1877.03.04
2.337 στίχοι · 19.684 λέξεις · 85 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 89
τῆς 4 Μαρτίου 1877.
(Παρασκευή).
Ὥρα 3 μ. μ.
Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ τὸ ὑπουργεῖον νὰ μοῦ εἴπῃ ἂν ὁ νόμος περὶ δηλώσεως τῶν φυτειῶν ἐπεκυρώθη.
§2ΖΩΧΙΟΣ (ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Ὑπεβλήθη εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως.
§3ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἔχω ν’ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν ἓν δυστύχημα, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὴν πατρίδα μου. Ἐβυθίσθη δυστυχῶς ἓν χωρίον ὁλόκληρον, τὸ ἓν τρίτον, τριάκοντα οἰκίαι. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὴν λῆψιν μέτρων· καὶ ἄνευ τούτου πιστεύω ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑπ’ ὄψιν της τὸ δυστύχημα.
§4ΦΙΛΗΜΩΝ. Πρὸ ἡμερῶν ὑπεβλήθησαν δύω νομοσχέδια· ἓν ἀφορῶν τὴν οἰκοδομὴν τοῦ Μουσείου καὶ ἕτερον τὸν κανονισμὸν τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ. Τὰ νομοσχέδια αὐτὰ ἐτυπώθησαν καὶ διανεμήθησαν, ἀλλὰ δὲν ἐνεγράφησαν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· παρακαλῶ, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀντίκειται εἰς τοῦτο καὶ ἂν ἡ Βουλὴ συγκατανεύῃ, ὄχι μόνον νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἀλλὰ τοὐλάχιστον τὸ πρῶτον περὶ ἀποπερατώσεως τῆς οἰκοδομῆς τοῦ Μουσείου νὰ γείνῃ δεκτὸν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§5Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἡ Κυβέρνησις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐλθοῦσα εἰς τὰ πράγματα δὲν εἶδε τὰ νομοσχέδια αὐτά· θέλομεν ἑπομένως παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας τὴν συζήτησιν αὐτῶν.
§6ΦΙΛΗΜΩΝ. Τοὐλάχιστον νὰ τεθοῦν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν μετὰ τὰ ἄλλα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος.
§8ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§9ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀναλαμβάνων, κύριοι, τὴν χθὲς τοσοῦτον ἀτόπως ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς της διακοπεῖσαν ἀγόρευσίν μου, ἐλπίζω ὅτι σήμερον ἡ συζήτησις θὰ ᾖναι γαλήνιος καὶ σοβαρά, ὅπως ἐμπρέπει καὶ εἰς τὸ ἀξίωμα καὶ εἰς τὰ ὑψηλὰ καθήκοντα τοῦ κοινοβουλίου. Μόλον ὅτι δὲ κατὰ τὸν μέχρι τοῦδε ἱκανῶς μακρὸν πολιτικόν μου βίον οὐδέποτε ἠρνήθην εἰς οὐδένα τὴν ἄδειαν νὰ μὲ διακόπτῃ ἀγορεύοντα, σήμερον κατ’ ἐξαίρεσιν καὶ πρὸς ἀποφυγὴν πάσης ἀφορμῆς ἐρεθισμοῦ, θὰ παρακαλέσω τοὺς ἀντιφρονοῦντας νὰ μὴ μὲ διακόπτωσιν· ὅστις δ’ ἐπιθυμεῖ, δύναται κατόπιν νὰ ἀναιρέσῃ τοὺς λόγους μου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§10ΤΙΝΕΣ. Πολὺ καλά.
§11ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ συζήτησις τῶν νόμων, κύριοι, πρέπει νὰ γίνεται πάντοτε μετὰ ψυχρότητος καὶ ἀπαθείας, διὰ νὰ ἐπικρατῇ ἐν αὐτοῖς ἡ λελογισμένη φρόνησις καὶ οὐχὶ τὸ παραπαῖον πάθος. Καὶ ὅταν ἀκόμη ἡ ψήφισις νόμου τινὸς τίθεται ὡς ζήτημα ὑπουργικόν, ἡ συζήτησις, οἱασδήποτε καὶ ἂν λάβῃ διαστάσεις, οὐδέποτε πρέπει νὰ ἐκπίπτῃ εἰς προσωπικὰς ἢ κομματικὰς ἀντεγκλήσεις. Παρ’ ἡμῖν μάλιστα ἡ ἀπαθὴς καὶ ψυχρὰ τῶν νόμων συζήτησις λαμβάνει ἐπιτακτικωτέρου καθήκοντος χαρακτῆρα, διότι κατὰ δυστυχίαν δὲν ἔχομεν ἡμεῖς οὔτε ἀρχήν τινα, προπαρασκευάζουσαν τὰ νομοσχέδια, τὰ εἰς τὴν Βουλὴν εἰσαγόμενα, οὔτε δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα, ἐπιψηφίζον τὰ τῆς Βουλῆς προβουλεύματα· ὥστε οἱ νόμοι πρέπει νὰ ἐξέρχωνται κατὰ πάντα τέλειοι μόνον ἐκ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεως. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι προκειμένου μάλιστα περὶ νόμου λίαν σπουδαίου, ὁποῖος εἶναι ὁ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, ἡ ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησις δὲν ὑπῆρξε χθὲς ὄχι πλέον ψυχρὰ καὶ ἀπαθής, ἀλλ’ οὔτε σοβαρὰ καὶ ἀξιοπρεπής· λυποῦμαι δ’ ἔτι μᾶλλον, διότι τὸ κακὸν τοῦτο προῆλθεν ἐκεῖθεν, ὅθεν ἔπρεπε νὰ δοθῇ τὸ παράδειγμα τῆς μετριοπαθείας, τῆς σοβαρότητος, καὶ τῆς εὐπρεπείας ἐν παντί. Τὸ ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅσοι τῶν βουλευτῶν ἐλάλησαν χθὲς ἐν ἀρχῇ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, περιωρίσθησαν ἅπαντες εἰς ἁπλῆν ἕκαστος τῆς γνώμης του ὑποστήριξιν· οὐδεὶς προσωπικὸς ὑπαινιγμός, οὐδεμία κομματικὴ ἔγκλησις ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ στόματος οὐδενὸς τῶν ἀγορευόντων. Ἀλλ’ ἰδοὺ καταβαίνει εἰς τὴν κονίστραν ὁ κ. πρωθυπουργός, καὶ ἡ συζήτησις ἀλλάσσει ἀμέσως ὄψιν. Ὁ κ. Δεληγεώργης παρῄτησε τὴν ἤρεμον τοῦ νομοσχεδίου ὑπεράσπισιν, καὶ κατέφυγεν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης, οὐδεμιᾶς ἀφορμῆς, εἰς προσωπικὰς καὶ κομματικὰς ἀντεγκλήσεις. Ἠρνήθη δημοσίᾳ καὶ κατὰ πρόσωπον τὴν καλὴν ἡμῶν πίστιν, καὶ ἐβεβαίωσεν ὅτι, γινώσκοντες τὰς ἀτελείας τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμου, ἐζητήσαμεν ἀπὸ τῆς Βουλῆς τὴν διόρθωσιν αὐτῶν, καὶ ἀνεστείλαμεν μέχρι τῆς διορθώσεως ταύτης τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου· ἂν δὲ ἐδημοσιεύσαμεν αὐτόν, τὸ ἐπράξαμεν κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἀποχωρήσεως ἡμῶν ἀπὸ τῆς ἐξουσίας, μὲ μόνην τὴν πρόθεσιν τοῦ νὰ παραλύσωμεν τὴν ἐνέργειαν τῆς διαδόχου Κυβερνήσεως. Καὶ ὅμως σήμερον πολεμοῦμεν τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπιδιώκεται ἡ θεραπεία τῶν ἀναγνωρισθεισῶν ἐλλείψεων τοῦ νόμου. Πρὸς τοιαύτην πρόκλησιν ἡ σιωπὴ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη. Βεβαίως, κύριοι, τὰ μέλη τοῦ προκατόχου ὑπουργείου, τῶν ὁποίων διερμηνεύω τὸ φρόνημα, δὲν συνέλαβόν ποτε τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμος ἐξῆλθεν ἀπὸ τῶν χειρῶν αὐτῶν ὡς νομοθετικὸν ἔργον κατὰ πάντα τέλειον, καὶ οὐδεμιᾶς ποτὲ χρῇζον βελτιώσεως ἢ τροποποιήσεως· τοιαύτην περὶ ἀλανθάστου ἀξίωσιν οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν εἶχέ ποτε ἢ ἔχει. Ἀναγνωρίζομεν ὅτι πᾶν νομοθέτημα, ὡς ἔργον ἀνθρώπινον, φέρει ἀναγκαίως τὴν σφραγῖδα τῆς ἀτελείας τοῦ ἀνθρώπου, μάλιστα δὲ νομοθέτημα, οἷον τὸ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, τοσαύτας παρουσιάζει δυσχερείας. Ἀλλ’ ὁμολογήσατε ὅμως, κύριοι, ὅτι, νόμος τὸν ὁποῖον παρεσκεύασεν ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν ἁρμοδιοτέρων προσώπων, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ τόπος, καὶ ὅστις διῆλθε τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς σχεδὸν πανηγυρικῶς, νόμος τοιοῦτος ν’ ἀναγνωρισθῇ εὐθὺς ἀμέσως ἀτελὴς καὶ χρῄζων μεταῤῥυθμίσεως, πρὶν ἀκόμη ἐμφανισθῇ εἰς τὸν κόσμον, πρὶν ζήσῃ, πρὶν ὁπωσδήποτε ἐφαρμοσθῇ καὶ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτοῦ ὁ χρόνος καὶ ἡ πεῖρα, ὁμολογήσατε ὅτι τὸ φαινόμενον θὰ ἦτο πρωτοφανές, παράδοξον, μαρτυροῦν ὅτι ἀκατανόητος ἐπιπολαιότης προεδρεύει παρ’ ἡμῖν εἰς τὴν θέσιν τῶν νόμων. Εἶναι ὅμως τοῦτο ἀληθές; Σᾶς ἐρωτῶ, ἤλθομέν ποτε ἡμεῖς ἐνώπιόν σας καὶ ὡμολογήσαμέν ποτε τὰς ἀτελείας τοῦ νόμου τούτου, ζητήσαντες νὰ τὰς διορθώσητε; Τῇ ἀληθείᾳ ἐνταῦθα πρέπει νὰ ἐπικρατῇ καθαρὰ σύγχυσις πραγμάτων, διότι δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὅτι ἐπίτηδες τὰ πράγματα διαστρέφονται. Δύω δηλώσεις ἐκάμαμεν ἡμεῖς, κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν σχετικὰς πρὸς τὸν νόμον τοῦτον. Ἐζητήσαμεν, τὸ ἐνθυμεῖσθε, νὰ προστεθῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ ἡ ἐν τοῖς στενογραφήμασιν ὑπάρχουσα ἐξήγησις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διὰ τῆς ὁποίας ὡρίζοντο σαφέστερον τὰ ὅρια τῆς ἀστικῆς εὐθύνης περὶ ἧς οὐδεὶς λόγος γίνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἐνόμισεν, ὅτι οὔτε καιρός, οὔτε ἀνάγκη τοιαύτης ἐξηγήσεως ὑπῆρχεν. Ἐκτὸς τούτου ἐδηλώσαμεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐν τῇ διαχειρίσει δύω ὑπουργείων παρουσιάζεται ἀνωμαλία, ἐκτροπή τις ἀπὸ τῶν διατάξεων τοῦ περὶ Δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, ἐκτροπὴ ἀπὸ μακροῦ ἤδη χρόνου ὑφισταμένη, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν ὁ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμος καθιστᾷ σήμερον ἀσυμβίβαστον, καὶ ἐν τούτῳ τῳόντι κεῖται ἡ ἀρετὴ τοῦ νόμου, ὅτι δὲν ἀνέχεται οὐδεμίαν τῶν κειμένων ἀνωμαλίαν. Ἐζητήσαμεν δὲ παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ἄρῃ τὴν ἀνωμαλίαν, τροποποιοῦσα τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ὥστε ὁ ὑπουργὸς νὰ μὴ εὑρεθῇ ἠναγκασμένος, ἢ νὰ παραβιάσῃ τὸν νόμον τοῦτον ἐπισπώμενος τὴν ἐκ τούτου εὐθύνην, ἢ ν’ ἀφήσῃ παραλυομένην τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου. Ἡ δὲ Βουλὴ ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ κανονίσῃ ὁριστικώτερον τὰ περὶ τούτου, ἀποφασίσασα νὰ συζητήσῃ παλαιόν τι νομοσχέδιον περὶ ἐπιμελητηρίων. Ἰδοὺ αἱ δύω δηλώσεις ἡμῶν. Περιέχουσιν αὗται ὁμολογίαν τινὰ ἀτελειῶν τοῦ ὑπάρχοντος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμου; Ποῦ λοιπὸν εὗρε τὴν τοιαύτην ἡμῶν ὁμολογίαν ὁ κύριος πρωθυπουργός; Ἐβραδύναμεν δέ, κύριοι, νὰ δημοσιεύσωμεν τὸν περὶ εὐθύνης νόμον, περιμένοντες νὰ ἀρθῇ προηγουμένως ἡ ἀνωμαλία ἐκείνη διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Ἠδυνάμεθα βεβαίως, σκεπτόμενοι ὅπως εἶπε χθὲς ὁ κ. πρωθυπουργός, ὅτι διὰ τῆς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀνακοινώσεως ἀνῃρεῖτο ἐντελῶς ἡ δολία προαίρεσις, νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου, ἐπιδιώκοντες ἐν τούτοις ἐν τῇ Βουλῇ τὴν τροποποίησιν τῶν σχετικῶν τοῦ λογιστικοῦ νόμου διατάξεων· προετιμήσαμεν ὅμως νὰ μὴ ἀντιμετωπίσωμεν μηδ’ αὐτὸ τὸ ξηρὸν γράμμα τοῦ νόμου, καὶ νὰ μὴ ἐκθέσωμεν τὴν εὐθύνην ἡμῶν ἄνευ ἀνάγκης. Ἀλλ’ ὅτε ἀπεφασίσαμεν νὰ παραιτήσωμεν τὴν ἐξουσίαν, ἐσκέφθημεν ὅτι τότε ὠφείλομεν πλέον νὰ δημοσιεύσωμεν τὸν νόμον. Εἶναι ἀληθές, κύριοι, ὅτι ἐπί τινας στιγμὰς ἐταλαντεύθημεν· προείδομεν ὅτι ἡ δημοσίευσις τοιούτου νόμου τὴν παραμονὴν τῆς ἀποχωρήσεως ἡμῶν ἀπὸ τῆς ἐξουσίας, θὰ ἔδιδεν ἀφορμὴν εἰς τὴν κακολογίαν καὶ συκοφαντίαν· ἀλλ’ ὅμως ἀπεφασίσαμεν ἐπὶ τέλους νὰ ἐπιτελέσωμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, ἀδιαφοροῦντες πρὸς ὅ,τι ἤθελον κατηγορήσει καὶ συκοφαντήσει· τὸ κόμμα αὐτὸ εἶναι συνειθισμένον εἰς τὴν κακολογίαν καὶ συκοφαντίαν.........
§12ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Αὐτὸ πῶς τὸ ὀνομάζετε;
§13ΧΟΪΔΑΣ. Εἴπατε ὅτι πρέπει νὰ ἀποφεύγωμεν τὰ προσωπικὰ (θόρυβος).
§14ΡΟΥΚΗΣ. Ὑβρίζετε ἓν κόμμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνεπίληπτον (θόρυβος).
§15ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν εἶπα διὰ τὸ κόμμα σας, οὐδὲ ὕβρισα κανένα· διατὶ θορυβεῖσθε;
§16ΡΟΥΚΗΣ. Διὰ τὸ κόμμα μας εἶπες καὶ τὸ ἔδειξες (θόρυβος).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι, διὰ νὰ ἐξηγηθῇ ὁ ἀγορεύων.
§18ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι τὸ κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, εἶναι συνειθισμένον εἰς τὴν συκοφαντίαν καὶ τὴν κακολογίαν· τοὺς συκοφάντας καὶ κακολόγους δὲν ὠνόμασα οὔτε κἂν ὑπέδειξα· ἂν ἐπιμαρτύρεταί τινα ἡ ἰδία συνείδησις, ἐγὼ βέβαια δὲν πταίω. Ἐσκέφθημεν λοιπὸν, κύριοι, ὅτι καθῆκον εἴχομεν νὰ δημοσιεύσωμεν, ἔστω καὶ βραδέως, τὸν περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμον. Διατί; διότι τὸν νόμον τοῦτον ἐθεωρήσαμεν καὶ θεωροῦμεν ἓν τῶν καλλιτέρων κυβερνητικῶν ἡμῶν ἔργων. Ἡμεῖς τὸ παρεσκευάσαμεν, ἡμεῖς τὸ ἐφέραμεν ἐνώπιόν σας, τὸ ὑπεστηρίξαμεν κατὰ τὴν συζήτησιν, τὸ ἐκυρώσαμεν ψηφισθὲν, πῶς ἠδυνάμεθα νὰ μὴ τὸ δημοσιεύσωμεν κυρωθέν; δὲν θὰ ἀφίνομεν οὕτω τὸ ἔργον ἡμῶν ἔκθετον; Καὶ ποίαν δικαιολογίαν θά εἴχομεν, ἂν σήμερον μᾶς κατηγόρουν, ὅτι ἐνεπαίξαμεν τὸ ἔθνος καὶ τὴν ἀντιπροσωπείαν του, καταρτίσαντες, ὑποβαλόντες εἰς τὴν Βουλὴν, ψηφίσαντες, κυρώσαντες, καὶ ἐπὶ τέλους καταλιπόντος ἄχρηστον εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ ὑπουργείου νόμον, τὸν ὁποῖον καὶ ἡμεῖς ἐκηρύξαμεν σπουδαιότατον καὶ τὸ ἔθνος ἀπὸ πολλοῦ ἤδη χρόνου μετὰ πολλοῦ πόθου ἐζήτει; Αἱ ἐλλείψεις τοῦ νόμου, καὶ ἂν εἴχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ νόμος εἶχε τοιαύτας, οὐδ’ ὡς πρόφασιν εὔλογος ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσουν, διότι εἶναι φανερὸν, ὅτι αἱ ἐλλείψεις τῶν νόμων διορθόνονται διὰ τοῦ χρόνου, ἀλλὰ δὲν ἀναστέλλουν τὴν δημοσίευσιν καὶ ἐφαρμογὴν αὐτῶν. Ἔπειτα διὰ τί νὰ τὸ κρύψω; εἴχομεν τὸν φόβον ὅτι ὁ νόμος οὗτος ἐὰν δὲν ἐδημοσιεύετο παρ’ ἡμῶν, ἐκινδύνευε νὰ ναυαγήσῃ ὅλος. Ἦτον εὔλογος ὁ φόβος οὗτος; Σεῖς κρίνατε, ἀναλογιζόμενοι ὅτι, μόλις ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος, καὶ ἀπὸ στόματος εἰς στόμα διεδίδετο καὶ δημοσίᾳ ἐδῶ ἐνώπιόν σας ἐχαρακτηρίζετο ὡς νόμος τερατώδης, γελοῖος, ἀνεφάρμοστος. Εἴχομεν λοιπὸν λόγους, ἐπιβάλλοντας ὡς καθῆκον ἐπιτακτικὸν τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου· καὶ ὅμως ὁ κ. πρωθυπουργὸς δὲν βλέπει εἰμὴ κακὴν πρόθεσιν εἰς τοὺς ἀντιπάλους του, δὲν ἀναγνωρίζει ἄλλον σκοπὸν τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, εἰμὴ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ παραλύσωμεν τὰς ἐνεργείας αὐτοῦ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Παρατηρήσατε δὲ ὅτι αὐτὸς ἑαυτὸν ἀνῄρεσε μετ’ ὀλίγον, ὅτε ἀποτεινόμενος πρὸς ἡμᾶς κατὰ τὴν συνήθειάν του, ἀνεφώνησε μετὰ συγκινήσεως «τίς οἶδεν, ἂν μετὰ δύω ἢ τρεῖς ἡμέρας δὲν εἶσθε πάλιν ὑπουργοί;» Αὐτὴ ἡ σκέψης, ἥτις στιγμιαίως διῆλθε διὰ τῆς διανοίας του, ἦτο ἱκανὴ νὰ διασκεδάσῃ τὸ φάσμα τῆς κακῆς προθέσεως πρὸς τὸ ὁποῖον ἐπάλαιε. Καὶ βεβαίως, κύριοι, δὲν ἀπαιτεῖται πολὺ σκέψις οὔτε βαθεῖα τῶν καθ’ ἡμᾶς πραγμάτων ἐκτίμησις, διὰ ν’ ἀναγνωρίσῃ τις ὅτι τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀποδίδει ὁ κ. πρωθυπουργὸς τὴν πρόθεσιν τῆς παραλύσεως τῆς ἐξουσίας, ἔχει ὑπὲρ πᾶν ἄλλο τὴν πιθανότητα νὰ διαχειρισθῇ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι μακρότερον τὴν ἐξουσίαν, ὅπως τὴν διεχειρίσθη καὶ ἐν τῷ παρελθόντι. Δὲν ἐπιτρέπεται λοιπὸν νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι τὸ κόμμα τοῦτο θὰ εἶχε τὴν μωρίαν νὰ αὐτοκτονήσῃ, παραλῦον διὰ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου τὴν ἐξουσίαν, ἐκ μόνης τῆς ταπεινῆς ἰδέας τοῦ νὰ παράσχῃ ἐπὶ μίαν στιγμὴν πράγματα καὶ παρεμβάλῃ προσκόμματα εἰς τὴν νέαν Κυβέρνησιν, ἥτις αὐτὴ ἑαυτὴν ὁμολογεῖ ἡμερόβιον. Δὲν ἠξεύρω, κύριοι, ἂν πλανῶμαι, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ κακὴ πίστις τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν μετὰ τόσου στόμφου ἐπέσειε χθὲς ὁ κ. Δεληγεώρκης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐξελέγχεται ἁπλοῦν φαντασιοκόπημα, μηδεμίαν ἔχον ὑπόστασιν. Ἐπιτρέψατέ μοι τώρα ν’ ἀντεξετάσω τὴν καλὴν πίστιν τῶν ἀντιπάλων καὶ ἰδίως τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ. Ἐπειδὴ δὲ συνειθίζει νὰ ἐρωτᾷ ἡμᾶς ἑκάστοτε καὶ προσκαλῇ εἰς ἀπολογίαν, μεταχειρίζομαι τὸν αὐτὸν τρόπον τοῦ συζητεῖν, καὶ τὸν ἐρωτῶ. Ἐὰν ἀληθῶς ὁ προκείμενος νόμος ᾖναι τόσον παράλογος καὶ τερατώδης, ὅσον τὸν παριστάνει σήμερον, διατί ὅτε συνεζητεῖτο ἐνταῦθα δὲν εὐηρεστήθη νὰ καταδείξῃ τοῦτο καὶ ἐμποδίσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου; Πόθεν καὶ διατὶ ἡ σιωπὴ αὕτη ἐν τοιαύτῃ κρισίμῳ ὥρᾳ; Νὰ ὑποθέσω ὅτι τὸ παράλογον καὶ τερατῶδες τοῦ νόμου ἀνεκάλυψε μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ δὲν δύναμαι, ὄχι μόνον διότι ἤθελον ἀδικήσει τὴν ἀνεγνωρισμένην νοημοσύνην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ καὶ διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν ἐδήλωσεν ὅτι ἤθελεν ὑποβάλει τροπολογίαν τοῦ νόμου τοῦθ’ ὅπερ ὅμως δὲν συγκατετέθη ἀκολούθως νὰ πράξῃ διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν γνωρίζω. Ποία λοιπὸν μένει ἐξήγησις τῆς τότε σιωπῆς τοῦ κ. Δεληγεώργη; Τὸ ἐπ’ ἐμοί, οὐδεμίαν ἄλλην εὑρίσκω, εἰμὴ, ὅτι τότε διεχειρίζοντο τὴν ἐξουσίαν οἱ πολιτικοί του ἀντίπαλοι, καὶ ὁ ψηφιζόμενος Νόμος ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀμέσως ἐπὶ τὰς κεφαλὰς τῶν ἀντιπάλων του τούτων. Ἂν λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀποδίδει εἰς ἡμᾶς κακὴν πίστην, ἂς ἤμεθα δίκαιοι· ἡ κρίσις εἶναι ἐξ ὑποκειμένου· τὴν ἤντλησεν ἐκ τοῦ βάθους τῆς καρδίας του....
§19ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Δὲν σᾶς ἐπρότεινα καὶ τὸ ἀπεῤῥίψατε;
§20ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡμεῖς; Σᾶς παρεκαλέσαμεν μάλιστα νὰ ὑποβάλητε τὴν πρότασίν σας, ἀλλὰ σεῖς ἐπεμένετε ἀρνούμενος.
§21ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπ’ ἐναντίας......
§22ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἐλάβετε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς οὐσίας παντάπασιν.
§23ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σᾶς ἐζητήσαμεν ἀναβολὴν καὶ δὲν τὴν ἐδώσατε. Πρέπει νὰ ἤμεθα ἐν καλῇ πίστει.
§24ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὴν τὴν καλὴν πίστιν, βλέπετε ζητῶ καὶ ἐγώ, κ. πρωθυπουργέ. Τίς τῶν δύο ἡμῶν τὴν ζητεῖ εἰλικρινῶς; (θόρυβος).
§25ΤΙΝΕΣ. Νὰ παύσῃ ὁ διάλογος. Ἐξακολουθήσατε, κ. Μίληση (θόρυβος).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι.
§27ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς, πολεμῶν τὴν φαντασιώδη κακὴν πίστιν τῶν ἀντιπάλων του, ἐνόμισεν ὅτι ἤθελε κατακεραυνοβολήσει ἡμᾶς, προτείνων νὰ δοθῇ ὀπισθενεργὸς δύναμις εἰς τὸν περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμον. «Δέχεσθε, εἶπε, νὰ ἰσχύῃ ὁ νόμος οὗτος ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς ἐπιψηφίσεώς του;» Ἐὰν, κύριοι, ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ δοθῇ πρακτικὴ ἀπάντησις εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην, εὐχαρίστως ἠθέλομεν ἀπαντήσει· «Δεχόμεθα τὴν πρότασιν, καὶ διὰ νὰ ᾖναι πλήρης ὁ ἔλεγχος, ἂς ἀναδράμῃ ἡ ὀπισθενεργὸς δύναμις τοῦ νόμου μέχρι τοῦ 1872.» Δὲν ἠξεύρω, ἢ μᾶλλον ἠξεύρω πολὺ καλῶς, πότερον τῶν δύω κομμάτων θὰ εἶχε τότε ἀφορμὴν νὰ μετανοήσῃ διὰ τὴν ἀναδρομικὴν ταύτην τοῦ νόμου ἐφαρμογήν. Ἀλλ’ ὁ κ. Δεληγεώργης γινώσκει κάλλιστα, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν, τὸ μεταχειρίζεται δὲ μόνον ὡς ἐπιχείρημα ἢ τρόπον τοῦ λέγειν, ἵνα ἀποδείξῃ εἰς τὸν κόσμον, ὅτι ἀδικεῖται, ὑπέχων αὐτὸς νομικὴν εὐθύνην διὰ τὰς πράξεις τῆς διοικήσεώς του, ἐνῷ οἱ ἀντίπαλοί του δὲν ὑπεῖχον τοιαύτην. Ἂς παρηγορηθῇ διὰ τοῦτο, ἀναλογιζόμενος, ὅτι οἱ πολιτικοί του ἀντίπαλοι θὰ ἐξακολουθήσωσι καὶ αὐτοὶ ὑπέχοντες τὴν αὐτὴν νόμιμον εὐθύνην, ὅταν περιέλθῃ εἰς αὐτοὺς ἡ τῆς ἐξουσίας διαχείρισις. Δὲν ἐπιθυμῶ, κύριοι, νὰ ὑπερβῶ τὰ ὅρια τῆς ἀμύνης. Θέλω καὶ ἀμυνόμενοι ἡμεῖς καὶ εἰς τὰς τάξεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως πολιτευόμενοι νὰ δίδωμεν πάντοτε τὸ παράδειγμα τῆς μετριοπαθείας καὶ τῆς περὶ τοὺς λόγους ἐγκρατείας. Διὰ τοῦτο παραιτῶ εὐχαρίστως τὴν παρέκβασιν, ἐκφράζων μάλιστα τὴν λύπην μου, ἂν κατ’ αὐτὴν ἠναγκάσθην ν’ ἀπευθύνω πικρούς τινας λόγους εἰς τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοὺς πολιτικούς του φίλους, καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ κύριον θέμα τῆς συζητήσεως· ἔρχομαι ν’ ἀποδείξω, ὅτι διὰ τῶν μεταῤῥυθμίσεων τοῦ νομοσχεδίου ἀναιρεῖται σχεδὸν ἐντελῶς ἡ ποινικὴ τῶν ὑπουργῶν εὐθύνη, τὴν ὁποίαν χθὲς ἔτι διὰ νόμου καὶ πανηγυρικῶς καθιερώσατε....
§28ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ μὲ τὰς εἰσαγομένας μεταῤῥυθμίσεις ἐὰν ἐφαρμόσωμεν τὸν Νόμον, κ. Μίληση, θὰ σᾶς στείλωμεν σᾶς τὸν ἴδιον ἐκεῖ ὅπου εἶναι ὁ Νικολόπουλος.
