1873.05.24
782 στίχοι · 6.083 λέξεις · 124 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 26
Τῆς 24 Μαΐου 1873.
(Πέμπτη).
Ὥρα 9 Π. Μ. Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου νὰ συνέλθῃ τὴν 5ην ὥραν Μ. Μ. ἵνα ἐκλέξῃ τὸν Πρόεδρον καὶ γραμματέα της καὶ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἐργασίαν, διότι βλέπετε ὅτι ὅλη ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι σπουδαῖον καὶ κατεπεῖγον.
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΤΙΝΕΣ. Ποῦ θὰ συνέλθῃ;
§4Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐδῶ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ βέβαια.
§6ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλοῦμεν νὰ φέρετε εἰς γνῶσιν τοῦ ὑπουργείου τὴν συγκρότησιν αὐτὴν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ παρακαλοῦμεν τὸν ὑπουργὸν νὰ δώσῃ ἐντολὴν εἰς τοὺς ἁρμοδίους ὑπαλλήλους ὅπως δώσουν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πᾶσαν ἀναγκαίαν πληροφορίαν, καὶ ὅταν καλεσθῶσι νὰ συμπράττωσι μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, αὐτὸ τὸ εἶπον.
§8ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὸ νομοσχέδιον τῆς πιστώσεως, κ. Πρόεδρε.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας πιστώσεως πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου 1873.» Εἶναι εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν (ἀναγινώσκεται).
§10Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐννοεῖ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ ἀμέσως τὸν προϋπολογισμὸν, ἢ νὰ τὸν ἀφήσῃ μετὰ τὸ τέλος τῶν ἄλλων ἐργασιῶν καὶ νομοσχεδίων; Ἐὰν ἐννοῇ νὰ τὸν προτάξῃ, τότε εἶναι περιττὴ ἡ πίστωσις αὕτη διὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον· ἐὰν μετὰ ταῦτα, τότε συναινοῦμεν νὰ δοθῇ αὐτή.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελειώσαμεν τὸν μῆνα Μάϊον καὶ θὰ ἔμβωμεν εἰς τὸν Ἰούνιον· θὰ μείνουν οἱ ὑπάλληλοι διὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον ἀκόμη ἀπλήρωτοι;
§12ΠΟΛΛΟΙ. Ἐμπρὸς, κύριε Πρόεδρε.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει λοιπὸν ἀντίῤῥησις εἰς τὸ ἀναγνωσθὲν νομοσχέδιον περὶ τῆς πιστώσεως;
§14ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν· ἄρχεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου (ἀναγινώσκεται). «Μεγαλειότατε, Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους μετ’ ἀγαλλιάσεως εἶδον τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα ἐν μέσῳ αὐτῶν. Πρὸς διευθέτησιν τῶν κοινῶν κατὰ τὰ φρονήματα καὶ τοὺς πόθους τοῦ Ἔθνους, προθύμως θέλομεν συμπράξει μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Μετ’ εὐχαριστήσεως ἔγνωμεν, ὅτι αἱ σχέσεις τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος μετὰ τῶν ξένων Δυνάμεων εἰσὶ φιλικαί. Ἄριστον δὲ μέσον, ὅπως αὗται ἔτι μᾶλλον κρατυνθῶσι καὶ ὠφελιμοποιηθῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι, εἶναι ὁμολογουμένως ἡ πρόοδος τοῦ τόπου. Διακαὴς πόθος τοῦ Ἔθνους ἀείποτε ὑπῆρξε τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας ἡ πλήρης ἀποκατάστασις. Μετὰ χαρᾶς δὲ ἄκρας βλέπομεν ταύτην ὁσημέραι παγιουμένην, διότι μετ’ αὐτῆς στενῶς συνδέονται τὰ ἠθικὰ καὶ ὑλικὰ τοῦ τόπου συμφέροντα. Μετὰ πολλοῦ ἐνδιαφέροντος θέλομεν ἀσχοληθῆ εἰς τὴν ἐμβριθῆ μελέτην τῶν ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ μνημονευομένων συμβάσεων καὶ νομοθετημάτων πρὸς αὔξησιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς πίστεως καὶ τῶν τῆς συγκοινωνίας μέσων, καὶ τῆς βελτιώσεως τῆς γεωργίας καὶ τῆς βιομηχανίας, ἐν οἷς τῳόντι κεῖται ἡ δύναμις, ἧς ἀπόλυτον ἔχομεν ἀνάγκην. Ἡ δὲ μεταβολὴ τοῦ ὑπάρχοντος καταπιεστικοῦ συστήματος τῆς στρατολογίας πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τοῦ Ἔθνους καὶ πρὸς δικαίαν καὶ ἀνεπαχθῆ διανομὴν τῆς τοῦ στρατεύεσθαι ὑποχρεώσεως θέλει θεραπεύσει σπουδαιοτάτην ἀνάγκην, ἣν ὁ τόπος ζωηρῶς αἰσθάνεται. Μετὰ ἴσης προθυμίας καὶ ζήλου θέλομεν ἐξετάσει καὶ ἐκτιμήσει τὰς ἐπενεχθείσας μεταβολὰς εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ὅπως διὰ τῆς ἰσοῤῥοπίας τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα ὁ προϋπολογισμὸς αὐτοῦ δυνηθῇ νὰ λάβῃ μείζονα πρόνοιαν περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ λαοῦ καὶ περὶ κρείττονος διαῤῥυθμίσεως τῆς διοικήσεως. Ἡ ὁμολογουμένη τάσις τοῦ Ἔθνους πρὸς τὴν πρόοδον, πεποίθαμεν μετὰ τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος, ὅτι θέλει ἐξομαλύνει τὰς δυσκολίας τοῦ ἔργου ἡμῶν καὶ διευκολύνει τὸν προορισμὸν τῆς ἡμετέρας πατρίδος. Εὐχόμεθα ὅπως ὁ Ὕψιστος διαφυλάττῃ τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα καὶ κρατύνῃ τὸν Συνταγματικὸν Θρόνον πρὸς δόξαν καὶ εὐημερίαν τῆς πατρίδος.»
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἔχει τίς τὸν λόγον;
§17Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἔχω λεκτικάς τινας παρατηρήσεις νὰ κάμω. Ἀντὶ τῆς λέξεως «Μεγαλειότατε» φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἡ λέξις «Βασιλεῦ», διότι ἁρμόζει εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους καὶ εἰς ἐπίσημα ἔγγραφα ἡ λέξις αὐτὴ, ὡς φρονῶ, συνειθίζεται εἰς ὅλα τὰ κράτη τὰ συνταγματικά. Εἰς τὴν γʹ παράγραφον ἀντὶ τῆς λέξεως «ὠφελιμοποιηθῶσι» νὰ τεθῇ «ὠφέλιμοι γένωνται ἢ καταστῶσι», διότι ἡ λέξις ὠφελιμοποιηθῶσιν εἶναι κακόζηλος κατ’ ἐμέ. Εἰς τὴν ϛʹ. παράγραφον ὑπάρχει «ὅπως διὰ τῆς ἰσοῤῥοπίας τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα ὁ προϋπολογισμὸς αὐτοῦ δυνηθῇ νὰ λάβῃ μείζονα πρόνοιαν·» αὐτὸ πρέπει νὰ μεταβληθῇ, πρῶτον, διότι δίδεται προσωπικότης εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, δεύτερον, διότι δὲν θὰ λάβῃ πρόνοιαν ὁ προϋπολογισμός. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ «ὅπως κατασταθῇ δυνατὸν νὰ ληφθῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ μείζων πρόνοιαν». Ἀπὸ τὴν προτελευταίαν παράγραφον νὰ ἐξαλειφθῇ τὸ «ὅτι» διότι τὸ «ὅτι» τοῦτο δὲν ἀποδίδεται. — Καὶ εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον ἀντὶ τοῦ «ὅπως» νὰ τεθῇ τὸ ἵνα.
§18ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις θὰ προχωρήσῃ καθὼς πάντοτε, δηλ. παράγραφον πρὸς παράγραφον θέλομεν φθάσει μέχρι τοῦ τελευταίου παραγράφου· μετὰ ταῦτα θέλει ἐρωτήσει ὁ κ. πρόεδρος ἐὰν ἔχῃ τις ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τοῦ συνόλου, νομίζω.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βέβαια.
§20ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παράγραφον λοιπὸν πρὸς παράγραφον· μετὰ ταῦτα ὁ κ. πρόεδρος θὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ συνόλου.
§21ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν ψῆφον.
§22ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐννοεῖται, ἡ ψῆφος χωρὶς γνώμην δὲν ὑπάρχει. Καὶ αὐτὸ τὸ κάμνω διὰ νὰ συντομεύσωμεν· διότι ἐὰν ἡ Βουλὴ σκοπεύῃ, καθὼς ἔγεινεν εἰς τὰς παρελθούσας συνόδους, νὰ συζητήσῃ καὶ τὸ σύνολον, ἐπιφυλάσσομαι ἀπὸ τοῦδε — δὲν θέλω νὰ φέρω χρονοτριβὰς—νὰ ζητήσω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συνόλου, ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη ἐπὶ τοῦ συνόλου· ἐὰν ὄχι, τότε θὰ λάβω τὸν λόγον εἰς ἑκάστην παράγραφον.
