καὶ λαμβάνουν 600 χιλ. δραχμάς. Πῶς ἔλαβες ὅμως αὐτὰ τὰ ξένα χρήματα, κύριε ὑπουργὲ, πῶς ἐβίασες ἓν ξένον κατάστημα νὰ τὰ δώσῃ, τὸ ὁποῖον τὰ ἐδανείσθη μετὰ τόκου; αὐτὸ ἐγένετο κατὰ νόμον; Βεβαίως ὁ ὑπουργὸς κατεχράσθη. Δὲν τὰ ἔβαλε βέβαια εἰς τὸ βαλάντιόν του, ἀλλὰ ποῦ ὁ νόμος; Τίς σοὶ ἔδωκε τὴν ἄδειαν νὰ πάρῃς τὰ ξένα χρήματα; Καὶ μέχρι τῆς ὥρας ταύτης τὰ χρήματα ὀφείλονται· τὰ ἐπῆρεν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ εἶναι εἰς βάρος τῆς πολιτείας. Ἀφ’ ἑτέρου ἀφῆκεν ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεώσεις, διότι εἰς τοῦτον ὀφείλει χρήματα, εἰς ἄλλους ἔδωκεν ὑποσχέσεις. Ὅλα αὐτὰ θὰ πέσουν εἰς βάρος ἢ αὐτῆς ἢ τῆς διαδόχου Κυβερνήσεως. Ἀμφιβάλλω ἂν ὑπῆρξεν ὑπουργὸς εἰς τὸν κόσμον, σκεπτόμενος τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου καὶ νὰ ζητήσῃ νέα δάνεια, καὶ πότε; ὅταν ὁ φίλος του τῷ λέγῃ ὅτι εἴμεθα χρεωκοπημένοι. Δὲν εἶναι σήμερον ἡ ἡμέρα νὰ λαλήσωμεν καθαρὰ, διὰ νὰ μάθῃ καὶ ὁ λαὸς τὴν θέσιν του καὶ ὁ Βασιλεύς. Ἂς μοὶ συγχωρηθῇ δὲ νὰ εἴπω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος προχθὲς ἀνῆλθε μὲ τὸ προεδρεῖον εἰς τὰ ἀνάκτορα, δὲν εἶπεν εἰς τὸν Βασιλέα τίποτε ἄλλο εἰμὴ μόνον, Νὰ ζήσῃς πολλὰ χρόνια (ἱλαρότης). Ἔπρεπεν ὅμως νὰ τοῦ εἴπῃ «Βασιλεῦ, κακῶς ἔχομεν· ἔπρεπε δὲ νὰ ἐνθυμηθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔγραψαν οἱ Σπαρτιᾶται πρὸς τοὺς ἐφόρους. «Ἀπορέομες τί χρὴ δρῆν.» Ἔπρεπε νὰ εἴπῃ εἰς τὸν Βασιλέα τὴν κατάστασίν μας, διὰ νὰ μάθῃ καὶ αὐτὸς τὴν ἀλήθειαν, διότι δυσκόλως ἡ ἀλήθεια εἰσέρχεται εἰς τὰς αὐλάς. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς, καταλήγων τὸν λόγον του, ἔθεσεν ὑπουργικὸν ζήτημα. «Ἢ μοῦ δίδετε ὅ,τι θέλω, ἢ παραιτοῦμαι· θέλω τριάκοντα πέντε χιλιάδας στρατὸν διὰ τὸ 1879, θέλω τοῦτο, θέλω ἐκεῖνο, διότι πρόκειται νὰ ἀναστήσω τὸ 1821.» Τί δὲ ἄλλο σᾶς εἶπε; Πρέπει νὰ τρελλαθοῦμε. Ἐγὼ τοῦ λέγω νὰ μείνῃ εἰς τὴν θέσιν του· ἀλλ’ αὐτὸς τί λέγει; Θέλω στρατὸν, θέλω δάνεια, θέλω ἑκατομμύρια. Ἐγὼ ὅμως ἀποκρίνομαι, ὅτι δὲν πιστεύω ὅτι θὰ λύσωμεν τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα κατ’ αὐτὰς, διότι φρονῶ ὅτι δὲν δίδεται ἐξωτερικῶς δάνειον ἐν ὅσῳ ὁ ὑπουργὸς λέγει ὅτι ἐνδέχεται νὰ μεταχειρισθῇ τὰ χρήματα πρὸς πολεμικὸν σκοπόν. Ὁ ἀξιότιμος ὅμως πρωθυπουργὸς μᾶς ἐνόμισεν, ἐμὲ καὶ τὸν κ. Ῥεβελάκην, ὡς μὴ ὑπάρχοντας εἰς τὸν τόπον, καὶ ὅτι εἴμεθα ταπεινοὶ, διότι ὑπεβάλαμεν μίαν πρότασιν, περὶ ἧς οὐδεὶς ἐγένετο λόγος· ἐλάλησε δὲ περὶ τῆς ἐπαναστάσεως, περὶ ἧς πολλὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἀλλ’ ὄχι βεβαίως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἥτις θὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ πρακτέου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὁρίσῃ μίαν ἡμέραν νὰ συζητήσωμεν τὴν πρότασίν μου. Καὶ ἐὰν μὲν ἴδωμεν ὅτι κακῶς ἐπολιτεύθη ἡ Κυβέρνησις καὶ ὅτι παρεβίασε τοὺς νόμους τῆς πατρίδος, νὰ δώσῃ λόγον, ἄλλως ἂς ἐξακολουθήσῃ τὴν πορείαν της.
§42ΡΑΛΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐν τῇ προτάσει τῶν ἐντίμων Βουλευτῶν Ζωχιοῦ καὶ Ῥεβελάκη, μεταξὺ τῶν διαφόρων θεμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ σύστασις ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς, περιλαμβάνονται καὶ αἱ προμήθειαι αἱ γενόμεναι ἐπὶ τοῦ ὑφισταμένου ὑπουργείου, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκατόχου ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐπειδὴ πολλὰ ἠκούσθησαν περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ προκατόχου ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, πολλὰ δὲ ἐῤῥέθησαν καὶ ἐδημοσιεύθησαν, ἅπερ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ παρέλθωσιν ἐν σιγῇ, ἀφοῦ ὡρισμέναι κατηγγέλθησαν καταχρήσεις, αἵτινες ὄχι μόνον ἐζημίωσαν τὸ δημόσιον, ἀλλὰ καὶ τὴν τάξιν τοῦ στρατοῦ συνετάραξαν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὰς προμηθείας τὰς γενομένας ὑπὸ τοῦ προκατόχου ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
§43Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι βεβαίως ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν λαλῶ δημοσίως, προκαλῶν τὸν ἔλεγχον τῆς διαχειρίσεώς μου, διότι αὐτὸ ἀποβλέπει τὴν τιμήν μου, καὶ τοῦτο ἔπραξα ἐπανειλημμένως, πλὴν ὄχι ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ διὰ τοῦ τύπου. Εἶπον δὲ ὅστις ἔχει κατ’ ἐμοῦ κατηγορίαν, εἴτε δημοσιογράφος, εἴτε πολίτης, εἴτε Βουλευτής, νὰ τὴν φέρῃ· διότι οἱ δημόσιοι ἄνθρωποι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνέρχονται εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δίδουσι λόγον. Καὶ δὲν εἶναι, κύριοι, δικαίωμα τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ εἶναι καὶ καθῆκον αὐτῆς νὰ ἐξελέγχῃ τὴν διαχείρισιν ἐκείνων, οἵτινες ἀναβιβάζονται εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπειδὴ ἀορίστως καὶ ἀνωνύμως ἐξυβρίζομαι ὑπὸ τοῦ τύπου, διότι οὐδέποτέ τις εἶπέ τι ὡρισμένον διὰ τῆς ὑπογραφῆς του, ἀλλ’ ὄπισθεν τοῦ τύπου κρυπτόμενοί τινες ἐδημοσίευσαν ἄρθρα προσβάλλοντα τὴν τιμήν μου, θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Διατείνονται, ὅτι δῆθεν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἠγόρασα ἐκ Παρισίων φυσέκια Γκρᾶ πρὸς πέντε φράγκα περισσότερον τὴν χιλιάδα, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐζημιώθη τὸ δημόσιον. Ἀλλ’ ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς ἐν Παρισίοις οὐδὲ ἓν φυσέκιον ἠγόρασα, περὶ τούτου δὲ ἁρμόδιον εἶναι νὰ μαρτυρήσῃ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, τοῦ ὁποίου τὴν γνώμην ὤφειλον νὰ ζητήσω. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι μοὶ ἐπετράπη νὰ συνάψω σύμβασιν πρὸς ἀγορὰν 40,000,000, ἀλλ’ εἶπον πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι δὲν ἠγόρασα· καὶ ὅμως ὅλος ὁ κόσμος ἔμαθεν ὅτι ἑκατομμύρια ἠγόρασα, καὶ πρὸς 5 δραχμὰς περισσότερον τὴν χιλιάδα. Διατείνονται, ὅτι ἠγόρασα ἵππους ἀχρήστους. Ἐγὼ δὲν τοὺς ἐδέχθην, ὄχι διότι ἦσαν ἄχρηστοι, ἀλλὰ διότι δὲν ἦσαν κατὰ τὸ συμβόλαιον· πολὺ καλὰ δ’ ἔπραξε, κατ’ ἐμὲ, ν’ ἀγοράσῃ αὐτοὺς ὁ διάδοχός μου. Μοῦ κατηγοροῦν, ὅτι ἠγόρασα παπούτσια χάρτινα. Οὔτε ἓν ζευγάρι ἠγόρασα· αὐτὰ ἠγοράσθησαν ἀπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν. Ἠγόρασεν, εἶπον, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑποδήματα. Πολὺς λόγος ἐγένετο ἐν τῷ Ὑπουργικῷ συμβουλίῳ, ἐγὼ δὲ ἤμην καὶ θὰ ἦμαι πάντοτε τῆς ἰδέας, ὅτι οἱ στρατιῶται πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑποδήματα, ὅπως ὅλοι οἱ στρατιῶται ἐν Εὐρώπῃ, ἀλλ’ ἐλλείψει χρημάτων, δὲν προέβην εἰς τὴν ἀγορὰν οὐδ’ ἑνὸς ζεύγους. Ἠκούσατε, κύριοι, καὶ ἄλλην δεινὴν κατηγορίαν· ἡ γαλέτα, ἡ ὁποία ἠγοράσθη, ἦτο σάπια καὶ ἠδύνατο νὰ φαρμακώσῃ τὸν στρατόν. Παρακαλῶ, νὰ προσαχθοῦν ὅλα τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ἐῤῥέθη, ὅτι ἡ δημοπρασία ἦτο παράνομος, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι τὴν δημοπρασίαν τὴν ἔκρινεν ἔγκυρον ἡ Νομικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου, τοῦτο δὲ ἠνάγκασε καὶ ἐμὲ νὰ ὑποκύψω, ἐνῷ εἶχον διατάξει καὶ τετάρτην δημοπρασίαν. Κύριοι, δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ στιγμὴ, καθ’ ἣν θὰ λαλήσω. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ κατηγορήσω κανένα· τοῦτο μόνον σᾶς λέγω, ὅτι ἐπὶ πέντε μῆνας διεύθυνα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ μάλιστα καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ τόπος ἐδιοικεῖτο στρατιωτικῶς, διότι ἦτο εἰς πλήρη ἐπανάστασιν. Τί νομίζετε; Ἡ ἐπανάστασις τῆς Κρήτης, τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας δὲν ἐπηρέασε τὴν ἡσυχίαν καὶ ἀσφάλειαν τοῦ τόπου αὐτοῦ; Τὸ λέγω πρὸς τιμὴν ὄχι ἐμοῦ, ἀλλ’ ὅλης τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐδοκιμάσαμεν ἀπείρους δυσκολίας· ἀλλὰ δὲν εἶναι, ἐπαναλέγω, ἡ στιγμὴ νὰ λαλήσω περὶ τούτων. Πρὸς δὲ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Ἀττικῆς, ὅστις ἀπὸ τῆς θέσεώς του μεμψιμοιρεῖ, λέγω· ὅστις ἔχει τι νὰ εἴπῃ κατ’ ἐμοῦ ἂς ἔλθῃ νὰ μὲ κατηγορήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς; Παρεπονέθην ἐγὼ καὶ ἐζήτησα νὰ μὴ συστηθῇ ἐπιτροπὴ, ἵνα ἐξετάσῃ αὐτὰ τὰ πράγματα; Ποτέ! Δὲν ἐζήτησα ἐγὼ λογαριασμὸν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Δεληγεώργη διὰ τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν; Δὲν ἐζήτησα πολλάκις λόγον παρὰ τῆς οἰκουμενικῆς κυβερνήσεως; Διὰ ποῖον λόγον νὰ ἀποφύγω τὸν ἔλεγχον; ἐὰν ἦμαι ἔνοχος, πρέπει νὰ τιμωρηθῶ.
§44ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Καὶ ἐὰν θέλῃς ν’ ἀποφύγῃς τὸν ἔλεγχον, δὲν δύνασαι.
