1877.03.03
1.839 στίχοι · 15.856 λέξεις · 41 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 88
Τῆς 3 Μαρτίου 1877.
(Πέμπτη.)
Ὥρα 3 μ. μ.
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἀντικείμενον εἶναι ἡ γʹ. ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐντόκων γραμματίων. (Ἡ Βουλή, ἀναγνωσθέντος τοῦ νομοσχεδίου τούτου, παρεδέχθη αὐτὸ κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἔχον ὡς ἑξῆς· Ἄρθρον 1. Τὸ κατὰ τοὺς νόμους ΛΑʹ. ἀπὸ 3 Φεβρουαρίου 1864 καὶ ΡΒʹ. ἀπὸ 7 Αὐγούστου 1865 ποσὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων ἀναβιβάζεται ἐκ δραχμῶν 6,000,000 εἰς δραχμὰς 9,000,000. Ἄρθρον 2. Ἀκυροῦνται αʹ) ὁ ἀπὸ 14 Ὀκτωβρίου 1853 ΣΝΒʹ. νόμος περὶ συνομολογήσεως δανείου 5,000,000 μετὰ τοῦ περὶ τροποποιήσεως αὐτοῦ ἀπὸ 29 Μαΐου 1871 ΥΒʹ. νόμου· βʹ) τὸ ἄρθρον 7 τοῦ ἀπὸ 7 Αὐγούστου 1865 ΡΒʹ. νόμου περὶ συνομολογήσεως δανείου μέχρι 4,000,000 δραχμῶν· καὶ γ) ὁ ἀπὸ 5 Ἰανουαρίου 1866 ΡΜʹ. νόμος περὶ συνομολογήσεως δανείου 15,000,000. Τὰ δυνάμει τῶν εἰρημένων νόμων συνωμολογημένα μέχρι τοῦδε δάνεια ἐξακολουθοῦσιν ἔχοντα τὸ κῦρος αὐτῶν μέχρι τῆς ἐξοφλήσεώς των.) Μεταβαίνομεν εἰς τὴν γʹ. ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν. Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§2ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν ἤμην, κύριοι, ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι ἔπρεπεν ὁ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμος νὰ ψηφισθῇ τοσοῦτον ῥαγδαίως ὡς ἐψηφίσθη, καὶ δὲν ἐδίστασα νὰ συνταχθῶ μετ’ ἐκείνων, οἵτινες τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἐζήτουν τὴν ἀναβολήν. Ἀλλὰ καίτοι τοιαῦτα φρονῶν καὶ ἀσυνεπῶς ψηφίσας ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, δὲν δύναμαι νὰ ἀποκρύψω τὸ φρόνημά μου περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς μεταῤῥυθμίσεως, μ’ ὅλον ὅτι ὅλαι, σχεδὸν ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ὑποβάλλεται εἰς ἐπιψήφισιν, ἕνα καὶ μόνον ἔχουσι σκοπὸν, νὰ καταστήσουν ἐντελῶς ἄχρηστον καὶ μάταιον τὸν νόμον· στηρίζονται δὲ εἰς τὴν ἀναίρεσιν τῶν γενικῶν ἀρχῶν περὶ ἀξιοποίνων πράξεων τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ἴσως, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις, εὑρεθεῖσα εἰς τὴν στενόχωρον θέσιν εἰς ἣν εὑρέθη, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς, καὶ συναισθανομένη τὴν ἀνάγκην τῆς διορθώσεως τοῦ νόμου ἐκείνου, ἔσπευσε νὰ φέρῃ νομοσχέδιόν τι ἐνώπιον ἡμῶν, ἐπιφυλαττομένη τὴν διόρθωσιν, συνεπείᾳ τῶν συζητήσεων· ἄλλως, δὲν πιστεύω ποτὲ οὔτε ἡ ἰδία Κυβέρνησις νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τῶν ἄρθρων ὡς φέρονται ἐνώπιόν σας. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐγὼ καὶ ἡ μερὶς, εἰς ἣν ἀνήκω, δὲν ἠθέλησε νὰ φέρῃ καμμίαν δυσκολίαν ὅταν ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησεν ἄνευ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως καὶ τυπώσεως τοῦ νομοσχεδίου νὰ προβῶμεν εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, καὶ μ’ ὅλον ὅτι εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον, ὑπεσχέθη νὰ φέρῃ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι δικαιολογοῦν τὸ νομοσχέδιον, εἰς τὴν βʹ. ἀνάγνωσιν, ἢ τουλάχιστον τὴν συναρμολόγησιν τοῦ νομοσχεδίου πρὸς τὸν ψηφισθέντα νόμον· διότι ἂν ἐξαιρέσητε ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὅπως φέρεται, τὴν περίληψιν αὐτοῦ, εἶναι ἀκατανόητον. Ἀναστηλώσατε αὐτὸ ἀπέναντι τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, καὶ θὰ ἰδῆτε ὅτι ἔχετε δύω νόμους ἀντιφάσκοντας πρὸς ἀλλήλους καὶ δὲν θὰ ἠξεύρετε τί μεταῤῥυθμίζετε καὶ τί εἰσάγετε. Δὲν ἔχω τὴν ἀρχὴν τοῦ κ. Φιλήμονος, ὅτι οἱ νόμοι περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν πρέπει νὰ φέρουν βαρείας ποινάς· αἱ βαρεῖαι ποιναὶ δὲν θὰ ἀναχαιτίσωσι τοὺς ὑπουργοὺς ἀπὸ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀξιοποίνων πράξεων· καὶ ἄν τις τῶν ὑπουργῶν δὲν ἀναχαιτισθῇ ἀπὸ τὴν φυλάκισιν δύω ἐτῶν, βεβαίως θὰ ἔχῃ τόσον πεπωρωμένην τὴν συνείδησιν, ὥστε δὲν θὰ ἀναχαιτισθῇ ἀπὸ τὴν μεγαλειτέραν ποινήν. Ἀλλ’ ἐπιθυμῶ αἱ διατάξεις των νὰ συναρμολογῶνται πρὸς τὰς ἐν γένει διατάξεις τῶν ποινικῶν νόμων. Ἂν δεχθῆτε τὸν νόμον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἐψηφίσατε, θὰ τὸν ἀναιρέσητε εἰς τὰ καιριώτατα, καὶ κρίνατε σεῖς ἂν ἦναι ἀξιοπρεπὲς εἰς μίαν Βουλὴν πρὸ 5 ἡμερῶν νὰ ψηφίζῃ ἕνα νόμον, καὶ μετὰ 5 ἡμέρας νὰ τὸν ἀναιρῇ. Ἐγνώριζον μέχρι τοῦδε, κύριοι, ὅτι ἡ ἀμέλεια δύναται νὰ ᾖναι συγγνωστὴ ἢ ἀσύγγνωστος· ἐγνώριζα, ὅτι δύναται ὁ νομοθέτης νὰ τιμωρήσῃ ἀμέλειαν ἀσύγγνωστον καὶ νὰ μὴ τιμωρήσῃ ἀμέλειαν συγγνωστήν· δὲν ἐγνώριζον ὅμως, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγγραφῇ ἐν ποινικῷ νόμῳ ὅτι ἡ ἀμέλεια, ὅταν ἐπιφέρῃ οὐσιώδη βλάβην εἰς τὸ Κράτος, τότε εἶναι τιμωρητέα. Καὶ ἂν τὴν ἀμέλειαν τῆς παραβάσεως τῶν καθηκόντων τῶν ὑπαλλήλων τὴν ἔχωμεν τιμωρητέαν ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ, ὅταν ἐπέφερεν οἱανδήποτε βλάβην εἰς συμφέροντα τοῦ Κράτους, τὴν ἀμέλειαν, ὅταν δὲν ἐπῆλθεν οὐσιώδης βλάβη, τὴν κηρύττει ἀτιμώρητον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σᾶς παρουσιάζεται. Τίς δὲ θὰ ᾖναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ κρίνῃ, ὅτι ἐπῆλθεν ἀμέλεια ἀσύγγνωστος; τὸ δικαστήριον σᾶς λέγει: τοῦτο δὲν εἶναι οὐσιῶδες συμφέρον τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἂν ἐκ τῆς ἀσυγγνώστου ἀμελείας ἑνὸς ὑπουργοῦ ἐπέλθῃ βλάβη εἰς τοὺς δήμους, τὰ ἄτομα, κατὰ τὴν ά. διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν τιμωρεῖται· καὶ μόνον ἂν προέκυψε βλάβη εἰς οὐσιώδη συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐκείνη ἡ ἀμέλεια δύναται νὰ τιμωρηθῇ. Δὲν δύναμαι, κύριοι, νὰ σταματήσω λαλῶν περὶ ἀμελείας, χωρὶς νὰ ἀναφέρω τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ὁ κ. βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐξέφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, προκειμένου περὶ ἀμελείας. Ἔφερεν ἓν νομοσχέδιον ὁ κ. Τρικούπης, τὸ ὁποῖον ἐστηρίζετο ἐπὶ ἀληθῶν καὶ τοῦτο βάσεων, ὅπως τὸ ψηφισθέν· τί ἐφρόνει ὁ κ. Τρικούπης περὶ ἀμελείας; εἶπεν ἐνώπιον ἡμῶν λόγους, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἐνθυμηθῶμεν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. (Ἀναγινώσκει.) Ἐνῷ λοιπὸν, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Τρικούπη καὶ ἡ ἀνικανότης καὶ ἀπειρία εἶναι ἴση μὲ τὴν ἀμέλειαν, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῆς Κυβερνήσεως τιμωρεῖται ἡ ἀσύγγνωστος ἀμέλεια καὶ ἀποκλείεται ἡ συγγνωστή· ἀλλ’ ἀκόμη καὶ ἡ ἀσύγγνωστος ἀμέλεια δὲν τιμωρεῖται, ὅταν δὲν προκύψῃ βλάβη οὐσιώδης εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, διότι, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἡ ἀμέλεια ἡ ἀσύγγνωστος τιμωρεῖται, ὅταν προκύψῃ βλάβη οὐσιώδης εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους.
§3ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ παρὼν νόμος δὲν ἀναγνωρίζει συγγνωστὴν καὶ ἀσύγγνωστον ἀμέλειαν.
§4ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Προβαίνομεν, κύριοι, εἰς τὸ ἄρθρον 3. «Ὁσάκις ὑπουργὸς κατηγορεῖται, ὅτι κατὰ διαταγὴν αὑτοῦ ἐξετελέσθη ἀξιόποινός τις πρᾶξις, ἀπαιτεῖται ἔγγραφος ἀπόδειξις, ὅτι ἐδόθη τῷ ὄντι τοιαύτη παρ’ αὑτοῦ διαταγή.» Ἐδῶ, κύριοι, ἀναιροῦνται ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου περὶ συναυτουργίας· κατὰ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 72 τοῦ αὐτοῦ, τιμωρεῖται ὁ συναυτουργὸς ἐκεῖνος, ὅστις παρήγγειλε τὴν ἐκτέλεσιν πράξεώς τινος, ὅστις συνήργησεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν πράξεως, ἢ ὠθήσας, δώσας συμβουλὴν, ἢ ἄλλως πως συνήργησεν· ἐν τούτοις, κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου, ὁ ὑπουργὸς ὁ παραγγείλας τὴν ἐκτέλεσιν πράξεώς τινος, ὁ δοὺς συμβουλὴν πράξεώς τινος, καὶ ἂν ἀκόμη μετεχειρίσθη ψυχολογικὴν βίαν κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου του, μένει, κύριοι, ἐντελῶς ἀκαταδίωκτος. Εἶναι λοιπὸν ἢ δὲν εἶναι ἄρνησις τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον χθὲς ἐψηφίσατε; εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἄρνησις τῶν κοινῶν ἀρχῶν τοῦ ποινικοῦ νόμου, κατὰ τὸν ὁποῖον οὐδέποτε δύνασθε νὰ εὕρητε ἔγγραφον ἀπόδειξιν περὶ ἐκτελέσεως ἀξιοποίνου πράξεως; Εἶπεν ὀρθῶς ὁ κ. Φιλήμων: ἐγένετο φοβερὰ παράβασις κατὰ τὰς ἐκλογὰς, καὶ ὅμως οἱ κύριοι Εἰσαγγελεῖς δὲν ἠδυνήθησαν νὰ εὕρωσιν ἔγγραφον παραγγελίαν πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῶν τῶν πράξεων· διότι τίς θὰ ἦναι τοσοῦτον μωρὸς, ὥστε νὰ δώσῃ ἔγγραφον παραγγελίαν; Καὶ ὅταν, κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον, ὁ νομάρχης, τοῦ ὁποίου ὁ ἔπαρχος δὲν εἶναι τῆς ἐκλογῆς του, εὐθύνηται καὶ τιμωρῆται διὰ τὴν ἀξιόποινον πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ὑποδεέστερος ὑπάλληλος, θέλετε νὰ ἀφήσητε ἀτιμώρητον τὸν ὑπουργὸν, ὅστις λαμβάνει γνῶσιν τῶν πράξεων τὰς ὁποίας κάμνουν οἱ ὑπάλληλοί του, καὶ ὅμως κωφεύει καὶ σιωπᾷ; Καὶ ἂν, κύριοι, κατὰ τὰς ἐκλογὰς, νομάρχαι ἢ ἔπαρχοι παραβαίνουν τὸν ἐκλογικὸν νόμον καὶ τὸ Σύνταγμα, καὶ τοῦτο κατὰ προφορικὴν παραγγελίαν τῶν προϊσταμένων των, καὶ δὲν ἔχουν εἰς τὰς χεῖράς των κἄποιαν ἀπόδειξιν των ἔγγραφον, ἀπόδειξιν τῆς παραγγελίας, θέλετε, κύριοι, ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος νὰ μείνῃ ἀνεύθυνος ἀπέναντι τῶν δικαστηρίων καὶ τῆς Βουλῆς; Αὐτὴν τὴν παράδοξον ἀρχὴν καθιεροῖ τὸ ἄρθρον 3. Δύνανται νὰ μοῦ εἴπουν, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι δὲν θὰ ἐνεργήσουν, ἂν δὲν λάβουν ἔγγραφον παραγγελίαν τοῦ ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ὅταν οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ἦναι σκεύη τῆς ἐκλογῆς, ἀμφιβάλλετε, ὅτι εἶναι εὐκολώτατον νὰ εὑρεθοῦν ἄνθρωποι, οἵτινες προθύμως θὰ ἐκτελέσωσι καὶ τὰς προφορικὰς παραγγελίας, καὶ ποῦ εἶναι πλέον ἡ ἐγγύησις, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην; Ἡ παραδοχὴ λοιπὸν τοῦ ἄρθρου 3 καθιεροῖ τὸ ἀνεύθυνον τῶν ὑπουργῶν, δι’ ὅλας τὰς πράξεις τῶν ὑποδεεστέρων ὑπαλλήλων. Προβαίνω εἰς τὸ ἄρθρον 4. «Παράβασις τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων ὑπάρχει ἕνεκα πράξεως ἢ παραλείψεως τοῦ ὑπουργοῦ ἀντιβαινούσης εἰς τὸ γράμμα αὐτῶν, μὴ δυναμένης δὲ νὰ δικαιολογηθῇ ὑπὸ εὐλόγου ἑρμηνείας ἢ ἀληθοῦς ἀμφιβολίας ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ». Τὸ ἄρθρον τοῦτο, κύριοι, ἐπὶ μᾶλλον καθιεροῖ τὸ ἀνεύθυνον τῶν ὑπουργῶν· ἐδῶ κορυφοῦται πλέον τὸ ἀνεύθυνον· εἴπατε προτιμώτερον ὅτι καταργεῖται ὁ νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ἀλλὰ μὴ θελήσητε νὰ ἀναγράψητε εἰς τοὺς νόμους τῆς πατρίδος, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία τις περὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Καὶ ποῦ στηρίζεται ὅλη ἡ ποινικὴ νομοθεσία, παρὰ εἰς τὸ ὅτι ποτὲ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία περὶ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου; Καὶ πῶς θὰ τιμωρήσητε τὸν ἰδιώτην τὸν ἀμφιβάλλοντα περὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ὅταν εἰς τὸν ὑπουργὸν ἐπιτρέπητε νὰ ἀμφιβάλῃ περὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου; καὶ πῶς θὰ δικαιολογήσητε τὸν ἑαυτόν σας ἀκόμη, ὅταν χθὲς κατηγγείλετε τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη ἐπὶ παραβάσει τοῦ Συντάγματος; Ἐκεῖνοι σᾶς ἔφερον γνωμοδοτήσεις σπουδαίων νομομαθῶν, οἱ ὁποῖοι λέγουν, ὅτι δὲν εἶναι τοιαύτη ἡ ἑρμηνεία τοῦ Συντάγματος, οἵαν σεῖς ἐλέγετε. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγράψητε ἐν νόμῳ, ὅτι περὶ τὸ γράμμα τῶν νόμων δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία εἰς τοὺς ὑπουργοὺς, καὶ ὅτι δικαιολογοῦνται μὲ τὴν ἀμφιβολίαν αὐτὴν καὶ εἶναι ἀνεύθυνοι; Καὶ ἐν τούτοις τὴν παράδοξον αὐτὴν ἀρχὴν καθιεροῖ τὸ ἄρθρον 4. Προβαίνω εἰς τὸ ἄρθρον 5ον «Ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης, κατ’ εἰσήγησιν τοῦ ὁποίου ὁ ὑπουργὸς ὑπέγραψε τὴν παράνομον πρᾶξιν, εἶναι συνυπεύθυνος τῷ ὑπουργῷ, πλὴν ἐὰν ἀποποιηθεὶς διετάχθη παρ’ αὐτοῦ ἐγγράφως, ἵνα συντάξῃ αὐτήν.» «Συνυπεύθυνος εἶναι ὡσαύτως καὶ ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ ὑπουργείου, ὅστις ἐθεώρησε τὴν εἰρημένην πρᾶξιν πρὸ τῆς ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ ὑπογραφῆς αὐτῆς». Διὰ τὴν εὐθύνην τῶν τμηματαρχῶν ἐν γένει δὲν ἔχω νὰ εἴπω τι, μ’ ὅλον ὅτι ἠδύνατό τις εἰπεῖν, ὅτι καὶ ἐκ τοῦ ἤδη ψηφισθέντος νόμου ἐκπηγάζει ἡ εὐθύνη αὕτη, διότι ἐν τῷ ἄρθρῳ 10 θέλετε εὕρει τὴν διάταξιν, ὅτι ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου παραπέμπονται καὶ οἱ συντελέσαντες εἰς αὐτήν. Δὲν δύναμαι ὅμως ν’ ἀφήσω ἀνεξέλεγκτον τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 5, καθ’ ἣν, μόνον ἐὰν ἐγγράφως διετάχθη ὁ τμηματάρχης, τότε καὶ μόνον εἶναι ὑπεύθυνος ὁ ὑπουργός· κατὰ τὸ ἄρθρον λοιπὸν τοῦτο, ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης, κατ’ εἰσήγησιν τοῦ ὁποίου ἐτελέσθη ἡ παράνομος πρᾶξις, εἶναι συνυπεύθυνος, ἐξαιρεῖται δὲ τῆς εὐθύνης ἂν ἔλαβεν ἔγγραφον διαταγήν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἂν ὁ τμηματάρχης σᾶς ἀποδείξῃ ὅτι δὲν ἔλαβεν ἔγγραφον διαταγὴν, ἀλλ’ ἐν τούτοις ἠπειλήθη διὰ παύσεως, τί θὰ εἴπητε ἀπέναντι τοῦ τμηματάρχου αὐτοῦ, οὕτω δικαιολογουμένου; Πρέπει νὰ καθιερώσητε τὴν νέκρωσιν τῆς διοικητικῆς ὑπηρεσίας ἐν αὐτῇ τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ· πρέπει νὰ φέρητε τοὺς τμηματάρχας ἐνώπιον τῶν ὑπουργῶν ζητοῦντας πάντοτε ἔγγραφον παραγγελίαν, ἵνα ἐνεργήσουν; Τὸ ἄρθρον 6 ἀναιρεῖ καὶ διάταξιν πλέον τοῦ Συντάγματος. Κατὰ διάταξιν τοῦ Συντάγματος, κύριοι, ὑπεύθυνοι ἀπέναντι τῆς πολιτείας καὶ ἡμῶν εἶναι οἱ ὑπουργοὶ δι’ ὅλας τὰς πράξεις τὰς ὁποίας ἐνεργοῦν· ἐν τούτοις κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τί γίνεται; ὁ ὑπουργὸς ὁ ὑπογράψας χρηματικὸν ἔνταλμα δὲν εἶναι ὑπεύθυνος, ἐκτὸς ἐὰν δώσῃ ἔγγραφον παραγγελίαν πρὸς τοῦτο. Καὶ λοιπὸν, κύριοι, ἂν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκλέξῃ ἓν σκεῦος τῆς ἐκλογῆς του καὶ τὸν καταστήσῃ τμηματάρχην ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ, ὁ δὲ τμηματάρχης ἐκεῖνος ἐκδώσῃ τὰς μᾶλλον παρανόμους ἐντολὰς, ὁ ὑπουργὸς δὲν ἔχει καμμίαν εὐθύνην· ὁ ὑπουργὸς θὰ σᾶς εἴπῃ: ζητήσατε ἀπὸ τὸν τμηματάρχην εὐθύνην. Τί κάμνετε τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ὑπουργοὶ εἶναι ὑπεύθυνοι διὰ τὰς πράξεις των ἀπέναντι τῆς Βουλῆς; τί κάμνετε τὰς διατάξεις ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας οὐδὲν ἔγγραφον δὲν ἔχει ἰσχὺν, ἂν δὲν ἦναι προσυπογεγραμμένον ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον ὑπουργόν; Ἄρθρον 8ον. (Ἀναγινώσκει.) Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ἡ διάταξις αὕτη τίνα σκοπὸν ἔχει· δὲν ἐννοῶ κατὰ τί καινοτομεῖ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 8, ἐκτὸς ἂν ὑποθέσητε, ὅτι πρόκειται νὰ ἀφαιρεθῶσιν αἱ συνέπειαι τῆς ποινῆς, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἐδέχθητε, καὶ δὲν ἐπιβάλλει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει σήμερον τὸ ὑπουργεῖον. Ἄρθρον 9ον. (Ἀναγινώσκει.) Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐκαινοτόμησεν ὡς ἑξῆς: κατὰ τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα, τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν ἓξ μηνῶν μέχρι δύω ἐτῶν ἡ παράβασις ἡ γενομένη ἐκ προθέσεως· ἂν δὲ ἐγένετο ἐξ ἀμελείας, τότε τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν τὸ πολὺ ἓξ μηνῶν. Τὸ νομοσχέδιον καθιεροῖ τὴν ἀρχὴν, ὅτι τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν ἢ μὲ χρηματικὴν ποινήν. Δὲν ἐννοῶ διατί νὰ δοθῇ τὸ ἐκλεκτικὸν δικαίωμα εἰς τὸ δικαστήριον νὰ μεταβάλλῃ ἐντελῶς τὸ εἶδος τῆς ποινῆς. Ἂν λάβετε τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυρίου Τρικούπη, θὰ ἰδῆτε διὰ ποίους λόγους ἀπέκρουσε τὰς χρηματικὰς ποινάς· διότι, λέγει, ἂν τὰς ἐπιβάλλητε εἰς ὑπουργὸν πτωχόν, αὐτὸν θὰ τὸν καταστρέψητε, ἂν δὲ ἐπιβάλλητε χρηματικὴν ποινὴν 5000 δραχμῶν εἰς ἄνδρα εὐποροῦντα, ἡ ποινὴ δι’ αὐτὸν δὲν εἶναι τίποτε. Ἄλλως τε, κύριοι, δὲν εὑρίσκω ποτὲ ὀρθὴν τὴν ἀναλογίαν ταύτην, νὰ εἴπητε, ὅτι μία πρᾶξις τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν ἢ μὲ χρηματικὴν ποινήν· δὲν εἶναι τὸ ὁμογενὲς τῆς ποινῆς, δὲν δύνασθε νὰ ἀφήσητε τόσῳ ἐλεύθερον τὸ στάδιον εἰς τὸν δικαστήν. Ἀλλ’ ἐὰν σταθμίσῃ τις τὴν ποινὴν τῆς φυλακίσεως μὲ τὴν χρηματικήν, θὰ ἰδῇ μεγάλην τὴν διαφοράν, καὶ ἂν ἀφήσητε εἰς τὸν δικαστὴν νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ αὐτῶν, μοὶ φαίνεται ὅτι ἀφίνετε εἰς αὐτὸν ἐλεύθερον τὸ στάδιον, ἐὰν θέλῃ, νὰ ἀθωώσῃ ἢ νὰ καταδικάσῃ. Ἰδού, κύριοι, ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους νομίζω, ὅτι τὰ ἄρθρα ταῦτα τοῦ νομοσχεδίου δὲν δύνανται νὰ τύχωσι τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥικάκης.
