1873.06.19
1.644 στίχοι · 13.689 λέξεις · 209 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47
Τῆς 19 Ἰουνίου 1873.
(Τρίτη).
Ὥρα 8 Π. Μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ γενομένης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις.
(Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνονται. Παρατηρῶ εἰς τοὺς κυρίους ἀκροατὰς καὶ τοὺς παρακαλῶ νὰ συμμορφωθῶσι μὲ τὸν κανονισμὸν καὶ νὰ παύσουν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπιδοκιμάζουν ἢ ἀποδοκιμάζουν, διὰ νὰ μὴ φέρουν τὴν Βουλὴν εἰς τὴν λυπηρὰν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ χθὲς τὴν ἔφερον, ὥστε νὰ κενώσῃ τὰ θεωρεῖα. Εἰσήχθη, κύριοι, ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας τοῦ τμήματος ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Μεσσήνης. «Διὰ ταῦτα προτείνει νὰ ἐπικυρωθῇ ἡ ἐπαναληπτικὴ ἐκλογὴ τῶν δήμων Ἰθώμης, Ἀνδανίας καὶ Παμίσου, καὶ ἀναγνωρισθῶσι νόμιμοι βουλευταὶ τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης οἱ Περικλῆς Μποῦτος, Φεσσᾶς καὶ Σπηλ. Ἀντωνόπουλος.
§4Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ποῖοι εἶναι ὑπογεγραμμένοι;
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Κύριοι Δ. Ζέγγελης, Παραμυθιώτης, Ὀθ. Μακρυγιάννης, Νικόλαος Καναβός, Τ. Κουτρουβέλης, Βασίλειος Μπούτουνας, Ἀριστ. Βαλέττας κλπ, τὸ ὅλον δέκα.
§6ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἠρώτησα ποῖοι εἶναι ὑπογεγραμμένοι, καὶ διὰ ποῖον λόγον θὰ σᾶς εἴπω τώρα. Τὸ τμῆμα ὅπου ἔτυχεν ἡ ἐκλογὴ Μεσσήνης συνεδρίασε τρεῖς ἢ τέσσαρας φορὰς ὅπως ἀκούσῃ τὸν κύριον εἰσηγητὴν καὶ τοὺς ἐνισταμένους, ὡς καὶ τοὺς ἐπόπτας, τοὺς ὁποίους ἔστειλεν ἡ Βουλή· χθὲς νομίζω συνεδρίασαν ὅπως ἔλθουν εἰς ψῆφον τελειωτικὴν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς. Ἐγὼ εἶμαι μέλος τοῦ τμήματος τούτου, ἀλλὰ δὲν ἔλαβον καιρὸν νὰ ἴδω τὰ ἔγγραφα, δὲν μοῦ ἐζητήθη οὐδὲ κἂν ἡ γνώμη μου ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς αὐτῆς. Ἠρώτησα ποῖοι εἶναι ὑπογεγραμμένοι, διότι ἠμπορῶ νὰ ὑπέγραψα χωρὶς νὰ ἐνθυμοῦμαι· νομίζω δὲ ὅτι ἡ ἁβρότης μεταξὺ τῶν μελῶν ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ τμήματος ὑπαγορεύει νὰ εἴπουν εἰς τὰ ἄλλα μέλη, τὰ ὁποῖα δὲν ἐξέθηκαν γνώμην ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς ταύτης, ἐὰν συμμερίζωνται αὐτὴν τὴν γνώμην ἢ ὄχι, ἐὰν ἤθελαν νὰ ὑπογράψουν ἢ ὄχι, ἢ θὰ ἔκαμναν ἔκθεσιν ἄλλην ἢ ὄχι· τοὐναντίον, καθόσον ἀποβλέπει ἐμὲ, λέγω ὅτι εἴμεθα τὸ ἥμισυ τοῦ τμήματος, καὶ εἰδοποιῶ αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ μὴ νομίζῃ ὅτι ἔγεινεν ἡ ἔκθεσις τοῦ τμήματος.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνηγγέλθη ὅτι εἶναι ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας.
§8ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Χθὲς καθὼς ἤκουσα....
§9ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ συμπληρώσω διὰ νὰ μὴ φανῇ ὅτι λέγω ἀνακριβῆ. Χθὲς ἤρχισε τὸ τμῆμα νὰ ἐργάζεται τὴν ὥραν, καθ’ ἣν εἴχομεν τὴν χθεσινὴν συζήτησιν· ἐννοεῖται ὅτι δὲν εἶχον τὴν διάθεσιν νὰ ἀφήσω τὴν χθεσινὴν συζήτησιν καὶ νὰ παρευρεθῶ εἰς τὸ τμῆμα. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον καὶ κατὰ τύπους, ὅταν συνέταξαν τὴν ἔκθεσιν καὶ εἶχον σκοπὸν νὰ τὴν ὑποβάλουν, ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσουν τὴν γνώμην μου.
§10ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Χθὲς συνήλθομεν ὅπως ἀποφασίσωμεν περὶ τῆς ἐκλογῆς Μεσσήνης· ἠρχίσαμεν τὴν εἰσήγησιν καὶ μετά τινας στιγμὰς ὁ κύριος Λομβάρδος, ἐπειδὴ εἰδοποιήθη ὅτι συνεδριάζει ἡ Βουλή, ἀνεχώρησεν ἐκ τοῦ δωματίου καὶ ἦλθεν εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς. Οἱ ἄλλοι ἔμειναν ἐν τῷ τμήματι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ βουλευταὶ ἀνήκοντες εἰς τὴν μερίδα, εἰς ἣν καὶ ὁ κύριος Λομβάρδος. Ἐγένετο ἡ εἰσήγησις καὶ μικρὰ συζήτησις, μετὰ τὴν ὁποίαν τὸ τμῆμα ἀπεφάσισεν. Ἡ ἀπόφασις τῆς πλειονοψηφίας εἶναι ἐπικυρωτικὴ, τῆς πλειονοψηφίας τῶν παρόντων ἐν τῷ τμήματι· ἐπέτρεψαν δὲ εἰς ἐμὲ ὡς εἰσηγητὴν νὰ φέρω τὴν ἔκθεσιν. Λοιπὸν τὴν συνέταξα καὶ τὴν ἔφερα εἰς τὸ γραφεῖον, παραγγείλας νὰ δώσωσι τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς συναδέλφους, τοὺς μὴ παρόντας ἐν τῷ τμήματι, νὰ ὑπογράψωσιν, ἢ ἐὰν δὲν θέλωσι νὰ συντάξωσιν ἄλλην. Αὐτὰ εἶναι τὰ γεγονότα ἐν τῷ τμήματι, συνεπεία τῶν ὁποίων ἔρχεται ἡ ἔκθεσις αὕτη ἐν τῇ Βουλῇ.
§11Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὰ χαρτιὰ τὰ ἐπεστρέψατε;
§12ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ὅλα εἶναι ἐν τῷ γραφείῳ.
§13ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ μᾶς δοθοῦν τὰ χαρτιά.
§14ΜΙΛΗΣΗΣ. Τότε τὰ ἔγγραφα νὰ δοθοῦν εἰς τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας.
§15ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶναι μειονοψηφία· εἴμεθα δέκα πρὸς δέκα.
§16ΜΙΛΗΣΗΣ. Πολὺ καλά· νὰ δοθοῦν λοιπὸν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ εἰς τὰ λοιπὰ μέλη τοῦ τμήματος διὰ νὰ συντάξουν τὴν ἔκθεσίν των.
§17ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Μάλιστα δύναμαι νὰ προσθέσω καὶ τοῦτο, ὅτι εἷς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων εἶπεν, ὅτι τὴν ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας θέλει τὴν συντάξει ὁ κύριος Λομβάρδος.
§18ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἠξεύρω τίποτε· ἠμποροῦν νὰ ἔχουν τὴν διάθεσιν, ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς διαβεβαιῶ...
§19ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Λυποῦμαι διότι δὲν ἤμην παρὼν ὅτε ὁ κύριος Λομβάρδος ἔκαμε τὴν παρατήρησιν. Μοὶ φαίνεται, ὅτι, ἐὰν ἐνθυμηθῇ, θέλει ὁμολογήσει, ὅτι κατέβαλον πᾶσαν τὴν ἐπιμέλειαν νὰ καλέσω ἅπαντα τὰ μέλη, ἰδίως μάλιστα τὸν κύριον Λομβάρδον καὶ τοὺς λοιποὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἐθεώρησαν ἀναγκαίαν τὴν ἐξέτασιν διαφόρων ἐγγράφων. Λυποῦμαι, λέγω, διότι ὁ κ. Λομβάρδος, ἐὰν ἐνθυμηθῇ ταῦτα πάντα, θὰ πεισθῇ ὅτι ἡ ἐπιθυμία ὅλων ἡμῶν ἦτο νὰ διεξαχθῇ ἡ ἐκλογὴ ἐπακριβῶς καὶ εἰ δυνατὸν παρόντων ὅλων· καὶ μάλιστα χθὲς μετὰ ἀναβολὰς, αἱ ὁποῖαι συνέβησαν ἐπὶ δύω συνεδριάσεις, τὸν κύριον Λομβάρδον παρεκάλεσα ἐπιμόνως καὶ ἰδιαιτέρως νὰ παραμείνῃ διὰ νὰ περαιώσωμεν τὴν διάσκεψιν· διότι, καθὼς γνωρίζετε, αἱ ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν θεωροῦνται κατὰ τὸν κανονισμὸν ὡς τῆς πρώτης ἡμῶν μελέτης ἀντικείμενα. Ὁ κύριος Λομβάρδος, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, παρέμεινε, μ’ ὅλον ὅτι τινὰ τῶν ἑτέρων μελῶν μένοντα ἀνεχώρουν· τέλος φαίνεται ὅτι ὁ κύριος Λομβάρδος ἐνόμισεν ὅτι ἐδύνατο ἢ ὤφειλε νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς καὶ τοιουτοτρόπως ἀπεμακρύνθη. Παρεμείναμεν δὲ οἱ ἄλλοι δεκατέσσαρες, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ προκαλῶ πάντας, τὸν κύριον Ῥαπτάκην, τὸν Παγκράτην, Κυριακὸν, Μεταξᾶν, νὰ ἐνθυμηθῶσι τοῦτο. Κατὰ τὴν διάσκεψιν αὐτὴν αἱ γνῶμαι ἐδιχάσθησαν, καὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν πλειονοψηφίαν ἐθεώρησαν ἔγκυρον τὴν ἐκλογὴν, τινὲς ἄκυρον τὴν ἐκλογὴν τῶν δύω δήμων καὶ ἕτεροι τούτων, δηλαδὴ ὁ κ. Ῥαπτάκης καὶ Μεταξᾶς, ἐθεώρησαν ἄκυρον τὴν ἐκλογὴν τοῦ δήμου τῆς Ἀνδανίας. Ἐπεραιώθη λοιπὸν ἡ διάσκεψις καὶ ἀπεφάνθημεν· οὐδεὶς ἐγένετο λόγος περὶ συντάξεως δύω ἐκθέσεων, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν τὸ ἤκουσα.
§20ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τώρα εἶπεν ὁ κ. Παραμυθιώτης ὅτι ἐγένετο λόγος νὰ τὴν συντάξω ἐγώ.
§21ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Λέγει ὅτι τὸ εἶπεν ὁ κ. Μεταξᾶς, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν τὸ ἤκουσα. Ἐρωτῶ τώρα, ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ᾖναι τὸ παράπονον τοῦ κ. Λομβάρδου; Μοὶ φαίνεται ὅτι κατεβλήθη ἡ μεγαλειτέρα προσπάθεια ὅπως ἔλθουν τὰ μέλη, καὶ μάρτυς εἶναι αὐτὸς οὗτος, ὅστις τὴν Κυριακὴν ἦλθε καὶ παρεμείναμεν ὁμοῦ ἐπὶ μίαν ὥραν καὶ ἐπέκεινα, ὅτε δὲ τὸ τμῆμα δὲν κατωρθώθη νὰ γείνῃ πλῆρες, ἀπεχώρησεν. Ἐγένετο πλῆρες κατόπιν, ἀλλὰ δὲν ἐνεκρίθη, ἀπόντων αὐτοῦ, τοῦ κ. Δαραλέξη, τοῦ κ. Αὐγερινοῦ καὶ Κυριακοῦ, νὰ προβῶμεν, ἀφοῦ εἶχον ἔλθει καὶ ἀπεχώρησαν.
§22ΑΝΔΡ. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Διατί;....
§23ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἐπαναλέγω ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον ὁ κ. Λομβάρδος, καὶ ἀφοῦ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλα αὐτὰ τὰ γεγονότα τὰ λαβόντα χώραν, θὰ συμφωνήσῃ μετ’ ἐμοῦ, ὅτι τὰ πάντα ἐξετελέσαμεν ὅπως τὸ καθῆκον καὶ ἡ ἁβροφροσύνη ἐπέβαλλεν εἰς ἡμᾶς.
§24ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν κ. πρόεδρον τοῦ τμήματος, ὅτι καθόσον ἀποβλέπει τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπεν, ἐγὼ ἐζήτησα τὴν ἔκθεσιν τῶν ἀνακριτῶν, ἀλλ’ ἕως χθὲς τὸ πρωῒ ἦτον ἀμφίβολον ἐὰν ὑπάρχουν τοιαῦται ἐκθέσεις εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἢ ἂν ἤθελε μᾶς δοθῶσι. Χθὲς τὸ πρωῒ, ὅταν συνήλθομεν εἰς τὸ τμῆμα, μὲ εἶπον ὅτι ἦλθον αἱ ἐκθέσεις καὶ ὁ κ. πρόεδρος ἢ ὁ κ. εἰσηγητὴς, ἢ καὶ οἱ δύω μαζῆ μοῦ ἔδωκαν τὰς ἐκθέσεις αὐτάς. Τοὺς εἶπα ὅτι δὲν ἦτο καιρὸς καὶ πρέπει νὰ τὰς πάρω μαζῆ μου· μὲ εἶπον ναί. Ἤρξατο ὅμως ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς καὶ μετὰ δέκα λεπτὰ τὰς ἔστειλα ὀπίσω. Καθὼς λοιπὸν βλέπετε, ὁ κ. πρόεδρος γνωρίζει ὅτι πάντοτε πρῶτος ἔμενα μαζῆ καὶ τελευταῖος μαζῆ του ἀνεχώρουν.
§25ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Τὸ ὁμολογῶ, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι χθὲς δὲν παρεμείνατε.
§26ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ εἴπω εἶναι ὅτι χθὲς ἀφοῦ ἦλθεν εἰς ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα καὶ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ μεθέξω, διότι ἦτον ἀπαρτία, ὁ κ. πρόεδρος, ἐνῷ εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ εἰδοποιῇ πότε θὰ συνέλθωμεν, χθὲς ὅταν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἡ ἔκθεσις, δὲν εἶπε τοὐλάχιστον εἰς ἐμὲ, γίνεται ἡ ἔκθεσις, θέλεις νὰ ὑπογράψῃς;
§27ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Σύμφωνα μὲ τὸν κ. πρόεδρον τοῦ τμήματος ὁμολογῶ ὅτι μεγάλη προσπάθεια κατεβλήθη πρὸς καταρτισμὸν τοῦ τμήματος. Προχθὲς τὴν Κυριακὴν εἶχε προσκληθῆ τὴν 8½ ὥραν, καὶ ἂν καὶ ἦτο Κυριακὴ, ἤλθομεν ἀρκετοὶ καὶ εὕρομεν τὸν κ. πρόεδρον ἐδῶ· παρεμείναμεν μέχρι τῆς 9¼, νομίζω· δὲν εἶναι οὕτω, κ. Παραμυθιώτη;
§28ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Μάλιστα.
§29ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ὁ κ. πρόεδρος εἶναι ἀψευδὴς μάρτυς. Διελύθημεν· καθ’ ὁδὸν ἀπήντησα ἐγὼ τὸν κ. Παραμυθιώτην ἐρχόμενον μὲ τὸν φάκελλον ὑπὸ μάλης· τὸν ἠρώτησα διατί ἐβράδυνε; Μοὶ λέγει, δὲν ἐγνώριζα τὴν ὥραν, καὶ τότε εἴπομεν, ὅτι δὲν εἶναι βία καὶ αὔριον ἠμποροῦμεν νὰ συνέλθωμεν. Ὁμολογῶ ὅτι ὁ κ. πρόεδρος καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα... ἀλλὰ δὲν ἤξευρα, καθόσον ἀφορᾷ ἐμὲ (καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ πιστεύσητε), δὲν ἤξευρα ὅτι χθὲς θὰ συνέλθῃ τὸ τμῆμα. Ἐβράδυνα ὀλίγον ἀληθῶς διὰ λόγον ὅλως ἀτομικόν· ἦλθον καὶ μανθάνω ὅτι τὸ τμῆμα ἐργάζεται. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἔλαβον μέρος, δὲν εἰσῆλθον, διότι εὗρον τὴν Βουλὴν πλήρη καὶ συζητοῦσαν ἐπὶ τοῦ σπουδαίου ἀντικειμένου τῶν συμβάσεων. Ἤκουσα ὅτι ἐγένετο ψηφοφορία ἐν τῷ τμήματι καὶ ὅτι μέλη τοῦ τμήματος — δὲν ὀνομάζω πλειονοψηφίαν, διότι δὲν ἠξεύρω ἐὰν ᾖναι πλειονοψηφία — δέκα ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν ἀπήρτισαν τὸ τμῆμα καὶ ὑπέγραψαν ἔκθεσιν ἐπικυρωτικήν. Σήμερον τὸ ἤκουσα τοῦτο, καὶ μάλιστα εἷς φίλος μου μὲ εἶπεν, ὅτι ἡ ἔκθεσις ἐδόθη εἰς τὸν κ. πρόεδρον. Ἀπευθύνθην εἰς ὑμᾶς, κ. πρόεδρε, καὶ μὲ εἴπατε, μάλιστα, καὶ εἴχατε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ δώσητε νὰ ἴδω τὴν ἔκθεσιν. Δὲν βλέπω λοιπὸν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ, νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ δημοσιευθῇ ἔκθεσις, τῆς ὁποίας ὁλόκληρον τὸ τμῆμα δὲν ἔλαβε γνῶσιν, οὔτε μέρος· διότι δὲν γνωρίζω τί φρονοῦν, τί σκέπτονται οἱ ἄλλοι. Ἐγὼ δὲν ἔχω σχηματίσει ἀκόμη πεποίθησιν περὶ τῆς ἐκλογῆς· ἐνδεχόμενον νὰ συμφωνήσω μὲ τὰ 10 μέλη, δὲν λέγω πλειοψηφίαν τοῦ τμήματος. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν, κ. πρόεδρε, τὴν ἔκθεσιν τὴν ὑποβληθεῖσαν νὰ μὴ τὴν εἰσαγάγητε εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα ἐντὸς τῆς σήμερον, καὶ αὔριον πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ φέρωμεν τὴν ἔκθεσιν, ἂν δὲν συμφωνήσωμεν μὲ τὴν ὑποβληθεῖσαν ἔκθεσιν, διότι ἐνδεχόμενον νὰ συμφωνήσωμεν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ μᾶς δώσῃ τὸν καιρὸν νὰ λάβωμεν τὰ ἔγγραφα, νὰ τὰ μελετήσωμεν καὶ νὰ ὑπογράψωμεν τὴν ἔκθεσιν ἢ νὰ κάμωμεν ἄλλην (θόρυβος). Ἄλλως τε, κ. πρόεδρε, ἐγὼ δὲν αἰτιῶμαι κἀνένα· ἀπ’ ἐναντίας λέγω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. πρόεδρος μετὰ πολλῆς σπουδῆς ἐπέσπευσε τὴν συζήτησιν (θόρυβος). Κύριε πρόεδρε, δὲν δέχομαι κἀνεὶς νὰ μὲ διακόπτῃ. — Λοιπὸν ἐξακολουθῶ καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μὴ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις εἰς τὸ Σῶμα, μέχρις οὗ λάβωμεν καὶ ἡμεῖς τὰ ἔγγραφα ὑπ’ ὄψιν καὶ αὐτὴν τὴν ἰδίαν ἔκθεσιν, διότι πιθανὸν νὰ συμφωνήσωμεν μὲ τὰ μέλη τὰ ἀπαρτίζοντα τὴν πλειονοψηφίαν, ὡς λέγουν.
§30ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶναι πλειονοψηφία· εἶναι τὰ ἡμίση μέλη.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὑπογεγραμμένοι 10 βουλευταί· οἱ μὴ παρευρεθέντες ἐν τῷ τμήματι, παρόντες, ἦσαν οἱ ἑξῆς· Δαραλέξης, Αὐγερινὸς, Ῥαπτάκης, Λομβάρδος, Παγκράτης, Κυριακὸς, Προβιλέγιος, Κανακάρης, Μεταξᾶς, τὸ ὅλον 9.
