1877.03.15
2.027 στίχοι · 16.730 λέξεις · 130 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 98
Τῆς 15 Μαρτίου 1877.
(Τρίτη)
(Ὥρα 2 μ. μ.)
Προεδρεύων ὁ ἀντιπρόεδρος Τσαμαδός.
Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ὀφείλω νὰ κάμω μίαν ἐξήγησιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ζητήσω μίαν παρ’ αὐτῆς· ἐπείγομαι δὲ πρὸς τοῦτο, διότι κωλυομένου τοῦ κ. προέδρου τῆς Βουλῆς νὰ καθέξῃ τὴν θέσιν τοῦ προεδρείου ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐφ’ οὗ ἐπασχολούμεθα καὶ ἀπουσιάζοντος τοῦ ἑτέρου ἀντιπροέδρου, ὁ ἀντιπρόεδρος κύριος Τσαμαδὸς, λαμβάνων βεβαίως ἀφορμὴν ν’ ἀποσυρθῇ ἐκ τοῦ προεδρείου, θέλει μὲ καλέσει εἰς τὴν ἕδραν· ἕνεκα δὲ τῶν χθὲς διατρεξάντων, σεβόμενος τὴν θέσιν μου καὶ ὡς βουλευτοῦ καὶ ὡς προεδρεύσαντος χθὲς, θέλω διηγηθῆ ὅ,τι συνέβη, διότι εἰς μίαν ἐφημερίδα....
§2ΤΙΝΕΣ. Ἄ! ἄ! ἄ!
§3ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ.
§4ΡΟΥΚΗΣ. Κύριε Καραλίβανε, ὅ,τι γράφει ἡ ἐφημερὶς, καὶ ὅ,τι σᾶς εἶπεν ἕνας ἄνθρωπος εἰς τὸν δρόμον, πρέπει νὰ συζητήσωμεν; (θόρυβος).
§5ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Σέβομαι, κύριοι, τὴν θέσιν μου ὡς βουλευτοῦ, ἀλλὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι τὴν σέβομαι ἔτι μᾶλλον ὅταν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ κάθημαι ἐκεῖ ἐπάνω (δεικνύει τὸ προεδρεῖον) καὶ πολιτευόμενος δὲν ἤκουσά τι, καὶ μοῦ κάμνει τὴν χειρίστην ἐντύπωσιν νὰ ἴδω τι ἐν τῇ ἐφημερίδι χωρὶς λόγον. Δὲν ἤθελον καταδεχθῆ νὰ κάμω λόγον, ἐὰν ἦτο μόνον εἰς τὴν ἐφημερίδα, ἐὰν δὲν ἐλέγετο τοῦτο καὶ ἀπὸ συνάδελφον, καὶ αὐτὸ μὲ πειράζει περισσότερον· ἀλλ’ ἂς μάθῃ ἕκαστος, κύριοι, ὅτι σέβομαι τὴν θέσιν μου καὶ δὲν ἔλλειψα ἀπὸ τὸ καθῆκόν μου ἀπὸ τὰ 1863, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐνθυμηθῆτε ἐὰν ποτὲ παρεξετράπην ἢ ἔδωκα ἀφορμὴν ἢ προσέκρουσα, εἴτε πρὸς τὸ καθῆκόν μου, εἴτε πρὸς τοὺς συναδέλφους μου. Ἔχω, κύριοι, τὸ καθῆκον νὰ ὑπερασπίσω ἐμαυτόν· διατί; διότι ἐγὼ τὴν δημοσιογραφίαν τὴν θεωρῶ μίαν ἀπὸ τὰς μεγάλας δυνάμεις τῶν ἐλευθέρων λαῶν (θόρυβος). Ὅταν θὰ λάβῃ ἀνάγκην ὁ κ. Πρόεδρος, θὰ σκεφθῶ ἐὰν πρέπει νὰ ἀνέλθω εἰς τὴν ἕδραν· θέλω νὰ φυλάξω τὴν τιμήν μου καὶ δὲν θέλω νὰ δυσφημίζεται τὸ ὄνομά μου. Τί συνέβη, κύριοι, χθὲς; εἰς ὀλίγας λέξεις· ἐγένετο ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς.
§6ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε Καραλίβανε, σᾶς κατηγόρησε κανεὶς ἐκ τῶν βουλευτῶν;
§7ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Κύριε Λομβάρδε, βουλευτής τις....
§8Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀφοῦ ἅπαξ ἡ Βουλὴ ὅλη λέγει, ὅτι οὐδὲν συνέβη καὶ ὅτι ὑμεῖς ἐξεπληρώσατε τὸ καθῆκόν σας, εἶναι περιττὸν νὰ εἴπητε τίποτε.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς θὰ ἀναγνωσθῇ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ σμύριδος.
§10ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας ἐμάθομεν, ὅτι αἱ εἰδικαὶ ἀποθῆκαι τοῦ ἅλατος καταργοῦνται· ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἐὰν ἔγινε τὸ τοιοῦτον καὶ διὰ τίνα λόγον.
§11ΛΕΒΙΔΗΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριοι, κατὰ τὸ 1861 ἐξεδόθη νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου καταργοῦνται αἱ εἰδικαὶ ἁλαταποθῆκαι, διατηροῦνται δὲ μόνον αἱ γενικαί. Μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν ἔχω καθῆκον νὰ ἐκτελέσω τὸν νόμον τοῦ 1861· ἄλλως, εἰμπορῆ νὰ κατηγορηθῶ, ὅτι νόμος ἐν τῇ ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐφηρμόσθη. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν ἐσκέφθη τὸ ὑπουργεῖον κατὰ τίνα τρόπον θὰ γίνῃ αὐτὸ, διότι εἶχεν ἄλλας ἀσχολίας, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ᾖναι ἡ κατάργησις τῶν μερικῶν ἁλαταποθηκῶν.
§12ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις, δὲν μᾶς ἀποβλέπει, ἀλλὰ μόνον νὰ ἀποβλέψητε εἰς τοῦτο, ὅτι θὰ φέρῃ δυσχερείας εἰς τὴν κοινωνίαν.
§13ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι καθῆκόν μας.
§14ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ καλῶς, διότι θὰ φέρῃ μεγάλας δυσκολίας εἰς τοὺς κατοίκους.
§15Θ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Τί νὰ κάμῃ τὸν νόμον;
§16ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀφοῦ δὲν ἐφηρμόσθη ἕως τώρα, θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖος.
§17ΠΛΑΠΟΥΤΑΣ. Κύριε πρόεδρε, οἱ κατατεθέντες κατάλογοι τῶν ὑποτρόφων εἰς τὸ προεδρεῖον ἐδόθησαν εἰς τύπωσιν καὶ μέχρι τοῦδε, οὔτε ἐτυπώθησαν, οὔτε διενεμήθησαν· παρακαλῶ νὰ διατάξητε νὰ γίνῃ ἡ τύπωσις καὶ ἡ διανομὴ πρὸ τοῦ Σαββάτου, διότι ἄλλως εἶναι περιττοί.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπόψε θὰ διανεμηθοῦν λέγουν οἱ ὑπάλληλοι, ἢ αὔριον τὸ πρωΐ. — Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατέθηκε σημείωσιν τῶν μαθητῶν τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς.
§19ΠΛΑΠΟΥΤΑΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ αὐτή.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκποιήσεως τῆς σμύριδος· ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§21ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ ἤθελα νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι εἶναι ἀξία νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Τὰ πράγματα ἀπέδειξαν ὅτι ἡ σμύρις, ἡ ὁποία εἶναι τὸ κυριώτερον ὀρυκτὸν τῆς Ἑλλάδος, κατέστη τὸ κυριώτερον ὀρυκτὸν τῆς κερδοσκοπίας· καὶ δὲν εἶναι ἡ τιμὴ καὶ αἱ δυσκολίαι ὡς πρὸς τὴν διάθεσιν μόνον, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ ἄλλα μέσα τὰ ὁποῖα τὸ ἐμπόριον προβλέπει καὶ προπαρασκευάζει. Νομίζω, ὅτι δὲν θέλει ζημιωθῆ τὸ Δημόσιον, ἐὰν δώσωμεν προσοχὴν εἰς μίαν ἄλλην ἰδέαν περὶ διαθέσεως τῆς σμύριδος, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ἀνέπτυξεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ ἰδέα αὕτη ἴσως δύναται νὰ φέρῃ ἀποτελέσματα εὐχάριστα καὶ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὸν τρόπον διὰ τὸν ὁποίου δυνάμεθα ἀσφαλέστερον νὰ διαθέσωμεν τὸ ὀρυκτόν. Ὁ κ. Τρικούπης μᾶς ὑπέδειξεν ὅτι δὲν θὰ ᾖναι κακὸν νὰ πραγματευθῶμεν τὴν ἄμεσον ἐκποίησιν τοῦ εἴδους κατὰ μέρος. Ἡ ἰδέα αὐτή, ἥτις θέλει ἔχει κατ’ ἀρχὰς ἀπείρους δυσκολίας, θέλει ἔχει τὸ καλὸν νὰ φθάσῃ εἰς τὴν Ἀγγλίαν τὸ ὀρυκτὸν εἰς τὴν φυσικήν του κατάστασιν, αἱ δὲ προσφοραὶ θέλουν ὁδηγήσει τὴν Κυβέρνησιν, ποία εἶναι ἡ ἀληθὴς ἀγοραία ἀξία ἐπὶ τῆς ὁποίας δύναται νὰ στηρίξῃ τὰς διαπραγματεύσεις, διότι ἔχω τὴν ἰδέαν καὶ γνωρίζω ὅτι σχεδὸν ποτὲ τὸ ὀρυκτὸν τοῦτο δὲν ὑπῆρξεν εἰς τὴν ἀγορὰν τῆς Ἀγγλίας ἐν τῇ φυσικῇ αὐτοῦ καταστάσει, διότι οἱ κερδοσκόποι μεταχειρίζονται τὴν σμύριδα αὐτήν, ὅπως βελτιώσωσι τὴν σμύριδα τῆς Ἀσίας· κατὰ συνέπειαν δὲν γνωρίζομεν οὔτε τὴν ἀληθῆ ἀξίαν. Μολονότι εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐπειδὴ θὰ παρέλθῃ πολὺς καιρός, νομίζω πῶς θὰ ᾖναι καλὸν νὰ ἀποσταλῇ ἓν μέρος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ διὰ λογαριασμόν μας, διὰ νὰ ἴδωμεν ποία θὰ ᾖναι ἡ κατανάλωσις καὶ ἡ τιμή, ἥτις θὰ προσφερθῇ· τοῦτο δὲ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὁδηγός, διότι μέχρι τοῦδε τί γίνεται εἰς ἡμᾶς εἶναι ἄγνωστον.
§22Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Πρώτην φορὰν ἀφ’ ὅτου εἶμαι βουλευτὴς κάμω χρῆσιν τοῦ δικαιώματος προτάσεως νόμου. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἰς μίαν τῶν τελευταίων συνεδριάσεων εἶπεν ὅτι σκοπὸν ἔχει νὰ καταπαύσῃ τὴν κατασκευὴν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν, διότι, ὡς σᾶς εἶπε, τὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας δὲν ἔχει μέσα, ἡ δὲ ἐξακολούθησις τῆς κατασκευῆς τῶν ὁδῶν, ἐὰν γίνῃ, θὰ γίνῃ διὰ τῶν πόρων τῶν δύο ἑτέρων ταμείων. Ἐν τούτοις ἡ κατάπαυσις αὕτη θέλει γίνει πρόξενος μεγάλων ζημιῶν, διότι οὐχὶ μόνον αἱ ἀρξάμεναι ὁδοὶ δὲν θέλουσιν ἐξακολουθήσει, ἀλλὰ καὶ τὰ μέρη τῶν ὁδῶν, τὰ ὁποῖα ἤδη ἐτελείωσαν, θέλουσι καταστραφῆ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν βουλὴν ἓν μοναδικὸν ἄρθρον τὸ ἑξῆς· «Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δαπανήσῃ ἐκ τῶν πόρων τῶν ταμείων τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας πρὸς κατασκευὴν τῶν ἀρξαμένων ἤδη ἐθνικῶν ὁδῶν». Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ 10 ἢ 12 ὁδοί, αἱ ὁποῖαι ἔχουν διαταχθῆ παρὰ τοῦ προκατόχου ὑπουργείου, νὰ κατασκευασθῶσι, τότε θὰ παρακαλέσω αὐτὴν ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς ἀ. ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὥστε πρὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου νὰ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους.
§23ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§24ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖον καὶ κρούει συμφέροντα πολλὰ καὶ εἶναι ἄξιον μελέτης· ὥστε θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§25ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ τώρα καὶ αὔριον ἂς διανεμηθῇ.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἔλθῃ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν;
§27ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§28ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, νὰ τυπωθῇ.
§29ΛΑΠΑΣ. Πρέπει πρῶτον νὰ ὁρισθῶσι ποῖοι δρόμοι θὰ κατασκευασθῶσι.
§30ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ἀποφασισμένοι ἀπὸ τὸ πρώην ὑπουργεῖον.
§31ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ὡς ἐνόησα δὲν πρόκειται περὶ κατασκευῆς νέων ὁδῶν, πρόκειται περὶ ἐκπληρώσεως ὑποχρεώσεως ἤδη ἀπαιτουμένης, καὶ παρουσιάζεται ἡ δυσκολία αὕτη. Βεβαίως τὸ ζήτημα θὰ συζητηθῇ καὶ θὰ ἀποφασισθῇ ἐνῷ δὲν ἐτυπώθη, ἂς ἀναγνωσθῇ σήμερον διὰ πρώτην φορὰν καὶ αὔριον διὰ δευτέραν καὶ εἰς τὴν τρίτην ἔχομεν καιρὸν νὰ συζητήσωμεν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνωσθῇ;
§33ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§34ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ παρουσιάσῃ σημείωσιν τῶν ὁδῶν καὶ τῶν ποσῶν......
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ἔθιμον τοῦτο τὸ νὰ ψηφίζωμεν νόμους τῶν ὁποίων δὲν ἔχομεν γνῶσιν εἶναι ἐλαττωματικόν, διότι τοιουτοτρόπως καταργεῖται πραγματικῶς ἡ πρώτη ἀνάγνωσις καὶ δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν νόμους, οἱ ὁποῖοι θὰ γίνουν πρὸς βάρος τῆς ὑπηρεσίας. Βεβαίως ἀφοῦ ἀπεδείχθη καὶ ἐκ τῶν ὁμιλιῶν τῶν ὑπουργῶν ἐβεβαιώθη, ὅτι συμβαίνει τις παρανομία ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ ὅτι ὑφίστανται ἐκκρεμεῖς ἐργασίαι, αἱ ὁποῖαι ἴσως θέλουσι παρακωλυθῆ, ἐὰν δὲν ληφθῇ μέτρον, εἶναι ἀνάγκη νὰ σκεφθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου· ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ εἶναι κατάλληλον, διότι ἀποτελεῖ δήμευσιν τῶν ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν χρημάτων. Ἡ μέχρι τοῦδε παρανομία εἶναι πολὺ μικροτέρα τοῦ ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ νόμου θὰ γίνῃ, διότι ἦτον παρανομία, ἡ ὁποία δὲν ἀφῄρει ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας καὶ τοὺς δήμους τὰ ποσά, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐποιεῖτο χρῆσις ἐπιφυλασσομένης τῆς ἀποδόσεως.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν περὶ τῆς παραδοχῆς τῆς ἀρχῆς.
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ζητοῦμεν νὰ τυπωθῇ πρὶν συζητηθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν.
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ προεδρεῖον πρέπει νὰ ᾖναι ὁ φύλαξ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ὄχι νὰ τὸν παραβαίνῃ· κατὰ τὸν Κανονισμὸν πρέπει ἡ πρότασις νὰ τυπωθῇ καὶ διὰ νὰ μὴ τυπωθῇ πρέπει νὰ ᾖναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
§40Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Χθὲς διὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπροτιμήθη, ποῦ ἦτον ἡ προστασία τοῦ Κανονισμοῦ; καὶ μολὸν τοῦτο πάντοτε συμβαίνει αὐτό· ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι πρέπει νὰ τηρῶμεν τὸν Κανονισμόν, νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν θὰ γίνῃ καὶ κανὲν κακόν, ἐὰν γίνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐὰν θέλῃ ν’ ἀναγνωσθῇ. Οἱ παραδεχόμενοι ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Δὲν παρεδέχθη.
§42ΤΙΝΕΣ. Ἀντιθέτως.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν ἀνάγνωσιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Δὲν ἐπείσθην.
§44ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§45ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω δύω λέξεις. Πρέπει νὰ ἀποφεύγωμεν τὰς ὀνομαστικὰς κλήσεις. Ἠξεύρετε περὶ τίνος πρόκειται; δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τις ἐναντίος αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Εἶμαι ἐκ τῆς Εὐρυτανίας· ἢ καλὰ ἢ κακὰ καὶ ψυχρὰ ἡ Κυβέρνησις ἡ προηγουμένη διέταξε νὰ γίνουν αὗται αἱ ὁδοί, συνετάχθησαν συμβόλαια, ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεις, τὰ ἔργα θὰ ἐγκαταλειφθῶσιν, οἱ ἐργολάβοι ἔχουν διαμαρτυρήσεις. Πρὸς Θεοῦ θέλετε νὰ ἐγείρουν δικαστικὰς ἀγωγὰς καὶ νὰ ἀποζημιώσῃ τὸ Δημόσιον; διὰ τί νὰ μὴ συμφωνήσωμεν; Ἔχει δίκαιον ὁ κ. Τρικούπης περὶ τοῦ Κανονισμοῦ, διότι πολλάκις παρεβιάσθη· ἂς θεωρηθῇ ὡς κατεπεῖγον.
§46ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ὑποχρεώσεις ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδωσεν ἐξηγήσεις.
§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν πιστεύω νὰ ἐπιμένῃ κανεὶς δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διστάζω ἐγὼ περὶ τοῦ ἀποτελέσματος.
§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις προχθὲς ἐζήτησε ἀπὸ ἡμᾶς τὴν ἰδίαν ἄδειαν, τὴν ὁποίαν προτείνει, νὰ δώσωμεν πρὸς αὐτὴν, ὁ κ. Ζαΐμης διὰ τοῦ νόμου· ἡ Βουλὴ ἔδωσε τὴν ἄδειαν εἰποῦσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν: σᾶς ἐπιτρέπομεν, νὰ πληρώσῃς ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις. Ἀλλὰ μετὰ συζήτησιν ἐκτεταμένην ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι αὐτὸ δὲν τοῦ ἀρκεῖ. Λοιπὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον παρεχωρήσαμεν, ζητεῖται καὶ ἤδη, καὶ νομίζω, ὅτι καὶ αὔριον ἠμποροῦμεν νὰ ὑποβάλωμεν τὰς παρατηρήσεις μας, καὶ νὰ μὴ χάνωμεν καιρὸν σήμερον.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐρωτήσω δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως περὶ τῆς ἀναβολῆς.
§51ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐγὼ εἶμαι ἴσως ὑπὲρ τοῦ νόμου, ἀλλὰ ὑπὲρ αὐτῆς τῆς προτάσεως εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφίσω, διότι εἶναι ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ.
§52ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν αἱ προτάσεις τυποῦνται καὶ διανέμονται· εἶναι ὅμως δυνατὸν νὰ ἀποφύγουν τὴν διαδικασίαν αὐτὴν, ἐὰν ἡ Βουλὴ τὰς κηρύξῃ κατεπειγούσας· πρέπει λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἐρωτηθῇ, ἐὰν τὴν θεωρῇ κατεπείγουσαν.
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ὅταν ἡ Βουλὴ κηρύξῃ μίαν πρότασιν κατεπείγουσαν, θὰ τυπωθῇ πρῶτον.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς ἀκόμη ἀνεγνώσθη τὸ τῆς σμύριδος χωρὶς νὰ τυπωθῇ. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔγεινεν ἔνστασις, θὰ τυπωθῇ ἡ πρότασις.
§55ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ Βουλὴ δύναται, ὁπότε θέλει, ν’ ἀλλάξῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§56ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅταν πρόκηται περὶ ζητήματος Κανονισμοῦ, καὶ ἂν ὅλη ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ὅτι πρέπει νὰ παραβιασθῇ ὁ Κανονισμὸς, καὶ ὁ πρόεδρος ἐπιμείνῃ, ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ, διότι ὁ Κανονισμὸς εἶναι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος διέπει τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ ἐνδιαφέρομαι μάλιστα καὶ ἀτομικῶς διὰ τὴν ἐπαρχίαν μου, ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ, ἡ ὁποία ἐπικράτησε τοῦ νὰ εἰσάγωνται τὰ νομοσχέδια καὶ νὰ ἀναγινώσκωνται, χωρὶς νὰ τυπωθοῦν, εἶναι ὀλεθριωτάτη, διότι τότε ὁ σκοπὸς τοῦ Συντάγματος τῶν τριῶν συζητήσεων αἴρεται καὶ δὲν εἶναι μόνον παραβίασις τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ ῥητῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Ὅταν λοιπὸν τὸ προεδρεῖον εἴπῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ θέσῃ τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ εἰς ψηφοφορίαν, κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ ἀντίῤῥησιν.
§57Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ παρασκευῶν τῆς νέας Κυβερνήσεως τὸ ἀνεγνώσαμεν ἀμέσως εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§58Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι σαφέστατον. Ἡ τύπωσις εἶναι ὑποχρεωτική.
§59ΣΟΥΤΣΟΣ. Πρόκειται περὶ ἐξαιρετικῆς περιπτώσεως. Οἱ ἀντιτασσόμενοι πρέπει νὰ ἀναλάβουν τὴν εὐθύνην, ἐὰν δὲν προφθάσῃ νὰ συζητηθῇ τρίς. (Θόρυβος).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσε τώρα, θὰ τυπωθῇ.
§61ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἔχομεν ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν, ὥστε νὰ συζητηθῇ αὔριον.
§62ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§63ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι οὐδέποτε πλέον θὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ γίνηται πρώτη ἀνάγνωσις προτάσεως, χωρὶς νὰ τυπωθῇ.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ περὶ σμύριδος. Ἀναγινώσκεται καὶ ψηφίζεται εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκποιήσεως τῆς σμύριδος Νάξου.
§65ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 10 ἑκατομμυρίων ἐκαλύφθη μόνον κατὰ 2,088,000 ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν προσφορῶν τῶν Τραπεζῶν. Λοιπὸν 2,088,000 ὀνομαστικῆς ἀξίας τοῦ δανείου ἐλήφθησαν μέχρι τοῦδε· μένουσιν ἑπομένως διαθέσιμα ὀνομαστικὸν κεφάλαιον φράγκων 7,912,000. Αὐτὴ ἡ ἀποτυχία ἠνάγκασε τοὺς προκατόχους μας νὰ εἰσάξουν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐλαττόνουσι τὴν ὑπὸ τὸ ἄρτιον σμίκρυνσιν τοῦ ποσοῦ κατὰ 2%, δηλαδὴ ἀπὸ 81 τὸ ὑποβιβάζουν εἰς 79. Ἡ Κυβέρνησις διαπραγματεύεται περὶ τοῦ δανείου τούτου, ἀλλὰ δὲν ἔφθασεν ἀκόμη εἰς ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα, ὥστε νὰ δύναται σήμερον νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὑπὸ ποίους ὅρους εὑρίσκει νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ δάνειον τοῦτο. Ἐπειδὴ ὅμως ἠλαττώθησαν σφόδρα αἱ ἡμέραι τῆς παρούσης συνόδου, καὶ ἐὰν παρέλθῃ καὶ ἡ σήμερον, τότε δὲν θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ νόμος εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις, διὰ τοῦτο ἐσκέφθημεν νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀναγνώσῃ σήμερον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ ἐκρεμὲς νομοσχέδιον, καὶ οἱανδήποτε μεταβολὴν ἤθελε νομίσει ἡ Κυβέρνησις νὰ προτείνῃ, νὰ τὴν φέρῃ κατὰ τὴν 2 ἀνάγνωσιν ἢ κατὰ τὴν τρίτην.
§66ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα! Γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον, καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τῶν ὅρων τοῦ δανείου τῶν 10,000,000.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Σ. Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§68Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὅρα παράρτημα Βʹ).