§23ΤΙΝΕΣ. Ὁ κανονισμὸς ὁρίζει.
§24ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου λοιπὸν σᾶς ζητῶ, κ. πρόεδρε, ἀπὸ τοῦδε τὸν λόγον.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παραδέχεται ν’ ἀλλάξῃ ὁ τίτλος καὶ ἀντὶ «Μεγαλειότατε» νὰ τεθῇ «Βασιλεῦ»;
§26ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα· δὲν εἶναι τίποτε.
§27ΡΑΛΛΗΣ. Τότε πρέπει ν’ ἀλλάξωμεν καὶ τὸ διεθνὲς δίκαιον· εἰς τὸν Βασιλέα ἀποδίδεται ὁ τίτλος «Μεγαλειότατε» ἀπὸ τὸ διεθνὲς δίκαιον· ἀλλάξατέ το, ἐὰν θέλετε.
§28ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). «Βασιλεῦ» γράφουν καὶ ὄχι «Μεγαλειότατε». Οὕτως ἐσυνειθίσθη εἰς τὰς Βουλάς. Ἔπειτα καὶ εἰς τὰ ἄλλα μέρη τοῦ κόσμου λέγουν «Sire» καὶ οὐχὶ «Majestè».
§29ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ὑπουργεῖον ὅταν ἤθελε ν’ ἀρνηθῇ εἰς τὸν Βασιλέα τὸν τίτλον «Μεγαλειότατε», ὤφειλε προχθὲς εἰς τὸ πρόγραμμά του νὰ μὴ ἀποκαλέσῃ τοὺς Βασιλόπαιδας «Πρίγκηπας», μεταχειριζόμενον λέξιν ξενικὴν, λέξιν φραγκικήν. Οἱ κύριοι ὑπουργοὶ πρέπει νὰ ἦναι συνεπεῖς εἰς ἑαυτοὺς, οὐδ’ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς κάμνουν σήμερον τοὺς φιλελευθέρους, ζητοῦντες τὴν κατάργησιν τίτλου ἀποδιδομένου εἰς τὸν βασιλέα ὑπὸ τοῦ διεθνοῦς δικαίου.
§30ΠΗΛΙΚΑΣ. Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους λέγουν «Βασιλεῦ».
§31ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἡ ἔκφρασις «Μεγαλειότατε» πρέπει νὰ μείνῃ, κατὰ τὴν γνώμην μου· κατὰ τὴν ξενικὴν γλῶσσαν εἶναι ὄχι «Βασιλεῦ», ἀλλὰ «Μεγαλειότατε»· ἑπομένως νὰ μείνῃ ἡ ἔκφρασις «Μεγαλειότατε».
§32ΜΙΛΗΣΗΣ. Λυποῦμαι διότι δὲν ἠμπορῶ νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν προαγορεύσαντα. Ὁ κ. Ῥάλλης ἐπεκαλέσθη τὸ διεθνὲς δίκαιον, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ προσαγορεύουσα τὸν Βασιλέα δὲν πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ τὸ διεθνὲς δίκαιον. Ὁ βασιλεὺς εἶναι περιβεβλημένος μὲ τὴν Μεγαλειότητα, ὅταν ἐκπροσωπῇ τὸ ἔθνος ἀπέναντι τῶν ἄλλων ἐθνῶν· ἀλλ’ ὅταν ἔρχεται εἰς σχέσεις μὲ τὰς ἀρχὰς τοῦ Κράτους, τότε ὁ τίτλος αὐτὸς δὲν μοὶ φαίνεται νὰ στέκῃ. Ἀντὶ τούτου καὶ ἑλληνικώτερον καὶ ἀξιοπρεπέστερον διά τε τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τὸν Ἡγεμόνα εἶναι τὸ «Βασιλεῦ». Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Δημητριάδου περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ τίτλου.
§33ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν τὸ ἔθνος προσηγόρευσε τὸν Βασιλέα· πέρυσιν ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον εἶχε «Μεγαλειότατε», καὶ πολλάκις ἄλλοτε· εἰς πολλὰς ἀπαντήσεις ὑπάρχει ἡ λέξις «Βασιλεῦ»· εἰς ἄλλας, ὡς καὶ πέρυσιν, ὑπάρχει ἡ λέξις «Μεγαλειότατε».
§34ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ συμφωνῶ καθ’ ὁλοκληρίαν....
§35ΡΑΛΛΗΣ. Πάντοτε λέγεται ὁ βασιλεὺς «μεγαλειότατος», ἀδιάφορον ἐὰν πρόκειται ἢ ὄχι περὶ σχέσεων πρὸς ξένα κράτη· τοῦτο δὲ διότι ἐκπροσωπεῖ τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν καὶ μεγαλειότητα. Ἐπιμένω λοιπὸν ὅτι ἔχει καλῶς τὸ σχέδιον ὡς πρὸς τὸν τίτλον «Μεγαλειότατε».
§36ΠΕΤΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἡ συζήτησις εἶναι περιττὴ, διότι εἴτε εἴπωμεν «Βασιλεῦ», εἴτε «Μεγαλειότατε», ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα ὑπάρχει. Εἶναι μάταιον καὶ ἀνάξιον εἰς ἓν κοινοβουλευτικὸν σῶμα νὰ κάμῃ συζητήσεις τοιαύτας· «Βασιλεῦ» θὰ εἴπῃ «Μεγαλειότατε», καὶ «Μεγαλειότατε» θὰ εἴπῃ «Βασιλεῦ».
§37ΖΩΧΙΟΣ. Ἂν ὑπῆρχεν ἡ λέξις «Βασιλεῦ», θὰ ἦτο τελειωμένον τὸ πρᾶγμα· τώρα ὑπάρχει «Μεγαλειότατε», καὶ θέλομεν νὰ τὸ ἀλλάξωμεν, δηλ. ὑπάρχει σκοπός· διὰ τί; θέλομεν νὰ ἀφαιρέσωμεν τοῦ Βασιλέως τὸν τίτλον; εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§38ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὄχι, ὄχι· δὲν ἀφαιροῦμεν τὸν τίτλον. Λέγομεν ἁπλῶς ὅτι δὲν ἁρμόζει ἐνταῦθα.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι, ὑποστηρίζεται τοῦ κ. Δημητριάδου ἡ πρότασις;
§40ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§41ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὑποστηρίζεται, καὶ ἔγεινε περὶ αὐτῆς συζήτησις.
§42ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς ψηφοφορίαν, κ. πρόεδρε, δι’ ἀναστάσεως.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δημητριάδου, νὰ μεταβληθῇ ὁ τίτλος ἀντὶ τοῦ «Μεγαλειότατε» εἰς «Βασιλεῦ» νὰ ἐγερθῶσιν, (ἐγείρονται τινές).
§44ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρακαλῶ, κ. πρόεδρε. Ἐπεθύμουν πρὸ τῆς ψηφοφορίας νὰ ἀκούσω τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· διότι, ἂν δὲν μὲ λανθάνῃ ἡ μνήμη, πέρυσιν ὅτε ἐγὼ ἀνέγνωσα ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ὁ ἀξιότιμος τότε βουλευτὴς Μεσολογγίου μοὶ ἔκαμε τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ λέξις «Μεγαλειότατε» ἔπρεπε νὰ ἀλλάξῃ καὶ ὅτι ἡ μᾶλλον προσήκουσα καὶ ἀξιοπρεπὴς διά τε τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν καὶ διὰ τὸν Βασιλέα ἦτο ἡ λέξις «Βασιλεῦ». Ἐπιμένει εἰς τὴν γνώμην ταύτην;
§45ΤΙΝΕΣ. Τὸ εἶπε.
§46ΜΙΛΗΣΗΣ. Πολὺ καλά.
§47ΤΙΝΕΣ. Ἐμπρός, κ. πρόεδρε· ἀπεῤῥίφθη.
§48ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὄχι, δὲν ἀπεῤῥίφθη. Ἐγώ, κ. πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον· δὲν καταλαμβάνω· δὲν μοῦ τὸν ἐδώκατε.
§49Δ. ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ (κατέχων θέσιν γραμματέως ἐπὶ τοῦ προεδρείου). Ὁρίστε.
§50ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μὴ προλαμβάνετε τὸν κ. πρόεδρον.
§51Δ. ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Δὲν ἐζητήσατε τὸν λόγον.