§32ΤΙΝΕΣ. Εἶναι καὶ ὁ ὑπουργὸς παρών.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ λάβῃ μέρος εἰς αὐτά.
§34ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τῷ ὄντι ὁ κ. Αὐγερινὸς ἦτο παρὼν καθ’ ὅλας τὰς συνεδριάσεις τοῦ τμήματος μέχρι τῆς συνεδριάσεως τῆς Κυριακῆς, ὅτι, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω, ἀνεχώρησάν τινες τῶν συναδέλφων ἡμῶν καὶ ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ μὴ προβῶμεν, καὶ ἀνεβάλομεν διὰ νὰ συνεδριάσωμεν χθὲς εἰς ὡρισμένην ὥραν. Ἔδωκα παραγγελίαν εἰς τὸν κλητῆρα, καὶ ἐκ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ φαίνεται ὅτι ὁ κ. Αὐγερινὸς εἰδοποιήθη. Βλέπω μίαν σημείωσιν ἐδῶ «διὰ τὸν κ. Αὐγερινὸν.......» Πιθανὸν ὁ ὑπογράψας διὰ τὸν κ. Αὐγερινὸν νὰ μὴ ἔλαβε τὴν πρόνοιαν νὰ τὸν εἰδοποιήσῃ. Τὸν κ. Λομβάρδον, Μεταξᾶν, Ῥαπτάκην, Κυριακὸν, καὶ ὅλους ἐν γένει, ὅσοι ἔλαβον μέρος, τοὺς εἰδοποίησα ἐπανειλημμένως.
§35ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Δὲν εἶδον πρόσκλησιν οὐδεμίαν.
§36ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Τοὐλάχιστον ὑπάρχει ἐκεῖ ἡ σημείωσις· ἐγὼ παρεκάλεσα τοὺς κυρίους νὰ μοὶ εἴπωσιν ἐὰν θὰ ἐπανέλθουν, καὶ παρήγγειλα τὸν κλητῆρα νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν κ. Αὐγερινὸν καὶ πάντα τὰ λοιπὰ μέλη τοῦ τμήματος νὰ ἐπανέλθωσι καὶ προβῶμεν, ὁ δὲ κλητὴρ ἐπανερχόμενος, παρόντων ὅλων, μὲ ἔλεγε, τοὺς εἰδοποίησα. Ἦτο νόμιμον καὶ σύμφωνον μὲ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἴχομεν, νὰ παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Λομβάρδου καὶ μόνον διὰ τοῦτο νὰ ἀναβάλωμεν τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ἐκθέσεως;
§37ΠΑΓΚΡΑΤΗΣ. Ἔγεινε συζήτησις χθὲς διὰ νὰ μορφώσῃ ὁ καθεὶς τὴν ψῆφόν του;
§38ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Μάλιστα.
§39ΠΑΓΚΡΑΤΗΣ. Ὄχι.
§40ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Δὲν σᾶς ἠρώτησα, κύριε Παγκράτη, καὶ μὲ εἴπατε, ὅτι εἶσθε ἀκυρωτικός;
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἔγγραφα εἶναι εἰς τὴν Βουλὴν· ἂς συνέλθουν τὰ ἄλλα μέλη.
§42ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ τμῆμα ἐμπεριλαμβάνει 20 μέλη εὑρισκόμενα ἐν Ἀθήνας· δέκα μέλη παρουσιάζονται· εἶναι πλειονοψηφία τὰ 10;
§43ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Κύριε πρόεδρε, εἶναι αὐτοὶ οἱ ἐννέα τοὺς ὁποίους εἴπατε, καὶ ὁ κύριος Χαλικιόπουλος δέκα.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τίνες εἶναι παρόντες ἐκ τῶν μελῶν τοῦ τμήματος· Ζέγγελης, Δαραλέξης, Μπούντουνας, Αὐγερινὸς, Ῥαπτάκης, Λομβάρδος, Καναβὸς, Μακρυγιάννης, Οἰκονομόπουλος, Παγκράτης, Γιολδάσης, Πετροπουλάκης, Κυριακός, Παραμυθιώτης, Προβιλέγιος, Κανακάρης, Μεταξᾶς, Βαλέττας καὶ Κουτρουβέλης.
§45ΤΙΝΕΣ. Ὁ κύριος Χαλικιόπουλος, ὁ ὑπουργός;
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὑπουργὸς καὶ δὲν λαμβάνει μέρος.
§47ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔλαβε προηγουμένως μέρος εἰς ἄλλα ἔργα τῆς Βουλῆς.
§48ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Λομβάρδε, διότι θέλω νὰ λάβω ἓν μάθημα καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν. Ποία εἶναι, καθὼς εἴπατε καὶ σεῖς, εἰς τὸ τμῆμα ἡ πλειονοψία τοῦ τμήματος; εἶναι ἡ πλειονοψηφία τῶν παρόντων ἐν Ἀθήναις βουλευτῶν. Ἀφοῦ ἡ πλειονοψηφία τῶν παρόντων ἐν Ἀθήναις βουλευτῶν συνῆλθεν, αὐτοὶ ἠδύναντο νὰ ἀποφασίσωσι καὶ ἡ πλειονοψηφία τῶν συνελθόντων ἐκείνων εἶναι ἡ πλειονοψηφία τοῦ τμήματος. Αὐτὸ, νομίζω, γίνεται, καθὼς γίνεται καὶ εἰς τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς. Δὲν πιστεύω νὰ ἀλλάσσῃ ὁ κανονισμὸς εἰς τὸ τμῆμα.
§49ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἴπατε, εἶναι ἀκριβές. Ἡ πλειονοψηφία τῶν ἐν Ἀθήναις παρόντων μελῶν ἀρκεῖ νὰ καταρτίσῃ τὸ τμῆμα, ἡ δὲ πλειονοψηφία τῶν ἐν τῷ τμήματι παρευρεθέντων μελῶν ἀρκεῖ νὰ καταρτίσῃ τὰς ἀποφάσεις τοῦ τμήματος. Ἀλλὰ δὲν ἀναλογίζεσθε, ὅτι ἔπρεπε τὰ μέλη τοῦ τμήματος νὰ προσκληθοῦν ὅλα καὶ δὲν προσεκλήθησαν; Περὶ τούτου πρόκειται καὶ διὰ τοῦτο παραπονοῦνται καὶ διαμαρτύρονται οἱ μὴ προσκληθέντες.
§50ΣΤ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος;
§51ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὄχι, δὲν εἶπα τοῦτο· ἀλλὰ ἀξιότιμα μέλη βεβαιοῦν, ὅτι δὲν ἔλαβον μέρος, οὔτε γνῶσιν εἶχον τῆς συνεδριάσεως τοῦ τμήματος. Δὲν εἶναι δὲ ἐπιτετραμμένον νὰ συνέρχωνται ἄνευ προσκλήσεως ὀλίγα τινὰ μέλη τοῦ τμήματος, νὰ ὑπογράφωσιν ἓν ἔγγραφον καὶ νὰ μᾶς τὸ παρουσιάζωσιν ὡς προϊὸν τῆς πλειονοψηφίας.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μίληση, νομίζω δύνανται νὰ μεταβληθῶσι τὰ πράγματα. Οἱ ἐννέα ἠμποροῦν νὰ συνέλθουν καὶ νὰ κάμουν ἔκθεσιν.
§53ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ νόμος ἀπαιτεῖ νὰ γίνεται τακτικὴ καὶ πλήρης προεξέλεγξις τῆς ἐκλογῆς ἐν τῷ τμήματι.
§54ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ἔγεινε.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ τέσσαρες δὲν ἠθέλησαν νὰ λάβωσι μέρος, οἱ δέκα ἀπεφάσισαν νὰ κάμουν τὴν ἔκθεσίν των. Παρακαλῶ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ τμήματος νὰ συνέλθουν εἰς τὰς 4 Μ. Μ. Τὰ ἔγγραφα εἶναι εἰς τὴν Βουλήν.
§56ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Μάλιστα, κύριε πρόεδρε, εἴμεθα σύμφωνοι.
§57ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί ἀπεφασίσθη, κύριε πρόεδρε;
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὰς 4 Μ. Μ. νὰ συνέλθουν τὰ μέλη καὶ ἂς κάμουν ὅ,τι ἀποφασίσουν.
§59ΜΙΛΗΣΗΣ. Πολὺ καλά.
§60ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Κύριοι, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ τελειοποιήσεως τοῦ ἀρτισυστάτου γυμνασίου ἐν Πύργῳ, πρωτευούσῃ τῆς Ἠλείας. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ὑπογεγραμμένον καὶ παρὰ τῶν λοιπῶν συναδέλφων μου βουλευτῶν· συνοδεύεται μὲ ἔκθεσιν καὶ θεωρῶ περιττὴν πᾶσαν ἐκτεταμένην σύστασιν. Ὅ,τι μόνον ἐκ τῶν προτέρων παρατηρῶ καὶ θέλετε ἰδεῖ, εἶναι ὅτι τὸ δημόσιον κατὰ μικρὸν θὰ συντρέξῃ εἰς τὴν σύστασιν καὶ τὸν καταρτισμὸν τοῦ γυμνασίου, ὅτι ἀποκλειστικῶς τὰ δύω ταμεῖα τῆς ἐπαρχίας θέλουν καθ’ ὁλοκληρίαν ἐκ τῶν ἰδίων χρημάτων συντηρήσει τὸ γυμνάσιον. Παρακαλῶ ἑπομένως τὴν Βουλὴν καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι καὶ ἡ κυβέρνησις καὶ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς θέλει εὐαρεστηθῇ νὰ συστήσῃ αὐτὸ, καθόσον τὸ δημόσιον κατὰ μικρὸν θὰ συντρέξῃ. Εὔχομαι τοῦτο νὰ γείνῃ καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας.
§61ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ.
§62ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριοι, ἔρχομαι νὰ δώσω τὰς ζητηθείσας μοι πληροφορίας περὶ τοῦ εἰρηνοδίκου Τσακίρη καὶ περὶ τῶν ἐν Κερκύρᾳ διατρεξάντων μεταξὺ δικαστικῶν ὑπαλλήλων.
§63ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούομεν.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ προσέχετε διὰ νὰ ἀκούετε.
§65ΠΑΓΚΡΑΤΗΣ. Προσέχομεν, ἀλλὰ εἶναι μικρὰ ἡ φωνή· ἐδῶ ἐπάνω δὲν ἀκούομεν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καταβῆτε παρακάτω.
§67ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πρῶτον περὶ τοῦ Τσακίρη. Ὁ Τσακίρης, κύριοι, καθὼς ἐπληροφορήθην ἐκ τῶν βιβλίων τοῦ ὑπουργείου, εἶναι ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων εἰρηνοδικῶν. Τὸ 1860 ὑπῆρχεν εἰρηνοδίκης ἐν Κυπαρισσίᾳ· τὸ 1864 ἀπελύθη τῆς ὑπηρεσίας ὑπὸ τοῦ κυρίου Λόντου· τὸ 1866, Ἰουλίου 1, διωρίσθη πάλιν εἰρηνοδίκης ἀπὸ τὸν κύριον Φορέστην· τὴν 25 Νοεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἀπελύθη ἀπὸ τὸν κύριον Δεληγεώργην· τὸ 1868 διωρίσθη ὑπὸ τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔπαρχος Παξῶν, καὶ τὸ 1872, Φεβρουαρίου 5, διωρίσθη εἰρηνοδίκης Ὄρους ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν κύριον Μεταξᾶν, τῇ ἐπανειλημμένῃ συστάσει τοῦ παρ’ Ἐφέταις εἰσαγγελέως ἐν Κερκύρᾳ κυρίου Κασιμάτη, ὅστις διὰ τριῶν ἀναφορῶν τὸν χαρακτηρίζει ὡς τὸν τιμιώτερον ὅλων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Αἱ τρεῖς αὗται ἀναφοραὶ ὑπάρχουσι παρακατατεθειμέναι εἰς τὴν Βουλήν. Ἔκτοτε ὁ Τσακίρης, τοὐτέστιν ἀπὸ τοῦ 1872, ὑπάρχει εἰρηνοδίκης Ὄρους.
§68ΡΩΜΑΙΟΣ. Δὲν ἐπαύθη πλέον;
§69ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§70ΡΩΜΑΙΟΣ. Ἐπαύθη. — Ἐπαύθη, κύριοι, ἀπὸ τὸν κύριον Χαλικιόπουλον καὶ τὸν ἐξαναδιώρισεν ὁ ἴδιος πάλιν.
§71ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ προτρέχετε, θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτὸ καὶ μὴ προκαταληφθῆτε ἀπὸ τὴν ἰδέαν ὅτι θέλω νὰ προσθέσω ἢ νὰ ἀφαιρέσω τι, διότι θέλω σᾶς εἴπει καὶ τὰ ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ τὰ κατ’ αὐτοῦ. Ἡ τελευταία ἀναφορὰ τοῦ παρ’ Ἐφέταις εἰσαγγελέως λέγει· «ὁ Σπυρίδων Τσακίρης ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὑπηρετήσας, πάντοτε διεκρίθη ἐπὶ ἄκρᾳ τιμιότητι καὶ ἱκανότητι εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ συνιστῶ αὐτὸν καὶ πάλιν νὰ διορισθῇ εἰρηνοδίκης, διότι εἶναι ἄδικον νὰ ὑποφέρῃ τοιοῦτος ὑπάλληλος κτλ.» Τοιαῦτα ἔγγραφα ὑπάρχουσιν ὑπὲρ τοῦ Τσακίρη, καὶ τοῦτο τὸ λέγω πρὸς δικαιολόγησιν τοῦ τότε ὑπουργοῦ, ὅστις τὸν διώρισεν. Ἦτον ἑπόμενον, ἀφοῦ εἶδον ὅτι αὐτὸς ἐχρημάτισεν εἰς τοσαύτας ὑπηρεσίας, καὶ δικαστικὰς καὶ διοικητικὰς, νὰ μὴ συλλάβω κἀμμίαν ὑποψίαν κατ’ αὐτοῦ· ἀλλ’ ἡ γενομένη ἐπερώτησις μὲ κατέστησεν ἐπιμελῆ, ὥστε νὰ διατάξω νὰ γείνῃ ἔρευνα εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ ὑπουργείου, καὶ διὰ νὰ γείνῃ ἔρευνα δι’ ἔγγραφα ἀπὸ τὸ 1860 καὶ κατόπιν, ἐχρειάσθη καιρός. Τὰ εὑρεθέντα ἔγγραφα εἶναι μία διαταγὴ ἑνὸς ὑπουργοῦ καὶ μία ἀναφορὰ ἑνὸς ἰδιώτου, καλουμένου Διονυσίου Γκίζη. Ἐκ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν προκύπτουσι τὰ ἀκόλουθα κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου τούτου. Ὁ Τσακίρης τὸ 1860 ἦτον εἰρηνοδίκης εἰς Κυπαρισσίαν· ὡς τοιοῦτος ἐξετέλει καὶ χρέη συμβολαιογράφου. Κατ’ αἴτησιν τοῦ Γκίζη, ἐπλειστηριάσθη ἓν ἐργαστήριον, κατὰ τοῦ ὁποίου ὑπῆρχον δύω ὑποθῆκαι, μία αὐτοῦ τοῦ Γκίζη διὰ δραχ. 490, καὶ ἑτέρα τοῦ δημοσίου διὰ 8,000 δραχ. Τὸ ἐκπλειστηρίασμα τοῦ ἐργαστηρίου δὲν ἔδωκε πλέον τῶν 1,400. Ἔγεινε πίναξ κατατάξεως, καὶ κατ’ αὐτὸν ἔπρεπε τὸ δημόσιον νὰ λάβῃ 1000 καὶ τὰς λοιπὰς 400 ὁ Γκίζης. Ὁ πίναξ ἔγεινε τὴν παραμονὴν τῆς πολιτικῆς μεταβολῆς τοῦ 1862· ὁ Τσακίρης παρέλαβε τὰ χρήματα τοῦ πλειστηριασμοῦ, μετέβη εἰς Καλάμας, καὶ ἐκεῖθεν ἔλαβε τὸν διορισμὸν εἰρηνοδίκου. Ἐζητήθη ἀπὸ τὸ δημόσιον καὶ ἀπὸ τὸν Γκίζην νὰ δώσῃ τὰ χρήματα, καὶ δὲν ἐπείσθη νὰ τὰ δώσῃ· φαίνεται δὲ ὅτι τὰ παρακρατεῖ ἀκόμη.
§72ΡΩΜΑΙΟΣ. Μὲ ἄλλας λέξεις, εἶναι κλέπτης.
§73ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην σχολίων· βλέπετε μὲ πόσην ἀφέλειαν διηγοῦμαι τὰ πράγματα.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§75ΡΩΜΑΙΟΣ. Δὲν λέγω ἐγὼ διὰ τὸν κύριον ὑπουργόν· μάλιστα τὸν εὐχαριστῶ διότι φέρει εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὰ τὰ πράγματα.
§76ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ τὰ πράγματα ἂν δὲν ἦσαν ἐν τῇ γνώσει ἑνὸς ὑπουργοῦ, ἐρχομένου μετὰ 12 ἔτη εἰς τὰ πράγματα (βεβαίως δὲ δὲν θὰ ἦσαν γνωστὰ καὶ εἰς ἄλλους ὑπουργοὺς, ἐλθόντας πολὺ πρότερον ἐμοῦ, οἵτινες τὸν διώρισαν, ἑνὸς ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τριῶν ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης), τοῦτο εἶναι πρᾶγμα φυσικώτατον καὶ οὐδόλως εὐθύνομαι.
§77ΡΩΜΑΙΟΣ. ..... (θόρυβος).
§78ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νὰ μοῦ ζητήσητε μίαν διασάφησιν καὶ νὰ σᾶς δώσω τὴν ἄδειαν νὰ μοῦ κάμετε ἐρώτησίν τινα, τοῦτο εἶναι ὑποφερτὸν, ἀλλὰ τὸ νὰ κάμνετε τοιαύτας διακοπὰς, ἐνῷ σᾶς δίδω τὰς ζητηθείσας διασαφήσεις, αὐτὸ εἶναι ἀνυπόφορον. Οὔτε ἀπόφασις, κύριοι, οὔτε ἄλλο ἔγγραφον εὑρέθη εἰς τὸ ὑπουργεῖον κατὰ τοῦ Τσακίρη, καὶ ὑπάρχει ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον δὲν εὑρέθη. Ἐκ τῶν προσαχθέντων παρ’ ἐμοῦ ἐπισήμων ἐγγράφων προκύπτει ὅτι, γενομένης μετὰ τὸ 1862, τουτέστι τὸ 1864, μηνύσεως ἐνώπιον τοῦ εἰσαγγελέως Καλαμῶν κατὰ τοῦ Τσακίρη ἐπὶ σφετερισμῷ τῶν χρημάτων αὐτῶν, τὸ συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν ἀπεφάνθη, ὅτι ἡ πρᾶξις ὑπάγεται εἰς τὴν ἀμνηστείαν καὶ δὲν δύναται νὰ τιμωρηθῇ ὁ Τσακίρης. Οὔτε λοιπὸν ἀπόφασις καταδικαστικὴ ὑπάρχει κατ’ αὐτοῦ, οὔτε εἰς τὰς φυλακὰς ἐτέθη, διότι ἀφοῦ ἀπελύθη τῆς κατηγορίας (ὡς ὑπαγομένης τῆς πράξεως εἰς τὴν ἀμνηστείαν), εἶναι ἑπόμενον ὅτι δὲν ἐφυλακίσθη, οὔτε, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ σπουδαιότερον, ἀπώλεσε τὰ δικαιώματά του τὰ πολιτικὰ, ὡς ἰσχυρίσθησαν ψευδῶς οἱ ἐπερωτήσαντες. Ν’ ἀποδώσωμεν λοιπὸν εἰς τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπραξε καὶ ὄχι ὅ,τι δὲν ἔπραξε, καὶ νὰ θεωρήσωμεν αὐτὸν ὑπόλογον μόνον διὰ τὸ ἀληθὲς παράπτωμά του. Ἤδη ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὰ εὑρεθέντα ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ ὑπουργείου ἔγγραφα, ἐνόμισα πρέπον νὰ τὸν ἀπομακρύνω τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἤδη ἀπεφάσισα τὴν ἀπομάκρυσίν του. Ἔρχομαι τώρα, κύριοι, εἰς τὴν ἄλλην ὑπόθεσιν.
§79ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἐν ὀνόματι τῆς ἐπαρχίας μας εὐχαριστοῦμεν διὰ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι εἶναι πρᾶξις δικαιοσύνης.
§80ΡΩΜΑΙΟΣ. Τὰ συμμερίζεσθε αὐτὰ, κύριε Τρύφων; (θόρυβος).
