1877.11.18
808 στίχοι · 6.888 λέξεις · 72 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 15
Τῆς 18 Νοεμβρίου 1877.
(Παρασκευή)
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου ἤρξατο ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ.
§1ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα παράρτημα Βʹ.)
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ καταλάβωσιν τὰς θέσεις των.
§3ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ κ. Ῥόκος, ὁ μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς συνάδελφός μας, εἶναι ἄνθρωπος τίμιος, περὶ δὲ τούτου δὲν πρόκειται, ἀλλὰ μεγαλείτερος τύῤῥανος εἰς τὸν κόσμον δὲν εὑρέθη, μεγαλείτερος ἐγωϊστὴς δὲν εὑρέθη, ἀπορῶ δὲ ἐὰν ποτὲ βουλευτήριον ἐτυῤῥανήθη ὑπὸ ἑνὸς ἀνθρώπου τόσον, ὅσον αὐτὸς μᾶς τυραννεῖ. Ἐπειδὴ δὲ σᾶς ἀνέφερε πολλάκις περὶ τῶν ἀρχῶν του, ἂς μὲ συγχωρήσει νὰ τοῦ εἴπω, ὅ,τι τὴν δημοκρατίαν οὔτε τὴν ἐνόησεν οὔτε τὴν ἐμελέτησεν. Εἰς δημοκρατικήν τινα πολιτείαν, τῆς ὁποίας δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ὄνομα, ὅλοι οἱ πολῖται ἐψήφισαν μίαν ἰδέαν, ὁ δὲ στρατηγὸς εἶπεν «αὕτη κυρία»· ὁ δὲ λαὸς ὑπέκυψεν εἰς τοῦ στρατηγοῦ τὴν θέλησιν. Τοιαύτη εἶναι ἡ δημοκρατία. Ἄλλη δημοκρατία. Εἰς τὰς Ἀθήνας εἶχεν ὁ λαὸς τὸ δικαίωμα τοῦ κηρύττειν τὸν πόλεμον, ἀλλ’ ὁ Περικλῆς εἶπεν ὄχι, καὶ ἔκλεισε τὰς πύλας τῆς πόλεως καὶ ἔβαλε τὸ κλειδίον στὴ τζέπην του. Τοιαύτη εἶναι ἡ δημοκρατία, κ. Ῥόκε, τῆς ὁποίας οὔτε τὰς ἀρχὰς γνωρίζεις, οὔτε τὴν ἐννοεῖς. Ἂς ἔλθωμεν δὲ καὶ εἰς αὐτὸν τὸν Σωκράτην, τὸν ὁποῖον καθ’ ἡμέραν σᾶς ἀναφέρει. Ὁ Σωκράτης κατεδικάσθη ἀδίκως, ἦλθον μαθηταί του καὶ τοῦ εἶπον ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἄδικον ἀπόφασιν. Μὲ κατεδίκασαν οἱ δικασταί μου, εἶπε, καὶ πρέπει ν’ ἀποθάνω. Δὲν εἶπεν, ὅτι ἡ ἀπόφασις εἶναι ἄδικος, ἀλλ’ ὑπέκυψε. Σὺ δὲ ἦλθες καὶ ὕβρισες, ὅ,τι ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἔθνος νομίζει σεβαστὸν, διότι αὐτὸς, ἤτοι ὁ Σταυρὸς, ἔσωσε τὴν Ἑλλάδα, θὰ ἤμεθα δὲ βδελυροὶ ἐὰν δὲν τὸν σεβασθῶμεν. Κύριε Ῥόκε, ἂν εἰσέλθῃς εἰς οἰκίαν τινὰ ἔχεις δικαίωμα νὰ ὑβρίσῃς τὴν γυναῖκα τοῦ φίλου εἰς τοῦ ὁποίου τὴν οἰκίαν εἰσέρχεσαι, τὴν κόρην, τὴν ἀδελφήν του; Βεβαίως ὄχι· διότι ἄλλως θὰ ἦσαι ἄτιμος, ἐὰν τὸ πράξῃς. Πῶς λοιπὸν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ὑβρίζεις, ὄχι τὸν Βασιλέα, ἀλλὰ τὸν Θεόν; Διὰ τοῦτο θὰ ἤμεθα ὅλοι ἄτιμοι, ἐὰν ὑποφέρωμεν αὐτὴν τὴν ὕβριν....
§4ΧΟΪΔΑΣ. Ἐπιμένετε διϊσχυριζόμενος, ὅτι ἐγὼ ὕβρισα τὸν Χριστόν;
§5ΖΩΧΙΟΣ. Δι’ ἐμένα ὁ Ἰησοῦς εἶναι υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Σὺ δὲ τὸν εἶπες υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τῆς Μαρίας. Κύριε Ῥόκε, σοῦ τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ πρώτη σημαία τὴν ὁποίαν ὕψωσεν ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχε σημεῖον μόνον τὸν Σταυρὸν, ἀλλ’ εἶχε καὶ τὴν λόγχην καὶ τὸν σπόγγον. Αὐτὸς δὲ ὁ Χριστὸς ἔσωσε τοὺς Ἕλληνας. Σὺ δὲ πρὸς αὐτοὺς περὶ αὐτοῦ λέγεις· Υἱὸς τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τῆς Μαρίας. Τί διάβολο λοιπὸν περιμένεις πλέον ἀπὸ αὐτούς; Καθήμεθα καὶ παίζομεν!
§6ΠΟΛΛΟΙ. Ναί! Ναί!
§7ΖΩΧΙΟΣ. Καθήμεθα καὶ παίζομεν. Δὲν εἶναι πλέον βουλευτήριον αὐτό! Φέρομεν ἐδῶ τὸν κλῆρον, ὁ ὁποῖος ἁγιάζει τὸ βουλευτήριον, ἐν ὀνόματι τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἐδικοῦ μου, τοῦ υἱοῦ τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τῆς Μαρίας τοῦ ἐδικοῦ σου. Τί μᾶς μένει πλέον; Κύριε Ῥόκε, διατί ἀφοῦ εἶσαι τίμιος ἄνθρωπος, διατί ἀφοῦ ἀγαπᾶς τὴν πατρίδα σου, ἔχεις αὐτὰ τὰ δαιμόνια μέσα σου ἀνάποδα, καὶ ἐκτείνουν τὰ ποδάρια των ἐδῶ εἰς τὸν λαιμόν σου; (γέλως). Οἱ συνάδελφοί σου σὲ ἀγαποῦν καὶ σὲ τιμοῦν, μὰ σέβου καὶ σὺ αὐτοὺς, μὴ τοὺς ὑβρίζῃς. Εἶσαι δημοκρατικός. Ἔσο. Ἠμπορεῖ νὰ σὲ ἐμποδίσῃ κανείς; Ἀλλὰ περὶ δημοκρατίας, σοῦ εἶπον, δὲν εἶσαι εἰς κατάστασιν νὰ πραγματευθῇς, διότι οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι ἐδημοκρατοῦντο, ἔλεγον τὴν δημοκρατίαν πολύχορδον. Ὅταν ᾖναι μονόχορδον, καὶ ἐγὼ παίζω, ἀλλὰ ὅταν ᾖναι πολύχορδον οὔτε ἐγὼ δύναμαι νὰ παίξω, οὔτε σύ· βλέπεις ὅτι ἐκαλέσαμεν τοὺς ἀρίστους καὶ καθ’ ἡμέραν τοὺς στέλλομεν εἰς τὴν ὀργὴν τοῦ Θεοῦ· ἂν δὲ οἱ παλαιοὶ βασιλεῖς, κ. Ῥῶκε, δὲν ἐχρίοντο, ἂν δὲν ἐπίστευον οἱ λαοὶ ὅτι ὁ Θεὸς τοὺς εὐλόγησε, δὲν ἠμποροῦσαν νὰ σταθοῦν εἰς τὰ ποδάρια τους. Καὶ ὅλη ἡ δυσκολία σήμερον, ἡ αἰτία τῆς ἀδυναμίας πάσης Κυβερνήσεως, εἶναι ὅτι δὲν πιστεύουν οἱ ἄνθρωποι ὅτι ὁ Θεὸς εὐλογεῖ τοὺς ἄρχοντας. Νομίζω, κ. Ῥόκε, ὅτι ὤφειλες νὰ σεβασθῇς ὅ,τι ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου νομίζεται ἱερόν. Θέλεις νὰ ἐξέλθῃς; βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν θὰ σὲ ἴδῃ φεύγοντα μετ’ εὐχαριστήσεως. Ἀλλ’ ἂν ἐπιμένῃς ὑβρίζων ὅ,τι αὐτὴ σέβεται, δὲν ἠμπορεῖ εἰμὴ νὰ σοῦ εἴπῃ, Ῥόκε, ἀδικεῖς καὶ τὸν ἑαυτόν σου, καὶ τὸν τόπον. Τοῦτο μόνον σοῦ λέγω. Ὅταν μείνῃς μόνος τὸ ἑσπέρας, οὐχὶ ἐνώπιον τοῦ Ἰησοῦ, τὸν ὁποῖον θεωρεῖς ὡς ἄνθρωπον, ἀλλ’ ἐνώπιον τῆς συνειδήσεως σου, ἡ ὁποία ἔχει κάτι τι θεῖον, ὅταν μείνῃς μόνος πρὸς μόνον, κάμε μου τὴν χάριν νὰ σβύσῃς καὶ τὸ φῶς, καὶ εἰπὲ πρὸς τὸν ἑαυτόν σου, τὸν ὁποῖον ἐκθειάζεις, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε, εἰπὲ πρὸς τὸν ἑαυτόν σου «Ῥόκε, αὐτά σου τὰ λόγια, αὐτά σου τὰ κινήματα τί καλὸν ἔφερον εἰς τὴν Ἑλλάδα; τί καλὸν δύνανται νὰ φέρουν; Ἀναστατώσεις, ταραχάς μεταβολάς. Ἄφες νὰ πάρωμεν τὴν Θεσσαλίαν, τὴν Ἤπειρον, τὴν Κωνσταντινούπολιν, καὶ τότε ἀρχίζομεν τὸ περὶ δημοκρατίας ζήτημα, καὶ τότε ἐξετάζομεν τὸ περὶ Χριστοῦ ζήτημα. Ἀλλ’ ἄφες νὰ τὰ πάρωμεν, ἄφες νὰ γελάσωμεν αὐτοὺς τοὺς ἀνοήτους, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν τὸν Ἰησοῦν. Ἐδῶ θὰ ὑπάρχωσι καὶ μερικοὶ Ἠπειρῶται, Θεσσαλοί, καὶ θὰ λέγουν, μὲ ποίους διαβόλους θὰ σμίξωμεν, καὶ ἂν ὄχι ἄλλοι, οἱ ἱερεῖς θὰ ἐπαναστατήσουν ἐναντίον σου. Ἠξεύρεις ὅτι σὲ τιμῶ καὶ σ’ ἀγαπῶ. Νομίζω, τὸ κατ’ ἐμέ, καὶ ἡ Βουλὴ πιστεύω νομίζει, ὅτι θὰ κάμῃς καλὰ νὰ καθήσῃς μεταξὺ ἡμῶν, πότνια δὲ λέγεται καὶ σοφὴ ἡ λήθη τῶν κακῶν. Θὰ ἰδῇς δὲ ὅτι εἶναι τὸ πᾶν γαλήνη, καὶ θὰ προχωρήσωμεν μὲ τὴν συνταγματικὴν γαλήνην, καὶ θὰ κάμωμεν ὅ,τι εἶναι δυνατόν. Ἐν ὅσῳ σὺ δὲ ἐπιμένεις ὅπως ἐπιμένεις, ἐγὼ δέχομαι τὸ ἀξίωμα σου, καὶ σοὶ λέγω, ὅτι ἡ ἐπιμονή σου εἶναι διαβολική.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσω περαιωμένην τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν πρακτικῶν. Ἠκούσατε, κύριοι, τὸν κ. Χοϊδᾶν τίνι τρόπῳ ἐδικαιολογήθη· ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν, ἂν καλῶς ἔχουσι τὰ πρακτικά· οἱ παραδεχόμενοι ὅτι καλῶς ἔχουσι νὰ ἐγερθῶσιν· (τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφίβολον).
