1878.10.05
2.286 στίχοι · 19.344 λέξεις · 78 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 13
τῆς 5 Ὀκτωβρίου 1878.
(Πέμπτη.)
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἀναφορὰ τῆς χήρας Ἀγγελικῆς Πολυχρονοπούλου περὶ ἀπονομῆς συντάξεως· θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν. Πρὸ ἡμερῶν ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη τὸ σχέδιον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ προσωπικὸν τοῦ γραφείου, τὰ περὶ τούτου ἐκανονίσθησαν κατὰ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς· καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὰ ἔξοδα, ταῦτα εἶναι ἠλαττωμένα. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ὑπηρεσία τῆς Βουλῆς προσκόπτει, παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, πρὶν ἢ ἐξακολουθήσῃ ἡ πολιτικὴ συζήτησις, νὰ ψηφίσωσι τὸν προϋπολογισμόν.
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Κεφάλαιον Αʹ. Βουλὴ, δρ. 349,500.» Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§4ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§5ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἰς τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως τῶν Βουλευτῶν παρακαλῶ νὰ προστεθῇ καὶ τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως δύο συναδέλφων, οἵτινες μετέσχον καὶ αὐτοὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον καὶ ἐξακολουθοῦν μετέχοντες ἔκτοτε τῶν συνεδριάσεων αὐτῆς, ἀλλ’ ἕνεκα λόγων, ἀφορώντων εἰς τὴν πορείαν τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἐκλογῆς των, δὲν ἔλαβον τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ 1875. Οἱ Βουλευταὶ οὗτοι ἦσαν ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συγκροτήσεως τῆς Βουλῆς, ὡς εἶναι μέχρι τοῦδε, Βουλευταὶ Λευκάδος. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὕτη ἠκυρώθη, διότι δωροδοκία ἐγένετο κατ’ αὐτὴν, καὶ ὅτι ἀπεστάλη ἐπιτροπὴ πρὸς ἀνάκρισιν· ἀκολούθως ἐπανελήφθη ἡ ἐκλογή, καὶ δύο ἐκ τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον μέρος εἰς τὴν πρώτην ἐκλογὴν, ἐξελέχθησαν ἐκ νέου· εἶναι δὲ οἱ κύριοι Μαχαιρᾶς καὶ Βαλαωρίτης. Ἀκολούθως προσετέθη καὶ ὁ κύριος Σέρβος. Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς πρώτης συνόδου, ἥτις ἦτον ἡ τῆς 22 Δεκεμβρίου 1875, ὑπεβλήθη ἔκθεσις τοῦ τμήματος, διὰ τῆς ὁποίας ἐκηρύσσετο ἡ ἐκλογὴ ἔγκυρος· ἐζητήθη τὴν αὐτὴν ἡμέραν νὰ γείνῃ ἡ ἐπικύρωσις ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὁ Βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Πετιμεζᾶς ὀρθῶς παρετήρησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ τηρηθῇ ὁ Κανονισμός, νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις καὶ νὰ διανεμηθῇ, καὶ ἀκολούθως ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ· συνέβη δὲ ἡ ἀναβολὴ νὰ παραταθῇ μέχρι τέλους Ἰανουαρίου, ὅτε ἐκηρύχθη ἡ λῆξις τῆς Συνόδου ἐκείνης διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος. Ἐν τούτοις οἱ Βουλευταὶ αὐτοὶ ἦλθον ἐνταῦθα, ἐδαπάνησαν, ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, καὶ ὅμως δὲν ἔλαβον τὴν ἀποζημίωσίν των. Νομίζω, ὅτι δικαιοῦνται νὰ λάβωσι τὴν ἀποζημίωσίν των, διότι, ἕνεκα περιστάσεων ἐκτάκτων καὶ ὅλως ἀνεξαρτήτων τῆς προθυμίας αὐτῶν, δὲν ἔγεινεν ἡ ἐξέλεγξις τῆς ἐκλογῆς των. Ἡ ἀπόφασις δ’ αὕτη τῆς Βουλῆς δὲν θέλει ζημιώσει τὸ ταμεῖον τῆς Βουλῆς· θέλω δὲ δώσει τὴν ἐξήγησιν τοῦ λόγου τούτου, πῶς δὲν θέλει ζημιώσει τὴν Βουλὴν ἡ ἀπόφασίς της, ἅμα ἐπιψηφίσητε τὴν πρότασίν μου.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθοῦμεν, κύριοι, τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· «Κεφ. Βʹ Κεντρικὸν Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, 35,320. Κεφ. Γʹ Στενογραφικὸν Γραφεῖον, 26,980. Κεφ. Δʹ Βιβλιοθήκη Βουλῆς, δρ. 43,660». (Τὰ Κεφάλαια ταῦτα παρεδέχθη ἡ Βουλή, δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου αὐτῶν καὶ τοῦ συνόλου ψηφοφορίας δι’ ἀναστάσεως). Τώρα ἐρχόμεθα εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φιλήμονος· νὰ προστεθῇ δηλαδὴ ποσὸν 6,000 δραχμῶν, ἵνα λάβωσι τὴν ἀποζημίωσίν των οἱ Βουλευταὶ Λευκάδος διὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς παρούσης Περιόδου.
§7Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι καὶ ἄλλαι ἀπαιτήσεις τοιαῦται.
§8ΑΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι (θόρυβος).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶνε καλὸν νὰ φέρῃ μίαν ἔκθεσιν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Λογιστικοῦ περὶ αὐτῶν;
§10ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§11ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐπειδὴ ὑπεστηρίχθη τοῦτο διὰ τοὺς Βουλευτὰς Λευκάδος, δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ περὶ αὐτῶν τώρα, ἐπιφυλασσομένη διὰ τοὺς ἄλλους (θόρυβος).
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς περὶ προσθήκης 6,000 δραχμῶν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν Βουλευτῶν Λευκάδος διὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς ἐνεστώσης Περιόδου, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἀπεῤῥίφθη.
§13ΚΑΝΑΡΗΣ. Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι δυσχερὴς ἡ θέσις μου, διότι πραγματικῶς εἰς πᾶν θέμα δὲν ἀρκοῦν μόνον σκέψεις· αἱ σκέψεις ὁμοιάζουν μὲ σκελετόν· ἄνευ σκελετοῦ σῶμα δὲν ὑπάρχει, ὅσον δὲ ἀναγκαῖον πρᾶγμα εἶναι ὁ σκελετὸς διὰ τὸ σῶμα, τόσον καὶ εἰδεχθὴς εἰς τὴν ὅρασιν. Οὕτω κρίνω καὶ τὰς σκέψεις, αἱ ὁποῖαι δὲν συνοδεύονται ἀπὸ εὐφράδειαν λόγου. Παρηκολούθησα, ὅσον μοῦ ἦτο δυνατόν, τὴν συζήτησιν αὐτὴν τῶν τριῶν ἡμερῶν, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἄλλους ὀλίγον, ἄλλους πολὺ ἠμπόρεσα νὰ θαυμάσω διὰ τὰς ἰδέας των, ἀλλ’ ἅπαντες περιωρίσθησαν ἀπολύτως εἰς τὸ παρόν, διότι συζητοῦνται τὰ πράγματα τῆς ἡμέρας. Καὶ δὲν θαυμάζω διὰ τοῦτο· εἶναι τὰ ζητήματα τῆς ἡμέρας τόσον σπουδαῖα, ὥστε δυσκόλως ἀποσπᾷ τις τὸν νοῦν του διὰ νὰ εὕρῃ τὰ αἴτια, διότι αἱ ἡμέραι αὐταὶ εἶναι τόσον λυπηραί, τόσον κρίσιμοι διὰ τὴν τύχην τοῦ τόπου. Τὸ κατ’ ἐμέ, νομίζω, ὅτι ἄλλη δὲν ἠδύνατο νὰ ἦναι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων μας, ἀφοῦ εἴμεθα ὅπως εἴμεθα· φοβοῦμαι δὲ ὅτι, ἐξακολουθοῦντες τὸν μέχρι τοῦδε δρόμον, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν πάντοτε, νὰ παραπονώμεθα αἰωνίως διὰ τὴν κατάστασίν μας, καὶ διὰ τὰ πρόσωπα τὰ διευθύνοντα τὴν πολιτικήν. Νομίζω, ὅτι μόνον, ὅταν ἀνατρέξωμεν εἰς αἰτίας, δυνάμεθα νὰ κατανοήσωμεν ποῦ εὑρισκόμεθα. Εἰς δυσχερείας τοιαύτας εὑρέθησαν καὶ ἄλλα ἔθνη· ἀλλ’ οὔτε ἱστορικὸς εἶμαι, ὥστε νὰ τρέξω εἰς παρελθόντας χρόνους, οὔτε ἀναγκαῖον τὸ θεωρῶ, ὅταν ἔχωμεν πρόσφατα παραδείγματα. Ἡ θέσις τοῦ Πεδεμοντίου δὲν ἦτο εὐχάριστος, εἰς δὲ τὰ 1848 ἔφθασε μέχρι καταστροφῆς. Καὶ ὅμως τὸ Πεδεμόντιον, μὲ ὅλας τὰς δυσκολίας, ἔφερεν ἀποτέλεσμα τὴν ἕνωσιν τῆς Ἰταλίας. Ἀλλ’ ἐκεῖ δὲν συνεζήτουν τὰ πράγματα ὡς δικηγόροι, ἐνῷ ἡμεῖς ὅλοι δικηγορίζομεν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐξακριβόνομεν τὰ πράγματα. Θέλουν μοι εἴπει, ὅτι ὑπὲρ τῆς Ἰταλίας συνετέλεσεν ἡ εὔνοια τῆς Εὐρώπης, ὁ Ναπολέων, ἢ ἡ Ἀγγλία. Ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ ἦτο ἡ αἰτία, ὅτι εὑρέθησαν ἄνθρωποι εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, ὅτι ὁ τόπος εἶχε τὰς εὐχάς του καὶ εὐτύχησε νὰ εὕρῃ καὶ ἀνθρώπους. Ὅταν εἷς τόπος δὲν εὐτυχήσῃ νὰ ἔχῃ ἀντιπροσωπείαν, ἥτις νὰ διατυπώσῃ τὰ αἰσθήματα, τὰς εὐχὰς, τὰ δίκαιά του, ὁ τόπος ἐκεῖνος ναυαγεῖ· δυστυχῶς δὲ ὁ τόπος δὲν ἀντιπροσωπεύεται εἰς τὰ αἰσθήματά του. Ἐπεθύμουν νὰ ᾖμαι εἰς θέσιν νὰ ἀναπτυχθῶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀλλὰ δὲν δύναμαι, καὶ ὀλίγα θὰ εἴπω, θὰ θέσω σημεῖά τινα. Ὁ Περικλῆς, ὁ μέγας Περικλῆς, ἠξεύρετε ὅτι δὲν ἦτο ὁ νοῦς, ἦτο μόνον ἀντιπρόσωπος καλὸς τῆς ἐποχῆς· ἐὰν οἱ Ἀθηναῖοι δὲν ἦσαν φιλόκαλοι, Παρθενὼν δὲν ὑπῆρχε. Τὰ αἰώνια ταῦτα ἔργα ἀντιπροσωπεύουν τὸ πνεῦμα τῶν τότε Ἀθηνῶν, ὁ δὲ Περικλῆς ἐστάθη διερμηνεὺς μόνον τῶν αἰσθημάτων τούτων. Αὐτὸ κατώρθωσεν ἐπίσης ὁ μέγας Καβοὺρ καὶ ὁ Γαριβάλδης, αὐτὸ ὁ ἀείμνηστος βασιλεὺς Βίκτωρ Ἐμμανουήλ, ὁ Ματσίνης καὶ τόσοι ἄλλοι, διότι ἐν αὐτοῖς εὐτύχησεν ὁ τόπος νὰ εὕρῃ ἀνταξίους ἀντιπροσώπους του, οἵτινες τὸν ἐδόξασαν. Ἀντιπροσώπους τοιούτους ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει, ἀδύνατον ἦτο νὰ εὕρῃ, καὶ σᾶς φέρω ὡς παράδειγμα τὴν θέσιν τοῦ τόπου εἰς τὰ 1833. Ὁ φιλέλλην βασιλεὺς Λουδοβῖκος ἔστειλε βασιλέα τὸν υἱόν του· ἀλλ’ ἐὰν ἔμενεν εἰς τὰ ἔθιμα τῆς Εὐρώπης, ἦτο ἀδύνατον νὰ στείλῃ τὸν υἱόν του εἰς 600,000 ὑπηκόων καὶ εἰς ἔρημον τόπον, ἀλλὰ τὸν ἔστειλε ὡς Βασιλέα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ οὕτω εἶχεν ἄλλην σημασίαν ὁ Θρόνος. Εἶχε κληθῆ καὶ ὁ ἀείμνηστος Λεοπόλδος, ἀλλ’ εἶδε τὴν στενοχωρίαν τοῦ τόπου καὶ εἶπεν ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ σταθῇ· θέλετε νὰ τὸν δεχθῶ; θὰ μοῦ δώσητε ἔκτασιν, ὥστε νὰ ἠμπορῶ νὰ σταθῶ. Ἡ διπλωματία ἐθεώρησεν ἔκτοτε τὴν Ἑλλάδα ὡς ἐξάμβλωμα, καὶ τὰ ἐξαμβλώματα δὲν ἔχουν ὕπαρξιν, ἢ, ἐὰν ἔχουν, δὲν φέρουν καρπόν· ἡ Ἑλλὰς ὑπάρχει μεγάλη ἐν ὅλῳ, ἀλλὰ μέχρι σήμερον καρπὸν δὲν ἔφερε, διότι δὲν ἀντιπροσωπεύθησαν ποτὲ τὰ αἰσθήματά της. Μέγα ἔργον εἶναι λοιπὸν ἡ ἀντιπροσώπευσις ἔθνους, καὶ ἔθνους ζωντανοῦ· ὁ τόπος προοδεύει, ἡ πολιτικὴ κατάστασις χειροτερεύει! Τὶ θὰ εἴπῃ τοῦτο; Μεγάλη ἦτο ἡ ἐποχὴ τοῦ 1821, καὶ σήμερον δὲ τὸ ἔθνος διατηρεῖ τὴν ζωτικότητα αὑτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἀντιπροσωπεύεται δεόντως, διότι δὲν ὑπάρχει ὁ ἀνὴρ ὁ δυνάμενος νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς εὐχὰς καὶ τοὺς πόθους του. Καὶ δὲν πταίουν τὰ ἄτομα· ὅπως αἱ περιστάσεις ἐπέβαλον εἰς τὸν τόπον αὐτὸν τὰ πράγματα, ἔπρεπε νὰ συνειθίσουν τὰ πρόσωπα νὰ ὑποταχθοῦν. Οὐαὶ εἰς ἐκεῖνον ὅστις δὲν ὑπετάσσετο! Πολιτικὴν ζωὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν εἶχε. Τί παράδοξον, ἐὰν ἐσυνείθισεν εἰς τοιοῦτον βίον ὁ τόπος; Καὶ ἐσυνείθισεν ὁ τόπος, διότι παραπονεῖται ἀενάως, ἀλλὰ ποτὲ δὲν εἶχε τὴν διάθεσιν νὰ διορθώσῃ τὰ πράγματα. Ἴσως τινὲς νομίζουν ὑπερβολικὰ ὅσα λέγω, ἀλλὰ πιστεύω ἀδιστάκτως ὅτι εἶναι ἀληθινὰ, διότι πρῶτοι ἐσυνείθισαν οἱ πολιτικοὶ τοῦ τόπου καὶ δὲν ἔδοσαν συνδρομὴν εἰς τὰ ἄτομα, ἀλλὰ ἐφρόντισαν πάντοτε νὰ τὰ ταπεινώσουν· ἔδοσαν συνδρομὴν ὄχι πῶς νὰ ὑποστηρίξουν τὸν τόπον, ἀλλὰ πῶς νὰ τὸν λασπώσουν· ὅταν δὲ ὁ τόπος λασπόνεται, πολιτικὴν ζωὴν δὲν ἔχει. Οὕτως εἰργάσθησαν ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις· ἡ μία τὸν παρέδιδε τοιοῦτον εἰς τὴν διάδοχον, καὶ ἀπὸ Κυβερνήσεως εἰς Κυβέρνησιν ἐξηκολούθει πάντοτε τὸ αὐτό. Εἶναι ἀξιοπαρατήρητον, ὅτι καμμία ἐνίσχυσις δὲν ἐπετράπη εἰς αὐτὸν τὸν τόπον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ καθήκοντος, ἀλλὰ πάντοτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς διαφθορᾶς· εἰς αὐτὴν ἡ προστασία, εἰς αὐτὴν ἡ προαγωγή. Διέλθετε τὰ ἑδώλια τῶν ὑπουργῶν, καὶ θὰ ἴδητε τίς ἀναλογία ὑπάρχει· ἐξέπεσαν τὰ πράγματα εἰς τὸν ἔσχατον βαθμόν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Ἑλλὰς προκοπὴν δὲν δύναται νὰ ἴδῃ. Ἐξέπεσαν τὰ πράγματα ἐδῶ, εἰς τὰς ἐπαρχίας, πανταχοῦ. Οὐδεὶς σήμερον μὲ ὀλίγην φιλοτιμίαν καταδέχεται νὰ γείνῃ νομάρχης. Πῶς λοιπὸν διοικοῦνται αἱ ἐπαρχίαι; Ὁ τόπος αὐτοδιοικεῖται, καὶ μόνη αἰτία εἶναι τὸ οἰκοκυρίστικον τοῦ τόπου διότι εἰς τοῦτο δυνάμεθα νὰ καυχηθῶμεν. Οὐδεὶς τόπος εἰς τὴν Εὐρώπην εἶναι πλέον οἰκοκυρίστικος τοῦ ἐδικοῦ μας· μὲ ὅλην τὴν συγκέντρωσιν τῆς ἐξουσίας ἐκ μέρους τῶν Ὑπουργῶν μας, ὁ τόπος αὐτοδιοικεῖται, καὶ ὅπου ἡ ἐξουσία ἀναμιγνύεται, ἐκεῖ μόνον καταστροφὰς ἔφερε. Τὸ μεγαλείτερον εὐτύχημα τόπου, ἔχοντος μέλλον, εἶναι νὰ εὐτυχήσῃ ὁ τόπος νὰ εὕρῃ ἀνθρώπους, δὲν ἐννοῶ ἐξόχους, ἀλλὰ ἀνθρώπους ἔχοντας τὴν διάθεσιν νὰ ἐργασθοῦν ὑπὲρ αὐτοῦ· ἀλλ’ ἐδὼ κατὰ δυστυχίαν ἀναμιγνύονται εἰς τὰ τῆς πολιτικῆς ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν ἐπλάσθησαν διὰ τὸ μέλλον τοῦ τόπου. Κύριοι, πῶς ἠθέλετε ν’ ἀντιπροσωπευθῶμεν εἰς τὸ Συνέδριον; Ἡ Ἑλλὰς εἶναι βεβαίως εὐτυχὴς, ἀλλὰ ὑπὸ μίαν ἔποψιν, ὅτι ἡ Εὐρώπη δὲν συμμερίζεται τὴν ἰδέαν ἣν ἡμεῖς ἔχομεν· ὅτι ἡ ἐλευθέθα Ἑλλὰς ἐμπεριλαμβάνει τὸ ὅλον· διότι, ἄλλως, ἤθελε μᾶς θεωρήσει ἀναξίους νὰ μᾶς περιλάβῃ εἰς ἐπίσημα ἔγγραφα ἐν τῷ Συνεδρίῳ· ἀλλ’ ἡ Εὐρώπη ἀποβλέπει εἰς τὸ μέλλον τοῦ ἔθνους τούτου, καὶ ἂν ἐπρόκειτο περὶ τῶν πολιτικῶν του, βεβαίως δὲν ἔκαμνε τίποτε. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν μωρίαν, ὅτι Ἑλλὰς εἶναι μόνον ἡ ἐλευθέρα, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ δυστύχημα. Τὰ πράγματα ὅμως ἔλαβον ἐκτενεστέραν ὄψιν παρὰ τῆς Εὐρώπης, ἕνεκα τῶν ἰδιωτικῶν ἐνεργειῶν τῶν ἐν Κωνπόλει καὶ ἄλλων ὁμογενῶν, οἵτινες δὲν εἶναι ἀναμεμιγμένοι εἰς τὴν πολιτικήν μας διαφθοράν. Αὐτοὶ ἐπῆραν τὴν εὐγενεστέραν διεύθυνσιν, διότι ἀπὸ ἡμᾶς δὲν ἠδύνατο νὰ προέλθῃ τοῦτο· μόνον πρὸς ἐπίσημον ἔκφρασιν τῶν εὐχῶν τοῦ ἑλληνισμοῦ τὸ Κράτος ἀνεγνωρίσθη, καὶ οὐδὲν ἄλλο, ἀλλὰ δὲν ἐννόησεν τὸν προορισμόν του. Δὲν ἠμπορῶ νὰ πιστεύσω ὅτι ὁ ἔξοχος ἀνὴρ, ὁ διευθύνων τὴν πολιτικὴν τῆς Ἀγγλίας, ὅτι αὐτὸς ἤθελε δώσει ὑπὸ τὴν ἔποψιν προσωπικῆς ἐνεργείας τὴν θέσιν αὐτὴν εἰς τὸ ἔθνος τοῦτο, διότι αὐτὸς ἐστάθμισε τὴν θέσιν τῶν πραγμάτων, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς εἶπεν ὅτι σεῖς δὲν ἔχετε μέλλον, ἀλλ’ ὁ τόπος. Ἤμην εἰς ἀρκετὴν ἡλικίαν, ὅταν ἡ Ἑπτάνησος ἠγωνίζετο καὶ ἐζήτει τὴν ἕνωσιν. Τί ἄνδρες ἦσαν ἐκεῖνοι! ἐπῆλθεν ἡ ἕνωσις καὶ εἴδατε ἀμέσως τί ἔγεινε· δὲν εἶναι ἀπόδειξις ὅτι κακῶς διοικούμεθα, καὶ ὅτι καὶ ἐκεῖ ἐμολύνθη ἡ πολιτικὴ ἀτμοσφαῖρα; Ὁ Ζερβὸς κάθηται ἐν ἀργίᾳ, καίτοι σπουδαῖος πολιτικὸς ὁ Μομφεῤῥάτος ποῦ εἶναι; ποῦ ὁ Ἰακωβάτος; τόσοι ἄλλοι μεγάλοι πατριῶται ἀπέθανον, ἀπέθανον διότι ὁ Θεὸς τοὺς ἠγάπα· (Θόρυβος.) Ἄ! κύριοι, μὴ θορυβεῖσθε· ἐγὼ σᾶς εἶπα, πάρετε τὸν σκελετὸν, κόκκαλα. (Θόρυβος). Κύριοι, συντομεύω, διὰ νὰ μὴ ταράττησθε. Ἄς ἔλθωμεν εἰς τὰ πρακτικὰ, αὐτὰ ὁποῦ μᾶς ἀρέσουν· αἱ θεωρίαι μου ἂς ἦναι διὰ πέταγμα. Δὲν ἔρχομαι νὰ κατακρίνω, κύριοι, οὔτε νὰ κατηγορήσω κανένα, διότι περὶ τούτου δὲν πρόκειται· σᾶς εἶπον τὰς αἰτίας· σεῖς βλέπετε τ’ ἀποτελέσματα, καὶ εἶναι μέγα δυστύχημα ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ Ἐθνικὸν δὲν ἔλαβε τὴν θέσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ λάβῃ, καὶ ἀπὸ ὅλους ἤκουσα καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὅσα ἔκαμον οἱ πολιτικοί μας καὶ ὅπου ἔφερον τὸν στρατὸν ἔξω, ὅλα αὐτὰ ἐναυάγησαν· ὥστε καὶ ἂν δὲν πταίῃ, βλέπετε ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξηντλήθη· ἂν θέλῃ νὰ ζημιώσῃ τὸ ἔθνος, ἄλλο πρᾶγμα. Καὶ πράγματι, οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἔχουν ἅπαντες πατριωτισμὸν, καὶ διὰ τοῦτο τοὐλάχιστον ὀφείλουν νὰ ἰδοῦν, ὅτι ἡ πρὸς αὐτοὺς ἐμπιστοσύνη ἐξέλιπεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ διαθέσῃ οὔτε στρατὸν, οὔτε χρήματα ὑπὲρ Κυβερνήσεως, ἥτις ἀτυχῶς ἀπέτυχεν, ἔστω καὶ χωρὶς νὰ πταίῃ. Λυποῦμαι, κύριοι, ὅτι ὑπάρχει ἡ ἰδέα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σχηματισθῇ ἄλλη Κυβέρνησις. Κατ’ ἐμὲ, ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἀπαιτεῖ νὰ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις, ἔπραξα ὅ,τι ἠδυνάμην, καὶ νὰ μὴ ἔλθωμεν εἰς ἄλλας συζητήσεις. Θὰ ψηφίσω κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν ἐννοῶ, ὅτι ὁ τόπος πρέπει νὰ κάμῃ θυσίας διὰ τὰ μάτια· αἱ θυσίαι γίνονται διὰ τὰ πράγματα, καὶ ὄχι διὰ τὰ μάτια. Ἐγὼ δὲν πιστεύω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ φόρους καὶ δάνεια· δὲν ἔχει αὐτὴν τὴν δύναμιν. Ἴσως ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς καλὸς ὑπάλληλος, ἀλλ’ ὡς Ὑπουργὸς ἀμφιβάλλω. Τοιαῦτα δὲν γεννοῦν ἐνθουσιασμὸν, καὶ ὅπου ἐνθουσιασμὸς δὲν ὑπάρχει, δὲν δύναται νὰ γείνῃ τίποτε, δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐπιβληθῶσι θυσίαι· αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια.
§14ΜΗΤΣΑΣ. Βεβαίως δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον, καθότι ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ συζητῶ περὶ πολιτικῶν πραγμάτων, καὶ ἰδίως περὶ διπλωματίας. Ἠναγκάσθην ὅμως νὰ τὸν λάβω ὡς ἐκ τῶν ἐντίμων Βουλευτῶν Ἀθ. Πετιμεζᾶ καὶ Βαλέττα, οἵτινες ἔθιξαν κάπως προσωπικότητας, καὶ ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ εἶμαι εἷς τῶν Βουλευτῶν, τῶν λεγομένων πετσωματάδων, οἵτινες ἐπήγαμεν εἰς τὸ Τούρκικον, δὲν ἐσταθήκαμεν νὰ μᾶς σκοτώσουν καὶ ἐγυρίσαμεν ὀπίσω. Σᾶς λέγω, ὅτι τοῦτο ἀπὸ ἡμᾶς δὲν ἐξηρτᾶτο· καὶ κατὰ τὸ 1854 ἐπήγαμεν εἰς τὸ Τούρκικον, καὶ τῷ 1867 εἰς τὴν Κρήτην, καὶ τελευταῖον τῷ 1878, ποτὲ ὅμως δὲν ἐγυρίσαμεν μόνοι μας· ἐτουφεκίσαμεν τοὺς Τούρκους, μᾶς ἐτουφέκισαν καὶ αὐτοὶ, πότε 5% πότε 10% ἐξεπέφταμεν, καὶ πιστεύω, ὅτι, ἀπὸ τὸ 1854 ἕως τὸ 1878, τοὐλάχιστον 170 συντρόφους ἔχω χάσει ἐγώ. Ἀπὸ τὴν Μακρυνίτσαν ἐφύγαμεν, ὅπως λέγουν αἱ ἐφημερίδες, ἀλλ’ ὅλοι οἱ ὁπλαρχηγοί, τόσον οἱ ἐντόπιοι ὅσον καὶ οἱ ξένοι, ἔκαμαν τὸ καθῆκόν των. Βεβαίως δὲν εἰμπορούσαμε νὰ ἤμεθα καὶ ἡμεῖς ὡσὰν τοὺς προγόνους μας, ἀλλὰ κάτι τι ἐκάμαμεν καὶ ἡμεῖς τώρα. Ἀλλὰ διατὶ δὲν ἐσκοτώθηκα καὶ ἐγύρισα ’πίσω; Κάμετε ἀναφορὰν εἰς τὸν Θεόν, διατὶ δὲν ἐσκοτώθηκα. Εἰς τὰ 1854 οἱ Ἄγγλοι μᾶς ἔφεραν ὀπίσω· ὁ Πάρκερ μᾶς ἔστειλεν ἕνα μπουγιουρντὶ, καὶ τὸ ἐφύλαττεν ὁ πατέρας μου· ἂν ἐζοῦσεν, ἤθελε τὸ παρουσιάσει. Τὸ χαρτὶ ἔλεγε, προσκαλεῖσθε, ἅμα λάβητε τὴν παροῦσαν πρόσκλησίν μου, νὰ μεταβῆτε εἰς τὰς ἑστίας σας· ἄλλως ἔχετε νὰ κάμετε μὲ τὴν Γαλλίαν καὶ μὲ τὴν Ἀγγλίαν. Καὶ τώρα πάλιν εἰς τὸ Λουτρὸν ἦλθεν ἐπισήμως ἡ Ἀγγλία καὶ μᾶς ἐπροσκάλεσε νὰ ἐπιστρέψωμεν, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω, διὰ τὴν τιμὴν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Βουλευτῶν, νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζωχιοῦ, νὰ ἔλθουν αὐτὰ τὰ χαρτιὰ διὰ νὰ ἠξεύρῃ καθ’ ἕνας τί ἔγεινε. Καί, κύριε Βαλέττα, μεθαύριον, ἂν γείνῃ τίποτε, εἰς καθ’ ἕνα διὰ τὸ κεφάλι του νὰ τοῦ δώσω δύο χιλιάδες λίραις καὶ διὰ τοὺς μπουλουξίδες του δέκα χιλιάδες, διότι ἡμεῖς μὲ 100 δραχμὰς ἐπήγαμεν καὶ μᾶς ἐμετροῦσαν σὰν τραγιά. Πόσοι ἤμεθα, κύριε Νικολαΐδη; ἤμεθα καμμιὰ πεντακοσαριά;
§15ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Πιστεύω.