§29ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀδιάφορον· ἀρκεῖ ὁ νόμος νὰ ᾖναι δίκαιος καὶ εἰς τὴν πολιτείαν συμφέρων. Ὅτε ὁ κ. πρωθυπουργός, παραιτήσας τὰς προσωπικὰς ἐγκλήσεις, ἐπεχείρησε τέλος πάντων τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ Νομοσχεδίου, ἐπερίμενα, κύριοι, ν’ ἀκούσω τοὺς σπουδαίους τούτους λόγους, οἵτινες ὑπαγορεύουσι τὰς ζητουμένας τροποποιήσεις τοῦ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμου· ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ἤκουσα γενικάς τινας παρατηρήσεις, ἀσχέτους πρὸς τὸ συζητούμενον θέμα. Ὁ κ. Δεληγεώργης, τὸ ἐνθυμεῖσθε, ἐπειράθη ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ἡ κοινοβουλευτικὴ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν εἶναι ἡ μόνη χρήσιμος, πρακτικὴ καὶ ἀποτελεσματική, καὶ πρὸς ὑποστήριξιν τῶν λόγων του ἐπεκαλέσθη τὴν μαρτυρίαν διασήμου πολιτικοῦ, τοῦ γέροντος Θιέρσου. Πρὸς τί ὅμως ἐρωτῶ, αἱ παρατηρήσεις αὗται; Πρόκειται ν’ ἀναιρέσωμεν ὅλως τὴν ποινικὴν τῶν ὑπουργῶν εὐθύνην; πρόκειται νὰ καταργήσωμεν τὸν περὶ αὐτῆς ὑπάρχοντα νόμον; Ἐὰν περὶ τούτου πρόκειται, ἂς φέρωσι πρότασιν νόμου τοιαύτην καὶ συζητοῦμεν τὸ ζήτημα, ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν μᾶς ζητοῦν εἰμὴ τροποποιήσεις ἁπλῶς τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ἑπομένως τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο καὶ μόνον ἂν αἱ τροποποιήσεις αὗται εἶναι ἀναγκαῖαι καὶ ὀρθαί. Τοῦτο δὲ ὤφειλον νὰ ἀποδείξωσιν, ἐξετάζοντες τὸν ὑπάρχοντα νόμον, παραλληλίζοντες τὰς διατάξεις αὐτοῦ πρὸς τὰς τροποποιήσεις τοῦ νομοσχεδίου καὶ καταδεικνύοντες ποῦ κεῖνται αἱ πλημμέλειαι ἐκείνου καὶ πῶς τοῦτο τὰς θεραπεύει. Καὶ φανερὸν μὲν ἀληθῶς, ὅτι οὐχὶ ἄνευ ἠθικῆς βλάβης ἤθελε προβῆ σήμερον ἡ Βουλὴ εἰς ἐγχειρίσεις ἐπὶ νόμου, τὸν ὁποῖον χθὲς ἔτι πανηγυρικῶς ἐπεψήφισεν· ἀλλ’ ἡμεῖς καὶ τὴν ἰδίαν φιλοτιμίαν προθύμως θυσιάζομεν καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῆς τοῦ Σώματος ὀλιγωροῦμεν, ἀρκεῖ ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι ὁ νεαρὸς αὐτὸς νόμος, ὅστις δὲν εἶδεν ἀκόμη τὸ φῶς, ἔχει τῳόντι ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας διορθοῦσιν αἱ ζητούμεναι τροποποιήσεις. Ἀλλ’ ὅ,τι δὲν ἔπραξαν οἱ ὑπερασπισταὶ τοῦ νομοσχεδίου, πρέπει νὰ πράξωμεν ἡμεῖς, διότι πρέπει τέλος πάντων νὰ γείνῃ ὁ ἀπαιτούμενος ἔλεγχος πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας. Ἐπειδὴ δὲ αἱ τοῦ νομοσχεδίου καινοτομίαι στρέφονται εἰς τὰ δύω πρῶτα μέρη τοῦ νόμου, τουτέστιν εἰς τὰ ἀδικήματα καὶ τὰς ποινάς, θέλω ἐξετάσει ὁποῖα τὸ ἀδίκημα καὶ ἡ ποινὴ κατὰ τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον καὶ ὁποῖα κατὰ τὸ νομοσχέδιον. Ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ ἀδικήματος. Γνωστόν, κύριοι, ὅτι, κατὰ γενικὴν καὶ θεμελιώδη τοῦ ποινικοῦ δικαίου ἀρχὴν, τὸ ἀξιόποινον δικαίωμα πρέπει νὰ ᾖναι καθ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς περιστάσεις ὡρισμένον καὶ ἐξειδικευμένον, διότι μόνον δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου ἐμποδίζεται νὰ δημιουργῇ ἑκάστοτε τὸ ἀδίκημα καὶ νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν ποινὴν οὐχὶ ὁ νόμος ἀλλ’ ἡ θέλησις τοῦ δικαστοῦ. Ἀλλ’ ἡ λειτουργία τοῦ ὑπουργοῦ εἶναι καθ’ ἑαυτὴν τοσοῦτον εὐρεῖα καὶ ποικίλη, ὥστε ἀδύνατος σχεδὸν ἀποβαίνει τοιοῦτος κατὰ μέρος προσδιορισμὸς τοῦ εἰδικοῦ τούτου ἀδικήματος, καὶ ἐντεῦθεν πηγάζουσιν αἱ μέγισται δυσχέρειαι εἰς τὴν σύνταξιν ὀρθοῦ καὶ δικαίου νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν. Ὅπου ἐπεχείρησαν νὰ συντάξωσιν ὁπωσδήποτε τοιοῦτον νόμον, ἠναγκάσθησαν νὰ καταφύγωσιν εἰς εἰδικάς τινας κατηγορίας πράξεων, δι’ ὧν ἐπιτυγχάνεται ὅσον εἶναι δυνατὸν ὁ τοιοῦτος κατὰ μέρος προσδιορισμὸς τοῦ ὑπουργικοῦ ἀδικήματος. Ὁ Αὐστριακὸς δὲ νόμος ὁμολογουμένως ἐπέτυχεν ὡς πρὸς τοῦτο ὑπὲρ πάντα ἄλλον, καὶ τὸν Αὐστριακὸν νόμον ἔλαβεν ὡς βάσιν ἡ ἐπιτροπή, ἥτις συνέταξε τὸν ἡμέτερον. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα λοιπὸν νόμον ἀντικείμενον τοῦ εἰδικοῦ τούτου ἀδικήματος εἶναι παραβίασις εἴτε τοῦ Συντάγματος, εἴτε τῶν νόμων, εἴτε τῶν ἐντολῇ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐκδιδομένων διαταγμάτων. Ὁ δὲ τρόπος, καθ’ ὃν διαπράττεται ἡ τοιαύτη παραβίασις, ὁρίζεται δι’ εἰδικῶν κατηγοριῶν, αἵτινες περιλαμβάνουσι τὴν ὅλην λειτουργίαν τοῦ ὑπουργοῦ. Οὕτως εἰς τὰς δύο πρώτας κατηγορίας περιλαμβάνεται ἡ ἀνωτέρα διοίκησις καὶ ἐξειδικεύεται ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐν τῇ ἀνωτέρᾳ ταύτῃ διοικητικῇ ἐνεργείᾳ δύναται ὁ ὑπουργὸς διὰ θετικῶν πράξεων νὰ παραβιάσῃ εἴτε τὸ Σύνταγμα, εἴτε τοὺς νόμους, εἴτε τὰ νομοθετικὰ διατάγματα. Εἰς τὴν τρίτην κατηγορίαν περιλαμβάνεται ἡ κατωτέρα διοίκησις, καὶ ἐξειδικεύεται ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐν αὐτῇ διαπράττεται τὸ ὑπουργικὸν ἀδίκημα. Εἰς τὴν τετάρτην περιλαμβάνεται ἡ διὰ παραλείψεων διάπραξις τοῦ ἀδικήματος τούτου. Εἰς δὲ τὴν πέμπτην ὁρίζεται ἡ περίστασις, ἥτις ἔλαβε χώραν παρ’ ἡμῖν, τοὐτέστιν ἡ κύρωσις ὡς νόμου τοῦ Κράτους πράξεως, μὴ ἐπιψηφισθείσης ὑπὸ τῆς Βουλῆς συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἢ ἡ ἐκτέλεσις τοιαύτης πράξεως ὡς νόμου τοῦ Κράτους. Εἰς τὸ 2 ἄρθρον ὁρίζονται αἱ παραβιάσεις τῶν κειμένων ποινικῶν διατάξεων, προστίθεται δὲ καὶ εἰδικὴ κατηγορία, καθ’ ἣν, χωρὶς νὰ παραβιασθῇ διάταξίς τις τοῦ Συντάγματος, ἢ νόμος τις, ἢ νομοθετικόν τι διάταγμα, ἐβλάβησαν ἐκ προθέσεως διὰ πράξεως ἢ παραλείψεως τοῦ ὑπουργοῦ τὰ συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας· ἐπὶ τέλους τὸ ἄρθρον 4 παραπέμπει εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια τὰ ἀδικήματα, τὰ ἄσχετα πρὸς τὰ δημόσια καθήκοντα τοῦ ὑπουργοῦ. Οὕτω, κύριοι, συμπληροῦται ὁλόκληρος ὁ κύκλος τῆς ὑπουργικῆς ἐξουσίας, καθορίζονται δὲ, ἐξειδικεύονται καὶ διακρίνονται καθαρῶς, ὅσον εἶναι δυνατὸν, τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς τοιαύτης ἐξουσίας δύναται νὰ διαπράξῃ ὁ ὑπουργός. Ποῖαι δὲ αἱ ἐπιβαλλόμεναι ποιναί; Ἀμφισβητεῖται μεγάλως, κύριοι, ἂν ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ τούτου ἀδικήματος πρέπῃ νὰ ἐπιβληθῶσι ποιναὶ σωματικαὶ, ἢ ἂν πρέπῃ μᾶλλον ἡ ποινὴ νὰ ἔχῃ ἀντικείμενον μόνον τὴν ἀφαίρεσιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων ἢ τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν κατεχράσθη ὁ ὑπουργὸς διὰ τοῦ ἀδικήματος. Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσατε, βαδίζει μέσην τινὰ ὁδόν· δὲν στηρίζεται μὲν κυρίως εἰς τὰς σωματικὰς ποινὰς, ἀλλὰ καὶ δὲν ἀποκλείει αὐτὰς ἐντελῶς, ἐπιβάλλει δὲ μόνον αὐτὰς εἰς βαθμὸν ἐλαφρότατον. Οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἡ συντάξασα τὸν νόμον ἐπιτροπὴ ἠκολούθησε τὸ μέσον τοῦτο σύστημα, εἶναι ά) ὅτι, ἀφοῦ ὁ ὑπουργὸς παραβιάζων ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων του ποινικήν τινα ἐκ τῶν κειμένων διάταξιν, τιμωρεῖται μὲ τὴν ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ ὁριζομένην σωματικὴν ποινὴν, ἀντιφατικὸν θὰ ἦτο νὰ μὴν ἐπιβάλληται οὐδεμία τοιαύτη ποινὴ εἰς παραβίασιν διατάξεως τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν ἄλλων νόμων, ἢ εἰς πρᾶξιν ἢ παράλειψιν, ζημιοῦσαν τὰ συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας. Τοιαύτη μεταξὺ τῶν ποινῶν διάκρισις οὐδένα θὰ εἶχε λόγον ὑπάρξεως· καὶ βʹ) κατὰ τὸ ἐν ἰσχύϊ ποινικὸν ἡμῶν σύστημα, ἡ στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων δὲν ὁρίζεται ποτὲ ὡς αὐθέκαστος ποινὴ, ἀλλὰ παρακολουθεῖ πάντοτε ποινὴν σωματικήν. Ἄνευ δὲ λόγου δὲν πρέπει νὰ ἐκτρεπώμεθα τῶν γενικῶν τοῦ ἐπικρατοῦντος συστήματος ἀρχῶν, καὶ νὰ εἰσάγωμεν οὕτως εἰς τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν τὴν ἀταξίαν καὶ τὴν σύγχυσιν. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, δι’ οὓς ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος δὲν ἀπέκλεισε τὰς σωματικὰς ποινάς· ἀλλ’ ὡς προεῖπον ἤδη, αἱ ποιναὶ αὗται ὁρίζονται ἐλαφρότατα. Οὕτως ἐπὶ τῶν ἐκ δολίας προαιρέσεως παραβιάσεων τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν Νόμων, ἢ τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων ἀναγράφεται ποινὴ φυλακίσεως ἀπὸ ἓξ μηνῶν μέχρι δύω ἐτῶν· ἐπὶ δὲ τῶν ἐξ ἀσυγγνώστου ἀμελείας τοιούτων παραβιάσεων, φυλάκισις τὸ πολὺ ἓξ μηνῶν· τελευταῖον ἐπὶ τῆς ἐκ προθέσεως βλάβης τῶν συμφερόντων τῆς ἐπικρατείας, φυλάκισις ἀπὸ τριῶν μηνῶν μέχρις ἑνὸς ἔτους. Εἰς τὰς σωματικὰς δὲ ταύτας ποινὰς παρακολουθεῖ καὶ ἀνάλογος στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, συνοδευομένη καὶ μὲ στέρησιν δημοτικῶν, οἰκογενειακῶν καὶ ἀστικῶν δικαιωμάτων, στενῶς μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐνεργοῦ πολίτου συνδεομένων. Ἡ διπλῆ αὕτη στέρησις πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἡ κυρία τοῦ ἀδικήματος ποινή. Τοιοῦτος, κύριοι, ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἐψηφίσατε, ὅστις ἐκυρώθη καὶ ἐδημοσιεύθη, καὶ ὅστις κατέστη ἀντικείμενον τοσούτων κατακρίσεων καὶ μομφῶν. Ποίαν διάταξιν τοῦ νόμου τούτου ζητοῦν νὰ τροποποιήσωσι; Μάτην ἀναζητῶ τὴν λύσιν τῆς τοιαύτης ἀπορίας εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Μόνον ἐκ τῆς ἐπιγραφῆς αὐτοῦ μανθάνει τις, ὅτι πρόκειται νὰ μεταῤῥυθμισθῶσιν ἀορίστως καὶ γενικῶς αἱ διατάξεις τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμου. Ἀλλὰ ποίαν ἀξίαν ἔχει ἡ ἐπιγραφὴ τῶν νόμων; Οὐδεμίαν ἀναντιῤῥήτως, διότι δὲν χρησιμεύει εἰμὴ ὡς εὐκολία πρὸς ἀνεύρεσιν καὶ χαρακτηρισμὸν τοῦ Νόμου. Οὐδὲν πλέον. Ἀφαιρέσατε ὅμως τὴν ἐπιγραφὴν καὶ εἴπατέ μοι, εἰς ποίαν σχέσιν διατελεῖ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρὸς τὸν περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμον;......
§30ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι ἐπιγραφή.
§31ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί εἶναι λοιπὸν, ἂν ὄχι ἐπιγραφή; Μετ’ αὐτὴν ἀρχίζουν τὰ ἄρθρα.
§32ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν πειράζει· διορθώνεται.
§33ΜΙΛΗΣΗΣ. Διορθώσατέ το, διὰ νὰ ἔχωμεν τοὐλάχιστον γραμματικῶς ὀρθὸν νομοσχέδιον.
§34ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σᾶς τὸ διασαφίζω κατόπιν· εἶναι προοίμιον κατὰ τὸν Ῥωμαϊκὸν τρόπον.
§35ΜΙΛΗΣΗΣ. Σήμερον οἱ νόμοι δὲν ἔχουν προοίμιον. Ἐὰν ἐννοῆτε, ὅτι ἡ ἐπιγραφὴ εἶναι οὐσιώδης, πρέπει νὰ τὴν περιλάβητε ἐντὸς τοῦ σώματος τοῦ νόμου, δηλαδὴ ἡ ἐπιγραφὴ πρέπει ν’ ἀποτελέσῃ ἄρθρον. Ἀλλὰ καὶ οὕτως ἂν διορθωθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἀμφίβολος, σκοτεινὴ, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἐντελῶς ἄγνωστος, μένει πάντοτε ἡ σχέσις αὐτοῦ πρὸς τὸν ὑπάρχοντα νόμον περὶ εὐθύνης. Εἰδικὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου τροποποιεῖ τὸ νομοσχέδιον, ἢ ἀντικαθιστᾷ ὅλως τὰ δύω μέρη αὐτοῦ περὶ τοῦ ἀδικήματος καὶ τῆς ποινῆς; Ἐὰν τὸ πρῶτον, τίνες ὡρισμένως τῶν διατάξεων τοῦ Νόμου τροποποιοῦνται, καὶ τίνες μένουσι ἀναλλοίωτοι; Μὴ λησμονεῖτε δὲ, ὅτι πρόκειται περὶ ποινικοῦ Νόμου, καὶ πᾶσα ἔμμεσος ἢ ἐξ ἀναλογίας ἑρμηνεία δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη, ἀλλὰ πᾶσα διάταξις πρέπει νὰ ᾖναι ἄμεσος, ῥητὴ καὶ ἀνεπίδεκτος ἀμφιβολίας. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, μὴ δυνάμενος νὰ διακρίνω ποῖαι τῶν οὐσιαστικῶν διατάξεων τοῦ κειμένου νόμου τροποποιοῦνται καὶ ποῖαι μένουσιν ἐν ἰσχύϊ, προτιμῶ νὰ θεωρήσω τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀντικαθιστῶν ἐντελῶς τὰ δύω μέρη τοῦ νόμου. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ ταύτῃ θέλω τὸ ἐξετάσει, διὰ νὰ ἐξεύρω τὴν ἀξίαν του. Προπάντων, κύριοι, παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ φράσις· «Ἐὰν ὁ ὑπουργὸς παρέβη διὰ πράξεως ἢ παραλείψεως τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν νόμων», παραλειπομένου τοῦ προσδιορισμοῦ, ὃν ὁ κείμενος νόμος προσθέτει διὰ τῆς φράσεως «κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἑαυτοῦ καθηκόντων», ἀναιρεῖ ὅ,τι μάλιστα ἀποτελεῖ τὸν κύριον χαρακτῆρα τοῦ ἀδικήματος τούτου· διότι μόνον καθ’ ὅσον ἀσκεῖ τὴν δημοσίαν ἐξουσίαν του ὁ ὑπουργὸς παραβιάζει τὸ Σύνταγμα ἢ τοὺς νόμους, διαπράττει τὸ εἰδικὸν ἀδίκημα, ὅπερ ἀποτελεῖ τὸ ἀντικείμενον τοῦ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμου· ἄλλως, ἐκτὸς τῶν δημοσίων τούτων καθηκόντων ἡ ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ παραβίασις τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν νόμων ἀποτελεῖ κοινὸν ἀδίκημα, ὑπαγόμενον εἰς τὴν κοινὴν δικαιοδοσίαν. Ἔπειτα ἡ φράσις «διὰ πράξεως ἢ παραλείψεως» χωρὶς νὰ σημειώνωνται εἰδικαὶ κατηγορίαι τοιούτων πράξεων ἢ παραλείψεων, ὅπως γίνεται ἐν τῷ ἰσχύοντι νόμῳ, καθιστᾷ τὸ ἀδίκημα τοῦτο τόσον ἄληπτον καὶ ἀφῃρημένον, ὥστε ἡ αὐθαιρεσία ἔχει ἐντελῶς ἐλεύθερον τὸ στάδιον τῆς ἐνεργείας, εἴτε κατὰ τὴν παραπομπὴν εἴτε κατὰ τὴν δίκην τοῦ ὑπουργοῦ. Καὶ ταῦτα μὲν, κύριοι, ἐν γένει. Ἐπιτρέψατέ μοι τώρα νὰ ἐγκύψω εἰδικώτερον, ἵνα καταδείξω πῶς τροποποιοῦνται διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τί καταντῶσι τὸ ἀδίκημα καὶ ἡ ποινὴ, τουτέστιν οἱ δύω κυριώτατοι ὅροι τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμου, διότι ἡ διαδικασία ἔχει ὁμολογουμένως δευτερεύουσαν ἀξίαν. Ὡς παρατηρεῖτε, τὸ νομοσχέδιον περικόπτει τὰ λεγόμενα νομοθετικὰ διατάγματα, περιορίζον τὸ ἀδίκημα μόνον εἰς παραβάσεις τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων. Εἶμαι περίεργος νὰ μάθω τὸν λόγον τῆς τοιαύτης περικοπῆς. Γνωρίζετε, ὅτι τὰ ἐντολῇ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐκδιδόμενα διατάγματα ἔχουν τὴν αὐτὴν ἀπαραλλάκτως ἰσχὺν, οἵαν καὶ οἱ λοιποὶ νόμοι τοῦ Κράτους. Τίς λόγος λοιπὸν ὑπηγόρευσε νὰ μὴ θεωρῆται ἐπίσης ἐπιλήψιμος τῶν τοιούτων διαταγμάτων ἡ παραβίασις, ὅπως καὶ ἡ τῶν λοιπῶν νόμων, ἐπιφυλαττομένης πάντοτε τῆς ἐπιμετρήσεως τῆς ποινῆς ἀναλόγως τῆς βαρύτητος τῆς παραβιάσεως; Ἀκούσατε ὅμως σημαντικωτέραν ἔτι περικοπήν. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, κατὰ τὸν κείμενον νόμον, καὶ ἐὰν οὐδεμία παραβίασις διαπραχθῇ τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν νόμων, βλαφθῶσιν ὅμως τὰ συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας ἐκ πράξεων ἢ παραλείψεων τοῦ ὑπουργοῦ, ἡ πρᾶξις ἢ παράλειψις αὕτη τιμωρεῖται ὡς ἀδίκημα. Τὸ νομοσχέδιον διαγράφει ἐντελῶς τὴν περίπτωσιν ταύτην, εἰς τρόπον ὥστε ὁ ὑπουργὸς ἀποινὶ δύναται κατ’ αὐτὸ νὰ παραβλάπτῃ τὰ μέγιστα συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀρκεῖ ἡ βλάβη αὕτη νὰ μὴ συνοδεύεται μὲ παραβίασιν τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν νόμων. Καὶ δὲν ἠρκέσθησαν εἰς τοῦτο οἱ τοῦ νομοσχεδίου συντάκται, ἀλλὰ μετετόπισαν τὴν βλάβην τῶν συμφερόντων τῆς ἐπικρατείας εἰς τὰ ἐξ ἀμελείας ἀδικήματα, καὶ οὕτως ἐνόθευσαν καὶ τούτων τὸν χαρακτῆρα, διότι εἶναι φανερὸν ὅτι τὸ ἐξ ἀμελείας ἀδίκημα ὑφίσταται, ἅμα ὡς συντελεσθῇ ἡ παραβίασις τοῦ νόμου, ἡ δὲ βλάβη τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους εἶναι γεγονὸς ἐνδεχόμενον, ἐπιῤῥοὴν ἔχον μόνον εἰς τὴν ἐπιμέτρησιν τῆς ποινῆς καὶ οὐχὶ εἰς τὴν σύστασιν τοῦ ἀδικήματος. Ὁμολογήσατε, κύριοι, ὅτι καινοφανὲς καὶ πρὸς πᾶσαν τοῦ ποινικοῦ δικαίου ἀρχὴν ἀντίθετον εἶναι νὰ μὴ θεωρῶμεν ἀρκοῦσαν τὴν παραβίασιν τῶν νόμων, ἀλλὰ ν’ ἀπαντῶμεν προσέτι καὶ ὑλικὴν ἐκ τῆς παραβιάσεως ταύτης ζημίαν, ἄλλως νὰ θεωρῶμεν τὴν πρᾶξιν ἀδιάφορον καὶ νὰ τὴν ἀφίνωμεν ἀτιμώρητον. Τοιαύτη παράδοξος θεωρία, τὴν ὁποίαν ἐγκαινίζει παρ’ ἡμῖν τὸ νομοσχέδιον, δύναται νὰ ἔχῃ ὀλέθρια ἀποτελέσματα. Ἀκούσατε ἓν παράδειγμα. Διαπράττει δήμευσιν ὁ ὑπουργὸς διὰ πράξεως ἢ παραλείψεως καταλογιζομένης εἰς ἀμέλειαν αὐτοῦ· κατὰ τὸ νομοσχέδιο, δὲν δύνασθε παντάπασι μήτε νὰ κατηγορήσητε μήτε νὰ καταδιώξητε τὸν ὑπουργὸν τοῦτον, ὀφείλετε μάλιστα νὰ τὸν στεφανώσητε· διότι εὐλόγως θὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι διὰ τῆς δημεύσεως οὐ μόνον δὲν ἔβλαψεν, ἀλλὰ καὶ ὠφέλησε μάλιστα τὰ συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας. Ἰδοὺ ποῦ καταντᾶτε, ὅταν ἐκτρέπεσθε τῶν ὑγιῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου· ἀτιμώρητοι δὲν ἀφίνετε ποτὲ τὴν εὐθεῖαν ὁδόν. Ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἐν τῇ χθεσινῇ του ὁμιλίᾳ παρέστησε τὴν ἀνάγκην νὰ διατηρηθῇ ἀμείωτον τὸ ἀξίωμα τοῦ ὑπουργοῦ. Ἂς μὲ συγχωρήσῃ νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι πλανᾶται ἂν νομίζῃ ὅτι διὰ τοιαύτης διαστροφῆς τῶν συστατικῶν στοιχείων τοῦ ἀδικήματος διαφυλάττει τὸ ἀξίωμα καὶ τὴν θέσιν τοῦ ὑπουργοῦ. Ὁ κείμενος νόμος δὲν ἀρκεῖται εἰς ἁπλῆν ἀμέλειαν, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ ἀμέλειαν ἀσύγγνωστον, προσεγγίζουσαν εἰς τὸν δόλον χωρὶς νὰ προσέχῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον εὐλόγως θεωρεῖ ὡς στοιχεῖον ἀλλότριον τοῦ ἀδικήματος. Ἀπεναντίας τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ τιμωρεῖ τὴν ἐλαφρὰν ἀμέλειαν, ἀρκεῖ ἐξ αὐτῆς νὰ προέκυψε τυχαίως βλάβη τῶν δημοσίων συμφερόντων, παρορᾷ δὲ τὴν ἀσύγγνωστον ἀμέλειαν, ἐὰν τυχὸν ἐξ αὐτῆς οὐδεμία προῆλθε ζημία. Ὁ μὲν νόμος λοιπὸν διώκει τὴν ἐλευθέραν βούλησιν, τὴν προαίρεσιν τοῦ ὑποκειμένου, καὶ κατ’ αὐτὴν κανονίζει τὴν ὕπαρξιν ἢ μὴ ὕπαρξιν τοῦ ἀδικήματος, τὸ δὲ νομοσχέδιον ἀποβλέπει εἰς τὸ ἐνδεχόμενον, εἰς τὸ τυχαῖον ἀποτέλεσμα, καὶ κατὰ τοῦτο κανονίζει τὴν ὕπαρξιν ἢ μὴ τοῦ ἀδικήματος. Σᾶς ἐρωτῶ, ποῖον τῶν δύω συστημάτων σώζει τὸ ἀξίωμα τοῦ ὑπουργοῦ, τὴν ἀξίαν ἐν γένει τοῦ ἀνθρώπου, τὸ τοῦ κρατοῦντος νόμου, ἢ τὸ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου; Ἡ ἀπάντησις δὲν εἶναι ἀμφίβολος. Ὅσῳ μᾶλλον ἀναγινώσκει τις, κύριοι, τὸ ἰδιοφυὲς καὶ ἰδιόῤῥυθμον τοῦτο νομοσχέδιον τόσῳ μᾶλλον κλίνει νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι οἱ συντάξαντες αὐτὸ ἐφιλοτιμήθησαν νὰ μὴ ἀφήσωσιν ἀπαραβίαστον οὐδεμίαν τοῦ ποινικοῦ δικαίου ἀρχήν. Εἶναι τῷ ὄντι στοιχειώδης τοῦ δικαίου τούτου ἀρχὴ, ὅτι ὁ δικαστὴς ἀφίεται ἐντελῶς ἐλεύθερος νὰ σχηματίσῃ τὴν περὶ τοῦ ἀδικήματος πεποίθησίν του, χωρὶς ν’ ἀκολουθῇ οὐδεμίαν νομικὴν περὶ ἀποδείξεως θεωρίαν. Καὶ ὅμως παρὰ τὴν στοιχειώδη ταύτην ἀρχὴν τοῦ δικαίου, τὸ νομοσχέδιον ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 καθιεροῖ κανόνας, καθ’ οὓς ὁ δικαστὴς θέλει σχηματίσει τὴν περὶ τοῦ εἰδικοῦ ἀδικήματος πεποίθησίν του· «Ἡ παράβασις, λέγει, τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν νόμων πρέπει ν’ ἀντιβαίνῃ εἰς τὸ γράμμα αὐτό.» Οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ προσέτι «νὰ μὴ δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ὑπὸ εὐλόγου ἑρμηνείας ἢ ἀληθοῦς ἀμφιβολίας ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ.» Ἤθελον παρακαλέσει τοὺς συντάκτας καὶ ὑπερασπιστὰς τοῦ νομοσχεδίου νὰ μοὶ εἴπωσιν εἰς ποίαν νομοθεσίαν τοῦ κόσμου ἀπήντησαν τοὺς κανόνας τούτους, ἀναγραφομένους ὡς συστατικὰ στοιχεῖα τοῦ ἀδικήματος. Ἤθελον δὲ μὲ ὑποχρεώσει ὡσαύτως νὰ μοὶ εἴπωσι, τί ἔστιν «εὔλογος ἑρμηνεία ἢ ἀληθὴς ἀμφιβολία ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν νόμου τινός.» Ποῖα τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς εὐλόγου ταύτης ἑρμηνείας ἢ τῆς ἀληθοῦς ἀμφιβολίας, καὶ διὰ τίνος θαυμασίου τρόπου θὰ διακρίνῃ αὐτὰς ὁ ποινικὸς δικαστὴς ἀπὸ τῆς ψευδοῦς ἀμφιβολίας καὶ τῆς ἀλόγου ἑρμηνείας; Διὰ τοιούτων διατάξεων προσδιορίζονται τὰ ἀδικήματα καὶ ἐπιβάλλονται αἱ ποιναί; Τί δὲ νὰ εἴπω περὶ τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 5, 6, καὶ 7; Δι’ αὐτῶν μετατοπίζεται ἡ εὐθύνη, διότι ἐνῷ τὸ Σύνταγμα θεωρεῖ τὸν ὑπουργὸν ὑπεύθυνον διὰ τὰς πράξεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον λαμβάνει τὴν εὐθύνην ἀπὸ τοῦ ὑπουργοῦ καὶ τὴν ἐπιῤῥίπτει εἰς τὸν τμηματάρχην. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον ἡ παντὸς ἄλλου προσώπου συνενοχὴ μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ κρίνεται κατὰ τὰς γενικὰς ἀρχὰς, ὅπως κατὰ τὰς ἀρχὰς ταύτας κανονίζεται καὶ ὁ καταλογισμὸς, τὸ ἀξιόποινον κτλ. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει καὶ ἐπὶ τῆς συνενοχῆς τὴν παράδοξον θεωρίαν, καθ’ ἣν ἐξαφανίζεται ὁ ἀληθὴς ἔνοχος, καὶ τὴν θέσιν αὐτοῦ λαμβάνει πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του εἶναι ὑποχρεωμένον εἰς ὑπακουήν. Ἠξεύρετε δὲ τί πράττετε μὲ τοῦτο; Ἐὰν μὲν ὁ ὑπάλληλος, εἰς ὃν ἐπιῤῥίπτετε τὴν εὐθύνην, εἶναι ἄνθρωπος ἀνεξάρτητος, μεταβιβάζετε εἰς αὐτὸν τὴν ὑπουργικὴν ἐξουσίαν, διότι ὅπου εὐθύνη ἐκεῖ καὶ ἐλευθέρα ἐνέργεια, οὕτω δὲ καταστρέφετε τὴν πειθαρχίαν, ἥτις εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαία εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν· ἐὰν δὲ ἔχετε ὑπάλληλον, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ θέσις εἶναι ἀπαραίτητος, ὑπάλληλον πιεζόμενον ἀπὸ οἰκογενειακὰς ἀνάγκας, τὸν καθιστᾶτε θῦμα τῆς ὑπουργικῆς αὐθαιρεσίας, διότι ἐπ’ αὐτὸν, ὡς ἐπὶ ὑπεύθυνον συντάκτην, θὰ ῥίπτῃ πάντοτε ὁ ὑπουργὸς τὸ βάρος τῶν ἰδίων ἀνομημάτων. Λοιπὸν ἢ παραλύετε τὴν ὑπηρεσίαν, ἢ καταστρέφετε τὴν δικαιοσύνην. Ἰδοὺ ὁ καρπὸς τῆς καινοτομίας καὶ τῆς ἐκτροπῆς ἀπὸ τῶν ὑγειῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου. Τὸ δὲ ἄτοπον τοῦτο λαμβάνει χαρακτῆρα σκανδαλώδη, ὅταν ὁ νόμος δίδῃ τὴν ἐξουσίαν εἰς τὸν ἀληθῆ ὑπεύθυνον νὰ καταγγέλλῃ τὸν ὑπάλληλόν του εἰς τὴν Βουλὴν, ἢ νὰ τὸν παραπέμπῃ εἰς τὰ δικαστήρια. Οὐδ’ ἐννοεῖ τις ἐπὶ τέλους πῶς παρεισάγονται εἰς τὸν εἰδικὸν τοῦτον νόμον διατάξεις, ἀφορῶσαι εἰς ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιδιωχθῇ ἐνώπιον τῶν κοινῶν δικαστηρίων καὶ διὰ τῆς κοινῆς διαδικασίας, καὶ ποίαν σχέσιν ἔχουν τοιαῦται διατάξεις μὲ τὴν κατηγορίαν καὶ τὴν καταδίωξιν τῶν ὑπουργῶν ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου. Ταῦτα, κύριοι, εἰσὶν ἱκανὰ, διὰ νὰ γνωρίσητε τί γίνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὸ ὑπουργικὸν ἀδίκημα. Ἡ δὲ ποινή; Ἡ ποινὴ λαμβάνει ἀνάλογον τύχην. Πρῶτον εἰσάγεται, ὡς βλέπετε, ἡ χρηματικὴ ποινὴ, ἡ μᾶλλον ἀκατάλληλος, ἡ μᾶλλον ἄτοπος διὰ τὸ εἰδικὸν ἀδίκημα περὶ οὗ πρόκειται. Ἔπειτα οὐδεμία βαθμολογία εἰς τὴν ποινήν· τὰ ἐκ δολίας προαιρέσεως ἀδικήματα συγχωνεύονται ἐντελῶς μὲ τὰ ἐξ ἀμελείας εἰς τρόπον ὥστε, ὅπως εἴχομεν ἓν ἔγκλημα ἀόριστον, ἄληπτον, ἀφῃρημένον, οὕτως ἔχομεν μίαν ποινὴν, γενικὴν καὶ ἄνευ τῆς ἐλαχίστης διακρίσεως. Φυλάκισις μέχρι δύω ἐτῶν, ἢ χρηματικὴ ποινὴ μέχρι 5 χιλιάδων δραχμῶν δι’ ὅλας ἀδιακρίτως τὰς περιστάσεις. Εἰς ἐπίμετρον δὲ τοῦ κακοῦ διαγράφεται ἡ μόνη ἁρμόζουσα διὰ τὸ εἰδικὸν τοῦτο ἀδίκημα ποινὴ, τουτέστιν ἡ στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, καὶ διατηρεῖται μόνον ἡ στέρησις τῶν οἰκογενειακῶν καὶ δημοτικῶν δικαιωμάτων ὅσα ὁρίζουσι τὰ ἄρθρα 21–24 τοῦ Ποιν. Νόμου. Θέλετε τώρα νὰ μάθητε τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα τῶν τοιούτων καινοτομιῶν; Ὑποθέσατε ὑπουργὸν, παραβιάσαντα τὸ Σύνταγμα, θεμελιωδεστάτην μάλιστα τούτου διάταξιν, καταπατήσαντα τοὺς Νόμους τῆς πολιτείας, παραβλάψαντα μάλιστα συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας, ὑπουργὸν ἐπισύραντα ἐφ’ ἑαυτὸν τὴν δικαίαν ἀγανάκτησιν ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους· κατηγορεῖται ὁ ὑπουργὸς οὗτος καὶ ζητεῖται ἡ τιμωρία του. Παραδέχομαι, ὅτι δὲν θὰ κατορθώσῃ νὰ σωθῇ, οὔτε διὰ τῆς εὐλόγου ἑρμηνείας τοῦ παραβιασθέντος ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, οὔτε διὰ τῆς ἀληθοῦς ἀμφιβολίας, ἣν εὐκόλως θέλει προβάλει καὶ ἀποδείξει, οὔτε δι’ ἄλλου τινὸς ἐκ τῶν μηχανημάτων, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦσιν αἱ καινοτομίαι ἐκεῖναι περὶ τὴν σύστασιν τοῦ ἀδικήματος, τὰς ὁποίας ἠκούσατε. Ἐκηρύχθη ἔνοχος· ποίαν ποινὴν θὰ ὑποστῇ; θὰ πληρώσῃ τὸ πολὺ 5,000 δραχμῶν· δύναται νὰ πληρώσῃ καὶ 100 καὶ 50 καὶ 10 μόνον δραχμὰς, ἀλλὰ παραδέχομαι τὸν ἀνώτατον ὅρον. Τί ἄλλο θὰ πάθῃ; Δὲν θὰ δύναται νὰ διατελῇ ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον δημοτικὸς ἢ ἐπαρχιακὸς σύμβουλος, ἔνορκος, μέλος οἰκογενειακοῦ συμβουλίου, ἐπίτροπος ἢ κηδεμὼν κτλ. θὰ δύναται ὅμως ἐξαίρετα νὰ ᾖναι βουλευτής. Ἐπομένως ἀναχωρῶν ἀπὸ τὸ εἰδικὸν δικαστήριον, ὅπου κατεδικάσθη, θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ κατευθυνθῇ ἀμέσως εἰς τὸ ἐθνικὸν συνέδριον, νὰ παρακαθήσῃ πλησίον τῶν λοιπῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, νὰ βουλεύεται μετ’ αὐτῶν περὶ τῶν ὑποθέσεων τοῦ Κράτους, νὰ ἐπηρεάζῃ διὰ τῆς γνώμης καὶ τῆς ψήφου του τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων καὶ τὰς πολιτικὰς ἐν γένει τύχας τοῦ Ἔθνους, καὶ δοθείσης εὐκαιρίας ν’ ἀναβῇ πάλιν τὴν ὑπουργικὴν ἕδραν, ὅπως ἐπαναλάβῃ τὸ πρῶτον ἐπιχείρημα. Ἰδοὺ ἡ ποινικὴ τῶν ὑπουργῶν εὐθύνη κατὰ τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον! Ἐὰν, κύριοι, μετεμελήθημεν, ὅτι ἐψηφίσαμεν νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, προτιμότερον καὶ ἀξιοπρεπέστερον θὰ ἦναι νὰ ζητήσωμεν καθαρὰ καὶ ἄνευ περιστροφῶν τὴν κατάργησιν τοῦ Νόμου τούτου. Τὸ νὰ ζητῶμεν ὅμως διὰ τοιούτων περιστροφῶν νὰ χλευάσωμεν καὶ διακωμῳδήσωμεν τὸν νόμον, συγχωρήσατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, τοῦτο ἐκθέτει τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς καὶ καταβιβάζει αὐτὴν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ. Σταματῶ· δὲν ἔχω ἀνάγκην περισσοτέρων ἐξηγήσεων, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἡ ἀξία τοῦ Νομοσχεδίου. Ἐπιθυμῶ, κύριοι, νὰ πιστεύσω ὅτι ξένη χεὶρ συνέταξε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ὑπουργῶν, ἢ ὅτι πρὸ χρόνου πολλοῦ εἶχε συνταχθῆ ὡς ἁπλοῦν καὶ ἀκατέργαστον σχέδιον, καὶ χωρὶς νὰ διορθωθῇ ἢ νὰ ἐπιθεωρηθῇ ἐξήχθη ἔκ τινος σύρτου, ὅπου ἦν παρεῤῥιμμένον, καὶ ὑπεβλήθη, ὡς εἶχεν, εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλ’ ἐὰν πλανῶμαι, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνετάχθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου μετὰ σκέψιν καὶ μελέτην ἐπισταμένην, συγχωρήσατέ μοι νὰ εἴπω ἐλευθέρως, ὅτι ἐκ τῆς ἀτυχοῦς ταύτης ἀπαρχῆς ὀλίγας διατρέφω ἐλπίδας περὶ τῆς ἀξίας τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα περιμένομεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν πρὸς θεραπείαν ἰδίως τῶν δύω μεγίστων ἐθνικῶν ἀναγκῶν, τῆς ἄρσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἐλλείμματος, καὶ τῆς προσηκούσης παρασκευῆς τῶν στρατιωτικῶν τοῦ Ἔθνους δυνάμεων.
