1873.07.14
2.421 στίχοι · 20.390 λέξεις · 65 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 67
Τῆς 14 Ἰουλίου 1873.
(Σάββατον).
Ὥρα 10 Π. Μ. Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριοι, συνεχῶς ἠγέρθησαν ἐν τῇ Βουλῇ φωναὶ εὐγενέστατοι ὑπὲρ τῆς καταπαύσεως τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα διαπράττονται κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν καὶ τὰ ὁποῖα διαφθείρουν τὸ εὐγενὲς ἀποτέλεσμα τῆς ψήφου τῶν πολιτῶν. Ἐντοσούτῳ εἰσήχθη νομοσχέδιον σωτήριον, ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος ἐπευφήμισεν· ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οὔτε ἡ πρώτη ἀνάγνωσις ἔγεινε. Σήμερον εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἀπαραίτητον πρὸς τὸν σκοπὸν περὶ τοῦ ὁποίου ἐλάλησα. Τὸ νομοσχέδιον ἀποβλέπει νὰ κανονίσῃ τὴν ἁρμοδιότητα τῶν κατὰ τὰς ἐκλογὰς διαπραττομένων ἐγκλημάτων. Ὁ Ἄρειος Πάγος διεφώνησε πρὸς διάφορα συμβούλια τῶν Πρωτοδικῶν καὶ Ἐφετῶν καὶ ἀπεφάνθη ὅτι αἱ πράξεις, αἱ γενόμεναι πρὸς καταδολίευσιν τῆς ψήφου τοῦ πολίτου, ἔχουσι χαρακτῆρα πολιτικὸν καὶ κατὰ συνέπειαν παραπέμπονται ἐνώπιον τῶν ἐνόρκων. Δυστυχῶς ἔχομεν ἀποτελέσματα ὀλέθρια· τὰ κακουργιοδικεῖα ἀπέλυσαν τοὺς πλείστους τῶν τοιούτων παραχαρακτῶν τῆς ἐθνικῆς θελήσεως. Θεωρῶ λοιπὸν ἐπάναγκες νὰ ἀποφασίσωμεν ὅτι εἶναι πολιτικὸν ἔγκλημα, ἔγκλημα τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει σκοπὸν εἰμὴ διὰ τοῦ δόλου καὶ τῆς ἀνομίας νὰ ὑποσκελίσῃ τοὺς ἀνταγωνιζομένους εἰς τὰς ἐκλογάς· (θόρυβος)· θὰ ἦτον ἀξιοκαταφρόνητος τοιαύτη ἰδέα ἂν τὴν συνελαμβάνομεν ἐν τῇ Βουλῇ. Αἱ πράξεις δὲν ἔχουν χαρακτῆρα πολιτικὸν, εἶναι κοινότατον καὶ ἀξιομίσητον ἔγκλημα, κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου λοιπὸν νομοσχεδίου παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ σπεύσῃ τὴν συζήτησιν τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον αὔριον ἔχομεν τὰς ἐκλογὰς τὰς δημοτικὰς καὶ ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ τὸ κηρύξῃ κατεπεῖγον καὶ νὰ τὸ ψηφίσῃ.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι ἐπίσης τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἑτέρου νομοσχεδίου ἀναγκαίου. Ἡ Βουλὴ γνωρίζει ὅτι κατὰ τὸ 18 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου κατηργήθη ἐπὶ τῶν καθαρῶς πολιτικῶν ἐγκλημάτων· ἦτον εὐχῆς ἔργον νὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιον ὁρίζον τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα· τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι τόσῳ δύσκολον, θὰ ἦτον εὐκολώτατον νὰ ἀπαριθμήσωμεν ἐκεῖνα τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, τὰ κατὰ τὸν ποιν. νόμον, καὶ νὰ φέρωμεν νομοσχέδιον συντεταγμένον· ἀλλ’ ἡ πρόοδος τῶν καιρῶν ἔφερε καὶ νέας ἰδέας περὶ τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ σταθῶμεν εἰς τὰ ὅρια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ ποινικὸς νόμος ὁ ψηφισθεὶς ἐπὶ Βαυαροκρατίας, ὅτε δὲν ὑπῆρχεν ὁ συνταγματικὸς βίος Ἑλλάδι· θὰ ἦτο δὲ πολὺ τολμηρὸν ν’ ἀπαριθμήσωμεν τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα κατὰ τὰ ἄρθρα τοῦ ἐν ἰσχύϊ ὑπάρχοντος ποινικοῦ νόμου. Εἶναι λοιπὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ μελέτην πολλὴν καὶ προσοχὴν, ἀλλὰ προσωρινῶς ἔχομεν ἀνάγκην ἑτέρου νόμου. Καταργηθείσης τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου, ὁ Ἄρειος Πάγος κατέδειξε τὸ χάσμα εἰς τὴν νομοθεσίαν μας· καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ἐθεράπευσε τὸ πρᾶγμα, ἀλλὰ τὸ ἐθεράπευσε πλαγίως, καθότι ῥητὴ διάταξις λέγει, ὅτι ποινὴ δὲν ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου ὁρίζοντος αὐτήν. Ἀνάγκη πᾶσα εἰς τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου ν’ ἀντικαταστήσωμεν ἑτέραν ποινὴν εἰς τὰ καθαρῶς πολιτικὰ ἐγκλήματα· κατὰ συνέπειαν ὑποβάλλω νομοσχέδιον, καθ’ ὃ μεταβάλλεται ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου εἰς ἰσόβια δεσμά· καὶ ἀναλόγως φέρω καὶ τὰς ἑπομένας βαθμολογίας· (τὸ καταθέτει).
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΙΣ
Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ἐπὶ τῶν καθαρῶς πολιτικῶν ἐγκλημάτων, ἀντὶ τοῦ θανάτου καὶ τῶν ἰσοβίων δεσμῶν καταγινωσκομένης ποινῆς. Πρὸς τὴν Βουλήν. Τὸ ἄρθρον 18 τοῦ Συντάγματος κατήργησε τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου ἐπὶ τῶν καθαρῶς πολιτικῶν ἐγκλημάτων. Ὡς ἐκ τούτου τὰ δικαστήρια, καὶ ἰδίως ὁ Ἄρειος Πάγος, εὑρέθησαν εἰς ἀμηχανίαν περὶ τῆς ἐφαρμοστέας ποινῆς ἐπὶ ἐγκλημάτων τοιούτων. Καὶ ναὶ μὲν τὸ ἀνώτατον δικαστήριον ἐθεράπευσε τὸ πρᾶγμα πλαγίως, ἐφαρμόσαν τὴν ἀμέσως ἑπομένην μεγαλειτέραν ποινὴν, οὐχ ἧττον ὅμως, κατὰ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Συντάγματος, ποινὴ δὲν ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου, ὁρίζοντος αὐτήν. Ἀναγκαία ἑπομένως καθίσταται ἡ ψήφισις τοῦ ἀνωτέρω νομοσχεδίου, καθ’ ὃ ἀντικαθίσταται εἰς τὴν τοῦ θανάτου ποινὴν ἡ τῶν ἰσοβίων δεσμῶν. Ἀλλ’ ἕνεκα τῆς καταργήσεως τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως εἰς αὐτὴν τῆς τῶν ἰσοβίων δεσμῶν ἀναγκαίως ἔπρεπε νὰ μεταβληθῇ καὶ ἡ τελευταία αὕτη ποινὴ εἰς τὸν ἀνώτατον ὅρον τῶν προσκαίρων δεσμῶν, ὅπως ὑπάρξῃ ἀπόστασίς τις μεταξὺ τῶν δύω ποινῶν κατὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιοποίνου. Ἀναλλοίωτοι δὲ ἔμειναν ὅλαι αἱ λοιπαὶ ἐπὶ τοιούτων ἐγκλημάτων ποιναὶ, ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ, καθότι ὁ δικαστὴς, ἐν περιπτώσει ἐφαρμογῆς τῶν προσκαίρων δεσμῶν ἢ τῆς εἱρκτῆς ἢ τῆς φυλακίσεως, ἔχει στάδιον ἐλεύθερον ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου μέχρι τοῦ κατωτάτου ὅρου τῶν ποινῶν τούτων, ἔχων ὑπ’ ὄψιν ὅτι καθόσον ἀφορᾷ τὰ πρόσκαιρα δεσμὰ ὁ νομοθέτης ἀντικατέστησε τὴν ποινὴν τῶν ἰσοβίων διὰ τοῦ ἀνωτάτου ὅρου τῶν προσκαίρων. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 8 Ἰουλίου 1873.
Ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργὸς
Π. ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ
ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
Περὶ τῆς ἐπὶ τῶν καθαρῶς πολιτικῶν ἐγκλημάτων, ἀντὶ τοῦ θανάτου καὶ τῶν ἰσοβίων δεσμῶν καταγινωσκομένης ποινῆς. Ἄρθρον μόνον. Ἀντὶ τῆς ἐπὶ τῶν καθαρῶς πολιτικῶν ἐγκλημάτων, κατὰ τὸ ἄρθρον 18 τοῦ Συντάγματος, καταργηθείσης ποινῆς τοῦ θανάτου καταγινώσκεται ἡ ἀμέσως ἑπομένη ποινὴ τῶν ἰσοβίων δεσμῶν, καὶ ἀντὶ τῆς ἐπὶ παρομοίων ἐγκλημάτων ποινῆς τῶν ἰσοβίων δεσμῶν θέλει καταγινώσκεσθαι ὁ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου ἀνώτατος ὅρος τῶν προσκαίρων δεσμῶν. Αἱ λοιπαὶ τῶν ἐπὶ τοιούτων ἐγκλημάτων ποιναὶ μένουσιν, ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ. Ἀθῆναι, τῇ 8 Ἰουλίου 1873.
Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης
Π. ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῶσιν. Ἡ χήρα Βρατσάνου ἔχει ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ τῆς ὁποίας λέγει ὅτι ὁ ἀποβιώσας σύζυγος αὐτῆς εἶχεν ὑπηρεσίαν 19 ἐτῶν, ὥστε δὲν λείπουν ἢ τρεῖς μῆνες, τὸ δὲ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν παραδέχθη τὴν σύνταξίν της. Παρακαλεῖ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ μεριμνήσῃ ὑπὲρ αὐτῆς, καθόσον εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐσχάτην δυστυχίαν.
§5ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον. (Μετὰ ταῦτα ἡ Βουλὴ παραδέχθη τὰ ἑξῆς νομοσχέδια εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου αὐτοῦ ψηφοφορίας). 1.) Τὴν σύμβασιν μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἀγγλικῆς ἑταιρίας ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν ὑποβρύχιος ἀνατολικὴ τηλεγραφικὴ ἑταιρία. 2) Τὸ περὶ συνοικισμοῦ τῶν κατοίκων τῆς παλαιᾶς Κορίνθου. 3.) Περὶ διαθέσεως τῶν προσόδων τῶν ὡρισμένων διὰ τὴν διώρυξιν τοῦ πορθμοῦ Εὐρίπου. 4.) Τὸ περὶ συντάξεως τῶν ὑπαλλήλων τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων. 5.) Σύμβασιν μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς ἐν Ἀμστελαδάμῳ ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας. 6.) Τὸ περὶ τῆς δημοτικῆς φορολογίας τοῦ δήμου Ἰθάκης. 7.) Τὸ περὶ παραχωρήσεως ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν ἐκ 300 στρεμμάτων εἰς μεταλλευτικὰς ἑταιρίας.
§6ΖΑΪΜΗΣ. Ὅλα αὐτὰ τὰ νομοσχέδια βεβαίως δὲν θὰ τελειώσωσι, πρὶν τελειώσῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τῶν ἐκβολάδων.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἔμεινε σύμφωνος, ὅλα τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἀντίῤῥησιν, ν’ ἀναγνωσθῶσιν εἰς πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§8ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ποῦ ἠξεύρετε ἂν δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις; Πρέπει, κύριε πρόεδρε, ἀφ’ ἑσπέρας νὰ μᾶς εἰδοποιήσετε, ὅταν ἔλθῃ ἡ τρίτη ἀνάγνωσις.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἔχομεν ἤδη νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως εἰς τὸν δῆμον Ἑρμουπολιτῶν χώρου........
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν....
§11ΖΩΧΙΟΣ. Ἔχω ἀντίῤῥησιν εἰς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον.
§12ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν πίστωσιν ἀναπληρωτικὴν ληφθεῖσαν κατὰ τὸ 1871 ἐκ δραχ. 665,000. 2.) Ἔκτακτον πίστωσιν ληφθεῖσαν εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1872 ἐκ δραχμῶν 30,000. Ἄλλην πίστωσιν ἔκτακτον τοῦ 1872 ἐκ 30,000, ἑτέραν τοῦ 1872 ἐκ δραχμῶν 185,000. Ἑτέραν ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν τοῦ 1872 ἐκ δραχμῶν 2,277.
§13ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸς ποῖον σκοπὸν ἐζητήθησαν;
§14ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Θὰ τυπωθῶσι καὶ θὰ τὰς ἀναγνώσετε. Σᾶς ὑποβάλλω καὶ τὴν πίστωσιν τὴν ληφθεῖσαν διὰ βασιλικοῦ διατάγματος διὰ τὴν τριμηνίαν Ἰανουαρίου, Φεβρουαρίου καὶ Μαρτίου τοῦ 1873.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάνης ἔχει τὸν λόγον.
§16Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπῆρχε νόμος τῆς Ἐπικρατείας, ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, κυρωθεὶς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, δημοσιευθεὶς καὶ διελθὼν ὅλας τὰς ἐξωτερικὰς διατυπώσεις, αἵτινες δίδουσι τὸ κῦρος τῶν νόμων· ὁ νόμος ἐπραγματεύετο περὶ τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων καὶ ἐδημοσιεύθη κατὰ τὸ 1871. Τὸ ὑπουργεῖον δὲ συνωμολόγησεν μετά τινος ἑταιρίας σύμβασιν τὴν 29 Ἀπριλίου, διὰ τῆς ὁποίας παρεχώρησε τὸ δικαίωμα τῆς ἐκκαμινεύσεως τῶν ἐκβολάδως εἰς αὐτήν· διὰ δὲ τῆς συμβάσεως ταύτης δὲν ἐτήρησε τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1871. Καὶ ἀληθῶς. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, ὅστις ἦλθε νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἦν δύνατο νὰ διατεθῇ ὑπὸ τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας ἡ ἐθνικὴ αὕτη περιουσία, τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ τὰς ἐκβολάδας εἰμὴ κατὰ μερίδας, οὐδέποτε δὲ συλλήβδην, ὅλας ὁμοῦ. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1871, ἡ διάθεσις τῶν ἐκβολάδων δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ εἰμὴ μετὰ δημόσιον συναγωνισμόν· διὰ δὲ τῆς συμβάσεως ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παραχωρήσῃ τὴν ἐκκαμίνευσιν τῶν ἐκβολάδων εἰς ὡρισμένας τιμὰς ἄνευ διαγωνισμοῦ τινος. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1871, ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται διαθέτουσα τὰς ἐκβολάδας νὰ μὴ δεχθῇ ποσοστὸν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ἐπὶ τοῦ προϊόντος τῆς διαθέσεως αὐτῶν ὀλιγώτερον τῶν 60%· διὰ δὲ τῆς συμβάσεώς της, ὑπογραφείσης τὴν 29 Ἀπριλίου, ἡ Κυβέρνησις ἐδέχθη ποσοστὸν ἐκ τοῦ καθαροῦ κέρδους 44%. Τέλος πάντων διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1871 ἀπῃτήθη ῥητῶς παρὰ τῆς πολιτείας, κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῶν περὶ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων συμφωνιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἤθελε προβῆ, νὰ προσδιορισθῶσι ῥητῶς τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς, τὰ ὁποῖα θέλει ἀφαιρέσει ἐκ τοῦ ἀκαθαρίστου προϊόντος, καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τούτων θέλει εὑρίσκεσθαι τὸ καθαρὸν προϊὸν τῆς ἐργασίας, ἐκ τοῦ ὁποίου θέλει ὑπολογίζεσθαι τὸ διὰ τὸ δημόσιον ἀποδοτέον δικαίωμα· διὰ τῆς συμβάσεως ὅμως δὲν προσδιορίζονται τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς. Ἠδύνατο ἐνταῦθα νὰ γεννηθῇ τὸ πρόβλημα· ἐὰν δὲν ἤθελε γεννηθῇ εἰς τὴν διάνοιαν ἑνὸς ἄλλου, ἤθελον ἀναγκασθῆ νὰ θεωρήσω προταθὲν τὸ πρόβλημα τοῦτο μετὰ τὴν ἀγόρευσιν, ἣν ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἔκαμε χθὲς, καὶ μετὰ τὴν ἔκθεσιν τῶν ἐπιτροπῶν ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν καὶ οἰκονομικῶν τῆς Βουλῆς, αἵτινες μετὰ μεγάλης φιλοπονίας ἐπεξειργάσθησαν τὴν σύμβασιν. Ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ τὸ πρόβλημα, ἂν δύναται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ὁσάκις ἐκτελῇ τοὺς νόμους καὶ κρίνῃ ὅτι διάταξίς τις τῶν νόμων τούτων εἶναι δύσκολον νὰ ἐκτελεσθῇ, ἢ ὁσάκις κρίνῃ ὅτι ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν εἶναι κατὰ τὴν ἰδέαν της ἐπιζήμιος εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, ἂν δύναται νὰ προβαίνῃ εἰς πράξεις, ἀναιρούσας τοὺς νόμους τούτους, πρὶν ἢ ζητήσῃ τὴν τροποποίησιν ἢ τὴν κατήργησιν τῶν νόμων τούτων παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἐὰν δὲν ἤθελε διαφανῆ ἐν τῇ διανοίᾳ τινὸς, ἤχθη ὅμως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ τῆς ἐκθέσεως τῶν ἐπιτροπῶν ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν, διὰ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὅθεν εἰμὶ ἠναγκασμένος νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλ’ οὐχὶ διὰ τὰς πολιτικὰς συνεπείας αὐτοῦ. Αἱ πολιτικαὶ συνέπειαι τῆς ἐξετάσεως τῶν τοιούτων ζητημάτων σκοποῦσι τὴν κατάκρισιν ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον ἐκ τῆς ἐξετάσεως αὐτῶν ἀναδειχθῆ παραβάντες ἢ ἀθετήσαντες τοὺς νόμους, σκοποῦσι τὴν κατάβασιν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκρίθησαν ὡς παραβάντες τὸν νόμον, καὶ τὴν ἀνάβασιν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἐκείνων, οἵτινες φαίνονται ὡς ἀντιφρονοῦντες ἢ ἀντιλέγοντες· ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων σᾶς εἶπε χθὲς τὸ φρόνημά του, ὅτι ἡ ἐξέτασις τῆς συμβάσεως ταύτης δὲν δύναται νὰ ἔχῃ πολιτικὰ τοιαῦτα ἀποτελέσματα, καὶ ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις, ἐξετάζουσα τὴν σύμβασιν, δὲν σκοπεῖ οὔτε τὴν κατάβασιν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς νὰ ἐπιζητήσῃ τῶν νῦν κυβερνώντων, οὔτε τὴν ἀνάβασίν της ἐπὶ τὴν ἀρχὴν νὰ ἐπιδιώξῃ. Καὶ ἂν τὰ ἄλλα ἔντιμα μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως τοιοῦτον ἔχωσι σκοπὸν, ἐγὼ ὑπερβαίνω κατὰ τὸ φρόνημα ἐκείνους, διότι οὐδέποτε θέλω συναινέσει, ἵνα ἡ ψῆφός μου συντελέσῃ εἰς τὴν κατάβασιν τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως, πρὶν ἢ πεισθῶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ σχηματισθῇ ἄλλη ἀντ’ αὐτῆς. Ὅσον καὶ ἂν ἔχω τὸ φρόνημα ὅτι ἡ διαχείρισις τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου εἶναι ἐλαττωματικὴ, ὅσον καὶ ἂν ἦμαι πεπεισμένος ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ τόπου δὲν εἶναι ἡ προσήκουσα, ὅσον καὶ ἂν ἔψαυσα αὐταῖς χερσὶ διοίκησιν ἐμπαθῆ καὶ φατριαστικὴν, δὲν θέλω ὅμως ποτὲ συναινέσει διὰ νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου πρὸς κατάβασιν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῶν νῦν κυβερνώντων, ἢ πρὸς ἀνάβασιν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἄλλων, ἐν ὅσῳ δὲν πεισθῶ ὅτι οἱ διάδοχοι αὐτῶν θέλουσιν ὑπερβαίνει καθ’ ὅλα ταῦτα τὰ προσόντα τοὺς προκατόχους των. Εἶμαι ὅμως ἠναγκασμένος νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα διὰ τὰς οἰκονομικὰς συνεπείας αὐτοῦ· τῳόντι πρὸ δύω ἐτῶν ἐψηφίζετο ὁ περίφημος ἐκεῖνος νόμος τῆς 29 Μαΐου 1871 περὶ τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων. Καθ’ ὃν χρόνον συνεζήτει καὶ ἐψήφιζεν αὐτὸν ἡ Βουλὴ, καὶ ἡ κοινωνία τῆς μητροπόλεως ταύτης καὶ ἡ κοινωνία τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους δὲν ἐφαίνοντο τοσοῦτον ἀμέριμνοι καὶ ἀπαθεῖς, οὔτε ἐμαρτύρουν τὴν ψυχικὴν ἐκείνην γαλήνην, τὴν ὁποίαν τηροῦσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουν πλήρη ἐμπιστοσύνην ἐπὶ ἐκείνους, οἵτινες ἐκλήθησαν νὰ βουλεύωνται περὶ τῶν κοινῶν συμφερόντων. Ἡ κοινωνία ἰδίως τῶν Ἀθηνῶν ἦτον ἀνήσυχος καὶ τυρβάζουσα, καὶ ἐμαρτύρει τὴν ἀνησυχίαν της ταύτην διὰ τῶν ποικίλων ὑπονοιῶν, αἵτινες διεδίδοντο κατὰ τῶν βουλευομένων καὶ κατὰ τῶν κυβερνώντων, διὰ τῆς δυσπιστίας, τὴν ὁποίαν διὰ τῶν διαδόσεων τούτων ὑπεδήλου. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην μὲ κατεῖχεν ἐπὶ πολλοὺς μῆνας ὀδυνηρὸν νόσημα κλινήρη, δὲν ἐπέτρεπε δ’ ἡ κατάστασις τῆς ὑγείας μου νὰ μετάσχω τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου· καὶ μολονότι δὲν ἦτον ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς προσεγγίζοντάς με νὰ ἀπασχολῶσι τὴν κεκμηκυῖαν τότε διάνοιάν μου περὶ τῶν πραγμάτων τῆς πολιτείας, μολαταῦτα οἱ προσωπικοὶ φίλοι μου ἦσαν τοσοῦτον συγκεκινημένοι ἐκ τῶν ἐν τῇ πολιτείᾳ γιγνομένων, ὥστε δὲν ἐδίστασαν νὰ μοὶ ἀνακοινώνωσι τὴν ἐπίδρασιν τὴν μεγάλην, τὴν ὁποίαν τὸ τότε ἐγερθὲν δημόσιον φρόνημα ἤσκει ἐπὶ τοῦ βουλευτικοῦ σώματος, οὔτε νὰ μοὶ κρύπτωσι τὴν δειλίαν, τὴν ὁποίαν ἐνέπνεεν εἰς αὐτοὺς ἡ ἐπίδρασις αὕτη. Θέλω ἐξενέγκει φρόνημα, ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης παρακαλῶν τοὺς ὁπωσδήποτε μετασχόντας ἐκείνης τῆς καταστάσεως μετ’ ἐπιεικείας καὶ ἀνοχῆς νὰ ἀκούσωσι τὸ φρόνημά μου τοῦτο, ὑπαγορευόμενον ὑπὸ μόνης τῆς εἰλικρινείας μου. Λυποῦμαι διότι οἱ κεκλημένοι τότε ὑπὸ τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν δὲν ἐγκατέλιπον ἀμέσως τὴν ἀρχήν· λυποῦμαι διότι δὲν συνῄνεσαν νὰ συντελέσωσι διὰ τοῦ τρόπου τούτου εἰς τὴν ἀνάβασιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἐργατῶν τῆς καταστάσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Μόνον οὕτως ἤθελε κατασταλῆ ἡ ἐπίδρασις, τὴν ὁποίαν ἡ κοινωνία ἀδίκως καὶ ἀλλόγως ἤσκει τότε ἐπὶ τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἡ περὶ τὸ ἐγκαλεῖν τοὺς ἄλλους τάσις τινῶν· μόνον οὕτως ἤθελε τιμωρηθῆ ἡ ἱκανότης τινῶν περὶ τὸ ἀπατᾶν τοὺς εὐαπατήτους καὶ ἀποπλανᾷν τοὺς εὐπλανήτους συμπολίτας ἡμῶν κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν. Ἀλλ’ ἐὰν τότε ἡ κοινωνία τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν τῆς ἐπικρατείας ἤσκησεν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου περὶ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου περὶ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων τῆς 29 Μαΐου τοῦ 1871, νομίζετε ὅτι ἐν μικροτέρᾳ τινὶ ἀναλογίᾳ δὲν ἀσκεῖται νῦν ἐπὶ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου ἠθική τις ποιὰ πίεσις, τὴν ὁποίαν οἱ συμπολῖται ἡμῶν κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν, τινὲς ἢ οἱ πλεῖστοι αὐτῶν ἀσκοῦσιν ἐπὶ τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν; — Καὶ ἂν ἡ πίεσις, ἡ ἰσχύουσα τότε, εἶχεν ἀφορμὴν κρίσεις καὶ γνώμας ἀφῃρημένας, ἢ θεωρίας κενάς, ἢ τὴν πρόνοιαν τὴν ἀκατάσχετον τοῦ κοινοῦ περὶ τῶν δημοσίων συμφερόντων, νομίζετε ὅτι ἡ πίεσις, ἥτις δύναται ν’ ἀσκηθῇ νῦν εἴτε ἐπὶ ὁμάδας εἴτε ἐπὶ τὰ ἄτομα τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην, δύναται νὰ ᾖναι ἀσθενεστέρα; Τὴν πίεσιν τῆς σήμερον, τὴν δρᾶσιν τὴν ὁποίαν ἡ κοινωνία τῶν Ἀθηνῶν δύναται νὰ ἀσκήσῃ ἐφ’ ἡμᾶς, ὑπαγορεύει καὶ κανονίζει τὸ ἄμεσον, τὸ χρηματικὸν συμφέρον τῶν ἀτόμων. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων σᾶς εἶπεν ὅτι εἴμεθα ἄνθρωποι, εἴμεθα ἀτελῆ ὄντα, συνδεόμεθα πολλαχῶς καὶ πολυτρόπως μετὰ τῶν συμπολιτῶν μας, καὶ πολλάκις ἐν ταῖς σκέψεσιν ἡμῶν δὲν δύναται νὰ σιγήσῃ ἡ γλῶσσα καὶ ἡ φωνὴ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωμεν πρὸς προστασίαν τῶν συμφερόντων τῶν ὁμάδων τῆς κοινωνίας· οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ διακωλύσῃ τις ἵνα ἡ ἐπίδρασις αὕτη, εἴτε ἀσκηθῇ ἀμέσως ἐφ’ ἡμᾶς, εἴτε φθάσῃ ἐμμέσως μέχρις ἡμῶν. Ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον, ἐπιλαμβανόμενον τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τοῦ 1871, ἐπείθετο ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ παραβῇ τὰς διατάξεις αὐτοῦ διὰ τῆς συνομολογήσεως τῆς συμβάσεως περὶ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων, διότι ἐπείθετο ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου ἦσαν ἀνεκτέλεστοι, ἢ ἔκρινεν ὅτι ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν ἦτον ἐπιζήμιος εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ἐὰν τὸ φρόνημά του τοῦτο ἦτον ἀληθὲς καὶ ὀρθὸν, ἤθελον ὑποταγῆ εἰς τὸ φρόνημά του τοῦτο, ἤθελον ἀναγνωρίσει ὅτι ἄδικος τύχη μᾶς καταδικάζει νὰ διέλθωμεν τὰς περιπετείας καὶ τὰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας ἐπέβαλεν ἡμῖν τὸ καθῆκον τοῦτο. Ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον ἐφρόνει ὅτι ἠδύνατο νὰ παραβῇ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1871 περὶ τὴν διάθεσιν τῶν ἐκβολάδων, διότι ἔκρινεν ἀνεκτελέστους τὰς διατάξεις αὐτοῦ, ἢ ἐπιζημίαν τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὤφειλε νὰ ἀκολουθήσῃ ἄλλην πορείαν ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε. Διότι, ἐὰν ἠκολούθει ἄλλην πορείαν, δὲν ἤθελε συντελέσει εἰς τὸ νὰ μεσολαβήσῃ μεταξὺ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως καὶ τοῦ κυροῦντος αὐτὴν νόμου χρονικὸν διάστημα, οὐδὲ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο νὰ γεννηθῶσιν αἱ μεταξὺ τῆς συζητήσεως εἰς τὴν ὁποίαν ἐτράπημεν, καὶ τῶν ἀποφάσεων εἰς ἃς θέλομεν προβῆ ἀφ’ ἑνὸς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τῶν σχηματισθέντων συμφερόντων, τοσοῦτον στεναὶ σχέσεις μεταξὺ, λέγω, τῆς συζητήσεως, καὶ τῶν ἀποφάσεων ἡμῶν, καὶ μεταξὺ τῶν συμφερόντων τῶν ἀτόμων ἢ τῶν ὁμάδων ἐν Ἀθήναις· ἤθελεν ἀκολουθήσει τότε πορείαν τοιαύτην, ἕνεκα τῆς ὁποίας δὲν ἤθελε παραχθῆ ἡ τοσοῦτον ἄμεσος ἐπίδρασις ἐπὶ τῶν συζητήσεων καὶ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Κοινοβουλίου ὑπὸ τῶν συμφερόντων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὅπως δήποτε ἀνεμίχθησαν εἰς τὴν σύστασιν τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου, καὶ εἰς τὴν διαχείρισιν ἢ τὴν κυβείαν τῶν μετοχῶν αὐτῆς. Ἀλλ’ ὅπως ἐπολιτεύθη συνομολογῆσαν τὴν σύμβασιν, πρὶν ἢ προκαλέσῃ τὴν τροποποίησιν ἢ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου τοῦ 1871, συνετέλεσεν ἀμέσως εἰς τὴν παραγωγὴν τῶν αἰτίων, ἐκ τῶν ὁποίων προέρχεται ἡ δρᾶσις τοῦ φρονήματος τῆς πόλεως Ἀθηνῶν ἐπὶ τῶν συζητήσεων καὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς. Αὗται εἰσὶν αἱ οἰκονομικαὶ συνέπειαι, διὰ τὰς ὁποίας μοὶ ἐπιβάλλεται ἀπαραιτήτως νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὀκτὼ ἔντιμα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ἀποτελέσαντα τὰς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπὰς, τὰς κληθείσας νὰ προβασανίσωσι τὴν σύμβασιν περὶ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων τοῦ Λαυρίου, ἐξετέλεσαν ἀληθῶς μετὰ μεγάλης φιλοπονίας τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἔδωκεν αὐτοῖς. Ἀλλὰ διὰ τῆς ἐκθέσεώς των ἀνέγραψαν ὑπὲρ τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας ἓν συνταγματικὸν δικαίωμα κατὰ τοῦ ὁποίου κηρύσσομαι ἄντικρυς. Ἡ ὀκτανδρία αὕτη, ὡς τὴν ὠνόμασεν ὁ φίλος μου κύριος Ζαΐμης, ἀνεκήρυξεν ὅτι ὁσάκις ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία καλεῖται νὰ ἐκτελέσῃ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ἐὰν κρίνῃ αὐτοὺς δυσεκτελέστους, ἢ ἐὰν κρίνῃ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν ἐπιζήμιον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, ὅτι λέγω ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία δύναται νὰ μὴ τοὺς ἐκτελέσῃ, καὶ ὄχι μόνον δύναται νὰ μὴ τοὺς ἐκτελῇ, ἀλλὰ δύναται καὶ νὰ τοὺς παραβαίνῃ· προσερχομένη ὕστερον ἐνώπιον ἡμῶν, νὰ ζητῇ τὴν συγχώρησιν τῆς παραβάσεως ταύτης. Τὰ ὀκτὼ ἔντιμα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ἀποτελέσαντα τὴν πλειοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς, αὐτὸ σᾶς λέγουσι διὰ τῆς ἑξῆς περιόδου τῆς ἐκθέσεώς των, δι’ ἧς θαυμάζουσι τὸ μέγα δικαίωμα, τὸ ὁποῖον νομίζουσιν ὅτι αἱ συνταγματικαὶ κυβερνήσεις κατ’ αὐτοὺς ἔχουσιν. «αἱ συνταγματικαὶ κυβερνήσεις ἀνέκαθεν καθιέρωσαν τὴν διὰ συμβάσεων χορήγησιν ἐργολαβιῶν ἢ ἄλλων παραχωρήσεων, καθ’ ἃς τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου ἀπαιτεῖ, ὅπως αἱ ἐργολαβίαι αὗται καὶ παραχωρήσεις γίνωνται οὐ μόνον ὑπὲρ τῶν ὑποβαλλομένων εἰς συμφερωτέρους χρηματιστικοὺς ὅρους, ἀλλὰ συνάμα καὶ δυναμένων ὡς ἐκ τῆς πείρας αὐτῶν καὶ τῆς ἐπιστήμης νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν ἐπιτυχῆ διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου, ὅπερ ἀναδέχονται. Τούτου ἕνεκα αἱ κυβερνήσεις ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις εὑρισκόμεναι ὀφείλουσι πολλάκις νὰ δέχωνται καὶ ὅρους ἐναντίον τῶν ὁρισμῶν τῶν κειμένων νόμων καὶ νὰ δεσμεύωσιν ὅσον οἷόν τε ἀσφαλέστερον τοὺς ἀναλαμβάνοντας τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἔργων, προσφεύγουσαι εἰς τὸν τύπον τῶν συμβάσεων, καθ’ ἃς ὁ μὲν ἰδιώτης δεσμεύεται ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς ὑπογραφῆς αὐτῶν, τὸ δὲ δημόσιον θεωρεῖται ἐλεύθερον μέχρι τῆς κυρώσεως τῆς συμβάσεως ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.» Οἱ μεγάλοι κόποι, τοὺς ὁποίους περὶ τὴν μελέτην τῆς συμβάσεως κατέβαλον τὰ ὀκτὼ μέλη τὰ ἀποτελέσαντα τὴν πλειοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν ἔδωκαν ἴσως εἰς αὐτὰ τὸν ἀναγκαῖον καιρὸν διὰ νὰ διακρίνωσι δύω κεχωρισμένα ἀπ’ ἀλλήλων ζητήματα, τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει νὰ ἐκτελῇ τοὺς περὶ διαθέσεως ἐθνικῆς περιουσίας νόμους, ὅταν συνομολογῇ συμβάσεις ἢ συμφωνίας πρὸς διάθεσιν ἐθνικῆς περιουσίας, καὶ τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει, ὅταν συνομολογῇ συμβάσεις καθ’ ὡρισμένας περιπτώσεις νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὰς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ζητῇ τὴν κύρωσιν. Ἐὰν ἡ συνομολογήσασα συμβάσεις ἐξουσία εἰσάγῃ αὐτὰς εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ κυρωθῶσι διὰ νόμου, δὲν εἰσάγει αὐτὰς διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν ἔγκρισιν τῆς παραβάσεως τῶν νόμων, τὴν ὁποίαν ἔκαμε κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῶν συμβάσεων, ἀλλὰ διότι αἱ συμβάσεις αὗται κανονίζουσιν ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα κατὰ τοὺς νόμους τῆς ἐπικρατείας δὲν δύνανται νὰ διατεθῶσιν εἰμὴ διὰ νόμου. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἐλευθερία τῆς ἐνεργείας τὴν ὁποίαν τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα παρέχει εἰς τοὺς ὑπουργοὺς, νὰ παραβαίνωσι τοὺς νόμους διὰ τῆς συνομολογήσεως συμβάσεων, ἀλλ’ εἶναι περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας τῶν ὑπουργῶν· εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι εἶναι ἀπηγορευμένον εἰς αὐτοὺς διὰ συμβάσεων καὶ διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς των εἴτε διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων, εἴτε διὰ κανονιστικῶν πράξεων νὰ κανονίζωσιν ὡρισμένα ἀντικείμενα, διὰ τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖται νὰ προκαλῆται καὶ νὰ ἐκδίδηται νόμος. Μετὰ ἀπορίας ἤκουσα καὶ τὸν κ. πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου συμμεριζόμενον χθὲς ἐμμέσως τὸ φρόνημα τοῦτο τῆς πλειονοψηφίας τῶν ἐπιτροπῶν. Μοὶ ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὡρισμένας διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καὶ ἑρμηνεύσω ὅσον οἷόν τε συντόμως, ἵνα σᾶς ἀποδείξω, ὅτι τὸ φρόνημά μου δὲν εἶναι κενὸν φρόνημα, μήτε ἐπὶ λόγων ἀβασίμων στηριζόμενον, ἀλλὰ στηρίζεται ἐπί τε τῆς διασκευασμένης ὑφῆς τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, προστατεύεται δὲ καὶ ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 27 τοῦ Συντάγματος διατάσσει «ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα, ἐνεργεῖται δὲ διὰ τῶν παρ’ αὐτοῦ διοριζομένων ὑπευθύνων ὑπουργῶν.» Κατὰ τὸ ἡμέτερον πολίτευμα, τὸ ὁποῖον κατ’ οὐδὲν διαφέρει τῶν ἄλλων πολιτευμάτων, ὁ Βασιλεὺς ἐτέθη ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἀσκοῦσιν οἱ ὑπεύθυνοι ὑπουργοί, τοὺς ὁποίους διορίζει. Οἱ ὑπουργοὶ λοιπὸν καλοῦνται ἵνα ἐκτελῶσι τοὺς νόμους καὶ οὐχὶ νὰ παραβαίνωσιν αὐτοὺς, καὶ καθίστανται ὑπεύθυνοι ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς μετεχούσης τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας Βουλῆς. Τὸ δὲ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος δὲν ἐπιτρέπει οὐδ’ εἰς αὑτὸν τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐνέργειαν τῶν νόμων.— «Ἄρθρον 35. Ὁ Βασιλεὺς ἐκδίδει τὰ ἀναγκαῖα διατάγματα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, οὐδέποτε δὲ δύναται νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐνέργειαν, οὐδὲ νὰ ἐξαιρέσῃ τινὰ ἀπὸ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου·» ἐὰν δὲ δὲν ἐπιτρέπῃ εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, κατὰ πλείονα λόγον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς ὑπουργοὺς οὔτε ὑπὸ διατάξεώς τινος τοῦ Συντάγματος, οὔτε ὑπὸ ἐννοίας τινὸς αὐτῶν, νὰ προβαίνωσιν εἰς παραβίασιν αὐτῶν τῶν νόμων. Οἱ νόμοι λοιπὸν χαράσσουσι τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν οἱ ἐκτελοῦντες αὐτοὺς ὑπουργοὶ πρέπει νὰ τρέπωνται, μὴ ἐκτρεπόμενοι οὐδὲ δεξιὰ, οὔτε ἀριστερὰ κατὰ τὴν πορείαν των· οἱ νόμοι περιβάλλουσιν αὐτοὺς μὲ δεσμά, τὰ ὁποῖα περιστέλλουσι τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐνεργείας αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐὰν οἱ νόμοι δὲν δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσιν, ἐὰν ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν κρίνεται ὑπὸ τῶν ἐκτελούντων αὐτοὺς ἐπιζήμιος εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, θέλετε ἀνεχθῆ, κύριοι, νὰ ὑπάρξῃ ἐν τῇ συνειδήσει τῶν ὀργάνων τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, τῶν ὑπουργῶν, ἡ φοβερὰ διαμάχη, ἡ ὁποία ἤθελεν ἐγερθῆ εἰς τὴν συνείδησιν παντὸς ἀνθρώπου ἐκπληροῦντος τὸ καθῆκόν του εὐσυνειδήτως, ἡ διαμάχη μεταξὺ τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ἐκτελῶσι τοὺς νόμους καὶ τῆς πεποιθήσεως ὅτι οὕτω παραβλάπτουσι τὰ συμφέροντα τῆς πολιτείας; Θέλετε ἀνεχθῆ λοιπὸν νὰ ὑποβάλλητε ἡ συνείδησις αὐτῶν εἰς τὴν διαμάχην ταύτην, νὰ καθορῶσιν ὅτι βλάπτεται ἡ πολιτεία καὶ νὰ ὀφείλωσι νὰ γίνωνται ὄργανα τῆς βλάβης ταύτης; Τὸ Σύνταγμα παρέχει ὅλας τὰς εὐκολίας, διὰ τῶν ὁποίων ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰς δυσχερείας ταύτας, καὶ νὰ μὴ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ταραχὴν ταύτην τῆς συνειδήσεώς της. Κατὰ τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Συντάγματος, «τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Βασιλέα, καὶ ἀσκεῖται διὰ τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν.» Ἐὰν τῷ ὄντι οἱ ὑπουργοὶ εὑρίσκωσι κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν εἶναι δύσκολος, ἢ ἐὰν εὑρίσκωσιν ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τῶν διατάξεων αὐτῶν ἐπάγει βλάβην εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, δύνανται καὶ ὀφείλουσι νὰ παρασταθῶσιν ἐνώπιον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, νὰ ζητήσωσι τὴν τροποποίησιν ἢ τὴν κατάργησιν τῶν νομοθετικῶν τούτων διατάξεων, οὕτω δὲ νὰ δυνηθῶσι νὰ ἀποκτήσωσι τὴν ἐλευθερίαν των περὶ τὴν ἐκτέλεσιν. Καὶ ἐὰν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία συναινέσῃ, καὶ ἐὰν ἐκδοθῇ νόμος τροποποιῶν τὰς διατάξεις αὐτὰς τῶν νόμων ἐκείνων, ἢ καταργῶν αὐτάς, τότε δύνανται νὰ ἐνεργήσουν μετὰ τῆς ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν κρίνουσιν ἀναγκαίαν εἰς τὰς ἐνεργείας των. Ἐπείθοντο λοιπὸν οἱ ὑπουργοί, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ περὶ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων νόμου τοῦ 1871 εἶναι ἀνεκτέλεστοι; Ἐπείθοντο, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν ἦτον ἐπιζήμιος εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα; Ἠδύναντο καὶ ὤφειλον, πρὶν ἢ ὑπογράψωσι τὴν σύμβασιν περὶ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων, νὰ προτείνωσιν εἰς τὴν Βουλὴν νόμον, νὰ ζητήσωσι τὴν τροποποίησιν ἢ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου τοῦ 1871, νὰ ἀνακτήσωσι τὴν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν ἐλευθερίαν των, καὶ τότε μόνον τῇ ἐλευθέρᾳ ταύτῃ ἐνεργείᾳ νὰ προνοήσωσι περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου. Ἀλλὰ τάχα ἡ αἰτιολογία, τὴν ὁποίαν τὰ ὀκτὼ μέλη τῶν ἐπιτροπῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ἀποτελοῦντα τὴν πλειονοψηφίαν αὐτῶν, μετεχειρίσθησαν εἰς τὴν ἔκθεσίν των, τάχα δὲν ἔχει μίαν τινὰ ἀρχὴν, τάχα δὲν ἔχει μίαν τινὰ ἀφορμήν; Ἀνευρίσκω τὴν ἀρχὴν τῆς θεωρίας τῶν ἐντίμων συναδέλφων, ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ αὕτη παριστᾷ τὴν σύγχυσιν, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι εὑρίσκονται. Εἰς ἄλλα συνταγματικῶς πολιτευόμενα κράτη, ἐκεῖ ὅπου τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, ἴσως ἕνεκα τῶν περιστάσεων τοῦ τόπου ἢ τῆς ἱστορίας αὐτοῦ, ἐκρίθη μᾶλλον προσιδιάζον, γίνεται ἀνεκτὴ εἰς ὡρισμένας τινὰς περιπτώσεις ἡ παράβασις τῶν νόμων κατ’ ἐξαίρεσιν ὑπὸ τῆς νομοτελεστῆς ἐξουσίας, καὶ ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὴν τὸ καθῆκον νὰ προσέρχηται καὶ νὰ ζητῇ τὴν ἀμνηστείαν οὕτως εἰπεῖν παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τὴν συγχώρησιν τῆς παραβάσεως τῶν νόμων. Αὐτὰ εἶναι τὰ λεγόμενα bills d'indemnité τῆς Ἀγγλίας, ἀλλὰ τὰ bills d'indemnité, τὰ ὁποῖα οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι ἀνεκήρυξαν ὡς συνταγματικὴν ἀρχὴν, εἶναι ἐξαίρεσις, εἰσαχθεῖσα οὐχὶ ὑπὸ διατάξεων τοῦ παρ’ ἡμῖν Συντάγματος, ἀλλὰ γινομένη ἀνεκτὴ ἐν μόνῃ τῇ Ἀγγλίᾳ ἐκ τῆς πείρας τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλὰ ὅλα ταῦτα ἀποδεικνύουσιν ὅτι ὑπάρχει διαφωνία καταφανὴς καὶ ἀναντίῤῥητος. Ἐξ ἑνὸς ὀκτὼ μέλη τῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπῶν, καὶ μετ’ αὐτῶν ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου φρονοῦσιν, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων δύναται νὰ ἀθετήσῃ τὰς διατάξεις τῶν νόμων, ζητοῦσα μετὰ τοῦτο παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἀμνήστευσιν τῆς πράξεως. Ἀφ’ ἑτέρου ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία δὲν δύναται νὰ παραβαίνῃ τὰς διατάξεις τῶν νόμων κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, ἀλλὰ ὀφείλει, πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, νὰ ζητήσῃ τὴν τροποποίησιν ἢ τὴν κατάργησιν τῶν νόμων τούτων. Ἐν τούτοις ποῖος θέλει δικάσει ἡμᾶς; Καὶ πολλὰ ἐνδεχόμενον, ὑπαρχούσης διαφωνίας τοιαύτης, νὰ νομίζῃ τις, ὅτι ἡ γνώμη τῶν ἀντιδοξούντων εἶναι ἀληθής, ἐπειδὴ αὐτοὶ εἶναι πλείονες τοῦ ἑνὸς, ἐνῷ ἐγὼ εἶμαι εἷς. Ἴσως τὴν γνώμην ταύτην ὑποβοηθήσῃ καὶ ἡ περὶ τοῦ ὀνόματος καὶ τῆς ποιότητος τῶν ἀντιδοξούντων κρίσις, ἥτις δύναται νὰ ὑπολάβῃ τὴν ἐναντίαν γνώμην ὡς καὶ περιβεβλημένην μὲ τὸ κῦρος τῆς αὐθεντίας. Εἶμαι λοιπὸν ἠναγκασμένος νὰ προσφύγω εἰς τὴν γνώμην ἑνὸς τρίτου· καὶ διὰ νὰ ᾖναι δυνατὸν ἡ γνώμη τοῦ τρίτου νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν τελεσφόρον καὶ πείθουσαν ὑμᾶς, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐκλέξω τὸν τρίτον τοῦτον ἐκ τῆς τάξεως τῶν ἐπιφανῶν πολιτευομένων τῆς πατρίδος των. Πολιτευόμενος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἀπελάμβανε τὴν φήμην ἀνδρὸς τὰ μάλιστα συνταγματιολόγου, ὁ ὁποῖος τετράκις ἐκλήθη νὰ κυβερνήσῃ τὴν πατρίδα αὐτοῦ, εἰ καὶ καθ’ ἑκατέραν τῶν δύω πρώτων περιόδων ἐκυβέρνησεν αὐτὴν ἐπὶ δεκάδα ἢ δεκάδας ἡμερῶν, θέλει μοὶ δώσει ἰσχυρὰν ἐπικουρίαν· ἡ γνώμη τοιούτου συνταγματολόγου βεβαίως θέλει μὲ περιβάλλει μὲ τὸν ὄγκον ἐκεῖνον, ὅστις δύναται νὰ συντελέσῃ, ἵνα σχηματίσῃ καὶ τὸ φρόνημα ὑμῶν ὑπὲρ τῆς ἐμῆς γνώμης. Ὑπάρχει ἐπικράτειά τις, ἐν τῇ ὁποίᾳ εἶχεν ἐκδοθῆ νόμος διὰ τοῦ ὁποίου συνέστη ταμεῖον ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, κεκλημένον νὰ προνοῇ περὶ τῆς θεραπείας τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, δηλαδὴ νὰ προνοῇ περὶ τῆς κατασκευῆς καὶ τῆς συντηρήσεως τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν. Διὰ τοῦ αὐτοῦ νόμου ἐπλάσθη συγχρόνως καὶ ἴδιον ταμεῖον ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον, ἐκ τῶν αὐτῶν ἢ καὶ διαφόρων πόρων ἀποτελούμενον, εἶχεν εἰδικὸν καθῆκον καὶ ἀποστολὴν νὰ προνοῇ περὶ τῆς θεραπείας τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας. Ἐκτὸς δὲ τῶν δύω τούτων ταμείων ἐπλάσθη καὶ τρίτον ταμεῖον δημοτικῆς ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον καὶ τοῦτο ἐκαλεῖτο ἀποκλειστικῶς νὰ προνοῇ περὶ τῆς θεραπείας τῶν ἀναγκῶν τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Τὰ τρία ταῦτα ταμεῖα ἦσαν κεχωρισμένα, τὰ χρήματα αὐτῶν δὲν ἠδύνατο ν’ ἀναμιχθῶσιν, ἀλλ’ ὡρίσθησαν ὑπὸ τοῦ νόμου πρὸς θεραπείαν εἰδικῶν ἀναγκῶν. Ὑπῆρχεν ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ ἐκείνῃ Κυβέρνησις ἥτις, πειθομένη ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς συντηρήσεως ὑπαρχουσῶν τινων ἐθνικῶν ὁδῶν, διότι αἱ ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ ἐκείνῃ ἐθνικαὶ ὁδοὶ ἦσαν ὀλίγισται σχετικῶς πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς συγκοινωνίας, καὶ διότι ἡ ἔλλειψις τῆς συντηρήσεως ἤθελεν ἐπιφέρει τὴν ἀπώλειαν καὶ τῶν ὀλίγων ὑπαρχουσῶν ἐθνικῶν ὁδῶν, ἐπέδειξε τὴν ἑαυτῆς μέριμναν περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός της τούτου, καὶ διὰ τοῦτο προεκήρυξε δημοπρασίαν πρὸς εὕρεσιν ἐργασίας εἰς συντήρησιν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν, ἵνα μὴ αἱ ἐθνικαὶ ὁδοὶ αἱ ὑπάρχουσαι καταστραφῶσιν ἐντελῶς· προεκήρυξε δημοπρασίαν μειοδοτικήν, ἐξήτασε τὰ ἀποτελέσματα τῶν δημοπρασιῶν, παρεδέχθη τὰς προτάσεις τῶν τελευταίων μειοδοτῶν, συνῆψε συμβόλαιον μετ’ αὐτῶν καὶ ἐπέτρεψεν εἰς τοὺς ἀναδειχθέντας τελευταίους μειοδότας νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐργασίας των. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἀπεχώρησε τότε τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος διὰ λόγους ἄλλους καὶ συνέβη ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ ἐκείνῃ ἄλλη Κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ νὰ διαδεχθῇ ἐκείνην, ἥτις εὗρε συνωμολογημένα συμβόλαια μετὰ τῶν ἐργολάβων, ἐκτελεσθείσας παρ’ αὐτῶν τὰς ἐργασίας, ὀφειλόμενα αὐτοῖς τὰ συμπεφωνημένα χρήματα, δὲν εὗρεν ὅμως χρήματα ἐν τῷ ταμείῳ τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας. Ἠναγκάσθη λοιπὸν νὰ παραγγείλῃ νὰ πληρωθῶσιν ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας τὰ ὀφειλόμενα εἰς τοὺς προσενεγκόντας τὴν ἐργασίαν εἰς τὴν ἐθνικὴν ὁδοποιΐαν, διεκήρυξε δ’ ὅτι τὰ ποσὰ ἐκεῖνα λαμβάνει ὡς δάνεια καὶ ὅτι ταῦτα θέλουν ἐπιστραφῆ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας. Ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης κατηγγέλθη εἰς τὸ Κοινοβούλιον τοῦ τόπου ἐκείνου, κατὰ δὲ τὴν ἐπὶ τῆς καταγγελίας ταύτης συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ ἐξηνέχθη ἡ γνώμη τοῦ πολιτειολόγου, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθην πρὸς ἐπικουρίαν, πρὸς βεβαίωσιν τῆς γνώμης μου. Ἀκούσατε. «Ἀλλ’ ὁ νόμος εἶναι ἀτελής, μᾶς λέγει ὁ ὑπουργὸς» ἔλεγεν ὁ πολιτευόμενος ἐκεῖνος εἰς τὴν συζήτησιν τῆς καταγγελίας, ἥτις ἐγένετο ἐπὶ τῆς παραβάσεως τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. «Καὶ τί βλάπτει τοῦτο; Διατί συνεδριάζομεν ἡμεῖς ἐνταῦθα ἓξ μῆνας, ἢ διὰ νὰ νομοθετῶμεν καὶ τροποποιῶμεν ἢ μεταβάλλωμεν τοὺς ὑπάρχοντας νόμους; Ἡ ἀτέλεια τοῦ νόμου εἶναι λόγος οὐχὶ διὰ νὰ παραβαθῇ, ἀλλὰ διὰ νὰ τροποποιηθῇ ἢ μεταβληθῇ ὁ νόμος διὰ νόμου ἄλλου.» Ἐπειδὴ δὲ οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι προσεπάθουν νὰ δικαιολογηθῶσιν, ἀπηύθυνε πρὸς αὐτοὺς ὁ συνταγματολόγος ἐκεῖνος τὰς ἑξῆς σκληρὰς καὶ ἀδυσωπήτους ἐρωτήσεις· «ποῖος σᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ σκέπτησθε οὕτως; ἀνώτεροι τοῦ νόμου θὰ γίνετε; Αὐτοκράτορες εἶσθε σεῖς; οἱ νόμοι μόνον διὰ ἡμᾶς τὸν λαὸν ἔγειναν, καὶ διὰ σᾶς δὲν ἔγειναν οἱ νόμοι;» Τοιαύτας ἀποστροφὰς πλήρεις ἀγανακτήσεως ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ὁ περιφανὴς ἐκεῖνος πολιτευόμενος, τοῦ ὁποίου τὴν γνώμην ἐπικαλοῦμαι. Γνωρίζετε ποία ἦτον ἡ ἐπικράτεια αὕτη, τίς δ’ ὁ δεινὸς κατὰ τὸ φρόνημα τοῦ κόσμου συνταγματολόγος τοῦ ὁποίου ἐπεκαλέσθην τὸ φρόνημα; Ἀκούσατε. Ἡ ἐπικράτεια, ἐν ᾗ συνέβησαν ταῦτα εἶναι, ἡ Ἑλλάς, ἡ πατρὶς ἡμῶν. Ὁ φημιζόμενος συνταγματολόγος, ὅστις τοσοῦτον ἀπηνῶς καὶ ἀδυσωπήτως ἐξήλεγξε τοὺς ὑπουργοὺς ἐκείνους, εἶναι ὁ εὔγλωττος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς κ. Ἐπαμ. Δεληγεώργης. Τῆς Κυβερνήσεως δὲ ἐκείνης εἶχον τὴν δυστυχίαν νὰ ἦμαι καὶ ἐγὼ μέλος. Ἐλπίζω ὅτι ἡ φωνὴ τῶν ὀκτὼ ἐντίμων συναδέλφων, τῶν ἀποτελούντων τὴν πλειονοψηφίαν τῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν ἐπιτροπῶν, θέλει σιγήσει πρὸ τῆς φωνῆς τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου· ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου δὲν θέλει ἐπιμείνει εἰς τὴν γνώμην του, πρὸ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ἐπαμ. Δεληγεώργης εἶχεν ἐξενέγκει πρὸ τοῦ Κοινοβουλίου ἄλλοτε· ἐλπίζω δὲ ὅτι πάντες θέλετε συμφωνήσει ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία καθῆκον ἔχει νὰ ἐκτελῇ τοὺς νόμους, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν νὰ παραβαίνῃ αὐτούς· ὀφείλει δὲ, ἂν εὑρίσκῃ τὰς διατάξεις αὐτῶν ἀνεφαρμόστους ἢ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν ἀντιβαίνουσαν εἰς τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου, ὀφείλει νὰ ζητήσῃ προηγουμένως τὴν τροποποίησιν ἢ τὴν κατάργησιν τῶν νόμων ἐκείνων. Ἀλλ’ ἐὰν οὕτως ἐπολιτεύετο τὸ ὑπουργεῖον τῆς 8 Ἰουλίου 1872, ἴσως ἤθελεν ὑπολάβει τις ὅτι ἦτον ἐνδεχόμενον νὰ ἐπιφέρῃ ζημίας εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀκαταλογίστους, καὶ ὅτι ἡ ὑπὲρ τὸ δέον παράτασις τῆς ἐκκρεμότητος τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων, ἀπειλοῦσα ζημίας εἰς τὸ δημόσιον, ἠνάγκαζε τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἀναλάβῃ ὑπ’ εὐθύνην του τὴν παράβασιν τοῦ νόμου τοῦ 1871. Ἡ ἀντίῤῥησις ὅμως αὕτη ἀμέσως ἐκ πρώτης ὄψεως εἶναι μὴ βάσιμος· διότι τὴν 29 Ἀπριλίου συνωμολογήθη ἡ σύμβασις περὶ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων, τὴν 10 Μαΐου συνῆλθε τὸ Κοινοβούλιον, δεκατριῶν δ’ ἢ δεκαπέντε ἡμερῶν πάροδος δὲν ἠπείλει δι’ οὐδενὸς κινδύνου τὰ δημόσια συμφέροντα, ἦτο δὲ πολὺ εὔκολον καὶ ἐδύνατο νὰ τροποποιηθῇ πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως κατὰ τὸ φρόνημα τοῦ ὑπουργείου ὁ τοῦ 1871 νόμος. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐδύνατο ἢ ὤφειλε νὰ παραβῇ τὸν νόμον τοῦ 1871 κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως περὶ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων· ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ γνώμη τῶν ὀκτὼ ἐντίμων συναδέλφων, τοὺς ὁποίους δὲν ἐννοῶ διὰ τίνα λόγον ὁ κ. Ζαΐμης ἀπεκάλεσε Ὀκτανδρίαν, ὅτι ἡ γνώμη αὐτῶν ἦτον ὀρθή, ὅτι δὲ εἶναι ἐσφαλμένη ἡ γνώμη ἡ ἐμή. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ πορεία τοῦ ὑπουργείου κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τοῦ 1871 ἦτο καὶ νόμιμος καὶ εὔλογος· μένει πάλιν νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν, ὅπως ἐπολιτεύθη τὸ ὑπουργεῖον, ἐπολιτεύθη σύμφωνα πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου, ἂν τὸ δημόσιον συμφέρον δὲν ἀπέτρεπε τὸ ὑπουργεῖον ἀπὸ τοιαύτης πολιτείας, καὶ δὲν ἐπέβαλεν εἰς αὐτὸ πολιτικὴν ἐξασφαλίζουσαν περισσότερον τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἂν πρὸ τῆς συνομολογήσεως καὶ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως τῆς 29 Ἀπριλίου 1873 τὸ ὑπουργεῖον προεκάλει τὴν μεταῤῥύθμισιν ἢ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου τοῦ 1871· ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπεψήφιζε κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργείου τὴν κατάργησιν ἢ μεταῤῥύθμισιν τοῦ νόμου ἐκείνου· ἂν ὁ Βασιλεὺς ἐκύρωνε τὸν νόμον· ἂν, τηρουμένων ὅλων τῶν ἐξωτερικῶν διατυπώσεων, τὰ βουλεύματα ἐκεῖνα τὰ νομοθετικὰ ἀνεγνωρίζοντο ὡς νόμος τῆς πολιτείας, καὶ δυνάμει τοῦ νόμου ἐκείνου τὸ ὑπουργεῖον εἶχε πλήρη τὴν ἐλευθερίαν τοῦ νὰ συνομολογήσῃ μίαν νέαν σύμβασιν, τί ἤθελε γείνει; τὸ ὑπουργεῖον ἤθελε συναλλαχθῆ μετὰ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων, ἤθελεν ὑπογράψει τὴν σύμβασιν, ἡ ἑταιρία ἤθελε δημοσιεύσει αὐτήν τε καὶ τὸ καταστατικὸν τῆς ἑταιρίας, καὶ, ὅσοι ἤθελον ἐκ τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν νὰ γείνωσι μέτοχοι, ἤθελον γείνει. Ἡ ὕψωσις τῆς τιμῆς τῶν μετοχῶν τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων ἤθελεν ἔχει μίαν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἡ ἑταιρία ἔδιδεν εἰς αὐτὴν, ἢ τὸ πολὺ, τὴν ὁποίαν οἱ ὑπολογισμοὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελεν ἐγγραφῆ μέτοχοι τῆς ἑταιρίας, ἤθελον ὑποδείξει ὅτι ἤθελον ἔχει κατ’ ἀναλογίαν τοῦ ἐτησίου εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιχείρησις ἤθελεν ἀποφέρει. Δὲν ἤθελον συμβῆ αἱ διακυμάνσεις τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν μετοχῶν τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου, τὰς ὁποίας ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁμιλῶν χθὲς ἐν τῇ Βουλῇ, παρέστησε, μεταχειρισθεὶς αὐτὸν τοῦτον τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον σήμερον δανείζομαι ἐκ τῆς γλώσσης αὐτοῦ· ἀλλ’ αἱ διακυμάνσεις, τὰς ὁποίας ἡ τιμὴ τῶν μετοχῶν ὑπέστη, δὲν ἦσαν διακυμάνσεις ἐξ ἐσφαλμένων ἢ πεπλανημένων ὑπολογισμῶν, ἐξ εἰκασιῶν ἢ ἀναλογιῶν περὶ τοῦ πιθανοῦ κέρδους τοῦ ἐτησίου εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον ἡ Μεταλλουργικὴ ἑταιρία ἤθελεν ἐξασφαλίσει ἐκ τῆς ἐκκαμινεύσεως τῶν ἐκβολάδων· ἀλλ’ ἦσαν διακυμάνσεις, τὰς ὁποίας ἀπετέλουν τὰ κύματα, τὰ ὁποῖα ἐξήγειρεν ἑκάστοτε ὁ ἄνεμος ὅστις ἔπνεεν ἐκ τῶν ὑπουργείων, ἄλλοτε δὲ καὶ ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης τοῦ βουλευτηρίου. Ἡ τύχη τῆς συμβάσεως καὶ τῶν μετοχῶν τῆς ἑταιρίας κατὰ τὴν πεποίθησίν μου συνεδέθη στενῶς μετὰ τῆς πολιτείας καὶ τῆς πολιτικῆς, μετὰ τῶν περιπετειῶν καὶ τοῦ βίου τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ἀκολουθεῖ αὐτὴν καθ’ ὅλας τὰς λεπτομερείας, τὰς ὁποίας ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων ὑπὸ τῆς νομοτελεστικῆς ἢ ἡ περὶ ταύτης κρίσις τοῦ Κοινοβουλίου δύναται νὰ προαγάγῃ. Αἱ διακυμάνσεις αὗται ἐπὶ τρεῖς μῆνας ἠνέῳξαν τὸ στάδιον εἰς τὴν κυβείαν, τὸν ὀλετῆρα τοῦτον τῶν μικρῶν ἀγορῶν, ἐν αἷς οὐδὲ βρίθουσιν, οὐδὲ μεγάλα κεφάλαια κυκλοφοροῦσι. Μετ’ ἀποτροπιάσεως ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων σᾶς περιέγραψε χθὲς τὰς συνεπείας ἐπὶ τοῦ ἐμπορικοῦ κόσμου καὶ τῶν μικρῶν καὶ τῶν μεγάλων εὐρωπαϊκῶν ἀγορῶν, τὰς ὁποίας ἐπάγει ἡ κυβεία. Καὶ ἂν δὲν εἶχον σχηματίσει οὐδὲν φρόνημα ἐπὶ τοῦ εἴδους τούτου τῶν πράξεων καὶ ἐπὶ τῶν συνεπειῶν αὐτοῦ, τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπήνεγκεν ἡ κυβεία ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς μεγάλης μητροπόλεως τῆς Εὐρώπης, ἤθελον μὲ πείσωσι περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν δύναμαι νὰ χαρακτηρίσω τὴν πρᾶξιν ταύτην. Ἀρκεῖ ἡ κυβεία, ἡ ὁποία εἰσήλασεν εἰς τὴν μικρὰν καὶ ταπεινὴν ἀγορὰν τῶν Ἀθηνῶν, οἱ κίνδυνοι διὰ τῶν ὁποίων ἡ ἀγορὰ αὕτη ἀπειλεῖται, ἀρκοῦσι ταῦτα νὰ μὲ πείσωσιν, ἵνα συνηγορήσω ἐντελῶς ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ ἐντίμου ἐκ Καλαβρύτων βουλευτοῦ. Ἀλλὰ τὴν κυβείαν δὲν παρήγαγον, οὐδ’ ἀνέπτυξαν αἱ τεθεῖσαι εἰς κυκλοφορίαν ἀγοραίαν μετοχαὶ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου, σᾶς εἶπεν ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι ἡ κυβεία εἶχεν ἀναφανῆ ἐν τῇ ἀγορᾷ τῶν Ἀθηνῶν καὶ πρὸ τούτου, ἐπὶ μετοχῶν τὰς ὁποίας πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς περὶ τῶν ἐκβολάδων συμβάσεως ἄλλαι συσταθεῖσαι ἀνώνυμαι μετοχικαὶ ἑταιρίαι εἶχον θέσει εἰς κυκλοφορίαν. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον διατείνεται ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου εἶναι ἀληθές. Ἀληθῶς, καὶ πρὶν ἢ συνομολογηθῇ ἡ σύμβασις τῆς 29 Ἀπριλίου 1873, καὶ πρὸ τῆς ἐκδόσεως τῶν μετοχῶν ὑπὸ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου, τῶν κυκλοφορουσῶν ἐν τῇ ἀγορᾷ τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἐν ἄλλαις, τῶν μετοχῶν, τῶν ὁποίων ἡ ὑπερτίμησις ἔλαβε τὰς διακυμάνσεις ὡς ὠνόμασεν αὐτὰς ὁ κ. πρωθυπουργὸς, καὶ πρὸ τοῦ χρόνου τούτου ἐν μικροτάτῃ ἀναλογίᾳ μετοχαὶ ἄλλων μεταλλευτικῶν ἑταιριῶν ἐτέθησαν εἰς κυκλοφορίαν, καὶ ἔλαβον ὑπερτίμησιν τὴν ὁποίαν οὐδεὶς, λέγω, λόγος ἐδύνατο νὰ καταστήσῃ πιθανὴν ἢ εὔλογον. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν παύω ἀπὸ τοῦ νὰ καταλογίζω εἰς ἔλλειψιν τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ τὴν πρῶτον τότε ἀναφανεῖσαν ἐν τῇ ἀγορᾷ τῶν Ἀθηνῶν καὶ ταῖς ἄλλαις κυβείαν. Ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία κατὰ τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν ὀφείλει νὰ ἀσκῇ ἀστυνομίαν ἐπὶ τῶν συνισταμένων ἀνωνύμων ἑταιριῶν· ὁ σκοπὸς τῆς ἀστυνομίας ταύτης εἶναι νὰ προστατεύῃ τὴν ἁπλότητα καὶ ἀπειρίαν, νὰ ἐξασφαλίζῃ αὐτὰς ἀπὸ τοῦ νὰ γείνωσιν ἕρμαιον τῶν μηχανοῤῥαφιῶν καὶ δολοπλοκιῶν, τὰς ὁποίας ἡ ἀδικαιολόγητος φιλοκέρδεια ἢ καὶ αὐτὴ ἡ αἰσχροκέρδεια προάγει. Ἐὰν λοιπὸν ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ἐξήσκει τοιαύτην ἐξουσίαν, τότε τὴν τιμὴν τὴν ἀγοραίαν τῶν μετοχῶν τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, αἵτινες συνεστάθησαν, ἤθελε κανονίζει οὐχὶ αἱ μηχανοῤῥαφίαι, αἵτινες ἐγίνοντο, ἀλλ’ οἱ πιθανοὶ ἢ καὶ οἱ βέβαιοι ὑπολογισμοὶ, τοὺς ὁποίους ἤθελον κάμει περὶ τοῦ βεβαίου ἐτησίου κέρδους, τὸ ὁποῖον ἑκάστη ἐπιχείρησις, τὴν ὁποίαν προέθετο ἑκάστη ἑταιρία, ἤθελε ἐξασφαλίσει εἰς τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἔχει. Ἀλλ’ ἐὰν συνέβη νὰ ὑπερτιμηθῶσιν αἱ μετοχαὶ αὐτῶν, καὶ ἂν ἐγένοντο ἀντικείμενον κυβείας αἱ μετοχαὶ τῶν ἑταιριῶν ἐκείνων, βεβαίως ἕπεται ὅτι ἡ ἀστυνομία, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ ἐξασκῇ τὸ ὑπουργεῖον ἐπὶ τῶν ἑταιριῶν ἐκείνων, δὲν ἠσκεῖτο δραστηρίως ἢ δὲν ἐνεργεῖτο ἀγρύπνως ἢ πιστῶς. Καὶ ἂν οἱ νόμοι τῆς ἐπικρατείας δὲν ἔδιδον εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν ὅλα τὰ μέσα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων εἶχεν ἀνάγκην ἵνα ἐξασκήσῃ τὴν ἀστυνομίαν αὐτὴν πρὸς προστασίαν τῆς εὐπιστίας καὶ ἀπειρίας, ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ὤφειλε νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἐξουσίας της, ἐδύνατο νὰ ζητήσῃ, διὰ νόμου προτεινομένου εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, τὴν συμπλήρωσιν τῆς ἐξουσίας της, τὴν ὁποίαν ἔκρινεν ἀναγκαίαν πρὸς ἄσκησιν τῆς ἀστυνομίας ταύτης. Ἀλλ’ ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς νὰ τῷ κάμω μίαν παρατήρησιν· ἂν ἡ κυβεία ἀνεφάνη τὸ πρῶτον ἐπὶ τῶν μετοχῶν ἄλλων συσταθεισῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, πρὶν ἢ εἰσελάσῃ εἰς τὴν πόλιν καὶ καταλάβῃ τὴν ἀγορὰν τῶν Ἀθηνῶν ἐπὶ τῶν μετοχῶν τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου, δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ κυβεία ἐπὶ τῶν μετοχῶν τῶν ἑταιριῶν ἐκείνων δὲν δύναται βεβαίως καὶ ἀναντιῤῥήτως νὰ παραβληθῇ κατ’ ἐλάχιστον πρὸς τὴν ἐπὶ τῶν μετοχῶν τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου ἀναπτυχθεῖσαν. Ἂν ἡ ἐπὶ τῶν μετοχῶν τῶν συσταθεισῶν ἑταιριῶν πρὸ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων παραβάλληται πρὸς κατάῤῥουν τῆς ἀγορᾶς τῶν Ἀθηνῶν, ἡ κυβεία ἐπὶ τῶν μετοχῶν τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου εἶναι πνευμονία διπλῆ, ἡ ὁποία θέλει προπέμψει πολλὰ μέλη τῆς ἀγορᾶς εἰς τὸν ἄλλον κόσμον, καὶ θέλει ἀποστείλει αὐτὰ εἰς τὸν ᾅδην, εἴτε σεῖς ἀποῤῥίψητε τὴν σύμβασιν, εἴτε τροποποιήσητε αὐτὴν, εἴτε ἀκόμη ψηφίσητε αὐτὴν ὡς ἔχει. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἐθεώρησεν ἔμμεσον πρόκλησιν, ἢ πλαγίαν ἐνίσχυσιν τῆς νόσου ταύτης τῆς ἐμπορικῆς ἀγορᾶς, τῆς κυβείας, τὸν σχηματισμὸν Χρηματιστηρίου Πειραιῶς. Ἐάν εἰς τὸν Πειραιᾶ συσταθῇ χρηματιστήριον, τί ἄλλο θέλει γίνεσθαι ἐν αὐτῷ ἢ ἀγοραπωλησίαι ἀξιῶν; τάχα δὲν εἶναι ὑπεύθυνοι ὡς ὑπαίτιοι τῆς ἀναφανείσης κυβείας αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρὸ τοῦ ὑπουργείου τῆς 8 Ἰουλίου ἐπέτρεψαν τὴν οἰκοδομὴν τοῦ Χρηματιστηρίου Πειραιῶς; Αὐτὸς εἶναι, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ ἰσχυρισμὸς, τὸν ὁποῖον ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἀνέπτυξε πρὸ ἡμῶν χθές. Ἀληθῶς συνεστάθη ἐν Πειραιεῖ χρηματιστήριον· δὲν εἶναι δὲ ἀπίθανον, εὔχομαι μάλιστα ἀπὸ καρδίας νὰ ἴδω καὶ ἐν ἄλλαις ἐμπορικαῖς πόλεσι τῆς Ἑλλάδος ἀνεγειρόμενα χρηματιστήρια. Ἀλλὰ τὰ χρηματιστήρια δὲν εἶναι οἱ οἶκοι τῆς κυβείας. Ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις τελοῦνται αἱ συναλλαγαὶ τῶν ἀξιῶν, τῶν κυκλοφορουσῶν εἰς τὰς ἀγορὰς, αἱ δὲ ἀξίαι αἱ κυκλοφοροῦσαι εἰς τὰς ἀγορὰς εἶναι, εἴτε εἴδη, εἴτε τίτλοι· ἐὰν ᾖναι εἴδη, τὰς τιμὰς αὐτῶν κανονίζουσιν οἱ ἀναλλοίωτοι νόμοι τῆς ζητήσεως καὶ τῆς προσφορᾶς, καὶ ἡ μεταξὺ τῶν δύω τούτων ὅρων ἀναλογία· ἐὰν δ’ αἱ ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις προτιθέμεναι εἰς συναλλαγὴν ἀξίαι ᾖναι τίτλοι, τὰς τιμὰς αὐτῶν κανονίζει τὸ βέβαιον εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον κατὰ τοὺς γιγνομένους ὑπολογισμοὺς οἱ τίτλοι οὗτοι ἀποφέρουσιν. Ἀλλ’ ἡ κυβεία, ἡ εἰσελάσασα εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν Ἀθηνῶν, ἡ κανονίζουσα τὴν τιμὴν ἐπὶ τῶν σκέψεων καὶ τῶν διανοημάτων τοῦ ὑπουργείου, ἐπὶ τῶν διαθέσεων καὶ τῶν γνωμῶν τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν εἶναι αἱ πράξεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις, ἀλλ’ ἐκεῖναι αἵτινες γίνονται ἐντὸς ἄλλου εἴδους καταστημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον πρὸ μικροῦ ἔν τισι πόλεσι τῆς Γερμανίας, τῶν ὁποίων ὅμως τὴν πρὸ μικροῦ κατάργησιν κατέστησεν ἀναπόφευκτον ἡ ἐν ταῖς κοινωνίαις ἐκείναις ἐξεγερθεῖσα τέλος συνείδησις τῆς ἠθικῆς ὑποχρεώσεως καὶ τῶν κοινωνιῶν καὶ τῶν κυβερνήσεων. Ἡ κυβεία, ἡ εἰσελάσασα εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν Ἀθηνῶν, ἀποτελεῖ πράξεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται ὄχι ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις, ἀλλ’ ἐν τοῖς χαρτοπαικτείοις, καὶ μάλιστα ἐν ἐκείνοις, ἐν οἷς ἐπιτρέπονταί τινες τῶν παιζόντων νὰ μεταχειρίζωνται χαρτία, ἔχοντα ἐξωτερικὰ γνωρίσματα. Ὁ εὐπαίδευτος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἔλεγε χθὲς, ὅτι δὲν ἰσχυρίσθη ἀκριβὲς πρᾶγμα ὁ ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς, εἰπὼν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ κατὰ τὴν 29 Ἀπριλίου ὑπογραφὴ τῆς συμβάσεως ἐπέφερε τὴν ὑπερτίμησιν τῶν μετοχῶν τοῦ Λαυρίου καὶ τὴν κυβείαν· ἰσχυρίσθη μάλιστα ὁ ἔντιμος πρόεδρος τοῦ ὑπουργ. συμβουλίου, ὅτι παρετήρησεν ἐν τῇ ἀγορᾷ τῶν Ἀθηνῶν, ὅτι ἡ ὑπερτίμησις τῶν μετοχῶν τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου ἐσταμάτησεν, ἢ καὶ ὑπεβιβάσθη ἀφ’ ἧς ὑπεγράφη ἡ σύμβασις. Ἂν καὶ δὲν ἀκολουθῶ τὴν ἀγορὰν τῶν Ἀθηνῶν, διότι οὐδὲ ἐπαγγέλλομαι συγγενὲς μὲ αὐτὴν ἐπάγγελμα, οὐδὲ αἱ περὶ τῶν τελευταίων γενομένων κρίσεις μου μοὶ ἐπέτρεπον νὰ ἔλθω εἰς συνάφειαν μετ’ αὐτῆς, ἔχω ὅμως θετικὰς πληροφορίας ὅτι ἡ ὑπερτίμησις τῶν μετοχῶν τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως ἔβαινεν εἰς 40 ἕως 50 φράγκα, ὅτι μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως ἀνεβιβάσθη μέχρις 120–150, καὶ ὅτι τότε μόνον ἐσταμάτησεν ἡ ὑπερτίμησις, ὅταν ἤρχισαν νὰ κυκλοφορῶσιν αἱ διαδόσεις ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις κατήρτισε πλειονοψηφίαν, ἢ ὅτι ὑπάρχουσι διχόνοιαι ἐν τῷ ὑπουργείῳ, ἢ ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἀλλαγὴ τῆς Κυβερνήσεως. Τὴν ἀναστολὴν λοιπὸν τῆς ὑπερτιμήσεως ἐπήνεγκον αἱ διαδόσεις περὶ ἀντιπολιτεύσεως καὶ συμπολιτεύσεως, αἱ διαδόσεις περὶ δεξιᾶς καὶ ἀριστερᾶς πτέρυγος τοῦ Βουλευτηρίου, δὲν ἔφερεν ὅμως ἡ ὑπογραφὴ τῆς συμβάσεως. Ὅθεν καὶ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐπικυροῖ τὸν λόγον μου, διϊσχυρισθέντος ὅτι ἡ ὑπερτίμησις τῆς ἀξίας τῶν μετοχῶν τοῦ Λαυρίου ἠκολούθησε τὰς φάσεις τῆς πολιτικῆς, καὶ ὅτι τὰς διακυμάνσεις τὰς παρατηρηθείσας ἐν τῇ ἀγορᾷ τῶν Ἀθηνῶν προεκάλεσεν πάντοτε καὶ σταθερῶς ὁ ἄνεμος ὁ πνέων εἴτε ἐκ τῶν ὑπουργείων εἴτε ἐκ τοῦ βουλευτηρίου. Παρετήρησα ἀξιοκατάκριτον τάσιν περὶ τὸ ἐγκαλεῖν τοὺς ἄλλους, καὶ παρετήρησα ὅτι τῆς τάσεως ταύτης ἐγένετο καθ’ ὑπερβολὴν χρῆσις πρὸς ὑποστήριξιν ἢ συνηγορίαν ὑπὲρ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Ἤκουσα χθὲς, ὅτι, ἂν ἐπῆλθον διακυμάνσεις εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τῶν μετοχῶν τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων, αἱ διακυμάνσεις αὗται πρέπει νὰ ὀφείλωνται εἰς τὸν πόλεμον, τὸν ὁποῖον ἡ ἀντιπολίτευσις ἤγειρε κατὰ τῆς συμβάσεως· καὶ ἰδοὺ κατὰ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον, τῆς καταστάσεως ταύτης τῆς ἀγορᾶς τῶν Ἀθηνῶν κατὰ μέγιστον λόγον εἶναι παραίτιος ἡ ἀριστερὰ πτέρυξ. Ἀνήκω εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν· δὲν κρίνω ἄξιον νὰ ἔλθω εἰς ἀνασκευὴν τῆς αἰτιάσεως ταύτης. Ἡ ἱστορία τοῦ χρόνου τούτου ἐλπίζω, καὶ εὑρίσκω ἐν τούτῳ ἰσχυρὰν παραμυθίαν, θέλει ἀναγράψει τὰς αἰτίας καὶ τὰς ἀφορμάς, ἕνεκα τῶν ὁποίων εἰσήλασεν ἡ κυβεία εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν Ἀθηνῶν, καὶ θέλει ἀναγράψει συγχρόνως, ὅτι αὕτη εἰσήλασε μετὰ τῶν ἄλλων οἰκονομικῶν καὶ πολιτικῶν ἀναμορφώσεων, τὰς ὁποίας τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο εἰσήγαγεν ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν. Ἀλλ’ ἡ κυβεία ὑπεστηρίχθη κάπως καὶ ἔκ τινων συμπολιτῶν μας ἀνηκόντων εἰς τὴν τάξιν ἐκείνων τῶν πολιτῶν. Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἐκ τῶν κατοικούντων σταθερῶς ἐν Ἀθήναις ἢ ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι. Ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ καταταχθῶ μεταξὺ τῶν πρώτων ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπῄνεσαν πάντοτε τὴν ἔντιμον καὶ σεμνὴν φιλοπονίαν, διὰ τῆς ὁποίας οἱ ἐκπατρισθέντες ἐκ τοῦ πατρίου ἐδάφους συμπολῖται ἡμῶν, οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐργαζόμενοι, τιμῶσιν ἐκεῖ τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα. Ἀνομολογῶ πρῶτος τὴν γενναιοδωρίαν, διὰ τῆς ὁποίας πολλάκις ἐπῆλθον οἱ συμπολῖται ἡμῶν ἐκεῖνοι ἐπίκουροι πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τῆς κοινῆς πατρίδος. Εἰς ἄλλην ἐποχὴν μάλιστα, ἂν καὶ δὲν ἠδυνάμην ἀμέσως νὰ καταστήσω βουλεύματα καὶ ψηφίσματα τοῦ ἔθνους τὰ ἀτομικὰ ἐμοῦ βουλεύματα, ἠδυνήθην ὅμως ἐμμέσως νὰ ἐπηρεάσω ἵνα κατορθωθῇ οἱ πολιτικοὶ ἄρχοντες τοῦ χρόνου ἐκείνου νὰ ἀπονείμωσιν ἐκλογικὰ δικαιώματα εἰς τὴν τάξιν ταύτην τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, τὴν ἀποτελοῦσαν τὰς ἑλληνικὰς κοινωνίας, τὰς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ εὑρισκομένας· καὶ τὸ δικαίωμα ἐκεῖνο ἐχορηγήθη, καὶ ἡ Συνέλευσις τοῦ 1862 ἐκάλεσε τὰς τάξεις ταύτας διὰ νὰ ἀποστείλωσιν ἀντιπροσώπους ἐν τῇ Συνελεύσει, ὅπως βουλευθῶσι περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ νέου πολιτεύματος. Ὑπελάβομεν πάντες καὶ ἡ Συνέλευσις ὅτι παρείχομεν τότε εἰς αὐτοὺς τὴν εὐκαιρίαν νὰ σπουδάσωσι τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου καὶ νὰ γνωρίσωσιν αὐτήν τε καὶ τὴν κατάστασιν αὐτοῦ κάλλιον, διὰ νὰ μὴ γίνωνται ὄργανα τῆς πλάνης καὶ τῆς ἀπάτης, ὅταν ἐκ τοῦ προχείρου καὶ ἀμέσως προάγωνται εἰς κρίσεις περὶ τῶν ἐσωτερικῶν πραγμάτων ἡμῶν, ἢ περὶ ἡμῶν τῶν ἑκάστοτε καλουμένων νὰ διαπράττωσι ταῦτα. Καὶ ἀληθῶς πάντες φανοῦμεν, ὅτι αἱ σύγχρονοι ἑλληνικαὶ ἀποικίαι, αἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἑλληνικαὶ κοινωνίαι τῶν νεωτέρων χρόνων, ἐκπληροῦσι τὴν ἀποστολὴν, τὴν ὁποίαν αἱ ἑλληνικαὶ ἀποικίαι τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος ἐξετέλουν πανταχοῦ καὶ τῆς δύσεως καὶ τῆς ἀνατολῆς, ὅπου ἂν ὑπῆρχον. Ἀλλ’ ὅτε μετ’ ὀλίγον ἔγνων τὴν ἐπιῤῥοὴν, ἣν τὸ μέτρον τοῦτο ἐξήσκησεν ἐπὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων, τότε μετεμελήθην, διότι συνέπραξα εἰς τὸ μέτρον τοῦτο. Καὶ ἀληθῶς οἱ συμπολῖται ἡμῶν ἐκεῖνοι ἀπέστειλαν ἐκ τῶν ἑλληνικῶν τούτων ἀποικιῶν ἀντιπροσώπους ἐν τῇ Συνελεύσει, οὐχὶ ἐξ ἑαυτῶν ἀλλὰ τὴν ἐντολὴν ταύτην ἀνέθηκαν εἴς τινας τῶν παρ’ ἡμῖν διατριβόντων. Καὶ νῦν ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι τινὰ μέλη ἀνήκοντα εἰς τὴν τάξιν τῶν συμπολιτῶν μας τούτων παρεγνώρισαν τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν φιλοκέρδειαν διαγράφει ἡ ἠθικὴ καὶ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπεβάλλετο αὐτοῖς πρὸς τὴν νεωτέραν Ἑλλάδα. Ὁμιλῶ περί τινων μόνων, ἑπομένως τοῦτο ἀποτελεῖ ἐξαίρεσιν τῆς κρίσεως, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκα περὶ τῆς καθόλου τάξεως, τῆς ὁποίας ἐπῄνεσα καὶ τὴν σεμνὴν φιλοπονίαν καὶ τὸν πατριωτισμόν. Τῷ ὄντι τινὲς τούτων, ἐπανελθόντες εἰς τὴν πατρίδα καὶ ἐνισχύσαντες τὴν κυβείαν ταύτην, δὲν ἔλειψαν νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὴν ἀπειρίαν καὶ τὴν ἁπλότητα τῆς ἀγορᾶς ταύτης, καὶ σταχυολογήσαντες τὸ συναντηθὲν ἀργύριον νὰ ἀπέλθωσι τοῦ τόπου τούτου. Δὲν ἐμιμήθησαν τοὺς ἀρχαίους Κυμαίους, οἱ ὁποῖοι εἶχον μεταναστεύσει εἰς τὴν Σικελίαν ἢ τὴν ἄλλην Ἰταλίαν, οἵτινες ἀνήγειραν μὲν ἰδίοις ἀναλώμασι τὸν ἐπὶ τοῦ Καφηρέως περίβλεπτον ναόν, δὲν ἠθέλησαν ὅμως νὰ ἀποδεκατίσωσι τὸν ἱδρῶτα τῶν χωρικῶν καὶ ὀρεσιβίων κατοίκων τῆς Καρυστίας. Ἐμνήσθην τῆς ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν διεγίνωσκον τότε, ἵνα οἱ συμπολῖται ἡμῶν οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, οἱ τοσοῦτον τιμῶντες τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα διὰ σεμνῆς φιλοπονίας, σπουδάσωσι τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, γνωρίσωσι τῷ ὄντι καλλίτερα τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ. Καὶ ἠξεύρετε διατί; Διότι κατὰ δυστυχίαν εἶδον ὅτι τὸ φρόνημα, τὸ ὁποῖον ἐξέφεραν ἐκ τῶν ἀπωτάτων ἐκείνων μερῶν, ἐν οἷς διατρίβουσι, περὶ τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος των, δὲν ἦτον ὀρθόν, ἀλλὰ πεπλανημένον. Οὐδὲ ἠδυνάμην νὰ ἐκπλαγῶ, ἐὰν ἐσφαλμέναι κρίσεις διαδίδωνται πολλάκις ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν ἡμῶν πραγμάτων ἐκ μέρους ἡμῶν αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐσμὲν ἐν γνώσει ὄχι μόνον τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν λεπτομερεστάτων ἀναγκῶν αὐτοῦ. Ἐὰν ὡς εἴρηται σφάλλωμεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπιστάμεθα τὰ ἑκάστοτε διαδραματιζόμενα ἐνώπιον ἡμῶν, πῶς θέλετε νὰ μὴ σφάλλωσιν ἐκεῖνοι οἱ μακρὰν τῶν πραγμάτων εὑρισκόμενοι, οἱ μὴ ἀναμιγνυόμενοι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν αἰτιῶν καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῶν; Ἐὰν δὲ δὲν ἐξεπλάγην διὰ τὴν πλάνην των ταύτην, ἠπόρησα ὅμως, ὅταν ἤκουσα χθὲς τὸν κ. πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προσπαθοῦντα νὰ δικαιολογήσῃ τὰς γνωμοδοτήσεις δημοτικῶν συμβουλίων, τὰ ὁποῖα συνεχαίροντο ἢ ἐξέφραζον κρίσεις καὶ αἰσθήματα διὰ τὰ ἐν τῇ πολιτικῇ διαδραματιζόμενα! Ἡ νομοθεσία τοῦ τόπου ἡμῶν, ἡ καταστήσασα τὰ δημοτικὰ σωματεῖα τὰ ὀνομαζόμενα συμβούλια, κατέστησε ταῦτα μόνον ὅπως κήδωνται τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου των ἰδίᾳ· ταῦτα, λέγω, καθιστᾶτε, ἐπικροτοῦντες νῦν εἰς τὰ συγχαρητήριά των, ὄργανα ἀλλοτρίων σκοπῶν. Δὲν εἶναι εὐκταῖον, οὐδὲ νόμιμον νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὰ δημοτικὰ συμβούλια καὶ τοὺς ἄλλους καθεστηκότας νομίμως συλλόγους νὰ ἐξέρχωνται τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου διαγραφομένου εἰς αὐτοὺς κύκλου, διότι, ἐὰν θελήσητε τοὺς ἐπιμελητὰς τούτους τῆς δημοτικῆς κοινωνίας νὰ ἀναμίξητε εἰς τὴν ἐπιμέλειαν τῶν γενικῶν τῆς κοινωνίας συμφερόντων ἢ τῶν πολιτικῶν τοῦ Κράτους δικαιωμάτων, ἀνατρέπετε σύμπαν τὸ διοικητικὸν οἰκοδόμημα, μεταφέρετε τὰς βάσεις τοῦ οἴκου ἐπὶ τῆς στέγης καὶ τὴν ὀροφὴν αὐτοῦ κατατίθετε ὡς θεμέλιον. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι καὶ εὐκταῖον, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ συμβῇ αὔριον νὰ λάβητε πράξεις δημοτικῶν συμβουλίων, συνταχθείσας πρὸς ἀποδοκιμασίαν ἢ ἐπίκρισιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ θέλει εἶσθαι οὐ μόνον δυσάρεστον εἰς ὑμᾶς, ἀλλὰ καὶ ἐπικίνδυνον. Ἂν μοὶ ἦτο δυνατόν, ἂν σεῖς μοὶ ἐπιτρέπετε, ἤθελον ἀνακεφαλαιώσει τοὺς ἰσχυρισμούς, τοὺς ὁποίους ἠδυνήθην ἐκ τῆς χθεσινῆς ἀγορεύσεως τοῦ προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου νὰ συναγάγω. Διϊσχυρίσθη ὅτι εἶναι ἀνεκτέλεστοι ἢ ἐπιζήμιοι εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1871, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐτήρησεν αὐτάς· διϊσχυρίσθη, ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ μὴ τηρήσῃ αὐτάς, καὶ διὰ τοῦτο συνωμολόγησε τὴν σύμβασίν του, τὴν ἀναιροῦσαν τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου· διϊσχυρίσθη ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως ἐξησφαλίσθησαν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος μοὶ ἐπάγει τὸ καθῆκον νὰ διαδηλώσω ὅτι δὲν ἔχω τὸ φρόνημα τοῦτο· ἐξ ἐναντίας, ὑποστηρίζω ὅτι δὲν ἐξησφαλίσθησαν ἀλλ’ ἐβλάβησαν, ἀλλ’ ἐζημιώθησαν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Ἔκρινε τὸ ὑπουργεῖον ἀνεκτέλεστον τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1871, τὴν ἐπιβάλλουσαν τὸν δημόσιον διαγωνισμόν. Δὲν ἠδυνήθην νὰ συναγάγω εὐκρινῶς ἣν περὶ τούτου ἔχει ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου γνώμην, ἤτοι ἂν ἔκαμεν ἢ δὲν ἔκαμε συναγωνισμόν, ἢ τί προὐτίθετο νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἐν πρώτοις ἀνέγνων ἐν τῇ ἐκθέσει του, δι’ ἧς εἰσήγαγε τὴν σύμβασιν ταύτην, ἐν σελίδι 11. «Ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ μετὰ πεποιθήσεως ὅτι συνῆψε σύμβασιν, ἥτις καὶ τότε, ὅταν παρ’ αὐτῆς συνήφθη, ἦτον ἡ ἀρίστη, καὶ ἤδη» κλπ. Κατὰ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον τοῦ κ. προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ἐνδείκνυται, ὅτι ὑπῆρξε διαγωνισμός τις, ὅτι ὑπῆρξαν διάφοροι αἱ προταθεῖσαι παρὰ πολλῶν συμφωνίαι, καὶ ὅτι μεταξὺ αὐτῶν, αὐτὴν ἐνέκρινεν ἡ Κυβέρνησις ἀρίστην. Ἀλλὰ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν ἡ προκαταρκτικὴ εἰσήγησις τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμε κατὰ τὴν 18 Ἰουνίου, αὐτὸ εἶπεν κάπως εὐκρινέστερον χθές· «ἐνίσχυσα ὅσον τὸ δυνατὸν, εἶπε, τὸν συναγωνισμὸν πρὶν ἢ ὑπογράψω τὴν σύμβασιν.» Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ὅλα τὰ ἔγγραφα, ἅτινα ἀντηλλάγησαν μεταξὺ ὑπουργείου καὶ ἰδιωτῶν, μεταξὺ ὑπουργείου καὶ ἑταιριῶν, ἢ μεταξὺ τοῦ ὑπουργείου καὶ τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Βασιλέως ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, διὰ νὰ κρίνω ἂν ἐνισχύθη εὐθύς τι συναγωνισμοῦ, καὶ ἂν ἡ συνομολογηθεῖσα συμφωνία ᾖναι ἀληθῶς ἡ ἀρίστη πασῶν. Ἔχω ὅμως τὸ φυλλάδιον τοῦτο, ὅπερ περιῆλθε καὶ εἰς χεῖράς μου ὡς βουλευτοῦ, ἐνῷ εὑρίσκω διάφορα ἔγγραφα, ἡ μελέτη τῶν ὁποίων μοὶ ἐμβάλλει εἰς ἀπορίας, καὶ ἴσως αἱ ἀπορίαι αὗται μεταδοθῶσι καὶ εἰς ὑμᾶς. Ἴσως περιέλθετε εἰς τὴν αὐτὴν ψυχολογικὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν διατελῶ καὶ ἐγὼ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἀναγινώσκω ἐν σελίδι 63 ἔγγραφον ὑπ’ ἀριθ. 45/21 τοῦ ἐν Λονδίνῳ πρέσβεως τῆς Α. Μ. πρὸς τὸν πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου καὶ ἐν τούτῳ ἀναγινώσκω, ὅτι «ἔλαβον τὸ ἀπὸ 20 Ἰανουαρίου (Φεβρουαρίου) ὑπ’ ἀριθ. 470 ἐπίσημον τῆς ὑμετέρας ἐξοχότητος, δι’ οὗ εὐηρεστήθητε νὰ μοὶ ἀναπτύξητε ὅσα τηλεγραφικῶς μοὶ ἔχετε κάμει τὴν τιμὴν νὰ μοὶ ἀναγγείλητε περὶ τῶν μετὰ τοῦ κ. Βαλτατζῆ διαπραγματεύσεων καὶ εὐχαριστῶ διὰ τὴν κοινοποίησιν ταύτην. Δράττω δὲ τὴν εὐκαιρίαν ταύτην, ἵνα σᾶς πληροφορήσω, ὅτι ὁ κ. Θ. Ἰωαννίδης ἀπῆλθεν ἤδη ἐκ Λονδίνου, λαβὼν ἐξουσιοδότησιν νὰ ζητήσῃ τὴν παραχώρησιν μέρους τῶν ἐκβολάδων. Ἡ ἐντολὴ αὕτη τῷ ἐδόθη ὑπὸ σπουδαίων προσώπων, ἅτινα οὐ μόνον τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην, ἀλλὰ καὶ ἄλλας ἐπωφελεῖς εἰς ἡμᾶς εἶναι ἕτοιμοι ν’ ἀναλάβωσιν. Ὅθεν θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ συστήσω λίαν ἐνθέρμως τὴν αἴτησιν αὐτοῦ εἰς τὰς εὐνοϊκὰς σκέψεις τῆς Βασιλικῆς Κυβερνήσεως.» Ἀναγινώσκω ἐν τῇ σελίδι 61 ἔγγραφον ἀπὸ 30 Ἰανουαρίου τοῦ κ. Ansted πρὸς τὸν κ. πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου. Ὁ κ. Ansted λέγει, ἐκτελῶν φαίνεται ἐντολὴν, ἣν εἶχε λάβει ὑπὸ τοῦ προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου. «Ἀπὸ τῆς ἐν Λονδίνῳ ἀφίξεώς μου ὡμίλησα ὀλίγον πρός τινα πρόσωπα περὶ τοῦ ἐφικτοῦ τοῦ νὰ συστηθῇ ἑταιρία ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων πρὸς ἐκμετάλλευσιν τοῦ ὀρυκτολογικοῦ πλούτου τῆς Ἑλλάδος καὶ πρὸ πάντων πρὸς χρησιμοποίησιν τῶν ἐκβολάδων καὶ σκωριῶν, αἵτινες θὰ μένωσιν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὴν τακτοποίησιν τῆς ὑποθέσεως τοῦ Λαυρίου. Εὗρον τὰ ῥηθέντα πρόσωπα πολὺ εὐδιάθετα νὰ ἐξετάσωσι πάραυτα τὸ ζήτημα. Ἐπειδὴ δὲ περὶ τοιούτων πραγμάτων δὲν πρέπει τις νὰ ὁμιλῇ χωρὶς ἐν ταὐτῷ νὰ πράττῃ, δὲν ἐξεπλάγην, ἰδὼν ὅτι οἱ κύριοι οὗτοι ἀπεφάσισαν νὰ ἔλθωσιν εἰς συνάντησιν μετὰ τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον συγκοινωνήσας τοὺς ῥηθέντας κυρίους μετὰ δύω Ἑλλήνων, ἑτοιμαζομένων ν’ ἀπέλθωσιν εἰς Ἀθήνας χάριν ἄλλων ὑποθέσεων, παρεκλήθην ὑπ’ αὐτῶν νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι οἱ ῥηθέντες ἐνδιαφερόμενοι κύριοι εἶναι ἀδιαφιλονεικήτως μᾶλλον πρόσφοροι ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπως δώσωσιν εἰς τοιαύτην ὑπόθεσιν διεύθυνσιν ἐντελῶς ἐπιτυχῆ. Μόνον τὰ ὀνόματα Sir Jannes Anderson, Pender μέλους τοῦ κοινοβουλίου καὶ Bead ἀρκοῦσι νὰ ἐμπνεύσωσι τὴν πεποίθησιν οὐ μόνον Τοῖς.» Δυστυχῶς ἐλλείπει εἷς στοῖχος, καὶ ἐνόμισα ὅτι ἐλλείπει μόνον ἀπὸ τὸ ἰδικόν μου φυλλάδιον, προσέτρεξα εἰς δέκα καὶ πέντε περίπου φυλλάδια, ἀλλὰ εὗρον ὅτι ἐλλείπει καὶ ἀπὸ αὐτά.