§16ΜΗΤΣΑΣ. Δὲν ἐσκοτώθηκα· τὶ νὰ κάμω; ἐσκοτώθησαν ὅμως τέσσαρα ἐξαδέλφια μου καὶ ἕνας ἀνεψιός μου· αὐτὰ εἶναι τὰ πετσώματα. Λοιπὸν ἐγὼ θέλω νὰ εἴπω, τὸ κατὰ δύναμιν ἔκαμον τὸ χρέος των τόσον οἱ σωματάρχαι καθὼς καὶ οἱ Μπουλουξίδες· τὸν Ὀσμᾶν τὸν ἔπιασαν σκλάβον καὶ ἐπέστρεψε, καὶ ὁ Σουλτάνος τὸν ἔκαμε θεόν· ἡμεῖς πετσωματάδες. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω πάλιν τὴν Βουλήν, ἀνεξαρτήτως τῶν συζητήσεων ποῦ γίνονται, νὰ ψηφίσῃ τὴν πρότασιν τοῦ Ζωχιοῦ καὶ Ῥεβελάκη, διὰ νὰ μάθωμεν τί ἔγεινε. Παρακαλῶ δὲ καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ φροντίσῃ περὶ 10 ἕως 11 χιλιάδων ψυχῶν, αἱ ὁποῖαι ἦλθεν ἀπὸ τὸ Τούρκικον καὶ δὲν ἔχουν ψωμὶ νὰ φάγουν, καὶ λυποῦμαι πολὺ, διότι τοὺς ἐκάψαμε τὰ σπήτια τους, διότι ἐσηκώσαμεν ἐπανάστασιν εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, καὶ εἶναι μικρὰ παιδιὰ καὶ γυναῖκες, καὶ παρακαλῶ νὰ φέρῃ ἡ Κυβέρνησις μίαν πίστωσιν ἐντὸς τῆς ἡμέρας, διὰ νὰ σταλῇ ψωμὶ νὰ ζήσουν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι.
§17ΖΩΧΙΟΣ. Ἡ ἀγόρευσις αὕτη θὰ καταχωρισθῇ εἰς ἑπόμενον φύλλον, διότι, ἀσθενήσαντος τοῦ κυρίου Ζωχιοῦ, τὸ γραφεῖον δὲν ἠδυνήθη νὰ λάβῃ ὅσα οὗτος ἀγορεύων ἀνέγνω ἔγγραφα.
§18ΣΟΥΤΣΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, νομίζω ὅτι ἐξετροχιάσθημεν καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπὸ τὴν συζήτησιν, καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸν λόγον, διὰ νὰ ἐπαναφέρω αὐτὴν, ἂν δυνηθῶ, εἰς τὴν τροχιὰν της, ἐξ ἧς ἐξήλθομεν. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ τεθῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως, ὁ σεβαστὸς φίλος μου κύριος Ζαΐμης εἶπεν, ὅτι τινὰ ἐκ τῶν νομοσχεδίων συνδέονται μὲ τὴν πολιτικὴν καὶ ὅτι πρέπει νὰ τὰ ἐγκαταλείψωμεν, ἕως ὅτου ἀναῤῥώσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἔλθει καὶ μᾶς ἐξηγήσει τὴν μέλλουσαν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἀναῤῥώσας ἦλθεν ἐνταῦθα, καὶ ἐπειδὴ ἐνόμισε καλὸν νὰ ὁμιλήσῃ ὄχι μόνον διὰ τὸ μέλλον ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ παρελθὸν, ἔλαβον καὶ ἄλλοι τὸν λόγον, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀπὸ παρεμπίπτοντος εἰς παρεμπῖπτον εἰσήλθομεν εἰς συζητήσεις χωρὶς ἤδη νὰ γνωρίζωμεν τί συζητοῦμεν καὶ τί πρέπει νὰ ἀποφασίσωμεν. Δι’ αὐτὴν τὴν αἰτίαν, θέλω, κύριοι, πασχίσει νὰ ἐπαναφέρω τὴν συζήτησιν εἰς τὴν θέσιν της καὶ νὰ ὁμιλήσω διὰ τὸ μέλλον. Δὲν θέλω ὁμιλήσει ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπολιτεύθη καλῶς ἢ κακῶς ὡς ἀντιπρόσωπος ἡμῶν εἰς τὸ Συνέδριον, οὔτε ἂν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐν γένει ἐπολιτεύθη καλῶς, διότι πολλὰ περὶ τούτου ἐλέχθησαν καὶ δύνανται νὰ λεχθῶσι παρὰ τῶν βουλομένων, καὶ διότι οὐδὲν πρακτικὸν ὄφελος θέλει προκύψει διὰ τὴν τύχην τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν μεμφθῶμεν τὴν Κυβέρνησιν. Ἄλλως τοὺς κυβερνῶντας ἐγνωρίζομεν ἐκ τῶν προτέρων, καὶ περιττὸν νὰ μεμψιμοιρῶμεν τώρα, ἀφοῦ δὲν ἐκάμαμεν ὅ,τι ἔπρεπεν ὅταν ἐδυνάμεθα. Διὰ τοῦτο δὲν θέλω κάμει λόγον περὶ τοῦ παρελθόντος· θέλω ἐξετάσει τὸ μέλλον, ἤτοι ποίαν πορείαν πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν, διότι δὲν θέλω καὶ δὲν ἐπιθυμῶ ὕστερον, κατόπιν ἑορτῆς, πάλιν νὰ μεμψιμοιρῶμεν ὅπως σήμερον, διὰ πράγματα τὰ ὁποῖα δυνάμεθα σήμερον νὰ προλάβωμεν Πρὸ τούτου θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ κάμω μίαν παρέκβασιν, διότι ἠθέλησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀτοπήματα τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν κατάταξιν τῶν ἐφέδρων τῆς δευτέρας σειρᾶς τῆς ἐφεδρείας, εἰπὼν, ὅτι δωροδοκίαι καὶ καταχρήσεις ἐστάθησαν τὰ αἴτια ἐξαιρέσεως ἐφέδρων ἱκανῶν, καὶ ὅτι δὲν ἐδυνήθη νὰ διορθώσῃ τοῦτο ἕνεκα τῆς ἀπουσίας ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν, ἵνα προτείνῃ τὴν κατάργησιν τῆς ἀναθεωρήσεως ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν συμβουλίων. Λυποῦμαι διὰ τοὺς λόγους τούτους τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ· ἀπορῶ δὲ, κύριοι, καὶ δὲν ἐννοῶ πῶς ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὢν ἀρχηγὸς τῶν ὑπαλλήλων του τῶν ἀποτελούντων τὰ στρατολογικὰ συμβούλια, ὅταν ἔμαθε ταῦτα παρεκτρεπόμενα, δὲν τὰ ἐτιμώρησε, δὲν ἀπέλυσε τῆς ὑπηρεσίας τοὺς καταχραστὰς καὶ δὲν τοὺς παρέπεμψεν εἰς δίκην. Προσέθηκε δὲ, ὅτι θὰ μᾶς ὑποβάλῃ νόμον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ καταργήσῃ τὰ συμβούλια ταῦτα. Ἔστω· ἀλλὰ μήπως ὁ Νομάρχης, ὁ Ἔπαρχος ὁ καταχραστὴς κατὰ τὰ στρατολογικὰ αὑτοῦ καθήκοντα, δὲν καταχρᾶται καὶ κατὰ τὴν λοιπὴν αὑτοῦ ὑπηρεσίαν; ἄτοπον οἱ τοιοῦτοι νὰ μένωσιν ἀτιμώρητοι. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος· δὲν ἀποτείνομαι δὲ, κύριοι, οὔτε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, οὔτε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, οὔτε πρὸς τοὺς λοιποὺς Ὑπουργούς· θέλω ἀποταθῆ μόνον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ θέλω ὁμιλήσει περὶ θετικῶν πραγμάτων, ἤτοι περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως. Τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα μᾶς ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, εἰσὶ 1) σύμβασις συνομολογήσεως δανείου ἐκ 5,000,000 παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀντὶ τῶν ὁποίων θὰ θέση ἴσην ποσότητα νέου χαρτονομίσματος εἰς κυκλοφορίαν. 2) Μᾶς ὑπέβαλε σύμβασιν περὶ τῆς συνομολογήσεως δανείου 6,000,000 παρὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ἀντὶ τῶν ὁποίων καὶ αὕτη θὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν νέον χαρτονόμισμα.
§19Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μᾶς ἐξετροχιάσατε σεῖς.
§20ΣΟΥΤΣΟΣ. Τρίτον, ἀναβιβάζονται τὰ ἔντοκα γραμμάτια ἀπὸ 9,000,000 εἰς 14,000,000· δὲν ὁμιλῶ δὲ περὶ τῶν 2,000,000 τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 10,000,000 τοῦ 1874, διότι ταῦτα ἐλήφθησαν ἤδη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ὑποθήκῃ τῶν ὁμολογιῶν, καὶ πιθανῶς ἤδη καὶ ἐδαπανήθησαν· ἔχομεν λοιπὸν δάνειον 11,000,000 καὶ ὅ,τι ἂν δυνηθῶμεν νὰ πραγματοποιήσωμεν ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐντόκων γραμματίων τῶν 9,000,000. Ἐξ ἄλλου ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἐζήτησε πίστωσιν 12,000,000 διὰ τὰς ἐκτάκτους δαπάνας, καὶ ταύτην ἐννοεῖ νὰ δαπανήσῃ κατὰ τὸ ἔτος 1878. Ὥστε τὰ δάνεια ταῦτα πάντα, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, θέλουν χρησιμεύσει διὰ τὸ ἔτος 1878. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879. Καθ’ ἃ μᾶς ὑπέβαλεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ἐν αὐτῷ ὑπάρχει ἔλλειμμα ὡς ἔγγιστα 6,000,000· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς ἐδήλωσεν, ὅτι συμβιβάσας τὰ παλαιὰ δάνεια θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν προϋπολογισμὸν μὲ 2,000,000· μᾶς προσέθηκε δὲ προσέτι, ὅτι πρόκειται καὶ περὶ συνομολογήσεως ἑτέρου ἐξωτερικοῦ δανείου 50,000,000 πραγματικῶν, ἀντὶ τῶν ὁποίων, τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου ὄντος ἀνωτέρου, κατ’ ἔτος θὰ πληρόνωμεν 5,000,000· ὥστε, κύριοι Βουλευταὶ, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1879 θέλει μᾶς φέρει ἔλλειμμα 13,000,000. Ἀλλ’ ὅμως οὔτε ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οὔτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπον πόθεν θέλουν συμπληρώσει τὸ ἔλλειμμα τῶν 13,000,000. Ἐὰν δὲ, κύριοι, ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν Βασιλικὴν ἐπιχορήγησιν, τὰ ἐξωτερικὰ χρέη, τοὺς τόκους τῶν ἐσωτερικῶν δανείων, τὰ ἐλλείποντα 13,000,000 ἀποτελοῦσι τὴν δαπάνην τῆς συντηρήσεως τοῦ Κράτους ἐπὶ ἕξ μῆνας, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ἐννοῶσιν ὅτι θὰ διοικήσωσιν ἐπὶ ἕξ μῆνας, μὴ πληρόνοντες οὐδένα. Δὲν πιστεύω δὲ, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπωσιν ὅτι τὸ ἔλλειμμα θέλει συμπληρωθῆ διὰ τοῦ δανείου τῶν 50,000,000, διότι εἶπον ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο θέλει γείνει, διὰ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τῶν γραμματίων. Πλὴν ἂς ἴδωμεν, ἐὰν ἐκ τοῦ δανείου τούτου θὰ ἔχωμεν περίσσευμα. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ὀφείλομεν εἰς τὰς τραπέζας 37,000,000, καὶ 2,000,000 τῶν ὁμολογιῶν τοῦ 1874, τὸ ὅλον 39,000,000· προσθέσατε εἰς ταῦτα καὶ τὰ 11,000,000, τὸ νέον δάνειον, καὶ θέλετε ἔχει ἐν ὅλῳ 50,000,000. Λοιπὸν παρατηρεῖτε ὅτι ὁλόκληρον τὸ δάνειον τῶν 50 ἑκατομμυρίων θὰ τὸ λάβωσιν αἱ τράπεζαι, διὰ νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Λοιπὸν, ἀφ’ οὗ διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας πληρώσωμεν τὰ 50,000,000, τί θὰ κάμωμεν, διὰ νὰ συμπληρώσωμεν τὸ ἔλλειμμα τῶν 13,000,000; Πῶς θὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, ἕνεκα τοῦ ὁποίου μετ’ ὀλίγους μῆνας θὰ ἔλθωμεν εἰς κοινωνικὴν ἀποσύνθεσιν, διότι δὲν θὰ ἔχωμεν οὔτε πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ, οὔτε διὰ τὴν συντήρησιν τῆς διοικήσεως; Ἐὰν πάλιν μᾶς εἴπωσιν, ὅτι θὰ ἐπιβάλωσι νέους φόρους, ἂς ἔλθουν ἀπὸ τοῦδε νὰ μᾶς εἴπωσι ποίους φόρους θὰ ἐπιβάλωσι, καὶ ἂν δυνάμεθα νὰ τοὺς ἀποδεχθῶμεν, διότι πρέπει νὰ ἠξεύρωμεν ἐκ τῶν προτέρων τοῦτο, καθόσον ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν λόγον εἰς τοὺς συμπολίτας μας. Ἐὰν πάλιν μᾶς εἴπητε ὅτι θὰ ζητήσητε δάνεια ἀπὸ τὰς τραπέζας ἐκ 13 ἑκατομμυρίων, αἱ τράπεζαι, μὴ δυνάμεναι νὰ διαθέσωσι τὰ ποσὰ ταῦτα, θὰ βιασθῶσι νὰ ζητήτωσι καὶ πάλιν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Θὰ ἐπιβαρύνωμεν λοιπὸν τὸ ἔθνος μὲ δάνειον 50,000,000, καὶ ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους πάλιν θὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Κηρύσσομαι ἐν πρώτοις ἐναντίος τῆς πιστώσεως τῶν 12 ἑκατομμυρίων καθόσον αὕτη εἰς οὐδὲν θέλει χρησιμεύσει σκόπιμον, καθόσον ἐννοῶ οἱ ἔφεδροι νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας των, οὐδὲ νὰ προσκληθῶσιν ἄλλοι. Εἶμαι ἐναντίος τοῦ δανείου τῶν 50 ἑκατομμυρίων, διότι, ἕνεκα τῆς πληρωμῆς τοῦ τόκου καὶ τοῦ χρεωλυσίου αὐτοῦ, θέλει καὶ πάλιν ἐπιβληθῆ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ τοῦτο διὰ νὰ μὴν ἀρθῆ πλέον ποτέ. Ἐπὶ τέλους τείνω νὰ ἦμαι καὶ κατὰ τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν παλαιῶν χρεῶν μας, οὐχὶ διότι δὲν θεωρῶ καὶ δίκαιον καὶ πρέπον νὰ πληρώσωμεν τὰ χρέη μας, ἀλλὰ διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἔχωμεν πίστωσιν εἰς τὰς ἀγορὰς, καὶ τοῦτο, διότι ὁσάκις ἐκάμομεν δάνεια, οὐδέποτε μετεχειρίσθημεν αὐτὰ, ἵνα αὐξήσωμεν τὰς παραγωγικὰς τοῦ τόπου δυνάμεις, ἀλλὰ τὰ κατεσπαταλήσαμεν, τὰ ἠσωτεύσαμεν, καὶ, ἐφ’ ὅσον εὑρίσκομεν νὰ δανειζώμεθα, θέλομεν πράττει τὸ αὐτό. Διὰ ταῦτα, κύριοι, συντάσσομαι μετὰ τῶν ζητούντων ἀπὸ τὸ ἔθνος τὰς θυσίας, ἃς δύναται νὰ κάμῃ διαρκῶς καὶ εὐσταθῶς, καὶ οὐχὶ θυσίας δι’ ὀλίγους μῆνας, κατόπιν τῶν ὁποίων ἐπέρχεται ἀποσύνθεσις καὶ ὄλεθρος. Ἐπειδὴ δὲ φρονῶ ὅτι τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως τείνουσι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, θέλω καταψηφίσει αὐτά.
§21ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Σοῦτσον, καὶ διὰ τοῦτο βέβαια παρατρέχω. Δὲν πρόκειται οὔτε νὰ συζητήσω, οὔτε ν’ ἀπαντήσω, ἀλλὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ οὐχὶ κατὰ τῶν μομφῶν, τὰς ὁποίας προσωπικῶς ἀπηύθυνον ἐναντίον μου, — διότι, κύριοι, αἱ μομφαὶ αὗται, διὰ νὰ ἔχωσιν ἀξίαν τινὰ, πρέπει νὰ στηρίζωνται εἰς τὴν ἀλήθειαν, καὶ ὁ μεμφόμενος νὰ ἔχῃ αὐθεντίαν τινὰ, καὶ ἐννοεῖτε, ὅτι ἄνθρωπος, ἐγγηράσας καὶ δοκιμασθεὶς ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας καὶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν αὐτὴν ἐκτιμηθεὶς πολλάκις, ἀπὸ τὰ ψελλίσματα νεανιῶν ὀλίγον ἐγγίζεται· — δὲν αἰσθάνομαι πληγὴν, καὶ προσβλέπω πρὸς τὰς ὕβρεις αὐτὰς μὲ τὸ αἴσθημα, τοῦ ὁποίου εἶναι ἄξιαι· δὲν θέλω ἀπαντήσει εἰς αὐτὰ, οὔτε πρὸς λιβελλογραφικὰ γυμνάσματα, ἀλλὰ θὰ διαμαρτυρηθῶ δι’ ὅσα εἶπον ἐναντίον τοῦ τόπου. Ὡς τολμηρὸς παραχαράκτης ὁ κ. Βαλέττας εἰσῆλθεν εἰς τὰ μυστήρια τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, τοῦ οἰκουμενικοῦ, καὶ διέγραψεν αὐθαιρέτους γραμμὰς, ἐβλασφήμησε πρὸς τὰ ἱερὰ, καὶ μᾶς κατηγόρησεν ἐπὶ συνωμοσίᾳ· ἀπέδωκεν ἀθεμίτους ἐνεργείας πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ σχηματισθῇ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας τὸ πρῶτον ἐλάττωμα, κατ’ αὐτὸν, ἦτο ἡ ἀσυνέπεια ἐμοῦ καὶ ἡ ἄρνησις τῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ ἐκείνῳ εἶχον· ταῦτα εἶναι καθαρὰ νόθευσις τῆς ἀληθείας, παραχάραξις αὐτῆς, τίποτε δὲν εἶναι ἀληθὲς ἐξ ὅσων εἶπεν. Ἀλλ’ εἰς ταῦτα μοὶ ἐπιτρέπεται ν’ ἀντιτάξω ἄρνησιν μόνον, εἰς ὅ,τι δὲ ἀφορᾶ ἐμὲ, ἐπικαλοῦμαι τοὺς συμπράξαντας μετ’ ἐμοῦ, ἂν ἡ μόνη ἀδιάσειστος πεποίθησίς μου δὲν ἦτο ἔκτοτε ν’ ἀκολουθήσω τὴν γραμμὴν, τὴν ὁποίαν ἤδη ἀκολουθῶ. Προσπάθεια ἐπίμονος γίνεται πρὸ δύο ἡμερῶν ν’ ἀποδείξωσι τὴν πατρίδα ἀνίκανον, γυμνὴν καὶ τετραχηλισμένην, καὶ νὰ χλευάσωσι τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου. Ἐξῆλθεν ὁ Ἑλληνικὸς στρατός, καὶ γνωρίζετε διατὶ ἐξῆλθεν. Ἐπανῆλθεν· ἐμάθατε διατὶ ἐπανῆλθεν. Ἀλλὰ, κύριοι, εὗρον εἰς μίαν ἐπιστολὴν ἢ εἰς ἓν τηλεγράφημα ἑνὸς ξένου πρέσβεως, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο ἀνήσυχος διὰ τὴν τροπὴν, τὴν ὁποίαν ἐλάμβανον τὰ πράγματα, καὶ ποίαν τροπήν; καὶ διατί; Ἐξῆλθεν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς, ὅταν ὑπετίθετο, ὅτι τὸ ζήτημα ἔμενεν ἐκκρεμὲς οὐ μόνον μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Τουρκίας, ἀλλὰ γενικῶς· ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἐξήρχετο, τὸ ζήτημα ἐλύθη, ἡ Τουρκία ἔμεινεν ἐλευθέρα, καὶ ἡ Εὐρώπη ὅλη ἔσπευδε πρὸς τὴν εἰρήνην. Ἐγνωρίζομεν πολὺ καλὰ, ὅτι πόλεμος μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας δὲν ἐπέτρεπεν ἡ Εὐρώπη νὰ γείνῃ· δὲν ἐφοβούμεθα διὰ τοῦτο, ἀλλ’ ἐφοβούμεθα διὰ τὴν ἔκβασιν τοῦ κινήματος αὐτοῦ. Ποίας ἆράγε ἤθελεν ἔχει συνεπείας; Ἤθελεν ἀνταποκριθῇ πρὸς τὸν σκοπὸν δι’ ὃν ἐγένετο; Ἤθελεν ἐκ τούτου ὠφεληθῇ ἡ πατρίς, ἢ ἤθελεν ἀποβῇ ἁπλοῦς περίπατος, ἄνευ ἀποτελέσματος; Κύριοι, δὲν ἐφοβούμεθα· ἀλλὰ ἐσκεπτόμεθα περὶ τῆς καταστάσεως αὐτῆς τῆς πατρίδος. Καὶ εἶναι ἔγκλημα, κύριοι, τὸ νὰ φοβῆταί τις, ὅταν ὑπάρχῃ ὁπωσδήποτε κίνδυνος, ἀπειλῶν τὴν πατρίδα; Εἴμεθα δειλοὶ, διότι τὰ συμφέροντα αὐτῆς ἠπειλοῦντο, εἴμεθα ἀνήσυχοι· τί ἠθέλετε, νὰ χορεύωμεν; Ἠθέλετε, κύριοι, νὰ εὑρεθῶμεν μὲ τὸν στρατὸν ἐκτὸς, νὰ ἔχωμεν τὴν Εὐρώπην καθ’ ἡμῶν καὶ ν’ ἀναπαυώμεθα; Οὐχὶ λοιπὸν διότι ἐκινδύνευεν ἡ Ἑλλὰς ἐφοβούμεθα, ἀλλὰ διότι ἐσκεπτόμεθα τί ἠδύνατο νὰ ζημιωθῇ. Ἐν τούτοις τὴν μέριμνάν μας αὐτὴν ἦλθον νὰ διακωμῳδήσωσιν. Ἄν ἐπρόκειτο περὶ προσωπικῆς ἀνδρείας, δὲν ἤθελον ἐνασχοληθῇ καὶ δὲν ἤθελον οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν διστάσει νὰ παραχωρήσω τὴν θέσιν μας εἰς τοὺς ἥρωας αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐχλεύασαν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· ὅταν κατηγορῆτε τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου σας ἐπὶ δειλίᾳ, διότι σκέπτεται σοβαρῶς ἐπὶ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, δὲν νομίζετε, ὅτι ὑβρίζετε τὴν πατρίδα σας; Ἐφοβήθητε μᾶς εἶπον τὸν Χόβαρτ καὶ τί εἴχομεν προσωπικῶς νὰ φοβηθῶμεν ἀπὸ αὐτόν; Ἐφοβήθημεν ἀληθῶς καὶ ἐμεριμνῶμεν ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Ἀλλ’ εἴδετέ που, ὅτι ἡμεῖς ἐφοβήθημεν, καὶ ἐζητήσαμεν τὴν συνδρομήν τινος; Ἔχετε βεβαιωμένον τοιοῦτόν τι ἀπὸ τὰ ἔγγραφα; Ὅταν ὁ κ. Δηλιγιάννης ἦτο ἀνήσυχος, καὶ ἦτο ἀνήσυχος ὅλη ἡ κοινωνία, ἐκτὸς ὑμῶν τῶν ἀνδρείων, τὸν ἀπήντησεν ὁ κ. πρέσβυς τῆς Ἰταλίας, καὶ ὁμιλεῖ ἁπλῶς περὶ αὐτῆς τῆς ἀνησυχίας· ποῦ φαίνεται ὅτι ἐζητήθη συνδρομὴ ἀπ’ αὐτόν; Μετὰ δύο ἡμέρας, ἔχετε τὴν ὁμολογίαν ὅλων τῶν πρέσβεων, οἱ πρέσβεις λέγουσιν εἰς τὸ κοινὸν τηλεγράφημα αὐτῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται τί νὰ πράξῃ, οὐδαμοῦ ὅμως ἔχετε ὁμολογίαν, ὅτι ἐζήτησε συνδρομὴν ἢ ἀσφάλειαν παρά τινος. Μετὰ τοῦτο ἔχετε τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Δηλιγιάννη, τὸ ὁποῖον δὲν πιστεύετε, διότι εἶναι Ἕλληνος Ὑπουργοῦ’ ὁ κ. Δηλιγιάννης λέγει, ὅτι ἠναγκάσθημεν νὰ ὀπισθοχωρήσωμεν, διότι ἡ Εὐρώπη τὸ ἐπέβαλεν. Ἰδοὺ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὅμως σεῖς παρεξηγεῖτε, διὰ νὰ χλευάσητε τὴν κυβέρνησίν σας. Βλέπετε, κύριοι, αἱ ὑποθέσεις καὶ αἱ παρεξηγήσεις ἀνεπτύχθησαν εἰς μέγαν βαθμὸν, ὥστε καὶ βεβαιωμένα πράγματα, ἀφορῶντα εἰς τὴν λύσιν τῆς ἐπαναστάσεως, ἠξεύρετε ποῦ τὰ ἀπέδωκεν εἰς τὴν ὁρμὴν τοῦ πάθους του ὁ κ. Βαλέττας; εἰς τὸν φόβον πρὸς τὸν Χόβαρτ, οὐδαμοῦ δ’ εὗρεν ἡ προσπάθειά του καλόν τι ν’ ἀνακαλύψῃ· ἡ προσπάθειά του νὰ ἐπιῤῥίψῃ καθ’ ἡμῶν μομφὰς τὸν παρέσυρεν, ὥστε καὶ τὰ καταφανῆ πράγματα νὰ διαστρέψῃ καὶ νὰ τὰ συνδέσῃ μὲ ὑπονοίας ἐνόχους καὶ κακοήθεις, διότι κακοήθεια ἦτο νὰ ὀπισθοδρομήσωμεν ἡμεῖς, ἢ νὰ ἀναλάβωμεν τὴν διεξαγωγὴν κακῆς ὑποθέσεως ἀπὸ μόνον φόβον. Πρὸ τοῦ κ. Βαλέττα ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἀνέλαβεν ὡσαύτως τὸ πατριωτικὸν ἔργον νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν πατρίδα του, ἀποδεικνύων, ὅτι τίποτε δὲν ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι· στρατὸς, εἶπεν, ὅλως ἄχρηστος, ἀξιωματικοὶ ὅλως ἀνίκανοι, ἄθροισμα ἄχρηστον, διὰ νὰ ἐξαντλῇ τὸν προϋπολογισμὸν, εἰς τίποτε μὴ δυνάμενον νὰ χρησιμεύσῃ. Κύριοι, διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Μαυρομιχάλην, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρόκειται, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου Βουλευτὴς καὶ ἀξιωματικὸς, ὅπως ὁ κ. Μαυρομιχάλης, δὲν ἔπρεπε ν’ ἀρνηθῇ τὸ πᾶν εἰς τὴν πατρίδα του, καὶ νὰ ζητήσῃ, ὥστε ἡ Ἑλλὰς νὰ φανῇ χάρτης ἄγραφος, καὶ ν’ ἀρνηθῇ πᾶσαν ἀξίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑποστήριξις καὶ ἡ ὑπηρεσία πρὸς τὴν πατρίδα; καὶ προδίδομεν ἡμεῖς τὰ συμφέροντά της. Θερμότερος ὁ κ. Ῥικάκης ἀνεδέχθη ν’ ἀποδείξῃ τὴν Ἑλλάδα ἄνευ πόρων, ἄνευ χρημάτων, ἄνευ ἐλπίδος, γυμνὴν καὶ τετραχηλισμένην. Γνωρίζω ὅτι ἀληθῶς, ἰσχυρῶς παθαίνεται ὁ Βουλευτὴς οὗτος, ὅταν πρόκηται περὶ προσωπικῶν ἢ χρηματικῶν θυσιῶν· ἐνθυμεῖται τότε ζωηρῶς τὸν πάσχοντα λαὸν, τὸ πάθος ὅμως καταπαύει συνεπείᾳ μικρᾶς τροπολογίας συγκαταβατικῆς. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡμεῖς πρὸ τῆς ἀναβιβάσεως ἢ καταβιβάσεως τῶν μετοχῶν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, καὶ διὰ τοῦτο δὲν παθαινόμεθα. Ἰδοὺ, κύριοι, τὰ τρία μέρη τῆς ὑπερασπίσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμον οἱ κύριοι Βουλευταὶ τοῦ τόπου· ἐπροσπάθησαν ν’ ἀποδείξωσι 1ον) τὴν Κυβέρνησιν συνωμοτοῦσαν, ἵνα κατορθώσῃ νὰ τείνωσι τὰ πράγματα πρὸς ποῖον σκοπὸν; ἵνα εἰσέλθῃ καὶ ἐξέλθῃ ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ὅτε ὑπεγράφοντο, εἶπεν ὁ κ. Μίλησης, οἱ ὅροι τῆς συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, δηλ. πρὸς ἐπικουρίαν τῆς Ῥωσσίας. Ἐπροσπάθησαν ν’ ἀποδείξωσι συνωμοτοῦσαν τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐχλεύασαν αὐτὴν, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν ἐχορήγησαν· 2ον) ν’ ἀποδείξωσιν ὅτι τίποτε δὲν ὑπάρχει εὐγενὲς καὶ γενναῖον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι ὁ στρατὸς εἶναι φενάκη, μὲ τὴν ὁποίαν ἐπιχειροῦμεν νὰ φενακίσωμεν τοὺς ξένους καὶ ἡμᾶς αὐτούς· καὶ ὅτι πράγματι οὐδὲν ὑπάρχει σπουδαῖον, καὶ ὅτε μάλιστα, κατὰ τὸν κ. Πετιμεζᾶν, πρόκειται νὰ ἀντιταχθῶμεν ἐναντίον 200,000 Τούρκων. Ἀλλ’ εὐτυχῶς ὁ κ. Πετιμεζᾶς εὗρε καταφύγιον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ μᾶς σώσῃ· κατέφυγεν εἰς τὴν δύναμιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἥτις εἶναι βεβαίως μεγάλη καὶ σπουδαία, ἀρκεῖ νὰ δυνηθῶμεν νὰ τὸν κινήσωμεν· 3ον) προσεπάθησαν ἐπίσης ν’ ἀποδείξωσι τὴν οἰκονομικὴν ἐξάντλησιν τοῦ τόπου, καὶ τὴν ἀδυναμίαν του ἑπομένως πρὸς πᾶν ἔργον, πρὸς πᾶσαν σκέψιν καὶ ἐνέργειαν. Κατὰ τῶν μομφῶν τούτων ἐνομίσαμεν χρέος νὰ διαμαρτυρηθῶμεν, διότι δὲν εἶναι ἀληθεῖς· νὰ διαμαρτυρηθῶμεν οὐχὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα, διότι ἡ Ἑλλὰς γνωρίζει καὶ ἐκτιμᾷ τὴν ἀξίαν αὐτῶν, ἀλλὰ νὰ διαμαρτυρηθῶμεν, διότι κατὰ δυστυχίαν τὰ λεγόμενα ἐνταῦθα ἐξέρχονται τῆς Ἑλλάδος, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ, νὰ θεωρῆτε ψευδῆ μάλιστα κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ἐπὶ κεφαλῆς τὴν συνωμοσίαν καὶ τὴν παρανομίαν, ὅτι ἔχει ἐν τοῖς σπλάγχνοις αὑτῆς στρατὸν ἀποῤῥοφῶντα μόνον τὸν πρϋπολογισμὸν καὶ οὐδαμῶς χρησιμεύοντα, καὶ τὴν πενίαν καὶ ἐξάντλησιν. Κατὰ τῶν μομφῶν αὐτῶν ἤθελον νὰ διαμαρτυρηθῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ νὰ ἀποδείξω πόθεν αὗται αἱ μομφαὶ ἠγέρθησαν καὶ διατί. Κύριοι, ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ πρὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης τὴν αὐτὴν εἶχε πάντοτε ἀξίαν, τὴν ἰδίαν δύναμιν εἶχε, τὴν ἰδίαν χρησιμότητα, καὶ τὴν ἰδίαν ἐνέπνεεν ἀγάπην πρὸς τὴν Εὐρώπην. Καὶ ὅμως ὁ Ἑλληνισμὸς ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδον, χωρὶς νὰ γείνῃ μνεία αὐτοῦ εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν αὐτὸν, ὁ ὁποῖος πρόκειται σήμερον νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀντισήκωμα ἑτέρων φυλῶν, εἶπον τότε, καιρὸς δι’ ἐσὲ δὲν εἶναι, ζήτημα ἑλληνικὸν δὲν ὑφίσταται. Κἄτι λοιπὸν πρέπει νὰ ἔπραττεν ἡ Ἑλλὰς, ἵνα ληφθῇ ἤδη ὑπ’ ὄψιν. Κακὴ ἡ ἐκδρομὴ τοῦ στρατοῦ· ἀλλ’ αὕτη ἔφερε τὴν ἐν γένει ὑπόσχεσιν τῆς Εὐρώπης ὅτι ἤθελε μεριμνήσει ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Κακαὶ αἱ ἐπαναστάσεις· ἠνάγκασαν ὅμως μεγάλην Δύναμιν, τὴν Ἀγγλίαν, νὰ διαπραγματευθῇ μὲ αὐτάς· καὶ εἰς τὸ Βερολῖνον, κύριοι, ἐδόθησαν αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι, περὶ τῶν ὁποίων σπουδαίως καὶ ἐπὶ πολὺ ἄλλο τε καὶ τὸ Πανελλήνιον καὶ ὁ Καποδίστριας μάτην εἰργάσθησαν, εἷς δὲ Βασιλεὺς διακεκριμένος, διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν ὁρίων αὐτῶν, ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ τοῦ θρόνου τῆς Ἑλλάδος. Διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο, ἔπραξέ τι βεβαίως ἡ Ἑλλὰς· ἐντούτοις ἔρχεσθε σεῖς ἀπέναντι αὐτῶν τῶν πραγμάτων, τῶν βεβαίων καὶ ἀναμφισβητήτων, καὶ μᾶς ζητεῖτε λόγον, διατὶ τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα φράσιν μετεχειρίσθημεν. Ἐὰν ὁ κ. Δηλιγιάννης, σᾶς λέγουσιν, ἐξεφράζετο ἄλλως, τὸ ζήτημα τὸ Ἑλληνικὸν ὁλόκληρον ἐκερδίζετο· ἐν τούτοις ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, ὅτε ἄλλοτε, εἰς τὰ 1867, μετὰ τοῦ κ. Τρικούπη εἴμεθα ὑπουργοὶ, μᾶς κατηγόρουν ὅτι ἐπροδώκαμεν τὴν Κρήτην, διότι τὸ ζήτημα αὐτῆς ἡνώσαμεν μὲ τὰς ἰδέας τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τὸ ζήτημα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἔλεγον, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς Ἀνατολῆς, καὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἡ λύσις δὲν ἐπέκειτο· εἴμεθα ἔνοχοι, διότι παρουσιάσθημεν τότε ὡς προστάται τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, εἶναι ὑπὲρ ἐμοῦ.