§52ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔχω καὶ ἄλλους 4 μάρτυρας· ἀλλὰ σεῖς καταγίνεσθε νὰ γράφετε εἰς τὴν ἐπαρχίαν σας. Δὲν χαρίζω κἀνενὸς ἐγώ.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§54ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἠκούσαμεν τί ἐψηφοφορεῖτο.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ γνώμη τοῦ κ. Δημητριάδου; Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν νὰ ἐγερθῶσιν, (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἀπεῤῥίφθη. — «Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους μετ’ ἀγαλλιάσεως εἶδον τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα ἐν μέσῳ αὐτῶν.» Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν πρώτην παράγραφον;
§56ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. — «Πρὸς διευθέτησιν τῶν κοινῶν κατὰ τὰ φρονήματα καὶ τοὺς πόθους τοῦ ἔθνους, προθύμως θέλομεν συμπράξει μετὰ τῆς Κυβερνήσεως». Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§58ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. «Μετ’ εὐχαριστήσεως ἔγνωμεν, ὅτι αἱ σχέσεις τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος μετὰ τῶν ξένων Δυνάμεων εἰσὶ φιλικαί. Ἄριστον δὲ μέσον, ὅπως αὗται ἔτι μᾶλλον κρατυνθῶσιν καὶ ὠφελιμοποιηθῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι, εἶναι ὁμολογουμένως ἡ πρόοδος τοῦ τόπου.» Ἐδῶ ἔκαμεν ὁ κ. Δημητριάδης μίαν γραμματικὴν παρατήρησιν· ἀντὶ τοῦ «ὠφελιμοποιηθῶσι» νὰ σημειωθῇ «ὠφέλιμοι γένωνται ἢ καταστῶσι»· Παραδέχεται ἡ Βουλή;
§60ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. «Διακαὴς πόθος τοῦ ἔθνους ἀείποτε ὑπῆρξε τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας ἡ πλήρης ἀποκατάστασις. Μετὰ χαρᾶς δὲ ἄκρας βλέπομεν ταύτην ὁσημέραι παγιουμένην, διότι μετ’ αὐτῆς στενῶς συνδέονται τὰ ἠθικὰ καὶ ὑλικὰ τοῦ τόπου συμφέροντα.» Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§62ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§63ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Παρακαλῶ, μίαν παρατήρησιν ἐπὶ τῆς 4 ταύτης παραγράφου. Νομίζω ὅτι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν δημοσίαν τάξιν, ἐκ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, καθὼς μένει αὐτὴ ἡ φράσις, δύναται καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος νὰ ὑποτεθῇ ὅτι δὲν εἶναι παγιωμένη εἰσέτι ἡ τάξις. Ἥρμοζεν εἰς τὸν Ἱσπανικὸν λαὸν, ὅστις ἐξῆλθεν ἀπὸ μίαν ἐπανάστασιν καὶ εὑρίσκεται ἐν τῷ μέσῳ τῶν μαχῶν, νὰ λεχθῇ τοῦτο διὰ τὴν παγίωσιν τῆς δημοσίας τάξεως. Εὐτυχῶς καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καθὼς καὶ τῆς προκατόχου εἴδομεν τὴν τάξιν παγιωμένην. Λοιπὸν ἀντὶ τούτου προτείνω τὰ ἑξῆς· «Διακαὴς πόθος ὑπῆρξεν ἀείποτε ἡ δημοσία τάξις. Μετὰ χαρᾶς δὲ ἄκρας βλέπομεν ταύτην παγιωμένην»· τουτέστι νὰ παραδεχθῶμεν μίαν ἀλήθειαν ὁμολογουμένην.
§64ΖΩΧΙΟΣ. Τότε, «παγιωθεῖσαν».
§65ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Ἀκόμη καλλίτερα.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Πυλαρινοῦ;
§67ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§68ΖΩΧΙΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, ὄχι, νὰ μείνῃ ὡς ἔχει.
§69Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὴν ὑποστηρίζουσιν ὅλοι, δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροποποίησιν τοῦ κ. Πυλαρινοῦ εἰς τὴν 4 §, νὰ ἐγερθῶσιν, (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη· μένει λοιπὸν ἡ παράγραφος ὡς ἔχει. «Μετὰ πολλοῦ ἐνδιαφέροντος θέλομεν ἀσχοληθῆ εἰς τὴν ἐμβριθῆ μελέτην τῶν ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ μνημονευομένων συμβάσεων καὶ νομοθετημάτων πρὸς αὔξησιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς πίστεως καὶ τῶν τῆς συγκοινωνίας μέσων, καὶ τῆς βελτιώσεως τῆς γεωργίας καὶ τῆς βιομηχανίας, ἐν οἷς τῷ ὄντι κεῖται ἡ δύναμις, ἧς ἀπόλυτον ἔχομεν ἀνάγκην. Ἡ δὲ μεταβολὴ τοῦ ὑπάρχοντος καταπιεστικοῦ συστήματος τῆς στρατολογίας πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τοῦ ἔθνους καὶ πρὸς δικαίαν καὶ ἀνεπαχθῆ διανομὴν τῆς τοῦ στρατεύεσθαι ὑποχρεώσεως θέλει θεραπεύσει σπουδαιοτάτην ἀνάγκην, ἣν ὁ τόπος ζωηρῶς αἰσθάνεται.»
§71ΡΑΛΛΗΣ ΚΑΙ ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ἔχομεν ἀντίτυπα.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὰ ἐπήρατε μαζῆ σας; (διανέμονται ἀντίτυπα εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας τοιαῦτα βουλευτάς). Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις εἰς τὴν 5 παράγραφον;
§73ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. «Μετὰ ἴσης προθυμίας καὶ ζήλου θέλομεν ἐξετάσει καὶ ἐκτιμήσει τὰς ἐπενεχθείσας μεταβολὰς εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ὅπως διὰ τῆς ἰσοῤῥοπίας τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα ὁ προϋπολογισμὸς αὐτοῦ δυνηθῇ νὰ λάβῃ μείζονα πρόνοιαν περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ λαοῦ καὶ περὶ κρείττονος διαῤῥυθμίσεως τῆς διοικήσεως.» Ἐδῶ ἔχει ὁ κ. Δημητριάδης μίαν παρατήρησιν.
§75Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. «Ὅπως καταστῇ δυνατόν».
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε πῶς ἐτροποποιήθη ἀπὸ τὸν κ. Δημητριάδην· «ὅπως διὰ τῆς ἰσοῤῥοπίας τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα ληφθῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ μείζων πρόνοια περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ λαοῦ κτλ.» Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν διόρθωσιν ταύτην;
§77ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. «Ἡ ὁμολογουμένη τάσις τοῦ Ἔθνους πρὸς τὴν πρόοδον, πεποίθαμεν μετὰ τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος, ὅτι θέλει ἐξομαλύνει τὰς δυσκολίας τοῦ ἔργου ἡμῶν καὶ διευκολύνει τὸν προορισμὸν τῆς ἡμετέρας πατρίδος.» Ἐνταῦθα ζητεῖ ὁ κ. Δημητριάδης ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ μόριον «ὅτι».
§79ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§80ΜΙΛΗΣΗΣ. Διατί; τὸ μόριον εἶναι ἀναγκαῖον.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη ὡς ἔχει ἐν τῷ σχεδίῳ. «Εὐχόμεθα ὅπως ὁ Ὕψιστος διαφυλάττῃ τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα καὶ κρατύνη τὸν Συνταγματικὸν Θρόνον πρὸς δόξαν καὶ εὐημερίαν τῆς Πατρίδος.» Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§82ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. Ἐπὶ τοῦ συνόλου ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Λομβάρδος.
§84ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὀλίγας λέξεις, κύριοι, πρὸς διασάφησιν τῆς ψήφου μου. Ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἐθεωρήθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, κατὰ τὰ προηγούμενα τὰ βουλευτικά, εἴτε ὡς ζήτημα πολιτικόν, δηλ. ὡς θέμα συζητήσεως πολιτικῆς, εἴτε ὡς ἁπλῆ ἐκπλήρωσις τύπου ἐθιμοταξίας· καὶ διὰ τὸ ἓν καὶ διὰ τὸ ἄλλο ἔχομεν προηγούμενα. Ὑπῆρξαν περιστάσεις, καθ’ ἃς ἡ Βουλὴ ἐθεώρησε τὴν ἀπάντησιν πεδίον συζητήσεως πολιτικῆς· ὑπῆρξαν ἄλλαι περιστάσεις, καθ’ ἃς ἡ Βουλὴ ἐθεώρησε τὴν ἀπάντησιν ἁπλῆν καὶ μόνην, ἐπαναλέγω, ἐκπλήρωσιν ἐθιμοταξίας. Κατὰ τὴν προκειμένην περίστασιν ἐδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο, ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ ὅπως συζητηθῇ ἡ ἀπάντησις ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν καὶ ὑποκινηθῶσι πολιτικὰ ζητήματα, ἐὰν ἐλαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν ἁπλῶς καὶ μόνον ὅτι ἐνώπιόν μας παρίσταται κυβέρνησις διαδεχθεῖσα ἄλλην κυβέρνησιν, ἀποπεμφθεῖσαν ὡς ἀπεπέμφθη. Μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ τονίσω καὶ ἐγὼ τὴν λέξιν ταύτην ἀποπεμφθεῖσαν, ἀφοῦ καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως χθὲς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ τούτου ζητήματος τὴν αὐτὴν ταύτην λέξιν δὶς ἐντόνως ἐτόνισε ....
§85ΤΙΝΕΣ. Ἐπανέλαβε τὰς λέξεις σας.
