1873.07.17
2.711 στίχοι · 23.193 λέξεις · 227 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 69
Τῆς 17 Ἰουλίου 1873.
(Τρίτη).
Ὥρα 8 π. μ.
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου τῶν κκ. βουλευτῶν εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰδοποιῶ τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ψηφοφορία περὶ τῆς συντάξεως τῶν τέκνων Κουντουριώτου θὰ μείνῃ εἰς τὸ τέλος, καὶ παρακαλῶ τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ μὴ ἀναχωρήσωσι.
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ 40 ἡμερῶν ἐτέθη ὑπ’ ὄψιν τῆς λογιστικῆς ἐπιτροπῆς ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ προσωρινοῦ προεδρείου καὶ μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς δὲν γνωρίζω τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἠθέλησαν νὰ φέρωσι τὸν ἀπολογισμόν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τοὺς προτρέψῃ εἰς τοῦτο, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ μὴ ἔρχωνται εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα γίνονται. Μὲ λύπην μου τὸ λέγω τοῦτο.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§5ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ. Περὶ τοῦ σιδηροδρόμου τῆς Πελοποννήσου θὰ συζητήσωμεν σήμερον; διότι δὲν εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§6ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κάποιαι μικραὶ προσθαφαιρέσεις θὰ γείνουν, καὶ πιστεύω ὅτι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ μὴ ἔχῃ δυσκολίαν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων.
§8ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ συζητηθῇ ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλον, καὶ ὅμως δὲν ἐμπεριέχεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ συμπληρωθῇ καὶ θὰ περάσῃ.
§10ΤΙΝΕΣ. Θὰ ἔλθῃ καὶ αὐτὸ σήμερον.
§11ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν διαπραγμάτευσιν, κύριοι, τῆς συμβάσεως περὶ παραχωρήσεως τῶν ἐκβολάδων πολὺς ἐγένετο λόγος μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἑταιρίας ταύτης περὶ προσδιορισμοῦ τινος τῶν ἐξόδων· ἡ ἑταιρία ἐπέμενεν ἀνενδότως, ὅτι ἦτον ἀδύνατον νὰ ἀναδεχθῇ τινα ὑποχρέωσιν ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, καὶ τοι τὸ ἐπεθύμει πολύ, διότι αἱ ἐκβολάδες εἶναι οὕτω πως ποικίλαι, ὡς πρὸς τὴν ποσότητα τοῦ μολύβδου καὶ τοῦ ἀργύρου, καὶ αἱ δαπάναι τῆς παραγωγῆς τοσοῦτον διαφέρουσιν ἕνεκα τούτου, καὶ προσέτι ἕνεκα ἄλλης αἰτίας δηλ. τῶν ὑλῶν, αἱ ὁποῖαι μετὰ τῶν ἐκβολάδων συνυπάρχουσιν ἐν Λαυρίῳ καὶ ὧν ἄλλαι μὲν εἶναι τακεραί, ἄλλαι δὲ τοὐναντίον, ὥστε ἀδύνατον ἦτο νὰ ἀναδεχθῇ ἡ ἑταιρία, ὅπως προεῖπον, τὴν εὐθύνην νὰ προσδιορισθοῦν ἐκ τῶν προτέρων τὰ ἔξοδα. Ἐν τούτοις καὶ μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως πολλάκις ἔκαμον λόγον εἰς τὴν ἑταιρίαν ἐὰν ᾖναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἴς τινας τοὐλάχιστον προσδιορισμούς, οἱ ὁποῖοι ν’ ἀναπαύωσι τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἔτι μᾶλλον ἐξησφαλίσθη ἀφ’ ὅ,τι αἱ διατάξεις τῆς συμβάσεως ἐξασφαλίζουσι περὶ τῆς ἀληθείας τῶν δαπανῶν. Σήμερον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συνεννοήσεως ταύτης ὡς πρὸς τοῦτο τὸ ζήτημα, ἐλπίζω δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει εὕρει αὐτὸ καθ’ ὅλα εὐάρεστον. Ἓν δεύτερον ζήτημα ἐσχάτως διεπραγματεύθημεν, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλήν· εἶναι τὸ ζήτημα τῆς παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῶν ἄλλων ἐκβολάδων. Λόγος εἶχε γείνει, ὅπως ἐνθυμεῖσθε, νὰ μὴ παραχωρηθῶσιν αἱ ἐκβολάδες αὗται εἰς τὴν ἰδίαν ἑταιρίαν καὶ ἡ σύμβασις νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν παραχώρησιν μόνον τῶν ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ μεταλλείου της· ἀλλὰ ἡμεῖς ἐνομίσαμεν, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι συνετὸν, δὲν εἶναι ἐπιτυχὲς καὶ ὅτι προτιμότερον εἶναι ἡ σημερινὴ ἑταιρία νὰ ἐξακολουθῇ οὖσα ὑπόχρεως ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν τὸ Κράτος δὲν διαθέσει τὰς ἐκβολάδας ἐντός τινος προθεσμίας, νὰ ᾖναι ὑπόχρεως, λέγω, νὰ λάβῃ καὶ ταύτας· διότι ἐὰν μείνῃ αὐτὴ ἡ περιουσία τοῦ Κράτους ὅλως διόλου ἀδιάθετος καὶ εἰς τὴν τύχην της, δὲν νομίζω τὸ πρᾶγμα συνετόν. Εἰς τοῦτο ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπήντησε δυσκολίας, διότι ἡ ἑταιρία δὲν εἶχε ζητήσει τὸ ἄρθρον 12, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τὸ εἶχεν ἐπιβάλει εἰς αὐτήν. Ἑπομένως προθύμως ἐδέχθη κατὰ προτίμησιν μᾶλλον τὸ πρῶτον σύστημα, νὰ χωρισθῶσιν αἱ ἐκβολάδες αἱ ἀνήκουσαι εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ μεταλλείου αὐτῆς ἀπὸ τὰς ἐκβολάδας τὰς μὴ ἀνηκούσας εἰς τὴν περιφέρειαν αὐτῆς, καὶ ἡ ἐκκαμίνευσις νὰ περιορισθῇ εἰς τὰς πρώτας καὶ νὰ μὴν ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὰς δευτέρας. Ἡ Κυβέρνησις, καθὼς σᾶς εἶπον, ἐπροτίμησε τὸ δεύτερον σύστημα· καὶ οὕτω ὑπεχρέωσε τὴν ἑταιρίαν καὶ ἐδέχθη. Κατὰ τὴν διαπραγμάτευσιν τοῦ τελευταίου τούτου ζητήματος ἡ Κυβέρνησις προσεπάθησε νὰ πείσῃ τὴν ἑταιρίαν εἰς τὴν ἔκτασιν· τοῖς εἴπομεν, κατὰ τὸ ἄρθρον 12 ἐὰν σᾶς παραχωρηθῶσιν αἱ ἐκβολάδες αἱ ἐκτὸς τῆς περιφερείας τοῦ μεταλλείου σας, δέχεσθε διὰ τῆς συμβάσεως νὰ πληρώνετε 50%, δὲν βλέπω διατί ἤδη ὅτε θὰ παρατείνωμεν τὴν προθεσμίαν ταύτην νὰ ἐμμένετε εἰς τὰ 44% ἐνῷ θὰ ἀποδεχθῆτε τὸ 50%, ἐὰν σήμερον, αὔριον ἢ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἤθελεν ἐπέλθει ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς; Μᾶς ἔκαμον τὴν παρατήρησιν ὅτι τὸ δικαίωμα ἐπεκτεινόμενον ἐπὶ ὅλων τῶν ἐκβολάδων εἶναι πολυτιμότερον, διότι θὰ ἀπασχολήσῃ τὴν βιομηχανίαν των ἐπὶ μακρότερον χρόνον καὶ ἑπομένως δι’ αὐτὴν τὴν αἰτίαν δέχονται τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοστοῦ. Ἀλλὰ μετὰ διαφόρους συζητήσεις, καὶ ὅπως εἶπον αὐτοὶ (ἀγνοῶ, ἐὰν ᾖναι ἀληθές), διότι διατελοῦσιν εἰς θέσιν ὄχι εὐάρεστον, εἴτε διότι εὑρίσκονται ὑπὸ δεινήν τινα πίεσιν, παρεδέχθησαν τὸν ὅρον, αἱ ἐκβολάδες τοῦ Λαυρίου ἀπὸ 44% κατὰ τὴν σύμβασιν νὰ γείνωσι 50%, εἴτε λάβωσι καὶ τὰς ἄλλας εἴτε ὄχι. Ἑπομένως αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας προτείνομεν εἰς τὸν νόμον εἶναι αἱ ἑξῆς· «Ἄρθρον 3. Ὁσάκις κατὰ τὸν ἰσολογισμὸν τῆς ἑταιρίας τὰ παραγωγικὰ ἔξοδα ὑπερβαίνωσι τὸ ἥμισυ τῆς ἀγοραίας ἀξίας τοῦ ἐκ τῶν καμίνων αὐτῆς παραγομένου ἀργυρούχου μολύβδου, τὸ ὑπερβάλλον τοῦτο τῆς δαπάνης δὲν ὑπολογίζεται πρὸς ἐπιμέτρησιν τοῦ ἀνήκοντος τῷ δημοσίῳ ἐκ τῆς καθαρᾶς προσόδου δικαιώματος, ἀλλὰ μένει εἰς βάρος τῆς ἑταιρίας. Ἐὰν δὲ κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην ὑπάρξῃ διαφωνία μεταξὺ δημοσίου καὶ ἑταιρίας περὶ τῆς ἀγοραίας τοῦ μολύβδου ἀξίας, ἡ ἑταιρία ὀφείλει ἢ νὰ παραδεχθῇ τὴν ὑπὸ τοῦ δημοσίου προτεινομένην ἀξίαν ἢ νὰ πληρώσῃ αὐτὴν κρατοῦσα τὸν μόλυβδον καὶ τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας ταύτης λόγῳ παραγωγικῶν ἐξόδων.» Ἐὰν ἡ ἑταιρία παραγάγῃ μόλυβδον ἀξίας 600 δραχμῶν τὸν τόνον, τὸ Κράτος δὲν ἀναδέχεται πληρωμὴν ἐξόδων πέραν τῶν 300 δραχμῶν, ἐὰν παραγάγῃ μόλυβδον ἀξίας 800 δραχμῶν, τὸ δημόσιον δὲν θὰ πληρώσῃ πλέον τῶν 400, καὶ ἐὰν 1,000, πέραν τῶν 500. Ἐὰν δὲ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην ὑπάρξῃ διαφωνία μεταξὺ δημοσίου καὶ ἑταιρίας περὶ τῆς καθαρᾶς τοῦ μολύβδου ἀξίας, ἡ ἑταιρία ὀφείλει ἢ νὰ παραδεχθῇ τὴν ὑπὸ τοῦ δημοσίου προτεινομένην, ἢ νὰ πληρώσῃ αὐτὴν κρατοῦσα τὸν μόλυβδον κατὰ τὴν ἀγοραίαν ἀξίαν λόγῳ τῶν ἐξόδων. Εἴπομεν, ὅτι τὸ δημόσιον δὲν ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ ἔξοδα πέραν τοῦ ἡμίσεος τῆς ἀξίας τοῦ μολύβδου, ἀλλὰ δύναται νὰ ἐγερθῇ ἔρις ὡς πρὸς τὴν ἀξίαν ταύτην. Φέρ’ εἰπεῖν παρουσιάζει εἰς τὸν ἰσολογισμόν της ἡ ἑταιρία 500 δραχμὰς ἔξοδα κατὰ τόνον, τὸ δημόσιον ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ μόλυβδος, τὸν ὁποῖον παρήγαγε κατ’ αὐτὴν τὴν τριμηνίαν ἢ τὸν μῆνα εἶναι ἀξίας 600 δραχμῶν, ἑπομένως δὲν θὰ πληρώσῃ παρὰ τὰς 300· ἡ ἑταιρία δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι εἶναι 800 δραχμαί, ἑπομένως τὸ ἥμισυ εἶναι 400, τὰ ἔξοδα εἶναι 350 ὀφείλει καὶ 50· εἰς τοιαύτην περίστασιν λέγω νὰ κρατήσῃ τὸν μόλυβδον τὸ δημόσιον καὶ νὰ πληρώσῃ τὴν ἀξίαν, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ λύεται ἡ ἔρις ἄνευ περαιτέρω διαδικασίας· αὐτό, νομίζω, τὸ σύστημα εἰς τοὺς τελωνειακοὺς νόμους ἀπαντᾶται. «Ἄρθρον 4. Ἡ ἰσχὺς τοῦ ἄρθρου 12 τῆς συμβάσεως ἀναστέλλεται ἐπὶ δώδεκα μῆνας ἀπὸ τῆς νομοθετικῆς κυρώσεως αὐτῆς. Ἐὰν δὲ ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ δὲν διατεθῶσιν ὑπὸ τοῦ δημοσίου αἱ ἐν τῷ εἰρημένῳ ἄρθρῳ διαλαμβανόμεναι ἐκβολάδες, θέλουσιν ἔχει πλήρη ἰσχὺν αἱ διατάξεις αὐτοῦ. Ἄρθρον 5. Τὸ ἐκ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος δικαίωμα τοῦ δημοσίου ὁρίζεται εἰς 50%, εἴτε ἐπέλθῃ ἡ περίπτωσις τοῦ ἄρθρου 12 τῆς συμβάσεως, εἴτε δὲν ἐπέλθῃ.» Θὰ πληρώνουν 50%, εἴτε λάβουν καὶ τὰς ἄλλας ἐκβολάδας, εἴτε δὲν τὰς λάβουν. Μετὰ τὰς ἀνακοινώσεις ταύτας καὶ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα, χρεωστῶ νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἰδέας τινὰς ἄλλας τῆς ἑταιρίας, τὰς ὁποίας μᾶς ἔκαμε καὶ τὰς ὁποίας ἡμεῖς δὲν ἐνομίσαμεν, ὅτι πρέπει νὰ προτιμήσωμεν καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ περιλάβωμεν εἰς τὴν τροπολογίαν μας. Ἡ ἑταιρία παραδέχθη τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐπρότεινε, τοῦ νὰ μὴν εὐθύνεται τὸ δημόσιον διὰ τὰ ἔξοδα κατὰ τὸ ὑπερβάλλον τοῦ ἡμίσεος τῆς ἀξίας τοῦ μολύβδου, ἀλλὰ τὸ ἐδέχθη ὄχι μὲ πολλὴν εὐχαρίστησιν· προετίμησεν ἕτερον σύστημα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνακοινῶ, καὶ εἶναι «τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς ἐὰν ὑπερβαίνωσι τὸ ποσὸν τῶν φράγκων 450...........» δηλ. ἡ ἑταιρία ἤθελε νὰ προσδιορίσῃ εἰς ἀνώτατον ὅρον τὸ ποσὸν τῶν 450 φράγκων. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐδέχθη, ἐπροτίμησε μᾶλλον τὸ ἕτερον σύστημα τῆς μὴ εὐθύνης αὐτῆς πέραν τοῦ ἡμίσεος τῆς ἀξίας τοῦ μολύβδου· ἡ ἑταιρία προσέτι ποιεῖται ἑτέραν πρότασιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι πρωτοφανής, διότι καὶ ἄλλοι περὶ αὐτῆς ἔκαμαν λόγον, ἡ πρότασίς της εἶναι τοιαύτη· «μὴ ἐπιθυμοῦντες, εἶπον αὐτοί, νὰ κατακριθῶμεν, ὅτι προσεφέραμεν εἰς τὸ δημόσιον ὀλιγώτερον τῆς προσφορᾶς, τὴν ὁποίαν προσέφερον ἄλλοι, καὶ ἐπειδὴ ἀκούομεν, ὅτι γίνεται συζήτησις περὶ τοῦ ὅτι ὑπάρχει πρότασις συμφερωτέρα εἰς τὸ δημόσιον, ἡ πρότασις τῶν 65% ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων, προσφέρομεν νὰ δίδωμεν τὸ 65%. Ἐννοεῖται ὅμως εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην, ὅτι δὲν θὰ συγκαμινεύωμεν τὰς σκωρίας· αἱ σκωρίαι θὰ καμινεύωνται ὅπως πρὶν τῆς συμβάσεως, ἤτοι θὰ πληρώνωμεν τὸ 10%, καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ περὶ αὐτῶν δίκη, κατὰ δὲ τὰ ἀποτελέσματα τῆς δίκης τῶν σκωριῶν θέλομεν κανονίσει καὶ τὰ ἐπίλοιπα· ὡς πρὸς δὲ τὰς ἐκβολάδας, θέλομεν διατηρεῖ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν τοῦ νὰ προσφύγωμεν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν δίκην περὶ τῆς κυριότητος τῶν ἐκβολάδων.» Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις, κύριοι, τὴν ὁποίαν ἡ ἑταιρία ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην πρότασιν προτιμᾷ, τὴν ὁποίαν ὅμως ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀπέῤῥιψε, διότι Κυβέρνησις δὲν νομίζει, ὅτι εἶναι εἰς αὐτὴν ἐπιτετραμμένον εἰλικρινῶς διαχειριζομένη τὰ δημόσια νὰ ἀπατηθῇ ἐκ τῶν φαινομένων, δηλονότι νὰ ἐξαπατηθῇ ἐκ τῶν ποσοτήτων, αἱ ὁποῖαι τῇ προσφέρονται καὶ νὰ ἀναλάβῃ δικαστικοὺς ἀγῶνας καὶ διατρέξῃ ἕνα κίνδυνον ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τοῦ νὰ ἀπολέσῃ τὴν κυριότητα τῶν ἐκβολάδων, καὶ ἀντὶ νὰ λάβῃ 65% νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ ἀποδώσῃ ὅσα λάβῃ εἰς τὸ μέλλον, καὶ ἐξ αὐτῶν νὰ κρατήσῃ μόνον τὸν φόρον, ὅστις ἤθελεν εἶσθαι ἐλάχιστος, τουτέστι τὸ 5% κατὰ τὸν νόμον τῶν μεταλλείων. Ὅταν οὕτως ἐσκέπτετο ἡ Κυβέρνησις, βεβαίως δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της οὔτε προσωπικὰ ζητήματα, οὔτε προσωπικὰς φιλοτιμίας, οὔτε οὐδὲν ἄλλο τῶν ζητημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπισκοτίζουσι τὸν νοῦν τῶν Κυβερνώντων. Ἔῤῥιψα ἓν βλέμμα ἐπὶ τῶν παρελθουσῶν συζητήσεων ἔν τε τῇ δημοσιογραφίᾳ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἐπὶ χρόνον μακρὸν, ἐπὶ ὅλην τριετίαν, καὶ παρετήρησα, ὅτι καὶ νομικοὶ καὶ καθηγηταὶ καὶ δικαστήρια εἰσὶ διῃρημένα ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτισίας τῶν ἐκβολάδων. Ἡ πεποίθησις τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἡ βάσις ἐπὶ τῆς ὁποίας αὐτὴ στηριζομένη ἔπρεπε νὰ ἀποφασίσῃ τὸ ζήτημα· διότι τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον δὲν εἶναι δικαστήριον, εἶναι πολιτικὸν σωματεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὡρισμένην γνώμην ἐπὶ ὅλων τῶν ζητημάτων, ἀλλὰ ἡ ὁποία γνώμη δὲν ἔχει ἐπιῤῥοὴν καὶ δύναμιν ἐπὶ τῶν σκέψεων καὶ ἀποφάσεων τῶν δικαστηρίων. Ἐκ μέρους ἡμῶν ἐθεωρήθη μία τοιαύτη ἐνδεχομένη ἀπόφασις τοῦ νὰ προτιμήσωμεν ἀντὶ νὰ συνάψωμεν μίαν σύμβασιν μὲ τὴν ἑταιρίαν καὶ νὰ λάβωμεν 50%, νὰ διατρέξωμεν ἀπεναντίας τὸν δικαστικὸν ἀγῶνα, διὰ νὰ λάβωμεν ἢ 65% ἢ 5 μόνον τοῖς ἑκατὸν, μία τοιαύτη ἀπόφασις ἐθεωρήθη ἀναξία προσοχῆς· ταῦτα ὤφειλον νὰ σᾶς προσθέσω, ἀφοῦ σᾶς ὑπέβαλον τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα.
§12Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἐξόδων ἡ νέα τροπολογία, ἥτις ἐπέρχεται ἐπὶ τῆς συμβάσεως, εἶναι ὅτι καθ’ ἣν περίπτωσιν ὑπερτιμηθῇ ἡ ἀξία τοῦ μολύβδου, νὰ ὑπερτιμηθῇ καὶ ἡ ἀξία τῶν ἐξόδων.
§13ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἰδοὺ τί πρόκειται· ἡ ἑταιρία ἔχει βιβλία καὶ ἰσολογισμὸν καὶ ἀπὸ τὰ βιβλία, τοὺς λογαριασμοὺς καὶ τὸν ἰσολογισμὸν θέλει παρουσιάσει ἓν ποσὸν ἐξόδων διὰ κάθε τόνον ἐκβολάδων. Λοιπὸν ἡ τροπολογία συνίσταται εἰς τοῦτο, ὁσάκις τὰ κατὰ τόνον ἔξοδα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουν τὰ βιβλία τῆς ἑταιρίας, εἶναι ἀνώτερα τοῦ ἡμίσεος τῆς ἀξίας τοῦ μολύβδου, τὸ δημόσιον νὰ μὴ εὐθύνεται διὰ τὸ ὑπερβάλλον, δηλ. ἡ Κυβέρνησις ἠξεύρει τοῦτο ὅτι ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας εἶναι δι’ αὐτὴν πάντη καθαρὸν, καὶ ἑπομένως ἀπὸ τοῦ ἡμίσεος θὰ λάβῃ τὸ ἥμισυ· γνωρίζει ὅτι τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας τοῦ παραγομένου μολύβδου κατὰ ἀνώτατον ὅρον πάντοτε θὰ ᾖναι καθαρὸν, καὶ ἑπομένως τὸ δημόσιον θὰ ἔχῃ καθαρὸν τὸ ἓν τέταρτον τῆς ἀξίας τοῦ μολύβδου.
§14Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ.......
§15ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅταν παρουσιασθῇ αὐτὴ ἡ περίστασις, τότε δύναται νὰ συμβῇ τὸ ἑξῆς· ἡ ἑταιρία ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ μόλυβδος κακῶς ὑπολογίζεται εἰς ἀξίαν ἑπτακοσίων καὶ ὀκτακοσίων φράγκων ὁ τόνος, ἐνῷ εἶναι ἀνωτέρα· εἰς τοιαύτην περίστασιν λέγω, ἡ ἑταιρία ἢ πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ δημοσίου φερ’ εἰπεῖν εἰς 700 φράγκα καὶ ἑπομένως τὸ δημόσιον δὲν θὰ πληρώσῃ παρὰ 350, ἢ ἐὰν δὲν δέχεται νὰ πληρώσῃ τὸ δημόσιον 350 φράγκα, τότε ἡ ἑταιρία ὀφείλει νὰ λάβῃ τὸν μόλυβδον....
§16Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Δὲν εἶναι καλλίτερα τὸ μέρισμα νὰ πληρώσῃ ἡ ἑταιρία εἰς χρήματα πρὸς 800 δραχμὰς τὸν τόνον;
§17ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ.....
§18Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Τότε ἔχει συμφέρον ἡ ἑταιρία νὰ μὴ ὑπερτιμήσῃ τὸν μόλυβδον.
§19ΡΟΥΚΗΣ. Μήπως ἡ ἑταιρία θὰ προσδιορίσῃ τὴν ἀγοραίαν τιμήν....
§20ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πληρώσῃ τὴν ἀξίαν τοῦ μολύβδου χωρὶς νὰ πληρώσῃ τὰ ἔξοδα, δηλ. πάντοτε νὰ ὑποκύψῃ εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς ἑταιρίας. Παρακαλῶ, κύριε Σοῦτσε, ἐσεῖς ζητεῖτε δύω πράγματα· ἀφ’ ἑνὸς ὑποστηρίζετε τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτὸν καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο νὰ μὴ λάβῃ τὰ ἔξοδα.
§21Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Νὰ τὰ λάβῃ.
§22ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τότε εἶναι τὸ ἴδιον πρᾶγμα.
§23Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Οὐχ ἧττον πέρνει μέρισμα ἀνώτερον, διότι πληρώνει ἡ ἑταιρία εἰς τὸ δημόσιον καὶ τὸ δημόσιον ὑποβάλλεται πάντοτε εἰς τὸ ἥμισυ τῆς δαπάνης, διότι τὸ δημόσιον πληρώνει τὸν μόλυβδον.
§24ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ναί· ἀλλὰ δὲν ἐνοήσατε ἓν πρᾶγμα· ὅτι τὸ ἄρθρον εἶναι μόνον νὰ προλάβῃ τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἑταιρία δολίως φερομένη ἢ πρὸς τὸ συμφέρον της ὑπερτιμᾷ παρ’ ἀξίαν τὸν μόλυβδον. Ἐὰν περὶ αὐτῆς τῆς περιπτώσεως πρόκειται, ποτὲ δὲν θὰ κάμῃ ἡ ἑταιρία ὅ,τι λέγετε.
§25Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρωθυπουργὲ, μολονότι ὡς εἶναι ἑπόμενον δὲν ἠδυνήθην ἀκόμη νὰ κατανοήσω ἀκριβῶς τὸ περιεχόμενον τῶν τροπολογιῶν, ἃς ἐφέρατε καὶ ἃς ἐπροτίμησε τὸ ὑπουργεῖον ἀπὸ τὰς προτάσεις, ἃς σᾶς ἔκαμεν ἡ ἑταιρία, μολαταῦτα δὲν εἶμαι ἀκόμη βέβαιος· κατ’ ἐμὲ θέλω προτιμήσει πολὺ, ἔστω καὶ τὸ ποσὸν τῶν 450 φράγκων, ἀπὸ τὴν τροπολογίαν ἣν ἤκουσα, ἐὰν τὴν κατενόησα καλῶς, διότι ἀκόμη δὲν τὴν ἐμελέτησα, καθ’ ὅσον ἡ ἀξία τοῦ μολύβδου τοῦ προερχομένου ἢ καὶ προελευσομένου ἀπὸ τὰς ἐκβολάδας εἰς κἀμμίαν περίστασιν δὲν δύναται νὰ ᾖναι ὀλιγωτέρας ἀξίας τῶν 1100 δραχμῶν· δύναται ὅμως νὰ ᾖναι ἀξίας καὶ μέχρι 2 καὶ 3 χιλιάδων ἀκόμη. Ἑπομένως κατὰ τὴν τροπολογίαν δύνανται τὰ ἔξοδα εἰς πλείστας περιστάσεις νὰ ἀναβιβασθῶσι καὶ μέχρις 800 καὶ 900 φράγκων κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, ἣν ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω, ἀφοῦ τυπωθῶσιν αἱ τροπολογίαι καὶ τὰς μελετήσω. Ἀκόμη μίαν παρατήρησιν κάμνω, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔχω σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον. Εἴπετε ὅτι προτιμᾶτε ἕνα κακὸν συμβιβασμὸν, κατὰ τὸ κοινὸν λόγιον, ἀπὸ μίαν καλὴν ἔκβασιν μιᾶς δικαστικῆς ὑποθέσεως. Μὲ τὸ σύστημά σας αὐτὸ, κύριε πρωθυπουργὲ, ἠμπορῶ νὰ συμφωνήσω πληρέστατα, διότι τῳόντι προτιμότερον εἶναι, ὁσάκις πρόκειται περὶ μεγάλων συμφερόντων τοῦ δημοσίου, τὰ πράγματα νὰ λύωνται συμβιβαστικῶς, ἔστω καὶ μὲ μικρὰν ζημίαν τοῦ δημοσίου· ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ὑφίσταται μόνον μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τῆς ἑταιρίας· ὑφίσταται, καθὼς γνωρίζετε, καὶ μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ πολλῶν ἄλλων ἑταιριῶν καὶ ἑπομένως δὲν πιστεύω ὅτι τὰ δικαστήρια εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφασίσουν ἄλλα διὰ μίαν ὑπόθεσιν καὶ ἄλλα διὰ τὴν ἄλλην· διότι αἱ ἑταιρίαι τοὐλάχιστον, αἱ ὁποῖαι ἔχουν τὰ αὐτὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔχει καὶ ἡ ἑταιρία τῶν Μεταλλουργείων, πρέπει ἐπίσης νὰ προτιμηθοῦν διότι ἐπίσης θὰ γεννηθοῦν δίκαι. Ἐὰν ἡ ἑταιρία τῶν Μεταλλουργείων προσέφερεν 65%, ἤθελον προτιμήσει νὰ χωρηγηθοῦν ὅλαι αἱ ἐκβολάδες εἰς αὐτὴν χωρὶς κἀμμίαν ἐξαίρεσιν· διότι ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ ζήτημα τῶν ἐκβολάδων, ἐὰν γείνωσι δίκαι, νὰ ἐκδικασθῇ πάντοτε ὑπὲρ τοῦ δημοσίου.
§26ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω τώρα· ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ζήτημα, σᾶς κάμνω τὴν παρατήρησιν ὅτι ὅταν ἡ ἀξία τοῦ μολύβδου εἶναι τόσον μεγάλη ὅσον τὴν ὑποθέτετε, θὰ εἴπῃ ὅτι αὕτη ὀφείλεται εἰς τὰ μεγάλα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα κατεβλήθησαν, καὶ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ τὸ λησμονεῖτε. Ἐὰν δὲ δὲν κατεβάλλοντο αὐτὰ τὰ μεγάλα ἔξοδα, δὲν θὰ εἴχατε μόλυβδον τοσαύτης ἀξίας· διότι ὡς ἠξεύρετε, κύριε Πετμεζᾶ, (ἀπευθύνομαι εἰς σᾶς, διότι γνωρίζετε αὐτὰ τὰ ζητήματα) ὁ πλουσιώτατος αὐτὸς μόλυβδος θὰ σταθῇ δυνατὸν νὰ ἐξαχθῇ ἐξ αὐτῆς τῆς πτωχοτάτης ἐκβολάδος, ἡ ὁποία περιέχει εἴτε δύω ἢ δύω ἥμισυ ἢ 1% μόλυβδον; διότι αὐτὴ ἔχει τὸ 3 τὸ 4 καὶ τὸ 5 τοῖς χιλίοις ἄργυρον. Διὰ νὰ ἠμπορέσητε λοιπὸν νὰ παραγάγητε τόνον μολύβδου ἔχοντα ἀξίαν 1500 δραχ. ἢ 2000, ἐὰν τοῦτο ᾖναι δυνατὸν, ὅπως ἰσχυρίσθητε, ἀπαιτεῖται νὰ καταβάλλητε μεγάλα ἔξοδα διὰ νὰ ἠμπορέσητε νὰ κάμητε τὴν συγκέντρωσιν, τὸν ἐμπλουτισμὸν καὶ τὴν ἐκκαμίνευσιν τῶν τοιούτων ἐκβολάδων· αἱ δὲ ἄλλαι ἐκβολάδες, αἱ ὁποῖαι μὲ τὰ συνήθη ἔξοδα ἐκκαμινεύονται, αὗται παρουσιάζουν μόλυβδον ἔχοντα ἀξίαν ἀπὸ 600–1000 δραχμῶν· καὶ 600 ἐξήχθη τοιοῦτος μόλυβδος καὶ 700 καὶ 800 καὶ 900 ἴσως καὶ 1000. Ἔρχομαι εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν· τί θέλετε, κύριε Πετιμεζᾶ, νὰ γείνῃ ἐὰν τῳόντι ἡ ἑταιρία ἐξοδεύῃ 1000 δραχ. τὸν τόνον, διότι τῆς ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα καὶ ἡ ἀπόφασις νὰ ἐκκαμινεύσῃ ἐκβολάδας, τὰς ὁποίας ὁ κύριος Groman λέγει ὅτι κἀμμία ἑταιρία δὲν πρέπει νὰ κυτάξῃ διότι εἶναι καταστροφή; Ἐὰν μ’ ὅλα ταῦτα ἡ ἑταιρία αὕτη ἀποτολμήσῃ εἴτε εὕρῃ τινὰ συνδυασμὸν ὥστε νὰ κατορθώσῃ καὶ αὐτὰς νὰ ὠφελιμοποιήσῃ, παράγουσα μόλυβδον, μὲ ἓν σύστημα ἄλλο καὶ διὰ μεγάλης δαπάνης, τί θέλετε; νὰ ζημιωθῇ ἡ ἑταιρία; αὐτὸ μοὶ φαίνεται εἶναι ἀδικώτατον σύστημα· καὶ δὲν πιστεύω νὰ εἴπῃ ἡ Βουλὴ δημοσίᾳ καὶ διὰ τοῦ νόμου της, ὅτι παραδέχομαι τὸν μόλυβδον τῶν 1500 δραχμῶν κατὰ τόνον ἢ τῶν 2,000, ἀλλὰ νὰ μὴ σᾶς πληρώσω παρὰ μόνον 400 δραχμὰς καί τοι ἐξοδεύσατε 1000! Ὁ συνήθης ὅμως μόλυβδος εἶναι ἐντὸς τῆς ἀξίας, τὴν ὁποίαν προσδιωρίσατε χθὲς, αὐτὸς ὁ ἔκτακτος μόλυβδος ἀπαιτεῖ καὶ ἔκτακτα ἔξοδα. Μολαταῦτα τὸ δημόσιον λαμβάνει αὐτὴν τὴν πρόνοιαν καὶ ὁσάκις ἡ ἑταιρία εἴτε ἀποτολμήσῃ, εἴτε εἰς κακοὺς ὑπολογισμοὺς στηριζομένη θελήσῃ νὰ ὠφελιμοποιήσῃ ἐκβολάδας, τῶν ὁποίων αἱ παραγωγικαὶ δαπάναι εἶναι ὑπερβολικαὶ, τοὐλάχιστον τὸ δημόσιον δὲν θὰ πληρώσῃ παρὰ τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας· ὥστε θὰ ἔχῃ μίαν μεγάλην καὶ σημαντικὴν ἀξίαν ἐκ τῆς ὁποίας θὰ ἐβγάλῃ καὶ τὰ περιπλέον ἔξοδα· διότι ἐὰν διὰ τὸν μόλυβδον τῶν 800 δραχμῶν πληρώνῃ τὸ δημόσιον 400 δραχμὰς, διὰ δὲ τὸν μόλυβδον τῶν 2,000 πληρώσῃ χιλίας, θὰ ᾖναι τὸ κέρδος κατὰ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν, ὥστε ζημία διὰ τὸ δημόσιον δὲν ὑπάρχει· ἀλλὰ τὸ σύστημα περὶ οὗ πρόκειται ἔχει καὶ τοῦτο τὸ ὄφελος, ὅτι καὶ ὅταν εἶναι ὀλιγώτερον τῶν 1000 δραχμῶν ἡ ἀξία τοῦ μολύβδου, τὸ δημόσιον δὲν ζημιοῦται· ἐνῷ ἐὰν ἐδέχετο τὸ σύστημα τῶν 450 φράγκων, τό τε ὁσάκις ὁ μόλυβδος ἔχει ἀξίαν 800 ἢ 700 δραχμῶν, ἠθέλαμεν πληρόνει 100 ἢ 150 δραχμὰς περιπλέον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ζήτημά μας, τὸ ἀφορῶν τὰς δίκας, παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Καλαβρύτων, ὅτι αἱ ἀξιώσεις καὶ οἱ τίτλοι τῆς ἑταιρίας Σερπιέρη, ὡς ἄριστα ὁ ἴδιος γνωρίζει, δὲν εἶναι οἱ αὐτοὶ μὲ τὰς ἀξιώσεις καὶ τοὺς τίτλους τῶν ἄλλων ἑταιριῶν. Ἡ ἑταιρία Σερπιέρη ἰσχυρίσθη, ὅτι διὰ τῆς ἀναφορᾶς της, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐζήτησε τὴν παραχώρησιν τῶν ἀρχαίων μεταλλείων, ἐζήτησε νὰ τῆς παραχωρηθῶσι τὰ ἀρχαῖα μεταλλεῖα καὶ αἱ ἀρχαῖαι ἐκβολάδες, καὶ ὅτι ἐπῆλθε διάταγμα Βασιλικὸν, τὸ ὁποῖον παραδεχθὲν τὴν ἀναφορὰν τῆς ἑταιρίας ὡς ἔχει, συμπαρεχώρησε μετὰ τοῦ φυσικοῦ μεταλλείου καὶ τὰ ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτῇ εὑρισκόμενα χώματα· αἱ δὲ ἄλλαι ἑταιρίαι δὲν ἔχουν τοιοῦτον τίτλον, ἀλλὰ τίτλον ξηρὸν ξηρότατον, ὅτι ταῖς παρεχωρήθη τὸ φυσικὸν μεταλλεῖον συμφώνως μὲ τὸν νόμον τοῦ 1861 κλπ. ὥστε βλέπετε, ὅτι ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ δίκης καὶ δίκης. Δεύτερον, κ. Μετιμεζᾶ, κατὰ τὴν διεξαγωγὴν αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ ἑταιρία διϊσχυρίσθη ἕτερον τίτλον, τὸ ὅτι εἶναι κυρία τῶν γαιῶν, ὡς ἀγοράσασα αὐτάς· ἀλλὰ περιπλέον ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἐπαρουσιάσαμεν σήμερον, χωρίζει τὰς ἐκβολάδας τὰς ἐν τῇ περιφερείᾳ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων ἀπὸ τὰς ἐντὸς τῆς περιφερείας αὐτῆς εὑρισκομένας. Μένει λοιπὸν εἰς τὰς ἄλλας ἑταιρίας νὰ ἔλθουν εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ κάμωσι φοβερὰ παράπονα, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, οἱαδήποτε ᾖναι, θελήσῃ νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῶν πλειότερα, παρ’ ὅ,τι ζητεῖ ἀπὸ τὴν παροῦσαν ἑταιρίαν· καὶ ἐὰν θεωρῆτε, ὅτι ἡ παραχώρησις, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὴν ἑταιρίαν σήμερον, ἀφ’ ἧς ὥρας γίνεται, περιέχει καί τι συμβιβαστικὸν, ἰδοὺ ὅτι τὸ αὐτὸ συμβιβαστικὸν πνεῦμα ἐν τοῖς αὐτοῖς ὅροις θέλει εὑρίσκεσθαι καὶ εἰς τὰς παραχωρήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ γείνουν εἰς τὰς νέας ἑταιρίας, ἐὰν αὗται ζητήσουν τὴν παραχώρησιν τῶν μὴ παραχωρουμένων ἤδη ἐκβολάδων.
