1877.03.16
2,326 rows · 18,989 words · 170 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 99
τῆς 16 Μαρτίου 1877.
(Τετάρτη.)
Ὥρα 3 μ. μ.
Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρεται εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς ἔγγραφον τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς αὐτὴν (ἀναγινώσκεται). «Ὁ πρό τινος χρόνου ἐν Βουκουρεστίῳ ἀποβιώσας ὁμογενὴς Κωνστ. Ξενοκράτης διὰ διαθήκης του κατέλιπε τὰ ἑξῆς ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος κληροδοτήματα· ά.) 15,000 φράγκων προπληρωτέων ἐτησίως ἐκ τοῦ εἰσοδήματος τοῦ κτήματος Δραγανέστι καὶ Ῥούση τῷ ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ τῆς Ἑλλάδος, διατιθεμένων τῶν μὲν 1000 ὑπὲρ τοῦ πτωχοκομείου Ἀθηνῶν, τῶν δὲ ὑπολοίπων 14,000, κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἀποφαινομένης κατ’ ἔτος, διανεμομένων ὑπὸ τοῦ συμβουλίου τῶν ὑπουργῶν μεταξὺ τῶν διαφόρων εὐεργετικῶν καταστημάτων. βʹ.) Τὴν προκύψουσαν ἀξίαν ἀπὸ τῆς περιοδικῆς πωλήσεως τοῦ κατὰ τὸ κτῆμα αὐτοῦ Δραγενέστι καὶ Ῥούση δάσους διὰ παντὸς ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ στόλου, κατὰ τὸν τρόπον καὶ τὸν χρόνον, οὓς ἡ Βουλὴ τοῦ Βασιλείου ἤθελε κρίνει καταλλήλους. Φέροντες τοῦτο εἰς γνῶσιν ὑμῶν, κύριε πρόεδρε, λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωστοποιήσωμεν ὑμῖν, ὅτι, κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ ἐκτελεστοῦ τῆς διαθήκης καὶ ἀνεψιοῦ τοῦ κληροδότου κ. Γ. Κυριαζῆ, ἡ μὲν πληρωμὴ τῆς πρώτης δόσεως τοῦ κληροδοτήματος τῶν 15,000 φράγκων ἄρχεται ἀπὸ τῆς 26 8βρίου 1877, ἤτοι ἀπὸ τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ μισθώματος τοῦ εἰρημένου κτήματος, καθόσον τὸ εἰσόδημα τῆς ά. ἑξαμηνίας δαπανηθήσεται πρὸς πληρωμὴν εἰς τὸ Ῥωμουνικὸν ταμεῖον τοῦ τιμήματος τῆς μεταβιβάσεως ἐγγραφῆς καὶ χαρτοσήμου ἐπὶ ὁλοκλήρου τῆς περιουσίας τοῦ ἀποβιώσαντος, ἐκτιμηθείσης εἰς ἓν ἑκατομμύριον καὶ ἑκατὸν εἴκοσι χιλιάδας φράγκων, τὸ δὲ εἰσόδημα τοῦ δάσους θέλει ἀρχίσει μετὰ δωδεκαετίαν, διότι πρὸ δύω ἐτῶν ἐτελείωσεν ἡ ἐκκοπή του, καὶ κατὰ τοὺς εἰδήμονας τοῦ τόπου ἀπαιτεῖται νὰ παρέλθῃ τὸ εἰρημένον χρονικὸν διάστημα, ὅπως ἀρχίσῃ ἡ νέα αὐτοῦ ἐκκοπὴ κατὰ τμήματα ἐτήσια.»
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἀναγινώσκεται εἰς γʹ. ἀνάγνωσιν τὸ περὶ ἐκποιήσεως τῆς σμύριδος. Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς ἑξῆς· Ἄρθρον 1. «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐκποιήσῃ διὰ τὸ ἔτος 1877 τεσσαράκοντα χιλιάδας στατῆρας σμύριδος Νάξου, εἴτε διὰ μιᾶς εἴτε κατὰ μερίδας, ὧν ἑκάστη δὲν θέλει εἶσθαι μικροτέρα τῶν τρισχιλίων στατήρων». Ἄρθρον 2. Ἡ ἐκποίησις θέλει γίνει διὰ δημοπρασίας, ἧς ὁ ἐλάχιστος ὅρος προσφορᾶς θέλει ὁρισθῆ εἰς δραχμὰς παλαιὰς δώδεκα. Ἐπιτρέπεται ὅμως ἡ ἐκποίησις καὶ ἄνευ δημοπρασίας, ἐὰν ἤθελε γίνῃ προσφορὰ κατὰ στατῆρα δραχμῶν νέων δεκατριῶν.» Ἄρθρον 3. «Ὑπὸ τοὺς ὅρους τῶν προηγουμένων ἄρθρων, ἐπιτρέπεται πολυετὴς διάθεσις τῆς σμύριδος ἐπὶ δεκαετίαν ἢ δωδεκαετίαν ἀνὰ 40,000 στατήρων κατ’ ἔτος διὰ δημοπρασίας, ἢ ἄνευ δημοπρασίας. Ἡ δὲ ὁριστικὴ ἔγκρισις θέλει γίνεσθαι μετὰ προηγουμένην ἀπόφασιν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου. Ἄρθρον 4. Οἱ ὅροι τῶν δημοπρασιῶν κανονισθήσονται διὰ Β. Διαταγμάτων».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἔρχεται εἰς βʹ. συζήτησιν τὸ περὶ τροπολογίας τοῦ νόμου περὶ δανείου τῶν 10,000,000. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἀναγινώσκεται εἰς αʹ. συζήτησιν τὸ μοναδικὸν περὶ ὁδοποιΐας ἄρθρον.
§5ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ μάθωμεν ποῖαι εἶναι αἱ ὁδοὶ, τῶν ὁποίων ἤρξατο ἡ κατασκευὴ, καὶ ποῖαι εἶναι αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας ἀνέλαβε μέχρι τοῦδε ὑποχρεωτικῶς τὸ δημόσιον καὶ πρέπει νὰ πληρωθῶσι πρὶν ἔλθουν αἱ πληροφορίαι αὗται, νομίζω ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προβῶμεν...
§6ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει μία τροπολογία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ν’ ἀναγνωσθῇ. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ μοναδικὸν ἄρθρον.)
§7Γ. ΠΛΑΠΟΥΤΑΣ. Ἐννοεῖται ὅτι βʹ. ἀνάγνωσις δὲν θὰ γείνῃ, ἂν δὲν ἔλθουν αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφοφορεῖται ἡ τροπολογία.
§9ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἡ τροπολογία νὰ μείνῃ εἰς γʹ. ἀνάγνωσιν.
§10ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Ἔμαθον ὅτι πρὸ μικροῦ ἡ Βουλὴ ἐζήτησε νὰ παρουσιάσωμεν τὴν σημείωσιν περὶ τῶν ὁδῶν· τὸ γραφεῖον δὲν ἔστειλε τίποτε εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἀλλὰ διὰ νὰ συντομευθῇ ἡ προθεσμία, ἂς σταλῇ μία σημείωσις τώρα ἁπλουστάτη.
§11ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προχθὲς σᾶς ἐδήλωσεν, ὅτι, κωλυόμενος ἐκ τοῦ νόμου τοῦ 1861, δὲν δύναται νὰ διατηρήσῃ οὐδαμοῦ τοῦ Κράτους οὐδεμίαν εἰδικὴν ἁλαταποθήκην καὶ ὅτι, συμμορφούμενος μὲ τὸν νόμον τὸν περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, θέλει καταργήσει τὰς ἁπανταχοῦ τοῦ Κράτους εὑρισκομένας. Ἠξεύρετε ὅλοι σας, ὅτι, ἂν τοῦτο γείνῃ, θὰ ἐπέλθῃ μεγίστη ζημία εἰς τὰ συμφέροντα ὄχι μόνον τῶν εὐπόρων, ἀλλ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ἠξεύρετε, ὅτι τὸ ἅλας εἶναι τῆς πρώτης ἀνάγκης, ὅτι ὅλοι οἱ πολῖται οἱ ἔχοντες μίαν δεκάραν δύνανται νὰ προσπορισθῶσιν ἐκ τῶν εἰδικῶν ἁλαταποθηκῶν μίαν ὀκᾶν πρὸς χρῆσίν των· ἂν ἐπέλθῃ κατάργησις ὅλων τῶν ἁλαταποθηκῶν, θὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε συνέβη, νὰ μεταφέρουν δηλ. οἱ ἔμποροι ἐκ τῶν κεντρικῶν ἀποθηκῶν καὶ νὰ πωλῶσι τὸ ἅλας πρὸς 30, 40 λεπτὰ, καὶ μίαν δραχμὴν τὴν ὀκᾶν.
§12ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἰς πόσας ἐπαρχίας εἶναι εἰδικαὶ ἁλαταποθῆκαι;
§13ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Εἰς ὅλας.
§14ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι, κύριοι.
§15ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἄρῃ αὐτὴν τὴν δυσχέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, καὶ διὰ τοῦτο ὑποβάλλω πρότασιν νόμου μὲ ἄρθρον μοναδικόν, τὸ ἑξῆς «Αἱ ἁπανταχοῦ τοῦ Κράτους ὑπάρχουσαι εἰδικαὶ ἁλαταποθῆκαι δύνανται νὰ διατηρηθῶσιν». Ἐπειδὴ δὲ δὲν ὑπολείπεται χρόνος διὰ τρεῖς ἀναγνώσεις, ἂν συναινῇ ἡ Βουλὴ, νὰ ἀναγνωσθῇ ἀπὸ σήμερον.
§16ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ.
§18Γ. ΠΛΑΠΟΥΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τυχαία ἀφορμὴ μοὶ ἐδόθη νὰ μάθω περὶ τῶν ὑποτροφιῶν καὶ τῶν κληροδοτημάτων· ἐγὼ δὲν ἐνδιαφέρομαι, διότι εὐτυχῶς οὔτε ἡ οἰκογένειά μου, οὔτε ἡ πατρίς μου, οὔτε ὁλόκληρος ἡ ἐπαρχία μου, οὔτε ὁλόκληρος ὁ νομός τῆς Ἀρκαδίας ἔχει κανένα ὑπότροφον. Μία ὅλως τυχαία ἀφορμὴ μὲ ἔκαμε νὰ ἐξετάσω τὰ κατὰ τὰς ὑποτροφίας καὶ μάθω τινὰ, νὰ ζητήσω δὲ καὶ τὸν κατάλογον, ὁ ὁποῖος ἐτυπώθη· σήμερον δικηγορικὰ τινὰ ἔγγραφα ἦλθον εἰς χεῖράς μου φίλου μου τινὸς δικηγόρου, καὶ ἐντὸς αὐτῶν εὗρον ἓν διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα καὶ θὰ σᾶς ἀναγνώσω· ἐν μέρει μ’ ἐνθουσίασε, καὶ εἶναι τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀφορμή· ἐπειδὴ ἔμαθα, ὅτι εἷς τῶν δύω αὐτῶν νέων ἀπεβίωσε, μετέβην εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ μάθω ἂν, ἀντὶ αὐτοῦ τοῦ ἀποβιώσαντος, διωρίσθη κανὲν ἄλλο παιδί, διότι, καθὼς γνωρίζετε ἴσως ἢ καὶ ἐκ τοῦ καταλόγου θὰ ἰδῆτε, τινὲς τῶν ἐπιτηδείων, οὕτως εἰπεῖν, κατώρθωσαν, ἔχοντες τέκνα πολλὰ, νὰ κάμουν τὰς ὑποτροφίας διαδοχικάς, δηλ. νὰ σπουδάζῃ ὁ εἷς διὰ 5 ἔτη, ἅμα δὲ λήγει ἡ ὑποτροφία τοῦ ἑνός, νὰ αὐξάνῃ ἡ ὑποτροφία τοῦ ἑτέρου, καὶ οὕτω καθεξῆς. Κατὰ δυστυχίαν λοιπὸν μανθάνω, ὅτι οὔτε αὐτὴ ἡ περιωρισμένη ὑποτροφία δίδεται· ἐντεῦθεν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ζητήσω τὸν κατάλογον, καὶ πραγματικῶς εἰς τὸν κατάλογον αὐτὸν δὲν εἶναι κανὲν ὄνομα Βότζαρης. Δὲν ἐννοῶ πῶς τὸ διάταγμα αὐτὸ ἐξεδόθη, καὶ ἂν ἐφηρμόσθη. Ἐκ τῶν 131 ὑποτρόφων, ἐννοῶ καὶ τὰ δύω γένη, τοὺς ὁποίους διώρισαν οἱ κατὰ καιροὺς ὑπουργοὶ ἀπὸ τοῦ 1871 καὶ ἐντεῦθεν, ὁ κ. Φίλων διώρισεν... ὁ τελευταῖος ὑπουργὸς, ὁ φίλος μου κ. Μίλησης, διώρισε τὸ ἥμισυ καὶ πλέον ἕνα, δηλαδὴ ἑξήκοντα πέντε. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ ἀφορμὴ, τὴν ὁποίαν ἔλαβον νὰ ἐξετάσω αὐτὰ, τὰ ὁποῖα θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ὀνομάσω αἴσχη. Εἶναι ἐντροπὴ εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν γνωρίζομεν νὰ κάμωμεν καὶ νὰ θύσωμεν καὶ νὰ ἀπολέσωμεν, τοιαύτας ὑποτροφίας νὰ ἔχῃ ἡ Ἑλλὰς, πλὴν ἐξαιρέσεών τινων. Ὁ κόσμος ὅλος φωνάζει, ὅτι οἱ βουλευταὶ πιέζουν· ἀνίχνευσα τὸν κατάλογον καὶ δὲν εὗρον παρὰ δύω ὀνόματα βουλευτῶν· ἐδῶ βλέπω τὸ πλεῖστον εἶναι ὑπάλληλοι. Λοιπὸν παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ καταργήσωμεν τὰς ὑποτροφίας ὅλας· ἡ Κυβέρνησις δὲ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της τὸ διάταγμα, ἀπὸ 9 Ὀκτωβρίου 1875, καὶ νὰ σκεφθῇ νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ διάταγμα αὐτὸ, νὰ τεθῇ τοὐλάχιστον εἷς φραγμός. Ἐζήτησα καὶ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὸν κατάλογον τῶν μαθητῶν τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς, ὁ ὁποῖος ἐστάλη εἰς τύπωσιν, ἀλλ’ ἀκόμη δὲν διενεμήθη. Ἡ σύστασις αὐτῆς τῆς Σχολῆς ἔγεινε πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ σπουδάσουν οἱ νέοι τῶν ἐχόντων κἄποια δικαιώματα εἰς τὸν τόπον κτλ. κτλ. κτλ., ἀλλὰ τῶν ἀπόρων, διότι ἂν ἐπρόκειτο περὶ τῶν εὐπόρων, ἔχει ἡ Εὐρώπη 1,000 ἐκπαιδευτήρια νὰ στείλουν τὰ παιδιά των. Εἰς τὸν κατάλογον εἶδα ὅτι καὶ ἐκεῖ συμβαίνει τὸ ἐναντίον, ὅσοι ἔδωκαν 1,500 δραχμάς, δι’ αὐτοὺς ἄνοιξαν αἱ πόρτες, διὰ τοὺς ἄλλους ἔκλεισαν.
§19ΘΑΝΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ (ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἕτοιμον νομοσχέδιον περὶ ὑποτροφιῶν, ἀλλὰ δὲν τὸ ὑποβάλλει, ἐπειδὴ δυστυχῶς δὲν ὑπολείπονται εἰμὴ τρεῖς ἡμέραι μέχρι τοῦ τέλους τῆς Συνόδου.
§20ΜΙΛΗΣΗΣ. Πρὸ ὀλίγων μόλις στιγμῶν εἰσελθὼν, κύριοι, εἰς τὸ βουλευτήριον, δὲν ηὐτύχησα ν’ ἀκούσω ἐκ τοῦ λόγου τοῦ προαγορεύσαντος εἰμὴ μόνον τὰς τελευταίας λέξεις. Ὁπωσδήποτε ἐνόησα, ὅτι πρόκειται περὶ τῶν τελευταίων ὑποτροφιῶν, χωρὶς δὲ νὰ ἐξετάσω τὴν προαίρεσιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος, μήτε τὴν ἀφορμὴν, ἐξ ἧς ὡρμήθη, τὸν εὐχαριστῶ εἰλικρινῶς, διότι κατώρθωσε νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τοῦ θέματος τούτου, ἐφ’ οὗ κατ’ ἐπανάληψιν εἶχον ζητήσει ἐγὼ νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν. Οὕτω μοὶ παρέχεται εὐκαιρία νὰ ἐξηγηθῶ δημοσίως καὶ νὰ διασκεδάσω ὅσα ἐσχάτως ἐγράφησαν καὶ ἐσπερμολογήθησαν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Δὲν εἶναι, κύριοι, διόλου ἀκριβὲς, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑποτρόφων, τοὺς ὁποίους διώρισα, ἀναβαίνει εἰς 65 ἢ 63, ὡς εὐηρεστήθη νὰ εἴπῃ ὁ κ. Πλαπούτας. Ναὶ μὲν αὐτὸς ὁ ἀριθμὸς σημειοῦται εἰς τὸν κατάλογον τῶν ὑποτρόφων, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς παιδείας, ἀλλ’ ὀλίγαι παρατηρήσεις θὰ σᾶς πείσουν βεβαίως, ὅτι οὔτε εἰς τὸ ἥμισυ ἀνέρχεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑποτρόφων, οἵτινες ἀποῤῥέουσιν ἐκ τῆς ἰδικῆς μου πρωτοβουλίας καὶ ἐκλογῆς. Κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν τῆς ἐκ τοῦ ὑπουργείου ἐξόδου μου, ἤτοι τὴν 9 8βρίου 1875, ὁ προκάτοχός μου, κύριοι, προεκάλεσε διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου συνιστῶνται κατὰ τετραετίαν καὶ διὰ διαγωνισμοῦ ὑποτροφίαι εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου, εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ἐκ τῆς Ῥιζαρείου σχολῆς καὶ εἰς τὴν σχολὴν τῶν τεχνῶν ἐκ τῶν γυμνασίων τοῦ Κράτους. Τὸ διάταγμα τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον νὰ ἐκτελέσω, μηδόλως μιμούμενος τοὺς προκατόχους μου, οἵτινες τὰ περὶ τῶν κληροδοτημάτων διατάγματα τῶν ἰδίων προκατόχων παρέδιδον εἰς λήθην. Διέταξα λοιπὸν καὶ ἠνοίχθη κατὰ τὴν ἐν τῷ διατάγματι ὡρισμένην ἐποχὴν διαγωνισμὸς εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, εἰς τὴν Ῥιζάρειον σχολὴν καὶ εἰς τὰ γυμνάσια τοῦ Κράτους· τούτου δὲ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε νὰ διορισθῶσιν ὑπότροφοι δύω μὲν εἰς Εὐρώπην ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου, εἷς δὲ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ἐκ τῆς Ῥιζαρείου σχολῆς, καὶ δέκα εἰς τὴν σχολὴν τῶν τεχνῶν ἐκ τῶν γυμνασίων. Ἐὰν εἰς τούτους προσθέσητε καὶ τέσσαρας ὑποτρόφους, εἰσαχθέντας διὰ διαγωνισμοῦ ὡσαύτως εἰς τὴν Ῥιζάρειον σχολὴν, συμφώνως πρὸς τὸν κανονισμὸν αὐτῆς, ἔχετε ἐν ὅλῳ 17 ὑποτρόφους, διὰ διαγωνισμοῦ διορισθέντας. Φανερὸν δὲ, κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε τούτους ἐκ τοῦ ὁλικοῦ ἀριθμοῦ τῶν 63· δὲν δύνασθε νὰ καταλογίσητε αὐτοὺς εἰς τὴν πρωτοβουλίαν ἢ τὴν ἐλευθέραν ἐκλογήν μου, διότι ὁ διορισμός των ἦτο διὰ τὸν ὑπουργὸν πρᾶξις τυπικῆς ἁπλῶς καὶ ὑποχρεωτικῆς ὑπηρεσίας. Ἄλλως πρέπει νὰ μοῦ καταλογίσητε καὶ τοὺς ἐκ τοῦ Βελείου κληροδοτήματος ὑποτρόφους, διὰ τοὺς ὁποίους προεκάλεσα ὡσαύτως τὸ ἀναγκαῖον διάταγμα, καὶ νὰ μὲ καταστήσητε οὕτως ὑπόχρεων διὰ πολὺ μεγαλείτερον ἀριθμὸν ὑποτρόφων. Ἐκτὸς τούτου, πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ 63 ἑπτὰ ἄλλα ὀνόματα ὑποτρόφων, ὧν τέσσαρα ἄῤῥενα καὶ τρία θήλεα, τὰ ὁποῖα ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ πῶς ὁ κ. ὑπουργὸς σημειοῖ ἐν τῷ καταλόγῳ, ἐνῷ δὲν εἶναι πράγματι ὑπότροφοι. Ὁμιλῶ περὶ τῶν ἀῤῥένων τῶν ὑπὸ τοὺς ἀριθμοὺς 29–32 καὶ τῶν θηλέων τῶν ὑπὸ τοὺς ἀριθμοὺς 44–46 τοῦ καταλόγου. Τὰ ὀνόματα ταῦτα, κύριοι, ἀνεγράφοντο ἀληθῶς ἐν τῷ διατάγματι μεταξὺ τῶν ὑποτρόφων, ἀλλὰ τὸ διάταγμα δὲν ἐκοινοποιήθη, οὐδ’ ἐξετελέσθη ὡς πρὸς αὐτὰ, πρωτοφανὲς δὲ εἶναι νὰ ζητῆται λόγος ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν διὰ κυβερνητικὴν πρᾶξιν, μήπω ἐκπεραιωθεῖσαν, ὡς καὶ νὰ καταγράφωνται ἐν τῷ καταλόγῳ ἰδανικοὶ ὑπότροφοι μὲ τὴν ἀντίστοιχον μάλιστα σημείωσιν τῆς μηνιαίας χορηγίας των, ἐνῷ οἱ καταγραφόμενοι οὔτε δικαίωμα εἰς ὑποτροφίαν ἀπέκτησάν ποτε, οὔτε χορηγίαν τινὰ ἐκ τῶν κληροδοτημάτων ἔλαβον ἢ λαμβάνουν. Ἐνταῦθα θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ παρατηρήσω, ὅτι μεταξὺ τῶν ἰδανικῶν τούτων ὑποτρόφων συγκαταλέγονται τὰ κοράσια δύω τῶν καλλίστων φίλων μου, τοῦ κ. Βαρβιτσιώτου καὶ τοῦ κ. Θεοδώρου. Ἐξ ἰδίας, κύριοι, πρωτοβουλίας καὶ χωρὶς νὰ ἐρωτήσω τοὺς φίλους μου τούτους συμπεριέλαβον ἐν τῷ διατάγματι τὰ ὀνόματα τῶν θυγατέρων των, ἀλλ’ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι γενναιοφρόνως ἀπεποιήθησαν τὴν προσφοράν, πρὸς ἀποφυγὴν σκανδάλων. Μοὶ φαίνεται δὲ ὅτι καὶ ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἁβρότης ὑπηγόρευον.....
§21ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Ῥοῦφος ἔδωκε τὸν κατάλογον εἰς τὸν Καμπούρογλουν, διὰ νὰ μᾶς ἐκθέσῃ καὶ δυσφημήσῃ ὅλους.
§22ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Δὲν σᾶς μέμφεται κανεὶς δι’ αὐτὰ (θόρυβος).
§23ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἂς προχωρήσωμεν. Ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ 63 πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν καὶ τοὺς ἐξ εἰδικῶν κληροδοτημάτων ὑποτρόφους, διότι ἐπὶ τῶν εἰδικῶν τούτων κληροδοτημάτων ὁ ὑπουργὸς δὲν εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐκλέξῃ ὅν τινα θέλῃ ὑπότροφον, ἀλλ’ ἡ ἐνέργειά του περιορίζεται ἐκ τῶν διατάξεων τῆς διαθήκης, ἥτις συνιστᾷ τὸ εἰδικὸν κληροδότημα. Π. χ. κατὰ τοὺς ὅρους τῆς διαθήκης τοῦ ἀοιδίμου Κρίτσκη, οἱ τόκοι τοῦ φερωννύμου κληροδοτήματος διανέμονται εἰς πέντε μερίδας, ὡς ἑξῆς· Ἡ πρώτη μερὶς πρὸς ἐκπαίδευσιν νέων ἐκ Πελοποννήσου, ἡ δευτέρα πρὸς ἐκπαίδευσιν νέων ἐκ Σπετσῶν, ἡ τρίτη πρὸς ἐκπαίδευσιν νέων ἐξ Ὕδρας, καὶ αἱ δύο τελευταῖαι πρὸς ἐκπαίδευσιν νέων ἐκ Ζαγορᾶς, ἰδιαιτέρας πατρίδος τοῦ κληροδότου. Βλέπετε ὅτι ὑπότροφοι ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τούτου διορίζονται μόνον ἐκ τῶν τεσσάρων τούτων μερῶν, καὶ καθόσον ἕκαστον τούτων ἔχει τόκους διαθεσίμους. Ἐκ τοῦ εἰδικοῦ λοιπὸν τούτου κληροδοτήματος Κρίτσκη ὑπῆρχον τόκοι διαθέσιμοι, ἀνήκοντες εἰς τὴν νῆσον τῶν Σπετσῶν, διὰ τέσσαρας ὑποτρόφους· τοὺς τόκους δὲ τούτους διέθεσα, διορίσας τὸν υἱὸν τοῦ κ. Μπούμπουλη Ἰάσωνα, πρὶν λάβῃ μέρος εἰς τὸ ὑπουργεῖον ὁ ἀξιότιμος οὗτος συνάδελφος.
§24Γ. ΠΛΑΠΟΥΤΑΣ. Καλὰ ἐκάματε.
§25ΜΙΛΗΣΗΣ. Πρὸς δὲ καὶ τρεῖς ἄλλους γόνους οἰκογενειῶν ἐπιφανῶν τῆς ἱστορικῆς ἐκείνης νήσου, σήμερον δὲ ἀναξιοπαθουσῶν, τὸν Κυριακοῦ, τὸν Λαζάρου καὶ τὸν Ῥοδίτην (θόρυβος). —Δὲν ἐννοῶ τὸν θόρυβον.
§26ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ κ. Κουνουπιώτης ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ Ῥοδίτης δὲν εἶναι Σπετσιώτης.
§27ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τίς λέγει ὅτι ὁ Ῥοδίτης δὲν εἶναι Σπετσιώτης; Ἂς προέλθῃ εἰς τὸ μέσον νὰ τὸν ἀκούσω, διὰ νὰ μάθω ἀπὸ ποῦ εἶναι ὁ Ῥοδίτης, ἂν δὲν ᾖναι ἀπὸ τὰς Σπέτσας.