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ῥωμαῖε, σᾶς εἶπον μὴ διακόπτετε.
§82ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, σᾶς πληροφορῶ ὅτι μόλις καὶ μετὰ βίας χθὲς ἠδυνήθην νὰ συλλέξω τὰ ἔγγραφα, διότι ἦσαν ἔγγραφα παλαιὰ, καὶ ἀμέσως ἔσπευσα νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀπομάκρυσίν του. Καὶ πάλιν λέγω, ὅτι ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν ἄλλην ὑπόθεσιν. Ἐκ τῆς γενομένης ἀνακρίσεως κατὰ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων Κερκύρας, καὶ κατὰ τὰς λοιπὰς συλλεχθείσας πληροφορίας, βεβαιοῦνται παραπτώματα πειθαρχικὰ κατὰ τῶν ὑπαλλήλων τούτων. Κατὰ συνέπειαν ἐνόμισα καθῆκον νὰ προκαλέσω ἀμέσως τὴν τιμωρίαν των. Ὑπέβαλα λοιπὸν τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ὅπως τιμωρηθῶσι πειθαρχικῶς, καὶ ἅμα ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις, θέλω τὴν γνωστοποιήσει εἰς τὴν Βουλήν.
§83ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Πολὺ καλὰ, κύριε ὑπουργέ.
§84ΛΟΡΑΝΔΟΣ. Ποῖοι εἶναι οἱ ὑπάλληλοι αὐτοί; τὰ ὀνόματά των;
§85ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις, θὰ τὰ ἰδῆτε.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει μία ἀναφορὰ μερικῶν ὁπλαρχηγῶν καὶ πληρεξουσίων τῆς Κρήτης.
§87ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ. Ἀναγινώσκεται.
§88ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§89ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§90ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, πρέπει νὰ σταλῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν στενῶς συστημένη.
§91ΡΟΥΚΗΣ. Νὰ σταλῇ πρῶτον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ φέρῃ μίαν ἔκθεσιν.
§92ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Κατάλληλος εἶναι νὰ σκεφθῇ ἐπ’ αὐτῆς ἡ κυβέρνησις, ὥστε, ἂν πρόκειται περὶ ἀνθρώπων θυσιασθέντων ὑπὲρ τῆς πατρίδος, νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα. Δὲν πρέπει νὰ μένῃ δισταγμὸς, οὔτε εἰς τοὺς ἀναφερομένους, οὔτε εἰς τοὺς ἔτι δούλους ἀδελφοὺς, ὅτι κυβέρνησις ἑλληνικὴ δὲν λαμβάνει τὰ μέτρα ἐκεῖνα ὅσα δύναται νὰ λάβῃ, ὅταν καὶ ὅπως δύναται νὰ τὰ λάβῃ.
§93ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἀπόδειξις εἶναι τὸ γινόμενον.
§94ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος βουλευτὴς Νάξου ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον περὶ χαρτοσημάνσεως τῶν μετοχικῶν τίτλων. Ὁ νόμος οὗτος περιποιεῖ τιμὴν εἰς τὸν κύριον Χατζόπουλον, διότι ἐγγυᾶται σπουδαίαν δημοσίαν πρόσοδον. Χθὲς ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ τρίτη ἐπιψήφισις καὶ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησε τὴν ἀναβολήν. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἀποκρούει τὸν νόμον, ἢ ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν ἐπὶ δύω τρεῖς ἡμέρας διὰ νὰ σκεφθῇ; Διότι φρονῶ ὅτι εἶναι ἀρκετὰ ἐπωφελὴς, εἶναι νόμος, ὅστις ἐγγυᾶται σπουδαίαν πρόσοδον εἰς τὸ δημόσιον. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ σπουδαῖος λόγος ἀναβολῆς, καὶ ἂν ὑπάρχῃ, ἐπιθυμῶ νὰ τὸν μάθω καὶ τότε ἐνδεχόμενον νὰ πεισθῶ.
§95ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν διότι τὸ ὑπουργεῖον καταγίνεται νὰ συμπληρώσῃ ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ αὐτὰ τὰ ἔργα· δὲν ἠδυνήθη ὅμως ἀκόμη, ἕνεκα αὐτῶν τῶν συζητήσεων ἐδῶ, νὰ φέρῃ αὐτὴν τὴν ἐργασίαν. Θὰ τὴν φέρῃ ἐντὸς ὀλίγου καὶ θὰ ᾖναι πληρεστέρα καὶ σύμφωνος μὲ τὰς ἀρχὰς τῆς φορολογίας. Δι’ αὐτὸ μὴ ἐπισπεύδετε· ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος σᾶς ὑπόσχομαι, νὰ σᾶς τὴν φέρω.
§96ΤΙΝΕΣ. Πολὺ καλά.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐμβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§98ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν λόγον. Τὸ σπουδαιότερον κατ’ ἐμὲ ἔργον τῆς κυβερνήσεως εἶναι ἡ σύμβασις περὶ συστάσεως Κτηματικῆς Τραπέζης. Οὔτε οἱ σιδηρόδρομοι, οὔτε αἱ ἄλλαι συμβάσεις δύνανται νὰ ὠφελήσουν τὸν τόπον ὅσον ἡ σύστασις τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης. Καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ ἐδῶ ἄπειροι αἰτήσεις ὑπάρχουν δανείων ἐπὶ ὑποθήκῃ. Αἱ ἄλλα τάξεις τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας προμηθεύονται εὐκολώτατα χρήματα· ἡ κτηματικὴ τάξις δὲν εὑρίσκει, ἀφοῦ μάλιστα ἐγεννήθη ὁ πυρετὸς τῶν μεταλλείων καὶ ἄλλων ἐπιχειρήσεων καὶ οἱ ἔχοντες ὀλίγα κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἀπησχόλουν εἰς τὴν κτηματικὴν τάξιν, ὅλοι τὰ ἀπέσυραν διὰ νὰ τὰ ἀπασχολήσωσιν εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ πρὸ παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύμβασιν περὶ συστάσεως Κτηματικῆς Τραπέζης. Διὰ τοῦτο προτείνω τὴν τροποποίησιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, διὰ νὰ γείνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις τῆς συμβάσεως ταύτης καὶ σπεύσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισίν της. Αἱ ἄλλαι συμβάσεις δὲν εἶχον τόσην σημασίαν, διότι αἱ ἀνάγκαι τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ἱκανοποιήσουν, ἱκανοποιοῦνται· μόνον αἱ ἀνάγκαι τῆς κτηματικῆς τάξεως δὲν ἱκανοποιοῦνται, στεροῦνται κεφαλαίων. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι διὰ 10,000,000 ἔχει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα αἰτήσεις δανείων ἐπὶ ὑποθήκῃ καὶ δὲν δύναται νὰ τὰς ἱκανοποιήσῃ, ἐνῷ, ὅπως πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργός, ἀπεναντίας αἱ ἀνάγκαι τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας ἱκανοποιοῦνται διὰ τῆς συστάσεως τῶν ἄλλων Τραπεζῶν· καὶ ἡ Πιστωτικὴ ἐχορήγησε 14,000,000, ὡς λέγουν, καὶ ἡ βιομηχανικὴ ἐσχάτως ἐσυστήθη. Ὅλαι αὐταὶ ἐπασχολοῦν τὰ κεφάλαιά των εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν, καὶ ἡ κτηματικὴ τάξις πάσχει. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τόσον τὴν κυβέρνησιν ὡς καὶ τὴν Βουλὴν νὰ προτάξῃ τὴν σύμβασιν περὶ Κτηματικῆς Τραπέζης εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς ἡ Βουλὴ ἠθέλησε νὰ ἀναγνωσθῇ, ἀλλὰ παρουσιάσθη ἀντίῤῥησις, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἠμποροῦσε νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§100ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἠμπορεῖ χθὲς ἡ Βουλὴ νὰ ἀπεφάσισεν οὕτω πως, ἀλλ’ ἡ ἡμερησία διάταξις δύναται νὰ τροποποιηθῇ. Ζητῶ τὴν τροποποίησιν τοῦ νὰ τεθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ἡ σύμβασις τῆς κτηματικῆς Τραπέζης. Ἐγὼ δὲν θὰ λάβω τὸν λόγον διὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, καὶ πιστεύω ὅτι κανεὶς δὲν ἔχει ἀντίῤῥησιν.
§101ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Οὐδεὶς ἀρνεῖται τὴν χρησιμότητα τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης, πολὺ ὀλιγώτερον ἡ κυβέρνησις, ἥτις ἐφρόντισε νὰ συμβληθῇ μὲ τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν, νὰ συνταχθῇ τὸ σχέδιον τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπικυρώσῃ αὐτὴν τὴν σύμβασιν, καὶ νὰ τὸ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν θ’ ἀρνηθῆτε ὅμως, ὅτι ὅλα τὰ μέτρα συνδέονται. Μήπως ἡ σύστασις τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης δὲν συνδέεται μὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ διανομῆς τῆς γῆς; Ἂν δὲν ἔχῃ ὁ κάτοχος γαιῶν ἕνα τίτλον ἰδιοκτησίας, πῶς θέλετε νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Κτηματικὴν καὶ ζητήσῃ νὰ δανεισθῇ; Τὸ ὑπουργεῖον ἔφερε τὸν νόμον αὐτὸν εἰς τὴν Βουλήν. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ὥριμα καὶ πρέπει νὰ συμβαδίσωσιν, ἀλλ’ ἀπόφασις ἔγεινε τῆς Βουλῆς. Δὲν ἐπιμένω εἰς τοῦτο. Λέγει ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος, ὅτι ἠμποροῦμεν ν’ ἀλλάξωμεν καθ’ ἡμέραν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀλλ’ οὐχ ἧττον εἶναι ἀνάγκη νὰ καθαρίσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο μὲ τὸ λογικὸν, μὲ τὸ ὁποῖον θὰ συμβαδίσωμεν. Λοιπὸν, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀπόφασις περὶ προϋπολογισμοῦ καὶ ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἀνάγκη σπουδαιοτάτη, καὶ δύναται νὰ διατρέξῃ τὰ στάδια ὅλα μὲ πολλὴν εὐκολίαν, ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ, καθὼς εἶμαι βέβαιος, νὰ τελειώσῃ ὅλα τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐφέραμεν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ τοῦ προϋπολογισμοῦ συζήτησις, καὶ σᾶς λέγω ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐπιμένει εἰς τὰ ἄλλα νομοσχέδια ἐπίσης. Ἐπίσης θέλει νὰ τελειώσῃ καὶ ἡ ὑπόθεσις περὶ διανομῆς τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, ὅπερ εἶναι λίαν κατεπεῖγον. Σᾶς παρέστησεν ἡ κυβέρνησις πόσαι δυσκολίαι ὑπῆρχον καὶ ὑπάρχουν, καὶ ὅμως ἡ κυβέρνησις ἐπέμεινε νὰ τὰς ὑπερνικήσῃ καὶ εἶναι πεπεισμένη ὅτι θὰ τὰς ὑπερνικήσῃ. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ νὰ μὴν ἀλλάξητε τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀλλὰ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, διότι ὅλα αὐτὰ συνδέονται, καὶ τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ διαφορετικὰς σκέψεις, ὅταν ὅλοι ἀναχωροῦμεν ἀπὸ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἰδέαν, νὰ καταρτίσωμεν τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κυβερνήσεως μίαν ὥραν προτήτερα. Διὰ τοῦτο, ἂν ἀρχίσωμεν νὰ συζητῶμεν περὶ προτεραιότητος ἄλλου τινὸς παρ’ ὅ,τι εἶναι γεγραμμένον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, πιστεύσατε ὅτι δὲν θὰ προοδεύσωμεν. Παρακαλῶ καὶ τὸν κ. Κεχαγιᾶν νὰ μὴν ἐπιμένῃ εἰς τοῦτο, διότι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δὲν θὰ βραδύνωμεν, καθόσον ἐγὼ ἐκήρυξα ὅτι εἶμαι ἕτοιμος νὰ δεχθῶ πᾶσαν βελτίωσιν, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ φέρῃ ἡ Βουλή. Λοιπὸν, κ. πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ διατάξητε τὴν πρόοδον τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος, ὡς γινώσκετε, εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν ἐζητήθη καὶ ἀπεφασίσθη νὰ προταχθῇ.
§102ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, φρονῶ ὅτι εἶναι πολὺ ἀναγκαῖον νὰ δοθῇ τέλος εἰς τὸ ζήτημα τῆς διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, καὶ πολὺ λυποῦμαι μάλιστα βλέπων ἀναβαλλομένην τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, ἄνευ τῆς ὁποίας, ὡς ἀνέφερε καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ ὅλοι γνωρίζομεν, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐνθαῤῥυνθοῦν οἱ κάτοχοι καὶ δώσουν τὰς δηλώσεις των. Ἀλλ’ ἂν ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν ἔχῃ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι δὲν ἐτελείωσε τὸ ζήτημα τῆς διανομῆς, θὰ μὲ συγχωρήσῃ νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχουν ἀκίνητα κτήματα ἀνήκοντα μόνον εἰς τὸ δημόσιον, ὅτι τὸ σύνολον τοῦτο δὲν περιορίζεται εἰς τὰς ἐθνικὰς γαίας, τῶν ὁποίων τὴν ἀποκατάστασιν σκοπεῖ ὁ περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς νόμος, ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ πολλὰ κτήματα ἰδιόκτητα, καὶ κυρίως περὶ αὐτῶν πρόκειται. Ἡ Κτηματικὴ Τράπεζα σκοπὸν ἔχει νὰ διευκολύνῃ τοὺς κτηματίας τῶν διαφόρων τάξεων, καὶ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ τοῦτο μίαν ὥραν προτήτερα. Ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι ὁ τόπος ὑποφέρει, ἡ τοκογλυφία ὕψωσε κεφαλὴν φοβερὰν καὶ καταποντίζει ὅλους τοὺς κτηματίας. Καλὸν εἶναι λοιπὸν νὰ τελειώσῃ μίαν ὥραν προτήτερα καὶ νὰ ψηφισθῇ εἰς ά. ἀνάγνωσιν σήμερον. Ἐλπίζω δὲ ὅτι τοῦτο δὲν θὰ φέρῃ κἀνὲν ἐμπόδιον εἰς τὸν προϋπολογισμόν, διότι οὐδεὶς θὰ κάμῃ συζήτησιν διὰ νὰ πολεμήσῃ σήμερον τὴν σύμβασιν αὐτήν.
§103ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δικαιοῦμαι νὰ εἴπω δύω λέξεις εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Τριφυλίας διὰ νὰ τὸν βεβαιώσω, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν δὲν εἶναι εὔκολον· μολονότι καταβάλλονται καθ’ ἑκάστην προσπάθειαι, τὰς ὁποίας ἂν ἴδετε εἰς τὰ ἀρχεῖα ποίας φύσεως εἶναι καὶ μέχρι τίνος προβαίνουν, θὰ πεισθῆτε, ὅτι ἡ ὑπόθεσις τῆς ἐκτιμήσεως εἶναι τρομερά. Καὶ εἰς τὴν ἔκθεσιν τὸ λέγω, ὅτι ἕνεκα τῆς δυσκολίας τῆς ἐκτιμήσεως ὀπισθοδρομοῦν αἱ δηλώσεις καὶ πολλοὶ κάτοικοι ὀπισθοδρομοῦν, διότι δὲν ἠξεύρουν διὰ ποίαν γῆν νὰ προκαταβάλουν διὰ νὰ τὴν λάβουν, ὅταν δὲν γνωρίζουν τὴν τιμὴν αὐτῆς τῆς γῆς. Καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ὅπου ὁμιλῶ, αἱ ἐργασίαι διπλασιάζονται πρὸς ἐπίσπευσιν τῶν ἐκτιμήσεων, διότι ἄνευ τούτου δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν βῆμα ἐπὶ τὰ πρόσω. Καὶ σᾶς λέγω, ὅτι ὅσον καὶ ἂν ταχύνωμεν νὰ κάμωμεν τὸ ἕν, τὸ ἄλλο θὰ μᾶς ἐμποδίσῃ. Πρῶτον λοιπὸν εἶναι ἡ ἐκτίμησις, διότι ἡ διαίρεσις ἔγεινε· δεύτερον ἔρχεται ἡ προκαταβολή, δηλ. ἡ δήλωσις. Αὐτὴ ἡ ἐργασία γίνεται καὶ δὲν θὰ ἐμποδισθῇ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμόν. Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἀνάγκη νὰ τελειώσῃ διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖα ἔσοδα ἐγκρίνει ἡ Βουλή, ποῖα ἔξοδα ἐγκρίνει ἡ Βουλή, ἀφοῦ μάλιστα ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς εἶπεν, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἓν ἔλλειμμα περὶ τὸ ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν. Ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ ἐγκριθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς· τὰ ἄλλα ἔρχονται κατόπιν. Καὶ μὴ ἀπατᾶσθε, ὅτι ἡ διανομὴ τῆς ἐθνικῆς γῆς τελειόνει εἰς μίαν ὥραν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ὅπως εἶναι ἀποφασισμένον, νὰ προοδεύσωμεν ἐπὶ τὰ πρόσω, νὰ τελειώσωμεν τὸν προϋπολογισμόν, καὶ μετὰ ταῦτα προτιμῶμεν ὁποῖον θέλετε νομοσχέδιον, ἀκολουθοῦντες πάντοτε τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§104ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὀλιγώτερον καιρὸν ἠθέλαμεν χάσει ἀπὸ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν συμβάσεων διὰ πρώτην φοράν, παρὰ ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐλέχθησαν. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θεωρεῖ ἀπαραίτητον τὸ ζήτημα τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν πρὸς τὸ ζήτημα τῆς συστάσεως Κτηματικῆς Τραπέζης. Ἂν νομίζῃ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἀκτήμονες, ὅτι εἶναι Φελλάχοι, πλανᾶται. Μάθετε λοιπόν, ὅτι ἴσως τὸ ⅒ τῆς κτηματικῆς περιουσίας τῶν Ἑλλήνων συνιστῶσιν αἱ φυτεῖαι, τὰ 9|10 εἶναι καθαρὰ ἰδιοκτησία· καὶ ἐὰν δὲν ἔβλεπον οἱ ἱδρυταὶ τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης, ὅτι ὑπάρχουν τίτλοι ἰδιοκτησίας διὰ μέγα ποσόν, φυσικῷ τῷ λόγῳ ἤθελον θέσει ὡς πρῶτον ὅρον τὴν διανομὴν τῆς ἐθνικῆς γῆς, καὶ μετὰ ταῦτα ἤθελον ζητήσει τὴν σύστασιν τῆς Τραπέζης των· ἀλλ’ αὐτοὶ φαίνεται ὅτι καλλίτερα γνωρίζουν τὰ πράγματα ἀπὸ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Τί μᾶς λέγει ἡ Κυβέρνησις; Ἀνάγκη νὰ συστηθῇ Τράπεζα διὰ νὰ ἔλθουν κεφάλαια· καὶ ἐν τούτοις ἐδαπανήσαμεν 15 ἡμέρας, οὐχὶ διὰ Τράπεζαν συστηθησομένην, ἀλλὰ δι’ ὑπάρχουσαν καὶ ἐργαζομένην. Ἡμεῖς προτείνομεν νὰ προταχθῇ ἡ πρώτη συζήτησις τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει, διότι αἱ ἄλλαι ὑπάρχουν. Εἴπομεν δὲ, ὅτι δὲν προτείνομεν τὸ ζήτημα ὅπως προκαλέσωμεν συζήτησιν ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν ἔχομεν κατὰ νοῦν νὰ φέρωμεν τὴν ἐλαχίστην συζήτησιν. Ἐὰν ἡ συμπολίτευσις καὶ ἡ κυβέρνησις ἔχῃ ἀντιῤῥήσεις, θὰ εἰπῇ ὅτι τὸ ἔργον της δὲν τὸ βλέπει καλὸν καὶ ἔχει σκοπὸν νὰ τὸ πολεμήσῃ· ἡμεῖς ὅμως τὸ εὑρίσκομεν λαμπρὸν καὶ τὸ δεχόμεθα κατ’ ἀρχήν.