§45Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ὑπάρχει πλέον λόγος· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προσεκλήθη νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, ἀλλὰ δὲν δέχομαι τὴν αἰτίασιν, ὅτι ἐγὼ ἔγραψα ψευδῆ ὡς ἀληθῆ, οὔτε κατηγόρησα ἄλλον· ὑπεστήριξα μόνον ἐμαυτόν. Δὲν ἠδυνάμην ν’ ἀφήσω ἐμαυτὸν ἕρμαιον τῶν προσωπικῶν ἐχθρῶν μου καὶ τῆς συκοφαντίας· ἀπέκτησα δὲ πολλοὺς ἐχθροὺς ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου, διότι κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ἐγένοντο ἄπειροι μεταβολαὶ ἐν τῷ στρατῷ. Ἠναγκάσθην, κύριοι, νὰ φανῶ σκληρὸς, ἐννοεῖτε τὴν αἰτίαν, ἀλλ’ ἐνόμιζον, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας μὲ ὑπεχρέου εἰς τοῦτο. Ἔῤῥιψα, κύριοι, πεντήκοντα ἀξιωματικοὺς, ἀνωτέρους καὶ κατωτέρους, εἰς ἀποστρατείαν, καὶ ἀξιωματικοὺς ἀνήκοντας εἰς οἰκογενείας τοῦ τόπου. Ἠξεύρετε πόσον μικρὰ εἶναι ἡ Ἑλλὰς καὶ πῶς συνταράσσεται ἡ κοινωνία, ἐὰν ἓν πρόσωπον τολμήσῃ τις νὰ μετακινήσῃ. Ὁ χρόνος θέλει ἀποδείξει ἐὰν ἔσφαλον ἢ ὄχι.
§46Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ προβιβάσῃς συγγενεῖς σου, τὸ ἔπραξες (θόρυβος).
§47Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρῶτον, κύριοι, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ τις ὅτι μόνος ἐγὼ ἔκαμα τὴν πρᾶξιν ταύτην, τὴν πρᾶξιν ταύτην ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ (θόρυβος). Μολονότι, κύριοι, εἶμαι μόνος ἐν τῇ Βουλῇ (καὶ τὸ γνωρίζετε καλὰ, διότι δὲν ἀνήκω εἰς κανὲν ἐκ τῶν ἐνεργῶν κομμάτων), μολαταῦτα καὶ μόνος μου ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ ὑπερασπισθῶ ἐμαυτὸν, διότι τὸ δικαίωμα αὐτὸ μοὶ τὸ δίδει ὁ νόμος, καὶ ἡ συνείδησίς μου. Ἦτο ἑπόμενον νὰ ἐξεγερθῶσι πολλοὶ κατ’ ἐμοῦ, πνέοντες ἐκδίκησιν· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν στενοχωροῦμαι διὰ τοῦτο. Ἐὰν μὲν ἔπραξα κακῶς, εἴμεθα εὐτυχῶς ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ δώσω λόγον. Ἐὰν ὅμως ἔπραξα καλῶς, ὀφείλω οὐδεμίαν προσοχὴν νὰ δώσω εἰς τὰς κραυγὰς τῶν ἐφημερίδων, καθόσον ἐντὸς τοῦ ἐθνικοῦ συνεδρίου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου εὑρίσκομαι, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω τὸν λόγον, καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ πράξω τοῦτο. Ταῦτα, κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω ἐν συντόμῳ, ὡς πρὸς τὴν ἀπαίτησιν τοῦ κ. Ῥάλλη.
§48ΠΕΤΖΑΛΗΣ. Περὶ τῆς παραιτήσεώς σας δὲν εἴπατε τίποτε· διατί παρητήθητε;
§49Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ὀφείλω περὶ τούτου λόγον. Ἐγὼ εἶμαι Βουλευτὴς, καὶ εἰς τοὺς Βουλευτὰς δὲν γίνονται ἐπερωτήσεις· ἐὰν θέλητε νὰ κάμητε ἐπερώτησιν, οἱ ὑπουργοὶ εἶναι ἐδῶ, καὶ δύνασθε νὰ τοὺς ἐρωτήσητε. Ἐὰν θέλῃς νὰ μάθῃς τοὺς λόγους τῆς διαφωνίας, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰμπορεῖ νὰ τοὺς εἴπῃ.
§50ΛΑΠΠΑΣ. Ἐὰν παρέβητε τὸν νόμον, τίς θὰ δώσῃ λόγον, ἡ Κυβέρνησις ἢ ὁ Ὑπουργός;
§51Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις.
§52ΛΑΠΠΑΣ. Εἰς τὸ Συμβούλιον ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὁ κύριος Δηλιγιάννης, ὁ κύριος Παππαμιχαλόπουλος δὲν ἦσαν σύμφωνοι.
§53ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§54Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς ἐγέλασαν, διότι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ὑπέγραψε. Δὲν ἀκούεις ὅτι ὁ κ. Παππαμιχαλόπουλος λέγει, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς; Ἠδύνατο νὰ γείνῃ, ἂν καὶ μόνη ἡ ὑπογραφὴ τοῦ κ. Προέδρου ἔλειπε; Δι’ αὐτὸ λοιπὸν περιμένω πᾶσαν κατηγορίαν, καὶ εἶμαι ἕτοιμος ν’ ἀπολογηθῶ.
§55ΡΑΛΛΗΣ. Μίαν ἐξήγησιν πρὸς τὸν κύριον Πετιμεζᾶν. Ἐγὼ δὲν ἐνόησα δι’ ὅσων εἶπον, ὅτι ἠθελήσατε νὰ φυγοδικήσητε, ἀποφεύγοντες τὸν ἔλεγχον.
§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μίαν καὶ μόνην λέξιν θὰ εἴπω, ὅτι ἡμεῖς εἰς τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον εὑρέθημεν ἐν μειονοψηφίᾳ.
§57ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐμέμφθη τὴν Βουλὴν, ἂν θέλητε, κατά τινα τρόπον ἴδιον, εἶπεν· Ἐγὼ εἶμαι μόνος ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου. Ἐὰν, ἀξιότιμε συνάδελφε, ἦσθε ἐντὸς τοῦ δικαίου, βέβαια μόνος σας δὲν εἶσθε· ἐὰν ὅμως εὑρίσκεσθε ἐν τῷ ἀδίκῳ, τότε δὲν θὰ σᾶς ὠφέλει καὶ τὸ κόμμα. Ἀλλὰ ὁ λόγος τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ εἶναι ἄξιος παρατηρήσεως, διότι ἡ κεφαλὴ τῆς κυβερνήσεως ἦτο ἐν μειονοψηφίᾳ.
§58ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸ περὶ ἀποστράτων εἶπον.
§59ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ περὶ ἀποστράτων τὸ ἐκίνησε τὸ ζήτημα τῶν προβιβασμῶν.
§60Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι.
§61ΖΩΧΙΟΣ. Ἐγένοντο ἀπόστρατοι, ἵνα κενωθοῦν θέσεις.
§62ΛΑΠΠΑΣ. Αὐτὸ τὸ ζήτημα, παρακαλῶ, νὰ τὸ ἀφήσητε, διότι εἴμεθα πολλοί, οἱ ὁποῖοι θὰ ζητήσωμεν τὸν λόγον.
§63ΖΩΧΙΟΣ. Μεταξὺ τῶν ἄλλων κεφαλαίων εἶναι καὶ τὸ περὶ προβιβασμῶν.
§64ΛΑΠΠΑΣ. Αὐτὸ τὸ ζήτημα θὰ ἔλθῃ εἰς μίαν ἄλλην συζήτησιν.
§65ΖΩΧΙΟΣ. Λοιπὸν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἂς παρακληθῇ νὰ φέρῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§66ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§67ΤΙΝΕΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος.
§68ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ δὲν ἔχω σκοπὸν ν’ ὁμιλήσω διεξοδικῶς, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐκ τῆς θέσεώς μου. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος πολλοὶ ἴσως θὰ λάβουν τὸν λόγον σήμερον· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξέθηκε τὴν πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεως καὶ προσδιωρίσθη ἡ σήμερον ὡς ἡμέρα τῆς πολιτικῆς συζητήσεως, καὶ ἐπειδὴ ἐν τῷ μεταξὺ συνέβη παραίτησις Ὑπουργοῦ, ἐννοεῖται, ὅτι εἰς τὰ Συνταγματικὰ Κράτη ἔχει τὸ δικαίωμα ἓν μέλος νὰ ἐρωτήσῃ, διὰ νὰ μάθῃ τοὺς λόγους τῆς παραιτήσεως. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὀρθὸν ὅ,τι εἶπεν ὁ κύριος Πετιμεζᾶς, νὰ ζητήσω δηλαδὴ παρ’ ἄλλου τὸν λόγον· τοὐναντίον ἡ τιμὴ καὶ τὰ στρατιωτικὰ καθήκοντα ἀπαιτοῦσιν, ἵνα αὐτὸς ὁ ἴδιος δώσῃ λόγον, συμφώνως πρὸς τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα.
§69Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν σᾶς εἶπον ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσητε λόγον, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ ἐπερωτήσητε τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, ἐὰν δὲ αὐτὸς δὲν ἀπαντήσῃ, δύναμαι ἐν ἀνάγκῃ νὰ δώσω ἐγὼ τὰς ἐξηγήσεις.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι διά τινα νομοσχέδια ὡρίσθη ν’ ἀποφασίσωμεν, ἀφοῦ ἀκούσωμεν καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Μετὰ τὴν σημερινὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τί θέλετε νὰ γείνωσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα;
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ συζήτησις δὲν ἐπερατώθη.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ζητεῖ τὸν λόγον.
§73ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ συζήτησις δὲν ἐτελείωσε, διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον κατ’ αὐτήν.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ζητεῖ τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ· τὸ ζήτημα τὸ προκείμενον ἦτο παρεμπίπτον.
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸν λαμβάνω ἐγώ.
§76ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ ἔγγραφα δὲν παρουσιάσθησαν εἰσέτι. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ συζήτησις;
§77ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριοι, τὰ διάφορα διπλωματικὰ ἔγγραφα ἐστάλησαν εἰς τὸ τυπογραφεῖον πρὸ πολλῶν ἡμερῶν καὶ τυποῦνται· δι’ αὐτῶν περαιοῦται ἡ ἐκτύπωσις τῶν ἐγγράφων τῶν ἀναγομένων εἰς τὸ πρῶτον μέρος, εἰς τὴν ἔξοδον τοῦ στρατοῦ καὶ εἰς τὴν ἐπάνοδον. Πλὴν τοῦ πρώτου μέρους εἶναι ἀκόμη ἔγγραφα ἀναγόμενα εἰς τὴν εἰρηνοποίησιν τῆς Θεσσαλίας, τὰ ὁποῖα ἐδημοσίευσαν πρὸ ἡμῶν ἄλλα Κράτη, ἡμεῖς δὲ θὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν δημοσίευσιν τῶν ἐγγράφων τούτων. Ἄλλα ἔγγραφα εἶναι τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸ Συνέδριον καὶ εἰς τὴν πρόσκλησιν τῆς Ἑλλάδος, ἵνα ἀντιπροσωπευθῇ ἐν αὐτῷ· τὰ ἔγγραφα ταῦτα, συνιστάμενα εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συνεδρίου περὶ προσκλήσεως τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὴν διακήρυξιν τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς καὶ εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συνεδρίου, ἦσαν ὡσαύτως γνωστά. Ὅλα ταῦτα θέλουν δημοσιευθῆ ἐντὸς τῆς αὔριον ἢ τῆς μεθαύριον.