§27ΖΩΧΙΟΣ. Ἠκούσθη, κ. πρωθυπουργὲ, ὅτι ἦλθεν ἀπὸ Κωνσταντινούπολιν ἀπεσταλμένος μὲ προτάσεις νέας πολὺ πλουσιωτέρας. Γνωρίζετέ τι, βέβαιον, ἢ εἶναι θρύλλημα μόνον;
§28ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἦλθέ τις ἀπεσταλμένος μιᾶς τῶν ἑταιριῶν, αἱ ὁποῖαι καὶ πρὶν εἶχον κάμει προτάσεις, ἀλλ’ ἡ ἐπίσημος ἀνακοίνωσις δὲν ἔγεινεν ἀκόμη.
§29ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε πρόεδρε, αἱ ἀνακοινώσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου εὐαρεστήθη νὰ κάμῃ σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν, μὲ ἐνθαῤῥύνουσιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν, ἢ ὅτι καθίσταται λίαν πιθανὸν, νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ τριῶν ἡμερῶν ηὐχήθην νὰ ἴδω, δηλαδὴ εἰς τὴν πλήρη συνεννόησιν ὅλων τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἑταιρίας καὶ εἰς τὴν ὁμόφωνον ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως. Ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἀνεκοίνωσε σήμερον, ὅτι ἡ ἑταιρία τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου, ἐλθοῦσα εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, παρεδέχθη τὴν μεταβολὴν τριῶν μερῶν τῆς συμβάσεως. Ἐκτὸς δὲ τῆς μεταβολῆς τῶν τριῶν τούτων μερῶν τῆς συμβάσεως ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν περὶ μεταβολῆς καὶ ἄλλων μερῶν, τὰς ὁποίας ὅμως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ δεχθῇ, διότι δὲν εὗρεν αὐτὰς συμφερούσας εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Κατὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἡ ἑταιρία τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου παραδέχθη κατ’ ἀρχὴν τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς παραγωγῆς· ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἦτον εἰς θέσιν νὰ προσδιορίσῃ ταῦτα ἐπακριβῶς, παραδέχεται νὰ προσδιορισθῇ ὁ ἀνώτατος ὅρος αὐτῶν, καὶ νὰ διαταχθῇ ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς δὲν θέλουν εἶσθαι ἀνώτερα τοῦ ἡμίσεος, καὶ ἐὰν ὑπερβοῦν τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας τοῦ παραχθησομένου μολύβδου, κατὰ τὸ ὑπερβάλλον θέλουν εἶσθαι εἰς βάρος τῆς ἑταιρίας· προέβλεψε μάλιστα καὶ τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν ἤθελεν ὑπάρξει ἐπὶ τούτου διαφωνία μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ ἑταιρίας ἐπὶ τῆς ἀγοραίας ἀξίας τοῦ παραχθησομένου μολύβδου. Ἡ δευτέρα μεταβολὴ, ἡ ὁποία κατηνέχθη, εἶναι ὅτι ἡ ἑταιρία ἐδέχθη νὰ ἀνασταλῇ ἡ ἰσχὺς τῆς διατάξεως τοῦ 12 ἄρθρου τῆς συμβάσεως ἐπὶ ἓν ἔτος, τῆς διατάξεως ἐκείνης ἡ ὁποία παρέσχεν εἰς τὴν ἑταιρίαν τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ εἰς παραχώρησιν καὶ ὅλας τὰς ἄλλας ἐκβολάδας ἐπὶ ποσοστῷ 50%. Ἡ προθεσμία τοῦ ἑνὸς ἔτους βεβαίως ἀφίνει μέγα στάδιον διαγωνισμοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐξεύρῃ πᾶν ὅ,τι ἤθελε παρασταθῆ συμφερώτερον εἰς τὸ δημόσιον. Ἡ τρίτη μεταβολὴ εἶναι ἐπὶ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὸ δημόσιον, τὸ ὁποῖον ἡ ἑταιρία συνήνεσε συνενοηθεῖσα μετὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναβιβάσῃ ἀπὸ 44 εἰς 50. Τὰ πράγματα ταῦτα φαίνονται ἴσως κάπως ἁπλᾶ· ἀλλὰ τὰ περὶ τῆς παραδοχῆς τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ἀνωτάτου ὅρου τῶν ἐξόδων μοὶ φαίνεται ὅτι χρῄζουσι μελέτης τινός· ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι χρῄζει μελέτης μεγαλειτέρας εἶναι αἱ προτάσεις, τὰς ὁποίας ἡ ἑταιρία ἔφερεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ ἴδιον αὑτῆς φρόνημα ἐνόμησε μὴ συμφερούσας εἰς τὸ δημόσιον. Ἡ ἑταιρία ἐπρότεινεν ὅτι δέχεται νὰ δίδῃ εἰς τὸ δημόσιον ἀντὶ 44 κατὰ τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως, ἢ ἀντὶ 50 κατὰ τὴν σημερινὴν ἀνακοίνωσιν ποσὸν 65%, ἐπιφυλασσομένων ὅλων τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα διεδέχθη ἐπὶ τῶν σκωριῶν καὶ ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων παρὰ τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς ἑταιρίας ἢ τοῦ πρώην ἐκδοχέως τῆς παραχωρήσεως ἤτοι τοῦ κ. Σερπιέρη. Τὴν πρότασιν αὐτὴν τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον ἐθεώρησε μὴ συμφέρουσαν· ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ δίκαιον· ἀλλὰ διὰ νὰ κατορθωθῇ ὥστε τὸ φρόνημα τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὸ ἰδιοποιηθῇ καὶ ἡ Βουλή, ἔχει ἀνάγκην καὶ αὕτη νὰ μελετήσῃ, νὰ προβῇ εἰς λογαριασμούς, νὰ σχηματίσῃ τὸ ἴδιον ἑαυτῆς φρόνημα διὰ νὰ δεχθῇ ἢ μὴ δεχθῇ τὰς προτάσεις. Νομίζω λοιπὸν ἐπάναγκες, αἱ τροπολογίαι, ἃς ἡ ἑταιρία κατὰ συνεννόησιν μὲ τὴν Κυβέρνησιν ἐδήλωσεν ὅτι δέχεται, καὶ αἱ προτάσεις, τὰς ὁποίας ἡ ἑταιρία ὑπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐθεώρησε συμφερούσας εἰς τὸ δημόσιον, νομίζω ἐπάναγκες νὰ τυπωθῶσι πάραυτα, καὶ ἡμεῖς νὰ ἀναβάλλωμεν σήμερον μόνον τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν ἐπὶ τῆς συμβάσεως. Ἐπίσης νομίζω καλὸν, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ, ὁ κ. πρόεδρος νὰ προσδιορίσῃ 8, 9, ἢ 10 μέλη τῆς Βουλῆς νὰ μελετήσουν τὰς προτάσεις αὐτὰς καὶ μέχρι τῆς ἑσπέρας νὰ ἀνακοινώσουν εἰς τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὰς μελέτας των ἐπ’ αὐτῶν, τὸ δὲ προεδρεῖον νὰ ἐκτυπώσῃ καὶ διανείμῃ αὐτὰς εἰς ἡμᾶς μέχρι τῆς αὔριον, ὅτε θέλομεν εἶσθαι εἰς θέσιν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν.
§30ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τελειώσῃ ἡ πρώτη συζήτησις, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ τούτῳ δύνανται νὰ τυπωθῶσιν αὐτά.
§31ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§32ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐνόσῳ ἡ Βουλὴ συνεδριάζει, πρέπει νὰ δεχθῇ ἢ νὰ ἀπορίψῃ τὴν σύμβασιν. Καλῇ τῇ πίστει φερόμενοι χρεωστοῦμεν νὰ ὁμολογήσωμεν μεταξὺ μας ὅτι αἱ συνεδριάσεις ἀριθμοῦνται εἰς τὰ δάκτυλα. Διὰ τοῦτο συνιστῶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἠλιοπούλου, νὰ γείνῃ ἡ τυπικὴ ἀνάγνωσις ἡ πρώτη ἄνευ ψηφοφορίας, διότι θὰ λείψουν αἱ ἡμέραι· ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει δύο ἀναγνώσεις εἰς μίαν ἡμέραν. Λοιπὸν βλέπετε ἀριθμητικῶς δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ πράξωμεν ὅπως θέλομεν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ τροπολογίαι τοῦ ὑπουργοῦ θὰ τυπωθῶσι, διὰ νὰ ἔλθωσιν αὔριον εἰς συζήτησιν. Λοιπὸν σήμερον νὰ θεωρηθῇ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις.
§34ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§35ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ ἀποπερατωθῇ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις σήμερον ἡ τυπικὴ μὲ τὴν ὁμολογίαν πάντων, ὅτι δὲν ἐννοεῖ κανεὶς ψηφίζων ἢ ἀποῤῥίπτων νὰ δεχθῇ ἢ νὰ ἀποῤῥίψῃ τὴν σύμβασιν, ἢ νὰ δεχθῇ ἢ νὰ ἀποῤῥίψῃ τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα πρότασιν ἢ τροπολογίαν· τοιοῦτόν τι ἐκάμαμεν καὶ εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν.
§36ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§37ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντες ὅσοι ἔλαβον μέχρι τοῦδε τὸν λόγον καὶ ἐπολέμησαν τὴν σύμβασιν κατέληξαν ἐπὶ τέλους εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δύνανται νὰ τὴν δεχθῶσιν, ἐὰν ὑποστῇ τροπολογίας τινάς, ἡ δὲ Κυβέρνησις εὐτυχῶς ἤρχισε νὰ εἰσέρχηται εἰς τὸ στάδιον τῶν τροπολογιῶν· ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἀκόμη δὲν ἐλάλησαν καὶ οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι ἡ σύμβασις πρέπει ν’ ἀποῤῥιφθῇ κατ’ ἀρχήν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι χωρὶς ν’ ἀκούσῃ καὶ τούτους ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ προβῇ οὔτε εἰς τὴν πρώτην ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως· ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐζήτησα τὸν λόγον καὶ ἐπιμένω νὰ τὸν λάβω πρὶν ἡ Βουλὴ προέλθῃ εἰς ἀπόφασιν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, δὲν ἐμποδίζεται ἡ συζήτησις.
§39ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί λέγετε, κ. πρόεδρε, νὰ τυπωθοῦν αἱ τροπολογίαι;
§40ΒΑΣΣΟΣ. Ὄχι, νὰ μὴ τυπωθοῦν.
§41ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ μετὰ τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ ἀνέγνωσεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν, ἐγὼ, κύριοι, εἶμαι πολέμιος τῆς συμβάσεως καὶ θέλω προσπαθήσει νὰ πείσω καὶ ὑμᾶς, νὰ ἀποῤῥίψητε ταύτην κατ’ ἀρχήν· ἀλλὰ πρὶν εἰσέλθω εἰς τὸ θέμα τοῦ λόγου μου εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπαντήσω.
§42ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὔριον ὁμιλήσατε, δὲν εἶναι Βουλή.
§43ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσοι δὲν θέλουν σήμερον ν’ ἀκούσουν δὲν θὰ θελήσουν οὔτε αὔριον· ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουν ν’ ἀκούσουν, διὰ τοὺς ἄλλους ἀδιαφορῶ. — Πρὶν εἰσέλθω εἰς τὸ θέμα τῆς ὁμιλίας μου, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπαντήσω εἰς λόγους τινὰς, τοὺς ὁποίους ἐξέφερεν ὁ ἀξιότιμος κ. πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου· ὁ κ. Δεληγεώργης ἀφοῦ ἔδωκεν εἰς ὅλους ἡμᾶς τὴν φιλικὴν, ὡς τὴν ὠνόμασε συμβουλὴν, τοῦ νὰ συζητήσωμεν τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ἀσχέτως πρὸς τὸ παρελθὸν καὶ ἄνευ προσωπικῶν ἀντεγκλήσεων, λησμονῶν μετ’ ὀλίγον τὴν συμβουλὴν ταύτην ἀνέγνωσεν ἔγγραφον τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ κ. Δηλιγιάννη, διὰ τοῦ ὁποίου κατὰ τὴν κρίσιν του ὁ κ. πρωθυπουργὸς νομίζει, ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης ἀπεφαίνετο, ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι παρακολούθημα τοῦ μεταλλείου, ἐπετίμησε δ’ αὐστηρῶς τὸν κ. Δηλιγιάννην διὰ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο.
§44ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ μείνωμεν, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§45ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις φωνάζει ὅτι ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ τελειώσωμεν τὴν σύμβασιν καὶ φεύγουν αὐτοὶ πρῶτοι.
§46ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ φύγωμεν· δὲν εἶναι ἀπαρτία.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν γίνεται συζήτησις, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἦναι ὅλοι ἐδῶ, διότι οἱ βουλευταὶ εἶναι εἰς τὰ δωμάτια.
§48ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ναί· ἀλλ’ ἐὰν ἐζητεῖτε τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἀπέχουσιν οἱ κύριοι βουλευταὶ, θὰ τὸν εὕρετε ὀρθότατον, διότι ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι· ἑπομένως ἡ συζήτησις καὶ αὐτὸ τὸ στάδιον τῶν τροπολογιῶν θὰ περιστραφῇ, διότι θέλετε νὰ γείνῃ σήμερον ἡ πρώτη ἀνάγνωσις, ἐνῷ πρέπει νὰ γείνῃ αὔριον ὅταν τυπωθοῦν αἱ τροπολογίαι· τότε νὰ συζητηθοῦν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§49ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε νὰ περάσῃ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν;
§50ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὰ δὲν ἠμπορεῖ ἑωσότου εἶναι ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσουν.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθήσετε, κ. Σωτηρόπουλε.
§52ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν πρέπει σεῖς εἰς τὸ βῆμα εὑρισκόμενος, κ. Σωτηρόπουλε, νὰ καθιερώσητε τὸ προηγούμενον, ὅτι θὰ σᾶς ἀφαιρέσουν τὸν λόγον.
§53ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτιμήσας δὲ τὸν κ. Δηλιγιάννην ὁ κ. πρωθυπουργὸς διὰ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, ἐπέφερεν ἐπὶ τέλους, ὅτι ἀρκοῦσι ταῦτα διὰ τὸν κ. Δηλιγιάννην, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ εἴπω καὶ περὶ τῶν λοιπῶν, ἐὰν καὶ ἐκεῖνοι κάμουν ὅ,τι ἔπραξεν ὁ κ. Δηλιγιάννης. Παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν ὅτι ἡ ἀπειλὴ αὕτη οὐδένα ἐξ ἡμῶν θὰ ἐμποδίσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ εἴπῃ καθαρῶς τὴν ἰδέαν του. Ἐὰν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς φρονῇ, ὅτι ἐκ τῆς ἐξετάσεως τοῦ παρελθόντος δὲν θέλει ἐξέλθει οὔτε ἡττημένος, οὔτε κατῃσχυμένος, ἂς ᾖναι βέβαιος ὅτι ἡ αὐτὴ πεποίθησις ὑπάρχει καὶ εἰς ὅλους ἡμᾶς περὶ ἡμῶν αὑτῶν καὶ οὐδεὶς φοβεῖται τὴν ἐξέτασιν ταύτην. Ἐνδέχεται κατὰ τὸ παρελθὸν νὰ ἔλαβον χώραν λάθη ἢ νὰ ὑπῆρξαν ἰδέαι πεπλανημέναι· ἀλλὰ θὰ ᾖναι πολὺ τολμηρὸς ἐκεῖνος ὅστις θελήσει νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι κυβερνήσας τὸν τόπον οὔτε ἡμάρτησεν, οὔτε ἐπλανήθη. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸ ἔγγραφον τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη, ἐγὼ οὐδέποτε ἀπέδωκα εἰς αὐτὸ τὴν ἐκτεταμένην σημασίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ τῷ ἀποδώσῃ. Ἀλλὰ περὶ τούτου θέλει λαλήσει ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὅστις καὶ ἐζήτησε τὸν λόγον. Παρατηρῶ μόνον ὅτι συζητοῦντες σήμερον τὴν σύμβασιν, εἶναι περιττὸν νὰ ἐξετάσωμεν τί ἐφρόνει ἄλλοτε ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος περὶ ἐκβολάδων· εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορος ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ κατὰ καιροὺς κυβερνήσαντες τὸν τόπον, καὶ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἐθνικῆς ταύτης περιουσίας. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐὰν μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου τοῦ 1871 ἡ διάθεσις, ἥτις μᾶς προτείνεται διὰ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, ᾖναι ἡ καταλληλοτέρα διὰ τὸ δημόσιον. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ κύριον θέμα τῆς ὁμιλίας μου. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅλοι τὴν ἀρχὴν καὶ τὰς περιπετείας τοῦ διπλωματικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐγέννησεν ἡ ὑπόθεσις τοῦ Λαυρίου, καὶ τὸν τρόπον καθ’ ὃν τὸ ζήτημα τοῦτο ἐθεωρήθη λελυμένον. Ἐπὶ χώρου, ὅστις εἶχε παραχωρηθῆ εἰς τὸν Ἰωάν. Σερπιέρην ὡς μεταλλεῖον ἀνεκαλύφθησαν πρό τινων ἐτῶν χώματα, τὰ ὁποῖα προήρχοντο ἀπὸ τὰς μεταλλευτικὰς ἐργασίας τῶν προγόνων ἡμῶν καὶ τὰ ὁποῖα περιεῖχον μέταλλον. Τὰ χώματα ταῦτα ἀντεποιήθη ὁ Σερπιέρης ὡς ἀνήκοντα εἰς τὸ μεταλλεῖον καὶ τὴν ἀντιποίησιν ταύτην ὑπεστήριξαν πολλοὶ τῶν ἡμετέρων διακεκριμένων νομομαθῶν, ἐφαίνετο δὲ παραδεχομένη καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις τοῦ κ. Ζαΐμη· ἀλλ’ εὐτυχῶς δὲν ἐξέφερεν οὐδεμίαν γνώμην ὁριστικὴν ἢ ἀπόφασιν. Κατόπιν ἄλλη Κυβέρνησις εἰσήγαγε κατὰ τὸ 1871 εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ χώματα ταῦτα ἐκηρύττοντο παρακολούθημα τοῦ ἐδάφους· ἀλλὰ μετὰ πολλὰς καὶ παρατεταμένας συζητήσεις τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἀπεσύρθη καὶ ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν ἕτερον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου αἱ ἐκβολάδες ἐκηρύττοντο ἐθνικὴ περιουσία ἀνεξαρτήτως τῆς ἰδιότητος τοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εὑρίσκονται. Πολλοὶ κατέκριναν τὴν δευτέραν ταύτην Κυβέρνησιν διὰ τὴν παλινῳδίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσεν, ἀποσύρασα τὸ νομοσχέδιον καὶ ὑποβαλοῦσα τὸ δεύτερον· τὴν δὲ μομφὴν ταύτην ἐξέφερε προχθὲς καὶ ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Δηλιγιάννης. Ἐπειδὴ ἤμην μέλος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σᾶς παρατηρήσω ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1871 διὰ νὰ κάμῃ τὸ βῆμα τοῦτο εἶχε πολλοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν πεποίθησίν του ἦσαν λίαν ἰσχυροί. Ἐν πρώτοις ἐκτὸς τῆς μεγάλης καὶ ἀπεριορίστου ἐμπιστοσύνης τὴν ὁποίαν ἀπελάμβανον ἐκ μέρους τοῦ Ἡγεμόνος, τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο εἶχεν ἐν τῇ Βουλῇ τοσαύτην πλειοψηφίαν καὶ ὑποστήριξιν, ὁποίαν οὐδὲν ἄλλο ὑπουργεῖον μέχρι τοῦδε ἠξιώθη. Ἐσυλλογίσθη δὲ, ὅτι ἐὰν ἀπεχώρει τῶν πραγμάτων, δὲν θὰ ἦτον εὔκολον νὰ εὑρεθῇ ἄλλο ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον νὰ εἶχε τὴν ὑποστήριξιν τῆς Βουλῆς. Δεύτερον, ἐσκέφθη, ὅτι ἐὰν ὑπεχώρει εἰς τὴν ἀπαίτησιν τῆς Βουλῆς καὶ μετέβαλε γνώμην κατ’ οὐσίαν μὲν δὲν ἔπραττε τίποτε διαφορετικὸν ἀπὸ ὅ,τι τὸ πρῶτον νομοσχέδιον περιεῖχε καὶ ἡ πεποίθησίς μας ὑπηγόρευε, διότι καὶ κατὰ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον ἡμῶν αἱ ἐκβολάδες ἤθελον περιέλθει ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου ὡς εὑρισκόμεναι ἐπὶ ἐθνικοῦ ἐδάφους· ἀπέφυγεν ὅμως τὸ νὰ δώσῃ εἰς τοὺς ξένους τὸ μέγα ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἤθελον λάβει ἐκ τῆς ἀποχωρήσεώς του καὶ τὸ ὁποῖον ἤθελε βλάψει τὴν ἐθνικὴν ταύτην ὑπόθεσιν. Ἐπροτιμήσαμεν λοιπὸν νὰ τηρήσωμεν τὴν θέσιν μας διὰ νὰ μὴ γείνωμεν παραίτιοι νὰ βλαφθῇ ἡ ὑπόθεσις ἐκείνη. Ἐν τούτοις, κύριοι, ἀφ’ ἧς ἀνεκαλύφθησαν αἱ ἐκβολάδες μέχρις οὗ διὰ νόμου ἀπηγορεύθη ἡ χρῆσις αὐτῶν ἡ Γαλλοϊταλικὴ ἑταιρία ἐλάμβανε ταύτας ἀκωλύτως καὶ τὰς ἐκαμίνευε μετὰ τῶν σκωριῶν. Δὲν εἶναι δὲ διόλου ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθη ὁ κύριος πρωθυπουργός, ὅτι δηλ. κατὰ τὸ 1870, καθ’ ὃν χρόνον διεχειρίζετο αὐτὸς τὰ δημόσια, ἡ ἑταιρία ἐμποδίσθη ἀπὸ τοῦ νὰ παραλαμβάνῃ τὰς ἐκβολάδας. Ἀπεναντίας· δότε μας, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, παρακαλῶ αὐτὸ τὸ βιβλίον. Ἀπεναντίας, ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἀπεστάλη κατὰ τὸ 1870 καὶ ἐξήτασε τὰς ἐκβολάδας βεβαιόνει ταῦτα. «Ἡ ἑταιρία ἀρξαμένη ἀπὸ τοῦ Μαρτίου 1869 νὰ καμινεύῃ τὰ χώματα, ἐξακολουθεῖ μέχρι τῆς σήμερον. Ἐν τῷ μεταξὺ κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ ἔτους 1870 ἐπὶ ἡμέρας τινάς, καθ’ ἃς εἰς Ἐργαστήρια εὑρίσκετο ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν μεταλλείων καὶ ὁ λοχαγὸς κ. Ἠπίτης σταλέντες ἐκεῖ λόγῳ ὑπηρεσίας, ἡ ἑταιρία διέκοψε τὴν μεταφορὰν καὶ καμίνευσιν τῶν χωμάτων, ἐπανέλαβε δὲ αὐτὰς ἅμα τῇ ἀναχωρήσει των.» Βλέπετε λοιπὸν ὅτι μέχρις οὗ ἐξεδόθη ὁ νόμος ὁ ἀπαγορεύων τὴν χρῆσιν τῶν ἐκβολάδων, ἡ ἑταιρία ἐκαμίνευε διαρκῶς τὰς ἐκβολάδας καὶ δὲν ἔκαμε διακοπὴν παρὰ μόνον κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1870, ὅτε ὁ ἀξιωματικὸς Ἠπίτης διέμεινεν ἐκεῖ. Κατὰ τοῦ ψηφισθέντος νόμου ἐξηγέρθησαν δύω μεγάλαι δυνάμεις ἰσχυριζόμεναι ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τῆς Ἑλλάδος ἐπιδραμοῦσα εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν δικαστηρίων ἔλυσε ζήτημα καθαρῶς δικαστικόν, καὶ διὰ τῆς λύσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, ἐζημίωσε τοὺς ὑπηκόους αὐτῶν. Αἱ κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι διεχειρίσθησαν τὰ δημόσια ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι τοῦδε, ἐπροσπάθησαν διὰ διαφόρων ἐγγράφων νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου καὶ νὰ ἀποδείξωσιν ὅτι ὁ ψηφισθεὶς νόμος οὔτε ἄδικος ἦτον, οὔτε κἀμμίαν βλάβην ἐπροξένησεν εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ὑπηκόων τῶν μεγάλων ἐκείνων Δυνάμεων. Ἀλλ’ αἱ Δυνάμεις δὲν ἠθέλησαν νὰ δώσουν κἀμμίαν προσοχὴν εἰς τοὺς λόγους των· ἐπέμενον πάντοτε ἰσχυριζόμεναι, ὅτι διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, παρεβιάσαμεν τὸ δίκαιον καὶ ζημιώσαμεν τοὺς ὑπηκόους των· ἐπειδὴ δὲ, ἔλεγον, δὲν δυνάμεθα τοῦ λοιποῦ νὰ ἔχωμεν κἀμμίαν ἐμπιστοσύνην διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος, οὔτε εἰς τὰ ἑλληνικὰ δικαστήρια, ἀπαιτοῦμεν ὥστε νὰ παραδεχθῆτε ἓν ἐκ τῶν δύω, ἢ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα διὰ διαιτησίας, ἢ νὰ συμβιβασθῆτε μὲ τοὺς ὑπηκόους ἡμῶν, τοὺς ὁποίους ἐζημιώσατε, ὁ δὲ συμβιβασμὸς συνίστατο εἰς τὸ νὰ ἀγοράσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν Ἰταλλογαλλικὴν ἑταιρίαν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰς τὸ Λαύριον καὶ τὰ ὁποῖα αὐτὴ προεφέρετο νὰ παραχωρήσῃ. Καὶ κατὰ μὲν τὸ 1871 ἡ ἑταιρία προσεφέρθη νὰ παραχωρήσῃ ἀντὶ 20,000,000, κατὰ τὸ 1872, ὅτε ὁ ἀξιότιμος τότε πρωθυπουργὸς ὁ κ. Βούλγαρης ἠθέλησε νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἡ ἑταιρία κατεβίβασε τὰς ἀπαιτήσεις της εἰς 16 ἑκατομμύρια.
§54ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δραχμῶν, ἀντὶ φράγκων τότε.
§55ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Καὶ ἔπρεπε νὰ κάμῃ τὴν συγκατάβασιν, διότι ἀπὸ τοῦ 1871 μέχρι τοῦ 1872 εἶχε μεσολαβήσει ὁλόκληρον ἔτος, καὶ εἶχε λάβει τὴν εὐκαιρίαν νὰ καμινεύσῃ μέρος τῶν σκωριῶν, καὶ ἑπομένως νὰ ἐλαττώσῃ τὴν ἀξίαν τῶν δικαιωμάτων της. Ἀλλὰ τὰ πράγματα ἔμειναν εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, διότι ἡ μὲν Κυβέρνησις ἐκείνη ἀπῆλθεν, ἡ δὲ σημερινή, ἥτις τὴν διεδέχθη, οὔτε τὴν διαιτησίαν ἤθελε νὰ παραδεχθῇ, οὔτε εἰς κἀνένα συμβιβασμὸν ἐδέχετο νὰ ἔλθῃ μὲ τὴν Γαλλοϊταλικὴν ἑταιρίαν. Ἐν ᾧ δὲ ἐδεινοῦντο πανταχόθεν τὰ πράγματα, καὶ ὅπως ἀνήγγειλον οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ πρέσβεις τοῦ Βασιλέως, ἐπέκειτο ἡ διακοπὴ τῶν διπλωματικῶν σχέσεων, αἴφνης παρουσιάσθη ὡς Θεὸς ἀπὸ μηχανῆς μία ὁμὰς κεφαλαιούχων, ἡ ὁποία ἔπραξεν ὅ,τι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελε νὰ πράξῃ, ὅ,τι ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρει ἐπιζήμιον διὰ τὸ δημόσιον νὰ πράξῃ. Ἠγόρασε δηλ. αὐτὴ ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν ὅλα τὰ δικαιώματα καὶ ὅλα τὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα ἔχει εἰς τὸ Λαύριον, προσενεγκοῦσα εἰς αὐτὴν 12½ ἑκατομμύρια, νομίζω, δραχ.
§56ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 11½ ἑκατομμύρια φράγκων, δηλ. 13 ἑκατομμύρια δραχμῶν.
§57ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κ. Σωτηρόπουλε; Αὐτὰ νομίζετε ὅτι ὑπῆρξαν ἡ λύσις τοῦ Λαυριωτικοῦ ζητήματος;
§58ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα.
§59ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὰ λέγετε, ὅτι τὸ Λαυριωτικὸν ζήτημα τὸ ἔλυσεν ὁ Συγγρός.
§60ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα θὰ τὸ εἴπω.
§61ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ θέλω νὰ διασαφήσητε, διότι ἠξεύρετε ὅτι διὰ νὰ ἀγοράσῃ κἀνεὶς τὴν περιουσίαν ἑνὸς ἄλλου, πρέπει ἐκεῖνος νὰ τὴν πωλήσῃ.
§62ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγην ὑπομονὴν, παρακαλῶ· ἠγόρασεν ἡ ἑταιρία τῶν κεφαλαιούχων ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν τὴν Ἰταλογαλλικὴν πάντα τὰ ἐν Λαυρίῳ κτήματα καὶ δικαιώματα αὐτῆς ἀντὶ 13 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Νομίζω, ὅτι μὲ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐδύνατο καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἂν ἤθελε, νὰ ἀγοράσῃ, τὰ κτήματα ταῦτα· καὶ δὲν εὑρίσκω ὀρθὸν τὸ λεγόμενον παρά τινων ὅτι ἡ ἀνένδοτος ἐπιμονή, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἠνάγκασε τὸν Σερπιέρην καὶ τοὺς μετ’ αὐτοῦ νὰ παραχωρήσουν τὰ δικαιώματά των εἰς τὴν ὁμάδα τῶν κεφαλαιούχων· διότι ὁ Σερπιέρης ἔδειξε τοιαύτην διάθεσιν ἀπὸ τοῦ 1871, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι, ἐν ᾧ κατὰ τὸ 1871 ἐζήτει 20,000,000, κατὰ τὸ 1872 κατέβη 16 ἑκατομμύρια, καὶ κατὰ τὸ 1873 ἦτον ἑπόμενον νὰ καταβῇ εἰς τὰ 13,000.000, διότι κατ’ ἔτος ἐκκαμινεύει μέρος τῶν σκωριῶν, καὶ ἑπομένως ἡ ἀξία τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ἀπαιτήσεών του ἐλαττοῦται. Ἐνταῦθα, κύριοι, γεννᾶται τὸ ζήτημα, τί ἔκαμε τὴν ὁμάδα ταύτην τῶν κεφαλαιούχων νὰ ἀγοράσῃ παρὰ τοῦ Σερπιέρη τὰ κτήματα τοῦ Λαυρίου εἰς τιμὴν, τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καί τοι πιεζομένη ἀπὸ τὰς Δυνάμεις δὲν ἠθέλησε νὰ προσφέρῃ, ἐνῷ ἦτον εἰς τὴν ἐξουσίαν της νὰ δώσῃ αὐτὸ τὸ ποσὸν καὶ νὰ καταπαύσῃ τοιουτοτρόπως τὸ διπλωματικὸν ζήτημα ἀπαλλάττουσα ἡμᾶς ἀπὸ τὰς δυσκολίας, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζοντο; Πολλοὶ ὑπέθεσαν τότε, ὅτι οἱ κεφαλαιοῦχοι ἠγόρασαν τὰ κτήματα τοῦ Λαυρίου στηριχθέντες εἰς ἀκριβεῖς καὶ θετικοὺς λογαριασμοὺς περὶ τῆς ἀξίας αὐτῶν, ὅτι δηλ. ἡ ἑταιρία ἐξήτασε τὰς σκωρίας, αἱ ὁποῖαι μένουν εἰς τὸ Λαύριον καὶ ὑπελόγισεν ὅτι συμφέρει νὰ ἀγοράσῃ ταύτας καὶ τὰ καταστήματα ἀντὶ 13,000,000, ἀλλ’ ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη, ὅτι οὐδὲν τοιοῦτον εἶχε συμβῇ· ὅλαι αἱ ἐξετάσεις, ὅσαι εἶχον γείνει μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐβεβαίωναν ὅτι αἱ σκωρίαι καὶ τὰ καταστήματα τοῦ Σερπιέρη οὐδόλως εἶχον τὴν ἀξίαν τῶν 13,000,000 δραχ. Εἶναι δὲ ἀποδεδειγμένον ἔκ τινος ἐκθέσεως τοῦ προέδρου τῆς ἑταιρίας κυρίου Σκαλτσούνη, δημοσιευθείσης πρό τινος καιροῦ, ὅτι ἡ ὁμὰς τῶν κεφαλαιούχων οὐδεμίαν ἐξέτασιν ἰδιαιτέραν ἔκαμε περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου καὶ οὐδεμίαν εἶχε πεποίθησιν ὅτι τὰ κτήματα ἐκεῖνα ἤξιζον 13,000,000.
