1873.06.14
2.141 στίχοι · 18.352 λέξεις · 144 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 43
Τῆς 14 Ἰουνίου 1873.
(Πέμπτη).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀγωνιστὴς κύριος Ἀνασ. Μαυροκέφαλος ἔχει ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλὴν, διὰ τῆς ὁποίας ἀριθμεῖ τὰς ὑπηρεσίας του, καὶ ἐπειδὴ σήμερον εὑρίσκεται εἰς τὸ ἔσχατον γῆρας, καὶ δὲν ἀπολαμβάνει τίποτε ἐκ τῆς θέσεώς του ὡς συμβολαιογράφος, παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ αὐτὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως τῷ δοθῇ μικρά τις βοήθεια.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ συστηθῇ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ὄρους κύριος Τρύφων ἔχει πρότασιν ἐξ ἑνὸς ἄρθρου, προσθετέου εἰς τὸν νόμον ΣΕΖʹ. περὶ ἐκτιμήσεως τοῦ ἐλαιοκάρπου, καὶ ζητεῖ ὅπως δίδεται ἀπόγραφον εἰς τοὺς ἀγρολήπτας. Θέλει τυπωθῆ καὶ παραπεμφῆ εἰς τὴν οἰκείαν ἐπιτροπήν. Κύριοι, κατὰ λάθος προχθὲς, συζητουμένης τῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας Μπάρνς καὶ Μὰκ–Ἴβερ, παρελείφθη τὸ 2 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐψηφίσθη μόνον τὸ 1ον ὡς μοναδικόν· παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς 1ην ἀνάγνωσιν, ὅπως ὁ νόμος γείνῃ πλήρης· (τὸ ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 2. Τὰ ἀτμόπλοια τῆς ἑταιρίας, καταπλέοντα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ εἰς τοὺς λιμένας Αἰγίου, Ζακύνθου, Κεφαλληνίας, Κατακώλου καὶ Πειραιῶς, ἀπολαύουσι τῶν αὐτῶν ὠφελειῶν, ὧν ἀπολαύουσι καταπλέοντα εἰς τοὺς λιμένας Σύρου, Πατρῶν καὶ Κερκύρας.»
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη εἰς γʹ. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κύριος Πέτρος Μαυρομιχάλης· ἀλλ’ ἐπειδὴ θὰ γείνῃ συζήτησις, μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἐκκρεμὲς περὶ Τραπεζῶν νομοσχέδιον. Ὁ κύριος Κωσταντᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§6ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Καθ’ ὅλον, κύριοι, τὸ χρονικὸν διάστημα, ἐν ᾧ συζητεῖται τὸ περὶ Τραπεζῶν ζήτημα, ἀνεπτύχθη μόνον τὸ ἐπιβλαβὲς τῶν πολλῶν τραπεζικῶν γραμματίων· ὡρίσθησαν καὶ ἐξηκριβώθησαν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου ἐκ τῶν ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεων, ἀλλὰ τὸ κύριον ζήτημα, ἐὰν αἱ συμβάσεις ἐκπληροῦσι τὸν ἐκδηλούμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως σκοπὸν, δηλαδὴ τὴν εἰσαγωγὴν καὶ ἐνασχόλησιν νέων κεφαλαίων ἐν Ἑπτανήσῳ, εἰσέτι δὲν ἀνεπτύχθη. Περὶ τούτου λαμβάνω ἐγὼ τὸν λόγον, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόψητε, διότι χάνω τὴν σειρὰν τῶν σκέψεών μου. Πρὸ παντὸς ἄλλου ἰσχυρισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ ἀποδειχθῇ, ποία ἡ ὠφέλεια τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τῆς ἐργασίας ἐν Ἑπτανήσῳ, ἣν ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα διὰ τῶν προτάσεων αὐτῆς προσφέρει εἰς ἀνταλλαγὴν τῆς ὠφελείας, ἣν ζητεῖ νὰ λάβῃ ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν της γραμματίων καὶ ποία ἡ ζημία, ἣν θέλει ὑποστῆ ὁ λαὸς τῆς Ἑπτανήσου, ἐκ τῆς ἀποῤῥίψεως τῶν προτάσεων τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης. Αἱ συμβάσεις ἀφορῶσι καθαρῶς τὴν τύχην τῶν Ἑπτανησίων, καὶ μόνον ὑπὸ Ἑπτανησιακὴν ἔποψιν πρέπει νὰ συζητηθῶσιν, ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ φανῇ δικαία πρὸς τοὺς Ἑπτανησίους. Πολλῷ δὲ μᾶλλον ἡ ἔποψις τοῦ τοπικοῦ συμφέροντος πρέπει νὰ τεθῇ ὡς βάσις τῶν συζητήσεών μας, καθ’ ὅσον αἱ προτάσεις τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης παρήχθησαν ἐκ τοπικῶν τῆς Ἑπτανήσου ἀναγκῶν, ἐπειδὴ τὴν πρώτην πηγὴν αὐτῶν ὀφείλουσιν εἰς τὴν ἰδέαν τῆς θεραπείας τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας παρουσιάζει ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τῆς ἐλευθέρας ἐν Κερκύρᾳ ἰδιοκτησίας. Μέχρι τοῦ ἔτους 1867 καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑπτάνησον ἡ ἀκίνητος ἰδιοκτησία ἐπεβαρύνετο μὲ δικαιώματα τρίτων πολλαπλᾶ, καθιστῶντα αὐτὴν νεκρὰν καὶ ἀναπαλλοτρίωτον. Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐξεδόθη ὁ πρῶτος Νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἕκαστος ἰδιοκτήτης ἐν Κερκύρᾳ δύναται νὰ ἐξαγοράσῃ τὰ τῶν τρίτων δικαιώματα καθ’ ἃ μέτρα ὁ Νόμος ὁρίζει καὶ νὰ καταστῇ ἀπόλυτος κύριος τῆς ἰδιοκτησίας του, δυνάμενος νὰ διαθέτῃ αὐτὴν κατὰ τὸ δοκοῦν. Ἀλλ’ αἱ εὐεργητικαὶ διατάξεις τοῦ Νόμου τούτου οὐδεμίαν ὠφέλειαν παρήγαγον ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως κεφαλαίων εἰς τὴν τάξιν τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ γεωργῶν, τὰ δὲ κτήματα διάκεινται εἰσέτι ὑπὸ τὸ βάρος τῶν προαιωνίων δικαιωμάτων, πρὸς μεγίστην τῆς κοινωνίας βλάβην. Τὴν κατάστασιν ταύτην δὲν ἠδύνατο ὁ τόπος ἐπὶ πολὺ νὰ ἀνεχθῇ καὶ ὤφειλε νὰ σκεφθῇ περὶ θεραπείας τῶν ἀφορήτων τούτων κοινωνικῶν κακῶν. Οἱ ἀντιπρόσωποι λοιπὸν τῆς νήσου ἐμελέτησαν τὰς ἀνάγκας ταύτας καὶ πρὸς θεραπείαν αὐτῶν ἀπευθύνθησαν μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἄλλων Ἰονίων Νήσων εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἰονίου Τραπέζης, ὅπως αὕτη μεταῤῥυθμίσῃ τὸ Καταστατικὸν αὐτῆς, ἀφιερώσῃ μέρος τῶν κεφαλαίων της εἰς τὴν κτηματικὴν τῆς Ἑπτανήσου πίστιν καὶ συνδράμῃ τὴν γεωργίαν εἰς τὰς ἐπετείους αὐτῆς ἀνάγκας, ἵνα μὴ καταπνίγεται ὑπὸ τῶν ἀπλήστων τοκογλύφων, οἵτινες δανείζουσιν ὀλίγον ἀραβόσιτον μὲ τόκον ὀγδοήκοντα καὶ ἐπέκεινα τοῖς ἑκατόν. Ἡ ἐνέργεια αὕτη ἤρξατο ἐκεῖ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1869· μετὰ πολλὰς δὲ συζητήσεις καὶ διαπραγματεύσεις ἐλήξαμεν εἰς προτάσεις, αἵτινες παρήγαγον τὸ σχέδιον συμβάσεως, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κύριος Λομβάρδος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ὅπερ δὲν ὑπεγράφη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κυρίου Βούλγαρη ὡς ἐκ τῆς ἐπελεύσεως τῆς πτώσεώς της. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν Τραπεζῶν ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ ἰδίως ἐν Κερκύρᾳ, συνδέεται στενότατα μὲ τὸ ζήτημα ἐκεῖνο τῆς ἰδιοκτησίας, ὅπερ συνετάραξε καὶ συνταράττει ἅπασαν τὴν Ἑπτάνησον, καὶ κρατεῖ τὴν Κέρκυραν ἰδίως ἀνάστατον πρὸ δεκαπενταετίας. Ἅμα εἶδον τὸν κύριον Παραμυθιώτην ἀναβαίνοντα τὸ βῆμα τοῦτο, ἐνόμισα ὅτι τὴν ἔποψιν ταύτην τοῦ ζητήματος ἤρχετο νὰ ὑποβάλῃ πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς ἀντιπρόσωπος Κερκύρας, ὡς δικηγόρος τῶν χωρικῶν, ὧν κάλλιστα γνωρίζει τὴν πενίαν καὶ τὰς ἐκ τοῦ ἀγροτικοῦ συστήματος ἀνάγκας, ἀλλ’ ἐτιμωρήθην διὰ τῆς ἀποτυχίας τῶν ἐλπίδων μου· λέγω δὲ ὅτι ἐτιμωρήθην, διότι ἐτόλμησα νὰ πιστεύσω, ὅτι ὁ χρόνος ἐπέφερε βελτίωσίν τινα εἰς τὰς πολιτικὰς καὶ κοινωνικὰς ἰδέας καὶ ἀρχὰς τοῦ κυρίου Παραμυθιώτου ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπερ διαιρεῖ τὸν τόπον εἰς δύω διαμαχόμενα στρατόπεδα. Ὁ κύριος Παραμυθιώτης, ἐξ ἐναντίας, ἦλθε νὰ κατασυκοφαντήσῃ τὴν Ἰόνιον Τράπεζαν ἐνώπιόν σας, διότι ἀνέλαβε τὴν πρωτοβουλίαν νὰ ἀνυψώσῃ τὴν κτηματικὴν καὶ γεωργικὴν πίστιν τῆς νήσου, εἰς ἣν οὗτος ἀνήκει, καὶ νὰ συντελέσῃ διὰ τῶν κεφαλαίων της εἰς τὴν εὐημερίαν τῶν κτηματιῶν καὶ γεωργῶν αὐτῆς. Πρὶν ἢ δὲ προβῶ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος τούτου, ἀνάγκη νὰ ἀναιρέσω τὰς συκοφαντίας ταύτας, διότι, ἐὰν ἡ Ἰόνιος Τράπεζα ᾖναι ὁποία περιεγράφη ὑπὸ τοῦ κυρίου τούτου, δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν τὰς προτάσεις αὐτῆς ὡς σπουδαίας, καὶ ὅσα ἂν εἴπωμεν περὶ αὐτῶν ἤθελον εἶσθαι παραμύθια (θόρυβος). Οὐδένα ἔχω, κύριοι, σκοπὸν νὰ προσβάλω διὰ τῆς λέξεως ταύτης καὶ μὴ θορυβεῖσθε. Πράττω μόνον τὸ χρέος μου, ἐὰν ἔρχωμαι νὰ διαψεύσω τὸν ἐκ τῆς πόλεως Κερκύρας βουλευτὴν Παραμυθιώτην, καθόσον ἡ Ἰόνιος Τράπεζα συκοφαντεῖται ὑπ’ αὐτοῦ, ὄχι διότι δὲν εἶναι οἵα παρέστη, ἀλλὰ διότι ἀνέλαβε νὰ λύσῃ τὸ δεύτερον μέρος τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος Κερκύρας διὰ τῶν κεφαλαίων της καὶ νὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς χωρικοὺς ἐκ τῆς τυραννίας τῶν τοκογλύφων καὶ καταχθονίων, ὑπὸ τῶν ὁποίων καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1868 ἀνηγορεύθη βουλευτὴς ὅπως πολεμήσῃ τοὺς χωρικούς. Εἶπε λοιπὸν ὁ κύριος οὗτος, ὅτι ἡ Ἰόνιος Τράπεζα δὲν δύναται νὰ ἀποβῇ ὠφέλιμος τῇ κοινωνίᾳ, διότι ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτῆς ἀπέτυχε τοῦ σκοποῦ, ὃν ὁ νόμος καὶ ἡ κυβέρνησις ἐπεδίωξε διὰ τῆς καθιδρύσεώς της. Ὁ νόμος εἶναι τοῦ ἔτους 1838. Ὁ νομοθετήσας τὴν σύστασιν ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν Ἑπτανήσῳ κύριον σκοπὸν προέθετο τὴν κατάργησιν τῆς τοκογλυφίας καὶ τὴν προαγωγὴν τοῦ ἐμπορίου, τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας. Ἐπίσης εἶπεν, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Γερουσίας, ἡ ἀφορῶσα τὴν ἔγκρισιν τοῦ καταστατικοῦ τῆς Ἰονίου Τραπέζης, πανηγυρικῶς ἀπεφήνατο, ὅτι ἡ Τράπεζα αὕτη ἤθελε συντελέσει εἰς τὸν σκοπὸν, ὃν ὁ νόμος οὗτος ἐπιδιώκει· ἀλλ’ ἀπεναντίας, προσέθηκεν ὁ βουλευτὴς οὗτος, ὄχι μόνον δὲν ἐξεπλήρωσε τὸν ἀρχικὸν σκοπόν του τὸ καθίδρυμα τοῦτο, ἀλλὰ τὰ μάλα συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς τοκογλυφίας, οὐδεμίαν βοήθειαν παρέσχεν εἰς τὴν γεωργίαν, καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον, καὶ τοκογλυφικὴ ἀπεκαλέσθη καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου τῆς Ἑπτανήσου ἐκ τῶν ὑπερβολικῶν τόκων, οὓς ἐλάμβανεν εἰς τὰς συναλλαγὰς αὐτῆς. Τὸ νὰ ἀπατᾶταί τις, κύριοι, στηριζόμενος εἰς ψευδεῖς οἰκονομολογικὰς ἀρχὰς καὶ θεωρίας ἐπιστημονικὰς ἀνακριβεῖς, εἶναι ἀνθρώπινον, ἀλλ’ ἐν γνώσει νὰ διαστρέφῃ τὴν ἱστορίαν τῶν πραγμάτων ἐνώπιον ἀνθρώπων μὴ ὄντων εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίζωσιν αὐτὴν δὲν εἶναι ἔργον ἀγαθοπιστίας. Ὁ κ. Παραμυθιώτης, περιβληθεὶς τὴν ἰδιότητα τοῦ Κερκυραίου βουλευτοῦ, ἠθέλησε νὰ παρασταθῇ ἐνώπιόν σας ὡς ἱστορικὴ αὐθεντία καθόσον ἀφορᾷ τὴν διαγωγὴν τῆς ἐν Κερκύρᾳ Ἰονίου Τραπέζης, ἣν ὡς εἶναι φυσικῶς ἑπόμενον μόνον οἱ ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων βουλευταὶ δύνανται νὰ γνωρίζωσιν ἀκριβῶς, πιστεύσας λίαν ἐπιπολαίως, ὅτι ἡ φωνὴ τῆς ἀληθείας δὲν ἤθελεν ὑψωθῇ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, ὅπως τὸν ἐξελέγξῃ λίαν αὐστηρῶς. Εἶναι, κύριοι, ἀληθὲς ὅτι ὁ περὶ ἐθνικῆς ἐν Ἑπτανήσῳ Τραπέζης νόμος εὔχεται περὶ ἐξαλείψεως τῆς τοκογλυφίας καὶ προαγωγῆς τοῦ ἐμπορίου, τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας· ἀλλ’ ἡ εὐχὴ αὐτοῦ ἔμεινεν ἀπραγματοποίητος οὐχὶ ἐκ τῆς κακῆς πίστεως τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ τραπεζικῶν καταστημάτων, ἀλλ’ ἐκ τῆς ὀπισθοδρομικῆς τάσεως τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἧς οἱ μὲν σημερινοὶ φίλοι τοῦ κ. Παραμυθιώτου ἦσαν μέλη, αὐτὸς δὲ ὑπηρέτησεν αὐτὴν ἐκθύμως. Ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα, ὡς καὶ πᾶσα ἄλλη ἐν ταῖς νήσοις ἐκείναις Τράπεζα, ἠδύνατο μέρος τῶν κεφαλαίων αὐτῆς νὰ ἀφιερώσῃ εἰς τὴν κτηματικὴν τῶν νήσων πίστιν, καὶ οὕτω νὰ προαχθῇ ἡ γεωργία· ἀλλὰ τὰ κτήματα ἐν Ἑπτανήσῳ, ἐννοῶ τὴν ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν, ἦσαν ἀντικείμενα μὴ ἐμπορεύσιμα, ἀναπαλλοτρίωτα, νεκρὰ, διότι ἐπεβαρύνοντο μὲ γενικὰς καὶ ἀγράφους ὑποθήκας, μὲ ἀποκλειστικὰ προνόμια ἀφανῆ, μὲ βάρη ἐπικαρπίας τρίτων ἄνευ τίτλων, ἄνευ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξαγορᾶς αὐτῶν ὑπὸ τοῦ κατόχου τοῦ κτήματος, καὶ ἐν γένει τοσαῦτα ἦταν τὰ κακὰ τῆς ἰδιοκτησίας, ὥστε ὁ κτηματίας ἐν Κερκύρᾳ ἰδίως ἦτον ἐκτὸς πάσης ἐννοίας κοινωνικῆς πίστεως. Ἦτο λοιπὸν φύσει ἀδύνατον εἰς τὴν Τράπεζαν ταύτην νὰ ἀποβῇ ὠφέλιμος τῇ γεωργίᾳ καὶ τῇ ἰδιοκτησίᾳ τῶν νήσων ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς ἀστυκῆς νομοθεσίας, ἥτις δὲν ἦτον ἔργον ἰδικόν της, ἀλλὰ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες σήμερον πολεμοῦσιν αὐτὴν διὰ τῶν ὅπλων τῆς συκοφαντίας. Μ’ ὅλην ὅμως τὴν ἀπαγορευτικὴν κατάστασιν τῆς ἰδιοκτησίας ἐν Ἑπτανήσῳ, ἔτεινε πολλάκις χεῖρα ἀρωγὸν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ ἔσωζεν αὐτοὺς παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς. Εἰς τὰς νήσους Κεφαλληνίαν καὶ Ζάκυνθον πολλὰ ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐδάνεισεν ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας, ὡς προκύπτει ἐκ τῆς μαρτυρίας τῶν ἀντιπροσώπων τῶν νήσων τούτων καὶ ἐκ τῆς περιλήψεως τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ τοῦ παθητικοῦ αὐτῆς, ἥτις δημοσιεύεται κατὰ τὸν νόμον διὰ τῶν ἐφημερίδων. Ἐνῷ δὲ οἱ τόκοι τῶν δανείων ἐπὶ τῆς κτηματικῆς πίστεως ἦσαν μεταξὺ ἰδιωτῶν πρὸς 20 καὶ 30 καὶ 50 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ἡ Τράπεζα ἐδάνειζε πρὸς 6, 7, 8 καὶ 9 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἀναλόγως τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα εἶχε διαθέσιμα ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως τοῦ ἐμπορίου, χάριν τοῦ ὁποίου κυρίως ἐσυστήθη, καὶ ἀναλόγως τῆς πίστεως, ἣν παρεῖχεν ὁ δανειζόμενος. Ταῦτα, κύριοι, εἶναι γεγονότα ἀδιαφιλονείκητα, τὰ ὁποῖα οἱ ἐχθροὶ αὐτῆς δὲν ἠδυνήθησαν ν’ ἀρνηθῶσι παῤῥησίᾳ· καὶ λυποῦμαι, κύριοι, ὅτι ὁ κ. Παραμυθιώτης δὲν εἶναι παρὼν διὰ νὰ τὸν ἐρωτήσω ἐὰν ἔχῃ νὰ φέρῃ ἐναντίας ἀποδείξεις. Εἰς τὸ ἐμπόριον, κύριοι, καὶ εἰς τὴν βιομηχανίαν εἶχε πάντοτε τὸ ταμεῖόν της ἀνοικτὸν καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς πενεστέρους μεταπράτας. Οἱ μικρέμποροι ἐκ τῆς Τραπέζης ταύτης διατηροῦσι τὴν ἐμπορικὴν πίστιν των, καὶ ὁ τόκος, ὃν λαμβάνει, οὐδέποτε ἀναβαίνει τὰ 8 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Ἐὰν δὲ ἐν Ἀγγλίᾳ, ἥτις εἶναι ἡ γενικὴ ἀποθήκη τῶν κεφαλαίων τῶν ἐμπορικῶν ἀμφοτέρων τῶν ἡμισφαιρίων, ὁ τόκος ἀναβαίνῃ εἰς ἑπτὰ τοῖς ἑκατὸν, τί τὸ παράξενον, ἐὰν ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις ἡ Ἰόνιος Τράπεζα λαμβάνῃ τόκον προεξοφλήσεως ὀκτὼ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν; Τότε μόνον ἠδύναντο οἱ ἀντιλέγοντες νὰ ἐπικρίνωσι τὴν Ἰόνιον Τράπεζαν διὰ τὸν τόκον τοῦτον, ἐὰν ἠδύναντο νὰ μᾶς ἀποδείξωσιν ὅτι εἰς τὰς γειτνιαζούσας ἀγορὰς οἱ τόκοι τῶν προεξοφλήσεων εἶναι κατώτεροι τῶν ἓξ καὶ ὀκτὼ τοῖς ἑκατὸν, καὶ μόνη ἡ Ἰόνιος Τράπεζα προεξοφλεῖ μὲ τόκον ἀνώτερον τούτου, συντελοῦσα εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τῶν κεφαλαίων τοῦ ἐμπορίου τῶν Ἰονίων νήσων· ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύνανται νὰ ἀποδείξωσι. Δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἀπαντήσω, κύριοι, καὶ εἰς τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Παραμυθιώτου, ὅτι τὸ ἀνώτατον δικαστήριον τῆς Ἑπτανήσου ἀπεκάλεσε τὴν Ἰόνιον Τράπεζαν τοκογλυφικήν· ὑπαινίχθη περίπτωσίν τινα, τὴν ὁποίαν χάριν τῆς ὑπολήψεως τῆς οἰκογενείας, εἰς ἣν ἀναφέρεται, ὤφειλε νὰ σιωπήσῃ. Ἀλλ’ ἡ περίπτωσις αὕτη ἀποδεικνύει τὴν κακὴν πίστιν τῶν Ἰονίων νόμων καὶ τὴν ἀμάθειαν τῶν συνταξάντων αὐτοὺς, διότι, δυνάμει τῶν διατάξεων αὐτῶν τῶν νόμων, οὐδεὶς τίμιος κεφαλαιοῦχος δύναται νὰ δανείσῃ τὰ χρήματά του εἰς τὸν δυσπραγοῦντα κτηματίαν, καὶ ἀποκλειομένου τοιουτοτρόπως τοῦ συναγωνισμοῦ τῶν κεφαλαίων, ἀναγκάζονται ὁ κτηματίας καὶ ὁ γεωργὸς νὰ καταφεύγωσιν εἰς τὰ ταμεῖα ἀπλήστων τοκογλύφων, οἱ ὁποῖοι, ὅπως λάβωσι τόκον διπλάσιον τοῦ νομίμου, ἐγγράφουσιν εἰς τὰ ὁμόλογα ποσὸν τετραπλάσιον τῶν δανειζομένων κεφαλαίων καὶ μὲ συντομωτάτας προθεσμίας, ἀφανίζοντες τὰς δυστυχεῖς οἰκογενείας, αἱ ὁποῖαι καθίστανται δοῦλαι τῶν τοκογλύφων τούτων. Ἀκούσατε λοιπὸν, κύριοι, τί συνέβη ἐν Κερκύρᾳ πρὸ εἰκοσαετίας. Συγγενὴς τοῦ κ. Παραμυθιώτου οἰκογένεια ἐδανείσθη παρὰ τῆς Τραπέζης ἓν κεφάλαιον σπουδαῖον ἐπὶ εἰδικῇ ὑποθήκῃ ἀκινήτων κτημάτων, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσεν ἀνεπαισθήτως διὰ μακρῶν καὶ πολυχρονίων δόσεων. Μετὰ τὴν ἀπόσβεσιν τοῦ χρέους ὁ εὐεργετηθεὶς παρὰ τῆς Τραπέζης ἐνήγαγεν αὐτὴν εἰς τὸ δικαστήριον καὶ ἀπῄτησε νὰ πληρώσῃ αὐτῷ δι’ ὅσον πλείονα τόκον ἐπλήρωσε τοῦ ἐπιτρεπομένου ἐπὶ εἰδικῇ ὑποθήκῃ. Πρέπει, κύριοι, νὰ γνωρίζητε, ὅτι ὁ Ἰόνιος Κῶδιξ δὲν ἐπιτρέπει τόκον εἰς δάνεια ἐξασφαλιζόμενα μὲ εἰδικὴν ὑποθήκην ἀκινήτων ἀνώτερον τῶν ἓξ τοῖς ἑκατόν. Ἐζήτει λοιπὸν νὰ λάβῃ δύω τοῖς ἑκατὸν, τὰ ὁποῖα ἔδωκε πλειότερον μετὰ τῶν σχετικῶν τόκων. Διὰ τῆς στρεψοδικίας ταύτης ἀφῄρεσε παρὰ τῆς Τραπέζης ὅσα σχεδὸν χρήματα ἐπλήρωσε διὰ τὸ δάνειόν του, καὶ διὰ τῆς εὐφυοῦς ταύτης ἀγωγῆς κατώρθωσε διὰ τῶν δικαστηρίων ὅ,τι ἄλλοι ἤθελον ἐπιτύχει διὰ ῥήξεως τῶν ταμείων τῆς Τραπέζης. Κατὰ τοὺς διαπρέποντας ἐπὶ οἰκονομικῇ ἐπιστήμῃ νόμους ἡμῶν, ἡ λῆψις τόκου ἀνωτέρου τοῦ νομίμου λέγεται τοκογλυφία. Ὡς τοιαύτη λοιπὸν ἐκηρύχθη δικαστικῶς ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς Τραπέζης, δι’ ἧς ἐδάνεισε σπουδαῖον κεφάλαιον, πληρωτέον ἀνεπαισθήτως ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν πρὸς τόκον ὀκτὼ τοῖς ἑκατόν. Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ περίπτωσις, δι’ ἣν ὁ κ. Παραμυθιώτης εἶπεν ὅτι ἡ Τράπεζα αὕτη ἐκηρύχθη τοκογλυφικὴ ὑπὸ τῶν δικαστηρίων. Ἀλλ’ ἦτον ἡ πρᾶξις αὕτη πράγματι τοκογλυφική; Εἶναι μωρὸς ὁ νόμος, καὶ ἦτο κακῆς πίστεως ὁ ὀφειλέτης, καὶ οὐχὶ τοκογλυφικὴ τῆς Τραπέζης ἡ πρᾶξις, διότι ἡ ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος δανείζει μὲ τὸν αὐτὸν τόκον, καὶ οὐδεὶς ποτὲ ὠνόμασεν αὐτὴν τοκογλυφικήν. Ἤδη μᾶς προτείνεται νὰ συστήσωμεν Τράπεζαν Κτηματικῆς πίστεως, δανείζουσαν μὲ 9 καὶ 10 τοῖς ἑκατὸν· τὰ τοιαῦτα λοιπὸν δάνεια πῶς δύνανται νὰ ὀνομασθῶσι κατὰ τὸν κ. Παραμυθιώτην, ὅστις θεωρεῖ ὡς τοκογλυφικὸν τὸ ἐπὶ 8 τοῖς ἑκατὸν δάνειον; Ἡ προκειμένη λοιπὸν περίπτωσις δὲν ἀποδεικνύει τοκογλυφικὴν τὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ κακῆς πίστεως τὸν ὀφειλέτην αὐτῆς. Ἡ Τράπεζα εἶναι προεξοφλητικὴ καὶ οὐχὶ κτηματική· καὶ ἐὰν ἐδάνεισεν ἐπὶ κτημάτων, ἔπραξε τοῦτο λόγῳ φιλανθρωπίας, διότι ἀντέκειτο εἰς τὸ Καταστατικὸν αὐτῆς. Ἐπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ δανείσῃ μὲ τόκον μικρότερον τῶν προεξοφλήσεων τῆς ἀγορᾶς, διότι ἤθελε προσβάλει τὰ νόμιμα συμφέροντα τῶν μετόχων αὐτῆς. Τί νὰ εἴπῃ τις εἰς τὸν διϊσχυρισμὸν τοῦ κυρίου τούτου, ὅτι παρεβίασε τὸν σκοπὸν τῆς ἀποφάσεως τῆς Γερουσίας, δι’ ἧς ἐσυστήθη ἡ Τράπεζα αὕτη! Ἡ Τράπεζα συνεστήθη δυνάμει καταστατικοῦ συμβολαίου περιγράφοντος τὰς ἐργασίας αὐτῆς, καὶ τὸ συμβόλαιον τοῦτο ἐνέκρινεν ἡ γερουσιαστικὴ αὕτη ἀπόφασις· ἀλλ’ οὐδαμοῦ τοῦ καταστατικοῦ φαίνεται, ὅτι ἡ Τράπεζα ἀνεδέχετο νὰ δανείζῃ εἰς τὴν βιομηχανίαν, εἰς τὴν γεωργίαν καὶ εἰς τὴν ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν. Ἡ Τράπεζα συνεστήθη ὡς προεξοφλητικὴ ἁπλῶς, καὶ αἱ τοιαύτης φύσεως Τράπεζαι ἔχουσι προορισμὸν καθαρῶς ἐμπορικόν. Σήμερον μόνον ζητεῖ νὰ μεταβάλῃ μέρος τῶν νέων κεφαλαίων της εἰς κεφάλαια κτηματικῆς καὶ γεωργικῆς πίστεως ἐπὶ ὠφελείᾳ τῶν ἀγροτικῶν λαῶν τῶν Ἰονίων νήσων, καὶ κατὰ τοῦ εὐεργετικοῦ τούτου σκοποῦ ἀντιπράττουν ὁ κύριος Παραμυθιώτης καὶ οἱ ὀπαδοὶ αὐτοῦ. Ποῦ ἄρα ἡ παράβασις τῶν ὅρων τῆς ἐγκρίσεως τῆς Τραπέζης ταύτης; οὐδαμοῦ. Ὅσα λοιπὸν εἶπε περὶ τούτου ὁ κύριος Παραμυθιώτης πόῤῥω ἀπέχουσι τῆς ἀληθείας καὶ ἐῤῥίφθησαν ὡς μέσον ἐπισκοτίσεως τῆς ἀληθείας, ἥτις ὅμως, μ’ ὅλας τὰς συκοφαντίας, ἀναφαίνεται ἐκ τῶν πραγμάτων καθαρωτέρα. Μεταξὺ τῶν καταχρήσεων τῆς Τραπέζης ταύτης δὲν ὤκνησε νὰ ἀναγράψῃ ὁ κύριος Παραμυθιώτης καὶ τὴν προσωπικὴν κράτησιν, εἰς ἣν ὑποβάλλονται τῆς Τραπέζης οἱ ὀφειλέται. Καὶ αὕτη εἶναι καθαρὰ παραμόρφωσις τῆς ἀληθείας. Οἱ ὀφειλέται ὑποβάλλονται εἰς προσωπικὴν κράτησιν, διότι συνάπτουσι μετὰ τῆς Τραπέζης ἐμπορικὰ συναλλάγματα, ἡ μὴ ἐκπλήρωσις τῶν ὁποίων συνεπιφέρει τὴν προσωπικὴν κράτησιν κατὰ τὸν ἐμπορικὸν νόμον, οὐχὶ κατὰ τὰς ἰδιοτροπίας τῆς Τραπέζης. Ἐν τούτοις ἐγὼ γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι σπουδαῖαι χρεωκοπίαι ἐγένοντο πρὸς βλάβην τῆς Τραπέζης ταύτης, καὶ ἐνῷ μηδαμινοὶ πιστωταὶ ἐπέσπευδον τὴν προσωπικὴν κράτησιν τοῦ χρεωκοπήσαντος, ἡ Τράπεζα, ἡ ἔχουσα λαμβάνειν τριπλάσια ὅλων τῶν ἄλλων πιστωτῶν, ἐπροστάτευσε καὶ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ ὀφειλέτου, ἀναδεχθεῖσα τὴν πληρωμὴν ὅλων τῶν χρεῶν καὶ διευκολύνασα τὸν ὀφειλέτην νὰ πληρώσῃ τὰ χρέη του ἄνευ ἀπωλείας τῆς ἰδιοκτησίας του, δωρήσασα εἰς αὐτὸν πλέον τοῦ ἡμίσεος τῆς ὀφειλῆς. Πότε αἱ λοιπαὶ ἐν Ἑλλάδι Τράπεζαι ἐδείχθησαν ἀνώτεραι κατὰ τοῦτο;
§7ΤΙΝΕΣ. Οὐδέποτε, κύριε βουλευτά. Αὐταὶ ἐκδύουν τὸν ὀφειλέτην.
