1877.03.02
991 στίχοι · 8.192 λέξεις · 79 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 87
τῆς 2 Μαρτίου 1877.
(Τετάρτη.)
Ὥρα 3. μ. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Κατὰ τὴν προχθεσινὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, θὰ προταχθῶσι τὰ τρία νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐπρότεινε τὸ ὑπουργεῖον, μετὰ ταῦτα δὲ ἔρχεται ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ συνόλου τοῦ περὶ στρατολογίας νομοσχεδίου· μεταβαίνομεν λοιπὸν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐντόκων γραμματίων. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐντόκων γραμματίων κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§3ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μέσσης Βουλευτὴς, νῦν δ’ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ σεβαστός μοι φίλος, συζητουμένου τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ὑπεστήριξε τὰς βάσεις τοῦ ὑφισταμένου νόμου, ἐπολέμησε δὲ τὴν ἀρχὴν τῆς μιᾶς ψήφου καὶ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας. Μετὰ πολὺν ἀγῶνα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶπεν ἐπὶ τέλει τοὺς ἀκολούθους λόγους, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 22 Ὀκτωβρίου. «Ἡ συζήτησις γίνεται σήμερον, διὰ νὰ μεταπεισθῶμεν ἢ διὰ νὰ μεταπείσωμεν; Ὄχι· διότι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει ἤδη τὴν γνώμην του ἐσχηματισμένην. Διατί λοιπὸν συζητοῦμεν; Διὰ νὰ ἀκούουν οἱ περιεστῶτες πῶς πολιτευόμεθα. Ἐὰν δὲ εἶχον φρόνησιν (οἱ περιεστῶτες οὗτοι), ἤθελον λαμβάνει σημειώσεις, τὴν δεῖνα ἡμέραν ἐῤῥέθη ὑπὸ τοῦ δεῖνος τοῦτο, ἀπεφασίσθη ἐκεῖνο. Αἱ δὲ τοιαῦται σημειώσεις ἤθελον εἰς αὐτοὺς χρησιμεύει.» Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ πρῶτον μέρος τοῦ λόγου τούτου, δὲν ἐμβαίνω εἰς συζήτησιν, οὔτε ἐρωτῶ ἤδη ἐὰν πράγματι ἐκ τῶν συζητήσεων οὐδὲν ἀποτέλεσμα προέρχηται, ἀλλ’ ἕκαστος ἡμῶν, εἰσερχόμενος εἰς τὸ Βουλευτήριον, ἔχει ἐσχηματισμένην γνώμην. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ ὁμολογήσω, ὅτι οἱ δεύτεροι λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἦσαν λόγοι φρονιμώτατοι καὶ σπουδαιότατοι. Ἀληθῶς οἱ πολιτευόμενοι ὀφείλουν νὰ ἦναι προσεκτικοὶ εἰς τοὺς λόγους των, πρὸ πάντων δὲ νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὀφείλουσι νὰ διατηρῶσι γλῶσσαν τοιαύτην, ἥτις νὰ μὴ τοὺς ὑποβάλλῃ εἰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἐρχόμενοι εἰς τὴν Ἐξουσίαν δὲν δύνανται νὰ ἐκτελέσωσι. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ πολιτευόμενος, ἐρχόμενος εἰς τὴν ἐξουσίαν, νὰ ἐφαρμόσῃ κατὰ γράμμα πάντα ὅσα ὑπεστήριξεν, ἐκτὸς αὐτῆς ὑπάρχων. Τὸ τοιοῦτον εἶναι πολλάκις ἀνέφικτον καὶ ἀντιπολιτικόν. Δὲν ἐννοῶ ἐπίσης, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ζητήσῃ τὴν κατάργησιν καὶ τὴν ἀνατροπὴν ὅλων ἐκείνων, ἅτινα ἐπολέμησεν ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας ὑπάρχων, διότι καὶ τὸ τοιοῦτον εἶναι πολλάκις ἀντιπολιτικὸν καὶ ἀνέφικτον, δὲν συμφέρει δὲ πάντοτε νὰ μετακινῆται καὶ αὐτὸ τὸ εὖ κείμενον κακόν. Εἶναι ἀδικαιολόγητος ὅμως ὁ πολιτικός, ὅστις, ἐρχόμενος εἰς τὴν Ἐξουσίαν, ἄνευ κατεπειγούσης ἀνάγκης καὶ ἀποδεδειγμένης, εἰσάγει εἰς τὴν νομοθεσίαν τῆς πατρίδος του θεσμούς, τοὺς ὁποίους ἄλλοτε ἐπολέμησε καὶ κατέκρινεν, ἢ θεσμοὺς ἀντιθέτους ὅλως τῶν ἀρχῶν τὰς ὁποίας ὑπεστήριξεν. Οὐχ ἧττον ἡ συμβουλὴ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ καὶ σεβαστοῦ φίλου μου κ. Ζωχιοῦ μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, ἔκτοτε δ’ ἤρχισα νὰ ἦμαι προσεκτικώτερος εἰς τοὺς λόγους τῶν πολιτευομένων, καὶ ἐκράτησα σημειώσεις τινάς. Μεταξὺ τῶν σημειώσεων τούτων, εὗρον καὶ τὴν ἑπομένην. Ἐπρόκειτο ἡ συζήτησις τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμου. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 13 Δεκεμβρίου 1876 ὁ κ. Ζωχιὸς ἔλαβεν αὖθις τὸν λόγον. Ἰδοὺ τίνα διετύπωσε γνώμην περὶ τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης καὶ περὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ περὶ αὐτῆς νόμου: «Εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐξέφερε δόγμα, ὅτι πρὶν ἢ κρεμάσωμεν ὑπουργόν, ἡ Ἑλλὰς δὲν σώζεται. Εὐτυχῶς δὲ ὑπῆρχεν ἄλλοτε ὑπεράνω τοῦ βήματος κρίκος· ὁ κρίκος ὅμως ἐκεῖνος ἐχάθη· μάτην δὲ πιστεύετε ὅτι δι’ οἱουδήποτε νόμου θὰ κατορθώσητε νὰ περιορίσητε τοὺς ὑπουργούς, οὐχὶ τοὺς παρόντας, ἀλλὰ καὶ τοὺς μέλλοντας, καὶ ἐμὲ τὸν ἴδιον. Τὸ εἰδικὸν δικαστήριον εὗρεν ἐνόχους τοὺς ὑπουργούς, ἀλλὰ δὲν εὗρε νόμον, πρὸς ἐφαρμογήν. Ἂς θέσωμεν λοιπὸν νόμον, καὶ νόμον ἀγγλικόν, ἐξ ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἀγαπᾷ ὁ κ. Φιλήμων. Κατὰ τὸν τοιοῦτον νόμον, ὁ ὑπουργὸς ὁ παραβιάσας τὸ Σύνταγμα πρέπει νὰ καταδικάζηται εἰς θάνατον ἢ εἰς οἱανδήποτε ἄλλην ποινὴν ἀποφασίσει τὸ δικαστήριον, δηλαδὴ ἂς ἀναδείξωμεν τὸ δικαστήριον καὶ νομοθέτην.» Ὁ συνάδελφός μου κ. Βαλέττας ἐξεπλάγη εἰς τὴν ἰδέαν αὐτήν, καὶ παρετήρησεν εἰς τὸν κ. Ζωχιόν, ὅτι τὸ τοιοῦτον εἶναι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Ζωχιὸς ἀπήντησεν ἀμέσως καὶ ζωηρῶς: «Ἡσυχάσατε. Σύνταγμα ἔχει καὶ ἡ Ἀγγλία, καὶ ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ὁ σοφώτατος τὸν ὁποῖον ἔχουν οἱ Ἄγγλοι. Πολλοὶ τῶν Βουλευτῶν θέλουν νόμον, εἴτε καλόν, εἴτε κακόν, εἴτε ἀρτίποδα, εἴτε μή. Δότε λοιπὸν ἕνα νόμον, ἔστω καὶ μὴ ἀρτίποδα, διὰ νὰ μὴ σᾶς κατηγοροῦν, ὅτι θέλετε τοὺς ὑπουργοὺς ἄνευ εὐθύνης.... Ὅπου σήμερον ἐφθάσαμεν, ἐὰν μὴ δώσωμεν ἕνα νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, θὰ μᾶς εἴπωσιν, ὅτι εἴμεθα ἐναντίοι τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου, ὅτι προδίδομεν τὴν Πατρίδα. Ὅθεν πρέπει νὰ τὸν δώσωμεν τὸν νόμον». Οἱ λόγοι οὗτοι παρήγαγον τὴν ἐντύπωσιν ἣν φυσικῶς ἔπρεπε νὰ φέρωσι, καὶ ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὸν νόμον ἀσυζητητεὶ καὶ παμψηφεί. Δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Ζωχιοῦ εἰς τὰ καθέκαστον, ἰδίως ὅτι ἡ ἐσχάτη ποινή, ἡ τοῦ θανάτου, πρέπει νὰ ἐπιβάλληται εἰς τοὺς παραβαίνοντας τὸ Σύνταγμα ὑπουργούς· δὲν συμμερίζομαι αὐτήν, οὐ μόνον διότι ἀντίκειμαι εἰς τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου ἐν γένει, ἀλλὰ διότι ἰδίως, εἰς τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα ἐπιβαλλομένην, τὴν κρίνω ὡς πρόσθετον ἔγκλημα. Ἐπίσης δὲν συμμερίζομαι καὶ τὴν ἰδέαν αὐτοῦ, ὅτι πρέπει τὸ δικαστήριον νὰ ᾖναι ἐλεύθερον νὰ ἐπιβάλλῃ οἱανδήποτε ποινήν, αὐτὸ ὁρίζον ταύτην. Ἐν γένει ὅμως παραδέχομαι τὴν κεντρικὴν ἰδέαν, ἥτις ὑπηγόρευσεν εἰς τὸν κ. Ζωχιὸν νὰ χαρακτηρίσῃ τὸν περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμον, ὡς ὅλως ἔκτακτον, καὶ ν’ ἀπαιτήσῃ αὐτὸν αὐστηρότατον. Ἀληθῶς ὁ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμος καὶ ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν δὲν δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ κοινὸν ποινικὸν δίκαιον· εἶναι ὅλως ἐξαιρετικῆς φύσεως, πρέπει δ’ ἐντεῦθεν νὰ διέπωνται ὑπὸ ἐξαιρετικῶν ἀρχῶν. Τούτου ἕνεκα πάντα τὰ ἔθνη, ὅσα σπουδαίως ἠθέλησαν νὰ δώσωσι σάρκα εἰς τὴν εὐθύνην τὴν ὑπουργικήν, ἀπεδέχθησαν τὸν περὶ αὐτῆς νόμον αὐστηρότατον. Πρωτεύουσι δ’ ἐν τούτῳ οἱ Ἄγγλοι· εἷς δὲ ἐκ τῶν πρωτίστων πολιτευομένων τῆς Ἀγγλίας, ὁ Ῥῶσσελ, διὰ τοῦ πρακτικοῦ νοός, ὅστις χαρακτηρίζει τὴν πολιτικὴν κρίσιν τῶν συμπατριωτῶν του, ἀπεφάνθη, ὅτι ὁ νόμος ὁ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, καὶ πρὸ πάντων τὸ δικαίωμα τὸ ἀπόλυτον ὅπερ ἔχει ἡ Βουλή, νὰ κατηγορῇ τοὺς ὑπουργοὺς δι’ ὁποιανδήποτε πρᾶξιν καὶ δι’ οἱανδήποτε ἀδιακρίτως παράβασιν τοῦ Συντάγματος, «εἶναι μᾶλλον φόβητρον, προωρισμένον νὰ ἐκφοβίζῃ τοὺς ἔχοντας διαθέσεις πρὸς τὴν παρανομίαν, ἢ πράγματι ἐγγύησις ὑπὲρ τῆς δημοσίας δικαιοσύνης». Καὶ ἀληθῶς ὁ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμος ἂν μὴ φέρῃ τὸν χαρακτῆρα τοῦτον, οὐδεμίαν ἔχει ἀξίαν. Ὅτε εἶδον τὸν ἀξιότιμον πρωθυπουργὸν προχθὲς ἀναβαίνοντα τὸ βῆμα καὶ ἀναγγέλλοντα τροποποιήσεις τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, κατελήφθην ὑπὸ φρίκης. Βλέπων, ὅτι ἔμελλε νὰ ᾖναι ὑπογραμμένος εἰς τὸν νόμον τοῦτον καὶ εἷς, ὅστις ἐζήτησε τὴν εἰσαγωγὴν τῆς θανατικῆς ποινῆς διὰ τὰς παραβάσεις τοῦ Συντάγματος, καὶ τὴν κατάργησιν προσέτι τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τοῦ ὁρισμοῦ τῆς ποινῆς, ὑπώπτευσα, ὅτι τοιοῦτόν τι θὰ εἰσήγετο, καὶ ὅτι ἡ θανατικὴ ποινὴ θὰ κατεγινώσκετο ἐφεξῆς εἰς τοὺς ὑπουργούς, τοὺς παραβαίνοντας τοὺς νόμους, καὶ θὰ ἀφίνετο τὸ δικαστήριον ἐλεύθερον νὰ ἐπιβάλλῃ ὁποιανδήποτε ποινὴν ἤθελον αἱ περιστάσεις ὑπαγορεύσει. Ἀλλ’ ὅτε ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον πρωθυπουργὸν ἀναγινώσκοντα τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὅτε ἀκολούθως τὸ ἀνέγνωσα, συνῆλθον μὲν ἐκ τοῦ φόβου, ἀλλὰ περιέπεσα εἰς ἕτερον αἴσθημα, εἰς αἴσθημα ἐκπλήξεως. Ἠπόρησα πῶς ἐκεῖνος, ὅστις ἠξίωσεν, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι αὐστηρότατος ὁ νόμος καὶ δρακόντιος, περιῆλθεν εἰς θέσιν νὰ ὑπογράψῃ νόμον, εἰσάγοντα τὴν ἄρνησιν τῆς εὐθύνης ἀφ’ ἑνός, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καταγινώσκοντα ποινὴν μέχρι 5,000 δραχμῶν προστίμου καὶ φυλακίσεως εἰς ὑπουργὸν παραβάτην τοῦ Συντάγματος, ἀντὶ τῆς θανατικῆς ποινῆς, ἣν ὑπεστήριζε πρό τινος. Ὀλίγοι δὲ λόγοι θέλουν σᾶς πείσει, ὅτι εἶναι ἀκριβὴς ὁ χαρακτηρισμός, ὃν ἔδωκα εἰς τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, ἢ μᾶλλον εἰς τὴν τροπολογίαν τὴν εἰσαγομένην εἰς τὸν περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν ψηφισθέντα καὶ δημοσιευθέντα ἤδη νόμον, ὅτι δηλαδὴ οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ ἡ ἄρνησις καθ’ ὁλοκληρίαν τῆς προσωπικῆς εὐθύνης. Τὸ ἄρθρον πρῶτον ὁρίζει: «Ἕνεκεν ἀμελείας ἐπιτρέπεται ποινικὴ καταδίωξις, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς παρέβη διὰ πράξεως ἢ παραλείψεως τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν νόμων, καὶ ἐκ τούτου ἐπῆλθε βλάβη εἰς οὐσιώδη συμφέροντα τοῦ Κράτους.» Ἐρωτῶ, ποῖον εἶναι τὸ μέτρον, δυνάμει τοῦ ὁποίου θέλομεν διακρίνει ποῖα εἶναι τὰ οὐσιώδη, καὶ ποῖα τὰ μὴ οὐσιώδη συμφέροντα ἑνὸς Κράτους; Τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἀποτελοῦσιν ἓν ὅλον ἀλληλένδετον, πολλάκις δὲ εἶναι περιστάσεις, καθ’ ἃς ἓν ἐλάχιστον συμφέρον, μία προσβολὴ μικρά, δύναται νὰ φέρῃ χαρακτῆρα πολὺ θετικώτερον μείζονος προσβολῆς ἢ εἰς ἄλλας περιστάσεις. Τὸ ἄρθρον δὲ οὐδὲν μᾶς παρέχει μέτρον πρὸς ἐκτίμησιν τῶν οὐσιωδῶν αὐτῶν συμφερόντων· ἡ αὐθαιρεσία ἀφίνεται πληρεστάτη εἰς τὸ Δικαστήριον νὰ κρίνῃ. Οὕτω, ἐνῷ δύναται ν’ ἀναγνωρίσῃ τὸ δικαστήριον, ὅτι ὑπουργός τις παρέβη τὸ Σύνταγμα καὶ ὅτι διὰ τῆς παραβάσεως παρέβλαψε θετικὰ τοῦ Κράτους συμφέροντα, θὰ τὸν κηρύξῃ ἀθῶον, διότι ὁ ὑπουργὸς αὐτὸς θέλει κριθῇ, ὅτι δὲν ἔβλαψεν οὐσιῶδες, κατὰ τὴν κρίσιν του, συμφέρον τοῦ Κράτους. Ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ ἐκτιμήσητε, ἂν διὰ τῆς τοιαύτης ἐλαστικῆς ἐκφράσεως δύναται νὰ ὑπάρξῃ πραγματικὴ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν. Τὸ τοιοῦτον ἀγνοῶ ἂν ὑπάρχῃ εἴς τινα νόμον ἀναγεγραμμένον· βεβαίως ὅμως, ἂν ὑπάρχῃ, δὲν θὰ ᾖναι εἰς νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν Κρατῶν, ἅτινα δύνανται νὰ καυχηθῶσι διὰ τὸ ἐλεύθερον πολίτευμα καὶ τὰς φιλελευθέρους ἰδέας των, ἅτινα ἐννοοῦσιν, ὅτι ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν ἔχει πραγματικὴν σημασίαν καὶ εἶναι θεσμὸς ζῶν. Δεύτερον ἔρχεται τὸ ἑπόμενον ἄρθρον: «Πράξεις, χαρακτηριζόμεναι καὶ τιμωρούμεναι ὑπὸ τῶν νόμων ὡς ἁπλᾶ πταίσματα, δὲν δίδουσιν ἀφορμὴν εἰς ποινικὴν καταδίωξιν.» Δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐτέθη τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐν τῷ νόμῳ. Ἐννοῶ κάλλιστα, διότι καὶ ὅλοι οἱ συγγραφεῖς οἱ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν γράψαντες ὑποστηρίζουσι τὴν ἰδέαν αὐτήν, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ δὲν πρέπει νὰ καταδιώκωνται εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε, δι’ ἐλαφρὰ πράγματα καὶ ἐπ’ ἀκαιρίμαν γλῶτταν, ἡ δὲ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ποιῆται χρῆσιν τοῦ μεγάλου αὐτῆς δικαιώματος σπανιώτατα. Συγγραφεύς τις παρωμοίασε τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ κατηγορῇ τοὺς ὑπουργούς, πρὸς τὸ ξίφος τοῦ Γολιάθ, ὅπερ δὲν πρέπει νὰ σύρηται ἐκ τῆς θήκης αὐτοῦ εἰς πᾶσαν περίστασιν, ἀλλ’ εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις. Ὁ αὐτὸς συγγραφεὺς ὅμως, καὶ ὅλοι οἱ μετ’ αὐτὸν γνωματεύσαντες, ἀποφαίνονται, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ νόμῳ τῆς τοιαύτης ὑποχρεώσεως εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ἄτοπος καὶ ἀσύμφορος. Κατ’ οὐσίαν δ’ ἐρευνῶν τὸ ἄρθρον, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τίνος ἕνεκεν πάντες οἱ ὑπάλληλοι δύνανται νὰ καταδιωχθῶσι διὰ πταίσματα, οἱ ὑπουργοὶ δὲ μόνοι νὰ ἐξαιρῶνται, ἐνῷ ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των δύνανται, διὰ τῆς παραλείψεως πράξεών των ἔτι, νὰ φέρωσι ζημίας καὶ βλάβας πολὺ δεινοτέρας εἰς τὸ Κράτος, ἢ ὁ ἁπλοῦς ὑπάλληλος. Τὸ ἄρθρον 3 ὁρίζει τὸ ἑξῆς: «Ὁσάκις ὑπουργὸς κατηγορεῖται, ὅτι κατὰ διαταγὴν αὐτοῦ ἐξετελέσθη ἀξιόποινός τις πρᾶξις, ἀπαιτεῖται ἔγγραφος ἀπόδειξις, ὅτι ἐδόθη τῳόντι τοιαύτη παρ’ αὐτοῦ διαταγή.» Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ χαρακτηρίσω τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς σφαγίασιν τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν καὶ ὡς ἀνατροπὴν τῆς εὐθύνης τῆς ὑπουργικῆς. Πρῶτον, ἐν τούτῳ περιέχεται μία ἀδικία· ὁ ὑπάλληλος, ὁ ἐκτελῶν μίαν διαταγὴν προφορικὴν τοῦ ὑπουργοῦ, περιέχουσαν παράβασιν τῶν νόμων, τιμωρεῖται, ὁ δὲ διατάξας ὑπουργὸς δὲν τιμωρεῖται. Ἂν ἡ μνήμη δὲν μὲ πλανᾷ, ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργός, ὁμιλῶν περὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, εἰσάγουσα τοιοῦτον θεσμόν, ἤθελε νὰ προλάβῃ τὴν συκοφαντίαν. Ἕκαστος ὑπάλληλος δύναται νὰ λέγῃ, μοὶ τὸ εἶπεν ὁ ὑπουργὸς, καὶ οὕτως ὁ ὑπουργὸς νὰ καταδιώκηται. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι ἐπιχείρημα ἰσχυρόν. Ἡ ὑπουργικὴ ἐξουσία εἶναι ποικίλη, καὶ τόσον εὐρεῖα, ὥστε, ἂν ἀφαιρέσητε τὴν εὐθύνην τοῦ ὑπουργείου δι’ ὅλας τὰς προφορικὰς διαταγὰς, τὰς ὁποίας δίδει, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἀνοίγετε τὴν θύραν εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν, ἀποκλείετε ἀφ’ ἑτέρου τὰ τρία τέταρτα τῆς πολιτικῆς ἐνεργείας ἑνὸς ὑπουργοῦ. Ὑποθέσατε, ὅτι γίνεται συνάθροισις λαοῦ, δυνάμει τοῦ δικαιώματος, ὅπερ ἔχουσιν οἱ πολῖται νὰ συνέρχωνται, καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διατάσσει νὰ ὁρμήσωσι διὰ τῆς λόγχης καὶ διασκορπίσωσι τὰ πλήθη, καὶ ὁ ὑπ’ αὐτὸν, μὴ δυνάμενος νὰ τὸν παρακούσῃ, ἐκτελεῖ τὴν διαταγήν. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὁ διατάξας ὑπουργὸς δὲν τιμωρεῖται, διότι ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἔγγραφος διαταγή. Ἀναλογίσθητε πρὸ πάντων ἐν καιρῷ ἐκλογῶν τί δύναται νὰ πράξῃ εἷς ὑπουργός, δίδων τοιαύτας προφορικὰς διαταγὰς, πρὸς πίεσιν τῶν ἐκλογέων, εἰς ἀξιωματικοὺς ἢ εἰς ὑπαξιωματικούς. Τίς δὲ εἶναι ὁ ὑπουργὸς, ὁ τόσῳ εὐήθης, ὅστις θὰ δώσῃ ἐγγράφως τοιαύτας διαταγάς; Γνωρίζετε, ὅτι ὁσάκις ἐγένετο μομφὴ ἐπὶ ἐπεμβάσει εἰς τὰς ἐκλογάς, πάντοτε ἀντέταξαν οἱ ὑπουργοὶ τὰς ἐγγράφους ἐγκυκλίους. Ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην τῶν Συναδέλφων μου Εἰσαγγελέων ἐπὶ τοῦ προκειμένου, εἰς τίνας ἀνυπερβλήτους δυσχερείας εὑρέθημεν πρό τινος· εἴχομεν τὸ ἔγκλημα προφανές, ἀλλὰ εἴχομεν ὅλως τακτικὰς τὰς ἐγγράφους διαταγάς. Διὰ τοῦ ἄρθρου, κύριοι, τούτου, ἀφίνεται καθ’ ὁλοκληρίαν ἐλεύθερος ὁ ὑπουργὸς, διὰ προφορικῶν διαταγῶν, ἰδίως δὲ ὡς πρὸς τὰ ἐκλογικά, ἀτιμωρητεὶ νὰ διαπράξῃ πᾶσαν παράβασιν καὶ πᾶσαν πίεσιν. Τὸ ἄρθρον 4. ἔχει ὡς ἑξῆς: «Παράβασις τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων ὑπάρχει, ἕνεκα πράξεως ἢ παραλείψεως τοῦ ὑπουργοῦ ἀντιβαινούσης εἰς τὸ γράμμα αὐτῶν, μὴ δυναμένης δὲ νὰ δικαιολογηθῇ ὑπὸ εὐλόγου ἑρμηνείας ἢ ἀληθοῦς ἀμφιβολίας ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ.» Ἐπὶ τούτου θὰ ἐπικαλεσθῶ τὰ προηγούμενα καὶ τὴν μαρτυρίαν τῶν Συναδέλφων μου, μεθ’ ὧν εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύσω τὴν Βουλὴν ἐνώπιον τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου. Ὅτε ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι ὑπῆρξε παράβασις τοῦ Συντάγματος, παράβασις ῥητὴ ἄρθρου, τοῦ 56, ἡ Ὑπεράσπισις τίνα ἔνστασιν ἀντέταξε, καὶ μετὰ δυνάμεως λόγου, ἣν ἔνστασιν μετὰ δυσκολίας ἠδυνήθημεν νὰ καταπολεμήσωμεν; Ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς ἑρμηνείαν, διάφορον καὶ εὔλογον. Ἔφερε δὲ ἡ Ὑπεράσπισις τότε οὐ μόνον λόγους, οἵτινες ἐῤῥέθησαν ἄλλοτε ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, οὐ μόνον τὸ προηγούμενον τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ ἔφερε καὶ ξένων Κρατῶν συζητήσεις μακρὰς, αἵτινες ἐγένοντο ἐπ’ αὐτῆς τῆς διατάξεως. Ἡμεῖς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἀντιτάξωμεν οὐδὲν ἄλλο, ἀπέναντι τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου, ἢ τὴν διαρκῆ πρᾶξιν τὴν ἐν τῇ Ἑλλάδι. Τὸ προηγούμενον τοῦτο μὲ πείθει νὰ δυσπιστῶ ὡς πρὸς τὴν φράσιν τοῦ ἄρθρου τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου. Δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι δύναται νὰ ᾖναι ἀληθὲς κατὰ θεωρίαν τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ· συλλογισθῆτε ὅμως ὁποίαν ἐλαστικότητα δίδετε εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τῶν ὑπουργῶν, ὅσοι παρέβησαν τὸ Σύνταγμα, καὶ ποίαν ἐλευθερίαν εἰς τὰ δικαστήρια, ἅτινα προσκαλοῦνται νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμον. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, δύναται ὑπουργός τις νὰ παραβῇ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς Νόμους, ἀρκεῖ μόνον νὰ πείσῃ τὸ Δικαστήριον, ὅτι τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, δι’ οὗ τὴν παράβασιν κατηγορεῖται, ἠδύνατο νὰ δώσῃ εὐλόγως ἀφορμὴν εἰς διαφορετικὴν ἑρμηνείαν, ὅπως σωθῇ. Γνωρίζετε δὲ τίνα ἐλαστικότητα ἔχει ἡ ἑρμηνευτική, καὶ πῶς οὐδεὶς Νόμος δύναται ν’ ἀξιώσῃ, ὅτι εἶναι ἀνεπίδεκτος τῶν προσβολῶν τῆς σοφιστικῆς. Ἀρκεῖ δεινότης ῥητορικὴ καὶ δεξιότης πνεύματος, ὅπως δώσῃ τις τὴν μᾶλλον τερατώδη, ἀλλ’ ἐξωτερικῶς εὐλογοφανῆ, ἑρμηνείαν εἰς πάντα νόμον, καὶ αὐτὸν τὸν σαφέστατον. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς καὶ τὰ προηγούμενα, εἶναι ἡ καταδίκη τῆς ἐνεργείας τῆς ἐνεστώσης Βουλῆς ἐπὶ τῆς τελευταίας πολιτικῆς δίκης. Ὁμολογῶ δὲ μετὰ λύπης, ὅτι τὴν τοιαύτην καταδίκην προσεδόκων ἀπὸ παντὸς ἄλλου ἢ ἀπὸ τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ καὶ ἀπὸ τῶν Συναδέλφων αὐτοῦ. Αἱ λοιπαὶ διατάξεις τῶν ἄρθρων 5, 6, 7, 8, ἀφορῶσιν εἰς τὴν εὐθύνην τῶν κατωτέρων ὑπαλλήλων. Ἴσως ἄλλοι εἰδικώτερον θ’ ἀναπτύξωσι τὰ ἀτοπήματα, εἰς τὰ ὁποῖα δύναται νὰ φέρῃ ἡ τοιαύτη εἰς τὸν περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμον παρείσδυσις διατάξεων τοιούτων. Ἐγὼ παρατηρῶ μόνον, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται ἐνδεχόμενον εἰς οὐδὲν ἄλλο νὰ καταλήξωσιν, εἰμὴ ὅπως παραλύσωσι τὴν ὑπηρεσίαν καὶ καταστήσωσι δυσκολωτέραν τὴν ἐνάσκησιν τῆς ὑπουργικῆς ἐξουσίας, χωρὶς ἀφ’ ἑτέρου νὰ σώζωσι τὸ Κράτος ἀπὸ πραγματικοὺς κινδύνους. Τελευταία εἶναι ἡ διάταξις, καθ’ ἣν, ἐπὶ πάσῃ παραβάσει τοῦ Συντάγματος, τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν δύο ἐτῶν ἢ μὲ χρηματικὴν ποινὴν ὁ ὑπουργός, ὁ περιπεσὼν εἰς τοιαύτην παράβασιν. Πολὺ ἐχάρην, ὅτι δὲν εὗρον ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, ὡς ἐδικαιούμην νὰ τὸ περιμένω· δὲν μὲ εὐχαρίστησαν ὅμως αἱ ἐν αὐτῷ διατάξεις. Ἡ ποινὴ ἡ δι’ αὐτοῦ ὁριζομένη εἶναι ἐλαφρὰ καὶ εἰς πλήρη ἀντίφασιν εὑρίσκεται πρὸς ἄλλας διατάξεις καὶ ἑτέρους νόμους ἡμῶν, οἵτινες ἐπὶ μικροτέρων παραβάσεων ἐπιβάλλουσι ποινὰς βαρυτάτας. Λυποῦμαι, ὅτι ἡ στέρησις πολιτικῶν δικαιωμάτων δὲν ἐτέθη ἐντὸς τοῦ ἄρθρου τούτου ὡς ποινὴ ἰδιαιτέρα, ἀλλ’ ὡς ἀποτέλεσμα ποινῆς ἄλλης. Ἐπεθύμουν τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων ὡς ποινὴν εἰδικήν. Ἡ ποινὴ δὲ αὕτη τῆς στερήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, καὶ παρ’ αὐτοῖς τοῖς συγγραφεῦσι τοῦ δημοσίου δικαίου, οἵτινες ἀπεδείχθησαν οἱ μᾶλλον ἐπιεικεῖς, καὶ παρ’ αὐτοῖς εἶναι ἀποδεκτὴ καὶ συνιστᾶται ὡς ὠφέλιμος. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς πολλάκις ἐν πολλοῖς ἄλλοτε ἐπεκαλέσθη τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας, συνεφώνησα δὲ πληρέστατα πρὸς τὰς ἰδέας του ταύτας. Ὀρθῶς, προκειμένου περὶ συνταγματικῶν ζητημάτων, ἐπεκαλέσθη παραδείγματα ἐξ ἔθνους, ἐν ᾧ ἐγεννήθη ἡ πολιτικὴ ἐλευθερία καὶ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἀνεπτύχθη πρὸ αἰώνων. Ἰδίως δὲν δύναμαι νὰ λησμονήσω τὴν ὡραίαν ἀρχὴν, ἣν ἄλλοτε ὑπεστήριξεν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ Ἐπιτροπή τις τῆς Βουλῆς, παρακαθημένη παρὰ τὸ Στέμμα καὶ διευθύνουσα τὰ κοινά. Ἡ τοιαύτη περὶ ὑπουργείου θεωρία εἶναι ἀγγλική· ὡς λογικὴ δὲ, οὐ μόνον ἀγγλικὴ ἔμεινεν, ἀλλὰ ἐγένετο καὶ παγκόσμιος. Λυποῦμαι μόνον, πῶς, προκειμένου περὶ τῆς κυρώσεως αὐτῆς τῆς κοινοβουλευτικῆς κυβερνήσεως καὶ περὶ τῆς ἀγαθῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων, ὁ κ. Δεληγεώργης ἐλησμόνησε τὴν Ἀγγλίαν καὶ ἐζήτησε νὰ κανονίσῃ τὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν, οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν δογμάτων, ἅτινα κατισχύουν ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀλλὰ παραδεχόμενος τοὺς κοινοὺς κανόνας τοῦ ποινικοῦ δικαίου καὶ ἀρυόμενος τὰ παραδείγματα καὶ τὰς μεταβολὰς ἐν τῷ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμῳ ἐκ Κρατῶν, ἅτινα διὰ πᾶν ἄλλο ἠδύναντο νὰ καυχηθῶσιν, ἢ ὅτι ἐφήρμοσαν τελείως τοὺς νόμους περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Προτείνω ἐντεῦθεν τὴν ἀπόῤῥιψιν ὅλων τῶν ἄρθρων, ἐκτὸς τοῦ 9, εἰς ὃ ὑποστηρίζω νὰ προστεθῇ ἡ στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων.
§4ΡΟΥΚΗΣ. Θέλω νὰ μοῦ ἐξηγήσητε πῶς, ἐνῷ αὐτὸς ὁ νόμος ἦτον ὥριμος, ἀφήσατε καὶ παρῆλθον δύω μῆνες, καὶ αὐτὴν τὴν ὡραίαν φωνὴν δὲν ἤκουσα νὰ ὑψωθῇ, δηλαδὴ νὰ εἰπῆτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν: πῶς αὐτὸν τὸν νόμον δὲν τὸν φέρετε, διὰ νὰ ἦσθε ὑπὸ τὴν εὐθύνην, παρὰ διοικεῖτε ὅπως θέλετε;
§5ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἰς τοῦτο σᾶς ὑπομιμνήσκω τὰ συμβάντα κατὰ τὴν 13 Δεκεμβρίου. Τότε ἐζήτησα ἐπανειλημμένως νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅπως ὑποστηρίξω τροποποιήσεις τινὰς, ἃς ἤθελον νὰ εἰσαγάγω εἰς τὸν ψηφισθέντα νόμον· ἀλλὰ φίλοι μου καὶ φίλοι σας μὲ ἀπέτρεψαν· ὅτε δὲ ἠγέρθην νὰ ὁμιλήσω, μοὶ ἐπέβαλον σιωπήν.