§69Δ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Θέλω ἀπαντήσει, κύριοι, καὶ ἐφ’ ὅλων τῶν ἐντίμων προαγορευσάντων ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἀλλ’ ἀποκλειστικῶς περιοριζόμενος εἰς τὸ καθαρῶς στρατιωτικὸν μέρος. Ἐν πρώτοις ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς ἠθέλησε διὰ τῆς χθὲς ἀγορεύσεώς του νὰ μὲ ἀποδείξῃ ἀντιφάσκοντα πρὸς τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας ἐπρέσβευον περὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χώρας, ἐπεκαλέσθη δὲ κείμενον τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν διὰ τοῦ ὁποίου ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἄλλα τότε ἐφρόνουν καὶ ἄλλο σήμερον ὑποβάλλω διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Εἶπον τότε ῥητῶς, ὅτι, κύριοι, ἵνα ὑπάρξῃ ἐφεδρεία, πρέπει νὰ διανύσῃ ὁ ἔφεδρος διάστημα τι χρόνου εἰς τὸν στρατόν· τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, τὴν ἐλαχίστην διάρκειαν χρόνου δὲν παρουσίαζεν· ἔκαμνεν ἐφέδρους πολίτας, τοὺς ὁποίους ἐτιτλοφόρει ὡς τοιούτους καὶ τοὺς ὁποίους κατὰ διαλείμματα χρόνου ἐξήσκει συνάμα δὲ τοὺς ἐφέδρους αὐτοὺς ὑπήγαγεν εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια· τὴν τιμωρίαν τῶν ἐφέδρων αὐτῶν, κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων των ἐτιμώρει ὁ νομάρχης, ὁ ἔπαρχος, ὁ εἰρηνοδίκης ἢ τὸ πλημμελειοδικεῖον. Ἡ διαφορὰ λοιπὸν εἶναι ἄπειρος μεταξὺ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου καὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως· διότι σήμερον ὁ ἔφεδρος ἔστω καὶ μὲ τὸ ἐλάχιστον διάστημα τοῦ χρόνου τῆς ἐξασκήσεώς του εἶναι στρατιώτης, ὑπάγεται εἰς ὅλας τὰς διατάξεις, καὶ ὀφείλει ὑπακοὴν, ὅπως καὶ ὁ στρατιώτης τοῦ μονίμου στρατοῦ. Ἀλλὰ μὲ κατηγόρησαν συνάμα, ὅτι ἐνῷ τότε ἐζήτουν τριετῆ θητείαν, σήμερον ζητῶ τὴν ἑξάμηνον. Πρῶτον τὴν τριετῆ θητείαν τὴν ἐζήτησα εἰς τὸν νόμον περὶ στρατολογίας καὶ εἰς τὸν νόμον περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χώρας· δεύτερον ἂν σήμερον συνῄνεσα εἰς τὸ νὰ ἀποδεχθῶ τὴν ἰδέαν, τὴν ἀπεδέχθην ὡς μέτρον λίαν ἔκτακτον, ὡς μέτρον, τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὁποίου ἐπιθυμῶ καὶ τὸ ἔθνος ἐπιθυμεῖ καὶ αὐτὴ ἡ Βουλή. Τὴν ἀδυναμίαν αὐτοῦ τοῦ χρόνου ἐζήτησα νὰ ἀναπληρώσω διὰ τοῦ νομοσχεδίου διὰ τῆς διαρκοῦς ἐν στρατοπέδῳ ἐκπαιδεύσεως· καὶ δὲν εἶναι μόνον ἡ προσωπική μου γνώμη, ὅτι ἑξάμηνος διαρκὴς ἐν στρατοπέδῳ ἐκπαίδευσις εἶναι ἐπαρκὴς εἰς τοὺς στρατοὺς τοῦ πεζικοῦ, εἶναι ἡ γνώμη τῶν μᾶλλον διακεκριμένων ἀξιωματικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ἡ διαφορὰ λοιπὸν μεταξὺ τῆς ἰδέας μου ὡς πρὸς τὴν ἐφεδρείαν, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει ὡς ἔκτακτον ἐφεδρείαν, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ῥητὴ διαβεβαίωσις, ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν ἐφεδρείαν ἐκείνην ἥτις θέλει σχηματισθῆ ἐκ τοῦ μονίμου στρατοῦ, ἀλλ’ ἐφεδρείαν ἔκτακτον ὀφείλουσαν νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν ἔλλειψιν παρελθόντων ἐτῶν· ὥστε κατ’ οὐδὲν ἀντιφάσκω πρὸς τὰς ἰδέας, ὃ τὰς ὁποίας ἐπρέσβευσα κατὰ τὸ παρελθόν. Καὶ ταῦτα μὲν εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐντίμου ἐκ Μεσσήνης βουλευτοῦ. Ἀλλ’ ἐπίσης κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς ὑπέδειξεν, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ χρησιμεύσουν διὰ τὴν ἐκγύμνασιν, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Κατὰ τὸ μητρῷον τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὑπάρχουσι λοχαγοὶ τοῦ πεζικοῦ 91· ἐξ αὐτῶν θέλομεν μεταχειρισθῆ διὰ τὸν μόνιμον στρατὸν, ἀφαιροῦντες δύω λόχους, θέλομεν ἔχει ἀνάγκην 56 λοχαγῶν, μᾶς ὑπολείπονται 24, ἔχομεν ἀνάγκην λοιπὸν 16 λοχαγῶν, ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ προβιβάσῃ, ἕνεκα τῆς ἐκτάκτου ἀνάγκης, ἀλλὰ νὰ καλύψῃ τὰς ἀνάγκας της διὰ τοῦ ὑπάρχοντος προσωπικοῦ, καθόσον ἔχομεν πλεονάζοντας ὑπολοχαγοὺς 22, ἐξ ὧν θέλομεν μεταχειρισθῆ 16 διὰ νὰ συμπληρώσωμεν τὰς κενὰς θέσεις, θὰ μᾶς περισσεύσουν δὲ καὶ 6· ἐκ τῶν ἀνθυπολοχαγῶν θέλομεν ἔχει ἔλλειψιν 11 τοιούτων, ἀλλὰ ὑπολογιζομένων καὶ τῆς ἐφεδρείας ὅσον καὶ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ δὲν δυνάμεθα λοιπὸν διὰ μὲν τοὺς λόχους τῆς ἐφεδρείας νὰ ἔχωμεν 4, διὰ δὲ τοῦ μονίμου στρατοῦ μόνους 3 ὅπως ὑπῆρξεν καὶ πέρυσιν· ἄλλως τε ἡ ὑπάρχουσα δύναμις τῶν λόχων εἶναι δυσανάλογος πρὸς 4 ἀξιωματικοὺς, πρέπει νὰ ἔχητε λόχον 250 ἀνδρῶν νὰ λειτουργῇ, ἄλλως εἶναι πολυτέλεια ἄσκοπος. Εἶναι ἀληθὲς συνάμα, ὅτι θέλομεν ἔχει καθυστέρησιν μικρὰν εἰς τὸν κατώτερον βαθμὸν τῶν ὑπαξιωματικῶν ἰδίως τοῦ δεκανέως καὶ τῶν λοχιῶν· ἀλλὰ τὰς θέσεις αὐτὰς θὰ τὰς ἀναπληρώσωμεν διὰ τῶν ὑπεραρίθμων ἐπιλοχιῶν, θὰ ἔχωμεν δὲ, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν, εἴς τινας λόχους μόνον τρεῖς καὶ τέσσαρας· ἄλλως τε μίαν μικρὰν ταύτην ἔλλειψιν ἐλπίζομεν νὰ συμπληρώσωσιν οἱ νέοι, οἵτινες θέλουν προσπαθήσει νὰ κατορθώσωσι καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἐζητήσαμεν νὰ συντομεύσωμεν τὸν χρόνον, ὥστε νὰ δύνανται ἐν διαστήματι ἓξ μηνῶν, ἐὰν πράγματι εἶναι ἄξιοι προαγωγῆς, νὰ λάβωσι δύω προαγωγάς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἐστερήθη καὶ θὰ στερηθῇ, ἀλλ’ αὐτὸ ἐθεωρήσαμεν καθῆκον νὰ τὸ ὑποβάλωμεν διὰ νὰ μὴ ἐπιβάλωμεν νέας δαπάνας. Θέλω ἐπίσης ἀπαντήσει εἰς τὸν ἔντιμον ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴν ὅτι ἡ κατὰ δήμους ἐκγύμνασις ἤθελε κατ’ αὐτὸν εἶναι προτιμοτέρα τῆς ἐν στρατοπέδῳ ἐκγυμνάσεως. Καὶ ἀναγνωρίζω, κύριοι, ὅτι καθόσον ἀφορᾷ τὰς εὐκολίας τῶν συμπολιτῶν μας, τὴν εὐκολίαν ἤθελον τὴν ἐπιζητήσει, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ὅτι τῆς πρώτης της ὑποχρεώσεως εἶναι, ἀφοῦ ἅπαξ πρόκειται νὰ ἐπιβάλῃ βάρη, ὅτι ἡ κατὰ δήμους καὶ κατὰ τόπους ἐξάσκησις εἶναι πραγματικῶς ἀδύνατος καὶ στρατιωτικῶς ἄσκοπος· διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν δὲν ἔχομεν τὸ ἀναγκαῖον προσωπικόν, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ διανείμωμεν πρὸς τοὺς 400 δήμους τοῦ κράτους, ἀφ’ ἑτέρου ἡ ὑπὸ ἑνὸς καὶ μόνου ὑπαξιωματικοῦ ἐκγύμνασις εἶναι λίαν ἀτελὴς, τρίτον διότι πειθαρχίαν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τοιαύτην κατάστασιν πραγμάτων. Ἀναγνωρίζομεν ὅτι τὸ βάρος τῶν πολιτῶν προσερχομένων εἰς τὸ στρατόπεδον εἶναι μέγα, διότι ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὰς οἰκίας των, ἀλλ’ ἐνομίσαμεν ὅτι προκειμένου νὰ σχηματίσωμεν μίαν δύναμιν σχετικῶς ἐπαρκοῦσαν πρὸς ἐκτάκτους περιστάσεις καὶ ἀνταποκρινομένην πρὸς τὴν ἔλλειψιν παρελθόντων ἐτῶν, ἐνομίσαμεν ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τοὺς συμπολίτας μας τὸ τοιοῦτον βάρος, διότι διὰ τοῦ τοιούτου φρονοῦμεν ὅτι ἀνταποκρινόμεθα εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ τόπου καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐν τέλει, κύριοι, ὀφείλω νὰ ὁμιλήσω περὶ ὅσων εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς, πρὸ μικροῦ καταβὰς τοῦ βήματος· καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι δὲν σημειοῦται τὸ ποσὸν τῆς ἐκτάκτου δαπάνης τῶν στρατοπέδων, εἶμαι ὅμως εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ δαπάνη τῆς στρατοπεδεύσεως θὰ ᾖναι ὡς ἔγγιστα 250,000 ἕως 300,000 διὰ τὰς δύω ἐπὶ 6 μῆνας, διότι ἀνελάβαμεν νὰ κατασκευάσωμεν στρατόπεδα μόνιμα διὰ κεράμων, τὰ ὁποῖα ἐν ἀνάγκῃ δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς κατασκήνωσιν ἀνδρῶν καὶ ἐν καιρῷ χειμῶνος. Περὶ δὲ τῆς ἀπορίας τοῦ ἐντίμου ἐκ Καλαβρύτων συναδέλφου, ὅτι ἐνῷ ὑπελογίσαμεν τὴν πρώτην στρατοπεύδευσιν διὰ 10,000 ἄνδρας, πῶς ἔχομεν ἐγγεγραμμένους χιτῶνας 7,326; Ἐὰν ἐνέκυπτε περισσότερον εἰς τὴν μελέτην τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἤθελεν ἰδεῖ ὅτι ἐλανθάσθη, διότι ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς ἀναφέρεται εἰς τὴν νέαν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, διότι τὸ στρατόπεδον, ὅπως ἡ Κυβέρνησις θέλει τὸ σχηματίσει, θὰ ᾖναι καὶ λόχοι, οἵτινες θὰ ᾖναι περιπλέον, ἤτοι ἕκαστον τάγμα θὰ ἔχῃ πλέον τῶν 1,000 ἀνδρῶν, καὶ θὰ ᾖναι 11,304. Συνεπῶς πρὸς ὅλα ταῦτα, κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ καταλληλότερον σχέδιον δυνάμενον νὰ ἐπαρκέσῃ καὶ εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν καὶ εἰς τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας, διότι αὐτὸ ἐσυζητήθη καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ὑπὸ ἀνθρώπων εἰδικῶν, οἵτινες κατέγιναν νὰ εὕρωσιν ἐὰν ᾖναί τι τελειότερον ἢ νὰ τροποποιηθῇ τὸ ὑπάρχον, ἵνα ἐκγυμνασθῶσιν ἄνδρες δυνάμενοι νὰ συντελέσωσιν ἐν ὥρᾳ ἐκτάκτῳ πρὸς συμπλήρωσιν καὶ αὔξησιν τοῦ κενοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ συνάμα νὰ ἐκγυμνασθῇ ὅσον οἷόν τε περισσότερος ἀριθμὸς ἀνδρῶν. Αὗται εἶναι αἱ συνέπειαι, κύριοι, καὶ οἱ λόγοι, οἵτινες ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ τόπου νὰ παρουσιάσῃ ἔκτακτον δύναμιν ἐν ἐκτάκτῳ περιστάσει· πιστεύομεν δὲ εἰλικρινῶς ὅτι ἐὰν τὸ σχέδιον τοῦτο ἐπιψηφισθῇ, μεθ’ ὅλας τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας ἡ ἐφαρμογὴ θέλει ἀπαντήσει, μετὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν τὸ μὲν πεζικὸν δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ἐτριπλασιάσθη, τὰ δὲ τεχνικὰ ὅτι ἐδιπλασίασαν τὴν δύναμίν των. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἵτινες μᾶς ἐπέβαλον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλωμεν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλήμων.
§71ΦΙΛΗΜΩΝ. Οὐ μόνον διότι δὲν ὑπῆρξα πρωθυπουργὸς, καὶ γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ἀπό τινος χρόνου αἱ πολιτικαὶ συζητήσεις ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου μετετράπησαν εἰς μονομαχίαν τῶν κατὰ καιροὺς πρωθυπουργησάντων· οὐ μόνον διότι δὲν ἔχω τὴν εὐτυχίαν, ἀλλ’ εὐτυχίαν δυστυχῶς συνδεομένην μὲ πολλὰς ἀποθαῤῥύνσεις καὶ βασάνους, καὶ πικρίας, ὅπως δύναμαι νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὁσάκις προκληθεὶς ἀπέτεινα τὸν λόγον πρὸς ὑμᾶς, πρὸς τοῦτο ἐντολὴν εἶχον ἐξ ὡρισμένου ἀριθμοῦ συναδέλφων μου· ἀλλὰ καὶ διότι οὔτε θέλω πόῤῥωθεν κἂν νὰ ὑπεννοηθῇ, ὅτι διὰ τῆς παρατάσεως τῆς συζητήσεως σκοπῶ νὰ ματαιώσω τὸν ὀλίγον ἀπομένοντα ἐνεργὸν χρόνον τῆς μεθαύριον ληγούσης συνόδου, δὲν ἐσκέφθην νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐκτάκτου ἐφεδρείας τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, τοῦ ἐσχάτως ὑποβληθέντος. Ἀλλ’ ὁ τελευταῖος λόγος τοῦ Κ. Πρωθυπουργοῦ, ἰδίως αἱ τελευταῖαι φράσεις τοῦ ὡραίου λόγου αὐτοῦ τοῦ τελευταίου Σαββάτου, μὲ ὑποχρεοῦσι νὰ ὁμιλήσω. «Τὸ Κοινοβούλιον», εἶπεν ὁ Κ. Δεληγεώργης, «θὰ κατασταθῇ λίαν βλαβερὸν, εἰς αὐτὴν τὴν ἰδίαν ὑπόθεσιν τῶν παρασκευῶν, ἣν θέλει νὰ περιποιηθῇ, ἐὰν μὴ φροντίσῃ τὸ ταχύτερον νὰ συντρέξῃ εἰς τὸ νὰ εὑρεθῇ Κυβέρνησις, ἥτις ἔχουσα ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ, νὰ δύνηται νὰ ἐπενεργήσῃ εἰς τὸν τόπον, διὰ τῆς θαυμασίας δυνάμεως τοῦ ἐνθουσιασμοῦ.» Τοῦ ζητήματος, οὕτως τιθεμένου, ὤφειλον, ὡς πολιτευόμενος, προκαλούμενος παρὰ τοῦ προϊσταμένου τοῦ συμβουλίου τῶν ὑπουργῶν, νὰ ἐκφράσω καὶ ἐγὼ ἣν ἔχω ἰδέαν περὶ ἰσχυρᾶς Κυβερνήσεως, ἣν πολὺ εὐλόγως ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς ηὐχήθη διὰ τὸν τόπον. Δὲν γνωρίζω δὲ καὶ τί ἐπιφυλάσσεται εἰς τὴν ἐνεστῶσαν Βουλὴν, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων μου, μίαν ἡμέραν, χωρὶς νὰ δύναμαι νὰ τοῖς εἴπω, ἣν ἔδωκα ἀπάντησιν εἰς τὴν σπουδαίαν καὶ καταστατικὴν ἐρώτησιν περὶ ἰσχυρᾶς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἤθελον παρίδει. Ἤθελον ἀναβάλει εἰς τὴν λίαν προσεχῆ σύνοδον τῆς Βουλῆς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἰδεῶν μου, ἐὰν ὁ σεβαστὸς καὶ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁμιλῶν χθὲς μὴ μετήρχετο ἐμπαικτικὴν κἄπως φράσιν πρὸς τὴν ἰδέαν, ἣν ἄλλοτε μετὰ τοῦ φίλου καὶ συναδέλφου μου Κ. Κανάρη ὑπεβάλομεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, περὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἣν καταλληλοτέραν καὶ σπουδαιοτέραν θεωρῶ σήμερον, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα παρ’ ἡμῖν. Βεβαίως, κύριοι, ἴσως ἠθέλομεν ἀκούσει καὶ περὶ τῆς ἰδέας αὐτῆς ὅ,τι ἠκούσαμεν καὶ περὶ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης, ὅτι εἶναι γελοία καὶ οἰκτρὰ, ἐὰν ἡ ἰδέα αὐτὴ δὲν ηὐτύχει νὰ ὑποστηριχθῇ καὶ παρὰ τοῦ προσφιλοῦς ἐξαδέλφου τοῦ Κ. Προέδρου, εἰς οὗ τὴν εἰλικρίνειαν πιστεύει οὗτος, καὶ ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁσάκις ὑποστηρίζει ἰδέαν τινὰ, δὲν τὴν ὑποστηρίζει χάριν παιδιᾶς, ἀλλὰ διότι πιστεύει εἰς τὴν ἀποτελεσματικότητα αὐτῆς. Ἔρχομαι λοιπὸν ν’ ἀναπτύξω τὴν ἰδέαν, ἣν καὶ ἄλλοτε ὑπέβαλον ἐνώπιον ὑμῶν, νὰ ἀπαντήσω δὲ καὶ εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον οὐχὶ ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς ἔθηκεν, ἀλλ’ αἱ τελευταῖαι αὐτοῦ λέξεις προὐκάλεσαν. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ χαρίσῃ τὴν προσοχήν της· θέλω δὲ καὶ ἐγὼ προσπαθήσει νὰ μὴ τὴν κουράσω, οὔτε νὰ δώσω ἀφορμὴν εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ γράψῃ εἰς τὴν ἐφημερίδα του τὴν ἐπαύριον, ὅτι ἐκούρασα τὴν Βουλὴν, ὅπως καὶ ἄλλοι, οἵτινες δὲν τυγχάνει νὰ συμφωνῶσι πρὸς τὴν γνώμην αὐτοῦ. Ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν τὴν τελευταίαν Παρασκευὴν, καὶ ὑποστηρίζων τὸ Νομοσχέδιον περὶ ἐφεδρείας, κατὰ τὸ τέλος τοῦ λόγου αὐτοῦ ἀνέφερε περὶ ἀδιαφορίας, ἥτις παρατηρεῖται ἐν τῷ ἔθνει, καθόσον ἀφορᾷ τὰς παρασκευὰς, ἐξήτασε δὲ καὶ τὰς αἰτίας, αἵτινες προεκάλεσαν τὸ φαινόμενον τοῦτο. Κατὰ τὸν Κ. Πρωθυπουργὸν, αἱ αἰτίαι τοῦ φαινομένου εἰσὶ δύω· τὸ ἔθνος δείκνυται ἀδιαφοροῦν, διότι δὲν εἶδε σπουδαίας ἐνεργείας γενομένας περὶ τῶν παρασκευῶν, καὶ δεύτερον διότι δὲν εἶδε ἐλαφρούμενον τὸ φορολογικὸν φορτίον του πρὸς ὑπηρεσίαν τῶν παρασκευῶν. «Τὸ φαινόμενον τῆς ἀδιαφορίας εἶναι ἀληθὲς», εἶπεν ὁ Κ. Δεληγεώργης, «ἀλλ’ εἶναι φαινόμενον μόνον, προερχόμενον ἀπὸ τὰς δύω προειρημένας αἰτίας· διότι δὲν εἶδε τίποτε σοβαρὸν καὶ πρακτικὸν καὶ ἀληθὲς πρὸς τὰς παρασκευὰς, καὶ διότι δὲν εἶδε τοὺς ἔχοντας τὸ καθῆκον τοῦτο νὰ ἐνασχοληθῶσιν, ὅπως καταστήσωσι τὸ φορολογικὸν φορτίον τοῦ ἔθνους, τὸ πρὸς τὸν εἰρημένον σκοπὸν ἀναγκαιοῦν, ὅσον τὸ δυνατὸν ἐλαφρότερον διὰ τῆς περιστολῆς τῆς διοικητικῆς πολυτελείας». Οἱ λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ, καθόσον ἀφορᾷ τὸ φαινόμενον, εἶναι ἀκριβεῖς. Ἀληθῶς τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα δὲν δύναται νὰ ἀξιώσῃ τις, ὅτι φέρουσι τὸν χαρακτῆρα ἐθνικῆς ἐκφράσεως. Ὅσαι ἐγένοντο ἐκφράσεις ὑπῆρξαν ἀτομικαὶ ἁπλῶς ἐκφράσεις, συνήθως δὲ τὰ ἀποτελέσματα δὲν ἦσαν ἀντάξια τῶν πρὸς ἐπίτευξιν αὐτῶν καταβληθεισῶν προσπαθειῶν. Βεβαίως δὲν δύναται παρ’ ἡμῖν ἡ ἔκφρασις ὑπὲρ τῶν προπαρασκευῶν καὶ ὑπὲρ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς πολιτικῆς τῆς προετοιμασίας, νὰ παραβληθῇ πρὸς τὴν ἔκφρασιν παρελθουσῶν ἐποχῶν τῆς Ἑλλάδος, οὔτε πρὸς τὴν ἔκφρασιν τὴν κατὰ τὰ 1798 ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ. Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, ἀφοῦ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐπέβαλε φοβεροὺς φόρους, ἐπὶ τέλους ἐζήτησε καὶ τὴν ἀτομικὴν ἑκουσίαν εἰσφορὰν. Τοιαύτη δὲ ὑπῆρξεν ἡ ὁρμὴ τῶν πολιτῶν πρὸς εἰσφορὰν, ὥστε ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ παρέμβῃ διὰ τῆς Ἀστυνομίας, ὅπως προλάβῃ τὰ ἐκ τῆς συῤῥοῆς τῶν εἰσφερόντων δυστυχήματα. Ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν συνηθροίσθησαν 3,300,000 λιρῶν. Ὁ πατὴρ τοῦ Peel εἰσήνεγκε 10,000 λίρας μόνος του, ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ συνεταίρου του, κατόπιν συναινέσαντος. Δὲν δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἔκφρασις, φέρουσα τὸν ἐθνικὸν χαρακτῆρα. Ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐξήγησιν τοῦ φαινομένου. Πιθανὸν καὶ οἱ λόγοι, οὓς ἀνέφερε, νὰ ἐπήνεγκον καὶ οὗτοι τὸ φαινόμενον, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι οἱ μόνοι καὶ ἀληθεῖς λόγοι αὐτοῦ. Εἰς ἄλλους, γενικωτέρους καὶ πρακτικωτέρους λόγους, ὀφείλομεν ν’ ἀναζητήσωμεν τὴν ἐξήγησιν τοῦ φαινομένου. Ἡ γενεὰ ἡμῶν ὑπεβλήθη εἰς ἀνατροφὴν πρακτικωτέραν καὶ πραγματικωτέραν· πολλαὶ ἀποτυχίαι, ἃς εἶδε, τὴν ἔπεισαν, ὅτι αἱ πεποιθήσεις αἵτινες ἴσως κατὰ τὸ παρελθὸν ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν στήριγμα εἰς τὴν πίστιν αὐτῆς, δὲν ἔχουσι τὴν στερεὰν βάσιν, ἣν ἄλλοτε εἶχον. Σήμερον, ἡ γενεὰ ἡμῶν γινώσκει καλλίτερον καὶ ἀκριβέστερον τὰς ὑλικὰς δυνάμεις τῶν ἀντιπάλων, ὑπολογίζει τοὺς κινδύνους, εἰς οὓς πρόκειται νὰ ἐκτεθῇ, ἐξεύρει ὅτι οὐδεμιᾶς μεγάλης Δυνάμεως, καὶ μάλιστα ναυτικῆς, κεκτήμεθα τὴν ἄμεσον καὶ ἐνεργὸν συμμαχίαν, ἢ ὅτι τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου ἔχομεν ἀνεπιφύλακτον τὴν συμπάθειαν καὶ τὴν ἠθικὴν προστασίαν, ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ ἔργου ἡμῶν. Ἕνεκα τούτου εἰς τὴν ἔκφρασιν τοῦ ἐνθουσιασμοῦ τῆς ἡ γενεὰ ἡμῶν ὑπάρχει ὀλίγον περιωρισμένη καὶ ἐπιφυλακτική. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον δὲν σημαίνει, ὅτι καὶ ὁ ἐνθουσιασμὸς ἐξέλιπε. Ὡς πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ Κ. Δεληγεώργης, ὁ ἐνθουσιασμὸς αὐτὸς ὑπνώττει, δὲν ἀμφιβάλλω δὲ ὅτι ὁ ἐνθουσιασμὸς ἡμῶν θέλει ἐκραγῆ βροντώδης, καθὼς ἄλλοτε. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς καὶ μίαν ἄλλην αἰτίαν, ἥτις ἔφερε τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπως ὁ ἐνθουσιασμὸς αὐτὸς μὴ προβῇ εἰς ἐκφράσεις τοσοῦτον σαφεῖς καὶ γενναίας, ὅπως πιστευθῇ, ὅτι ἡ ἀδιαφορία ἐν τῇ ἐθνικῇ συνειδήσει ὁριστικῶς τὸν ἀντικατέστησε. Ἡ αἰτία αὕτη εἶναι, ὅτι ἐν τῷ κέντρῳ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ κέντρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶναι ἡ ἐλευθέρα Ἑλλάς, ἀπό τινος χρόνου δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ συγκροτηθῇ ἰσχυρὰ Κυβέρνησις, ἵνα δυνηθῇ νὰ δώσῃ ὤθησιν εἰς τὸν ἐθνικὸν ἐνθουσιασμόν. Ἀπαιτεῖται δὲ ὁ ἐνθουσιασμὸς πρὸς ἐκτέλεσιν μεγάλων ἔργων καὶ θυσιῶν, ἰδίως ἐν Πολιτείαις ἐλευθέραις, οἵα ἡ ἡμετέρα, ἀφοῦ καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς ἀπολύτοις μοναρχίαις αὐτὸς πάλιν ἀπαιτεῖται. Καὶ ὁ Αὐτοκράτωρ τῆς Ῥωσσίας καὶ ὁ Σουλτάνος δύνανται διὰ διαταγμάτων νὰ ἐπιβάλλωσι φόρους καὶ νὰ καλέσωσιν εἰς τὰ ὅπλα χιλιάδας ἀνδρῶν· ἀλλ’ ὅμως καὶ αὐτοὶ, μεθ’ ὅλην τὴν ἄκραν δεσποτικὴν ἐξουσίαν των, φροντίζουσι νὰ ἐξάπτωσι τὸ φρόνημα τὸ πατριωτικὸν, τὸν θρησκευτικὸν φανατισμὸν, τὰς πολιτικὰς ἰδέας. Τὸ ζήτημα οὕτω, ὅπερ ἔθηκεν ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι ἀκριβῶς ζήτημα, καταστατικὸν καὶ θεμελιῶδες, εἶναι τὸ ζήτημα, ὅπερ πρὸ παντὸς ὀφείλομεν νὰ λύσωμεν. Ἀλλὰ τίνος ἕνεκεν αἱ Κυβερνήσεις, αἵτινες ἀπό τινος συγκροτοῦνται παρ’ ἡμῖν, δὲν ἀπολαύουσι, καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν παρασκευῶν πρὸς τὸν ἐθνικὸν σκοπὸν, τίνος ἕνεκα δὲν ἀπολαύουσι τῆς τυφλῆς ἐμπιστοσύνης καὶ ἀφοσιώσεως τοῦ Τόπου, ἥτις εἶναι ἀπαραίτητος ἐν καιροῖς θυσιῶν; Αἰτία τούτου εἶναι, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ἡμῶν συγκροτοῦνται μονομερῶς, καὶ ὡς ἐκ τῶν συγκροτούντων αὐτὰς προσώπων, καὶ ἰδίως τῶν προϊσταμένων των, δὲν παρέχουσι πλήρη τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Τόπον, ὅτι πράγματι ἀφοσιοῦνται εἰς τὰς παρασκευὰς καὶ εἰς τὴν ἰδέαν τῆς παρασκευῆς τοῦ ἔθνους διὰ τὸν μέγαν σκοπόν. Τοιαύτη εἶναι ἡ πεποίθησις ἡ ἐπικρατοῦσα. Αὕτη δὲ στηρίζεται ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ ἀνατρέξω ὀλίγον εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ λίαν συντόμως, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι ἂν τὴν ἰδέαν αὐτὴν ἔχῃ ὁ Τύπος, δὲν πρέπει νὰ τὸν ἀδικήσωμεν· ἤντλησε καὶ ἐμόρφωσεν αὐτὴν ἐκ τῶν πραγμάτων. Πέντε πρωθυπουργοὶ, ἀντιπροσωπεύοντες πολιτικὰ κόμματα καὶ πολιτικὰς ἰδέας, ἀνεδείχθησαν ἀπὸ τοῦ 1862 μέχρι σήμερον. Ἐρωτῶ, τίς ἐκ τῶν πολιτικῶν τούτων δύναται ν’ ἀξιώσῃ, ὅτι ἐπὶ τῆς σημαίας αὐτοῦ ἀνέγραψεν ἀποκλειστικῶς, ὡς ἀρχὴν καὶ τέλος τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τοῦ Τόπου ὑπὲρ τοῦ μέλλοντος αὐτοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ; Οὐδείς. Οὐδεμίαν ἐξαίρεσιν φέρω· ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ πρεσβυτέρου τῶν πρωθυπουργῶν καὶ καταλήγω εἰς τὸν νεώτερον ἐξετάζων τὴν πορείαν των. Ὁ Κ. Βούλγαρης δὲν δύναται νὰ ἀξιώσῃ ὅτι ὁσάκις ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ἀνέγραψεν ἐπὶ τῆς σημαίας του τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τοῦ Τόπου ὑπὲρ τοῦ μέλλοντος αὐτοῦ, ἐννοῶ ἀποκλειστικῶς. Καὶ οὗτος βεβαίως ἑτέρωθεν ὑπηρέτησε τὸν Τόπον καὶ τὴν ἰδέαν αὐτοῦ, ἀλλὰ βεβαίως ἡ στρατιωτικὴ σύνταξις τῆς Ἑλλάδος δὲν ὑπῆρξεν ἡ πολιτικὴ σημαία του. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ οὗτος δὲν δύναται νὰ ἀξιώσῃ ἐπίσης, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ σύνταξις τοῦ τόπου ὑπῆρξε τὸ κέντρον τῆς πολιτικῆς ἐνεργείας του, μολονότι κατὰ τὸ 1867 ἐπὶ τῆς ὑπουργείας του ἐγένοντο προσπάθειαί τινες πρὸς ταύτην λίαν ἐπαινεταί. Τὰ δύω ἢ τρία πολεμικὰ πλοῖα, ἅτινα ἔχομεν, ὀφείλομεν εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην· τότε δὲ συνεστήθησαν τὰ τέσσαρα τάγματα τῆς ὁροφυλακῆς, καὶ προσετέθη εἷς λόχος εἰς τὸ πυροβολικόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος κατὰ τὸ 1871 ἐλθὼν εἰς τὴν Ἐξουσίαν δὲν ἀπεδείχθη, ὅτι ἐνέμεινε ὁριστικῶς καὶ ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ πρόγραμμα τῶν παρασκευῶν. Μεταβαίνω εἰς τὸν κ. Ζαΐμην. Ὁ Κ. Ζαΐμης ἐπὶ μακρὸν κατὰ τὸ 1869 διηύθυνε τὰ κοινά· ἀλλ’ οὔτε ἐν τῷ προγράμματί του πρὸς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτε ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν, οὔτε ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ, ὅτε ἤνοιξε τὴν Βουλὴν, οὔτε καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς Βουλῆς παρουσίασε κανὲν μέτρον, ἀφορῶν εἰς τὰς στρατιωτικὰς παρασκευάς. Ἔρχομαι εἰς τὸν κ. Δεληγεώργην. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἐπὶ μακρὸν ἐπίσης διηύθυνε τὰ κοινὰ πράγματα, καὶ εἴδομεν πληθὺν νομοσχεδίων, ὧν τὴν ἀξίαν δὲν ἀμφισβητῶ, ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλὴν, καθ’ ὅλην τὴν μακρὰν διάρκειαν τῆς ἐν τῷ ὑπουργείῳ διαμονῆς του· ἀλλ’ οὐδὲν εἴδομεν σχέδιον περὶ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τοῦ τόπου. Ἀληθῶς σᾶς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος, προχθὲς, ὅτι, ἀπερχόμενος τῆς Ἐξουσίας, κατέλιπεν ἐν τῷ ὑπουργείῳ σχέδιόν τι στρατολογικόν· ἀλλὰ φαίνεται ὅτι τὸ σχέδιον αὐτὸ δὲν εἶχε μελετηθῆ καθ’ ὁλοκληρίαν, ἢ δὲν εἶχε γείνει παραδεκτὸν παρ’ αὐτῷ· διότι, ἐὰν τοῦτο ὑπῆρχεν, ἤθελε σπεύσει νὰ τὸ εἰσάξῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἄλλως τε ὁ κ. Δεληγεώργης εὑρέθη εἰς λίαν δύσκολον θέσιν· ἠθέλησεν, ὡς πρὸς τὴν Ἀνατολὴν, νὰ μετέλθῃ πολιτικὴν διάφορον, πολιτικὴν εἰρηνικὴν, ἥτις ὅλως διόλου ἀπέκρουε τὰς ἐπιδεικτικὰς, δύναμαι νὰ εἴπω, καὶ τὰ βιαίας ἐργασίας πρὸς τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τοῦ τόπου. Ἔκρινεν ὅτι ἦν ἀνάγκη νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐμπνέεται ὑπὸ εἰρηνικῶν φρονημάτων· δὲν θὰ κατωρθοῦτο, ἐὰν συγχρόνως ἐδίωκεν ἡ Κυβέρνησις αὐτοῦ τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τοῦ ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἔρχομαι εἰς τὸν Κ. Τρικούπην, τὸν τελευταῖον πρωθυπουργεύσαντα. Ὁ κ. Τρικούπης διὰ τῆς προκηρύξεώς του καὶ οὗτος πρὸς τὸν ἑλληνικὸν Λαὸν, ὅτε ἀνέλαβε κατὰ τὴν 27 Ἀπριλίου τὴν Ἐξουσίαν, οὐδὲν εἶπε περὶ τῆς παρασκευῆς τοῦ τόπου. Ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ ἀληθῶς ὑπάρχει μία παράγραφος, ἐν ᾗ γίνεται μνεία περὶ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου καὶ περὶ στρατιωτικῆς παρασκευῆς· ἀλλὰ τοιαῦται ὑποσχέσεις ἐδόθησαν καὶ ἀπὸ ἄλλων ὑπουργείων διὰ τῶν βασιλικῶν λόγων. Ὅτε δὲ ἀπεχώρησε τῆς Ἐξουσίας, ἔκρινε δέον ν’ ἀποδείξῃ, ὅτε ἡ διαμονή του ἐν τῷ ὑπουργείῳ δὲν ὑπῆρξεν ἀλυσιτελὴς οὔτε ἐπὶ ματαίῳ παρῆλθε, ὑπέβαλε δὲ σειρὰν νομοσχεδίων λίαν ὠφελίμων. Ἐν τῇ σειρᾷ ταύτῃ, οὐδὲν εὗρον νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικῆς παρασκευῆς τοῦ τόπου. Τοῦτο δὲ δὲν σημαίνει, ὅτι καὶ οὐδόλως δὲν ἐφρόντισεν, ἀλλ’ ἐντὸς τοῦ διαστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἔμεινεν ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ, δὲν εὗρεν ἴσως τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, πρὸς τελειοτέραν ἐργασίαν.
§72ΔΟΥΜΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑπέβαλε νομοσχέδια.
§73ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο εἶπον καὶ ἐγώ.
§74ΔΟΥΜΑΣ. Ὑπῆρχεν ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία παρεσκεύασε τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Τρικούπη τὸ ὑπέβαλεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὡς ἐδικόν του.
§75ΦΙΛΗΜΩΝ. Κ. Βουλευτὰ, θὰ ἰδῆτε, ὅτι δὲν ἀναφέρω ταῦτα πρὸς σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἴσως ὑπονοεῖτε· θὰ ἰδῆτε δὲ, ὅτι ἔχω καὶ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ τοῦ κ. Τρικούπη ὑπὲρ ἐμοῦ, εἰς ὅσα λέγω περὶ τῆς πολιτείας τῶν πολιτευομένων. Ἀλλ’ ὁμιλῶν περὶ τοῦ Κ. Τρικούπη δὲν δύναμαι νὰ παραλείψω τὸν Κ. Λομβάρδον. Ὁ Κ. Λομβάρδος, πρὸ μακρῶν ἐτῶν ἀπέσπασε τὸν θαυμασμὸν ἡμῶν πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος διὰ τὴν εὐγλωττίαν του καὶ τὴν ζωηρότητά του. Ἀλλὰ τὸν ἐρωτῶ, πότε κατέστησε θέμα ὁριστικὸν καὶ πραγματικὸν εἴτε τῆς ὁμιλίας του εἴτε τῆς πολιτείας του, ἐν τῇ Βουλῇ, τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τοῦ τόπου; Οὐδέποτε. Καὶ ὅτε κατὰ τὸ 1870 ἀνέβη πανηγυρικῶς ἐπὶ τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου, ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς συναδέλφους του, καὶ εὐχαριστῶν αὐτοὺς, οὐδένα εἶπε λόγον περὶ στρατιωτικῆς συντάξεως τοῦ τόπου, ἐπέστησε δὲ τὴν προσοχὴν αὐτοῦ καθαρῶς εἰς τὸ ἐσωτερικὸν ζήτημα. Ὁ δὲ Κ. Λομβάρδος, ἐν τῇ εἰλικρινείᾳ αὐτοῦ, ὡμολόγησε τὴν ἀλήθειαν ταύτην κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Κατὰ τὴν 10 Σεπτεμβρίου, ἂν μὴ ἀπατῶμαι, γενομένης συναθροίσεως ἐν Ζακύνθῳ, εἶπε πρὸς τὸ πλῆθος ταῦτα· «Αἱ πύλαι τῆς διπλωματίας δὲν ἀνοίγονται, ἀλλὰ διαῤῥήγνυνται. Δὲν πταίουσι λοιπὸν αἱ Δυνάμεις, ἀλλ’ ἡμεῖς οἱ πολιτευόμενοι τῆς Ἑλλάδος πταίομεν, καὶ πρῶτος ἔνοχος εἰμὶ ἐγώ, ἂν ζητοῦντες ἤδη ἐλεημοσύνην, δὲν εἰσακουόμεθα. Τοῦτο δὲ ἐπάθομεν, διότι μετὰ τὸ ῥάπισμα τοῦ Χόβαρτ, ἐγκατελίπομεν τὰς ὑποχρεώσεις μας, ὡς Ἔθνους ἵνα ἀκολουθήσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας, ὡς Κράτους. Ἔκτοτε ἀπησχολήθημεν εἰς τὰ ἐσωτερικὰ ἡμῶν πράγματα, παρεδόθημεν εἰς τὰς φατριαστικάς μας ἔριδας, κατεδαπανήθημεν εἰς κομματικοὺς διαπληκτισμούς. Ἄν τις τότε ἤθελεν ὑψώσει τὴν φωνήν του, ἵνα ὑπομνήσῃ τὰς ὑποχρεώσεις μας ὡς Ἔθνους, ἐχλευάζετο ὡς δημοκόπος, φέρων πάντοτε εἰς τὸ στόμα τὴν Μεγάλην ἰδέαν, πρὸς δῆθεν δημοκοπίαν.»
§76ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ πολλάκις μὲ ἐχλευάσατε!
§77ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὁ κ. Λομβάρδος πολλάκις πράγματι ἐχλευάσθη διὰ τοῦτο, καὶ ἔλαβε καὶ τὸ ἐπίθετον τοῦ Μεγαλοϊδεάτου. Ἀλλ’ ὑπῆρξεν εἰλικρινής, διότι ἀπὸ τῆς μομφῆς δὲν ἐξῄρεσεν ἑαυτόν· ἴσως συνῃσθάνετο, καθ’ ἣν στιγμὴν ὡμίλει, ὅτι ὤφειλε νὰ μὴ ᾖναι τόσον ἐπιεικής, ὅτι ὤφειλε νὰ ἐπιμείνῃ, μεθ’ ὅλας τὰς ὕβρεις καὶ τὰς ἐπιπλήξεις, τὰς ὁποίας τῷ ἀπηύθυναν. Κρίνω περιττὸν νὰ ὑπομνήσω ἐπίσης, ὅτι ἔν τινι πρὸ δύω ἐτῶν γενομένῃ συνεννοήσει τῶν κομμάτων, ἡ στρατιωτικὴ παρασκευὴ τοῦ ἔθνους καὶ ὁ στρατιωτικὸς ὀργανισμός του δὲν ὑπῆρξαν ἐκ τῶν ἄρθρων καὶ τῶν κεφαλαίων τῆς συμφωνίας. Ἀλλὰ μὲ συγχωρεῖτε· ἐλησμόνησα, καθόσον ἀφορᾷ τὸν κ. Τρικούπην ἰδιαιτέρως ἕτερόν τι. Ὁ κ. Τρικούπης ἔκρινε δέον, καὶ πολὺ εὐλόγως, νὰ συστήσῃ ἐφημερίδα, δι’ ἧς νὰ ἐκφράζῃ τὰς ἰδέας του. Ἡ ἐφημερὶς αὐτὴ ἤρξατο ἐκδιδομένη τὴν 10 Νοεμβρίου 1875. Ἐν τῷ προγράμματι αὐτῆς οὐδεμίαν λέξιν βλέπω περὶ τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς. Ἐν τῷ τέλει μόνον ὑπάρχει ἡ ἑπομένη περίοδος. «Οὐδόλως φρονοῦμεν, ὅτι ἕνεκα τῆς σπουδαιότητος τῶν ἐξωτερικῶν πραγμάτων, πρέπει ν’ ἀναβληθῶσιν ὁπωσδήποτε αἱ ὑπουργικαὶ κρίσεις. Φρονοῦμεν ἀπ’ ἐναντίας, ὅτι τὰ ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ ζητήματα τότε μόνον θὰ εὕρωσι τὴν κατάλληλον αὐτοῖς λύσιν, ὅταν προηγηθῇ ἡ κατάλληλος λύσις τοῦ κυβερνητικοῦ ζητήματος. Μόνον διὰ Κυβερνήσεως ἰσχυρᾶς καὶ μονίμου δύνανται νὰ εὐοδωθῶσι τὰ τῆς Ἑλλάδος.» Ὡς βλέπετε, ὁ κ. Τρικούπης ὑπέβαλε τὴν σκέψιν του περὶ στρατιωτικῆς παρασκευῆς εἰς τὸ ἐσωτερικὸν ζήτημα. Ἐγνωμάτευσεν, ὅτι προηγουμένως ἔπρεπε νὰ συστηθῇ Κυβέρνησις ἰσχυρά, ἀκολούθως δὲ νὰ γείνῃ σκέψις περὶ τῶν παρασκευῶν. Μόλις δὲ κατὰ τὸ μῆνα Ἀπρίλιον, μετὰ τὰς ἐν Θεσσαλονίκῃ σφαγάς, ἡ ἐφημερὶς τοῦ κ. Τρικούπη ὕψωσε τὴν φωνὴν ἰσχυρὰν περὶ τῶν ἀμέσων παρασκευῶν. Ἀλλὰ τότε καὶ ὁ κ. Τρικούπης ὡμολόγησε τὴν ἀλήθειαν τὴν μεγάλην αὐτήν, ὅτι οὐδεὶς τῶν πολιτευομένων ἐσκέφθη περὶ παρασκευῆς. Κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1876, ἡ «Ὥρα» ἔγραψε ταῦτα: «Ἐλησμονήσαμεν, ὅτι ἀνυψουμένης νέας σημαίας, ἐσωτερικὴ τοῦ τόπου διοργάνωσις καὶ ἀνάπτυξις, πρώτιστον ἄρθρον ἔπρεπε νὰ ᾖναι μέριμνα καὶ ἐνέργεια ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τοῦ τόπου. Τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα τοῦ λάθους τούτου, ὀλεθριώτερα ἴσως τῶν ἐκ τοῦ συστήματος τοῦ ἐπὶ Ὄθωνος, ἔχομεν ἤδη ὑπ’ ὄψιν. Κατ’ οὐδενὸς μεμψιμοιροῦμεν. Ἅπαντες, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, πταίομεν.» Ὁ κ. Τρικούπης, ἐν τῇ εἰλικρινείᾳ καὶ ἐν τῇ εὐσυνειδησίᾳ του δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἅπαντες πταίομεν, ἐὰν σήμερον ἡ στρατιωτικὴ παρασκευὴ εὑρίσκεται εἰς τὴν κατάστασιν, ἣν λίαν ζωηρῶς περιέγραψε ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐσχάτως, ἣν ὅμως ἡμεῖς ἐγνωρίζομεν καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ πρὸ τῆς ὁμιλίας του αὐτῆς. Τίς ὑπῆρξεν ἡ αἰτία τῆς τοιαύτης καταστάσεως καὶ τῆς τοιαύτης ὀλιγωρίας τῶν πολιτευομένων, καὶ ἰδίως τῶν πρωτευόντων ἐκ τῶν πολιτευομένων, δὲν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ νὰ ἐξετάσωμεν, οὔτε τὸ τοιοῦτον ὠφελεῖ. Ἄλλοτε συνεζητήθη τὸ ζήτημα τοῦτο δημοσίᾳ. Τινὲς εἶπον, ὅτι ἀφορμὴ τούτου εἶναι ἡ κακοήθεια τῶν κομμάτων, διότι τὰ κόμματα παρέστησαν ὡς τύπους πολιτικῆς ἀνηθικότητος. Κόμματα ἑπομένως ἅτινα περὶ οὐδενὸς ἄλλου φροντίζουσι, ἢ περὶ ἀπολαυῶν ὑλικῶν καὶ ἀτομικῶν, δὲν δύναται νὰ ᾖναι κόμματα προωρισμένα νὰ σκεφθῶσι περὶ ἐθνικῶν σκοπῶν. Ἄλλοι ἴσως ἔχοντες μεγαλειτέραν δεινότητα εἰς τὴν ἀνακάλυψιν τῶν πταιόντων ἀνέφεραν εἰς σύστημά τι πολιτικὸν γενικώτερον τὸ φαινόμενον τοῦτο, σύστημα, ὅπερ ἤθελε ν’ ἀποσπάσῃ τὸ ἔθνος ἀπὸ τῆς ἐξωτερικῆς αὐτοῦ πολιτικῆς, καὶ νὰ τὸ παραλύσῃ ἐντὸς τῆς ἐσωτερικῆς διαμάχης. Ἀλλὰ καθὼς εἶπον δὲν ἐμβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν. Εἰμὶ πλέον παρ’ ὅ,τι δύνανται νὰ μὲ ὑποθέσουν αὐτοὶ οἱ πρωτεύοντες ἐκ τῶν πολιτευομένων ἐπιεικὴς πρὸς αὐτούς. Ἡ τοιαύτη πολιτεία των ὑπῆρξεν ἀποτέλεσμα τῶν περιστάσεων, καὶ περιστάσεων πολλάκις τὰς ὁποίας αὐτοὶ δὲν ἠδύναντο νὰ δεσπώσωσι· παρεσύρθησαν ἀπὸ τὸ ῥεῦμα. Ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ λόγοι οὗτοι, οἵτινες δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὸν Ἱστορικὸν, δὲν χρησιμεύουσι εἰς τοὺς λαούς. Οἱ λαοὶ ἐμβλέπουσιν εἰς τὰ φαινόμενα, ἀμέσως δὲν ἐρευνῶσι τὰς αἰτίας, οὔτε θέλουν νὰ τὰς ἐρευνήσωσι· λαμβάνουν τὰ ἀποτελέσματα. Καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς λαμβάνων τὸ φαινόμενον καὶ τὰ ἀποτελέσματα, δὲν πρέπει νὰ τὸν ἀδικήσωμεν, ἐὰν μὴ ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην ἐκείνην τὴν ἐνθουσιώδη πρὸς τοὺς πολιτευομένους καὶ ἰδίως πρὸς τοὺς κομματάρχας, ἐὰν προκειμένου περὶ παρασκευῶν καὶ περὶ ἐθνικῆς ἀμύνης, μὴ ἀπονέμῃ αὐτοῖς τελείαν καὶ ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην. Ἰδοὺ ὁ λόγος ἕνεκα τοῦ ὁποίου καὶ ἡ παρελθοῦσα καὶ ἡ ἐνεστῶσα καὶ πᾶσα ἄλλη Κυβέρνησις, ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους συγκρατουμένη, ὑπῆρξε καὶ ὑπάρξει ἀσθενής. Δὲν θ’ ἀμφισβητήσω τὸν πατριωτισμὸν, τὴν ἱκανότητα, τὰ φῶτα καὶ τὴν πεῖραν εἴτε τῶν μελῶν τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως καὶ τοῦ προϊσταμένου αὐτῆς, εἴτε τῆς παρελθούσης, εἴτε τῆς προπαρελθούσης· ὅλοι δύνανται κάλλιστα ν’ ἀντιμετωπίσωσι τὴν ἐπὶ τούτοις δοκιμασίαν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· τὸ κύριον εἶναι, ὅτι δὲν ἐμπνέουσι τὴν ἐμπιστοσύνην μεμονωμένοι. Αὕτη εἶναι ἀλήθεια, ἣν ὀφείλομεν νὰ μὴ ἀρνηθῶμεν. Ὁ Τόπος, ἰδίᾳ καὶ χωριστὰ, δὲν ἀπονέμει εἰς τοὺς πολιτευομένους τὴν δέουσαν ἐμπιστοσύνην, καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς μερίμνης περὶ τοῦ μέλλοντος. Δὲν δύναμαι ν’ ἀρνηθῶ ὅμως, ὅτι ἐὰν τοὺς ἔβλεπεν ἡνωμένους εἰς μίαν δέσμην, ἤθελεν ἀποδώσει εἰς αὐτοὺς ὁλόκληρον τὴν ἐμπιστοσύνην του. Ἰδοὺ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον πρὸ καιροῦ μακροῦ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ ἔθνους ἐστερεώθη ἡ ἰδέα τῆς μορφώσεως Κυβερνήσεως, ἀποτελουμένης ἐκ τῶν κομματαρχῶν, ἢ καὶ ἐξ ἄλλων, ἀπολαυούσης ὅμως τῆς κοινῆς καὶ ἐνθουσιώδους συμπράξεως ὅλων τῶν πολιτικῶν κομμάτων. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ἐρευνήσω τὰ ἀποτελέσματα, ὅσα ἡ συγκρότησις μιᾶς τοιαύτης Κυβερνήσεως προώρισται νὰ ἔχῃ, ὀφείλω νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα κατ’ οὐσίαν. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὅτε ἄλλοτε ἐτέθη τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπὶ τοῦ βήματος, διὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος, καὶ ἀκολούθως διὰ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Κανάρη καὶ ἐμοῦ, παρεστάθη ἐνώπιον Ὑμῶν καὶ κατ’ οὐσίαν ὡς ἀντισυνταγματικὸν, ὡς ἀκατόρθωτον, καὶ ὡς φέρον εἰς τὴν σύγχυσιν. Ἰδίως ὁ κ. Τρικούπης ἐπολέμησεν ὑπὸ τὴν συνταγματικὴν βάσιν τὴν τοιαύτην ἰδέαν. Αἱ Κυβερνήσεις, εἶπεν, αἱ συνταγματικαί εἰσι Κυβερνήσεις κομμάτων, πᾶσα δὲ Κυβέρνησις, μὴ τοιαύτη δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν σκοπὸν αὐτῆς, ἐν συνταγματικῇ Πολιτείᾳ. Ὁ σεβαστὸς Πρόεδρος ἡμῶν χθὲς ἐπειράθη μὲν νὰ διακωμῳδήσῃ αὐτὴν τὴν ἰδέαν, καὶ δὲν τὴν ἠξίωσε σπουδαίας προσοχῆς. Ὅπως ἀπαντήσω εἰς τὰς ἰδέας αὐτάς, δὲν θ’ ἀνατρέξω εἰς τὴν ἀρχαιότητα, καὶ εἰς τὰ παραδείγματα τῶν Προγόνων ἡμῶν, διότι ἴσως τὰ τοιαῦτα θεωροῦνται σήμερον λίαν σχολαστικά· ἄλλως, ἀφορῶσι καὶ εἰς Πολιτείας πολλῷ διαφόρους τῆς συνταγματικῆς Βασιλείας, καὶ ἑπομένως δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν εἰς ἡμᾶς. Δὲν θέλω ἀνατρέξει εἰς τὰ παραδείγματα τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀγῶνος, διότι καὶ ἡ ἐποχὴ αὕτη δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ, ὡς ἐποχὴ μεταβατικὴ γενικοῦ ἐνθουσιασμοῦ, οὐχὶ ὡς ἐποχὴ τακτική, δυναμένη νὰ παράσχῃ δεδομένα πρὸς ὑποστήριξιν ἰδέας γενικωτέρας. Δὲν θέλω μεταβῆ οὔτε εἰς τὴν Γαλλίαν, οὔτε εἰς τὴν Ἰταλίαν, οὔτε εἰς τὴν Γερμανίαν, οὔτε εἰς ἄλλο Κράτος· θὰ μείνω ἐντὸς τῆς Ἀγγλίας, διότι ἡ Ἀγγλία εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχὴν λάτρις τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου, καὶ διότι ἡ Ἀγγλία φημίζεται ὡς ἓν τῶν πρακτικωτέρων καὶ θετικωτέρων ἐθνῶν. Εἷς συγγραφεὺς Ἄγγλος, ὁ Todd, ὅστις δύναται νὰ θεωρηθῇ, σήμερον, ὡς ἀποτελῶν αὐθεντίαν εἰς τὰ ζητήματα περὶ ἀγγλικοῦ πολιτεύματος, ἀπεφάνθη, ὡς ἑξῆς ἐπὶ τῶν συμμαχιῶν τῶν κομμάτων· «Αἱ συμμαχίαι πρὸς μόρφωσιν Ὑπουργείου (coalition) ἀντίκεινται εἰς τὴν ἀληθῆ βάσιμον ἀρχὴν τῆς κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις εἶναι ἡ κυβέρνησις τοῦ Τόπου διὰ τοῦ κόμματος, ὅπερ ἐν δεδομένῳ χρόνῳ κατισχύει. Αἱ συμμαχίαι δικαιοῦνται ὅμως ὑπὸ εἰδικὰς ὅλως καὶ ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, ὡς π. χ. πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐκτελέσεως ἀποφάσεων ἢ ἐπιχειρήσεων ἐθνικοῦ ἐνδιαφέροντος, ἐφ’ ὧν οἱ ὀπαδοὶ πάντων τῶν κομμάτων συμφωνοῦσι.» Ἕτερος συγγραφεύς,—θὰ περιορισθῶ δὲ εἰς δύω, διότι ἐννοῶ, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου αἱ παραθέσεις συγγραφέων δὲν εἶναι τόσον κατάλληλοι, ὁ Eskine May, δημοσιολόγος ἐπίσης ἀποτελῶν αὐθεντίαν εἰς τὰ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἀπεφάνθη ταῦτα· «Καὶ ἡ προηγηθεῖσα καὶ ἡ ἐπὶ Πίττ συμμαχία ὑπῆρξαν ἡ φυσικὴ συνέπεια τῆς καταστάσεως τῶν κομμάτων κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἐπειδὴ οὐδὲν κόμμα ἠδύνατο νὰ κυβερνήσῃ, μόνον συγχώνευσίς τις τῶν κομμάτων καθίστατο ἀναπόδραστος. Κόμμα ἰσχυρὸν δύναται νὰ περιφρονήσῃ τὰς συμμαχίας, ἀλλὰ κόμματα καταδιῃρημένα καὶ παραλελυμένα φύσει φέρονται πρὸς τὴν συνένωσιν· ὁ δὲ τάς τοιαύτας ἀποδοκιμάζων ἑνώσεις καταδικάζει ἄντικρυς τὰς ἀρχὰς, ἐφ’ ὧν θεμελιοῦται ὁ ὀργανισμὸς τῶν κομμάτων. Τὰ μέλη ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ κόμματος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμοφρονῶσιν ἐπὶ πάντων τῶν ζητημάτων· ἀλλ’ ἡ συμφωνία αὐτῶν ἐπὶ τῶν μεγάλων ἀρχῶν, καὶ ἡ ἐν γένει πρὸς ἄλληλα προσωπικὴ συμπάθεια, πείθουσιν αὐτὰ νὰ συμβιβάζωνται ἐπὶ τῶν ἄκρων ἰδεῶν, καὶ νὰ μὴ ἐπιμένωσιν ἐπὶ τῶν δευτερευουσῶν διαφορῶν. Καὶ τῶν κομμάτων ἡ συμμαχία στηρίζεται ἐπὶ τῆς αὐτῆς βάσεως. Ἄνδρες, οἵτινες ἐπολέμησαν πρὸς ἀλλήλους ἐν ἐποχῇ προγενεστέρᾳ καὶ ἐπὶ ζητημάτων πολιτικῶν ἄλλων, ἀνακαλύπτουσιν, ὅτι δύνανται νὰ συνενοηθῶσιν ἐπί τινων μεγάλων ἀποφάσεων καὶ ἐπὶ τοῦ κοινοῦ σκοποῦ τοῦ ν’ ἀντιστῶσι κατὰ τρίτου κόμματος. Λησμονοῦσιν ἑπομένως τὰς παρελθούσας διαιρέσεις των καὶ ἑνοῦνται, ὅπως ὁδηγήσωσιν εἰς τὴν νίκην τὴν εἰδικὴν πολιτικὴν, ἐφ’ ἧς συνεφώνησαν.» Ἡ ἀγγλικὴ ἐπιστήμη τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου δὲν ἀποκρούει λοιπὸν ἀπολύτως τὰς συμμαχίας τῶν κομμάτων, οὔτε τὰς καταδικάζει· δέχεται δύω ἐξαιρέσεις, δικαιούσας αὐτὰς τὴν περίστασιν καθ’ ἣν τὰ κόμματα εἶναι καταδιῃρημένα καὶ ἀδυνατοῦν νὰ σχηματίσουν κυβέρνησιν ἰσχυρὰν, καὶ τὴν περίστασιν καθ’ ἣν πρόκειται μέγας τις ἐθνικὸς σκοπός, ἀπαιτῶν τὴν κοινὴν σύμπραξιν. Οἱ Ἄγγλοι συγγραφεῖς προβαίνουσιν, ὡς γινώσκετε, μᾶλλον ἐκ τῶν ὑστέρων ἢ ἐκ τῶν προτέρων εἰς τὰς ἀποφάνσεις των· ἰδίως δὲν ἀπομακρύνονται τῆς βάσεως τῆς ἐπικρατούσης ἐν Ἀγγλίᾳ καθόσον ἀφορᾷ τὰ συνταγματικὰ ζητήματα, τῆς βάσεως τῶν προηγουμένων. Καὶ οἱ δύω οὗτοι Ἄγγλοι συγγραφεῖς ἐστηρίχθησαν εἰς τὰ προηγούμενα, οὕτω ἀποφηνάμενοι· διότι ὁλόκληρος ἡ συνταγματικὴ ἱστορία τῆς Ἀγγλίας οὐδέν τι ἄλλον εἶναι ἢ ἡ καθιέρωσις τῶν ἀρχῶν τούτων. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς, ὡς θὰ ἰδῆτε, τὸ ἄλλοτε παρὰ τοῦ συναδέλφου ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Πατρῶν κ. Ῥικάκη ῥηθὲν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἡ ἀγγλικὴ ἱστορία δύω μόνον Ὑπουργεῖα συμμαχικὰ μνημονεύει, καὶ ταῦτα, κατακρίνουσα καὶ καταδικάζουσα. Θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον ὑμῶν σύντομον ἀφήγησιν τῆς συνταγματικῆς ἱστορίας τῶν Ὑπουργείων ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀπὸ τοῦ 1783 ἕως τοῦ 1866. Περιορίζομαι δὲ εἰς τὸ ἔτος 1866, διότι μέχρι τῆς ἐποχῆς αὐτῆς δύναμαι νὰ στηρίξω τὰς πληροφορίας, ἃς θέλω εἴπει, ἐπὶ αὐθεντικῶν κειμένων καὶ ἐπὶ ἐντύπων· ἐννοεῖται δὲ ὅτι ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων ἡ προσωπικὴ αὐθεντία τοῦ ὁμιλοῦντος δὲν ἀρκεῖ. Ἄλλως τε, Κύριοι, ἡ ἱστορία αὐτὴ, ἣν θὰ διέλθω ὅσῳ ἔνεστι συντόμως, εἶναι καὶ διδακτικὴ διὰ τὸ κύριον ζήτημα. Ἐν ἔτει 1783 συνεκροτήθη τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ δουκὸς τῆς Portland. Τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο εἶναι τὸ ἐξόχως χαρακτηρισθὲν ὡς Ὑπουργεῖον τῆς συμμαχίας ἢ Coalition. Εἰς τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο μετέσχον δύω ἐκ τῶν διασήμων ἀντιπάλων, ὁ Λόρδος North καὶ ὁ Fox, ὁ περιώνυμος, ὧν ὁ μὲν ἦτο ἀπολυτόφρων σχεδὸν, ὁ δὲ ἐξώθει τὰς συνταγματικὰς ἰδέας μέχρι τῶν ἄκρων.
§78ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διατί δὲν ἀρχίζετε ἀπὸ τὸν Γουλιέλμον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου παρουσιάσθησαν τὰ κομματικὰ Ὑπουργεῖα κατ’ ἀνάγκην;
§79ΦΙΛΗΜΩΝ. Πρῶτον διότι ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Γουλιέλμου δὲν εἶχε συγκροτηθῆ ἀκόμη τὸ καλούμενον cabinet καὶ εἰς τοὺς διορισμοὺς τῶν Ὑπουργῶν τότε ἐλάμβανεν ὁ Βασιλεὺς ἀπ’ εὐθείας μέρος. Ἄλλως τε ἐπῆλθεν ἡ Βασιλεία ἐκείνη μετὰ ἐπανάστασιν, ὅτε ἀκόμη τὰ πράγματα δὲν εἶχον στερεωθῆ. Λαμβάνω δὲ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τοῦ 1783–1866, διότι εἶναι καὶ πλησιεστέρα πρὸς ἡμᾶς, καὶ εἶναι ἡ ἐποχὴ καθ’ ἣν τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἀνεπτύχθη πληρέστερον, ἰδίως δὲ τὸ σύστημα τοῦ ὑπευθύνου κομματικοῦ Ὑπουργείου, καὶ καθόσον τὰ ὀνόματα τῶν πολιτικῶν, τοὺς ὁποίους θ’ ἀναφέρω, εἶναι ὀνόματα γνωστότατα καὶ ἀπολαύοντα τιμῆς μεγίστης.
§80ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἴσα ἴσα νομίζω, ὅτι ἐκείνη ἡ ἐποχὴ εἶναι καταλληλοτέρα διὰ τὸ θέμα, διότι ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖνος ἦτο καλῆς πίστεως, ὅπερ εἶναι λίαν συντελεστικὸν πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος.
§81ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐννοῶ, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἐν ἔτει 1783 συνεκροτήθη τὸ ὑπουργεῖον τοῦ δουκὸς τῆς Portland. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο θεωρεῖται ὡς τὸ κατ’ ἐξοχὴν ὑπουργεῖον τῆς Coalition.
§82ΤΙΝΕΣ. Νὰ γίνῃ ἡσυχία.
§83ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐννοῶ, ὅτι κουράζω τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ τὸ θέμα νομίζω δὲν εἶναι τόσῳ ἐπιπόλαιον, καὶ χρῄζει ἀναπτύξεως.
§84ΠΟΛΛΟΙ. Ἐξακολουθήσατε.
§85ΦΙΛΗΜΩΝ. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο ἐχαρακτηρίσθη, ὡς τὸ κατ’ ἐξοχὴν συμμαχικὸν ὑπουργεῖον, διότι περιεῖχε, ὡς προεῖπον, τὸν λόρδον Νὸρθ καὶ τὸν Φὼξ, δύω ἐκ θεμελίων ἀντιθέτους πολιτικοὺς ἄνδρας. Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, τὸ Κοινοβούλιον διῃρεῖτο εἰς τρία κόμματα, τὸ κόμμα τοῦ North, τὸ κόμμα τοῦ Fox καὶ τὸ κόμμα τοῦ Shelburne. Ὁ Μακκωλέϋ, γράφων περὶ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τούτου καὶ τῆς συμπράξεως τοῦ Fox, ἐκφράζει τὴν λύπην, ὅτι ἀντὶ νὰ προσέλθῃ ὁ Φὼξ εἰς τὸν Σέλβουρν, πρὸς τὸν ὁποῖον τὸν συνέδεε ὁμοιότης ἀρχῶν, προσῆλθεν εἰς τὸν ὅλως ἀντίθετον φρονημάτων, τὸν λόρδον North. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ἔλυσεν ἡ προσωπικὴ ἀντιπάθεια, ἣν εἶχεν ὁ Φὼξ πρὸς τὸν Σέλβουρν. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο δὲν κατώρθωσε νὰ διατηρηθῇ. Ἡ τότε Αὐλή, ἥτις ἀπεστρέφετο τὸν Φώξ, μετῆλθεν ὅ,τι ἠδύνατο, ὅπως καταστήσῃ ἀντιδημοτικὴν τὴν ἕνωσιν αὐτήν, ἣν ἐχαρακτήρισεν ὡς κακοήθη καὶ τὴν ἐπολέμησε. Οὕτω τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο, μετὰ μηνῶν τινων διάρκειαν, παρῃτήθη, τὸ διεδέχθη το τοῦ Οὐίλλιαμ Πίττ, τοῦ μεγάλου πολιτικοῦ ἀνδρός, οὗ τὸ ὄνομα οὐδεὶς βεβαίως ἀγνοεῖ. Ἀλλὰ μολονότι ὁ Πίττ ἐπολέμησε τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον ἐπὶ ἀνηθίκῳ συνενώσει, μολοντοῦτο αὐτὸς ὁ ἴδιος ὑπεχρεώθη νὰ σχηματίσῃ ὑπουργεῖον συμμαχίας. «Ἡ σύνθεσις τοῦ Ὑπουργείου Πίττ (1783) ἀπέδειξεν, ὅτι αἱ κατὰ τῶν πολιτικῶν συμμαχιῶν ἐξεγερθεῖσαι προκαταλήψεις οὐδὲν ἄλλο ἦσαν ἢ πρόφασις ἁπλῆ. Τὸ Ὑπουργεῖον Πίττ καὶ αὐτὸ ἦν Ὑπουργεῖον συμμαχικὸν (coalition), ὡς ὑπῆρξε τοιοῦτον καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπερ οὗτος ἀνέτρεψε, καὶ ἐπετίμησεν, ὡς θυσιάσαν τὰς ἀρχάς του καὶ τὴν πολιτικὴν πορείαν του. Ὁ Πίττ ἐπολέμησε τὸν λόρδον North· ἀλλ’ ὅμως ἡ Κυβέρνησίς του συνέστη ἐκ φίλων καὶ ἐκ συμμάχων τοῦ Ὑπουργοῦ τούτου καὶ ἐξ Οὐίγγων, οἵτινες προσφάτως εἶχον συνενωθῆ πρὸς αὐτὸν καὶ πρὸς τὸν Φώξ. Ὅτε δὲ ἐγεννήθησαν ὑπόνοιαι, ὅτι ὁ Πίττ δὲν θὰ ἠδύνατο ν’ ἀνθέξῃ κατὰ τῶν ἀντιπάλων του, τῇ ἐπινεύσει τοῦ Βασιλέως, ἐγένοντο διαπραγματεύσεις πρὸς ἀνακαίνισιν τοῦ Ὑπουργείου, ἐπὶ τῇ βάσει νέας συμμαχίας.» Τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ διήρκεσεν ἐπὶ δεκαοκτὼ ἔτη, ἀντέστη δὲ κατὰ τῆς γαλλικῆς ἐπαναστάσεως καὶ διηύθυνε τοὺς πολέμους τοὺς κατ’ αὐτῆς. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο ἔπεσεν ἐπὶ τέλους, ἐκλήθη δὲ εἰς τὴν ἀρχὴν εἷς τῶν φίλων τοῦ Βασιλέως καὶ εὐνοουμένων του. Ἀλλὰ καὶ οὗτος, μολονότι ὑπεστηρίζετο παρὰ τοῦ Πίττ κατ’ ἀρχάς, δὲν κατώρθωσε νὰ διαμείνῃ ἐπὶ μακρὸν ἐν τῇ διοικήσει· καὶ τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο ἔπεσε. Ἀλλὰ καθ’ ἣν ἐποχὴν ἔπιπτε, εἶχεν ἤδη ὁ Ναπολέων σχίσει τὴν συνθήκην τὴν ἐν Ἀμβιανῷ, ἀνεκηρύσσετο αὐτοκράτωρ καὶ βασιλεὺς τῆς Ἰταλίας, ἦτο σχεδὸν δεσπότης τῆς Εὐρώπης. Ὁ Βασιλεὺς προσκαλεῖ τὸν Πίττ νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν· ἐσχημάτισεν οὗτος, νομίζετε, Κυβέρνησιν ἐκ τῶν φίλων του; Ὄχι· ὑπεστήριξεν ἀμέσως τὸν σχηματισμὸν συμμαχικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις νὰ περιλάβῃ πάντας τοὺς μεγάλους ἄνδρας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ τοὺς κομματάρχας. «Ὅτε προσεκλήθη ὁ Πίττ,» γράφει ὁ Todd, οὗ τινος ἐμνήσθην ἤδη καὶ προηγουμένως, «νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ Βασιλέως «ἐπὶ τῆς ὑφεστώσης τῶν πραγμάτων καταστάσεως, διεβίβασε «πρὸς τὸν Βασιλέα ἐπιστολήν, ἐν ᾗ περιείχετο τὸ σχέδιον τοῦ «σχηματισμοῦ νέας Κυβερνήσεως, περιεχούσης τοὺς ἀρχηγοὺς «πάντων τῶν πολιτικῶν κομμάτων. Ὁ Βασιλεύς, ὅστις ἦν «λίαν τεταραγμένος τότε ἐκ τῆς παραιτήσεως τοῦ Ἀδδιγκτῶ«νος, καὶ οὐδόλως ἦν εὐδιάθετος ν’ ἀποδεχθῇ τὴν ἐπάνοδον «τοῦ Πίττ, ἔδωκεν ἀπάντησιν ἀποθαῤῥυντικὴν εἰς τὴν ἐπιστο«λὴν ταύτην. Ἀλλὰ μετά τινας ἡμέρας, ἀφοῦ ὁ Πίττ εὐχα«ρίστησε τὸν Βασιλέα, εἰπὼν αὐτῷ, ὅτι δὲν θὰ τὸν ταράξῃ, «ἐπαναφέρων τὸ ζήτημα τῶν Καθολικῶν, ἔτυχεν ἀκροάσεως «παρὰ τῷ Βασιλεῖ, καὶ κατώρθωσεν, οὐχὶ ἄνευ δυσκολίας τινός, «νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν αὐτοῦ, ὅπως προβῇ εἰς συνεννοήσεις πρὸς «τὸν λόρδον Γραίνβιλλ καὶ πρὸς τοὺς φίλους αὐτοῦ, ὡς καὶ «πρὸς τοὺς φίλους τοῦ Φώξ· ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς θετικῶς ἠρνήθη «νὰ δεχθῇ τὸν Φὼξ αὐτὸν ὡς μέλος τοῦ Ὑπουργείου, εἰ καὶ ὁ «Πίττ ἐπέμενεν εἰς τοῦτο. Τὸ κόμμα τοῦ Γραίνβιλλ ἠρνήθη νὰ «μετάσχῃ τῆς νέας Κυβερνήσεως, ἐὰν μὴ ὁ Φὼξ μετεῖχεν ἐπί«σης αὐτῆς, καὶ ὁ Πίττ ὑπεχρεώθη οὕτω νὰ προβῇ εἰς συνδυ«ασμοὺς ἄλλους.» «Ὁ μέγας ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τῆς τιμῆς τοῦ Τόπου «ἀγών,» ἱστορεῖ ὁ Μακκώλευ, «κατεῖχε τὸν νοῦν πάντων, οἱ «δὲ ἀναγνωρίζοντες ὡς καθῆκον νὰ διώξωσι τὸν ἀγῶνα δρα«στηρίως ἐδύναντο ἄριστα ν’ ἀναβάλωσιν εἰς στιγμὴν καταλ«ληλοτέραν πάσας τὰς ἐπὶ ἧττον σπουδαίων ζητημάτων δια«φωνίας αὑτῶν. Ὑπὸ τῶν σκέψεων τούτων κατεχόμενος ὁ «Πίττ, ἐπόθει νὰ σχηματίσῃ Ὑπουργεῖον ἐκ πάντων τῶν ἀν«δρῶν, οἵτινες πρωτεύουσαν κατεῖχον ἐν τῷ Τόπῳ θέσιν. «Ἐπεφυλάξατο ἑαυτῷ τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον, «προέτεινε δὲ τῷ Φὼξ νὰ μερισθῶσιν ἐξ ἴσου τὴν ἀρχήν. Τὸ «σχέδιον ἦν ἐξαίρετον, ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς δὲν ἀπεδέχθη τοῦτο. «Πείσμων, δύσνους, φιλέκδικος, καὶ ἤδη ἡμιφρενοβλαβής, ἠρ«νήθη θετικῶς νὰ δεχθῇ τὸν Φώξ, εἰ καὶ ἀπεδέχθη πάντας «τοὺς ἄλλους, καὶ αὐτοὺς τοὺς ὡς ἀκροτάτους δημοκρατικοὺς «(Ἰακωβίνους) κρινομένους, τὸν Σερίδαν, τὸν Γρέϋ, τὸν Ἔρσκην.» Ὁ Βασιλεὺς, ἐπέμεινεν, «δυστυχῶ» δὲ ἀποκαλεῖ ὁ Μακώλεϋ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ὁ Πίττ ἐνέδωκεν. Ὁ Φὼξ παρεκάλεσε τοὺς φίλους του νὰ μετάσχωσι τῆς νέας Κυβερνήσεως, ὑποσχεθεὶς τὴν συνδρομήν του· ἀλλ’ ἠρνήθησαν οὗτοι πεισμόνως, διότι δὲν ἤθελον νὰ καθιερώσωσι τὴν ὀλεθρίαν ἀρχὴν, ὅτι ἐπιτρέπεται «ἵνα, ἀνὴρ δυνάμενος νὰ ὑπηρετήσῃ τὸ Κράτος ἀπομένῃ μακρὰν τῶν πραγμάτων, διότι οὗτος δὲν ἀρέσκει τῇ Αὐλῇ.» Οἱ τότε ἐπιφανεῖς πολιτικοὶ ἄνδρες, ὧν τὴν συνδρομὴν ἐζήτησεν ὁ Πίττ, ἠρνήθησαν νὰ μετάσχωσι συμμαχικοῦ Ὑπουργείου, οὐχὶ διότι ἀπέκρουσαν τὴν ἀρχὴν τοῦ σχηματισμοῦ τοιούτου Ὑπουργείου, ἀλλὰ διότι δὲν ἤθελον νὰ καθιερώσωσι τὸ προηγούμενον, ὅτι ἠδύνατο δ’ αὐλικῶν ῥᾳδιουργιῶν ὁ Βασιλεὺς ν’ ἀρνῆται τὴν συνδρομὴν εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους προσώπων, ἅτινα ἐκρίνοντο ἀπαραίτητα πρὸς τοῦτο. Ὁ Φὼξ, ἵνα μὴ ματαιωθῇ τὸ ἀρχικὸν σχέδιον, ἱκέτευσε τοὺς φίλους του νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν προσωπικὴν συμμετοχήν του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὑποσχεθεὶς πᾶσαν τὴν συνδρομήν του εἰς τὴν νέαν συμμαχικὴν Κυβέρνησιν· ἀλλ’ οὗτοι, δι’ οὓς λόγους ὑπέμνησα, δὲν ἠθέλησαν νὰ συγκατανεύσωσιν. Οὕτω ὁ σχηματισμὸς Ὑπουργείου, περιλαμβάνοντος ὅλας τὰς ἱκανότητας, ἀπέτυχε, λέγω πάλιν, οὐχὶ διότι οἱ πρωτεύοντες πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς Ἀγγλίας ἀπέκρουον κατ’ ἀρχὴν τὸν σχηματισμὸν Ὑπουργείου συμμαχικοῦ, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ εἰδικοῦ λόγου, οὗ ἐμνήσθην, διότι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἤθελε νὰ δεχθῇ, ὡς ὑπουργὸν, τὸν Φώξ. Μετὰ δύω ἔτη ὁ μέγας πολιτικὸς ἀνὴρ ἀποθνήσκει· δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀνθέξῃ εἰς τὴν ἐντύπωσιν, ἣν εἰς τὸ ἐξησθενημένον ἤδη σῶμά του ἐπήνεγκεν ἡ ἀγγελία τῆς μάχης τοῦ Ἀουστερλίτς καὶ τῆς παραδόσεως τῆς Οὔλμης, ἐντύπωσιν, ἣν δὲν ἐξουδετέρωσεν ἡ παρεμπεσοῦσα νίκη ἐν Τραφαλγκάρ. Τὰ πράγματα τότε ἦλθον ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς. Ἡ Ἀγγλία εὑρίσκετο εἰς δεινὴν θέσιν ἐν τῇ Εὐρώπῃ. Τί ἔπραξαν τότε οἱ πολιτευόμενοι αὐτῆς; Ἐσχημάτισαν Ὑπουργεῖον ἐξ ἑνὸς κόμματος, καὶ ἡρμήνευσαν ἑβραϊστὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα; Ἡ ἰδέα ἥτις ἐναυάγησε, κατὰ τὸ 1804, ἀνέζησε καὶ ἐπραγματοποιήθη, θανόντος τοῦ Πίττ. «Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Πίττ, ἀναφέρει ὁ αὐτὸς συγγραφεὺς, ὁ Todd, συνετελέσθη ἡ συνένωσις τῶν πολιτικῶν κομμάτων, ἣν ἐπειράθη νὰ κατορθώσῃ οὗτος, ἀλλ’ εἰς ἣν ἀπέτυχεν, ἕνεκα τῆς ἀρνήσεως τοῦ Βασιλέως νὰ δεχθῇ τὸν Φὼξ ὡς Ὑπουργόν. Ἡ κρίσιμος θέσις τῶν πρὸς τὴν ἠπειρωτικὴν Εὐρώπην σχέσεων ἡμῶν ὑπηγόρευσεν εἰς τοὺς ἡγέτας τῶν κομμάτων νὰ κατασιγάσωσιν, ἐν γενικῇ ἑνώσει διαφορὰς δευτερευούσας καὶ νὰ συναινέσωσιν εἰς τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως συμμαχικῆς, ἐπὶ βάσεως, εὐρείας καὶ περιεκτικῆς.» Οἱ μεγάλοι ἐκεῖνοι καὶ φιλοπάτριδες ἄνδρες τῆς Ἀγγλίας, βλέποντες τὴν πατρίδα των παρελθοῦσαν εἰς κρίσιμον θέσιν, δὲν προέταξαν τὴν συνταγματικὴν ἀρχὴν, ὅτι πρέπει νὰ κυβερνᾷ πάντοτε ἓν κόμμα, ἀλλὰ συνηνώθησαν ὅλοι, ὅπως σχηματίσωσι Κυβέρνησιν. Οὕτω κατηρτίσθη Κυβέρνησις συμμαχικὴ ὑπὸ τὸν Λόρδον Γραίνβιλ, εἰς ἣν ὁ Φὼξ μετέσχεν ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο δὲ ἕνεκα τῆς ἐν αὐτῷ παρουσίας πάντων τῶν μεγάλων ἀνδρῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, εἶναι γνωστὸν ἐν τῇ ἱστορίᾳ ὑπὸ τὸ ὄνομα· «Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν μεγαλοφυῶν ἀνδρῶν», (of all talents). Ἀλλ’ ὁ Φὼξ ἀπέθανε μετὰ ἔτος, καὶ τὸ πνεῦμα, ὅπερ ἠδυνήθη νὰ συνέχῃ τὰ διάφορα κόμματα, ἀντιπαρῆλθεν. Ἐγένετο προσπάθεια νὰ σχηματισθῇ πάλιν Κυβέρνησις συμμαχικὴ, ἀλλ’ ἐναυάγησεν, ἕνεκα λόγων προσωπικῶν. Τῷ 1812, ἀφοῦ ἐδολοφονήθη ὁ πρωθυπουργὸς Perceval, οἱ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργοὶ ὑπεστήριξαν πάλιν παρὰ τῷ βασιλεῖ τὴν ἰδέαν τοῦ σχηματισμοῦ Ὑπουργείου συμμαχικοῦ· ὁ Βασιλεὺς ἀπεδέχθη καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν πρότασιν, ἐγένονται διάφοραι ἀπόπειραι, ἀλλ’ ἐναυάγησαν, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐζήτουν οἱ ἀποφασίσαντες νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ν’ ἀποβάλῃ ὁ Βασιλεὺς ἐκ τῆς Αὐλῆς πρόσωπά τινα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐζήτει ὁ Βασιλεὺς νὰ προσθέσῃ ὑπουργούς τινας. Τοῦτο ἐπήνεγκε τὴν ῥῆξιν τῶν διαπραγματεύσεων. Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ἤθελον νὰ καθιερώσωσι τὸ προηγούμενον τοῦτο, ὅτι ἠδύναντο ἡ Αὐλὴ καὶ τὸ Στέμμα νὰ ὑποδεικνύωσιν εἰς τὸν πρωθυπουργὸν πρόσωπα κατὰ τὸν σχηματισμὸν τοῦ ὑπουργείου. Οὕτω ἐσχηματίσθη ὑπουργεῖον ἄλλο ὑπὸ τὸν λόρδον Liverpool, ὅπερ διήρκεσε μέχρι τοῦ 1827, καὶ ὅπερ ἐστηρίχθη, εὐτυχήσαντος τοῦ κατὰ Ναπολέοντος ἀγῶνος καὶ ἐπικρατησάσης τῆς εἰρηνικῆς πολιτικῆς. Τὸ μακρόβιον ὑπουργεῖον τοῦ Λιβερπὼλ διεδέχθη τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Γεωργίου Κάνιγγος. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο ὑπῆρξεν ὑπουργεῖον συμμαχικόν. Θανόντος μετ’ ὀλίγον τοῦ Κάνιγγος, ἐπῆλθεν ἐντεῦθεν μεταβολὴ ὑπουργική· τὸ διάδοχον ὑπουργεῖον τοῦ Λόρδου Coderich ὑπῆρξεν καὶ τοῦτο ὑπουργεῖον συμμαχικόν. Ἀποχωρήσαντος καὶ τούτου μετὰ ἔτος τὸ 1828, ἀνῆλθεν εἰς τὴν πρωθυπουργίαν ὁ Δοὺξ Οὐελλιγκτὼν, ὅστις παρέτεινε τὴν διάρκειάν του μέχρι τοῦ 1830. Καὶ οὗτος προΐστατο ὑπουργείου συμμαχικοῦ. Ἐν ἔτει 1834, ὁ Πὴλ προεκλήθη νὰ σχηματίσῃ κυβέρνησιν· καὶ οὗτος τότε ἐζήτησε τὴν συνδρομὴν τοῦ Στάνλεϋ, τοῦ ἀντιθέτων φρονημάτων, οὗτος ἠρνήθη αὐτὴν, ἕνεκα λόγων ὅλως μερικῶν. Εἰς τὸν μετέπειτα χρόνον, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ τῶν Κοινοτήτων καὶ ἡ κατάστασις τῶν κομμάτων ἔλαβον μορφὴν τακτικωτέραν, δὲν ἐγένετο χρεία συμμαχικῶν ὑπουργείων. Ἀλλὰ κατὰ τὰ 1852 ἐπέστη ἡ ἀνάγκη τοῦ σχηματισμοῦ ὑπουργείου συμμαχικοῦ. Ὁ Ἄβερδην ἐσχημάτισε Κυβέρνησιν, ἐκ τῶν ὀπαδῶν τοῦ ἀποθανόντος Πὴλ, ἐκ τῶν ἐξοχωτέρων Οὐίγγων εἰς ὃ περιελήφθη καὶ εἷς ῥιζοσπάστης φιλόσοφος, ὁ Mollesworth. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο ἔμεινε μέχρι τοῦ 1855, ὅτε ὁ Παλμερστὼν τὸ διεδέχθη, ἀλλὰ διατηρήσας καὶ οὗτος τὸ αὐτὸ προσωπικὸν τῆς συμμαχίας. Τὸ ὑπουργεῖον Παλμερστῶνος διήρκεσε μέχρι τοῦ 1858. Ἡ ἱστορία διδάσκει λοιπὸν, ὅτι καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα τῶν 83 ἐτῶν, καθ’ ὃ 26 ὑπουργεῖα συνεκροτήθησαν ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ, ἐσχηματίσθησαν τὰ ὀκτὼ τούτων συμμαχικά· καθ’ ὅλον δὲ τὸ διάστημα τοῦτο τὸ χρονικὸν τῶν 83 ἐτῶν, ἀπὸ τοῦ 1783 μέχρι τοῦ 1866, ἐπὶ 40 ἔτη ἡ Ἀγγλία ἐκυβερνήθη δι’ ὑπουργείων συμμαχικῶν, ἅτινα ὑπῆρξαν ἐκ τῶν ἐπιφανεστάτων καὶ ὠφελιμωτάτων. Ὡς βλέπετε, ἡ ἱστορία ἡ συνταγματικὴ τοῦ συνταγματικωτάτου τῶν ἐθνῶν δὲν ἀποκρούει τὴν ἀρχὴν, ἣν ὑπεστηρίξαμεν τινὲς, ἢ ὡς ἀπαράδεκτον ἢ ὡς ἀντισυνταγματικήν. Διδάσκει δὲ προσέτι ἡμᾶς ἡ ἱστορία καὶ τὸ ἕτερον τοῦτο, ὅτι οἱ Ἄγγλοι ἔσπευσαν εἰς τὸν σχηματισμὸν τῶν τοιούτων ὑπουργείων ὁσάκις προέκειντο ζητήματα μεγάλα ἐξωτερικά. Τὰ συμμαχικὰ ὑπουργεῖα βλέπομεν ἐπὶ τῶν πολέμων κατὰ τῆς γαλλικῆς ἐπαναστάσεως καὶ κατὰ τοῦ Ναπολέοντος, ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ῥωσσοτουρκικοῦ πολέμου, καὶ ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀνατολικοῦ πολέμου τοῦ 1854. Ὑπεχρεώθην, Κύριοι, εἰς τὴν λεπτομεστέραν ἱστορικὴν ἀφήγησιν αὐτὴν, διότι τινὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν ἀπηξίωσαν νὰ παραστήσωσι τὴν πρότασίν μου ὡς γελοίαν καὶ ὡς ἀντισυνταγματικήν. Δὲν ἠδυνάμην ν’ ἀφήσω τοὺς συναδέλφους μου καὶ τοὺς ἀκροατάς μου ὑπὸ τὰς τοιαύτας ἐντυπώσεις. Ὤφειλον νὰ ἀποδείξω, ὅτι οἱ κύριοι οὗτοι οὔτε ἐπὶ τῆς ἐπιστήμης οὔτε ἐπὶ τῆς ἱστορίας ἐστηρίχθησαν. Οὕτω δὲ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διεξάγωνται αἱ τοιαῦται συζητήσεις, καὶ οὐχὶ διὰ τοῦ αὐτὸς ἔφα. Ἀρχὴν τοιαύτην δὲν παραδέχομαι, οὐδὲ συνείθισα νὰ κύπτω ἀνεξελέγκτως εἰς δελφικὰς ἀποφάνσεις.
§86ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἐνταῦθα δὲν ὑπεστήριξε οὐδεὶς, ὅτι τὰ συμμαχικὰ ὑπουργεῖα ἔχουν τι τὸ ἀντισυνταγματικόν· ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων ὑπῆρξεν ἡ συζήτησις, ἂν ᾖναι δυνατὸν οἱ ἡγέται τῶν πολιτικῶν κομμάτων, καίτοι διαιρούμενοι εἰς τὰς ἀρχὰς, νὰ συμμεθέξωσι εἰς μίαν κυβέρνησιν. Περὶ τούτου πρόκειται.
§87ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἀκριβῶς τοῦτο καὶ ἐγὼ λέγω· ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἀνέφερον τὸν Πὶττ καὶ Φὼξ τοὺς μᾶλλον ἀντιθέτων φρονημάτων ἄνδρας, οἵτινες ὅμως συνῆλθον ἐπὶ τὸ αὐτὸ, καὶ συνεννοήθησαν νὰ καταρτίσωσι κυβέρνησιν.
§88ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Τὴν συμμαχικὴν Κυβέρνησιν δὲν ἐπολέμησε κανεὶς, διότι τὰ πλεῖστα τῶν κομμάτων συνέπραξαν.
§89ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐπεθύμουν νὰ εἶχε οὕτω τὸ πρᾶγμα· ἀλλ’ ὅμως πῶς λησμονεῖτε, ὅτι τινὲς τῶν παρ’ ἡμῖν πολιτικῶν κομματαρχῶν, κατ’ ἀρχὴν ἀπέκρουσαν τὴν συμμαχικὴν Κυβέρνησιν; Ἀλλὰ καὶ ἡ Ἑλλὰς ἡμῶν παρέχει διδάγματα τοιούτων ἑνώσεων. Δὲν θὰ ἀνέλθω εἰς ἀρχαιοτέρας ἐποχάς, ὅπως δείξω, ὅτι ὁσάκις ἐτελέσθη μέγα τι ἔργον ἐν Ἑλλάδι, συνετελέσθη τοῦτο διὰ τῆς ἐν τῇ ἐξουσίᾳ συμπράξεως τῶν κομμάτων. Ὅπως δείξω δὲ ὅτι παρ’ ἡμῖν ἡ ἰδέα τῆς συμμαχικῆς Κυβερνήσεως διὰ ἑνώσεως τῶν κομμάτων δὲν ἀπεκρούσθη καὶ ἐσχάτως ἰδίως, παρὰ τῶν πρακτικῶν ἀνδρῶν, ἔρχομαι εἰς τὸ ἔτος 1875. Τότε ἐκρίθη, ὅτι τὸ πολίτευμα διεκινδύνευε, καὶ ὅτι ἀπῃτεῖτο ἡ ἕνωσις ἡ στενὴ τῶν τέως ἀντιπάλων καὶ ἀντιθέτων, ἵνα τὸ σώσωσι, διὰ κοινῆς ἐργασίας· ὑπὸ τὴν ἰδέαν αὐτὴν ἡνώθησαν οἱ τρεῖς κομματάρχαι. Ἐπέτυχον ἢ ὄχι; θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι δὲν ἐσχημάτισαν ὑπουργεῖον· τοῦτο οὐδὲν σημαίνει· τὸν σκοπὸν τῆς ἐνεργείας των ἐπέτυχον· ἡ μεταβολὴ ἐπῆλθεν. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, κατὰ τὸν ὀκτώμβριον τοῦ παρελθόντος ἔτους, τὴν ἰδέαν αὐτὴν ὑπεστήριξεν. Εἶπε πρὸς ἡμᾶς, ἔλθετε νὰ σκεφθῶμεν ἀπὸ κοινοῦ, νὰ συνεργασθῶμεν. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι ἰδεολόγος τις ἢ ποιητὴς, εἶναι ἀνὴρ πολιτικώτατος καὶ λίαν πρακτικὸς, καὶ ἡγεῖται σπουδαιοτάτης μερίδος ἐν τῷ τόπῳ. Δὲν ἐδύνατο νὰ κριθῇ λοιπὸν, ὡς ὀνειροπολῶν. Μετὰ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ἦλθεν ὁ κ. Δηλιγιάννης· ἐπίσης καὶ οὗτος ἐπρότεινε καὶ ὑπεστήριξε τὴν ἰδέαν αὐτήν. Διὰ πᾶν ἄλλο δὲ δύναται νὰ κατηγορηθῇ οὗτος ἢ ἐπὶ φαντασμαγορίᾳ. Ὁ ἐκδότης τῆς Ἑλληνικῆς Νομοθεσίας, ὁ ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας δοκιμώτατος δημόσιος ὑπάλληλος οὗτος, ὁ θετικώτατος αὐτὸς ἀνὴρ, βεβαίως πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ ἰδεολόγος. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλει ἔχομεν τὴν γνώμην αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁμιλῶν, τὴν τελευταίαν Παρασκευήν, περὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐκτάκτου ἐφεδρείας, ὁ κ. Πρωθυπουργός, κατέκρινε τὴν ἐκ τῶν προτέρων καταδίκην τῶν Νόμων, καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς τοὺς Βουλευτὰς ᾐτήσατο τὴν συνδρομὴν αὐτῶν: «Θέλομεν ἐκτελέσει τὸν Νόμον,» εἶπε, «διὰ πάσης ταχύτητος, ἐλπίζον«τες καὶ εἰς τὴν συνδρομὴν ὑμῶν τῶν ἰδίων Βουλευτῶν πάσης «ἀποχρώσεως, ὡς ἐχόντων τὴν δέουσαν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις δύ«ναμιν.» Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προκειμένου περὶ τῆς ἐφαρμογῆς νόμου ἀπαιτοῦντος θυσίας πραγματικάς, ᾐσθάνθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησίς του μόνη καὶ ἡ τῆς μερίδος του συνδρομὴ δὲν ἤρκουν πρὸς ἐπιτυχίαν αὐτοῦ,—ἀπετάθη δὲ πρὸς ὅλους τοὺς Βουλευτὰς καὶ ἐπεκαλέσθη τὴν κοινὴν σύμπραξιν πρὸς τοῦτο καὶ μόνον. Δὲν δικαιοῦμαι ὅμως καὶ ἐγὼ τὴν σύμπραξιν ταύτην νὰ ζητήσω διὰ γενικώτερα, καὶ ἐθνικώτερα προκειμένου περὶ τοῦ συνόλου μιᾶς ἐνεργείας; Ὅτι ἐζητήσατε ὑμεῖς, Κύριε Πρωθυπουργέ, ἀπὸ ἑκατὸν ὀγδοήκοντα Βουλευτῶν, δὲν δικαιοῦνται οὗτοι νὰ ζητήσωσιν, ἀπὸ πέντε πολιτευομένων, καλοῦντες αὐτοὺς εἰς κοινὴν ἐνέργειαν ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ σκοποῦ; Ὅ,τι λοιπὸν ζητοῦμέν τινες δὲν εἶναι φαντασμαγορία οὔτε ἐξαγόμενον ἐμπνεύσεως ποιητικῆς, εἶναι τὸ ἐξαγόμενον τῆς συνταγματικῆς ἱστορίας τοῦ μεγάλου ἔθνους τῶν Ἄγγλων, εἶναι γνώμη, ἣν ὑπεστήριξαν καὶ ἐν λόγοις καὶ ἐν ἔργοις οἱ πρακτικώτατοι τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς καθ’ ἡμᾶς ἐποχῆς. Σᾶς ὑπέμνησα τὰ ὀνόματα τοῦ Πίττ, τοῦ Γρέϋ, τοῦ Γραίνβιλλ, τοῦ Πήλ, τοῦ Ἄβερδην, τοῦ Κάνιγγος, τοῦ Παλμερστών. Νομίζω, ὅτι ταῦτα ἀρκοῦσι νὰ πείσωσιν οἱονδήποτε, ὅτι ἡ ἰδέα ἡμῶν δὲν εἶναι ἀποῤῥιπτέα, οὔτε νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς γελοία, καὶ τὰ τοιαῦτα ὑπουργεῖα τὰ ὑπὸ τοιούτους ὅρους σχηματιζόμενα ν’ ἀποκληθῶσιν ἐμπαικτικῶς Ὑπουργεῖα ἡγουμενικὰ ἢ οἰκουμενικά, ἀφοῦ ὑπεστηρίχθησαν παρὰ τῶν ἐξοχωτέρων πολιτικῶν ἀνδρῶν. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τὸ καθ’ ἡμᾶς. Αἱ ἐνεστῶσαι περιστάσεις εἶναι τοιαῦται, ὅπως ὑπαγορεύσωσι τὸν σχηματισμὸν τοιούτου Ὑπουργείου; Καὶ τοιοῦτο Ὑπουργεῖον σχηματιζόμενον δύναται νὰ ἔχῃ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα; Καὶ ἐπὶ τούτου, Κύριοι, δὲν θὰ φέρω τὴν ἰδίαν γνώμην· θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἐπιστολὴν, ἣν ὁ μέγας Πίττ ἀπηύθυνε, κατὰ τὸ 1801, πρὸς τὸν Ἀρχικαγγελάριον, ὅπως τὴν ἀνακοινώσῃ τῷ Βασιλεῖ. Ἡ ἐπιστολὴ αὕτη εἶναι πολιτικὴ διαθήκη μεγίστης σπουδαιότητος καὶ ὑψίστης πολιτικῆς φρονήσεως εὐαγγέλιον, ἔχει δὲ καθ’ ὁλοκληρίαν ἐφαρμογὴν εἰς τὰς ἐνεστώσας περιστάσεις ἡμῶν. Ἀναγινώσκω αὐτήν, φέρουσαν ἡμερομηνίαν τῆς 6 Μαΐου 1804. «... Ἡ γνώμη μου στηρίζεται ἐπὶ τῆς στερεᾶς πεποιθήσεως, ὅτι, ὡς εἶναι κρίσιμος ἡ στάσις τῶν πραγμάτων τῆς Πατρίδος ἡμῶν, τῆς Εὐρώπης ἐν γένει καὶ τῶν πολιτικῶν κομμάτων ἐσωτερικῶς, πλέον ἢ πότε ἄλλοτε εἶναι ἀπαραίτητον καὶ οὐσιῶδες νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ μεγίστη δραστηριότης καὶ ἡ ἰσχὺς, διὰ τῆς συνενώσεως ὅσων οἷόν τε τῶν ἱκανοτήτων καὶ τῶν ἐπιῤῥοῶν, τῶν ἐπιφανῶν, ἐκλεγομένων ἄνευ ἐξαιρέσεως ἀφ’ ὅλων τῶν κομμάτων, χωρὶς νὰ δοθῇ προσοχὴ εἰς τὰς διαιρέσεις καὶ εἰς τὰς διαφωνίας τὰς ἐν τῷ παρελθόντι. Λόγοι κεφαλαιώδεις ἀποδεικνύουσιν εὔνουν τὴν ἐνεστῶσαν στιγμὴν πρὸς τὴν τοιαύτην ἕνωσιν, καὶ ἐὰν ἡ Α. Μ. παράσχῃ τὴν εὐμενῆ ἐπιδοκιμασίαν αὑτῆς θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ δυνηθῶσι πάντες οἱ ἐπιῤῥοὴν ἀσκοῦντες, καὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ἐν τῷ τόπῳ ἄνδρες, ὅπως εἰλικρινῶς συντρέξωσιν εἰς γενικὴν σύμπραξιν, ἱκανὴν νὰ ἐλευθερώσῃ τὸν τόπον ἀπὸ τῶν ὑφισταμένων δυσχερειῶν, καὶ σώσῃ τὴν Εὐρώπην, ἐάν ἐφικτὸν, ἀπὸ τῆς θέσεως, εἰς ἣν σήμερον κατήντησεν. Αἱ συνέπειαι τῆς γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, παγκοίνως ἀναγνωρισθεῖσαι καὶ ἐννοηθεῖσαι, τὰ ἐπὶ τῆς Γαλλίας, ἐπὶ τῆς Εὐρώπης, καὶ ἐπὶ τοῦ κόσμου ὅλου ἀποτελέσματα αὐτῆς, οὐχ ἧττον ἢ ἡ ἐνεστῶσα πολιτικὴ καὶ ὁ χαρακτὴρ τοῦ πρώτου Ὑπάτου, γενικὸν κατέστησαν τὸν πόθον, ὅπως πᾶσαι αἱ δυνάμεις καὶ πᾶσαι αἱ ἱκανότητες τοῦ Τόπου ἑνωθῶσιν, ὅπως ἀποκρούσωσι τὸν ἐνεστῶτα κίνδυνον. Ἀπέναντι δὲ τοιούτου σκοποῦ, αἱ διαφωνίαι αἱ μεγάλαι καὶ σπουδαῖαι, αἱ ἐν τῷ τόπῳ ἐπικρατοῦσαι, πρέπει νὰ παροραθῶσιν, ἀντικαθιστάμεναι διὰ πρακτικῆς συνεννοήσεως. Ἀλλ’ ὁ Πίττ δὲν λησμονεῖ νὰ ἐκθέσῃ τὰ πλεονεκτήματα τοῦ συνδυασμοῦ του. Εἰς τοῦτο δὲ παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας. Ἰδοὺ πῶς ἐκθέτει ταῦτα. «Τὰ πλεονεκτήματα, ἅτινα κέκτηται τὸ προεκτεθὲν σύστημα, εἶναι τόσον προφανῆ, ὥστε δὲν ἐπίκειται ἡ ἀνάγκη μακρᾶς ἀναπτύξεως αὐτῶν. «Καὶ ἂν ὁ Τόπος ὁμόφωνος καὶ ἔνθους ἐπιδοθῇ εἰς τὰς προσπαθείας του κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, ὁ ἀγὼν ὁ ἐνεστὼς ἔσεται πιθανὸν μακρὸς, θὰ συνοδευθῇ ἀπὸ πολλῶν καὶ ἐπαχθῶν βαρῶν, ἅτινα σκληρῶς θὰ βαρύνωσιν ἐπὶ τὰ εἰσοδήματα καὶ ἐπὶ τῆς ἀνέσεως πασῶν τῶν κοινωνικῶν τάξεων. Ὑπὸ περιστάσεις τοιαύτας, καὶ ὑπ’ ὄψιν λαμβανομένης τῆς ἀναποδράστου πιθανότητος ὀλεθρίων συμβάντων κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου, ἢ τῶν ἐκ τῶν ὡρῶν τοῦ ἔτους ἐπαυξανομένων δυσχερειῶν, δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἀναγνωρίσω, ὅτι τὸ σύστημα, ὅπερ προτείνω, θὰ παράσχῃ ἡμῖν τὴν βεβαιότητα, ἄλλως ἀνέφικτον, ὅτι θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀνθέξωμεν κρατερῶς ἐν τῇ πάλῃ, ἕως οὗ κατορθώσωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν ἔκβασιν αὐτῆς εὐτυχῆ καὶ ἔντιμον.» Ὁ μέγας αὐτὸς ἀνὴρ εἶχε πρὸ ὀφθαλμῶν ἰσχυρὸν Κράτος, πλούσιον, ἔχον τὰς ἀποθήκας πλήρεις καὶ κατειλημμένον ὑπὸ ἐνθουσιασμοῦ· ἀλλ’ ὅμως ἀναγνωρίζει, ὅτι κυβέρνησις, περιλαμβάνουσα ὅλας τὰς ἱκανότητας, ἠδύνατο μόνη νὰ καταστήσῃ τὸ ἔργον τῶν θυσιῶν εὐχερές· διότι τοιοῦτον ὑπουργεῖον ἔμελλε νὰ ἐμπνεύσῃ τὴν ἀπόλυτον καὶ τυφλὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ τόπου. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἑτέρα σκέψις πολὺ σπουδαιοτέρα, ἡ τῆς ἐπιῤῥοῆς τῆς τοιαύτης Κυβερνήσεως ἐπὶ τὰ ἔξω. Ἰδοὺ τὸ σπουδαιότατον μέρος τοῦτο τῆς ἐπιστολῆς του. «Αἱ αὐταὶ σκέψεις, αἵτινες ἐφαρμόζονται εἰς τὸν τόπον ἡμῶν, ἐπίσης ἐὰν μὴ μᾶλλον ἀποτελεσματικῶς, θὰ ἐπηρεάσωσιν ἐπὶ τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐνεργειῶν καὶ προσδοκιῶν ἡμῶν, Κυβέρνησις στερεὰ καὶ ἰσχυρὰ, μὴ παρακωλυομένη πλέον καὶ μὴ σκληρυνομένη ἐξ ἀντιπολιτεύσεως ἰσχυρᾶς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἢ ἐν τῷ τόπῳ, ἔσεται ὁ ἄριστος, καὶ ἴσως ὁ μοναδικὸς τρόπος, ὅπως ἀποκτήσωμεν τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ξένων Δυνάμεων, καὶ ἐπωφεληθῶμεν τῶν εὐνοϊκῶν περιστάσεων, καὶ ἑνώσωμεν αὐτὰς αὖθις εἰς μεγάλην καὶ κοινὴν προσπάθειαν, πρὸς ταπείνωσιν τῆς Γαλλίας καὶ περιορισμὸν αὐτῆς ἐντὸς τῶν νομίμων ὁρίων. «Αὗταί εἰσιν αἱ κυριώταται σκέψεις, αἵτινες μὲ ὡδήγησαν, ὅπως ἐν βάθει συνειδήσεως πεισθῶ, ὅτι, ἄλλως ἢ ὅπως διετύπωσα, δὲν εἶναι δυνατὸν κρεῖττον νὰ ἀσφαλισθῇ ἡ δόξα καὶ ἡ εὐημερία ἡ μέλλουσα τοῦ Κράτους ἡμῶν.» Ὁ Πίττ λοιπὸν ἔκρινεν, ὅτι μόνον Κυβέρνησις, περιλαμβάνουσα πάντας τοὺς κομματάρχας τῆς Ἀγγλίας καὶ τοὺς πρωτεύοντας πολιτικοὺς αὐτῆς, ἔμελλε νὰ ἐμπνεύσῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ ἔξω· διότι αἱ ξέναι Δυνάμεις δύνανται πάντοτε νὰ προέλθωσιν εἰς θετικωτέρας διαπραγματεύσεις καὶ εἰς εὐρυτέρας, ὅταν ἔχωσιν ἐνώπιον αὐτῶν κυβέρνησιν ἰσχυρὰν καὶ οὐχὶ ἀσθενῆ. Ἐὰν ἐν τῇ ἐπιστολῇ ταύτῃ ἀλλάξητε τὰ ὀνόματα καὶ ἀντὶ τῆς Ἀγγλίας θέσητε τὴν Ἑλλάδα, ἀντὶ δὲ τῆς Γαλλίας τὴν Ἀνατολὴν καί τινας ἄλλας Δυνάμεις, ἔχετε ὁλόκληρον τὴν εἰκόνα τοῦ ἐνεστῶτος ἡμῶν καὶ τὸν λόγον τῆς γνώμης, ἣν ὑποστηρίζομέν τινές. Κυβέρνησις οὕτω πως σχηματιζομένη, περιλαμβάνουσα πάντας τοὺς πρωτεύοντας πολιτικοὺς, θὰ ἐμπνεύσῃ ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν τόπον, ὅτι γίνεται σπουδαία σκέψις περὶ τῶν παρασκευῶν, καὶ περὶ τῆς στρατιωτικῆς διοργανώσεως αὐτοῦ. Εἰς τοιαύτην Κυβέρνησιν θὰ προσφέρῃ ὁ τόπος οἱανδήποτε θυσίαν, περιττὸν δὲ νὰ ζητῆται πλέον παρὰ τῶν κυβερνήσεων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἡ προσωπικὴ συνδρομὴ τῶν Βουλευτῶν. Ἀλλ’ ὅπερ εἶναι τὸ μέγιστον, διὰ τοῦ σχηματισμοῦ τοιαύτης Κυβερνήσεως, θὰ ἐμπνεύσωμεν ἐμπιστοσύνην καὶ εἰς τὴν Ἀνατολὴν καὶ εἰς τὴν Δύσιν, διότι αἱ Δυνάμεις θὰ ἔχωσιν ἀπέναντί των Κυβέρνησιν ἰσχυρὰν, πράγματι ἀντιπροσωπεύουσαν τὸν τόπον καὶ ἐκθύμως καὶ ἐνθουσιωδῶς ὑπὸ τοῦ τόπου ὑποστηριζομένην. Ἀληθῶς τὰ πλεονεκτήματα ἐκ τοιαύτης Κυβερνήσεως εἶναι τόσῳ καταφανῇ ὥστε περιττὸν νὰ ἐκτείνω περισσότερον ἐπ’ αὐτῶν τὸν λόγον. Ἀλλὰ, Κύριοι, εἶναι ἆρά γε ἀκατόρθωτος παρ’ ἡμῖν ἡ ἵδρυσις τοιαύτης Κυβερνήσεως; Δὲν τὸ παραδέχομαι. Τὰ κόμματα δὲν διακρίνουσιν ἐν τῇ Ἑλλάδι ἡμῶν ῥιζικαὶ διαιρέσεις, κοινωνικαὶ, ὅπως ἐν Ἀγγλίᾳ· ἡμεῖς δὲν ἔχομεν Ἀριστοκρατίαν, παλαίουσαν κατὰ τοῦ Δήμου, οὐδὲ μοναρχίαν ἀπόλυτον ἔχουσαν ἀρχαῖα προνόμια, ἢ Ἐκκλησίαν, συγκεκροτημένην ὡς κράτος ἐν κράτει. Ἔχομεν τοὐναντίον ἐπὶ ὡρισμένου θέματος, τοῦ τῶν πολεμικῶν παρασκευῶν καὶ ἐπὶ τῆς ἀνάγκης νὰ σκεφθῶμεν ἂν ἡ στρατιωτικὴ σύνταξις τοῦ τόπου ἐντὸς βραχέος χρόνου δύναται νὰ κατασταθῇ ἀξία νὰ ὑπηρετήσῃ τὸ Ἑλληνικὸν μέλλον, πλήρη καὶ τελείαν σύμπνοιαν, ἣν διαπρυσίως πανταχόθεν κηρύσσομεν. Πλὴν δὲ τούτου δὲν ἔχομεν ἡμεῖς Βασιλέα, οἷον εἶχεν ἡ Ἀγγλία, εἴτε ἀντικείμενον εἰς τὰς τοιαύτας ἑνώσεις, εἴτε ἔχοντα ἀντιπαθείας προσωπικὰς κατὰ πολιτευομένων, ὅπως ἐκ τούτου ματαιωθῶσιν αἱ πολιτικαὶ ἑνώσεις, ὡς ἐματαιώθησαν ἐπὶ Πίττ. Ἔχομεν, ἀνθ’ ὅλων τούτων, τὴν γενικὴν ἔκφρασιν τοῦ τόπου· διότι βεβαίως πρέπει νὰ ᾖναί τις λίαν κατειλλημένος ὑπὸ τῆς αὐταρεσκείας, ὅπως ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἡ ἰδέα, ἣν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Γόρτυνος καὶ ἐγὼ ἄλλοτε ἐλάβομεν τὴν τιμὴν νὰ προβάλωμεν ἐνώπιόν σας, δὲν ἀπήλαυε τῆς ψήφου ὁλοκλήρου τοῦ ἐλευθέρου καὶ τοῦ ὑποδούλου Ἑλληνισμοῦ· διότι καὶ οἱ ἐλεύθεροι καὶ οἱ ὑπόδουλοι Ἕλληνες ἀπαιτοῦσιν εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις νὰ ὑπάρξῃ ἀληθῶς ἰσχυρὰ καὶ ἐνθουσιωδῶς ὑποστηριζομένη Κυβέρνησις. Οὐδεὶς ὑπάρχει οὔτε ἐξ ἀντικειμένου λόγος, πείθων, ὅτι τοιοῦτός τις συνδυασμὸς δύναται νὰ ἀποτύχῃ ἐν τῇ Ἑλλάδι. Παρακαλῶ τοὺς πρωτεύοντας ἐκ τῶν πολιτευομένων νὰ μὴ ἀφήσουν νὰ πιστευθῇ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἔθνους καὶ νὰ μὴ ἀναγράψῃ ἡ ἱστορία μίαν ἡμέραν, ὅτι ἐν κρισίμῳ ὥρᾳ τοῦ Ἑλληνισμοῦ δὲν ἔδωκαν τὰς χεῖρας πρὸς ἀλλήλους, ὅπως σχηματίσωσι κυβέρνησιν ἰσχυρὰν, ἕνεκεν λόγων ἐξ ὑποκειμένου. Εἶναι λυπηρὸν ἐν ταῖς ἐνεστώσαις περιστάσεσιν, ἐν τῇ χώρᾳ, ἥτις μνημονεύει τὸ παράδειγμα τοῦ Θεμιστοκλέους καὶ τοῦ Ἀριστείδου, νὰ φανῶμεν ἥττονες νεωτέρων ἐθνῶν εἰς τὴν πολιτικὴν φρόνησιν καὶ τὰ δείγματα τῆς φιλοπατρίας. Ζητῶ συγγνώμην, Κύριοι, ἂν παρέτεινα ἐπέκεινα τοῦ δέοντος τὴν ὁμιλίαν μου· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ θέμα δὲν εἶναι μικρὸν καὶ ὅτι ἐδεῖτο εὐρυτέρας ἐξηγήσεως. Πολιτευόμενος καὶ ἐγὼ, ἔκρινα ἐπάναγκες νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου, κατὰ κρίσιμον στιγμὴν τῆς πατρίδος· ἐξήνεγκα δὲ ταύτην ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, καὶ τὴν ὑπεστήριξα ὅσῳ αἱ ἀσθενεῖς δυνάμεις μου μοὶ τὸ ἐπιτρέπουν. Δὲν θέλω νὰ παρουσιασθῶ μετ’ ὀλίγον ἐνώπιον τῶν Ἐκλογέων μου καὶ νὰ κατηγορηθῶ παρ’ αὐτῶν, ὅτι ἐδειλίασα νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου, διότι εἶδον αὐτὴν καταδικαζομένην ὑπὸ ἐγκρίτων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ὅτι δὲν κατέβαλον πᾶσαν δύναμιν, ὅπως τὴν ὑποστηρίξω, κατὰ τῆς αὐθεντίας αὐτῶν. Συμπεραίνων, ἀποδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ Κ. Δεληγεώργη, ὅτι τὸ κύριον ζήτημα, ἐφ’ οὗ ὀφείλομεν νὰ ἀσχοληθῶμεν, ἰδίως κατὰ τὰς ἐνεστώσας περιστάσεις, εἶναι ἡ σύστασις ἰσχυρᾶς Κυβερνήσεως, ἀπολαμβανούσης τῆς ἐνθουσιώδους καὶ ἀνεξελέγκτου ὑποστηρίξεως τοῦ Τόπου. Κυβέρνησις, ἥτις δὲν εἶναι βεβαία περὶ τῆς αὔριον, ἥτις μόλις ζῇ, Κυβέρνησις, ἥτις δὲν γνωρίζει ἂν πρέπῃ νὰ προφυλαχθῇ μᾶλλον ἀπὸ τῶν φαινομένων φίλων της καὶ ὑποστηρικτῶν της ἢ ἀπὸ τῶν κεκηρυγμένων ἀντιπάλων της, ἡ τοιαύτη Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἐκείνη, ἣν ἀπαιτοῦσιν αἱ περιστάσεις αἱ παροῦσαι. Ἦτο λίαν πατριωτικὴ ἡ φωνὴ τοῦ Κ. Δεληγεώργη, ὅπως σχηματισθῇ Κυβέρνησις ἰσχυρά. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἰς τὰς μεγάλας ἐθνικὰς κρίσεις δὲν ἀρκεῖ ἡ τυπικὴ πλειοψηφία Βουλῆς τινος, ὅπως σχηματισθῇ Κυβέρνησις ἀνταξία τῶν περιστάσεων· ἀπαιτεῖται αἱ κυβερνήσεις νὰ ἔχωσι ὑπὲρ αὑτῶν τὴν γνώμην τοῦ Τόπου τὴν ὁμόφωνον. Τοιαύτην δὲ ὑποστήριξιν καὶ ὁμόφωνον παραδοχὴν ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι μία μόνη Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐλπίσῃ, ἐκείνη ἥτις θὰ σχηματισθῇ ἐπὶ τῶν βάσεων καὶ ἐπὶ τῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ὁ μέγας πολίτης τῆς Ἀγγλίας ὑπεστήριξε, διετύπωσε καὶ ἐπραγματοποίησε.
§90ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Περὶ τίνος καὶ ἕνεκα τίνος συζητοῦμεν; ἕνεκα τίνος; Ἡ Βουλὴ ἐξέφρασε μίαν εὐχὴν, ὅτι ἐπιθυμεῖ τὴν συνέχειαν τῶν ἐργασιῶν της μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἐνεστώσης συνόδου καὶ ἀπηύθυνε περὶ τούτου ἐρώτησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπιθυμοῦσα νὰ μάθῃ ἂν ἡ Κυβέρνησις σκοπεύῃ νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ Στέμματος πρὸς ταχεῖαν συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς. Ἡ εὐχὴ καὶ ἡ ἐπερώτησις ἐκείνη οὐδεμίαν εἶχεν οὔτε ἰδέαν οὔτε ὑπόνοιαν ἐχθρικὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο ἁπλῶς καὶ μόνον ἔκφρασις τῆς συνειδήσεως τῆς Βουλῆς, τῆς συνειδήσεως ἑκάστου βουλευτοῦ, διότι καὶ ἡ Βουλὴ (δὲν πιστεύω νὰ μοὶ διαμφισβητηθῇ τὸ τοιοῦτον) καὶ ἕκαστος βουλευτὴς, ὡς ἄτομον, αἰσθάνεται ὅτι οὐδέποτε κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἡμῶν συνήχθη τὸ Κοινοβούλιον εἰς σύνοδον πρὸς ἐργασίαν τόσῳ σπουδαίαν, οἵα ἡ περὶ ἧς ἐκλήθημεν κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν σύνοδον· ἀλλὰ δυστυχῶς, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, ἡ σύνοδος πλήρης παρῆλθε, τὸ ἑξάμηνον πλῆρες ἐκπνέει, καὶ οὐδὲν ἢ σχεδὸν οὐδὲν ἐφ’ ὅσων ἐκλήθημεν ν’ ἀποφασίσωμεν ἐπερατώθη. Τοῦτο αἰσθανομένη ἡ Βουλὴ, ἐζήτησε τὴν συνέχειαν τῶν ἐργασιῶν της, ἐλπίζουσα ὅτι, ἐὰν ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου ἕως σήμερον δὲν ἐξεπλήρωσεν ἐκεῖνο, ὅπερ ὤφειλε νὰ ἐκπληρώσῃ, θὰ τὸ ἐκπληρώσῃ κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον ἡμῶν. Ἡ Κυβέρνησις ἀπήντησε καὶ ἀπήντησε σκεφθεῖσα, καὶ ἡ ἀπάντησις ἦτον, ὅτι σκεφθεῖσα ἐπείσθη ὅτι τῳόντι ὑπάρχουν ζητήματα ἐκκρεμῆ, τὰ ὁποῖα ἀνάγκη νὰ ψηφισθῶσι ταχέως ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἑπομένως λίαν προσεχῶς τὴν Βουλὴν θὰ συγκαλέσῃ. Δι’ ἐμὲ ἡ ἔκφρασις, ἡ ὑπόσχεσις αὕτη τῆς Κυβερνήσεως, διδομένη ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, εἶναι ἐπαρκής. Ἐξεφράσθησαν ὅμως ὑπόνοιαι περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας, περὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῆς ὑποσχέσεως ταύτης· οἱ ἐκφράσαντες τὴν ὑπόνοιαν ταύτην ἔχουσι κατά τι δίκαιον, ἀναμιμνησκόμενοι ἴσως τὸ παρελθόν· ἐνθυμοῦνται ἴσως ὑπόσχεσιν ἄλλοτε δοθεῖσαν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ μὴ πραγματοποιηθεῖσαν· ἀλλ’ αἱ ἐποχαὶ ἐκεῖναι παρῆλθον καὶ ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ οὐδεμίαν ὑποψίαν ἢ ὑπόνοιαν τρέφω ἢ δύναμαι νὰ θρέψω. Ὡς τίμιος ἄνθρωπος πρὸς τιμίους ἀνθρώπους ἀποτεινόμενος ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.......
§91ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
§92ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. — Ἐντεῦθεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἔδωκεν ὑπόσχεσιν πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, τὴν ὁποίαν δὲν θέλει δυνηθῆ ποτε νὰ ἀθετήσῃ.
§93ΧΟΪΔΑΣ. Καὶ ἐγὼ τὸν λόγον μετὰ τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον.
§94ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ «λίαν προσεχῶς» δὲν δύναται ἄλλο νὰ σημαίνῃ εἰμὴ τὸ ἐντεῦθεν τοῦ ἡμίσεος τοῦ καιροῦ, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς νῦν συνόδου μέχρι τοῦ Νοεμβρίου· πρέπει δὲ νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι κατὰ τὸ ἐντεῦθεν ἥμισυ τοῦτο θέλει προσκληθῆ ἡ Βουλὴ καὶ εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἐμπορῇ νὰ συνέλθῃ καὶ μείνῃ ἐργαζομένη ἐπὶ δύο τοὐλάχιστον μῆνας, καὶ ἑπομένως δὲν δύναμαι ν’ ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑποσχεθεῖσα τὴν συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς, ὅπως ψηφίσῃ τὰ ἐκκρεμῆ σπουδαῖα ζητήματα, θέλει τὴν συγκαλέσει τοὐλάχιστον ἐντὸς τοῦ πρώτου δεκαπενθημέρου ἢ ἐντὸς τοῦ δευτέρου δεκαημέρου τοῦ Ἀπριλίου, διότι, ἐὰν τὴν προσκαλέσῃ κατὰ τὸ τέλος τοῦ Μαΐου ἢ τὸν Ἰούνιον, ἢ δὲν θέλουσι συνέλθει οἱ βουλευταὶ ἢ δὲν θὰ προφθάσῃ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκκρεμῆ.
§95ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐὰν τοῦτο δὲν συμβῇ;
§96ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν τοῦτο δὲν συμβῇ, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω, ἐὰν συμβῇ τῳόντι νὰ μείνωσι τὰ νομοσχέδια ἐκκρεμῆ ἕνεκα τῆς μὴ ἐγκαίρου συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς, ἡ εὐθύνη δὲν θὰ ᾖναι εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δὲν θέλω διστάσει νὰ εἴπω εἰς τοὺς ἐντολεῖς μου, ἐπίστευσα εἰς δοθεῖσαν ἐπίσημον ὑπόσχεσιν, διότι ὡς τίμιος ἄνθρωπος δὲν ἠδυνάμην νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἡ ὑπόσχεσις αὕτη ἦτο δυνατὸν νὰ ψευσθῇ· ἔχω δὲ ἀδιάσειστον πεποίθησιν, ὅτι τὰ ἔργα θέλουν ἐπικυρώσει τοὺς λόγους μου. Δευτέρα ἐπερώτησις ἀπευθύνθη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ ἐπασχολήσῃ καὶ ἐπασχόλησε τὴν Βουλὴν καθ’ ὅλην τὴν σύνοδον, ἀλλ’ οὐδὲν ἐγένετο δυστυχῶς, ἐννοῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν παρασκευῶν. Ἡ Κυβέρνησις καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἀπήντησεν, ἐξέθεσε τὰς ἰδέας της, ἀλλὰ τὴν πραγματοποίησιν αὐτῶν ἐξήρτησεν ἀπὸ μίαν συνθήκην, ἀπὸ ἕνα ὅρον, τὴν ἐνθουσιώδη ὑποστήριξιν τοῦ Κοινοβουλίου· ἄνευ τῆς ὑποστηρίξεως, τῆς ἐνθουσιώδους ταύτης ὑποστηρίξεως, εἶπεν ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀδύνατον εἴτε ἡ νῦν εἴτε ἄλλη Κυβέρνησις νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ ἔργον τῶν προπαρασκευῶν. Ἡ φράσις αὕτη τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ ἀφορμὴν ἔδωκεν εἰς πολλὰ σχόλια. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ πρὸ μικροῦ ἀπὸ τοῦ βήματος καταβάντος ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς ἐπεξέτεινε τὸν κύκλον τῶν σχολίων τούτων. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς δὲν περιωρίσθη μόνον, — τὸ ὁποῖον ἴσως καὶ μόνον ἔπρεπε νὰ κάμῃ, — ν’ ἀποδείξῃ πρὸς τὸν κ. πρωθυπουργὸν ὅτι ζητῶν ἐνθουσιώδη ὑποστήριξιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ἐντὸς τῆς Βουλῆς ταύτης, ζητεῖ τὰ ἀδύνατα καὶ ὅτι ἐξαρτῶν τὴν πραγματοποίησιν τῶν περὶ παρασκευῶν σχεδίων αὑτοῦ ἀπὸ ἕνα ὅρον ἀδύνατον, ὑποπίπτει αὐτὸς εἰς τὸ λάθος διὰ τὸ ὁποῖον δικαίως κατέκρινεν ἐκείνους ὅλους ὅσοι ἐζήτησαν καὶ ζητοῦσιν ἀδύνατα· ἀλλὰ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς θέλων νὰ ἐξηγήσῃ καὶ τὰ αἴτια διὰ τὰ ὁποῖα ἐνθουσιασμὸς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ δὲν ὑπάρχει, ἠθέλησε νὰ ἐκτείνῃ τὴν ἔλλειψιν τοῦ ἐνθουσιασμοῦ τούτου εἰς ὅλον τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, ἠθέλησε νὰ ῥίψῃ ἀμφιβολίας ὅτι τὸ ἔθνος δὲν συναισθάνεται καθὼς πρέπει νὰ συναισθανθῇ τὸ κρίσιμον τῆς στιγμῆς, διότι δὲν φαίνεται πρόθυμον νὰ συνεισφέρῃ τὰ ποσὰ ὅσα συνεισέφερον ὑπὲρ τῆς πατρίδος αὑτῶν εὑρεθείσης εἰς περιστάσεις ὁμοίας τῆς ἰδικῆς μας οἱ βαθύπλουτοι Ἄγγλοι. Ἐὰν μὲ τοῦτο καὶ μεθ’ ὅσα ἄλλα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς ἠθέλησε νὰ δείξῃ, ὅτι ἀμφιβάλλει, ἐὰν τὸ ἔθνος συμμερίζεται τὴν ἰδέαν τῶν παρασκευῶν, ὅτι δὲν ἐξεφράσθη περὶ αὐτῶν, τοῦ ἐνθυμίζω ὅτι πρὸ πολλοῦ χρόνου, ὄχι σήμερον, ὅτε ἡ ἰδέα καὶ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου ἀλλὰ εἰσῆλθε καὶ εἰς ἄλλας πλέον μεμακρυσμένας ἐποχὰς ὁ τελευταῖος ἐργάτης, ὁ τελευταῖος μάγειρος, ὁ τελευταῖος τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων, προσέφερεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ ἐθνικοῦ στόλου καὶ εἰς ἄλλας τοιαύτας ἐπιτροπὰς, αἱ ὁποῖαι περὶ παρασκευῶν φροντίζουσι, τὸν ὀβολόν των· καὶ ἂν ἦναι ζήτημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ γενικὴ γνώμη τοῦ ἔθνους ἐξεφράσθη διὰ καθολικῆς ὁμογνώμου ψήφου, εἶναι τοῦτο τὸ ὑπὲρ στρατιωτικῶν παρασκευῶν. Ἀλλὰ τὴν μὴ πραγματοποίησιν τῆς ἰδέας ταύτης ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς ἠθέλησε νὰ ἐξηγήσῃ καὶ τὴν ἐξήγησε θέτων ἐπὶ τοῦ σκίμποδος τοῦ κατηγορουμένου ἀλληλοδιαδόχως πάντας τοὺς πρωθυπουργοὺς τῆς Ἑλλάδος. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ παρουσιασθῶ ὡς ὑπερασπιστὴς ὅλων τῶν κατηγορουμένων πρωθυπουργῶν, οὔτε οἱ ἀξιότιμοι οὗτοι πρωθυπουργοὶ ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς ἰδικῆς μου φωνῆς διὰ νὰ ὑπερασπισθῶσιν. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν κατηγορηθέντων ἔθεσε καὶ τὸν πρωθυπουργὸν ἐκεῖνον μετὰ τοῦ ὁποίου πρὸ πολλοῦ συνδέομαι· μεταξὺ τῶν κατηγορηθέντων τούτων κατηγόρησε καὶ τὸν κ. Τρικούπην, εἰπὼν ὅτι εἰς τὸ ὑπουργεῖόν του οὐδὲν ἐφρόντισε περὶ τῆς προπαρασκευῆς τοῦ ἔθνους. Κατηγορούμεθα, καὶ πρέπει νὰ παραχωρήσητε, κύριοι, εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τὴν ἐλευθερίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐδώσατε εἰς τὴν κατηγορίαν. Κατηγορούμεθα, καὶ ἀφοῦ ἐπετρέψατε ν’ ἀναπτυχθῶσιν ἐνώπιόν σας τόσα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ξένα τοῦ παρόντος ζητήματος καὶ ἀποτελοῦσι τὴν ἱστορίαν ξένων ἐθνῶν, πρέπει νὰ ἐπιτρέψητε ν’ ἀναπτυχθῶ καὶ ἐγὼ ἐνώπιόν σας οὐχὶ ἐπὶ τῆς ἱστορίας τῶν ξένων, οὐχὶ ἐπὶ τῆς καθόλου ἱστορίας τοῦ σημερινοῦ Κοινοβουλίου. Ἐπὶ πόσον ἐκράτησε τὴν πρωθυπουργίαν ὁ κ. Τρικούπης; 5 μόλις μῆνας· εἰς ποίας περιστάσεις προσεκλήθη νὰ δεχθῇ τὴν πρωθυπουργίαν; τὰς ἐνθυμεῖσθε ὅλοι· δὲν εἶχεν ἐνώπιόν του κατὰ τοὺς πέντε τούτους μῆνας διάλυσιν Βουλῆς καὶ ἐκλογάς; ὤφειλε νὰ διευθύνῃ τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας εἰς τρόπον ὥστε νὰ παύσῃ ἡ ἔξαψις, ἡ ὁποία ἐκυρίευε τότε εἰς τὸν τόπον, ὤφειλε νὰ διευθύνῃ τὰς ἐκλογὰς ὥστε ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ καταπαύσωσι τὰ πάθη, ὤφειλε, κύριοι, εἰς τοῦτο πρὸ πάντων νὰ δώσῃ τὴν προσοχήν του, ὤφειλε κυρίως καὶ πρὸ πάντων νὰ ἐπιστατήσῃ, ὡς ἐξουσία, ὅπως ἡ ἐξουσία, τὸ ὑπουργεῖον, μὴ παρακωλύσῃ διόλου τὴν ἐλευθέραν ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ψήφου τῶν ἐκλογέων. Δὲν θὰ μοὶ ἀντιτείνῃ κανεὶς ἐὰν εἴπω, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ ἐκεῖναι ἔγιναν ἐλευθέρως, δὲν θὰ μοὶ ἀντιτείνῃ κανεὶς ἂν εἴπω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον οὐδόλως ἀνεμίχθη εἰς τὴν ἐκλογικὴν πάλην, καὶ ὅτι αἱ ἐκλογαὶ αὗται εἶναι τὸ καθαρὸν ἀπαύγασμα τῆς ψήφου τῶν ἐκλογέων. Παρακαλῶ ὅμως τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Ἀττικῆς νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν αἱ παρελθοῦσαι Βουλαὶ ὡς πρὸς τὴν διαγωγήν των εἶχον ἐλλείψεις ἐνώπιον τοῦ τόπου, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν ὅτι εἶναι Βουλαὶ γενόμεναι διὰ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς ἐξουσίας κατὰ τὰς ἐκλογάς, ἢ τὰς ἐξελέγξεις, καὶ δὲν ἦσαν Βουλαὶ αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἐξαγόμενον τῆς ἐλευθέρας ψήφου τῶν ἐκλογέων, ἡ παροῦσα Βουλὴ ἡ ὁποία εἶναι ἀπαύγασμα ἐλευθέρων ἐκλογῶν, (καὶ ὑποφέρατε ν’ ἀναπτύξω τὴν ἰδέαν μου,) διατὶ δὲν ἐξεπλήρωσεν ὅσα προσεκαλεῖτο νὰ ἐκπληρώσῃ; Εἶναι ἀληθὲς, ἀξιότιμε βουλευτὰ Ἀττικῆς, ὅτι τὸ συμπέρασμα τὸ ὁποῖον ἐκ τούτου ἐξάγουσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἀρυσθῶσιν ἐπιχειρήματα ἐναντίον τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος καὶ ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ τὸ πολίτευμα τοῦτο;
§97ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐγὼ δὲν κατηγόρησα τὸ ὑπουργεῖον Τρικούπη.
