1873.05.25
1.775 στίχοι · 13.907 λέξεις · 131 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27
Τῆς 25 Μαΐου 1873.
(Παρασκευή).
Ὥρα 10 παρὰ 30|60 Π. Μ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ λύπην μου παρατηρῶ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν σέβεται τὰς ἀποφάσεις της. Ἀπεφασίσαμεν νὰ συνεδριάζωμεν τὴν ἑβδόμην ὥραν τῆς πρωΐας καὶ μόλις ἤδη, τὴν δεκάτην, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικά. Σᾶς εἰδοποιῶ, ὅτι αὔριον θὰ ἀρχήσῃ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου τὴν 7ην παρὰ ¼, ὅσοι δὲ τῶν κυρίων βουλευτῶν δὲν ἐμφανισθοῦν θὰ σημειωθῶσιν ὀνομαστὶ (θόρυβος). Προσδιορίσατε τότε ἄλλην ὥραν.
§2Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ μεταβολὴ τῆς ὥρας τῶν συνεδριάσεων ἐγένετο καὶ πέρυσιν· εἶχεν ὁρισθῆ ἡ 7η ὥρα, ἀλλὰ λέγοντες ἑβδόμην, βεβαίως πρέπει νὰ περιμένωμεν τὴν συμπλήρωσιν τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς 8ης τὸ βραδύτερον, καὶ ἐὰν μέχρι τῆς 8ης δὲν παρουσιασθῇ ὁ νόμιμος ἀριθμὸς, τότε νὰ διαλύεται ἡ συνεδρίασις καὶ νὰ δημοσιεύωνται τὰ ὀνόματα τῶν μὴ παρευρεθέντων· διότι, ἄλλως, θὰ γίνεται ὅ,τι καὶ πέρυσιν, ὅτε ὡρίσαμεν τὴν 7ην, ἀλλὰ μόλις ἡ Βουλὴ ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ τὴν 10ην.
§3ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ὡρίσθη ἡ πρωϊνὴ ὥρα εἶναι ὅπως μὴ συνεδριάζωμεν κατὰ τὴν ὥραν τοῦ μεγαλειτέρου καύσωνος· ἐγὼ, κύριοι, προτείνω τὴν ἕκτην ὥραν τὸ ἑσπέρας (θόρυβος καὶ φωναὶ, ὄχι, ὄχι).
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν 8ην τῆς πρωΐας, κ. πρόεδρε.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Γεώργιος Νικολόπουλος, διευθυντὴς τοῦ Ἀναγνωστηρίου, ζητεῖ τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς δι’ ἀναφορᾶς του.
§6ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἐγκριθῇ.
§7Σ. ΜΑΚΡΗΣ. Νὰ συστηθῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα θὰ σᾶς ὑποβάλω τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἀναφοράν.
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§10Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν θὰ ἀπευθύνω ἐρώτησίν τινα πρὸς τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργὸν, ἂν ᾖναι παρών. Προχθὲς, ἂν δὲν μὲ λανθάνῃ ἡ μνήμη, ἀπαντῶν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς εἰς ἐπερώτησιν γενομένην παρὰ τοῦ κυρίου Λομβάρδου καὶ ἀφορῶσαν διαπραγματεύσεις καὶ συμβάσεις λαβούσας χώραν μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἰονικῆς τραπέζης, ἐξέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος προσβλητικόν τι διὰ τὴν Ἰονικὴν τράπεζαν, ἥτις παρέσχε καὶ καθ’ ἡμέραν πλείονας παρέχει εἰς τὸν τόπον ὑπηρεσίας. Εἶπε μεταξὺ τῶν ἄλλων, ὅτι ἡ τράπεζα ἐκείνη εὑρίσκεται εἰς ἐντελῆ κατάπτωσιν ἢ παραλυσίαν. Ἐννοῶ ἀξιόλογα τὴν συκοφαντίαν καὶ τὴν ὕβριν, ὅταν πρόκειται περὶ πολιτικῆς. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο πολλάκις τοὐλάχιστον ἐθεωρήθη ὡς σπουδαιότατον ὑπό τινων ἐκ τῶν πολιτικῶν ἡμῶν· ὅταν ὅμως πρόκειται περὶ δημοσίων πιστωτικῶν ἱδρυμάτων, ὅταν πρόκειται περὶ τραπεζῶν, βάσις τῶν ἐργασιῶν τῶν ὁποίων εἶναι ἡ δημοσία πίστις, νομίζω ὅτι ἄνευ θετικῶν καὶ ἀναμφισβητήτων πληροφοριῶν πᾶς τις ἐξ ἡμῶν, καὶ πρὸ πάντων ὁ πρόεδρος μιᾶς κυβερνήσεως, δὲν ὀφείλει νὰ ἀναβαίνῃ ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ νὰ ἐκφέρῃ τοιαύτας συκοφαντίας καὶ ὕβρεις. Ὑπάρχει πραγματικῶς ἡ κατάπτωσις αὕτη καὶ ἡ παραλυσία ἐν τῇ Ἰονικῇ τραπέζῃ; τότε δὲν πρέπει νὰ ἀρκεσθῆτε νὰ εἴπητε μόνον τοῦτο. Ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει καθῆκον νὰ ὀνομάσῃ μίαν ἐπιτροπὴν ἐξελεγκτικὴν, ἡ ὁποία νὰ μεταβῇ καὶ ἴδῃ τί τρέχει· διότι δὲν πρόκειται περὶ τυχαίου ἱδρύματος, ἀλλὰ περὶ τραπέζης, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὑπάρχουν παρακαταθῆκαι 200 χιλιάδων λιρῶν στερλινῶν. Παρακαλῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἂν δὲν εἶναι παρὼν, ὅντινα ἄλλον τῶν ὑπουργῶν, νὰ μοὶ δώσῃ ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ γεγονότος τούτου, διότι τὰ λεχθέντα εἶναι μομφὴ κατὰ τῆς Ἰονικῆς τραπέζης, ἥτις δύναται σπουδαίας δι’ αὐτὴν νὰ ἔχῃ συνεπείας.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι τυπωμένος ὁ λόγος τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ.
§12ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι τυπωμένος. Ὅταν ἤκουσα τὰς λέξεις ταύτας τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ἐνόμισα ὅτι εἶχον παρακούσει καὶ ἠθέλησα νὰ ἴδω κατόπιν τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ, ἐν οἷς ἀνέγνωσα πράγματι τὰς λέξεις κατάπτωσις καὶ παραλυσία. Ἐζήτησα ἀπὸ τὸν διευθύνοντα τὸ γραφεῖον τὸ στενογραφικὸν ἀντίγραφον πρὸς ἀποτροπὴν πάσης τυχαίας μεταλλαγῆς, ἀλλὰ μοὶ τὸ ἠρνήθησαν συμφώνως ἴσως μὲ τὸν κανονισμόν· ἔμαθον δὲ ὅτι ἐγένοντο κατόπιν pour parlers ὅπως ἐξαλειφθῶσιν αἱ λέξεις κατάπτωσις καὶ παραλυσία ἐκ τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν καὶ οἰκονομηθῇ τὸ πρᾶγμα. Ὅταν πρόκειται περὶ ἱδρύματος τραπεζικοῦ, ἱκανοποίησις λαμβάνουσα χώραν ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ δὲν εἶναι ἀρκοῦσα· πρέπει νὰ δοθῇ αὕτη ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐξεφέρθη καὶ ἡ συκοφαντία.
