1877.11.16
839 στίχοι · 7.022 λέξεις · 70 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 13
τῆς 16 Νοεμβρίου 1877.
(Τετάρτη).
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ γʹ. συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τῶν προξενικῶν ἀρχῶν καὶ περὶ τοῦ βοηθητικοῦ αὐτῶν προσωπικοῦ. — Πρὸ τούτου ἔχω νὰ σᾶς ἀναγγείλω τὰ ἑξῆς. Ἡ ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς ἐκτάκτου Συνόδου τοῦ 1878.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ τὴν ἔκθεσιν;
§4ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Πύλου παραπονοῦνται, ὅτι στεροῦνται φωτός, ἐνδυμάτων κτλ. καὶ ζητοῦσι θεραπείαν. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§6ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὅλους τοὺς καταδίκους νὰ ληφθῇ φροντίς, ὄχι μόνον διὰ τοὺς τῆς Πύλου.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Κατσανδρέας ζητεῖ οἰκονομικὴν ὑπηρεσία χάριν τῶν ὑπηρεσιῶν του. Νὰ σταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον;
§8ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἐπιτροπαὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπεξεργασθεῖσαι τὴν σύμβασιν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας ὑπέβαλον τὴν ἔκθεσίν των δι’ ἧς παραδέχονται αὐτήν· θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Αἱ αὐταὶ ἐπιτροπαὶ ἐπεξεργασθεῖσαι τὴν ἑτέραν σύμβασιν περὶ ἐκδόσεως τῶν κακούργων παραδέχονται αὐτήν· καὶ ἡ ἔκθεσις αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Ὁ κ. Κασβίκης ζητεῖ τὸν λόγον καὶ κατόπιν καὶ ἕτεροι.
§10ΚΑΣΒΙΚΗΣ. Κύριοι, εἶναι γνωστὸν ποῖα προσκόμματα παρεμβάλλονται εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἰδίως δὲ ἕνεκα τοῦ τελευταίου νόμου περὶ χαρτοσήμου, ὅστις ἔδωσε τοιαῦτα μέσα πρὸς στρεψοδικίαν, ὥστε κατέστη δύσκολον νὰ διεκπεραιῶνται αἱ ὑποθέσεις. Ὅστις θέλει νὰ δυστροπήσῃ ἀφίνει νὰ δικασθῇ ἡ ὑπόθεσίς του ἐρήμην καὶ κατόπιν σᾶς ῥίπτει ἕνα χαρτὶ καὶ σᾶς ἀναγκάζῃ νὰ ὑποβληθῆτε εἰς μέγιστα ἔξοδα· δὲν καταβάλλει τὰ τέλη, καὶ τοιουτοτρόπως ἐξακολουθῶν δύναται νὰ κατορθώσῃ ὁ δυστροπῶν καὶ ἀφερέγγυος διάδικος δίκην 200 ἢ 300 δραχμῶν νὰ τὴν βραδύνῃ ἐπὶ 5 ἔτη. Πρὸς ἄρσιν αὐτῶν τῶν κωλυμάτων ἐνόμισα δέον, ὅτι πρέπει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας τὸ ἀποβλέπον αὐτὴν τὴν περίστασιν. Συνοδεύω τὴν πρότασίν μου μὲ αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν καὶ διανομὴν αὐτῆς.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ;
§12ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§13ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀναγκάζομαι, κύριοι, νὰ ἐπαναλάβω μίαν παράκλησιν καὶ σύστασιν, τὴν ὁποίαν καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προβάλλω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν καὶ ἥτις εὐχαρίστως ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ τοῦ Σώματος. Ἕτερον γεγονὸς ὅμοιον μὲ τὸ παρελθὸν μὲ φέρει εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς πρὸς σύστασιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ληφθῇ μέτρον διὰ τὴν οἰκογένειαν τοῦ συναδέλφου ἡμῶν κ. Δανοπούλου. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ὁ μακαρίτης ἦτον ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησεν ἐπὶ τριακονταετίαν καὶ προσεφέρθη μεθ’ ὅλης τῆς τιμιότητος καὶ ἐξεπλήρωσεν εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν του, καὶ μολαταῦτα ἡ οἰκογένειά του μένει ἐπὶ τῆς ψάθης. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν παράκλησίν μου ταύτην καὶ δώσῃ σύνταξιν ἢ βοήθημα ἀναλόγως τῶν ἐκδουλεύσεων τοῦ ἀνδρός· αὐτὴ δὲ ἡ περίστασις ἂς ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν διὰ νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον γενικὸν δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους.
§14ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὅλους.
§15Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶχον, κύριοι, τὴν ἀτυχίαν νὰ παρευρεθῶ εἰς τὴν κηδείαν τοῦ μακαρίτου Δανοπούλου, δὲν ἠδυνήθην δὲ νὰ κρύψω τὴν θλίψιν μου, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθην διὰ τὴν δυστυχῆ αὐτοῦ οἰκογένειαν· πέντε θυγατέρας εὗρον ἄνευ περιουσίας, διότι ἡ περιουσία του δὲν εἶναι παρὰ ἐλαχίστη. Μοὶ εἶπον, ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἔζει λιτότατα καὶ ὅτι μετήρχετο ἐμπορικάς τινας ἐργασίας καὶ ὅτι ἐκ τούτων προσεπορίζετο τὰ πρὸς τὸ ζῆν, ὅτι μετὰ τὸν θάνατόν του εὑρέθησαν 112 δραχ. μόνον.
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἡμεῖς ὅλοι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην προτροπῆς διὰ τὴν τοιαύτην ὑπόθεσιν καὶ ἄλλας ὁμοίας.
§17Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ὅσον πτωχὸν καὶ ἂν ᾖναι τὸ Δημόσιον, παραβαλλόμενον πρὸς τὸν ἰδιώτην εἶναι πλούσιον, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην πρὸς τὸ ὑπουργεῖον.
§18ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, εἴμεθα σύμφωνοι.
§19Σ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ ὁποίου τὴν προθυμίαν βλέπω, νὰ λάβῃ μέτρον γενικὸν διὰ νὰ μὴ εὑρισκώμεθα πάντοτε εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ ἓν ὁριστικὸν μέτρον.
§20ΡΟΥΦΟΣ. Τέλος πάντων δι’ αὐτὸν πρέπει νὰ ληφθῇ ἓν ἐξαιρετικὸν μέτρον.
§21Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἕνεκεν τῶν φοβερῶν καταχρήσεων, αἵτινες ἔλαβον χώραν ἀπὸ καιροῦ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην πέρυσιν νὰ ὑποβάλλω νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ μεταβάλω τὸν τρόπον τῆς ἐξετάσεως τῶν κληρούχων καὶ στρατευσίμων. Ἡ Βουλὴ ἀληθῶς κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν παρεδέχθη σχεδὸν παμψηφεὶ τὴν πρότασιν τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον τότε εἶχον νὰ ὑποβάλω, ἀλλὰ τὰ πράγματα σπεύσαντα δὲν ἄφησαν τὴν Βουλὴν νὰ μεταβάλῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς νόμον, τὸ δὲ κακὸν ἐξακολουθεῖ νὰ προχωρῇ, ἡ δὲ λεγομένη στρατολογικὴ ἐπιτροπὴ ἐξακολουθεῖ ἐπίσης νὰ καταχρᾶται καταγυμνόνουσα καὶ καταληστεύουσα τοὺς συμπολίτας μου. Εὑρίσκομαι λοιπὸν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταγγείλω ἐνώπιον τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις σύγκειται ἀπὸ τὸν τότε ἔπαρχον Παναγιωτόπουλον, τὸν ἰατρὸν καὶ τὸ ἕτερον μέλος, οἵτινες μετέβαλον εἰς ἐμπόριον καὶ ληστείαν τὴν δικαιοδοσίαν των. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως μεταβῇ ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ ἐξετάσῃ περὶ τῆς διαγωγῆς τῶν καταγγελομένων σήμερον ἐνώπιον τοῦ νομοθετικοῦ σώματος. Συνάμα παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἅμα ὡς ἐξέλθῃ τοῦ βουλευτηρίου νὰ διατάξῃ τηλεγραφικῶς εἰς Ναύπλιον καὶ κατάσχῃ ὅλα τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα εἶχε προμηθευθῆ ἀπὸ ἀδικηθέντας κληρούχους τινὰς κακῶς ἐξαιρεθέντας. Καταγγέλλω λοιπὸν τὸν ἔπαρχον, ὅτι ἔλαβε τὰ χρήματα ταῦτα καὶ ἀνεχώρησε μεταβὰς εἰς τὸν νομὸν Ἀργολιδοκορινθίας, ὅπως εἰς εὐρύτερον χῶρον διδάξῃ τὴν κακοήθειαν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ δύω ἔτη μετῆλθεν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον ἀπόσπασμα τῶν πρακτικῶν.