§98ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κατηγορήσατε τὸ ὑπουργεῖον Τρικούπη ὅτι δὲν ἔκαμε τίποτε ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν προπαρασκευῶν, καὶ τώρα θέλω νὰ εἴπω διατὶ δὲν ἔκαμε.
§99ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἶπον ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἡ σημαία του ἡ στρατιωτικὴ παρασκευὴ τοῦ τόπου, δὲν εἶπον ὅτι ἐπεμβῆκεν εἰς τὰς ἐκλογάς, μάλιστα εἶπον ὅτι σεῖς εἶσθε ὀπαδοὶ τῆς μεγάλης ἰδέας καὶ ὅτι ἄλλοι δὲν δύνανται ν’ ἀξιώσωσιν ὅ,τι σεῖς δύνασθε ν’ ἀξιώσητε· τοῦτο πολὺ διαφέρει· ἐγὼ δὲν κατηγόρησα.
§100ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νομίζω, ὅτι σᾶς ἐνόησα ὅταν ἠγορεύατε· ἀλλ’ ἐξακολουθῶ τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀπηύθυνα. Εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον θέλουν νὰ ἐξάγωσιν οἱ ἐχθροὶ τοῦ συνταγματικοῦ καὶ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὅτι ἀπεδείχθη διὰ τῆς πείρας ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι διὰ Βουλὴν οὔτε δι’ ἐλευθέρας ἐκλογάς; Σᾶς λέγω ὄχι· διότι ἀρνούμενος τὴν βάσιν τῆς ὑποθέσεώς των εἰς τὴν ἐφαρμογήν, λέγω ὅτι αἱ τελευταῖαι ἐκλογαὶ ἦσαν ἐλεύθεραι καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὴν ἐπέμβασιν ἐκ μέρους τῶν διευθυνόντων τὴν ἐξουσίαν κατὰ τὴν στιγμὴν τῶν ἐκλογῶν, δὲν ἦσαν ὅμως ἐλεύθεραι καθ’ ὅσον ἀπέβλεπε τοὺς θεωρουμένους ὑπὸ τῆς συνειδήσεως ὅλου τοῦ ἔθνους ὡς μέλλοντας νὰ καθέξωσιν εὐθὺς μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἀσφαλῶς καὶ διαρκῶς τὴν ἐξουσίαν. Τὸ ὑπουργεῖον Τρικούπη εὑρέθη κατέναντι τριπλῆς συμμαχίας τῶν 3 μεγάλων κομματαρχῶν τῶν 3 μεγάλων κομμάτων. Δὲν λέγω τι, τὸ ὁποῖον νὰ ᾖναι ἀσύγγνωστον, ἂν εἴπω ὅτι οἱ τρεῖς κομματάρχαι συνεδέθησαν διὰ πρωτοκόλλου, διότι τὰ περὶ τοῦ πρωτοκόλλου καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρ’ ἄλλων ἀνεφέρθησαν. Τὸ ὑπουργεῖον Τρικούπη δὲν ἔθεσεν ὑποψηφίους κατέναντι τῶν ὑποψηφίων τῆς τριπλῆς συμμαχίας· ἦτον ἡ ἀρχή του νὰ μὴ ἀναμιχθῇ καθόλου εἰς τὰς ἐκλογάς· τινὲς ἠθέλησαν νὰ εἴπουν, ὅτι τὸ ἔπραξε, διότι δὲν εἶχε φίλους· ἔστω· καὶ τὸ ἐκ τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου συμπέρασμα εἶναι τὸ ἴδιον, ὅτι δηλαδὴ ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων παρουσιάσθησαν ὑποψήφιοι μόνον τῶν τριῶν κομματαρχῶν, καὶ ὑποψήφιοι συναποφασισθέντες ἐδῶ παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρίστανον ἑαυτοὺς ὡς μέλη τῆς πραγματικῆς τῆς ἀληθοῦς ἐξουσίας, τῆς συμμαχίας ἐκείνης, ἥτις καθὼς διεσαλπίσθη ἀπὸ τὸ ἓν εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον τῆς Ἑλλάδος, εἶχε λύσει τὸ κυβερνητικὸν ζήτημα ἐπὶ τέσσαρα τοὐλάχιστον ἔτη, εἴτε διὰ τῆς ἀπὸ κοινοῦ συμπράξεως καὶ τῶν τριῶν ἐν τῇ κυβερνήσει, εἴτε διὰ τῆς ἀλληλοδιαδόχου διαδοχῆς αὐτῶν εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἡ τριπλῆ λοιπὸν αὕτη συμμαχία, ἡ ἀληθὴς ἐξουσία ἐκείνη, ἐπαρουσιάσθη ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων καὶ ἐπέβαλλε τοὺς ὑποψηφίους της. Οἱ ἐκλεχθέντες βουλευταὶ (παρακαλῶ καὶ πάλιν, κύριοι, ἐπιτρέψατε πλήρη ἐλευθερίαν λόγου εἰς τὴν ὑπεράσπισιν, ὅπως τὴν ἐπετρέψατε εἰς τὴν κατηγορίαν, διὰ νὰ ἴδητε ποῦ ἄγει τὸ συμπέρασμα, καὶ ὅτι ἄγει εἰς τὴν πλήρη καταστροφὴν τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ἐνώπιόν σας ὁ κ. Φιλήμων), οἱ βουλευταί, λέγω, οἱ ἐξελθόντες ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας, δὲν ἦλθον εἰς τὰς Ἀθήνας βεβαίως ὄντες ὑπόχρεοι διὰ τὴν ἐκλογὴν των εἰς τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐκράτει τὴν ἐξουσίαν, διότι τὸ ὑπουργεῖον οὐδεμίαν ἀρωγὴν προσήνεγκεν εἰς αὐτούς, ἀλλ’ ἦλθαν, ὑποχρεωμένοι ἕκαστος διὰ τὸ μέρος του εἰς τὸν κομματάρχην ἐκεῖνον, ὅστις ἐπρότεινε καὶ ὑπεστήριξε τὴν ὑποψηφιότητά του ἐν τῇ συμμαχίᾳ καὶ ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων.
§101ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο (θόρυβος).
§102ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ὑπῆρξα ὑποψήφιος οὐδενὸς κομματάρχου, καὶ τὸ γνωρίζετε καλῶς (θόρυβος).
§103ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁμιλοῦντες, κύριοι, πάντοτε ὁμιλοῦμεν γενικῶς (θόρυβος), ὁμιλοῦμεν πάντοτε γενικῶς, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ἄτομα, καὶ ἐξαιρέσεις. Δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς ν’ ἀρνηθῇ ὅτι ὑπῆρχον ὑποψήφιοι καὶ συνδυασμοί, οἱ ὁποῖοι ἐπεβάλλοντο ὑπὸ τῆς συμμαχίας, καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοὶ ἀρνηθῆτε, ὅτι οἱ ὑποψήφιοι κατὰ τὰς διαφόρους ἐπαρχίας προσδιωρίσθησαν ἀναλόγως μεταξὺ τῶν τριῶν συμμάχων.
§104ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι οὔτε αὐτὸ ἀκριβές (θόρυβος).
§105ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁμιλοῦμεν περὶ τῶν τριῶν συμμάχων, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν καὶ ἐνήργησαν παρ’ ἡμῖν, δὲν ὁμιλοῦμεν περὶ τῆς ἱστορίας τῆς Ἀγγλίας, ἀλλὰ περὶ τῆς ἱστορίας τῆς ἰδικῆς μας, καὶ μάλιστα τῆς σημερινῆς (θόρυβος), καὶ ὡμίλησα περὶ τῶν ὑποψηφιοτήτων ἐκείνων, διότι, καὶ κατὰ τὴν ὁμολογίαν αὐτῶν τῶν ἀξιοτίμων τριῶν κομματαρχῶν, ἰδίως δὲ κατὰ τὴν ὁμολογίαν καὶ τὰς διακηρύξεις τῶν ἀξιοτίμων κκ. Κουμουνδούρου καὶ Ζαΐμη, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐχάλασεν ἕως τώρα τὰς ἐκλογὰς ἦσαν οἱ κατ’ ἐπαρχίας συνδυασμοί, οἵτινες ἐπέφερον καὶ τὰς ἐπεμβάσεις, καὶ διὰ τοῦτο ἐθεώρησαν ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον ὅσον τάχιστα δι’ οἱουδήποτε νόμου νὰ καταστραφῇ τοῦτο, καὶ κυρίως διὰ τῆς μονοψηφίας ἢ μονοκουκίου· οἱ συνδυασμοὶ κατ’ αὐτοὺς ἦσαν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐμπόδισαν τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐκλογῶν, καὶ διὰ τοῦτο εἰσήγαγον τὸν περὶ μονοψηφίας νόμον· οἱ συνδυασμοὶ οὗτοι ὑπεστηρίχθησαν ὑπὸ τῶν βεβαίων διαδόχων τῆς ἐξουσίας, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν συνείδησιν ὅλου τοῦ κόσμου ἔμελλον ἐπὶ 4 ἔτη εἴτε ἐν συμπράξει καὶ τῶν τριῶν εἴτε ἀλληλοδιαδόχως νὰ κρατήσωσι τὴν ἐξουσίαν. Ἐγένετο λοιπὸν ἐπέμβασις τῆς πραγματικῆς ἐξουσίας κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ κατηγορήσουν τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐκλογῶν οἱ ἐχθροὶ αὐτῆς, διότι, ἂν τυχὸν ἀπέτυχεν ἡ πρώτη ἀπόπειρα, ὤφειλε, δι’ ὃν λόγον εἶπα, ν’ ἀποτύχῃ, αἱ κατόπιν ὅμως ἐκλογαὶ (μετὰ τὴν τακτικὴν βεβαίως καὶ Συνταγματικὴν λῆξιν τῆς περιόδου ταύτης) ἂν ἀφεθῶσι ὅλως διόλου ἐλεύθεραι αἱ ἐπαρχίαι, ἐὰν οἱ τότε εὑρισκόμενοι εἰς τὴν ἐξουσίαν ὑπουργοὶ φροντίσωσι νὰ φρουρήσωσι τὴν ψῆφον τοῦ πολίτου, θὰ δώσωσι βεβαίως βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ φέρουν μεθ’ ἑαυτῶν οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν. Ἐνώπιον τῆς τριπλῆς ἐκείνης συμμαχίας εὑρέθη τὸ ὑπουργεῖον Τρικούπη μόλις συνῆλθον ἐδῶ οἱ ἐκλεγέντες. Πρὶν ἢ συγκροτηθῇ ἡ Βουλή, πρὶν τελειώσωσιν αἱ ἐξελέγξεις, ἐπὶ μιᾶς μόνης παρατηρήσεως τῶν ὑπουργῶν ἐκείνων κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς Βονίτσης ἡ τριπλῆ συμμαχία ἐξηγέρθη, καὶ οὐχὶ διὰ συζητήσεως, διὰ ψηφοφορίας τακτικῆς, ἀλλὰ διὰ βοῆς σπαρτικῆς, κατὰ τὸν ἀρχαῖον τρόπον, ὑπεχρέωσε τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποσυρθῇ. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι σήμερον παραπονοῦνται διὰ τὴν νῦν ἀγρίαν κατ’ αὐτοὺς ἐπίθεσιν κατὰ τῶν κυβερνήσεων, πῶς θὰ καλέσωσι τὴν ἐπίθεσιν ἐκείνην κατὰ τῆς κυβερνήσεως Τρικούπη; Ἀπεσύρθη λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον Τρικούπη, ἐβιάσθη ν’ ἀποσυρθῇ, πρὶν παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τί, ποῦ ἠθέλατε νὰ σᾶς καθυποβάλῃ, ἀξιότιμε βουλευτὰ Ἀττικῆς, τὰ περὶ στρατιωτικῆς παρασκευῆς; εἰς ποίαν Βουλὴν νὰ καταθέσῃ τὰ σχέδιά του, τὰς ἰδέας του; Ὅταν ἡ Βουλὴ συνεκροτήθη, μᾶς ἀπηγορεύσατε καὶ τὸν λόγον, μᾶς ἐστερήσατε καὶ τὰ πολιτικὰ δικαιώματα ἐντὸς τῆς Βουλῆς· διεμοιράσθητε εἰς τεχνητὴν πλειονοψηφίαν καὶ μειονοψηφίαν (καὶ τὸ ψηφοδέλτιόν του προσέφερε πρὸς τοῦτο καὶ ὁ φιλελεύθερος καὶ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς) ὅπως μᾶς ἀποκλείσητε ἀπὸ ὅλας τὰς ἐπιτροπάς· οὔτε εἰς μίαν ἐπιτροπὴν οὔτε εἷς ἐκ τῆς μερίδος μας συμπεριελήφθη. Αὕτη ἦτο ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐκείνης εἶχε τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Τρικούπη καὶ οἱ φίλοι του. Ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς ὅτι πράγματι οὐδὲν περὶ παρασκευῶν ἐσκέφθη, ὅτι οὐδὲν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἠδύνατο νὰ παρουσιάσῃ; Τὸ στρατολογικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ Βουλῇ εἰσήχθη παρὰ τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδούρου, δὲν εἶχε προετοιμασθῆ ἀπὸ ἐπιτροπήν, τὴν ὁποίαν εἶχε συστήσει καὶ εἰς τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐργασθῆ ὡς ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ὁ κ. Γεννατᾶς; Ἡ ἐργασία εἶχε γείνει ἐντὸς τῶν 5 μηνῶν, εἰς τοὺς ὁποίους εἶχε μὲ τόσας δυσκολίας νὰ παλαίσῃ τὸ ὑπουργεῖον Τρικούπη.
§106ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω καὶ εἰς τὰ 1871 παρουσιάσθησαν νομοσχέδια στρατιωτικά.
§107ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶπα, κ. Κουμουνδοῦρε, ὅτι τοὺς ἄλλους πρωθυπουργοὺς οὔτε θὰ ὑπερασπίσω ἐγὼ, οὔτε ἔχουν ἀνάγκην νὰ ὑπερασπισθοῦν ἀπὸ ἐμέ· ὁμιλῶ μόνον περὶ τοῦ ὑπουργείου Τρικούπη· ἂν σιωπῶ διὰ τοὺς ἄλλους, δὲν θὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ παραδέχομαι ὅσα κατ’ αὐτῶν εἶπεν ὁ κ. Φιλήμων. Ἐντὸς δὲ τῆς πρώτης ἐκείνης συνόδου ποία ὑπῆρξεν ἡ διαγωγὴ τῆς μερίδος, πρὸς τὴν ὁποίαν τοιουτοτρόπως προσεφέρθητε, ἀξιότιμε βουλευτὰ Ἀττικῆς; ποία ὑπῆρξεν ἡ διαγωγὴ της κατέναντι αὐτῆς ἐκείνης τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία, ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ ἀξιότιμοι τότε ὑπουργοὶ νὰ εἴπω, καὶ μᾶς ἐπίεσε, καὶ μᾶς κατεδίωξεν εἰς τὰς ἐπαρχίας μας ἴσως χειρότερον ἄλλων κυβερνήσεων; ἤμεθα ἡ ἀντιπολίτευσις ἡ φυσικὴ καὶ ἀναγκαία, ἀλλ’ ἡ ψῆφός μας δὲν ἔλειψεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην εἰς τὰ ζητήματα εἰς τὰ ὁποῖα ἐνομίζομεν, ὅτι ἦτο σύμφωνος μὲ τὰς ἰδέας καὶ τὰς ἀρχάς μας, καὶ ἡ γνώμη μας καὶ ἡ ψῆφός μας δὲν ἔλειψεν ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης εἰς ζητήματα εἰς τὰ ὁποῖα τὸ ἄλλο μέρος τῆς συμμαχίας ἐπολεμοῦσε τὴν Κυβέρνησιν. Ἐγένετο λοιπὸν, ἀξιότιμε βουλευτὰ Ἀττικῆς, ἡ ἀπόπειρα τῆς συνενώσεως τῶν τριῶν κομματαρχῶν καὶ ἐγένετο διὰ πρωτοκόλλου ἰδιαιτέρου συζητηθέντος καὶ ὑπογραφέντος εἰς τὸν ἰδιαίτερον κοιτῶνά των· καὶ ἐγένετο διὰ πρωτοκόλλου ὑπογραφέντος εἰς τὰς στιγμὰς τὰς ὁποίας σεῖς ἀπεικονίσατε, διὰ πρωτοκόλλου διὰ τοῦ ὁποίου, ὡς τοὐλάχιστον ἐδημοσιεύθη εἰς ὅλον τὸ ἔθνος, ἐλύετο τὸ κυβερνητικὸν ζήτημα τῆς Ἑλλάδος ὁριστικῶς· ἀλλὰ τὰ ἐξαγόμενά του; κεῖνται ἐνώπιόν μας. Ὑμεῖς ὅμως, ἀξιότιμε βουλευτὰ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος τόσον ἀδίκως κατηγορεῖτε τοὺς ἄλλους, διότι δὲν ἐνήργησαν διὰ τὴν ἐθνικὴν προπαρασκευὴν ὑμεῖς, ὅστις συγκαταριθμεῖσθε μεταξὺ τῶν 18 δημοσιογράφων, οἱ ὁποῖοι, ὅταν ἦλθεν ὁ Χόβαρτ εἰς τὴν Σύρον, ὑπεγράψατε τὸ ἄλλο ἐκεῖνο πρωτόκολλον, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπέσχεσθε δημοσίᾳ, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς δὲν θέλετε ἀπαιτήσει τίποτα ἄλλο παρὰ πάσης Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος, εἰμὴ νὰ ὁπλίσῃ τὸ ἔθνος καὶ νὰ τὸ προετοιμάσῃ ἵνα μὴ ἐκ νέου ὑποστῇ ὁμοίαν τοιαύτην αἰσχύνην, ὑμεῖς, ὅστις ὡς δημοσιογράφος μὲ τὸν εὐφραδῆ κάλαμόν σας ὄχι ὀλίγην ἐπιῤῥοὴν ἐξησκούσατε, ἐν ὅσῳ ἐδημοσιογραφοῦσατε, ἐπὶ τῆς δημοσίας γνώμης, τί ἐκάματε τὸ πρωτόκολλόν σας ἐκεῖνο, πῶς τὸ ἐξετελέσατε; οὐχὶ τότε, οὐχὶ εἰς τὰ 1870 οὐχὶ εἰς τὰ 71, 72, 74, 75, ὅτε τὸ ἐλησμονήσατε ὅλως διόλου, ἀλλὰ καὶ τώρα ἐσχάτως κατὰ τὸ 1876, ὅτε ἤδη τὰ πράγματα ἔβαινον ὀφθαλμοφανῶς ἐκεῖ ὅπου τὰ βλέπομεν σήμερον, τί ἐκάμνατε, ὅταν ἡμεῖς οἱ κατὰ σᾶς μὴ σκεφθέντες διὰ τὴν προπαρασκευὴν τοῦ ἔθνους, ἀφήσαντες κατὰ μέρος πᾶσαν ἀντιπολίτευσιν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐφωνάζομεν διὰ τῶν δημοσιογραφικῶν μας ὀργάνων—ἑτοιμάσατε τὸ ἔθνος, τί κάθεσθε; τὸ ζήτημα τῆς Ἀνατολῆς ἐτέθη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν,— ὑμεῖς, ἀξιότιμε, κύριε βουλευτὰ τῆς Ἀττικῆς ἀξιότιμε κύριε Φιλήμων, ποσάκις δὲν μᾶς ἐχλευάσατε διὰ τῆς ἐφημερίδος σας ὅτι ἀεροβατοῦμεν ζητοῦντες προπαρασκευὰς, διότι, ἐλέγατε, τὰ ἑκατομμύρια ποῦ θὰ τὰ εὕρωμεν; ποσάκις δὲν μᾶς ὠνομάσατε πότε φαντασιολόγους; καὶ ὅμως ἔρχεται ὁ κύριος Φιλήμων, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς, νὰ ἐπικρίνῃ ἡμᾶς ὅτι ἐλησμονήσαμεν τὴν ἰδέαν μας. Ἐνθυμήθη ὅμως οὐχὶ μόνον τοὺς πρωθυπουργοὺς, ἀλλὰ καὶ τὸν ταπεινὸν Λομβάρδον, ὁ ὁποῖος ποτὲ πρωθυπουργὸς δὲν ὑπῆρξε, καὶ ἐθυμήθη νὰ μὲ ἐλέγξῃ ὅτι δῆθεν ἐγὼ ὁ ἄλλοτε θερμὸς ὑποστηρικτὴς τῆς μεγάλης ἰδέας τὴν ἐγκατέλιπον. Παρ’ ἀνδρὸς οἷος ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς, τὸν ὁποῖον σέβομαι καὶ τιμῶ διὰ τὴν γνωστὴν σταθερότητά του καὶ τὸ ἄκαμπτον εἰς τὰ φρονήματά του καὶ τὴν πολιτικήν του καὶ τὰς ἰδέας του, νὰ μοὶ ἔρχεται ἐπίπληξις ὅτι ἐκάμφθην εἰς τὰς ἰδέας καὶ τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἅπαξ ὑπεστήριξα, εἶναι, κύριοι, κάτι τὸ ὁποῖον μοὶ φέρει τοσαύτην ἐντύπωσιν, ὥστε δὲν ἠμπορῶ νὰ προχωρήσω περαιτέρω καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ ὑπερασπισθῶ. Ἓν μόνον τοῦ λέγω, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τοῦ ἐνθύμισα καὶ ὅταν ὡμιλοῦσεν, ὅτι χάριν καὶ ἕνεκα τῆς μεγάλης ἰδέας ἐνεπαίχθην καὶ ἐχλευάσθην· τὸ ὄνομα τοῦ μεγαλοϊδεάτου μοὶ τὸ ἐνεκόλαψαν ὥς τι προσβλητικὸν καὶ ἐντὸς αὐτοῦ τούτου τοῦ περιβόλου, τοσάκις ἐνεπαίχθη αὐτὴ ἡ ἰδέα, ὁσάκις τὴν προέβαλα, ὥστε πρὸς σέβας αὐτῆς καὶ ἵνα μὴ ἐκτίθεται εἰς χλευασμούς, ὤφειλον νὰ σιωπήσω. Ποσάκις, ὁσάκις ἐτολμοῦσα ν’ ἀνοίξω τὸ στόμα μου περὶ μεγάλης ἰδέας, μοὶ ἔλεγον, ἰδοὺ ὁ μεγαλοϊδεάτης πάλιν μὲ τὰς δημοκοπίας του! Τοιαύτη ἦτο ἡ γενικὴ κατάστασις τῶν πνευμάτων· δὲν θέλω νὰ ἐπικρίνω κανένα, ἦτο ἡ φορὰ τῶν πραγμάτων· τὰς ἰδέας ὅμως τὰς ὁποίας ὑποστηρίζομεν σήμερον δὲν τὰς ὑποστηρίζομεν, διότι σήμερον τὰς εὑρίσκομεν εἰς τὸ ἔθνος ἐξηπλωμένας καὶ παρ’ αὐτοῦ ὑποστηριζομένας μετὰ ζέσεως ὑποχρεούσης τοὺς πάντας νὰ τὰς ὑποστηρίξωσι, τὰς ὑπεστηρίξαμεν καὶ ὅταν κατεδιώκοντο, οὐ μόνον, ἀλλὰ τὸ χειρότερον καὶ ὅταν ἐχλευάζοντο. Τὸ πείραμα λοιπόν, ἀξιότιμε βουλευτὰ Ἀττικῆς, ἀξιότιμε κ. Φιλήμων, τῆς συνενώσεως τῶν τριῶν κομματαρχῶν ἐγένετο διὰ τοῦ πρωτοκόλλου καὶ ἀπέτυχε τοσοῦτον οἰκτρῶς, ἀφοῦ ἐγένετο τοσοῦτον ἐπισήμως καὶ περιεβλήθη διὰ τοσούτων ἐγγυήσεων ἐπιτυχίας. Ἀλλὰ μόλον τοῦτο ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς ἐπιμένει ἀκόμη εἰς τὴν πρότασίν του. Μᾶς ἀνέπτυξε τὴν ἱστορίαν τῆς Ἀγγλίας, καὶ ἐμὲ τοὐλάχιστον μὲ κατέπληξε μὲ τὴν ἀκριβῆ γνῶσιν τὴν ὁποίαν ἔχει τῶν διατρεξάντων ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ τὴν ἀκριβῆ μελέτην καὶ ἀνάγνωσιν τὴν ὁποίαν ἐπ’ αὐτῶν ἔκαμε· μᾶς ἀνέφερε τὰ ὑπουργεῖα de Coalition ἢ συμμαχίας τὰ σχηματισθέντα ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀλλὰ ἐπερίμενον νὰ μοῦ εἴπῃ πότε τὸ ἀγγλικὸν κοινοβούλιον ἐξέδωκε ψήφισμα διὰ τοῦ ὁποίου νὰ διέτασσε τοὺς κομματάρχας νὰ συνενωθῶσι· τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπροτάθη καὶ τὸ ὁποῖον ἀπεκρούσαμεν, ὡς ἀντισυνταγματικὸν καὶ ἀντελεύθερον. Δὲν εἴπομεν ἀντισυνταγματικὴν τὴν μόρφωσιν ὑπουργείου συμμαχικοῦ, ἀλλὰ τὸ νὰ ἐκδίδῃ ψηφίσματα ἡ Βουλή, πῶς νὰ πολιτευθῇ ὁ εἷς πολιτευόμενος καὶ πῶς ὁ ἄλλος.
§108Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§109ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅ,τι ἀγαπᾶτε.
§110Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐπρότεινα, κ. βουλευτὰ ἐκ Ζακύνθου, αὐτὰ περὶ τοῦ ὁποίου μετὰ τοσαύτης εἰρωνείας ὁμιλεῖτε, ἐπρότεινα συμπέρασμα συζητήσεως πολιτικῆς, ἥτις διήρκεσε 12 ἡμέρας, ἐπρότεινα νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις αὕτη διὰ μιᾶς ἀποφάσεως, ὅτι ἡ Βουλὴ προτρέπει, ὅτι παρακινεῖ, ὅτι παρακελεύει τοὺς ἡγήτορας τῶν κομμάτων νὰ συντελέσουν πρὸς καταρτισμὸν κυβερνήσεως εἰς τῆς ὁποίας τὸν σχηματισμὸν νὰ συμπράξωσιν ὅλοι.