§63ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό;
§64ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Σκαλτσούνης. Ἄλλοι ὑπέθεταν ὅτι ἡ ὁμὰς αὐτὴ βλέπουσα τὴν δυσκολίαν, εἰς ἣν εὑρίσκετο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ τὸ ἔθνος ἀπέναντι τῶν μεγάλων Δυνάμεων, κατελήφθησαν ἀπὸ οἶστρον πατριωτισμοῦ καὶ ἀπεφάσισαν νὰ προσφέρουν ὁλοκαύτωμα εἰς τὸν βωμὸν τῆς πατρίδος ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν των διὰ νὰ μᾶς ἐξαγάγουν ἀπὸ τὴν δυσκολίαν ταύτην· ἀλλὰ τὰ πράγματα ἐβεβαίωσαν ὅτι οὐδὲν τοιοῦτον ἔπαθον οἱ κύριοι οὗτοι καὶ ὅτι οὐδόλως διενοήθησαν νὰ θυσιάσουν τὴν περιουσίαν των διὰ νὰ ἐξαγάγουν ἡμᾶς ἀπὸ τὴν δυσκολίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα· δὲν ἦτο δὲ καὶ κἀμμία ἀνάγκη νὰ πράξουν τοῦτο· σήμερον δὲν εἴμεθα πλέον εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν δὲν ὑπῆρχε πολιτεία καὶ κράτος ἑλληνικὸν, καὶ τὰ ἄτομα ὤφειλον προνοοῦντα περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως καὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ ἑλληνισμοῦ νὰ προσφέρουν ὅλην αὐτῶν τὴν περιουσίαν καὶ αὐτὴν τὴν ζωήν των· σήμερον ὑπάρχει Κράτος, τὸ ὁποῖον ἔχει καθῆκον νὰ φροντίζῃ καὶ προνοῇ περὶ τῆς προαγωγῆς τοῦ ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς διασώσεως καὶ διατηρήσεως τῆς ἐθνικῆς τιμῆς. Ἐὰν λοιπὸν ἦτον ἀνάγκη νὰ γείνῃ θυσία τις, τὴν θυσίαν ταύτην ὤφειλε νὰ τὴν κάμῃ ἡ Ἐπικράτεια, καὶ δὲν ἦτο ποτὲ δίκαιον οἱ καλοὶ αὐτοὶ ἄνθρωποι νὰ θυσιάσουν τὴν περιουσίαν των, ἀλλ’ οὔτε ἠδύνατο κἀνεὶς νὰ ἀπαιτήσῃ παρ’ αὐτῶν τοιαύτην θυσίαν· ὥστε οὔτε ἀκριβὴς ὑπολογισμὸς τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων τοῦ Λαυρίου, οὔτε οἶστρος πατριωτισμοῦ παρεκίνησε τοὺς κεφαλαιούχους νὰ κάμωσι τὴν ἀγορὰν ταύτην. Ἀλλὰ τί τοὺς παρεκίνησε λοιπόν; Κατ’ ἐμὲ, κύριοι, οὐδὲν ἄλλο παρεκίνησε τοὺς κυρίους τούτους νὰ ἀγοράσωσι τὰ κτήματα τοῦ Λαυρίου εἰμὴ μόνον ἡ ἀκράδαντος πεποίθησις ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔμελλε νὰ παραχωρήσῃ εἰς αὐτοὺς καὶ τὰς ἐκβολάδας, καὶ μάλιστα μὲ ὅρους καὶ συμφωνίας ὑποσχομένας νὰ τοῖς ἀφίνωσι μεγάλην ὠφέλειαν ἱκανὴν νὰ τοὺς ἀποζημιώσῃ πλουσιοπαρόχως διὰ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ἤθελον ὑποστῆ ἀπὸ τὰς σκωρίας καὶ ἀπὸ τὰ καταστήματα. Ἀλλὰ πῶς ἔλαβον αὐτὴν τὴν πεποίθησιν; Ἐγὼ, κύριοι, ἐνόμιζον μέχρι τινὸς ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τοιαύτην ὑπόσχεσιν· ἀλλ’ ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἠρνήθη ἐπανειλλημένως τοῦτο καὶ ἐπιμένει νὰ τὸ ἀρνῆται· ἀφοῦ δὲ τὸ ἀρνεῖται, ὀφείλω νὰ πιστεύσω ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς δὲν ἦλθεν ἐκ τῶν προτέρων εἰς κἀμμίαν συνεννόησιν μὲ τοὺς κεφαλαιούχους, οὐδὲ ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς κἀμμίαν ὑπόσχεσιν ὅτι θέλει τοῖς παραχωρήσει καὶ τὰς ἐκβολάδας. Ἀλλ’ ἀφοῦ παραδέχομαι ἐγὼ τοῦτο, ὀφείλει καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ θαυμάσῃ μετ’ ἐμοῦ τὴν ἐπιτηδειότητα τῶν ἀνθρώπων τούτων, καὶ νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι αὐτοὶ εἶναι ἐπικίνδυνοι ἄνθρωποι καὶ ὑπερβαίνουν ἀκόμη καὶ αὐτὸν τὸν Ἰωσὴφ Βάλσαμον, διότι χωρὶς νὰ τοὺς εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τίποτε καὶ μάλιστα μὲ ὅλον τὸν μυστικισμὸν, τὸν ὁποῖον φυλάττει εἰς τὰς ἐνεργείας του καὶ τὸν ὁποῖον μᾶς περιέγραψε ζωηρότατα μίαν ἡμέραν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Ἡλιόπουλος, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶχον τοσαύτην ἐπιτηδειότητα ὥστε εἰσέδυσαν εἰς τὴν διάνοιαν αὐτοῦ καὶ ἀνέγνωσαν ἐν αὐτῇ καθαρῶς καὶ εὐαναγνώστως ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε σχηματίσει τὴν ἰδέαν νὰ παραχωρήσῃ εἰς αὐτοὺς τὰς ἐκβολάδας, καὶ νὰ τὰς παραχωρήσῃ μὲ 44% καὶ ὄχι μὲ 60, ὅπως διαλαμβάνει ὁ νόμος τοῦ 1871, νὰ τὰς παραχωρήσῃ ἄνευ προσδιορισμοῦ τῶν ἐξόδων, ὁμοῦ δὲ μὲ τὰς ἐκβολάδας ταύτας, νὰ παραχωρήσῃ καὶ ὅλας τὰς ἄλλας, ὅσαι εὑρίσκονται καθ’ ὅλην τὴν λαυριωτικὴν χώραν· τοῦτο τὸ ἐνόησαν, τὸ ἀνέγνωσαν, νὰ εἴπω οὕτω, τόσον καθαρὰ, ὥστε ἐσχημάτισαν ἀκράδαντον πεποίθησιν· καὶ προέβησαν εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν κτημάτων τοῦ Λαυρίου, βέβαιοι ὄντες ὅτι οὐδεμίαν εἶχον νὰ ὑποστοῦν ζημίαν· ἀλλ’ ὡς ἄνθρωποι λίαν πρακτικοὶ, ὡς ἄνθρωποι γνωρίζοντες ὅτι τὰ δημόσια πράγματα δὲν εἶναι τόσον σταθερὰ καὶ ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον εἴτε τὸ αὐτὸ πρόσωπον νὰ ἀλλάξῃ γνώμην, προκειμένου περὶ διαθέσεως τοσοῦτον μεγάλης ἐθνικῆς περιουσίας, εἴτε ἄλλοι ταχέως νὰ τὸ διαδεχθοῦν, ἀπεφάσισαν ὡς φρόνιμοι ἄνθρωποι ὄχι μόνον νὰ ἀποτεινάξουν μίαν ὥραν ἀρχήτερα ἀπὸ τὴν ῥάχιν των τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβον, ἀλλὰ καὶ νὰ ὠφεληθοῦν καὶ νὰ κερδήσουν· διότι τοιοῦτον εἶναι τὸ ἔργον των. Τί ἔκαμαν λοιπόν; Ἐσχημάτισαν ἀνώνυμον ἑταιρίαν καὶ προσδιώρισαν τὸ κεφάλαιον αὐτῆς εἰς 20,000,000 φράγκων, διαιρέσαντες αὐτὸ εἰς 100,000 μετοχὰς, ἐκ τῶν ὁποίων ἐκράτησαν διὰ λογαριασμόν των τὰς 50,000, ἔθεσαν δὲ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ κοινοῦ τὰς ἄλλας 50,000. Μολονότι δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε λάβει ὡς μᾶς εἶπε, τὴν ἀξιέπαινον πρόνοιαν νὰ ὑποχρεώσῃ τούτους νὰ δημοσιεύουν δι’ ὅλων τῶν ἐφημερίδων, ὅτι ἡ ἀγορὰ, τὴν ὁποίαν ἔκαμαν, οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ τὰς ἐκβολάδας, μολοντοῦτο οἱ κύριοι οὗτοι μὲν τὴν συνήθη ἐπιτηδειότητά των, ἐνῷ ἐξ ἑνὸς μέρους ἐδημοσίευον διὰ τῶν ἐφημερίδων, ὅτι αἱ ἐκβολάδες δὲν τοῖς παρεχωροῦντο, ἀφ’ ἑτέρου ἔπειθον ὅλον τὸν κόσμον, ὅπως εἶχον πεισθῇ καὶ αὐτοὶ, ὅτι αἱ ἐκβολάδες θέλουν παραχωρηθῇ εἰς τὴν ἑταιρίαν· τοῦτο δὲν νομίζω ὅτι ὑπὸ πολλὰ ὀλίγων δὲν ἐπιστεύθη. Διὰ τοῦτο εἴδομεν, ὅτι ἐνῷ ἐτέθησαν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ κοινοῦ 50,000 μετοχῶν μόνον, ἐγένοντο ἐγγραφαὶ διὰ 350,000. Ἅμα δὲ ἐτελείωσεν ἡ ἐγγραφὴ, τότε ἐξηγέρθη φοβερὰ ἅμιλλα τίς νὰ ἀποκτήσῃ περισσοτέρας μετοχὰς, καὶ τοῦτο ἦτο λίαν φυσικὸν, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις ὡς φαίνεται ἐκ τῶν ὑστέρων εἶχεν ἀποφασίσει νὰ παραχωρήσῃ τὰς ἐκβολάδας εἰς τὴν ἑταιρίαν, καὶ ὅστις μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐκράτει τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ μυστικὸν καὶ κἀνεὶς δὲν τὸ ἐγνώριζεν, ἀφοῦ ἀπεφάσισε νὰ προβῇ εἰς τὴν παραχώρησιν, ἦτον ἑπόμενον νὰ μὴ δύναται νὰ κρατήσῃ τὸ πρᾶγμα περιωρισμένον ἐντὸς τῆς κεφαλῆς του· εὑρέθη βεβαίως εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ γνωστοποιήσῃ τοῦτο εἰς τοὺς συναδέλφους του καὶ νὰ σκεφθῇ μετ’ αὐτῶν. Ἔλαβον βεβαίως γνῶσιν τῆς ἀποφάσεώς του διάφοροι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν, ὡς καλοῦνται πάντες, ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς νὰ συμπράξουν· τὸ ἔμαθον τέλος πάντων οἱ ἱδρυταὶ τῆς ἑταιρίας, μετὰ τῶν ὁποίων ἦλθον εἰς συνεννόησιν. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ πρᾶγμα μετεβιβάσθη εἰς τόσους, ἦτον ἀδύνατον πλέον νὰ διατηρηθῇ μυστικόν. Διεθρυλλήθη ἀπὸ περάτων ἕως περάτων, ὅτι αἱ ἐκβολάδες παραχωροῦνται εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου, καὶ ὅτι παραχωροῦνται μὲ ὅρους λίαν συμφέροντας. Τότε ἄναψαν τὰ μυαλὰ τῶν ἀνθρώπων καὶ ἔτρεχαν συνωθούμενοι εἰς τὸ λεγόμενον Χαβιαρόχανον καὶ προσεπάθουν ποῖος νὰ ἀγοράσῃ περισσοτέρας μετοχάς· καὶ ἐνῷ τὰς πρώτας ἡμέρας ἡ ὑπερτίμησις περιωρίζετο εἰς 20 καὶ 30 φράγκα, αἴφνης ἀκούομεν ὅτι ἀνεβιβάσθησαν εἰς 50–60–80 100–120 φράγκα. Ὅτε δὲ τέλος πάντων ἔφθασαν τὰ πράγματα εἰς τὸ τέρμα των καὶ ὑπεγράφη ἡ σύμβασις, ἂν καὶ τοῦτο ἐγένετο μὲ μεγάλην μυστικότητα, τὸ ἔμαθον ὅμως πολλοὶ καὶ ἔσπευσαν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην νὰ ἀγοράσωσι τὰς μετοχὰς μὲ ὑπερτίμησιν 160 φράγκων καὶ 240 εἰς τὴν Σῦρον. Τότε δὲ ὠφελούμενοι καὶ οἱ ἱδρυταὶ τῶν Μεταλλουργείων ἀπὸ τὴν εὐκαιρίαν ταύτην, ἐφρόντισαν ὡς ἀκούομεν, νὰ πωλήσουν ἄλλοι μὲν ὅλας, ἄλλοι δὲ μέγα μέρος τῶν μετοχῶν των καὶ τοιουτοτρόπως ὠφεληθέντες ἄλλος μὲν 300, ἄλλος δὲ 500 χιλιάδων δραχμῶν ἀπῆλθον ὁ μὲν εἰς τὴν Δύσιν, ὁ δὲ εἰς τὴν Ἀνατολὴν, ὅπως εἶπε ὁ κ. Ζαΐμης, θαυμάζοντες βεβαίως τὴν νοημοσύνην καὶ τὸ κερδοσκοπικὸν πνεῦμα τοῦ λαοῦ τῶν Ἀθηνῶν, ὅστις ἐνῷ πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἐδυσκολεύετο νὰ ἀγοράσῃ ἑνὸς ἢ δύω ἑκκατομμυρίων χρεώγραφα τοῦ Κράτους ἀσφαλέστατα καὶ μὲ καλὸν τόκον, εὑρέθη πρόθυμος νὰ προσφέρῃ 15 περίπου ἑκατομμύρια διὰ νὰ ἀγοράσῃ μετοχὰς μιᾶς ἐπιχειρήσεως, τὴν ὁποίαν δὲν ἐγνώριζεν, οὔτε ἠδύνατο νὰ ἐκτιμήσῃ. Ὥστε, κύριοι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι οἱ κεφαλαιοῦχοι, οἱ ὁποῖοι ἠγόρασαν τὰ κτήματα τοῦ Λαυρίου, προσέφεραν ἐκδούλευσίν τινα εἰς τὸ ἔθνος ἐξαγαγόντες αὐτὸ ἀπὸ τὴν δυσκολίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ ἐξαγάγῃ, νομίζω, ὅτι ἀπεζημιώθησαν πλουσιοπαρόχως ἀπὸ τὸ κοινὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν των αὐτὴν, καὶ ἑπομένως δὲν δύνανται νὰ ἔχουν καμμίαν ἀπαίτησιν ἀπὸ ἡμᾶς, οὐδὲ εἴμεθα ὑπόχρεοι ψηφίζοντες τὴν σύμβασιν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐκδούλευσιν αὐτῶν. Ἐπίσης φρονῶ, κύριοι, ὅτι εἶχε μέγα δίκαιον ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὅτε σᾶς εἶπεν, ὅτι οὐδεμίαν αἰσθάνεται συμπάθειαν πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι παρασυρθέντες ἀπὸ αἴσθημα πλεονεξίας καὶ θέλοντες νὰ πλουτήσωσι διὰ μιᾶς, ὑπῆγον καὶ ἠγόρασαν μετοχὰς μὲ ὑπερτίμησιν. Τὰ θύματα ταῦτα, ὡς τὰ ὠνόμασεν ὁ κ. Ζαΐμης, διὰ τὰ ὁποῖα συνεκινήθη μίαν ἡμέραν μέχρι δακρύων ὁ φίλος μου κ. Κεχαγιᾶς καὶ χάριν τῶν ὁποίων ὁ κ. Ζαΐμης καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης, καὶ τοι πολεμοῦντες τὴν σύμβασιν καὶ θεωροῦντες αὐτὴν ἀντισυνταγματικὴν καὶ ἐπιζήμιον εἰς τὸ δημόσιον, ἠναγκάσθησαν ἐπὶ τέλους νὰ κάμωσιν ὑποχώρησίν τινα, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ἄξια συμπαθείας, ἀλλ’ οὔτε πρέπει νὰ ἐπηρεάσωσι τὴν συνείδησίν μας, προκειμένου ν’ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ ἑνὸς τόσον μεγάλου ζητήματος. Ἄλλως τε ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὸ κακὸν δὲν εἶναι τόσον μέγα, ὡς θέλουν τινὲς νὰ τὸ παραστήσουν, φρονῶ ὅτι ἐξογκώνουν τὰ πράγματα καὶ δίδουν εἰς αὐτὰ διαστάσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἔχουν. Ἐγὼ δὲν πιστεύω, ὅτι εἶναι τοσοῦτον πολλὰ τὰ θύματα, οὔτε πρόκειται νὰ ὑποστοῦν τόσον μεγάλας καταστροφὰς, ὥστε νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Ἐπικράτεια νὰ λάβῃ πρόνοιαν. Λέγω δὲ, ὅτι τὸ κακὸν κατὰ τὴν κρίσιν μου δὲν εἶναι τόσον μέγα, διότι ἔχω πρῶτον ὑπ’ ὄψιν ὅτι 50,000 μετοχῶν ἐπωλήθησαν ἰσοτίμως· ἐδόθησαν ἐν ἀρχῇ ἄνευ τινὸς ὑπερτιμήσεως· ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὰς ἔλαβον καὶ οἱ ὁποῖοι κατὰ μέγα μέρος, πιστεύω, ὅτι τὰς κρατοῦν ἀκόμη εἰς χεῖράς των, δὲν δύνανται βεβαίως νὰ ἔχουν τὴν ἀπαίτησιν παρ’ ἡμῶν, ὥστε νὰ παραβλέψωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου διὰ νὰ πωλήσωσιν αὐτοὶ ἀκριβὰ τὰς ὁποίας ἠγόρασαν μετοχάς· οἱ ἄλλοι δὲ, οἱ ὁποῖοι ἠγόρασαν μὲ ὑπερτίμησιν, δὲν ἠγόρασαν ὅλοι μὲ 150 φράγκα, ἀλλὰ πολλοὶ ἠγόρασαν καὶ μὲ 30 καὶ μὲ 50 φράγκα, καὶ φρονῶ ὅτι καὶ ἐὰν δὲν παραχωρηθοῦν αἱ ἐκβολάδες, θὰ ἔχουν αἱ μετοχαὶ αὐτὴν τὴν ἀξίαν. Ἄλλως τε τὰ τοιαῦτα δὲν δύνανται νὰ λείψουν ἀπὸ ἕνα τόπον, ὅπου ὑπάρχουν χρηματιστήρια, καὶ τὰ χρηματιστήρια εἶναι ἄφευκτος καὶ φυσικὴ συνέπεια εἰς τόπον, ὅπου ὑπάρχουσι δημόσια χρεώγραφα καὶ μετοχαὶ ἑταιριῶν. Ἄνευ χρηματιστηρίων δὲν δύνασθε νὰ ἔχετε οὔτε δημόσια χρεώγραφα, οὔτε μετοχὰς τῶν ἑταιριῶν, καὶ ἐπειδὴ ἔχομεν ἀμφότερα πρέπει νὰ δεχθῶμεν καὶ τὴν κυβείαν καὶ τὰ χρηματιστήρια. Ἂν λείψουν τὰ χρηματιστήρια, τότε ὅλα τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα διατίθενται πρὸς ἀγορὰν δημοσίων χρεωγράφων καὶ ἑταιρικῶν μετοχῶν, θέλουν μένει νεκρὰ, τὰ δὲ χρεώγραφα καὶ αἱ μετοχαὶ θὰ ἦναι τρόπον τινὰ ἀναπαλλοτρίωτα καὶ κανεὶς δὲν ἀποφασίζει νὰ δώσῃ χρήματα δι’ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἀπαλλοτριώσῃ ὅταν λάβῃ ἀνάγκην. Ὅταν δὲ ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης, θέλω σᾶς ἀποδείξει, ἂν δὲν πράξῃ τοῦτο ὁ κ. Πυλαρινὸς ἢ ἄλλος τις ἁρμοδιώτερος, θέλω σᾶς ἀποδείξει ὅτι ὁ κυριώτερος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον τὰ κτήματα δὲν εὑρίσκουν δάνεια, εἶναι διότι τὸ χρεωστικὸν ὁμόλογον, τὸ ὁποῖον λαμβάνει ὁ δανείζων κτηματίαν τινὰ, δὲν δύναται νὰ κυκλοφορήσῃ τὴν δυσκολίαν δὲ ταύτην προτίθεται νὰ ἄρῃ ἐκ τοῦ μέσου ἡ Κτηματικὴ Τράπεζα, διότι αὐτὴ διὰ τοῦ μηχανισμοῦ τῶν κτηματογράφων θέτει εἰς συνάφειαν τὸν κεφαλαιοῦχον μὲ τὸν κτηματίαν καὶ δίδει τὴν εὐκολίαν εἰς τὸν κεφαλαιοῦχον νὰ ἀνακτᾷ εὐκόλως τὰ χρήματά του διὰ τῆς πωλήσεως τῶν κτηματογράφων. Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεάσῃ ἡμᾶς, καθὼς πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ἐξέτασιν τῆς προκειμένης συμβάσεως, οὔτε αἴσθημα εὐγνωμοσύνης πρὸς τοὺς ἱδρυτὰς τῆς ἑταιρίας, οὔτε αἴσθημα φιλανθρωπίας πρὸς τοὺς ἀγοραστὰς τῶν μετοχῶν· ἡμεῖς πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὴν σύμβασιν ταύτην ἀνεξαρτήτως ὅλων τῶν αἰσθημάτων καὶ συμπαθειῶν καὶ νὰ ἴδωμεν ἐὰν ἡ σύμβασις αὕτη ᾖναι ἡ ἀρίστη πασῶν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἂν ἐξασφαλίζῃ δεόντως τά συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε, μὲ κατηγορεῖτε, κύριοι, ἢ κατηγορεῖτε καὶ προσβάλλετε τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ὑπέβαλον, διότι αὕτη ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὸ 1871· ἀλλ’ ὁ νόμος αὐτὸς, εἶπεν, οὐδεμίαν ἔχει ἀξίαν καὶ ἀδίκως τὸν θρηνεῖτε· ὁ νόμος τοῦ 1871 δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ διὰ νὰ σᾶς πείσῃ ἀνέφερε διαφόρους διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου καὶ ἀνέγνω ἐνώπιόν σας διάφορα τεμάχια τῶν ἀγορεύσεων, τὰς ὁποίας ἀπήγγειλε κατὰ τὸ 1871, καὶ δι’ ὧν ἐπολέμει τὰς διατάξεις ἐκείνας, θέλων τρόπον τινὰ νὰ ἐφεσιβάλῃ τὰ τότε λεχθέντα καὶ ἀποῤῥιφθέντα ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐκείνην. Ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ νὰ σᾶς ἀπαγγείλω πολλὰ τεμάχια τῶν ἀγορεύσεων τῶν ἀντιφρονούντων καί εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἂν ἠκούετε ὅλας αὐτὰς τὰς ἀγορεύσεις, πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἠθέλετε πεισθῆ, ὅτι δὲν εἶχεν ἄδικον ἡ Βουλὴ ἀποῤῥίψασα τὰς προτάσεις τοῦ κ. Δεληγεώργη καὶ παραδεχθεῖσα τὰς τῶν ἐναντίων αὐτοῦ· ἀλλ’ ἀπέχω ἀπὸ τοῦτο, διότι τὸ θεωρῶ ὅλως περιττόν. Δὲν ἐξετάζω ἐπίσης τὸ ζήτημα, ἂν εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις, ὑπάρχοντος ἑνὸς νόμου νὰ κάμῃ σύμβασιν, ἥτις ἀνατρέπει τὸν νόμον· περὶ τούτου ἐλάλησαν ἀρκετὰ ἄλλοι, ἴσως δὲ ὁμιλήσουν καί τινες τῶν μετ’ ἐμέ. Ἐγὼ, κύριοι, κατακρίνω καὶ προσβάλλω τὴν σύμβασιν, διότι αὕτη ἀντίκειται εἰς δύο οὐσιώδεις καὶ θεμελιώδεις ἀρχὰς, αἵτινες διέπουν τὴν διάθεσιν πάσης ἐθνικῆς περιουσίας, εἴτε μεγάλη εἶναι εἴτε μικρά. Ποῖαι δὲ εἶναι αἱ δύο αὗται μεγάλαι ἀρχαί; ἡ πρώτη εἶναι ἡ προεξέτασις τοῦ ἀντικειμένου, ὅπερ πρόκειται νὰ διατεθῇ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ γνωρίσουν οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν διάθεσιν αὐτοῦ ὅσον ἔνεστιν ἀκριβῶς τὴν κατάστασίν του, τὴν ἀξίαν του καὶ μὴ ἐξαπατηθῶσι συναλλαττόμενοι μετὰ τρίτων· ἡ δευτέρα ἀρχὴ εἶναι ὁ δημόσιος συναγωνισμός· διότι δι’ αὐτοῦ εὑρίσκεται σχεδὸν πάντοτε ἡ ἀληθὴς ἢ τοὐλάχιστον ἡ τρέχουσα ἀξία παντὸς ἀντικειμένου. Εἰς αὐτὰς τὰς δύω μεγάλας καὶ θεμελιώδεις ἀρχὰς ἀντιβαίνει ἡ σύμβασις, ἥτις σήμερον μᾶς παρουσιάζεται, δι’ αὐτῆς σᾶς προτείνεται νὰ παραχωρήσητε τὰς ἐκβολάδας εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου, χωρὶς διόλου νὰ τὰς προεξετάσητε καὶ ἄνευ δημοσίου συναγωνισμοῦ, χωρὶς δηλ. νὰ ἠξεύρετε ὁποίαν ἀξίαν ἔχουν, οὔτε ἐὰν ᾖναι ἄλλος τις δυνάμενος νὰ τὰς λάβῃ εἰς μεγαλειτέραν τιμήν. Αἱ ἀρχαὶ αὗται εἶναι θεμελιώδεις, ἀναφέρονται ῥητῶς ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1871, καὶ δὲν ἀνεγράφησαν μόνον εἰς αὐτὸν, ἀλλ’ ὑπεστηρίχθησαν μάλιστα εὐρύτερον ἀπὸ τὸν κ. Δεληγεώργην καὶ ὅλους τοὺς μετ’ αὐτοῦ τότε ὁμοπνοοῦντας. Κατὰ τὴν μακρὰν καὶ δραματικὴν ἐκείνην περὶ Λαυρίου συζήτησιν οἱ τότε διαχειριζόμενοι τὰ δημόσια διεφώνησαν ἐν πολλοῖς πρὸς τὸν κ. Δεληγεώργην καὶ τοὺς ὁμόφρονάς του, ἀλλ’ εὑρέθησαν ἐντελῶς σύμφωνοι ὡς πρὸς τὰς δύο ταύτας ἀρχὰς, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι οἱ περὶ τὸν κ. Δεληγεώργην ἀπήτουν καὶ τὴν προεξέτασιν καὶ τὸν δημόσιον συναγωνισμὸν εὐρύτερον καὶ πλατύτερον παρ’ ὅ,τι τὸν ἠννόει καὶ τὸν ἀπῄτει ἡ Κυβέρνησις. Ἐκτὸς τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον παρουσίασε τότε ἡ Κυβέρνησις, παρουσιάσθη καὶ ἕτερον νομοσχέδιον ἀπὸ τὴν πλευρὰν ταύτην (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ὑπογεγραμμένον ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους μας Δ. Ζέγγελην, Ἀναστ. Δημητριάδην καὶ Ἀθ. Ῥοντήρην. Ἰδοὺ δὲ τί τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διελάμβανε. «Ἄρθρον 1. Αἱ μεταλλοῦχοι ἐκβολάδες τῶν ἀρχαίων ὁπουδήποτε τῆς Ἐπικρατείας κεῖνται, θέλουσι διατεθῆ διὰ νόμου πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου, ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὸ Κράτος. Ἐκβολάδες εἰσὶν οὐ μόνον τὰ μεταλλοῦχα χώματα, ἀλλὰ καὶ τὰ μέταλλα τὰ ὑπὸ τῶν ἀρχαίων ἐξωρυγμένα. Ἄρθρον 2. Ὁ περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων εἰδικὸς νόμος θέλει στηρίζεσθαι εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ δημοσίου συναγωνισμοῦ, ἐὰν τὸ Κράτος δὲν προτιμήσῃ τὴν ἄμεσον ἐκ μέρους αὑτοῦ μετάλλευσιν, θέλει δὲ εἰσαχθῆ εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἑπομένων διατάξεων· αʹ) ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει τὸ ταχύτερον νὰ γνωστοποιήσῃ προσηκόντως ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ τὸν παρόντα νόμον μετὰ περιλήψεως τῶν ἀπὸ 24 Νοεμβρίου 1870 καὶ 3 Φεβρουαρίου 1871 περὶ καταμετρήσεως καὶ ἀναλύσεως ἐπιστημονικῶν ἐκθέσεων τῆς ἐπὶ τούτῳ διορισθείσης παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐπιτροπῆς· βʹ) εὐθὺς μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου θέλει ἀναζητήσει καὶ καταμετρήσει πάσας τὰς ἐν τῇ Λαυριωτικῇ χώρᾳ κειμένας ἐκβολάδας (πλὴν τῶν ἤδη καταμετρηθεισῶν) καὶ θέλει ἐκτελέσει τὰς ἀναλύσεις, αἵτινες ἀπαιτοῦνται πρὸς προσδιορισμὸν τῆς ἐν αὐταῖς περιεχομένης εἰς μέταλλον ἀξίας καὶ τῆς εἰς τμήματα δυνατῆς διαιρέσεώς των.» Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ἐνῷ ἡμεῖς ἀνεγράφομεν ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι πρὸ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ πλειστηριασμοῦ θέλει σταλῆ ἐπιτροπή, ἥτις θέλει καταμετρήσει καὶ ἐξετάσει τὰς ἐκβολάδας, ἡ πλευρὰ αὕτη ἀπῄτει νὰ μὴ ἀποφασισθοῦν τὰ καθέκαστα τῆς διαθέσεως, οὐδὲ κἂν νόμος νὰ γείνῃ περὶ αὐτῶν πρὶν ἐξετασθοῦν αἱ ἐκβολάδες ἀπὸ ἐπιτροπὴν καὶ δημοσιευθῶσι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐξετάσεως αὐτῆς εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην, διότι ἤθελον ἡ ἐξέτασις αὕτη νὰ ᾖναι ὅσον τὸ δυνατὸν ἀκριβεστέρα. Ἠδυνάμην δὲ νὰ σᾶς ἀναγνώσω πολλὰ χωρία τῶν ἀγορεύσεων τοῦ κ. Δεληγεώργη καὶ τῶν φίλων αὐτοῦ, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι ἠρκοῦντο εἰς μόνην τὴν καθιέρωσιν τοῦ δημοσίου συναγωνισμοῦ καὶ ἐπέμενον νὰ μὴ ψηφισθῇ νόμος περὶ διαθέσεως, πρὶν ἢ προηγηθῇ ἡ ἐξέτασις τῶν ἐκβολάδων. αʹ) «Ἐπιμένομεν, ἔλεγεν ὁ κ. Δημητριάδης, νὰ γείνῃ σπουδαία ἔρευνα καὶ ἐπιστημονικὴ ἐργασία πρὸ τῆς διαθέσεως.» Ἀφοῦ δὲ ὁ κ. Δεληγεώργης εἶχε τοιαύτην πεποίθησιν, καὶ ἀφοῦ, ὡς πολὺ συχνὰ λέγει, εἶναι ἄνθρωπος πεποιθήσεων καὶ μένει πάντοτε ὁ αὐτός, ἐρωτῶ, τί παθὼν σήμερον ἐγκαταλείπει τὰς πεποιθήσεις του ταύτας καὶ ἀπαιτεῖ ἀπὸ σᾶς νὰ ψηφίσητε σύμβασιν, καθ’ ἣν αἱ ἐκβολάδες θέλουν διατεθῆ ἄνευ προεξετάσεως καὶ ἄνευ συναγωνισμοῦ; Ὁ πολιτικὸς ἄνθρωπος, ἔλεγε προχθὲς ὁ κ. πρωθυπουργὸς πρὸς τὸν κ. Δηλιγιάννην, ὀφείλει νὰ ἐμμένῃ ἀκράδαντος εἰς τὰς πεποιθήσεις του, καὶ ὅταν αὗται ἀποῤῥίπτωνται ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν καὶ ὅταν ψηφίζεται νόμος περιέχων ἐναντίας ἰδέας. Ἀλλὰ ἐάν, κύριοι, ὁ πολιτικὸς ἄνθρωπος ὀφείλῃ κατὰ τὸν κ. Δεληγεώργην νὰ ἔχῃ τοσαύτην ἰσχυρογνωμοσύνην, ὥστε νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὰς ἰδέας του καὶ ὅταν αὗται ἀποῤῥίπτωνται παρὰ τῶν πολλῶν καὶ καθιεροῦται νόμος ἀντίθετος εἰς αὐτάς, νομίζω ὅτι κατὰ πολὺ περισσότερον λόγον ὑποχρεοῦται νὰ ἐπιμένῃ εἰς αὐτάς, ὅταν αὗται συμπίπτουν μὲ τὰς πεποιθήσεις τῶν πολλῶν καὶ καθιεροῦνται διὰ νόμου, ἐκτὸς ἐὰν ἔχῃ τόσην ὀλίγην ὑπόληψιν εἰς τὴν νοημοσύνην τῶν ἄλλων, ὥστε ἀμφιβάλλει καὶ περὶ τῶν ἰδίων του πεποιθήσεων, ὅταν συμβαίνῃ αὗται νὰ ᾖναι καὶ πεποιθήσεις ἄλλων. Ὁ νόμος τοῦ 1871, καθὼς σᾶς εἶπον, ἀπῄτει πρὸ τῆς διαθέσεως τὴν προεξέτασιν τῶν ἐκβολάδων. Ἡ τότε Κυβέρνησις ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ διώρισε πολυμελῆ ἐπιτροπὴν διὰ νὰ ἐνεργήσῃ τὴν καταμέτρησιν καὶ ἐξέτασιν ὅπως ὁ νόμος διαλαμβάνει, μετεπέμψατο δὲ ἐκ Γερμανίας δύω ὀρυκτολόγους διὰ τὰς περαιτέρω ἐρεύνας· ἀλλ’ αἱ μὲν ἐργασίαι τῆς ἐπιτροπῆς διεκόπησαν πολὺ ὀγλίγορα, καὶ δὲν ἐνθυμήθη ἡ Κυβέρνησις νὰ διατάξῃ τὴν ἐπανάληψιν αὐτῶν, εἰμὴ κατὰ τὸ τέλος τοῦ παρελθόντος Μαΐου· τότε μόνον ἐσυλλογίσθη ὅτι ἦτον ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῶσιν αἱ ἐκβολάδες καὶ ἡ σχέσις αὐτῶν μὲ τὰς σκωρίας· ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ τί θέλει χρησιμεύσει ἡ ἐξέτασις αὐτῶν, ἀφ’ οὗ αἱ ἐκβολάδες διατίθενται ἤδη, ἢ τί θέλει ὠφελήσει νὰ μάθωμεν μετὰ τὴν διάθεσιν αὐτῶν ἂν ᾖναι μικρᾶς ἢ μεγάλης ἀξίας καὶ ἂν ᾖναι ἀναμεμιγμέναι μὲ τὰς σκωρίας, ἀφοῦ πρόκειται ὁριστικῶς νὰ τὰς διαθέσωμεν σήμερον. Οἱ δὲ Γερμανοὶ ἀπῆλθον καὶ αὐτοὶ μετ’ ὀλίγον καιρὸν εἰς τὰ ἴδια καὶ χωρὶς νὰ προφθάσουν νὰ φέρουν ἀποτέλεσμα, διότι ὅπως ἤκουσα ἐθεωρήθησαν ἀκατάλληλοι. Δὲν ἀνήκει εἰς ἐμὲ νὰ ἐξετάσω ἂν ἦσαν κατάλληλοι, οὔτε νομίζω ὅτι φέρω εὐθύνην τινὰ διὰ τὴν ἐκλογὴν αὐτῶν, διότι διὰ νὰ ἀποφύγω πᾶσαν εὐθύνην ἔγραψα πρὸς τὸν ἐν Βερολίνῳ πρέσβυν τοῦ Βασιλέως καὶ ἐζήτησε τούτους ἀπὸ τὴν Πρωσσικὴν κυβέρνησιν.