§105ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Συγχωρῶ εἰς τὸν κύριον Κεχαγιᾶν νὰ κάμῃ τοιαύτας ἀποστροφὰς εἰς τοὺς ὑπουργοὺς, ὧν τὰς γνώσεις ἀγνοεῖ, οὔτε θέλει νὰ τὰς μάθῃ, τῶν ὁποίων τοὺς κόπους δὲν ἐκτιμᾷ· τὸν συγχωρῶ νὰ λέγῃ ὅτι ἠξεύρει ἢ δὲν ἠξεύρει· τὸν συγχωρῶ νὰ λέγῃ, ὅτι περισσότεροι εἶναι κτηματίαι ἀπὸ τοὺς μὴ κτηματίας. Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι βουλευταὶ, μέχρι τοῦδε 600,000 στρέμματα κατέχουν ἐκεῖνοι οἵτινες ἐδήλωσαν, καὶ ἄλλοι τόσοι ὄπισθεν αὐτῶν· ὅταν ἔχῃ 256,000 κατόχους φυτειῶν, νομίζετε ὅτι αὐτοὶ δὲν πρέπει νὰ ἐξασφαλισθῶσι πρὸ πάντων; Διότι ἡ Τράπεζα εἰς αὐτοὺς θὰ δανείσῃ, καὶ οἱ ἄνθρωποι τῶν ἐθνικῶν γαιῶν κατέχουν μεγάλην περιουσίαν, διότι τὴν ἐξέλεξαν, ἐνῷ ὁ ἰδιοκτήτης τὴν εὗρε καὶ τὴν ἔχει, καὶ ὅπως τὴν εὗρε τότε τὴν ἔχει, αἱ δὲ γαῖαι τῶν κατόχων εἶναι σπουδαιόταται. Ἡμεῖς δὲν χωρίζομεν τὰ ἔργα μας τὸ ἓν τοῦ ἄλλου· ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι θὰ βαδίσωμεν ἐμπρὸς μὲ τὴν αὐτὴν προθυμίαν, μὲ τὴν αὐτὴν ταχύτητα, διὰ νὰ καταρτίσωμεν τὸ σύστημα τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐφέραμεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ θὰ μείνωμεν σταθεροὶ εἰς τὰς ἀποφάσεις μας καὶ εἰς τὴν πορείαν μας. Ἐπήραμεν τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς καὶ κατηρτίσαμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· θέλετε τώρα νὰ τὴν παραβιάσητε; Προτάττετε λόγους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν κἀμμίαν ἰσχύν· διότι, ἂν ὑπάγετε εἰς τὰ δημόσια γραφεῖα, θὰ μάθετε κάθε ἄλλο παρ’ ὅ,τι λέγετε. Δύνασθε νὰ γνωρίζετε ποία εἶναι ἡ κίνησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δὲν γνωρίζετε ὅμως ποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ λαοῦ, καὶ διὰ τοῦτο μὴ τρέχετε ἐμπροστὰ, καὶ διὰ τοῦτο ἀφήσατε νὰ προοδεύσῃ ἡ ἡμερησία διάταξις, διότι κἀμμία ζημία δὲν γίνεται.
§106ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ φειδόμενος τοσοῦτον τοῦ χρόνου, κατηνάλωσε τόσον χρόνον, ἐνῷ εἰς δύω λεπτὰ ἐτελείονεν ἡ ἀνάγνωσις τοῦ πρώτου νομοσχεδίου. Δὲν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν ἐπιμονὴν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν τὴν ἐννοῶ παντελῶς ἐπὶ τοσοῦτον σπουδαίου ἀντικειμένου.
§107ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὰ τὰ συμπεράσματα τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ ἀπόδειξις εἶναι αὐτὴ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία γίνεται. Καὶ ποῦ ἠξεύρετε ὅτι, γενομένης τῆς πρώτης ἀναγνώσεως, δὲν θὰ ἐγερθῇ ἀντίῤῥησις; Ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος καὶ οὐδεὶς ἐμποδίζεται νὰ φέρῃ παρατηρήσεις. Προκειμένου λοιπὸν περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος προΐσταται πάντων, διότι ἀφορᾷ τὴν γενικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ κράτους καὶ ὅλην τὴν διαχείρισιν, δὲν πρέπει νὰ σταματήσωμεν καὶ νὰ ζητῶμεν μεταβολὰς τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§108ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Προχθὲς μᾶς ἐλέγατε, ὅτι δὲν θέλομεν τὰς Τραπέζας· ἡμεῖς σήμερον σᾶς λέγομεν, ὅτι θέλομεν νὰ φέρωμεν τὴν ἀναγκαιοτέραν Τράπεζαν καὶ σεῖς δὲν θέλετε νὰ τὴν φέρετε. Ἐγὼ προτείνω νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Κτηματικῆς Τραπέζης εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§109ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμίζω πρὸς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι οἱ κάτοχοι τῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ τῶν φυτειῶν, καὶ ἀφοῦ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος καὶ ἀφοῦ λάβουν τὰ παραχωρητήρια καὶ γείνουν ἰδιοκτῆται, ὀλίγον θέλουν ὠφεληθῆ ἀπὸ τὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν, διότι αἱ γαῖαι καὶ αἱ φυτεῖαι θέλουν διατελεῖ ἐνυπόθηκοι εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον μέχρι τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ τιμήματος, καὶ πᾶσα Κτηματικὴ Τράπεζα μὲ πολλὴν δυσκολίαν θέλει ἀποφασίσει νὰ κάμῃ δάνειον πρὶν πληρωθῇ τοὐλάχιστον ἓν μέρος τοῦ τιμήματος· ἑπομένως κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη οἱ κάτοχοι οὗτοι ὀλίγον θέλουν ὠφεληθῆ ἀπὸ τὴν σύστασιν τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ, κύριοι, ἂν ἦτον ἀνάγκη νὰ προταχθῇ ὁ νόμος αὐτὸς, διατί ἡ Συνέλευσις ἐψήφισε σύμβασιν περὶ συστάσεως Κτηματικῆς Τραπέζης χωρὶς νὰ ᾖναι λελυμένον τὸ ζήτημα τῆς ἐθνικῆς γῆς; Ἡ σύστασις τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης εἶναι ἀναγκαία εἰς ὅλους τοὺς κτηματίας· ἑπομένως, χωρὶς νὰ περιμείνωμεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν ζῆλον περὶ τῆς διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, πρέπει νὰ προτάξωμεν τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ ὠφέλειαν εἰς τὸν τόπον. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ἀκόμη, ὅτι οἱ κάτοχοι τῆς ἐθνικῆς γῆς καὶ τῶν φυτειῶν εἶναι κύριοι μεγάλων περιουσιῶν, διότι τὰς γαίας τὰς κατέχουν καὶ τὰς φυτείας τὰς ἐξέλεξαν, δὲν τὰς παρέλαβον κατ’ ἀνάγκην ἀπὸ τοὺς πατέρας των. Ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παρατηρήσω ὅτι κάμνει μέγα λάθος, τοῦτο λέγων· αἱ ἐθνικαὶ γαῖαι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ τὰ τσιφλίκια τῶν Ὀθωμανῶν, τὰ ὁποῖα κατεῖχον οἱ Χριστιανοὶ καὶ τὰ ἐκαλλιέργουν. Ὅταν οἱ Ὀθωμανοὶ ἀπεβλήθησαν, αἱ γαῖαι περιῆλθον εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου· οἱ Ἕλληνες Χριστιανοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐκαλλιέργουν τὰς γαίας πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως, ἐξηκολούθησαν, ἀφοῦ τὰς ἐπότισαν μὲ αἷμά των, νὰ τὰς καλλιεργοῦν καὶ μετὰ τὴν ἐπανάστασιν· ἀποθανόντες δὲ τὰς μετεβίβασαν εἰς τὰ τέκνα των, ὅπως καὶ οἱ ἰδιοκτῆται μεταβιβάζουν τὴν περιουσίαν των. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ἑπομένως ὅτι ἐξέλεξαν τὰς γαίας, τὰς ὁποίας κατέχουν, ἀλλὰ τὰς παρέλαβον ἀπὸ τοὺς γονεῖς των, καὶ ἂν ᾖναι καλαὶ ἢ κακαὶ, τοῦτο εἶναι σύμπτωσις καὶ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐκλογήν. Πολλὰ ὀλίγοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ἐμφυτευταὶ, οἱ κάτοχοι γαιῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν εἰς τὴν εὐκολίαν νὰ ἐκλέξωσι γαίας.
§110Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ἄρθρον 29 τοῦ κανονισμοῦ ὁρίζει, ὅτι ὁσάκις ἰσχυρίζεταί τις ὅτι δὲν τηρεῖται ἡ ἡμερησία διάταξις, ἢ ὅτι παραβιάζονται αἱ διατάξεις κτλ., πρέπει τὴν τοιαύτην πρότασιν νὰ ὑποστηρίζουν 10 βουλευταί. Τί προτείνουν ἤδη οἱ κύριοι; ὅτι παρεβιάσθη ἡ ἡμερησία διάταξις; ὄχι· ζητοῦν τὴν ἀναβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου; ὄχι. Ζητοῦν νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν....
§111ΚΕΧΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ νὰ προταχθῇ.
§112ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἂν ἀποφασισθῇ νὰ τεθῇ σήμερον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ εἰμὴ μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.
§113ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ κανονισμός· ὁσάκις ἰσχυρίζεταί τις ὅτι δὲν τηρεῖται ἡ ἡμερησία διάταξις, ἢ ὅτι παραβιάζονται αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος κανονισμοῦ ἢ ὅτι ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις ἑτέρου ἀντικειμένου κλπ... τοῦτο προτείνω ἐγώ. Προτείνω νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις ἄλλου ἀντικειμένου.
§114ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἐγγεγραμμένον.
§115ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τότε κακῶς ἔπραξεν ὁ κύριος πρόεδρος νὰ μὴ τὸ ἐγγράψῃ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔφερε τὴν ἔκθεσίν της, ἐτυπώθη, διενεμήθη καὶ ἔπρεπε νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ προτιμηθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁδοποιίας, ἀφοῦ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐτέθησαν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὰ ἑξῆς· ἡ συζήτησις τῶν συμβάσεων, ἡ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ κατόπιν ἡ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁδοποιΐας.
§117ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τότε ἐγὼ προτείνω νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος βουλευτὴς Παρνασσίδος ζητεῖ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον περὶ Κτηματικῆς Τραπέζης· τὸ δέχεται ἡ Βουλή;
§119ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.
§120ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ ἐγγραφῇ, εἶναι δὲ δικαίωμά μας νὰ ζητήσωμεν τὴν προτίμησιν ἢ ὄχι.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ σημειωθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον περὶ Κτηματικῆς Τραπέζης;
§122ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ· ὁ κύριος Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§124ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ κάμω τελείαν καὶ πλήρη ἀνάλυσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1873, διότι ἤμην ἀπὼν καὶ μόλις προχθὲς ἐπανῆλθον. Ἐπομένως δὲν ἔλαβον καιρὸν νὰ ἐξετάσω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον εἰς ὅλας αὐτοῦ τὰς λεπτομερείας· ἄλλως τε, τὸ ἔργον τοῦτο θέλουν ἐκπληρώσει καλλίτερον ἐμοῦ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοί μας, ὅσοι ἔτυχον νὰ ᾖναι μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐγὼ ἐζήτησα κυρίως τὸν λόγον διὰ νὰ ἐπανορθώσω λάθη τινὰ, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπέπεσεν ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς φίλος μου κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἐξιστόρησιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῶν δύο τελευταίων ἐτῶν, τοῦ 1871 καὶ 1872. Ἡ ἀκριβὴς ἐξιστόρησις τῶν οἰκονομικῶν τῶν ἀμέσως παρελθόντων ἐτῶν εἶναι λίαν ἀναγκαία εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐκτιμήσῃ ἀκριβῶς τὴν θέσιν τῶν πραγμάτων καὶ συγχρόνως νὰ ἐννοήσῃ κατὰ πόσον ἡ παροῦσα κυβέρνησις συνετέλεσεν εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτῶν. Ἐπιβάλλεται δὲ ἡ ἐξιστόρησις αὕτη ἰδιαιτέρως εἰς ἐμὲ, διότι συνέπεσε νὰ ᾖμαι ὑπουργὸς κατὰ τὸ 1871, καὶ ἔχω τὸ συμφέρον καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἀφήσω νὰ τεθῶσιν ἐνώπιόν σας παραμεμορφωμένα τὰ πράγματα. Ὁ κύριος Χρηστίδης, ἀρχόμενος τῆς ἀγορεύσεώς του, δι’ ἧς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1873, εἶπεν ὅτι θέλει ἀποφύγει μετὰ προσοχῆς τὴν μέχρι πρὸ ὀλίγου συνειθισμένην μέθοδον, «καθ’ ἣν αἱ κρίσεις τοῦ παρελθόντος ἔφερον τὸν χαρακτῆρα τῆς ἐπικρίσεως, ἢ ἂν θέλετε τῆς μομφῆς, καὶ οὕτω ἐπροκαλοῦντο συζητήσεις δυσμενεῖς, ἄλλως τε, ἄγονοι, διότι ποτὲ δὲν ὠφελήθη ὁ τόπος ἐξ αὐτῶν· ἀπ’ ἐναντίας εἴδομεν ὅτι μοναδικὸς καρπὸς αὐτῶν ὑπῆρξε τὸ πνεῦμα τῆς ἀντιδράσεως, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν ἠδυνήθη νὰ καταβάλῃ ῥίζας ἐπὶ τοῦ τόπου κἀμμία ὀρθὴ μεταῤῥύθμισις». Ὅσοι ἤκουσαν τὸ προοίμιον τοῦτο, ἐδικαίωσαν τὸν κύριον Χρηστίδην, διότι ἀπεφάσισεν εἰς τοσοῦτον προβεβηκυῖαν ἡλικίαν νὰ δεχθῇ καὶ πάλιν τὸ χαρτοφυλάκιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἦτον ἀνάγκη, εἶπον, νὰ ἔλθῃ καὶ πάλιν ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Χρηστίδης, διὰ νὰ διδαχθῇ ὅτι ἡ μέθοδος, ἡ συνήθης μέθοδος, τὴν ὁποίαν πρὸ παντὸς ἄλλου αὐτὸς ἀκολουθῶν κατέκρινε μετὰ πικρίας τὸ παρελθὸν, χωρὶς νὰ λέγῃ ὅμως τίποτε περὶ ἐπανορθώσεως καὶ βελτιώσεως τοῦ μέλλοντος, ἦτον μέθοδος καὶ σύστημα σφαλερὸν καὶ ἐπιζήμιον εἰς τὸν τόπον. Ὅσοι ὅμως ἤκουσαν ἢ ἀνέγνωσαν μέχρι τέλους τὴν ἀγόρευσίν του καὶ παρέβαλον αὐτὴν μὲ τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους παρουσίασε, δὲν ἐβράδυναν νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι ὁ κ. Χρηστίδης ἔπραξε τοῦτο οὐχὶ διότι ἀπεφάσισε ν’ ἀλλάξῃ σύστημα, οὐχὶ διότι ἐδιδάχθη, ὅτι αἱ μομφαὶ καὶ αἱ ἀντεγκλήσεις δὲν εἶναι καλαὶ, ἀλλὰ διότι, ἐὰν ἠκολούθει τὸ σύστημά του καὶ ἐξέθετε λεπτομερῶς τὰ πράγματα, ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην οὐχὶ πλέον νὰ μεμφθῇ τὸ παρελθὸν, ἀλλὰ νὰ τὸ ἐπαινέσῃ· καὶ ὁ κ. Χρηστίδης ἔχει τὸ ἐλάττωμα νὰ μὴ θέλῃ ποτὲ νὰ ἐπαινῇ, ἀλλ’ εὐχαριστεῖται πάντοτε νὰ κατακρίνῃ.
§125ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Πῶς! ἐγὼ σᾶς ἐπῄνεσα. (Ἱλαρότης).
§126ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ, καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς ἐπαινέσω περισσότερον. Ἐὰν δὲ ἔμεινεν εἴς τινας ἀμφιβολία περὶ τούτου, διεσκεδάσθη καὶ αὕτη ὅτε ὁ κ. Χρηστίδης φθάσας εἰς τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας του ἀνέφερε μετὰ πολλῆς εἰρωνείας καὶ πικρίας ἕνα τῶν προκατόχων ὑπουργῶν, εἰπὼν, ὅτι ὁ ὑπουργὸς οὗτος δὲν ἐδυσκολεύθη εἰς μίαν ἄλλην περίστασιν νὰ εἰσαγάγῃ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινωνίαν εἰς ἕνα ἐπίγειον παράδεισον, καὶ παρουσίασεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πολλὰ ἑκατομμύρια ἤθελον εἰσέλθει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπὸ τὸν νόμον περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς καὶ τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων φυτειῶν. Ἀφοῦ ὁ κ. Χρηστίδης δὲν ἐδυσκολεύθη νὰ κατακρίνῃ μετὰ τοσαύτης πικρίας ἕνα τῶν προκατόχων ὑπουργῶν διότι ἁπλῶς τῷ ἐφάνη ὅτι ἡ πρόῤῥησίς του δὲν ἐπηλήθευσεν, οὐδεὶς ἀμφιβάλλει πλέον, ὅτι ἤθελε μὲ πολὺ μεγαλειτέραν εὐχαρίστησιν κατακρίνει καὶ αὐτὸν τὸν ὑπουργὸν καὶ τοὺς προκατόχους του, ἂν τῷ ὄντι εὕρισκεν ἐσφαλμένους τοὺς ὑπολογισμούς των. Θέλω σᾶς ἀποδείξει, κύριοι, ὅτι, ἐὰν ἀπέφυγεν ὁ κ. Χρηστίδης νὰ ἐκθέσῃ μετὰ λεπτομερείας τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῶν δύω τελευταίων ἐτῶν, ἔπραξε τοῦτο, διότι ἦτον ἠναγκασμένος νὰ ἐπαινέσῃ, καὶ διότι ἡ ἔκθεσις αὐτοῦ ἤθελε πληροφορήσει τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ κ. Χρηστίδης κατ’ οὐδὲν συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ εὑρίσκωνται τὰ οἰκονομικὰ πράγματα εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον εὑρίσκονται, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι καλὴ καὶ εὐάρεστος. Ὁ κ. Χρηστίδης ἔχει ὁμολογουμένως ἀξίαν· τὴν μεγάλην αὐτοῦ ἱκανότητα, τὴν ἐξιδιασμένην πεῖραν περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἀναγνωρίζει ὁλόκληρος ἡ κοινωνία.
§127ΑΛ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ ὄχι.
§128ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς οἱ νεώτεροι, οἱ παριστάμενοι σήμερον ὡς ἀντιμέτωποι αὐτοῦ, ἤμεθα μικροὶ ὑπάλληλοι ἢ φοιτηταὶ τῶν σχολείων, ὅτε ὁ κ. Χρηστίδης ἦτον ὑπουργὸς τῆς ἐπικρατείας, γερουσιαστὴς, καὶ κατεῖχε μεγάλα ἀξιώματα· ἀναγνωρίζοντες δὲ τὴν ἀξίαν αὐτοῦ, παραχωροῦμεν αὐτῷ τὴν ά. θέσιν. Ἀλλὰ ὁ κ. Χρηστίδης εἶναι πάντοτε ζηλότυπος, δὲν θέλει νὰ εἴπῃ καὶ δι’ ἡμᾶς τοὺς νεωτέρους κἀνένα καλὸν λόγον.
§129ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Τόσα εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος.