§9ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἠμφισβητήθη ἡ ἀκρίβεια τῶν πρακτικῶν· δὲν ἠμφισβητήθη τὸ γεγονὸς ὅτι χθὲς ἀπεδοκιμάσθη ὁ κ. Χοϊδᾶς· ὁ κ. Χοϊδᾶς παρεπονέθη μόνον ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκ πλάνης τὸν ἀπεδοκίμασε Λοιπὸν εἶναι δύω ζητήματα διακεκριμένα, τὸ πρῶτον ἂν καλῶς ἔχουσι τὰ πρακτικὰ, τὸ δεύτερον.....
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ δεύτερον θὰ ἔλθῃ βραδύτερον. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἔχουσι καλῶς τὰ πρακτικὰ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐμβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· πρὸ ταύτης εἶναι ἡ ἀξίωσις τοῦ κ. Χοϊδᾶ τοῦ νὰ ἀφαιρεθοῦν ἀπὸ τὰ πρακτικὰ τὰ χθὲς ἀποφασισθέντα, τουτέστι τοῦ νὰ ἀνακαλέσῃ ἡ Βουλὴ τὴν χθεσινὴν ἀπόφασίν της περὶ αὐτοῦ.
§11ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§12ΧΟΪΔΑΣ. Σήμερον, ἀφοῦ παραδέχεσθε ὅτι εἶμαι βασανιστής σας, ὁ τύραννός σας καὶ ὅτι ἐξέφερον τὰς πλέον βλασφήμους ἰδέας, νὰ δεχθῆτε τὴν παραίτησιν μου· ἢ μαίνομαι καὶ σεῖς σωφρονεῖτε, ἢ σεῖς πλανᾶσθε καὶ μετὰ πλανωμένων δὲν ἐπιθυμῶ νὰ συνεργάζωμαι.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο πρότασις περὶ ἀναβολῆς διὰ τὴν αὔριον.
§14ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἕως τώρα κατὰ τὰ προηγούμενα τῆς Βουλῆς ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται ἐπὶ τῆς παραιτήσεώς τινος τῶν βουλευτῶν· εἰς ἄλλας Βουλὰς ἐπὶ παραιτήσεως ἡ Βουλὴ δὲν ἀποφαίνεται ἐπ’ αὐτῆς ἂν τὴν δέχεται ἢ ὄχι, διότι ὁ βουλευτὴς εἶναι κύριος ἂν θέλῃ νὰ κάθηται· οἱ ἐκλογεῖς του δὲ κρίνουν κατόπιν περὶ τῆς παραιτήσεως. Τὸ σημερινὸν ὅμως γεγονὸς εἶναι ὅλως διόλου ἐκτὸς τῶν προηγουμένων ἡμῶν· δὲν παρίσταται παραίτησις διὰ τοὺς λόγους α, β, γ, τοὺς ὁποίους ὁ βουλευτὴς κακῶς κρίνει καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ..................................................
§15ΖΩΧΙΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Χοϊδᾶς ἐν τῷ δικαιώματί του ἀπαιτεῖ τὴν παραίτησιν του, διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους εἶπε· τοῦτο δὲν ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ τὸ κρίνῃ· εἶναι τῆς ἐλευθερίας τοῦ βουλευτοῦ, τῆς συνειδήσεώς του· τώρα τί θέλετε νὰ κάμῃ ἡ Βουλὴ; Ἂν π. χ. εἴπῃ, δὲν παραδέχομαι τὴν παραίτησιν του δύναται νὰ βιάσῃ τὸν κ. Χοϊδᾶ νὰ μείνῃ; Ἡ παραίτησις τοῦ κ. Χοϊδᾶ οὕτως εἶναι διατετυπωμένη, καὶ οὕτως ἐπανειλημμένως ἐπεξηγήθη. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δὲν εἶναι ἀντικείμενον εἰς τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ἐπέμβῃ ἡ Βουλὴ. Θὰ εἴμεθα δὲ τύραννοι, ἐὰν τοῦ εἴπωμεν, θέλομεν νὰ μείνῃς.
§16ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα παράρτημα Βʹ.)
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δημητριάδης ἐπρότεινε τὴν ἀναβολήν.
§18ΧΟΪΔΑΣ. Μὴ ἐνομίσατε, ὅτι ζητῶ ἐπιείκειαν...
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε, κύριοι, τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Χοϊδᾶ. οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν...
§20ΧΟΪΔΑΣ. Κύριε πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν διὰ τὴν αὔριον νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Χοϊδᾶ νὰ ἐγερθῶσιν· (τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφίβολον).
§22ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ ἀνάπαλιν, κ. πρόεδρε.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Χοϊδᾶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι)... Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν παραίτησιν. Ἕνδεκα πολῖται ἐκ Καρβασαρᾶ παραπονοῦνται πικρῶς διὰ τὴν κατάργησιν τῆς ἐκεῖ ἁλαταποθήκης.
§24ΤΙΝΕΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Α. Σ. Ἀγαπητὸς κάτοικος Πατρῶν συνέγραψε τὸν βίον τῶν ἐνδόξων ἀνδρῶν τοῦ ἀγῶνος καὶ ἐξαιτεῖται τὴν βοήθειαν τῆς Βουλῆς.
§26ΤΙΝΕΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§27ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς νομίζω, ὅτι δυνάμεθα ἀμέσως ν’ ἀποφανθῶμεν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις ἐπὶ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§29ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μας κύριος Λομβάρδος μὲ ἀναγκάζει σήμερον νὰ λάβω τὸν λόγον, ὄχι δι’ αὐτὸν, ἀλλὰ διὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, διότι χθὲς μετὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως ἐπυροβόλησε κατ’ ἐμοῦ λαθραίως· ἐνόμιζε δὲ ὅτι ἦτο τὸ τέλος τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐγὼ ἔπεσα νεκρός. Ἡ μεγάλη τοῦ ῥήτορος δύναμις εἶναι τὸ πάθος, ὁ λαλῶν γίνεται ἄλλος ἀντ’ ἄλλου, μαίνεται, καὶ κατὰ τοῦτο, χωρὶς νὰ σκανδαλισθοῦν οἱ συνάδελφοί μας, ἐξέχει ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· ἀλλὰ τὸ πάθος τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν παθῶν τῶν εὐγενῶν, τὰ ὁποῖα ἡ δύναμις τῆς ψυχῆς παράγει (θόρυβος). Ὁ δὲ ἀξιότιμος κύριος Λομβάρδος εἶπεν, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν ὑπῆρχε παμψηφία, ἐξαιρουμένου ἑνός. Καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Γάλλων ὑπῆρχε παμψηφία, πέντε δὲ μόνον ἀντέτεινον, ἀλλ’ οἱ πέντε εὑρέθη ὅτι εἶχον δίκαιον. Καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας τὰς παλαιὰς ὑπῆρχε παμψηφία, μία δὲ μόνον ψῆφος ἦτον ἐναντία, ἡ τοῦ Φωκίωνος, καὶ ὁ Φωκίων ὅμως ἀπεδείχθη ὅτι εἶχε δίκαιον. Κ. Λομβάρδε, συμβουλεύεις τὴν Ἑλλάδα νὰ λάβῃ τὰ ὅπλα, νὰ κλείσῃ δὲ τὰ μάτια της, καὶ ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τάν. Δὲν εἶσαι δὲ ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀνέβησαν ἅπαξ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἀνέβης πολλάκις, καὶ θὰ ἀναβῇς· εἶσαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶδον ἐκ τοῦ πλησίον τὰ πράγματα. Δὲν μᾶς λέγεις, λοιπὸν, κ. Λομβάρδε, ποίους ἔχεις συμμάχους; διότι κἄτι θὰ γνωρίζῃς· πόσας ἔχεις τροφὰς συνηγμένας, πόσα ἐφόδια, πόσον στρατὸν, πόσα χρήματα, πόσας ἐλπίδας; Δὲν παύεις λέγων: «Ἐγὼ ἀφιερῶ τὰ πάντα εἰς τοὺς ὑπουργούς.» Ἐγὼ ὅμως δὲν πιστεύω τοὺς ὑπουργούς. Αὕτη δὲν εἶναι ἡ οὐσία τῶν πραγμάτων, περὶ ἧς πρέπει νὰ συζητήσωμεν. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν μέχρις ἐσχάτων ὑπῆρχεν ἡ μεγαλειτέρα θαλασσοπορίας ἐλευθερία. Ἀπεστέλλοντο τὰ πλοῖα τὰ ἐμπορικὰ ἄνευ ἐξετάσεως, οὐδεὶς δὲ ἐφρόντιζεν ἂν εἶχον ἐφόδια, ἄρμενα, τροφὰς, ἐξήρχοντο ἐκ τοῦ λιμένος καὶ ἐπνίγοντο. Σήμερον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐκπλεύσουν τὰ πλοῖα, ἂν δὲν ἔχουν ὅλα τὰ ἀναγκαῖα ἐφόδια. Δὲν ἐπιτρέπεται λοιπὸν καὶ σὺ νὰ ἐπιχειρήσῃς τι χωρὶς τῶν ἀναγκαίων ἐφοδίων, διότι ἄλλως στέλλεις πρόβατα ἐπὶ σφαγήν. Τοιουτοτρόπως δὲ τῶν πραγμάτων ἐξεταζομένων, ποῖος εἶναι ὁ φιλοπόλεμος; Ἐγὼ δὲν εἶμαι, σὺ δὲ εἶσαι, διότι ἀκούεις, οὐχὶ τὴν κεφαλήν σου, ἀλλὰ τὴν καρδίαν σου, αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι πρᾶγμα φρόνιμον. Καὶ τὰ πολεμικὰ ὑπάγονται εἰς ὑπολογισμούς. Εἷς ἐκ τῶν συναδέλφων μας ἐπεκαλέσθη τὸν ἐνθουσιασμὸν τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι καὶ ἐγὼ νὰ λαλήσω περὶ ἐνθουσιασμοῦ. Μία ἐκ τῶν πόλεων, αἱ ὁποῖαι ἔπεσαν ἀνδρικῶς, εἶναι ἡ παλαιὰ Καρχηδών. Ἡ πόλις αὕτη ἐπολέμησε τρία ἔτη, χωρὶς ὅπλων, χωρὶς χρημάτων, χωρὶς τίποτε, αἱ γυναῖκες ὅμως ἔδωκαν καὶ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς των, ἀπὸ δὲ τῶν ναῶν ἔλαβον πᾶν πολύτιμον ἀνάθημα. Πρὶν λάβῃς λοιπὸν καὶ σὺ τὰς κανδήλας τοῦ ἁγίου Διονυσίου πρὸς παρασκευὴν τοῦ ἔθνους, παῦσε ἀπὸ τοῦ νὰ μᾶς ἐρεθίζῃς.