§111ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δότε μοι ἓν παράδειγμα, κ. βουλευτὰ ἐκ Γόρτυνος.
§112Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Λούντζης δὲν μοὶ ἐπιτρέπει νὰ σᾶς διακόψω.
§113ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μοὶ κάμνετε ἐμὲ χάριν.
§114Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ συμπεράσματα τῶν ἀποφάσεων τῶν κοινοβουλίων διατυποῦνται εἴτε δι’ ἀποφάσεων διὰ τῶν ὁποίων γίνονται οἱ νόμοι, εἴτε δι’ ἐπιστολῶν, τὰς ὁποίας ἀπευθύνουσι πρὸς τὰς ἄλλας ἐν τῇ πολιτείᾳ ἐξουσίας, εἴτε δι’ ἀποφάσεων τὰς ὁποίας ὀνομάζουσι resolutions.
§115ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἐσπούδασα τὸ συνταγματικὸν δίκαιον· δυστυχῶς ἐσπούδασα τὴν ἰατρικὴν καὶ πρὸ μικροῦ ὁ κ. Σ. Πετμεζᾶς ἐπεκαλέσθη τὴν ἰατρικὴν μαρτυρίαν μου· ὅτε ἀποφασίσω νὰ σπουδάσω τὸ συνταγματικὸν δίκαιον, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος θελήσῃ νὰ μοὶ χρησιμεύσῃ ὡς διδάσκαλος, θέλω εἶμαι εὐγνώμων, καθὼς θέλω τῷ εἶμαι εὐγνώμων, ἂν εὐαρεστηθῇ νὰ μοῦ λύσῃ προκαταβολικῶς μίαν ἀπορίαν καὶ νὰ μοῦ ἀναφέρῃ ἓν παράδειγμα κοινοβουλίου τῆς Ἀγγλίας ἢ ἄλλου, τὸ ὁποῖον νὰ ἀπεφάνθη εἴτε ἐν ψηφίσματι, εἴτε ἐν ἐπιστολῇ, εἴτε ὁπωσδήποτε καὶ νὰ εἶπεν «ἐγὼ ψηφίζω ἵνα ὁ Πὶτ καὶ ὁ Φὼξ ἢ ἄλλοι νὰ γίνωσιν ὑπουργοί;» ἓν μόνον παράδειγμα ἔχομεν, τὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τῆς Γαλλίας, ἥτις ἐψήφισε νὰ ἀδελφοποιηθῶσι καὶ νὰ ἐναγκαλισθῶσιν ὅλοι οἱ πληρεξούσιοι· τὸ ἔκαμον, ἀλλὰ τὴν ἄλλην ἡμέραν ποῖον ἦτο τὸ ἐξαγόμενον; Καὶ ἐγὼ μὲ μεγάλην εὐχαρίστησιν ἤθελον ἴδει συνεπεία ἑνὸς ψηφίσματος τῆς Βουλῆς τοὺς κ. Κουμουνδοῦρον, Ζαΐμην Δεληγεώργην καὶ Τρικούπην νὰ ἐναγκαλισθῶσιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ προσέξητε μὴ κατὰ τὸ φίλημα δαγκάσῃ τις τὸν ἄλλον (ἱλαρότης). Ἡ ἰδέα σας εἶναι ὡραία, εἶναι καλὴ ἐν θεωρίᾳ, καθὼς ἤθελεν εἶσθαι καὶ ἡ ἰδέα ἑνὸς ἄλλου, ὁ ὁποῖος ἤθελεν εὐχηθῆ νὰ ἔχωμεν 50 θωρακωτὰ καὶ 500 χιλιάδας στρατοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶναι πρακτικὴ, δὲν εἶναι κατωρθωτὴ, καὶ τοῦτο τὸ ἀπεδείξατε σεῖς οἱ ἴδιοι οἱ ὑποστηρικταὶ αὐτῆς.
§116ΦΙΛΗΜΩΝ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§117ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Κουμουνδοῦρος εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἐνεστώσης συνόδου ἐξέφρασε τὴν ἰδέαν ταύτην ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐνῷ ἐξεφράζετο ἡ ἰδέα αὕτη τῆς ἀπὸ κοινοῦ συμπράξεως καὶ τῆς ἀδελφοποιήσεως εἰς τὸ ψηφοδέλτιόν του πρὸς ἐκλογὴν τῶν ἐπιτροπῶν, ἡ μερὶς ἐκείνη (ἡ τῶν πέμπτων) ἀπεκλείετο πάλιν τοῦ βουλευτηρίου· ἐξέφραζε καὶ ὑπεστήριζε τὴν ἰδέαν ταύτην τοῦ κ. Κουμουνδούρου ὁ κ. Δηλιγιάννης ἀργότερον, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἀπέκρουσε τὴν πρότασιν ὡς ἀπαράδεκτον, κατόπιν ὅμως ἐγένετο πρότασις ἐν τῇ βουλῇ ταύτῃ, δι’ ἧς ἐπεδιώκετο, εἰ δυνατὸν, νὰ συναντηθῶσιν αἱ γνῶμαι, ἀφοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμπράξουν ἐν τῷ ὑπουργείῳ προσωπικῶς, ἐπεδιώχθη νὰ συμπράξουν τοὐλάχιστον ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐσυστήθη μία ἐπιτροπὴ, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ νομοσχέδια τοῦ ὑπουργείου καὶ ἐπιφέρωσι τὰ διάφορα κόμματα ἐπ’ αὐτῶν τὴν γνώμην των.
§118Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, νὰ μὲ σημειώσητε.
§119ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης ἐξελέχθησαν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Δεληγεώργης· οὔτε ὁ εἷς, οὔτε ὁ ἄλλος ἠθέλησαν νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Δὲν κατηγορῶ τὸν κ. Δεληγεώργην, διότι ἐξ ἀρχῆς ἦτο ἐναντίος, καὶ νομίζω ὅτι ἔκρινε πρακτικῶς, ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὁ ὑποστηρίζων τὴν ἰδέαν τῆς ἀπὸ κοινοῦ συμπράξεως ἐν τῷ ὑπουργείῳ, διατί δὲν ἔλαβε μέρος ὅπως εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοὐλάχιστον συμπράξῃ, διὰ νὰ δείξῃ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συμφωνήσῃ καὶ νὰ συμπράξῃ εἰς τὰ πράγματα; Βαίνομεν περαιτέρω. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐκείνῃ ἔμελλον νὰ συνεργασθῶσιν ὁ κύριος Τρικούπης μετὰ τριῶν ἀντιπροσώπων, τοῦ κόμματος τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου, τὸν κύριον Φιλήμονα, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, τὸν κύριον Μανέταν καὶ τὸν κύριον Καράπαυλον· ἦσαν ζητήματα εἰς τὰ ὁποῖα ἐν ἀρχῇ ἐσυμφωνοῦσαν, ἐπρόκειτο νὰ κανονισθῶσι τὰ καθέκαστα. Ἡ ἐπιτροπὴ συνεφώνησε, μᾶς ἔφερε τὸ ἐξαγόμενον ἐν τῇ Βουλῇ· ἐχειροκροτήσαμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ κατόπιν τὸ σχέδιον αὐτὸ ἔρχεται εἰς συζήτησιν καὶ πολεμᾶται ὑπὸ τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου ἐν πεποιθήσει, ἐν εἰλικρινείᾳ βεβαίως, ἀλλὰ βεβαίως, οὔτε καὶ διὰ τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης ἠμπόρεσε νὰ ἔλθῃ ἡ συμφωνία ἐπὶ τῶν πραγμάτων, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἐπὶ τὰ πρόσωπα. Ἀνέφεραν τὴν ὕπαρξιν συμμαχικῶν ὑπουργείων εἰς ἄλλα Κράτη, δὲν ἀνέφεραν τὰ συμμαχικὰ ὑπουργεῖα τοῦ τόπου μας· ἐκτὸς τῶν παραδειγμάτων, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς, διατί δὲν ἐνθυμεῖσθε τὰ συμμαχικὰ ὑπουργεῖα ἐν τῇ Συνελεύσει; ὅτε ἕκαστον κόμμα ἐψήφιζε τὸ μὲν τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, τὸ δὲ τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν; Συνεκάθηντο ἐπὶ τῆς αὐτῆς τραπέζης πρὸς σύσκεψιν, ἀλλ’ ἐπ’ αὐτῆς ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἔπαυεν ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἀριστερόθεν, τὸν διώριζεν ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν δεξιόθεν. Ἰδοὺ ἡ ἱστορία.
§120ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ἐφέραμεν τὸν ἐμφύλιον πόλεμον μ’ ἐκεῖνα.
§121ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπαναλέγω, δὲν εἶμαι ἀντίθετος εἰς τὴν ἰδέαν σας ἐν θεωρίᾳ· ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ σχηματισθῇ ὑπουργεῖον τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον ἤθελε συγκεντρόνει τοὺς καλλιτέρους ἄνδρας τοῦ ἔθνους, τί καλλίτερον; ἀλλὰ σᾶς λέγω ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἐν τῇ πρακτικῇ νὰ ἐφαρμοσθῇ, ὁ δὲ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ πρακτικότητι τοῦ πνεύματός του διέβλεψε καὶ διαβλέπει καθαρῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, θὰ συμφωνήσῃ ἐλπίζω μαζῆ μου, ὅτι εἰς λάθος, ἂς μοὶ συγχωρήσῃ τὴν ἔκφρασιν, ὑπέπεσε, ζητῶν ἐνθουσιώδη ὑποστήριξιν ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου τούτου καὶ ἐξαρτῶν τὴν τύχην τῶν σκοπῶν καὶ τῶν ἰδεῶν του ἐπὶ τῶν παρασκευῶν ἐκ τῆς ἐνθουσιώδους ὑποστηρίξεως τοῦ κοινοβουλίου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δικαιοῦται ὁ κ. πρωθυπουργὸς νὰ ζητήσῃ παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παραδέχονται τὴν ἰδέαν τῶν παρασκευῶν εἰλικρινῶς — καὶ τοιοῦτοι εἴμεθα ὅλοι μας, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν κινοῦνται ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ποῖος θὰ πραγματοποιήσῃ τὸ ἔργον, ἀλλὰ δὲν εὔχονται ἄλλο διακαῶς παρὰ νὰ τὸ ἴδωσι πραγματοποιούμενον, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ἔναρξίν του, — ἐκεῖνο λέγω τὸ ὁποῖον δικαιοῦται ὁ πρωθυπουργὸς νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τοὺς τοιούτους εἶναι εἰλικρινὴς ὑποστήριξις, καὶ τὴν εἰλικρινῆ ταύτην ὑποστήριξιν θὰ τὴν δώσωμεν ἡμεῖς, ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι εἰς τοιαύτην θέσιν ἐτέθημεν κατὰ τὰς δύω ταύτας συνόδους ἐντὸς τῆς Βουλῆς ταύτης, οἱ ὁποῖοι ὅμως οὐδέποτε θέλομεν νὰ μεταχειρισθῶμεν τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν μᾶς δίδουν τὰ πράγματα τώρα ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπως ἐκδικηθῶμεν παλαιοὺς προσωπικοὺς λογαριασμούς. Εἴμεθα ἄϋλοι, μᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Ζαΐμης, εἴμεθα μὴ Ῥωμηοὶ μᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Κατσικαπῆς, εἴμεθα φιλέλληνες μᾶς εἶπον ἄλλοι, ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο δὲν ὑποστηρίζομεν πρόσωπα, δὲν καταδιώκομεν πρόσωπα, ὑποστηρίζομεν ἀρχὰς καὶ ἰδέας, τὰς ὁποίας νομίζομεν καλάς, πολεμοῦμεν ἀρχὰς καὶ ἰδέας, τὰς ὁποίας νομίζομεν κακάς, ἀδιαφοροῦντες ποῖοι ὑποστηρίζουν τὰς μὲν καὶ ποῖοι τὰς δέ. Ὁ κ. Τρικούπης ὁ δικαιούμενος νὰ ὁμιλήσῃ ἐκ μέρους τῆς μερίδος εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ὑπὸ τὴν ὁποίαν πρὸ τοσούτου καιροῦ ἐν τῷ κοινοβουλίῳ ἐργάζομαι, καὶ ὑπὸ τὴν ὁποίαν καὶ μετὰ τῆς ὁποίας θὰ συνεργασθῶ, ἐνόσῳ εἰς τὸ γῆράς μου εἶμαι καταδικασμένος νὰ ἐργάζωμαι ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου τούτου — ὁ κ. Τρικούπης, ὅταν ὁ κ. πρωθυπουργὸς πρὶν τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τὸν ἐπεσκέφθη, τὸν εἶπε, «γνωρίζεις, κ. Δεληγεώργη, τὰς ἰδέας μας, ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν τί σεῖς θὰ προτείνετε, ἀλλὰ τὸ γνωρίζετε σεῖς· ἐὰν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ προτείνετε εἶναι σύμφωνα μὲ τὰς ἰδέας καὶ τὰς ἀρχάς μας, θέλομεν τὰ ὑποστηρίξει.» Τοῦτο θὰ γίνῃ ἐκ μέρους τῆς μερίδος, ἀφοῦ τὸ ὑπεσχέθη ὁ ἀρχηγὸς, διότι καὶ τοιαῦται εἶναι αἱ ἰδέαι καὶ πεποιθήσεις τῆς μερίδος. Εἰς τὰ ὅσα ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐξέθεσε περὶ προπαρασκευῶν ἕως τώρα — (ἀφίνω κατὰ μέρος τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, διότι περὶ αὐτοῦ ὡμίλησεν ὁ κ. Τρικούπης καὶ ἄλλοι θὰ λάβουν τὸν λόγον κατόπιν καὶ δὲν θέλω νὰ σᾶς κουράσω, διότι καὶ ἐγὼ κουρασμένος εἶμαι) — εἰς ὅσα προέβαλε περὶ προπαρασκευῶν εἰμπορεῖ νὰ μὴ εὑρίσκωμεν πλήρεις τὰς ἰδέας μας, ἀλλ’ εὑρίσκομεν ἓν μέρος καὶ λέγομεν, ἂς ἀρχίσωμεν, ὅ,τι ἐντὸς τῶν ἓξ μηνῶν δὲν ἔγινεν, ἂς ἀρχίσῃ νὰ γίνῃ ἀπὸ τοῦδε καὶ ἂς γίνῃ κατεπειγόντως. Διὰ τοῦτο ἐπερωτήσαμεν τὴν Κυβέρνησιν καὶ πιστεύομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ τηρήσῃ θρησκευτικῶς τὸν λόγον της περὶ ταχείας ἐπανόδου τῆς Βουλῆς μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου, ὅπως, ἀφοῦ ἤδη κάμωμεν ἓν πρῶτον βῆμα, ἐξακολουθήσωμεν καὶ τὸ δεύτερον καὶ τὸ τρίτον. Ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργός, ὅπως πραγματοποιηθῶσιν, ἔχουσιν ἀνάγκην ἐκτὸς τῆς εἰλικρινοῦς ἢ ἐνθουσιώδους ὑποστηρίξεως τοῦ κοινοβουλίου, ἔχουσιν ἀνάγκην καὶ μιᾶς ἄλλης ὑποστηρίξεως, τῆς χρηματικῆς· παρεκαλέσαμεν τὸν ἀξιότιμον πρωθυπουργόν, τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μᾶς ἐκθέσῃ τὸ οἰκονομικόν της σχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θ’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς νέας αὐτὰς ἀνάγκας. Ἐν τῇ ὁμιλίᾳ του ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο ἔμεινεν εἰς γενικότητας, μᾶς ὑπέδειξε μόνον ὅτι ἀνάγκη ἓξ ἑκατομμύρια, νέων πόρων ἢ φόρων, νὰ ἐξεύρωμεν διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς προπαρασκευῆς, οἵαν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς τὴν ἀπεικόνισε, καὶ λέγω διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας, οἵας ὁ κύριος πρωθυπουργὸς τὰς ἀπεικόνισε, διότι, ὅσον τὸ καθ’ ἡμᾶς ἠμποροῦμεν νὰ ζητῶμεν περισσότερα, ἀλλ’ εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα καὶ εὑρίσκεται ἡ Βουλή, ἂς γίνῃ ἔναρξις διὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ κατόπιν σκεπτόμεθα. Ἴσως αὐτὴ ἡ ἰδία κυβέρνησις πεισθῇ νὰ προβῇ περαιτέρω. Ἀλλὰ περὶ τῶν πόρων ἢ φόρων, τοὺς ὁποίους σκοπεύει νὰ προτείνῃ, δὲν μᾶς εἶπε τίποτε, ἐζήτησε νὰ ἐκφρασθῇ ἡ Βουλή. Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι λάθος. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει νὰ κάμῃ ἄλλο, εἰμὴ νὰ ἐκφράσῃ τὴν γενικὴν ἰδέαν, νὰ εἴπῃ ὡς λέγει, ὅτι εἶναι ἑτοίμη ν’ ἀναδεχθῇ μετὰ τῆς κυβερνήσεως τὴν εὐθύνην τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων, διότι διὰ μόνων οἰκονομιῶν καθ’ ἡμᾶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπιτευχθῇ προπαρασκευή, ἀλλὰ ποῖοι θὰ ᾖναι οἱ φόροι καὶ πῶς θὰ διανεμηθῶσιν, εἶναι ἔργον τῆς κυβερνήσεως. Ζητοῦμεν δὲ νὰ μάθωμεν καὶ τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας σκοπεύει ἡ κυβέρνησις νὰ φέρῃ, καὶ τοὺς φόρους τοὺς ὁποίους προτίθεται νὰ προτείνῃ γενικῶς ὅσον δύναται, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθῃ ἡ Κυβέρνησις, νὰ μάθωμεν δὲ καὶ ἡμεῖς, ἐὰν καὶ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου συμφωνοῦμεν. Ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον ἀναχωροῦντες ἀπὸ τοῦ βουλευτηρίου, ὅπως ἐπανέλθωμεν κατὰ τὴν ἄλλην σύνοδον, νὰ εἰμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς ἐντολεῖς μας, ὅτι ἀφήκαμεν Κυβέρνησιν ἐργαζομένην ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, μετὰ τῆς ὁποίας δὲν θὰ ἔλθωμεν ἐκ νέου εἰς τὰς λογομαχίας, εἰς τὰς ὁποίας ἤλθομεν κατὰ τὴν ἤδη λήγουσαν σύνοδον, μετὰ τῆς ὁποίας συμφωνοῦμεν κατὰ τὰς βάσεις, καὶ ἑπομένως, ὅταν ἐπανέλθῃ ἡ σύνοδος, δὲν ἔχομεν παρὰ τυπικῶς νὰ ἐκδώσωμεν ἓν ψήφισμα. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει καὶ αὐτὴ ἀνάγκην νὰ εἰξεύρῃ ἐὰν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ προτείνῃ, θὰ γίνουν δεκτὰ παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα μὴ χαθῶσιν οἱ ἑπόμενοι μῆνες, ὅπως ἐχάθησαν οἱ προηγούμενοι. Δὲν ζητοῦμέν τι τὸ ὁποῖον νὰ μὴ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ χορηγήσῃ· ἡ εἰλικρίνεια διατηρεῖται διὰ τῆς ἀμοιβαιότητος καὶ εἶναι εἰλικρινεστάτη βεβαίως ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ παρέξῃ καὶ εἰς ἡμᾶς ὅλα τὰ μέσα ὅπως εἰμπορέσωμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ τοὺς ἐντολεῖς μας νὰ φωτίσωμεν καὶ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ν’ ἀπολογηθῶμεν ἐν τῇ συνειδήσει μας καὶ νὰ διεγείρωμεν τὸν ἐνθουσιασμὸν ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον τοσοῦτον, καὶ δικαίως, ἀπαιτεῖ ἡ Κυβέρνησις. Δὲν ζητοῦμέν τι ἄδικον καὶ ἀκατόρθωτον, ὡς εἶπε χθὲς ὁ κ. πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπουργεῖον τοῦ κ. Δεληγεώργη, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς ἐπὶ 24 μόνον ὥρας ἐστάθη, καὶ λέγω δυστυχῶς, διότι εἰς τὴν πτῶσίν του ἦτο ἐναντία ἡ ψῆφός μας, ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπε τότε ὅτι τὴν ἑπομένην ἡ τὸ πολὺ τὴν μεθεπομένην συνεδρίασιν ἤθελε μᾶς φέρει πλῆρες τὸ σύστημά του. Ἔκτοτε παρῆλθον σχεδὸν τρεῖς καὶ ἥμισυς ἢ τέσσαρες μῆνες. Πρόκειται περὶ σχεδίου σπουδαίου ἐκ τοῦ ὁποίου ὁ ἐνθουσιασμὸς θὰ διεγερθῇ πρὸ πάντων διὰ τῆς ἀποδείξεως ὅτι πιστεύομεν εἰς αὐτό. Ἡ Κυβέρνησις βεβαίως πιστεύει καὶ θέλει καταγίνει· ἡ Κυβέρνησις ἔχει σχέδιόν τι πλῆρες, ἂν τὰ καθέκαστα δὲν εἶναι ἕτοιμα, ἂν ἔχῃ ἀνάγκην νὰ σκεφθῇ, θὰ δώσωμεν καιρὸν, ἀλλὰ πιστεύω ὅτι δὲν θέλει τελειώσει ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου χωρὶς νὰ μᾶς καθυποβάλῃ τὰς ἰδέας της ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν 6,000,000, ποίους φόρους, ποίας οἰκονομίας δύναται νὰ κάμῃ, θὰ ᾖναι φόροι ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος ἢ ἐπὶ τῆς γεωργίας ἢ ἄλλοι, ὅπως καὶ ἡμεῖς ἴδωμεν ἂν συμφωνοῦμεν κατὰ τὰς βάσεις καὶ μὴ ἔλθωμεν εἰς σύγκρουσιν καὶ ἔλθωμεν εἰς ἀπεράντους συζητήσεις καὶ παρουσιασθῇ τότε ὁ κ. Σ. Πετμεζᾶς καὶ μᾶς εἴπῃ «δὲν εἶχα δίκαιον νὰ σᾶς λέγω ὅτι δὲν πιστεύετε εἰς τὰς παρασκευάς;» Συμπεραίνω καὶ ὑποστηρίζω τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, παραδέχομαι τὰς προτάσεις τὰς ὁποίας προτείνει ἡ Κυβέρνησις περὶ προπαρασκευῶν, παρακαλῶ δὲ ταὐτοχρόνως νὰ μᾶς εἴπῃ καὶ ποῖα οἰκονομικὰ μέτρα θὰ φέρῃ πρὸς συμπλήρωσιν τῶν παρασκευῶν· ἂς ἀφήσωμεν τὴν ἱστορίαν τῆς Ἀγγλίας, τὸ ζήτημα εἶναι κυρίως οἰκονομικὸν καὶ ἐπ’ αὐτοῦ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν καὶ ν’ ἀποφασίσωμεν.
§122ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§123ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἂς γίνῃ ἡ βʹ. ἀνάγνωσις καὶ ἂς ἐξακολουθήσῃ αὔριον ἡ συζήτησις (θόρυβος καὶ σάλος ἐν τῇ Βουλῇ)· δὲν ἔχομεν παρὰ δύω ἀκόμη συνεδριάσεις.
§124ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐλησμόνησάν τινες, ὅτι ἀνεχώρουν ἀπὸ τὰς 5 ὅταν συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα τῶν παρασκευῶν (ποδοκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Εἰς αὐτὸ τὸ πλῆθος δὲν δίδω ποσῶς προσοχὴν, οὐδέποτε ἐπτοήθην ἀπέναντι τοιούτων πραγμάτων (θόρυβος).
§125ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεώς μας.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ (κρούων τὸν κώδωνα). Καθήσατε, κύριοι βουλευταί, ἡσυχάσατε διὰ νὰ συνεννοηθῶμεν (θόρυβος)· ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Θ. Δηλιγιάννης.
§127Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ σκέψις, ἡ ὁποία μοὶ ἐγεννήθη ν’ ἀποκρούσω ἐπικρίσεις τινὰς γενομένας κατ’ ἐμοῦ ἐπὶ ἀντιφάσει, δὲν μοὶ εἶναι πολὺ ἐπαγωγὸς, πρὸ τοῦ κ. Λομβάρδου δὲ ἄλλη ἐφημερὶς ἡ «Ὥρα» μοῦ ἀπηύθυνε τὴν αὐτὴν ἐπίκρισιν, εἰς τὴν ἐφημερίδα δ’ ἐκείνην ἐγένετο ἡ προσήκουσα ἀναίρεσις ἀπὸ ἄλλας ἐφημερίδας· καὶ ἐπειδὴ καὶ ἡ ὑπόσχεσις ὡς συναινεῖ νὰ μοὶ δώσῃ ὁ κ. Λομβάρδος, ὅτι ἂν ἀποδείξω εἰς αὐτὸν ἓν παράδειγμα, στέργει νὰ συνυπουργήσῃ μετ’ ἐμοῦ, δὲν μοὶ εἶναι ὡσαύτως παντάπασιν ἐπαγωγὸς, διὰ τοῦτο παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§128ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἂν ὑπάρχῃ μόνον νὰ συνεννοηθῶμεν, πρέπει πρῶτον νὰ λείψουν τὰ γενόμενα ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα δὲ τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς συζητήσεως παρατηρῶ τὸ ἑξῆς, ὅτι ὡς ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ ἐκ Ζακύνθου Βουλευτοῦ ἀνεμίχθησαν εἰς τὴν συζήτησιν ζητήματα ξένα πρὸς τὸν στρατολογικὸν νόμον, ἡ δὲ συζήτησις αὕτη θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα νὰ φέρῃ τὸ τέλος τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς χωρὶς ὁ περὶ ἐφεδρείας νόμος νὰ λάβῃ ἓν τέλος. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, οἱ θέλοντες νὰ ἀγορεύσωσι νὰ περιορισθῶσιν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ νόμου περὶ ἐκτάκτου ἐφεδρείας, ν’ ἀφήσωμεν δὲ κατόπιν πᾶσαν περὶ τοῦ παρεμπεσόντος ζητήματος συζήτησιν.
§129ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂς ψηφοφορήσωμεν τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν καὶ ἐξακολουθοῦμεν τὴν συζήτησιν. Ἐνταῦθα γίνεται ἡ βʹ. ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκτάκτου ἐφεδρείας, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ παρεδέχθη κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου ψηφοφορίας ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 μ. μ.