§23Δ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, ἐθεώρησα καθῆκόν μου μετὰ τὰ ὅσα πρὸ τριῶν ἡμερῶν λαμβάνουσι χώραν, ὄχι νὰ ἐπερωτήσω τὴν Κυβέρνησιν ἀπολαμβάνουσαν, δικαίως τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Ἔθνους, διότι δὲν πρόκειται ν’ ἀποτείνω ἐπερώτησιν πρὸς αὐτὴν, διότι ἂν εἶχον τὴν πρόθεσιν νὰ δώσω σημασίαν εἰς τὴν ἐπερώτησιν αὐτήν, ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μοὶ ἐχορήγει ἄφθονα τὰ μέσα διὰ τὰς μέχρι τοῦδε παραβάσεις καὶ παρανομίας, ἀλλὰ πρόκειται νὰ κάμω γνωστὸν εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους, ὅτι ἀφοῦ μετ’ ἀπείρου εὐχαριστήσεως τὸ Σῶμα ἤκουσε τὴν πλήρη Κυβερνητικὴν ἑνότητα, φρονῶ ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι ἔχω ἀνάγκην νὰ μάθω ἐὰν τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα θέτει εἰς ἐνέργειαν πρὸς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἅπαν τὸ κράτος καὶ ἡ Ἑλλὰς ἐπιδιώκει, εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ πρεσβεύω. Ἔλαβα καὶ ἐγὼ ἀφορμὴν πρὸς τοῦτο, κύριοι, διότι μία ἐφημερὶς χθές, ἥτις τοὐλάχιστον ἔχει πρόληψιν ὅτι ἀντιπροσωπεύει μίαν σπουδαίαν μερίδα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἐξέφερε λέξεις καὶ ἰδέας, αἵτινες δὲν δύνανται νὰ παρέλθωσιν ἄνευ σκέψεως καὶ διὰ τῶν ὁποίων καθιστᾷ ὑπεύθυνον διὰ πᾶσαν συμφοράν, διὰ πᾶν ἀτελὲς ἀποτέλεσμα, τὴν ἀντιπροσωπείαν τῆς Ἑλλάδος, τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ ἀποτελῶ ἐλάχιστον μέρος. Ὁ βαθμὸς τῆς ὑπολήψεως, τῆς ὁποίας ἀπολαμβάνει ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, δὲν φθάνει βεβαίως μέχρι τοῦ ἀναμαρτήτου της. Καὶ ἂν εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον ὑπῆρχε πλήρης πεποίθησις, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει τὴν ἀναγέννησιν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὴν ἐπικράτησιν τῶν πόθων ἁπάντων ἡμῶν.... ἐπειδὴ πάντοτε ὄπισθεν τῆς ἰδέας τοῦ ὑψίστου συμφέροντος τοῦ κράτους εἰς πᾶσαν ἐπερώτησιν γενομένην πρὸς αὐτὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν παρασκευῶν ἐσιώπησε θεωρήσασα ἄκαιρον, καθῆκόν μου θεωρῶ νὰ μὴ δεχθῶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον σήμερον προέταξεν ἡ Κυβέρνησις, διότι ἡ εὐθύνη μὲ τὴν ὁποίαν περιβάλλεται ἡ συνταγματικὴ Κυβέρνησις δι’ ἐμὲ εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις δὲν εἶναι ἐπαρκής. Τὸ ἔθνος ἐν μιᾷ στιγμῇ συμφορᾶς ἔχει νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους ὑπουργοὺς εὐθύνην· καὶ ὁποία θὰ ᾖναι ἡ ἱκανοποίησις ἢ ἡ ἀποζημίωσις τοῦ ἔθνους, ὅταν ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν μετέρχεται ἡ Κυβέρνησις, ἀπολήξῃ εἰς δυστυχῆ ἀποτελέσματα; Δὲν πρόκειται, κύριοι, νὰ ζητήσω λόγον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῶν μέσων τὰ ὁποῖα ἐνεργεῖ πρὸς τὴν ἐπιδίωξιν τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ οὔτε νὰ ἔλθω εἰς λεπτομερείας ἐὰν τὰ μέτρα εἶναι τὰ κατάλληλα ἢ ὄχι· δι’ ἐμὲ θὰ ἦτον ἄλλον ἐπιθυμητόν, νὰ μάθω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐὰν ἐνεργῇ εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις αἱ ὁποῖαι ἑκάστην ἡμέραν παρουσιάζουν τὸν σκοπὸν τοῦ πολέμου τῆς Ἀνατολῆς, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος μετέρχεται πολιτικὴν τοιαύτην ἥτις εἶναι δυνατὸν νὰ καταστήσῃ τὴν Ἑλλάδα θέατρον τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ συμβάντων. Ὁμιλῶ βεβαίως περὶ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος· δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν, κύριοι, νὰ πρεσβεύω ὅτι αἱ ἰδέαι μου εἶναι μόνον ὀρθαί, ἔχω δὲ ἀφορμὴν νὰ κινῶ τοὺς ὑπουργοὺς ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις ὡς ἐκ τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχουν. Ἐγὼ ὅμως ἔχω τὸ καθῆκον, ἀφοῦ ἅπαξ εἰς τὸν τύπον ἐδείχθη ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἐμπιστευόμενοι ἀπολύτως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀναλαμβάνουν εὐθύνην καὶ ἠθικὴν καὶ νομικήν, νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου ταύτην. Δὲν πρόκειται νὰ ἐκθέσω ποία εἶναι ἡ γνώμη μου ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων· φρονῶ, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν ὄχι διὰ ν’ ἀποβάλῃ μέρος τῆς εὐθύνης της ἀλλὰ νὰ μᾶς εἴπῃ ἂν τὴν εὐθύνην αὐτὴν θὰ τὴν παρεκτείνῃ καὶ εἰς τὸ ἔθνος ἀνεξαρτήτως τοῦ ἀποτελέσματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπέλθῃ μετὰ τὴν παῦσιν τοῦ πολέμου, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον, κύριοι, δὲν περιλαμβάνομαι εἰς τὴν εὐθύνην αὐτήν· ἐπιθυμῶ ἂν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις ὁπόταν θέλῃ καὶ ὁπόταν τὸ νομίσῃ ἀναγκαῖον νὰ ὑποδείξῃ τοὐλάχιστον εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τί σκοπὸν ἔχει καὶ ἀπόφασιν ἔλαβεν, ἐὰν πρόκειται εἴτε διπλωματικῶς εἴτε καὶ ἐν ἀνάγκῃ........ νὰ συμπαρακαθήσῃ εἰς τὸ συνέδριον, τὸ ὁποῖον θέλει συνέλθει ἐν Κωνσταντινουπόλει νὰ κλείσῃ τὴν εἰρήνην. Λέγω ὅτι δὲν θέλω νὰ ἐκθέσω ποίας ἰδέας πρεσβεύω ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ ἂν ἡ Ἑλλὰς ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν συμμετάσχῃ τοῦ ἀγῶνος θὰ ἐξέλθῃ ἐντίμως ἐξ αὐτῆς. Ἀφίνω αὐτὸ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅταν θεωρήσῃ τὴν εὐκαιρίαν κατάλληλον νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἰδέαν καὶ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν θὰ μετέλθῃ. Διὰ τοῦτο ἀφορμὴν λαβὼν ἀπὸ μίαν ἐφημερίδα ἐθεώρησα καλὸν ἐπειδὴ αὕτη κατὰ πρόληψιν φέρει τὴν ἀπόχρωσιν μιᾶς μερίδος μεγάλης, ἔκαμα λόγον διότι θέλει νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν εὐθύνην εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν ἐν περιπτώσει συμφορᾶς.
§24Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κύριοι, βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ δίδῃ προσοχὴν εἰς τὰ ἑκάστοτε γραφόμενα, διότι ἠξεύρετε πῶς γράφουν αἱ ἐφημερίδες, οὔτε δύναταί τις νὰ θεωρηθῇ ὑπεύθυνος δι’ ὅ,τι γράφουν. Διὰ ν’ ἀφαιρέσω πᾶσαν ἀμφιβολίαν καὶ παρεξήγησιν σπεύδω νὰ κηρύξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἴσως πιστεύω καὶ οἱ συνάδελφοί μου, ὅτι τὰ ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων γραφόμενα οὐδόλως προέρχονται ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως· ἐγὼ δὲ πρὸ πολλοῦ ὁ ἴδιος δὲν γνωρίζω τι γράφει τὸ «Ἐθνικὸν Πνεῦμα» τὸ ὁποῖον ἔδωσεν ἀφορμήν· ἑπομένως τὰ γραφόμενα εἰς τὰς ἐφημερίδας αὐτὰς εἶναι ἰδέαι καὶ φρονήματα αὐτῶν καὶ μόνον αὐτῶν· κυβερνητικὴν ἰδέαν βεβαίως δὲ ἔχει ὄχι μόνον αὐτὴ ἡ ἐφημερὶς ἀλλ’ οὐδεμία· ἑπομένως ἕκαστος εἶναι ὑπεύθυνος δι’ ὅσα γράφει. Τώρα τὸν κ. Μαυρομιχάλην παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἐπερώτησίν του· σήμερον μίαν ἀπάντησιν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν, ὅτι καὶ ἡμεῖς πράττωμεν, ὅ,τι ἀνθρωπίνως δύναται νὰ πράξῃ Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§26ΖΩΧΙΟΣ. Ἐγὼ, κύριε πρόεδρε.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ζωχιός.
