1877.11.17
1,382 rows · 11,590 words · 143 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 14
Τῆς 17 Νοεμβρίου 1877.
(Πέμπτη)
Ὥρα 2 μ. μ.
Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Αὐλάρχης εἰδοποιεῖ τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ Αὐλὴ ἔχει πένθος δύω ἑβδομάδων ἀρχόμενον ἀπὸ σήμερον ἐπὶ τῷ θανάτῳ τῆς Α. Μ. τῆς ἐπικλήρου βασιλίσσης τῆς Σαξωνίας.
§2ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἀνεγνώσθη εἰς παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἀναφορὰ πολίτου τινὸς ἐκ Μεσολογγίου Διονυσίου Μπαγεώργη ὀνομαζομένου, ὁ ὁποῖος παραπονεῖται, ὅτι οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν ἰχθυοτροφείων Μεσολογγίου καθυστεροῦσι πολλὰ, ἐξ ὧν ὀφείλουν νὰ πληρώσουν ἐκ τοῦ ἐνοικίου, καὶ ὅτι αὐτὸς πολλάκις ἀνεφέρθη εἰς τὰς οἰκονομικὰς ἀρχὰς, κατήγγειλε τὴν καθυστέρησιν ταύτην καὶ ὅτι προσεφέρθη νὰ συναγωνισθῇ εἰς τὸν ἀναπλειστηριασμὸν, ἀλλ’ οὐδεὶς τὸν ἤκουσε. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη διευθύνθη πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον δίδει τὰς ἑξῆς πληροφορίας πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐν πρώτοις παρατηρῶ, ὅτι αὐτὸς ὁ κύριος ἀπεκλείσθη κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετῆ ἐνοικίασιν τῶν ἰχθυοτροφείων καὶ μένει ἄνευ ἰχθυοτροφείου, μὴ δυνηθεὶς νὰ πλειοδοτήσῃ. Διὰ τοῦτο ἀπ’ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς εἶναι ὡρκισμένος κατὰ τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ κατακραυγάζει ἐναντίον αὐτῶν. Ἡ πρόσοδος τῶν ἰχθυοτροφείων Μεσολογγίου ἀναβαίνει εἰς 158,877 κατ’ ἔτος· ὀφείλονται δὲ αὐτὴν τὴν στιγμὴν μόνον 32,170. Παρατηρῶ, προσέτι, ὅτι ἀπὸ τὴν δόσιν τοῦ ἐνοικίου τῆς χρήσεως τοῦ 1876 δὲν ὀφείλεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον οὐδὲ λεπτὸν, διότι ὅλα εἰσεπράχθησαν· ὀφείλονται δὲ μόνον ἀπὸ τὴν χρῆσιν τοῦ 1875 δραχμαὶ 18,622. Διὰ τὰ ὀφειλόμενα ταῦτα ἐξεδόθησαν ἐντάλματα προσωπικῆς κρατήσεως καθ’ ὅλων τῶν ὀφειλόντων ἐνοικιαστῶν, ἡ καταδίωξις ἐνεργεῖται δραστηρίως καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἴσπραξιν τοῦ ὀφειλομένου ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1875 ἐξεπλειστηριάσθησαν κατὰ τὸν λήξαντα μῆνα 8βριον τὰ ἐνυπόθηκα κτήματα τοῦ ἑνὸς τῶν ἐνοικιαστῶν, συνεπεία διαταγῶν τοῦ ὑπουργείου, τὰς ὁποίας ἐξεδώσαμεν πρό τινος καιροῦ, ἀνεβλήθη δὲ ὁ πλειστηριασμὸς τῆς περιουσίας τοῦ συναιτέρου αὐτοῦ Βωρύλα συνεπείᾳ διατάξεως τοῦ προέδρου τῶν ἐν Μεσολογγίῳ πρωτοδικῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τῶν χθὲς ὑποβληθέντων νομοσχεδίων;
§4ΜΙΛΗΣΗΣ. Πρὸ τῆς συζητήσεως αὐτῆς ζητῶ τὸν λόγον.
§5ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐλησμόνησα νὰ προσθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ὁποῖον καλῶς ποιῶν ὑπέμνησεν εἷς ἀξιότιμος βουλευτὴς καὶ ὅπερ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἐπῆλθον φοβεραὶ καταστροφαὶ εἰς τὰ ἰχθυοτροφεῖα κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, καὶ ὅτι πράγματι ὡς γνωρίζει καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Σωτηρόπουλος ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ δείξῃ ἐπιείκειαν καὶ οἶκτον πρὸς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν διὰ τῆς ἐργασίας των νὰ ἀναβιβάσωσι τὴν πρόσοδον τοῦ Δημοσίου ἀνὰ πᾶσαν ἐνοικίασιν εἰς πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν πλειότερον τῶν παρελθουσῶν ἐνοικιάσεων, καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχασαν τὰς ἀπολαυὰς τὰς ὁποίας ἄλλοτε ἀπελάμβανον καὶ κατέστησαν δυστυχεῖς καὶ πένητες καὶ βλέπομεν τὴν σήμερον ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν διευθυνταὶ ἰχθυοτροφείων νὰ ἐργάζωνται ἕνεκα τῆς καταστροφῆς τῆς περιουσίας των ἐκ τῶν ζημιῶν τῶν ἰχθυοτροφείων ἐπὶ ἁπλῷ μισθῷ. Μάλιστα ὁ κ. Σωτηρόπουλος καὶ προθεσμίαν ἐχορήγησε, καὶ διαπραγματεύσεις τινὰς ἔκαμε ὅπως δυνηθῇ νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς βοήθειάν τινα ἐπαρκῆ, πέραν τῆς ὑπουργικῆς ἐξουσίας. Μολαταῦτα παρατηρεῖται ἐκ τῶν ἀριθμῶν οὓς ἀνέφερα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐφέρθη πρὸς αὐτοὺς ἀμειλίκτως.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μίλησης ἔχει τὸν λόγον.
§7ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς καὶ γυμνασιακῆς παιδεύσεως. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρεσκεύασε πέρυσιν ἐπιτροπὴ, ἐργασθεῖσα ἐπὶ ἡμέρας πολλὰς ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας ὑπὸ τὴν προεδρείαν μου, κατήρτισα δὲ κατόπιν ἐγὼ καὶ συνεπλήρωσα αὐτὸ ἐν ἄλλοις, ἀλλὰ δὲν τὸ ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν ἀμέσως τότε, διότι ἐσκέφθην ὅτι τοιοῦτον ἔργον ἔπρεπε νὰ ᾖναι προϊὸν ὡρίμου σκέψεως καὶ μελέτης ὅλων τῶν λογίων ἀνδρῶν τῆς τε ἐλευθέρας καὶ δούλης Ἑλλάδος. Διὰ τοῦτο προετίμησα νὰ τυπώσω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς ὀλίγα ἀντίτυπα, τὰ ὁποῖα καὶ ἀπέστειλα ἤδη εἰς εἰδικοὺς ἄνδρας καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, προκαλῶν τὴν ἐπ’ αὐτοῦ γνωμοδότησίν των. Ἀναγνωρίζω, κύριοι, ὅτι οὔτε σήμερον εἶναι ὥριμον πρὸς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιόν μου. Ὅταν πρόκειται ν’ ἀντικαταστήσωμεν ἢ τροποποιήσωμεν σύστημα λειτουργοῦν ἐπὶ 43 ἔτη ἐν τῷ τόπῳ, καὶ κληροδοτηθὲν ἡμῖν παρ’ ἀνδρῶν εἰδικῶν, σοφῶν, γνῶσιν πλήρη ἐχόντων τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἐπεχείρησαν, ὀφείλομεν νὰ βαδίσωμεν βραδέως καὶ μετὰ πολλῆς περισκέψεως, ὅπως ἡ ἀντικατάστασις ἢ τροποποίησις ἐπέλθῃ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὑπὸ ἀξιεπαίνου βεβαίως ζήλου ὁρμώμενος, ὑπέβαλεν ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ συνυποβάλλω καὶ ἐγώ, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιόν μου, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὁπωσδήποτε εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐκτίμησιν τοῦ ἔργου, ὅπερ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας παρουσιάζει. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ παραπέμψῃ τὸ νομοσχέδιόν μου εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν, ἵνα γείνῃ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ νόμιμος προεξέλεγξις ἐκ παραλλήλου μετὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. ὑπουργοῦ, καὶ ἐκ παραλλήλου κατόπιν νὰ συζητηθῇ ἐνώπιον τοῦ Σώματος, νὰ διατάξῃ δὲ καὶ τὴν τύπωσιν αὐτοῦ.
§8ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§9ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὅταν δὲ ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως, τότε ἐπιφυλάσσομαι ν’ ἀναπτύξω τὰς ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας ἡ πεῖρα κατέδειξεν εἰς τὸ ἰσχῦον σύστημα τῆς ἐκπαιδεύσεως, τὰς βάσεις τοῦ νέου συστήματος, τοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου μου εἰσαγομένου, τὴν ἐν γένει οἰκονομίαν τούτου καὶ τοὺς καρπούς, τοὺς ὁποίους ἐπαγγέλλεται νὰ φέρῃ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλή;
§11ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὰς ἐπιτροπὰς νὰ ἐργάζωνται δραστηρίως· παρακαλῶ δὲ ἐπίσης δύω ἐπιτροπάς, αἱ ὁποῖαι ἀκόμη δὲν συνῆλθον, νὰ συνέλθουν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χρήσεως τῆς διὰ τοῦ νόμου ΧΚϚʹ. χωρηγηθείσης πιστώσεως.
§13ΖΩΧΙΟΣ. Τὸν λόγον.
§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶπες, ὅτι δὲν θὰ ὁμιλήσῃς;
§15ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν ἐσκόπευον νὰ λαλήσω, ἀναβαίνω δὲ μετὰ δειλίας τὸ βῆμα, διὰ τὸν ἀκόλουθον λόγον. Ἐὰν ἐνόησα καλῶς τὸν λόγον τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὸν χθεσινόν, ὀφείλομεν, ὁσάκις ἀναβαίνομεν τὸ βῆμα, νὰ μιμούμεθα τοὺς παπάδες, οἱ ὁποῖοι προσέρχονται εἰς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ λαμβάνουν τὸν λεγόμενον καιρόν· ἐὰν ὁ ἀρχιερεὺς δὲν τοὺς εὐλογήσῃ, αὐτοὶ δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ λειτουργήσουν. Ὅθεν καὶ ἡμεῖς, ἀναβαίνοντες τὸ βῆμα, πρέπει νὰ λαμβάνωμεν τὸν καιρὸν, ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργόν. Πρὸς τοῖς ἄλλοις πρέπει νὰ ὁμιλῶμεν, ὅπως ὁμιλοῦν οἱ ὑπουργοί, βεβαίως δὲ, χωρὶς νὰ κολακεύσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι εἷς ἐκ τῶν ἀρίστων ῥητόρων τῆς Βουλῆς· ἐὰν ὅμως ὅλοι μετεχειριζόμεθα τὴν αὐτὴν γλῶσσαν, θὰ ὑπῆρχέ τι πλέον ἀνυπόφορον; Βεβαίως ὄχι. Λοιπὸν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ ἀνέχηται καὶ τοὺς ἄλλους νὰ λαλοῦν τὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν γνωρίζουν. Μᾶς εἶπε προσέτι ὁ κ. ὑπουργός, ἐνῷ ἡμεῖς σᾶς φέρομεν σαρακοστιανὰ νομοσχέδια, σεῖς ὁμιλεῖτε διὰ πασχαλινά. Νομίζω, ὅτι τὸ πρὸς συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι πασχαλινὸν, διότι κἄπως συνδέεται μὲ τὸ Πάσχα, καὶ ἂν λαλήσωμεν περὶ τοῦ Πάσχα, δὲν ἐξερχόμεθα τοῦ κανόνος. Ἡμεῖς, λέγει, ὁσάκις ἐζητήσατε πληροφορίας σᾶς τὰς ἐδώσαμεν, ἀλλὰ σεῖς εἶσθε δύστροποι καὶ θέλετε ν’ ἀλλάξητε τὸν χαρακτῆρα τοῦ Βουλευτηρίου. Τί σημαίνει, διδάσκαλε τὸ νῦν; ἠρώτησε τὸν διδάσκαλον αὑτοῦ μαθητής. Τὸ νῦν, παιδί μου, εἶναι πάντα νῦν ἀπεκρίθη ὁ διδάσκαλος. Τοιαῦται εἶναι καὶ αἱ ἀποκρίσεις τῶν ὑπουργῶν. Ἠρώτησεν ὁ κ. Μπούμπουλης τοὺς ὑπουργοὺς, λέγων· τί σκέπτεσθε νὰ κάμητε κατὰ θάλασσαν; Σιωπή. Καὶ ἐθαύμασα τὸν κ. Μπούμπουλην, ὁ ὁποῖος ἔθεσε κακῶς τὸ ζήτημα· διότι ἀντὶ νὰ ἐρωτήσῃ, τί ἐκάματε μέχρι τῆς ὥρας κατὰ θάλασσαν, ἠρώτησε τί θὰ κάμητε.
§16ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Περὶ τῶν γενομένων ἐλάλησα, ὄχι περὶ τῶν γενησομένων.
§17ΖΩΧΙΟΣ. Ἐὰν δὲν ἐφοβούμην τὸν κ. Λομβάρδον, θὰ σᾶς ἐπρότεινα μυστικὴν συνεδρίασιν, διότι τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον εἶναι ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγονται στὰ αὐτιά. Ἐὰν ἓν Κράτος εὐρωπαϊκὸν θὰ ζητήσῃ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δάνειον, ὅλος ὁ κόσμος θὰ σηκωθῇ στὸ ποδάρι, εἶναι ἀποκάλυψις ἑνὸς μυστηρίου μεγάλου. Τοῦτο δὲ τὸ νομοσχέδιον νομίζω, ὅτι κἄπως ἔχει σχέσιν μὲ τὰς παρασκευάς· ἐὰν δὲ λαλήσωμεν περὶ αὐτῶν εἴτε τώρα, εἴτε κατόπιν, δὲν ἐξερχόμεθα τοῦ κύκλου τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς ἐχάραξεν; Ἐὰν μελετήσητε τὸ νομοσχέδιον, πρόκειται περὶ καϋμέδων, καὶ μάλιστα περὶ μιᾶς ἀσθενείας, τῆς ὁποίας δὲν θὰ κατορθώσωμεν ν’ ἀπαλλαγῶμεν, διότι ἀμφιβάλλω ἂν τὸ Δημόσιον θὰ εὑρεθῇ ποτε εἰς εὐκαιρίαν ν’ ἀποτίσῃ τὸ πρὸς τὴν Τράπεζαν δάνειον. Ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Ῥόκος λέγει, μυλιούνια θέλετε; μυλιούνια σᾶς εὑρίσκω ἐγώ. Κύριε Ῥόκε, δὲν τὰ δίδεις αὐτὰ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν;
§18ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ φόρων, ἀλλὰ περὶ εἰσφορᾶς τοῦ λαοῦ.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, πρόκειται περὶ ἄλλου.
§20ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί νομοσχέδιον συζητοῦμεν;
§21ΖΩΧΙΟΣ. Ἐξέλαβον ἄλλο ἀντ’ ἄλλου, ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν ἔχει ἀντίῤῥησιν, ὅπως μετατεθῇ ἡ συζήτησις εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ οὗ λαλῶ. Ἀνακαλῶ δὲ εἰς τὴν μνήμην σας, ὅτι πέρυσιν ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου δὲν ἠκούετο ἄλλο τι, εἰμὴ, παρασκευαὶ, παρασκευαὶ, παρασκευαὶ, ἡ λέξις δ’ αὕτη σήμερον διεγράφη.
§22ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διότι εἶναι Σάββατον.
§23ΖΩΧΙΟΣ. Ὄχι, σήμερον ἐπικρατεῖ ἄλλο πρόγραμμα, τὸ λεγόμενον πρόγραμμα τοῦ τόπου.
§24ΤΙΝΕΣ. Εἴμεθα εἰς τὰ ἔργα.