§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μετὰ τὴν ἀγγελίαν, ἣν χθὲς ἠκούσαμεν παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, καὶ τὴν ἐπανάληψιν τῆς αὐτῆς ἀγγελίας, ἣν πρὸ ὀλίγου ἠκούσαμεν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι θὰ κατατεθῶσιν ἔγγραφα περὶ τῶν ἐξωτερικῶν πραγμάτων τοῦ τόπου, ἐνόμιζον ὅτι εἰς πᾶν ἄλλο ἤθελον ἀφορᾷ τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἢ εἰς τὰ μνημονευθέντα παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι θὰ ἀναδημοσιεύσῃ τὰ ἤδη δεδημοσιευμένα. Δὲν πρόκειται περὶ τυπικῆς δημοσιεύσεως, οὐδὲ ζητοῦμεν νὰ ἴδωμεν ἐπισημοποιούμενα ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ὅσα γινώσκομεν ἐκ τῶν ἐφημερίδων. Ταῦτα ἐδημοσιεύθησαν ἐπισήμως παρὰ ξένων κυβερνήσεων, ὥστε οὐδὲν θέλει προσθέσει εἰς τὸ κῦρος αὐτῶν ἡ παρὰ τῆς ἡμετέρας κυβερνήσεως ἀναδημοσίευσις. Ἡ Βουλὴ θέλει νὰ μάθῃ ἄλλα γεγονότα ἀναγόμενα εἰς τὰς ἐξωτερικὰς ἡμῶν σχέσεις καὶ εἰς τὸ ἐν Βερολίνῳ Συνέδριον καὶ θέλει νὰ μάθῃ αὐτὰ τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ περὶ τῶν πραγμάτων τούτων εἶναι πρέπον νὰ σχηματισθῇ ὀρθὴ κρίσις, καὶ δὲν εἶναι πρέπον νὰ προκαταλαμβάνηται ἡ γνώμη τοῦ κοινοῦ. Ἐγὼ δὲν ἤθελον νὰ λάβω τὸν λόγον—καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶχον ζητήσει αὐτὸν—ἕως οὗ ὁ κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ὑποβάλῃ τὰ ἔγγραφα, ἅτινα μᾶς εἶχον ἀναγγελθῆ. Ἤδη μανθάνω ὅτι οὐδὲν θέλει ὑποβληθῆ, ἑπομένως ἐπὶ μόνων τῶν ἤδη γνωστῶν εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀποφανθῶ, καὶ ν’ ἀποφανθῶ λίαν δυσμενῶς· τοῦτο δὲ λέγω μετὰ λύπης, διότι δυσμενῶς ἀποφαινόμενος ἐπὶ τοιούτων πραγμάτων περὶ τῆς κυβερνήσεως ἀποφαίνομαι δυσμενῶς περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ κράτους, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ κολάσωμεν τὰ πράγματα, ἂν κακῶς ἀντεπροσωπεύθημεν ἐν Βερολίνῳ, ἡ Ἑλλὰς ἔπαθεν ἐκ τούτου πάθημα μέγα. Δὲν δύναμαι δὲ νὰ πιστεύσω ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἀντιπροσωπεύθη κακῶς, ὅταν ἐκ τῶν ἤδη δεδομένων μανθάνω, ὅτι κραταιὰ δύναμις προσεκάλεσε τὴν Ἑλλάδα νὰ παραστῇ εἰς τὸ Συνέδριον ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἡ δὲ Ἑλλὰς παρέστη ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ βασιλείου, ἐκλιπαροῦσα ἐπέκτασιν συνόρων. Εἶχον τὴν εὔλογον ἀξίωσιν νὰ μάθω παρὰ τοῦ ἀντιπροσωπεύσαντος τὴν Ἑλλάδα, τί ἔπραξεν ἵνα ἐμποδίσῃ τὸν καταρτισμὸν πλειονοψηφίας ἐν τῷ Συνεδρίῳ ὑπὲρ προτάσεως καταβιβαζούσης τὸ ἑλληνικὸν κράτος ἀπὸ τῆς ὑψηλῆς θέσεως, ἣν εἶχε τὸ δικαίωμα ν’ ἀξιοῖ καὶ ἥτις ἀνεγνωρίσθη ὑπὲρ αὐτοῦ ὑπὸ τριῶν μεγάλων δυνάμεων. Δὲν δύναμαι ποτὲ νὰ πιστεύσω ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις ἐθεώρησε τὰ ἐν Βερολίνῳ γενόμενα ὡς εὐτυχῆ γεγονότα διὰ τὴν Ἑλλάδα, καθὰ δημοσίᾳ ἐξεφράσθη ὁ ἴδιος, δὲν ἤθελε προσαγάγει εἰς τὸ Κοινοβούλιον ὅλα τὰ ἔγγραφα, ἅτινα ἤθελον ἀποδείξει, ὅτι ἂν τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου ἔλαβε δυσμενῆ ἀπόφασιν περὶ τῆς Ἑλλάδος, τὴν ἔλαβεν, ἀφοῦ ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτῆς ἔπραξε πᾶν τὸ ἐφ’ ἑαυτὸν, ἵνα παρεμποδίσῃ τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἦμαι ἠναγκασμένος ἐπὶ τοιούτου θέματος νὰ ὁμιλῶ ἐξ εἰκασιῶν, οὐδὲ νὰ ἦμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐρωτῶ ἐμαυτὸν, διατί οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Γαλλίας, οἱ δειχθέντες τοσοῦτον εὐμενεῖς πρὸς τὴν Ἑλλάδα, διατί ἀντέστησαν εἰς φιλελληνικὴν πρότασιν τῆς Ἀγγλίας. Μοὶ εἶνε δυσχερὲς νὰ πιστεύσω ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Γαλλίας δὲν εἶχον συνεννοηθῆ περὶ τούτου πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑλλάδος. Ὁ φιλελληνισμὸς αὐτῶν εἶνε τοιοῦτος, ὥστε δὲν εἶνε πιθανὸν νὰ προέβησαν εἰς οἱανδήποτε ἀπόφασιν χωρὶς νὰ ζητήσωσι πληροφορίαν παρὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος πῶς ἡ Ἑλλὰς κρίνει περὶ τοῦ πράγματος. Ἂν τοὐλάχιστον ἐγινώσκομεν ὅτι αἱ δυνάμεις ἔπραξαν ἐν τούτῳ ἀφ’ ἑαυτῶν, ἠδυνάμεθα νὰ ὑπομείνωμεν παρηγορούμενοι ὅτι ἡ ἀπόφασις ἡ δυσμενὴς ἤδη ἠδύνατο ἄλλοτε νὰ γείνῃ εὐμενεστέρα· ἀλλ’ ὅταν εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην δύναται νὰ ἐπιπροστεθῇ ἡ ἰδέα ὅτι ταύτην παρεδέχθησαν αἱ Δυνάμεις, ἐνῷ δὲν ἀντέλεγεν, ἂν δὲν εἰσηγεῖτο αὐτῆς ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, τότε τὸ κακὸν εἶναι τῷ ὄντι σπουδαῖον. Ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ἀποκτήσει ὑποσχέσεις, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ εἶχεν ἀποκτήσει ὑποσχέσεις καὶ ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῆς παρούσης. Ἐλησμόνησεν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μίαν ὑπόσχεσιν δοθεῖσαν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὅτι ἤθελεν ἡ Ἀγγλία ὑποστηρίξει ἐν τῷ Συνεδρίῳ, ὅπως δοθῶσιν εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν τὰ αὐτὰ δικαιώματα, αἱ αὐταὶ διοικητικαὶ προνομίαι.
§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ εἶπον.
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐμνημονεύσατε τὸ γεγονὸς, ἀλλ’ ἐλησμονήσατε αὐτὸ εἰς τὰς σκέψεις σας. Εἶχε λοιπὸν δοθῆ ὑπόσχεσις παρὰ κραταιᾶς δυνάμεως ὅτι ἤθελεν ὑποστηρίξει ἐν τῷ συνεδρίῳ, ὅπως εἰς τὸν ἑλληνισμὸν δοθῶσι τὰ αὐτὰ δικαιώματα, ἅτινα ἤθελον δοθῆ καὶ εἰς τοὺς ἄλλους ἐν τῇ Ἀνατολῇ λαούς. Ἀπέναντι τοιαύτης ὑποσχέσεως βλέπω τὸ ἀποτέλεσμα, ἀποτέλεσμα ἀντίθετον πρὸς τὴν ὑπόσχεσιν. Τὴν ἔκβασιν ὅμως ταύτην τῶν ἔργων τοῦ Συνεδρίου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὠνόμασεν εὐτυχῆ διὰ τὴν Ἑλλάδα, τὴν δὲ ἡμέραν τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως ἐξύμνησεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ὡς τὴν εὐτυχεστέραν τῆς ζωῆς αὐτοῦ. Ἐνώπιον τοιαύτης ὑποσχέσεως καὶ ἐκβάσεως παραγνωρισάσης κατὰ κράτος τὰ δικαιώματα τοῦ ἑλληνισμοῦ, τεθέντος οὐχὶ ἐν ἴσῃ, ἀλλ’ ἐν ἐλάσσονι μοίρᾳ παντὸς ἄλλου ἐν τῇ Ἀνατολῇ λαοῦ, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἀναμένω ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἤθελε μᾶς εἴπει, τί ἔπραξε παρὰ τῷ Συνεδρίῳ, ἵνα μὴ ἀποδοθῇ εἰς τὸν ἑλληνισμὸν τοιαύτη ἐξευτελιστικὴ θέσις; Ἀντὶ τούτου, λέγει ὅτι εἴμεθα εὐτυχεῖς ἀποκτήσαντες παρὰ τῆς Εὐρώπης ἀναγνώρισιν τοῦ δικαιώματος ἡμῶν ὅπως ἐπεκτείνωμεν τὰ σύνορα τοῦ Κράτους. Δὲν θέλω νὰ ἐλαττώσω κατ’ οὐδὲν τὴν ἀξίαν τῆς ἀποφάσεως ταύτης, διότι θεωρῶ αὐτὴν σπουδαίαν καὶ θεωρῶ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ· ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις αὕτη εἶναι ὅλως ἀνεπαρκὲς ἀπόκτημα ἀπέναντι τῶν δικαίων ἀξιώσεων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Οὐδόλως δ’ εἶναι δικαία ἡ ἀντιπαραβολὴ ἣν ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τῶν νῦν ἀποκτηθέντων παρὰ τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὰ ἄλλοτε ζητηθέντα καὶ μὴ ἀποκτηθέντα. Ἂν ἄλλοτε ἡ Ἑλλὰς ἀπέκτα τι, ὅ,τι ἀπέκτα θὰ ἦτο κέρδος, οὐδεμίαν δὲ ὑφίστατο ζημίαν· ἀλλὰ σήμερον ἡ Ἑλλὰς ἀποκτῶσα δὲν κερδίζει, εἰμὴ μόνον ἐὰν ἀποκτήσῃ ἴσα πρὸς ὅσα ἀπέκτησαν καὶ ἄλλοι τῆς Ἀνατολῆς λαοὶ καὶ ἐὰν δὲν ἀποκτήσωσιν ἄλλοι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς αὐτήν· κατ’ ἀμφότερα δὲ ταῦτα διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου ἐζημιώθη ὁ Ἑλληνισμός. Δὲν εἶναι ἔργον ἡμέτερον νὰ ἐξετάσωμεν ἓν πρὸς ἓν τὰ δημοσιευθέντα ἔγγραφα παρ’ ἄλλων δυνάμεων, ἵνα ἀνεύρωμεν τοὺς λόγους δι’ οὓς δὲν ηὐτυχήσαμεν νὰ ἀποκτήσωμεν ἐν τῷ Συνεδρίῳ τὴν ἀνήκουσαν ἡμῖν θέσιν, ἐνῷ ηὐτυχήσαμεν νὰ ἔχωμεν τρεῖς δυνάμεις συνηγορούσας ὑπὲρ τῆς τοιαύτης ἡμῶν θέσεως καὶ μίαν ἔτι φιλελληνικὴν δύναμιν πρόθυμον βεβαίως ἵνα δώσῃ ψῆφον ὑπὲρ τῆς προτάσεως ταύτης, ἂν τῇ ὑπεδεικνύετο ὅτι ἦτο αὕτη συμφέρουσα τῇ Ἑλλάδι. Ἀλλὰ καὶ ὡς εἶχον τὰ πράγματα ἐν τῷ Συνεδρίῳ, μήπως ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἐπωφελήθη τῆς θέσεως αὑτοῦ οἵαν ἡ ἐν τῷ Συνεδρίῳ πλειονοψηφία διέγραψεν αὐτήν; Τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου δὲν διέγραψε τὸν τρόπον, καθ’ ἣν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἤθελεν ὁμιλήσει περιορίζον αὐτὸν ἵνα μνημονεύσῃ μόνον τῶν δικαιωμάτων τοῦ βασιλείου τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν ἀξιώσεων αὐτοῦ ὡς βασιλείου. Τὰ ἔγγραφα μαρτυροῦσι τὸ ἐναντίον. Ὅταν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος εἰσῆλθεν εἰς τὸ Συνέδριον, εἶχεν ἐλεύθερον τὸ στάδιον ἵνα ὁμιλήσῃ ὡς ἐσύμφερεν εἰς τὸν Ἑλληνισμόν· εἰσῆλθεν ἐλεύθερος ἵνα κανονίσῃ αὐτὸς τὰ τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ. Ἡ ἐπίσημος προσλαλιὰ τοῦ προέδρου τοῦ Συνεδρίου μαρτυρεῖ ὅτι τὸ Συνέδριον ἠξίωσε παρ’ αὐτοῦ νὰ ἀκούσῃ τὰς ἀξιώσεις τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀντὶ δὲ τῶν ἀξιώσεων τοῦ Ἑλληνισμοῦ τί ἤκουσε; Τὸ γνωρίζομεν ἐκ τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον, καίπερ μὴ ἀνακοινωθὲν εἰς ἡμᾶς, ἀνεγνώσαμεν πάντες· ἤκουσε τὸ Συνέδριον ὅτι τὸ Βασίλειον ἔχει ἀνάγκην ἐπεκτάσεως συνόρων, ὅτι ἡ προσθήκη χώρας θέλει φέρει οἰκονομίαν εἰς τὸ Κράτος, θέλει ἐξαλείψει τὴν λῃστείαν, καὶ παντοῖα ἄλλα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο οἱονδήποτε ἄλλο Κράτος ἐπιθυμοῦν ἐπέκτασιν χώρας νὰ προτάξῃ. Οὐδὲν περιέχει τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο περὶ Ἑλληνισμοῦ· μαρτυρεῖ δὲ ὅτι ἐταπεινώθη τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα οὐχὶ παρὰ τοῦ Συνεδρίου ἀλλὰ παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος. Ἔπρεπεν ἄρα, κύριοι, νὰ περιμένωμεν τὴν σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἵνα εἴπωμεν ἐνώπιον τοῦ κόσμου, ὅτι δὲν εἶναι ταῦτα τὰ ἐπιχειρήματα ἅτινα ἡ Ἑλλὰς προτείνει ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅτι δὲν ἀξιοῖ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον τὴν ἀπόκτησιν τῶν Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν χάριν ἑαυτοῦ, ὅτι ζητεῖ τὴν ἕνωσιν αὐτῶν ἐν τῷ δικαιώματι καὶ τῷ συμφέροντι οὐχὶ ἑαυτῆς ἀλλ’ ἐκείνων, διότι αὐταὶ ἀνήκουσιν εἰς ἑαυτὰς καὶ ὡς τοιαῦται ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ καταστήσωσι τὴν φωνήν των σεβαστὴν, ἡ φωνὴ δὲ αὐτῶν ἀπαιτεῖ τὴν ἕνωσίν των μετὰ τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος. Ἡ ἕνωσις γίνεται μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἀλλ’ ἐν τῷ δικαιώματι τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων καὶ χάριν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ταῦτα ὀφείλομεν νὰ ἐκφράσωμεν ἐνταῦθα, ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ θέσις, ἥτις μᾶς ἀπεδόθη ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου παρὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος, δὲν εἶναι θέσις τὴν ὁποίαν τὸ ἑλληνικὸν βασίλειον ἀποδίδει εἰς ἑαυτό. Τὸ ἑλληνικὸν βασίλειον ἀνέγραψεν ἤδη ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὰς προτάσεις τῆς Ἀγγλίας, ὅπως ἡ Ἑλλὰς θεωρῆται ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἡ πρότασις αὕτη ἔτυχεν ἰσοψηφίας τῶν μεγάλων δυνάμεων, ἡ δὲ θέσις τοῦ Βασιλείου ὡς ἐκπροσωποῦντος ἐν τῇ εὐρωπαϊκῇ οἰκογενείᾳ τὸν Ἑλληνισμὸν εἶναι κεκτημένη. Ἂν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος παρὰ τῷ συνεδρίῳ δὲν ἀνῆλθεν εἰς αὐτὴν, ἡμεῖς ὅμως ἀναγράφομεν τὸ δικαίωμα καὶ θέλομεν τὸ ἐπικαλεσθῆ ἐν πρώτῃ εὐκαιρίᾳ (εὖγε, εὖγε). Ἀλλὰ τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα ὀφείλομεν νὰ θίξωμεν μόνον ἵν’ ἀκούσωσι πάντες τί τὸ ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον φρονεῖ περὶ τούτου· περαιτέρω δ’ οὐδὲν ἔχομεν νὰ πράξωμεν ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων. Ἡ κυβέρνησις τοῦ τόπου ὡς πρὸς ταῦτα πρέπει νὰ ἀφίεται ἐλευθέρα ἐν τῇ ἐργασίᾳ αὐτῆς. Εἰς αὐτὴν ἀνήκει ν’ ἀναγγέλλῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον ὅ,τι νομίζει ὅτι εἶναι λυσιτελὲς, ἐπὶ τῶν ἀγγελθέντων δὲ παρ’ αὐτῆς δικαιούμεθα ἡμεῖς νὰ κρίνωμεν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως δὲν περιωρίσθη εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἐξωτερικόν· ἀνέφερε καὶ τ’ ἄλλα ζητήματα, περὶ τῶν ἐν τῷ βασιλείῳ τῆς Ἑλλάδος καὶ περὶ τῆς ἐνεργείας τῶν ἔξω ἐπαρχιῶν. Ὡς πρὸς ταῦτα, κύριοι, νομίζω, ὅτι οὐδόλως καλούμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν σήμερον. Ὅτι αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι ἐξηγέρθησαν αὐτοπροαιρέτως οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ καὶ νομίζω, ὅτι ἦτο περιττὸν νὰ γείνῃ περὶ τούτου λόγος, ἀφοῦ ἐν Ἑλλάδι τουλάχιστον οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀμφιβάλλων περὶ τούτου. Ὅλον τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περιεστράφη εἰς τοῦτο· συμφωνεῖ δὲ πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν ἡ Βουλὴ ὅτι αἱ ἐπαρχίαι ἐξηγέρθησαν αὐτοπροαιρέτως καὶ ἐξηγέρθησαν χάριν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα δυστυχῶς δὲν ἀνεγνωρίσθησαν ὑπὸ τῆς Εὐρώπης, ὅπως ὤφειλον νὰ ἀναγνωρισθῶσιν. Ἐγένετο ὅμως παρὰ τοῦ Συνεδρίου μερική τις ἀναγνώρισις τῶν δικαιωμάτων τούτων καὶ ταύτης τῆς ἀναγνωρίσεως, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ σημερινὸν καθεστὼς τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἑλλάδος, τὴν πραγματοποίησιν ὀφείλει ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις νὰ ἐπιδιώξῃ διὰ παντὸς τρόπου. Καλούμεθα ἄρα, ἤδη ἐν τῇ συνόδῳ ταύτῃ, ἵνα ἀποφασίσωμεν διὰ τίνος τρόπου θέλομεν ἐπιδιώξει τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου. Ὡς πρὸς τὸν σκοπὸν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ διαφορὰ γνώμης καὶ λυποῦμαι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ χαρακτηρίσῃ τὸν σκοπὸν τοῦτον ὡς πολιτικὴν κυβερνητικὴν κατ’ ἀντίθεσιν δῆθεν πρὸς πολιτικὴν ἄλλην ἐναντίαν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέθεσε παραδόξως ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ τις ὑποστηρίζων ὅτι πρέπει τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου νὰ θεωρήσωμεν μὴ οὖσαν καὶ νὰ σταυρώσωμεν τὰς χεῖρας. Ἀλλ’ ἐνῷ περὶ τοῦ σκοποῦ οὐδεμία ἐναντίωσις θέλει ὑπάρξει, διαφορὰ γνώμης θέλει ἐγερθῆ πρὸς τὴν κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὸν τρόπον δι’ οὗ θέλει ἐπιδιωχθῇ ὁ σκοπός. Ἔχω διάφορον γνώμην πρὸς τὴν κυβέρνησιν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ὀφείλει νὰ ἐργασθῇ, οἷος ἐξετέθη παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐνταῦθα καὶ οἷος ἐξάγεται ἐκ τῶν ὑποβληθέντων ἡμῖν παρὰ τοῦ ὑπουργείου μέτρων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι στηρίζει τὴν πολιτικήν του ἐπὶ τῆς ἰδέας ὅτι τὸ ἑλληνικὸν ζήτημα ἔσται λελυμένον ἐντὸς τριῶν μηνῶν· ἀλλ’ ἐὰν συμβῇ νὰ μὴ ἦναι λελυμένον τότε, ἡ πολιτικὴ τῶν ἐκτάκτων ἐνεργειῶν θέλει παραταθῆ καὶ ἐπὶ τὸ προσεχὲς ἔτος καὶ θὰ ἔχωμεν καὶ κατὰ τὸ 1879 τὴν ἐφεδρείαν διαρκῶς ἐπὶ ποδὸς καὶ προϋπολογισμὸν ἔκτακτον 35,000,000. Διαφωνῶν ὡς πρὸς τὴν προϋπόθεσιν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν δὲν δύναμαι ἢ νὰ διαφωνῶ καὶ ὡς πρὸς τὰ συμπεράσματα. Μικρὰν ἔχων ἐλπίδα ὅτι τὸ ζήτημα θέλει λυθῆ ταχέως. Ἔχω βεβαιότητα ὅτι θέλει πραγματοποιηθῆ ἡ ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου· ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν κυβέρνησιν θέλουσαν νὰ διαμορφώσῃ τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν νὰ στηρίξῃ τὰς σκέψεις της ἐπὶ τῆς ἰδέας ὅτι ἔσται ἡ λύσις ταχεῖα, διότι οὕτω πράττουσα κινδυνεύει νὰ φέρῃ τὸ κράτος εἰς τὸ δίλημμα, εἴτε πιεζόμενον ἐκ τοῦ ὑπερβολικοῦ τῶν θυσιῶν νὰ ζητήσῃ διέξοδον ἐπισπεῦδον τὴν σύγκρουσιν ἐπὶ κινδύνῳ καὶ ζημίᾳ αὐτοῦ, εἴτε ν’ ἀναγκασθῇ νὰ παραιτήσῃ πᾶσαν ἰδέαν ἐνεργείας βλέπον ὅτι αἱ θυσίαι εἶναι ὑπέρτεραι τῶν δυνάμεων αὐτοῦ. Αἱ θυσίαι πρέπει νὰ ἦναι ἀνάλογοι τῶν δυνάμεων τοῦ τόπου. Εἰς θυσίας ἀνωτέρας τῶν δυνάμεων αὐτοῦ θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀνθέξωμεν ἐπ’ ὀλίγον μόνον χρόνον, καὶ ἐπ’ ὀλίγον χρόνον ζητεῖ ταύτας ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἀλλὰ τὰ πράγματα δὲν συνάδουσι πρὸς τὰς ἐλπίδας αὐτοῦ. Θέλω τὰς ἀνωτάτας θυσίας, τῶν ὁποίων εἶναι δεκτικὸν τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, ἀλλὰ μόνον τὰς θυσίας, τῶν ὁποίων εἶναι δεκτικὸν, ἵνα γινώσκω ἀσφαλῶς ὅτι δὲν θὰ ἀναγκασθῇ νὰ σταματήσῃ ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὁδοῦ. Καὶ ἰδοὺ ἀμέσως τὸ ζήτημα τῆς ἐφεδρείας. Ἐκλήθη αὕτη ἵνα παράσχῃ μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὸν τόπον. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς σᾶς λέγει φέρετε νέους ἐφέδρους, τηρήσατε ἐν πλήρει ἐφαρμογῇ τὸν νόμον περὶ ἐκτάκτου ἐφεδρείας, ἐν ᾧ δὲν σᾶς λέγει ὅτι πρόκειται περὶ ἀμέσου ἐνεργείας. Ἀλλ’ ἐὰν φέρητε τοὺς ἐφέδρους ἄνευ ἀνάγκης, ἐξαντλεῖτε τὸν τόπον, κουράζετε τὸ ἔθνος καὶ ὅταν θελήσητε τὴν ἐφεδρείαν πρὸς ἐνέργειαν, δὲν θὰ τὴν ἔχετε. Ἔμπρακτον δ’ ἔχομεν τὴν ἀπόδειξιν. Ἡ πρώτη πρόσκλησις τῆς ἐφεδρείας ἔφερε σχεδὸν ὅλον τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐφέδρων, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθωσι πάντες· διότι ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι περιστάσεις ἐπιτόπιοι ἐμποδίζουσαι νὰ ἔρχηται ὁ ὅλος ἀριθμός. Πολλοὶ διατελοῦσιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ δὲν ἔχουσι τὰ μέσα ἵνα προσέλθωσι, γινώσκει δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε συνεπουργεύαμεν, ὅτι πανταχόθεν τῆς Εὐρώπης ἐλαμβάνομεν τηλεγραφήματα παρὰ προξένων καὶ ἐφέδρων παριστώντων ὅτι ἐπεθύμουν νὰ ἔλθωσιν, ἀλλ’ ἦσαν ἄποροι καὶ ἐζήτουν νὰ τοῖς πληρωθῇ ὁ ναῦλος. Ἡ πρώτη ἄρα σειρὰ τῆς ἐφεδρείας ἐπραγματοποιήθη ὁλόκληρος, ἡ δευτέρα ὅμως οὐδὲ κατὰ τὸ ἥμισυ τῆς πρώτης· τί δὲ ὀφείλομεν νὰ ἐλπίσωμεν περὶ τῆς τρίτης, ἂν μάλιστα κληθῇ, ὡς ἐγένετο, εἰς ἀριθμὸν διπλάσιον· τὸ ἀποτέλεσμα ἐν μὲν τῷ παρόντι δὲν θὰ ἦναι σπουδαῖον, ὀλέθριον ὅμως θὰ ἦναι ἐν τῷ μέλλοντι· διότι, ἂν μετὰ ἓξ μῆνας ἢ βραδύτερον ζητήσωμεν ἐφέδρους, θὰ εὕρωμεν μόνον ἄνδρας ἐξηντλημένους καὶ ἀπροθύμους ὡς ἐστερημένους πεποιθήσεως ὅτι καλοῦνται πρὸς ἐνέργειαν. Ἀπολύσατε λοιπὸν τοὺς ἐφέδρους, ἵνα τοὺς ἔχητε προθύμους, ὅταν τοὺς χρειασθῆτε, ὀργανώσατε δὲ τὸν στρατὸν διὰ τρόπου ὅστις νὰ καταστήσῃ αὐτὸν χρήσιμον καὶ διὰ τὸ παρὸν καὶ διὰ τὰ κατόπιν ἔτη. Πρέπει νὰ δείξωμεν ὅτι ἑτοιμαζόμεθα σπουδαίως, ὅτι τίποτε δὲν μᾶς ἀναγκάζει νὰ ἐπισπεύσωμεν προώρως τὴν