§28ΖΩΧΙΟΣ. Ἐσκόπουν νὰ μὴ λάβω τὸν λόγον· διατί; σοφώτερος ἐμοῦ παρήγγειλε λέγων: μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ· ἀλλὰ σήμερον ἡ κακή μου μοῖρα ἐξέβαλεν εἰς τὸν δρόμον μου δύω χωρικοὺς, Ἀρβανίτας μὲν, ἀλλὰ λαλοῦντας θεῖα. Πλησίον καὶ ὄπισθεν τῶν ἀνακτόρων κατασκηνοῦσι στρατιῶται τοῦ πυροβολικοῦ· γυμναζομένων δὲ αὐτῶν χθὲς τὸ πρωΐ, διέβαινον ἐγὼ ἐκεῖθεν περὶ τὴν 7 ὥραν, κατήρχοντο δὲ καὶ δύω χωρικοὶ ἐκ Κηφισίας. Ὅτε δὲ ἔφθασαν ἀντικρὺ τῶν στρατιωτῶν, ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν εἶπε, Κακομοίρτε σκάνε μπρέκε· τοὐτέστιν, οἱ ταλαίπωροι δὲν ἔχουν βρακιά. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅταν ὁ λαὸς, ἐλέγχων τὴν γυμνότητα τοῦ στρατοῦ, σοὶ λέγει, σκάνε μπρέκε, τί φέρεις εἰς τὸ μέσον τὰ νομοσχέδιά σου αὐτὰ; Καὶ ἂν μὲν ἦτον ἄλλη ἐποχὴ καὶ οἱ στρατιῶται δὲν εἶχον βρακιὰ, ἔστω, ἀλλ’ ὅταν σήμερον καὶ αὐτοὶ οἱ ἀγροῖκοι ἐλέγχωσι τὴν ἀθλιότητά μας, λέγοντες, σκάνε μπρέκε, ἔπρεπε νὰ ἀνοιχθῶσιν οἱ ὀφθαλμοί μας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι σήμερον ἐπέστη ὁ καιρὸς νὰ φροντίσωμεν περὶ τοῦ πρακτέου, διὰ νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὴν δύσκολον θέσιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα. Καὶ ἐρωτᾷ ὁ κ. Μαυρομιχάλης νὰ τοῦ εἴπω τί ζητῶ καὶ τί θέλω· ἐγὼ δὲ τοῦ ἀποκρίνομαι, σκάνε μπρέκε (ἱλαρότης). Δὲν παίζει δὲ ὁ κ. Μαυρομιχάλης, ἀλλὰ θέλει νὰ παρακαθήσῃ εἰς τὸ συνέδριον τὸ εὐρωπαϊκὸν ἢ διὰ τῆς πειθοῦς ἢ διὰ τῆς βίας, ἐν ᾧ οἱ πολῖται τοῦ λέγουν, σκάνε μπρέκε. Περὶ δὲ τοῦ ἄλλου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι φοβερὸν, διότι μόνον τὸ Τριώδιον περιέχει τόσα τροπάρια, ὅσον αὐτὸ ἄρθρα, μίαν μόνην παρατήρησιν ἐπιφέρω. Ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου λαμβάνει κατὰ μῆνα 600 δραχμὰς, ὁ πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δραχ. 600, ὁ πρόεδρος τοῦ Ἐφετείου 500, ὁ πρύτανις τοῦ Πανεπιστημίου 450. Ὁ δὲ πρόξενος τῆς Σκόδρας πόσας; ὀκτακοσίας! Κατὰ τὸ ἔτος 1828, ὅτε ἦλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐζήτουν νὰ δαπανήσω δύω γρόσια τὴν ἡμέραν καὶ δὲν τὸ κατώρθωνα, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὰ ἐξοδεύσω. Φαντάσου λοιπὸν εἰς τὴν Σκόδραν, νὰ ἐξοδεύῃς 800 δραχμὰς τὸν μῆνα. Καὶ ἂν τὰς ἐξοδεύσῃς, θὰ τὴν ἀγοράσῃς ὅλην. Εἶναι δὲ παρατηρήσεως ἄξιον, ὅτι πρόκειται καὶ εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις νὰ ἐπιβάλλωμεν εἰς τὸν λαὸν φόρους. Καὶ διατί; Διὰ τὴν Σκόδραν· καὶ ὁ κ. Μαυρομιχάλης θέλει νὰ καθίσῃ εἰς τὸ συνέδριον διὰ νὰ περιλάβωμεν τὴν Σκόδραν εἰς τὸ ἑλληνικὸν βασίλειον. Συμβιβάσατε, ἂν δύνασθε, τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὸν κύριον Μαυρομιχάλην. Ἂν δὲ εἰς τὸν πρόξενον τῆς Σκόδρας δώσωμεν 800 δραχμάς, εἰς τὸν πρωθυπουργὸν πόσας πρέπει νὰ δώσωμεν; ἀλλὰ τώρα, εὐτυχῶς, πρωθυπουργὸν δὲν ἔχομεν. Εἰς δὲ τοὺς ὑπουργοὺς πόσας νὰ δώσωμεν; λοιπὸν καταλαμβάνετε ποῦ εὑρισκόμεθα; Καὶ ὁ κ. Μαυρομιχάλης θέλει ν’ ἀποσείσῃ τὴν εὐθύνην. Ἀλλὰ πῶς ν’ ἀποσείσῃς τὴν εὐθύνην, κύριε Μαυρομιχάλη, ἐν ᾧ ἔχεις τάλαντα μολύβδου εἰς τὴν ῥάχην σου; Τίνασσε ὅσον θέλεις, δὲν τινάσσεται. Διατί; Διότι θέλων, μὴ θέλων, θὰ ψηφίσῃς καὶ τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Αὕτη εἶναι ἡ τελευταία φορά, καθ’ ἣν ὁμιλῶ.
§29Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂν, κύριοι βουλευταί, ἐπρόκειτο περὶ τιμῶν ἢ περὶ μεγαλοσταύρων ἢ περὶ διαφόρων παρασήμων, βεβαίως δὲν ἄξιζε τὸν κόπον νὰ λαλήσῃ τις καὶ νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὅταν πρόκειται περὶ χρημάτων καὶ πολλῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου εἰς περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιβάλλομεν φόρους βαρυτάτους, εἰς περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἔχομεν ἀνάγκην καὶ τῆς ἐλαχίστης οἰκονομίας, τότε θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ λαλήσω καὶ νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν τί βλέπω εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Τὸ νομοσχέδιον, ὡς παρατηρεῖτε, κύριοι, ἔχει καὶ νόμον περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων· ὁ μισθὸς τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 157 ἀναβαίνει εἰς δραχ. 45,940, ἐτησίως 551,280 δραχμάς· ἀλλὰ πρὸς ταῦτα αὐξάνουν καὶ οἱ μισθοὶ τῶν ὑποπροξένων μηνιαίως κατὰ 11000, ἐτησίως 132,000. Τὰ ἐνοίκια τῶν ὑποπροξενείων κατὰ μέσον ὅρον 30000 κατὰ μῆνα· κατὰ τὸ ἄρθρον 122 τοῦ νόμου «ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργείου καταχωρίζεται ἐτησίως ποσὸν ἀνάλογον» δὲν λέγει βλέπετε τὸ ποσόν· λοιπὸν 30,000 κατὰ μέσον ὅρον, ὅπου γίνονται 360,000 ἐτησίως. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὰ ὑποπροξενεῖα μέχρι τοῦδε δὲν ἐλάμβανον μισθόν, ἀλλ’ ἐπληρώνοντο ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις, τὰς εἰσπράξεις, τὰς ὁποίας ἔκαμνον· ἐχορηγεῖτο δὲ εἰς αὐτὰ μικρά τις ἀντιμισθία· ἀλλὰ τὸ ποσὸν αὐτὸ ὅλον δὲν εἰμπορεῖ νὰ ᾖναι περισσότερον ἀπὸ 60, 70 χιλιάδες, ὁ ἀνώτατος ὅρος 100 χιλιάδες. Λοιπὸν ἔχομεν τὸ ἀποτέλεσμα διὰ μισθοὺς ἐτησίως 551000, διὰ γραφικὰ 132000, δι’ ἐνοίκια 360000, τὸ ὅλον 1,013,280 δραχμάς. Κατὰ δὲ τοὺς ἰδικούς μου ὑπολογισμοὺς ἡ διαφορὰ εἶναι 760000· ἂν δὲ 100000 δραχ. εἶναι τὰ εἰσοδήματα τῶν προξενείων θὰ μένουν 661000· ἀλλὰ ἐγὼ καταβαίνω 500,000 χιλιάδας· εἶναι ἐποχὴ σήμερον νὰ ἐξοδεύσωμεν τόσα διὰ τὰ προξενεῖα; καὶ διατί αὐτὴ ἡ αὔξησις; ηὔξησαν αἱ ἀνάγκαι καὶ τὰ ἔξοδα; μὰ ηὔξησαν δι’ ὅλον τὸν κόσμον· διατί αὐτὰ τὰ προνόμια νὰ γείνουν διὰ τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν, δι’ αὐτὴν τὴν κατ’ ἐμὲ ἄχρηστον ὑπηρεσίαν; Παρακαλῶ δὲ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι φίλος τῶν οἰκονομιῶν, ὅπως καὶ ἐγώ, νὰ μοῦ εἴπῃ αὐτὰ τὰ χρήματα πόθεν θὰ τὰ οἰκονομήσωμεν, ἢ πάλιν φόρους διὰ τὰ προξενεῖα; Νὰ δώσωμεν καὶ τὸ φόρεμά μας διὰ τὸν τόπον, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ σήμερον νὰ ἐπιβάλλωμεν φόρους διὰ νὰ αὐξήσωμεν τοὺς μισθοὺς τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας· ἢ μήπως ἕκαστος ἦλθεν ἐδῶ νὰ ἐπιβάλῃ βάρη εἰς τὸ ἔθνος καὶ ἀποδείξῃ, ὅτι τὸν κλάδον, τὸν ὁποῖον διευθύνει, τὸν ἔκαμε φοβερόν, μισθοὺς θέσεις, μονιμότητα κτλ. ἐκτὸς ἐὰν ἀποφασίσωμεν, καθὼς εἶπεν ὁ Λομβάρδος πέρυσιν, νὰ κλείσωμεν τὰ μάτια καὶ νὰ πάμε νὰ πέσωμεν εἰς τὸ πέλαγος. Λοιπὸν ἐγὼ, κύριοι, παρακαλῶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ μᾶς δώσῃ σημείωσιν καθαρὰν, ἀριθμοὺς, διότι ἐδῶ πρόκειται περὶ χρημάτων, καὶ ἀφοῦ ἴδωμεν πόσα θὰ πληρώσωμεν περισσότερον, παρακαλῶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ γράψῃ καὶ πόθεν θὰ τὰ οἰκονομήσωμεν αὐτὰ τὰ χρήματα διὰ νὰ φέρωμεν τὸ ἰσοζύγιον.
§30ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ ἴδιον νομοσχέδιον δημιουργεῖ καὶ πόρους νέους.