§86ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εὑρισκόμεθα ἐδῶ συγκεκροτημένοι ὡς συνεκροτήθημεν, ἀφ’ οὗ ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον διελύθη ὡς διελύθη, ἀφοῦ καὶ ἡμεῖς, ἐδῶ συνελθόντες, πρὶν ἢ εἰσέτι συγκροτηθῶμεν ἀπεπέμφθημεν ἐπὶ 40 ἡμέρας ὡς ἀπεπέμφθημεν, ἀφοῦ ἐπὶ τέλους διῆλθον ἐνώπιόν μας τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα διῆλθον. Δύναται ἐξ ἴσου νὰ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ διεξαγάγῃ τὸ ἀντικείμενον τῆς ἀπαντήσεως ὑπὸ μόνην τὴν τυπικὴν ἐκπλήρωσιν τυπικῆς ἐθιμοταξίας, ἐὰν σκεφθῇ ὅτι πρόκειται ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἀφοῦ διῆλθε τόσος καιρὸς καὶ ἕως τώρα δὲν ἀπηντήσαμεν. Δὲν εἶναι βεβαίως ἡ ἔλλειψις ἐδική μας, ἀλλ’ ὅπως δήποτε δὲν πρέπει ἡμεῖς νὰ παρεμβάλλωμεν χρονοτριβὰς περισσοτέρας ὅπως ἀπαντήσωμεν εἰς τὴν ἑτέραν τῶν δύω μεγάλων ἀρχῶν τοῦ κράτους· ἂν τοῦτο λάβωμεν, ὑπ’ ὄψιν, ὀφείλομεν ν’ ἀπαντήσωμεν μεθ’ ὅλης τῆς ἁβρότητος καὶ νὰ θεωρήσωμεν τὴν ἀπάντησιν ταύτην ὡς ἁπλῶς τυπικήν, νὰ μὴ ἀναμίξωμεν διόλου ἐν αὐτῇ πολιτικὰ ζητήματα, διότι ὀφείλομεν, νομίζω, νὰ δείξωμεν πρὸς τὴν ἑτέραν τῶν δύω μεγάλων ἀρχῶν τοῦ κράτους ἡμεῖς, ἡ ἑτέρα τῶν δύω, ἁβροτέραν, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, ἁβροτέραν συμπεριφορὰν ἐκείνης τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον ἔδειξε κατὰ τὴν ἀντιφώνησιν πρὸς τὴν προσφώνησιν τοῦ Προεδρείου· λάθος, τὸ ὁποῖον διωρθώθη ὁπωσοῦν κατὰ τὴν ἀντιφώνησιν πρὸς τὴν προσφώνησιν τῆς μεγάλης πρεσβείας. Δυνάμεθα πρὸς τοῦτο νὰ θεωρήσωμεν τὴν τωρινὴν ἀπάντησιν ὡς ἐκπλήρωσιν τύπου ἁπλῆς ἐθιμοταξίας, ἂν σκεφθῶμεν ὅτι ἡ συμπολίτευσις, ἡ λαβοῦσα τὴν πλειοψηφίαν κατὰ τὴν συγκρότησιν τῶν τελευταίων ἐπιτροπῶν, διὰ τῆς ἐπιτροπῆς της καὶ ἤδη διὰ τῆς ψήφου της εἰς τοὺς ἄχρι τοῦδε συζητηθέντας παραγράφους ἁπλῶς καὶ καθαρῶς τυπικὴν ἀπάντησιν ἐπρότεινε καὶ ἐψήφισε. Τὰ πολιτικὰ ζητήματα μένουσιν ὅλως ἄθικτα, ἐὰν τυχὸν θεωρήσωμεν ὡς ἁπλῶς τυπικὸν τὸ ζήτημα τῆς ἀπαντήσεως, ὡς ἁπλῆν ἐκπλήρωσιν τυπικῆς ἐθιμοταξίας πρὸς τὴν ἑτέραν τῶν δύω μεγάλων ἀρχῶν. Καὶ ἐὰν ἡ συζήτησις ὑπεκινεῖτο ἐν τῇ παρούσῃ περιπτώσει, καθ’ ἣν ἕνας ἱκανὸς ἀριθμὸς ἀντιπροσώπων τῆς ἀντιπολιτεύσεως δὲν παρευρίσκονται εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς ἐκτελοῦντες ἐντολὴν, ἣν εἰς αὐτοὺς ἡ Βουλὴ ἀνέθεσε, καὶ ἐὰν ἐπήρχετο σήμερον μία τις ψῆφος ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων, οὐδεὶς ἤθελε παρεμποδίσει αὔριον ἢ ἤθελε δυνηθῆ ν’ ἀμφισβητήσῃ μεθαύριον εἰς τὸ σύνολον τῶν ἀντιπροσώπων συνερχομένων νὰ ἐπαναφέρωσι τὰ αὐτὰ ταῦτα ζητήματα καὶ νὰ λυθῶσιν ὑπὸ μίαν ἄλλην διάφορον ἢ ἀντίθετον ἔποψιν (θόρυβος ἀριστερά). Ἡ συμπολίτευσις, καὶ κατὰ τοῦτο εἶναι ἐπαινετή, δὲν ἠθέλησε νὰ θίξῃ τὰ ζητήματα ταῦτα· καὶ ἐπαναλέγω, εἶναι κατὰ τοῦτο ἐπαινετὴ, καθ’ ὅτι ἐσκέφθη βεβαίως—καὶ τοῦτο ἀπευθύνω κυρίως εἰς τοὺς κυρίους τοὺς πρὸ ὀλίγου θορυβήσαντας—ὅτι τὰ 15 μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ὁποῖα τὴν στιγμὴν ταύτην ἐλλείπουσιν, ἐλλείπουσι διότι καὶ ἡ πλειοψηφοῦσα ἀντιπολίτευσις κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι ἐστάλησαν διὰ νὰ ἐπιτηρήσουν τὰς ἐπαναληφθησομένας ἐκλογὰς Γορτυνίας καὶ Μεσσήνης, καὶ ἡ μειοψηφοῦσα συμπολίτευσις ἔθετον εἰς τὰ ψηφοδέλτιά των τότε μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν ἔλαβα τὸν λόγον, κύριοι, ὅπως ἀντιταχθῶ κατὰ τοῦ ἤδη παραδεχομένου σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως, ἀλλ’ ὅπως διαδηλώσω, ὅτι παρευρέθην καὶ παρευρίσκομαι σιωπηλῶς ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ, ὅπως μὴ διὰ τῆς ἀπουσίας μου θεωρηθῇ, ὅτι ὅσον ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμὲ, ἠθέλησα νὰ ἐμποδίσω τὴν συγκρότησιν ἀπαρτίας πρὸς ἐπιψήφισιν σχεδίου ἀπαντήσεως εἰς τὴν ἑτέραν τῶν δύω μεγάλων ἀρχῶν. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἴσως ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πράξῃ τοῦτο, ἤγουν νὰ ἀποχωρήσῃ, ἐὰν ἔβλεπεν ὅτι ὑποκινοῦνται πολιτικὰ ζητήματα ἐν τῇ τωρινῇ συγκροτήσει τῆς Βουλῆς. Ἴσως ἠμπορεῖ νὰ τὸ πράξῃ κατόπιν, ἐὰν ἴδῃ ὅτι πρὶν ἐπανέλθωσι τὰ μέλη τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα συνεπεία ἐντολῆς τῆς Βουλῆς εἶναι ἀπόντα, ὑποκινηθῶσιν ἄλλα ζητήματα οὐχὶ μόνον πολιτικὰ, ἀλλὰ καὶ θίγοντα οὐσιαστικὰ ζητήματα καὶ συμφέροντα τοῦ τόπου· ἀλλὰ σήμερον λέγω, παρευρίσκομαι ἐδῶ ὅπως ᾖναι πλήρης ἀπαρτία τῆς Βουλῆς, ὅπως ψηφισθῇ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ὅλως ἀχρωμάτιστος, καθὼς εἶναι ἡ προτεινομένη, ἀφίνουσα ἄθικτα ὅλως διόλου τὰ πολιτικὰ ζητήματα, ἀπάντησις, ἐπὶ τῆς ὁποίας δηλῶ ὅτι δὲν ψηφίζω οὔτε ὑπὲρ, οὔτε κατὰ, δηλ. ἀρνοῦμαι ψῆφον, παραδεχόμενος μόνον τὴν τελευταίαν παράγραφον, δηλ. «εὔχομαι ὅπως ὁ ὕψιστος διαφυλάττῃ τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα καὶ κρατύνῃ τὸν Συνταγματικὸν θρόνον», εὐχόμενος καὶ εἰς τὴν ἀπάντησιν ταύτην καλὸν κατευόδιον, καλὴν ὑποδοχὴν καὶ τύχην ἀγαθήν.
§87ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Κύριε πρόεδρε, καὶ τοι οἱ λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ζακύνθου ἐῤῥίφθησαν εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἀτομικοὶ λόγοι αὐτοῦ......
§88ΤΙΝΕΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος. Δὲν ἀκούομεν.