λύσιν, ὅτι ὀργανιζόμεθα καὶ ἀναμένομεν τὰς περιστάσεις, ἵνα ἐπωφεληθῶμεν αὐτῶν εἰς ἀπόκτησιν τῶν ἀνηκόντων ἤδη εἰς ἡμᾶς διὰ διεθνοῦς ἀποφάσεως. Καὶ οὐ μόνον τὴν πραγματικὴν δύναμιν τοιουτοτρόπως ἀποκτῶμεν πρὸς ἐπίτευξιν δι’ αὐτῆς τοῦ σκοποῦ, ἀλλὰ καὶ ἠθικὰ ἀποτελέσματα ἀποκτῶμεν οὕτω πολλῷ ὑπέρτερα ἢ διὰ τοῦ τρόπου τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐμνημόνευσεν. Πρέπει νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι σπουδάζομεν, δὲν σπουδάζομεν δὲ ὅταν καλῶμεν ἐφέδρους, ἐνῷ γνωρίζομεν ὅτι μικρὸς εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν προσελευσομένων. Οὐδόλως νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ἐν τῷ σταδίῳ τούτῳ τῆς ἐργασίας αὐτῆς νὰ ἐπιληφθῇ πολιτικῶν ζητημάτων ἀλλοτρίων πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ὑπόθεσιν· νομίζω ἀπεναντίας ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ ἐν τῇ συνόδῳ ταύτῃ εἰς μόνην τὴν πολιτικὴν ἐνέργειαν, ἥτις εἶναι συντελεστικὴ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἐθνικῆς ἰδέας, καὶ εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων μόνον ἐφ’ ὅσον δύναται ὁ ἔλεγχος οὗτος νὰ καθοδηγήσῃ αὐτὴν περὶ τὸ πρακτέον ὡς πρὸς τὰ νομοθετήματα τὰ ὁποῖα θέλει ψηφίσει καὶ ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα θέλει ἐμπιστευθῆ· ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς ταῦτα ὀφείλομεν προβαίνοντες εἰς τὸν ἔλεγχον νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποκαλύπτωμεν τὰς κυβερνητικὰς ἐνεργείας, διότι ὅρος τῆς ἐπιτυχίας αὐτῶν εἶναι ἡ ἐχεμυθία. Ἔχομεν ὅμως γεγονότα δημοσίᾳ τελεσθέντα ἢ περιελθόντα ἤδη εἰς τὴν δημοσιότητα, ἅτινα εἶναι ἐπαρκῆ εἰς μόρφωσιν τῶν πεποιθήσεων ἡμῶν. Ἐκ τοιούτων γεγονότων κρίνων περὶ ἐφεδρείας λέγω, ὅτι δὲν θὰ ἦναι τελεσφόρος ἡ συγκάλεσις αὐτῆς σήμερον, διότι προδήλως ὁ λαὸς δὲν εἶναι διατεθειμένος σήμερον πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, οὐχὶ διότι δὲν εἶναι πρόθυμος ἵνα πράξῃ πᾶν τὸ ἐφ’ ἑαυτὸν ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλὰ διότι νομίζει ὅτι ἡ κατάλληλος στιγμὴ ὅπως προσφέρῃ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ἐν τῇ ἐφεδρείᾳ εἶναι ἡ στιγμὴ τῆς ἀμέσου ἐνεργείας. Ἐὰν ἐγίνωσκεν ὁ λαὸς, ὅτι ἐκαλεῖτο πρὸς ἀνυπέρθετον ἐνέργειαν, ἤθελεν ἔλθει ἀμέσως σύμπασα ἡ ἐφεδρεία· ἀλλὰ ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὰ προηγούμενα, βεβαίως δὲν θέλει σπεύσει, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ὁ λαὸς ἐπὶ τῶν πραγμάτων τούτων ἐσκέφθη, συνεζήτησε καὶ ἔφθασεν εἰς συμπεράσματα ἴδια. Περὶ ἐφέδρων λοιπὸν φρονῶ, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι ἅπαντες πρέπει νὰ πεμφθῶσιν εἰς τὰς ἑστίας των, δυνάμενοι ν’ ἀνακληθῶσι καθ’ οἱανδήποτε στιγμὴν θεωρηθῇ ἀναγκαία ἡ παρουσία των. Ὡς πρὸς τὸν μόνιμον ὅμως στρατὸν συμφωνῶ πληρέστατα, ὅτι πρέπει νὰ ὀργανωθῇ διὰ τρόπου, ὅστις θέλει μᾶς παράσχει τὰ μέσα ἵνα ἐνεργήσωμεν εὐθὺς ὡς ἐπιστῇ ἡ ὥρα, καὶ πρὸς τοῦτο βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι θὰ ἐπαρκέσωσι τὰ συνήθη ἔξοδα τοῦ πρὸ τῆς τελευταίας ἐν Ἀνατολῇ κρίσεως προϋπολογισμοῦ τῆς Ἑλλάδος. Πρὸ τῆς τελευταίας κρίσεως ἡ Ἑλλὰς παρεγνώρισε τὸ μέγα αὑτῆς ἐθνικὸν καθῆκον καὶ περὶ τούτου εἶναι οἱ πάντες ἤδη σύμφωνοι, καὶ περὶ τούτου οὐδεὶς πλέον σήμερον ἐπιζητεῖ νὰ ῥίψῃ λίθον ἀναθέματος ἐπὶ τὸν ἄλλον. Πάντες ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ὁ κίνδυνος ἐγένετο καταφανὴς, ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχεν ἐννοήσει τὴν σημασίαν τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ συμβαινόντων, οὐδὲ τὰς συνεπείας τῶν συμβαινόντων τούτων. Σήμερον οἱ πάντες ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀνεξαρτήτως τῶν ἐσωτερικῶν αὑτῆς πραγμάτων ἔχει τὸ καθῆκον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἐν Βερολίνῳ παρεγνώρισεν· ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ἐργάζηται ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ, καὶ ἐκτελεστὴς τῶν θελήσεων αὐτοῦ, καὶ διεκδικητὴς τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ. Τοιαύτη πολιτικὴ δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ ἄνευ χρηματικῶν θυσιῶν καὶ διὰ τοῦτο ὁ τακτικὸς προϋπολογισμὸς τῆς Ἑλλάδος, ὁ ἀφορῶν εἰς τὰ δύω ὑπουργεῖα τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν ναυτικῶν, βεβαίως ἔσται προϋπολογισμὸς ἄλλος ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐγνωρίζομεν πρὸ ὀλίγων ἐτῶν. Ὁ προϋπολογισμὸς, ὁποῖον ὑπέβαλεν αὐτὸν ὁ Πρωθυπουργὸς, παρέχει ὅλα τὰ μέσα πρὸς συντήρησιν δυνάμεως ἐπαρκοῦς εἰς ὀργάνωσιν στρατοῦ. Ἀλλὰ βεβαίως ὁ στρατὸς θέλει ὀργανωθῆ οὕτως—καὶ περὶ τούτου ὁμιλῶ ἐπὶ ἁπλῇ εἰκασίᾳ, πεποιθὼς ὅμως εἰς τὰς ἐνεργείας τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν—ὥστε νὰ δύνηται διὰ τῆς ἐφεδρείας νὰ φέρηται εἰς δύναμιν πολὺ ἀνωτέραν τῆς διὰ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ κανονιζομένης. Θέλομεν τακτικὸν προϋπολογισμὸν στρατοῦ 18 περίπου χιλιάδων ἀνδρῶν· ἀλλὰ τὰ στελέχη αὐτοῦ τοιαῦτα, ὥστε νὰ δύνηται ἐν πάσῃ στιγμῇ νὰ διπλασιασθῇ ὁ στρατὸς οὗτος. Ὡς πρὸς τὰ χρηματικὰ δὲ οὐδεμίαν φέρω ἀντίῤῥησιν εἰς ὅσα ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπε περὶ τῶν διαπραγματεύσεων τῆς κυβερνήσεως πρὸς διαῤῥύθμισιν τῆς ὀφειλῆς ἡμῶν πρὸς τοὺς παλαιοὺς δανειστὰς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Περὶ τούτου δὲν ἔχω ἐναντίαν γνώμην σήμερον, ἀφοῦ δὲν εἶχον ἐναντίαν γνώμην πρὸ ἕνδεκα ἐτῶν, ὅτε ἡ θέσις ἡμῶν δὲν ἦτο τοιαύτη ὁποῖα εἶναι σήμερον. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἄριστα ἔπραξε διαπραγματευθεῖσα τὸν συμβιβασμὸν τοῦτον καὶ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἄριστα θέλει πράξει ἐπιψηφίζουσα αὐτὸν, ὅπως ἐξυπηρετήσῃ τὰ ὑλικὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ τὴν τιμὴν αὐτῆς. Ὁ στρατιωτικὸς ὀργανισμὸς τῆς χώρας θέλει παράσχει ἡμῖν τὰς ὑλικὰς δυνάμεις, ἀλλ’ ὑπερτέρα τούτων εἶναι ἡ ἠθικὴ δύναμις, ἣν θέλει ἀποκτήσει ἡ Ἑλλὰς διὰ τοῦ προτεινομένου μέτρου. Τὰ μέτρα ταῦτα θέλουσιν ἐπιβάλει εἰς τὸ δημόσιον μεγάλα βάρη. Τὰ ἀποδέχομαι ὅμως, διότι ἡ θέσις ἡμῶν τὰ ἐπιβάλλει. Ἐπέβαλλεν αὐτὰ καὶ πρότερον· ἀλλ’ ἤδη ἀναγνωρίζομεν ὅ,τι ἄλλοτε παρεγνωρίζομεν, ἤτοι τὸ καθῆκον ἡμῶν ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐπιβάλλει ὅμως ταῦτα σήμερον ἐπιτακτικώτερον καὶ ἕτερος λόγος. Πλὴν τοῦ προϋπάρχοντος καθήκοντος ἐπεβλήθη ἡμῖν καθῆκον νέον ὑπὸ τῆς Εὐρώπης διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου. Ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου εἶπεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι, ἐὰν θέλῃ νὰ ὑπάρχῃ ἐντίμως ἐν τῷ κόσμῳ, δὲν δύναται νὰ παραιτηθῇ τῶν ἐπαρχιῶν, ὧν ἡ μετὰ τοῦ βασιλείου ἕνωσις ἀνεγνωρίσθη παρὰ τῆς Εὐρώπης· εἰς τὸ ἑξῆς δὲ δὲν δύναται νὰ παρουσιασθῇ ἡ Ἑλλὰς ἐνώπιον τοῦ κόσμου μὴ ἀποκτήσασα τὰς ἐπαρχίας ταύτας ἢ μὴ ἐνεργοῦσα ὅπως ἀποκτήσῃ αὐτάς. Ἐν τῇ καταστάσει ἣν ἐδημιούργησε τῇ Ἑλλάδι ἡ εὐρωπαϊκὴ ἐν Βερολίνῳ ἀπόφασις δὲν δυνάμεθα νὰ σταματήσωμεν ἀπέναντι οὐδεμιᾶς θυσίας καὶ μόνον ὅριον εἰς τὰς θυσίας ταύτας θέτομεν τὸ μέτρον τοῦ δυνατοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναπτύσσων τὰ τῆς νέας ἀνάγκης προέβη νομίζω πέραν τοῦ δέοντος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην δυνάμεως, ὅπως ἀντιταχθῶμεν καὶ κατὰ ἐνδεχομένων ἐν ταῖς ἑνωθησομέναις ἐπαρχίαις....
§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν τοὺς κατοίκους τῶν ξένων χωρῶν, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον εἰς σύνδεσμον πολεμικὸν εἰς ξένον μέρος καὶ τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ καὶ εἰς ἡμᾶς ἀπὸ ῥαδιουργίας ἢ ἀπὸ ἄλλα πράγματα.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἐξήγησις αὕτη ἦτο ἀναγκαία καὶ δὲν εἶχον ἀμφιβολίαν ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἤθελε τὴν δώσει, διότι πάντες γιγνώσκομεν ὅτι ἐντὸς τῆς γραμμῆς, ἥτις ἐχαράχθη ὑπὸ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου δὲν κινδυνεύομεν νὰ πάθωμεν ὅ,τι συνέβη εἰς ἄλλους ἐντὸς τῶν ὑπὲρ αὐτῶν χαραχθεισῶν γραμμῶν. Ἀλλ’ ἂν χάρις εἰς τὸν καθαρῶς ἑλληνικὸν χαρακτῆρα τῶν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος ἀναγνωριζομένων χωρῶν, ἡ κατοχὴ αὐτῶν δὲν δύναται νὰ παράσχῃ ἡμῖν δυσχερείας εἰμὴ πρὸς τοὺς κατοίκους ἐπαρχιῶν ἐκτὸς τῶν χωρῶν τούτων, ἡ παρασκευὴ ὅμως ἡμῶν δέον νὰ ᾖ σπουδαιοτάτη, ἀφοῦ σκοπὸς αὐτῆς εἶνε ὁ ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος ἐπωφελουμένης τῶν περιστάσεων ἐξαναγκασμὸς ξένης κυβερνήσεως, ὅπως πραγματοποιήσῃ τὴν ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου ἀπόφασιν τῶν δυνάμεων. Εἰς τὰς περιστάσεις ὀφείλει ν’ ἀποβλέπῃ ἡ Ἑλλὰς, καὶ ἵνα δύνηται ν’ ἀναμένῃ αὐτὰς ὅπως τὰς ἐπωφεληθῇ, πρέπει νὰ μὴ ἐξαντλῆται προώρως καὶ ὑπερμέτρως ἐνεργοῦσα, ἀλλὰ νὰ ὀργανίζηται ἐν τῷ προσήκοντι μέτρῳ αὐξάνουσα ὁσημέραι τὰς δυνάμεις αὐτῆς. Τοιουτοτρόπως θὰ ἔχῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς τὸν χρόνον, ἐνῷ, ὅπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διετύπωσε τὴν πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεως, ὁ χρόνος ἀντὶ νὰ ἦναι ὑπὲρ ἡμῶν θὰ ἦναι καθ’ ἡμῶν.