§6ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπαναλαμβάνομεν, κύριοι, τὴν συζήτησιν ἑνὸς νόμου, τοῦ ὁποίου τὸν καταρτισμὸν ἐθεωρήσαμεν λίαν δύσκολον οἱ πάντες. Πρόκειται περὶ νόμου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὅλαι αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις δὲν ἠδυνήθησαν νὰ προβῶσι, καὶ τὸν ὁποῖον τὰ νομοθετικὰ σώματα δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ψηφίσωσιν, ἢ κἂν νὰ λάβωσιν ὑπὸ ὥριμον σκέψιν. Καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ μεγαλειτέρα δυσκολία πάσης Κυβερνήσεως ἐθεωρήθη ἡ κατάρτισις νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ δυστυχῶς, κύριοι, παρ’ ἡμῖν τὰ πάντα θεωροῦνται εὔκολα· ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν, ὅτι τὰ πάντα δυνάμεθα νὰ πράξωμεν καὶ πασῶν τῶν δυσκολιῶν νὰ φανῶμεν ἀνώτεροι, καὶ διὰ τοῦτο πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐψηφίσαμεν νομοσχέδιον περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν ἀσυζητητεί· δι’ ἁπλῆς ἀναγνώσεως κατηρτίσαμεν νόμον, τὸν ὁποῖον καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις τὸν ὑπέβαλε καὶ τὸν ἐκύρωσε, δὲν ἐτόλμησε νὰ δημοσιεύσῃ, εἰμὴ κατὰ τὴν 23 Φεβρουαρίου τοῦ ε. ε., καὶ ἡ νέα Κυβέρνησις ἐδίστασε νὰ προβῇ, καὶ ἐζήτησε τὴν ἀναθεώρησίν του. Εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ἀπέναντι τοιούτου νόμου, αἱ γενικαὶ ἰδέαι δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ἐφαρμοστέαι, διότι εὑρισκόμεθα εἰς ἐξαιρετικὴν περίπτωσιν. Ὅτι ὁ νόμος περὶ εὐθύνης εἶναι ἔργον δυσκολώτατον, καὶ ὅτι τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον κατηρτίσαμεν, εἶναι ἀτελέστατον καὶ ἀνεφάρμοστον, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σᾶς τὸ εἶπεν ὁ ἔντιμος πρώην πρωθυπουργός, δηλώσας, ὅτι δὲν δύναται νὰ τὸν δημοσιεύσῃ ὅπως ἔχει ὁ νόμος ἐκεῖνος.
§7ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν εἶπεν αὐτό· εἶπεν ἁπλῶς, ὅτι ὑπάρχει εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν δύο Ὑπουργείων μία παρανομία, ἡ ὁποία ἐμποδίζει τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου· ὁ νόμος δὲν περιέχει οὐδεμίαν ἔλλειψιν, καὶ παρακαλῶ νὰ τὴν καταδείξητε, ἐὰν ὑπάρχῃ.
§8ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ παρανομία αὕτη, κύριοι, δὲν ὑφίσταται κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, κατὰ τοὺς ὁποίους ἐξῃρέθη ἡ διαχείρισις τῶν ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, διότι ὁ νόμος περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ ἐκανόνισε τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐξαιρετικῶς γίνεται ἡ διαχείρισις τῶν ὑπουργείων τούτων. Ὅταν ἠθέλατε νὰ καταρτίσητε ἕνα νόμον, ἔπρεπε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ νόμος εἰς δύο τῶν σπουδαιοτέρων ὑπουργείων δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ· καὶ ὅτε σεῖς παρετηρήσατε, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε ὅτι εἶναι ἀνεφάρμοστος, καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι, ἐνῷ τὸν ἐκυρώσατε, ἔμεινεν ἀδημοσίευτος μέχρι τῆς 23 Φεβρουαρίου. Λοιπόν, κύριοι, ὅταν ἔρχηται ἐνώπιόν σας μία Κυβέρνησις, ἥτις δὲν πταίει διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ, δὲν πρέπει νὰ ἦσθε αὐστηροί, ὅταν σᾶς προτείνῃ μίαν θεραπείαν, διὰ νὰ καταστήσῃ τὸν νόμον ἐφικτὸν ἐφαρμογῆς. Ἐὰν θέλωμεν, κύριοι, νὰ συζητήσωμεν τὸν νόμον περὶ εὐθύνης καθ’ ὅλα αὐτοῦ τὰ μέρη, ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ εἴπω, ὅτι ἐὰν ἐγκύψωμεν εἰς αὐτόν, δὲν θὰ εὕρωμεν ἓν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκην τροποποιήσεως. Λοιπὸν ὅταν ἐπὶ τοιούτου νομοσχεδίου φέρηται μία τροποποίησις, διατὶ νὰ ἦσθε αὐστηροὶ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν προτεινομένων τροποποιήσεων, καὶ μὲ γενικὰς καὶ ἀπολύτους ἰδέας νὰ θέλητε νὰ ἐξετάσητε τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα προτείνονται πρὸς τροποποίησιν τοῦ ἐσφαλμένου ἐκείνου νόμου; Οἱ διάφοροι νόμοι περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον, καὶ δυστυχῶς δὲν εἶναι πολλοί, κατ’ ἀρχὴν παραδέχονται ὡς ἀξιόποινον μόνην τὴν δολίαν προαίρεσιν τῶν Ὑπουργῶν. Παντοῦ θέλετε ἰδεῖ τοῦτο· ἐγὼ τοὐλάχιστον, εἰς ὅσους νόμους ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ἄλλοτε, καὶ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς μνημονεύσω, εἶδον ὅτι ἡ δολία προαίρεσις τιμωρεῖται. Εἰς τὴν Ἀμερικήν, ὅπου θεωρεῖται ὁ νόμος περὶ εὐθύνης πολύτιμος, ὅπου δυνάμεθα νὰ ἀποβλέψωμεν μὲ πλήρη πεποίθησιν ὅτι αἱ ἐγγυήσεις εἰσὶ φιλελεύθεροι καὶ ἀσφαλεῖς, ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, ἥτις λέγει: «Ὁ ἀθετῶν καὶ παραβιάζων ἐκ δολίας προαιρέσεως ὑπουργὸς διάταξίν τινα τοῦ πολιτεύματος τιμωρεῖται μὲ στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων ἀπὸ 10–20 ἐτῶν.» Περὶ ἀμελείας ἐκεῖ δὲν ἐσκέφθησαν· ἐγνώριζον ὅτι ὁ ὑπουργὸς, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνατίθεται ἡ ἀνωτάτη διοίκησις τοῦ Κράτους, ὅστις ὑποτίθεται ὅτι ἔχει ἐξαιρετικὰ προσόντα καὶ ἱκανότητα, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος εἶναι περικυκλωμένος ἀπὸ ἀπείρους μερίμνας, εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι ἀνατεθειμένα μεγάλα καθήκοντα, πρέπει νὰ ᾖναι συγγνωστὸς, ἐὰν ἐξ ἀμελείας ὑπέπεσεν εἴς τι παράπτωμα. Δύνασθε νὰ τὸν καταβιβάσητε ἀπὸ τὸ ἀξίωμά του, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἄξιος διὰ τὴν ἀμέλειάν του ταύτην νὰ τὸν σύρητε ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων· ἔρχεται λοιπὸν ὁ νόμος αὐτὸς, οὐχὶ νὰ ἄρῃ, ἀλλὰ νὰ κανονίσῃ τὴν εὐθύνην. Τί λέγει λοιπὸν τὸ ἄρθρον πρῶτον; «Ἕνεκεν ἀμελείας ἐπιτρέπεται ποινικὴ καταδίωξις, ἐὰν ὁ ὑπουργὸς παρέβη διὰ πράξεως ἢ παραλείψεως τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν νόμων, καὶ ἐκ τούτου ἐπῆλθε βλάβη εἰς οὐσιώδη συμφέροντα τοῦ Κράτους». Κατὰ τὸν κείμενον, κύριοι, ποινικὸν νόμον, ὁ δημόσιος ὑπάλληλος, ὅστις ἐξ ἀμελείας παραβαίνει τὰ καθήκοντά του, δὲν τιμωρεῖται, ὅπως εἶπεν ὁ προλαλήσας βουλευτὴς Πυλίας, οὔτε εἰς βαθμὸν πλημμελήματος, οὔτε εἰς βαθμὸν κακουργήματος· τιμωρεῖται ἁπλῶς μὲ πειθαρχικὴν ποινὴν, ἀδιαφόρως ἐὰν ἐπῆλθε βλάβη εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἢ ἰδιώτου ἢ δήμου. Τὸ ἄρθρον 478 δὲν ἐννοεῖ τὰς ἐξ ἀμελείας παραβάσεις, ἀλλ’ ἐννοεῖ παραβάσεις καθήκοντος ἐκ προαιρέσεως, ἐν γνώσει γενομένας (ἀναγινώσκει τὸ 478 ἄρθρον τοῦ ποινικοῦ νόμου)· ὅταν δὲ ᾖναι ἐξ ἀμελείας, τότε ἐφαρμόζεται τὸ ἑπόμενον ἄρθρον (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 479 τοῦ ποινικοῦ νόμου). Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὅστις ὑπάλληλος γείνῃ ἔνοχος παραβάσεως καθήκοντος ἐξ ἀμελείας, καὶ ἐὰν ἐπῆλθε βλάβη εἰς τὸ Κράτος, εἰς τοὺς ἰδιώτας ἢ εἰς τοὺς δήμους, δὲν τιμωρεῖται εἰμὴ μὲ πειθαρχικὴν ποινὴν· καὶ θέλετε τὸν ὑπουργὸν, ὅστις εὑρίσκεται εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, νὰ τὸν ὑποβάλητε εἰς ποινικὴν καταδίωξιν διὰ τὰς ἐλλείψεις ἐκείνας, αἵτινες ἐξ ἀμελείας προέρχονται; Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ὁ νόμος τί λέγει; ἐὰν ἡ βλάβη ᾖναι οὐσιώδης, ὑποβάλλεται εἰς καταδίωξιν· εἶναι λοιπὸν μία διάταξις, ἥτις κατ’ ἐξαίρεσιν ἀφορᾷ μόνον τὸν ὑπουργὸν. Καὶ τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως ταύτης ἐννοῶ, κύριοι· ὁ ὑπουργὸς, τοῦ ὁποίου ἡ ἐξουσία εἶναι μεγάλη, τοῦ ὁποίου αἱ πράξεις δύνανται νὰ ἐπιφέρωσι μεγάλα κακὰ ἀποτελέσματα, καὶ ἐκ τῶν παραλείψεων τοῦ ὁποίου δύναται νὰ ἐπέλθῃ οὐσιώδης βλάβη εἰς τὸ Κράτος· τὸ ἐννοῶ, λέγω, εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἀπειληθῇ μὲ ποινικὴν καταδίωξιν ἕνεκεν τοιαύτης παραβάσεως, διότι ὅσον μεγαλειτέρα εἶναι ἡ παράλειψις, τόσον μεγαλειτέρα εἶναι καὶ ἡ ζημία, καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ δικαίαν τὴν διάταξιν αὐτὴν, ἥτις εἶναι εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ποινικοῦ νόμου. Δὲν θέλω ὅμως, ἐὰν ἡ ζημία δὲν ᾖναι σπουδαία, ἐὰν ᾖναι ἐπουσιώδης, ἐὰν τὸ Κράτος δὲν ἐβλάβη οὐσιωδῶς, νὰ καθιερώσωμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, καὶ νὰ θέσωμεν τὸν ὑπουργὸν εἰς χείρονα θέσιν ἀφ’ ὅ,τι ὁ ποινικὸς νόμος ὁρίζει. Ἀλλὰ χθὲς, κύριοι, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἔκαμε μίαν παρατήρησιν· ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ ἐκτίμησις τοῦ οὐσιώδους ἀφίεται εἰς τὸ αὐθαίρετον τοῦ δικαστηρίου. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὄχι εἰς τὸ αὐθαίρετον, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν δικαστῶν ἀφίεται ἡ ὕπαρξις ἢ μὴ τοῦ οὐσιώδους· πᾶς δὲ δικαστὴς, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου τὸ Σύνταγμα ἐθεώρησεν ὅτι ἀσφαλῶς δύναται νὰ δώσῃ λόγον ὁ ὑπουργὸς, θέλει πιστεύσει, ὅτι εἰς τὴν ἐκτίμησιν καὶ ὄχι εἰς τὸ αὐθαίρετον αὐτοῦ ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς, ἀνέθεσεν ὁ νόμος τὴν ἐφαρμογήν του· ὥστε ἐγὼ πείθομαι, ὅτι οἱ δικασταὶ θὰ κάμουν ὀρθὴν ἐκτίμησιν τῆς διατάξεως αὐτῆς, καὶ ὅτι οὐδένα κίνδυνον διατρέχομεν. Νομίζω, κύριοι, περιττὸν ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ἀττικῆς, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν τῆς δευτέρας παραγράφου, διότι, κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον, οἱ ὑπάλληλοι τιμωροῦνται μὲ πειθαρχικὴν ποινὴν διὰ τὰ πταίσματα.
§9ΜΙΛΗΣΗΣ. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, ὅστις μεταχειρίζεται τὴν φράσιν «παραπέμπονται τὰ πταίσματα»;
§10ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐὰν μία πρᾶξις ἤθελε θεωρηθῇ εἰς βαθμὸν πταίσματος, ἀποκλείεται ἀπὸ τὸν ψηφισθέντα περὶ εὐθύνης νόμον. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 3, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πυλίας ἐθεώρησεν ὅτι αἱ βάσεις τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος καταστρέφονται, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸ μέλλον οὐδεμία ἀσφάλεια. Πρῶτον, κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω τὰς ἰδέας μου ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦτο, καὶ ἐπὶ τέλους θέλω λάβει τὴν εὐκαιρίαν νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραδεχθῇ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν θέλω προτείνει. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἐξασφαλίζει τὴν καταδίωξιν μᾶλλον, ἢ, ὅπως ἐξέλαβον, ὅτι εἶναι τρόπος ἐξασφαλίζων τὸν ὑπουργόν. Δύναται ὁ ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ ἕνα ὑπάλληλον ψοφοδεῆ καὶ προφορικῶς νὰ τὸν παραγγείλῃ νὰ πράξῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, καὶ κατόπιν τὸ βάρος νὰ πέσῃ ἐπὶ τὸν ὑπάλληλον· ὅταν ὅμως ὁ ὑπάλληλος γνωρίζῃ ὅτι θὰ ἀπαλλαγῇ, λαμβάνων ἔγγραφον διαταγὴν, θέλει τὴν ἀπαιτεῖ, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ὑπάρχῃ τοῦ ὑπουργοῦ ἡ ἐνοχὴ πρόχειρος καὶ ψηλαφητή. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὁ ὑπάλληλος θέλει ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀντισταθῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἑνὸς ἐγκλήματος, ὁ δὲ ὑπουργὸς, ὀφείλων νὰ ἐκδώσῃ ἔγγραφον διαταγὴν, θέλει διστάσει, ἐνῷ, προκειμένου νὰ δώσῃ προφορικὴν διαταγὴν, θέλει εἶσθαι τολμηρότερος· ἄλλως τε θὰ ᾖναι ἀδύνατος ἡ ἀπόδειξις τῆς ἐνοχῆς τοῦ ὑπουργοῦ ἄνευ ἐγγράφου διαταγῆς, διότι τὰ τοιαῦτα δὲν γίνονται ἐνώπιον μαρτύρων.
§11ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὅταν ὁ ὑπάλληλος κάμνῃ ἀξιοτιμώρητον πρᾶξιν ἄνευ διαταγῆς, δὲν πρέπει νὰ τιμωρηθῇ ὅταν καταγγελθῇ;
§12ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν ὑπάρχει συνεννόησις μεταξὺ ὑπουργοῦ καὶ ὑπαλλήλου, ὁ δὲ ὑπουργὸς τὸν παρακινεῖ καὶ τὸν διατάττει νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔγκλημα. Ἐὰν εἴπητε, ὅτι ἀφίνετε εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις τῆς δικονομίας τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα, ποτὲ δὲν θὰ ἀποδειχθῇ ὁ ὑπουργὸς ἔνοχος, ὁ δὲ ὑπάλληλος θὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ τὰς συνεπείας τῆς πράξεώς του, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα οὔτε τὰ μέσα ν’ ἀποδείξῃ τὴν ἐνοχὴν τοῦ ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπιμένητε, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον 3, ἀλλὰ θέλω νὰ σημειωθῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, διότι ὄχι ἀργὰ θὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι ἡ διαγραφὴ, τὴν ὁποίαν κάμνετε, θέλει βλάψει τὴν δικαιοσύνην καὶ ποτὲ διὰ μόνου τοῦ μέσου τῶν μαρτύρων δὲν θ’ ἀποδειχθῇ ἡ ἐνοχὴ τῶν ὑπουργῶν. Πιστεύω δὲ ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει δυσκολευθῆ νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν διαγραφὴν ταύτην. Ἔρχομαι κύριοι, εἰς τὸ ἄρθρον 4. Θὰ ᾖναι, κύριοι, πολὺ παράλογον, πολὺ τυραννικὸν, νὰ ὑποβάλλωμεν εἰς μίαν ποινικὴν δικαιοδοσίαν ἕνα ὑπουργὸν, διὰ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν ἑνὸς νόμου ἢ τὴν παράβασιν. Διατὶ ἡ ἑρμηνεία τοῦ νόμου νὰ ὑποβάλληται εἰς ποινικὴν καταδίωξιν, χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ὁ νόμος ᾖναι ἐπιδεκτικὸς ἑρμηνείας; Ἀλλὰ, κύριοι, ὁ δικαστὴς εἰς ὃν ἀφίνομεν νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν διάταξιν ταύτην, ἤτοι κατὰ πόσον ἡ ἑρμηνεία εἶναι εἰλικρινὴς, δὲν θὰ λάβῃ βεβαίως ὑπ’ ὄψιν τὴν πρᾶξιν τὴν μεμονωμένην τοῦ ὑπουργοῦ, θ’ ἀνατρέξῃ καὶ εἰς τὰς περιστάσεις, αἵτινες συνετέλεσαν. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πυλίας ἀνεφέρθη εἰς τὴν δίκην τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι εἰς τὴν περίστασιν ἐκείνην ἐπρόκειτο μὲν περὶ ἑρμηνείας τοῦ 56 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἐπείσθη, ὅτι ἐν γνώσει παρερμηνεύθη τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἐκτιμήσασα τὰ προηγούμενα καὶ ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν καταβληθεῖσαν προσπάθειαν πρὸς καταρτισμὸν ἀπαρτίας ἐξ 96. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον παρεπέμψαμεν τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, ἰδοὺ διατὶ ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν εἶναι ἐπικλητέα παρ’ αὐτοῦ ἡ διάταξις αὕτη. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀφίνει εἰς τὸν δικαστὴν νὰ ἐκτιμήσῃ ἐὰν πράγματι ὁ ὑπουργὸς εἰλικρινῶς παρεβίασε τὸν νόμον ἢ ἐκ πλάνης. Νομίζω, ἔχων ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ κείμενον τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Τρικούπη, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ δύναται νὰ διασκευασθῇ ἀκριβέστερον, ὡς ἑξῆς. «Ἄρθρον 4. Ὁ ὑπουργὸς ἀπαλλάττεται τῆς εὐθύνης διὰ τὰς παραβάσεις τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων, ἐὰν ἡ παράβασις προῆλθεν ἐκ συγγνωστῆς καὶ δεδικαιολογημένης πλάνης περὶ τὴν ἀκριβῆ ἔννοιαν τοῦ παραβιασθέντος νόμου.» Νομίζω, ὅτι ἀντικαθιστῶντες τὸ ἄρθρον 4. τοῦ νομοσχεδίου οὕτω, συμπεριλαμβάνομεν καὶ τὴν ἔννοιαν τῶν μὲν καὶ τὴν ἔννοιαν τῶν δέ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πυλίας εὑρῆκεν ὄχι ὀρθὸν καὶ τὸ ἄρθρον 5. Νομίζει, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία καὶ δὲν ἐξασφαλίζει ἡ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ὑπάλληλος λαμβάνει διαταγὴν ἔγγραφον, ἵνα συντάξῃ μίαν παράνομον πρᾶξιν. Ἀλλὰ, κύριοι, ὅταν παραδεχθῶμεν, ὅτι ὁ ὑπάλληλος εἶναι συνυπεύθυνος μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ καὶ ἀπαλλάττεται μόνον ὅταν ἐγγράφως λάβῃ διαταγὴν, ὑπάρχει ἡ μεγαλειτέρα ἀσφάλεια· ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ οὐδεμία ἀσφάλεια, διότι δύναται πάντοτε νὰ λέγῃ ὁ τμηματάρχης ὅτι διετάχθη, χωρὶς νὰ ἔχῃ πρόχειρον καὶ τὴν ἀπόδειξιν. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸν θέλετε συνυπεύθυνον, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τὸ ἔγγραφον μέσον τῆς ἀποδείξεως. Ὥστε τὸ ἄρθρον 5. εἶναι ὀρθὸν καὶ καλῶς διατετυπωμένον. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 6. Ἐδῶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πυλίας νομίζει, ὅτι ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν καταστρέφεται. Ἀλλὰ, κύριοι, νομίζω, ὅτι ἐν τῷ νόμῳ αὐτῷ δὲν πρόκειται ἀπολύτως νὰ ἐκλείψῃ ἡ εὐθύνη τοῦ ὑπουργοῦ, διότι ὁ ὑπουργὸς καὶ πρὶν γείνῃ ὁ νόμος περὶ εὐθύνης ἦτον ὑπεύθυνος, καὶ εἰς τὸ μέλλον θέλει ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι ὑπεύθυνος ἐνώπιον τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος. Διὰ τοῦ νόμου τούτου, ἐρχόμεθα νὰ τιμωρήσωμεν τὰς ἀξιοποίνους πράξεις, αἵτινες δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσι παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον δύναται ὁ ὑπουργὸς ἐκ προθέσεως καὶ ἐν γνώσει νὰ προβῇ εἰς ἀξιόποινον πρᾶξιν, καὶ δι’ αὐτὴν νὰ τὸν τιμωρήσωμεν. Τὸ νομοσχέδιον, νομίζω, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν δύω μόνας ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, τὴν διαχείρισιν τὴν οἰκονομικὴν, ἤτοι τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐνταλμάτων, καὶ τὴν τήρησιν τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ἥτις πρέπει νὰ ἐνεργῆται ἁρμοδίως παρὰ τοῦ ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ τμηματάρχου. Ὁ ὑπουργὸς εἶναι ἀδύνατον νὰ ᾖναι ἐνήμερος εἰς τὴν τήρησιν καὶ τὸν κανονισμὸν τῶν λογιστικῶν ἐργασιῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ γνωρίζῃ κατὰ πόσον τὰ ἐντάλματα ἐκδίδονται κατὰ τὸν νόμον, καὶ εἰς τοιαύτην περίστασιν ὁ νόμος καθιστᾷ ὑπεύθυνον ἐκεῖνον, ὅστις πρέπει νὰ γνωρίζῃ, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι ἀνατεθειμένον αὐτὸ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ῥητῶς ὁ λογιστικὸς νόμος εἰς αὐτὸν ἐπιβάλλει. Πότε μόνον τιμωροῦμεν τὸν ὑπουργόν; Ὅταν ὁ ὑπουργὸς διατάξῃ ἐγγράφως τὴν ἐκτέλεσιν ἀξιοποίνου πράξεως. Δὲν τιμωροῦμεν δὲ τὸν ὑπουργὸν, εἰς τὸν ὁποῖον ὑποβάλλονται καθ’ ἑκάστην διάφορα ἔγγραφα, σωρεία διαταγῶν, ἃς ὑπογράφει καλῇ τῇ πίστει, διότι δὲν εἶναι δίκαιον αὐτὸν τὸν ὑπουργὸν νὰ τὸν σύρωμεν ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης καὶ νὰ τοῦ ζητῶμεν λόγον διὰ πράξεις, τὰς ὁποίας δύναται ἐν ἀγνοίᾳ νὰ ἐκτελέσῃ· νὰ ᾖναι ὑπεύθυνος βεβαίως ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου διὰ τὸν διορισμὸν ἀκαταλλήλου καὶ καταχραστοῦ ὑπαλλήλου, δὲν ὑπάρχει ὅμως περίπτωσις καὶ νὰ τὸν παραπέμπωμεν εἰς τὸ δικαστήριον, διότι εὐθύνεται ἐνώπιον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, δὲν εἶναι ὅμως ποτὲ συνένοχος εἰς τὸ ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον ὁ ὑπάλληλος ἐξετέλεσεν, ἐκτὸς μόνον ἐὰν ῥητῶς διέταξε τὴν ἐκτέλεσιν ἀδικήματος περὶ τὴν λογιστικὴν τάξιν, καὶ τότε δικαίως καὶ νομίμως πρέπει νὰ τιμωρηθῇ. Ὥστε τὸ ἄρθρον αὐτὸ τὸ εὑρίσκω σύμφωνον μὲ τὴν λογικὴν καὶ τὰ πράγματα, καὶ σεῖς, οἵτινες διετελέσατε ὑπουργοί, εἶσθε εἰς θέσιν κάλλιον ἐμοῦ νὰ τὸ γνωρίζητε. Τὸ ἄρθρον 8, κύριοι, δὲν εὑρῆκαν κανένα λόγον, οὔτε ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πυλίας, οὔτε ἄλλοι νὰ τὸ κατακρίνωσι, διότι δι’ αὐτοῦ κανονίζεται ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ποινῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἐκτελεσθῇ εἰδικόν τι ἔγκλημα. Τὸ ἄρθρον 9, κύριοι, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς τὸ κατέκρινε πικρότατα, ὀλιγώτερον δὲ σήμερον ὁ κ. Βουλευτὴς Πυλίας. Ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἐξέφρασε δρακοντίους ἰδέας περὶ τῶν ὑπουργῶν, οἵτινες ἤθελον εὑρεθῇ εἰς τὴν δυστυχῆ θέσιν νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ποινικὴν καταδίωξιν, καὶ μᾶς παρέπεμψεν εἰς τὸν Ἀγγλικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος κεφαλικὴν ποινὴν ἐπιβάλλει.