§25ΖΩΧΙΟΣ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν δύναμιν τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, ὁ ὁποῖος εἶπε τοῦ Ἡλίου, μὴ κινηθῇς, καὶ τῆς Σελήνης, στάσου αὐτοῦ. Καὶ ἡμεῖς ἂς εἴπωμεν εἰς τοὺς Τούρκους, μὴ κινηθῆτε· Ὀσμὰν πασᾶ, κάθου εἰς τὴν Πλεύναν· Ῥῶσσοι, μένετε πολιορκοῦντες αὐτὸν, ἕως νὰ παρασκευασθῶμεν. Ἠξεύρετε ὅτι ὁ Ἀλέξανδρος εἰς τὴν μάχην τὴν μεγάλην, τὴν ὁποίαν ἔδωκε κατὰ τῶν Περσῶν, εὑρῆκε ἕνα στρατιώτην ἀκονίζοντα τὸ μαχαῖρί του. Ἀναθεματισμένε, τοῦ λέγει, τώρα γίνεται χρῆσις τῆς μαχαίρας, καὶ ὄχι παρασκευὴ αὐτῆς. Ἡμεῖς δὲ ἀκονίζομεν ἀκαταπαύστως καὶ δὲν τελειώνομεν. Γινώσκετε δὲ, ὅτι εἰς τὰ ἀκόνια ῥίπτουν καὶ λάδι, λάδι δὲ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ὅλον τὸ χρηματικὸν, τὸ ὑπάρχον εἰς τὰς Τραπέζας, τὸ ὁποῖον θὰ φυγαδευθῇ, διὰ νὰ ἀκονίσωμεν τὰς μαχαίρας μας. Ἐὰν ἔχωμεν αὐτὰς τὰς ἰδέας, ἂς τηλεγραφήσωμεν πρὸς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν διαμαχομένων στρατῶν, λέγοντες: περιμείνατε, διότι ἔχομεν καὶ ἡμεῖς ὄρεξιν νὰ λάβωμεν μέρος εἰς τὸν χορόν σας· περιμείνατε δὲ, διότι οὔτε ἕτοιμοι εἴμεθα, οὔτε χρήματα ἔχομεν. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει δίκαιον νὰ λέγῃ ὅσα λέγει, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς ἔχομεν δίκαιον νὰ ἀποκρινώμεθα ὅπως ἀποκρινόμεθα, πρέπει δὲ νὰ ἀφήσῃ καὶ εἰς ἡμᾶς ὀλίγον νερὸν νὰ κολυμβῶμεν, διὰ νὰ εὑρίσκῃ καὶ ὁ ὑπουργὸς αὐτὸς πέντε ἀνθρώπους τολμῶντας νὰ λέγωσι. Ἀνακαλῶ δὲ εἰς τὴν μνήμην σας τί ὁ κακομοίρης ὁ Νικίας ἔλεγεν εἰς τὸν στρατόν του τὸν ἀπηλπισμένον. Συλλογισθῆτε ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἀφήσατε ἄλλα πλοῖα εἰς τὰ νεώρια καὶ τοὺς ναυστάθμους τῶν Ἀθηνῶν· συλλογισθῆτε, ὅτι δὲν ἀφήσατε χρήματα, δὲν ἀφήσατε στρατιώτας, δὲν ἀφήσατε τίποτε, καὶ σεῖς, ἔντιμοι συνάδελφοι, συλλογισθῆτε, ὅτι τετέλεσται ἤδη· ἐὰν δὲ αὔριον ἐπέλθῃ ἀνάγκη χρημάτων, ποῦ πρέπει νὰ καταφύγωμεν, κ. Θεοχάρη; Εἰς τοῦ Θεοῦ τὸ ἔλεος.
§26ΧΟΪΔΑΣ. Εἰς τὴν φιλοπατρίαν τοῦ λαοῦ.
§27ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε Ῥόκε, ἐπειδὴ πολλάκις ὁμιλεῖς καὶ μοῦ δίδεις τὴν ἄδειαν νὰ σὲ διακόπτω καλῶς ποιῶν, μὲ διέκοψες, ἀλλ’ ἰδοὺ τί σοῦ ἀποκρίνομαι: ὑπάρχουσι θαύματα, τὰ ὁποῖα μόνον ὁ Μωάμεθ ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ· ὁ Χριστὸς ἔκαμε θαύματα λογικά· ἐχόρτασε 5,000, ἀλλ’ εἶχε 5 ψωμιά· δὲν ἔκαμε δὲ κανὲν θαῦμα ἀνόητον· εἰς τοὺς γάμους ἠθέλησε νὰ δώσῃ κρασί, ἀλλ’ εἶχε νερὸν, καὶ τοὺς ἠνάγκασε νὰ ἀντλήσουν τὸ νερὸν ἀπ’ τὸ πηγάδι, καὶ νὰ κοπιάσουν. Σὺ δὲ ἀκαταπαύστως φωνάζεις, ἡ φιλοπατρία, ἡ φιλοπατρία. Δὲν ἀρκεῖ ὁ ἔρως, οἱ πόθοι, οἱ παλμοί, ἀλλὰ χρειάζεται καὶ κάτι τι ἄλλο. Δὸς 100 καντάρια παλμοὺς εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Τί νὰ τοὺς κάμῃ; (ἱλαρότης). Τὸ νόστιμον δὲ εἶναι, ὅτι παίζομεν μὲ τὰ σπουδαιότερα τῶν πραγμάτων. Ἂς ἐρωτήσωμεν ὅμως τοὺς ὑπουργοὺς, ποῦ εἶναι τὸ στρατόπεδον τοῦ Ἀγρινίου; Οὔτε τηλεσκόπιον, οὔτε μικροσκόπιον δὲν τὸ διακρίνει. Ποῦ εἶναι τὸ στρατόπεδον τῆς Τριπόλεως; Ἀνελήφθη ἐν δόξῃ. Ποῦ εἶναι τὸ στρατόπεδον τῶν Θηβῶν; Αὐτὸ μετετέθη. Δὲν κατηγορῶ τοὺς ὑπουργοὺς, διὰ τὸν ἑξῆς ἁπλούστατον λόγον· ἔπραξαν οἱ ἄνθρωποι ὅ,τι ἦτο δυνατόν. Τοὺς κατηγορῶ δὲ διὰ τοῦτο, ὅτι ἔδωκαν ἐνδείξεις ὅτι δύνανται νὰ κατορθώσωσι τὰ πολλὰ καὶ μεγάλα. Καὶ δὲν εἶναι τῶν ἰδεῶν τοῦ τόπου ἀποτελέσματα τὰ γενόμενα. Εἶπον δὲ οἱ ὑπουργοὶ ὅτι τὸ πρόγραμμά των εἶναι πρόγραμμα τοῦ τόπου, καὶ διὰ τοῦτο μᾶς διέταξαν, λέγοντες· σιγὰ, φιμώθητι. Τί δὲ ἀνεδέχθησαν νὰ φέρωσιν εἰς πέρας; Ἀνεδέχθησαν νὰ πετάξουν μὲ τὰ πτερὰ τοῦ Ἰκάρου, καὶ διὰ τοῦτο τώρα εἴμεθα ποῦ; Σήμερον παραδίδεται εἰς τὸ σταυρωθῆναι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, λέγουσι, δὲν ἔχει νοῦν; Ἔχει νοῦν, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἀλλ’ οἱ διοικοῦντες αὐτὴν εἶναι χριστιανοὶ, καὶ περὶ τῆς αὔριον ὀλίγον φροντίζουσι. Φροντίζουσι δὲ μόνον ὅταν τελειώσῃ ἡ ἑξαμηνία νὰ λάβωσι γενναῖον μέρισμα. Μετὰ δὲ ταῦτα; Ἤτοι μετὰ ὀκτὼ ἢ δέκα ἔτη τί θὰ γείνῃ; Τότε οὔτε σεῖς θὰ ἦσθε οὔτε ἐκεῖνοι. Μετὰ δέκα ὅμως ἔτη θὰ ὑπάρχῃ ἡ Ἑλλὰς αὕτη, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ῥόκος τὴν καταδίκασεν ἤδη εἰς θάνατον. Ἐγὼ δὲ δὲν πιστεύω τοὺς λόγους αὐτοὺς τοῦ κ. Ῥόκου. Διατί; Διὰ τὴν Ἑλλάδα ταύτην, ταύτην, ταύτην, ἰδίως διὰ τὰς Ἀθήνας, ἐδόθη αἴσιος χρησμὸς εἰς τὸν Θησέα, τὸν φίλον τοῦ συναδέλφου ἡμῶν Ῥόκου. Τί δὲ ἔλεγεν ὁ χρησμὸς ἐκεῖνος; Αἱ Ἀθῆναι, καὶ ὅταν λέγομεν αἱ Ἀθῆναι, ἐννοοῦμεν τὴν Ἑλλάδα ὁλόκληρον, εἶναι ἀσκὸς, ὁ ὁποῖος ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ βαπτισθῇ, ἀλλὰ νὰ καταποντισθῇ εἶναι ἀδύνατον. Βλέπετε δὲ ὅτι δὲν κατεποντίσθη μέχρι τοῦδε. Ἀλλ’ ἀφ’ οὗ δὲν φοβεῖσθε νὰ καταποντισθῇ ὁ ἀσκός, λέγουσιν οἱ ἀντιλέγοντες, τί φοβεῖσθε διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν; Φοβοῦμαι διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὸ ἑξῆς· ὅταν ἔλθῃ ὁ Νυμφίος τὰ μεσάνυκτα καὶ θὰ λάβωμεν ἀνάγκην νὰ ἀνάψωμεν τὰς λαμπάδας μας, δὲν θὰ ἔχωμεν ἔλαιον, διότι τὸ ἔλαιον θὰ τὸ ἔχωμεν στείλει εἰς τὴν Ἀγγλίαν, εἰς τὴν Αὐστρίαν, εἰς τὴν Ἀμερικήν.
§28ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ φέρωμεν ἄλλα πράγματα.
§29ΖΩΧΙΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἔσπειρα εἰς ἕνα βρωμόκηπον σπόρον, ἀλλὰ δὲν ἐφύτρωσε.
§30ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡμεῖς θὰ σπείρωμεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος· ἐὰν εἶναι τοιοῦτον τὸ ἔδαφος, τότε πταίει ἡ πατρίς μας· ἐὰν τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος εἶναι χειρότερον τοῦ παλιόκηπου τότε πταίει ἡ πατρίς μας ὥστε καὶ σὺ διότι εἶσαι μέλος τῆς πατρίδος Ὥστε δὲν ὑβρίζεις μόνον ἡμᾶς ἀλλὰ καὶ ἑαυτόν.
§31ΖΩΧΙΟΣ. Ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὸν ἄνθρωπον, συμβαίνει καὶ εἰς τὰ ἔθνη. Ἐὰν εἰς τὰ ἔθνη τὰ ἀσθενοῦντα τὸ μέρος τὸ ὑγιὲς ἦναι ἰσχυρότερον τοῦ πάσχοντος, τότε αὐτὸ κατισχύει τοῦ ἀσθενοῦς, διὰ τῶν δυνάμεων αὑτοῦ τῶν ἐσωτερικῶν. Ἐὰν δὲ τὸ μέρος τὸ ἀσθενὲς ᾖναι ἐπικρατέστερον τοῦ ὑγιαίνοντος, τότε λέγει μακαρίτης τις, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ῥόκος γινώσκει· «Κακοῖς καὶ βίᾳ ἡ πόλις σωφρονίζεται».
§32ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐξηγήσατέ το διὰ νὰ τὸ ἐννοήσῃ τὸ κοινὸν καὶ ἡ Ἑλλάς.
§33ΖΩΧΙΟΣ. «Κακοῖς καὶ βίᾳ»· (σημειοῖ διὰ τῆς χειρός του τὸν ῥαβδισμόν).
§34ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Βούρδουλα;
§35ΖΩΧΙΟΣ. Βεβαίως. Παρουσιάζονται δὲ σήμερον οἱ Σουηδοὶ κατὰ τίνος; Κατὰ τῶν Γερμανῶν. Οἱ Σουηδοὶ φοβοῦνται τοὺς Γερμανούς, διότι θὰ ζητήσουν καὶ κατὰ θάλασσαν νὰ κραταιωθῶσι. Διατί; Διὰ νὰ μὴ ἔχουν κανένα φόβον. Ποίους δὲ θέλουν νὰ περιλάβουν; Τοὺς Σουηδοὺς καὶ τοὺς Νορβηγοὺς τοὺς καλλιτέρους ναύτας τοῦ κόσμου. Τί δὲ εἶπον οἱ ἀπειλούμενοι; Ἂς παρασκευασθῶμεν. Ὅθεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐπεχείρησε νὰ πραγματοποιήσῃ σχέδιον παρασκευῆς. Ἀλλὰ πόσα ἔτη ἀπαιτοῦνται πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ σχεδίου; Δέκα. Πόσα δὲ ἑκατομμύρια; Ὀγδοήκοντα. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἐκεῖ δὲν λέγουν οἱ ὑπουργοί, σιωπή. Ὥρισαν μάλιστα καὶ τὰ εἴδη τῶν πλοίων. Παρασκευάζεται δὲ καὶ ἡ Γερμανία κατὰ τῶν Ῥώσων, καὶ τί κάμνει; φρούρια πρὸς τὰ Ῥωσσικὰ σύνορα. Διανοεῖται δὲ σήμερον νὰ πολεμήσῃ τοὺς Ῥώσους; Ὄχι. Ἀλλὰ πότε; Ἀφ’ οὗ ἑτοιμασθῶσι τὰ φρούρια, ἤτοι κατὰ τὸ ἔτος 1880. Ἡ Γερμανία δὲ παρασκευάζεται καὶ κατὰ τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Γαλλίας. Ἀλλὰ πόσου χρόνου ἔχει χρείαν; Δέκα ἐτῶν ἔχει χρείαν. Παρασκευάζεται καὶ ἡ Ἀγγλία κατὰ τίνος; κατὰ τοῦ κόσμου ὅλου. Παρετήρησε δὲ αὕτη ὅτι τὰ θωρακωτὰ δὲν ἀντέχουν, ὅτι δὲν ὑπάρχει θώραξ δυνάμενος ν’ ἀντισταθῇ κατὰ τῶν πυροβόλων. Τί λοιπὸν ἔκαμε; ἐζήτησε νὰ κατασκευάσῃ ἓξ πλοῖα ταχύτατα, πλοῖα διατρέχοντα εἴκοσι μίλια τὴν ὥραν, καὶ τὰ παρήγγειλε. Ἀλλὰ πόσος χρόνος ἀπαιτεῖται; Δύω ἔτη. Μόνος ὁ μέγας Πομπήϊος ἔλεγε, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ παρασκευασθῶ, θὰ κτυπήσω τὸ ποδάρι μου καὶ θὰ ἀναβοῦν ἀπὸ τῆς γῆς στρατοὶ καὶ στόλοι, ἐκτύπησε δὲ τὸ ποδάρι του, ἀλλὰ δὲν ἐθαυματούργησε. Πῶς λοιπὸν ἡμεῖς θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν ὅλους τοὺς Ἕλληνας; Πρέπει νὰ ἐξασφαλίσωμεν καὶ τοὺς εἰς τὰ παράλια τῆς Ἀσίας, τὰς νήσους Ῥόδον, Κύπρον, καὶ, καὶ. Ὁ κ. Ῥόκος μᾶς εἶπεν, ὅτι εἶδεν ὅλα αὐτὰ τὰ μέρη. Ὑπῆγες ὅμως, φίλε, εἰς τὴν μικρὰν Ἀσίαν καὶ εἰς τὰ ἐνδότερα αὐτῆς;
§36ΧΟΪΔΑΣ. Ἐπῆγα, ἔγραψα καὶ ἔκλαυσα.
§37ΖΩΧΙΟΣ. Ἐγὼ, κ. Ῥόκε, σπανίως κλαίω, ἢ ἂν θέλῃς ποτέ. Τί νὰ κλάψῃς; Ὑπόθεσε ὅτι ὅλοι ἀρχίζομεν ἐνταῦθα καὶ κλαίομεν· τί θὰ κατορθώσωμεν; (ἱλαρότης).
§38ΧΟΪΔΑΣ. Ὑπεσχέθην τὸ δάκρυ μου νὰ μοὶ τὸ πληρώσουν, διότι ἐγὼ δὲν ἔκλαυσα ἐκ δειλίας, ἀλλ’ ἐκ συντριβῆς τῆς πατριωτικῆς καρδίας.