§28ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ δικαιοσύνη ὑπαγορεύει ὡσαύτως, κύριοι, ν’ ἀφαιρεθῶσι καὶ οἱ εἰς Εὐρώπην ἀποσταλέντες τρεῖς ὑπότροφοι, ἵνα ἐπανελθόντες διδάξωσιν ὡς καθηγηταὶ εἰς τὸ συστηθησόμενον παρ’ ἡμῖν διδασκαλεῖον, τοὐτέστιν ὁ σχολάρχης Μ. Βρατσάνος καὶ δύο τῆς φιλοσοφικῆς σχολῆς τελειόφοιτοι, ὁ Οἰκονόμου καὶ ὁ Παπασωτηρίου. Τούτων ἡ ὑποτροφία δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἁπλῆ καὶ ἐλευθέρα κυβερνητικὴ εὐποιΐα, τὴν ἐκπαίδευσιν μόνον τοῦ εὐποιουμένου σκοποῦσα, ἀλλ’ εἶναι κυρίως ἀντάλλαγμα ὑποχρεώσεως, ἣν ἀνεδέχθησαν οἱ ὑπότροφοι οὗτοι, κεκτημένοι ἤδη τὰ πρὸς τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ἀπαιτούμενα προσόντα, διότι δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τις ὁ ἀρνούμενος ὅτι τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος πρόσωπά εἰσι κατάλληλα εἰς ὃ ἔργον καθωρίσθησαν. Οὕτως ἔχομεν, κύριοι, 31 ὑποτρόφους, ἀλλοτρίους τῆς ἰδικῆς μου ἐλευθέρας πρωτοβουλίας. Ἐὰν δ’ εἰς τούτους προσθέσητε ά.) τὸν Α. Λυκάκην, ἀντικαταστήσαντα ἁπλῶς τὸν ἀδελφόν του καὶ ἑπομένως μὴ προσαυξήσαντα τὸν ἀριθμὸν· βʹ.) τὸν ἐκ τοῦ εἰδικοῦ κληροδοτήματος Σακελλαρίου Σ. Οἰκονομίδην, περὶ οὗ μετ’ ὀλίγον, καὶ γʹ.) τὸν Δ. Καμπούρογλουν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ τὸν Κλεομένην Παπαδόπουλον εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, τῶν ὁποίων ἀμφοτέρων ἡ χορηγία δὲν σημειοῦται κἂν ἐν τῷ καταλόγῳ, διότι τοῦ μὲν πρώτου ἡ ὑποτροφία, παραταθεῖσα ἐπὶ ἓξ μῆνας, ἔληξεν ἤδη, ὁ δὲ δεύτερος, νοσήσας ἐπικινδύνως, ἐπανῆλθεν εἰς Ἑλλάδα καὶ δὲν πληρόνεται· ἔχομεν ἐν ὅλῳ 35, τοὺς ὁποίους ἂν ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ 63, πόσοι ὑπολείπονται; Εἴκοσι καὶ ὀκτώ. Ἰδοὺ ὁ φοβερὸς ἀριθμὸς τῶν ὑποτρόφων, οὓς διώρισα κατ’ ἐμὴν ἐκλογὴν ἐν διαστήματι 17 μηνῶν, σπαταλήσας ἀσυνειδήτως, ὡς διέδωκαν, τὰ χρήματα τῶν κληροδοτημάτων! Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ἐπιχειρήσω συγκρίσεις· δὲν θέλω ν’ ἀναφέρω ἀριθμοὺς, οὐδ’ ὀνόματα· δὲν ἀγαπῶ τὰ σκάνδαλα. Ὑπ’ ὄψιν ἔχετε τὸν κατάλογον, ὅστις ὑπεβλήθη σήμερον, ὡς καὶ τὸν κατάλογον, ὅστις ὑπεβλήθη κατὰ τὸ 1871. Ὅσοι ἔχετε τὴν περιέργειαν τῶν συγκρίσεων, ῥίψατε ἓν βλέμμα καὶ εἰς τοὺς δύω καταλόγους καὶ ἄφετε τὴν συνείδησίν σας νὰ ὁμιλήσῃ. Ἂς μοὶ συγχωρηθῇ μόνον νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ καὶ περὶ τῆς ἠθικῆς ἀξίας τῶν τῆς ἐκλογῆς μου ὑποτρόφων, διότι οἱ καλοὶ κατήγοροι διὰ τῶν διαδόσεών των ἐπειράθησαν νὰ παραστήσωσιν, ὅτι κομματικὴ ἢ ἀτομικὴ ἰδιοτέλεια ὑπηγόρευσεν ὅλους σχεδὸν τοὺς παρ’ ἐμοῦ διορισθέντας ὑποτρόφους. Θὰ ἴδητε, κύριοι, ποῦ ὠθεῖ ὁ πολὺς καὶ ἄμεσος ζῆλος τοῦ μέμφεσθαι συστηματικῶς καὶ κατακρίνειν τὰ πάντα. Παρετήρησαν ὑπότροφόν τινα εἰς τὸ Ἀρσάκειον, Εὐγενίαν Λάππα καλουμένην, καὶ ἔσπευσαν νὰ τὴν βαπτίσουν θυγατέρα τοῦ βουλευτοῦ Λάππα, ὅστις ὑπεχρεώθη διὰ τοῦτο ν’ ἀκούσῃ τῶν παθῶν του τὸν τάραχον. Ποία δὲ ἡ Εὐγενία Λάππα; Κόρη πτωχοῦ ἱερέως ἐξ Ἄρτης, συσταθεῖσα παρὰ τοῦ ἐκεῖ μητροπολίτου, καὶ σπουδάζουσα ἤδη εἰς τὸ Ἀρσάκειον, ἀναλώμασι τῶν κληροδοτημάτων, ἵνα ἐπανέλθῃ κατόπιν καὶ συστήσῃ παρθεναγωγεῖον ἐν Ἀλβανίᾳ πρὸς ἐκπαίδευσιν τοῦ ἐκεῖ γυναικείου φύλου. Ἰδοὺ πρᾶξις ἀξιοκατάκριτος! Διέδωκαν ὡσαύτως καὶ ἐβεβαίωσαν, ὅτι διώρισα ὑπότροφον τὸν οἰκοδιδάσκαλόν μου Σ. Οἰκονομίδην, δὲν ἠξεύρω μὲ πόσην χορηγίαν κατὰ μῆνα, ἀποτίσας οὕτως ἐκ τῶν κληροδοτημάτων τὰ εἰς αὐτὸν ὀφειλόμενα δίδακτρα· ἀκούσατε δὲ, κύριοι, τί συμβαίνει. Κατὰ τὸ 1874 τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Ψωφίδος προέτεινε καὶ ὁ τότε ὑπουργὸς τῆς ἐκπαιδεύσεως διώρισεν ὑπότροφον ἐκ τοῦ εἰδικοῦ κληροδοτήματος Σακελλαρίου τὸν ἀξιόλογον νέον Σ. Οἰκονομίδην, φοιτητὴν νῦν τῆς φιλοσοφικῆς σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου. Ἀλλ’ ὁ κ. Βαλασόπουλος, ἀντὶ νὰ ἐκτελέσῃ τὸν ῥητὸν ὅρον τῆς διαθήκης, ἀντὶ νὰ δώσῃ δηλονότι τὸ τέταρτον τῆς ἐτησίας προσόδου τοῦ κληροδοτήματος, ὥρισεν αὐθαιρέτως τὴν χορηγίαν τοῦ νέου εἰς 60 δραχ. κατὰ μῆνα. Τῆς ἀδικίας ταύτης τὴν ἐπανόρθωσιν ἔκτοτε ἐπεδίωκεν ἀνενδότως ὁ νέος Οἰκονομίδης, ἡ δὲ πρυτανεία τοῦ Πανεπιστημίου δι’ ἐπανειλημμένων ἐγγράφων συνίστα θερμῶς τὴν παραδοχὴν τῆς αἰτήσεώς του, καὶ ὁ σεβαστὸς πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Ζαΐμης, καὶ ἐγγράφως καὶ προφορικῶς πολλάκις ἠξίωσε νὰ παύσῃ τὸ εἰς τὸν συμπολίτην του γινόμενον ἀδίκημα. Ἐκ τούτων ἁπάντων πειθόμενος, ἐξετέλεσα ἀκριβῶς τὴν διάταξιν τῆς διαθήκης καὶ ἐδικαίωσα τὸν νέον. Τοῦτο ἤρκεσε, κύριοι, διὰ νὰ βαπτισθῇ ὁ Σ. Οἰκονομίδης ὑπότροφος ἰδικός μου, νὰ χαρακτηρισθῇ δὲ μάλιστα καὶ ὡς οἰκοδιδάσκαλός μου. Διατί; διότι εὐγνωμονῶν ὁ χρηστὸς νέος συχνάζει εἰς τὸν οἶκόν μου ἀπὸ τεσσάρων ἢ πέντε μηνῶν, ἀφ’ ὅτου τὸν ἐγνώρισα τῇ συστάσει τοῦ κ. Ζαΐμη. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ οἰκοδιδασκάλου, θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω, ὅτι τὴν 6 Φεβρουαρίου 1874, ἤτοι δύω ἡμέρας μετὰ τὴν παρκίτησιν τοῦ τότε ὑπουργείου, διωρίσθη Σαραντόπουλός τις, ὃν βλέπετε καὶ ἐν τῷ καταλόγῳ, ὑπότροφος εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μὲ 250 δραχμῶν μηνιαίαν χορηγίαν. Οὗτος ἦτο τῷ ὄντι οἰκοδιδάσκαλος καὶ ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἀλλ’ ἰδικός μου βέβαια ὄχι.
§29ΤΙΝΕΣ. Τίνος ἦτο;
§30ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἠξεύρω. Οἱ τότε ὑπουργοὶ ἴσως τὸ γνωρίζουσιν. Ἔγραψαν, κύριοι, καὶ κατηγόρησαν, ὅτι ὁ Κλεομένης Παπαδόπουλος ἐπληρόνετο ὡς ὑπότροφος σπουδαστὴς ἐν Εὐρώπῃ, ἐνῷ διέτριβεν ἐν Γυθείῳ ἢ ἐν Σπάρτῃ. Τὸν Παπαδόπουλον, κύριοι, εὗρον σπουδάζοντα τὴν ἀρχαιολογίαν ἐν Εὐρώπῃ καὶ παρέτεινα τὴν ὑποτροφίαν του ἐπὶ 18 μῆνας. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι, ἂν σκληρὰ ἀσθένεια δὲν ἠνάγκαζε τὸν πολύτιμον τοῦτον νέον νὰ διακόψῃ τὰς σπουδάς του καὶ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, μεγάλην ὠφέλειαν καὶ τιμὴν ἤθελε περιποιήσει εἰς τὴν πατρίδα. Ἡ παράτασις τῆς ὑποτροφίας εἶναι ἀληθὴς καὶ προθύμως ἀναδέχομαι τὴν ἐξ αὐτῆς εὐθύνην, ἀλλὰ δὲν εἶναι διόλου ἀληθές, ὅτι μετὰ τὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπάνοδόν του ἔλαβε τὴν τῆς ὑποτροφίας χορηγίαν. Ὁ φιλότιμος νέος οὔτε κἂν κατεδέχθη νὰ τὴν ζητήσῃ, ἂν καὶ εἶχε συνηγοροῦσαν ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν φιλανθρωπίαν.
§31ΤΙΝΕΣ. Πολὺ καλά.
§32ΜΙΛΗΣΗΣ. Ταῦτα, κύριοι, σᾶς δίδουσι, μοὶ φαίνεται, τὸ μέτρον τῆς καλῆς πίστεως τῶν κατηγόρων καὶ τῆς ἀξίας τῶν λεχθέντων κατὰ τῶν ὑποτρόφων. Ἔχω τὴν παῤῥησίαν νὰ εἴπω δημοσίᾳ, ὅτι λόγος ποταπὸς ἢ ἀνήθικος ἢ ἰδιοτελὴς δὲν προήδρευσεν εἰς τὸν διορισμὸν οὐδενὸς τῶν παρ’ ἐμοῦ γενομένων ὑποτρόφων· ἅπαντες εἰσὶν ἄξιοι τῆς συμπαθείας καὶ τῆς συνδρομῆς τῆς πολιτείας. Ὁ Ν. Πολίτης, τὸν ὁποῖον γνωρίζετε ὅλοι, ἡ Ἐλπὶς Γενναδίου, ἀναξιοπαθοῦσα θυγάτηρ τοῦ ἀοιδίμου ἐκείνου διδασκάλου τοῦ γένους, τοῦ ὁποίου πολλοὶ ἐξ ἡμῶν ὑπήρξαμεν μαθηταί, ὁ Ἀθ. Λίβας, νέος ἀξιόλογος σπουδάζων τὴν ὀρυκτολογίαν, ὁ Καπετανάκης, γόνος μιᾶς τῶν ἐπιφανῶν τοῦ τόπου οἰκογενειῶν, πολλὰ ὑποσχόμενος καὶ διὰ τὴν εὐφυΐαν του καὶ διὰ τὰ προτερήματά του, εἶναι, κύριοι, ταῦτα πρόσωπα ἀνάξια συνδρομῆς; εἶναι πρόσωπα, διὰ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐρυθριᾷ ὁ ὑπουργός;
§33Γ. ΠΛΑΠΟΥΤΑΣ. Τὰ ὀνόματα δὲν τὰ θέλομεν (θόρυβος).
§34ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὅλα πρέπει νὰ τὰ εἴπῃ.
§35ΜΙΛΗΣΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Τὰ ὀνόματα ἔχουν ἐνταῦθα μεγάλην σημασίαν, διότι διέδωκαν ὅτι διώρισα πρόσωπα ἀνάξια συνδρομῆς. Τὰ ὀρφανὰ τέκνα τοῦ Θ. Κουντουριώτη, τοῦ Ἐμμ. Φωτιάδου, τοῦ Κόκκου, τοῦ Κομνηνοῦ, τοῦ Κουμουνδουράκη...
§36ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκεῖ, ἀρκεῖ (θόρυβος). Πολὺ καλά.
§37Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Μίλησης κατηγορήθη διὰ τὰς πράξεις του, καὶ δὲν ἀφίνετε νὰ τὸν ἀκούσωμεν; δὲν εἶναι ἐντροπὴ; Γίνεται τόσος θόρυβος, ἐνῷ ὁ ἄνθρωπος ἀπολογεῖται;
§38ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὄχι· ὁ κ. Μίλησης δὲν ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀπολογηθῇ· πληροφορίας μόνον δίδει, καὶ ἡμεῖς τὰς θεωροῦμεν ἀρκούσας.
§39ΜΙΛΗΣΗΣ. Σταματῶ, κύριοι, εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν ὀνομάτων, ἀφοῦ τὸ θέλετε, σᾶς παρακαλῶ δὲ μόνον νὰ ῥίψητε ἓν βλέμμα εἰς τὸν κατάλογον, ὃν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, διὰ νὰ ἴδητε ὁποῖα πρόσωπα διώρισα ἐγὼ ὑποτρόφους. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι καὶ ἄλλοι ἦσαν ἄξιοι τῆς τοιαύτης συνδρομῆς τῆς πολιτείας, ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε ὅτι περιωρισμένα εἶχον εἰς τὴν διάθεσίν μου τὰ μέσα πρὸς ἱκανοποίησιν ὅλων τῶν δικαίων ἀξιώσεων. Κατ’ ἀνάγκην ἔπρεπε νὰ μείνουν ἀδικούμενοι καὶ παραπονούμενοι.
§40ΤΙΝΕΣ. Πολὺ καλά.
§41ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἰδιαιτέρως, κύριοι, μὲ κατηγόρησαν, ὅτι διώρισα ὑποτρόφους τέκνα βουλευτῶν. Ἐπὶ τούτου παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μίαν ἐξήγησιν. Ὁ ἐν τῷ καταλόγῳ μεταξὺ τῶν ὑποτρόφων σημειούμενος Θρασύβουλος Γεροθανάσης δὲν εἶναι υἱὸς ἀλλ’ ἐγγονός τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μας Γεροθανάση· φέρει δὲ τὸ ἐπώνυμον τοῦτο, διότι ὁ πάππος του, μὴ ἔχων υἱὸν, ἀπῄτησεν ἐξ ἀδυναμίας εὐεξηγήτου νὰ λάβῃ ὁ ἔγγονός του τὸ ἴδιον ὄνομα. Ἐννοεῖτε δὲ, κύριοι, ὅτι, ἐὰν δὲν περιορισθῆτε εἰς τὴν σχέσιν πατρὸς καὶ τέκνου, ἀλλ’ ἀναζητήσητε ὅλας τὰς συγγενικὰς σχέσεις τῶν βουλευτῶν, δύνασθε νὰ καταλογίσητε ὅλους σχεδὸν τοὺς ὑποτρόφους εἰς βουλευτάς, ὅπερ οὔτε δίκαιον οὔτε πρέπον εἶναι. Ὁ νέος Γεροθανάσης, κύριοι, ἔχει πατέρα Ἠπειρώτην, εὔπορον ἄλλοτε, ἀλλὰ σήμερον εὑρισκόμενον εἰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας καὶ μὴ δυνάμενον νὰ ἐκπαιδεύσῃ ἐξ ἰδίων τὰ τέκνα του. Σᾶς ἐρωτῶ, ἄδικον καὶ ἀξιοκατάκριτον ἐνήργησα πρᾶξιν; διότι ἔῤῥιψα εἰς παῖδα Ἠπειρώτου ὀλίγα τινὰ ψυχία ἐκ τῆς πλουσίας τραπέζης τῶν κληροδοτημάτων, τὴν ὁποίαν Ἠπειρῶται πρὸ πάντων παρεσκεύασαν; Ἐὰν ἐξαιρέσητε τὸν Θρασύβουλον Γεροθανάσην, μένουν τὰ τέκνα τοῦ Ζουλούμη καὶ Ἀναστασοπούλου, διότι ὁ υἱὸς τοῦ κ. Μπούμπουλη ἐγένετο, ὡς προεῖπον, ὑπότροφος ἐξ εἰδικοῦ κληροδοτήματος.
§42ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετὰ, κ. Μίληση (θόρυβος).
§43ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἔχετε, κύριοι, ὑπομονὴν νὰ ἀκούσητε ἀκόμη ὀλίγας λέξεις. Τὸν συνάδελφόν μας κ. Ζουλούμην τὸν γνωρίζετε ὅλοι· εἶναι ἔντιμος καὶ ἀναξιοπαθῶν οἰκογενειάρχης. Ὑποθέτετε ὅτι, διότι εἶναι βουλευτὴς, ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἐκτὸς τοῦ κοινοῦ δικαίου; Τὰ τέκνα λοιπὸν τῶν πολιτευομένων εἶναι καταδεδικασμένα νὰ μὴ εὑρίσκωσι φιλανθρωπίαν καὶ συνδρομὴν, μόνον, διότι οἱ πατέρες των πολιτεύονται; (θόρυβος). Ἀλλ’ ἔστω, θέλετε νὰ ἦσθε αὐστηροὶ πρὸς τοὺς βουλευτὰς, ἐστὲ τότε δίκαιοι καὶ ἴσοι πρὸς πάντας. Ἀνοίξατε τὸν κατάλογον τοῦ 1871... (θόρυβος). Ἡ φωνή μου, κύριοι, εἶναι ἰσχνὴ, ἀδύνατος· δὲν δύναται νὰ ἐπικρατήσῃ τοῦ θορύβου. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσητε ὀλίγας ἔτι στιγμὰς ἐν ἡσυχίᾳ, διότι δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θέλετε νὰ μάθητε τὴν ἀλήθειαν. Λέγω ὅτι ἐὰν πρέπῃ νὰ κατακριθῶ, διότι διώρισα ὑποτρόφους δύο ἢ τριῶν βουλευτῶν τέκνα, ὀφείλετε νὰ μεταχειρισθῆτε τὰ αὐτὰ μέτρα καὶ σταθμὰ δι’ ὅλους τοὺς μέχρι τοῦδε ὑπουργούς. Δὲν ἀναφέρω ὀνόματα· δὲν θέλω νὰ πληγώσω φιλοτιμίας. Ἀνοίξατε τὸν κατάλογον τοῦ 1871· ἐν αὐτῷ θὰ εὕρητε πόσα τέκνα βουλευτῶν καὶ παρὰ τίνων διωρίσθησαν ὑπότροφοι ἐν τῷ παρελθόντι. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, παραιτῶν τὰς προσωπικὰς ἀντεγκλήσεις, δὲν ὑποστέλλομαι νὰ εἴπω καθαρὰ τὴν περὶ τούτου γνώμην μου. Ἐὰν ὁ διορισμὸς τοῦ ὑποτρόφου γίνεται ἐπὶ σκοπῷ πολιτικῆς διαφθορᾶς, πρὸς ἐξώνησιν δηλ. τῆς συνειδήσεως τοῦ βουλευτοῦ, τότε βεβαίως ἡ πρᾶξις εἶναι κακοήθης καὶ ἀξιοκατάκριτος. Ἀλλὰ τίς ἐξ ὑμῶν, κύριοι, δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἐπειράθην νὰ διαφθείρω τὸν γέροντα Ζουλούμην διὰ τῆς ὑποτροφίας τοῦ υἱοῦ του; Ὁ κ. Ζουλούμης πρὸ ἐτῶν εἶναι κατατεταγμένος εἰς τὸ κόμμα τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἐν πολλαῖς δὲ δοκιμασίαις ἐβασανίσθη ἡ πολιτική του πίστις. Δὲν πιστεύω ποτὲ νὰ τολμήσῃ τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἄνευ τῆς ὑποτροφίας ἤθελεν ἀκολουθήσει ἄλλην πορείαν ἐν τῇ Βουλῇ.
§44ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά.
§45ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ αὐτὸ λέγω καὶ περὶ τοῦ κ. Γεροθανάση. Οὗτος ἀκολουθεῖ, ὡς γνωστόν, τὴν πορείαν τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον πρὸ πολλοῦ εἶναι κατατεταγμένος...
§46ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι περιττὸν, φθάνει.
§47ΜΙΛΗΣΗΣ. Μίαν λέξιν ἀκόμη, κύριοι, μίαν μόνην. Μεταξὺ τῶν ὑποτρόφων, οὓς διώρισα, ὑπάρχουν καί τινες ἐκ τῆς ἐπαρχίας, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω· τοῦτο δὲ μάλιστα ἐξήγειρε τὴν χολὴν τῶν κατηγόρων. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ὀχυρωθῶ ὄπισθεν τῶν ἄλλων· δὲν σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι ἅπαντες οἱ κατὰ καιροὺς ὑπουργοὶ ἐπλήρωσαν ἐξ ἰδίων ἕκαστος συμπολιτῶν ἅπαντας τοὺς κλάδους τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ αὐτῆς ἔτι τῆς ἰσοβίου. Ἔχω πλήρη πεποίθησιν εἰς τὴν ὀρθοφροσύνην σας, καὶ διὰ τοῦτο θέτω τὴν πρᾶξίν μου ὑπὸ τὴν ἀπόλυτον ἐκτίμησίν σας. Ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ἑρμιονίδος, κύριοι, οὐδεὶς ὑπῆρχεν ὑπότροφος, ἀλλὰ καὶ τῶν λοιπῶν κυβερνητικῶν ἀγαθῶν ἡ ἐπαρχία αὕτη ἔμενεν ἐντελῶς ἀπόκληρος, ὥστε ἐλογίζετο ἐν μοίρᾳ Καρὸς, καταδεδικασμένη νὰ ἐργάζηται καὶ φορολογῆται δι’ ἄλλους προνομιούχους· ἦτο τοῦτο δίκαιον; Ἂν δ’ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου ἡ ἐπαρχία αὕτη, ἥτις δὲν διεδραμάτισεν ἀφανὲς πρόσωπον κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, ηὐτύχησε νὰ ἴδῃ ἐξ ἑαυτῆς ὀλιγίστους τινὰς ὑποτρόφους, εἶναι τάχα τοῦτο τόσον φοβερὸν ἔγκλημα, ὥστε νὰ ῥίψητε κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ λίθον ἀναθέματος; Ἂς ἀπαντήσῃ ἡ συνείδησίς σας. Σημειώσατε δὲ ὅτι οἱ διορισθέντες ὑπότροφοι ἀνήκουσιν ἅπαντες εἰς οἰκογενείας εὐπόρους τὸ πρίν, ἐχούσας καὶ πλοῖα καὶ περιουσίαν, ἐκπεπτωκυίας δὲ σήμερον καὶ δεομένας τῆς συνδρομῆς τοῦ δημοσίου. Ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ ἐπικαλεσθῶ ἐπὶ τούτου τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ τοῦ πολιτικοῦ μου ἀντιπάλου, τοῦ κ. Μήτσα· τὸν προκαλῶ νὰ μὲ διαψεύσῃ, ἂν δὲν λέγω ἀλήθειαν.
§48ΜΗΤΣΑΣ. Μάλιστα, ἔχετε δίκαιον. Ὁ πάππος τοῦ ἑνὸς τῶν ὑποτρόφων, ὁ γερο–Γκιώνης πρῶτος ἐπήδησεν εἰς τὸ Παλαμῆδι.
§49ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλά. Ἀρκοῦν, ἀρκοῦν, κ. Μίληση.
§50ΜΙΛΗΣΗΣ. Τοσοῦτοι καὶ τοιοῦτοι εἶναι, κύριοι, οἱ ὑπότροφοι, τοὺς ὁποίους διώρισα ἐν διαστήματι δεκαεπτὰ μηνῶν. Ἂς ἀποφανθῇ νῦν ἡ συνείδησις τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ τόπου ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων.
§51ΠΛΑΠΟΥΤΑΣ. Δύω λέξεις θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κ. Μίλησης, θέλων νὰ ὑπερασπισθῇ ἑαυτὸν, ἠδίκησεν ἐμὲ καὶ ἠθέλησε νὰ μᾶς ἐπιδείξῃ τὰ μεγάλα ὀνόματα καὶ τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον εἶχε.
§52Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νὰ μᾶς εἴπῃ πόσους διώρισεν ἐκ τῆς ἐπαρχίας του (θόρυβος).
§53Γ. ΠΛΑΠΟΥΤΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ εἴπω οὔτε διὰ τὴν κόρην τοῦ κ. Θεοδώρου, οὔτε δι’ ἄλλην (θόρυβος).
§54ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριοι, αὐτὸς ὁ κλάδος τῆς ὑπηρεσίας πολλάκις ἔρχεται ἐνώπιόν μας καὶ γεννᾷ σκάνδαλα, καὶ τῳόντι ἢ δικαίως ἢ ἀδίκως γείνουν αἱ προτάσεις, τὸ σκάνδαλον πάντοτε θὰ ὑπάρχῃ. Αἱ ὑποτροφίαι γίνονται κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον· ὑπάρχουν κληροδοτήματα, ὑπάρχει δὲ καὶ μία ἐπιτροπὴ, ἥτις συνιστᾷ ἀντὶ τῶν ἀπολυομένων ἄλλους· εἰς αὐτὰ τὰ κληροδοτήματα εἶναι ὡρισμένον τὸ ποσὸν, καὶ ἕκαστος ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ ἐκτελέσῃ τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ ὅλα τὰ κληροδοτήματα δὲν εἶναι τοιαῦτα. Περὶ τῶν ἄλλων κληροδοτημάτων εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὑπάρχει μία ἔλλειψις, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀναγνωρίσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἐπειδὴ γίνεται λόγος, αὐτὰ δὲ τὰ κληροδοτήματα ἀνέρχονται εἰς 5 ἑκατομμύρια· δύνανται λοιπὸν νὰ παρέχουν τόκους πλέον τῶν τριακοσίων ἢ τετρακοσίων χιλιάδων δραχμῶν. Λοιπὸν βλέπετε ὅτι ἓν ποσὸν τοιοῦτον μένει ἄνευ λόγου εἰς τὴν διάθεσιν τίνος; τοῦ ὑπουργοῦ· λέγω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ κανονισθῇ αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον. Τὰ τῆς παιδείας, κύριοι, κανονίζονται διὰ δύο παλαιῶν διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα περιέβαλε τὸ σύνταγμα μὲ ἰσχὺν νόμου, διότι ὅλα τὰ διατάγματα ὅσα ἐξεδόθησαν κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἔχουν ἰσχὺν νόμου. Κατ’ αὐτὰ λοιπὸν εἶναι δικαιολογημέναι 30 ὑποτροφίαι τῶν ἀῤῥένων, 30 τῶν θηλέων καὶ 10 τοῦ Πανεπιστημίου, τὰ δὲ ἄλλα μένουν ἀδιάθετα, καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε θὰ ἔρχεται τὸ σκανδαλῶδες αὐτὸ ζήτημα καὶ οὐδέποτε θὰ γίνεται ἡ θεραπεία, διότι δὲν ἦλθεν εἷς νόμος νὰ κανονίσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Λοιπὸν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ κανονισθῶσι διὰ νόμου, διότι ἄλλως τε πάντοτε τὰ αὐτὰ θὰ συμβαίνουν.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· εἶναι ἐγγεγραμμένοι οἱ κύριοι Παπαμιχαλόπουλος, Χοϊδᾶς καὶ Φιλήμων.
§56ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§57ΧΟΪΔΑΣ. Τελευταῖος θὰ λάβω τὸν λόγον.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φιλήμων.