§36ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν νομίζω νὰ ἔχουν δίκαιον νὰ μᾶς μέμφωνται, διότι ζητοῦμεν τὴν διόρθωσιν τοῦ νόμου, δὲν νομίζω νὰ πιστεύουν ἐν συνειδήσει, ὅτι ἡμεῖς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου ἐκείνου παρεδέχθημεν τὸ ὀρθὸν αὐτοῦ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι πρὶν ἀρχίσει ἡ συζήτησις τοῦ νόμου ἐκείνου, ἐζητήσαμεν ἐπιμόνως τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, ἐζητήσαμεν νὰ μᾶς ἐπιτραπῇ νὰ ὑποβάλωμεν μικρὸν νομοσχέδιον περιέχον ἄρθρα τινὰ, δυνάμενα ἐκ τοῦ προχείρου ν’ ἀναπληρώσουν τὴν ἀναπόφευκτον ἀνάγκην, καὶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ ὁριστικὴ συζήτησις τοῦ νόμου εἰς τὸ μέλλον. Εἴχομεν τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνεπτύξαμεν, ὅτι ὁ νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν δὲν εἶναι ἔργον ἐπιτροπῶν, δυναμένων νὰ σχηματίζωνται ἐντὸς τῶν ὑπουργικῶν γραφείων. Οἱ νόμοι περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν δὲν εἶναι νόμοι, τοὺς ὁποίους δύναται μία Κυβέρνησις τροχάδην νὰ ῥίψῃ εἰς ἓν νομοθετικὸν σῶμα, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπιψήφισίν των χωρὶς νὰ συλλογισθῇ οὔτε τὰς συνεπείας, οὔτε τὸ δύσκολον καὶ ἀδύνατον τῆς ἐφαρμογῆς των. Ἠθελήσαμεν λοιπὸν, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς πρόκειται ν’ ἀποκτήσῃ νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, νόμον, τοῦ ὁποίου, ὡς καὶ ἄλλοτε σᾶς εἶπον, πολλὰ μεγάλα Κράτη στεροῦνται, ἠθελήσαμεν ὥστε ὁ νόμος αὐτὸς νὰ ᾖναι σπουδαίως μεμελετημένος, δυνάμενος πραγματικῶς ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἡ ἐπιψήφισίς του ἐπιδιώκει· δὲν ἠθελήσαμεν νὰ ἔχωμεν τὴν ματαιότητα τοῦ νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὸ Βουλευτήριον μὲ τὴν εὐχαρίστησιν ὅτι ἐψηφίσαμεν νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ἀλλὰ ἠθελήσαμεν νὰ ἀναπληρώσωμεν σπουδαίως τὴν ἔλλειψιν καὶ τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν ἡ ἔλλειψίς του παρουσιάζει.
§37ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἡ παμψηφία τῆς Βουλῆς τὸν ἐψήφισε, ὄχι ἐγὼ, κ. Ῥικάκη.
§38ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ἡμεῖς τί ἐφρονούσαμεν, μὴ μὲ διακόπτετε· ὥστε, κύριοι, νομίζω, ὅτι ἀπέναντι τῆς διαμαρτυρήσεώς μας αὐτῆς, ἀπέναντι τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν διεγράψαμεν, θεωρήσαντες ἐκ τοῦ συνόλου μὴ μεμελετημένον καὶ ὥριμον τὸν νόμον, πᾶσα παρέμβασίς μας εἰς τὴν συζήτησιν, πᾶσα τροποποίησις, ἤθελεν ἀντίκειται εἰς τὸν σκοπὸν, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς διαμαρτυρήσεώς μας ἐπεδιώξαμεν· ὥστε ἐὰν σήμερον ζητοῦμεν νὰ φέρωμεν μίαν δυνατὴν διόρθωσιν ἐκ τοῦ προχείρου, εἰς τὰ μᾶλλον τρωτὰ μέρη τοῦ νόμου, νομίζω, ὅτι διὰ τοῦτο δὲν εἴμεθα μεμπτέοι. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας εἰσῆλθε εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου, καὶ πρῶτον εὑρίσκει ὅτι εἶναι ἀτελὲς, διότι δὲν ἔχει διατάξεις οὐσιαστικὰς ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τὸ ὁποῖον νομοθετεῖ, ἀλλ’ ἔχει τὴν ἐπιγραφήν· ἀλλ’ ἂς μοὶ συγχωρήσῃ νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι ὁ νόμος ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ἑξῆς οὐσιαστικὴν διάταξιν· «ὁ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμος, τῆς 23 Φεβρουαρίου 1877, μεταῤῥυθμίζεται κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἑπομένων ἄρθρων». Εἶναι διάταξις οὐσιαστικὴ, ἢ ἐπιγραφή;
§39ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἐψηφίσαμεν εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν;
§40ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐνθυμοῦμαι, πιστεύω ὅτι ἀνεγνώσθη.
§41ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν ἐψηφίσθη.
§42ΡΙΚΑΚΗΣ. Νὰ ἔρχησθε τώρα, νὰ φέρητε τὸ σόφισμα, ὅτι ὁ νόμος δὲν περιέχει διάταξιν, διότι ὁ γραμματεὺς ἴσως ἐλησμόνησε νὰ τὴν ἀναγνώσῃ, δὲν εἶναι ἔργον καλῆς πίστεως.
§43ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Αὐτὸ σᾶς τὸ εἶπον, διότι ἰσχυρίζεσθε....
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ῥικάκη, μὴ ἀπαντᾶτε.
§45ΡΙΚΑΚΗΣ. Θέλετε νὰ συζητήσωμεν σπουδαίως, ἢ ὄχι; Ἠξεύρετε ὅτι ἐγὼ, καὶ ἂν μὲ διακόπτητε, δὲν συγχύζομαι. Λοιπὸν, κύριοι, ὁ νόμος εἶναι πλήρης, περιέχει τὴν οὐσιαστικὴν διάταξιν, ὅτι μεταῤῥυθμίζει τὸν νόμον τῆς 23 Φεβρουαρίου 1877, καὶ διὰ τῶν ἑπομένων ἄρθρων κανονίζει τὰ μέρη ἐκεῖνα, καὶ τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔρχονται ν’ ἀναπληρώσωσι τὸν μεταῤῥυθμιζόμενον νόμον. Ὁ ἔντιμος προαγορεύσας εὑρίσκει μίαν σπουδαίαν ἔλλειψιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, ὅτι, ἐνῷ ὁ ψηφισθεὶς νόμος λαλεῖ περὶ παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος, τῶν κειμένων νόμων καὶ τῶν Βασ. διαταγμάτων, τῶν ἐκδεδομένων τῇ νομοθετικῇ ἐντολῇ, τὸ νομοσχέδιον τὸ παραλείπει. Ἐγὼ, νομίζω, ὅτι ἡ παράλειψις εἶναι πολλὰ ὀρθὴ, διότι εἰς καμμίαν νομοθεσίαν ξένην δὲν θ’ ἀπαντήσητε παράβασιν Συντάγματος, νόμων καὶ διαταγμάτων. Τὰ διατάγματα, τὰ ἐκδιδόμενα τῇ νομοθετικῇ ἐντολῇ, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε δὲν δύνανται ν’ ἀνακληθῶσιν ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἶναι παράρτημα τοῦ νόμου, εἶναι νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις τῶν νόμων, εἶναι ὅμως καὶ διατάγματα, τὰ ὁποῖα μένουν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, νὰ τὰ ἀνακαλέσῃ ἢ νὰ τὰ μεταταβάλῃ. Ταῦτα δὲν δύνασθε νὰ τὰ θέσητε εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἀποσιώπησις τῶν διαταγμάτων εἶναι ὀρθὴ διὰ ν’ ἀποφύγωμεν τὴν σύγχυσιν. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἐπέκρινε τὸ νομοσχέδιον, διότι παραλείπει διαφόρους διατάξεις, αἱ ὁποῖαι περιέχονται ἐντὸς τοῦ ψηφισθέντος νόμου, διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ὁρίζουσι τὰ διάφορα ἐγκλήματα τῶν ὑπουργῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἔσφαλε κατὰ τοῦτο· δὲν ἐνθυμήθη ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον δὲν ἔρχεται ν’ ἀναπληρώσῃ ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἤδη ἐψηφίσθη, τὸν νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ἀλλ’ ἔρχεται μόνον νὰ τὸν μεταῤῥυθμίσῃ κατὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων ῥητῶς προβλέπουσιν αἱ διατάξεις αὐτοῦ, ὥστε ὅσα ἄρθρα δὲν μνημονεύονται καὶ ὅσα δὲν ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸ παρὸν νομοσχέδιον μένουσιν ἐν ἰσχύϊ. Καὶ δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ σᾶς εἴπῃ ἐκ νέου ὅτι τιμωρεῖ τὴν παράβασιν τὴν ἐκ προθέσεως, ἀφοῦ τὸ λέγει τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου τὸ ὁποῖον οὐδὲν μεταῤῥυθμίζει, καὶ τὸ νομοσχέδιον δὲν θέλει νὰ μεταβάλῃ, εἰμὴ ἐκείνας τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ῥητῶς ὁρίζει, αἱ δὲ λοιπαὶ μένουσιν ἐν πλήρει ἰσχύϊ. Ὁ κ. Μίλησης εὑρίσκει, ὅπως καὶ οἱ χθὲς ἀγορεύσαντες, ἐσφαλμένον τὸ μέρος τοῦ ά. ἄρθρου, τὸ ὁποῖον κάμνει διάκρισιν τῶν οὐσιωδῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, καὶ νομίζει ὅτι εἶναι ἔτι μᾶλλον ἐσφαλμένον, διότι τὸ οὐσιῶδες ἢ μὴ τῶν προσβαλλομένων συμφερόντων θεωρεῖται ὡς στοιχεῖον τοῦ ἀξιοποίνου τῆς πράξεως. Ἐὰν, κύριοι, ὅπως χθὲς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, λάβωμεν ὡς ἀρχὴν, ὅτι κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, κατὰ τοὺς νόμους ὅλων τῶν ἐθνῶν, κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον, ἡ παράβασις περὶ τὴν ὑπηρεσίαν δὲν θεωρεῖται ἀξιόποινος πρᾶξις, ἀλλ’ εἶναι παράπτωμα, καὶ ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰς τὸν ὑπάλληλον ἐπιβάλλεται ποινὴ διὰ τὴν ἐξ ἀμελείας παράβασιν τοῦ καθήκοντος, εἶναι δίκαιον νὰ θεωροῦμεν τὴν ἀμέλειαν τιμωρητέαν, ὅταν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀμελείας προσβάλλῃ οὐσιώδη συμφέροντα. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ἀναγνωρίζει ὡς ἀξιόποινον πρᾶξιν, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κάμωμεν τὴν διάκρισιν τοῦ οὐσιώδους ἢ μὴ τῆς βλάβης, ἤθελον συμφωνήσει· ἀλλ’ ὅταν ἐρχόμεθα νὰ δημιουργήσωμεν ἀξιόποινον πρᾶξιν, ἡ ὁποία δὲν περιέχεται ἐν τῷ ποιν. νόμῳ, ἔχω δίκαιον νὰ τὴν θέσω ὑπὸ τὸν περιορισμὸν, τὸν ὁποῖον θεωρῶ λογικώτερον καὶ νομιμώτερον. Λοιπὸν κατὰ πρῶτον σήμερον εἰσάγομεν τὴν ἀμέλειαν ὡς ἔγκλημα διὰ τοὺς ὑπουργοὺς, καὶ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ θέσωμεν τὰ ὅρια μέχρι τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ τοὺς θεωρήσωμεν ὑπευθύνους ποινικῶς διὰ τὴν παράβασιν ταύτην. Ὁ κ. Μίλησης νομίζει, ὅτι ὁ ψηφισθεὶς νόμος εἶναι ἀτελὴς, διότι ἔθεσε τὴν λέξιν ἀσύγγνωστος ἀμέλεια καὶ ὅτι προσεγγίζει εἰς τὴν δολίαν προαίρεσιν. Μὲ συγχωρεῖ νὰ παρατηρήσω ὅτι, πᾶν ὅ,τι δὲν εἶναι τετελεσμένον, δὲν δύναται διὰ τῆς προσεγγίσεως νὰ ἐκληφθῇ ὡς δολία προαίρεσις. Ἡ δολία προαίρεσις πρέπει νὰ ᾖναι κατηρτισμένη δι’ ὅλων τῶν στοιχείων, καὶ δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσωμεν λόγον ποινικὸν ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον οἱ γενικοὶ κανόνες τοῦ δικαίου δὲν ἐθεώρησαν ὑπόχρεων νὰ δώσῃ λόγον. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παραδεχθὲν ἐν γένει τὴν ἀμέλειαν, καὶ ὁρίζον αὐτὴν, ἔθεσε πολὺ ὀρθῶς τὸ ὅριον, τὸ ὁποῖον πάντες θέλουσι νὰ θέσωσιν. Ἔκαμε δὲ τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην, διότι ἀπὸ τὴν διαχείρισιν δύνανται νὰ παραβλαφθῶσι μεγάλα συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας. Προχωρῶν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας εἰς τὸ ἄρθρον τέταρτον εὑρίσκει ὅτι τοῦτο εἶναι ἐλαττωματικὸν, καὶ ὅτι δι’ αὐτοῦ ὑποδεικνύεται οὕτως εἰπεῖν εἰς τὸν δικαστὴν ποῖον εἶναι τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἐκπληρώσῃ, καὶ θέτει ὅρια εἰς τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος τῷ παραχωρεῖ. Νομίζω ὄχι. Ὅταν κατὰ πρῶτον ἔρχεσθε δι’ εἰδικοῦ νόμου νὰ προσδιωρίσητε ἓν ἔγκλημα εἰς ὡρισμένην τάξιν δημοσίων λειτουργῶν, καὶ νὰ εἴπητε ὅτι ἡ παράβασις ἑνὸς νόμου εἴτε ἡ παράλειψις τῆς ἐκτελέσεώς του θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς ποινικὴν καταδίωξιν, πρέπει νὰ προλάβετε μίαν περίπτωσιν, πρέπει νὰ θέσητε ὁρισμὸν, ὁ ὁποῖος περιέχεται καὶ εἰς ἕτερον νομοσχέδιον, ὅτι ὁ δικαστὴς δὲν εἶναι δεσμευμένος ἐντὸς τοῦ γράμματος τοῦ νόμου. Δὲν ἀρκεῖ ν’ ἀποδεχθῆτε ὅτι ὁ δεῖνα νόμος παρεβιάσθη καὶ ὅτι ὁ νόμος ἔχει ἑρμηνείαν ἄλλην, ἀλλὰ νὰ ἀφήσετε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν δικαστὴν νὰ σκεφθῇ ἂν προῆλθεν ἐκ δολιότητος ἢ ἐκ κακῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου· καὶ ἂν ὁ δικαστὴς πεισθῇ ὅτι προῆλθεν ἐκ πλάνης, ὁ ὑπουργὸς νὰ μὴ εὐθύνεται. Καὶ εὑρίσκετε ἄδικον τὴν διάταξιν ταύτην, προκειμένου περὶ ἑρμηνείας νόμου, διὰ τὸν ὁποῖον πολλάκις σοφοὶ δικασταὶ διαφωνοῦσι; καὶ θέλετε νὰ θέσητε ἀπόλυτον ὑποχρέωσιν, ὥστε ὁ ὑπουργὸς νὰ συμφωνῇ μὲ τὴν γνώμην καὶ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν σεῖς θέλετε νὰ δώσητε εἰς τὸν νόμον; καὶ ἂν ὁ νόμος λάβῃ ἑτέραν ἑρμηνείαν ἐκ πλάνης, θέλετε τὸν ὑπουργὸν, τὸν οὕτως ἑρμηνεύσαντα αὐτὸν, νὰ τὸν καταδιώξετε; Ἡ διάταξις αὕτη δίδει εἰς τὸν δικαστὴν νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἐνόησεν νὰ τὸν δεσμεύσῃ. Τὴν διάταξιν ταύτην, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὑποβάλλω σχετικῶς μὲ τὸ ἄρθρον 4, ἔλαβον ἀπὸ τὸ σχέδιον τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μεσολογγίου, κυρίου Τρικούπη, ὁ ὁποῖος τὴν ἔλαβεν ἀπὸ τὸν Αὐστριακὸν νόμον, ὥστε περιέχεται καὶ εἰς ἑτέρας νομοθεσίας. Τὸ συνυπεύθυνον τῶν τμηματαρχῶν τὸ ἐθεώρησεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας ἐπίσης ἐσφαλμένον. Νομίζει, ὅτι τὸ ἄρθρον 10 τοῦ ὑπάρχοντος νόμου προβλέπει περὶ τούτου καὶ ἑπομένως δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πλανᾶται. Τὸ ἄρθρον 10 λέγει· (ἀναγινώσκει). Νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις, ἥτις κανονίζει τὴν διαδικασίαν, καθιστᾷ ὑπευθύνους τοὺς τμηματάρχας· διότι ἐὰν πρόκηται περὶ κοινοῦ ἐγκλήματος, περὶ καταχρήσεως τῶν δημοσίων χρημάτων, ὁ τμηματάρχης εἶναι πάντοτε ὑπεύθυνος. Τὸ ἄρθρον τοῦ ποιν. νόμου περὶ συνεργῶν ἀναπληροῖ τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν τὸ νέον νομοσχέδιον καθιεροῖ. Ὁ κ. Μίλησης λυποῦμαι διότι παρέτρεξε τὸ μέρος τοῦτο καὶ ἐμέμφθη τὸ νομοσχέδιον, ἐνῷ ἄλλως ἂν παραδεχθῇ τὴν ἀρχὴν, ὅτι καὶ οἱ τμηματάρχαι πρέπει νὰ θεωρῶνται συνυπεύθυνοι, πρέπει νὰ θεωρήσῃ ὀρθὸν καὶ ἀναγκαῖον νὰ τεθῇ ἡ διάταξις ἐν τῷ νόμῳ. Ἀφοῦ καθιστᾶτε τὸν τμηματάρχην ὑπεύθυνον, πρέπει νὰ προσδιορίσητε καὶ τὸ δικαστήριον ἐνώπιον τοῦ ὁποίου θὰ παραπέμπεται. Καὶ χθὲς, κύριοι, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἰς ἄλλα Κράτη, ὅπου ὑπάρχει νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, δὲν ἀπαντᾷ τις αὐστηρὰς διατάξεις κατὰ τῶν ὑπουργῶν· ἐπεκαλέσθην τὴν Ἀμερικὴν, διὰ τὴν ὁποίαν μὲ διέψευσεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, καὶ ἐν τούτοις ἐν τῷ Ἀμερικανικῷ συντάγματι ῥητῶς ἀναφέρεται, ὅτι διὰ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα τῶν ὑπουργῶν, διότι ὑπάρχουσι καὶ κοινὰ, περὶ ὧν προβλέπει ὁ ποινικὸς νόμος, ἐπιβάλλεται ποινὴ ἡ στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Εἰς τὸ Σύνταγμα, ἄρθρον 1, κεφάλαιον 3, παράγραφος 7, λέγεται: «ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν αἱ ἀποφάσεις δὲν ἔχουσιν ἕτερον ἀποτέλεσμα ἢ νὰ στερήσωσι τὸν κατηγορούμενον θέσεως, ἣν κατέχει, καὶ νὰ τὸν θεωρήσωσι ἀνίκανον νὰ κατέχῃ οἱονδήποτε ἀξίωμα .........
§46ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν τὸ μεταφράσατε καλά.