§65ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ὡμολόγησαν τὴν ἀκαταλληλότητά των, καὶ συνεπείᾳ τῆς δηλώσεώς των ταύτης ἡ τότε Κυβέρνησις τοὺς ἀπεμάκρυνεν, διότι δὲν ἐθεώρησε δίκαιον νὰ ἐπιβαρύνηται τὸ δημόσιον ταμεῖον μὲ 2,000 φράγκα κατὰ μῆνα δι’ ἕκαστον τούτων. Τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα ὑπάρχουν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἔπρεπε νὰ τυπωθοῦν καὶ αὐτὰ ὁμοῦ μὲ τὰ ἄλλα.
§66ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριοι, γνωρίζω, ὅτι οἱ ὀρυκτολόγοι ἐκεῖνοι ἦσαν ἐκ τῶν λεγομένων ingemeurs des mines, μηχανικοὶ μεταλλείων, οὕτω δὲ ὀνομάζονται οἱ ἐπιστήμονες, οἵτινες θεωρητικῶς καὶ πρακτικῶς γνωρίζουν ὅλους τοὺς κλάδους τῆς μεταλλουργικῆς. Καθὼς δὲ ὅταν πρόκειται νὰ κάμῃ τις οἰκοδομὴν προσλαμβάνει ἀρχιτέκτονα καὶ ὄχι κτίστην ἢ τέκτονα, ἀπαράλλακτα καὶ ὅταν πρόκειται περὶ μεταλλευτικῆς ἐπιχειρήσεως προσλαμβάνεται εἷς τοιοῦτος μηχανικὸς, διότι αὐτοὶ γνωρίζουν ὅλους τοὺς κλάδους τῆς ἐπιστήμης. Παρατηρήσατε τί ἔκαμεν ἡ ἑταιρία τοῦ «Περικλέους», ἔφερε τὸν κ. Γκρόμαν, ὅστις εἶναι μηχανικὸς μεταλλείων καὶ τὸν ἔθηκεν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἔργων, καὶ ἐγὼ ὡς διευθυντὴς μεταλλευτικῆς ἑταιρίας, ἄλλον τοιοῦτον ἔφερα, καὶ ἡ «Μεταλλευτικὴ ἑταιρία» καὶ ὁ Λαυριωτικὸς Ὄλυμπος τοιούτους ἔχουσι. Διὰ νὰ ἐννοήσητε δὲ τὴν ἀξίαν τῶν Γερμανῶν ὀρυκτολόγων καλλίτερα, σᾶς ἀναγινώσκω σύντομον ἔκθεσιν τῶν σπουδῶν καὶ τῆς πρακτικῆς τὴν ὁποίαν εἷς ἐξ αὐτῶν, ὁ Βαρὼν Δοῦκερ, μὲ ἀφῆκεν ἀναχωρῶν. «Ἐσπούδασα θεωρητικῶς καὶ πρακτικῶς μεταλλουργικὴν, τὴν ἐξόρυξιν τῶν μετάλλων, τὴν ὀρυκτολογίαν, τὴν γεωλογίαν καὶ τὸ δίκαιον τῶν μεταλλείων. Διῆλθον τὴν νεότητά μου εἰς τὰ μεταλλουργικὰ ἐργοστάσια τοῦ πατρός μου ἐν Βετσαφαλίᾳ, εἰργάσθην ἐπὶ ἓν ἔτος εἰς τὰ μεταλλεῖα, ἐσπούδασα τὴν μηχανικὴν προπαρασκευὴν καὶ τὴν καμίνευσιν τῶν μεταλλευμάτων τοῦ σιδήρου, τοῦ μολύβδου κτλ. ἐν Γερμανίᾳ, Βελγίῳ καὶ Γαλλίᾳ. Ἠκολούθησα ἐπὶ τρία ἔτη τὴν σειρὰν τῶν μαθημάτων εἰς τὰ Πανεπιστήμια τοῦ Μπὸν καὶ τοῦ Βερολίνου καὶ ὑπέστην τὰς κανονισμένας διὰ τὰς ὑψηλὰς σπουδὰς τῶν μεταλλείων τριπλᾶς ἐξετάσεις. Ὑπηρέτησα ὡς ἐπιθεωρητὴς μεταλλείων ἐν Βετσαφαλίᾳ καὶ Σιλεσίᾳ καὶ περιώδευσα πολλὰ μέρη τῆς Εὐρώπης, σπουδάζων τὴν ἐξόρυξιν τῶν μετάλλων, τὴν μεταλλουργικὴν καὶ τὴν γεωλογίαν. Παρομοίας σπουδὰς ἔκαμε καὶ ὁ συνάδελφός μου Νάσε· ἑπομένως ἀμφότεροι θεωροῦμεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἁρμοδίους ὅπως συστήσωμεν καὶ διευθύνωμεν ἐργοστάσιον μολύβδου!»
§67ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὁ νόμος ἤθελε μεταλλουργικοὺς καὶ χημικούς.
§68ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὶ ἦσαν κατάλληλοι· κανεὶς δὲν φέρει διὰ τοιαύτας ἐργασίας οὔτε ὀρυκτολόγον, οὔτε ἐκκαμινευτὴν μόνον.
§69ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐκθέσεις τῶν ἰδίων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον κατὰ τὰ τέλη Μαρτίου 1872 εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ ἴδητε ὅτι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ὡμολόγησαν ὅτι δὲν ἦσαν κατάλληλοι. Ἐγὼ συνεπεία τούτων, ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τότε, τοὺς ἀπεμάκρυνα διὰ νὰ μὴ πληρόνωμεν εἰς ἕκαστον τούτων λόγω μισθοδοσίας 2,000 φρ. κατὰ μῆνα ματαίως. Παρακαλῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ πεισθῆτε ὅτι ἡμεῖς δὲν τοὺς ἀπεπέμψαμεν ἀπ’ ἐδῶ, ἐνῷ ἦσαν κατάλληλοι νὰ μᾶς ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως περὶ ἧς πρόκειται· αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἐπροκάλεσαν τὴν ἀπομάκρυνσίν των ὁμολογήσαντες ὅτι δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν ἐκλήθησαν καὶ ἦλθον ἐνταῦθα (θόρυβος).
§70ΤΙΝΕΣ. Προχωρήσατε, κύριε Σωτηρόπουλε.
§71ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν σύμβασιν λοιπὸν πρόκειται νὰ παραχωρήσωμεν τὰς ἐκβολάδας ἄνευ συναγωνισμοῦ καὶ ἄνευ προεξετάσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. πρωθυπουργὸς λέγει, ἔχω λόγους ἰσχυροὺς διὰ νὰ πράξω τοῦτο, ἔχω λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν δύναμαι οὔτε νὰ ἀναμείνω τὴν προεξέτασιν τῶν ἐκβολάδων, ἀλλ’ οὔτε νὰ προκαλέσω δημόσιον συναγωνισμόν. Ἄν ἐνόησα καλῶς, δύω εἶναι οἱ λόγοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ὁ κ. πρωθυπουργός· ὁ πρῶτος εἶναι τὸ ἐπίδικον τῶν ἐκβολάδων, καὶ ὁ δεύτερος ὅτι ἡ ἑταιρία τῶν Μεταλλουργείων εἶναι κυρία καὶ τῶν σκωριῶν. Αὐτοί, νομίζω, εἶναι οἱ δύω λόγοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ σύμβασις, ἥτις παραβιάζει τὴν ἀρχὴν τοῦ συναγωνισμοῦ καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς προεξετάσεως. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐξετάσω ἕνα ἕκαστον τῶν δύω τούτων λόγων, ἵνα ἴδωμεν κατὰ πόσον ὁ κύριος πρωθυπουργός...
§72ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις, ὄχι πρωθυπουργὸς, ἐγὼ δὲν εἶμαι αὐτοκράτωρ.
§73ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καλὰ, κατὰ πόσον ἡ Κυβέρνησις ἔχει δίκαιον (θόρυβος). Ἄρχομαι, κύριοι, ἀπὸ τοῦ ἐπιδίκου. Ὅτε ἀνεκαλύφθησαν αἱ ἐκβολάδες, ἐγεννήθησαν περὶ τῆς κυριότητος αὐτῶν διάφοροι γνῶμαι· οἱ μὲν ἔλεγον, ὅτι εἶναι παρακολούθημα τοῦ μεταλλείου, καὶ ἑπομένως ἀνῆκον εἰς τὸν Σερπιέρην, ἄλλοι δὲ ὅτι εἶναι παρηκολούθημα τοῦ ἐδάφους, καὶ ἄλλοι ὅτι αἱ ἐκβολάδες, ὡς οὐσία μεταλλικὴ, ἀνήκει εἰς τὴν Ἐπικράτειαν, ἥτις δύναται νὰ τὰς διαθέσῃ ἐλευθέρως. Ἀλλὰ αἱ γνῶμαι αὗται ὑπῆρχον πρὶν ἐπιψηφισθῇ ὁ νόμος τοῦ 1871· ἀφοῦ ὅμως ὁ νόμος οὗτος ἐψηφίσθη, πᾶσα ἀμφισβήτησις περὶ τῆς κυριότητος καὶ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν ἐκβολάδων ἐξέλιπε, διότι ὁ νόμος ἔλυσε τὸ ζήτημα κυριαρχικῶς, εἰπὼν ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἐθνικὴ περιουσία καὶ ἑπομένως δὲν ἠμπορεῖ οὐδεὶς νὰ τὴν ἀμφισβητήσῃ· ὅτι δὲ τοιαύτη ἦτον ἡ ἰδέα ὅλων ἡμῶν, ὅσοι ἐλάβαμεν μέρος εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου ἐκείνου, ἠμπορεῖτε νὰ τὸ ἐννοήσητε ἐκ τῶν πρακτικῶν τῶν τότε συνεδριάσεων, ἐκ τῶν ὁποίων θέλετε ἴδει ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν εἶχε τότε τὴν ἰδέαν ὅτι ἠδύνατο οἱαδήποτε ἄλλη ἀρχὴ νὰ ἐξετάσῃ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο καὶ νὰ ἀμφισβητήσῃ τὸ κῦρος τῆς ἀποφάσεώς μας. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ἀντικείμενον εἶναι πολὺ σπουδαῖον, διότι εἰς τοῦτο στηρίζεται τὸ οἰκοδόμημα τῆς συμβάσεως, θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὀλίγα τινὰ ἐκ τῶν τότε λεχθέντων καὶ ἀρχίζω ἀπὸ τὸν ἑαυτόν μου, τοῦ ὁποίου ἡ γλῶσσα, ὡς παρατηρεῖτε, δὲν ἔχει καμμίαν εὐστροφίαν καὶ ὅστις ἔχω τὸ μέγα δι’ ἕνα πολιτευόμενον ἐλάττωμα νὰ ἦμαι τόσον σαφὴς, ὥστε νὰ μὴ δύναμαι λαλῶν νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι ἐνόουν ἄλλο τι παρ’ ὅ,τι ἐνόησαν ἐκ τῶν λόγων μου οἱ ἄλλοι. Ἰδοὺ, κύριοι, τί ἔλεγον τότε ἐγὼ ὅστις ἤμην καὶ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. «Ἡ ἰδέα ἡμῶν, ἐπιμενόντων εἰς τὸ νὰ παραδεχθῆτε τὴν φράσιν τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου, σᾶς ἐξηγήθη ἀρκούντως χθὲς ἀπὸ τὸν κύριον πρωθυπουργόν· ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἐγὼ σήμερον, ὅτι ὁ μόνος λόγος, ὅστις μᾶς κάμνει νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τοῦτο εἶναι, διότι φοβούμεθα μήπως ἐὰν ἀντὶ τῆς ὁριστικῆς φράσεως, τὴν ὁποίαν περιέχει τὸ νομοσχέδιον, παραδεχθῶμεν τὴν τέως ἀμφίβολον τοῦ βουλευτικοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀφήσωμεν ἀνοικτὴν τὴν θύραν τῶν δικαστηρίων εἰς τοὺς ἰδιώτας, οὕτω δὲ τρέξωμεν τὸν κίνδυνον, ὃν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου θέλει νὰ ἀποφύγῃ. Εἰς ὑμᾶς ἀπόκειται ἤδη, ἀφοῦ ἀκούσητε τοὺς λόγους, νὰ ἐπιφέρητε τὴν ψῆφόν σας. «Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι, ὅταν ὑπεβλήθη τὸ πρῶτον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ ἐκβολάδων νομοσχέδιον, ἐγένετο σφοδρὰ συζήτησις καὶ πολλοὶ τῶν κυρίων βουλευτῶν ἤθελον νὰ ὑποστηρίξωσι τὸ ἐπ’ αὐτῶν δικαίωμα τοῦ δημοσίου. Ἀλλά, κύριοι, τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον ἀντέκρουσαν πολλοὶ ἄλλοι καὶ ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ συμφωνήσουν οἱ νομομαθεῖς, τοὺς ὁποίους κατ’ ἐπανάληψιν ἐσυμβουλεύθη ἡ Κυβέρνησις. Οἱ πάντες εἶπον, ὅτι ἐκ τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἔχομεν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρυσθῶμεν ἀδιστάκτως καὶ ἀναντιῤῥήτως τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου, καὶ ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα ἀπόδειξις εἶναι ἡ ἐπιμονὴ, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ὅλη ἡ Βουλὴ εἰς τὸ νὰ ψηφισθῇ νέος νόμος, ἐνῷ ἐὰν ἐκ τῶν κειμένων νόμων ἠδυνάμεθα νὰ ἀρυσθῶμεν τὸ ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων δικαίωμα τοῦ δημοσίου, τότε ἤθελεν εἶσθαι ἴσως περιττὸς πᾶς τοιοῦτος νόμος. Ἀλλ’ ὁ νόμος πρέπει νὰ στηρίζεται εἰς μίαν ἀρχήν· διότι καθὼς σᾶς εἶπον καὶ ἐγὼ καὶ πάντες οἱ προαγορεύσαντες περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, δὲν πρόκειται σήμερον νὰ χορηγήσωμεν εἰς τὸ δημόσιον δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει, ἀλλὰ πρόκειται ἁπλῶς νὰ ἀνακηρύξωμεν δικαιώματα προϋπάρχοντα καὶ προερχόμενα ἀπὸ ὡρισμένας πηγάς, εἰς τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ἀνατρέξωμεν ὅπως ἀρυσθῶμεν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ νομοθετήσωμεν· ποία δὲ εἶναι ἡ πηγὴ, ἐκ τῆς ὁποίας ἀρυόμεθα τὸ δικαίωμα τοῦτο; Νομίζω, κύριοι, ὅτι παρὰ πολὺ ἐκοπίασεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου καὶ πολλοὶ ἄλλοι βουλευταὶ διὰ νὰ μᾶς τὴν καταδείξωσι. Μᾶς εἶπον, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων προέρχεται ἐκ τοῦ δικαιώματος τοῦ μεταλλεύεσθαι, τὸ ὁποῖον εἶναι νόμημα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν ὅτι διὰ νὰ ἰσχύσῃ ἓν νόμημα, εἶναι ἀνάγκη διὰ ῥητοῦ νόμου νὰ καθιεροῦται, διότι ἄλλως ὑπάρχει μὲν δυνάμει, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ. Κατὰ τὸν μέσον αἰῶνα συγκατελέγετο μεταξὺ τῶν νομημάτων καὶ τὸ δικαίωμα τῆς θήρας καὶ ἁλιείας, ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν τοιοῦτον νόμημα δὲν εἶναι ἀνεγνωρισμένον, καὶ ἂν ἤθελον ἐγὼ, ὅστις ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω σήμερον τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀντιπροσωπεύω τὸ δημόσιον, ἐὰν ἤθελον νὰ θέσω περιορισμοὺς εἰς τὰ τῆς θήρας καὶ ἁλιείας, ἤθελον πράξει παρανομίαν, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελον εὕρει ἔλεος ἐνώπιόν σας, διότι τὸ νόμημα τοῦτο εἶναι ἀργὸν παρ’ ἡμῖν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ μεταλλεύεσθαι εἶναι μὲν νόμημα τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλὰ διὰ νὰ λάβῃ ζωὴν καὶ ὕπαρξιν ἀπαιτεῖται νόμος εἰδικός· διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι, ὅτε ἠθέλησε καὶ ἡ Ἑλληνικὴ ἐπικράτεια νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν τὸ δικαίωμα τοῦ μεταλλεύεσθαι, ἐψήφισε νόμον καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1861, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκήρυξε τὸ μεταλλεῖον ὡς περιουσίαν ἀνεξάρτητον τοῦ ἐδάφους, καὶ ἔδωκεν εἰς τὴν Ἐπικράτειαν τὸ δικαίωμα νὰ τὸ διαθέτῃ κατὰ τὸ δοκοῦν. Ἐὰν τὸ δικαίωμα τοῦ μεταλλεύεσθαι δὲν ἀνῆκεν εἰς τὴν Ἐπικράτειαν, πιστεύσατε ὅτι καὶ ὁ νόμος τοῦ 1861 ἤθελε θεωρηθῆ ὡς νόμος αὐθαίρετος, ὡς νόμος δημεύσεως, διότι κατὰ τοὺς γενικοὺς κανόνας τοῦ δικαίου, ὁ ἰδιοκτήτης τῆς ἐπιφανείας εἶναι ἰδιοκτήτης καὶ πάντων τῶν ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν εὑρισκομένων. Ἀλλὰ παρὰ τὰς γενικὰς ταύτας ἀρχὰς τὸ Κράτος οἰκειοποιήθη τὰς μεταλλικὰς οὐσίας, αἵτινες εὑρίσκονται εἰς οἱανδήποτε ἰδιοκτησίαν· ἔπραξε δὲ τοῦτο, διότι τὸ μεταλλεύεσθαι εἶναι νόμημα, τὸ ὁποῖον ὅμως διὰ νὰ λάβῃ ζωὴν καὶ ὑπόστασιν ἔπρεπε νὰ καθιερωθῇ διὰ τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου.» Λοιπὸν καθ’ ἡμᾶς τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων εἶχε τὴν πηγήν του εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ μεταλλεύεσθαι, τὸ ὁποῖον εἶναι νόμημα τοῦ Κράτους. Ἡμεῖς ἐλέγομεν, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῇ εἰς νόμον, διότι ἐνόσῳ δὲν ἀναγραφῇ εἶναι νεκρὸν καὶ δὲν δύναται νὰ ἰσχύσῃ, ὅπως πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1861 δὲν ἴσχυε καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους περὶ διαθέσεως τῶν μεταλλείων, ὀρυχείων. Πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1861 οὐδέποτε ἡ Κυβέρνησις διέθεσε μεταλλεῖον ἢ ὀρυχεῖον· ἀπ’ ἐναντίας, ἔχομεν πολλὰ παραδείγματα, ὅτι πολλὰ ὀρυκτὰ ἡ Κυβέρνησις τὰ ἐθεώρησεν ὡς ἰδιωτικὴν περιουσίαν καὶ δὲν ἔβαλε χεῖρα ἐπ’ αὐτῶν.
§74ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὄχι ὅλα.
§75ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σμύρις τῆς Πάρου εἶναι ὀρυκτὸν καὶ κατὰ τὸν νόμον τῶν μεταλλείων δὲν δύναται νὰ διατεθῇ εἰμὴ διὰ πράξεως τῆς Κυβερνήσεως. Μολαταῦτα πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 61 ἡ σμύρις αὕτη διετίθετο παρὰ τῶν κυρίων τῆς γῆς, ὡς καὶ ὁ λευκόλιθος καὶ ἕτερα ὀρυκτά. Ἐλέγομεν λοιπόν, ὅτι διὰ νὰ λάβῃ ζωὴν τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ δημοσίου ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ εἰς νόμον, ἀφοῦ δὲ ἀνεγράφη, φρονοῦμεν, ὅτι εἶναι ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως. Καὶ ὅπως δὲν δύναταί τις νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν καὶ νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι κακῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις παραχωρήσασα τὸ δεῖνα ἢ δεῖνα μεταλλεῖον, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον δὲν δύναται νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἂν διαθέσῃ τὰς ἐκβολάδας. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἐφρόνει μὲν καὶ αὐτός, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου ἐπήγαζεν ἐκ τοῦ δικαιώματος τοῦ μεταλλεύεσθαι, ἀλλ’ εἶχε συνάμα τὴν ἰδέαν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ καὶ ἐκ τοῦ δικαίου τῶν αὐτοκρατόρων καὶ τῶν σουλτάνων, οὓς διεδέχθη τὸ ἑλληνικὸν δημόσιον, καθὼς καὶ ἐκ τοῦ διατάγματος περὶ συστάσεως τῶν γραμματειῶν τῆς ἐπικρατείας κατὰ τὸ 1833. Ἀλλὰ μολονότι ἐφρόνει, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο προέκυπτεν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων νόμων, οὐδόλως ἐδέχετο τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Μίλησης καὶ ἀκολούθως ὁ κ. Σαράβας τοῦ νὰ μὴ γείνῃ λόγος ἐν τῷ νόμῳ περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας καὶ νὰ ἀφεθῇ τοῦτο εἰς τὴν κρίσιν τῶν δικαστηρίων· ἀπεναντίας, ἐπέμενεν ὅτι ἦτον ἀνάγκη νὰ ἐγγραφῇ καὶ νὰ ἐγγραφῇ καθαρῶς καὶ θετικῶς, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ γεννηθῇ ἀμφισβήτησις, οὐδὲ νὰ ἀφεθῇ εἰς τὰ δικαστήρια νὰ πλεύσουν τὸν ὠκεανὸν τῆς θεωρίας. Πρέπει, ἔλεγε, ῥητῶς, ῥητότατα καὶ ἀναμφισβητήτως χωρὶς νὰ ἀφήσωμεν στάδιον εἰς τὰ δικαστήρια πρὸς ἑρμηνείαν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἀείποτε ἀνῆκον εἰς τὸ Κράτος καὶ διὰ τοῦτο διατίθενται ὡς διατίθενται.
§76ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Ἐγώ, κ. Σωτηρόπουλε, ἰσχυρίσθην τότε, ὅτι ἀφοῦ ἐκ τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς ἐξάγεται ὅτι ὑπάρχει ἄπειρος ἀπόστασις μεταξὺ τῆς γνώμης τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, δὲν πρέπει διὰ τῆς ἀσαφείας τοῦ νόμου ν’ ἀφίνωμεν εἰς τὸ αὐτὸ χάος καὶ τὰ δικαστήρια. Οὐδεὶς ἄλλος ἦτον ὁ σκοπός.
§77ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι δὲ οὕτως ἐννοοῦμεν ὅλοι τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, σᾶς ἀναφέρω περικοπὴν ἔκ τινος ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ζέγγελη, «ἀδιαφορῶ ὡς πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα, διότι συμμερίζομαι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων ἐξέφρασεν, ὅτι ἐν τῷ νόμῳ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ ὁ λόγος, ὁ νόμος πρέπει νὰ ᾖναι σαφὴς καὶ δὲν θέλω νὰ ἀμφισβητῆται· ὅ,τι καὶ ἂν παραδεχθῆτε, ἡ θύρα τῶν δικαστηρίων εἶναι κεκλεισμένη, ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε ὅτι δύναται ν’ ἀνοιχθῇ ἑτέρα θύρα». Ὁ δὲ βουλευτὴς Κορινθίας κ. Δημητριάδης ἔλεγε, «διὰ νὰ διατεθοῦν αἱ ἐκβολάδες πρέπει νὰ ἐκλείψωσιν ἀσυμφωνίαι τινές, διχογνωμίαι, ἐνδοιασμοί, οἵτινες ἐξετέθησαν ἀπὸ τοῦ 1867 ἀπὸ μέρους νομικῶν, ἀπὸ μέρους διοικούντων καὶ ἀπὸ μέρους τῶν δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα ἐπελήφθησαν τῆς ὑποθέσεως, ἐπερχομένου νόμου ὅστις νὰ εἴπῃ, ὅτι κατὰ τοὺς ὑπάρχοντας νόμους ἦσαν περιουσία τοῦ Κράτους.» Βλέπετε, ὅτι ὅταν ἐψηφίζαμεν τὸν νόμον, ὅλοι εἴχαμεν τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν ἐπαίζομεν ἀλλ’ ὅτι ἐσπουδαιολογοῦμεν καὶ ὅτι ἠθέλομεν ὥστε ὁ νόμος νὰ ἄρῃ πᾶσαν ἀσυμφωνίαν, πάντα ἐνδοιασμόν, καὶ νὰ ᾖναι ὁριστικός, οὐδέποτε δὲ ἐνοήσαμεν ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἀφῆκε τὰ δικαστήρια ἐλεύθερα νὰ διεξαγάγωσι τὴν ὑπόθεσιν κατὰ τὸ δοκοῦν. Ἂν τὸ πρᾶγμα εἶχεν, ὡς λέγει ὁ κ. πρωθυπουργός, τότε τί ἐχρησίμευεν ὁ νόμος; διὰ τί νὰ γείνῃ ὅλος αὐτὸς ὁ θόρυβος περὶ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ, ἢ μήπως εἴχομεν ὄρεξιν νὰ ἐξεγείρωμεν ἐναντίον μας τὰς μεγάλας Δυνάμεις καὶ τὴν Εὐρώπην; Τὸν νόμον ἐκάμαμεν ὅπως ἀσφαλίσωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου, διότι ναὶ μὲν τὰ δικαιώματα ταῦτα εἶχον νόμιμον πηγὴν τὸ δικαίωμα ἢ τὸ νόημα τοῦ μεταλλεύεσθαι, ἀλλ’ οὐδὲν νόημα εἶναι ἰσχυρὸν χωρὶς νὰ ἀναγραφῇ εἰς νόμον ῥητῶς· τοιοῦτον ἦτο τὸ φρόνημα τῆς τότε Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ πάντες ἐπίστευον ὅτι τὸ ζήτημα ἐλύετο ὁριστικῶς καὶ ἀφαιρεῖτο ἀπὸ πάσης ἁρμοδιότητος καὶ ἀπὸ πάσης δικαιοδοσίας. Διὰ τοῦτο δὲ ἐνῷ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἡ ἑταιρία ἐλάμβανεν ἀκωλύτως τὰς ἐκβολάδας, ἅμα ὁ νόμος ἐξεδόθη, ἀπηγορεύθη ἡ τῆξις καὶ ἡ ἐκκαμίνευσις αὐτῶν· οὐδεὶς λοιπὸν φόβος ἐκ μέρους τῶν δικαστηρίων δύναται νὰ ὑπάρξῃ, διότι ὁ νόμος τοῦ 1871 εἶναι ἰσχυρός. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν οὗτος ἤθελε θεωρηθῆ ἀνίσχυρος, ἢ ἤθελεν ἀνακληθῆ, βεβαιωθῆτε, ὅτι καὶ τότε οὐδένα διατρέχομεν κίνδυνον, διότι αἱ ἐκβολάδες ἤθελον θεωρηθῆ παρακολούθημα τῆς ἐπιφανείας, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἐπιφάνεια ἐπεδικάσθη εἰς τὸ δημόσιον, αἱ ἐκβολάδες θὰ κηρυχθοῦν ἐθνικαί· ὥστε ἐκ μέρους τῶν δικαστηρίων δὲν ἔχομεν νὰ φοβηθῶμεν κανένα κίνδυνον καὶ δὲν πρέπει νὰ πλάττωμεν κινδύνους, ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχουν. Ἂν ὁ κ. πρωθυπουργὸς εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπῃ πρὸς τὰς Δυνάμεις ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1871 δὲν εἶναι νόμος, ἀλλ’ ἁπλῆ γνώμη τῆς Βουλῆς, τοῦτο οὐδεμίαν ὑποχρεωτικὴν δύναμιν ἔχει διὰ τὴν Βουλήν. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶμαι βέβαιος ἔπραξε τοῦτο ἐν στιγμῇ μεγάλης στενοχωρίας καὶ δὲν θέλω διὰ τοῦτο νὰ τὸν κατηγορήσω· καὶ ἄλλοτε εὑρεθεὶς εἰς παρομοίαν θέσιν ἔδωκεν ὑπόσχεσιν εἰς τὴν Ἀγγλίαν περὶ πληρωμῆς 10,000 λιρῶν εἰς τὴν χήραν Λόϋδ, ἀλλ’ ὅτε ἤλθαμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης μᾶς εἶπεν ὅτι βλέπει τὸν ὁρίζοντα θολωμένον καὶ νέφη ἐπικίνδυνα ὑψούμενα, ἔδωκε τὴν ὑπόσχεσιν ἀλλὰ μένει εἰς τὴν Βουλὴν ἐὰν θέλῃ νὰ τὴν παραδεχθῇ ἢ ὄχι. Τὴν ἰδίαν τακτικὴν ἠκολούθησε καὶ τώρα, ἐξέφρασε δηλ. μίαν γνώμην, ἥτις ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὸ ἀποτέλεσμα, ἐὰν ἐγίνετο δεκτὴ ἐκ μέρους τῶν Δυνάμεων, νὰ φέρῃ ἀναβολὴν καὶ νὰ τὸν ἀφήσῃ ἥσυχον ἐπί τινα χρόνον. Ἀλλὰ ταῦτα οὐδεμίαν ἐπιῤῥοὴν δύνανται νὰ ἔχωσι διὰ τὴν Βουλήν, οὔτε πιστεύω, ὅτι θὰ εὑρεθῇ ποτε Βουλή, ἡ ὁποία νὰ κηρύξῃ ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1871 δὲν ἦτο νόμος, ἀλλὰ γνώμη. Ὁ ἄλλος λόγος, κύριοι, τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ εἶναι ὅτι ἡ ἑταιρία εἶναι κυρία τῶν σκωριῶν καὶ ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ προτιμηθῇ ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην εἰς τὴν παραχώρησιν τῶν ἐκβολάδων. Τρία δὲ εἶναι τὰ αἴτια, εἶπεν, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν πρέπει νὰ χωρισθῶσιν αἱ σκωρίαι ἀπὸ τὰς ἐκβολάδας. Αʹ, διότι αἱ σκωρίαι διευκολύνουσι τὴν τῆξιν τῶν ἐκβολάδων ἢ κάλλιον, διότι ἄνευ σκωριῶν εἶναι δύσκολον νὰ τηχθῶσιν αἱ ἐκβολάδες· ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος δὲν εἶναι ἀκριβής· ἔχω ἀνὰ χεῖρας ἔκθεσιν ὑπογεγραμμένην ὑπὸ πέντε ἐκ τῶν ἡμετέρων χημικῶν τῶν κκ. Ἐμμ. Μουσουδάκη, Ἰωάν. Ἰωάννου, Γεωργ. Ζαβιτσάνου, Λάνδερερ καὶ Ἀριστ. Βουσάκη· οἱ κύριοι οὗτοι ἀποφαίνονται ὡς ἑξῆς, ἡ δὲ ἔκθεσίς των εἶναι συντεταγμένη τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1872· «πλεῖσται εὔτηκτοι ἐκβολάδες μὴ ἀπαιτοῦσαι τηκτικὰ μέσα ὡς ἐμπεριέχουσαι τὰ τοιαῦτα δύνανται νὰ τακῶσιν ἄνευ ἀναμίξεως σκωριῶν· αἱ δύστηκτοι ἐκβολάδες ἀποκαθίστανται εὔτηκτοι διὰ τῆς προσθήκης πηκτικῶν ὑλῶν ἐν ἀφθονίᾳ ὑπαρχουσῶν ἐν Λαυρίῳ, ἑπομένως οὐδεμία ἀνάγκη ὑπάρχει τῆς χρήσεως σκωριῶν διὰ τὴν χώνευσιν τῶν ἐκβολάδων.» Εἰς τὴν γνώμην ταύτην τοιούτων ἐπιστημόνων ἀνδρῶν ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν πᾶσαν ἀξίαν, ἐν ὅσῳ δὲν ἔχομεν ἐναντίαν ἀπόδειξιν. Δεύτερον αἴτιον εἶναι ὅτι ἡ ἑταιρία ἔχουσα τὰς σκωρίας καὶ συγκαμινεύουσα αὐτὰς μετὰ τῶν ἐκβολάδων ἀναδέχεται νὰ δίδῃ διὰ τὰς σκωρίας εἰς τὸ δημόσιον ἀνώτερον ποσοστὸν ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔδιδε μέχρι τοῦδε. Ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος εἶναι λίαν οὐσιώδης καὶ πρέπει νὰ τὸν ἐξετάσωμεν καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν καὶ δι’ ἀριθμῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως ἡ ἑταιρία ἀναδέχεται νὰ πληρώσῃ 50%, καὶ ἐπὶ τῶν σκωριῶν ἀντὶ τῶν ὁριζομένων ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1867, τὰ ὁποῖα μὲ ὅλα ὅσα λέγονται ἐγὼ δὲν καταβιβάζω κατωτέρω τῶν 30%, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι τὰ δικαστήρια θέλουν δικαιώσει τὸ δημόσιον καὶ ἀναγνωρίσει τὰς σκωρίας ὡς ἐθνικάς· ἀλλὰ πόσαι εἶναι αἱ σκωρίαι, ἀπὸ τὰς ὁποίας θέλομεν λάβει τὸ περιπλέον ποσοστὸν καὶ πόσαι αἱ ἐκβολάδες ἀπὸ τὰς ὁποίας θὰ ἐλαμβάνομεν ὀλιγώτερον, νὰ τὰς παραχωρήσωμεν μὲ 50% κατὰ τὴν σύμβασιν ἀντὶ τῶν 65%, τὰ ὁποῖα προσφέρουν ἄλλοι; αὐτὸ εἶναι τὸ οὐσιῶδες καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν. Κατὰ τὰς ἐξετάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, δὲν ὑπολείπονται ἐκ τῶν σκωριῶν τοῦ Λαυρίου εἰμὴ μόνον 400,000 τόνοι, ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι τινὲς σωροὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνεκαλύφθησαν, ἀλλ’ ἐγὼ ἐπιμένω νὰ μὴ ἀναβιβάσω τὸ ποσὸν ἀνωτέρω τοῦ ὅρου τούτου, διότι γνωρίζω ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων ἐκκαμινεύσεων, ὅτι τὰ ἐξαγόμενα, τὰ ὁποῖα ἐβεβαίωσεν ἡ ἐπιτροπὴ ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῶν εἰς ἕκαστον σωρὸν εὑρισκομένων σκωριῶν ἀπεδείχθησαν μικρότερα· ὁ σωρὸς τῶν Ἐργαστηρίων εἶχεν ἐκτιμηθῆ ὡς περιέχων 322,000 τόνους, καὶ ὅμως δὲν εὑρέθησαν εἰς αὐτὸν οὔτε 100,000· ὁ σωρὸς τοῦ Κυπριανοῦ περιεῖχεν, ὡς ἔλεγον, 115,000 τόνους, καὶ ὅμως δὲν εὑρέθησαν οὔτε 70,000, δὲν γνωρίζω δὲ ἕως τώρα κἀνένα σωρὸν, ὁ ὁποῖος ν’ ἀπέδειξεν ἀποτελέσματα ἀνώτερα τῆς γενομένης κατὰ τὸ 1865 καταμετρήσεως, καὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Σκαλιστήρης περί τινος θέσεως Αὐλουκάκη, ὅτι εὑρέθησαν δῆθεν ἐν αὐτῇ 13 ἢ 15,000 τόνοι, ἐνῷ ἡ πρώτη ἐπιτροπὴ εἶχεν ὁρίσει αὐτὰς εἰς 300 τόνους, δὲν εἶναι ἀκριβές· ὁ κ. Σκαλιστήρης, ἔχει λάθος, ἐὰν τὸ ἔντυπον, τὸ ὁποῖον ἔχω εἰς τὴν οἰκίαν μου καὶ ὅμοιον τοῦ ὁποίου κρατεῖ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ᾖναι ἀληθὲς, διότι κατ’ αὐτὸ ἡ θέσις Λαλουκάκη περιεῖχε 30,000 τόνους καὶ οὐχὶ 300.