§31Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ εἶσθε σεῖς βέβαιοι, ὅτι θὰ ὑπάρξουν κέρδη νέα; κάθε φορὰν ὅπου θὰ γείνῃ ἓν νέον ἔξοδον μᾶς λέγουν ἀποφασίσετέ το καὶ τὸ ἔθνος θὰ ἔχῃ ὠφέλειαν· ἀλλὰ δὲν ἀφίνετε νὰ ἰδῆτε ἂν θὰ ἔχωμεν περίσσευμα; καὶ δὲν λογαριάζετε ὅτι πληρώνετε τόσα δάνεια; Καὶ ἂν ᾖναι περίσσευμα, διατί νὰ τὸ δώσωμεν, διὰ ποῖον λόγον; καὶ ἔπειτα ἂν θὰ προέλθῃ κανὲν ὄφελος ἀπὸ τοὺς προξενικοὺς ὑπαλλήλους νὰ τὸ δώσωμεν εἰς τοὺς προξενικοὺς ὑπαλλήλους; τότε νὰ κάμωμεν τὸ ἴδιον καὶ διὰ τοὺς οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους. Λοιπὸν πρὶν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ, παρακαλῶ τοὺς ὑπουργοὺς νὰ μᾶς δώσουν αὐτὰς τὰς διασαφήσεις διὰ νὰ ψηφίσωμεν ἐν γνώσει καὶ ἐν συνειδήσει τὰ πράγματα.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐγὼ, κύριοι, προσεπάθησα ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ νὰ σᾶς ἀπαλλάξω τοῦ κόπου, εἰς ὃν μᾶς προκαλεῖ ὅλους ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ὑμᾶς μὲν νὰ ἀκούσετε παρ’ ἐμοῦ, ἐμὲ δὲ ν’ ἀνακοινῶ ἀπὸ τοῦ βήματος ἀριθμούς. Ὅτε ὑπέβαλον ἀρχικῶς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὑπέβαλον κατόπιν ἐργασίας γενομένης ἐν Κυβερνήσει καὶ ὑπὸ ἐπιτροπῶν, Σᾶς ὑπέβαλον συνάμα καὶ αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, ἥτις περιέχει πάντας τοὺς ἀριθμούς, οὓς ἐζήτησεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς. Ἐὰν δὲ εἶχε τὴν ὑπομονὴν ν’ ἀναγνώσῃ τοὺς ἀριθμοὺς ἐκείνους, δὲν ἤθελε περιπέσει εἰς τὰ μικρὰ ἐκεῖνα σφάλματα, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε· δὲν ἤθελεν εἴπει, ὅτι γίνεται δαπάνη 30,000 δραχμῶν κατὰ μῆνα, ἐκεῖ ὅπου ἡ δαπάνη εἶναι 70,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Προκειμένου περὶ ἐνοικίων τῶν προξενείων δὲν πρόκειται νὰ νεωτερίσωμεν καὶ σήμερον τὰ ἐνοίκια τῶν ἐμμίσθων προξενείων πληρώνονται ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἑπομένως τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν γνωρίζει ἀκριβῶς ὁποῖα εἶναι τὰ ἐνοίκια ταῦτα, εἶναι δὲ τὰ πλεῖστα εὐτελῆ, οἷον ἐν Βώλῳ, Ῥαιδεστῷ, Σέῤῥαις κτλ. Ἐν τῇ δημοσιευθείσῃ ἐκθέσει εὑρίσκετε σημειωμένον τὸ ὅλον ποσὸν τῆς δαπάνης, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐγένετο, καὶ τὴν δαπάνην, ἡ ὁποία θέλει γίνεσθαι κατὰ τὸν νέον νόμον· εὑρίσκετε ἐπίσης καὶ τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἡ δαπάνη αὕτη θὰ καλυφθῇ. Ἀμφότεροι οἱ προαγορεύσαντες σᾶς εἶπον, ὅτι πρόκειται νὰ φορολογήσητε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ νὰ πληρώσητε ἁδρῶς τοὺς προξένους, ἀλλ’ ἐδῶ σφάλλουν ἐν αὐτῇ τῇ βάσει τῆς σκέψεως. Δὲν πρόκειται νὰ φορολογήσητε τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Πρόκειται νὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ ἀντιτίμου εἰδικῆς ὑπηρεσίας τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ Ἕλληνας, τοὺς ὁποίους οὐδὲν δικαίωμα ἔχετε νὰ φορολογήσητε ἐπὶ ταῖς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πράξεσιν αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ Κράτους. Τὸ Κράτος φορολογεῖ τὴν παραγωγὴν τῆς Ἐπικρατείας καὶ τὴν τῶν ἐν αὐτῇ κατοικούντων. Οἱ ἐντὸς τῆς Ἐπικρατείας κατοικοῦντες φορολογοῦνται μόνον λόγῳ τῶν ἰδιοκτησιῶν, ἃς ἔχουν ἐντὸς τῆς Ἐπικρατείας, καὶ τῆς ἄλλης ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ παραγωγῆς αὑτῶν· δὲν δύνανται νὰ φορολογηθῶσιν ἀσχέτως πρὸς τὴν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ παραγωγήν, ἤτοι προσωπικῶς, ἄλλαις λέξεσι δὲν ὀφείλουσι νὰ πληρώνουσι χαράτζι εἰς τὸν Κράτος. Τὰ προξενικὰ τέλη δὲν εἶναι κυρίως δημοσία φορολογία, εἶναι πληρωμή, γινομένη ἀπέναντι εἰδικῆς ὑπηρεσίας, καὶ θὰ ᾖναι ὅλως ἀδικαιολόγητον τὸ Κράτος, τὸ ἐπιβάλλον τέλη προξενικὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ καλύψῃ δι’ αὐτῶν ἐλλείμματα τοῦ ἐσωτερικοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἄν οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διατρίβοντες πολῖται Ἕλληνες θέλουσι καὶ αὐτοὶ νὰ συντελέσωσιν ἐκτὸς τῶν ὅσων προσφέρουσιν ὡς ἐκ τῶν ἰδιοκτησιῶν καὶ τῶν μετοχῶν ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τῆς πατρίδος καὶ ἄλλως, τοῦτο δύνανται νὰ τὸ πράττωσι προαιρετικῶς, οὐδέποτε ὅμως δύναται ἡ πολιτεία νὰ ἐπιβάλλῃ ἐπὶ τῆς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐργασίας τέλη ἄλλα παρὰ τὰ ἀνταποκρινόμενα εἰς εἰδικὰς ὑπηρεσίας προσφερομένας εἰς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διαμένοντας· πολλάκις δὲ ἠκούσθησαν παρὰ τούτων παράπονα, ὅτι τὸ Κράτος δὲν συναινεῖ ὅπως ἐπιβάλλῃ εἰς αὐτοὺς μικράν τινα εἰσφορὰν πρὸς ἐπαρκεστέραν ἀποζημίωσιν ἐκείνων τοὺς ὁποίους καὶ τὸ κράτος ἔχει συμφέρον καὶ αὐτοὶ ἐπιθυμοῦσι νὰ βλέπωσιν ἀξιοπρεπῶς ἀντιπροσωπεύοντας τὴν Ἑλλάδα. Ὁ κ. Ζωχιὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι αἱ μισθοδοσίαι εἶναι ὑπέρογκοι, ἀνέφερε δ’ ἐν παραδείγματι τὸ προξενεῖον Σκόδρας καὶ ἴσα, ἴσα ἔτυχε νὰ ἀναφέρῃ τὸ προξενεῖον περὶ οὗ πρὸ δύω μόλις ἡμερῶν εἶχον ἔκθεσιν ὡς πρὸς τὰ τῆς μισθοδοσίας, διότι ἠξεύρετε, ὅτι ὡς ἐκ τοῦ ἐκτάκτου τῶν περιστάσεων καὶ ὁ προκάτοχός μου εἶχεν ἀποφασίσῃ καὶ ἐγὼ ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ ἔχωμεν ἐκεῖ πρόξενον. Δυνάμει τοῦ ὑπάρχοντος νόμου ἠδυνάμεθα νὰ συστήσωμεν ἐκεῖ ἄμισθον προξενεῖον, καὶ τὸ ἐσυστήσαμεν, πρὸ δύω δὲ ἢ τριῶν ἡμερῶν ἐγκατεστάθη ἐκεῖ ἡ προξενικὴ ἀρχὴ, ἣν ἴσως ὡς ἐκ τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ ἰδεῶν ὁ κ. Ζωχιὸς δὲν θεωρεῖ ἀναγκαίαν, ἣν ὅμως ἐγὼ θεωρῶ λίαν ἀναγκαίαν. Εἰς τὸ προξενεῖον ἐκεῖνο εἴμεθα ἠναγκασμένοι ὡς ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος νόμου νὰ στείλωμεν πρόξενον ἄμισθον, καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ τὸν ἀποζημιώσωμεν εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ προσφύγωμεν εἰς ἄρθρον ἄλλο τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον εὐτυχῶς μᾶς παρέχει τὸ μέσον νὰ τῷ δίδωμεν ἀποζημίωσιν ὡς δαπάνην ἀπρόβλεπτον. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ προξενεῖον Σκόδρας μαρτυρεῖ περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δεικνύει τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ συστήσωμεν ἔμμισθα προξενεῖα εἰς μέρη ὅπου δὲν ὑπάρχουν τοιαῦτα· ἀλλὰ καὶ ἡ μισθοδοσία των πρέπει νὰ ᾖναι ἐπαρκὴς, καὶ ὅταν ἀναλογισθῆτε ὅτι τὴν μισθοδοσίαν ταύτην δὲν πρόκειται νὰ πληρώσῃ τὸ κράτος, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, ὑπὲρ ὧν γίνεται ἡ δαπάνη, διότι πρόκειται νὰ πληρώσουν ἐκεῖνοι τῶν ὁποίων προϊστάμενος θὰ ᾖναι ὁ πρόξενος, τότε πιστεύω ὅτι δὲν θὰ ἔχετε τὴν ἀφορμὴν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέφερον διὰ νὰ ἐξανίστασθε κατ’ αὐτῆς. Ἀλλ’ εἶναι ὑπέρογκος ἡ δαπάνη; Ἐν τῇ ἐκθέσει τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν ἐσχάτως παρὰ τοῦ προξενείου Σκόδρας ἀναφέρονται οἱ μισθοὶ τῶν λοιπῶν προξένων. Οἱ τῶν ἄλλων κρατῶν πρόξενοι λαμβάνουσιν ἄλλος μὲν 36,000 φράγκων, ἄλλος 30,000, ἄλλος 24,000, εἷς δὲ μόνον 18,000· ἡμεῖς, κύριοι, προτείνομεν 9,000· πιστεύω ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὑπέρογκον. Βεβαίως δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ δώσωμεν τοὺς μισθοὺς τοὺς ὁποίους δίδουν ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Γαλλία, ἀλλὰ δίδοντες τὸ ἥμισυ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον λαμβάνει ὁ ἔχων τὸν ἐλάχιστον μισθὸν, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ κατακριθῶμεν ἐπὶ σπατάλῃ.
§33Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ Ἀγγλία ἔχει 2,000 ἑκατομμύρια προϋπολογισμὸν καὶ ἡμεῖς μόλις 40,000,000.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς δαπάνης δὲν εἶναι ζήτημα ἐσωτερικόν· θέλει ἐκτιμηθῆ ἐκ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον τὸν ἐκτιμῶσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες θέλουσι πληρώσει τὸ ποσὸν, διότι ὡς σᾶς εἶπον δὲν πρόκειται περὶ φορολογίας, πρόκειται περὶ τέλους ἐπιβαλλομένου πρὸς εἰδικὸν σκοπὸν, πρὸς αὐτὸν τοῦτον τὸν σκοπὸν πρὸς τὸν ὁποῖον συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον. Ἐν τῇ ἐκθέσει δὲ τὴν ὁποίαν σᾶς ὑπέβαλον εὑρίσκετε.......