§130ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δράττεται πάσης εὐκαιρίας ἵνα μᾶς κατηγορήσῃ, καὶ παραβλέπει ἂν ἐπράξαμεν κἀνὲν καλόν.—Ὁ κ. Χρηστίδης ὁμοιάζει, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ παραβολὴ, τὴν ὡραίαν ἐκείνην γυναῖκα, ἡ ὁποία, καίτοι διατηροῦσα ὅλην αὑτῆς τὴν καλλονὴν καὶ τὰ θέλγητρα, ἐπειδὴ ὅμως ἐπροχώρησεν ὀλίγον εἰς τὴν ἡλικίαν, δὲν ἀνέχεται ν’ ἀκούσῃ καλὸν λόγον διὰ τὰς νεωτέρας. (Γέλωτες παρατεταμένοι). Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τὰς ἀνθρωπίνας αὐτὰς ἀδυναμίας, καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὰ πράγματα. Ἵνα βάλῃ ὑμᾶς εἰς θέσιν ὁ κ. Χρηστίδης νὰ ἐννοήσητε ὁποία ἦτον ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ κράτους ὅτε ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ νὰ ἐκτιμήσητε κατὰ πόσον αἱ προσπάθειαι καὶ οἱ κόποι αὐτοῦ συνετέλεσαν πρὸς βελτίωσιν αὐτῆς, ὤφειλε νὰ σᾶς ὁμολογήσῃ ὅτι, ἐπανελθὼν κατὰ τὸ 1872 εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εὗρε τὰ οἰκονομικὰ εἰς πολὺ διαφορετικὴν κατάστασιν παρ’ ὅ,τι τὰ περιέγραφε κατὰ τὸ 1870, ὅτε πάλιν ἦτον ὑπουργός. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐπλησίαζε νὰ κλείσῃ ἡ χρῆσις τοῦ 1869, καὶ ὁ κ. Χρηστίδης μετὰ τῶν συναδέλφων του δι’ ἐκθέσεώς των πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα παρέστησεν, ὅτι τὸ 1869 ἤθελεν ἀφήσει ἔλλειμμα ὑπερβαῖνον τὰ ἓξ ἑκατομμύρια· καὶ πράγματι ἡ χρῆσις ἐκείνη ἀφῆκεν ἔλλειμμα 6,600,000. Τὸ 1870, ἔλεγεν ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Χρηστίδου, θὰ παρουσιάσῃ ἔσοδα 31,000,000, καὶ θὰ ἀφήσῃ ἔλλειμμα ὑπερβαῖνον τὰ 4,000,000, τὸ δὲ 1871, προέλεγεν ὁ κ. Χρηστίδης, θέλει εἶσθαι πολὺ χειρότερον ἀπὸ τὸ 1870. Τὰ ἔσοδα αὐτοῦ, κατὰ τὸ προγνωστικὸν τοῦ κ. Χρηστίδου, μόλις ἔφθανον εἰς 31,400,000, τὸ δὲ ἔλλειμμα καὶ τοῦ ἔτους τούτου θὰ ἦτον ἀνώτερον τῶν 4,000,000. Τὸ δὲ κακὸν ἔμελλε, κατὰ τοὺς λόγους τοῦ ἰδίου, νὰ ᾖναι πολὺ μεγαλείτερον κατὰ τὸ 1871, διότι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1871 θὰ ὑφίστατο τὴν ἀκατανίκητον πίεσιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1870. Ἐπὶ τέλους δὲ προσέθετεν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ κράτους εἶναι δυσχερὴς καὶ ἀπαιτεῖ πρὸ πάντων τὴν συνδρομὴν τοῦ χρόνου καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας πρὸς θεραπείαν καὶ ἀνόρθωσιν. Ταῦτα ἔλεγε καὶ ταῦτα προέβλεπεν ὁ κ. Χρηστίδης μετὰ τῶν συναδέλφων του περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1870. Ἔπρεπεν εἰς ταῦτα σήμερον ὁ κ. Χρηστίδης νὰ προσθέσῃ, ὅτι ἡ διαμονὴ αὐτοῦ καὶ τῶν συναδέλφων του ἐπὶ 140 ἡμέρας εἰς τὴν κυβέρνησιν οὐδόλως συνετέλεσε πρὸς βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων· διότι, ἂν καὶ οἱ μῆνες, κατὰ τοὺς ὁποίους ἔμενον εἰς τὴν ἐξουσίαν, εἶναι οἱ λεγόμενοι γόνιμοι μῆνες τοῦ ἔτους, ἡ κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἰδίας της ἀνάγκας διὰ τῶν εἰσπράξεών της καὶ ἐβιάσθη νὰ κάμῃ δάνειον ἑνὸς περίπου ἑκατομμυρίου δραχμῶν ἀπὸ τὰς Τραπέζας. Ἔπρεπεν ἀκόμη ὁ κ. Χρηστίδης νὰ προσθέσῃ, ὅτι δὲν ἠδυνήθη οὔτε νὰ σκεφθῇ, οὔτε νὰ ἐπινοήσῃ τι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δυνάμενον νὰ ἐξαγάγῃ τὸν τόπον ἀπὸ τὴν δυσχέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν παρίστανεν ὅτι εὑρίσκεται, ἢ ὅτι, καὶ ἐὰν τυχὸν ἐσκέφθη καὶ ἐπενόησέ τι, τὸ ἔλαβε μεθ’ ἑαυτοῦ, ὅτε ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον· διότι ἐγὼ, ὅστις εἶχον τὴν τιμὴν νὰ τὸν διαδεχθῶ τότε, δὲν εὗρον οὐδεμίαν τοιαύτην ἐργασίαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Προχωρῶν μετὰ ταῦτα ὁ κ. Χρηστίδης ὤφειλε νὰ σᾶς γνωστοποιήσῃ, ὅτι τὸ διάδοχον ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐδιοίκησε τὸν τόπον χωρὶς νὰ κάμῃ δάνεια, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1870, περὶ τῆς ὁποίας προέλεγεν ὅτι ἤθελεν εἰσπράξει μόνον 31,000,000 ἔσοδα, εἰσέπραξε 31,740,000, καὶ ἤθελε φθάσει τὰ 32 ἑκατομμύρια, ἐὰν διὰ νόμου δὲν ἀνεβάλλετο ἡ εἴσπραξις μιᾶς δόσεως ἐκ τοῦ τιμήματος τῶν ἐλαιοδένδρων Παρνασσίδος, καὶ ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1871, περὶ τῆς ὁποίας προέλεγεν ὅτι θὰ εἶχεν ἔσοδα 31,400,000 καὶ ἔλλειμμα ὑπὲρ τὰ 4,000,000, παρουσίασεν ἔσοδα 35,500,000 περίπου, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἀφῆκε κἀνὲν ἔλλειμμα, ἀλλ’ ἀπεναντίας φέρει περίσσευμα ἐκ 433,000. Ἀναγκαῖον ἦτον ἀκόμη νὰ σᾶς πληροφορήσῃ ὁ κ. Χρηστίδης, ὅτι ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1871 εἰσεπράχθησαν ὑπὲρ τὰ 36 ὅλα ἑκατομμύρια, ἐνῷ ἡ προηγουμένη διαχείρισις τοῦ 1870 εἰσέπραξε μόνον 30,000,000, ὅ ἐστὶν, αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1871 ὑπερέβησαν τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1870 κατὰ 6 περίπου ἑκατομμύρια.
§131ΣΑΡΑΒΑΣ. Συμπεριλαμβάνονται καὶ αἱ ἔκτακτοι πρόσοδοι;
§132ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· θὰ ἔλθω εἰς ὅλα αὐτά. Μετὰ τὴν παρουσίασιν τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων εἶχε καθῆκον ὁ κ. Χρηστίδης νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι ταῦτα δὲν προῆλθον ἐκ μόνης τῆς ἀναπτύξεως τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου, ἀλλ’ ὀφείλονται κυρίως εἰς τὴν ἔκτοτε ἐπελθοῦσαν πλήρη ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίας τάξεως καὶ εἰς διάφορα οἰκονομικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ κυβέρνησις τοῦ 1871 ἔλαβεν. Ἐν πρώτοις ἡ κυβέρνησις ἐκείνη βλέπουσα, ὅτι ἡ εἴσπραξις τῶν δημοσίων ἐσόδων προσέκοπτεν οὐσιωδῶς, καὶ ὅτι ἔμενον καθυστεροῦντα πλέον τοῦ ⅒ τῶν κατ’ ἔτος βεβαιουμένων ἐσόδων, εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν νέον νόμον περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ὁ νέος νόμος αὐτὸς, ὅστις ψηφισθεὶς ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 1871, εἶναι, ὡς ὡμολόγησε καὶ ὁ κ. Χρηστίδης, δραστηριώτερος καὶ αὐστηρότερος τῶν προϋπαρχόντων νόμων· συνετέλεσε δὲ τὰ μέγιστα ὅπως καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1870 εἰσπράξῃ 1,000,000 περισσότερον ἀφ’ ὅσα προϋπελόγιζε τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη, καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1871 ἀφήσῃ καθυστεροῦντα οὐχὶ 3½ ἑκατομμύρια, ὅσα ἔμενον κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, ἀλλὰ μόνον 2,450,000. Ἐκτὸς τοῦ νόμου τούτου ἐπήνεγκε διαφόρους μεταβολὰς εἰς τὸν νόμον περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς. Μία τῶν μεταβολῶν τούτων ἔφερε τὴν κατάπαυσιν τῶν εἰκονικῶν διπλοτύπων, ἀπὸ τῶν ὁποίων ὑπέφερον πολλὰς ἀδικίας οἱ φορολογούμενοι, καὶ ἔμενον πολλὰ καθυστεροῦντα· ἄλλη δὲ ἤλλαξε τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν καπνῶν εἰς τὰς ἐπαρχίας Ναυπλίου καὶ Ἄργους, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἀλλαγὴ αὕτη ἀπεδείχθη ὠφέλιμος, κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος ὁ διάδοχος ὑπουργὸς τὴν ἐπεξέτεινε καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ κράτους· εἰσήγαγε δὲ καὶ δύω σπουδαίους νόμους, ἤτοι τὸν νόμον περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς, καὶ τὸν νόμον περὶ τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων φυτειῶν. Διὰ τῶν νόμων τούτων ὄχι μόνον ἐλύθη ἓν μέγα κοινωνικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἦτον ἀνάγκη νὰ λυθῇ καὶ τοῦ ὁποίου τὴν λύσιν ἐπεζήτησαν ὅλαι αἱ Ἐθνικαὶ Συνελεύσεις, ἀλλὰ διευκολύνθησαν καὶ τὰ οἰκονομικά· διότι, κατὰ τὰς διατάξεις αὐτῶν, οἱ θέλοντες ν’ ἀποκτήσουν γαίας ἢ φυτείας ὤφειλον σὺν τῇ δηλώσει νὰ κάμουν χρηματικὴν προκαταβολὴν, ἐκ τῆς ὁποίας εἰσεπράχθησαν κατὰ μὲν τὸ 1871, 960,000 δραχμῶν, κατὰ δὲ τὸ 1872, 647,000· εἶναι δὲ ἐλπὶς ὅτι καὶ κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος θέλουν εἰσπραχθῆ οὐχὶ ὀλιγώτερα. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σημειώνει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν μόνον 500,000 δραχμῶν, ἀλλὰ δύναμαι νὰ τὸν βεβαιώσω, ὅτι ἐὰν τελειώσουν ἐγκαίρως αἱ ἐκτιμήσεις, θὰ παρουσιασθοῦν πολλαὶ δηλώσεις, καὶ ἑπομένως ἡ εἴσπραξις θέλει εἶσθαι πολὺ ἀνωτέρα ἀπὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον σημειώνει.
§133ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἐγὼ τὸ φρονῶ.
§134ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ χρῆσις λοιπὸν τοῦ 1871, ἕνεκα τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν, βλέπετε ὅτι ἀντὶ νὰ εἰσπράξῃ 31 μόνον ἑκατομμύρια, ὡς ὁ Κ. Χρηστίδης ὑπελόγιζε κατὰ τὸ 1870, εἰσέπραξε 35,530,000. Ἐπειδὴ δὲ τὰ ἔξοδα αὐτῆς ἀναβαίνουν κατὰ τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Χρηστίδου παρουσιασθέντα προσωρινὸν ἀπολογισμὸν εἰς 35,100,000, ὄχι μόνον δὲν παρουσιάζεται κἀνὲν ἔλλειμμα, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ὑπάρχει καὶ περίσσευμα ἐκ δραχ. 430,000. Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο ὀφείλεται οὐ μόνον εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν ἐξόδων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐγένοντο πολλαὶ οἰκονομίαι, οἷον ἡ κατάργησις τῶν ὑγειονομείων καὶ τῶν προγυμναστῶν τῆς ἐθνοφυλακῆς, ἡ ἐλάττωσις τῶν ποινικῶν ἐξόδων διὰ τοῦ διορισμοῦ ἐμμίσθων κλητήρων καὶ τοῦ περιορισμοῦ τῶν μαρτυρικῶν δικαιωμάτων, ἡ ἐλάττωσις τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δαπανῶν, ὡς καὶ πολλὰ ἄλλα· ἡ δὲ διαχείρισις τῶν ἐξόδων ὅλων τῶν ὑπουργείων ἐγένετο μετὰ τοσαύτης φειδοῦς, ὥστε τὰ ἔξοδα τοῦ 1871 ἀπέβησαν ὀλιγώτερα τῶν τοῦ 1870, μολονότι περιελήφθη ἐν αὐτοῖς τὸ χρεωλύσιον καὶ οἱ τόκοι τοῦ δανείου τῶν 9,000,000 φράγκων, συνιστάμενα ἐκ δραχμῶν 1,700,000, καὶ διάφορα ἔκτακτα ἔξοδα ὑπολογιζόμενα εἰς δραχμὰς 500,000. Ἐν τούτοις, ἀντὶ νὰ σᾶς ἐκθέσῃ αὐτὰ ὁ κ. Χρηστίδης, ἤρχισεν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του νὰ λέγῃ ὅτι «τὸ ἀδιάκοπον ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, μικρὸν ἢ μεγάλον, ἀδιάφορον, ὡς ἄλλος ἐφιάλτης ἐπικάθηται εἰς τὰ στήθη τῶν πολιτευομένων καὶ ἰδίως τῶν ἀναμιγνυομένων εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους»· ἀναμιγνύει δηλ. ὅλα τὰ ἔτη, συμπεριλαμβάνων καὶ τὸ 1871 εἰς τὴν αὐτὴν μὲ τὰ προηγούμενα κατηγορίαν. Ἀλλαχοῦ δὲ πάλιν λέγει, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν θέλετε εὕρει ὅτι κατεβλήθησαν μεγάλοι ἀγῶνες, ἕως οὗ καταρτισθῇ τὸ ἰσοζύγιον. Ποῖοι ἀγῶνες κατεβλήθησαν ἢ ἦτον ἀνάγκη νὰ καταβληθῶσι κατὰ τὸ 1873 διὰ τὸ ἰσοζύγιον, ἀφοῦ τοῦτο ἐπετεύχθη ἀπὸ τοῦ 1871;
§135ΔΡΟΣΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν· διὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῆς ἐθνικῆς περιουσίας.
§136ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λάβετε ὑπομονὴν, κ. ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν· δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν γίνεται τοῦτο. — Εἰς ἄλλο δὲ μέρος τῆς ἀγορεύσεώς του διατείνεται ἀπροκαλύπτως, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1871 ἀνέρχεται εἰς 1,300,000. Σᾶς βεβαιῶ, κύριοι, ἠπόρησα ὅταν ἤκουσα τὸν κ. Χρηστίδην βεβαιοῦντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὸ 1871 ἔχει ἔλλειμμα 1,300,000 δραχμῶν, ἐνῷ κατὰ τὰ φύλλα τῆς λεπτομερείας καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον σᾶς παρουσίασεν ὁ ἴδιος καὶ τὸν ὁποῖον κρατεῖτε ὅλοι ἀνὰ χεῖρας, τὸ 1871 παρουσιάζει περίσσευμα 172,000 δραχμῶν.
§137ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί σελίς;
§138ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν σελ. κʹ.
§139ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀνοίξατε σελίδα ιή.
§140ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα θὰ ἔλθω. — Ἀλλὰ πῶς κατορθόνει τὸ θαῦμα τοῦτο ὁ κ. Χρηστίδης; Ἐν πρώτοις ἐλαττόνει τὰ ἐντὸς τοῦ 1871 πραγματοποιηθέντα ἔσοδα κατὰ δραχμὰς 262,000, ἀφ’ ὅσα ὁ προκάτοχός του κ. Παπαμιχαλόπουλος μᾶς παρουσίασε πέρυσιν, ἀφαιρεῖ δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀπὸ τὸ ἄρθρον τῶν μεταλλείων καὶ ὀρυκτῶν· τὸ δὲ μεγαλείτερον αὐτοῦ μέρος προέρχεται, ὡς μοὶ εἶπε σήμερον ὁ Διευθυντὴς τοῦ γεν. Λογιστηρίου, ἀπὸ ἀντίτιμον 20,000 κανταρίων σμύριδος, τὰ ὁποῖα διετέθησαν μὲν καὶ ἐπληρώθησαν κατὰ τὸ ἔτος 1871, ἀλλ’ ὁ κ. Χρηστίδης τὰ ἐθεώρησεν ὑπαγόμενα εἰς ἄλλην χρῆσιν. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1868, ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Σίμου, ἐγένετο σύμβασις περὶ σμύριδος, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἐργολάβος Ἔβωνς καὶ ὁ ἐγγυητὴς αὐτοῦ Ἔρλαγγερ ὤφειλον νὰ λαμβάνουν κατ’ ἔτος 40 χιλιάδας κανταρίων Ναξίας σμύριδος ὑποχρεωτικῶς, εἶχε δὲ τὸ δημόσιον τὸ δικαίωμα νὰ τοῖς ἐπιβάλλῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ λαμβάνουν καὶ ἄλλας εἴκοσι χιλιάδας κανταρίων. Οἱ ἐργολάβοι, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐξοδεύσουν τὸ ποσὸν τῶν 60 χιλιάδων κανταρίων, ἢ, διὰ νὰ εἴπω καλλίτερον, εὑρίσκοντες συμφέρον νὰ ἐξοδεύουν ὀλιγωτέραν ἑλληνικὴν σμύριδα, περιωρίσθησαν νὰ λαμβάνουν μόνον τὰς 40 χιλιάδας κανταρίων, οὐχὶ δὲ τὰς προαιρετικὰς διὰ τὸ δημόσιον 20 χιλιάδας. Ἡ κυβέρνησις ἐπανειλημμένως προσεκάλεσεν αὐτοὺς ἐπὶ τῶν προκατόχων μου νὰ λάβουν καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ, ἀλλ’ αὐτοὶ ἀγρὸν ἠγόρασαν· οὐδεὶς δὲ τῶν προκατόχων μου ἐνέκρινε νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ ἄρθρον τῆς συμβάσεως, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ δημόσιον εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ ἀναπλειστηριασμὸν καὶ νὰ μεταβιβάσῃ εἰς ἄλλον ἐργολάβον τὴν σμύριδα. Ἐγὼ, ἅμα εἰσῆλθον εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἐνήργησα τὸν ἀναπλειστηριασμὸν τοῦτον, καὶ μετεβίβασα τὴν σμύριδα εἰς τὸν κ. Βαφειαδάκην καὶ ἄλλους ἐμπόρους τῆς Σύρου. Ἐπειδὴ δὲ αἱ ἐτήσιοι περίοδοι ἄρχονται ἀπὸ τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου διὰ τὸ προαιρετικὸν, ὑπεχρέωσα τοὺς νέους ἐργολάβους νὰ λάβωσιν ἐντὸς τοῦ 1871 δύω δόσεις, ἤτοι μίαν πρὸ τοῦ 7βρίου, καὶ ἄλλην μετ’ αὐτόν· Ἀφοῦ δὲ καὶ ἡ σμύρις παρεδόθη καὶ τὸν ἀντίτιμον εἰσεπράχθη κατὰ τὸ 1871, δικαίως τὸ κατελόγισεν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ 1871. Ἐν τούτοις ὁ κ. Χρηστίδης ἔκρινεν εὔλογον νὰ τὸ ἀφαιρέσῃ, διότι ἦτον ἀνάγκη νὰ ἐλαττωθοῦν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τὰ ἔσοδα τοῦ 1871, ἅτινα εὐτυχῶς ἀνέβησαν τοσοῦτον, ὥστε πολὺν κόσμον ἐσκανδάλισαν. Ἐκτὸς τῆς ἐλαττώσεως ταύτης ὁ κ. Χρηστίδης ἀφαιρεῖ αὐθαιρέτως καὶ τὰς προκαταβολὰς τῶν ἐθνικῶν φυτειῶν καὶ γαιῶν, ἐξ ὧν εἰσεπράχθησαν 960 χιλιάδες δραχμῶν. Τὸ ἔσοδον τοῦτο κατελογίσθη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1871 ὑπὸ ἴδιον ἄρθρον καὶ ἐθεωρήθη ὡς ἔσοδον ἀνῆκον εἰς τὸ ἔτος τοῦτο, καθ’ ὃ ἐβεβαιώθη καὶ εἰσεπράχθη. Δικαιολογεῖ δὲ τὴν ἀφαίρεσιν λέγων, ὅτι εἶναι ἔκτακτον ἔσοδον· ὁ δὲ κύριος ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, διακόπτων με πρὸ ὀλίγου, εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ, διότι προέρχεται ἐξ ἀπαλλοτριώσεως ἐθνικῆς περιουσίας. Ἀλλὰ πόθεν ἐξάγει ὁ κ. Χρηστίδης τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐκτάκτου, καὶ διατί κατεχώρισε καὶ αὐτὸς 500 χιλ. ἐκ τούτου εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1873, ἀφοῦ ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ 1871; Ὅπως δὲ ἐννοήσητε εὐκόλως τὴν ἀξίαν τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὑπουργοῦ, φρονοῦντος, ὅτι τὸ ἔσοδον τοῦτο, καθὸ προερχόμενον ἐξ ἀπαλλοτριώσεως, δὲν ἔπρεπε νὰ συμπεριληφθῇ, ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι μεταξὺ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα πολλὰ παραγόμενα ἐξ ἐκποιήσεως ἐθνικῆς περιουσίας, οἷον τὸ τίμημα τῶν ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν φθαρτῶν κτημάτων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἰσπράττεται κατ’ ἔτος ἓν περίπου ἑκατομμύριον, καὶ τὸ ἑκατομμύριον τοῦτο σημειοῦται πλῆρες καὶ ἀκέραιον μεταξὺ τῶν εἰσοδημάτων τοῦ κράτους.