§78ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Ἐδῶ ἡ καταμέτρησις εἶχε γείνει εἰς κυβικὰ μέτρα· περιέχει δὲ τὸν ὁλικὸν ἀριθμὸν τριῶν θέσεων.
§79ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σᾶς δώσω ἐγὼ μίαν πληροφορίαν ὡς πρὸς τοῦτο. Ἡ ἑταιρία διετείνετο τὸ παρελθὸν ἔτος ὅτι εἰς τὴν θέσιν Λουλουκάκη ὑπῆρχον σκωρίαι ἀκαμίνευτοι 60,000 τόνων, ἡ δὲ ἰδική μας ἐπιτροπὴ, ἥτις ἐστάλη παρ’ ἐμοῦ τὸν Μάϊον 1872 πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν ἀναγκαιουσῶν σκωριῶν, προσδιώρισε ταύτας εἰς 16,500 τόνων.
§80ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν βλέπετε ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ ἑνὸς ἦτο νὰ παρουσιάσῃ μεγαλείτερον ποσὸν, τοῦ ἄλλου δὲ ὀλιγώτερον;
§81ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς γνωρίζει λοιπὸν ἀκριβῶς οὔτε τὸ ποσὸν τῶν σκωριῶν, οὔτε τὸ ποσὸν τῶν ἐκβολάδων· μὴ γνωρίζοντες δὲ, ἀλλὰ σπεύδοντες νὰ διαθέσωμεν ἀμφότερα, πρέπει νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὰ δεδομένα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, καὶ κατ’ αὐτὰ αἱ μὲν ὑπάρχουσαι σκωρίαι ἀναβιβάζονται εἰς 400,000 τόνους, αἱ δὲ ἐκβολάδες αἱ ἐπὶ τοῦ μεταλλείου Σερπιέρη εἰς 7,000,000 τόνους. Αἱ 400,000 σκωρίαι ἐκκαμινευόμεναι θέλουν δώσει 32,000 τόνους μολύβδου, οἵτινες ὑπολογιζόμενοι πρὸς 500 δραχμὰς κατὰ τόνον ἔχουσιν ἀξίαν 16,000,000. Ἐκ τούτων τὰ μὲν 8,000,000 εἶναι ἔξοδα, τὰ δ’ ἄλλα ὀκτὼ καθαρὰ πρόσοδος, ἑπομένως ἐὰν ἐκ τῆς καθαρᾶς προσόδου λάβωμεν 20% περιπλέον ἀφ’ ὅ,τι σήμερον λαμβάνομεν, ἐὰν δηλ. ἀντὶ δρ. 30 0/0 λάβωμεν 50, θέλομεν λάβει περιπλέον 1,600,000. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ ὠφέλεια τοῦ δημοσίου, ἐὰν ὑποχρεώσωμεν τὴν ἑταιρίαν νὰ συγκαμινεύσῃ τὰς σκωρίας μετὰ τῶν ἐκβολάδων καὶ νὰ μᾶς πληρώνῃ ποσ. 50%, ἀντὶ τῶν 30. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὰς ἐκβολάδας.
§82ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐξηντλήσατε τὴν συζήτησιν περὶ σκωριῶν; Εἴπατε ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ 30 καὶ 50, τὸ 30 πόθεν τὸ ἐξάγετε;
§83ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ἀπόφασιν, ἀλλὰ καὶ ἐὰν χάσωμεν τὴν δίκην, ἡ ἐκ τῆς συμβάσεως ὠφέλεια θὰ ᾖναι 3,200,000.
§84ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶσθε βέβαιος, ὅτι θὰ κερδήσωμεν τὴν δίκην. Πότε ἔχετε τὴν bonne chance καὶ πότε ἔχετε τὸ mauvaise chanche;
§85ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔρχομαι, κύριοι, τώρα εἰς τὰς ἐκβολάδας. Αἱ ἐκβολάδες, καθὼς σᾶς προεῖπον, δὲν γνωρίζομεν ἀκριβῶς οὔτε πόσαι εἶναι, οὔτε ποίαν ἀξίαν ἔχουσιν· ἀλλ’ ἐν τῇ ἀγνοίᾳ μας ταύτῃ, ὀφείλομεν νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὴν ἔκθεσιν τῶν ἐπιστημόνων τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη ἀπέστειλε πρὸς ἐξέτασιν αὐτῶν κατὰ τὸ 1870. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ἡ καθαρὰ πρόσοδος τῶν ἐκβολάδων ἀναβαίνει εἰς 130 ἑκατομμύρια.
§86ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ποῦ στηρίζεται;
§87ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς αὐτὸ θέλω νὰ καταντήσω, διότι δὲν ἠξεύρομεν.
§88ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Τί λέγει ἡ ἐπιτροπὴ ἡ προαποσταλεῖσα; τὰ 7 ἑκατομμύρια ἐμπλουτιζόμενα πόσα γίνονται;
§89Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἄλλοτε ἐστηρίζοντο εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Michel Chevalier.
§90ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ καθαρὰ πρόσοδος τῶν ἐκβολάδων συνίσταται εἰς 130 ἑκατομμύρια. Ἐὰν δώσωμεν τὰς ἐκβολάδας εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεταλλουργείων ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ μᾶς πληρόνουν 50% καὶ δὲν προτιμήσωμεν ἄλλην ἑταιρίαν, ἥτις προσφέρεται νὰ τὰ ἐκκαμινεύσῃ μὲ 65%, τότε θέλομεν χάσει 15%, 15% δὲ ἐπὶ 130 ἑκατομμυρίων φέρουσι 19½ ἑκατομμύρια· ζημιούμεθα λοιπὸν ἐκ τῶν ἐκβολάδων 19 καὶ ½ ἑκατομμύρια, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει πάντοτε ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ τῆς ἐπιτροπῆς μας εἶναι ἀκριβεῖς, καὶ κερδίζομεν ἀπὸ τὰς σκωρίας, εἰ μὲν χάσωμεν τὴν δίκην, 3,200,000, εἰ δὲ κερδήσωμεν, 1,600,000· ὥστε ἡ ζημία μας δὲν δύναται νὰ ᾖναι ποτὲ μικροτέρα τῶν δεκαὲξ ἑκατομμυρίων. Θὰ ᾖναι δὲ ἀκόμη μεγαλειτέρα, ἐὰν ὁ συναγωνισμὸς αὐξήσῃ τὸ ποσοστὸν εἰς 70 ἢ 75%, διότι πᾶν ἑκατοστὸν ἀναλογεῖ πρὸς 1,300,000.
§91ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἀναγνωρίσωσι τὰ δικαστήρια τὴν κυριότητα τῶν ἐκβολάδων εἰς τὴν ἑταιρίαν, τί θὰ χάσωμεν; Διότι τὸ 65 καὶ 75% προαπαιτεῖ μίαν δικαστικὴν ἀπόφασιν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, ἥτις δὲν ἐφέρθη ποτὲ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων.
§92Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ χάσωμεν καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς ζητήσουν πρὸς ἀποζημίωσιν, διότι ἀπηγορεύσαμεν τὴν χρῆσιν.
§93ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Βέβαια.
§94Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ τότε εἶναι ὑπεύθυνοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸ ἔκαμαν.
§95ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν φοβοῦμαι τὰ δικαστήρια. Ἀλλὰ δὲν εἶναι, κύριοι, μόνη ἡ ἀνωτέρω ζημία· διότι ὁ ὑπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ἔκαμα, περιλαμβάνει μόνας τὰς ἐκβολάδας τοῦ μεταλλείου τοῦ Σερπιέρη, ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄλλαι ἐκβολάδες, τῶν ὁποίων ἡ ποσότης καὶ ἡ ἀξία δὲν εἶναι κατωτέρα ἀπὸ τὰς ἐκβολάδας τοῦ μεταλλείου Σερπιέρη, ὥστε ἡ ζημία δύναται νὰ διπλασιασθῇ· ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι κατὰ τὰς συζητήσεις τοῦ 1871 ὁ κύριος Δεληγεώργης ἀνέγνωσεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἔγγραφον τοῦ ἀξιολόγου μηχανικοῦ καὶ ὀρυκτολόγου Groman καὶ νομίζω ὅτι διὰ νὰ τὸ ἀναγνώσῃ ἔδιδεν εἰς αὐτὸ πολλὴν σημασίαν καὶ βαρύτητα. Κατ’ αὐτὸ δὲ αἱ ἐκβολάδες, αἱ εὑρισκόμεναι εἰς τὸ μεταλλεῖον τοῦ Σερπιέρη, δὲν εἶναι οὔτε τὸ ⅒ τῶν ἐκβολάδων, αἵτινες ὑπάρχουν εἰς τὸ Λαύριον. Ὑποθέσατε, κύριοι, διὰ μίαν στιγμὴν ὅτι ἡ ἐκτίμησις τοῦ κ. Groman εἶναι ἀληθὴς καὶ φαντασθῆτε τὴν ζημίαν τοῦ δημοσίου· αὕτη θὰ ὑπερβαίνῃ τότε τὰ διακόσια ἑκατομμύρια. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς ἄγνοιαν παχυλὴν, καὶ εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον, σπεύδοντες νὰ τελειώσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἄνευ ἐξετάσεως καὶ ἐρεύνης, νὰ χάσωμεν οὐχὶ 100 καὶ 1000 δραχμὰς, ἀλλὰ 15, 30, 100 καὶ ἴσως 200 ἑκατομμύρια· νομίζω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι φρόνιμον, ἀφοῦ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ γνωρίζωμεν οὐδὲ κατὰ προσέγγισιν τὸ πρᾶγμα, νὰ σπεύσωμεν νὰ τὸ τελειώσωμεν.
§96ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θέλετε νὰ μάθετε ποία εἶναι ἡ γνώμη τοῦ κυρίου Groman, κύριε Σωτηρόπουλε; ὁ Groman τότε ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ κατεσπευσμένως ἔκαμε μίαν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε καὶ εἰς ἐμὲ καὶ ἀνεγνώσθη εἰς τὴν Βουλήν. Ἰδοὺ τί λέγει τὴν σήμερον· πρὸ τινων ἡμερῶν ἦλθε μετὰ τῶν προέδρων καὶ διευθυντῶν τῶν μεταλλευτικῶν ἑταιριῶν, αἵτινες εἶναι εἰς τὸ Λαύριον, καὶ αἱ ὁποῖαι ζητοῦν νὰ ταῖς δοθῶσιν αἱ ἐκβολάδες, ἔκαμα δὲ μακρὰν συνομιλίαν μαζῇ· λέγει, ὅλαι αἱ ἐν Λαυρίῳ ἐκβολάδες δὲν εἶναι πλέον τῶν 12 ἑκατομμυρίων τόνων, ἐξ ὧν θέλουν μείνει 2 ἑκατομμύρια τόνων ἐκβολάδων ἄχρηστοι, καὶ περιορίζει τὸ ποσὸν τῶν ἐκβολάδων εἰς 10 ἑκατομμύρια τόνους· δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι εἶναι ἀκριβὲς αὐτὸ, ἀλλὰ σᾶς λέγω ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον πρὸ δύω ἐτῶν εἶπε καὶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον τώρα λέγει εὑρίσκονται εἰς μεγάλην ἀντίφασιν, ἐγὼ δὲν τὰ ἐμέτρησα.
§97ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρωθυπουργὲ, οὔτε ὁ Groman οὔτε ἄλλος τις δύναται νὰ μᾶς βεβαιώσῃ περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐκβολάδων, διότι ἂν ὑποτεθῇ ὅτι δυνάμεθα νὰ καταμετρήσωμεν ἀμέσως τὰς ἐκβολάδας, αἵτινες εὑρίσκονται εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, εἶναι ἀδύνατον νὰ γνωρίσωμεν τὰς ἐν ταῖς στοαῖς, αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦν νὰ εὑρεθοῦν πλεῖσται ὅσαι. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἑνώσωμεν τὰς ἐκβολάδας μὲ τὰς σκωρίας· ἐγὼ δὲν βεβαιῶ τίποτε, ἐγὼ, κύριοι, τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε, οὐδέποτε εἶχον ὑψηλὴν ἰδέαν διὰ τὰς ἐκβολάδας, οὔτε εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐπίστευον ὅτι μὲ τὰς ἐκβολάδας θὰ πληρώσωμεν τὰ χρέη μας, καὶ θὰ ἀπαλλάξωμεν τὸν φορολογούμενον λαὸν ἀπὸ τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων, ἐὰν δὲ ἀναγνώσητε τὰ πρακτικὰ τοῦ 1871 θὰ ἀπαντήσητε ὅτι καὶ ἐπετιμήθην τότε ἀπό τινας λίαν αἰσιολόγους διὰ τὴν ταπεινὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν εἶχον περὶ ἐκβολάδων· ἐγὼ δὲν ἐννοῶ νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἔχουν μεγάλην ἀξίαν, ἀλλὰ θέλω νὰ σᾶς καταστήσω προσεκτικοὺς, ὥστε ἐνόσῳ δὲν γνωρίζομεν τὴν σχέσιν καὶ τὴν ἀναλογίαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ σκωριῶν καὶ ἐκβολάδων, νὰ μὴ ἑνώσωμεν αὐτὰς, καὶ χάριν μικροῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀπὸ τὰς σκωρίας, νὰ παραλείψωμεν τὸ κέρδος τὸ ἐκ τῶν ἐκβολάδων, διότι ἡ ζημία ἠμπορεῖ νὰ ἀποβῇ πολὺ μεγάλη καὶ ἔχομεν εὐθύνην. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ τρίτον αἴτιον, μᾶς εἶπον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ παραχωρήσωμεν εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου καὶ τὰς ἐκβολάδας, τὸ δὲ αἴτιον τοῦτο εἶναι ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἀναμεμιγμέναι μὲ τὰς σκωρίας, καὶ ἡ ἀνάμιξις αὕτη παρουσιάζει σοβαρὰν δυσκολίαν, σᾶς προσέθηκε μάλιστα ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ δισκολία αὕτη δὲν προέρχεται κυρίως ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ τὴν ἐδημιούργησεν ἐν μέρει ἡ διοίκησις τοῦ 1871. ἡ διοίκησις ἐκείνη, κατὰ τῆς ὁποίας ἀρέσκεται νὰ ῥίπτῃ ἀπὸ καιρὸν εἰς καιρὸν τὸ ἀνάθεμα. Πρὸς τοῦτο δὲ ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀνέγνωσε δύω ἢ τρία ἔγγραφα, δὲν ἐνθυμοῦμαι, τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἀποφαίνεται ὅτι ὁ Σερπιέρης καὶ ἡ ἑταιρία εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνουν τὰς σκωρίας ὅσαι ἦσαν ἀναμεμιγμέναι μὲ ἐκβολάδας, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν αἱ σκωρίαι νὰ χωρισθοῦν ἐντελῶς ἀπὸ τὰς ἐκβολάδας. Ἐὰν ἐπαρουσιάζετο ὁλόκληρος ἡ ἀλληλογραφία ἐκείνη ἐνώπιόν σας ἠθέλατε ἴδει ὅτι δὲν ἐπρόκειτο ἐν γένει περὶ σκωριῶν, ἀναμεμιγμένων μὲ ἐκβολάδας, ἀλλὰ μόνον περὶ τῶν σκωριῶν, ὅσαι ἐκ τῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης γενομένων ἐργασιῶν εἶχον ἔλθει εἰς φῶς καὶ τὰς ὁποίας μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐξηκολούθει νὰ λαμβάνῃ ἀνενοχλήτως ἡ ἑταιρία. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ σᾶς ἀναμνήσω ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ διοίκησις εὑρίσκετο εἰς πολλὰς καὶ μεγάλας στενοχωρίας διὰ τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου· δὲν θέλω διόλου νὰ ἐνθυμηθῆτε ὅτι ἅμα ἐψηφίσθη ὁ νόμος τοῦ 1871, ἐξηγέρθη ὁλόκληρος ἡ Εὐρώπη ἐναντίον μας καὶ οἱ πρέσβεις τοῦ Βασιλέως μᾶς ἐσύσταινον ἑκάστοτε νὰ ἀποφεύγωμεν πᾶσαν νέαν ἀφορμὴν, οὐδὲ θέλω νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅτι ὁ Σερπιέρης συγχέων τὸ ζήτημα τῶν ἐκβολάδων μὲ τὸ ζήτημα τῶν σκωριῶν καὶ τῶν δασῶν κατεγίνετο νὰ προδιαθέσῃ ὅλα τὰ πνεύματα ἐναντίον ἡμῶν, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ γράφῃ μακρὰ ὑπομνήματα, ὅπως διαχωρίσῃ τὴν ὑπόθεσιν τῶν σκωριῶν καὶ τῶν ἐκβολάδων· δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ οὐδὲν τούτων διὰ νὰ μὴ ὑποθέσητε ὅτι ἐνήργησα εὑρισκόμενος εἰς στενοχωρίαν· εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι αἱ σκωρίαι δυνάμει τοῦ Νόμου τοῦ 1867 ἀνῆκον εἰς τὴν ἑταιρίαν τοῦ Σερπιέρη, καὶ τὴν ἰδέαν ταύτην εἶχε καὶ ὁ δικαστικὸς σύμβουλος, τὸν ὁποῖον ὤφειλον νὰ ἀκούω διὰ νὰ μὴ γείνουν περισσότεραι περιπλοκαί.
§98ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἐναντίος ἦτο.
§99ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς δὲ τούτου τὸ ζήτημα αὐτὸ, κύριοι, ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1871 καὶ ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν ἔφερεν ἀντίῤῥησιν. Ἰδοὺ, κύριοι, τί ἔλεγον κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1871, ὅτε εἶχε παρεμποδισθῆ ἡ χρῆσις τῶν ἐκβολάδων· «εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι καθόσον παρετήρησα καὶ ἐγὼ εἰς μίαν θέσιν τοῦ Λαυρίου κάτωθεν τῶν ἐκβολάδων ὑπάρχουσι σκωρίαι καὶ κάτωθεν τοῦ στρώματος αὐτῶν κεῖνται πάλιν ἐκβολάδες. Αἱ σκωρίαι εἶναι παραχωρημέναι διὰ νόμου καὶ ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν ἐὰν δυνάμεθα νὰ ἀπαγορεύσωμεν εἰς τὴν ἑταιρίαν Ῥοῦ τὴν χρῆσιν αὐτῶν· οἱ νομικοὶ, τοὺς ὁποίους ἠρωτήσαμεν, μᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ κάμωμεν, διότι ἡ ἑταιρία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ὅλας τὰς σκωρίας, αἵτινες εἶναι εἰς τὸ Λαύριον. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ἀπηγορεύσαμεν, οὔτε εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ἀπαγορεύσωμεν τὴν χρῆσιν αὐτῶν, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ κάμῃ νόμον καὶ ὁ βασιλεὺς τὸν κυρώσῃ· ἄλλως, δὲν ἀναλαμβάνομεν τὴν εὐθύνην αὐτήν. Παρηγγείλαμεν ὅμως νὰ καταβληθῇ πᾶσα προσοχὴ, ὥστε εἰς τὰς σκωρίας νὰ μὴ ἐμπεριέχωνται χώματα, καὶ τοῦτο ἀρκεῖ.» Ὅθεν δὲν πρόκειται περὶ πράγματος ἀγνώστου εἰς τὸ κοινὸν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ περὶ ὑποθέσεως, διὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν ἔφερεν. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν τὰ ἔγγραφα ἀντιβαίνουν εἰς τὸν νόμον, τὰ δικαστήρια οὐδέποτε θέλουσι στηριχθῆ εἰς αὐτά. Περισσοτέραν ἀξίαν εἶχον τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκεν ὁ μακαρίτης Βάλβης, καθότον αὐτὰ εἶχον κοινοποιηθῆ εἰς τὴν ἑταιρίαν διὰ τῶν πρέσβεων, καὶ μόλα ταῦτα τὰ δικαστήρια οὐδεμίαν σημασίαν ἔδωκαν εἰς αὐτά. Μὴ αἰτιᾶσθε λοιπὸν τὴν διοίκησιν τοῦ 1871, ἀνακαλέσατε τὰ ἔγγραφα καὶ τοῦτο ἀρκεῖ, ὅπως ἐπανέλθωσι τὰ πράγματα εἰς τὴν προτέραν των θέσιν καὶ ἀρθῆ πᾶσα περιπλοκή. Ἀλλ’ ἐὰν τὰ δικαστήρια ἐπιδικάσωσι τὰς σκωρίας εἰς τὴν ἑταιρίαν, πῶς θέλει γείνει ὁ χωρισμὸς, ὅπου εἶναι ἀναμεμιγμέναι ἐκβολάδες καὶ σκωρίαι; τίνι τρόπῳ θέλει ἀρθῆ ἡ δυσκολία αὕτη; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο μετὰ προσοχῆς διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον εἶναι ἀνυπέρβλητος ἡ δυσκολία αὕτη· ἐν πρώτοις γνωρίζω, ὅτι δὲν περιέχουν ὅλοι οἱ σωροὶ τῶν ἐκβολάδων καὶ σκωρίας, ἀλλ’ εἶναι σωροὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν καθόλου σκωρίας, καὶ ὑπάρχουν ἄλλοι σωροὶ, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν εὑρίσκεται παρὰ ἐλαχίστη ποσότης σκωριῶν, ἑπομένως χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν ἀκριβῶς τὸ πρᾶγμα καὶ ἴδωμεν κατὰ πόσον εἶναι ἀναμιγμέναι σκωρίαι μὲ ἐκβολάδας, δὲν εἶναι, νομίζω, φρόνιμον νὰ θυσιάσωμεν τὰς ἐκβολάδας χάριν τῶν σκωριῶν. Ἔπειτα μήπως ὅπου αἱ σκωρίαι εἶναι ἀναμεμιγμέναι μὲ τὰς ἐκβολάδας εἶναι ἀδύνατον νὰ χωρισθῶσιν; Ἐγὼ δὲν τὸ φρονῶ οὔτε ἀδύνατον, οὔτε δύσκολον· ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι ἀδύνατον, ποῖον δικαστήριον θέλει μᾶς ὑποχρεώσει νὰ θυσιάσωμεν τὰς ἐκβολάδας ἕνεκα τῶν σκωριῶν; Τὸ δικαστήριον θέλει εὕρει τὸν τρόπον τῆς διαχωρίσεως, ἢ ἐπὶ τέλους θέλει ὑποχρεώσει ἡμᾶς νὰ δώσωμεν ἀποζημίωσιν διὰ τὰς σκωρίας. Δὲν βλέπω κατὰ τί ἡ δυσκολία αὕτη πρέπει νὰ θεωρηθῇ τοιοῦτον μεγάλη, ὥστε νὰ μᾶς ἀναγκάσῃ νὰ θυσιάσωμεν τὰς ἐκβολάδας· δὲν τὸ θεωρῶ τοῦτο σπουδαῖον.
§100ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς εἴπω μίαν λέξιν;
§101ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§102ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Καὶ ἂν θελήσητε νὰ κάμητε αὐτὸν τὸν χωρισμὸν, θὰ δαπανηθοῦν περισσότερα χρήματα ἀσκόπως διὰ τὴν διαχείρισιν, παρ’ ὅσα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐκκαμίνευσιν.
§103ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραχωρήσωμεν τὰς ἐκβολάδας εἰς τὴν ἑταιρίαν, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ τὰς διαχωρίσωμεν ἀπὸ τὰς σκωρίας, διότι συμφέρει αἱ ἐκβολάδες νὰ ἐκκαμινεύωνται μὲ τὰς σκωρίας, καὶ διότι τέλος πάντων εἶναι ἐπίδικοι καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ χάσωμεν τὴν δίκην. Ἀλλὰ ἐρωτῶ ἡμᾶς, ὅλαι αὗται αἱ δυσκολίαι ἐγεννήθησαν σήμερον ἢ ὑπῆρχον καὶ πέρυσι καὶ κατὰ τὸ 1871; Ἐὰν αἱ δυσκολίαι αὗται παρουσιάζοντο σήμερον, τότε ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ νὰ ἦμαι σύμφωνος· ἀλλ’ ἀφ’ οὗ ὑπῆρχον ἀπὸ τὸ 1871, διατί, κύριοι, νὰ μὴ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τότε τὰς δυσκολίας αὐτάς;
§104ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὁ καιρὸς καθαρίζει καλλίτερον τὰ πράγματα.
§105ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί νὰ μὴ δώσωμεν τὰ 20 ἑκατομμύρια εἰς τὸν Σερπιέρην καὶ νὰ γείνωμεν κάτοχοι τῶν ἐργαστασίων καὶ σκωριῶν ὥστε νὰ ἔχωμεν τὴν εὐκολίαν νὰ διαθέσωμεν τὰς ἐκβολάδας καὶ τὰς σκωρίας, χωρὶς νὰ τρέχωμεν τὸν κίνδυνον, νὰ ζημιωθῶμεν ὅπως σᾶς ἀνέφερα; Νομίζω, ὅτι ἦτο συμφερώτερον νὰ ἐδίδομεν ἡμεῖς τὴν ποσότητα, τὴν ὁποίαν οἱ κεφαλαιοῦχοι ἔδωκαν εἰς τὸν Σερπιέρην, παρὰ νὰ ἀφήσωμεν νὰ περιέλθωσιν αἱ σκωρίαι καὶ τὰ καταστήματα εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεταλλουργείων, καὶ τώρα νὰ ἐνθυμώμεθα τὰς δυσκολίας καὶ χάριν αὐτῶν νὰ παραχωρῶμεν καὶ τὰς ἐκβολάδας μὲ ζημίαν ἴσως πολλῶν ἑκατομμυρίων.
§106ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπὸ τὸ δέκα ἕως τὸ 50% δὲν εἶναι πολὺ; ὁ καιρὸς, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐσυζητούσαμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα, αὐτὸ περιεῖχε.
§107ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐχάλασεν ὁ κόσμος τότε.
§108ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θέλετε νὰ τὸ ἐξετάσωμεν;
§109ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§110ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἐξετάζομεν.
§111ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους μᾶς προτείνουν τὴν παραχώρησιν τῶν ἐκβολάδων μετὰ τῶν σκωριῶν, δὲν εἶναι οὐσιώδεις· οὐδένα τρέχομεν κίνδυνον ἐὰν χωρίσωμεν τὴν ἐκκαμίνευσιν τῶν ἐκβολάδων, διότι ὁ νόμος εἶναι ὁριστικὸς καὶ οὐδεμία ἀμφισβήτησις κατ’ αὐτοῦ δύναται νὰ ἐγερθῇ, αἱ δὲ σκωρίαι οὔτε ἀδύνατον εἶναι νὰ χωρισθῶσιν, οὔτε εἶναι ἀρκεταί, ὥστε συγκαμινευόμεναι νὰ μᾶς ἀποζημιώσωσι διὰ τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν θέλομεν ὑποστῆ παραχωροῦντες τὰς ἐκβολάδας μὲ μικρότερον ποσοστόν. Μεγάλην θὰ ἀναλάβωμεν εὐθύνην, ἐὰν ἀποφασίσωμεν νὰ κάμωμεν ἄνευ τακτικοῦ διαγωνισμοῦ παραχώρησιν, ἥτις εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀποβῇ ἐπιζήμιος εἰς τὸ δημόσιον, καὶ χωρὶς νὰ περιμείνωμεν τουλάχιστον τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐργασιῶν τῆς κατὰ τὸν τελευταῖον Μάϊον διορισθείσης ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἀπέστειλε τὸ ὑπουργεῖον εἰς τὸ Λαύριον διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὰς σκωρίας καὶ τὰς ἐκβολάδας. Πρὶν μάθωμεν, ἔστω καὶ κατὰ προσέγγισιν, ὁποία ἡ ποσότης τῶν σκωριῶν καὶ τῶν ἐκβολάδων καὶ ὁποῖαι αἱ δυσκολίαι τοῦ χωρισμοῦ, δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν, διότι ἐὰν θελήσωμεν νὰ στηριχθῶμεν εἰς αὐθαιρέτους ὑπολογισμούς, ἠμποροῦμεν νὰ κατασταθῶμεν πρόξενοι μεγάλης ζημίας. Ταῦτα, κύριοι, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἀρχὴν καὶ τὴν βάσιν τῆς συμβάσεως, ὡς πρὸς δὲ τὰς καινοτομίας, τὰς ὁποίας καυχᾶται ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὅτι ἔφερεν εἰς τὸν νόμον τοῦ 1871, τουτέστι τὸν μὴ προσδιορισμὸν τῶν ἐξόδων καὶ τὴν παραχώρησιν ὅλων τῶν ἐκβολάδων εἰς μίαν ἑταιρίαν καὶ ἄλλα τινά, ἐπιφυλάσσομαι νὰ τὰ ἐξετάσω, ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα τῆς συμβάσεως, καθόσον καὶ ὑμεῖς ἐκουράσθητε καὶ ἐγώ.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καράπαυλος ἔχει τὸν λόγον.