§89ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καί τοι ὁ κ. Λομβάρδος, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου, ὡμίλησεν ὀλίγα καὶ μόνον ὡς ἐκ μέρους αὑτοῦ προσωπικῶς προερχόμενα, μὅλα ταῦτα ἀναγκάζομαι νὰ κάμω τινὰς παρατηρήσεις. Ἐν πρώτοις τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον δὲν βλέπω νὰ παραλείπῃ τίποτε ἐξ ὅσων ὁ Βασιλικὸς λόγος περιεῖχεν· ἠσπάσθη τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ὁ Βασιλικὸς λόγος περιέχει. Δὲν βλέπω ἑπομένως κατὰ τί ἡ ἀπάντησις αὕτη εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον δὲν εἶναι πλήρης, δὲν βλέπω κατὰ τί ἡ ἀπάντησις εἶναι ἐλλειπὴς, καὶ διὰ τίνα λόγον δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἄχρους καὶ οὐδὲν περιέχουσα, ὡς ἁπλῶς τυπικὴ, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ σφοδρότερος ἀντιπολιτευόμενος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁ τὰ μάλιστα ἀποδοκιμάζων ὅλα τὰ πολιτικὰ γεγονότα, τὰ συμβάντα ἐπὶ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, δύναται νὰ ψηφίσῃ χωρὶς παντάπασι νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἀποφαίνεται περὶ αὐτῶν. Ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον γίνεται σήμερον ὅπως γίνεται πάντοτε. Νομίζω δὲ ὅτι ἐὰν καὶ τὴν σήμερον ἐξακολουθοῦν νὰ ὑπάρχουν τὰ αὐτὰ φρονήματα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον πάντοτε εἰς τὸ κοινοβούλιον, εἶναι καθῆκον τοῦ ἀντιπροσώπου, ὁ ὁποῖος βλέπει τὴν πατρίδα του κακῶς κυβερνωμένην, βλέπει τὸ Σύνταγμά του καταπατούμενον, βλέπει τοὺς νόμους ἀναιρουμένους καὶ ἀθετουμένους, τὴν δημοσίαν ἠθικὴν ἐκπίπτουσαν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος καταῤῥέουσαν, ὕβρεις καὶ προσβολὰς κατὰ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ὀφείλει καὶ ἔχει καθῆκον νὰ λάβῃ τὸν λόγον, νὰ πολεμήσῃ τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως καὶ νὰ ἐκθέσῃ καθαρῶς τὰς ἰδέας του, ἀδιαφορῶν μάλιστα, ἐὰν αἱ ἰδέαι του θὰ ὑπερισχύσουν. Οὕτω τουλάχιστον εἴμεθά τινες συνειθισμένοι νὰ ζῶμεν ἐν τῷ κοινοβουλίῳ. Ὁσάκις τῳόντι ᾐσθάνθημεν τοιαῦτα συμβαίνοντα ἐναντίον τῶν μεγάλων συμφερόντων τοῦ τόπου, ὁποῖα ὀφείλομεν ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ζακύνθου σήμερον, ἤλθομεν καὶ ἐξεθέσαμεν τὰς ἰδέας μας, ὑπερασπίσθημεν τὸν νόμον, ὑπερασπίσθημεν τὰ Σύνταγμα, ὑπερασπίσθημεν τὴν ἀξιοπρέπειαν τὴν ἠθικὴν καὶ τοῦ Σώματος καὶ ἀδιαφορήσαμεν περὶ τῶν ψήφων. Ἐπομένως, ἐὰν τῳόντι εἰλικρινῶς ὁ κ. Λομβάρδος πιστεύῃ καὶ φρονῇ ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο κατεπατήθη τὸ Σύνταγμα, ὅτι κατεπατήθησαν οἱ νόμοι, ὅτι προσεβλήθη ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, ὅτι ἐγένετο ἐφαρμογὴ τοῦ Συντάγματος ἐπὶ βλάβῃ τῶν θεσμῶν, χρεωστεῖ νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ νὰ τὰ ἐκθέσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἔθνους, ἀδιαφορῶν ἐὰν ἡ γνώμη του ὑπερισχύσῃ... (Εὖγε ἐξ ἀριστερῶν καὶ χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§90ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἐὰν παριστάμεθα εἰς θέατρον, ἢ εἰς ἐθνικὸν κοινοβούλιον (θόρυβος). Δὲν ὑπονοῶ τὸν κ. πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως· ἠξεύρω νὰ ἐκτιμῶ τοὺς ἄλλους ὅπως ἀξιῶ νὰ ἐκτιμῶσι καὶ ἐμὲ οἱ ἄλλοι. Ἐννοῶ τὴν διαγωγὴν τινῶν ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ.
§91ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ κανονισμὸς ἀπαγορεύει τὰς ἐπιδοκιμασίας ἢ ἀποδοκιμασίας. Θέλετε νὰ τὸν τροποποιήσητε; καλά· ἄλλως, ὀφείλετε νὰ τὸν ἐκτελῆτε κατὰ γράμμα.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει κἀνεὶς ἐναντίαν γνώμην; Ἐὰν ἐπαναληφθῇ, θὰ κενωθῇ τὸ ἀκροατήριον.
§93ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἔκαμα τὴν παρατήρησιν αὐτὴν ὄχι σχετικῶς μὲ τὸ σημερινὸν ζήτημα. Εἶναι ἄλλα σπουδαῖα ζητήματα, ἐξ αἰτίας τῶν ὁποίων τινὲς φρονοῦσιν ὅτι δύνανται διὰ χειροκροτημάτων νὰ ἐπιβάλουν τὴν θέλησίν των εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους. Πολὺ πλανῶνται. Τὸ ἔθνος συνεισφέρει 35,000,000, καὶ τὸ ἔθνος συγκροτεῖται μᾶλλον ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας παρὰ ἀπὸ τὴν πρωτεύουσαν· αὕτη μάλιστα καταναλίσκει τὸ πλεῖστον μέρος τῶν δημοσίων εἰσοδημάτων. Ἐπομένως πλανῶνται ὅσοι φρονοῦν ὅτι δύνανται οἱ κάτοικοι τῆς πρωτευούσης, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν οἱ συχνάζοντες εἰς τὴν Ὡραίαν Ἑλλάδα, νὰ ἐπιβάλουν τὴν θέλησίν των εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, κ. πρόεδρε, πρέπει νὰ λάβητε τὸ μέτρον νὰ ἐφαρμόσητε τὸν κανονισμόν, τουτέστι ν’ ἀπαγορεύσητε τὰς ἐπιδοκιμασίας καὶ ἀποδοκιμασίας, ἐὰν θέλητε νὰ τηρήσωμεν τὸν κανονισμόν. Ἐὰν δὲ δὲν θέλετε, ἂς τὸν καταργήσωμεν καὶ τότε ἕκαστος ἡμῶν ἂς λάβῃ τὰ μέτρα του.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, κἀνεὶς δὲν ἐπιδοκιμάζει, οὔτε ἔχει σκοπὸν νὰ παραβῇ τὸν κανονισμόν. Ἐὰν ἐπαναληφθῇ ἡ πρᾶξις, τότε συμφώνως μὲ τὸν κανονισμὸν θὰ κενωθῇ τὸ ἀκροατήριον.
§95ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ καθῆκον μάλιστα τοῦτο, κύριοι, εἶναι τόσῳ μεγαλείτερον, ὅσῳ μεγαλείτερα εἶναι τὰ προσβληθέντα δικαιώματα καὶ συμφέροντα· καὶ ἐπομένως δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ζακύνθου νὰ σιωπήσῃ, ἀφοῦ κατὰ τὴν γνώμην αὑτοῦ οὔτε νόμοι, οὔτε πολίτευμα, οὔτε ἀξιοπρέπεια ἔμειναν ἀπρόσβλητα. Μολοντοῦτο παραγραφὴ οὐδέποτε ὑπάρχει εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ κοινοβουλίου. Αἱ ἐπιφυλάξεις τοῦ κ. Λομβάρδου ἦσαν ὅλως περιτταὶ, καὶ ἐὰν δὲν ἤθελε λάβει τὸν λόγον εἰς τὴν ἀπάντησιν πρὸς τὸν Βασιλικὸν λόγον, διατηρεῖ ἀκέραιον τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ περὶ πάντων τῶν ζητημάτων ἀείποτε, ἡ δὲ κυβέρνησις μετὰ πολλῆς εὐχαριστήσεως θὰ λάβῃ τὴν τιμὴν ν’ ἀπαντήσῃ πρὸς αὐτὸν εἰς ὁποιανδήποτε περίστασιν ἤθελεν ἀποφασίσει ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου νὰ φέρῃ ὑπὸ συζήτησιν ζητήματα ἀφορῶντα τὴν διοίκησιν καὶ τὴν πολιτικὴν αὐτῆς. Δὲν ἐννοεῖ ὅμως, ὅτι ἡ σημερινὴ ἀπάντησις δὲν εἶναι πλήρης, ὅτι διαφέρει τῶν ἀπαντήσεων, αἵτινες γίνονται πάντοτε πρὸς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα, καὶ οὔτε ἐννοεῖ, ὅτι ἡ ἀπάντησις αὕτη δὲν ἀφίνει στάδιον εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ζακύνθου, οὔτε εἰς ὁποιονδήποτε ἄλλον, νὰ ἔλθῃ καὶ συζητήσῃ τὰς πράξεις τῆς τε πολιτικῆς καὶ τῆς διοικήσεως.
§96ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι καὶ ἐὰν ἐτίθεντο ζητήματα...
§97ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔπρεπε νὰ ἀδιαφορήσητε περὶ τῆς ψήφου.
§98ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν παραγράφεται.
