1873.06.15
1.685 στίχοι · 14.366 λέξεις · 127 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 44
Τῆς 15 Ἰουνίου 1873.
(Παρασκευή).
(Ὥρα 9 Π. Μ.)
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα ἀνάγνωσις τοῦ δευτέρου ἄρθρου τῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἑταιρίας Μπάρνς καὶ Μακ Ἴβερ. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν). Ἡ Βουλή, κύριοι, ἐθεώρησεν ὡς κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Χατζοπούλου περὶ τῆς ἐπιβολῆς τέλους χαρτοσήμου εἰς τοὺς τίτλους τῶν Τραπεζῶν κλπ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνωσθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως κατ’ ἄρθρον καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος ἔχει τὸν λόγον.
§4ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἤθελα νὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναγνώσητε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σᾶς ὑπέβαλον, διότι δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, μάλιστα.
§6ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ὑπάρχει, νομίζω, κύριε Πρόεδρε, μία ἀναφορά.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἔχει σχέσιν μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον, διὰ τοῦτο θὰ τὴν ἀνακοινώσω ὅταν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις.
§8ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, κύριε Πρόεδρε, διὰ τὸ νομοσχέδιόν μου.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτὰ, καταλαμβάνω ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ συζήτησις, ὥστε δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀναγνωσθῇ.
§10Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τουλάχιστον νὰ ὁρισθῇ μία ἡμέρα, διότι τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὑπὸ συζήτησιν, θὰ διαρκέσῃ πολλὰς ἀκόμη ἡμέρας.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας κ. Ἰγγλέσης ἔφερε σήμερον τὸ πρωῒ μίαν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῆς νήσου ἐκείνης πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν Τραπεζῶν. (Τὴν ἀναγινώσκει.)
§12ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἐὰν ἔλθῃ μία ἄλλη Τράπεζα εὐεργετικωτέρα, τότε καὶ πρὸς αὐτὴν θὰ ἔχουν μεγαλειτέραν εὐγνωμοσύνην.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ πολῖται, ὡς Ἕλληνες, δὲν ἐμποδίζονται νὰ ἀναφέρωνται ἐγγράφως. Λοιπὸν αὐτοὶ κάμνουν μίαν εὐχήν. Ὑπάρχουν ἀρκεταὶ ὑπογραφαί.
§14ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. 2,000 περίπου.
§15Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ τυπωθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§16ΤΙΝΕΣ. Ἄνευ τῶν ὑπογραφῶν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠμπορεῖ ὅστις θέλει, ἀφοῦ ὑπάρχει εἰς τὸ προεδρεῖον, νὰ τὴν ἀναγνώσῃ.
§18Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ τὴν ἀναγνώσωμεν καὶ νὰ ἴδωμεν τί λέγει, διότι πρόκειται περὶ γενικῶν συμφερόντων.
§19ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Πόσαι ὑπογραφαὶ εἶναι;
§20ΙΓΓΛΕΣΗΣ. 1,460.
§21ΚΟΚΚΙΝΟΣ. 70,000 κατοίκους ἔχει ἡ Κεφαλληνία, εἶναι 70,000 ὑπογραφαί;
§22ΤΙΝΕΣ. Ἤθελες καὶ τὰ παιδιὰ καὶ τὰς γυναῖκας νὰ ὑπογράψουν;
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθεῖ, κύριοι, ἡ συζήτησις· ὁ κ. Λομβάρδος δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν λόγον του.
§24ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τρεῖς ῥήτορας ὑπολείπεται ἀκόμη νὰ ἐξετάσωμεν, κύριοι, ἕως ὅτου φθάσωμεν εἰς τὸν κ. πρωθυπουργόν. Ἐὰν παρακολουθήσωμεν κατὰ σειρὰν ἅπαντας, ἔχομεν ἄλλους ἐννέα ῥήτορας· μὴ τρομάζετε εἰς τὸν ἀριθμὸν, διότι ἐκ τούτων οἱ πέντε ἐλάλησαν ὑπὲρ ἡμῶν, ἐκ τῆς μερίδος μας· ἑπομένως δὲν ἔχω εἰμὴ μόνον νὰ τοὺς εὐχαριστήσω. Ἐκ τῶν ὑπολειπομένων τεσσάρων, οἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) οἱ τρεῖς ἐλάλησαν, καί τοι ὑπουργικοὶ, ὑπὲρ ἡμῶν· ὁ τέταρτος, ὁ ἀξιότιμος κ. Ζέγγελης, ἐλάλησε καὶ ὑπὲρ ἡμῶν καὶ ὑμῶν, δὲν συνεπέρανεν ὑπὲρ τίνος ὁριστικῶς ἠθέλησε νὰ λαλήσῃ, διότι ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἡ συνεδρίασις ἐκείνη διελύθη καὶ δὲν ἠμποροῦσεν ὁ κ. Ζέγγελης νὰ ἀναπτύξῃ τὸ συμπέρασμά του, ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὑπὲρ τίνων ἠγόρευσεν εἴτε ὑπὲρ ἡμῶν εἴτε ὑπὲρ ὑμῶν. Πρῶτος κατὰ τὴν σειρὰν τῶν ἀγορευσάντων ἔρχεται σήμερον εἰς τὴν σειρὰν τοῦ λόγου μου ὁ ἀξιότιμος κ. Παραμυθιώτης, καὶ εἶναι εἷς ἐκ τῶν τριῶν, περὶ τῶν ὁποίων εἶπον πρότερον ὅτι ἐκ τῆς ὑπουργικῆς μερίδος ἀναβάντες τὸ βῆμα ἐλάλησαν ὑπὲρ ἡμῶν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Παραμυθιώτης ἐπετέθη εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου του κατὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης καὶ ὡμίλησε κατ’ αὐτῆς· τοῦτο δὲ τὸ ἐξετάζω. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς μᾶς εἶπεν ὅτι αἱ Τράπεζαι ἐξ ἀνάγκης ἔχουν ἐχθροὺς, μᾶς εἶπε ποίους ἔχουν ἐχθροὺς καὶ διατί τοὺς ἔχουν· δὲν εἶναι τοῦτο τοῦ θέματός μου, δὲν τὸ ἐξετάζω. Ἀλλὰ ἐνῷ κατὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ἐλάλησεν ὁ κ. Παραμυθιώτης, μᾶς προσέφερεν ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς γνώμης μας, τὰ ὁποῖα, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τῷ εἴπω, ὅλοι ὅσοι ὑπὲρ ἡμῶν ἐλάλησαν δὲν μᾶς προσέφερον. Καὶ ἡ θέσις τοῦ ἀξιοτίμου Παραμυθιώτη τοιαύτη τις ἦτον· ἀνήκων εἰς τὴν συμπολίτευσιν, ἴσως ἐνόμισεν ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ διαφωνήσῃ ἀπ’ εὐθείας μὲ μίαν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριζεν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως· ἀνήκων εἰς τὴν Ἑπτάνησον καὶ γνωρίζων τί εἶναι τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ τὰς νήσους ἐκείνας, δὲν ἠδύνατο εἰμὴ νὰ μᾶς δώσῃ ἐπιχειρήματα πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης μας. Ἀντέκρουσε δὲ τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ παραδεχθῇ τὸ προνόμιον, ὃ ζητεῖ ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα, ὁ ἀξιότιμος κ. Παραμυθιώτης λέγων πολὺ σωστὰ ὅτι τὸ ζήτημα ἐὰν ᾖναι ὠφέλειμον ἢ ὄχι ἡ παραχώρησις τοῦ προνομίου, συζητεῖται ἀκόμη ἐν τῇ ἐπιστήμῃ· καὶ εἶναι ὀρθὸν ὅτι τὸ προνόμιον τοῦτο παραχωρεῖται ἢ δὲν παραχωρεῖται οὐχὶ χάριν τῆς ἐπιστήμης, ἀλλὰ χάριν τοῦ δημοσίου, χάριν τοῦ τόπου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἐξασκηθῇ. Ἐξετάζων δὲ τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα, ἐσυμπέρανεν ὅτι αἱ προτάσεις αὗται εἶναι μηδέν, ὅτι αἱ προτάσεις αὗται εἶναι λίαν μικραὶ καὶ ὅτι ἕνεκα τοιούτων προτάσεων δὲν πρέπει νὰ παραχωρῶνται προνόμια. Τὰς προτάσεις τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης τὰς γνωρίζετε, καὶ κρίνω περιττὸν νὰ τὰς ἐπαναλάβω· προτείνει περὶ τὰ 5,000,000 δανειζόμενα πρὸς 5 ἢ 6%, τὸ ἓν ἥμισυ ἑκατομμύριον εἰς νέα δάνεια, τὸ ὁποῖον δὲν τὸ ἠμφισβήτησε κἀνεὶς, ἠμφισβήτησαν μόνον καὶ ἀμφέβαλλον ἐὰν τὰ 3½ ἑκατομμύρια θὰ ᾖναι νέα. Ἀλλὰ θὰ ᾖναι 5,000,000 δανειζόμενα μὲ τόκον 5 καὶ 6% καὶ ὑπὸ προθεσμίαν 23 ἐτῶν· αὗται εἶναι αἱ προτάσεις. Προσέτι δὲ μετατρέπεται ἡ Ἀγγλικὴ Τράπεζα εἰς Ἑλληνικήν· ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ εἶναι κατὰ τὸν κ. Παραμυθιώτην μηδέν. Χωρὶς αὐτῶν τῶν προτάσεων δὲν πρέπει νὰ θέσωμεν τὸ προνόμιον· διαφορὰ ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ, ἐὰν τῳόντι αἱ προτάσεις αὗται ᾖναι μηδὲν, ἐὰν πρέπει συνεπείᾳ τῶν προτάσεων τούτων νὰ παραδεχθῶμεν τὸ προνόμιον, ἀλλὰ δὲν διαφωνεῖ ἐὰν μηδὲν ἦναι τὰ 5,000,000, ἐὰν μηδὲν ᾖναι ὁ τόκος τῶν 5 ἢ 6%, ἐὰν μηδὲν ᾖναι ἡ προθεσμία τῶν 23 ἐτῶν καὶ ἡ μετατροπὴ τῆς Τραπέζης ἀπὸ Ἀγγλικὴν εἰς Ἑλληνικήν. Ἀλλὰ τί εἶναι αἱ προτάσεις τῆς Πιστωτικῆς, αἱ ὁποῖαι τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν περιέχουν, αἱ ὁποῖαι τίποτε δὲν μᾶς προτείνουν; Ἐὰν λοιπὸν ὑπάρχῃ λόγος καὶ εἷς νὰ ἀρνηθῶμεν τὸ προνόμιον τοῦτο εἰς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, ὑπάρχει λόγος πρὸς 8, πρὸς 10 ἀνώτερος νὰ ἀρνηθῶμεν τοῦτο εἰς τὴν Πιστωτικήν· καὶ ἐὰν καλῶς ἐπροσέξατε, κύριοι, εἴδετε ὅτι μεθ’ ὅλας τὰς ἐπιθέσεις, τὰς ὁποίας κατὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ὁ κ. Παραμυθιώτης ἔκαμεν, οὐδὲν πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς Πιστωτικῆς εἶπε. Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς συνυπάρξεως τῶν δύο Τραπεζῶν ὁ ἀξιότιμος κ. Παραμυθιώτης ἐλάλησεν ὑπὲρ τῆς ἰδέας ἡμῶν. Ἓν μόνον παράδειγμα ὑπάρχει, εἶπεν, ἐν Εὐρώπῃ, τὸ τοῦ Βελγίου, τὸ ὁποῖον παρεδέχθη τὸ σύστημα τοῦ δυϊσμοῦ τὸ παρεδέχθη τὸ Βέλγιον, ἀλλὰ μετὰ 10 ἢ 12 ἔτη εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸ καταστρέψῃ, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συνενώσῃ τὰς δύω Τραπέζας, αἵτινες εἶχον τὸ προνόμιον τοῦτο χωριστὰ ἡ μία τῆς ἄλλης· μὲ ἄλλας λέξεις ἐὰν τὸ σύστημα τοῦτο παραδεχθῶμεν, εἶπεν, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν θέσιν τοῦ Βελγίου, νὰ τὸ συστήσωμεν διὰ νὰ τὸ καταστρέψωμεν. Τρίτον ἐπιχείρημα καὶ λίαν τεχνικὸν κατ’ ἐμέ· λίαν ἰσχυρὸς εἶναι ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεικόνισεν ὡς γελοίαν τὴν ἰδέαν ταύτην τοῦ δυϊσμοῦ. Ἐγελάσατε, εἶπε, κύριοι, ἐπανειλημμένως, ἐγελάσατε ὅταν ἠκούσατε τὸ σύστημα τοῦτο, ἐγελάσατε, ἐγελάσατε, ἐγελάσατε, ἐπανελάμβανε· καὶ ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως εὑρέθη εἰς ἀνάγκην νὰ τὸν διακόψῃ εἰπὼν ὅτι δὲν ἐγέλασεν. Ἀλλὰ ὁ κ. Παραμυθιώτης ἀπήντησεν, ἐὰν δὲν ἐγέλασαν, ἐμειδίασαν· παρετήρησα τότε τὸν πρόεδρον τῆς κυβερνήσεως νὰ κλίνῃ, ὡς συνειθίζει, τὸ μέτωπον ἐπὶ τῆς χειρὸς συλλογιζόμενος ἴσως τὸ κοινὸν λόγιον: ἐμπρὸς σὲ τέτοιους φίλους μοῦντζες νὰ ἔχουν οἱ ἐχθροί. Ἀλλὰ ἐγὼ, ὅστις ἠξεύρω νὰ ἐκτιμήσω τὴν θέσιν τοῦ ἀξιοτίμου Παραμυθιώτου, συμπεραίνω τὰς ὀλίγας ταύτας παρατηρήσεις εἰς αὐτόν, ἐκφράζων τὴν εὐγνωμοσύνην μου διὰ τὴν ἐπιτυχῆ ὑποστήριξιν, ἣν ἔκαμε τῶν ἰδεῶν μας. Μετὰ τὸν κ. Παραμυθιώτην ἀνέβησαν ἐκ τῆς ὑπουργικῆς μερίδος τὸ βῆμα, ὅπως προεῖπον, οἱ ἀξιότιμοι κύριοι Κοντογούρης, καὶ Δημητριάδης ἐξ Εὐρυτανίας. Οἱ ἀξιότιμοι οὗτοι βουλευταὶ δὲν ἠθέλησαν νὰ βαδίσωσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου πορείαν διπλωματικὴν ἢ διφορουμένην· οἱ ἀξιότιμοι οὗτοι βουλευταὶ καὶ κυρίως ὁ πρῶτος, ὁ κ. Κοντογούρης, ἀναβαίνων τὸ βῆμα ἐδήλωσεν ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν ὑπουργικὴν μερίδα, καταβαίνων δὲ τὸ βῆμα ἐδήλωσεν ὅτι ἐπανέρχεται εἰς τὰς τάξεις του· ἀλλὰ εἰς τὸν λόγον του ἐδήλωσε καθαρά, ὅτι εἶναι κατὰ τῶν προτάσεων τῆς κυβερνήσεως, ὅτι εἶναι κατὰ τῶν συμβάσεων. Ἀπέδειξαν τοιουτοτρόπως καὶ ὁ μὲν καὶ ὁ δὲ ὅτι δύναται νὰ ἦναι κυβερνητικός, χωρὶς νὰ παύσῃ νὰ ᾖναι βουλευτὴς ἀνεξάρτητος, ὅτι δύναται μία κυβέρνησις νὰ ζητῇ ἀπὸ τοὺς φίλους της τὰς ψήφους των, ἀλλὰ δὲν τῇ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ζητῇ νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν γνώμην της, προκειμένου μάλιστα περὶ οἰκονομικῶν ζητημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων διαφωνοῦσι καὶ τὰ μέλη τῆς κυβερνήσεως. Ἐπαναλέγω, τιμᾷ ἡ διαγωγὴ αὕτη τὸν κ. Κοντογούρην καὶ τὸν κ. Δημητριάδην, ἀνυψοῖ ὁποσοῦν ἀπέναντι τῆς κυβερνήσεως, ἥτις βεβαίως θὰ συναισθανθῇ ὅτι εἰς ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπαναλαμβάνω αὐτὴ ἡ ἰδία διαφωνεῖ, κἀνὲν δικαίωμα δὲν ἔχει νὰ ζητῇ τῶν φίλων της τὴν ὑποστήριξιν.
§25ΔΟΥΝΤΖΗΣ. Δὲν μᾶς τὸ ἐδήλωσαν τοῦτο.
§26ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἕως ὅτου δὲν τὸ ἀρνοῦνται, ἐγὼ θὰ τὸ ἐπαναλαμβάνω· ἐνώπιόν των τὸ λέγω.
§27ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Αὐτὰ δὲν ἔχουν πέρασιν ἐδῶ· εἰς κἀνὲν χωρίον ἠμποροῦν νὰ ἔχουν, ὄχι εἰς τὴν πολυπαθῆ Ἑλλάδα. Σᾶς λυποῦμαι, κύριε Λομβάρδε.
§28ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σᾶς λυποῦμαι καὶ ἐγώ, κύριε Χρηστίδη, τί μὲ τοῦτο; (ἱλαρότης). Ἐτελείωσα τὰς παρατηρήσεις ὅσας εἶχα νὰ κάμω ἐπὶ τῶν ἀγορεύσεων τῶν προλαλησάντων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Μοι ἀπομένει ὅμως ὁ ἰσχυρότατος πάντων, ὁ ἀξιότιμος κ. πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως. Ἐὰν δὲν λαλῶμεν παρόντος αὐτοῦ, τὸ λάθος δὲν εἶναι ἰδικόν μου· πολὺ ἐπεθύμουν νὰ παρευρίσκετο ἐνταῦθα. Λίαν λυποῦμαι ὅτι εἶναι ἡ πρώτη περίπτωσις καθ’ ὅλην τὴν συζήτησιν τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καθ’ ἣν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἐλλείπει. Ἐπεθύμουν νὰ ᾖναι παρὼν καὶ διὰ νὰ ἀκούσῃ αὐτὸς ὁ ἴδιος τὰς ἐκφράσεις μου καὶ διὰ νὰ μὲ ἀντικρούσῃ εἰς ὅ,τι δήποτε ἤθελε νομίσει μὴ ἀκριβὲς ἢ ὀρθὸν, ἀναγκαῖον· εἶναι παρόντες ὅμως οἱ συνάδελφοί του καὶ ἠμποροῦν βεβαίως, κατὰ κοινοβουλευτικὸν κανόνα, νὰ τὸν ἀναπληρώσωσιν· ἀλλὰ ἡ ἐπιθυμία ἡ ἐδική μου τοῦ νὰ ᾖναι παρὼν ὁ κ. πρωθυπουργὸς μὲ τοῦτο δὲν ἐκπληροῦται.
§29ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐνόσῳ ὁμιλεῖτε θὰ ἔλθῃ.