§35Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ποῖος θὰ τὸν πληρώσῃ;
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ Ἕλληνες.
§37Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι σημειωμένα εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπεκράτησε κατὰ τὸν ἀρχαῖον νόμον ἕτερον σύστημα τοῦ νὰ ἀπολαμβάνῃ ὁ πρόξενος ἀμέσως τὰ τέλη· ἀλλὰ τοῦτο τὸ σύστημα ἀπεδείχθη πλημμελὲς καὶ ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ καταργήσωμεν αὐτὸ διὰ τοῦ νέου νόμου. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὁ πρόξενος οὐδὲν ἔχει ἄμεσον συμφέρον ἐν τῇ εἰσπράξει, καὶ ἑπομένως δὲν ἐξευτελίζεται ἐνώπιον τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν παρουσιαζόμενος ὡς ζητῶν παρ’ αὐτῶν τὰ μέσα τῆς συντηρήσεώς του· εἰσπράττει ὅμως τὸ ποσὸν ἅπαν, ὅπερ καταλογίζεται εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους· ἐκ τούτων δὲ τῶν ἐσόδων πληρόνεται ἀξιοπρεπῶς ὁ πρόξενος χωρὶς νὰ παρίσταται ὡς ὑπομίσθιος τῶν καταβαλλόντων τὰ τέλη. Ἡ δαπάνη τοῦ Κράτους διὰ τοῦ τρόπου τούτου οὐδόλως μεταβάλλεται, εἶναι ἡ αὐτή· ἀλλὰ ἡ θέσις τοῦ προξένου ἀπέναντι ἐκείνων, τῶν ὁποίων αὐτοὶ εἶναι προϊστάμενοι ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Κράτους, εἶναι διάφορος. Ὡς πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς φαίνεται ἐξωγκωμένη ἡ δαπάνη, διότι περιελάβομεν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους τὰς δαπάνας διὰ τὰ προξενεῖα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων τὰ εἰσοδήματα μέχρι τοῦδε δὲν εἰσήρχοντο εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους. Τὸ προξενεῖον Καΐρου π. χ. ἐθεωρεῖτο ἔχον κατ’ ἀνώτατον ὅρον 35,000 δραχ. εἰσόδημα, κατὰ κατώτατον ὅρον ἴσως 25,000. Τοῦ προξενείου τούτου τὰ εἰσοδήματα σήμερον θὰ εἰσέρχωνται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§39ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, κ. ὑπουργὲ, ἐὰν εἰς ἑκάστην περιφέρειαν προξενικὴν ὑπάρχουν κατάλογοι τῶν γνωστῶν ὑπηκόων Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι δὲν μεταβάλλονται κατ’ ἔτος. Πόσους Ἕλληνας π. χ. ἔχει ἡ περιφέρεια τοῦ προξενείου Καΐρου, πόσους τοῦ Γαλαζείου, τοῦ Ταϊγανίου. Ὑπάρχουν τοιοῦτοι κατάλογοι;
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως.
§41ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχουν, τότε ἔχω πεποίθησιν, ὅτι τὰ τέλη τὰ ἐπιβαλλόμενα θὰ εἰσπραχθῶσι παρὰ τοῦ κεντρικοῦ ταμείου. Ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχουν, τότε πιστεύσατε, ὅτι κατὰ τὸ ἥμισυ θὰ ἐλαττωθῶσι.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι μόνον ὑπάρχουν κατάλογοι, ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ τὰ διπλότυπα τῶν μέχρι τοῦδε γιγνομένων ὑπὲρ ἑαυτῶν εἰσπράξεων τῶν προξένων, διότι τὰ τέλη ταῦτα καί τοι δὲν εἰσέρχονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν εἰσπράττονται ὅμως αὐθαιρέτως, ἀλλὰ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Παραδέχομαι οὐχ ἧττον, ὅτι ἔχει τι τὸ ὀρθὸν ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Σπετσῶν, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ τις ἐλάττωσις, ὅτι αἱ εἰσπράξεις γινόμεναι ὑπὸ τῶν προξένων ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου θὰ ὦσιν ἐλάσσονες ἢ ἂν ἐγίνοντο ὑπὲρ ἑαυτῶν, ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἐλάβομεν τὸ μέτρον τοῦ διορισμοῦ εἰσπρακτόρων, ἐχόντων συμφέρον τι ἐν τῇ εἰσπράξει, ἀπολαμβανόντων ποσοστόν τι, διὰ τοῦ ὁποίου ἐλπίζομεν, ὅτι θὰ ἔχωμεν τὸν ζῆλον ὑπὲρ τῆς εἰσπράξεως τὸν ἐκ τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος, ἀλλὰ συμφέροντος στηριζομένου εἰς μικρὰν κράτησιν οὐχὶ ὑπὲρ τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον ἐξευτελίζεται διὰ τοῦ τοιούτου συμφέροντος. Αἱ ἀντιῤῥήσεις τῶν ἀγορευσάντων κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὑπῆρξαν ὅλαι οἰκονομολογικαὶ, ἑπομένως δὲν ἔχω ἀφορμὴν νὰ εἰσέλθω εἰς ἄλλας λεπτομερείας, νομίζω δὲ, ὅτι ὡς πρὸς τὸ οἰκονομολογικὸν μέρος ἡ ἔκθεσις τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, ὅτε τὸ πρῶτον εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, περιέχει ὅλα τὰ στοιχεῖα πρὸς μόρφωσιν γνώμης.
§43ΖΩΧΙΟΣ. Σᾶς ὑπεσχέθην, νὰ μὴ λαλήσω πλέον, ἀλλ’ οἱ ὑπουργοὶ μὲ πνίγουν. Τί σᾶς λέγουν; Μήπως ἐπιβάλλω φόρους εἰς τὴν Ἑλλάδα; ἐγὼ πόρους δημιουργῶ· θὰ φορολογήσω τοὺς ἔξω Ἕλληνας. Καὶ πρὸς τίνα σκοπόν; Διὰ νὰ καταστήσω, λέγει ὁ ὑπουργός, ἀξιοπρεπεῖς τοὺς προξένους. Στεῖλε τὸν Διάβολον πρόξενον καὶ εἰπέ του, ἔσω ἀξιοπρεπής. Ποίαν δὲ σύγκρισιν μοῦ φέρει ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν; Τὴν Ἀγγλίαν, τὴν Γαλλίαν. Πολὺ καλά· ἀλλὰ αὐτὸν τὸν ὅρον τῆς συγκρίσεως, κ. ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, διατί δὲν τὸν λαμβάνεις καὶ διὰ τὸν πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου; Δύνασαι δὲ νὰ παραβάλῃς τὴν προβοσκίδα τοῦ ἐλέφαντος πρὸς τὴν τοῦ ψύλλου; Ὁποία μανία σᾶς ἐκυρίευσε κατ’ αὐτὰς τὰς στιγμὰς, καὶ ἐν ᾧ κινδυνεύει ἡ Ἑλλάς, σεῖς φροντίζετε περὶ τῶν μισθῶν τῶν προξένων! Ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς εἶχε πλεόνασμα, καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχον ἄλλαι ἀνάγκαι, τότε μάλιστα. Ἐδημιούργησε, λέγει ὁ ὑπουργός, εἰσπράκτορα, ὅστις συλλέγει ὅλους τοὺς φόρους, καὶ διὰ τοῦτο τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀναδέχεται νὰ πληρώνῃ ἁδρῶς τοὺς προξένους. Κύριοι ὑπουργοί, ἔχετε τὴν πλειονοψηφίαν, ἀνοίξατε τὰ πανιά σας καὶ ἀρμενίσατε, θὰ φθάσῃ ὅμως τὸ τέλος, καὶ τότε δὲν θὰ εὑρεθῇ πέτρα ἐπὶ πέτρας. Μετ’ ὀλίγους μῆνας, τὸ πολύ, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐπέλθῃ σεισμός, τὸ ζήτημα δὲ τὸ ὁποῖον ἀνεδέχθητε νὰ λύσητε, δὲν λύεται. Ἐπελθόντος δὲ τοῦ τέλους, ἢ θὰ μᾶς εἴπουν: πάρετε τὸ πετσί μας, ἢ κάτι θὰ πάθωμεν.
§44ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε βουλευτά, μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν. Ἡ Κυβέρνησις ποτὲ δὲν θὰ τεθῇ εἰς αὐτὴν τὴν δυσάρεστον θέσιν τὴν ὁποίαν περιγράφετε, διότι ἡ Κυβέρνησις κάθεται ἐδῶ με πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον κατήρτισεν ὁ τόπος, καὶ τοῦ ὁποίου τὴν ἐκτέλεσιν εἶχε τὴν ἄπειρον καλωσύνην καὶ ἐμπιστοσύνην νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς ἡμᾶς.
§45ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ πρόγραμμά σας ἠμπορεῖ νὰ ἦναι λαμπρόν, ἐγὼ ὅμως δὲν τὸ εἶδον, καὶ ἂν μοῦ τὸ δείξητε, θὰ σᾶς εἴπω, εὖγε.
§46ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι ὁ τόπος τὸ κατήρτισε, τὸν ὁποῖον δουλεύομεν πάντες.
§47ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ τόπος εἶναι μία λέξις. Κάπου θὰ τὰ φορτώσωμεν ἐπὶ τέλους.
§48ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀστειεύεσθε λοιπόν, καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι εἰς τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς, καὶ εἰς στιγμὰς τοιαύτας δὲν ἐπιτρέπονται τοιαῦται ἀστειότητες.
§49ΖΩΧΙΟΣ. Μοὶ εἴπατε, ὅτι τὸ πρόγραμμα τὸ γνωρίζω. Δείξατέ το.
§50ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι αὐτὸ τὸ ἴδιον, τὸ ὁποῖον ὑπηρετήσατε ὡς ὑπουργὸς ἐπί τινα καιρόν.