§59ΦΙΛΗΜΩΝ. Θὰ ἀπαντήσω ἐν ὀλίγοις εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. πρωθυπουργὸν καὶ εἰς τὸν κ. Λομβάρδον. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἀπαντῶν εἰς τὴν χθεσινὴν ὁμιλίαν μου μὲ ἐμέμφθη τίνος ἕνεκα ἐπιμένω πολὺ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα τῆς Ἀγγλίας, εἰς τὴν ἐποχὴν τὴν πρὸ τοῦ τέλους τοῦ παρελθόντος αἰῶνος μέχρι τοῦ 1866, παρῄτησα δὲ τὴν ἐποχὴν τοῦ Γουλιέλμου Γʹ. Ἔδωκα καὶ χθὲς ἀπάντησιν, ἐρωτηθεὶς ἐνῷ ὡμίλουν· ἀλλ’ ἡ ἀπάντησίς μου, φαίνεται, δὲν ἐκρίθη λίαν ἐπαρκὴς καὶ ἱκανοποιοῦσα· τὴν συμπληρῶ σήμερον. Δὲν ὡμίλησα περὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Γουλιέλμου Γʹ, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὰ κοινοβουλευτικὰ ὑπουργεῖα δὲν ὑπῆρχον, ὁποῖα ἐσχηματίσθησαν ἀκολούθως. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ βασιλεὺς οὗτος κατὰ τὸ 1696 συνέστησεν ὑπουργεῖον, ἀποτελούμενον ἐκ κόμματος, στηριζόμενον δὲ ἐπὶ τοῦ Οὐϊγγικοῦ κόμματος, ἀλλ’ ἀκολούθως παρῃτήθη τοῦ συστήματος αὐτοῦ καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὸ παλαιὸν σύστημα, τοῦ νὰ ἐκλέγῃ δηλαδὴ ὁ βασιλεὺς τοὺς ὑπουργοὺς ἀτομικῶς. Μόνον ὅταν ἡ δυναστεία τοῦ Ἀνόβερ ἀνέβη ἐπὶ τὸν θρόνον τῆς Ἀγγλίας, ἀνεπτύχθη τὸ σύστημα τὸ καλούμενον τῶν cabinets, τῶν ὑπουργείων δηλαδὴ τῶν ἀποτελουμένων ἀπὸ κόμμα, ἤτοι τῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς μορφουμένων. Ὁ βασιλεὺς Γουλιέλμος εἶχε πολλὰ προτερήματα καὶ παρέσχε μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ εἰς τὸ πολίτευμά της, ἀλλ’ ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος ἐνόησε νὰ κυβερνᾷ ἀπ’ εὐθείας καὶ νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν διοίκησιν· ἰδίως δὲ καθόσον ἀφορᾷ τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα, δὲν ἐδέχετο ὑπουργὸν ἴδιον, ἦτον αὐτὸς οὗτος ἑαυτοῦ ὑπουργός. Ἑπομένως δὲν ἠδυνάμην, ὁμιλῶν περὶ συμμαχιῶν κομμάτων διὰ τὴν κυβέρνησιν, ν’ ἀνατρέξω εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη συμμαχία. Διὰ τὸν αὐτὸν δὲ λόγον δὲν ἀνεμνήσθην καὶ τῆς πρώτης συνταγματικῆς περιόδου τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἐκ τῆς περιόδου ἐκείνης δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀρυσθῶ παραδείγματα· διότι αἱ συμμαχίαι τῶν κομμάτων εἶναι προϊὸν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος· ἀπὸ τοῦ 1848 δὲ, ἐὰν μὴ καὶ πρότερον, ὁ καθαρὸς καὶ ἀκριβὴς κοινοβουλευτικὸς βίος ἔπαυσεν ἐν Ἑλλάδι. Τὰ ὑπουργεῖα, ἐπὶ τῆς πρώτης δυναστείας τῆς πρὸ τοῦ 1862, δὲν ἐξήρχοντο ἀπὸ τοὺς κυματισμοὺς τῶν Βουλῶν, οὔτε ἀπὸ τὰς Βουλάς· μᾶλλον τὰ ὑπουργεῖα συνεκρότουν τὰς Βουλάς. Τοῦτο ἂν μὴ ἐγένετο, βεβαίως ἡ δεκάτη Ὀκτωβρίου 1862 δὲν ἐπήρχετο. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν τὴν πρὸ τοῦ 1862, ἐφόσον ἐπὶ βραχὺ ἐπεκράτησε τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα, δηλαδὴ ἐφόσον τὰ ὑπουργεῖα δὲν τὰ συνεκρότει ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ Βουλὴ, ἔχομεν ὑπουργεῖα συμμαχιῶν καὶ ὑπουργεῖα, ὧν μετέσχον οἱ σπουδαιότεροι ἄνδρες τῆς Ἑλλάδος. Ἔχομεν δὲ ὀνομαστὶ τὸ ὑπουργεῖον τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1843, εἰς ὃ μετέσχον καὶ τὰ τρία κόμματα· ἦτον ἐν τούτῳ ὁ Μεταξᾶς, ὁ Κανάρης, ὁ Σχινᾶς ἐκ μιᾶς μερίδος, ὁ Μανσόλας καὶ ὁ Παλαμίδης ἐξ ἑτέρας, καὶ ὁ Μελᾶς καὶ ὁ Λόντος ἐξ ἄλλης. Τοῦ ὑπουργείου τούτου πεσόντος, ἦλθε τὸ Ὑπουργεῖον Μαυροκορδάτου ἀποκλειστικῶς, συγκροτούμενον ἐκ τῆς μερίδος του· ἀλλὰ καὶ τοῦτο μετ’ ὀλίγον ἔπεσεν, ἦλθον δὲ ὁ Μεταξᾶς καὶ ὁ Κωλέτης. Ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο τὸ μικτὸν ἐκυβέρνησεν, ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου 1844 μέχρι τοῦ Ἰουλίου 1845· ἔκτοτε δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔπαυσεν ὁ κοινοβουλευτικὸς βίος ἐν τῇ Ἑλλάδι. Κατὰ τὰ ὀλίγα λοιπὸν ἔτη, καθ’ ἃ τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα ἴσχυσεν ἐπὶ τῆς πρώτης δυναστείας, ἔχομεν δύο ὑπουργεῖα συμμαχικὰ, καὶ ἓν μόνον ἀποκλειστικόν· αὐτὸ δὲ τὸ ἀποκλειστικὸν ὑπουργεῖον ὑπῆρξε τὸ μᾶλλον βραχύβιον. Βλέπετε ἐντεῦθεν, ὅτι καὶ ἡ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος συστρατεύει ὑπὲρ τῆς ἰδέας, ἣν ὑποστηρίζω· ὁ δὲ ἀξιότιμος πρωθυπουργός, νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονήσῃ τὰς τόσον ἐπωφελεῖς καὶ μεγάλας αὐτὰς περιστάσεις. Ἄλλως τε ὑπομιμνήσκω, ὅτι πάντα τὰ ἀπὸ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς Ἑλλάδος μέχρι σήμερον τελεσθέντα μεγάλα ἔργα δὲν ἐτελέσθησαν δι’ ἑνὸς κόμματος, ἐτελέσθησαν διὰ συμμαχίας κομμάτων. Ἡ 3 Σεπτεμβρίου 1843, εἰς ἣν ὀφείλομεν τὴν ἵδρυσιν τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος, εἶναι ἔργον τῆς συμπνοίας καὶ τῆς συμπράξεως τῶν τριῶν μεγάλων κομμάτων. Ἡ 10 Ὀκτωβρίου 1862 ὀφείλεται καὶ αὕτη εἰς τὴν σύμπνοιαν καὶ εἰς τὴν σύμπραξιν τῶν διαφόρων κομμάτων, ἡ δὲ κυβέρνησις, ἥτις συνέστη κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, δὲν ἦτο κυβέρνησις ἑνὸς κόμματος, ἦτο κυβέρνησις ἥτις περιέλαβε πάντα τὰ κόμματα. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἓν ἕτερον παράδειγμα τῶν πολιτικῶν ἀρχηγῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀνδρῶν, ὧν ἡ μνήμη βεβαίως πρέπει νὰ ᾖναι σεβαστὴ εἰς ὅλους ὑμᾶς, τῶν ἀνδρῶν οἵτινες προΐσταντο τῶν τριῶν μεγάλων κομμάτων πρὸ τοῦ 1862, τοῦ Μεταξᾶ, τοῦ Μαυροκορδάτου, τοῦ Κωλέτη. Ὅτε ἐγένετο ἡ 3 Σεπτεμβρίου, πρῶτον ἔργον τοῦ ἀειμνήστου Μεταξᾶ ὑπῆρξε νὰ μετακαλέσῃ ἐξ Εὐρώπης ἐνταῦθα τὸν Κωλέτην καὶ τὸν Μαυροκορδάτον, καὶ νὰ μερισθῇ τὴν ἐξουσίαν μετ’ αὐτῶν· διότι εἰς τὰς δυσκόλους ἐκείνας περιστάσεις, μ’ ὅλον ὅτι εἶχεν ἱκανὴν δύναμιν οὗτος, δὲν ἠθέλησε νὰ κρατήσῃ τὴν ἐξουσίαν μόνος· ἐνόει, ὅτι εἰς τοὺς κρισίμους ἐκείνους καιροὺς ἀπῃτεῖτο ἡ ἕνωσις καὶ ἡ σύμπραξις πάντων. Ὅτε δὲ προέκειτο ἡ ἐκλογὴ τοῦ προεδρείου τῆς Συνελεύσεως, ἐγένετο δήλωσις παρὰ τοῦ αὐτοῦ Μεταξᾶ, ὅτι, ἐὰν μὴ ἐκλεχθῶσι καὶ οἱ ἄλλοι δύο κομματάρχαι ἀντιπρόεδροι αὐτῆς, οὐδ’ αὐτὸς δέχεται τὴν ἀντιπροεδρείαν.
§60ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ «Αἰὼν» ὅμως τότε τὸν ἐπέπληξε δυνατὰ τὸν Μεταξᾶν.
§61ΦΙΛΗΜΩΝ. Μάλιστα, ἀλλ’ ἦτον ὁ «Αἰὼν» τοῦ 1854· μὲ ἐννοεῖτε. Ὁ πρωθυπουργὸς μὲ ἐμέμφθη ἐπίσης, διατὶ ἠθέλησα τὸ μὴ τόσῳ ἐπαινετὸν παράδειγμα τῆς συμμαχίας τοῦ Φὼξ καὶ τοῦ Νὸρθ νὰ φέρω ἐνώπιον ὑμῶν, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ στηριχθῶ. Δὲν ἐπέμεινα εἰς τοῦτο, ἐπέμεινα πρωτίστως εἰς τὰ μετέπειτα παραδείγματα, τὰ τοῦ Πὶτ ἰδίως. Ἄλλως καὶ εἰς τὸ παράδειγμα τοῦτο ἠδυνάμην νὰ ἐμμείνω, καθόσον ναὶ μὲν οἱ πλείονες τῶν συγγραφέων ἀκολούθως ἐπετίμησαν σκληρῶς τὴν συμμαχίαν ἐκείνην, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι συγγραφεῖς οἵτινες τὴν δικαιοῦσι καὶ τὴν ἐξηγοῦσι. Κατ’ αὐτοὺς, ἡ ἐξέγερσις, ἥτις ἐπῆλθε κατὰ τῆς συμμαχίας τῶν δύο ἐκείνων πολιτικῶν ἀνδρῶν, τοῦ Φὼξ καὶ τοῦ Νὸρθ, ὑπῆρξε προϊὸν τῶν ῥαδιουργιῶν τῆς Αὐλῆς τῆς τότε, ἥτις ἔβλεπε τὰς προνομίας τοῦ Στέμματος καὶ τῆς Αὐλῆς μειουμένας, διὰ τῆς εἰς τὰ πράγματα ἐλεύσεως τοῦ Φώξ. Ταῦτα ἀναφέρουσι σπουδαῖοι καὶ μεγάλοι ἱστορικοί. Δὲν ἐμνήσθην δὲ τοῦ Γκιζὼ, διότι, ὡς καὶ ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας μου χθὲς εἶπον, περιωρίσθην ἀκριβῶς ἐντὸς τῆς Ἀγγλίας καὶ τῶν συγγραφέων αὐτῆς, καθόσον οἱ Ἄγγλοι κρίνονται ὡς οἱ μᾶλλον πρακτικοὶ καὶ οἱ μᾶλλον εἰδήμονες εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἢ μᾶλλον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς μοὶ ἀπέδωκε χθὲς σκοπὸν ἀνατρεπτικὸν τοῦ ὑπουργείου. Εἶπεν, ὅτι ἔφερον εἰς τὸ μέσον τὸ ζήτημα τὸ περὶ ἰσχυρᾶς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ ἀνέπτυξα, ὅπως καταλήξω εἰς ἔκφρασιν δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ τοιοῦτον θὰ εἶχεν ὑπόστασίν τινα, ἐὰν ἐγὼ ἔφερον τὸ ζήτημα εἰς τὸ μέσον. Ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ὄχι ἐγὼ, ῥητῶς μᾶς εἶπε ταῦτα, τὸ τελευταῖον Σάββατον: «Τὸ Κοινοβούλιον πρέπει νὰ φροντίσῃ τὸ ταχύτερον νὰ συντρέξῃ εἰς τὸ νὰ εὑρεθῇ Κυβέρνησις, ἥτις, ἔχουσα ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ, νὰ δύναται νὰ ἐπενεργήσῃ εἰς τὸν Τόπον, διὰ τῆς θαυμασίας δυνάμεως τοῦ ἐνθουσιασμοῦ.» Τὸ Κοινοβούλιον λοιπὸν πρέπει νὰ συντρέξῃ εἰς τὸ νὰ εὑρεθῇ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ τί σημαίνει τὸ νὰ εὑρεθῇ; Ὅτι ἰσχυρὰ Κυβέρνησις δὲν ὑπάρχει. Λοιπὸν δὲν εἶμαι ἐγὼ, ὅστις ἤνεγκα εἰς τὸ μέσον τὸ ζήτημα, ἐγὼ, ὅστις εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχει σήμερον ἰσχυρὰ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπικαλεσθεὶς τῆς Βουλῆς τὴν συνδρομὴν, πρὸς εὕρεσιν ἰσχυρᾶς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ δὲ ἀπήντησα ἁπλῶς εἰς μίαν ἐρώτησιν, ἣν ἔθηκεν αὐτὸς ὁ Κ. Πρωθυπουργός. Τοῦτο δὲ ἔτι μᾶλλον στηρίζει τὴν ἀπολογίαν μου, ὅτι δὲν ὑπῆρξε πρόθεσις ἐπιθέσεως, ἐκ μέρους μου, κατὰ τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως. Ὤφειλον νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἰδέαν, ἣν ἀνέπτυξα, διότι καὶ ἄλλοτε τὴν ὑπεστήριξα. Ὅτε δὲ εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους ὑμᾶς ἐπίσης, ὅτι, ὑπουργοῦντος τοῦ Κ. Κουμουνδούρου, εἰς ὃν δὲν ἤμην ἀντικείμενος, ἔφερον ἐγὼ τὴν πρότασιν περὶ ἱδρύσεως ὑπουργείου γενικοῦ, καὶ βεβαίως δὲν τὴν ἔφερον τότε διὰ νὰ παραιτηθῇ τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, ἐννοεῖτε, ὅτι καὶ σήμερον δὲν τὴν φέρω πρὸς σκοπὸν τοιοῦτον. Συνεζήτησα τὴν ἰδέαν, ὡς καὶ ἄλλοτε τὴν διετύπωσα, μόνον διότι πιστεύω ἐνδομύχως εἰς τὴν ἀποτελεσματικότητα τῆς ἰδέας ταύτης, καὶ δὲν ἤθελον νὰ μείνῃ ἡ ἰδέα αὕτη ἔκθετος εἰς τὰς εἰρωνείας καὶ εἰς τὰς μομφὰς κομματαρχῶν τινων. Ἀλλὰ μοὶ ἐγένετο παρατήρησις, ὅτι δὲν ὡμίλησα περὶ τοῦ νόμου τῆς ἐφεδρείας, ἐνῷ περὶ τούτου πρόκειται, παρεξετράπην δὲ εἰς ἄσχετα τούτου ζητήματα. Οὔτε ὡμίλησα περὶ τοῦ νόμου τῆς ἐφεδρείας, οὔτε θὰ ὁμιλήσω, οὐ μόνον διότι τὸ θέμα τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ τὸ πραγματευθῶ, καθὼς πρέπει, ὡς ἄλως εἰδικὸν, ἀλλὰ καὶ διότι ἐμπνέομαι ὑπὸ μιᾶς ἄλλης γενικωτέρας ἰδέας. Εἰμὶ τῆς γνώμης, καὶ θέλω τὸ πράξει ἅμα γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ οὐδεμιᾶς παρατηρήσεως καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς τροποποιήσεως, νὰ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις. Κρίνω δὲ οὕτω, διὰ τὸν ἑπόμενον λόγον. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦνται θυσίαι καὶ ἐπιβάλλεται φορτίον εἰς τὸν Λαὸν, εἶναι νομοσχέδιον θυσιῶν. Ἡ ἀξία τοῦ νομοσχεδίου τούτου λοιπὸν δὲν ἐξήρτηται ἐκ τῶν καθ’ ἕκαστον διατάξεων τούτου καὶ ἐκ τῶν λεπτομερειῶν του, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς καὶ τῆς ἐκτελέσεώς του. Θὰ ἐκτελεσθῇ δὲ ἐπιτυχῶς, οὐχὶ ἐὰν αἱ διατάξεις αὐτοῦ, αἱ λεπτομέρειαι ὦσι καλλίτεραι ἢ χειρότεραι, θὰ ἐκτελεσθῇ μόνον, ἐὰν ἡ δι’ αὐτοῦ αἰτουμένη θυσία καταβληθῇ ὑπὸ τοῦ Τόπου ἐνθουσιωδῶς, ἐὰν μετὰ προθυμίας οἱ ἔφεδροι προσέλθωσιν εἰς τὰς τάξεις. Τούτου μὴ γενομένου, ἂς μὴ ἐλπίζωμεν, ὅτι καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ λάβῃ ἐφαρμογήν. Θὰ προσέλθωσιν αἱ ὑπολογιζόμεναι χιλιάδες τῶν ἐφέδρων, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσέλθωσιν ἄλλως ἢ ἂν μόνον ὁ ἐνθουσιασμὸς τοὺς ὁδηγήσῃ· ἰδοὺ τὸ ζήτημα καὶ ἡ κυρία καὶ μόνη βάσις τοῦ Νόμου. Ἕνεκα τούτου δὲν ἐπέμεινα εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀλλὰ μᾶλλον εἰς τὸ ζήτημα, οὗ ἀπὸ τῆς καλῆς λύσεως καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς ἐξήρτησε τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐκ τῆς λύσεως δὲ τοῦ ζητήματος τούτου ἐξήρτηται καὶ ἡ ἐπιτυχία οὐ μόνον τοῦ περὶ ἐφεδρείας νόμου, ἀλλὰ καὶ πάσης ἄλλης ὁμοίας ἀποφάσεως, ἣν σκοπεύει νὰ ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περιέστη εἰς τὸ περὶ ὑπάρξεως τοῦ ὑπουργείου ζήτημα, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, λυποῦμαι δὲ διότι δὲν εἶναι παρὼν ἐνταῦθα νὰ τὸ ἀκούσῃ αὐτὸς οὗτος, ὅτι ὑπὸ παντὸς ἄλλου ἐμπνέομαι φρονήματος, ἢ ὑπὸ τοῦ φρονήματος τῆς ἀνατροπῆς τοῦ Ὑπουργείου. Τοὐναντίον, ἐνδομύχως πιστεύω, ὅτι ἀνώτεροι πολιτικοὶ λόγοι ἀπαιτοῦσι τὴν διαμονήν του ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ἐπὶ χρόνον, διὰ νὰ ἴδωμεν τὰ ἔργα του, καὶ πεισθῶμεν ἐὰν δύναται νὰ τὰ ἐκτελέσῃ. Ὡς πρὸς τοῦτο δὲ, κατ’ ἐμὴν γνώμην, πρέπει νὰ τῷ παραχωρηθῇ πληρεστάτη ἐλευθερία. Δὲν εἶμαι λοιπὸν ἐγὼ ἐκεῖνος, ὅστις θὰ προκαλέσω ζήτημα ἐμπιστοσύνης κατὰ τοῦ Ὑπουργείου, ἢ θὰ ζητήσω τὴν ἀνατροπὴν αὐτοῦ. Πέποιθα δὲ, ὅτι καὶ ὁ σεβαστός μοι φίλος Κ. Κουμουνδοῦρος περίπου, ἂν ὄχι καθ’ ὁλοκληρίαν, τὸ αὐτὸ ἔχει φρόνημα. Ἐὰν δὲ ἰδίᾳ εἰς ἐμὲ ἀποδίδητε οὐχὶ πλέον καλὴν θέλησιν, ἀλλὰ τοὐναντίον μοχθηρίαν, καὶ πάλιν πρέπει νὰ ἦσθε πεπεισμένοι, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐπιθυμήσω, σήμερον, τὴν πτῶσιν τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐψήφισα κατὰ τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργείου, τεθέντος τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης ἐσχάτως· ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἤγειραν οἱ πολιτικοὶ φίλοι, μετὰ τῶν ὁποίων συμπράττω. Εἶναι βέβαιον ἐπίσης, ὅτι, μολονότι ὑποστηρίζω τὴν ἀρχὴν ὑπουργείου ἐξ ὅλων τῶν κομμάτων, σήμερον, ἔδωκα τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ. Ἀλλ’ ἐὰν ἀναμνησθῆτε τὰς περιστάσεις, θέλετε μὲ δικαιώσει. Ὑπεστήριξα τὴν ἰδέαν τοῦ συμμαχικοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ τὴν ἰδέαν αὐτὴν τὴν ἀπεδέχθησαν μόνος ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ οἱ πολιτικοί του φίλοι. Ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος μάλιστα, ὅτε κατὰ τὸν Δεκέμβριον προσεκλήθη νὰ ἀνανεώσῃ τὸ Ὑπουργεῖόν του, ἀπηυθύνθη εἰς τοὺς κομματάρχας, προτείνων τὴν ἕνωσιν αὐτῶν. Ὑποστηρίζων ἑπομένως τὸν Κ. Κουμουνδοῦρον διὰ τῆς ψήφου μου, ὑπεστήριξα τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, ὅπερ μᾶλλον παντὸς ἄλλου ἀπεδέχθη τὴν ἰδέαν, ἣν περὶ Κυβερνήσεως ἔχω, καὶ ἣν οἱ ἄλλοι κομματάρχαι ἀπέκρουσαν ἀπολύτως. Ὡς πρὸς τὴν ψῆφον δὲ, ἣν ἔδωκα, τῆς ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν, ἐσχάτως, νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς δὲν δύναται νὰ μὲ κατηγορήσῃ, ὅτι ἐπισπεύδω τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ὅτι ἐπιθυμῶ τοῦτο. Κατὰ τὸν Δεκέμβριον, ὅτε ἐκλήθη πάλιν ἐπὶ τὴν ἐξουσίαν καὶ ἔμεινεν ἐπὶ εἴκοσι τέσσαρας ὥρας, γνωρίζει λίαν καλῶς τίνες ὑπῆρξαν ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν ἠνέχθησαν οὔτε ἐπὶ μίαν ἡμέραν νὰ τὸν ἴδωσι καθήμενον ἐπὶ τοῦ ἑδωλίου τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Τοὐναντίον μάλιστα ἐγὼ, ἐν συνεδριάσει πολιτικῶν φίλων, ὑπεστήριξα τὴν ἀρχὴν, ὅτι οὐδεμία προσβολὴ πρέπει νὰ γείνῃ κατὰ τοῦ Ὑπουργείου, πρὶν ἢ βεβαιωθῇ, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ πλήρης καὶ τελεία συνεννόησις τῶν ἐπιτεθησομένων, δηλαδὴ ὅτι θὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σχηματισμὸς ὑπουργείου, ὅπερ ν’ ἀπολαύῃ τῆς πλήρους ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ ἐὰν μὴ ἔγεινε δεκτὴ ἡ ἰδέα μου τότε, δὲν πταίω ἐγὼ, οὔτε οἱ πολιτικοί μου φίλοι· πταίουσιν ἄλλοι, ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπέμειναν εἰς τὴν ταχεῖαν πτῶσιν τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1876, καὶ οἵτινες μάλιστα ὑπέβαλον καὶ τὴν πρότασιν τῆς πρὸς αὐτὸ δυσπιστίας, καὶ τὴν διετύπωσαν. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ διατυπώσας καὶ ὑποστηρίξας τὴν πρότασιν. Ἀλλ’ ὅ,τι καὶ χθὲς ἀπετόλμησα νὰ εἴπω πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν, οὗ καὶ τὴν ἱκανότητα καὶ τὰ αἰσθήματα καὶ τὰ προτερήματα, δύναμαι νὰ καυχηθῶ, ὅτι οὐδεὶς ἄλλος πλειότερον ἐμοῦ ὀφείλει νὰ ἐκτιμήσῃ· καὶ τὰ προτερήματα καὶ τὴν ἱκανότητα αὐτοῦ ἐξετίμησα καὶ εἰς περιστάσεις λίαν δυστυχεῖς τῶν πολιτικῶν μας σχέσεων πρὸς ἀλλήλους. Ἐκεῖνο, λέγω, ὅπερ καὶ χθὲς ἐτόλμησα νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον πρὸς αὐτόν. Τῷ συνιστῶ νὰ μὴ φοβῆται τόσον οὔτε ἀπὸ ἐμὲ, οὔτε ἀπὸ τῶν φίλων μου, μᾶλλον ἂς ῥιφθῆται ἀπὸ ἄλλους. Ὡς τὸν προκάτοχον αὐτοῦ Πρωθυπουργὸν δὲν ἀνέτρεψεν ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ οἱ φίλοι του, ἀλλὰ τὸν ἀνέτρεψαν ἄλλοι, τοιουτοτρόπως καὶ τὸν Κ. Δεληγεώργην δὲν θ’ ἀνατρέψῃ ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος καὶ οἱ φίλοι του, ἀλλὰ θὰ τὸν ἀνατρέψουν αὐτοὶ οἱ ἄλλοι, ὅταν ἡ ὥρα ἡ κατάλληλος κατ’ αὐτοὺς ἔλθῃ. Καὶ σᾶς θ’ ἀνατρέψουν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔρχονται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ζητοῦντες ἐξηγήσεις λεπτομερεῖς περὶ πάντων, οἵτινες σᾶς ἐρωτῶσιν ἐὰν θὰ συγκαλέσητε τὴν Βουλὴν, καὶ ἐὰν θὰ τὴν συγκαλέσητε λίαν προσεχῶς ἢ βραδύτερον, οἵτινες σᾶς ἐπιβάλλουσιν ὡρισμένας προθεσμίας πότε θὰ τὴν συγκαλέσητε, οἵτινες παριστῶσι τὰ ἔργα ὑμῶν καὶ τὰ μέτρα ὡς μὴ τέλεια, οἵτινες ἀπαιτοῦσιν ἀφ’ ὑμῶν νὰ ἐπιβάλητε φόρους καὶ ζητοῦσι ποίου εἴδους θὰ ᾖναι αὐτοὶ οἱ φόροι, ἐκεῖνοι, οἵτινες τὴν συνδρομήν των τὴν παρέχουσιν ὑπὸ ὅρους καὶ ὑπὸ προφυλάξεις, δημοσίᾳ διδομένας. Συνιστῶ εἰς τὸν Κ. Πρωθυπουργὸν νὰ προφυλάττηται μᾶλλον ἀπ’ ἐκείνων, οἵτινες δὲν συγκατένευσαν νὰ μετάσχωσι προσωπικῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἣν ἐσχημάτισεν, ἴσως διὰ νὰ ἔχωσι μίαν ἡμέραν τὴν εὐθύνην των ἀπηλλαγμένην, καὶ μίαν πρωΐαν δυνηθῶσι νὰ εἴπωσιν, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν ἐλάμβανον γνῶσιν τῶν νομοσχεδίων καὶ τῶν ἀποφάσεων καὶ τῶν μέτρων τῶν κυβερνητικῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ σημειώσῃ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν τῷ λέγω τοῦτο· πολὺ δὲ ὑποπτεύω, μήπως δὲν εἶναι μακρὰν ὁ χρόνος, καθ’ ὃν θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν λυπηρὰν ἀνάγκην νὰ τῷ ὑπομνήσω τοὺς λόγους μου τούτους.
§62ΡΑΛΛΗΣ. 4 καὶ 20 εἶναι (ἱλαρότης).
§63ΔΟΥΜΑΣ. 16 Μαρτίου.
§64ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὅτε ὁ κύριος Λομβάρδος, διαδεχόμενος τὸν κ. Δεληγεώργην, ἀνέβη εἰς τὸ βῆμα, ἤλπισα, ὅτι θὰ εὕρω ὑποστηρικτὴν καὶ ἀπολογητὴν τῆς ἰδέας μου ἐνθερμότατον· ἤλπισα, ὅτι καὶ ἐγὼ ἔμελλον ν’ ἀκούσω ἐκεῖνον, ὅστις ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τῆς Ζακύνθου εἶπε τοὺς λόγους, οὓς χθὲς σᾶς ἀνέγνωσα· ἀλλὰ παραδόξως ἤκουσα τὸν κ. Λομβάρδον ἐπιτιθέμενον ἐναντίον μου καὶ κατηγοροῦντά με, ὅτι ἔθεσα ἐπὶ τοῦ σκίμποδος τῶν κατηγορουμένων ὅλους τοὺς πρωθυπουργούς. Νομίζω, ὅτι, ἐὰν θελήσητε ν’ ἀναπολήσητε εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν τοὺς λόγους, οὓς εἶπον χθὲς, δὲν θέλετε μ’ ἀδικήσει ἐπὶ τοσοῦτον, ὅπως πιστεύσητε, ὅτι πράγματι ἐπὶ τοῦ σκίμποδος τῶν κατηγορουμένων ἔθεσα τοὺς πρωθυπουργοὺς τῆς πατρίδος μου. Παρετήρησα ἁπλῶς, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτῶν δὲν ὑπῆρξεν ἀποκλειστικῶς πολιτικὴ τῆς πολεμικῆς παρασκευῆς τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς προετοιμασίας αὐτοῦ, ὅπως εὑρεθῇ ἐν δεδομένῃ περιστάσει εἰς θέσιν νὰ λάβῃ ἀξίως ἐνεργὸν μέρος εἰς κρίσιν κατὰ τὴν Ἀνατολὴν ἐπερχομένην. Τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι κατηγορία τῆς ἐν γένει πολιτικῆς των. Κατὰ τί ὅμως διαφέρει τοῦτο, ὅπερ ὁ κ. Λομβάρδος εἶπεν ἐν Ζακύνθῳ; Δὲν εἶναι κατηγορία ἡ τοιαύτη κρίσις, ὅτε μάλιστα ἐγὼ αὐτὸς ἐξήγησα τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα ὑπεχρεώθησαν οἱ πολιτευόμενοι ἡμῶν ν’ ἀκολουθήσωσιν ὁδὸν διάφορον. Δὲν εἶναι δὲ, καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνω, καθ’ ὁλοκληρίαν αὐτοὶ ἔνοχοι, ἐὰν τοιαύτη πολιτικὴ ἐπεκράτησεν ἐν τῇ Ἑλλάδι, καὶ ἂν καὶ αὐτοὶ παρεσύρθησαν ἀπὸ τὸ ῥεῦμα. Ἄλλως καὶ ἐγὼ δὲν ἐξῄρεσα τὸν ἑαυτόν μου· διότι καὶ ἐγὼ, ἐν τῇ μικρᾷ μου σφαίρᾳ, ὡς ἐφημεριδογράφος, καὶ ὡς πολιτευόμενος, ἴσως συνετέλεσα εἰς τὴν ἐπίτασιν τῆς πολιτικῆς αὐτῆς. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος ἔρχεται περὶ ἐφημερίδος, καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Λομβάρδος, ἀποτεινόμενος πρὸς ἐμὲ, μὲ λόγους λίαν κολακευτικοὺς, ἀλλὰ τῶν ὁποίων ἡ ὑπερβολὴ μ’ ἔφερεν εἰς θέσιν ἐπὶ στιγμὴν νὰ ὑποπτεύσω μήπως αὐτοὶ οἱ λόγοι δὲν ὑπῆρξαν ἀληθῶς τῆς ἐννοίας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν φέρουσιν αἱ λέξεις τὰς ὁποίας ἐπρόφερεν (ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον δὲν παραδέχομαι, διότι γνωρίζω, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος, μεθ’ ὅσα συνέβησαν μεταξὺ μας, πάντοτε μὲ ἀγαπᾷ, ἐπειδὴ ὁ λόγος ἦλθε περὶ «Αἰῶνος», καὶ μοὶ ἀπηύθυνε τὴν ἐρώτησιν ὁ κ. Λομβάρδος, πῶς, ἐνῷ ὑπέγραψα ἓν πρόγραμμα περὶ ὡρισμένης πολιτικῆς ἐνεργείας μετ’ ἄλλων συναδέλφων Δημοσιογράφων, κατὰ τὸ 1869, δὲν συνεμορφώθην πρὸς ὅσα ὑπεσχέθην, ἐπείγομαι νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ὁ «Αἰὼν» ὑπάρχει εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ σεβαστοῦ μου φίλου κ. Λομβάρδου· δύναται νὰ τὸν ἐρευνήσῃ, καὶ θέλει ἰδεῖ, ὅτι διαρκῶς οὐ μόνον κατεχώρισα ἐν ταῖς στήλαις αὐτοῦ πραγματείας περὶ διοργανώσεως στρατιωτικῆς τῆς Ἑλλάδος Ἀξιωματικῶν πεπαιδευμένων τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ, ὁποῖοι ὁ συνταγματάρχης Μανιάκης, ὁ συνταγματάρχης Σαπουντζάκης, ὁ ἀντισυνταγματάρχης Πάνος, ὁ λοχαγὸς Κοκκίδης καὶ ἄλλοι, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ αὐτὸς, ἐν τῇ ἀσθενείᾳ τῶν δυνάμεών μου, ὑπεστήριξα πεισμόνως τὴν ἰδέαν τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τοῦ Ἔθνους. Τόσῳ δὲ πεισμόνως τὴν ὑπεστήριξα, ὥστε πολλάκις ἤκουσα καὶ μομφὰς καὶ ἐπιτιμήσεις, ὅτι ὑπηρετῶ τὰ συμφέροντα τοῦ Πανσλαυϊσμοῦ, οὕτω γράφων καὶ τὴν μεγάλην ἰδέαν ὑποστηρίζων. Ἔσχον δὲ καὶ μακρὰν συζήτησιν μετὰ τοῦ κ. Ζωχιοῦ, γράφοντος τὸν «Ἕσπερον» τότε. Ἐγὼ ὑπεστήριζα τὴν πολιτικὴν τῆς εἰρήνης, ὄχι ὅμως καὶ τὴν τῆς συμμαχίας καὶ συνεννοήσεως πρὸς τὴν Τουρκίαν, καὶ ἐπέμεινα εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἄμεσον παρασκευὴν τοῦ Ἔθνους· ὁ κύριος Ζωχιὸς ὑπεστήριζε πολιτικὴν ἄλλην. Δὲν εἰσέρχομαι σήμερον εἰς τὴν ἔρευναν τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, καθόσον δὲν πρόκειται νὰ τὴν μεμφθῶ ἀπολύτως. Ἀλλὰ καὶ οἱ πλέον ἔνθερμοι ὑπερασπισταὶ καὶ θαυμασταὶ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς, καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν θέλουν νὰ παραγνωρίσουν τὰ καλὰ αὐτῆς ἀποτελέσματα, δὲν δύνανται ν’ ἀρνηθῶσιν, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐκείνη δυστυχῶς ἐπήνεγκεν ἓν μέγα κακόν, νὰ καταστήσῃ γελοίαν τὴν μεγάλην καὶ ἐθνικὴν ἰδέαν, καὶ νὰ στρέψῃ τὴν προσοχὴν τοῦ Ἔθνους πρὸς ἐνεργείας, αἵτινες βεβαίως δὲν εἶναι κακαί, ἀλλ’ αἵτινες, ὅπως ὦσι πλήρεις, ἔπρεπε νὰ συνοδεύωνται καὶ διὰ μερίμνης περὶ ἄλλων πραγμάτων. Ὡς δημοσιογράφος οὕτως ἐξετέλεσα τὸ καθῆκόν μου· ἀλλ’ οὐδὲ βουλευτής, οὐδ’ ὑπουργὸς ὑπῆρξα κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα, ὅπως φέρω τὴν εὐθύνην ἐπέκεινα. Ἀλλ’ ἔστην ἔκπληκτος ἔτι μᾶλλον, ὅτε ἤκουσα τὸν κ. Λομβάρδον, ἀναλαμβάνοντα κατ’ ἐμοῦ τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Τρικούπη. Νομίζω ὅτι δὲν ἐμέμφθην ἀπολύτως τὸν Κ. Τρικούπην, διότι δὲν παρεσκεύασε στρατιωτικῶς τὸν τόπον, ἢ διότι δὲν εἰσήγαγε νομοσχέδια στρατιωτικά· τοὐναντίον ῥητῶς εἶπον, ὅτι ὁ ὀλίγος χρόνος, καθ’ ὃν ἔμεινεν ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ καὶ αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἦλθεν, ἴσως δὲν τῷ ἄφησαν ἀρκετὸν καιρὸν, ὅπως μελετήσῃ τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα. Τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι κατηγορία.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐξακολουθεῖτε ἐπιμένων, ὅτι δὲν παρεσκευάσαμεν στρατολογικὸν νόμον. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Καραϊσκάκης, ἦτο ἰδικόν μας.