§30ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐλπίζω καὶ ἐγὼ ὅτι, ἕως οὗ φθάσωμεν εἰς τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρεται, θὰ ᾖναι ἐδῶ. Ἐπὶ τριῶν στηριγμάτων ἐστηρίχθη ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, ὅπως ἀποκρούσῃ τὰς προτάσεις τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης καὶ ὑποστηρίξῃ τὰς προτάσεις τῆς Πιστωτικῆς, καὶ τα τρία ταῦτα ἦσαν· πρῶτον, ὅτι ὅσα προτείνει ἡ Ἰόνιος Τράπεζα, τὰ προτείνει πρὸς ἐμπαιγμόν, διότι τὰ 5 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα προτείνει νὰ δανείσῃ, θὰ καλυφθῶσιν ἀπὸ παλαιὰ δάνεια, καὶ ἀπὸ παλαιὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα δὲν ἀξίζουν τίποτε, ἀπὸ τὰ δάνεια ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ τὰ πληρώσουν οἱ ὀφειλέται, τὰ ἐχαρακτήρισε δὲ μὲ τὴν τεχνικὴν λέξιν non valeurs, καὶ ὅτι αὐτὰ θέλει τὰ μετατρέψει εἰς νέα δάνεια καὶ θὰ καλύψῃ τοιουτοτρόπως τὸ ποσὸν τῶν 5 ἑκατομμυρίων· δεύτερον, ὅτι ἡ Ἰόνιος Τράπεζα δὲν δέχεται περιορισμὸν τοῦ τόκου. Εἰς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν τοῦ ἔκαμα ὅτι αἱ πληροφορίαι του δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, ἐπέμενε καὶ τὸ ἐπανέλαβε καὶ κατὰ τὴν δευτέραν του ἀγόρευσιν· τὸ ἐπανέλαβε δὲ ἐντονώτερον καὶ καθαρώτερα Καὶ ἔλεγε πράγματα καὶ διεβεβαίονε πράγματα ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἦτο πεπεισμένος; ὄχι βεβαίως. Ἦτο πεπεισμένος ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, ὡς τὸ παρίστανεν, ἦτο πεπεισμένος ὅτι ἡ Τράπεζα αὐτὴν τὴν τακτικὴν θ’ ἀκολουθήσῃ, ὅτι τὰ νέα δάνεια, τὰ ὁποῖα μᾶς προτείνει, θὰ καλυφθῶσιν ἀποκλειστικῶς ἀπὸ δάνεια non valeurs· ἦτο πεπεισμένος ὅτι περιορισμὸν τόκου ἡ Τράπεζα δὲν δέχεται. Ἂν δὲν ἦτο πεπεισμένος, βεβαίως δὲν θὰ τὸ ὑπεστήριζε δὶς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐκ τῶν γεγονότων τούτων βλέπετε πόσον ἔτι μᾶλλον δικαιολογεῖται ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐπαναλάβω εἰς μίαν τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων πρὸς τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς κυβερνήσεως, ὅτι τὸ μέγα λάθος τῆς πολιτικῆς του εἶναι ὅτι φέρει τοιαύτην πίστιν εἰς τὰς πεποιθήσεις του, ὥστε οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν ἢ παρατήρησιν δέχεται· οὐδέποτε ὑποθέτει ὅτι αἱ πεποιθήσεις του δύνανται νὰ ᾖναι ἐσφαλμέναι· πείθεται περὶ ἑνὸς πράγματος, τὸ ὑποστηρίζει μέχρι τέλους, παραιτεῖται τουτέστι τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀνθρώπου τοῦ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἀπατηθῇ. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην βλέπετε, ὅτι ἡ πεποίθησις τοῦ κυρίου προέδρου τῆς κυβερνήσεως καὶ ἡ ἐφ’ ἑαυτὸν πίστις του ἦτο τοιαύτη, ὥστε καὶ αὐτὰ τὰ πραγματικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔκειντο ἐνώπιόν του, δὲν ἠθέλησε νὰ τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Μόλις κατέβη τὸ βῆμα, ἦλθεν ἡ δήλωσις τῆς Ἰονίου Τραπέζης, ὅτι τὰ 5 ἑκατομμύρια θὰ καλυφθῶσι διὰ νέων δανείων, ὅτι γίνεται δεκτὸς παρὰ τῆς Ἰονίου Τραπέζης ὁ ὅρος τοῦ νὰ περιορισθῇ ὁ τόκος τῶν προεξοφλήσεων εἰς 7%. Ἔφυγον λοιπὸν τὰ δύω στηρίγματα τοῦ τρίποδος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως ἐστηρίχθη εἰς ὅλας τὰς ἀγορεύσεις του ὅπως ἀποκρούσῃ τὰς προτάσεις τῆς Ἰονίου Τραπέζης. Δὲν μένει εἰμὴ τὸ τρίτον στήριγμα ἢ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ ἐξαγάγῃ ἐκ τῆς ἀντιφάσεως, εἰς ἣν ἐνόμιζεν ὅτι συνέλαβεν ἐμὲ, ἀποκρούοντα σήμερον τὴν παραχώρησιν τοῦ προνομίου εἰς δευτέραν Τράπεζαν τῆς Ἑπτανήσου, ἐνῷ, ὡς εἶπε, τὸ παρεδέχθην κατὰ τὸ 1864, καὶ ἐσυμπέρανεν ὡς ἐκ τούτου ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως ὅτι τὰ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα φοβοῦμαι καὶ ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου ὅτι θὰ ἐπέλθωσιν εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἂν αἱ προτάσεις τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, ὡς ἔχουσι σήμερον, παραδεχθῶσι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσι, καὶ ἐξέφρασε τὴν ἀπορίαν του ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως πῶς ὁ αὐτὸς ἄνθρωπος, ὢν ἔντιμος καὶ εἰλικρινὴς τὸν χαρακτῆρα, δύναται νὰ ἔχῃ δύω γνώμας ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος ἐπὶ τοσοῦτον πρὸς ἀλλήλας ἀντικειμένας, κατὰ τὴν μὲν νὰ θεωρήσῃ σωτήριον μέτρον τι καὶ κατὰ τὴν δὲ νὰ τὸ θεωρήσῃ καταστρεπτικὸν διὰ τὴν Ἑπτάνησον; Ἐπὶ τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου ἐβασίσθη, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὰς γνώμας του, τὰς πεποιθήσεις του, ἀφοῦ εἶδεν ὅτι τοῦ ἐξέλειπαν τὰ δύω ἄλλα καὶ ἀφοῦ εἶδεν ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀντικρούσῃ τοὺς λόγους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπὲρ τῆς γνώμης μας ἠγόρευσαν καὶ ἐπὶ τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου τῆς δῆθεν ἀντιφάσεως ἑνὸς βουλευτοῦ ἠθέλησε νὰ στηρίξῃ οἰκοδόμημα οἰκονομολογικὸν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὡς κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ οὐχὶ ἂν ἐγὼ ἀντιφάσκω, ἀλλὰ ποῖα θὰ ᾖναι τὰ ἀποτελέσματα καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἐκείνῃ καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ ταύτῃ. Καὶ κατὰ πρῶτον, κύριοι, εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐνθουσιωδῶς ὑπεστήριξα τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ δευτέρου χαρτονομίσματος εἰς τὴν Ἑπτάνησον κατὰ τὸ 1864; Ἀλλὰ πρὶν τούτου, εἶναι ἀληθὲς ὅτι περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος ἐπρόκειτο τότε καὶ περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος πρόκειται τώρα; ὅσοι εἶσθε ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει ἐνθυμεῖσθε ὅτι μεγάλη ἔξαψις εἶχε κυριεύσει τὰ πνεύματα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ πληρεξουσίων καὶ κοινοῦ, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ συστηθῇ Κτηματικὴ Τράπεζα ὑπὸ τοῦ Εὐαγγ. Μπαλτατζῆ καὶ Ὀπενχάϊμ. Ἐπίστευον ὅτι ἡ Κτηματικὴ Τράπεζα ἐπρόκειτο πολὺ πλειότερα νὰ παράσχῃ κέρδη παρ’ ὅ,τι σήμερον ἐλπίζουν ἀπὸ τῶν ἐκβολάδων ἢ ἀπὸ τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν μετοχῶν τῆς Πιστωτικῆς· ἐπρόκειτο τότε, ὡς ἐνομίζετο, νὰ πλημμυρήσῃ διὰ τῆς Κτηματικῆς ἐκείνης Τραπέζης ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος τῆς ἀνατολῆς καὶ τῆς δύσεως. Ἀλλοίμονον εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἤθελε τολμήσει νὰ προτείνῃ ἔνστασιν ἢ ἀναβολήν· ἦτον ἐχθρὸς τῆς πατρίδος καὶ καταστροφεὺς τῶν συμφερόντων τῆς κοινωνίας· ἀλλοίμονον εἰς ἐκεῖνον ὅστις ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως ταύτης ἤθελεν εἰπεῖ «καιρὸν τοὐλάχιστον νὰ σκεφθῶμεν.» Ὅλοι οἱ πληρεξούσιοι, τοὐλάχιστον ἡ μεγίστη πλειονοψηφία ἦτον ἑτοίμη νὰ τοῦ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον, καὶ ὁ ἀγαθὸς φίλος μας καὶ συνάδελφος κύριος Λάπας μὲ φωνὴν πολὺ ἰσχυροτέραν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀνύψωσε προχθὲς διὰ τοὺς σιδηροδρόμους, ἐφώναζε «σιωπᾶτε, χρήματα θὰ φέρῃ ὁ Μπαλτατζῆς, χρήματα.»
§31ΡΑΛΛΗΣ. Εἶχον φθάσει καὶ μέχρις ἀπειλῆς δολοφονίας κατὰ τοῦ κυρίου Καλλιγᾶ, πρὸς ὃν ἐστάλησαν ἀνώνυμοι ἐπιστολαί.
§32ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα, ἔπεσαν ἀπὸ τὸ θεωρεῖον διὰ νὰ τὸν κατεβάσουν ἀπὸ τὸ βῆμα. Ἐν τοιαύτῃ θέσει εὑρέθησαν οἱ Ἑπτανήσιοι ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης ὅπου μόλις εἰσῆλθον καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ εἶχον ἤδη προηγηθῆ τῆς προτάσεώς των δύω ἢ τρεῖς ἐκτεταμέναι καὶ ζωηραὶ συζητήσεις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Συνέλευσις οὐδεμίαν ἐδέχετο ἀναβολήν· ἐγένετο δὲ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τῆς συστάσεως τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης οὐχὶ διὰ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἀλλὰ δι’ ἀναστάσεως γενικῆς Σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ἠγέρθην τότε, ἢ ἂν ἔμεινα καθήμενος εἰς τὴν θέσιν μου· ὅσα βλέπω εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως μὲ δικαιοῦσι νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἠγέρθην. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ πρακτικὸν ἐκεῖνο διὰ νὰ ἰδῆτε ὅτι δὲν μᾶς ἐπετρέπετο οὔτε νὰ ὁμιλήσωμεν·
§33ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ποῖος σᾶς ἔκαμε τοιαύτην παρατήρησιν;
§34ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἷς ἐξ ἐκείνων εἶσθε καὶ ὑμεῖς ὡς πληρεξούσιος.
§35ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ποῖος εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον;
§36ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ δι’ αὐτὸ τὸ ὁποῖον μοῦ ὑπενθυμίζετε. Τὸ νομοσχέδιον εἰσήχθη ἀπὸ τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον, ὑπουργὸν τότε τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ ὑπουργείου Κανάρη, τὸ ὁποῖον ὑπεστηρίζαμεν καὶ μετὰ τοῦ ὁποίου ἤμεθα συνδεδεμένοι· τόσον δὲ ἡ μερὶς τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου ὡς καὶ ἡ ἑτέρα μερὶς τὴν αὐτὴν διαγωγὴν ἐτήρησαν. Εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν εὑρέθησαν οἱ πληρεξούσιοι τῆς Ἑπταννήσου, κύριοι βουλευταὶ, ὅτε ἐψηφίσθη ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ νομοσχέδιον. Ἀπεπειράθημεν νὰ ζητήσωμεν ἀναβολὴν ὅπως σκεφθῶμεν τοὐλάχιστον τὰ καθέκαστα, ἐσηκώθην νὰ ἀναβῶ εἰς τὸ βῆμα· κάτω ἀπὸ ἐδῶ, κάτω ἀπὸ ἐκεῖ μοῦ ἐφώναζον· ἐπέμεινα νὰ μείνω καὶ ἔμεινα ἕως οὗ πολλοὶ ἑκατέρωθεν εἶπον, ἂς ὁμιλήσῃ ὁ Λομβάρδος. Ἰδοὺ τί εἶπον.— Πρακτικὰ Συνελεύσεως Τόμ. 6. Σελ. 104. (Ἀναγινώσκει)· «Λομβάρδος — Δὲν ἔχω, κύριοι, πολλὰ νὰ ὁμιλήσω. Ἂν μὲ «ἀφίνατε, θὰ εἶχα μέχρι τοῦδε τελειώσει. Δὲν ἔχω νὰ σᾶς εἴπω «παρὰ τοῦτο· ἐπροτείνατε νὰ κάμητε Τράπεζαν Κτηματικὴν «ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ συστηθῇ Προεξοφλητικὴ ἐν Ἑπτανήσῳ· ἡ Κτη«ματικὴ Τράπεζα εἶναι ἀναγκαιοτέρα ἐκεῖ. Πρὸς τί αὐτὸς ὁ ὅρος, «ὅτι δὲν θέλει νὰ συστηθῇ Κτηματικὴ Τράπεζα πρὶν συστηθῇ «Προεξοφλητική; (θόρυβος). Δὲν δύναμαι, κύριοι, νὰ τὸ ἀποσώσω. «Εἶναι παράλογον νὰ πιστεύσῃ οἱοσδήποτε ἐξ’ ὑμῶν ὅτι θέλομεν «νὰ φέρωμεν τὴν παραμικρὰν βλάβην εἴτε εἰς τὴν Ἑπτάνησον «εἴτε εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν (θόρυβος). Καὶ ἂν, κύριοι, διὰ τῆς βλά«βης τῆς Ἑπτανήσου ἐπρόκειτο νὰ ὠφεληθῇ καὶ ἡ ἄλλη Ἑλλὰς, «ἐγὼ πρῶτος ἤθελον εἴπει, ἂς βλαφθῇ (θόρυβος). Ὡς εἶπα, κύ«ριοι, πρὸ τῆς ἑνώσεως, λέγω καὶ τώρα (θόρυβος), στρατιῶται «τῆς ἐλευθερίας, σεβασθῆτε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου (θόρυβος)· «ἀλλὰ διὰ τῆς βλάβης αὐτῆς, ἡ ὁποία πιθανὸν νὰ προέλθῃ εἰς «Ἑπτάνησον, δὲν φέρετε κἀμμίαν ὠφέλειαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι «ἡ Κτηματικὴ Τράπεζα δὲν κινδυνεύει πλέον, τὴν ἀρχὴν αὐτῆς «τὴν παραδέχθητε (θόρυβος). Σεῖς, κύριοι, ἐκάματε καὶ 2 καὶ 3 «πρότερον συζητήσεις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ἐξανασυ«ζητήσατε, τὸ ἐξανασκέφθητε· ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῶν τῶν «μερῶν, διὰ τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ συστηθῇ αὐτὴ ἡ Τράπεζα, «τί ζητοῦμεν; ἀναβολὴν μέχρι Σαββάτου. Ἀκούομεν σήμερον ὅτι «προτείνονται διαμαρτυρήσεις ἐκ μέρους τῆς Ἰονίου Τραπέζης, καὶ «ἂν αὕτη ζητήσῃ 120,000 λίρας ὅπου ἔχει νὰ λάβῃ ἀπὸ μόνην «τὴν Κέρκυραν, ποῦ φέρετε αὐτὴν τὴν ἐπαρχίαν; Πρὸς Θεοῦ «δὲν πρόκειται νὰ χαθῇ τὸ Κράτος διὰ 2 ἡμέρας... Ἄφετέ «μας τοὐλάχιστον νὰ εἴπωμεν καὶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ «Κύριοι στενογράφοι, γράφετε, ἂν ἡ Συνέλευσις θέλῃ νὰ προβῇ «εἰς τὴν ψηφοφορίαν σήμερον, ἀπέχομεν τῆς ψήφου μας.» Δὲν σᾶς ἐπιτρέπετε εἶπε χθὲς ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς πρὸς τὸν συνάδελφον κ. Ζωχιὸν νὰ λέγῃς ὅτι τὴν μίαν Τράπεζαν ἐθέσαμεν ἐκ δεξιῶν καὶ τὴν ἄλλην ἐξ εὐωνύμων· ἔχω τὸ δικαίωμα καὶ ἐγὼ σήμερον νὰ εἴπω εἰς τὸν ἀξιότιμον πρωθυπουργὸν, ὅτι δὲν σοὶ ἦτον ἐπιτετραμμένον νὰ ἔλθῃς ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ νὰ εἴπῃς ὅτι ἐν ἀντιφάσει μᾶς εὑρίσκεις σήμερον, ὅτι ἄλλα τότε ὑπεστηρίξαμεν καὶ ἄλλα τώρα λέγομεν, ἐνῷ τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως εἶναι ἀνοικτὰ καὶ εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς σᾶς καὶ εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ἐκτὸς ἂν ὑπεθέσατε ὅτι ἐλησμονήσαμεν τὰ τότε διατρέξαντα· ἀλλ’ ἐὰν ἐλησμονήθησαν, μένουν γεγραμμένα ἐδῶ μέσα. Καὶ ἐὰν ὅμως δὲν ἠθέλομεν κάμει πραγματικῶς τὴν διαμαρτύρησιν ταύτην, καὶ ἐὰν πᾶσαι αἱ τροπολογίαι εἰς τὰ καθέκαστα, τὰς ὁποίας τότε ἔκαμα καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Βαλσαμάκης καὶ ἄλλοι πληρεξούσιοι Ἑπτανήσιοι, ἀπεῤῥίφθησαν καὶ οὐδὲ κἄν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν, οὔτε ἤθελον νὰ τὰς ἀναγνώσωσι, καὶ ἐὰν ἠθέλομεν ὑποκύψῃ ὅλοι καὶ ἠθέλαμεν καὶ ἡμεῖς παραδεχθῆ ἐν θορύβῳ καὶ ἀλλαλαγμῷ τὴν πρότασιν τῆς συστάσεως προεξοφλητικῆς Τραπέζης ἐν Ἑπτανήσῳ, εἶχε δίκαιον ὁ κ. πρωθυπουργὸς, τοῦ ἐπετρέπετο νὰ ἔλθῃ νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι τὸ αὐτὸ πρᾶγμα ἐπρόκειτο τότε καὶ σήμερον, καὶ ὅτι ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος ἔχω δύω διαφορετικὰς γνώμας, ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ αὐτοῦ. Τότε ἔλεγον ὁ κ. Μπαλτατζῆς καὶ ὁ κ. Ὀπενχάϊμ, δὲν ἀναδεχόμεθα τὴν σύστασιν τῆς Τραπέζης ταύτης κατὰ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους σὺ ἡ Κυβέρνησις μοὶ προτείνεις, ἄν δὲν μᾶς δώσῃς τὸ προνόμιον τοῦ ἐκδίδειν τραπεζογραμμάτια ἐν Ἑπτανήσῳ· διότι τοῖς ἐπρότεινε τότε ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴν ἠμποροῦν νὰ δανείζωσι διὰ κτηματογράφων πρὶν ἢ δανείσωσι διὰ χρηματικοῦ 12,000,000. Δὲν ἠμπορῶ νὰ δεχθῶ τοὺς ὅρους τούτους, ἔλεγεν ὁ Μπαλτατζῆς, δὲν συσταίνω Κτηματικὴν Τράπεζαν, ἐὰν δὲν μοὶ δώσῃς τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσω χαρτὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Σήμερον ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα μᾶς λέγει, ὅτι δὲν ἐγκαθιδρύομαι, ἂν δὲν μοὶ δώσῃς τὸ χαρτονόμισμα ἐν Ἑπτανήσῳ; Ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα εἶναι ἐγκαθιδρυμένη. Τότε ὅμως ἐπρόκειτο νὰ ἐγκαθιδρυθῇ ἡ Κτηματικὴ καὶ ὡς ὅρον τῆς ἐγκαθιδρύσεώς της ἔθετε τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος ἐν Ἑπτανήσῳ· τότε ἡ Κτηματικὴ Τράπεζα ἐπρότεινε νὰ δανείζῃ τοὺς ἰδιοκτήτας μὲ προθεσμίαν οὐχὶ ἐλάσσονα τῶν 20 ἐτῶν καὶ ἄνω τῶν 30 ἢ 40. Σήμερον ἡ Πιστωτικὴ, ἡ ὁποία εἶναι ἐγκαθιδρυμένη ἐν τῷ τόπῳ, προτείνει νὰ δανείζῃ μὲ προθεσμίαν 3 ἢ 4 μηνῶν· τότε ἡ Κτηματικὴ Τράπεζα ἐπρότεινε νὰ δανείζῃ μὲ τόκον ἐν Ἑπτανήσῳ 1% ὀλιγώτερον ἀπὸ ὅσα ἤθελε δανείσει εἰς τὸ ἐπίλοιπον τοῦ Κράτους, ὁ δὲ τόκος καὶ διὰ τὸ ἐπίλοιπον κράτος ἦτον 6%. Σήμερον ὅμως ἡ Πιστωτικὴ μᾶς προτείνει νὰ δανείζῃ μὲ 7%, ἐνῷ, καθ’ ἃς ἔχομεν προτάσεις, ἡ Ἰονικὴ προτείνει νὰ δανείζῃ μὲ τόκον 5 καὶ 6 καὶ μὲ προθεσμίαν 23 ἐτῶν. Τότε ἡ Κτηματικὴ Τράπεζα ὑπέσχετο νὰ ἐγκαθιδρύσῃ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους 3 καταστήματα, ἕν ἐνταῦθα, ἓν ἐν Πελοποννήσῳ καὶ ἓν ἐν Ἑπτανήσῳ, ἐντὸς δὲ δύω ἐτῶν νὰ συμπληρώσῃ τὰ ὑποκαταστήματά της καὶ εἰς τοὺς ἄλλους νομούς. Ὑπάρχει ἑπομένως διαφορά τις ἀπὸ τὰς τότε προτάσεις εἰς τὰς σημερινάς. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν τότε καὶ ἡμεῖς οἱ ἐξ Ἑπτανήσου πληρεξούσιοι ἠθέλαμεν δεχθῆ, καθὼς καὶ ἄλλοι, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰς προτάσεις ταύτας, δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὸν κ. πρωθυπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου ἔχω δύω διαφόρους γνώμας. Ἔστω καὶ ἂν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ αὐτοῦ οἰκονομολογικοῦ ἀντικειμένου. Γνωρίζει καλὰ ὅτι τὰ οἰκονομολογικὰ ζητήματα δὲν εἶναι ζητήματα τῶν ἀρχῶν τῆς ἠθικῆς, ἀλλὰ τῶν περιστάσεων τοῦ τόπου καὶ τῶν ἀναγκῶν· ἠμποροῦσε τότε νὰ ἦτο ὠφέλιμος μία πρότασις εἰς τὴν Ἑπτάνησον καὶ νὰ τὴν ἐδεχόμεθα, σήμερον δὲ νὰ ᾖναι βλαβερά. Ἀλλ’ εἴτε εἶμαι εἴτε δὲν εἶμαι εἰς ἀντίφασιν, εἴτε δύναται εἴτε δὲν δύναται ὁ κ. πρόεδρος ἐκ τῆς ψήφου μου τοῦ 1864 νὰ ἐξάξῃ ἐπιχειρήματα σημερινὰ, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀνακεφαλαιώσω ἐν συντομίᾳ τί μᾶς προτείνει καὶ ἐπὶ τίνος ἀντικειμένου ζητεῖ τὴν ψῆφόν μας. Ἔχει ἐνώπιόν του τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν συστημένην καὶ ἐργαζομένην, συνάπτει μετ’ αὐτῆς ἰδιαιτέραν σύμβασιν καὶ τῆς παραχωρεῖ τὸ προνόμιον νὰ ἐκδίδῃ τραπεζικὰ γραμμάτια ἐν Ἑπτανήσῳ· τί κερδίζει; τί τῆς ἐζήτησεν ἀντὶ τοῦ προνομίου, καὶ τί αὐτὴ τοῦ παρεχώρησεν; Εἶπον ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης, καὶ ἐκ ταύτης, ὅτι μὲ τὴν παραχώρησιν τοῦ προνομίου τοῦ ἐκδίδειν τραπεζικὰ γραμμάτια δὲν πρέπει νὰ παίζωμεν, καὶ ὅτι ἡ παραχώρησις αὕτη δὲν δύναται νὰ γείνῃ εἰμὴ μὲ μεγάλην θυσίαν ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ζέγγελης· ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη εἶπεν, ὅτι ἡ Τράπεζα τῆς Ἀγγλίας ἐπλήρωσε δισεκατομμύρια λίρας.
§37ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἔκαμε δάνειον εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς ἄλλας ἑταιρίας.
§38ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τί μᾶς προτείνει ἡ Πιστωτική; 5,000,000 δάνειον διὰ τῆς πρώτης συμβάσεως. Ἔρχεται ἡ δευτέρα σύμβασις, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Τράπεζα αὐτὴ λαμβάνει· 1) ἀντὶ τοῦ νὰ δανείσῃ τὴν Κυβέρνησιν 5,600,000, δὲν τὴν δανείζει εἰμὴ 4 ἑκατομμύρια· πρώτη ὠφέλεια τὴν ὁποίαν λαμβάνει. Ὁ τόκος, ἐνῷ εἰς τὴν πρώτην σύμβασιν ὁρίζεται εἰς 7%, τώρα ὁρίζεται καὶ πάλιν εἰς 7, ἀλλ’ εἰς συναλλάγματα μόνον μικρᾶς προθεσμίας, τριῶν μηνῶν· ἑπομένως, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, κατὰ τὴν τραπεζικὴν γλῶσσαν, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Τράπεζαν ταύτην νὰ δανείσῃ διὰ 4, 5, ἢ 6 μῆνας· ἠμπορεῖ νὰ δανείσῃ, κ. Κεχαγιᾶ;
§39ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μάλιστα.