§17ΤΙΝΕΣ. Ἀπὸ ὅλα λείπει.
§18Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ συνέπειαν δὲν δύναμαι νὰ Σᾶς μεταδώσω τὴν συνέχειαν τῶν ἐξηγήσεων τοῦ κ. B. T. Ansted. Ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων τί συνήγαγον; Ὅτι ἄνθρωποι διακεκριμένοι διὰ τὸν πλοῦτον των ἐν Λονδίνῳ, κατέχοντες ἐπιφανῆ θέσιν ἐν τῷ ἐμπορικῷ κόσμῳ, ἐξωπλισμένοι μὲ ὅλα τὰ μέσα, ἅτινα ἡ ἐπιστήμη παρέχει, ὅτι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἠθέλησαν νὰ ἔλθωσιν εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἦλθον εἰς συνεννόησιν μετ’ αὐτῆς. Μήπως τάχα αἱ συμφωνίαι τὰς ὁποίας προέτειναν ἦσαν ὑποδεέστεραι τῶν συμφωνιῶν τὰς ὁποίας ἡ ἑταιρία τῶν Μεταλλουργείων ἐδέχετο ἢ προέβαλλεν; Ἀναγινώσκω ἐν τῇ σελίδι 2 ἑνὸς πρὸς τὴν Βουλὴν ὑπομνήματος τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ λόρδου Ἀλφρέδου Πάγετ κλπ. τυπωθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ διανεμηθέντος εἰς ὅλους ἡμᾶς, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐνεχείρισεν εἰς τοὺς ἐν Ἀθήναις ἀντιπροσώπους τῆς ἑταιρίας ταύτης ὅρους προκαταρκτικούς, ἐφ’ ὧν προεκάλεσε τὰς μετὰ τῆς εἰρημένης ἑταιρίας συνεννοήσεις της. Τίνες ἦσαν οἱ ὅροι οὗτοι; Οὗτοι ἦσαν δώδεκα, καὶ πρῶτος πάντων ἀνεγράφετο δικαίωμα, ὅπερ ἐπρόκειτο νὰ παραχωρηθῇ εἰς τὴν Ἀγγλικὴν ἑταιρίαν, νὰ προσδιορίσῃ ἐντὸς μιᾶς χρονικῆς διαρκείας ἓξ μηνῶν, δύω, τριῶν, τεσσάρων ἢ πέντε χρόνων, τὰς ἐκβολάδας καὶ σκωρίας, τὰς κειμένας ἐκτὸς τῆς Λαυριωτικῆς, ἐν ἄλλαις ἐπαρχίαις τοῦ Κράτους, ἃς ἔμελε τὸ δημόσιον νὰ παραχωρήσῃ εἰς αὐτήν· ὡς πέμπτος δ’ ὅρος ἀνεγράφετο ὑποχρέωσις τῆς Ἀγγλικῆς ἑταιρίας νὰ συγκαμινεύῃ μετὰ τῶν ἐκβολάδων, εἴτε ἀρχαίας σκωρίας εἴτε μεταλλίτιδα. Κατὰ τοὺς ὅρους λοιπὸν τούτους, οἵτινες ἐδόθησαν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς ἑταιρίας, ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὴν ἡ ὑποχρέωσις νὰ καμινεύῃ μετὰ τῶν ἐκβολάδων σκωρίας ἢ μεταλλίτιδα, σκωρίας τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ εὑρίσκῃ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας, ἢ μεταλλίτιδα, τὴν ὁποίαν ἤθελε προσπορίζεσθαι, κατὰ 30%. Ἀλλὰ ποῖοι ἦσαν οἱ ὅροι οἱ ἀποσταλέντες ἀπ’ εὐθείας εἰς Λονδῖνον εἰς τὴν Ἀγγλικὴν ἑταιρίαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως; Ἐν σελίδι 69 τοῦ φυλλαδίου εὑρίσκω, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐκοινοποίησεν εἰς τὴν ἐν Λονδίνῳ Ἑλληνικὴν πρεσβείαν καὶ δι’ αὐτῆς εἰς τὴν Ἀγγλικὴν ἑταιρίαν ὡς ὅρους, οὐχὶ δώδεκα ὅσους ἐκοινοποίησεν εἰς τὸν ἐν Ἀθήναις ἀντιπρόσωπον αὐτῆς, ἀλλὰ ἑπτὰ μόνον. Μεταξὺ τούτων δὲν εὑρίσκω τὸν ὅρον νὰ παραχωρηθῶσιν εἰς τὴν ἑταιρίαν αἱ ἀρχαῖαι σκωρίαι, αἱ ἐκτὸς τῆς Λαυριωτικῆς καὶ ἐν ἄλλαις ἐπαρχίαις κείμεναι, τὰς ὁποίας ἡ ἑταιρία ἤθελεν ἀνεύρει καὶ ζητήσει ἐντὸς ὡρισμένης χρονικῆς διαρκείας, ἀλλὰ εὑρίσκω ὡς ὅρον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συγκαμινεύῃ μετὰ τῶν ἐκβολάδων καὶ σκωρίας ἢ μεταλλίτιδα κατὰ 30%. Ἡ ἔλλειψις τοῦ ἑνὸς τούτου ὅρου ἐκ τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἐκοινοποιήθη εἰς τὸν πρέσβυν τοῦ Βασιλέως ἐν Λονδίνῳ, δὲν νομίζετε ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ φέρῃ εἰς ἀμηχανίαν τινὰ τὴν Ἀγγλικὴν ἑταιρίαν; Ἡ Ἀγγλικὴ ἑταιρία ἤθελεν ὑποχρεωθῇ νὰ συγκαμινεύῃ μετὰ τῶν ἐκβολάδων σκωρίαν ἢ μεταλλίτιδα κατὰ 30%. Τί ἤθελε λοιπὸν κάμει; Ἤθελεν εἶσθαι ὑποχρεωμένη ν’ ἀναζητήσῃ καὶ ἀνεύρῃ ἀρχαίας σκωρίας καὶ μεταλλίτιδα. Ἀλλ’ ἡ ἀναζήτησις καὶ πρόσκτησις μεταλλίτιδος ἤθελεν ἐπιβάλει αὐτῇ δαπάνας ἁδρὰς, τὰς ὁποίας ἤθελε κάμει εἴτε πρὸς ἀπόκτησιν τοιαύτης ἐξ ἄλλων μεταλλείων δι’ ἀγορᾶς, εἴτε πρὸς ἐξόρυξιν τοιαύτης ἐκ μεταλλείων, τὰ ὁποῖα ἔμελλε νὰ παραχωρηθῶσιν εἰς τὴν ἑταιρίαν. Συμφέρον λοιπὸν εἶχεν ἡ ἑταιρία νὰ ἀποφύγῃ τὰς δαπάνας ταύτας, συγκαμινεύουσα μετὰ τῶν ἐκβολάδων σκωρίας· ἀλλ’ ὁ ὅρος τῆς παραχωρήσεως τῶν ἀρχαίων σκωριῶν, ὅσαι ἤθελον ἀνευρεθῆ παρὰ τῆς ἑταιρίας ἐν ἄλλαις ἐπαρχίαις ἐκτὸς τῆς λαυριωτικῆς, καὶ ζητηθῆ παρ’ αὐτῆς ἐντὸς ὡρισμένης χρονικῆς διαρκείας, δὲν ὑπῆρχε. Καὶ πράγματι ἐν τῇ σελίδι 70 τοῦ φυλλαδίου εὑρίσκω τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βράϊλας ἐπέστειλε τὴν 7 Μαρτίου εἰς τὸν κ. Δεληγεώργην. Διὰ τούτου λέγει, ὅτι συνενοήθη μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς ἑταιρίας, ἥτις ἀποδέχεται ὅλους τοὺς ἄλλους ὅρους, «δὲν καταλαμβάνει ὅμως τὸν τῆς μεταλλίτιδος.» Εὑρίσκω μάλιστα καὶ ἔγγραφόν τι ὑπ’ ἀριθμ. 96/101 ἀπὸ 8 Μαρτίου τοῦ κ. Βράϊλα πρὸς τὸν πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, διὰ τοῦ ὁποίου ῥητῶς λέγει, ὅτι ἐπὶ τοῦ ὅρου τούτου ἔχουσιν ἀνάγκην ἐξηγήσεων καὶ διασαφήσεων. Ἂν λοιπὸν καθίστα τοῦτο δῆλον εἰς τὴν Ἀγγλικὴν ἑταιρίαν, ὅτι παρέχεται εἰς αὐτὴν ἡ πιθανότης, ἀναζητοῦσα σκωρίας ἀλλαχοῦ τῆς ἐπικρατείας νὰ εὕρῃ αὐτὰς καὶ ἐκπληρώσῃ δι’ αὐτῶν τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ συγκαμινεύσῃ καὶ σκωρίας ἢ μεταλλίτιδα· ἂν ἐδίδετο ἡ πιθανότης αὕτη εἰς αὐτὴν, τάχα ἡ Ἀγγλικὴ ἑταιρία δὲν ἤθελε συναινέσει νὰ παραδεχθῇ καὶ τὸν ὅρον τοῦτον μετὰ τῶν κοινοποιηθέντων εἰς τὴν Ἀγγλικὴν ἑταιρίαν ἄλλων ὅρων; Ὅθεν καθίστατο εἰς αὐτὴν ἀναπόφευκτος ἡ πρὸς πρόσκτησιν μεταλλίτιδος ἁδρὰ δαπάνη. Τοῦτο τάχα ἀποτελεῖ ἐνίσχυσιν τοῦ συναγωνισμοῦ, ἢ περιορισμὸν αὐτοῦ, ἀφοῦ διὰ τούτου ἐπεβαρύνετο ὁ ἕτερος τῶν συναγωνιζομένων δι’ ἁδρῶν δαπανῶν; Ὅταν ἀπηλλάσσετο τῆς δαπάνης εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν αὐτὴν ἡ ἀνάγκη τῆς συγκαμινεύσεως τῆς μεταλλίτιδος, δὲν ἤθελε ἀποτελεσθῆ πλήρης συναγωνισμός; Ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ κατασταθῇ εὔκολος ἢ συμφέρουσα ἡ εἰς τὴν Ἀγγλικὴν ἑταιρίαν παραχώρησις τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης, καὶ ἂν πράγματι συνεκροτεῖτο ἐκ τοιούτων μελῶν, νομίζω ὅτι ἦτο βέβαιον, ὅτι, παραχωρουμένης τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης εἰς αὐτὴν, ἤθελον προκύψει καὶ ἄλλαι ὠφέλειαι εἰς τὴν ἐπικράτειαν, ὄχι μόνον διὰ τῆς συῤῥοῆς τῶν ξένων κεφαλαίων, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν ὀρυκτολογικῶν ἐργασιῶν ἐν Ἑλλάδι. Καὶ ἐγεννήθη μάλιστα ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ φυλλαδίου, περὶ οὗ ὁ λόγος, καὶ ἀπορία τις, καὶ ἤθελον ὁμολογήσει εὐγνωμοσύνην εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφωτιζόμην οὕτως, ὥστε νὰ ἀπαλλαγῶ ἐκ τῆς ἀπορίας ταύτης. Ἐν τῇ σελίδι 12 τοῦ φυλλαδίου βλέπω, ὅτι ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν «τὴν τρίτην Μαΐου 1873, μᾶς ἐδόθη ἑτέρα αἴτησις δῆθεν ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς ἑταιρίας, καὶ τὴν 7 ἑτέρα δῆθεν πάλιν ὑπ’ αὐτῆς.» Τί ἤθελε νὰ ἀποδείξῃ διὰ τοῦ ἐπανειλημμένου, δῆθεν; λέγει ὅτι οἱ ὑπογράψαντες τὰς αἰτήσεις ταύτας ἦσαν καλῆς πίστεως, ἀλλ’ ἠγνόουν, καθ’ ὃν χρόνον ὑπέγραφον αὐτὰς, ὅτι οἱ ἐντολεῖς των ἐν Λονδίνῳ εἶχον ἀνακαλέσει τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν εἶχον δώσει αὐτοῖς διὰ νὰ τοὺς ἀντιπροσωπεύσωσιν ἐν Ἀθήναις· τοῦτο ὅμως τὸ πρᾶγμα τὸ ἐγνώριζεν ἤδη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Βεβαίως, διὰ νὰ γνωρίζῃ ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τοιαύτην πληροφορίαν καὶ διὰ νὰ ἀνακοινώσῃ αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου πρέπει νὰ ᾖναι ἀναντίῤῥητος, καὶ διὰ νὰ ᾖναι ἀναντίῤῥητος ἐδόθη αὐτῷ βεβαίως ὑπὸ τοῦ ἐν Λονδίνῳ πρέσβεως. Καθῆκόν μου λοιπὸν ἦτον ν’ ἀναφυλλίσω τὸ φυλλάδιον διὰ νὰ εὕρω τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον μετέδιδε τὴν πληροφορίαν ταύτην.
§19ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔχω ἓν πολυτιμότερον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ παρουσιάσω δημοσίως, ἀλλὰ εἰς ὑμᾶς τὸ δεικνύω.
§20Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ. Βλέπετε, ὅτι εἶναι δικαία ἡ ἀπορία μου.
§21ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι, διότι δυσπιστεῖτε.
§22Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα στηρίζεται ἐπὶ τῆς δυσπιστίας· τί ἄλλο δὲ παρὰ δυσπιστία πρὸς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν προκαλεῖ τὴν παρουσίαν τῆς Βουλῆς; — Ἤθελον δὲ εὐχηθῆ, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγένοντο ἀποδεκταὶ αἱ προτάσεις, τὰς ὁποίας ἀπεδέχετο ἡ Ἀγγλικὴ ἑταιρία κατὰ τὸ ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῆς εἶχον δώσει τὴν 3 Μαΐου ἢ τὴν 7 Μαΐου πρὸς τὸν κ. πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου· διότι οἱ ὅροι οὗτοι ὁρίζουσι καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ λαμβάνῃ τὸ δημόσιον ἐκ τοῦ καθαροῦ προϊόντος, οὐχὶ εἰς 44 ἀλλ’ εἰς 45%, καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων δὲν ἔμεινεν ἀπροσδιόριστον, ἀλλὰ προσδιωρίζετο εἰς τριακοσίας μόνον δραχμὰς κατὰ τόννον σύμφωνα μὲ τὸν νόμον τοῦ 1871. Ὡσαύτως εἰς ἀπορίαν τινὰ μὲ ἐνέβαλε καί ἄλλη περίοδος τοῦ ἐγγράφου τοῦ κ. προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου πρὸς τὴν ἐν Λονδίνῳ πρεσβείαν, φέροντος ἡμερομηνίαν τὴν 6 Μαΐου, σελὶς 94 τοῦ φυλλαδίου. Ἀφ’ οὗ ἡ ἐντολὴ εἶχεν ἀφαιρεθῆ ἀπὸ τοὺς ἐντολεῖς, ἀφοῦ εἶχον σταματήσει καὶ προσκόψει ἕνεκα τοῦ πέμπτου ὅρου αἱ μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς ἑταιρίας συνεννοήσεις, μοὶ ἐγεννήθη ἡ ἀπορία, πῶς ἡ Κυβέρνησις πάλιν ἐζήτησε νὰ ἀνακοινώσῃ τὰς κατὰ τὸ 12 ἄρθρον τῆς μετὰ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων συμβάσεως γιγνομένας μετ’ αὐτῆς συνεννοήσεις εἰς τὴν Ἀγγλικὴν ἑταιρίαν, καὶ μάθῃ ἂν θέλῃ αὕτη νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀνακαμίνευσιν τῶν ἄλλων ἐκβολάδων, τῶν ἐκτὸς τοῦ μεταλλείου Σερπιέρη κειμένων. Ὅσον ὅμως καὶ ἂν ὑπέδειξεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ὅτι ἔκαμε πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν πρὸς ἐνίσχυσιν καὶ ἀποτέλεσιν διαγωνισμοῦ τινος, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπιμένω εἰς τὸ ἐρώτημά μου, ὅτι διαγωνισμὸς δὲν ἐγένετο. Ἡ βάσις τοῦ διαγωνισμοῦ εἶναι ἡ δημοσιότης· ἡ βάσις τῆς διαπραγματεύσεως μετὰ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου ἦτον ὁ μυστικισμός. Ἡ δημοσιότης ἐπάγει τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καθιστᾷ γνωστοὺς τοὺς ὅρους τῶν συμφωνιῶν· εἰς ἓν ἔγγραφον πρὸς τὴν ἐν Λονδίνῳ πρεσβείαν, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ ὑπουργεῖον ἀπέστειλε τοὺς ὅρους τοὺς προταθέντας παρὰ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου, ἔλεγε πρὸς αὐτήν, «σᾶς στέλλω ἀπόῤῥητον ἔγγραφον.» Βλέπετε ὅτι τὸ ἀπόῤῥητον μετὰ τῆς δημοσιότητος δὲν δύναται νὰ συμπράξῃ, οὐδὲ νὰ ἀποτελέσῃ ἐλεύθερον διαγωνισμόν. Ἀλλ’ ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου χθὲς ἠναγκάσθη ἐπὶ τέλους ἄκων ἴσως νὰ μᾶς εἴπῃ τὴν αἰτίαν. Ἐγὼ ὁ κ. Ἐπαμινώνδας Δεληγεώργης φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ Γαλλοϊταλικὴ ἑταιρία Σερπιέρη δὲν εἶχε κἀνὲν δικαίωμα, τὸ ὑπεστήριξα κατὰ τὸ 1871, ἀπέκρουσα τὰς ἀξιώσεις αὐτῆς· ἀλλὰ τὸ φρόνημά μου τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ οὐχ ἧττον τὸ ἐπίδικον τῶν ἐκβολάδων, ἐν ὅσῳ ὁ κ. Σερπιέρης διατείνεται ὅτι ἔχει ἀξιώσεις. Ὁ νόμος τοῦ 1871, στηριζόμενος εἴτε ἐπὶ τοῦ droit regalien, εἴτε ἐπὶ ἄλλων λόγων, ἀνέγραψεν ἐθνικὰς τὰς ἐκβολάδας· ἀλλ’ ὁ κ. Δεληγεώργης λέγει ὅτι ὑπάρχουν νομικοὶ ὑποστηρίζοντες ὅτι ἡ παραχώρησις πρὸς τὸν κ. Σερπιέρην, ἐκτάσεως πρὸς μετάλλευσιν ἐπάγει τὴν παραχώρησιν εἰς αὐτὸν καὶ τῶν ἄλλων μεταλλικῶν οὐσιῶν, αἵτινες ἤθελον εἶσθαι ὁμοειδεῖς καὶ ἤθελον εὑρεθῆ ἐν τῇ περιφερείᾳ ἐκείνῃ. Ὁ κ. Σερπιέρης δύναται νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια, νὰ καταστήσῃ ἐπιδίκους τὰς ἐκβολάδας καὶ τὸ ἐπίδικον αὐτῶν ἤθελε σταματήσει τὰς ἐργασίας, ἤθελε καταδικάσει εἰς ἀργίαν τὴν ἐπιχείρησιν. Λοιπόν, κύριοι, λέγει ὁ κ. Δεληγεώργης, ἐπέτρεπεν ἡ συνείδησίς σας νὰ προβῆτε εἰς ἄλλην παραχώρησιν τῶν ἐκβολάδων, ὅταν ἠδύνασθε νὰ προΐδητε τὴν ἔγερσιν τῶν δικῶν καὶ τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐκκρεμοδικίας ταύτης; Ἐκ τούτου, λέγει, ὅτι εὑρίσκει ἕνα λόγον ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ὅστις διεκώλυεν αὐτὸν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκθέσῃ τὴν ἐπιχείρησιν εἰς πλήρη καὶ ἐλεύθερον διαγωνισμόν. Ἀλλ’ ὁ λόγος οὗτος πῶς δὲν ἐμπόδισε τὸν κύριον πρωθυπουργὸν ἀπὸ τοῦ νὰ συνομολογήσῃ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 12 τῆς συμβάσεως; Διότι, ἂν αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ κ. Σερπιέρη στηρίζωνται εἰς τὰς θεωρίας, ὅτι ἡ παραχώρησις εἰς αὐτὸν ἐκτάσεως πρὸς μετάλλευσιν νομίμως γενομένη συνεπάγει καὶ τὴν παραχώρησιν πάσης ἄλλης ὁμοειδοῦς μεταλλικῆς οὐσίας, τότε ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων τῶν κειμένων, ἐκτὸς τῆς εἰς τὸν κ. Σερπιέρην παρακεχωρημένης ἐκτάσεως, ἐπὶ ἐκτάσεων δὲ ἄλλων παραχωρηθεισῶν εἰς ἄλλας ἑταιρίας ἢ ἄτομα, τὰ εἰρημένα ἄτομα ἢ αἱ εἰρημέναι ἑταιρίαι ἔχουσιν ἐπ’ αὐτῶν τὰς αὐτὰς ἀξιώσεις, καὶ αἱ ἀξιώσεις αὗται εἶναι ὅμοιαι μὲ τὰς ἀξιώσεις τοῦ κ. Σερπιέρη. Λοιπὸν αἱ σκέψεις αὗται δὲν ἀνέστειλαν τὴν συνομολόγησιν τοῦ ἄρθρου 12 τῆς συμβάσεως.
§23ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι εὐφυὲς αὐτό· ἀλλὰ δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα γνωρίζετε καλὰ σεῖς.
§24Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν πλανῶμαι, εἶναι πολὺ δυνατὸν νὰ πλανῶμαι, ἀλλὰ δὲν ἐσυνείθησα ἐν γνώσει νὰ ὑποκρίνωμαι ὅτι πλανῶμαι.
§25ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶμαι εἰς αὐτὸ τὸ δίλλημα· ἢ νὰ σᾶς ἀποδώσω αὐτὴν τὴν κακίαν, τὴν ὁποίαν ἀποκρούετε πολλὰ δικαίως, ἢ ἓν ἄλλο, ὅτι ἐνῷ ὑπερασπίζεσθε τὰ δημόσια συμφέροντα, σᾶς λανθάνει ἓν σπουδαῖον πρᾶγμα.