§99ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ δικαίωμα δὲν παραγράφεται. Ὅταν ὅμως τις λέγῃ, ὅτι ἡ πατρὶς εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὅτι οἱ νόμοι καταπατοῦνται καὶ τὰ τοιαῦτα, δὲν πρέπει νὰ σιωπᾷ.
§100ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν προτίθεμαι νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, διότι καθ’ ἃ ἐξέθηκε καὶ ὁ κύριος βουλευτὴς Ζακύνθου δύω κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα ἐπεκράτησαν παρ’ ἡμῖν ἄχρι τοῦδε, τὸ νὰ γίνωνται δηλαδὴ συζητήσεις πολιτικαὶ κατὰ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον καὶ νὰ ἐξελέγχεται ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ διοίκησις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ νὰ γίνεται ἁπλῆ ἀπάντησις πρὸς ἐκπλήρωσιν τύπου ὀφειλομένου πρὸς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ ἀντιπολίτευσις, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἀνήκω, ἐπροτίμησε τὸ δεύτερον σύστημα, τὸ νὰ μὴ φέρῃ ζήτημα πολιτικὸν ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου, συζητουμένης τῆς πρὸς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἀπαντήσεως. Ἑπομένως καὶ ἄνευ τῆς ἐπιφυλάξεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου ἔκαμε, καθὼς πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος κύριος πρωθυπουργὸς, εἰς τὸ κοινοβούλιον καὶ εἰς πάντα βουλευτὴν μένει ἀκέραιον τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ κατὰ πᾶσαν περίστασιν εὐθύνας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰς πράξεις της. Θὰ εἴπω ὀλίγα μόνον, κύριε πρόεδρε, διὰ τὴν συχνὰ ἐπαναλαμβανομένην φράσιν περὶ δῆθεν ἀποπομπῆς τοῦ ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Βούλγαρη ὑπουργείου. Λίαν ἀτόπως ἐπαναλαμβάνεται ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τοῦ κοινοβουλίου τούτου ἡ φράσις αὕτη περὶ ἀποπομπῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἧς εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ καὶ ἐγὼ μέρος. Κυβέρνησις προεδρευομένη ἀπὸ τὸν ἐπιζῶντα μέγαν πολίτην τῆς Ἑλλάδος κύριον Βούλγαρην δὲν ἀποπέμπεται εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν. Ὁ κύριος Βούλγαρης παρῄτησε πολλάκις τὴν ἐξουσίαν, ἐνῷ τὴν εἶχεν εἰς χεῖρας καὶ ἐνῷ παρεκαλεῖτο νὰ τὴν διατηρήσῃ, πεισθεὶς ὅτι δὲν ὑπηρετεῖ τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τῆς πατρίδος του διατηρῶν τὴν ἐξουσίαν. Ὁ κύριος Βούλγαρης ἀπεποιήθη ἐπίσης πολλάκις νὰ δεχθῇ τὴν ἐξουσίαν προσφερομένην εἰς αὐτὸν, μὴ θεωρήσας λυσιτελεῖς τὰς πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας του. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν Κυβέρνησις, ἧς προΐσταται ὁ μέγας οὗτος πολίτης, ν’ ἀποπεμφθῇ ὅπως τινὲς εὐχαριστοῦνται νὰ λέγωσιν. Αἱ συνταγματικαὶ κυβερνήσεις διὰ δύω λόγους ἀποχωροῦσι τῶν δημοσίων πραγμάτων· εἴτε διότι ἔχασαν τὴν ὑποστήριξιν τοῦ κοινοβουλίου, εἴτε διότι ἀπώλεσαν τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Βασιλέως ἢ διεφώνησαν πρὸς αὐτὸν εἰς ζητήματα σπουδαῖα, ἢ εἰς ζητήματα πολιτικά. Οἱ Βασιλεῖς, οἱ ὁποῖοι πάντοτε ὑποτίθενται ὅτι εἶναι ἠθικοὶ καὶ τίμιοι, ὅτι εἶναι εἰλικρινεῖς, ὅτι εἶναι ἀφωσιωμένοι πρὸς τοὺς καθεστῶτας νόμους τῆς πολιτείας, οἷος βεβαίως εἶναι καὶ ὁ ἡμέτερος Ἡγεμὼν, δὲν ἀποπέμπουν τὰ ὑπουργεῖα διὰ λόγους ἰδιοτροπίας. Ἐπομένως καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ περυσινὴ, ἡ ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ κυρίου Βούλγαρη, δὲν ἀπεπέμφθη, ἀλλ’ ἐγκατέλιπε τὴν ἐξουσίαν μόνη της, ἅμα εἶδεν ὅτι ἀπώλετε τὴν ἐμπιστοσύνην παρὰ τῷ Βασιλεῖ, διαφωνήσασα πρὸς τὸν Βασιλέα εἰς σπουδαῖα ζητήματα τοῦ κράτους. Ἠμπορῶ μάλιστα νὰ ἰσχυρισθῶ, χωρὶς νὰ σφάλλω, ὅτι καὶ εἰς ἐκείνην τὴν περίστασιν παρεκλήθη ὁ κύριος Βούλγαρης νὰ κρατήσῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τῷ ἐδόθη ἀπεριόριστος ἐξουσία νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὸ ὑπουργεῖόν του ὅπως ἤθελεν, ἀλλ’ ὑπὸ ὅρους τοὺς ὁποίους ὁ κύριος Βούλγαρης ἐνόμισεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ δεχθῇ καὶ δὲν ἐδέχθη, διότι ἐνόμιζεν ὅτι δεχόμενος αὐτοὺς δὲν ὑπηρετεῖ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους. Κατέθεσε λοιπὸν τὴν ἐξουσίαν εἰς χεῖρας τοῦ Βασιλέως, ὅστις εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀναθέσῃ αὐτὴν εἰς ἄλλον, ὅπως τὴν ἀνέθεσεν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Δεληγεώργην. Κακῶς λοιπὸν γίνεται χρῆσις τῆς λέξεως αὐτῆς περὶ ἀποπομπῆς δῆθεν τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη. Καὶ ὑπομονὴ δι’ ὅσα λέγονται ἐν ταῖς τριόδοις καὶ ταῖς ἀγυιαῖς καὶ δι’ ὅσα γράφονται εἰς τὰ λιβελλογραφικὰ φύλλα, ἀλλὰ νὰ ἐπαναλαμβάνωνται ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου τοιαῦται φράσεις, αἱ ὁποῖαι προσβάλλουσι καὶ αὐτὴν τὴν βασιλείαν, διότι ἀποδίδουσιν εἰς αὐτὴν τρόπον ἀπρεπῆ καὶ ἐνέργειαν ἀντισυνταγματικὴν καὶ ἀντικοινοβουλευτικὴν, τοῦτο εἶναι ἀσυγχώρητον καὶ ἄτοπον. Κάμνω δὲ τὴν παρατήρησιν ταύτην, διότι μετὰ λύπης ἔμαθον, καθόσον δὲν ἤμην παρὼν εἰς τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος κύριος πρωθυπουργὸς ἐπανέλαβε δὶς τοῦτο, τὸ περὶ ἀποπομπῆς δηλαδὴ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κυρίου Βούλγαρη, ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἐὰν ἤμην παρὼν καὶ ἤκουον τὸν ἀξιότιμον κύριον Δεληγεώργην λέγοντα τοιοῦτόν τι, ἤθελον τῷ κάμει τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν σήμερον κάμνω πρὸς αὐτὸν, ὡς καὶ πρὸς πάντα ἄλλον βουλευτὴν ἔχοντα τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἐπαναλαμβάνῃ μίαν ἄτοπον καὶ ἀπρεπῆ, ἄλλως τε δὲ καὶ μὴ ἀληθῆ φράσιν, διὰ νὰ προσβάλῃ δῆθεν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας προΐστατο ὁ μέγας τῷ ὄντι πολίτης τῆς Ἑλλάδος, τοῦ ὁποίου ἡ ὑπόληψις καὶ ἡ τιμὴ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ προσβληθῇ δι’ οἱωνδήποτε λόγων καὶ μέσων.
§101ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤμην παρὼν χθὲς κατὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ καὶ ἐννοεῖται ὅτι εἶχον μέγιστον συμφέρον νὰ προσέξω εἰς τὰς ἐκφράσεις καὶ εἰς τὰς ἐννοίας τῶν ἐκφράσεων. Τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν ἀπέδωκα εἰς τὸν κ. πρωθυπουργὸν πρόθεσιν εἰς τὴν ἔκφρασιν αὐτοῦ περὶ ἀποπομπῆς τοῦ κ. Βούλγαρη, μέλος τοῦ ὁποίου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ᾖμαι καὶ ἐγὼ, καὶ διὰ τοῦτο ἐσιώπησα, διότι ἐνόμιζον καὶ ἐπίστευσα καὶ πιστεύω ἀκόμη, ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς δὲν εἶχε τὴν πρόθεσιν διὰ τῶν φράσεων αὐτῶν νὰ προσβάλῃ τὸ ὑπουργεῖον διὰ τῆς λέξεως ἀποπομπή· διότι ἐνόμιζον ὅτι ἀπήντα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Λομβάρδος εἶπε, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον χθὲς εἴς τινας συναδέλφους μου, οἱ ὁποῖοι ἔκαμον τὴν παρατήρησιν διατὶ δὲν ἀπηλογήθην, ὅτι ἔχετε ἄδικον κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, διότι αὐτὸ ἐπίστευσα καὶ αὐτὸ ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω, τὴν ἐξήγησιν δηλ. τὴν ὁποίαν ἔδωκα πρὸ ὀλίγου.