§40ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δευτέρα ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν λαμβάνει, τῇ αὐξάνεται ὁ τόκος· διότι, ἂν δανείσῃ μὲ προθεσμίαν ἄνω τῶν τριῶν μηνῶν, ἠμπορεῖ νὰ δανείσῃ μὲ τόκον 8 καὶ 9% Τρίτη ὠφέλεια, λαμβάνει τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον, (ἐνῷ αὐτὸ μὲ τὴν πρώτην σύμβασιν δὲν ἦτον ἀποκλειστικὸν) ὅπως αὐτὴ καὶ ἡ Ἰόνιος Τράπεζα μόνον ἐκδώσῃ τραπεζογραμμάτια ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἄλλη ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν λαμβάνει κατέναντι καὶ αὐτῆς τῆς Ἰονίου Τραπέζης, εἶναι ὅτι γίνονται ὑποχρεωτικὰ τὰ γραμμάτιά της εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα τοῦ Κράτους ἐν Ἑπτανήσῳ. Πέμπτη ὠφέλεια εἶναι νὰ ἐκδίδῃ ἓν ἑκατομύριον δεκαδράχμων τραπεζογραμματίων, τὸ ὁποῖον πρότερον δὲν τὸ εἶχεν. Ἐφώναζεν ὁ φίλος μου κύριος Ζωχιὸς ἐπανειλημμένως, τί σᾶς ἔδωκεν ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα διὰ νὰ τῇ παραχωρήσητε ὅλα αὐτὰ τὰ μεγάλα προνόμια; Τί παραχωρεῖ εἰς ἡμᾶς, τὴν κοινωνίαν, εἰς ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύομεν; καταστρεφομένων δὲ πρὸς τούτοις καὶ τῶν προτάσεων τῆς Ἰονίου Τραπέζης, τί εἰς ἀντάλλαγμα ἡ πολιτικὴ μᾶς δίδει; τίποτε! τίποτε! ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι καὶ ὁ Κεδίβης τῆς Αἰγύπτου αὐτὸς δὲν θέλει τολμήσει ἀπὸ τοὺς φελάχους του νὰ ζητήσῃ τοιαῦτα νὰ τῷ ἐπιψηφίσωσι. Καὶ φελάχους τῆς Αἰγύπτου ἐὰν μᾶς ἐξελάμβανεν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργός, ἔπρεπε νὰ μᾶς σεβασθῇ περισσότερον καὶ νὰ μὴ μᾶς ζητῇ τοιαύτας προτάσεις νὰ τοῦ ψηφίσωμεν. Εἶναί τι, τὸ ὁποῖον δὲν τὸ ἐννοῶ, κ. Πρωθυπουργέ· ἐλθὲ νὰ μᾶς τὸ ἐξηγήσῃς· εἶναί τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖς νὰ φανερώσῃς δημοσίᾳ; ἂς γείνῃ μία ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἵνα εἰς αὐτὴν ἐξηγήσῃς διατί τόσας παραχωρήσεις ἔκαμες εἰς αὐτοὺς τοὺς κυρίους, ὁποῖον μέγα δημόσιον συμφέρον ἀντ’ αὐτῶν ἐπέτυχες, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖς νὰ τὸ δημοσιεύσῃς· ἀλλ’ οὕτω τυφλῶς καὶ ὡς ἔτυχε νὰ ζητῇς τὴν ψῆφόν μας ἐπὶ τοιούτων προτάσεων;... Ναὶ, τὸ ἐπαναλέγω, κ. πρωθυπουργὲ, καὶ φελάχοι ἐὰν ἤμεθα, ἔπρεπε νὰ μᾶς σεβασθῇς περισσότερον καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ μᾶς ζητῇς ψῆφον ἐπὶ προτάσεων, τὰς ὁποίας, ἂν παραδεχθῶμεν, ὅπως μᾶς τὰς προτείνεις, θὰ ἤμεθα προδόται τῶν καθηκόντων μας καὶ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύομεν.
§41ΔΡΟΣΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Θὰ σᾶς ἀπαντήσωμεν, κύριε Λομβάρδε.
§42ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θὰ σᾶς ἀκούσω· ἀλλ’ ἐὰν ἦτον ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὲ ἐρωτήσῃ, ἂν ἦμαι ὁ αὐτὸς ἄνθρωπος ἐγὼ, ὅστις κατὰ τὸ 1864 δῆθεν ἐψήφισα τὴν εἰσαγωγὴν δευτέρου χαρτονομίσματος εἰς τὰς Ἰονίους νήσους καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἄνθρωπος, ὅστις ἀντιτάσσομαι σήμερον κατὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ δευτέρου τούτου χαρτονομίσματος διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους προέταξα, θὰ ἦναι ἐπιτετραμμένον καὶ εἰς ἐμὲ νὰ ἐρωτήσω· ἐὰν ἦναι ὁ αὐτὸς ἄνθρωπος ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ σήμερον προτείνων καὶ ὑποστηρίζων ἐν τῇ Βουλῇ οἷα προτείνει καὶ ὑποστηρίζει, μὲ τὸν αὐτὸν ἄνθρωπον, τὸν κ. Ἐπαμινώνδαν Δεληγεώργην, πληρεξούσιον Μεσολογγίου κατὰ τὸ 1864, ὅλως διόλου ἄλλα προτείνοντα, ὅλως διόλου ἄλλα ὑποστηρίζοντα ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιδέχεται οὔτε διαστροφὰς, οὔτε παρερμηνείας· μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἐρωτήσω ἐὰν ὁ αὐτὸς ἄνθρωπος, ὅστις ὡς σημαίαν του καὶ σημαίαν σχεδὸν ἀποκλειστικὴν τῆς τότε μερίδος του ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει εἶχε τὴν πλήρη, τὴν ἄνευ οὐδενὸς ὅρου ἢ διαστολῆς, τὴν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀναβολῆς ἀφομοίωσιν τῆς Ἑπτανήσου, ὅστις εἰς ὅσας παρατηρήσεις καὶ ἂν ἐγένοντο τότε καὶ εἰς τὴν ἀξιότιμον μερίδα του ὅτι ἡ ἀφομοίωσις αὕτη, τὴν ὁποίαν τότε ἐζήτει, θὰ βλάψῃ ὄχι ὀλίγον τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου ἐκείνου, καθὼς καὶ πραγματικῶς τὰ ἔβλαψε, ἀπεκρίνετο, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ Ἑλλάς, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ κράτος, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν καὶ πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν. Κύριοι, ἔλεγε εἶναι μηδὲν, δὲν θὰ ἔχῃ τὴν ἐφαρμογήν του ἐν ὅσῳ ὑπάρχουσι δύω νομοθεσίαι, δύω εἰδῶν κοινωνίαι, δύω κράτη, ἕως ὅτου δὲν συγχωνευθοῦν τὰ πάντα, ἐνόσῳ δὲν καταστραφοῦν ὅλοι οἱ νόμοι καὶ τὰ ἔθιμα τὰ προϋπάρχοντα, εἰ δυνατὸν, ἕως ὅτου οἱ πληρεξούσιοι αὐτοὶ τῆς Ἑπτανήσου οὐδὲν ἔχουσι, τὸ ὁποῖον νὰ χωρίζῃ αὐτοὺς ἀπὸ ἡμᾶς. Καὶ ἡ ἰδέα αὕτη τῆς ἀφομοιώσεως ἐνθυμεῖσθε πῶς ἐξεμεταλλεύθη εἰς αὐτὸ τὸ εὐκόλως ἐξαπατώμενον καὶ ἐξαπτόμενον κοινὸν τῶν Ἀθηνῶν. Θὰ ἐνθυμεῖσθε τότε πῶς παρίστανον ἡμᾶς τοὺς πληρεξουσίους τῆς Ἑπτανήσου, ὅτι, διὰ νὰ διατηρήσωμεν τοὺς Νόμους μας, διὰ νὰ διατηρήσωμεν τὰ προνόμιά μας καὶ τὴν ἐπιῤῥοήν μας εἰς τοὺς τόπους ἐκείνους, ἠθέλαμεν νὰ ἔχωμεν δύω κράτη καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ μεσότοιχα πρέπει νὰ πέσωσι καὶ δὲν πρέπει νὰ μένῃ ὄρθιον τίποτε. Καὶ πῶς μᾶς ἐθεώρουν τότε ἐν τῷ βουλευτηρίῳ τούτῳ, εἰσελθόντας ἔπειτα ἀπὸ τόσους καὶ τοσούτους ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους μόνοι μας διεξήλθομεν, χωρὶς οὐδεὶς νὰ μᾶς βοηθήσῃ, πῶς μᾶς ἐθεώρουν; καὶ τί ἔπραξαν; καὶ τί ἠκούσαμεν χάριν τῆς ἰδέας αὐτῆς τῆς ἀφομοιώσεως; ὅτι τὰ πάντα πρέπει νὰ πέσουν; Ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὁ αὐτὸς ἄνθρωπος, ὅστις, ἐνῷ βλέπει ἐνώπιόν του ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ συστημένον ἓν καθίδρυμα ὑπὸ ξένων κεφαλαίων καὶ ὑπὸ ξένων διευθυνόμενον, καθίδρυμα, τὸ ὁποῖον σήμερον μόνον σοῦ προτείνει τοιαύτας προτάσεις, καθίδρυμα τὸ ὁποῖον παρὰ τὰς εὐμενεῖς ταύτας προτάσεις σοῦ προτείνει νὰ συγχωνευθῇ, νὰ ἀφομοιωθῇ μὲ τὰ ἰδικά μας, σοῦ προτείνει νὰ ἐκλείψῃ αὕτη ἡ ἄκανθα, τὴν ὁποίαν ἔχεις εἰς τὴν πτέρναν τοῦ ποδός σου, σοῦ προτείνει νὰ γείνῃ Τράπεζα Ἑλληνικὴ, νὰ καθυποταχθῇ ἐν ὅλοις καὶ καθ’ ὅλα εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἐκλείψῃ αὐτὸ τὸ μεσότοιχον, τὸ ὁποῖον πραγματικῶς χωρίζει τὴν Ἑπτάνησον ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἐνῷ τοιαῦτα σᾶς προτείνονται, ἀξιότιμε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, παρατρέχεις τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ λέγεις, ὄχι, ἐγὼ τὸ θέλω τὸ καθίδρυμα τοῦτο ξένον, δὲν θέλω ἀφομοίωσιν, δὲν θέλω συγχώνευσιν; Ἀλλ’ ἐὰν τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, τὸ Σύνταγμα ἐκινδύνευε τότε, ἐὰν δὲν συνεχωνεύετο ὁ κανονισμὸς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Φανερωμένης τῆς Ζακύνθου ἢ τῆς Σπηλαιώτισας τῆς Κερκύρας μὲ ἐκεῖνον τῆς ἁγίας Εἰρήνης τῶν Ἀθηνῶν, ἐὰν δὲν συνεχωνεύοντο οἱ ὀργανισμοὶ τῶν δικαστηρίων καὶ τῶν ἄλλων ἱδρυμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἐν Ἑπτανήσῳ, ἐν τῷ κράτει, δὲν βλέπω πῶς κίνδυνος δὲν ὑπάρχει, ἐὰν δὲν ἀφομοιώσωμεν μὲ τοὺς νόμους τοῦ κράτους, ὅπως ἓν καθίδρυμα σοβαρὸν, σπουδαῖον, τὸ ὁποῖον σήμερον μὲν σοῦ στέλλει προτάσεις εὐνοϊκὰς, ἀλλ’ αὔριον ἠμπορεῖ νὰ σοῦ στείλῃ διακοινώσεις ἐκ Λονδίνου; Τί διακοινώσεις, τί διακοινώσεις, μοῦ λέγει ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, σείων τὴν κεφαλήν του. Τὸ αὐτὸ μοῦ εἴπατε, ἀξιότιμε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὅταν ἐπὶ ἄλλου ζητήματος, ὅπως δυνηθῶ νὰ σὲ σταματήσω ἐπ’ ὀλίγον, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν μὲ ὅλας τὰς λευκάς σου τρίχας ἐτρέχετε ὡς νεώτερος τῶν 30 καὶ 25 ἐτῶν, τότε ὅτε εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μεταβῶ ἀπὸ ἐκείνην τὴν θέσιν (δεικνύει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου) καὶ νὰ σᾶς εἴπω· διαμαρτύρομαι μὴ προβαίνετε περαιτέρω, σκεφθῆτε ποῦ ἠμπορεῖτε νὰ ῥίψητε τὸν τόπον σας· καὶ τότε ἐκινήσατε τὴν κεφαλὴν μὲ ἓν μειδίαμα, καὶ τότε μοῦ εἴπατε ὅτι τὸ κάμνω αὐτὸ διότι εἶμαι ἀπαισιόδοξος, καὶ τότε ἐπροχωρήσατε, ἀξιότιμε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν· ἀλλὰ δὲν παρῆλθε πολὺς καιρὸς καὶ σεῖς ὁ ἴδιος, ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ἐλθὼν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρεστήσατε ἐνώπιον τῆς Ἑλλάδος τὸ θέαμα νὰ ἴδῃ τὴν κυβέρνησίν της γονυπετοῦσαν ἐνώπιον τῶν ξένων καὶ προτείνουσαν νὰ καταργήσῃ τὸν αὐτὸν ἐκεῖνον νόμον, τὸν ὁποῖον τότε ἐν τόσῃ σπουδῇ ἐζητήσατε νὰ ψηφισθῇ· ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ θυσία δὲν σᾶς ἐχρησίμευσε, διότι οἱ ξένοι δὲν τὴν ἀπεδέχθησαν. Καὶ τώρα σᾶς λέγω, ἀξιότιμε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, σκεφθῆτε ἐπὶ τὸ ζήτημα, διότι ἐξ ὅσων ἕως τώρα εἴπατε καὶ ἐπροτείνατε φαίνεται ὅτι δὲν ἐσκέφθητε· διαφορετικὴ θὰ ἦναι ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Κυβερνήσεώς της, ἐὰν ἀποκρούουσα τὰς προτάσεις ταύτας, τὰς ὁποίας κάμνει ἡ Ἰόνιος Τράπεζα, παραδεχθῇ τὰς προτάσεις τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης καὶ ἡ Ἰόνιος Τράπεζα τιθεμένη εἰς ἥττονα μοῖραν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν τὴν θέτει ὁ νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου ὑπάρχει, εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ σᾶς ζητήσῃ ἀποζημιώσεις; Καὶ δὲν προφυλάττεσθε, ἀξιότιμε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, μὲ τὴν διασάφησιν ὅτι τὰ αὐτὰ δικαιώματα θὰ παραχωρηθῶσι καὶ εἰς τὴν Ἰόνιον Τράπεζαν, διότι ἠμπορεῖ νὰ σᾶς ἀπαντήσῃ ἐκείνη, δὲν θέλω νὰ ἀλλάξω τὴν τωρινὴν θέσιν μου, διότι ἠμπορεῖ νὰ σᾶς ἀπαντήσῃ, θέλω καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐξακολουθήσω νὰ ζήσω καθὼς ζῶ, καὶ σεῖς δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ ἀλλάξητε τὴν ἀτμοσφαῖραν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὁ νόμος μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναπνέω. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἁπλοῦν τὸ ζήτημα, κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν· ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας θελήσετε νὰ τὸ ἐξετάσητε, τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ὥστε νὰ συμβουλεύετε νὰ ὑπερβῶμεν δι’ ἑνὸς ἅλματος· εἶναι ζήτημα οἰκονομολογικὸν διὰ τὴν Ἑπτάνησον, εἶναι ζήτημα ζημιῶν, εἰς τὰς ὁποίας θὰ ὑποκύψῃ ἢ ὠφελειῶν, τὰς ὁποίας θὰ χάσῃ, εἶναι ζήτημα ἐθνικὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ κάμωμεν κάθε τρόπον, ὅπως τὸ καθίδρυμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἰς τὸ κράτος μας ὑπάρχει, νὰ τὸ καταστήσωμεν ἑλληνικὸν, καὶ εἰς στιγμὴν, καθ’ ἣν αὐτὸ τοῦτο ἔρχεται καὶ τὸ προτείνει, εἰς στιγμὴν, καθ’ ἣν αὐτὸ τοῦτο προτείνει νὰ συγχωνευθῇ καὶ νὰ κηρυχθῇ ἡ καταστροφὴ αὐτοῦ τοῦ χωρισμοῦ μεταξὺ Ἑπτανήσου καὶ Ἑλλάδος, εἰς στιγμὴν, καθ’ ἣν μὲ τοῦτο σᾶς προτείνει καὶ ἄλλας ὠφελείας, σεῖς λέγετε, ἀποῤῥίψατέ τα, διότι δὲν πρέπει νὰ πληρώσητε 5 καὶ 6% ἀλλ’ ἑπτὰ, ἐνῷ πρόκειται νὰ δανεισθῆτε ὅπως πληρώσητε εἰς διάστημα 23 ἐτῶν, νὰ δανεισθῆτε μὲ προθεσμίαν μόνον τρεῖς μῆνας καὶ μὲ δύω ἐμπορικὰς ὑπογραφάς. Ὁ τόπος ἐκεῖνος, ὅστις γινώσκει τὰ συμφέροντα τὰ ὑλικὰ πολὺ καλλίτερα ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν τὸν ἐπεσκέφθησαν, οἵτινες ποτὲ τὰς ἀνάγκας του δὲν ᾐσθάνθησαν καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἠξεύρω μὲ ποῖον θάῤῥος ἔρχονται νὰ ἀποφασίζουν τόσον ἐλαφρῶς περὶ τῆς τύχης του τῆς οἰκονομικῆς, ὁ τόπος ἐκεῖνος, λέγω, ἤδη ἐστάθμισε ποῖαι εἶναι αἱ προτάσεις αἱ μὲν καὶ ποῖαι αἱ δέ. Ἐμειδιάσατε ἴσως τινές, ἰδόντες τὰς ἀναφορὰς, τὰς σήμερον ἐλθούσας ἀπὸ τὴν Κεφαλληνίαν, αἱ ὁποῖαι καλύπτονται ἀπὸ τὰς ὑπογραφὰς τῶν καλλιτέρων ἐμπόρων, τῶν καλλιτέρων κτηματιῶν. Δὲν παραδέχομαι ὅτι διὰ τῶν ἀναφορῶν δύναται μία ἐπαρχία, ἢ ἐπαρχίαι ἢ νομοὶ νὰ ἐπιβάλλωσι τὴν γνώμην των εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν των, ὄχι· παραδέχομαι ὅτι αἱ ἀναφοραὶ αὗται, ὁποίας καὶ ἀλλαχόθεν δι’ ἄλλα ζητήματα εἴδομεν, δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ χαρτία, ναί, μόνη ἡ ἀντιπροσωπεία, μόνη ἡ Βουλὴ ἐκφράζει τὴν γνώμην τοῦ τόπου.
§43ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ ἀναφορῶν καὶ ἀναφορῶν· ὅταν ὑπεκινήθησαν ἀπὸ προξένους, ἀπὸ Δημάρχους, οὐδεμίαν ἔχουσι σημασίαν· ὅταν ὅμως πολῖται ἀναφέρονται αὐθορμήτως, αἱ ἀναφοραί των πρέπει πάντοτε νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν διότι εἶναι ἔκφρασις τῆς κοινῆς γνώμης.
§44ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ τόπος ἐκεῖνος, λέγω, ἀπὸ τὴν στιγμὴν ταύτην καρδιοκτυπῶν περιμένει, κύριοι, τὴν ψῆφόν σας, περιμένει νὰ ἴδῃ ἐὰν τὰ συμφέροντά του, τῶν ὁποίων τὴν προστασίαν ἀναμένει ἀπὸ μόνην τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ τόπου του καὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησίν του, θὰ θεωρηθῶσι τόσον μηδαμινὰ, ὥστε νὰ θελήσητε νὰ τὰ θυσιάσητε ὑπὲρ ἁπλῶς ἑνὸς σκοποῦ, ὑπὲρ τῶν ἐπαυξήσεων τῶν ὠφελειῶν τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης καὶ ὑπὲρ τῆς ἐπαυξήξεως τῆς ἀμοιβῆς τῶν μετοχῶν της, αἱ ὁποῖαι ἄλλως κυκλοφοροῦν καὶ θὰ κυκλοφορήσουν. Δὲν εἶμαι ἀντίθετος νὰ κερδήσουν οἱ ἀξιότιμοι οὗτοι κύριοι, ἀλλ’ οὐδέποτε θέλω στοχασθῆ ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς σᾶς, οἱ ὁποῖοι τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου ἐκείνου δὲν γνωρίζετε, νὰ θελήσητε νὰ ἐπαυξήσητε ἁπλῶς καὶ μόνον τὰ κέρδη αὐτῶν μὲ τὴν ζημίαν, μὲ τὴν καταστροφὴν τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου ἐκείνου. Ἔχετε ἤδη ἐνώπιόν σας ἀνοικτὸν τὸ στάδιον νὰ παραχωρήσητε εἰς μίαν ἢ εἰς ἄλλην Τράπεζαν τὸ προνόμιον νὰ ἐκδίδῃ τραπεζογραμμάτια ἐν Ἑπτανήσῳ· τηρήσατέ το, κύριοι, ὅπως ὠφεληθῆτε ἐκ τούτου περισσότερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρόκειται σήμερον διὰ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία δὲν εἶναι οὔτε δι’ ἐσᾶς, οὔτε διὰ τὸν τόπον· τηρήσατέ το, ἀποῤῥίψατε τὰς προτάσεις αὐτὰς, τὰς συμβάσεις τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲν συμφέρον διακινδυνεύει· βαστᾶτε εἰς τὰς χεῖρας ἕνα νόμον, τὸν ὁποῖον ἠμπορεῖτε νὰ μεταχειρισθῆτε πρὸς ὠφέλειαν καὶ τοῦ τόπου ἐκείνου καὶ ἡμῶν, νόμον, ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ σώσῃ τὴν Κυβέρνησίν μας ἀπὸ δυσχερείας πολλὰς, εἰς τὰς ὁποίας ἠμπορεῖ νὰ περιέλθῃ διὰ τῶν προτάσεων τῶν σημερινῶν, ἀπὸ τὰς ὁποίας σεῖς δὲν ὠφελεῖσθε τίποτε, καὶ ἀπὸ τὰς ὁποίας μεγάλαι ζημίαι θέλουν ἐπέλθει καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας καὶ ἐδῶ. Προτείνω τὴν ἀπόῤῥιψιν τῶν συμβάσεων.