§8ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Δὲν εἶμαι ὁ ἁρμόδιος νὰ κρίνω περὶ τῆς διαγωγῆς τῶν ἄλλων Τραπεζῶν· ἐγὼ ἐκθέτω τὰς φιλανθρωπικὰς πράξεις τῆς Ἰονίου, σεῖς παραβάλλετε αὐτὰς πρὸς τὰς πράξεις τῶν ἄλλων. Ἐν τούτοις σᾶς διεβεβαίωσεν ὁ κύριος Παραμυθιώτης, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1860 ἅπας ὁ λαὸς τῆς Ἑπτανήσου ἠγέρθη ὡς εἷς ἄνθρωπος κατὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἰονικῆς, διότι αἱ πράξεις αὐτῆς ἦσαν ἀντιδημοτικαὶ, ἦσαν τοκογλυφικαί. Κύριοι, εἶναι ἀληθὲς, ἀληθέστατον, ὅτι ἐν ἔτει 1860 ἐξεδόθη ὁ περὶ Τραπεζῶν Ἰόνιος νόμος, ὅστις ἀπαγορεύει τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ ὅτι ὁ νόμος οὗτος προεκλήθη ὑπὸ τῶν γενικῶν εὐχῶν τῶν κατοίκων τῶν Ἰονίων νήσων, ὄχι διότι ἤθελον νὰ τιμωρήσουν τὴν Ἰόνιον Τράπεζαν διὰ τὰς τοκογλυφικὰς αὐτῆς πράξεις ἢ διὰ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ σκοποῦ τῆς ἱδρύσεώς της, ὡς ὁ ἐκ τῆς πόλεως Κερκύρας βουλευτὴς διϊσχυρίζεται, ἀλλὰ διότι ἄλλοι λόγοι, πάντῃ ἄσχετοι πρὸς τὴν διαγωγὴν τῆς Τραπέζης, ἐξῆψαν τὴν φαντασίαν τοῦ λαοῦ. Κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν τοῦ βίου τῆς Ἰονίου Πολιτείας συνεστήθησαν εἰς τὰς τρεῖς μεγάλας νήσους πολυάριθμα τραπεζικὰ καταστήματα, προεξοφλοῦντα ἐμπορικὰ γραμμάτια. Τὰ κεφάλαια αὐτῶν ἦσαν ἐγχώρια, ληφθέντα διὰ μετοχῶν ἐκ τῶν διαφόρων τάξεων τῆς κοινωνίας. Τὰ τραπεζικὰ ταῦτα καταστήματα ἤρξαντο φοβερὸν ἀνταγωνισμὸν κατὰ τῆς Ἰονίου Τραπέζης, καὶ κατώρθωσαν νὰ πείσωσι τοὺς πάντας, ὅτι ἐὰν καταστραφῇ ἡ Ἰόνιος Τράπεζα, ἢ παύσῃ τὸ προνόμιον τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζογραμματίων της, ἤθελε ῥεύσει ὁ χρυσὸς εἰς τὰ θυλάκια τῶν ἐργατικῶν τάξεων καὶ ἡ πίστις τῆς ἰδιοκτησίας ἤθελεν ἀναπτυχθῇ. Σημειωτέον δὲ ὅτι κατὰ τὴν περίοδον ταύτην πᾶν ὅ,τι ἀγγλικὸν, ὁ λαὸς ἐθεώρει αὐτὸ ὡς αἰτίαν μίσους, διότι ἐπίστευεν ὅτι ἦτο μία τῶν ἀφορμῶν τῆς ὑπάρξεως τῆς προστασίας καὶ τῆς μὴ ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Εἰς τοὺς δύω τούτους λόγους προσετίθετο καὶ ἡ ἀπόκρυφος ἀντιπάθεια τῶν κυβερνώντων ὀλιγαρχικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπεθύμουν νὰ μεταχειρίζωνται τὴν Τράπεζαν ὡς μέσον πολιτικῆς ἐπιῤῥοῆς, ἀλλ’ αὕτη οὐδέποτε ἠθέλησε νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὰ πολιτικά. Ἐνώπιόν της μόνον πρᾶγμα ἔχον ἀξίαν ἦτον ἡ πίστις τοῦ ὀφειλέτου, εἴτε ῥιζοσπάστης, εἴτε καταχθόνιος, εἴτε μεταῤῥυθμιστὴς, εἴτε ἄλλο τι ἦτον οὗτος. Προσθέσατε καὶ τὰς δυσαρεσκείας τῶν αἰτησάντων καὶ μὴ λαβόντων χρήματα ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας ὡς ἐκ τῆς ἐλεεινῆς οἰκονομικῆς καταστάσεώς των, καὶ βλέπετε ἀμέσως ἕνα τῶν ἀποκρύφων λόγων, οἵτινες ἠρέθιζον τὴν χολὴν τῶν ὀλιγαρχικῶν κατὰ τῆς Τραπέζης. Ἰδοὺ λοιπὸν οἱ λόγοι, οἵτινες προεκάλεσαν τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου περὶ Τραπεζῶν, καὶ τὴν γενικὴν σταυροφορίαν κατὰ τῆς Ἰονίου Τραπέζης ἐν ἔτει 1860. Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου τούτου, τὰ μὲν προεξοφλητικὰ καταστήματα, ἅτινα ἦσαν ἐπὶ κεφαλῆς τῆς σταυροφορίας ἐξέλιπον τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου· μετὰ πολλὰς ἀποπείρας τῶν κεφαλαιούχων καὶ γενικὰς συνεδριάσεις ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ Κερκύρας, ἀπέτυχε καὶ ἡ μελετηθεῖσα σύστασις ἑτέρας Τραπέζης ἐγχωρίου, καὶ μόνη ἡ Ἰόνιος Τράπεζα ἔμεινε πράγματι μὲ τὸ προνόμιον τῶν τραπεζογραμματίων μέχρι σήμερον. Αἱ κομποῤῥημοσύναι δὲ καὶ αἱ συκοφαντίαι αἱ κατὰ τοῦ καθιδρύματος ἐκτοξευόμεναι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου οὐδόλως ἰσχύουσι νὰ ἐπισκοτίσωσι τὴν ἱστορίαν, ἥτις ἀποῤῥέει ἐξ αὐτῆς τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα πάντες οἱ σύγχρονοι καὶ ἐπίσημα γεγονότα μαρτυροῦσιν. Ἀρκεῖ νὰ ἀναγνώσητε τὰς ἐφημερίδας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ τὰ πρακτικὰ τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ βεβαιωθῆτε ὅτι ὅσα σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Παραμυθιώτης πόῤῥω ἀπέχουσι τῆς ἀληθείας. Φαίνεται ὅμως ὅτι ἅπασαν τὴν κατὰ τῆς Τραπέζης ἱστορίαν ᾠκοδόμησεν ὅπως ἐξαγάγῃ ἓν συμπέρασμα, ὅτι ἡ κακὴ πίστις διέπει πάντοτε τὴν Ἰόνιον Τράπεζαν, καὶ ὅτι αὕτη θὰ ᾖναι ὁ κανὼν τῆς διαγωγῆς αὐτῆς καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, ὅτι δηλαδὴ ἅπασαι αἱ προτάσεις αὐτῆς, αἱ τόσον ὠφέλιμαι παριστάμεναι εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ ἁπλοῦ καὶ καλῆς πίστεως πολίτου, θέλουσιν ἀποτύχει. Ἔσπευσε μάλιστα νὰ μᾶς ὑποδείξῃ καὶ τὸ μέρος τῶν προτάσεων, τὸ ὁποῖον ἡ Ἰόνιος Τράπεζα θέλει μεταχειρισθῆ ὡς μέσον κακῆς πίστεως, ὅπως μηδεμία ὠφέλεια παραχθῇ εἰς τοὺς κατοίκους τῶν Ἰονίων νήσων, καὶ ὡς τοιαύτην μᾶς ὑπέδειξεν τὴν τρίτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου τετάρτου τῶν προτάσεων, ἔχουσαν οὕτω· «Τὰ ἐνυπόθηκα δάνεια δύνανται νὰ ὦσιν εἰς ἀνοικτὸν λογαριασμόν.» Ἰδού, μᾶς εἶπε· τί ἀνάγκην ἔχομεν μαρτυριῶν ἐκ τῆς παρελθούσης διαγωγῆς τῆς Ἰονίου Τραπέζης, ἐν ᾧ αὐτὴ ἡ ἰδία μᾶς λέγει τί σημαίνουσι τὰ πέντε ἑκατομμύρια τῶν ἐνυποθήκων δανείων ὡς πρὸς τὸν λαόν; Μᾶς ζητεῖ νὰ δύναται νὰ διαθέτῃ τὰ κεφάλαια τῶν ἐνυποθήκων δανείων καὶ εἰς ἀνοικτὸν λογαριασμόν· ἀλλὰ διὰ τοῦ μέσου τούτου θέλουσι δοθῆ τὰ κεφάλαια ταῦτα εἰς τοὺς Ἑβραίους καὶ ἄλλους τοκογλύφους εἰς ἀνοικτὸν λογαριασμόν, καὶ ὁ λαὸς ἀντὶ τοῦ μετρίου τόκου καὶ τῆς χρεωλυτικῆς ἀποσβέσεως ἐπὶ 23 ἔτη θέλει δανείζεται ἐκ τῶν τοκογλύφων τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα φαίνεται ὅτι ἡ Τράπεζα ὑπόσχεται νὰ δανείζῃ εἰς αὐτόν. Ἐκ τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου καὶ τῆς κακοπίστου ἑρμηνείας, ἣν ὁ κύριος Παραμυθιώτης ἔδωκεν εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς παραγράφου ταύτης, ἀποδεικνύεται ἡ πρόθεσις αὐτοῦ τοῦ νὰ συκοφαντήσῃ τὴν Ἰόνιον Τράπεζαν ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς Πιστωτικῆς, κύριος οἶδε διὰ ποῖον λόγον. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν τὴν ἔννοιαν τῆς παραγράφου ταύτης ὄχι πρὸς φωτισμὸν τῶν κυρίων βουλευτῶν, ἀλλὰ τοῦ ἁπλοῦ λαοῦ, ἵνα μὴ φενακισθῇ καὶ ἐξαπατηθῇ ἀπὸ τῶν κενῶν φράσεων τοῦ ἐκ τῆς πόλεως Κερκύρας βουλευτοῦ. Τὰ τρία πρῶτα ἄρθρα τῶν προτάσεων περιέχουσι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ἡ Ἰόνιος Τράπεζα, τὸ τέταρτον ἄρθρον περιέχει τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς πρὸς τὸν λαόν, καὶ τὸ πέμπτον ἄρθρον περιέχει τὰς πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀναδεχομένας ὑποχρεώσεις. Τὸ ἄρθρον τέταρτον ἔχει οὕτως· «Ἡ Ἰόνιος Τράπεζα ὑποχρεοῦται· ά) νὰ αὐξήσῃ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον αὑτῆς μέχρι δέκα ἑκατομμυρίων δραχμῶν, δύναται δὲ κατόπιν νὰ αὐξήσῃ αὐτὸ, ἐὰν θέλῃ, καὶ μέχρις 20 ἑκατομμυρίων, βʹ) νὰ χορηγήσῃ ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις τὸ ποσὸν πέντε ἑκατομμυρίων εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια, ἐξ ὧν τὰ τρία καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια εἰς ἁπλᾶ ἐνυπόθηκα ἢ χρεωλυτικὰ ἐπὶ ἐτησίῳ τόκῳ 6%, τὸ δὲ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον ἀποκλειστικῶς εἰς ἀγροτικὰ χρεωλυτικὰ δάνεια ἐνυπόθηκα ἐπὶ ἐτησίῳ τόκῳ 5%.» «Τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν ἐνυποθήκων δανείων, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἀγροτικῶν, αὐξάνει ἀναλόγως τῆς αὐξήσεως τῶν μετοχικῶν κεφαλαίων, ἅμα τοῦτο ὑπερβῇ τὰ 10 ἑκατομμύρια.» Οἱ ὀφειλέται θέλουσιν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ χρέους αὑτῶν διὰ χρεωλυσίου ἐπὶ 23 ἔτη.» «Ἡ χορήγησις τοῦ ἀνωτέρω ποσοῦ θέλει γείνει ὑπὸ τῆς Τραπέζης ἐντὸς διετίας, ἀλλ’ ἡ Τράπεζα δύναται νὰ μετατρέψῃ καὶ ἐκ τῶν ἐπαρχόντων παρ’ αὐτῇ δανείων εἰς χρεωλυτικὰ δάνεια. γʹ) Τὰ ἐνυπόθηκα δάνεια δύνανται νὰ ὦσι καὶ εἰς ἀνοικτὸν λογαριασμόν.» Ἡ τρίτη λοιπὸν παράγραφος ἀφορᾷ μίαν ὑποχρέωσιν τῆς Τραπέζης καὶ ἓν δικαίωμα τοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἀναλύσωμεν, διὰ νὰ ἀποδείξωμεν τὴν εὐεργητικὴν ἔννοιαν αὐτῶν. Ἕκαστος κεφαλαιοῦχος ἐνασχολεῖ τὰ χρήματά του ἐπί τινα σειρὰν ἐτῶν εἰς δάνεια, ἀπολαμβάνων τὴν πρόσοδον αὐτῶν· ἅμα ὅμως παύσῃ νὰ ἐνασχολῇ αὐτά, ζημιοῦται, διότι παύει ἡ πρόσοδος τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ δανειστοῦ ἐπιστρέφοντα μένουσιν ἄγονα. Αἱ Τράπεζαι ἑπομένως, αἱ δανείζουσαι ἐπὶ μικρὸν χρόνον καὶ ἀπολαμβάνουσαι διαρκῆ τινα πρόσοδον, θέτουσιν ὡς ὅρον, ὅτι ἐὰν ὀφειλέτης θελήσῃ νὰ ἐπιστρέψῃ τὰ χρήματα πρὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας, ὀφείλει νὰ ἀποζημιώσῃ τὸν πιστωτήν του διὰ τὴν ἀπώλειαν τοῦ τόκου τῶν ἐπιστρεφομένων πρὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας χρημάτων. Ἡ Ἰόνιος Τράπεζα, ἀπεναντίας, δὲν θέλει νὰ ὑποβάλῃ τοὺς ὀφειλέτας αὑτῆς εἰς τὸν ὅρον τοῦτον, ἀλλ’ ὑπόσχεται νὰ λαμβάνῃ καὶ πλέον τοῦ χρεωλύτρου ἑκάστοτε κεφάλαιον ἢ καὶ ἅπαξ τὰ δάνεια αὐτῆς ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποζημιώσεως διὰ τὴν ἀπώλειαν τοῦ τόκου τῶν δανεισθέντων μὲν ἀλλ’ ἐπιστρεφομένων κεφαλαίων πρὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας, καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ τοκίζωνται ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς Τραπέζης. Τοῦτο δὲ λέγεται δάνειον ἐπ’ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ, καὶ εἶναι ὁ ὠφελιμώτερος τρόπος τοῦ δανείζεσθαι, διότι ἐν ᾧ συνομολογεῖται ἡ ἀπόσβεσις ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν καὶ οὕτω χορηγεῖται ἡ εὐκολία τῆς ἀποσβέσεως ἀναλόγως τῆς ἀναπτύξεως τῶν πόρων τῆς οἰκογενείας, οὓς παράγει ἡ χρῆσις τοῦ δανείου, συγχρόνως ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ὀφειλέτην νὰ ἀποσβένῃ τὴν ὑποχρέωσίν του ταύτην ἅπαξ, ἢ ἐν συντομωτέρῳ χρόνῳ, ἄνευ αὐξήσεως τῶν ὑποχρεώσεών του εἰς τὴν Τράπεζαν. Ἀλλά, κατὰ τὸν κύριον Παραμυθιώτην, ὁ εὐεργετικὸς οὗτος διὰ τοὺς ὀφειλέτας ὅρος ὑποκρύπτει μεγίστην δολιότητα τῆς Ἰονίου Τραπέζης· ἀνακαλύπτει ἐν αὐτῇ τὴν αὔξησιν τῆς τοκογλυφίας, καὶ τὸ μέσον τοῦ ἀφανισμοῦ τῶν ἀπόρων τάξεων. Διὰ νὰ φθάσῃ ὁ κύριος οὗτος εἰς τοιοῦτον συμπέρασμα, ἢ δὲν ἐννοεῖ τί ἐστὶ ἀνοικτὸς μεταξὺ ὀφειλέτου καὶ πιστωτοῦ λογαριασμός, ἢ ὑπέθεσεν ὅτι ὁμιλεῖ πρὸς ἀνθρώπους ἀγνοοῦντας τὸ εἶδος τοῦτο τῆς συναλλαγῆς, καὶ ἑπομένως δυναμένους νὰ ἐξαπατηθῶσιν εἰς τὰς σκέψεις αὐτῶν. Ἀλλ’ οὔτε ἐν κακῇ τῇ πίστει πρέπει τις νὰ ὁμιλῇ ἐν ταῖς Βουλαῖς, οὔτε νὰ διδάσκῃ τοὺς ἄλλους περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἀγνοεῖ. Καὶ ταῦτα μὲν εἶπεν ἀναφερόμενος εἰς τὴν Ἰόνιον Τράπεζαν, ἀλλ’ ἐνόμισεν, ὅτι ἡ πλήρης κατάπτωσις τῶν προτάσεων αὐτῆς ἤθελεν ἐπιτευχθῆ ἐὰν κατωρθοῦτο νὰ δυσφημισθῶσι πλαγίως καὶ οἱ ὑποστηρικταὶ αὐτῶν. Τούτου ἕνεκα προσέθηκεν, ὅτι τὰ ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῆς πίστεως δεινὰ τοῦ λαοῦ ἐκείνου ὀφείλονται εἰς τὴν δοξομανίαν τινῶν ἐκ τῶν ἰονίων πολιτευομένων, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν διὰ τῆς διαγωγῆς αὑτῶν εἰς τοῦτο. Ἡ σκέψις αὕτη εἶναι ἀληθής· ἀλλ’ ἐφαρμόζεται οὐχὶ εἰς τοὺς ἐν τῇ πτέρυγι τῆς ἀντιπολιτεύσεως καθημένους· ἐφαρμόζεται εἰς τοὺς παρ’ αὐτὸν καθημένους, οὓς πάντοτε πιστῶς ὑπηρέτησεν, ὁσάκις οὗτοι συνώμοσαν κατὰ τοῦ λαοῦ. Ἡ ἔλλειψις τῆς πίστεως, ἡ καταστρέψασα τὴν ἐργασίαν πηγάζει ἐκ τῶν δεσμῶν τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας, τὴν διάλυσιν τῶν ὁποίων ηὐχήθησαν πάντες οἱ ἀγαθοὶ πατριῶται· ἀλλ’ ὁ κύριος Παραμυθιώτης δὲν ὤκνησε νὰ ταχθῇ εἰς τὴν φάλαγγα τῶν πολεμίων τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, καὶ δὴ ἐν ἔτει 1868 ἐδέχθη καὶ αὑτὴν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημίου κατὰ τῶν χωρικῶν Κερκύρας, ὧν τὸν ἀπαγχονισμὸν ἐπεδίωξαν οἱ νῦν πολιτικοὶ φίλοι του. Δὲν παραξενεύομαι ὅμως δι’ ὅσα εἶπε περὶ τῶν προτάσεων τούτων, διότι ἀναλογιζόμενος ἴσα ἴσα τί ἔπραξε κατὰ παντὸς μέτρου ἀφορῶντος τὴν εὐημερίαν τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ὅπως ὑπηρετήσῃ τοιούτους μισανθρώπους, ἐφάνη συνεπὴς εἰς τὰ προηγούμενά του. Τὰ ὀλίγα ταῦτα, κύριοι, ὤφειλον νὰ εἴπω κατὰ καθῆκον, ὅπως διαψεύσω τὰς συκοφαντίας, τὰς ὁποίας εἷς συνάδελφος ἐξετόξευσε κατὰ τῆς Ἰονίου Τραπέζης, σκοπῶν νὰ παραπείσῃ τοὺς βουλευτὰς ὠφελούμενος ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι οἱ λόγοι του ἔχουσιν αὐθεντίαν ὡς ἀφορῶντες τοπικὴν ἱστορίαν γνωστὴν μόνον εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν νήσων ἐκείνων. Ἔπρεπε λοιπὸν εἷς τῶν βουλευτῶν τῆς ἰδίας νήσου νὰ διαψεύσῃ ταῦτα, καὶ τὸ χρέος τοῦτο ἐξεπλήρωσα ἐγὼ ὡς ἀντιπρόσωπος χωρικῆς ἐπαρχίας, διότι, ὅτε οἱ ἐχθροὶ πάσης προόδου, οὓς ὁ κύριος Παραμυθιώτης συνήθως ὑπηρετεῖ, διὰ τῆς συκοφαντίας καὶ διὰ διαφόρων ῥᾳδιουργικῶν μέσων κατώρθωσαν νὰ κλείσωσι τὰ ταμεῖα τῶν ἰδιωτῶν καὶ νὰ ἀναγκάσωσι τὸν λαὸν νὰ ἀποθάνῃ τῆς πείνης μετὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου καὶ Ἑλλάδος, ἡ Τράπεζα αὕτη ἔσπευσε διὰ δανείων χορηγηθέντων εἰς ὁμάδας χωρικῶν νὰ σώσῃ τὸν λαὸν ἐκ τῆς πείνης ἐν Κερκύρᾳ καὶ ἀλλαχοῦ νὰ ἐγείρῃ τὰς κατερειπωθείσας ὑπὸ τοῦ σεισμοῦ οἰκίας· διότι, ἐν ᾧ οὐδεὶς σκέπτεται περὶ τοῦ τρόπου τῆς σωτηρίας τῶν χωρικῶν Κερκύρας ἐκ τῆς ἐπαπειλούσης αὐτοὺς κρίσεως, ἥτις ἐπίκειται ὡς τὸ ξίφος τοῦ Δαμοκλέους ὡς ἐκ τῆς παντελοῦς ἐλλείψεως τῶν κεφαλαίων ἐκ τῶν ἐργατικῶν καὶ κτηματικῶν τάξεων, ἡ Ἰόνιος Τράπεζα προτείνει δάνειον τοῖς μετρητοῖς μὲ 5 καὶ 6%, ἡ δὲ μὴ ὑπάρχουσα εἰσέτι Κτηματικὴ προτείνει νὰ δανείζῃ πρὸς 9 καὶ 10 τοῖς ἑκατὸν ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐξομοιώσεως αὐτῶν κατὰ τὴν εἴσπραξιν μὲ τοὺς δημοσίους φόρους. Ἔρχομαι ἤδη ἐπὶ τοῦ κυρίου ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ. Πάντες ἀνέπτυξαν τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ὠφελείας τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ὠφελίμου ἢ ἐπιβλαβοῦς τοῦ ἑνιαίου ἢ πολλαπλοῦ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Μετὰ τὰς εὐρείας δὲ καὶ λεπτολόγους ἀναπτύξεις τῶν ζητημάτων τούτων πᾶσα ἄλλη προσθήκη ἤθελεν εἶσθαι ματαία ἐργασία· θέλω λοιπὸν περιορισθῆ μόνον εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τῶν προτάσεων τῶν δύω Τραπεζῶν ὡς πρὸς τὰς σχέσεις αὐτῶν μετὰ τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ ἰδίως ἐν Κερκύρᾳ, μετὰ τῆς ὁποίας κυρίως συνδέονται αἱ προτάσεις τῆς Ἰονίου Τραπέζης. Διὰ νὰ ἐννοήσωμεν δὲ καλῶς τὸ ζήτημα τοῦτο, ὀφείλομεν νὰ μελετήσωμεν καὶ νὰ ἀνεύρωμεν τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας τὸ τραπεζικὸν ζήτημα προτίθεται νὰ θεραπεύσῃ, καὶ ἔπειτα νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον εἶναι ὠφέλιμον εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν αἱ προτάσεις πρῶτον τῆς Πιστωτικῆς καὶ ἔπειτα τῆς Ἰονικῆς, ἵνα συμπεράνωμεν τίνας προτάσεις πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν καὶ τίνας ν’ ἀποῤῥίψωμεν, ἐὰν ἡ Βουλὴ σκέπτεται νὰ νομοθετήσῃ πρὸς ὠφέλειαν τοῦ λαοῦ, καὶ οὐχὶ μόνον τῶν Τραπεζικῶν καταστημάτων