§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκατηγορήθημεν καὶ τότε ὡς βλάψαντες τὴν Κρήτην, διότι τοιαύτας μετεχειρίσθημεν ἐκφράσεις. Ὅμως ἡ ἐπιμονή μας καὶ ἡ ἀπαίτησις νὰ καθέξωμεν τὴν θέσιν αὐτὴν εἰς οὐδὲν ἐχρησίμευσαν· ἡ ὥρα ἦλθεν, αἱ ἀνάγκαι ἀνεπτύχθησαν, καὶ ἡ Εὐρώπη μᾶς ἀπέδωκε τὴν θέσιν αὐτὴν, ἀλλὰ μᾶς εἶπε: δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται ἤδη νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τούτου, καὶ αὕτη ἦτο ἡ κοινοποιηθεῖσα ἀπόφασις πρὸς τὸν κ. Δηλιγιάννην. Τίποτε λοιπὸν δὲν συνετέλεσεν ἡ ἀπαίτησις ἡ ἰδική μας· ἡ ἰσχὺς τῶν πραγμάτων ἔλυσε τὸ ζήτημα; Ὅπως δὲ καὶ τότε δὲν ἐχρησίμευσεν ἡ ἀπαίτησίς μας, οὕτω καὶ σήμερον δὲν ἤθελε χρησιμεύσει ἡ μεταβολὴ τῆς φράσεως· καὶ ἡ ἀλλαγὴ τῆς φράσεως δὲν ἤθελε μεταβάλει ποσῶς τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος. Καὶ τότε λοιπὸν διὰ φράσεις κατηγορεῖτε τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, καὶ σήμερον διὰ φράσεις μᾶς ζητεῖτε λόγον, καὶ ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἐταπεινώσαμεν τὴν Πατρίδα, ἀμβλυωποῦντες πρὸς τὰ πράγματα. Ἐν ὀλίγοις, κύριοι, βλέπετε τί εἶχον νὰ εἴπω περὶ τοῦ παρελθόντος· ὀλίγα θέλω σᾶς εἴπει καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος, διότι ἐπιθυμῶ νὰ καθαρισθῇ ἡ θέσις μας. Μεθ’ ὅσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπανέλαβον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, αὕτη, ἐνασχολουμένη ὁπωσδήποτε ἐπὶ ζητημάτων σχέσιν ἐχόντων μὲ τὴν Εὐρώπην, μὲ ξένας Δυνάμεις, πρέπει νὰ ἦναι Κυβέρνησις ἔχουσα ἐν ἑαυτῇ τὴν δύναμιν καὶ στηριζομένη εἰς τὴν πεποίθησιν τοῦ Ἔθνους. Κυβέρνησις ἀνεκτὴ εἶναι ἀσυγχώρητον νὰ ὑπάρχῃ ἤδη, διότι οὔτε ἐμπιστοσύνην, οὔτε ὑπόληψιν ἐμπνέει, οὔτε σέβας εἰς τὰς ἐξωτερικὰς διαπραγματεύσεις της. Κυβέρνησις ἀνοχῆς οὔτ’ ὄντον, οὔτε δύναμιν δύναται νὰ δώσῃ εἰς τὰς ἐνεργείας της· ἐπειδὴ αὐτὴ δὲν εἶναι κυρία τῶν ἐνεργειῶν καὶ ἀποφάσεών της, ἀλλὰ ὑπακούουσα εἰς ξένας γνώμας. Εἶναι προδοσία νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις Κυβέρνησις τοιαύτη, καὶ ἡμεῖς δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἔχωμεν αὐτὴν τὴν θέσιν· καὶ ὁποιαδήποτε ἄλλη Κυβέρνησις ἔλθῃ, ἄνευ ἰδίων δυνάμεων, θέλομεν τὴν πολεμήσει, διότι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ Κυβέρνησις ἰσχυρὰ καὶ ἔχουσα αὐθυπαρξίαν. Ἐντούτοις, κύριοι, μᾶς ὕβρισαν καὶ μᾶς ἐχλεύασαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, μᾶς ἀπέδωκαν ὅσα φαντασία ἐκ πάθους οἰστρηλατουμένη δύναται νὰ πλάσῃ, καὶ ἐπὶ τέλους μᾶς εἶπον, δὲν ἔχετε τὴν ἐμπιστοσύνην μας. Κύριοι, αὐτὸ θέλομεν νὰ μάθωμεν σήμερον· ἔχομεν ἢ ὄχι τὴν ἐμπιστοσύνην σας; εἴμεθα ἢ δὲν εἴμεθα Κυβέρνησις τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς; Ἔχομεν ἀνάγκην ἔτι τούτου, διότι, ἅμα ἐξέλθῃ ὑπὲρ ἡμῶν εὐμενὴς τυχὸν ἀπόφασις, θέλομεν διατάξει νὰ ἀπέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας των οἱ ἔφεδροι, καὶ καλέσωμεν τὰς ἄλλας σειράς, θέλομεν δὲ πράξει τοῦτο διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέπτυξα καὶ ἰδοὺ διατί βιαζόμεθα εἰς λύσιν. Ὁ στρατὸς ἡμῶν ἤδη συγκροτεῖται ἀπὸ ἐφέδρους ἐκ 13,000 ἀνδρῶν καὶ ἐξ 8,000 ἐθελοντῶν μὲ θητείαν κατωτέραν τῶν ἓξ μηνῶν· ἑπομένως, ἐὰν δὲν προνοήσωμεν ἐγκαίρως, ὁ στρατὸς ὁ Ἑλληνικὸς μετὰ τρεῖς μῆνας θέλει ὑποβιβασθῆ εἰς τοὺς ἕξ ἀπογραφῆς 7,000. Θέλομεν λοιπὸν τὴν ἀπόφασίν σας, ὅπως ἐξέλθωμεν ἰσχυροὶ, δυνάμενοι ν’ ἀκολουθήσωμεν τὸ ἔργον μας· θέλομεν τὴν ἀπόφασίν σας, διὰ νὰ ἐνεργήσωμεν ἐσωτερικῶς, καὶ νὰ μὴ ἀφήσωμεν νὰ παραλύσωσι τὰ πράγματα· τοῦτο δὲ εἶναι ὄχι μόνον δικαίωμά σας, εἶναι καθῆκόν σας. Κατὰ τὴν κρίσιν μου, κύριοι, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως, τὰ πράγματα δὲν εἶναι ὁμαλὰ ὡς ὑποτίθενται. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εὑρίσκεται ἤδη εἰς ἐνεργείας τινὰς, αἵτινες ἠμποροῦσι νὰ φθάσωσιν εἰς αἴσιον ἀποτέλεσμα, ἂν πιστευθῇ ὅ,τι ὑπόσχεται, ὅτι ὅ,τι μελετᾷ ἔχει καὶ τὴν δύναμιν νὰ τὸ ἐκτελέσῃ· ἄλλως, ἂν ἐκλείψῃ ἡ πεποίθησις, ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ὑπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Ἡμεῖς, οἱ γεγηρακότες εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Πατρίδος, κατηγορούμεθα παρὰ τοῦ κ. Βαλέττα ὡς προδόται· ἕως ἐδῶ κατηντήσαμεν! Ἡμεῖς δὲν δεχόμεθα νὰ γείνωμεν ὄργανα τοιαύτης προδοτικῆς καταστάσεως, οὔτε νὰ μένωμεν Κυβέρνησις ἀνεκτὴ, οὔτε δεχόμεθα ἄλλην τοιαύτην. Διὸ σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ ἀποφανθῆτε ῥητῶς, ἂν ἐγκρίνητε τὴν πολιτικὴν ἡμῶν ἢ ὄχι. Ἂν δὲν τὴν ἐγκρίνητε, ἀποσυρόμενοι θέλομεν εὐχηθῆ εἰς τοὺς διαδόχους ἡμῶν καλὴν ἐπιτυχίαν.
§24ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Κύριοι, δὲν ἀνέρχομαι τὸ βῆμα, ὅπως ἀντικρούσω ἀναιρέσεις τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ κατὰ τῆς χθεσινῆς ὁμιλίας μου, διότι οὔτε ἐπεχείρησε νὰ ἀναιρέσῃ ταύτην, οὔτ’, ἐὰν ἐπεχείρει, ἠδύνατο νὰ τὸ κατορθώσῃ. Ἦτο ἀνώτερον τῶν δυνάμεών του νὰ μεταβάλῃ τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων, νὰ μεταβάλῃ τὸ παρελθόν. Θέλω μόνον δύο λέξεις ἀπαντήσει, διότι προσωπικῶς μὲ ὕβρισε. Καὶ τοῦτο δὲ δὲν ἤθελον πράξει, ἐὰν εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὅλοι οἱ συνάδελφοι ἡμῶν, οἱ ἀκούσαντες αὐτοῦ, εἶχον οἵαν ἔχω ἰδέαν ἐγὼ περὶ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ ὅτι ἔχει ἰδίαν γλῶσσαν, ὅτι αἱ λέξεις παραχαράκτης ἢ καὶ βαρύτεραι ταύτης δὲν ἔχουν εἰς τὴν γλῶσσαν αὐτοῦ σημασίαν οἵαν δίδομεν πάντες. Τοιαύτην ἰδέαν ἔχων καὶ πεποίθησιν περὶ αὐτοῦ, δὲν ἐταράχθην, διότι ἤξευρον ὅτι δὲν ἐσκόπει νὰ μοὶ ἀποδώσῃ οὔτε ἀνήθικον οὔτε ἐγκληματικὴν πρᾶξιν· εἶναι τοσοῦτον ἄκακος, ὥστε δὲν ἐπειράχθη ἡ φιλοτιμία μου, ὅτι ἠθέλησε νὰ μὲ ἐγγίσῃ καὶ ὅτι ἠθέλησε τὴν προσωπικήν μου τιμὴν νὰ ὑβρίσῃ. Μόνον λοιπὸν διότι δὲν ὑποθέτω, ὅτι ὅλοι οἱ συνάδελφοί μου ἔχουν οἵαν ἔχω ἐγὼ περὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ γνώμην, ἀνέβην ἵνα εἴπω τὰς δύο αὐτὰς λέξεις καὶ ἐρωτήσω ὑμᾶς καὶ πάντας τοὺς ἀκούοντας· εἶμαι παραχαράκτης, διότι ἀνεκοίνωσα γεγονότα, ἀναφερόμενα εἰς τὰς πράξεις καὶ τὰ ὑπουργικὰ συμβούλια τῆς οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, πράξεις, αἱ ὁποῖαι εἰς τοὺς πλείστους ἐξ ὑμῶν εἶναι γνωσταὶ, διαδοθεῖσαι εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ εἰς τὰ καφφενεῖα, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔπεσεν; εἶμαι παραχαράκτης, διότι ἔχω πεποίθησιν εἰς τὰς διαβεβαιώσεις ἐκείνας, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς δὲν εἶχεν οἵαν ἰσχυρίζεται σήμερον ὅτι εἶχε γνώμην ἐπὶ τῆς οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως; ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ πληροφορία μου ἦτο ἐσφαλμένη, εἶχε δὲ τὰ μέσα νὰ τὸ ἀποδείξῃ, ἂν πράγματι τοιαύτη ἦτο, διότι εἶναι Κυβέρνησις, καὶ ὡς Κυβέρνησις δύναται καὶ ὀφείλει νὰ ἀπαντᾷ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις τῶν Βουλευτῶν, ὅταν οὗτοι ἐρωτῶσιν αὐτὴν ποῖοι ἦσαν οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων παρῃτήθη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Εἶναι πρόφασις δὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῶν τότε συναδέλφων του, ὅπως ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησιν αὐτήν. Τοῦτο εἶναι καθῆκον ἄσχετον τῆς συναδελφότητος, εἶναι καθῆκον αὐτοῦ ὡς Ὑπουργοῦ. Δεύτερον μὲ ἀπεκάλεσε παραχαράκτην, διότι διέστρεψα τὴν ἔννοιαν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἔφερον πρὸς ὑμᾶς· τῶν ἐγγράφων τίνος; τῶν παρὰ τῇ αὐλῇ τῆς Ἑλλάδος πρεσβευτῶν τῶν ξένων δυνάμεων. Καὶ εἰς τοσοῦτον προέβη, ὥστε νὰ ὀνομάσῃ ἐπιστολὴν ἐπίσημον ἀλληλογραφίαν τοῦ πρέσβεως τῆς Ἰταλίας πρὸς τὴν κυβέρνησίν του, διὰ τῆς ὁποίας ἀνήγγειλεν οὗτος αὐτῇ τὰ μεγαλύτερα γεγονότα, τὰ ὁποῖα μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐγένοντο ἐνταῦθα. Ἐρωτῶ λοιπὸν ὑμᾶς, ἐὰν εἶχε δίκαιον ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀποκαλέσας με παραχαράκτην. Τὴν ἀπάντησιν δὲ ὑμῶν παρακαλῶ νὰ τὴν δώσητε οὐχὶ πρὸς ἐμὲ, ἀλλὰ πρὸς τὸν ἑαυτόν σας, ἀφοῦ ἀκούσητε ὀλίγας σειρὰς μόνον ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων. Καὶ πρῶτον· «... Οἱ τοιοῦτοι ὄντως δικαιολογημένοι φόβοι ἐφαίνοντο ζωηρῶς ταράττοντες τὴν ψυχὴν τοῦ Ἕλληνος ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὃν εἶδον τὴν ΠΡΩΪΑΝ ΤΗΣ 4, ἀφοῦ μάλιστα ἔφθασε παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβείας τηλεγράφημα ἀγγέλλον τὸν ἔκπλουν τοῦ τουρκικοῦ στόλου, διευθυνομένου εἰς Πειραιᾶ. Ὁ κ. Δηληγιάννης ζωηρῶς αἰσθανόμενος τὴν δυσφημίαν (disdoro) καὶ τοὺς κινδύνους, εἰς οὓς ἤθελεν ἐκτεθῇ τὸ ὑπουργεῖον, ἂν ἀνεκάλει τὰ στρατεύματα ἐκ Θεσσαλίας, ἔκλινεν ὑπὲρ τῆς ἐξακολουθήσεως τῶν ἐχθροπραξιῶν, οὐδόλως ἐν τούτοις ἀρνούμενος ὅτι αὕτη ἠδύνατο νὰ ἀπολήξῃ εἰς καταστροφήν.» Δεύτερον, οὐχὶ πλέον ἔγγραφον ἑνὸς πρέσβεως πρὸς τὴν κυβέρνησίν του, ἀλλὰ τηλεγράφημα τῶν πρέσβεων Ἀγγλίας, Αὐστρίας, Γερμανίας, Ῥωσσίας, Γαλλίας καὶ Ἰταλίας πρὸς τὰς κυβερνήσεις αὐτῶν· Ἐν Ἀθήναις, 4 Φεβρουαρίου (ἔ. ν.) 1878. Ὁ τουρκικὸς στόλος θέλει φθάσει πιθανῶς αὔριον πρὸ τοῦ Πειραιῶς. Ἀδυνάτου οὔσης πάσης πραγματικῆς ἀντιστάσεως, Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΙΣ ΣΚΕΠΤΕΤΑΙ κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν περὶ τοῦ ζητήματος ἂν πρέπῃ ΝΑ ΕΠΙΚΑΛΕΣΘΗ τὴν φιλικὴν μεσολάβησιν τῶν μεγάλων Δυνάμεων.» Ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἶμαι παραχαράκτης, διότι ἰσχυρίσθην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν πρώτη ἐζήτησε τὴν μεσολάβησιν τῶν Δυνάμεων, καὶ ὅτι τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην τῆς Εὐρώπης τὴν ἐζήτει ἡ Κυβέρνησις ὡς πρόφασιν τῆς ἀνακλήσεως τοῦ στρατοῦ; Ἀκούσατε ἀκόμη· .... Ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης ἀνταλλαγῆς ἰδεῶν ὑπῆρξεν ἡ σύνταξις τοῦ κατωτέρω (ὅπερ ἄρτι σᾶς ἀνέγνωσα) ταὐτοσήμου τηλεγραφήματος, δι’ οὗ ἐζητοῦμεν παρὰ τῶν ἡμετέρων Κυβερνήσεων τὰ ἐν αὐτῷ, τρόπον τινὰ ὡς ἀντάλλαγμα τῆς ἀνακλήσεως τοῦ στρατοῦ. Ἐν τούτοις ἔφθασεν αὐτὸς ὁ κ. Δηληγιάννης, καὶ λαβὼν γνῶσιν προηγουμένως τῶν σκέψεων ἡμῶν, συνεμερίσθη τὴν ἡμετέραν ἰδέαν, εὐγνωμονῶν διὰ τὸ ἐμπνεῦσαν αὐτὴν αἴσθημα.» Τὴν ἀπάντησιν, εἶπον, εἰς τὴν ἐρώτησίν μου δὲν ἐπιθυμῶ νὰ δώσητε εἰς ἐμὲ, ἀλλ’ εἰς τὸν ἑαυτόν σας, καὶ νὰ σχηματίσητε οἵαν πρέπει νὰ σχηματίσητε πεποίθησιν περὶ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ τοῦ τοσοῦτον παραφερομένου καὶ ζωηροτάτου, οὐχὶ ἀναλόγως πρὸς τὴν ἡλικίαν του, σχετικῶς μάλιστα πρὸς τὴν ψυχρότητα, ἣν δεικνύει νεώτερος Βουλευτής. Ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι χθὲς ὁμιλήσας ἠθέλησα νὰ προσβάλω τὸν τόπον μου καὶ νὰ ἐξευτελίσω αὐτόν. Σκοπός μου ἴσα ἴσα ἦτο τὸ ἐναντίον, νὰ ἀποδείξω ὅτι ὅσα ἐγένοντο, τὰ ἐπράξατε σεῖς, ὁ δὲ τόπος εἶναι ἀθῶος, καὶ νὰ προκαλέσω τὴν ψῆφον αὐτοῦ καθ’ ὑμῶν, ἵνα μὴ τυχόν τις εἰς τὸ μέλλον τῷ εἴπῃ ὅτι εἶναι ὑπεύθυνος τῶν πράξεων αὐτῶν. Καὶ ἀληθῶς εἶσθε σεῖς μόνοι ὑπεύθυνοι, διότι ἐπράξατε πάντα ὅσα ἐπράξατε, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν ὁποίαν μάλιστα, ὅτε ἦτο παροῦσα, ἐδώσατε τὴν ἐναντίαν ὑπόσχεσιν. Σήμερον δὲ ἐρχομένη καὶ βλέπουσα τὰ ἔργα σας, ὀφείλει νὰ εἴπῃ ἐὰν τὰ συμμερίζηται ἢ ὄχι, διότι, ἐὰν τὰ ἐπιδοκιμάσῃ, βεβαίως εἶναι ἀξία ἐξευτελισμοῦ, διότι θὰ ἀποδειχθῇ καὶ αὐτὴ, ὅτι εἶναι ἀξία τῶν ἔργων τούτων. Ἐκτὸς τῶν προσβολῶν τούτων, ἢ μᾶλλον τῶν ὕβρεων, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐχαρακτήρισεν ὑπαινιγμούς τινας ἐμοῦ ἐνόχους καὶ ἀσεβεῖς. Ἀφ’ οὗ ἔφθασεν εἰς τὰς σκέψεις ταύτας, ἀπορῶ διατί ὠργίσθη κατ’ ἐμοῦ καὶ διατί δὲν μοὶ ὀφείλει εὐγνωμοσύνην. Μοὶ ὀφείλει, λέγω, εὐγνωμοσύνην, διότι τῷ ἔδωκα ἀφορμὴν νὰ τοὺς ὀνομάσῃ ἐνόχους, καὶ αὐτὴ ἡ ἐκδούλευσις, ἣν παρέσχεν, ἔχω πεποίθησιν, κύριοι, δὲν θὰ λησμονηθῇ.
§25Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ὁ προαγορεύσας ἠρώτησεν, ἑπομένως ἔχω δικαίωμα νὰ τῷ ἀπαντήσω, ἀπαντῶ δὲ μόνον εἰς τὴν ἐρώτησίν του, καὶ οὐδὲν πλέον· ἠρώτησεν, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν νομίζῃ, ὅτι αὐτὸς ὡς συγγραφεὺς τοῦ βιβλίου ἔγραψε τὴν ἀλήθειαν, διϊσχυρισθεὶς, ὅτι ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, τῶν δημοσιευθέντων μέχρι τοῦδε, ἀποδεικνύεται, ὅτι πρώτη ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐζήτησε τὴν μεσολάβησιν τῶν Δυνάμεων, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ ἐπανέλθῃ ὁ στρατός. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν Κυανῆν Βίβλον τῶν ἐγγράφων τῶν δημοσιευθέντων ὑπὸ τῆς ἀγγλικῆς κυβερνήσεως· σᾶς παρακαλῶ νὰ σημειώσητε τὴν σελίδα 106.
§26Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἔχομεν νὰ γράψωμεν εἰς τὸν Βήσκονσφηλδ νὰ μᾶς τὰ στείλῃ.
§27ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κύριον, ὅτι τὰ ἔγγραφα αὐτὰ εἶναι δημοσιευμένα δι’ αὐτῆς τῆς Βίβλου, τὴν ὁποίαν ἐπικαλοῦνται.
§28ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἐγὼ ὡς Βουλευτὴς δὲν εἶμαι ποσῶς ὑποχρεωμένος νὰ τρέχω εἰς τὰ βιβλιοπωλεῖα· ὤφειλε τὰ ἔγγραφα πρὸ πάσης ἄλλης ἐργασίας του νὰ καταθέσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§29ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ ἔγγραφα δημοσιεύονται ὁλονὲν, πρὸς ἀπόδειξιν δὲ ὑπάρχουν τὰ δοκίμια αὐτά· πολλὰ δὲ ὀλίγα μένουσιν ἔτι πρὸς δημοσίευσιν, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τυπωθῇ ταχύτερον βιβλίον τοσοῦτον ὀγκῶδες. Λοιπὸν ἐν τῇ Κυανῇ Βίβλῳ ἀναφέρεται ὅ,τι ὁ κύριος Βάδιγκτων εἶπεν εἰς τὸν Λόρδον Λάϊονς, ὅστις τὸ ἀνέφερεν εἰς τὴν Κυβέρνησίν του τὴν 4 Φεβρουρίου νέου ἔτους, δηλ. τὴν 23 Ἰανουαρίου, ὅτε ἔγραψεν ἤδη ἡ γαλλικὴ Κυβέρνησις εἰς τὸν ἐν Ἀθήναις πρέσβυν τῆς Γαλλίας, ἵνα κάμῃ ἐντόνους παραστάσεις πρὸς τὴν ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ πείσῃ αὐτὴν νὰ ἐπαναγάγῃ τὸν στρατόν της ἐντὸς τοῦ Κράτους. Ἡ δὲ διακήρυξις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, ἔχει οὕτω· «Τὰ ἑλληνικὰ στρατεύματα ὑπερέβησαν τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν ἐν ἀγνοίᾳ ὅτι ὑπεγράφησαν ἐν Καζανλὶκ οἱ προεισαγωγικοὶ ὅροι τῆς ἀνακωχῆς· ἂν δὲ αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις θέλωσι νὰ ἐγγυηθῶσι περὶ τῆς ἀσφαλείας τῶν κατοίκων τῶν ἐν τῇ Τουρκίᾳ ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν καὶ τῆς προστασίας τῶν δικαιωμάτων των, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Βασιλέως δύναται νὰ διατάξῃ τὰ στρατεύματα νὰ ἐπανέλθωσιν.» Ἡ διακήρυξις αὕτη ἐγένετο τὴν 5 Φεβρουαρίου, δηλαδὴ τὴν ἐπιοῦσαν.