§13ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐννοεῖτε πολὺ καλὰ, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνδιαφέρει πάντας, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἐπαρχιῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ τράπεζα ἐνεργεῖ σχεδὸν ὅλας τὰς ἐργασίας της. Καθὼς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ῥάλλης, μεταξὺ τῶν ἄλλων ἔχει ἐντόκους παρακαταθήκας ἑπτανησιακῶν χρημάτων ἀναβαινούσας εἰς 220 χιλιάδας περίπου λίρας στερλίνας, καὶ παρακαταθήκας ἀτόκους 700,000 δραχ., ἔχει καὶ γραμμάτια κυκλοφοροῦντα· καθῆκον λοιπὸν ἑκάστου βουλευτοῦ ἦτο, ἀλλὰ πρὸ πάντων τῶν βουλευτῶν τῆς Ἑπτανήσου, νὰ ζητήσωσι πληροφορίας ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος. Δὲν ἠθέλησα νὰ λάβω τὸν λόγον σήμερον, διότι ἐπεθύμουν νὰ ᾖναι παρὼν ὁ κ. ὑπουργὸς, πρὸς τὸν ὁποῖον ἤθελον ὁμιλήσει ἰδιαιτέρως καὶ ἐφελκύσει τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῆς ἐκφράσεώς του αὐτῆς. Πρὸς τοῦτο δὲ εἶχα συνεννοηθῆ καὶ μετὰ τῶν ἄλλων βουλευτῶν νὰ τοῦ ὁμιλήσωμεν ἰδιαιτέρως, ὅταν ἔλθῃ, διότι ἡ ἔκφρασις τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ ἠδύνατο νὰ ἀνησυχήσῃ τὸν κόσμον ὡς πρὸς τὴν κατάστασιν τοῦ καταστήματος· ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κ. Ῥάλλης τὸ καθῆκον τοῦ βουλευτοῦ ἐκπληρῶν μὲ προέλαβεν. Οὐ μόνον δὲν ἔχω τι νὰ παρατηρήσω, ἀλλ’ εὐγνωμονῶ διὰ τοῦτο. Ἡ θέσις ἡ ἰδιαιτέρα ἐμοῦ, ὡς βουλευτοῦ ἐξ Ἑπτανήσου, μοὶ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον νὰ ζητήσω πληροφορίας τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ ἔκφρασις ἐκείνη ἦτο ἔκφρασις συνήθους ἀπερισκεψίας, μὴ ἀκριβὴς πληροφορία· διότι ἐνθυμοῦμαι προχθὲς, κατὰ τὴν ἐπερώτησίν μου, μετὰ πόσης βεβαιότητος καὶ μετὰ πόσης πεποιθήσεως ὁ κ. πρωθυπουργὸς μοὶ ἀπηύθυνε τὴν χαρίεσσαν ἀπάντησιν ψεῦδος αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν περὶ λαβουσῶν χώραν εἴτε διαπραγματεύσεων εἴτε ἀποφάσεων. Ἔμεινα σιωπηλὸς τὴν στιγμὴν ἐκείνην, διότι ἀκούων τὸν πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ διαβεβαιοῖ ταῦτα, ἐνόμισα οὐχὶ ὅτι ἦσαν ψεύδη ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον (διότι ἐβασίζοντο εἰς συνδιαλέξεις, αἱ ὁποῖαι ἔτρεξαν μεταξὺ ἡμῶν τῶν βουλευτῶν καὶ τοῦ διευθυντοῦ τῆς Τραπέζης), ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι ἡ Ἰόνιος Τράπεζα δὲν ἐπιμένει εἰς τὰς προτάσεις της τὰς ὁποίας σᾶς εἶπον προχθὲς, δηλ. εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῶν κεφαλαίων μέχρι 10,000,000. Ὅταν ἠκούσαμεν λοιπὸν τὸν κ. πρωθυπουργὸν, ἐπορεύθημεν εἰς τὸν διευθυντὴν καὶ εἴπομεν, διατί νὰ μὴ μᾶς εἰδοποιήσητε, διὰ νὰ μὴ ἐκτεθῶμεν καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐνώπιον τῆς Ἑλλάδος; διότι ὅ,τι λέγομεν ἐνταῦθα τὸ ἀκούει ἡ Ἑλλάς. Ὁ κ. διευθυντὴς καὶ ὑποδιευθυντὴς μᾶς εἶπον, ὅτι εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἴπομεν ἐπιμένομεν. Λοιπὸν ὅσον ἀκριβὴς ἦτον ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν μᾶς εἶπε τότε ὁ κ. πρωθυπουργός, τόσον ὑποθέτομεν καὶ ταύτην, καὶ ὀφείλει νὰ μᾶς δώσῃ τὰς ἀπαιτουμένας διασαφήσεις· διότι, κύριοι, ἀτμόπλοια ἀνεχώρησαν, τηλεγραφήματα ἐστάλησαν καὶ ἐπιστολαὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Εἰς ποίαν θέσιν λοιπὸν θὰ εὑρεθῇ ὁ τόπος ἐκεῖνος, ὅταν μάθῃ ὅτι τὸ κατάστημα τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης εὑρίσκεται εἰς κατάπτωσιν καὶ παραλυσίαν; Δὲν ἤθελον φέρει τὰς παρατηρήσεις ταύτας, μὴ παρόντος τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Ῥάλλης ὑπεκίνησε τὸ ζήτημα, δὲν ἠδυνάμην νὰ μείνω σιωπηλός, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διαβιβάσῃ εἰς τὸν κ. πρωθυπουργὸν τὰς παρατηρήσεις μου.