§30ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπειδὴ μᾶς ἀνέφερες τὰ κανδήλια τοῦ ἁγίου Διονυσίου σοῦ λέγω, ὅτι εἰς τὰ 1854 ὁ ἡγούμενος τοῦ ἁγίου Διονυσίου, ἐξεκρέμασε τὰ κανδύλια τοῦ ἁγίου Διονυσίου, ἔλαβεν ὅλον τὸν ἄργυρον, τὸν ἔθεσεν εἰς ἕνα κιβώτιον ἵνα ὑπάγῃ εἰς τὴν Ἤπειρον, ἀλλ’ ἐπανῆλθεν ὀπίσω ὅταν ἦλθεν ἡ εἴδησις ὅτι ἡ ἐπανάστασις κατεστάλη· ὅταν ἔλθῃ ἀνάγκη, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι οὕτω θὰ κάμουν ὅλοι οἱ ἡγούμενοι τῶν Μονῶν τῆς Ἑλλάδος.
§31ΖΩΧΙΟΣ. Διηγεῖτο ποτέ τις, ὅτι μέγα ἐπήδησε πήδημα εἰς τὴν Ῥόδον, ἀλλὰ πονηρός τις ἀπεκρίθη πρὸς αὐτόν· ἰδοὺ ἡ Ῥόδος, ἰδοὺ καὶ τὸ πήδημα. Εἴμεθα εἰς τὸ ἔτος 1877 καὶ τὰ τύμπανα κράζουν, εἰς τ’ ἄρματα, εἰς τ’ ἄρματα! τί ἀνατρέχεις εἰς τὸ ἔτος 1854; ἰδοὺ ἡ Ῥόδος, ἰδοὺ τὸ πήδημα. Ἀλλ’ ἠξεύρεις διατί εἶμαι ἐναντίος σου, κ. Λομβάρδε; ἐχρημάτισες ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.
§32ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δι’ ὀκτὼ ἡμέρας.
§33ΖΩΧΙΟΣ. Ἔστω· ἀλλὰ δὲν ἔμαθες, ποῖος ἦτο ὁ Κουτσονομῆς. Τοιοῦτον ἄνθρωπον δὲν εὑρίσκεις σήμερον. Ἦτο ὑπαξιωματικὸς κυβερνήτης ἑνὸς τρεχαντηρίου δημοσίου ἐπὶ Κυβερνήτου, ἔζη δὲ καὶ ἐπὶ Βασιλέως Ὄθωνος, κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν Λεζούτρου. Ὁ Λεζούτρας ἔτυχεν εἰς Πόρον, εἶχε δὲ ἀνάγκην νὰ στείλῃ γράμμα εἰς τὰς Ἀθήνας· ἀλλ’ ὁ Μιαούλης τοῦ εἶπεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν, διότι μεγάλη ἐπεκράτει τρικυμία· ἦτο δὲ καὶ νύξ. Ὅταν δὲ ἔλεγεν ὁ Ἀνδρέας Μιαούλης ὅτι ἦτο μεγάλη τρικυμία, ἐγνώριζε τί ἔλεγεν. Ἀλλὰ περίμενε μίαν στιγμὴν, εἶπε πρὸς τὸν ὑπουργὸν ὁ Μιαούλης, καὶ καλεῖ τὸν Κουτσονομῆν καὶ λέγει πρὸς αὐτόν: ὁ ὑπουργὸς θέλει νὰ στείλῃ γράμμα εἰς τὰς Ἀθήνας, τολμᾷς νὰ ὑπάγῃς; Ὁ Κουτσονομῆς εἶπε, ναὶ, ἀλλὰ μὲ προβιβάζει ὁ ὑπουργός; Ὁ ὑπουργὸς συγκατανεύει, καὶ ὁ Κουτσονομῆς τὸ πρωῒ ἦτον εἰς τὰς Ἀθήνας. Τὸν Κουτσονομῆν σήμερον δὲν τὸν εὑρίσκετε. Ὁ γέρων Σαχτούρης ἐντὸς τεσσαράκοντα ἡμερῶν ἐσκάρωσε μίαν κορβέταν καὶ ἐντὸς τεσσαράκοντα ἡμερῶν τὴν ἐτελείωσε. Σὲ παρακαλῶ δὲ νὰ διατάξῃς, κύριε ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, νὰ κατασκευάσῃς μίαν λέμβον, καὶ θὰ ἰδῇς ὅτι θὰ χρειασθῇς ἓξ μῆνας. Ἰδοὺ διατί τὰ γόνατά μου κλονίζονται. Μᾶς λέγουν, ὅτι ἔμαθον οἱ ναῦται καλῶς τὰ γυμνάσια τοῦ οὐλαμοῦ, τοῦ λόχου, καὶ τὰ λοιπά. Ἀλλ’ ἐν τούτοις λείπει τὸ κύριον, τοὐτέστιν Ἀρχαῖός τις στρατηγὸς ἔλεγεν, ὅτι ἐκεῖνος ὁ στρατὸς εἶναι καλὸς, ὅστις φοβεῖται μᾶλλον τοὺς ἄρχοντας ἢ τοὺς πολεμίους. Τὸ κατώρθωσες αὐτὸ, κ. Λομβάρδε; Δὲν εἶναι, τὸ ἓν, δύω, ἓν, δύω, τὸ μέγα στρατιωτικὸν μάθημα, ἀλλ’ ἄλλο τι. Διὰ νὰ φοβῆται δὲ τοὺς ἄρχοντας ὁ στρατὸς πρέπει νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτούς. Ὅταν ἀφίνῃς τὸν στρατιώτην νηστικὸν, γυμνὸν, ταλαιπωρούμενον, πῶς θέλεις νὰ σὲ ἀκολουθήσῃ καὶ νὰ ἔχῃ ὑπόληψιν εἰς σέ; Θέλεις, κ. Λομβάρδε, νὰ παρασκευασθῶμεν; Κατόρθωσον νὰ σχηματίσῃς Κυβέρνησιν μόνιμον. Ἦλθεν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος καὶ ὑπέδειξε τὸ πῶς νὰ παρασκευασθῶμεν, ἀλλ’ ὅλοι ἐφωνάξαμεν κάτω. Ἦλθεν ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κ. Δεληγεώργης, ἦλθον καὶ ἐγὼ καὶ δὲν μᾶς ἀφήσατε νὰ πάρωμεν φύσημα.
§34ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἤμην ἐναντίος.