καὶ τῶν μετόχων αὐτῶν. Ἡ ὀλεθρία κατάστασις τοῦ λαοῦ προέρχεται ἐκ τῆς ἐλεεινῆς καταστάσεως τῆς ἰδιοκτησίας, διότι ἅμα αὕτη καταστῇ παραγωγικὴ, αὐξάνει ἡ ἐργασία καὶ προάγεται ἡ κοινὴ εὐημερία. Ἀλλὰ διὰ νὰ βελτιωθῇ ἡ ἰδιοκτησία ἡ ἀκίνητος ἀνάγκη νὰ συζευχθῇ μετὰ τῶν κινητῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα μένουσιν ἀκίνητα καὶ μὴ παραγωγικά. Ἐκ τῆς συζεύξεως δὲ ταύτης σχηματίζονται δύω πηγαὶ πλούτου, ἤτοι ἔχομεν τὰ κέρδη τῶν κτημάτων, καὶ τὰ κέρδη τῶν κεφαλαίων. Τὸ ζήτημα τῆς συζεύξεως τῶν κινητῶν κεφαλαίων μετὰ τῶν ἀκινήτων κτημάτων ἐμελετήθη ἐν Ἑπτανήσῳ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1854. Ἔκτοτε ἡ Ἰόνιος Κυβέρνησις ἐξέδοτο νόμον περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς, ἥτις ἔμελλε νὰ ἐξεύρῃ τὰς βάσεις τῆς συστάσεως Τραπέζης Κτηματικῆς πίστεως, ἣν ἐκάλεσεν ἀγροτικὴν Τράπεζαν. Μετὰ πολλὰς ἐρεύνας, κύριοι, κατήρτισαν ἓν νομοσχέδιον, ὅπερ συνοδεύεται μὲ ἔκθεσιν, ἐν ᾗ ἐκτίθενται οἱ λόγοι τῶν διαφόρων διατάξεων. Ἐάν τις ἐπισταμένως ἀναγνώσῃ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, μανθάνει ἐπὶ τίνων βάσεων πρέπει νὰ στηριχθῇ τὸ τραπεζικὸν κατάστημα, τὸ ὁποῖον καθιδρύεται ἐπὶ σκοπῷ ὠφελείας τοῦ λαοῦ. Τὰ ἐν Ἑπτανήσῳ κτήματα ἐπιβαρύνονται ὑπὸ μυθωδῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα ἐκκαθαριζόμενα μηδενίζονται, ἀλλὰ πρὸ τῆς ἐκκαθαρίσεώς των περιπλέκουσιν ἀπελπιστικῶς τὰς σχέσεις τῶν κατοίκων καὶ εἶναι ἀέναος πηγὴ δικῶν ἀτελευτήτων. Ἐκτὸς δὲ τῶν χρεῶν τούτων ὑπῆρχεν εἶδος ὑποχρεώσεως ἐφ’ ἑκάστου κτήματος, καθιστώσης ἓν δικαίωμα τρίτου μὴ διακατόχου. Τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶναι ἓν δικαίωμα ἐπικαρπίας διηνεκοῦς, ἥτις διαιρεῖται κατὰ τὸ εἶδος τῆς εἰσπράξεως καὶ κατὰ τὴν ἐπωνυμίαν τῆς ὑποχρεώσεως εἰς πολλὰς τάξεις. Ἡ ἐπικαρπία αὕτη, ἐὰν εἰσπράττεται κατὰ ποσοστὸν τῶν παραγομένων προϊόντων, λέγεται ἀγροληψία ἢ ἀγροληπτικὴ μερίς· ἐὰν εἰσπράττεται κατὰ ὡρισμένον ποσὸν προϊόντων ἢ χρημάτων, ὀνομάζεται κανὼν ἢ ἐμφύτευσις. Ἐὰν δὲ ὁ κανὼν τελῆται ἐπὶ ἀστυκοῦ κτήματος, λαμβάνει τὸ εἰδικὸν ὄνομα τῆς ἐδαφονομῆς. Ἡ ἐπικαρπία αὕτη, ἐὰν παράγεται ἐξ ἀρχαίων τιμαρίων, λέγεται τιμαριωτική, ἐὰν ἀνήκῃ εἰς ἐκκλησίας, ἐκκλησιαστικὴ, ἐὰν εἰς τοὺς δήμους, ἐγχώριος, ἐὰν εἰς ἰδιώτας, κοινὴ ἀγροληψία, ἐμφύτευσις ἢ ἐδαφονομή. Ἐπὶ τῶν τριῶν τετάρτων τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας Κερκύρας συνυπάρχουσιν ἅπαντα τὰ εἴδη ταῦτα τῆς ἐπικαρπίας. Δηλαδὴ ἐκ τοῦ αὐτοῦ κτήματος τὸ μὲν τιμάριον λαμβάνει δέκατον, οἱ δῆμοι ἐτησίαν ἢ διετῆ χρηματικὴν ἐπικαρπίαν, ἡ ἐκκλησία ἑτέραν ἐτησίαν ἢ διετῆ ἐπικαρπίαν καὶ ὁ ἰδιώτης διανέμει μετὰ τοῦ κατόχου τὸ ὑπόλοιπον τῶν προϊόντων. Ἅπαντες δὲ οὗτοι οἱ δικαιοῦχοι εἶναι ψιλοὶ κύριοι, καὶ ἑπομένως ἔχουσιν ὄχι μόνον πρῶτον κατὰ τὴν τάξιν δικαίωμα ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ καὶ πίστωσιν προνομιοῦχον ἐπὶ τῆς μερίδος τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ κατόχου διὰ τὰς καθυστερούσας ἐπικαρπίας, αἱ ὁποῖαι μένουσιν ἀείποτε ἀνεκκαθάριστοι. Τὰ δικαιώματα ταῦτα μέχρι τοῦ ἔτους 1867 ὁ κάτοχος τοῦ κτήματος δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξαγοράσῃ ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ ψιλοῦ κυρίου. Μετὰ ταῦτα ὅμως ἐξεδόθη ὁ ΣΜΔʹ νόμος τῆς πρώτης Νοεμβρίου τοῦ ἔτους 1869, δυνάμει τοῦ ὁποίου διαλύονται ἅπασαι αἱ σχέσεις αὗται διὰ τῆς πληρωμῆς τῆς ἀξίας αὐτῶν εἰς δέκα ἐτησίας δόσεις. Τὰ δὲ ἀπέραντα χρέη, τὰ ὁποῖα εἶχον γενικὴν καὶ ἄγραφον ὑποθήκην, ὡς καὶ τὰ προνόμια παντὸς εἴδους, διὰ νὰ ἔχωσι κῦρος ἀπέναντι τῶν τρίτων, πρέπει νὰ ᾖναι ἐγγεγραμμένα εἰς τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ ὑποθηκῶν νόμου τῆς Ἑλλάδος. Ἅπασαι ὅμως αὗται αἱ μεταβολαὶ, αἱ γενόμεναι ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν κτηματιῶν καὶ γεωργῶν, ἔμειναν ἄγονοι, διότι ἡ παραγωγὴ δὲν ἀρκεῖ ὄχι μόνον διὰ τὴν ἐξαγορὰν καὶ ἀπόσβεσιν τῆς ἀξίας τῶν ἐπικαρπιῶν καὶ τῶν παλαιῶν χρεῶν, ἀλλ’ οὔτε διὰ τὴν κανονικὴν συντήρησιν τῶν γεωργῶν. Ἀνάγκη λοιπὸν ὅπως χορηγηθῶσι τὰ μέσα· 1) τῆς ἀποσβέσεως τῶν ἐπικαρπιῶν καὶ παλαιῶν χρεῶν, 2) τῆς συντηρήσεως τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ ἐν καιρῷ ἀφορίας, ἵνα μὴ προπωλῶνται οἱ καρποὶ κατὰ τὸ τρίτον τῆς ἀξίας αὐτῶν καὶ 3) χορηγήσεως ποσοῦ τινος πρὸς καλλιέργειαν, ἥτις θέλει αὐξήσει τὴν παραγωγὴν, βελτιώσει τὴν ποιότητα τῶν καρπῶν καὶ χορηγήσει τὰ μέσα τῆς πληρωμῆς τῶν χρεωλύτρων διὰ τὴν ἀπόσβεσιν τῶν διωμολογημένων χρεῶν μετὰ τῆς Τραπέζης. Τουτέστι, πρῶτος ὅρος τοῦ καταστατικοῦ τῶν Τραπεζῶν πρέπει νὰ ᾖναι ἡ πίστωσις πρὸς ἀπόσβεσιν τῶν ὑπαρχόντων βαρῶν τῶν κτημάτων, διότι πίστωσις ἐπὶ καθαρῶν καὶ ἐλευθέρων κτημάτων σημαίνει, ὡς πρὸς τὴν Κέρκυραν τοὐλάχιστον, φενακισμὸν, ἀποκλεισμὸν παντὸς Κερκυραίου ἐκ τῶν εὐεργετημάτων τῆς Τραπέζης, ἐπειδὴ μὲ τὸν ὅρον τοῦτον οὐδεὶς Κερκυραῖος δύναται νὰ προσφέρῃ τὸ κτῆμά του εἰς ἐγγύησιν διὰ νὰ δανεισθῇ. Ἀφ’ οὗ λοιπὸν κατέστησα γνωστὴν τὴν κατάστασιν τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τὴν πιστωτικὴν ἱκανότητα αὐτῆς, ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη ἕνα πρὸς ἕνα τοὺς ὅρους τῶν δανείων τῶν τριῶν Τραπεζῶν, αἵτινες προσφέρονται νὰ δανείζωσιν εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἤτοι τῆς Κτηματικῆς, τῆς Πιστωτικῆς καὶ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης. Ἡ Κτηματικὴ Τράπεζα διὰ νὰ δώσῃ δάνεια ἀπαιτεῖ· 1) νὰ βεβαιωθῇ διὰ πολλῶν περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν δικαιωμάτων τρίτων δικῶν, ὅτι τὸ κτῆμα εἶναι ἐλεύθερον παντὸς βάρους, ὑποθήκης, προνομίου ἢ ἄλλου δικαιώματος τρίτου, 2) νὰ λαμβάνῃ τόκον ἐτήσιον παρὰ μὲν τῶν κτηματιῶν 9%, παρὰ δὲ τῶν γεωργῶν 10%.
§9ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι, 8 καὶ 9%.
§10ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἀλλὰ εἰς τὸ 8% πρέπει νὰ προστεθῇ κατὰ τὴν σύμβασιν καὶ 1% δικαίωμα διοικήσεως διὰ τὰ δάνεια τῶν κτηματιῶν, εἰς δὲ τὰ δάνεια τῶν γεωργῶν, ἐκτὸς τοῦ ἑνὸς τοῖς ἑκατὸν ὡς δικαίωμα διοικήσεως, καὶ ἓν ἀκόμη τοῖς ἑκατὸν ὡς δικαίωμα εἰσπράξεως, τὸ ὁποῖον θέλει λαμβάνει ὁ εἰσπράκτωρ τοῦ δημοσίου, εἰς ὃν ἀνατίθεται ἡ εἴσπραξις τῶν γεωργικῶν δανείων. Ὅλα δὲ ταῦτα ἐπιβαρύνουσι τὸν δανειζόμενον· ἑπομένως ὀρθῶς ὑπολογίζεται ὁ τόκος τῶν μὲν κτηματικῶν δανείων εἰς 9%, τῶν δὲ γεωργικῶν εἰς 10%. — Καὶ ἐπὶ τέλους νὰ πραγματοποιῇ τὰ δάνεια οὐχὶ εἰς χρήματα, ἀλλ’ εἰς ὁμολογίας, τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ πωλῇ ὁ ὀφειλέτης πρὸς εὕρεσιν χρημάτων.
§11ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο δὲν θὰ γίνεται πάντοτε· διότι, μετὰ τὴν χορήγησιν δώδεκα ἑκατομμυρίων εἰς δάνεια τοῖς μετρητοῖς, τότε μόνον δύναται ἡ Τράπεζα νὰ δανείζῃ καὶ δι’ ὁμολογιῶν· καὶ τοῦτο ἐὰν τὸ ταμεῖόν της δὲν ἔχῃ μετρητὰ, ἤτοι πίστιν ὅπως δανείζεται.
§12ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Εἰς τοὺς χωρικοὺς Κερκύρας τὰ δάνεια θὰ γείνωσι δι’ ὁμολογιῶν πωλητέων ὑπὸ τοῦ ὀφειλέτου, ἐπειδὴ τὰ δώδεκα ἑκατομμύρια τῶν μετρητῶν δὲν θέλουσι φθάσει μέχρις αὐτῶν, ὡς ὁ χρόνος θέλει ἀποδείξει, ἐὰν ἡ Τράπεζα συσταθῇ. Ἂς παραβάλωμεν λοιπὸν τοὺς ὅρους τούτους τῶν χορηγητέων δανείων τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς ἰδιοκτησίας ἐν Κερκύρᾳ. Ἅπαντα τὰ κτήματα τὰ ὑπαγόμενα εἰς ἐδαφονόμια, μερίδας, κανόνας καὶ ἐγγραφὰς δανείων δὲν λαμβάνονται ὑπὸ τῆς Τραπέζης ὡς ἐγγύησις πρὸς χορηγίαν δανείων, διότι αὕτη ἀπαιτεῖ αὐτὰ πάντη ἐλεύθερα παντὸς βάρους καὶ πάσης ὑποθήκης, ὅ ἐστὶν ὀφείλει ὁ ὀφειλέτης νὰ ἀποσβέσῃ πρῶτον ὅλα τὰ βάρη καὶ ἔπειτα νὰ δανεισθῇ· ἀλλ’ ἐὰν οὗτος δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο ἄνευ τῆς προηγουμένης συνδρομῆς τῆς Τραπέζης, δὲν θέλει ἔχει ἀνάγκην τῶν δανείων αὐτῶν. Εἶπον δὲ, ὅτι ἅπασα ἡ ἀγροτικὴ ἰδιοκτησία ὑπόκειται εἰς τοιαῦτα βάρη· ἄρα οἱ χωρικοὶ Κερκύρας οὔτε λεπτὸν δύνανται νὰ δανεισθῶσιν ἀπὸ τὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν συνεπεία τῶν πραγματικῶν βαρῶν τῶν ἀκινήτων κτημάτων. Δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὴν διαδικασίαν, ἣν ὀφείλει ὁ δανειζόμενος νὰ ὑποστῇ προτοῦ φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον τοῦ νὰ λάβῃ τὰς ὁμολογίας, καὶ τὴν ὁποίαν δύναται ὁ τυχαῖος ἐχθρὸς αὐτοῦ νὰ προκαλέσῃ, διότι τοῦτο ἀφορᾷ ἅπαντας τοὺς Ἕλληνας. Κατὰ τὰς διατάξεις τῆς συμβάσεως, ἀρκεῖ νὰ εἴπῃ τις ὅτι ἔχει δικαιώματα ἐπὶ τοῦ κτήματος τοῦ αἰτοῦντος δάνειον, διὰ νὰ γείνῃ ἔναρξις ἀτελευτήτων δικῶν, αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ἀποῤῥοφήσει ὄχι μόνον τὸ εἰς ὑποθήκην προτεινόμενον κτῆμα, ἀλλὰ καὶ ἅπασαν τὴν λοιπὴν περιουσίαν τοῦ αἰτοῦντος δάνειον. Δηλαδὴ, ἀντὶ νὰ λάβῃ δάνειον πρὸς βελτίωσιν τῆς ἰδιοκτησίας του θέλει ἀναγκασθῆ νὰ πωλήσῃ οὗτος καὶ ἅπασαν τὴν λοιπὴν περιουσίαν του διὰ χαρτόσημον καὶ δικηγορικὰ ἔξοδα. Καὶ σημειώσατε, ὅτι ἑκάστη σπιθαμὴ γῆς ἐν Κερκύρᾳ ἀμφισβητεῖται καθ’ ἑκάστην διὰ δικαιώματα ἀναγόμενα εἰς ἀρχαιοτάτας ἐποχάς· οὔτε προσθέτω τὴν ἀναίδειαν, ἣν ὀφείλει νὰ ἔχῃ τις διὰ νὰ παρουσιασθῇ ὡς ὀφειλέτης. Λέγω δὲ ἀναίδειαν, διότι ὁ ἔχων ἀνάγκην δανείου πρέπει διὰ τῶν ὁριζομένων μέσων τῶν δημοσιεύσεων ὑπὸ τῶν δημάρχων καὶ λοιπῶν ὀργάνων νὰ γείνῃ γνωστὸς εἰς ἅπαντα τὸν κόσμον, καὶ ἑπομένως πρέπει οὗτος νὰ ᾖναι ἐκ τῶν ἀναιδεστέρων διὰ νὰ ζητήσῃ δάνειον ἐκ τῆς Τραπέζης ταύτης. Ἂς ἔλθωμεν ἤδη εἰς δευτέραν δυσκολίαν, ἣν παρουσιάζουσιν οἱ ὅροι οὗτοι πρὸς συνομολόγησιν δανείων. Τὰ ἀκίνητα κτήματα, ἀφαιρουμένων τῶν ἐξόδων, μόλις ἐκκαθαρίζουσι πρόσοδον ἐτησίαν 4%, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς ἀξίας αὐτῶν. Τὰ δάνεια γίνονται μέχρι τοῦ ἡμίσεος τῆς ἀξίας ταύτης, ἑπομένως τὸ πρὸς ἐξασφάλισιν κεφάλαιον παρέχει τόκον 8%, ἐκ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ πληρώσῃ ὁ ὀφειλέτης 9 καὶ 10%. Ὥστε μετά τινα σειρὰν ἐτῶν ὁ τόκος θέλει ἀποῤῥοφήσει καὶ τὸ κεφάλαιον τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος. Σημειωτέον δὲ, ὅτι ἡ πρόσοδος 4% ἢ 8% δίδεται ἐὰν αἱ ἐσοδεῖαι δὲν ἀποτύχωσιν, ὅπερ ἀπίθανον, διότι ἐν τῇ δεκαετίᾳ μόλις μία ἐσοδεία ἐπιτυγχάνει ὡς πρὸς τὰς ἐλαίας, καὶ δύω ἢ τρεῖς ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ προϊόντα. Καὶ ἐὰν μὲν ἐπιτύχῃ ἡ ἐσοδεία, τρέχει ὁ κτηματίας συνήθως τὸν κίνδυνον τῆς ἐκπτώσεως τῶν τιμῶν, ἥτις ἰσοδυναμεῖ, ὡς ἠξεύρομεν, μὲ τὴν ἀποτυχίαν τῶν καρπῶν. Ἑπομένως ὁ δανειζόμενος κατὰ μέσον ὅρον θὰ παράγῃ πρόσοδον καθαρὰν 5 ἕως 6% καὶ θὰ πληρόνῃ 9 καὶ 10%, δηλαδὴ εἶναι ἐκ τῶν προτέρων δυστυχὴς, μόνον λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ τόκου τῶν δανείων τῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ ὑπερβολικὸς τόκος, ὅστις θέλει ἐξωφανίσει οἰκονομικῶς τὸν δανειζόμενον· εἶναι ἡ ἔκπτωσις τῆς ἀξίας τῶν ὁμολογιῶν. Ὁ δανειζόμενος, διὰ νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν ὁμολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε, πρέπει νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἀγορὰν διὰ νὰ πωλήσῃ αὐτὴν εἰς τοὺς ἔχοντας τὰ χρήματα, οὗτοι δὲ εἶναι πάντοτε οἱ ὀλίγοι· ἑπομένως θέλουσιν ἀγοράζει αὐτὴν μὲ προεξόφλησιν 10 ἕως 20%. Τουτέστιν, ἐνῷ ὑποχρεόνεται ὁ ὀφειλέτης νὰ πληρώσῃ εἰς τὴν Τράπεζαν τάλ. 100 καὶ τόκον 9 ἢ 10%, θὰ λαμβάνῃ πραγματικὰ τάλ. 88 ἢ καὶ ὀλιγώτερον, ἐὰν οἱ ἔχοντες τὰ χρήματα δὲν θέλουσιν νὰ ἀγοράσωσι τοιούτους τίτλους. Τουτέστιν, ὁ πραγματικὸς τόκος τῶν χρημάτων θέλει εἶναι 20 καὶ ἐπέκεινα τοῖς ἑκατόν.
§13ΜΑΚΡΗΣ. Εἶναι ἐσφαλμένοι οἱ ὑπολογισμοί σου.
§14ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὁρίσατε νὰ ἀποδείξετε τοῦτο, καὶ τότε θέλω ἀνακαλέσει τὰς σκέψεις μου. Οὐδεμίαν λοιπὸν βελτίωσιν λαμβάνει ὁ λαὸς τῆς Κερκύρας ἰδίως ἐκ τῆς Τραπέζης ταύτης, διότι ταχύτερον καὶ μὲ ὀλιγωτέρους κινδύνους εὑρίσκει καὶ σήμερον ὀλίγα χρήματα μὲ 15 καὶ 20%. Ἡμεῖς ἐπιζητοῦμεν τὴν σύστασιν Τραπεζῶν πρὸς ἐξίσωσιν τοῦ τόκου μὲ τὴν μέσην παραγωγὴν τοῦ κτήματος, καὶ οὐχὶ νὰ συστηματοποιήσωμεν τὴν τοκογλυφίαν, ὡς πρόκειται νὰ γείνῃ διὰ τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης. Ἐκ τῆς Τραπέζης λοιπὸν ταύτης ὁ κάτοικος Κερκύρας καὶ τῆς ὅλης Ἑπτανήσου οὐδεμίαν ὠφέλειαν δύναται νὰ ἔχῃ. Ἀλλὰ μήπως δύναται νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, ἧς τὰς προτάσεις συζητοῦμεν; Ὄχι. Ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα προτείνει νὰ δανείζῃ εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, περιλαμβανομένης καὶ τῆς Ἑπτανήσου, 8 ἑκατομμύρια δραχμῶν, διότι ἐκ τῶν 14 ἑκατομμυρίων τοῦ κεφαλαίου της 4 δίδει εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ 2 ἔδωκεν εἰς τὸν δῆμον Πατρῶν· ὥστε εἰς τοὺς Ἑπτανησίους μόλις ἀναλογοῦσιν ἓν ἑκατομμύριον πεντακόσιαι χιλιάδες δραχμῶν. Τὸ ἓν τοῦτο καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον δανείζει μὲ προθεσμίαν τριῶν μέχρις ἓξ μηνῶν, μὲ τρεῖς ὑπογραφὰς, ἐξ ὧν ἡ μία πρέπει νὰ ᾖναι ὑπογραφὴ ἐμπόρου, καὶ μὲ τόκον ἑπτὰ τοῖς ἑκατόν. Ἡ Τράπεζα λοιπὸν ἡ Πιστωτικὴ δὲν δανείζει ἐπὶ ὑποθήκῃ, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς προσωπικῆς ἀσφαλείας, ὃ ἐστὶ δίδει μόνον ἐμπορικὰ δάνεια συνεπιφέροντα τὴν προσωπικὴν κράτησιν. Δανείζει μόνον μὲ ἐμπορικὴν ὑπογραφὴν, δηλαδὴ δὲν δανείζει οὔτε εἰς τοὺς κτηματίας, οὔτε εἰς τοὺς γεωργοὺς, διότι οὐδεὶς ἔμπορος ἐγγυᾶται διὰ τὸν κτηματίαν ἢ γεωργὸν, οἱ ὁποῖοι εἶναι γνωστὸν ἐκ τῶν προτέρων ὅτι δὲν δύνανται νὰ πληρώσωσι τὰ χρέη των οὔτε ἐπὶ τρεῖς, οὔτε ἐπὶ ἓξ μῆνας, ὡς ἀπαιτεῖ ἡ Τράπεζα. Οὐδεὶς τίμιος γεωργὸς ἢ κτηματίας δύναται νὰ δανεισθῇ, διότι δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ ἐντὸς τῆς συντομωτάτης προθεσμίας τῶν τριῶν καὶ ἓξ μηνῶν. Καὶ ἐὰν δανεισθῇ τις, ὁ τόκος θὰ φθάσῃ μέχρι τῶν 20%, διότι διὰ νὰ εὕρῃ μίαν ὑπογραφὴν πρέπει νὰ θυσιάσῃ ἓν μέρος τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον θὰ δανεισθῇ. Οὔτε λοιπὸν ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα χρησιμεύει εἰς τοὺς κτηματίας καὶ εἰς τοὺς γεωργούς, διότι αὕτη μικρὸν μόνον ποσὸν διαθέτει, καὶ τοῦτο εἰς δάνεια ἐμπορικά, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνομολογηθῶσιν ὑπὸ τῶν κτηματιῶν καὶ γεωργῶν χωρὶς νὰ ὑποστῶσι τὰς βλαβερὰς καὶ ὀλεθρίας συνεπείας τῶν ἐμπορικῶν χρεῶν, ὁσάκις ταῦτα δὲν ἐξοφλοῦνται ἐμπροθέσμως. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη καὶ τὰς προτάσεις τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης διὰ τοῦ ἰδίου πρακτικοῦ συστήματος. Ἡ Τράπεζα αὕτη δανείζει ἀπὸ 5 μέχρι 10 ἑκατομμυρίων ἐπὶ τῶν κτημάτων τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ γεωργῶν ἀντὶ τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου, τὸ ὁποῖον δανείζει ἡ Πιστωτική. Τὰ δάνεια τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης πληρόνονται ἐπὶ 23 ἔτη διὰ μικρῶν ἐτησίων δόσεων. Ἡ Ἰονικὴ δὲν ἀποκρούει τὸ βεβαρυμένον κτῆμα ἐκ τῆς ἐγγυήσεως, ἀλλ’ ἐπὶ λογαριασμῷ τοῦ συνομολογουμένου χρέους ἐξοφλεῖ τὰ βάρη καὶ τὸ ὑπόλοιπον ἀποδίδει εἰς τὸν δανειζόμενον.
§15ΖΩΧΙΟΣ. Ἐξήγησε καλλίτερα τοῦτο.