§102ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἔρχομαι εἰς τὸ βῆμα, κύριοι, ἢ διὰ νὰ εἴπω καλλίτερον, δὲν ἐπανέρχομαι εἰς τὸ βῆμα διὰ ν’ ἀνοίξω συζήτησιν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῶν δύω προαγορευσάντων ἐντίμων βουλευτῶν κκ. Μπούμπουλη καὶ Παπαμιχαλοπούλου, μελῶν τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Βούλγαρη. Ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ πολιτικὸν ζήτημα ἐν τῇ Βουλῇ, τότε θέλω ἀναπτυχθῆ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ τότε θέλουν συμφωνήσει καὶ οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ἐὰν ἡ λέξις ἀπεπέμφθη (εἰς τὴν ὁποίαν ἂς μένωσι βέβαιοι ὅτι ἡ πλέον παραμικρὰ ἰδέα δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸν νοῦν οὐχὶ προσβολῆς, ἀλλ’ οὔτε κἂν ἐπικρίσεως πρὸς αὐτοὺς ἢ τὰ ἄλλα μέλη, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον πρὸς τὸν πρόεδρον τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου), ἐάν, λέγω, δὲν ἦτο κατάλληλος ἡ λέξις ἀπεπέμφθη, θέλομεν μεταχειρισθῆ μίαν ἄλλην καταλληλοτέραν ὅπως χαρακτηρίσωμεν τὴν πτῶσιν ὑπουργείου ἔχοντος τὴν ὑποστήριξιν τῆς Βουλῆς. Τοῦτο μόνον ἤθελον νὰ εἴπω χθὲς, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἀπεπέμφθη, δηλ. ἐβιάσθη νὰ δώσῃ τὴν παραίτησίν του, ἐνῷ εἶχε τὴν ὑποστήριξιν τῆς Βουλῆς. Μὲ ἐπανέφερεν ὅμως εἰς τὸ βῆμα ἡ ἐκ δευτέρου ἐπαναληφθεῖσα ἔκφρασις τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ἀφ’ οὗ κατέβη οὗτος τοῦ βήματος, ὅτι τὸ καθῆκον, ὅτι ἡ εἰλικρίνεια ἐπιβάλλει νὰ λαλήσωμεν ἐν τῇ ἀπαντήσει, ἀφ’ οὗ βλέπομεν ὅτι οἱ θεσμοὶ, ὅτι οἱ νόμοι, ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Σώματος δὲν τηροῦνται. Τοῦτο, ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ καὶ εἰς τὴν πρώτην του ἀγόρευσιν καὶ ἔπειτα ἀφ’ οὗ ἄφησε τὸ βῆμα, καὶ ἑπομένως εἶχε καιρὸν ὀλίγον, ἐὰν τυχὸν ἤθελεν εἶναι ὀλίγον ἐρεθισμένος, νὰ συλλογισθῇ καλλίτερον, ἡ ἐπιμονή του, λέγω, περὶ ἀναμνήσεως καθηκόντων μοὶ διήγειρε μίαν τερπνὴν, τερπνοτάτην ἐλπίδα. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως νὰ τὴν ἐκφράσω καὶ νὰ τὸν παρακαλέσω προηγουμένως νὰ μὴ ἐρεθισθῇ· τὴν ἐκφράζω μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον ὀφείλει ὁ βουλευτὴς πρὸς τὸν πρωθυπουργὸν καὶ ὁ πρωθυπουργὸς πρὸς τὸν βουλευτὴν, καὶ ἡ ἐλπίς μου αὕτη εἶναι ὅτι καθὼς ὁ δεινὸς ῥήτωρ τῆς ἀρχαιότητος Κικέρων συνέγραψε σύγγραμμα περὶ καθηκόντων de officiis, τοιουτοτρόπως καὶ ὁ ἐξ ἴσου δεινὸς ῥήτωρ τῶν ἡμερῶν μας, κ. Δεληγεώργης, ἐν ταῖς ὥραις τῆς ἀναπαύσεώς του θέλει καταγείνει ἴσως νὰ συγγράψῃ ὅμοιον σύγγραμμα περὶ καθηκόντων. Ὅταν τοιοῦτον σύγγραμμα ἐκδοθῇ, ἂς μείνῃ βέβαιος ὁ κ. Δεληγεώργης, ὅτι θέλω τὸ μελετήσει μετὰ μεγάλης προσοχῆς, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ὠφεληθῶ ἀπὸ τὰ σοφὰ παραγγέλματα, ἀπὸ τὰς ὑψηλὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας θέλει καταθέσει ἐκεῖ ὁ δεινὸς κάλαμός του, ὁ ἐξ ἴσου δεινὸς ὡς ὁ λόγος του. Ἀλλ’ ἐδῶ, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ν’ ἀποτείνῃ συμβουλὰς περὶ καθηκόντων εἰς τοὺς βουλευτὰς, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω μὲ ὅλον τὸν ὀφειλόμενον σεβασμὸν, εἶναι καὶ παράκαιρον καὶ παράτυπον καὶ παράτοπον. Δὲν εἴμεθα ἐδῶ βουλευταὶ διὰ νὰ διδαχθῶμεν τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων μας ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους ὑπουργοὺς, ἀλλ’ εἶσθε ὑμεῖς, οἱ ὑπουργοὶ, ἐδῶ ἐνώπιόν μας ὅπως ἡμεῖς σᾶς ζητήσωμεν καὶ σεῖς μᾶς δώσητε λόγον ἐὰν ἐξεπληρώσατε σεῖς τὰ καθήκοντά σας· πότε καὶ πῶς καὶ εἰς ποίαν περίστασιν καὶ μὲ ποῖον τρόπον θὰ σᾶς ζητήσωμεν ἡμεῖς λόγον περὶ τοῦ ἐὰν ὑμεῖς ἐξεπληρώσατε τὸ καθῆκόν σας, στέκει εἰς ἡμᾶς νὰ τὸ προσδιορίσωμεν. Ἡμεῖς εἴπομεν, ὡς σᾶς διεγράψαμεν, πῶς τὴν συζήτησιν τὴν σημερινὴν θεωροῦμεν, σᾶς εἴπομεν ὅτι τὰ πολιτικὰ ζητήματα μένουν ὅλα ἀνοικτά. Πότε ἡμεῖς θὰ ἐξασκήσωμεν τὸ δικαίωμά μας δὲν στέκει εἰς ὑμᾶς νὰ ζητήσετε, στέκει εἰς ἡμᾶς νὰ προσδιορίσωμεν ποῦ καὶ πότε καὶ πῶς.
§103ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μόνον μίαν παρατήρησιν συγχωρήσατέ μοι νὰ κάμω πρὸς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ζακύνθου, ὅτι βεβαίως ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ ὁσάκις θελήσῃ νὰ ζητήσῃ λόγον παρὰ τῶν ὑπουργῶν διὰ τὰς πράξεις αὐτῶν. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἠθέλησα νὰ πολεμήσω, καὶ νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἐπαναλάβω, εἶναι ὅτι δὲν εἶναι τόσον ὀρθὸν, ἀντιπολίτευσις ἡ ὁποία δὲν φέρει ἀμέσως τοιαῦτα ζητήματα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀπειλῇ ὅτι θὰ τὰ φέρῃ, νὰ προαγγέλλῃ ὅτι θὰ τὰ φέρῃ ἐν τῷ κοινοβουλίῳ μὲ τὰ χρώματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἤθελον κατασκευάσει διὰ τὴν Κυβέρνησιν τὴν θέσιν τοῦ ὑποδίκου· αὐτὸ νομίζω δὲν εἶναι ὀρθὸν ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν. Κατὰ συνέπειαν ἀναγνωρίζω πληρέστατα αὐτὴν τὴν μεγάλην, τὴν εὐρεῖαν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἀντιπολίτευσις, ὁποτεδήποτε θελήσῃ καὶ εἰς ὁποιονδήποτε ζήτημα θελήσῃ νὰ ζητήσῃ λόγον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ αὐταὶ αἱ προαγγελίαι μετὰ πατάγου καὶ ἀπειλῆς, αὐταὶ ἐπιβαρύνουσι τοσοῦτον τὴν θέσιν τῶν Κυβερνήσεων, ὥστε φιλότιμοι ὑπουργοί, νομίζω, δὲν πρέπει νὰ τὰ δέχωνται. Ταύτην τὴν πηγὴν καὶ ταύτην τὴν ἀφορμὴν εἶχον αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμα προτήτερα.