§113ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δέκα καὶ ἐπέκεινα, κύριοι, ἔτη ἀπασχολεῖ τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον ἡ συζήτησις τοῦ ζητήματος περὶ ἐκβολάδων· ἴσως ἄλλο ζήτημα δὲν ὑψώθη εἰς τόσον μεγάλην σπουδαιότητα ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου μέχρι σήμερον ὅσον τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον καὶ τὸ Κοινοβούλιον καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ τὸ κοινὸν ἐπὶ τόσα ἔτη ἀπησχόλησε. Τρὶς ἤδη ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ἦλθε τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ τόμοι τῷ ὄντι ὁλόκληροι πρέπει νὰ ἀναγνωσθῶσι διὰ νὰ λάβῃ τις ἰδέαν τῶν διαφόρων γνωμῶν καὶ φάσεων τὰς ὁποίας ἔλαβε τὸ ζήτημα τοῦτο ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, ἡ δὲ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀπὸ διετίας εὑρίσκεται, κύριοι, εἰς ἀδιάκοπον πάλην, εἰς ἀδιακόπους ἀγῶνας, ποτὲ μὲν παλαίουσα ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων κατὰ τῶν ἑταιριῶν, ποτὲ δὲ παλαίουσα ἐναντίον τῶν ξένων ἐπεμβάσεων, καὶ τέλος μεταβιβάζεται ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου διὰ τῆς τελευταίας πράξεως αὐτῆς, ἥτις εἶναι ἡ σύμβασις, ἥτις εὔχομαι νὰ κλείσῃ τὸ στάδιον πλέον καὶ νὰ μὴν ἀπασχολῶμεν καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ κοινόν· τὸ εὔχομαι ἀπὸ καρδίας, διότι ἡ βραδύτης τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου ἔχει κινδύνους, παρουσιάζει καὶ συμφέροντα καὶ ζημίας. Ἀγαπῶ δὲ τὴν πολιτικὴν οἰκονομίαν καὶ τὰς ἀρχάς της, καὶ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει δύναμαι νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τί ἐκέρδισε μέχρι τοῦδε τὸ δημόσιον, τί εἰσεπράχθη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον; Ἐὰν ἀναλογίσετε, κύριοι, τὰς δαπάνας διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, θὰ τὰς εὕρητε λίαν ὑπερόγκους· δαπάνας διὰ τὰς ἐπιτροπάς, δαπάνας εἰς τὰ δικαστήρια, δαπάνας εἰς ἀποβολὰς, δαπάνας εἰς ἀναλύσεις· πλησιάζουν, κύριοι τὸ ἑκατομμύριον αἱ δαπάναι μας. Τί δὲ πραγματικῶς εἰσεπράχθη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον; ἀμφιβάλλω ἐὰν ἐξισοῦνται αἱ δαπάναι μὲ τὰς εἰσπράξεις. Εὔχομαι ἀπὸ καρδίας εἰς τὸ μέλλον, αἱ εἰσπράξεις νὰ ᾖναι μεγάλαι καὶ τὰ κέρδη ἄφθονα· ἀλλὰ τέλος πάντων πρέπει μία οἱαδήποτε λύσις. Δὲν θὰ ἀνατρέξω εἰς τὴν ἱστορίαν τὴν δεκαετῆ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι πράγματι ἀποστρέφομαι τὰς ἐγκλήσεις καὶ ἀντεγκλήσεις, τὰς ἀποστρέφομαι διότι πιστεύω καὶ φρονῶ, ὅτι μέγας πολιτικὸς ἐχθρὸς εἶναι τὸ μεγαλύτερον πολιτικὸν κεφάλαιον. Ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπῆρξαν λόγοι καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ τοῦτο, ἀλλ’ αὐτοὶ ἦσαν λόγοι, (θόρυβος) ἄνευ κακῆς προθέσεως· οὐδεὶς θὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὸν ἀγῶνα αὐτὸν ἀβλαβής· τὸν ἀγῶνα δὲν τὸν φοβοῦμαι, διότι δὲν ἔχω παρελθὸν, οἱ νέοι ἄνθρωποι χάνουν ἐὰν ἐλαττῶνται (θόρυβος) ἐὰν μὴ ἔχωσιν ἱστορίαν τοῦ παρελθόντος, αὐτὸ ὅμως τὸ ὁποῖον λέγω εἶναι ἀφ’ ἑτέρου προτιμότερον, διότι (θόρυβος) δὲν ἔχουν τὰς πληγὰς τοῦ παρελθόντος. Δὲν ἐπηρεάζουν ὅμως εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς πορείας καὶ τῆς διαγωγῆς τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς πατρίδος μας τὰ λάθη καὶ αἱ πλάναι, διότι εἶναι ἴδιον καὶ ἴδιον πρὸ πάντων τῶν πολιτευομένων νὰ λανθάνωνται καὶ νὰ πλανῶνται. Ὄχι μικρὸς ἀνὴρ ὁ μέγας πολιτικὸς φιλόσοφος τῆς Γαλλίας, ὅταν ἐσχάτως ἔγραφε τὰ ἀπομνημονεύματα τῆς πατρίδος του καὶ τῆς πορείας του, ἐξέφερεν τὴν μεγάλην αὐτὴν ἀλήθειαν· ὅταν ἤμην, λέγει ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἔβλεπον τὰ πάντα λεῖα, ἔβλεπον ὅτι ὀρθότατα ἐσκεπτόμην, ὅταν ἐξερχόμην τῆς ἐξουσίας, ἐμελέτων τὰς πράξεις μου καὶ εὕρισκον ὅτι ἔκαμον λάθη, ὅτι ὑπέπεσα εἰς πλάνας. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη, λέγει, καὶ ἀνάγκη μεγάλη οἱ πολιτευόμενοι ἐκ περιτροπῆς καὶ ἐκ διαλειμμάτων νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν ἐξουσίαν. Αἱ διακοπαὶ ἐκεῖναί εἰσιν ἀναγκαῖαι, ὅπως εἰσὶν ἀναγκαῖαι αἱ διακοπαὶ τῶν σπουδαζόντων μαθητῶν. Αἱ διακοπαὶ εἰς τοὺς μαθητὰς δὲν εἶναι ἀπώλεια χρόνου, καὶ δὲν πρέπει νὰ ᾖναι ἀπώλεια χρόνου. Κατὰ τὰς διακοπὰς μελετοῦν τὸ παρελθὸν καὶ προετοιμάζονται εἰς τὸ μέλλον. Τοιαῦτα εἰσὶ καὶ τὰ διαλείμματα καὶ πρέπει νὰ ᾖναι τῶν πολιτευομένων· μελετῶντες τὸ παρελθὸν, ἀνευρίσκουν τὰ λάθη των καὶ προετοιμάζονται διὰ τὸ μέλλον. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἐὰν ἐξετασθῇ ὁλόκληρος ἡ δεκαετὴς ἱστορία, δὲν πιστεύω νὰ ὑπῆρξε κἀνεὶς ἀλάνθαστος. Μετὰ τοῦτο ἔρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς συμβάσεως. Ὀφείλω ὅμως μικράν τινα παρατήρησιν νὰ κάμω. Ἐλέχθη, κύριοι, καὶ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἀκροβολισμοί τινες ἐῤῥίφθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος ὅτι ὑπάρχουν μέλη ἔχοντα μικρὸν ἢ μέγα συμφέρον ἐκ τῆς συμβάσεως τῶν ἐκβολάδων. Κατ’ ἐμὲ, κύριοι, οἱ πολιτευόμενοι ὀφείλουσιν, ὅπως εἶπεν ἀρχαῖός τις, νὰ κατοικῶσι καὶ νὰ διαμένωσιν ἐντὸς.... (θόρυβος), τὰ πάντα πρέπει νὰ ᾖναι γνωστά. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἵτινες φρονοῦσιν ὅτι τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου δύνανται νὰ ἐπηρεασθῶσιν ἀπὸ τὸ μικρὸν ἢ τὸ μέγα συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχουν ἐπὶ τῆς συμβάσεως, καὶ δὲν ἀφίνουν τὴν συνείδησιν αὐτῶν κριτὴν ἀλάνθαστον, ἀπατῶνται περὶ τοῦ χαρακτῆρος τῶν συναδέλφων των, καὶ ὄχι μόνον ἀπατῶνται ἀλλὰ καὶ πολὺ κακῶς ὑπηρετοῦσι τὴν ὑπόθεσιν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Δὲν διστάζω ἐγὼ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἶμαι μέτοχος, πόσων νομίζετε; 30 μετοχῶν τῶν ἐκβολάδων. Μοὶ λέγουν νὰ μὴ κάμω λόγον, ἀλλ’ εἶμαι νέος πολιτευόμενος καὶ ὁμολογῶ, μοὶ ἔκαμε φρικώδη ἐντύπωσιν ἡ ἰδέα ὅταν θέτουν εἰς ἀμφισβήτησιν τὴν συνείδησιν τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλὰ, κύριοι, συγχωρήσατέ μοι νὰ σταματήσω μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου. Τὰς πεποιθήσεις, ἃς ἔχω, τὰς εἶχον καὶ πρὶν, τὰς ἔχω καὶ τώρα καὶ θὰ τὰς ἀκολουθήσω πάντοτε· καὶ ἂν πιστεύῃ τις ὅτι τὸ συμφέρον, ὅπερ ἔχω εἰς τὴν σύμβασιν τῶν ἐκβολάδων ἢ εἰς οἱανδήποτε ἄλλην σύμβασιν, εἶναι τόσον μέγα ὥστε νὰ ἐπηρεάζῃ τὴν συνείδησιν ἐμοῦ ἢ οἱουδήποτε συναδέλφου, ἡ συνείδησίς του ὁ μεγαλείτερος κριτὴς θὰ τῷ ἀπαγορεύσῃ νὰ λάβῃ μέρος. Δὲν διστάζω λοιπὸν νὰ εἴπω καθαρῶς τὴν ἀλήθειαν· ἐπαναλαμβάνω ὅτι οὔτε τὴν κρίσιν μου, οὔτε τὴν συνείδησίν μου δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ ἡ ἰδέα αὕτη, καὶ, κύριοι, θέλω καταφρονήσει πάντα ἐὰν τυχὸν δύναται νὰ ἔχῃ ἐναντίαν ἰδέαν. Ἓν μόνον γνωρίζω καὶ τὸ λέγω μετὰ θάῤῥους, εἰς ἐμὲ οὔτε παρακλήσεις, οὔτε ἐπικλήσεις, οὔτε λέξιν εἶπέ τις ὑπὲρ τῆς συμβάσεως τοῦ Λαυρίου, μολονότι ἐκ προοιμίων εἶχον καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ σύμβασις κατὰ σπουδαῖα μέρη εἶναι προσβλητέα. Ἐρχόμενος δὲ εἰς τὴν ἐξέτασιν καθαρῶς τῆς συμβάσεως, δὲν διστάζω εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς νὰ ταχθῶ μετὰ τῆς γνώμης τῶν ἀξιοτίμων καὶ σεβαστῶν μοι συναδέλφων τοῦ βουλευτοῦ Καλαβρύτων καὶ τοῦ βουλευτοῦ Γόρτυνος. Δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς ἀρχῆς τῆς συμβάσεως, ἀλλ’ ὅρον ἀνυπέρβλητον τῆς παραδοχῆς της θέτω τοὺς ὅρους, τοὺς ταχθέντας παρὰ τῶν ἐντίμων ἐκείνων συναδέλφων. Δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς ἀρχῆς τῆς συμβάσεως, διότι ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι τὸ ὑπουργεῖον, καίτοι ὑφισταμένου νόμου ἀπαγορευτικοῦ, αὐθαιρέτως προέβη εἰς τὴν σύμβασιν ἐνῷ δὲν ὤφειλε νὰ προβῇ, μὴ πλανώμεθα, θέτομεν πάλιν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τὸ πολιτικὸ ζήτημα. Ἄλλως τε βεβαίως τὸ δεδικασμένον ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου δὲν εἶναι νόμος, ἀλλ’ ἀείποτε εἶναι σεβαστόν. Ὅταν προχθὲς διὰ μακρῶν ἐσυζητεῖτο τὸ ζήτημα, ὅταν ἐπὶ πολὺ ἀνεπτύχθη καὶ κατηγορήθη τὸ ὑπουργεῖον ὅτι ἐναντίον τῶν κειμένων νόμων ἐνήργησε δεχθὲν τὴν σύμβασιν, 82 ψῆφοι τῆς πλειονοψηφίας μᾶς εἶπον ὅτι ἔχομεν ἄδικον· εἴτε καλῶς, εἴτε κακῶς εἶπον, ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου ὀφείλω καὶ θὰ ὀφείλω ἀείποτε σεβασμὸν πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν. Λοιπὸν θὰ ἐπαναφέρωμεν καὶ αὖθις τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ πεδίου, ἐὰν ἐξετάσωμεν πάλιν τὸ ζήτημα ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν ὅτι ἡ σύμβασις συνταχθεῖσα, ἐνῷ ὑφίστατο νόμος ἐναντία διατάσσων, συνετάχθη κακῶς. Ἄλλως τε, κύριοι, ἀνεξαρτήτως τῶν λόγων τῶν λεχθέντων παρὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ὁμολογῶ, ὅτι μὲ ἐπηρεάζει ἡ σκέψις τοῦ ἐπιδίκου, μὲ ἐπηρεάζει ἡ ἔκφρασις τῆς πάλης ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, μὲ ἐπηρεάζει δὲ συνάμα καὶ τὸ δύσκολον τοῦ διαχωρισμοῦ τῶν ἐκβολάδων ἀπὸ τὰς σκωρίας. Διὰ τοῦτο κατ’ ἀρχὴν μὲν δὲν προσβάλλω τὴν σύμβασιν, ἐπιθυμῶ καὶ θέλω ἡ ἑταιρία τῶν Μεταλλουργείων νὰ λάβῃ τὰς ἐκβολάδας, ἀλλὰ νὰ τὰς λάβῃ ἐν δικαίῳ τρόπῳ καὶ δικαίῳ μέτρῳ μὲ τρόπον ἀσφαλίζοντα ἐντελῶς τὸ δημόσιον, μὲ τρόπον μὴ δίδοντα εἰς τὸ μέλλον ἀφορμὰς καὶ παρεξηγήσεων καὶ δυσχερειῶν, μὴ ἀφίνοντα ἀνοικτὴν τὴν δίοδον καὶ τὴν θύραν τῆς ζημίας τοῦ δημοσίου. Ἀποτείνομαι δὲ καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν ἰδίαν ἑταιρίαν καὶ ἐλπίζω ὅτι θέλω ἀποδείξει, ὅτι καὶ τὸ συμφέρον αὐτῆς τῆς ἰδίας ἑταιρίας, ἐὰν εἰλικρινῶς σκέπτεται, προκαλεῖ ἀπόφασιν καὶ προσδιορισμὸν ῥητὸν τῶν ἐξόδων. Ἡ πρότασις καὶ ἡ τροπολογία τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἣν ὑποστηρίζω σήμερον, μοὶ φαίνεται εἰς ἓν καὶ μόνον ἀνάγεται· δὲν δίδομεν τὰς ἐκβολάδας τὰς πέραν τῶν μεταλλείων Σερπιέρη ἄνευ συναγωνισμοῦ γενησομένου, δὲν δίδομεν τὰς ἄλλας ἐκβολάδας τοῦ μεταλλείου Σερπιέρη, ἐὰν προηγουμένως δὲν αὐξηθῇ τὸ ποσοστὸν καὶ δὲν ὁρισθῶσιν ἀκριβῶς τὰ ἔξοδα. Τὸ πρῶτον τοῦτο τῆς αὐξήσεως τοῦ ποσοστοῦ καὶ τοῦ ἀκριβοῦς προσδιορισμοῦ τῶν ἐξόδων νομίζω, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψουν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι νὰ παρατηρήσω, συνίσταται εἰς ἓν καὶ μόνον, καθ’ ὅσον αὐξάνοντες τὸ ποσοστὸν ὅταν αὐξάνωνται τὰ ἔξοδα δὲν κερδίζομεν τίποτε· ἀναλόγως τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν ἐξόδων πρέπει νὰ προσδιορισθῇ καὶ τὸ ποσοστόν.
§114Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὕτως ἐτέθη.
§115ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τότε δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν. Λοιπὸν τὸ ζήτημα ἔγκειται εἰς τοῦτο, εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἐξόδων εἰς τρόπον τοιοῦτον ὥστε καὶ κέρδος νὰ μένῃ ἀσφαλὲς εἰς τὸ δημόσιον καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν περιπλοκὰς ἐν τῷ μέλλοντι. Τὴν ἀρχὴν δὲ αὐτὴν ὑποστηρίζω καὶ ἐπιμένω καὶ θέτω ὡς ὅρον, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν δέχομαι τὴν σύμβασιν. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶπε μετὰ λόγου, ὅτι ἡ ἐκκαμίνευσις τῶν σκωριῶν καὶ τῶν ἐκβολάδων διὰ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου ἤθελε φέρει κινδύνους καὶ ζημίας· καὶ τῳόντι φρονῶ, ὅτι τὸ δημόσιον ἐλαχίστην θὰ εἶχε πρόσοδον ἴσως καὶ οὐδεμίαν, ἐὰν αὐτὸ ἀνελάμβανε τὴν ἐκκαμίνευσιν τῶν ἐκβολάδων.
§116ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο· εἶπον ὅτι καὶ ἡ διὰ τοῦ δημοσίου ἐκκαμίνευσις ὑπάγεται εἰς τοὺς αὐτοὺς κινδύνους, εἰς τοὺς ὁποίους καὶ τ’ ἄλλα συστήματα, διότι δι’ ἀνθρώπων θὰ γείνῃ.
§117ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Αὐτὸ λέγω, ἐγὼ μάλιστα πλειοδοτῶ εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ κ. προέδρου· φοβοῦμαι μόνον ὅτι ἡ ἐκκαμίνευσις διὰ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου δὲν ἤθελε μᾶς ἀφήσει οὐδὲν κέρδος· καὶ διατί νὰ μὴ τὸ φοβοῦμαι, ὅταν ὑπῆρξαν ἐκθέσεις, αἵτινες ἐβεβαίωσαν εἰς παρελθόντας χρόνους ὅτι τὰ ἔξοδα ἀποῤῥοφῶσι πᾶν κέρδος; Καὶ διατί νὰ μὴ τὸ φοβοῦμαι, ὅταν βλέπω τὸ δημόσιον εἰς ὅλας τὰς βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις, τὰς ὁποίας ἕνεκα τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους ἀναγκάζεται νὰ κάμῃ, ὅτι εὑρίσκεται πάντοτε μὲ ζημίαν; Τὸ δημόσιον λοιπὸν εἶναι κατ’ ἀρχὴν οἰκονομικὴν καὶ πολὺ περισσότερον παρ’ ἡμῖν κακὸς βιομήχανος. Ἀλλ’ ἐὰν ᾖναι κακὸς βιομήχανος δὲν πρέπει καὶ νὰ συνεταιρισθῇ μὲ βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε τὰ ἔξοδα ἢ τὸ ἀντίτιμον τῆς μερίδος του νὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν ἐξόδων τῆς ἑταιρίας. Ὅταν τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων τὸ ἀφίνετε ἀπροσδιόριστον, ἔχετε αὐτὸ τὸ κακὸν, γίνεται καθαρῶς συνεταιρισμὸς μὲ τὴν διαφοράν, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ δημόσιον δὲν ἐνέχεται εἰς ζημίας. Ἀλλὰ μήπως, κύριοι, οἱ ἑτερόῤῥυθμοι συνεταιρισμοὶ δὲν ἐνέχονται εἰς ζημίας, καὶ ὅμως εἶναι συνεταιρισμοί; Ἐὰν τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων αὐξηθῇ εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ μᾶς ἀφίνῃ κέρδος, δὲν θὰ ἔχωμεν κέρδος· λοιπὸν συνεταιριζόμεθα καθαρῶς μετὰ τῆς ἑταιρίας. Ἐπιθυμῶ δὲ ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ ἀρχὴ, ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου εἶναι ἀνεξάρτητα τῶν συμφερόντων τῆς ἑταιρίας. Μοὶ εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Βαλέττας, τοῦ ὁποίου ἐκτιμῶ τὰς ἰδέας, ὅτι ἆρά γε δὲν εἶναι εἰς πλάνην ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Τριφυλίας ἄλλα φρονῶν ἐπὶ τῆς ἐγγείου φορολογίας καὶ ἄλλα ἐδῶ; Κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Τριφυλίας δὲν φορολογοῦμεν τοιουτοτρόπως καὶ τὰ ἔξοδα. Πλανᾶται, ἐὰν φρονῇ οὕτω, δὲν πρόκειται περὶ φόρου.
§118ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Δὲν εἶπον αὐτὸ, μὲ συγχωρεῖτε, νὰ σᾶς διακόψω· εἶπον τὸ ἑξῆς μόνον, ὅτι ἐὰν τὰ ἔξοδα περιορισθῶσιν ὡρισμένως εἰς μικρὸν ποσὸν, θὰ συμβῇ τοῦτο· ἐπειδὴ ὑπάρχουν ἐκβολάδες πτωχαὶ, τῶν ὁποίων ἡ ἐκκαμίνευσις ἑπομένως ἀπαιτεῖ ἔξοδα περισσότερα, λόγου χάριν 900 φράγκα, ὁ δ’ ἐξ αὐτῶν παραχθησόμενος μόλυβδος ἔχει ἀξίαν χιλίων, θὰ χάσωμεν τὰς ἐκβολάδας ταύτας καὶ τὸ δημόσιον θὰ ζημιωθῇ τὸ ἀναλογοῦν εἰς αὐτὸ 50%, διὰ τὸν λόγον ὅτι αἱ ἐκβολάδες αὗται δὲν θὰ ἐκκαμινευθῶσιν ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν ἕνεκα τοῦ μεγάλου ποσοῦ τῶν ἐξόδων· ἑπομένως θὰ ἐμποδίσωμεν τὴν παραγωγὴν· καὶ οἱ ἀπαιτοῦντες τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἐξόδων περιπίπτουσιν εἰς τὸ σφάλμα ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον περιπίπτουσιν οἱ ὑποστηρίζοντες τὸν ἔγγειον φόρον, ὁ ὁποῖος δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν διόλου τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς, ἀλλὰ μόνον τὸ παραγόμενον τούτων.
§119ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἡ ἰδέα αὕτη εἶναι πεπλανημένη, διότι σήμερον δὲν πρόκειται περὶ φόρου προϊόντων.
§120ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πρόκειται περὶ μισθώματος.
§121ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι μίσθωμα· ἐδῶ πωλεῖ τὸ δημόσιον αὐτὴν τὴν περιουσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει· ὅταν δὲ τὸ δημόσιον εἶναι πωλητὴς, ἀπέναντι τοῦ ἀγοραστοῦ δὲν ἐφαρμόζεται ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν λέγει ὁ κύριος Βαλέττας. Ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν πρόκειται νὰ πωλήσῃ ἓν κτῆμα καὶ τοῦ λέγουν, ὅτι ὁ ἀγοραστὴς θὰ ζημιωθῇ, ἐὰν τοῦτο ἔχῃ μεγάλην τιμὴν, θ’ ἀρνηθῇ ὁ κ. Χρηστίδης τὴν κατακύρωσιν; Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν διὰ τοῦ προτεινομένου συστήματος συνεταιρίζεται οὕτως εἰπεῖν τὴν βιομηχανίαν, συνεταιρίζεται χωρὶς τῳόντι νὰ ἐνέχεται πλέον τοῦ ποσοῦ ἐκείνου εἰς τὰς ζημίας, ἀλλὰ πάντοτε εἶναι συνεταιρισμὸς, ἐνῷ διὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν ἐξόδων διαχωρίζονται ἐντελῶς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἀπὸ τὰ συμφέροντα τῆς ἑταιρίας, καὶ τοῦτο πιστεύω, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ γείνῃ. Ἀλλ’ εἶπα, ἀποτείνομαι εἰς αὐτὴν τὴν ἰδίαν ἑταιρίαν καὶ ἀπορῶ πῶς ἐπιμένει μὴ ζητοῦσα ἐκ προοιμίων τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἐξόδων πρὸς τὸ συμφέρον της. Αἱ βιομηχανικαὶ ἐπιχειρήσεις διὰ νὰ ἐπιτύχουν ἀπαιτοῦν ἀπεριόριστον τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐνεργείας. Σήμερον ἡ ἑταιρία, καὶ θὰ μὲ ἐνθυμηθῇ, θέτει εἰς τὴν κεφαλὴν της μίαν δύναμιν, ἥτις κατὰ στιγμὴν δύναται τὰς ἐπιχειρήσεις της νὰ σταματᾷ, κατὰ στιγμὴν δύναται νὰ τὰς διακωλύῃ, νὰ τῆς παραλύῃ τὰς κερδοσκοπικωτέρας ἐργασίας. Ἔρχομαι εἰς τὸ πρᾶγμα. Πρόκειται περὶ ἐξόδων καὶ θὰ ἔχωμεν δύω ψήφους ἐντὸς τοῦ συμβουλίου, θὰ ἔχωμεν βασιλικὸν ἐπίτροπον· ἡ ἑταιρία θέλει ν’ ἀγοράσῃ γαιάνθρακας καὶ ἀγοράζει, καλῶς ποιοῦσα, γαιάνθρακας πρωτίστης ποιότητος, διότι πιστεύει, ὅτι οἱ γαιάνθρακες ἐκεῖνοι καλλίτερον θὰ ἐργασθοῦν. Ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἔχει συμφέρον αἱ δαπάναι νὰ ᾖναι μικραὶ, τί θὰ εἴπῃ διὰ τῶν ἀντιπροσώπων της; Ὄχι, ἡ ἀγορὰ αὕτη εἶναι ἀκριβὴ, δὲν τὴν θέλω, αὐξάνει τὰ ἔξοδα.
§122ΡΟΥΚΗΣ. Κύριε Καράπαυλε, ἡμεῖς θέλομεν νὰ μάθωμεν ἐὰν τὸ δημόσιον βλάπτεται· ἡ ἑταιρία συμβουλῶν ἀνάγκην δὲν ἔχει· ὑμεῖς νὰ φωτίσετε νὰ μὴν ἀδικήσωμεν τὸ ἔθνος.
§123ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Λοιπὸν ἀδιακόπως θὰ ᾖναι ἡ πάλη μονομερῶς τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὴν ἑταιρίαν ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν. Μισθοὶ, κύριοι, πρόκειται νὰ πληρωθοῦν· ἡ ἑταιρία νομίζει, ὅτι ἡ προσθήκη ἑνὸς μηχανικοῦ μὲ τὸν μέγιστον τῶν μισθῶν εἶναι χρήσιμος διὰ τὴν ἑταιρίαν· ἡ Κυβέρνησις ἔχουσα συμφέρον νὰ ἐλαττοῦνται αἱ δαπάναι, φρονεῖ τοὐναντίον. Ἀδιακόπως λοιπὸν σύγχυσις ἐντὸς τῆς ἐνεργείας τῆς ἑταιρίας. Ὄχι μόνον λοιπὸν τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου δὲν ἀσφαλίζεται, ἀλλὰ δὲν βλέπω καὶ τόσον πολὺ νὰ ὠφελῇ τὴν ἑταιρίαν. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τρίτον λόγον, κύριοι, (θόρυβος) θὰ δώσῃ ἀφορμὴν καὶ θὰ πιστεύσω μυρίας συκοφαντίας, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε τοῦτο, πρόκειται εἶπον περὶ ἀνωνύμου ἑταιρίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ συμβούλιον τῆς ἑταιρίας νὰ κερδοσκοπήσῃ ἐπὶ τῶν μετόχων ... (θόρυβος), ἐγγύησιν τοὺς μετόχους αὐτοὺς, τὸν ἰσολογισμὸν τῆς ἑταιρίας. Αἱ ἐγγυήσεις αὗται τοὐλάχιστον εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι μηδὲν, καὶ παράδειγμα ἔχομεν τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν. Ἀνώνυμος εἶναι καὶ ἐκείνη ἡ ἑταιρία καὶ δίδει ζημίας, καὶ ὅμως ὑπάρχουν ἄνθρωποι μετὰ πεποιθήσεως πιστεύοντες καὶ ὑποστηρίζοντες, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθεῖς αἱ ζημίαι τῆς ἑταιρίας, ὅτι ἡ ἑταιρία ἔχει κέρδος καὶ ἰδοὺ πῶς. Ἀγοράζει, λέγει, γαιάνθρακας τὸ συμβούλιον τῆς ἑταιρίας, εἰς εὐθηνὰς τιμὰς καὶ τοὺς ἐγγράφει εἰς ἀκριβὰς τιμάς· ἀγοράζει σχοινία εἰς εὐθηνὰς τιμὰς καὶ τὰ ἐγγράφει εἰς ἀκριβὰς τιμάς. Τώρα οἱ ἴδιοι κίνδυνοι δὲν ὑπάρχουν καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Δὲν θέλω νὰ ἐλαττώσω διόλου τὴν τιμὴν, ἥτις ὀφείλεται εἰς τὰ μέλη τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων, ἔχω πλήρη τὴν πεποίθησιν εἰς αὐτὰ, ὅπως ἔχω πλήρη τὴν πεποίθησιν εἰς τὸ συμβούλιον τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας. Καὶ τὸ συμβούλιον ἐκεῖνο σύγκειται ἐπίσης ἀπὸ ἀξιοτίμους ἀνθρώπους, καὶ ὁ Βαφιαδάκης καὶ ὁ Μελᾶς, καὶ ὁ Κεχαγιᾶς καὶ οἱ ἄλλοι εἶναι λίαν ἀξιότιμοι. Ἐν τούτοις, κύριοι, δὲν ἐλέχθησαν καὶ δὲν λέγονται καὶ δὲν ἐπαναλαμβάνονται πάντοτε αὐτά; Δὲν εἶναι καὶ εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν ἡ ἐξέλεγξις τῶν μετόχων; Δὲν εἶναι ὁ ἰσολογισμός; Δὲν εἶναι καὶ ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος; Τάχα οἱ δύω ἄνθρωποι, τοὺς ὁποίους θὰ ἔχωμεν ἐντὸς τοῦ συμβουλίου, αὐτοὶ καὶ μόνοι θ’ ἀρκέσουν ὅλα αὐτὰ νὰ τ’ ἀποκρούσωσιν ἀπὸ τὰ Μεταλλουργεῖα τοῦ Λαυρίου; Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ὁ προσδιορισμὸς τῶν ἐξόδων εἶναι ἀπαραίτητος καὶ εὐτυχῶς, κύριοι, ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὰς προτάσεις, ἃς ἔκαμε διὰ τὰς ἄλλας ἑταιρίας, ἔθεσεν ὡς ὅρον τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἐξόδων. Ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἔγγραφον πρὸς τὸν ἐν Ἀγγλίᾳ Πρέσβυν περὶ τῆς Ἀγγλικῆς ἑταιρίας νομίζω, ὅτι ἀνεκοίνωσε ῥητῶς ὅτι ὁ προσδιορισμὸς τῶν ἐξόδων πρέπει νὰ γείνῃ πρὸς τόσον ἀκριβῶς.
§124ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα, πρόκειται περὶ ξένης ἑταιρίας.
§125ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἀκόμη εἰς ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα, νομίζω, βλέπω ὅτι καὶ εἰς τὴν ἑταιρίαν τὴν Μεταλλευτικὴν, καίτοι ἑλληνικὴν, ὡς ὅρος τῆς παραχωρήσεως ἐτέθη ἐπίσης ὁ προσδιορισμὸς τῶν ἐξόδων.
§126ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅλαι αὗται ἐδέχθησαν τὸν ὅρον. Σᾶς εἶπον δὲ ἐπανειλημμένως ὅτι καὶ ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου ἐζητήσαμεν τοῦτο, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε μὲ κᾀνένα τρόπον· ἔλεγε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσδιορίσω ἐκ τῶν προτέρων τὰ ἔξοδα, δὲν δύναμαι νὰ τὰ ὁρίσω, σᾶς ἐπιτρέπω νὰ εἰσέλθητε ἐντὸς τῆς διοικήσεώς μου, νὰ συνδιοικῆτε μαζῆ μου, νὰ ἐπιτηρῆτε δι’ ἐπιτρόπου, δι’ ἐπιστημόνων καὶ διὰ ψήφων, τὰ βιβλία μου εἶναι δημόσια. Ἐὰν τοῦτο δεικνύῃ σοβαρότητα ἢ ἐπιπολαιότητα, εἰλικρίνειαν ἢ μὴ, καλὸν σκοπὸν, ἢ κακὸν, δὲν ἠξεύρω· ἂς κρίνῃ ἕκαστος.
§127ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Χαίρω διότι σήμερον ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησεν, ἀλλὰ δὲν ἐπέτυχε τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἐξόδων. Τοῦτο λέγω, διότι ἐν ἄλλῃ τινὶ συνεδριάσει ὁ κύριος πρόεδρος, ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς, ἰσχυρίσθη ὅτι εἶναι κατ’ ἀρχὴν κατὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν ἐξόδων.
§128ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶμαι ἀείποτε· καὶ σήμερον ἴδετε ὅτι δὲν ἐδέχθην τὴν πρότασιν τοῦ ἀνωτάτου ὅρου τῶν 450 δραχμῶν ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ, ἀλλ’ ἐπροτιμήσαμεν τὸ ἄλλο σύστημα τοῦ ἀπροσδιορίστου τῶν ἐξόδων.
§129ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀλλ’ εἶσθε καὶ ὑπὲρ τοῦ ἀκαθαρίστου.
§130ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Κεχαγιᾶ, ὁ πολύς σας ζῆλος σᾶς κάμνει νὰ προτείνητε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν τὸν τόπον των, διότι καὶ σήμερον ἐὰν εὕρω ἑταιρίαν, ἡ ὁποία λέγει ὅτι δέχεται ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου, θὰ τὸ δεχθῶ. Κύριε Κεχαγιᾶ, ὅταν ἡ Βουλὴ συζητοῦσα τὸ 1871 τὸν νόμον ἀπέῤῥιψε τὰς γενικὰς ἰδέας καὶ ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι ἐπροτάθησαν, καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὰς λεπτομερείας, ἔπρεπεν ἕκαστος νὰ εἴπῃ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τίνα γνώμην ἔχει.
§131ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μεθαύριον θὰ τὸ εἴπω.
§132ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν κάθημαι εἰς τὴν μπερλίναν, καὶ δὲν ἁρμόζει εἰς σᾶς νὰ συσχετίζεται τὸ προκείμενον ζήτημα μὲ ὅλως προσωπικὸν ζήτημα, διότι ἐγὼ λέγω ὅτι ἡ ἑταιρία δὲν δέχεται οὔτε ἀκαθάριστον, οὔτε καθαρὸν μὲ ὡρισμένα ἔξοδα.
§133ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὰ ὁμιλοῦντες περὶ τῶν βάσεων... (θόρυβος).
§134ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Σὺ ἔλεγες πέρυσιν ὅτι αὐτὰ τὰ χώματα εἶναι πτωχὰ καὶ ἐφέτος χαλᾶς τὸν κόσμον.
§135ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καλὰ, μεθαύριον τὰ λέγομεν· εἶναι γραμμένα, εἶναι στάμπα.
§136ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Λοιπὸν βλέπετε εἰς ὅλας τὰς ἑταιρίας τὰς ἄλλας ἐτέθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὁ ὅρος τοῦ ἀκριβοῦς προσδιορισμοῦ τῶν ἐξόδων, καὶ τὸν ὅρον αὐτὸν δι’ οὓς λόγους σᾶς ἀπέδειξα τὸν θεωρῶ ἀπαραίτητον, διότι φοβοῦμαι πολὺ μήπως γείνῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων ὁ κύριος Πετιμεζᾶς, ὅτι εἶναι δυνατὸν τὰ ἔξοδα νὰ ὑπερυψωθοῦν εἰς βαθμὸν τοιοῦτον ὥστε νὰ μὴν μείνῃ κἀνὲν κέρδος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐνῷ ὁ προσδιορισμὸς τῶν ἐξόδων μᾶς δίδει, κύριοι, ἀσφαλῶς τὸ μέρισμα· ἐὰν δὲν θέλωσι τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἐξόδων, τότε δὲν εἶναι ἀποκρουστέα, ἀπεναντίας εἶναι παραδεκτὴ ἄλλη τις γνώμη, νὰ προσδιορισθῇ κατ’ ἐλάχιστον ὅρον τί εἶναι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δι’ ἕκαστον τόνον μολύβδου θὰ λαμβάνῃ τὸ Κράτος, ὡς ἔχει ἡ σύμβασις· ἀλλ’ ἐὰν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων τὸ ποσοστὸν τοῦ Κράτους ᾖναι ἔλλατον ὡρισμένου ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἤθελε προσδιορίσει τὸ νομοθετικὸν σῶμα, αἱ δαπάναι θὰ ἐπιβαρύνωσι τὴν ἑταιρίαν· δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἔχομεν ἀσφάλειαν καὶ πρὸ πάντων ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ τὸ δημόσιον....
§137ΤΙΝΕΣ. Ἐξηγηθεῖτε καλλίτερα, κύριε Καράπαυλε.
§138ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Ἡ ὑποβληθεῖσα τροπολογία εἶναι καλλιτέρα.
§139ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Παρακαλῶ· λέγω ὅτι τὰ ἔξοδα κατὰ τὴν σύμβασιν μένουν ἀπροσδιόριστα· λαμβάνει τὸ δημόσιον 45 ἢ 50%· εἶναι δυνατὸν, ὑπεραυξανομένων τῶν ἐξόδων, νὰ μὴ λάβωμεν τίποτε (θόρυβος)· βάσις ἰδική μας εἶναι νὰ ᾖναι ὡρισμένον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν θὰ λαμβάνῃ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τόνον. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ ὁρίσωμεν ἀκριβέστερον κατὰ τρόπον τοιοῦτον· ἡ Κυβέρνησις λαμβάνει, ἔστω 50% μὲ αὐτὰ τὰ ἔξοδα· συνεπείᾳ τῶν παρουσιαζομένων ἐξόδων τὸ ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τόνον, εἶναι ἀνώτερον τῶν 200, 300 δραχμῶν, τὰ ἔξοδα ἐκεῖνα βαρύνουσι τὴν ἑταιρίαν, καὶ θέλω νὰ ἠξεύρω ὅτι ἀνεξαρτήτως τῶν ἐξόδων ἡ Κυβέρνησις θὰ λαμβάνῃ κατὰ τόνον ὡρισμένον ποσόν.
§140ΤΙΝΕΣ. Ὁρίζεται τοῦτο εἰς τὴν τροπολογίαν.