§83Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶμαι λίαν εὐχαριστημένος, κύριοι, διότι ἡ δήλωσις τὴν ὁποίαν ἔκαμα περὶ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα νομίζω δημοσιεύσιμα, ἠνάγκασε τὸν βουλευτὴν Μεσολογγίου νὰ ἔλθῃ ν’ ἀποκαλύψῃ τὰ διανοήματά του, τὰ ὁποῖα μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἐκράτει κεκρυμμένα· εἶμαι λίαν εὐχαριστημένος, διότι θέλει μοὶ δώσει τὴν εὐκαιρίαν ν’ ἀπαντήσω ἐν τῷ κοινοβουλίῳ πρὸς ὅλας τὰς αἰτιάσεις, μεστὰς διαβολῶν καὶ συκοφαντιῶν, τὰς διατυπωθείσας ἐν σχήματι λιβέλλου, τὰς ὁποίας διέσπειραν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἠθέλησαν νὰ δηλητηριάσωσι τὸ δημόσιον φρόνημα κατ’ ἐκείνων, οἵτινες ἀντεπροσώπευσαν ἐν Βερολίνῳ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ξενίζομαι δὲ παντάπασιν, ἐὰν ὁ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς δὲν συμφωνῇ μετ’ ἐμοῦ· δὲν ξενίζομαι, ἐὰν νομίζῃ καθῆκόν του νὰ ἐπικρίνῃ τὴν πολιτείαν μου ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, διότι δὲν συνέπεσε νὰ ἔχω τὴν αὐτὴν πολιτικὴν δόξαν, τὴν ὁποίαν οὗτος ἔχει περὶ τῆς πολιτείας τῆς Ἑλλάδος, διότι δὲν συνέπεσε νὰ φρονῶ περὶ τῶν δημοσίων πραγμάτων καὶ περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ὅ,τι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἀπέδειξεν ὅτι ἐφρόνει. Ἐὰν διαφωνῶμεν εἰς τὰς βάσεις, ἦτο εὔλογος βεβαίως ἀφορμὴ πρὸς τὸν ἔντιμον ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴν ν’ ἀναζητήσῃ ν’ ἀνεύρῃ διὰ νὰ ὑποβάλῃ τὰς πράξεις μου εἰς τὴν κοινὴν ἐπίκρισιν. Ἀρχόμενος τοῦ λόγου του ὁ κύριος Τρικούπης ἔλαβε βάσιν μὴ ἀληθῆ· δὲν ἀμφιβάλλω δ’ ὅτι τῷ διέφυγεν ἀπὸ τῆς γλώσσης. Ἔλαβε βάσιν ψευδῆ, καὶ διὰ τοῦτο ἀμφιβάλλω μὴ εἰς τὰς φράσεις, τὰς ὁποίας μετεχειρίσθη, ἐσκόπει νὰ δώσῃ ἄλλην ἔννοιαν παρὰ οἵαν ἔδωκεν. Ὁ κύριος Τρικούπης παρέστησεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς προσεκλήθη νὰ στείλῃ ἀντιπρόσωπον, ἵνα ἀντιπροσωπεύσῃ τὸν Ἑλληνισμόν. Ἐὰν ὁ Κ. Τρικούπης ἐνόμισεν ἐκ τῶν λόγων τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι μεγάλη τις δύναμις μᾶς συνεβούλευσε νὰ στείλωμεν ἀντιπρόσωπον ἐν Βερολίνῳ, ἵνα ἀντιπροσωπεύσῃ τὸν ἑλληνισμὸν, ἂν νομίζῃ ὅτι ἡ βούλησις τῆς μεγάλης αὐτῆς δυνάμεως ἦτο τοιαύτη, πλανᾶται. Ἡ συμβουλὴ τῆς μεγάλης δυνάμεως δὲν περιεῖχε καμμίαν ἔννοιαν, καμμίαν ῥῆσιν ἄλλην εἰμὴ μόνον μίαν, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Ἑλλάδος θέλει ἀποφασισθῇ ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου μετὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν του, ἐπειδὴ τὸ συνέδριον δὲν θὰ παρατείνῃ ἐπ’ ἄπειρον τὰς ἐργασίας του, ἐπειδή, ἐὰν περιέμενεν ἡ κυβέρνησις ἐν Ἀθήναις ν’ ἀποφασίσῃ τὸ Συνέδριον περὶ τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Ἑλάδος, ἵνα τότε ἀπέλθῃ ὁ ἀντιπρόσωπός της, πιθανὸν ἦτον οὗτος νὰ μὴ λάβῃ καιρὸν νὰ φθάσῃ ἐγκαίρως· διὰ τοῦτο μᾶς εἶπεν ἡ μεγάλη δύναμις, «νομίζομεν ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφερόμεθα δι’ ὑμᾶς, καὶ ὑπεσχέθημεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν αἴτησιν ὑμῶν ταύτην, ν’ ἀποστείλητε ἀπὸ τοῦδε ἀντιπροσώπους, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ἀπεφάσισε τὸ συνέδριον νὰ τοὺς δεχθῇ, διὰ νὰ ἦναι ἕτοιμοι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀποφασίσῃ τὸ Συνέδριον, νὰ εἰσέλθωσιν ἐν αὐτῷ.» Αὐτὴ ἦτον ἡ συμβουλή, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ μεγάλη δύναμις· δὲν εἶπε, «στείλε ἀντιπροσώπους ν’ ἀντιπροσωπεύσωσι τὸν Ἑλληνισμόν.» Ἐὰν δέ τις διϊσχυρίσθη τοῦτο, ἐπλανήθη. Τὸ Συνέδριον συνῆλθεν ἐν Βερολίνῳ, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν τῆς συγκροτήσεως τοῦ Συνεδρίου ἔφθασαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος. Ὀφείλω ὅμως πρὸ τούτου νὰ προτάξω ἄλλην παρατήρησιν, ἡ ὁποία καὶ αὕτη ἔχει τὸν χαρακτῆρα τῆς προλαβούσης. Ὁ κ. Τρικούπης σᾶς ἄφησε νὰ ἐννοήσητε, ὅτι ἐκτὸς τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀνήγγειλα ὑμῖν ὡς δημοσιεύσιμα, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα· ὁ δὲ πρὸ αὐτοῦ ἀγορεύσας σᾶς εἶπεν, «ἐπιθυμοῦμεν τέλος πάντων νὰ μάθωμεν ἐὰν αὐτοὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος εἶχον ὁδηγίας τί πρέπει νὰ πράξωσι». Καὶ τάχα μήπως μεταξὺ αὐτῶν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κρύπτει ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, τὰ ὁποῖα δὲν θέλει νὰ δημοσιεύσῃ, μήπως ὑπάρχουσιν αἱ ὁδηγίαι αὐταί! Ἐκπλήσσομαι εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, ὅτε ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν σήμερον, ὅτι ἔχει τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὅτι θεωρεῖ εὐτυχὲς συμβεβηκὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συνεδρίου. Τί σᾶς ἐνδεικνύουν λοιπόν; Σᾶς ἐνδεικνύουσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠκούσατε εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, ἀνεγνώσατε εἰς ἐφημερίδας, πρὶν συνέλθῃ ἡ Βουλή, ὅτι ὑπάρχει διαφωνία μεταξὺ πρωθυπουργοῦ καὶ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν. Ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἐνήργησεν ἐναντίον τῶν ὁδηγιῶν τῆς Κυβερνήσεως· ὑπῆρξέ τι μυστήριον. Καὶ τοῦτο περικαλύπτει τί; τὸ ὅτι κατεστράφησαν τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ ἠξεύρετε πόσον ἐπιτήδειον ἦτο τοῦτο τὸ μηχάνημα. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸν χαρακτῆρα τῶν συμπολιτῶν μας, τὸ εὐφάνταστον τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ποθοῦντος νὰ διορᾷ πανταχοῦ μυστήριον, τί ἀπειλητικὸν καὶ κινδύνους, ἐννοεῖτε ποίαν ἐπιῤῥοὴν ἔχει ἐπὶ τῶν πεποιθήσεων τῶν Ἑλλήνων, καὶ τοῦ ἐκτὸς τοῦ κράτους ἑλληνισμοῦ, ἡ διάδοσις αὕτη. Τὴν διάδοσιν ταύτην ὤφειλον νὰ ἀναιρέσω μετὰ ἀγανακτήσεως, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται πᾶς τίμιος ἄνθρωπος, ὅταν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του. Δὲν ὑπῆρξε διαφωνία οὐδεμία, μεταξὺ τοῦ προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος. Σᾶς τὸ εἶπεν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι θεωρεῖ, ὅπως καὶ ἐγὼ θεωρῶ εὐτυχὲς συμβὰν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συνεδρίου, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ διαφωνία. Ἐὰν ὑπῆρχε διαφωνία, ὁ Πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἤθελεν ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ὡς συνταγματικὸς πρωθυπουργὸς εἶχεν, ἤθελεν ἀποδοκιμάσῃ τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν· ἤθελεν ἐμφανισθῆ νώπιον τοῦ Βασιλέως καὶ ἤθελεν εἴπῃ «Βασιλεῦ ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ὑπερέβη τὰ ὅρια τῆς ἐνεργείας του». Καὶ εἴδετε πρᾶξιν τινα τοιαύτην; Καὶ ποῖον συμβεβηκὸς πολιτικὸν ὑπῆρξε, τὸ ὁποῖον ἤθελε σᾶς δικαιολογήσῃ νὰ νομίσητε, ὅτι διάδοσις τοιαύτη ἦτον ἀληθής; Καὶ ἐὰν δὲν εἴχετε τοιαύτην ἀφορμήν, πῶς ἐπείσατε ὑμᾶς αὐτοὺς ὅτι πρέπει νὰ δώσητε προσοχὴν εἰς τὴν διάδοσιν ταύτην, καὶ νὰ τὴν μεταφέρητε ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου; Τὸ κοινοβούλιον δὲν εἶναι ὁ τόπος, εἰς τὸν ὁποῖον πολεμοῦσι τὰ ἀτομικὰ πάθη, εἰς τὸν ὁποῖον ἀναπτύσσεται ἡ διαβολή. Εἶναι ὁ τόπος εἰς τὸν ὁποῖον συζητοῦνται τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα μετὰ τῆς εἰλικρινείας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ πολιτευόμενος πρὸς πάντας καὶ πρὸς αὐτοὺς τοὺς ἐχθρούς του. Ἔφθασα ἐν Βερολίνῳ τὴν ἐπαύριον τῆς συγκροτήσεως τοῦ Συνεδρίου. Ἡ διπλωματικὴ ἱστορία τοῦ τόπου μου μοὶ ἐπέβαλλε τὸ καθῆκον νὰ ἴδω πρὸ παντὸς ἄλλου τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν τριῶν ἐγγυητριῶν δυνάμεων· ἐπειδὴ δ’ οἱ ἀντιπρόσωποι μιᾶς τῶν μεγάλων δυνάμεων, ὁ μὲν εἷς ἐτύγχανε πάσχων νόσον, οἱ δὲ ἄλλοι δὲν εὑρέθησαν πρόχειροι ἐν ταῖς οἰκίαις των, δὲν ἠδυνήθην κατὰ δυστυχίαν νὰ τοὺς ἴδω. Εἶδον ὅμως τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν δύο μεγάλων δυνάμεων, καὶ πρὸ παντὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἀγγλίας. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἀγγλίας ἦσαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν μὲ ὡδήγουν αἱ τελευταῖαι διπλωματικαὶ συνεννοήσεις ἡμῶν αὐτῶν μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἀγγλίας, πρὸ μικροῦ διετελοῦμεν ἐν συνεννοήσει περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Ἀνατολῆς ἐν γένει καὶ περὶ τῆς τύχης τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν. Ἦσαν τέλος οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ μεγάλου ἐκείνου ἔθνους, τὸ ὁποῖον ἀπειράκις εὐεργέτησε τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ τὸ Συνέδριον εἰργάζετο, καὶ τὰ μέλη αὐτοῦ εἶχον λάβῃ ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἀκριβῶς ἐτήρουν, τὴν ἀπόφασιν νὰ τηρήσωσιν ἄκραν ἐχεμύθειαν περὶ τῶν πραττομένων καὶ τῶν συζητουμένων. Κύριοι, εἶμαι ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς πατρίδος μου· ὁμιλῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς· μὲ ἀκούει ὅλος ὁ κόσμος· θέλουσι μὲ ἀκούσει καὶ ἐκεῖνοι περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλῶ. Καὶ ἐννοεῖτε ὅτι δὲν θέλω δυνηθῆ νὰ εἴπω οὔτε μίαν λέξιν ἐπὶ πλέον, οὔτε μίαν λέξιν ἐπὶ ἔλαττον. Ἀνησύχουν μεγάλως· ἤμην εἰς διηνεκῆ ἀδημονίαν· ἐπεθύμουν νὰ μάθω τὶ γίνεται ἐν τῷ Συνεδρίῳ· ἀλλὰ πέπλος πυκνὸς ἐκάλυπτε τὰς σκέψεις καὶ τὰς συζητήσεις αὐτοῦ. Μόλις ἠδυνάμην νὰ ὑποκλέψω βάσιν τινα, λέξεις τινὰς διὰ τῶν ὁποίων νὰ δυνηθῶ νὰ ἐννοήσω ποῖον ἦτο τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην· ἀλλὰ τὶ ἐλέχθη, τὶ ἐπροτάθη ἦτο ἀδύνατον νὰ μάθω. Ὅταν δὲ ἀντιπρόσωπος μεγάλης δυνάμεως, ἡ ὁποία δὲν ἀνῆκεν εἰς τὴν τάξιν τῶν τριῶν ἐγγυητριῶν μεγάλων δυνάμεων, μοὶ ἀνεκοίνωσεν ὅτι ὁ κ. Δεπρὲ ὑπέβαλε τροπολογίαν τὴν προπαρελθοῦσαν ἡμέραν ἐπὶ τῆς ἀγγλικῆς προτάσεως, ἐγὼ δὲν εἶχον μάθῃ οὔτε ποία ἦτο ἡ γενομένη πρότασις, οὔτε ποία ἡ τροπολογία ἐκείνη, οὔτε τὶ ἐπρόκειτο πρὸς ἀπόφασιν. Ἐὰν, κύριοι, νομίζητε, ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἦτο ἀρκετὰ ἀνίκανος διὰ νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ μανθάνῃ τὶ γίνεται εἰς τὰ συμβούλια τῶν μελῶν τοῦ συνεδρίου, ἢ ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτοῦ, θέλω ἀγογγύστως ἀποδεχθῇ τὴν ψῆφόν σας ταύτην. Ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐγνώριζεν ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Γαλλίας ἔμελλον νὰ προτείνωσι τοιαύτην πρότασιν, τὸ ἔμαθε δὲ, ἀφοῦ εἶχε γείνῃ ἡ πρότασις, καὶ τὸ ἔμαθε τὴν ἐπιοῦσαν, ὅτε προὐτέθη ἡ συζήτησις καὶ εἶχε συντελεσθῆ καὶ ἡ ἀπόφασις, ἡ δὲ ἀπόφασις αὕτη μοὶ ἐκοινοποιήθη, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ὑπὸ τοῦ πρίγκιπος Βίσμαρκ. Μετὰ τὴν κοινοποίησιν ταύτην δὲν μοὶ ἔμενε τίποτε ἄλλο ἢ νὰ ἐκλέξω, ἐὰν συναινῶ νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ Συνέδριον ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους, ἢ νὰ μὴν ὑπάγω. Καὶ ποῖος μὲ ἠρώτησεν ὑπὸ ποίους ὅρους ἀξιῶ νὰ κληθῶ; Καὶ μὴ ἐγὼ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἠδυνάμην νὰ ἐπιβάλω τὴν γνώμην μου καὶ νὰ ὑπαγορεύσω τί ἠξίουν νὰ ἀποφασίσωσιν ἐν τῷ Συνεδρίῳ, καὶ νὰ ἀπαιτήσω νὰ ἐρωτήσωσι προηγουμένως τὴν γνώμην μου; Κύριοι, ἓν πρᾶγμα διὰ τὸ ὁποῖον ὀφείλω ἕως τώρα χάριτας εἰς τὸν Θεὸν, εἶναι ὅτι δὲν ἀπώλεσα τὸ λογικόν, ὅτι δὲν εἶμαι παράφρων. Μόνον παράφρων ἠδύνατο νὰ διανοηθῇ ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποχρεώσῃ τὸ Συνέδριον νὰ προβῇ εἰς οἵαν αὐτὸς θέλει ἀπόφασιν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος εἶχον τοσαύτην δύναμιν ὥστε νὰ καθοδηγήσωσι τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς μεγάλης Γαλλίας ὅπου αὐτοὶ ἤθελον. Καὶ ὅμως, κύριοι, ἠκούσατε λίαν πικρά. Δὲν ἤλπιζον ποτὲ ὅτι ὁ βουλευτὴς τοῦ Μεσολογγίου ἠδύνατο νὰ τὰ προφέρῃ. Δὲν μοὶ ἦτο παράδοξον νὰ ἀναγνώσω φυλλάδια κυλιόμενα καθ’ ὁδὸν, διὰ τῶν ὁποίων νὰ λέγωνται τοιαῦτα, ἀλλ’ εἰς τὸν ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν, εἰς τὸν ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος ἐκυβέρνησε τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὁ ὁποῖος ἀξιοῖ νὰ τὴν κυβερνήσῃ, ἐνόμιζον ὅτι δὲν προσῆκε νὰ μεταφέρῃ αὐτὰ ἐν τῷ βουλευτηρίῳ. Ἀληθῶς ἠξίουν ὅτι ἤθελεν ἔχῃ μεγαλειτέραν φειδὼ καὶ δὲν ἤθελεν ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος εἰσηγήσατο εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Γαλλίας τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν οὗτοι προέβαλον. Βεβαίως ἡ φράσις τοῦ κ. Τρικούπη περιέχει ἔννοιαν πολλὰ βαρεῖαν, τὴν ὁποίαν βεβαίως ἀπαιτεῖται μεγάλη τόλμη διὰ νὰ ἀποφασίσῃ τις νὰ ἀπαγγείλῃ καὶ νὰ προβάλῃ μάλιστα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Εἰς τὸν κοινωνικὸν βίον τὰ λεξικὰ τῶν γλωσσῶν ἔχουσι λέξεις, διὰ τῶν ὁποίων ἐκφράζουσι τὴν προσήκουσαν ἔννοιαν, τὴν ὑποδηλοῦσαν τὴν πρᾶξιν ταύτην· ἐγὼ ὅμως ἐμποδίζομαι βεβαίως ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν ἰδιότητα, τὴν ὁποίαν ἔχω τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν, ἀλλ’ ἀκόμη ἐμποδίζομαι ἀπὸ τὸ ὄνομά μου καὶ ἀπὸ τὴν κοινωνικήν μου θέσιν νὰ μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν, ἡ ὁποία περιέχει τὴν ἔννοιαν, ἥτις ἁρμόζει εἰς τὴν αἰτίασιν ταύτην. Ὄχι, δὲν εἰσηγήθην τὴν πρότασιν τῶν Γάλλων πληρεξουσίων. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσηγήσωμαι αὐτὴν, οὐχὶ ἐγὼ, ὅστις εἶχον τὴν συνείδησιν ὅτι εἶμαι ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, οὐχὶ ἐγὼ τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα τὸ οἰκογενειακὸν συνδέεται μὲ τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου τούτου· δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὴν εἰσηγήσηται ὁ ἔσχατος τῶν Ἑλλήνων. Ὁ ἀντιπρόσωπος λοιπὸν τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔμαθεν ὅτι ἔμελλε νὰ εἰσαχθῇ τοιαύτη πρότασις, καὶ τὸ ἔμαθεν, ἀφοῦ ἡ πρότασις ἐπροτάθη. Ὁ δὲ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ μεγάλου ἐκείνου ἔθνους, καὶ ὁ συνάδελφος αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἦτο πρέσβυς ἐν Βερολίνῳ, καὶ αὐτὸς ὁ συγγραφεὺς τῆς τροπολογίας, θέλουσιν ἐνθυμηθῆ ἴσως ποίας ὁμιλίας ἐποιήσατο εἰς αὐτοὺς ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, ὅταν ἀπεφασίσθη ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Δεπρέ. Ὁ ἀντιπρόσωπος λοιπὸν τῆς Ἑλλάδος ἐκλήθη ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἐκλήθη ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ τὸν Ἑλληνισμὸν Αὐτὴ εἶναι ἡ ῥῆσις τοῦ πρωτοκόλλου τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συνεδρίου. Οἱ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐκλήθη νὰ μετάσχῃ τῶν συνεδριάσεων τοῦ συνεδρίου ἐν Βερολίνῳ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἦσαν διπλοῖ. Ἡ ἐμφάνισις αὐτοῦ ἐθεωρεῖτο ἀναμφισβητήτως ἀναγκαία ὁσάκις ἐπρόκειτο περὶ τῆς τύχης τῶν μεθορίων ἐπαρχιῶν· ἡ ἐμφάνισις αὐτοῦ ἐθεωρεῖτο δυνητικὴ, ἐξήρτητο ἀπὸ τὴν γνώμην τῶν μελῶν τοῦ Συνεδρίου, ὁσάκις ἐπρόκειτο περὶ τῶν ἄλλων ὑποθέσεων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἀλλὰ μόνον τὸ Συνέδριον ἠδύνατο ν’ ἀποφασίζῃ ὅτι θὰ κληθῇ διὰ τοιαῦτα ζητήματα ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἤθελε μεταβῆ εἰς τὸ Συνέδριον, καὶ μεταδώσῃ τὰς ἰδέας του, μόνον ἐὰν ἐκαλεῖτο πρὸς τοῦτο. Ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἐκλήθη ἐν τῷ Συνεδρίῳ καὶ ἀνεγνώσθη τὸ ἄρθρον 15 τῆς συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου· ἐκλήθη ἐν τῷ Συνεδρίῳ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα, τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον, ὑπὸ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ μετέχῃ τῶν συνεδριάσεων τοῦ Συνεδρίου, ὅταν πρόκειται περὶ τῆς τύχης τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν, καὶ ὄχι ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τὴν δευτέραν, δηλαδὴ ὁσάκις πρόκηται τὸ συνέδριον νὰ κρίνῃ περὶ τῶν τυχῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἡ Αὐτοῦ Ὑψηλότης ὁ πρίγκηψ πρόεδρος τοῦ Συνεδρίου, ἀναγνοὺς τὸ ἄρθρον 15 τῆς συνθήκην τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, τὸ ὁποῖον κυρίως πραγματεύεται περὶ τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν, καὶ μόνον διὰ μιᾶς ἀπωτάτης φράσεως λίαν περιληπτικῆς ἐφήπτετο τοῦ ἄλλου Ἑλληνισμοῦ, μοὶ εἶπε, ὅτι ἐπιθυμεῖ τὸ Συνέδριον νὰ ἀκούσῃ τὰς γνώμας τοῦ βασιλείου τῆς Ἑλλάδος περὶ τῆς τύχης τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν· ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, παραστήσας τὰς ἰδέας τῆς κυβερνήσεως τοῦ βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, ὅπως αὐτὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐσκέπτετο. Ἄν, κύριοι, νομίζετε ὅτι αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ βασιλείου τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ Κυβέρνησίς του παρέστησαν εἰς τὸ Συνέδριον δὲν ἦσαν ἰδέαι ὀρθαὶ, λυσιτελεῖς, ἐννοῶ ὅτι εἶσθε κύριοι νὰ τὸ νομίζητε καὶ νὰ τὸ ἀναπτύξητε. Κύριοι, εἶναι εὔκολον ἐν Ἀθήναις, ἐν τῷ κοινοβουλίῳ, ἔνθα μᾶς ἀκούουσιν ὅλοι αὐτοὶ οἱ συμπολῖται μας, νὰ λέγωμεν λέξεις εὐχαριστούσας αὐτοὺς τοὺς συμπολίτας μας, νὰ ὁμιλῶμεν περὶ Ἑλληνισμοῦ, νὰ ὁμιλῶμεν περὶ δικαιωμάτων καὶ Ἱστορίας, νὰ ὁμιλῶμεν περὶ γεωγραφικῶν σχέσεων καὶ κοινῶν συμφορῶν, καὶ νὰ ὑποστηρίζωμεν ἀξιώσεις τὰς ὁποίας δύνανται ὅλοι οἱ συμπολῖται μας νὰ ἔχωσιν· ἀλλ’ οἱ λαλοῦντες ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου ὤφειλον πάντας τούτους τοὺς πόθους νὰ διατυπώσωσιν ὑπὸ μορφὴν δικαίου καθεστῶτος· τὸ δίκαιον τὸ καθεστὼς, τὸ μετέβαλεν ὁ πόλεμος. Ἡ Ἑλλὰς δὲν μετέσχε τοῦ πολέμου, δὲν ἐφέρετε τίτλον ἐκ τοῦ πολέμου. Ἤθελον μοὶ εἰπεῖ «ποῖον δικαίωμα ἐκ κατακτήσεως φέρεις; Σεῖς δὲν ἐπολεμήσατε· ποῖον δικαίωμα ἐκ συνθήκης φέρεις; Δὲν ἔχετε τοιοῦτον. Μᾶς προβάλλεις τὴν ἱστορίαν, τὴν γεωγραφικὴν συνοχὴν, τοὺς ἱστορικοὺς λόγους, τὰς κοινὰς συμφορὰς καὶ τὰς παραδόσεις, αὐτὰ δὲν ἀποτελοῦσι σήμερον μίαν ἀνάγκην εὐρωπαϊκήν. Ἡ εὐρωπαϊκὴ ἀνάγκη......
§84ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ἔπρεπε νὰ παραιτηθῆτε ἀπὸ τοῦ νὰ ἀντιπροσωπεύσετε τὴν Ἑλλάδα.
§85Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶσθε ἐλεύθερος νὰ ἔλθητε νὰ μὲ ἀντικαταστήσητε ἐδῶ, μὴ θορυβῆτε. Ἡ Εὐρωπαϊκὴ ἀνάγκη ἦτο ἡ συντήρησις ἐν τῇ Ἀνατολῇ τοῦ Κράτους, ὅπερ ὑπέστη τὴν ἧτταν· ἡ Εὐρώπη εἶχεν ἀποφασίσῃ νὰ τὸ συντηρήσῃ, καὶ νὰ τὸ συντηρήσῃ βιώσιμον, νὰ τὸ συντηρήσῃ δυνάμενον νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τοὺς σκοποὺς, διὰ τοὺς ὁποίους προετίθετο νὰ τὸ συντηρήσῃ. Ὄταν ὡμίλουν πρὸς ἕνα μεγάλον ἄνθρωπον τῆς ἐποχῆς ταύτης, πρὸς τὸν εὐγενῆ Λόρδον, τὸν πρόεδρον τοῦ Ἀγγλικοῦ ὑπουργείου, μοὶ εἶπεν ἀμέσως ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιφυλάξεως· «ἡμεῖς δὲν ἤλθομεν νὰ διανείμωμεν τὴν Τουρκίαν, ἐξ ἐναντίας ἐπιθυμοῦμεν νὰ τὴν συντηρήσωμεν, νὰ συγκεντρώσωμεν τὰς δυνάμεις αὐτῆς.» Ἀπήντησα, «ἡμεῖς ἔχομεν δικαίωμα, Μυλόρδε, τὸ δικαίωμά μας συνίσταται εἰς τὴν θέλησιν τῶν ὁμοφύλων ἡμῶν.» «Δὲν τὸ ἀνεγνώρισεν ἀκόμη ἡ Εὐρώπη διὰ τοῦ θετικοῦ δικαίου» μοὶ ἀπήντησε. «Μυλόρδε, καὶ ἡμεῖς δὲν ἀντιτιθέμεθα εἰς τὴν συντήρησιν τοῦ ἡττηθέντος κατὰ τὸν πόλεμον κράτους, ἐπιθυμοῦμεν ὅμως νὰ συμβιώσωμεν μετ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ εἰρηνικὴ συμβίωσις ἄνευ τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἐλευθερίας τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν.» Καὶ μόλις ἀνεγνωρίσθη μετὰ τὰς παραστάσεις ταύτας τὸ ἐν τῇ παραδοχῇ τῶν ἡμετέρων ἀξιώσεων συμφέρον τῆς Εὐρώπης. Λοιπὸν μόνον τὸ συμφέρον τῆς εὐρωπαϊκῆς εἰρήνης ἀπετέλει τὸν ἰσχυρότερον λόγον, ὁ ὁποῖος ἤθελε πείσῃ τὰ μέλη τοῦ Συνεδρίου διὰ νὰ ἀποδεχθῶσι τὰς παραστάσεις ἡμῶν. «Δὲν ἀμφισβητῶ τὰ δικαιώματά σας, τὴν ἱστορικὴν καταγωγήν των, τὴν ἐθνικότητα, τὴν θέλησιν τῶν ὁμοφύλων ὑμῶν, περὶ τούτων εἶμαι πεπεισμένος, ἀλλὰ σήμερον ἔχετε ὑπομονὴν, ἐν τῷ μέλλοντι ὅλα αὐτὰ ἐνδέχεται ν’ ἀναγνωρισθῶσι· τό γε νῦν ἔχον πρέπει τὰ μείνῃ τὸ κράτος, τὸ ὁποῖον ὑπέστη τὴν ἧτταν, καὶ πρέπει νὰ μείνῃ τοιοῦτο ἵνα δυνηθῇ, ὅπως