§104ΠΟΛΛΟΙ. Τὸ σύνολον.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε τὸ σύνολον τῆς ἀπαντήσεως, κύριοι βουλευταί. «Μεγαλειότατε! Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους μετ’ ἀγαλλιάσεως εἶδον τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα ἐν μέσῳ αὐτῶν. Πρὸς διευθέτησιν τῶν κοινῶν κατὰ τὰ φρονήματα καὶ τοὺς πόθους τοῦ Ἔθνους, προθύμως θέλομεν συμπράξει μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Μετ’ εὐχαριστήσεως ἔγνωμεν, ὅτι αἱ σχέσεις τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος μετὰ τῶν ξένων Δυνάμεων εἰσὶ φιλικαί. Ἄριστον δὲ μέσον, ὅπως αὗται ἔτι μᾶλλον κρατυνθῶσιν καὶ ὠφέλιμοι καταστῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι, εἶναι ὁμολογουμένως ἡ πρόοδος τοῦ τόπου. Διακαὴς πόθος τοῦ Ἔθνους ἀείποτε ὑπῆρξε τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας ἡ πλήρης ἀποκατάστασις. Μετὰ χαρᾶς δὲ ἄκρας βλέπομεν ταύτην ὁσημέραι παγιουμένην, διότι μετ’ αὐτῆς στενῶς συνδέονται τὰ ἠθικὰ καὶ ὑλικὰ τοῦ τόπου συμφέροντα. Μετὰ πολλοῦ ἐνδιαφέροντος θέλομεν ἀσχοληθῆ εἰς τὴν ἐμβριθῆ μελέτην τῶν ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ μνημονευομένων συμβάσεων καὶ νομοθετημάτων πρὸς αὔξησιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς πίστεως καὶ τῶν τῆς συγκοινωνίας μέσων, καὶ τῆς βελτιώσεως τῆς γεωργίας καὶ τῆς βιομηχανίας, ἐν οἷς τῷ ὄντι κεῖται ἡ δύναμις, ἧς ἀπόλυτον ἔχομεν ἀνάγκην. Ἡ δὲ μεταβολὴ τοῦ ὑπάρχοντος καταπιεστικοῦ συστήματος τῆς στρατολογίας πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τοῦ Ἔθνους καὶ πρὸς δικαίαν καὶ ἀνεπαχθῆ διανομὴν τῆς τοῦ στρατεύεσθαι ὑποχρεώσεως θέλει θεραπεύσει σπουδαιοτάτην ἀνάγκην, ἣν ὁ τόπος ζωηρῶς αἰσθάνεται. Μετὰ ἴσης προθυμίας καὶ ζήλου θέλομεν ἐξετάσει καὶ ἐκτιμήσει τὰς ἐπενεχθείσας μεταβολὰς εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ὅπως διὰ τῆς ἰσοῤῥοπίας τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα ληφθῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ μείζων πρόνοια περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ λαοῦ καὶ περὶ κρείττονος διαῤῥυθμίσεως τῆς διοικήσεως. Ἡ ὁμολογουμένη τάσις τοῦ Ἔθνους πρὸς τὴν πρόοδον πεποίθαμεν μετὰ τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος, ὅτι θέλει ἐξομαλύνει τὰς δυσκολίας τοῦ ἔργου ἡμῶν καὶ διευκολύνει τὸν προορισμὸν τῆς ἡμετέρας πατρίδος. Εὐχόμεθα ἵνα ὁ Ὕψιστος διαφυλάττῃ τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα καὶ κρατύνη τὸν Συνταγματικὸν Θρόνον πρὸς δόξαν καὶ εὐημερίαν τῆς πατρίδος.»
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τῆς ἀπαντήσεως νὰ ἐγερθῶσιν, (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)· παρεδέχθη.
§107ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, χθὲς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐντὸς τοῦ Μαΐου νὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα τοῦ σιδηροδρόμου ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Λαμίαν. Νομίζω ὅτι σήμερον ἔχομεν 21 τοῦ μηνὸς, μᾶς ὑπολείπονται 7 ἡμέραι. Τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως δὲν τὸ ἔχομεν εἰς χεῖράς μας· νομίζω ὅτι ἐντὸς τῶν ἑπτὰ ἡμερῶν δὲν θὰ ἤμεθα εἰς κατάστασιν νὰ τὸ ἐπεξεργασθῶμεν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ....
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν ἀνήκει εἰς τὸν κύριον πρωθυπουργόν· αἱ συμβάσεις θὰ τυπωθοῦν καὶ ἡ Βουλὴ θὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει.
§109ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ λέγω τοῦτο διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ ἀπαίτησις ἀπὸ ἡμᾶς ἵνα τὸ ἐπιψηφίσωμεν ἐντὸς τοῦ Μαΐου.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μᾶς ἔφερε τὰ νομοσχέδια ὁ κ. πρωθυπουργός· τὰ ἐστείλαμεν εἰς τύπωσιν· πιστεύω σήμερον νὰ τελειώσουν καὶ νὰ διανεμηθοῦν. Θὰ παρακαλέσω τὴν ἐπιτροπὴν νὰ συνέλθῃ μετὰ μεσημβρίαν, ἐὰν ᾖναι δυνατόν, ἢ δ’ ἄλλως, τὸ πρωΐ.
§111ΖΩΧΙΟΣ. Καὶ τὸ σχέδιον τοῦ σιδηροδρόμου.
§112ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν Βουλὴν τὸ σχέδιον τοῦ σιδηροδρόμου. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν νὰ θεωρηθοῦν κατεπείγοντα τὰ περὶ σιδηροδρόμου καὶ νὰ προταχθῶσι παντὸς ἄλλου νομοσχεδίου.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς τοιαῦτα ἐθεωρήθησαν καὶ τυπόνονται.
§114ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἤθελον ἐπιμείνει καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ προλαλήσαντος περὶ τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τῆς συμβάσεως τοῦ σιδηροδρόμου ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Λαμίας....
§115ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀναβολῆς.
§116ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. — Ἂν δὲν ἐτίθετο ὁ ὅρος τῆς προθεσμίας μέχρι τέλους Μαΐου· φοβοῦμαι μήπως θὰ ᾖναι ἐπιβλαβὴς δι’ ἡμᾶς ὁ ὅρος αὐτὸς, ἂν δὲν ταχύνωμεν πρὶν νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν ἵνα μὴ χάσωμεν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ποινικῆς ῥήτρας ἐξασφαλίζεται ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ συζητήσωμεν τὴν σύμβασιν πρὶν τῆς προθεσμίας, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ ὁ συμβαλλόμενος καμμίαν ἀφορμὴν (θόρυβος). Φοβοῦμαι μήπως ἐκ τῆς μεγάλης προσοχῆς μας, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ ἐπὶ τέλους δὲν θὰ καταλήξῃ παρὰ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀποδοχῆς, φοβοῦμαι, λέγω, μὴ παρέλθῃ ἡ προθεσμία αὐτὴ, καὶ ἀντὶ ἡ προθεσμία νὰ ᾖναι πρὸς ὄφελος ἡμῶν θὰ ᾖναι πρὸς ὄφελος τοῦ συμβαλλομένου. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ κάμῃ ἡ Βουλὴ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν ἵνα συζητηθῇ ἡ σύμβασις πρὶν παρέλθῃ ἡ προθεσμία, διότι δὲν θέλω νὰ κάμω τὸν συμβαλλόμενον νὰ μείνῃ ἐλεύθερος ἀπὸ τὴν ῥήτραν τοῦ νὰ χάσῃ τὴν κατάθεσιν τῶν 300,000 δραχ., διότι ἂν κερδήσῃ, τότε θὰ παρατηρήσῃ, καὶ ἂν τοῦ ᾖναι συμφέρον θὰ παραδεχθῇ τὴν σύμβασιν. Ἂν δὲν τοῦ ᾖναι συμφέρον, ἐπειδὴ ἔχει εἰς τὴν τσέπην του τὰς 300,000, δὲν θὰ τὴν παραδεχθῇ.
§117ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπιθυμῶ πρὸ πάντων, κύριε πρόεδρε, νὰ μάθω πῶς ἦλθεν αὐτὴ ἡ συζήτησις;
§118ΛΑΠΑΣ. Διὰ τὸ κατεπεῖγον.
§119ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ κατεπεῖγον ἀπὸ τῆς χθὲς (θόρυβος).
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα, κύριοι, θὰ γείνῃ ἡ κλήρωσις τῆς πρεσβείας διὰ τὴν ἀπάντησιν τῆς Βουλῆς εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Γίνεται ἡ κλήρωσις ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ ἀντιπροέδρου Ν. Τσώκρη καὶ λαγχάνουσιν οἱ κύριοι Θεόδωρος Γκίκας, Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Θεμ. Παπακώστας, Κ. Θεοδώρου, Μ. Δαμιράλης, Κ. Γιολδάσης, Ἀναστ. Δημητριάδης, Σταῦρος Οἰκονομόπουλος, Α. Παπαλουκᾶς καὶ Α. Αὐγερινός.
§121Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θὰ ᾖναι αὔριον συνεδρίασις, κ. πρόεδρε;
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Θὰ ᾖναι ἡ εἰσαγωγὴ νομοσχεδίων, ἡ τρίτη συζήτησις τῆς πιστώσεως διὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον καὶ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§123Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐτυπώθη ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Βουλῆς.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ διὰ νὰ τὸν συζητήσητε καὶ τὸν ἐπιψηφίσητε, διότι κακὴ ἕξις εἶναι νὰ ἐξοδεύωνται χρήματα χωρὶς προϋπολογισμόν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 11 παρὰ 5|60 Π. Μ.