§47ΡΙΚΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι, καὶ θὰ σᾶς φέρω τὸ κείμενον τοῦ νόμου. Ὁ δὲ συγγραφεὺς Τόκβιλ, ὁ ὁποῖος σχολιάζει τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ νόμου, ἰδοὺ τί λέγει. Εἰς τὸν τόμον 1, σελ. 182. Οἱ εὐρωπαῖοι συστήσαντες τὰ πολιτικὰ δικαστήρια, κύριον σκοπὸν εἶχον νὰ τιμωρήσωσι τοὺς ἐνόχους, οἱ δὲ Ἀμερικανοὶ νὰ τοὺς ἀφαιρέσωσι τὴν ἐξουσίαν. Ἡ πολιτικὴ ἀπόφασις ἐν ταῖς Ἡνωμέναις Πολιτείαις εἶναι οἱονεὶ μέτρον· ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ δεσμεύεται ὁ δικαστὴς ἐντὸς λίαν ἀκριβῶν ποινικῶν ὁρισμῶν. Καὶ ἐν σελίδι 183 λέγει..... «Εἴδομεν ὅτι ἐν μὲν τῇ Εὐρώπῃ ἡ ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἀπόλυσις ἑνὸς ὑπαλλήλου καὶ ἡ πολιτικὴ ἀνικανότης εἰσὶ συνέπειαι τῆς ποινῆς, ἐν δὲ τῇ Ἀμερικῇ εἰσὶ αὐτὴ ἡ ποινή. Ἐνταῦθα συμβαίνει, ὥστε ἐν Εὐρώπῃ τὰ πολιτικὰ δικαστήρια νὰ ὦσι περιβεβλημένα μὲ τρομερὰ δικαιώματα, τῶν ὁποίων ἐνίοτε ἀμηχανοῦσι νὰ κάμωσι χρῆσιν, ὥστε ἐνίοτε δὲν τιμωροῦσι ἐκ φόβου μὴ τιμωρήσωσι πολύ· ἀλλ’ ἐν Ἀμερικῇ δὲν ὀπισθοχωροῦσιν ἀπέναντι ποινῆς, ἥτις δὲν προκαλεῖ τὸν γογγυσμὸν τῆς φιλανθρωπίας». Ἐν σελίδι ὡσαύτως 358 ὁ εἰδικὸς αὐτὸς συγγραφεὺς λέγει τὰ ἑξῆς· «Ἡ ἐπιβλητέα ποινὴ δὲν δύναται νὰ ᾖναι εἰμὴ ἀπόλυσις ἀπὸ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ ἀνικανότης πρὸς ἀνάκτησιν ἀρχῆς καὶ ἀπολαυὴν τιμῶν ἢ οἱουδήποτε πλεονεκτήματος ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ· ἀλλ’ ὁ καταδικαζόμενος δύναται νὰ κατηγορηθῇ ἐκ νέου κατὰ τὰς συνήθεις διατυπώσεις καὶ νὰ τιμωρηθῇ συμφώνως μὲ τὸν νόμον.» Βλέπετε ὅτι κατὰ τὸ κείμενον τοῦ νόμου καὶ κατὰ τὸν συγγραφέα αὐτὸν μόνη ποινὴ ἐν Ἀμερικῇ εἶναι ἡ στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, ἐνῷ ἐν Εὐρώπῃ ἡ στέρησις εἶναι συνέπεια τῆς ποινῆς, ὅπως καὶ ἡμεῖς τὴν καθιεροῦμεν· ὥστε ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν ποινῶν δὲν πρέπει νὰ γίνεται μεγάλη συζήτησις, ἂν ἡ ποινὴ πρέπει νὰ ᾖναι βαρυτέρα ἢ ἐλαφροτέρα, διότι προκειμένου περὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων, ἡ σωματικὴ ποινὴ δὲν πρέπει νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν καὶ ἴσως εἶναι καὶ εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸ ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ τιμωρήσῃ. Ὁ κ. Μίλησης νομίζει, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ ἄρθρῳ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιμετρήσεως τῆς ποινῆς· διότι τὸ ἄρθρον 9ον λέγει· «Ἐπὶ πάσης παραβάσεως τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων τοῦ ὑπουργοῦ ἕνεκα τῆς ὁποίας δὲν καταγινώσκεται ὑπὸ τῶν νόμων ῥητὴ ποινή, ὁ ὑπουργὸς καταδιώκεται καὶ τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν μέχρι δύω ἐτῶν ἢ μὲ χρηματικὴν ποινήν. Ἡ χρηματικὴ ποινὴ δύναται νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 5,000 δραχμῶν, καὶ ὅταν λέγῃ μέχρι 2 ἐτῶν, ἐννοεῖ ἀπὸ 3 ἡμερῶν μέχρι 2 ἐτῶν· μένει δὲ εἰς τὸ δικαστήριον τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιμετρήσῃ τὴν ποινήν, νὰ ἴδῃ ἂν ὑπῆρχε δολία προαίρεσις κτλ. Ὁ νομοθέτης ἠθέλησε νὰ θέσῃ τὸν μέγιστον ὅρον, ὁ ἐλάχιστος εἶναι γνωστός. Ἐσφαλμένως δὲ ἐπίσης καὶ ἐκ πλάνης ἡρμήνευσε τὰ ἄρθρα 21, 22, 23 καὶ 24, διότι σᾶς εἶπεν ὅτι, ἂν παραδεχθῆτε τὰς συνεπείας αὐτὰς, ὁ καταδικαζόμενος ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλεχθῇ βουλευτής· δὲν δύναται νὰ γείνῃ δήμαρχος, δημοτικὸς σύμβουλος, δύναται ὅμως νὰ γείνῃ βουλευτής. Ὁ ποινικὸς ὅμως νόμος λέγων ὅτι δὲν δύναται νὰ ᾖναι μέλος οἱασδήποτε ἄλλης συνόδου, καλουμένης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐν γένει στερεῖ αὐτὸν παντὸς πολιτικοῦ δικαιώματος, καὶ ἑπομένως εἶναι πολιτικὸν λάθος πᾶσα ἑτέρα ἑρμηνεία τῶν ἄρθρων ἐκείνων. Οἱ χθὲς ἀγορεύσαντες ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐπικρίνωσι τὸ νομοσχέδιον ἐξ ἑνὸς καὶ μόνου ἄρθρου, νομίζω δὲ ὅτι ἡ συζήτησις περιεστράφη ἐπὶ βάσεως οὐχὶ πολὺ ὀρθῆς. Τὸ ἄρθρον 6ον λέγει, «ἐπὶ ἐκδόσεως χρηματικῶν ἐντολῶν καὶ ἐνταλμάτων ὑπεύθυνοί εἰσιν οἱ ἁρμόδιοι τμηματάρχαι, ἐπὶ δὲ ὑπερβάσεως τῶν νομίμων πιστώσεων καὶ ὁ θεωρήσας αὐτὰ διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου· ὁ δὲ ὑπουργὸς τότε μόνον ὑπόκειται εἰς ποινικὴν καταδίωξιν, ὅταν ἐγγράφως διέταξεν αὐτοὺς, ἀποποιηθέντας ἵνα ἐπιχειρήσωσι τὴν παράνομον πρᾶξιν.» Τὸ ἄρθρον τοῦτο προῆλθεν ἐκ τῆς ἑξῆς ἰδέας· ὅτι ὁ ὑπουργὸς ὁ ὑπογράφων τὰ ἐντάλματα δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὴν ἐλαχίστην κατάστασιν τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου καὶ δύναται νὰ ὑπογράφῃ καλῇ τῇ πίστει, παραβιάζων τοὺς λογιστικοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Βεβαίως δὲ ὁ ὑπουργὸς ὑπογράφων δὲν ἔχει ἐν τῷ νῷ δολίαν προαίρεσιν· ἂν ὅμως ἐν γνώσει ὑπογράψῃ, τότε ὑπάρχει εὐθύνη. Διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα σαφέστερον νὰ διατυπώσωμεν τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ὡς εἶναι καὶ τὰ προηγούμενα, καὶ νομίζω, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις ὡς πρὸς τὰ πολιτικὰ ἐν περιπτώσει ἀμελείας νὰ ᾖναι συνυπεύθυνοι ὁ ὑπουργὸς μετὰ τοῦ τμηματάρχου καὶ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν διάκρισιν καὶ πιστεύω ὅτι θὰ συμφωνήσητε μετ’ ἐμοῦ· ἄλλως, τὴν λογιστικὴν διαχείρισιν θὰ τὴν ὑπαγάγωμεν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου πρώτου· κατὰ τὸ ὁποῖον, ὅταν ἕνεκεν ἀμελείας παραβλάπτει ὁ ὑπουργὸς οὐσιώδη συμφέροντα τοῦ Κράτους, τιμωρεῖται. Ὁ τμηματάρχης καὶ ὁ διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου εἶναι εἰς θέσιν πάντοτε νὰ γνωρίζωσιν ἂν παραβιάζεται νόμος, ὁ ὑπουργὸς ὅμως ἔχει ποικίλας καὶ πολυειδεῖς ὑπηρεσίας καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπιστήσῃ μεγίστην προσοχὴν εἰς τὴν λογιστικὴν διαχείρισιν· διὸ εἶναι δίκαιον εἰς αὐτὴν τὴν εἰδικὴν περίπτωσιν νὰ τὸν ἀπαλλάξετε ἕνεκεν ἀμελείας. Εἶπον καὶ χθὲς καὶ λέγω καὶ σήμερον, ὅτι ὁ προκείμενος νόμος εἶναι νόμος γενόμενος διὰ τὴν πολιτείαν καὶ τοὺς πολιτευομένους, οὐδεὶς ἐπὶ τούτου ἔχει ἴδιον συμφέρον· διὸ ἕκαστος πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ προτείνῃ τὰς σκέψεις του. Ἐγὼ ἐπρότεινα τὴν ἐξαίρεσιν αὐτήν· ἐὰν δὲν τὴν δεχθῆτε, τότε τὸ ἄρθρον θὰ τροποποιηθῇ ὡς τὸ ἀνέγνωσα καὶ θὰ καταστήσῃ τοὺς ὑπουργοὺς ὑπευθύνους μετὰ τῶν τμηματαρχῶν. Ἡ ἀνάπτυξις, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε ἐγένετο, ἀπέδειξεν ὅτι ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι λογικωτάτη, καὶ ὅτι ὑφίσταται ἀνάγκη νὰ ἐπέλθωσι τροποποιήσεις τινὲς εἰς τὸν ψηφισθέντα νόμον, ὅπως κατασταθῇ μᾶλλον ἐφικτὴ καὶ κατορθωτὴ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ. Δὲν εἶναι δὲ ὁ νόμος οὗτος ζήτημα ἀτομικῶν συμφερόντων τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἑτέρας μερίδος, ἢ ζήτημα ἀποβλέπον τὴν Κυβέρνησιν. Αἱ παρουσιασθεῖσαι τροποποιήσεις θεωροῦνται ἀναγκαῖαι, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνωσι παραδεκταί.
§48ΦΙΛΗΜΩΝ. Μετὰ θρησκευτικῆς προσοχῆς ἤκουσα, κύριον Πρωθυπουργὸν, ὑποστηρίζοντα τὸ νομοσχέδιόν του, τὸ τροποποιοῦν τὸν περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμον· τὸν ἤκουσα δὲ ἐν τόσῃ προσοχῇ, οὐ μόνον διότι μὲ εὐχαρίστησίν μου συνήθως τὸν ἀκούω, καθόσον ὁμολογουμένως κέκτηται ἐξαιρέτως τὸ χάρισμα τοῦ λόγου, καὶ γνωρίζει τὰς ἰδέας αὑτοῦ νὰ ὑποστηρίζῃ, ἀλλὰ καὶ διότι, πολεμήσας ἐγὼ τὴν πρότασίν του, ἐπεθύμουν νὰ γνωρίσω κατὰ βάθος τὰ ἐπιχειρήματα, ἐφ’ ὧν ἔμελλε νὰ τὴν στηρίξῃ. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἰς δύω μέρη διήρεσε τὸν λόγον του, εἰς ἐπίθεσιν κατὰ τῶν προκατόχων του διὰ τὴν βραδεῖαν δημοσίευσιν τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμου, καὶ εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τῶν προτάσεών του. Εἰς τὸ πρῶτον μέρος δὲν ἀνήκει εἰς ἐμὲ ν’ ἀπαντήσω· ἐδόθη ἀπὸ τοὺς προσωπικῶς ἐνδιαφερομένους ἡ ἀπάντησις. Τοῦτο μόνον παρατηρῶ ἐπὶ τούτου, ὅτι ἐσφαλμένως ἀπεδόθη ἡ ἐπιψήφισις τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου εἰς μίαν μερίδα, καὶ πρὸ πάντων εἰς ἐκείνην, ἥτις κατεῖχε τὴν Κυβέρνησιν, πρὸ ὀλίγου. Ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι, τὴν 13 Δεκεμβρίου, ὁ νόμος ἐπεψηφίσθη, πανηγυρικῶς καὶ ἄνευ κομματικῶν διακρίσεων· διότι ἡ Βουλὴ ἐπείσθη, ὅτι ἂν τὸ ταχύτερον δὲν ἐπήρχετο ἡ ἐπιψήφισις, θὰ καθυστέρει πολὺ εἰσέτι ἡ ἀπόκτησις τοιούτου νόμου, θὰ ἦτον ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἁπλῶς ποθούμενον. Εἰσέρχομαι ἤδη εἰς μερικὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ δευτέρου μέρους τοῦ λόγου τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ. Ἐξετάζων τὴν ἀρχὴν καὶ τὴν πηγὴν τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης, ἀνέφερεν αὐτὴν εἰς τὴν Ἀγγλίαν, παρέστησε δὲ, ὅτι οἱ Ἄγγλοι ἐδημιούργησαν αὐτὴν, ὡς συνέπειαν τῆς ἀποφάσεώς των, ὅπως συμβιβάσωσι τὸ μοναρχικὸν πολίτευμα πρὸς τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι ἡ θεωρία αὕτη δὲν εἶναι καθ’ ὅλα ἀκριβής. Ἐν πρώτοις, ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν ἐν Ἀγγλίᾳ οὐδὲν ἄλλο εἶναι, ἢ ἡ εὐθύνη, ἣν ὑπέχουσι ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου πάντες οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι. Ἡ Βουλὴ τῶν Κοινοτήτων ἐν Ἀγγλίᾳ κέκτηται τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ οἱονδήποτε δημόσιον ὑπάλληλον, ἑπομένως καὶ τοὺς ὑπουργούς. Τὸ δὲ δικαίωμα τοῦτο προϋπῆρξε τῆς καθιερώσεως τῆς πολιτικῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, ἥτις δὲν εἰσήχθη οὕτω, ὅπως συμβιβάσῃ τὴν μοναρχίαν πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἱστορικῶς ἔτι εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἡ πολιτικὴ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν ἐπῆλθε μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς μοναρχίας. Ὑπάρχει δὲ διαφορὰ μεταξὺ Μοναρχίας καὶ Βασιλείας, καὶ δὲν πρέπει νὰ τὰς συγχέωμεν πρὸς ἀλλήλας. Ἀπὸ τοῦ 1641 ἔτους, ἐπὶ Καρόλου Αʹ. ἐγένετο ἡ ἀπαίτησις αὕτη, ἣν ὁ Μονάρχης οὗτος δὲν ἤθελε νὰ εἰσακούσῃ· ἐπῆλθεν ἡ ἐπανάστασις, ἔπεσεν ἡ ἀπόλυτος μοναρχία, μετὰ τὴν πτῶσιν αὐτῆς καθιερώθη τὸ δικαίωμα τοῦ κατηγορεῖν τοὺς ὑπουργοὺς ἐπὶ πολιτικοῖς ἐγκλήμασι. Ἡ δὲ καθιέρωσις τοῦ δικαιώματος τούτου τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων δὲν ἐγένετο πρὸς μερικὸν σκοπόν, ἀλλ’ εἶναι ἄμεσος καὶ ἀναπόφευκτος συνέπεια τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ παντὸς ἐλευθέρου πολιτεύματος. Ἐπὶ τούτῳ δὲ ὁ κ. πρωθυπουργός, ἀντὶ ν’ ἀνατρέξῃ ὅπως ἀνεύρῃ τὴν πηγὴν τῆς εὐθύνης εἰς τὴν Ἀγγλίαν, εἶχε συντομώτερον δρόμον νὰ διανύσῃ· ἤρκει αὐτῷ νὰ μείνῃ ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν. Ἡ ἐνώπιον τοῦ ἔθνους εὐθύνη τῶν ἀρχόντων καὶ τῶν διαχειριστῶν τῆς Ἐξουσίας εἶναι θεσμὸς κατ’ ἐξαίρεσιν καὶ ἀποκλειστικῶς ἑλληνικὸς, καὶ δὴ Ἀθηναϊκὸς, εἶναι δημιούργημα τῆς ἀθανάτου ἐκείνης Πολιτείας, ἧς αἱ ἀναμνήσεις οὐδέποτε θέλουσιν ἐκλείψει. Ὡς ὁ μέγας ἱστορικὸς τῆς Ἀγγλίας ἐγνωμάτευσε, πιθανὸν μίαν ἡμέραν ἡ Ἀγγλία νὰ καταστραφῇ, πιθανὸν ἐκεῖ ὅπου κατοικοῦσι νῦν δύο ἥμισυ ἑκατομμύρια, ὅπου ὑπάρχουν ἀνάκτορα, βιομηχανικὰ καταστήματα καὶ πλούσια μέγαρα, ὅπου ναυλοχοῦσι 50,000 ἐμπορικῶν πλοίων, νὰ μὴ ὑπάρξῃ τίποτε ἡμέραν τινὰ, καὶ ὁ ἁλιεὺς ν’ ἁλιεύῃ ἰχθῦς καὶ νὰ καθαρίζῃ τὰ δίκτυά του· ἀλλ’ ἓν ὄνομα ἐν τῇ ἱστορίᾳ θὰ ἐπιζήσῃ καὶ αἱ ἀναμνήσεις αἱ ἱστορικαὶ μιᾶς πολιτείας δὲν θέλουν ἐκλείψει. Τὸ ὄνομα καὶ αἱ ἀναμνήσεις τῆς πολιτείας τῶν Ἀθηνῶν ἔσονται αἰώνιοι καὶ ἀναλλοίωτοι, ἐνόσῳ ὑφίσταται κόσμος· διότι ἐξ αὐτῆς, εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως, ἀποῤῥέουν ὁ πολιτισμὸς καὶ τὰ πολιτειακὰ συστήματα. Ἀπορῶ λοιπὸν πῶς, θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἐξέκλινεν εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἐλησμόνησε τὴν ἀρχαίαν πολιτείαν τῆς Ἑλλάδος, πρώτην αὐτὴν δημιουργήσασαν τοῦτον. Ἀλλὰ παραδέχομαι, ὅτι ἡ εὐθύνη τῶν προϊσταμένων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἶναι θεσμὸς κατ’ ἐξοχὴν ἀγγλικός.
§49ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶπον περὶ Ἀγγλίας, εἶπον περὶ ὑπουργικῆς εὐθύνης, κατὰ τοὺς νεωτέρους θεσμούς.
§50ΦΙΛΗΜΩΝ. Κατὰ τοὺς νεωτέρους θεσμοὺς ὅμως δὲν ἔχομεν τὴν εὐθύνην γεννηθεῖσαν ἢ ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ. Ἡ Ἀγγλία ἐκανόνισε κρεῖττον τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην καὶ τὴν ἐφήρμοσε. Οὐδὲν ἄλλο Κράτος εὐρωπαϊκὸν ἐγίνωσκε τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην, ἐν δὲ τῇ Ἀγγλίᾳ πρῶτον ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη ἔλαβε μορφὴν, διατύπωσιν καὶ ὑπόστασιν. Καὶ ἂν μὴ ἀναφέρητε τὸ ὄνομα τῆς Ἀγγλίας, δὲν ἠδύνασθε νὰ ἐννοήσητε ἢ αὐτήν· διότι ἐν αὐτῇ ἔχομεν, κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους, ἀνεύθυνον μοναρχίαν καὶ ὑπευθύνους ὑπουργοὺς κατὰ πρῶτον. Ἀλλὰ, καὶ ἂν δεχθῶμεν, ὅτι ἡ εὐθύνη τῆς ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ ἐγεννήθη τὸ πρῶτον, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, πῶς ἐννοοῦν τὴν εὐθύνην ταύτην ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ καὶ πῶς τὴν ἐφαρμόζουν. Τὴν ἐννοοῦν περιωρισμένην, ἢ τὴν ἐννοοῦν εὐρεῖαν καὶ ἀπόλυτον; Δὲν θέλω φέρει ἰδίαν μαρτυρίαν, διότι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν αὐθεντείας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· φέρω τὴν μαρτυρίαν ἑνὸς ἐκ τῶν μᾶλλον διασήμων συγγραφέων τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου τῆς Ἀγγλίας, τοῦ περιωνύμου Φίσσελ. Ἰδοὺ τί οὗτος ἐπὶ λέξει γράφει ἐπὶ τοῦ προκειμένου: «Βραδύτερον ἐν ἔτει 1678, ἐν τῇ δίκῃ τοῦ Dauby, ὑπεστηρίχθη καὶ ἐγένετο δεκτόν, ὅτι οἱ ὑπουργοί εἰσιν ὑπεύθυνοι, οὐχὶ μόνον ἐπὶ τῇ νομιμότητι τῶν πράξεων αὑτῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ εὐθυδικίᾳ καὶ τῇ ὠφελείᾳ πάσης ἀποφάσεως αὑτῶν. Ὁ λόρδος Brougham διετύπωσε τὸν ὁρισμὸν αὐτοῦ τῆς τοιαύτης πολιτικῆς, καὶ οὐχὶ ἁπλῶς δικανικῆς εὐθύνης τῶν συμβούλων τοῦ Στέμματος, δηλώσας, ὅτι οἱ ὑπουργοί εἰσιν ὑπεύθυνοι οὐ μόνον ἐπὶ τῇ νομιμότητι, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ καταλληλότητι καὶ τῷ ἔμφρονι τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν· διότι οὐ μόνον καθῆκον ἐπιβάλλεται αὐτοῖς ν’ ἀναπτύσσωσι πάντα ζῆλον, ὑπηρετοῦντες τῷ Στέμματι, ἀλλ’ εἰσὶ ἔνοχοι συγχρόνως, ἐὰν ἀναλαμβάνωσι τὸ βάρος ὑποχρεώσεων τόσῳ μεγάλων, χωρὶς νὰ κέκτηνται καὶ τὴν πρὸς ἐκπλήρωσιν τούτων ἀναγκαίαν ἱκανότητα. Προσθέτομεν δὲ, ὅτι ἐὰν πρᾶξις τις μὴ εἶναι ἀκριβῶς παράνομος, ἀρκεῖ νὰ ᾖναι ἁπλῶς ἀντισυνταγματικὴ, ὅπως καταστήσῃ τὸν διαπράξαντα αὐτὴν ὑπουργὸν ὑπεύθυνον.» Ἕτερος ἐπίσης περιώνυμος συγγραφεὺς τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου τῆς Ἀγγλίας, ὁ Hallam, προσθέτει: «Οἱ ὑπουργοί εἰσιν ὑπεύθυνοι ἐπὶ τῷ δικαίῳ, ἐπὶ τῇ εἰλικρινείᾳ καὶ ἐπὶ τῷ ὠφελίμῳ πάσης πράξεως, ἐκ τοῦ Στέμματος πηγαζούσης· εἰσὶν ὑπεύθυνοι ἐξίσου ἐπὶ τούτοις, ὡς εἰσὶν ὑπεύθυνοι ἐπὶ τῇ νομιμότητι τῶν τοιούτων πράξεων.» Βλέπετε ἐνταῦθα, ὅτι δὲν πρόκειται πλέον περὶ ἀμελείας ἀσυγγνώστου, ἀλλὰ περὶ ἁπλῆς ὠφελείας πράξεώς τινος ὑπουργικῆς. Ἀρκεῖ ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι μία πρᾶξις δὲν ὑπῆρξεν ὠφέλιμος εἰς τὸ Κράτος, διὰ νὰ καταστῇ ὁ ὑπουργὸς ὑπεύθυνος, καὶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων καὶ νὰ δικασθῇ. Τοιαύτην ἐννοοῦν τὴν εὐθύνην οἱ Ἄγγλοι, καὶ τοιαύτην τὴν ἐφήρμοσαν πάντοτε· διότι ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη, ἂν ἐκ τῶν ὁρίων τούτων τὴν ἐκβάλωμεν, δὲν ἔχει πλέον οὐδεμίαν σημασίαν, εἶναι εἷς ἁπλοῦς ποινικὸς νόμος, μὴ προστατεύων τὰ συμφέροντα τὰ πολιτικὰ τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ αἱ τροποποιήσεις, ὅσας ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τοιαύτην ὁρίζουσι τὴν εὐθύνην; Τὴν περιορίζουσι, τὴν καταστρέφουσι· διότι ἀκόμη, καὶ ἐν περιπτώσει ἀμελείας, ὅτε δύναται νὰ ἐπέλθῃ παράβασις τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων, ἀρκεῖ νὰ μὴ βεβαιωθῇ, ὅτι ἐπῆλθεν ἐκ τούτου οὐσιώδης βλάβη εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ὅπως ἀπαλλαγῇ πάσης εὐθύνης ὁ ὑπουργὸς, ὁ εἰς ταύτην ὑποπεσών. Σημειώσατε δὲ, ὅτι τὴν ἀρχὴν, ἥτις καθιερώθη ἐν τῇ ἀγγλικῇ Πολιτείᾳ, τὴν ἀρχὴν τῆς ἀπολύτου εὐθύνης, ὑπεστήριξε καὶ ἡ ἐπιστήμη αὐτή. Ὁ Βέλγος συγγραφεὺς Κερχόβε, ὁ περιλαβὼν ἐν τῷ συγγράμματι αὐτοῦ τὸ συμπέρασμα ὅλων τῶν προηγουμένων περὶ εὐθύνης ὑπουργικῆς συγγραμμάτων, παραδέχεται τὴν ἀρχὴν τῆς ἀπολύτου εὐθύνης. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀνέγνωσε, χθὲς, ἓν τεμάχιον τοῦ λόγου τοῦ Thiers, ὅπως κυρίως στηρίξῃ τὴν γνώμην του, ὅτι τὸ σύστημα τοῦ καταδιώκειν τοὺς ὑπουργοὺς, τοῦ καταγγέλλειν καὶ δικάζειν αὐτοὺς, δὲν εἶναι σύστημα ὠφέλιμον καὶ πρακτικόν. Ὁ Thiers εἶναι ὁμολογουμένως μέγας πολιτικὸς ἀνὴρ καὶ κατέχει ἐπιφανῆ θέσιν ἐν τῷ πολιτικῷ κόσμῳ· ἀλλ’ ὁ Thiers πολλάκις κατηγορήθη, ὅτι δὲν ὑπῆρξε λίαν συνεπὴς, καὶ ὁ αὐτὸς πάντοτε, πρὸς τὰς ἰδέας του καὶ πρὸς τὰ συστήματα, ἅτινα περιοδικῶς ὑπεστήριζεν. Ἐν τῇ Ἐθνικῇ Συνελεύσει τῆς Γαλλίας μάλιστα, μίαν ἡμέραν, ἐγένετο πικρά τις συζήτησις· ἐπρόκειτο περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Ὁ Thiers ἦν ἀντίθετος τοῦ φόρου τούτου. Τίνα ἔφεραν οἱ ἀντίθετοι εἰς ἀντίκρουσίν του; Τὸν Τιὲρ τοῦ 1848· τότε ὑπεστήριξεν ἐκθύμως τὴν ἀρχὴν αὐτήν. Κατὰ τὸ 1871 ἐπολέμησεν ὁ Τιὲρ τὴν ἰδέαν τῆς ἐπιβολῆς φόρων ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, διότι ᾐσθάνετο τὴν ἀνάγκην νὰ προσπορίσῃ εἰς τὴν Γαλλίαν χρήματα· καὶ τὰ χρήματα βεβαίως διὰ τοιούτου φόρου δὲν ἠδύναντο νὰ εἰσρεύσωσιν. Ἀλλ’ ὅμως ὁ αὐτὸς Τιὲρ ἐκηρύχθη ἄλλοτε ὑπὲρ τοῦ φόρου. Ἐπίσης σφοδρῶς ἐπολέμησεν ὁ Τιὲρ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν σιδηροδρόμων εἰς τὴν Γαλλίαν. Αἱ τοιαῦται ἀντιφάσεις οὐδὲν ἀφαιροῦσι βεβαίως ἀπὸ τοῦ μεγαλείου καὶ τῆς αὐθεντείας, ἣν κέκτηται ὁ μέγας ἀνὴρ οὗτος ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων. Ἀλλ’ ἄς μοι ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐπὶ ζητημάτων, ὡς τὰ προκείμενον, μᾶλλον οἱ Ἄγγλοι συγγραφεῖς πρέπει νὰ φέρωνται εἰς αὐθεντείαν, καὶ τούτων ἡ μαρτυρία δύναται νὰ ἔχῃ βαρύτητα. Διὰ τῆς γνώμης δὲ τοιούτων συγγραφέων θ’ ἀποκρούσω τοῦ Τιὲρ τὴν ἔκφρασιν, ὀλίγους τινὰς τούτων ἐκλέγων ἐκ τῆς μεγάλης πληθύος, ὧν ἠδυνάμην ν’ ἀπομνημονεύω. Ὁ Burke, γνωστὸς πολιτικὸς, τὸν περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν θεσμὸν ἀπεκάλεσε «τὸ ἐπιστέγασμα τοῦ πολιτεύματος, οὗ ἄνευ, ἡ Ἀγγλία δὲν θὰ ἦτον ἡ Ἀγγλία τῆς σήμερον». Ὁ Craftsman, ἀπὸ τῆς αὐτῆς ἀρχῆς ὁρμώμενος, ἀποφαίνεται: «Ἐὰν τὸ ἀληθῶς μοναδικὸν καὶ μέγα προνόμιον τῶν Κοινοτήτων, τὸ δικαίωμα τοῦ κατηγορεῖν τοὺς ὑπουργοὺς, ἠπειλεῖτο, πάντα τὰ τέκνα τῆς Ἀγγλίας θὰ ἐξεγείροντο τρέμοντα ἐκ τοῦ φόβου, μὴ ἤρξατο ἡ κατὰ τοῦ Συντάγματος ἐπιβουλή.» Τοιοῦτον οἱ Ἄγγλοι θεωροῦν τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, ὁποῖον αὐτοὶ ἔχουν, δηλαδὴ ἀπόλυτον καὶ ἄνευ περιορισμοῦ. Ἀλλὰ καὶ οἱ Γάλλοι δημοσιολόγοι διάφορα δὲν φρονοῦσι. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναφέρω δύω μόνον συγγραφέων τὰς γνώμας, καὶ συγγραφέων μὴ ἄκρων φρονημάτων. Ὁ Hello, ἐν τῷ γνωστῷ περὶ Συνταγματικοῦ Πολιτεύματος συγγράμματί του, ἀποφαίνεται, ὡς ἕπεται: «Ἡ εὐθύνη προλαμβάνει οὐ μόνον πάσας τὰς πράξεις (τοῦ ὑπουργοῦ), ἀλλὰ καὶ γεγονότα, εἰς ἃ κατ’ αὐστηρότητα λογικὴν δὲν εἶναι ἐφαρμοστέα ἡ ἐπωνυμία τῆς πράξεως· τοιαῦται δέ εἰσιν αἱ παραλείψεις. Κατὰ τὸ ἰδιωτικὸν Δίκαιον, εὐθύνεταί τις ἐν τῇ ἀμελείᾳ αὐτοῦ· τίνος ἕνεκα καὶ ἐπὶ περιστάσεων τοῦ δημοσίου Δικαίου νὰ μὴ ὑπέχῃ τις εὐθύνην ἐπὶ ἀμελείᾳ, ἐνῷ αὕτη δύναται ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς σωτηρίας ἢ περὶ τῆς καταστροφῆς τῆς ὅλης Πολιτείας; Ἡ παράλειψις εἶναι ὁ τρόπος τοῦ ἀπατᾶν, ὁ μᾶλλον τὰς αἰσθήσεις προσβάλλων· εἶναι ἡ ἐπιφάνεια, ὑφ’ ἣν τὸ ἐγκληματικὸν διανόημα πιστεύει, ὅτι εὑρίσκεται ἐν μείζονι ἀσφαλείᾳ· εἶναι τὸ προτιμητέον αὐτῷ ψεῦδος.» Ἕτερος Γάλλος δημοσιολόγος, ὁ Cherbuliez, ἐν ταῖς συνταγματικαῖς ἐγγυήσεσιν αὑτοῦ, ἀποφαίνεται ὡς ἑξῆς: «Ἡ εὐθύνη ἡ νομικὴ (légale) πρέπει νὰ ἐκτείνηται ἐπὶ πασῶν τῶν περιστάσεων; Ὁ δημόσιος ὑπάλληλος πρέπει νὰ ὑπέχῃ εὐθύνην καὶ ἐν τοῖς πταίσμασιν αὑτοῦ, οἱαδήποτε ἂν ᾖ ἡ αἰτία αὐτῶν; Αἱ ἄμεσοι πράξεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἰσὶν ἐνίοτε τοιαύτης σημασίας, συνεπάγονται ἀποτελέσματα τόσῳ συνήθως ἀνεπανόρθωτα, ὥστε δὲν πρέπει οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς αὐτῶν ἀπὸ τῆς νομικῆς εὐθύνης, ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει. Ὁ ἄνθρωπος, ὁ διώκων τὰ ἀξιώματα, χωρὶς νὰ κατέχῃ τὴν χρήσιμον νοημοσύνην πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν δι’ αὐτῶν ἐπιβαλλομένων καθηκόντων, πράττει ἔγκλημα, τὸ ἔγκλημα τῆς οἰήσεως, ὅπερ ἐν τοῖς ἀποτελέσμασι αὑτοῦ καθίσταται σπουδαῖον. Ὁ εἰς τὰ δημόσια ἀξιώματα ἀναβαίνων, φέρων δὲ ἀρχὰς πεπλανημένας, καὶ ἐνεργῶν συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχὰς ταύτας, εἶναι ἐχθρὸς τοῦ Κράτους, καὶ τόσῳ μᾶλλον ἐπικίνδυνος, ὅσῳ ὁ χαρακτὴρ αὐτοῦ καὶ ἡ δύναμις τοῦ νοός του τὸν καθιστῶσιν ἱκανώτερον εἰς πραγμάτωσιν τῶν ὁδηγούντων τὴν πολιτείαν του σκοπῶν. Δὲν εἶναι εὐκταῖον λοιπὸν τὰ πρόσωπα τῶν δύω κατηγοριῶν τούτων ν’ ἀπομακρύνωνται, ὅσον οἷόν τε, ἀπὸ τῆς διαχειρίσεως τῶν κοινῶν, καὶ μάλιστα νὰ ᾖναι δυνατὴ ἡ ἐκδίωξις αὐτῶν πάντοτε, ὥς ποτε ἀνήρχοντο εἰς τὰ ἀξιώματα; Ἓν ὅμως εἶναι τὸ συντελεστικὸν εἰς ἐπίτευξιν τοῦ τοιούτου ἀποτελέσματος, νὰ ὑπέχωσιν εὐθύνην μεγάλην καὶ αὐστηρὰν οἱ δημόσιοι ἄνδρες διὰ πᾶσαν πρᾶξιν αὐτῶν, διά τε τὰ πταίσματα αὐτῶν καὶ διὰ τὰ ἐγκλήματά των.» Περαιτέρω δὲ ἀναπτύσσει εὐρύτερον τὴν ἰδέαν αὐτὴν, διὰ τῶν ἑξῆς: «Εἶπον, ὅτι ἡ νομικὴ (δικαστικὴ) εὐθύνη πρέπει νὰ περιλαμβάνῃ πάσας τὰς πράξεις τῶν ὑπαλλήλων τῆς ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Εἰς τὰ τοιαῦτα καθήκοντα, ὁ δημόσιος ὑπάλληλος τόσῳ ἀμέσως εὕρηται ἐν μέσῳ τοῦ γενικοῦ πρὸς τὸ ἰδιαίτερον συμφέρον, ἡ ἐπιῤῥοὴ τῆς προτιμήσεως τούτου ἀντ’ ἐκείνου εἶναι τόσῳ ἰσχυρὰ, ἡ ὑποχώρησις εἶναι συνήθως τόσῳ εὔκολος, ὥστε οὔτε αἱ προηγούμεναι ἐγγυήσεις, οὔτε οἱαδήποτε ἐπιτήρησις ἐκ μέρους ἄλλου Σώματος ἀρκοῦσιν, ὅπως διασώσωσι τὴν κοινωνίαν ἀπὸ παντὸς κινδύνου. Ἡ ἠθικὴ εὐθύνη, εἰ καὶ λίαν ἀποτελεσματικὴ, δὲν κέκτηται ὅμως καὶ ἀποτελεσματικότητα τόσῳ βεβαίαν, ὅπως παραιτηθῇ τις ἐκ τῶν προτέρων τῆς νομικῆς εὐθύνης. Ὁ περὶ εὐθύνης νόμος πρέπει νὰ περιλαμβάνῃ, ὑφ’ οἱονδήποτε γενικὸν ὄνομα, πάσας τὰς πράξεις τῆς ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἀφ’ ὧν δύναται νὰ προκύψῃ βλάβη εἰς δικαίωμά τι ἢ εἴς τι συμφέρον, ὅπερ ὁ δημόσιος ὑπάλληλος ὤφειλε νὰ σέβηται καὶ νὰ προστατεύῃ. Οὕτω ἠννόουν τὴν εὐθύνην αἱ Πολιτεῖαι τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῆς Ῥώμης, οὕτω δὲ ἐν τοῖς καθ’ ἡμᾶς χρόνοις ἐννοοῦσιν αὐτὴν αἱ Πολιτεῖαι τῆς Ἀμερικῆς. Οἱ ὑπάλληλοι τῆς ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας περιβέβληνται τὴν κοινωνικὴν δύναμιν, ὅπως χρῶνται ταύτῃ εἰς ὡρισμένην χρῆσιν· εἰσὶν οἱ ἐπίτροποι, οἱ διαχειρισταὶ τῆς πολιτικῆς ἑταιρίας, καὶ, ὡς τοιοῦτοι, ὀφείλουσι λογαριασμὸν ἀκριβῆ τῆς χρήσεως τῆς ἐξουσίας αὐτῶν. Ἡ καλὴ πίστις, αὐτὴ ἡ πληρεστάτη καὶ ἡ μᾶλλον ἀποδεδειγμένη, δὲν ἀρκεῖ, ὅπως τοὺς δικαιολογήσῃ· πρῶτον, διότι οὐδεὶς εἶναι ὑπόχρεως ν’ ἀναδεχθῇ καθήκοντα, εἰς ὧν τὴν ἐκπλήρωσιν δὲν εἶναι ἱκανός· δεύτερον, διότι συμφέρει λίαν, ἵνα ὁ ἀνίκανος ἢ κακῶν διαθέσεων δημόσιος λειτουργὸς ἀπομακρύνηται ἀμέσως ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτοῦ, καὶ περιέρχηται εἰς τὴν ἀδυναμίαν τοῦ βλάπτειν.» Καὶ αὐτοὶ οἱ μᾶλλον μέτριοι τῶν δημοσιολόγων τὴν αὐτὴν ἐκφέρουσι γνώμην ὑπὲρ τῆς ἀπολύτου εὐθύνης. Περιορίζομαι δὲ εἰς τούτους μόνον τοὺς δημοσιολόγους, εἰ καὶ ἐδυνάμην νὰ φέρω τὰς μαρτυρίας πλείστων ἄλλων· περιττὴ ὅμως ἡ ἐπικύρωσις πλειόνων. Ἀλλὰ τί θέλετε τὴν εἰσαγωγὴν τοιαύτης γενικῆς διατάξεως καὶ τοιαύτης ἀπολύτου εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν ἐν τῇ Ἑλλάδι, εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργός; Θέλετε λοιπὸν νὰ τρέμουν αὐτοὶ οἱ ὑπουργοὶ, καὶ νὰ τελῶσι διαρκῶς ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ φόβου; Ἐὰν ἐζήτουν τὴν εἰσαγωγὴν νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ἐπιβάλλοντος τὴν θανατικὴν ποινὴν, ἐὰν ἐζήτουν νὰ κρεμάσωμεν κανέναν ὑπουργὸν, καὶ ἐξήρτων τὴν σωτηρίαν τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τῆς κρεμάλας ὑπουργοῦ, εἶχε δίκαιον τοιαύτην παρατήρησιν νὰ ἀπευθύνῃ ὁ κ. πρωθυπουργός. Ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν εἶπον· ὑποστηρίζω ὅμως μεθ’ ὅλης τῆς δυνάμεως τῆς ψυχῆς μου, ὅτι ἐπιθυμῶ νὰ ὑπάρχῃ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, ὅστις νὰ κάμῃ τοὺς ὑπουργοὺς νὰ τρέμουν· καὶ θέλω νὰ τρέμουν. Ὁ ἑλληνικὸς Λαὸς ἔχει τι λίαν σοφὸν λόγιον εἰς τοῦτο: «Ὁ φόβος φυλάγει τὰ ἔρημα.» Ἔρημα δὲ εἶναι καὶ τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Τότε θέλομεν ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους δὲν διέρχονται τὸν κίνδυνον νὰ καταστραφῶσιν, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἐξησφαλισμένα, ὅταν ἔχωμεν τοὺς διαχειριζομένους αὐτὰ τρέμοντας ἐνώπιον δρακοντείου νόμου. Καὶ τὸν δρακόντειον αὐτὸν νόμον τὸν θέλω οὐχὶ εἰς τὰς ποινὰς, ἀλλ’ εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν πράξεων, ἤτοι εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ δύναται ἡ Βουλὴ ἑκάστοτε νὰ κατηγορῇ τοὺς ὑπουργούς. Πιθανὸν ἡ αὐστηρότης τοῦ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμου νὰ καταστήσῃ μᾶλλον δυσευρέτους τοὺς ὑπουργοὺς καὶ ν’ ἀπομακρύνῃ ἀπὸ τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια πολλούς. Τὸ τοιοῦτον ὅμως θεωρῶ εὐτύχημα διὰ τὴν πατρίδα, ἐὰν κατορθώσωμεν νὰ παύσῃ ἡ ὑπουργομανία. Πιστεύω, ὅτι θ’ ἀποκτήσωμεν πατριωτικωτέραν Κυβέρνησιν, ἂν κατορθώσωμεν οὐχὶ οἱ ὑπουργοὶ νὰ ζητοῦν τὰ χαρτοφυλάκια ἀλλὰ τὰ χαρτοφυλάκια νὰ ζητῶσι τοὺς ὑπουργούς. Τότε πιστεύω, ὅτι πολὺ ὀλίγας ἀφορμὰς θέλομεν εὕρει διὰ νὰ κατηγορήσωμεν ὑπουργούς, νὰ τοὺς δικάσωμεν καὶ νὰ τοὺς καταδικάσωμεν. Ἀλλὰ πῶς δυνάμεθα νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ εὐχάριστον καὶ σωτήριον τοῦτο ἀποτέλεσμα, ἐὰν μὴ ἔχωμεν νόμον, πραγματικῶς εἰς τοὺς ὑπουργοὺς ἐμπνέοντα τὸν τρόμον; Δι’ αὐτὴν τὴν αἰτίαν εὐγνωμονῶ ἐκείνους, οἵτινες, τὴν ἑσπέραν τῆς 13 Δεκεμβρίου, ἐντὸς τῆς Βουλῆς, συνηνώθησαν νὰ ἐπιψηφίσουν τὸν περὶ εὐθύνης νόμον, καὶ οἵτινες καὶ εἰς ἐμὲ αὐτὸν ἐπέβαλον σιωπήν, καὶ ζητήσαντα νὰ ὑποστηρίξω τροπολογίας τινὰς δὲν μὲ ἄφησαν νὰ παρεμβάλω προσκόμματα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Ἄλλως τε δὲ, Κύριοι, ὁ πολιτευόμενος ὁ ὁποῖος ἔχει πεποίθησιν εἰς τὸ ἄτρωτον τοῦ στήθους του, εἰς τὸ ἁγνὸν τῶν διαθέσεών του καὶ τῆς διανοίας του, καὶ ἔχει πεποίθησιν εἰς τὴν νομιμότητα καὶ εἰς τὸ φιλόνομον αὐτοῦ, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ φοβῆται οἱονδήποτε νόμον· τουναντίον μάλιστα ὅσον αὐστηρὸς εἶναι ὁ νόμος καὶ οἱ ὑπουργοὶ μένουσιν εἰς τὰ ἑδώλιά των, τόσον μεγαλειτέρα ἐγγύησις ὑπάρχει, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ οὗτοι εἶναι ἄξιοι νὰ κυβερνῶσι τὸν τόπον. Δὲν δύναμαι ἑπομένως νὰ ἐννοήσω τοὺς φόβους καὶ τὰς ἱερεμιάδας, ὅσας ἤκουσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι θὰ κατασταθῇ ἐν τῷ μέλλοντι ἀδύνατος ἡ εὕρεσις τῶν ὑπουργῶν, ὅτι θὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν παραλυσίαν τῆς Κυβερνήσεως. Τοὐναντίον, πιστεύσατε, Κύριοι, θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπερ πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξα, εἰς τὸ ἀποτέλεσμα οὐχὶ οἱ πολιτευόμενοι νὰ ζητοῦν τὰ χαρτοφυλάκια, ἀλλὰ τὰ χαρτοφυλάκια νὰ ζητοῦν τοὺς ὑπουργούς, καὶ οὕτω νὰ ἔχωμεν ἀξιωτέρους κυβερνήτας. Πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ πεισθῇ ἐκεῖνος, ὅστις θέλει ν’ ἀνέρχηται εἰς τὴν ὑπουργικὴν ἕδραν, ὅτι ὀφείλει νὰ ᾖναι ἄξιος νὰ κατέχῃ αὐτὴν, καὶ νὰ φέρῃ καὶ τὴν συναίσθησιν τῆς εὐθύνης αὐτοῦ, νὰ μὴ γίνηται ὄργανον τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, εἴτε τῶν κομματικῶν ἀπαιτήσεων. Ἀλλὰ, εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ποῦ θὰ καταλήξητε; Εἰς τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦ ὑπουργικοῦ ἀξιώματος. Νομίζω, ὅτι θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ ὅλως ἀντίθετον, εἰς τὴν ἀνύψωσιν αὐτοῦ. Δὲν θίγω θεωρητικῶς τὸ ζήτημα, οὔτε ἐξετάζω, ἂν, προκειμένου περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Τόπου καὶ τῶν Πολιτῶν, ἦτο πρέπον νὰ ἀχθῇ εἰς τὸ μέσον ἡ ἀξιοπρέπεια ἡ ὑπουργική. Νομίζω, ὅτι εἶναι πολὺ μεῖζον συμφέρον νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ δικαιώματα τῆς πολιτείας, ἀντὶ νὰ ἐξασφαλίσωμεν ἐξωτερικῶς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν ὑπουργικῶν. Ἀλλ’ ἀπαντῶν κατ’ οὐσίαν, ὑπομιμνήσκω, ὅτι ὅσῳ μείζονες εἶναι οἱ περιορισμοὶ Ἀρχῆς τινος τόσῳ μᾶλλον ἡ Ἀρχὴ αὕτη εἶναι ἀξιοπρεπεστέρα καὶ σεβαστοτέρα. Ποῦ ὑπάρχει ἡ εὐθύνη ἡ ὑπουργικὴ εὐρυτέρα, ἀπόλυτος μᾶλλον; Ποῦ δύναται νὰ σταλῇ εἰς τὴν λαιμητόμον εὐκολώτερον ἢ ἐν παντὶ ἄλλῳ Κράτει εἷς ὑπουργός; Ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ. Ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ποῦ ἡ δύναμις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια ἡ ὑπουργικὴ εἶναι ἰσχυρότεραι ἢ ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ; Τὸ φαινόμενον τοῦτο εἶναι ἀποτέλεσμα, σὺν ἄλλοις, καὶ τῆς αὐστηρότητος τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν. Ἕκαστος σκέπτεται, ὅτι διὰ νὰ ᾖναί τις ὑπουργὸς ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ νὰ μένῃ, σημαίνει, ὅτι εἶναι ἄξιος διαχειριστὴς καὶ τίμιος· διότι, ἂν τοῦτο δὲν ἦτο, τὸ Κοινοβούλιον ἀμέσως θὰ ἐξέδιδεν ἀπόφασιν καὶ θὰ τὸν παρέπεμπε νὰ δικασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων. Ἀλλ’ ἂς ἐρευνήσωμεν καὶ ὑφ’ ἑτέραν ἔποψιν τὸ ζήτημα τῆς ἀξιοπρεπείας. Γνωρίζομεν ὅλοι, ὅτι ὁ στρατὸς ὁ ἡμέτερος, ὡς καὶ πᾶς ἄλλος τακτικὸς στρατός, τελεῖ ὑπὸ νομοθεσίαν δρακόντειον, ὅτι αἱ πράξεις, αἵτινες, τελούμεναι ἀπὸ ἁπλοῦς πολίτας, εἰσὶν ἀτιμώρητοι, τιμωροῦνται αὐστηρότατα, διαπραττόμεναι παρὰ στρατιώτου. Ὁ πολίτης ἀπαντᾷ τὸν Βασιλέα καὶ δὲν τὸν χαιρετᾷ· δὲν τιμωρεῖται· ὁ στρατιώτης, ἀπαντῶν οὐχὶ πλέον τὸν Βασιλέα, ἀλλ’ ἁπλῶς τὸν ἀνώτερόν του καὶ μὴ χαιρετῶν αὐτὸν, ὑποβάλλεται εἰς ποινὰς ἀγρίας, διὰ τὴν ἁπλῆν ἔτι καὶ ἀκαταλόγιστον ἄλλως ἀμέλειαν αὐτοῦ. Ἀλλὰ διότι οἱ στρατιωτικοὶ διατελοῦσιν ὑπὸ τοιοῦτον δρακόντειον νόμον, τίς ἐφαντάσθη νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἐξηυτελισμένοι; Ἀπεναντίας τόσῳ μᾶλλον σεβαστότερον καὶ ἀξιοπρεπέστερον εἶναι τὸ σῶμα τοῦ στρατοῦ, ὅσῳ πειθαρχικώτερον. Ἀπὸ τοὺς διαχειριστὰς τῆς δημοσίας περιουσίας ζητοῦμεν χρηματικὰς ἐγγυήσεις, ἐπιβάλλομεν εἰς αὐτοὺς ὑποχρεώσεις, ἃς δὲν ἐπιβάλλομεν εἰς τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι εἶναι ἐξηυτελισμένοι; ἀπώλεσαν τὴν ἀξιοπρέπειάν των; Τοὐναντίον μάλιστα, οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ἀπολαύουσι μείζονος ὑπολήψεως, διότι ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῶν κρέμαται ξίφος, ὁποῖον δὲν κρέμαται ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τῶν ἄλλων. Καὶ ἐπὶ τῶν ὑπουργῶν τὸ αὐτὸ συμβαίνει· ὅσῳ αὐστηρότερος εἶναι ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, τόσῳ ἀξιοπρεπέστεροι θὰ ᾖναι καὶ οἱ ὑπουργοί. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς λεπτομερείας ἐπὶ τῶν ἄρθρων, διότι εἰς δύω προηγουμένας ὁμιλίας εἶπον ὅσα ἠδυνήθην νὰ εὕρω ἐλάττωμα ἐπὶ τούτων, καὶ ὅσα ἠδυνήθην νὰ εὕρω ἐπιχειρήματα ὅπως τὰ πολεμήσω. Μίαν παρατήρησιν ἔρχομαι νὰ φέρω καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ἄρθρον περὶ τῶν πταισμάτων. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔχει τοὺς ἑπομένους ὁρισμούς· (ἀναγινώσκει). Ἐν πρώτοις παρακαλῶ νὰ μοὶ φέρητε παράδειγμα προτάσεως, καθ’ ἣν ὁ ὑπουργὸς, ὡς ὑπουργὸς, δύναται νὰ περιπέσῃ εἰς πταῖσμα. Πταῖσμα εἶναι αἱ παραβάσεις ἀστυνομικῶν διατάξεων. Πῶς δύναται νὰ περιπέσῃ ὁ ὑπουργὸς, ὡς ὑπουργὸς, ἐν τῇ ἰδιότητί του ταύτῃ, εἰς πταῖσμα; Βλέπετε, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη νομικῶς δὲν ἔχει ὑπόστασιν, καὶ δὲν δύναται νὰ εὕρῃ χῶρον ἐν νόμῳ, σπουδαίως κατηρτισμένῳ. Ἀλλὰ θὰ εἴπῃ ἴσως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι πταῖσμα λέγων δὲν ἐννοεῖ τὰς πράξεις τὰς ὡς τοιαύτας χαρακτηριζομένας ἐν τῷ Ποινικῷ Νόμῳ, ἀλλὰ τὰ μικρὰ παραπτώματα. Καὶ τοιαύτην ὅμως ἔννοιαν ἂν ἔχῃ τὸ ἄρθρον, πάλιν δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ σπουδαίως. Ἡ ἱστορία τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, ὡς καὶ ἡ πολιτικὴ ἱστορία, μαρτυροῦσιν, ὅτι ὁσάκις ἐγένοντο καταδιώξεις καθ’ ὑπουργῶν, αἱ καταδιώξεις αὗται ἐγένοντο πρωτίστως ἐν ὥραις ἐξεγέρσεων ἐθνικῶν. Δὲν ὑπάρχει παράδειγμα παραπομπῆς ὑπουργῶν, οἵτινες ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε διὰ μικρὰ παραπτώματα, καὶ πληρεστάτης ἐπικρατούσης εἰρήνης, κατηγορήθησαν καὶ ἐδικάσθησαν. Ἡ ἱστορία τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἀγγλίας μαρτυροῦν τὸ ἀκριβὲς τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου. Ὁ Στραφὼρδ, ὁ Δαῖνβυ, δὲν κατεδικάσθησαν, οὔτε ἐκαρατομήθησαν, ἡσύχου οὔσης τῆς Ἀγγλίας, ἀλλ’ ὅτε ὁλόκληρος ἡ Ἀγγλία ἦτο εἰς τὰ ὅπλα, ὑπερασπιζομένη τὰ δικαιώματά της τὰ πολιτικὰ κατὰ τῶν ἐπιδρομῶν τον Στέμματος. Ἐπίσης καὶ ὁ Πολινιὰκ κατεδιώχθη καὶ κατεδικάσθη μετὰ τῶν συναδέλφων του, μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Ἰουλίου καὶ τὴν ἐκδίωξιν τοῦ Βασιλέως. Ἵνα ἐπέλθῃ καταδίωξις, καταδίκη κατὰ Κυβερνήσεως ὁλοκλήρου ἢ καθ’ ἑνὸς ὑπουργοῦ, διὰ πολιτικοὺς λόγους, καὶ διὰ λόγους ἔτι ὑπηρεσίας, πρέπει ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ νὰ προβῇ εἰς τὰ ἄκρα τῆς πολιτικῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν παρανομιῶν, ὅπως ἐξαντλήσῃ τὸ ἀκρότατον αὐτὸ ὅριον τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς ἀνοχῆς. Οἱ λαοὶ εἶναι τὰ σώματα τὰ μᾶλλον εὐάγωγα, τὰ μᾶλλον εἰρηνικὰ, τὰ πεπροικισμένα διὰ διαθέσεων ἐπιεικείας καὶ συγγνώμης. Ἵνα καταντήσῃ λαός τις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐγερθῇ κατὰ τῆς Κυβερνήσεώς του, ὦμεν βέβαιοι, ὅτι πρέπει νὰ ὑπερεξεχείλισεν ἡ ἀδικία. Ἐν τοιαύτῃ περιστάσει δὲ, ἐν ἀνατροπῇ ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας καὶ τῆς πολιτικῆς τάξεως, βεβαίως θὰ δικασθῶσιν οἱ ὑπουργοὶ, ἀλλὰ μόνον ἐν τοιαύτῃ. Ἔχομεν δὲ εἰς κύρωσιν καὶ τὰ παρ’ ἡμῖν γενόμενα. Κατεδιώχθησαν καὶ ἐδικάσθησαν οἱ ὑπουργοὶ ἐσχάτως, διότι ἐξήντλησαν, διὰ τῆς ἐν γένει πολιτείας των, τὴν ὑπομονὴν τῶν πολιτῶν. Βεβαίως δὲ οὔτε θὰ κατεδιώκοντο, οὔτε θὰ ἐδικάζοντο, καὶ ἐπὶ μείζοσι κατηγορίαις, ἐὰν μὴ τὸ ἐν γένει πολίτευμά των ὑπῆρχεν οἷον ἀπεδείχθη. Ἀλλὰ δὲν πρέπει τοιοῦτον ἄρθρον, ἔστω καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν γενικὴν, νὰ περιέχηται ἐν τῷ νόμῳ, διότι περιέχει μίαν δυσπιστίαν, καὶ μίαν ἐπιβουλὴν πρὸς τὴν Βουλὴν. Οἱ αὐτοὶ συγγραφεῖς, ὧν πρό τινος ἐμνήσθην, ὑπεστήριξαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιλαμβάνηται ἐν τῷ νόμῳ τοιοῦτόν τι ἄρθρον, διότι προσβάλλει τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, ἀποδεικνυμένης δυσπιστίας πρὸς αὐτὴν καὶ περιοριζομένου τοῦ ἀπολύτου δικαιώματος, ὅπερ κέκτηται νὰ ἐπιτηρῇ τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν, καὶ νὰ τιμωρῇ τοὺς παραβάτας τῶν νόμων. Σημειώσατε δὲ πάλιν, ὅτι ἐνῷ ἐνίοτε πρέπει νὰ διατυπωθῇ κατηγορία κατὰ τῆς πολιτικῆς μιᾶς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ νὰ στηριχθῇ αὕτη ἢ ἐπὶ παραπτωμάτων, καὶ ἐνῷ ἔχει καθῆκον ἡ Βουλὴ νὰ πράξῃ τοῦτο, ἐὰν ὁρίσωμεν, ὅτι δὲν δύναται ἐπὶ μικροῖς παραπτώμασι νὰ τοὺς κατηγορήσῃ, ἀφαιροῦμεν ἀπ’ αὐτῆς τὸ δικαίωμα τῆς κατηγορίας. Ὁποῖον δὲ ἄλλως τὸ μέτρον πρὸς ἐκτίμησιν τοῦ μεγέθους πράξεώς τινος ὑπουργικῆς; Δὲν ἀνοίγομεν ἑτέρωθεν τὸ στάδιον τῆς καταχρήσεως, ἐνῷ περιορίζομεν ἐξ ἄλλου ἓν ἀπόλυτον δικαίωμα, ὅπερ, ἐὰν μὴ τοιοῦτον ἀφεθῇ, δύναται νὰ ἐκληφθῇ, ὡς πράγματι κατηργημένον; Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, διὰ τῆς ψήφου μου, δὲν θὰ θελήσω τὴν θύραν αὐτὴν νὰ τὴν κλείσω. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐμέμφθη τινας ἐξ ἡμῶν λίαν πικρῶς, εἰπὼν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ καὶ ἐξηγήσῃ αὐτὴν τὴν συστηματικὴν ἀπέχθειαν πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς καὶ τὴν τάσιν, ἣν ἔχομεν ἢ νὰ τοὺς στέλλωμεν καθ’ ἡμέραν εἰς τὴν λαιμητόμον, ἢ νὰ τοὺς παραδίδωμεν εἰς τὸν Μενδρεσέ. Νομίζω, ὅτι τὸ τοιοῦτον εἰς πάντα ἄλλον ἐπιτρέπετο νὰ τὸ εἴπῃ, καὶ ἐναντίον ἡμῶν, ἢ εἰς τὸν κ. Δεληγεώργην. Ἐπιτρέψατέ μοι δ’ ἐπὶ τούτῳ νὰ προβῶ εἴς τινας ἐξηγήσεις. Κατὰ μῆνα Μάρτιον τοῦ 1875, συνεπεία πολιτικῶν περιστάσεων, αἵτινες εὔχομαι νὰ παραδοθῶσιν εἰς τὴν λήθην, ἐκρίθη ἀναγκαία ἡ συνένωσις καὶ ἡ σύμπραξις πολιτικῶν κομμάτων καὶ ἀρχηγῶν, οἵτινες πρό τινος διίσταντο· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἰς προηγουμένας περιστάσεις αἱ τοιαῦται συνεννοήσεις, προφορικῶς γενόμεναι, δὲν κατέληξαν εἰς αἴσια ἀποτελέσματα, καὶ τὴν ἑπομένην ἡμέραν εἴδομεν αὐτοὺς τοὺς συνεννοηθέντας πρὸς ἀλλήλους ἀθετοῦντας καὶ διαμφισβητοῦντας πολλάκις τοὺς ὅρους τῆς συνενώσεώς των, ἐκρίθη εὔλογον νὰ συνταχθῇ ἓν πρωτόκολλον· τὸ πρωτόκολλον αὐτὸ ὑπέγραψαν οἱ τρεῖς κομματάρχαι, ὁ Κουμουνδοῦρος, ὁ Δεληγεώργης καὶ ὁ Ζαΐμης. Ἡ σύνταξις αὐτοῦ, ὡς ἀκριβῶς γνωρίζω, ἀνετέθη εἰς τὸν νεώτερον, τὸν κ. Δεληγεώργην. (Συγκίνησις ἐν τῇ αἰθούσῃ). Ἐγὼ δὲν παραδέχομαι, ὅτι ὑπάρχει ἄνθρωπος ἐν τῷ κόσμῳ ἀναμάρτητος, καὶ ἔχω τὸ ἐλάττωμα νὰ μὴ ὑποστηρίζω, οὔτε νὰ συμπράττω πολιτικῶς μετὰ πολιτευομένου, ἐὰν μὴ γνωρίζω ὅτι ἐν μέρει τοὐλάχιστον συμφωνοῦσιν αἱ ἰδέαι του πρὸς τὰς ἰδέας μου. Πρὶν ἢ δώσω λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὴν ἀσθενῆ ὑποστήριξίν μου, ὡς δημοσιογράφος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, εἰς τὴν τότε πολιτικὴν ἐνέργειαν, ἐζήτησα νὰ ἴδω τὸ κείμενον τοῦ πρωτοκόλλου. Τὸ κείμενον τὸ ἀνέγνωσα (Συγκίνησις). Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι δὲν παρεδέχθην πολλὰς ἐκ τῶν ἐν αὐτῷ περιεχομένων ἰδεῶν, πρὸ πάντων δὲ ἐλυπήθην, διότι παραδόξως οὐδεὶς λόγος ἐγίνετο περὶ τῆς στρατιωτικῆς προπαρασκευῆς τῆς Ἑλλάδος, τοὐναντίον δ’ ὑπεστηρίζετο πολιτικὴ εἰρήνης καὶ φιλίας πρὸς τὴν Τουρκίαν.
§51ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σᾶς χρησιμεύουν αὐτά; πρῶτον· δεύτερον, νομίζετε, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ σᾶς ἀπαντήσωμεν; Κάμνω δὲ τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν εἶναι διόλου ἀληθὲς, ἀλλ’ εἶναι ψευδέστατον τὸ τελευταῖον τὸ ὁποῖον εἴπατε, ὅτι ὑπάρχει εἰς τὴν συνδιάλεξιν τὴν ὁποίαν λέγητε ἐδῶ, ὑπόσχεσις μεταξύ μας περὶ πολιτικῆς φιλίας μεταξὺ ἡμῶν καὶ Τουρκίας. Εἶναι ψευδέστατον.
§52ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἶναι ἀληθέστατον, καὶ λυποῦμαι, διότι διὰ τοιαύτης λέξεως σᾶς ἀπαντῶ. Ἄλλως, δὲν ἀναφέρω τὸ τοιοῦτον διὰ νὰ κατηγορήσω τὴν τοιαύτην πολιτικήν. Ἡ πολιτικὴ αὐτὴ, τὴν ὁποίαν σεῖς ἰδίως ὑπεστηρίξατε, τὴν ὑπεστηρίξατε ὑπὸ σκέψιν καὶ ὑπὸ πνεῦμα ἐθνικοῦ συμφέροντος, ἴσως δὲ, δύναμαι νὰ εἴπω σήμερον, ὅτι ἔφερεν ἐν μέρει καὶ εἰς καλὰ ἀποτελέσματα. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δὲν ἀνέφερα τὴν φρᾶσιν αὐτὴν διὰ νὰ μεμφθῶ τινα, διότι τὴν πολιτικὴν αὐτὴν τῆς εἰρήνης καὶ διὰ τοῦ Αἰῶνος ἀκολούθως τὴν ὑπεστήριξα, διότι ἐπείσθην, ὅτι, ἐν μέτρῳ ἐφαρμοζομένη, ἠδύνατο νὰ ὠφελήσῃ, καὶ πραγματικῶς ὠφέλησε κατὰ μέρος. Βλέπετε, ὅτι εἶμαι εἰλικρινὴς, εἰς τὴν ἐξήγησίν μου καὶ εἰς οὐδεμίαν ἐπιφύλαξιν προέβην. Ἔκαμα δὲ χρῆσιν τοῦ περιεχομένου τοῦ πρωτοκόλλου, διότι οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἀνέλαβον τότε νὰ τὸ τηρήσω μυστικὸν, διότι καὶ μέγας ἀριθμὸς πολιτευομένων τὸ εἶδον, καὶ διότι καὶ αἱ περιστάσεις, αἱ τοῦτο προκαλέσασαι, ἀνήκουσιν ἤδη εἰς τὴν ἱστορίαν. Ὡς ἱστορικοῦ γεγονότος, δύνασθε νὰ λάβητε ἐπὶ τέλους γνῶσιν.