§35ΖΩΧΙΟΣ. Ναὶ, ἀλλὰ ἀπὸ μέσα σου τὸ ηὔχεσο (ἱλαρότης). Ἦλθε πάλιν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, καὶ πάλιν εἴπομεν, κάτω. Πῶς εἶναι δυνατὸν μὲ αὐτὰς τῶν Κυβερνήσεων τὰς ἀλλεπαλλήλους πτώσεις νὰ κατορθώσωμεν καλόν τι; Ὁ κ. Τρικούπης ἔχει σχέδιόν τι; Πρέπει νὰ μείνῃ διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ τὸ πραγματοποιήσῃ, διότι ἂν ἔλθῃ ἄλλος, τὸ σχέδιον αὐτὸ τὸ κατέστρεψε διὰ διαφόρους λόγους. Ἐὰν θέλετε νὰ παρασκευασθῶμεν, πρέπει νὰ παρασκευασθῶμεν κατόπιν, δηλ. ἀπὸ τῆς σήμερον ἂς ἀρχίσωμεν νὰ σχηματίσωμεν μόνιμον Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ μᾶς λέγουν, πῶς; καὶ θέλετε Κυβέρνησιν καλλιτέραν τῆς σημερινῆς; Καὶ τί εἶναι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις; Ἂς ἐπέλθῃ ὀλίγη γαλήνη, καὶ εὐθὺς δὲν θὰ ἰδῆτε ἐξ αὐτῶν κανένα, διότι ἔχουν τὰ στοιχεῖα μονίμου Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Λομβάρδος μὲ εἶδε χθὲς ὅτε ἐλάλει ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι ἐνύσταξα, ὅτι κοιμῶμαι, καὶ διὰ τοῦτο ἐπετέθη κατ’ ἐμοῦ· ἐλησμόνησεν ὅμως ἀνέκδοτόν τι Ῥωμαϊκόν. Ῥωμαῖός τις ἐκάλεσε τὸν Μαικήναν εἰς δεῖπνον. Προχωρούσης δὲ τῆς εὐθυμίας, ὁ Μαικήνας καὶ ἡ γυνὴ τοῦ φιλοξενοῦντος ἐπεχείρησαν ἐρωτικὴν ἀνταπόκρισιν διὰ τῶν ὀμμάτων, ὁ δὲ σύζυγος αὐτῆς ὑπεκρίθη τὸν κοιμώμενον. Ὠφελούμενος δὲ τῆς περιστάσεως ὁ ὑπηρέτης, ἐτόλμησε ν’ ἁρπάσῃ τὸ ποτήριον αὐτοῦ διὰ νὰ τὸ κενώσῃ, ἀλλ’ αὐτὸς ἀνοίξας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὑτοῦ εἶπε πρὸς τὸν ὑπηρέτην: Σὺ δὲν εἶσαι Μαικήνας. Τοὐτέστιν, ἐχαρίσθην πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ δὲν χαρίζομαι καὶ πρὸς τὸν κ. Λομβάρδον. Ἰδοὺ δὲ ποῖον εἶναι τὸ φρόνημά μου, κύριε Λομβάρδε. Διὰ νὰ παρασκευασθῶμεν, οὐκέτι καιρός. Πρέπει δὲ νὰ παρασκευασθῶμεν, διότι ἔχομεν νὰ πολεμήσωμεν, οὐ μόνον πρὸς τοὺς Τούρκους, τοὺς ὁποίους φοβεῖσθε, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἄλλους πολὺ ἰσχυροτέρους. Διὰ νὰ παρασκευασθῶμεν ὅμως χρειάζεται χρόνος. Ἤδη δὲ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν ἄλλο τίποτε, παρὰ νὰ συναθροίσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν στρατιώτας τακτικοὺς εἰς τὰ σύνορα. Πρὸς τοὺς ἐφέδρους δὲ πρέπει νὰ εἴπωμεν νὰ ὑπάγωσιν εἰς τοὺς οἴκους των. Πρέπει δὲ νὰ συναθροίσωμεν εἰς τὰ σύνορα ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρας τροφὰς καὶ περισσότερα ἐφόδια. Ἂν δὲ ἀκούσητε τοὺς κώδωνας νὰ σημαίνουν τὸ νεκρώσιμον τῆς Τουρκίας, τότε βάλετε εἰς τὰ ὅπλα σας κλάδον ἐλαίας καὶ πορεύεσθε, οὐχὶ νὰ πολεμήσητε, ἀλλ’ ἵνα καταλάβητε τόπον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐν πλήρει ἀναρχίᾳ, καὶ ἵνα παραλάβητε τοὺς ἀδελφούς σας καὶ τοὺς ἄλλους κατοίκους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν κανένα φίλον καλλίτερον ἀπὸ σᾶς. Εἰς τὴν ἀναρχίαν ἐκείνην θὰ εἴπητε, ἰδοὺ ἐγώ. Ζηλοτυπεῖτε τὴν δόξαν τῶν Μαυροβουνίων, τῶν Σέρβων, τῶν Βλάχων. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ τοὺς φθονήσωμεν, διότι ἡ Ἑλλὰς ἐπανέστη μόνη, ἀνέστησε τὴν ἐλευθερίαν αὐτῆς μόνη, ἐνῷ αὐτοὶ ζῶσιν ὑπὸ τὰς πτέρυγας τοῦ μεγάλου ἀετοῦ. Ὑπάρχουν φυτὰ, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται ν’ ἀναπτυχθῶσιν ὑπὸ τὴν σκέπην ἄλλου, καὶ τοιαῦτα εἶναι τὰ ἐλεύθερα μικρὰ κράτη. Ἡ Ἑλλὰς ὅμως εἶναι μέγα κράτος, διότι ἡ θάλασσα ἡ Μεσόγειος εἶναι καὶ Ἑλληνικὴ θάλασσα. Βλέπεις, κύριε Λομβάρδε, ὅτι δὲν εἶμαι ἐναντίος τῶν παρασκευῶν, ἀλλὰ μοῦ λείπει ὁ Κουτσουνομάς, μοῦ λείπει ὁ Σαχτούρης· οἱ στρατηγοὶ δὲν γίνονται διὰ μιᾶς. Ἀλλὰ φοβοῦμαι, κύριε Λομβάρδε, ὅτι ἐκλείσθης ἔξω τοῦ νυμφῶνος. Τότε τί θὰ εἰπῇς; Δὲν ἔχεις νὰ εἰπῇς τίποτε, διότι ὅλοι ἔχομεν τοὺς ἀντιπροσώπους μας εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ εἴμεθα ὑπεύθυνοι. Δὲν σοῦ ἀρκεῖ, ὅτι ψηφίζει ἡ Βουλὴ ὑπὲρ τῶν ὑπουργῶν; δὲν ἀφίνεις ν’ ἀντιλέγουν καὶ δύω τρεῖς; Νομίζεις, ὅτι διὰ τὰς παρασκευὰς ἀρκοῦν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ζητοῦν οἱ ὑπουργοί; Ἂν τῷ ὄντι θέλετε νὰ κάμητε παρασκευὰς, αὐτὰ εἶναι μηδέν.
§36ΔΟΥΜΑΣ. Ἀναλόγως τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, φαίνεται ὅτι προτίθεται νὰ κάμῃ καὶ τὰς παρασκευάς.
§37ΖΩΧΙΟΣ. Εἴθε.
§38ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τότε εἴμεθα σύμφωνοι.
§39ΖΩΧΙΟΣ. Χαίρω, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος συνεφώνησε μετ’ ἐμοῦ. Ἂς ἔλθω καὶ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Χθὲς μᾶς εἶπεν, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως τῆς νέας τὸ χρηματικὸν αὐξάνει. Ἔχω ἐδῶ τὴν κατάστασιν τῆς 31 Ὀκτωβρίου 1877. Ἰδοὺ ποῖον μέταλλον εἶχεν ἡ Τράπεζα εἰς τὸ Κεντρικὸν κατάστημα, εἰς τὸ ὑποκατάστημα Πειραιῶς καὶ εἰς τὰ λοιπὰ ὑποκαταστήματα 9,644,000. Εἰς τὴν Ἑλλάδα λοιπὸν ὑπάρχουν αὐτὰ τὰ μετρητά. Ἔχει ὅμως συγχρόνως μετρητὰ ἄλλα εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν καὶ αὐτὰ εἶναι 8,276,000. Λοιπὸν. Τὸ χαρτονόμισμα εἶναι..... Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤδη ἔκαμεν σύμβασιν καὶ λέγει τὸ μέταλλον, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν Τράπεζαν, εἶναι 12 ἑκατομμύρια περίπου, αὐξάνει δὲ τὸ χαρτὶ εἰς 19 τόσα ἑκατομμύρια. Σημειωτέον, ὅτι ἐκ τῶν 12 ἑκατομμυρίων ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ πάρῃ μέταλλον μέχρις 7 ἑκατομμύρια· ὁ ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν θὰ τὰ πάρῃ, ἀλλ’ ἂν εὑρεθῇ, εἰς τὴν ἀνάγκην θὰ τὰ πάρῃ (θόρυβος καὶ συνδιαλέξεις μεταξὺ Δεληγεώργη καὶ Ζωχιοῦ). Ἂν οἱ ἀριθμοὶ εἶναι ἀκριβεῖς ἐγὼ ἔχω δίκαιον, ἂν δὲν ἦναι δὲν ἔχω δίκαιον. Κάμνω δὲ τελευταῖον τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Δυστυχῶς εἰς τὸ Κοινοβούλιον ὁσάκις ἔτυχε λόγος περὶ ἀριθμῶν δὲν ἐσυμφωνήσαμεν ποτέ. Ὅταν ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔφερε τὸν λογαριασμὸν περὶ δανείων καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις τότε εἶχε δίκαιον καὶ ὁ κ. Παπαμηχαλόπουλος εἶχε δίκαιον. Ὁ κ. Ζαΐμης, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔλεγον, ἡμεῖς ἔχομεν δίκαιον, οἱ ἄλλοι τὸ ἐναντίον. Τὸ ἐξαγόμενον εἶναι, ὅτι οἱ λογαριασμοὶ τῆς Ἑλλάδος εὑρέθησαν πάντοτε λανθασμένοι. Ἂν δὲ πιστεύωμεν ὅτι θὰ ἐξέλθῃ καλόν τι ἐκ τῶν δαπανῶν αὐτῶν, εὐλογητὸς ὁ Θεός. Ἐὰν ὅμως πρόκειται νὰ ῥίψωμεν καὶ αὐτὰ τὰ χρήματά μας εἰς τὴν θάλασσαν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μείνωμεν ἥσυχοι. Δὲν πρέπει δὲ νὰ ἐξαντλήσωμεν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καταποντίζοντες τὸν τόπον εἰς τῶν χαρτονομισμάτων τὴν ἄβυσον. Ἐρωτῶ δὲ τὴν κατόπιν ἐρχομένην Κυβέρνησιν, πῶς θὰ σώσῃ τὸν τόπον ἀπὸ αὐτὸ τὸ δυστύχημα; Ὁ κύριος Βούλγαρης εἰς μίαν ἄλλην περίστασιν ἐδανείσθη χρήματα ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ ἡ Τράπεζα ἠναγκάσθη νὰ βάλῃ εἰς ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τὰ γραμμάτιά της, ὁ δὲ κύριος Ζαΐμης διώρθωσε τὸ πρᾶγμα. Ἤδη ὅμως δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ εὑρεθῇ ἄνθρωπος, ὅστις θὰ κατορθώσῃ νὰ καταργήσῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, βάλλων εἰς κυκλοφορίαν, ὄχι χαρτιὰ, ἀλλὰ μέταλλον; Περιμένω τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν συνάδελφόν μας κύριον Λομβάρδον νὰ μὲ πείσουν ὅτι πλανῶμαι, καὶ ὅτι αὐτοὶ εἶναι ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Νομίζω ὅμως ὅτι ὁ ἐνθουσιασμὸς τοὺς κάμνει νὰ βλέπουν ἄλλα ἀντ’ ἄλλων. Μὴ νομίσετε δὲ ὅτι ἐγὼ πολεμῶ τὸ νομοσχέδιον, διότι φρονῶ ὅτι καὶ παρὰ τὴν θέλησίν μου θὰ ἐγκριθῇ. Ἀλλὰ ἐγὼ νίπτω τὰς χεῖράς μου, διὰ νὰ μὴ ἔλθῃ κατόπιν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἴπῃ: καὶ σὺ ἤσουν σύμφωνος. Θέλω νὰ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ λέγω: ἀθῶός εἰμι ἀπὸ τοῦ αἵματος τοῦ δικαίου τούτου, ὑμεῖς ὄψεσθε.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς εἶναι ἐγγεγραμμένος.