§26Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅ,τι θέλετε. Ἂν δὲν παραχωρηθῶσιν αἱ ἐκβολάδες εἰς τὴν ἑταιρίαν ὅλαι αἱ ἐκτὸς τῆς εἰς τὸν κ. Σερπιέρην παραχωρημένης ἐκτάσεως κείμεναι, ἄλλαι δ’ ἑταιρίαι λάβωσιν αὐτάς, τότε θέλομεν κατακερματίσει τὴν ἐπιχείρησιν, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός· νὰ μὴ τὰς συγκεντρώσωμεν εἰς χεῖρας μιᾶς ἐπιχειρήσεως, τοῦτο εἶναι τὸ αὐτὸ, ὡς ἂν θέλωμεν νὰ καταστήσωμεν μικρὰς βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις, αἵτινες δὲν συντελοῦσιν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν πλήρους μεταλλουργικῆς βιομηχανίας, αἱ ὁποῖαι προκαλοῦσι διαγωνισμόν, ὅστις βλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου καὶ τῆς ἑταιρίας. Τῆς σκέψεως ταύτης ἔκαμε χρῆσιν ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὸ ἄρθρον 12 τῆς συμβάσεως. Ἡ σκέψις εἶναι ὀρθή, καὶ διότι τὴν παραδέχομαι ὡς ὀρθήν, διὰ τοῦτο μοὶ γεννᾶται ἡ ἀπορία· πῶς, ἐνῷ ἐνεφορεῖτο ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τῆς σκέψεως ν’ ἀποκαταστήσῃ μεγάλην μεταλλουργικὴν βιομηχανίαν, νὰ καλέσῃ μεγάλα κεφάλαια, ἵνα συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν διαφόρων κλάδων τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης, πῶς τὰ κεφάλαια τὰ μετοχικὰ τῆς Ἀγγλικῆς ἑταιρίας προσδιώρισεν εἰς 300,000 λίρας, διὰ τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους ἐκοινοποίησεν εἰς αὐτὴν διὰ τοῦ πρέσβεως τῆς Ἑλλάδος ἐν Λονδίνῳ; Δὲν προσδιώρισε τὸν ἐλάχιστον ὅρον τῶν μετοχικῶν κεφαλαίων εἰς τὰς 300,000 λίρας, ἀλλὰ προσδιώρισε τὸ ποσὸν τοῦτο ὡς ἀνυπέρβλητον μετοχικὸν κεφάλαιον, ἑπομένως ἀπέκλειε τὴν κατάθεσιν μεγαλειτέρων μετοχικῶν κεφαλαίων, καὶ περιέστειλε τὴν ἀποκατάστασιν πλήρους καὶ μεγάλης ἐπιχειρήσεως. Ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἐπηρεάσθη ὑπὸ τοῦ φόβου τῶν ἀξιώσεων τοῦ κ. Σερπιέρη ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων, καὶ τῶν δικῶν, τὰς ὁποίας αἱ ἀξιώσεις αὗται ἤθελον προκαλέσει, καὶ διὰ τοῦτο παρεχώρησεν ἄνευ τοῦ διαγωνισμοῦ τὰς ἐκβολάδας εἰς τὴν ἑταιρίαν. Εἶπεν, ὅτι τὰς ἀξιώσεις ταύτας τοῦ κ. Σερπιέρη ἠδύναντο νὰ ὑποστηρίξωσι καὶ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα οἱ κατὰ καιροὺς ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀντήλλαξαν, καὶ διὰ τῶν ὁποίων εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως ἀνεγνώριζον τὰς ἀξιώσεις ταύτας τοῦ κ. Σερπιέρη. Βεβαίως δὲν δύναμαι ν’ ἀνταγωνισθῶ πρὸς τὸν πλοῦτον τῶν νομικῶν γνώσεων τοῦ κ. Δεληγεώργη, ὁ ὁποῖος ἀποκλειστικῶς μετήρχετο τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου εἰς ἄλλην ἐποχὴν, καὶ ἀπ’ αὐτοῦ ὁρμηθεὶς εἰσήλασεν εἰς τὴν πολιτικήν· δὲν δύναμαι νὰ ἀνταγωνισθῶ εἰς τὸν γνώστην τοῦτον τῶν νόμων, ἔχω ὅμως ἀπορίαν πῶς ὁ γνώστης οὗτος τῶν νόμων ἔδωκε τοιαύτην ἀξίαν εἰς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα τὸ ὑπουργεῖον ἀντήλλαξε, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἀνεγνώρισε τὴν ἀξίωσιν τῆς ἰδιοκτησίας, ἐνῷ γνωρίζει ὅτι οἱ ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκλήθησαν ὑπὸ τῶν νόμων διοικηταὶ τῆς περιουσίας τοῦ δημοσίου, διαχειρισταὶ τῶν ἐσόδων αὐτοῦ, καὶ δὲν ἔχουσι δικαίωμα ν’ ἀπαλλοτριώνωσιν αὐτὴν, νὰ ἐκποιῶσι τὴν περιουσίαν τοῦ δημοσίου; καὶ ἀφοῦ δὲν ἔχουσι τοιοῦτον δικαίωμα, πᾶσα ὁμολογία αὐτῶν πρὸς ἐκποίησιν, καὶ πᾶσα ἀναγνώρισις ξένων δικαιωμάτων ἐπὶ κτήσεων τοῦ δημοσίου εἶναι ἄνευ ἰσχύος ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Νομίζω, ὅτι αἱ περὶ διαγωνισμοῦ σκέψεις μου ἦσαν ἀρκετὰ μακραί· ἴσως ἐκούρασαν τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ βεβαίως ἐκούρασαν καὶ ἐμέ· ὀφείλω ὅμως νὰ ἐξακολουθήσω, ἵνα σᾶς ἀνακοινώσω τὰς σκέψεις μου καὶ ἐπὶ ἑτέρων μερῶν τῆς συμβάσεως, σᾶς ὑπόσχομαι δὲ ὅτι θέλω εἶσθαι βραχὺς διὰ τὸν κάματον, ὁ ὁποῖος βαρύνει καὶ σᾶς καὶ ἐμέ. Ὁ κύριος πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ὑπέδειξε χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως τῶν παραχωρηθησομένων εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου ἐκβολάδων, ὅτι δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ περιορισθῇ ἡ ἔκτασις αὕτη εἰς μόνας τὰς ἐκβολάδας τὰς κειμένας εἰς τὴν περιφέρειαν, ἥτις παρεχωρήθη ὑπὸ τοῦ δημοσίου εἰς τὸν κ. Σερπιέρην πρὸς μετάλλευσιν διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος, καὶ ὑπέδειξεν ὅτι εἶναι ἕτοιμος ν’ ἀναλάβῃ τὴν περὶ τούτου συνεννόησιν μετὰ τῆς ἑταιρίας. Διὰ τοῦτο οὐδὲν λέγω περὶ τούτου, καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ κάμω λόγον, ὅταν ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν συνεννοήσεών του. Ἀλλὰ περὶ τοῦ ἀπροσδιορίστου τῶν ἐξόδων τῆς παραγωγῆς, ὅσα καὶ ἂν ἀνέφερεν ἐνώπιόν σας εὐφυέστατα ἐπιχειρήματα, ἔμεινα κατὰ δυστυχίαν ἀμετάτρεπτος, καὶ φρονῶ ἀδιστάκτως ὅτι ἡ μόνη ἐγγύησις διὰ τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τὸ δημόσιον συμφέρον, εἶναι ὁ ἐκ τῶν προτέρων προσδιορισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς παραγωγῆς. Δὲν εἶμαι τόσον ἁπλοῦς, ὥστε νὰ νομίζω ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς, ἄνευ βλάβης τῶν δημοσίων συμφερόντων εἴτε τῶν συμφερόντων τῆς ἑταιρίας τῆς ἀναδεχθείσης τὴν ἐκκαμίνευσιν τῶν ἐκβολάδων, δύναται νὰ μένωσι προσδιωρισμένα σταθερῶς καὶ ἀμεταβλήτως ἐκ τῶν προτέρων· διότι γνωρίζω τὰς αὐξομειώσεις τῶν ἐξόδων, αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ἐπέλθει ἐκ τῆς αὐξομειώσεως τῶν τιμῶν ἢ τῶν γαιανθράκων ἢ τῆς ἐργασίας καὶ τῶν τοιούτων. Νομίζω ὅμως ὅτι προσδιορισμὸς ἐπί τι χρονικὸν διάστημα περιέχει τὰ ὀφέλη τοῦ ἐκ τῶν προτέρων προσδιορισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς παραγωγῆς χωρὶς νὰ ἔχῃ τὰ ἐλαττώματα αὐτοῦ· τὸ μεταβλητὸν τοῦ προσδιορισμοῦ διὰ νόμου θέλει περιλαμβάνει καὶ τὴν δικονομίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελον εὑρίσκεσθαι καὶ προσδιορίζεσθαι αἱ ἀναγκαῖαι μεταβολαὶ, αἵτινες ἤθελον προταθῆ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν ἐξόδων. Εἶπον, ὅτι θέλω τὸν προσδιορισμὸν ὡς πρωτίστην ἐγγύησιν διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, διότι τὸ ἀπροσδιόριστον τῶν ἐξόδων δύναται νὰ ὠθήσῃ τὴν φιλοκέρδειαν ἢ τὴν ἰδιοτέλειαν πέραν τῶν ὁρίων τοῦ ἀληθοῦς, ἑπομένως καὶ τοῦ ἐντίμου. Κατὰ τοῦ κινδύνου τούτου θέλω ν’ ἀσφαλίσω τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, διότι ἐν Ἑλλάδι δυστυχῶς τὸ δημόσιον δὲν ἔχει ὀφθαλμοὺς ἵνα βλέπῃ κατὰ πόσον ζημιοῦται, δὲν ἔχει οὔτε γλῶσσαν ἵνα παραπονῆται κατὰ τῆς ἀδικίας, ἥτις ἑκάστοτε προσγίγνεται εἰς τὰ συμφέροντά του. Ἀλλὰ καθὼς διεσκευάσθη ἡ σύμβασις, ἂν ἐκ τοῦ ἀκαθαρίστου κέρδους προαφαιρέσητε τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων τῆς παραγωγῆς, καὶ ἂν ἐκ τοῦ ὑπολοίπου μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων τῆς παραγωγῆς ἀφαιρεῖτε τὸ προσδιορισθὲν διὰ τῆς συμβάσεως δικαίωμα τοῦ δημοσίου, τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου εὑρίσκονται εἰς πλήρη ἀντίθεσιν, εἰς ἐχρικὴν θέσιν οὐ μόνον πρὸς τὴν διοίκησιν τῆς ἑταιρίας, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν ἑτέρων μετόχων. Οἱ μέτοχοι δὲν ἔχουσι τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ τὸ δημόσιον· τὸ δημόσιον ἔχει συμφέρον ἵνα τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων ᾖναι ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον, ἵνα τὸ ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον θέλει ἀναλογίσει εἰς αὐτὸ, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων ᾖναι ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλείτερον. Οἱ δὲ μέτοχοι ἔχουσι τὸ ἀντίθετον συμφέρον, νὰ παρουσιάσωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ ἔξοδα ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλείτερα, ἵνα ἡ μερὶς, ἡ ἀνήκουσα εἰς ὄφελος τοῦ δημοσίου, ᾖναι μικροτέρα. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὰ συμφέροντα τῶν μετόχων δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἐγγύησις εἰς τὸ δημόσιον, οὐδὲ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν, οὐδὲ τὸ στόμα των δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ δημοσίου κατὰ τοῦ ἐνδεχομένου κινδύνου. Εἶπον ἐὰν διεσκευάζετο ἄλλως ἡ σύμβασις, καὶ ἠδυνάμην νὰ ὑποδείξω ἐκ τοῦ προχείρου τρόπον τοιαύτης διασκευῆς. Ὑποθέσατε, ὅτι κατὰ τὴν ἀναλογίαν τοῦ ποσοστοῦ, τοῦ συνομολογηθέντος διὰ τῆς συμβάσεως ὡς ἀνήκοντος εἰς τὸ δημόσιον, πρὸς τὸ ὑπόλοιπον τὸ ἀποδοτέον εἰς μετόχους, κατὰ τὴν ἀναλογίαν ταύτην ἐκηρύσσετο μέτοχος καὶ τὸ δημόσιον· τότε τὸ δημόσιον ἤθελεν ὑπάγεται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, εἰς ἣν καὶ οἱ ἄλλοι μέτοχοι, τότε τὸ δημόσιον ἤθελεν ἔχει τὸ αὐτὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἤθελον ἔχει καὶ οἱ ἄλλοι μέτοχοι, οἱ δὲ λοιποὶ μέτοχοι ἤθελον εἶσθαι ἱκανοὶ νὰ ὑπερασπίσωσι τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Ἀλλ’ οὕτως δὲν διεσκευάσθη ἡ σύμβασις, ἑπομένως ἐγὼ δὲν προτείνω τὴν τροπολογίαν. Ἡ σύμβασις ὅμως ὡς διεσκευάσθη ἔθηκεν εἰς ἐχθρικὴν θέσιν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου καὶ τῶν μετόχων· διὰ τοῦτο ἀξιῶ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀσφαλισθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου κατὰ πάσης κατ’ αὐτῶν ἐκνόμου ἐπιδρομῆς.— Κατὰ τῶν ζητούντων τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἐξόδων, ὁ κύριος πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ μία σκέψεις, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκεν εἰς ὑμᾶς ὑπὲρ τῆς συμβάσεως· ἡ σύμβασις, ἡ συνομολογηθεῖσα παρ’ αὐτοῦ, παρέχει εἰς τὸ δημόσιον μέγα κέρδος καὶ σπουδαῖον συμφέρον, ὅτι δύναται νὰ ἐκλέξῃ τὸ ποσοστὸν εἴτε εἰς εἶδος, εἴτε εἰς χρήματα. Τί σημαίνει τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς ἐκλογῆς, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς ὁ νόμος τοῦ 1871 δὲν παρέχει τὸ δικαίωμα τοῦτο; Ἡ σύμβασις ὅμως παρέχει τὸ μέγα τοῦτο δικαίωμα. Λοιπὸν εἶπεν ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν θεωρεῖτε, ὅτι τὸ κέρδος τοῦτο εἶναι πραγματικῶς ἱκανὸν νὰ ἀντιζυγίσῃ εἰς τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τὸ ἀπροσδιόριστον τῶν ἐξόδων; Δὲν γνωρίζω τί διέταξε ὁ νόμος τοῦ 1871, καὶ ἂν ὑπεχρέου τὸ δημόσιον νὰ δεχθῇ τὸ ποσοστὸν μόνον εἰς χρήματα, κακῶς τὸ διέταξε, δὲν ἐξησφάλιζε τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ὑπάρξῃ ἐπιχείρησις, ἡ ὁποία γίνεται ἐπ’ ἀντικειμένων μεταποιουμένων καὶ ἀνηκόντων εἰς τὴν καθολικὴν κτῆσιν τοῦ δημοσίου, καὶ νὰ τεθῇ ζήτημα ὅτι ἐκ τῶν μεταποιηθησομένων ὑλῶν δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ αὐτὸ εἰς χρήματα; Τοιαύτη ἀξίωσις ἔθελεν εἶσθαι τρανὴ ἀπόδειξις κακῆς πίστεως, ἤθελεν εἶσθαι πρόγραμμα σφετερισμοῦ δικαιωμάτων ἀλλοτρίων· ἡ δὲ παροχὴ εἰς τὸ δημόσιον τῆς εὐκολίας νὰ ἐκλέγῃ τὸ ποσοστὸν εἰς εἶδος ἢ εἰς χρήματα εἶναι ἀναγνώρισις δικαιώματος, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ ἀρνηθῇ εἰς τὸ δημόσιον, καὶ τὸ ὁποῖον, ἂν παρέλιπεν ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ ἐξασφαλίσῃ, ἤθελε πράξει ἀνήκουστον ἔλλειψιν. Ἡ ἁπλῆ ἐκτέλεσις τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ὁ διαγωνισμός, ὁ ὁποῖος προκαλεῖται κατὰ τὴν ἐκποίησιν τῶν εἰς τὸ δημόσιον ἀνηκόντων εἰδῶν, ἀρκεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Ἐκτίθενται εἰς δημοπρασίαν ὅλαι αἱ χελῶναι μολύβδου, ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὸ δημόσιον, πωλοῦνται, ὁ δὲ ὑπερθεματισμὸς ἀσφαλίζει τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου.
§27ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπαινεῖ λοιπὸν τὴν σύμβασιν ὡς πρὸς τοῦτο;
§28Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν θεωρῶ τὸν ὅρον τοῦτον ὡς ἀντιζύγιον εἰς τὴν ζημίαν, ἥτις δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἐκ τοῦ μὴ προσδιορισμοῦ τῶν ἐξόδων· θεωρῶ ἀπ’ ἐναντίας ὅτι ἡ παράλειψις τοῦ ὅρου τούτου ἤθελεν ἁρμόζει εἰς συναλλαγὴν κακῆς πίστεως ἢ ἀβέλτερον.
§29ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν βλέπετε ὅτι εὐφυῶς ἐνηργήσαμεν.
§30ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κύριος πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου μοὶ εἶπεν ὅτι ἀναγνωρίζω κἄποιαν εὐφυΐαν εἰς τὸ γενόμενον. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ θαυμάσω τὴν εὐφυΐαν του οὐχὶ κατὰ τοῦτο, διότι ἄλλως ἤθελεν εἶσθαι ἄπορον πῶς ἠδύνατο νὰ ἀξιώσῃ ἣν κατέχει θέσιν, ἀλλὰ κατὰ τὴν τέχνην μεθ’ ἧς διεξέρχεται τὰς συζητήσεις. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος χθὲς ἀπηύθυνε πρὸς τὸν πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἐρώτησίν τινα. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς εἶχε πονηρίαν τινὰ εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην, ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐξαγάγῃ ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ ἓν ἐπιχείρημα. Τῷ εἶπε, σεῖς ἐσυμφωνήσατε νὰ λαμβάνῃ τὸ δημόσιον τὸ δικαίωμά του εἰς εἶδος, φέρετέ μοι παράδειγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν, εἶναι κατορθωτὸν, νὰ ἀφαιρῶνται τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς ἐκ τοῦ προϊόντος τῆς ἐκκαμινεύσεως πρῶτον, ἑπομένως νὰ λαμβάνῃ τὸ δημόσιον τὸ ποσοστὸν εἰς εἶδος; Ὁ κύριος πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἐν ἀρχῇ δὲν ἀπήντησεν, ἐξ ἐναντίας προσέφυγεν εἰς τοὺς κανόνας τῆς ἀριθμητικῆς, οἱ ὁποῖοι κανονίζουσι πῶς ἐξ ὁμοειδῶν ἀφαιροῦνται τὰ ἑτεροειδῆ, καὶ ἡ ἀπάντησις ἐβασίζετο ἐπὶ τῶν κανόνων τούτων· κατόπιν ὅμως ἀπηύθυνεν ἀπάντησιν εἰς τὸν κύριον ὑποδιοικητὴν τῆς ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῷ εἶπε: νομίζετε ὅτι τοῦτο δυσχεραίνει τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νὰ δύναται τὸ δημόσιον νὰ λαμβάνῃ τὸ δικαίωμά του εἰς εἶδος; τὸ δημόσιον ὑπόσχεται νὰ πληρώσῃ τὰ ἔξοδα, λαμβάνει λοιπὸν εἰς εἶδος τὸ ἀναλογοῦν αὐτῷ, ὑπόσχεται δὲ νὰ πληρώσῃ τὸ ἀναλογοῦν τῶν ἐξόδων, καὶ πρὸς ἀσφάλειαν δίδει ἐγγύησιν δύω τελωνεῖα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ᾐσθάνθη τὴν προσβολὴν τῆς κυβερνητικῆς ἀξιοπρεπείας ἐν τῇ ὑποτιθεμένῃ δυσπιστίᾳ τῆς ἑταιρίας καὶ τὴν ἀνάγκην εἰς ἣν ἤθελεν εὑρεθῆ νὰ ἐνεχυριάσῃ τὰς προσόδους τῶν δύω τελωνείων, ἠγανάκτησιν, ἀλλὰ τὴν ἀγανάκτησιν ταύτην τὴν ἐξέφρασεν ἀνυψώσας εἰς ὑψηλὸν βαθμὸν τὸν τόνον τῆς φωνῆς του, καὶ ἐφορμήσας, οὕτως εἰπεῖν, κατὰ τοῦ κ. Κεχαγιᾶ οὕτως, ὥστε, ἐὰν αὐτὸς ἐγὼ ἐτύγχανον ἀκροατὴς ἔν τινι ἀκροατηρίῳ τῆς Βουλῆς, ἠδυνάμην νὰ ὑποθέσω ὅτι ὁ ὑπουργὸς ἀπεστόμωσε τὸν κ. Κεχαγιᾶν (θόρυβος). Λέγων ταῦτα πάντα, κύριοι, παρακαλῶ νὰ μὴ ὑποληφθῶ παρ’ ὑμῶν ὅτι διερμηνεύω τὸ φρόνημα ἄλλου τινὸς, εἴτε μερίδος, εἴτε κόμματος· τὸ φρόνημα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐξήγησα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἔχω ἐπὶ τῆς συμβάσεως, εἶναι τὸ ἀτομικὸν φρόνημά μου. Εἰς τοῦτο οὐδεὶς ἐνέχεται, πλὴν ἴσως ἐκείνων τῶν προσωπικῶν φίλων μου, οἵτινες ἔχοντες ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τὰ φρονήματά μου ἐνδέχεται νὰ ψηφοφορήσωσι μετ’ ἐμοῦ· τὴν αὐτὴν ἐπιφύλαξιν ἔκαμε χθὲς καὶ ὁ ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς, ὅστις σᾶς εἶπεν ὅτι τὸ φρόνημά του δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ θεωρήσητε ὡς φρόνημα ὅλων τῶν μερίδων, αἵτινες συμπράττουσιν ἐν τῇ πολιτικῇ μετ’ αὐτοῦ. Τὸ φρόνημά μου λοιπὸν εἶναι, ὅτι ἡ σύμβασις τῆς 29 Ἀπριλίου ἀναιρεῖ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ δεκτή. Ἀλλὰ (θόρυβος) ἡ κυβεία εἰσήλασεν εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ἀπειλεῖται ὑπὸ ταύτης ἡ μικρὰ ἀγορὰ τῶν Ἀθηνῶν, ὡς συμβαίνει ἐπὶ πασῶν τῶν ἀγορῶν, εἰς τὰς ὁποίας δὲν κυκλοφοροῦσι πολλὰ κεφάλαια. Ἂν ἡ εἰσελάσασα εἰς τὴν ἀγορὰν κυβεία ἐξεμεταλλεύθη τὴν εὐπιστίαν καὶ τὴν ἁπλότητα τῶν κατοίκων τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ἠνάγκασεν αὐτοὺς ν’ ἀναμιχθῶσιν εἰς ἐπιχειρήσεις, αἵτινες δύνανται νὰ βλάψωσι καὶ νὰ ἐκθέσωσι εἰς κινδύνους τὴν ὕπαρξιν τῆς μικρᾶς ἀγορᾶς, οὐχ ἧττον ὀφείλομεν μὲν νὰ μεριμνῶμεν περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου καὶ νὰ προστατεύωμεν αὐτά, ἀλλὰ ὀφείλομεν καὶ νὰ προσπαθῶμεν, ὥστε τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου νὰ συμβαδίζωσι μετὰ τῶν συμφερόντων τῶν ἰδιωτῶν καὶ τῶν ὁμάδων. Ἤθελον ὑποτεθῆ ὡς δικαστὴς τραχὺς καὶ ἀδυσώπητος, ἂν ἀπήγγελον ἐτυμηγορίαν θανάτου εἰς μίαν ὁμάδα, ἐνῷ μοὶ ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθώσω νὰ συνδυάσω τὰ συμφέροντα αὐτῆς μετὰ τῶν γενικῶν συμφερόντων, εἴτε ἄνευ θυσίας τῶν γενικῶν συμφερόντων, εἴτε μετὰ μικρᾶς τινος θυσίας. Καὶ ἂν τὸ καθῆκον τοῦτο ἔχῃ πᾶς πολιτευόμενος, πᾶν μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ἔχει πολὺ μᾶλλον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πρὸ 40 χρόνων κατοικεῖ ἐν τῇ πόλει ταύτῃ καὶ ὁ ὁποῖος ἐνταῦθα ἴσως θέλει καταλίπει τὰ ὀστᾶ αὐτοῦ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ ἐνδιαφέρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον σᾶς μαρτυρῶ πρὸς τὴν ἀγορὰν τῶν Ἀθηνῶν, ἂν εὑρίσκηται ἀληθῶς εἰς τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν διατείνονται ὅτι περιῆλθεν, εἶναι ὅλως αὐθόρμητον· διότι δὲν εὐθύνομαι παντάπασι πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἀνεμίχθησαν εἰς τοιαύτας ὀλισθηρὰς ἐπιχειρήσεις, διότι δὲν προέτρεψα αὐτοὺς οὔτε ἐμμέσως οὔτε ἀμέσως. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἐφημερίδες τινὲς ἐπραγματεύθησαν περὶ τούτου, καὶ ὅτι οἱ συντάκται τῶν ἐφημερίδων τούτων εὑρίσκονται διὰ φιλικῶν σχέσεων μετ’ ἐμοῦ συνδεδεμένοι, αἱ ἐφημερίδες ἐκεῖναι ἐν καιρῷ ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των πρὸς τὴν ἀγορὰν τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἀπέτρεψαν αὐτοὺς ν’ ἀναμιχθῶσιν εἰς τὴν ὀλισθηρὰν ταύτην ἐπιχείρησιν. Ὥστε τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον μαρτυρῶ ὑπὲρ αὐτῶν, εἶναι ἐνδιαφέρον εὐγενές, καὶ οὐχὶ ἀπόῤῥοια εὐθύνης τινός, τὴν ὁποίαν ἀνεδέχθην πρὸς αὐτούς. Ἂν ἄλλοι προέτρεψαν αὐτοὺς διὰ ζώσης ἢ γραπτῶς, ἀφίνω αὐτοὺς νὰ φέρωσι τὴν εὐθύνην τῶν ἀποτελεσμάτων· ἐγὼ δὲ δὲν ἀνεμίχθην τὸ παράπαν. Λοιπὸν ἂν καὶ εἶμαι κατὰ τῆς συμβάσεως, εἶμαι ὅμως διατεθειμένος νὰ συναινέσω εἰς τὸν συνδυασμὸν τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου ταμείου μετὰ τῆς διασώσεως τῶν συμφερόντων τῆς ἀγορᾶς τῶν Ἀθηνῶν, ἐὰν ᾖναι ἐκτεθειμένη εἰς κίνδυνόν τινα· καὶ τότε μόνον νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ἐξευρεθῇ ὁ συνδυασμὸς οὗτος, ὅταν γείνῃ παραδεκτὸς οὐ μόνον ὁ περιορισμὸς τῶν ἐκβολάδων περὶ οὗ διαλαμβάνει τὸ 12 ἄρθρον τῆς συμβάσεως εἰς τὴν παραχώρησιν τῶν ἐκβολάδων τῶν κειμένων ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ κ. Σερπιέρη, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ ὅταν προσδιορισθῶσι κατ’ εὔλογον λόγον τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς, καὶ ὅταν προσέτι ἀναβιβασθῇ ἀναλόγως τοῦ προσδιορισθησομένου ποσοῦ τῶν ἐξόδων τὸ ποσοστὸν τὸ εἰς τὸ δημόσιον ἀνῆκον. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους δύναται νὰ ἐξευρεθῇ ὁ συνδυασμὸς τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου μετὰ τῆς διασώσεως τῶν συμφερόντων τῆς ἀγορᾶς. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ νὰ διατυπώσω ἀριθμοὺς καὶ νὰ προβάλω γραπτὰς τροπολογίας· ἂν ὅμως ἄλλος τις δὲν τὸ πράξῃ, ἐπιφυλάσσομαι νὰ τὸ πράξω κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Ἐνόμισα, ὅτι ἔχω καὶ καθῆκον καὶ συμφέρον νὰ καταδείξω τὸ φρόνημά μου, ἵνα γείνῃ γνωστὸν οὐχὶ εἰς ἑκατέραν τῶν πτερύγων τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι θέλω οὕτω δώσει αὐταῖς ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσωσιν ἐὰν ᾖναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ καὶ τὸ μὲν καὶ τὸ δὲ, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ συνεννοηθῇ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τοῦδε μετὰ τῆς ἑταιρίας μεθ’ ἧς συνωμολόγησε τὴν σύμβασιν, ὅπως φθάσωμεν οὕτω εἰς ἓν ἀποτέλεσμα. Εὔχομαι, κύριοι, καὶ ἐπιθυμῶ εἰλικρινῶς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, καὶ προσέτι νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο ὁμοφώνως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ οὐ μόνον ὁμοφώνως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Εὔχομαι νὰ μὴ προκύψωσι διαφωνίαι ἐπὶ ὑποθέσεως, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τόσῳ μεγάλα καὶ σπουδαῖα τοῦ δημοσίου ταμείου συμφέροντα. Αἱ διαφωνίαι, αἱ διχογνωμίαι εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ ἀφήσωσιν ἀποτελέσματα δυσάρεστα, νὰ ἀνοίξωσι στάδιον εὐρὺ ἐγκλήσεων καὶ ἀντεγκλήσεων, αἵτινες ἐὰν ὑπάρξωσι δὲν θέλουσι βεβαίως ἀποβῆ οὐδὲ πρὸς ὄφελος καὶ ἐνίσχυσιν τῆς ὑπολήψεως τοῦ Κοινοβουλίου, οὐδὲ πρὸς ὄφελος καὶ ἐνίσχυσιν τῶν πολιτικῶν μερίδων ἢ τῶν ἐν αὐταῖς ἀτόμων, πολλῷ δ’ ἧττον τῆς Κυβερνήσεως. Εὔχομαι ἐγκαρδίως, κύριοι, νὰ ὑπάρξῃ ὁμόφωνος ἡ γνώμη τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ τὰ μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως ῥητῶς ἀνεκήρυξαν ὅτι δὲν ἐξετάζουσιν ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν τὸ ζήτημα, ἀλλὰ μόνον ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, καὶ ἀφοῦ δὲν ὑπάρχῃ πλέον κᾀνεὶς λόγος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ διαιρῇ ἐκ τῶν προτέρων τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν ἀντιπολίτευσιν. Φείδομαι τῆς ὑπολήψεως καὶ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς Κυβερνήσεως, διότι πᾶσα ἐλάττωσις ἢ ἀμφιβολία περὶ αὐτῶν ἐφάπτεται τοῦ μέλλοντος τῆς πατρίδος μου. Ἡ εὐχή μου αὕτη εἶναι ἔνθερμος· διότι ἄλλως δύναται νὰ ἔχῃ καὶ ἄλλας συνεπείας ἡ ἀντίθετος ἔκβασις. Ἐὰν συμβῇ νὰ ὑπάρξῃ διχογνωμία, ἐὰν συμβῇ πάλη ἐπίμονος, καὶ ἐὰν ἐν τῇ πάλη ταύτῃ ἀναφανῇ ἀνεπτυγμένον τὸ πολιτικὸν πεῖσμα ἢ ἡ κομματικὴ ἐπιμονὴ, εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ προκύψωσι δυσχέρειαι, αἵτινες ν’ ἀπολήξωσιν εἰς τὸν ὄλεθρον τῆς τάξεως ἐκείνης, τῆς ὁποίας τὰ συμφέροντα ὅλοι προθύμως προσπαθοῦμεν νὰ διασώσωμεν. Κύριοι, ὁμιλῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τῆς πατρίδος μου, ὀφείλω ν’ ἀποκαλύψω καὶ τοὺς μυχιατάτους διαλογισμούς μου, ὀφείλω νὰ καταθέσω ἐνώπιον αὐτοῦ ὅλας τὰς διαδόσεις, αἵτινες πρὸ ἡμερῶν κυκλοφοροῦσι καὶ ἔφθασαν μέχρι καὶ τῶν ἐμῶν ἀκοῶν. Δὲν ἔρχομαι νὰ καταγγείλω τινὰ, δὲν ἔρχομαι νὰ ἐκφέρω γνώμην ἐπὶ τῶν διαδόσεων ἢ τῶν γνωμῶν τούτων· ὀφείλω νὰ δώσω εἴδησιν περὶ αὐτῶν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἴσως ἡ πληροφορία αὕτη θέλει ὁδηγήσει ὅλους εἰς ἐξεύρεσιν τοῦ δυνατοῦ, καὶ διευκολύνῃ ὅλους εἰς τὸ νὰ διεξέλθωμεν τὰς δυσχερείας, αἵτινες ἐπιπροσθοῦσι πρὸ τῶν ποδῶν ἡμῶν. Ἐλέχθη ὅτι ἡ σύμβασις ὑπεγράφη τὴν 29 Ἀπριλίου, ἀλλ’ εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν τὴν 18ην Ἰουνίου. Διατί δὲν εἰσήχθη μεταξὺ τῶν πρώτων ἔργων εἰς τὴν Βουλήν; Ἡ σύμβασις εἰσήχθη τὴν 18ην Ἰουνίου, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ, καὶ ἀφοῦ εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν, παρετηρήθη βραδύτης τις περὶ τὴν τύπωσιν τῆς συμβάσεως, καὶ ἔπειτα πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς κεκλημένης διὰ τὴν ἐπεξεργασίαν αὐτῆς. Διατί ἡ σύμβασις, ἡ ὁποία ἐφήπτετο συμφερόντων τόσῳ φανερῶν, ἔμεινε τοσοῦτον χρόνον ἐκκρεμὴς μέχρι τῶν τελευταίων αὐτῶν ἡμερῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ἀπειλεῖται τὸ Κοινοβούλιον νὰ μὴ μείνῃ ἐν ἀπαρτίᾳ; Νὰ μὴ μείνῃ ἐν ἀπαρτίᾳ ἐκ προθέσεως, ἐκ θελήσεως τούτου ἢ ἐκείνου, ἐκ σκοποῦ πολιτικοῦ τούτου ἢ ἐκείνου; Ὄχι. Τὸ Κοινοβούλιον πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν γενικὸν κανόνα, εἰς τὸν ὁποῖον ὑποβάλλεται κατ’ ἔτος τὸ Κοινοβούλιον ἀποσυντιθέμενον κατὰ τὴν 15ην Ἰουλίου. Ἐν ταῖς ἀρχαίαις πολιτείαις τὸ ἄτομον ἦτο καταδεδικασμένον νὰ ὑποφέρῃ τὰ βάρη τῆς πολιτείας μέχρις αὐταπαρνήσεως, μέχρι θυσίας αὐτοῦ τοῦ ἐγώ· ἀλλὰ κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους τὸ ἄτομον ὀφείλει νὰ ὑπηρετῇ τὴν πολιτείαν, ἀλλὰ δικαιοῦται νὰ συμβιβάζῃ τὰ βάρη τῆς πολιτείας μετὰ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχει πρὸς ἑαυτὸ καὶ τὴν οἰκογένειάν του. Τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ ἐπιμεληθῶσι τῆς ὑγείας των ἀπομακρυνόμενα τῶν Ἀθηνῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν κυνικῶν καυμάτων· τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς πατρίδας των, ὅπως παρασταθῶσι κατὰ τὴν συγκομιδὴν τῶν προϊόντων των, διὰ νὰ δυνηθῶσι διὰ τῆς προσόδου των νὰ συντηρήσωσιν ἑαυτὰ καὶ τὰς οἰκογενείας των κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους. Λοιπὸν, πῶς θέλετε νὰ παραμείνωσιν ἐν Ἀθήναις, νὰ παρίδωσι τὰς ἐργασίας των, νὰ παρίδωσι τὸ καθῆκον πρὸς τὰς οἰκογενείας των; Τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο τὸ πιθανὸν δὲν εἶναι μηχανοῤῥαφία πολιτικὴ, δὲν εἶναι σκοπὸς μεμελετημένος κομματικὸς, εἶναι κοινωνικὴ ἀνάγκη, ἐπαναλαμβανομένη κατ’ ἔτος. Ἐὰν λοιπὸν ἡ σύμβασις αὕτη ἔμεινε τελευταία, συγχωρήσατέ μοι, δὲν λέγω τὸ ἐμὸν φρόνημα, ἤκουσα τὰς διαδόσεις ταύτας, νομίζετε ὅτι τοῦτο ἔμεινεν ἀπαρατήρητον, ὅτι τοῦτο δὲν ἐχρησίμευσε διὰ νὰ πονηρευθῶσι τινὲς ἄνθρωποι; Καὶ ἐπονηρεύθησαν ἀληθῶς, καὶ εἶπον τάχα, ἐπειδὴ τὰ διάφορα συμπράττοντα ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει κόμματα δύνανται ν’ ἀποτελέσωσι πλειονοψηφίαν, προστιθεμένων μάλιστα εἰς αὐτὴν καὶ τῶν μελῶν τῆς δεξιᾶς πτέρυγος, τὰ ὁποῖα συμφωνοῦσι κατὰ τὰς ἰδέας ἐπὶ τῆς συμβάσεως· τάχα, ἐπειδὴ ταῦτα πάντα συμφωνοῦσιν ἐπὶ τῆς συμβάσεως κηρύσσοντα αὐτὴν ἐπιζήμιον, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσι τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς συμβάσεως κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην δὲν ἔλαβον τάχα ὑπ’ ὄψιν τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο, δὲν ἐβράδυνον οὕτω τὴν ὑπόθεσιν μέχρι τέλους τῆς συνόδου, ἕως ἂν φύγωσι πολλοὶ ἐκ τῶν πιεζομένων νὰ ἀναχωρήσωσιν ἐντεῦθεν, οὕτω δὲ ἐκ τῶν ὑπολειπομένων καταρτισθῇ πλειονοψηφία ὑπὲρ τῆς συμβάσεως, τοῦ ὑπουργείου περικρατοῦντος ἐν Ἀθήναις πάντας τοὺς φίλους του; Λοιπὸν, οἱ οὕτω πονηρευθέντες μοὶ ἔλεγον· λοιπὸν ἰδοὺ μία τις πλειονοψηφία φαινομενικὴ, ἤτοι, ἐνῷ δὲν εἶναι πράγματι πλειονοψηφία τοῦ Κοινοβουλίου, καταρτίζεται τοιαύτη διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ. Ἀλλ’ οὕτω δὲν πλαστογραφεῖται τὸ ἀληθὲς φρόνημα τοῦ Κοινοβουλίου, μεταβαλλομένης τῆς πλειονοψηφίας εἰς μειονοψηφίαν; Ἡ μειονοψηφία αὕτη, ἥτις ἐκπροσωπεῖ καὶ διερμηνεύει τὸ φρόνημα τῆς ἀληθοῦς πλειονοψηφίας δὲν ἔχει μέσα διὰ ν’ ἀποκρούσῃ τὴν δολίαν ταύτην μεταποίησιν; Τὴν θεωρίαν τῶν πλειονοψηφιῶν καὶ μειονοψηφιῶν τῆς Βουλῆς, τοῦ ἀμοιβαίου σεβασμοῦ τῶν ἀμοιβαίων δικαιωμάτων, καὶ τῆς ἐλευθέρας ἐνασκήσεως αὐτῶν ὑπὸ ἑκατέρας τούτων γνωρίζω. Τὸ φρόνημά μου εἶναι, ὅτι, ὅταν τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου εἶναι παρόντα ὅλα, ἢ ὅταν ἡ ἀπουσία τινῶν μελῶν δὲν ἐπηρεάζῃ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἤθελεν εἶσθαι ἐὰν ἦσαν παρόντα πάντα τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ἡ μειονοψηφία ὀφείλει νὰ ὑποτάσσηται εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, οὐχὶ δὲ νὰ προσπαθῇ διὰ τῆς ἀποχωρήσεως νὰ ματαιώσῃ τὰς πράξεις τῆς πλειονοψηφίας· τοιαύτη διαγωγὴ εἶναι ἀληθὴς ἐπανάστασις κατὰ τῆς τάξεως καὶ τοῦ νόμου. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ φρόνημά μου τοῦτο ἀνῃρέθη κατὰ τὸ παρελθόν· εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατὰ μίαν ἄλλην ἐποχὴν, διαρκουσῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως, κατὰ τὸ τέλος αὐτῆς, ὡρισμένα κόμματα ἀπεχώρησαν, καὶ ἐνόμισαν ὅτι ἀσκοῦσι νόμιμον δικαίωμα. Ἀπετέλουν μειονοψηφίαν ἀληθῆ, καὶ δὲν μετεβάλλετο ἡ θέσις των αὕτη ἐκ τῆς ἀπουσίας συναδέλφων, διότι καὶ ἐὰν ἅπαντες ἦσαν παρόντες ἤθελον εἶσθαι αὖθις μειονοψηφία· ἀλλ’ ἐνόμισαν, ὅτι εἶχον δικαίωμα νὰ ἀποχωρήσωσι πιεσθέντα δῆθεν ἐκ τοῦ βασιλικοῦ διαγγέλματος, ἀφοῦ ἐπολέμησαν αὐτὸ ὡς περιορίσαν δῆθεν τὰ δικαιώματά των, καὶ ἀπέτυχον ὡς μειονοψηφοῦντα· ὅθεν ἀπεχώρησαν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατὰ μίαν ἄλλην περίοδον χρόνου, ὅταν τὰ μέλη μιᾶς πτέρυγος, εἰς τὴν ὁποίαν συνέπραττον ὅλα τὰ ἐκτὸς τῆς ἀρχῆς κόμματα, ἐνόμισαν ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀναβληθῶσιν αἱ ἐργασίαι τοῦ Κοινοβουλίου, ἕως ἂν ἔλθωσιν ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν οἱ ἀπόντες τότε συνάδελφοί των, κατέφυγον εἰς τὸ μέσον τοῦτο τῆς ἀποχωρήσεως καὶ ἀνέβαλον πράγματι τὰς ἐργασίας ἐπὶ 15 ἡμέρας.