§6ΡΟΥΚΗΣ. Λοιπὸν δὲν εἴχετε πεποίθησιν εἰς τὰς σκέψεις σας, καὶ σᾶς ἐμπόδιζον; (ἱλαρότης.)
§7ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὑποθέτετε, ὅτι σιωπᾷ τις μόνον ὁσάκις δὲν ἔχει πεποίθησιν εἰς τὰς σκέψεις του;
§8ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Θέλω παρακαλέσει τοὺς σκοπεύοντας νὰ ὁμιλήσωσι περὶ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ἂν ᾖναι δυνατὸν, νὰ ἀναβάλωσι τὴν συζήτησιν καὶ τὰς ἀκριβολογίας εἰς τὴν γʹ. ἀνάγνωσιν, διότι ἀναγκάζομαι, ἵνα ἐκπληρώσω ἐπίσημόν τινα ἐθιμοταξίαν, νὰ ἀναχωρήσω.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ βʹ. ἀνάγνωσις, καὶ εἰς τὴν τρίτην γίνονται ὅλαι αἱ παρατηρήσεις.
§10ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Τὸ ὑπουργεῖον ὑπεσχέθη ὅταν εἰσήγαγε τὸν νόμον αὐτὸν, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησίν του θέλει παρουσιάσει τροπολογίαν τινὰ ἀφορῶσαν τὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν· αὐτὴν τὴν τροπολογίαν τὴν εἰσάγω ἤδη, διὰ νὰ τὴν ἴδῃ ἡ Βουλὴ καὶ κατὰ τὴν γʹ. ἀνάγνωσιν τὴν συζητήσῃ. Ἡ τροπολογία ἔχει ὡς ἑξῆς. «Ἐξαιροῦνται τῆς διατάξεως αὐτῆς οἱ ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωκῶν καὶ Ναυτικῶν καθ’ ἃς περιπτώσεις ὁρίζει τὸ ἄρθρον 207 τῆς ποινικῆς στρατιωτικῆς νομοθεσίας.» Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐπιψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ά. ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ τοῦ στρατοῦ.
§12ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μίαν διασάφησιν. Ἀνέγνωσα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ χθὲς καὶ προχθὲς μετὰ μεγίστης προσοχῆς, εἶδον δὲ καὶ ἐπείσθην, ὅτι ὁ νόμος οὗτος δὲν ἀφορᾷ παρὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ παραδόξως πως βλέπω ὑπογεγραμμένον καὶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, καὶ δὲν ἐννοῶ πῶς ἐτρούπωσεν εἰς τοῦτο τὸ νομοσχέδιον· δὲν λέγω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπογράψῃ πάντα νόμον, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ κάμω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, διότι φοβοῦμαι καὶ δι’ αὐτὸν τὸν ἴδιον, μήπως πάλιν πέσωμεν εἰς τοὺς ὄνυχας τοῦ προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου (ἱλαρότης)· ἑπομένως τὸν παρακαλῶ νὰ ἀφαιρέσῃ τὸ ὄνομά του.
§13ΖΩΧΙΟΣ (ὑπουργὸς τῶν ναυτικῶν). Τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐζήτησε νὰ προτεθῶσιν 100 χιλ. δραχμαὶ εἰς τὴν προκαταβολὴν τῶν 200 χιλιάδων, ἣν ἔχει. Εἰς τὸ νέον νομοσχέδιον τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν λέγει, δὲν ἔχω ἀνάγκην τῶν 100 χιλιάδων. Ὑπέγραψα δὲ τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ δείξω ὅτι καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν πρέπει νὰ ὑπαχθῇ εἰς τοὺς αὐτοὺς κανόνας, δηλ. νὰ ᾖναι ὑποκείμενος εἰς τοὺς ὄνυχας τοῦ προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
§14Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, καθὼς γνωρίζετε, μεγάλη ὑπῆρξε, καὶ δικαίως ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ, ἡ ἐπιθυμία τῆς Βουλῆς, τοῦ νὰ κανονισθοῦν τὰ τῆς διαχειρίσεως τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Ἀλλ’ ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ πρᾶγμα εἶναι δύσκολον, καὶ δύσκολον μέχρι τοῦ ἀδυνάτου, δὲν εἶναι δὲ εἰς ἐφαρμογὴν εἰς οὐδὲν Κράτος τοῦ κόσμου, διότι παντοῦ εἰδικὴ νομοθεσία διευθύνει τὰ τῆς διαχειρίσεως τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ· καὶ ἠξεύρετε διατί; Διότι αἱ ἐνέργειαι τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ δὲν γνωρίζουν ἄλλα ὅρια ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι δὲ ποτὲ ὑποκείμεναι εἰς κανόνας, διότι ὁ στρατὸς καὶ τὸ ναυτικὸν ἐνεργεῖ οὐ μόνον εἰς τὰς τακτικὰς περιστάσεις, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλας τὰς ἐκτάκτους. Ἡ Κυβέρνησις ἡ παρελθοῦσα, βλέπουσα τὴν δυσκολίαν, ἡ ὁποία θὰ καταφανῇ ἐκ τῆς γνωμοδοτήσεως τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐκ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ νέα Κυβέρνησις, ἐνόμισεν ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλλάξῃ τῶν τακτικῶν διατάξεων τοῦ λογιστικοῦ νόμου τὴν στρατιωτικὴν καὶ ναυτικὴν ὑπηρεσίαν, διὰ τῆς λεγομένης προκαταβολῆς, τοὐτέστι νὰ ἔχῃ ἡ στρατιωτικὴ καὶ ναυτικὴ ὑπηρεσία μίαν προκαταβολὴν, νὰ ἐξοδεύῃ αὐτὴν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἀντὶ τὰ δικαιολογητικὰ νὰ προηγῶνται τῶν ἐνταλμάτων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ λαμβάνωνται τὰ χρήματα, τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα νὰ ἀκολουθοῦν τὰ ἐντάλματα. Τὴν πρότασιν τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως τὴν ὑπεστήριξα, ἀλλὰ πολλοὶ τὴν ἐπολέμουν, καὶ τὴν ἐπολέμουν διὰ μόνον αὐτὸν τὸν λόγον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὰς χεῖρας τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς ὑπηρεσίας προκαταβολή· ἤκουσα δὲ πολλοὺς, οἱ ὁποῖοι εἶχον καὶ τὴν τόλμην, ἂν καὶ ἐκ τῆς θέσεώς των, νὰ εἴπωσι, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ προκαταβολὴ, διότι καταχρῶνται αὐτῆς. Ἀπεκρούσθη λοιπὸν ἡ ἰδέα τῆς προκαταβολῆς· ἑπομένως ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἄνευ ἰδέας, ὅπως καὶ εἰς τὰς παρασκευὰς, ἀλλ’ ἀφοῦ ἀπεκρούσατε τὴν μίαν, πρέπει νὰ παραδεχθῆτε τὴν ἄλλην. Ἡ νέα Κυβέρνησις, ἀναλαβοῦσα τὰ πράγματα, ἔφερε πρότασιν, τὴν δὲ πρότασιν αὐτὴν δὲν τὴν ἐσχημάτισεν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ τὴν παρέλαβεν ὅπως αὐτὴν ἐσχεδίασεν ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ συγκροτηθεῖσα ἀπὸ τὰ 1870· φέρει δὲ ἡ πρότασις τὰς ὑπογραφὰς, Δ. Λεβίδης, Χριστοφῆς, Ἰωαννίδης, Γεωργαντᾶς, Μπουγιούκας, Κριέλλας, Μοσχόπουλος μειονοψηφῶν. Αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς λοιπὸν τὸ ἔργον ἐπαρουσίασεν εἰς τὴν Βουλήν. Κύριοι, ἡ ἐπιτροπὴ συνέστη κατὰ τὸ 1870, εἰργάσθη δὲ ἀπὸ τὰ 1870–1877, καὶ εἰς αὐτὰ τὰ ἑπτὰ συνεχῆ ἔτη τῆς ἐργασίας αὐτῆς ἔπλασεν 7 ἄρθρα ἢ 9, τοὐτέστι δι’ ἕκαστον ἄρθρον ἐδαπάνησε σωστὰ σκέψεις καὶ ἐνεργείας ἑνὸς ἔτους. Ἠξεύρετε ἐκ τῆς ἱστορίας, ὅτι τὰ προπύλαια τῶν Ἀθηνῶν ὁ Περικλῆς τὰ ἔκτισεν εἰς 5 ἔτη, καὶ τὰ θαυμάζει ὁ κόσμος· διὰ τὸ ἔργον τοῦτο ἐχρειάσθησαν 7 ἔτη. Τί δὲ λέγει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ὑπέγραψε; «περὶ πλήρους ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ τοῦ στρατοῦ». Ἐννοεῖ ἐπὶ τοῦ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ; ὁ ὑπουργὸς τῶν ναυτικῶν λέγει καὶ τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ. Πρῶτον, κύριοι, μοῦ φαίνεται ὅτι ἡ ἐπιγραφὴ, ἡ ὁποία πρέπει νὰ παριστάνῃ καὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν εἶναι, ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ψευδής· διότι λέγει μὲν ἐδῶ περὶ πλήρους ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ τοῦ στρατοῦ τοῦ κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν, ἀλλ’ ἂν ἀναγνώσητε καὶ τὰ 9 ἄρθρα τοῦ νόμου, δὲν θέλετε εὕρει οὔτε λέξιν, οὔτε ὑπαινιγμὸν ἀναφερόμενον εἰς τὸ ναυτικόν· τὸ ναυτικὸν δὲν ἔχει μέρος ἐλάχιστον εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ, εἰς δὲ τὴν ἐπιγραφὴν εἶναι περὶ ναυτικοῦ καὶ στρατιωτικοῦ. Λοιπὸν ἐδῶ καθαρὰ εἶναι ἀνακριβὴς ἡ ἐπιγραφή· ἀρχὴ λοιπὸν δὲν ὑπάρχει, διότι ἐλλείπει ὁλόκληρος μία ὑπηρεσία. Ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ δὲν ὑπάρχει. Ποία ὅμως ἦτον ἡ ἀρχή; Ἡ ἀρχὴ ἦτον ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, τοὐτέστι νὰ μὴ χορηγῆται προκαταβολή· καὶ ὅμως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ βασίζεται εἰς τὴν προκαταβολήν, διότι ἐπιτρέπει νὰ χορηγῆται τὸ δωδεκατημόριον τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαξιωματικῶν, νὰ δίδεται προκαταβολή. Λοιπὸν ἡ προκαταβολὴ ὑπάρχει ἐγγεγραμμένη ὅπως ὑπῆρχεν ἕως τώρα εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν· καὶ μέχρι τοῦδε μὲν ἦσαν 500,000, διὰ τῶν διατάξεων δι’ αὐτῶν φρονῶ ὅτι θὰ αὐξήσῃ περισσότερον. (Ἀναγινώσκει τὸ νομοσχέδιον.) Ἰδοὺ λοιπόν, κύριοι, δεκατρία ἐπιμελητήρια, τὰ ὁποῖα θὰ σχηματισθοῦν διὰ Β. Διατάγματος καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, καὶ τὰ ὁποῖα θὰ συγκροτῶνται ἀπὸ ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς· λοιπὸν περὶ ναυτικοῦ δὲν ὁμιλεῖ ὁ νόμος, διότι δὲν πιστεύω ὅτι ἐπέρασεν ἀπὸ τὴν ἰδέαν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὅτι τὸ ἐπιμελητήριον τῶν Ἀθηνῶν εἶναι κατάλληλον νὰ ἐξελέγξῃ τοὺς λογαριασμοὺς τῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα ταξειδεύουν εἰς τὴν Τουλῶνα, Μασσαλίαν, ἢ ἀλλαχοῦ. Λοιπόν, κύριοι, ἐδῶ δὲν ὑπάρχει λέξις περὶ ναυτικοῦ, καὶ θαυμάζω πῶς διέφυγε τοὺς ὑπουργοὺς τὸ πρᾶγμα τοῦτο, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη οὔτε κᾂν εἰργάσθη διὰ τὰ ναυτικὰ πράγματα.