§53ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Νὰ τὸ δώσητε εἰς τὸ προεδρεῖον διὰ νὰ τυπωθῇ.
§54ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν ἔχω, ὡς ἐννοεῖτε, τὸ πρωτότυπον, ἀλλ’ οὐδὲ γράμμα ἐλλείπει ἀπὸ τῆς περιόδου, ἣν ἀνέφερα πρό τινος, περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Ἐπανερχόμενος εἰς τὸ σημεῖον, ὅπου διεκόπην, λέγω, ὅτι ἐπειδὴ αἱ περιστάσεις ἀπῄτουν τὴν κοινὴν ἐνέργειαν, διότι οὐδὲν ἀληθέστερον τοῦ λόγου, ὃν εἶπεν ὁ Φὼξ, ὅτι ὅπως ἀντιστῶσιν αἱ δημόσιαι ἐλευθερίαι κατὰ τοῦ ἀπολυτισμοῦ, μόλις ἀρκεῖ αὐταῖς ἡ συνδρομὴ τῆς ἑνώσεως τῶν πολιτικῶν κομμάτων, καὶ πάλιν ζήτημα εἶναι ἡ νίκη αὐτοῦ, παρέσχον καὶ ἐγὼ τὴν ἀσθενῆ συνδρομήν μου εἰς τὴν τότε πολιτικὴν ἐνέργειαν. Ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ λοιπὸν τούτῳ ἀνελήφθη ἡ κοινὴ ὑποχρέωσις, ὅπως, ἅμα συνερχομένης τῆς Βουλῆς, κατηγορηθῇ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1875 ἐπὶ παραβάσει τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων τοῦ Κράτους, ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἥτις ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὰ πράγματα κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, νὰ μὴ ἀντιπράξῃ εἰς τοῦτο. Ἐὰν ἐγένετο λοιπὸν ἐσχάτως καταδίωξις ὑπουργικὴ, δὲν ὑπῆρξεν εἰς τὴν καταδίωξιν αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς ὅλως ξένος· ἦτον ἐν γνώσει καὶ συνέτρεξεν εἰς αὐτὴν ἐκθύμως. Λέγων δὲ τοῦτο δὲν θέλω νὰ τὸν μεμφθῶ.....
§55ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἄλλοι θέλουν ν’ ἀποφεύγουν τὴν εὐθύνην· τὸ κόμμα αὐτὸ πρωτηγωνίστησε, καὶ πάντοτε θὰ πρωταγωνιστήσῃ.
§56ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Φιλήμων, δὲν σᾶς ἐννοῶ διατὶ τὰ λέγετε αὐτά.
§57ΦΙΛΗΜΩΝ. Διὰ νὰ καταδείξω τὴν τάσιν.
§58ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν ἡμεῖς ἐκ συστήματος κατεδιώξαμεν τὸ τότε ὑπουργεῖον;
§59ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἔχετε ἀρκετὴν λεπτότητα πνεύματος, ὅπως γνωρίζητε ὅτι αὐτὸ, ὅπερ λέγετε, δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ. Ἀναφέρων τὰ τοῦ πρωτοκόλλου ἠθέλησα νὰ εἴπω, ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην ὁ πολιτευόμενος νὰ προσανεχθῇ ὡς προσηνέχθητε καὶ ὑμεῖς αὐστηρῶς. Ἀνέφερα δὲ τὸ περιστατικὸν τοῦτο διὰ νὰ καταδείξω, ὅτι ἡ κατηγορία, ἡ μομφὴ ἡ πολιτικὴ, ἣν ἐπιῤῥίπτετε καθ’ ἡμῶν, ὅσοι ὑποστηρίζομεν αὐστηρὸν νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργικῆς, δὲν εἶναι ὀρθὴ, ὅτι δὲ δὲν εἶναι ἀληθὲς δι’ ἡμᾶς μόνον, ὅτι ἔχομεν τάσιν νὰ καταδιώκωμεν τοὺς ὑπουργούς. Καὶ ἤδη εἰς τὰ αὐτὰ ἐμμένοντες, θέλομεν ὅπως εἰς τὸ μέλλον μὴ εὑρεθῶμεν ἀπέναντι ὑπουργείου, ὅπερ ἤθελε παρεβιάσει τὸν νόμον, εἰς ἣν θέσιν εὑρέθημεν ἀπέναντι ἄλλου, διότι δὲν ὑπῆρχε νόμος. Τὸν νόμον τὸν θέλομεν καὶ αὐστηρόν, ὅπως ἀποτελεσματικὴ ἐπέλθῃ ἡ τιμωρία κατ’ ἐκείνων οἵτινες ἤθελον παράσχει τὴν βοήθειάν των εἰς τὸν ἀπολυτισμόν. Ἰδοὺ λοιπὸν ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον εἶμαι τόσον ἐπίμονος καὶ φανατικὸς διὰ τὸν περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμον. Δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς αὐστηρότητος τῶν ποινῶν οὔτε ὑπὲρ τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου, διότι τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, ἀφοῦ δὲν τὴν θεωρῶ εὔλογον, ἠθικὴν ἀναγκαίαν οὐδὲ διὰ τὸν λῃστὴν αὐτὸν, δὲν δύναμαι νὰ τὴν κρίνω ἄλλως ἢ ὡς πρόσθετον ἔγκλημα, προκειμένου περὶ παραβάσεων τῶν ὑπουργῶν ἢ περὶ πολιτικῆς πράξεως. Ἡ δὲ διαγωγή μου κατὰ τὴν δίκην τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1875 καὶ ἡ τῶν συναδέλφων μου ὑπῆρξε λίαν ἐπιεικὴς καὶ συνδιαλλακτικὴ, μάλιστα δὲ ἐγὼ αὐτὸς προέτεινα καὶ τὴν παραίτησιν ἀπὸ ψηφισθείσης κατηγορίας, καὶ τὴν ἐνέργειαν πρὸς ἀπονομὴν χάριτος τοῦ ὑπολοίπου τῆς ποινῆς τῶν καταδικασθέντων· προσεπιμαρτυρεῖ ταῦτα, ὅτι δὲν ἐφρόνουν, ὅτι πρέπει ἡ ποινὴ νὰ ᾖναι αὐστηρά.
§60ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ συμπέρασμά σας εἶναι, ὅτι ὁ ὑπουργὸς, ὅστις παραβῇ νόμον τινὰ, καὶ ἂν δὲν ἐπέλθῃ ζημία, πρέπει νὰ τιμωρηθῇ.
§61ΦΙΛΗΜΩΝ. Μάλιστα, διότι τὴν παράβασιν τοῦ νόμου λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν, τὸ γεγονὸς αὐτὸ καὶ μόνον. Ἐπειδὴ δὲ οἱ ὑπουργοὶ εἶναι οἱ ἀνώτεροι λειτουργοὶ τοῦ Κράτους, πρέπει νὰ τιμωρηθῶσι, καὶ ἂν μὴ ἐπέλθῃ καμμία ζημία, διὰ μόνον τὸ γεγονὸς, ὅτι παρέλυσαν τὸν νόμον, καὶ παρέσχον ἑαυτοὺς παράδειγμα ἀνευλαβείας πρὸς τοὺς νόμους. Ὁ κύριος πρωθυπουργὸς παρεπονέθη, διότι ἐπιτιθέμεθα κατὰ τῶν ἔργων του, ἐνῷ ἐντὸς εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν κυβερνητικοῦ βίου δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν νὰ συντάξῃ πληρέστερον τὸ νομοσχέδιον, καθόσον καὶ διὰ τῆς τροπολογίας, ἣν ἔφερεν ὁ ἴδιος, καὶ δι’ ἑτέρων, ἃς ἐπέμεινεν, ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ, ἀναγνωρίζει, ὅτι τὸ ἔργον χρῄζει μείζονος βελτιώσεως. Ἡ δικαιολογία αὕτη νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει ὑπόστασιν. Ὅταν, κατὰ τὴν 13 Δεκεμβρίου 1876, συνεζητεῖτο τὸ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νομοσχέδιον, ὅπερ ἤδη μετετράπη εἰς νόμον, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως εἰς μίαν μόνην ἡμέραν· διότι ἔμελλε νὰ ὑποβάλῃ ἓν νομοσχέδιον ἐξ ἄρθρων ὀκτὼ, κανονίζον ὁλόκληρον τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην. Βεβαίως διατί ἐζήτησεν αὐτὴν τὴν ἀναβολήν; διότι οὐδὲν ἄλλο ἐπρόκειτο νὰ πράξῃ εἰμὴ τὰς ἰδέας, ὅσας εἶχεν ἐν τῷ νῷ, νὰ τὰς διατυπώσῃ ἐπὶ τοῦ χάρτου. Καὶ βεβαίως πολιτευόμενος, οἷος ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς, ὅστις καὶ μακρὰν πεῖραν ἔχει, καὶ κοινοβουλευτικὴν ἄσκησιν, καὶ παιδείαν νομικὴν, δὲν εἶχεν ἀνάγκην τότε νὰ σκεφθῇ, τίνες αἱ βάσεις τοῦ περὶ εὐθύνης νόμου, καὶ πῶς θὰ διατυπώσῃ αὐτάς. Ἄλλως τε τὸ νομοσχέδιον περὶ εὐθύνης ἦτο ὑποβεβλημένον πρὸ ἑνὸς ἔτους, καὶ ἕτερον νομοσχέδιον τοῦ κ. Τρικούπη εἶχεν ὑποβληθῆ πρότερον· οὕτω ἔκειντο δύο ἐνώπιον ἡμῶν πρὸς συζήτησιν. Προκειμένου λοιπὸν νὰ ὑποβάλῃ ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον περὶ εὐθύνης, δὲν ἠπόρησα διατί δὲν ἐζήτησεν ἢ μιᾶς καὶ μόνης ἡμέρας προθεσμίαν. Πρέπει τώρα ν’ ἀπορήσω, ὅτε πρόκειται ἁπλῶς νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίαν ἐπὶ ἐψηφισμένου νόμου, ὃν πρὸ δύω μηνῶν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του, πῶς ἐπιτρέπεται νὰ δεχθῶμεν, ὡς ἀνεπαρκῆ τὸν χρόνον τῶν εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν; Ἐν τοῖς συνταγματικοῖς Κράτεσιν, ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδὲν ἔχει δικαίωμα νὰ προβάλλῃ, ὅτι, ἐρχομένη εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἔχει ἀνάγκην νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ πρακτέου. Ἐὰν ζητηθῶσιν ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐρχομένην εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐξηγήσεις περὶ τῆς καταστάσεως τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὰ τούτοις ὅμοια, δικαιοῦται νὰ εἴπῃ, θέλω καὶ ἐγὼ νὰ ἴδω εἰς τίνα κατάστασιν εὑρίσκεται ἡ διοίκησις, καὶ ἑπομένως ζητῶ προθεσμίαν· δὲν ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα, προκειμένου περὶ νομοθετικῶν ἀποφάσεων, ἀπὸ μακροῦ συζητουμένων, νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν εἶχε καιρὸν νὰ σκεφθῇ. Ἡ Ἀγγλία, σὺν ἄλλοις λίαν πρακτικοῖς δόγμασι, ἔχει καὶ ἀκριβέστερον δόγμα περὶ ἀντιπολιτεύσεως. Οἱ Ἄγγλοι, ὡς λέγουσιν ἡ Κυβέρνησις τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος, λέγουσι καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος. Καὶ ἀκριβῶς· διότι ἡ ἀντιπολίτευσις συγκροτεῖται ἐξ ἀνδρῶν, πολιτικῶν προσόντων καὶ πείρας· δὲν ἔχει δὲ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, δὲν εἶχον τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν νὰ σκεφθῶ καὶ ἰδίως προκειμένου περὶ νόμου ὑπουργικῆς εὐθύνης. Αὐτὰς τὰς ὀλίγας λέξεις ἐσκόπουν νὰ εἴπω......
§62ΤΙΝΕΣ. Ὀλίγας; (Ἱλαρότης).
§63ΦΙΛΗΜΩΝ. Αὐτὰς λοιπὸν τὰς πολλὰς λέξεις, ἐσκόπουν νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τοῦ δευτέρου μέρους τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Πρὶν ἢ ὅμως καταβῶ ἀπὸ τοῦ βήματος, ὀφείλω νὰ τελειώσω ἕνα μικρὸν λογαριασμὸν μετὰ τοῦ συναδέλφου μου καὶ φίλου μου κυρίου Ῥικάκη.
§64Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν τὸν ἀφίνεις;
§65ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὁ κύριος Ῥικάκης ἀνέφερεν, ὅτι, προκειμένου περὶ πολιτικῆς καταδιώξεως, ἡ ἀμερικανικὴ νομοθεσία εἶναι λίαν ἐλαστικὴ καὶ ὅτι ἡ μακρὰ πεῖρα ἔδειξεν, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατηγορηθῶσιν εἰμὴ μόνον παρὰ τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐκεῖ ὁ ὑπουργὸς, ὅστις ἤθελεν εὑρεθῆ, ὅτι παραβιάζει τὸ Σύνταγμα, ἁπλῶς ἐκπίπτει τῆς θέσεώς του. Τὸ ἄρθρον, ὅπερ σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ῥικάκης, ἐκ τοῦ Ἀμερικανικοῦ Συντάγματος θέλω τὸ ἀναγνώσει καὶ ἐγὼ ἔχει οὕτω: «Ὁ Πρόεδρος, ὁ ἀντιπρόεδρος καὶ πάντες οἱ πολιτικοὶ ὑπάλληλοι δύνανται ν’ ἀποπεμφθῶσι τῆς θέσεως αὑτῶν, ἐὰν, συνεπεία παραπομπῆς εἰς δίκην, ἀποδειχθῶσιν ἔνοχοι προδοσίας, σπατάλης τοῦ δημοσίου πλούτου, ἢ ἄλλων μεγάλων ἐγκλημάτων ἢ πλημμελημάτων.» Ἕτερον ἄρθρον ὁρίζει ταῦτα: «Αἱ πολιτικαὶ καταδίκαι συνεπάγονται ὡς ἀποτέλεσμα τὴν στέρησιν τῆς θέσεως τοῦ κατηγορουμένου, κηρύσσεται δ’ οὗτος ἀνίκανος νὰ καθέξῃ τιμητικήν τινα θέσιν, ἐμπιστευτικὴν ἢ ἐπικερδῆ ἐν τῇ Κυβερνήσει τῆς Ὁμοσπονδίας. Οὐχ ἧττον ὁ κηρυχθεὶς ἔνοχος δύναται νὰ κατηγορηθῇ, νὰ δικασθῇ καὶ νὰ τιμωρηθῇ, κατὰ τοὺς νόμους, καὶ παρὰ τῶν κοινῶν Δικαστηρίων.» Κατὰ τὰς διατάξεις ταύτας, ἐὰν ἡ πρᾶξις, ἣν ἔπραξεν ὑπουργός τις, περιέχῃ καὶ πράξεις προβλεπομένας ἀπὸ τοὺς κοινοὺς ποινικοὺς νόμους, οὐ μόνον ὁ εἰς ταύτην περιπεσὼν δημόσιος ὑπάλληλος ἀποβάλλει τὴν δημοσίαν θέσιν του, ἀλλὰ καὶ ἐνώπιον τῶν κοινῶν Δικαστηρίων εἰσάγεται καὶ τιμωρεῖται, κατὰ τοὺς κοινοὺς ποινικοὺς νόμους.
§66ΡΙΚΑΚΗΣ. Αὐτὸ σᾶς τὸ ἀνέγνωσα καὶ ἐγώ, δὲν εἶναι τὸ ἐναντίον.
§67ΦΙΛΗΜΩΝ. Βλέπετε ὅτι ἡ Ἀμερικὴ δὲν εἶναι ἐπιεικὴς, εἶναι αὐστηροτέρα ἢ τὰ ἄλλα ἐλεύθερα Κράτη· διότι ὁ εἰς ἐγκληματικὴν περιπεσὼν πρᾶξιν δημόσιος ὑπάλληλος καὶ τῆς θέσεώς του ἐκπίπτει προκαταρκτικῶς καὶ τῆς τιμωρίας παρὰ τῶν κοινῶν δικαστηρίων δὲν σώζεται· μετὰ τὴν ἐνώπιον τῆς Γερουσίας δίκην, πέμπεται ἐνώπιον τῶν κοινῶν ποινικῶν Δικαστηρίων. Ὁ κ. Ῥικάκης κατακρίνων τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα καὶ δημοσιευθέντα εἶπεν, ὅτι εἶναι παράδοξος ἡ διάταξις ἡ περιεχομένη ἐν αὐτῷ, ὅτι ὁ ὑπουργὸς εἶναι ὑπεύθυνος καὶ διὰ τὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐκδίδει, καὶ σᾶς εἶπεν ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ νομοθεσίᾳ περιέχεται τοιαύτη τις διάταξις. Ἴσως τὰς ἄλλας νομοθεσίας εἰμπορεῖ νὰ μὴ τὰς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. Ῥικάκης· ἐπειδὴ ὅμως ὡμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σήμερον μ’ ἔπεισεν, ὅτι γνωρίζει τὸν Αὐστριακὸν νόμον περὶ εὐθύνης, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἐλησμόνησεν τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Αὐστριακοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, τὸ ὁρίζον τὸ ἀντίθετον. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ὑπάρχει εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος χαρακτηρίζει τοὺς ὑπουργοὺς ὑπευθύνους καὶ διὰ τὰς παραβάσεις τῶν διαταγμάτων. Ὁ κ. Ῥικάκης εἶπεν ἐπίσης ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ἔλαβε τὴν διάταξιν, περὶ ἧς ἀνέφερεν, ἀπὸ τὸν Αὐστριακὸν νόμον· δὲν εἶδα τὸν νόμον, ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης βεβαίως δὲν εἶπε τοιοῦτόν τι. Τὰς ὀλίγας αὐτὰς τελευταίας λέξεις εἶπον, ἐπιφυλασσόμενος, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν καθέκαστα, νὰ λάβω καὶ πάλιν τὸν λόγον.
§68ΡΙΚΑΚΗΣ. Διὰ τὸν λογαριασμὸν, τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Φιλήμων, θὰ εἴπω δύω λέξεις· ἐγὼ δὲν εἶπα τίποτε ἄλλο εἰμὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπε τώρα, διότι ἰδοὺ τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα· (ἀναγινώσκει.) Εἶναι τὸ ἴδιον ἢ ὄχι;
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον ἀπέβλεπεν εἰς τὴν γενικὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, θὰ ἤμην ἐναντίος εἰς τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ, οὐχὶ ἵνα μὴ ἀναθεωρήσωμεν τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἀλλὰ ἵνα μὴ ἀναθεωρήσωμεν αὐτὸν ἤδη, διότι ὀλίγαι ἔτι ἡμέραι τῆς συνόδου ἀπολείπονται καὶ ὀφείλομεν νὰ διαθέσωμεν αὐτὰς εἰς τὴν διεξαγωγὴν ἔργων ἀναγκαίων, εἰς τὰ ὁποῖα δέον νὰ ἐνασχοληθῶμεν ἀποκλειστικῶς, ἀφοῦ ἐξάπαντος πρέπει νὰ διεκπεραιωθῶσι πρὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου. Ἔχομεν ὅμως εὐκαίρους μίαν ἢ δύω ἡμέρας, καθ’ ἃς ἐξ ἀνάγκης θ’ ἀσχοληθῶμεν εἰς ἄλλα παρὰ τὰ κύρια ἡμῶν ἔργα, ὧν ἡ ὕλη εἰσέτι δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας δυνάμεθα ν’ ἀσχοληθῶμεν καὶ εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀφοῦ ὑποβληθὲν παρὰ τοῦ ὑπουργείου δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν γενικὴν ἀναθεώρησιν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ἥτις θ’ ἀπῄτει πολὺ πλείονας τῶν δύω ἡμερῶν. Τὴν γενικὴν ἀναθεώρησιν τοῦ νόμου ἐκείνου βεβαίως ἐπιθυμῶ, καὶ νομίζω, ὅτι εἷς τῶν κυριωτέρων λόγων, οἵτινες ὑπηγόρευσαν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατεσπευσμένην ψήφισιν αὐτοῦ, ὑπῆρχεν οὐχὶ ἡ πεποίθησις, ὅτι ὁ νόμος ἦτο τέλειος — ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα διέγνων ἐν τῇ γνώμῃ τῶν βουλευτῶν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος πολλὰς εἶχεν ἐλλείψεις — ἀλλ’ ὅ,τι κυρίως ὑπηγόρευσε τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἦτο ἡ ἰδέα, ἐὰν δὲν προϋπῆρχε κεκυρωμένος νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, ματαία ἦτον ἡ ἐλπὶς, ὅτι θ’ ἀπέβαινε τελεσφόρος ἡ συζήτησις καὶ ἡ βάσανος ἐν τῇ Βουλῇ τοιούτου νομοσχεδίου. Ἤδη, ὅτε ἔχομεν κεκυρωμένον νόμον, ἐλπίζω, ὅτι ἐν τῇ προσεχεῖ συνόδῳ τῆς Βουλῆς θέλομεν ἀναθεωρήσει ἐν ἐνδελεχεῖ συζητήσει τὸ συντελεσθὲν ἐν τῇ παρούσῃ συνόδῳ ἔργον, θέλομεν συμπληρώσει τὰς ἀτελείας τοῦ νόμου τούτου, καὶ ἴσως θέλομεν ψηφίσει νέον νόμον. Ἵνα πεισθῶμεν ὅτι τοιούτου ἔργου ἀσκόπως ἠθέλομεν ἐπιληφθῆ σήμερον, ἀρκεῖ ν’ ἀναλογισθῶμεν, ὅτι ἓν τῶν ὑποβεβλημένων νομοσχεδίων περιέχει ὑπὲρ τὰ ἑκατὸν ἐνενήκοντα ἄρθρα καὶ ὅτι εἰς τὴν ψήφισιν αὐτῶν δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ διαθέσῃ πλείονας τῶν δύω ἡμερῶν. Ἀλλὰ τί προεκάλεσε τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουργείου; Τὴν πρότασιν ταύτην προεκάλεσε περίστασις ἄλλη· προεκάλεσεν αὐτὴν οὐχὶ, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἑρμιονίδος, ἡ δημοσίευσις τοῦ νόμου κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς πτώσεως τοῦ ὑπουργείου, ἀλλ’ ἡ ἀναβολὴ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης. Ὅτε ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὸν νόμον ἀσυζητητὶ, ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι δὲν ἐξέθετεν εἰς ἄδικον κίνδυνον τοὺς ὑπουργούς. Δὲν ἐψήφιζε νόμον προταθέντα παρὰ βουλευτῶν, ἀλλὰ νόμον προταθέντα παρ’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἑπομένως ἠδύνατο νὰ πιστεύῃ, ὅτι, καὶ ἐὰν οὐδεμία ἐπήγετο μεταβολὴ εἰς τὸν νόμον, τὰ δικαιώματα τῆς Κυβερνήσεως ἦσαν δι’ αὐτοῦ ἐξησφαλισμένα. Οὐδὲ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ καὶ τῆς ἐν αὐτῷ βασάνου τῶν νομοσχεδίων καθίστανται ταῦτα τελειότερα. Ἐν τῇ ψήφῳ τῆς Βουλῆς δὲν ζητεῖται ἡ τελειοποίησις τοῦ νόμου· ὅ,τι ζητεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς ἐν τῇ νομοθεσίᾳ εἶναι τὸ κῦρος τῆς θελήσεως τοῦ Ἔθνους. Ἡ βάσανος πρὸς ἐπιστημονικὸν καταρτισμὸν τῶν νομοσχεδίων δὲν ἐπιζητεῖται οὐδ’ ἐπιτυγχάνεται ἐν δημοσίαις πολυμελῶν σωμάτων συζητήσεσιν· ἡ τοιαύτη βάσανος καὶ ὁ τοιοῦτος αὐτῶν καταρτισμὸς ἀνατίθεται εἰς ἐπιτροπὰς, τοῦτο δ’ ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις. Ψηφίζουσα λοιπὸν ἡ Βουλὴ νόμον ἐν ἐπιτροπῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καταρτισθέντα, εὐλόγως ἠδύνατο νὰ φρονῇ, ὅτι καὶ ἐπιστημονικῶς ἐπεξειργασμένον ἔργον ἐψήφιζε καὶ περὶ τῆς ἀσφαλείας τῶν ὑπουργῶν ἐπαρκῶς ἐπρονόει, ἀφοῦ ὑπουργικὸν ἦτο τὸ ψηφιζόμενον ἔργον. Ἀλλὰ διὰ τῆς κατόπιν διαγωγῆς αὐτῶν τί ἀπέδειξαν οἱ ὑπουργοὶ πρὸς τὴν Βουλήν; Ἀπέδειξαν, ὅτι τὸν νόμον, ὃν αὐτοὶ ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, ὑπέβαλον ἴσως φρονοῦντες, ὅτι δὲν ἤθελεν ἐπιψηφισθῆ. Ἀπέδειξαν ὅτι ἐδυσπίστουν πρὸς τὸ ἴδιον ἔργον. Τίνα δὲ ἄλλην εἶχεν ἔννοιαν ἡ βραδύτης τῆς κυρώσεως καὶ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ; Ἤρκουν ταῦτα νὰ κλονίσωσι τὴν γνώμην πολλῶν. Βεβαίως ἐπετρέπετο ἡ ὑπόθεσις ὅτι ἐψηφίσαμεν νόμον ἐκθέτοντα ἀτόπως τὴν Κυβέρνησιν εἰς κινδύνους, ἀφοῦ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἠρνεῖτο νὰ δημοσιεύσῃ αὐτόν. Ὅτε δὲ παρέστη ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐζήτησε μεταβολάς τινας ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, ὧν ἄνευ ἦτο κατ’ αὐτὸν ἀνέφικτος ἡ δημοσίευσις τοῦ νόμου, ἐπὶ μᾶλλον ἐκραταιώθη ἡ ἰδέα αὕτη. Νομίζω, ὅτι ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἀστικῆς εὐθύνης....
§70ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ προσθέσω δύω λέξεις· οὔτε τοῦ νόμου ἐζητήσαμεν μεταβολὴν, οὔτε ἑρμηνείαν.