§30ΖΩΧΙΟΣ. Τὴν 4.
§31ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας εἶπε πρὸς τὸν Λόρδον Λάϊονς ἐν Παρισίοις τὴν 4 Φεβρουαρίου, ὅτε ἤδη εἶχε δώσει διαταγὴν εἰς τὸν ἐν Ἀθήναις πρέσβυν διὰ νὰ κάμῃ τὰς παραστάσεις ταύτας, σᾶς ἀφίνω νὰ εἰκάσητε, ἐὰν ἡ διακήρυξις, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε, προηγήθη ἢ ἠκολούθησε τὰς συμβουλὰς αἱ ὁποῖαι μετεδόθησαν εἰς αὐτὴν ὑπὸ τῆς Γαλλίας καὶ τῶν ἄλλων μεγάλων Δυνάμεων.
§32ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Εἶναι ζήτημα ἡμερομηνίας, ἀλλὰ καὶ ζήτημα ἡμερομηνίας ἐὰν ἦναι, τὴν 4, πρωίαν, περὶ τὰ ἐξημερώματα, ἐπῆγεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τὸν πρέσβυν τῆς Ἰταλίας.
§33ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν μετέβη εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ πρέσβεως τῆς Ἰταλίας. Εἰς τὴν ἰδιαιτέραν κατοικίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν εὐηρεστήθησαν νὰ μεταβῶσιν ὁ πρέσβυς τῆς Γαλλίας, ὁ πρέσβυς τῆς Αὐστρίας καὶ ὁ ἐπιτετραμμένος τῆς Ἀγγλίας τὴν πρωίαν τῆς ἡμέρας ἐκείνης, καὶ τῷ ἀπηύθυναν τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος παραστάσεις.
§34ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Τὸν εἴδετε τὸν πρέσβυν τῆς Ἰταλίας.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ παύσουν οἱ διάλογοι. Ὁ κ. Πλαστήρας ἔχει τὸν λόγον.
§36ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Ἀνέβην τὸ βῆμα, κύριοι, διὰ νὰ φέρω ἀλλοῦ τὴν προσοχήν σας· θὰ ἦμαι δὲ λίαν σύντομος. Ἐῤῥέθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν ἠδικήθημεν ὑπὸ τῆς Εὐρώπης. Προκειμένου ἐπὶ τῆς φράσεως αὐτῆς νὰ φέρω τὸν λόγον, κάμνω ταύτην τὴν διαστολήν, ὅτι, ὅταν λέγω Εὐρώπην, δὲν ἐννοῶ τοὺς λαοὺς, διότι ὁ λαὸς οὐδέποτε ἀδικεῖ λαὸν, ἀλλ’ ἐννοῶ πάντοτε τὰς Κυβερνήσεις. Τοῦτο εἶναι ἄξιον μελέτης καὶ προσοχῆς, διότι, ἐὰν ἡμεῖς ἐδημιουργήσαμεν τὴν παροῦσαν θέσιν μας, ὀφείλομεν ἄλλως νὰ κανονίσωμεν τὰς σκέψεις μας περὶ τοῦ μέλλοντος· ἐὰν ὅμως ἐξ ἄλλου ἐδημιουργήθη ἡ θέσις μας αὕτη, ἐὰν ἄλλοι μᾶς ἠδίκησαν, τότε ἔχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τοὺς ἀδικήσαντας νὰ ἐπανορθώσουν τὸ ἀδίκημα. Ἐὰν ἀκολουθήσωμεν τὴν ἱστορίαν τῶν πεπραγμένων ἀπὸ τῆς κηρύξεως τοῦ Ῥωσσοτουρκικοῦ πολέμου, θέλομεν ἴσως ὁδηγηθῆ εἰς τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔφεραν ὅπου εἴμεθα. Ὅταν ἐκηρύχθη ὁ Ῥωσσοτουρκικὸς πόλεμος, ἡ μὲν Ῥωσσία δὲν μᾶς ἐνεθάῤῥυνε νὰ μετάσχωμεν τοῦ ἀγῶνος, ἡ δὲ Ἀγγλία μᾶς ἠπείλει. Διατί ἆρά γε ἡ Ῥωσσία δὲν μᾶς ἐκάλεσε νὰ μετάσχωμεν εἰς τὸν ἀγῶνα; Ἴσως, λέγω ἐγώ, διότι, ἐὰν ἔκτοτε ἐπενέβαινεν ὁ Ἑλληνισμὸς κατὰ τῆς Τουρκίας, ἡ Εὐρώπη ταχύτερον ἤθελεν ἐπέμβῃ, καὶ ἑπομένως ἡ Ῥωσσία δὲν ἤθελε φθάσει εἰς ἃ ἔφθασεν ἀποτελέσματα. Διατί ἡ Ἀγγλία μᾶς ἠπείλει; Διότι, λέγω ἐγὼ, πιστεύουσα, ὅτι ἡ Τουρκία θὰ ἀντισταθῇ καὶ θὰ κατορθώσῃ νὰ ἐξασθενήσῃ τὴν Ῥωσσίαν, δὲν εἶχε συμφέρον ν’ ἀναμιχθῇ ἡ Ἑλλὰς, διότι εἰς τὴν Εὐρώπην ἦτο καὶ εἶναι μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς δόγμα ἡ ἀκεραιότης τῆς Τουρκίας. Εὑρισκόμεθα λοιπὸν μεταξὺ σφύρας καὶ ἄκμωνος. Τί ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν, καὶ διατί νὰ αἰτιώμεθα ἀλλήλους, ὅταν οὕτω συνεβούλευεν ἡμᾶς ἡ Ἀγγλία, καὶ μετὰ τῆς Ἀγγλίας ἡ Εὐρώπη; Ὅταν ὅμως ἡ Ῥωσσία ἦλθεν εἰς τὰ πρόθυρα τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ διὰ τῆς συνθήκης ἐκείνης ἔπνιγε τὴν Τουρκίαν, τότε ἡ Ἀγγλία ἀφυπνισθεῖσα συνετάραξεν ὅλην τὴν Εὐρώπην, καὶ ἐκίνησε γῆν καὶ θάλασσαν, διὰ νὰ σώσῃ τὴν Τουρκίαν. Ἀλλ’ ὑπῆρχεν ὑποψία, ὅτι δὲν ἤθελε τὴν σώσει, καὶ διὰ τοῦτο ὤφειλε νὰ περιποιηθῇ τοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς, καὶ ἰδίᾳ τὸν Ἑλληνισμόν. Τότε ἐγένοντο, νομίζω, καὶ αἱ ὑποσχέσεις, καὶ τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε. Ἀλλ’ ὅταν ἡ Ἀγγλία κατώρθωσε νὰ ἀναγνωρισθῇ τὸ ἀρχαῖον δόγμα τῆς ἀκεραιότητος τῆς Τουρκίας, ἀνέκρουσε πρύμναν καὶ ἀφῆκε τοὺς λαούς. Οὐδέποτε πιστεύω, ὅτι ἐπειδὴ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος ἔστρεψεν ἀλλαχοῦ τὰ βλέμματα, ἤλλαξε πολιτικὴν ἡ Ἀγγλία. Ἐὰν ἐπίστευεν, ὅτι εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν ἔχει συμφέροντα πλείονα ἢ ὑποστηρίζουσα τὴν Τουρκίαν, βεβαιωθῆτε, ὅτι ἤθελεν ὑποστηρίξει αὐτόν. Καὶ λοιπὸν, κύριοι, εἰς τὸ Συνέδριον αὐτὸ ἀνεφάνη ἡ ἀνάγκη, διὰ νὰ συγκρατηθῇ ἡ Τουρκία, νὰ κρατηθῇ δοῦλος ἀκόμη ὁ Ἑλληνισμὸς, εἰς ἀντάλλαγμα τῶν Σλαύων, οἵτινες ἀπεσπάσθησαν. Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδικία, καὶ διὰ τοῦτο ἠθέλησα νὰ πολεμήσω τὴν γνώμην ἐκείνην, ὅτι δὲν μᾶς ἠδίκησεν ἡ Εὐρώπη. Ταῦτα ὅμως εἶναι ἤδη παρελθόν· ὡς πρὸς τὸ ἐνεστὼς εἶχον ὀλίγα τινὰ νὰ εἴπω, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐξακολουθήσω, ἕνεκα κεφαλαλγίας.
§37ΡΙΚΑΚΗΣ. Λαλήσας χθὲς, κύριοι, περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου, καὶ ἰδίως περιστραφεὶς εἰς τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἀπήγγειλε καὶ διέγραψεν ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, δὲν ἐπίστευον ὅτι ἤθελον προκαλέσει προσωπικὸν ζήτημα ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐρχομένου νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον διέλαβεν ὁ λόγος μου. Εἶσθε μάρτυρες, κύριοι, χθὲς μετὰ πόσης ἁβρότητος, μετὰ πόσης προσοχῆς καὶ σεβασμοῦ καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ Σῶμα ἐξέθεσα τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι, ἂν ἀντέκειντο πρὸς τὰς ἰδέας τοῦ ἐντίμου Πρωθυπουργοῦ, νομίζω ὅτι διὰ τοῦτο δὲν ἦσαν ἀξιόμεμπτοι. Προέλαβον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου νὰ θέσω τὴν βάσιν καὶ νὰ ἐξηγήσω, ὅτι ἡ ἀντίθεσις τῶν ἰδεῶν οὔτε διαμάχης ἀφορμὴ δύναται νὰ γείνῃ, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον προσωπικῆς προσβολῆς. Ἐγὼ εἶμαι δύσκολος καὶ φειδωλὸς ὁσάκις πρόκειται περὶ χρηματικῶν καὶ προσωπικῶν ὑποχρεώσεων· ἄλλοι φρονοῦσιν, ὅτι πρέπει νὰ ὦσιν εὔκολοι. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι δύσκολος, ὁσάκις πρόκειται νὰ ψηφίσω χρηματικὰ καὶ προσωπικὰ βάρη ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύω, ἐν ὀνόματι τῶν ὁποίων ὁμιλῶ, τὰ συμφέροντα τῶν ὁποίων ἐπεφορτίσθην νὰ ὑπερασπίσω· εἰς τὰ ἀτομικά μου δὲν εἶμαι δύσκολος, συνείθισα νὰ καταφρονῶ τὰ ὑλικὰ συμφέροντα, ἀλλὰ νὰ σέβωμαι τὰ συμφέροντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπεφορτίσθην νὰ ὑπερασπίσω. Φειδωλὸς λοιπὸν δὲν δύναμαι νὰ θεωρηθῶ, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος γνωρίζει ὅτι, ὁσάκις πρόκειται περὶ ἐθνικοῦ συμφέροντος, καὶ τὸ λέγω μεθ’ ὑπερηφανείας, διότι δὲν δύναται οὐδεὶς νὰ τὸ ἀρνηθῇ, οὔτε κόπων φείδομαι καὶ ἐφείσθην, οὔτε πάσης ἄλλης θυσίας, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὸν σκοπὸν αὐτόν· οὐδεμία ἰδέα οὔτε πολιτικὴ οὔτε προσωπικὴ, οὔτε οἱαδήποτε, ἰσχύει νὰ μὲ ἀποτρέψῃ ποτὲ ἀπὸ τοῦ νὰ συντελέσω, καθ’ ὅσον δύναμαι, προκειμένου νὰ ὑπηρετηθῇ ἐθνικὸν συμφέρον. Δὲν ἐπίστευον ποτὲ λοιπὸν ἀπέναντι ἑνὸς γεγονότος, τὸ ὁποῖον ὁ ἴδιος εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ, ἀπέναντι γεγονότος, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ, νὰ λησμονήσῃ ἑαυτόν, καὶ εἰς τὴν ῥύμην τοῦ λόγου του νὰ παρεισφρήσωσι λέξεις, αἱ ὁποῖαι εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον δὲν ἠδύναντο νὰ ἀποδοθῶσι. Τί σᾶς εἶπον χθὲς, κύριοι; ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐφεύρομεν περὶ δανείων διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τοῦ χαρτονομίσματος, ὑπηρετεῖ τὰ συμφέροντα τῶν τραπεζῶν, ἐνῷ βλάπτει τὰ τοῦ δημοσίου καὶ τοῦ κοινοῦ· καὶ πῶς ὠφελεῖ τὰ τῶν τραπεζῶν; διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν μερισμάτων καὶ τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν μετοχῶν των· καὶ ποῖοι ὠφελοῦνται; οἱ κάτοχοι τῶν μετοχῶν· καὶ ποῖοι ζημιοῦνται; οἱ πτωχοὶ, οἱ ὁποῖοι δανείζονται ἀπὸ τὴν τράπεζαν καὶ ὑποφέρουσιν ὅλα τὰ βάρη τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Εἰς ποίαν τάξιν εἶμαι ἐγώ; πιστεύω ὅτι δὲν εἶμαι εἰς τὴν δευτέραν. Οἱ φορολογούμενοι ὑπὸ τῶν τραπεζῶν, ἐκεῖνοι ὑποφέρουσι τὰ βάρη τῶν τοιούτων συμβάσεων· οἱ κεφαλαιοῦχοι ἀπ’ ἐναντίας χαίρουσιν, ἂν θέλετε, ἂν δὲν ἔχωσιν αἴσθημα πατριωτισμοῦ, διὰ τὴν ἐθνικὴν χρεωκοπίαν πρὸς τὴν ὁποίαν τρέχομεν, διότι ἐπ’ αὐτῆς κερδοσκοποῦσιν, ἀπ’ αὐτῆς ἀρύονται ὠφελείας, τὰς ὁποίας δὲν δύνανται νομίμως καὶ ἐν καλῇ καταστάσει πραγμάτων νὰ ἐλπίσωσι. Δὲν θέλω, κύριοι, τὰ δάνεια, δὲν τὰ θέλω, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἀφορμὴ δικαιολογημένη, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἀνάγκη, ὑπαγορεύουσα καὶ δικαιολογοῦσα τὰ τοιαῦτα δάνεια· δὲν θέλω τὰ δάνεια ἀκαίρως, δὲν θέλω τὰ δάνεια, διότι δι’ αὐτῶν ἐξευτελίζεται ἐντελῶς ἡ ἐθνικὴ πίστις μας, καὶ ἂν ἦμαι αὐστηρότερος παρά ποτε εἰς τὸ μέρος τοῦτο, εἶμαι σήμερον, διότι γνωρίζω καὶ μανθάνω, ὅτι κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ ἐξωτερικοῦ δανείου οἱ δανεισταὶ δὲν εὐχαριστοῦνται νὰ κατατίθενται αἱ εἰσπράξεις τοῦ χαρτοσήμου εἰς τὴν τράπεζαν, ἀλλ’ ἀπαιτοῦσι νὰ ἐνεχυριασθῇ αὐτὸ τὸ χαρτόσημον εἰς τὴν τράπεζαν. Καὶ ὅταν κατηντήσαμεν νὰ μᾶς λέγωσιν ὅτι ἀπαιτοῦσι νὰ ἐνεχυριάσωμεν τὸ χαρτόσημον λόγῳ ἀσφαλείας, διότι δὲν πιστεύουσιν ὅτι θὰ δώσωμεν τὰ εἰσοδήματα εἰς τὴν τράπεζαν, ἔχομεν πίστιν πλέον, καὶ πρέπει νὰ ἤμεθα εὔκολοι εἰς τὸ νὰ τὴν καταστρέψωμεν ἐντελῶς, καὶ νὰ καταστρέψωμεν τὴν πίστιν μας ἀπέναντι ἐκείνων, πρὸς τοὺς ὁποίους δυνάμεθα ἐν περιπτώσει ἐθνικῆς ἀνάγκης νὰ στρέψωμεν τὰ ὄμματα ἡμῶν; Καὶ προσέβαλον, κύριοι, τὰ συμφέροντα ἡμῶν, διότι ὕψωσα φωνὴν κατὰ πάσης κερδοσκοπίας, ἐκ τῆς ὁποίας μόνον ἰδιωτικὰ συμφέροντα δύνανται νὰ ἐξυπηρετηθῶσι; καὶ προσέβαλον τὴν Κυβέρνησιν, διότι αἱ ἰδέαι μου εἶναι ἀντίθετοι μὲ τὰς ἰδικάς της; Εἶμαι δύσκολος εἰς τὰ προσωπικὰ βάρη καὶ τὰς προσωπικὰς ὑποχρεώσεις· εἶμαι δύσκολος, διότι ἔχω τὴν ἀρχὴν ὅτι τὰ ἔθνη ἀναπτύσσονται πρὸ πάντων διὰ τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας, διότι ἔχω τὴν ἀρχὴν, ὅτι αἱ χεῖρες πρέπει νὰ χρησιμοποιῶνται πρὸς ὠφέλειαν ὑλικὴν τοῦ τόπου, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφαιρῶνται καὶ ἀπασχολῶνται εἰς ἔργα μὴ παραγωγικά. Δύω ἔτη ὁλόκληρα κυλιόμεθα εἰς τὸ ζήτημα τῶν παρασκευῶν, ἐπὶ δύω ἔτη ἐλησμονήσαμεν τὴν ὑλικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ τόπου, καὶ θέλετε αὐτὴ ἡ κατάστασις νὰ ἐξακολουθῇ, ἐνόσῳ δὲν ὑπάρχει μία ἀνάγκη δικαιολογημένη, ἐγὼ δὲ νὰ ἦμαι συνήγορος αὐτῆς τῆς καταστάσεως; Δὲν ἔχω τίποτε νὰ προσθέσω· ἀφίνω εἰς τὴν κρίσιν, τὴν ἐκτίμησιν ὑμῶν καὶ τὴν συνείδησιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ ν’ ἀποφανθῶσιν ἂν ἡ αἰτίασίς του ἦτο δικαία.
§38ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι, μεταξὺ τῶν καταμεμψαμένων καὶ ἐξευτελισάντων τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ὁ ἔντιμος Πρωθυπουργὸς ἔσχε τὴν καλωσύνην νὰ συγκαταλέξῃ καὶ ἐμὲ, ἐν παρόδῳ καὶ διά τινος παρεμπιπτούσης φράσεως, οἱονεὶ θέλων ν’ αὐξήσῃ τοὺς ὑβριστὰς τῆς Κυβερνήσεώς του. Δὲν ἐπερίμενα, τὸ ὁμολογῶ, τοιαύτην ἀμοιβὴν τῆς μετριοπαθείας, τὴν ὁποίαν ἔδειξα κατὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν, καὶ τὴν ὁποίαν σεῖς, κύριοι, ἐξετιμήσατε, καὶ ἅπας ὁ λαὸς ὅστις μὲ ἤκουσεν. Ἤλπιζον, ὅτι ὁ ἔντιμος Πρωθυπουργὸς, ὅστις ἀπὸ μακροῦ χρόνου μὲ γινώσκει, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ πάντων, δὲν ἤθελε ποτὲ παρασυρθῆ εἰς τὸ νὰ μοὶ ἀποδώσῃ παρομοίαν ἰδιότητα καὶ μάλιστα μὲ προφανῆ τῶν πραγμάτων παραμόρφωσιν. Ἐνθυμεῖσθε τῳόντι ὅτι σᾶς παρεκάλεσα νὰ ἀφήσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς εὐθύνης, νὰ μὴ ἀναδράμωμεν εἰς τὸ παρελθὸν, ἀλλὰ νὰ ἐξετάσωμεν ἁπλῶς τὸ μέλλον. Ἔπραξα δὲ τοῦτο διὰ δύο λόγους, πρῶτον μὲν καὶ κυρίως διότι φρονῶ, ὅτι συζήτησις παρομοία ἐν τοιαύτῃ στιγμῇ δὲν ἐξυπηρετεῖ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους· καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι δὲν πρέπει νὰ ῥίπτηται πέπλος ἐπὶ τῶν ἑκάστοτε πραττομένων ὑπὸ τῶν κυβερνώντων, ἀλλ’ ὁ ἔλεγχος πρέπει νὰ γίνηται πάντοτε ἐν καταλλήλῳ στιγμῇ, καθ’ ἣν δὲν δύναται ἐξ αὐτοῦ νὰ προέλθῃ οὐδὲν τῇ πολιτείᾳ κακόν. Τὴν παροῦσαν δὲ στιγμὴν δὲν ἐθεώρουν, οὐδὲ θεωρῶ κατάλληλον πρὸς ἔλεγχον, πρὸς δόσιν εὐθυνῶν· δεύτερον δὲ, διότι δὲν ἔχομεν τουλάχιστον ὑπ’ ὄψιν τ’ ἀναγκαῖα στοιχεῖα, ἐξ ὧν δυνάμεθα νὰ μορφώσωμεν γνώμην ἀσφαλῆ καὶ δικαίαν περὶ τῶν πεπραγμένων. Δὲν ἔχομεν πληροφορίας ἀναγκαίας ἴσως, ὅπως δικαιολογηθῇ πρᾶξίς τις κυβερνητικὴ, διότι ἡ Κυβέρνησις πιθανὸν νὰ θεωρῇ τὴν ἀνακοίνωσιν πληροφοριῶν τινῶν ἀντικειμένην εἰς τὸ συμφέρον τοῦ ἐκκρεμοῦς ἔτι ζητήματος· δὲν ἔχομεν κἂν τὰ σχετικὰ τῆς ὑποθέσεως ἔγγραφα. Ἄνευ δ’ ἐγγράφων, ἄνευ πληροφοριῶν, συζήτησις, στηριζομένη ἐπὶ γεγονότων, ἔνθεν μὲν θετομένων ἔνθεν δὲ ἀρνουμένων, εἶναι συζήτησις οὐχὶ ἑδραία, οὔτε εἰς συμπεράσματα δίκαια ἄγουσα. Θὰ φανῶ, κύριοι, ἐγκρατέστερος τοῦ ἐντίμου Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε, δὲν εἰξεύρω διατὶ, νὰ διαποικίλῃ, ν’ ἀσχημίσῃ τὴν ὡραίαν ἀληθῶς ἀγόρευσίν του μὲ προσωπικὰς νύξεις καὶ αἰτιάσεις· θὰ ἐπιβάλω εἰς ἐμαυτὸν καὶ τὴν στιγμὴν ἔτι ταύτην τὴν μετριοπάθειαν. Αἰσθάνομαι βαθέως, ὅτι ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, ὀφείλω καὶ τὴν ἰδίαν αὐτὴν φιλοτιμίαν μου νὰ θυσιάσω χάριν τοῦ δημοσίου συμφέροντος. Ἐπειδὴ δὲ τοῦτο ὑπαγορεύει νὰ μὴ ἀναδράμωμεν εἰς τὸ παρελθὸν, δὲν τὸ πράττω· μίαν ἐξήγησιν μόνον ἐπιτρέψατέ μοι νὰ δώσω ἐπὶ τοῦ γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἄδικον κατ’ ἐμοῦ αἰτίασιν τοῦ κ. Προέδρου. Τίς, κύριοι, ἐξ ὑμῶν δὲν γινώσκει, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν διεπραγματεύετο ἡ εἰρήνη μεταξὺ τῆς Τουρκία καὶ τῆς Ῥωσσίας, ὁ Γορτσακὼφ ἔλεγε πρὸς τοὺς ἀπεσταλμένους τῆς Τουρκίας, «σπεύσατε νὰ ὑπογράψητε· ἂν ἀφήσετε ὀλίγαι ἔτι ἡμέραι νὰ παρέλθωσι, θὰ ἀναγκασθῆτε νὰ κάμητε πολὺ βαρυτέρας θυσίας. Οἱ Ἕλληνες ἑτοιμάζονται νὰ ἐπιδράμωσιν εἰς τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας.» Τὸ γεγονὸς τοῦτο μαρτυρεῖται ἐν ἐπισήμοις ἐγγράφοις. Ἐνῷ δὲ τοιαύτη ἀπειλὴ ἀπευθύνετο πρὸς τὴν Τουρκίαν ἐκ μέρους τῆς Ῥωσσίας, ἑλληνικὸς στρατὸς ἐπέδραμε πρὸς τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας. Τί θέλω νὰ συναγάγω ἐντεῦθεν; ὅτι οἱ κυβερνῶντες τὴν Ἑλλάδα κατεπρόδιδον τὸ μέλλον καὶ τὰ συμφέροντα αὐτῆς; Ὄχι, κύριοι βουλευταί Οὐδέποτε ἐφαντάσθην οὔτε δυνατὸν ἦτο νὰ φαντασθῶ, ὅτι θὰ ὑπῆρχεν Ἕλλην Ὑπουργὸς, θυσιάζων ἐν γνώσει τὴν τιμὴν καὶ τὸ μέλλον τῆς πατρίδος του, διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ σκοποὺς καὶ συμφέροντα ἄλλου οἱουδήποτε κράτους· ἥκιστα δὲ πάντων θὰ ἀπέδιδον τοιαύτην βαρεῖαν μομφὴν εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἄνδρας δεδοκιμασμένους εἰς τὴν τῶν δημοσίων διάπραξιν, τοὺς ὁποίους γινώσκω ἐκ μακροῦ χρόνου καὶ τῶν ὁποίων πολλάκις ἐξετίμησα τὴν θερμὴν φιλοπατρίαν· ἀλλ’ οἱ δημόσιοι ἄνδρες, κύριοι, οἱ τὰ κοινὰ διέποντες, δὲν εἶναι ὑπεύθυνοι, μόνον ὅταν ἀπεμπολῶσι τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος των, ἀλλὰ καὶ ὅταν βλάπτωσιν αὐτὰ δι’ ἔλλειψιν προνοίας καὶ ἐπιτηδειότητος. Διατί δὲ νὰ τὸ κρύψω; Φοβοῦμαι, κύριοι, μήπως ἐν τῇ ἄκρᾳ ἐπιθυμίᾳ τοῦ νὰ πράξῃ κάτι τι ἡ Κυβέρνησις, ἐν τῇ φοβερᾷ ἐκείνῃ ἀπογνώσει, ὅτι ἐγκατελείφθη καὶ ἐθυσιάσθη ἡ ὑπόθεσις τοῦ Ἑλληνισμοῦ, μήπως ἐν τοιαύτῃ στιγμῇ πυρετώδους πατριωτισμοῦ δὲν ἀνέπτυξε τὴν πρόνοιαν ἐκείνην καὶ ἐπιτηδειότητα, τὴν ὁποίαν ὤφειλεν ὡς ἐκ τῆς θέσεώς της ν’ ἀναπτύξῃ, ἀλλ’ ἀφέθη νὰ γείνῃ ἀκουσίως ὄργανον τῶν ξένων. Διότι δὲ ἐξεφράσαμεν τὸν φόβον, τὴν ὑπόνοιαν ταύτην, εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς κατηγορήσητε, ὅτι σᾶς ἐμέμφθημεν, ὅτι σᾶς ὑβρίσαμεν ὡς προδόντας τὴν πατρίδα; Μὴ θέλετε νὰ μᾶς θέσητε εἰς τὴν θέσιν νὰ σᾶς εἴπωμεν ὅτι συκοφαντεῖτε. Εὔχομαι, κύριοι, νὰ ἦναι ἁπλῆ σύμπτωσις τὸ προεκτεθὲν γεγονός· εὔχομαι νὰ μὴ ἐγένετο ἡ Κυβέρνησις τῆς πατρίδος ἀκούσιον θῦμα πολιτικῆς γνωστῆς διὰ τὰ ἐπιτήδεια αὐτῆς μηχανήματα· πολλάκις τῳόντι ἡ τύχη ἀγαπᾷ νὰ παίζῃ μὲ ἡμᾶς τοὺς ἀδυνάτους ἀνθρώπους, νὰ μᾶς σκανδαλίζῃ μὲ τοὺς ἀλλοκότους αὐτῆς συνδυασμούς. Ἀκούσατε τῳόντι καὶ ἄλλον παραδοξότερον συνδυασμόν. Ἂν δὲν ἀπατῶσιν αἱ ἰδιαίτεραί μου πληροφορίαι, διότι ἐπὶ τούτου δὲν ἔχω ἐπίσημα ἔγγραφα νὰ ἐπικαλεσθῶ, ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ῥωσσίας ἐν Ἀθήναις ἦτο ὁ θερμότερος σύμβουλος καὶ εἰσηγητὴς τοῦ μέτρου τῆς ἐπιδρομῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἰς τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας· οὐδενὸς μέσου ἐφείσθη, καὶ μέχρις ὑποσχέσεων ῥητῶν ἔτι προέβη, ἵνα κατανικήσῃ τοὺς ἐνδοιασμοὺς καὶ κατορθώσῃ τὴν τοιαύτην ἐπιδρομήν. Μετ’ ὀλίγας δ’ ἡμέρας, ἀφοῦ οἱ προεισαγωγικοὶ ὅροι τῆς συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου ὑπεγράφησαν, ὁ θερμότερον συμβουλεύων καὶ παρακελεύων νὰ ἐπιστρέψῃ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς εἰς τὰ ἴδια ἦτο αὐτὸς πάλιν οὗτος ὁ Πρέσβυς τῆς Ῥωσσίας. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, νὰ μὴ παρεξηγηθῶ ταῦτα λέγων· δὲν ἐννοῶ νὰ μεμφθῶ τὴν πολιτείαν ἀντιπροσώπου ξένης Δυνάμεως, καὶ ταύτης εὐεργέτιδος. Οἱ ξένοι ἀντιπρόσωποι ἐνεργοῦν πάντοτε καὶ πολιτεύονται ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος των, εἶναι δὲ ἀξιέπαινοι, ὅταν τὸ ἐξυπηρετῶσιν ἐπιτηδείως καὶ ἀποτελεσματικῶς. «Ἐμπρὸς» μᾶς ἐφώναζε πρὶν ὑπογραφῶσιν οἱ προεισαγωγικοὶ ὅροι, «ὀπίσω» ἀφοῦ οἱ ὅροι οὗτοι εἶχον ἤδη ὑπογραφῆ. Ἡμεῖς δὲ καὶ τὴν μίαν συμβουλὴν ἠκούσαμεν καὶ τὴν ἄλλην. Εὔχομαι, κύριοι, καὶ τοῦτο νὰ ἦναι ἁπλῆ σύμπτωσις· ἀλλ’ ἐρωτῶ καὶ πάλιν, ὅταν ἔχῃ τις τοιαῦτα γεγονότα ὑπ’ ὄψιν, ὑβρίζει, ἐξευτελίζει τὴν Κυβέρνησιν, ἀναφέρων καὶ θέτων αὐτὰ εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Ἔθνους; Λοιπὸν ὑβριστὴς εἶμαι ἐγὼ καὶ ἐξευτελιστὴς τῆς κυβερνήσεως, καὶ δὴ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου αὐτῆς, διότι ὑπέμνησα ἁπλῶς εἰς τὸν ἀγορεύοντα φίλον μου κ. Ζωχιὸν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ὠπισθοχώρησεν ἀφοῦ εἶχον ἤδη ὑπογραφῆ οἱ προεισαγωγικοὶ ὅροι τῆς εἰρήνης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου; Ὑμεῖς κρίνατε ἐπὶ τούτου. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀγωνίζεται νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι ἐκ τῆς ἐπιδρομῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἰς τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας καὶ τῆς ἀμέσου ὀπισθοχωρήσεως αὐτοῦ, καὶ ἐκ τῶν ἐπισήμως παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καταδικασθέντων ἀτάκτων κινημάτων προέκυψεν ἓν μέγα διὰ τὴν Ἑλλάδα ἀπόκτημα, ὅτι ἐγεννήθη Ἑλληνικὸν ζήτημα. Φαίνεται ὅτι πιστεύει τοῦτο ἐνδομύχως, καὶ τὸν συγχαίρω, διότι μὲ τὴν τοιαύτην πεποίθησιν πολιτεύεται καὶ κυβερνᾷ, ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω τὴν δυστυχίαν νὰ μὴ θεωρῶ οὔτε σπουδαίαν τὴν τοιαύτην σκέψιν· ἐγὼ ἐφρόνουν καὶ φρονῶ ἀδιστάκτως, — ἤθελον μεταχειρισθῆ μίαν τραχεῖαν λέξιν, ἀλλ’ ὄχι, δὲν τὴν μεταχειρίζομαι — ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἄνθρωπον ὀρθῶς σκεπτόμενον ὄνι πιστεύῃ, ὅτι ἡ Εὐρώπη ἐξηναγκάσθη νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἑλληνικὸν ζήτημα, διότι ἔκαμεν ἕνα περίπατον πέντε ἡμερῶν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς εἰς τὴν μεθόριον γραμμὴν, ἢ διότι συνέβησαν κινήματά τινα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐστιγμάτισε κατ’ ἀρχὴν, ἐγὼ δὲ δὲν θέλω νὰ τὰ χαρακτηρίσω νῦν γενόμενα. Δὲν ἠξεύρω ἂν πλανῶμαι, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἄνθρωπος σώας ἔχων τὰς φρένας — μὲ συγχωρεῖτε, ἀνακαλῶ τὴν φράσιν μου — ὀρθῶς σκεπτόμενος, δὲν δύναται νὰ πιστεύσῃ τοιοῦτό τι παραδοξολόγημα. Συνεπὴς πρὸς ἑαυτὸν ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς φρονεῖ ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ πολιτικὴ αὕτη τῆς ἐκφοβίσεως, μέχρις οὗ περατωθῇ τὸ ζήτημα. Σᾶς θέτει λοιπὸν τὸ ζήτημα σαφῶς καὶ καθαρῶς, καὶ εἶναι τῳόντι ἄξιος ἐπαίνου διὰ τὴν πολιτικὴν ταύτην τόλμην, ἡ ὁποία πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ ὡς παράδειγμα εἰς τοὺς διαχειριζομένους τὰ δημόσια. «Τοιαύτη, σᾶς λέγει, εἶναι ἡ πεποίθησίς μου. Θέλετε νὰ ἐξακολουθῶ διευθύνων τὰ δημόσια πράγματα τῆς πατρίδος; ὀφείλετε νὰ μοι δώσητε τὰ μέσα πρὸς πραγμάτωσιν τῆς πεποιθήσεώς μου ταύτης καὶ ἐν τῷ μέλλοντι». Ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς, κύριοι, ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα συνεπεῖς πρὸς αὐτούς· καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν καθαρῶς καὶ εὐτόλμως τὴν ἀντίθετον πολιτικήν. Ἂς καθαρίσωμεν δὲ τὴν θέσιν μας. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ζητεῖ νὰ πείσῃ τὸν κόσμον, ὅτι ἡμεῖς, οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν πολιτικήν του, εἴμεθα ἄξιοι πολῖται τῶν Ἀθηνῶν Δημητρίου τοῦ Πολιορκητοῦ, αὐτοῦ μετὰ τῶν ὀπαδῶν του ἀντιπροσωπεύοντος τὰς Ἀθήνας τοῦ Θεμιστοκλέους, ὅτι εἴμεθα ἄνθρωποι, οὐδόλως μεριμνῶντες περὶ τῆς τιμῆς, περὶ τοῦ μεγαλείου καὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλὰ θέλοντες νὰ σήπηται ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς ἐν τῇ ἡδυπαθείᾳ καὶ ταῖς ὑλικαῖς ἀπολαύσεσι. Τοῦτο μᾶς τὸ εἶπε κατὰ πρόσωπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, χωρὶς ἡμεῖς νὰ παραπονεθῶμεν, ὅτι ἐξευτελίζει τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν. Ὄχι, κύριοι, δὲν θὰ ἀποπλανήσητε τὴν δημοσίαν συνείδησιν. Μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν ὑπάρχει προδήλως ἡ ἑξῆς διαφορά· ἐπιδιώκομεν ἀμφοτέρωθεν τὸν αὐτὸν σκοπὸν, τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν πανελληνίων πόθων, οἵτινες ἀπὸ οὐδενὸς Ἕλληνος καρδίαν ἐλλείπουσιν, ἀλλ’ ἰδοὺ ποῦ χωριζόμεθα· σεῖς θέλετε νὰ ἐπιδιωχθῇ διὰ μέτρων ἐκτάκτων καὶ παραβόλων, διὰ πολιτικῆς ἀτασθάλου καὶ προκλητικῆς, ἡ ὁποία θὰ ἐκπνεύσῃ μετ’ οὐ πολὺ ἐν μέσῳ καταστροφῶν· ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἐπιδιωχθῇ διὰ τῆς δραστηρίου ἀλλὰ κανονικῆς ἀναπτύξεως τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων, διὰ πολιτικῆς μεμετρημένης καὶ σώφρονος, ἐπισπώσης τὴν ὑπόληψιν καὶ συμπάθειαν τῶν ἰσχυρῶν καὶ βεβαίας περὶ τοῦ τελικοῦ θριάμβου. Ἡμεῖς θέλομεν στρατὸν καὶ ναυτικὸν ὠργανισμένον καὶ κατηρτισμένον οὕτως, ὥστε νὰ δύναται τὸ ἔθνος νὰ ὑφίσταται τὴν δαπάνην τῆς συντηρήσεως αὐτοῦ ἐπὶ πέντε μῆνας, ἐπὶ ἓν καὶ πλείονα ἐν ἀνάγκῃ ἔτη, καὶ νὰ περιμένῃ εὔκαιρον περίστασιν, ὅπως διεκδικήσῃ τὰ δικαιώματά του ἀξίως ἑαυτοῦ καὶ ἀποτελεσματικῶς· σεῖς θέλετε ἐντὸς τριῶν μηνῶν νὰ αὐτοσχεδιάσητε στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς δυνάμεις, νὰ ἐξαντλήσητε τὸ ἔθνος, νὰ ῥίψητε τὸν περὶ τῶν ὅλων κῦβον, νὰ προκαλέσητε τὴν Τουρκίαν, νὰ γεννήσητε πράγματα, καὶ ἂς ἐπισυμβῇ ὅ,τι ἂν ἐπισυμβῇ, διότι ὑποθέτετε, ὅτι μετὰ τρεῖς μῆνας θὰ ἀποθάνῃ ἡ ἐθνικὴ ὑπόθεσις. Πότεροι ἔχουσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὴν ἀλήθειαν; ἡμεῖς ἢ ὑμεῖς; οὕτω πρέπει, κύριοι, νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως. Ηὐχόμην, κύριοι, πιστεύσατέ μοι, νὰ μὴ προεκάλει ἡ κυβέρνησις ὑπουργικὸν ζήτημα· ηὐχόμην τὸ ἑλληνικὸ Κοινοβούλιον νὰ μὴ βουλευθῇ περὶ κυβερνήσεως εἰς τὰ πρῶτα βήματα τῆς νέας Συνόδου. Τὸ θεωρῶ ἐθνικὴν ζημίαν, καὶ διὰ τοῦτο, ἐνθυμεῖσθε, προσεπάθησα τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, νὰ τὸ ἀποφύγω ἐκ παντὸς τρόπου, χαρακτηρίσας τὴν προκειμένην συζήτησιν ὡς ἁπλῆν ἐξομολόγησιν πολιτικῶν φρονημάτων, σκοποῦσαν μόνον νὰ φωτίσῃ τὴν κυβέρνησιν, ὅπως κανονίσῃ τὴν πορείαν της, συμφώνως μὲ τὸ ὑποδεικνυόμενον φρόνημα τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ κυβέρνησις ὅμως σπεύδει δυστυχῶς πρὸς τὴν κρίσιν, ἑτοιμαζομένη νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα τῆς ὑπάρξεώς της, χωρὶς παντάπασι νὰ προκληθῇ. Ἂς σκεφθῇ ὅτι ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι, προκαλουμένου ὑπουργικοῦ ζητήματος, πρὶν ἀκόμη εὑρεθῇ ἡ Βουλὴ εἰς θέσιν νὰ ἐκζητήσῃ εὐθύνας τῶν πεπραγμένων, γίνεται τοῦτο σκοπίμως, τουτέστιν ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ μὴ δοθῶσι ποτὲ εὐθύναι ...
§39ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ θὰ ἤμεθα πάντοτε.
§40ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὄχι ὡς ὑπουργοί. Διὰ τοῦτο, κύριοι, παρακαλῶ τὴν κυβέρνησιν νὰ παραιτήσῃ τὴν ἰδέαν τοῦ ὑπουργικοῦ ζητήματος, εἰς τρόπον ὥστε νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις ὡς ἐφάνη ἐν ἀρχῇ ὅτι ἔμελλε νὰ λήξῃ, τουτέστιν ὡς ὑπόδειξις εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ φρονήματος τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ πρακτέου. Ἐὰν ὅμως καὶ μετὰ τὴν παράκλησιν ταύτην ἡ κυβέρνησις ἐπιμείνῃ, ἐγὼ, κύριοι, εἶμαι ὑπόχρεως διὰ τῆς ψήφου μου ν’ ἀποκρούσω πολιτικὴν, ἣν θεωρῶ ἐπιβλαβῆ εἰς τὸ ἔθνος, ἡ δὲ εὐθύνη τῶν ἐντεῦθεν συνεπειῶν ἂς βαρύνῃ τοὺς αἰτίους.
§41Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ συζήτησις παρετάθη ἐπὶ πολὺ, ἤθελον βεβαίως σᾶς κουράσει, ἐὰν ἐπεχείρουν καὶ ἐγὼ νὰ προσθέσω τι εἰς τὰ λεχθέντα. Σᾶς ὑποβάλλω λοιπὸν τὴν ἑξῆς πρότασιν, ἥτις εἶναι τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως. «Ἡ Βουλὴ, μετὰ τὴν γενομένην συζήτησιν, ἐπιδοκιμάζουσα τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν» (Θόρυβος).
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καθ’ ὅλην τὴν συζήτησιν ταύτην ἡ κυβέρνησις συνεφώνησε μεθ’ ἡμῶν, ὅτι αἱ περιστάσεις τῆς πατρίδος δὲν ἐπιτρέπουσι τὸν ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, τῶν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς λήξεως τῆς τελευταίας συνόδου μέχρι τῆς ἡμέρας ταύτης, καὶ ἀπέφυγε τὴν συζήτησιν καὶ ἀπεφύγομεν αὐτὴν καὶ ἡμεῖς. Ἐν τούτοις, ἡ κυβέρνησις ἔρχεται σήμερον καὶ λέγει πρὸς τὴν Βουλὴν, ζητῶ νὰ ἐκφράσητε ἐμπιστοσύνην πρὸς ἐμὲ ἐπὶ τοῖς πεπραγμένοις, τὰ ὁποῖα δὲν γινώσκετε, πεπραγμένοις, τὰ ὁποῖα δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἀνακοινώσω, πεπραγμένοις, τὰ ὁποῖα, ἐὰν σᾶς ἀνεκοινοῦντο, θὰ ἔβλαπτον σπουδαίως τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Σᾶς ζητῶ, λέγει, τὴν ψῆφον ταύτην, διότι ἔχω ἀνάγκην αὐτῆς ὡς ἐξ ἐπικειμένων ἐπικινδύνων περιστάσεων, ἐνώπιον τῶν ὁποίων δέον νὰ ἔχῃ ἡ κυβέρνησις τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Καὶ ἆρα ἀπόδειξιν ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς θὰ ἔχῃ ἐνώπιον τοῦ κόσμου ἡ κυβέρνησις, ὅταν λάβῃ τοιαύτην ψῆφον; Ἐνῷ αὐτὴ αὕτη λέγει, ὅτι ὀφείλομεν νὰ μὴ συζητήσωμεν περὶ τῶν πράξεων αὐτῆς, ἐνῷ ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γνωστῶν καὶ τῶν παρ’ αὐτῆς ῥηθέντων πρὸς τὴν Βουλὴν συνάγεται ὅτι πολλὰ ὑπῆρξαν τὰ χρῄζοντα ἐξετάσεως, ζητεῖ νὰ λάβῃ παρ’ ἡμῶν ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Τί θὰ ἦτο τοιαύτη τυφλὴ ἀπόφασις, τί θ’ ἀπεδείκνυεν; ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, ἢ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα οἱ ἐχθροὶ τῆς Βουλῆς προσάπτουσιν αὐτῇ, ὅτι τὴν ψῆφον αὐτῆς δίδει, οὐχὶ ἐκ πεποιθήσεως, ἀλλ’ ἐκ συναλλαγῆς; (Εὖγε, εὖγε.)
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ ἀπαγορεύονται.
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μήπως, κύριοι, ἡ ἐποχὴ, τὴν ὁποίαν διήνυσεν ἡ Κυβέρνησις, μήπως ἡ διαχείρισις, τὴν ὁποίαν ἡ κυβέρνησις κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο μετῆλθεν, ὑπῆρξε διαχείρισις τυχαία καὶ συνήθης; Κύριοι, ἀνάγνωτε ἐκ νέου ὅσα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, ἵνα ἐνθυμηθῆτε τίς ἡ ἐποχὴ, καὶ τίνας ἔχει εὐθύνας ἡ κυβέρνησις. Τί σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τῶν ἐκτάκτων ὑποθέσεων, τῶν ὁποίων ἡ διαχείρισις τῷ εἶχεν ἀνατεθῇ; Τί σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐφεδρείας; Σᾶς εἶπεν ὅτι τοσοῦτο κακὴ ὑπῆρξεν ἡ διοίκησις τοῦ κράτους κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, περὶ οὗ πρόκειται, ὥστε θὰ ἀναγκασθῇ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τῆς Βουλῆς πρὸς ἄρσιν τοῦ κακοῦ τούτου τῆς διοικήσεως τὴν κατάργησιν ἐγγυήσεως ἀναγραφείσης ὑπὸ τοῦ νόμου ὑπὲρ τοῦ πολίτου, διότι οἱ ὑπάλληλοι, οἵτινες ὤφειλον νὰ διαχειρισθῶσι τὴν ἐξουσίαν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, διεχειρίσθησαν αὐτὴν κατὰ τοῦ λαοῦ καὶ ὑπὲρ ἑαυτῶν. Οὐδεμίαν ἔρχομαι νὰ ἐκφέρω ἐγὼ μομφὴν κατὰ τῆς κυβερνήσεως· ἐπαναλαμβάνω μόνον ὅσα ἡ κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶπεν αὐτὴ καθ’ ἑαυτῆς. Ὅταν ἡ κυβέρνησις τοιαύτην παριστᾷ τὴν εἰκόνα τῆς διοικήσεως, ἡμεῖς δὲ λέγομεν ὅτι ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων οὔτε ἀπαιτοῦμεν οὔτε δεχόμεθα νὰ δώσῃ αὕτη εὐθύνας, πῶς δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἡ κυβέρνησις αἰτοῦσα παρ’ ἡμῶν ψῆφον ἐμπιστοσύνης; καὶ δύναται Βουλευτὴς χωρὶς ἐλέγχου τῶν πράξεων τῆς κυβερνήσεως νὰ δώσῃ ὑπὲρ αὐτῆς ψῆφον ἐλευθέραν; Κύριοι, ζητῶ ὑπὲρ τῶν Βουλευτῶν τὴν ἐλευθερίαν τῆς ψήφου· δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὰς κυβερνήσεις ν’ ἀπειλῶσι τοὺς Βουλευτὰς διὰ τῆς παραιτήσεως (Εὖγε). Ἡ κυβέρνησις καλῶς γινώσκει ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Βουλῆς καὶ ποία εἶναι ἡ θέσις αὐτῆς ἐν τῇ Βουλῇ. Ἡ κυβέρνησις ἐνδέχεται νὰ πλειονοψηφῇ καὶ ἐνδέχεται νὰ μειοψηφῇ· ἀλλὰ, εἴτε πλειονοψηφεῖ εἴτε μειονοψηφεῖ, ἡ διαφορὰ δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ δύναται ἡ κυβέρνησις νὰ εἴπῃ ὅτι ἀπολαμβάνει ἐπαρκῶς τῆς ὑποστηρίξεως τῆς Βουλῆς· οὐδ’ ἡ ἀντιπολίτευσις δύναται νὰ εἴπῃ τοῦτο. Διαφορὰ δύο ἢ τριῶν ψήφων δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ζητεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Πρὸς τί λοιπὸν θὰ προεκαλεῖτο ψῆφος ἐμπιστοσύνης, ἔστω καὶ ἂν ἐπετρέπετο ἠθικῶς ἡ πρόκλησις αὐτῆς; Ἔργον τῆς κυβερνήσεως εἶναι νὰ πράξῃ ὅ,τι ἐπράξαμεν ἡμεῖς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον. Ὅπως ἡμεῖς ἠνέχθημεν τὴν κυβέρνησιν, οὕτως ὀφείλει ἤδη αὕτη ν’ ἀνεχθῇ ἡμᾶς ἐν τῇ θέσει τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διότι δὲν ἔχομεν τὴν δύναμιν νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐνδέχεται νὰ πλειονοψηφήσωμεν, ἀλλ’ οὐχὶ ἐφ’ ἱκανὸν, ἵνα εἴπωμεν ὅτι τοιαύτη πλειονοψηφία μᾶς ἀρκεῖ πρὸς καταρτισμὸν Κυβερνήσεως, καὶ μάλιστα ἐν ταῖς ἐκτάκτοις αὐταῖς περιστάσεσιν, ὅπως οὐδ’ ἂν ἡ Κυβέρνησις πλειονοψηφήσῃ, θὰ ὑπερτερήσῃ ἐφ’ ἱκανὸν, ἵνα θεωρηθῇ ὡς Κυβέρνησις ἀπολαύουσα τῆς πλήρους ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Διατί λοιπὸν προτείνονται τοιαῦτα ζητήματα, ἐνῷ ἡ κατάστασις, περὶ ἧς καλοῦνται, ἵνα κρίνωσιν οἱ Βουλευταὶ, εἶναι ἐκ πρώτης ὄψεως τοιαύτη, ὥστε δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ εὐνοϊκὴν ψῆφον; Μόνον ἐὰν ἐγίνετο ἔλεγχος καὶ ἀπεδεικνύετο, ὅτι αἱ καταχρήσεις—καὶ ὁμιλῶ μόνον περὶ ὅσων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέφερε—δὲν εὐθύνουσι τὴν Κυβέρνησιν, μόνον ἂν ἀπεδεικνύετο, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς διοικήσεως, οἵαν ἐξέθηκεν αὐτὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ κυβερνητικῶς, μόνον ἐὰν ὑπάρχωσι τοιαῦται ἀποδείξεις δυνάμεθα νὰ δώσωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Ἀλλ’ αἱ τοιαῦται ἀποδείξεις δύνανται νὰ προσαχθῶσιν ἄνευ ἐλέγχου καὶ ἐλέγχου μάλιστα δικαστικοῦ, ὃν ῥητὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἐπιτρέπει εἰς τὴν Βουλὴν; καὶ εἶναι αἱ περιστάσεις αἱ προκείμεναι τοιαῦται, ὥστε νὰ ἐπιληφθῶμεν τοιούτου ἐλέγχου; Ἀνέφερα περὶ ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐφεδρείας, ἀλλ’ ἴδωμεν πῶς ἐφήρμοσε καὶ τὸ μέτρον, δι’ οὗ ἔλαβε τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἄδειαν, ἵνα θέτῃ εἰς ἀποστρατείαν ἀξιωματικοὺς ἄνευ τῶν διατυπώσεων, αἵτινες ἀπαιτοῦνται διὰ τοῦ κανονικοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ. Περὶ τούτου τί σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός; Σᾶς εἶπεν ὅτι ἀπεδοκίμασε τὰ γενόμενα ἐπανειλειμμένως. Ἐβεβαίωσε δὲ τοῦτο καὶ δι’ ἐπισήμου πράξεως. Καί τοι δ’ ἐγένετο τοιαύτη χρῆσις τοῦ ἐκτάκτου δικαιώματος, ὥστε ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ ἐπιτρέψῃ, ἵνα τεθῶσιν εἰς ἀποστρατείαν ἀξιωματικοὶ, περὶ ὧν εἶχε πεποίθησιν ὅτι ἠδύναντο νὰ ὑπηρετήσωσιν ὠφελίμως, ἔρχεται καὶ ζητεῖ νὰ τῷ δώσωμεν ψῆφον ἐπιδοκιμασίας τοιαύτης διαγωγῆς, χωρὶς νὰ ἐκθέσῃ κἂν τοὺς λόγους, δι’ οὓς κατὰ τὴν κρίσιν του ὤφειλε ν’ ἀνεχθῇ τὸ κακὸν τοῦτο. Διεχειρίσθητε κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο 35,000,000 πιστώσεις ἐκτάκτους, ἐκ τῶν ὁποίων ἀπέμειναν κατὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν μόνον 3,000,000, δαπανηθέντων τῶν 32,000,000, καὶ θὰ δώσωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης, χωρὶς νὰ ἠξεύρωμεν ποῦ ἐδαπανήθησαν τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἴχετε λάβει ἄδειαν, ἵνα δαπανήσητε ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ; Κύριοι Ὑπουργοὶ, καταχρᾶσθε τῆς θέσεως ὑμῶν καὶ τῆς εὐκαιρίας, τὴν ὁποίαν σᾶς δίδει ἡ θέσις αὕτη, ὅπως φέρητε τὴν Βουλὴν εἰς σκληρὸν δίλημμα. Ἀλλὰ, κύριοι, νομίζω ὅτι τοιοῦτον θέμα οὐδὲ κἂν δύναται νὰ τεθῇ ὑπὸ τοῦ Προεδρείου. Τὸ Προεδρεῖον δὲν δύναται νὰ θέσῃ εἰς ψηφοφορίαν θέματα μὴ ὄντα πορίσματα τῆς συζητήσεως. Περὶ τίνος δὲ ἐσυζητήσαμεν καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας ταύτας; Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ἅμα ἀρξαμένης τῆς Συνόδου, ὑπέβαλε νομοσχέδιά τινα συνδεόμενα μετὰ τῆς πολιτικῆς τῆς κυβερνήσεως· εἶπε δὲ συνάμα ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει ἔλθει εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα δώσῃ ἐξηγήσεις περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου καὶ περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θέλει λάβει ἡ κυβέρνησις, ὧν ἐξηγήσεων ἄνευ ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν μέτρων καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὅτι ἀναμένει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἵνα εἴπῃ ὅσα νομίσῃ ἀναγκαῖα, καὶ μετὰ συζήτησιν περὶ τῶν παρ’ αὐτοῦ λεχθέντων προβῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν μέτρων ἐκείνων. Περὶ τῆς μελλούσης πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου πρόκειται. Πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ πολιτευθῶμεν, καὶ μόνον τούτου χάριν ἀνετρέξαμεν εἰς τὸ παρελθὸν, ζητοῦντες ἐν αὐτῷ ὁδηγίαν περὶ τῶν πιθανοτήτων τοῦ μέλλοντος· διότι ὅλη ἡ μέλλουσα πολιτικὴ ἡμῶν πορεία στηρίζεται ἐπὶ τῶν πιθανοτήτων τούτων. Δέον νὰ μορφώσωμεν ἰδέαν περὶ τῆς πιθανότητος τῆς διαρκείας τῆς ἐνεστώσης καταστάσεως, τουτέστι τῆς ταχυτέρας ἢ βραδυτέρας ἐκτελέσεως τῆς περὶ Ἑλλάδος ἀποφάσεως τῆς Εὐρώπης. Ἐὰν ἡ διάρκεια εἶναι τοιαύτη, ὁποίαν παρὰ τῆς κυβερνήσεως βλέπομεν αὐτὴν παριστωμένην, εἶναι ἴσως δυνατὸν τὰ μέτρα τὰ παρ’ αὐτῆς προτεινόμενα νὰ ἦναι τὰ κατάλληλα· ἐὰν ὅμως ἡ κατάστασις ἦναι ἡ παρ’ ἡμῶν ἀναπτυχθεῖσα, τὰ παρὰ τῆς κυβερνήσεως προταθέντα μέτρα δὲν εἶναι βεβαίως τὰ κατάλληλα. Ἀλλὰ μήπως καὶ ἡ κυβέρνησις ἐξέφρασεν εὐκρινῆ τινα πεποίθησιν. Ὁ μὲν κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπε, κατὰ τὴν πρώτην ἡμῶν συνεδρίασιν, ὅτε τῷ ἐγένετο ἐπερώτησις περὶ τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως, ὅτι αὕτη ζητεῖται καὶ διὰ τὸ 1878 καὶ διὰ τὸ 1879· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔπειτα εἶπεν ὅτι ζητεῖται μόνον διὰ τὸ 1878, διότι κατὰ τὴν πεποίθησιν τῆς κυβερνήσεως μόνον κατὰ τὸ 1878 εἶναι ἀνάγκη ἐκτάκτων μέτρων. Τέλος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐκθέτων κατ’ ἐντολὴν τὸ φρόνημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐξέθηκεν, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ διαρκείας τοῦ ἐκκρεμοῦς τῆς καταστάσεως τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν ζητήματος ἦσαν ἁπλῶς τυπικὰ, διότι ἡ κυβέρνησις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποθέτῃ ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀπεφάσισαν αἱ μεγάλαι Εὐρωπαϊκαὶ Δυνάμεις δὲν θέλουσιν ἐκτελεσθῆ ἐν βραχυτάτῳ χρόνῳ, ἀλλὰ περὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ φρονήματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ οὐδένα ἐποιήσατο λόγον. Ἑδραία ἄρα πεποίθησις περὶ τῶν πιθανοτήτων τῆς πολιτικῆς δὲν ἐξεφράσθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ αἱ πιθανότητες αὗται εἶναι ἡ πυξὶς, ἥτις ὀφείλει νὰ καθοδηγήσῃ τὴν ψῆφον ἡμῶν περὶ τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως. Τὰ μέτρα ταῦτα θέλομεν ἐξετάσει εἰδικῶς, ὅταν ἔλθωσιν εἰς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐγένετο καὶ ἤδη συζήτησις περὶ αὐτῶν, ἀλλ’ ἡ συζήτησις αὕτη εἶχε γενικώτερον χαρακτῆρα· περιεστράφη ἐντὸς κύκλου πολὺ εὐρυτέρου, ὅπερ ἦτο ἀναγκαῖον εἰς διαφωτισμὸν τῆς κατὰ μέρος συζητήσεως. Ἐκεῖ, ἐν τῇ συζητήσει τῶν καθέκαστον, θέλομεν ὠφεληθῆ ἐκ τῶν γενικώτερον ἤδη διατρανωθέντων, ἵνα ἀποδείξωμεν ἐπιψηφίζοντες ἢ ἀποῤῥίπτοντες τὰ μέτρα, ἂν ἐπιθυμῶμεν ἢ οὔ νὰ μείνῃ ἡ κυβέρνησις. Αἱ ψῆφοι, τὰς ὁποίας τότε θέλομεν δώσει, θὰ δείξωσιν ἂν τὰ προτεινόμενα μέτρα, τουτέστιν ἡ πολιτικὴ τῆς κυβερνήσεως, καὶ ἂν τὰ πρόσωπα, ἅτινα πρόκειται νὰ ἐκτελέσωσι τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τυγχάνωσι τῆς ὑποστηρίξεως τῆς Βουλῆς. Τοῦτο δ’ οὐδόλως ἐπιτυγχάνετε λαμβάνοντες τώρα ψῆφον, οἵαν ζητεῖτε. Αὕτη οὐδαμῶς συντελεῖ εἰς ὃν ἐπιδιώκετε σκοπόν. Τὴν πεποίθησιν τοῦ κόσμου θέλετε ἀποκτήσει, οὐχὶ ὅταν κατορθώσητε νὰ ἀποσπάσητε ἐκ τῆς Βουλῆς τυφλῆς ἐμπιστοσύνης ψῆφον, ἀλλ’ ὅταν κατορθώσητε νὰ ψηφισθῶσι παρ’ αὐτῆς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα τῇ προτείνετε. Περὶ τῶν μέτρων τούτων συνεζητήσαμεν ἐπὶ πολύ· εἶπον δὲ περὶ τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως, ἣν ζητεῖτε χάριν διατηρήσεως τῆς ἐφεδρείας, ὅτι ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἡ διατήρησις τῆς ἐφεδρείας ὑπὸ τὰ ὅπλα, ἀντὶ νὰ συντελέσῃ πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκετε, ἀπεναντίας καθιστᾷ βεβαίαν τὴν ἀποτυχίαν τοῦ θεσμοῦ. Εἶπον τοῦτο στηριζόμενος ἐπὶ τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος, ἀποδεικνυούσης ὅτι τὸ προτεινόμενον παρὰ τῆς κυβερνήσεως μέτρον δὲν εἶναι σπουδαῖον. Τί περὶ αὐτοῦ γινώσκομεν; Γινώσκομεν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν προσκαλεῖ εἰς τὰς τάξεις τὴν τρίτην καὶ τετάρτην σειρὰν τῆς ἐφεδρείας, ἀπολύει δὲ τὴν πρώτην καὶ δευτέραν σειρὰν ἐφ’ ὅσον προσέρχονται ἐξ ἐκείνων ἰσάριθμοι ἄνδρες· ἀλλὰ πόσους ἐλπίζετε ὅτι θέλετε ἰδεῖ προσερχομένους ἐκ τῆς τρίτης καὶ τετάρτης σειρᾶς; Ὅταν ἐκ τῆς πρώτης σειρᾶς εἴδετε προσελθόντας 7,500 ἐκ δὲ τῆς δευτέρας μόλις 4,000, ἐλπίζετε ὅτι ἐκ τῆς τρίτης καὶ τετάρτης σειρᾶς θὰ ἴδητε προσερχομένους πολλούς; Λέγων ἄρα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι προτείνει τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἀνδρῶν τῶν πρώτων σειρῶν, ὅπως προσέλθωσι καὶ γυμνασθῶσι νέοι ἄνδρες, λέγει τι ὅπερ δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰ πράγματα, διότι καὶ νέοι ἄνδρες ὀλίγοι θὰ προσέλθωσιν εἰς γύμνασιν καὶ ὀλίγοι ἑπομένως ἐκ τῶν παλαιοτέρων θέλουσιν ἀπολυθῆ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ ὀλίγου εἶπεν ἑτέραν ἰδέαν μὴ συνάδουσαν πρὸς τὴν πρώτην, ὅτι δηλαδὴ καλεῖ τοὺς ἐφέδρους, ἵνα πληρώσῃ τὰς τάξεις τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ.