§15ΖΩΧΙΟΣ. Ποῦ συνεδρίαζεν; Εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν.
§16Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἠμπορεῖ νὰ συνεδρίαζε καὶ εἰς τὸ τραπέζι τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, μοὶ εἶναι ἀδιάφορον· τὶ γράφει ἐδῶ. Κύριοι, ἐγὼ δὲν εἰσέρχομαι νὰ ἀναπτύξω τὰ καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ τῆς ἐπιτροπῆς, διότι φρονῶ πῶς ἡ ἐπιτροπὴ, ὅσον καὶ ἂν εἰργάσθη καλῶς, ἀπέτυχεν οἰκτρῶς εἰς τὰς ἰδέας αὐτάς· τοῦτο ὅμως ἀνήκει εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν· ἐκεῖ θέλω ἀποδείξει τὶ εἶναι τὰ ἐπιμελητήρια, καὶ ἂν ᾖναι δυνατὸν τὰ ἐπιμελητήρια αὐτὰ νὰ μὴ καταστρέψουν..... Ἠθέλησα νὰ ἀποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ψηφίσωμεν ἀρχὴν νομοσχεδίου περὶ πλήρους ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ εἰς τὰ ὑπουργεῖα Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, ἐνῷ εἰς τὸν νόμον αὐτόν, προκαλῶ πάντα οἱονδήποτε νὰ εἴπῃ τὸ ἐναντίον, δὲν ἀναφέρεται λέξις ἢ ἔννοια περὶ τῆς ναυτικῆς ὑπηρεσίας.
§17ΖΩΧΙΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἀπὸ ἐτῶν μακρῶν τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, δηλαδὴ ὁ κύριος τοῦ χρήματος τοῦ δημοσίου, γογγύζει κατὰ τῆς διαχειρίσεως τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν· καὶ τί ἀπαιτεῖ; νὰ ὑπαχθοῦν καὶ αὐτὰ εἰς τὸν αὐτὸν ἔλεγχον, εἰς τὸν ὁποῖον ὑποβάλλονται ὅλαι αἱ ἄλλαι διαχειρίσεις· κατ’ ἐξαίρεσιν δὲ αὗται αἱ δύω διαχειρίσεις, ἡ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἡ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐλάμβανον ἡ μὲν 500,000 δραχμῶν προκαταβολὴν, ἡ δὲ 200,000, κατὰ τὸν νόμον· ἐμπεριέχονται δὲ καὶ αἱ δύω αὗται ἐξαιρέσεις εἰς τὸ αὐτὸ ἄρθρον τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Διὰ νὰ ἐννοήσητε δὲ τὴν ἀταξίαν τὴν βασιλεύουσαν, σᾶς λέγω τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔμαθον ἀπὸ τὸν συνάδελφόν μου τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐκ τῆς προκαταβολῆς τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μένουν ἀδικαιολόγητοι 300,000 δραχμαὶ, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς μεσοβασιλείας, καὶ δι’ αὐτὸ εἶπε καὶ ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι δὲν εἶναι 500,000, ἀλλὰ 2,000,000 αἱ ἀδικαιολόγητοι δραχμαί. Ἐλλείπουσι δὲ μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς 300,000 δραχμῶν, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς μεσοβασιλείας.
§18Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πόσα ἐλλείπουν; δὲν πρέπει νὰ φέρητε τὴν μεσοβασιλείαν ὡς παράδειγμα.
§19ΖΩΧΙΟΣ. Μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς ἐπιστεύετο ὅτι ἔχει τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν 500,000 δραχμῶν προκαταβολήν. Σᾶς λέγω δὲ ὅτι τοῦτο εἶναι ψεῦδος, διότι 300,000 δραχμαὶ ἐδαπανήθησαν, καὶ δὲν τὰς ἐδικαιολόγησαν οἱ κατὰ καιροὺς ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπέβαλον δὲ ἀποδείξεις εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν τὰς δέχεται. Λοιπὸν ἔχει τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν προκαταβολήν; ὄχι, δὲν ἔχει τὴν ἀληθῆ. Ἐὰν δὲ παραδεχθῶ ὡς ἀληθῆ, καὶ ἀληθῆ εἶναι, τὰ λόγια τοῦ κυρίου Σωτηροπούλου, τοῦ πρώην ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἐλλείπουσι 500,000 δραχμῶν, ἀλλὰ 2,000,000. Σεῖς δὲ νομίζετε ὅτι ἔχει ὁ στρατὸς προκαταβολὴν, καὶ ἐν ἀνάγκῃ δύναται νὰ πληρώσῃ τὰς χρείας του. Ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον τὸ πρώην, ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ τῶν Ναυτικῶν συνεφώνησαν καὶ εἶπον, ὁ μὲν εἷς, θέλω 1,500,000 τοὐλάχιστον, ὁ δὲ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θέλω, εἶπε, 300,000 δραχ. τοὐλάχιστον. Ἐγὼ, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου, εἶπον, ὅτι αἱ 100,000 δραχμαὶ εἶναι περιτταὶ, ἀλλὰ αἱ 200,000 εἶναι ἀναγκαῖαι, διότι ἐὰν ὁ τροφοδότης δὲν πληρωθῇ, θὰ ἀποφασίσῃ νὰ μὴ δώσῃ τροφὰς, καὶ θὰ ψοφήσουν τὰ πλοῖα τῆς πείνης. Διατί; Διότι χρεωστοῦμεν καὶ δὲν ἔχομεν νὰ πληρώσωμεν. Ὑπεγράφη δὲ τὸ νομοσχέδιον καὶ παρ’ ἐμοῦ, διατί; Διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι δὲν φοβοῦμαι τὸν ἔλεγχον καὶ ὅτι δὲν θέλω νὰ ἀποφύγω τὴν εὐθύνην τῶν 200,000 δραχμῶν, περὶ ὧν λαλεῖ ὁ λογιστικὸς νόμος· τοῦτο δὲ σᾶς σκανδαλίζει;
§20Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν θέλετε ν’ ἀπαντήσητε εἰς ὅσα ἐγὼ εἶπον.
§21ΖΩΧΙΟΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὑπέγραψα, διὰ νὰ μὴ σοῦ δώσω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃς, ὅτι δὲν ὑπέγραψα. Τὸ νομοσχέδιον περιέλαβε καὶ ἐμὲ, διὰ νὰ μὴ σοῦ δώσω τὸ ἐνδόσιμον νὰ εἴπῃς, διατί δὲν ὑπέγραψα. Ἤτοι δέχομαι καὶ ἐγὼ προθύμως ὅλον τὸν ἔλεγχον τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διότι ἐὰν δὲν ἤμην ὑπογεγραμμένος, ἠδύνατο ὁ διάδοχός μου νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξαιρεθῇ, διότι ἐγὼ δὲν ὑπέγραψα. Ὁ λόγος ὁ κύριος εἶναι, ὅτι μέχρι τῆς ὥρας ταύτης ὁ λογιστικὸς νόμος δὲν ἐφηρμόσθη εἰς τὰ ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν. Ἐζήτησαν δὲ μυριοτρόπως νὰ τὰ ὑπαγάγωσιν, ἀλλὰ μέχρι τῆς ὥρας δὲν τὰ ὑπήγαγον. Ἠκούσατε δὲ, ὅτι μέχρι τῆς ὥρας ταύτης τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐδαπάνησε 300,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἀναγνωρίζει.
§22ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν; Ἡ ὑπογραφὴ τοῦ ὑπουργοῦ δὲν χορηγεῖ τὸν ἔλεγχον, ἀλλ’ αἱ διατάξεις, αἵτινες πρέπει νὰ ἐμπεριέχωνται εἰς τὸν νόμον. Σᾶς ἠρωτήσαμεν, ὅλους τοὺς λογαριασμοὺς τοὺς ὑποβάλλετε εἰς τὸν ἔλεγχον τὸν λογιστικόν; Ἐὰν τὸ πράττητε, θὰ τὸ εἴπητε καὶ εἰς τὸν νόμον.
§23ΖΩΧΙΟΣ. Ἔντιμε κύριε βουλευτὰ Μεσσήνης, περὶ τίνος ἐπρόκειτο; Περὶ προκαταβολῆς· αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐφέρατε καὶ σεῖς ὅτε ἐζητήσατε τὴν αὔξησιν τῆς προκαταβολῆς. Ἡμεῖς δὲ Σᾶς εἴπαμεν ὅ,τι καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι δηλαδὴ δὲν πρόκειται περὶ ἐξελέγξεως τῶν λογαριασμῶν, ἀλλὰ περὶ τῆς προκαταβολῆς καὶ τῶν ἐγγράφων τὰ ὁποῖα προσάγονται εἰς τὸν ταμίαν πρὸς πληρωμήν. Ἤτοι περὶ μόνης τῆς προκαταβολῆς καὶ σεῖς εἴπατε τότε, καὶ ἡμεῖς περὶ τῆς προκαταβολῆς αὐτῆς ἤδη πραγματευόμεθα· τοῦτο τὸ εὑρίσκετε ἔγκλημα; Ἐὰν αὐτὸ ᾖναι ἔγκλημα, ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν ὑπάρχει. Ὑπέγραψα δὲ, διὰ νὰ δείξω ὅτι δὲν θέλω τὰς 100,000 δραχμὰς, καθὼς ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν λέγει, ὅτι χρείαν ἔχει 1,500,000 δραχμῶν διὰ τὴν μισθοδοσίαν ταύτην καὶ ἐκείνην.
§24Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Ζωχιὸς ἔλαβεν ἀφορμὴν ἀπὸ ἐμὲ, διὰ νὰ ὁμιλήσῃ. Ἐγὼ εἶπον, ὑπέγραψες ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τοῦ λογιστικοῦ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ τὸ νομοσχέδιον δὲν λέγει οὔτε λέξιν· μᾶς ἀπαντᾷ δὲ ὅτι δὲν θέλει 100,000 δραχμάς. Σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι ἀπάντησις αὐτή;
§25ΖΩΧΙΟΣ. Πόθεν προῆλθε τὸ προκείμενον νομοσχέδιον; Πῶς ἦλθεν ἐν τῷ μέσῳ; Εἶναι ἀπαύγασμα τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἡ προκάτοχος κυβέρνησις.
§26ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς λέγει ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχει νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα τῶν προκαταβολῶν, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς διαχειρίσεως. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι αἱ διατάξεις αὐταὶ εἶναι γενικαὶ καὶ ἀφορῶσι καὶ τὰ δύω ὑπουργεῖα, καὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, καὶ σᾶς λέγει ἢ νὰ δηλώσητε ὅτι δὲν παραδέχεσθε, ἢ ἐν ἀνάγκῃ νὰ θέσητε ὡρισμένας διατάξεις.
§27ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε συνάδελφε, διὰ νὰ πληρώσῃ ὁ ταμίας, πρέπει τὸ ὑπουργεῖον ἢ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς προκαταβολῆς, ἢ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πληρωμήν. Κατ’ ἐμὲ δὲ, εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀρκοῦν αἱ 200,000 δραχμῶν.
§28ΡΙΚΑΚΗΣ. Λοιπὸν θέλετε ὅπως εἶναι;
§29ΖΩΧΙΟΣ. Ὅπως εἶναι.