§41ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὀφείλω, κύριοι, νὰ διασαφήσω τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνεκίνησεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας. Εἶπεν ὅτι τὸ μεταλλικὸν τῆς Τραπέζης εἶναι ἤδη δραχ. 9,600,000 καὶ ἐθεώρησεν αὐτὸ ὡς ὑποθέτω ἀνεπαρκές. Ἐὰν ἦναι ἀνεπαρκές, δὲν ἕπεται ὅτι ἡ σύμβασις εἶναι κατακριτέα, διότι ἡ σύμβασις ἴσα ἴσα εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην του, δηλαδὴ δὲν εὐχαριστεῖται εἰς τὸ μεταλλικόν, τὸ ὁποῖον ἔχει ἤδη ἡ Τράπεζα, ἀλλ’ ὑποχρεοῖ αὐτὴν νὰ τὸ ἀναβιβάσῃ κατὰ τρία ἔτι ἑκατομμύρια, διότι ὑποχρεοῖ τὴν Τράπεζαν ἀντὶ 9,600,000 νὰ ἔχῃ εἰς τὰ ταμεῖά της μεταλλικὸν 12,500,000.
§42ΖΩΧΙΟΣ. Τότε εἴμεθα σύμφωνοι.
§43ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ σύμβασις περὶ δύο πραγμάτων πραγματεύεται, περὶ τῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκδοθῶσι, καὶ περὶ τοῦ μεταλλικοῦ, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἔχῃ εἰς τὸ ταμεῖόν της· πῶς δὲ θὰ τὰ διαθέσῃ ἡ Τράπεζα δὲν ἐπεμβαίνει οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἡ σύμβασις. Ἡ Κυβέρνησις θέλει ζητήσει τὸ συμφέρον της καὶ ὅπου εὑρίσκει συμφέρον καλλίτερον θὰ μεταχειρισθῇ τὰ χρήματά της.
§44ΔΟΥΜΑΣ. Κατὰ τὸ καταστατικὸν τί μεταλλικὸν ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἡ Τράπεζα;
§45ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἀντιπρόσωπος Σύρου μὲ ἐρωτᾷ, ὁποῖον μεταλλικὸν κατὰ τὸ καταστατικὸν ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἡ Τράπεζα εἰς τὸ ταμεῖόν της· ἀπαντῶ ὅτι ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὸ ⅓ τοῦ εἰς ἐμφάνισιν παθητικοῦ της· σύγκειται δὲ αὐτὸ ἐκ τῶν Τραπεζικῶν γραμματίων καὶ τῶν ἀνοικτῶν λογαριασμῶν, τοὺς ὁποίους ὀφείλει νὰ πληρώσῃ εἰς πρώτην ζήτησιν, καὶ τοιοῦτοι εἶναι οἱ ἐξ ἀτομικῶν καταθέσεων συναγόμενοι. Ἀφοῦ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία παρεδέχθη διὰ τῆς προηγηθείσης συμβάσεως, ὅτι ἡ Τράπεζα θέλει δανείσει εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις ποσὸν 14 ἑκατομμύρια δραχμῶν εἰς Τραπεζικὰ γραμμάτια, ἑπόμενον ἦτο ν’ ἀποφανθῇ καὶ ἀπεφάνθη ὅτι ἡ ἀναλογία, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ γραμματίων καὶ μεταλλικοῦ κατὰ τὸ καταστατικόν, δὲν δύναται πλέον νὰ ἐξακολουθήσῃ. Καὶ τῳόντι, κύριοι, ἓν ἐκ τῶν δύο ἔπρεπε ν’ ἀποφασίσῃ τὸ ἔθνος, ἢ ἔπρεπε νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Τράπεζα χρεωστεῖ νὰ τηρήσῃ τὸ καταστατικὸν ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον, καὶ τότε δὲν ἠδύνατο νὰ δανεισθῇ τὸ Δημόσιον ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, ὑφ’ οὓς ἐδανείσθη ὅρους, ἢ ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέψῃ ἐντὸς ὡρισμένων ὁρίων τὴν ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τοῦ καταστατικοῦ. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ ὁ τόπος, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει, ἐσκέφθησαν, ὅτι ἡ πίστις ἣν παρέχει τὸ Κράτος εἶναι ἀξία ν’ ἀσφαλίσῃ τὴν ἀπὸ τοῦ καταστατικοῦ παρεκτροπήν. Καὶ ἤδη καλεῖται πάλιν ὁ τόπος ν’ ἀποφανθῇ ἐὰν νομίζῃ, ὅτι ἡ πίστις τοῦ Κράτους ἐπιτρέπει ὅπως ἡ ἀπομάκρυνσις ὑπάρξῃ ἔτι μείζων. Ἡ σύμβασις σκοπὸν ἔχει ν’ ἀπαλλάξῃ τὸ μεταλλικὸν τῆς Τραπέζης ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ δανείου καὶ τὸ δάνειον τῆς Τραπέζης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐννοεῖ νὰ τὸ περιορίσῃ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἐὰν δὲ ἀναγνώσητε τὴν σύμβασιν θέλετε ἴδει ὅτι αὐτὸ καὶ λέγεται εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον αὐτῆς· ἀλλὰ κατόπιν, καὶ πρὸ πάντων τῇ ἐπιμονῇ τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐτέθη ὁ ὅρος ὅτι διατηρεῖ τὸ ἀρχικὸν δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν λάβῃ ἀνάγκην, νὰ μεταχειρισθῇ τὸ μεταλλικὸν ἀντὶ τῶν Τραπεζικῶν γραμματίων. Πρέπει ὅμως νὰ θεωρήσητε τὸν ὅρον τοῦτον ὡς μὴ ὑπάρχοντα, διότι καὶ χθὲς σᾶς ἐβεβαίωσα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προτιμᾷ νὰ πληρώσῃ διὰ τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος παρὰ νὰ ἀφαιρέσῃ τὸ μεταλλικόν. Διὰ τοῦτο ὁ ὅρος αὐτὸς ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ ὑπάρχον ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρξῃ ἔκτακτος ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν δὲν βλέπω. Σᾶς ἐνθυμίζω δὲ ὅ,τι καὶ χθὲς σᾶς εἶπον περὶ τῆς νέας συμβάσεως. Ἄν καὶ κατ’ αὐτὴν ἡ Τράπεζα θέλει αὐξήσει τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν της γραμματίων, ἀλλ’ ὅμως ἐπειδὴ ὑποχρεοῦται ἀντὶ 5 νὰ ἔχῃ 12½ ἑκατομμυρίων δραχμῶν μεταλλικὸν ἀποταμίευμα, τὰ γραμμάτιά της θέλουσιν ἀσφαλίζεσθαι πολλῷ μᾶλλον κατὰ τὴν νέαν ταύτην σύμβασιν ἢ κατὰ τὴν παλαιάν, διότι ἡ ἀναλογία τοῦ μεταλλικοῦ πρὸς τὰ γραμμάτια, ἐνῷ ἦτο ὡς 1 πρὸς 9, ἤδη εἶναι ὡς 1 πρὸς 5. Ὑπάρχει δὲ μία διάταξις εἰς τὴν νέαν σύμβασιν ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς· «ὡς πρὸς δὲ τὴν ἀντιπροσώπευσιν τοῦ ἐν γένει παθητικοῦ θέλει ἰσχύει τὸ ἄρθρον θʹ. τῆς ἀπὸ 15 Νοεμβρίου 1874 συμβάσεως, ἐκπιπτομένου τοῦ ποσοῦ, ὅπερ δυνάμει τῆς παρούσης καὶ τῆς ἀπὸ 19 Ἰουνίου ε. ε. συμβάσεων ἐδάνεισε ἡ Τράπεζα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.» Ἠξεύρετε, ὅτι κατὰ τὸ καταστατικὸν τῆς Τραπέζης τὸ ἐν γένει παθητικὸν αὐτῆς δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ διπλάσιον τῶν μετοχικῶν κεφαλαίων καὶ τοῦ ἀποταμιεύματος. Αὐτὸς ὁ ὅρος διατηρεῖται ἀκόμη καὶ σήμερον ἐξαιρουμένου τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἤθελε δανείσει πρὸς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἡ Τράπεζα. Ἐὰν βέβαια, κύριοι, ὑποθέσετε, ὅτι τὸ Κράτος δὲν παρεῖχε τὴν πίστιν νὰ καλύψῃ τὴν μεταλλικὴν ἀξίαν, ἣν ἔχουν τὰ γραμμάτια τῶν 21,000,000 τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις θέλει δανεισθῆ, τότε φυσικῷ τῷ λόγῳ ἡ σύμβασις θὰ ἦτο πρᾶξις καταστρέφουσα τὴν πίστιν τῆς Τραπέζης καὶ τῶν γραμματίων. Ἀλλὰ εἶμαι βέβαιος ὅτι οὐδεὶς τὸ φρονεῖ, οὔτε ἡ κοινωνία, ἥτις διατελεῖ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δυσανασχετεῖ, ἐξ ἐναντίας, κύριοι, παρατηρεῖται εἰς τὰς συναλλαγὰς τῆς ἀγορᾶς ὅτι τὸ μεταλλικὸν οὐδεὶς ζητεῖ καὶ οἱ πάντες ἐπιθυμοῦν νὰ γίνωνται διὰ τραπεζικῶν γραμματείων.
§46ΔΟΥΜΑΣ. Τώρα τὸ ζητοῦν....
§47ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ τάλληρον ἔχει 5,72, ἡ δὲ Ἀγγλικὴ λίρα 29 δραχμάς.
§48ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ φαινόμενον εἶναι ἀληθὲς ἀλλὰ τὴν αἰτίαν τὴν παρεξηγοῦμεν. Νομίζω δὲ ὅτι αἰτία εἶναι ἡ ζήτησις τοῦ μεταλλικοῦ, ἡ ὁποία προέρχετε ἀπὸ τὸν λόγον τῶν μεγάλων προμηθειῶν τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἠναγκασμένη νὰ ἐνεργήσῃ. Αὐτὸ δὲ ἤθελε συμβῆ, κύριοι, πάντοτε εἰς τοιαύτας περιστάσεις, καὶ τὸ αὐτὸ συμβαίνει τακτικῶς εἰς διαφόρους ἐποχὰς τοῦ ἔτους. Αὐτὴ ἡ ὑπερτίμησις θὰ ᾖναι τοσοῦτον περισσότερα ὅσον ἐλαττοῦται ἡ ἐξαγωγὴ τῶν προϊόντων ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ πρὸς τὸ ἐξωτερικόν. Ὑπάρχουν περιστάσεις ἐν Ἑλλάδι κατὰ τὰς ὁποίας ὁ τόπος εἶναι δανειστὴς εἰς τὸ ἐξωτερικόν, καὶ ἄλλαι περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας ὁ τόπος εἶναι χρεώστης· ἑπομένως ἄλλοτε ὑπάρχει μεγάλη προσφορὰ συναλλάγματος διὰ τὸ ἐξωτερικὸν καὶ εἰς ἄλλην ἐποχὴν τοῦ ἔτους ἡ προσφορὰ αὐτὴ ἐλαττοῦται. Συνέπεια τούτου εἶναι ὅτι ἡ ἀξία τοῦ συναλλάγματος αὐξομοιοῦται καὶ ἤδη μέχρι τοῦ προσεχοῦς Αὐγούστου ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος θέλει ὁλονὲν αὐξάνει, διότι παρῆλθον ἤδη οἱ μῆνες τῆς ἀθρόας τῶν προϊόντων μας ἐξαγωγῆς.