§31ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τῆς Συνελεύσεως.
§32Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι’ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς εἶπον ὅτι δὲν ἀναγνωρίζω δικαίωμα τοιοῦτον, ἂν καὶ τὰ εἰρημένα παραδείγματα τῆς κοινοβουλευτικῆς πείρας βεβαιοῦσιν, ὅτι ἐπιφανὲς μέλος τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως, αὐτὸς ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἔχει τὴν ἐναντίαν γνώμην, ὡς ἀποχωρήσας καὶ κατὰ τὴν μίαν καὶ κατὰ τὴν ἄλλην τῶν δύω εἰρημένων περιπτώσεων. Οὗτος ἑπομένως φρονεῖ, ὅτι ἡ ἀποχώρησις εἶναι νόμιμον μέσον τῶν μειονοψηφιῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἀποκρούεται ἡ κατ’ αὐτὰς ὑποτιθεμένη πίεσις τῶν πλειονοψηφιῶν. Ἐγὼ ὅμως δὲν φρονῶ οὕτω. Μόνον ὅταν τυχαῖα συμβεβηκότα, ὡς ἡ ἀπουσία πολλῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου ἐκ τῆς πρωτευούσης, μεταβάλλουσι τὴν πραγματικὴν πλειονοψηφίαν εἰς μειονοψηφίαν, τότε ἀναγνωρίζω οὐχὶ ὡς δικαίωμα ἀλλ’ ὡς καθῆκον τῆς φαινομενικῆς, ἵνα μεταχειρισθῶ τὴν ἔκφρασιν τῶν συναδέλφων Ἑπτανησίων, τῆς φαινομενικῆς ταύτης μειοψηφίας ν’ ἀναβάλλῃ ἐπί τινας ἡμέρας τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἕως ἀνέλθωσι τὰ ἄλλα ἀπόντα μέλη καὶ ὑπάρξῃ πιστὴ ἡ διερμήνευσις τοῦ ἀληθοῦς φρονήματος τῆς ἀληθοῦς πλειοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀκούσας λοιπὸν τὰς διαδόσεις ταύτας, δὲν ἐκφέρω σήμερον καμμίαν γνώμην περὶ αὐτῶν, δὲν ζητῶ οὔτε νὰ ὑποστηρίξω, οὔτε νὰ ἐπικρίνω αὐτάς, ἐπιφυλασσόμενος, ἐὰν λάβωσι χώραν, νὰ ἐκφέρω καὶ τὸ ἐμὸν περὶ αὐτῶν φρόνημα· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι καθῆκον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι, ὡς ἀποτελοῦντες τὴν προσωρινὴν πλειοψηφίαν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, διατελοῦσιν ἐν ἀλληλεγγύῃ μὲ τὴν Κυβέρνησιν ὑποστηρίζοντες αὐτὴν, νομίζω ὅτι οὗτοι ἔχουσι καθῆκον νὰ φροντίσωσι νὰ διασώσωσι τὰ συμφέροντα τῆς ἀγορᾶς Ἀθηνῶν, καὶ θέλουσι τὰ διασώσει, ἐὰν δὲν ὠθήσωσι διὰ παραλόγου ἐπιμονῆς τὰ πράγματα μέχρι τῆς ἀποχωρήσεως τῶν ἄλλων· καὶ δὲν θέλουσι ὠθήσει διὰ παραλόγου ἐπιμονῆς τὰ πράγματα, ἐὰν συναινέσωσι νὰ ἐξεύρωσι συμβιβαστικὴν καὶ εἰρηνικὴν λύσιν, οἵαν ἐγὼ προτείνω, ὥστε ἡ παμψηφία τοῦ Κοινοβουλίου νὰ λύσῃ τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἐξομαλύνῃ τὰς δυσχερείας, αἵτινες πρὸ τῶν ποδῶν μας, ὡς μὴ ὤφειλεν, ἐγεννήθησαν. Ἕνεκα τῆς νύξεως ταύτης κατέθηκα τὰς πληροφορίας ταύτας, διότι δὲν θέλω νὰ ἔχω τι κρυπτὸν ἀπὸ τὸ Σῶμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω· ἐξ ἐναντίας, ἐγκαίρως καθιστῶ αὐτὸ ἐν γνώσει τῶν διατρεχόντων, ὥστε νὰ δώσω ἀφορμὴν ἵνα δυνηθῇ ἐντιμότερον, ἀξιοπρεπέστερον καὶ συμφερώτερον πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου καὶ τῶν κατὰ μέρος ἀτόμων νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντά του. Εὖγε! Εὖγε!
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς.
§34Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ τώρα δὲν ἠμπορῶ νὰ ὁμιλήσω, δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν· ἂς ὁμιλήσῃ ὁ κ. εἰσηγητής.
§35ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος.
§37Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ· γνωρίζετε ὅτι εἶμαι τακτικώτατος· ἀπὸ τῆς 7ης ἔρχομαι πρῶτος εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀναχωρῶ τελευταῖος. Μετὰ πέντε ὥρας εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ συζητήσω;
§38ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§39ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Ἀγνοῶ, κύριοι, ὁποίαν πολιτικὴν σκοπεύει ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γορτυνίας ν’ ἀκολουθήσῃ εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν ὡς πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν ζήτημα ἐὰν τὰ κόμματα, νομίμως καὶ εὐπρεπῶς προσφερόμενα, ἔχουν τὸ δικαίωμα ν’ ἀποχωρῶσι τῶν συνεδριάσεων ἢ ὄχι καὶ κατὰ ποίας περιπτώσεις. Κύρωσις κἀμμία οὔτε ἐν τῷ Συντάγματι, οὔτε ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς ἐπαρκὴς ὑπάρχει, ὅπως καταστείλῃ τὴν διάθεσιν ταύτην τῶν κομμάτων καὶ τῶν ἀτόμων τῶν ἐν τῇ Βουλῇ συνεδριαζόντων.
§40ΚΑΝΑΡΗΣ. Παρακαλοῦμεν ἀπὸ τὸ βῆμα, θέλομεν ν’ ἀκούσωμεν καὶ ἡμεῖς.
§41ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (ἀπὸ τοῦ βήματος). Δὲν εἶναι ὅμως ἀληθὴς ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν σήμερον ἐξέθεσεν, ὅτι τὰ κόμματα δύνανται ν’ ἀποχωρῶσιν ἐκ τοῦ βουλευτηρίου, ὅταν γνωρίζουν ὅτι ἡ συνάθροισις ὅλων τῶν βουλευτῶν ἐντὸς αὐτοῦ ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ τὴν μειοψηφίαν εἰς πλειοψηφίαν, οὔτε αὐτός, πιστεύω, ἔχει πεποίθησιν εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἰς μέσον ἔφερε, διότι οὐδένα λόγον πρὸς ὑποστήριξιν αὐτοῦ εἶπεν. Ὅσοι εἶναι ἀπόντες εἰς κρισίμους περιστάσεις, ὅσοι δὲν ὑπήκουσαν εἰς τὴν γνώμην τῶν συναδέλφων αὐτῶν μετὰ τῶν ὁποίων συναποτελοῦσιν ἓν κόμμα καὶ συνυποστηρίζουσι τὰς αὐτὰς ἀρχάς, ὅσοι καλούμενοι ἅπαξ καὶ πολλάκις νὰ ἔλθωσι νὰ συντρέξωσι τοὺς συναδέλφους των πρὸς ἀνατροπὴν Κυβερνήσεως ὀλεθρίας καὶ πρὸς ἐγκαθίδρυσιν ἑτέρας, ἥτις θέλει διοικήσει κάλλιον τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου καὶ μετέλθει πολιτικὴν πλέον ἐθνοπρεπῆ καὶ συμφέρουσαν, ὅσοι δὲν προσέρχονται, αὐτοὶ δὲν μετρῶνται καὶ οὔτε πρέπει νὰ μετρῶνται· αὐτοὶ δὲν ἀνήκουσι εἰς τὰ κόμματα ἐκεῖνα· ἠμποροῦν νὰ τὸ λέγωσι μόνον καὶ νὰ ἀνήκωσι κατὰ τύχην εἰς αὐτά, δὲν ἔχουσιν ὅμως τὸν ἔνθερμον ἐκεῖνον ζῆλον, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὰ κόμματα διὰ νὰ ὀνομασθῶσιν ἀληθῶς τοιαῦτα, καὶ ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται ὥστε διὰ τοῦ συνασπισμοῦ νὰ καταβληθῶσιν αἱ δυσκολίαι, νὰ κατανικηθῶσι τὰ προσκόμματα καὶ νὰ ὑπερισχύσῃ ἡ σημαία, περὶ τὴν ὁποίαν εἶναι συντεταγμένοι. Ὥστε ἂν ὑπάρχουν περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας κόμμα τι τῆς Βουλῆς δύναται ἴσως ν’ ἀποχωρήσῃ χωρὶς νὰ κατακριθῇ, εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος βεβαίως δὲν περιλαμβάνεται. Ὀφείλω δὲ ν’ ἀπαντήσω ἐν δυσὶ λέξεσιν ὡς πρὸς τὴν γνώμην, ἣν εἶχον εἰς παρελθούσας ἐποχάς, ἐποχὰς δεινάς, ἐποχὰς ἐπαναστατικὰς καὶ μορφώσεως τῆς πολιτείας, ἐποχὰς πρώτης δοκιμῆς πρὸς ἐγκατάστασιν νέας τάξεως πραγμάτων· παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Γορτυνίας ὅτι ἡ πρώτη περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς ἀποχωρήσεως ἐτέθη ἐν τῷ κόμματι εἰς ὃ καὶ ἐγὼ ἀνῆκον, ἦτον ἡ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνομίζαμεν ὅτι ἀδιακόπως ἐπὶ χρόνον πολὺν κατεπιεζόμεθα ὑπὸ φατριάζοντος προεδρείου ἀσυστόλως καὶ ἀπροκαλύπτως, προκειμένου περὶ συμφερόντων μεγίστων τῆς ἐπικρατείας· καὶ μολαταῦτα ὑπερίσχυσε τότε ἡ γνώμη, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ εἶχα συνταχθῆ, νὰ διαμαρτυρηθῶμεν μόνον καὶ νὰ ἐπιδώσωμεν ἔγγραφον διαμαρτύρησιν κατὰ τῶν πιεστῶν, ἀλλὰ νὰ μὴ ἀποχωρήσωμεν. Ὅτε ἡ αὐτὴ ἀντιπολίτευσις, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκον, μετά τινα χρόνον ἠναγκάσθη ν’ ἀποχωρήσῃ τῶν συνεδριάσεων τῆς Συνελεύσεως, ἔτυχε νὰ μὴ ἦμαι ἐδῶ· ἤμην πρὸ καιροῦ ἐν ἀδείᾳ καὶ διὰ τοῦτο δὲν παρευρέθην οὔτε εἰς τὴν συζήτησιν τῶν τελευταίων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, οὔτε εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Ὅτε εἰς ἄλλην ἐποχὴν οἱ ἐναντίοι μας ἠθέλησαν νὰ μᾶς πιέσωσιν, ὅπως παρευρεθῶμεν εἰς μίαν συνεδρίασιν κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ τῆς αὐθαιρεσίας, κατὰ τὴν γνώμην μας, ἤθελον νὰ ἐπιβάλωσι θεσμὸν ἄδικον, ὡς πᾶσαν δικαίαν ἀναλογίαν καταστρέφοντα, ὅπως διὰ τοῦ αὐθαιρέτου τούτου θεσμοῦ πλάσωσιν ἐκ τῆς μειονοψηφίας πλειοψηφίαν, ἐπίσης ἐγεννήθη τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐν τῷ κόμματι εἰς ὃ ἀνῆκον, ἂν δὲν ἔπρεπε ν’ ἀποχωρήσωμεν, καὶ τῳόντι ὑπερίσχυσε τότε ἡ ἰδέα τῆς ἀποχωρήσεως. Εἶπον τότε οἱ ὀπαδοὶ τῆς γνώμης ταύτης· «εἴμεθα ἀπὸ πολλοῦ χρόνου διαρκῶς πλειοψηφία, ἀλλὰ κατώρθωσεν ἡ ἐξουσία νὰ μᾶς ἀπομακρύνῃ τῶν πραγμάτων καὶ νὰ καταστρέψῃ τὸ κῦρος τῆς κοινοβουλευτικῆς ἡμῶν δυνάμεως· ἤδη ζητοῦν καὶ νὰ συμπράξωμεν εἰς τὴν νομιμοποίησιν τοῦ ἔργου των. Δὲν πρέπει νὰ τὸ καταδεχθῶμεν· πρέπει ν’ ἀπέλθωμεν.» Ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ὑπερδιπλασιασμοῦ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑπτανήσου. Ἐσυλλογίσθησαν τότε οἱ ἀντίπαλοί μας ὅτι προσθέτοντες ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως 83–84 ἀντιπροσώπους νέους ἐξ Ἑπτανήσου, μὴ προερχομένους ἐκ τῆς αὐτῆς πηγῆς, ἥτις εἶχε γεννήσει παρ’ ἡμῖν τὴν μεταβολήν, οὔτε ἑπομένως παθόντας ὅμοια κακὰ ὧν ἡμεῖς ἐπάθομεν καὶ ἐξ ὧν ἡ ἐπανάστασις ἐξῆλθε, καί τοι ἔπασχον ἄλλα, ἠδυνάμεθα, εἶπον, νὰ μεταβάλωμεν τὴν μειονοψηφίαν εἰς πλειοψηφίαν. Σᾶς ἐξέθεσα τοὺς συλλογισμοὺς ἀμφοτέρων τῶν μερῶν. Ἀλλ’ ἐγώ, κύριοι, ὤφειλον νὰ μὴ ἀκολουθήσω τὴν γνώμην ἐκείνην, διότι εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω τῆς Συνελεύσεως· παρῆν λοιπὸν ἐνταῦθα ἔνθα ἔμεινα, καί τοι δυνάμενος, ἴσως δὲ καὶ ὀφείλων, ν’ ἀποχωρήσω διὰ τὰ διαδραματισθέντα κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, τὰ καταπιεστικὰ καὶ αὐθαίρετα καὶ ἀναξιοπρεπῆ καὶ διὰ πάντα λόγον ἀξιοκατάκριτα μηχανεύματα καὶ στρατηγήματα, τὰ ὁποῖα εἰς ἐνέργειαν ἐβλήθησαν διὰ νὰ κατορθωθῇ ἀπαρτία. Παρέμεινα μολαταῦτα εἰς τὴν θέσιν μου καὶ διεύθυνα τὸ Σῶμα καὶ ἐστάθην καὶ εἶδον τελουμένην ὑπὸ τὴν προεδρείαν μου τὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἀρκούντως ἐζωγράφησα πρὸ μικροῦ. Γνωρίζω, κύριοι, τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γορτυνίας ἀπὸ πολλοῦ χρόνου· γνωρίζω ὅτι ἐν τῇ πολιτικῇ αὑτοῦ εἶναι γενναῖος, καὶ ἐξεπλάγην ἰδὼν αὐτὸν σήμερον ἐξ ἐνέδρας ἐπιπεσόντα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐναντίον τοῦ χαρακτῆρός του, καὶ ῥίψαντα πικρὸν βέλος ἐναντίον αὐτῆς ἕνεκα τῶν κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας ἀνήγγειλε μὲν ἄλλοτε δὲν ἀνέπτυξεν ὅμως ὕστερον, προανήγγειλε δέ, στενοχωρηθεὶς φαίνεται, ὅτι καὶ ὅταν τὰς ἀναπτύξῃ δὲν ἐθεώρει ὡς ἀναφερομένας εἰς τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Σήμερον δὲν ἐπρόκειτο, κύριοι, περὶ τῶν Γορτυνιακῶν, οὔτε περὶ καταχρήσεων τῆς ἐξουσίας, οὔτε περὶ κακῆς διοικήσεως· ὡς εἶπον δὲ καὶ ἄλλοτε, ἐπαναλαμβάνω καὶ ἤδη, ὅτι δὲν μοὶ φαίνεται τόσον γενναία πολιτικὴ ἡ πολιτικὴ τοῦ ἐν παρόδῳ αἰτιᾶσθαι περὶ μεγάλων. Τῷ ἐθυμίζω μόνον, ἐπειδὴ ἔχω τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης, καί τοι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ θέματος τούτου τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅτι εἶναι μοναδικὸν παράδειγμα εἰς τὴν κοινοβουλευτικήν μας ἱστορίαν τὸ νὰ συμπαρευρίσκωνται κατὰ τὴν αὐτὴν βουλευτικὴν περίοδον καὶ τὰ δύω μεγάλα κόμματα τῆς ἐπαρχίας του ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ὅτε δὲ πρό τινος, μικροῦ δεῖν νὰ μὴ συμβῇ τοῦτο, ἐπρόκειτο ν’ ἀποφασισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς τὸ πρακτέον, δὲν θὰ μᾶς ἀρνηθῇ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γορτυνίας ὅτι συνετελέσαμεν ἐν τοῖς πρώτοις εἰς τὸ νὰ ἐπανορθωθῇ τὸ ἄδικον. Ὅτε δὲ ἡ ἐκλογὴ ἐπανελήφθη, ὄχι μόνον ἐσπεύσαμεν κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν, ἀλλὰ καὶ μετὰ μεγίστης προθυμίας συνετελέσαμεν εἰς τὴν εἴσοδον τῶν ἐλεγχθέντων βουλευτῶν ἐν τῇ Βουλῇ, καίτοι ἐπιεζόμεθα ἔξωθεν νὰ ὑποστηρίξωμεν ἐνστάσεις διαφόρους ἐπὶ διαφόρων λόγων στηριζομένας. Δὲν ἦτο δὲ συγκεχωρημένον εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Γορτυνίας νὰ ἐνθυμηθῇ τῶν πραγμάτων τούτων καὶ διότι ἐξήντλησε τὸ ἔσχατον τῶν δικαιωμάτων, ἅπερ ὁ πολίτης ἐν Ἑλλάδι ἔχει, τὸ τοῦ ἰδιώτου κατηγόρου ἐναντίον τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων. Κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐξάψεως τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος οἱ φίλοι του προσέδραμον ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ὡς ἰδιῶται κατήγοροι καὶ ἔσυρον ἐνώπιον αὐτῶν καὶ πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικούς· ἀλλὰ τὰ δικαστήρια, κύριοι, ἀπέλυσαν καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δέ.