§45ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀνοίξατε τοὺς ὀφθαλμούς σας....
§46ΖΩΧΙΟΣ. Ὅποιος ἔχει.
§47ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. «Ἀνοίξατε τοὺς ὀφθαλμούς σας» μᾶς ἔλεγον ἐπισείοντες καὶ τότε κατὰ τῆς κεφαλῆς μας φρικτὰς ἀπειλὰς ὅπως πράττουν καὶ σήμερον. Οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι σήμερον ἔρχονται ἀπαισιοδόξως σκεπτόμενοι διὰ τὴν πατρίδα τους, οἱ ἴδιοι μᾶς ἔλεγον καὶ τότε, μὴ ψηφίζετε αὐτὸν τὸν νόμον, τὸν τοῦ 1871, διότι θὰ ἐπέλθουν κίνδυνοι, θὰ ἔλθουν καράβια, θὰ ἔλθουν στρατοὶ καὶ θὰ καταστρέψωσι τὴν Ἑλλάδα· καὶ ἡμεῖς ἐλέγαμεν, ὄχι, ἂς ἔλθουν· καὶ ἴδετε πῶς εἴχομεν δίκαιον.
§48ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ εἴδομεν.
§49ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Καὶ τὸ εἴχομεν ἀπέναντι ὁλοκλήρου τῆς Εὐρώπης· μάλιστα, κύριε Λομβάρδε, θὰ τὸ ἴδετε καλλίτερα ἀκόμη. Σήμερον, κύριοι, ψηφίζοντες τὰ νόμιμα εἰς τὴν πατρίδα μας, δὲν ψηφίζομεν κατ’ οὐδενὸς τρίτου, καὶ ἂν ἀληθῶς πρόκειται νὰ ἐπενεχθῶσι ζημίαι εἰς ἓν κατάστημα, τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀξιώσεις, ἐὰν ἔχωσι δίκαιον, ἐὰν ἐπιστηρίζωνται εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ εἰς αὐτὰς τὰς συνθήκας, τὰς ὁποίας ὑπαινίττεσθαι (θόρυβος).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι· ὁ κύριος Λομβάρδος ἐκάθησε δύω ὥρας χθὲς καὶ δύω ὥρας σήμερον καὶ ἠκούσθη μὲ τὴν μεγαλειτέραν ἡσυχίαν. Δὲν θέλετε νὰ ἀκούσητε; ἀναχωρήσατε.
§51ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Εἶναι περίεργον ὅτι ἐξ ἑνὸς μέρους ἀπαιτοῦν νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ ἐξ ἄλλου δὲν θέλουν· ἡ συνείδησις, ἀνάθεμά την! εἶναι τρομάρα!
§52ΖΩΧΙΟΣ. Μόνον ὁ Θεὸς γνωρίζει τὴν συνείδησιν.
§53ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριοι, δὲν μὲ πείθετε, δὲν μὲ ἐξαναγκάζετε νὰ ἐξέλθω τῆς τροχιᾶς, τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον διέγραψεν εἰς ἑαυτό. Ἦλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ κάμω παρατηρήσεις τινὰς εἰς τὸν ἀξιότιμον κύριον Λομβάρδον, ὅστις καὶ χθὲς εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ εἴπῃ πολλά, καὶ ἂς μὲ συγχωρήσῃ, νὰ προσθέσω μεθ’ ὅλης τῆς ὑπολήψεως, τὴν ὁποίαν χρεωστῶ πρὸς αὐτὸν καὶ εἰς πάντας τοὺς λέγοντας, ὅτι μὲ τὰ πολλὰ δὲν λέγονται αἱ ἀλήθειαι· καὶ ἐὰν ἠδυνάμην νὰ κάμω χρῆσιν ἑνὸς γνωμικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐσπούδασα, νέος ὤν, εἰς τὴν Ῥωσσικὴν γλῶσσαν, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι καὶ εἰς αὐτὰ τὰ μὴ ἐξευγενισμένα ἔθνη τὸ λαλεῖν πολλὰ εἶναι λυπηρὸν, εἶναι βλαβερόν· δὲν ἔχει κἀνὲν ἄξιον λόγου ἀποτέλεσμα. Ἕως τώρα, κύριοι, ἐπίστευα, ὅτι δύω εἶναι τὰ ἐπιτηδεύματα, τὰ ὁποῖα ἐγκολάπτουν εἰς τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ἐνασκοῦντας αὐτὰ ἕξεις, δὲν λέγω ἀγρίας, οὐχὶ τόσον ἐξευγενισμένας, καὶ μὲ μίαν λέξιν, ἀποτόμους· καὶ αὐτὰ τὰ ἐπιτηδεύματα ἦσαν, κατὰ τὴν κρίσιν μου, τὸ ἐπιτήδευμα τοῦ ἡνιόχου καὶ τὸ ἐπιτήδευμα τοῦ κρεωπώλου. Ὅστις συνέπεσε νὰ ἀναγνώσῃ ἓν μυθιστόρημα, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα εἰς ἐφημερίδας Εὐρωπαϊκὰς, τὸ ὁποῖον φέρει τὸν τίτλον les Tarta neros, ἐκεῖνος μόνον ἠμπορεῖ νὰ σταθμίσῃ τὸ μέγεθος τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον σήμερον πρώτην φορὰν λέγω ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἀλλὰ σήμερον πείθομαι, κύριοι, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἓν ἄλλο ἐπιτήδευμα, οὐχὶ ὀλιγώτερον ἀπότομον, ἐπιτήδευμα, τὸ ὁποῖον γεννᾷ εἰς τὸν ἐνασκοῦντα αὐτὸ ἓν εἶδος μεγάλου φρονήματος ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ καταφρονήματος δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους. Ἐθαύμασα χθὲς ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου, ὅστις εἶχε τὴν ἱκανότητα νὰ σᾶς φέρῃ τὸ παράδοξον τοῦτο θέαμα, τὸ πρῶτον δεῖγμα αὐτῆς τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος σᾶς λέγω περὶ τῆς τέχνης τοῦ ἰατροῦ. Συνειθισμένος νὰ ἀναμιγνύηται εἰς τὰ αἵματα μὲ τὴν σκληρὰν καρδίαν, πρὸς τοὺς πάσχοντας ἐννοεῖτε, ὅλα τὰ καταφρονεῖ· καὶ διὰ νὰ τὸ ἐννοήσητε, ἐξετάσατε τὸν ἄνθρωπον λαλοῦντα· τίποτε ἄλλο δὲν ἔχει, παρὰ ἀποστροφὰς νὰ ἐκσφενδονίζῃ πρὸς πάντας χωρὶς νὰ σέβηται οὔτε ἡλικίαν, οὔτε προηγούμενα, οὔτε γνώσεις, ἂν θέλητε. Δὲν ἠξεύρω, κύριοι, εἰς ποίαν σχολὴν ἔμαθε τὴν ῥητορικὴν καὶ τὴν πολιτικὴν, ἠξεύρω μόνον, ὅπου καὶ ἂν τὴν ἔμαθε, κακῶς τὴν ἔμαθε. Εἶναι πρωτότυπον, κύριοι, νὰ ἔρχηται ἕνας οἱοσδήποτε βουλευτὴς νὰ ἀπαιτῇ νὰ ἐξαναγκάσῃ τὸν ὑπουργὸν νὰ ὁμιλήσῃ, ὅταν αὐτὸς δὲν ἔχῃ σκοπὸν νὰ ὁμιλήσῃ, ὅταν αὐτὸς δὲν νομίζῃ καθῆκον νὰ ἐκφέρῃ γνώμην. Ὁ ὑπουργὸς, κύριοι, ἐκφράζεται κυρίως εἰς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσάγει καὶ τὰ ὁποῖα φέρουν τὴν ὑπογραφήν του, ὡς καὶ εἰς τὰς ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι συνοδεύουν αὐτά. Δὲν ἠμπορεῖ οὐδεὶς νὰ τὸν βιάσῃ νὰ δώσῃ νέας ἀναπτύξεις, ὅταν αὐτὸς δὲν τὸ νομίζῃ ἀναγκαῖον πρὸς τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν αὐτὸς τὰς ἐκθέσεις· μόνον ὅταν πρόκειται περὶ ἐπερωτήσεων, δηλαδὴ ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τετυπωμένα εἰς τὰς προτάσεις τὰς ὑπουργικάς, ὀφείλει ν’ ἀπαντήσῃ, ἀλλὰ καὶ τότε ζητεῖ προθεσμίαν καὶ ἡ Βουλὴ ποτὲ δὲν ἠρνήθη αὐτήν· καὶ διατί, κύριοι; διὰ νὰ μὴ περιπέσῃ ὁ ὑπουργὸς εἰς λάθη, τὰ ὁποῖα εἶναι λυπηρὰ, εἶναι ἐπιζήμια, οὐχὶ δι’ αὐτὸν, διότι εἶναι ἀδιάφορον ἐὰν ἕνας ὑπουργὸς σφάλῃ, ἐὰν χλευασθῇ, ἀλλὰ διὰ τὸν τόπον, τὸν ὁποῖον ἀνέλαβε νὰ διοικήσῃ. Ὁ κύριος Λομβάρδος ἀπῄτησε παρ’ ἐμοῦ, καὶ τὸ ἀπῄτησεν οὐχὶ τοσοῦτον ἀξιοπρεπῶς, νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς ἰδέας του καὶ ποίας ἰδέας ἐξέφερε; δὲν θέλω νὰ εἴπω πλειότερα, σᾶς λέγω μόνον ὅτι ἐγὼ δὲν ἐπείσθην εἰς ὅσα εἶπε, διότι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἠξεύρει πολὺ καλὰ νὰ συντάττῃ peroraisons, ἐπιλόγους, ἀλλ’ ὅταν ἔλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν, στενοχωρεῖται, τρίβει τὰς χεῖράς του.... Ἀφίνω τώρα τὸν κύριον Λομβάρδον, καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ κοινὸν, τὸ ὁποῖον παρίσταται εἰς τὰς συζητήσεις νὰ δώσω μερικὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἡ ἀποστροφὴ τοῦ κυρίου Λομβάρδου μὲ ἀναγκάζει νὰ κάμω, καὶ αὗται θέλουν εἶσθαι ὀλίγισται καὶ αὗται δὲν ἀφοροῦν κἀνένα ἄλλον, εἰμὴ αὐτοὺς τοὺς ὑπουργοὺς, τὰ ἔργα μας, καὶ τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν διεγράψαμεν καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας βαδίζομεν. Ἐν τῷ ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ συνεδριάζω, κηρύττω, κύριοι, ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου, ὅτι κἀμμία ἰδέα, κἀνὲν συμφέρον δὲν μᾶς χωρίζει, ἤμεθα συμφωνότατοι ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους· μόνον μία ὑπόθεσις χωρίζει ἐμὲ ἀπὸ τὸν κύριον πρωθυπουργὸν, καὶ ἐλπίζω καὶ αὐτὴ, ὡς φρόνιμος ἄνθρωπος, νὰ θελήσῃ νὰ τὴν ἐξετάσῃ καὶ νὰ τὴν ἐξομαλύνῃ, διότι μοὶ εἶναι λυπηρὸν νὰ ἐγκαταλείψω ἕνα πρωθυπουργὸν, τὸν ὁποῖον ἀγαπῶ καὶ σέβομαι, διότι κατὰ τὴν κρίσιν μου, κύριοι, εἶναι νέος, ὁ ὁποῖος περικοσμεῖται μὲ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ, ὁ γεγηρακὼς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ συζητήσας καὶ συνδιοικήσας μὲ μεγάλους ἄνδρας τῆς Ἑλλάδος, ὁμολογῶ ἐν συνειδήσει, ὅτι ταῦτα εἶναι ὑπέρτερα, καὶ ἂν ὄχι ὑπέρτερα, τοὐλάχιστον ἴσα μὲ τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα διέκριναν τοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἐδιοίκησαν τὸν τόπον ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι σήμερον. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον, κύριοι, τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον, χωρὶς νὰ συζητήσῃ, χωρὶς νὰ κάμῃ ἀπόφασιν, φυσικώτατα ἀνέθεσεν εἰς αὐτὸν ὄχι μόνον τὴν σύνταξιν, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσω, ὅλων τῶν ἐγγράφων τῶν σπουδαίων, τὰ ὁποῖα ἐξῆλθον ἀπ’ αὐτὸ τὸ ὑπουργεῖον, ἀλλὰ καὶ τὴν συζήτησιν τούτων ἐν τῇ Βουλῇ. Ἤμην ἄλλοτε μέλος μιᾶς ἀντιπολιτεύσεως εἰς ἕνα ἄλλον περίβολον καὶ ἀπήτησα, καὶ οἱ συνάδελφοί μου δὲν μοὶ τὸ ἠρνήθησαν, ἀπήτησα ὥστε ἐγὼ νὰ διευθύνω τὰς συζητήσεις, ἐγὼ νὰ τὰς ἀνοίγω, καὶ ἐγὼ νὰ τὰς κλείω· καὶ ἐκείνη ἡ μερὶς, ἂν καὶ μικρὰ, ἂν καὶ εὐάριθμος, κατίσχυσε, κύριοι, εἰς τὸ πνεῦμα τῆς κοινωνίας καὶ ἔκαμε καὶ ἐδημιούργησε κατάστασιν ὅλως διόλου ἀλλοίαν ἀπ’ ἐκείνην, ἥτις ἐπίεζε τὴν κοινωνίαν μας εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχήν. Εἶναι ἐπικίνδυνον, κύριοι, εἶναι λίαν ἀκροσφαλὲς νὰ ἐγείρετε πᾶσαν στιγμὴν ἕκαστος τῶν ὑπουργῶν καὶ νὰ λαμβάνῃ εἰς χεῖρας τὴν ὑπεράσπισιν νομοσχεδίων σπουδαίων, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ πολιτικὴ μιᾶς κυβερνήσεως. Δι’ αὐτῆς τῆς πειθαρχίας, δι’ αὐτῆς τῆς καρτερίας κατισχύσαμεν, κύριοι, διὰ τὴν πατρίδα μας ἀπέναντι μιᾶς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία πρὸ μικροῦ, κακῶς πληροφορημένη βεβαίως, ἐπίεζε τὴν πατρίδα μας καὶ πολλοὶ ἐνόμιζον, ὅτι πρόκειται ὀγρήγορα νὰ ἐξωντωθῇ αὐτὸς ὁ τόπος, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐξωντώθη, ἀλλὰ παρετήρησα μὲ εὐχαρίστησιν τὴν δευτέραν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐλύθη τὸ μέγα ἐξωτερικὸν ζήτημα, ἔῤῥευσεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁ χρυσὸς, πολλὰ ἦλθον κεφάλαια καὶ πιστεύσατε, ὅτι ἡ θέσις μας σήμερον εἶναι μυριάκις καλλιτέρα ἀπὸ ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθημεν τὴν παραμονὴν τῆς λύσεως αὐτοῦ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος. Καὶ ὅτι εἴχομεν δίκαιον νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὸν πρόεδρον τῆς κυβερνήσεως νὰ διευθύνῃ τὰς συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ πεῖρα τὸ ἀποδεικνύει· ἕνας μόνος ἀπαντᾷ εἰς ὅλους, καὶ δὲν θὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι δὲν ἀπαντᾷ ἀσκόπως, ἀτέχνως, ἀνεπιτηδείως. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἠρνήθην νὰ λάβω τὸν λόγον, καί τοι προσκληθεὶς καὶ ἅπαξ καὶ δὶς καὶ τρὶς καὶ μὲ τρόπον ὄχι τόσον, ἵνα μὴ εἴπω λέξιν βαρεῖαν, ὄχι τόσον πρέποντα καὶ δι’ ἐμὲ τὸν ἀκούοντα, καὶ δι’ ἐκεῖνον τὸν λέγοντα, ὄχι διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀπαντήσω, ὄχι διότι ἀνικανῶ νὰ κρατήσω τὸ βῆμα μὲ ὅλα τὰ γηρατεῖά μου καὶ μία καὶ δύω καὶ τρεῖς ὥρας, ἀλλὰ διότι τοῦτο εἶναι ἀσύμφορον εἰς τὴν πατρίδα μου. Τοῦτο εἶναι ἐκ μέρους μου ἓν μάθημα διδακτικὸν, τό ὁποῖον δίδω εἰς τοὺς νεωτέρους, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ᾖναι εἰς Κυβέρνησιν καὶ νὰ ἀπαιτοῦν νὰ δίδουν γνώμας αὐτοὶ καὶ νὰ διευθύνωνται πότε ἀριστερὰ τὰ πράγματα καὶ πότε δεξιά. Ἔρχομαι τώρα εἰς ἓν μικρὸν, μικρὸν ζήτημα. Αὐτὸ εἶναι προσωπικὸν, κύριοι, καὶ παρακαλῶ τὸν φίλον μου κύριον Ζωχιὸν νὰ μὲ συγχωρήσῃ ὅτι δὲν τὸν ἀπαντῶ μ’ ὅλον ὅτι σέβομαι καὶ τὰ ἄσπρα μαλλιά του καὶ τὰς γνώσεις του, διότι δὲν ἔφερε κἀμμίαν ῥητὴν κατηγορίαν· εἶπεν, ὅτι ἤμην ἄλλος προχθὲς καὶ ἄλλος σήμερον· ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ ὅτι πάντοτε ἐστάθην ὁ αὐτὸς, καὶ ἐάν ποτὲ ἔδωκα γνώμην νὰ μὴ γείνῃ ὁ σιδηρόδρομος ἀπὸ τὰς Ἀθήνας εἰς τὴν Λαμίαν, σᾶς λέγω ἐντίμως, ὅτι δὲν τὸ ἐνθυμοῦμαι.
§54ΖΩΧΙΟΣ. Ὄχι· διὰ τὸν δεύτερον ἀπὸ τὸ Πόρτο Ῥάφτι.
§55ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν τὸ ἐνθυμοῦμαι· ἐπίσης ἠξεύρω μόνον ὅτι καὶ τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον ἐδέχθην εὐχαρίστως τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἐνόμιζα ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους δύναται νὰ ἀνθέξῃ. Βεβαίως δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦν, ὅτι δυνάμεθα νὰ κάμωμεν δαπάνας μεγάλας χωρὶς νὰ ἠξεύρωμεν ποῦ νὰ στηριχθῶμεν, ἀλλὰ εἰς τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἴδω ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους στηρίζεται ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν, δὲν διστάζω νὰ δεχθῶ καὶ μίαν καὶ δύω καὶ δέκα Τραπέζας, διότι θεωρῶ, καθὼς εἶπα καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ὁμιλίας μου, τὴν ὁποίαν προέταξα εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὸ νὰ διασχίσῃ τὴν χώραν μὲ δρόμους κοινοὺς καὶ σιδηροὺς διὰ νὰ δώσῃ καὶ αὐτὴ κἄτι τι εἰς ἀντάλλαγμα τῶν πλεονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνει ἐκ τῆς ἐπιμιξίας της πρὸς τὰ ἄλλα ἐξευγενισμένα κράτη, ὅπως δύνανται νὰ διαβαίνουν εἰς τὰς χώρας μας οἱ εὐρωπαῖοι χωρὶς νὰ προσκόπτωσι, χωρὶς νὰ ξεσχίζωνται τὰ ἐνδύματά των ἀπὸ τὰς ἀκάνθας. Δὲν ἀπαντῶ λοιπὸν εἰς τὸν κύριον Ζωχιὸν διότι δὲν μὲ ἔφερε κἀνὲν τοιοῦτον πρᾶγμα, κἀμμίαν τοιαύτην ἀπόδειξιν, οὔτε ἔνδειξιν. Ἔρχομαι τώρα καὶ εἰς τὸν φίλον μου κύριον Κεχαγιᾶν. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς, τὸν ὁποῖον ἐκτιμῶ, διότι πάντοτε λέγει τὰ σῦκα σῦκα καὶ τὴν σκάφην σκάφην, καὶ τὴν λέγει, διότι εὑρέθη πάντοτε εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, διότι τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἐπρέσβευσε περὶ τῆς ἑνιαίας συστάσεως τῆς προεξοφλητικῆς Τραπέζης, τὰς εἶδε πραγματοποιημένας πρὸ 30 ἐτῶν, ἐπείσθη εὑρισκόμενος πάντοτε εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, εἰς τὸν αὐτὸν ὁρίζοντα, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι εὐεργετικὰ, εἶναι ὠφέλιμα, ὄχι μόνον δι’ ἑαυτὸν, ἀλλὰ καὶ δι’ ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν, δὲν τοῦ κάμνω τὸ ἄδικον νὰ εἴπω, ὅτι χάρις εἰς τὰς εὐεργετικὰς διατάξεις ἑνὸς ἄρθρου, τοῦ 42 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν τὸν ἀφίνει νὰ παραπονεθῇ. Ὁ κύριος Κεχαγιᾶς διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἰδέαν του, τὴν ὁποίαν ἐπροσπάθησε νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως λαλῶν κατὰ τοῦ προνομίου τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης.....
§56ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κατά; ὑπέρ.