§16ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει ἀνάγκην ἐξηγήσεως, διότι εἶναι ἀφ’ ἑαυτοῦ καθαρόν. Τὰ κτήματα ἢ εἶναι ἐλεύθερα, ἢ βαρύνονται μὲ ὑποθήκας καὶ ἀγροληπτικά, ἐμφυτευτικὰ καὶ ἐδαφονομικὰ βάρη, τὰ ὁποῖα, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἀνωτέρω περιέγραψα. Τὰ βάρη ταῦτα εἶναι ἤδη ἐξαγοράσιμα κατὰ τὸν νόμον περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἀκινήτων ἀπὸ τῶν ἐπιβαρυνόντων αὐτὰ βαρῶν, ὃν ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν ἐν ἔτει 1869. Ἡ Τράπεζα λοιπὸν δὲν ἀπαιτεῖ νὰ προσφέρῃς αὐτῇ πρώτην ὑποθήκην διὰ νὰ σοὶ δανείσῃ, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θέλεις νὰ δανεισθῇς, ἐξοφλεῖ αὐτὴ τὰ βάρη, καὶ οὕτως ἀποκτᾷ τὴν πρώτην ὑποθήκην. Τουτέστιν, ἡ Τράπεζα σοὶ χορηγεῖ τὰ μέσα νὰ συμβιβασθῇς μετὰ τῶν πιστωτῶν καὶ δικαιούχων τοῦ κτήματός σου, τὸν δὲ συμβιβασμὸν ἐκτελεῖ αὐτὴ ἐκ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον δανείζει, καὶ οὕτω συντελεῖ συγχρόνως εἰς τὴν ἀπόσβεσιν τῶν ἀπείρων ἐν Κερκύρᾳ χρεῶν καὶ τῶν κτηματικῶν βαρῶν, διὰ τοῦ μετρίου τόκου 6 καὶ 5%, τὸν ὁποῖον λαμβάνει, καὶ μιᾶς μικρᾶς δόσεως, ἣν ἀπαιτεῖ ἐτησίως πρὸς ἀπόσβεσιν τοῦ χρέους εἰς 23 ἔτη. Διὰ τοῦ συστήματος τούτου τὰ ἄπειρα χρέη καὶ κτηματικὰ βάρη τῆς Κερκύρας καταντῶσι μηδαμινά, διότι ἔνθεν μὲν ὁ συμβιβασμὸς ἐπὶ ἀμέσῳ πληρωμῇ τοῦ νὰ ἐξοφλῇ διὰ 10 ἢ 20 ταλλήρων, ἔνθεν δὲ ἡ Τράπεζα νὰ σοὶ χορηγῇ τὰ μέσα, τὰ 10 ἢ 20 ταῦτα τάληρα νὰ πληρώσῃς εἰς 23 ἔτη μὲ τόκον 5 καὶ 6%. Αὕτη δὲ εἶναι ἡ διακαὴς εὐχὴ ἁπαξάπαντος τοῦ λαοῦ τῆς Κερκύρας, διότι τοῦτο καθαρῶς ἐννοεῖ, ὅταν ἐπιβάλλει εἰς τοὺς βουλευτάς του τὴν ἐκκαθάρισιν καὶ τὴν ἀπόσβεσιν τῶν χρεῶν (θόρυβος). Ναὶ, λέγω τοῦτο ἐννοεῖ, καὶ ὄχι τὴν σεισάχθειαν, ὡς οἱ ἐχθροὶ αὐτῶν μετὰ σαρδωνείου γέλωτος συκοφαντοῦσιν αὐτὸν λέγοντες, ὅτι οἱ χωρικοὶ Κερκύρας ἔχουσι γεγραμμένον εἰς τὴν σημαίαν τῆς πολιτικῆς των: κάτω τὰ χρέη, κάτω τὰ δάνεια· amonte de buti, amonte crediti. Ἔχομεν λοιπὸν ἐνώπιόν μας τὰς προτάσεις τῆς Πιστωτικῆς καὶ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ἔχομεν τὴν σύμβασιν περὶ Κτηματικῆς Τραπέζης· ποία τῶν Τραπεζῶν τούτων διὰ τῶν δανείων της σώζει τὸν λαὸν τῆς Ἑπτανήσου, λύουσα τὰ κοινωνικὰ ζητήματα, καὶ καταστρέφει τὴν τοκογλυφίαν, ἥτις ἐξασκεῖται ἐπὶ τῶν χωρικῶν ἰδίως; Βεβαίως ἡ Ἰόνιος Τράπεζα, καὶ εἰς τοῦτο οὐδεὶς νὰ ἀντείπῃ δύναται. Ἀντὶ δὲ τῶν μεγάλων τούτων εὐεργεσιῶν, τὰς ὁποίας προσφέρει εἰς τὰς νήσους, τί ἀπαιτεῖ πρὸς ἀμοιβήν; ἀπαιτεῖ τὸ προνόμιον μόνον τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων της ἐν Ἑπτανήσῳ. Καὶ ἡ μὲν κυβέρνησις προτείνει νὰ διανεμηθῇ τοῦτο μεταξὺ Πιστωτικῆς καὶ Ἰονικῆς, ἡ δὲ ἀντιπολίτευσις ἀντικρούει τὴν πρότασιν τῆς κυβερνήσεως διὰ δύω λόγους· πρῶτον, διότι ἡ κυκλοφορία δύω τραπεζικῶν γραμματίων ἐν Ἑπτανήσῳ καταστρέφει τὴν Ἑπτάνησον, ὅπερ ἀπεδείχθη δι’ ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα οὔτε ἡ κυβέρνησις ἠδυνήθη νὰ ἀντικρούσῃ, οὔτε ἐγὼ ἔχω ὄρεξιν νὰ ἐπαναλάβω, ὡς ἤδη γνωστὰ εἰς τὴν Βουλὴν· δεύτερον, διότι ἡ Ἰόνιος Τράπεζα μόνον ἐὰν τῇ χορηγηθῇ τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, δέχεται νὰ δανείζῃ μὲ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους προτείνει. Ἐὰν δὲ δοθῇ τοῦτο καὶ εἰς τὴν Πιστωτικὴν, ἀνακαλεῖ τὰς προτάσεις αὑτῆς καὶ μένει καθαρῶς ἐμπορικὴ, δανείζουσα κατὰ τὸ δοκοῦν καὶ εἰσπράττουσα τὰ δάνειά της κατὰ τὰς ὀρέξεις καὶ τὰς περιστάσεις αὑτῆς πρὸς βλάβην τῶν Ἑπτανησίων. Ἂς μοὶ συγχωρηθῇ, κύριοι, ἡ ἔκφρασις νὰ εἴπω, ὅτι ἡ πρότασις τῆς κυβερνήσεως ὄζει κοινοκτημοσύνης, ἐπειδὴ ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Πιστωτικὴ πρέπει νὰ ὠφελῆται ἄνευ κόπου καὶ θυσιῶν ἐκ τῶν καρπῶν, τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ παραγάγωσιν αἱ προτάσεις τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ἐὰν αὕτη πραγματοποιήσῃ αὐτὰς καὶ ἄνευ τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων της. Τῷ ὄντι, κύριοι, τί εἶναι τραπεζικὸν γραμμάτιον; λειτουργία νομίσματος στηριζομένη ἐπὶ τῆς πίστεως τῶν κεφαλαίων τῆς κυκλοφορούσης αὐτὸ Τραπέζης. Τί εἶναι τὸ νόμισμα; παράστασις ἀξίας· τῆς δὲ ἀξίας τίς ὁ παραγωγός; αἱ ἀνάγκαι. Ὑποθέσατε κοινωνίαν ἔχουσα πᾶν ὅ,τι εἶναι ἀναγκαῖον εἰς τὴν ζωὴν καὶ εἰς τὴν ἠθικὴν καὶ εἰς τὴν ὑλικὴν ἀνάπτυξιν αὑτῆς· ἐκεῖ οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχει τὸ νόμισμα, διότι ἐλλείπει ἡ ἀνάγκη. Ἕκαστος ἔχει τὰ ἀναγκαιοῦντα εἰς τὴν νοητικὴν καὶ ὑλικὴν ὕπαρξιν αὑτοῦ καὶ τῆς φύσεως τῆς χώρας, εἰς ἣν κατοικεῖ. Ἐὰν ὅμως τινὰ μὲν τῶν ἀναγκαίων ἔχῃ εἰς ποσὸν ἀνώτερον τῶν ἀναγκῶν του, ἄλλων δὲ σπανίζῃ ἢ στερῆται, ἀμέσως γεννᾶται εἰς αὐτὸν ἡ ἀνάγκη τῆς ἀποκτήσεως. Ἡ ἀνάγκη αὕτη παράγει τὴν ἀξίαν, καὶ ἡ ἀξία παρίσταται ὑπὸ τοῦ νομίσματος, ὑπὸ τοῦ τραπεζ. γραμματίου. Ἀλλ’ ὅσον παραγωγικωτέρα ἡ ἰδιοκτησία, ὅσῳ μείζων ἡ ἐργασία, τοσοῦτον μεγαλείτεραι γεννῶνται αἱ ἀνάγκαι· ἑπομένως ἐκ τῆς ἀναγεννήσεως τοῦ λαοῦ τῆς Ἑπτανήσου αὐξάνεται ἡ ἀνάγκη τῶν συναλλαγῶν καὶ ἡ μείζων χρῆσις τῶν ἀξιῶν, ἤτοι τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Εἰς τὴν κοινωνικὴν ταύτην ἀνάπτυξιν προσφέρεται ἡ Ἰόνιος Τράπεζα διὰ τῶν προτάσεων αὑτῆς. Ἑπομένως εἰς αὐτὴν μόνην ἀνήκει ἡ ὠφέλεια ἡ προκύπτουσα ἐκ τῶν ἀναπτυσσομένων τούτων ἀναγκῶν διὰ τῶν θυσιῶν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ κυβέρνησις θέλει νὰ δώσῃ τὸ ἥμισυ τοῦ προνομίου τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν τούτων γραμματίων καὶ εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν· ἄρα θέλει νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν τὸ δικαίωμα τοῦ θερίζειν ὅπου οὔτε ἐφύτευσεν, οὔτε ἔσπειρεν. Εἰς τοῦτο ἴσα ἴσα συνίσταται ἡ ἀξίωσις τῆς κοινοκτημοσύνης.
§17ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὰ εἶναι σοφίσματα καὶ συκοφαντίαι.
§18ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Εἶναι ἀλήθειαι ἐναργεῖς καὶ ἀκαταμάχηται διὰ τοὺς δυναμένους νὰ συλλογίζωνται ὀρθῶς καὶ λογικῶς. Συμπεραίνων λοιπὸν λέγω, ὅτι μόνον αἱ προτάσεις τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης σκοποῦσι τὴν εἰσαγωγὴν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν νέων κεφαλαίων ἐν Ἑπτανήσῳ, αἱ δὲ τῆς Πιστωτικῆς σκοποῦσι τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἤδη ὑπαρχόντων κεφαλαίων πρὸς ἄλλους σκοποὺς, οὓς οἱ ἱδρυταὶ καὶ οἱ ὑποστηρικταὶ αὐτῆς γνωρίζουσι. Συνιστῶ δὲ εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ καλῶς τὰς ἀνάγκας τῆς ἰδιοκτησίας ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ ἰδίως ἐν Κερκύρᾳ, καὶ νὰ ἀποδεχθῇ τὰς προτάσεις τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, αἵτινες ἐφαρμόζονται εἰς αὐτάς. Ἔχει δὲ καθῆκον νὰ μεριμνήσῃ μᾶλλον ὑπὲρ τῶν Ἑπτανησίων ἢ ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τῶν μετόχων καὶ ἱδρυτῶν τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, διότι οἱ Ἑπτανήσιοι ἐθυσίασαν καὶ δὲν ἀντεμείφθησαν, οἱ δὲ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης ἱδρυταὶ προσφέρουσιν ὀλίγα χρήματα διὰ νὰ ἀπολαύσωσι πλείονα.
§19ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί συμπερένεις λοιπόν;
§20ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Δὲν ἠκούσατε; Συνιστῶ εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ τὰς ἀνάγκας τῆς ἰδιοκτησίας ἐν Κερκύρᾳ, καὶ ἔπειτα νὰ σκεφθῇ τίς τῶν δύω Τραπεζῶν εἶναι ὠφελιμωτέρα διὰ νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζωχιός.
§22ΜΙΛΗΣΗΣ. Καλὰ, κύριε πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἄλλος ἐναντίος;
§23Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ὡς πρὸς τὴν ἀπόῤῥιψιν, διότι βλέπετε ὅτι δὲν ὑπάρχει κἀνεὶς ὅστις ν’ ἀντείπῃ.
§24ΖΩΧΙΟΣ. Παρακαλῶ τὴν κυβέρνησιν ἀλλὰ δὲν βλέπω παρόντα τὸν κ. πρωθυπουργόν.
§25ΤΙΝΕΣ. Εἶναι παρών.
§26ΖΩΧΙΟΣ. Ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι ἡ κυβέρνησις καταγίνεται νὰ κάμῃ νέους συμβιβασμοὺς μετὰ τῆς Γενικῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, ἐὰν τῳόντι γίνωνται διαπραγματεύσεις, πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις· διότι πρὸς τί νὰ ματαιοπονῶμεν; Ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχουν προτάσεις νέαι, τότε νὰ προχωρήσωμεν.
§27ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τῳόντι, καθὼς ἐρωτηθεὶς εἶπον καὶ χθὲς, γίνεται τις ὁμιλία μετὰ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης καὶ διαπραγμάτευσις, καὶ ἐλπίζω ὅτι εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ φέρω τροπολογίαν.
§28ΖΩΧΙΟΣ. Τότε, ἂς μείνῃ ἡ συζήτησις.
§29ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶπον ὅτι ἐλπίζω εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ φέρω τροπολογίαν τινά.
§30ΤΙΝΕΣ. Ἀφοῦ θὰ ἔλθῃ τροπολογία, τότε ἂς ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§31ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἐννοῶ κατὰ τί εἶναι ὀρθὴ αὐτὴ ἡ ἰδέα, ἀλλὰ ἀνεξαρτήτως δὲν εἶναι ὀρθή. Ἡ κυβέρνησις σήμερον σᾶς λέγει ὅτι δὲν ἔχει τίποτε, ὥστε δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε, ἂς ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν· τὸ ἐλπίζω μόνον διαβεβαιοῖ.
§32ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν εὑρίσκετε ἀνώμαλον νὰ μὴ ἴδωμεν μίαν γνώμην σας ὁριστικήν;
§33ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν θὰ κάμωμεν νέον νόμον συμβάσεως, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ μὴ ἐπιτρέπεται νὰ γίνεται αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§34ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡμεῖς συζητοῦμεν ἐπὶ μιᾶς βάσεως καὶ αἴφνης ἔρχεται μία ἄλλη βάσις. Τί συζήτησις εἶναι αὕτη;
§35ΖΩΧΙΟΣ. Ἐξ ὅσων παρατηρῶ, συμπεραίνω ὅτι ἡ κυβέρνησις διαπραγματεύεται μὲ τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν. Τοῦτο δὲ δεικνύει ἴσα ἴσα, ὅτι αἱ συζητήσεις ἔφεραν τὴν Κυβέρνησιν εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν.
§36ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κ. Ζωχιὲ, ἡ κυβέρνησις δὲν προεκάλεσε διαπραγματεύσεις διότι νομίζει τὸ ἔργον της ἀτελές· ἐὰν φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα, θὰ ἴδητε καὶ τὴν ἱστορίαν καὶ τὰ ἀποτελέσματα καὶ θὰ κρίνετε πόθεν προῆλθον. Σᾶς λέγω ὅμως ὅτι πραγματικῶς ἐγένοντο ὁμιλίαι καὶ ἑπομένως διαπραγματεύσεις, καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ φέρω τροπολογίαν, ὄχι ἀνατροπὴν, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς ὑποβάλω, ἐλπίζω, κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν· καὶ αὐτὸ τὸ σύστημα ἔχομεν ἐδῶ ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν, καὶ αὐτὴν τὴν τροπολογίαν ἠμποροῦμεν νὰ τὴν φέρωμεν· ἠμπορεῖ καὶ νὰ ἀποτύχωμεν, ἀλλὰ ἐλπίζω ὅτι θὰ τὴν φέρωμεν. Ἐστὲ δὲ βέβαιοι ὅτι εἰς τὰς διαπραγματεύσεις αὐτὰς προσπαθοῦμεν διὰ τὸ βέλτιον.
§37ΖΩΧΙΟΣ. Περὶ αὐτοῦ δὲν ἔχομεν ἀμφιβολίαν.
§38ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Γνωρίζω ὅτι συνήθως αἱ τροπολογίαι φέρονται κατὰ τὴν γʹ. ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι καλὸν, καὶ ἂν δὲν ᾖναι καλὸν, δὲν πρέπει νὰ γίνηται. Ἐν Γαλλίᾳ, κύριοι, ὅταν εἰς τὴν Γερουσίαν αὐτῆς εἰσήχθη τὸ σύστημα τοῦτο τῶν τριῶν ἀναγνώσεων, καθιεριώθη ῥητῶς ὅτι αἱ τροπολογίαι κατὰ τὴν πρώτην μόνον καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου φέρονται, κατὰ δὲ τὴν τρίτην οὐδεμία· τοῦτο ὑπαγορεύει καὶ ὁ ὀρθὸς λόγος, διότι ἄλλως, ἐκ συναρπαγῆς δύνανται νὰ λαμβάνωνται τὰ ζητήματα. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ σύστημα αὐτὸ καὶ νὰ ἐναγκαλισθῶμεν τὸ ἄλλο, τὸ ὀρθότερον, ὥστε, ἐὰν πρόκειται ὁ κ. πρωθυπουργὸς νὰ φέρῃ τροπολογίαν, λογικώτερον ἤθελεν εἶσθαι νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν αὐτὴν κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, ὁπότε θὰ ἔχωμεν καιρὸν νὰ σκεφθῶμεν καὶ κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§39ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι μόνον εἶναι λογικώτερον, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναπόφευκτον τοῦτο, καὶ ἐπίστευον ὅτι οὐχὶ μόνον ἐκ μέρους ἡμῶν ἀλλὰ καὶ ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἡ παρατήρησις καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι διαπραγματεύεται μετὰ τῆς Τραπέζης καὶ ἴσως ἔλθει εἰς συμπέρασμα διαφορετικόν, ὥστε πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν ἕως ὅτου φθάσωμεν εἰς ἓν συμπέρασμα. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι αἱ δύω πρῶται συζητήσεις ἐθεωρήθησαν ἁπλῶς τυπικαί, ὄχι ὅμως πάντοτε, διότι ὑπῆρξαν περιστάσεις, καθ’ ἃς εὐρεῖαι συζητήσεις ἔλαβον χώραν καὶ κατὰ τὰς τρεῖς συζητήσεις. Ἀλλὰ τὸ παρὸν νομοσχέδιον θεωρεῖται ὑπὸ τὴν τελευταίαν ἔποψιν, ὅτι δηλ. καὶ ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα συζήτησις εἶναι ὡς ἡ τρίτη, καὶ τοῦτο φαίνεται καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἐκ τῶν 17 ἀγορευσάντων δὲν ἠκούσατε τὰ αὐτὰ ἐπιχειρήματα. Ἑπομένως θὰ ἔλθωμεν εἰς ψηφοφορία Παρακαλῶ νὰ μοὶ λύσητε αὐτὴν τὴν ἀπορίαν, καὶ καθὼς εἶναι τήμερον τὰ πράγματα, ἐγὼ βεβαίως εἶμαι διατεθειμένος νὰ ψηφίσω κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, τώρα, εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν· ὑποθέτατε ὅτι ὑπάρχει μία πλειονοψηφία τῶν καταψηφισάντων· τί γίνεται ἡ διαπραγμάτευσις, ἡ δήλωσις, ἡ ὁποία μᾶς ἔγεινεν, ὅτι γίνονται διαπραγματεύσεις καὶ ὅτι ἐλπίζει ὁ κ. πρωθυπουργὸς νὰ φθάσῃ εἰς ἓν συμπέρασμα; Τί ἄλλο εἶναι παρὰ νὰ μοῦ δεσμεύσῃ τὴν ψῆφόν μου; τί ἄλλο παρὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της; Ἐὰν ἐξεναντίας ᾖναι ἁπλῶς τυπικὴ ἡ ψηφοφορία, ἐκπληροῦται ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον τὸ Σύνταγμα διέταξε τὰς τρεῖς συζητήσεις καὶ ψηφοφορίας; Ἑπομένως νομίζω ὅτι ὁ κύριος πρωθυπουργός, ἐὰν ἐλπίζῃ ὅτι θὰ φθάσῃ εἰς συμπέρασμα ἀληθές, τότε ὀφείλει ὁ ἴδιος νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ προχωρήσητε. Φρονῶ ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προχωρήσωμεν, ἐκτὸς ἐὰν ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ναὶ μὲν διαπραγματεύεται μετὰ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ὅτι ἐλπίζει ὅτι δὲν θὰ φθάσῃ εἰς συμπέρασμα, καὶ τότε ἐξερχόμεθα ἀπὸ αὐτὴν τὴν δυσκολίαν, ἀφοῦ ἀφίνει ἐλευθέραν τὴν συζήτησιν νὰ προβῶμεν· ἢ νομίζει ὅτι θὰ φθάσῃ, καὶ τότε ἔχει καθῆκον νὰ μᾶς εἴπῃ νὰ μὴ προχωρήσωμεν. Νὰ μᾶς λέγῃ δὲ νὰ προχωρήσωμεν, ἐνῷ λέγει ὅτι ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν συμπέρασμα, αὐτὸ δὲν τὸ ἐννοῶ.
§40ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις, κύριε πρόεδρε, δὲν νομίζει κατ’ οὐδὲν ὅτι τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι ἐλλειπές· τὸ εἰσήγαγε μὲ πλήρη πεποίθησιν, ὅτι εἰσάγει νόμον ὠφέλιμον εἰς τὸ κράτος, καὶ εἰς τὴν βʹ. διαπραγμάτευσιν τὸ ἀνέφερε ῥητῶς, ὅτι θέλει ψηφοφορήσει ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ τὸ ὑποστηρίξει. Σᾶς λέγω μόνον, ὅτι συνέβη νὰ ἀρχίσωσι διαπραγματεύσεις οὐχὶ περὶ ἀνατροπῆς, ἀλλὰ περὶ τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἐλπίζω νὰ σᾶς ὑποβάλω καὶ δώσω ἐξηγήσεις εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν σᾶς εἶπον ὅτι αὗται αἱ διαπραγματεύσεις θέλουσιν ἀπολήξει εἰς μέγα καλὸν ἢ πολὺ καλὸν διὰ νὰ θελήσω κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ ἐπηρεάσω τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς· βεβαιῶ μόνον ὅτι εἶμαι εἰς διαπραγματεύσεις οὐχὶ πρὸς ἀνατροπήν, ἀλλὰ μόνον πρὸς τροπολογίαν, καὶ δὲν δίδω νύξιν ὅτι εἶναι πολλὰ ὠφέλιμος ἢ τὰ μέγιστα ὠφέλιμος, διότι δὲν θέλω νὰ ἐπηρεάσω· ἐλπίζω τροπολογίαν νὰ κάμω. Οἱ λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καρυστίας, καθὼς καὶ τοῦ προλαλήσαντος, τότε μόνον ἠμποροῦσαν νὰ ἔχουν βάσιν τινὰ, ἐὰν ἐπρόκειτο τῳόντι περὶ πράγματος ἀνεπανορθώτου. Ἐν ὅσῳ ὅμως ἔχομεν ἐνώπιόν μας τρεῖς συζητήσεις, δὲν δύνανται νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἐπέλθῃ μία βελτίωσις καὶ αὐτὴ εἶναι ἀπωλεσμένη· ἀλλ’ ὅτι θέλουν νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουν, ὅτι, ὅταν γίνωνται σπουδαῖαι συζητήσεις, δὲν πρέπει κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν νὰ ὑποβάλλωνται αἱ τροπολογίαι. Κατὰ τὸν κανονισμὸν ὅμως, εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ εἰς τὴν ά. καὶ εἰς τὴν βʹ. καὶ εἰς τὴν γʹ. συζήτησιν ὑποβάλλονται αἱ τροπολογίαι ἀλλὰ παραδεχόμενοι κατ’ ἀρχὴν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔφερον ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, περιπίπτομεν εἰς ἓν μέγα ἄτοπον· ἡ ἀναβολὴ αὕτη συνδέεται συγχρόνως μὲ μίαν ἀπαίτησιν ἀνατροπῆς τῶν ἤδη εἰθισμένων καὶ κανονισμένων διὰ τοῦ κανονισμοῦ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καρυστίας εἶπεν, ὅτι εἰς τὴν γʹ. ἀνάγνωσιν μάλιστα δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέπωνται τροπολογίαι· ἀλλ’ αὐτὸ τὸ σύστημα εἶναι ἐναντίον ἐκείνου τὸ ὁποῖον θέλει ὁ κ. Κοντόσταυλος, διότι οἱονδήποτε καλὸν ἤθελε παρεμπέσει μετὰ τὴν βʹ. συζήτησιν αὐτὸ ἤθελεν ἀποσκορακισθῆ. Τὸν παρακαλοῦμεν λοιπὸν ἐκ νέου νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ ἴδῃ ὅτι εἶναι πολὺ προτιμότερον τὸ σύστημα, ὁποῖον ἔχομεν, ὅπου δήποτε παρουσιασθοῦν τροπολογίαι, πάντοτε νὰ ᾖναι δεκταί. Τὸ ἐναντίον σύστημα τείνει εἰς τὸ νὰ δεσμεύσῃ τὰς συνειδήσεις καὶ δημιουργήσῃ ἓν ἐμπόδιον διὰ τὸ καλόν. Θαυμάζω δὲ, κύριοι, πῶς αὗται αἱ ἀξιώσεις περὶ ἀναβολῆς, αὗται αἱ ἀποδοκιμασίαι τῶν κανονισμένων καὶ εἰθισμένων παρ’ ἡμῖν καὶ παρὰ τοῖς ἄλλοις ἔθνεσι παρήγαγον εἰς ἡμᾶς ζητήματα μετὰ συζήτησιν δέκα ἕως 12 ἡμερῶν.
§41ΖΩΧΙΟΣ. Καὶ ἀκόμη θὰ τὰ συζητήσωμεν.
§42ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἀκόμη θὰ τὰ συζητήσετε, καὶ ὑποθέτω ὅτι ἀκόμη θὰ ἐξαντλήσετε ὅλα τὰ μέσα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, δὲν ἀμφιβάλλω· ἀλλ’ ὅταν τὸ θέτετε ζήτημα μεταξὺ μας, κάμετε ὅ,τι θέλετε. Εὐθὺς ὅπου γείνῃ χρῆσις τῶν δικαιωμάτων σας, δὲν ἔχω κἀμμίαν ἀντίῤῥησιν, διότι δὲν ἔχω οὐδὲ τὴν δύναμιν, οὔτε τὸ δικαίωμα· θέλετε νὰ παρατείνετε τὰς συζητήσεις δι’ οἱονδήποτε λόγον καλὸν ἢ κακόν; εἶσθε κύριοι νὰ τὸ κάμετε. Ἀλλὰ θαυμάζω πῶς αἱ ἀξιώσεις περὶ ἀναβολῆς, περὶ παρατάσεως τῶν συζητήσεων καὶ ἀποδοκιμασίας τῶν εἰθισμένων καὶ κανονισμένων παρουσιάσθη εἰς ἓν ζήτημα 10–12 ἡμέρας συζητούμενον. Ἐὰν εἶχον τροπολογίαν ἑτοίμην, ἧς ἡ σύνταξις ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, βεβαίως τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν τὴν ἀνήγγειλλα, ὤφειλον νὰ τὴν φέρω, διότι διατί νὰ τὴν ἀναβάλω; Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τοιαύτης τροπολογίας· πρόκειται περὶ τροπολογίας, ἥτις θὰ ᾖναι ἀπόῤῥοια τῆς συναντήσεως δύω θελήσεων, αἱ ὁποῖαι ἀκόμη δὲν συνηντήθησαν, καὶ οὔτε ἦλθον ἐκ πρωτοβουλίας νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι διαπραγματεύομαι, ἀλλ’ ἠρωτήθην καὶ χθὲς καὶ σήμερον ἐπιμόνως καὶ ἠναγκάσθην νὰ δώσω τὴν διαβεβαίωσιν αὐτήν· ἄλλως τε, εἶναι καὶ μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν κρύπτονται, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐγένοντο γνωστά. Ἐγὼ λοιπὸν δὲν ἦλθα νὰ προκαλέσω, νὰ φέρω πρῶτος μίαν τοιαύτην ἐξήγησιν· δὲν παρουσίασα τὴν τροπολογίαν, ἣν ἐλπίζω ὅτι θὰ δυνηθῶ νὰ φέρω εἰς ἀγαθὸν κατὰ πολὺν ἢ ὀλίγον βαθμὸν, ὥστε καὶ δι’ αὐτῶν τῶν μέσων νὰ ἐπηρεάσω τὴν ψῆφόν σας. Φρονῶ μάλιστα ὅτι ἔχετε πεποίθησιν ὅτι δὲν τὸ ἔκαμα ἵνα ἐπηρεάσω τὴν ψῆφόν σας· ἄλλως, θὰ τὸ ἔκαμνα ἐκ πρωτοβουλίας καὶ θὰ ἐστόλιζα τὴν ὁμιλίαν μου μὲ πολλὰ θέλγητρα, ἵνα ἐπιδράσω εἰς τὴν γνώμην σας. Δὲν ἠξεύρω διατί, βλέπω ὅμως τὴν τάσιν πρὸς τὴν ἀναβολήν· ἀλλὰ σᾶς ἐπαναλέγω, ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ φέρω τροπολογίαν ἤδη, διότι δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμέ· ἐλπίζω νὰ φέρω τοιαύτην καὶ ὄχι καινοτομίαν, ἀλλ’ ἠμποροῦν νὰ ὑπάρξουν βουλευταὶ νὰ τὴν θεωροῦν ὄχι καλὴν ἢ καὶ κακὴν ἀκόμη. Νομίζω δὲ ὅτι προτείνας εἰς τὴν Βουλὴν, ἢ εἰδοποιήσας τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θέλω φέρει τὴν τροπολογίαν, εἶχον τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ δὲν δύναται κᾀνεὶς νὰ μοῦ τὸ ἀμφισβητήσῃ. Εἰς ὅλας τὰς κοινοβουλευτικὰς κυβερνήσεις, εἰς ὅλα ἐν γένει τὰ κοινοβούλια αὐτὰ παρατηρεῖται· δὲν θὰ εὑρεθῇ κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐμποδίσῃ τὴν κυβέρνησιν ἀναγγέλλουσαν ὅτι εἰς τὴν δεῖνα ἀνάγνωσιν θὰ φέρῃ μίαν τροπολογίαν, καὶ νὰ τῆς εἴπῃ, θέλομεν τώρα ἢ ἀναβάλλομεν. Εἰς τοιαύτην θέσιν ἔχθρας δὲν βλέπομεν....
§43ΖΩΧΙΟΣ. Μᾶς παρεξηγεῖτε.