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον ὅτι ἐγένετο πρῶτον λόγος περὶ τῆς ἀστικῆς εὐθύνης τῆς κανονιζομένης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, κατόπιν δ’ ὑπεβλήθη πρότασις νόμου τροποποιοῦσα τὸν γενικὸν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ Νόμον· εἶπε δὲ ὁ πρωθυπουργὸς, ὅτι ἄνευ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς προτάσεως αὐτοῦ ἡ δημοσίευσις τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν ἦτο ἀνέφικτος καθὸ ἐπικίνδυνος. Ἡ πρότασις ἀφώρα εἰς διάταξιν τοῦ λογιστικοῦ Νόμου συνεχῶς καὶ ἀναποφεύκτως παραβιαζομένην. Ἀλλ’ ἆρα αὕτη εἶναι ἡ μόνη ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν παραβιαζομένη διάταξις τοῦ λογιστικοῦ νόμου; Αὕτη εἶναι ἡ μόνη διάταξις, τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ παραβιάζωσιν οἱ ὑπουργοὶ, τοὐλάχιστον ἐπί τινα ἔτι χρόνον; Τὰς περὶ ἀπολογισμῶν διατάξεις πότε ἴδετε ἐφαρμοζομένας; καὶ νομίζετε, ὅτι αὗται εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐπί τινα χρόνον; καὶ ἐπ’ αὐτὸν τὸν χρόνον δὲν θὰ διατρέχῃ ὁ ὁ ὑπουργὸς τὸν κίνδυνον, ὃν ἠθέλησε νὰ προλάβῃ ἡ πρότασις τοῦ πρωθυπουργοῦ ἐπὶ παραβάσεως ἄλλης διατάξεως; Τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν παραδέχομαι, ὅτι ὑφίστατο κίνδυνος εἴτε ἐν ταύτῃ εἴτε ἐν ἐκείνῃ τῇ περιπτώσει· ἀλλ’ ἂν ἡ διάταξις, ἧς ἐζητεῖτο ἡ τροποποίησις, ἐξέθετε τῶν ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν τὴν εὐθύνην, πῶς δὲν ἐξέθετε καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν εὐθύνην ἡ μὴ ἐκπλήρωσις τῶν διατάξεων περὶ ἀπολογισμῶν καὶ τοσούτων ἄλλων ἄρθρων τοῦ νόμου περὶ δημ. λογιστικοῦ; Πότε ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπουργῶν οἱ ἐτήσιοι λογαριασμοί; ἢ κἂν ἡ ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ὁ λογιστικὸς νόμος, ἵνα συνιστᾶται ἐκ βουλευτῶν καὶ ἄλλων πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν λογαριασμῶν ἐν τέλει τοῦ ἔτους, πότε συνεστήθη; Ἐνῷ λοιπὸν ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τοσαύτας ἔχει διατάξεις μὴ ἐφαρμοζομένας καὶ τοσαύτας μὴ δυναμένας νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐν τῷ παρόντι, ζητεῖται ἡ τροποποίησις μιᾶς μόνης διατάξεως, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτε ἐκ ταύτης τῆς διατάξεως ἐξαρτᾶται ἡ δημοσίευσις τοῦ Νόμου. Οἱ ἀναλογιζόμενοι, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ὑπογράφει ἐντάλματα ἀνεξετάστως οὐδὲ δύναται νὰ λαμβάνῃ ἑκάστοτε γνῶσιν τοῦ περιεχομένου αὐτῶν καὶ ἐκθέτει οὕτω τὴν εὐθύνην του, δύνανται νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι σπουδάζουσα ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι ἐκ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Νόμου περὶ εὐθύνης διέτρεχεν ὁ ὑπουργὸς κίνδυνον δυνάμενον ν’ ἀποσοβηθῇ διὰ τῆς μεταῤῥυθμίσεως μιᾶς ἐκ πολλῶν διατάξεων τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου μὴ ἐφαρμοζομένων ἢ καὶ μὴ δυναμένων νὰ ἐφαρμοσθῶσι; Ταῦτα εἶναι τὰ κλονίσαντα τὰς πεποιθήσεις ἐπὶ τὴν σπουδαιότητα τοῦ Νόμου τούτου καὶ τ’ ἀποδείξαντα, ὅτι οἱ ψηφίσαντες τὸν Νόμον ἐπὶ τῇ βεβαιότητι, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον εἶχε λάβει πᾶσαν ἐν αὐτῷ πρόνοιαν περὶ ἐξασφαλίσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ ὑπουργοῦ, ἠπατήθησαν, διότι αὐτὸ τοῦτο δὲν εἶχε πεποίθησιν εἰς τὸ ἴδιον ἔργον. Ἐν τοιαύτῃ διατελοῦντες ἀμφιβολίᾳ, βλέπομεν ἤδη ἄλλο ὑπουργεῖον παρουσιαζόμενον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ λέγον, ὅτι τὸν Νόμον τοῦτον αὐτὸ πρῶτον θὰ ὑποστῇ, ἀφοῦ τὸ προκάτοχόν του ὑπουργεῖον δὲν τὸν ἐδημοσίευσε δι’ ἑαυτὸ, καὶ ὅτι θεωρεῖ μὴ ἀσφαλιζομένους τοὺς ὑπουργοὺς εἰμὴ διὰ τοιούτων μεταῤῥυθμίσεων. Δικαιούμεθα ἡμεῖς οἱ ψηφίσαντες τὸν Νόμον ἐπὶ τῇ παρ’ αὐτῶν τῶν προτεινάντων βραδύτερον διαψευθείσῃ ἐπαγγελίᾳ, ὅτι παρέχει ὅλας τὰς ἀπαιτουμένας ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου ἐγγυήσεις, νὰ εἴπωμεν, ἀποῤῥίπτοντες τὴν ἀρχὴν, ὅτι δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν τὰς προτάσεις τοῦ νέου ὑπουργείου; Θὰ ἐδικαιολογούμεθα οὕτω πολιτευόμενοι, ἐὰν τὸν νόμον εἴχομεν ψηφίσει ἡμεῖς μετὰ ἰδίαν μελέτην· ἀλλ’ ὅτε ἐψηφίσαμεν αὐτὸν πεποιθότες εἰς τὴν ἐργασίαν τῶν ὑπουργῶν, οἱ δὲ ὑπουργοὶ μᾶς ἀπέδειξαν, ὅτι αὐτοὶ οὗτοι δὲν εἶχον πεποίθησιν εἰς τὴν ἐργασίαν των, βεβαίως ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν τῶν νέων ὑπουργῶν· καὶ νομίζω, ὅτι ἡ ἀπόῤῥιψις τῆς προτάσεως αὐτῶν ὑπὸ τοιούτους ὅρους θ’ ἀπεδείκνυεν, ὅτι δὲν ἀποδίδομεν εἰς τὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν τὴν ἀνήκουσαν αὐτῇ σπουδαιότητα. Μόνον ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ἀποδέχομαι τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν δυνάμεθα νὰ διεξαγάγωμεν τὴν ἐξέτασιν ταύτην λίαν ταχέως. Δὲν θὰ ἐξετάσω διόλου, ὅπως ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἑρμιονίδος, τὸν κυρωθέντα νόμον, διότι, ἐὰν θελήσωμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν ταύτην καὶ νὰ συζητήσωμεν ἐνταῦθα ἂν ὀφείλωμεν ν’ ἀποδεχθῶμεν τὴν ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ διαίρεσιν εἰς κατηγορίας τῶν πράξεων, ἐφ’ αἷς ὑπέχει εὐθύνην ὁ ὑπουργὸς, ἢ διαίρεσιν ἄλλην, ἢ ν’ ἀποδεχθῶμεν τὸ εἶδος τῶν ποινῶν, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ἐκεῖνος ἀναγράφει, ἐὰν δηλαδὴ πρέπει ν’ ἀποδεχθῶμεν τὴν φυλάκισιν, ἢ ἀντὶ τῆς φυλακίσεως μόνον στέρησιν δικαιωμάτων, ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐξετάσωμεν ἄλλας διατάξεις καὶ ἐλλείψεις τοῦ νόμου ἐκείνου, θὰ εἰσέλθωμεν εἰς στάδιον δυσανάλογον πρὸς τὸν διαθέσιμον χρόνον. Ἐπί τινων τῶν ζητημάτων τούτων ἐγράφησαν συγγράμματα ὁλόκληρα, ἀνάρμοστον δὲ νὰ ἐπιχειρήσωμεν ἀνάπτυξιν αὐτῶν ἐν συζητήσει ἐκ τοῦ προχείρου. Ἀλλὰ περὶ τῶν διατάξεων τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ ὑπουργοῦ, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα ἄριστα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν, ἀφοῦ μάλιστα αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον μᾶς δεικνύει, περὶ τίνος πρόκειται, καὶ βλέπομεν, ὅτι τὰ αἰτούμενα δὲν εἶναι πολλά. Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν θεωρούντων, ὅτι τὸ σχέδιον τὸ ψηφισθὲν εἶναι γελοῖον· ἀνέφερον τὴν λέξιν, διότι τὴν εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἑρμιονίδος ὡς ῥηθεῖσαν, καὶ ῥηθεῖσαν οὐχὶ παρ’ ἐμοῦ ἢ παρ’ ἄλλου τῶν μεθ’ ὧν ἐν τῇ Βουλῇ πολιτεύομαι, ἀλλὰ ῥηθεῖσαν παρ’ ἐκείνων, οἵτινες εὐθύνοντο ἐπὶ τῇ συντάξει τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι δὲν εἶναι ὑπογεγραμμένον εἰς τὸ νομοσχέδιον μόνον ἓν κόμμα, εἶναι ὑπογεγραμμένα δύω κόμματα, ἐν οἷς καὶ τὸ κόμμα τὸ ὁποῖον θεωρεῖ τὸν νόμον γελοῖον. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θεωρῶ τὸν νόμον γελοῖον καὶ ἑπομένως πᾶσαν τροποποίησιν θέλω ἐξετάσει, ὡς ἂν ἦτο λίαν σπουδαῖος ὁ νόμος, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ἐπιπολαίως οὐδεμίαν τροποποίησιν, διότι βεβαίως ἐὰν ὁ νόμος εἶναι γελοῖος, πᾶσα τροποποίησις βελτιοῖ αὐτόν· ἂν ὅμως εἶναι νόμος ἄξιος τοῦ ὀνόματος, δύναται διὰ τῶν τροπολογιῶν νὰ βλαφθῇ ἡ οἰκονομία αὐτοῦ. Ὀφείλομεν ἄρα νὰ ἐξετάσωμεν τὰς προτάσεις τοῦ ὑπουργείου ὡς σπουδαίας καθ’ ἑαυτὰς καὶ ὡς σκοπούσας, εἰς τὴν τροποποίησιν σπουδαίου νόμου. Ἐὰν δὲ τὸν σπουδαῖον τοῦτον νόμον προτιθέμεθα μετά τινα χρόνον νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν, θὰ τὸν μεταῤῥυθμίσωμεν πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς συμπληρώσεως αὐτοῦ, οὐχὶ ὅμως ποτὲ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ν’ ἀποδείξωμεν ὅτι ἐφ’ ὅσον ἐπεκράτησεν, ἐπεκράτησεν ὡς νόμος σόλοικος ἐν τῇ Ἑλληνικῇ νομοθεσίᾳ. Τὰς διατάξεις τὰς ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ τὰς ἀφορώσας εἰς τοὺς ὑπουργοὺς δὲν θεωρῶ ὑπερβαλλόντως αὐστηρὰς οὐδ’ ἐπικινδύνους, καὶ ἐὰν εὑρισκόμην εἰς τὴν θέσιν τοῦ νῦν ὑπουργείου, ἴσως θὰ ἐθεώρουν περιττὸν νὰ φέρω τροποποιήσεις· ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ ὑπουργεῖον θεωρεῖ αὐτὰς ἀναγκαίας, καὶ ἀφοῦ τινας ἐκ τῶν τροποποιήσεων θεωρῶ ὀρθὰς, τινὰς δὲ καὶ ὠφελίμους, νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ δεχθῶμεν τὴν περὶ αὐτῶν συζήτησιν. Δὲν ἐξετάζω τὰς γενομένας προτάσεις ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐπιεικείας, διότι νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιζητεῖται δι’ αὐτῶν ἡ ἐπιείκεια, καὶ ἀσκόπως ἐγένετο ἡ συζήτησις μεταξὺ ἐπιεικείας καὶ αὐστηρότητος. Ὅ,τι, νομίζω, ἐπιζητεῖται εἶναι ἡ ἐξασφάλισις τοῦ ὑπουργοῦ ἀπέναντι ἀδίκου καταδιώξεως καὶ ἡ, κατὰ τὸ ἐφικτὸν, πρόληψις ἀτόπων καταδιώξεων. Ὅταν ὑπάρχῃ παράβασις καθήκοντος ἀξιοτιμώρητος, οὐδεὶς, εἴτε ὑπουργὸς, εἴτε μέλλων ὑπουργὸς, ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτοῦ ἀπὸ τῆς εὐθύνης καὶ τῶν συνεπειῶν αὐτῆς. Ἡ εὐθύνη τοῦ ὑπουργοῦ ἐκτίθεται συχνάκις, καὶ οὐδεὶς εἶναι ὁ ὑπουργεύσας, ὅστις δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν ἔχει τὴν εὐθύνην αὐτοῦ ἐκτεθειμένην, οὐχὶ μόνον κατὰ τὸν νόμον τοῦτον ἢ κατὰ τὰς προτεινομένας μεταῤῥυθμίσεις αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ καθ’ οἱονδήποτε νόμον ὑπάρχοντα ἢ ὑπάρξοντα. Εἶναι ἀδύνατον, ἐν τῇ πολυπλόκῳ ἐργασίᾳ τῶν Κυβερνήσεων, νὰ μὴ ἐκτίθηται ὁ ὑπουργὸς καὶ συχνάκις εἰς παραβάσεις, αἵτινες διὰ τῆς κατὰ γράμμα ἐφαρμογῆς οἱουδήποτε περὶ εὐθύνης νόμου θὰ ἐξέθετον αὐτὸν εἰς τιμωρίαν. Ἀλλ’ οὐδεὶς, πιστεύω, ἀξιῶν νὰ διέπῃ τὰ κοινὰ, πτοεῖται ἐκ τοῦ φόβου, ὅτι θέλει καταδιωχθῆ καὶ τιμωρηθῆ, καὶ εὐτυχῶς τὸ δικαστήριον παρέχει ἱκανὰς ἐγγυήσεις, ὅτι τὸν νόμον θέλει ἐφαρμόσει ἐν τῷ πνεύματι αὐτοῦ, ὅτι θὰ ἐννοήσῃ πῶς ὁ νόμος πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ποῖοι οἱ κανόνες οἱ ἰσχύοντες ἐπὶ νόμου εὐθύνης ὑπουργῶν. Οἱ ἀληθεῖς κίνδυνοι τῶν ὑπουργῶν δὲν εἶναι οἱ ἐκ τῶν νόμων περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸ δικαστήριον, διότι καὶ ἂν τυχὸν τὸ δικαστήριον δείξῃ μεγάλην αὐστηρότητα, καὶ ἂν τυχὸν καταδικάσῃ τὸν ὑπουργὸν καὶ ἐκ τούτου στερηθῇ οὗτος οὐχὶ τῆς ἐλευθερίας του, διότι τὴν ποινὴν ταύτην τῆς φυλακίσεως θεωρῶ πράγματι μικρὰν, ἀλλὰ τοῦ δικαιώματος τοῦ πολιτεύεσθαι, καὶ πάλιν ὁ ὑπουργὸς δὲν πτοεῖται, διότι ὅταν ἔχῃ τὴν συνείδησιν, ὅτι ἔπραξεν ὅ,τι τὸ καθῆκον αὐτοῦ τῷ ἐπέβαλλεν, ἡ πρόσκαιρος ἀπὸ τῆς πολιτικῆς ἀπομάκρυνσις ἕνεκα τῆς κατὰ γράμμα ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου δὲν θέλει τὸν ἐπηρεάσει. Ὑπουργὸς φέρων τὸ βάρος τῆς τύχης ὁλοκλήρου ἔθνους, εὑρισκόμενος ἀπέναντι ζητημάτων, ἐξ ὧν ἐξήρτηται τὸ μέλλον τοῦ Κράτους, δίδων εἰς ζητήματα λύσεις δυναμένας νὰ φέρωσι μεγάλας ζημίας καὶ γενικὰς καὶ ἰδιωτικὰς, βεβαίως ἐκ τούτου μᾶλλον πτοεῖται ἢ ἐκ τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν διατρέχει νὰ φυλακισθῇ ἢ ν’ ἀποστερηθῇ τῶν δικαιωμάτων αὑτοῦ. Ἡ λύπη τὴν ὁποίαν θὰ αἰσθανθῇ, ἐὰν μάθῃ ὅτι ἔστω καὶ ἐξ ἀμελείας ἔβλαψε τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἢ τῶν ἰδιωτῶν, εἶναι πολλῷ μεγαλειτέρα τῆς λύπης, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ αἰσθανθῇ, διότι κατὰ γράμμα ἐφαρμοζόμενος ὁ νόμος ἠδίκησεν αὐτόν. Δὲν εἶναι λοιπὸν οὗτος ὁ λόγος, ὅστις ὑπαγορεύει εἰς τὰς Κυβερνήσεις τὴν αὐστηρὰν μελέτην τῶν περὶ εὐθύνης νόμων ὡς πρὸς τὰς παρεχομένας εἰς τοὺς ὑπουργοὺς ἐγγυήσεις, ἀλλὰ τὰς ἐγγυήσεις ταύτας ὀφείλουσι ν’ ἀπαιτῶσι χάριν τοῦ Κράτους αὑτοῦ, διότι δὲν εἶναι πρέπον ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους νὰ ᾖναι ἐκτεθειμένη εἰς τοὺς κινδύνους καταδιώξεως ἄνευ λόγου ἢ ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου. Καί, ὡς εἶπον, ὁ κίνδυνος ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων εἶναι μικρὸς, ἀλλ’ ὑπάρχει κίνδυνος ἐκ τῆς καταδιώξεως τῆς πολιτικῆς, ἐκ τῆς ἀδίκου παρὰ τῆς Βουλῆς παραπομπῆς εἰς δίκην· τὴν πολιτικὴν ὅμως καταδίωξιν κατὰ τίνα τρόπον δύνασθε νὰ προλάβητε; Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν συντάξητε τὸν νόμον, ἐὰν Βουλὴ ἐμπαθῶς φερομένη θέλῃ νὰ καταδιώξῃ ἀθῶον ὑπουργὸν, τίς θέλει τὴν ἐμποδίσει; Τὸ δικαστήριον θὰ κηρύξῃ κατόπιν τὴν ἀθωότητα, ἀλλὰ τὴν ὑποδικίαν τοῦ ἀθώου ὑπουργοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ προλάβητε δι’ οὐδενὸς νόμου· ἐὰν δὲ ὁ νόμος οὗτος, τὸν ὁποῖον τὸ ἕτερον τῶν ὑπογραψάντων αὐτὸν κομμάτων ἀπεκάλεσε γελοῖον, ἔφερεν ἀποτέλεσμα, ἔφερεν ἀποτέλεσμα πρὸς τὸ καλὸν, διότι περιορίζει τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς ἐν τῷ σταδίῳ τῆς προδικασίας, μὴ χορηγῶν αὐτῇ τὸ τῆς προφυλακίσεως. Αὕτη εἶναι ἡ μόνη ἐκ τοῦ νόμου δυνατὴ ἐγγύησις περὶ τὰ τῆς ὑποδικίας τῶν ὑπουργῶν, ἑπομένως ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην οὐδεμίαν ἔχομεν νὰ ζητήσωμεν ἐκ τοῦ νόμου βελτίωσιν. Εἰσερχόμενος εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, δι’ ὧν ζητοῦνται αἱ ἐγγυήσεις ὑπὲρ τοῦ ὑπουργοῦ, προτείνονται δὲ καὶ ἄλλαι βελτιώσεις τοῦ νόμου, ἄρχομαι ἀμέσως ἀπὸ τοῦ πρώτου ἄρθρου. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ζητεῖται, ὅπως ἡ ἀμέλεια τότε μόνον ἐπάγηται ποινὴν, ὅταν ἐξ αὐτῆς ἐγένετο διὰ πράξεως ἢ παραλείψεως παράβασις τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν νόμων καὶ προσέτι ἐκ τῆς πράξεως ταύτης ἐπῆλθε βλάβη εἰς οὐσιώδη συμφέροντα τοῦ κράτους. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸ πρῶτον, τοὐτέστι τὴν διὰ πράξεως ἢ παραλείψεως παράβασιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν νόμων, τοῦτ’ αὐτὸ ἀπαιτεῖ καὶ ὁ νόμος. Ὁ νόμος τιμωρῶν τὴν ἀσύγγνωστον ἀμέλειαν μόνον, ὅταν ὑπάρχῃ παράλειψις ἢ πρᾶξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸ Σύνταγμα ἢ εἰς τοὺς νόμους, δὲν τιμωρεῖ τὴν ἀμέλειαν, ὅταν ἐπῆλθε ζημία εἰς τὸ κράτος ἄνευ παραβάσεως νόμου. Περὶ τῶν πράξεων τῆς κατηγορίας ταύτης προνοεῖ τὸ 2ον ἄρθρον καὶ, ὡς βλέπετε, ἐν αὐτῷ περὶ ἀμελείας οὐδεὶς γίνεται λόγος. Ὡς πρὸς τὸ 2 τοῦτο ἄρθρον δὲν ἐπιφέρει καινοτομίαν τὸ ἄρθρον τὸ μεταῤῥυθμιστικόν. Ἐπιφέρει μόνον καινοτομίαν ὡς πρὸς τὸ 1ον, καὶ τί ζητεῖ; Ζητεῖ ὅπως ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ ἄρθρου 1ου τοῦ νόμου, ὅτε δηλ. παρεβιάσθη τὸ Σύνταγμα ἢ νόμος, εἴτε ἐκ πράξεως, εἴτε ἐκ παραλείψεως, ἡ παραβίασις αὕτη προερχομένη ἐξ ἀμελείας, ἵνα ᾖ κολάσιμος, ἐπιφέρῃ καὶ ζημίαν εἰς οὐσιώδη συμφέροντα τοῦ κράτους. Ἡ διάκρισις αὕτη μεταξὺ τῶν παραβάσεων τοῦ νόμου, αἵτινες ἐπέφερον ζημίαν καὶ ἐκείνων αἵτινες οὐδεμίαν ἐπέφερον βλάβην, εἶναι ἐπιστημονικωτάτη καὶ εἶναι διάκρισις, τὴν ὁποίαν εὑρίσκομεν καὶ εἰς συγγράμματα καὶ εἰς νόμους καὶ εἰς νομοσχέδια. Ἐν τῷ ψηφισθέντι νόμῳ δὲν ὑπάρχει ἡ διάκρισις αὕτη. Δὲν κατηγορῶ ἐπὶ τούτῳ τοῦ νόμου, διότι παρεδέχθη ἄλλο σύστημα, ἀλλ’ ἡ διάκρισις καθ’ ἑαυτὴν εἶναι ὀρθή· εἶναι δὲ ὀρθὴ καὶ διὰ τὰς δύω κατηγορίας τῶν ἐγκλημάτων, τουτέστι καὶ διὰ τὰ ἐκ δολίας προαιρέσεως πραττόμενα καὶ διὰ τὰ ἐξ ἀμελείας, τὸ δὲ νομοσχέδιον, ὅπερ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, περιεῖχε τὴν διάκρισιν ταύτην, καὶ τὴν περιεῖχεν εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιστάσεις. Ἐνταῦθα τροποποιεῖται ὁ νόμος εἰσαγομένης τῆς διακρίσεως μόνον διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς ἀμελείας. Ἦτο ἴσως καλὸν ἐὰν ἐτροποποιεῖτο καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς δολίας προαιρέσεως· τοῦτο θὰ ηὔχοντο οἱ παραδεχόμενοι ἐν συνόλῳ τὸ σύστημα ἐκεῖνο· ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ διάκρισις δὲν εἶναι ἐπιτακτικωτέρα ἐπὶ ἀμελείας. Δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι οὐδεμία καταδίωξις εἶναι πρέπουσα ἐπὶ παραβάσεων ἐξ ἀμελείας μὴ ἐπενεγκουσῶν βλάβην· ἕπεται μόνον, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ ποινὴ ἐλάσσων. Ἀλλ’ ἐδῶ δέον νὰ ἐξετάσωμεν ζητήματά τινα. Εἶναι πρέπον ἡ Βουλὴ νὰ κινῇ ὁλόκληρον ταύτην τὴν μηχανὴν τῆς καταδιώξεως τοῦ ὑπουργείου διὰ παραβάσεις μὴ σπουδαίας, διὰ παραβάσεις ὡς πρὸς τὰς ὁποίας αὐτὴ ἡ σμικρότης τῆς ποινῆς ἀποδεικνύει τὴν σμικρότητα τοῦ συμφέροντος, ὅπερ τὸ κράτος ἔχει ἐν τῇ ἐπιδιώξει τῆς τιμωρίας; Ἔχομεν προσέτι νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἡ ἀμέλεια ἐν τῇ ποινικῇ νομοθεσίᾳ τῇ γενικῇ, πρὸς τὴν ὁποίαν ἔχει ἀναλογίαν καὶ ἡ νομοθεσία ἡ εἰδικὴ περὶ εὐθύνης, ἂν καὶ δὲν δύναται νὰ διατυπωθῇ ἐντελῶς ἐπὶ τῶν ἀρχῶν ἐκείνης, ἐὰν ἡ ἀμέλεια ἐν τῇ γενικῇ ποινικῇ νομοθεσίᾳ ἀπαλλάττῃ κατὰ κανόνα τὸν ἐξ ἀμελείας ἁμαρτήσαντα τῆς ποινῆς, ὅταν δὲν ἐπῆλθεν ἐξ αὐτῆς ζημία. Καὶ εἰς τοῦτο καὶ εἰς ἐκεῖνο ἀπαντῶ καταφατικῶς. Δὲν εἶναι πρέπον ἡ Βουλὴ νὰ κινῇ τὴν μηχανὴν ταύτην, δὲν εἶναι πρέπον ἡ Βουλὴ νὰ θέτῃ εἰς συγκίνησιν ἅπασαν τὴν κοινωνίαν διὰ καταδιώξεως ὑπουργοῦ, ὅταν οἱ λόγοι τῆς καταδιώξεως δὲν εἶναι ἱκανοὶ ἵνα προκαλέσωσι τὸ ἐνδιαφέρον τῆς κοινωνίας εἰς τὴν καταδίωξιν. Πῶς δὲ δύνασθε νὰ θεωρήσητε ὑφιστάμενον ἐνδιαφέρον ἀνάλογον πρὸς τὸν ἐκ τῆς ὑπουργικῆς δίκης κλονισμὸν τῆς κοινωνίας, ὅταν πρόκηται περὶ παραβάσεως, ἥτις εἰς μὲν τὸ κράτος οὐδεμίαν ἐπέφερε ζημίαν τοῦ δὲ πράξαντος τὴν προαίρεσιν οὐδόλως εὐθύνει; Ἀλλὰ γίνεται ἐνταῦθα ἀντίῤῥησις καὶ εἰς τὴν λέξιν οὐσιώδη. Ἂν ἐν τῇ φράσει τοῦ ἄρθρου 1ου τοῦ νομοσχεδίου, «καὶ ἐκ τούτου ἐπῆλθε βλάβη εἰς οὐσιώδη συμφέροντα τοῦ κράτους», δὲν περιείχετο ἡ λέξις οὐσιώδη, εἶπόν τινες, ἠδυνάμεθα ἴσως νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ ἰδέαν. Ὡς πρὸς τὴν λέξιν ταύτην φρονῶ, ὅτι λίαν καλῶς καὶ ἐνδεικτικῶς ἐτέθη ἐν τῷ ἄρθρῳ, διότι οὕτω βεβαιοῦται ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου, ὅτι εἰς τὸν δικαστὴν τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν ἐπιτρέπεται πολὺ πλειοτέρα εὐρύτης περὶ τὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων τῆς ὑπὸ τοῦ νομοθέτου χορηγουμένης εἰς τὸν δικαστὴν τοῦ κοινοῦ δικαίου. Ὁ δικαστὴς τοῦ κοινοῦ δικαίου ἐπὶ ποινικῶν ὀφείλει νὰ περιορίζηται εἰς τὸ στενὸν γράμμα τοῦ νόμου· ἐνῷ ὁ δικαστὴς τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, ἐὰν περιωρίζετο εἰς τὸ στενὸν γράμμα τοῦ νόμου, θὰ ἐκινδύνευε νὰ πράξῃ ἀδικήματα μέγιστα καὶ ἀδικήματα κατ’ ἐκείνων, οὓς πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ προστατεύσωμεν, δηλ. ἀδικήματα κατὰ τῶν ὑπουργῶν. Πρέπει ὁ δικαστὴς τῆς εὐθύνης νὰ γινώσκῃ ὅτι δὲν ἔχει μόνον νὰ ἐξετάσῃ τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ὅτι ἔχει νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, καὶ τότε μόνον νὰ καταδικάσῃ, ὅταν κατὰ τὸν ἐπιδιωκόμενον ὑπὸ τῆς ποινικῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν πολιτικὸν καὶ κοινωνικὸν σκοπὸν ἀπαιτεῖται καταδίκη. Διὰ τοῦτο αἱ ἐλαστικαὶ ἐκφράσεις, αἵτινες δίδουσιν εἰς τὸν δικαστὴν δικαίωμα ἐκτιμήσεως, εἶναι ἐκφράσεις ἁρμόζουσαι εἰς νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ὅπως εἶναι ἐκφράσεις μὴ ἁρμόζουσαι εἰς κοινὸν ποινικὸν νόμον. Πρέπει ὁ δικαστὴς νὰ γινώσκῃ, ὅτι ὁ νομοθέτης ἐμπιστεύεται εἰς αὐτὸν τοιαύτην ἐκτίμησιν. Εἰς ἄλλα κράτη δι’ ἄλλων συνταγμάτων ὁ δικαστὴς τῆς εὐθύνης εἶναι δικαστὴς πολιτικὸς, εἶναι Γερουσία, ἢ ἄλλο τοιοῦτον Σῶμα. Παρ’ ἡμῖν καλῶς πράξασα ἡ Συνέλευσις ἀνέθηκε τὴν δίκην εἰς ἀνωτάτους τακτικοὺς δικαστάς, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως δὲν ἐνόησε νὰ μεταβάλῃ καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐκτιμήσεως, ὃν ἐμφαίνει ἡ παραπομπὴ τῆς δίκης εἰς πολιτικὸν δικαστήριον· ἐνόησεν ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα νὰ φέρῃ μεταβολὴν, συγκροτήσασα τὸ δικαστήριον ἐκ μελῶν τῶν ἀνωτέρων δικαστηρίων, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐκτιμήσεως ἐνόησε βεβαίως νὰ ἐκτιμήσωσι καὶ οὗτοι, κατὰ τοὺς αὐτοὺς κανόνας, καθ’ οὓς ἤθελον ἐκτιμήσει οἱ δικασταὶ τῆς εὐθύνης κατὰ τὸ προγενέστερον ἡμῶν Σύνταγμα, καθ’ ὃ παρεπέμπετο ἡ δίκη τῶν ὑπουργῶν εἰς τὴν Γερουσίαν. Οἱ ἀποδίδοντες ἄρα εἰς τὴν λέξιν οὐσιώδη μεγάλην σημασίαν, ἀντὶ νὰ ζητῶσι τῆς λέξεως ταύτης τὴν διαγραφὴν πρέπει νὰ ζητῶσι τὴν διατήρησιν αὐτῆς, διότι ἡ λέξις αὕτη μαρτυρεῖ ἅπαξ ἔτι τὴν ἔννοιαν, ὑφ’ ἣν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία θέλει οἱ δικασταὶ νὰ δικάζωσι, τουτέστιν, ὅτι ἐννοεῖ νὰ ἔχωσι πᾶσαν εὐρύτητα, καὶ διὰ τοῦτο μεταχειρίζεται λέξεις ἐλαστικάς. Καὶ ὡς πρὸς τὸ ἕτερον ζήτημα, τοὐτέστιν, ἂν διὰ τῆς προτεινομένης μεταῤῥυθμίσεως προσεγγίζομεν εἰς τὰ περὶ ἀμελείας ἰσχύοντα ἐν τῷ κοινῷ ποινικῷ δικαίῳ, ἢ ἀπομακρυνόμεθα αὐτῶν, ἀπαντῶ ὅτι ἡ ἀμέλεια ἐν τῷ κοινῷ ποινικῷ ἡμῶν νόμῳ πολλάκις θεωρεῖται ὡς λόγος ἀπαλλαγῆς τῆς ποινῆς, καὶ ὄχι πολλάκις, ἀλλὰ κατὰ κανόνα, διότι ἡ ποινή, ἥτις ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, κατὰ κανόνα, εἶναι ποινὴ πειθαρχική. Ὑπάρχουσι καὶ περιστάσεις, καθ’ ἃς ἐπιβάλλεται ποινὴ πλημμελήματος ἕνεκα τῆς ἀμελείας, ἀλλ’ αἱ περιστάσεις αὗται εἶναι ὅλως ἐξαιρετικαί, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι ὡς πρὸς τοῦτο νὰ σᾶς ἀναγνώσω αὐτὰ τὰ ἄρθρα τοῦ ποινικοῦ νόμου. Τὸ ἄρθρον 44 λέγει, ὅτι ὡς πρὸς τὸ μέτρον τῆς ποινῆς τῆς ἀμελείας, ἐπιβαλλομένης μόνον ὁσάκις εἰδικῶς ὁρίζεται, λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν τὸ μέγεθος καὶ ὁ κίνδυνος αὐτῆς, ἡ φύσις καὶ τὸ ποσὸν τῆς προξενηθείσης ζημίας καὶ ἡ σχέσις πρὸς τὴν ἐπικειμένην εἰς τὸ ἔγκλημα ἢ τὸ προαιρετικὸν πλημμέλημα ποινήν. Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 488, «δημόσιοι ὑπάλληλοι» — καὶ βεβαίως πρὸς τούτους ἀφομοιοῦνται οἱ ὑπουργοὶ — «οἵτινες γίνονται ἔνοχοι ἀμελείας ἐνῷ μετέρχονται τὰ δημόσια ἔργα των, ἀμελοῦν δι’ ὀκνηρίαν ἢ κουφότητα τὰ ἐπικείμενα εἰς αὐτοὺς χρέη καὶ διὰ κακοήθειαν γίνονται ἀνάξιοι τοῦ ἐπαγγέλματός των, ὑποβάλλονται εἰς πειθαρχικὴν ποινήν.» Οὗτος εἶναι ὁ κανὼν τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ δικαίου ἐν Ἑλλάδι. Εἰς τὸν κανόνα τοῦτον ἔφερεν ἐξαίρεσιν ὁ ἄρτι ψηφισθεὶς περὶ εὐθύνης νόμος καὶ ἔφερεν ἐξαίρεσιν γενικὴν, καθ’ ἣν ὑποβάλλονται εἰς ποινὰς οἱ ὑπουργοὶ διὰ παράβασιν τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων ἐξ ἀμελείας εἰς ἁπάσας τὰς περιστάσεις, εἰς ἃς ὑποβάλλονται καὶ ὅταν ἐκ δολίας προαιρέσεως ἔπραξαν τὴν παράβασιν· εἶναι λοιπὸν ἡ διάταξις ἐξαιρετικὴ, ἡ δὲ μεταῤῥύθμισις, ἣν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν, εἶναι μεταῤῥύθμισις τείνουσα πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ κοινοῦ δικαίου, διότι ἢ κατὰ τὸ κοινὸν δίκαιον πρέπει νὰ θεωρήσωμεν τὴν ποινὴν ὡς πειθαρχικὴν καὶ ἑπομένως ὡς ποινὴν μὴ ἁρμόζουσαν εἰς ὑπουργὸν, ἢ πρέπει νὰ ἐπιμετρήσωμεν τὴν ποινὴν κατὰ τοὺς κανόνας, οὓς τὸ ἄρθρον 44 ὁρίζει ἐπὶ τῶν ἐξαιρετικῶν περιπτώσεων, καθ’ ἃς τιμωρεῖται ἡ ἀμέλεια διὰ ποινῆς πλημμελήματος, κατὰ τοὺς κανόνας δὲ τούτους, ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ ἄρθρου 1ου τοῦ νομοσχεδίου, ἤτοι ὅταν δὲν ἐπῆλθε σπουδαία ζημία εἰς τὸ Κράτος, ἡ ποινὴ θὰ ἦναι ἐλαχίστη καὶ ἑπομένως ἀνάρμοστος ἐπὶ εὐθύνης ὑπουργοῦ, ὅπως καὶ ἡ πειθαρχική. Ὥστε ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀναλογίας πρὸς τὰς περὶ ἀμελείας ἀρχὰς τοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἐπιδιωκομένου διὰ τῆς καταδιώξεως τῶν ὑπουργῶν σκοποῦ καὶ τῆς φύσεως τῆς καταδιώξεως ταύτης, νομίζω ὅτι ὀρθῶς τὸ ἄρθρον 1ον ἐπέτρεψε τὴν ποινικὴν καταδίωξιν τοῦ ὑπουργοῦ ἐπὶ ἀμελείᾳ μόνον καθ’ ἣν περίπτωσιν ἐπῆλθε βλάβη εἰς οὐσιώδη συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἐγένετο ὡς πρὸς τοῦτο ἄλλη παρατήρησις ὑπὸ τοῦ κυρίου βουλευτοῦ Ἑρμιονίδος, ὅστις διὰ τῆς συνήθους λεπτότητος τοῦ πνεύματός του προϊδὼν τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ στηρίξῃ τὴν κατὰ τοῦ ἄρθρου μομφὴν ἐπὶ ἄλλης βάσεως. Εἶπεν, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου εἰσάγεται νεωτερισμὸς ἕτερος εἰς τὸν περὶ εὐθύνης νόμον, ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς ἀμελείας, ὅτι, ἐνῷ ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐπιτρέπει τὴν καταδίωξιν τοῦ ὑπουργοῦ μόνον ἐν περιπτώσει ἀσυγγνώστου ἀμελείας, ἡ μεταῤῥυθμιστικὴ αὕτη διάταξις ἐπιτρέπει τὴν καταδίωξιν, προκειμένου περὶ πάσης ἀμελείας. Ἄν ὁ κ. βουλευτὴς Ἑρμιονίδος ὀρθῶς ἡρμήνευε τὸ νομοσχέδιον, ἤθελον συμφωνήσει μετ’ αὐτοῦ, ὅτι οὐδέποτε ἔπρεπε νὰ δεχθῶμεν διάταξιν ἐπιτρέπουσαν τὴν καταδίωξιν τοῦ ὑπουργοῦ ἐπὶ ἁπλῇ ἀμελείᾳ καὶ μεταῤῥυθμίζουσαν τὸν νόμον ἀπαιτοῦντα πάντοτε ἀσύγγνωστον ἀμέλειαν. Ἀλλ’ ἡ πλάνη αὕτη τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἑρμιονίδος προῆλθεν ἐκ τοῦ ὅτι ἐνόμισεν, ὅτι διὰ τῶν ἄρθρων τούτων τῶν μεταῤῥυθμιστικῶν καταργοῦνται τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου, ἐνῷ, ὅπως ἐγὼ ἐνόησα τὰς μεταῤῥυθμιστικὰς ταύτας διατάξεις, αὗται οὐδόλως καταργοῦσι τὸν νόμον.