§13ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὄχι, ἐγὼ τὸ ἀπέκρουσα τὸ τοιοῦτον.
§14ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι θεωρίαι, αἵτινες σπουδαίως δὲν δύνανται νὰ ὑποστηριχθῶσι, διότι ἡ ἀνάλογος καὶ μετρία ποινὴ φέρει καλλίτερον ἀποτέλεσμα. Καὶ ἄλλοτε σᾶς εἶπον, ὅτι οἱ νόμοι περὶ εὐθύνης, οἱ ὑπάρχοντες μέχρι τοῦδε, εἰσὶ γνωστοί, διότι οὔτε ἡ Γαλλία, οὔτε ἡ Ἰταλία κατώρθωσαν νὰ ἔχουν νόμον περὶ εὐθύνης, καὶ οἱ νόμοι οὗτοι πουθενὰ δὲν εἶναι αὐστηροί. Ἐν Ἀμερικῇ, κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος.....
§15ΦΙΛΗΜΩΝ. Ποῖον ἄρθρον εἶναι τοῦ Ἀμερικανικοῦ νόμου;
§16ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω σημειώσει τὸ ἄρθρον. Ἐν Ἀμερικῇ ὁ παραβιάζων τὸ Σύνταγμα ὑπουργὸς τιμωρεῖται μὲ στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Ἐν Ὁλλανδίᾳ, ἄρθρ. 29. Ὁ παραβιάζων τὸ Σύνταγμα ὑπουργὸς τιμωρεῖται μὲ ἐξορίαν 3–10 ἐτῶν, ἢ μὲ φυλάκισιν 3 μηνῶν μέχρι 3 ἐτῶν. Ἐν Νορβηγίᾳ, ἄρθρον. 1. Ὁ παραβιάζων τὸ Σύνταγμα καὶ μεταχειριζόμενος τὸν στρατὸν κατὰ τοῦ Συντάγματος ὑπουργὸς ἀποπέμπεται τῆς θέσεώς του, καὶ ἐὰν τὸ ἔγκλημα ᾖναι πολὺ βαρύ, στερεῖται τῆς ἱκανότητος τοῦ ν’ ἀναλάβῃ ὑπηρεσίαν. Εἰς τὸ δουκᾶτον τῆς Βάδης, ἄρθρ. 9. Ἡ παραβίασις τοῦ Συντάγματος τιμωρεῖται μὲ προσωρινὴν παῦσιν, μὲ ἀποβολὴν ἀπὸ τῆς θέσεως μὲ σύνταξιν ἢ ἄνευ συντάξεως. Εἰς τὴν Βαυαρίαν, ἄρθρ. 9. Ἡ παραβίασις τοῦ Συντάγματος τιμωρεῖται μὲ ἀποβολὴν ἀπὸ τῆς θέσεως μὲ τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως ἢ μὲ στέρησιν τῆς συντάξεως. Βλέπετε λοιπόν, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ἡ εἱρκτή, ὁ θάνατος καὶ ἡ ἀγχόνη, ἡ ὁποία θὰ φοβίσῃ τὸν ὑπουργὸν καὶ θὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν κοινωνίαν. Ἀνώτερα συμφέροντα, εὐγενέστεραι ἰδέαι ὑπηγόρευσαν τοὺς νόμους περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, καὶ θὰ ἦτο ἔγκλημα νὰ ἀποκρούσωμεν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει φυλάκισιν δύω τῶν ἢ χρηματικὴν ποινὴν εἰς ὑπουργὸν, ὅστις ὁπωσδήποτε παρεβίασε τὸ Σύνταγμα. Ὡς πρὸς τὸ τελευταῖον ἄρθρον, περὶ τοῦ ὁποίου ἐλάλησε χθὲς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Φιλήμων, παρατηρῶ, ὅτι δὲν εὑρίσκω καμμίαν μεταβολὴν εἰς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ προστατεύσῃ, διότι ὑποστηρίζει, ὅτι πρέπει ἡ στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων νὰ ἐγγραφῇ ὡς ποινὴ, ἐνῷ, κατὰ τὴν νομοθεσίαν μας, ἡ στέρησις εἶναι συνέπεια. Νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι καὶ ἀσφαλεστέρα τῆς ποινῆς ἡ συνέπεια, διότι ἡ ποινὴ ἐλαττοῦται ἢ ἀνακαλεῖται διὰ βασιλικῆς χάριτος· ὅταν ὅμως ἡ στέρησις τῶν πολιτ. δικαιωμάτων ἦναι συνέπεια τῆς ποινῆς, δὲν δύναται νὰ χαρισθῇ· ὥστε νομίζω, ὅτι ἐνῷ ἡ πρότασίς του δὲν μεταβάλλει τὰ γεγονότα, διότι πάντοτε ὑφίσταται ἡ ποινὴ, ὑπάρχει μία ἀσφάλεια περισσοτέρα εἰς τὸ νομοσχέδιον, διότι διὰ βασιλικῆς χάριτος δὲν δύναται νὰ ἀναιρεθῇ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλήμων.
§18ΦΙΛΗΜΩΝ. Θὰ περιορισθῶ σήμερον, διότι κρίνω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅσα χθὲς εἰδικώτερον εἶπον, μόνον εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ εἰς τὴν ἀνάλυσιν τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ ὑποβληθέντος παρὰ τοῦ ὑπουργείου Νομοσχεδίου. Ἀκολούθως, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῶν ἑτέρων ἄρθρων, πιθανὸν νὰ λάβω τὸν λόγον. Τὸ πρῶτον ἄρθρον περιέχει διατάξεις, αἵτινες δὲν συμβιβάζονται πρὸς τὰς ἀρχὰς, ἃς ἡ ἡμετέρα ποινικὴ νομοθεσία περὶ καταλογισμοῦ τῶν πράξεων καὶ περὶ ἐπιμετρήσεως τῆς ποινῆς παρεδέχθη· δεύτερον, δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς πολιτικῆς πείρας. Τί εἶναι, κατὰ τὸν ἡμέτερον ποινικὸν Νόμον, καὶ κατὰ τοὺς Ποινικολόγους, ἡ ἀμέλεια; Ἡ ἀμέλεια εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ προσώπου, ὅπερ διαπράττει πρᾶξιν, ἥτις δύναται νὰ φέρῃ βλάβην ἢ ζημίαν εἰς κεκτημένα δικαιώματα ἢ εἰς πρόσωπα, ἀλλὰ ὅπερ πράττει τὴν πρᾶξιν ταύτην, οὐχὶ διότι ἐπεζήτησε τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, ἀλλὰ διότι δὲν ἔλαβε τὴν ἀρκοῦσαν πρόνοιαν, ὅπως προλάβῃ τὸ δεινὸν ἀποτέλεσμα τοῦτο. Τὰς πράξεις, ἃς πράττομεν, τὰς πράττομεν διττῷ τῷ λόγῳ, ἢ διότι ἔχομεν δικαίωμα νὰ πράξωμεν, ἢ διότι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ πράξωμεν. Ὁ ἡμέτερος ποινικὸς Νόμος διάκρισιν δὲν φέρει, προκειμένου περὶ ἀμελείας. Εἴτε εἶχον δικαίωμα νὰ πράξω πρᾶξίν τινα, ἀλλ’ ἐν τούτοις τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς ἐζημίωσαν κεκτημένα δικαιώματα, εἴτε δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ τὴν πράξω, καὶ ἐν τούτοις τὴν ἔπραξα, παραδέχεται ὁ Νόμος, ὅτι εἶναι περίπτωσις ἀμελείας συνεπαγομένη ποινήν. Ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ ἀναβῶ ἐπὶ τοῦ ἵππου μου καὶ νὰ τρέχω τὰς ὁδοὺς, ἔστω καὶ ὅταν ἦναι ἄνθρωποι· ἐὰν φονεύσω ἄνθρωπον, τρέχων τὴν ὁδὸν, βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ καταδιωχθῶ, οὔτε νὰ τιμωρηθῶ ὡς δολοφόνος, οὐχ’ ἧττον ὅμως ὁ νόμος δὲν μὲ ἀφίνει καθ’ ὁλοκληρίαν ἀτιμώρητον. Καὶ εἰς τοῦτο ἰδίως παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν. Ὁ ἡμέτερος ποινικὸς Νόμος, καθὼς καὶ ὅλοι οἱ διδάσκαλοι τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου, τὴν ἀμέλειαν δὲν τὴν ἐθεώρησαν ὡς συνιστῶσαν καὶ ὑποστηρίζουσαν τὸ ἀτιμώρητον, τὴν ἐθεώρησαν μόνον ὡς δυναμένην νὰ ἐπηρεάσῃ εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν ἐγκλημάτων καὶ εἰς τὴν ἐπιμέτρησιν τῆς ποινῆς. Τοῦτο καὶ ὁ ἡμέτερος Ποινικὸς Νόμος ἐφήρμοσεν εἰς τὰς λεπτομερείας, τοιουτοτρόπως δὲ ἐχαρακτήρισε καὶ τὴν ἀμέλειαν. Τὸ ἄρθρον 43 τοῦ ἡμετέρου Ποιν. Νόμου ὁρίζει ὡς ἑξῆς τὴν ἀμέλειαν: «Ὅστις ἄνευ μὲν δολίας προαιρέσεως, δι’ ἔλλειψιν δὲ τῆς προσηκούσης προσοχῆς, ἔπραξεν ἢ παρέλιπέ τι, ὅθεν ἀνεφύη ἀδίκημά τι, τιμωρεῖται εἰς τὰς παρὰ τοῦ Νόμου ὡρισμένας περιπτώσεις, ὡς ἔνοχος πλημμελήματος ἀμελείας.» Ὁ Ποινικὸς Νόμος ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον αὐτοῦ, περιέχει πολλὰ ἄρθρα, δι’ ὧν χαρακτηρίζει ὡς ἐξ ἀμελείας πραχθεῖσαν πρᾶξίν τινα, καὶ ἑπομένως τὴν τιμωρεῖ ἐλαφρότερον. Τὸ νομοσχέδιον παραδέχεται ἆρα τὴν ἀρχὴν ταύτην; Τὸ νομοσχέδιον τὴν ἀναιρεῖ, διότι, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, δύναται νὰ καταδιωχθῇ ὁ ὑπουργὸς μόνον ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐξ ἀμελείας, διὰ πράξεως ἢ παραλείψεως, παραβὰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἐπήνεγκε ζημίαν εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ ζημίαν οὐσιώδη μόνον. Δύναται λοιπὸν ὁ ὑπουργὸς σήμερον ἐξ ἀμελείας νὰ παραβῇ νόμον τινὰ, καὶ ἀκολούθως θέλω ἐρωτήσει κατὰ τίνα τρόπον, δύναται ἐξ ἀμελείας νὰ παραβιάσῃ τὸ Σύνταγμα ὁ ὑπουργός, ἀλλ’ ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι τὰ συμφέροντα αὐτὰ δὲν εἶναι, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστηρίου ἢ τῆς Βουλῆς, οὐσιώδη, οὗτος μένει ἀτιμώρητος. Τὸ τοιοῦτον περιέχει πληρεστάτην ἀντίφασιν πρὸς τὰς βάσεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον μᾶλλον τερατωδέστερον, κατ’ ἐμέ, φαίνεται, ὅταν, ἐρευνῶντες τὸν ποινικὸν νόμον, εὑρίσκωμεν, ὅτι τὴν ἀμέλειαν τὴν θεωρεῖ ὡς συνιστῶσαν τὸ ἀξιόποινον καὶ μὴ ἀπαλλάττουσαν καὶ τῆς τιμωρίας τὸν περιπίπτοντα εἰς πρᾶξίν τινα ἐπιζήμιον διὰ πολὺ κατώτερα στρώματα τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἢ δι’ ἁπλοῦς πολίτας. Διὰ τοῦ ἄρθρου 156 τοῦ ἡμετέρου ποινικοῦ νόμου, τιμωροῦνται οἱ φύλακες ἐγγράφων δι’ ἁπλῆν ἀμέλειαν. Διὰ τοῦ ἄρθρου 183, τιμωροῦνται μὲ φυλάκισιν τριῶν μηνῶν οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν φύλαξιν φυλακισμένων, «ἐὰν ἡ ἀπόδρασις τῶν φυλακισμένων προῆλθεν ἐξ ἀμελείας αὐτῶν». Διὰ τοῦ ἄρθρου 291, «ὁ γενόμενος ἔνοχος φαρμακείας, ἐξ ἀπερισκεψίας ἢ ἀμελείας,» τιμωρεῖται διὰ ποινῶν ἐλαφροτέρων μὲν, ἀλλὰ τιμωρεῖται. Τὸ ἄρθρον 310 ἐπιβάλλει ποινὴν φυλακίσεως κατὰ τοῦ «ἐξ ἀπερισκεψίας, ὀλιγωρίας ἢ ἀνεπιτηδειότητος πληγώσαντός τινα ἢ βλάψαντος τὴν ὑγείαν του», ὡς διὰ τοῦ ἄρθρου 320, «ὁ μεταδίδων μολυντικὴν νόσον, ὄχι ἐκ προθέσεως, ἀλλ’ ἐξ ἁπλῆς ὀλιγωρίας, ἀπερισκεψίας, ἀπροσεξίας ἢ ἀνεπιτηδειότητος». Διὰ τοῦ ἄρθρου 417, ἐπιβάλλεται φυλακίσεως ποινὴ εἰς τὸν «ἐξ ἀπροσεξίας ἢ ἀμελείας γενόμενον αἴτιον ἐμπρησμοῦ», διὰ δὲ τοῦ ἄρθρου 420 εἰς τὸν «ἐξ ἁπλῆς ἀμελείας προξενήσαντα «πλημμύραν», καὶ ἂν ἐκ ταύτης μὴ προῆλθε ζημία τις θετικὴ εἰς κτήματα. Ἐπὶ τέλει, διὰ τοῦ ἄρθρου 428, ἐπιβάλλεται ποινὴ φυλακίσεως εἰς τὸν «ἐξ ἀπροσεξίας ἢ ἀμελείας θανατώσαντα ἢ βλάψαντα κτήνη ἄλλων, ἢ ζημιώσαντα ποτίσματα ζώων», καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 443 ποινὴ φυλακίσεως ἐπίσης εἰς τὸν «ἐξ ἀμελείας ἢ δι’ ἔλλειψιν προνοίας, ἀναβαλόντα τὰς ὁποίας ἀνεδέχθη προμηθεύσεις ἢ ἄλλας ἐργασίας». Ὅτε λοιπὸν βλέπομεν τὸν Ποινικὸν Νόμον μὴ κρίνοντα ὡς ἀτιμώρητον τὸν περιπεσόντα εἰς πράξεις μικροτάτας, ἐξ ἀμελείας, καὶ δι’ ἐλάχιστα συμφέροντα, νομίζω, ὅτι δὲν ἐμμένομεν οὔτε εἰς τὸ πνεῦμα τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας, οὔτε εἰς τὸ πνεῦμα τῶν νομοθεσιῶν τῶν πεπολιτισμένων λαῶν, ζητοῦντες ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸν ὑπουργόν, ὅστις ἐξ ἀμελείας δύναται νὰ ὁδηγήσῃ εἰς δεινότατα ἀποτελέσματα καὶ νὰ ἐπιφέρῃ ζημίας μεγίστας εἰς τὸ Κράτος. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἑτέρα ἔλλειψις, ἣν δύναμαι νὰ χαρακτηρίσω ὡς μεγίστην, ἐντὸς τοῦ ἄρθρου τούτου. Τὸ γεγονὸς τῆς παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν Νόμων δὲν θεωρεῖται ὡς ἀξιόποινον, εἰμὴ τότε μόνον, ὅταν βεβαιωθῇ ὅτι προσέβαλεν οὐσιώδη συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ ἐρωτῶ ὑμᾶς, δύναται νὰ ὑπάρξῃ κοινωνία, ἐπὶ βάσεων ἠθικότητος καὶ στερεῶν, ὅταν δι’ ἑνὸς νόμου κηρύττηται, ὅτι ὁ ὑπουργὸς δύναται ἀτιμωρητεὶ νὰ παραβαίνῃ τὸν Νόμον, καὶ μόνον διὰ τὴν παράβασιν τοῦ Νόμου αὐτὴν, ἀνεξαρτήτως ἐὰν ἐπῆλθε ζημία, δὲν τιμωρεῖται; ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε, ἐὰν δύναται νὰ ὑπάρξῃ εὐθύνη, ὅταν ἔχωμεν ὑπουργοὺς, οἵτινες ἐβεβαιώθη ὅτι παρέβησαν τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ οἵτινες δὲν τιμωροῦνται, διότι δὲν ἐβεβαιώθη ἐὰν ἐπῆλθε βλάβη, οὐχὶ ἁπλῶς εἰς συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἰς οὐσιώδη συμφέροντα αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο περιέχει διατάξεις, τὰς ὁποίας οἱ Δημοσιολόγοι οἱ ἐπιφανέστεροι, οἱ περὶ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος γράψαντες, ἀπέκρουσαν καὶ ἀπεδοκίμασαν· περιέχει δὲ τὰς διατάξεις ταύτας, διότι δυστυχῶς, προκειμένου περὶ νόμου κανονίζοντος τὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν, δὲν ἠθέλησαν νὰ ἐννοήσωσιν οἱ συντάξαντες αὐτὸν, ὄχι διότι τὸ ἠγνόουν, ἀλλὰ δι’ ἄλλους λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ὅτι ὁ νόμος οὗτος ὁ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν δὲν εἶναι νόμος κοινὸς, ἀλλ’ ἐξαιρετικὸς, ὅστις δέον νὰ στηρίζηται ἐπὶ βάσεων διαφόρων τοῦ κοινοῦ Νόμου, καθόσον πρόκειται ν’ ἀσφαλίσῃ οὗτος συμφέροντα πολλῷ ἀνώτερα τῶν συμφερόντων τῶν κατ’ ἰδίων ἀτόμων. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν γνώμην ἑνὸς ἐκ τῶν ἐπιφανεστέρων περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν συγγραφέων, τοῦ Βέλγου Κερχόβε, οὗ πολλάκις ἠκούσατε τὸ ὄνομα ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου τούτου. Ὁ Κερχόβε ἀποφαίνεται, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ εἶναι ὑπεύθυνοι, ἀνεξαρτήτως ἐὰν ἐκ δόλου ἢ ἐξ ἀμελείας ἢ ἐξ ἀπειρίας παρέβησαν οἱονδήποτε Νόμον. «Ὁ ὑπουργὸς, γράφει ὁ Κερχόβε, εἶναι ὑπεύθυνος καὶ διὰ πᾶσαν ἀμέλειαν αὑτοῦ, ἢ μόνον ἕνεκα δόλου καὶ κακῆς πίστεως; Τὸ καθ’ ἡμᾶς, εἶναι ἀδιάφορον τίς ἡ αἰτία τῆς παραλείψεως· ὁ ὑπουργὸς, ὁ ἔνοχος παραλείψεως καθιστάμενος, εἶναι τιμωρητέος, ὀλίγον δὲ ἐνδιαφέρει ἐὰν ἡ παράλειψις αὐτοῦ πηγάζῃ ἐκ δόλου, ἐκ δολίας προαιρέσεως, ἢ ἐξ ἁπλῆς ἀμελείας καὶ ἐκ πλάνης. Καὶ πράγματι οἱ θεμελιώδεις θεσμοὶ τοῦ Κράτους δέον νὰ προστατεύωνται οὐ μόνον κατὰ τῆς κακῆς πίστεως, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῆς ἐμπαθείας, καὶ κατὰ τῆς ἐπιπολαιότητος, καὶ κατὰ τῆς ἀμελείας, καὶ κατὰ τῆς ἀπειρίας. Τί θ’ ἀπομένωσι τὰ συνταγματικὰ δικαιώματα τῶν Βουλῶν καὶ τῶν πολιτῶν, ἐὰν ὑπουργὸς ἀπερίσκεπτος καὶ ἀνίκανος ἠδύνατο ἀτιμωρητὶ νὰ τὰ καταπατῇ, χωρὶς νὰ διακινδυνεύῃ τιμώρησιν, ἐὰν μὴ προέβη εἴς τινα πρᾶξιν ἐπὶ δολίᾳ προαιρέσει; Δεύτερον, δυσκολωτάτη εἰς ἄκρον εἶναι ἡ ἀπόδειξις τοῦ δόλου, καὶ συχνότατα, ὅπως ἀποδείξῃ τις τὴν κακὴν πίστιν, δέον νὰ προβῇ εἰς διαδικασίαν λίαν λεπτομερῆ, ἐντεῦθεν δὲ ὁ δόλος δὲν θὰ δύναται νὰ προκύψῃ ἢ ἐκ τοῦ συνόλου τῶν συζητήσεων· ἀλλὰ τοῦτο ἀνατρέπει ὁλόκληρον τὴν οἰκονομίαν τοῦ Συντάγματος.»