§141ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν ὡρίσθη, διότι πολλάκις ὁ προσδιορισμὸς (θόρυβος) ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν τιμὴν τοῦ μολύβδου· ἀκόμη δὲ τί; Δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὁ ἄργυρος ὁ ἐμπεριεχόμενος ἐντὸς τοῦ μολύβδου.
§142ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι δά· ἀργυροῦχον μόλυβδον λέγει.
§143ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καὶ ἂν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁ ἄργυρος, ὁ ἐμπεριεχόμενος εἰς τὸν μόλυβδον, πάλιν τὸ ποσοστὸν θὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν τυχαῖον προσδιορισμὸν τῆς τιμῆς τοῦ μολύβδου, ἀπὸ τὰς διακυμάνσεις, τὰς ὁποίας θὰ λαμβάνῃ ἡ ἀγοραία ἀξία αὐτοῦ, ἐνῷ κατὰ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς φέρομεν, εἶναι ὡρισμένον, βέβαιον καὶ σταθερὸν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ λαμβάνῃ ἡ Κυβέρνησις· 200 δραχμάς, ὑποθέσατε κατ’ ἐλάχιστον ὅρον θὰ λαμβάνῃ ἡ Κυβέρνησις· τοὐλάχιστον ὁ κ. Χριστίδης θὰ ᾖναι μὲ τὴν ἰδέαν μου· 12,000 τόνους παράγει κατ’ ἔτος; ἀπὸ διακοσίας δραχμὰς θὰ λαμβάνῃ τὸ δημόσιον 2½ ἑκατομμύρια· δὲν θέλω νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν τιμὴν τοῦ μολύβδου καὶ τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ ἑνὸς ὑπουργοῦ καὶ τοῦ ἄλλου.
§144ΤΙΝΕΣ. Κατ’ εἶδος.
§145ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν θέλω, καὶ κατ’ εἶδος θέλω νὰ ᾖναι προσδιωρισμένα.
§146Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πῶς τὸ εἴπατε, κύριε Καράπαυλε;
§147ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Νὰ προσδιορίσωμεν εἰς δραχμὰς τὸ ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον θὰ λαμβάνῃ τὸ Κράτος· ἐὰν τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ ἑταιρία, φθάνουν ποσοστὸν ὀλιγώτερον ἀπὸ τὸ ποσὸν αὐτὸ, αὐτὸ νὰ βαρύνῃ τὴν ἑταιρίαν μόνον, δηλαδὴ νὰ προσδιορισθῇ ὅτι κατὰ τόνον τὸ Κράτος ὡς ἐλάχιστον ὅρον θὰ λαμβάνῃ ὡρισμένον ποσὸν (θόρυβος)· ἂς σκεφθῶμεν ἐὰν ἡ γνώμη μου ἠμπορῇ νὰ γείνῃ, ἂς εἴπῃ ἡ ἑταιρία ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ τώρα ἀπέναντι τοῦ προσδιορισμοῦ αὐτῶν τῶν ἐξόδων, ἐὰν ἡ ἑταιρία προτείνῃ βεβαίως ἀντίῤῥησιν σπουδαίαν καὶ λογικὴν, τὴν δέχομαι, διότι τέλος πάντων εἶμαι τῆς ἀρχῆς νὰ τὸ λύσωμεν τὸ ζήτημα καὶ ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας, ἀλλὰ μὲ τρόπον ἀσφαλῆ διὰ τό δημόσιον.
§148ΡΟΥΚΗΣ. Ὄχι ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας, ἀλλὰ νὰ μὴν ἀδικηθῇ οὔτε ἡ ἑταιρία, οὔτε τὸ δημόσιον.
§149ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἡ ἑταιρία σᾶς λέγει ὅτι τὰ ἔξοδα δὲν ἠμποροῦν νὰ ἦναι τὰ ἴδια, βεβαίως σκέπτεσθε ἐπὶ πεδίου μὴ ἀσφαλοῦς. Προσδιορίσατέ το διὰ 3 ἔτη διὰ 4 καὶ δὲν εἶναι πιθανὸν ἐντὸς τῶν ἐτῶν αὐτῶν νὰ ἔχετε μίαν τοιαύτην αὐξομοίωσιν τῶν ἐξόδων εἰς βαθμὸν τοιοῦτον.— Λοιπὸν ἐν ὀλίγοις ὡς ὅρον παραδοχῆς τῆς συμβάσεως θέτω τὸν προσδιορισμὸν, καὶ τὸν θέτω ἐκ τῶν προτέρων καθαρῶς καὶ ἀκριβῶς εἰς χρήματα, τῶν δαπανῶν, καὶ τὸν προσδιορισμὸν αὐτῶν οὐχὶ ὅπως λέγει ἡ ἑταιρία δι’ ὅλην τὴν χρονικὴν διάρκειαν, ἀλλὰ δι’ ὡρισμένην χρονικὴν περίοδον, 3, 4, 5 ἐτῶν.
§150ΡΟΥΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ γείνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις λοιπόν.
§151Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν ἔχω ὀλίγας παρατηρήσεις.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν ἄλλοτε, αὔριον.
§153Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τότε πῶς θὰ γείνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις!
§154Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κατ’ ἀρχήν.
§155Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν καταλαμβάνω· πότε ἐσυζητήθη νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν χωρὶς ἡ συζήτησις αὕτη νὰ ἐξετάσῃ τὰ καθ’ ἕκαστα καὶ κατ’ ἄρθρον; Αὐτὸ εἶναι πρωτότυπον.
§156ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι πρωτότυπος ἡ ἰδέα σας· αὐτὸ γίνεται εἰς τὰς συμβάσεις.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης εἶπεν νὰ τυπωθοῦν αἱ τροπολογίαι σήμερον καὶ νὰ μελετηθοῦν· σήμερον θὰ γείνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις.
§158Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἴπατε, ὅτι εἶπα ἐγώ;
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅτι εἴπατε νὰ τυπωθοῦν αἱ τροπολογίαι καὶ νὰ συζητηθοῦν αὔριον.
§160Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ὄχι νὰ γείνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις σήμερον.
§161Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔπειτα, κύριε πρόεδρε, ἐγένοντο αἱ τροπολογίαι· ἐγὼ ἔφερα δύω τροπολογίας (θόρυβος)· τί τὴν θέλομεν τὴν συζήτησιν; Θὰ ἔλθωμεν τὸ ἀπόγευμα νὰ τὴν ψηφίσωμεν καὶ εἰς δευτέραν συζήτησιν καὶ τὸ μεσονύκτιον εἰς τρίτην νὰ ξεμπερδέψωμεν. Ἐγὼ, κύριε πρόεδρε, φρονῶ κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου, ἔθεσα δύω τροπολογίας, τὰς ὁποίας νομίζω ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς παρεδέχθη.
§162ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὴν μίαν ἔχω σημειώσει, νὰ μὴν ὑπάρχῃ ἐγγύησις τοῦ δημοσίου ἐπὶ διεκδικήσει τῶν ἐκβολάδων· τὴν ἄλλην δὲν ἐνθυμοῦμαι.
§163Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα. Ἡ ἄλλη εἶναι περὶ τῆς κατὰ σειρὰν ἐκκαμινεύσεως τῶν ἐκβολάδων.
§164ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐνόμιζα, ὅτι παρῃτήθης.
§165Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι.
§166ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπιστημονικῶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ αὐτό.
§167Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τοσοῦτον δὲ περισσότερον, κ. πρόεδρε, καθόσον μετὰ τὴν παραδοχὴν τῆς τροπολογίας αὐτῆς δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ πολλὰς γνώμας ἐδῶ· καὶ εὑρίσκω μάλιστα ὅτι καὶ ὁ φίλος μου κύριος Βαλέττας εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν σύμφωνος μὲ τὴν ἰδέαν αὐτὴν, διότι εἶπεν....
§168ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἠγόρευσεν ὁ κ. Βαλέττας.
§169Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑποστηρίζει τὸν μὴ προσδιορισμὸν τῶν ἐξόδων, διότι ὅταν προσδιορισθοῦν τὰ ἔξοδα αἱ δὲ ἐκβολάδες εἶναι τόσον πτωχαί, ὥστε τὰ ἔξοδα νὰ ᾖναι πολὺ ἀνώτερα ἀπὸ τὰ προσδιωρισμένα, τότε ἡ ἑταιρία δὲν θὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκκαμίνευσιν αὐτῶν, καὶ τὸ ποσοστὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἤθελε λάβει τὸ δημόσιον, ἐὰν τὰ ἔξοδα τῆς ἑταιρίας ᾖναι μεγαλείτερα, τὸ χάνει. Τοῦτο λοιπὸν εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν γνώμην μου· ἐγὼ, ἂν θέλετε, ἅμα τεθῇ ὁ ὅρος αὐτὸς τὸν ὁποῖον προτείνω, νὰ λαμβάνωνται αἱ ἐκβολάδες κατὰ σειράν, ὅπως ὑπεστήριξα χθὲς, δύναμαι ἀκόμη νὰ συμφωνήσω καὶ μὲ τὸν μὴ προσδιορισμὸν τῶν ἐξόδων· μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου θεωρῶ τὸν ὅρον σπουδαῖον διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, ὥστε δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὸν μὴ προσδιορισμὸν τῶν ἐξόδων, ἀλλὰ θέλω ὅρον ῥητὸν πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ δημοσίου.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πετιμεζᾶ, κάμετε καὶ αὐτὴν τὴν τροπολογίαν σας, διότι θὰ τυπωθοῦν ὅλαι.
§171ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, νομίζω ὅτι σᾶς εἶχα ζητήσει τὸν λόγον.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§173ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐπιτρέπῃ ἡ Βουλή.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἐμποδίζει (θόρυβος ἀριστερόθεν).
§175ΡΟΥΚΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ ἐπαναλάβῃ ὅ,τι εἶπεν ἀπὸ τὰς στήλας· καὶ θέλομεν νὰ τὸ ἀκούσωμεν.
§176Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂς μάθῃ ὁ κ. Ῥούκης ὅτι ἐν ὑπαίθρῳ ὁμιλεῖ ὁ Γλάδστων.
§177ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρεξηγήσεις, κύριοι, καὶ παραμορφώσεις ἐγένοντο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἀντικειμένου· καὶ οἱ θελήσαντες νὰ διορθώσωσι τὰς πλάνας τῶν ἄλλων ἐπλανήθησαν αὐτοί. Ἐν πρώτοις, κύριοι, σᾶς εἶπον ὅτι αἱ ἐκβολάδες (εἶπε δηλαδὴ ὁ κύριος Σωτηρόπουλος), ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἀναβαίνουσιν εἰς τὴν ἀξίαν 100 πόσον, κύριε Σωτηρόπουλε;
§178ΤΙΝΕΣ. 130.
§179ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 130 ἑκατομμυρίων. Ἐγὼ θέλω τὸν ἀναιρέσει διὰ μιᾶς καὶ μόνης παρατηρήσεως. Ἤκουσα ἀπὸ τὸν κύριον πρωθυπουργὸν, ὅτι ἐπισήμως βεβαιωμένον εἶναι, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν Λαυρίῳ καὶ ἴσως εἰς τὸ διαμέρισμα μόνον τὸ ἀνῆκον εἰς τὸν κύριον Σερπιέρην, ἔ κύριε πρωθυπουργέ;
§180ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ ἀκούσω πρῶτον πόσον.
§181ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 12 ἑκατομμύρια τόνοι.
§182ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ὅλον.
§183ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 12 ἑκατομμύρια, λέγει ὁ κύριος πρωθυπουργός, τόνων.
§184ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι ἐγὼ, ὁ Γκρόμαν.
§185ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ἐὰν κατὰ μέσον ὅρον λογίσητε 900 δραχμὰς τὸν τόνον, θὰ ἔχητε κατ’ ἐλάχιστον 1,200 ἑκατομμύρια (συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς ἀξίας τοῦ ἀργύρου τοῦ περιεχομένου ἐν τῷ μολύβδῳ) ἀκαθάριστον πρόσοδον τῶν ἐκβολάδων τοῦ Λαυρίου· ἐὰν ἐκ τούτων ἀφαιρέσετε 300 δραχμὰς (διακοπαὶ καὶ γέλωτες)· γελᾶτε; ὅταν ἔλθητε ν’ ἀποδείξητε ὅτι πλανῶμαι, τότε θὰ ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ γελᾶτε. Ἀφαιρουμένων λοιπὸν, λέγω, 300 δραχμῶν διὰ τὴν δαπάνην ἑκάστου τόνου, μένει καθαρὰ ἐν ὅλῳ πρόσοδος ἀπὸ τὰς ἐκβολάδας τοῦ Λαυρίου 800 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἐγὼ ὠφελοῦμαι ἀπὸ τὰς γνώμας τὰς ἰδικάς σας, ἀπὸ τὴν ὁμολογίαν σας, ἀπὸ τὴν ἐπιστήμην· τί θέλετε ὑπολογίσει, κύριοι, διὰ τοὺς ὑπαργύρους λόγους τοῦ Ξενοφῶντος, τουτέστι διὰ τὰ λοιπὰ μεταλλεύματα τὰ ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς μεταλλεύματα, τὰ ἐπὶ τῆς περιφερείας τοῦ Λαυρίου κείμενα καὶ μέχρι Σουνίου ἐκτεινόμενα; Δὲν θέλω νὰ ἀφήσω τίποτε παραμορφωμένον. Δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος, κύριοι. Σᾶς παρακαλῶ. Ὅταν ὁ φθισικὸς παρουσιάσθη εἰς τὸν ἰατρὸν θέλων νὰ τῷ θεραπεύσῃ τὴν ἐν τῷ δακτύλῳ παρωνυχίδα, ὁ ἰατρὸς τῷ εἶπεν, οὐ περὶ περονυχίδος σοι, ὦ βέλτιστε, ὁ λόγος. Λοιπὸν δὲν πρόκειται, κ. Σωτηρόπουλε, περὶ 120 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ περὶ ἑνὸς διλιονίου καὶ 200 ἑκατομμυρίων δραχ. ἀκαθαρίστων μὲν ἐκ τῶν ἐκβολάδων, περὶ ὀκτακοσίων δὲ ἑκατομμυρίων καθαρῶν· προσθέσατε καὶ ἀφαιρέσατε ὅσα θέλετε· ἡ ἀλήθεια μένει ἀκαταμάχητος. Καὶ ὅταν, κύριοι, πρόκειται περὶ τοιούτου καὶ τοσούτου πράγματος, πῶς σπεύδετε; πῶς θέλετε ν’ ἀποφασίσετε ἕκαστος κατὰ τὴν ἰδέαν του περὶ μιᾶς τοσοῦτον σπουδαίας ὑποθέσεως; Ἀνάλογος λοιπὸν τῆς σπουδαιότητος πρέπει νὰ ἦναι καὶ ἡ περίσκεψις καὶ ἡ προσοχὴ τοῦ Κοινοβουλίου. Ταῦτα εἶχον ν’ ἀποτείνω εἰς τὸν κύριον Σωτηρόπουλον. Ἀποτείνω ὀλίγας λέξεις πρὸς τὸν κύριον πρωθυπουργόν. Ἐὰν ὁ νόμος τοῦ 1871 ἵσταται ὀρθὸς, πρέπει ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου ἐκείνου· ὁ σκοπὸς ἐκείνου τοῦ νόμου ἦτο νὰ σώσωμεν τὸν ἐθνικὸν καθ’ ἡμᾶς θεωρούμενον θησαυρὸν τῶν ἐκβολάδων ἀπὸ τὰς καταχρήσεις τῶν ἑταιριῶν, ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν ἑταιριῶν. Καὶ τώρα πράττετε τὸ ἐναντίον, παραχωροῦντες πάλιν τὸ Λαύριον εἰς ἑταιρίας; Ἐὰν δὲ ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔχῃ τι καλὸν, τὸ καλὸν, στέκεται εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ νόμος κατὰ τοῦτο τὸ μέρος μᾶς ἐξασφαλίζει ἀπέναντι δικαστικῶν καὶ ἄλλων φόβων, διότι διὰ τοῦτο ἐγένετο. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν τοὺς φόβους, τοὺς ὁποίους ἔχετε, ὅτι δύνανται ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου τὸ ὁποῖον κανονίζει ὁ νόμος, ὁρίσας ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἀνῆκον καὶ ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος, δύνανται ποτέ, ἢ ἔχωσι δικαίωμα, λέγω, νὰ ἐπιληφθῶσι καὶ ἀποφασίσωσι τὰ δικαστήρια. Ποῦ, κύριοι, στηρίζονται οἱ φόβοι οὗτοι; Ὡς πρὸς δὲ τὴν δυσκολίαν τῆς ἀποχωρίσεως τῶν σκωριῶν, κύριοι, σκωρίαι εἰς τὸ διάγραμμα τῆς παραχωρήσεως, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὸν Σερπιέρην, ἀναμεμιγμέναι μετ’ ἐκβολάδων δὲν ὑπάρχουν· ὑπάρχουν ἴσως ἀναμεμιγμέναι εἰς ἄλλα διαμερίσματα. Λοιπὸν ποῦ ὑπάρχει ἡ διένεξις περὶ ἀποχωρίσεως μεταξὺ σκωριῶν καὶ ἐκβολάδων ἐπὶ τοῦ διαμερίσματος, τὸ ὁποῖον ἡ ἑταιρία ζητεῖ πρὸς παραχώρησιν; Ἐὰν δὲ ὁ νόμος ἐκεῖνος, κύριοι, ἵσταται ἔτι ὀρθὸς, ὅστις καθιέρωσεν ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος, ὅτι εἶναι ἀπαραχώρητοι, ὅτι εἶναι ἀνέπαφοι, δὲν δύναται κἀνεὶς νὰ τὰς ἐκκαμινεύσῃ, ὅτι αἱ ἐκβολάδες θέλουσι χρησιμοποιηθῆ ὑπὲρ τοῦ Κράτους ὑπὲρ τοῦ ὅλου, τί ἐμποδίζει σήμερον ἡμᾶς νὰ τὰς χρησιμοποιήσωμεν σύμφωνα μὲ τὸν πραγματικὸν σκοπόν του, μὲ τὸ πνεῦμά του, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ ἴδιος νόμος μᾶς ἐξασφαλίζει ἀπὸ πάντα δικαστικὸν φόβον; Ὅλαι δὲ αἱ παρατηρήσεις περὶ τοῦ τί ἐστι τὸ Λαύριον καὶ τίνες αἱ ἐκβολάδες κτλ. μεταλλεύματα τὰ ἐπὶ τοῦ Λαυρίου κείμενα σᾶς ἀποδεικνύουν, ὅτι περὶ μεγάλου καὶ σπουδαίου θησαυροῦ πρόκειται· τί ἐμποδίζει λοιπὸν συγχωνεύοντες ὅλα τὰ ἐπὶ μέρους αὐτὰ συμφέροντα, ὅλας αὐτὰς τὰς ἐπὶ μέρους ἑταιρίας νὰ προέλθωμεν εἰς μίαν γενικὴν πανελλήνιον ἑταιρίαν, ἡ ὁποία θέλει συμπεριλαμβάνει καὶ θέλει ἱκανοποιεῖ, κατὰ προτίμησιν μάλιστα, ὅλων αὐτῶν τῶν ἑταιριῶν αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἐκεῖ τινα δικαιώματα; Τί ἐμποδίζει ὀλίγον ἀναβάλλοντες καὶ σκεπτόμενοι καλλίτερον, νὰ ἐξεύρωμεν μίαν λύσιν ἱκανοποιοῦσαν σύμφωνα μὲ τὸ δίκαιον τὰ συμφέροντα τῆς ὅλης Ἑλλάδος; Διότι ὅλοι ἔχουν δικαίωμα νὰ ὠφεληθῶσιν, οὐχὶ ὀλίγοι μόνον ἐξ αὐτοῦ τοῦ εὐεργετήματος τοῦ Λαυρίου, τηρουμένων τῶν ὠφελημάτων, τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν συμφερόντων καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουσι διὰ τῶν χρημάτων των ἀγοράσει μετοχάς. Ἐγὼ, κύριοι, εἶμαι συνεπής· δὲν ἐννοῶ ὅτι ὁ φόρος πρέπει νὰ τεθῇ ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, καὶ νὰ ἔχωμεν ὕστερα ντεβατούρια (θόρυβος). Εἶπα νὰ μὴ τὰ δώσωμεν εἰς ἑταιρίας, ἀλλ’ εἰς τὸ ἔθνος! Αὐτὸ τὸ ἴδιον ἔρχομαι σήμερον νὰ ὑποστηρίξω καὶ θέλω νὰ ἐξηγηθῶ πρὶν ἐκδώσετε πᾶσαν ἀπόφασιν, καὶ ὅ,τι θέλετε κάμετε. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὸ πρᾶγμα τοῦτο εἶναι εὐκολώτατον, ἀκίνδυνον, δίκαιον, ἀποῤῥέον ἐκ τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα ἔχομεν, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου καλῶς εἴπατε ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶναι εἰς κατάργησιν, αὐτὸς ἑαυτὸν ἀναιρεῖ, ἐὰν δὲν ἐσκέφθη νὰ ἀφαιρέσῃ, οὕτως εἰπεῖν, τὸν ἐθνικὸν θησαυρὸν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν ἑταιριῶν, ἵνα ἠμπορέσωμεν νὰ τὸν διαθέσωμεν ἐθνικῶς· εἰς τὰς λεπτομερείας ἠμπορεῖ νὰ σφάλῃ, ἀλλ’ αὐτὸς ἦτον ὁ ἀρχικὸς σκοπός, νὰ ἐξασφαλίσῃ ἀπὸ τὰς ἑταιρίας καὶ ἀπὸ πᾶσαν ἐπέμβασιν εἴτε δικαστικὴν εἴτε ἄλλην τὸ ἔθνος. Λοιπόν, κύριοι, ἀκούσατε ἕνα ἁπλούστατον ὑπολογισμόν, καὶ ἀφοῦ τὸν ἀκούσετε, ὕστερον καταδικάσατέ τον. Ἂς ὑποθέσωμεν, κύριοι, ὅτι ἱδρύεται μία πανελλήνιος ἑταιρία, ἱδρυτὴς τῆς ὁποίας νὰ ᾖναι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐπόπτης· μέτοχοι αἱ 300,000 ἑλληνικαὶ οἰκογένειαι· τιμὴ τῆς μετοχῆς 6 δραχμαὶ ἐτησίως διὰ πᾶσαν οἰκογένειαν· τί θέλομεν ἔχει! Θέλομεν ἔχει ὡς ἐξαγόμενον, ἂν ὄχι 800,000,000 καθαρά, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον ἐκ τῶν ἐκβολάδων, ἂν ὄχι τόσον, ἢ ὀλιγώτερον ἢ καὶ περισσότερον ἐκ τῶν «ὑπαργύρων λόφων» τοῦ Ξενοφῶντος, καὶ ἄλλων χωματοσωρῶν, ἀλλὰ μόνον τὸ καθαρὸν εἰσόδημα τῶν ἐκβολάδων τοῦ Λαυρίου, θέλομεν ἔχει ἐξ ὅλων ὁμοῦ 750,000,000 τοὐλάχιστον· θέλομεν ἔχει διὰ τὴν σύστασιν τῆς ἑταιρίας αὐτῆς κεφάλαιον 54,000,000, διὰ δὲ τὸ δημόσιον 1,800,000 δραχμῶν ἐτησίως, καὶ 46 ἢ 48 ἑκατομμύρια ἐπὶ τριακονταετίαν, ἀφαιρουμένων ὑπὲρ αὐτοῦ δραχ. 6 ἐτησίως ἀφ’ ἑκάστου μετόχου· διὰ δὲ τοὺς μετόχους τί θέλομεν ἔχει κέρδος; θέλομεν ἔχει 2,500 ἐτησίως ὡς ἔγγιστα, ἐπὶ τριακονταετίαν δὲ 72,000 περίπου δι’ ἑκάστην ἑλληνικὴν οἰκογένειαν (ψιθυρισμοί). Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, τοῦ εὐεργετήματος τούτου δὲν θέλουν στερηθῆ ὅλοι ὅσοι ἔχουν μετοχὰς τῶν σκωριῶν τοῦ Λαυρίου, οὕτω τὰς ὀνομάζω ἐγώ, τῶν δικαιωμάτων τῶν σκωριῶν τοῦ Λαυρίου, διότι δι’ αὐτὰς συνηλλάχθησαν. Λοιπὸν δὲν θέλουν χάσει τὸ εὐεργέτημα τοῦτο, πρὸς τούτοις θὰ ἔχουν διὰ λογαριασμόν τους τὰ ὀφέλη, τὰ ὁποῖα θέλουν κερδήσει ἐκ τῶν εἰς χεῖράς των ὁμολογιῶν τῆς ἑταιρίας τῶν σκωριῶν. Λοιπόν, κύριοι, πρὶν μελετήσετε ὅλας αὐτὰς τὰς γνώμας μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὴν ταπεινὴν ἰδικήν μου, πρὶν ἴδετε ἐὰν συμφέρουν ἢ δὲν συμφέρουν ὅσα σᾶς προτείνονται, καὶ ἀντιπροτείνονται καὶ σήμερον ἔτι ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν τὴν ἰδίαν τροποποιοῦσαν τὰς προτάσεις της ἢ ἀπὸ ἄλλας, αἱ ὁποῖαι ἔρχονται καὶ ἀντιπροτείνουν περισσότερα ἢ ὀλιγώτερα, καὶ πρὶν ἀκόμη ἐξετάσετε αὐτὸ τὸ ὁποῖον σᾶς λέγει ἡ ἰδία ἑταιρία, ὅτι «σᾶς προσφέρω 65%» πῶς δύνασθε νὰ ἀποφανθῆτε; Καὶ εἰς τοῦτο προσέξατε, σᾶς παρακαλῶ, διότι ἐδῶ παύει τὸ ῥομάντζο «σᾶς προσφέρω (λέγει 65%, ἀλλὰ θέλω σᾶς πληρόνει 10% διὰ τὰς σκωρίας, 5% διὰ τὸ μεταλλεῖον, ἀλλὰ θέλω νὰ ἔχω ἀνοικτὸν τὸ στάδιον τῶν δικαστηρίων διὰ νὰ στρεψοδικῶ ἐναντίον σας, νὰ λέγω αὔριον, δὲν πληρόνω, ἐὰν αἱ δίκαι δὲν ἀποπερατωθοῦν·» καὶ αἱ δίκαι οὕτω θὰ τρέχωσιν εἰς τὴν αἰωνιότητα καὶ εἰς τὸ ἀτελεύτητον. Λοιπὸν ἐὰν οἱ φόβοι αὐτοὶ δὲν ὑπάρχουν, ἐὰν δικαίωμα τοιοῦτον δὲν ἄφησεν ὁ ὁ νόμος τοῦ 1871 ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς περιουσίας εἰς τὸ δικαστήριον ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως τοῦ κυριαρχικοῦ σώματος, ὄχι πρὸς ἀπόκτησιν δικαιώματος κατοχῆς, ἀλλὰ περὶ κυριαρχίας· ἐὰν ἐκ τῶν σκωριῶν δὲν ἔχωμεν δικαίωμα νὰ λάβωμεν 30% κατὰ τὸν νόμον, καὶ ὄχι 10%, τότε ἐὰν ἡ αὔξησις αὕτη προτείνεται ἐπὶ τοιούτοις ὅροις ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν, τότε, κύριοι, διατί νὰ μὴ προτιμηθῇ μία ἄλλη ἑταιρία, ἡ ὁποία σᾶς λέγει ὅτι ἐγὼ σᾶς προσφέρω τὸ 65%, (ἐγὼ, ἠξεύρετε, εἶμαι ἐναντίος πάσης παραχωρήσεως πρὸς ἑταιρίας), ἡ ὁποία σᾶς λέγει, σᾶς προσφέρω 65%, ἀφίνω ἐλεύθερον τὸν φόρον τῶν σκωριῶν νὰ τὸν λάβητε ὅθεν καὶ ὅπως ἐσυμφωνήσατε, (καὶ ὁ νόμος θέλει καὶ σᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ τὸν λαμβάνετε καθὼς ἐπίσης καὶ τὸν φόρον τῶν μεταλλείων) καὶ ἀναδέχομαι ἐπίσης τὰς συνεπείας τὰς ἐκ τῶν δικαστηρίων προελευσομένας διὰ τὸ δημόσιον εἰς βάρος μου; Δὲν σᾶς φαίνεται ὅτι εἶναι καλλίτεροι ὅροι οὗτοι;
§186ΠΟΛΛΟΙ. Καλὰ, καλά.
§187ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς λέγω οὔτε ὁ ἕνας οὔτε ὁ ἄλλος δρόμος εἶναι ἀσφαλής· εἶναι σφαλερὸς πανταχόθεν· χρειάζεται σκέψις, ἀπάθεια, προσοχή. Μὴ θέλετε νὰ θεωρήσητε ὡς μῦθον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπα περὶ τῆς ἀξίας τῶν ἐκβολάδων, διότι ἐὰν ἐγὼ σᾶς φαίνεται ὅτι ἐστηρίχθην εἰς μύθους, ὁ κ. πρωθυπουργὸς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπατηθῇ, ὡς καὶ οἱ ἄλλοι προαγορεύσαντες, οἵτινες σᾶς εἶπον τί ποσὸν ἐκβολάδων εἶναι, καὶ ἕκαστος ἠμπορεῖ ἁπλούστατα νὰ λογαριάσῃ πόση εἶναι ἡ ἀξία των καὶ πόσας θὰ φέρωσι προσόδους, καὶ θέλετε ἰδεῖ ὅτι δὲν εἶναι ταῦτα μῦθος, οὔτε καιρὸς διὰ νὰ γελᾶτε. Ἔπρεπε λοιπὸν καὶ πρέπει νὰ προτιμήσητε τὴν λύσιν αὐτὴν, ἡ ὁποία ἱκανοποιεῖ καὶ ἐξασφαλίζει καὶ συμβιβάζει ὅλα τὰ συμφέροντα τοῦ πανελληνίου, τὸν πανελλήνιον δηλονότι συνεταιρισμὸν, πανεθνικὴν βιομηχανίαν.
§188ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἡ ὥρα παρῆλθεν, κ. πρόεδρε· μᾶς εἴπατε ὅτι εἰς τὸ τέλος θὰ ἔχωμεν καὶ ἄλλας ἐργασίας, ἐκτὸς τούτου εἰς τὸ τέλος τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, βλέπω ὅτι δύω μέλη αὐτῆς ὁ κ. Τζιώτης καὶ ὁ κ. Α. Δημητριάδης ἐξέφρασαν ἐναντίαν γνώμην τῶν ἄλλων μελῶν· ἐπιθυμοῦσα λοιπὸν ν’ ἀκούσω τοὺς λόγους δι’ οὓς διεφώνησαν τὰ δύω αὐτὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς (θόρυβος).
§189ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Αὔριον, κύριε πρόεδρε.
§190ΕΤΕΡΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι τώρα, νὰ τελειώσωμεν.
§191ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, κύριοι....
§192Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ συζήτησις παρατεινομένη τῆς μιᾶς ὥρας μ. μ. δὲν ἔχει κἀνένα σκοπὸν, διότι οὔτε ὁ λέγων εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ εἴπῃ ὅ,τι πρέπει, οὔτε οἱ ἀκούοντες ν’ ἀκούσωσιν ὅπως πρέπει. Διὰ τοῦτο ἐπειδὴ βλέπω ὅτι ἐξασκεῖται μία πίεσις πάντοτε, ἐγὼ ἀναγκάζομαι ν’ ἀποχωρήσω.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι μία βραδιὰ ἐγὼ καὶ ἐσεῖς εἴπομεν ὅτι ὁ πρόεδρος δὲν εἶναι ἡ Βουλή.
§194Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶπον ὅτι σεῖς πταίετε· ὁσάκις ὁμιλοῦμεν ἀπὸ τῆς θέσεως ἀπευθυνόμεθα πρὸς τὸν πρόεδρον, ἐννοεῖτε ὅτι ἡ ὁμιλία μας δὲν ἀπευθύνεται ῥητῶς εἰς ἐσᾶς, ἀλλὰ πρὸς τὴν Βουλήν. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ γείνῃ εὐρεῖα καὶ πλατεῖα. Εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον δι’ ἐμὲ τὸ ἀποτέλεσμα· ἐγὼ δὲν κάθημαι ἐδῶ νὰ χρησιμεύω καθαρῶς ὡς ψευδομάρτυς (ἀπέρχεται).
§195ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὥρα σου καλή.
§196ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, κύριοι, ὄχι διὰ νὰ λαλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος, διότι εἰς τὴν στιγμὴν ταύτην εἶναι ἀδύνατον, κύριοι, εἰς οἱονδήποτε (καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν παντὸς ὅστις ἀναβαίνει τὸ βῆμα τοῦτο,) εἶναι ἀδύνατον νὰ λάβῃ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος τούτου καὶ νὰ λαλήσῃ ὡς πρέπει ἐκεῖνος ὅστις νομίζει ὅτι πρέπει νὰ ἐκφέρῃ τὰς ἰδέας του καὶ δὲν ἄνοιξε τὸ στόμα του καθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ λαμβάνω τὸν λόγον διὰ ν’ ἀντιτείνω εἰς τὴν ἰδέαν ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν πρώτην ἐπιψήφισιν. Τί θὰ ψηφίσωμεν, κύριοι, σήμερον; Τί θὰ ψηφίσωμεν τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν διάφοροι συνάδελφοι ἀπαιτοῦσι νὰ λάβωσιν ἀκόμη τὸν λόγον ἐπὶ τῆς πρώτης ταύτης συζητήσεως; Τί θὰ ψηφίσωμεν; Τὴν σύμβασιν τὴν παλαιὰν τὴν ἀποσυρομένην ἢ τὴν νέαν; (διακοπαί). Τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἐννοῶ νὰ συζητήσω δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸν κανονήσῃ κἀνένας. Λυποῦμαι δὲ νὰ βλέπω νὰ πράττουσι τοῦτο καί τινες ἐξ ἐκείνων ὅσοι ἀναβαίνουν τὸ βῆμα· διότι ὅσοι κάθηνται ἐδῶ διὰ νὰ διακόπτουν μόνον, εἶναι εἰς τὸ δίκαιόν των. Ὅταν πρωτάρχισεν ἡ συζήτησις αὐτὴ, ἐξεφράσθη μία ἰδέα τὴν ὁποίαν ἠσπάσθην πληρέστατα μόλις τὴν ἤκουσα, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἂν θὰ λυθῇ εἰς τὴν παροῦσαν σύνοδόν μας πρέπει νὰ λυθῇ ἐν πλήρει ὁμοφωνίᾳ πρέπει νὰ λυθῇ ἐν πλήρει ὁμοφωνίᾳ καὶ διὰ τὴν φύσιν τοῦ ζητήματος καὶ διὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐμείναμεν ἐδῶ, δὲν πρέπει νὰ φανῇ οὐδεμία πίεσις οὔτε ἀπὸ τὸ ἓν μέρος, οὔτε ἀπὸ τὸ ἄλλο, οὐδεμία ἐπίσπευσις ἀδικαιολόγητος Δὲν εἶναι ζήτημα πολιτικὸν, δὲν ἐννοοῦμεν, δὲν συμφέρει νὰ τὸ ὑποκινήσωμεν τὸ πολιτικὸν ζήτημα ὄχι διότι προηγήθη ἡ ψηφοφορία, ἡ ὁποία ἔδειξεν ὅτι τὴν πλειοψηφίαν τὴν ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ἂν καὶ πλειοψηφία ἀπόλυτος δὲν ἐφάνη, ὄχι διότι ἀφοῦ ἅπαξ ἐτέθη τὸ πολιτικὸν ζήτημα καὶ ἐλύθη οὕτως ἢ ἄλλως, δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ καὶ πάλιν τὴν ἄλλην ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ τεθῇ οὔτε νὰ ἐξετασθῇ πολιτικῶς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι πολιτικὸν ζήτημα δὲν εἶναι. Ἄλλοι ἄλλοτε τὸ ἐθεώρησαν πολιτικὸν καὶ τὰς συνεπείας ὅλοι τὰς γνωρίζομεν. Εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἐξίσου ἐνδιαφέρεται καὶ ἀντιπολίτευσις καὶ συμπολίτευσις καὶ ἡ Κυβέρνησις, οὐδὲν πολιτικὸν ἔχει, καὶ ἂν τὸ ἔχῃ τὸ ἔχει ἐξίσου δι’ ὅλους, καὶ πολιτικὸν τὸ ὁποῖον ἔχει εἶναι τοῦτο· τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου, εἰπόθη πρὸ 2 περίπου ἐτῶν, εἶναι σάραξ ὁ ὁποῖος δύναται νὰ καταφάγῃ πᾶν ξύλον καὶ πᾶν ὕφασμα. Σήμερον ὁ σάραξ ἐκεῖνος ἔγεινε δράκων, ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ ἐπαπειλήσῃ τὴν ὑπόληψιν καθενὸς, καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ τὸ λύσωμεν οὕτω ὥστε νὰ μὴν γείνῃ καμμία παρεξήγησις. Ἀποκρούω ἐκείνους οἵτινες λέγουν ὅτι μᾶς διαιροῦν συμφέροντα, ἀποκρούω ἐπίσης μὲ τὸν κύριον Καράπαυλον ἐκείνους οἵτινες ἠθέλησαν νὰ διασπείρουν ὑπονοίας οὕτως ἢ ἄλλως· κατακρίνω, καὶ κατακρίνω πικρῶς, τὸν δόσαντα σημείωσιν ὀνομάτων εἴς τινα ἐφημερίδα.