§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό· μὲ συγχωρεῖτε· ...
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφήσατε νὰ ἐξηγήσω τὴν ἰδέαν σας, ὅπως τὴν ἐνόησα. Εἴπετε ὅτι ἐντὸς ὀλίγου χρόνου ὁ μόνιμος στρατὸς θὰ ᾖ ἐλαττωμένος ἕως τοῦ ἀριθμοῦ 7,000 ἀνδρῶν, διότι περιλαμβάνει ἐθελοντὰς ἐπὶ βραχυπροθέσμῳ θητείᾳ, προσεχῶς ἀπολυθησομένους, ὡς καὶ ἄλλου, ὧν λήγει ἡ ὑποχρέωσις· ἵνα συμπληρώσητε ἄρα τὸν ἀριθμὸν τοῦ μονίμου στρατοῦ οὕτως ἐλαττωθησομένου, θέλετε τὰς νέας σειρὰς τῆς ἐφεδρείας. Ἀλλ’ ἐνῷ κατὰ τὴν πρώτην ἐξήγησιν θέλετε τοὺς νέους ἐφέδρους εἰς ἀναπλήρωσιν ἰσαρίθμων παλαιῶν ἀπολυομένων, κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην θέλετε αὐτοὺς πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ μονίμου στρατοῦ. Αἱ δύο αὗται ἰδέαι δὲν δύνανται νὰ συμβιβασθῶσι πρὸς ἀλλήλας.
§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ τακτικὸς στρατὸς θὰ ἦναι, ὅπως ἦτο τὸ παρελθὸν, θὰ φέρωμεν δὲ τοὺς νέους ἐφέδρους διὰ νὰ συμπληρώσωμεν τοὺς ἀπολυομένους.
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Φέρετε, λέγετε, τοὺς νέους ἐφέδρους διὰ νὰ συμπληρώσητε τὰς τάξεις τῆς ἐφεδρείας, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον φέρετε νέους θὰ ἀπολύητε παλαιούς. Κατ’ οὐδὲν ἄρα αὐξάνετε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐφέδρων, ἀντικαθιστᾶτε μόνον γεγυμνασμένους δι’ ἀγυμνάστων καὶ οὐδὲ βῆμα πλησιάζετε πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῆς δυνάμεως, ὃν παρεστήσατε ὡς ἀναγκαῖον κατὰ τὰς περιστάσεις ταύτας. Ἐν τῷ ζητήματι ἄρα τῆς ἐφεδρείας διαφωνοῦμεν, διότι ἡμεῖς θέλομεν ν’ ἀφεθῶσιν ἤδη πάντες οἱ ἔφεδροι, ἵνα ὦσι χρήσιμοι, καθ’ ἣν ὥραν ἠθέλομεν λάβει ἀνάγκην αὐτῶν, νομίζομεν δὲ ὅτι διὰ τῶν μέτρων ὑμῶν, ἅτινα εἶναι ἀντιφατικὰ, καὶ, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι ἀντιφατικὰ, εἶναι ἐξαντλητικὰ τῆς δυνάμεως τῆς ἐφεδρείας, ἀντὶ νὰ φθάσητε εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον φαίνεσθε ἐπιδιώκοντες, φθάνετε εἰς τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα, στεροῦντες τὸν στρατὸν τῆς συνδρομῆς τῆς ἐφεδρείας, ὅταν ἐπιστῇ ἡ ἀνάγκη τῆς παρουσίας αὐτῆς. Ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι ἀποδεχόμεθα τὴν ἰδέαν τῆς διατηρήσεως μονίμου στρατοῦ 18,000 ἀνδρῶν· ὅταν δὲ εἰς τὸν στρατὸν τοῦτον ἔχοντα κατάλληλα πρὸς ἐπαύξησιν τῆς δυνάμεως τὰ στελέχη δυνάμεθα, ἅμα ἐπιστῇ ἡ ὥρα, νὰ προσθέσωμεν 4000 τακτικῶν ἐφέδρων καὶ 10000 ἐκγυμνασθέντων ἤδη ἐκτάκτων ἐφέδρων, νομίζω, ὅτι φθάνομεν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῆς δυνάμεως, δι’ οὗ δυνάμεθα νὰ ἐργασθῶμεν σπουδαίως· διότι, ἂν σπουδαίως θελήσωμεν νὰ ἐργασθῶμεν, δὲν θὰ ζητήσωμεν, ὡς ἄλλοτε, οὔτε 100,000 οὔτε 200,000 ἄνδρας, ἀλλ’ ἀριθμὸν οὐχὶ ἀνώτερον τοῦ προμνησθέντος. Ἀποκρούοντες δὲ τὸ μέτρον τῆς ἐν ταῖς τάξεσι διατηρήσεως τῆς ἐφεδρείας, ἀποκρούομεν φυσικῶς καὶ τὴν ἔκτακτον πίστωσιν ἐφ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοιαύτην ἀνάγκην. Ταῦτα ἦσαν τὰ θέματα περὶ ἃ ἐστράφη ἡ συζήτησις. Ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι ἡ κυβέρνησις, χάριν αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπαγγέλλεται ὅτι ἐπιδιώκει, ἤτοι τῆς ἀποδείξεως ὅτι ἰσχύει ἐν τῇ Βουλῇ, ὤφειλε νὰ μὴ δεχθῇ, πολλῷ δὲ μᾶλλον νὰ μὴ ζητήσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἐπὶ γενικῆς συζητήσεως εἰς πᾶν ἄλλο περιστραφείσης ἢ εἰς τοιοῦτον θέμα· ὤφειλε δὲ νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ψήφισιν τῶν μέτρων αὐτῆς προβαίνουσα ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῶν, ἵνα δυνηθῇ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ὑφαρπάζει συγχωροχάρτια παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἔχει τὴν δύναμιν ἵνα λαμβάνῃ τὰ νομοθετήματα, ὧν ἔχει ἀνάγκην. Ἐὰν ὅμως ἐπιμένητε ὑμεῖς εἰς τὴν ὑμετέραν ἀπαίτησιν, ὅπως ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ θέμα, ἐνῷ οὐδενὸς θέματος τὴν ψήφισιν θεωροῦμεν ἀναγκαίαν, θέλομεν ἀναγκασθῆ ν’ ἀπαιτήσωμεν καὶ ἡμεῖς, ὅπως μὴ συναινέσῃ τὸ Προεδρεῖον, ἵνα θέσῃ εἰς ψηφοφορίαν θέμα ὅπερ δὲν ὑπῆρξε πόρισμα τῆς συζητήσεως, ἀλλ’ ἀντ’ αὐτοῦ θέσῃ τὸ μόνον θέμα, ὅπερ ἐκ τῆς συζητήσεως προκύπτει, ἤτοι ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιδοκιμάζῃ ἢ ἀποδοκιμάζῃ τὴν ἰδέαν τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως πρὸς διατήρησιν τῆς ἐφεδρείας.
§49Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.). Ἀδημονῶν καὶ ἀσχάλλων ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἀνέβη τὸ βῆμα, διὰ νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ Βουλευτοῦ, ὅστις ἐπρότεινε ταύτην ὡς πόρισμα τῶν συζητήσεων, αἵτινες ἔλαβον χώραν· ἐκ ταύτης δὲ λαβὼν ἀφορμὴν, ἐζήτησε νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἐλευθερίαν τῆς Βουλῆς, ἥτις ἀπειλεῖται, παραστήσας ὅτι τοὺς ἰσχυρισμούς του ὑποστηρίζει ὁ νόμος, τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ δίκαιον. Καὶ διὰ ποῖον λόγον σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν τὸ πόρισμα τοῦτο τῆς συζητήσεως; διότι νομίζει, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐφωτίσθη ἀκόμη ἐπὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ κυβέρνησις σᾶς ἐπρότεινε διὰ τὸ μέλλον, διότι αὐτὸς νομίζει ὅτι τὸ σύστημα τῆς ἐφεδρείας, ὅπως ἡμεῖς θέλομεν αὐτὸ, δὲν εἶναι σύστημα ὀρθὸν καὶ λυσιτελὲς, διότι νομίζει, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τούτου θέλετε ἐξαντλήσει τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις, τὰς ὁποίας ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν πρέπει νὰ δώσητε τὴν πίστωσιν· διότι αὐτὸς νομίζει, τέλος πάντων, ὅτι ὑπάρχουσι πλημμέλειαι ἐν τῇ διοικήσει, αἵτινες ὡμολογήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ αἵτινες εἶναι ἄξιαι τοῦ δικαστικοῦ ἐλέγχου τῆς Βουλῆς. Νομίζω, ὅτι ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου δὲν ἔδωκε προσοχὴν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῆς προτάσεως, ἥτις ἐγένετο παρὰ τοῦ ὑποβαλόντος αὐτήν. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ Βουλευτὴς, δὲν σᾶς ὁμιλεῖ περὶ τοῦ μέλλοντος, οὐδὲ περὶ τῆς ἐφεδρείας, οὐδὲ περὶ τῆς πιστώσεως τῶν 12,000,000· δὲν σᾶς προκαλεῖ νὰ παραδεχθῆτε τὴν ἐφεδρείαν οὕτως ἢ ἄλλως, οὐδὲ νὰ ἀντικαταστήσητε αὐτὴν, ἂν θέλετε, διὰ τοῦ στρατοῦ, οὐδὲ νὰ ἀποφανθῆτε ἂν δίδετε ἢ ὄχι τὴν πίστωσιν τῶν 12,000,000. Πάντα ταῦτά εἰσι νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα μένουν ἐκκρεμῆ, καὶ θέλετε συζητήσει ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτῶν, καὶ εἶσθε πάντοτε εἰς θέσιν νὰ ἐκφράσητε τὴν γνώμην σας· εἶσθε εἰς θέσιν νὰ εἴπητε ὅτι δὲν παραδεχόμεθα τὴν ἀρχὴν, ἢ ὅτι ψηφίζομεν αὐτὴν ἢ ἐκείνην τὴν τροπολογίαν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν ἢ ἐπὶ τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον τὰ νομοσχέδια σᾶς προβάλλουσιν. Ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου σᾶς ἀνέπτυξε περὶ τοῦ συστήματος τῆς ἐφεδρείας, φρονῶ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῇ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Οἰτύλου. Ἔχετε πλήρη ἐλευθερίαν νὰ εἴπητε ὅ,τι θέλετε, ἔχετε πλήρη ἐλευθερίαν νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν παραδεχόμεθα τὸ σύστημα τοῦ ὑπουργείου εἴτε ἐπὶ τῆς ἐφεδρείας, εἴτε ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν προτάσεων αὐτοῦ· ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε καί τι περισσότερον, ὅτι παραδέχεσθε τὸ σύστημα αὐτό, ἀλλὰ δὲν θέλετε νὰ ἐμπιστευθῆτε εἰς τὸ ὑπάρχον ὑπουργεῖον νὰ ἐκτελέσῃ αὐτό. Ἀλλὰ σήμερον ψηφίζετε τὴν ἀρχὴν τῶν νομοσχεδίων; Ἀποφαίνεσθε ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτῶν; Πῶς ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἔρχεται καὶ προβάλλει ἀντιῤῥήσεις καὶ δισταγμοὺς αἱ ὁποῖαι δὲν στηρίζονται ἐπὶ τῆς ἀληθείας; Ἀλλ’ εἶναι ἀκόμη καὶ ἕτερος λόγος. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς ὡμολόγησεν ὅτι τὰ στρατολογικὰ Συμβούλια ἔκαμον καταχρήσεις, ὅτι δὲν συνετέλουν εἰς τὸ νὰ διαγινώσκωσι τὴν ἀληθῆ ἡλικίαν τῶν ἐφέδρων, ἀλλὰ τὰ μέλη αὐτῶν, πληρονόμενα, ἀπέλυον τοὺς ἄγοντας τὴν νόμιμον ἡλικίαν. Ἀλλὰ αὐτὸς ὁ λόγος ποίαν ἔχει σχέσιν μετὰ τῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου; Ἀδικῶ τὸν Βουλευτὴν Μεσολογγίου, ἂν ὑποθέσω, ὅτι τοσοῦτον συγχύζει τὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου μὲ τὴν διοίκησιν· ἀδικῶ αὐτὸν, ἂν ὑποθέσω ὅτι πιστεύει ὅτι, ἂν ἐν τῇ χρηματικῇ διαχειρίσει ὑπῆρξε πλημμέλεια, ὅτι, λέγω, σεῖς δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσητε τὰς πράξεις Κυβερνήσεως, ἂν σήμερον ἀποφανθῆτε ἐπὶ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς. Μὴ ἡμεῖς διστάζωμεν νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς πάντα νόμιμον ἔλεγχον περὶ τῆς χρηματικῆς διαχειρίσεως; Σᾶς ἀνέφερε τὰ 35 ἑκατομμύρια τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν, ἴσως διὰ νὰ καταπλήξῃ τὴν Βουλὴν, καὶ σᾶς εἶπεν ὅτι ζητοῦμεν συγχωροχάρτι, ἐνῷ ὁ Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν ὅτι ὑποβαλλόμεθα εὐχαρίστως εἰς πάντα νόμιμον ἔλεγχον. Ὁ βουλευτὴς Οἰτύλου σᾶς προέβαλε πρότασιν εὐκρινεστάτην· σᾶς εἶπε ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς μέχρι τοῦδε πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου· ἡ δὲ μέχρι τοῦδε πολιτικὴ τοῦ Ὑπουργείου τρία μόνον συμβεβηκότα παρουσιάζει, τὸ συμβεβηκὸς τῆς ἐξόδου τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ἐπανόδου, τὸ συμβεβηκὸς τῆς ἐπαναστάσεως καὶ εἰρηνοποιήσεως τῆς Θεσσαλίας, τὸ συμβεβηκὸς τῆς ἀντιπροσωπεύσεως τῆς Ἑλλάδος ἐν Βερολίνῳ. (Ἐνταῦθα οἱ κύριοι Ζαΐμης, Λομβάρδος, Ἀθ. Πετιμεζᾶς ζητοῦσι τὸν λόγον). Καὶ ὅταν συνήλθατε τὸ πρῶτον ἐνταῦθα, σᾶς προεκαλέσαμεν νὰ μᾶς εἰπῆτε τὴν γνώμην σας ἐπὶ τῆς μέχρι τοῦδε πολιτικῆς μας; Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς ἐπρόβαλε νομοσχέδια, ὁ δὲ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου συντόμως σᾶς ἔκαμεν ἀφήγησιν τῶν γενομένων· σεῖς δὲ ἤλθετε καὶ τί ἐκάμετε; προέβητε εἰς μομφὰς, αἰτιάσεις, κατηγορίας, συκοφαντίας, κύριοι. Νομίζετε ὅτι δύναται Κυβέρνησις νὰ μείνῃ ὑπὸ τὸ βάρος τῶν συκοφαντιῶν τούτων, τὰς ὁποίας σεῖς διετυπώσατε;
§50ΖΩΧΙΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον. (Θόρυβος.)
§51ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν μετεχειρίσθημεν συκοφαντίας (θόρυβος).
§52ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Συκοφαντίας μάλιστα, καὶ σᾶς δίδω καὶ ἀπόδειξιν. Τὸ φυλλάδιον, ὅπερ ἐδημοσιεύθη, περιέχει αἰτιάσεις, ἐκ τῶν ὁποίων οὐδεμία στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀληθείας· ποῦ μὲν παραλείπει τὴν βεβαίωσιν τῶν χρονολογιῶν, ποῦ δὲ εὐρύνει συμβάντα πέραν τοῦ κύκλου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου συνέβησαν, ποῦ δὲ περιστέλλει αὐτὰ, ποῦ δὲ παρατρέχει τὴν ἀλήθειαν (θόρυβος καὶ διακοπαί).
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος; Ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§54ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὡμίλησαν περὶ τῶν ἐγγράφων τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ σᾶς λέγω ὅτι εἶναι μέχρι τοῦδε τετυπωμένα....
§55ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι μόνον δοκίμια (θόρυβος).
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε (θόρυβος).
§57ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δηλόνω ὅτι αἱ διακοπαὶ ἥκιστα μὲ ἐπηρεάζουσι, κάμνω δὲ τὴν παρατήρησιν, ὅτι οἱ διακόπτοντες δὲν σέβονται ἑαυτούς. Ἐκ τῶν ἐγγράφων ἐξετυπώθησαν ἤδη 113· ἀνάγονται δὲ ταῦτα εἰς τὸ πρῶτον στάδιον, τὸ τῆς ἐξόδου καὶ ἐπανόδου τοῦ στρατοῦ. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου σταδίου, τοῦ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ εἰρηνοποιήσεως τῆς Θεσσαλίας, δὲν θέλω δημοσιεύσει παρ’ ὅσα ἐδημοσιεύθησαν διὰ τῆς Κυανῆς Βίβλου τῆς Ἀγγλίας. Ὅταν ἡ ἀγγλικὴ κυβέρνησις ἐδημοσίευσε τὰ ἴδια αὑτῆς διπλωματικὰ ἔγγραφα. Ὑπῆρξε συνεννόησις μεταξὺ τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτῆς καὶ ἐμοῦ περὶ τῶν δημοσιευτέων. Ἑπομένως, ὡς ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις ἐδημοσίευσε μόνα ταῦτα, οὕτως οὐδ’ ἐγὼ δὲν θέλω δημοσιεύσει ἄλλα πλὴν αὐτῶν. Ἂν δὲ ἐννοῇ ἡ Βουλὴ νὰ δημοσιεύσω ἔγγραφα ἀφορῶντα τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου, δηλῶ ὅτι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα δὲν μοὶ ἐπιτρέπουσι νὰ δημοσιεύσω ἄλλα παρὰ τὰ ἑξῆς· τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συνεδρίου περὶ προσκλήσεως τῆς Ἑλλάδος, ὅπως εἰσέλθῃ ἀντιπρόσωπος αὐτῆς εἰς τὸ Συνέδριον, τὴν δήλωσιν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συνεδρίου, τὴν διὰ τοῦ 13 Πρωτοκόλλου τοῦ Συνεδρίου, διότι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα δὲν μοὶ ἐπιτρέπουσι νὰ δημοσιεύσω ἄλλα. Νομίζετε ὅτι εἶνε τοσούτῳ ἁπλοῦν ἡ δημοσίευσις ἐγγράφων διπλωματικῶν, καὶ ὅτι ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε δύνανται νὰ προβαίνωσιν εἰς ταύτην αἱ κυβερνήσεις; Καὶ ἂν νομίζητε ὅτι ὑπάρχει εὐκολία τις διὰ τὴν δημοσίευσιν εἰς τὰ μεγάλα Κράτη, νομίζετε ὅτι εἶναι ὡσαύτως ἀκίνδυνον καὶ ἀζήμιον νὰ προβαίνωσιν εἰς δημοσιεύσεις ἐγγράφων ἐπιπολαίως καὶ τὰ μικρὰ, καὶ ὅτι δὲν ἔχει τις εἰμὴ νὰ παραγγείλῃ νὰ σταλῇ ἕνας φάκελλος εἰς τὸ τυπογραφεῖον; Ζητεῖ ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν τῆς προτάσεως, ἀφοῦ οἱ ἐλθόντες νὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων ὑπερέβησαν τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον εἶχε τάξει ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἠνάγκασαν αὐτοὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ διὰ τῆς προτάσεως ταύτης τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς· καὶ πρῶτος τὸ ἔπραξεν ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐκ τοῦ βήματος τούτου, ὁ ὁποῖος εἶπεν οὐδὲν ὀλιγώτερον, ἢ ὅτι, ἐὰν δὲν εἰσηγήσατο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Γαλλίας τὴν τροπολογίαν περὶ περιορισμοῦ τῆς προτάσεως τῆς Ἀγγλίας περὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ Συνεδρίῳ, πρέπει νὰ ἀποδείξῃ καὶ τί ἔκαμε διὰ νὰ προλάβῃ αὐτήν. Ἔχετε συνείδησιν τοῦ βάρους τῆς φράσεως ταύτης; Ἐὰν ἡ εὐρύτης τῶν ὁρίων τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἡ Εὐρώπη ἐπρόκειτο νὰ ἀναγνωρίσῃ εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ Συνεδρίῳ, ἂν ἡ εὐρύτης ἢ μὴ τῶν ὁρίων ἐφήπτετο συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐὰν ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν στενὰ ἐτάσσοντο ὅρια τῆς ἐντολῆς τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος, ὁ Ἑλληνισμὸς ἐζημιοῦτο, ἢ ἂν ἦσαν εὐρέα, ὁ Ἑλληνισμὸς ἐσώζετο καὶ ὠφελεῖτο. Τὶ ἔπραξεν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, ὁ εἰσηγησάμενος εἰς τοὺς Γάλλους τὰς προτάσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἡ ἐντολὴ αὕτη περιωρίζετο; Τὶ ἄλλο ἢ προδοσίαν τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Εἶναι λοιπὸν μικρὸν τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον προσάπτεται; Ἐκπλήσσομαι ἀληθῶς, ὅτι ἀφοῦ πρῶτοι ἐνομίσατε ὅτι ἔχετε τὴν ἐλευθερίαν νὰ κατηγορῆτε, στηριζόμενοι ἐπ’ εἰκασιῶν, ἐνομίσατε ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀποφανθῆτε μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἡμῶν. Ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἔχει ἓν δικαίωμα, νὰ ζητήσῃ ν’ ἀναπτύξῃ τοὺς ἰσχυρισμούς του, δι’ ὧν ἐσυκοφάντησεν ἡμῶν, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀνθίσταται εἰς τὸ νὰ ζητήσωμεν τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς κανὲν μέλος τοῦ Κοινοβουλίου νὰ τολμᾷ ν’ ἀποδίδῃ εἰς ἄλλους αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας δὲν δύναται ν’ ἀποδείξῃ· ὅταν δὲ εἰς τοιοῦτόν τι προβαίνῃ, ὀφείλει ν’ ἀκούσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Κύριοι, μικρὸν καὶ ἀσήμαντον τὸ πλημμέλημα, τὸ ὁποῖον ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἔπραξεν ὡς κοινοβουλευτικὸς ἀνήρ· μικρὰ ἡ βλάβη, ἂν ἐγὼ ὑπελαμβανόμην ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν μου προδότης τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἢ ἂν καὶ οἱ ἄλλοι ὑπουργοὶ ὑπελαμβάνοντο ὡς τοιοῦτοι. Πρόκειται περὶ πέντε ἀτόμων, τὰ δὲ ἄτομα ἂν ἀδίκως πάθωσιν, ἡ βλάβη μικρά. Ἀλλ’ ἡ τόλμη ἀνέβη πολὺ ὑψηλότερα. Ἤκουσα ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπαινιγμούς, αἰτιάσεις, μομφὰς, εἰς τὰς ὁποίας ἂν οἱ ἐκτὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους δώσωσι προσοχὴν, πρέπει ν’ ἀπελπισθῶσι περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ τούτου Ἔθνους· καὶ ἂν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος θεωρῆται ὑπὸ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὡς ἀκρόπολις, ἀπὸ τῆς ὁποίας προστατεύονται τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν προσβλέπουσι πάντες, αἱ προσδοκίαι τοῦ Ἑλληνισμοῦ πρέπει νὰ καταπέσωσι· θέλουσιν εἰπεῖ ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἡλώθη ὑπὸ τῆς προδοσίας καὶ διὰ τοῦ ξένου ἀργυρίου. Καὶ νομίζετε ὅτι εἶναι κοινοβουλευτικὴ ἐλευθερία, εἶναι δικαίωμα κοινοβουλευτικοῦ ἀνδρὸς τὸ τοιοῦτον; Ἀλλ’ ἂν ἀνέχησθε τὴν χρῆσιν τοιαύτης τακτικῆς, ἔχομεν ἡμεῖς δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν τὴν γνώμην τῶν συναδέλφων μας, τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουν τὸ Ἔθνος. Αὐτὸ θὰ εἴπῃ, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐπράξαμεν, καὶ ἂν ἡμεῖς ἢ σεῖς ἔχητε δίκαιον. Αὐτὸ θὰ εἴπῃ, ἂν στηρίζισθε ἐπὶ τῆς ἀληθείας ἢ ἐπὶ τοῦ πάθους, τὸ ὁποῖον σᾶς ὤθησε μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου. Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου προεκάλεσε τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ μὴ θέσῃ τοιοῦτον θέμα καὶ ὑπέμνησε τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ Κανονισμὸς ὅμως ῥητῶς διαγράφει, ὅτι τὸ πόρισμα τῶν συζητήσεων εἶναι αἱ ἀναπτυχθεῖσαι καὶ συζητηθεῖσαι γνῶμαι, τὸ πόρισμα δὲ τῶν συζητήσεων τίθεται ὡς θέμα πρὸς ψηφοφορίαν. Καὶ θέλετε νὰ σᾶς ἀναφέρω τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὡμίλησαν καὶ ἠσχολήθησαν εἰς μόνον τὸ παρελθόν, καὶ ἐξήλεγξαν καὶ ᾐτιάθησαν αὐτοῦ;
§58ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα μόνον περὶ τοῦ μέλλοντος.
§59ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ὑποστηρίζω τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ Βουλευτοῦ Οἰτύλου.
§60ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐγειρόμενοι). Αὔριον, Αὔριον.