§72ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παντάπασιν.
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἔννοια, ἣν δίδω εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὡς παρίσταται συντεταγμένον, εἶναι ἡ ἑξῆς· ὅτι ψηφιζόμενον καὶ καθιστάμενον νόμος τοῦ Κράτους εἶναι νόμος νεώτερος τοῦ περὶ εὐθύνης νῦν ἰσχύοντος νόμου καὶ ἑπομένως κατισχύει αὐτοῦ· πᾶσα δὲ διάταξις τοῦ ἀρχαιοτέρου νόμου, ἀντικειμένη εἰς τὸν νεώτερον, καταργεῖται.
§74ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα.
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. ... ἅπασαι δὲ αἱ ἄλλαι διατάξεις μένουσιν ἐν ἰσχύϊ.
§76Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν λόγον κύριε, πρόεδρε.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τούτου ὄντος, ἡ περίστασις, ὅτι ἐν ταῖς μεταῤῥυθμιστικαῖς διατάξεσι γίνεται λόγος περὶ ἀμελείας χωρὶς νὰ ἐπαναλαμβάνηται πρὸ τῆς λέξεως «ἀμέλεια» ἡ λέξις ἀσύγγνωστος, οὐδόλως σκοπεῖ νὰ δώσῃ εἰς τὴν ἀμέλειαν ἄλλην ἔννοιαν ἢ τὴν ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ, ἀφοῦ δὲ κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον μόνη ἡ ἀσύγγνωστος ἀμέλεια τιμωρεῖται, ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ λέξις ἀμέλεια ἐννοεῖ τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου τιμωρουμένην, τουτέστι τὴν ἀσύγγνωστον.
§78ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προσθέσω κἄτι τι· ὅτι θὰ μετεχειρίζετο τὸ ὑπουργεῖον τὴν ἔκφρασιν περὶ ἀσυγγνώστου ἀμελείας, ἐὰν ἐνόμιζεν, ὅτι τῳόντι αὐτὴ εἶναι ἡ κατάλληλος ἔκφρασις, ἀλλ’ εἰς τὸν ποινικὸν νόμον ἡ ἀσύγγνωστος ἀμέλεια δὲν εἶναι γνωστή· κανενὸς εἴδους ἀμέλεια εἶναι γνωστὴ εἰς τὸν ποινικὸν νόμον, οὔτε ἀμέλεια ἀσύγγνωστος οὔτε ἀμέλεια συγγνωστέα· μόνον εἰς τὸ πολιτικὸν δίκαιον ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διάκρισις, εἰς δὲ τὸ ποινικὸν δὲν ἀπαντᾶταί ποτε καί, τὸ ἐννοεῖτε κάλλιστα, ἀμέλεια οὐχὶ ἀσύγγνωστος, ἑπομένως συγγνωστέα δὲν εἰμπορεῖ νὰ τιμωρηθῇ· ὅστις ἔχει τὸ πυροβόλον καὶ τὸ πυροβόλον αὐτὸ ἐκπυρσοκροτεῖ ἄνευ τῆς θελήσεως τοῦ κρατοῦντος αὐτὸ καὶ φονεύει ἕνα ἄνθρωπον, αὐτὸς εἰς ὃν ἀνήκει τὸ πυροβόλον εἰμπορεῖ νὰ καταδικασθῇ ἐπὶ ἀνθρωποκτονίᾳ ἕνεκα ἀμελείας· ἐὰν ὅμως ἀποδειχθῇ, ὅτι αὐτὸς τῷ εἶπεν νὰ προσέξῃ νὰ μὴ ἔλθῃ πλησίον, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἄλλα διδόμενα, ὅτι κατέβαλε πᾶσαν ἐπιμέλειαν, δὲν τιμωρεῖται. Ἑνὸς εἴδους ἀμέλειαν περιέχει ὁ νόμος, ἁπλῆν ἀμέλειαν, διὰ τοῦτο πολλὰ δικαίως ὁ κ. Τρικούπης λέγει, ὅτι τὸ παρὸν ἄρθρον δὲν ἐννοεῖ νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὸν ὑπάρχοντα νόμον, καθὼς καὶ ὁ ὑπάρχων νόμος δὲν πιστεύω νὰ ἐννοῇ νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὰς ἀρχὰς τοῦ ποινικοῦ δικαίου.
§79ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ἀληθῶς εἰς τὸν ποινικὸν νόμον δὲν ὑπάρχει ὁ ὅρος τῆς ἀσυγγνώστου ἀμελείας, ἀλλ’ εἰς τὰς διατάξεις περὶ τῆς ἐπιμετρήσεως τῆς ποινῆς εἰς τὰ πλημμελήματα, δὲν ἐνθυμοῦμαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸ ἄρθρον περιέχεται ἡ ἔννοια. Εἰς δὲ τὴν ἐπιστήμην τοῦ ποινικοῦ δικαίου, ἀναγνωρίζεται ἡ διάκρισις αὕτη, ὅπως καὶ τὸ πολιτικὸν δίκαιον τὴν παραδέχεται· καὶ διὰ τοῦτο ἡμεῖς εἰς τὸ νομοσχέδιον παραδέχθημεν αὐτὸν τὸν ὅρον, διότι περιέχεται εἰς τὸ πνεῦμα τῆς νομοθεσίας μας.
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς πρὸς ἡμᾶς, οἵτινες πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν ἢ ν’ ἀποῤῥίψωμεν τὸ ἄρθρον τοῦτο, εἶναι ἀδιάφορον. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο σαφέστερος ὁ συνδυασμὸς τοῦ νομοσχεδίου μετὰ τοῦ νόμου, ἂν ἐμνημονεύοντο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αἱ δι’ αὐτοῦ καταργούμεναι διατάξεις τοῦ νόμου, ἢ κάλλιον, ἂν τὸ νομοσχέδιον συνηρμολογεῖτο πρὸς τὸν νόμον· ἀλλὰ δὲν ὑπεβλήθη ὑπὸ τοιοῦτον τύπον καὶ ἤδη δὲν θὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ τύπου τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη ὡς αὐτοτελὲς καὶ ὡς αὐτοτελὲς θὰ τὸ συζητήσωμεν. Αἱ ἐν αὐτῷ μεταῤῥυθμιστικαὶ διατάξεις τοῦ ἑτέρου νόμου, ψηφιζόμεναι, θέλουσι κατισχύσει αὐτοῦ· ἔργον δὲ τοῦ δικαστοῦ θὰ ᾖναι νὰ συναρμολογήσῃ τοὺς δύω νόμους καὶ νὰ ἐξεύρῃ κατὰ πόσον ὁ ἕτερος νόμος μένει ἐν ἰσχύϊ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἤδη συζητουμένου. Παραλείπων ἆρα τὰ τοῦ τύπου, συζητῶ τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῇ οὐσίᾳ καὶ ἐννοίᾳ αὐτῶν καὶ ἀποφαίνομαι ποίας τῶν διατάξεων ἀποδέχομαι, ποίας τροπολογῶ καὶ ποίας ἀποκρούω καὶ διὰ τίνας λόγους. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ἄρθρον, εἶπον τοὺς λόγους, δι’ οὓς θεωρῶ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν αὐτὸ ὡς ἔχει. Τὸ ἄρθρον δεύτερον, καλὸν δὲ νομίζω νὰ προχωρήσω κατὰ τάξιν, ἀφορᾷ εἰς τὰ πταίσματα, καὶ γίνεται ἔνστασις, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι πταίσματα ὑπουργῶν, ἐφ’ οἷς δύνανται οὗτοι νὰ καταδιωχθῶσι δυνάμει τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές· διότι κατὰ τὸν νόμον ἐν ἄρθρῳ 2 ἐδ. ά. καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐν ἄρθρῳ 8 παραπέμπονται ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου οἱ ὑπουργοὶ οἱ παραβάντες κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἑαυτῶν καθηκόντων ποινικήν τινα τῶν κειμένων νόμων διάταξιν, ἑπομένως παραπέμπονται καὶ ἐπὶ πταίσματι.
§81ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Χαρακτηρίζεται τὸ ἔγκλημα ἀπὸ τὴν ποινήν.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν ποινῶν τῶν ὑπὸ τοῦ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμου ἐπιβαλλομένων, ἀλλὰ περὶ τῶν ποινῶν τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ δικαίου· διότι, κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου, ὁ ὑπουργὸς διὰ παράβασιν τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ δικαίου τιμωρεῖται μὲ τὴν ἐν τοῖς κειμένοις ποινικοῖς νόμοις ποινήν· ὥστε ἔχει λόγον τινὰ ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου. Ἂν δὲν ἀνεγράφετο, ὀλίγον θὰ ἔβλαπτε, διότι πιστεύω, ὅτι ποτὲ βουλευτὴς δὲν ἤθελε προτείνει τὴν παραπομπὴν ὑπουργοῦ ἐπὶ πταίσματι· ἀλλ’ ἀφοῦ ἐτέθη, καλῶς ἐτέθη. Εἰς τὸ ἄρθρον 3, ἂν καλῶς ἐνόησα τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κυρίου Ῥικάκη, δὲν ἐπιμένει τὸ ὑπουργεῖον, καὶ ἂν δὲν ἐπιμένῃ, εἶναι περιττὸν ν’ ἀναπτύξω τοὺς λόγους δι’ οὓς τὸ ἀποκρούω, οὔσης μάλιστα τοσοῦτον προκεχωρημένης τῆς ὥρας. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν παράβασιν ἐν καλῇ τῇ πίστει παρερμηνεύσεως τοῦ νόμου, καὶ ἂν δὲν ἐμνημονεύετο ἐν τῷ νόμῳ, θὰ ὑπενοεῖτο, ἀλλὰ καλῶς κατ’ ἐμὲ μνημονεύεται, διότι ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία ἐν νόμῳ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν. Ἐν τῷ νόμῳ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν τιμωρεῖται, κατὰ κανόνα, καὶ ἡ ἀμέλεια καὶ συνήθως ἡ παράβασις, περὶ ἧς προνοεῖ τὸ ἄρθρον 4, εἶναι παράβασις προερχομένη ἐξ ἀμελείας, καὶ ἦτο κίνδυνος μὴ τυχὸν ὁ δικαστὴς τὴν ἐξ ἀμελείας, ἐξ ἐλλείψεως ἐνδελεχοῦς μελέτης τοῦ νόμου προελθοῦσαν κακὴν αὐτοῦ ἑρμηνείαν, ἐθεώρει τιμωρητέαν. Ἡ ῥητὴ ἐν τῷ νόμῳ διάταξις αἴρει πᾶσαν περὶ τούτου ἀμφιβολίαν. Ἡ διάταξις αὕτη, ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καί τοι σφάλλει ἴσως περὶ τὴν φράσιν, εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰ ἰσχύοντα ἐν πάσῃ ἡμῶν τῇ νομοθεσίᾳ. Αὐτὴ ἡ ὕπαρξις τοῦ Ἀρείου Πάγου τί ἄλλο εἶναι, ἢ νομοθετικὴ ἀναγνώρισις ὅτι οἱ νόμοι εἶναι ἐπιδεκτικοὶ πολλαπλῆς ἑρμηνείας, ὅτι ἡ πολλαπλῆ ἑρμηνεία τοῦ νόμου καὶ ἡ ἀντιφατικὴ οὐδόλως ἀποδεικνύουσιν ἐνόχους τοὺς μὴ ἑρμηνεύσαντας συμφώνως πρὸς τὴν νομολογίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἄν ἡ παρερμήνευσις νόμου ἦτο ἀξιοτιμώρητος, θὰ ἐξετίθεντο εἰς ποινὴν οἱ πρωτοδίκαι δικάσαντες, ὁσάκις ἡ ἀπόφασις τούτων μετεῤῥυθμίζετο ὑπὸ τῶν ἐφετῶν. Ὡσαύτως ἠθέλομεν βλέπει συνεχῶς τοὺς ἀνακριτὰς καταγγελλομένους παρὰ τῶν συλλαμβανομένων καὶ φυλακιζομένων, ὅταν ἀπεδεικνύετο, ὅτι οἱ ἀνακριταὶ συνέλαβον ἢ ἐφυλάκισαν αὐτοὺς κακῶς· ἀλλ’ οὐδεὶς ποτε ἤγειρε παρ’ ἡμῖν τοιαύτην ἀξίωσιν. Ἐπὶ τῶν τοιαύτης φύσεως παραβάσεων ἀρκεῖ πρὸς ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῆς εὐθύνης ἡ καλὴ πίστις. Ἄν καλῇ τῇ πίστει ἐδόθη ἡ ἑρμηνεία ὑπὸ τοῦ πρωτοδίκου ἢ τοῦ ἀνακριτοῦ, οὐδεὶς λόγος ὑφίσταται πρὸς τιμωρίαν. Ἡ αὐτὴ ἀρχὴ δέον νὰ ἰσχύῃ καὶ ἐπὶ τῶν ὑπουργῶν πολὺ περισσότερον ἢ ἐπὶ τῶν δικαστῶν, διότι εἰς τὸν δικαστὴν ἐπιβάλλεται ἐπιμέλεια καὶ αὐστηρότης μεγαλειτέρα τῆς ἐπιβαλλομένης εἰς ὑπουργούς. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν πρέπει νὰ καταχωρισθῇ τοιαύτη διάταξις ἐν τῷ νόμῳ. Θεωρῶ αὐτὴν ἀναγκαίαν, διότι ὁ νόμος περὶ εὐθύνης εἶναι νόμος εἰδικός, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἰσχύουσι πάντοτε αἱ ἀρχαὶ τοῦ κοινοῦ δικαίου, ὡς δὲν ἰσχύουσιν ἐπὶ ἀμελείας, καὶ ἐνδέχεται ἐκ τούτου νὰ προκύψῃ ἀμφιβολία· ἀποδέχομαι ἄρα κατ’ ἀρχὴν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4· νομίζω μόνον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιέχῃ τὰς φράσεις περὶ ἀληθοῦς ἀμφιβολίας ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου ἢ περὶ παραβάσεως προερχομένης ἐξ εὐλόγου ἑρμηνείας αὐτοῦ, διότι ἐν νόμῳ δὲν πρέπει νὰ ἀναγράφωμεν, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου δύναται νὰ ᾖναι διττή. Ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι μία, πᾶσα δὲ ἄλλη ἑρμηνεία εἶναι πλάνη, ἥτις ὅμως δύναται νὰ ᾖναι συγγνωστὴ καὶ δεδικαιολογημένη· Ἀναγνωρίζοντες δὲ τὴν πλάνην τοῦ ὑπουργοῦ, τοῦ ἐφαρμόσαντος τὸν νόμον κατὰ ἔννοιαν ἄλλην παρὰ τὴν ἐπικρατοῦσαν, δυνάμεθα νὰ διατάξωμεν ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι ἡ πλάνη αὐτοῦ, ὅταν καλῇ τῇ πίστει ἠρμηνύθη ὁ νόμος, εἶναι ἱκανὸς λόγος ὅπως ἀπαλλαγῇ ὁ ὑπουργὸς τῆς εὐθύνης· καὶ ὡς πρὸς τοῦτο εἶχον περιλάβει διάταξιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν, καὶ προτείνω νὰ διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 ἀναγραφομένην ἀρχὴν τοῦ συνυπευθύνου τῶν τμηματαρχῶν καὶ τῶν γενικῶν γραμματέων ἀποδέχομαι καὶ ἐπικροτῶ εἰς αὐτήν. Εἶναι αὕτη ἀρχὴ ἀποκεντρώσεως καὶ ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ εὐχώμεθα νὰ βλέπωμεν πολλαπλασιαζομένας ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ, διότι περιορίζουσι τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν ὑπουργῶν. Ἡ ἔνστασις, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης παραλύει ἡ πειθαρχία ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, δὲν εἶναι σπουδαία. Τοὐναντίον ὁ τμηματάρχης, ὅστις αἰσθάνεται ἑαυτὸν ὑπεύθυνον, αἰσθάνεται ἑαυτὸν ἠθικῶς ἀνυψούμενον, καὶ εἶναι εὐάρεστον εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ ἔχῃ ἀπέναντί του ἀνθρώπους ὑπευθύνους, διότι τὸ ὑπεύθυνον εἶναι ὁ εὐγενέστερος χαρακτὴρ τοῦ ἀνθρώπου· ἡ διάταξις αὕτη θέλει συντελέσει εἰς τὴν κανονικὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας· καὶ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει δύναται νὰ δεσμεύσῃ τὸν ὑπουργὸν, διότι κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην δύναται ὁ ὑπουργὸς ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν τμηματάρχην τῆς εὐθύνης δι’ ἐγγράφου διαταγῆς ἢ καὶ νὰ μὴ προσφύγῃ εἰς τὸν τμηματάρχην, νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν συνδρομὴν ἄλλου οἱουδήποτε, ἢ καὶ νὰ προβῇ εἰς πρᾶξιν ἄνευ τινὸς συνδρομῆς. Ἀλλ’ ὅταν ἀναγκασθῇ νὰ ἐργασθῇ μετ’ ἀνευθύνου τμηματάρχου, ἢ ἄνευ τῆς συνδρομῆς τοῦ ἁρμοδίου τμηματάρχου, τὸ πράττει μετὰ εἰδοποίησιν δοθεῖσαν εἰς αὐτόν· ἐν περιπτώσει δὲ δίκης, θέλει ληφθῆ ἡ περίστασις αὕτη ὑπ’ ὄψιν. Ἡ διάταξις λοιπὸν αὕτη εἶναι λίαν σπουδαία καὶ ταύτης ὁμοία εἶναι ἐν μέρει καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6, ἂν καὶ διαφέρει κατ’ ἄλλα. Οἱ λόγοι, οἵτινες συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς εὐθύνης τῶν τμηματαρχῶν, τῶν γενικῶν γραμματέων καὶ πρὸ πάντων τοῦ διευθυντοῦ τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου ἐπὶ τῇ ἐπιθεωρήσει τῶν ἐνταλμάτων, συνηγοροῦσιν ἐπίσης ὑπὲρ τῆς ἀνάγκης ὅπως μὴ ἀφαιρεθῇ τὸ ὑπεύθυνον ἀπὸ τοῦ ὑπουργοῦ ἐπὶ τῇ ὑπογραφῇ τῶν ἐνταλμάτων. Ἑπομένως ἀποδεχόμενος τὰ ἄρθρα 6 καὶ 7, καθόσον ταῦτα καθιεροῦσι τὴν εὐθύνην τοῦ διευθυντοῦ τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου, δὲν ἀποδέχομαι τὰ μέρη τῶν ἄρθρων τὰ καταργοῦντα τὴν εὐθύνην τοῦ ὑπουργοῦ. Νομίζω, ὅτι καὶ ὁ διευθυντὴς τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου ὀφείλει νὰ ᾖναι συνυπεύθυνος μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ ἐπὶ τῇ ἐκδόσει τῶν ἐνταλμάτων, ὅπως εἶναι συνυπεύθυνος μετ’ αὐτοῦ καὶ ὁ τμηματάρχης καὶ ὁ γενικὸς γραμματεὺς ἐπὶ τῇ ἐκδόσει πάσης διαταγῆς. Εἶναι ἀληθὲς, ὡς εἶπον καὶ ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ὑπογράφει καθ’ ἑκάστην ἐντάλματα χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὸ περιεχόμενον αὐτῶν, καὶ ὅτι τὴν εὐθύνην βεβαίως ὑπέχει ἄνευ δολίας προαιρέσεως καὶ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν καὶ ἄνευ ἀμελείας, διότι δὲν δύναται νὰ κληθῇ ἀμέλεια ἡ παράβασις ἡ προερχομένη ἐξ ἀνάγκης ὑπὸ τῶν νόμων αὐτῶν κατασκευασθείσης. Ὅπως ἔχει ἡ νομοθεσία ἡμῶν, κατὰ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἡ νομοθεσία ἐπιβάλλει εἰς τὸν ὑπουργόν, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ἀνάξιος ὑπουργὸς ὁ κατατρίβων τὸν χρόνον εἰς μελέτην ἐνταλμάτων καὶ τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων τῶν ἐντολῶν. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο πρέπει ἡ ὑπογραφὴ αὐτοῦ νὰ μὴ φέρῃ εὐθύνην; Οὐχί· ἀλλὰ πρέπει νὰ μεταῤῥυθμισθῇ ἡ λογιστικὴ νομοθεσία, ὅπως τὰ ἐντάλματα μὴ ὑπογράφωνται παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ, ἀνατιθεμένης τῆς ὑπογραφῆς αὐτῶν εἰς ἄλλους δυναμένους νὰ ἐξητάζωσι τί ὑπογράφουσιν. Ἐνόσῳ ὅμως ὑπογράφει ὁ ὑπουργὸς, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ ὑπογραφὴ αὐτοῦ ἀνεύθυνος. Ἂν ᾖναι ἀνεύθυνος ἡ ὑπογραφὴ, εἶναι χάρτης ἄγραφος. Πῶς συμβιβάζεται τοῦτο μετὰ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ ὑπουργοῦ, μετ’ αὐτῆς τῆς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀποδιδομένης εἰς τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ σημασίας; Οὐδέποτε ὅμως θὰ εὑρεθῇ Βουλὴ, ἥτις νὰ παραπέμψῃ ὑπουργὸν εἰς δίκην διότι ἄνευ δολίας προαιρέσεως ἔθεσε τὴν ὑπογραφήν του εἰς ἔνταλμα μὴ κανονικόν. Τὰς προτεινομένας περιστάσεις ὑπὲρ τοῦ ἀνευθύνου τῆς ὑπογραφῆς θέλει λάβει ἡ Βουλὴ ὑπ’ ὄψιν, ἵνα μὴ παραπέμψῃ. Κατὰ ταῦτα προτείνω ἵνα τροποποιηθῶσι τὰ ἄρθρα 6 καὶ 7. Τὸ ἄρθρον 8, ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον ἐῤῥέθη ἀπὸ τοῦ βήματος ὅτι εἶναι περιττὸν καὶ ὅτι οὐδὲν προσθέτει εἰς τὰ ἐν τῷ νόμῳ περιεχόμενα καὶ οὐδὲν ἀφαιρεῖ, νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἀναγκαία ὡς ἐκ σφαλμάτων ἐν ταῖς διατάξεσι τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ψηφισθέντος νόμου. Κατὰ τὸ ἄρθρον 6, ὁσάκις ὁ ὑπουργὸς κατηγορεῖται ἐπὶ παραβάσει ποινικῆς διατάξεως ἀφορώσης εἰς πράξεις ὡρισμένης κατηγορίας ὑπαλλήλων, ὁ ὑπουργὸς τιμωρεῖται οὐχὶ κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου, ἀλλὰ κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμου. Δηλαδὴ, ἂν κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον ὁ νομάρχης καὶ ὁ ἔπαρχος τιμωροῦνται δι’ ὑπέρβασιν ἐξουσίας δι’ εἱρκτῆς, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 6 ὁ ὑπουργὸς διὰ τὴν αὐτὴν παράβασιν θὰ τιμωρηθῇ μόνον διὰ διετοῦς φυλακίσεως.
§83ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δηλαδὴ τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργείου ἐπιτείνει τὴν ποινήν.
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα. Καθιστᾷ αὐτὴν δικαίαν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος, τῆς ἴσης ἀπονομῆς τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, διότι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος ἐπὶ τῷ αὐτῷ ἐγκλήματι ὁ ἔπαρχος νὰ τιμωρῆται περισσότερον τοῦ ὑπουργοῦ. Περιέχει δὲ καὶ ἕτερον σφάλμα τὸ ἄρθρον 6. Κατ’ αὐτὸ, ἐνῷ ὁ ὑπουργὸς, ὁ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἑαυτοῦ καθηκόντων παραβιάσας ποινικήν τινα τῶν κειμένων νόμων διάταξιν, τιμωρεῖται μὲ τὴν ἐν τοῖς κειμένοις ποινικοῖς νόμοις ὡρισμένην ποινὴν, ἡ ποινὴ συνεπάγεται στέρησιν τῶν ἐν τοῖς ἄρθροις 21 καὶ 23 δικαιωμάτων οὐχὶ ἀπὸ ἓξ μηνῶν ἕως ἓξ ἐτῶν, ὡς ὁρίζει ὁ ποινικὸς νόμος, ἀλλ’ ἀπὸ δύω ἕως πέντε ἐτῶν. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος δικαιολογῶν τὴν διαφορὰν ταύτην, τὸ δὲ ἄρθρον 8 τοῦ νομοσχεδίου καταργεῖ αὐτήν. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 9 κατὰ τ’ ἄλλα μοὶ φαίνεται περιττὴ, διότι περιέχονται ἐν τῷ νόμῳ ὅλαι αἱ περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἐπιτρέπεται ἡ παραπομπὴ τοῦ ὑπουργοῦ, ὑποθέτω δὲ, ὅτι περιελήφθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ μόνον, ἵνα ἐπιτρέψῃ τὴν χρηματικὴν ποινὴν ἀντὶ τῆς ποινῆς τῆς φυλακίσεως. Ὡς πρὸς τοῦτο δὲν φέρω γνώμην, διότι ἀποδέχομαι σύστημα ποινῶν διάφορον καὶ τοῦ ἐν τῷ ψηφισθέντι νόμῳ καὶ τοῦ ἐν τῷ μεταῤῥυθμίζοντι ἐκεῖνον νομοσχεδίῳ. Φρονῶ, ὅτι εἰς τὰς ὑπουργικὰς παραβάσεις πρέπει νὰ ἐπιβάλληται μόνον ποινὴ στερήσεως πολιτικῶν δικαιωμάτων, ἐνῷ κατὰ μὲν τὸν νόμον ἐπιβάλλεται ποινὴ φυλακίσεως, κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ἐπιτρέπεται κατ’ ἐκλογὴν τοῦ δικαστοῦ καὶ ἡ χρηματικὴ ποινή. Κατ’ ἐμὲ, εἶναι ποινὴ ἀνάρμοστος, διὰ τὸ εὐτελὲς, ἡ φυλάκισις καὶ ἡ χρηματικὴ ζημία, ἐπιβαλλομένη εἰς ὑπουργὸν παραβάτην τοῦ Συντάγματος, ἐνῷ ἡ ποινὴ τῆς στερήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων ἐπιβαλλομένη εἰς ὑπουργὸν, ἔστω καὶ ἐπὶ βραχὺν χρόνον, ἔχει σπουδαιότητα ἀνάλογον πρὸς τὸ ἔγκλημα. Ὡς πρὸς τὰς συνεπείας τῆς ποινῆς ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι τὰ ἄρθρα τοῦ ποινικοῦ νόμου, εἰς ἃ παραπέμπει τὸ δέκατον ἄρθρον τῶν μεταῤῥυθμιστικῶν διατάξεων, δὲν περιλαμβάνουσι τὴν στέρησιν ὅλων τῶν δικαιωμάτων, ὧν μνημονεύει ὁ περὶ εὐθύνης νόμος. Δὲν δίδω τοιαύτην ἑρμηνείαν εἰς τὰ ἄρθρα τοῦ ποινικοῦ νόμου, νομίζω δὲ, ὅτι λίαν καλῶς ἐν ταῖς μεταῤῥυθμιστικαῖς διατάξεσι θεωρεῖται ἡ ποινὴ τῆς στερήσεως τῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς ἀνικανότητος ὡς συνέπεια ποινῆς καὶ οὐχὶ ὡς κυρία ποινὴ, διότι ὡς συνέπεια δὲν καταργεῖται διὰ τῆς χάριτος, ἀλλὰ μόνον διὰ τῆς ἀποκαταστάσεως, οὐδεὶς δ’ ὑπάρχει λόγος, ἵνα ἡ στέρησις τῶν δικαιωμάτων καὶ ἡ ἀνικανότης ἔχωσιν ὡς πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς ἄλλον χαρακτῆρα ἢ πρὸς πάντα ἄλλον ἐπὶ τῷ αὐτῷ ἐγκλήματι καταδικαζόμενον.
§85ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 μ. μ.