§57ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Τόσον καλλίτερον· ὁ κ. Κεχαγιᾶς λοιπὸν, θέλων καὶ χθὲς καὶ σήμερον καὶ πάντοτε νὰ λέγῃ, ὅτι ἡ ἑνιαία σύστασις τῶν Τραπεζῶν εἶναι ἡ μόνη ὠφέλιμος, προέταξεν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του, τὴν ὁποίαν εὑρίσκω σπουδαίαν, μίαν φράσιν ἐκ τῆς λίαν ἐκτεταμένης ὁμιλίας μου, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἔκαμον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν ὑποστηρίζων τὴν σύστασιν τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης ὄχι χάριν προνομίου, ἀλλὰ χάριν τοῦ τόπου, εἰς τὸν ὁποῖον ὀφείλω τὴν ὕπαρξίν μου τὴν πολιτικὴν καὶ αὐτὴν τὴν φυσικήν, ἐὰν θέλετε. Αἱ ἀρχαί μου περὶ οἰκονομολογικῶν πραγμάτων δὲν εἶναι ἴσως σύμφωνοι μὲ τὰς ἰδέας ταύτας. Κατ’ ἐμὲ, ἡ πολιτικὴ οἰκονομία δὲν ἔχει ἀρχὰς στερεάς, διότι ἐὰν εἶχε τοιαύτας παντοῦ εἰς ὅλα τὰ πράγματα, εἰς ὅλα τὰ μέρη ἤθελεν ἐφαρμόζεσθαι ἀπαραλλάκτως· καὶ συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην ἑνὸς σπουδαίου ἀνδρός, συγγράψαντος ἐσχάτως ἐν Γαλλίᾳ, ὅτι ἡ πολιτικὴ οἰκονομία δὲν ἔφθασεν ἀκόμη εἰς τὸν βαθμὸν τῆς ἐπιστήμης, διότι ἄλλως ἤθελον παντοῦ ἐφαρμόζεσθαι αἱ ἀρχαί της καὶ εἰς τὰ μεγάλα καὶ εἰς τὰ μικρὰ κράτη καὶ εἰς τὰ πτωχὰ καὶ εἰς τὰ πλούσια. Νομίζω, ὅτι πολεμῶν τότε τὸν κ. Καλλιγᾶν καὶ δὲν ἠξεύρω ποῖον ἄλλον, οἵτινες ἀντετάχθησαν κατὰ τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία πραγματικῶς εἶχε τότε ἑνώσει περὶ ἑνὸς τὰς ψήφους ὅλων μας, καὶ δικαίως, ἔκαμον λόγον περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὄχι, κύριοι, ὡς σκοπὸν, ἀλλ’ ὡς μέσον καὶ ἐπιχείρημα· διότι ἐὰν ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἐλάμβανε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἀναγνώσῃ ὁλόκληρον, δὲν ἤθελε κάμει λόγον περὶ ἐμοῦ, περὶ τοῦ λόγου μου, ἢ τοὐλάχιστον ἄλλως ἤθελε μὲ μνημονεύσει εἰς μίαν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔκαμον ἐγὼ φρικτὰ παράπονα κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τί μᾶς εἶπε τότε ὁ Κουμουνδοῦρος; ἦλθα καὶ ηὗρα τὸ προνόμιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συστημένον, δὲν ἠμποροῦσα παρὰ νὰ τὸ σεβασθῶ. Τί τοῦ εἶπον ἐγώ; ὄχι, ἔσφαλες ὡς ὑπουργὸς νὰ ἔλθῃς νὰ εἴπῃς ὅτι αὐτὸ εἶναι τῳόντι ἓν κακὸν διὰ τὴν πατρίδα· ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ ὑπουργὸς τὸ ἐδέχθη, εἶπον καὶ ἐγὼ τὰ πράγματα οὕτως ἔχουν, σήμερον ἂς μὴ ζητῶμεν πολλὰς Τραπέζας, διότι σκοπὸν εἶχον νὰ ὑποστηρίξω τὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν. Αὐτὸ μάλιστα ἦτον ἓν χωρίον τῆς ὁμιλίας μου πάρεργον· δὲν ἦτο σκοπὸς, ἦτον, ὡς εἶπον, ἐπιχείρημα. Διὰ τοῦτο δὲν μὲ ἔκαμε καλὴν ἐντύπωσιν ἡ ἀνάγνωσις ἑνὸς χωρίου τῆς ὁμιλίας μου. Ἤθελον εὐχαριστήσει τὸν κ. Κεχαγιᾶν, ἐὰν ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσῃ 2, 3, 4, 5 σελίδας μεγάλας τοῦ λόγου μου, καὶ ἤθελε μάθει τὸ κοινὸν ὅτι καὶ εἰς μίαν καὶ εἰς δύω σελίδας ἐκφράζω παράπονα εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικὴν, διότι σκοπὸς τῆς συστάσεώς της, εἰς τὴν ὁποίαν συνέτρεξα ἐγὼ πρὸ παντὸς ἄλλου, δὲν ἦτο, κύριοι, νὰ γείνῃ προεξοφλητικὴ, ἀλλὰ Κτηματικὴ μᾶλλον, ἤγουν νὰ δανείζῃ εἰς κτήματα. Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ καταστατικοῦ της ἔλεγε ῥητῶς· τὰ τρία τέταρτα ἢ τοὐλάχιστον τὰ δύω τρίτα τῶν κεφαλαίων της πρέπει νὰ χρησιμεύσουν ἀποκλειστικῶς εἰς κτηματικὰ δάνεια. Καὶ τὸ ἄρθρ. 4 ἔλεγε: τὰ ἐπὶ ἐγγυήσει κτημάτων δάνεια ἐπανέρχονται εἰς τὴν Τράπεζαν, δηλ. ἀποδίδονται χρεωλυτικῶς. Ἀλλ’ ἡ τύχη τῶν πραγμάτων ἔδωκεν ἄλλον δρόμον, καὶ ἦλθε μίαν ἡμέραν ἄλλος ὑπουργὸς, ὅστις μὲ διεδέχθη, καὶ ἀνέτρεψεν ὅλον αὐτὸ τὸ οἰκοδόμημα, καὶ ἂν ἠξεύρατε μὲ ποῖον ὁπλισμὸν, ἠθέλατε φρίξει. Ἡ Τράπεζα αὐτὴ ὠφέλησε, δὲν λέγω ὄχι, ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζετε καὶ σεῖς, ὅτι θὰ ὠφελήσῃ ὡς αὕτη καὶ ἡ ἄλλη. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν αὐξάνουν τὰ κεφάλαια μὲ τὴν σύστασιν νέων Τραπεζῶν· δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι αἱ ἀνάγκαι τῆς κοινωνίας δὲν εὑρίσκουν θεραπείαν καλλιτέραν μὲ τὰς δύω καὶ μὲ τὰς τρεῖς Τραπέζας. Αὐτοὶ οἱ χαρακτηρισμοὶ, τοὺς ὁποίους ἀκούετε, εἶναι λόγοι κενοί. Ἴδετε, κύριοι, ὅταν ἦλθον ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου διάφοροι καὶ ὡμίλησαν, οἱ μὲν περὶ τῆς ἑνιαίας Τραπέζης, οἱ δὲ περὶ τοῦ δυϊσμοῦ τῶν Τραπεζῶν· ἴδετε ὅτι καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ ἔσυραν κατόπιν των ἔθνη, λαοὺς, οἵτινες διοικοῦνται, οἱ μὲν διὰ μιᾶς Τραπέζης, οἱ δὲ διὰ πολλῶν Τραπεζῶν. Εἶναι λοιπὸν ἓν ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν πεπαιδευμένον Amé ἠμποροῦν νὰ χρησιμεύσουν ὡς διοικητικὰ μέτρα, οὐχὶ ὡς ἀρχὴ, καὶ σήμερον χρησιμεύει νὰ ἔλθῃ μία νέα Τράπεζα εἰς τὸν τόπον μας· οὐχὶ ὅμως χάριν μιᾶς ἀρχῆς νὰ καταστρέφωνται τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, οὐχὶ διὰ τὴν προσδοκίαν ἑνὸς μεγαλειτέρου καλοῦ, πολλάκις ἀνεφίκτου, νὰ θυσιάζωμεν τὸ μικρότερον. Μὲ ἔγραφεν ὁ κατ’ ἐξοχὴν φιλέλλην Ἐϋνάρδος ἐκεῖνον τὸν καιρὸν, ὅταν ὁ μακαρίτης ὁ Ὄθων ἐδυσκολεύετο νὰ παραδεχθῇ αὐτὴν ἢ ἐκείνην τὴν ἀρχὴν «Dites au roi que le mieux est l'ennemi de bon» ἤγουν ὅτι τὸ καλλίτερον εἶναι ὁ ἐχθρὸς τοῦ καλοῦ. Νὰ ἐξετάσωμεν λοιπὸν οὐχὶ μὲ φωνασκίας, οὐχὶ μὲ ἀγυρτικὰς ἐκφράσεις (θόρυβος δεξιὰ), δι’ ἐμὲ λέγω καὶ ἐγὼ ὑπόκειμαι εἰς αὐτὰ τὰ λάθη λαλῶν, ἀλλὰ μὲ ψυχρὸν αἷμα, ἐὰν ὠφελῇ τοῦτο ἢ δὲν ὠφελῇ διότι σᾶς ὁρκίζομαι ὅτι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἤκουσα πρὸς ἀντίκρουσιν τῶν προτάσεων τούτων εἶναι ἀνίκανοι νὰ ῥίψουν ἓν οἰκοδόμημα τόσον σπουδαῖον, τόσον ἀναγκαῖον διὰ τὴν πατρίδα. Δὲν θέλω νὰ ἐκτανθῶ περισσότερον σᾶς εἶπον, διότι ἡ ἀποστολή μου εἶναι νὰ κάθημαι ἐκεῖ, νὰ μὴ λαλῶ, ἕως νὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα· θὰ λαλήσω καὶ ἐγὼ ὅταν ἔλθουν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἁπλῶς διοικητικὰ καὶ δὲν ἀφοροῦν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα συνδέουν ὅλην τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ τοῦ ὑπουργείου. Εἰς ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου, καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι σύμφωνοι καὶ οἱ συνάδελφοί μου, ὅτι αὐτὸς πρέπει νὰ ὁμιλῇ.
§58ΜΑΚΡΗΣ. Ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ λάβω τὸν λόγον πρό τινων ἡμερῶν, ὅταν ἦτον ὑπὸ συζήτησιν ἡ σύμβασις περὶ τῶν Τραπεζῶν. Εἰς τὴν ὁμιλίαν μου καὶ πρὸ πάντων εἰς τὸ προοίμιον ἀνέφερα ὅτι θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ἐπὶ τὸ σκεπτικώτερον μᾶλλον καὶ ἀνέφερα δύω παραδείγματα ἱστορικὰ διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι τὸ προνόμοιον ἐδόθη οὐχὶ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, οὐχὶ ὑπὲρ τῆς κοινότητος, ἀλλ’ ἐδόθη πρὸς ἀντάλλαγμα ἀνθ’ ὧν ἔλαβον αἱ κυβερνήσεις παρὰ τῶν Τραπεζῶν χρηματικῶν παραχωρήσεων. Ὡμίλησα προσέτι καὶ περὶ τοῦ ἐνταῦθα ἐλθόντος ἀνατολικοῦ κόσμου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐξεφράσθη, κατὰ τὴν κρίσιν μου, οὐχὶ εὐκόσμως ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ζακύνθου· αἱ ὀλίγαι λέξεις, τὰς ὁποίας εἶπον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἠρέθισαν τὴν χολὴν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ζακύνθου καὶ ἦλθε νὰ ἐπιτεθῇ ἐναντίον μου καὶ νὰ μὲ ἀποκλείσῃ τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ λαμβάνω μέρος, προκειμένου περὶ οἰκονομικῶν ζητημάτων. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ζακύνθου δὲν ἀπέκλεισεν ὅμως καὶ τὸν ἑαυτόν του· ἀφ’ οὗ μὲ ἐθεώρησεν ὁμότεχνον, ἔπρεπε νὰ ἀποκλείσῃ καὶ τὸν ἑαυτόν του. Ἀφ’ οὗ τὸ δίπλωμα τὸ ἀκαδημαϊκὸν τῆς ἰατρικῆς σχολῆς τὸ ἐθεώρησεν ὡς ἐμπόδιον εἰς τὸ νὰ εἰσέρχεταί τις καὶ εἰς οἰκονομολογικὰς συζητήσεις, διὰ τί δὲν τὸ ἐθεώρησε καὶ διὰ τὸν ἑαυτόν του; Ἐγκατέλιπε τὴν ἰδικήν μου συζήτησιν καὶ ἀμέσως ἠρίθμησεν ὅλους τοὺς ἀγορεύσαντας ἕνα πρὸς ἕνα καὶ ἦλθε νὰ τοὺς ἀναιρέσῃ. Ἐγκαταλιπὼν τοὺς πρακτικώτερον ὁμιλήσαντας, ἦλθε νὰ ἀναιρέσῃ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Θήρας, τὸν ἐπιστημονικώτερον ὁμιλήσαντα· προέβη καὶ περισσότερον, ἦλθε νὰ ἀναιρέσῃ καὶ τὸν ἔντιμον Πρόεδρον τῆς κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεως, καὶ ἐνόμισε, καὶ μετὰ θυμοῦ καὶ στόμφου, ὅτι τὸν ἀνέτρεψεν ἐκ βάθρου· ἀλλὰ τὰ ἐπιχειρήματά του, ὅλη ἡ ἱστορία τῶν συζητήσεων τούτων ἐν τῷ κοινοβουλίῳ δὲν ἀποδεικνύει τὰς σκέψεις τοῦ κ. Λομβάρδου ἀληθεῖς. Ὁσάκις δὲ κατὰ τὴν ἰδέαν μου ἦλθεν εἰς λόγους μετὰ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς κυβερνήσεως ἔμεινεν ἀναπολόγητος. Ἐμὲ ἠθέλησε νὰ μὲ ἀποκλείσῃ νὰ ὁμιλήσω, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, περὶ φορολογικοῦ συστήματος· ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά του περὶ θεάτρων, νὰ ὁμιλήσω περὶ πολιτείας· ὅταν ἔλθουν τὰ τελωνειακὰ ζητήματα, νὰ ὁμιλήσω περὶ δασμολογίου· αὐτὸς δὲ δὲν ἐδίστασεν ἄλλοτε ὡς ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ φέρῃ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως καὶ τῆς πολιτικῆς δικονομίας· δὲν ἐδίστασε καὶ τὰς θεωρίας τοῦ Πλάτωνος περὶ τοῦ πολιτεύματος μετ’ ἐλευθερίας μεγάλης νὰ φέρῃ ἐνώπιόν σας· δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ ὅτι ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ ἑτερογενῶν στοιχείων θὰ προκύψουν τέρατα, ἀλλὰ δὲν ἐνθυμήθη νὰ εἴπῃ καὶ ἕτερον ὅτι ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν πολιτικῶν κομμάτων θὰ προκύψῃ τὸ τέρας τῶν τεράτων (χειροκροτήματα). Δὲν ἐνθυμήθη δὲ νὰ εἴπῃ ἂν ὁ συνδυασμός, ὃν ἔντιμοι βουλευταὶ ἵδρυσαν, εἶναι λογικὸς καὶ ὀρθός, ἐνῷ χθὲς καὶ πρώην τὸν ἐξέβαλεν ἐκ τῆς Βουλῆς αὐτῆς ὁ κύριος Βούλγαρης καίτοι δικαίως ἐκλεχθέντα.
§59ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐσὺ ἦσο μαζῆ.
§60ΜΑΚΡΗΣ. Ἐγὼ ὄχι. Τὰ πρακτικὰ τὸ ὁμολογοῦν.
§61ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντοτε ἀνῆκες εἰς τὸ αὐτὸ κόμμα.
§62ΜΑΚΡΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς αὐτό· ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐγὼ ἐψήφισα κατὰ τοῦ κυρίου Λομβάρδου ἐκβληθέντος ἀδίκως.
§63ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἕκαστος ἔχει τὴν ἐλευθερίαν νὰ κανονίζῃ τὴν πορείαν του· ἀλλὰ ἐὰν ἐξεβλήθη ὁ κ. Λομβάρδος, τὸν ἐξέβαλεν ἡ Βουλὴ καὶ τῇ ψήφῳ τῇ ἰδικῇ σου.
§64ΜΑΚΡΗΣ. Τὰ πρακτικὰ τὸ λέγουν ὡς πρὸς τοῦτο, ὅτι ἐγὼ ἐψήφισα ὑπὲρ τοῦ κ. Λομβάρδου.
§65ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ φέρετε ζητήματα ἄσχετα.
§66ΜΑΚΡΗΣ. Ἠμπορῶ νὰ λέγω ὅ,τι θέλω.
§67ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμπορεῖς νὰ λέγῃς ὅ,τι θέλεις, ἀλλὰ ὄχι ἄτοπα.
§68ΜΑΚΡΗΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος μὲ ἀπέτρεψε νὰ ὁμιλῶ καὶ περὶ τῶν οἰκονομολογικῶν ζητημάτων. Ὅστις, κύριε βουλευτὰ Ζακύνθου, ἠθέλησε νὰ ἀναγνώσῃ τὸ πρῶτον γνωμολογικὸν σύγγραμμα παρετήρησεν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐπιστήμη πλέον εὐπρόσιτος εἰς πάντα, διότι πραγματεύεται κοινωνικὰ ζητήματα καὶ ἐθνικά. Ἐνῷ τὸ συνταγματικὸν δίκαιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑψηλότερα ζητήματα, τὸ ὁποῖον ἔχει ζητήματα ἄλυτα, δὲν ἐδιστάσατε νὰ τὸ διδάξετε, νὰ συμβουλεύσετε τὴν Βουλὴν, τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον, νὰ ὁμιλήσητε περὶ παντὸς οἱουδήποτε ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔρχεται εἰς τὸ κοινοβούλιον, τοὺς ἄλλους δὲ τῶν βουλευτῶν θέλετε νὰ τοὺς περιορίσητε εἰς κύκλον περιωρισμένον· ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ περιορίσετε καὶ τὸν ἑαυτόν σας πολὺ περισσότερον. Δὲν θέλω νὰ ἀντικρούσω οὐδὲν ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων, ἅτινα ἐφέρατε κατὰ τῆς συμβάσεως, καθόσον ἀργότερα λαμβάνει τὸ βῆμα, ὁ ἁρμόδιος καὶ σᾶς ἀπαντᾷ, ἀλλ’ αἱ ἰδέαι τοῦ κ. Λομβάρδου περὶ τῶν οἰκονομολογικῶν ζητημάτων τῆς πατρίδος μας ὑπερέβησαν πᾶν ὅριον καὶ ἔφθασε νὰ εἴπῃ καὶ νὰ προμαντεύσῃ ἀπαισίαν οἰκονομικὴν κρίσιν καὶ περὶ τῆς πατρίδος μας αὐτῆς καὶ περὶ τῆς ἀγορᾶς τῶν Ἀθηνῶν. Ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ὁ συνεταιρισμὸς βλάπτει τὰ ἔθνη· ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ εἰς τὸν λαὸν λέγων, μὴ ἀγοράσετε τίποτε, μὴ κάμνετε τίποτε, διότι ἐφάνησάν τινα ἔργα ἐπὶ τῆς παρούσης κυβερνήσεως.
§69ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πότε τὰ εἶπα;
§70ΜΑΚΡΗΣ. Ἀνεφέρατε οἰκονομολογικὰς ἰδέας· ἠθελήσατε νὰ στηρίξητε τὴν κρίσιν σας καὶ νὰ εἰπῆτε εἰς τὸν λαὸν, ὅτι θὰ τοὺς μείνουν τὰ χαρτιά.
§71ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θὰ τὰ ἔχωμεν εἰς τὴν τσέπην.
§72ΜΑΚΡΗΣ. Καὶ ἄλλοτε ἐγένοντο προτάσεις περὶ Τραπεζῶν, καὶ καθόσον ἐνθυμοῦμαι ὁ ἀείμνηστος Μαυροκορδᾶτος, ὅταν ἦτο πρέσβυς εἰς Παρισίους κατὰ τὸ 1852, ἔκαμε προτάσεις ἑνὸς τραπεζίτου σπουδαίου καὶ ἐπρότεινε τὴν σύστασιν Τραπέζης. Καὶ κατὰ τὸ 1864 ἐγένοντο προτάσεις περὶ Τραπέζης Κτηματικῆς, ἀλλ’ ἅπασαι ἀπέτυχον. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω τὰ αἴτια, τοὺς λόγους, τοῦτο μόνον λέγω, ὅτι αἱ προτάσεις ἐκεῖναι δὲν εὗρον τόσην ὑποδοχὴν, ὅσην εὗρον αἱ προτάσεις ἐπὶ τῆς παρούσης κυβερνήσεως. Ἐὰν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας, ἔντιμε βουλευτὰ Ζακύνθου, ἐγένοντο προτάσεις τοιαῦται καὶ ἐπραγματοποιοῦντο, ἠθέλατε τὸ ἔχει καύχημά σας. Πολὺ δὲ περισσότερον, ἐὰν ἐγένοντο συνάμα Τράπεζαι, Πιστωτική, Κτηματικὴ, Γεωργικὴ, σιδηρόδρομοι δύω.
§73ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἦσαν προητοιμασμένα.
§74ΜΑΚΡΗΣ. Δὲν ἦσαν προητοιμασμένα· ἡ κοινὴ γνώμη παραδέχεται ὅτι ἡ παροῦσα κυβέρνησις εἰργάσθη πρὸς πραγματοποίησιν τῶν κοινωφελῶν τούτων ἔργων.
§75ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα πότε ἐσυστήθη;
§76ΜΑΚΡΗΣ. Εἶπον ἐκ προοιμίων, ὅτι δὲν θέλω ἀπαντήσει εἰς ὅσα ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου εἶπε κατὰ τῆς συμβάσεως καὶ διὰ τοῦτο περαίνω τὸν λόγον μου μὲ τὴν παρατήρησιν τὴν ἑξῆς· ὅταν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ζακύνθου ὡμίλησε περὶ ἐπιδείξεων, περὶ χειροκροτημάτων, περὶ ἀκροατηρίου, ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ μίαν ἑσπέραν λυπηρὰν ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτε δὲν ἐδίστασε νὰ προκαλέσῃ τὰ χειροκροτήματα τοῦ ἀκροατηρίου ἐπικαλούμενος καὶ αὐτὴν τὴν σημαίαν τοῦ Γερμανοῦ. Ἡ σημαία τοῦ Γερμανοῦ, ἔντιμε βουλευτὰ, ἀναφέρεται εἰς ἑορτὰς καὶ πανηγύρεις καὶ δὲν κυλίεται εἰς τὸν βόρβορον τῶν ἀγριωτέρων κομματικῶν παθῶν.
§77ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν ἦτο βόρβορος κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην. Τώρα θὰ τὸ εἴπω ἐγώ.
§78ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν θεωρῆτε βόρβορον τὸ πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον συνετάχθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τότε σᾶς συγχαίρομεν.
§79ΖΩΧΙΟΣ. Τώρα θὰ σᾶς ἀποκριθῶ ἐγώ.