§141ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ἐφέτος;
§142ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐφέτος καὶ πάντοτε. — Ἐπίσης τὰ χρεωλύσια καὶ οἱ τόκοι τῶν προικοκτησιῶν, ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἰσπράττονται ἑκατοντάδες χιλιάδων δραχμῶν, τὸ ἀντίτιμον τῆς πωλουμένης σμύριδος ὑπερβαῖνον τὸ ἥμισυ ἑκατομμύριον, καὶ ἄλλα τοιαῦτα. Ἀφοῦ δὲ ὅλα ταῦτα καταχωρίζονται εἰς τὰ ἔσοδα τῶν οἰκείων χρήσεων, δὲν ἐννοῶ διατί ὅσα εἰσεπράξαμεν ἀπὸ τὰς ἐθνικὰς γαίας καὶ τὰς φυτείας κατὰ τὸ 1871 δὲν πρέπει νὰ καταλογισθῶσιν εἰς τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως ταύτης, ἐκτὸς ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐλλαττωθῶσι ταῦτα κατὰ 960 χιλιάδας δραχμῶν.
§143ΖΩΧΙΟΣ. Ποῖον τὸ ὄφελος ἐκ τῆς μεταθέσεως;
§144ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι τὸ 1871 ἔχει ἔλλειμμα.
§145ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι· ὁ λόγος εἶναι διὰ νὰ μὴ ἀπατᾶταί τις ὅτι ἔχομεν ἰσοζύγιον εἰς τὸν προϋπολογισμόν, καταλογιζομένων ἐσόδων, τὰ ὁποῖα σήμερον εἶναι καὶ αὔριον δὲν εἶναι.
§146ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ μήπως τὸ ἔσοδον τῶν φθαρτῶν εἶναι παντοτεινόν; καὶ αὐτὸ θὰ λείψῃ.
§147ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὰ εἶναι στερεὰ, εἶναι δεκαπενταετῆ.
§148ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δεκαετῆ μόνον· ἀλλὰ καὶ ἐκ τούτων προκαταβάλλεται τὸ πεμπτημόριον, πολλάκις δὲ καὶ ὁλόκληρον τὸ τίμημα. Ἔπειτα καὶ αἱ προκαταβολαὶ, περὶ ὧν πρόκειται, δὲν εἶναι ἐξαιρετικαὶ διὰ μόνον τὸ 1871· ἐξηκολούθησαν κατὰ τὸ 1872, ἐξακολουθοῦσι κατὰ τὸ 1873 καὶ θὰ ἐξακολουθήσωσι καὶ διά τινα ἔτη ἀκόμη. Μᾶς ἀφαιροῦν προσέτι 500 χιλιάδας δραχμὰς, τὰς ὁποίας εἰσεπράξαμεν ἀπὸ τὴν ὑπερτίμησιν μετοχῶν τινων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὰς ὁποίας ἐπωλήσαμεν. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀφαίρεσις αὕτη εἶναι ἀδικαιολόγητος, διότι ἀπὸ κᾀμμίαν σχεδὸν χρῆσιν δὲν λείπουν τοιαῦτα τυχηρὰ καὶ ἔκτακτα. Τὰ ἔτη 1868, 1869, 1870 καὶ 1872 περιέχουσιν ἔσοδα ἀπὸ ὑπερτίμησιν μετοχῶν· τὸ 1872 ἔχει περιπλέον 360,000 ἀπὸ παλαιὰ χαλκονομίσματα, καὶ εἰς αὐτὸν ἀκόμη τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1873 γίνεται μνεία τοιούτων. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι μᾶς ἠδίκησεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διαβεβαιώσας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἐψεύσθημεν εἰς τοὺς ὑπολογισμούς μας, καὶ ὅτι τὸ 1871 ὄχι μόνον δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς ὅλας του τὰς ἀνάγκας, ἀλλ’ ἀφῆκεν ἔλλειμμα 1,300,000 δραχμῶν, ἐνῷ ἐξ ὅσων σᾶς ἐξέθηκα προκύπτει ὅτι ὄχι μόνον ἐφθάσαμεν εἰς ἰσοζύγιον, ἀλλὰ ἀφήκαμεν καὶ περίσσευμα. Ἀλλ’ ὡς νὰ μὴ ἤρκουν ὅσα ἔγραψε καὶ εἶπεν ὁ κ. Χρηστίδης, παρουσιάζει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μίαν ἔκθεσιν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, εἰς τὴν ὁποίαν γράφονται πολὺ περισσότερα ἀφ’ ὅσα ἐνόμισεν ὁ κ. Χρηστίδης ὅτι τῷ ἦτον ἐπιτετραμμένον νὰ εἴπῃ αὐτός. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο δὲν τὸ κρίνω ἄξιον διὰ νὰ τὸ καταστήσω ἀντικείμενον κοινοβουλευτικῆς συζητήσεως.
§149ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅταν τὸ ἔφερεν ὁ ὑπουργός;
§150ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Εἶπον, ὅτι τὸ φέρω εἰς πληροφορίαν, δὲν τὸ συζητῶ αὐτό.
§151ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ κ. Χρηστίδης νὰ τοῦ κάμω τὴν φιλικὴν παρατήρησιν, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν προσάγονται ἔγγραφα ὑπαλλήλων, περιέχοντα πληροφορίας καὶ σημειώσεις, οὐδέποτε ὅμως ἔγγραφα περιέχοντα κρίσεις καὶ σκέψεις. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀκούσῃ τὰς κρίσεις καὶ τὰς σκέψεις ἑνὸς ὑπαλλήλου· ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀκούσῃ τὰς κρίσεις καὶ τὰς σκέψεις τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ πρὸς τὸν ὑπουργὸν θὰ ἀπαντήσωσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες, μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ θὰ συζητήσωσιν· οὐδέποτε δὲ εἶναι ἐπιτετραμμένον, καθὼς ἔκαμεν ὁ κ. Χρηστίδης, νὰ προσάγωνται ἔγγραφα ὑπαλλήλων γεμάτα οὐχὶ ἀπὸ πληροφορίας, ἀλλ’ ἀπὸ κρίσεις καὶ σκέψεις· ἄλλως τε, ἐὰν ᾖναι ἐπιτετραμμένον νὰ προσάγωνται εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφα τῶν ὑπαλλήλων περιέχοντα κρίσεις καὶ σκέψεις, ἐρωτῶ τὸν κ. Χρηστίδην, διατί περιωρίσθη νὰ φέρῃ μόνον ἔκθεσιν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἥκιστα ἁρμόδιος ὑπάλληλος, ὅταν πρόκειται περὶ κρίσεων καὶ σκέψεων ἐπὶ οἰκονομικῶν πραγμάτων, καὶ δὲν ἔφερε π. χ. μίαν ἔκθεσιν τοῦ τμηματάρχου τοῦ τελωνειακοῦ τμήματος διὰ τὰ τελωνειακὰ, ἢ τοῦ τμηματάρχου τῶν ἀμέσων φόρων διὰ τὰ προϊόντα τῆς γῆς; Ἀλλὰ καὶ ὅταν ὁ ὑπουργὸς φέρῃ ἔγγραφα ὑπαλλήλων, τὰ ὁποῖα περιέχουν ἁπλᾶς πληροφορίας, φρονῶ ὅτι ἔχει τὸ καθῆκον νὰ τὰ ἐξελέγχῃ προηγουμένως, καὶ ὄχι νὰ τὰ παρουσιάζῃ ἀνεξετάστως εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὅταν δὲν συνᾴδουν μὲ τὰ δημόσια βιβλία καὶ μὲ τὴν ἀλήθειαν. Π. χ. ἡ ἔκθεσις τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γεν. Λογιστηρίου ἀναφέρει εἰς ἓν μέρος, ὅτι τὸ ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν μετοχῶν τῆς Τραπέζης ἔσοδον οὐδεμίαν θὰ κατέχῃ τοῦ λοιποῦ θέσιν ἐν τοῖς δημοσίοις βιβλίοις, διότι πᾶσαι αἱ μετοχαὶ ἐπωλήθησαν κατὰ τὸ 1871. Εἶναι ἀληθὲς, σᾶς ἐρωτῶ, κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦτο;
§152ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Τί ἔμεινε διὰ τὸ 1872;
§153ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἔγγραφα τοσοῦτον ἀνακριβῆ δὲν πρέπει νὰ προσάγωνται.
§154ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνακριβές· 200 μετοχαὶ πᾶνε, ταῖς ἔφαγαν.
§155ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές. Μετοχαὶ ὑπῆρχον καὶ ἐπωλήθησαν κατόπιν εἰς τὸ 1872.
§156ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Πόσαι ἔμειναν, πέντε ἢ ἕξ;
§157ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, ὅταν ἤλθομεν ἡμεῖς εἰς τὸ ὑπουργεῖον, αἱ διαθέσιμοι μετοχαὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἦσαν μόνον 621, ἐπωλήσαμεν δὲ τὰς 450, καὶ ἔμειναν 171.
§158ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἔτσι.
§159ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνοίξατε τὸ βιβλίον, τὸ ὁποῖον κρατεῖτε, καὶ τὸ βλέπετε. Ὁ ἀριθμὸς 171 ἀπέναντι τῶν 450 δὲν εἶναι μικρὸν πρᾶγμα.
§160ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶναι τίποτε, διαφωνία μόνον ἐπὶ ἀριθμοῦ.
§161ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πόσαι ἔμειναν διὰ τὸ 1872;
§162ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. 171, ἀπὸ τὴν ὑπερτίμησιν τῶν ὁποίων προέκυψαν 225 χιλιάδες δραχμῶν, σημειούμεναι ὡς ἔσοδα τῷ 1872.
§163ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τέλος ἡμεῖς, ὅταν ἤλθομεν, δὲν εὕρομεν καμμίαν.
§164ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρόκειται περὶ ἀκριβείας ἐγγράφων, παρουσιαζομένων διὰ Βουλήν. Ἀλλ’ ἔτι μεγαλειτέραν ἐντύπωσιν μοὶ ἔκαμεν ἑτέρα περικοπὴ τοῦ αὐτοῦ ἐγγράφου, εἰς τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ προσέξῃ πολὺ καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν ἀπεφάσισε νὰ τὸ παρουσιάσῃ διὰ Βουλὴν ὡς Documentum πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἰδεῶν του καὶ σκέψεών του. Εἰς τὸ τέλος τῆς ἐκθέσεώς του λέγει ὁ διευθυντὴς τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, ὅτι τὴν 8 Ἰουλίου 1872, ὅτε δηλαδὴ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἔμενον ἀπλήρωτοι δαπάναι ἢ χρέη 422 χιλιάδες, ἀναγόμεναι εἰς τὴν ἔκτακτον πίστωσιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐζητήθη κατὰ τὸ 1871 τὸ δάνειον τῶν 4,000,000, καὶ ἐξωφλήθησαν ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δημοσίου ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1872. Ἡ περικοπὴ αὕτη μοὶ ἔκαμε μεγάλην ἐντύπωσιν. Ἐνθυμούμην ὅτι τὸ σύνολον τῶν ὀφειλομένων ἀπὸ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων, διὰ τὰς ὁποίας κατὰ τὸ ἔτος 1871 ἐζητήθη ἔκτακτος πίστωσις, ἔφθασεν εἰς 700 χιλιάδας δραχμῶν, ὅτι ἡ πίστωσις ἐψηφίσθη κατὰ μῆνα Ἰούνιον, καὶ ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν ἐνταλμάτων ἐξεδόθησαν ἐντὸς τοῦ πρώτου ἢ δευτέρου μηνός. Ἠρώτησα λοιπὸν τὸν ἴδιον Διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, πόθεν ἔχει τὴν πληροφορίαν ὅτι αἱ 422 χιλ. δραχμῶν ἔμειναν ἀπλήρωτοι καὶ ἐπληρώθησαν ἀπὸ χρήματα τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1872· μοὶ εἶπε δὲ, ὅτι ἐξάγει τοῦτο ἐκ τοῦ ὅτι τὰ ἐντάλματα ταῦτα εἶναι ἐγγεγραμμένα εἰς τὰ βιβλία τῶν ταμιῶν μετὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1872, ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ παραδέχεται καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν αἰτιολογίαν ταύτην ὡς ὀρθήν.
§165ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἐγὼ ὑπέγραψα ὅλα τὰ διαγεγραμμένα ἔγγραφα τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§166ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀγδοῆντα χιλιάδες εἶναι αὐταί.
§167ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὕστερον ἦλθα καὶ εἰς τὴν οἰκονομίαν καὶ ηὗρα καὶ ἐκεῖ ἀπλήρωτα, ηὗρα καὶ ἓν γραμμάτιον....
§168ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀναφέρεται ἀλλαχοῦ.
§169ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἐὰν ἔμεινε τὸ ποσὸν ἐκκρεμὲς, εἶναι ἀδιάφορον· ὅταν ἐξοφληθῇ τὸ ἔνταλμα, τότε περνᾶται εἰς τὰ βιβλία.
§170ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί γίνεται· τὰ ἐντάλματα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων περιέχουν συνήθως πολλοὺς δικαιούχους καὶ στέλλονται εἰς τοὺς ταμίας, οἵτινες δὲν τὰ ἐγγράφουν εἰς τὰ βιβλία, εἰμὴ ἀφοῦ πληρωθῶσι πάντες οἱ δικαιοῦχοι· ἐντάλματα π. χ. δι’ ἀπαριθμήσεις ζώων, διὰ χορηγήματα ναυτικὰ, περιλαμβάνουσιν ἐνίοτε 150 καὶ 200 δικαιούχους. Τοιαῦτα ἐντάλματα εἶχον ἐκδοθῆ ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1871, καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν δικαιούχων ἔσπευσαν νὰ πληρωθῶσιν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔμειναν ἀπλήρωτα ὀλίγα ἢ καὶ ἓν μόνον πρόσωπον, ἡ ἐγγραφὴ τῶν ἐνταλμάτων ἐγένετο μετὰ τὴν 8 Ἰουλίου. Περιορίζομαι εἰς τὰς ἐλλείψεις ταύτας τοῦ ἐγγράφου, διότι δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ τὸ ἀναλύσω, ἀλλὰ θέλω ἁπλῶς νὰ πείσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἔγγραφον ὑπαλλήλων δὲν πρέπει νὰ ἔρχεται εἰς τὴν Βουλὴν χωρὶς προηγουμένως νὰ ἐξετάζηται ἀκριβῶς, διότι τὰ τοιαῦτα ἀντὶ νὰ φωτίζουν τὴν Βουλὴν, ἀπεναντίας σκοτίζουν καὶ συγχέουν τὰ πράγματα.
§171ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἔγγραφον δὲν ἔχει ἄλλην ἀφορμὴν παρὰ μόνον...
§172ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκόμη θὰ εἴπω δι’ αὐτὸ τὸ χαρτὶ κἄτι.
§173ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Πές μας γενικὰ πράγματα καὶ ἄφες αὐτά. (Ἱλαρότης).
§174ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος πταίει δι’ αὐτὰ τὰ πράγματα;
§175ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐσεῖς τὰ ἐφέρατε, κύριε Σωτηρόπουλε;
§176ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τὰ ἔφερα; ὄχι. — Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ περιεργότερον ἀπὸ ὅλα, ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, μὴ θέλον νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1871 συνετέλεσε κατά τι εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῶν εἰσπράξεων, ἀποδίδει αὐτὴν εἰς τὴν σπανίαν, ὡς τὴν ὀνομάζει, εὐφορίαν τῶν προϊόντων τῆς γῆς κατὰ τὸ 1871 καὶ τὴν ἀπότομον τά συναλλαγῶν ἀνάπτυξιν. Μεγαλειτέρα ἄγνοια ἢ διαστροφὴ τῶν πραγμάτων δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ· διότι κατὰ τὸ 1871, ἐὰν ἐξαιρέσητε τὴν σταφίδα καὶ τὰ σῦκα, ἦτο μεγίστη ἀφορία ὅλων τῶν λοιπῶν προϊόντων· ἡ ἐσοδεία τοῦ ἐλαίου ἦτο μικρὰ, ἡ δὲ πρόσοδος τῶν δημητριακῶν καρπῶν οὐδέποτε ἐνοικιάσθη ὀλιγώτερον. Κατὰ τὸ 1871 αἱ ἐνοικιάσεις ἔδωκαν ἓν ἑκατομμύριον ὀγδοήκοντα ἑπτὰ χιλιάδας κοιλὰ σιτηρῶν, ἐνῷ κατὰ τὸ 1870 ἡ πρόσοδος αὐτῶν ἀνέβη εἰς 1,200.000, καὶ κατὰ τὸ 1868 εἰς 1,400,000. Τὸ 1871 δὲν ἦτον ἔτος εὔφορον, ἀλλὰ τὸ λέγουν οὕτω, διὰ νὰ ἐλαττώσουν τὴν ἀξίαν τῶν μέτρων ἡμῶν. Λυποῦμαι, Κύριοι, εὑρισκόμενος εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λέγω τόσον πολλὰ διὰ τὸ 1871, ἀλλ’ ἡ ἐπίτευξις τοῦ οἰκονομικοῦ ἰσοζυγίου ἐθεωρεῖτο παρὰ πάντων ἀδύνατος, καὶ οὐδεὶς ἤθελε νὰ τὴν πιστεύσῃ πρὸ τῆς λήξεως τῆς χρήσεως. Ὁ ἔντιμος φίλος μου κύριος Βαλασόπουλος, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1871, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀφορίαν τῶν προϊόντων τῆς γῆς, ἐσυμπέρανεν ὅτι τὰ εἰσοδήματα τοῦ ἔτους ἐκείνου δὲν ἠδύναντο νὰ ὑπερβῶσι τὰ 30,000,000, καὶ ὅτι μέγα ἔμελλε νὰ παρουσιασθῇ ἔλλειμμα. Ἄλλος ἀξιότιμος φίλος μου, ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὅστις μὲ διεδέχθη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐβεβαίωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ 1871 ἤθελεν ἀφήσει ἔλλειμμα ἀνώτερον τῶν 2,000,000. Δὲν παραπονοῦμαι, κύριοι, κατὰ τοῦ κ. Βαλασοπούλου, διότι εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἀφορίαν καὶ πολλὰ ἄλλα περιστατικὰ, ἔτι δὲ δὲν ἐγνώριζεν, ὅτε ἐσυζητεῖτο ὁ προϋπολογισμὸς, τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἐσκόπει νὰ λάβῃ. Δὲν παραπονοῦμαι ἐπίσης οὔτε κατὰ τοῦ φίλου μου κυρίου Δηλιγιάννη διὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ὅτε ἐλάλει καὶ ἐκεῖνος δὲν ἠδύναντο νὰ ᾖναι γνωστὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1871, ἔλαβε δὲ ὑπ’ ὄψιν ἀφ’ ἑνὸς τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα, καθόσον οὐδόλως ὑπέθεσεν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσιν ἔσοδα περισσότερα τῶν προϋπολογισθέντων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὰ προϋπολογισθέντα ἔξοδα, κατὰ τὰς ὑποβληθείσας καὶ ψηφισθείσης πιστώσεις, καὶ οὕτως εὕρισκεν ἔλλειμμα. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ παραπονεθῶ καὶ κατὰ τοῦ κυρίου Χρηστίδου, ὅστις, καί τοι ἔχων ὑπ’ ὄψιν του τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1871, ἀρνεῖται τὸ περίσσευμα. Ἀρκετὰ, κύριοι, ἐμακρυγόρησα διὰ τὸ ἔτος 1871. Ἀλλὰ συγχωρήσατέ μοι νὰ μὴ ἀπομακρυνθῶ ἀπ’ αὐτοῦ πρὶν σᾶς κάμω λόγον καὶ περί τινος ἐπαγγελίας, τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἔκαμε περὶ καταργήσεως τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν· τοσοῦτον δὲ μᾶλλον εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ κάμω λόγον περὶ τῆς ἐπαγγελίας ταύτης, ὠφελούμενος ἀπὸ τὴν παροῦσαν περίστασιν, καθόσον αὕτη δὲν ἐπιστεύθη παρὰ πολλῶν· εὑρέθησαν μάλιστά τινες, οἱ ὁποῖοι τὴν ἐθεώρησαν ὡς ἀγυρτίαν. Ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου, ὁ σεβαστὸς φίλος μου κύριος Κουμουνδοῦρος, καὶ ἐγὼ πολεμοῦμεν πρὸ πολλῶν ἐτῶν τὸ ὑπάρχον σύστημα τῆς ἀποδεκατώσεως, πρὸ πάντων διὰ τοὺς δημητριακοὺς καρπούς. Τὸ σύστημα τοῦτο οὐδεὶς βεβαίως ὑποστηρίζει, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἡμεῖς ὄχι μόνον τὸ πολεμοῦμεν γράφοντες καὶ λαλοῦντες κατ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ πολλάκις ἀπεπειράθημεν νὰ τὸ καταργήσωμεν. Ἔχομεν, κύριοι, τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐνόσῳ τὸ φορολογικὸν τοῦτο σύστημα εὑρίσκεται εἰς ἐνέργειαν, ὁ τόπος εἶναι ἀδύνατον νὰ προοδεύσῃ, ἡ γεωργία εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑψώσῃ κεφαλήν. Φέρετε ὅσα θέλετε κεφάλαια εἰς τὴν Ἑλλάδα, κάμετε ὅσας θέλετε ἐπιχειρήσεις, συστήσατε ὅσας θέλετε γεωργικὰς ἑταιρίας· ἐνόσῳ διατηρεῖται τὸ ἐπάρατον αὐτὸ σύστημα, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὠφεληθῇ ἐξ αὐτοῦ ἡ γεωργία καὶ ἡ γεωργικὴ τάξις, ἡ ὁποία, ὡς γνωρίζετε καλλίτερα ἀπὸ ἐμὲ, ἀποτελεῖ τὸ μεγαλείτερον μέρος τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος καὶ ὑφίσταται τὰ μεγαλείτερα βάρη τῆς πολιτείας. Τὸ σύστημα τῆς ἀποδεκατώσεως ἔχει δύω κύρια ἐλαττώματα· τὸ ἓν σχετίζεται μὲ τὴν βάσιν τοῦ συστήματος, τὸ δὲ ἄλλο μὲ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Τὸ ἐλάττωμα τῆς βάσεως εἶναι ὅτι φορολογεῖ τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον, καὶ ἑπομένως φορολογεῖ τὰ κεφάλαια καὶ τὴν ἐργασίαν· ἕνεκα τούτου δὲν συμφέρει εἰς τὸν γεωργὸν καὶ κτηματίαν νὰ δαπανήσωσι πλειότερα πρὸς βελτίωσιν τῆς καλλιεργείας καὶ παραγωγὴν πλειοτέρων καρπῶν καὶ ὅταν ἀκόμη ᾖναι πεπεισμένοι ὅτι ἡ δαπάνη θέλει ἀφήσει ἀρκετὸν κέρδος. Ὁ γεωργὸς, ὁ καλλιεργῶν ἐθνικὴν γῆν, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δώσῃ εἰς τὸ δημόσιον τὸ τέταρτον τῶν παραγομένων καρπῶν, δὲν εὑρίσκει δὲ συμφέρον νὰ ἐπαυξήσῃ τὴν παραγωγὴν διὰ προσθέτων δαπανῶν καὶ ὅταν ἀκόμη αἱ δαπάναι δώσωσι μεγάλην ὠφέλειαν μέχρι 40%, ὅπερ ἀδύνατον. Καὶ ἰδοὺ πῶς. Ὑποθέσατε ὅτι ἀγρὸς, ὅστις δίδει συνήθως πρόσοδον 1000 δραχμῶν, κατωρθώθη διὰ προσθέτων ἐργασιῶν ἀξίας 100 δραχμῶν, ἤτοι διὰ πλειοτέρων ἀρδεύσεων, διὰ καλλιτέρου σκαψίματος ἢ σκαλίσματος, ἢ διὰ καλλιεργείας προϊόντων ἀπαιτούντων μεγαλειτέρας δαπάνας, κατωρθώθη, λέγω, νὰ δώσῃ προϊόντα ἀξίας 1,140 δραχμῶν, ἤτοι τὰς 1,000, ἃς ἔδιδε πρότερον, τὴν πρόσθετον δαπάνην τῶν 100 δραχμῶν καὶ 40 δραχμῶν ὠφέλειαν. Ἀπὸ τὰς 1000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας παρῆγε πρότερον ὁ ἀγρὸς, ἐλάμβανε τὸ δημόσιον 250 δραχμάς· ἀπὸ δὲ τὰς 1,140, τὰς ὁποίας παρήγαγεν ἤδη καὶ αἱ ὁποῖαι ὀφείλονται εἰς τὴν καταβολὴν τῆς προσθέτου δαπάνης, θέλει λάβει τὸ δημόσιον 285, δηλαδὴ 35 δραχμὰς περισσοτέρας. Ἀφοῦ δὲ λάβῃ τὸ δημόσιον 35 δραχμὰς, δὲν μένουσιν εἰς τὸν γεωργὸν ἐκ τῆς ὠφελείας, τὴν ὁποίαν τὸ πρόσθετον κεφάλαιον ἔφερεν, εἰμὴ μόνον δραχμ. πέντε.