§49ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρῆτε νὰ σᾶς ζητήσω δύω διασαφήσεις· ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν πρὸς πραγματοποίησιν τῶν δύω δανείων τοῦ 21,000,000 ἤθελεν εὑρεθῆ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν Τράπεζαν πρὸς συνομολόγησιν καὶ ἑτέρου δανείου, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οἱ ὅροι τῆς παρούσης συμβάσεως περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ μεταλλικοῦ καὶ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἀναλογίαν θὰ μείνουν ἀναλλοίωτοι ἢ θὰ μεταβληθῶσι καὶ κατὰ ποίας ἀναλογίας;
§50ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ νόμος περὶ τοῦ ἑτέρου δανείου τῶν 20 ἑκατομμυρίων δὲν ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν. Αὐτός, καθὼς γνωρίζετε, δὲν μεταβάλλει καθόλου τὴν θέσιν τῆς Τραπέζης ὡς πρὸς τοὺς καταστατικοὺς αὐτῆς νόμους.
§51ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν σύμβασιν ἡ Τράπεζα δανείζει εἰς τὴν Κυβέρνησιν 21,000,000 καὶ τὰ δανείζει πρῶτον μὲ ἕνα τόκον μέτριον ἓν ἢ δύω τοῖς ἑκατόν. Εἰς ἀντάλλαγμα τῆς εὐκολίας ταύτης λαμβάνει ἡ Τράπεζα ἀπὸ τὸ Δημόσιον τρεῖς παραχωρήσεις, πρῶτον τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τῶν γραμματίων της, δεύτερον τὴν ἐλάττωσιν τοῦ μεταλλικοῦ ἀποταμιεύματος, καὶ τρίτον τὴν αὔξησιν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων· τρεῖς λοιπὸν εἶναι αἱ παραχωρήσεις πρὸς τὴν Τράπεζαν διὰ νὰ δώσῃ τὸ δάνειον μὲ τόκον 1 τ. 100· ἐρωτῶ ἂν λάβῃ τὴν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ τὴν συνομολόγησιν τοῦ ἑτέρου δανείου τῶν 20,000,000, τότε διὰ νὰ γίνῃ τὸ δάνειον μὲ τοὺς αὐτοὺς ὅρους θὰ ζητήσῃ νὰ πληρώσῃ 1 τ. 100, τί ἀντάλλαγμα θὰ δώσῃ; ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ὑπάρχει, κτλ. τί θέλει κάμει τὴν Τράπεζαν νὰ δώσῃ ἄλλα 20,000,000 πρὸς 1 τ. 100.
§52ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κυρίως αἱ συμβάσεις μετὰ τῆς Τραπέζης τόσον τῆς 19 Ἰουνίου, ὅσον καὶ ἡ παροῦσα, συνίστανται εἰς τὸ ἑξῆς· ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς Τραπέζης ἐκδίδει τραπεζικὰ γραμμάτια ἴσα μὲ τὸ ποσὸν τοῦ δανείου, τοῦ ὁποίου ἔχει ἀνάγκην καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τῇ ἐπέτρεψεν......... ............................................ ............................. Ἅμα ὁ τόπος παρεδέχθη νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δανεισθῇ διὰ τραπεζικῶν γραμματίων πρῶτον ἓν ποσὸν 14,000,000 καὶ τώρα 7,000,000 τὸ ὅλον 21,000,000, ὅλαι αἱ ἄλλαι διατάξεις εἶναι ἀπόῤῥοιαι καὶ εἶναι περιττὸν νὰ λέγετε, ὅτι ἐγένοντο παραχωρήσεις, διότι ἡ Τράπεζα εἶναι κατάστημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνήκει εἰς τὴν κυριότητα οὐδενὸς, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον εἰς τὸ Δημόσιον· ἀνήκει εἰς τοὺς κεφαλαιούχους της καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ζητήσετε παρ’ αὐτῆς πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ. Ἐκ τούτου ἕπεται, ὅτι δὲν ἐδυνάμεθα νὰ ὑποχρεώσωμεν τὴν Τράπεζαν νὰ ἔχῃ τὴν ἀναλογίαν τῶν γραμματίων κατὰ τὰ καταστατικά, διότι δὲν εἶναι τόσον εὔκολος, ὅσον τῶν γραμματίων, ἥτις δὲν ἀπαιτεῖ σπουδαίαν δαπάνην. Λοιπὸν εἶναι συνέπεια, ἥτις δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς παραχώρησις εἰς τὴν Τράπεζαν, εἶναι συνέπεια τοῦ νὰ δανεισθῇ τὸ Κράτος διὰ γραμματίων παρὰ τῆς Τραπέζης.
§53ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν λάβητε ἄλλα 20,000,000, τότε θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ Τράπεζα νὰ αὐξήσῃ μέχρις 86,000,000 τὰ γραμμάτιά της.
§54ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τώρα θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό. Θέλω νὰ σᾶς φέρω διὰ τῆς λογικῆς εἰς τὴν ἐξήγησιν τῶν λέξεών σας διὰ νὰ μὴ μείνῃ καμμία ἀπορία εἰς κανένα, ὅτι αἱ ἀπαντήσεις μου εἶναι ἐναντίαι εἰς τὴν λογικήν. Τώρα μεταβαίνω εἰς τὸ δεύτερον θέμα σας. Τώρα ὁ κύριος Σωτηρόπουλος προνοεῖ καὶ περὶ τῶν μελλόντων. Ἐὰν λάβητε ἀνάγκην νὰ δανεισθῆτε πλέον τῶν 21,000,000, τὰ ὁποῖα παρεδέχθημεν, ἐὰν λάβητε ἀνάγκην νὰ δανεισθῆτε ἕτερα 20,000,000, τότε θὰ αὐξήσῃ ἡ Τράπεζα τὰ γραμμάτιά της κατὰ τοσοῦτον; Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ παλαιὰ σύμβασις, τὴν ὁποίαν ἐψήφισεν ἡ Βουλή, ἠδυνάμην νὰ εἴπω, ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ δανείου, ἂν δὲν ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ τῷ ὄντι κατὰ τὴν παλαιὰν σύμβασιν ἐδόθη αὐτῇ ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον τῶν 20,000,000, τὸ ὁποῖον δι’ ἰδιαιτέρου νόμου ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸ ἐκδώσῃ, ἐὰν δὲ αὐτὸ δὲν πραγματοποιηθῇ, εἴτε ἐν ὅλῳ, εἴτε ἐν μέρει, τότε μετὰ τρεῖς μῆνας διὰ τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ εἰς συνθήκην μετ’ αὐτῆς νὰ δανείσῃ τὸ δεύτερον δάνειον ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως τῆς 19 Ἰουνίου, ἀλλὰ τὸ δάνειον αὐτὸ δὲν ἐξεδόθη.
§55ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐλάβατε ἀνάγκην;
§56ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ ἠξεύρατε πόσας ἀνάγκας ἔχομεν!!! (ἀνησυχία). Τὰ οἰκονομικὰ πράγματα, κύριοι, θέλουν περισσότεραν ἡσυχίαν ἢ ὅσην τὰ πολιτικά· ἐὰν θέλετε, ἡσυχάσετε. Αὐτοῦ τοῦ δανείου ἡ προθεσμία δὲν ἤρχισε νὰ τρέχῃ, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐξέδωκε τὸ δάνειον ὅπως μὴ ὑποβληθῇ τὸ Κράτος εἰς πολλὰς θυσίας, ἡ δὲ ἔκδοσις τοῦ δανείου δὲν ὑπέσχετο τὴν ἀπόκτησιν τῶν χρημάτων ὑπ’ ὅρους συμφέροντας; καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐγένετο καμμία ἀπόπειρα περὶ πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου ἐκείνου. Ἀλλ’ ὅμως κατὰ τὸν νόμον τῆς 19ης Ἰουνίου τότε μόνον ἠμποροῦμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς συνθήκην μετὰ τῆς Τραπέζης ὅταν τῷ ὄντι τὸ ἐκδώσωμεν καὶ παρέλθουν τρεῖς μῆνες, καὶ κατ’ αὐτοὺς δὲν πραγματοποιηθῇ· πρὸ τῆς ἐκδόσεώς του ὅμως δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποταθῶμεν εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ δὲν εἶναι βέβαιον καὶ ἂν ἀποταθῶμεν ἂν καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη Τράπεζα θέλουν συγκατατεθῇ. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι τὸ δάνειον αὐτὸ ἐξεδόθη, ὅτι κατὰ τὴν προθεσμίαν δὲν ἠδυνήθη νὰ πραγματοποιηθῇ καὶ καταφύγωμεν εἰς τὰς Τραπέζας, τότε φυσικῷ τῷ λόγῳ θὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν αὐτὴν ἀρχὴν, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν δύναται νὰ δανείσῃ τὸ Κράτος εἰμὴ διὰ τραπεζικῶν γραμματίων, δὲν δύναται νὰ δώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὰς συναλλαγὰς καὶ λοιπὰς ἀναγκαίας ἐργασίας· ἐὰν λάβωμεν πέντε ἢ δέκα ἑκατομμύρια, θὰ αὐξηθοῦν κατὰ τοσοῦτον καὶ τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, πρὸς ὃ θέλει χρειασθῆ νέος νόμος.
§57ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τοὺς ἤδη ἐψηφισμένους νόμους ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ μεταβάλλῃ τὴν ἀναλογίαν...;
§58ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ ἐπροτίμησε ν’ αὐξήσῃ τὸ μεταλλικὸν ἐναποταμίευμα ἀπὸ 9,000,000 εἰς 12,500,000.