§42ΛΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς κατηρτίσθησαν τὰ δικαστήρια ἐκεῖνα;
§43ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ δὲν θέλουσιν ἰσχυρισθῆ ὅτι τὸ δικαστήριον ἐκεῖνο συνεκροτεῖτο ὑπὸ μελῶν ἀνηκόντων τυχὸν εἰς τὴν πολιτικήν μας ἢ ἐχόντων τυχὸν τὰς συμπαθείας των πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἔχῃ ἄπειρα προσόντα, δὲν θέλει οὐδ’ αὐτὸς ἀρνηθῆ, ὅτι μοὶ εἶναι ἔχθιστος ὡς νυμφευμένος ἐν τῇ πατρίδι μου καὶ ἔχων σύζυγον πρώτην ἐξαδέλφην τοῦ διαρκοῦς ἐκεῖ ἀντιπάλου μου. Οὐδεὶς θέλει ἀρνηθῆ ὅτι ἐν τῷ δικαστηρίῳ ἐκείνῳ ὑπῆρχον πλάσματα πολιτικῶν κομμάτων καὶ Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι πρὸς ἐμὲ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀντιπαθοῦσι, καὶ ὅτι ὑπάρχουσι δικασταὶ ἓν ὀφείλοντες νὰ ἐνθυμῶνται περὶ ἐμοῦ, τὴν παῦσίν των κατὰ τὸ 1870. Οὐδὲ πιστεύω ὅτι ἐννοοῦν νὰ παραξενευθῶσι διὰ τὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον κατὰ τὴν ἐκλογὴν ἀπήντησαν, ὅταν ἐνθυμηθῶσιν, ὅτι αὐτὰ συμβαίνουσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὅταν ἐν μιᾷ στιγμῇ προσκαλῶνται ὅλοι οἱ πολῖται, ἐπαρχίας μάλιστα τόσον πολυπληθοῦς ὅσον ἡ Γορτυνία, νὰ λησμονήσωσι κἄπως τὰς ἐχθροπαθείας καὶ σύμπαντα τὸν παρελθόντα ἐχθρικὸν αὐτῶν βίον καὶ νὰ συμπράξωσι. Ἐπελθὼν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γορτυνίας εἰς τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως, ἐπελήφθη κατὰ πρῶτον τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐπραγματεύθη καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων χθές. Μᾶς εἶπεν ὅτι δὲν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα νὰ συνάψῃ σύμβασιν καταργοῦσαν τὸν νόμον. Ἐθαύμασα, κύριοι, τὴν πλάνην ταύτην ἀμφοτέρων τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων καὶ ἐθαύμασα, διότι χάριν διαβατικοῦ συμφέροντος, τοῦ νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν ἰδέαν των ἐφ’ ἑνὸς νομοσχεδίου, κηρύττονται ὀπαδοὶ ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ θέλουσιν ἀναγκασθῆ νὰ παραβιάσωσι, καὶ τὴν ὁποίαν δὲν θέλουσιν ἀπαντήσει οὔτε ἐν τῇ πρακτικῇ, οὔτε ἐν τῇ θεωρίᾳ ὑπ’ οὐδενὸς τῶν πεφωτισμένων ἀνδρῶν, κοινοβουλίων ἢ ἐθνῶν ὑποστηριζομένην. Ἔχετε ἀναμφισβητήτως τὸ δικαίωμα σεῖς οἱ κυβερνῶντες, μᾶς εἶπον, νὰ εἰσάγετε νομοσχέδιον ἐν τῇ Βουλῇ περὶ καταργήσεως ὑπάρχοντος νόμου, ἀλλὰ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἰσάγετε σύμβασιν περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου ἐκείνου. Καὶ τί εἶναι ἡ σύμβασις; Ἡ σύμβασις εἶναι νόμος καὶ συγχρόνως προσφορὰ τῶν μέσων τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ τοῦ νόμου. Ἡ σύμβασις τάχα καταργεῖ, τροποποιεῖ, ἀλλοιοῖ τὸν νόμον διὰ μόνης τῆς δυνάμεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὅπως θεωρηθῇ πρᾶξις ἀντισυνταγματική; Τί εἶναι ἢ νομοσχέδιον καὶ αὐτή, ὅπως εἶναι τὰ λοιπὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τροποποιοῦσα τοὺς κειμένους νόμους; Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἐπὶ τοῦ προκειμένου, εἰσάγοντες νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως ἢ τροποποιήσεως τοῦ νόμου, ἐπὶ τίνος βάσεως ἠθέλομεν στηριχθῆ; Ἂν ἐνεφανιζόμεθα ἐνώπιόν σας φέροντες εἰς χεῖρας νομοσχέδιον καὶ σᾶς ἐλέγομεν· «δὲν συμφέρει νὰ κατακερματισθῶσιν αἱ ἐκβολάδες, ἀλλὰ προτιμότερον εἶναι νὰ δοθῶσιν ὅλαι εἰς μίαν ἑταιρίαν», ἠθέλατε μᾶς ἀποκριθῆ· «καὶ διὰ τί; καὶ ἂν μεταβάλωμεν τὸν νόμον ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ ὅτι ἡ γνώμη σας αὕτη εἶναι ὀρθή, ἐν δὲ τῇ πράξει ἀποδειχθῇ ἄκριτος καὶ ἀνόητος, δὲν μᾶς ἀναγκάζετε νὰ θέσωμεν ἀπὸ τοῦδε τὰ θεμέλια μιᾶς νέας ἀναθεωρήσεως τοῦ νόμου;» Ἂν σᾶς ἐλέγομεν, «καταργήσατε τὴν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν προσδιορίζονται μὲν τὰ ἔξοδα, ἀφίνεται δὲ ἀπροσδιόριστος ἡ ἀξία τοῦ μολύβδου, καὶ ἀντὶ τοῦ συστήματος τούτου καθιερώσατε τὸ ἐναντίον σύστημα», ἠθέλατε μᾶς εἰπεῖ, «καὶ διὰ τί; πῶς δύνασθε νὰ μᾶς ἐμπνεύσητε τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ νέος νόμος, τὸν ὁποῖον παρ’ ἡμῶν ζητεῖτε, δύναται νὰ ἐπιτύχῃ; διὰ τί κηρύττεσθε κατὰ τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν τῷ 1871; τὸν ἐφηρμόσατε καὶ ἀπέτυχε;» Σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι οὐδέποτε ἀπ’ οὐδενὸς τὸν νοῦν διῆλθέ ποτε ὑποψία ὅτι ἐδύνατο νὰ κατακριθῇ κατὰ θεωρίαν καὶ κατ’ ἀρχὴν ὡς ἔκνομος, ὡς ὑπέρβασις τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἡ σύναψις συμβάσεως, ἀφορώσης ἀντικείμενον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει παρελθών τις νόμος, ἀφοῦ τὸ τελευταῖον ἄρθρον τῆς συμβάσεως ταύτης, καθὼς καὶ τὸ πρῶτον, ὑποβάλλουσι τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως παρά τε τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως! Μετέβη κατόπιν ὁ ῥήτωρ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς λεγομένης κυβείας· καὶ ἴσως ἴσως δὲν τὸν ἀδικῶ, ἰσχυριζόμενος ὅτι τὸ ἓν τρίτον τῆς ὁμιλίας του εἰς τοῦτο κατέτριψε. Χθὲς ἀπήντησα εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Καλαβρύτων, ἀπέδειξα δ’ εἰς αὐτὸν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῆς προκειμένης συμβάσεως ἔλαβεν ὅλα τὰ μέτρα, ὅσα ἠδύναντο νὰ ληφθῶσι παρὰ Κυβερνήσεως σκεπτικῆς καὶ προβλεπτικῆς· ἀλλὰ βλέπω ὅτι ὁ πόλεμος εἶναι κατὰ τῶν θεσμῶν, οἵτινες ἐπεκράτησαν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως, εἰς ὅλον τὸν πολιτισμένον κόσμον καὶ ὑπὸ οἱονδήποτε πολίτευμα, εἴτε δημοκρατικὸν εἴτε μοναρχικόν. Τοιουτοτρόπως, κύριοι, διεκφεύγει τὸ ζήτημα τὰ ὅρια τῆς προκειμένης συζητήσεως· εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συζητήσωσι μὲ τὰ μεγάλα ἔθνη, καὶ διὰ τῆς δημοσιογραφίας καὶ τοῦ τύπου. Ὁ ἄλλος κόσμος φρονεῖ ὅτι οὐδὲν ἔργον καὶ οὐδεμία σχεδὸν ἐπιχείρησις, προάγουσα τὸν πλοῦτον, ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ τῶν χρηματιστηρίων διότι ὅλαι αἱ ἐπιχειρήσεις ἐκεῖθεν ἐξέρχονται, ὅπου σεῖς ἀποδίδετε τὸ ὄνομα τῆς κυβείας. Οὐδὲ εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ κυβεία δὲν ἀπαντᾶται εἰς τὰ χρηματιστήρια· δὲν γνωρίζω ὅμως ἂν ἡ κυβεία ἀπαντᾶται εἰς τὰ χαρτοπαίγνια, διότι πάντοτε ἀπέφυγα τὴν κερδοσκοπίαν ταύτην. Κατηγορήθη ἄλλοτε μέγας ἄρχων μεγάλης ἐπικρατείας, ὁ Ναπολέων, ὅτι διὰ τῆς ἀναγγελίας εἰδήσεων ψευδῶν ἢ τῆς μὴ ἐγκαίρου ἀναγγελίας εἰδήσεων ἀληθῶν ἐχουσῶν μεγάλην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν ἐν τῇ ἀγορᾷ ἀξιῶν, ἐκέρδησε πλούτη. Ὑποθέτω ὅτι οὐδεὶς ἐνόησε νὰ προσθέσῃ καὶ ταύτην τὴν μομφὴν κατὰ τοῦ Ναπολέοντος, ὅτι τοῦτο ἔπραξε ζητῶν νὰ κερδοσκοπήσῃ ἐν τοῖς χαρτοπαιγνίοις. Καὶ ὡς ἂν ἡμεῖς ἐπροστατεύσαμεν τὸ χρηματιστήριον ἢ τὸ κυβεῖον, καὶ ὡς ἂν τὰ φαινόμενα, τὰ ὁποῖα καταπλήττουσιν ἤδη τοὺς ἀξιοτίμους προαγορεύσαντας, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας μόνον ὑπῆρξαν καὶ ἡμεῖς τὰ ἐνισχύσαμεν καὶ τὰ διεπλάσαμεν, φαίνονται ἂν ὄχι ῥητῶς ἀλλὰ πλαγίως καὶ αὐτὴν τὴν μομφὴν ἀκόμη ἐναντίον μας νὰ ἐπιῤῥίψωσιν. Ἀλλ’ ἐνοήσατε, κύριοι, ὅσοι τὸ πρὶν ἀγνοεῖτε, ἐκ τῶν συγκινητικῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος τὴν αἰτίαν διὰ τὴν ὁποίαν ἐπλάσθη αὐτὴ ἡ μομφή. Ἔχομεν, εἶπεν, ἐπὶ τέλους, ἐνώπιόν μας θύματα, καὶ ἡ ψυχή μας δὲν ἠμπορεῖ νὰ μὴ πιεσθῇ εἰς τὸ θέαμα τοῦτο τῆς δυστυχίας τῶν συμπολιτῶν μας· ἄρα ἡ ψυχή μας εἶναι αἰχμάλωτος ἕνεκα τῆς εὐαισθησίας μας, καὶ διὰ τοῦτο εἴμεθα ἠναγκασμένοι ἑκόντες ἄκοντες νὰ δεχθῶμεν τὴν ἐλεεινὴν καὶ τερατώδη ταύτην σύμβασιν. Δὲν ἠξεύρω ὁποῖον αἴσθημα παρεκίνησε τοὺς λόγους τούτους, ἀλλὰ τὸ αἴσθημα τῆς συμπαθείας βεβαίως ὄχι, διότι, ὡς ἐξάγεται καὶ ἐκ τῶν προτάσεών του, ἡ ὑποστήριξις ἣν παρέχει εἰς τὴν σύμβασιν, δηλονότι εἰς τὸ πάσχον τοῦτο κοινὸν ὑπὲρ οὗ ἐδάκρυσε, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοὺς ἁπλουστάτους καὶ μηδαμινοὺς αὐτοὺς ὅρους ὕψωσις τοῦ ποσοστοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ τὸ δημόσιον, προσδιορισμὸς τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἡ ἑταιρία θέλει ἀφαιρεῖ ἐκ τοῦ ἀκαθαρίστου, περιορισμὸς τῆς ἐκτάσεως ἐντὸς τῆς ὁποίας θέλει ἐργάζεσθαι, καὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐκβολάδων, τὸ ὁποῖον θέλει μεταλλευθῆ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ποῦ ἀπέμεινε τότε ἡ πρὸς τοὺς πάσχοντας συμπάθεια; Ἡμεῖς ὅμως, κύριοι, δὲν ἐννοοῦμεν τίποτε νὰ γείνῃ ἐκ συμπαθειῶν, δὲν ἐννοοῦμεν ὅτι τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ καταφρονήσῃ τὰ δημόσια συμφέροντα, διότι ἀνοήτως τινὲς καὶ ἀπερισκέπτως ἠθέλησαν διὰ μιᾶς ἴσως νὰ πλουτήσωσιν. Ἡ ἀπερισκεψία, ἡ ἀδηφαγία, ἡ πλεονεξία, εἶναι πάθη κοινωνικὰ, εἰς τὰ ὁποῖα κἀνὲν ἔντιμον Κράτος καὶ κἀνεὶς ἔντιμος λαὸς δὲν ἐνόησε νὰ ἐπιθέσῃ τὸν στέφανον· καὶ διὰ τοῦτο εἰς κἀμμίαν ἐπικράτειαν δὲν ἐνόησάν ποτε νὰ συμμορφώσωσι τὰ κοινοβούλια τὴν γνώμην καὶ ἀπόφασίν των μὲ τὰς περιπετείας, τὰς ὁποίας τυχὸν μία ἀνόητος ἐπιχείρησις δύναται νὰ ἐπροξένησεν εἴς τινα ἄτομα. Ἀλλ’ εἶναι συγχρόνως, κύριοι, ἀνακριβὲς ὅλως ὅτι ἡ ὑπερτίμησις αὐτῶν τῶν μετοχῶν ὑπερέβη πᾶν ὅριον· μία ἄλλη μεταλλευτικὴ ἑταιρία ἐν Λαυρίῳ ἐξέδωκε μετοχὰς ἐκ δραχμῶν χιλίων ἑκάστην, καὶ ἡ μετοχὴ ἔφθασεν ἤδη εἰς δρ. 10,000.
§44ΤΙΝΕΣ. Εἰς 20,000.
§45ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς εἰκοσακισχιλίας, μάλιστα· εἶναι ἡ μεταλλευτικὴ ἑταιρία «Περικλῆς». Μιᾶς ἄλλης ἑταιρίας ἐπονομαζομένης «Καρύστου» αἱ μετοχαὶ ἔλαβον ὑπερτίμησιν μέχρι 300 δραχμῶν, νομίζω. Αἱ δὲ μετοχαὶ αἱ προκείμεναι μόνον εἰς τὸ τριπλάσιον τῆς ἀξίας των εἶχον φθάσει δηλ. εἰς δρ. 150 ἕως 160. Ἀλλ’ ὁπουδήποτε καὶ ἂν ἔφθασαν δὲν εἶναι ἄξιαι οὐδεμιᾶς προσοχῆς, ἀφοῦ τὴν προσοχὴν τῶν μετόχων ἐγκαίρως ἐπέστησεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τοὺς ὡδήγησεν ἐπανειλημμένως νὰ μὴ συναλλαχθῶσι περὶ κερδῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπῆρχον. Αἱ περὶ τούτου θεωρίαι τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γορτυνίας εἶναι παρεκτροπὴ, διότι δὲν ἔχουν κἀμμίαν σχέσιν μὲ τὴν σύμβασιν περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, ἐγὼ δὲ γνωρίζων τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν πολιτικὴν ἀνδρείαν τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος εἶμαι βέβαιος ὅτι αὗται δὲν ἔχουν καὶ ἐπιῤῥοὴν διόλου εἰς τὴν συνείδησίν του. Διὰ τοῦτο ὑγιᾶ πολιτικὴν νομίζω, καὶ ταύτην συγχωρήσατέ μοι λίαν φιλικῶς νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν πολιτικὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θέλομεν σκεφθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν συμφέρον στηριζόμενον ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ἐρευνῶντες ἀκριβῶς τὰ πάθη τῆς συμβάσεως ταύτης καὶ προσπαθοῦντες νὰ τὰ θεραπεύσωμεν, ἀποφεύγοντες ὅμως νὰ ὑποπέσωμεν εἰς αἰσθήματα προσωπικὰ καὶ ἀνθρώπινα ἀπὸ τῶν ὁποίων οὔτε οἱ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου συνεργαζόμενοί εἰσιν ἀπηλλαγμένοι, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ᾖναι, καὶ χωρὶς ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς κἀνένα πολιτικὸν σκοπὸν, ὄχι μόνον λέγοντες τοῦτο ἀλλὰ καὶ πράττοντες αὐτὸ, νὰ ὑποστηρίξῃ δ’ ἕκαστος τὴν γνώμην του χωρὶς διόλου νὰ θελήσωμεν νὰ προσβάλωμεν τὴν συνείδησίν μας διὰ κἀμμίαν αἰτίαν. Τοιαῦτα δὲ φρονῶν, κύριοι, νομίζω ὅτι ἄκαιροι ὅλως διόλου ἦταν αἱ ἐκδρομαὶ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γορτυνίας εἰς τὸ παρελθὸν καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ, καὶ παρακαλῶ τοὺς μέλλοντας νὰ ἔλθωσιν εἰς τὸ βῆμα νὰ παραιτήσωσι τὴν ἔποψιν καὶ τὴν ἔρευναν ταύτην. Εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι τὴν προτροπήν μου ταύτην, τὴν λίαν φιλικὴν, θέλετε ἀποδώσει εἰς ἄκραν εἰλικρίνειαν, διότι γνωρίζετε ὅτι ἐκ τῆς ἐκδρομῆς εἰς τὸ παρελθὸν ἐγὼ δὲν θέλω ἐξέλθει οὔτε ἡττημένος, οὔτε κατῃσχυμένος. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας κατέκρινε τὴν σύμβασιν ὡς γενομένην ἄνευ διαγωνισμοῦ καὶ τὴν ἀπόδειξιν τοῦ πράγματος ἤντλησεν ἐκ τῶν διαπραγματεύσεων τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς ἀγγλικῆς ἑταιρίας. Ἠθελήσατε, εἶπε, νὰ ἐπιβάλετε εἰς τὴν ἀγγλικὴν αὐτὴν ἑταιρίαν ὅρους, τοὺς ὁποίους αὐτὴ τὸ πρὶν δὲν ἐγνώριζε, διότι εἰς τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἀπηυθύνατε πρὸς τὴν ἑλληνικὴν πρεσβείαν ἐν Λονδίνῳ ἔχετε περιλάβει ὅρους ὀλίγους μόνον, ἐν ᾧ εἰς τοὺς ἐν Ἀθήναις ἐπιτρόπους ἐπροτείνατε πολλούς. Ἐθαύμασα, κύριοι, τὸν συλλογισμὸν τοῦτον τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ, διότι τὸ τηλεγράφημα τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσε περιέχει ῥητῶς· «σήμερον θέλετε λάβει τὸ ἔγγραφόν μου, τὸ περιέχον τινὰς τῶν κυριωτέρων ὅρων τῆς παραχωρήσεως.» Ἐθαύμασα, λέγω, διότι ἐν τῷ ἐγγράφῳ, τὸ ὁποῖον ἔστειλα πρὸς τὸν ἐν Λονδίνῳ πρέσβυν ἡμῶν, δὲν ἔλειπεν ὁ ὅρος ὁ μέγας, ὁ βαρὺς, κατὰ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, ὁ ὅρος τὸν ὁποῖον ἐκεῖ ἠγνόουν δῆθεν καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐξανέστησαν ὅτε ἔλαβον τὸ ἔγγραφον τῆς συμβάσεως! διότι μεταξὺ τῶν ἑπτὰ ὅρων ἐν τῷ ἐγγράφῳ τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἀνέγνωσεν, ὑπάρχει ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 4 ὁ ὅρος οὗτος· «θέλουσιν ἐκκαμινεύει ἐκβολάδας ὁμοῦ καὶ ἀρχαίας σκωρίας ἢ μεταλλίτιδα (galène) εἰς ἀναλογίαν 30% σκωρίας ἢ 15% μεταλλίτιδος·» συγχρόνως δὲ καὶ ὑπὸ τὸ ἐδάφιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀνέγνωσεν, ἀλλὰ δὲν ἐφείλκυσε τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γορτυνίας, φέρεται τὸ ἑξῆς· «Ἡ Κυβέρνησις ἕνεκα τούτου ἀναδέχεται τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παραχωρήσῃ τῇ ἑταιρίᾳ μεταλλεῖον ἐν Λαυρίῳ ἐνθείου ἀργυρούχου μολύβδου, ἔχον ἔκτασιν 15 χιλ. στρεμμάτων κατ’ ἐκλογὴν τῆς ἑταιρίας.» Ἐν δὲ τῇ συμβάσει ἔτι μείζονα ταύτης ἀπόδειξιν ἀπαντᾶτε τὴν ἑξῆς· «Ἡ κυβέρνησις θέλει παραχωρήσει εἰς τὴν ἑταιρίαν κατὰ προτίμησιν 15 χιλ. στρεμμάτων ἔκτασιν μεταλλοφόρον ἐν τῇ λαυριωτικῇ καὶ ἑτέρων 15 χιλ. στρεμμάτων ἀλλαχοῦ...» Ἤθελε προσέτι παρατηρήσει ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γορτυνίας, ἐπιδιώκων τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἀνεύρῃ ἂν ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔδειξε στοργὴν πρὸς τὴν ἑταιρίαν ταύτην, ἤθελε παρατηρήσει ὅτι κατ’ ἀρχὰς μὲν τῳόντι προσδιωρίσθη εἰς τριάκοντα τοῖς ἑκατὸν ἡ ἀναλογία τῆς μεταλλίτιδος, ἀλλ’ ἔπειτα ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσιν ἠλαττώθη εἰς 15 μόνον. Διατί δὲ, κύριοι, προσετέθη ὁ ὅρος οὗτος τῆς συνεκκαμινεύσεως τῆς μεταλλίτιδος μετὰ τῶν ἐκβολάδων; διὰ τὸν λόγον ὅτι ἀφοῦ τῇ ἑταιρίᾳ τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου παρεχωροῦντο αἱ ἐκβολάδες πρὸς 44%, ἡ ὁποία ἑταιρία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκκαμινεύῃ καὶ τὰς σκωρίας καὶ ὀφείλει νὰ τὰς συνεκκαμινεύῃ μετὰ τῶν ἐκβολάδων, τὸν αὐτὸν φόρον πληρώνουσα ἀντὶ τοῦ φόρου εἰς τὸν ὁποῖον ὑπεβάλλετο κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1867, ὠφείλαμεν παραχωροῦντες τὰς ἐκβολάδας πρὸς 44% εἰς ἑταιρίαν, ἡ ὁποία δὲν εἶχε σκωρίας νὰ ἐπιβαρύνωμεν αὐτὴν μὲ μίαν ἄλλην ὑποχρέωσιν· ἡ δὲ ὑποχρέωσις αὕτη δὲν ἦτο βάρος, δὲν ἦτο καινοτομία, δὲν ἦτό τι βεβιασμένον, δὲν ἦτό τι ξένον τῆς ἐπιχειρήσεως, διότι τὰς ἐκβολάδας οἱ στερούμενοι σκωριῶν δὲν δύνανται ἄλλως νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν εἰμὴ διὰ τῆς προσθήκης μεταλλίτιδος. Ὥστε ἡ πρότασίς μας προσδιορισμὸν μόνον τῆς ἀναλογίας ἐποιεῖτο καὶ τίποτε πλέον. Ἤθελεν ὡσαύτως πληροφορηθῆ, μετ’ ἐπιστασίας ἐξετάζων τὸ βιβλιάριον ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὴς ὁ ἰσχυρισμός του περὶ τῆς ἀδικίας, ἣν ἐπροξενήσαμεν εἰς τὸν διαγωνισμὸν ἀφήσαντες τὴν ἑταιρίαν ἐν ἀγνοίᾳ ὅτι ἐζητοῦμεν ὅπερ προανέφερον, διότι μετὰ τὸ ἔγγραφον τὸ ἀποσταλὲν εἰς τὴν ἐν Λονδίνῳ ἑλληνικὴν πρεσβείαν, ἡ ἑταιρία αὐτὴ ἡ ἀγγλικὴ ἀπέστειλεν ἐνταῦθα ἀντιπρόσωπον αὐτῆς Ἄγγλον, τὸν κ. Allen, μετ’ αὐτοῦ δὲ καὶ ἑτέρων ἄλλων πληρεξουσίων, τοὺς ὁποίους ἀπ’ ἀρχῆς εἶχε στείλει, διεπραγματεύθημεν ἐπὶ ἕνα καὶ ἐπέκεινα μῆνα εἰς πολλὰς συζητήσεις καὶ πολλὰς συνεδριάσεις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους ἀπ’ ἀρχῆς εἴχομεν θέσει ὡς βάσιν διαπραγματεύσεως. Ἐβασανίσθη λοιπὸν ὁ ὅρος οὗτος καὶ ἀπὸ τοὺς τρεῖς ἀντιπροσώπους τῆς ἑταιρίας, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι εἰς τὸ διάστημα τοῦτο εἶχον πολλὰς ἀνταλλάξει ἐπιστολὰς μετὰ τῆς ἐν Λονδίνῳ ἑταιρίας· ἀλλ’ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἀγγλικῆς ἑταιρίας ἀνεχώρησε, φαίνεται, εἰς Ἀγγλίαν διὰ λόγον τὸν ὁποῖον θέλω ἀνακοινώσει εἰς τὸν Βουλευτὴν Γορτυνίας, τὸν ὁποῖον ὅμως χρεωστῶ νὰ παραλείψω ἤδη.
§46ΖΩΧΙΟΣ. Διατί αὐτὸ τὸ προνόμιον;
§47ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διότι δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται πρὸς ἕνα λεγόμενον ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἐπιτετραμμένον, ἀλλ’ ἐν τῇ δημοσιότητι δὲν μοὶ εἶναι· ὄχι ἀπὸ δυσπιστίαν. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι, ἐπεθύμει ἐκ παντὸς τρόπου νὰ κατορθώσῃ, ὅπως ἡ ἀγγλικὴ ἑταιρία ἐγκατασταθῇ εἰς τὸ Λαύριον. Τὸ ἐπεθύμει, διότι δὲν ἠγνόει, (ὅ,τι οὐδεὶς ἀγνοεῖ) τὴν ἱκανότητα τοῦ ἀγγλικοῦ ἔθνους περὶ τὰ τοιαῦτα, καὶ ἐπεθύμει εἰς τὸ πλευρὸν μιᾶς ἑλληνικῆς ἑταιρίας νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἑτέρα ἀγγλικὴ, εἰδήμων τῆς τέχνης, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ ἀντίθετα πρὸς αὐτὴν συμφέροντα. Καὶ διὰ τοῦτο μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς καθ’ ἣν ἦλθεν ἡ ὁριστικὴ ἀπάντησις ἐξ Ἀγγλίας, ὅτι ἡ ἑταιρία αὕτη ἀφίσταται τῶν προσωρινῶν συμφωνιῶν, μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν εἶχε κάμει κἀμμίαν παραχώρησιν εἰς κᾀνένα· μόνον δὲ ἀφοῦ ἔφθασεν ἡ εἴδησις ἐκείνη, τότε ἔκαμε τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς ἑταιρίας τῶν «Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου» καὶ περιώρισεν αὐτὴν εἰς τὴν περιφέρειαν μόνον τοῦ μεταλλείου, τὸ ὁποῖον εἰς αὐτὴν ἀνήκει, ἐπιφυλαχθεῖσα τὸ δικαίωμα νὰ παραχωρήσῃ μέχρι τῆς τελευταίας ψήφου τῆς Βουλῆς εἰς οἱανδήποτε ἄλλην ἑταιρίαν τὰς ὑπολοίπους ἐκβολάδας. Σημειώσατε δὲ ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς ἀγγλικῆς ἑταιρίας δὲν ἀφώρων ἄλλην περιφέρειαν εἰμὴ ταύτην τὴν ἐκτὸς τῶν «Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου». Ἀλλὰ καὶ ἀφοῦ, κύριοι, ἐγένετο ἡ τοιαύτη σύμβασις, ἔγραψα ἔγγραφον πρὸς τὴν ἐν Λονδίνῳ ἡμετέραν πρεσβείαν, τὸ ὁποῖον δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Γορτυνίας ἀνέγνωσε. «Ἀριθ. 3131. Πρὸς τὴν ἐν Λονδίνῳ Βασιλικὴν Πρεσβείαν. Ἡ ἑταιρία τῶν κκ. λόρδου Α. Πάγετ κλπ. ἀπέστειλε τὸν δικηγόρον κ. Allen, ὅπως διαπραγματευθῇ μετὰ τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως περὶ παραχωρήσεως τῶν ἐκβολάδων. Ἡ διαπραγμάτευσις ἀπέληξεν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ἐγγράφου τῆς συμβάσεως, ἀλλ’ ἐνῷ ἔμελλε τοῦτο νὰ ὑπογραφῇ ὁ κ. Allen ἐδίστασε νὰ τὸ ὑπογράψῃ, καί τοι τὸ ἐνέκρινε, καὶ ἐζήτησε δώδεκα ἡμερῶν προθεσμίαν, ὅπως μεταβῇ εἰς Ἀγγλίαν μετὰ τοῦ σχεδίου καὶ ἀναγνώσῃ αὐτὸ τῇ ἑταιρίᾳ. Οὕτως ἀνεχώρησεν, ἀφοῦ προηγουμένως ἐσυμφωνήθη ὅτι ἀμφότερα τὰ μέρη ἦσαν ἐλεύθερα. Ἡ Κυβέρνησις μολαταῦτα ἐπερίμενε τὰς 12 ἡμέρας· μετὰ παρέλευσιν δ’ αὐτῶν τὴν 29 Ἀπριλίου συνωμολόγησε τὴν ἐν τῇ ἐσωκλείστῳ ἐφημερίδι δημοσιευομένην σύμβασιν· ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτῆς ἀφῆκεν ἀνοικτὸν τὸ στάδιον τοῦ διαγωνισμοῦ, ὡς θέλετε παρατηρήσει ἐν τῷ 12 ἄρθρῳ αὐτῆς. Ὅθεν, κύριε πρέσβυ, παρακαλεῖσθε νὰ καλέσητε ἓν τῶν μελῶν τῆς εἰρημένης ἑταιρίας καὶ ἀνακοινοῦντες αὐτῷ τὰ εἰρημένα καὶ τὸ περιεχόμενον τῆς συμβάσεως λάβητε παρὰ τῆς ἑταιρίας ταύτης μίαν ὁριστικὴν ἀπάντησιν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις γινώσκῃ τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς, ἂν δηλονότι θέλῃ νὰ διαγωνισθῇ καὶ τίνας ὅρους προτείνει καὶ ἂν ἀποδέχεται τὴν μετὰ τοῦ κυρίου Allen σχεδιασθεῖσαν σύμβασιν καὶ κατὰ τί τροποποιεῖ αὐτὴν μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς συνομολογηθείσης μετὰ τῶν «Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου». Συνιστῶμεν δ’ ὑμῖν, κύριε πρέσβυ, τὴν ταχεῖαν διεκπεραίωσιν τῆς ἐντολῆς ταύτης. Ἀθῆναι, τῇ 6 Μαΐου 1873.
Ὁ ὑπουργὸς
Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ.»
Ἀλλὰ καὶ ἀκόμη τὴν σήμερον, κύριοι, ἠδύνατο ἡ ἀγγλικὴ ἐκείνη ἑταιρία νὰ προσέλθῃ καὶ προτείνῃ ὅρους καὶ ἢ νὰ μείνῃ εἰς τὸ σχεδιασθὲν σχέδιον συμβάσεως ἢ νὰ προτείνῃ τροποποιήσεις ἢ ἄλλο σύστημα εἰς μέσον νὰ φέρῃ. Κατὰ δὲ τὴν τροπολογίαν, ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσω χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἥτις νομίζω νὰ γείνῃ δεκτή, θέλει μείνει καὶ ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὴν ἀγγλικὴν ἑταιρίαν ταύτην στάδιον ἐνεργείας καὶ εἰς τὴν ἐξουσίαν της νὰ προσέλθῃ καὶ ἐγκατασταθῇ ἐν Λαυρίῳ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γορτυνίας, ὡς θετικὸν καὶ ἀναμφισβήτητον θεωρήσας ὅτι διαγωνισμὸς κατὰ τὴν διαπραγμάτευσιν ταύτην δὲν ὑπῆρξε, προέβη εἰς τὴν ἀναζήτησιν καὶ ἐκαυχήθη ὅτι ἀνεῦρε τὸν σπόρον καὶ τὴν αἰτίαν τοῦ πράγματος τούτου. Εἶπεν ὅτι ἐξ ὅλων τῶν λόγων τοῦ πρωθυπουργοῦ καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς εἰσηγητικῆς τῆς συμβάσεως ὁμιλίας του ἐξήγαγεν, ὅτι κατὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης ὁ πρωθυπουργὸς ἔπασχεν ὑπὸ τοῦ φόβου τῆς ἐκκρεμοδικίας, εἶχεν ἀείποτε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἠδύνατο νὰ προσκόψῃ τὸ δημόσιον δικαίωμα ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καί, εὐφυέστατα σκεπτόμενος, πρὸς τῇ εὐφυΐᾳ ἡ ὁποία ἀνεκάλυψε τὸ παρ’ ἐμοῦ πρὸ μικροῦ ῥηθέν, εἶπεν, ἀλλὰ τότε εὑρίσκω τὸν πρωθυπουργὸν παραλογιζόμενον, διότι τὸ ἄρθρον 12 τῆς συμβάσεως δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ ἐν αὐτῇ. Δὲν ὑπάρχει, κύριοι, κἀμμία ἀνάγκη νὰ ἐξετάσω ἂν ἔπασχον ἢ δὲν ἔπασχον ὑπὸ τοῦ φόβου τῆς ἐκκρεμοδικίας, ἀλλ’ ἀπευθύνω τὴν ἐρώτησιν εἰς τὸν βουλευτὴν Γορτυνίας, ἂν, ὡς φρονεῖ, ἔπασχον ὑπὸ τοῦ φόβου τούτου, εἶχον δίκαιον νὰ πάσχω ἢ οὔ; Ἀπευθύνω δὲ τὴν ἐρώτησιν ταύτην πρὸς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Γορτυνίας καὶ περιορίζω τὴν ἐρώτησιν πρὸς μόνον αὐτόν, πάντας τοὺς λοιποὺς ἐξαιρῶν, διότι ἐπιθυμῶ νὰ φέρω τὴν μνήμην του εἰς τὸ παρελθὸν καὶ τῷ ὑπομνήσω ὁποίαν θεωρίαν ἐπρέσβευσεν αὐτὸς περὶ ἐκβολάδων· ἀφοῦ δὲ, ὡς εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστόν, εἶναι πολιτικὸς ἀνὴρ πεποιθήσεων, καὶ τοῦτο χρεωστῶ νὰ τὸ ὁμολογήσω, τὸν ἐρωτῶ, εἶναι εἰς αὐτὸν ἐπιτετραμμένον νὰ φρονῇ ὅτι εἷς ὑπουργός, διαπραγματευόμενος τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ὑπ’ αὐτὰς τὰς περιστάσεις, δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν φόβον τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων καὶ τοῦ δικαστικοῦ ἀγῶνος, καὶ ἀφοῦ αὐτὸς ἐφρόνει καὶ δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων ἔγγραφε καὶ ἀνεκοίνου εἰς τὴν ἑταιρίαν Σερπιέρου ὅτι· «οὐδὲν ἄλλο πρόσκομμα εὕρισκε ν’ ἀναγνωρίσῃ τὰ δικαιώματά της καὶ νὰ παραχωρήσῃ τὰς ἐκβολάδας, εἰμὴ ἓν καὶ μόνον, ὅτι ὁ τίτλος της ἀναφέρει παραχώρησιν ἐνθείου ἀργυρούχου μολύβδου, αἱ δὲ ἔρευναι, τὰς ὁποίας αὐτὸς ἔκαμεν, ἀποδεικνύουν ὅτι ὁ μόλυβδος οὗτος εἶναι ὀξειδωμένος!»