§197ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὄχι ἀκριβεῖς, διότι ἐγὼ δὲν ἔχω μετοχάς (θόρυβος).
§198ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εἶναι ἀνάξιον, κύριε Λομβάρδε, νὰ ἀπαντᾶτε εἰς μοχθηροὺς συκοφάντας καὶ ὑβριστὰς πάσης ἀληθοῦς ὑπολήψεως καὶ τιμιότητος· εἰς τὸν κύκλον δὲ τῆς ὑπολήψεως καὶ τιμιότητος ἐννοῶ πάντας τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους· ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους δὲν δύναται νὰ προσβληθῇ ἀπὸ κἀνέναν· εἶναι ἀνάξιον λοιπὸν νὰ ἀπαντᾶτε εἰς τὰ τοιαῦτα· τοιοῦτοι εἶναι ἄξιοι περιφρονήσεως.
§199ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἤθελον κάμει καμμίαν παρατήρησιν περὶ τούτο, ἂν ὁ κύριος Καράπαυλος δὲν εἶχε κινήσει τὸ ζήτημα τούτου. Κατακρίνω πικρῶς ἐκεῖνον ὅστις ἐπεκύρωσε τὸν κατάλογον αὐτὸν καὶ τὸν ἐδημοσίευσε.
§200Θ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Εἶναι ψευδέστατος, διότι πρῶτον ἀναφέρει ἐμὲ, ὅστις δὲν ἔχω καμμίαν μετοχὴν (θόρυβος).
§201ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Συμφωνῶ μὲ σᾶς, κύριοι, καὶ λέγω ταῦτα, διότι μετὰ τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἄλλως θεωρῶ ὡς μίαν τῶν καλλιτέρων, μετὰ τοῦ συντάκτου αὐτῆς, τὸν ὁποῖον ἐκτιμῶ, δὲν ἔχω τοιαύτην σχέσιν, ὥστε εἴτε νὰ τὸν.... ....... εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, καὶ πολλοὶ ἀπὸ σᾶς ἠμπορεῖ νὰ ἐννοῆτε, ὅτι εἶμαι δικαιολογημένος νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ταύτην ἐδῶ ἐνώπιόν σας.
§202ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ διὰ νὰ διατηρήσῃ τὴν ὑπόληψίν του ἔπρεπε νὰ φέρῃ εἰς τὴν δημοσιότητα καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν αὐτὰς τὰς πληροφορίας.
§203ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παράδειγμα πληρέστατον, ὅτι ὁ κ. Καράπαυλος, οἱοσδήποτε ἄλλος ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ μετοχάς, ἄνθρωπος ὡς αὐτὸς καὶ ὅλοι ἡμεῖς δὲν δύναται νὰ ἐπηρεασθῇ εἰς τὴν ψῆφόν του, διότι τυχὸν ἔχει τριάκοντα ἢ τεσσαράκοντα μετοχάς.
§204ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὅσοι ἔχουν, ἀλλ’ ὅσοι δὲν ἔχουν; Ἐγὼ παραδείγματος χάριν δὲν ἔχω κἀμμίαν μετοχὴν (θόρυβος).
§205ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀλλὰ, κύριοι, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος Πυλίας, νὰ εἴπω, ὅτι ἐνῷ παραδέχομαι πληρέστατα ὅσα εἶπε καὶ δὲν παρέλειψα ὅσα εἶπε καὶ ἐγὼ ἕως τώρα, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ, λέγω, νὰ μὴ συμφωνήσω μαζῆ του, ὅτι πρέπει νὰ καθιερωθῇ ὡς ἰδέα, ὡς ἀρχὴ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἴσως εἰς ἄλλους ἐκτὸς τοῦ βουλευτηρίου νὰ παρεξηγήσωσι μίαν ψῆφον, τὴν ὁποίαν ἤθελε δώσει ἐσπευσμένως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀφοῦ τοιαῦτα προεκηρύχθησαν ἐναντίον τῆς τιμῆς τοῦ βουλευτοῦ καὶ προεκηρύχθησαν ἐξ ἐκείνων τῶν μελῶν τῶν ἄλλως ἐντίμων μελῶν τοῦ συμβουλίου ἐκείνου, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον ὅτι avec deux cents mille francs je ferai civer mes bottes par tous ces Messieurs. Ἰδού, κύριοι ποῦ κεῖται τὸ ζήτημα, δὲν μᾶς διαιρεῖ πολιτικὴ, δὲν μᾶς διαιροῦν συμφέροντα, μᾶς συνενόει ὅμως ὅλους ἐξ ἴσου καὶ τὸ δημόσιον συμφέρον καὶ ἡ ὑπόληψις ἡ ἐθνική μας.
§206ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ αὐτὸ ἔλεγε καὶ ὁ κύριος Σερπιέρης, ἀλλὰ δὲν κατώρθωσε τίποτε.
§207ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καθὼς διαψεύσαμεν τὸν Σερπιέρην, ὅστις ἔλεγεν, ὅτι μ’ ἕνα φοῦρνο ἠμπορεῖ νὰ ἀγοράσῃ τὴν Ἑλλάδα, οὕτω πρέπει νὰ διαψευσθῶσι καὶ αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν, ὅτι δύνανται νὰ διαπραγματευθῶσι μὲ τὴν τιμήν μας (θόρυβος). Ἤρχισα τὸν λόγον μου λέγων, κύριοι, ὅτι ἐπὶ τίνος προκαλούμεθα νὰ δώσωμεν τὴν πρώτην ψῆφον σήμερον; Ἐπὶ τῆς πρώτης συμβάσεως τῆς σήμερον ἀποσυρομένης, ἢ ἐπὶ τῆς νέας; Καὶ ὅτι πρόκειται περὶ νέας συμβάσεως, ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ. Ὅτε τὴν πρώτην ἡμέραν ἐγένοντο παρατηρήσεις, αἵτινες ἀνάγονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπέλθωσι τροποποιήσεις, καὶ ἐῤῥέθη, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ ἡ παραχώρησις εἰς μόνον τὸ μεταλλεῖον Σερπιέρη, δεύτερον ὅτι πρέπει νὰ προσδιορισθῶσι τὰ ἔξοδα καὶ τρίτον ὅτι πρέπει νὰ ἀναβιβασθῇ τὸ ποσοστὸν, ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνῷ ἔδωκεν ἐλπίδας, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ παραδεχθῇ τὸ πρῶτον, ἀπέκρουσεν διαῤῥήδην τὸ δεύτερον, καὶ μετὰ μίαν, δύω, τρεῖς συνεδριάσεις αὐτὸς ὁ ἴδιος ἦλθε καὶ μᾶς ἀνήγγειλεν, ὅτι καὶ τὰ ἔξοδα προσδιωρίσθησαν καὶ τὸ ποσοστὸν ἐπαυξάνεται. Λοιπὸν πρόκειται περὶ νέας συμβάσεως, πρόκειται περὶ νέων προτάσεων, τὰς ὁποίας δὲν ἐλάβαμεν ὑπ’ ὄψιν, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις τὰς παρεδέχθη, ἀλλὰ μᾶς ἀνήγγειλε καὶ κἄτι ἄλλας, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἡ ἑταιρία, καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν τὰς παρεδέχθη. Καὶ ἂν ἐγὼ κλίνω ὑπὲρ τῶν προτάσεων τῆς ἑταιρίας; Κατ’ αὐτὰς, εἶναι προσδιωρισμένα ῥητῶς τὰ ἔξοδα. Ἰδοὺ ὅτι πρόκειται ὅλως διόλου περὶ νέας συμβάσεως καὶ ἀπὸ τὴν πρώτην δὲν ἀπομένει τίποτε κατὰ τὴν ἐξομολόγησιν τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ. Περὶ αὐτῆς λοιπὸν διὰ μιᾶς μᾶς προσκαλεῖτε νὰ ψηφίσωμεν σήμερον; Καὶ περὶ τοιούτου ζητήματος περὶ οὗ πρόκειται οἷον εἶναι ἡ παραχώρησις ἀναφανδὸν τῶν ἐκβολάδων; Τί λογικώτερον, κύριοι, δι’ ἀνάγκας προβαλλομένας ἀπὸ τὰς τροπολογίας τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γορτυνίας νὰ τυπωθῶσι καθὼς ἐτυπώθησαν αἱ τροπολογίαι καὶ νὰ δώσωμεν καιρὸν εἰς τὸν κόσμον νὰ πεισθῇ, ὅτι τὰς ἐπήραμεν, τὰς ἀνεγνώσαμεν καὶ ἐν γνώσει ἀπεφασίσαμεν; Πρόκειται περὶ τῆς πρώτης ψήφου, τὴν ὁποίαν θὰ δώσωμεν. Ναὶ, πρώτης ψήφου πρόκειται καὶ θὰ ἐπέλθουν δύω ἄλλαι, ἀλλ’ ἡ πρώτη ψῆφος, τὴν ὁποίαν θὰ δώσητε, θὰ ᾖναι χωρὶς ἀποτέλεσμα διὰ τὴν ἀγορὰν ἐκείνην διὰ τὴν ὁποίαν λέγομεν οἱ μὲν ὅτι ἀδιαφοροῦμεν, οἱ δὲ ὅτι ἐκ τῆς τρέλλας της ἐζημιώθη; Ἠμπορεῖ ν’ ἀδιαφορῶ καὶ ἐγώ, ἀλλὰ σήμερον δυνάμεθα νὰ δώσωμεν αἰτίας εἰς περισσοτέρας ζημίας, καὶ νὰ ζημιωθοῦν ἄλλοι, οἵτινες δὲν ἐζημιώθησαν; Καὶ ἂν οἱ μεσῖται τρέξουν κάτω καὶ ἀνακράξουν, ὅτι καί τοι νέαι προτάσεις ἐπροτάθησαν, καί τοι νέοι ἀπεσταλμένοι ἦλθον, καί τοι ἀνηγγέλθη ἐπισήμως ὑπὸ τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ, ὅτι πράγματι ἦλθον, οὐχ ἧττον ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ νομοσχέδιον, δὲν θὰ αὐξήσουν αἱ μετοχαὶ κατὰ 50 φράγκα καὶ καταβιβασθοῦν πάλιν μεθαύριον καὶ ἄλλοι οἰκογενιάρχαι μᾶς καταρασθοῦν; Εἰς ὅ,τι ἔγεινεν ἕως τώρα δὲν εἴμεθα ὑπεύθυνοι, ἀλλὰ δι’ ὅ,τι γείνῃ σήμερον θὰ ἦσθε ὑπεύθυνοι σεῖς. Καὶ περὶ τίνος πρόκειται, κύριοι; Νὰ ἀναβάλωμεν μέχρις αὔριον, ὅπως μάθωμεν θετικῶς, ἐκεῖνος ὅστις ἦλθε, τί προτείνει; Νομίζω, ὅτι εἶμαι εἰς θέσιν νὰ εἴπω ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι αἱ προτάσεις, τὰς ὁποίας φέρει, εἶναι ἀνώτεραι τῶν 65%, θὰ ἦναι 70%. Καὶ ἐνῷ θὰ ἔχητε ἐντὸς ὀλίγων ὡρῶν ἐνώπιόν σας προτάσεις 70% διὰ τὰς ἐκβολάδας τὰς πτωχοτέρας, τὰς χειροτέρας ἀπὸ τὰς περιεχομένας εἰς τὸ μεταλλεῖον τοῦ κ. Σερπιέρη, μᾶς λέγετε νὰ ψηφίσωμεν πρότασιν 50%, ἡ ὁποία δὲν ἐπῆλθεν εἰμὴ ἀφοῦ ἀνεκοινώθη, ὅτι ἦλθεν αὐτὸς ὁ νέος ἀπεσταλμένος; καὶ νὰ δώσω τὴν πρώτην ψῆφόν μου, κύριοι, ἐπὶ συμβάσεως, ἡ ὁποία μέχρι πρὸ ὀλίγου, πρὶν παρουσιασθοῦν αἱ τροπολογίαι, τί μὲ ἐδείκνυεν ἐμπρός μου; τὸν Ἰταλὸν τὸν ὑπήκοον, διότι οὕτω τὸν παριστάνει τὸν Εὐαγγέλην Βαλτατζῆν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργός, οὕτω τὸν ἀποκαλεῖ εἰς ἓν ἀπὸ τὰ ἐπίσημά του, τὸν Ἰταλὸν τοῦτον ὑπήκοον, τὸν σταλέντα παρὰ τοῦ ἄλλου τοῦ κ. Σερπιέρη, ἵνα διαπραγματευθῇ μετὰ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ περὶ παραχωρήσεως τῶν ἐκβολάδων εἰς στιγμήν, καθ’ ἣν εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὴν πίεσιν ἀμφοτέρων τῶν μεγάλων Δυνάμεων, καὶ μὴ ἐπιτυχόντα τοὺς ὅρους τούτους τότε καὶ ἐπιτυγχάνοντα καλλίτερον, ἀφοῦ ἤδη ἀπηλλάχθημεν ἀπὸ τὴν πίεσιν τῶν ξένων Δυνάμεων. Ἐζήτει τότε ὁ Εὐαγγέλης Βαλτατζῆς τὴν συνεκκαμίνευσιν τῶν ἐκβολάδων καὶ σκωριῶν, προτείνων οὐχὶ τὸ 50, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινον πρότερον οἱ πρέσβεις εἰς τὸν τότε ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Σπηλιωτάκην, ἀλλὰ τὸ 44%, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη ἔπειτα μὲ τὴν προσθήκην νὰ ἀφαιρῆται 12% πρὸς ἀπόσβεσιν τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον ἤθελε καταθέσει πρὸς ἐξαγορὰν τῶν καταστημάτων ἐν Λαυρίῳ. Τοῦτο ἐζήτουν τότε. Δὲν συνωμολογήθη τοῦτο τότε, διότι ὁ κ. Σερπιέρης ἐπέμενε νὰ διαγραφῶσι καὶ αἱ δίκαι, ἤγουν νὰ τῷ χαρισθῶσιν ἄλλα τρία ἑκατομμύρια. Καὶ ἀφοῦ ἤθελαν ἀφαιρεθῇ καὶ διὰ τοῦ ποσοστοῦ τούτου, ἤθελε κλεισθῇ τὸ ποσὸν τῶν 15 ἑκατομμυρίων, ἤθελε λαμβάνει 55%, εἶναι πλέον ὠφέλιμος ἡ σύμβασις αὕτη ἀπὸ ἐκείνην, ἡ ὁποία μᾶς ἐπροτάθη ἀπὸ προχθές; Ἐκέρδησεν ἢ ὄχι ὁ Ἰταλὸς οὗτος ὑπήκοος ἐν ὀνόματι τοῦ ἄλλου Ἰταλοῦ, ἀφοῦ ἔπαυσεν ἡ πίεσις τῶν Δυνάμεων, αἵτινες εἶχον ἀποφασίσει νὰ μᾶς πιέσωσι;
§208ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ δικῶν· τὰς ἐχαρίσαμεν;
§209ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἰδοὺ ἀπὸ 44 ἕως 50 εἶναι 6% ὀλιγώτερον, κατὰ ἕνα μικρὸν λογαριασμόν, τὸ ὁποῖον ἔκαμα καὶ ἐγώ, διότι ἐγὼ δὲν ἠξεύρω ἀπὸ τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ἰδοὺ τὶ βγαίνει, καὶ διὰ νὰ μὴ ἀπατηθῶ, τὸν ἐβάσισα ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου, εἶναι τὸ φυλλάδιον, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη ὑπ’ αὐτῆς καὶ διενεμήθη ὑπὸ χειρὸς τῶν ἱδρυτῶν της. Ἐντὸς τοῦ φυλλαδίου εὑρίσκω, κύριοι, παραδεδεγμένον ὅτι τὰ ἔξοδα τῶν ἐκβολάδων εἶναι 400 δραχμαὶ κατὰ τόνον, ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ μολύβδου εἶναι 900 δραχμαί. Παραδέχομαι τὰς 400, ἀλλ’ ἔπειτα ἀπὸ τὰς διαδηλώσεις ἀνθρώπων εἰδημόνων, ὅτι ὁ μόλυβδος δύναται νὰ φθάσῃ καὶ τὰς 2 χιλιάδας ἀξίαν, δὲν θὰ ἦναι ὑπερβολικός, ἂν κρατήσω τὰς 1,000, ὡς ἀξίαν τοῦ μολύβδου, μᾶς μένουν 600 καθαρὸν κέρδος δι’ ἕκαστον τόνον. Τώρα αἱ κάμινοι, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐργασθοῦν μόνον εἰς τὸ μεταλλεῖον τοῦ Σερπιέρη, διότι ἂν παραχωρηθοῦν ὅλαι αἱ ἐκβολάδες, ἡ ἀναλογία εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα, αὐταὶ δίδουν 12,000 τόνους κατ’ ἔτος, 600 δραχμαὶ ὁ τόνος κέρδος, γίνεται κέρδος 7,200,000 κατ’ ἔτος δραχ. εἰσόδημα καθαρόν. Τὸ 1% λοιπὸν, κύριοι, δίδει 72,000 κατ’ ἔτος, τὰ δὲ 6% πόσον; 432,000 κατ’ ἔτος. Εἰς ἕνα ἀριθμὸν ἐτῶν, καθ’ ὃν θὰ διαρκέσῃ ἡ ἐπιχείρησις αὕτη, διότι τοὐλάχιστον θὰ διαρκέσῃ 50 χρόνους, εἶναι τὸ διάστημα 20 ἢ 25 ἐτῶν, θέλει πληρωθῆ ὁ Σερπιέρης καὶ τὰ 12 ἑκατομμύρια καὶ τὰ 3 τῶν δικῶν καὶ ἤθελεν ἐξακολουθήσει νὰ λαμβάνῃ τὸ ὑπερβάλλον. Ἰδοὺ ὅτι μὲ τὸ 44 λαμβάνει ὅλα ὅσα ἐζήτει, καὶ περισσότερον. Τοῦτο μᾶς παρουσίασεν ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν εἴχομεν μέχρι σήμερον ἐνώπιόν μας. Πολὺ καλὰ ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἔφερε τὰς τροπολογίας· ἀλλ’ εἶναι αὗται αἱ μόναι; εἶναι τὸ σωστὸν, τὸ δίκαιον ὅτι πρέπει νὰ παραχωρήσωμεν τὰς ἐκβολάδας, εἶναι ὅ,τι ὑπεστηρίζομεν ἀπὸ τοῦ βήματος καθ’ ἡμέραν, καὶ τὸ ἔλυσεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ πολὺ καλὰ, διότι ἤθελε μᾶς συρίξει ἡ Ἰταλία νὰ τοὺς δώσωμεν περισσότερα σήμερον, παρ’ ὅταν ἐπαπειλοῦντο οἱ λιμένες μας, τοῦτο εἶναι τὸ δίκαιον, τὸ σωστὸν ἐκεῖ νὰ σταθῶμεν, ὅπως καὶ ἡ ἑταιρία ὠφεληθῇ, διότι κἀνεὶς δὲν ἔρχεται νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ πατριωτισμῷ, ἀλλὰ καὶ τὸ δημόσιον νὰ μὴ ζημιωθῇ, διότι δὲν πρόκειται, κύριοι, νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν θὰ παραχωρηθῶσιν αἱ ἐκβολάδες, ὡς ἐσυζητούσαμεν εἰς τὸ 1871, καὶ μάλιστα ἐπὶ περίπου 1 μῆνα, ἀλλὰ περὶ τῆς αἰωνίου ἀπαλλοτριώσεως, καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν τὸ προσφυὲς παράδειγμα τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς· ἂν ἡ ἐπιμονὴ τοῦ Ὄθωνος δὲν ἤθελε σταματήσει τὴν γνώμην τῶν ὑπουργῶν, διὰ νὰ πωλήσωσι τὰς σκωρίας, αἱ σκωρίαι ἤθελον πωληθῆ τότε πρὸς 6 λεπτὰ τὸ καντάρι· ἡ ἐπιμονὴ τοῦ βασιλέως ἐκείνου ἔσωσε τὰς σκωρίας, μία τυχαία ἀπερισκεψία ἑνὸς ὑπουργοῦ, διὰ τὸν χαρακτῆρα τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ ἐγερθῇ ὁ παραμικρὸς δισταγμὸς, τοῦ μακαρίτου Βάλβη, ἔκαμε νὰ παραχωρηθῶσιν ὑπὸ ὅρους τοὺς ὁποίους δὲν ἔπρεπε νὰ παραχωρηθοῦν, καὶ πόσα δὲν ἠκούσατε παράπονα ὄχι ἐναντίον τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ ἐναντίον τῆς διαγωγῆς του, ὅτι ἔσπευσε νὰ τὰς παραχωρήσῃ εἰς ἑταιρίαν, τὴν ὁποίαν ὄχι ἐγὼ, ἄλλοι τὴν ἐχαρακτήρισαν ὡς ὕποπτον καὶ κλέπτριαν, καὶ ὡς ἅρπαγα, ἡ ὁποία ἦλθεν ἐδῶ καὶ μᾶς ἐλῄστευσεν· εἰς στιγμὴν, καθ’ ἣν μᾶς παρουσιάζεται πρότασις 70% καὶ ἐγγυήσεις ὅσας θέλετε, μᾶς λέγετε νὰ ψηφίσωμεν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, διὰ νὰ δοθῇ αἰτία εἰς τὸ Χαβιαρόχανον, νὰ πωλήσωσι κάμποσοι μετοχὰς διὰ νὰ ὠφεληθῶσι καὶ ζημιωθῶσιν ἄλλοι;
§210ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Εἴμεθα ὑπεύθυνοι, διότι θὰ γείνῃ αὐτό;
§211ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριοι, νομίζω, πολὺ ἀδικεῖτε καὶ ἐμὲ καὶ τὸν ἑαυτόν σας, ἐὰν στοχασθῆτε, ὅτι τοιαύτη ἰδέα εἶναι ἰδική μου· ποῖος θὰ ᾖναι ἀπατημένος; ἐν ἀκαρεῖ χθὲς, κύριοι, ἀνυψώθησαν αἱ μετοχαὶ, κατόπιν κατεβιβάσθησαν. Ταῦτα τὰ λέγω μόνον, διὰ νὰ δείξω ποῖον θὰ ᾖναι τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκμεταλλευθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξεμεταλλεύθησαν ὅλα. Ἐὰν αὔριον μετὰ μίαν ἐσκεμμένην σκέψιν, ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως, αἵτινες ἀποτελοῦν νέαν σύμβασιν, λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἄλλας προτάσεις, τὰς ὁποίας προτείνει ἡ ἑταιρία καὶ τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δέχεται, διότι ἠμπορεῖ καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ ἐκείνην δὲν ἠξεύρω... ...; Ἑπομένως, κύριοι, ἀντιτείνω τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ κλείσῃ σήμερον ἡ ψηφοφορία, ἐπειδὴ ἐτέθη ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου τὸ ζήτημα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος, ἀπεκρούσθη δὲ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ καὶ ἑπομένως ἐλάβαμεν καὶ αὐτὴν τὴν ἐπιστολὴν ἐντὸς τῆς Βουλῆς, τὸ ζήτημα τοῦ ὅτι ἐὰν διαφωνία καὶ ἄλλο τι ἐπέλθῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἰς τὴν ψηφοφορίαν ταύτην, δὲν θὰ κάμωμεν ἄλλο, παρὰ νὰ γεννήσωμεν δυστυχήματα. Διὰ νὰ ἐκφράσω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου λέγω, κύριοι, δὲν παραδέχομαι ὡς ζήτημα τακτικῆς, ὡς ζήτημα ἀρχῆς τὸ ζήτημα τοῦ ἀποχωρισμοῦ. Δὲν δύναταί τις νὰ δικαιολογήσῃ τὸ βῆμα τοῦτο, διότι ἄλλος τὸ ἔκαμεν, ἢ διότι ἄλλος δὲν τὸ ἔκαμε· τὸ ζήτημα τοῦ ἀποχωρισμοῦ τοῦ βουλευτοῦ ἀπὸ τὸ βουλευτήριον ἐξαρτᾶται ἀπὸ εἰδικὰς περιστάσεις. Ἐγὼ λέγω, ὅταν πρόκειται περὶ ἀρχῆς πολιτευματικῆς ἢ πολιτικῆς ἐὰν τυχὸν βλέπω, ὅτι εἶμαι ἐν μειονοψηφίᾳ ἴσως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποκύψω καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν ὅταν βλέπω, ὅτι δὲν θὰ ὑπερισχύσουν αἱ ἀρχαὶ αἱ ἰδικαί μου, ἴσως δὲν δικαιολογοῦμαι νὰ ἀποχωρήσω, ἀλλ’ ἐν τῇ προκειμένῃ, κύριοι, περιστάσει, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν πρόκειται περὶ ἀμφισβητήσεως ἀρχῶν ἢ ἰδεῶν, ἀλλὰ περὶ ὑλικῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου ταμείου, περὶ ὑλικῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα διὰ πάντοτε θὰ θυσιασθῶσι, διότι δὲν πρόκειται περὶ φόρου, τὸν ὁποῖον ἐφέτος τὸν προτείνει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ χρόνου δὲν εἶναι, ἀλλὰ περὶ συμβάσεως, ἥτις θὰ μένῃ ἐνόσῳ τελειώσουν αἱ ἐκβολάδες· ὅταν ἐκ τοῦ ἄρθρου 2 προκύπτει κατ’ ἐμὴν κρίσιν, ὅτι πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ αὐτὴ ἡ ὑλικὴ ζημία εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ διὰ τὴν μίαν καὶ διὰ τὴν ἄλλην σκέψιν ὅταν τις θὰ θελήσῃ νὰ προχωρήσῃ καὶ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς στιγμὴν, καθ’ ἣν δὲν πρέπει νὰ λυθῇ, ἐγὼ προτιμῶ καὶ δικαιοῦμαι νὰ ἀποχωρήσω· ἴσως σταματήσω μίαν ἀπόφασιν, ἥτις ἤθελεν ἐπέλθει πρὸς βλάβην τῶν ὑλικῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου.
§212ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σᾶς βγάζομεν καὶ τὸ διαβατήριον.
§213ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κἄτι εἶπον δὲν τὸ ἤκουσα· εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἀκούω δὲν συνειθίζω νὰ ἀπαντῶ.
§214ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς βγάζουν καὶ τὸ διαβατήριον σᾶς εἶπεν εἷς συνάδελφός μας.
§215ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μοῦ βγάζει καὶ τὸ διαβατήριον, τὸν εὐχαριστῶ πολὺ αὐτὸν, ὅστις τὸ εἶπεν, ἀλλὰ ἂς ᾖναι βέβαιος, ὅτι οὔτε ὅταν ἀπέλθω θὰ τοῦ ζητῶ διαβατήριον, οὔτε ὅταν θὰ εἰσέλθω εἰσιτήριον. Λέγω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἡ σημερινὴ ἐπιμονὴ εἰς τὸ νὰ τεθῇ ἡ πρότασις εἰς ψηφοφορίαν χωρὶς νὰ μᾶς δώσετε καιρὸν ὡρίμως νὰ σκεφθῶμεν καὶ οὕτω νὰ ψηφίσωμεν, μᾶς ὑποχρεοῖ ἀπὸ τοῦδε νὰ σκεφθῶμεν ἂν πρέπῃ ν’ ἀποχωρήσωμεν.
§216ΖΩΧΙΟΣ. Μᾶς συνδέει, κ. Λομβάρδε, ἡ καταγωγὴ, εἴμεθα δηλαδὴ καὶ οἱ δύω ἐκ τῆς Ἑπτανήσου, ἔχομεν δὲ καὶ συμφωνίαν, καὶ συμμαχίαν ὑπὲρ τῶν κοινῶν συμφερόντων τῆς Ἑπτανήσου. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν συμφωνῶ μαζῆ σας. Πρέπει ἢ νὰ ρίψωμεν τὴν σύμβασιν, ἢ νὰ μείνωμεν νὰ τὴν συζητήσωμεν. Μὴ νομίζετε, ὅτι ἐγὼ προτείνω τοῦτο, διότι κατοικῶ εἰς Ἀθήνας.
§217ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἠξεύρεις τὸ τί μοῦ συμβαίνει.
§218ΖΩΧΙΟΣ. Τοὺς λόγους καὶ τὰς πράξεις σας τὰς ἔγραψα καὶ τὰς ὑπεστήριξα, ἀλλ’ ἔφθασεν ἡ στιγμὴ, καθ’ ἣν ἕκαστος χρεωστεῖ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ψῆφόν του. Ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος ἔχει δίκαιον, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι σπουδαῖον καὶ χρῄζει μελέτης, εἶμαι συμφωνότατος, ἀλλ’ αὐτὸ πρέπει σήμερον νὰ τὸ ἀποφασίσωμεν, καὶ ἢ πρέπει νὰ μείνωμεν νὰ τελειώσωμεν τὸ προκείμενον ζήτημα, καὶ ἂς καθήσωμεν καὶ 10 καὶ 20 καὶ 30 ἡμέρας, ἢ ἄλλως πρέπει νὰ ῥίψωμεν τὴν σύμβασιν, καὶ ἂς ἀπολυθῇ ἡ Βουλὴ αὐτομάτως, καὶ τὰ συμφέροντα πολλῶν ἀνθρώπων ἂς πάθωσι. Λέγων δὲ τοῦτο, δὲν θέλω νὰ δείξω ὅτι φοβοῦμαι, καὶ ὅτι δὲν ἔχω τὴν τόλμην νὰ ῥίψω τὴν σύμβασιν· ἀλλὰ διϊσχυρίζομαι ὅτι μὲ πλάγια μέσα δὲν πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ψήφισιν αὐτῆς. Ἐγὼ δὲν φοβοῦμαι κἀνένα, εἴτε ὑπὲρ ψηφίσω, εἴτε κατά. Εἶμαι ἐναντίος τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ ἦμαι, ὄχι διὰ τὴν σύμβασιν, ἀλλὰ διότι τὸ κεφάλι μου εἶναι οὕτω πως κατασκευασμένον. Ἐγὼ περὶ παντὸς ἔχω ὡρισμένας ἰδέας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐξέρχονται ποτὲ ἀπὸ τῆς κεφαλῆς μου. Λέγω λοιπὸν τοῦτο· νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, ὅλοι ὅσοι εἴμεθα ἐδῶ νὰ μείνωμεν νὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα ἢ οὕτως ἢ ἄλλως· τουτέστι νὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς συμβάσεως. Συμφέρει δὲ νὰ ἐπέλθῃ μία λύσις, διὰ νὰ λάβῃ ἕκαστος τὸ μέρος τῆς εὐθύνης, τὸ εἰς αὐτὸν ἀνῆκον. Πρέπει νὰ λυθῇ τὸ προκείμενον ζήτημα, διότι ἔχομεν καὶ ἄλλα σπουδαιότερα αὐτοῦ. Ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐγεννήθησαν κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τὴν ἐναντίον τοῦ Ὄθωνος, μένουσιν ἀκέραια (θόρυβος). Νομίζω, ὅτι ἐξήγησα σαφῶς τὴν ἰδέαν μου· ἐὰν δέ τινες προσβάλλουν τὴν Βουλὴν, λέγοντες ὅτι ὁ μὲν ἔχει μετοχὰς ὁ δὲ δὲν ἔχει, μάθετε ὅτι οἱ Ἕλληνες ἐξετάζουν ὅλων τῶν ἄλλων τὸν βίον, αὐτοὶ δὲ ἐξαιροῦνται· σημειώσατε προσέτι ὅτι εἰς τὰς Ἀθήνας ἐδέσποζε τὸ λεγόμενον ἀττικὸν βλέπος.
§219Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ καὶ μόνος μου, καὶ ἐκ μέρους τῶν Ἀθηναίων.
§220ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ Περικλῆς διεμοίραζε τὰ εἰσοδήματά του τὰ ἐνιαύσια εἰς τόσα ἴσα μέρη, ὅσας ἡμέρας εἶχε τὸ ἔτος, καὶ ἐδαπάνα ἓν μέρος αὐτῶν καθ’ ἑκάστην ἡμέραν, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὰς κακὰς γλώσσας τῶν συγχρόνων του. Ἡ Βουλὴ, νομίζω, ὅτι εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ μὴ φοβῆται κἀνένα. Ὅθεν ἢ πρέπει νὰ ῥίψωμεν τὴν σύμβασιν, ἢ πρέπει νὰ μείνωμεν νὰ συζητήσωμεν αὐτὴν κατὰ πλάτος.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσωμεν περὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Λομβάρδου.
§222ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶναι ἄλλοι ἐγγεγραμμένοι;
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§224ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τότε εἶναι περιττόν.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι νὰ γείνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις τοῦ σχεδίου τῆς συμβάσεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀνεγνώσθη ἡ σύμβασις μετὰ τῶν ἐπενεχθεισῶν τροπολογιῶν ὑπὸ τοῦ πρωθυπουργοῦ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν καὶ ἐγένετο παραδεκτὴ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§226ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ψηφοφορίαν, κ. πρόεδρε.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, αὔριον θὰ ἔχωμεν τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Κύριοι βουλευταὶ, τώρα ἔχομεν τὴν ψηφοφορίαν. (Γίνεται μυστικὴ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία διὰ τὴν σύνταξιν τῶν τέκνων Κουντουριώτου τὸ δεύτερον). Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 101, 87 ναὶ καὶ 14 ὄχι, ἄρα παρεδέχθη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 2 παρὰ 5/60. μ. μ.