§30ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὅτε ἐσυστήθη, κύριοι, ἐπιτροπὴ ἐξ ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ Ναυτικοῦ, ἵνα συντάξῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου καὶ τὰ δύω ὑπουργεῖα νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, εἰργάσθη αὕτη διαρκῶς, ἐργασθεῖσα ὅμως, κατέληξεν εἰς τὸ νὰ συντάξῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζεται ἡ διαχείρισις ἡ λογιστικὴ τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν. Προσεπάθησε νὰ εὕρῃ τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ὑπαγάγῃ καὶ τὰς λεπτομερείας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸ κατορθώσῃ, καὶ τούτου ἕνεκεν ἡ ἐπιτροπὴ συνέταξε νομοσχέδιον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπως παρουσιάσθη, δὲν εἶναι ὑπογεγραμμένον παρὰ μόνον τῶν ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Στρατιωτικῶν, ἐνῷ ὤφειλε νὰ ᾖναι ὑπογεγραμμένον παρὰ μόνον αὐτῶν. Βεβαίως δὲν ἐννοῶ, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν ναυτικῶν ἔπραξεν ἔγκλημά τι, ὑπογράψας· μόνον τὸν παρεκάλεσα νὰ διαγράψῃ τὴν ὑπογραφήν του ἀπὸ ἐκεῖ, ὅπου δὲν πρέπει καὶ δὲν ὀφείλει νὰ ὑφίσταται. Ὅσα καὶ ἂν σᾶς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, δὲν ἠδυνήθη νὰ σᾶς καταδείξῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἔχει σημειώσει λέξιν τινὰ ἀφορῶσαν τὴν διαχείρισιν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἐὰν δὲ δὲν θέλῃ ἡ προκαταβολὴ νὰ ὁρισθῇ ἀπὸ 200,000 δραχμὰς εἰς 300,000, αὐτὸ εἶναι κύριος νὰ τὸ πράξῃ, διότι οὐδεὶς νόμος τῷ ἐπιβάλλει νὰ ἔχῃ προκαταβολὴν 300,000 δραχμῶν, καὶ οὔτε ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ ἔχῃ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ὑπὲρ τὰς 200,000 δραχμάς. Τὸ ζήτημα εἶναι, διατί ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑπέγραψεν εἰς ἓν νομοσχέδιον κανονίζον ἁπλῶς καὶ ἀπολύτως τὴν διαχείρισιν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν· οὐδεμία ἄλλη παρατήρησις ἐγένετο, εἰμὴ ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν.
§31ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ μάθωμεν ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἐφηρμόζετο ὁ κανὼν οὗτος εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν μέχρι τοῦδε, καὶ ἂν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ.
§32Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, ἀφότου ἐξεδόθη ὁ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμος, ἐδόθησαν αἱ δύω προκαταβολαί, εἰς μὲν τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν 500,000 δραχμῶν, εἰς δὲ τὸ τῶν ναυτικῶν 200,000 δραχ. Ἡ πεῖρα πολλῶν ἐτῶν ἀπέδειξεν, ὅτι τὰ ποσὰ ταῦτα δὲν ἦσαν ἐπαρκῆ ὡς ἐκ τούτου ἀδιαλείπτως τὰ ὑπουργεῖα αὐτὰ ἐλάμβανον χρήματα, μὴ δικαιολογοῦντα τὰς δαπάνας.
§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔμειναν πολλὰ ἀδικαιολόγητα ἐκτὸς τῶν 300,000 δραχμῶν;
§34Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐννοεῖται ὅτι δὲν ἐπήρκουν, εἶπον.
§35ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς ἠρώτησα ἐὰν ἔμειναν ἀδικαιολόγητα.
§36Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔμεναν ἀδικαιολόγητα· ὅταν ἐλαμβάνοντο τὰ χρήματα, κατόπιν ἐδικαιολογοῦντο, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ἡ κατάστασις αὕτη ἠνάγκασε τὸ ὑπουργεῖον νὰ συστήσῃ ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς περιστάσεις, αἵτινες ἔδιδον ἀφορμὴν εἰς αὐτὰς τὰς ὑπερβάσεις τῶν πιστώσεων, καὶ εἰ δυνατὸν, νὰ συντάξῃ ἓν νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ ὑποχρεώσῃ τὰ δύω ὑπουργεῖα νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς διατάξει τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ τὴν προεδρεύω ἐγώ. Ἐνησχολήθημεν ἀρκετὸν καιρὸν καὶ ὑπεβάλαμεν ἐπὶ τέλους εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον ἔκθεσιν, περιέχουσαν τὸ νομοσχέδιον. Τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον ἐπὶ δύω σχεδὸν ἔτη ἐκράτει ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα αὐτὸ, καὶ πρὸ ἑνὸς ἔτους ἐπέστρεψε τὴν ἔκθεσιν καὶ τὸ νομοσχέδιον καὶ εἶπεν, ὅτι παραδέχεται τὰς βάσεις, καὶ νὰ προχωρήσῃ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ κανονισμοῦ, ὅστις ἤθελε χρησιμεύσει ὡς βάσις. Δυστυχῶς ἓν μέλος, εἰς ὃ ἀνετέθη ἡ σύνταξις τοῦ κανονισμοῦ, ἀπεβίωσε, καὶ ἡ ἐργασία ἔμεινεν ἀτελής. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν ἔλαβον μέρος οἱ ὑπάλληλοι τοῦ ὑπουργείου τῶν ναυτικῶν, ἀλλὰ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἔλαβον μέρος μέχρι τέλους, καὶ ἂν δὲν λανθάνω, θὰ ἦνε ὑπογεγραμμένοι καὶ εἰς τὴν ἔκθεσιν πρὸς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον.
§37ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶναι ὑπογεγραμμένοι.
§38Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ τοῦτο ἐὰν ᾖνε, συνέβη ἀπὸ ἀμέλειαν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἡ στρατιωτικὴ ἁπλοποιεῖται, καὶ τοιουτοτρόπως διὰ τῆς ἁπλοποιήσεως θέλει κατορθωθῆ τὰ στρατιωτικὰ ἐπιμελητήρια νὰ ἔχωσι συγκεντρωμένα τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, δὲν θὰ μείνῃ δὲ παρὰ εἷς μὴν ἀδικαιολόγητος, καὶ διὰ τοῦτο δίδοται προκαταβολὴ τὸ δωδεκατημόριον ἐπὶ διαφόρων ἄρθρων. Εἰς τὴν ἔκθεσιν δὲν γίνεται οὐδόλως λόγος περὶ προκαταβολῆς, εἰμὴ εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον, μέχρις ὅτου ἔλθῃ εἰς ἐνέργειαν ὁ νόμος. Λοιπὸν τὰ ἐπιμελητήρια θέλουσι λαμβάνει τὸ δωδεκατημόριον ἐπὶ ὅλων τῶν ἄρθρων, καὶ οὐχὶ διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς, διότι καὶ οὗτοι δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἁπλοποιεῖται ἡ ὑπηρεσία καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συγκεντρώνωνται οἱ λογαριασμοὶ εἰς τὸ στρατιωτικὸν λογιστήριον καὶ μετὰ τρεῖς μῆνας νὰ ἀποστέλλωνται εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἡ προκαταβολὴ ἦτο ἀνεπαρκής. Σήμερον, κύριοι, αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ἠξεύρετε πόσα χρήματα ἔχει τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν ἀδικαιολόγητα; Ὀκτακοσίας χιλιάδας, ἐκτὸς τῶν 500,000. Καὶ σήμερον ζητοῦσι χρήματα, καὶ ἐγὼ ἀρνοῦμαι, διότι δὲν ἔχουσι νὰ παρουσιάσωσιν ἔγγραφα δικαιολογητικὰ. Διὰ νὰ ἀποφύγωμεν αὐτὰ τὰ ἄτοπα, ὑποβάλλεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀφορᾷ κυρίως τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν· καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑπουργεῖον τῶν ναυτικῶν, ἡ ἐπιτροπὴ, ἥτις εἶχε συστηθῆ, ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν βλέπει τὴν ἀνάγκην νὰ κάμῃ νομοσχέδιον διὰ τὸ ναυτικὸν, διότι ὅταν ἐφαρμοσθῇ νὰ δίδωται τὸ δωδεκατημόριον εἰς μερικὰ ἄρθρα, εἶναι περιττὸν τὸ νομοσχέδιον. Δὲν πρόκειται νὰ συστηθῶσιν ἐπιμελητήρια, δὲν πρόκειται νὰ γείνωσι ἄλλαι διατάξεις ναυτικαί. Διὰ τοῦτο βλέπετε ὅτι εἰς τὸ νομοσχέδιον δὲν γίνεται λόγος περὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν ναυτικῶν. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πῶς ἦλθεν εἰς τὴν Βουλήν; Ἦλθε μὲ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ὅτε τὸ ὑπουργεῖον τὸ προλαβὸν ὑπέβαλεν ἄλλο νομοσχέδιον. Διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ συμβιβάσῃ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, εἶχεν ἀνάγκην νὰ αὐξήσῃ εἰς ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον τὴν προκαταβολὴν τῶν 500,000 δραχμῶν διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν, καὶ εἰς 300,000 δραχμῶν τὸ ποσὸν τῶν 200,000 διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν ναυτικῶν. Νομίζω ὅτι ἐκεῖνο τὸ νομοσχέδιον δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὅταν ψηφισθῇ αὐτὸ, καὶ ἐπειδὴ ἐκεῖ ἦτο ὑπογεγραμμένος ὁ ὑπουργὸς τῶν ναυτικῶν, διὰ τοῦτο ὑπέγραψε καὶ εἰς αὐτό. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι κανὲν μέγα λάθος.
§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ διαφορὰ ἢ ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τὴν τρίμηνον προκαταβολὴν νὰ περιορίσητε εἰς μηνιαίαν;
§40Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ δωδεκατημόριον βεβαίως εἶναι ἑνὸς μηνός.
§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἕως τώρα ἐδίδετο 3 μηνῶν προκαταβολὴ· τώρα θὰ δίδεται ἑνὸς μηνός;
§42Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Ἐδίδοντο 500,000 δραχμῶν.
§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι ἐντὸς τριῶν μηνῶν παρουσιάζοντο τὰ δικαιολογητικὰ, ἐδίδετο τριῶν μηνῶν προκαταβολή. Κατὰ τὸ νέον σύστημα, ἐντὸς μηνὸς θὰ παρουσιάζωνται τὰ δικαιολογητικά; Αὕτη εἶναι ἡ διαφορὰ καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου;
§44Δ. ΛΕΒΙΔΗΣ. (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι αὐτὸς μόνος ὁ σκοπός. Εἶπον ὅτι ἡ ἐξέλεγξις γίνεται ἀμέσως καὶ ἐπιτοπίως, ὅταν ὁ ἐπιμελητὴς, ὅστις θὰ ᾖναι εἰς τὴν Ἀργολίδα λ. χ. ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ τὴν ἐπιθεώρησιν ἐὰν ὑπάρχουν στρατιῶται καὶ πόσοι, ἐὰν δὲν γίνωνται καταχρήσεις· διότι τοῦτο ἔχει τὸ δικαίωμα κατὰ τὸν νόμον νὰ τὸ κάμῃ. Ὥστε δὲν εἶναι μόνη ἡ συγκέντρωσις τῶν λογαριασμῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπίβλεψις καὶ ἡ ἐξέλεγξις ἐκ τοῦ προχείρου, ὄχι ὅπως γίνεται τώρα ἀπὸ τὰς Ἀθήνας νὰ γίνεται ἡ ἐξέλεγξις τοῦ λογαριασμοῦ, ὅστις εἶναι εἰς τὸ Ναύπλιον ἢ εἰς τὴν Φθιώτιδα.
§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δύνασθε νὰ μᾶς εἰπῆτε ἐὰν εἴχαμεν ἄτοπα μὲ τὸ ὑπάρχον σύστημα, καὶ ποῖα τὰ ἄτοπα καὶ αἱ καταχρήσεις; (θόρυβος.)