§44ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. — Δὲν βλέπομεν νὰ ὑπάρχουν τὰ πολιτικὰ κόμματα πρὸς τὴν κυβέρνησιν· ἐξ ἐναντίας, βλέπομεν τὸ πνεῦμα τῆς συνδρομῆς, τὸ πνεῦμα τῶν ἀμοιβαίων παραχωρήσεων. Σήμερον εἶπεν ὁ κύριος Λομβάρδος, ὅτι ὅσοι ῥήτορες ἀνέβησαν εἰς τὸ βῆμα ἔφεραν νέα ἐπεχειρήματα· δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τοῦτο, ἀλλὰ νομίζω ὅτι κατὰ τὸ πλεῖστον δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ γνώμη του, ὅταν μάλιστα ἕκαστος ῥήτωρ, ἐρχόμενος εἰς τὸ βῆμα, ἴσως ἴσως δὲν προσθέτει τίποτε περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι εἶπεν ὁ προλαλήσας. Ἀλλὰ τέλος πάντων δέκα ἡμέρας συζητοῦμεν τὸ ζήτημα· εἰδοποιοῦμεν τὴν Βουλὴν ὅτι κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν θὰ φέρωμεν τροπολογίαν· ἂς κάμῃ ἡ Βουλὴ ὅ,τι ἐπιθυμεῖ, καὶ ἂν ἀποῤῥίψῃ ἀπὸ τοῦδε τὴν σύμβασιν, ἂς τὸ κάμῃ. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν τὸ κάμῃ ἐλπίζουσα ὅτι ἡ τρίτη ἀνάγνωσις θὰ φέρῃ μίαν ὠφέλιμον τροπολογίαν, δὲν θὰ ζημιωθῇ τίποτε καὶ θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ψηφοφορήσῃ μὴ ἀποκλειομένη τοῦ νὰ παρατείνῃ τὴν συζήτησιν ὅσον θέλει. Κατὰ τί περιορίζεται λοιπόν; τί κακὸν ἔχει αὐτὴ ἡ πρότασίς μου, ἡ ὁποία δὲν προέρχεται ἀπὸ τὴν θέλησίν μου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν θέλησιν ἄλλων; Ἐὰν θέλετε μάλιστα, συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην ἐκείνων οἱ ὁποῖοι λέγουν νὰ προχωρήσωμεν· αὐτὸ ὅμως δὲν γίνεται, διότι, καθὼς θεωρεῖται τὸ ζήτημα μέγα καὶ πολὺ ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου κατὰ τὴν συζήτησιν, οὕτω εἶναι μέγα καὶ πολὺ καὶ ἐκτὸς τοῦ βουλευτηρίου, ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἐνδιαφέρον διὰ τὰς Τραπέζας. Τοιαῦτα λοιπὸν ζητήματα δὲν ἠμποροῦν νὰ διακόπτωνται καὶ νὰ μένουν μετέωρα, νὰ ἀναβάλωνται δὲ μέχρις οὗ ἤθελον ἀποφασίσει οἱ ἐν τῇ Βουλῇ βουλευόμενοι νὰ τὰ ἐπαναφέρωσιν. Ἐὰν ᾖναι ἀναπόδραστος ἀνάγκη, τὸ ἐννοῶ, ἀλλὰ δὲν τὴν βλέπω· ἔχετε τρεῖς συζητήσεις, τὰς ὁποίας ἠμπορεῖτε νὰ παρατείνετε ὅσας ἡμέρας θέλετε καὶ θὰ γείνουν ψηφοφορίαι, καθ’ ἃς ἕκαστος θὰ εἴπῃ, δέχομαι ἢ ὄχι τὰς τροπολογίας, ἐὰν παρουσιασθοῦν, διότι καὶ τοῦτο ἀβέβαιον. Νομίζω ἑπομένως ὅτι τὰ λεχθέντα παρὰ τῶν προλαλησάντων δὲν πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι πρέπει νὰ δώσῃ τέλος εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν, ὅταν ἐξαντληθοῦν αἱ ἀγορεύσεις ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι ἢ πρόκειται νὰ ἐγγραφῶσι. Κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν ἐλπίζω νὰ φέρω τροπολογίαν.
§45ΖΩΧΙΟΣ. Μᾶς παρεξηγεῖτε· περὶ τῶν ἀγαθῶν σκοπῶν τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχομεν κᾀμμίαν ἀφορμὴν νὰ ἀμφιβάλλωμεν. Μὴ μᾶς νομίζετε τόσον κακούς. Ἀλλὰ τὸ δημόσιον συμφέρον περιχαρακοῦται ἐντὸς 3 τάφρων· αὗται δὲ αἱ τάφροι εἶναι αἱ 3 τῶν νομοσχεδίων συζητήσεις. Ἡ μία τάφρος ἐξεπολιορκήθη· πρὶν δὲ μεταβῶμεν εἰς τὴν δευτέραν, μᾶς φέρετε μίαν νέαν ἰδέαν, καλὴν ἢ κακήν, διὰ τὴν ὁποίαν ἀνθιστάμεθα, ὄχι φοβούμενοι σᾶς, ἀλλ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι νομίζομεν, ὅτι ἤδη ἐνδίδουν. Ἂς μείνωμεν λοιπὸν ἐντεῦθεν τῆς δευτέρας τάφρου, ἕως οὗ σκεφθῆτε. Πράττομεν δὲ τοῦτο, ὄχι διὰ τὴν κυβέρνησιν, ἀλλὰ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπέρχονται τρέχοντες μὲ τὸν σιδηρόδρομον. Ἅμα αὐτοὶ εἶδον ὅτι παρουσιάζονται καὶ βουλευταὶ ἀνθιστάμενοι, ἤρχισαν κἄπως νὰ ἐνδίδουν. Τουλάχιστον τοῦτο φαίνεται. Διὰ τί ἡ κυβέρνησις δὲν μένει ἐντελῶς ἐλευθέρα; Ἔστω ὅτι σήμερον γίνεται ἡ δευτέρα, καὶ αὔριον ἡ τρίτη ἀνάγνωσις· τί κατωρθώθη; Ἡμεῖς σᾶς λέγομεν νὰ μείνητε ἐντεῦθεν τῆς δευτέρας τάφρου, διότι σεῖς ἀντιπροσωπεύετε τὰ δημόσια συμφέροντα· ἀλλ’ ἐκεῖνοι φροντίζουσι μόνον διὰ τὰ ἰδικά των. Ἰδοὺ ἡ διαφορά. Ἂν πράξητε ὅπως ἡμεῖς λέγομεν, παρέχεται περισσοτέρα εὐκολία εἰς τὸ δημόσιον, περισσοτέρα δυσκολία εἰς αὐτούς. Ἐνδέχεται νὰ μᾶς ἀγαποῦν· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν τὸ πιστεύω. Θέλει ὅμως ἡ Βουλὴ νὰ προχωρήσωμεν; ἂς προχωρήσωμεν· ἀλλὰ θὰ πάθωμεν ὅ,τι καὶ εἰς τοὺς σιδηροδρόμους· τοὐτέστι θὰ προβῶμεν στραβὰ καὶ ἀνάποδα. Καὶ ὄντως· εἰς μὲν τὸν πρῶτον σιδηρόδρομον ἐδώκαμεν 15,000,000, εἰς δὲ τὸν δεύτερον ἐπάνω κάτω 16 ἑκατομμύρια. Καὶ ἡ μὲν χρηματικὴ διαφορὰ εἶναι πολὺ μικρὰ, ἀλλ’ ὁ εἷς ἀπὸ τοῦ ἄλλου σιδηροδρόμου μεγάλως διαφέρει καὶ κατὰ τὸ μῆκος καὶ κατὰ τὰς δυσκολίας. Ὅθεν ἢ ἐγελάσαμεν τὸν δεύτερον ἐργολάβον, ἢ μᾶς ἐγέλασεν ὁ πρῶτος ἐργολάβος (θόρυβος). Δὲν ὑποθέτω, κύριε ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, τὸν πρῶτον ἐργολάβον τρελόν· ἀλλ’ ἂν αὐτὸς δὲν ᾖναι τρελὸς, βεβαίως ὁ ἐργολάβος τοῦ δευτέρου σιδηροδρόμου εἶναι δαιμονισμένος. Τοῦτο δὲ ἐξάγεται ἐκ τῶν ὅρων τῆς συγκρίσεως, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μας. Συνέβη δὲ ὅ,τι συνέβη εἰς τοὺς σιδηροδρόμους, διότι ἐσπεύδαμεν. Ἂν ὅμως ἡ Βουλὴ ἐπιμένῃ νὰ προχωρήσωμεν, ἂς προχωρήσωμεν.
§46ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παραδέχομαι πληρέστατα ὅτι αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ἔχουσαι ἀντιπολίτευσιν, δὲν πρέπει νὰ κυττάζωνται μὲ τὸ τουφέκι εἰς τὸ χέρι, ἰδίως εἰς τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι πολιτικά· καὶ ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ βοηθῇ τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἤτοι τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ τὴν Κυβέρνησιν. Καθὼς πολὺ καλὰ εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κύριος Ζωχιὸς, ἡ πρότασις ἡ ἰδική μας εἶναι ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἴπομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, φέρε ἀμέσως τώρα τὴν πρότασιν, ἂν καὶ εἴχομεν καθῆκον νὰ τῆς τὸ εἴπωμεν. Δὲν τῆς τὸ εἴπαμεν λοιπὸν τοῦτο· ἀλλὰ δὲν ἔχει κἀνὲν δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς εἴπῃ, προβῆτε καὶ ψηφίσατε καὶ ἐκφρασθῆτε ἐπὶ ἑνὸς ἀντικειμένου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου σᾶς λέγω ὅτι ἐγὼ δὲν ἐτελείωσα τὰς διαπραγματεύσεις. Ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς εἴπῃ, δὲν εἶναι καιρὸς ἀκόμα, δὲν εἶναι ὥριμον τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ἑπομένως μὴ προχωρεῖτε. Ἤδη τὸ ζήτημα δὲν εἶναι σαφῶς ὡρισμένον, καὶ ὅταν προσκαλοῦμαι νὰ ψηφίσω, πρέπει νὰ ψηφίσω ἐπὶ πραγμάτων ὡρισμένων μέχρις ἐκείνης τῆς στιγμῆς. Τώρα μοῦ λέγουν, καὶ μοῦ τὸ λέγει ἡ Κυβέρνησις, δὲν εἶναι ἀκόμη ὡρισμένον τὸ ἀντικείμενον, δὲν εἶμαι ὥριμος ἀκόμη. Πρέπει λοιπὸν νὰ ψηφίσω ἐναντίον τῆς συνειδήσεώς μου καὶ νὰ φανῶ ὅτι ἐψήφισα δὶς ἀντικείμενα τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζω; Ἰδοὺ τί ὑποβάλλω νὰ τὸ σκεφθῇ μόνος του· ἐγὼ νομίζω ὅτι ἔκαμα καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἓν καθῆκον, ἔθιξα δηλαδὴ.... πῶς νὰ τὸ εἴπω;
§47ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατέδειξα.
§48ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εὐχαριστῶ· κατέδειξα μίαν ἀνακολουθίαν, ἡ ὁποία, νομίζω, εἶναι μεγάλη. Φρονῶ ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις εἰς ὅλα τὰ ζητήματα τὰ μὴ ὑπουργικὰ ἦλθεν εἰς ἀρωγὴν τῆς Κυβερνήσεως· ἡ Κυβέρνησις δὲν πιστεύω νὰ δεικνύῃ τὸ ἴσον πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν. Ἐὰν ἤθελε νὰ πράξῃ τοῦτο, ἤθελεν ἐκτιμήσει τὴν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν κάμνω. Δὲν ἔχω κἀμμίαν δυσκολίαν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, διότι, ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν ἠμπορῶ νὰ συμπεράνω ἄλλο, παρ’ ὅτι οὐδεμίαν ἔχει ἐλπίδα νὰ ἀλλοιώσῃ τὴν παροῦσαν σύμβασιν.
§49ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν θέλω νὰ ἀποφανθῶ ἐὰν ἔχω περὶ τούτου πεποιθήσεις ἢ ὄχι, νομίζω ὅμως ὅτι οὔτε ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου ἄγεται ἐξ ἀνάγκης εἰς τὸ συμπέρασμα τὸ ὁποῖον φέρει. Ἐὰν ἦτον ὥριμος, ὡς ἄλλοτε εἶπεν, εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα, ἐὰν ἤθελε περισσότερον σκεφθῆ καὶ ὁριστικώτερον τὸ σημερινὸν θέμα, ἤθελεν ἰδῆ ὅτι τὸ πρᾶγμα, ὅπως ἐφέρθη παρὰ τῆς κυβερνήσεως, εἶναι λίαν φυσικόν. Ἔπρεπε νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ἡ Τράπεζα, ἡ ὁποία διενοήθη νὰ κάμῃ πρότασίν τινα ἐξ ἀνάγκης, ἔπρεπε νὰ κάμῃ τὴν πρότασιν εἰς τὴν τελευταίαν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἑπομένως ἐκ τούτου νὰ ἐννοήσῃ ὁ κ. Λομβάρδος, ὅτι ὄχι ἐκ τῆς κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐκ τοῦ προτείνοντος προέρχεται ἡ δυσκολία, καὶ ἡ δυσκολία εἶναι εὐλογωτάτη. Καὶ ἤθελεν εἶσθαι μωρὰ καὶ ἀνόητος ἡ Τράπεζα ἐκείνη, ἡ ὁποία ἤθελε φέρει πρότασιν νὰ τροπολογῇ πρὸ· διατί; διότι βλέπει τὴν ἑτέραν Τράπεζαν προτείνουσαν καὶ αὐτὴν, καὶ ἐπιθυμοῦσαν νὰ ἴδῃ, ὅταν θὰ φθάσῃ ἡ τρίτη ἀνάγνωσις, ποία ἔσται ἡ θέσις τῶν πραγμάτων, ἵνα τότε σκεφθῇ καὶ φέρῃ μίαν πρότασιν καὶ μίαν γνώμην. Χθὲς ἀκόμη ἠγέρθη μία ἀπορία, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται μέγα μέρος τῆς ἀποφάσεως καὶ τῆς γνώμης ἑνὸς ἑκάστου· ἠγέρθη ἡ ἀπορία, τί ἐννοεῖ ἡ Ἰόνιος Τράπεζα; ἐννέα ἑκατομμύρια νὰ δανείσῃ τὴν Ἑπτάνησον ἐπὶ ὑποθήκῃ, ἢ μόνον πέντε; Ἴσως ἡ Ἰόνιος Τράπεζα, καθὼς ἐπερίμενε τὴν πρώτην συζήτησιν καὶ κατόπιν ἐλάλησεν οὕτω περιμένει καὶ τὴν μέλλουσαν, ὅπως φέρῃ μίαν τροποποίησιν, διότι τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ σπουδαῖον, καὶ τότε θὰ ἀποφανθῇ καὶ αὐτῆς καὶ θὰ εἴπῃ ὅτι ἀναδέχεται ἐννέα ἢ πέντε ἑκατομμύρια. Ἴσως ὁ κ. Λομβάρδος, ἂν ὄχι διὰ πολιτικοὺς λόγους, ἀλλὰ δι’ οἱονδήποτε νομίζει, ὅτι, ὅπως ἡ πρώτη συζήτησις διήρκεσεν ἐπὶ τόσας ἡμέρας, πρέπει καὶ ἡ δευτέρα καὶ ἡ τρίτη νὰ διαρκέσῃ ἀνὰ δεκαπέντε ἡμέρας. Ἴσως αὐτὸ φρονεῖ ὁ κ. Λομβάρδος, ἀλλὰ τὴν γνώμην αὐτὴν δὲν ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν οἱ διαφερόμενοι διὰ τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν νὰ τὴν ἔχουν ὅλοι· νομίζω ὅμως, καὶ νομίζω ὅτι δικαίως καὶ εὐλόγως αἱ Τράπεζαι αὗται, καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη, περιμένουσι τὴν τρίτην συζήτησιν νὰ ἀποφανθῶσι· πρὸ πάντων ὅμως ἡ Τράπεζα ἐκείνη, ἡ ὁποία διεπραγματεύθη μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἠμπορεῖ εἰμὴ νὰ περιμένῃ τὰς τελευταίας προτάσεις τῆς ἑτέρας καὶ τὰς τελευταίας ἐξηγήσεις. Ἐκτὸς ὅμως τούτου δύναται, παρευρισκομένη καὶ ἀκροωμένη τῶν συζητήσεων, νὰ ἐπιφυλαχθῇ νὰ ἴδῃ διὰ τίνος μέσου δύναται νὰ εὐχαριστήσῃ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, διαφυλάττουσα τὰ συμφέροντά της καὶ εὐεργετοῦσα τὴν κοινωνίαν. Ὄχι, λέγουν, ἀπὸ τοῦδε νὰ φέρῃ ἡ Κυβέρνησις τὰς τροπολογίας αὐτάς· ἀλλ’ ὅμως ἠμπορεῖ νὰ μὴ τὰς φέρῃ.
§50Δ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Προλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι καὶ τὴν τρίτην συζήτησιν δὲν ἠμποροῦμεν αὐθημερὸν νὰ τὴν ψηφοφορήσωμεν, διότι πρέπει νὰ σκεφθῶμεν.
§51ΠΟΛΛΟΙ. Αὐτὸ βέβαια ἐννοεῖται.
§52ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν, βλέπετε, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ἐν τέλει τῆς ὁμιλίας του ὁ βουλευτὴς Ζακύνθου εἶπεν, ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς φυσικῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων καὶ τῆς λογικῆς ἐκτιμήσεως αὐτῶν.
§53Δ. ΡΑΛΛΗΣ.......
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ τὰ εἶπεν αὐτά· δὲν ἐπροσέξατε. Λοιπὸν, κύριοι, θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§55ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, κ. Πρόεδρε.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Ζωχιός.
§57ΖΩΧΙΟΣ. Ἀρχίζω ἀπὸ τὸ παρεμπίπτον· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι εἴμεθα εἰς δημοπρασίαν καὶ ὅτι ἀγορασταὶ εἶναι αἱ δύω Τράπεζαι, ἡ Πιστωτικὴ καὶ ἡ Ἰονική. Ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα, ὡς φρόνιμος, περιμένει νὰ πλησιάσῃ ἡ 12 ὥρα καὶ τότε σκοπεύει κἄτι νὰ προσθέσῃ 5, 6% περισσότερον. Μέχρι ὅμως τῆς ὥρας ἐκείνης δὲν σπεύδει. Τοῦτο δὲ τὸ ἐννοεῖ, καὶ διότι τοῦτο γίνεται καὶ εἰς τὰς δημοπρασίας. Ἀλλὰ τὰ δημόσια συμφέροντα δὲν δημοπρατοῦνται. Περίεργον δὲ εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔρχεται εἰς συμφωνίας μετὰ τοῦ ἑνὸς ἀγοραστοῦ, μετὰ τοῦ ἄλλου δὲ ὄχι· ὁ μὲν ἐκ δεξιῶν, ὁ δὲ ἐξ εὐωνύμων.
§58ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι, κ. Ζωχιὲ, παρακαλῶ· εἶναι πολὺ βαρὺς λόγος αὐτὸς καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ τὸν εἴπητε, διότι εἶσθε μάρτυς τοῦ ἐναντίου καθὼς καὶ ὅλη ἡ Βουλὴ, ὅτι τὴν Ἰόνιον Τράπεζαν ἐγγράφως τὴν προσεκαλέσαμεν πρὸς τοῦτο καὶ ἐν τῇ συμβάσει, ἣν ἐκάμαμεν, τῇ ἀφήκαμεν πᾶσαν ἐλευθερίαν διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς συναγωνισμὸν καὶ ἀπὸ σήμερον, ἂν ἐπιθυμῇ, καὶ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα μέχρι τοῦ 1891. Ἀλλὰ συγχρόνως τῆς ἐστείλαμεν ἔγγραφον πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν καὶ τῆς εἴπαμεν, ὅτι εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ ἀκούσωμεν τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ἤθελε τυχὸν ὑποβάλει. Ἡ δὲ Πιστωτικὴ πρέπει νὰ ἠξεύρετε ὅτι δὲν προσεκλήθη ἀπὸ ἡμᾶς, ἀλλ’ ἦλθεν ἀφ’ ἑαυτῆς, ἡ δὲ Ἰονικὴ, φρονῶ, εὗρεν ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἔλθῃ πρὸς τὴν κυβέρνησιν.
§59ΖΩΧΙΟΣ. Ἄ! τότε εἶναι ἄλλο πρᾶγμα.
§60ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἡ Ἰονικὴ ἐνόησεν ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἔλθῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· ἡ Πιστωτικὴ ὅμως ἦλθε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἰδοῦσα ὅτι ὑπάρχει τι καλὸν παρ’ αὐτῆς, τὸ ἐδέχθη καὶ ἤρχισε νὰ συζητῇ καὶ προσπαθεῖ ὁλονὲν νὰ τὸ βελτιώσῃ.
§61ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ πιστεύω.
§62ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὰ λοιπὸν αὐτὸ εἶναι μία προσβολὴ νὰ μᾶς λέγητε ὅτι τὴν μίαν τὴν ἔχομεν ἐκ δεξιῶν καὶ τὴν ἄλλην ἐξ εὐωνύμων. Ἡ ζῶσα ἱστορία ὅλων τῶν περιστατικῶν, τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέγνωσα, δὲν σᾶς ἐπιτρέπουν νὰ κάμητε τοιαύτας αἰτιάσεις. Ἡμεῖς ἐπεθυμοῦμεν νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Ἰόνιον Τράπεζαν τὸ μονοπώλιον, καὶ δοξασμένος ὁ Θεὸς ὅπου δὲν τὸ ἐδώκαμεν. Ἡμεῖς ἠξεύρομεν τί θὰ ἠκούομεν ἐὰν τὸ ἐδίδομεν· αὐτὴν τὴν πεποίθησιν τὴν ἔχω, καὶ ἀντὶ τὰ πράγματα φαίνονται ἐστραμμένα, πιστεύω θὰ ἐστρέφοντο ἀντιθέτως, ἐὰν ἐδίδομεν τὸ μονοπώλιον κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν Ἰόνιον Τράπεζαν. Ἀλλὰ τὴν Πιστωτικὴν, ὡς σᾶς ἀνέγνωσα, ἐλθοῦσαν εἰς συζήτησιν τὴν ἀπεπέμψαμεν καὶ ἠναγκάσθη νὰ μᾶς γράψῃ μὲ ὕφος τραχὺ καὶ τὴν περιωρίσαμεν. Ὅταν δὲ συνήψαμεν σύμβασιν μετ’ αὐτῆς, τὴν συνήψαμεν, ἀφοῦ προσεφέρθησαν πολλαὶ ἀποδείξεις, αἱ ὁποῖαι συνηγόρησαν ὑπὲρ αὐτῆς. Ἡ Πιστωτικὴ μᾶς εἶπεν ὅτι εἶναι διοικητικὸν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκδίδειν τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ ὅτι διοικητικῶς δύναται νὰ παραχωρηθῇ. Ὑπεστήριξα τὸ ἐναντίον, ὅτι ἐνώπιόν σας πρέπει νὰ ἔλθῃ καὶ σεῖς ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἀπονείμητε· καὶ μετέπειτα, ὅταν ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα μᾶς εἶπεν, ὅτι βλάπτεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, εὕρομεν μέσον συμφερώτερον δι’ αὐτήν. Ὅλα λοιπὸν αὐτὰ ἀποδεικνύουν ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον ὁ λέγων ὅτι μεροληπτοῦμεν καὶ ὅτι ἔχομεν τὴν μίαν ἐκ δεξιῶν, τὴν δ’ ἄλλην ἐξ εὐωνύμων.
§63ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε πρόεδρε, οὔτε ἡ κυβέρνησις ἔχει ἐξ εὐωνύμων τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, οὔτε ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχει αὐτὴν ἐκ δεξιῶν. Ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, ὅτι δηλ. ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα ἀπέφυγε νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἐλησμόνησεν ὁ κ. πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως ὅ,τι εἶπε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτι εὗρεν ἐκκρεμεῖς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ὅπως δὲ μάλιστα κατόπιν ἔγεινε γνωστὸν, ὅτι ἐπρόκειτο ἡ σύμβασις νὰ ὑπογραφῇ, ὅτε τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη εἰδοποίησε τὴν διεύθυνσιν τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ὅτι παρῃτήθη, καὶ ἑπομένως τῇ ἔγραψε νὰ μὴ λάβῃ τὸν κόπον νὰ ἔλθῃ νὰ ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν. Βλέπετε μέχρι ποίου σημείου εἶχον φθάσει αἱ διαπραγματεύσεις μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι εὑρὼν τὰς διαπραγματεύσεις αὐτὰς ἐκάλεσε τὸν διευθυντὴν καὶ τῷ ἔκαμα νέας προτάσεις, προτάσεις, ἃς αὐτὸς δὲν ἐδέχθη· τότε ἀμέσως συνεφώνησα μετὰ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης. Ἀφοῦ ἅπαξ ἐκάματε μίαν σύμβασιν μετὰ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, εἰπέτε με, σᾶς παρακαλῶ, ἐὰν ἦτον ἡ εἴσοδος ἐλευθέρα εἰς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν νὰ ὑπάγῃ νὰ ἀνατρέψῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μία κυβέρνησις συνεφώνησε, παρεδέχθη καὶ ὡς τιμία κυβέρνησις ὤφειλε νὰ τὰ ὑποστηρίξῃ.
§64ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἴδιον καὶ οἱ ἰδιῶται.
§65ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καὶ οἱ ἰδιῶται, μάλιστα.
§66ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ ἴδωμεν λοιπὸν ποῖος ὑπεστήριξε τὴν ὑπογραφήν του.
§67ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Θὰ τὸ ἴδωμεν, κ. πρόεδρε· μὴ ὁμιλεῖτε διφορούμενα...
§68ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ ὁμιλῆτε καὶ σεῖς χωρὶς διφορούμενα καὶ νὰ μὴ παραμορφώνητε τὰ λεχθέντα ἐδῶ.
§69ΚΕΧΑΓΙΑΣ. .. Διότι ὁ ἐπιτηδειότερος τρόπος τῆς συκοφαντίας εἶναι ἐκεῖνος, ὅταν λέγωμεν, ἠξεύρω πολλά, ἀλλὰ δὲν τὰ λέγω. Εἰπέτε τα καθαρὰ, ὄχι ὅμως νὰ λέγητε, θὰ τὰ εἴπωμεν. Λοιπὸν δὲν εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα δὲν κατεδέχθη νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν. Εἶχε προβῆ εἰς διαπραγματεύσεις, εἶχε φθάσει εἰς τὸ σημεῖον τῆς συμβάσεως, ὅταν ἐλθοῦσα ἡ νέα Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι αὐταὶ αἱ προτάσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμε, δὲν μὲ συμφέρουν· θέλω! αὔξησιν κεφαλαίων, θέλω ἐλάττωσιν τοῦ τόκου, θέλω, θέλω. Ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα εἶπεν, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὰ τοιαῦτα. Ἔκαμε μίαν σύμβασιν κατόπιν μετὰ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης· εἶχε πλέον ἐλευθέραν τὴν εἴσοδον ἐκεῖ ἡ Ἰόνιος Τράπεζα ἀπέναντι μιᾶς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία, ἀφοῦ ἔθεσε τὴν ὑπογραφήν της, ὤφειλε νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν σύμβασιν, ἣν ὑπέγραψε μετὰ τῆς Πιστωτικῆς; Νὰ ἤμεθα δίκαιοι, καὶ θὰ ἤμεθα ἄδικοι λέγοντες ὅτι δὲν ἔκαμε τὸ ἴδιον ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα, ὅπερ ἡ Πιστωτική· ἔκαμε τὸ ἴδιον, ἀλλ’ ἀπεῤῥίφθησαν αἱ προτάσεις της.
§70ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐννοῶ, κύριε πρόεδρε, τί ἀπαιτεῖ ὁ κύριος Κεχαγιᾶς ὅταν ἡ μία κυβέρνησις διαδέχεται τὴν ἄλλην· ὁ κύριος Κεχαγιᾶς νομίζει ὅτι ἡ νέα Κυβέρνησις πρέπει νὰ σκέπτηται κατὰ τὴν παρελθοῦσαν. Ἡμεῖς εὕρομεν τόσα ἐκκρεμῆ ζητήματα· ἐὰν ὑπῆρχεν ἡ ὑπογραφή της, ἐχρεωστοῦμεν νὰ σεβασθῶμεν τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς ὡς Κυβερνήσεως· ἅμα δὲν ἦτον ἡ ὑπογραφή της, ἦτον ἀτομικὴ διαπραγμάτευσις. Ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἐνόμιζεν ὅτι μὲ ὀλίγιστα κεφάλαια καὶ ἄνευ ὡρισμένου τόκου ἠδύνατο νὰ κάμῃ καλὸν εἰς τὴν Ἑπτάνησον καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα παραχωροῦσα ἓν μονοπώλιον· ἀλλ’ ἡμεῖς ἐνομίζομεν τοὐναντίον, καὶ ἀπεκρούσαμεν τὰς διαπραγματεύσεις ἐκείνας, ἐπροτείναμεν νέας βάσεις, ἀλλὰ χωρὶς νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα. Ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο περὶ τούτου, κύριε πρόεδρε· ὁ κύριος Ζωχιὸς ὡμίλησε περὶ τῶν γενομένων τώρα ἐνῷ συζητοῦμεν· εἶπεν ὅτι ἡ μὲν Πιστωτικὴ Τράπεζα καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔρχονται εἰς ἐπαφὴν τώρα, ἐνῷ συζητοῦμεν, ἡ δὲ Ἰόνιος δὲν ἔρχεται, καὶ ἐκ τούτου ἠναγκάσθην νὰ ἀπαντήσω. Δὲν ὡμίλησεν ὁ κ. Ζωχιὸς περὶ τοῦ παρελθόντος, δὲν ἠθέλησε νὰ κατακρίνῃ τὸν τρόπον τῶν διαπραγματεύσεων· δὲν ἠννόησε καὶ δὲν ἐδύνατο νὰ ἐννοήσῃ ὅτι ἦτο σφάλμα τῆς νέας Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἔχῃ τὴν αὐτὴν γνώμην μὲ τὴν παρελθοῦσαν· δὲν ἀπήντησεν εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, ἃς ἐκάμαμεν, καὶ εἰς τὰ ἔγγραφα ἐπιλήψιμόν τι, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐπὶ τῶν σήμερον γινομένων βλέπει τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν ἐλθοῦσαν εἰς διαπραγματεύσεις μὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὄχι τὴν Ἰονικὴν, καὶ εἶπε κἄτι τι, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γνώμην μου προσβάλλει τὴν φιλοτιμίαν, ὅτι ἡ μία Τράπεζα εἶναι ἐκ δεξιῶν καὶ ἡ ἄλλη ἐξ εὐωνύμων. Ἐκ τούτου ἠναγκάσθην νὰ ὑπερασπισθῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν ὑπόληψίν της. Αὐτὸ, κύριε Κεχαγιᾶ, εἶναι εὐεξήγητον.