§39ΖΩΧΙΟΣ. Ἂν ὁ Ἀλέξανδρος ἀπετύγχανεν εἰς τὴν Ἀσίαν, θ’ ἔλεγον ὁ Ἀλέξανδρος οὐχὶ ὁ μέγας, ἀλλ’ ὁ παλαβός· καὶ ὅταν ἐπέτυχεν, εἶπον, ζήτω ὁ Ἀλέξανδρος ὁ μέγας. Τώρα ἐὰν λάβῃς ἕνα σπόρον καὶ εἴπῃς εἰς ἕνα γεωργὸν, ῥίψε αὐτὸν τὸν σπόρον εἰς αὐτὸ τὸ χωράφι ἀλλὰ δὲν θὰ καρποφορήσῃ διότι εἶναι πολὺ ἀθλία ἡ γῆ, τί θὰ σοῦ εἰπῇ ὁ γεωργός; μήτε τὸ σιτάρι σου θέλω μήτε νὰ χάσω τὸν κόπον ἄδικα. Τίποτε λοιπὸν ὀλιγώτερον δὲν εἶναι τοῦτο ἀπὸ τοῦ νὰ παραδώσωμεν εἰς τὸ σταυρωθῆναι τὸν τόπον, ἕνεκα τῆς καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπὶ ἑκατὸν ἔτη. Ἀγωνίζονται οἱ Ἀμερικανοὶ νὰ σχίσουν τὸ χαρτὶ, οἱ Ἰταλοὶ εἶναι εἰς τὰ πρόθυρα νὰ τὸ σχίσουν, ἡ Αὐστρία σχεδόν· ἡ Ῥωσσία εἶναι χωμένη εἰς τὸ χαρτί· ἀλλ’ ἡ Ῥωσσία εἶναι Κράτος μέγα, εἶναι Κράτος τὸ ὁποῖον λαμβάνει χρήματα ἀπὸ ὅπου θέλει. Ἡμεῖς δὲ πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς αὐτὸν τὸν ἀγῶνα; Ἐκτὸς δὲ τούτου ἐὰν δὲν κατορθώσωμεν τίποτε καὶ ἐξαντληθῇ τὸ δάνειον χωρὶς νὰ φέρωμεν ἀποτέλεσμα; Μήπως ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐναντίαν ἰδέαν; σᾶς τὸ εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, καθήμεθα ἐπὶ τῶν ἑδωλίων μὲ στενοχωρίαν. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς, διότι ἀπαιτοῦμεν παρ’ αὐτῶν θαύματα, καὶ θαύματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνουν, ὅπως χθὲς μᾶς ἐπληροφόρησεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§40Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, καὶ ἡ πλειονοψηφία καὶ ἡ μειονοψηφία ἔχει τὰ δικαιώματά της, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι οὔτε ἡ μία, οὔτε ἡ ἄλλη πρέπει νὰ κάμῃ κατάχρησιν τῶν ἐπιχειρημάτων της. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ μετὰ τὴν ἀγόρευσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν χθὲς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις, δὲν μᾶς εἶναι, φρονῶ, πλέον ἐπιτετραμμένον εἰς κάθε στιγμὴν ν’ ἀναβαίνωμεν εἰς τὸ βῆμα καὶ ἐπιτιθέμεθα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ θέλωμεν ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς ἐξηγῆται. Ἐγὼ ἓν μόνον παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅ,τι ἔχει σχετικὸν μὲ τὰς προπαρασκευὰς νὰ τὸ φέρῃ νὰ τὸ ψηφίσωμεν ταχέως, ὅπως πραγματοποιηθῇ ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν. Αὕτη εἶναι ἡ ἐδική μου ἰδέα καὶ παρακαλῶ καὶ τοὺς ὁμόφρονάς μου νὰ μὴ ἐπιμένωσι, διότι καὶ οἱ ὑπουργοὶ εἶναι ἄνθρωποι καὶ αὐτοὶ ἐρεθίζονται. Φρονῶ, ὅτι δὲν μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ πιστεύωμεν, ὅτι οἱ ὑπουργοί μας δὲν ἔχουν οὔτε φιλοπατρίαν, οὔτε φιλοδοξίαν ἢ ἄλλο τι. Ἐγὼ παραδέχομαι πρὸς στιγμὴν, ὅτι δὲν ἔχουν τίποτε ἀπ’ αὐτά· ἀλλὰ τὸ συμφέρον αὐτῶν εἶναι νὰ κάμουν κάτι τι διὰ νὰ δοξασθοῦν καὶ αὐτοὶ καὶ οἱ ἀπόγονοι αὐτῶν. Πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἡγέται μας, νὰ μὴ ἔχουν τὸν ἐγωϊσμὸν τὸν ἐλάχιστον; Ὁ κ. Ζωχιὸς ἔχει δίκαιον, ἔμεινεν εἰς τὸ σημεῖόν του, εἶναι κατὰ τῶν προπαρασκευῶν, ἡμεῖς ὅμως οἱ ἄλλοι δὲν εἴμεθα κατ’ αὐτῶν, εἴμεθα ὑπὲρ αὐτῶν, θέλομεν νὰ γείνῃ κάτι τι καὶ ἡ Κυβέρνησις αὐτὸ τὸ πραγματοποιεῖ. Δὲν ἔχω δὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Τράπεζα θὰ καταστραφῇ, διότι τὸ χαρτὶ τῆς Τραπέζης ἔχει μεγίστην τιμὴν καὶ μέχρι προχθὲς ἐζητεῖτο μὲ ὑπερτίμησιν. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καταστραφῇ ἓν κατάστημα, ὅταν ἔχει ἐγγύησιν ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος; Ἂν χαθῇ τὸ Ἔθνος, ἂς χαθῇ καὶ τὸ κατάστημα.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅπως ἠκούσατε, κύριοι, ὁ κ. Ζωχιὸς ὡμίλησε κατὰ τῆς συμβάσεως· οὐδεὶς δ’ ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος.
§42ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μολονότι ἡ ὁμιλία ἡ σύντομος τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος ἠλάττωσε σπουδαίως τὴν ἀνάγκην τῆς ἀπαντήσεως εἰς τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Ζωχιοῦ, μ’ ὅλα ταῦτα νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἐν πρώτοις παρατηρῶ εἰς αὐτόν, ὅ,τι ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ παρατηρήσω καὶ εἰς δύω ἀξιοτίμους ἀντιπροσώπους χθὲς, ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνωνται οἱ λόγοι τῶν λαλούντων ἀκριβῶς, καὶ εἰς τοῦτο προπάντων πρέπει νὰ τίθεται ἡ φιλοτιμία τοῦ ἀγορεύοντος τοῦ νὰ μὴ διαστρέφῃ τοὺς λόγους καὶ ἐκείνων τῶν ὁποίων τὰς ἰδέας θέλει νὰ πολεμήσῃ. Ἀναγκάζομαι διὰ τοῦτο νὰ ἐπαναλάβω καὶ σήμερον, ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξα ὀπαδὸς τοῦ συστήματος τῆς σιγῆς καὶ τῆς ἀνακριβείας, ἦτον ἑπομένως ἀδύνατον νὰ ἀξιώσω τὰ τοιαῦτα χθὲς καὶ μάλιστα ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου. Εἶπον μόνον καὶ νομίζω, ὅτι αὐτὸ τοῦτο ἐπιθυμεῖ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἂν θέλετε καὶ αὐτὸ διατάττει καὶ ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος διατάττει τὴν συζήτησιν, ὅτι δὲν εἶναι ἠθικῶς ἐπιτετραμμένον ἐπὶ ζητημάτων τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας προκειμένου περὶ ῥυθμίσεως τῆς διοικήσεως νὰ ἐγείρωνται παρεμπιπτόντως καὶ λάθρα τὰ μεγάλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα τῆς ἐποχῆς· τοῦτο δὲ νὰ γίνεται μὲ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ ἄγῃ εἰς χλευασμὸν καὶ μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως· νὰ μὴ περιορίζηται δὲ ἡ συζήτησις οὔτε εἰς τὰς πράξεις, οὔτε εἰς τὰς ἰδέας, νὰ μὴ ἔχῃ δὲ τίποτε πραγματικὸν παρὰ νὰ πληροῦται ἐχθρότητος καὶ κατακρίσεων ἀνυποστάτων. Ἡ Κυβέρνησις αὐτὸ προπάντων ὤφειλε νὰ δώσῃ τὸ παράδειγμα, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν της τὸ Κοινοβούλιον συζητεῖ ἐν τῇ ἄκρᾳ εὐρύτητι τῆς ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι τῷ ἀπονέμουν, καὶ ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν της ἡ Βουλὴ ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον εἰς τρόπον ὥστε νὰ διατηρήσῃ διὰ παντὸς ἀξιομνημόνευτον ἐποχήν. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπαναληφθῶσι τοιαῦτα ἀνακριβῆ πράγματα καὶ νὰ μὴ ἐπιῤῥίπτεται μομφὴ ἐκεῖ ὅπου δὲν στέκει περὶ ζητημάτων ἀσημάντων. Ὁ κ. Ζωχιὸς κατακρίνει τὴν αἰτίαν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα συζητεῖ, φιλονεικεῖ δηλονότι τὴν ὀρθότητα τῶν ἀφορμῶν αἱ ὁποῖαι τὰ ὑπαγορεύουν. Ἠμπορεῖ νὰ ἔῤῥιψε ὀλίγας τινὰς λέξεις ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ ὁ λόγος του κυρίως περιεστράφη εἰς τὸ ν’ ἀποκρούσῃ τὴν αἰτίαν καὶ τὴν ἀφορμήν. Τοῦτο δὲν λέγω, ὅτι εἶναι ἐκτὸς θέματος, ἀλλὰ ἔχει σχέσιν μὲ τὴν πολιτικὴν οὐχὶ τῆς Κυβερνήσεως ὅσον τῆς Βουλῆς, διότι τὴν πολιτικὴν ἡ Κυβέρνησις τὴν παρέλαβεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, τῆς ὁποίας εἶναι προϊὸν καὶ οὐχὶ ὅπως ἦτον, ἀλλὰ κατὰ συνθήκην, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλε μετὰ πολὺν χρόνον καὶ κατώρθωσε. Δὲν εἶναι ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ πολεμήσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, τὰ φρονήματα καὶ τὰς πράξεις τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Ζωχιὸς δὲν ζητεῖ ν’ ἀνατρέψῃ, νὰ χλευάσῃ, νὰ θέσῃ ἐκποδὼν τὸ πρόγραμμα τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὸ πρόγραμμα τοῦ ἰδίου Κοινοβουλίου. Τίς ἡ ἀνάγκη ἀπαντήσεως; Μολαταῦτα πρὸς αὐτὸν ἀποτείνων τὸν λόγον παρατηρῶ, ὅτι τῳόντι τὸ πρόγραμμα αὐτὸ περιέχει δύω ὅρους, τὴν στρατιωτικὴν προπαρασκευὴν τοῦ τόπου, αὐτὸς εἶναι ὁ πρῶτος ὅρος, ὁ δὲ δεύτερος ὅρος, τὴν προπαρασκευὴν αὐτοῦ οὐχὶ τὴν ἔκτακτον, ἀλλὰ τὴν τακτικήν. Ἐὰν οἱ δύω οὗτοι ὅροι εἶναι ἀληθεῖς, ἕπεται ὡς συνέπεια, ὅτι τὸ Κράτος ὡς Κράτος ὀφείλει νὰ δαπανήσῃ καὶ νὰ δαπανήσῃ ἁδρὰ διὰ νὰ κατορθώσῃ ἐξ ὀλίγου μάλιστα χρόνου τὴν συγκρότησιν τῆς ἀπαιτουμένης δυνάμεως, καὶ πρὸς τοῦτο ὀφείλει νὰ προμηθευθῇ τὰ μέσα. Νομίζω, ὅτι ὁ εἱρμὸς τῶν ἰδεῶν εἶναι ἀδιάσπαστος καὶ ὅτι αἱ ἰδέαι αὗται φέρουν ἀμέσως καὶ τὴν δικαιολόγησιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον σᾶς ὑπέβαλον· δι’ ἐκείνους ὅμως οἱ ὁποῖοι δὲν παραδέχονται τὴν αἰτίαν καὶ τὴν ἀφορμὴν καὶ οἵτινες νομίζουν, ὅτι δὲν ὀφείλει ὁ τόπος νὰ παρασκευασθῇ, δι’ οὓς λόγους σᾶς προέβαλεν εἷς ἐξ αὐτῶν ὁ κ. Ζωχιὸς, βεβαίως δι’ αὐτοὺς ὅλαι αἱ ἰδέαι καὶ ὁ εἱρμὸς εἶναι ἀνωφελῆ. Αὐτοὶ αἴρουν τὴν βάσιν καὶ τὸν σκοπὸν, πᾶν ὅ,τι ἐκ τῆς βάσεως ὡς πόρισμα ἐξάγεται, αὐτὸ θεωρεῖται παρ’ αὐτῶν γυμνὸν αὐτότητος, τί καταστρεπτικὸν καὶ περιττὸν, διότι οὐδὲν ἄλλο παρουσιάζεται εἰς τὰ ὄμματα τοῦ ἔθνους, τὸ ὁποῖον καλεῖται νὰ ποιήσῃ θυσίας, εἰμὴ τὸ βάρος τὸ χρηματικόν. Ἀλλὰ χρεωστῶ ν’ ἀποδώσω δικαιοσύνην εἰς τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα, διότι δὲν κατέκρινε τό τε πρόγραμμα καὶ τὰ μέσα τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ καὶ διὰ δύω ἄλλους λόγους. Ἰσχυρίζεται, ὅτι τὰ τοιαῦτα περιπλέκουν τὰ ἔθνη εἰς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι ἄγουσιν εἰς καταστροφάς. Δὲν παρέστησε μόνον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ ἔθνος, ὡς εἶπεν ἰδίως χθὲς, βυθίζεται εἰς τὰ χρέη καὶ ὅτι ἐξαντλεῖται διὰ τῆς φορολογίας, ἀλλὰ συγχρόνως, ὅτι πρόκειται νὰ περιπλεχθῇ καὶ εἰς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ τὸ καταστρέψωσιν ὅπως κατέστρεψαν τὴν ἀρχαίαν πολιτείαν τῶν Ῥωμαίων, ἐξ ἧς ἠρανίσθη τινὰ παραδείγματα διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ἐπιχείρημά του. Ἀλλὰ, κύριοι, αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἢ συμβουλὴ καὶ προτροπὴ, εἶναι συμβουλὴ ὅπως συστήσῃ διὰ τῶν παραδειγμάτων, τὰ ὁποῖα τόσον καλῶς γινώσκει, τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως μὴ τυχὸν περιπλέξῃ τὸ ἔθνος εἰς κινδύνους, οἵτινες δύνανται νὰ φέρωσι καὶ τοιαῦτα ἀποτελέσματα· δὲν εἶχεν ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ κατακρίνῃ ὡς βλαβερὸν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀκολουθοῦμεν, διότι ἀγνοεῖ ὁ κ. Ζωχιὸς ἐὰν ἡ Κυβέρνησις σκοπεύει νὰ φερθῇ πρὸς τοιούτους κινδύνους τοιαῦτα ἐπιφέροντας ἀποτελέσματα· οὔτε δύναται μάλιστα τὸ μέχρι τοῦδε παρελθὸν νὰ ἐνθαῤῥύνῃ αὐτὸν εἰς τοιαύτας ὑποψίας, διότι χρεωστεῖ νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀντέταξε πολλὰς ἀντιστάσεις ἐναντίον τῶν τάσεων, αἱ ὁποῖαι πολὺ φυσικῶς παρουσιάσθησαν πρὸ μικροῦ, ὅπως μὴ τῳόντι ἐπισυμβῶσι περιπλοκαὶ ἄγουσαι εἰς κίνδυνον καὶ πιθανῶς εἰς καταστροφήν. Αὐτὴ ἡ ἀπόδειξις, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ τρανὴ ἡ μὴ οὖσα ἄγνωστος εἰς κανένα, αὐτὴ ἤρκει νὰ ἐμποδίσῃ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον τοῦ νὰ προβῇ εἰς κατάκρισιν μάλιστα, ὅτε αἱ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν τοῦ ἔδιδον ἀφορμὴν νὰ σχηματίσῃ οὔτε κἂν ὑποψίαν. Ὁ ἀξιότιμος φίλος μου ἠδύνατο τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα, τὰ τόσον καλῶς συνηρμολογημένα, εἰς ἄλλην ἐποχὴν εὐλογώτερον νὰ τὰ παραστήσῃ· ἀλλὰ τὴν σήμερον τῷ ὄντι καθίσταται ἄξιος τῆς κατακρίσεως τὴν ὁποίαν ἔκαμε πρὸς αὐτὸν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Εὐρυτανίας, ὅστις τὸν διεδέχθη εἰς τὸ βῆμα. Ὅταν ἐσυζητεῖτο τί δρόμον ὀφείλει ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀκολουθήσῃ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα ὅπερ μᾶς ἀπασχολεῖ, ὅταν πολλαὶ γνῶμαι ἀνεπτύχθησαν καὶ συνεκρούσθησαν ἐνταῦθα, ὅταν ἡ συζήτησις ἐγενικεύθη καὶ ἡ Ἑλλὰς μετεβλήθη εἰς ἓν Κοινοβούλιον καὶ ὁλόκληρος συνεζήτει τὸ ζήτημα τοῦτο, ἤθελον ἐννοήσει τοὺς λόγους τοῦ κ. Ζωχιοῦ καὶ τὴν ἀντίστασίν του· ἀλλ’ ἤδη πλέον νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι συγχωρημένον, δὲν εἶναι δὲ μάλιστα συγχωρημένος διότι καὶ ὑπηρέτησεν αὐτὸ τὸ πρόγραμμα, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ τὸ ἐπαναλάβω ὅπερ διακόψας χθὲς αὐτὸν εἶπον. Δίδει τότε ἀφορμὴν, κύριοι, νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι θέλει ἀληθῶς νὰ ἀντιπράξῃ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀντιπολιτευθῇ αὐτὴν, νὰ τὴν κακίσῃ, καὶ ὄχι ὅτι τῷ ὄντι αἱ ἀμετάτρεπτοι ἀρχαὶ ὑπαγορεύουσιν εἰς αὐτὸν τὸ ἀνώτατον καὶ ὑπέρτατον αὐτὸ καθῆκον. Μέγα μέρος τῶν δαπανῶν, κύριοι, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος ἔκαμε, προέρχονται ἐκ τῆς ὑπογραφῆς του καὶ ἐκ τῆς προμηθείας του.
§43ΖΩΧΙΟΣ. Τώρα θὰ ἰδῶμεν.