§14Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Αἱ μετοχαὶ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης εἶναι εἰς ὑπερτίμησιν ἢ ὑποτίμησιν;
§15ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Περὶ μετοχῶν, εἴτε τῆς Ἰονίου Τραπέζης εἴτε ἄλλης....
§16Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Περὶ τῆς Ἰονίου Τραπέζης σᾶς ἐρωτῶ ὡρισμένως, καὶ δὲν σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ διαφεύγητε τὴν ἐρώτησιν ἐπίτηδες. Τί ἀναμιγνύετε ἄλλας; Δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται ἡ συκοφαντία (θόρυβος).
§17ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Περὶ αὐτοῦ ἀκριβῶς τοῦ ζητήματος πρόκειται, κύριε Δημητριάδη, νὰ μὴ συκοφαντῶμεν ἀπὸ τοῦ βήματος οὔτε ἄτομα, οὔτε ἑταιρίας· ἑπομένως εἰς τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ κάμετε, ἀπαντῶ ὅτι περὶ μετοχῶν εἴτε τῆς Ἰονίου Τραπέζης εἴτε οἱασδήποτε ἄλλης ἑταιρίας δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω οὐδεμίαν πληροφορίαν, διότι δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ ἔχω, καθ’ ὅσον δὲν μοῦ περισσεύουν. Ἐγὼ ὡμίλησα ὑπὲρ τοῦ γενικοῦ συμφέροντος.
§18ΔΡΟΣΟΣ (ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Κύριοι, οἱ προαγορεύσαντες ἔπρεπε νὰ ἀναβάλωσι τὴν ἐπερώτησίν των μέχρις οὗ ἔλθῃ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός.
§19ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ εἶπον αὐτό. Νομίζω δὲ ὅτι δὲν θὰ ἦσθε εἰς κατάστασιν νὰ μᾶς δώσετε ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ γεγονότος τούτου, διότι πρόκειται καθαρῶς περὶ ἐκφράσεως, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη ὁ κ. πρωθυπουργός· δὲν ἀπαιτοῦμεν δὲ σήμερον νὰ μᾶς δώσῃ ἐξηγήσεις.
§20ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἔπρεπε νὰ συλλογισθῇς αὐτὸ, ὅταν δὲν ἔβλεπες τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν παρόντα.