§19ΡΙΚΑΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς ἐρωτήσω, ἂν ἐν τῷ Βελγίῳ ὑπάρχῃ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐφαρμόζει αὐτὰς τὰς ἰδέας;
§20ΦΙΛΗΜΩΝ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω μετ’ ὀλίγον. Προσθέτει ὁ δημοσιολόγος οὗτος καὶ ἄλλους λόγους, ἔτι μᾶλλον πείθοντας περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς ἀρχῆς αὐτῆς. Τὴν αὐτὴν ἀρχὴν δὲ ὑπεστήριξε καὶ ὁ περιώνυμος Mohl, οὗ τὴν αὐθεντείαν ἐπικαλεῖται ὁ Βέλγος συγγραφεύς. Ἣν δὲ γνώμην ἐπὶ τῶν παραλείψεων τῶν ὑπουργῶν ἀποφαίνεται ὁ Βέλγος, τὴν αὐτὴν ἐπιφέρει καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς θετικὰς πράξεις τῶν ὑπουργῶν· διότι τὸ τεμάχιον, ὅπερ σᾶς ἀνέγνωσα, ὁμιλεῖ περὶ τῶν παραλείψεων. Εἰς τὸν κ. Ῥικάκην ἀπαντῶ ἤδη, ὅτι αἱ ἀρχαὶ αὗται δὲν ἔγειναν μὲν ἀποδεκταὶ καὶ δὲν μετεποιήθησαν εἰς νόμον ἐν Βελγίῳ μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς, διότι ἐκεῖ δὲν ἐξεδόθη εἰσέτι τοιοῦτος Νόμος· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔχει σημασίαν, διότι ἡ ἀξία τῆς γνώμης τῶν συγγραφέων δὲν ἐξήρτηται ἐκ τῆς εἰς Νόμον μεταποιήσεως τῶν ἰδεῶν των. Οἱ συγγραφεῖς δὲ πάντες στηρίζουν τὴν αὐτὴν ἀρχὴν, ἣν ὑπεστήριξε καὶ ὁ Βέλγος. Ἐὰν φέρητε ἄλλον συγγραφέα, ἀλλὰ συγγραφέα σπουδαῖον καὶ φιλελεύθερον, οὐχὶ δεσποτικὸν, ὑποστηρίζοντα τὰ ἀντίθετα, τότε κλίνω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εὑρίσκομαι πληρέστατα εἰς τὸ ἄδικον. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως τί καθιεροῖ, τί ἀποθεώνει; Τὴν ἀπειρίαν, τὴν ἀμέλειαν καὶ τὴν ἀπρονοησίαν τῶν ὑπουργῶν. Δύναται ὑπουργός τις νὰ φέρῃ τὸ Κράτος εἰς κρίσεις, δύναται νὰ παραβιάσῃ τοὺς νόμους, ἀρκεῖ νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι τὸ ἔπραξεν ἐξ ἀμελείας, καὶ εἶναι ἀνεύθυνος, οὐδεμίαν ὑφίσταται τιμωρίαν, οὐδεμίαν ὑπέχει εὐθύνην. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, διὰ τοιούτων διατάξεων, καθιερουμένων τοιούτων θεσμῶν, δύναται νὰ ὑπάρξῃ πλέον εὐθύνη ὑπουργοῦ; Εἶχον δίκαιον λοιπὸν χθές, ὅτε ὡμίλησα κατὰ πρῶτον, νὰ χαρακτηρίσω τὰς τροπολογίας, ἃς προτείνει ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἰς τὸν περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμον, ὡς τροπολογίας, ὡς θεσμοὺς ἀνατρέποντας ἐκ θεμελίων τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν ἐσχάτως ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐχαρακτήρισεν ὡς ἐλεεινὸν καὶ ὡς γελοῖον τὸν στρατολογικὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἡ τότε πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς παρεδέχθη. Δὲν κρίνω εὔλογον νὰ μεταχειρισθῶ καὶ ἐγὼ τὰς αὐτὰς λέξεις, ὅπως χαρακτηρίσω τὸν νόμον του, διότι νομίζω ἄτοπον καὶ ἀναξιοπρεπές, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς τοιαῦται λέξεις νὰ ἐκφέρωνται· δικαιοῦμαι ὅμως νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου καὶ τὴν ἀπορίαν, πῶς πρόσωπον τοιαύτης πείρας καὶ τοιαύτης παιδείας καὶ τοιαύτης ἱκανότητος καὶ τοιούτων προηγουμένων, ὁποῖος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἔπεισε τὸν ἑαυτόν του νὰ φέρῃ τοιοῦτον Νόμον ἐνώπιον ἡμῶν, Νόμον ἀνατρέποντα ἐκ θεμελίων τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην. Ἀλλὰ μίαν ἄλλην παρατήρησιν ἔχω νὰ φέρω· θὰ ἐρωτήσω τοὺς εἰσαγάγοντας τὰς τροπολογίας, ποία εἶναι ἡ μέθοδος καὶ τίς ἡ διαδικασία, διὰ τῆς ὁποίας θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ὑπουργός τις ἠμέλησε περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος; Ἀπέδειξεν ἀμέλειαν ἆράγε περὶ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Συντάγματος; Δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἠγνόει τὸ Σύνταγμα; Εἶναι μερικαὶ πράξεις, αἵτινες δὲν δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν ἀμέλειαν, καὶ ἕνεκα τούτου ὁ ποινικὸς νόμος δὲν ὑπάγει πάσας τὰς πράξεις εἰς τὴν ἀμέλειαν, οὔτε τὸ εὐεργέτημα αὐτὸ τῆς ἀμελείας τὸ ἀναγνωρίζει διὰ πᾶσαν κολάσιμον πρᾶξιν. Ἀληθῶς πράξεις τινές, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀμελείας ἢ τοῦ δόλου, εἶναι αὐταὶ καθ’ ἑαυτὰς ἐγκληματικαὶ, δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν, ὅτι ἐπήγασαν ἐξ ἀμελείας. Δύναται νὰ εἴπῃ ὁ κλέπτης, ὅτι ἐξ ἀμελείας ἔκλεψα; ὁ πλαστογράφος, ὁ κιβδηλοποιὸς ἢ ὁ παραχαράκτης, ὅτι ἐξ ἀμελείας ἐπλαστογράφησα ἢ κατεσκεύασα κίβδηλα νομίσματα; Δι’ αὐτὴν τὴν αἰτίαν, ὁ ποινικὸς νόμος δὲν ὁρίζει ἐν γένει τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀμελείας διὰ πᾶσαν πρᾶξιν, ἀλλὰ μόνον εἰς ἐκείνας, αἵτινες δύνανται νὰ διαπραχθῶσι καὶ ἐξ ἀμελείας. Ὀλίγας λέξεις θέλω εἴπει εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Ῥικάκη. Πολὺν ἐποιήσατο λόγον περὶ τῆς ταχείας ψηφίσεως καὶ τῆς ἀσυζητητεὶ παραδοχῆς τοῦ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμου, ἠθέλησε δὲ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ὑπῆρξε μία ὡρισμένη πολιτικὴ μερίς, ἥτις τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐπεδίωξε τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν καὶ ἐπικύρωσιν. Τὸ τοιοῦτον, λεγόμενον ἀλλαχοῦ, ἠδύνατο νὰ ᾖναι εὐνόητον· λεγόμενον ὅμως ἐνώπιον ἡμῶν, νομίζω, ὅτι δυσκόλως δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ, ἢ νὰ ἀποδειχθῇ εἰς τίνα διάθεσιν τοῦ λαλοῦντος πρέπει ν’ ἀποδοθῇ. Ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι κατὰ τὴν 13 Δεκεμβρίου κατηργήθησαν οἱ κομματάρχαι, οὐδεὶς τοὺς ἤκουεν, ἡ δὲ ἐπιψήφισις τοῦ νόμου ἐγένετο παρὰ βουλευτῶν, ἀνηκόντων ἀδιαφόρως εἰς πάσας τὰς πολιτικὰς μερίδας, διότι μία ἰδέα τοὺς συνέδεεν, ἡ ἰδέα, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἐπὶ τέλους νὰ ψηφισθῇ εἷς νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν ὅπως ὅπως. Τοῦτο καὶ ἐγένετο. Δι’ αὐτὴν τὴν αἰτίαν εἴδετε, δὲν λέγω ἀντιθέτων πολιτικῶν ἰδεῶν, ἀλλ’ ἀντιθέτων πολιτικῶν συμπαθειῶν, βουλευτὰς συμπράττοντας μετὰ μεγάλου ἐνθουσιασμοῦ. Τὰ δὲ γενόμενα ἐσχάτως, καὶ ἰδίως ὁ νόμος ὁ σήμερον ὑποβαλλόμενος, μᾶς πείθουσιν, ὅτι ἡ Βουλὴ καθ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἔκρινε πρακτικώτατα. Ἐὰν κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν δὲν ἐψηφίζετο νόμος περὶ εὐθύνης, ὁ νόμος θὰ ἦτο ἓν ποθούμενον διὰ μακρὰ ἔτη. Ἐπὶ τέλους θὰ ἔχωμεν ἕνα νόμον, τὸν ὁποῖον δυνάμεθα νὰ διορθώσωμεν, καὶ ἡ διόρθωσις ἑνὸς νόμου ὑπάρχοντος εἶναι πολὺ εὐκολωτέρα ἀπὸ τὴν δημιουργίαν θεσμοῦ μὴ ὑπάρχοντος ἐν τῇ Νομοθεσίᾳ. Γενικὰς μεταῤῥυθμίσεις ὁ ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐζήτησε τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν Νόμου. Τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι βάσιμον. Ὁ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν ψηφισθεὶς Νόμος καὶ ἤδη δημοσιευθεὶς ἔχει τὰς ἀτελείας του, ὅπως πᾶς νόμος· διότι καὶ αὐτοὶ οἱ τελειότατοι τῶν νόμων δὲν δύνανται νὰ σωθῶσιν ἀπὸ τῆς τοιαύτης μομφῆς. Ἀλλ’ ὁ νόμος αὐτὸς ἐστηρίχθη ἐπὶ τῶν βάσεων τῆς ἐπιστήμης, ἐπὶ τῶν νεωτέρων νόμων τῶν περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν δημοσιευθέντων, καὶ ἰδίως ἐπὶ τοῦ Αὐστριακοῦ, ὅστις εἶναι σχεδὸν ὁ τελειότερος τῶν μέχρι τοῦδε συνταχθέντων. Αἱ δὲ ἐλλείψεις αὐτοῦ δύνανται πολὺ εὐκόλως νὰ διορθωθῶσιν αὔριον ἢ μεθαύριον, δυσκολώτατον ὅμως θὰ ἦτο, ἐὰν δὲν εἴχομεν νόμον, νὰ τὸν ἀποκτήσωμεν τὴν ἑπομένην ἡμέραν. Καὶ εἰς μίαν ἄλλην συζήτησιν, σχετιζομένην μετὰ τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, καὶ εἰς τὴν παροῦσαν, ὁ ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κ. Ῥικάκης ἐπεκαλέσθη τὸ παράδειγμα τῆς Ἀμερικῆς. Ἐννοοῦσε κάλλιστα ποίαν ἠχὼ ἔπρεπε νὰ εὕρῃ ἡ ὑπόμνησις τῆς χώρας αὐτῆς προκειμένου περὶ ἐλευθέρων θεσμῶν. Ἀφοῦ εἰς τὴν δημοκρατικωτέραν τῶν Πολιτειῶν ἰσχύει ὁ θεσμὸς αὐτός, σεῖς δὲν τὸν θέλετε εἰς Κράτος, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δημοκρατικόν; Ἰδοὺ σᾶς φέρομεν δημοκρατικὸν Νόμον, καὶ αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ ζητοῦμεν τὴν καθιέρωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δυστυχῶς ὡς καὶ τότε, οὕτω καὶ σήμερον ὁ κ. Ῥικάκης ἢ παρενόησε τὸ κείμενον τοῦ Ἀμερικανικοῦ Συντάγματος, ἢ ὑπ’ ὄψιν του εἶχε πᾶν ἄλλο κείμενον ἢ τὸ ἀληθὲς κείμενον τοῦ Συντάγματος τούτου. Τὸ Ἀμερικανικὸν σύνταγμα ὁρίζει, ἐν τῷ τμήματι 4, τὰ ἑπόμενα· (ἀναγινώσκει.) Βλέπετε λοιπὸν ποίαν ἐλαστικὴν λέξιν ἔχει, κακὴ διαγωγή. Καὶ τίς εἶναι ἡ κακὴ διαγωγή; Ἡ ἀμέλεια δὲν ἀνάγεται εἰς τὴν γενικὴν κατηγορίαν αὐτήν; Δὲν ἀπομένει εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς κατηγορούσης Βουλῆς καὶ τῆς δικαζούσης Γερουσίας ἡ ἐκτίμησις τῆς τοιαύτης διαγωγῆς;
§21ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὄχι.
§22ΦΙΛΗΜΩΝ. Μὲ συγχωρεῖτε· ταῦτα εἶναι τόσον στοιχειώδη πράγματα, ὥστε ἀπορῶ πῶς τὸ φιλονεικεῖτε ὑμεῖς. Ἀπορῶ ἀληθῶς πῶς ὁ κύριος Ῥικάκης ἠθέλησε νὰ ὑπομνήσῃ διατάξεις, αἵτινες δὲν ὑπάρχουν ἐντὸς τοῦ Ἀμερικανικοῦ Συντάγματος. Τούτου δ’ ἕνεκα ἴσως, ὅτε σᾶς ἀνεγίνωσκεν ἕν τι κείμενον, τὸν ἠρώτησα, ποῖον εἶναι τὸ ἄρθρον, καὶ δὲν μοι ἀπήντησε, λέγων, ὅτι δὲν τὸ ἐνθυμεῖται.
§23ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐὰν θέλετε, σᾶς τὸ φέρω· ἐγὼ βεβαίως δὲν τὸ συνέταξα.
§24ΦΙΛΗΜΩΝ. Καταλήγων τὸν λόγον, ὀφείλω μίαν ἐξήγησιν. Ὁ κύριος Ῥικάκης μοὶ ἀπέδωκεν, ὅτι ἐπεθύμουν αὐστηρὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Λυποῦμαι, ὅτι δὲν μὲ ἐνόησεν. Ὁ νόμος ὁ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν ἔχει δύω μέρη· ἔχει τὸ μέρος τὸ ὁρίζον τὰς εἰς τὴν εὐθύνην ὑπαγομένας πράξεις καὶ τὸ διαδικαστικόν, ἔχει καὶ τὸ μέρος τῶν ποινῶν. Ἐγὼ τὴν αὐστηρότητα ἠθέλησα εἰς τὸ διαδικαστικὸν μέρος καὶ εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν πράξεων, ὄχι εἰς τὴν ἐπιμέτρησιν τῆς ποινῆς. Ἄλλοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἠθέλησαν αὐστηρὰς ποινὰς καὶ τὴν θανατικὴν ποινήν· ἄλλοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπόθησαν κρίκον, ὅστις νὰ ἦναι διαρκῶς ὑπὲρ τὰς κεφαλὰς τῶν ὑπουργῶν, ἀλλ’ οἵτινες δυστυχῶς, ἀντὶ νὰ ἐνισχύσωσιν αὐτὸν τὸν κρίκον, παρεσκεύασαν προσκεφάλαιον ἁβρὸν διὰ τοὺς ὑπουργούς, ἀνήρτησαν δὲ καὶ ἀπηγχόνισαν ἀπὸ τοῦ κρίκου αὐτοῦ οὐχὶ τοὺς ὑπουργοὺς τοὺς παραβαίνοντας τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ αὐτὴν τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην.
§25ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Κύριοι, ἐκ τῆς πρώτης συζητήσεως τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ἥτις ἐγένετο κατὰ τὴν 13 Δεκεμβρίου, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι εὑρέθην εἰς ἄκραν ἀντίθεσιν πρὸς τὸν κ. Φιλήμονα· διότι ὁ κ. Φιλήμων εἶναι εὔκολος εἰς τὴν σύνταξιν νόμων, καὶ νόμων δρακοντίων· διὰ τί; διότι εἶναι εὔκολος καὶ εἰς τὸ ἀμνηστεύειν. Καὶ μ’ ὅλον ὅτι εἰς τὴν πρώτην ὁρμήν του φαίνεται λίαν καταδιωκτικός, αἴφνης μεταβάλλεται, καὶ ἀπὸ τοῦ σημείου τῆς καταδιώξεως μεταβαίνει εἰς τὸ στάδιον τῆς εὐσπλαγχνίας καὶ τῆς ἐπιεικείας. Ἐγὼ ὅμως ὅσον ἀπέχω ἀπὸ τὸ στάδιον τῶν καταδιώξεων, τοσοῦτον εἶμαι αὐστηρός, ὅταν ὑπάρχῃ νόμος, ὅστις δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ, καὶ τὸν βλέπω παραβιαζόμενον καὶ καταπατούμενον. Οἱ νόμοι περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν εἶναι τὸ δυσκολώτατον πρᾶγμα, διότι δύσκολον εἶναι νὰ ὁρισθῶσι τὰ ὅρια τῆς ἐλευθέρας ἐνεργείας τῶν ὑπουργῶν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν αὐτοὶ ἐνεργοῦν τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι ὅλα τὰ ἔθνη δυσκόλως δύνανται νὰ καταρτίσωσι νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, καὶ ἡ πατρὶς τοῦ συγγραφέως, ὃν ἀνέφερεν ὁ κ. Φιλήμων, δὲν κατώρθωσε νὰ ἔχῃ νόμον περὶ εὐθύνης, καίτοι ἀσχολεῖται ἀπὸ τοῦ 1831, ὅτε κατηρτίσθη τὸ βασίλειον τοῦ Βελγίου. Τί σημαίνει τοῦτο; Τοῦτο σημαίνει, ὅτι οἱ νόμοι περὶ εὐθύνης ἢ περιορίζουσι τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐνεργείας τῶν ὑπουργῶν διὰ τῆς αὐστηρότητος, ὥστε δὲν δύνανται οἱ ὑπουργοὶ νὰ πράξωσι τίποτε, ἢ εἶναι τοιοῦτοι, ὥστε ἀφίνουσι πᾶσαν ἐλευθερίαν εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν. Τώρα δὲν δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε, ὅτι ὁ μέχρι τοῦδε ψηφισθεὶς νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν εἶναι ἀτελὴς καὶ χρῄζει συμπληρώσεως, καὶ τὸ εἰσαγόμενον νομοσχέδιον, ἂν δὲν θεραπεύῃ ὅλας τὰς ἀτελείας, εἶναι ὅμως συντελεστικὸν ὡς συμπλήρωμα αὐτοῦ. Ὁ κ. Φιλήμων, ἐξετάζων τὴν ἔννοιαν τοῦ πρώτου ἄρθρου, λέγει, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀνατρέπει ὅλας τὰς βάσεις τοῦ ποινικοῦ νόμου· ἀλλ’ ἐλησμόνησεν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι συμπληρωτικός, καὶ ὅτι τὸ ἄρθρον πρῶτον δὲν καθιεροῖ παρὰ τὴν ἀμέλειαν τῶν ὑπουργῶν καὶ τὰς ἐξ αὐτῆς συνεπείας τῶν πράξεων αὐτῶν, διότι προϋποθέτει, ὅτι ὡς πρὸς τὰς δολίας πράξεις τῶν ὑπουργῶν ὑπάρχει ὁ ἕτερος νόμος· ἑπομένως δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνατροπὴ τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ἀλλ’ εὑρίσκει τὴν ἀνατροπὴν εἰς τὸ οὐσιῶδες ἢ μὴ τῶν ἀθεμίτων πράξεων. Βεβαίως ἡ βλάβη εἰς τὰ συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας εἶναι διττή, διότι δύναται νὰ ᾖναι ἢ ἠθικὴ ἢ ὑλική· ἀλλὰ καὶ ἡ μὲν καὶ ἡ δὲ εἶναι πολλάκις τοσοῦτον σπουδαία, ὥστε βλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ πρέπει νὰ ᾖναι καταδιώξιμος καὶ ἀξιόποινος. Δὲν εἶναι δὲ δίκαιον, δι’ εἰκαζομένην βλάβην καὶ μηδαμινήν, ἡ Βουλὴ νὰ κατηγορῇ τοὺς ἀνωτάτους λειτουργοὺς τοῦ Κράτους καὶ νὰ εἰσάγῃ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου. Ὁ ὅρος, ὅτι ἡ βλάβη τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους πρέπει νὰ ᾖναι οὐσιώδης εἶναι ἀπαραίτητος, διότι ἄλλως τὰ Ἔθνη ἤθελον εἰσάγει τοὺς ὑπουργοὺς εἰς δίκην, διὰ μηδαμινὰ πράγματα. Τώρα, ἂν βλάβη τις ᾖναι οὐσιώδης ἠθικῶς ἢ ὑλικῶς, εἶναι ἔργον τοῦ δικαστηρίου νὰ ἐκτιμήσῃ, διότι τοῦτο εἶναι ζήτημα πραγματικόν, οἱ δὲ νόμοι δὲν δύνανται ν’ ἀφαιρῶσι τὴν ἐλευθερίαν τῆς κρίσεως τῶν δικαστηρίων, οὔτε νὰ διατυπώσωσι τὸ μέτρον τῆς κρίσεως αὐτῶν καὶ ἀποφάσεως, διότι οἱ νόμοι περιέχουσι μόνον γενικοὺς ὁρισμούς, ἤτοι κανόνας, ἐντὸς τῶν ὁποίων θὰ κανονίσῃ ὁ δικαστὴς τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ἄρθρον ὁ κύριος Φιλήμων εἶπεν, ὅτι τὸ θεωρεῖ περιττὸν καὶ ἀπαλειπτέον. Νομίζω, ὅτι καὶ ἂν ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον, δὲν παρέχει καμμίαν βλάβην, ἀλλὰ καὶ ἂν μείνῃ, δὲν ὑπάρχει τι τὸ ἐπιβλαβές· ἔχει