§71ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς τὸ παρεμπίπτον ἔλαβον τὸν λόγον καὶ εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα δὲν παρουσιάσθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ κύριος πρόεδρος εἶπεν, ὅτι εἶναι μία ἡ Κυβέρνησις, συνεχὴς, διαφέρουν ὅμως οἱ ὅροι· οἱ ὅροι τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ἠμπορεῖ εἰς τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν νὰ ἐφαίνοντο συμφέροντες, καὶ εἰς τὴν παροῦσαν νὰ μὴ φαίνωνται συμφέροντες Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ὅρων, ἂν ἦσαν καλοὶ ἢ κακοὶ, ἀλλ’ ἠθέλησα νὰ ἀναιρέσω ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπεν, ὅτι ἡ ἰονικὴ Τράπεζα δὲν παρουσιάσθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ κατέφυγεν ἀλλοῦ.
§72ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τώρα.
§73ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τώρα δὲν δύνασθε πλέον, ἀφοῦ ἐθέσατε τὴν ὑπογραφήν σας· ὀφείλετε νὰ ὑποστηρίξητε τὴν σύμβασιν. Ἦλθετε εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ πότε; ὅταν ἡ Πιστωτικὴ συνῄνεσε, τότε ἤλθετε εἰς συμφωνίας μετὰ τῆς Ἐθνικῆς· ἀλλ’ ἀπῃτεῖτο ἀναγκαίως ἡ συγκατάθεσις τῆς Πιστωτικῆς, ἄλλως, βεβαίως δὲν ἠμπορούσατε νὰ συνάψητε σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς, καὶ ἀφοῦ συγκατετέθη ἡ Πιστωτικὴ, τότε συνήψατε σύμβασιν καὶ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς. Ἐννοεῖτε τώρα ὅτι τότε μόνον ἠδύνατο νὰ συναφθῇ σύμβασις μεταξὺ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἡ Πιστωτικὴ ἐδέχετο τὸν ὅρον νὰ παραιτηθῇ, ὅπως παρητήθη τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπῄτησεν διὰ τὸ πρῶτον βασίλειον. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ὑπάρχει σύμβασις μεταξὺ τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς Πιστωτικῆς, δὲν δύναται ἡ Ἰονικὴ νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν· πρέπει νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Πιστωτικὴν νὰ τὴν εἴπῃ νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ τοῦδε διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς σύμβασιν μετὰ τῆς κυβερνήσεως.
§74ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι ἡ σύμβασίς μας ἀφῆκεν ἀνοικτὸν τῇ Ἰονικῇ τὸ στάδιον· μόνον ἓν ἐμπόδιον ὑπάρχει ἂν ζητῇ μονοπώλιον, ἀλλὰ τοῦτο ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν δὲν δύναται νὰ τὸ ζητήσῃ. Ἂν ὅμως δὲν ἐπιμένῃ εἰς τὸ μονοπώλιον, ὅλην τὴν διαπραγμάτευσίν της ἔχει ἐλευθέραν. Τέλος πάντων ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι ἔκαμε κακὰ νὰ μὴ ἔλθῃ, ἀλλ’ ἀπήντησα εἰς τὸν κύριον Ζωχιὸν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ ἡ Ἰόνιος εἰς τὴν κυβέρνησιν διὰ νὰ τὴν θέσωμεν εἴτε ἐκ δεξιῶν εἴτε ἐξ εὐωνύμων.
§75ΖΩΧΙΟΣ. Ἴσως ἠκούσατε, ὅτι πρὸ αἰῶνος καὶ ἐπέκεινα ἔγεινε τὴν αὐτὴν ἡμέραν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Πορτογαλλίας σεισμὸς, καταποντισμὸς, λεηλασία, ἐμπρησμός. Νομίζω, ὅτι τὸ ἔδαφος τῆς πόλεως ἐκείνης κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἦτο στερεώτερον τοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τίθεμαι ἐγὼ σήμερον, ὅτε ἄρχομαι τοῦ δευτέρου περὶ Τραπεζῶν λόγου μου· τὸ αὐτὸ δὲ μοῦ συμβαίνει πάντοτε, ὅταν ἀναβαίνω τὸ βῆμα τοῦτο. Ὁ κύριος πρωθυπουργὸς εἶπε κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν συμβάσεων, «καὶ τὰς τρεῖς ταύτας συμβάσεις εἰσάγομεν ὡς μίαν σύμβασιν.» Σήμερον δὲ λέγει, δὲν εἶναι μία σύμβασις, ἀλλὰ τρεῖς. Ἦλθον λοιπὸν νὰ ἀναλύσω τὸ πρᾶγμα μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ ἀδιαφορήσω, ἂν μία ἢ πολλαὶ ὑπάρχωσι συμβάσεις, ἂν τὸ ἔδαφος ᾖναι στερεὸν, ἢ ἂν σείεται, μεταβαλλομένων κατὰ πᾶσαν στιγμὴν τῶν προτάσεων. Ἀναγκάζομαι δὲ νὰ παρατείνω τὴν συζήτησιν διὰ τῶν ἀγορεύσεών μου, διὰ νὰ ἀναγκασθῇ ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα νὰ δώσῃ περισσοτέρας παραχωρήσεις εἰς τὸ δημόσιον. Δυστυχῶς ὅμως, ὅταν παλαίω μὲ τὸν κύριον πρωθυπουργὸν, παθαίνω ὅτι ἐπάθαινεν ὁ Θουκυδίδης μὲ τὸν Περικλέα· τὸν νικῶ δηλαδὴ, ἀλλὰ διὰ τῆς δυνάμεως τῶν λόγων του κατορθόνει καὶ πείθει τὴν Βουλὴν, ὅτι αὐτὸς μὲ ἐνίκησε, καὶ διὰ τοῦτο σχεδὸν πάντοτε τὴν παθαίνω. Ἴσως δὲ καὶ σήμερον τὰ αὐτὰ πάθω· ἀλλ’ ὅ,τι μοῦ μέλλει ἂς πάθω. Κατὰ τὸ ἔτος 1872 τὴν 5ην Ὀκτωβρίου πολλοὶ ἔντιμοι καὶ πλούσιοι κύριοι ἀπεφάσισαν καὶ ἔκαμαν τὸ καταστατικὸν μιᾶς ἀνωνύμου ἑταιρίας· τὴν 10 τοῦ αὐτοῦ μηνὸς ἐκδίδεται Β. Διάταγμα καὶ ἐπικυροῖ τὸ συμβόλαιον αὐτό. Τουτέστιν ἐντὸς 5 ἡμερῶν κατώρθωσαν οἱ ἑταῖροι τῆς ἑταιρίας αὐτῆς καὶ τὸ καταστατικὸν αὐτῶν ἐγένετο δεκτὸν, μὲ μόνην μίαν σοφὴν ἐξαίρεσιν, καὶ διὰ τὴν ἐξαίρεσιν αὐτὴν εἶναι ἐπαινετὴ ἡ κυβέρνησις, μὲ τὴν ἐξαίρεσιν δηλαδὴ τῶν γραμματίων. Συστηθεῖσα δὲ ἡ Τράπεζα, ἠδύνατο νὰ ἐργασθῇ, ἠδύνατο δὲ ὅπου εὕρισκε τὸ συμφέρον αὐτῆς νὰ συστήσῃ ὑποκαταστήματα· εἰς τρεῖς μάλιστα ὡρισμένας πόλεις, τὴν Σύρον, τὰς Πάτρας, τὴν Κέρκυραν ἦτον ὑποχρεωμένη ἡ ἑταιρία νὰ συστήσῃ ὑποκαταστήματα ἐντὸς τὸ πολὺ ἓξ μηνῶν ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτῆς. Ἐν τούτοις παρῆλθον μῆνες ὀκτὼ, καὶ οὔτε εἰς τὸ χωρίον μου συνέστη ὑποκατάστημα τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, οὔτε εἰς τὸ χωρίον τοῦ φίλου μου κ. Δ. Δημητριάδου· ἐγὼ δὲ τὸν βεβαιῶ, ὅτι οὔτε θὰ συστηθῇ ποτέ. Ὀρθῶς δὲ ἐλάλησεν ὁ κ. Δημητριάδης εἰπὼν πρὸς τὸν πρωθυπουργὸν, ὅτι δὲν εἶναι μωρὸς νὰ πιστεύσῃ ὅτι θὰ συστήσῃ ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα καὶ εἰς τὴν Εὐρυτανίαν ὑποκατάστημα. Τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν κάνεις δὲν τὴν ἐμπόδιζεν εἰς τὰ ἔργα της. Ἀλλ’ ἅμα αὕτη συνέστη, ἀρχίζει πόλεμον μετὰ τῆς κυβερνήσεως. Ἠκούσατε δὲ ὅτι προέβη καὶ εἰς αὐθαδείας. «Μετά τινας συζητήσεις, λέγει ὁ πρωθυπουργὸς, ἐφθάσαμεν τὴν 2 Νοεμβρίου εἰς τὴν ὑποβαλλομένην σύμβασιν.» Δηλαδὴ, ἔγεινε πάλη, καὶ συνεφωνήθησαν τὰ πράγματα καὶ ἐγένετο ἡ πρώτη σύμβασις. Εἰς ταύτην τὴν σύμβασιν ὁπωσδήποτε βλέπω ὅτι ἡ κυβέρνησις εἶχεν ἀνάγκην χρημάτων, καὶ συγκατετέθη νὰ παραχωρήσῃ προνόμιον διὰ νὰ δανεισθῇ 5,600,000 δραχμῶν· δὲν ἠδυνήθην ὅμως νὰ ἐννοήσω διατί αὐτὰς τὰς παραχωρήσεις τὰς διῄρεσεν εἰς δύω.
§76ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐννοεῖτε ὅτι ἐλάβαμεν χρήματα;
§77ΖΩΧΙΟΣ. Ὄχι.
§78ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐννοεῖτε ὅτι ἐν γένει ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις δύναται νὰ δανεισθῇ αὐτὸ τὸ ποσόν.
§79ΖΩΧΙΟΣ. Μάλιστα. Μὴ μὲ παρεξηγεῖτε, διότι εἶναι μὲν ὁ Διάβολος κακὸς, ἀλλ’ ὄχι τόσον, ὅσον τὸν ὑποθέτουν οἱ ἄνθρωποι (θόρυβος). Ὁ παράδεισος εἶναι διὰ τοὺς πτωχοὺς τῷ πνεύματι· μένει εἰς τὸν ἄνθρωπον νὰ ἐκλέξῃ, ἂν θέλῃ, νὰ καταταχθῇ μὲ τοὺς πτωχοὺς τῷ πνεύματι.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ θέμα, κύριε βουλευτά.
§81ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε. Εἰς τὸ βουλευτήριον τοῦτο πολλοὶ λαλοῦν, ἄλλοι δὲν λαλοῦν, καὶ αὐτοὶ θέλουν νὰ διακόπτουν. Λαλῶ δὲ τώρα ἐγὼ, διότι, καθὼς θὰ σᾶς ἀποδείξω, κἄποιος Διάβολος μὲ βιάζει νὰ λαλήσω, καὶ μολονότι δὲν ἔχω αὐτὴν τὴν ὄρεξιν. — Ἐμάθατε ὅτι ἡ Κεφαλληνία εἶναι εἰς τὸ ποδάρι....
§82ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ αἱ ἄλλαι νῆσοι.
§83ΖΩΧΙΟΣ. Ναί· ἀλλ’ ἡ Κεφαλληνία ἐκδηλοῖ τὸ φρόνημά της ἐκφραστικώτερον.
§84ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ Κεφαλληνία μᾶλλον ὑπὲρ τὰς ἄλλας.
§85ΖΩΧΙΟΣ. Ἔχομεν τρεῖς Τραπέζας, τὴν Ἰονικὴν, τὴν Ἐθνικὴν καὶ τὴν ἤδη ἀναβαίνουσαν, τὴν Πιστωτικήν. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι μέγας δράκων, ἀλλ’ ἂς τὴν ὑποθέσωμεν αὐτὴν ὡς μὴ ἔχουσαν δικαίωμά τι. Ἡ Ἰονικὴ καὶ αὐτὴ πρὸ χρόνων εἶναι συστημένη, ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι καὶ αὐτὴ δὲν ἔχει κἀνὲν δικαίωμα. Τρίτη δὲ Τράπεζα ἔρχεται ἡ Πιστωτικὴ, ἡ ὁποία δὲν ἔχει κἀνὲν δικαίωμα· τουτέστιν ἔχομεν τρεῖς Τραπέζας τάσσω δὲ καὶ τὰς τρεῖς εἰς τὴν αὐτὴν παράλληλον. Ἀλλ’ ἰδοὺ παρουσιάζεται ἡ Ἰονικὴ, ἡ ὁποία ἀλλάζει τὸ ὄνομά της, καθὼς ἀλλάζουν αὐτὸ οἱ δεχόμενοι τὸ μοναχικὸν σχῆμα. Ἀλλάζει λοιπὸν ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα τὸ ὄνομά της καὶ θὰ λέγεται Ἑλληνικὴ Τράπεζα! Ἑλληνικὴ Τράπεζα! Ἑλληνικὴ Τράπεζα! Ἡ Τράπεζα ἡ Ἰονικὴ πρόκειται νὰ ἀποθάνῃ, ἀπέθανεν, ἀνάθεμά την (γέλως).
§86ΚΟΡΙΖΗΣ. Μὰ θὰ ὀνομάζεται Ἑλληνική;
§87ΖΩΧΙΟΣ. Ἑλληνικὴ βεβαίως. Ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα θέλει κατασταθῇ ἀνώνυμος Ἑλληνικὴ Τράπεζα. Λοιπὸν πρόκειται περὶ τῆς Ἑλληνικῆς καὶ ὄχι περὶ τῆς Ἰονικῆς, τὴν ὁποίαν ὁ εἷς τὴν ἐπαινεῖ καὶ ὁ ἄλλος τὴν καταδικάζει· ἐγὼ ὅμως περὶ αὐτῆς οὐδόλως φροντίζω, καὶ τοῦτο μόνον μὲ σκανδαλίζει, ἂν δὲν γείνουν δεκταὶ αἱ προτάσεις της, ὅτι ἡ νέα Τράπεζα ἡ Ἑλληνικὴ δὲν δημιουργεῖται. Ἂν ὅμως δημιουργηθῇ, ἰδοὺ τί σᾶς λέγει· δανείζω καὶ εἰς τοὺς πτωχοὺς καὶ εἰς τοὺς πλουσίους, δανείζω εἰς τοὺς ἐμπόρους, δανείζω εἰς τοὺς γεωργούς, καὶ δανείζω μὲ μακρὰς προθεσμίας, τὸ πολὺ 23 ἐτῶν. Δανείζω μὲ χρεώλυτρον καὶ εἰς ἀνοικτὸν λογαριασμόν, ὄχι ὅπως τὸν ἐννοεῖ ὁ κ. Παραμυθιώτης, ἀλλ’ ὅπως ὅλος ὁ κόσμος τὸν ἐννοεῖ. Δέχομαι δὲ νὰ μετατρέψω τὰ πρὸς ἐμὲ ἀπαιτητὰ χρέη, τὰ πρὸς 8 τοῖς ἑκατόν, εἰς χρεωλυτικὰ χρέη πρὸς 6%. Δανείζω δὲ πρὸς 5 καὶ πρὸς 6% εἰς τοὺς γεωργοὺς καὶ πρὸς 7% εἰς τοὺς ἐμπόρους. Ἠκούσατε τὴν κωμῳδίαν τοῦ Ξηνταβελόνη; Τοῦ κατηγοροῦσαν τὸν γαμβρόν του, ἀλλ’ αὐτὸς ἐφώναζε, χωρὶς προῖκα, χωρὶς προῖκα θὰ μοῦ πάρῃ τὴν κόρην (γέλως). Ἠμπορεῖς νὰ γείνῃς καὶ ζήτουλας, λέγει ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα, καὶ σιγὰ σιγὰ νὰ ἀποδώσῃς τὸ χρέος σου. Ἡ Πιστωτικὴ δὲ σοῦ λέγει, δὲν δανείζω εἰς τοὺς πτωχούς. Ἀλλ’ ἐγὼ ποῦ εἶμαι πτωχός, ποῦ ἀντιπροσωπεύω πτωχούς, πῶς νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ μιᾶς Τραπέζης, ἡ ὁποία σκοτώνει τοὺς πτωχούς; Ἐγώ, λέγει ἡ Πιστωτική, δανείζω εἰς τοὺς πλουσίους δι’ ὀλίγον χρόνον, εἰς ἐμπόρους καὶ μὲ ὑπογραφὰς ἐμπόρων. Ἀλλά, κύριε πρωθυπουργέ, εἶναι δυνατὸν νὰ προτιμήσω τὴν Πιστωτικὴν ἀντὶ τῆς Ἰονικῆς, ἤτοι ἀντὶ τῆς νέας Ἑλληνικῆς; Καὶ χωρὶς τούτου ὅμως, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποθάνῃ ἡ Ἐθνικὴ καὶ νὰ παρουσιασθοῦν αἱ λοιπαὶ αἱ δύω, ἡ Ἰονικὴ καὶ ἡ Πιστωτική, ποίαν ἠθέλατε προτιμήσει; Σᾶς βεβαιῶ ὅτι μήτε ἡ ψῆφός σας θὰ ἦτον ἀσφαλής· θὰ τὴν ἐδίδατε ὑπὲρ τῆς Ἰονικῆς. Διατί; διότι δανείζει πρὸς 5% εἰς τοὺς πτωχοὺς μὲ μακρὰς προθεσμίας.
§88ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν μοῦ ἐτέθη ποτέ, οὔτε τὸ θέτω, οὔτε τίθεται, διότι δὲν πρόκειται μία Τράπεζα νὰ ἀναιρέσῃ τὴν ἄλλην· αἱ ἐργασίαι τῆς μιᾶς εἶναι διαφορετικαί, καὶ τῆς ἄλλης διαφορετικαί· καὶ αἱ δύω θὰ συνυπάρξουν καὶ θὰ βελτιωθοῦν διὰ τῆς μιᾶς αἱ ἐργασίαι τῆς ἄλλης. Δὲν θὰ φύγῃ ἡ ἄλλη.
§89ΖΩΧΙΟΣ. Ἂς φύγῃ· τί μὲ μέλει; εἴτε φύγει, εἴτε δὲν φύγει μοῦ εἶναι ἀδιάφορον· φθάνει νὰ δανείζῃ ἡ ἄλλη ἡ μένουσα ἐμὲ τὸν πτωχὸν καὶ ἐδῶ κεῖται τὸ ζήτημα. Ἐμένα δὲν μοῦ δανείζει ἡ Ἐθνική, ὄχι διότι εἶμαι ἀνάξιος πίστεως, ἀλλ’ ἐνώπιον τῆς Τραπέζης αὐτῆς εἶμαι μηδέν. Λοιπὸν θέλω τὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία δανείζει εἰς τοὺς πτωχούς. Ἡ Ἰονικὴ δὲ δὲν θὰ φύγῃ.
§90ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διατί δὲν θὰ δανείζει λοιπόν;
§91ΖΩΧΙΟΣ. Ἠξεύρετε διατί; πολλάκις εἴπατε καὶ σεῖς... ἀλλά· ἔχει καὶ ἐκείνη τὸ ἀλλά της. Ἠξεύρετε δὲ τὸ ἀλλὰ αὐτὸ ποῖον εἶναι; τὸ προνόμιον.
§92ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν τὸ ἐξετάζετε καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν.
§93ΖΩΧΙΟΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ φέρω τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἁπλουστέραν αὐτοῦ μορφήν. Ἔκαμα μίαν ὑπόθεσιν ὅτι ἀπέθανεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα· ποίαν θὰ ἐκλέξετε ἐν τῇ τοιαύτῃ ὑποθέσει ἐκ τῶν ὑπολοίπων δύω; Τότε ἤθελον συγχωρήσει τὴν κυβέρνησιν, ἐὰν εἶχε δικαίωμά τι ἡ Πιστωτικὴ πηγάζον ἐκ τοῦ νόμου. Δύναται αὕτη νὰ ἐμπορεύεται, στηριζομένη ποῦ; εἰς τὸ Διάταγμα, τὸ ἐκδοθὲν περὶ αὐτῆς. Κἀνὲν ἄλλο δικαίωμα δὲν ἔχει. Κατὰ τὴν σύγκρισιν λοιπὸν αὐτήν, δὲν ἀρνεῖσθε Τράπεζαν συμφέρουσαν εἰς μόνους τοὺς Ἑπτανησίους, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἄλλους Ἕλληνας. Ἐγὼ δὲ ἤθελα νὰ κάμω μίαν πρότασιν· νὰ παραιτηθῶμεν ὅλοι οἱ Ἑπτανήσιοι βουλευταὶ καὶ νὰ ἐκτεθῶμεν εἰς νέας ἐκλογὰς, καὶ οἱ μὲν νὰ εἴπωμεν, ὅτι συνηγοροῦμεν ὑπὲρ τῆς μιᾶς Τραπέζης, καὶ οἱ ἄλλοι ὑπὲρ τῆς ἄλλης....
§94ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ ἤθελα συνηγορήσει ὑπὲρ τῶν δύω.
§95ΖΩΧΙΟΣ. Μεταξὺ τῶν θεολογούντων, τῶν φιλοσοφούντων ἀνεφύη τὸ πάλαι τὸ ἀκόλουθον ζήτημα· (ἐξέρχομαι τοῦ προκειμένου διότι δὲν μὲ ἀφίνουν, ἀλλὰ μὲ διακόπτουν· ἐγὼ ὅμως εὐχαριστοῦμαι, διότι παίρνω φωτιὰ) ποῖον εἶναι ἀπὸ τὰ δύω γένη τὸ τελειότερον, τὸ ἄρσεν ἢ τὸ θῆλυ; Οἱ μὲν φιλοσοφοῦντες ἔλεγον, ὅτι εἶναι τὸ ἄρσεν, οἱ δὲ θεολογοῦντες ἔλεγον, ὅτι ὁ Θεὸς ἐπῆρε χῶμα διὰ νὰ δημιουργήσῃ τὸ ἄρσεν, διὰ δὲ τὸ θῆλυ ἔλαβε μίαν πλευρὰν τοῦ Ἀδάμ. Καὶ ταύτην μὲν τὴν συζήτησιν τὴν ἐννοῶ, τοὐτέστιν ἐννοῶ τὸ νὰ φιλονεικῇ τις ποῖον, τὸ ἄρσεν ἢ τὸ θῆλυ γένος εἶναι τὸ τελειότερον; ἀλλὰ δὲν καταλαμβάνω τὸ νὰ διϊσχυρίζεταί τις ὅτι εἶναι τὸ ἀρσενικοθήλυκον, τὸ ἑρμαφρόδιτον. Ὑπάρχουν ζῶα τοιαῦτα, ἀλλὰ ἀνάγονται εἰς τὴν κατωτάτην τῆς δημιουργίας τάξιν. Ἐννοῶ προσέτι τὴν γνώμην τὴν ὑπὲρ καὶ τὴν κατὰ, ἀλλὰ τὴν ὑπερκατὰ δὲν τὴν καταλαμβάνω· δὲν ἐννοῶ δηλαδὴ τὴν γνώμην τὴν ἑρμαφρόδιτον.
§96ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Τὸν συναγωνισμὸν θέλομεν.
§97ΖΩΧΙΟΣ. Θέλετε τὸν συναγωνισμόν; Διατί λοιπὸν λέγετε πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, αὐξήθητι, πληθύνθητι, κρατύνθητι;
§98ΦΛΕΣΣΑΣ. Κύριε ἐλέησον!
§99ΖΩΧΙΟΣ. Δυστυχῶς ἐγὼ δὲν ἔμαθον τὸ κύριε ἐλέησον· εἰς τὰς κλίμακας τῶν ὑπουργείων, εἰς τὰς θύρας τῶν ὑπουργείων δὲν ἐπῆγα ποτέ.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτὰ, εἰς τὸ θέμα.
§101ΖΩΧΙΟΣ. Εἶπον καὶ προηγουμένως, ὅτι ἢ πρέπει νὰ λαλοῦν οἱ κύριοι, ἢ πρέπει νὰ σιωποῦν, καὶ ὄχι νὰ διακόπτουν. Καὶ ἐδῶ τὸ ἑρμαφρόδιτον; Ἐννοῶ τὴν πάλην μεταξὺ τῆς Ἰονικῆς καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δὲν ἐννοῶ τὴν ἐπέμβασιν τῆς Πιστωτικῆς. Ἡ μόνη συγχωρημένη ἐπέμβασις εἶναι νὰ εἴπῃ αὕτη· ἦλθον καὶ ἐγὼ εἰς τοὺς κόλπους τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐξ ἀνατολῶν, θὰ διαθέσω 5,600,000 δραχμὰς, νὰ ἠμπορῇ νὰ δανείζεται πᾶσα Ἑλλ. κυβέρνησις, θὰ σᾶς δανείζω δὲ μὲ τόσον τοῖς ἑκατὸν. Τοῦτο δὲ δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, διατί τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα δίδονται εἰς αὐτὴν, εἶναι κομμένα εἰς δύω. Ἀπ’ ἐδῶ ἡ Ἑπτάνησος, ἀπ’ ἐκεῖ ἡ πρώτη Ἑλλάς (θόρυβος). Συγχωρεῖται ἐν πρώτοις εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ ἐν ταῖς Ἑπτὰ νήσοις τῆς πρῴην Ἰονίου πολιτείας τραπεζικὰ γραμμάτια. Κατωτέρω δὲ λέγει ἡ σύμβασις· «ὑπὸ τοὺς ἀνωτέρω ὅρους χορηγεῖται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Γενικὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν νὰ ἐκδίδῃ καὶ κυκλοφορῇ τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην ἐπαρχίαν τῆς Ἑλλάδος.» Ἀλλὰ διατί δὲν συγχωνεύετε εἰς ἓν τὰς δύω παραχωρήσεις; Ἠξεύρετε διατί; Ἠθέλησαν νὰ προσφέρουν δύω ῥουσφέτια· διὰ μὲν τοῦ ἑνὸς τῆς δίδουν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ 10 δραχμῶν γραμμάτια εἰς τὴν Ἑπτάνησον, διὰ δὲ τοῦ ἄλλου πάλιν τῆς παραχωροῦνται τὰ αὐτὰ διὰ τὴν Ἑλλάδα. Καὶ διὰ μὲν τὴν Ἑπτάνησον εἶναι ἐλαφρότεροι οἱ ὅροι, βαρύτεροι δὲ διὰ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ ἤδη δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Πρόκειται δὲ, τί καλὸν ἔκαμεν ἡ Τράπεζα ἡ Πιστωτική; Ἠνάγκασε τὴν Ἐθνικὴν νὰ ἐξαπλωθῇ παντοῦ, καὶ εἴτε ἐξηπλώθη εἴτε μὴ εἰς τὴν Εὐρυτανίαν, ἀδιάφορον, ἀλλ’ ἴσως ἐξαπλωθῇ αὔριον. Ἔχετε εἰς τὴν Εὐρυτανίαν σεῖς ὑποκατάστημα;
§102Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μάλιστα.
§103ΖΩΧΙΟΣ. Ἆ, δι’ αὐτὸ εἶχες τόσην ῥητορείαν, διότι σοῦ λέγουν νὰ χάσῃς καὶ ὅ,τι ἀπέκτησες. Ἀνέπτυξε δὲ τὰ περὶ ἐξαπλώσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὁ βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς πλατύτερον, τελειότερον δὲ ὁ κ. Δημητριάδης, ὅστις εἶπε, δὲν εἶμαι τόσον κουτὸς, ὥστε νὰ πιστεύσω αὐτὰ ὅπου μοῦ λέγετε. Σᾶς εἶπε δὲ ὁ κ. βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ὅτι πρέπει νὰ σταθμίσητε τοῦτο, ἂν διὰ τὸ κέρδος τῶν 250,000, τὰς ὁποίας θὰ λάβετε ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, πρέπει νὰ θυσιάσετε τὰς ἐπαρχίας. Ἡ κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ τὸ συμφέρον τῶν ἐπαρχιῶν ὑπὲρ τὸ ἐφήμερον τῆς κυβερνήσεως, εἴτε δὲ ἤμην εἰς τὴν θέσιν τοῦ κ. Δημητριάδου εἴτε μὴ, ἤθελον προτιμήσει τὸ συμφέρον τῶν ἐπαρχιῶν. Κύριοι, ἡ πρωτεύουσα ἀποῤῥοφᾷ τὸ πᾶν καὶ τυραννεῖ τὰς ἐπαρχίας· καὶ πρὶν ἐξυπνήσουν αἱ ἐπαρχίαι καὶ ἀποτινάξουν τὸν ζυγὸν τῆς πρωτευούσης, μὴ περιμένετε κἀνὲν καλὸν εἰς τοῦτον τὸν τόπον (θόρυβος). Λοιπὸν οὕτω πως ἐξεταζομένου τοῦ πράγματος, νομίζω ὅτι ἡ Πιστωτικὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὰ πράγματά μας, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ μένῃ ἥσυχος, διότι δὲν δανείζει εἰς τοὺς πτωχοὺς καὶ μὲ μακρὰς προθεσμίας, καὶ τόσον εὐθηνὰ, διότι ἡ Ἐθνικὴ εἶναι ἐξηπλωμένη, καὶ ἂν ἐπέμβῃ ἡ Πιστωτικὴ, ἡ Ἐθνικὴ θὰ περιορισθῇ εἰς μόνον 22 καταστήματα. Σᾶς εἶπον δὲ ὅτι τὴν πρώτην σύμβασιν μετὰ τῆς Πιστωτικῆς κάπως τὴν ἐννοῶ, τὴν δευτέραν ὅμως δὲν τὴν ἐννοῶ ποσῶς, καὶ προκαλῶ τὴν κυβέρνησιν νὰ μοῦ ἐξηγήσῃ διατί ἐβιάσθη νὰ κάμῃ τὴν δευτέραν ταύτην σύμβασιν; καὶ ποῖον εἶναι τὸ δημόσιον συμφέρον, ἢ τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ; Τί τῆς δίδετε; Περιορίζει τὸ δάνειον, τὸ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· τὰ γραμμάτιά της γίνονται ὑποχρεωτικά· ἓν ἑκατομμύριον δεκαδράχμων γραμματίων ἀσχέτως πρὸς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, καὶ τὸ μέγα κακὸν εἶναι ὅτι τὰ γραμμάτιά της εἶναι ὑποχρεωτικά. Παρακαλῶ τὴν κυβέρνησιν νὰ μοῦ ἐξηγήσῃ τὴν αἰτίαν αὐτῆς τῆς νέας συμβάσεως. Ἂν τὸ ἐννοῆτε, δόσατέ μοι μίαν ἀπόκρισιν, ἂν δὲν τὸ ἐννοῆτε, ἀφήσατέ με νὰ ἦμαι ἐν ἀπορίᾳ. Λόγον δὲν ἔχει ἡ δευτέρα σύμβασις, καὶ δι’ αὐτὸ δύναμαι νὰ τὴν ὀνομάσω ἀπόκρυφον χωρὶς νὰ βλασφημήσω.