§80ΜΑΚΡΗΣ. Ὅταν λοιπὸν θέλῃ νὰ διδάσκῃ τοὺς ἄλλους, πρέπει νὰ φέρῃ τὸν ἑαυτόν του ὡς παράδειγμα. Ὁ κύριος Λομβάρδος ἔζησεν, ἀνετράφη καὶ θ’ ἀποθάνῃ ἐπιδεικνύμενος καὶ προκαλῶν τὰς ἐπιδείξεις καὶ ἐνταῦθα καὶ εἰς τὴν ἰδιαιτέραν του πατρίδα. (Χειροκροτήματά τινα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§81ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐφαρμόσατε τὸν κανονισμόν.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ κενώσω τὸ ἀκροατήριον; Τὴν ἄλλην φορὰν ἠθέλησα νὰ κάμω τοῦτο καὶ ἐκείνη ἡ πτέρυξ (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἀντέστη.
§83ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀκροατήριον ὑπὸ μίαν συνθήκην μόνον ὑφίσταται, ὅτι ἔχει δικαίωμα καὶ κρίσεως καὶ συνειδήσεως· δὲν ἔχει ὅμως κᾀνὲν δικαίωμα νὰ ἀποφαίνηται ἐνταῦθα. Εἶναι διάφορα στάδια ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, εἶναι ὁ τύπος καὶ αἱ συζητήσεις, εἰς τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του, ἐνταῦθα ὅμως ὄχι.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ὑποστηρίζετε λοιπόν; νὰ κενωθῇ τὸ ἀκροατήριον;
§85ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ λαμβάνουν χώραν αὐτὰ τὰ ἀτοπήματα· πέντε ἢ δέκα νὰ χειροκροτοῦν καὶ ἄλλοι νὰ κτυποῦν τὰ ποδάρια.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ κενώσω τὸ ἀκροατήριον; Καὶ χθὲς ἠθέλησα νὰ πράξω τοῦτο καὶ αὐτὴ ἡ πτέρυξ (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἐσηκώθη εἰς τὰ ποδάρια. Ἂς ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Λομβάρδος· ἂς ἀναθέσῃ εἰς ἐμὲ τοῦτο.
§87ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα, μάλιστα.
§88ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Προτείνω νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸν πρόεδρον νὰ κενόνῃ τὸ ἀκροατήριον, ὁσάκις τὸ νομίζει καλόν.
§89ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὁ κανονισμὸς δὲν σᾶς δίδει αὐτὸ τὸ δικαίωμα, κ. πρόεδρε· ἂν θέλῃς, φέρε πρότασιν νὰ τροποποιηθῇ ὁ κανονισμός.
§90ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ ἀπόφασις λοιπὸν, κ. πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ἐγένετο διαφωνοῦντος τοῦ κ. Χρηστίδου.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, παρακαλῶ. Προχθὲς ἐγένετο μία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς νὰ δοθῶσιν 77,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ χρησιμεύσουν ὅπως πληρωθῶσιν οἱ βουλευταὶ διὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον τοῦ 1867· χρειάζεται νὰ δώσητε εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν πίστωσιν.
§92ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§93ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον μόνον. Χορηγεῖται εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργεῖον ἐπὶ τῆς χρήσεως 1873 ἀναπληρωτικὴ πίστωσις δραχμῶν 77 χιλιάδων καταλογιζομένη ὑπὸ τὸ κεφ. 9 ἄρθρον 2 «ἔξοδα διαγεγραμμένων χρήσεων» πρὸς πληρωμὴν τῆς ὀφειλομένης ἀποζημιώσεως βουλευτῶν διὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον τοῦ 1866».
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλή;
§95ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κ. Μίλησης ἔχει τὸν λόγον.
§97ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι, ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω ἐπὶ τῆς παρεκβάσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ ζήτημα. Ἤμην, τὸ ὁμολογῶ, περίεργος ν’ ἀκούσω τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Χρηστίδου, καὶ ὡς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὡς ἀνθρώπου ἐγγηράσαντος εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων· ἐπερίμενα πρὸ πάντων ν’ ἀκούσω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ὁ γηραιὸς οὗτος πολιτικὸς ἐπειράθη νὰ μεταβάλῃ γνώμην ἐπὶ ζητήματος σπουδαιοτάτου, οἷον τὸ προκείμενον, διότι οἱ λόγοι οὗτοι θὰ ἐξήσκουν μεγάλην ἐπιῤῥοὴν καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μου συνείδησιν. Ἐσυνείθισα τῳόντι, κύριοι, νὰ ἀποδίδω τὸ προσῆκον σέβας καὶ εἰς τὰς γνώσεις, καὶ εἰς τὴν πεῖραν, καὶ εἰς τὴν ἡλικίαν· οὔτε φρονῶ ὅτι ἐγὼ εἶμαι τὸ ταμεῖον πάσης γνώσεως καὶ ἀληθείας. Καὶ ἀπόδειξις ὅτι εἰλικρινῶς ὁμιλῶ εἶναι ὅτι τελευταῖος πάντων ἀπεφάσισα νὰ λάβω τὸν λόγον, περιμένων ν’ ἀκούσω ἄλλους κρείττονας ἐμοῦ ἐπὶ τῆς εἰδικῆς ταύτης ὑποθέσεως. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς φίλος μου κ. Χρηστίδης δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὴν προσδοκίαν μου, οὐδ’ ἱκανοποίησε τὴν περιέργειάν μου. Μάτην ἐπροσπάθησα ἐν τῇ ἀγορεύσει του ὄχι νὰ ἀνεύρω τοὺς λόγους τῆς μεταβολῆς τῆς γνώμης του, διότι τοιοῦτοι λόγοι οὔτε πόῤῥωθεν ὑπεδείχθησαν, ἀλλὰ νὰ μάθω τίς εἶναι σήμερον τοὐλάχιστον ἡ γνώμη του. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡμίλησε διὰ νὰ σιωπήσῃ, καὶ ἐξηγήθη διὰ νὰ ὑπεκφύγῃ. Τί σᾶς εἶπε δὲ διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν τοιαύτην σιωπὴν καὶ ὑπεκφυγήν; Ἀπεφασίσαμεν, εἶπε, νὰ ἐπιφορτίσωμεν τὸν πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἵνα ἀντιπροσωπεύσῃ ὅλους τοὺς ὑπουργοὺς κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἀλλ’ εἶναι, κύριοι, ἀποχρῶσα....
§98ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα μόνον.
§99ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ δι’ ἄλλο. — Ἀλλ’ εἶναι, κύριοι, ἀποχρῶσα ἡ τοιαύτη δικαιολογία; Ποῦ ἠκούσθη, παρακαλῶ, νὰ συζητῆται οἰκονομικὸν ζήτημα, ἔχον σπουδαίαν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς ὑλικῆς ἀναπτύξεως τοῦ τόπου, νὰ λάβωσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τὸν λόγον πάντες οἱ δυνάμενοι νὰ λαλῶσι, μόνος δὲ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ ἐκφέρῃ μήτε λέξιν, ἀλλὰ μάλιστα, προκαλούμενος νὰ ὁμιλήσῃ, ν’ ἀπορῇ διὰ τὴν τόλμην τῶν προκαλούντων, θεωρῶν αὐτὴν ὡς ἀδιακρισίαν; Ποῦ ἠκούσθη νὰ ἐξελέγχηται δημοσίᾳ εἷς ὑπουργὸς γηράσας εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων, νὰ κατακρίνηται ὡς ὑποστηρίξας γνώμην ἀντίθετον τῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ του περιεχομένης, καὶ οὗτος νὰ μὴ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀπαιτουμένας ἐξηγήσεις, νὰ μὴ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς μετέβαλε γνώμην, ἀλλὰ νὰ ἀρκεσθῇ λέγων, ὅτι ἀνέθηκε μετὰ τῶν συναδέλφων του τὴν ὑποστήριξιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὸν πρωθυπουργὸν, ὅστις εἶναι δὲ ἱκανὸς ν’ ἀπαντήσῃ καὶ ἀντιπαλαίσῃ μόνος πρὸς πάντας τοὺς ἀντιπάλους; Ἐννοῶ βέβαια ὅτι ἡ πρὸς τὸν κ. Δεληγεώργην θέσις τοῦ κ. Χρηστίδου ἐπέβαλεν εἰς τοῦτον λεπτά τινα καθήκοντα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ παραμεληθῶσιν· ἐκτιμῶ τὰ καθήκοντα ταῦτα, καὶ ὁμολογῶ ὅτι ὁ γηραιὸς Χρηστίδης τὰ ἐξετέλεσεν ἀκριβέστατα ὑπερυψώσας τὴν ῥητορικὴν δεινότητα τοῦ πρωθυπουργοῦ, ἥτις ἐν τούτοις δὲν ἀπετέλει τὸ θέμα τῆς συζητήσεως. Λέγω ὅμως ὅτι ὤφειλε νὰ ἐνθυμηθῇ καὶ τὴν θέσιν του πρὸς τὴν Βουλὴν, ἐνώπιον τῆς ὁποίας ὡμίλει, καὶ πρὸς τὴν δημοσίαν γνώμην, ἥτις τὸν ἤκουεν ὁμιλοῦντα. Ὅταν ἐξηντλεῖτο εἰς πανηγυρικοὺς ὑπὲρ τοῦ προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅταν παρίστανεν αὐτὸν ὡς Ἄτλαντα δυνάμενον νὰ φέρῃ ἐπὶ τῶν ὤμων του ὅλην τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν, δὲ ἔπρεπε νὰ λησμονήσῃ ὁ κ. Χρηστίδης ὅτι καθῆκον εἶχε καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸ κοινὸν καὶ πρὸς ἑαυτὸν καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον αὐτὸς εἰσήγαγε, νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ τοὺς λόγους νὰ ἀναπτύξῃ, δι’ οὓς ἐν τῷ παρελθόντι εἶχεν ἀντίθετον γνώμην. Τὸ μεταβάλλειν, κύριοι, γνώμην ἐπί τινος ζητήματος δὲν εἶναι καθ’ ἑαυτὸ ἁμάρτημα, διότι ὁ ἄνθρωπος μεταβάλλεται, ἀναπτύσσεται καὶ προοδεύει διηνεκῶς ἐν χρόνῳ· ἀλλ’ ἡ μεταβολὴ πρέπει νὰ ᾖναι εἰλικρινὴς, καὶ τοὐτέστιν ἁγνὴ ἀπόῤῥοια μελέτης, σκέψεως καὶ πεποιθήσεως, καὶ τότε ἐπιβάλλει τὸ σέβας εἰς πάντας. Ἀλλ’ ὅταν ὁ μεταβάλλων γνώμην, προκαλούμενος δὲν τολμᾷ νὰ ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους τῆς τοιαύτης μεταβολῆς, ἀποδεικνύει ὅτι ἡ μεταβολὴ δὲν εἶναι ἐνδόμυχος καὶ εἰλικρινὴς, ἀλλ’ εἶναι ὑπαγόρευσις τῆς ἀνάγκης τῶν περιστάσεων, ἥτις κρύπτεται ὑπὸ τὴν σιωπήν. Συγχαίρω τὸν γηραιὸν φίλον μου κ. Χρηστίδην ἂν περὶ τὴν δύσιν τοῦ πολιτικοῦ του βίου ἀπεφάσισε νὰ πολιτεύεται, ὑπηρετῶν γνώμας καὶ πεποιθήσεις ἄλλων καὶ εἰς ἄλλους ἀναθέτων τὴν δημοσίαν ὑπεράσπισιν τῶν ἔργων καὶ τῶν νομοσχεδίων του. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ, κύριοι, νὰ μὴ ἀφίσω ἄνευ ἀπαντήσεως καὶ μίαν παρατήρησιν τοῦ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ κ. Μακρῆ. Ὁ ἔντιμος οὗτος φίλος μου, ὁμιλῶν περὶ τῆς ἑνώσεως τῶν κομμάτων ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει, ἀπεκάλεσεν αὐτὴν ἔκτρωμα, τέρας πολιτικόν. Δὲν θέλω ν’ ἐξετάσω ποίαν σχέσιν καὶ ἀναλογίαν ἔχει ἡ σύμπραξις τῶν τριῶν ἀποχρώσεων τῆς ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τὴν ἕνωσιν τῶν τριῶν συμβάσεων, τὰς ὁποίας συζητοῦμεν, λέγω μόνον, ὅτι ἡ κοινοβουλευτικὴ ἱστορία καθ’ ἑκάστην παρουσιάζει συμμαχίαν διαφόρων κομμάτων ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει. Χθὲς ἔτι ἐν Γαλλίᾳ ἐπὶ τῆς δευτέρας αὐτοκρατορίας οὐχὶ ἁπλαῖ πολιτικαὶ ἀποχρώσεις, ἀλλὰ κόμματα, χωριζόμενα ἐπ’ ἀλλήλων διὰ μακρᾶς πάλης καὶ δι’ αἵματος ἔτι, συνδιηλλάγησαν πρὸς ἄλληλα, καὶ συμμαχήσαντα ἐπὶ οὐδετέρου ἐδάφους, κατεπολέμησαν ὁμοῦ τὸ σύστημα τῆς δευτέρας αὐτοκρατορίας, τὸ ὁποῖον διέφθειρε καὶ ἐταπείνωσεν τὴν Γαλλίαν, ὡς τὰ πράγματα ἀπέδειξαν ἀκολούθως. Οὐδεὶς εὑρέθη ἐν Γαλλίᾳ, ὅστις ἐφαντάσθη ν’ ἀποκαλέσῃ τὴν τοιαύτην συμμαχίαν τῶν κομμάτων ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει ἔκτρωμα πολιτικόν. Τὸ αὐτὸ θέλετε παρατηρήσει πανταχοῦ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει, ἥτις ὡς τοιαύτη συγκεντρόνει ἅπαντα τὰ πρὸς τὴν κυβερνῶσαν μερίδα ἀντίθετα στοιχεῖα. Οὐδαμοῦ ὅμως, κύριοι, καὶ εἰς τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Μακρῆ, οὐδαμοῦ θέλετε ἀπαντήσει ἐν τῇ κυβερνήσει στοιχεῖα ἑτερογενῆ, μὴ συνδεόμενα μετ’ ἀλλήλων δι’ οὐδενὸς δεσμοῦ οὔτε ἱστορίας, οὔτε φρονήματος, οὔτε χαρακτῆρος. Τοιαύτη ἕνωσις εἶναι ἀληθῶς φαινόμενον ἐκτρωματικόν, διότι ἡ κυβέρνησις ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῆς πρέπει νὰ ᾖναι ὁμογενὴς καὶ ἑνιαία, μὴ διασπωμένη εἰς τὰς ἐνεργείας της, μηδ’ ἀναιροῦσα ἑαυτὴν εἰς πᾶν βῆμα καὶ εἰσάγουσα οὕτω τὴν ἀναρχίαν καὶ τὴν παραλυσίαν εἰς τὴν διοίκησιν τῶν δημοσίων. Ὅταν ἡ κυβέρνησις ᾖναι συνονθύλευμα προσώπων καὶ ἰδεῶν ἀντιθέτων, τότε παρουσιάζεται τὸ παράδοξον φαινόμενον, τὸ ὁποῖον ἔχετε ἐνώπιόν σας, νὰ σιωπᾷ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς, ἐνῷ συζητοῦνται τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδιά του, καὶ νὰ παρίσταται εἰς τὸ μέσον μόνος ὁ πρωθυπουργὸς, ὡς ἄλλος ὑπουργὸς τῆς ἐπικρατείας, ὡς ἄλλος Ῥουὲ, ὑπερασπίζων αὐτὸς μόνος πάντα τὰ νομοσχέδια καὶ πάντα τὰ ἔργα τῶν ὑπουργῶν. Ὅταν λείπῃ ἐκ τῆς κυβερνήσεως ἡ ἑνότης τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν φρονημάτων, τὴν ἑνότητα ταύτην πρέπει κατ’ ἀνάγκην νὰ ἀναπληρώσῃ μία προσωπικότης, εἰς τὴν ὁποίαν ἀποῤῥοφῶνται οἱ κατὰ μέρος ὑπουργοὶ, καὶ ἥτις εἶναι ἡ ἐξωτερικὴ, οὕτως εἰπεῖν, παράστασις τῆς κυβερνήσεως. Τὴν ἑνότητα τοῦ πνεύματος ἀντικαθιστᾷ τότε ἡ εἰδωλολατρία τοῦ προσώπου.
§100ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Διὰ τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν τὰ λέγετε;
§101ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὄχι· τὰ λέγω διὰ πᾶσαν κυβέρνησιν, ἥτις ὁμοιάζει τὴν παροῦσαν. Ἐπιθυμητὸν θὰ ἦτο, κύριοι, ἂν οἱ ἡμέτεροι ἀντίπαλοι ὡμίλουν καὶ ἔγραφον δημοσίᾳ μετὰ μείζονος προσοχῆς περὶ τῆς συμμαχίας τῶν ἀντιπολιτευομένων κομμάτων. Ἡ συμμαχία αὕτη ἔχει ἓν μέγα καθῆκον νὰ ἐκπληρώσῃ πρὸς τὴν πατρίδα, ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν τόπον ἀπὸ τοῦ ὀλεθρίου συστήματος τῶν προσωπικῶν κυβερνήσεων (ψιθυρισμοί). Ἐννοῶ τοὺς ψιθυρισμοὺς, ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν θὰ μὲ ἐμποδίσουν νὰ συμπληρώσω τὴν ἰδέαν μου. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν ὅτι ἡ συμμαχία τῶν ἀντιπολιτευομένων πολιτικῶν ἀποχρώσεων ἔχει ἀποστολὴν ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν τόπον ἀπὸ τὸ σύστημα τῶν προσωπικῶν κυβερνήσεων, τὸ ὁποῖον τείνει νὰ εἰσαχθῇ ἐκ νέου παρ’ ἡμῖν καὶ νὰ προκαλέσῃ νέας δοκιμασίας καὶ νέας καταστροφάς. Ἰδοὺ ἡ κοινὴ σημαία μας, ἰδοὺ τὸ κοινὸν ἀγαθὸν, τὸ κοινὸν συμφέρον, τὸ ὁποῖον διώκομεν· ἀπέναντι αὐτοῦ τὰ ἰδιαίτερα συμφέροντα πρέπει νὰ σιγήσωσι καὶ νὰ μὴ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν. Ἀδιαφοροῦμεν ποία ἐκ τῶν πολιτικῶν ἀποχρώσεων τῆς ἀντιπολιτεύσεως θὰ κληθῇ εἰς τὴν ἐξουσίαν· τοῦτο εἶναι δευτερεῦον· ὅ,τι πρὸ πάντων διεκδικοῦμεν, ὅ,τι πρὸ πάντων ἐπιδιώκομεν εἶναι νὰ καταστήσωμεν τὸ Σύνταγμα ἀλήθειαν, νὰ ἀναβιβάσωμεν τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν εἰς τὴν προσήκουσαν θέσιν, νὰ διατηρήσωμεν ἀπαραμείωτα τὰ δικαιώματα τοῦ κοινοβουλίου, νὰ συγκροτήσωμεν ἑκάστην τῶν ἐξουσιῶν τῆς πολιτείας ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς νομίμου αὐτῆς δικαιοδοσίας, καὶ διὰ τῆς μεταξὺ αὐτῶν ἁρμονίας ν’ ἀσφαλίσωμεν τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τῆς τε πατρίδος καὶ τῆς βασιλείας. (εὖγε δεξιά). Αὐτὸ πρὸ πάντων ζητοῦμεν, αὐτὸ ἐπιθυμοῦμεν καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ πρόγραμμά μας.
§102ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Αἱ περυσιναὶ ἐκλογαὶ τὸ ἀπέδειξαν, κύριε Μίληση.
§103ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὁ γενικὸς ἀπολογητὴς τῶν ἐν τῷ παρελθόντι σφαλμάτων καὶ παρεκτροπῶν ἑκάστης τῶν μερίδων τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ὑπερασπίζομαι τὸ σημερινὸν πρόγραμμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ εἶμαι τεταγμένος ὑπὸ τὴν σημερινὴν σημαίαν της· ταύτην δὲ τὴν κοινὴν σημαίαν ὑπερασπίζομαι ἀπέναντι οἱασδήποτε ἀντιθέτου ἐπιθέσεως, καὶ δὲν δέχομαι ποτὲ νὰ παραγνωρισθῇ ὁ ὑψηλὸς καὶ ἐθνικὸς σκοπὸς τῆς ἑνώσεως τῶν ἀντιπολιτευομένων κομμάτων, οὐδ’ ἀνέχομαι νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ ἕνωσις αὕτη ὡς ἐχαρακτηρίσθη ὑπὸ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου. Μεταβαίνω τώρα εἰς τὸ κύριον θέμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ. Πολλάκις, κύριοι, ἐζητήθη καὶ πολλάκις ἐδόθη ἐξήγησις περὶ τῆς σχέσεως τῶν ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεων πρὸς ἀλλήλας, καὶ ὅμως ὁμολογῶ ὅτι δὲν κατώρθωσα νὰ λάβω ἀκόμη εὐκρινῆ καὶ καθαρὰν ἰδέαν περὶ τούτου, ἀμφιβάλλω δὲ ἂν ἄλλος τις ἐξ ὑμῶν ὑπάρχει εὐτυχέστερος ἐμοῦ. Ἔχομεν τῷ ὄντι ὑπ’ ὄψιν τρεῖς συμβάσεις, αἵτινες παρουσιάζονται ὡς ἓν μόνον νομοθετικὸν ἔργον, καὶ ἐν τούτοις αἱ συμβάσεις αὗται εἶναι ἐκ διαμέτρου ἀντίθετοι ἡ μία πρὸς τὴν ἄλλην. Διὰ τῆς πρώτης ἀναγνωρίζεται καὶ καθιεροῦται ἡ ἐλευθερία τῶν Τραπεζῶν, διότι ἐπιτρέπεται εἰς νέαν Τράπεζαν, τὴν Πιστωτικὴν, νὰ ἐκδίδῃ τραπεζικὰ γραμμάτια, οὐ μόνον ἐν Ἑπτανήσῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ πρῴην Ἑλλάδι, ὅπου ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν ἔχει ὑποκατάστημα· διὰ δὲ τῆς δευτέρας ἐγκαινίζεται καὶ εἰσάγεται τὸ προνόμιον, διότι δίδεται εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τοῦ ἐκδίδειν τραπεζικὰ γραμμάτια, χωρὶς νὰ δύναται ἄλλη τις Τράπεζα νὰ ἐκδίδῃ τοιαῦτα, ἐκτὸς, ἐννοεῖται, τῆς Ἰονίου, ἥτις ὑπάρχει καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταστραφῇ. Οὕτως εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ νομοσχέδιον, εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ νομοθετικὸν ἔργον ἔχετε δύω ἀρχὰς φύσει ἀντιθέτους, ἔνθεν μὲν τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὸ πολλαπλοῦν τῶν Τραπεζῶν, ἔνθεν δὲ τὸ προνόμιον καὶ τὸ ἑνιαῖον αὐτῶν, δεξιὰ τὸν συναγωνισμὸν καὶ ἀριστερὰ τὸ μονοπώλιον. Ἐν τῷ μέσῳ δὲ ἵσταται ἡ τρίτη σύμβασις περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δι’ ἧς ἀναγνωρίζεται ἡ τοιαύτη οἰκονομικὴ καινοτομία. Ἰδοὺ τί ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐπὶ τίνος προκαλούμεθα νὰ συζητήσωμεν καὶ ἀποφασίσωμεν. Ἤθελον παρακαλέσει διὰ τοῦτο τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ τέλος πάντων ἀκριβῶς ὁποῖόν τι εἶναι τὸ συζητούμενον ἔργον. Λυποῦμαι δὲ διότι δὲν εἶναι παρὼν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅστις εἶναι μόνος ἐπιφορτισμένος μὲ τὴν τοιαύτην συζήτησιν, ὡς μᾶς ἐβεβαίωσεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὅστις ἦτον ὁ ἁρμοδιώτερος νὰ φωτίσῃ καὶ ἐμὲ καὶ τὸ Σῶμα. Ἀλλ’ ἐν ἀπουσίᾳ τούτου ὑποθέτω, ὅτι θὰ εὑρεθῇ τις τῶν συναδέλφων του νὰ δώσῃ τὴν ζητουμένην ἐξήγησιν, πότερον δηλαδὴ τῶν δύω τούτων συστημάτων ἀποδέχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ ὑποστηρίζει, τὴν ἐλευθερίαν τῶν Τραπεζῶν ἢ τὸ μονοπώλιον αὐτῶν;
§104ΤΙΝΕΣ. Καὶ τὰ δύω.