μάλιστα, ἂν μείνῃ, τι τὸ δραστικὸν ἀποτέλεσμα. Ὅλοι γνωρίζετε, καὶ μάλιστα οἱ νομικοὶ, ὅτι τὰ ἐγκλήματα εἶναι τριῶν εἰδῶν· εἶναι τὰ καταστρέφοντα δικαιώματα, καὶ ὀνομάζονται κακουργήματα· εἶναι αἱ ἀθέμιτοι πράξεις, αἱ θέτουσαι εἰς κίνδυνον τὰ δικαιώματα, καὶ λέγονται πλημμελήματα· εἶναι δὲ καὶ τὰ πταίσματα, τὰ ὁποῖα δὲν προσβάλλουσι δικαιώματα, ἀλλὰ εἶναι παρεκτροπαὶ ἀναπόφευκτοι εἰς πάντα ἄνθρωπον, εἴτε δημόσιον εἴτε ἰδιώτην· εἶναι δὲ ἄτοπον νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐλευθερία ἐκ τοῦ νόμου νὰ εἰσάγηται κατηγορία ἐνώπιον τῶν νομοθετικῶν σωμάτων κατὰ ὑπουργοῦ ἢ ὁλοκλήρου ὑπουργείου διὰ τοιαῦτα παραπτώματα. Τὰ νομοθετικὰ σώματα ὀφείλουσι πάντοτε νὰ σπουδάζωσι καὶ νὰ μὴ παραφέρωνται ἐκ τῶν παθῶν, ἀνυψοῦντα καὶ τὰ ἁπλᾶ πράγματα εἰς τὸ σημεῖον μεγάλων ἐγκλημάτων, ἐκ τῶν ὁποίων νὰ δημιουργηθῇ κατηγορία, ἐνῷ πολλάκις πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν εὐθύνην, τὰ πάθη δύνανται νὰ τὰ ἀνυψώσουν μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἐγκλήματος καὶ στηρίξωσιν ἐπ’ αὐτοῦ κατηγορίαν πρὸς ποινικὴν καταδίωξιν, ἐνῷ τὸ πρᾶγμα, αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ ἐξεταζόμενον, δὲν περιέχει παρὰ ἓν ἁπλοῦν παράπτωμα. Τώρα ἔρχεται τὸ 3 ἄρθρον. Ἔχομεν, κύριοι, ἀρκετὴν συνταγματικὴν πεῖραν, καὶ ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι ἐπὶ τριάκοντα ἔτη ὁλόκληρα οὐδέποτε κατηγορήθη ὑπουργὸς οὔτε ἐτιμωρήθη, διότι ἔδωκε παράνομον διαταγὴν εἰς ὑποδεεστέρους ὑπαλλήλους πρὸς διάπραξιν ἀξιοποίνων πράξεων· καὶ ἠξεύρετε διατί; διότι εἶναι δύσκολος ἡ ἀνακάλυψις τῆς ἀληθείας, ἂν ἐδόθη διαταγὴ, ἢ ἂν ὁ ὑπάλληλος οἴκοθεν εἰργάσθη, μὴ διαταχθεὶς Ἐνῷ δὲ πολλοὶ νομίζουσιν, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀνατρέπει τὰς βάσεις τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης, ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ μεγαλείτερον ἀσφάλιον αὐτῆς, διότι τοῦ λοιποῦ δυσκόλως δημόσιοι ὑπάλληλοι θὰ δέχωνται διαταγὴν εἴτε ἄμεσον, εἴτε ἔμμεσον, εἴτε καθ’ ὑπόδειξιν, ὅταν ἔχωσιν αὐτὸ τὸ ἀσφάλιον νὰ προστατεύωνται ἀπέναντι τοῦ ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος μόνους δύναται νὰ τοὺς σύρῃ εἰς τὸ δικαστήριον, καὶ κανεὶς ὑπάλληλος δὲν θὰ τολμήσῃ νὰ δεχθῇ προφορικὴν διαταγὴν, διότι κανεὶς δὲν θέλει νὰ γείνῃ θῦμα διὰ τὸν ἄλλον· καὶ ἡ διάταξις αὕτη θὰ συντελέσῃ ἀκόμη καὶ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῶν δημοσίων ἠθῶν, διότι ὁ ὑπουργὸς θὰ προφυλάσσηται ἀπέναντι τῶν ὑπαλλήλων αὑτοῦ νὰ μὴ δίδῃ παράνομον διαταγὴν, ὅταν ἠξεύρῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ δώσῃ αὐτὴν παρὰ ἐγγράφως, καὶ ὁ ὑπάλληλος δὲ οὐδέποτε θὰ πράξῃ ἀξιόποινον πρᾶξιν κατὰ προφορικὴν ἐντολὴν ἢ διαταγὴν τοῦ ὑπουργοῦ, ὅταν ἠξεύρῃ, ὅτι μόνος τότε θὰ ἦναι ὁ ὑπεύθυνος. Τὸ ἄρθρον δὲ αὐτὸ, κύριοι, ἔχει καὶ τὸ ἕτερον ἀποτέλεσμα, τοῦ νὰ προστατεύῃ τοὺς ὑπουργοὺς ἀπὸ ὅλας τὰς συκοφαντίας, καὶ ἰδίως ἀπὸ τὰς ἐπιδρομὰς τοῦ τύπου, πρὸ πάντων κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, ὅτε συμβαίνουσι συνήθως αἱ ἐκλογικαὶ παρανομίαι καὶ παραβιάζονται τὰ δημόσια δικαιώματα τῶν πολιτῶν. Γνωρίζετε δὲ πόσον δύσκολος εἶναι ἡ τοιαύτη καταδίωξις μέχρι τοῦδε καὶ ὅτι οἱ ὑπάλληλοι πάντοτε ὑπεδείκνυον ὅτι εἶχον ἡμιεπίσημον διαταγὴν καὶ ὁδηγίαν, καὶ ὑπεξέφευγον οὕτω τὴν τιμωρίαν τῶν νόμων· δὲν θὰ δύνανται δὲ εἰς τὸ μέλλον νὰ προτείνωσι τὸ δικαιολόγημα τοῦτο ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, διότι διὰ τοῦ νόμου ὑποχρεοῦνται νὰ φέρωσι ῥητὴν διαταγὴν ἔγγραφον, εἴτε ἐπίσημον, εἴτε ἡμιεπίσημον. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς, κατὰ τὴν προχθεσινὴν ὁμιλίαν του, εἶπεν, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ πολλάκις εἶναι καὶ ἐπιβλαβὲς, διότι ἐν ὥρᾳ κατεπείγοντος κινδύνου δὲν εἶναι ἐφικτὴ ἡ ἔγγραφος διαταγὴ, καὶ ὅτι πολλάκις δύναται νὰ διακινδυνεύσῃ ἡ δημοσία ἀσφάλεια. Ἀλλὰ τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἔφερε, δὲν εἶναι κατάλληλον· ἀνέφερε τὸ παράδειγμα, καθ’ ὃ οἱ πολῖται, συνερχόμενοι δημοσίᾳ, φθάνουσι μέχρι παρεκτροπῶν, ἡ δὲ ἀστυνομία δυνατὸν νὰ συμβῇ νὰ μὴ ἔχῃ τὴν προσήκουσαν διαταγὴν πρὸς διακώλυσιν πάσης παρανόμου πράξεως. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον, κύριοι, λύει τὸ Σύνταγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον χορηγεῖται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐξουσίαν ῥητῶς καὶ καθαρῶς νὰ παρεμβαίνῃ, ὁσάκις διακινδυνεύει ἡ δημοσία ἀσφάλεια· διέταξε δὲ τοῦτο τὸ Σύνταγμα, διότι ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἤθελε νὰ προστατεύσῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου κατὰ τὴν ἐξάσκησιν ἑνὸς ἀτομικοῦ δικαιώματος, ἀφ’ ἑτέρου ἠθέλησε νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ περὶ τῆς κοινωνίας, ὅπως μὴ διατρέξῃ κίνδυνον. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη διαταγῆς πρὸς ἀποτροπὴν αὐτοῦ τοῦ κινδύνου, διότι οἴκοθεν ἡ ἀστυνομία ἐπεμβαίνει δυνάμει τοῦ Συντάγματος, ὁσάκις βλέπει διακινδυνεύουσαν τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Ὡς πρὸς τὸ 4ον ἄρθρον, κύριοι, ὑπῆρξεν ὡσαύτως μεγάλη ἀντιλογία, διότι εἶναι τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, ἐκ τοῦ περιεχομένου τῆς ἰδέας τοῦ ὁποίου γεννᾶται μεγάλη ἀντιφωνία μεταξὺ τῶν συγγραφέων καὶ παρέχεται μεγάλη δυσχέρεια πρὸς σύνταξιν νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, διότι δὲν δύνανται νὰ ὁρισθῶσι τὰ ὅρια ἐντὸς τῶν ὁποίων ἐνεργῶν μένει ἀνεύθυνος, καὶ πέραν τούτων πράττει ἀδίκημα· διὸ πρέπει νὰ δοθῇ χαρακτηρισμὸς πότε πράττει παρανομίαν καὶ πότε δὲν πράττει; Ἂν πράττῃ παρὰ τὸ γράμμα ἑνὸς νόμου, βεβαίως ἀδικεῖ· ἀλλ’ ἂν τὸ γράμμα ᾖναι ἀμφίβολον, τότε ἔρχεται τὸ στάδιον τῆς ἑρμηνείας. Ἡ ἑρμηνεία εἶναι λογικὴ ἐξέτασις τοῦ πνεύματος ἑνὸς νόμου, εἶναι δὲ ἀπείρων εἰδῶν· εἶναι ἀτομική, ἀναλόγως τῆς δυνάμεως τοῦ νοὸς ἑκάστου, εἶναι δὲ καὶ νομικὴ ὑπὸ γραμματικὴν ἔποψιν, καὶ λογική. Ὅταν λοιπὸν ἡ ἑρμηνεία ᾖναι τόσον παράλογος, ὥστε ν’ ἀντίκηται εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, αὐτὴ δὲν πρέπει ν’ ἀπαλλάττῃ τὸν ὑπουργόν. Ἂν ὅμως ᾖναι εὔλογος καὶ ὑποστηρίζηται ὑπὸ τῆς λογικῆς, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ κατηγορήσητε ἕνα ἄνθρωπον καὶ νὰ τὸν στείλητε νὰ δικασθῇ καὶ τιμωρηθῇ. Ἂν ὁ νόμος ἔχῃ χάσματα καὶ κενὰ, πρέπει νὰ καταδικάσητε τὸν ὑπουργόν; Νομίζω, ὄχι. Τοῦτο πρέπει νὰ γίνηται μόνον ἐπὶ σαφῶν διατάξεων τοῦ νόμου, ὃν εἷς ὑπουργὸς ἐφήρμοσεν. Ἠξεύρετε δὲ, κύριοι, ὅτι πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν νόμους περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, νόμους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὅλως ἐξαιρετικοὶ, κατέφυγον καὶ εἰς ἀρχὰς, αἵτινες ἀντίκεινται εἰς ὅλας τὰς γενικὰς ἀρχὰς τῆς λοιπῆς νομοθεσίας. Κατὰ γενικὸν κανόνα, ἡ ἄγνοια τοῦ νόμου δὲν ἐπιτρέπεται εἰς κανένα· μολαταῦτα ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν πολλοὶ ἐδογμάτισαν, ὅτι, ἂν ὁ ὑπουργὸς ἀποδείξῃ ὅτι ἐκ συγγνωστῆς καὶ δεδικαιολογημένης πλάνης περὶ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, ἔπραξε πρᾶξιν ἀξιόποινον, δὲν εἶναι καταδιώξιμος· καὶ τοιαύτην γνώμην διέγραψε καὶ ἐπεζήτησεν ἓν τῶν σπουδαιοτέρων μελῶν τοῦ κοινοβουλίου. Ἂν ἀναγνώσητε τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Τρικούπη, θέλετε ἰδεῖ ῥητὸν περὶ τούτου ἄρθρον, δι’ οὗ ἀπαλλάσσει τὸν ὑπουργὸν, ἂν αὐτὸς ἀποδείξῃ ὅτι ἐκ συγγνωστῆς πλάνης καὶ δεδικαιολογημένως ἔσφαλε περὶ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, ἐνῷ τὸ τοιοῦτον οὐδαμοῦ ἀλλοῦ ἐπιτρέπεται. Εἰς τὸν ὑπουργὸν ὁ νόμος περὶ εὐθύνης φαίνεται ἐπιεικὴς, καὶ πρέπει νὰ ᾖναι τοιοῦτος ἐξ ἀνάγκης. Ἤδη ἀπαντῶ εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Πυλίας, ὅστις εἶπε: ποῖον λόγον ἔχουσι τὰ ἄρθρα 8 καὶ 9 ἐν τῇ νομοθεσίᾳ; ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ συλλογισθῇ, ὅτι ἄνευ αὐτῶν ὁ νόμος ὁ συμπληρωτικὸς οὐδεμίαν θὰ εἶχε σημασίαν, διότι αὐτὰ τὰ δύω τελευταῖα ἄρθρα διαγράφουσι τὴν ποινήν. Ἂν εἰς τὸν νόμον τῆς 13 Δεκεμβρίου ὑπάρχωσιν ὡρισμέναι ἀξιόποινοι πράξεις καὶ ποιναὶ, τοῦτο δὲν ἀναιρεῖ τὴν λογικότητα τῶν ποινῶν τῶν ὁριζομένων ἐν τῷ παρόντι νόμῳ, διότι ἐνταῦθα ὁρίζονται ἕτεραι ἀξιόποινοι πράξεις, δι’ ἃς πρέπει νὰ ὑπάρχουν καὶ ἕτεραι ποιναί. Ὡς πρὸς τὸ εἶδος τῆς ποινῆς, κύριοι, ὑπάρχουσι πολλαὶ γνῶμαι. Βέβαια, αἱ μεγάλαι ποιναὶ σήμερον, ὅτε προώδευσεν ὁ πολιτισμός, δὲν ἔχουσι καμμίαν ἀξίαν, καὶ ἰδίως διὰ τοὺς ὑπουργοὺς, καὶ μιᾶς ἡμέρας καταδίκη εἶναι μεγαλείτερον τραῦμα παρὰ ἐὰν ἕνα ἄλλον κοινὸν ἄνθρωπον τὸν τιμωρήσητε μὲ ἑνὸς καὶ δύο ἐτῶν φυλάκισιν, διότι ἡ κατηγορία καὶ ἡ καταδίκη ἑνὸς ὑπουργοῦ ἀφίνει εἰς αὐτὸν αἰώνιον στίγμα, καταδικαζομένης τῆς ἠθικῆς αὐτοῦ ἐνώπιον τῆς κοινωνίας. Εἶναι λοιπὸν ἀδιάφορον ποῖον εἶδος ποινῆς θέλετε παραδεχθῆ, ἀρκεῖ νὰ μὴ ἦναι βαρεῖαι αἱ κατὰ τῶν ὑπουργῶν ποιναί, διότι τὸ δραστικὸν ἀποτέλεσμα δὲν τὸ φέρει τὸ βαρὺ τῆς ποινῆς, ἀλλ’ ἡ ἐπιβολὴ αὐτῆς. Τὰς χρηματικὰς ποινὰς πολλοὶ τὰς κατακρίνουσιν, ὡς δημευούσας τὴν περιουσίαν τοῦ καταδικαζομένου, καὶ βεβαίως εἶναι δήμευσις. Ἀλλ’ ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Καράπαυλος, εἰς ἄλλους ἡ χρηματικὴ ποινὴ δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀξίαν, καὶ ἄλλους τοὺς καταστρέφει· εἰς τὸν φιλότιμον ἄνθρωπον ἡ στέρησις τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας διὰ μίαν ἡμέραν ἐπιδρᾷ ὑπερμέτρως, ἐνῷ εἰς ἄλλον καὶ ἐπὶ ἓν καὶ δύω καὶ τρία ἔτη φυλάκισις δὲν σημαίνει τίποτε. Λοιπὸν ὡς πρὸς τὰς ποινὰς εἶναι ἀδιάφορο, εἴτε τὸ ἓν εἴτε τὸ ἕτερον εἶδος παραδεχθῆτε, ἀρκεῖ αἱ ποιναὶ νὰ ἦναι ἐλαφραί, διότι, ὡς εἶπον, εἰς τοὺς ὑπουργοὺς δὲν ἔχει ἐπιῤῥοὴν τὸ βαρὺ τῆς ποινῆς, ὅσον ἡ ἐπιβολὴ αὐτῆς, ὄχι τὸ ποσὸν τῆς ποινῆς, ἀλλ’ αἱ συνέπειαι αὐτῆς. Τώρα καὶ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, παρατηρῶ, μὲ τὴν διόρθωσιν ἡ ὁποία ἐγένετο, ὅτι λαμβάνει πρόνοιαν καὶ περὶ τοῦ δραστικωτέρου εἴδους τῶν ποινῶν, ἤτοι περὶ τῆς ἀπωλείας τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων· βεβαίως διὰ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας μεγαλειτέραν σημασίαν ἔχει ἡ στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων παρὰ ἡ ἐπιβολὴ τῶν ἄλλων ποινῶν τοῦ ποινικοῦ νόμου. Καταλήγων τὸν λόγον, δὲν ἔχω παρὰ νὰ κάμω τὴν ἁπλῆν αὐτὴν παρατήρησιν, ὅτι τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Φιλήμων ἐπεκαλέσθη, δὲν δύναται παρ’ ἡμῖν νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν ἀξίαν, διότι ἡμεῖς, εἰσάγοντες νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, πρέπει νὰ ἔχωμεν σαφῶς ὡρισμένας καὶ τὰς ἀξιοποίνους πράξεις καὶ τὴν τιμωρίαν αὐτῶν. Ὡς πρὸς τοῦτο δὲ δὲν πρέπει παντάπασι νὰ μιμηθῶμεν τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ συμβαίνοντα, διότι ἐκεῖ τὸ κοινοβούλιον εἶναι παντοδύναμον, ἐκεῖ καταδιώκει τοὺς ὑπουργούς, ὁρίζει καὶ τὰς ποινάς, καὶ πράττει συγχρόνως ὅπως δόξῃ αὐτῷ, ἐνῷ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τοιαύτην δύναμιν ὡς νομοθετικὸν σῶμα. Διὰ τοῦτο λοιπὸν νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, συμπληροῦν τὸν ἄλλον νόμον, δύναται ἀφ’ ἑνὸς νὰ ἀσφαλίζῃ τὴν ἐλευθέραν ἐνέργειαν τῶν ὑπουργῶν καὶ τὴν ἐλευθερίαν αὐτῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δύναται νὰ προστατεύῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι μέχρι τοῦδε δυστυχῶς ἔπαθον ἐκ τοιούτων παραβάσεων.
§26ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Διατί, κύριοι, λαμβάνω τὸν λόγον, ἐνῷ συνήθως σπανίως ἀκούομαι; Λαμβάνω τὸν λόγον, διότι παντὸς πολιτικοῦ ἐπιτακτικώτατον καθῆκον εἶναι νὰ εἴπῃ ὅ,τι ἐμελέτησε, νὰ καταθέσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸν φόρον τῶν μικρῶν τῶν γνώσεών του, ὅταν πρόκηται περὶ τοῦ νόμου τῶν νόμων. Ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν εἶναι ὁ χάρτης τοῦ πολίτου, εἶναι ἡ κύρωσις τοῦ Συντάγματος καὶ ὅλων τῶν δημοτικῶν ἐλευθεριῶν· ἄνευ εὐθύνης τῶν ἀρχόντων, οἱουσδήποτε νόμους καὶ ἂν ἔχητε, ἔχετε τὸ ἀνεύθυνον, ἔχετε μοναρχίαν ἀπόλυτον, ἀδιάφορον ποῦ ἡ μοναρχία αὕτη ἑδρεύει· τὸ ἀνεύθυνον κυρίως χαρακτηρίζει τὴν μοναρχίαν, καὶ τὸ ὑπεύθυνον τῶν ἀρχόντων χαρακτηρίζει τὰς ἐλευθέρας πολιτείας. Ὁ νόμος, κύριοι, ὁ ψηφισθεὶς, θείᾳ εὐδοκίᾳ τῷ ὄντι, τῇ 13 Δεκεμβρίου 1876, αὐτὸς εἶναι ὁ μαργαρίτης τῶν νόμων, οὓς ἠδυνήθη τὸ κοινοβούλιον αὐτὸ νὰ ψηφίσῃ. Κύριοι, ὅλους τοὺς νόμους τοὺς ὀνομάζομεν νόμους, ἀλλὰ μεταξὺ νόμων καὶ νόμων ὑπάρχει τόση διαφορὰ, ὅση ἡ τῆς νυκτὸς ἀπὸ τῆς ἡμέρας· οἱ νόμοι οἱ δίδοντες τὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ οἱ νόμοι οἱ ἀσφαλίζοντες τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὸν πολίτην εἶναι ὅλως ἀντίθετοι· οἱ δημοτικοὶ θεσμοὶ εἶναι ὅλως ἀντίθετοι τῶν θεσμῶν τῶν ἀποβλεπόντων εἰς τὴν ἐξουσίαν τῶν ὑπαλλήλων. Πρὸ πολλοῦ δὲ παρεπονέθην, ὅτι τὸ κοινοβούλιον ἐν Ἑλλάδι ὑπῆρξε στεῖρον καὶ ἄγονον ὡς πρὸς τοὺς νόμους τοὺς ἀσφαλίζοντας τὰς δημοτικὰς ἡμῶν ἐλευθερίας· γενικὰς ἀρχὰς κατεθέσαμεν ἐν τῷ Συντάγματι κατὰ τὴν Συνέλευσιν, ἀλλ’ αἱ γενικαὶ αὐταὶ ἀρχαὶ ἔμειναν ἄγονοι, διότι διατύπωσιν, κύρωσιν δὲν ἔλαβον δι’ οὐδενὸς νόμου. Ὁ νόμος αὐτὸς, ἅμα ψηφισθεὶς, ἔφερε τὴν πεσοῦσαν κυβέρνησιν εἰς ἀγωνίαν, καὶ ἦλθε καὶ ἐζήτησε μεταῤῥυθμίσεις τινάς· ὁ νόμος αὐτὸς, ἅμα δημοσιευθεὶς, ἔφερε τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν εἰς ἀγωνίαν ἐσχάτην, ὥστε ἐτόλμησε νὰ φέρῃ τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ἄρδην ἐκθεμελιοῦσι τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν. Οἱ νόμοι, κύριοι, οἱ ἀσφαλίζοντες τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, εἶναι λίαν σπουδαῖοι, καὶ τόσον σπουδαῖοι, ὥστε σήμερον μᾶς εἶπον, ὅτι ἐν Εὐρώπῃ ἐπὶ 20, ἐπὶ 40 ἔτη δὲν ἠδυνήθησαν νὰ συντάξωσι νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν. Συνομολογῶ· ἀλλὰ δὲν λέγω δὲν ἠδυνήθησαν, δὲν ἠθέλησαν οἱ ἰσχυροὶ νὰ διατυπώσωσι νόμον τοιοῦτον· καὶ ὅταν ἠθέλησαν, ὡς ἐν Αὐστρίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, διετυπώθη ὁ νόμος καὶ ἐψηφίσθη καὶ ὑπάρχει. Κύριοι, ἡ αἰτία, δι’ ἣν ἔλαβον τὸν λόγον, εἶναι καθῆκον καὶ συμφέρον· καθῆκον ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν μου, τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύω, καὶ συμφέρον διὰ τὴν ἀσφάλειαν τὴν προσωπικήν μου. Καὶ δὲν θέλω νὰ φέρω ἄλλο παράδειγμα, ἀλλὰ τοὐλάχιστον θὰ παρίσταται ἀντιστάθμισίς τις εἰς τὴν βίαν κατὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς, διὰ τὰς ὁποίας πάντες ἐνδιαφερόμεθα ὄχι μόνον διότι πάσχομεν, ἀλλὰ καὶ διότι ὑβριζόμεθα ὅτι δὲν εἴμεθα γνήσια τέκνα ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ λαοῦ. Θέλει δὲ κατορθωθῆ τοῦτο διὰ τῆς παραδοχῆς τοῦ βʹ. ἐδαφίου τῆς τροπολογίας μου. Ἐξετάζω δεύτερον τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ εἶμαι ἐναντίος· εἶναι δὲ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου οὐχὶ ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἡ ἀφορμή. Λέγω λοιπὸν ὅτι λείπει ἡ ἀφορμὴ αὐτοῦ, διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ μεταῤῥύθμισις τοῦ νόμου· εἰς τοὺς νομικοὺς ὑπενθυμίζω, ὅτι ἀφορμὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ occasio legis. Παρατηρῶ ὅτι οἱ ὑπουργοὶ, ὀλιγωροῦντες τοῦ νόμου τούτου, ἀπεχθανόμενοι αὐτὸν, ἐφαντάσθησαν ὅτι ὑπάρχει λόγος περὶ μεταῤῥυθμίσεως· ἤθελον ἐννοήσει τὰς μεταῤῥυθμίσεις καὶ τὰς τροποποιήσεις τοῦ νόμου τούτου εἰσαγομένας, ἐὰν ἔβλεπον ὑπουργούς τινας θύματα τοῦ ἐψηφισμένου νόμου. Διατὶ οἱ νόμοι γίνονται; διὰ νὰ προλάβωσι τὸ κακὸν, ὄχι ἀφηρημένως ὅμως, ἀλλ’ ὅταν ὑπάρχῃ γεγονὸς συγκεκριμένον, ὅτι τὸ τοιοῦτον γεγονὸς συμβαίνει εἰς τὴν κοινωνίαν. Εἰς τοὺς νομικοὺς ὑπενθυμίζω ὅτι τὸ Μακεδόνιον δόγμα ἐψηφίσθη ὅτε ἐδόθη ἀφορμὴ, ὅτε ὁ νέος Μακεδὼν ἐφόνευσε τὸν πατέρα του, διότι τὸν ἐστενοχώρουν οἱ δανεισταί του, καὶ αὐτὸς δὲν εὕρισκε χρήματα. Οἱ νόμοι λοιπὸν πρέπει νὰ ἔχωσιν ἀφορμὴν ἓν ἱστορικὸν γεγονὸς, οὐχὶ δὲ ἁπλῶς διότι ἔγεινεν εἷς νόμος, καὶ ἐπειδὴ ἔγεινε παρὰ τὴν θέλησιν τῶν ἰσχυρῶν, νὰ ἔρχωνται νὰ ἐπιπίπτουν κατὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἵνα θυσιάσωσιν αὐτὸ τὸ ἁγνὸν τέκνον τῆς Βουλῆς. Ἀφορμὴ δὲν ὑπῆρχε νὰ εἰσαχθῇ ὁ νόμος αὐτός· ἀλλ’ ἂν περιωρίζετο τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον νὰ διατυπώσῃ θεραπείαν τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον παρετήρησεν ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις, θὰ ἔλεγον, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιον συζητήσεως, διότι ὁπωσδήποτε ἔπρεπε νὰ γείνῃ διαβατικός τις νόμος μεταῤῥυθμίζων τὸν νόμον ἐκεῖνον· ἐπειδὴ ἐσταμάτησεν ἡ στρατιωτικὴ καὶ ναυτικὴ ὑπηρεσία, τὸ ἐννοῶ τοῦτο, ἀλλὰ περὶ τούτου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αὐτῷ οὐδαμοῦ γίνεται λόγος. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ὁ νόμος εἶναι τρόπον τινὰ ἀπαράδεκτος δι’ αὐτὸν τὸν λόγον· ἀλλ’ εἶναι τρόπον τινὰ ἀπαράδεκτος καὶ διότι σημαίνει καὶ ὑποδεικνύει ὀλιγωρίαν πρὸς τὸ κοινοβούλιον, πρὸς τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ὀφείλει πᾶσα ἀρχὴ καὶ αὐτὸ τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἔχῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία μόλις πρό τινων ἡμερῶν ἐψήφισεν αὐτὸν τὸν Νόμον. Τάχα ἀνοήταινεν ἐκείνην τὴν ἑσπέραν ἡ Βουλὴ, ψηφίζουσα αὐτὸν τὸν νόμον; παρελογίζετο; Ἀλλὰ καὶ μήπως ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν εἶναι διατετυπωμένος ὑπὸ σοφῶν, ἐπιστημόνων ἀνδρῶν; μήπως δὲν εἶχεν ὑπόδειγμα ξένον τινὰ νόμον; Κύριοι, ἂν δὲν ἦσαν γνωσταὶ αἱ προθέσεις καὶ ἡ πολιτικὴ ἀνατροφὴ τοῦ ἡγουμένου τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, καὶ ἡ στοργὴ αὐτοῦ πρὸς τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας, ἤθελον τολμήσει νὰ εἴπω: δολιεύεσαι τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, τὴν βάσιν τοῦ Συντάγματος. Κύριοι, ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶχεν ἀτελείας τινάς· ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ, αἱ ἀτέλειαι αὐταὶ εἶναι ὅλως διόλου ἀντίθετοι πρὸς ἐκείνας, ἃς εὑρίσκει ἡ Κυβέρνησις. Πολλάκις ἐσκέφθην περὶ νόμου εὐθύνης ὑπουργῶν· ποῦ προσέκρουσα, νομίζετε; Εἰς τοῦτο, καὶ αὐτὸ παραγγέλλει καὶ τὸ Σύνταγμα νὰ διορθώσητε· ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν εἶναι εὔκολον νὰ ἐννοηθῇ ὅταν ὑπάρχῃ παράβασις νόμου· ἀλλ’ ὅταν παραβιάζωνται συμφέροντα μεγάλα καὶ οὐσιώδη τοῦ Κράτους, ποία εἶναι ἡ εὐθύνη; τοῦτο εἶναι τὸ δεινὸν ζήτημα. Κύριοι, δὲν ἀμφισβητεῖται ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέφερα, ὑπὸ τῶν συγγραφέων, ἡμεῖς δὲ ἔχομεν καὶ ἴδιον παράδειγμα καὶ δυνάμεθα νὰ ἐναβρυνώμεθα εἰς αὐτό. Παρὰ τοῖς ἀρχαίοις Ἕλλησιν οὐδεμία πρᾶξις ὑπῆρχεν ἀνεύθυνος, οὐδὲ αἱ πράξεις τῆς ἐκκλησίας, οὐδὲ αἱ τῆς Βουλῆς· ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ τις ὑπεύθυνος, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις τῆς ἐλευθέρας πολιτείας, εἰσήγετο δὲ γραφὴ παρανόμων κατὰ παντὸς εἰσηγητοῦ ψηφίσματος βλάψαντος τὴν πολιτείαν, καὶ ἡ ποινὴ ἠδύνατο νὰ φθάσῃ μέχρι θανάτου, ἐὰν ἐβλάπτοντο οὐσιώδη συμφέροντα τοῦ Κράτους. Λέγω λοιπὸν ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔχει ἀτελείας τινάς· ἀλλὰ πῶς ἤθελον ἐγὼ τὸν διορθώσει; Ἀκούσατε (ἀναγινώσκει). Τοιοῦτον ἄρθρον τὸ ἐννοῶ· τοιοῦτον ἄρθρον ἐννοεῖ τὸ 81 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Τὸ 81 ἄρθρον λέγει: «Μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ εἰδικοῦ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμου, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ κατηγορῇ αὐτούς......... ἕνεκεν ἐσχάτης προδοσίας, καταχρήσεως δημοσίας περιουσίας, παρανόμου εἰσπράξεως, καὶ πάσης παραβάσεως τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων των.» Ἐννοεῖ δὲ ἐδῶ, ὅτι ἐκτὸς τῆς παραβάσεως τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος δύνανται νὰ ὑπάρξουν πολλοὶ ὅροι παραβάσεως, δι’ ἔλλειψιν φρονήσεως, ἀξίας, ἱκανότητος. Τί μὲ ὠφελεῖ, κύριοι, ἡ μὴ παράβασις νόμου τινός, ἂν εἷς ὑπουργὸς ἐξ ἀνοίας καὶ ἀπειρίας ἀφήσῃ ἐν διπλωματικῇ τινι διαπραγματεύσει νὰ ἀποπλανηθῇ καὶ ἐξαπατηθῇ ἀπὸ ἕνα ἀντίπαλον, καὶ χάσωμεν τὴν Φθιώτιδα; Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἐγὼ ἤθελον περιλάβει καὶ ὅρον κουφότητος, ἀλλὰ καθ’ ἣν περίπτωσιν βλάπτει οὐσιωδῶς τὸ Κράτος. Λέγω λοιπὸν, ὅτι αἱ μεταῤῥυθμίσεις αὐταὶ ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸ Σύνταγμα ἐν πολλοῖς· ἀλλ’ εὑρίσκω καὶ μίαν κεφαλαιώδη ἔλλειψιν τῆς προτάσεως αὐτῆς, δι’ ἣν εἶναι ἀνεπίδεκτος σπουδαίας συζητήσεως. Ἐνῷ, κύριοι, ἡ πρότασις αὕτη παρίσταται ὡς μεταῤῥύθμισις τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, δὲν φαίνεται καθόλου τὶ ἀπαλείφει καὶ τὶ ἀφίνει. Πῶς δυνάμεθα νὰ προβῶμεν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἐπίγνωσιν τοῦ τί πράττομεν; Ἐνταῦθα, κύριοι, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι τυχαίως ἤκουσα ὅτι σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ἡ κατάργησις τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν. Κύριοι, ἐξετάζω τὸν νόμον εἰς τὰ καθέκαστα. Διὰ τὸ ἄρθρον 2 δὲν λέγω τίποτε, διότι ἠδύνατο νὰ λείπῃ, ἀλλὰ καὶ περιληφθὲν ἐν τῷ νόμῳ, οὐδὲν σημαίνει, διότι πταίσματα ὁ ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ νοηθῇ ὅτι πράττει ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Σημειωτέον δὲ, ὅτι τὰ πταίσματα ἐν Ἀγγλίᾳ χαρίζει ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐωτερικῶν· τὰ πταίσματα καθ’ αὑτὸ δὲν εἶναι παρανομία. Μ’ ὅλον τοῦτο, δὲν τὸ θεωρῶ ὅλως διόλου περιττόν. Τὸ 3. ἄρθρον ἔχει τὴν περίφημον πλέον καταστᾶσαν ῥήτραν, ὅτι ὁ κλέπτης πρέπει νὰ δώσῃ ἀπόδειξιν τῆς κλοπῆς διὰ νὰ κηρυχθῇ ἔνοχος. Εἶναι δυνατὸν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, νὰ διατάξῃ ἔνοπλον ἐπέμβασιν ὁ ὑπουργὸς καὶ νὰ δώσῃ καὶ ἀπόδειξιν; πρέπει νὰ ᾖναι καὶ μωρὸς καὶ ἀνόητος. Ἐνθυμίζω δὲ ὅτι δὲν ἔχετε καὶ δικαίωμα νὰ τὸ θέσητε, διότι τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος λέγει διὰ πᾶσαν παράβασιν. Ἀλλ’ ἐκτὸς, λέγω, τοῦ κωλύματος τοῦ νομικοῦ, εἶναι καὶ αὐτὸς ὁ λόγος· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοιοῦτος νόμος, ὅτι πρέπει νὰ δώσῃ ὁ ἔνοχος ἀπόδειξιν τῆς ἐνοχῆς του, καὶ τότε ἐνοχοποιεῖται. Καθὼς ἠξεύρετε, ἡ ἔγγραφος ἀπόδειξις ἐν τῇ πολιτικῇ δικαιοσύνῃ πολλάκις ἀπαιτεῖται, καὶ κατ’ ἐμὲ, τὸ σύστημα αὐτὸ ἔχει πολλὰ τὰ κατακριτέα· ἀλλ’ εἰς τὴν ποινικὴν νομοθεσίαν πάντοτε ἐπιτρέπεται ἡ διὰ μαρτύρων ἀπόδειξις. Ἐγὼ τί ἔλλειψιν εὑρίσκω ἐδῶ; Ὅλως ἀντίθετον, καὶ ἀκούσατε, κύριοι, καὶ σᾶς παραλῶ νὰ μοῦ εἰπῆτε ἂν ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὅλως ἀντίθετον ἐπιφέρω, δὲν εἶναι λογική. Ἐγὼ λέγω «Διὰ πᾶσαν παράνομον πρᾶξιν τῆς δημοσίας διοικήσεως, ἐπαναληφθεῖσαν συστηματικῶς καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἢ ὁπωσδήποτε λαβοῦσαν καθολικὸν χαρακτῆρα, ὑπάρχει τεκμήριον ὅτι ἔλαβεν ἐκτέλεσιν κατ’ ἐντολὴν τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ, καὶ δύναται νὰ τιμωρηθῇ αὐτὸς μὲ ποινὴν φυλακίσεως.» Αὐτὴν τὴν τροπολογίαν εὑρίσκω λογικὴν ἐγώ. Τὸ ἄρθρον 4 δὲν εἶναι ὅσον παράλογον εἶναι τὸ ἄρθρον 3, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἔγγραφον ἀπόδειξιν τοῦ ἐγκλήματος τοῦ κλέπτου, διὰ τὸν καταδιώξῃ· αὐτὸ τὸ ἄρθρον εἶναι περιττόν, ὅταν ἔχωμεν τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ ἤδη ἐψηφισμένου νόμου (ἀναγινώσκει τὸ 1 ἄρθρον). Τῳόντι, κύριοι, ἡ πραγματικὴ διάκρισις, τὴν ὁποίαν κάμνει ὁ ἔντιμος συνάδελφος καὶ φίλος κ. Μαυρομαρᾶς, μοὶ φαίνεται ὀρθή, ὅτι εἰς τὸν πολίτην δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἄγνοια τοῦ νόμου, πρὸς τὸν ἄρχοντα ὅμως πρέπει νὰ ἤμεθα ἐπιεικεῖς εἰς τὴν ἑρμηνείαν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν, διότι οὐ μόνον οἱ ὑπουργοὶ σφάλλουν, καὶ ἔχομεν ἀποδείξεις, ἀλλὰ καὶ δικασταὶ καὶ ἀνώτατα δικαστήρια καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος πολλάκις πλανῶνται καὶ παρερμηνεύουσι νόμους· ἀλλ’ αὐτὸ τὸ προβλέπει τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ἐψηφισμένου νόμου, καὶ τιμωρεῖ καὶ καταδιώκει τὸν ὑπουργὸν ὅταν ἔλαβε χώραν ἀσύγγνωστος ἀμέλεια. Τί χρειάζεται λοιπὸν αὐτὴ ἡ περίπλοκος ἔκφρασις «εὐλόγου ἑρμηνείας ἢ ἀληθοῦς ἀμφιβολίας»; Δι’ ἐμὲ οἱ ὅροι αὐτοὶ εἶναι ἄγνωστοι· μόνον νὰ εἴπωμεν: «ὅταν ἀντιβαίνῃ εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος.» Κύριοι, δι’ αὐτὰ τὰ πράγματα ὁ ὑπουργὸς ἔχει πολλὰς ἄλλας ἐγγυήσεις, καὶ εἶναι περιττὰ αὐτὰ, ἐκτὸς ἐὰν θέλωμεν νὰ λείψῃ ὁ νόμος. Διὰ νὰ κατηγορηθῇ ὁ ὑπουργὸς, πρέπει νὰ τὸν κατηγορήσῃ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ διὰ νὰ ᾖναι αὐτὸς ὑπουργὸς, πρέπει νὰ ἔχῃ πλειονοψηφίαν· ἡ πλειονοψηφία λοιπὸν πῶς θὰ τὸν κατηγορήσῃ; ἐξαιρετικὴ περίστασις ὑπάρχει νὰ εὑρεθῇ πλειονοψηφία, ἀφίνουσα ἓν ἀντίθετον ὑπουργεῖον νὰ ὑπάρχῃ· καὶ πρέπει, λέγω, ἡ περίστασις νὰ ᾖναι μεγάλη, ψηλαφητὴ, ἵνα ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ ὑπουργείου μὴ ἐξευμενισθῇ καὶ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν καταδίωξιν. Ἐνθυμοῦμαι τὸν καθηγητὴν τοῦ Συντ. Δικαίου, τὸν μακαρίτην Διομήδην, ἐν τῇ Συνελεύσει, ὅστις μοὶ ἔλεγε: δὲν ἠξεύρεις τί ζητεῖς, ὅταν ζητῇς νὰ κάμῃς νόμον περὶ εὐθύνης, ἀφοῦ εἰς τὴν Εὐρώπην δὲν ὑπάρχει. Ὁ ὑπουργὸς, ἐὰν ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν, εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσαχθῇ εἰς δίκην· ἐὰν δὲν ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν, πίπτει καὶ ἔρχεται τὸ ἀντίθετον κόμμα, τὸ ὁποῖον μετὰ τὴν πτῶσιν ἐξευμενίζεται. Τοῦτο μάλιστα μὲ ἔφερεν εἰς σκέψεις, πῶς νὰ εὑρεθῇ τρόπος, ἐκτὸς τῆς Βουλῆς νὰ δύναται νὰ ἀσκήσῃ τὴν δημοσίαν ἀγωγὴν ἕτερον Σῶμα. Ταῦτα ἐν παρόδῳ. Ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι στενώτερος τοῦ δέοντος, διότι ἐπιτρέπει μόνον εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τὸ κατηγορεῖν καὶ διότι δὲν τιμωρεῖται ὁ ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος θὰ βλάψῃ μεγάλα συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐκ κουφότητος καὶ ἐκ μεγάλης ἀμελείας, καὶ ἔπρεπεν οἱ ἑκάστοτε λαμβάνοντες τὸ ἀξίωμα τοῦτο νὰ ἀρκεσθῶσιν εἰς αὐτό. Ἐννοῶ ὅτι οἱ τμηματάρχαι δύνανται ν’ ἀποπλανήσωσιν ἕνα ὑπουργόν· ἀλλὰ οἱ τμηματάρχαι δύνανται νὰ ἀρνηθῶσι τὴν ὑπογραφήν; δύναται νὰ εἴπῃ τις νὰ ὑπάρχῃ εὐθύνη· ἀλλὰ ἔπρεπε καὶ οἱ τμηματάρχαι νὰ ἔχουν μίαν ἀσφάλειαν, διότι ἄλλως μὴ φρονῆτε ὅτι θὰ ἠμπορέσῃ ὁ τμηματάρχης ν’ ἀντισταθῇ εἰς τὸν ὑπουργόν. Τὸ ἄρθρον 6. τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ παραβιάζῃ τὸν προϋπολογισμὸν, νὰ ἐκδίδῃ πιστώσεις ὑπερτέρας, τιμωρεῖ δὲ τὸν τμηματάρχην, ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἡ Βουλὴ, ἥτις ζητεῖ τὴν εὐθύνην, δὲν ἔχει νὰ κάμῃ μὲ τοὺς ὑπηρέτας τοῦ ὑπουργοῦ· αὐτὸς εἶναι ὁ κύριος, ἐνόσῳ μάλιστα ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπολύσῃ οἷον ἂν θέλῃ· ἡ εὐθύνη εἶναι πλήρης, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ κεραίαν. Ἡ διάταξις αὐτὴ ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα, εἶναι καὶ παράλογος, ἀλλὰ πρὸ πάντων εἶναι ἀπαράδεκτος, διότι ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα· δὲν ἠμπορεῖ ὁ ὑπουργὸς νὰ βάλῃ χεῖρα, οὔτε ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ δώσωμεν ἄφεσιν, διότι εἴμεθα νομοθετικὴ ἐξουσία ὑποτελὴς εἰς τὴν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως νομοθεσίαν. Νομίζω, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ὁ νόμος αὐτός ὁ ψηφισθεὶς εἶναι πολύτιμος, εἶναι ὁ μαργαρίτης τῶν νόμων, νόμος, ὁ ὁποῖος ἐξασφαλίζει τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας, νόμος, ὁ ὁποῖος κυροῖ ὅλας τὰς διατάξεις περὶ ὧν προνοοῦσιν οἱ νόμοι καὶ τὸ Σύνταγμα. Μέγας τις σοφὸς ἐκ τῶν προγόνων μας ἔλεγε «τὸ δὲ μὴ αἱρεῖσθαι τὰς ἀρχὰς, μηδὲ εὐθύνειν, ἀνδραποδῶδες.» Τὰς ἀρχὰς ἐλέγχομεν ἢ ἐν ταῖς ἐκλογαῖς ἢ ἐν ταῖς εὐθύναις. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, κύριοι, πρέπει ν’ ἀποῤῥιφθῇ ἀμέσως, διότι εἶναι ἀσυνάρτητον, δὲν φέρει τὴν ἀπόδειξιν πῶς συναρμολογεῖται εἰς τὸ κείμενον τοῦ νόμου, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, ἄνευ τῆς γνώσεως τῆς ἀλληλουχίας τῶν ἄρθρων καὶ τῆς συναρμολογίας αὐτῶν πρὸς τὸ κείμενον. Ὁ νόμος αὐτὸς πρέπει ν’ ἀποῤῥιφθῇ, διότι εἰς 3 ἢ 4 ἄρθρα, ὡς ἀνέπτυξα, εἶναι ἀντισυνταγματικὸς, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν ἄφεσιν εἰς ὑπουργὸν διὰ νόμου, διότι τὸ Σύνταγμα εἶναι γενικὸν δι’ ὅλους· ἄλλως τε τὸ νὰ ζητῶμεν ἔγγραφον ἀπόδειξιν ἀπὸ τὸν ἔνοχον ὅταν πράττῃ τὸ ἔγκλημα, εἶναι παραλογισμὸς, ἵνα μή τι χεῖρον εἴπω. Κύριοι, ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ ἐπὶ τέλους κατ’ ἀρχὴν τὴν συζήτησιν αὐτὴν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐπιψηφίσῃ αὐτὸ κατ’ ἀρχὴν, ἐγὼ διατυπῶ δύω τροπολογίας, τὰς ὁποίας νομίζω ἀναγκαίας εἰς τὸν νόμον αὐτόν.