§51ΖΩΧΙΟΣ. Ἀλλ’ ἠξεύρετε, ὅτι διεφωνήσαμεν;
§52ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ τὸ εἴπητε καὶ νὰ τὸ ψηφοφορήσητε, καὶ νὰ προκαλέσητε ζήτημα καὶ ν’ ἀποφανθῇ τὸ Κοινοβούλιον.
§53ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν ἔχω δυσκολίαν. Περὶ δὲ τοῦ προγράμματος, σᾶς ἠρώτησε προχθὲς ὁ κ. Μπούμπουλης, καὶ μᾶς εἴπατε, σιωπή· ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ὀρθῶς ἐπρέσβευε καὶ πιστεύω ὅτι ἐξακολουθεῖ πιστεύων τὴν οἰκονομίαν ὡς πρώτην τῆς καλῆς Κυβερνήσεως βάσιν, πῶς δέχεται νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου αὐξάνουν αἱ δαπάναι. Νομίζω δὲ ὅτι αὔριον, ὅταν θὰ μᾶς παρουσιάσητε τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, τὸ πρῶτόν σας θεμέλιον θὰ ἦναι ἡ οἰκονομία. Τί ὅμως μᾶς λέγει ὁ συνάδελφός σας; Μᾶς λέγει, ὅτι τὸ βασίλειον εἶναι πλούσιον, καὶ ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν παράδειγμα τὴν Ἀγγλίαν, τὴν Γαλλίαν, τὴν Αὐστρίαν, τὴν Ἀμερικήν. Ἠξεύρετε ὅμως τί ἔκαμεν ἡ Ἀμερική, ἡ ὁποία κατὰ μῆνα περιορίζει τὸ χρέος της κατὰ 5, 8, 20 ἑκατομμύρια; Κατήργησε τοὺς πρέσβεις καὶ τοὺς προξένους ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἔχει συμφέρον. Ἀλλά, σᾶς λέγουν, ἡμεῖς ἔχομεν συμφέρον. Δὲν μᾶς ἐξηγεῖτε ὅμως, κύριοι ὑπουργοί, ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ συμφέροντα; Εἶναι δὲ ἀντάξια τῶν δημοσίων θυσιῶν; Ἐὰν ὑπάρχουν ὑπάλληλοι κακοὶ καὶ ἂν ἡ ὑπηρεσία εἶναι κακῶς διωργανισμένη, βεβαίως ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἶναι ἡ προξενική. Λοιπὸν δὲν ἐννοῶ πῶς συγκατατίθεται ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀνταμειφθῇ ἡ χειρίστη τῶν ὑπηρεσιῶν. Βεβαίως δὲ δὲν ἔχει ὑπόστασιν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἐπειδὴ δὲ μοὶ ἐλαλήσατε περὶ προγράμματος, δύω λέξεις θὰ εἴπω περὶ αὐτοῦ. Προσεκλήθημεν τὴν 10 8βρίου. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ μᾶς προσκαλέσῃ τὴν 10 8βρίου, εἶχεν ἡμῶν ἀνάγκην, διότι ἠδύνατο νὰ μᾶς προσκαλέσῃ τὴν 1 Νοεμβρίου, ἠδύνατο δὲ καὶ νὰ παρατείνῃ τὴν συγκάλεσιν ἐπὶ 40 ἡμέρας. Τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὴν βλέπετε, εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὰς περιστάσεις; Βεβαίως ὄχι. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἔχω λόγον εὔλογον ν’ ἀντισταθῶ καὶ νὰ πολεμήσω τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία καὶ ἀρίστη ἂν ἦτο, σήμερον δὲν εἶναι πρέπουσα, διότι θὰ μᾶς καταδικάσουν ὄχι μόνον οἱ Ἕλληνες, ἀλλὰ ὅλος ὁ κόσμος, διότι ἐνῷ τὸ ἔθνος πένεται, ἐνῷ δὲν ἔχει ποῦ νὰ κλίνῃ τὴν κεφαλήν, ἐνῷ τὸ ταμεῖον ἔχει κλειστὰς τὰς θύρας, αὐξάνομεν τοὺς μισθοὺς τῶν προξένων.
§54ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα παράρτημα Βʹ.)
§55ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Πρὶν εἰσέλθω, κύριοι, εἰς τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἐσύστησεν ὑμῖν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας τοῦ νὰ ζητήσω ἑκατομμύρια, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος. Βεβαίως ὁ κ. Τρικούπης δὲν εἰσήγαγε τὸν νόμον περὶ προξενείων πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ λύσῃ τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα δι’ αὐτοῦ, τὸν εἰσήγαγεν ὡς νόμον διὰ τοῦ ὁποίου σκοπεῖ νὰ τακτοποιήσῃ τὴν δημοσίαν ἐξωτερικὴν ὑπηρεσίαν. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ ἐξωτερικὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπέδειξεν ὅτι δύναται διὰ τῆς προσηκούσης εἰς αὐτὸν τόλμης καὶ μὲ τὸν ἐνθουσιασμόν, τὸν ὁποῖον ἐμπνέει εἰς αὐτὸν τὸ δίκαιον τῆς πατρίδος του, νὰ ὑπηρετήσῃ τὰ μεγάλα καὶ ὕψιστα συμφέροντα, τῶν ὁποίων ἡ διαχείρισις ἰδίως ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτόν. Εἶναι ὅμως λυπηρόν, κύριοι, τὰ μεγάλα αὐτὰ συμφέροντα νὰ φέρωνται ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν οὐχὶ πρὸς συζήτησιν ἀλλὰ πρὸς χλευασμὸν καὶ πρὸς κατάκρισιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία τὰ διευθύνει. Τὸ σύστημα αὐτὸ εἰμπορεῖ νὰ εὐχαριστῇ τινας ἐπιθυμοῦντας νὰ διασκεδάζωσιν ἐν τῷ βουλευτηρίῳ ἀλλὰ βεβαίως δὲν ὑπηρετεῖ τὴν πατρίδα. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐννοεῖ ὄχι νὰ ἀποκλείσῃ, διότι τὴν δύναμιν αὐτὴν δὲν ἔχει, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν νὰ εὐχηθῇ, ὅπως ἀποκλεισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς ἢ περιορισθῇ τοῦ νὰ συζητήσῃ τὰ νομοσχέδια μὲ ἄκραν ἐλευθερίαν εἰς ὅλας αὐτῶν τὰς λεπτομερίας καὶ ἐν μεγίστῃ ἀκριβείᾳ. Εἰπὼν ὅμως, ὅσα εἶπον δὲν ἐνόησα τοῦτο· ἐνόησα, ὅτι δὲν εἶναι εἰς ἡμᾶς ἐπιτετραμμένον νὰ λαμβάνωμεν ἀφορμὴν ἀπὸ οἱονδήποτε νομοσχέδιον, εἴτε τώρα εἴτε εἰς ἄλλην περίστασιν, διὰ νὰ φέρωμεν τὴν συζήτησιν ἐκεῖ ὅπου ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν προκαλεῖ· ἡ δὲ συζήτησις καί τοι ἄωρος νὰ μὴ περιστρέφεται εἰς τὰ πράγματα, νὰ μὴ ἔχῃ ἀντικείμενον τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως οὔτε τὰς ἰδέας αὐτῆς, ὁπότε ἤθελεν εἶσθαι συγκεχωρημένον καὶ ἀκαίρως νὰ καταφερθῇ τις κατὰ τῶν πράξεων καὶ τῶν ἰδεῶν, ἀλλὰ τὰ ζητήματα ταῦτα νὰ φέρωνται ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, ἐνῷ δὲν γίνεται συζήτησις οὔτε τῶν ἀρχῶν τῆς Κυβερνήσεως οὔτε τῶν πράξεων αὐτῆς, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ κινήσουν τὴν κοινὴν περιφρόνησιν ἐναντίον αὐτῆς, αὐτὸ νομίζω δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον. Ὁμιλοῦν σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος περὶ τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως καὶ λησμονοῦν, ὅτι τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμοῦν εἰς αὐτὴν νὰ ἀποδώσουν, ἐπιθυμοῦν αὐτὴ νὰ ὑπηρετήσῃ καὶ νὰ ἐκτελέσῃ, αὐτὸ οὔτε γράφεται, οὔτε λέγεται. Εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀξιοκατάκριτος, διότι ἐκάλεσε τὴν Βουλὴν τὴν 10 8βρίου καὶ μέχρι σήμερον δὲν ἦλθε νὰ ἐπιδείξῃ ἐνώπιον τῆς δημοσιότητος τὸ πρόγραμμα τοῦτο. Ἐὰν δὲν εἶχον προηγηθῆ τοσαῦτα γεγονότα πρὸ τῆς συγκροτήσεως τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως στενῶς συνδεόμενα μετ’ αὐτῆς, ἐὰν ἡ συγκρότησις τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶχε προπαρασκευασθῆ διὰ πολλῶν ἔργων αὐτοῦ τοῦ Κοινοβουλίου, ἴσως ἠδύνατό τις ν’ ἀπευθύνῃ ποτὲ καὶ αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς καὶ νὰ ζητήσῃ ὑπαινιγμὸν τοὐλάχιστον τινὰ περὶ τῶν ἰδεῶν αὐτῆς εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις τοῦ σάλου καὶ τῆς κρίσεως. Ἀλλ’ ἀφ’ οὗ ὅλη αὐτὴ ἡ ἱστορία εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστὴ, ἀφοῦ εἰς αὐτὴν τὴν ἱστορίαν ἡμεῖς πάντες συνειργάσθημεν, ἀφοῦ ὁ λαὸς εἰς πολλὰ μέρη καὶ διὰ πολλῶν τρόπων ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμίαν του καὶ τὸ αἴσθημά του, νομίζω, ὅτι προσβάλλομεν σπουδαίως τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου ἐπιμένοντες καθ’ ἑκάστην ἡμέραν εἰς τὸ νὰ αἰτιώμεθα τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἔρχεται ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ διηγηθῇ εἰς ποίαν κατάστασιν ἔφερε τὰ πράγματα, τί ἐπενόησε διὰ νὰ ἀντιπαραταχθῇ ἐναντίον τῶν δυσκολιῶν, τὰς ὁποίας αἱ περιστάσεις παρουσιάζουν, τί ἐλπίζει νὰ κατορθώσῃ, τί παρεσκεύασε, τί παρασκευάζει καὶ πῶς θέλει πολιτευθῆ εἰς τὸ μέλλον πρὸς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπον. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι δὲν πάσχει ἀπὸ τὴν ἄγνοιαν τοῦ ποῦ κεῖται τὸ συμφέρον τοῦ τόπου. Τοῦτο νομίζω, ὅτι ἔχω τό δικαίωμα νὰ τὸ εἴπω στηριζόμενος εἰς τὴν ὑποστήριξιν, τῆς ὁποίας ἡ παροῦσα ἰδίως Κυβέρνησις τυγχάνει ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων ἀντιπροσώπων, ἀλλὰ ὁμολογοῦμεν συγχρόνως, ὅτι εἴμεθα ἄνθρωποι καὶ δυνάμεθα νὰ σφάλωμεν καὶ οὐ μόνον εὐχαρίστως θέλομεν δεχθῇ, ἀλλὰ εἶναι καὶ καθῆκόν σας, κύριοι, ὅ,τι παρατηρήσετε σφαλερὸν εἴτε εἰς τὰς ἰδέας μας, τὰς ὁποίας ἐν τοῖς πράγμασιν ἀναγινώσκεται, εἴτε εἰς τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα βλέπετε ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκτελεῖ, νὰ τὸ καταγγείλετε, νὰ ζητήσητε ἐξηγήσεις καὶ νὰ λάβετε τὴν ἀπάντησιν. Αὐτὸ εἶναι ὀρθὸν, διότι θέλει προκαλέσει καὶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐπιάσθη ἐν τῇ Βουλῇ, εἶναι σύστημα ἀνιαρόν. Μετὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσάξω εἰς Βουλὴν νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου κυροῦται σύμβασις, ἣν ἡ Κυβέρνησις συνῆψε μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης περὶ δανείου. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν βουλευτικὴν σύνοδον ἐχορηγήσατε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δύω νόμους διὰ τῶν ὁποίων ἐπετρέπετο εἰς αὐτὴν νὰ δανεισθῇ 40,000,000 δραχμῶν. Ὁ εἷς ἐκ τῶν νόμων τούτων ἀφωροῦσεν εἰς τὴν κύρωσιν συμβάσεως συναφθείσης μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν δύω Τραπεζῶν τῆς Ἐθνικῆς καὶ τῆς Πιστωτικῆς διὰ τοῦ ὁποίου αὗται ὑπεχρεοῦντο νὰ δώσωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν δάνειον 20,000,000 δραχμῶν. Διὰ τῆς νέας συμβάσεως ἀναβιβάζεται τὸ δάνειον τὸ μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατὰ ἑπτὰ ἔτη ἑκατομμύρια, ὑπολογίζεται δὲ ὁ τόκος ἀντὶ τῶν 2% εἰς 1%, ὑποχρεοῦται δὲ ἡ Τράπεζα ἀντὶ νὰ ἔχῃ εἰς τὸ ταμεῖον αὐτῆς 5½ ἑκατομμύρια νὰ διατηρῇ διαρκῶς 12½ ἑκατομμύρια μεταλλικοῦ· χορηγεῖ δὲ εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ τραπεζικὰ γραμμάτια ἀριθμοῦ ἴσου πρὸς τὸ δάνειον τοῦτο καὶ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Τραπέζης πέντε ἑκατομμύρια ἕτερα τραπεζικὰ γραμμάτια. Εἰσάγω προσέτι νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου προστίθεται εἰς τὸ ἄρθρον ά. τοῦ νομοσχεδίου περὶ πιστώσεως, διὰ τὴν ὁποίαν ἐπετρέψατε εἰς τὴν τελευταίαν σύνοδον νὰ ποιήσῃ χρῆσιν τῶν δύω δανείων πρὸς ὡρισμένον σκοπόν, ὅπως τὴν πίστωσιν ταύτην μεταχειρισθῇ καὶ εἰς δύω ἄλλας αἰτίας, ά. εἰς προκαταβολὰς χάριν αὐτοῦ τοῦ δανείου ἀναγκαίας διὰ τὰ δάνεια τὰ ὁποῖα ἐχορηγήθησαν, καὶ βʹ. εἰς προμήθειαν συντελοῦσαν πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Παρακαλῶ νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνωσθῶσιν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν σήμερον.
§56ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§57Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε.
§59Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὀλίγας λέξεις, κύριοι βουλευταὶ, θὰ εἴπω διὰ νὰ ἀπαντήσω, εἰς ὅσα ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἶπεν, διὰ τὸ ἀναγκαῖον τῶν ἐπερωτήσεων καὶ ἀπαντήσεων καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον ἔχομεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν δημοσίων πραγμάτων, διότι ἀντιπροσωπεύομεν τὸν λαόν. Δὲν πρέπει νὰ προέρχεται ἐκ τούτου οὔτε λύπη οὔτε ἀνία· ἐκτελοῦμεν δὲ καθῆκον ἱερὸν διὰ τὸ ὁποῖον ὀφείλετε νὰ μᾶς χρεωστεῖτε εὐγνωμοσύνην, διότι τρέχομεν ὄπισθεν ὑμῶν διὰ νὰ σᾶς φωτίσωμεν. Εἶναι λυπηρὸν, λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐγείρεται ἡ Βουλὴ ἐναντίον τῶν ἰδεῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ σκοποῦ διὰ τὸν ὁποῖον ἐσυστήθη· διατί; διότι ἡ Κυβέρνησις ἐκπληροῖ τὸ πρόγραμμα τοῦ λαοῦ. Καὶ ὅταν ἡμεῖς λέγομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τί σκέπτεσαι περὶ τῶν παρασκευῶν, δὲν εἶναι ὑπόχρεως νὰ μᾶς δώσῃ ἀπάντησιν; Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ κρυφθῶμεν, διότι εἴμεθα ἀνεξάρτητοι, καὶ ὅστις ἀνέγνωσε τὴν διακοίνωσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὴν γενομένην πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν κυβέρνησιν, θέλει ἰδεῖ, ὅτι αὐτὴ ἡ κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι εἴμεθα ἀνεξάρτητοι, θὰ πράξωμεν ὅ,τι θέλομεν, θὰ παρασκευασθῶμεν, θὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς ἀσφαλείας τῶν δικαιωμάτων μας. Καὶ ὅμως λέγομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τί σκέπτετε, τί ἔκαμες τὰ χρήματά μας; ἐπρομήθευσες πλοῖα; Σιωπὴ σᾶς λέγουν, ἀντίκειται εἰς τὰ συμφέροντά μας. Τί ἔκαμες τὰ τεσσαράκοντα ἑκατομμύρια διὰ νὰ δώσωμεν καὶ ἄλλα; Σιωπή· ἀντιβαίνει εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ κράτους. Ἔπειτα σᾶς λέγουν, ὅτι εἶναι ἄνθρωποι καὶ αὐτοὶ καὶ εἰμποροῦν νὰ σφάλουν καὶ καλὸν εἶναι ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ μᾶς παρακολουθῇ καὶ νὰ μᾶς συντρέχῃ. Πῶς; εἰς τὴν σιωπήν; Ἐζήτησα πρὸ 10 ἡμερῶν νὰ καταθέσητε τὸν λογαριασμὸν τῶν δέκα ἑκατομμυρίων, καὶ οὐδὲν τοιοῦτον ἐγένετο, ἐνῷ εἴχατε τὴν πρώτην ὑποχρέωσιν νὰ πράξετε τοῦτο· ἀλλ’ ἀντὶ τούτου σιωπή. Ἐὰν, κύριοι, πρόκειται νὰ καταδικασθῶμεν εἰς νέαν σιωπὴν ἂς ἀποφασίσωμεν νὰ μὴ συζητήσωμεν ἀλλὰ νὰ τοὺς δώσωμεν πλήρη πληρεξουσιότητα νὰ πράξωσιν ὅ,τι θέλουσι, διότι αὐτὴ ἡ σιωπὴ δὲν ὑποφέρεται. Τί λυπηρὸν καὶ τί κακὸν ἐκάμαμεν παρὰ νὰ συνεργαζώμεθα μεθ’ ὑμῶν; Λυπεῖσθε, μᾶς εἶναι ἀδιάφορον. Δὲν πρέπει Κυβέρνησις νὰ ὁπλίζεται ὄπισθεν ἀφηρημένων ἰδεῶν καὶ νὰ λέγῃ, ἐκτελῶ τὸ πρόγραμμα τοῦ λαοῦ. Καὶ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ; Δὲν φέρομεν ἕκαστος χιλιάδας ψήφων; Δὲν ἔχομεν νὰ δώσωμεν λόγον εἰς τὸν λαόν; Ποῖον λοιπὸν εἶναι τὸ πρόγραμμα αὐτὸ τοῦ λαοῦ; Ὅταν ὁ Βίσμαρκ ἐσχάτως ἐρωτήθη ἕως ποῦ θὰ προχωρήσουν οἱ Ῥῶσσοι, ἀπεκρίθη, ὅτι θὰ δηλωθῇ ὁ σκοπὸς τοῦ πολέμου ὅταν ὑπάγωσιν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν οἱ Ῥῶσσοι. Ἀλλὰ ποῖος εἶναι ὁ σκοπός; εἶπε, κυνδυνεύει ὁ κόσμος, αὐτὴ εἶναι ἡ φράσις του. Εἶναι σύμφωνοι, λέγω, καὶ οἱ ὑπουργοὶ εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον πάντες γνωρίζομεν, εἶναι καὶ εἰς τὰ μέσα; ποῦ εἶναι τὰ μέσα μὲ τὰ ὁποῖα θὰ ἐκτελέσωμεν αὐτὸν τὸν σκοπὸν, θὰ εἴπετε τὰ μέσα αὐτά;
§60ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, περὶ τίνος συζητοῦμεν; Δὲν ἐπιτρέπεται τοιαύτη συζήτησις....
§61Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Μίληση, ἀπαντῶ εἰς τὸν ὑπουργὸν, περὶ αὐτοῦ συζητοῦμεν.
§62ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ δὲν καταλαμβάνω αὐτὴν τὴν συζήτησιν.