§44ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ποσὸν, κύριοι, δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν ἐνταῦθα, διότι δύω μόνον ἰδέαι ἠμποροῦσαν καὶ ἠμποροῦν νὰ ἀντιπαραταχθοῦν, ἢ περιτταὶ πάντῃ αἱ παρασκευαὶ ἢ πρέπει νὰ ᾖναι ὅσῳ τὸ δυνατὸν πληρέστεραι, μέσον δὲν ὑπάρχει· τί σᾶς χρησιμεύει ἂν ἔχετε ἀνάγκην 50,000 ὅπλων καὶ παραγγείλετε 10,000; εἰς τί σᾶς χρησιμεύουν; διὰ νὰ φυλάττετε τὰς φυλακάς, τοὺς ὑποδίκους καὶ καταδίκους; ἀρκοῦν καὶ τὰ κοινὰ ὅπλα· καὶ ὅ,τι εἶπον περὶ ὅπλων αὐτὸ ἐφαρμόζεται περὶ πάσης στρατιωτικῆς προμηθείας. Λοιπὸν τὸ ζήτημα περὶ τοῦ πόση ἡ ἔκτασις τῶν παρασκευῶν ὡς σύστημα, ὡς ἰδέα, ὡς πρόγραμμα δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν, καὶ δὲν ἐξασκεῖ οὐδεμίαν ἐπιῤῥοήν· ὅστις παρήγγειλε 36,000 ὅπλα τοῦ νέου συστήματος διὰ τῆς ὑπογραφῆς του δὲν ἠμπορεῖ νὰ εὕρῃ δικαιολόγησιν ὅτι δὲν ἠθέλησεν ἔπειτα καὶ τριῶν ἑκατομμυρίων πολεμοφόδια. Λοιπὸν δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ὕστερον μάλιστα ἀφοῦ τοσοῦτον προέβημεν εἰς τὸ ἔργον τῆς παρασκευῆς, καὶ ἀφοῦ τὴν σήμερον δὲν παρουσιάζεται μία κἂν φωνὴ ἡ ὁποία νὰ ἰσχυρίζεται ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ εἶναι ἀδόκιμον, ἀσύμφορον εἰς τὸν τόπον καὶ νὰ δείξῃ ἑτέραν ὁδὸν πρὸς τὴν ὁποίαν νὰ προτρέψῃ τὸ ἔθνος νὰ στραφῇ, δὲν εἶναι, λέγω, συγχωρημένον νὰ ἀντιτάττῃ τοιούτου εἴδους ἀντιπολιτεύσεις καὶ κατακρίσεις καὶ μάλιστα μετὰ χλευασμοῦ καὶ ἐμπαιγμοῦ· οἱ τοιοῦτοι ἀντιπρόσωποι προξενοῦν μεγίστην ζημίαν εἰς τὴν πατρίδα, διότι ἐνῷ ὁ τόπος ἔχει ἀνάγκην ὅλου τοῦ ἐνθουσιασμοῦ τὸν ὁποῖον ἴσως δὲν βλέπει ἀκόμη ὅσον ἔπρεπε ζωηρόν, παρουσιάζονται ἄνδρες σοβαροὶ καὶ ἐνδεδυμένοι τὸ ὑψηλὸν ἀξίωμα τοῦ ἀντιπροσώπου καὶ κλονίζουσι καὶ αὐτὴν τὴν κοινὴν συγκατάθεσιν τῶν πολιτῶν πρὸς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ τόπος ἀκολουθεῖ εἶναι δέ, κύριοι, τόσῳ μᾶλλον ἀδικαιολόγητοι οἱ ἀκολουθοῦντες αὐτὴν τὴν τακτικὴν ὅσῳ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν ὅτι οὐδεμίαν προσπάθειαν καταβάλλει ὅπως διαχειρίζεται τὴν ἐξουσίαν. Πρὸς τί λοιπόν; Δὲν ἀρκοῦν εἰς τοὺς βουλευτὰς τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα πρὸς κατάκρισιν τῆς Κυβερνήσεως δίδουσιν αὐτοῖς αἱ πράξεις των καὶ αἱ ἰδέαι των; Διατί δὲν φέρουν τὸν ἀγῶνα εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἰδεῶν αὐτῆς καὶ τῶν πράξεων, ἀλλ’ ἔρχονται, κύριοι, νὰ ἀναιρέσουν τὰ προαποφασισθέντα οὐχὶ ὑπὸ τῶν κυβερνώντων μόνον ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου, τὸ ὁποῖον ἐξωμοίωσα πρὸ ὀλίγου πολὺ δικαίως μὲ ἓν μέγα Κοινοβούλιον; Αὐτὸ δέ, κύριοι, ὅπερ ἰσχυρίσθημεν ἀπ’ ἀρχῆς περὶ τῆς ἐξουσίας, δὲν τὸ εἴπομεν οὔτε ἀγανακτοῦντες οὔτε θέλοντες νὰ φέρωμεν τὰ πράγματα εἰς δύσκολον κατάστασιν, ὄχι· διότι ἀμφότερα ἤθελον εἶσθαι πράξεις ἀξιοκατάκριτοι. Τὸ εἴπομεν μόνον διὰ νὰ διευκολύνωμεν τὸν ἀγῶνα τῶν θελόντων νὰ ἐπικρίνωσι τὴν πολιτικὴν καὶ διοίκησιν τῆς Κυβερνήσεως· τὸ εἴπομεν διὰ νὰ δείξωμεν ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν τὴν φιλίαν καὶ ὑποστήριξιν, δι’ ἧς περιβάλλουσιν ἡμᾶς οἱ πλεῖστοι τῶν ἀντιπροσώπων, νὰ ἀντιτάξωμεν ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ εὐγενοῦς καθήκοντος τοῦ βουλευτοῦ· τὸ εἴπομεν διότι ἐνομίζαμεν, ὅτι εἶναι ἀληθῶς βλαβερώτατον εἰς τὸν τόπον νὰ ἵσταται ἐπὶ τῶν πραγμάτων Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν ἐμπνέει πεποίθησιν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους ὅτι καλῶς διοικεῖ, ἀλλὰ μένει ἐν τῇ ἐξουσίᾳ μόνον διότι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀπολαμβάνει τὴν ὑποστήριξιν αὐτοῦ. Ἀφ’ ὅτου ἐσυστήθη ἡ Κυβέρνησις παρῆλθον τόσοι μῆνες, ἐπράχθησαν τόσα πράγματα· ζητήσατε νὰ συζητήσητε ἐπὶ τῶν πράξεων καὶ ἐπὶ τῶν ἰδεῶν, ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τῆς Κυβερνήσεως, τὸ στάδιον εἶναι εὐρύτατον· ἀσυγχώρητος ὅμως εἶναι ἡ τακτικὴ περὶ ἧς ἀρκετὰ ὡμίλησα, καὶ ἣν διὰ τοῦτο παραιτῶ πλέον. Τὸ νομοσχέδιον περὶ Τραπέζης πρέπει νὰ ἐξετασθῇ οὐχὶ ὡς ἔργον πρωτοφανές, ἀλλ’ ὡς μεταῤῥύθμισις συμβάσεως, ἥτις ἔτυχε πρὸ τινων μηνῶν τῆς ἐπιδοκιμασίας ὑμῶν. Κατὰ τὴν σύμβασιν, ἣν ἐψήφισε τότε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἡ Τράπεζα ὀφείλει νὰ παραχωρήσῃ τὸ μεταλλικόν της εἰς τὴν Κυβέρνησιν μέχρις 7,000,000· αὐτὴ ἡ διάταξις τῳόντι ἐπαναλαμβάνεται καὶ εἰς τὴν σύμβασιν τὴν ὁποίαν σᾶς παρουσιάζομεν, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῆς συμβάσεως θέλετε ἰδεῖ, ὅτι αὐτὸ τὸ δικαίωμα διατηρεῖται κατὰ παράδοσιν ἐκ τῆς συμβάσεως τῆς προηγηθείσης, καὶ δὲν εἶναι συμφωνία ἐπὶ τῆς ὁποίας βασίζονται αἱ νέαι σχέσεις μεταξὺ Τραπέζης καὶ Κυβερνήσεως· ὡς ἐκ περισσοῦ ὅμως χρεωστῶ νὰ σᾶς δηλώσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτῆς τῆς ρήτρας, καὶ ὅτι τὸ δάνειον θέλει τὸ λάβει εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, διὰ νὰ δώσῃ τοιουτοτρόπως ὑπὲρ τοῦ τόπου, ὑπὲρ τῶν κατόχων τῶν τραπεζικῶν γραμματίων μίαν ἐγγύησιν, τὴν ἐγγύησιν ἣν παρέχουσι τὰ 12½ ἑκατομμύρια τοῦ μεταλλικοῦ. Καὶ εἰς τοῦτο, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἐνεργουμένων τῶν διαπραγματεύσεων κατέγινε μετὰ μεγάλης ἐπιμονῆς ὅπως ἐπιτύχῃ αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα· ἂν δὲ θελήσῃ ὁ κ. Ζωχιὸς νὰ παραβάλῃ τὸ ποσὸν τοῦ μεταλλικοῦ τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν παλαιὰν σύμβασιν ὀφείλει ἡ Τράπεζα νὰ διατηρήσῃ τῶν 5½ ἑκατομμυρίων πρὸς τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα ἐδύναντο νὰ ἐκδοθῶσι τῶν 47, ἔπειτα δὲ παραβάλῃ τὸ ποσὸν τῶν 12½ ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα δυνάμει τῆς βʹ. συμβάσεως θὰ διατηρηθῶσι εἰς τὰ ταμεῖά της, πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ ἀνωτάτου ὅρου τῶν 66 ἑκατομμυρίων, θέλει εὕρει, ὅτι ἡ δυσαναλογία εἶναι μεγίστη· κατὰ τὴν πρώτην περίπτωσιν τὸ μεταλλικὸν πρὸς τὰ γραμμάτια ἀναλογεῖ ὡς 1 πρὸς 9, κατὰ δὲ τὴν δευτέραν ὡς 1 πρὸς 5 διότι τὰ 12½ πρὸς τὰς 66 ἔχουν τὸν λόγον τοῦ 1 πρὸς 5 ἐνῷ τοῦ 5½ πρὸς 47 ἔχουν τὸν λόγον τοῦ 1 πρὸς 9. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς, ὅτι μετεβάλομεν τὴν Ἑλλάδα εἰς κατασκευαστήριον καϊμέδων ὡς εἶπε· τοιοῦτος χαρακτηρισμὸς σκοπὸν ἄλλον δὲν ἔχει εἰμὴ μόνον νὰ συντελέσῃ ἄνευ λόγου, ἄνευ αἰτίας νὰ διαστρέψῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Εἶπον καὶ χθὲς, ὅτι δυνάμει αὐτῆς τῆς συμβάσεως τὸ μεταλλικὸν, ἤτοι ἡ ἐγγύησις τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, αὐξάνει ἀντὶ νὰ ἐλαττοῦται· ἑπομένως ἡ σύμβασις τῆς 19 Ἰουνίου βελτιοῦται ἐπαισθητῶς· κατ’ αὐτὴν τὴν σύμβασιν θέλει προσέτι δανεισθῆ τὸ Κράτος δάνειον 7,000,000· περιπλέον ὁ τόκος, ὃν θέλει πληρόνει εἰς τὴν Τράπεζαν τόσον διὰ τὸ παλαιὸν ὅσον καὶ διὰ τὸ σημερινὸν, ὑποβιβάζεται ἀπὸ 2 εἰς 1%. Δὲν βλέπω ὁποῖαι παρατηρήσεις ἄξιαι λόγου καὶ τῆς προσοχῆς ὑμῶν δύνανται νὰ ἀντιταχθῶσιν ἐναντίον τῆς συμβάσεως· μ’ ὅλα ταῦτα ἂν παρουσιασθοῦν λόγοι σοβαροὶ, θέλω καὶ πάλιν λάβει τὸν λόγον.
§45ΖΩΧΙΟΣ. Ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐνεθύμισα ποτὲ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἄλλοτε, ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ὅτε ἦτο πρωθυπουργὸς, ἐγὼ δὲ ἤμην ἀντιπολιτευόμενος, τοῦ ἐνεθύμισα τὸν Γράκχον, ὁ ὁποῖος ὅταν ἐλάλει ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐπειδὴ ἡ φωνή του ἐτραχύνετο, εἶχεν ἕνα φίλον του πλησίον, ὅστις διὰ μιᾶς σύριγγος οἱονεὶ τοῦ ἔλεγε, μετρίασον τὴν φωνήν σου· τοῦ τὸ ἐνθυμίζω δὲ πάλιν, διότι ἂν χθὲς διὰ τραχύτητος γλώσσης δὲν ἔπιπτεν ἐναντίον μου καὶ ἐναντίον τοῦ ἀξιοτίμου συνεδέλφου μου Πετιμεζᾶ, ἐγὼ δὲν εἶχον ὄρεξιν σήμερον νὰ λαλήσω. Ἂν δὲ ἐσιώπων, θὰ ἔλεγόν τινες, τὸν ἐκεραυνοβόλησεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Νομίζει δὲ ὁ ὑπουργὸς αὐτὸς, ὅτι ἐπειδὴ ἀπέδειξεν, ὅτι εἶμαι ὁ μόνος, ἐγὼ ἐφοβήθην καὶ οὕτως μὲ ἐκεραυνοβόλησε. Τὸ περίεργον δὲ εἶναι, ὅτι μὲ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, πρωθυπουργὸν ὄντα, ἤμην κατὰ πάντα σύμφωνος, διότι ἐδόξαζεν, ὅτι πᾶν μέτρον ἄριστον. Καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπε, πρωθυπουργὸς ὢν, «θέλετε, παρασκευὰς μεγάλας; δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ τὰς ὁρίσω. Αἱ παρασκευαὶ εἶναι πέλαγος.» Ἓν ἑσπέρας ὅμως ὅταν διεφωνήσαμεν, διότι ἐλησμόνησε τὸ δόγμα του, λέγω πρὸς αὐτὸν, θέλεις νὰ μὲ ἐκβάλῃς εἰς τὸ πέλαγος; ἐγὼ εἰς τὸ πέλαγος δὲν ἐκβαίνω. Αὐτὸς δὲ μοῦ ἀποκρίνεται: πῶς τολμᾷς σὺ μόνος ἐξ ὅλου τοῦ ἔθνους νὰ ἔχῃς ἰδέας ἐναντίας; Τολμῶ, εἶπον, καὶ ἐπιμένω. Εἰς τὰς Ἀθήνας τὰς παλαιὰς εἷς ἀντεπολιτεύετο ὅλους τοὺς Ἀθηναίους. Ἐζήτησαν δὲ νὰ τὸν μάθουν, καὶ ὑπῆγαν εἰς τοὺς Δελφοὺς νὰ ἐρωτήσουν ποῖος διάβολος εἶναι αὐτὸς ὁ ἀντιπολιτευόμενος. Ἀνέβη δὲ τότε ὁ Φωκίων εἰς τὸ βῆμα καὶ εἶπε: Μὴ ζητεῖτε εἰς τοὺς Δελφοὺς τὸν ἀντιπολιτευόμενον, ἐγὼ εἶμαι· ἀντιπολιτεύομαι δέ, διότι ὅλαι αἱ πράξεις σας δὲν μοῦ ἀρέσουν. Εὑρέθη, ὅτι αὐτὸς ὁ κακομοίρης εἶχε δίκαιον. Λέγει ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εἶμαι ἐναντίος πάσης παρασκευῆς· ἀλλ’ ἔχει λάθος· ἐγὼ δὲν εἶπον νὰ μὴ παρασκευασθῇ τὸ ἔθνος. Ναί, νὰ παρασκευασθῇ, ἀλλ’ ὅπως παρασκευάζονται οἱ ἄνθρωποι οἱ φρόνιμοι. Καὶ διὰ νὰ σᾶς πείσω, κ. Δεληγεώρη, ὅτι ἐφρόντισα, πρὶν ἢ φροντίσητε περὶ παρασκευῶν, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1847, ὑπουργοῦντος τοῦ ἀοιδίμου Κανάρη, ὅτε ἐγὼ ἤμην διευθυντὴς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐφρόντισα περὶ καταρτισμοῦ τῶν πληρωμάτων, καὶ ὑπάρχει εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Βουλευτηρίου τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐδέχθησαν οἱ κατόπιν ἐλθόντες, διότι ἤθελον τὰ πληρώματα νὰ ᾖναι τοιαῦτα, ὁποῖα τὰ εὗρον πρὸ μικροῦ κάτω εἰς τὸν Πειραιᾶ εἰς τὸν Ναυτίλον. Καὶ τὸ πλοῖον αὐτὸ καὶ τὰ ἄλλα εἶναι καταφυγαὶ πρὸς βρῶσιν καὶ πόσιν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς ἀρχῆς τῶν παρασκευῶν, ἀλλὰ σᾶς λέγω νὰ μὴ ζητήσητε νὰ πετάξητε μὲ τὰ πτερὰ τοῦ Ἰκάρου. Νομίζω, ἂν δὲν παρήκουσα, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι οἱ λόγοι μου ἔχουσι ποσόν τι χολῆς. Ποίαν χολὴν, κ. ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν; Ἐγὼ δὲν ζηλεύω τὴν θέσιν σου. Λοιπὸν ποῦ ἡ χολή; ποῦ τὸ πάθος; Ἢ μήπως, διότι διεφωνήσαμεν εἰς τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον; Ἀνθρώπινον τὸ πρᾶγμα. Θέλω ὅμως νὰ μοὶ ἐξηγήσητε τοῦτο. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ μὲν ἀντιπολιτευόμενος μέχρις ἐσχάτων, ὁ δὲ ἀμυνόμενος μέχρις ἐσχάτων, μᾶς ἔλεγον, δὲν ἀρκοῦν οἱ πόροι οἱ ἐγχώριοι πρὸς ἐπιχείρησιν τοσοῦτον μεγάλου ἐπιχειρήματος· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὰ δάνεια τοῦ 1824 καὶ τοῦ 1825 διὰ νὰ στερεωθῇ ἡ πίστις μας, διὰ νὰ μᾶς ἔλθουν χρήματα ἐξωτερικὰ διὰ νὰ πάρωμεν τὴν Κωνσταντινούπολιν. Ἀφοῦ ὅμως ἔγεινε τὸ συμπεθεριό, ἡ περὶ τῶν δανείων αὐτῶν ἰδέα, ἡ ὁποία πιθανῶς ἦτον ὀρθή, ἐλησμονήθη. Τί δὲ ἔλεγεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πρωθυπουργὸς ὢν; Βάσις πάσης παρασκευῆς εἶναι ἡ οἰκονομία ἡ ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν ἐδέχθημεν ἐν τῷ ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν ἐφηρμόσαμεν αὐτὴν κατ’ ἀρχάς. Μετὰ ταῦτα ὅμως ἔχασα τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸν τότε πρωθυπουργόν. Διατί; τὸ διατί ἀγνοεῖται καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν δὲν κατηγορῶ, διότι καὶ ἂν τὴν κατηγορήσω, ὁ συνάδελφός μας, ὁ κύριος Δημητριάδης τρέχει μὲ τὸ σπαθὶ καὶ μὲ τὸ κοντάρι ὑπὲρ αὐτῆς.
§46Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ πολλοὶ ἄλλοι.