§66ΦΙΛΗΜΩΝ. Τὸ νομοσχέδιον μόνον δὲν τὸ θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἡ ὅλη παρασκευή, ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἂν παραδεχθῶ, παρατηρῶ εἰς ὑμᾶς, ὅτι τὸ ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν στρατιωτικῶν εὑρεθὲν νομοσχέδιον, συνταχθὲν δὲ παρὰ τῆς ὑφ’ ὑμῶν διορισθείσης ἐπιτροπῆς, δὲν ὑπεβλήθη ὡς ὑμέτερον ἔργον, ὑπέστη δὲ καὶ μεταβολάς. Ἄλλως ὁ διορισμὸς ἐπιτροπῆς πρὸς σύνταξιν νομοσχεδίου δὲν εἶναι ἀπόδειξις μιᾶς πολιτικῆς· διότι καθ’ ἑκάστην διορίζονται ἐπιτροπαὶ πρὸς μελέτην παντὸς θέματος, τοιαῦται δὲ καὶ παρ’ ὑμῶν διωρίσθησαν. Αὐτὸ σημαίνει ἄρα καὶ τοῦτο, ὅτι καὶ τὸ ἔργον συνετελέσθη;
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς συνεπράξαμεν καὶ ἡμεῖς, ἐγὼ καὶ ὁ Κ. Γεννατᾶς.
§68ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὅπως ἔπραξαν καὶ ἄλλοι ὑπουργοί· ἀλλ’ ὅμως εἶναι ἀληθές, ὅτι δὲν ὑπεβλήθη παρ’ ὑμῶν τοιοῦτόν τι νομοσχέδιον· ἀπόδειξις, ὅτι δὲν ἐκρίθη παρ’ ὑμῶν τὸ ἔργον τοῦτο ὡς τελειωθὲν καὶ συμπληρωθέν. Ὁ Κ. Λομβάρδος, μετὰ τὴν γενικὴν ἀπολογίαν τοῦ ὑπουργείου τοῦ Κ. Τρικούπη, μετέβη εἰς τὰ γενόμενα κατὰ τὰς ἐκλογὰς, καὶ εἰς τὴν πρὸς ταύτας πολιτείαν τοῦ ὑπουργείου τῆς 27 Ἀπριλίου 1875. Κρίνω περιττὸν νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν περὶ τούτου συζήτησιν· αὕτη εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου. Τοῦτο μόνον παρατηρῶ, ὅτι, ἐὰν ἄλλοτε ἡμεῖς κατηνέχθημεν κατὰ τῶν συνδυασμῶν, ὧν προΐστανται αἱ Κυβερνήσεις, κατηνέχθημεν, διότι πράγματι οἱ τοιοῦτοι συνδυασμοὶ φέρουσι χαρακτῆρα ὅλως ἀντισυνταγματικὸν καὶ ἀντελεύθερον. Ἀλλ’ οἱ συνδυασμοί, οἵτινες τελοῦνται μεταξὺ τῶν ἐκλογέων καὶ τῶν κομμάτων, νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ κριθῶσι τόσῳ κατακριτέοι, οὔτε νὰ ὑποδειχθῶσιν ὡς ἐξακολούθησις συστήματος ὀλεθρίου καὶ ἀντισυνταγματικοῦ.
§69Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἤθελα νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ εἴπητε, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, κάμνουσα συνδυασμοὺς, δὲν ἀντιπροσωπεύῃ καὶ ἐκείνη τὸ κόμμα της, καὶ ὅταν παραδέχεσθε τὴν ἀρχὴν τῶν συνδυασμῶν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, πῶς τὴν ἀρνεῖσθε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν ὑμεῖς ὁ ἴδιος μυριάκις ἀπὸ τοῦ βήματος εἴπατε, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὑπάρχουσι δύω δυνάμεις, ἡ μία εἶναι ἡ Κυβέρνησις τῆς Α. Μ. καὶ ἡ ἄλλη ἡ Ἀντιπολίτευσις τῆς Α. Μ. Πῶς τώρα ἐννοεῖτε, ὅτι εἰς τὴν μίαν μερίδα ἐπιτρέπεται ὁ συνδυασμὸς, εἰς τὴν ἑτέραν δὲ δὲν ἐπιτρέπεται; Διὰ τοῦτο εἶπα, καὶ ἐξακολουθῶ νὰ λέγω, ὅτι ἡ ἀρχὴ τῶν συνδυασμῶν, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν γίνῃ, εἶναι κακὴ, καὶ ἐπηρεάζει τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐκλογῶν.
§70ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ οὕτω γίνεται, ὡς λέγετε· ἐκεῖ ὑφίσταται ἡ διάκρισις μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ κόμματος διαχειριζομένου τὴν Ἐξουσίαν, χωρὶς τὸ κόμμα τοῦτο ν’ ἀποβάλλῃ τὴν ἰδιότητά του εἰς τὴν ἐνέργειάν του, χωρὶς νὰ συγχέηται πρὸς τὴν δημοσίαν ἐξουσίαν· ἀλλὰ γνωρίζετε, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ ἐπικρατεῖ τὸ σύστημα τὸ καλούμενον self-governement, τὸ τῆς αὐτοδιοικήσεως· ἡ Κυβέρνησις δύναται, οὖσα ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, νὰ ᾖνε κόμμα καὶ νὰ διατηρήσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ κόμματος, καὶ νὰ τὰ ἐνασκήσῃ· διότι δὲν κέκτηται ἄμεσα κυβερνητικὰ μέσα, ὅπως διαθέτῃ ὑπὲρ τοῦ κόμματός της. Ἐν τῇ Ἑλλάδι ὅμως, ὅπου ἐπικρατεῖ τὸ συγκεντρωτικὸν σύστημα, ἡ ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργείου παρέμβασις φέρει κυβερνητικὸν χαρακτῆρα· διότι τὸ ἐν τῇ κυβερνήσει κόμμα εἶναι αὕτη ἡ Κυβέρνησις. Παρ’ ἡμῖν ὅμως δὲν ὑφίσταται, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ἡ διάκρισις μεταξὺ κόμματος καὶ Κυβερνήσεως, ἐντεῦθεν δὲ δὲν ἔχομεν πλέον συνδυασμοὺς κόμματος, ἀλλὰ συνδυασμοὺς τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς, τοὺς ὑπ’ αὐτῆς γινόμενους καὶ ὑποστηριζόμενους.
§71ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχουν συνδυασμοί.
§72ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἴσως εἰς τὸ περὶ συνδυασμῶν εὑρεθῶμεν σύμφωνοι μίαν ἡμέραν. Καὶ ἐγὼ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, καὶ δι’ ἄλλους λόγους, κρίνω, ὅτι πιθανὸν νὰ βλάπτωσιν οὗτοι· ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται σήμερον.
§73ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οἱ ὑποστηρίζοντες τοὺς συνδυασμοὺς δὲν πράττουν τίποτε ἄλλο παρὰ ἐπαναφέρουν τοὺς ὑπουργικοὺς ὑποψηφίους τοὺς ἐπὶ Ὄθωνος, διότι δὲν δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε, ὅτι, ὅταν ἡ ἀντιπολίτευσις κάμνῃ συνδυασμοὺς ἐκ συστήματος, πρέπει νὰ κάμῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις.
§74ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐνταῦθα ἀρνοῦμαι τὸ δικαίωμα τοῦτο διὰ τὴν ἐν Ἑλλάδι Κυβέρνησιν, διότι ἡ Κυβέρνησις παρ’ ἡμῖν, ἕνεκα τοῦ συγκεντρωτικοῦ συστήματος καὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Τόπου, δὲν δύναται νὰ διακριθῇ καθαρῶς, ὡς ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ, ἀπὸ τοῦ κόμματος, εἰς ὃ ἀνήκουσιν οἱ συγκροτοῦντες αὐτήν. Ἡ Κυβέρνησις ἀποῤῥοφᾷ τὸ κόμμα, ἑπομένως ἡ πάλη δὲν γίνεται ἐφ’ ὅροις ἴσοις. Τὸ ἐν τῇ Κυβερνήσει κόμμα φέρει ὁλόκληρον τὴν πανοπλίαν τῆς δημοσίας δυνάμεως, τῆς κυβερνητικῆς ἰσχύος, ἧς στεροῦνται τὰ ἄλλα κόμματα.
§75ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι μίαν παρατήρησιν. Εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ Ἑλλάς, οἱ συνδυασμοὶ, κατ’ ἐμὲ, εἶναι τὸ μόνον μέσον, δι’ οὗ τὰ ἄτομα δύνανται νὰ παραστήσωσιν ἀπέναντι τῆς Ἐξουσίας μίαν δύναμιν περισσοτέραν.
§76ΦΙΛΗΜΩΝ. Μετὰ τὴν ἀπολογίαν τῆς πολιτικῆς τοῦ Κ. Τρικούπη, ἀπολογίαν, ἣν κρίνω ὅλως ματαίαν, διότι δὲν ἦλθον κατήγορος γενικὸς κατ’ αὐτοῦ, ἠρκέσθην δὲ μόνον νὰ σᾶς εἴπω, τὶ περὶ τῆς ἐπὶ τῶν παρασκευῶν πολιτείας αὐτοῦ εἶπεν αὐτὸς ὁ Κ. Τρικούπης, αὐτὸς ὁ Κ. Λομβάρδος, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου εἰσῆλθεν εἰς τὸ συνταγματικὸν ζήτημα. Τὴν πρότασιν, ἣν ὑπεστήριξα, παρέστησεν ὡς ἀντισυνταγματικήν. Ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην ἀκριβῶς νὰ ἐννοήσω ἂν κατέκρινε τὴν πρότασίν μου ὡς ἀντισυνταγματικὴν, διότι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ παρεμβαίνῃ ἀμέσως εἰς τὸν σχηματισμὸν τῶν ὑπουργείων καὶ νὰ ὑποδεικνύῃ τοὺς ὑπουργικοὺς συνδυασμοὺς, ἢ διότι ἤθελε νὰ πολεμήσῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐκφράσῃ εὐχὴν περὶ σχηματισμοῦ ὑπουργείου συμμαχικοῦ.
§77ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὴν θεωρῶ οὐχὶ ἀντισυνταγματικὴν, ἀλλ’ ἀντελεύθερον· διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην της εἰς τὰ ἄτομα, νὰ εἴπῃ: σὺ Κ. Τρικούπη, Δεληγεώργη, Κουμουνδοῦρε, ἑνωθῆτε νὰ κάμετε Κυβέρνησιν· τοῦτο εἶναι δουλειὰ ἐδική των.
§78ΦΙΛΗΜΩΝ. Παραδέχεσθε ὅμως, ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν θέλησίν της εἰς τὸ Στέμμα;
§79ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὰ τὶ θὰ κάμωμεν ἐδῶ, ἐρωτήσεις καὶ ἀποκρίσεις συνταγματικάς;
§80ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐπειδὴ τιμῶ τὰς πεποιθήσεις σας, διὰ τοῦτο ζητῶ τὴν γνώμην σας, καθόσον ἡ ἐρώτησίς μου συνδέεται μετὰ τοῦ κυρίου ζητήματος. Εἴτε ἡ Βουλὴ ὑποδεικνύει εἰς τὸ Στέμμα τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπερ πρέπει νὰ σχηματισθῇ, εἴτε ἐκφράζει εὐχὴν, τὸ ζήτημα μένει τὸ αὐτό· διὰ τῆς ἐνστάσεώς σας, εἰς ἁπλῶς τυπικὸν ζήτημα μετατρέπεται, παύει ὂν ζήτημα οὐσίας, εἰς λέξεων καὶ διατυπώσεως μετατρεπόμενον.
§81ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι τῆς οὐσίας.
§82ΦΙΛΗΜΩΝ. Θίγω δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι, ὅτε κατὰ πρῶτον ὑπεβλήθη ἐνώπιον ὑμῶν ἡ διατύπωσις ἐκφράσεως τῆς Βουλῆς περὶ καταλληλοτέρου ὑπουργείου, ὁ Κ. Ῥικάκης, ἐὰν μὴ ἀπατῶμαι, καὶ ἕτερός τις ὑπεστήριξαν, ὅτι τοιαύτη πρᾶξις περιέχει προσβολὴν κατὰ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Στέμματος· διότι αὐτὸ διορίζει καὶ ἐκλέγει τοὺς ὑπουργοὺς, Βουλή τις δὲ δὲν δύναται νὰ τῷ εἴπῃ, ἔκλεξον ἐκεῖνον καὶ ἀπομάκρυνον τὸν ἄλλον. Ἐννοεῖται δὲ ὅτι, ἐὰν εὑρεθῇ ὅτι τὸ τοιοῦτον εἶναι συνταγματικὸν τελείως, ἡ Βουλὴ δηλαδὴ νὰ προορίζῃ τοὺς ὑπουργικοὺς συνδυασμοὺς, λύεται ἀφ’ ἑαυτοῦ καὶ τὸ ζήτημα, ἐὰν δικαιοῦται νὰ ἐκφράζῃ καὶ εὐχὴν πρὸς τοῦτο· τὸ ἧττον περιέχεται ἐν τῷ πλείονι. Ἄλλως τε ὀφείλω ν’ ἀποδείξω καὶ κατὰ τύπους τὴν πρότασίν μου ἀκριβῆ. Ὅπως πείσω ὑμᾶς περὶ τούτου, δὲν θὰ μεταβῶ οὔτε εἰς τὴν Ἀγγλίαν, οὔτε εἰς τὴν Γαλλίαν, ἵνα ζητήσω παραδείγματα καὶ γνώμας ὑπὲρ αὐτῆς· θὰ περιορισθῶ ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, ἐντὸς μιᾶς πόλεως, ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ Βουλευτηρίου. Ὁ ἀξιότιμος Κ. Πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν ἄλλοτε περὶ ὑπουργείου, εἶπεν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς παρὰ τῷ Βασιλεῖ. Ὁ ἕτερος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ἐλθούσης ἡμέραν τινὰ συζητήσεως, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐπὶ τίνος ζητήματος, εἶπεν, ὅτι τὰ ὑπουργεῖα διορίζει ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ Βουλή. Ἡ γνώμη αὕτη τοῦ Κ. Τρικούπη εἶναι συμπέρασμα τῆς τοῦ Κ. Δεληγεώργη. Παράδοξον ἀληθῶς θὰ ἦτον, ἐὰν εἰς τῆς Ἐπιτροπῆς της τὸν σχηματισμὸν ἡ Βουλὴ δὲν μετεῖχεν ἀμέσως. Καὶ τὰς δύο γνώμας ταύτας παραδέχομαι ὡς ὀρθάς. Οὕτω δὲ καὶ ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ δογματίζουσι· τοῦτο δὲ ἐπεκύρωσε καὶ ἡ διαρκὴς πρᾶξις τοῦ Ἀγγλικοῦ Κοινοβουλίου, πολλάκις παρεμβάντος εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν ὑπουργείων. Ἀναφέρω τινὰ ἐκ τῶν τοιούτων προηγουμένων. Ἐν ἔτει 1783, ἡ Βουλὴ τῶν Κοινοτήτων ἐπεψήφισεν ἀναφορὰν πρὸς τὸν Βασιλέα, «παρακαλοῦσα αὐτὸν νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν ἰσχυρὰν καὶ ἑνωτικήν.» Ὁ Βασιλεὺς ἀπήντησεν, ἐκφράζων «τὴν ἄκραν ἐπιθυμίαν αὑτοῦ, ὅπως πράξῃ πᾶν τὸ καθ’ ἑαυτόν, τὸ δυνάμενον νὰ εὐχαριστήσῃ τὴν πιστὴν αὑτῷ Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων». Κατὰ Μάϊον τοῦ 1812, ἐν τῷ χρονικῷ διαστήματι ἀπὸ τῆς δολοφονίας τοῦ πρωθυπουργοῦ Πέρσεβαλ μέχρι τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ ὑπὸ τὸν λόρδον Λιβερπὼλ ὑπουργείου, ἐπεψηφίσθη ἡ πρότασις, ὅπως προσκληθῇ ὁ Ἀντιβασιλεὺς «νὰ σχηματίσῃ ἰσχυρὰν καὶ ἀποτελεσματικὴν Κυβέρνησιν», εἰ καὶ οἱ συντηρητικοὶ παρέστησαν τὴν τοιαύτην πρότασιν, ὡς «ὑπεμφαίνουσαν ἐπέμβασιν εἰς τὸ τοῦ Στέμματος προνόμιον τοῦ ἐκλέγειν τοὺς ὑπουργούς». Ἐπίσης ἐν ἔτει 1827 προὐτάθη ν’ ἀποσταλῇ καὶ ἀπεστάλη διάγγελμα πρὸς τὸν Βασιλέα, «ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ διορίσῃ ὑπουργεῖον, ὁμοφρονοῦν ἐπὶ τῶν ζωτικῶν ζητημάτων τοῦ Κράτους». Μεθ’ ἡμέρας τέσσαρας, συνεκροτήθη, συνῳδὰ τῇ ἐποχῇ ταύτῃ, τὸ ὑπὸ τὸν Γεώργιον Κάννιγκα συμμαχικὸν ὑπουργεῖον. Τῷ 1832 ἐπὶ τέλει παρῃτήθη τὸ ὑπουργείου Γρέϋ, ἡττηθὲν ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Λόρδων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐκλογικῆς μεταῤῥυθμίσεως· ἡ Βουλὴ τῶν Κοινοτήτων ἐπεψήφισεν ἀμέσως διάγγελμα πρὸς τὸν Βασιλέα, δι’ οὗ ἐδήλου τὴν βαθεῖαν λύπην αὑτῆς ἐπὶ τῇ ἀποχωρήσει τῶν ὑπουργῶν, καὶ παρεκάλει τὸν Βασιλέα νὰ καλέσῃ εἰς τὸ συμβούλιον αὑτοῦ μόνον πρόσωπα τοιαῦτα, ὁποῖα δύνανται νὰ ἐκτελέσωσιν ἀναλλοιώτως καὶ καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ ἐν πάσαις ταῖς κυριωτάταις λεπτομερείαις αὐτοῦ, τὸ ἐσχάτως παρὰ τῆς Βουλῆς ψηφισθὲν ἐκλογικὸν νομοσχέδιον». Τὸ διάγγελμα τοῦτο ὁ Βασιλεὺς δὲν ἀπέκρουσεν, ὡς ἀπαράδεκτον, ἀποτυχὼν δὲ νὰ σχηματίσῃ ὑπουργεῖον Τορικὸν, ἀνεκάλεσε τὸν Γρέϋ καὶ τοὺς φίλους του. Τοιαῦτά εἰσι τὰ προηγούμενα καὶ τοιαύτη ἡ πρᾶξις τοῦ ἀγγλικοῦ Κοινοβουλίου. Ἀληθῶς ἐν ταῖς πράξεσι ταύταις δὲν μνημονεύονται τὰ ὀνόματα τῶν ληπτέων ὑπουργῶν· ἀλλὰ τοῦ τοιούτου δὲν ἦτον ἀνάγκη. Ἐν ὁμοίαις περιστάσεσιν εἶναι γνωστὰ τὰ πρόσωπα διὰ τῶν πραγμάτων, καὶ ἂν μὴ σημειώνωνται ῥητῶς, πάλιν εἶναι ὡς ἐὰν ἐσημειώθησαν. Εἶναι λοιπὸν ἀναμφισβήτητον τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς, ὅπως μετέχῃ ἀμέσως εἰς τῶν ὑπουργείων τὸν καταρτισμὸν, ὑποδεικνύουσα τὰ μέλη αὑτῶν. Ἐπὶ τῶν προηγουμένων τούτων δὲ καὶ ὁ Todd στηριζόμενος, ἀπεφάνθη, ὅτι «ἡ τοιαύτη πολιτεία τῆς Βουλῆς εἶναι «ἀκριβῶς συνταγματική».
§83Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἔχουν σχέσιν αὐτὰ τὰ πράγματα πρὸς τὸ προκείμενον ζήτημα.
§84ΦΙΛΗΜΩΝ. Τοὐναντίον ἔχουσιν ἄμεσον σχέσιν. Ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ κέκτηται τὸ δικαίωμα νὰ μετέχῃ εἰς τὴν μόρφωσιν τῶν ὑπουργείων ἀμέσως, ὁρίζουσα τὰ πρόσωπα τῶν ὑπουργῶν, καὶ ὅτι τοῦτο εἶναι συνταγματικὸν, ἕπεται ὅτι δύναται νὰ ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο, ὡς ἂν ἤθελε κρίνῃ αὕτη καταλληλότερον, εἴτε διὰ διαγγέλματος πρὸς τὸν Βασιλέα, εἴτε δι’ εὐχῆς ἁπλῶς, εἴτε δι’ ἀποφάσεως οἱασδήποτε, ἀδιάφορον. Τοῦτο ἀφορᾷ ὄχι εἰς τὴν οὐσίαν, ἀλλ’ εἰς τὴν διατύπωσιν, εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐκφράσεως. Τὸ ἧττον περιέχεται ἐντὸς τοῦ πλείονος· ὁ δὲ ἀποδεχόμενος τὴν εἰς τὸ Στέμμα ἐπιβολὴν τῶν ὑπουργείων ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, διὰ διαγγέλματος πρὸς τὸν Βασιλέα, δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ ἀκριβῶς συνταγματικὸν τῆς ἐνασκήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου, δι’ ἐκφράσεως εὐχῆς, δι’ ἀποφάσεως εἰδικῆς.
§85ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι μία ἐξουσία, ἔχει δὲ τὴν τροχιάν της, περὶ τὴν ὁποίαν περιστρέφεται. Τὰ ἄτομα δὲν εἶναι ἐξουσία· ἂν τὰ ἄτομα θέλουν τὴν ἕνωσιν, εἶναι ἐλεύθερα νὰ τὴν κάμουν.
§86ΦΙΛΗΜΩΝ. Τοῦτο, ὅπερ λέγετε, ἀκριβῶς δὲν ἀναιρεῖ τὴν ἰδέαν μου, οὔτε ἡ ἔκφρασις εὐχῆς τῆς Βουλῆς ὑπὲρ τοῦ σχηματισμοῦ Κυβερνήσεως, περιλαμβανούσης τοὺς κομματάρχας, διότι αὑτὴν ἤθελε κρίνει, ὡς μόνον ἰσχυρὰν καὶ κατάλληλον, περιέχει πίεσιν κατὰ τῶν προσώπων τούτων. Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἐκφράσῃ τὴν εὐχὴν, ἐὰν οἱ κομματάρχαι δεχθῶσι τὴν εὐχὴν, θὰ σχηματισθῇ Κυβέρνησις· ἐὰν μὴ ὑπακούσωσι, θὰ γίνῃ φροντὶς περὶ ἄλλης Κυβερνήσεως. Δύνανται νὰ ἐπιτίθενται ἑπομένως κατὰ τῶν τοιούτων ἀποφάσεων μόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες θέλουσι ν’ ἀναγνωρίσωσι τινὰς, ἢ ἀνωτέρους τῆς ἐθνικῆς ἐκφράσεως, ἢ νὰ τοὺς ἀποδείξωσιν ἀνευθύνους (θόρυβος καὶ διακοπή).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Κρούων τὸν κώδωνα). Μὴ διακόπτετε.
§88ΦΙΛΗΜΩΝ. Καταπαύω, Κύριοι, τὸν λόγον, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ πιέσω τὰ κόμματα. Ἄλλως τε ὅ,τι ἔπρεπε νὰ ῥηθῇ, ἐῤῥέθη· ἡ εὐθύνη ἂς βαρύνῃ ἐπὶ τῶν μὴ θελησάντων ν’ ἀκούσωσι.
§89ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ, κύριοι, νὰ κουράσω τὴν Βουλήν. Ἐπειδὴ δὲν μᾶς ὑπολείπονται παρὰ δύο ἀκόμη ἡμέραι συνεδριάσεων, νομίζω, κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου περὶ ἐφεδρείας, ὅστις δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἐπὶ ἓξ μῆνας ἐνταῦθα διατριβήν μας. Ἀπαντῶ δὲ ἐν ὀλίγοις εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ἀττικῆς, ὅστις διϊσχυρίσθη μὲν ὅτι δὲν εἶναι ἀρχηγὸς κόμματος, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ δείξῃ, ὅτι εἰσέδυσεν εἰς τὰ μυστήρια τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, καὶ ἠθέλησε νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι τὸ κόμμα τοῦ κ. Ζαΐμη, τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὴν ἀνατροπὴν τῆς Κυβερνήσεως. Σᾶς λέγω λοιπὸν ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, καὶ προκαλῶ εἰς τοῦτο τὸν ἔντιμον κ. Κουμουνδοῦρον ν’ ἀπαντήσῃ.
§90ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἐδῶ (θόρυβος).
§91Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρέπει νὰ κανονίσωμεν τὴν συζήτησιν· δὲν γνωρίζομεν τὶ συζητοῦμεν.
§92ΛΑΠΑΣ. Αὐτὴ ἡ κατάστασις δὲν ἠμπορεῖ νὰ πηγαίνῃ ἐμπρός· σᾶς λέγω ὡς στρατιώτης καὶ ὡς τίμιος ἄνθρωπος, πρέπει νὰ δώσωμεν ἓν πέρας, διότι δύω ἡμέραι μόνον ἔχομεν.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐμποδίσω τὸν λόγον, ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος· ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Ῥοντήρης.