§46Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπὴ (διότι βλέπω δὲν τὸ ἐμελέτησε κἀνεὶς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον) λαλεῖ ἐδῶ ῥητῶς, ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἐπιφέρῃ ἄμεσον τροπολογίαν εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς κανονισμοὺς καὶ τὴν μέχρι τοῦδε νομοθεσίαν τὴν στρατιωτικὴν, δὲν ἔγεινε δὲ κἀνεὶς νόμος τοιοῦτος, καὶ δὲν καταλαμβάνω πῶς θὰ γείνῃ ἡ τροπολογία, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε πῶς θὰ γείνῃ ἡ τροπολογία, εἰς ποῖα ἄρθρα καὶ κεφάλαια.
§47ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Καὶ πρὶν ἔλθω εἰς τὴν κυβέρνησιν, κύριοι, ὑπεστήριξα τὴν ἰδέαν μετὰ πολλῶν ἄλλων συναδέλφων, ὅτι τὸ μέχρι τοῦδε σύστημα τῶν προκαταβολῶν πρέπει νὰ παύσῃ. Τὴν ἀνάγκην αὐτὴν πρώτη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἀνεγνώρισε καὶ ὡς ἐκ τούτου ὑπέβαλε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου δὲν ἐπιζητεῖται μόνον ὁ ἔλεγχος, ἀλλὰ καὶ ἡ διόρθωσις αὐτῆς τῆς καταστάσεως. Ἕνεκα τούτου, κύριοι, καὶ ἐπὶ τῇ πρωτοβουλίᾳ ἑνὸς τῶν ἐγκρίτων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον ἐγνώριζεν, ὅτι εἰργάσθη ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἡ ἐπιτροπὴ ἀπὸ κοινοῦ μετὰ οἰκονομικῶν καὶ στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων καὶ συνέταξε τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, παρουσιάσθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Θέλω δὲ ἀπαντήσει πρὸς τὸν ἔντιμον συνάδελφον κ. Σ. Πετιμεζᾶν, ὁ ὁποῖος λέγει, ἐνῷ ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ πλήρης ἐφαρμογὴ τοῦ λογιστικοῦ νόμου, συνάμα δι’ αὐτοῦ ζητεῖται προκαταβολή. Τὴν προκαταβολὴν τὴν ζητοῦμεν διὰ δύω λόγους· πρῶτον, διότι εἶναι ἐγγεγραμμένη εἰς τὸν λογιστικὸν νόμον, καὶ δεύτερον, ἄνευ ταύτης, ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς ἐκ τῆς ποικιλίας τῶν θέσεων καὶ τῆς μὴ συγκεντρώσεως τοῦ στρατοῦ εἰς ἓν μέρος, ἀλλ’ εἰς πολλὰ, ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐνεργηθῇ ἄνευ προκαταβολῆς. Τὴν προκαταβολὴν αὐτὴν περιωρίσαμεν ὄχι κατὰ μηνιαίας μισθοδοσίας, αἱ ὁποῖαι θὰ ὑπάγωνται εἰς τὸ μέλλον εἰς τὸν γενικὸν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμον, ἀλλὰ μόνον εἰς τὰς ὑπηρεσίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι πληρόνονται κατὰ δεκαπενθημερίαν. Ἐζήτησε νὰ εἴπω τὶ ἐννοεῖ ἡ ἐπιτροπή. Βεβαίως σήμερον, ὅπως πολὺ καλὰ γνωρίζει ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ὅλα τὰ Σώματα ἔχουν ταμιακὰς ἐπιτροπάς· αἱ ἐπιτροπαὶ αὐταὶ θὰ καταργηθοῦν, καὶ ἀντ’ αὐτῶν θὰ γίνηται ὁ ἔλεγχος ἀπὸ στρατιωτικὰ ἐπιμελητήρια. Αὐτοὶ καὶ μόνοι οἱ λόγοι, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἀνάγκη τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας μιᾶς προκαταβολῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὁ αὐστηρὸς ἔλεγχος τῆς προκαταβολῆς αὐτῆς, ἠνάγκασε τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποδεχθῇ τὸ σύστημα τοῦτο. Εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς κύριος Κουμουνδοῦρος, ὅτι εἴχομεν μέχρι τοῦδε προκαταβολὴν τριμηνιαίαν, σήμερον δὲ ζητεῖται δωδεκατημόριον. Εἴχομεν τὴν προκαταβολὴν, διότι, ἵνα τὰ Σώματα στείλουν τοὺς λογαριασμούς των εἰς τὸ λογιστήριον, πρέπει νὰ λήξῃ ἡ τριμηνία, καὶ ἅμα λήξῃ ἡ τριμηνία, θ’ ἀρχίσῃ τὸ ταμεῖον νὰ πληρώσῃ. Λάβετε δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ πλεῖστα τάγματα ἔχουν ἀποσπάσματα καὶ λόχους ἀπεσπασμένους· τὰ ἀποσπάσματα θὰ κλείσουν τὰς καταστάσεις εἰς τὸ τέλος τῆς τριμηνίας, θὰ τὰς στείλουν εἰς τὸ ταμεῖον, θὰ συγκεντρωθοῦν ὅλων τῶν ἀποσπασμάτων καὶ λόχων αἱ τριμηνιαῖαι καταστάσεις, θὰ ἐργασθοῦν ἐπ’ αὐτῶν τὰ τάγματα, καὶ θὰ τὰς στείλουν εἰς τὸ τέλος τοῦ 4ου, ἢ εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ 5ου μηνὸς εἰς τὸ λογιστήριον, ὅπου θὰ μείνουν 2 καὶ 3 μῆνας. Τὸ δὲ ὑπουργεῖον πότε θὰ λάβῃ τὰ δικαιολογητικά; Ὅταν πλησιάζῃ ἴσως τὸ τέλος τοῦ ἔτους. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ 9 μῆνας δὲν ἔχει δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, καὶ διὰ τοῦτο, ἐὰν δὲν τεθῇ ἕνας ἄλλος μεθοδικὸς κανονισμὸς τῆς χρήσεως αὐτῶν τῶν προκαταβολῶν, βεβαίως μετὰ παρέλευσιν τοῦ ἔτους θὰ προέλθουν δυσκολίαι, καὶ κατὰ συνέπειαν αὔξησις προκαταβολῶν. Αὐτοὶ οἱ λόγοι ἔπεισαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ τὴν ἰδέαν τοῦ νομοσχεδίου, τοσούτῳ δὲ μᾶλλον, ὅσῳ δι’ αὐτοῦ δὲν πρόκειται νὰ προκύψῃ οὐδεμία αὔξησις δαπάνης, διότι τὸ προσωπικὸν τῶν νέων ἐπιμελητηρίων θὰ τὸ προσπορισθῇ ἡ ὑπάρχουσα ὑπηρεσία, διότι μέχρι τοῦδε πράγματι ἔχομεν ἱκανοὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι θὰ καθέξουν τὰς θέσεις αὐτάς.
§48Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μίαν διασάφησιν, παρακαλῶ. Εἴπετε, ὅτι αἱ ταμιακαὶ ἐπιτροπαὶ καταργοῦνται· ἀλλ’ ὁ νόμος λέγει, ὅτι ὁ διοικητὴς καὶ ἕνας ἀξιωματικὸς εἶναι ὑπόλογοι, διατηροῦνται δὲ καὶ τὰ οἰκονομικὰ συμβούλια. Τώρα τὰ ἐπιμελητήρια ἀπὸ τί σύγκεινται;
§49ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ μεταβληθῶσιν αὐτά. Μόνος εἷς ἀξιωματικὸς εἶναι ὑπεύθυνος· ὅλη ἡ λοιπὴ ἐργασία θὰ συγκεντροῦται εἰς τὰ ἐπιμελητήρια. Εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα θὰ δώσω πλειοτέρας πληροφορίας.
§50ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἀφοῦ ἡ ὑπηρεσία τῶν ταγμάτων συγκεντροῦται εἰς τὰ ἐπιμελητήρια, στρατιωτικὰ λογιστήρια θὰ ὑπάρχουν;
§51Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μάλιστα.
§52ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Λοιπὸν πλέον ἀργότερα θὰ ἔρχωνται διὰ τῶν ἐπιμελητηρίων εἰς τὸ λογιστήριον. Νομίζω εἰς τὸ τέλος τῆς ἑξαμηνίας μόνον τὰ φύλλα ἀποδοχῶν ὑποβάλλονται εἰς τὸ λογιστήριον, αἱ δὲ ἀποδείξεις τῆς μισθοδοσίας τοῦ σώματος ὑποβάλλονται τὴν 20 ἑκάστου μηνός.
§53ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἐξελέγχονται ὅμως.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν γίνεται ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς ἀρχῆς εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§55ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νὰ ἐξηγηθῇ ἐὰν ἡ ἀρχὴ ἀποβλέπῃ καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν.
§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς θὰ ψηφοφορήσωμεν τὴν ἀρχὴν κατὰ τύπους· ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι, ἀφ’ ὅ,τι ἤκουσα, τὸ νομοσχέδιον, ἂς μεταχειρισθῶ συνήθη ἔκφρασιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ναυτικῶν, δὲν ἐχωνεύθη, καὶ ἰδοὺ πῶς. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν σᾶς εἶπεν, ὅτι ὑπέγραψε, διὰ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ κ. Ἀθανασιάδου καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ὁ δὲ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν εἶναι. Λοιπὸν καὶ οἱ κύριοι ὑπουργοὶ δὲν εἶναι σύμφωνοι. Μ’ ὅλα ταῦτα ψηφοφοροῦμεν τὴν ἀρχὴν σήμερον.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ 1. ἄρθρον. Ἀναγινώσκεται τὸ 2. ἄρθρον.
§58ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κ. πρόεδρε, δὲν πρόκειται σήμερον περὶ πολιτικοῦ ζητήματος, πρόκειται περὶ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία δύναται νὰ διατρέξῃ μεγάλους κινδύνους, διότι νομίζω, ὅτι καὶ οἱ ὑπουργοὶ καὶ ἡ συμπολίτευσις καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχουν κοινὸν συμφέρον. Κύριοι, κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν (καὶ κάμνω τὰς παρατηρήσεις, διὰ νὰ γείνῃ μελέτη), θὰ συστηθοῦν 13 ἐπιμελητήρια καὶ θὰ λάβουν δικαιοδοσίαν διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος. Τί θὰ εἴπῃ δικαιοδοσία; Περιφέρεια.
§59ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως.