§48Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀναγνώσατέ το, παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, αὐτὸ τὸ ἔγγραφον.
§49ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. «Κατόπιν» ἔλεγεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν 1 Ἰουλίου 1870 πρὸς τὸν κ. Σερπιέρην.......»
§50Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ τοῦ νόμου.
§51ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρὸ τοῦ νόμου. Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες οἱ ὁποῖοι προΐστανται τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος, πρέπει νὰ ἔχωσι καὶ μετὰ τὸν νόμον τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας εἶχον καὶ πρὸ τοῦ νόμου.
§52ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Αὐτὸ τὸ θέλομεν.
§53ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ τὸ θέλετε καὶ ὑπάρχει ὡς πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ δὲν ἀπηύθυνα κατηγορίαν κατὰ τοῦ κ. Δηλιγιάννη· ἐξ ἐναντίας εἶπον ὅτι διατηρεῖ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ πρὸ τοῦ νόμου, καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ τὸν ἐφαρμόσῃ, θὰ τὸν ἐφήρμοζεν ὅπως ἡ Βουλὴ τὸν ἐψήφισεν. Ἀφοῦ τὰ κεκτημένα δικαιώματα βάσιν ἔχουσι τὰ πρὸ τοῦ νέου νόμου νενομοθετημένα, ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχων τὴν γνώμην, ἣν εἶχε καὶ πρὸ τοῦ νόμου, ἔπρεπε καὶ δικαίως νὰ φοβῆται ὅτι τὰ δικαστήρια ἠδύναντο νὰ συμμερίζωνται τὴν ἰδέαν του, καὶ ἔπρεπε νὰ φοβῆται ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου ἠδύνατο νὰ διακυβευθῇ. «Κατόπιν τῆς πρὸς τὸν κ. Σερπιέρην γενομένης ἀνακοινώσεως τῶν ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 30,819 καὶ 30,820 διαταγῇ ἡμῶν ἐνδιαλαμβανομένων, ἐντελλόμεθα ὑμῖν, κύριε νομάρχα, ν’ ἀνακοινώσετε εἰς αὐτὸν καὶ τὰ ἑπόμενα. «Ὅτι ἐπειδὴ ὁ κ. Σερπιέρης ἀφ’ ἑνὸς εἰς ἀμφοτέρας τὰς ἀπὸ 20 λήξαντος μηνὸς πρὸς τὸ ὑπουργεῖον ἀναφορὰς αὑτοῦ, τὴν μὲν ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἰδιοκτήτου μεταλλείου ἐνθείου ἀργυρούχου μολύβδου ἐν Λαυρίῳ, τὴν δὲ ὑποβληθεῖσαν αὐθημερὸν ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς ἑταιρίας Ἱλαρίωνος Ῥοῦ καὶ Σας διατείνεται ῥητῶς, ὅτι τὰ μεταλλικὰ χώματα, ἅτινα πρὸ πολλοῦ ἀνασκάπτων ἐν Λαυρίῳ μεταφέρει καὶ καμινεύει μιγνύων ταῦτα μετὰ τῶν ἀνακαμινευομένων ἀρχαίων σκωριῶν εἰς τὸ ἐν Ἐργαστηρίοις μεταλλουργεῖον, εἰσὶν ἔνθειος ἀργυροῦχος μόλυβδος, οὗτινος τὴν παραχώρησιν δυνάμει τῶν ἀπὸ 23 Αὐγούστου 1867 καὶ 31 Δεκεμβρίου 1868 βασιλικῶν διαταγμάτων λαβὼν κέκτηται τὸ δικαίωμα τῆς μεταλλεύσεώς των, καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς προγενεστέραν ἀπὸ 30 Μαρτίου ε. ε. ἐν τῇ παραγράφῳ κʹ. πρὸς τὴν νομαρχίαν δήλωσίν του, ἀναφέρει ῥητῶς, ὅτι τὰ πρὸς τὴν ἑταιρίαν Ἱλαρίωνος Ῥοῦ καὶ Σας πρὸς καμίνευσιν πωληθέντα ἐκ τόνων ἓξ καὶ ἡμίσεος πτωχὰ μεταλλεύματα συνίστανται ἐξ ἐνθείου καὶ ἀνθρακικοῦ μολύβδου ἀναμίκτου μετὰ τῶν σχιστολίθων τῆς μαρμαρυγῆς, τιτανολίθων, ἐνθείου σιδήρου, πυρίτου λίθου καὶ γαιῶν παραχθεισῶν διὰ τῆς ἀποσυνθέσεως τῶν σχιστολίθων, γεννᾶται δ’ ἐκ τούτου ἡ ἀμφιβολία, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ οὐσιώδης μεταξὺ τῶν πρώτων καὶ τῶν δευτέρων μεταλλευμάτων, καὶ ἐπειδὴ προσέτι ὁ κ. Σερπιέρης εἰς ἀμφοτέρας τὰς εἰρημένας ἀναφορὰς αὐτοῦ ἰσχυρίζεται, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παραχωρηθέντος εἰς αὐτὸν δικαιώματος τῆς μεταλλεύσεως τοῦ ἐνθείου ἀργυρούχου μολύβδου, δύναται ἀκωλύτως νὰ μεταλλεύηται τὰ μεταλλικὰ χώματα τὰ ἐν τῇ περιοχῇ τοῦ μεταλλείου αὐτοῦ εὑρισκόμενα, θέλετε παρατηρήσει εἰς αὐτὸν, ὅτι ἐν μόνῃ τῇ περιπτώσει, καθ’ ἣν τὸ μεταλλευόμενον μετάλλευμα ἤθελεν εἶσθαι ἀναμφισβητήτως ἔνθειος ἀργυροῦχος μόλυβδος τότε καὶ μόνον ἠδύνατο νὰ ἀξιώσῃ τὰ δικαιώματα τῆς μεταλλεύσεώς του. Δὲν ἠθέλαμεν μολαταῦτα διστάσει ποσῶς», λέγει ἐν τέλει τοῦ ἐγγράφου του «ὡς ἐνετειλάμεθα ἡμῖν διὰ τῆς ἀπὸ 12 Ἰουνίου ε. ε. ὑπ’ ἀριθ. 1880 διαταγῆς μας ν’ ἀνακοινώσητε πρὸς τὸν κ. Σερπιέρην, ὁρμώμενοι ἀφ’ ἑνὸς ὑπὸ τοῦ καθήκοντος, ὅπερ ἔχομεν νὰ προστατεύσωμεν τὰ δημόσια συμφέροντα, καὶ ἐμφορούμενοι ἀφ’ ἑτέρου ὑπὸ τῶν ἀγαθωτέρων διαθέσεων ὑπὲρ τῆς ἀναπτύξεως τῶν μεταλλευτικῶν καὶ μεταλλουργικῶν ἐργασιῶν ἐν Ἑλλάδι, νὰ προβῶμεν εἰς λεπτομερεστέραν τινὰ ἐξέτασιν τῶν λαυριωτικῶν μεταλλικῶν χωμάτων, διορίζοντες ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ ἐπιστημονικὴν ἐπιτροπὴν, εἰς τὰς ἐξετάσεις τῆς ὁποίας νὰ παρίσταται καὶ λαμβάνῃ μέρος ὁ κ. Σερπιέρης εἴτε αὐτοπροσώπως, εἴτε δι’ ἀντιπροσώπου αὑτοῦ, ἀρκεῖ πρὸς τοῦτο νὰ δηλώσῃ ἐπισήμως εἰς τὸ ὑπουργεῖον ὅτι παραδέχεται τὸ μέτρον τοῦτο ἵνα ἐξακριβωθῶσι καὶ ὁρισθῶσι· αʹ) Τὰ μέρη καὶ αἱ θέσεις, ἐν αἷς ὑπάρχουσιν ἐν Λαυρίῳ καὶ ἐνεργεῖται ἡ μετάλλευσις τῶν μεταλλικῶν χωμάτων. βʹ) Τὰ ποσὰ τῶν εἰς ἑκάστην θέσιν εὑρισκομένων τοιούτων χωμάτων. γʹ) Τὸ εἶδος καὶ τὰ συστατικὰ ἑνὸς ἑκάστου ἐξ αὐτῶν. δʹ) Τὸ βάρος κατὰ τόνον ἑκάστου εἴδους· ε) Τὸ ποσὸν καὶ τὸ εἶδος τῶν ἐκ τῆς καμινεύσεως τῶν μεταλλικῶν χωμάτων παραχθησομένων μετάλλων, καὶ τέλος· ϛʹ) Τὸν ὀρυκτολογικὸν χαρακτηρισμὸν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ δικαιώματος τῆς μεταλλεύσεως θεωρούμενον δι’ ἕκαστον εἶδος ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι θέλει παραδεχθῇ ἐπίσης ὁ κ. Σερπιέρης τὰ ἀποτελέσματα τῶν εἰρημένων ἐπιστημονικῶν ἐξετάσεων· ἢ τέλος ἂν συμβῇ νὰ διαφωνῇ ὁ κ. Σερπιέρης πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐξετάσεως ταύτης, ὅτι δηλόνει ἀπὸ τοῦδε ὅτι παραδέχεται νὰ γίνηται ἔκκλησις τῆς διαφωνίας ταύτης εἰς εἰδήμονας ἐν Παρισίοις καὶ ὅτι θέλει παραδεχθῆ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὴν ἐπὶ τῆς διαφωνίας ταύτης γνώμην αὐτῶν· ὅτι θέλουσιν ἀποσταλῆ πρὸς τούτους ἐκ κοινῆς μετὰ τοῦ Σερπιέρη συνεννοήσεως τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς ἐξέτασιν δείγματα τῶν μεταλλικῶν χωμάτων. Ταῦτα πάντα θέλετε ἀνακοινώσει πρὸς τὸν κ. Σερπιέρην καὶ λαμβάνοντες ἀπόδειξιν τῆς ἐπιδόσεως τοῦ ἐγγράφου σας θέλετε ὑποβάλλει ἡμῖν ταύτην τὸ ταχύτερον. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 1 Ἰουλίου 1870.
Ὁ ὑπουργὸς
Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ.»
Καὶ σήμερον τολμᾷ, ἂν μοὶ συγχωρηθῇ ἡ ἔκφρασις, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γορτυνίας, αὐτὸς ὅστις προέτεινε πρὸς ἕνα ἰδιώτην τὸν κ. Σερπιέρην οὐδεμιᾶς προϊστάμενον καταφανοῦς ἑταιρίας, ὀφειλούσης δημοσίᾳ λόγον, ἀλλ’ ἄτομον κρύπτον ὄπισθέν του ἑταιρίαν ἀφανῆ καὶ ἄγνωστον, ἄτομον προστατευόμενον ὑπὸ τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς, προέτεινε διαιτησίαν ἰδιωτικὴν πρὸς ἔκδοσιν ἀποφάσεως ἐπὶ δημοσίων συμφερόντων, εἰς ἣν ὑπέβαλλε τὸ Κράτος, καὶ ἔρχεται νὰ μᾶς κατηγορήσῃ ὅτι παρηνομήσαμεν, διατί; διότι ὑπεγράψαμεν σύμβασιν ὑπὸ τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως! Καί πότε ἐπαρουσιάσαμεν σύμβασιν ἡμεῖς ὑπὸ τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς; ἀφοῦ πρῶτον ἐσώθη τὸ δημόσιον συμφέρον καὶ ἐξησφαλίσθη. Καὶ ὑπὸ τίνας ὅρους ἐπαρουσιάσαμεν ἡμεῖς τὴν σύμβασιν; ἢ μὴ ὁμοιάζει τὴν διαιτησίαν ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἐπροτείνατε τῷ Σερπιέρῃ; Σᾶς προσκαλοῦμεν ν’ ἀποφανθῆτε ἐπὶ τοῦ 44%, ἐνῷ αὐτὸς ἐπέμενεν εἰς τὰ 5%. Τίς ἦν ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Σερπιέρη; ἦτον αὐτός· ὅτι ὅλα τὰ χώματα ἀνήκουν εἰς αὐτὸν ὡς κύριον τοῦ μεταλλείου. Τί δὲ ὁ κ. ὑπουργὸς ἔλεγε; ναί, ἀναγνωρίζω τὴν ἀρχήν, ἀλλὰ κάμνω τὴν παρατήρησιν ὅτι δὲν πρόκειται μόνον περὶ χωμάτων περιεχόντων ἔνθειον ἀργυροῦχον μόλυβδον, ἀλλὰ καὶ ἐξειδωμένον μόλυβδον! Ἔχομεν καλῇ τύχῃ ἐδῶ ἰατρούς, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν ἂν ὑπάρχῃ διαφορὰ εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα καὶ ὁποία, διότι τὸ νὰ ἦναι ποῦ μὲν ἔνθειος, ποῦ δὲ ὀξειδωμένος ὁ μόλυβδος τῶν χωμάτων οὐδὲν σημαίνει, ἀρκεῖ ὅτι ἅπαντα τὰ χώματά εἰσιν ἐξηγμένα ἐκ τοῦ μεταλλείου τοῦ κ. Σερπιέρη, καὶ ὅτι ἡ ἐπιῤῥοὴ τῆς ἀτμοσφαίρας ἐπροξένησε τὴν διαφοράν. Ποῖος δικαστὴς σπουδαῖος, ποῖος ἐχέφρων ἐπιστήμων ἤθελεν ἀποφανθῆ ὑπὲρ ἡμῶν εἰς τὸ ζήτημα, ὅπερ ἔθεσεν ὁ κ. Δηλιγιάννης; Τίς ἤθελε δικαιώσει ὑπουργὸν ἀναγνωρίζοντα τὴν ἀρχήν, ὅτι ἡ παραχώρησις μεταλλείου συνεπιφέρει καὶ τὴν τῶν προεξαχθέντων μετάλλων, ἀλλὰ ζητοῦντα νὰ ἐξαιρέσῃ τῆς ἀρχῆς ταύτης τὰ ἐκ τοῦ χρόνου καὶ τῆς ἐπιδράσεως τῆς ἀτμοσφαίρας ὀξειδωθέντα μέταλλα τοῦ ἐνθείου ἀργυρούχου μολύβδου; Τίς ἤθελε φαντασθῆ νὰ πλάσῃ ἐξαίρεσιν τοῦ παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ ἀποδεχθέντος κανόνος, διότι ὠξειδώθησαν ἐκεῖνα καὶ δὲν ὠξειδώθησαν τὰ ἄλλα; Δὲν ἐννοῶ πῶς οἱ ἔχοντες τὸν ζῆλον νὰ πλάσωσι τοιαῦτα ἐπιχειρήματα διὰ νὰ κατηγορήσωσι τοὺς ποιήσαντας τὴν προκειμένην σύμβασιν ἀντιπάλους αὑτῶν δικαιοῦνται νὰ κατακρίνωσιν ἡμᾶς ὡς κατεχομένους ὑπὸ φόβου, τοῦ φόβου τῶν δικαστηρίων, ἀναλογιζομένους τὰς πολλὰς καὶ ποικίλας γνώμας, ἃς τὸ παρελθὸν μᾶς ἐδώρισεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐκ τῶν γνωμῶν τούτων ἐμνημόνευσα σήμερον μίαν καὶ μόνην, διότι δίκαιον εἶναι πρὸς μόνον τὸν προαγορεύσαντα ν’ ἀπαντήσω· ἐπιφυλάττομαι δὲ νὰ μνημονεύσω καὶ τῶν ἄλλων τὰς γνώμας ἂν καὶ ἄλλοι θέλωσι νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸ παράδειγμά του. Ὀφείλω ὅμως νὰ μὴ παρέλθω καὶ τοῦτο. Διατί ἐφοβήθητε τὸ κόσκινον, μᾶς εἶπεν ὁ προλαλήσας, σεῖς ὅστις ἔχετε τοσαύτας νομικὰς γνώσεις; Ἀγνοεῖτε ὅτι αἱ πράξεις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔχουσι κἀμμίαν σημασίαν καὶ δὲν ὑποχρεοῦσι τὸ Κράτος; Ἀρκεῖ εἰς ἀπάντησιν ν’ ἀναγνώσω εἰς ἐπήκοον πάντων ἓν καὶ μόνον ἄρθρον ἐκ 3 στίχων συγκείμενον, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι ἕκαστος θέλει ἐννοήσει, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δύναται νὰ λυθῇ κατὰ τόν ἕνα καὶ κατὰ τὸν ἄλλον τρόπον καὶ ἴσως ἴσως οἱ πάντες πεισθῆτε ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ σπουδαῖος κίνδυνος δικαστικῶς. «Ἄρθρ. 3. Ἡ ἀνακαμίνευσις τῶν ἐν Λαυρίῳ τῆς Ἀττικῆς σκωριῶν, ὅσαι ἤθελον ἀναγνωρισθῆ νομίμως ὡς ἐθνικαὶ, ἀφίεται εἰς τὴν ἀναλαβοῦσαν τὸ ἔργον τοῦτο ἑταιρίαν Ἱλαρίωνος Ῥοῦ καὶ συντροφίας.» Οὐδὲν ἄλλο ὁ νόμος περιέχει. Διὰ μυρίων περιστροφῶν, κύριοι, διὰ μυρίων ἐπιχειρημάτων ἐξαγομένων ἐκ τῆς ἱστορίας τοῦ νόμου τούτου καὶ τῶν συζητήσεων αὐτοῦ καὶ ἐξ ἀρχῶν τινων τοῦ δικαίου θέλομεν δυνηθῆ νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ φαίνεται μὲν γενικὸν, ἀλλὰ δὲν εἶναι γενικὸν, καὶ ἀφορᾷ μέρος μόνον τῶν ἐθνικῶν σκωριῶν.
§54ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ποίας ἐποχῆς εἶναι;
§55ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοῦ 1867 νόμος.
§56ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καθ’ οὗ δὲν εἶπε τίποτε ὁ κ. Δεληγιώργης.
§57ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐψήφισα ὑπὲρ τοῦ 48%.
§58ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κατ’ αὐτῆς τῆς διατάξεως δὲν εἴπετε τίποτε· τὸ droit régalien ἦτο τότε ἄγνωστον (διάλογοι).
§59ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐλπίζω ὁ κ. Δημητριάδης δὲν θὰ σᾶς φεισθῇ. Ἀνεκάλυψεν ἑτέραν ἀπόδειξιν περὶ μὴ συναγωνισμοῦ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας. Ἡ Κυβέρνησις, εἶπε, περιώρισε τὸν συναγωνισμὸν, (καὶ ἡ παρατήρησις τὴν ὁποίαν ἔκαμε μοὶ ἔδωκε νὰ ἐννοήσω ἐκ τίνος πηγῆς ἠρύσθη τὰ ἐπιχειρήματά του), διότι περιώρισε τὰ κεφάλαια τῆς ἀγγλικῆς ἑταιρίας εἰς 300,000 λιρῶν· Ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Γορτυνίας, φρονεῖ ὅτι τοσοῦτον κεφάλαιον διὰ τὴν πρώτην ἐγκατάστασιν μιᾶς ἑταιρίας, καὶ τὴν πρώτην αὐτῆς ἐργασίαν ἐπὶ 2 καὶ ἐπὶ 3 ἔτη, δὲν εἶναι ἀρκετόν; Ἢ ὑποστηρίζει ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γορτυνίας ὅτι ἡμεῖς ἀπηγορεύσαμεν εἰς τὴν ἑταιρίαν νὰ κάμῃ δευτέραν ἔκδοσιν μετοχικοῦ κεφαλαίου; Δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ μεταχειρισθῶ τὴν λέξιν ὑποκρίνεται, διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν ὅτι ἐπιπολαίως ἐσκέφθη· διότι ἂν ἀνεγίνωσκε τὴν σύμβασιν, ἤθελεν ἰδεῖ ῥητῶς καθιερούμενον ὑπὲρ τῆς ἀγγλικῆς ἑταιρίας τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ κατόπιν μετοχὰς, διὸ τοῖς ἐπιβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις νὰ διατηρήσῃ καὶ τότε τὴν ἀναλογίαν καθ’ ἣν ὀφείλει νὰ ἐκδώσῃ τὰς πρώτας αὐτῆς μετοχὰς δηλ. τὴν ἀναλογίαν τῶν 45% ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἠδύνατο ἀκριβῶς σκεπτόμενος ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γορτυνίας ν’ ἀνακαλύψῃ τὴν αἰτίαν, δι’ ἣν δὲν ἠθελήσαμεν νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν ἀγγλικὴν ἑταιρίαν νὰ ἐκδώσῃ περισσοτέρας τῶν 300,000 λιρῶν μετοχάς. Ἐπρόκειτο περὶ ξένης ἑταιρίας, κύριοι· αἱ κυβερνήσεις, καὶ πᾶς διαχειριστὴς ξένης περιουσίας χρεωστοῦν, καὶ ἂν δὲν ἔχουν τοῦτον τὸν προσωπικὸν χαρακτῆρα, νὰ ᾖναι φιλύποπτοι καὶ δύσπιστοι. Δὲν ἔπρεπε νὰ δώσωμεν κἀμμίαν ἀφορμὴν ὅπως ἀνοιχθῇ ἡ θύρα τῆς καταχρήσεως. Δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς μίαν ξένην ἑταιρίαν νὰ ἐκδώσῃ μετοχὰς διὰ τὰ περίφημα χώματα τοῦ Λαυρίου 1,000,000 λιρῶν· διότι ἐκ τῆς τοιαύτης ἀπερισκεψίας τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως, ἂν ἐτύγχανε καὶ ἡ ἑταιρία νὰ μὴ ᾖναι τόσον αὐστηρὰ περί τινας κανόνας, οἵτινες πρέπει νὰ ἐπικρατῶσιν εἰς τὰς δοσοληψίας καὶ τὰς ἐμπορικὰς συναλλαγὰς, ἠδύναντο νὰ συμβῶσι μεγάλαι ζημίαι καὶ μεγάλα δυστυχήματα εἰς τὸ κοινόν. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἠγόρευσεν ἐπὶ τέλους κατὰ τῆς συμβάσεως ὡς ἀφησάσης τὰ ἔξοδα ἀπροσδιόριστα. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὡμίλησα καὶ χθὲς· σήμερον δύναμαι νὰ ὁμιλήσω μὲ περισσοτέραν εὐκολίαν, διότι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γορτυνίας δὲν εἶναι ὑπὲρ τοῦ ἀπολύτου περιορισμοῦ τῶν ἐξόδων, προέτεινε σύστημα ἄλλο, τὸ ὁποῖον πολὺ πολὺ φαίνεται δὲν ἐπρόσεξε νὰ ἴδῃ ὅτι εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον. Τί ἐννοεῖ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γορτυνίας περιορίζων εἰς ὡρισμένον χρόνον τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἐξόδων; Ἐννοεῖ ν’ ἀποκτήσῃ ἐκ τῆς πείρας ταύτης μίαν ἰδέαν περὶ τοῦ ἀληθοῦς ποσοῦ τῶν δαπανῶν.
§60Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρέστησα τὴν ἀνάγκην τοῦ μὴ μεταβλητοῦ τῶν ἐξόδων καὶ ἐξήρτησα αὐτὰ ἐκ τῶν μεταβολῶν, τὰς ὁποίας ὑφίστανται αἱ τιμαὶ τῆς ὕλης καὶ τῆς ἐργασίας.
§61ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, ἀξιότιμε βουλευτὰ Γορτυνίας, διατί δέχεσθε ἕνεκα αὐτῆς μόνης τῆς αἰτίας τὴν ἀναθεώρησιν πρὸς τὸν σκοπὸν ἢ νὰ ἐλαττώσητε ἢ νὰ αὐξήσητε τὰ ἔξοδα καὶ δὲν παραδέχεσθε καὶ ἄλλα αἴτια; Ὅταν μετὰ τὴν πάροδον τῶν δύω ἐτῶν, καί τοι οἱ ἄνθρακες δὲν ὑψώθησαν οὐδὲ τὰ ἡμερομίσθια, σᾶς παρουσιάσουν 500 δραχμὰς κατὰ τόνον ὡς γενόμενα ἔξοδα, ἐξοδευθέντα ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν σας, τί θέλετε εἰπεῖ τότε; ὀφείλετε νὰ τὰ δεχθῆτε. Λοιπὸν σᾶς λέγω ὅτι ἡ ἑταιρία εἶναι εἰς κατάστασιν εἰς τὸ διάστημα τῆς διετίας νὰ παρουσιάσῃ τὰ ἔξοδα μεγάλα καὶ ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ἡ δαπάνη τῆς παραγωγῆς εἶναι διπλασία τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ νόμου, χωρὶς νὰ καταχρασθῇ καὶ χωρὶς νὰ κλέψῃ.
§62ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀγορεύετε κατὰ τῆς ἀρχῆς τότε.
§63ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἀγορεύω κατά. Τὸ σύστημα τῆς συμβάσεως στηρίζεται εἰς τοῦτο, ὅτι τὰ ἔξοδα προσδιορίζονται ἐν ἰσολογισμῷ, ἐξ οὗ θέλει ἀντλεῖ καὶ αὐτὴ ἡ ἑταιρία τὸ μέρισμά της, ἐν ἰσολογισμῷ, ἐν τῷ ὁποίῳ πλὴν τῆς ἐπιτηρήσεως, τὴν ὁποίαν ἡ ἑταιρία θέλει ἐξασκεῖ, θέλει ὑπάρχει καὶ ἡ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα ἡ σύμβασις διαλαμβάνει. Ἀλλὰ καὶ εἰς τοῦτο ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γορτυνίας ἔφερεν ἀντίῤῥησιν. Ἔπλασε μὴ ὑπάρχουσαν διαφορὰν συμφερόντων μεταξὺ τῆς ἑταιρίας καὶ τοῦ δημοσίου. Ποῖον εἶναι, λέγει, τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου; τὰ ἔξοδα νὰ ᾖναι ὅσῳ τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερα. Ποῖον εἶναι τὸ συμφέρον τῆς ἑταιρίας; τὰ ἔξοδα νὰ ᾖναι ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσότερα. Ἰδοὺ ἡ ἀντίθεσις τῶν συμφερόντων. Ἐλησμόνησεν ὅμως ὅτι καὶ ἡ ἑταιρία καὶ τὸ δημόσιον θὰ λαμβάνουν τὸ αὐτὸ μέρισμα, διότι θὰ τὸ λαμβάνουν ἐκ τοῦ αὐτοῦ ἐγγράφου, ἐκ τοῦ αὐτοῦ λογαριασμοῦ. Τὸν παρακαλῶ νὰ πλάσῃ καὶ νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἓν παράδειγμα, τοῦ ὁποίου νὰ δεικνύῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς τὴν ὁποίαν ἐπρότεινε. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἕνεκα τῆς ἀντιθέσεως τῶν δύω συμφερόντων, ὁ μὲν μέτοχος, διότι ὁ μέτοχος εἶναι ἡ ἑταιρία, θέλει λάβει δέκα τοῖς ἑκατὸν ὄφελος ἐπὶ τῆς μετοχῆς του διότι τὰ ἔξοδα δι’ ἑαυτὸν ὑπελογίσθησαν πρὸς πέντε, τὸ δὲ δημόσιον θέλει λάβει 6%, διότι τὰ ἔξοδα ὡς πρὸς αὐτὸ ὑπελογίσθησαν πρὸς 12%. Πῶς ἠδυνήθη νὰ συλλάβῃ αὐτὴν τὴν ἰδέαν καὶ νὰ φαντασθῇ αὐτὴν τὴν χίμαιραν. Ἐννοῶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπήνεγκον ἄλλας ἀντιῤῥήσεις κατὰ τὸ μέρος τοῦτο τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ ταύτην τὴν ἀντίῤῥησιν σᾶς ὁμολογῶ δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω. Ἀφ’ ἑτέρου αἱ ἀντιῤῥήσεις ἐκείνων δύνανται νὰ ἀντιταχθῶσι καθ’ ὅλων τῶν συστημάτων· λάβετε τὸ σύστημα τῆς πανελληνίου ἐκκαμινεύσεως, σύστημα ἔχον μίαν βάσιν· πῶς θὰ ἐκκαμινευθῶσι κατ’ αὐτὸ τὸ σύστημα αἱ ἑταιρίαι τὴν περιουσίαν αὐτὴν τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος θέλει ταῖς δώσῃ; ὡς ὅλαι αἱ ἑταιρίαι διὰ διοικητικοῦ συμβουλίου καὶ διὰ συμβουλίου τῶν μετόχων. Ἀλλ’ ἂν ἀποδίδετε εἰς τὴν σύμβασιν ταύτην τὸ ἐλάττωμα ὅτι κακῶς θὰ διοικοῦνται τὰ τῆς ἑταιρίας καὶ οἱ ὑποδεέστεροι ὑπάλληλοι αὐτῆς θὰ κλέπτουν τὴν ἑταιρίαν, δὲν θὰ ὑπάρχῃ ὁ ἴδιος κίνδυνος εἰς ἀμφότερα τὰ συστήματα; Λάβετε τὸ ἕτερον σύστημα τῆς ἐκκαμινεύσεως διὰ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου. Θὰ προστήσωμεν ἐν Λαυρίῳ μίαν ἐπιτροπὴν κυβερνητικὴν, ἓν συμβούλιον. Ἐὰν κατακρίνετε λοιπὸν τὴν σύμβασιν ὅτι οἱ διευθυνταὶ τῆς ἑταιρίας θέλουν κλέπτει τὴν ἑταιρίαν, οἱ διευθυνταὶ θέλουν κλέψει τὸ δημόσιον. Δὲν ἐνθυμοῦμαι τὴν στιγμὴν αὐτὴν σύστημα ἄλλο, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁποιονδήποτε καὶ ἂν φέρετε τὸ αὐτὸ ἐλάττωμα θέλει ἔχει, ἀφοῦ ὅλαι αἱ ἐπιχειρήσεις αἱ διευθυνόμεναι δι’ ἄλλων δύνανται νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὴν αὐτὴν ἀσθένειαν, εἰς τὸ αὐτὸ πάθος. Εἶναι περιττὸν ἴσως νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸ τελευταῖον ἐπιχείρημα, διότι καὶ αὐτὸ βασίζεται καὶ ἀποῤῥέει ἐκ τοῦ ἐσφαλμένου κατὰ τὴν γνώμην μου συλλογισμοῦ, τὸν ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἐπολέμησα, ὅτι δηλ. ἡ ἐπιτήρησις δὲν εἶναι ἀρκετὴ καὶ ὅτι θὰ ἦτον ἀρκετὴ, ἐὰν τὸ δημόσιον ἦτο συνεταῖρος καὶ οὐχὶ ἁπλῶς μεριδιοῦχος· ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μας ὅτι ὁ συνεταῖρος χρεωστεῖ νὰ ὑπέχῃ καὶ τὰ βάρη καὶ πάντα τὰ ἔξοδα καὶ πάσας τὰς περιπετείας.
§64ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 μ. μ.)