§177ΔΡΟΣΟΣ. Αὐτὴ ἡ ἐπαγγελία εἶναι πρὸ 10 ἐτῶν· διατί δὲν τὴν ἐφέρατε εἰς ἐνέργειαν;
§178ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα θέλω σᾶς εἴπει περὶ τούτου. Λοιπὸν βλέπετε, κύριοι, ὅτι καὶ ὅταν παραδεχθῶμεν, καθὼς σᾶς εἶπον, τὴν ἀδύνατον ὑπόθεσιν ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ γεωργὸς, καταθέτων κεφάλαια πρὸς ἐπαύξησιν τῆς παραγωγῆς καὶ βελτίωσιν τῆς καλλιεργείας, νὰ λάβῃ ὠφέλειαν καὶ 40%, ὅτι καὶ τότε ἀκόμη ζημιοῦται. Ἑπομένως εἶναι ἀδύνατον, ἐνόσῳ ἔχετε τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς φορολογίας, τὰ κεφάλαια νὰ στραφῶσι πρὸς τὴν γεωργίαν. Ταῦτα θέλουν ἀπασχολεῖσθαι κατὰ προτίμησιν εἰς τὰς οἰκοδομὰς, εἰς τὰς ἐμπορικὰς ἐπιχειρήσεις, τὴν ναυτιλίαν, τοὺς συνεταιρισμοὺς, τὰ μεταλλεῖα, καὶ οὐδέποτε πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας. Τὰ κεφάλαια θὰ ἀπομακρύνωνται ἀπὸ τὴν γεωργίαν, ἐνόσῳ ἔχετε σύστημα φορολογίας παρακολουθοῦν τὴν παραγωγὴν καὶ λαμβάνον μέγα μέρος αὐτῆς, χωρὶς νὰ συλλογίζεται ὅτι διὰ τοῦ μέρους αὐτοῦ φορολογοῦνται καὶ τὰ κεφάλαια. Ἐκτὸς τούτου τοῦ ἐλαττώματος, ὑπάρχει καὶ ἄλλο μέγα, τὸ ὁποῖον σχετίζεται μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ φορολογικοῦ μας συστήματος. Διὰ νὰ λαμβάνῃ ὁ φορολογῶν τὸ μερίδιόν του ἐπὶ τῶν παραγομένων καρπῶν εἶναι ἀνάγκη νὰ παρακολουθῇ πάντοτε τὸν παραγωγὸν εἰς ὅλας τὰς ἐργασίας τῆς συγκομιδῆς· ὡς ἐκ τούτου ὁ γεωργὸς εὑρίσκεται εἰς ἀδιάκοπον συνάφειαν μετὰ σμήνους ἐνοικιαστῶν, ἐπιστατῶν, φυλάκων, ἀπαριθμητῶν, καταμετρητῶν, κατασχετῶν, εἰσπρακτόρων καὶ λοιπῶν, οἱ ὁποῖοι τὸν καταθλίβουσι παντοειδῶς καὶ τὸν ἀδικοῦσιν. Εἰς ὅλον τὸν κόσμον ὁ γεωργὸς εὑρίσκει συμφέρον νὰ ποικίλλῃ τὴν καλλιέργειαν καὶ νὰ ἐπιζητῇ τὴν παραγωγὴν πλειοτέρων εἰδικῶν προϊόντων· οἱ ἡμέτεροι ὅμως γεωργοὶ δὲν τολμῶσι νὰ διαθέσωσι μέρος τῶν γαιῶν των εἰς καλλιέργειαν καπνοῦ, βαμβακίου, μποστανίων, κρομμύων καὶ ἄλλων τοιούτων, διότι τὴν φορολογίαν ἑκάστου εἴδους παρακολουθεῖ ἰδιαιτέρα διαδικασία δηλώσεων, καταμετρήσεων καὶ ποινικῶν καταδιώξεων. Εἰς πολλὰ χωρία ἐγκατελείφθη ἡ καλλιέργεια τῶν μποστανίων καὶ τῶν κηπουρικῶν προϊόντων, ὅπως πρὸ τῆς μεταπολιτεύσεως τοῦ 1843, ὅτε οἱ φόροι ἐπεβάλλοντο ἄνευ τῆς συμμετοχῆς τῶν ἐπαρχιῶν, ἀπεκόπησαν πολλὰ σποράδην κείμενα ὀπωροφόρα δένδρα διὰ τὰ ἐκ τῆς φορολογίας ἀδικήματα. Ὁ πολίτης πληρόνει εὐχαρίστως τὸν φόρον του, ἀλλὰ δὲν ὑποφέρει νὰ γίνεται ἀντικείμενον τῆς αἰσχροκερδείας τοῦ ἐνοικιαστοῦ, τοῦ καταμετρητοῦ, τοῦ ἐπιστατοφύλακος καὶ τῶν τοιούτων. Διὰ ταῦτα, κύριοι, ἡμεῖς πολεμοῦμεν καὶ ἐπιμένομεν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος. Νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἄξιον λόγου, διὰ νὰ τὸ ἀκούσῃ ἡ Βουλή.
§179ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§180ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ταῦτα ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, εἰσηγάγομεν κατὰ τὸ 1871 εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπροτείναμεν νὰ καταργηθῇ τὸ ὑπάρχον φορολογικὸν σύστημα καὶ νὰ εἰσαχθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ διανεμητικόν, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ εἰς διάφορα μέρη τῆς Εὐρώπης. Ἀλλὰ παρετηρήσαμεν ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔδειξε πολλὴν προθυμίαν νὰ παραδεχθῇ καὶ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, διότι κατ’ αὐτὸ ἀπαιτεῖται ἡ σύμπραξις πολλῶν ὑπαλλήλων καὶ πολλῶν ἐπιτροπῶν, ὅλος δὲ ὁ κόσμος δὲν ἔχει πεποίθησιν εἰς τὰ φῶτα καὶ τὴν εἰλικρίνειαν τῶν διαφόρων προσώπων, τὰ ὁποῖα καλοῦνται νὰ συμπράξωσιν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου συστήματος. Ἀφοῦ εἴδομεν ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἦτον εὐδιάθετος νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ὑπάρχοντος φορολογικοῦ συστήματος διὰ τοῦ διανεμητικοῦ, ἀπεφασίσαμεν νὰ λάβωμεν ἓν μέτρον λίαν τολμηρόν, ἀπεφασίσαμεν δηλ. νὰ προβῶμεν εἰς τὴν τελείαν κατάργησιν τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ τὴν ἀναπλήρωσιν τῆς ἐξ αὐτῶν προσόδου δι’ ἄλλων φόρων· ἀλλὰ τοῦτο ἐκρίθη τοσοῦτον τολμηρόν, ὥστε πολλοὶ τὸ ἐθεώρησαν ὡς ἀγυρτίαν, ὡς ἓν ψεῦδος. Ἐνόμισαν, φαίνεται, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἄνθρωποι, τοὺς ὁποίους πολιτικός τις ἀνεμοστρόβιλος εἶχε θέσει εἰς τὰς ἕδρας τῶν ὑπουργῶν καὶ οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἄλλο εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν, εἰμὴ πῶς νὰ διατηρηθῶμεν ἐπ’ αὐτῶν, καὶ ὅτι χάριν τούτου ἤμεθα ἱκανοὶ νὰ εἴπωμεν πᾶν ψεῦδος καὶ πᾶσαν ἀγυρτίαν, διότι πίπτοντες ἠθέλαμεν κρυφθῆ εἴς τινα γωνίαν ἢ ἠθέλαμεν φύγει ἀπὸ τὴν κοινωνίαν. Δὲν ἐσκέφθησαν ὅτι ζῶμεν καὶ ἡμεῖς ἐν τῇ κοινωνίᾳ ταύτῃ, ὅτι πολιτευόμεθα, ὅτι ἀνήκομεν εἰς ἐπαρχίας, αἱ ὁποῖαι μᾶς κάμνουν τὴν τιμὴν νὰ μᾶς στέλλουν εἰς τὸν περίβολον τοῦτον. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ σφάλλωμεν, ἀλλὰ δὲν ἔχει κἀνεὶς τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι λέγομεν πράγματα ὅλως διόλου ψευδῆ καὶ ἀνυπόστατα. Ἡ ἐπαγγελία, τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν τότε εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου περὶ ἀμέσου καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως τῆς προσόδου αὐτῶν δι’ ἄλλου φόρου, εἶναι ἐπαγγελία σπουδαία· τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ τὸ ἔχομεν μελετήσει μὲ ὅλην τὴν ἐμβρίθειαν, καὶ ἐὰν ἦσθε περίεργοι νὰ μάθετε διὰ τίνος τρόπου ἠθέλομεν κάμει τοῦτο, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ σᾶς τὸν ἐκθέσω αὐτὴν τὴν στιγμήν.
§181ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§182ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Εἴπετε, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐδίωξεν, ἀπέκρουσε τὴν μεταβολὴν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, τὸν ὁποῖον ἠθελήσατε νὰ εἰσαγάγητε...
§183ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠθέλησεν οὔτε νὰ τὸ μελετήσῃ.
§184ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Παρουσιάσθη ἐδῶ σύστημα διανεμητικόν;
§185ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· εἶπον, ὅτι μεταξὺ τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλομεν, ἦτο καὶ νομοσχέδιον περὶ διανεμητικοῦ συστήματος, ἀλλὰ ἐπειδὴ εἴδομεν ὅτι δὲν ὑπῆρχε διάθεσις παραδοχῆς, ἀπεφασίσαμεν νὰ θεραπεύσωμεν τὸ κακὸν δι’ ἄλλων μέσων, καὶ ἰδοὺ πῶς εἴχομεν σκοπὸν νὰ τὸ κάμωμεν. Κατὰ τὰ βιβλία τοῦ δημοσίου, ἡ πρόσοδος ἐξ ἐγγείων φόρων ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν καπνῶν, βαμβακίων, μποστανίων, κρομμύων καὶ ἄλλων τοιούτων, ὑπολογίζεται ἐτησίως εἰς 5 ἑκατομμύρια περίπου· ἐξ αὐτῶν δὲν σφάλλομεν παραδεχόμενοι ὅτι τὸ 1½ ἑκατομμύριον τοὐλάχιστον προέρχεται ἀπὸ δικαίωμα ἐπικαρπίας, εἰσπραττόμενον ἀπὸ τὰς ἐθνικὰς γαίας· πιθανὸν νὰ ἦναι περισσότερα, ἀλλ’ ἐγὼ περιορίζομαι εἰς τὸ 1,500,000 καὶ ὑπολογίζω τὴν ἐξ ἐγγείων φόρων δημητριακῶν καρπῶν κτλ. πρόσοδον τοῦ δημοσίου εἰς 3½ ἑκατομμύρια, ἅτινα, καταργουμένου τοῦ ἐγγείου φόρου, ἐπρόκειτο νὰ στερηθῶμεν. Βεβαίως τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ὑποστῇ τὴν ἀφαίμαξιν ταύτην, καὶ ἔπρεπε νὰ γείνῃ σκέψις πρὸς ἀναπλήρωσιν. Ἰδοὺ δὲ διὰ ποίων μέσων ἐνομίσαμεν ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἀναπληρώσωμεν τὰ 3½ ἑκατομμύρια. Ἐν πρώτοις ἀπεφασίσαμεν νὰ ἐπιβάλωμεν μικρόν τινα φόρον ἐπὶ τῶν ζευγαρίων, ἤτοι τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὡς φόρον οἱονεὶ ἐπιτηδεύματος. Ὅλοι οἱ καλλιεργοῦντες γαίας ἔχουν ζευγάρια· κατά τινα δὲ στατιστικὴν δημοσιευθεῖσαν ἐκ τοῦ γραφείου τῆς δημοσίας οἰκονομίας, κατὰ τὸ 1860 ὑπῆρχον ἐν Ἑλλάδι, μὴ συμπεριλαμβανομένης τῆς Ἑπτανήσου, 169 χιλιάδες ἀροτήρων βοῶν. Ὅθεν ἐπιβάλλοντες εἰς ἕκαστον ζευγάρι τὸν ἐλάχιστον φόρον 15–20 δραχμ. κατ’ ἔτος, ποσὸν τὸ ὁποῖον καὶ ὁ ἐλάχιστος χωρικὸς ἀγογγύστως δύναται νὰ ὑποφέρῃ, ἠθέλομεν ἔχει πρόσοδον 1,500,000 δραχμῶν. Νομίζομεν δὲ ὅτι οἱ γεωργοί, προκειμένου νὰ ἀπελευθερωθῶσιν ἀπὸ τὸ ὑπάρχον φορολογικὸν σύστημα καὶ τὰς καταπιέσεις, τὰς ὁποίας ὑφίστανται ἕνεκα τούτου, εὐχαρίστως ἤθελον δεχθῆ νὰ πληρόνουν τὸν φόρον 16 δραχμῶν κατὰ ζευγάρι (ψιθυρισμοί). Ἀκούω τινὰς λέγοντας, ὅτι δέχονται οἱ γεωργοὶ νὰ πληρόνουν 30 καὶ 40 δραχμῶν φόρον, ἀλλὰ ἡμεῖς ἠθέλομεν νὰ περιορισθῶμεν εἰς αὐτὸν τὸν μικρὸν ὅρον, διὰ νὰ καταστήσωμεν τὸν νέον φόρον εὔκολον καὶ εὐβάστακτον. Ἀκολούθως ἠθέλαμεν ἐπιβάλει φόρον καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ καπνοῦ μέχρι 1 δραχμῆς τὴν ὀκὰν, καὶ τοῦτον ἠθέλομεν εἰσπράττει οὐχὶ κατὰ τὸ παραδεδεγμένον σύστημα ἐν Εὐρώπῃ, δηλαδὴ οὐχὶ διὰ μονοπωλίου, ἀλλὰ κατὰ νέον τι σύστημα, τὸ ὁποῖον εἴχαμεν λεπτολογήσει καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει πολλὴν τὴν ἀναλογίαν μὲ τὸ ἐν χρήσει εἰς τὰ τελωνεῖα ἀποταμιευτικὸν σύστημα. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω τὸ ἀληθὲς ποσὸν, ὅπερ ἤθελεν εἰσπραχθῆ ἐκ τοῦ νέου τούτου φόρου, ἀλλὰ πιστεύω ὅτι δὲν ἀπομακρύνομαι τῆς ἀληθείας παραδεχόμενος, ὅτι ἐξ αὐτοῦ ἠθέλαμεν εἰσπράξει 500 χιλιάδας δραχμάς.
§186ΤΙΝΕΣ. Περισσότερα.
§187ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μόνον τὸ Ἄργος παράγει ἀρκετὰς χιλιάδας ὀκάδας καπνοῦ.
§188ΜΑΚΡΗΣ. Μόνον ἕνας δῆμος κάμνει ἀρκετὰς χιλιάδας.
§189ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ καταναλώσεως πρόκειται, δὲν πρόκειται περὶ παραγωγῆς· εἰς τὴν κατανάλωσιν ἐσκοπεύομεν νὰ ἐπιβάλωμεν τὸν φόρον. Λοιπὸν κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς, οἱ ὁποῖοι πιθανὸν νὰ ἦταν ἐσφαλμένοι, ἠθέλαμεν λαμβάνει καὶ ἀπὸ τοῦτο 500 χιλ. δραχμάς. Ἐκτὸς τούτου ἠθέλαμεν δημιουργήσει καὶ τρίτον φόρον νέον, ὅστις ἤθελεν ἐπιβαρύνει τοὺς καταναλίσκοντας οἶνον· ἠθέλαμεν θέσει φόρον εἰς τὰς ταβέρνας ἐπὶ τοῦ πωλουμένου οἴνου πρὸς μίαν δραχμὴν τὴν βαρέλαν, καὶ ἐκ τοῦ φόρου αὐτῶν ὑπελογίσαμεν ὅτι ἠθέλαμεν λάβει ἄλλο ἥμισυ ἑκατομμύριον τοὐλάχιστον. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι μὲ αὐτοὺς τοὺς τρεῖς φόρους ἠθέλαμεν ἔχει, κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς μας, 2½ ἕως 3 ἑκατομμύρια ὡς ἔγγιστα.