§94ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐὰν παρετηρήσατε, σπανίως λαμβάνω τὸν λόγον· τὸ βουλευτήριον αὐτὸ εἶναι βάραθρον καὶ οὐχὶ βουλευτήριον, καὶ διὰ τοῦτο ἀποστρέφομαι τὸ βῆμα καὶ ἄνευ ἀνάγκης δὲν λαμβάνω τὸν λόγον. Ἐγὼ μάλιστα νομίζω, ὅτι κατηργήθη τὸ βῆμα, καὶ πολλάκις αἱ συζητήσεις μας — δὲν θέλω νὰ μεταχειρισθῶ ψυχρὰν ἔκφρασιν, ἀλλὰ δὲν δύναμαι καὶ νὰ μεταχειρισθῶ ἄλλην — πολλάκις ἐνταῦθα πολλοὶ δὲν συζητοῦν, ἀλλὰ φαίνονται γαυγίζοντες. Ἐγὼ δὲν ἔλαβον ποτὲ τὸν λόγον χάριν ἐπιδείξεως, παρὰ μόνον διὰ νὰ δικαιολογήσω ἁπλῶς τὴν ψῆφόν μου, καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ τὸ καθῆκον. Κύριοι, ἡ ἀφορμὴ διὰ τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὸν λόγον εἶναι προσωπική. Ἔγκριτον μέλος τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι δὲν μὲ μισεῖ, πιστεύω μάλιστα ὅτι μὲ ἀγαπᾷ, ἐλάλησε χθὲς περί τινων ἰδεῶν μου ὡς πρὸς τὸ σύστημα τῆς ὀργανώσεως τοῦ Κράτους μετὰ τοσαύτης ὀλιγωρίας, ἥτις, ἂν δὲν ἔφθασε μέχρι προσωπικῆς περιφρονήσεως, ἔφθασε μέχρι στιγματισμοῦ τῆς γνώμης μου ἐπὶ ἐπιπολαιότητι.
§95ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο· σᾶς ὁρκίζομαι ἐν τιμῇ, κύριε Ῥοντήρη.
§96ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Καὶ ἄλλοτε, ὅτε ἐξέφρασα ἰδέας τινὰς περὶ ὀργανώσεως τοῦ Κράτους, πολλοὶ τὰς ἐθεώρησαν ὡς εὐτοπίας, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ὑπέκυψαν. Προχθὲς, ὅτε ἔλαβα τὸν λόγον διὰ νὰ εἴπω δύο λέξεις, ὁ κ. Πετιμεζᾶς σᾶς εἶπεν «εἷς βουλευτὴς εἶπεν ὅτι εἰς τρεῖς μῆνας δύναται νὰ γείνῃ στρατὸς, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ βουλευτὴς δὲν ἐγύμνασε ποτὲ οὔτε ἕνα κόκορα». Ἀφίνω τὸ μέρος τῆς χαριτολογίας, καὶ ἀπαντῶν, λέγω, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Κράτους δὲν ἀνήκει εἰς προγυμναστάς· αὐτοὶ γνωρίζουν μόνον τὸ φέρτε ἄρμ καὶ τὸ δεξιὰ κλινάτ’ ἀλλ’ εἶναι ἔργον τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν πρῶτον, καὶ δεύτερον τῶν κατ’ ἐπάγγελμα στρατιωτικῶν. Διὰ νὰ ὀργανίσῃ τις στρατὸν, πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὴν ὅλην τοῦ Κράτους κατάστασιν, νὰ ἔκαμε βαθεῖαν μελέτην τῶν οἰκονομικῶν, νὰ ἔχῃ εὐρείας γνώσεις στατιστικῆς· πρέπει νὰ γνωρίζῃ τί ἐστὶ πολίτης, ἐν ὅλῃ τῇ εὐρύτητι τῆς λέξεως ὡς πρός τε τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα, καὶ τελευταῖον ἔρχεται πῶς ὁ πολίτης γυμνάζεται ὡς στρατιώτης. Δὲν ἀναγνωρίζω εἰς κανένα τὸ μονοπώλιον τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως, ὅταν πρόκηται ν’ ἀφαιρέσῃ τὸν πολίτην ἀπὸ τὸ ἄροτρον, ἀπὸ τὴν ζείδωρον γῆν, καὶ νὰ τὸν φέρῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, ὅσον εὐγενὴς καὶ ἂν ᾖναι ἡ πρᾶξις αὕτη. Κύριοι, δοθείσης ἀφορμῆς, θέλω σᾶς εἴπει τὰς ἰδέας μου περὶ ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ, πάντοτε δ’ ἐν ὀλίγοις. Κατ’ ἐμὲ, τρία σημεῖα πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ ὀργανῶν στρατόν· πρῶτον, τὴν στερεότητα τοῦ στρατοῦ, δεύτερον, τὸ πλῆθος, τρίτον, τοὺς οἰκονομικοὺς πόρους τοῦ Κράτους. Εἶχον τὴν εὐτυχίαν πρὸ ἐτῶν νὰ ἀσχολῶμαι εἰς μελέτας περὶ ὀργανώσεως ἐν γένει τοῦ Κράτους, καὶ τὰ ζητήματα ταῦτα παρουσιάσθησαν χθὲς, καὶ θέλω σᾶς εἴπει τὰς πεποιθήσεις μου, τὰς ὁποίας διὰ μακρᾶς μελέτης ἐσχημάτισα. Ἀπαιτεῖται λοιπὸν στερεότης, πλῆθος, καὶ οἰκονομία, θέλετε δὲ ἴδει, ὅτι ἡ στερεότης πρὸς τὸν πληθυσμὸν εἶναι εἰς κάποιαν ἀντίθεσιν· ἕνεκα τούτου, ἀποδέχομαι μὲν τὴν καθολικὴν στρατείαν, ἀλλ’ ὑποστηρίζω μετὰ μεγάλης ἐπιμονῆς τὴν ἀντικατάστασιν· ταῦτα δὲν εἶναι μόνον ἀπάντησις εἰς τὸν κύριον Πετιμεζᾶν, ἔχουν σχέσιν μετὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θέλω καταψηφίσει. Τὰ μικρὰ ἔθνη, κύριοι, ἔχουν ἀνάγκην καθολικῆς στρατείας, καὶ δὲν εἶμαι βέβαια ἐγὼ κατ’ αὐτῆς· τὰ μικρὰ ἔθνη πρέπει νὰ χωρῶσι μέχρις ἐξαντλήσεως τῆς ὕλης, διότι δὲν ἔχουσι πληθὺν στρατοῦ, καὶ ὅσην καὶ ἂν ἔχωσι, δὲν ἀρκεῖ. Ἀλλ’ ἡ καθολικὴ στρατεία ναυαγεῖ εἰς ἄλλο ἄκρον, εἰς τὴν οἰκονομίαν· καθολικὴ στρατεία καὶ μακρὰ θητεία, διὰ λόγους οἰκονομίας, δὲν συμβιβάζονται. Ἐὰν θέλετε πάντες οἱ Ἕλληνες νὰ γυμνασθῶσιν εἰς τὰ ὅπλα ὅσον ἔνεστι ταχέως, ἡ θητεία πρέπει νὰ φθάσῃ μέχρις ἓξ μηνῶν ἢ καὶ τριῶν· τότε ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὅλην τὴν στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν γενικὴν καὶ εὐρεῖαν. Δέχομαι τὴν καθολικὴν στρατείαν, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ἔθνος δὲν εἶναι πλούσιον, ὑποστηρίζω ὅτι ἡ θητεία πρέπει νὰ ᾖναι μικρὰ διὰ νὰ ἐπαναλαμβάνηται, καὶ ἐν ὀλίγῳ διαστήματι νὰ ἐξασκήσητε πάντας τοὺς Ἕλληνας. Ὅταν, κύριοι, ἐγὼ ἄλλοτε εἶπον ὅτι εἰς τρεῖς μῆνας δύνασθε νὰ σχηματίσητε στρατὸν, δὲν προῆλθον ἐπιπολαίως εἰς τοῦτο. Σᾶς ἀνέφερον τὴν Ἑλβετίαν καὶ Σουηδίαν, σήμερον δὲ σᾶς φέρω σύγγραμμα περὶ τῶν Εὐρωπαϊκῶν στρατῶν καὶ τοῦ ἐξοπλισμοῦ αὐτῶν, τοῦ 1870. Εἶναι καλὸν νὰ ἔχῃ τις ἄμεσον πεῖραν εἰς μερικὰ πράγματα, καὶ ηὐχόμην νὰ ἤμην στρατιωτικὸς, ἵνα ὁμιλῶ μετά τινος αὐθεντίας ἀμέσου· ἀλλὰ δύναμαι νὰ ὁμιλήσω στηριζόμενος εἰς τὴν αὐθεντίαν ἄλλων, στηριζόμενος εἰς συγγραφεῖς, εἰς ἐπιτελεῖα, ἐνώπιον τῶν ὁποίων οἱ ἰδικοί μας στρατιωτικοὶ δὲν δύνανται τοὐλάχιστον νὰ ἀξιώσωσιν ὅτι ἔχουσι πρωτεῖα, ἵνα μή τι ψυχρὸν εἴπω.
§97Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ποῖος εἶναι ὁ συγγραφεύς, εἶναι ἀνώνυμον τὸ σύγγραμμα;
§98ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Εἰς τὴν Ἑλβετίαν, κύριοι, ἔχουσαν περίπου 2,000,000 κατοίκους, ὑπάρχει στρατὸς μέχρι 200,000· ποία δὲ εἶναι ἡ θητεία τοῦ στρατοῦ; Κατὰ πρῶτον οἱ εἰσερχόμενοι, κατὰ τὸ 20 ἔτος τῆς ἡλικίας των, γυμνάζονται ἕνα ἢ δύο μῆνας, καὶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς, ὁ ὁποῖος νὰ πιστεύῃ ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ Ἑλβετοὶ, δὲν εἶναι στρατιῶται. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐγὼ διετύπωσα καὶ μίαν ἄλλην πρότασιν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται ἡ ἀντικατάστασις, καὶ ἡ πρότασις αὕτη ἐκρίθη ἀναξία πάσης ὑποστηρίξεως. Διατί δ’ ἐγὼ τὴν ὑπεστήριξα; διότι ἤθελα νὰ εἴχαμεν τὸ πλῆθος τοῦ στρατοῦ τοῦ Ἑλβετικοῦ, τὴν δὲ στερεότητα τοῦ στρατοῦ τοῦ Ἀγγλικοῦ· ἤθελα λοιπὸν στρατὸν μικτοῦ συστήματος, διὰ τοῦτο δὲ διετύπωσα τὴν πρότασιν, ὅτι μετὰ τρεῖς μῆνας, ἢ μετὰ ἓξ μῆνας, νὰ ἐπιτρέπηται ἡ ἀντικατάστασις, καὶ τοῦτο θὰ εἶχε δευτερεῦον μὲν ἀλλὰ σπουδαιότερον ἀποτέλεσμα, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἤθελεν ἐκτελεσθῆ ταχύτερον. Κύριοι, ἐν ὀλίγοις σᾶς λέγω τὸ πρότυπον, τὸ ὁποῖον ἐσχημάτισα μελετῶν τὰ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Εἶναι ὁ συνδυασμὸς τοῦ Ἀγγλικοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ Ἑλβετικοῦ· τί δὲ εἶναι ὁ Ἀγγλικὸς στρατός; ὁ Ἀγγλικὸς στρατὸς συνίσταται ἀπὸ εἶδος ἀντικαταστατῶν, διότι εἶναι πάντες ἐθελονταὶ, ἀλλὰ στρατολογοῦνται διὰ 10–12 ἔτη, καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὄχι ἐξ ἰδίας πείρας, ἀλλ’ ἐξ ὅσων ἀνέγνωσα, ὅτι ὁ στερεώτερος στρατὸς τοῦ κόσμου εἶναι ὁ Ἀγγλικός, καὶ τὸ χρεωστεῖ καὶ εἰς τὴν ἀνατροφὴν καὶ εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἄγγλων, ἀλλὰ πρὸ παντὸς εἰς τὴν μακρὰν θητείαν. Ὅτε λοιπὸν ἐπρότεινα τὴν γνώμην μου, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἀντικατάστασιν, ἐφρόνουν ὀλιγώτερον νὰ εὐκολύνωμεν τοὺς γονεῖς, τοὺς γεωργοὺς, τὰς οἰκογενείας, αἱ ὁποῖαι θ’ ἀποσπασθοῦν ἀπὸ τοῦ ἀρότρου, ὀλιγώτερον τοῦτο παρὰ τὴν στερεότητα τοῦ στρατοῦ, καὶ ἤθελον, λέγω, τὴν μίξιν τῶν δύο συστημάτων, τοῦ Ἀγγλικοῦ καὶ τοῦ Ἑλβετικοῦ, λαμβάνων ἐξ ἐκείνου μὲν τὴν στερεότητα, ἐκ τούτου δὲ τὸ πλῆθος. Ταῦτα λέγω, οὐχὶ διὰ νὰ παραδεχθῆτε ἓν σύστημα, ἀλλὰ διὰ νὰ συζητηθῶσιν αὐταὶ αἱ ἰδέαι, ὡς καὶ πᾶσα ἰδέα· νὰ μὴ ποδοπατοῦνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, νὰ μὴ προπηλακίζωνται, ὅπως ἐπροπηλακίσθησαν. Καὶ ἠξεύρετε τί κάμνουσιν οἱ Ἄγγλοι ἀκόμη; Ἡ θητεία εἶναι δωδεκαετής· ἂν δὲ ὁ στρατιώτης παραιτηθῆ, δὲν ἔχει σύνταξιν· ἂν ὅμως ἀνακαταταχθῆ διὰ 12 ἔτη πάλιν, τότε ἔχει σύνταξιν 7 γρόσια τὴν ἡμέραν, τόσον ἐπιζητεῖται ἐκεῖ ἡ μακρὰ θητεία, χάριν τῆς στερεότητος τοῦ στρατοῦ. Ὑποστηρίζω τὴν βραχυτάτην θητείαν μετὰ τῆς μακροτάτης ἐν συνδέσμῳ. Εἶπον ὅτι θέλω καταψηφίσει τὸ νομοσχέδιον καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, διότι στρατὸς ἄνευ ὑπαξιωματικῶν εἶναι μηδὲν, εἰς πάντα δὲ τὰ συστήματα, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν ἐδῶ, κατασκευάζουν στρατὸν ἄνευ ὑπαξιωματικῶν· σήμερον οἱ ὑπαξιωματικοὶ διατηροῦνται εἰς τὰς τάξεις των ὡς ἐκ τῆς ἀντικαταστάσεως, ἄνευ ἀντικαταστάσεως ὁ ὑπαξιωματικὸς δὲν μένει, καὶ ἐρημωθήσεται ὁ στρατός. Κύριοι, ἀκριβῶς ἡ τροπολογία μου ἐλήφθη ἐκ τῆς Νορβηγίας, ἢ μᾶλλον τώρα βλέπω, ὅτι ἐλήφθη τρόπον τινὰ ἐκ τῆς Νορβηγίας· ἡ τροπολογία δηλαδὴ τὴν ὁποίαν ἔκαμον τότε, τοῦ νὰ ἐπιτρέπηται ἡ ἀντικατάστασις μετὰ 3 μηνῶν ἄσκησιν (ἀναγινώσκει μεταφράζων ἐκ συγγράμματος) «ἕκαστος ἱκανὸς νὰ ὑπηρετήσῃ ἀνὴρ, ὅστις φθάσει τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας του, πρέπει νὰ περάσῃ ἀπὸ τὸ γενικὸν σχολεῖον τῶν νεοσυλλέκτων, τὸ ὁποῖον διὰ τὸ πεζικὸν καὶ τὸ πυροβολικὸν τῶν φρουρίων χρειάζεται 42 ἡμέρας, διὰ δὲ τὸ ἱππικὸν καὶ τὸ πυροβολικὸν τοῦ πεδίου 90 ἡμέρας.» Αὕτη εἶναι ἡ βάσις· «μετὰ παρέλευσιν αὐτῶν τῶν ἡμερῶν, δύναται δι’ ἀντικαταστάσεως νὰ ἐξαγοράσῃ τὴν ἐπίλοιπον ὑπηρεσίαν καὶ νὰ μεταβῇ...» ποῦ; Ἐγὼ ἔλεγον εἰς τὴν ἐφεδρείαν, ἐδῶ λέγει εἰς τὴν ἐθνοφρουράν. Κύριοι, ἡ ἀντικατάστασις ἀπαντᾶται καὶ ἐν Βελγίῳ καὶ Ὁλλανδίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ. Πολλοὶ καταχλευάζουσι, κύριοι, τῆς μικρᾶς θητείας, καὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπὲρ αὐτῆς, ὅταν ᾖναι ἁπλῆ· ὅταν ὅμως ἡ μικρὰ θητεία μίγνυται μετὰ τῆς μακρᾶς, κατὰ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἐξέθηκα προηγουμένως, ἡ μίξις αὕτη τοῦ στερεοῦ στοιχείου μετὰ τοῦ πλήθους φέρει λαμπρότατα ἀποτελέσματα. Μὴ ἐπιμένετε, κύριοι στρατιωτικοί, ζητοῦντες τὸ τέλειον τοῦ στρατοῦ ἀπὸ ἓν ἔθνος, τὸ ὁποῖον εἶναι οἰκονομικῶς ἐξηντλημένον· δὲν κατακρίνω τὸν ζῆλόν σας, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατόν. Ἐν τούτοις ὁ στρατὸς ὁ ὁποῖος ἀσκηθῇ ἓξ μῆνας δὲν εἶναι ἄχρηστος, καὶ ὑπάρχουν νίκαι παράδοξοι, αἱ ὁποῖαι ἐνικήθησαν ὑπὸ τοῦ Ναπολέοντος στηριζομένου ἐπὶ νεοσυλλέκτων, μαχομένων ὅμως μετὰ τῶν λειψάνων τοῦ μεγάλου στρατοῦ τοῦ ἀποχωρήσαντος ἐκ τῆς Ῥωσσίας· ὅταν κατεστράφη ὁ Ναπολέων καὶ ὑπεχώρησε, δὲν τοῦ εἶχον μείνει παρὰ 40 χιλ. ἀνδρῶν· ἠναγκάσθη καὶ συνέλεξε τὸ πρῶτον 180 χιλ. νεοσυλλέκτων, ἀμέσως δὲ κατόπιν διέταξε νεοσυλλεξίαν 350,000. Μὲ αὐτὸν τὸν στρατόν, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὴν στρατιωτικὴν μόρφωσίν του ἐντὸς τριῶν μηνῶν, ἐπολέμησε καὶ ἐνίκησεν εἰς τὴν μάχην Lutsen. Ἰδοὺ ὁ Ναπολέων πῶς προσεφώνησε τότε τῷ στρατῷ (ἀναγινώσκει γραπτὴν σημείωσιν)· «Στρατιῶται, σᾶς εὐχαριστῶ. Ἐδικαιώσατε τὰς προσδοκίας μου· ἀνεπληρώσατε τὰ πάντα διὰ τοῦ ζήλου σας καὶ διὰ τῆς ἀνδρείας σας τῆς λαμπρᾶς· ἐν τῇ ἐνδόξῳ ἡμέρᾳ τῆς μάχης τῆς 2 Μαΐου ἐτρέψατε εἰς φυγὴν τὸν Πρωσσικὸν καὶ Ῥωσσικὸν στρατόν, ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ Αὐτοκράτορος Ἀλεξάνδρου καὶ τοῦ Βασιλέως τῆς Πρωσσίας· ηὐξήσατε τὴν δόξαν τῶν ἀετῶν μου, προσθέσαντες νέαν λάμψιν· ἀπεδείξατε τί ἀξίζει τὸ Γαλλικὸν αἷμα· ἡ μάχη τοῦ Lutsen τεθήσεται ὑπεράνω τῶν μαχῶν Austerlitz, Jena, Friedland καὶ Moskwa. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι σέβομαι πολὺ τὸ Κοινοβούλιον, καὶ ὅταν ἔλθω νὰ ὑποστηρίξω μίαν γνώμην, θὰ τὴν ὑποστηρίξω πάντοτε μετὰ μακρὰν ζήτησιν καὶ ἔρευναν τοῦ ἀληθοῦς καὶ τοῦ συμφέροντος, ἀποφεύγων πάντοτε τὸν συνήθη ψιττακισμόν. Θέλω πλῆθος μετὰ στερεότητος· ἀρκοῦμαι εἰς ἑξάμηνον στρατιώτην, ἀλλὰ θέλω ὑπαξιωματικὸν πενταετῆ, δεκαετῆ, εἰκοσαετῆ, εἰ δυνατόν. Τοῦτο δ’ ἐπιτυγχάνεται μόνον διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως τῆς συχνῆς. Λέγω δὲ ὅτι, διὰ λόγους κοινωνικοὺς καὶ οἰκονομικοὺς, δὲν δυνάμεθα νὰ μιμηθῶμεν ἐν γένει Γαλλίαν ἢ Πρωσσίαν, ἀλλὰ τὰ ὁμοταγῆ μικρὰ ἔθνη, ἤτοι τὴν Ἐλβετίαν, τὸ Βέλγιον, τὴν Δανιμαρχίαν, τὴν Σουηδίαν καὶ τὴν Νορβηγίαν. Καὶ τώρα ὅπου σᾶς ἐνθυμίζω τὴν Δανιμαρχίαν, μοὶ ἐπῆλθεν, ὅτι τὸ μέγιστον διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐξασκεῖται ὁ στρατιώτης ἐκεῖ, εἶναι ἓν ἔτος, καὶ καθὼς λέγει ὁ συγγραφεὺς αὐτὸς...... «μετὰ πολλῶν διακοπῶν.» Κύριοι, εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εὑρίσκω ἐλλείψεις τινὰς, πρὸ πάντων δὲ, ἐνῷ σχετίζεται μὲ τὰς ἐπικειμένας περιστάσεις, δὲν λαμβάνεται οὐδεμία πρόνοια περὶ τοῦ ὑπάρχοντος στρατοῦ· δεύτερον δὲν δεικνύει τὸ νομοσχέδιον τὴν ἰδίαν αὑτοῦ βάσιν, διότι εὔκολον εἶναι νὰ διατυπώσῃ τις ἰδέας, ἀλλ’ αἱ ἰδέαι λαμβάνουν σάρκα διὰ τῶν χρημάτων, καὶ τὰ χρήματα ἐν τῇ δημοσιονομίᾳ ἔχουν ἀνάγκην πόρων, καὶ περὶ πόρων οὐδεὶς λόγος γίνεται. Ἡ πρώτη διάταξις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἡ ἑξῆς: «Ὁ στρατὸς ὁ ὑπάρχων συγκεντροῦται ἐν στρατοπέδοις, ἡ δ’ ὑπηρεσία τὴν ὁποίαν ἐξασκεῖ νῦν ἀφαιρεῖται ἀπ’ αὐτοῦ.» Τί θὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία; ἂς φροντίσῃ τὸ κοινοβούλιον Θέλετε στρατὸν, ναὶ ἢ ὄχι; ὁ στρατὸς πρέπει νὰ ᾖναι συμπαγής. Ἐγὼ ἠξεύρω ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ πολεμήσωμεν μόνοι, ἄνευ συμμαχίας πρὸς οὐδὲν ἔθνος· ἐπεθύμουν δὲ νὰ κάμωμεν 15,000 στρατὸν, ἀλλὰ στρατὸν πρώτης τάξεως, καὶ ἀρκεῖ αὐτὸς, ἀλλὰ νὰ ᾖνε στερεὸς, καὶ ὅπου σταθῇ, νὰ ᾖναι φρούριον χαλύβδινον· ἀρκεῖ τόσος στρατὸς, διότι δὲν πρόκειται νὰ διεξαγάγωμεν ὁλόκληρον τὸν πόλεμον ἡμεῖς, ἀλλὰ τὸ ἐπιβάλλον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀναλάβωμεν, νὰ παράσχωμεν ἐν τῇ μάχῃ τέλειον. Καὶ φαντάσθητε πόσον ὡραῖον θὰ ᾖναι νὰ εὑρεθῇ ὁ ὀλίγος ἡμῶν στρατὸς εἰς τὸ πλευρὸν ἢ ἀπέναντι Ἀγγλικοῦ στρατοῦ, καὶ νὰ διακριθῇ· εἶναι μία νίκη μεγάλη μόνον καὶ μόνον νὰ εὑρεθῇ τις μετὰ τοιούτων στρατῶν καὶ νὰ πολεμήσῃ ἐπαξίως τοῦ ὀνόματός του καὶ τῶν συμμάχων του. Ἐδῶ, κύριοι, ὁ στρατὸς εἶναι ἀνέκαθεν εἰσπράκτωρ τῶν ποινικῶν τελῶν καὶ τῶν ἄλλων δικαιωμάτων, καὶ μένει ἔτι εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Ταῦτα ὡς πρὸς τὸ πλῆθος καὶ τὴν στερεότητα τοῦ στρατοῦ· ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου εὑρίσκω δικαιολογημένην καὶ τὴν ἄλλην ἀπαίτησιν μιᾶς μερίδος. Εἰς τὰ ἔκτακτα μέτρα δὲν παρίστανται μόνον τὰ μέτρα, ἀλλὰ καὶ οἱ πόροι· τότε δ’ ἔχουσιν αἱ προτάσεις σπουδαιότητα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, κύριοι, ἐγὼ εἶμαι ἀμείλικτος ἐχθρὸς τοῦ κλήρου, ὅταν πρόκηται περὶ ὑποχρεώσεων, ὡς εἶμαι ἐνθουσιώδης λάτρης αὐτοῦ, ὅταν πρόκηται περὶ δικαιωμάτων. Εἶμαι κατὰ τῆς κληρώσεως τῶν στρατευομένων· ἔλαβον τὴν τιμὴν ἀπὸ τοῦ 1868 νὰ φέρω πρότασιν περὶ τούτου, ἡ ὁποία δὲν ἐσυζητήθη εἰσέτι. Ὅταν πρόκηται ὁπωσδήποτε νὰ ὑποστῇ τὸν κλῆρον ὁ λαὸς, ἢ τινὲς νὰ ὑποστῶσι τὴν προγραφὴν αὐτὴν, ἢ νὰ θυσιασθῶσι τινὲς ὑπὲρ τῶν πολλῶν, τότε λέγετε σεῖς ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἄλλη θεραπεία· ἐγὼ δὲ λέγω ὅτι ὑπάρχει θεραπεία τις. Ἔχεις δικαίωμα νὰ λάβῃς τὸ αἷμά μου, ἀλλὰ τί δικαίωμα ἔχεις νὰ λάβῃς τὴν ἐργασίαν μου, τὸ βαλάντιόν μου; Λοιπὸν θέλω οἱ μὴ κληροῦχοι νὰ τελοῦν μισθὸν ἐργασίας εἰς τὸν στρατιωτικὸν, ὁ ὁποῖος πηγαίνει ἐν ὀνόματι αὐτῶν. Σύστημα λοιπὸν ἀποζημιώσεως τῶν κληρούχων δὲν βλέπω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ. Αὐτὰς τὰς ἐλλείψεις εὑρίσκω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἀλλ’ ἡ τελευταία δὲν φαίνεται τοὐλάχιστον ἀμέσως πολὺ σπουδαία· εἶναι σπουδαία μόνον πολιτειακῶς, διότι προσβάλλει τὸν λόγον τῆς ἰσονομίας καὶ τὸ φίλτρον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν πρὸς τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν· βεβαίως αὐτὸς ὁ λόγος εἶναι μέγας, ἀλλ’ οὐ τοῦ παρόντος καιροῦ ἡ πλήρης θεραπεία. Εὑρίσκω ὅμως ἄλλην ἔλλειψιν σπουδαίαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὡς πρὸς τὴν ὁποίαν εὑρίσκω τὸ σύστημα τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως τελειότερον, δηλαδὴ στερεώτερον, διὰ τὴν μείζονα ἐλαστικότητα τὴν ὁποίαν ἔχει. Ἐξηγοῦμαι· ἐπεθύμουν τὸν ὑπάρχοντα στρατὸν στερεώτερον, ἀλλ’ ἐπεθύμουν καὶ τὴν ἐφεδρείαν νὰ ἔχῃ τὴν δυνατὴν στερεότητα. Κύριοι, ἡ ἐποχὴ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἔκτακτον ἐφεδρείαν ἔπρεπε νὰ ἐπεκταθῇ ἀπὸ τῆς ἡλικίας 20–35 ἐτῶν. Τὴν ἔλλειψιν λοιπὸν ἣν εὑρίσκω ὡς πρὸς τοῦτο καὶ τὴν ὁποίαν θεωρῶ σπουδαίαν, ἀλλ’ εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιμένω παραπολὺ, εἶναι ὅτι ἡ ἐφεδρεία τῶν 20,000 ἀνδρῶν δὲν ἔπρεπε νὰ σχηματισθῇ ἐκ τῆς τρυφερᾶς ἡλικίας τῶν 22–26 ἐτῶν, καὶ ἐκ τῶν νέων οἱ ὁποῖοι δὲν εἶδον ποτὲ ὅπλα. Ἡ ἐφεδρεία εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχὴν δὲν εἶναι ἁπλῆ ἐφεδρεία, ἔχει ὑπάτην τινὰ ἀξίαν, διαφέρουσαν· ἄλλως ἔφεδρος εἶναι ὁ ἐκ τοῦ στρατοῦ ἀποφοιτήσας, λαβὼν τὴν στρατιωτικὴν αὐτοῦ μόρφωσιν τελείαν. Ὅθεν ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν ἐκ τῆς ἡλικίας 25–35 ἐτῶν, νὰ ὑποχρεωθῶσι δὲ διὰ βασιλικοῦ διατάγματος νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὴν πρώτην μερίδα τῆς ἐφεδρείας πάντες οἱ ὄντες ἐντὸς τῆς ἡλικίας ταύτης, οἱ ἀφυπηρετήσαντες· τοῦτο τὸ θεωρῶ σπουδαῖον, καὶ ἀπαραίτητον, διὰ τὴν στερεότητα τῆς ἐφεδρείας. Ὁ στρατιώτης, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησε 3, 4 ἔτη, ὅσον καὶ ἂν ἔχασεν, ἔχει τὸ στρατιωτικὸν πνεῦμα, τοῦ ἔγεινε φύσις ἡ πειθαρχία, ἔχει πολλὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἐν στρατοπέδῳ εἰς τρεῖς μόνον μῆνας δὲν ἀποκτῶνται. Ἀλλά, κύριοι, χρειάζεται πρὸ πάντων Κυβέρνησις στερεὰ διὰ τῆς ἑνώσεως τῶν κομμάτων, οἱ δὲ πόροι ἄλλως δὲν εὑρίσκονται. Σπευδούσης δὲ τῆς Βουλῆς, δὲν νομίζω ὅτι ἔχομεν καιρὸν νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον, οὔτε καιρὸς μένει πρὸς θεραπείαν του· νομίζω ὅμως ὅτι ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι εἶμαι σφόδρα κατὰ τῶν ἐλλείψεων αὐτῶν. Ἡμεῖς εἴμεθα οἱ ὀλίγοι καὶ ἀποτεινόμεθα εἰς τοὺς πολλούς, εἰς τὸν λαόν, λέγοντες «ἐλθὲ λαέ», ἀλλ’ αὐτὸς δύναται νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ, διατὶ καὶ σεῖς δὲν προσφέρετε τὴν θυσίαν τῆς φρονήσεως, τοὐλάχιστον ὅταν διαχειρίζεσθε τὰ οἰκονομικά; Ἔρχομαι εἰς τὸ πρακτικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν θέλω ἐκθέσει διὰ μακρῶν. Πολιτικὸν ζήτημα συνήθως ἐγὼ δὲν θεωρῶ τὸ Κυβερνητικόν, διότι τοῦτο, προσωπικὸν ὄν, πολλάκις εἶναι φατριαστικόν, ἀλλὰ πᾶν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῆς μορφῆς τῆς Κυβερνήσεως. Κύριοι, ὁμαλὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Ἀνατολῆς; δὲν εἶναι ἔκτακτος; τὰ πολλὰ κόμματα εἶναι δύναμις; ὑπάρχει