§61ΑΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, τώρα νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§62ΖΑΪΜΗΣ. Θέλω περιορισθῆ ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ θέματος, χωρὶς νὰ εἰσέλθω ἐκ νέου εἰς τὴν οὐσίαν τῶν συζητήσεων, διότι νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις ἐξηντλήθη καὶ ἐπάνοδος εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος δὲν ἔπρεπε νὰ λάβῃ χώραν. Δύο μόνον λέξεις θὰ εἴπω, διότι ἡ ὑγεία μου δὲν ἐπιτρέπει νὰ εἴπω περισσότερα. Πρὸ παντὸς ἄλλου ὀφείλω ν’ ἀντιταχθῶ εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον τὸ ὑπουργεῖον προτείνει, καὶ ὀφείλω νὰ πράξω τοῦτο, διότι ἐνθυμεῖσθε τί εἶπον πρὸ τριῶν ἡμερῶν, ὅτι δὲν ἐννοῶ νὰ ἐξετασθῇ ἡ παρελθοῦσα πορεία τοῦ ὑπουργείου, καὶ εἶπον τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἐπεθύμουν νὰ γείνῃ τοῦτο· περιωρίσθην δὲ εἰς τὴν σύντομον ἐκείνην ὁμιλίαν μου νὰ ἐξετάσω μόνον τὰ ἐν τῷ μέλλοντι μέτρα τοῦ ὑπουργείου. Ἂν δὲ δὲν ἀπατῶμαι, νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις, καί τοι γενικῶς, περιεστράφη εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν τῶν δύω μέτρων τῆς Κυβερνήσεως, ἤτοι τῆς προσκλήσεως τῶν ἐφέδρων δύο ἑτέρων σειρῶν καὶ τῆς πιστώσεως τῶν 12 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐζήτησαν διὰ τοὺς τρεῖς μῆνας τοῦ ἔτους. Ἄν, κύριοι, εἷς Βουλευτὴς ἢ δύο ἠθέλησαν νὰ ἐξετάσωσι τὸ παρελθὸν τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ μεμφθῶσιν αὐτὴν, τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει ὅτι ἡ συζήτησις περιεστράφη περὶ τὴν ἐξέτασιν τῆς παρελθούσης πορείας τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἑπομένως τὸ Ὑπουργεῖον, κατ’ ἐμὴν γνώμην, δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα εὐπρεπὲς νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεως τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν ζητεῖ. Δὲν ἰσχυρίζομαι, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα· ἐὰν ἐπιμένῃ, βεβαίως θέλομεν ψηφοφορήσει τὸ ζήτημα· τότε ὑμεῖς θέλομεν ἀντιτάξει κατὰ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἔθεσε τὸ Ὑπουργεῖον, ἰδικόν μας θέμα, καὶ τότε θέλει λάβει χώραν ψηφοφορία περὶ τῆς προτεραιότητος τῶν προτάσεων. Νομίζω ὅμως, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον καὶ κοινοβουλευτικώτερον καὶ εὐπρεπέστερον θὰ πράξῃ νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης. Εἶνε περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ μὴ ἐπιμείνῃ· ἐπιμενούσης τῆς Κυβερνήσεως, θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ προτάξωμεν τὸ θέμα τὸ ἰδικόν μας, τοὐτέστι τὸ θέμα περὶ τῆς μὴ προσκλήσεως τῆς ἐφεδρείας καὶ τῆς μὴ χορηγήσεως τῆς πιστώσεως.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρετηρήσατε, κύριοι, ὅτι ἐν τῇ πρὸ μικροῦ ἀγορεύσει μου ἀπέσχον ἐπιμελῶς νὰ κάμω τὸν ἐλάχιστον λόγον περὶ ἐξωτερικῶν, ἂν καὶ ἐν τῇ προηγουμένῃ αὐτοῦ ἀγορεύσει ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς εἶχε δώσει ἀφορμὰς προκλητικάς. Καὶ εἶναι ἀληθές, ὅτι τινὲς ἐξ αὐτῶν ἦσαν τοιαύτης φύσεως, ὥστε δὲν ἠδύνατο νὰ ἐλπίζῃ νὰ μὲ ἴδῃ κατερχόμενον ἕως τοῦ σημείου εἰς ὃ θὰ ἠδυνάμην νὰ τὸν συναντήσω. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλο ζήτημα πραγματικόν, εἰς ὃ ὀφείλω νὰ δώσω ἀπάντησιν ἐπανειλημμένως προκαλούμενος. Ἠμφισβήτησεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τοὺς λόγους μου, καὶ ὤφειλον ν’ ἀποδείξω τὴν ἀλήθειαν αὐτῶν. Ἐν τούτοις, ἵνα μὴ φέρω τὴν ἐλαχίστην περιπλοκὴν ἐν τῇ προκειμένῃ συζητήσει, ἐλθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα ἀποκρούσω τὸ προταθὲν εἰς ψηφοφορίαν θέμα, οὐδένα ἔκαμα λόγον περὶ τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ῥηθέντων, καίτοι ἡ σιωπή μου ἠδύνατο νὰ παρεξηγηθῇ. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπανέλαβε τὰ αὐτὰ διὰ τρόπου, ὃν, ἵνα χαρακτηρίσω, πρέπει ν’ ἀνατρέξω εἰς τὸ λεξικὸν αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν σᾶς εἶπεν, ὅτι ποιησάμενος λόγον περὶ τῶν ἐξωτερικῶν ἔδωκα τὸ δικαίωμα εἰς τὴν κυβέρνησιν ν’ ἀπαιτήσῃ, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐκφράσῃ περὶ αὐτῶν γνώμην διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς, ὡσανεὶ μόνον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τῆς Ἑλλάδος μετὰ τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου ἐγένετο λόγος περὶ ἐξωτερικῶν, καὶ μόνος ὁ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Ἑλλάδος ὑπῆρξε τὸ ἀντικείμενον τῶν προσβολῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἤκουσαν παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐν ἄλλοις κοινοβουλίοις κρατῶν μεγάλων οἱ ὑπουργοὶ τῶν ἐξωτερικῶν αἰτιάσεις δεινοτάτας· ἀπήντησαν δὲ πολὺ εὐπρεπέστερον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν. Οὐδεὶς ὅμως ἀπῄτησε νὰ ἐκφέρῃ διὰ ψήφου γνώμην ἡ Βουλὴ περὶ τῶν διεθνῶν διαπραγματεύσεων, καὶ οὐδεμία ψῆφος περὶ αὐτῶν ἐδόθη· ἐδόθη ψῆφος περὶ τῶν μέτρων. Ἀλλὰ θαυμάζω πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ὅστις εἰσέτι δὲν προσήγαγεν ἐνταῦθα τὰ ἔγγραφα, ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς ἄφεσιν. Δὲν κατηγορῶ τὸν Ὑπουργὸν, διότι δὲν προσήγαγεν ἔγγραφα. Ἐρώτησιν μόνον περὶ τῶν προσαχθησομένων παρ’ αὐτοῦ ἐγγράφων τῷ ἀπηύθυνα, ἐκφράσας τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἠδύνατο δι’ αὐτῶν ν’ ἀπαντήσῃ εἰς ἐνδεχομένας ἀπορίας. Οὐδεμίαν ἐγὼ περὶ τῶν ἀποριῶν τούτων ἐξέφερα γνώμην, οὐδὲ ἠδυνάμην νὰ ἐκφέρω ἄνευ τῆς προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων· ἀλλ’ ἄνευ τῆς προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων οὐδ’ ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐκφράσῃ γνώμην. Ἔχω ἄρα εὔλογον ἀφορμὴν νὰ θαυμάζω ἐπὶ τῇ ἀξιώσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως ἐπιδοκιμασθῶσι παρὰ τῆς Βουλῆς ἐνέργειαι, ὧν διατελεῖ αὕτη ἐν ἀγνοίᾳ· λέγω δὲ χάριν ἐκείνων, οἵτινες θὰ δώσωσιν ὑπὲρ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ψῆφον, ὅτι ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης.
§64ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πῶς δύναται ἡ Βουλὴ, κύριοι, ἄνευ τῶν ἐγγράφων νὰ δώσῃ ψῆφον ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου; Τὸ Ἔθνος δὲν θέλει νὰ μάθῃ ποῦ ἀποκλίνει ἡ ψῆφος τῶν Βουλευτῶν. Δὲν καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς τὴν Εὐρώπην· ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει περὶ τῶν μέτρων τῶν κυβερνητικῶν. Δύνανται τὰ ἐν Βερολίνῳ γενόμενα νὰ ἐπιρεάσωσι τὴν γνώμην ἡμῶν περὶ τῆς πολιτικῆς, ἣν ὀφείλομεν ν’ ἀκολουθήσωμεν, πολιτικῆς, ἥτις θέλει ὑπαγορεύσει τὰ μέτρα. Πρέπει ἄρα ν’ ἀνατρέξωμεν ἐκεῖ, καὶ ἂν τινὲς ἀνατρέχοντες λέγωμεν καὶ δυσάρεστα πρὸς τοὺς διαχειρισθέντας τὴν ἐθνικὴν ἐντολὴν, ἀρκεῖ αὐτοῖς ὅτι ἔχουσι πλῆρες τὸ δικαίωμα τῆς ἀπαντήσεως, οὗτινος καὶ καταχρῶνται. Ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου βεβαιοῖ γεγονότα καταφωρώμενα ἐκ τῶν ἐγγράφων, ὡς θέλω ἀποδείξει ἤδη εἰς ὑμᾶς, μὴ πραγματικά, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τολμᾷ — καὶ μεταχειρίζομαι τὴν λέξιν, λαβὼν αὐτὴν ἐκ τοῦ λεξικοῦ του — πῶς τολμᾷ νὰ ζητῇ ψῆφον ἐπιδοκιμασίας παρὰ τῆς Βουλῆς; Καὶ ἰδοὺ λαμβάνω ἀνὰ χεῖρας τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ καὶ παρατηρῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει μία βεβαίωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἥτις νὰ μὴ ἀποδεικνύηται μὴ ἀληθής. Ἀγορεύων ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν· «Ὁ κ. Τρικούπης παρέστησεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς προσεκλήθη νὰ στείλῃ ἀντιπρόσωπον, ἵνα ἀντιπροσωπεύσῃ τὸν Ἑλληνισμόν. Ἐὰν ὁ κ. Τρικούπης ἐνόμισεν, ὅτι μεγάλη τις Δύναμις μᾶς συνεβούλευσε νὰ στείλωμεν ἀντιπρόσωπον ἐν Βερολίνῳ, ἵνα ἀντιπροσωπεύσῃ τὸν Ἑλληνισμὸν, ἂν νομίζῃ ὅτι ἡ βούλησις τῆς μεγάλης αὐτῆς Δυνάμεως ἦτο τοιαύτη, πλανᾶται.» Καὶ πάλιν κατωτέρω· «Ἂν δέ τις τοῦτο διϊσχυρίσθη, ἐπλανήθη.» Διϊσχυρίζεται ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι ἐπλανήθην ἐγὼ, εἰπὼν, ὅτι προσεκλήθη ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸ Συνέδριον, ἵνα ἀντιπροσωπεύσῃ τὸν Ἑλληνισμὸν, ἐνῷ ἔχω ἔγγραφα ἀνὰ χεῖρας, ἅτινα δὲν μᾶς προσήγαγεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς καὶ ἅτινα θὰ σᾶς παρουσιάσω, ἀποδεικνύοντα τὸ ἐναντίον. Δὲν θὰ ἐπικαλεσθῶ τὰ πρωτόκολλα, ῥητῶς μαρτυροῦντα τίνα εἶχον γνώμην οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς μεγάλης ἐκείνης Δυνάμεως περὶ τοῦ σκοποῦ δι’ ὃν ἐκαλεῖτο ὁ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Ἑλλάδος εἰς Βερολῖνον. Ἀμέσως ἀπὸ τῶν πρώτων συνεδριάσεων ὁ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Ἀγγλίας εἶπεν, ὅτι ἐπεθύμει ν’ ἀνατεθῇ ἡ ἀντιπροσώπευσις τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς εἰς τὸ βασίλειον τῆς Ἑλλάδος, προσκαλούμενον νὰ συμμετάσχῃ τῶν συζητήσεων τοῦ Συνεδρίου. Ἀλλὰ δὲν ἐπικαλοῦμαι τὰ πρωτόκολλα τοῦ συνεδρίου τοῦ Βερολίνου, διότι ταῦτα οὐδεμίαν ἔχουσιν ἀξίαν ἀπέναντι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις ἐβεβαίωσεν ἐνώπιον ἡμῶν ὅτι οὐδεμίαν γνῶσιν εἶχε περὶ τῶν γενομένων ἐν τῷ Συνεδρίῳ. Μετὰ τὴν δήλωσιν αὐτοῦ ταύτην, ὀφείλω νὰ θεωρήσω αὐτὸν ἀνεύθυνον ἐπὶ πᾶσι τούτοις καὶ νὰ μὴ ἐπικαλεσθῶ αὐτὰ κατ’ αὐτοῦ. Ἐὰν δὲ ἀνέφερον τὰ ἐν τῷ Συνεδρίῳ ῥηθέντα, τ’ ἀνέφερον, χάριν τοῦ γεγονότος, καὶ οὐχὶ ἵνα ἐπιῤῥίψω εὐθύνην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν μανθάνοντα, ὡς ἐπληροφόρησεν ἡμᾶς, τὰ γινόμενα δύο ἡμέρας κατόπιν, ὡς οὐδεμίαν εὐθύνην ἐπιῤῥίπτω αὐτῷ ἐπὶ τῇ περὶ Ἑλλάδος ἐκβάσει τοῦ Συνεδρίου, ἀφοῦ τὴν περὶ αὐτῆς ἀπόφασιν ἔμαθεν, ἀφοῦ συνετελέσθη καὶ ἀφοῦ ἐν Ἀθήναις ἐγνώσθη, καίτοι ἐκόμισεν ἡμῖν τὰς περγαμηνάς. Παραλείπων λοιπὸν τὰ τοῦ Συνεδρίου, ἔρχομαι εἰς ἔγγραφα ἀνακοινωθέντα πρὸς αὐτὸν τὸν Ὑπουργόν. Ἰδοὺ, κύριοι, ποῖος ὑπῆρξεν ὁ τύπος τῆς προσκλήσεως τῆς Ἑλλάδος, λαμβάνω δ’ αὐτὸν ἐκ τῆς ἀγγλικῆς Κυανῆς Βίβλου.
§66ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πῶς διακόπτετε, ἀφοῦ δὲν δέχεσθε διακοπὰς ὑμεῖς ὁμιλοῦντες;
§68ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ σᾶς ἀναγνώσω λοιπὸν τὸ ἔγγραφον;
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι! Ἐγὼ θὰ τὸ ἀναγνώσω, ἐκτὸς ἂν θέλητε σεῖς ν’ ἀναγνώσητε ἄλλο. Ἰδοὺ, κύριοι, ἡ ἀλληλογραφία περὶ προσκλήσεως τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ Συνέδριον. Ἐν ἐγγράφῳ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος ἀνακοινωθέντι πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν τῆς Ἀγγλίας τὴν 4 Μαρτίου 1878 ἐκφράζεται ἐκεῖνος ὡς ἕπεται. «Αἱ διαβεβαιώσεις αὗται ἐπιμαρτυροῦσαι τὰς συμπαθείας τῶν μεγάλων Δυνάμεων πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν φυλὴν καὶ πρὸς τὸ μέλλον αὐτῆς, ἐνεθάῤῥυναν τὴν Κυβέρνησιν τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος, ὅπως διατυπώσῃ πρὸς τὴν Εὐρώπην τὴν αἴτησιν, ἵνα λάβῃ ὡσαύτως θέσιν ἐν τῷ μέλλοντι Συνεδρίῳ ἐν τῇ ἰδιότητι τοῦ φυσικοῦ ἀντιπροσώπου τῶν ἐθνικῶν πόθων τῶν Ἑλληνικῶν λαῶν τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας.» Τί ἀπαντᾷ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὴν ἐν Λονδίνῳ Ἑλληνικὴν Πρεσβείαν; «Ἡ Κυβέρνησις τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπευθυνθεῖσαν αὐτῇ αἴτησιν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ παρ’ ὑμῶν ἀνακοινωθέντι μοι ἐγγράφῳ κατὰ τὴν 4 ἱσταμένου, ὅπως ἀντιπροσωπευθῇ ἡ Ἑλλὰς ἐν τῷ συγκληθέντι ἐν Βερολίνῳ Συνεδρίῳ, φρονεῖ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔχει δίκαιον τίτλον ἵν’ ἀντιπροσωπευθῇ ἐν τῷ Συνεδρίῳ καὶ θέλει ἀνακοινώσει τὴν γνώμην ταύτην ἄνευ ἀναβολῆς εἰς τὰς ἄλλας Δυνάμεις.» Βλέπετε ἐκ τούτων, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἀνεκοίνωσε τῇ Ἑλληνικῇ Κυβερνήσει, ὅτι προέτεινεν ὅπως ἡ Ἑλλὰς προσκληθῇ εἰς τὸ Συνέδριον ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ποῖος λοιπὸν ἐπλανήθη, ἐγὼ, ὅστις ἔλεγον ὅτι ἡ Ἀγγλία προέτεινεν, ὅπως ἡ Ἑλλὰς προσκληθῇ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν;
§70ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Συναινεῖτε νὰ σᾶς ἀναγνώσω......
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι. Ἐγὼ ἐσιώπων, ἐνῷ τοσαῦτα καὶ τοιαῦτα ὑμεῖς ἐλέγετε. Προβαίνων ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν· «ὁ κ. Τρικούπης σᾶς ἀφῆκε νὰ ἐννοήσητε ὅτι ἐκτὸς τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀνήγγειλα ὑμῖν ὡς δημοσιεύσιμα, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα», προσέθηκε δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ὑπηνιξάμην, ὅτι ὑπῆρχε διαφωνία μεταξὺ Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Κύριοι, μὲ ἠκούσατε. Ἔκαμον τὸν ἐλάχιστον ὑπαινιγμὸν ὅτι ὑπῆρξε διάστασις μεταξὺ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Εἶναι τοῦτο πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δύναται νὰ μ’ ἐνδιαφέρῃ κατ’ ἐλάχιστον; Αὐτὸ δύναται νὰ ἐνδιαφέρῃ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν ἔχοντα ἀνάγκην ἀσπίδος. Ἐγὼ λέγω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν «πλύνατε τὰς ἀκαθάρτους ὑμῶν σινδόνας ἐν οἴκῳ» κατὰ τὸ γαλλικὸν λόγιον. Πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τολμᾷ νὰ μοὶ ἐπιῤῥίπτῃ τὴν μομφὴν, ὅτι ἐπεμβαίνω εἰς πράγματα ἀπόῤῥητα, ὅτι παραβιάζω τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα καὶ κάμνω ὑπαινιγμοὺς τοσοῦτο ταπεινούς; Λαμβάνω τὰς βεβαιώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μίαν κατόπιν τῆς ἄλλης, μηδεμίαν παραλείπων, ἔχουσι δ’ ἅπασαι τὸν αὐτὸν χαρακτῆρα. Ἡ βεβαίωσις αὐτοῦ, ὅτι προσεκλήθη ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸ Συνέδριον, ὅπως μεταδώσῃ εἰς αὐτὸ τὰς ἰδέας αὐτῆς μόνον περὶ ὅσων ἀφορῶσι τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας, ἀνεσκευάσθη κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Θήρας. Ὁ κ. Βουλευτὴς Θήρας σᾶς ἀνέγνω ἐπίσημον ἔγγραφον, αὐτὰ τὰ πρωτόκολλα, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ κύριος ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργός, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, μετὰ τοῦ συναδέλφου αὐτοῦ προσεκλήθη ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου, ἵνα ἀποφανθῇ περὶ τοῦ 15ου ἄρθρου τῆς συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο τότε νὰ ἐπιληφθῇ τὸ Συνέδριον. Τί δὲ εἶπε περὶ τούτου ἐν τῇ ἀγορεύσει του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν; Εἶπεν ὅτι «τὸ ἄρθρον 15 τῆς συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου πραγματεύεται κυρίως περὶ τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν καὶ μόνον διὰ μιᾶς ἀπωτάτης φράσεως λίαν περιληπτικῆς ἐφάπτεται τοῦ ἄλλου Ἑλληνισμοῦ· προσέθηκε δὲ ὅτι «ὁ πρίγκηψ Βίσμαρκ ἀναγνοὺς τὸ ἄρθρον, τῷ εἶπεν ὅτι ἐπιθυμεῖ τὸ Συνέδριον ν’ ἀκούσῃ τὰς γνώμας τοῦ βασιλείου τῆς Ἑλλάδος περὶ τῆς τύχης τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν.» Σᾶς ἀνέγνω ὁ κ. Βουλευτὴς Θήρας τὴν προσλαλιὰν τοῦ πρίγκηπος Βίσμαρκ καὶ εἴδετε ὅτι οὐδεὶς ἐν αὐτῇ γίνεται λόγος περὶ ὁμόρων ἐπαρχιῶν· σᾶς ἀνέγνω καὶ τὸ ἄρθρον καὶ εἴδετε ἐὰν δι’ ἀπωτάτων φράσεων ἢ ἐν ἴσῃ μοίρᾳ μετὰ τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου μνημονεύει ὅλων τῶν ἄλλων χωρῶν· ἀλλὰ πρὸ αὐτῶν ὅλων μνημονεύῃ τῆς Κρήτης. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν δὲν ἐμνημόνευε περὶ ἄλλου παρὰ μόνον περὶ τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν καὶ δι’ ἀπωτάτης φράσεως περὶ τῶν ἄλλων. Καὶ δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύω εἰς μόνα τὰ ἔγγραφα καὶ νὰ θεωρῶ τὴν προσαγωγὴν αὐτῶν ἀναγκαίαν πρὸ πάσης ἐκφράσεως γνώμης, ὅταν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχω, μοὶ ἀποδεικνύουν πόσον χαλαρὸν εἶναι τὸ μνημονικὸν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ; Καὶ μὴ μᾶς εἴπῃ ὅτι ἡ προσλαλιὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Συνεδρίου δὲν διετύπου τὸ πρόγραμμα ἐφ’ ᾧ ἐκαλοῦντο οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος. Ἡ προσλαλιὰ αὕτη ὑπῆρξε τὸ πρόγραμμα, ὡς μαρτυροῦσιν αὐτὰ τὰ πρωτόκολλα. Βλέπετε ὅτι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ μεταχειρίζωμαι τὸν libelov, διότι δὲν ἠθελήσατε νὰ μᾶς δώσητε ἐπίσημα ἔγγραφα. Ἠκούσατε παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Θήρας τί εἶπεν ὁ Πρόεδρος τοῦ Συνεδρίου πρὸς τὸν Ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος. Ἀκούσατε δὲ ἤδη τί ἐν τῇ προηγουμένῃ συνεδριάσει εἶχεν εἴπει ὁ αὐτὸς Πρόεδρος, ἵνα γνωρίσητε ποία ἦτο ἡ ἔννοια τῶν πρὸς τοὺς ἡμετέρους Ἀντιπροσώπους λόγων αὐτοῦ. Ἐν τῇ προηγουμένῃ συνεδριάσει, ἀφοῦ ἐτέθησαν αἱ δύο προτάσεις, ἡ ἀγγλικὴ καὶ ἡ γαλλική, ἡ μὲν γαλλικὴ λέγουσα ὅτι θὰ πρόκηται μόνον ἐν τῇ παραστάσει τῶν Ἑλλήνων ἀντιπροσώπων περὶ τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν, ἡ δὲ ἀγγλικὴ λέγουσα, ὅτι θὰ πρόκηται περὶ τῶν Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν, ὁ πρίγκιψ Βίσμαρκ «παρατηρεῖ ὅτι ἡ μεταξὺ τῶν δύο γνωμῶν πρακτικὴ διαφορὰ θέλει σαφηνισθῆ, ὅταν θέλῃ συζητηθῆ ἡ ἐκλογὴ τῆς συνεδριάσεως, καθ’ ἣν θέλουσι τύχει ἀκροάσεως οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος. Ἡ τότε ἀπόφασις ἔσται ὁριστική». Ἡ δ’ ὁριστικὴ ἀπόφασις εἶναι αὐτὴ ἡ ἀνακοινωθεῖσα ὑπὸ τοῦ πρίγκηπος Βίσμαρκ πρὸς τοὺς Ἕλληνας Ἀντιπροσώπους ἐν τῇ προσλαλιᾷ αὐτοῦ, διατυπούσῃ τὸ πρόγραμμα τῆς παραστάσεως αὐτῶν. Τὸ πρόγραμμα δὲ περιελάμβανε πλὴν τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν καὶ τὴν Κρήτην καὶ τὰς ἐπαρχίας περὶ ὧν δὲν προενόει ἡ συνθήκη τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, ἤτοι Μακεδονίαν, Θράκην καὶ τὰς νήσους. Εἶπεν ἔπειτα ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ὅτι ἤκουσεν ἐν Εὐρώπῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν μετέσχε τοῦ πολέμου καὶ ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος, μὴ φέροντες τίτλους διὰ τοῦ πολέμου ἀποκτηθέντας, οὐδὲν ἔπρεπε νὰ προσδοκῶσι καὶ ὅτι μόνον οἱ πολεμήσαντες ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν ἐλπίδας, διότι ἐπρόκειτο περὶ εὐρωπαϊκῆς ἀνάγκης καὶ μόνον οἱ ἀξιωθέντες διὰ τοῦ πολέμου νὰ πλάσωσι τοιαύτην ἀνάγκην ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν ἀξιώσεις. Εἰς πλήρη ἀντίφασιν πρὸς ταῦτα εἶναι οἱ λόγοι τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας εἰπόντος, ὅτι τὸ Συνέδριον συνῆλθεν οὐχὶ ἵνα ἀναγνωρίσῃ τίτλους ἀποκτηθέντας διὰ πολέμου, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἦλθε διὰ ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ πολέμου τὸν τοιοῦτον χαρακτῆρα καὶ ἵνα δώσῃ εἰς αὐτὰ τὸν χαρακτῆρα ὃν εἶχον ὁ πόλεμος ἐξ ὑπαρχῆς ὡς πρόγραμμα αὐτοῦ, τουτέστι τὴν χειραφέτησιν τῆς ἀνθρωπότητος καὶ ἰδίως τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ χριστιανῶν. Τοῦτο ἦτο τὸ πρόγραμμα τοῦ Συνεδρίου, καὶ οὐχὶ αἱ ἰδέαι, ἃς ἐξέθηκεν ἡμῖν ὁ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, προστιθεὶς ὅτι συνωμίλησε περὶ αὐτῶν καὶ μετὰ τοῦ Ἄγγλου ὑπουργοῦ. Αἱ ἰδέαι τοῦ ἀντιπροσώπου τούτου ἦσαν ἐκ διαμέτρου ἀντίθετοι τῶν ἰδεῶν, ἃς ὁ ἡμέτερος ἀντιπρόσωπος ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλε νὰ λάβῃ ὡς κανόνα τῆς ἐν Βερολίνῳ διαγωγῆς του. Ἰδοὺ τὶ ἔλεγεν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Ἀγγλίας ἐν τῷ Συνεδρίῳ. «Ἡ διεξαγαγοῦσα τὸν λήξαντα πόλεμον δύναμις εἶχε δηλώσει ὅτι ἐπεχείρει αὐτὸν ἀποβλέπουσα εἰς εὐγενῆ σκοπὸν καὶ ἄνευ τινὸς ὀπισθοβουλίας· ὡς ἐκ τούτου δὲν ἐπιδιώκει ἐδαφικὰς κατακτήσεις, ἀλλὰ μόνον τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν χριστιανῶν κατοίκων τῆς Τουρκίας ἀπὸ δεινοπαθημάτων προερχομένων ἐξ οἱασδήποτε αἰτίας, ὧν ὅμως ἡ πραγματικότης ἀνεγνωρίζετο παρὰ πάντων ... Πόλεμος, οὗ ἀφορμὴ ὑπῆρξε τοιοῦτος σκοπὸς, πρέπει νὰ λήξῃ δι’ εἰρήνης ἐμπνεομένης ὑπὸ τῶν αὐτῶν εὐγενῶν αἰσθημάτων». Καὶ δὲν εἶχεν ἐκ τούτου τίτλον ἡ Ἑλλάς; Καὶ ὅταν κατωτέρω λέγῃ πάλιν ὁ αὐτὸς ἀντιπρόσωπος, ὅτι ἀξιοῖ ἵνα δοθῶσι τὰ μέσα πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς, δὲν εἶχε τίτλον ὑπὲρ τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ Συνεδρίῳ; Ἀλλὰ ἠθέλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν νὰ παραβάλῃ καὶ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπετεύχθησαν ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα εἶχον ἐπιτευχθῆ ἐπὶ τῆς προκατόχου. Καὶ περὶ τούτων, κύριοι, δὲν θὰ ὁμιλήσω, διότι δὲν θέλω νὰ κάμω λόγον περὶ ἔργων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐνέχομαι ὁπωσδήποτε, ἀφοῦ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τούτου, οὐδὲ καλοῦμαι εἰς εὐθύνας, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παρασιωπήσω, ὅτι καὶ ἐνταῦθα ἐξέθηκεν ὁ κ. ὑπουργὸς τὰ πράγματα μὴ ἀκριβῶς. Θὰ ἀπεδεικνύοντο εὐθὺς ἐξ ὑπαρχῆς μὴ ἀκριβῆ, ἐὰν εἴχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τὰ ἔγγραφα, διότι θὰ εἴχομεν ἐν αὐτοῖς καὶ τὸ ἔγγραφον ἐξ οὗ ἐξάγεται ὅτι ἡ δοθεῖσα εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν ὑπόσχεσις, ὅτι θὰ καταβάλῃ ἡ Ἀγγλία πᾶσαν προσπάθειαν, ἵνα δοθῶσι καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν φυλὴν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἤθελον δοθῆ καὶ εἰς τὴν Σλαυικὴν, ἀφώρα εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν τὸ Τουρκικὸν Κράτος ἤθελε μείνει ἀκέραιον. Οὕτως ἄρχεται ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἡ περὶ τούτου περίοδος. «Θὰ ἦτο, κατὰ τὴν γνώμην τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἄτοπος ἅμα καὶ πρόωρος ἡ ἐξέτασις τοιούτου ἐνδεχομένου, οἷος ὁ διαμελισμὸς τῆς χώρας τῆς νῦν ὑπὸ τὴν τουρκικὴν ἐξουσίαν. Οὐχ ἧττον εἶναι ἑτοίμη νὰ βεβαιώσῃ τὴν ἑλληνικὴν κυβέρνησιν κτλ.» Ὥστε εἶναι ἀτελὴς ἡ βεβαίωσις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, καὶ ἑπομένως οὐδόλως χωρεῖ ἡ παρ’ αὐτοῦ γενομένη παραβολὴ ἀποφάσεων ἐπελθουσῶν κατόπιν τῶν δεινῶν τραυμάτων, ἅπερ ὑπέστη ἡ ἀκεραιότης τῆς Τουρκίας πρὸς ὑποσχέσεις δοθείσας ἐν περιπτώσει μὴ διαμελισμοῦ τῆς εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας. Καὶ δὲν διέγνως διαμελισμὸν τῆς Τουρκίας, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτε ἡ Δόβρουτσα ἐδίδοτο εἰς τὴν Ῥωμουνίαν, ὅτε ἡ Σερβία ἐλάμβανεν ἐπέκτασιν τῶν ὁρίων αὑτῆς ἐπὶ ζημίᾳ τῆς Τουρκίας, ὅτε τὸ Μαυροβούνιον ἐλάμβανεν ἐπέκτασιν τῶν ὁρίων αὑτοῦ ἀναλώμασι τῆς τουρκικῆς χώρας, ὅτε ἡ Αὐστρία κατελάμβανεν ἐκτεταμένας τουρκικὰς χώρας, ὅτε ἡ Βουλγαρία ἐκηρύττετο ἀνεξάρτητος, ὅτε καὶ ἔνθεν ἔτι τοῦ Αἵμου ἐδίδετο αὐτονομία εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ῥωμυλίαν, αὐτονομία, ἣν ἠρνήθησαν αἱ δυνάμεις εἰς τὴν ἑλληνικὴν φυλήν; Ἐνῷ ἐβλέπετε τοιαῦτα γεγονότα, ἐνομίσατε ὅτι δὲν ἐπραγματοποιεῖτο τὸ ἐνδεχόμενον, οὗτινος τὴν ἐξέτασιν ἐθεώρει ἡ ἀγγλικὴ κυβέρνησις πρόωρον ἐν μηνὶ Ἰουλίῳ παρελθόντος ἔτους καὶ μαθόντες τὴν ἐπαύριον τῆς ἀποφάσεως τὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν ἑλληνικῶν συνόρων ἐπὶ λωρίδα ὁμόρου χώρας ἐνομίσατε ὅτι ἐν τοιαύταις περιστάσεσι τοιαύτη ἀπόφασις ἠδύνατο νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν ἑλληνικὴν φυλήν; Δὲν ἔχω, κύριοι, νὰ προσθέσω τι ἐπὶ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι οὐδεμίαν αὕτη περιέχει ἄλλην βεβαίωσιν ὅλας τὰς βεβαιώσεις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ ἐσημείωσα μίαν πρὸς μίαν καὶ ἀναλύσας αὐτὰς ἐνώπιον ὑμῶν ἀπέδειξα ὁποία ὑπῆρξεν ἡ ἀκρίβεια αὐτῶν. Ἤδη, ἀφοῦ ταῦτα ἠκούσατε, νομίζω ὅτι δύνασθε νὰ κρίνητε ἐὰν ἦναι ἐπιτετραμμένον νὰ δώσωμεν ψῆφον περὶ τῆς διαγωγῆς τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα μὴ ἔχοντες ἐνώπιον ὑμῶν ἔγγραφα, ὁποῖα τὰ παρ’ ἐμοῦ προσαχθέντα, διότι δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν δὲν εἴχετε γνῶσιν ἁπάντων τῶν ἐγγράφων, ἅτινα ἤδη ἀνέγνωσα. Καὶ πῶς δύνασθε μὴ ἔχοντες γνῶσιν τοιούτων ἐγγράφων, νὰ προβῆτε εἰς ψῆφον ἐπιδοκιμασίας τῆς κυβερνήσεως; Ἐπιδοκιμασία διδομένη ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν σημασίαν, ἣν ἐπιδιώκει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Θὰ ἔχῃ αὕτη μόνον ἀποτέλεσμα τὸν ἐξευτελισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν διατάραξιν τῆς κυβερνητικῆς μηχανῆς.