§27ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Εὐτυχῶς, κύριοι, ἀπὸ ὀλιγίστων μόνον ἡμερῶν διοικοῦμεν, εἰς τρόπον ὥστε δὲν κρινόμεθα σήμερον ἐπὶ παραβάσει τῶν νόμων καὶ ὡς ἐγκλήματα πράξαντες. Δυνάμεθα ὅμως ἐκ τῆς πικρίας τῶν λόγων τινῶν ἐκ τῶν προλαλησάντων νὰ προεικάσωμεν τὸ μέλλον· καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ κυρία αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν νὰ μὴ συντάξῃ νόμον περὶ εὐθύνης, ὅστις, κατά τινα τῶν προαγορευσάντων, νὰ δύναται νὰ μᾶς φέρῃ αὔριον εἰς τὴν θέσιν τοῦ ὑποδίκου, διότι δῆθεν ἀμελῶς διαπραγματευθέντες τὰ διπλωματικὰ πράγματα ἀπωλέσαμεν τῇ Ἑλλάδι τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὴν Ἤπειρον. Εὔχομαι, κύριοι, νὰ εὕρωμεν ὑπουργοὺς εἰς τὴν Ἑλλάδα, οἵτινες νὰ συμφωνοῦν μετὰ τῶν ἰδεῶν τὰς ὁποίας ἠκούσατε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ἀλλὰ νὰ συμφωνοῦν κατὰ τοῦτο, ὅτι νὰ δύνανται νὰ δεχθῶσι καὶ νὰ δέχωνται ἀληθῶς τὰς τοιαύτας εὐθύνας, οὐχὶ δὲ νὰ ζητῶσι νὰ τὰς ἐφαρμόσωσιν ὅταν οἱ ἀντίπαλοι αὐτῶν ἔρχωνται εἰς τὰ πράγματα. Καὶ κατὰ δυστυχίαν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν δευτέραν περίστασιν. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἠρώτησεν ἂν ὑπάρχῃ ἀφορμὴ τοῦ παρόντος νέου νόμου, καὶ εἶμαι ἀναγκασμένος ν’ ἀπαντήσω, θαυμάζων καὶ ἐκπληττόμενος πῶς δὲν εἶδε τὴν μεγάλην καὶ φοβερὰν αἰτίαν, ἥτις ἤλπιζον ὅτι εἶχε προξενήσει εἰς τὴν εὐαισθησίαν του ἱκανὴν ἐντύπωσιν. Ὁ νόμος αὐτὸς ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρὸ δύω μηνῶν, ἀλλὰ δὲν ἐδημοσιεύθη παρὰ τῶν προκατόχων μας. Ποῖοι δὲ ἦσαν οἱ προκάτοχοί μας; οἱ συντάξαντες τὸν νόμον. Δικαιολογοῦνται, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἔχει μίαν ἀτέλειαν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἦτο τοῦτο λόγος νὰ μὴ δημοσιεύσωσι τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς; ἀρκεῖ ὅτι εὐθὺς ἀμέσως τότε προσῆλθον εἰς τὸ Βουλευτήριον καὶ ἐδήλωσαν τὴν ἀτέλειαν· δὲν ἐκινδύνευαν λοιπὸν κανένα κίνδυνον. Δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ παραπέμψῃ αὐτοὺς εἰς τὰ δικαστήρια, ἕνεκα τῶν ἀτελειῶν τὰς ὁποίας κατήγγειλαν τοῦ νόμου. Δὲν ὑπήγοντο εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Εἰσαγγελέως, ἀλλὰ τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ τόσον κακῆς πίστεως Κοινοβούλιον, ὅπερ, ἐνῷ παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ κατηγγέλλετο αὐτῷ ὁ νόμος, ὃν κατεσπευσμένως ἐπεψήφισεν, ὅτι φέρει ἀτέλειαν, νὰ παραβλέψῃ τὴν ἀτέλειαν τοῦ νόμου καὶ νὰ παραπέμψῃ εἰς τὰ δικαστήρια τοὺς καλῆς πίστεως ὑπουργούς. Μὴ παρεννοούμεθα καὶ μὴ θέλωμεν νὰ παρανοήσωμεν καὶ τὸ Κοινοβούλιον ἰσχυριζόμενοι τὰ τοιαῦτα. Δὲν καταγγέλλω τοὺς προκατόχους μου ὅτι δὲν ἐδημοσίευσαν τὸν νόμον, ἀλλὰ λέγω, ὅτι δὲν ἔχουν σήμερον ψῆφον καὶ φωνήν. Νόμον τὸν ὁποῖον ἄνευ αἰτίας καὶ λόγου τόσον πολὺ δὲν ἠθέλησαν νὰ ἐφαρμόσωσιν, ὥστε οὔτε τὸν ἐδημοσίευσαν, ἐνῷ τόσον πολὺ ἐφρόντισαν νὰ λάβωσι πρὸς ψήφισιν αὐτοῦ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς· νόμον τοιοῦτον δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἰσχυρίζωνται, ὅτι ἄνευ λόγου καὶ αἰτίας οἱ διάδοχοι αὐτῶν ζητοῦν νὰ καταλύσωσιν. Ἔχω ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ δι’ ἄλλο τι. Τοὺς ἐρωτῶ διατὶ, ἀφοῦ τοῦτο ἔπραξαν τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς παραιτήσεώς των ἐδημοσίευσαν τὸν νόμον; τοὺς ἐρωτῶ ἂν ἡ πρᾶξις των αὕτη ἔχῃ δικαιολογίαν τινὰ, καὶ ἂν δύναται νὰ τοῖς ἐμποιήσῃ τὸ θάῤῥος τοῦ νὰ συσπειροῦνται σήμερον διὰ ν’ ἀποκρούσωσι τὴν ἰδέαν τῆς μεταῤῥυθμίσεώς του καὶ ἂν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἰσχυρίζωνται, ὅτι ἡ νέα Κυβέρνησις ἄνευ λόγου καὶ αἰτίας ζητεῖ παρὰ τοῦ Κοινοβουλίου τοῦ τοιούτου νόμου τὴν μεταῤῥύθμισιν; Ἤλπιζον ἀπ’ ἐναντίας, ὅτι ἤθελον ἔχει τὴν ψῆφόν των, ὅτι ἤθελον τοὺς ἴδει νὰ καθέξωσι τὸ βῆμα καὶ νὰ δείξωσιν ὅλας τὰς ἀτελείας τοῦ νόμου, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν τὸν ἐδημοσίευσαν. Μὴ πράττοντες τοῦτο, ἀποδεικνύουσι δύω τινά· ἢ ὅτι δὲν ἤθελαν ἐκεῖνοι δι’ ἑαυτοὺς νόμον περὶ εὐθύνης καὶ διὰ τοῦτο τὸν ἀπέφυγαν· ἢ ὅτι ἤθελαν μὲν νόμον, δὲν ἤθελαν δὲ τὸν προκείμενον· ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶναι αὐτοὶ εἰς τὰ πράγματα, ἀλλ’ οἱ διάδοχοί των, πρὸς οὓς διάκεινται ἐχθρικῶς, ἀποσιωποῦν τὰς ἀτελείας ἐκείνας, αἵτινες τοὺς ἔκαμαν νὰ μὴ ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον. Ἤλπιζα περιπλέον, ὅτι ἤθελαν ἔχει τὴν λίαν ἀξιέπαινον διάθεσιν νὰ μὴ θεωρῶσι πάσας τὰς πράξεις τὰς ὑπὸ τῶν διαδόχων αὐτῶν εἰς τὸ Κοινοβούλιον παρουσιαζομένας ὡς ἀφορμὴν πάλης καὶ ἀγῶνος· ὅτι ἤθελαν φιλοτιμηθῆ ν’ ἀποδείξωσι διὰ τῆς συμπεριφορᾶς των, ὅτι ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν εἶναι, ὡς ἄριστα εἶπέ τις ἀπὸ τοῦ βήματος, νόμος τῶν νόμων τῆς πολιτείας, νόμος διὰ τὴν ὀρθότητα τοῦ ὁποίου ἐνδιαφέρεται πολὺ περισσότερον τῶν ὑπουργῶν τὸ ἔθνος, νόμος διὰ τὸν ὁποῖον ἐνδιαφέρεται ὁ λαὸς καὶ οἱ ἀντιπρόσωποί του πλέον ἢ ὅσον ἐνδιαφέρονται οἱ ὑπουργοὶ διὰ τοὺς ὁποίους ἔγεινεν. Ἐνδιαφέρεται, λέγω, ὁ λαὸς καὶ τὸ ἔθνος ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν τῶν ὑπουργῶν, ὅπως μὴ καταπίπτῃ τὸ ἀξίωμα χαμαὶ, ὅπως μὴ ἐξευτελίζεται ἡ ἐξουσία, διότι πάντα ταῦτα ταυτίζονται μὲ τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους καὶ διότι δὲν συμφέρει νὰ σύρωνται οἱ ὑπουργοὶ μεθ’ ὅλης τῆς εὐκολίας εἰς τὸ ὄνειδος. Τοιαύτη κατάστασις ἤθελε παρουσιάσει τὸ ἐλεεινὸν θέαμα τοῦ σπαραγμοῦ ἀνθρώπων πρὸς ἀλλήλους; πολεμίων, οἵτινες ἀείποτε θέλουν ἐπιφέρει καταστροφὰς ὅπως ἐπικρατήσωσιν. Ἐπερίμενα ὅτι ὑπὸ τοιούτων αἰσθημάτων ὁδηγούμενοι, ἤθελαν θεωρήσει τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἡμεῖς ἐπαρουσιάσαμεν, ὡς ἁπλῆν πρωτοβουλίαν πρὸς συγκρότησιν νόμου ἀφορῶντος εἰς τὸ πρώτιστον συμφέρον τῆς πολιτείας, ὅσον τὸ δυνατὸν τελειοτέρου καὶ ἐξασφαλίζοντος οὐ μόνον τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα οἱ ὑπουργοὶ διαχειρίζονται, ἀλλὰ καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ συμβιβάζοντος πάντα ταῦτα μὲ τὴν ἐλευθερίαν, ἥτις πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τῇ ἐξουσίᾳ, διὰ νὰ δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἰσχυρῶς. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ὁμιλία μου γίνεται ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ δὲν γίνεται μόνον ἐνώπιον τῶν προκατόχων ὑπουργῶν, θέτω τὸ ζήτημα αὐτοῖς καὶ τοὺς ἐρωτῶ, ἐγνώριζαν, ψηφίζοντες πρὸ δύω μηνῶν, ὅτι ὁ νόμος εἶχεν ἀτελείας ἢ ὄχι; Ἐὰν πράγματι δὲν ἐγνώριζαν, τοὺς ἐρωτῶ, διατὶ δὲν τὸν ἐδημοσίευσαν; Ἓν ἐκ τῶν δύω καθηκόντων εἶχον· ἢ νὰ μᾶς ὁδηγήσουν, ἀφοῦ ἐπὶ δύω μῆνας ἐμελέτησαν τὸν νόμον καὶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας εἶδον ποῦ τοιοῦτος νόμος δύναται νὰ προσκόψῃ, καὶ μᾶς βοηθήσωσι νὰ διορθώσωμεν αὐτόν· ἢ νὰ ὁμολογήσωσιν ἤδη τὴν αἰτίαν καὶ νὰ δώσωσι λόγον διατὶ δὲν τὸν ἐδημοσίευσαν, οὐχὶ δὲ νὰ στρέψωσι καθ’ ἡμῶν τὸ χρέος αὐτὸ, ἀπαιτοῦντες ν’ ἀπολογηθῶμεν ἡμεῖς προσωπικῶς. Τὸν ἐδημοσίευσαν ἵνα ἐφαρμοσθῇ καθ’ ἡμῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι καθῆκον ἡμῶν προσωπικὸν νὰ φωτίσωμεν τὸ Κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον συνέταξεν αὐτόν. Ἤθελα νὰ γνωρίζω, κύριοι, τί θ’ ἀπαντήσωσιν εἰς τὴν ἐρώτησιν τὴν ὁποίαν θὰ τοῖς ἀπευθύνω; Ἐὰν τώρα παρεκάλουν τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ ἓν μόνον ἄρθρον, λέγον «ὁ νόμος, ὁ πρὸ δύω μηνῶν ψηφισθείς, λαμβάνει ὀπισθενεργὸν δύναμιν μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ἐψηφίσθη, ἐξαιρουμένων τῶν ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ χρηματικὰ ἐντάλματα.» Τὸ δέχονται; ἐὰν τὸ δέχωνται, ἀποσύρω τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ὑπέβαλον (χειροκροτήματα εἰς τὰ ἀκροατήρια). Ἀλλ’ ἐὰν, κύριοι, δὲν κατέχωνται ὑπὸ αἰσθήματος ἀδικαιολογήτου καὶ ὅλως ὑπερβολικῆς προστασίας ἑαυτῶν καὶ ὑπερβολικῆς ἐχθρότητος κατὰ τῶν ἐναντίων των, τότε τοὺς παρακαλῶ, μὲ ἤπιον τρόπον, ὡς ἁρμόζει εἰς ἄνδρας πολιτικοὺς διευθύνοντας τὴν τύχην τοῦ τόπου, πρὸ μικροῦ καταβάντας τῆς ἐξουσίας καὶ μέλλοντας καὶ πάλιν ν’ ἀναβῶσι, νὰ καταβάλωσι τὰ φῶτα καὶ τὴν πεῖράν των, διὰ νὰ συντάξωμεν ἕνα πλήρη νόμον. Ἡμεῖς ἐντὸς εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν μετὰ τὴν ἔλευσίν μας συνετάξαμεν ἐκ τῶν πρώτων ἐντυπώσεων ἓν νομοσχέδιον, ὅπερ ἐφέραμεν ἐνώπιόν σας· ἦτο καθῆκόν των νὰ μᾶς συντρέξωσιν αὐτοὶ πρῶτοι διὰ νὰ τὸ βελτιώσωμεν, διότι ἐπὶ ἓν ἥμισυ καὶ περιπλέον ἔτος ἐδιδάχθησαν πῶς δύναται νὰ βελτιωθῇ, διὰ νὰ ὠφεληθῶμεν καὶ ἡμεῖς ἐκ τῆς πείρας των. Ἀλλὰ πλὴν πάντων τούτων συμβαίνει παρεννόησίς τις, κύριοι, ὡς πρὸς τὴν σημασίαν τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμου ἐν πάσῃ πολιτείᾳ. Πολλοὶ τῶν προαγορευσάντων παρετήρησα, ὅτι διὰ τὴν ποινικὴν ἰδιότητα τοῦ ἔργου ὅπερ εἶχον ἐνώπιόν των, ἐνόμισαν ὅτι πρόκειται νὰ συντάξουν ποινικὸν κώδηκα, καὶ ἐλησμόνησαν, ὅτι ὁ μὲν ποινικὸς κώδηξ καὶ πάντες οἱ ποινικοὶ νόμοι τῆς Ἑλλάδος ἐφαρμόζονται ἐπὶ τῶν ὑπουργῶν ἄνευ οὐδεμιᾶς παραλλαγῆς, τὸ δὲ νομοσχέδιον, ὅπερ ἔχετε ἐνώπιόν σας, δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τοὺς ποινικοὺς νόμους ὅσους ἔχει ἡ Ἑλλάς. Εἰς τοὺς ποινικοὺς νόμους τῆς πατρίδος μας διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον σᾶς ὑπεβλήθη δὲν φέρεται ἡ παραμικρὰ μεταβολή· ὅλαι αἱ διατάξεις αὐτοῦ περιορίζονται εἰδικῶς, εἰδικώτατα, εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ὑπουργῶν περὶ τῆς ὁποίας δὲν ὑπάρχουν ποιναί, εἰς τὰς παραβάσεις ἐκείνων τῶν νόμων, περὶ ὧν δὲν ἐπρονόησε μέχρι τοῦδε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἐπιβάλῃ ποινήν. Διατί δέ; Διότι πρόκειται περὶ πολιτικῆς εὐθύνης τῶν ἀνωτάτων λειτουργῶν τῆς πολιτείας· καὶ ἐὰν πρόκηται περὶ τοιούτων, δὲν πρέπει νὰ κρίνετε τὴν εὐθύνην των κατὰ τοὺς κοινοὺς κανόνας. Οἱ κοινοὶ κανόνες ἐφαρμόζονται ἐπὶ ὅλων τῶν ἐγκλημάτων, περὶ ὧν ἐπρονόησαν οἱ νόμοι, ἀλλὰ διὰ τὸ ἔκτακτον αὐτὸ στάδιον τῆς τιμωρίας καὶ τῆς εὐθύνης χρειάζονται καὶ ἐξαιρετικοὶ κανόνες. Διὰ τοῦτο εἶναι ἐσφαλμέναι ὅλαι αἱ θεωρίαι, ὅσας ἠκούσατε πρὸ μικροῦ ἐνταῦθα, κατὰ τὰς ὁποίας ἠθέλησαν νὰ κρίνωσι τὸ ἔργον, τὸ ἀφορῶν τὴν ὅλως πολιτικὴν καὶ ὑπουργικὴν εὐθύνην, τὴν εὐθύνην τῶν ἀνωτάτων λειτουργῶν τῆς πολιτείας, κατὰ τοὺς ξηροὺς κανόνας οἵτινες ἀφορῶσιν εἰς τὰς κοινὰς πράξεις. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὁποία εἶναι ἡ κυρία αἰτία καὶ ἡ κυρία καταγωγὴ τῆς ἰδέας περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν; Εἶναι διότι ἐνόμισαν τάχα αἱ πολιτεῖαι, ὅτι πρέπει νὰ δημιουργήσωσιν ἀξίωμα, τὸ λεγόμενον ἀξίωμα τοῦ ὑπουργοῦ, τὸ ἀξίωμα τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ὁ πολίτης ἅμα ἐνδύεται αὐτὴν τὴν ἰδιότητα καὶ ἀναβιβάζεται εἰς τὸ ὕψος τοῦ κυβερνᾷν λαούς, ἀμέσως διὰ τὸ παραμικρότερον παράπτωμα κάθηται εἰς τὰ ἑδώλια τοῦ ὑποδίκου; Τοιαύτη ἀντίφασις μεταξὺ τῶν δύω αὐτῶν ἰδεῶν, καὶ τοιαύτη ἀπόστασις ἀπὸ τοῦ ὕψους εἰς τὸ ὁποῖον ἀναβιβάζεται ὁ κυβερνῶν, μέχρι τῆς τελευταίας θέσεως τὴν ὁποίαν ἡ ἰδέα ἣν σᾶς προεξέθεσα δημιουργεῖ, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτὴ ἀπὸ ἔθνη σοβαρά; Αὐτὴ ἡ μικροσκοπικὴ ἐξέτασις ὅλων τῶν πράξεων τοῦ ὑπουργοῦ, ὅλων τῶν παραλείψεων τοῦ ὑπουργοῦ, ὅλων τῶν προθέσεων καὶ πάσης ἀμελείας αὐτοῦ, καὶ αὐτὴ ἡ ἀναζήτησις ποινῶν καὶ ἡ ἐλευθερία καὶ τὸ ἀκράτητον τοῦ δικαιώματος τῆς ποινικῆς καταδιώξεως, τί σχέσιν ἔχει πρὸς τὸ ἀξίωμα ὅπερ περιβάλλεται ἡ Κυβέρνησις; Δὲν ἔχει καμμίαν ἄλλην σχέσιν, εἰμὴ τὴν πρόθεσιν νὰ τὸ ἐξευτελίσωμεν ἢ νὰ στήσωμεν παγίδας κατὰ τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν, κύριοι, εἶναι ἀπόῤῥοια τοῦ ἀνευθύνου τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος. Ἐπειδὴ ἦτο ἀδύνατον νὰ συμβιβασθῶσιν ἐν τῇ αὐτῇ πολιτείᾳ ἡ ἀρχὴ μοναρχίας καὶ κοινοβουλίου ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ἄνευ τοῦ ἀνευθύνου τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, διὰ τοῦτο ἐπενοήθη ὁ νόμος περὶ εὐθύνης. Μὴ καταβιβάζωμεν λοιπὸν τὸ ζήτημα τόσον χαμηλά. Τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἀπαιτεῖ νὰ ἀναβιβάζωνται αἱ ἰδέαι τοῦ ἔθνους πέριξ τοῦ θρόνου καὶ ἕνεκα τούτου ἀπαιτοῦνται περιορισμοὶ τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας. Ἀλλ’ ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ περιορισμὸς τῷ Βασιλεῖ, διότι αὐτὸς εἶναι καὶ ἔπρεπε νὰ ἦναι ἀνεύθυνος· ὁ περιορισμὸς λοιπὸν ἐτέθη εἰς τοὺς ὑπουργούς, καὶ πρὸς κύρωσιν ἐτέθη ἡ εὐθύνη. Ὁ Βασιλεύς, ὁσάκις ἔρχεται εἰς διαφωνίαν πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, ἔλαβε παρὰ τοῦ Συντάγματος τὸ δικαίωμα τοῦ διαλύειν. Τὰ Κοινοβούλια, ὁσάκις ἔρχονται εἰς διαφωνίαν πρὸς τοὺς ὑπουργούς, διαφωνίαν σοβαράν, ῥιζικήν, ἔχουν τὸ δικαίωμα πρῶτον ν’ ἀποδοκιμάζωσι τὸ ὑπουργεῖον καὶ νὰ αἴρωσι τὴν πρὸς αὐτὸ ἐμπιστοσύνην των· ἐὰν δὲ μεθ’ ὅλα ταῦτα ἡ βασιλεία ἐπιμένῃ, καὶ εἰς τὸ πεῖσμα τῆς ἀποφάσεως τοῦ Κοινοβουλίου διατηρῇ τοὺς ὑπουργοὺς αὐτοὺς καὶ καταφρονῇ, οὕτως εἰπεῖν, τὸ Κοινοβούλιον, ἔχει δικαίωμα τὸ Κοινοβούλιον νὰ προβῇ περαιτέρω· καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα διατί; διότι ὁ Βασιλεὺς ἔλαβε τὴν ἐξουσίαν παρὰ τοῦ Συντάγματος οὐχὶ νὰ καταφρονῇ τὸ Κοινοβούλιον, ἀλλὰ νὰ ποιῆται ἔκκλησιν τῆς γνώμης αὐτοῦ. Μὴ διαλύων λοιπὸν τὸ Κοινοβούλιον, ἀλλὰ μὴ ἀκούων συγχρόνως τὴν ἀποδοκιμασίαν τῆς Βουλῆς, ὁ Βασιλεὺς παρορᾷ τὴν γνώμην της καὶ δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ περαιτέρω. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀρνηθῇ τοὺς φόρους. Ἡ στενοχωρία αὕτη, εἰς τὴν ὁποίαν ἐμβάλλει τὴν Ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καταντᾷ πλέον ὑλική, τῆς περιορίζει τὴν ἐνέργειαν, τῆς ἀφαιρεῖ τὰ μέσα νὰ ζήσῃ. Ἀλλ’ ἐὰν καὶ τοῦτο, κύριοι, δὲν φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμά του, ἔρχεται ἀναγκαίως τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ παραπέμψῃ τοὺς ὑπουργοὺς, τοὺς ἀσεβεῖς, τοὺς μὴ παραιτουμένους, τοὺς μὴ ἐνδίδοντας εἰς τὴν φωνὴν τοῦ τόπου, τοὺς μὴ ἔχοντας τὴν φιλοτιμίαν νὰ παραιτήσωσι τὰ χαρτοφυλάκια χάριν τῆς τιμῆς των καὶ χάριν τῆς πατρίδος, τοὺς παραπέμπει εἰς τὸ δικαστήριον. Ἀλλ’ ἡμεῖς, λησμονήσαντες τὴν καταγωγὴν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, μετεβάλαμεν τοὺς ὑπουργοὺς εἰς γενικοὺς γραμματεῖς τῶν ὑπουργείων, ἐπιλαθόμενοι ὅτι εἶναι πολιτικὰ πρόσωπα καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς πλειοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι δὲν εἶναι ὑπουργεῖον ἐκ τυχαίων ἀνθρώπων ἀλλὰ τῇ συστάσει τοῦ Κοινοβουλίου ἐλθὸν καὶ ὅτι αὐτοὶ ἀντεπροσώπευσαν τὸν τόπον ἐνώπιον τῶν ξένων, ἔλαβον ἐπὶ πολὺν ἢ ὀλίγον χρόνον τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ τόπου, ἐπέβαλαν φόρους καὶ ἄλλα βάρη, μετεῤῥύθμισαν τοὺς νόμους καὶ ἐποιήσαντο συνθήκας. Διὰ παράλειψιν ἐξ ἀμελείας ἄρθρου τινὸς (Κύριος οἶδεν εἰς ποίαν γωνίαν ἐῤῥιμμένου) ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ τοὺς στείλωμεν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ δυσανασχετοῦμεν πῶς νὰ μὴ ἐπιτραπῇ εἰς τὸ δικαστήριον (εἰς τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην οὐχὶ πλέον ἡ Βουλὴ, ἀλλ’ ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις) νὰ τιμωρῇ ἐντὸς εὐρυτάτης ἐξουσίας τὸν ὑπουργόν· δυσανασχετοῦμεν δὲ συνάμα πῶς δίδομεν τὴν ἐξουσίαν εἰς τὸ δικαστήριον αὐτὸ, ἐὰν εὑρίσκῃ ὅτι ἡ πρᾶξις εἶναι ἀναξία λόγου, ἀντὶ νὰ κλείσῃ τὸν δυστυχῆ ὑπουργὸν εἰς τὸ δεσμωτήριον, νὰ τοῦ ἐπιβάλῃ χιλιόδραχμον ἢ πεντακισχιλιόδραχμον χρηματικὴν ποινήν! Ἀπαιτοῦμεν ἀφεύκτως νὰ κλεισθῇ ἐν Μενδρεσὲ, χωρὶς νὰ ἤμεθα διόλου συνεπεῖς, διότι δὲν περιορίζομεν ἀναλόγως τῆς αὐστηρότητός μας τὰς πράξεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἡ καταδίωξις, ἀλλ’ ἀφίνομεν ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ τὸ εἶδος τῶν νόμων καὶ δὲν θέλομεν κἂν νὰ θέσωμεν ἕνα περιορισμόν· ὁποῖον; Τὴν ἐξαίρεσιν τοῦ ἐλεεινοῦ ἐκείνου ἄρθρου τοῦ νόμου, τοῦ ἐλησμονημένου, ὅπερ οὔτε κἂν ἐγνώριζεν ὁ ὑπουργὸς, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἐὰν περισσοτέραν κατέβαλλεν ἐπιμέλειαν, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἠδύνατο νὰ γνωρίσῃ. Καὶ ἐὰν, λέγω, παρεβιάσθη ἓν τοιοῦτον ἄρθρον, μ’ ὅλα ταῦτα δὲν ἀρκούμεθα νὰ κλείσωμεν αὐτὸν εἰς τὸ δεσμωτήριον καθ’ ἣν περίπτωσιν ἤθελεν ἐκ τῆς προσβολῆς ταύτης προέλθει προσβολὴ κατὰ τῶν συμφερόντων τῆς Ἐπικρατείας· ἀλλὰ θέλομεν, καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ προσβολὴ κατὰ τῶν συμφερόντων τῆς Ἐπικρατείας, νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰς φυλακάς. Ζητοῦντες δὲ σήμερον, ὅσοι ἐζήτησαν τὴν ἐξάλειψιν τῆς φράσεως ἣν ἔχει τὸ προτεινόμενον ἄρθρον, οὐσιώδη συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας, ἐννοοῦν ὅτι ὁ δυστυχὴς ὑπουργὸς, διότι ἠμέλησε καὶ παρέλειψε νὰ ἐκτελέσῃ ἄρθρον τι ἐκ τῶν χιλιάδων ἄρθρων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν εἰς τοὺς νόμους, καὶ ἐὰν ἐκ τούτου ἐβλάφθησαν ἐπουσιώδη συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας, μ’ ὅλα ταῦτα νὰ κατηγορηθῇ καὶ νὰ τιμωρηθῇ. Τοιοῦτοι νόμοι δὲν δύνανται νὰ φέρωσιν εὐόδωσιν εἰς τὴν διοίκησιν· δύνανται νὰ ἱκανοποιήσωσι μόνον μίαν ἀπέχθειαν πρὸς τὸ ἀξίωμα τὸ ὑπουργικὸν, οὐδέποτε ὅμως νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν πραγμάτων. Ὁ ὑπουργὸς αὐτὸς, τρέμων ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐν τῷ μέσῳ τῶν μεγάλων περιπλοκῶν, ἃς ἀπαντῶσιν αἱ Κυβερνήσεις, καὶ τῶν στενοχωριῶν καὶ ἀλύτων ζητημάτων, δὲν θὰ δύναται ἐλευθέρως νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ ἀντὶ νὰ προστατεύῃ, ἐξεναντίας θὰ καταστρέψῃ τὰ συμφέροντα τῆς διοικήσεως. Ἀλλὰ, κύριοι, εἰς τί συνίσταται ἡ ἐναντιότης τὴν ὁποίαν ἀπαντᾷ ὁ προκείμενος νόμος; Καθιεροῖ τάχα τὴν ἀρχὴν ὅτι ἡ ἀμέλεια τοῦ ὑπουργοῦ εἶναι ἀτιμώρητος; Ἀπεναντίας τὴν προσεπικυροῖ. Ἡ ἀμέλεια τοῦ ὑπουργοῦ, εἴτε ἐπιφέρῃ πρᾶξιν αὐτοῦ, εἴτε ἐπιφέρῃ παράλειψιν