παράδειγμα ἑνώσεως τῶν κομμάτων; εἶναι δυνατὴ ἡ ἕνωσις; καὶ ποῖον εἶναι τὸ καθῆκον τῆς Βουλῆς; καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα μόνον, ἢ ἔχει καὶ καθῆκον νὰ σκεφθῇ περὶ τούτου; Κύριοι, πρὸ 5 ἢ 4 μηνῶν εἴπομεν ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ Α καὶ τὸ Ω πάσης λειτουργίας, καὶ ἐπὶ τέλους ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἔθηκε τὴν κορωνίδα, εἰπὼν «ἄνευ ἐνθουσιώδους ὑποστηρίξεως τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς οὐδὲν δύναται γενέσθαι». Αὐτό, κύριοι, εἶναι τὸ μέγα ζήτημα· ἐὰν ᾖναι ἔκτακτοι αἱ περιστάσεις, μία Κυβέρνησις θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπῃ «ἂς κοιμηθῇ ὁ νόμος». Σήμερον τὸ κοινοβούλιον δύναται νὰ τὸ εἴπῃ, καὶ δι’ αὐτὸ ὑπάρχει ἡ ψῆφος τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ ἓν κόμμα μικρὸν δὲν δύναται νὰ τολμήσῃ νὰ ἔχῃ τοιαύτην ἀξίωσιν ἀπέναντι τῶν ἄλλων κομμάτων· χρειάζεται δύναμις σήμερον, καὶ τὴν δύναμιν ἀποτελεῖ ἡ ἑνότης. Ὅταν, κύριοι, παρὰ τοῖς ἀρχαίοις Ῥωμαίοις ἐπήρχετο περίστασίς τις ἐξαιρετική, δὲν ἐσκέπτοντο περὶ κυβερνήσεως κομμάτων, ἀλλ’ ἡ σύγκλητος ἔδιδεν ὅλην τὴν ἐξουσίαν εἰς δύο πρόσωπα, εἰς τοὺς Ὑπάτους, διὰ τοῦ τύπου «caveant consules ne quid respublica detrimenti capiat. Τοιαύτην ἐξουσίαν πρέπει νὰ δώσωμεν καὶ ἡμεῖς σήμερον εἰς μίαν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ εὕρωμεν τὰ στοιχεῖα τοιαύτης Κυβερνήσεως. Εἶναι δυνατὸν αὐτὸν τὸν τύπον νὰ τὸν διατυπώσωμεν σήμερον ὑπὸ τὴν ὑπάρχουσαν Κυβέρνησιν; Ἐὰν τὸ δεχθῇ ἡ Βουλή, δύναμαι νὰ τὸ ἀποδεχθῶ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οὐδὲν κόμμα εἶναι ἐπαρκὲς νὰ ἀναδεχθῇ τηλικοῦτον βάρος· δὲν δυνάμεθα νὰ πιστεύσωμεν ὅτι ὅλα τὰ ἄλλα κόμματα θὰ δώσωσι τὴν δύναμίν των εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτό. Εἰς πάσας τὰς περιστάσεις, κύριοι, ἀπαιτεῖται ἡ πλήρης ἐμπιστοσύνη, ἔτι δὲ μᾶλλον ὅταν ἐπίκηνται περιστάσεις ἐθνικῆς ἢ δόξης ἢ συμφορᾶς· ἀλλὰ τότε χρειάζονται καὶ στοιχεῖα Κυβερνήσεως ἀποχρῶντα, διὰ τοῦτο ἡμεῖς διετυπώσαμεν πρότασιν. Τώρα, κύριοι, ὅτι αὐτὸ εἶναι συμφέρον, δὲν πιστεύω νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ κανείς. Τί ἀμφισβητεῖται; πρῶτον ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ κάμῃ λόγον περὶ τούτου, ὡς ἀντιβαῖνον εἰς τὰς προνομίας τοῦ Στέμματος, δεύτερον ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ναυαγήσῃ. Ἐγὼ δὲν νομίζω σπουδαῖον οὔτε τὸ ἓν, οὔτε τὸ ἄλλο. Πρῶτον ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καὶ δικαίωμα νὰ τὸ κάμῃ, καὶ καθῆκον· ἡ Βουλὴ εἶναι ὁ πρώτιστος σύμβουλος τοῦ Στέμματος καὶ ὀφείλει νὰ συμβουλεύσῃ, καὶ ἔχει καθῆκον νὰ εἴπῃ ποίαν Κυβέρνησιν κρίνει καλήν. Ὅτι δὲ ἔχει καθῆκον, εἶναι ἀναμφισβήτητον· δύναμαι μάλιστα νὰ ὑποστηρίξω ὅτι δύναται νὰ προτείνῃ καὶ ὀνόματα ὑπουργῶν ἡ Βουλή· διότι ὄντως τὸ ὑπουργεῖον τὸ κοινοβουλευτικὸν γίνεται ὑπὸ δύο δυνάμεων, τῇ προτάσει τῆς Βουλῆς καὶ τῷ διορισμῷ τοῦ Στέμματος. Τοιοῦτόν τι δὲν λέγει τὸ Σύνταγμα, καὶ ἐν τούτοις δύναμαι νὰ τὸ ὑποστηρίξω. Ὅλα τὰ δικαιώματα τοῦ κοινοβουλίου ἠξεύρετε πόθεν προῆλθον; ἐκ τοῦ ἀρχεγόνου δικαιώματος, τοῦ ἐλευθέρως διδόναι χρήματα καὶ ἐλευθέρως ἀντιτάττειν ὅρους· σοὶ δίδω τὰ χρήματα ὑπὸ τὸν ὅρον δεῖνα. Ἐξ αὐτοῦ ἐγεννήθη πρῶτον ἡ ψήφισις τῶν φόρων καὶ τῶν πιστώσεων, κατόπιν τὸ νομοθετεῖν, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀρχὰς ἐξησκεῖτο δι’ ἀναφορῶν, κατόπιν τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, τῆς ἀποδοκιμασίας, καὶ καθεξῆς. Ἔχει λοιπόν, λέγω, διπλοῦν τίτλον ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ καὶ ὡς ὅρον θέτουσα τοῦτο τῆς παραχωρήσεως, τῆς διαχειρίσεως τῶν φόρων, εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ Στέμματος, καὶ ὡς συμβουλήν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὁ πρῶτος σύμβουλος τοῦ Στέμματος εἶναι ἡ Βουλή, καὶ ἐξ αὐτῆς ἐξαρτᾶται ὅλη ἡ πολιτικὴ δικαιοδοσία της. Ἀλλὰ πῶς θὰ γίνῃ τὸ πρᾶγμα, καὶ θὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα; Ἐν πρώτοις ἀδιαφορῶ περὶ τοῦ ἀποτελέσματος· ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν της· ἐὰν αἱ περιστάσεις ἦναι ἔκτακτοι, πρέπει νὰ εἴπῃ ἐλευθέρως καὶ παῤῥησίᾳ τί φρονεῖ. Ἡ Βουλὴ φρονεῖ ὅτι διὰ τῆς ἑνώσεως τῶν διαφόρων ἀποχρώσεων ἢ τῶν κομμάτων δύναται νὰ κυβερνηθῇ καλῶς καὶ ἀποχρώντως ὁ τόπος; ὀφείλει νὰ τὸ εἴπῃ. Πῶς θὰ τὸ εἴπῃ αὐτό; Κύριοι, ἐδῶ εἶναι δύο τινά· πρῶτον λέγοντες, συμφέρει νὰ γίνῃ, ἀναμφισβητήτως ἀφίνομεν εἰς τὸ στέμμα πᾶσαν ἐξουσίαν· λέγοντες δὲ πῶς δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ, ἀναμφισβητήτως ἀναφερόμεθα εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν ἡγητόρων τῶν κομμάτων. Δὲν πιστεύω, ἐν ᾧ εἴμεθα ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς, διὰ λόγους φιλοπρωτίας, νὰ ᾖναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἕνωσις καὶ ἡ στερέωσις αὕτη· αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου. Ἡμεῖς πρέπει νὰ ἀποφανθῶμεν, καὶ εἰς τὸ Στέμμα ἀφίεται τὸ στάδιον νὰ ἐνεργήσῃ, δυνατὸν δὲ τότε καὶ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ εὑρεθῶσιν εἰς διαφορετικὴν θέσιν· ἀλλὰ δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι ἐπικρατεῖ τὸ δόγμα, ὅτι ὁ μὴ γενόμενος πρωθυπουργὸς ἄτιμος ἔστω· ὁ ἅπαξ γενόμενος πρωθυπουργός, δὲν γίνεται ὑπουργός.
§99ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ ἔγεινα.
§100ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Σοὶ συγχαίρω ἀπὸ καρδίας. Ὁ Παλμερστών, κύριοι, ἐδοξάσθη οὐχὶ ὡς πρωθυπουργός. Πρέπει νὰ ἔλθωσιν ἡνωμένοι, ἕνεκα τῶν κρισίμων καιρῶν· καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι οἱ ἀρχηγοὶ ἔχουσι συμφέρον νὰ πειθαναγκασθῶσιν, οὐδέποτε δὲ θὰ τοὺς ἀδικήσω, πιστεύων ὅτι θὰ τοὺς λείψῃ ὁ πατριωτισμὸς εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε νὰ μὴ ἀνεύρωσιν ἕνα τρόπον. Ἄλλως τε, κύριοι, ἐγὼ πρεσβεύω, ὅτι ὑπάγονται λογικῶς καὶ αὐτοὶ εἰς θητείαν· καθὼς ἐζήτησαν ἀπὸ τὸν τελευταῖον Ἕλληνα νὰ προσφέρῃ τὸ αἷμά του, ἔχουσι καὶ αὐτοὶ θητείαν, προσκαλούμενοι ἀπὸ τὸν Βασιλέα νὰ ὑπηρετήσωσι, καὶ θὰ ὑπηρετήσωσιν. Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον διστάζουν, εἶναι τὸ ἑξῆς· δὲν πιστεύουσιν, ὅτι ὑπάρχει ἡ περίπτωσις τῆς ἑνότητος, ὥστε, ἐὰν ἐπέλθωσιν αἱ περιστάσεις, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀρνηθῇ ὁ Ζαΐμης εἰς τὸν Δεληγεώργην, εἰς τὸν Ζαΐμην ὁ Τρικούπης, καὶ καθεξῆς. Συμπεραίνω λέγων, χωρὶς νὰ αἰτιαθῶ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἀτέλειαν τῶν νομοσχεδίων, ὅτι εὑρίσκω ἐλλείψεις, αἱ ὁποῖαι εὐχῆς ἔργον εἶναι νὰ διορθωθῶσιν. Νομίζω ὅτι ἀπέδειξα, ὅτι αἱ προτάσεις, τὰς ὁποίας ἐπρότεινα, στηρίζονται εἰς μίαν βάσιν ὀρθήν· νομίζω, ὅτι ἀπέδειξα, ὅτι οὐχὶ μόνον δικαίωμα τοῦ Κοινοβουλίου εἶναι, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται καὶ τὸ καθῆκον νὰ φροντίσῃ περὶ Κυβερνήσεως· δὲν πρέπει ὁ χρόνος μόνον νὰ ἐπιφέρῃ τὴν θεραπείαν. Τὸ Κοινοβούλιον ἵσταται, παρ’ αὐτῷ δὲ τὸ ἔθνος, ὁ λαός, καὶ ὀφείλει νὰ εἴπῃ ποῖα στοιχεῖα ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἔχῃ· δὲν πιστεύω δὲ οὐδεὶς νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ ἕνωσις τῶν κομμάτων θέλει ἐπιβάλλει τὸν ἐνθουσιασμόν, ὅπερ δὲν γίνεται διὰ μιᾶς μόνης μερίδος, διότι τότε θὰ τρέξουν ὅλοι εἰς τὰς ἐπαρχίας των νὰ ἐπιβάλουν τὴν τοῦ στρατεύεσθαι ὑποχρέωσιν. Ἑπομένως ἐγὼ ἔφερα αὐτὴν τὴν πρότασιν· ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ φέρω τροποποιήσεις. Τελευτῶν λέγω, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην πλήθους στρατοῦ, στερεότητος στρατοῦ, καὶ πόρων, καὶ ὅτι διὰ τὰ τρία ταῦτα ἔχομεν ἀνάγκην βραχείας θητείας διὰ τοὺς στρατιώτας, μακρᾶς θητείας διὰ τοὺς ὑπαξιωματικούς, δηλαδὴ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀντικαστάσεως, καὶ στερεᾶς Κυβερνήσεως, καὶ χάριν αὐτῶν τῶν πραγμάτων, καὶ χάριν τῶν πόρων, καὶ διὰ νὰ ἤμεθα σύμμαχοι μὴ ἀξιοκαταφρόνητοι.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§102ΤΙΝΕΣ. Οὐδείς.
§103ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δύω μόνον λέξεις ἀπὸ τῆς θέσεώς μου. Δὲν ἀνθίσταμαι εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναπτύξεως τῶν στρατιωτικῶν κατὰ ξηρὰν δυνάμεων· οὐχ’ ἧττον ὀφείλω, ὡς καὶ εἰς τὸν πολιτικόν μου ἀρχηγὸν ἐξέφρασα, νὰ εἴπω, ὅτι ἐλεεινολογῶ τὸν τόπον, διότι οἱ πολιτικοὶ ἀρχηγοὶ πιστεύουσιν, ὅτι δύναται εἰς ἔκτακτα γεγονότα κατὰ τὴν Ἀνατολὴν ἡ Ἑλλὰς νὰ παρασταθῇ ἐν τῇ πολιτικῇ εὐπρόσωπος, μὴ ὑπαρχουσῶν ναυτικῶν δυνάμεων. Πιστεύω ἀδιστάκτως, ὅτι ὄχι 30,000 στρατὸν ἐὰν κατασκευάσητε, ὄχι 60,000, ἀλλὰ καὶ πλέον ἐὰν κατασκευάσητε, τὰ ῥαπίσματα τοῦ Χόβαρτ οὐδέποτε θὰ τὰ ἀποφύγητε.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκτάκτου ἐφεδρείας τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§105ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Εἶχον εἴπει κατά τινα συνεδρίασιν παλαιοτέραν, ὅτι τῳόντι τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου φαίνεται, ὅτι ἀντιβαίνει καὶ πρὸς τὸν νόμον τὸν ὑπάρχοντα, καὶ πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ γενικῆς στρατολογίας, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐν μέρει ἐψήφισε· τοῦτο ὅμως ἔγεινεν ἐν γνώσει, ἡ δὲ ἄρσις τῆς ἀντιφάσεως κατορθοῦται διὰ τῆς προσθήκης εἰς τὴν τελευταίαν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἑξῆς παραγράφου· «Δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου ὅσοι τῶν ἀγόντων τὸ 22 καὶ 23 μέχρι τοῦ 24 ἔτους συμπεπληρωμένου ἤθελον τύχει ὑποχρεωτικοῦ κλήρου, δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, κατὰ τὴν στρατολογίαν τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους». Ἠξεύρετε ὅτι αἱ ἡλικίαι, αἱ ὁποῖαι ὑποχρεοῦνται, περιλαμβάνονται μεταξὺ 30,000 ἀνδρῶν, ὥστε μέχρι τῶν 20,000 μᾶς μένει μέγας ἀριθμὸς καὶ δύνανται νὰ λείψωσιν ὅσοι ἤθελον λάχει εἰς τὴν ἐτησίαν στρατολογίαν, ἥτις ἀναβαίνει εἰς 2,300 ἄνδρας. Δὲν ἐτέθη εἰς τὸν νόμον, διότι, ὅταν συνετάχθη, δὲν ἐγνωρίζαμεν, ὅτι ἤθελε καταναλωθῆ τοσοῦτος χρόνος, καὶ ἐνομίζαμεν, ὅτι ἠθέλομεν προφθάσει νὰ ὑποβάλωμεν καὶ τὸν νόμον περὶ στρατολογίας, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ὑποβληθῇ. Προσθέτω καὶ ἄλλο περὶ ἄλλου ἀντικειμένου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλει καὶ δευτέραν παράγραφον εἰς τὴν τελευταίαν διάταξιν, ἀφορῶσαν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ποινῶν τῶν φυγοστράτων «Αἱ περὶ φυγοστρατίας διατάξεις τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ περὶ στρατολογίας ΡΛΓʹ. Νόμου τῆς 1 Δεκεμβρίου 1851 καὶ τοῦ ἄρθρου 220 τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῆς στρατολογίας τῶν ἐφέδρων.» Τοῦτο δὲν τὸ συμπεριελάβαμεν, διότι ἐνομίσαμεν, ὅτι ἠμποροῦσε νὰ θεωρηθῇ ἐπαρκὴς ὁ κίνδυνος μόνον, τὸν ὁποῖον διατρέχουν οἱ φυγόστρατοι, ἀναγκαζόμενοι νὰ ὑπηρετήσουν, ἐὰν παρέλθῃ ἡ τριακοστὴ ἡμέρα, εἰς τὸν στρατὸν πρὸς ποινὴν ἓν ἔτος· ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ πράγματα δὲν μᾶς φαίνονται τόσον εὔκολα, καλὸν εἶναι νὰ ὑπάρχουν καὶ αἱ ποιναί.
§106ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 23 ἐξαιροῦνται τῆς ἀπογραφῆς....(ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον)· κατὰ τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν προτείνετε, περιλαμβάνονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν εἴτε ὑπηρέτησαν αὐτοπροσώπως, εἴτε δι’ ἀντικαταστάτου· ἐξαιροῦνται οἱ κληρωθησόμενοι κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, ἐνῷ κατ’ ἄλλας διατάξεις οἱ κληρωθέντες δὲν ἐξαιροῦνται, καὶ ὑποθέτω...
§107ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ παρατήρησις εἶναι πολὺ ὀρθή, νομίζει ὅμως ὅτι ἡ ἐξαίρεσις, τὴν ὁποίαν σημειοῦμεν, εἶναι πλήρης ἐξαίρεσις· αὐτοὶ ἀφίνονται νὰ διέπωνται ἀπὸ τοὺς νόμους τοὺς κειμένους, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐπιβάλλουν διαφόρους ὑποχρεώσεις, ἐνῷ ὡς πρὸς ἐκείνους, περὶ ὧν ἀναφέρει τὸ ἄρθρον 23, δὲν ὑπάρχει ἰδία περίπτωσις, δι’ αὐτοὺς δὲν ὑπάρχει νόμος ἐπιβάλλων ὑποχρέωσιν· ἐκτὸς τούτου, ἡ στρατολογία ἡ τελευταία ὑποθέτω ὅτι θὰ γείνῃ μετὰ τὴν κλήρωσιν τῆς ἐφεδρείας.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον ἂς μείνῃ αὐτό. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου;
§109ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§111ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 2....
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§113Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρετήρησα ὅτι, κατὰ τὸ ἄρθρον 2, ἡ ἐφεδρεία ὅλων τῶν ἡλικιῶν ὁρίζεται εἰς 7 ἔτη· μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἄδικος ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου περιττή, διότι, καθ’ ἃ εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ κ. πρωθυπουργός, ὁ νόμος περὶ γενικῆς στρατολογίας θὰ ἀρχίσῃ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τὴν πρώτην Ἰανουαρίου 1878, ἑπομένως αἱ τρεῖς τελευταῖαι ἡλικίαι τῶν 24, 25 καὶ 26 ἐτῶν δὲν πρέπει νὰ ἐπιφορτισθῶσι μὲ θητείαν ἑπτὰ ἐτῶν, ἀλλ’ οἱ μὲν μὲ 2 ἐτῶν, οἱ δὲ τριῶν, καὶ οἱ ἄλλοι τεσσάρων· τὸ πολὺ δὲ δύνανται νὰ καταταχθοῦν εἰς τὴν ἐθνοφυλακὴν καὶ κατόπιν εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν τῆς ἐθνοφυλακῆς, διότι εἶναι ἄδικον ἄνδρες 26 ἐτῶν νὰ ὑπηρετήσουν καὶ 7 ἔτη. Νομίζω ὅτι ἡ παρατήρησίς μου εἶναι ὀρθὴ καὶ ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν θέλει ἔχει δισταγμὸν νὰ τὴν παραδεχθῇ.
§114ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ παρὸν δὲν ἔχομεν κανένα νόμον, πλὴν τοῦ νόμου περὶ ἐθνοφυλακῆς, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιβάλῃ καθήκοντα στρατιωτικὰ εἰς τὸν πολίτην μετὰ τὸ πέρας τοῦ χρόνου τῆς θητείας καὶ τῆς ἐφεδρείας· πρώτην φορὰν εἰς τὸν παρόντα νόμον εἰσάγεται ἡ ὑποχρέωσις νὰ ὑπηρετήσῃ ὁ πολίτης εἰς τὴν ἐφεδρείαν ἑπτὰ ἔτη. Ἐὰν ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων ἐννοῇ ὅτι παρατείνεται πολὺ ἡ ὑπηρεσία τῆς ἐφεδρείας, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθή, διότι καὶ εἰς τὰ ἄλλα ἔτη ὁ πολίτης θὰ ὑποχρεοῦται, ἀλλ’ ὑπὸ διάφορα ὀνόματα. Εἰς τὸν Πρωσσικὸν στρατὸν οἱ εἰκοσαετεῖς ὑπηρετοῦν τρία ἔτη καὶ 4 εἰς τὴν ἐφεδρείαν, 5 εἰς τὴν Λαντὲρ, καὶ καταντᾷ ὁ πολίτης νὰ ὑποχρεοῦται 32 ἔτη εἰς αὐτὰς τὰς ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐν καιρῷ εἰρήνης δὲν παρέχουν κανὲν ἄλλο βάρος εἰμὴ τὴν ἄσκησιν. Ἐὰν ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἐνόει ὅτι ἡ ἀδικία προέρχεται ἐξ ἄλλου τινὸς λόγου, νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ, διότι δὲν ἠμπόρεσα νὰ ἐννοήσω ἄλλον.
§115Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἰδοὺ τί ἐννοῶ· ἐγὼ ὑποθέτω ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς περὶ ἐκτάκτου ἐφεδρείας εἶναι νόμος, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλουν αἱ ἀνάγκαι· νομίζω δὲ ἀναντιῤῥήτως, ὅτι νόμος γενικώτερος στρατολογικὸς θέλει ἐφαρμοσθῆ καὶ θέλει ἔμβει εἰς ἐνέργειαν. Παραδέχομαι λοιπὸν κατὰ τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ἐξετέθησαν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ὡς μεγαλείτερον ὅρον τῆς θητείας ὁ ὁποῖος ὑπεστηρίχθη, τὰ 3 ἔτη· ὥστε ἀρχομένης τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἀπὸ τὰ 1878, ὡς εἶναι πιθανὸν, λέγω, ὅτι μετὰ 4 ἔτη ἀπὸ τὰ 1878 θὰ ἀρχίσῃ ἡ πρώτη τάξις τῆς ἐφεδρείας τῆς πραγματικῆς.
§116ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὰ 1882.
§117Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παραδέχομαι, εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ 1882 θὰ ἔχωμεν τὴν πρώτην σειρὰν τῆς ἐφεδρείας τῆς πραγματικῆς, διότι αὐτὴ εἶναι μία τεχνικὴ ἐφεδρεία. Λέγω λοιπὸν ὅτι, ἐπειδὴ οἱ ἔχοντες τὴν ἡλικίαν 26 ἐτῶν εἶναι προκεχωρημένοι, σήμερον ἡ ἐφεδρεία πρέπει νὰ βαρύνῃ αὐτοὺς μέχρι τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἀρχίσῃ ἡ τακτικὴ ἐφεδρεία· δυνάμεθα δὲ νὰ μὴ τοὺς ἀπολύσωμεν ἐντελῶς, ἀλλὰ νὰ τοὺς μεταχειρισθῶμεν εἰς τὴν ἐθνοφρουράν.
§118ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἶχον δίκαιον νὰ σᾶς ἐρωτήσω, διότι καὶ μετὰ τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν μοι ἐδώσατε, ὁ κύριος λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐκάματε τὴν παρατήρησιν, εἶναι ἡ προχώρησις τῆς ἡλικίας, διότι ἄλλως ὡς πρὸς τὴν ἀνάγκην νομίζω, ὅτι ἡ παρατήρησίς σας δὲν πρέπει νὰ γείνῃ δεκτή. Εἶπον, ὅτι ἀφορμὴ τοῦ παρόντος νόμου εἶναι ἡ παραμέλησις τῆς γενικῆς στρατολογίας κατὰ τὸ παρελθόν· σκοπὸς ἑπομένως τοῦ νόμου εἶναι νὰ ἀναπληρώσῃ αὐτὴν τὴν ἔλλειψιν, καὶ νὰ σχηματίσῃ ἐφεδρείαν ὅσον τὸ δυνατὸν ἐντελεστέραν καὶ τὸ ταχύτερον. Τὸ 1882, ὅταν θὰ ἐξέλθῃ ἡ πρώτη κλάσις τῶν στρατολογηθησομένων κατὰ τὸ 1878, κατὰ πόσον, νομίζετε, θὰ αὐξήσῃ ἡ ἐφεδρεία; Κατὰ 5,000 ἀνδρῶν. Νομίζετε ὅμως, ὅτι αἱ 20,000, τὰς ὁποίας πλάττομεν ἤδη, —καὶ ἐννοεῖται, ὅτι μετὰ 5 ἔτη θὰ λείψουν πολλοὶ ἀπὸ θάνατον, ἀπὸ ἔλλειψιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἀπὸ πάθη σωματικὰ, καὶ διότι ἠμποροῦν νὰ θεωρηθῶσι διὰ διαφόρους λόγους ἀνίκανοι, — νομίζετε, ὅτι αὐτὸς ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐφέδρων τοῦ παρόντος νόμου μετὰ 5 ἔτη εἶναι τόσον ἀρκετὸς διὰ τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ τόπου ἐν περιπτώσει ἀνάγκης, ὥστε πρέπει ἀφεύκτως νὰ ἀφαιρέσωμεν 25,000, διότι θὰ λάβωμεν 5,000 ἀπὸ τὸν νόμον περὶ γενικῆς στρατολογίας;
§119ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ νομίζω, διότι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο θὰ ἔχωμεν 5,000 ἐκ τῶν ἐφέδρων· ἐὰν λοιπὸν ἀπὸ αὐτοὺς ἀπολύσωμεν 2 χιλιάδας ἢ καὶ 3, νομίζω, ὅτι κατὰ τίποτε δὲν ζημιοῦται οὔτε ἡ ἐφεδρεία οὔτε ὁ στρατός.
§120ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ ὅμως, τὸ ὁποῖον λέγετε, ἀντιβαίνει εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, καὶ τὸ ἐψηφίσαμεν ὁμοθύμως πάντες, καὶ θὰ τὸ ψηφίσωμεν καὶ εἰς πάντα νόμον περὶ γενικῆς στρατολογίας, ὁ ὁποῖος θὰ παρουσιασθῇ. Τί ἐψηφίσαμεν καὶ τί θὰ ψηφίσωμεν; ἐφεδρείαν ἢ ἓξ ἐτῶν ἢ ἑπτὰ ἐτῶν. Εἰς τὸν νόμον περὶ γενικῆς στρατολογίας ἀνεγνωρίσαμεν τὴν ἀνάγκην νὰ ἔχωμεν ἐφεδρείαν πλέον τῶν 20,000 ἀνδρῶν, καὶ ἂν παρουσιασθῇ ἄλλος νόμος, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἐφεδρείαν ὀλιγωτέραν τῶν ἓξ ἐτῶν· λοιπὸν 35,000 ἐφέδρους θὰ ζητήσωμεν ἢ 30, τώρα ἔχομεν μόνον 20. Δὲν βλάπτει λοιπὸν ἐὰν τὸ 1882 καὶ 83 εἰσέλθουν καὶ ἄλλαι δύο κλάσεις. Ἀπὸ τότε ἡ ἐφεδρεία παύει πλέον.
§121ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐννοῶ καὶ ἐγὼ νὰ ἐλαττωθῇ ἡ ἐφεδρεία.
§122ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴπετε νὰ τοὺς στείλωμεν εἰς τὴν ἐθνοφυλακήν.