§47ΖΩΧΙΟΣ. Ἡ βάσις λοιπὸν ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίζετο ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ποῦ εἶναι; Τί δὲ πρὸς τοῖς ἄλλοις ἐγὼ ἔλεγον. Παρασκευάζεσθε κατὰ ξηράν, καὶ δὲν παρασκευάζεσθε ἀρκούντως, ἀλλ’ ἔστω. Ποῦ ὅμως εἶναι ἡ θάλασσα; Σᾶς εἶπον προσέτι: ποῦ εἶναι ὁ στρατηγός; Τούτου δὲ τοῦ ἐρωτήματος τεθέντος, οὐδεὶς ἐτόλμησε νὰ δώσῃ ἀπόκρισιν. Ἐγὼ δὲ ἐπιμένω, ὅτι κακῶς παρασκευάζεσθε, καὶ δὲν προφθάνετε νὰ παρασκευασθῆτε· ὅταν δὲ εἶσθε ὅλως διόλου ἀνέτοιμοι, καὶ ἂν λάβητε ὅλα τὰ δίκροτα τῆς Ἀγγλίας, δὲν κάμετε τίποτα. Ἄνδρες γὰρ πόλις καὶ οὐ τείχη οὐδὲ νῆες ἀνδρῶν κεναί. Καὶ πότε παρασκευάζεσθε; Ὅλοι ἐπληροφορήθητε, ὅτι ὁ Ὀσμὰν ξίφει τελειοῦται. Τί δὲ νὰ παρασκευασθῆτε; Ἡ Ἑλλὰς δὲ, ὅπως εἶναι κατεσκευασμένη φυσικῶς, θέλει ναυτικὰς δυνάμεις ἀπείρους. Καὶ τί Σᾶς εἶπαν ἄλλοτε; Μὴ πιστεύσητε, ὅτι θὰ παρασκευασθῆτε, ἐνόσῳ ἡ Ἀλβανικὴ γλῶσσα δὲν ἐπιβάλλεται εἰς τὰ πληρώματα, καὶ τὸ εἶπον δὲ καὶ τὸ ἐνήργησα. Δυστυχῶς ὅμως εἰσήγαγον τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσαν εἰς τὰ πληρώματα τῶν δημοσίων πλοίων, καὶ δι’ αὐτῆς ἀπεδίωξαν τοὺς ναύτας τοὺς ζῶντας, οἵτινες εἶναι Ἀλβανοί. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ παλαιὸν σύστημα· ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν χρειάζεται χρόνος. Σεῖς δὲ, ἐνῷ πρόκειται περὶ τῆς χρήσεως τῆς μαχαίρας, θέλετε νὰ τὴν ἀκονίσητε. Μήπως δὲ τὴν ἔχετε; Ὁ τύπος ἀπαιτεῖ πολλὰ ἀπὸ σᾶς, σεῖς δὲ δὲν τοῦ λέγετε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ ὅ,τι ζητεῖ. Δὲν λέγετε πρὸς αὐτὸν, τοῦτο δύναμαι νὰ σοῦ ἑτοιμάσω. Γιγνωρίζετε δὲ, ὅτι ὁ ἀσθενὴς ἐννοεῖ τὴν ἀδυναμίαν του, ὅταν φθάσῃ εἰς ἀνάῤῥωσιν. Ἐνόσῳ διαρκεῖ ὁ πυρετὸς, νομίζει, ὅτι εἶναι δυνατός· ἅμα ἀρχίσῃ ἡ ἀνάῤῥωσις, καταλαμβάνει τὴν ἀληθῆ κατάστασίν του. Τὸ ἴδιον συμβαίνει καὶ εἰς τὰς συμφορὰς τῶν ἐθνῶν. Εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι πρόκειται περὶ ἐνθουσιασμοῦ. Ὁ ἐνθουσιασμὸς οὔτε πωλεῖται οὔτε ἀγοράζεται· ὁ ἐνθουσιασμὸς ἔχει πηγήν τινα. Σεῖς δὲ μᾶς ἐδείξατε, ὅτι δὲν ἔχετε ἐνθουσιασμὸν, διότι ἂν εἴχατε ἐνθουσιασμὸν, ἄλλην θὰ εἶχεν ἡ Κυβέρνησις ὄψιν. Βεβαίως δὲ οὐκ ἀγαθὸν πολυκοιρανία, σεῖς ὅμως δὲν θέλετε νὰ τὸ ἀκούσετε. Λέγουσι δὲ πολλοί: ἰδοὺ προσφέρομεν θυσίας. Ἀλλὰ ποίας; Ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδὲν βλέπω. Λέγουσιν ὅτι τοὺς πολεμῶ, ὅτι δὲν ἀφίνω τὸν κόσμον ἥσυχον. Σᾶς πολεμῶ, διότι θέλω ἐπὶ τέλους νὰ σώσω τὸ πετσί μου. Θέλω νὰ μὴ φθάσῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν πᾶς τις θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ μοῦ εἴπῃ: ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος δὲν ἤνοιξε τὸ στόμα της. Ἐγὼ τὸ ἤνοιξα, καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐνώπιον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ἤνοιξα καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπως εἴτε ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ, εἴτε ὁ Θεὸς μοῦ ἔδωκε τὸ προτέρημα ἢ τὸ ἐλάττωμα νὰ τὸ ἀνοίγω. Παρετήρησα δὲ ὅτι πολλάκις οἱ λόγοι μου ἦταν ὀρθοὶ, διότι εἶχον συναινοῦντα καὶ τὸν πρωθυπουργόν μου, τὸν νῦν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἓν ἑσπέρας ἀπηλπισμένος ὁ κύριος Δεληγεώργης μᾶς λέγει· τετέλεσται, δὲν ὑπάρχει πλέον ἐλπίς. Τὸ δάνειον δὲν πληροῦται. Ποῦ ὁ ἐνθουσιασμός; Ποῦ αἱ φωναί; Ποῦ αἱ ἐκκλησίαι καὶ οἱ πρυτάνεις; Λέγω δὲ ταῦτα διὰ νὰ τὸν ἐπαινέσω. Ἀλλὰ ἠξεύρετε πῶς πηγαίνουν οἱ στραβοὶ εἰς τὸν ᾅδην; ὁ ἕνας κατόπιν τοῦ ἄλλου. Κύριοι, δὲν σᾶς ἐμποδίζω νὰ κάμετε ὅ,τι θέλετε, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ μὲ βιάσητε νὰ παραδεχθῶ τι ἐναντίον τῆς συνειδήσεώς μου. Ὅταν ἐξετάζω τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐκ τοῦ πλησίον, παρατηρῶ, ὅτι οὔτε μετὰ πέντε ἔτη θὰ ἤμεθα παρεσκευασμένοι.
§48Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Οὔτε μετὰ τριάκοντα ἔτη δὲν εἴμεθα παρεσκευασμένοι. Τί θὰ κάμωμεν λοιπόν;
§49ΖΩΧΙΟΣ. Τί νὰ κάμωμεν; Ὁ διάβολος ἠθέλησε νὰ παγιδεύσῃ τὸν Χριστὸν καὶ τοῦ λέγει· ἰδοὺ τὸ πτερύγιον τοῦ ναοῦ· πέσε ἀπὸ αὐτοῦ κάτω. Τί δὲ τοῦ εἶπεν ὁ Χριστός; Δὲν κάμνω τοιούτου εἴδους θαύματα. Ἂν δὲ ὁ Χριστὸς ἀπέφυγε τὰ τοιαῦτα πειράματα, ἐν ᾧ εἶχεν ὑπηρέτας τάγματα ἀγγέλων, θέλεις σὺ νὰ ἀναβῇς εἰς τὸ πτερύγιον τοῦ ναοῦ καὶ νὰ πέσῃς κάτω; Ἂν θέλῃς νὰ πέσῃς, ἔστω βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ σταθῶ ὑποκάτω νὰ σὲ δεχθῶ.
§50ΧΟΪΔΑΣ. Ὁ Ἴκαρος περιεβλήθη πτερὰ καὶ ἀνυψώθη· εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀνελύθησαν τὰ πτερά του ὑπὸ τῆς θερμότητος τοῦ ἡλίου, ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς ἐπίσης ὅτι ἀπὸ ὑψηλὰ ἔπεσε καὶ ἀπέθανεν ἐλεύθερος.
§51ΖΩΧΙΟΣ. Ἠξεύρετε ὅμως ποίαν μνήμην ἀφῆκε; Τὴν Ἰκαργιὰ, ὅπου κατοικοῦν ἀνθρακεῖς μόνον (γέλως). Ἡ ἅμαξά σας ἐκίνησεν, οἱ ἵπποι σας τρέχουν, νὰ σᾶς ἀναχαιτίσω ἐγὼ δὲν δύναμαι. Σεῖς ἔχετε τέθριππα. Λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἀποδειλιάζω τὸν κόσμον. Ἂν ἀληθῶς ἦμαι τόσον δυνατὸς, ὥστε νὰ τὸν ἀποδειλιάσω, σημαίνει ὅτι ἔχω δίκαιον. Ἐπειδὴ δὲ ἤλλαξε τὸ ζήτημα τὸ περὶ παρασκευῶν περιεβλήθη δὲ σήμερον μανδύαν νέον, τὸν λεγόμενον πρόγραμμα τοῦ τόπου, σᾶς λέγω τὰ ἑξῆς. Ἀμερικανός τις εἶπεν ὅτι εὗρεν ἐντὸς σπηλαίου τὴν Παλαιὰν Γραφὴν τὴν ἀληθῆ, αὐτὸς δὲ ἦτον ὁ ἀρχηγὸς τῶν Μορμόνων, ὅστις ἐδογμάτιζεν ὅτι πᾶς ἀνὴρ δύναται νὰ λάβῃ ὅσας θέλει γυναῖκας. Σεῖς ὅμως ποῦ εὑρήκατε τὸ πρόγραμμα τοῦ τόπου; Σεῖς δὲ δέχεσθε νὰ ἐκτελέσητε ξένον πρόγραμμα; Σεῖς πρέπει νὰ ἐπιβάλητε τὸ πρόγραμμά σας. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ ἐτρελάθη, ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε πρὸς τὸν Ἡγεμόνα· ἡ Βουλὴ παραλύει τὰς ἐνεργείας μας, καὶ διὰ τοῦτο σὲ παρακαλοῦμεν, ἂν ἀγαπᾷς τὴν πατρίδα σου, ἂν ἀγαπᾷς τὸν Θρόνον σου, στεῖλέ τους εἰς τὴν ὀργὴν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐρώτησον τὸν λαὸν τί θέλει. Παρεκάλεσα τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν ἄλλοτε πρωθυπουργόν μου, λέγων· ἂς συνέλθωμεν ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως, ἂς συζητήσωμεν παρόντος Αὐτοῦ αὐτὰ τὰ πράγματα, καὶ ἂν Αὐτὸς εἴπῃ, ἢ τὰν, ἢ ἐπὶ τὰν, καὶ ἐγὼ θὰ εἴπω, ἢ τὰν, ἢ ἐπὶ τάν.
§52ΧΟΪΔΑΣ. Ἀπετύχατε, διότι δὲν ἐπεκαλέσθητε τὴν γνώμην τοῦ λαοῦ (θόρυβος).
§53ΖΩΧΙΟΣ. Δύνασαι νὰ ἔχῃς τὰς περὶ δημοκρατίας ἰδέας σου, ἐγὼ ἔχω τὰς ἰδικάς μου. Τὸ πολίτευμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὡρκίσθης, λέγει· «Τὸ δικαίωμα τοῦ κηρύσσειν πόλεμον ἀνήκει εἰς τὸν Ἡγεμόνα.» Ἐννοεῖται καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ποῖον νὰ ἐρωτήσω; Αὐτὸς ἔχει τὸ δικαίωμα, Αὐτὸς βλέπει τὰ πράγματα ἀπὸ θέσεως ἄλλης, εὐτυχῶς δὲ ἔχει καὶ συγγενεῖς, οἱ ὁποῖοι τοῦ ἀνοίγουν τοὺς ὀφθαλμοὺς, καὶ διὰ τοῦτο γνωρίζει περισσότερα ἀπὸ ἐμέ. Μὴ ζητοῦμεν ν’ ἀφαιρέσωμεν τὴν ἐξουσίαν ἀπὸ ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον τὴν ἔδωκε τὸ πολίτευμα.
§54ΧΟΪΔΑΣ. Ἂν εἴπῃ, οὐ, ἀνατρέπεται (θόρυβος μέγας).
§55ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἰς αὐτὸν ἔδωκε τὸ δικαίωμα τὸ πολίτευμα.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Χοϊδᾶ, τοιαῦται ἐκφράσεις δὲν ἐπιτρέπονται ἐν τῇ Βουλῇ.
§57ΧΟΪΔΑΣ. ............. (θόρυβος).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν.
§59ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε Ῥόκο, νὰ βάλωμεν τορπίλλας εἰς ἄλλους τὸ ἐννοῶ, νὰ βάλλωμεν ὅμως εἰς τὸν τόπον μας δὲν εἶναι φρόνιμον. Τώρα εἴτε παραφροσύνη τοῦ λαοῦ εἶναι εἴτε ἀνάγκη τοῦ λαοῦ εἶναι, ὁ τόπος θέλει Βασιλέα, ἐτελείωσε. Ὡρκίσθημεν εἰς αὐτὸν καὶ ἐν ὀνόματι αὐτοῦ τοῦ ὅρκου τὸν ὁποῖον ἐδώκαμεν συνεδριάζομεν ἐντὸς τῆς Βουλῆς.
§60ΧΟΪΔΑΣ. ............. (θόρυβος).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτὰ, δὲν ἐπιτρέπονται τοιαῦται παρεκτροπαὶ, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ὑποστηρίξῃ.
§62ΟΛΟΙ ΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§63ΧΟΪΔΑΣ. Ἔχω τὸ δικαίωμα ὡς ἐλεύθερος πολίτης... (θόρυβος).
§64ΡΑΛΛΗΣ. Ὅταν, κ. πρόεδρε, γινόμεθα ἐνταῦθα ἕρμαιον τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου παράφρονος καὶ σεῖς ἀνέχεσθε νὰ ὑβριζώμεθα..... (Θόρυβος).
§65ΧΟΪΔΑΣ. Εἶσαι ἄνανδρος· σὲ ἐκάλεσα εἰς τὸ πεδίον τῆς τιμῆς καὶ δὲν προσῆλθες· (θόρυβος μέγας καὶ ἀποδοκιμασίαι).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι.
§67ΖΩΧΙΟΣ. Ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὁ κ. Ῥόκος μοῦ ἐνεθύμισε κάτι· ἐμάχοντο ὁ Πομπήϊος καὶ ὁ Αὔγουστος περὶ τῆς βασιλείας τοῦ κόσμου, ἦλθον ἐπὶ τέλους εἰς συμβιβασμὸν καὶ ὁ Αὔγουστος ἔδωκε τραπέζι εἰς τὸν Πομπήϊον· ἐπλησίασε τὸ πλοῖον ἀπέβη ἔξω ὁ Πομπήϊος, ἔφαγον, ἤπιον, ἐφιλιώθησαν· Τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν ἔδωκεν ὁ Πομπήϊος τραπέζι εἰς τὸν Αὔγουστον. Τὸν πλησιάζει ὁ πλοίαρχος τοῦ πλοίου καὶ τοῦ λέγει: Αὐτοκράτωρ κόπτομεν τὰ παλαμάρια καὶ νὰ εὔγωμεν εἰς τὸ πέλαγος νὰ τὸ πολεμήσωμεν; Δὲν δύναμαι, λέγει, ἔδωκα ὅρκον (εὖγε, εὖγε). Δὲν δύνασαι λοιπὸν, φίλε Ῥόκε, ἔδωκες ὅρκον, ἐδέθης, ἐτελείωσε. Χρεωστεῖς δὲ νὰ σεβασθῇς τὸ δαιμόνιον ἀεὶ, μάλιστα μετὰ τῆς πόλεως. Τώρα εἰς τὰς ἰδέας σου τὰς ψυχολογικὰς δὲν ἐπεμβαίνω. Δύνανται νὰ ᾖναι ὀρθαὶ, πιθανὸν νὰ ἐπικρατήσουν. Τοῦτο ὅμως δὲν μεταβάλλει τὴν θέσιν τοῦ τόπου, εἰς αὐτὰς μάλιστα τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ὁμαλαί. Σᾶς εἶπον καὶ προχθὲς ὅτι δὲν πρέπει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἱερὸν, νὰ λαλοῦμεν περὶ προσώπου, τὸ ὁποῖον μᾶς τὸ ἐπιβάλλει ὁ νόμος, οὐ μόνον ὁ νόμος, ἀλλὰ μᾶς τὸ ἐπιβάλλουν τὰ συμφέροντά μας (εὖγε, εὖγε).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ὁ κ. Χοϊδᾶς ἐξέφερεν ἀπρεπεῖς ἐκφράσεις καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὴν ἄδειαν ν’ ἀποδοκιμασθῇ.
§69ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§70ΧΟΪΔΑΣ. Πρὶν μὲ ἀποδοκιμάσετε ὀφείλετε νὰ μὲ ἀκούσητε (θόρυβος).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θεωρεῖ ἡ Βουλὴ τὰ λεχθέντα ὡς κακῶς λεχθέντα καὶ ἐννοεῖ νὰ τὰ ἀποδοκιμάσῃ; Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§72ΧΟΪΔΑΣ. Ὀφείλετε ν’ ἀκούσητε ἑνὸς δημοκρατικοῦ (θόρυβος) σᾶς ἀποδοκιμάζω καὶ ἐγὼ μὲ ὅλους τοὺς δημοκρατικούς· (θόρυβος)· θὰ ἰδοῦμεν ποῖος θὰ νικήσῃ, ἂν ὁ λαὸς, ἢ οἱ δοῦλοι (θόρυβος).