προωρίσθῃ, νὰ ἐκπληρώσῃ τοὺς σκοποὺς διὰ τοὺς ὁποίους προωρίσθη νὰ μείνῃ.» Τινὲς τῶν βουλευτῶν ἐδυσφόρουν δι’ ὅσα εἶπον πρὸ μικροῦ, ὑπολαμβάνοντες ὅτι ἦτο γνώμη ἐδική μου· σᾶς εἶπον τί φρονεῖ ἡ Εὐρώπη, ἐγὼ εἶμαι Ἕλλην καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ σκέπτωμαι εἰμὴ ὡς σκέπτονται οἱ Ἕλληνες. Εὐλόγως, κύριοι, ὄχι μόνον ὡς Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ἀντιπροσωπεύσας τὴν κυβέρνησιν τοῦ βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ ὡς πολίτης Ἕλλην, ᾐσθάνθην εὐγνωμοσύνην πρὸς τὰς μεγάλας δυνάμεις, διότι προέβησαν εἰς τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν γνωρίζετε, ἡ ὁποία δὲν εἶναι εὐχὴ, ὡς μετ’ ἐκπλήξεως ἤκουσα νὰ χαρακτηρισθῇ ὑπό τινος, ἀλλ’ εἶναι πρόσκλησις τῆς Εὐρώπης ἀπευθυνθεῖσα πρὸς τὴν ὅμορον χώραν. Δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον, διότι μετέχω ἐξ ἴσου τῆς εὐθύνης, ὅπως μετέχουσιν αὐτῆς ὅλα τὰ μέλη τῆς προκατόχου κυβερνήσεως, δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εἴπω τίποτε περὶ τοῦ παρελθόντος· δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εἴπω τίποτε οὐδὲ περὶ τοῦ ἀπωτέρου παρελθόντος, διότι καὶ ἐγὼ ἐπολιτεύθην κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, καὶ ἐγὼ ὑπῆρξα μέλος τῆς κυβερνήσεως τοῦ 1869· ἀλλὰ διατὶ εὑρέθημεν ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου μὴ φέροντες ἐφόδιον ὁρατὸν καὶ τίτλον ἀναγνωριζόμενον ὑπὸ τῆς Εὐρώπης; βεβαίως δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ τὸ ἐξετάσωμεν. Εἴθε αὐτὴ ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν κατὰ τὰς στιγμὰς ἐκείνας εὑρέθημεν, εἴθε νὰ γείνῃ καταληπτὴ εἰς τὸ κράτος καὶ εἰς ὅλον τὸ ἔθνος, διὰ νὰ δυνηθῇ ἐν μιᾷ ἄλλῃ δοθησομένῃ περιστάσει νὰ εὑρεθῇ ἐφωδιασμένον μὲ τίτλους πείθοντας τὴν Εὐρώπην. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς παρούσης κυβερνήσεως, μοὶ ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ αὐτῆς. Ὅταν ἡ κυβέρνησις αὕτη ἐσχηματίσθη, εὗρεν ἐκ κληρονομίας τῆς προκατόχου ἕνα μόνον τίτλον, τὴν διακοίνωσιν τῆς 23 Ἰουλίου τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας, τοῦ Λόρδου Δέρβυ. Ἡ διακοίνωσις τῆς 23 Ἰουλίου διεβεβαίου τὴν Ἑλληνικὴν κυβέρνησιν, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις θέλει καταβάλει ἐνθέρμους προσπαθείας διὰ ν’ ἀποκτήσῃ ὁ Ἑλληνισμὸς ἐν τῇ Ἀνατολῇ τὰς αὐτὰς διοικητικὰς μεταῤῥυθμίσεις, καὶ ὀφέλη, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἀποκτήσῃ καὶ οἱ λοιποὶ ἐν Ἀνατολῇ λαοί. Κύριοι, ἐλπίζω ὅτι δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ σᾶς παραστήσω ἐγὼ τί εἰσὶν διοικητικαὶ μεταῤῥυθμίσεις ἐν Ἀνατολῇ· νομίζω ὅτι δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ σᾶς παραστήσω, ὅτι, ἐὰν ἤθελε θεωρηθῇ ὡς μέγα κατόρθωμα ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν πράξεσιν ἐπισήμοις, ἐν θεσμοθετήμασιν, αἱ διοικητικαὶ αὗται μεταῤῥυθμίσεις, δὲν μοὶ παρείχετο ἀφορμὴ ἵνα συγχαρῶ ἐπὶ τῇ μεταβολῇ ταύτῃ τῆς τύχης του τὸν ἑλληνισμόν. Καὶ ὅμως τίποτε ἄλλο δὲν εἴχαμεν διὰ τῆς προγενεστέρας πολιτείας μας ἀποκτήσῃ εἰμὴ μόνον τὸν τίτλον τοῦτον, τὴν ἐλπίδα ὅτι δύνανται νὰ θεσμοθετηθῶσιν ὑπὲρ τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου ἐν τῇ Ἀνατολῇ αἱ αὐταὶ διοικητικαὶ μεταῤῥυθμίσεις, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἀναγραφῇ ὑπὲρ τῶν ἄλλων λαῶν. Ἐπολιτεύθημεν καλῶς ἢ κακῶς, ἠτιμάσαμεν τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν διὰ τῆς ἐπανόδου τοῦ στρατοῦ, ἢ ἠσεβήσαμεν πρὸς τὴν μνήμην τῶν πατέρων ἡμῶν, ἐταπεινώσαμεν τὸ ἔθνος, ἢ ἐσπαταλήσαμεν νὰ χρήματα αὐτοῦ, τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἐρχόμεθα μετὰ ἐννέα μηνῶν πολιτείαν καὶ σᾶς κομίζομεν τίτλους σημαντικωτέρους ἀπὸ αὐτούς. Δὲν σᾶς λέγω ὅτι σᾶς ἐκομίσαμεν πρὸ μικροῦ κατὰ τὴν εἰρηνοποίησιν τῆς Θεσσαλίας τὴν διαβεβαίωσιν αὐτὴν τῆς μεγάλης Ἀγγλίας, ὅτι θέλει καταβάλει προσπαθείας, ἵνα ἡ Ἑλλὰς ἀκουσθῇ ἐν τῷ Συνεδρίῳ πλήρως καὶ εὐμενῶς. Δὲν σᾶς λέγω ὅτι σᾶς ἐκομίσαμεν τότε ἄλλον σημαντικὸν τίτλον, τὴν διαβεβαίωσιν τῆς εὐεργέτιδος ἐκείνης δυνάμεως, ὅτι θέλει θεωρηθῇ ἡ Θεσσαλία ὡς ἐν ἐπαναστάσει, καὶ ὅτι θέλουσιν ἐξετασθῇ τὰ αἰτήματα τῶν Θεσσαλῶν, ὡς ἂν δὲν εἶχε καταπαύσει ἡ ἐπανάστασις. Ἀλλὰ σᾶς λέγω ὅτι σᾶς κομίζομεν καὶ ἄλλον μέγαν τίτλον τὸν ὁποῖον ἡ Εὐρώπη σύμπασα ἐφιλοδώρησεν εἰς ἡμᾶς, τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν αὐτῆς. Δὲν θέλετε νὰ θεωρήσητε τοῦτο ὡς κατόρθωμα ἡμῶν, δὲν θέλετε νὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι ἡμεῖς συνετελέσαμεν εἰς τοῦτο, δὲν παραπονούμεθα, ἔχομεν τὴν συνείδησιν ἡμῶν γαληνιαίαν, διότι ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκόν μας. Ἀλλὰ ἐὰν δὲν παραπονούμεθα, διότι θέλετε νὰ θεωρήσητε τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο ἀνεξάρτητον τῆς θελήσεως ἡμῶν, ἔχομεν ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς εἴπωμεν μὴ μᾶς συκοφαντῆτε.
§86ΤΙΝΕΣ. Εὖγε.
§87ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι μὲ ἀπεῤῥόφησεν ἡ πάλη αὕτη, καὶ παρέλειψα, καθ’ ὃ εἶχον καθῆκον, ἐπανερχόμενος εἰς τὴν πατρίδα μου ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, παρέλειψα, λέγω, νὰ ὁμολογήσω δημοσίᾳ ἐν πρώτοις καὶ πρὸ παντὸς ἄλλου τὴν εὐγνωμοσύνην, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθην διὰ τὸν φιλελληνισμόν, τὸν ὁποῖον ἀπήντησα πανταχοῦ, ἐν πρώτοις παρὰ ταῖς κυβερνήσεσι καὶ δεύτερον παρὰ τοῖς λαοῖς. Εἰς τὸν φιλελληνισμὸν τοῦτον πρὸ παντὸς ὀφείλεται ἡ ἀναγνώρισις τῶν ἡμετέρων ἀξιώσεων, καὶ ἡ ἀπόφασις ἡ ὁποία μεταβάλλει τὸ πρῶτον ἤδη τὴν τύχην τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου· εἰς τὸν φιλελληνισμὸν τοῦτον προτρέπω ὅλους τοὺς συμπολίτας μου νὰ προσβλέπωσι μετὰ μεγάλου θάῤῥους καὶ πεποιθήσεως, προσδοκῶντες ὅτι βεβαίως δὲν θέλουσιν ἐγκαταλειφθῆ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς Ἑλλάδος. Ὀφείλω, πρὶν καταβῶ τοῦ βήματος, νὰ δώσω μίαν διασάφησιν τῶν ἐξηγήσεων ἢ τῶν πληροφοριῶν τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἔδωκε πρὸ μικροῦ τῇ Βουλῇ· δίδω τὴν διασάφησιν ταύτην κατ’ ἐντολήν του, διότι τῷ ὄντι παρετήρησε καὶ ὁ ἴδιος καὶ ἐγὼ ὅτι παρεξήγησαν τοὺς λόγους του, καὶ ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀποδοθῇ εἰς αὐτοὺς σημασία, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε τὴν προαίρεσιν νὰ ἀποδώσῃ εἰς αὐτούς. Ὁ Πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, προῃρεῖτο νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλήν, εἰσάγων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879, ὅτι ἐγὼ ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ὑποθέσω ὅτι πρέπει νὰ κανονίσω τὰς περιστάσεις τοῦ 187 ὡς ἔτους κατὰ τὸ ὁποῖον θέλει ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα. Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὑποθέσω τοιοῦτό τι, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ἀπόφασιν τῶν ἓξ μεγάλων δυνάμεων, ἡ ὁποία ἀπόφασις δὲν εἶναι, ὡς παρεστάθη, εὐχὴ, εἶναι ἀπόφασις τῆς Εὐρώπης ὁλοκλήρου, καὶ ὀφείλω νὰ πιστεύω ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ. Οὐδὲ ὁ Πρωθυπουργὸς εἶχε τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἤκουσα ὅτι ἀπεδόθη εἰς ἄλλην φράσιν αὐτοῦ, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ τὸ ἔθνος ὡπλισμένον διὰ νὰ ἐκβιάσῃ τινὰ νὰ μεριμνήσῃ ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ ζητήματος. Διὰ τοῦτο καὶ ἐπ’ αὐτοῦ καὶ κατ’ ἐντολήν του δίδω τὴν διασάφησιν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἠννόει νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ δικαιολογήσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων τὴν πίστωσιν τῶν 6 ἑκατομμυρίων λιρῶν. Ἔχω ἀνάγκην, κύριοι, τῆς πιστώσεως ταύτης, ἵνα κατέλθω μετὰ τῆς προσηκούσης ἰσχύος εἰς τὰς διαπραγματεύσεις ἐν Βερολίνῳ Αὐτὸ σᾶς εἶπε καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ἔχω ἀνάγκην κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις νὰ ἔχω τὴν ἰσχὺν τὴν ὁποίαν ἔχω μέχρι τοῦδε. Κατὰ τοὺς χρόνους τούτους ὄχι μόνον ἐν Ἑλλάδι καὶ ταῖς πέριξ χώραις, ἀλλ’ ἴσως καὶ ἀλλαχοῦ, ὑπάρχει πολιτική τις κατάστασις, ἡ ὁποία δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς ὑπερβολικὴν τινὰ νευρικὴν εὐπάθειαν· τὰ ἐλάχιστα συμβεβηκότα ἐμποιοῦσιν ἐντύπωσιν, καὶ ἐξηγοῦνται ὑπεμφαίνοντα ἐννοίας. Καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ γεννηθῇ οὐδεμία ἄλλη ἐντύπωσις παρ’ ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐγεννήθη μέχρι τοῦδε περὶ τῆς Ἑλλάδος· σᾶς λέγει λοιπὸν ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην τῶν 35,000 στρατοῦ τὰς ὁποίας ἔχομεν, δὲν ζητοῦμεν νὰ προσθέσωμεν οὔτε 100 ἄνδρας, ἀλλὰ πεποίθαμεν ὅτι δὲν συμφέρει εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἐλαττωθῇ αὕτη ἡ δύναμις οὐδὲ κατὰ 100. Ὅλα τὰ ἄλλα, τὰ ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Μεσολογγίου λεχθέντα, εἰσὶ ζητήματα λεπτομερείας. Χαίρω διότι ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἐσυμφώνησε κατ’ ἀρχὴν μεθ’ ἡμῶν· τὰς λεπτομερείας εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ συζητήσωμεν· ἡ βάσις τῆς πολιτικῆς γνώμης τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶναι ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀνάγκη νὰ συντηρῇ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν τοὺς ὁποίους ἔχει τώρα. Δὲν κατέρχομαι, λέγω, εἰς λεπτομερείας, διότι νομίζω, ὅτι, ὅταν πρόκηται νὰ συζητηθῶσιν αἱ κατὰ μέρος διατάξεις, αἱ ὁποῖαι θέλουσι θεσμοθετηθῇ περὶ τούτου, τότε ἕκαστος δύναται νὰ προτείνῃ τὴν γνώμην του, καὶ ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς νὰ διατυπώσῃ τὴν ἰδικήν του ὡς τροπολογίαν. Τότε καὶ ἐγὼ θέλω ἐκθέσῃ τὴν γνώμην μου· λυποῦμαι ὅμως ὅτι ἡ γνώμη μου ἐκείνη δὲν θέλει εἶσθαι σύμφωνος οὐδὲ πρὸς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ σᾶς ἐξέθηκεν ὁ κύριος Τρικούπης.
§88ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, αὔριον.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 6 μ. μ.)