§105ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ τὰ δύω; ἀλλὰ τὰ δύο εἶναι ἀδύνατον νὰ συνυπάρξουν, διότι τὸ ἓν αἴρει τὸ ἕτερον, καὶ μόνον ἐν τῇ φαντασίᾳ δύνανται νὰ ὑπάρχωσι τοιαῦται παρὰ φύσιν καὶ τραγελαφικαὶ ἑνώσεις. — Δὲν ἠξεύρω, κύριοι, ἂν ἀπατῶμαι, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ κυβέρνησις ὀφείλει οὐ μόνον νὰ διασαφηνίσῃ τὴν φύσιν τῶν τριῶν συμβάσεων καὶ τὴν πρὸς ἀλλήλας σχέσιν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ διατυπώσῃ ῥητῶς τὴν περὶ αὐτῶν ὁριστικὴν γνώμην της, διότι ἡ κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ ἐπὶ πάντων τῶν ἐκκρεμῶν ζητημάτων ἰδίαν γνώμην, τὴν ὁποίαν νὰ ὑποστηρίζῃ μετὰ θάῤῥους ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου. Ὅταν ἡ κυβέρνησις ἐπὶ δεδομένου τινὸς ζητήματος, καὶ τούτου ἀναφερομένου εἰς σπουδαῖα συμφέροντα τοῦ κράτους, δὲν ἔχῃ ἰδίαν γνώμην, ἀλλ’ ἔρχεται ν’ ἀρυσθῇ αὐτὴν ἐκ τῆς Βουλῆς, ἠξεύρετε τί κάμνει; συγχύζει τὰ καθήκοντα καὶ τὴν δικαιοδοσίαν τῶν δύω μεγάλων ἐξουσιῶν τοῦ κράτους, θυσιάζει ὅ,τι κυρίως διακρίνει τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, τὴν πρωτοβουλίαν καὶ τὴν εὐθύνην. Ἡ Βουλὴ, κύριοι, δὲν διοικεῖ, διὰ νὰ ἔχῃ πρωτοβουλίαν, ἡ Βουλὴ ἐπιτηρεῖ καὶ ἐλέγχει τὴν διοίκησιν· ὅταν δὲ παρουσιάζεται ἐνώπιόν της ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον λέγει «εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ παραδεχθῆτε ὅ,τι θέλετε, ἢ τὴν ἐλευθερίαν τῶν Τραπεζῶν ἢ τὸ μονοπώλιον αὐτῶν», μεταβιβάζει τότε τὴν διοίκησιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ καταστρέφει τὴν εὐθύνην, ἥτις εἶναι ἀλλοτρία τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Εἶναι δὲ τόσῳ μᾶλλον περίεργος ἡ τοιαύτη παραίτησις καὶ θυσία, καθ’ ὅσον ἀπό τινος χρόνου ἀναγράφεται παρ’ ἡμῖν ὡς πολιτικὸν δόγμα ὁ ἐντελὴς χωρισμὸς τῆς Βουλῆς ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἥτις εἰς τοῦτο μόνον φαίνεται ζηλότυπος, εἰς τὸ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ἄνευ ἐλέγχου ἢ περιορισμοῦ τινος οἱουδήποτε. Κυβερνᾷν, κύριοι, ἐστὶ λαμβάνειν ἐν παντὶ τὴν πρωτοβουλίαν καὶ ἀναδέχεσθαι ἐν παντὶ τὴν νόμιμον εὐθύνην· τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ λησμονήσωσιν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, καὶ διὰ τοῦτο ὤφειλον καὶ ὀφείλουν νὰ ἐκφράσουν ῥητῶς καὶ καθαρῶς τὴν γνώμην των ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος καὶ οὐχὶ νὰ ἀπαντῶσιν εἰς τοῦτον μὲν, ὅτι ἀποδέχονται τὴν ἐλευθερίαν τῶν Τραπεζῶν, εἰς ἐκεῖνον δὲ, ὅτι τὸ μονοπώλιον τῶν Τραπεζῶν εἶναι καθιερωμένον εἰς τὴν σύμβασιν. Ὅταν, κύριοι, τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα ᾖναι τοιαύτης φύσεως, ὅταν ἡ κυβέρνησις δὲν διατυπόνῃ ῥητὴν καὶ σαφῆ περὶ αὐτοῦ γνώμην, ἕκαστος ἐννοεῖ πόσον δύσκολος ἀποβαίνει ἡ συζήτησις, ἐνίοτε δὲ καὶ ἐπικίνδυνος. Ἐνθυμεῖσθε τῷ ὄντι τὴν ἀμηχανίαν, εἰς ἣν εὑρέθη ὁ ἐκ Μέσσης ἀξιότιμος βουλευτὴς κύριος Ζωχιὸς, ὁσάκις ἔλαβε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Εἰς πᾶσαν στιγμὴν τὸν διέκοπτεν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου, παραπονούμενος ὅτι παραγνωρίζει ὁ ἀγορεύων τὴν ἔννοιαν τῶν συμβάσεων, εἰς τρόπον ὥστε ὁ κύριος Ζωχιὸς, δεινῶς στενοχωρούμενος, ἀνεφώνησεν ἐπὶ τέλους «Μὰ, κύριε πρόεδρε, δότε μας τέλος πάντων ἓν πεδίον στερεὸν καὶ ἀσφαλὲς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν· ἄλλως, ἀδύνατον νὰ συναντηθῶμεν πουθενά». Ὁμολογήσατε δὲ, κύριοι, ὅτι ὁ ἔντιμος συνάδελφός μας δὲν εἶχε παντάπασιν ἄδικον. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἡ συζήτησις εἶναι σχεδὸν ἀδύνατος, ἀλλ’ εἶναι, ὡς εἶπον, καὶ ἐπικίνδυνος· διότι ἂν δὲν περιορισθῇ τις ἁπλῶς εἰς θεωρητικὴν ἐξέτασιν περὶ τοῦ ἑνιαίου ἢ τοῦ πολλαπλοῦ τῶν Τραπεζῶν, ἀλλ’ ἐπιχειρήσῃ νὰ ἐξετάσῃ αὐτὸ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ὡς ἔχει, κινδυνεύει νὰ πάθῃ πάθημα ἀληθῶς κωμικὸν, τουτέστι νὰ ἀρχίσῃ ἐξαίρων τὰ πλεονεκτήματα τῆς ἐλευθερίας τῶν Τραπεζῶν καὶ παριστῶν τὴν ἐλευθερίαν ταύτην ὡς δραστικώτατον ὄργανον πρὸς αὔξησιν τῶν κεφαλαίων καὶ ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς εὐημερίας τῶν ἐθνῶν, ἀμέσως δὲ μετ’ ὀλίγον νὰ ἐπιδείξῃ ἴσον θαυμασμὸν καὶ ἴσην ἀφοσίωσιν πρὸς τὸ προνόμιον τῶν Τραπεζῶν, ἀνακηρύττων τοῦτο ὡς ἐπίσης δραστικὸν μέσον πρὸς τὴν ὑλικὴν τῶν ἐθνῶν προαγωγὴν, καὶ πάλιν ἀπὸ τοῦ προνομίου νὰ παλινδρομήσῃ, ἐκθειάζων τὸν συναγωνισμὸν, καὶ ἀπὸ τούτου νὰ καταντήσῃ ἐπὶ τέλους εἰς τὸ μονοπώλιον. Σᾶς φαίνεται τοῦτο παράδοξον. Καὶ ὅμως τὸ πάθημα τοῦτο ἔπαθεν ἀληθῶς εἷς τῶν προαγορευσάντων συναδέλφων, ὅστις παρῄτησε τὴν θεωρίαν καὶ ἐπεχείρησε νὰ ὑπερασπίσῃ τὰς ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεις.
§106ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Κύριε Μίληση...
§107ΜΙΛΗΣΗΣ. Μὴ ἀνησυχεῖτε, κύριε Βαλέττα· δὲν ἐννοῶ ὑμᾶς. Ἤρχισε, τὸ ἐνθυμεῖσθε, ἀπὸ τῆς ἐλευθερίας τῶν Τραπεζῶν, διῆλθε διὰ τοῦ προνομίου καὶ ἀπέληξεν εἰς τὸν συναγωνισμὸν, εὑρίσκων τὰ πάντα καλῶς ἔχοντα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· ἐὰν δὲ δὲν ἦτο περασμένη ἡ ὥρα, δὲν εἶναι ἀμφιβολία, ὅτι ἀπὸ τοῦ συναγωνισμοῦ ἤθελε μεταβῆ εἰς τὸ μονοπώλιον, ὑποστηρίζων καὶ αὐτὸ μετ’ ἴσης προθυμίας καὶ ἀφοσιώσεως. Εἰς τοιαῦτα ἀτοπήματα φέρουσι, κύριοι, πάντοτε ἔργα, τὰ ὁποῖα δὲν προπαρασκευάζονται προσηκόντως, ἀλλὰ ἀτελῆ καὶ ἀχώνευτα ῥίπτονται εἰς τὴν δημοσίαν συζήτησιν· τοιαῦτα εἶναι τὰ ἐλαττώματα τῶν νομοθετικῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα καταρτίζονται ἐν τῷ σκότει παρ’ ἑνὸς μόνου ἀνθρώπου εἰς ἰδιαίτερον γραφεῖον, ὅπου οὔτε ἀντίθετός τις γνώμη ἀκούεται, οὔτε τὸ φῶς ἐν γένει τῆς δημοσιότητος εἰσδύει· διότι ὅσον δεξιὸν καὶ ἂν ἔχῃ τις νοῦν, ὅσην πεῖραν καὶ ἂν κέκτηται, δὲν δύναται νὰ καυχηθῇ εὐλόγως ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος θεματοφύλαξ τῆς ἀληθείας, καὶ ὅτι οὐδὲν ἔχει νὰ διδαχθῇ παρὰ τῶν ἄλλων καὶ μάλιστα περὶ ἀντικειμένων, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ παρατήρησις καὶ ἡ πεῖρα κατέχουσι τὴν πρώτην θέσιν. Ἐὰν αἱ συμβάσεις, τὰς ὁποίας σήμερον συζητοῦμεν χωρὶς νὰ ἔχωμεν περὶ αὐτῶν ἀκριβῆ ἰδέαν, ἐδημοσιεύοντο πρὶν ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὁ ἐπ’ αὐτῶν δημόσιος ἔλεγχος ἤθελε διασκεδάσει πᾶσαν ἀμφιβολίαν, ἤθελε δὲ προσέτι δώσει ἀφορμὴν εἰς τοὺς συντάξαντας τὰς συμβάσεις νὰ καθαρίσουν τὰς ἰδέας των καὶ νὰ παρασκευάσουν ἓν σύστημα ἄρτιον καθ’ ἑαυτὸ καὶ τέλειον, δεκτικὸν λογικῆς καὶ σπουδαίας συζητήσεως ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου, οὐχὶ δὲ φύραμα ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν φύσει ἀντιθέτων καὶ ἀντιφατικῶν, ὁποῖον εἶναι τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἔργον. Πῶς νὰ ἀρχίσω, κύριοι, τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοιούτου νομοθετικοῦ σχεδιάσματος; ὑπὲρ τίνος ἀρχῆς θέλετε νὰ ὑψώσω τὴν φωνήν μου καὶ τί θέλετε νὰ ζητήσω; τὸ προνόμιον τῶν Τραπεζῶν; Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἀπαντήσουν, ὅτι τὸ προνόμιον ὑπάρχει καθιερωμένον εἰς τὰς συμβάσεις. Τὴν ἐλευθερίαν τῶν Τραπεζῶν; Ἀλλὰ καὶ αὕτη ὑπάρχει εἰς τὰς συμβάσεις, πᾶν ὅ,τι λοιπὸν ζητήσῃ τις τὸ εὑρίσκει εἰς τὰς συμβάσεις, αἵτινες τοιουτοτρόπως καταντῶσι θαῦμα μεῖζον τῶν ἑπτὰ θαυμάτων τοῦ κόσμου, διότι ἄνθρωποι, οἵτινες οὐδέποτε μέχρι τοῦδε συνηντήθησαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ, τουτέστιν ἔνθεν μὲν οἱ ὀπαδοὶ τοῦ προνομίου, ἔνθεν δὲ οἱ φίλοι τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας συναντῶνται σήμερον ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, δίδοντες ἀλλήλοις τὰς χεῖρας καὶ ἀναγνωρίζοντες, ὅτι τίποτε δὲν τοὺς χωρίζει, ἀφοῦ οὕτως ἔδοξε τῷ πατρὶ τῶν συμβάσεων! Τοῦτο εἶναι ἀληθῶς μέγα κατόρθωμα. Μόλον ὅτι, κύριοι, τοιαύτας παρουσιάζει δυσκολίας τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, μόλον τοῦτο δὲν θέλω περιορισθῆ εἰς ἁπλῆν θεωρητικὴν συζήτησιν, συντασσόμενος εἴτε ὑπὲρ τοῦ ἑνιαίου, εἴτε ὑπὲρ τοῦ πολλαπλοῦ τῶν Τραπεζῶν ἐν γένει καὶ ἀφῃρημένως, ἀλλὰ θὰ ἐξετάσω αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ συζητούμενον νομοθετικὸν ἔργον τῆς κυβερνήσεως καὶ θὰ προσπαθήσω ν’ ἀποδείξω, ὅτι τοῦτο εἶναι πλῆρες ἀτοπημάτων καὶ κινδύνων, χωρὶς νὰ φέρῃ κἀνὲν πλεονέκτημα. Ὅστις, κύριοι, ἐνέκυψεν, ἔστω καὶ ὀλίγον, εἰς τὴν μελέτην τῶν ἀρχῶν τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας, ὅστις συνείθισε νὰ μὴ μένῃ ἁπλῶς εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, ἀλλὰ νὰ ἀναζητῇ τὰ ἀληθῆ καὶ πραγματικὰ αἴτια τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως τῶν ἐθνῶν, οὗτος δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι τὰ ἔθνη τότε μόνον βαδίζουν ἀσφαλῶς εἰς τὴν ὑλικὴν αὑτῶν πρόοδον καὶ ἀνάπτυξιν, ὅταν κατορθόνουν νὰ διατηρῶσι διαρκῆ ἰσοῤῥοπίαν μεταξὺ τῶν ἀνταλλακτικῶν μέσων ἐν γένει καὶ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἰδίως δὲ μεταξὺ τῶν χρηματικῶν κεφαλαίων καὶ τοῦ πιστωτικοῦ νομίσματος. Ἐφ’ ὅσον ἡ τοιαύτη ἰσοῤῥοπία καὶ ἀναλογία ἐπικρατεῖ εἴς τι ἔθνος, ἡ οἰκονομικὴ αὐτοῦ ἀνάπτυξις εἶναι καὶ πραγματικὴ καὶ ἀσφαλής· ἅμα δὲ ὡς ἐκλείψῃ ἡ τοιαύτη ἀναλογία, ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις αὐτοῦ ἀποβαίνει ἔκρυθμος καὶ ἀνώμαλος, καὶ ἀργὰ ἢ γρήγορα ἀπολήγει εἰς κρίσεις καὶ καταστροφάς. Αὐτὸς εἶναι ὁ κανὼν, τὸν ὁποῖον ὀφείλουσιν αἱ κυβερνήσεις νὰ ἔχωσι ἀδιαλείπτως ὑπ’ ὄψιν, εἴτε τὸ προνόμιον τῶν Τραπεζῶν καθιεροῦσαι, εἴτε τὴν ἐλευθερίαν αὐτῶν ἀναγνωρίζουσαι. Λέγω ὅτι αἱ κυβερνήσεις πρέπει νὰ προσέχωσι πάντοτε διὰ νὰ ἀποφύγωσι τὴν καταστροφὴν τῆς τοιαύτης ἰσοῤῥοπίας, διότι τῷ ὄντι ὁ κίνδυνος οὗτος παρουσιάζεται εἰς ἀμφότερα τὰ συστήματα, μόνον δὲ ὁ λόγος, ὁ προκαλῶν τὴν ἀνωμαλίαν, εἶναι διάφορος εἰς ἑκάτερον αὐτῶν. Καὶ τῷ ὄντι αἱ προνομιοῦχοι Τράπεζαι ἀναγκάζονται ἐνίοτε νὰ αὐξήσωσι τὰ γραμμάτιά των πέραν τῆς ἀναλογίας τῶν χρηματικῶν των κεφαλαίων, ὁ δὲ λόγος, ὅστις τὰς ὠθεῖ εἰς τοιαύτην ἀνάγκην, εἶναι ἡ ἐπ’ αὐτῶν μεγάλη ἐπιῤῥοὴ καὶ πίεσις τῶν κυβερνήσεων. Ὅταν αἱ Τράπεζαι διατελῶσιν ὑπὸ τοιαύτην κυβερνητικὴν ἐπιῤῥοὴν, εἶναι φανερὸν ὅτι ὑποφέρουσιν ἐκ πάσης πολιτικῆς περιπετείας, δυσκόλως δὲ ἀντέχουσιν, ὅταν αἱ κυβερνήσεις, εὑρισκόμεναι εἰς ἐκτάκτους ἀνάγκας, καταφύγωσιν εἰς αὐτὰς πρὸς θεραπείαν τῶν τοιούτων ἀναγκῶν. Τότε αἱ προνομιοῦχοι Τράπεζαι, διὰ νὰ ἀπαντήσωσιν εἰς τὰς κυβερνητικὰς ἀνάγκας, αὐξάνουσι τὰ γραμμάτιά των καὶ προκαλοῦσι τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον σᾶς ἀπέδειξα· ἂν δὲ αἱ πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι ᾖναι μεγάλαι, συμπαρασύρουσι συνήθως καὶ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τῶν Τραπεζῶν. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἡ κοινοτέρα φρόνησις ὑπαγορεύει, οὐχὶ νὰ ἐρωτῶμεν τί προσφέρει εἰς ἀντάλλαγμα τοῦ προνομίου ἡ Ἰόνιος ἢ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, οὔτε νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὰς Τραπέζας μὲ ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλειτέρας κυβερνητικὰς ὑποχρεώσεις, ὅπως ἐζήτησάν τινες τῶν προαγορευσάντων, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ καθιερώσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγωτέρας σχέσεις τῶν Τραπεζῶν μὲ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις καὶ βάρη ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερα· διότι αἱ Τράπεζαι δὲν ἐσυστήθησαν διὰ νὰ ἔρχωνται εἰς βοήθειαν τῶν κυβερνήσεων, ἀλλὰ διὰ νὰ βοηθῶσι καὶ ὑποθάλπωσι τὸ ἐμπόριον, τὴν βιομηχανίαν καὶ τὴν γεωργίαν. Αἱ Τράπεζαι δὲν εἶναι πολιτικά, ἀλλὰ κοινωνικὰ καθιδρύματα, καὶ τὴν κοινωνίαν πρὸ πάντων πρέπει νὰ ἔχωσιν ὡς σκοπὸν καὶ τέλος τῶν πράξεων καὶ τῶν ἐνεργειῶν αὐτῶν. Δὲν πρέπει δέ, κύριοι, οὔτε νὰ λησμονῶμεν, οὔτε νὰ παρορῶμεν τὰ διδάγματα τῆς ἱστορίας, μαρτυρούσης εἰς πᾶσαν αὐτῆς σελίδα τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα τῆς κυβερνητικῆς κηδεμονίας ἐπὶ τῶν προνομιούχων Τραπεζῶν, οὔτε νὰ φρονῶμεν ἐξ ἀδικαιολογήτου αὐταρεσκείας, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι χώρα πρωτότυπος, εἰς ἣν δὲν ἐφαρμόζονται τὰ μαθήματα τῆς ἱστορίας καὶ τῆς καθολικῆς πεῖρας, διότι τοιαύτη αὐταρέσκεια οὐδὲν ἄλλο εἶναι εἰμὴ καθαρὰ ἀποτύφλωσις. Συγχωρήσατέ μοι τὴν φράσιν. Σᾶς ὑπέδειξα, κύριοι, τὴν αἰτίαν, δι’ ἣν αἱ προνομιοῦχοι Τράπεζαι καταστρέφουσι τὴν μεταξὺ τῶν χρηματικῶν καὶ τῶν πιστωτικῶν κεφαλαίων ἁρμονίαν καὶ γεννῶσιν οἰκονομικὰς ἀνωμαλίας καὶ κρίσεις. Προσθέτω τώρα, ὅτι ἡ αἰτία, δι’ ἣν περιπίπτουσιν, εὐκολώτερον μάλιστα, αἱ πολλαὶ Τράπεζαι εἰς τὸν αὐτὸν κίνδυνον, εἶναι ὁ ἀπόλυτος συναγωνισμός. Δὲν σᾶς φαίνεται, κύριοι, περίεργον; Ὅ,τι οἱ ἄλλοι θεωροῦσι πλεονέκτημα, αὐτὸ τοῦτο ἀκριβῶς ὑποδεικνύομεν ἡμεῖς ὡς μειονέκτημα καὶ ὡς κίνδυνον. Ὑποχρεώσεις ἀπαιτοῦσιν οἱ μὲν ἀπὸ τῶν προνομιούχων Τραπεζῶν πρὸς ὄφελος τῶν κυβερνήσεων, καὶ ἐν τούτοις αἱ ὑποχρεώσεις αὗται ἀποδεικνύονται, ὅτι φέρουσι τὸν κίνδυνον καὶ τὴν καταστροφὴν τῶν τε προνομιούχων Τραπεζῶν καὶ τῆς κοινωνίας· συναγωνισμὸν ἀπόλυτον ἀπαιτοῦσιν οἱ ἄλλοι μεταξὺ πολλῶν καὶ ἐλευθέρων Τραπεζῶν, καὶ ἐν τούτοις αὐτὸς ὁ ἀπόλυτος, ὁ ἄμετρος συναγωνισμὸς εἶναι ὁ σκόπελος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ναυαγοῦν αἱ ἐλεύθεραι Τράπεζαι, συμπαρασύρουσαι καὶ τὴν κοινωνίαν. Τοῦτο ἐξελέγχει τὴν σύγχυσιν, ἥτις ἐπικρατεῖ παρ’ ἡμῖν περὶ τῆς ἀποστολῆς τῶν πιστωτικῶν καταστημάτων καὶ περὶ τῶν ἀγαθῶν ἢ κακῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῶν. Ὁ ἀπόλυτος συναγωνισμός, ἐμφανιζόμενος ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς ἐλευθερίας, γοητεύει φυσικῷ τῷ λόγῳ καὶ παρασύρει τὰς εὐγενεῖς φύσεις, διότι οὐδὲν ὡραιότερον, οὐδὲν γοητευτικώτερον τῆς ἐλευθερίας· ἀλλ’ ἄνευ μέτρου καὶ περιορισμοῦ ὁ συναγωνισμὸς τῶν Τραπεζῶν ἔφερε πανταχοῦ καὶ πάντοτε ὀλέθρια οἰκονομικὰ καὶ πολιτικὰ ἀποτελέσματα. Ἂν δὲ ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Βαλέττας ἐνθυμεῖτο ὁποίαν ἐλεεινὴν οἰκονομικήν, ἐθνικὴν καὶ πολιτικὴν κατάστασιν παρασκεύασαν ἐν τῇ ἀρκτῴᾳ Ἀμερικῇ αἱ πολλαὶ Τράπεζαι, ἀφεθεῖσαι ἐντελῶς ἐλεύθεραι εἰς τὰς ἐνεργείας των καὶ παραδοθεῖσαι εἰς συναγωνισμὸν ἄμετρον καὶ πυρετώδη, ἂν ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν τὸν θερμὸν καὶ ἀμείλικτον πόλεμον, τὸν ὁποῖον ἐκήρυξε κατὰ τοῦ τοιούτου συστήματος τῶν πολλῶν καὶ ἀπολύτως ἐλευθέρων Τραπεζῶν τὸ δημοκρατικὸν κόμμα τῆς Ἀμερικῆς, εἶμαι βέβαιος ὅτι ἤθελεν αἰσθανθῆ ἰσχυροὺς ἐνδοιασμοὺς περὶ τῆς ὀρθότητος τοῦ τοιούτου συστήματος, τὸ ὁποῖον μετὰ θερμότητος ὑπεστήριξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Οὐχὶ δὲ μόνον ἐν Ἀμερικῇ, κύριοι, ἀλλὰ πανταχοῦ καὶ πάντοτε οἱ ἀληθῶς φιλελεύθεροι ὑπῆρξαν καὶ οἱ πλέον ἀμείλικτοι ἐχθροὶ τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας τῶν Τραπεζῶν καὶ τοῦ ἀμέτρου μεταξὺ αὐτῶν συναγωνισμοῦ.