§73ΖΩΧΙΟΣ. Ὑπάρχουν, κύριοι, ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ, ἂν δὲ τοὺς ἐρωτήσῃς πῶς γνωρίζουν τί ὁ Θεὸς λέγει....
§74ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐπὶ τοῦ θέματος.
§75ΖΩΧΙΟΣ. Κύριοι, δὲν ἔχω νὰ σᾶς προσθέσω τίποτε περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι εἶπον. Σᾶς λέγω δὲ μόνον, ὅτι ἔχω ἐναντίαν πεποίθησιν, καὶ φρονῶ, ὅτι θὰ φθάσῃ ἡ ἡμέρα τῆς μετανοίας· εἴθε δὲ νὰ εὑρεθῶμεν εἰς θέσιν τοιαύτην, ὥστε ἡ μετάνοια ἐκείνη νὰ μᾶς σώσῃ. Ἀλλ’ ἐὰν μετὰ τὸ τέλος τοῦ πολέμου κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἀποκλεισθῶμεν τῶν γάμων, οὐαὶ ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις καὶ ταῖς θηλαζούσαις.
§76ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐκ τῶν προτέρων, κύριοι, καὶ τῆς παρελθούσης πολιτικῆς μου γνωρίζετε, ὅτι ἀπολύτως εἶμαι ὑπὲρ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι νομίζω, ὅτι διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν εἰσερχόμεθα πράγματι εἰς ἐκεῖνο τὸ στάδιον, διὰ τὸ ὁποῖον προσκαλούμεθα κατ’ αὐτὴν τὴν σύνοδον· ἑπομένως ἀπολύτως θέλω κηρυχθῇ ὑπὲρ πάντων τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχουν τὸν αὐτὸν σκοπὸν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν εὑρισκομένου. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ μόνον, κύριοι, νὰ κηρυχθῶμεν καὶ νὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, ἀλλ’ ἡ ψῆφός μας νὰ συνοδεύεται καὶ μετὰ τοῦ θείου ἐκείνου ἐνθουσιασμοῦ διὰ τοῦ ὁποίου ἐμπνέονται τὰ ἔθνη εἰς τὰς περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας καὶ ἡμεῖς εὑρισκόμεθα, καὶ ὁ ἐνθουσιασμὸς οὗτος πρέπει νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τοῦ βουλευτηρίου τούτου εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς ὅλον τὸν Ἑλληνισμὸν, πρέπει δὲ προπάντων νὰ τὸν ἐμπνεύσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν εἴμεθα, κύριοι, ἡμεῖς οἱ αἴτιοι τῆς σημερινῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων τῆς Ἀνατολῆς. Τὰ πράγματα μᾶς εὗρον εἰς ἣν εἴμεθα κατάστασιν· καὶ λοιπὸν ἡμεῖς, διεκδικοῦντες τὰ μεγάλα συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἡμεῖς, λέγω, θὰ σταυρώσωμεν τὰς χεῖρας καὶ θὰ κύψωμεν τὸν τράχηλον ἐνώπιον τοῦ τελευταίου βαρβάρου κατακτητοῦ, ὁ ὁποῖος ἔρχεται οὐ μόνον νὰ κρατήσῃ ὑπὸ τὴν δουλείαν τὰς χώρας τὰς Ἑλληνικὰς, ἀλλὰ νὰ ἀπειλήσῃ καὶ τὴν καταστροφὴν αὐτῆς τῆς χώρας, τὴν ὁποίαν οἱ πατέρες μας μᾶς παρέδωκαν ἐλευθέραν! Ἀλλ’ εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς καὶ φίλος μου κ. Ζωχιὸς, ὅτι ὁ Χριστὸς ἔκαμε θαύματα καὶ ὅτι ταῦτα ἦσαν λογικὰ, διότι τῳόντι ἔθρεψε πέντε χιλιάδας, ἀλλ’ εἶχε μίαν βάσιν, εἶχε πέντε ἄρτους. Τέλος πάντων ἐν τῇ ἐρήμῳ, καὶ ὅταν ἔδωσεν σῖτον εἶχε φρέαρ ἐξ οὗ ἤντλησεν ὕδωρ. Εἰς τὴν ἱστορίαν ὅμως τῆς Ἑλλάδος εὑρίσκω θαύματα, τὰ ὁποῖα, ἄν τις ἐξετάσῃ μὲ τὸν πῆχυν τῆς λογικῆς, βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν θὰ συνεδριάζετε σήμερον ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου αὐτοῦ, δὲν θὰ ἦσθε ἐλεύθεροι Ἕλληνες, ἀντιπρόσωποι ἐλευθέρου λαοῦ, ἀλλὰ δοῦλοι. Ποῖος λογικὸς κρίνων ἠδύνατο νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ὁ ἀγὼν τοῦ 21 ἤθελε φέρει αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα; Οὐδείς. Ὀλίγοι μικροὶ καὶ δοῦλοι χωρὶς νὰ ἔχωσι τὸν ἐλάχιστον πόρον συνέλαβον τὴν μεγάλην ἰδέαν νὰ ἐπαναστατήσωσι κατὰ αὐτοκρατορίας φερούσης τὰ πρωτεῖα μεταξὺ τῶν μεγίστων κρατῶν τῆς Εὐρώπης· καὶ μολαταῦτα διὰ τοῦ ἐνθουσιασμοῦ, διὰ τοῦ θείου αὐτοῦ πυρὸς ἔφερον εἰς ἀποτέλεσμα τὸν σκοπὸν αὑτῶν. Δὲν ἀρκοῦν μόνον τὰ μέσα τὰ τεχνικὰ, ἵνα φέρουν εἰς ἀποτέλεσμα μίαν τόσον μεγίστην ὑπόθεσιν, ἀπαιτεῖται προπάντων ἐνθουσιασμὸς καὶ πεποίθησις, ἀμφότερα δὲ ταῦτα ἡμεῖς πρέπει νὰ ἐμπνεύσωμεν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸν λαόν. Τὰ πράγματα εἶπον δὲν τὰ προετοιμάσαμεν ἡμεῖς ἐν τῇ Ἀνατολῇ, τὰ πράγματα μᾶς εὗρον. Ὑποθέσατε, κύριοι, ὅτι ἔχετε κτῆμα εἰς τὴν ἐξοχὴν, ὅτι περὶ τὴν τρίτην ὥραν τῆς νυκτὸς πρόκειται νὰ εἰσβάλλουν λῃσταὶ ἵνα ἁρπάσουν τὴν περιουσίαν σας· σεῖς θ’ ἀδιαφορήσητε καὶ θὰ ἀφήσετε αὐτοὺς ἐλευθέρους δικαιολογούμενοι, ὅτι εἴχετε καργιοφίλια καὶ ὄχι ὅπλα Σασεπώ; Βεβαίως, κύριοι, δὲν πρέπει νὰ ἐγκαυχώμεθα, ὅτι εἴμεθα ἀπόγονοι μεγάλων ἀνδρῶν τῆς ἀρχαιότητος καὶ μεγάλων ἀνδρῶν τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 21 καὶ νὰ θέλωμεν μόνον διὰ τοῦ τύπου καὶ τῶν σοφισμάτων νὰ παρουσιάζωμεν ἑαυτοὺς τὸν μεγαλείτερον λαὸν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ εἰς περίστασιν καθ’ ἣν διεκδικοῦν τὰ δικαιώματά των ἐν τῇ Ἀνατολῇ οἱ Βλάχοι, οἱ Σέρβοι, οἱ Βούλγαροι, οἱ Βόσνιοι, οἱ Ἑρζεγοβίνιοι, οἱ Μαυροβουνιῶται ἡμεῖς νὰ σταυρώνωμεν τὰς χεῖρας καὶ νὰ ἀρκούμεθα λέγοντες, ὅτι εἴμεθα ἀπόγονοι τοῦ Θεμιστοκλέους καὶ τοῦ Κουντουριώτου; τοῦ Σαχτούρη καὶ δὲν εἰξεύρω τίνος ἄλλου. Ὅλοι οἱ λαοὶ, τοὺς ὁποίους ἀποκαλοῦμεν βαρβάρους, μᾶς ἀντιτάττουν, ὅτι ἔχετε ἱστορίαν λαμπρὰν καὶ μεγάλην, ἀλλ’ εἶσθε ἀνάξιοι τῆς ἱστορίας αὐτῆς, ἡμεῖς δὲ δημιουργῶμεν ἱστορίαν λαμπρὰν καὶ μεγάλην διὰ τοὺς ἀπογόνους μας. Ἤμην, κύριοι, καὶ ἐγὼ εἷς τῶν 22 ψηφοφορησάντων προχθὲς εἰς τὸ ζήτημα τοῦ πρωθυπουργοῦ· βεβαιωθῆτε, ὅτι ἂν τὸ ζήτημα ἐκεῖνο ἐφέρετο μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν νομοσχεδίων τούτων δὲν ἤθελον ψηφοφορήσει κατά. Τότε εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις καὶ εἶπον ὅτι ἐγὼ δὲν θυσιάζω τὸ παρελθόν μου καὶ τὰς ἀρχὰς τὰς πολιτικὰς χάριν οὐδενὸς, ἑπομένως ψηφοφορῶ κατὰ καὶ ἂς ἔλθῃ οἱοσδήποτε θέλει. Μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν ὅμως νομοσχεδίων ἀνταποκρινομένων εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς παρούσης ἐποχῆς, οὐ μόνον ὀφείλω νὰ ψηφίσω ὑπὲρ, ἀλλὰ καὶ μετὰ τοῦ πρέποντος ἐνθουσιασμοῦ· πρέπει νὰ ψηφίσωμεν πάντες ὅπως οὕτως ἐξέλθῃ ἀπὸ τὸ βουλευτήριον καὶ διαχυθῇ καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα δούλην καὶ ἐλευθέραν τὸ θερμὸν αἴσθημα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κατακυριεύῃ ἅπαντας. Τελειόνω, κύριοι, τὸν λόγον μου κατερχόμενος τοῦ βήματος μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι διὰ τῶν ἰδεῶν μου αὐτῶν διερμηνεύω ἀληθῶς τὸ φρόνημα ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς.
§77ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν θὰ ἀνηρχόμην τὸ βῆμα διότι καιρὸς εἶναι οὐχὶ λόγων, ἂν δὲν μοὶ ἔκαμνον ἐντύπωσίν τινα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν ὁποίαν ἀντελήφθην λόγοι τινὲς τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· ὁ κ. ὑπουργὸς ἐξέφρασε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, τὸ κοινὸν, ἡ Κυβέρνησις προπάντων, ἐκ τῶν παρατηρήσεων τῶν ἀγορευσάντων ἀπὸ τοῦ βήματος ἀποθαῤῥύνεται εἰς τὸ ἔργον της. Φοβεῖται ἡ Κυβέρνησις μήπως ὑπὸ τῶν φανερῶς ἐπικρινόντων τὰ σχέδιά της ὑποκρύπτονται καὶ ἄλλοι. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε πλῆρες δίκαιον νὰ παραπονεθῇ.
§78ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶπε τοιοῦτόν τι.
§79ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι, δὲν εἶπον τοιαῦτα.
§80ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρεπονέθη τοὐλάχιστον ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι διὰ τῶν τοιούτων ἀγορεύσεων ἠδύναντο αἱ ἐνέργειαι τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβωσιν τὴν ὄψιν τοῦ γελοίου καὶ νὰ μὴ παρασταθῶσιν ὡς σπουδαῖα τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐδῶ συζητοῦνται, καὶ τοῦτο μοῦ ἀρκεῖ. Μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία φοβεῖται τὰς ἀντιῤῥήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὰ μέτρα της, βεβαίως δύναται ν’ ἀποθαῤῥυνθῇ· εἶπον λοιπὸν, ὅτι εἶχε πληρέστατα δίκαιον ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὡς βουλευτὴς ἀκόμη νὰ παραπονεθῇ διὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον εἰσάγονται καὶ ἐξακολουθοῦσιν αἱ συζητήσεις. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Εὐρυτανίας ὀρθῶς εἶπεν, ὅτι καὶ πλειονοψηφία καὶ ἡ μειονοψηφία ἔχουσι δικαιώματα· τὸ δικαίωμα τῆς μειονοψηφίας εἶναι τὸ νὰ ἔχῃ ἐλεύθερον τὸ στάδιον τῆς ἐνεργείας της· τὸ δικαίωμα τοῦτο πρέπει νὰ σεβασθῇ ἡ πλειονοψηφία καὶ τὸ ἐσεβάσθη ὑπὲρ τὸ δέον, ἀλλ’ ἔχει δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ἐπὶ ἀντικειμένων ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐξέφρασε τὴν ἀπόφασίν της μία παμψηφία, δὲν δύναται νὰ φέρῃ συζητήσεις.
§81ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ προκαλεῖτε συζητήσεις, κ. Λομβάρδε.
§82ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τί ἄλλο εἶναι σήμερον παρὰ ἐν ἀρχῇ τὸ ζήτημα τῶν προπαρασκευῶν· ἂν ᾖναι ματαιοπονία νὰ ζητῶμεν προπαρασκευὰς, ἂν ᾖναι τρέλα νὰ ἐξακολουθῶμεν τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον ἐξακολουθοῦμεν, ἂν θὰ ὠθήσωμεν τὸν τόπον εἰς δυστυχήματα μεγάλα, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ἂν ᾖναι πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν τὴν ἰδέαν ταύτην καὶ ἄν τινες θέλουν νὰ σταματήσωμεν.
§83ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀνάκρισιν θὰ κάμετε; ὅσοι εἶναι ἐναντίοι τὸ λέγουν μόνοι των.
§84ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σωστὰ· ἀλλ’ ἀφοῦ εἰς ἐκείνους τοὺς λόγους, ὅσοι ὀλίγοι καὶ ἂν ᾖναι, δίδεται τοιαύτη προσοχὴ, ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, βάδιζε τὸν δρόμον σου, συμμεριζόμεθα τὴν εὐθύνην σου καὶ δὲν τὸ κρύπτομεν, τὸ λέγομεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ἡ θέσις τοῦ τόπου εἶναι τοιαύτη, ὥστε ὀφείλεις νὰ προβῇς.
§85ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν πρότασιν ἔφερεν ἡ Κυβέρνησις καὶ δὲν τὴν ἐδέχθημεν; ἄν τινες τῶν βουλευτῶν θέλουν νὰ συζητήσουν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων, ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος καὶ κανεὶς δὲν ἐνόησε νὰ τὸν ἐμποδίσῃ, καὶ αὐτὴν τὴν κατάχρησιν ἀκόμη τοῦ λόγου πρέπει νὰ ἀνεχθῶμεν, διότι ἂν θελήσωμεν νὰ περιορίσωμεν αὐτὴν δυνάμεθα νὰ ὑποπέσωμεν εἰς ἄλλην κατάχρησιν νὰ ἐμποδίσωμεν τὸν λόγον (θόρυβος).
§86Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί ἐννοεῖς, ὅτι ἡμεῖς δὲν θέλομεν παρασκευάς; πῶς ἔρχεσαι αὐτοῦ καὶ συκοφαντεῖς; Προχθὲς ἀκόμη ἦτο σύμφωνος μὲ ἡμᾶς νὰ πολεμήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν (θόρυβος).
§87ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἐπαναλαμβάνω τὴν λέξιν τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, κατ’ αὐτοῦ λέγω μόνον, ὅτι οὐδέποτε ἐσυνείθισα νὰ δίδω λόγον νὰ πολεμήσω τὴν Κυβέρνησιν μετὰ συναδέλφων, μετὰ τῶν ὁποίων οὐδέποτε συνηντήθην ἐν τῇ πολιτικῇ· μετὰ τοῦ κ. Πετιμεζᾶ οὐδέποτε συνηντήθην· τὸν κ. Πετιμεζᾶν ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐκτὸς ἂν θέλῃ νὰ εἴπῃ ἀστεϊσμούς, τοὺς ὁποίους καθ’ ἡμέραν προκαλεῖ· λέγω λοιπόν, ὅτι εἶπε μίαν ἀλήθειαν ὁ κ. Ζωχιός, τελειώνων τὸν λόγον του, διότι ὅλοι τὸν ἐννοήσατε· ἡ ἰδέα του εἶναι νὰ σταματήσωμεν.
§88ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό.
§89ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τότε, ἀξιότιμε συνάδελφε, διατί δὲν προβαίνομεν νὰ συζητηθῇ;
§90ΖΩΧΙΟΣ. Ἀσυζητητί; ποῦ τὸ ἔμαθες;
§91ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν πιστεύῃς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἰδέαν σου εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, δὲν πρέπει νὰ χρονοτριβῶμεν οὐδὲ λεπτόν. Ὁ κ. Ζωχιὸς εἶπεν, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς μείνῃ ἐκτὸς τοῦ συμφώνου μετὰ τὸν πόλεμον, οὐαὶ εἰς τοὺς αἰτίους. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς δὲν πρέπει νὰ κάμῃ πᾶσαν θυσίαν, ὅπως μὴ μείνῃ ἐκτός; Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐργάζεται πρὸς τοῦτο, πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ ἔχῃ διακεκηρυγμένην τὴν συγκατάθεσίν μας, ὅτι μαζῆ της φέρομεν τὴν εὐθύνην, ὅπου καὶ ἂν εὑρεθῇ κατόπιν, ἐὰν ἀκολουθῇ τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον ἔστω ἀκολουθεῖ τοῦ νὰ ἀντικρούσῃ πᾶν κίνημα ἄτακτον μὴ ὁδηγούμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἂς μὴ ἀπελπίσωμεν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους· ἂς εἴπωμεν ἀπὸ τοῦδε, ὅτι οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ θέσις τῶν πραγμάτων, ἡ θέσις σας, τὴν εὐθύνην θὰ τὴν συμμερισθῶμεν.