§123ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι, εἰς τὴν ἐθνοφρουράν.
§124ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἔχομεν ἐθνοφρουράν ἤδη.
§125ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ σᾶς ὡμίλησα ἐπὶ τῇ βάσει, ὅτι ὁ νόμος περὶ στρατολογίας θὰ ψηφισθῇ, διότι ἄλλως αὐτὸς ὁ νόμος εἶναι περιττὸς καὶ μάταιος.
§126ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ παρὼν νόμος θ’ ἀναπληρώσῃ τὴν ἀνάγκην ἐπὶ μίαν ἑπταετίαν, καὶ εἰς τὰ 84 θὰ παύσῃ. Τί σᾶς πειράζει λοιπὸν ν’ ἀφήσητε εἰς τὰ 82 καὶ εἰς τὰ 83 νὰ ἐξέλθουν τῆς γενικῆς στρατολογίας αἱ δύο κλάσεις, καὶ αἱ 20,000 ἐφέδρων νὰ ἦναι 30;
§127ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, μὴ νομίσετε, ὅτι τὸ κάμνω......
§128ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι.
§129ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἀναχωρῶ ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ πολῖται πρέπει νὰ ὑποχρεωθοῦν ἐξ ἴσου ὅλοι. Δὲν εἶναι ἐδῶ λοιπὸν ἡ ὑποχρέωσις οὐδὲ ἴση πρὸς ὅλους. Ἂς ἀφήσωμεν τρία ἔτη διὰ τοὺς ἔχοντας ἡλικίαν τῶν 26 ἐτῶν καὶ 5 διὰ τοὺς ἄλλους, ὥστε εἰς τὴν ἡλικίαν 30 ἐτῶν ἕκαστος ν’ ἀπέλθῃ εἰς τὴν οἰκίαν του.
§130ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀφήσητε καλλίτερον αὐτὸ τὸ ζήτημα εἰς τὴν διοίκησιν, καὶ ἡ διοίκησις, ὅπως θὰ προσδιορίζῃ τὰς τακτικὰς καὶ τὰς ἐκτάκτους ἀσκήσεις τῆς ἐφεδρείας, ἐὰν αὐταὶ αἱ παρατηρήσεις θεωρηθῶσι καὶ ὑπὸ τῆς διοικήσεως ὡς ὀρθαὶ, τότε εἰς τὰς ἀσκήσεις, μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν 30 ἐτῶν, δὲν θὰ ἀνακαλῇ τὰς δύο τελευταίας τάξεις.
§131ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πολὺ καλά.
§132ΣΟΥΤΣΟΣ. Παρακαλῶ, μίαν διασάφησιν· αἱ τέσσαρες αὗται ἡλικίαι θὰ δίδουν εἰς ἴσην ἀναλογίαν τοὺς κληρούχους;
§133ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι, κατὰ κλῆρον ἐπὶ τῶν τεσσάρων ἡλικιῶν ἐν γένει.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 2 ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. «Ἄρθρον 3. Ἑκάστη τῶν δύο μερίδων τῆς ἐφεδρείας, συγκειμένη ἐκ 10 χιλιάδων νεοσυλλέκτων, θέλει ὀργανισθῆ εἰς 10 τάγματα πεζικοῦ, ὧν ἕκαστον θέλει συγκροτεῖσθαι ἐκ λόχων τεσσάρων, τοῦ λόχου ἀπαρτιζομένου ἐκ 250 ἀνδρῶν. Ἐν ἑκάστῳ λόχῳ θέλουσιν ἀποσπασθῆ ἀνὰ δέκα ἄνδρες ἐκ τῶν λόχων τοῦ πεζικοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ».
§135ΚΑΣΒΙΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ «ἀποσπασθῆ» πρέπει ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς λέξεως «ὑπηρετεῖ».
§136ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὄχι, διὰ τὸν σχηματισμὸν αὐτῶν τῶν ταγμάτων ὑπῆρξε μάλιστα δυσπιστία τις ἐκ μέρους τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ἐὰν οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ μεταβαίνοντες.......
§137ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι δι’ αὐτὸ, εἶναι διὰ τοὺς 10 στρατιώτας.
§138ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἡ λέξις ἀποσπῶνται εἶναι στρατιωτικὴ καὶ δεικνύει, ὅτι οἱ ἄνδρες αὐτοὶ ἀνήκουν οὐχὶ εἰς τὴν ἐφεδρείαν, ἀλλ’ εἰς τὰ τάγματα.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 3 ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. «Ἄρθρον 4. Τὰ στελέχη τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τῶν δέκα ταγμάτων τῆς ἐφεδρείας θέλουσι ληφθῆ ἐκ τοῦ πεζικοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ. Πρὸς τοῦτο καὶ ἐφ’ ὅσον χρόνον διαρκεῖ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ παρόντος νόμου ἕκαστον τῶν ταγμάτων τοῦ πεζικοῦ τῆς γραμμῆς καὶ τῶν εὐζώνων θέλει συγκροτεῖσθαι ἐκ τεσσάρων λόχων, ὧν ἕκαστος θέλει περιλαμβάνει 180 ἄνδρας. Οἱ πρὸς ἐκγύμνασιν τῆς ἐφεδρείας ἀποσπώμενοι ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ ἀντικαθιστῶνται ἀμοιβαίως μετὰ τῶν λοιπῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας».
§140Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν ὑπέβαλον τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου σκοπὸν ἔχει νὰ κανονίσῃ τὰς ἀνάγκας τῆς ἀσκήσεως τῆς ἐκτάκτου ἐφεδρείας καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῆς, διὰ τῶν μέσων τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Πρὸς ἄσκησιν τῆς ἐκτάκτου ἐφεδρείας καὶ πρὸς διοίκησιν τῶν 10 ταγμάτων, θὰ τεθῶσιν ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοί. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε σκοπὸν τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους καὶ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τούτους νὰ τοὺς πορισθῇ ἐκ τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας. Νομίζω ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἤρκει νὰ μὲ ἡσυχάσῃ, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῆς διατάξεως αὐτῆς δὲν θέλει αὐξήσει τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους. Ἐπειδὴ ὅμως τὴν παρατήρησίν μου ἐξήγαγον ἐξ ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους ἠρύσθην ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διὰ τοῦτο ἐνόμισα καθῆκόν μου, πρὶν ψηφισθῇ ἡ διάταξις, νὰ παρακαλέσω τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ν’ ἀναθεωρήσῃ πάλιν τὰ ἄρθρα ταῦτα. Πρὸς διοίκησιν τῶν ταγμάτων αὐτῶν ἀπαιτοῦνται 280 ἀξιωματικοὶ παντὸς βαθμοῦ. Πρὸς διοίκησιν τῶν 14 ταγμάτων τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, μετὰ τὴν μεταβολὴν τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ παρὸν νομοσχέδιον, πάλιν ἀπαιτοῦνται 280 ἀξιωματικοί. Λοιπὸν ἔχομεν 280 ἀξιωματικοὺς διὰ τὸν ὑπάρχοντα μόνιμον πεζικὸν στρατὸν, καὶ 280 διὰ τὰ σχηματισθησόμενα 10 τάγματα τῆς ἐκτάκτου ἐφεδρείας, τὸ ὅλον 560. Ἀνατρέχω εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ εὑρίσκω ἀξιωματικοὺς 381· διὰ τοῦτο ἐξακολουθῶ νὰ ἀνησυχῶ, μήπως ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Βεβαίως δὲν ἔχω τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβάλω τὴν γνώμην μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν· μένει εἰς αὐτὴν νὰ κρίνῃ, ἐὰν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου δὲν προσκόψῃ.
§141Δ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Πραγματικῶς, κύριοι, τὸ ἔργον τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἦτο λίαν δυσχερὲς εἰς τὸ νὰ ἐπαρκέσῃ μὲ τὸ προσωπικὸν τὸ ὑπάρχον διὰ τὰ 14 τάγματα τοῦ πεζικοῦ καὶ τῶν εὐζώνων εἰς τὴν ἐκγύμνασιν 10 ταγμάτων ἐφεδρείας. Ἔχομεν σήμερον λοχαγοὺς, διοικοῦντας λόχους εἰς τὸ πεζικὸν, 84· εἶναι μὲν εἰς τὸ μητρῶον τοῦ στρατοῦ ἐγγεγραμμένοι 91, ἀλλ’ οἱ ἐλλείποντες 7 εἶναι Βουλευταὶ καὶ παρὰ τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως. Ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου αὐτοῦ οἱ ὑπάρχοντες 80 λόχοι τοῦ πεζικοῦ καὶ τῶν εὐζώνων θέλουν ἐλαττωθῇ εἰς 56· ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην 56 λοχαγῶν, ὅθεν μᾶς ὑπολείπονται 28 λοχαγοὶ διὰ τὴν ἐφεδρείαν· ἔχομεν 40 λόχους, ὥστε ἔχομεν ἀνάγκην 12 ὑπολοχαγῶν, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἀναθέσωμεν τὴν διοίκησιν τῶν ὑπολειπομένων λόχων. Ὑπολοχαγῶν ἐπίσης θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην 56 διὰ τὰ ὑπάρχοντα τάγματα καὶ 40 διὰ τὰ τῆς ἐφεδρείας· ἔχομεν ἐν ὅλῳ 119, ὥστε, ἀφοῦ διαθέσωμεν τοὺς 96 καὶ τοὺς 12 διὰ τὴν διοίκησιν τῶν λόχων, μᾶς ὑπολείπονται 11 ὑπολοχαγοί. Ἀνθυπολοχαγοὶ κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ κατὰ μίαν ἐφαρμογὴν, ἡ ὁποία ἔτυχεν ὄχι κυρώσεως Β. Διατάγματος, ἀλλὰ μόνον λόγῳ ὑπηρεσίας ἐθεωρήθη ἀναγκαία, ὥστε ὑπολοχαγοὶ νὰ ᾖναι δύω εἰς ἕκαστον λόχον, εἶναι ἐν ὅλῳ 168. Ἐξ αὐτῶν πρέπει νὰ εἰσέλθουν εἰς τοὺς 56 λόχους τῶν ταγμάτων τοῦ πεζικοῦ καὶ τῶν εὐζώνων 56, καὶ 40 εἰς τὰ τάγματα τῆς ἐφεδρείας. Θὰ μᾶς πλεονάσουν 72 ἀνθυπολοχαγοί. Ἐξ αὐτῶν θέλομεν μεταχειρισθῆ διὰ τὰς ὑπηρεσίας τὰς οἰκονομικὰς τῶν τε ὑπαρχόντων ταγμάτων καὶ ἐκείνων τῆς ἐφεδρείας, διὰ τὰς θέσεις τῶν ὑπασπιστῶν τῶν ταγμάτων, οἱ δὲ μένοντες, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν αὐτῶν τῶν θέσεων, 35, θέλουσι τοποθετηθῆ εἰς τοὺς 35 λόχους τῆς ἐφεδρείας· ὥστε ἐκ τῶν 40 λόχων τῆς ἐφεδρείας, οἱ 35 θὰ ἔχουν δύο ἀνθυπολοχαγούς. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀριθμοὶ, οἱ ὁποῖοι εἶναι πραγματικοὶ καὶ ἀκριβεῖς· ἐξήχθησαν μετ’ ἐπανειλημμένην ἐπεξεργασίαν ὅλων τῶν εἰδημόνων, ὥστε νὰ μὴ προκύψῃ λάθος, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ μὲ ἀναγκάσῃ νὰ κάμω τὴν ἐλαχίστην προαγωγὴν, ἐθεώρησα δὲ καθῆκόν μου νὰ λάβω ὅλα τ’ ἀναγκαῖα μέτρα, διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἀτελὴς ἐκπαίδευσις τῶν λόχων τῆς ἐφεδρείας. Μόνοι λοιπὸν 5 λόχοι τῆς ἐφεδρείας δὲν θὰ ἔχουν δύω ἀνθυπολοχαγοὺς, ἐνῷ οἱ 35 λόχοι θὰ ἔχουν 4 ἀξιωματικοὺς κατὰ λόχον.
§142ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, μετὰ τὴν διάλυσιν τοῦ στρατοπέδου, αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τί θὰ γίνουν;
§143ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θὰ ἐπανέλθουν εἰς τὸν τακτικὸν στρατόν.
§144ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Θὰ μετασχηματισθοῦν τὰ τάγματα πάλιν;
§145ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μέχρις ἐκείνης τῆς στιγμῆς ἐλπίζω, ἐὰν μείνω εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὴν πρώτην προσεχῆ Σύνοδον νὰ ὑποβάλω τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ κανονισθῶσιν ὁριστικῶς καὶ διὰ νόμου αἱ θέσεις τῶν ἀξιωματικῶν. Ἄλλως τε τὸ 3 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου λέγει, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἀποσπῶνται. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, χωρὶς νὰ ἀναλάβω καμμίαν ἐπίσημον ὑποχρέωσιν ἐὰν πρόκηται νὰ φέρω ὀργανισμὸν τοιοῦτον, δὲν ἐννοῶ νὰ ἔχουν τὰ τάγματα πλείονας τῶν 4 λόχων.
§146ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ, μίαν λέξιν. Ἐννοεῖται ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἀξίωσις παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἴτε τῆς παρούσης, εἴτε ἄλλης τινὸς νὰ ἐλαττώσῃ τὸν ὑπάρχοντα ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ· δὲν ἠμπορεῖ νὰ τοὺς ἐλαττώσῃ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου σᾶς εἶπεν, ὅτι, μέχρις ὅτου ἀποπερατωθῇ ἡ ἄσκησις τῆς ἐφεδρείας, θὰ ὑπάρξῃ ἕνας κανονισμὸς, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε ν’ ἀσφαλίσῃ νομοθετικῶς τὴν θέσιν τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὸ ἄρθρον 3 λέγει, ὅτι μέχρις οὗ ἀποπερατωθῇ ἡ ἐκγύμνασις τῆς ἐφεδρείας σχηματίζονται τὰ τάγματα ἀνὰ 4 λόχους, ἤτοι, ἅμα ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ παρόντος νόμου παύσῃ, αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοὶ ἐπανέρχονται εἰς τὰς προτέρας θέσεις. Ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ ἐπέλθῃ νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ κανονίσῃ ἄλλως τὰ τοῦ στρατοῦ, ἄλλο πρᾶγμα, διότι δὲν ἐννοοῦμεν διὰ τοῦ παρόντος νόμου νὰ βλάψωμεν κατὰ κεραίαν τὰ δικαιώματα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 5. «Ἄρθρον 5. Ἡ τῆς ἐφεδρείας ἐκγύμνασις θέλει γίνει ἐν στρατοπέδοις. Τὰ περὶ τοποθεσίας καὶ συγκροτήσεως τῶν στρατοπέδων θέλουσιν ὁρισθῆ διὰ Β. Διατάγματος.» Ἀναγινώσκεται τὸ 6 ἄρθρον. «Ἄρθρον 6. Μετὰ τὴν ἑξάμηνον ἐν στρατοπέδῳ ἄσκησιν οἱ ἔφεδροι ἀπολύονται, μεταβαίνοντες εἰς τοὺς οἰκείους νομοὺς καὶ ἐπαρχίας κατὰ τάγματα, λόχους καὶ οὐλαμούς. Πρὸς τοῦτο ἡ ἐφεδρεία πρὸ τῆς ἀποπερατώσεως τῶν γυμνασίων θέλει συνταχθῆ εἰς τάγματα, ὧν ἕκαστον θέλει συγκροτεῖσθαι ὑπὸ συνεπαρχιωτῶν ἐφέδρων τῆς αὐτῆς ἢ πλειόνων γειτονικῶν ἐπαρχιῶν. Ἐν τῇ πρωτευούσῃ ἑκάστης ἐπαρχίας θέλουσι συστηθῆ ἀποθῆκαι, ἐν αἷς οἱ ἔφεδροι θέλουσιν ἀποθέσει τὰ ὅπλα, τὴν ἀποσκευὴν καὶ τὰ ὁρισθησόμενα ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας εἴδη τοῦ ἱματισμοῦ.
§148ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὑπάρχει ἐνταῦθα δυσκολία τις δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐξασκοῦν ἀλλαχοῦ τὰ πολιτικά των δικαιώματα, καὶ ἀλλαχοῦ κατοικοῦν. Διὰ τοῦτο προτείνω εἰς τὸ τέλος τῆς ἀ. παραγράφου νὰ τεθῶσι περίπου αἱ ἑξῆς λέξεις· «οἱ κατοικοῦντες εἰς ἄλλας ἐπαρχίας ἢ ὅπου ἔχουν τὰ πολιτικά των δικαιώματα κατατάσσονται ἐν τοῖς σχετικοῖς τάγμασι τῶν ἐπαρχιῶν τῆς διαμονῆς των.» Ἴσως τοῦτο δύναται νὰ κανονισθῇ καὶ διὰ Διατάγματος· ἐγὼ δίδω μόνον νύξιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§149ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐγὼ ἔχω ἑτέραν ἀπορίαν· ἡ γύμνασις θὰ γίνεται ἐν στρατοπέδοις, ἑπομένως τὸ κατ’ ἐπαρχίαν λεγόμενον δὲν ἔχει ἔννοιαν παρὰ ἀφοῦ ἀπολυθοῦν καὶ ἀποτελέσουν τάγματα κατὰ νομούς. Γεννᾶται ἡ ἑξῆς ἀμφιβολία· ἀφοῦ αὐτοὶ ἐκγυμνασθοῦν καὶ μεταβοῦν εἰς τοὺς οἰκείους νομοὺς καὶ ἐπαρχίας, αὐτοὶ θὰ διατηρῶνται ἐπὶ ἑπταετίαν ἔφεδροι καὶ θὰ καλῶνται ὁσάκις ὑπάρχει ἀνάγκη, ἔχοντες τὰς ἀποσκευὰς καὶ τὰ λοιπὰ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας. Ἀλλὰ ποίαν ἐφαρμογὴν θὰ ἔχῃ ἡ διάταξις, ἐάν τις θέλῃ πρὸ τῆς ἑπταετίας νὰ μεταβῇ εἰς ἄλλον δῆμον; Αὐτὸ πρέπει νὰ διευκρινισθῇ.
§150ΚΑΣΒΙΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ἀπορία ἐκλείπει, ἐὰν μετὰ τὴν λέξιν ἐπαρχιῶν προστεθῇ ἡ λέξις τῆς μονίμου κατοικίας.
§151ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ κἄποια θεραπεία, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία· ἀλλ’ ἡ προτεινομένη δὲν εἶναι ἡ ὀρθοτέρα. Ἐὰν θελήσητε νὰ παραδεχθῆτε τὸ τῆς κατοικίας, δὲν ἔχομεν βάσιν καὶ ἔδαφος, δὲν εἶναι δὲ καὶ δυνατόν, διότι ἡ στρατολογία καὶ ἡ κλήρωσις θὰ γίνεται κατὰ δήμους, ἐκεῖ ὅπου τις εἶνε ἐγγεγραμμένος, καὶ σπανίως θὰ γίνεται ἐξαίρεσις· περιπλέον ὅμως αὐτὸ τὸ καθῆκον, τοῦ νὰ ἀνήκῃ ὁ πολίτης εἰς σῶμα στρατιωτικὸν, πρέπει βεβαίως νὰ συνδέεται στενῶς μὲ τὸν τόπον ὅπου ἐξασκεῖ τὰ πολιτικά του δικαιώματα· ἑκάστη ἐπαρχία θὰ ἔχῃ τὸ στρατιωτικόν της Σῶμα, καὶ ἕκαστος ἐπαρχιώτης θὰ γνωρίζῃ ὅτι ἀνήκει εἰς τὸ Σῶμα τῆς ἐπαρχίας, τὸ ὁποῖον θὰ εὐκολύνῃ τὰς ἐξασκήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπαναλαμβάνωνται. Ὑπάρχουσιν ὅμως ἀληθῶς καὶ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας δύναταί τις ν’ ἀνήκῃ εἰς ἕνα δῆμον, ὅπου ν’ ἀσκῇ τὰ πολιτικά του δικαιώματα, νὰ διαμένῃ δὲ ἀλλαχοῦ καὶ κἄπως διαρκῶς· γεννᾶται εἰς αὐτὴν τὴν ἐξαιρετικὴν περίστασιν τὸ ζήτημα, εἰς ποίαν ἀποθήκην θὰ καταθέσῃ τὸν ὁπλισμόν του. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται, ὅτι ὁ κανὼν εἶναι νὰ καταθέσῃ τὸν ὁπλισμόν του ὅπου εἶναι ἐγγεγραμμένος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ παρουσιασθῶσι καὶ ἐξαιρέσεις, δύναται νὰ ἐπιτραπῇ τοῦτο τῇ ἀδείᾳ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν, διοικητικῶς· ἄλλως ὁ νόμος δὲν πρέπει νὰ περιλάβῃ τοιαύτην διάταξιν. Ἕκαστος ἀνήκει εἰς τὸ Σῶμα τοῦ δήμου του, ἀνήκει τέλος εἰς τὸ τάγμα τοῦ νομοῦ ὅπου ἔχει τὴν πολιτικήν του κατοικίαν· διὰ τὴν ἄλλην ὅμως εὐκολίαν, φυσικῷ τῷ λόγῳ, δύναται νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια νὰ γυμνασθῇ εἰς τὸν τόπον ἔνθα κατοικεῖ· νομίζω ὅτι τοῦτο δύναται νὰ τεθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6 ὡς ἀνεγνώσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Μετὰ ταῦτα ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὰ ἄρθρα 7, 8, 9 καὶ 10 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου αὐτῶν ψηφοφορίας, ἔχοντα ὡς ἑξῆς. Ἄρθρον 7. Τὰ τῆς ἀποθήκης ἔξοδα καταβάλλονται ὑπὸ πάντων ὁμοῦ τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας, ἀναλόγως τῶν τακτικῶν ἐσόδων ἑκάστου δήμου. Ἡ δὲ φύλαξις καὶ συντήρησις τοῦ ὁπλισμοῦ καὶ ἱματισμοῦ ἔσεται εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου καὶ ἀνατίθεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἄρθρον 8. Ἐντὸς τῶν στρατοπέδων θέλει ὀργανισθῇ τὸ προσῆκον σύστημα ἐκπαιδεύσεως, πρὸς μόρφωσιν ὑπαξιωματικῶν τῆς ἐφεδρείας ἐκ τῶν ἐφέδρων ὅσοι ἤθελον κριθῆ πρὸς τὸν προορισμὸν τοῦτον κατάλληλοι. Οἱ ἔφεδροι οὗτοι δύνανται νὰ προβιβασθῶσιν εἰς ὑπαξιωματικοὺς καὶ πρὸ τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου ΧϚΕ τῆς 16 8βρίου 1861 ὁριζομένης προθεσμίας, ἐὰν ἤθελον εὐδοκιμήσει κατὰ τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν καὶ δοκιμασίαν. Ἄρθρον 9. Οἱ ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ἀναφερόμενοι ὑπαξιωματικοὶ τῆς ἐφεδρείας ἢ ἔφεδροι δύνανται, ἐὰν τὸ ζητήσωσι, νὰ παραμείνωσι καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν ἐν τῷ στρατοπέδῳ, οἱ δὲ τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ μίαν εἰσέτι ἑξαμηνίαν ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ. Μετὰ δωδεκάμηνον ὑπηρεσίαν, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ προηγουμένου ἐδαφίου, οἱ ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι τῆς ἐφεδρείας δύνανται νὰ λάβωσι τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ τῆς ἐφεδρείας, ἐὰν ἤθελον εὐδοκιμήσει εἰς τὰς κανονισθησομένας πρὸς τοῦτο ἐξετάσεις. Ἄρθρον 10. Οἱ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ τῆς ἐφεδρείας δὲν ἔχουσι δικαίωμα ἀποδοχῶν τοῦ βαθμοῦ των, πλὴν ὁσάκις ἡ ἐφεδρεία ἤθελε καλεῖσθαι εἰς τακτικὰς ἢ ἐκτάκτους ἀσκήσεις ἢ ἄλλην στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν· ἀπολαμβάνουσι δὲ τῶν τιμῶν τοῦ βαθμοῦ αὑτῶν, κατὰ τὸ ἐκδοθησόμενον περὶ τούτου Β. Διάταγμα.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Βʹ. ἄρθρον 11.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Βʹ.
Περὶ ἐφεδρείας τοῦ Πυροβολικοῦ, τοῦ Ἱππικοῦ καὶ τῶν Σκαπανέων. Ἄρθρον 11. Ἡ ἐφεδρεία τοῦ Πυροβολικοῦ καὶ Ἱππικοῦ θέλει συγκροτηθῆ ἐκ τῶν καθυστερούντων κληρούχων τῶν ἐτῶν 1875, 1876 καὶ τῶν προηγουμένων ἐτῶν, ἔτι δὲ ἐκ τῶν νεοσυλλέκτων τῆς ἀπογραφῆς τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους.
§154ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ ποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν καθυστερούντων κληρούχων τοῦ 75 καὶ 76, καὶ τῶν προηγουμένων ἐτῶν.
§155ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τὰ προηγούμενα ἔτη δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ σᾶς δώσω πληροφορίας· ὡς πρὸς τὸ 76 ὅμως, σᾶς λέγω ὅτι εἶναι 3,000.
§156ΡΑΛΛΗΣ. Ποία εἶναι ἡ πραγματικὴ δύναμις σήμερον τοῦ στρατοῦ;
§157ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὴν 1 Φεβρουαρίου ἦτο 10,493· ἡ ὀργανικὴ δύναμις ἦτο 14,000.
§158ΡΑΛΛΗΣ. Φοβοῦμαι, ὅτι αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 10, 11 καὶ ἑπομένων θὰ ἐμποδίσουν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἐπιθυμητοῦ σκοποῦ τῆς συμπληρώσεως τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, διότι, ἂν ἀφαιρέσητε πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῆς ἐφεδρείας τῶν σωμάτων τοὺς καθυστεροῦντας κληρούχους, θέλετε ἐλαττώσει τὴν δύναμιν ἐκείνην, διὰ τῆς ὁποίας θέλετε συμπληρώσει τὸν τακτικὸν στρατόν.
§159ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν θὰ συμβῇ αὐτό, διότι οἱ καθυστεροῦντες κληροῦχοι τοῦ 75 καὶ 76, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς προγενεστέρους, εἶναι 3,000, ἡ στρατολογία δὲ ἡ ψηφισθεῖσα καὶ διὰ τὸ τρέχον ἔτος εἶνε 2,700. Ἔχομεν λοιπὸν ἀριθμὸν 5,700· τὰ τρία ὅπλα, τῶν ὁποίων ἡ δύναμις ἡ σήμερον ὑπάρχουσα θέλει διπλασιασθῆ, θέλουν παραλάβει 1000 ἄνδρας, θὰ μείνουν λοιπὸν διαθέσιμοι 4,700.
§160ΡΑΛΛΗΣ. Ἐννοεῖτε νὰ συμπληρώσητε καὶ τὰ σώματα τοῦ πυροβολικοῦ καὶ ἱππικοῦ, κατὰ τὴν κανονικὴν αὑτῶν δύναμιν;
§161ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν νόμον περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, καὶ προϋπολογισμόν· οὔτε τὸν ἕνα θὰ παραβῶμεν, οὔτε τὸν ἕτερον· τὰ πάντα θὰ γίνωνται σύμφωνα μὲ τοὺς δύο νόμους.
§162ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἀντικατάστασις ἐπιτρέπεται;
§163ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατὰ τοὺς κειμένους νόμους· νομίζω ὅτι κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον, ἡ ὁποία θὰ σχηματισθῇ λίαν προσεχῶς, πιθανὸν καὶ διὰ τὴν ἐφετεινὴν στρατολογίαν νὰ γείνουν τροπολογίαι τινές.
§164ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἔφεδρος, μετὰ τὸ πέρας τῶν ἓξ μηνῶν, κατὰ τοὺς ὁποίους θὰ διαρκῇ ἡ ὑπηρεσία αὐτοῦ, θὰ μένῃ εἰς τὸν στρατόν;
§165ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις εἶνε ὀπαδὸς τῆς ἀρχῆς, ὅτι τὰ Σώματα τὰ τεχνικὰ δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ καταρτισθῶσι διὰ συντόμου θητείας, καὶ προσέφυγεν οὐχὶ εἰς τοὺς ἐφέδρους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν θητείαν ἑξάμηνον, ἀλλ’ εἰς τοὺς καθυστεροῦντας κληρούχους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπηρετήσουν τρία ἔτη. Τὸ ζήτημα τοῦτο μεταξὺ τῶν ἄλλων εἴκοσι ζητημάτων ἐτέθη εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἀλλὰ γενομένης ἐπανειλημμένως διασκέψεως, ἀπεφασίσθη νὰ μὴ τεθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον καμμία διάταξις τροπολογοῦσα αὐτό· ἡ πεῖρα θέλει μᾶς ὁδηγήσει, ἂν πρέπῃ νὰ ἐλαττωθῇ ἡ θητεία, ἢ νὰ παραπέμπωνται εἰς ἄδειαν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δύναται νὰ πράξῃ καὶ ἡ διοικητικὴ ἐξουσία.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 11 ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 12. «Ἡ ἐφεδρεία αὕτη θέλει μορφωθῆ ἐντὸς τῶν Σωμάτων τῶν δύω εἰρημένων ὅπλων τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἐν ἰδίοις λόχοις καὶ ἴλαις. Πρὸς τοῦτο θέλουσιν εἰς τὸ ἑξῆς κατατάττεσθαι ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ Σώματα ταῦτα οἱ ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ἀναφερόμενοι κληροῦχοι, μέχρις οὗ συμπληρωθῇ ἡ διὰ τοῦ παρόντος νόμου καθισταμένη ἐφεδρεία αὐτῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 12 ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 13. Πρὸς συγκρότησιν τῶν ἰλῶν καὶ λόχων τοῦ Πυροβολικοῦ καὶ Ἱππικοῦ θέλουσι ληφθῆ τὰ στελέχη αὐτῶν ἐκ τῶν εἰς τὸ Ἱππικὸν καὶ Πυροβολικὸν ὑπηρετούντων ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν. Ἡ δύναμις τῆς ἐφεδρείας τοῦ Πυροβολικοῦ καὶ Ἱππικοῦ θέλει εἶσθαι ἴση τῇ νῦν ὑπαρχούσῃ πραγματικῇ δυνάμει ἑκάστου τῶν Σωμάτων τούτων τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ.