αὐτοῦ, ἐὰν ἐπῆλθε βλάβη εἰς οὐσιώδη συμφέροντα τοῦ Κράτους, τιμωρεῖται. Σᾶς ἐρωτῶ ἂν ἦσθε αὐτῆς τῆς γνώμης, ἂν νομίζετε ὅτι ἡ ἀμέλεια τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ ὅτε δὲν προσέβαλεν οὐσιώδη συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἂν πρέπῃ νὰ ᾖναι ἀξία ποινικῆς καταδιώξεως. Ὅταν ὅμως καλῆσθε, κύριοι, ν’ ἀποφανθῆτε περὶ τούτου, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ λησμονῆτε τὸ ἑξῆς· ὅτι τὸν ὑπουργὸν ἔχετε ἐνώπιόν σας, καὶ ἐὰν τὸν ἴδετε κοῦφον, ὡς εἶπέ τις τῶν προλαλησάντων, ἐὰν τὸν ἴδετε ἀμελῆ, ἐὰν τὸν ἴδετε ἀνίκανον, ἀλλὰ καὶ κάτι περιπλέον, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὰ φρονήματά σας, δύνασθε νὰ τὸν ἀποπέμψητε διὰ τῆς ψήφου σας. Σημειώσατε, ὅτι δὲν εἶναι τὸ μόνον καταφύγιόν σας τὸ νὰ τὸν στείλετε εἰς τὰς φυλακάς· αὐτὸ πρέπει νὰ ᾖναι τὸ ἔσχατον, καὶ ἐπειδὴ εἶναι τὸ ἔσχατον, πρέπει νὰ ᾖναι ἡ πρᾶξις, διὰ τὴν ὁποίαν τὸ πράττετε, ἡ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν τῷ ἀποδίδετε, ἀνάλογος τῆς βαρύτητος τῆς ἀποφάσεώς σας. Οὔτε πρέπει νὰ λησμονῆτε, κύριοι, ψηφίζοντες νόμον περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ὅτι τὸ σπουδαιότατον πάντων δὲν εἶναι ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου· τὸ σπουδαιότατον πάντων εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ τῆς κατηγορίας, ἡ ὑποδικία τοῦ ὑπουργοῦ. Πρέπει ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νὰ προστατεύῃ τὴν τιμὴν τοῦ ὑπουργοῦ, τὴν τιμὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις εἶναι κοινὴ διὰ πάντας τοὺς πολιτευομένους καὶ μή. Δὲν εἶναι ἀδιάφορον διὰ τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται εἰς αὐτὸν τὸν βαθμὸν τὰ κοινὰ, ἐὰν συχνὰ πυκνὰ γίνωνται ὑπόδικοι, μολονότι μετέπειτα ἠμποροῦν ν’ ἀθωόνωνται παρὰ τῶν δικαστηρίων, ἀφοῦ καὶ εἰς τὸν κοινὸν βίον καὶ εἰς τοὺς ἁπλοῦς ἰδιώτας δὲν εἶναι παντάπασι τοῦτο ἀδιάφορον. Ὅστις συχνὰ πυκνὰ παραπέμπεται εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ ἂν ἀκόμη ἀθωοῦται, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐνώπιον τῆς κοινωνίας τὸ θάῤῥος, ὅπερ ἔχει ὁ μηδέποτε καταδιωχθείς. Ὅταν δὲ νομοθετῆτε περὶ τοιαύτης ὕλης, μὴ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν τὸν ἑαυτόν σας. Ὑποθέτω, ὅτι ἕκαστος ἀπὸ σᾶς λέγει καθ’ ἑαυτὸν, ποτὲ δὲν θὰ καταδεχθῶ ἄνευ βαρείας αἰτίας καὶ ἀφορμῆς, ἐὰν ἡ πρᾶξίς του δὲν ᾖναι δυνατὸν νὰ ὑποστῇ βαρὺν ἔλεγχον ἐνώπιον τῆς κοινῆς γνώμης, νὰ δώσω ψῆφον καθ’ ἑνὸς ὑπουργοῦ, ἔστω καὶ ἐχθροῦ μου. Καὶ ἂν ἔχητε ἕκαστος ἐξ ὑμῶν, καὶ ἂν ἔχωμεν πάντες, οἱ μέλλοντες νὰ ψηφίσωμεν τὸν νόμον αὐτὸν, αὐτὴν τὴν εὐγένειαν τῆς ψυχῆς, δὲν μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον ὡς νομοθέται νὰ ἐπαναπαυώμεθα εἰς τοῦτο, διότι τὸ μέλλον δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν. Κατακρίνουν τὴν διάταξιν τοῦ παρόντος νόμου, ὅτι ἀπαλείφει ἐκ τοῦ προλαβόντος τὴν καταδίωξιν ἕνεκα πταίσματος. Ἀλλ’ ὑπάρχει, κύριοι, πρᾶξις ἀναξιοπρεπεστέρα ἀπὸ τὴν παραπομπὴν τῶν Ὑπουργῶν εἰς δίκην ἕνεκα πταίσματος; Δὲν ἔπρεπεν ἐξ ἐναντίας οἱ κατακρίνοντες νὰ εὐχαριστηθῶσιν ὅτι ἀνεκαλύφθη καὶ αὐτὴ ἡ ἀτέλεια, ἡ ὁποία εἰς χεῖρας μιᾶς φατριαστικῆς πλειονοψηφίας ἠδύνατο νὰ κηλιδώσῃ καὶ τοὺς νόμους καὶ τὴν πολιτείαν; Ἀποδοκιμάζουσι τὴν καινοτομίαν τοῦ νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἁρμόδιοι τμηματάρχαι, κατ’ εἰσήγησιν τῶν ὁποίων ὑπεβλήθη εἰς τὸν ὑπουργὸν ἡ ὑπόθεσις καὶ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὑπέγραψεν ἢ ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐπῆλθεν ἡ παράβασις εἰς τὸν νόμον, εἶναι συνυπεύθυνοι. Διατί μειοῦται ἕνεκα τούτου ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν; διότι προστίθεται ἡ εὐθύνη τοῦ μόνου ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος γινώσκει καὶ μελετᾷ ἀκαταπαύστως τὴν ὑπόθεσιν, ὁ ὁποῖος ποιεῖται τὴν εἰσήγησιν, ὁ ὁποῖος κατασκευάζει τὸ ἔγκλημα; Ὁ ὑπουργὸς ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι πάντοτε ὑπεύθυνος, ἡ εὐθύνη του δὲν ἐλαττοῦται διὰ τὸ συνυπεύθυνον τοῦ τμηματάρχου. Ποῖα δὲ ἀποτελέσματα θέλει ἔχει; θὰ βελτιώσῃ τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους. Προκειμένου νὰ ψηφίσητε περὶ τοῦ νόμου, πρέπει νὰ συλλογισθῆτε τὰ πράγματα ὅπως ἔχουν, τί συμβαίνει εἰς τὴν καθημερινὴν πεῖραν, οὐχὶ κατὰ θεωρίαν μόνον, καὶ νὰ ἐπιτρέψητε καὶ εἰς ἐμὲ ὅτι θέλω τὸ ἀποσιωπήσει. Πρέπει νὰ σκεφθῆτε, κύριοι, ἐὰν ἐγένετο ποτὲ παρανομία οἱαδήποτε ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ τμηματάρχου, καὶ νὰ σκεφθῆτε συγχρόνως ἐὰν ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν σᾶς εἰσάγομεν σήμερον, δὲν θὰ κόψῃ διὰ παντὸς αὐτὴν τὴν συνήθειαν, δὲν θ’ ἀποσπάσῃ πρόῤῥιζα αὐτὴν τὴν κακὴν ἕξιν, δὲν θὰ θέσῃ φραγμὸν εἰς πᾶσαν εἰς τὸ μέλλον παρανομίαν. Οἱοσδήποτε καὶ ἂν προτείνῃ εἰς τὸν τμηματάρχην πρᾶξιν ἀντιβαίνουσαν εἰς τοὺς νόμους, θέλει ἀποπεμφθῆ· ὁ ὑπουργὸς θὰ ἔχῃ μίαν ἀσπίδα κατὰ πάσης αἰτήσεως παρανόμου, ἀντιτάττων τὸ δὲν δύναμαι νὰ τὸ πράξω μόνος μου. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε: καὶ πῶς δὲν ἔχει στῆθος ὁ ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ εἰς τὸν αἰτοῦντα, ὅτι εἶναι παράνομος ἡ πρᾶξις, καὶ νὰ μὴ τὴν πράξῃ; Ἀλλ’ ἡ πεῖρα ἀποδεικνύει, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ συνήθη ἢ ἐξαιρετικὰ παραδείγματα. Πλὴν ὅμως τούτων, θὰ καταστήσητε τοὺς τμηματάρχας ἐπιμελεῖς καὶ ἀγρύπνους, ἐνῷ καὶ ἐξ ἀμελείας καὶ νωθρότητος ἠμποροῦν νὰ φέρουν βλάβην διὰ παραβάσεως νόμου· τὴν αὐτὴν δὲ ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔφερον τὸν νόμον ἐνταῦθα, μεταβὰς εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ μετ’ ὀλίγον ἰδὼν καὶ τοὺς συναδέλφους μου, καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ἤκουσα παρὰ τῶν τμηματαρχῶν, καὶ αὐτοὶ μὲ ἐπληροφόρησαν περὶ τῶν ἰδικῶν των, ὅτι περιχαρεῖς ὅλοι οἱ τμηματάρχαι ἐδέχθησαν τὴν εἴδησιν ταύτην. Δὲν θὰ κηλιδόνωμεν εἰς τὸ ἑξῆς τὴν ὑπόληψίν μας, εἶπον, καὶ εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῶμεν ποτὲ εἰς θέσιν νὰ ἔλθωμεν εἰς ἐναντίωσιν πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς ἀφ’ ἧς ἡ ἀρχὴ αὕτη καθιερωθῇ Τοιουτοτρόπως, κύριοι, θὰ μορφωθῇ διοίκησις· ὡς πρὸς τοῦτο τοὐλάχιστον οἱ νόμοι εἰς τὴν Ἑλλάδα θὰ γείνουν σεβαστότεροι ἀφ’ ὅ,τι εἶναι σήμερον· ὁ ὑπουργὸς θὰ γείνῃ πλέον ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὰ ζιζάνια τὰ περὶ αὐτὸν, καὶ ἡ εὐνομία θ’ ἀποκτήσῃ ῥίζας βαθυτέρας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐὰν ἀποῤῥίψητε αὐτὴν τὴν διάταξιν, ζητεῖτε τὰ ἀδύνατα, διότι ζητεῖτε παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ νὰ γνωρίζῃ τὰ πάντα, νὰ γνωρίζῃ πάντας τοὺς νόμους, πρῶτον εἰς ὅλας αὐτῶν τὰς λεπτομερείας, δεύτερον νὰ σπουδάζῃ πάσας τὰς ὑποθέσεις ἑκάστου ὑπουργείου, νὰ τὰς σπουδάζῃ μέχρι τῶν τελευταίων αὐτῶν λεπτομερειῶν, διότι καθ’ ὃν νόμον θὰ διέπεται εἰς τὸ ἑξῆς ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν, καὶ αἱ μικρότεραι τῶν λεπτομερειῶν θὰ ἔχουν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν ποινικὴν καταδίωξιν· θέλετε μεταβάλει, ὡς σᾶς εἶπον ἐν ἀρχῇ, τὸν ὑπουργὸν εἰς γενικὸν γραμματέα, δὲν θέλετε ἔχει τὸ πολιτικὸν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον θὰ φροντίζῃ περὶ τῶν γενικῶν ὑποθέσεων τοῦ Κράτους. Ἀποτείνων δὲ τὸν λόγον πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους ὅσοι ὑπῆρξαν ὑπουργοὶ τοῦ Κράτους, ἐρωτῶ, ἐὰν κανεὶς ἐξ αὐτῶν ποτὲ ὑπέγραψεν ἐν συνειδήσει ἐντάλματα καὶ χρηματικὰς ἐντολὰς καὶ ἐγνώριζεν αὐτὸς ὁ ἴδιος ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα ὡς ὑπέγραφεν. Ποτέ· γνωρίζω μάλιστα ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ ὡμίλουν δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἢ ἐνῷ ἀνεγίνωσκόν τι, συγχρόνως ὑπέγραφον ἐντάλματα. Τί βασανιστήριον αὐτὸ, κύριοι, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ δημιουργήσητε διὰ τοὺς ἀνθρώπους, παρὰ τῶν ὁποίων ἔχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ κατασκευάζωσιν ἐκ τοῦ μὴ εἶναι τὸ εἶναι! Ὑποθέσατε τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διαχειριζόμενον τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων ἔργων, νὰ ᾖναι ἠναγκασμένος, πρὶν ἐκδώσῃ τὴν πληθὺν τῶν χρηματικῶν ἐντολῶν, νὰ σπουδάσῃ ὅλας τὰς ὑποθέσεις τῶν ἐργολάβων καὶ τῶν μηχανικῶν, καὶ νὰ γνωρίζῃ, ὅταν ὑπογράφῃ χιλίων δραχμῶν ἔνταλμα, ὅτι τῳόντι 150 ὥρας αὐτὸς ὁ μηχανικὸς ὡδοιπόρησε, καὶ νὰ ἴδῃ πρὸς τούτοις τὰς ἀποδείξεις, καὶ μὰ τὸν Θεόν, νὰ ἐξελέγχῃ τὴν γνησιότητά των, καὶ νὰ γνωρίζῃ τὰς σχέσεις τοῦ ἐργολάβου πρὸς τὴν ἐργολαβίαν του, νὰ ᾖναι δὲ βέβαιος περὶ ὅλων τῶν πραγματικῶν γεγονότων, ἐκ τῶν ὁποίων προέρχεται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου καὶ ἡ τοῦ νόμου εἰς χρήματα ἀνάλυσις. Ἐὰν θέλετε, κύριοι, νὰ ψηφίσητε νόμον σοβαρὸν καὶ ἀληθῆ, ἐὰν ὁ σκοπός σας ᾖναι οὐχὶ νὰ ζητήσητε τὰ ἀδύνατα, ἐάν, συντάττοντες τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, δὲν ἀποβλέπητε εἰς τοὺς σήμερον ἐν τῇ ἐξουσίᾳ καθημένους, ἐὰν ἐνθυμῆσθε, ἐκτελοῦντες τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον καλεῖσθε νὰ ἐκτελέσητε, ὅτι πρώτην φορὰν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ τοιοῦτος νόμος, τότε πρέπει νὰ ἦσθε λίαν ἐπιεικεῖς εἰς τὴν σύνταξίν του. Αἱ γνῶμαί σας εἶναι δίκαιον νὰ ᾖναι εὐρεῖαι, ἡ χείρ, τὴν ὁποίαν θὰ θέσητε ἐπὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ διὰ νὰ τὸν μεταῤῥυθμίσητε, ἂς ἔχῃ ὅλην τὴν ἐλευθερίαν· πρέπει μάλιστα, ἔχετε καθῆκον, νὰ φέρετε ὅλας τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας νομίζετε χρησίμους, ἀλλ’ ὑπὸ αὐτὸ τὸ πνεῦμα πάντοτε. Οὐχὶ διότι ζητεῖτε ἐξ ἅπαντος νὰ ἴδητε ὑπουργοὺς εἰς τὴν φυλακήν, οὐχὶ διότι θέλετε νὰ περιπλέξητε τὴν ὑπάρχουσαν Κυβέρνησιν, οὐχὶ διότι θέλετε νὰ ἐκδικηθῆτε εἰς τὰ πρόσωπα ἡμῶν τὴν ἀτιμωρησίαν τοῦ παρελθόντος, οὐχὶ διότι εὑρίσκετε ζήτημα ἐπιθέσεως κατὰ τῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ διότι νομίζετε, ὅτι, καταρτίζοντες οὕτως ἢ ἄλλως τὸν νόμον, προσφέρετε μείζονα ἐκδούλευσιν εἰς τὸ ἀληθὲς συμφέρον τοῦ τόπου. Πρὶν τελειώσω, κύριοι, τὴν συζήτησιν αὐτήν, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνωφελὲς εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀναγνώσω τοὺς λόγους περιφανεστάτου ἀνδρός, κατέχοντος μεταξὺ τῶν πολιτικῶν τοῦ κόσμου τὴν πρωτίστην σήμερον θέσιν, τί φρονεῖ καὶ πῶς ἀποφαίνεται περὶ τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν καὶ περὶ τοῦ νόμου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν εὐθύνην αὐτῶν. Ὁ Θιὲρς εἰς τὰ 1865, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τοῦ κοινοβουλίου, εἶπε τὰ ἑξῆς· «Autrefois, avant que l'expérience eût parlé, dit-il, on avait songé à des lois de responsabilité. On avait cherché à définir la responsabilité ministérielle; on avait stipulé des cas, édicté des peines souvent sévères. L'expérience a conduit à des procédés moins compliqués, et on n'a plus même besoin de stipuler la responsabilité ministérielle. On a adopté en effet la plus simple des formes. On place les dépositaires de l'autorité souveraine en présence des élus du pays. Une solenelle discussion s'engage entre les uns et les autres, sous les yeux de la Couronne, sous les yeux du pays, et, si à la suite de cette discussion, une improbation, quelque légère qu'elle soit, se manifeste, les représentants de la Couronne se retirent devant cette désapprobation, et, grâce à ce procédé, on a substitué à des lois draconiennes quelque chose plus honorable, la susceptibilité d'honnêtes gens qui ne veulent gouverner le pays qu'avec son assentiment». Σᾶς ἀνέγνωσα τοὺς λόγους τοιούτου ἀνδρός, ἀλλὰ δὲν τοὺς ἐπικαλοῦμαι, κύριοι, διότι τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον ἐπαρουσιάσαμεν δὲν ἀκολουθεῖ τὴν γνώμην του· τὸ σχέδιόν μας εἶναι νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, θεωρεῖ τὸν νόμον τοῦτον ἀναγκαῖον παρ’ ἡμῖν, καὶ δηλοῦμεν, ὅτι ὑποβαλλόμεθα εἰς αὐτὸν καὶ δὲν ζητοῦμεν παρὰ τῆς Βουλῆς, διότι δῆθεν δὲν συνεζήτησε τὸν ψηφισθέντα, οὐχὶ τρίς, ἀλλ’ οὔτε ἅπαξ, δὲν τὸν ἐβασάνισε, δὲν τὸν ἐξήτασε, δὲν τὸν ἐτροπολόγησε, νὰ τὸν ἀποσύρῃ, καὶ νὰ μᾶς ἐπιβάλῃ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἤθελε κατασκευάσει ποτὲ κατόπιν. Ἡμεῖς ἐξ ἐναντίας ἤλθομεν νὰ δώσωμεν τὴν ἀφορμὴν εἰς τὸ Κοινοβούλιον νὰ τὸν ἐπιθεωρήσῃ, καὶ ἂς τὸν καταστήσῃ αὐστηρότερον, ἂν νομίζῃ ἀναγκαῖον· ἡμεῖς μόνον ἀφορμὴν ἐλάβαμεν ἐκ τῆς σπουδῆς του καὶ δίδομεν πρὸς μεταῤῥύθμισιν χάριν τοῦ γενικοῦ συμφέροντος. Καὶ τίς ἀπὸ ἡμᾶς γνωρίζει ἂν μετὰ δύο ἡμέρας θὰ ἤμεθα ὑπουργοί, καὶ νομίζει ὅτι νόμος δρακόντιος, ἀσυζήτητος, ἀβασάνιστος, δὲν δύναται νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὰ δεσμωτήρια ὑπουργούς, ἔστω καὶ ἂν ἐδιοίκησαν ἐπ’ ὀλίγους μῆνας; Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἀκολουθοῦμεν αὐτὴν τὴν γνώμην· ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἡ πατρὶς ἔχει ἀνάγκην νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, καὶ μόνον πρωτοβουλίαν ἐλάβομεν πρὸς μεταῤῥύθμισιν τοῦ ὑπάρχοντος. Σᾶς ἀνέγνωσα τοὺς λόγους αὐτοὺς ζῶντος ἀνδρὸς, ἵνα πάντες ἔχητε γνῶσιν αὐτῶν καὶ ἵνα χρησιμεύσωσι πρὸς φωτισμόν σας, ὅπως μὴ παρασυρθῆτε ὑπὸ τῶν δικανικῶν λόγων καὶ ὑποθέσητε, ὅτι πρόκειται ἀφεύκτως νὰ δημιουργήσητε νόμον ποινικὸν ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους τὰ ἔθνη δημιουργοῦσι διὰ τὰς κοινὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας οἱ κοινοὶ νόμοι κανονίζουσιν.
§28ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§29ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂς ψηφίσῃ σήμερον τὴν ἀρχὴν ἡ Βουλὴ, καὶ αὔριον συζητοῦμεν τὰ καθέκαστα. Δὲν ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ στενοχωρήσῃ τὴν Βουλήν.
§30ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶναι τῳόντι περίεργος, κύριοι, ἡ τακτικὴ, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ἡ νέα Κυβέρνησις. Συζητοῦμεν ἐπὶ τρεῖς ἤδη ὥρας τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μᾶς ὑπέβαλεν, ὅλοι δὲ οἱ λαβόντες μέχρι τοῦδε τὸν λόγον περιωρίσθησαν εἰς οὐσιαστικὰς παρατηρήσεις, κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἀξίας λόγου. Ἀλλὰ ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου λαμβάνει μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ ἰδοὺ δίδει εἰς αὐτὴν ἀμέσως χαρακτῆρα προσωπικοῦ ζητήματος. Ἀνεγνωρίσατε, λέγει, τὰς ἀτελείας τοῦ νόμου, ἃς ὡμολογήσατε ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ τώρα, ὅτε ἡμεῖς προτείνομεν νὰ διορθωθῶσιν αἱ ἀτέλειαι αὗται, σεῖς ἀποκρούετε τὴν ἀπόπειραν ἡμῶν ταύτην. Ἀπευθύνομαι, κύριοι, εἰς τὴν συνείδησιν ὑμῶν καὶ ἐρωτῶ, πότε ἡ προκάτοχος κυβέρνησις ἀνεγνώρισε τὰς ἀτελείας νόμου, τὸν ὁποῖον αὐτὴ ὑπέβαλε καὶ ὑπεστήριξεν εἰς τὴν Βουλὴν, τοῦ ὁποίου ἐζήτησε τὴν κύρωσιν, τὸν ὁποῖον ἐδημοσίευσε..... (θόρυβος καὶ ποδοκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§31ΠΟΛΛΟΙ. Τί κατάστασις εἶναι αὐτὴ; (Θόρυβος μέγας.)
§32ΦΙΛΗΜΩΝ. Κύριε Μίληση, παρακαλῶ νὰ καταβῆτε μετὰ τὴν τοιαύτην προσβολὴν, ἡ ὁποία γίνεται εἰς ὁμιλοῦντα βουλευτὴν διὰ τῶν ποδοκροτημάτων· πρέπει νὰ καταβῆτε, ὅπως ἱκανοποιηθῇ ἡ Βουλή. Περιήλθομεν εἰς ἔκτακτον κατάστασιν (ποδοκροτήματα καὶ χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§33ΠΟΛΛΟΙ. Αὐτὸ εἶναι ἀνυπόφορον.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διέταξα τὴν ἐκκένωσιν τοῦ ἀκροατηρίου.
§35ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν κατωρθώθη νὰ γείνῃ ἡ Βουλὴ καφενεῖον, εἴμεθα ὅλως περιττοὶ ἐνταῦθα, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ βουλευώμεθα. (Θόρυβος.)
§36ΡΑΛΛΗΣ. Προτείνω, κύριε πρόεδρε, τὴν ἐκκένωσιν ἐν γένει τοῦ ἀκροατηρίου. (Ἐκκενοῦνται τὰ ἀκροατήρια.)
§37Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσητε· θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπ’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἄλλως δὲν μὲ πτοοῦσιν. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι πάντοτε εἶπον ν’ ἀφήσητε τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς νὰ κάμουν ὅ,τι θέλουν, διότι κανεὶς δὲν πτοεῖται ἀπ’ αὐτὰ τὰ πράγματα. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι αὕτη ἡ ἀταξία προβαίνουσα καταισχύνει τὸ βουλευτήριον, ἄνευ διακρίσεως κομμάτων, διότι ἡ Βουλὴ κατήντησε καφενεῖον καὶ θέατρον, καὶ προτείνω, ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ, νὰ τεθῶσιν εἰς τὰ ἀκροατήρια κλητῆρες, ὑπαξιωματικοὶ, ὅπως προληφθῇ τὸ κακόν· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ νὰ ληφθῇ πρόνοια, κ. πρόεδρε, ὅπως παρεμποδισθῶσι τὰ ἄτοπα ἐκεῖνα πράγματα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς τὴν θύραν τοῦ Βουλευτηρίου. Δὲν ἀποδίδω τὰς πράξεις αὐτὰς εἰς κανένα, διότι πιστεύω, ὅτι κανεὶς δὲν εἶναι τόσον ἀφιλότιμος νὰ συνδέσῃ τὴν τύχην του μὲ τοιαῦτα πράγματα· ἀλλὰ διότι φρονῶ ταῦτα, προτείνω τοιαῦτα μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀξιοπρεπῆ διὰ τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τὰ κόμματα καὶ διὰ τὴν κοινωνίαν· ἄλλως τε, τὸ νὰ τοὺς ἀποβάλητε ἀπὸ τὰ ἀκροατήρια δὲν σημαίνει τίποτε, διότι αὔριον θὰ ἐπανέλθουν οἱ ἴδιοι.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὰ γενικὰ ἀκροατήρια εἰσέρχονται ἄνευ εἰσιτηρίων, καὶ οὐδὲν μέτρον ὑπάρχει, ὅπως ἐμποδισθῶσιν οἱ εἰσερχόμενοι, ἐκτὸς ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ εἰσέρχωνται καὶ ἐκεῖ δι’ εἰσιτηρίων. Κλητῆρες δὲ δὲν δύνανται νὰ ἐπιτηρῶσι· δύναμαι μόνον νὰ διπλασιάσω τὴν φρουράν.
§39ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΕΓΕΙΡΟΜΕΝΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ ἐξετελέσθη ἡ ἐκκένωσις τῶν ἀκροατηρίων, ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν, ἐπιμένει νὰ συζητήσῃ ἀπόψε;
§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον (διαλύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 7 μ. μ.)