§104ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Συνήνεσεν ἡ Τράπεζα.
§105ΖΩΧΙΟΣ. Συνήνεσε δηλαδὴ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ περιορίσῃ εἰς 22 τὰ ὑποκαταστήματά της καὶ νὰ μείνῃ εἰς τὸ σκότος ὁ φίλος μου ὁ Δημητριάδης (θόρυβος). Ἐξ ὅλων τῶν Ἑλλήνων μόνοι οἱ Μωραΐται εἶχον καὶ τὸ πάλαι καθὼς καὶ τώρα περισσότερον νοῦν. Ἐξεπολιόρκησαν δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις τὰς Πλαταιὰς καὶ ἠνάγκασαν τοὺς πολιορκουμένους νὰ παραδοθῶσιν εἰς τὴν διάκρισιν δικαστηρίου Σπαρτιατῶν (θόρυβος).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ δὲν εἶσθε εἰς τὸ θέμα· αὐτὰ εἶναι ἱστορία.
§107ΖΩΧΙΟΣ. Νὰ σᾶς δώσω τὴν ἀπάντησιν εὐθύς· μὲ συγχωρεῖτε, κύριε πρόεδρε. Πρό τινων ἡμερῶν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης σᾶς ἀνέγνωσε τὴν βίβλον τῆς γενέσεως Φωτομάρα τινὸς διὰ νὰ εὑρεθῇ τίνος εἶναι συγγενὴς, τοῦ Γεωργιάδου ἢ τοῦ Πλαπούτα, καὶ οὐδεὶς τὸν ἐμπόδισεν. Ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ὑπουργὸς, ἐγὼ εἶμαι σκλάβος;
§108ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λοιπὸν οἱ Πλαταιεῖς;
§109ΖΩΧΙΟΣ. Παρεδόθησαν εἰς τοὺς ἐκ Σπάρτης δικαστὰς καὶ ὑπερασπίζοντες ἑαυτοὺς ἤρχισαν ἀπὸ τοὺς προγόνους. «Οἱ πρόγονοί μας, ἔλεγον, καὶ οἱ πρόγονοί σας ἔκαμον τέρατα καὶ σημεῖα. Τοὺς ἀπαντοῦν οἱ Μωραΐται· τί τὰ θέλετε αὐτά; Εἴπατέ μας τί καλὸν ἐκάματε εἰς τὴν Σπάρτην εἰς τὸν πόλεμον τοῦτον, καὶ ἀφήτατε τοὺς προγόνους.» Τοῦτο θέλομεν νὰ μᾶς εἴπῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις, παρατρέχουσα τὰ ἄλλα· θέλομεν νὰ μᾶς εἴπῃ τί ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐκέρδησεν ὁ λαὸς, τί ἐκέρδησεν ἡ Πιστωτικὴ, τί ἐκέρδησεν ἡ Ἐθνικὴ, τί ἐκέρδησε τὸ δημόσιον. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω τίς ἡ αἰτία τῆς δευτέρας συμβάσεως. Λέγω πρὸς τούτοις, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ καταλάβω ποῖον σύστημα παραδεχόμεθα. Σοῦ ὁμιλοῦν περὶ τοῦ μονοπωλίου· τέλος πάντων λέγεις, ἰδοὺ τί προτιμοῦν. Ἀλλ’ αἴφνης κατόπιν σοῦ λέγουν ἀλλὰ· αὐτὸ δὲ τὸ ἀλλὰ σημαίνει, ὅτι εἴμεθα ὑπὲρ τῶν πολλῶν Τραπεζῶν. Ἀλλὰ πολλοὶ σοῦ λέγουν, ναὶ μὲν εἴμεθα ὑπὲρ τῶν πολλῶν Τραπεζῶν, ἀλλὰ δὲν θέλομεν τὸ πολλαπλοῦν αὐτῶν εἰς τὴν Ἑπτάνησον, διότι αἱ πολλαὶ Τράπεζαι φέρουν πολλὰ κακά. Θέλετε λοιπὸν τὸ μονοπώλιον ἀλλ’ εἰς μόνην τὴν Ἑλλάδα, εἰς δὲ τὴν Ἑπτάνησον δέχεσθε δύω Τραπέζας. Εἶναι καλὸν τὸ μονοπώλιον; νὰ τὸ δεχθῶμεν· εἶναι καλὸν τὸ πολλαπλοῦν; νὰ τὸ δεχθῶμεν. Σεῖς ὅμως εἰς μὲν τὴν ἄλλην Ἑλλάδα κηρύσσετε τὸ ἀπόλυτον μονοπώλιον, εἰς δὲ τὴν Ἑπτάνησον δέχεσθε καὶ δὲν δέχεσθε τὸ προνόμιον, λέγοντες, ἀφαιροῦμεν τὰς τρίχας τὰς μαύρας, διότι εἶναι πονηραί, ἀφαιροῦμεν τὰς τρίχας τὰς λευκὰς, διότι δὲν εἶναι ἀρεσταὶ, καὶ ἰδοὺ ἡ κεφαλὴ τοῦ συστήματος, ψιλὴ, γυμνή. Πάλιν θὰ εἴπω μίαν ἱστορίαν καὶ θὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὸν πρόεδρον. Ἠρώτησαν τὸν Λυκοῦργον, διατί δὲν ἔκαμεν εἰς τὴν Σπάρτην δημοκρατίαν; αὐτὸς δὲ ἀπεκρίθη, κάμε πρῶτον εἰς τὸν οἶκόν σου δημοκρατίαν καὶ ἔπειτα τὴν εἰσάγεις εἰς τὴν πόλιν. Τὸ αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ· θέλετε τὸ πολλαπλοῦν τῶν Τραπεζῶν; δεχθῆτε αὐτὸ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἔπειτα φέρετέ το εἰς τὴν Ἑπτάνησον.
§110ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μία Ἑλλὰς εἶναι.
§111ΖΩΧΙΟΣ. Εἶναι δύω, εἶναι δύω καὶ ἡ ἀπόδειξις εἶναι ὅτι καὶ αἱ συμβάσεις εἶναι δύω· καὶ τὸ μὲν ἓν μέρος εἶναι διὰ τοὺς κουτοὺς Ἑπτανησίους....
§112ΛΑΠΑΣ. Μὴ κάμνετε τοιαύτας διαιρέσεις.
§113ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ εἶναι καραγκιόζικα.
§114ΖΩΧΙΟΣ. Καραγκιόζικα, κ. Ἡλιόπουλε; Ἀλλ’ ἐγὼ σοῦ ἀποκρίνομαι ὅπως ἀπεκρίθη ὁ Διογένης εἰς τὸν εἰπόντα, «καταγελῶσί σου, ὦ Διόγενες, εἰπὼν, ἐγώ οὐ καταγελῶμαι. Ὑπάρχει ἕτερόν τι, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, σπουδαιότατον, καὶ μετὰ ταῦτα πρὸς ὥραν θὰ παύσω. Ἡ Τράπεζα ἡ Ἰονικὴ δὲν ἀνεμίχθη ποτὲ εἰς τὰ πολιτικὰ, τοῦτο ἐβεβαίωσε καὶ ὁ κ. Μακρῆς· ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν τὸ πρᾶγμα ἀνάποδα. Ἡ Τράπεζα ἡ Πιστωτικὴ καὶ πρὶν γεννηθῇ ἐπενέβη εἰς τὰ πολιτικά· ἰδοὺ δὲ νέος καὶ μέγας κίνδυνος. Δεῦτε δὲ σεῖς οἱ θιασῶται τῆς μιᾶς μόνης ἐκλογικῆς ψήφου νὰ τὴν πολεμήσητε.
§115ΜΑΚΡΗΣ. Πῶς παρενέβη; τοὐναντίον ἔφερε τόσα καλὰ, ἔφερε σιδηροδρόμους καὶ τόσα ἄλλα.
§116ΖΩΧΙΟΣ. Ὤ ἀφήσατε αὐτοὺς τοὺς κακομοιριασμένους σιδηροδρόμους. Ἰδοὺ οἱ σιδηρόδρομοι ἔγειναν καὶ τρέχει. Ἐγὼ δύναμαι νὰ σοῦ ἀποδείξω ἀληθὲς ὅ,τι λέγω περὶ τῆς Πιστωτικῆς. Ἡ Πιστωτικὴ καὶ πρὶν γεννηθῇ παρενέβη εἰς τὰ πολιτικά. Ἡ Πιστωτικὴ εἶναι ὁ Ἡρακλῆς, ὅστις ὅταν ἦτον εἰς τὴν κούνιαν ἔπνιξε τοὺς δύω δράκοντας· ἀφήσατε νὰ ἐξαπλωθῇ ἡ Πιστωτικὴ, καὶ τότε βλέπετε τί θὰ πάθουν αἱ ψῆφοι τοῦ λαοῦ, αἱ ψῆφοί σας.
§117ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν σκοπεύω νὰ παρατείνω πολὺ τὸν λόγον μου, τοὐλάχιστον τόσον, ὅσον ἠδυνάμην νὰ τὸν παρατείνω ἀγορεύων πρώτην φορὰν εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν. Ἡ συζήτησις ὅσον καὶ ἂν νομίζωσί τινες ὅτι ἐξηντλήθη, πόῤῥω τούτου ἀπέχει. Ἐπαναλέγω ὅ,τι εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι 17 ῥήτορες ἀνέβησαν ἤδη τὸ βῆμα, τινὲς δὲ ἐκράτησαν αὐτὸ ἐπὶ μίαν καὶ ἄλλοι ἐπὶ δύω συνεδριάσεις· ὅσον ὅμως καὶ ἂν ἐπρόσεξα δὲν ἤκουσα δύω ἐκ τῶν ῥητόρων τούτων νὰ συζητήσωσι τὸ θέμα ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἔποψιν καὶ νὰ ἐπαναλάβωσι τὰ αὐτὰ ἐπιχειρήματα· τοσοῦτον εὐρὺ εἶναι τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Ἐκ δευτέρου λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, θὰ περιορισθῶ εἰς ὀλίγας μόνον παρατηρήσεις πρός τινας ἐκ τῶν κατὰ τῆς γνώμης μας ἀγορευσάντων. Πρῶτος καθ’ ἡμῶν ἠγόρευσεν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργός. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως νὰ τὸν ἀφήσω τελευταῖον καὶ νὰ κάμω πρότερον τὰς παρατηρήσεις μου πρὸς τοὺς ἄλλους ἀντιφρονοῦντας. Θὰ τὸ νοστιμευθῇ καὶ ὁ ἴδιος, πιστεύω, νὰ μείνῃ τελευταῖος, ἤγουν μόνος ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης, διότι μόνος ἐπ’ αὐτοῦ ἄχρι τοῦδε ἐπάλαισε, τοὐλάχιστον ὅσον ἀποβλέπει τὴν Κυβέρνησιν, μόνος ἐκ τῶν κυρίων ὑπουργῶν ἔλαβε τὸν λόγον καὶ ἐπανειλημμένως ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ὅπως δὲ ἐξοφλήσω τοὺς λογαριασμούς μου μὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ μείνῃ ἀνοικτὸς μόνος ὁ λογαριασμὸς μὲ τὸ ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀπευθύνω μίαν παρατήρησιν πρὸς τὸν ὑπουργὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἁρμόδιος ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν· ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐρωτήσω τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τί παρίσταται ἐδῶ κατὰ τὴν δεκαήμερον ἢ δωδεκαήμερον ταύτην συζήτησιν ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸν κλάδον, τὸν ὁποῖον διευθύνει, ἐπὶ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη του εἶναι γνώμη αὐθεντίας, ἐπὶ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὤφειλε νὰ δώσῃ αὐτὸς διασαφήσεις εἰς τὴν Βουλήν; διότι εἶναι ζήτημα τοσοῦτον ἀμφισβητήσιμον, καὶ τοσαῦτα ἐπιχειρήματα καὶ ἀπὸ τοὺς μὲν καὶ ἀπὸ τοὺς δὲ ἀνεπτύχθησαν καὶ ἀπὸ εἰδικοὺς ἀνθρώπους. Μᾶς ἐξήγησε τὸν σκοπόν του, μᾶς ἐδήλωσεν ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου διεφώνησεν ὁ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸ ὑπουργεῖον, τοῦτο μᾶς τὸ εἶπεν ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐσιώπησεν. Ἀλλὰ καὶ ἄνευ τῆς σιωπῆς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἡ διαβεβαίωσις τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἦτον ἀρκετή.
§118ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι· ὅταν κατεκρίνατε ὅτι ὁ κύριος Χρηστίδης ἄλλοτε εἶχεν ἀλλοίαν γνώμην, σᾶς εἶπον ὅτι τὸ παρὸν ἔργον εἶναι ἔργον κυβερνητικὸν, εἶναι ἔργον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἠμπορεῖ τις τῶν ὑπουργῶν νὰ διαφωνῇ, οὐχ ἧττον τὸ ἔργον τὸ κυβερνητικὸν δύναται νὰ προβῇ, ἐκτὸς ἂν θέλετε νὰ συζητήσετε τὸ ζήτημα, ὅτι ἔπρεπε νὰ παραιτηθῇ.
§119ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔστω, ἂν καὶ οὕτω μετακινεῖται τὸ ἔδαφος, ὡς λέγει ὁ κύριος Ζωχιός. Ἐγὼ τότε, ὅτε ἀνεγίνωσκεν ὁ κύριος Κεχαγιᾶς τὰς ἀγορεύσεις τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Χρηστίδου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐκ τῶν ὁποίων προκύπτει, ὅτι διαφωνεῖ διαῤῥήδην μὲ τὴν πρότασιν, καὶ ἐγὼ ἀντελήφθην ὅ,τι πάντες, ὅτι καὶ σήμερον τὰ αὐτὰ φρονεῖ. Ἐκράτησα σημείωσιν εἰς ὅσα τότε εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ἔστω, ὡς σήμερον λέγει ὁ κύριος Πρωθυπουργός, ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠμπορεῖ νὰ διαφωνῇ. Ἴσως τῷ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ τηρήσῃ τὴν θέσιν του ὡς ὑπουργὸς, κατὰ τὴν ἰδέαν του, οὐχὶ κατὰ τὴν ἰδικήν μου, (διότι κατὰ τὴν ἰδικήν μου ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς, ὅταν διαφωνῇ ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος, ὀφείλει νὰ ἐκφράσῃ τὴν διαφωνίαν του, καὶ μάλιστα ὅταν διαφωνῇ ἐπὶ ἑνὸς τόσον σοβαροῦ ζητήματος)· ἀλλὰ κατὰ τὴν ἰδέαν του ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠμπορεῖ νὰ κρατήσῃ τὴν θέσιν του ὡς ὑπουργὸς, καίτοι διαφωνῶν. Προχωρῶ ὅμως ὡς βουλευτὴς πρὸς βουλευτὴν καὶ τοῦ λέγω· ἤγγικεν ἡ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν σοὶ ἐπιτρέπεται πλέον νὰ τηρήσῃς σιωπὴν ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον τίθεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θὰ ἐκφράσῃς τὴν γνώμην διὰ τῆς ψήφου σου, ἀλλ’ ἡ ψῆφός σου δὲν παριστάνει τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργοῦ, ἀλλὰ τὴν γνώμην τοῦ βουλευτοῦ. Τὴν θέσιν σου, ὡς ὑπουργοῦ, ἠμπορεῖς νὰ τὴν χρεωστῇς εἰς τὴν θέσιν σου, ὡς βουλευτοῦ, ἀλλὰ τὴν θέσιν σου ὡς βουλευτοῦ δὲν τὴν χρεωστεῖς εἰς τὴν θέσιν σου, ὡς ὑπουργοῦ· οἱ ἐντολεῖς σου σὲ ἔστειλαν ὡς βουλευτὴν νὰ ἐκφράσῃς ἐδῶ τὴν γνώμην σου κατὰ τὰς πεποιθήσεις σου. Ἐντὸς τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἠμπορεῖς νὰ κρύπτῃς τὰς πεποιθήσεις σου, ἀλλ’ ἐδῶ ὀφείλεις νὰ τὰς ἐκφράσῃς· δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται, κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ τηρήσητε ὡς βουλευτὴς σιγήν, ὀφείλεις νὰ διασαφήσῃς ἂν θὰ ψηφίσῃς ὡς βουλευτὴς ἢ ἂν θὰ ψηφίσῃς ὡς ὑπουργός. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω τὴν γνώμην σου, σοῦ τοῦ ὡς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διατεινομένου ὅτι κατέχεις τὴν θέσιν τοῦ Πατριάρχου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μας· ὀφείλεις νὰ μᾶς εἴπῃς τί φρονεῖς· μένεις εἰς τὴν γνώμην, εἰς τὴν ὁποίαν μᾶς ἐξέφρασες ἄλλοτε; ἢ μετέβαλες καὶ ἀκολουθεῖς ἄλλην; ὑποστηρίζεις τὸ ἑνιαῖον τοῦ προνομίου ὡς τὸ ὑπεστήριξες ἄλλοτε; ἢ ὑποστηρίζεις τὴν ἐλευθερίαν τῶν Τραπεζῶν ἢ τὸ διφυές, τὸ ὁποῖον προτείνεται σήμερον; ὡς ὑπουργός, ἐπαναλαμβάνω, ἴσως κατὰ τὴν ἰδέαν σας οὐχὶ κατὰ τὴν ἰδικήν μου (καὶ λέγων τὴν ἰδικήν μου, πιστεύω ὅτι θὰ ἔχω μετ’ αὐτῆς καὶ τὴν γνώμην ὅλων τῶν κοινοβουλευτικῶν ἀνδρῶν, ὅλου τοῦ κόσμου, δηλαδὴ ὅτι ὑπουργὸς διευθύνων ἕνα κλάδον καὶ μάλιστα τῶν Οἰκονομικῶν, προκειμένου λόγου οὐχὶ περὶ τοῦ διορισμοῦ ἑνὸς ἐφόρου ἢ ἑνὸς ἀπαριθμητοῦ, ἀλλὰ περὶ τοιούτου σοβαροῦ ζητήματος, ὀφείλει νὰ ἐκφράζῃ τὴν ἰδικήν του πεποίθησιν, ὀφείλει νὰ τὴν ὑποστηρίζῃ, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ γνώμη του δὲν ὑπερισχύσει ἐντὸς τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὀφείλει νὰ δώσῃ τὴν παραίτησίν του· σέβομαι τὰς πεποιθήσεις σου, ἀλλὰ δὲν τὰς ἀκολουθῶ)· κατὰ τὴν ἰδέαν σας, καί τοι διαφωνεῖτε, δύνασθε νὰ κάθησθε ἐντὸς τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ἐντὸς τῆς Βουλῆς ταύτης οἱ ἐντολεῖς σας δικαιοῦνται νὰ γνωρίζουν ἂν θὰ ψηφίσητε ὡς βουλευτὴς ἢ ὡς ὑπουργός.
§120ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴχατε σεῖς ἄλλοτε τὴν αὐτὴν γνώμην περὶ μονοπωλίου;
§121ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θὰ ἔλθω εἰς τοῦτο.
§122ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ τὰ συνδέσητε.
§123ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ ἔχω σημειωμένον διὰ νὰ μὴ τὸ λησμονήσω. Ἐτελείωσα τοὺς λογαριασμούς μου, κύριοι, μὲ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· μοὶ μένει ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ, ὡς προεῖπα, περὶ τούτου ἀκολούθως. Μετὰ τὸν πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀνέβη τὸ βῆμα ἐκ τῶν ἡμετέρων ὁ κύριος Κεχαγιᾶς, ὁ δεινὸς περὶ τὰ τραπεζικά. Δὲν ἀνήκει εἰς ἐμὲ οὔτε νὰ ὑποστηρίξω, οὔτε νὰ ἀντικρούσω τὰς ἰδέας του. Μετὰ τὸν κύριον Κεχαγιᾶν ἦλθεν ἐκ τῶν ἀντιθέτων ὁ ἀξιότιμος κύριος Μακρῆς, συνάδελφός μου ἐν τῇ ἰατρικῇ ἐπιστήμῃ· ἠθέλησε νὰ μὲ ἀντικρούσῃ εἰς οἰκονομολογικὸν ζήτημα δι’ οἰκονομολογικῶν ἐπιχειρημάτων καὶ συγγραφέων· ἠθέλησε νὰ προκαλέσῃ μεταξὺ ἐμοῦ τοῦ ἰατροῦ καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰατροῦ οἰκονομολογικὴν συζήτησιν. Ἐλησμόνησεν ὁ κύριος Μακρῆς ὅτι ἐν αὐτῇ τῇ ἐπιστήμῃ, τὴν ὁποίαν ἐμελέτησε καὶ τὴν ὁποίαν ἐξασκοῦμεν, διαφωνοῦμεν ἐπὶ τοσοῦτον οἱ ἰατροὶ καὶ ἡ διαφωνία μας εἶναι τόσον παράξενος, ὥστε, ὅταν πρόκειται νὰ κάμωμεν συμβούλιον, κλειόμεθα μόνοι εἰς τὸν κοιτῶνα μὴ τυχὸν ἀκούσωσιν ἄλλοι τὰς διαφωνίας μας καὶ γελάσουν μὲ ἡμᾶς. Ἀλλὰ δὲν θὰ γελάσουν ἔτι μᾶλλον μὲ ἡμᾶς τοὺς δύω ἰατροὺς, ἂν πιασθῶμεν ἐδῶ δημοσίᾳ εἰς οἰκονομολογικὸν ζήτημα;
§124ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Ὁ πατὴρ τῆς οἰκονομολογικῆς ἐπιστήμης ἦτον ἰατρός.
§125ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ οἰκονομολόγος κύριος Πυλαρινὸς θέλει καὶ καλὰ νὰ μᾶς ἐνθαῤῥύνῃ νὰ πιασθῶμεν, κύριε Μακρῆ. Πιθανὸν νὰ ἦτον ἰατρὸς ὁ πατὴρ τῆς οἰκονομολογικῆς ἐπιστήμης, ἀλλ’ ἐκεῖνος ἐσπούδασε τὰ οἰκονομολογικὰ, ἡμεῖς ὅμως δὲν τὰ ἐσπουδάσαμεν. Ὁ κ. Μακρῆς ἀφοῦ ἐξήτασε τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν θεωρητικήν του ἔποψιν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν τὸν ἀκολουθῶ, τὸ ἐξήτασεν ὑπὸ τὴν πρακτικὴν καὶ μᾶς εἶπεν ὅτι οἱαδήποτε εἶναι ἡ γνώμη τῶν οἰκονομολόγων ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων πρέπει νὰ τὰ ἐξετάζωμεν κατὰ τὰ ἔθιμα, κατὰ τοὺς τόπους, κατὰ τὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων, εἰς τοὺς ὁποίους ἔχομεν νὰ τὰ ἐφαρμόσωμεν· συμφωνῶ μαζῆ του ὡς πρὸς τοῦτο. Ἐπρόσθεσεν ὅμως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι γνωρίζει τόσον καλὰ τὴν Ἑπτάνησον καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου ἐκείνου, ὥστε δύναται νὰ διαβεβαιώσῃ, ὅτι ὁ τόπος ἐκεῖνος οὐδὲν ἕτερον ἐπιθυμεῖ, παρὰ τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου της. Ἐὰν ἐγνωρίζατε, ἀξιότιμε συνάδελφε, τὴν κατάστασιν τῆς Ἑπτανήσου, καθὼς τὴν γνωρίζομεν καὶ ἡμεῖς, ἐὰν ἐγνωρίζατε ὅτι οὐδέποτε ἡ Ἑπτάνησος εὑρέθη εἰς περισσοτέραν, δὲν θέλω νὰ εἴπω ἀναστάτωσιν, ἀλλ’ εἰς περισσοτέραν ἀνησυχίαν, ἕως ὅτου ἴδῃ πῶς θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο...
§126ΜΑΚΡΗΣ. Οἱ μέτοχοι ῥαδιουργοῦν καὶ ἡ Τράπεζα.
§127ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Δὲν ὑπάρχουν μέτοχοι Ἑπτανήσιοι· τὰ κεφάλαια εἶναι ἀγγλικά.
§128ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι εἶναι τὸ σύστημά μου νὰ μὴ ὁμιλῶ, νὰ μὴ ἀπαντῶ προκλητικῶς· ἀλλ’ εἰς προκλητικὰς ἀπαντήσεις, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀπαντήσω μὲ τὸν αὐτὸν τρόπον. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου διακόψας με, ἤντλησε τὸν συλλογισμόν του ἀπὸ τὰ συμβαίνοντα ἐδῶ ὅπου ἠμποροῦν νὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι περιμένουν νὰ ἴδουν πῶς ἡμεῖς θὰ ψηφίσωμεν διὰ τὴν Πιστωτικὴν ὅπως τρέξουν νὰ ἀναβιβάσουν ἢ καταβιβάσουν τὰς μετοχάς, ἠμποροῦν νὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ψηφίσωμεν τὸ προνόμιον ὑπὲρ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, (καὶ δὲν ἐννοῶ ὅτι ὑπάρχουσιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς) διὰ νὰ τρέξουν κάτω εἰς τὴν Ὡραίαν Ἑλλάδα νὰ πωλήσουν μὲ ὑπερτίμησιν τὰς μετοχάς των, τὰς ὁποίας εἴτε ἔχουν, εἴτε θὰ λάβουν παραπείθοντες τοὺς μὴ δυναμένους καλῶς νὰ συλλογισθῶσιν ὅτι τὸ κέρδος τῶν 100 ἢ τῶν 200, τὸ ὁποῖον ἐλπίζουσι, θὰ ἔχῃ τὸν βέβαιον κίνδυνον νὰ ἀφαιρέσῃ τὰ χρήματα ἀπ’ αὐτοὺς καὶ ἀπὸ τὴν ἀγορὰν καὶ αὐτοὶ νὰ μείνωσι μὲ τὸ χαρτὶ στὴν τζέπη· ἀλλ’ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, μεῖνε βέβαιος, κύριε Μακρῆ, ὅτι κἀνεὶς δὲν ἔχει ἄμεσον συμφέρον καθόσον ἀποβλέπει τὰς μετοχὰς τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης· τὰ ¾ τῶν κεφαλαίων εἶναι κεφάλαια ξένα, εἶναι ἀγγλικά, σεῖς τὸ εἴπετε καὶ εἴπετε τὴν ἀλήθειαν. Τὰ ⅘ ἢ ⅚ τῶν μετόχων τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης εἶναι Ἄγγλοι, εἶναι ξένοι, οἱ διευθυνταί της εἶναι Ἄγγλοι, εἶναι ξένοι· καὶ καθὼς οὐδέποτε ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα ἀνεμίχθη εἰς τὰ πολιτικά, τοιουτοτρόπως οὐδέποτε ἀνεμίχθη εἰς παιγνίδια, τὰ ὁποῖα παίζονται καὶ εἰσήχθησαν δυστυχῶς εἰς τὸν τόπον μας, καὶ τὰ ὁποῖα ὀλίγους θά ὠφελήσουν καὶ πολλοὺς θὰ ζημιώσουν. (Εὖγε, Εὖγε!) Δὲν εἶναι λοιπὸν οἱ μέτοχοι καὶ οἱ ἀδικηθέντες ἐκ μέρους τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, οἱ ὁποῖοι ἔφερον ὅλην αὐτὴν τὴν ταραχὴν ἐν Ἑπτανήσῳ, ἀλλ’ εἶναι τὸ αἴσθημα τοῦ συμφέροντος τῆς κοινωνίας ἐκείνης· καὶ μεταξὺ ὅλων τῶν νήσων τῆς Ἑπτανήσου ἐκείνη, ἡ ὁποία εἶναι περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλην ἐξηγερμένη τὴν στιγμὴν ταύτην, εἶναι ἡ νῆσος, ἡ ὁποία ἔχει τὴν μεγαλειτέραν ἔκτασιν, ἡ ὁποία μόνη περιέχει τὸ τρίτον τοῦ πληθυσμοῦ τῆς ὅλης Ἑπτανήσου, ἡ ὁποία ἐντὸς αὐτῆς ἔχει τοὺς περισσοτέρους, τοὺς μεγαλειτέρους, τοὺς ὀξυδερκεστέρους ἐμπόρους· καὶ ἐὰν αἱ προτάσεις, τὰς ὁποίας κάμνετε, ἤθελον εἶναι πράγματι συμφέρουσαι, δὲν λέγω εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν ἀλλὰ εἰς τὸ ἐμπόριον, τότε οἱ ἔμποροι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι κεφαλαιοῦχοι ὀξυδερκεῖς καὶ ἐπιχειρηματίαι, δὲν ἤθελον φωνάζει, καθὼς φωνάζουν ὁλονέν, ὅτι, ἐὰν τυχὸν δὲν παραδεχθῶσιν αἱ προτάσεις τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ἐὰν τυχὸν παραδεχθῇ ἡ πρότασις τῆς Κυβερνήσεως, ὡς σήμερον προτείνεται, ἐχάθη ἡ Ἑπτάνησος· αὐτὴ εἶναι ἡ φράσις των.