§92Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν ἔχω τὸν λόγον. Γίνεται δεκτὴ εἰς δευτέραν συζήτησιν ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀναγινώσκεται τὸ πρῶτον ἄρθρον.
§93ΡΙΚΑΚΗΣ. Μίαν διασάφησιν θὰ ζητήσω. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διασαφισθῇ ἓν ἕτερον μέρος ἐπίσης σπουδαῖον τῆς συμβάσεως τῆς 19 Ἰουνίου, μένει ἐκείνη ἰσχυρὰ, ἢ τροποποιεῖται καὶ κατὰ ποῖον τρόπον τροποποιεῖται, ἢ ἀκυροῦται ἐντελῶς, καὶ πῶς ἀκυροῦται; Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἡ σύμβασις ἐκείνη ἔδιδεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ δανεισθῇ τὸ ὅλον 40 ἑκατομμύρια· τὰ 20 ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ ἀπὸ τὰς δύω Τραπέζας κατὰ τοὺς ὅρους, οἱ ὁποῖοι διαγράφονται ἐν τῇ συμβάσει ἐκείνῃ· ἠδύνατο μετὰ ταῦτα νὰ ἐκδώσῃ δάνειον διὰ τὰ ἄλλα 20 ἑκατομμύρια· ἐὰν δὲ ἐντὸς τριῶν μηνῶν τὸ δάνειον δὲν ἐπραγματοποιεῖτο, εἶχε τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὰς Τραπέζας, νὰ πληρώσουν καὶ τὰ ἄλλα 20 ἑκατομμύρια μὲ τοὺς αὐτοὺς ὅρους. Τώρα ὅμως ἔχομεν τὰ 14 τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ γίνονται 21. Κατὰ συνέπειαν τροποποιεῖται τὸ πρῶτον μέρος τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον, τροποποιοῦνται μερικαὶ διατάξεις, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἔκδοσιν τοῦ χαρτονομίσματος, καὶ ἑπομένως θέλω νὰ μάθω ὁ ὁρισμὸς τῆς συμβάσεως τῆς 19 Ἰουνίου ὡς πρὸς τὰ ἕτερα 20 ἑκατομμύρια ἰσχύει; ἐὰν λάβωμεν μεθαύριον ἀνάγκην, πῶς θὰ ἐφαρμοσθῇ; Κατὰ τοὺς ὅρους τῆς παρούσης συμβάσεως ἢ κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ἄλλου δανείου;
§94ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπειδὴ παρῆλθε πολὺς καιρὸς ἀφ’ ὅτου ἐψηφίσθη ἡ σύμβασις τῆς 19 Ἰουνίου, δὲν εἶναι παράδοξον, ὅτι ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας δὲν ἐνθυμεῖται ἀκριβῶς τὰ πράγματα. Ἡ σύμβασις μετὰ τῶν Τραπεζῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οὐδένα ὅρον τοιοῦτον περιέχει, ἀλλ’ ὁ νόμος περὶ πιστώσεως ἀναφέρει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν τὸ δάνειον τῶν 20 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἐδώσατε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ ἡ Κυβέρνησις, δὲν πραγματοποιηθῇ ἐντὸς τριῶν μηνῶν, δύναται νὰ συνομολογήσῃ μετὰ τῆς Τραπέζης νέον δάνειον ἴσον μὲ τὸ δάνειον τῶν 20 ἑκατομμυρίων ἢ μὲ μέρος αὐτοῦ, ὅσον δὲν πραγματοποιηθῇ κατὰ τοὺς τρεῖς μῆνας. Ἀλλὰ, ἐννοεῖται, ὅτι τοῦτο δὲν ἐπεβλήθη εἰς τὰς Τραπέζας ὑπὸ τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐδόθη μόνον ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸ πράξῃ ἂν δυνηθῇ, χωρὶς νὰ προηγηθῇ νέος νόμος. Καὶ τώρα πάλιν ἰσχύει ἐκείνη ἡ διάταξις, διότι οὐδεμία διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ψηφίζεται ἤδη, οὔτε τῆς συμβάσεως δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν διάταξιν ἐκείνην, καὶ ἡ Κυβέρνησις, χωρὶς νὰ εἰσάξῃ νόμους νέους, δύναται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παλαιᾶς συμβάσεως νὰ συνάψῃ δάνειον ἀνάλογον. Ἤδη μάλιστα κατὰ τὴν νέαν σύμβασιν ἡ πρὸς τοῦτο εὐκολία τῆς Τραπέζης εἶναι ἔτι μείζων, διότι θὰ διατηρῇ 12½ ἑκατομμύρια μεταλλικόν.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι εἰς βʹ. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον. Μετὰ τοῦτο γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χρήσεως τῆς διὰ τοῦ νόμου ΧΚΣΤʹ. χορηγηθείσης πιστώσεως.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως τοῦ προξενικοῦ νομοσχεδίου. Ἀναγινώσκεται τὸ 29 ἄρθρον τοῦ σχεδίου.
§97ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Νομίζω, πῶς πρέπει νὰ προστεθῇ κάτι τι εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη προχθὲς περὶ τῶν προσόντων τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν· περιέχονται καὶ ἀπαγορεύσεις, τὰς ὁποίας δὲν περιέχει τὸ ἄρθρον 29. Ἐὰν δὲν περιλάβητε αὐτὰ καὶ εἰς τὸ παρὸν νομοσχέδιον, θὰ ἔχετε τὴν ἀνακολουθίαν προφανῆ· διότι ἄνθρωπος παραβὰς ὡρισμένας διατάξεις δὲν δύναται νὰ διορισθῇ ἀκόλουθος τοῦ ὑπουργείου, δύναται ὅμως νὰ διορισθῇ γραμματεὺς τοῦ προξενείου.
§98ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὐτὰ τὰ ἄρθρα παραπέμπουν· ἀλλ’ ἠμπορεῖτε καὶ νὰ τὰ προσθέσητε. Προστίθενται οἱ ἀριθμοὶ τῶν σχετικῶν ἄρθρων.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μὲ τὴν προσθήκην αὐτὴν, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 30 καὶ 31. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 32.
§100ΡΙΚΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, μίαν διασάφησιν ἐπὶ τῆς παραγράφου 3 τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Ἡ παράγραφος 3 νομίζω, ὅτι εἶναι σκοτεινὴ, ἢ ἴσως δὲν ἐννοεῖ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐννοῶ ἐγώ. Κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ νομοσχεδίου φαίνεται, ὅτι ἀπαιτεῖται ὁ διορισθησόμενος γραμματεὺς τοῦ προξενείου, πρῶτον νὰ ἔχῃ ὑπηρεσίαν ἑνὸς ἔτους ὡς δικαστικὸς πάρεδρος ἢ ἀντεισαγγελεὺς, καὶ ἀκόμη ἓν ἔτος παρά τινι δικαστηρίῳ ἢ δημοσίῳ γραφείῳ. Τώρα ἴσως ἐννοηθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅτι ἀπαιτεῖται διετὴς ὑπηρεσία δικαστοῦ, παρέδρου, ἀντεισαγγελέως ἢ δικηγόρου, ἢ ὑπηρεσία ἑνὸς μὲν ἔτους ὡς δικαστοῦ, ἑνὸς δὲ ἔτους ὡς ὑπαλλήλου παρά τινι δημοσίῳ γραφείῳ· διότι ἐὰν ἐννοῇ τοῦτο, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι καλῶς ἐκπεφρασμένον· ὅπως εἶναι, ἐννοεῖ, ὅτι ἀπαιτοῦνται ὡς προσὸν δύω ὑπηρεσίαι, ἓν ἔτος ὑπάλληλος γραφείου, καὶ ἓν ἔτος ὡς δικαστής.
§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου εἶναι ἁπλουστάτη, ὅτι ἀπαιτεῖται ὡς προσὸν διετὴς ὑπηρεσία δικαστικὴ, ἀλλὰ τὸ ἓν ἔτος ἐκ τῶν δύω δύναται νὰ ᾖναι καὶ οὐχὶ ὡς δικαστοῦ, ἀλλὰ καὶ ὡς ὑπαλλήλου παρά τινι γραφείῳ.
§102ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ ἓν ἔτος ὡς δικαστὴς ἢ εἰς οἱανδήποτε ὑπηρεσίαν;
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρέπει νὰ ἔχῃ δύω ἐτῶν ὑπηρεσίαν ὡς δικαστὴς, ἢ τοὐλάχιστον ἑνὸς ἔτους ὡς δικαστὴς καὶ ἑνὸς ἔτους ὡς ὑπάλληλος. Χωρὶς νὰ ᾖναι δικαστὴς τοὐλάχιστον ἐπὶ ἓν ἔτος δὲν διορίζεται, ἀλλὰ πρέπει νὰ ᾖναι δύω ἔτη παρὰ τῷ δικαστηρίῳ, ἢ τὰ δύω ἔτη ὡς δικαστὴς, ἢ τὸ ἓν ὡς δικαστὴς καὶ τὸ ἄλλο ὡς ὑπάλληλος. Ἄς τεθῇ ἡ ἐξήγησις αὕτη εἰς τὰ πρακτικά.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 33.
§105ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν ὑπουργὸν, νὰ συναινέσῃ, νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ φράσις «παρὰ τοῖς ἐν Ἑλλάδι δικαστηρίοις», διότι νομίζω, ὅτι οἱ ὑπηρετοῦντες ὡς δικηγόροι ἐν Σμύρνῃ, Ἀλεξανδρείᾳ, Κωνσταντινουπόλει εἶναι τὸ ἴδιον.
§106ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ φράσις αὕτη ἐτέθη, διὰ νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ τακτικῶν δικηγόρων καὶ οὐχὶ περὶ ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἐπιτρέπεται, νὰ δικηγορῶσι παρὰ τοῖς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ δικαστηρίοις. Ἐὰν λοιπὸν ἀφαιροῦντες τὴν φράσιν ἐννοοῦμεν, ὅτι μόνον εἰς τοὺς τακτικοὺς δικηγόρους δίδεται αὐτὸ τὸ προσόν, εἴτε ἐν τῷ ἐσωτερικῷ δικηγοροῦσιν οὗτοι, εἴτε ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, δὲν ἔχω δυσκολίαν ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ φράσις· ἐννοῶ ὅμως δικηγόρους τακτικοὺς διοριζομένους διὰ Β. Διατάγματος.
§107ΡΙΚΑΚΗΣ. Βεβαίως τοῦτο ἐννοῶ καὶ ἐγώ.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαλείφονται αἱ λέξεις «παρὰ τοῖς ἐν Ἑλλάδι δικαστηρίοις.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 34. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 35 τροποποιημένον.
§109ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς ζητεῖ προσόντα διὰ τὸν λιμενάρχην Κωνσταντινουπόλεως, νὰ ὑπηρέτησε πέντε ἔτη εἰς τὸ Β. ναυτικὸν ἢ δέκα ἔτη εἰς τὸ ἐμπορικόν. Νομίζω, ὅτι τὸ προσὸν τῶν δέκα ἐτῶν εἶναι πολύ, διότι δέκα ἔτη τοῦ ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξάγεται ἡ ὑπηρεσία, εἶναι 20 ἔτη. Ἐὰν ἐννοῇ ὁ κ. ὑπουργὸς δέκα ἔτη ὑπηρεσίας οὐχὶ συναπτῆς, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἔλαβε τὸ δίπλωμά του, τότε τὸ ἐννοῶ, ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ ἀφήσῃ πέντε ἔτη διὰ τὸ ἐμπορικὸν ναυτικόν, τὰ ὁποῖα ἰσοδυναμοῦν μὲ δέκα ἔτη, διότι ὁ ἐμποροπλοίαρχος, ἅμα ἐξέλθῃ τοῦ πλοίου, δὲν θεωρεῖται πλέον ἐν ὑπηρεσίᾳ.
§110ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅ,τι ὁ νόμος κυρίως ἐπιδιώκει, εἶναι νὰ διορίζηται ναυτικὸς λιμενάρχης. Αὐτὸς πρέπει βεβαίως νὰ ἔχῃ καὶ ὑπηρεσίαν τινά, καὶ ἐὰν ἔχῃ ὑπηρεσίαν πέντε ἐτῶν ἐν τῷ βασιλικῷ ναυτικῷ, θεωρεῖται τοῦτο ἐπαρκές· ὑπηρεσία πέντε ἐτῶν συναπτὴ ἐν τῷ ἐμπορικῷ ναυτικῷ δὲν θὰ ἦτο ἀρκετὴ, ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία δέκα ἐτῶν εἶναι βεβαίως ἀρκοῦσα. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἠμπορεῖ τις νὰ ἀφήσῃ εἰς τὸν ὑπουργὸν τὴν ἐκτίμησιν αὐτοῦ τοῦ πράγματος· δὲν θὰ ὑπάρξῃ κίνδυνος, ὅτι θὰ διορίσῃ ἕνα λιμενάρχην μὴ ἔχοντα τὴν ἱκανότητα, ἀρκεῖ, ὅτι ἐξασφαλίζεται, ὅτι θὰ ἦναι ἐκ τοῦ ναυτικοῦ. Δέχομαι ἄρα τὴν πρότασιν τοῦ κ. Θεοχάρη, βέβαιος ὢν, ὅτι ὁ ὑπουργὸς δὲν θὰ καταχρασθῇ τοῦ χορηγουμένου αὐτῷ εὐρυτέρου δικαιώματος· ὥστε ἂς βάλωμεν πέντε ἔτη καὶ διὰ τὸ ἓν καὶ διὰ τὸ ἄλλο.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ὡς ἐτροπολογήθη, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 36 καὶ 37 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 40.
§113ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐνταῦθα πρέπει νὰ διαγραφῇ ἡ φράσις «τῶν γενικῶν προξένων» διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 40 οἱ γενικοὶ πρόξενοι διορίζονται ἄνευ διαγεγραμμένων προσόντων.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 41, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 42.
§115ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅπως ἠκούσατε, κύριοι, ἡ ἰδέα τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ εἶναι ὅτι ὁ γενικὸς πρόξενος, ὁ ὁποῖος ἔρχεται ἀπὸ ἄλλην ὑπηρεσίαν, ἢ ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας δὲν ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ τὰ γενικὰ προσόντα τοῦ ἄρθρου... καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἐξήλειψε τὰς λέξεις «γενικοὶ πρόξενοι», ἀλλ’ εἶναι καλὸν ῥητῶς ἐνταῦθα νὰ μνημονευθῇ ὅτι δύναται νὰ διορισθῇ καὶ γενικὸς πρόξενος ὁ ἔχων τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ....... προσόντα.
§116ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διόλου δὲν χρειάζεται ἡ διάταξις αὕτη, διότι τὰ εἰδικὰ προσόντα ἀφοροῦν εἰς τοὺς ἔχοντας θέσεις ὡρισμένας, ἑπομένως εἶναι περιττὸν νὰ μνημονευθῇ ἀφοῦ ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου ἀπηλείψαμεν τὰς λέξεις «γενικὸς πρόξενος».
§117ΡΙΚΑΚΗΣ. Μίαν ἄλλην παρατήρησιν ὑποβάλλω. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, κύριοι, διαγράφεται μία ὁλόκληρος τάξις ἀπὸ τὸν προξενικὸν κλάδον· ἀφοῦ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν ὁ νόμος, κανεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν, ἂν δὲν ἀρχίσει ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ γραμματέως τοῦ προξενείου καὶ νὰ ὑπηρετήσῃ βαθμηδὸν μέχρις οὗ φθάσῃ εἰς τὴν θέσιν τοῦ προξένου. Ἀλλά, κύριοι, διὰ νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ διάταξις τοῦ νόμου, θὰ παρέλθῃ ὁμολογουμένως ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα· καὶ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἐντὸς δύω, τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν θὰ δύνασθε νὰ ἔχητε ἀρκετὸν ἀριθμὸν προξενικῶν ὑπαλλήλων ἐχόντων τὰ προσόντα τοῦ νόμου καὶ διανυσάντων τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας, ἵνα δύνανται νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις τὰς προξενικάς. Δι’ αὐτὸ καὶ ἔχων ὑπ’ ὄψιν ἀφ’ ἑτέρου ὅτι εἰς τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν δύνανται νὰ γίνωσι χρήσιμοι καὶ ἄνδρες οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν εἰς ἑτέρους κλάδους, οἱ ὁποῖοι ἐθεωρήθησαν ὡς δυνάμενοι καὶ ὑπὸ πολιτικὸν ἀκόμη χαρακτῆρα νὰ ὑπηρετήσωσι καὶ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ προξένου, εἶναι καλὸν νὰ μὴ ἀποκλείσωμεν ἐπί τινα ὡρισμένον χρόνον τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, οἵτινες ἐξ ἄλλης ὑπηρεσίας ἐρχόμενοι δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὸν προξενικὸν κλάδον. Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, ἀπολύτως πᾶς τις νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέρχεται, ἀλλ’ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἔχει βαθμὸν ἴσον μὲ τὸν τοῦ προξένου. Διοικητικὸς ὑπάλληλος ὑπηρετήσας 3, 4, 5 ἔτη πῶς νὰ μὴ δύναται νὰ θεωρηθῇ κατάλληλος διὰ τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν ἐνῷ ἔχει τὸν αὐτὸν βαθμόν; Διατί νὰ κλείσετε εἰς αὐτοὺς τὰς θύρας, ἀφοῦ, κύριοι, ἔχομεν ἤδη διδόμενα ὅτι τοιοῦτοι ὑπάλληλοι ὑπηρέτησαν εὐδοκίμως; καὶ σᾶς ἀναφέρω ὡς παράδειγμα τὸν ἐν Ἰωαννίνοις κύριον Λόντον. Διὰ τοῦτο ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἑξῆς προσθήκη· «Ἐντὸς τῆς πρώτης δεκαετίας δύναται νὰ διορισθῇ πρόξενος ὁ ἐπὶ πενταετίαν εἰς ἄλλον κλάδον ὑπηρετήσας ἢ ὁ διατελέσας δικηγόρος παρὰ πολυμελεῖ δικαστηρίῳ ἐπὶ δέκα ἔτη, ἔχων τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 30 γενικὰ προσόντα».