§59ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠρώτησα περὶ τούτου· εἶπον ἂν εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τὰ 21,500,000, θὰ ἐλαττωθῇ τὸ μεταλλικόν; Ἔχει ἡ Κυβέρνησις τὴν ἄδειαν νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ ἐλαττώσῃ τὸ μεταλλικόν της;
§60ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ δυνητικὸς ὅρος θὰ μείνῃ πάντοτε ὡς πρὸς τὸ δάνειον 21 ἑκατομ. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως ὅταν θὰ συνάψῃ νέον δάνειον, θὰ εὑρεθῇ πάλιν ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἡ δὲ φρόνησις τῆς Τραπέζης θέλει τῇ ὑπαγορεύσει νὰ τραπῇ εἰς τὴν μίαν ὁδὸν ἢ εἰς τὴν ἄλλην· εἰς ἡμᾶς ἡ φρόνησις τοῦτο τὸ μέτρον ὑπαγόρευσε κατὰ τὴν νέαν σύμβασιν, νὰ προτιμήσωμεν γραμμάτια καὶ ὄχι μεταλλικόν. Βεβαίως αὐτὴ ἡ θεωρία τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μας ἐξογκώνει τὰ πράγματα, διότι ἀμέσως παριστάνει ὅτι ὁ τόπος μετὰ τινα καιρὸν ἠμπορεῖ νὰ εὑρεθῇ ὑπὸ τὴν πίεσιν ἑνὸς ποσοῦ μεγάλου τραπεζικῶν γραμματίων 80,000,000 καὶ πλέον· ἀλλὰ πιστεύω ὅτι ἠθέλησε μόνον νὰ παραστήσῃ ὅτι ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ καὶ αὐτό. Πεισθῆτε ὅμως ὅτι πᾶσα Κυβέρνησις ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἦναι αὕτη, θέλει ἐπιστήσει ὅλην της τὴν προσοχὴν πρὶν ἀποφασίσῃ νὰ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τοῦ δανείου κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ σταθμίσῃ τὴν σπουδαιότητα τῆς ἀνάγκης ἡ ὁποία πιέζει αὐτὴν νὰ δανεισθῇ. Θέλει σκεφθῇ τὸ ἄτοπον τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προέλθῃ καὶ τὴν βλάβην ἥτις θὰ γίνῃ εἰς τὰς συναλλαγὰς ἕνεκα τῆς χρήσεως αὐτοῦ τοῦ μέτρου. Βεβαίως ἠμπορεῖ ἓν Κράτος νὰ εὑρεθῇ εἰς δεδομένας τινὰς στιγμὰς εἰς τὴν φοβερὰν ἀνάγκην νὰ κάμῃ θυσίας οὐ μόνον τοιαύτας τὰς ὁποίας καλύπτει ἡ πίστις καὶ ἡ δύναμις τοῦ κράτους ζῶντος καὶ ἔχοντος μέλλον, ἀλλὰ καὶ πολὺ ἀνωτέρας καὶ ὑπὸ ὅρους ὀλιγώτερον εὐνοϊκούς. Καὶ ἐπειδὴ τοιαῦτα μεγάλα ζητήματα παρουσιάζονται εἰς τὸν βίον τῶν λαῶν, διὰ τοῦτο καὶ οἱ λαοὶ ἐφρόντισαν ὅπως ἀποκτήσουν τὴν συνταγματικὴν ἐλευθερίαν, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει αὐτοῖς νὰ ἀναβιβάζουν εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ πλησίον τοῦ Θρόνου καὶ εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν πραγμάτων τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους εἰς τοὺς ὁποίους ἔχουν ἐμπιστοσύνην· ἔχοντες δὲ ἀφ’ ἑνὸς πεποίθησιν εἰς αὐτοὺς καὶ ἀφ’ ἑτέρου διατηροῦντες τὸ δικαίωμα ἐπὶ ὡρισμένων περιστάσεων, καὶ τοιαῦται εἶναι πάντοτε αἱ χρηματικαὶ καὶ φορολογικαὶ, νὰ ψηφίζουν αὐτοὶ τούς τε φόρους καὶ τὰ δάνεια, ἀναπαύονται πλειότερον παρὰ ἐπὶ πᾶν ἄλλο ἀπόλυτον πολίτευμα καὶ σύστημα, καὶ κατορθώνουν νὰ ἀποφεύγουν τὰς παρεκτροπὰς, ἐὰν ἔχουν φρόνησιν, καὶ τὰς ζημίας. Ἐν αὐτῷ εὐτυχῶς τῷ πολιτεύματι ὑπάρχομεν καὶ ζῶμεν καὶ ἡμεῖς.
§61ΖΩΧΙΟΣ......................
§62ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, εἶναι νομοσχέδιον τῆς ἀνάγκης, καὶ ὡς τοιοῦτον τὸ δεχόμεθα.
§63ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ τὸ εἶπε τὸ ὑπουργεῖον.
§64ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Ζωχιὸς ἐπιμένει καὶ πάλιν εἰς τὸ περὶ μεταλλικοῦ· οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει τὸ μεταλλικὸν ἐναποταμίευμα τῆς Τραπέζης μὲ τοὺς λογαριασμοὺς τοὺς ἐξωτερικοὺς μετὰ Ῥότσιλδ ἢ ἄλλου οἱουδήποτε τραπεζίτου. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὅσας ἀξίας καὶ κεφάλαια δύναται νὰ διαθέσῃ ἠμπορεῖ νὰ τὰ διαθέσῃ, καὶ ὅταν δὲν τὴν συμφέρῃ, ἠμπορεῖ νὰ ἐλαττώσῃ. Οἱ ἐξωτερικοὶ λογαριασμοὶ τῆς Τραπέζης εἶναι πάντοτε εἰς ὕψωσιν, ὅταν γίνεται ἡ ἐξαγωγὴ τῶν προϊόντων, διότι τότε σύρονται συναλλάγματα εἰς τὸ ἐξωτερικόν, τὰ ὁποῖα ἀγοράζει ἡ Τράπεζα· ὅταν δὲ εἰσάγωνται εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τὰ ξένα ἐμπορεύματα καὶ προϊόντα, ἐλαττοῦνται κατὰ συνέπειαν οἱ ἐξωτερικοὶ λογαριασμοί· πότε συμφέρει εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ τοὺς αὐξήσῃ καὶ πότε νὰ τοὺς ἐλαττώσῃ, ὁδηγὸς εἶναι τὸ συμφέρον της εἰς αὐτὰς τὰς ἐργασίας της. Ἡ σύμβασις καὶ ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα δὲν ἐπεμβαίνουσι παντάπασι εἰς ταῦτα· ἓν μόνον πρέπει νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι τὸ ἐναποταμίευμα, ὅπερ ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἡ Τράπεζα, αὐτὸ θὰ ᾖναι 12½ ἑκατομ. ἀναλλοίωτον. Ἐπαρουσιάσθησαν προϊόντα πρὸς ἐξαγωγὴν, ἐπαρουσιάσθη συμφέρον εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ ἀγοράσῃ συναλλάγματα; θὰ ἰδῆτε τοὺς ἐξωτερικοὺς λογαριασμοὺς τῆς Τραπέζης νὰ ἐξογκοῦνται εἰς 9, 10, 12 καὶ 15 ἑκατομμύρια, ὅσον δυνηθῇ, χωρὶς παντάπασι τὸ μεταλλικὸν νὰ ἀλλοιωθῇ οὐδὲ κατὰ ὀβολόν· ἠμπορεῖ ἐπίσης νὰ ὑπαγορεύωσι τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης νὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἐξωτερικὸς λογαριασμός της ἀπὸ 15 εἰς 3,000,000, τὰ 12,000,000 τῆς διαφορᾶς πῶς θὰ τὰ μεταχειρισθῇ, αὐτὸ εἶναι εἰς τὴν δικαιοδοσίαν ἐντελῶς τῆς Τραπέζης καὶ ἡ κρίσις ἀνήκει ἐντελῶς αὐτῇ. Ὥστε προκειμένου περὶ ἐγγυήσεως αὐτὰ τὰ ἄλλα τὰ ὁποῖα ἠθέλησε νὰ φέρῃ εἰς τὸ μέσον, δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν. Τώρα, κύριοι, λυποῦμαι ὅτι ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω εἰς ἑτέρας παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι νομίζω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνωνται, ὅτι δανειζόμεθα ὅτι αὐξάνομεν τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, διότι αὐτὰ εἶναι φυσικὸν ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας τὴν ὁποίαν ἐπιχειρήσατε· καὶ διατὶ τὸ παρατηρῶ, τοῦτο νομίζετε; τὸ παρατηρῶ, διότι αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους δὲν ἠμποροῦν νὰ περιορισθοῦν εἰς αὐτὸ τὸ ποσόν· ἂν λοιπὸν καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ποσὸν ἀπαντῶνται αὗται αἱ παρατηρήσεις καὶ ἀντιτάσσονται, τότε βεβαίως ἓν ἐκ τῶν δύω θὰ γίνῃ, ἢ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀναγκασθῇ νὰ ἐλαττώσῃ τοὺς ὑπολογισμούς της....
§65ΠΟΛΛΟΙ. Ποτέ, ποτέ.
§66ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. — Ζημιοῦσα κατὰ τὴν κρίσιν της τὴν ὑπόθεσιν, ἢ ἄλλως χρεωστεῖ νὰ ὑποβάλῃ τὸ Κράτος εἰς πολὺ μεγαλειτέρας θυσίας ἕνεκα τῶν περιστάσεων, διὰ νὰ ἀποφύγῃ αὐτὴν τὴν ὁδὸν τοῦ δανείζεσθαι, καὶ νὰ τραπῇ εἰς ἄλλην ἐπιζήμιον. Αὐτὴν τὴν κατάστασιν τὸ Κράτος ὀφείλει βέβαια νὰ τὴν ἄρῃ· ἀλλὰ δὲν εἶναι φρόνιμον νὰ τὸ ζητήσωμεν σήμερον. Ἐν ὅσῳ αὐτὴν τὴν ἀνάγκην τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δύναται νὰ τὴν ἀποφύγῃ ἐντὸς ὡρισμένων ὁρίων, πρέπει νὰ τὸ πράξῃ, διότι σήμερον εἶναι πολὺ ἀκριβώτερα τὰ χρήματα, παρ’ ὅτι θὰ ἦναι μετά τινα καιρόν.