§190ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ ἅλας δὲν τὸ ἐστοχασθήκατε, τὸ ἐστοχάσθη ὁ κ. Χρηστίδης.
§191ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν οἱ τρεῖς οὗτοι φόροι ἤθελον θεωρηθῇ ἀνεπαρκεῖς, πιθανὸν νὰ κατεφεύγομεν ἐπὶ τέλους καὶ εἰς τὸν φόρον τῶν μύλων, ἐπιβάλλοντες ἐπὶ τῶν ἀλεθομένων δημητριακῶν καρπῶν φόρον ἡμίσεος ἢ ἑνὸς λεπτοῦ τὴν ὀκάν. Ὁ φόρος οὗτος εἶναι παμπάλαιος, καὶ ἐπεβάλλετο ἄλλοτε εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ εὐρωπαϊκὰ κράτη. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δι’ αὐτοῦ ἐπιβαρύνονται ἐξίσου πλούσιοι καὶ πένητες, διὰ τοῦτο κατηργήθη εἰς τὰ περισσότερα μέρη καὶ ἐπιδιώκεται ἡ κατάργησίς του καὶ ὅπου ἀκόμη ὑπάρχει. Ἀλλά, καί τοι γνωρίζοντες τοῦτο, δὲν θὰ εἴχομεν δυσκολίαν νὰ προτείνωμεν ἐν ἀπολύτῳ ἀνάγκῃ καὶ τὸν φόρον αὐτόν, διότι δὲν ἐπρόκειτο ἁπλῶς περὶ εἰσαγωγῆς νέου φόρου, ἀλλὰ περὶ ἀντικαταστάσεως ἄλλου ὑπάρχοντος καὶ ὀλεθρίου θεωρουμένου· καὶ κατὰ τὸ ἀρχαῖον λόγιον, δύω κακῶν προκειμένων, τὸ μὴ χεῖρον βέλτιστον. Ἡμεῖς ἔχομεν φόρον ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, εἰσπρατόμενον κατὰ τρόπον βάρβαρον, ἀπότομον, ὅστις καταστρέφει καὶ ἀτιμάζει τὸν τόπον· προκειμένου δὲ νὰ ἀπαλλάξωμεν τὴν κοινωνίαν ἀπὸ τὴν μάστιγα ταύτην, ἐσυλλογίσθημεν ὅτι δὲν ἦτο κακὸν νὰ καταφύγωμεν καὶ εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῶν μύλων. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ φόρος οὗτος πίπτων ἐπὶ τῶν καταναλωτῶν, ἐπιβαρύνει ὅλους τοὺς καταναλωτὰς τοῦ ἄρτου· ἀλλ’ ἐὰν οἱ καταναλωταὶ ἦναι ἐκ τῆς τάξεως τῶν γεωργῶν, δὲν ἔχουν νὰ παραπονεθοῦν, ἀφοῦ ἐπρόκειτο νὰ καταργηθῇ τὸ δέκατον, οἱ δὲ μὴ γεωργοὶ ἔπρεπε νὰ συλλογισθῶσιν, ὅτι ἅμα καταργηθῇ ὁ ἔγγειος φόρος ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, θέλει αὐξήσει ἡ παραγωγὴ τῶν σιτηρῶν καὶ θέλουν κατασταθῆ εὐθηνότερα. Διὰ τῶν τριῶν ἢ καὶ τῶν τεσσάρων αὐτῶν φόρων, τοὺς ὁποίους εἴχομεν σκοπὸν νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ ὑπάρχοντος ἐγγείου φόρου, εἴχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐὰν ἐπετύγχανον, ἤθελον εἰσπραχθῆ οὐχὶ 3½ ἑκατομμύρια, ἀλλὰ ἀκόμη περισσότερα. Ἐνομίζομεν δὲ ὅτι καλὸν ἦτο νὰ εἰσαχθῶσι διὰ μιᾶς, εἰ δυνατόν, ὅλοι, διὰ νὰ τοὺς δοκιμάσωμεν, διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχουν· καὶ ἐὰν μὲν ἐπετύγχανον καὶ ἡ ἐξ αὐτῶν πρόσοδος οὐ μόνον ἐκάλυπτε τὸ ἔλλειμμα τῶν ἐγγείων φόρων, ἀλλ’ ἄφινε καὶ περίσσευμα, τότε εἴχομεν σκοπὸν νὰ προτείνωμεν βραδύτερον τὴν κατάργησιν καὶ τοῦ ποιμνιακοῦ φόρου, διότι καὶ ὁ φόρος οὗτος εἶναι λείψανον τῆς τουρκικῆς ἐποχῆς καὶ δὲν ὑπάρχει εἰς κἀνὲν μέρος τῆς Εὐρώπης· ἐνόσῳ δὲ διατηρεῖται, εἶναι ἀδύνατον νὰ συνδεθῇ ἡ γεωργία μετὰ τῆς κτηνοτροφίας, καὶ ἄνευ τοῦ συνδέσμου τούτου οὔτε γεωργία δύναται νὰ ὑπάρξῃ, στερουμένη λιπασμάτων καὶ καταστρεφομένων τῶν προϊόντων τῆς γῆς ἀπὸ τὰ ζῶα τῶν ποιμένων, οὔτε κτηνοτροφία, διότι ὁ ποιμὴν περιμένει νὰ θρέψῃ τὰ ζῶά του εἰς τοὺς ἀγρίους καὶ ἀκαλλιεργήτους τόπους. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ἀπετύγχανον πάντες οἱ νέοι φόροι, καὶ ὅτι τὸ δημόσιον δι’ ἓν ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἤθελε γείνει ἡ ἀπόπειρα, ἤθελε χάσει τὰ 3½ ἑκατομμύρια, ὁποία θὰ ἦτον ἡ ζημία; Ὁ προϋπολογισμὸς ἤθελεν ἔχει ἔλλειμμα 3 ἢ 4 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀναπληρωθῆ διὰ δανείων, τὸ δὲ ἑπόμενον ἔτος ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν εἰπεῖ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἔκαμα μίαν ἀπόπειραν νὰ ἀπαλλάξω τὸν τόπον ἀπὸ τὸ καταθλιπτικὸν σύστημα τῆς φορολογίας, ἡ ἀπόπειρα ἀπέτυχε, τὸ κράτος ὑπεβλήθη ἐκ τούτου εἰς χρέος, ἀλλὰ τὰ χρήματα δὲν ἐδαπανήθησαν, ἔμειναν εἰς τὰ βαλάντια τῶν φορολογουμένων· ἐπανέρχομαι ἑπομένως εἰς τὸ πρῶτον σύστημα καὶ ζητῶ συνάμα νὰ δοθῇ πίστωσις διὰ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεώλυτρα τοῦ νέου δανείου. Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος καὶ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἡμεῖς ἐνομίζομεν ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ φθάσωμεν ἀμέσως εἰς τὴν κατάργησιν τῶν ἐγγείων φόρων. Πιθανόν, κύριοι, νὰ ἐπλανώμεθα, καὶ τὰ μέτρα μας νὰ μὴ ἦσαν ὀρθά· δὲν πρόκειται περὶ τούτου σήμερον· θέλω μόνον νὰ ἀποκρούσωμεν τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν ἀναιδεῖς τινες, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ ἔκφρασις, ἔλαβον τὴν αὐθάδειαν νὰ μᾶς ἐπιῤῥίψωσι, λέγοντες ὅτι ἡμεῖς ἤμεθα ἱκανοὶ νὰ θέσωμεν εἰς τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως ἐπαγγελίας ἀγυρτικὰς καὶ νὰ ὑποσχεθῶμεν εἰς τὸν λαὸν διὰ τῆς Βουλῆς πράγματα, τὰ ὁποῖα οὔτε ἐσκέφθημεν, οὔτε εἴχομεν μελετήσει, οὔτε εἴχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσι.
§192ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ οἱ ἱερεῖς;
§193ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμπορεῖ ὁ κ. Πετιμεζᾶς νὰ σᾶς παρουσιάσῃ τὸ νομοσχέδιον, διότι τὸ εἶχεν ἕτοιμον. Διὰ τοὺς ἱερεῖς, κ. Πετιμεζᾶ, ἐρωτᾷ ὁ κ. πρωθυπουργός.
§194Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καλὰ, κατόπιν θὰ ἴδωμεν· ὁ κ. Καλλιφρονᾶς τὸ ἔχει τὸ νομοσχέδιον.
§195ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας λέξεις, κύριοι, θέλω νὰ προσθέσω...
§196ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ἐκποίησις τῶν μοναστηριακῶν ἦτο παρεσκευασμένη ἀπὸ τοῦ 1870.
§197ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλά, κύριοι, μοῦ μένει ἀκόμη ἄλλο, νὰ ἀποκρούσω τὴν αἰτίασιν ἢ τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ ἔῤῥιψε κατὰ πρόσωπον διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του, καὶ περὶ τῆς ὁποίας ἐμνήσθην ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας μου. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ἐν τῇ ἀγορεύσει του· «Ἐπεθύμουν νὰ εἶχα τὴν εὐφυΐαν καὶ τὴν τύχην ἑνὸς προκατόχου ὑπουργοῦ, ὅστις εἰς τοιαύτην τινὰ περίστασιν, ἀφοῦ περιέγραψε τὸ δυσχερὲς μέρος τῆς ὁμιλίας του, μᾶς ἐπίασεν ἀπὸ τὸ χέρι καὶ μᾶς ὡδήγησεν εἰς ἕνα τεχνητὸν παράδεισον, ὅπου μᾶς ἔδειξεν ἀποκείμενα 4,000,000 γαιῶν, 100,000,000 κεφάλαια, 6,000,000 τόκους καὶ τόσα ἄλλα. Ἀλλ’ αὐτὰ δὲν εἶναι, κύριοι, προνόμια παντός· οὐ παντὸς πλεῖν εἰς Κόρινθον». Ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ κ. Χρηστίδης νὰ τῷ εἴπω, ὅτι δὲν ἦτο πρέπον νὰ ἐκφρασθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον περὶ ἑνὸς φίλου του καὶ περὶ ἑνὸς προκατόχου του.
§198ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν σᾶς ἀνέφερα ἐγώ.
§199ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δὲ μεγάλη διαφορὰ τῆς ἡλικίας, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ κυρίου Χρηστίδου καὶ ἐμοῦ...
§200ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μεγάλη; μεγάλη;
§201ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σαράντα χρόνων, λέγει ὁ κ. Αὐγερινός· πόσον λέγετε;
§202ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Δέκα ἔστω, ἢ δώδεκα.
§203ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ἡ διαφορὰ τῆς ἡλικίας, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξύ μας, ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κλείσω τὴν σελίδα αὐτὴν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ, διότι δὲν πρέπει, οὔτε συμφέρει νὰ τῷ ἀπαντήσω ἀναλόγως τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν περὶ ἐμοῦ ἐξεφράσθη. Τὸν παρακαλῶ ὅμως ἐν συνειδήσει νὰ εἴπῃ, δύναται ἀπὸ τοῦδε νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἁπλῆ πρόῤῥησις, τὴν ὁποίαν τυχαίως πως εἰς μίαν ὁμιλίαν μου εἶπον κατὰ τὸ 1871, ὅτι δηλ. ἐκ τῆς διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν ἢ φυτειῶν μέλλει νὰ βεβαιωθῇ κεφάλαιον 100 ἑκατομμυρίων, δύναται, λέγω, ἀπὸ τοῦδε νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ πρόῤῥησίς μου εἶναι ἀδύνατος νὰ πραγματοποιηθῇ; Ἐγὼ τοὐλάχιστον πολὺ ἀμφιβάλλω ἐὰν δύναται ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ τὸ πράξῃ. Ἐγὼ δὲν ἐβεβαίωσα τότε τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους θέλομεν ἔχει 100 ἑκατομμύρια κεφάλαιον ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ψηφισθέντων νόμων· εἶπα μόνον ὅτι, ἐὰν κατορθωθῇ νὰ ἐφαρμοσθοῦν αὐτοὶ οἱ δύο νόμοι ἐντελῶς, ἐὰν λάβῃ πρόνοιαν ἡ Κυβέρνησις νὰ διεξαγάγῃ ἐγκαίρως τὰς ἐκτιμήσεις καὶ ἐὰν ἐκτιμήσουν τὰς γαίας πολὺ εὐθηνὰ καὶ ὄχι πολὺ ἀκριβὰ, ὅπως ἔπραττεν ἡ Βαυαροκρατία κατὰ τὸ 1836 καὶ ἀκολούθως, νομίζω ὅτι θέλει περιέλθει πᾶσα ἡ ἐθνικὴ γῆ, καλλιεργημένη καὶ ἀκαλλιέργητος, εἰς χεῖρας τῶν ἰδιωτῶν· καὶ ἐπειδὴ ἡ ἔκτασις αὐτῆς δὲν εἶναι κατωτέρα τῶν 4 ἑκατομμυρίων στρεμμάτων, εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ ἔχωμεν 100 ἑκατομμύρια κεφάλαια. Ὅτε ἔκαμαν τὸν νόμον τῆς προικοδοτήσεως, ὑπελόγιζαν ὅτι ἤθελον ἔχει ἀπὸ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ 110 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος. Ἑπομένως δὲν ἦτον ὑπερβολὴ ὅ,τι εἶπον ἐγώ, ὅτι δηλ. μετὰ τρία, τέσσαρα, πέντε ἔτη, ἐὰν κατορθωθῇ ὅλη ἡ ἐθνικὴ γῆ νὰ περιέλθῃ εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἰδιωτῶν, θέλομεν ἔχει ἐν ὅλῳ 100 ἑκατομμύρια. Δὲν ἐδικαιοῦτο λοιπὸν ὁ κ. Χρηστίδης νὰ ἐκφρασθῇ περὶ τούτου ὅπως ἐξεφράσθη καὶ νὰ εἴπῃ «οὐ παντὸς πλεῖν εἰς Κόρινθον», δὲν ἠμποροῦν δηλαδὴ ὅλοι νὰ ἔρχωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ λέγουν ψεύματα. Ἂς συλλογισθῇ ὁ κ. Χρηστίδης, ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν ἐδήλωσαν ὅλοι οἱ κάτοχοι τῶν ἐθνικῶν γαιῶν· τὸ εἶπεν ὁ ἴδιος, τὰ ἐπανέλαβε σήμερον, καὶ ἰσχυρίσθη μάλιστα ὅτι τὰ περισσότερα ἑλληνικὰ κτήματα ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην· καὶ διὰ τοῦτο μὴ μεριμνᾶτε, προσέθηκε, περὶ Τραπεζῶν, αἱ ὁποῖαι θέλουν δανείζει ἐπὶ ὑποθήκῃ ἀκινήτων, ἐνόσῳ δὲν μεταβιβάσετε εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἰδιωτῶν τὴν ἐθνικὴν γῆν· ἐκεῖ κεῖται ὁ ἀκίνητος πλοῦτος. Ἀφ’ οὗ δὲ ἔχει τοιαύτας ἰδέας, πῶς ἔρχεται καὶ βεβαιοῖ ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνέφερον ἐγὼ, εἶναι ὑπερβολικόν; Ἀλλ’ ἀφοῦ κατέκρινεν ἐμὲ δι’ ὅσα εἶπα, προσθέτει· «ἀλλ’ ἐὰν μὲ βιάζετε, ἔχω καὶ ἐγὼ κάτι τι νὰ σᾶς προσφέρω ἀντὶ τούτου (ἱλαρότης)· ἔχω εἰς μίαν γωνίαν τοῦ Λαυρίου μίαν ὠφέλειαν βεβαίαν ἀπὸ τρία ἕως τέσσαρα ἑκατομμύρια.» Ὑπάρχει τῳόντι ἡ ὠφέλεια αὕτη καὶ προέρχεται ἀπὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας τῶν μέχρι τοῦδε ἐκκαμινευθεισῶν σκωριῶν, αἱ ὁποῖαι διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἐκηρύχθησαν ἐθνικαί. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐμνήσθη ὁ κ. Χρηστίδης τῆς ὠφελείας ταύτης, εἶχε καθῆκον νὰ σᾶς εἴπῃ εἰς ποῖον ὀφείλεται ἡ ταχεῖα ἐξασφάλισις αὐτῆς καὶ τίνες συνετέλεσαν ὥστε νὰ τὴν ἔχῃ σήμερον εἰς τὰς χεῖράς του ὁ κ. Χρηστίδης. Ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1871 δὲν ἐλάμβανεν ἰδιάζουσαν πρόνοιαν καὶ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἠδύναντο νὰ παρέλθουν πολλὰ ἔτη καὶ ἀκόμη νὰ μὴ ἔχωμεν τίποτε. Καὶ τί ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1871; (θόρυβος). Τὸ προκαλεῖτε· ἔπρεπε, κύριε ὑπουργέ, νὰ ἀποφύγητε τὴν πρόκλησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐκάματε εἰς τὴν ἀγόρευσίν σας.
§204ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν σὲ ἀνέφερα παντάπασι.
§205ΤΙΝΕΣ. Τὸν ἐζωγράφησες μόνον.
§206ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοῦ 1867 ὑπῆρχεν ἐκδεδομένη προδικαστικὴ ἀπόφασις τῶν ἐν Ἀθήναις ἐφετῶν ἐπὶ τῆς δίκης μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τῆς κοινότητος Κερατέας περὶ τῶν γαιῶν τοῦ Λαυρίου· διὰ τῆς προδικαστικῆς ταύτης ἀποφάσεως ἐπεβάλλοντο εἰς ἀμφότερα τὰ μέρη διάφορα θέματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύναντο νὰ ἀποδειχθῶσιν εἰμὴ διὰ μαρτύρων, αὐτοψιῶν κτλ. Παρῆλθον 4 ἔτη καὶ ἡ προδικαστικὴ ἐκείνη ἀπόφασις δὲν ἐξετελέσθη, διότι ἦτον ἀδύνατον νὰ ἐκτελεσθῇ· τοσοῦτον πολύπλοκα ἦσαν τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἀπόφασις ἐκείνη ἐπέβαλλεν, ὥστε οὐ μόνον ἐχρειάζετο ἄπειρος καιρὸς πρὸς διεξαγωγὴν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ μετ’ αὐτὴν τὸ δικαστήριον ἤθελεν εὑρεθῆ καὶ πάλιν εἰς ἀμφιβολίαν, καὶ ἦτο κίνδυνος νὰ διαιωνισθῇ ἡ ὑπόθεσις. Μετὰ τὴν εἰς Λαύριον μετάβασίν μου ἀπῄτησα ἀπὸ τὸ δικαστήριον νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν προδικαστικὴν ἀπόφασίν του καὶ νὰ ἐνεργήσῃ σύσσωμον μίαν δικαστικὴν αὐτοψίαν, παραστήσας ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετασθοῦν μάρτυρες, διότι ἀρκεῖ νὰ μεταβῶσιν οἱ δικασταὶ εἰς τὸ Λαύριον καὶ θέλουν ἰδεῖ διὰ τῶν ἰδίων των ὀφθαλμῶν ὅτι αἱ γαῖαι, αἱ ὁποῖαι φιλονεικοῦνται μεταξὺ δημοσίου καὶ τῆς κοινότητος τῆς Κερατέας, εἶναι δάση καὶ ἀνήκουν εἰς τὸ δημόσιον. — Τὸ δικαστήριον παρεδέχθη τὴν πρότασίν μου, μετέβη εἰς τὸ Λαύριον καὶ ἔκαμεν αὐτοψίαν, ἐπανῆλθεν, ἐδίκασε καὶ ἐδικαίωσε τὸ δημόσιον. Ἑπομένως, ἐὰν ἐξησφαλίσθη ἡ πρόσοδος τῶν τριῶν ἢ τεσσάρων ἑκατομμυρίων, βλέπετε ὅτι κάτι ὀφείλεται καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1871, καὶ ἑπομένως δὲν ἔπρεπε νὰ καυχᾶται τόσον πολὺ ὁ κ. Χρηστίδης.
§207ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἔκαμες τὸ κακὸν νὰ πλεύσῃς εἰς Κόρινθον.
§208ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἰσέλθω ἤδη εἰς τὴν ἀνάλυσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1873 καὶ τοῦτο θὰ ᾖναι τὸ κυριώτερον μέρος τοῦ λόγου μου· ἀλλ’ ἐπειδὴ παρῆλθεν ἡ ὥρα, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§209ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Λύεται ἡ συνεδρίασις (12 παρὰ ¼ Π. Μ.)