§118ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἡ πρότασις αὕτη καταστρέφει τὴν ὅλην οἰκονομίαν τοῦ νόμου, διότι ὁ νόμος αὐτὸς ἀφορᾷ εἰς τὸ νὰ ἑλκύσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοὺς καλλίστους τῶν νέων νομικῶν. Οὗτοι δὲν δύνανται νὰ προσέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἂν δὲν ἔχωσιν τὴν ἐλπίδα τῆς προαγωγῆς, ὅταν ἐπὶ 10 ἔτη τοῖς ἀποκλείετε τὰς ἀνωτέρας θέσεις καὶ διορίζεται πρόσωπα μὴ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας προαγόμενα. Καὶ μὴ νομίζετε ὅτι ἐπὶ δέκα ἔτη μόνον κλείεται ἡ θύρα, διότι οἱ οὕτως εἰσερχόμενοι μετὰ τὸ πέρας τῆς δεκαετίας θὰ μένωσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἄλλα δέκα ἢ 20 ἔτη, ὥστε ὁ εἰσερχόμενος διὰ διορισμοῦ πτυχιοῦχος δὲν θὰ ἔχῃ τὴν ἐλπίδα νὰ φθάσῃ εἰς τὴν θέσιν τοῦ προξένου, διότι θὰ ἠξεύρῃ, γινομένης δεκτῆς τῆς τροπολογίας τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Πατρῶν, ὅτι θὰ εὕρῃ πάσας τὰς θύρας κεκλεισμένας καὶ θὰ περιμένῃ 10 ἢ 20 ἔτη ὅπως κενωθῶσιν, ἐνῷ ἂν ἀφήσωμεν τὸν νόμον ὅπως ἔχει θὰ ἐλπίζωσιν οἱ νέοι δικηγόροι, ὅτι εἰσερχόμενοι ὡς γραμματεῖς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν θὰ δυνηθῶσι νὰ προαχθῶσιν ἐγκαίρως εἰς τὴν θέσιν εἰς ἣν δικαίως ἀποβλέπουν.
§119Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὑποστηρίζω, κύριοι, τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥικάκη διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους· πρῶτον, διότι ἡ πρότασις αὕτη δὲν εἶναι ὁ κανὼν, εἶναι ἡ ἐξαίρεσις· ἐνδέχεται τινὲς ἐξ αὐτῶν τῶν δικηγόρων ἢ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων νὰ ζητήσωσι νὰ διορισθῶσι, ἀλλὰ δὲν ἀποκλείονται μὲ τοῦτο τὸ νὰ μὴ προβιβασθῶσιν οἱ ἄλλοι. Οἱ δὲ πρόξενοι δὲν εἶναι τακτικοὶ ὑπάλληλοι, ὡς εἶναι οἱ πάρεδροι τῶν δικαστηρίων, οἱ δικασταί, ὥστε νὰ ἦναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ ἔχουν δίπλωμα τῆς νομικῆς ἐπιστήμης· ἐνδέχεται νὰ ἦναι καὶ ἄλλοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχουν γενικὰς γνώσεις, ἀνταποκρινομένας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ προξένου. Φρονῶ, λοιπὸν, ὅτι ἡ πρότασις εἶναι δικαία καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ μὴν ἐπιμένῃ, διότι δὲν εἶναι ὁ κανὼν, εἶναι ἡ ἐξαίρεσις.
§120ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διατί;
§121ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πρεσβεύουν ὅτι δὲν πρέπει νὰ πηδῶμεν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου εἰς τὸ ἄλλο, ἀλλὰ βαθμηδὸν νὰ προβαίνωμεν. Θέλετε νὰ κάμητε τοὺς προξένους ἀρίστους ὑπαλλήλους; δὲν εἶναι δυνατὸν· διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἀποκλείωνται ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν τὴν πολιτείαν ἄλλως πως ἢ ὡς βουλευταὶ ἀνεμίχθησαν εἰς τὰ δημόσια.
§122ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐκάμαμεν ἐξαίρεσιν πρὸς τοὺς γενικοὺς προξένους.
§123ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ λείψῃ ἡ ἐλαστικότης ἀπὸ τὸν νόμον.
§124ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δύναται νὰ συμβιβασθῇ ἡ περίστασις αὕτη, διότι πράγματι καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς ἔχει δίκαιον καὶ οἱ ἀντιλέγοντες ἔχουσι δίκαιον, οἵτινες ἔφερον ὑπὲρ τῆς προτάσεώς των ἰσχυροτάτους λόγους· νομίζω, ἂν παραδεχθῶμεν τὰ δύω τρίτα τῶν προξένων νὰ γίνωνται ἐκ τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὸ ἓν τρίτον ἐκ τῶν λοιπῶν ὑπαλλήλων συμβιβάζομεν τὰ διεστῶτα.
§125ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ὅπως ὁ κ. βουλευτὴς Πατρῶν ἑρμήνευσε τὴν πρότασίν του ἂν γείνῃ παραδεκτὴ, ἀντὶ νὰ ἔχωμεν νόμον περὶ προσόντων, θὰ ἔχωμεν τὸ ἀντίθετον, διότι ἐκ τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν θὰ δυνάμεθα νὰ διορίζωμεν ἐν τῇ προξενικῇ ὑπηρεσίᾳ οἱονδήποτε ἄνευ τινὸς περιορισμοῦ, ἐνῷ ἐκ τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας δὲν δυνάμεθα νὰ διορίζωμεν ἄλλους παρὰ τοὺς μετὰ διαγωνισμὸν ὑπηρετήσαντας τὰ ἔτη τὰ ὁποῖα διαλαμβάνει ὁ νόμος, ὥστε ἀντὶ προσόντων ὑπὲρ τῆς ὑπηρεσίας, προτείνονται προσόντα κατ’ αὐτῆς, τουτέστι οἱ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ὑπουργείου τοῦ Ἐξωτερικοῦ ὄντες καὶ οἱ ἔχοντες ὅλα τὰ προσόντα νὰ μὴ δύνανται νὰ συντρέξωσιν ἀπὸ ἴσου πρὸς πάντας τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους.
§126ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἐννοῶ αὐτὸ ἐγώ· ἐννοῶ νὰ ὑπηρέτησεν εἰς ἄλλον κλάδον μὲ βαθμὸν τμηματάρχου ἐπὶ δέκα ἔτη· δὲν λέγω νὰ πάρετε τὸν τυχόντα.
§127ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ δι’ αὐτῆς τῆς ἑρμηνείας ὅταν δυνάμεθα νὰ μεταθέσωμεν ἐκ τῶν ὑπηρετούντων παρ’ ἄλλοις κλάδοις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἐξωτερικὴν, πάλιν ἀδικοῦμεν τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κλάδῳ ὑπηρετοῦντας, διότι ἐν τοῖς ἄλλοις κλάδοις δὲν ἔχομεν νόμον περὶ προσόντων, ἑπομένως ἐκεῖ δύνανται νὰ διορισθῶσι ἄνευ οὐδενὸς προηγουμένου καὶ μετὰ τοῦτο νὰ ζητήσωσι τὴν μετάθεσίν των, οὕτω δὲ ἀδικοῦμεν ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους ἀπαιτοῦνται προσόντα ἐν τῷ νόμῳ. Ἐξαίρεσις μόνον ἔγεινε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πρὸς τοὺς γενικοὺς προξένους, διότι ἡ ὑπηρεσία τοῦ γεν. προξένου, πλὴν τῆς προξενικῆς εἰδικότητος, μετέχει καὶ γενικοῦ χαρακτῆρος καὶ δὲν ἦτο βέβαιον ὅτι ὁ κλάδος ὁ προξενικὸς ἤθελε προσφέρει πάντοτε τὰ κατάλληλα πρόσωπα πρὸς τὸν γενικὸν χαρακτῆρα τῆς θέσεως. Ὅταν ὅμως καταβῆτε κατωτέρω, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη τῶν γενικωτέρων αὐτῶν ἰδιοτήτων· ἐξαιρετικῶς δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἅπαξ ἢ δὶς ἡ ἀνάγκη αὕτη, ἀλλὰ κατὰ κανόνα ὁ ἄριστος πρόξενος θὰ ᾖναι ὁ ἔχων τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτουμένας θεωρητικὰς γνώσεις ἀποκτήσας δὲ κατ’ αὐτὸν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τὴν πεῖραν, ἧς ἄνευ εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπηρετήσῃ τις ὡς προξενικὸς ὑπάλληλος ἐν τῇ Ἀνατολῇ, διότι περὶ Ἀνατολῆς πρόκειται· ἐν τῇ Ἀνατολῇ δὲ ὁ πρόξενος εἶναι καὶ δικαστής.
§128ΡΙΚΑΚΗΣ.......
§129ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ περιορίσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην εἰς μόνους τοὺς προξένους αʹ. τάξεως καὶ βʹ. καὶ εἰς μόνον πέντε κατ’ ἀνώτατον ὅρον.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε, κύριοι, τὴν τροπολογίαν· (Ἀναγινώσκεται).
§131ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ προσθέσωμεν καὶ τοὺς στρατιωτικοὺς «ἢ ὁ ἔχων βαθμὸν ἀνώτερον ἀξιωματικοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς θαλάσσης.»
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ὅπως ἐτροπολογήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἄρθρον ὅπως ἐτροπολογήθη. Κατόπιν ἐγένοντο παραδεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως μετὰ τῶν τροποποιήσεων τῶν γενομένων ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τὰ ἑπόμενα ἄρθρα μέχρι τοῦ 73. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 73.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ γίνεται δύω ἄρθρα.
§134ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Ἀντὶ «πρὸ τῆς ψηφίσεως,» νὰ τεθῇ «πρὸ τῆς ἰσχύος.»
§135ΠΛΑΠΟΥΤΑΣ. Προτείνω νὰ δεχθῶμεν τὴν τετραετίαν ἀντὶ τῆς ἑξαετίας.
§136ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύω προτάσεις ἔγειναν. Ὡς πρὸς τὴν πρώτην παρατηρῶ τὰ ἑξῆς· ἔθηκα τὴν λέξιν «ψηφίσεως» διὰ νὰ μὴ δύναται ὁ ὑπουργὸς ἀπὸ τῆς ψηφίσεως καὶ ἕως τῆς ἐφαρμογῆς ἤτοι ἐπὶ ἓν περίπου ἔτος νὰ χορηγῇ διὰ τοῦ διορισμοῦ τὸ προσόν· ἀλλὰ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ τὴν τροπολογίαν· ἐπίσης καὶ ὡς πρὸς τὴν ἄλλην πρότασιν παρατηρῶ, ὅτι ζητήσας ἑξαετίαν ὡς ὅρον, ἠθέλησα νὰ ὁρίσω χρονικὸν διάστημα ἀποδεικνῦον ὑπηρεσίαν ἱκανὴν ἵνα μορφώσῃ τὸν ὑπάλληλον, ἀλλὰ καὶ ἡ ἑξαετία εἶναι αὐθαίρετος ὡς καὶ ἡ τετραετία. Ἂν ἡ Βουλὴ θεωρεῖ, ὅτι ἡ τετραετία εἶναι ἐπαρκής, ἂς γείνῃ.
§137ΠΟΛΛΟΙ. Τέσσαρα ἔτη.
§138Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος· θέλετε νὰ εἴμεθα ἐν καλῇ πίστει, ναὶ ἢ ὄχι; πρέπει νὰ ψηφίσωμεν, ὅπως τὸ ἔχει ὁ ὑπουργός. Τουτέστι νὰ ἀφήσωμεν τὸ πρὸ τῆς ψηφίσεως, διότι ἐγὼ ἔχω πλειοτέραν πεποίθησιν εἰς τὸν ὑπουργόν· ἐὰν δὲ βάλωμεν «πρὸ τῆς ἰσχύος» δὲν εἰξεύρω ποῖος θὰ ᾖναι ὑπουργός.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὅπως ἐτροποποιήθη δηλ. ἀντὶ «πρὸ τῆς ψηφίσεως» νὰ τεθῇ «πρὸ τῆς ἰσχύος» καὶ ἀντὶ «τῆς ἑξαετίας» νὰ τεθῇ «ἡ τετραετία», παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐνταῦθα γίνεται καὶ δεύτερον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον γίνεται ἄρθρον 74. Κατόπιν ἐγένετο παραδεκτὸν ἐπίσης ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 76.
§140ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἀπὸ τοῦ καταλόγου τῶν προξενείων καὶ ὑποπροξενείων ἀπηλείφθη τὸ προξενεῖον Ἰασίου. Εἰς τὸ Ἰάσιον πρὸ 40 ἐτῶν ὑπῆρχε γενικὸν προξενεῖον. Τὸ Ἰάσιον ὑπῆρξεν ἓν ἀπὸ τὰ κέντρα εἰς τὰ ὁποῖα ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἡ κοινότης ἡ Ἑλληνικὴ ὑπῆρξε καὶ πολυάριθμος, καὶ πάντοτε εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις συνετέλεσεν ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν σκοπῶν τὸ κατὰ δύναμιν. Ἐξ Ἰασίου ἔλαβον ἐπιστολὰς διὰ τῶν ὁποίων μοῦ παραπονοῦνται διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ προξενείου καὶ ὅτι ἐνῷ διατηρεῖται τὸ ἐν Ἰβραΐλᾳ καὶ Γαλαζίῳ ἀδικοῦνται οἱ ἐν Ἰασίῳ διαμένοντες Ἕλληνες· δὲν θέλουν δὲ σύστασιν προξενείου, καὶ ἡ σύστασις ἁπλοῦ ὑποπροξενείου ἤθελεν ἱκανοποιήσει τὰς ἀπαιτήσεις αὐτῶν· τοῦτο δύναται νὰ τὸ δεχθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καθόσον ὡς ἐδήλωσεν οἱ μισθοὶ δὲν θὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν προϋπολογισμὸν ἀλλὰ τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διαμένοντας· νομίζω πῶς ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν θέλει φέρει ἀντίστασιν νὰ προστεθῇ καὶ τὸ προξενεῖον αὐτό.
§141ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Δὲν δύναται, κύριοι, νὰ ἀφομοιωθῇ ἡ προξενικὴ θέσις Ἰασίου πρὸς τὰς προξενικὰς θέσεις τοῦ Γαλαζίου καὶ τῆς Ἰβραΐλας, διότι τὸ Γαλάζι καὶ ἡ Ἰβραΐλα εἶναι ἐκ τῶν πρωτίστων ἐμπορείων τῆς Ἀνατολῆς καὶ ἑπομένως ἐκεῖ πρέπει νὰ ἔχωμεν προξενεῖα καλῶς μισθοδοτούμενα· ἐν Ἰασίῳ ὀλίγιστοι ὑπάρχουσιν ὑπήκοοι Ἕλληνες· ἡ δὲ κατάργησις τοῦ προξενείου καὶ ἐκ ταύτης τῆς σκέψεως ὑπαγορεύεται, ὑπαγορεύεται ὡσαύτως καὶ ἐκ πολιτικῶν λόγων, διότι ἀφ’ ὅτου ἡνώθη ἡ Μολδαυΐα καὶ ἡ Βλαχία εἰς ἓν κράτος Ῥωμουνικόν, ἡ Ῥωμουνικὴ κυβέρνησις δυσαρέστως ἔβλεπε τὴν προξενικὴν ἀρχὴν ἐν Ἰασίῳ, ἥτις εἶναι τὸ λείψανον τῆς ἀρχαίας διαιρέσεως· ἀλλ’ ἄλλα κράτη καταργήσαντα τὰ προξενεῖά των διετήρησαν ἐκεῖ ὑποπροξενεῖα καὶ τὰ ἐμισθοδότησαν ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῆς πόλεως, καὶ ἡμεῖς ἂν διετηρήσωμεν ἐκεῖ ὑποπροξενεῖον θὰ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ χορηγοῦμεν μισθοδοσίαν ὅσην καὶ εἰς τὸν πρόξενον, διότι τὸ Ἰάσιον διετήρησε τὰς ἕξεις τῆς πολυτελείας τὰς ὁποίας ἔχουσι συνήθως αἱ πρωτεύουσαι. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι οἱ μισθοὶ ὡς παρετήρησα, δὲν θὰ ἐπιβαρύνουν τὸ ταμεῖον, διότι ἐλήφθη πρόνοια ὅπως ἡ φορολογία ᾖ ἴση μὲ τοὺς πληρωθησομένους μισθούς, ἀλλὰ διὰ αὐτὸ τοῦτο πρέπει νὰ μὴ αὐξήσωμεν τὴν δαπάνην, διότι ἄλλως ταράττομεν τὸ ἰσοζύγιον.
§142ΤΙΝΕΣ. Πολὺ καλὰ ἔχει τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παραδέχθη. Εἶτα δὲ ἡ Βουλὴ ἐψήφισε δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου ψηφοφορίας μέχρι τοῦ ἄρθρου 86 καὶ κεφαλαίου 5. Μεθ’ ὃ παρελθούσης τῆς ὥρας ὁ πρόεδρος ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν περὶ ὥραν 6 μ. μ.