§67Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Ζωχιὸς κατερχόμενος τοῦ βήματος, τούτου εἶπεν ὅτι «εἶπον ὅσα εἶπον, διότι ἐπιθυμῶ νὰ νίψω τὰς χεῖράς μου ἐκ τοῦ αἵματος τοῦ ἀθώου,» δι’ αὐτὸ τοῦτο καὶ ἐγὼ ἀνέβηκα εἰς τὸ βῆμα μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι ἐγὼ ἔχω ἀντιθέτους ἰδέας πρὸς τὸν κ. Ζωχιὸν καὶ θὰ νίψω τὰς χεῖρας μου ἐκ τοῦ αἵματος τοῦ ἀθώου. Ποῖαι εἶναι αἱ ἀνάγκαι, κύριοι, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἐκάλεσαν διὰ νὰ συνομολογήσωμεν δάνεια εἴτε μὲ τὴν Τράπεζαν, εἴτε καὶ μὲ τὸ ἐξωτερικὸν ἂν τὸ κατορθώσωμεν; Τὰ συμβάντα καὶ συμβαίνοντα ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν νόμων κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἔκτακτον Σύνοδον διέγραψε καὶ ἀφοῦ διετύπωσε πολιτικήν τινα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἐμόρφωσε καὶ συνεκρότησε καὶ τὴν ὑπάρχουσαν· διατυπώσασα λοιπὸν ἡ Βουλὴ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους μίαν πολιτικὴν, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ θυσίας, οὐδόλως πλέον πρέπει νὰ συζητῇ, ὅτι τὸ ά. νομοσχέδιον θὰ μᾶς ὑποβάλλῃ εἰς αὐτὰ τὰ βάρη καὶ τὸ βʹ. εἰς ἐκεῖνα· διότι ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι μόνον αὐτὰ τὰ βάρη εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβληθῶμεν, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλα πολὺ μεγαλεῖτερα ἐὰν θέλωμεν πραγματικῶς νὰ ὑπηρετήσωμεν τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι διετυπώσαμεν· ἄλλως, κύριοι, ὠφείλαμεν ἀπὸ τότε νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἀκολουθοῦμεν τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν μέχρι τότε ἀκολουθοῦμεν καὶ ἑπομένως δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν ἀνάγκην νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς κἀμμίαν θυσίαν. Ἤθελεν ἐννοήσει τις τοὺς ἀνθισταμένους εἰς τὰς συμβάσεις τὰς ὁποίας παρουσίασεν ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἔλεγον ἰδοὺ ἄλλος δρόμος, ἰδοὺ ἄλλος πόρος, ἰδοὺ ἄλλο μέσον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται ἐνώπιον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ Κυβέρνησις εἴτε ἐκ τῆς ἀνικανότητός της, εἴτε ἐξ οἱουδήποτε ἄλλου λόγου δὲν κατώρθωσε νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς περιστάσεως αὐτῆς· ἀλλ’ ὁ κύριος Ζωχιὸς εἶπεν, ὅτι σήμερον διὰ νὰ κάμωμέν τι ἔχομεν ἀνάγκην Κουτσονωμῆ. Λέγω καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κύριον Ζωχιὸν, ὅτι ὅλων αὐτῶν τὴν ἀνάγκην ἔχομεν, καὶ ὅτι πρέπει νὰ γίνωμεν καὶ ἡμεῖς Κουτσονωμῆς διὰ νὰ πραγματοποιήσωμεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν. Κύριε Ζωχιὲ, διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἰδέα τοῦ 1821 καὶ διὰ ν’ ἀποκτήσωμεν ἡμεῖς ἐλευθέραν πατρίδα, ὁποίαν ἔχομεν σήμερον,........................... γνωρίζω δύω περιστατικὰ ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἓν ἀνάγεται εἰς ἕνα τῶν περιφανεστέρων ἀνδρῶν τοῦ 1821 καὶ τὸ ἄλλο εἰς ἁπλοῦν πολίτην, καὶ διότι ἐν αὐτοῖς ὑπάρχει τὸ φρόνημα, τὸ ὁποῖον εἶναι σύμφωνον μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σεῖς εἴπατε· θὰ τὰ ἀναφέρω. Ὅταν κατὰ τὸ 1821, μετὰ τὴν ὕψωσιν τῆς σημαίας εἰς τὴν Ἁγίαν Λαύραν, κατέβησαν οἱ ἄρχοντες καὶ οἱ στρατιωτικοὶ εἰς τὰ Καλάβρυτα, συνήχθησαν οἱ ἄρχοντες καὶ ἔκαμαν συμβούλιον εἰς τὸν οἶκον τοῦ μακαρίτου Μουρτογιάννη· εἰς τὸ συμβούλιον αὐτὸ εὑρίσκοντο ὁ ἀοίδιμος Παλαιῶν Πατρῶν, οἱ δύω Ζαΐμαι (πατὴρ καὶ υἱὸς), ὁ Ἀσημάκης Χαραλάμπης, ὁ Φωτήλας, ὁ Θεοχαρόπουλος καὶ ὁ Μουρτογιάννης· τότε ἐνῷ συνεσκέπτοντο περὶ τῶν πραγμάτων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐδέησε νὰ καλέσουν καὶ τὸν μεγαλείτερον στρατιωτικὸν τῆς ἐπαρχίας, ὁ ὁποῖος ἦτον ὁ θεῖός μου Βασίλειος Πετιμεζᾶς ὁ στρατηγὸς, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἔχω μάθει καὶ τὸ περιστατικὸν τοῦτο· τοῦ λέγουν, ὅτι αἱ περιστάσεις εἶναι δειναὶ ὅτι σὺ πρέπει ν’ ἀναχωρήσῃς ἀμέσως διὰ τὴν Ῥούμελην, ὅπερ καὶ ἔπραξεν· ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ συμβουλίου ἐκείνου ὁ θεῖός μου λέγει: ἄρχοντες ἡ ὑπόθεσις τὴν ὁποίαν ἀρχίσαμεν εἶναι σπουδαία, εἶναι σπουδαιοτάτη, καὶ πρέπει νὰ σκευθῆτε σπουδαίως, διότι σεῖς εἶσθαι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι καὶ δύνασθε καὶ ἔχετε νὰ συντρέξετε εἰς τὴν περίστασιν· ἔχομεν ἀνάγκην πυρίτιδος, μολύβδου, πολεμοφοδίων, ὁ δὲ μακαρίτης Φωτίλας τοῦ ὁποίου τὸ ἀνάστημα ἦτο μικρὸν, ἀλλὰ ἡ καρδιά του ἦτο μεγίστη, τοῦ λέγει: εἶσαι δειλὸς καϋμένε Βασίλη καὶ δὲν γνωρίζεις, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα προετοιμασμένοι, «πήγαινε εἰς τὸ σπίτι μου ἔχω ἓξ ὀκάδας μπαροῦτι, πήγαινε νὰ τὴν πάρῃς καὶ νὰ τὴν δέσῃς». Μὲ ἓξ ὀκάδας ἤρχισαν τὴν ἐπανάστασιν! Θὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ ἓν ἄλλο παράδειγμα ἑνὸς κοινοῦ ἀνθρώπου, ἑνὸς Μανιάτου· ὅταν ἀπεφασίσθη ἡ ἐκστρατεία τοῦ Ἰμπραὴμ Πασᾶ καὶ ἐπεβιβάζετο ἐξ Ἀλεξανδρείας διὰ τὴν Πελοπόννησον, τὸ γεγονὸς ἐγνώσθη καὶ ἡ φήμη ἔφερε τὸν ἄνδρα ἔτι μεγαλείτερον ἀπὸ ὅ,τι ἦτον· τὰ δὲ τραγούδια τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἔλεγον, ὅτι ἔρχεται ὁ Ἰμπραὴμ Πασᾶς «φέρει καράβια σᾶν βουνᾶ», «μπαρμπούρτια στὰ βαρέλια». Τότε εἰς τὴν Μάνην ἕνας ἄνθρωπος ἔμαθεν ὅτι ὁ Ἰμπραὴμ Πασᾶς ἔρχεται, ἐρώτησε ποῦ ἔρχεται; τοῦ εἶπαν εἰς τὴν Μάνην, λέγει, «μὲ οὖλες ταῖς σιργιαῖς θὰ τὰ βάλλῃ; μὲ οὖλες τοῦ ἀπήντησαν· «κακὰ τὴν ἔχει, ἐχάθηκε» ἀπήντησεν ὁ γεναῖος Μανιάτης. Ἀλλ’ ὅταν ἡμεῖς ψυχροὶ καὶ παγωμένοι ἐσταυρώσαμεν τὰς χεῖρας, καὶ ἱστάμεθα ἄνευ αἰσθήματος καὶ φρονήματος, καλλίτερα εἶναι νὰ πᾶμε νὰ γίνωμεν Ἑβραῖοι, καὶ νὰ μὴ λέγωμεν, ὅτι ἐκληρονομήσαμεν τὰς ἀρετὰς τῶν μεγάλων ἀνδρῶν τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821. Λέγω λοιπὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ ἀκόλουθα· ὅλα σου τὰ νομοσχέδια τ’ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν θὰ τὰ ἐπιψηφίσω, ἀλλὰ πρόσεξε μήπως μείνωμεν ἐκτὸς τοῦ παραδείσου, διότι τότε ἔχεις ὅλην τὴν εὐθύνην Σύ, Σὺ ἡ ὁποία διευθύνεις τὰ πράγματα, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ σὲ ὑποστηρίζω ἤδη, ἀλλὰ καὶ νίπτω συνάμα καὶ τὰς χεῖράς μου.
§68ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Καὶ ἂν δὲν ἠμπορέσῃ;
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττω περαιωμένην τὴν συζήτησιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ. συζήτησιν νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον ὡς καὶ τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἔχομεν τὴν γʹ. συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ χρήσεως τῆς διὰ τοῦ νόμου ΧΚϚʹ. ε. ε. χορηγηθείσης πιστώσεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὡς καὶ τὸ σύνολον νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν παρακαλεῖ νὰ ἐγγραφῶσιν καὶ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν δύω νομοσχέδια, τὸ πρῶτον περὶ ἐπιβολῆς δημοτικῶν δασμῶν καὶ τὸ δεύτερον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου περὶ ἐπιβολῆς φόρων διὰ τὴν κάθαρσιν τῶν λιμένων.
§70ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰδοποιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι αὔριον κατὰ πρῶτον λόγον, ἂν ἐγκρίνῃ, θὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Βουλῆς, καὶ κατόπιν τὰ νομοσχέδια κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§72ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα. Λύεται ἡ συνεδρίασις περὶ ὥραν 6 Μ. Μ.