§108ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Εἰς τὴν Αὐστρίαν, εἰς τὴν Ῥωσσίαν, ναί.
§109ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἰς τὴν Γαλλίαν, εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἐπίσης, ἂν ἀγαπᾶτε.
§110ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Τὰ τέσσαρα πέμπτα τῆς Ἀγγλίας ἔχουν τὸν συναγωνισμόν.
§111ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ Λονδῖνον ἔχει μίαν προνομιοῦχον Τράπεζαν· ἐντὸς αὐτοῦ καὶ πέριξ αὐτοῦ εἰς ἀπόστασιν εἴκοσι πέντε μιλίων, οὐδεμία ἄλλη Τράπεζα ὑπάρχει. Ἐν Δουβλίνῳ, πρωτευούσῃ τῆς Ἰρλανδίας, μία μόνη ὑπάρχει Τράπεζα προνομιοῦχος. Ἐνταῦθα μάλιστα προϋπῆρχον πολλαὶ Τράπεζαι ἀπολύτως ἐλεύθεραι, ἀλλ’ ὁ μεταξὺ αὐτῶν συναγωνισμὸς ἐπροξένησε τρομερὰς καταστροφὰς, αἵτινες προεκάλεσαν τὴν κατάργησιν αὐτῶν καὶ τὴν σύστασιν μιᾶς μόνης προνομιούχου Τραπέζης. Εἰς τὰ λοιπὰ μέρη τῆς Ἀγγλίας, καὶ ἰδίως εἰς τὴν Σκωτίαν, δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ὑπάρχουν πολλαὶ καὶ ἐλεύθεραι Τράπεζαι, ἀλλὰ καὶ ὁ ὀργανισμὸς αὐτῶν εἶναι διάφορος, καθιστῶν αὐτὰς μᾶλλον ταμιευτικὰ ἢ πιστωτικὰ καταστήματα, καὶ μέτρα σωτήρια κανονίζουσι καὶ περιορίζουσι τὰς πράξεις καὶ τὰς ἐνεργείας αὐτῶν, ὥστε δὲν δύναταί τις, αὐστηρῶς εἰπεῖν, νὰ ὀνομάσῃ αὐτὰς ἐλευθέρας Τραπέζας, ἐνεργούσας ἐν ἀπολύτῳ συναγωνισμῷ, ὅπως ἀξιοῦσιν οἱ τὸ σύστημα τοῦτο ὑποστηρίζοντες παρ’ ἡμῖν. Δὲν ἀπαιτεῖται, κύριοι, μεγάλη σκέψις, ἵνα κατανοήσῃ τις τὰ ἐκ τοῦ ἀκράτου καὶ ἀμέτρου συναγωνισμοῦ ὀλέθρια διὰ τὴν κοινωνίαν ἀποτελέσματα. Αἱ πολλαὶ Τράπεζαι, ὅταν συναγωνίζωνται πρὸς ἀλλήλας ἄνευ τινὸς μέτρου καὶ περιορισμοῦ, σκορπίζουσιν ἀναγκαίως εἰς τὴν κοινωνίαν τραπεζικὰ γραμμάτια, ὑπέρτερα τῶν πραγματικῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου καὶ δυσανάλογα πρὸς τὰς ἐν αὐτῷ χρηματικὰ κεφάλαια, οὕτω δὲ ἐνισχύουν τὰς παραβόλους καὶ ἐπικινδύνους ἐπιχειρήσεις, φυγαδεύουν τὰ χρήματα ἐκ τῆς ἀγορᾶς, ἀνυψοῦσι τὸν τόκον τῶν κεφαλαίων, ὑπερτιμοῦν ὅλα τὰ πράγματα καὶ δημιουργοῦν οἰκονομικὴν κατάστασιν ἔκρυθμον καὶ ἀνώμαλον, ἐξ ἧς γεννῶνται συνήθως οἰκονομικαὶ κρίσεις καὶ καταστροφαί. Ἂν δὲ, κύριοι, ἡ τοιαύτη οἰκονομικὴ ἀνωμαλία ὑπῆρξεν ἐπαισθητὴ καὶ ὀλεθρία εἰς τὴν Ἀμερικὴν, τουτέστιν εἰς χώραν παρθένον καὶ ἐκ φύσεως πλουσίαν, ἔνθα ἡ ἐγχώριος παραγωγὴ ἠδύνατο νὰ ἀκολουθήσῃ μέχρι τινὸς τὴν ὑπεραύξησιν τοῦ πιστωτικοῦ νομίσματος, τί ἆρά γε δύναται νὰ συμβῇ παρ’ ἡμῖν, ἔνθα ἡ γεωργία εἶναι εἰς νηπιώδη κατάστασιν, ἡ βιομηχανία μόλις ἀρχίζει νὰ φαίνεται ἀξία λόγου, καὶ ἡ ναυτιλία, μία τῶν κυριωτέρων πηγῶν τῆς εἰσαγωγῆς πλούτου εἰς τὸν τόπον, κατεστράφη σχεδὸν ἐντελῶς; πῶς θὰ φέρετε τὸ ἰσοζύγιον μεταξὺ εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς εἰς τόπον τόσον μικρὸν καὶ πτωχὸν, ὅταν τὸν ῥίψετε εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν ἀνωμαλίαν, ὅταν φυγαδεύσετε τὰ χρηματικὰ κεφάλαια, ὅταν αὐξήσητε τὴν τιμὴν τῶν πραγμάτων, ὅταν προκαλέσητε εἰσαγωγὴν δυσανάλογον πρὸς τὰς παραγωγικὰς αὐτοῦ δυνάμεις; δὲν παρασκευάζετε οὕτως ἄφευκτον οἰκονομικὴν κρίσιν καὶ καταστροφήν; ἰδοὺ ποῦ σᾶς φέρει τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται ὑπὸ τὸ ἀπατηλὸν ὄνομα τῆς ἐλευθερίας! Καὶ δὲν εἶναι μόνον αὐτὰ τὰ κακὰ ἀποτελέσματα. Πλησίον εἰς αὐτὰ ὑπάρχουσι, κύριοι, καὶ ἄλλα χειρότερα, τουτέστιν ἡ ἠθικὴ καὶ πολιτικὴ ἐξαχρείωσις τοῦ λαοῦ, ἡ ἐκ τοιαύτης οἰκονομικῆς ἀνωμαλίας καὶ κρίσεως ἀναγκαίως προερχομένη. Παράδειγμα τούτου διδακτικώτατον μᾶς παρέχει πάλιν αὐτὴ ἡ Ἀμερική. Ὅταν αἱ πολλαὶ Τράπεζαι, ἀφεθεῖσαι ἐντελῶς ἐλεύθεραι εἰς τὸν πρὸς ἀλλήλας συναγωνισμὸν, παρεσκεύασαν ἐν τῷ τόπῳ κρίσιν, ἑταιρίαι τότε χρηματιστῶν ἀπλήστων καὶ τοκογλύφων ἀσυνειδήτων ἔνθεν μὲν ἐγύμνωσαν τὸν λαὸν ἀφίνοντες αὐτὸν ἐπὶ τέλους μὲ ἄχρηστα χαρτιὰ ἀνὰ χεῖρας, ἔνθεν δὲ διέφθειραν αὐτὸν, καὶ στρατολογοῦσαι τοὺς αὐθαδεστέρους καὶ τολμηροτέρους ἐπίεζον δι’ αὐτῶν καὶ κυβέρνησιν καὶ Βουλὰς καὶ ἠξίουν νὰ ἄγωσι καὶ νὰ φέρωσι τὴν πολιτείαν κατὰ τὰ συμφέροντα καὶ τὰς ὀρέξεις αὐτῶν.
§112ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σὰν καλὴ ὥρα!
§113ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ Ἀμερικανικὴ πολιτεία ἀπέκτησε λοιπὸν ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦ ἀπολύτου συναγωνισμοῦ τῶν Τραπεζῶν τοὺς πλέον κτηνώδεις δεσπότας, ἀνθρώπους χωρὶς καρδίαν, χωρὶς συνείδησιν χωρὶς πατριωτισμὸν, θέτοντας ὑπεράνω τῆς πατρίδος καὶ τῆς ἠθικῆς καὶ αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ τό ἴδιον καὶ ἄπληστον συμφέρον. Μόλις δὲ διὰ πολλῶν προσπαθειῶν καὶ ἰδίως διὰ περιοριστικῶν τῶν Τραπεζῶν μέτρων κατώρθωσε ν’ ἀπαλλαγῇ ὑπὸ τῶν τοιούτων θηρίων. Εὔχομαι, κύριοι, ἐξ ὅλης καρδίας νὰ ψευσθῶ εἰς τὰς ἀπαισίους σκέψεις μου, θεωρῶ ὅμως καθῆκόν μου νὰ ἐκφράσω καθαρῶς πᾶν ὅ,τι αἰσθάνομαι, πᾶν ὅ,τι προβλέπω κακὸν διὰ τὴν πατρίδα μου, διὰ νὰ ἔχω τοὐλάχιστον μίαν ἡμέραν τὴν παρηγορίαν ὅτι ἐξετέλεσα τὸ καθῆκόν μου, κατέδειξα ἐγκαίρως τὸν κίνδυνον. Σᾶς προλέγω λοιπὸν ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθήσετε σκορπίζοντες εἰς τὴν κοινωνίαν χαρτιὰ μὲ τὴν πεπλανημένην ἰδέαν ὅτι αὐξάνετε οὕτω τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον, ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἔχετε τὰ οἰκονομικὰ καὶ πολιτικὰ ἀποτελέσματα, τῶν ὁποίων ἀμυδρὰν εἰκόνα σᾶς ἔδωκα ἤδη. Ἀλλὰ ταῦτα λέγων, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ παρεξηγηθῶ· δὲν εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος τῶν πολλῶν Τραπεζῶν, ὄχι. Πολεμῶ ἁπλῶς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον θεωρεῖ αὐτὴν καὶ μόνην τὴν σύστασιν πολλῶν Τραπεζῶν καὶ τὴν μεταξὺ αὐτῶν καθιέρωσιν συναγωνισμοῦ ἄνευ μέτρου τινὸς καὶ περιορισμοῦ ὡς ἔνδειξιν πλούτου καὶ εὐημερίας ἐθνικῆς, ἐνῷ ὁ ἄμετρος οὗτος πολλαπλασιασμὸς εἶναι πράγματι ὁ σκόπελος, εἰς τὸν ὁποῖον ναυαγεῖ ἡ ὑλικὴ τῶν ἐθνῶν εὐημερία. Αἱ Πιστωτικαὶ Τράπεζαι ἐν εὐλόγῳ μέτρῳ συσταινόμεναι καὶ ἐπιτηρούμεναι συντελοῦσιν ἀναμφιβόλως εἰς τὴν ὑλικὴν τῶν ἐθνῶν ἀνάπτυξιν, δὲν εἶναι ὅμως αὗται καθ’ ἑαυτὰς πάντοτε καὶ ἐν παντὶ μέτρῳ ἔνδειξις εὐημερίας καὶ πλούτου· ἐνίοτε δὲ καὶ ἄνευ αὐτῶν κοινωνία τις δύναται νὰ ἀναπτυχθῇ καὶ προοδεύσῃ. Ἐπιτρέψατέ μοι νά σᾶς φέρω ἐπὶ τούτου ἐπίσημόν τι παράδειγμα. Γνωρίζετε ὅτι τὸ Ἀμβοῦργον εἶναι ἡ δευτέρα ἐμπορικὴ πόλις τῆς εὐρώπης, διότι τὸ εἰσαγωγικὸν καὶ ἐξαγωγικὸν ἐμπόριον τῆς ἐλευθέρας ταύτης πόλεως ὑπερβαίνει τὰ τρία δισεκατομμύρια φράγκων, τοὐτέστιν εἶναι ἴσον μὲ τὰ τρία ὄγδοα τοῦ ἐμπορίου τῆς Ἀγγλίας καὶ μὲ τὰ τρία πέμπτα τοῦ ἐμπορίου τῆς Γαλλίας. Γνωστὸν ἐπίσης ὅτι τὰ γραμμάτια τῶν ἐμπόρων τοῦ Ἀμβούργου ἀπολαύουσι πανταχοῦ πίστιν ὑπερτέραν τῶν λοιπῶν ἐμπορικῶν πραγματειῶν. Καὶ ὅμως θὰ τὸ πιστεύσητε; Τὸ Ἀμβοῦργον δὲν ἔχει Τράπεζαν, δηλαδὴ, διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ, ἔχει μὲν Τράπεζαν ταμιευτικὴν, εἰς ἣν οἱ ἔμποροι, οἱ βιομήχανοι καὶ οἱ ἐργάται ἀποθέτουσι δι’ ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ τὰς οἰκονομίας καὶ τὰ κεφάλαιά των, δὲν ἔχουν ὅμως Πιστωτικὴν Τράπεζαν, ἐκδίδουσαν χαρτονόμισμα. Ἡ ἔλλειψις δὲ αὕτη δὲν παρεκώλυσε παντάπασι τὴν ὑλικὴν ἀνάπτυξιν καὶ εὐημερίαν τῆς πόλεως, ἴσως μάλιστα ἠδύνατό τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἕνεκα τούτου τὸ ἐμπόριον τοῦ Ἀμβούργου δὲν διῆλθε διὰ τῶν περιπετειῶν καὶ τῶν κρίσεων, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν ἄλλαι χῶραι, βρίθουσαι Τραπεζῶν καὶ χαρτονομισμάτων.
§114ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἐν Ἀμβούργῳ γίνονται μεγαλείτεραι ἐμπορικαὶ κρίσεις ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου.
§115ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν μοὶ φαίνεται ἐντελῶς ἀκριβὴς ὁ ἰσχυρισμὸς σας· ἀλλά.....
§116ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἡ στατιστικὴ ἐν τούτοις τὸ ἀποδεικνύει ἐναργῶς.
§117ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ τὸ ἀποδεικνύῃ τόσον ἐναργῶς, ὅσον ὑποθέτετε· ἀλλὰ καὶ τούτου δοθέντος...
§118ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Αὔριον σᾶς φέρω τὴν ἀπόδειξιν.
§119ΜΙΛΗΣΗΣ. Θὰ τὴν ἴδω εὐχαρίστως, καὶ τότε θὰ πεισθῶ, ὅτι τῷ ὄντι ἐν Ἀμβούργῳ γίνονται περισσότεραι πτωχεύσεις ἢ ἐν Ἀμερικῇ. Ἀλλὰ καὶ τότε θὰ διατηρήσω οὐχ ἧττον τὴν πεποίθησίν μου, διότι αἱ κρίσεις καὶ αἱ καταστροφαὶ, τὰς ὁποίας φέρει ἡ πτώχευσις τῶν Τραπεζῶν, ἡ διασείουσα τὰ θεμέλεια τῆς κοινωνίας, δὲν ἔχει τι κοινὸν μὲ τὰς συνήθεις ἐμπορικὰς πτωχεύσεις, αἵτινες περιορίζονται εἰς στενότατον κύκλον μεταξὺ ἐμπόρων....
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ταύτην τὴν στιγμὴν ἡ Γεν. Πιστωτικὴ Τράπεζα ἔστειλε πρὸς τὸν Κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀναγνώσω.
§121ΤΙΝΕΣ. Μεγάλη τῇ φωνῇ νὰ ἀκούσωμεν.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ (ἀναγινώσκει). «Ἐν Ἀθήναις, τὴν 13 Ἰουνίου 1873. Κύριε Πρόεδρε, Πληροφορηθέντες ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως συμβάσεών μας ἠγέρθη ὁ φόβος τῆς διαλύσεως τῆς ὑφισταμένης ἤδη Ἰονικῆς Τραπέζης, λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ φέρωμεν εἰς γνῶσιν ὑμῶν, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Γενικὴ Πιστωτικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ὑπόσχεται κατ’ ἀπόφασιν τοῦ διοικητικοῦ αὐτῆς συμβουλίου νὰ αὐξήσῃ τὸ μετοχικὸν αὐτῆς κεφάλαιον εἰς 20,000,000 δραχμῶν, ὅπως διατηρῇ ἐν Ἑπτανήσῳ ἰδιαίτερον κεφάλαιον καὶ ἑπτὰ ὑποκαταστήματα, ἐκτελῇ δὲ τὰς αὐτὰς ἐργασίας, τὰς ὁποίας προσφέρεται ἤδη νὰ ἐνεργῇ ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα, καὶ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι τὸ ἰδιαίτερον ἐν Ἑπτανήσῳ κεφάλαιον αὐτῆς θέλει συνίσταται εἰς 12,000,000 δραχμῶν· ἐκτὸς δὲ τῶν προσφερομένων ὑπὸ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ἐνυποθήκων καὶ χρηματικῶν δανείων, θέλει δανείσει καὶ ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν εἰς τοὺς μικροὺς γεωργοὺς καὶ εἰς μικρὰς ποσότητας ἐπὶ τριτεγγυημένοις γραμματίοις καὶ ἐπὶ τόκῳ 6%. Ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει, ἤτοι καὶ ἐὰν δὲν ἐπέλθῃ ἡ διάλυσις τῆς ὑφισταμένης ἤδη Ἰονικῆς Τραπέζης, ἡ Γενικὴ Πιστωτικὴ Τράπεζα ἀναδέχεται νὰ δανείσῃ ἐν Ἑπτανήσῳ εἰς τοὺς μικροὺς γεωργοὺς τὸ εἰρημένον ἓν ἑκατομμύριον ὑπὸ τοὺς ἀνωτέρου ὅρους, ἔτι δὲ νὰ διατηρῇ ὑποκαταστήματα καὶ εἰς τὰς ἑπτὰ Ἰονίους Νήσους καὶ ν’ αὐξήσῃ τὰ εἰς τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους ὑποκαταστήματα αὐτῆς κατὰ τὰς ἀνάγκας τῶν συναλλαγῶν. Δέχθητε, κύριε Πρόεδρε, τὴν διαβεβαίωσιν τῆς ἐξόχου ὑπολήψεώς μας. Διὰ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Γενικῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος
Ὁ προεδρεύων ἀντιπρόεδρος
Κ. Σ. ΒΟΥΡΟΣ.
Πρὸς τὴν αὐτοῦ ἐξοχότητα τὸν κ. Ἐπαμ. Δεληγεώργην, Πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κτλ. κτλ. κτλ.
§123ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ.
§124ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ διακόψωμεν τὸν συζήτησιν δι’ αὔριον.
§126ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον, κύριοι, εἶναι ἡ ἐξακολούθησις. Λύεται ἡ Συνεδρίασις. (Ὥρα 12 παρὰ 10|60 Π. Μ.)