§72Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὰ δύο ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσθησαν, δὲν ἀνεγνώσθησαν ἀκριβῶς· ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς τὰ ἀναγνώσω ἀκριβῶς καὶ ὀρθῶς, ἵνα τεθῆτε ἐν γνώσει τῆς ἀληθείας. Πραγματεύονται περὶ τοῦ σταδίου, τὸ ὁποῖον ἀρχίζει πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Συνεδρίου· εἴμεθα εἰς τὸ προγενέστερον στάδιον τὸ προηγηθὲν τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Συνεδρίου. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ κυβέρνησις ἐμάνθανεν, ὅτι τέλος πάντων συνεννοήθησαν ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Ῥωσσία, ἑπομένως ὅτι ἐγένετο δυνατὴ ἡ συγκρότησις τοῦ Συνεδρίου, ἀλλὰ δὲν ἐγνώριζε τὶ ἔπρεπε νὰ πράξῃ. Ἔπρεπε νὰ στείλῃ ἀντιπρόσωπον, ἢ νὰ περιμείνῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συνεδρίου; Λοιπὸν προσεκάλεσεν ἡ Κυβέρνησις τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος ἐν Λονδίνῳ, τὸν ἐπιτετραμμένον τὰς Ἑλληνικὰς ὑποθέσεις, νὰ ἐρωτήσῃ τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν τῆς Ἀνάσσης, ποία εἶναι ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος, καὶ τί πρέπει ἡ Ἑλλὰς νὰ κάμῃ. Ὁ κ. Γεννάδιος εἶδε τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν καὶ ἀπέστειλεν εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον, τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα. (Ἀναγινώσκει αὐτὸ.) «Ὁ κύριος ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς μοὶ εἶπεν, ὅτι αἱ διὰ τὸ Συνέδριον προσκλήσεις θέλουσιν ἀποσταλῆ εἰς τὰς ὑπογραψάσας τὴν συνθήκην τοῦ 1856 δυνάμεις. Κατὰ συνέπειαν δὲν θέλομεν λάβει ἐν ἀρχῇ πρόσκλησιν· ἀλλ’ ἡ γνώμη του ἡ προσωπικὴ εἶναι, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἀγγλίας θέλουσιν ἀναπτύξει ἐν τῇ πρώτῃ συνεδριάσει τὴν ἀγγλικὴν πρότασιν διὰ τὴν ἐν τῷ Συνεδρίῳ εἰσαγωγήν σας, τῆς ὁποίας οἱ ὅροι ἀκριβῶς θέλουσι προσδιορισθῆ παρὰ τοῦ Συνεδρίου. Ὅθεν ἤθελεν εἶσθαι καλὸν ἀντιπρόσωπος προσδιοριζόμενος παρὰ τῆς Ἑλλάδος νὰ ἦναι ἕτοιμος ἐν Βερολίνῳ, διὰ νὰ παρουσιασθῇ ἅμα προσκαλούμενος.» Τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ εἶναι τῆς 19 Μαΐου. Τὸ δεύτερον τηλεγράφημα τῆς 22 Μαΐου, ὅπερ ἔλαβον παρὰ τοῦ ἐπιτετραμμένου τῆς Ἑλλάδος, ἔχει ὡς ἑξῆς· (Ἀναγινώσκει καὶ τοῦτο.) «Ὁ κύριος ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν μοὶ εἶπεν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐπιδοκιμάζει τὸν τρόπον τὸν ἐνδειχθέντα μοι παρ’ αὐτοῦ κατὰ τὸ ἀπὸ 19 Μαΐου τηλεγράφημά μου, διὰ τὴν εἰσαγωγὴν ἀντιπροσώπου ἡμῶν.» Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου εἶπεν, ἀγορεύων πρὸ ἡμερῶν· «Μᾶς συνεβούλευσε μεγάλη Δύναμις νὰ στείλωμεν ἀντιπρόσωπον εἰς Βερολῖνον.» Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσσολογγίου, ἀναφερόμενος εἰς τὴν πληροφορίαν ταύτην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, σᾶς εἶπε προχθὲς «ὅτι ἀνεχώρησεν ἐντεῦθεν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, διὰ ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ τὸν Ἑλληνισμόν.» Ἐγὼ, ἀναιρῶν τοὺς μὴ ἀκριβεῖς τούτους λόγους τοῦ Βουλευτοῦ Μεσολογγίου, εἶπον ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἀνεχώρουν ἐκ τῆς Ἑλλάδος, καθ’ ὃν χρόνον ἔφθασα εἰς Βερολῖνον, δὲν ἐγνώριζον οὔτε ἐὰν θὰ ἀντιπροσωπεύσω τὸν Ἑλληνισμὸν, οὔτε ἐὰν θὰ γείνω κἂν δεκτὸς ἐν τῷ Συνεδρίῳ.
§73ΖΩΧΙΟΣ. Εἶναι ἔγγραφον ἐπίσημον.
§74ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἀπέστειλεν εἰς τὰς ἄλλας μεγάλας δυνάμεις διακοίνωσιν, διὰ τῆς ὁποίας εἶπεν ὅτι εὕρισκεν ἰσχυρὰ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς προεβάλομεν ζητοῦντες νὰ μετάσχωμεν τοῦ Συνεδρίου· ἀλλ’ ὅταν συνεβούλευσεν ἡμᾶς νὰ στείλωμεν ἀντιπρόσωπον, ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ διαβεβαιώσῃ, ὅτι τὸ Συνέδριον θέλει ἀποφασίσει νὰ παραδεχθῇ αὐτὸν, ἀλλ’ εἶπεν εἰς ἡμᾶς· στείλατε ἀντιπρόσωπον, καὶ ἐγὼ θέλω προσπαθήσει νὰ γείνῃ παραδεκτὸς ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς θὰ γείνῃ παραδεκτός. Ἡμεῖς, ὅταν εἰδοποιήθημεν ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ εἰς Βερολῖνον, δὲν εἴχομεν εἰδοποιηθῆ ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάγῃ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος εἰς Βερολῖνον διὰ ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ τὸν Ἑλληνισμὸν, ὡς ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἰσχυρίσθη. Εἶναι δὲ διαστροφὴ τῆς ἀληθείας ἡ προσφυγὴ εἰς τὸ ἔγγραφον, ὅπερ ἀνέγνω. Ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ὑπῆγεν εἰς Βερολῖνον ἐπὶ προσδοκίᾳ, περιμένων ν’ ἀποφασισθῇ περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἔμελλε νὰ γείνῃ δεκτός. Τὴν διαφορὰν ταύτην ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐχαρακτήρισε πρὸς ὑμᾶς ὡς ἔλλειψιν ἀκριβείας ἐμοῦ περὶ ὅσα σᾶς εἶπον ἐν τῇ προχθεσινῇ συνεδριάσει. Ὁ κ. Τρικούπης σᾶς εἶπεν ἄλλο τι· ἀναφερόμενος εἰς τὸ μέρος τοῦ λόγου μου, διὰ τοῦ ὁποίου παρέβαλον τὰ ἀποτελέσματα τῆς διακοινώσεως τῆς 23 Ἰουλίου πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Συνεδρίου, σᾶς εἶπεν ὅτι ὅσα ἐξέθηκα προχθὲς δὲν ἦσαν ἀκριβῆ. Σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Τρικούπης τὸ κείμενον τῆς διακοινώσεως, ἀλλ’ οὐδ’ ἀνέγνω οὐδ’ ἡρμήνευσεν αὐτὸ ἀκριβῶς, θέλω δὲ ἀναγνώσει ἐγὼ αὐτὸ καὶ ἑρμηνεύσει αὐτὸ, καὶ θέλετε ἰδεῖ τίς σᾶς παριστᾷ τὴν ἀλήθειαν. Ὁ κ. Τρικούπης σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐγὼ ἔλαβον τὸ ἓν μόνον μέρος τῆς διακοινώσεως, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ συντηρηθῇ ὡς εἶχεν ἡ Τουρκία, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἐδίδοντο διαβεβαιώσεις ὅτι ἤθελε ληφθῆ φροντὶς νὰ γείνωσι διοικητικαὶ βελτιώσεις, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἔλαβον τὸ ἄλλο μέρος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἀκεραιότης τῆς Τουρκίας ἤθελε προσβληθῆ, ὅτι δὲν ἐφηρμόζετο ἡ διαβεβαίωσις περὶ τῶν διοικητικῶν μεταῤῥυθμίσεων, ἀλλὰ ἠθέλομεν καὶ ἡμεῖς μετάσχει πολλῶν μειζόνων ὠφελειῶν καὶ παραχωρήσεων ἐδαφικῶν. Ἀλλ’ ἡ διακοίνωσις τῆς 23 Ἰουλίου δὲν ὁμιλεῖ παντάπασι περὶ προσβολῆς τῆς ἀκεραιότητος τῆς Τουρκίας, ἀλλὰ περὶ διαλύσεως τῆς τουρκικῆς αὐτοκρατορίας, καὶ μόνον ἐν διαλύσει αὐτῆς λέγει, ὅτι δὲν δύναται νὰ δώσῃ διαβεβαιώσεις περὶ τῶν συμβεβηκότων, τὰ ὁποῖα θέλουσι συμβῆ. Ἰδοὺ πιστὴ μετάφρασις τῆς διακοινώσεως ταύτης (ἀναγινώσκει αὐτήν). Ὁ κ. Τρικούπης ἀναλαμβάνει τὴν προσπάθειαν, ὅπως παρεμποδίσῃ τὴν ἔκρηξιν ἐπαναστάσεων ἐν ταῖς γειτονικαῖς ἐπαρχίαις, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι θέλει δοθῆ αὐτῷ ὑπόσχεσις ὑπὸ τῆς Μεγάλης Βρεταννίας, ὅτι, ὁπόταν ἤθελε γείνει ἔναρξις τῶν περὶ εἰρήνης διαπραγματεύσεων, θέλει θεωρηθῆ ὅτι ἐνώπιον τῆς Εὐρώπης ὑφίσταται οὐχ ἧττον ἑλληνικὸν ζήτημα, ὡς εἰ τοιοῦτον εἶχε δημιουργηθῆ ὑπὸ πραγματικῆς ἐπαναστάσεως ἁπασῶν τῶν ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν». «Ἡ ἀνακοίνωσις τοῦ κ. Τρικούπη δὲν σαφηνίζει ἀκριβῶς τὴν ἔννοιαν, ἣν ἀποδίδει εἰς τὴν ἀνωτέρω ἔκφρασιν. Ἡ Κυβέρνησις τῆς Α. Μεγαλειότητος δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ παράσχῃ οἱασδήποτε διαβεβαιώσεις σχετικῶς πρὸς τὰ δυνάμενα νὰ ἐπακολουθήσωσι συμβάντα ἐν περιπτώσει διαλύσεως τῆς ἐν Εὐρώπῃ Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Ἄτοπος δὲ, κατὰ τὴν γνώμην αὐτῆς, καὶ παράκαιρος θὰ ἦτο ἡ πρόβλεψις τοιούτου ἐνδεχομένου, τῆς διανομῆς δηλαδὴ τῆς ὑπὸ τὴν τουρκικὴν κυριαρχίαν διατελούσης νῦν χώρας». «Ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀνάσσης εἶναι πρόθυμος νὰ διαβεβαιώσῃ τὴν ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὸ ἐφ’ ἑαυτῇ, ὁπόταν παραστῇ ὁ χρόνος πρὸς ἐξέτασιν τῆς διευθετήσεως τῶν ζητημάτων, ἅπερ ἐκ τοῦ πολέμου ἀνεφύησαν, θέλει προθύμως ποιήσει χρῆσιν τῆς ἐνθερμοτέρας ἐπιῤῥοῆς αὑτῆς, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τοῖς ἐν ταῖς τουρκικαῖς ἐπαρχίαις ἑλληνικοῖς πληθυσμοῖς πάσας τὰς διοικητικὰς μεταῤῥυθμίσεις καὶ τὰ πλεονεκτήματα, ἅτινα ἤθελον χορηγηθῆ εἰς τοὺς χριστιανικοὺς πληθυσμοὺς οἱασδήποτε ἄλλης φυλῆς». Εἶχον λοιπὸν δίκαιον, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ἐὰν ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν μετήλθομεν μέχρι τῆς 11 Ἰανουαρίου, ἐὰν ἡ πολιτική, ἡ ὁποία διετυπώθη εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Τρικούπη, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀπαντᾷ ἡ ἀγγλικὴ διακοίνωσις τῆς 23 Ἰουλίου, ἐὰν αὐτὴ ἡ πολιτικὴ σᾶς ἔφερεν ὡς καρπὸν τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην, ὅτι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν διαλυθῇ ἡ Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία, ἡ ἀγγλικὴ κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ὑποσχεθῇ εἰμὴ μόνον διοικητικὰς μεταῤῥυθμίσεις ὁμοίας πρὸς τὰς τῆς Σλαβικῆς φυλῆς· ἐὰν αὐτὸς ἦτο ὁ καρπὸς τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, ὁ καρπὸς τῆς ἀντιθέτου πολιτικῆς, ἣν μετὰ τὴν 11 Ἰανουαρίου μετήλθομεν ἡμεῖς, ὁ καρπὸς, λέγω, τῆς πολιτικῆς ταύτης ἦτο πολὺ μεγαλείτερος, διότι σᾶς ὑπομιμνήσκω ὅτι ὁ μὲν καρπὸς τῆς εἰρηνοποιήσεως τῆς Θεσσαλίας ἦτο ὑπόσχεσις τῆς μεγάλης ἐκείνης Δυνάμεως ῥητοτέρα καὶ θετικωτέρα· ὁ δὲ καρπὸς τοῦ Συνεδρίου ἦτο ἀπόφασις πλήρης καὶ τελεία, καὶ ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἔλαβε χώραν ἡ διάλυσις τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, οὐδὲ ἡ διανομὴ τῶν χωρῶν αὐτῆς, ἀλλὰ μόνον τῆς ἀκεραιότητος αὐτῆς περιστολή, οὐδὲν ἄλλο ἐκ τῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Τρικούπη ἠδυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν ἢ μόνας τὰς διοικητικὰς μεταῤῥυθμίσεις. Ἀλλ’ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, σᾶς εἶπεν ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ἔμαθε μετὰ δύο ἡμέρας τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συνεδρίου περὶ παραχωρήσεως! Ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, ἐμφανισθεὶς ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου, δὲν ἐζήτησέ τι περὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐλησμόνησε τὸν Ἑλληνισμόν, ἐλησμόνησε τὴν Κρήτην, τὴν ὁποίαν τὸ ἄρθρον 15 τῆς συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου πρὸ παντὸς προέθετο! Καὶ μὲ ἤλεγξαν διατί νὰ μὴ ὁμιλήσω ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου καὶ νὰ ζητήσω τὴν βελτίωσιν τοῦ διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Κρήτης! Καὶ τί ἐζήτησα ἐγὼ περὶ τῆς Κρήτης; Ἔπταισα, διότι δὲν ἐζήτησα τὴν βελτίωσιν τοῦ διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Κρήτης τοῦ 1868 καὶ ἐζήτησα τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης; Ἦτο ἐγκατάλειψις τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, διότι ἐγὼ ἐζήτησα τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος; Τῇ ἀληθείᾳ ἐκπλήσσομαι πῶς, ἐνῷ ἔχουσι γνῶσιν τῆς ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου διακηρύξεώς μου, διότι αὕτη ἐξετυπώθη ἐπιμελείᾳ τοῦ Συνεδρίου καὶ διενεμήθη εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ἑπομένως γνωρίζετε τί εἶπον ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου· πῶς, λέγω, τολμῶσι νὰ ὑποκρίνωνται, ὅτι δὲν γνωρίζουσιν ὅτι ἐγὼ ἐζήτησα τὴν μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἕνωσιν τῆς Κρήτης, καὶ μὲ ἐλέγχουσιν ὡς μὴ ζητήσαντα παρὰ τοῦ Συνεδρίου τὴν βελτίωσιν τοῦ διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ αὐτῆς. Πρῶτον στάδιον, κύριοι, τῶν ἐργασιῶν τοῦ Συνεδρίου ἦτο τὸ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν του μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐξέδωκε τὴν ἀπόφασιν περὶ προσκλήσεως τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος. Δεύτερον στάδιον ἦτο ἡ ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου περὶ τῶν αἰτήσεων τῆς Ἑλλάδος· κατὰ τὸ στάδιον τοῦτο δὲν ἐζήτησα ἀληθῶς παρὰ τοῦ Συνεδρίου νὰ λάβῃ μέτρα διὰ νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Πύλης τὴν βελτίωσιν τῆς διοικήσεως τῶν Ἑλληνικῶν Ἐπαρχιῶν· δὲν ἐζήτησα τοῦτο, περιωρίσθην μόνον νὰ εἴπω εἰς τὸ Συνέδριον τὰς γνώμας, τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἡ κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἔχει. Αἱ ἰδέαι τῆς κυβερνήσεως εἶναι οἱ πόθοι τοῦ Ἑλληνισμοῦ, αἱ ἰδέαι της εἶναι αἱ ἰδέαι τοῦ 1821. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ Εὐρώπη ἔλαβε βάσιν τῶν ἀποφάσεών της τὴν διατήρησιν τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, περιωρίσθην ζητήσας μόνον τὴν Κρήτην, τὴν Ἤπειρον καὶ τὴν Θεσσαλίαν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, διότι παρέστησα ὅτι ἄνευ αὐτῶν ἦτο ἀδύνατος ἡ συμβίωσις τῶν δύο ὁμόρων ἐπικρατειῶν, καὶ ὅτι ἡ Εὐρώπη εἶχε μέγα συμφέρον νὰ καταστήσῃ δυνατὴν τὴν συμβίωσιν ταύτην. Καὶ διότι ἐμνήσθην τοῦ ἀγῶνος τοῦ 1821, καὶ διότι ἐμνήσθην τῶν πόθων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὁ εὐγενὴς λόρδος, ὁ προϊστάμενος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἀγγλίας παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων, ὅτι οἱ Ἕλληνες ἀντιπρόσωποι προσέβλεπον πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν, καὶ ἐνῷ ἐν Ἀγγλίᾳ παρέστην ὡς προσβλέπων εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου παρίσταμαι ὡς ἐγκαταλιπὼν τὸν Ἑλληνισμὸν εἰς τὴν τύχην του. Ἀλλὰ διατί δὲν ἐζήτησα βελτιώσεις ὑπὲρ τῶν ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν; Διότι ἤμην Ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει τὸν Ἑλληνισμόν. Ἐγὼ δὲν νομίζω ὅτι ἔπρεπεν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος νὰ παραστῇ ὡς ψευδομάρτυς, ἤθελον δὲ παραστῆ ὡς ψευδομάρτυς, ἐὰν ἔδιδον εἰς τὴν Εὐρώπην νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι αἱ ἑκάστοτε ἀναγραφόμεναι ἐπαγγελίαι τῆς Τουρκίας περὶ διοικητικῶν βελτιώσεων ἀποτελοῦσι βελτίωσιν τῆς τύχης τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ζητῶν βελτιώσεις ὑπὲρ τῶν ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν, ἀνῄρουν τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ἐζήτουν τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης, τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θεσσαλίας. Ἀφοῦ αἱ ἑλληνικαὶ ἐπαρχίαι δύνανται νὰ εὐημερήσουν διὰ βελτιώσεων διοικητικῶν, διατί νὰ παραχωρήσωσιν εἰς ἡμᾶς τὴν Ἤπειρον καὶ Θεσσαλίαν; Νὰ εἰσαγάγωσι τὸν ὀργανισμὸν τῆς Κρήτης εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ Θεσσαλίαν, ἰδοὺ βελτίωσις ἐπαρκὴς, μὴ ἐξασθενίζουσα τὴν Τουρκίαν, τὴν ὁποίαν ἡ Εὐρώπη ἐπεθύμει νὰ διατηρήσῃ ἐν τῷ γενικῷ συμφέροντι τῆς Εὐρώπης. Μὲ ἐγκαλοῦσι, κύριοι, διότι δὲν περιέπλεξα τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὰς παγίδας, τὰς ὁποίας μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἴδωσι τὸ κράτος των ἐξασθενίζον διὰ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συνεδρίου...... μόνον ἐκεῖνοι ἠδύναντο νὰ στήσωσι· δὲν ἐπίστευσα δὲ, ὅτι ἑλληνικὴ φωνὴ ἤθελε μὲ ἐλέγξει, διότι ἐπρόσεξα νὰ μὴ περιπέσω εἰς τὰς παγίδας ταύτας. Εἶπον, ὅτι ἐγὼ ὡμολόγησα ὅτι ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐγνώριζον τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ πρῶτος ἀντιπρόσωπος τῆς Γαλλίας ἐπὶ τῆς περὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ Συνέδριον προτάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας. Ἀληθῶς δὲν ἐγνώριζον τὴν ἐπιοῦσαν τῆς προτάσεως ταύτης, ὅτι τὸν προτεραίαν τοιαύτη εἶχε προταθῆ πρότασις. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν ἐπεθύμουν νὰ ἐγίνετο ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας ὡς ἐπροτάθη, οὐδὲ παρεξενεύθην διὰ τὴν ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Γαλλίας γενομένην πρότασιν, διότι ἐγνώριζον ἤδη ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ποίας ἡ γαλλικὴ κυβέρνησις εἶχε περὶ μετοχῆς τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ Συνεδρίῳ γνώμας, οὐδ’ ἀπηλπίσθην, διότι ἐγένετο αὕτη ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου παραδεκτή. Ὁ κύριος Ῥικάκης εὗρεν εὐφυῆ ἐπινόησιν, διὰ νὰ ἐλαφρύνῃ τὴν θέσιν μου, διὰ νὰ ἐλαττώσῃ τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου καὶ ὁ συγγραφεὺς τοῦ λιβέλλου ᾐσθάνθησαν, ἀκούσαντες, ὅτι τόσον βραδέως ἐγὼ ἔμαθον τὰ τῆς γαλλικῆς προτάσεως. «Πταίουσιν, εἶπεν, οἱ πρέσβεις καὶ οἱ διπλωματικοὶ ὑπάλληλοι, οὓς εἶχον προσκαλέσει παρ’ ἐμοὶ ἐν Βερολίνῳ». Ὁ ἀγαθὸς φίλος μου, ὁ Βουλευτὴς Πατρῶν εἶναι δικαιολογημένος τοιαῦτα προβάλλων, διότι ἔχει ἀτελῆ γνῶσιν τῶν διπλωματικῶν πραγμάτων.
§75ΡΙΚΑΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, εἶπον, ὅτι ἡ θέσις τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος ἦτο τοιαύτη, ὥστε δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ περιορισθῇ ἐντὸς ἐπισήμων σχέσεων· ὅτι οἱ πρέσβεις ἠδύναντο νὰ ἔχουν καὶ ἡμιεπισήμους σχέσεις, καὶ εἰς αὐτοὺς ἦτο συγχωρημένον νὰ μεταχειρισθῶσιν ἰδιαίτερα μέσα, τὰ ὁποῖα σεῖς δὲν ἠδύνασθε ὡς ἐκ τῆς θέσεώς σας, δὲν ἔπραξαν δὲ τίποτε· αὐτὸ εἶπον, δὲν σᾶς εἶπον ὅτι ἠδύναντο ἐκεῖνοι νὰ λάβουν τὴν ἐμπιστοσύνην σας.
§76ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι ὁ κ. Ῥικάκης ἔχει τὴν πρόθεσιν νὰ ἐλαφρύνῃ τὴν θέσιν μου· ἴσως νομίζει ὅτι αἱ σχέσεις πρὸς τοὺς Πρέσβεις εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς εἰσὶν ἀσφαλὲς πρὸς διευθέτησιν τῶν συμφερόντων τῶν ἐθνῶν μέσον. Ἀπαντήσας, κύριοι, εἰς τὰς αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας μοὶ ἀπέτεινεν ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ἀπέδειξα ἐν πρώτοις ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι, πρὶν ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου ὑπὲρ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ Συνεδρίῳ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχε πληροφορίας, ὅτι ἔπρεπε νὰ στείλῃ ἀντιπρόσωπον ἵνα ἀντιπροσωπεύσῃ τὸν Ἑλληνισμόν· ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχε κληθῆ νὰ στείλῃ ἀντιπρόσωπον διὰ νὰ ἦναι παρὼν, ὥστε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Συνέδριον, ὅταν τὸ Συνέδριον ἤθελεν ἀποφασίσῃ περὶ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ ἀντιπροσώπου, ὑπὸ οἱουσδήποτε ὅρους ἤθελεν ἀποφασίσει. Δεύτερον, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπε περὶ τῆς διακοινώσεως τῆς 23 Ἰουλίου, δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι δὲν ἐγένετο ὑπὸ τῆς διακοινώσεως τοῦ Λόρδου Δέρβυ διάκρισις μεταξὺ τῆς περιπτώσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀκεραιότης τῆς Τουρκίας ἤθελε πάθει, καὶ μεταξὺ ἐκείνης καθ’ ἣν ἡ ἀκεραιότης δὲν ἤθελε πάθει· ἀλλ’ ἡ διακοίνωσις λέγει, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποσχεθῇ ἡ Ἀγγλία τίποτε, ἂν διαλυθῇ ἡ Τουρκία, ὑπέσχετο δὲ, ἂν δὲν διαλυθῇ, μόνας τὰς διοικητικὰς βελτιώσεις. Τρίτον, ἐὰν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐζήτησε διοικητικὰς βελτιώσεις ἐν ταῖς Ἑλληνικαῖς ἐπαρχίαις, ἐξεπλήρωσε καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀληθῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, διότι ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ διοικητικῶν βελτιώσεων διὰ τὰς Ἑλληνικὰς ἐπαρχίας δὲν ἤθελε βελτιώσει τὴν τύχην τοῦ Ἑλληνισμοῦ· καὶ φρονεῖ ἀδιστάκτως, ὅτι ὅλαι αἱ ἀναγραφεῖσαι βελτιώσεις δὲν ἔτεινον πρὸς ἄλλον τινὰ σκοπὸν παρὰ μόνον νὰ ἀποπλανήσωσι τὴν Εὐρώπην, ὅπως ἄρῃ τὴν πίεσιν ἣν ἐπὶ τῆς Τουρκίας ἤσκει πρὸς βελτίωσιν τῆς τύχης αὐτῶν, ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος δὲν παρέλιπε τὸ καθῆκόν του πρὸς τὴν Κρήτην, μὴ ζητήσας τὴν ἐπέκτασιν τῶν διοικητικῶν βελτιώσεων καὶ ἐπ’ αὐτῆς, διότι εἶχε ζητήσει τὴν ἕνωσίν της μετὰ τῆς Ἑλλάδος.
§77ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7½ μ. μ.