§60ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν θὰ διαιρεθῇ τὸ Κράτος εἰς 13 στρατιωτικὰς περιφερείας, καθὼς ὑπάρχουν εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ Γερμανίαν, πρὸς διεύθυνσιν μόνον τῶν οἰκονομικῶν. Τὰ ἐπιμελητήρια αὐτὰ θὰ ἐνεργοῦν κατὰ νόμον πληρωμὰς τῶν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων, τοῦ ἱματισμοῦ, τῶν ἱπποφορβείων καὶ τῶν μισθῶν τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν. Τί λέγει ὁ νόμος; Εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔτους τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὴν προκαταβολὴν, τὴν ὁποίαν τοῦ ἐπιτρέπει ὁ νόμος νὰ λάβῃ, θὰ τὴν διανείμῃ εἰς 13 μέρη κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ δὲν μοὶ λέγουν οἱ κύριοι ὑπουργοί, ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἔχει ὅπως αἱ ἄλλαι ὑπηρεσίαι ὡρισμένα καθήκοντα, καὶ αὐτὰ περιορίζονται εἰς περιφερείας; Φέρ’ εἰπεῖν, 3000 στρατιῶται ὑπάρχουν σήμερον εἰς Ἀθήνας. Αὔριον τὸ πρωΐ μία ἀνάγκη κάμνει, ὥστε ὁλόκληρος ὁ στρατὸς νὰ μεταβῇ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Λαμίας· ἠμπορεῖ ὁλόκληρος ὁ στρατὸς, ὅπως συνέβη εἰς τὴν Ναυπλιακὴν ἐπανάστασιν, νὰ συγκεντρωθῇ ἐντὸς 5 ἡμερῶν πρὸ τοῦ Ναυπλίου; Κατὰ τὸν νόμον, τὰ ἐπιμελητήρια, λαμβάνοντα τὴν προκαταβολὴν, ὀφείλουν νὰ θεραπεύουν τὰς ἀνάγκας τῆς περιφερείας των· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ποῖος θὰ πληρώσῃ; Θὰ γράψουν τὰ διάφορα ἐπιμελητήρια εἰς τὸ ὑπουργεῖον, καὶ τὸ ὑπουργεῖον θὰ διατάξῃ τὰ ἄλλα ἐπιμελητήρια νὰ στείλουν ἐντάλματα τῆς πρώτης ἁρμοδιότητός των, καὶ νὰ ἀλλάξουν τὰ ἐντάλματα, καὶ νὰ παρέλθῃ χρόνος καὶ καιρὸς, καὶ οἱ στρατιῶται νὰ ἀποθνήσκουν τῆς πείνης, ἢ νὰ μὴ ἔχουν τὰ ἀναγκαῖα πράγματα; Κύριοι, σᾶς παρατηρῶ ἓν πρᾶγμα, καὶ ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος παρὰ τὸ πλευρόν μου εὑρίσκετο εἰς τὴν Ναυπλιακὴν ἐπανάστασιν, τὸ γνωρίζει. Μετέβην εἰς τὸ Ναύπλιον, ἔχων τὴν διεύθυνσιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ πυροβολικοῦ, προσεβάλομεν δὲ τὴν 1. Μαρτίου τὴν ἐπανάστασιν, τὴν ἐῤῥίψαμεν ἐντὸς τῶν φρουρίων, καὶ ἐμείναμεν ἀπ’ ἔξω· 120 πυροβόλα τοῦ Ναυπλίου ἐκεραυνοβόλουν τὰς κεφαλάς μας, καὶ ἡμεῖς δὲν εἴχαμεν εἰς τὸν κάμπον οὔτε μίαν βελέντζαν. Ἐδέησε νὰ παρακαλέσω τὸν ἐπιμελητὴν Μοσχόπουλον, συγκαταθέσει τοῦ στρατηγοῦ Χὰν, νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Ἄργος ν’ ἀγοράσῃ, χωρὶς κἂν νὰ ἐρωτήσῃ πόσον ἔχει τὸ πρᾶγμα, διότι ἐγὼ τὸ ἑσπέρας εἶχον ἀνάγκην ἀπὸ 5000 φανέλας. Τοῦτο δὲ δὲν συμβαίνει μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα, συμβαίνει εἰς ὅλον τὸν κόσμον.
§61ΛΕΒΙΔΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ἀνοίξωμεν τὰ ταμεῖα τότε;
§62Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ τί εἶναι ὁ στρατὸς, κ. ὑπουργέ; Μήπως εἶναι στρατὸς Βεδουΐνων; Ὁ στρατὸς εἶναι τοῦ ἔθνους, καὶ τὸ ἔθνος ἀνοίγει τὰ ταμεῖά του πρὸς τὸ συμφέρον του· καὶ ὅταν πρόκηται περὶ τοιούτων περιστάσεων, περὶ τῆς ἀσφαλείας καὶ ἡσυχίας τοῦ Κράτους, δὲν θὰ ἀκούσῃ βεβαίως τὸν Λογιστικὸν νόμον τὸν ἰδικόν σου. Πρέπει νὰ ὁμιλῆτε μὲ περισσότερον σέβας διὰ τὸν στρατὸν· καὶ τί νομίζετε, ὅτι εἶναι ὁ στρατός;
§63Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν εἶπε κανεὶς περὶ τοῦ στρατοῦ.
§64Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πῶς θὰ ἐφαρμόσητε λοιπὸν αὐτὸν τὸν νόμον εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις; Τὸ Κράτος ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ τὸν ἔλεγχον εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν πολὺ περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι στοχάζεσθε ὅτι θὰ ἐπιβάλητε δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου τοῦ ἀνεφαρμόστου. Ἐγὼ προβαίνω περισσότερον· θέλω ὁ ἔλεγχος τοῦ στρατοῦ νὰ προβῇ μέχρι τοῦ ἀνηλεοῦς. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι τάχα ἀνάγκη νὰ τὸ κατορθώσητε διὰ τοῦ Λογιστικοῦ νόμου; Θὰ κάμητε ἕνα νόμον εἰδικὸν, δρακόντιον, ἀλλὰ νὰ ἐφαρμόζηται, νὰ μὴ παραλύῃ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, διότι ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία δὲν ἀνήκει εἰς τὸν στρατὸν, ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος, εἰς σᾶς. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ δέσω τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ἔθνος καὶ ἐξοδεύει τόσα ἑκατομμύρια, καὶ φρονῶ ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ψηφίζετε πρῶτον τίποτε νεώτερον ἀφ’ ὅ,τι ὑπάρχει σήμερον, ψηφίζετε δὲ ἐντελῆ παραλυσίαν τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ὁ δὲ χρόνος θὰ σᾶς ἀποδείξῃ, ἐὰν ψηφίσετε αὐτὸν τὸν νόμον, ὅτι δὲν θὰ παρέλθουν δύο μῆνες καὶ θὰ ἦσθε ἠναγκασμένοι νὰ φέρετε τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ ἐμποδίσητε τὰ κακὰ ἀποτελέσματα. Νομίζω ὅτι ἀσυλλόγιστα, ἀμελέτητα πράγματα δὲν πρέπει νὰ διέρχωνται τὴν Βουλὴν, διότι θὰ ᾖναι ἐντροπὴ νὰ ψηφίζωμεν σήμερον, καὶ μετὰ δέκα ἡμέρας νὰ ἀναψηφίζωμεν ἐκ νέου. Ὅσοι δυσανασχετοῦν, κάμνουν πολὺ κακὰ, διότι ἐγὼ δίδω ἀφορμὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν θεωρῶ σοφωτέραν ἐμοῦ, διὰ νὰ φωτισθῶ καὶ ἐγὼ, καθότι Κοινοβούλιον δὲν θὰ εἰπῇ τίποτε ἄλλο παρὰ συζήτησις. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς, τοὺς ὁποίους ἄκρως ὑπολήπτομαι, τοὺς ὁποίους ἔχω φίλους προσωπικοὺς, νὰ ἐπιστήσουν τὴν προσοχήν των, ὄχι χάριν ἀτόμων καὶ χάριν κλάσεων, ἀλλὰ χάριν αὐστηρῶς τῆς ὑπηρεσίας· καὶ ἐὰν μὲν σᾶς εἶπόν τι ὠφέλιμον, ἐγὼ ἔκαμα τὸ χρέος μου, ἐὰν δὲ εἶπόν τι ὀλιγώτερον παρ’ ὅτι σᾶς εἶναι ἀναγκαῖον, νὰ τὸ ἀναπληρώσητε.
§65ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὸ πρῶτον ἄρθρον εἶναι καὶ ἀτελές· πρώτην φορὰν ἠκούσθη νὰ παραδεχώμεθα νομοσχέδιον μὲ ἄγραφον χαρτὶ «μετὰ παρέλευσιν... ἐτῶν.»
§66Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δύω ἐτῶν νὰ τεθῇ.
§67ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ προλαλήσας, χωρὶς ν’ ἀναγνώσῃ βεβαίως ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον, ἔκαμε παρατηρήσεις· καὶ ὅτι δὲν ἀνέγνωσεν ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον, ἐξάγεται ἐκ τούτου, ὅτι μᾶς ἔφερε παράδειγμα τὰς ὁδοιπορίας καὶ μᾶς εἶπεν, ὅταν ἕκαστον τάγμα λάβῃ τὸ δωδεκατημόριον καὶ μεταβῇ εἰς ἄλλο μέρος, τί θὰ γείνῃ; Εἴτε ἐδῶ εἶναι τὸ Σῶμα, εἴτε παρέκει, τὸ δωδεκατημόριον τὸ ἔχει μαζύ του. Μᾶς ἔφερε καὶ τὰς μετακομίσεις τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι δὲν ἀνέγνωσε τὸ νομοσχέδιον, διότι, ἐὰν ἐλάμβανε τὸν κόπον, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον τέταρτον, ἐδάφιον τέταρτον, λέγει διὰ τὰς προκαταβολὰς «εἰς τὸ πεμπτημόριον τῆς κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν ἀπαιτουμένης δαπάνης, διὰ τὰς ὁδοιπορίας καὶ μετακομίσεις τοῦ στρατοῦ». Τὸ πεμπτημόριον δὲ αὐτὸ δὲν δίδεται εἰς τὰ Σώματα, ἀλλὰ τίθεται εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ὑπουργοῦ· ἑπομένως δὲν δύναται νὰ γείνῃ μετακόμισις ἢ ὁδοιπορία, ἐὰν δὲν διατάξῃ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν του τὸ πεμπτημόριον τῆς ἐτησίας δαπάνης, καὶ θὰ φροντίσῃ νὰ ἐκδώσῃ ἔνταλμα, νὰ προμηθεύσῃ τὸ ἀπόσπασμα μὲ τ’ ἀναγκαῖα ἔξοδα. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι εἶναι ἐσκεμμένον τὸ σχέδιον καὶ δὲν ἔγεινεν εἰς μίαν ἡμέραν, ὅπως συνήθως γίνονται τὰ νομοσχέδια· ἔγεινε μετὰ πολλὰς συζητήσεις καὶ μετὰ ὑπαλλήλων τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν θετικὰς γνώσεις διὰ τὸ ἀντικείμενον αὐτό.
§68Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, παρατηρῶ εἰς τὸν κ. ὑπουργόν, ὅτι δὲν φιλονεικῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐσυζητήθη πολύ, διότι ἑπτὰ χρόνια ἐσυζητήθη.
§69ΛΕΒΙΔΗΣ. Τρία.
§70ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἑπτά. Διαβεβαιῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι οὐδ’ ὁλόκληρον τὸ κεφάλαιον τῶν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων ἀρκεῖ, ἐὰν μόνον τὸ ἥμισυ τοῦ στρατοῦ τεθῇ εἰς κίνησιν. Τοῦτο δὲ διὰ νὰ τὸ ἐννοήσητε, δὲν ἔχετε ἀνάγκην παρὰ νὰ συμβουλευθῆτε τὸ στρατιωτικὸν λογιστήριον τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον ἔχει τὰς καταστάσεις ὅλων τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων.
§71Δ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐκτάκτων.
§72ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ νόμος πρέπει νὰ προβλέπῃ καὶ τακτικὰς καὶ ἐκτάκτους.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ κείμενον συνεπληρώθη· τὸ ὑπουργεῖον προσέθηκε «Μετὰ παρέλευσιν δύω ἐτῶν». Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον τρίτον. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον τέταρτον.
§74ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀπαντήσῃ αὔριον, ἐὰν τῳόντι χρειάζωνται ἐννέα ἀξιωματικοὶ δι’ ἕκαστον ἐπιμελητήριον, ὅπως ὁ νόμος λέγει.
§75ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αὔριον θὰ ἀπαντήσω.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 ἂς ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5, 6, 7 καὶ 8.
§77Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ φέρω μίαν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ συνόλου, παρακαλῶ δὲ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως μᾶς πληροφορήσῃ προσεχῶς. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπάρχουν ἐν ἐνεργείᾳ 2 ἐπιμεληταί, 5 ὑπεπιμεληταί, 1 ταγματάρχης, 1 λοχαγός, 28 ὑπολοχαγοί, 17 ἀνθυπολοχαγοί, 10 ἀνθυπασπισταὶ οἰκονομικοί. Ἐρωτῶ, ἂν διὰ τοῦ προσωπικοῦ τούτου ἄνευ αὐξήσεως δύναται νὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν.
§78Δ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Περὶ τούτου κάμνει λόγον ἡ ἐπιτροπή.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται ν’ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 5½ μ. μ.)