§129ΤΙΝΕΣ. Ἡ Κεφαλληνία τὸ λέγει;
§130ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ Κεφαλληνία.
§131ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ποτὲ, κ. Λομβάρδε, δὲν παραδέχομαι αὐτό.
§132ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Διὰ τῆς ψήφου των οἱ βουλευταὶ τῆς Κεφαλληνίας θὰ ἀποδείξουν, ποῖον εἶναι τὸν συμφέρον τῆς Κεφαλληνίας (θόρυβος καὶ διάλογοι).
§133ΠΗΛΙΚΑΣ. Δύνασθε νὰ φέρεται ἐπίσημον ἀπόδειξιν, κ. Ἰγγλέση, ὅτι ἅπας ὁ λαὸς τῆς Κεφαλληνίας ἀποκρούει τὴν σύστασιν τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης ἢ μόνον ἐπιστολὰς ἰδιωτῶν ἐμπόρων;
§134ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰδοποιῶ τὸν κ. Κόκκινον, ὅτι, ἂν ἐναντίον τοῦ κανονισμοῦ ἐξακολουθήσῃ νὰ μὲ διακόπτῃ, ἐγὼ ἐναντίον τῆς συνηθείας μου ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὸν κανονισμὸν δὲν θέλω ἀπαντήσει εἰς τὰς διακοπάς του. Ἐξακολουθῶ τὸν λόγον· ὑποθέτω, ὑποστηρίζω, ὅτι, ἐὰν περὶ τοῦ ὠφελίμου ἢ μὴ τῶν προτάσεων τούτων διὰ τὸν τόπον ἐκεῖνον ζητήσωμεν τὴν γνώμην του, βεβαίως ἡ γνώμη του θὰ ᾖναι ἐκείνη. Ἐὰν οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ Ἰθάκης, οἱ ὁποῖοι δὲ ἔλαβον σχέσεις μὲ τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, διατείνωνται τὸ ἐναντίον, οἱ βουλευταὶ τῶν ἄλλων νήσων, οἱ ὁποῖοι περισσοτέρους ἐντολεῖς ἀντιπροσωπεύουν, διατείνονται τὸ ἀντίθετον. Ὁ κ. Μακρῆς ἤθελε πρὸς τούτοις νὰ μοὶ παρατηρήσῃ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προσβάλω τοὺς ἀξιοτίμους τούτους κυρίους, οἱ ὁποῖοι ἦλθον νὰ συστήσουν τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν. Πολὺ καλῶς παρετήρησεν ὁ κ. Μαυροκορδάτος, ὅτι τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὅσον καὶ ἂν ἐζήτητα τοὺς λόγους, τοὺς ὁπίους εἶπον, δὲν εἶδον τίποτε, τὸ ὁποῖον νὰ ἐμφαίνῃ τὴν πλέον ἀπομεμακρυσμένην ἰδέαν προσβολῆς ἐναντίον τῶν κυρίων τούτων. Ἐὰν τοῖς εἶπον, ὅτι ἔχουν νοῦν καὶ ὄχι καρδίαν, δὲν ἔκαμα ἄλλο, εἰμὴ νὰ ἐπαναλάβω τοὺς λόγους τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν τὸ εἶπε διὰ νὰ τοὺς προσβάλῃ. Ἀλλ’ ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κύριος Μαυροκορδάτος, οἱ ἐπιχειροῦντες τοιαύτας ἐπιχειρήσεις δὲν κινοῦνται, δὲν πρέπει νὰ κινοῦνται ἀπὸ πατριωτισμόν, πρέπει νὰ ἔχουν πρὸ ὀφθαλμῶν τὸ κέρδος, πρέπει δὲ καὶ ἡμεῖς νὰ τοῖς παραχωρήσωμεν τὰ νόμιμα κέρδη ἐν ἀφθονίᾳ, ὄχι ὅμως τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι μόνα ἰδικά των καὶ ὄχι τῆς κοινωνίας, ἢ κατὰ τῆς κοινωνίας. Παρεπονέθη διὰ τὸν τύπον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος· συμφωνῶ μαζῆ του, ὅτι ὄργανά τινα τοῦ τύπου δυστυχῶς παρεξετράπησαν καὶ παρεκτρέπονται· δὲν εἶναι ὅμως νέον τὸ φαινόμενον, εἶναι παλαιόν. Ἂς συλλογισθῇ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι τὸ παράδειγμα τοῦ παρεκτρέπεσθαι εἰς τὰς μικρὰς ἐφημερίδας ἐδόθη πρὸ πολλοῦ ἄλλοτε ἀπὸ μεγάλας ἐφημερίδας ἀντιπροσωπευούσας πράγματι μερίδας πολιτικὰς, καὶ αἱ ὁποῖαι πρὸς ἕνα πολιτικὸν σκοπὸν δὲν ἐφείσθησαν οὐχὶ τῆς ὑπολήψεως ἀτόμων, οὐχὶ τῆς ὑπολήψεως μερίδων, ἀλλ’ οὔτε τῆς ὑπολήψεως ὅλης τῆς Βουλῆς, οὔτε τῆς ὑπολήψεως τῶν δικαστηρίων, οὔτε τῆς ὑπολήψεως καὶ κἄτι τι περισσότερον. Χαίρω ὅτι γίνεται ἔναρξις ἀποδοκιμασίας τῆς τοιαύτης διαγωγῆς· εὔχομαι νὰ ᾖναι εἰλικρινής, εὔχομαι νὰ μὴ ᾖναι ἔκφρασις ἀποδοκιμασίας μόνον δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν μᾶς ἀρέσκουν, καὶ ἔκφρασις ἐπιδοκιμασίας δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀρέσκουν. Ἐὰν τὴν γραμμὴν ταύτην ἀκολουθήσωμεν ὅλοι, ὁ τύπος διορθόνεται. Ἐὰν ἡ περιφρόνησίς μας δειχθῇ εἰς τὰ ποταπὰ ὄργανα τοῦ τύπου, τὰ ὁποῖα νομίζουν ὅτι κερδίζουν τὸ ψωμί των ὑβρίζοντα τὸν μὲν καὶ τὸν δὲ, τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην μερίδα, πράγματι ὁ τύπος θὰ διορθωθῇ· ἀλλ’ ἐπαναλέγω, ὅτι αἱ παρεκτροπαὶ, τὰς ὁποίας παρατηροῦμεν σήμερον, δὲν ἠγέρθησαν σήμερον, ἔχουν ῥίζας πολυχρονίους.
§135ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Ἡ περιφρόνησις τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν πρὸς τὸν τύπον ἤθελεν εἶσθαι ὀλέθριον ἀξίωμα· καλλιτέρα εἶναι ἡ παρεκτροπή.
§136ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν πιστεύω, ἀξιότιμε πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὑπηρετοῦσι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνθαῤῥύνουσι τοῦ τοιούτου εἴδους τὰς παρεκτροπὰς, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν δεικνύουσι φανερῶς τὴν ἀποδοκιμασίαν των, καθὼς δὲν πιστεύω, ὅτι ἀγωνίζονται ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνθαῤῥύνουν τὰς χειροκροτήσεις καὶ ποδοκροτήσεις τῶν ἀκροατηρίων καὶ δὲν δεικνύουσιν ἀμέσως τὴν ἀποστροφήν των.
§137ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι στενῶς συνδεδεμένον. Ἐπιχειρήσατε νὰ ἐπιβάλητε χεῖρα εἰς τὸν τύπον μὲ τὸν ἀγαθὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον λέγετε, καὶ θὰ ἰδῆτε ποῦ θὰ καταντήσητε.
§138ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἐννοῶ, νὰ βάλετε χεῖρα εἰς τὸν τύπον, ἀξιότιμε πρόεδρε, διὰ τῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ἐννοῶ, ὁ κατέχων τὴν ἐξουσίαν νὰ μὴ μισθοδοτῇ τὰ φύλλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μόνην ἀποστολήν των θεωροῦσι τὸ ὑβρίζειν καὶ ὑβρίζειν καπηλικῶς ἄτομα, Βουλὴν, Δικαστήρια, Ἐξουσίαν, Βασιλέα. (Εὖγε! χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Ἐννοῶ νὰ μὴ ἐνθαῤῥύνωνται, οὐχὶ νὰ καταδιώκονται (θόρυβος).
§139ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν θέλομεν οὔτε ἐπιδοκιμασίας, οὔτε ἀποδοκιμασίας ἀπὸ τὰ ἀκροατήρια· ἐν ἐπαναλήψει πρέπει νὰ κενωθοῦν.
§140ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὰς τοιαύτας ἐκφράσεις τοῦ ἀκροατηρίου πάντοτε τὰς ἀποδοκιμάζω. Ὅταν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, πάντοτε ἐν ὅλῃ τῇ αὐστηρότητι ἀπηύθυνα παρατηρήσεις, οὐδέποτε τὰ ἐπέτρεψα· ἐζήτησα τὴν ἄδειαν νὰ ἐκκενόνω τὰ ἀκροατήρια ἄνευ συναινέσεως τῆς Βουλῆς. Ζητήσατε τὸ δικαίωμα αὐτὸ, κύριε πρόεδρε, καὶ ἐγὼ πρῶτος θὰ σᾶς ὑποστηρίξω, ὁσάκις βλέπετε ἐπιδοκιμασίαν ἢ ἀποδοκιμασίαν, σεῖς νὰ ἔχετε τὸ δικαίωμα καὶ τὴν εὐθύνην τῆς ἐκκενώσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου καὶ ἡ πεποίθησις ὅλων τῶν φίλων μου· ἐζήτησα ἄλλοτε ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ συγκατατεθῇ ἵνα τὰ χειροκροτήματα τοῦ ἀκροατηρίου μὴ σημειώνωνται εἰς τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς.
§141ΠΕΤΑΛΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· θὰ συμφωνήσω μαζῆ σας. Πράγματι οἱ Ἰθακήσιοι δὲν ἔχουν δοσοληψίας μὲ τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, δὲν ὀφείλουν, ἔχουν μόνον παρακατατεθειμένα χρήματα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν νὰ τοὺς περισσεύουν.
§142ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ τὰ χαρῆτε. Μετὰ τὸν κ. Μαυροκορδάτον ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Θήρας κ. Βαλέττας, πρώτην φορὰν ἐν τῷ βουλευτηρίῳ εἰσερχόμενος, πρώτην φορὰν εἰς τὸ βῆμα ἀναβαίνων καὶ κατὰ τὸ πρῶτον τοῦτο διάβημά του δείξας, ὅτι κέκτηται πολλὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα θὰ τὸν κάμουν ἱκανὸν, ὄχι μόνον νὰ σταθῇ ὀρθὸς εἰς τὸν πολυτάραχον κοινοβουλευτικὸν βίον, ἀλλὰ καὶ νὰ προοδεύσῃ, ἀρκεῖ μόνον παρὰ τὰ ἄλλα προσόντα, τὰ ὁποῖα τὸν κοσμοῦσι, νὰ φροντίσῃ νὰ προταποκτήσῃ καὶ ἕν ἄλλο ἀκόμη, ἄνευ τοῦ ὁποίου τὸν διαβεβαιῶ, ὅτι συχνὰ ἐπικινδύνως θὰ σκοντάπτῃ, προσὸν, τοῦ ὁποίου οἱ νέοι ἔχουν πρὸ πάντων ἀνάγκην, ἀλλὰ καὶ τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων λησμονοῦσιν, ἐννοῶ τὴν μετριοφροσύνην. Ὅταν καὶ ὁ μύσταξ τοῦ κ. Βαλέττα λευκανθῇ ἐν τῷ κοινοβουλευτικῷ βίῳ καὶ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, τότε ἐὰν λάβῃ τὴν ὄρεξιν νὰ ἀναγνώσῃ τὸν πρῶτον κοινοβουλευτικόν του λόγον καὶ παραπόδας συναντήσῃ τὴν μόνην ταύτην παρατήρησίν μου, τότε μόνον θὰ τὴν κατανοήσῃ καὶ τότε μόνον θὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἦτο παρατήρησις γέροντος φίλου ἀπευθυνομένου πρὸς αὐτὸν ἀπὸ τὴν πλήρη ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει, νὰ τὸν ἴδῃ προοδεύοντα ταχέως εἰς τὸ βῆμα. Ἀνέπτυξε τὰς οἰκονομολογικάς του θεωρίας ὁ ἀξιότιμος κ. Βαλέττας, ἐκηρύχθη ὑπὲρ τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας τῶν Τραπεζῶν, ἔψεξε τοὺς ἀντιθέτους του, καὶ εἰς τὴν ῥύμην τοῦ λόγου του ἐνθυμήθη καὶ τὸν ταπεινὸν μὴ οἰκονομολόγον ἀντιπρόσωπον Ζακύνθου καὶ ἀπετάνθη πρὸς αὐτὸν θαυμάζων πῶς ἄνθρωπος, ὡς ὁ Λομβάρδος, ὁ ὁποῖος ἔχει φιλελευθέρους ἀρχὰς, ἠμπορεῖ νὰ ὑποστηρίζῃ τὰ μονοπώλια, καὶ ἐνόμισεν ὅτι μὲ συνέλαβεν ἐν ἀντιφάσει. Παρατηρεῖται μία τάσις εἰς μίαν τινὰ σχολὴν, ἥτις τέρπεται, ὁσάκις νομίσῃ ὅτι ἠμπορεῖ νὰ συλλάβῃ τινὰ ἀντιφάσκοντα, τέρπεται δὲ τόσῳ μᾶλλον, ὅταν πρόκειται περὶ ζητημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων αἰσθάνεται, ἢ ὑποπτεύει, ὅτι αὐτὴ ἡ ἰδία εἰς ἀντίφασιν ἴσως εὑρίσκεται. Καυχῶμαι, ὅτι πρεσβεύω φιλελευθέρους ἀρχὰς ἐν τῇ πολιτείᾳ· ἤμην, εἶμαι καὶ θὰ ᾖμαι κεκηρυγμένος ἐχθρὸς παντὸς προνομίου καθόσον ἀποβλέπει τὰ πολιτικὰ καὶ πολιτευματικὰ δικαιώματα· ἀλλὰ μὲ ἠρώτησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βαλέττας, ἐὰν ἡ σχολὴ, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω, ἐκήρυξε τὸν πόλεμον καὶ ἐναντίον ὅλων τῶν ἄλλων προνομίων, ἐὰν ἡ σχολὴ, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω, ἡ φιλελεύθερος, ἐκήρυξε τὸν πόλεμον καὶ κατὰ τῶν κοινωνικῶν, τῶν οἰκονομολογικῶν, τῶν οἰκογενειακῶν προνομίων. Ὑπάρχουν σχολαὶ φιλελευθέρων, αἱ ὁποῖαι τὸν πόλεμον τοῦτον ἔχουν κηρύξει καὶ δὲν ἀναγνωρίζουν τὸ προνόμιον τοῦ γάμου, δὲν ἀναγνωρίζουν τὸ προνόμιον τοῦ ἀνδρὸς ἐπὶ μιᾶς γυναικὸς ἢ τῆς γυναικὸς ἐπὶ ἑνὸς ἀνδρὸς καὶ αἱ σχολαὶ αὗται ὑπάρχουν ἀπὸ τὸν καιρὸν τοῦ Πλάτωνος, δὲν εἶναι σημεριναί· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν παραδέχομαι ὅτι ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας ἀγωνίζονται αἱ γυναῖκες ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι δὲν θέλουσι νὰ ἔχῃ ἐπ’ αὐτῶν ἀποκλειστικὸν προνόμιον εἷς μόνος ἀνὴρ, καὶ αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀνοικτὴν τὴν θύραν των δι’ ὅποιον πρῶτος τὴν κρούσει. Ὑπάρχει σχολὴ, ἡ ὁποία ἀποκρούει τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον τοῦ ἀτόμου ἐπὶ ἑνὸς μέρους μικροῦ ἢ μεγάλου τοῦ ἐδάφους, ὑπάρχει σχολὴ, ἡ ὁποία κηρύττει ὅτι οἱ καρποὶ ἀνήκουν εἰς ὅλους, καὶ τὸ ἔδαφος δὲν ἀνήκει εἰς κἀνέναν, ὑπάρχει σχολὴ, ἡ ὁποία κηρύττει ὅτι ἡ ἰδιοκτησία εἶναι κλοπή. Ἀλλὰ μὲ ἠρώτησεν ὁ κύριος Βαλέττας, ἐὰν ἡ ἐδική μου σχολὴ παραδέχεται τὴν κατάργησιν ὅλων αὐτῶν τῶν προνομίων· ὄχι, δὲν τὴν παραδέχομαι. Καθὼς ὁ κύριος Βαλέττας δὲν γινώσκει ἕως ποῦ βαίνει ὁ πόλεμός μου κατὰ τῶν προνομίων, οὕτω δὲν γινώσκω καὶ ἐγὼ ἕως ποῦ βαίνει ὁ πόλεμος ὁ ἰδικός του· θετικῶς ὅμως παρεδέχθη ὅτι ἡ ὕπαρξις τοῦ προνομίου τῶν Τραπεζῶν εἶναι ἐναντίον τῆς ἐλευθερίας, θετικῶς παρεδέχθη ὅτι τὸ προνόμιον μιᾶς Τραπέζης τοῦ ἐκδίδειν ἀποκλειστικῶς τραπεζικὰ γραμμάτια εἶναι ἐναντίον καὶ τῆς ἐλευθερίας καὶ τοῦ πολαπλασιασμοῦ τῶν κεφαλαίων καὶ τῶν ὠφελειῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ παραχθῶσιν εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἐγὼ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τοῦ προνομίου δὲν ἐξεφράσθην, δὲν ἐζήτησα εἰμὴ νὰ φωτισθῶ ἀπὸ τοὺς ἔχοντας εἰδικὰς γνώσεις· εἶπον μόνον, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις παραδέχεται τὸ προνόμιον, καὶ τὸ παρεδέχθη ἐδῶ, διατί τὸ ἀποκρούει εἰς τὴν Ἑπτάνησον; ἐὰν παραδέχεται τὸν συναγωνισμὸν ἐκεῖ, διατί τὸν ἀποκρούει ἀπολύτως ἐδῶ καὶ τὸν περιορίζει καὶ ἐκεῖ; Ἀλλ’ ὁ κύριος Βαλέττας παραδεχόμενος τὴν πλήρη ἐλευθερίαν τῆς Τραπέζης τοῦ ἐκδίδειν τραπεζικὰ γραμμάτια, κηρύττων αὐτὴν ὡς τὴν μόνην σωτηρίαν, εἶναι σύμφωνος μὲ τὰς ἀρχάς του ψηφίζων τὴν πρότασιν εἴτε τὴν σύμβασιν περὶ ἀποκλειστικοῦ προνομίου ἐδῶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ περὶ τοῦ δυϊσμοῦ ἐν Ἑπτανήσῳ; Καὶ δὲν εἶναι ὅτι εὑρίσκει ἐγκαθιδρυμένον τὸ προνόμιον ἐδῶ, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ καταστρέψῃ· τὸ εὑρίσκει ἐγκαθιδρυμένον ὑπὸ ἀδυνατωτέραν μορφὴν, καὶ τοῦ προτείνεται νὰ τὸ ἐνισχύσῃ· τὸ εὑρίσκει ἐδῶ μὲ τὸν περιορισμὸν τοὐλάχιστον, ὅτι ὀφείλει νὰ συστήσῃ ὑποκαταστήματα καὶ εἰς τὰς 48 ἢ 50 ἐπαρχίας τῆς πρώην Ἑλλάδος καὶ πρόκειται μὲ τὴν ψῆφόν του νὰ τὸ ἐνισχύσῃ, νὰ μὴ ἔχῃ ὑποκαταστήματα παρὰ μόνον εἰς 22. Ἐξεναντίας, εἰς τὸ ἄλλο μέρος τοῦ κράτους, τὴν Ἑπτάνησον, εὑρίσκει ἕνα νόμον καθιεροῦντα τὸν ἐλεύθερον συναγωνισμόν· τὸν ὑποστηρίζει; Ὅταν ἀνέπτυξεν ὅλας ἐκείνας τὰς ὡραίας του θεωρίας ὁ κύριος Βαλέττας μὲ τοὺς συγγραφεῖς ἐδῶ ἀρμαθιασμένους ἐπὶ τοῦ βήματος ὑπὲρ τοῦ ἐλευθέρου συναγωνισμοῦ, εἶπον μὲ τὸν νοῦν μου, θὰ καταψηφίσῃ βεβαίως τὰς συμβάσεις· ἀλλ’ ἐπὶ τέλους κηρύσσεται ὑπὲρ τῶν συμβάσεων, καὶ εἰς τὴν παρατήρησιν, ἥτις τῷ γίνεται, ἐὰν τοῦτο ᾖναι σύμφωνον μὲ τὰς ἀρχάς του, ἀπαντᾷ· εἶμαι φιλελεύθερος, δὲν ἠμπορῶ νὰ καθιερώσω τὴν πλήρη ἐλευθερίαν, ἐὰν μὲ παραχωρεῖται ὅμως κάτι τι ὀλιγώτερον, διὰ τοῦτο θὰ τὸ ἀποκρούσω; Ἐὰν ἦτο τοῦτο τὸ ζήτημα, ἴσως θὰ εἶχε δίκαιον, ἀλλὰ εὑρίσκει τὴν ἐλευθερίαν ἐκεῖ καθιδρυμένην δι’ ἑνὸς νόμου, καὶ πρόκειται σήμερον νὰ τὴν περιστείλει. Δὲν πρόκειται, λέγω, καθὼς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς, νὰ ἀπολαύσωμεν τὰ καλὰ καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου συστήματος· πρόκειται, ἀξιότιμε συνάδελφε κ. Βαλέττα, νὰ γείνῃ σύζευξις ἀθέμιτος μεταξὺ δύω ἀρχῶν ἀπ’ ἀλλήλων ἀποκρουομένων καὶ ἀποκλειομένων, μεταξὺ δύω ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ὁλονὲν παλαίουν ἐν Εὐρώπῃ τὴν πάλην τοῦ θανάτου μεταξύ των, τοῦ προνομίου ἀφ’ ἑνὸς, τῆς ἐλευθερίας ἐξ ἄλλου. Καὶ εἰς τὸν ἠθικὸν κόσμον, καὶ εἰς τὸν πολιτικὸν καὶ τὸν οἰκονομολογικὸν καθὼς καὶ εἰς τὸν φυσιολογικὸν εἷς καὶ ὁ αὐτὸς νόμος κυριεύει· ἡ σύζευξις ἀντικρουομένων γενῶν δὲν παράγει εἰμὴ τέρατα. Δὲν πρόκειται περὶ ἑρμαφροδίτων, καθὼς εἶπεν ὁ κ. Ζωχιὸς, ἀλλὰ περὶ συζεύξεως δύω ἀντιθέτων καὶ ἀπ’ ἀλλήλων ἀποκρουομένων ἀρχῶν· τὸ προϊὸν των δὲν θὰ ᾖναι ἑρμαφρόδιτον, κ. Ζωχιὲ, θὰ ᾖναι τέρας. Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος ὁ φυσιολογικὸς, ὅστις παντοῦ ἰσχύει καὶ ἰσχύσει παντοῦ, ἰσχύει εἰς τὰ οἰκονομολογικὰ, ἰσχύει εἰς τὰ πολιτικά. Ἐὰν εὑρίσκετο ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Βαλέττας, καθ’ ὑπόθεσιν, ἐντὸς τόπου, ὅπου ἤθελεν ὑπάρχει ἡ ἀπόλυτος ἐλευθερία, καθὼς ἤδη ὑπάρχει ἡ οἰκονομολογικὴ ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ ἤθελέ τις νὰ τῷ εἴπῃ: καλὴ ἡ ἀπόλυτος ἐλευθερία, ἀλλ’ ἔχει καὶ τὰ κακά της, καλὸν ἡ Βουλὴ νὰ ὑποβοηθῇ τὴν κυβέρνησιν, καὶ ἕως οὗ τὴν ὑποστηρίζῃ νὰ μένῃ, ἅμα δὲν τὴν ὑποστηρίζει νὰ πίπτῃ, ἀλλ’ ἔχει καὶ τοῦτο καὶ τὰ κακά του, καλὸν ἡ καθολικὴ ψηφοφορία, νὰ ἔχῃ ἕκαστος ἐκλογεὺς τὴν ψῆφόν του, ἀλλ’ ἔχει τὰ κακά του, κακὸν νὰ ὑπερισχύῃ ἡ γνώμη τοῦ ἑνὸς, κακὸν νὰ ὑπερισχύῃ ἡ γνώμη τῶν ὀλίγων ἐπὶ τῶν πολλῶν, ἀλλ’ εἶναι περιστάσεις, καθ’ ἃς ἔχει τὰ καλά του, ἂς συζεύξωμεν τὰ δύω συστήματα, τὴν ἀπολυταρχίαν μὲ τὴν ἐλευθερίαν, διότι οὕτως θὰ ἀποδιώξωμεν τὰ κακὰ καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου συστήματος, καὶ θὰ ἔχωμεν τὰ καλὰ καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου. Τί ἤθελεν ἀπαντήσει εἰς τοῦτο ὁ κ. Βαλέττας; ἤθελε παραδεχθῆ τὸ μέτρον τοῦτο ὡς ὀρθὸν, ἢ ἤθελεν εἰπεῖ ὅτι διὰ τῆς συζεύξεως ταύτης οὔτε τὰ καλὰ τοῦ ἑνὸς, οὔτε τοῦ ἄλλου συστήματος θὰ ἔχῃ; Τοῦτο ἤθελεν εἰπεῖ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἂν παρουσιάζετο ἐνώπιόν του τοιοῦτον πρόβλημα καὶ οὐδέποτε ἤθελε τὸ ὑποστηρίξει διὰ τῆς ψήφου του. Τοῦτο πρόκειται νὰ γείνῃ διὰ τῆς προτεινομένης συζεύξεως ἐν Ἑπτανήσῳ· νὰ ἔχωμεν τὰ κακὰ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου συστήματος, τοῦ προνομίου, τοῦ συναγωνισμοῦ, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὰ καλὰ οὐδενός. Ἂς σκεφθῇ καλλίτερα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος· ὅτε κατὰ πρῶτον μᾶς ἀπηύθυνεν παρατηρήσεις ὅτι ὑπεπέσαμεν εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὰς ἀρχάς μας, δὲν ἐφαντάζετο ἐν τῇ εἰλικρινείᾳ του, ὅτι ἀπροσέκτως ὑπεστήριζε τὰς προτάσεις, τὰς συμβάσεις αὐτὰς, ὅτι ἐτέθη εἰς ἀντίφασιν μὲ τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ὑπεστήριζε καὶ ἐκήρυττεν ὅτι εἶναι ἰδικαί του, καὶ ὅτι ἀντὶ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀρχήν του, ὑπεστήριξε τὴν μοίχευσιν ἀμφοτέρων τῶν ἀρχῶν, τοῦ προνομίου καὶ τῆς ἐλευθερίας. Μετὰ τὸν κ. Βαλέτταν ἀνῆλθεν ὁ κ. Ζωχιὸς, συνεφώνησε μεθ’ ἡμῶν. Τὸν κ. Ζωχιὸν διεδέχθη ὁ κ. Παραμυθιώτης.
§143ΠΟΛΛΟΙ. Ἐκουράσθης, κ. Λομβάρδε. Αὔριον, αὔριον, κύριε πρόεδρε, νὰ ἐξακολουθήσῃ.
§144ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σᾶς εὐγνωμονῶ πολύ. (Ἐγείρονται καὶ ἀπέρχονται). Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 12 τῆς μεσημβρίας.