§167ΡΑΛΛΗΣ. Διατί ἴση πρὸς τὴν δύναμιν τὴν πραγματικὴν, καὶ ὄχι τὴν κανονικήν;
§168ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ὑπάρχει διαφορὰ οὔτε εἰς τὰ δύο τεχνικὰ ὅπλα, οὔτε εἰς τὸ Σῶμα τῶν σκαπανέων. Χρεωστοῦμεν οὕτω νὰ συντάξωμεν τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, διότι πῶς δυνάμεθα νὰ προσδιορίσωμεν τὰ στελέχη, καὶ πῶς ἄλλως ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου; Δὲν ὑπάρχει δὲ ἡ ἐλάχιστη διαφορά· π. χ. ἡ ὑπάρχουσα δύναμις τοῦ ἱππικοῦ εἶνε 233 ἄνδρες, ἡ δὲ πραγματικὴ εἶνε 214· διαφορὰ 14 ἀνδρῶν. Οἱ σκαπανεῖς κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν εἶναι 280, ἡ δὲ πραγματικὴ δύναμις εἶνε 232, ἤτοι λείπουν 48 ἄνδρες. Τοῦ πυροβολικοῦ ἡ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ δοθεῖσα δύναμις εἶνε 385 ἀνδρῶν, ἡ πραγματικὴ 386. Ὥστε διὰ τὰ τρία ὅπλα εἶνε περίπου 80 ἢ 90 ἄνδρες. Διὰ νὰ πορισθῶμεν τὰ στελέχη τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν ἐφεδρείαν πρὸς σχηματισμὸν ἰδίων λόχων, ἔπρεπε νὰ μεταχειρισθῶμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 13 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὰ ἄρθρα 14–21 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου αὐτῶν ψηφοφορίας, ἔχοντα ὡς ἑξῆς. Ἄρθρον 14. Τὸ Σῶμα τῶν Σκαπανέων θέλει ὀργανισθῆ συμφώνως πρὸς τὸν προορισμόν του, ἡ δὲ ἐφεδρεία αὐτοῦ θέλει καταρτισθῆ ἐκ τῶν καθυστερούντων κληρούχων καὶ τῶν νεοσυλλέκτων τῆς ἀπογραφῆς τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους. Οἱ λόχοι τῆς ἐφεδρείας τῶν Σκαπανέων θέλουσι συστηθῆ ἐκ τῶν ἐν τῷ Σώματι ὑπηρετούντων ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, ἡ δὲ δύναμις αὐτῆς δὲν θέλει εἶσθαι ἀνωτέρα τῆς νῦν ὑπαρχούσης πραγματικῆς δυνάμεως τοῦ τάγματος τῶν Σκαπανέων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γʹ.
Περὶ ἀπογραφῆς πρὸς στρατολογίαν τῆς ἐφεδρείας τοῦ Πεζικοῦ. Αʹ.) Σύνταξις στρατολογικῶν καταλόγων. Ἄρθρον 15. Οἱ πρὸς στρατολογίαν τῶν ἐφέδρων τοῦ Πεζικοῦ κατάλογοι θέλουσι συνταχθῆ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἑπομένων ἐγγράφων. 1) τῶν ληξιαρχικῶν πράξεων τῆς γεννήσεως, τῶν συντεταγμένων κατὰ τοὺς κειμένους νόμους τῆς πρώην Ἰονίου Πολιτείας καὶ τοῦ λοιποῦ Βασιλείου. 2) τῶν πράξεων ἢ σημειώσεων τῶν ἱερέων εἰς τὰ ἐν τοῖς ἱεροῖς ναοῖς τηρούμενα ἐπίσημα βιβλία γεννήσεων καὶ βαπτίσεων. 3) τῶν σημειώσεων τῶν ἱερέων, τῶν τηρουμένων ἐν ἰδίοις βιβλίοις, φυλλαδίοις, ἢ ἄλλοις ἐγγράφοις, κατὰ τὴν ἐπικρατοῦσαν συνήθειαν. 4) τῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1853 συνταχθέντων δημοτολογίων. 5) τῶν στρατολογικῶν καταλόγων τῶν ἐτῶν 1876, 1875, 1874, 1873, 1872, 1871 καὶ 1870. 6) τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος συνταχθέντων μητρώων τῆς Ἐθνοφυλακῆς, καὶ 7) τῶν ὀνομαστικῶν πινάκων τῆς ἀπογραφῆς τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ ἔτους 1870. Ἄρθρον 16. Ἡ σύνταξις τῶν στρατολογικῶν καταλόγων ἀνατίθεται εἰς ἐπιτροπὴν, συγκροτουμένην ἐν ἑκάστῳ δήμῳ ὑπὸ τοῦ δημάρχου, τοῦ εἰρηνοδίκου καὶ ἑνὸς ἀντιπροσώπου τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς ἐκ τῶν πολιτικῶν ἢ στρατιωτικῶν δημοσίων λειτουργῶν. Ἀντὶ τοῦ εἰρηνοδίκου προσλαμβάνεται ὁ γραμματεὺς τοῦ εἰρηνοδικείου ἤ τις τῶν συμβολαιογράφων, ἐὰν ἡ περιφέρεια τοῦ εἰρηνοδικείου περιλαμβάνῃ πλείονας δήμους. Ἡ ἐπιτροπὴ προσλαμβάνει ὡς γραμματέα τὸν τῆς δημαρχίας ἢ ἕτερον τῆς ἐκλογῆς αὐτῆς· ὀφείλει δὲ νὰ περαιώσῃ τὴν σύνταξιν τοῦ καταλόγου ἐντὸς 8 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς συγκαλέσεως αὐτῆς, παραλαμβάνουσα ἐν ἀνάγκῃ βοηθητικὸν προσωπικόν. Ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ δύναται νὰ παρατείνῃ τὴν προθεσμίαν, ὁσάκις ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἀνεπαρκὴς, ἐπὶ πέντε εἰσέτι ἡμέρας. Οἱ εἰδικοὶ πάρεδροι, δημοτικοὶ ἀστυνόμοι καὶ ἱερεῖς ὀφείλουν νὰ παρέχωσι τῇ ἐπιτροπῇ τὰς ζητουμένας παρ’ αὐτῆς πληροφορίας, καὶ προσκαλούμενοι, νὰ ἐμφανίζωνται ἀμέσως πρὸς τοῦτο ἐνώπιον αὐτῆς. Ἄρθρον 17. Ἐν τοῖς στρατολογικοῖς καταλόγοις θέλουσιν ἀπογραφῆ πάντες οἱ ἄγοντες ἡλικίαν ἀπὸ τοῦ 22 μέχρι τοῦ 30 ἔτους, ὧν τὰ ὀνόματα θέλουσι μεταγραφῆ ἐκ τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 15 ἀναφερομένων ἐγγράφων μετὰ σημειώσεως τῆς τε ἡλικίας αὐτῶν καὶ τοῦ ἐγγράφου, ἐξ οὗ ἀντεγράφη ἕκαστον ὄνομα. Ὁσάκις τὸ αὐτὸ ἄτομον ἀπαντᾶται ἐν τοῖς εἰρημένοις ἐγγράφοις ὑπὸ διαφόρους ἡλικίας, ἀσυμβιβάστους πρὸς ἀλλήλας, προτιμᾶται ὡς βάσις τοῦ ὑπολογισμοῦ τῆς σημερινῆς ἡλικίας αὐτοῦ ἡ τοῦ ἐδαφίου 1 τοῦ ἄρθρου 15, ἐν ἐλλείψει δὲ τοιαύτης ἀποδείξεως, ἡ τοῦ ἐδαφίου 2, καὶ οὕτω καθεξῆς μέχρι τοῦ ἐδαφίου 4· ἐὰν δὲ ἡ μεταγραφὴ ἐγένετο ἐκ τῶν ἐν τοῖς ἐδαφίοις 5, 6 καὶ 7 ἐγγράφων, προτιμᾶται πρὸς ὑπολογισμὸν ἡ κατ’ αὐτὰ ἀνωτέρα ἡλικία. Ἄρθρον 18. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ἀποστείλει διὰ τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν εἰς τοὺς δήμους, ἐπὶ ἐπιστροφῇ, τοὺς ἐν τῷ ἀρχείῳ αὐτοῦ ὑπάρχοντας στρατολογικοὺς καταλόγους τοὺς ἐν τῷ ἐδαφίῳ 5 τοῦ ἄρθρου 15 ἀναφερομένους· οἱ δὲ ληξίαρχοι θέλουσι συντάξει ἐκ τῶν ληξιαρχικῶν βιβλίων, ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς προσκλήσεως, ὀνομαστικοὺς κατὰ δήμους πίνακας, περιέχοντας τὰ ὀνόματα, ἐπώνυμα καὶ τὴν χρονολογίαν τῆς γεννήσεως ἑκάστου τῶν ἀγόντων ἤδη ἡλικίαν 22 μέχρι 30 ἐτῶν, καὶ ἀποστείλει αὐτοὺς εἰς τὸν οἰκεῖον νομάρχην ἢ ἔπαρχον. Ὡσαύτως θέλουσι συντάξει ἐντὸς τῆς αὐτῆς προθεσμίας ὁμοίους πίνακας οἱ ἐν Ἑπτανήσῳ Ἀρχειοφύλακες ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν τοῖς ἀρχειοφυλακείοις ὑπαρχόντων ληξιαρχικῶν βιβλίων, καὶ ἀποστείλει αὐτοὺς εἰς τοὺς οἰκείους νομάρχας ἢ ἐπάρχους. Οἱ ἱερεῖς τῶν ἐκκλησιῶν θέλουσι καταθέσει, ἅμα προσκληθέντες, τὰ ἐν τοῖς ἐδαφίοις 2 καὶ 3 τοῦ ἄρθρου 15 ἀναφερόμενα ἐπίσημα βιβλία ἢ ἰδιαίτερα φυλλάδια, σημειώσεις, ἢ ἄλλα ἔγγραφα εἰς τὸ δημαρχεῖον, ἀφ’ οὗ ὑπογράψωσιν ἑκάστην αὐτῶν σελίδα, συντάξωσι δὲ ἐν τέλει ἑκάστου αὐτῶν κοινὴν μετὰ τοῦ δημάρχου πρᾶξιν, δηλοῦσαν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐγγεγραμμένων ὀνομάτων καθ’ ἡλικίαν, καὶ ὑπογράψωσι μετ’ αὐτῶν τὴν πρᾶξιν ταύτην. Οἱ δὲ νομάρχαι καὶ ἔπαρχοι θέλουσι πέμψει ἐπίσης εἰς τοὺς δήμους τοὺς τυχὸν εἰς τὰ ἀρχεῖα αὐτῶν εὑρισκομένους ἀπογραφικοὺς πίνακας τοῦ ἔτους 1870. Ἄρθρον 19. Ὁ στρατολογικὸς κατάλογος συντάσσεται ἐν ἑκάστῳ δήμῳ εἰς διπλοῦν καὶ ἐν φυλλαδίοις, ἅπερ θέλουσι παρασκευασθῆ καὶ ἀποσταλῆ εἰς τοὺς δημάρχους παρὰ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Θέλει εἶσθαι δὲ εἰς δύο μέρη διῃρημένος, ὧν τὸ πρῶτον θέλει περιλαμβάνει τὰς ἡλικίας ἀπὸ τοῦ 22 μέχρι τοῦ 26, τὸ δὲ δεύτερον ἀπὸ τοῦ 27 μέχρι τοῦ 30. Τὸ ἕτερον τῶν ἀπογράφων, μονογεγραμμένον ἐν ἑκάστῳ φύλλῳ καὶ ὑπογεγραμμένον ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, πέμπεται ἀμέσως εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν δι’ ἀναφορᾶς αὐτῆς, τὸ δὲ ἕτερον δημοσιεύεται δι’ ἀναγνώσεως ἐπ’ ἐκκλησίας καὶ διὰ τοιχοκολλήσεως ἀποσπασμάτων αὐτοῦ εἰς τὰ παρεδρεῖα, ἐκδιδομένου περὶ τούτου προγράμματος ὑπὸ τοῦ δημάρχου. Βʹ.) Ἐνστάσεις καὶ λόγοι ἀποκλεισμοῦ, ἐξαιρέσεως καὶ ἀπαλλαγῆς. Ἄρθρον 20. Ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐν τῇ πρωτευούσῃ καὶ τοῖς παρεδρείοις τῶν δήμων δημοσιεύσεως τοῦ προγράμματος τοῦ δημάρχου, οἱ ἐν τῷ καταλόγῳ ἐγγεγραμμένοι, (ἢ οἱ γονεῖς, ἀνιόντες, ἀδελφοὶ, ἀδελφαὶ, σύζυγοι καὶ ἐπ’ ἀδελφαῖς γαμβροὶ) δύνανται νὰ ἐπιδώσωσιν ἐγγράφως ἐνστάσεις κατὰ τῆς ἐγγραφῆς των εἰς τὸν δήμαρχον ἢ εἰρηνοδίκην, οἵτινες, ληξάσης τῆς προθεσμίας, πέμπουσιν αὐτὰς εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν μετὰ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς καταγραφῆς των. Ἐνστάσεις ὑπὲρ ἀπόντων ἐκ τοῦ δήμου δύνανται προσέτι νὰ ὑποβληθῶσιν ὑπὸ τῶν δημοτικῶν συμβούλων, ἢ ἀστυνόμων, καὶ ὑπὸ τῶν δημαρχικῶν ἢ εἰδικῶν παρέδρων. Ἄρθρον 21. Κατὰ τῆς ἐγγραφῆς, τῆς βασιζομένης εἰς τὰ ἐν τοῖς ἐδαφίοις 1 καὶ 2 τοῦ ἄρθρου 15 ἀναφερόμενα ἔγγραφα, οὐδεμία ἐπιτρέπεται περὶ τῆς ἡλικίας ἔνστασις ἢ ἀνταπόδειξις. Κατὰ δὲ τῆς μεταγραφῆς, ἥτις ἐγένετο ἐκ τῶν ἐν τοῖς ἐδαφ. 3. 4 καὶ 5 τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου μνημονευομένων ἐγγράφων, τότε μόνον ἐπιτρέπεται τοιαύτη ἔνστασις, ὅταν ὑπάρχῃ πρὸς ἀνταπόδειξιν ἐπίσημον ἔγγραφον ἢ ἰδιωτικόν, φέρον βεβαίαν χρονολογίαν (ἄρθρον 413 πολιτικῆς Δικονομίας). Κατὰ πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν ἡ κατὰ τῆς ἡλικίας ἔνστασις, ἐν ἐλλείψει ἐγγράφων ἀναμφισβητήτων ἀποδείξεων, πρέπει νὰ ἀποδεικνύηται δι’ ἐνόρκων καταθέσεων μαρτύρων, οὓς ὁ ἐνιστάμενος ὀφείλει νὰ προσάξῃ ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου. Ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 31 στρατολογικὴ ἐπιτροπὴ ὀφείλει νὰ ἐξετάζῃ τὸ ἀξιόπιστον τῶν ἐξετασθέντων μαρτύρων καὶ τὸν λόγον τῆς γνώσεως αὐτῶν, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν καὶ πᾶσαν ἄλλην τυχὸν προσενεχθησομένην ἀπόδειξιν, καὶ ἀπαιτοῦσα ἐγκαίρως τὴν ἐνώπιον αὐτῆς προσέλευσιν τοῦ ἐγγεγραμμένου, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη. Ἄρθρον 22. Ἀποκλείονται τοῦ δικαιώματος νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῇ ἐκτάκτῳ ἐφεδρείᾳ μόνοι οἱ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως εἰς ἐγκληματικὴν ποινὴν καταδικασθέντες, κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου τούτου, κατὰ πρότασιν τοῦ κ. Παπαζαφειροπούλου, ἀποδεχθεῖσαν παρὰ τοῦ πρωθυπουργοῦ, προσετέθησαν τὰ ἑξῆς «πλὴν ἂν ἐπῆλθε κατὰ νόμον ἀποκατάστασις». Ἄρθρον 23. Ἐξαιροῦνται τῆς ἀπογραφῆς οἱ κατὰ τὸ παρελθὸν κληρωθέντες καὶ τυχόντες ὑποχρεωτικοῦ κλήρου, ἐὰν ὑπηρέτησαν αὐτοπροσώπως ἐν τῷ στρατῷ, οὐχὶ δὲ καὶ οἱ προσενεγκόντες ἀντικαταστάτην. Ἄρθρον 24. Οἱ σωματικῶς ἢ διανοητικῶς ἀνίκανοι πρὸς στράτευσιν δὲν ἐξαιροῦνται τῆς ἀπογραφῆς, ἀλλὰ κληρωθέντες καὶ προσελθόντες εἰς κατάταξιν, ἀπαλλάσσονται μετὰ ἐξέτασιν καὶ δοκιμασίαν ὑπὸ τῆς ἐν τῷ στρατοπέδῳ συσταθησομένης στρατιωτικῆς ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀντικαθιστάμενοι ὑπὸ τῶν ἑπομένων κληρούχων. Ἐὰν ὅμως ἡ ἀνικανότης ᾖναι καταφανὴς, ἀποφαίνεται ἐξαιρετικῶς τὸ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους στρατολογικὸν συμβούλιον τῆς ἐπαρχίας, καὶ ἐὰν ἡ γνώμη αὐτοῦ ὑπάρξῃ ὁμόφωνος, ὁ κληροῦχος ἀπολύεται ὑπ’ αὐτοῦ. Ἄρθρον 25. Οἱ μονογενεῖς ὀρφανοὶ πατρὸς ἀπαλλάσσονται τότε μόνον, ὅταν ἔχωσιν ἀδελφὴν ἀνύπανδρον ἢ μητέρα. Ἄρθρον 26. Ἐπὶ κληρώσεως δύο ἀμφιθαλῶν ἀδελφῶν, ὁ εἷς δύναται νὰ προσέλθῃ κατὰ τὴν πρώτην, ὁ δ’ ἕτερος κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν. Ἄρθρον 27. Οἱ μαθηταὶ τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς, ἔτι δὲ τῶν ἱερατικῶν σχολῶν, καὶ οἱ μοναχοὶ καὶ κληρικοὶ ἐν γένει ἀπαλλάσσονται τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ παρόντος Νόμου. Ἄρθρον 28. Οἱ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου ἔχουσι τὸ ἐκλεκτικὸν δικαίωμα νὰ προσέλθωσιν ἢ κατὰ τὴν πρώτην, ἢ κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν. Ἄρθρον 29. Ὁ ἐγγραφεὶς ἐν τοῖς στρατολογικοῖς καταλόγοις δύο ἢ πλειόνων δήμων ἐκπληροῖ τὴν ὑποχρέωσιν ἣν ἀνέλαβεν ἐν ᾧ δήμῳ ἔχει τὸ δημοτικόν του δικαίωμα.
Γʹ.
Ἄρθρον 30. Ἐπιτροπὴ συγκειμένη ἐκ τοῦ νομάρχου, τοῦ προέδρου τῶν πρωτοδικῶν, τοῦ μοιράρχου τῆς χωροφυλακῆς, τοῦ φρουράρχου, τοῦ νομοϊατροῦ ἢ, μὴ ὑπάρχοντος τοιούτου, ἑνὸς τῶν ἰατρῶν τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ, διοριζομένου ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀναθεωρεῖ τὸν στρατολογικὸν κατάλογον, καὶ ἐκδικάζει τὰς γενομένας κατ’ αὐτοῦ ἐνστάσεις ἐντὸς δεκαπέντε ἡμερῶν, ἀφ’ ἧς παραδοθῶσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα εἰς τὸν νομάρχην. Ἄρθρον 31. Μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς στρατολογικῆς ἐπιτροπῆς, ὁ κατάλογος διορθοῦται κατὰ τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς καὶ καθίσταται ὁριστικὸς καὶ ἀμετάκλητος, ὁ δὲ νομάρχης διατάσσει ἀμέσως τὴν κλήρωσιν, ἥτις ἐνεργεῖται ἐν τῇ πρωτευούσῃ ἑκάστου δήμου ὑπὸ ἐπιτροπῆς συγκειμένης ὑπὸ τοῦ δημάρχου, τοῦ εἰρηνοδίκου καὶ ἑνὸς ἀντιπροσώπου τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς. Ἄρθρον 32. Ἡ κλήρωσις ἔσται διττή· κατὰ πρῶτον θέλουσι κληρωθῆ τὰ ἐν τῷ πρώτῳ τμήματι τοῦ καταλόγου (ἄρθρ. 19) ὀνόματα, ἔπειτα δὲ τὰ ἐν τῷ δευτέρῳ. Τῆς δευτέρας κληρώσεως ὁ αὔξων ἀριθμὸς τῶν κλήρων θέλει εἶσθαι ἐξακολούθησις τοῦ αὔξοντος ἀριθμοῦ τῆς πρώτης κληρώσεως. Ἀνήκουσιν εἰς τὴν κατὰ τὸν παρόντα νόμον ἐφεδρείαν οἱ ἐν τῇ πρώτῃ κληρώσει περιλαμβανόμενοι κληροῦχοι, ἐξ ὧν θέλουσι ληφθῆ κατ’ αὔξοντα ἀριθμὸν κλήρου εἰκοσακισχίλιοι, οἱ δὲ λοιποὶ μετὰ τῶν κληρούχων τῆς δευτέρας κληρώσεως θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ παρόντος νόμου μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ἀσκήσεως τῶν εἰκοσακισχιλίων κληρούχων, ἐὰν διὰ νέου νόμου ἤθελε δοθῆ πρὸς τοῦτο ἡ ἄδεια τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἄρθρον 33. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς κληρώσεως δημοσιεύεται διὰ προγράμματος τοῦ δημάρχου, ἀντίγραφον δὲ τοῦ πρωτοκόλλου αὐτῆς, κεκυρωμένον ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, πέμπεται πρὸς τὸν νομάρχην, ὅστις, κατὰ τὰς ἐκδοθησομένας ὁδηγίας τῶν ὑπουργῶν τῶν Ἐωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν, α) θέλει ὁρίσει τοὺς ἀριθμοὺς τῶν κλήρων, οἵτινες θέλουσιν ἀποτελέσει τὰς δύω μερίδας τῶν ἐφέδρων ἑκάστου δήμου, κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 1, 32 καὶ 34· καὶ β) θέλει λάβει μετὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς τὰ προσήκοντα μέτρα πρὸς συγκέντρωσιν τῶν ἐφέδρων. Ἄρθρον 34. Ἡ διανομὴ κατὰ νομοὺς, ἐπαρχίας καὶ δήμους τῶν ἀναλογούντων ἑκάστῃ τῶν περιφερειῶν τούτων ἐφέδρων θέλει γείνει ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ τῶν στρατευσίμων, οὓς θέλει περιλαμβάνει ἕκαστος τῶν κατὰ τὸν παρόντα νόμον συνταχθησομένων καὶ ὁριστικῶν κατασταθησομένων στρατολογικῶν καταλόγων· θέλει δὲ ἐνεργηθῆ ὑπὸ μὲν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τοὺς νομοὺς, ὑπὸ δὲ τῶν νομαρχῶν εἰς τὰς ἐπαρχίας, καὶ ὑπὸ τῶν ἐπάρχων εἰς τοὺς δήμους. Ἄρθρον 35. Χορηγεῖται τοῖς ἐφέδροις τριακονθήμερος προθεσμία προσελεύσεως ἀπὸ τῆς ἐν ἑκάστῳ παρεδρείῳ τοιχοκολλήσεως τῆς πρὸς τοῦτο προσκλήσεως τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς. Ὁ μὴ προσελθὼν ἐντὸς τῆς εἰρημένης διορίας ἔφεδρος ὑποχρεοῦται νὰ ὑπηρετήσῃ μετὰ τὴν ἑξάμηνον ἄσκησιν ἐπὶ δύω μῆνας ἐν τῷ στρατῷ. Ἐὰν δὲ καθυστερήσῃ ἐπὶ πλέον τῶν τριῶν μηνῶν, ὑποχρεοῦται νὰ ὑπηρετήσῃ ἐν αὐτῷ ἐπὶ ἓν ἔτος. Οἱ ἐκτὸς τοῦ Κράτους ἀποδημοῦντες καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐδημοσιεύθη ὁ στρατολογικὸς κατάλογος ἀπαλλάσσονται τῶν προειρημένων συνεπειῶν, ἐὰν προσέλθωσιν ἐμπροθέσμως κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν. Πρὸς αὐτοὺς ἡ εἰδοποίησις ὅτι ἐκληρώθησαν γίνεται διὰ τοῦ προξένου· χορηγεῖται δὲ αὐτοῖς τρίμηνος προθεσμία προσελεύσεως. Δ) Ποιναί. Ἄρθρον 36. Οἱ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου ἐπιτετραμμένοι τὴν σύνταξιν καὶ ἀνάκρισιν τῶν καταλόγων καὶ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐνστάσεων δημόσιοι καὶ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι, ἀμελοῦντες τὴν ἔγκαιρον ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὑτῶν, ἢ ἀπειθοῦντες, τιμωροῦνται ὑπὸ τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς διὰ προστίμου δραχμῶν 50–200. Μετὰ προηγουμένην πειθαρχικὴν ποινὴν τιμωροῦνται μὲ φυλάκισιν τριῶν μηνῶν μέχρις ἑνὸς ἔτους. Κατὰ τῶν πειθαρχικῶν ἀποφάσεων γίνεται ἔφεσις ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἐνώπιον τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς, ἥτις ἀποφασίζει ὁριστικῶς. Τὰ δὲ πρόστιμα ἀποδίδονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἄρθρον 37. Ἐφημέριοι τῶν ἐκκλησιῶν, ἀρνούμενοι τὴν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου ὀφειλομένην ὑπηρεσίαν ἢ συνδρομὴν, ἢ τὴν παράδοσιν τῶν ληξιαρχικῶν φυλλαδίων, βιβλίων ἢ σημειώσεων, τιμωροῦνται κατὰ τὸ ἄρθρον 164 τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ἄρθρον 38. Οἱ ἐν τῷ ἄρθρῳ 16 ἀναφερόμενοι δημόσιοι καὶ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι, ἐὰν ἐν γνώσει παραλείψωσιν ἐκ τοῦ στρατολογικοῦ καταλόγου τινὰ τῶν ἀγόντων ἡλικίαν 22–30 ἐτῶν, ἢ ἐγγράψωσιν ἐν γνώσει ἐπίσης τινὰ τῶν ὑπερβάντων τὸ 30 ἔτος τῆς ἡλικίας των, τιμωροῦνται δι’ ἑκάστην παράνομον παράλειψιν ἢ ἐγγραφὴν μὲ πρόστιμον 10–50 δραχμῶν. Ἄρθρον 39. Δήμαρχος ἢ ληξίαρχος ἢ ἀρχειοφύλαξ, ἐκδοὺς ψευδὲς πιστοποιητικὸν περὶ τῆς ἀνηλικιότητος ἢ ὑπερηλικιότητος τῶν ἐν τῷ στρατολογικῷ καταλόγῳ ἐγγραφέντων, τιμωρεῖται διὰ τῶν ἐν τοῖς ἄρθροις 255 καὶ 256 τοῦ ποιν. νόμου ὁριζομένων ποινῶν. Μάρτυρες δὲ ψευδῆ βεβαιώσαντες γεγονότα ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου περὶ τῆς ἡλικίας τινὸς καταδιώκονται ἐπὶ ψευδορκίᾳ. Ἄρθρον 40. Δήμαρχοι, μὴ διορθοῦντες ἀκριβῶς, κατὰ τὰς ἐπὶ τῶν ἐνστάσεων ἐκδοθείσας ὑπὸ τῆς ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ ἐπιτροπῆς ἀποφάσεις, τοὺς στρατολογικοὺς καταλόγους, τιμωροῦνται μὲ χρηματικὴν ποινὴν δραχ. 500, ἐφαρμοζομένης καὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου. Τελευταία διάταξις. Τὰ περὶ τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων ἀσκήσεων τῆς ἐφεδρείας περὶ συστάσεως καὶ ὀργανώσεως ἐφεδρείας τοῦ ναυτικοῦ, καὶ περὶ ἐφαρμογῆς τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ παρόντος νόμου εἰς τοὺς μὴ στρατολογηθέντας κληρούχους τῶν ἀπογραφικῶν πινάκων κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 32, θέλουσι κανονισθῆ δι’ ἰδιαιτέρων νόμων. Ἐνταῦθα προσετέθησαν αἱ ἑξῆς δύω παράγραφοι, ὑπὸ τοῦ πρωθυπουργοῦ προταθεῖσαι. Δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου ὅσοι τῶν ἀγόντων τὸ 22 καὶ 23 μέχρι τοῦ 24 ἔτους συμπεπληρωμένου ἤθελον τύχει ὑποχρεωτικοῦ κλήρου, δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, κατὰ τὴν στρατολογίαν τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους. Αἱ περὶ φυγοστρατίας διατάξεις τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ περὶ στρατολογίας ΡΛΓʹ. νόμου τῆς 1 Νοεμβρίου 1851 καὶ τοῦ ἄρθρου 220 τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῆς στρατολογίας τῶν ἐφέδρων.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου μὲ τὴν προσθήκην νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοὶ)· ἡ Βουλὴ παρεδέχθη εἰς γʹ. ἀνάγνωσιν τὸ περὶ ἐκτάκτου ἐφεδρείας νομοσχέδιον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 καὶ ½ μ. μ.