§63Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ ἦσαι μόνος ὁ ὁποῖος δὲν καταλαμβάνεις, τὶ μὲ μέλει ἐμένα· ἐδῶ ὅλοι οἱ ἄλλοι καταλαμβάνουν καὶ εἶμαι πολὺ εὐχαριστημένος ὅτι σὺ μόνον δὲν καταλαμβάνεις (ἱλαρότης). Κύριοι, ἦλθον ν’ ἀντικρούσω τὴν ἰδέαν αὐτὴν, ἥτις ἐῤῥέθη, διότι ἀπὸ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς ὀφείλει ἕκαστος νὰ λέγῃ τὴν γνώμην του καὶ νὰ τὴν κάμῃ πρᾶγμα καὶ εἰς αὐτὸ οὐδεὶς πρέπει νὰ λυπῆται. Εἰς αὐτὸ ἀπαντῶ, διότι νομίζω, ὅτι καθῆκον ἔχει ἕκαστος βουλευτὴς νὰ ζητήσῃ λόγον· ἄλλως τε πολίτευμα κοινοβουλευτικὸν δὲν ὑπάρχει. Μὰ θὰ λυπηθοῦν οἱ οἱ ὑπουργοί; μοῦ κακοφαίνεται, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ζητήσω λόγον καὶ ἐξελέγξω τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀναφαίρετον ἀπὸ τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους.
§64ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἶμαι ἠναγκασμένος, κύριοι, νὰ δώσω διασαφήσεις, διότι οἱ λόγοι μου δὲν παρεστάθησαν ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος ἀκριβῶς· ἐδημιούργησεν ἓν θέμα καὶ εὗρε τοιουτοτρόπως ἀντικείμενον ὁμιλίας ἐφ’ ἱκανὴν ὥραν. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων ἐδημιούργησε τὸ θέμα, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησε νὰ ἐπιβάλῃ σιγὴν εἰς τὴν Βουλὴν εἰς τὰ δικαιώματα αὐτῆς· ἀλλὰ σεῖς εἶσθε μάρτυρες ἂν ἡ ὁμιλία μου ὑπῆρξε τοιαύτη. Ἐξ ἐναντίας μάλιστα ἐδήλωσα, ὅτι τὸ αἴσθημα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅτι αὕτη οὐ μόνον ἐπιθυμεῖ, ἀλλὰ καὶ εὐάρεστον θεωρεῖ καὶ καθῆκον τοῦ βουλευτοῦ νομίζει τὸ νὰ ζητῆται παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων λόγος παρ’ αὐτῆς, εἴτε ὅταν βλέπουν, ὅτι αἱ ἰδέαι της, εἴτε ὅταν παρατηροῦν, ὅτι αἱ πράξεις της ἀντιβαίνουσιν εἰς τὰς ἰδέας αὐτῶν περὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ τόπου. Τί κατέκρινα μόνον; εἶπον, ὅτι δὲν ἐγκρίνω τὸ σύστημα τοῦ νὰ ἐπιλαμβάνωνται θεμάτων ἑτερογενῶν διὰ νὰ γεννῶσι συζητήσεις μεγάλου πολιτικοῦ συμφέροντος, ἵνα χλευάσωσι καὶ ἐπιτεθῶσι κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐνῷ ἔχουν μέγα στάδιον νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ ἀληθὲς καθῆκον τοῦ ἀντιπροσώπου, νὰ συζητήσωσι τὰς πράξεις τῶν Κυβερνώντων καὶ τὰς ἰδέας αὐτῶν. Πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος μὲ τοὺς λόγους τούτους, ὅτι τοὺς ἀσπάζεται καὶ ὅτι οὕτω θεωρεῖ, ὅτι ἡ ἐντολὴ τῆς Βουλῆς ἐκπληροῦται.
§65ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§66ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τώρα χρεωστῶ νὰ προσθέσω διασάφησίν τινα ὡς πρὸς ῥητὰ πράγματα ἅπερ ἀνέφερεν ὁ προλαλήσας, εἰπὼν, ὅτι ἐγένοντο ἐπερωτήσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐσιώπησεν, καὶ ὅτι τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἀκολουθεῖ ὡς σύστημα, διότι εἶναι τοῦ συστήματος τῆς σιγῆς καὶ τῆς ἀπονεκρώσεως. Κύριοι, πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν μοὶ ἐδόθη παρὰ τῆς ὑπηρεσίας ἔγγραφον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐφέρετο, ὅτι εἷς τῶν βουλευτῶν Καλαβρύτων ἐζήτησε νὰ καταθέσῃ ἡ Κυβέρνησις τοὺς λογαριασμοὺς τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου τῶν 40,000,000. Τίς ἐπληροφόρησε τὸν προλαλήσαντα, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἢ ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλουν ἀποκριθῆ εἰς αὐτὴν τὴν ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ; Ἀλλὰ, κύριοι, καὶ ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἁπλουστάτης πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας, δὲν ἠδύνατο τὸ ἔργον βεβαίως νὰ ἐκτελεσθῇ, οὔτε εἰς 5, οὔτε εἰς 8 ἡμέρας· δὲν ἔχω δὲ ἀνάγκην νὰ ἀπολογηθῶ πρὸς τὸν προλαλήσαντα, ὅπως πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ἂν ἔχω τὴν φιλοτιμίαν νὰ ἐνδίδω εἰς τὰς ἀξιώσεις τοῦ Βουλευτηρίου εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω καὶ νὰ ἐκπληρῶ αὐτὰς πιστῶς καὶ προθύμως. Μεγεθύνουσι, κύριοι, τὰ πράγματα ἄνευ λόγου· τί ἐκάματε καὶ πῶς διεχειρίσθητε τὰ 10,000,000 τὰ ὁποῖα σᾶς ἐδώσαμεν! Σᾶς πληροφορῶ λοιπὸν, ὅτι ἡμεῖς ἐκ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα μᾶς παρεχωρήσατε, ἕως τώρα ἐλάβαμεν παρὰ τῶν Τραπεζῶν 13,000,000 μόνον. Λοιπὸν, κύριοι, ταχέως θέλετε λάβει τοὺς λογαριασμοὺς καὶ θέλετε ἰδεῖ ἂν τὰ 13 αὐτὰ ἑκατομμύρια τὰ διεχειρίσθημεν κακῶς ἢ καλῶς. Ποίαν ἄλλην ἐπερώτησιν ἀπηύθυναν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐσιώπησε; Τῷ ὄντι ἐνθυμοῦμαι μίαν ἡμέραν, ὅτι εἷς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἠρώτησε τὴν Κυβέρνησιν τί πράττει περὶ τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν καὶ ἐζήτησε πληροφορίας πῶς ἡ Κυβέρνησις προσπαθεῖ καὶ φροντίζει νὰ αὐξήσῃ τὰς ναυτικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου. Τότε ἀπήντησα ἐγὼ αὐτὸς πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον καὶ εἶπον, ὅτι τὰ τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ἀνακοινώσῃ χωρὶς νὰ προσβληθῇ τὸ δημόσιον συμφέρον· ἡ δὲ Βουλὴ ηὐχαριστήθη καὶ ἐθεώρησε τὴν ἐπερώτησιν ἐξηντλημένην· δὲν ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, ἂν ἄλλη ἐπερώτησις κατετέθη· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις εἶναι πρόθυμος νὰ δώσῃ ἀπάντησιν, φυσικῷ τῷ λόγῳ, εἰς πᾶσαν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν τις τῶν ἀντιπροσώπων ἤθελεν ἀπευθύνει εἰς αὐτήν. Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὰ νομοσχέδια περὶ κυρώσεως τῆς μετὰ τῆς Ἐθν. Τραπέζης συμβάσεως καὶ τὸ περὶ χρήσεως τῆς διὰ τοῦ ΧΚΣΤʹ. νόμου πιστώσεως.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ προξενικῶν ὑπαλλήλων.
§68ΣΟΥΤΣΟΣ. Δύω λέξεις· ἐπιθυμῶ τὴν βελτίωσιν τοῦ προξενικοῦ κλάδου, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ οὐδὲ κατὰ λεπτὸν τὴν αὔξησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἑπομένως ἂν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἠμπορῇ νὰ μᾶς βεβαιώσῃ, ὅτι δὲν θὰ ἐπέλθῃ αὔξησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, θέλω ὑπερψηφίσει ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Δυστυχῶς τὴν ἔκθεσίν του δὲν τὴν ἔχω, θέλω τὴν ζητήσει νὰ τὴν ἴδω· ἀλλὰ καὶ ἂν ἴδω ἐν τῇ ἐκθέσει, ὅτι φέρει τὸ ἰσοζύγιον δὲν θέλω πεισθῆ· ἡ πεῖρα μᾶς ἀπέδειξε, ὅτι πάντοτε τὰ ἔξοδα ὑπερβαίνουν τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειούμενα, τὰ δὲ πραγματικὰ ἔσοδα δὲν φθάνουν τὰ προϋπολογισθέντα· θέλω λοιπὸν τὴν βεβαιότητα τοῦ ἰσοζυγίου τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων διὰ νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου· ἂν ἔχῃ τὴν πεποίθησιν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι εὔκολον νὰ τὸ θεραπεύσῃ· ἂς σχηματίσῃ προξενικὸν ταμεῖον ἐντὸς τοῦ ὑπουργείου του, ἂς εἰσπράττῃ ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ χρήματα καὶ νὰ τὰ δίδῃ· θὰ στέλλῃ χαρτία, πρᾶγμα εὐκολώτατον· τοῦτο δὲ θέλει ἐπιστήσει καὶ τὴν προσοχὴν τῶν προξένων εἰς τὸ νὰ φροντίζωσιν, ὥστε οἱ εἰσπράκτορές των νὰ εἰσπράττωσι τὰ χρήματα, διότι ἂν δὲν εἰσπραχθῇ τὸ ἀνάλογον ποσὸν θέλει ἐκπεσθῆ ἐκ τῆς μισθοδοσίας των.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι εἰς γʹ. συζήτησιν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 10–29 μετά τινων τροπολογιῶν.
§70ΣΟΥΤΣΟΣ. Κάμνω ἔνστασιν, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία, κ. πρόεδρε. Λύεται ἡ συνεδρίασις περὶ ὥραν 5 μ. μ.