§21ΔΡΟΣΟΣ. Βεβαίως ὁ κ. πρωθυπουργὸς θέλει δώσει ὅλας τὰς διασαφήσεις καὶ πληροφορίας, ἐνόμισα ὅμως καλὸν νὰ εἴπω τινὰ ἀπὸ τοῦδε καὶ ἐγώ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Ἰόνιος Τράπεζα εὑρίσκετο εἰς διαπραγματεύσεις μὲ τὴν προκάτοχον κυβέρνησιν, δὲν ἦτο ὅμως τίποτε τετελεσμένον· ἐξηκολούθησε μετὰ ταῦτα καὶ μὲ ἡμᾶς καὶ ἐπροχώρησεν ἀρκετὰ, καὶ ἠμπορῶ νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι εἴχομεν ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν νὰ τελειώσωμεν μίαν σύμβασιν μετὰ τῆς Τραπέζης αὐτῆς. Ἐπί τινων ὅρων ὅμως ὁ κ. Μέρλιν μᾶς εἶπεν, ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ ὁδηγίας ἀπὸ τὸ Λονδῖνον. Ἐπειδὴ δὲ αἱ ὁδηγίαι αὗται εἴτε βραδέως ἦλθον, εἴτε οὐδόλως ἦλθον, εἴτε δι’ ἄλλο τι, ἀπεσύρθη, καὶ τότε ἡ κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν μετὰ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης σύμβασιν. Ἐσχάτως ἐπανέλαβε τὰς προτάσεις ἡ Ἰόνιος Τράπεζα, καὶ ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐζήτησεν ἀποκλειστικὸν προνόμιον διὰ τὴν Ἑπτάνησον. Τοῦτο ἀντιβαίνει εἰς τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ὁ πρωθυπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τῆς ὁποίας δίδεται δικαίωμα εἰς τὴν Πιστωτικὴν τῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων της χωρὶς νὰ προσβάλλωνται τὰ δικαιώματα τῆς Ἰονίου Τραπέζης. Ὁ πρωθυπουργὸς δὲν ἤθελε, νομίζω, νὰ φέρῃ κἀμμίαν μομφὴν κατὰ τῆς διοικήσεως τῆς Ἰονίου Τραπέζης, οὔτε νὰ παραστήσῃ κακὴν τὴν κατάστασιν αὐτῆς, διότι δὲν ἔχομεν διδόμενα. Ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι αὐτὴ ἡ Τράπεζα ἔχει τὸ κακὸν ἐλάττωμα νὰ διευθύνεται ἀπὸ τὸ Λονδῖνον καὶ τοῦτο φέρει παραλυσίαν εἰς τὰς ἐργασίας της.
§22ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Δικαιοσύνης). (ἀναβαίνει τὸ βῆμα).
§23Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς ἕτερον θέμα παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, νὰ μοὶ δώσητε τὴν ἄδειαν νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἔλαβον τηλεγράφημα ἀπὸ τὸν κ. Μποῦτον ἀπ’ εὐθείας προερχόμενον, τὸ ὁποῖον γνωστοποιῶ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀπευθύνεται πρὸς τὸν κύριον Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρον. (Ἀναγινώσκει). «Ἐπιτροπὴ ἀφίχθη· λοχαγὸς Κονιαβίτης μετὰ 200 ἀνδρῶν κατέλαβε στρατιωτικῶς δήμους Ἀνδανίας καὶ Ἰθώμης. Ἐπληροφορήθην, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἀνωτέρω γεγονὸς ἐγνωστοποίησε τηλεγραφικῶς προέδρῳ Βουλῆς, ὃ δὲν γνωρίζω ἂν ἐλάβατε τοιαύτην πληροφορίαν· οὐχ ἧττον βλέπετε, ὅτι ὑπάρχει τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἐπιβεβαιοῖ καθ’ ὅλα τὸ γεγονὸς, ὅτι κατὰ τοὺς δύω δήμους Ἀνδανίας καὶ Ἰθώμης λοχαγὸς, ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἐκεῖ στρατιωτικῆς δυνάμεως ἐκ 200 ἀνδρῶν, κατέλαβε τοὺς δήμους τούτους. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι αὔριον ἄρχεται ἡ ἐκλογὴ εἰς τοὺς τρεῖς δήμους Παμίσου, Ἰθώμης καὶ Ἀνδανίας, τῶν ὁποίων τὴν ἐκλογὴν ἠκύρωσεν ἡ Βουλὴ ὡς παρανόμως ἐνεργηθεῖσαν. Δὲν ἐννοῶ δὲ πρὸς τί ἀπαιτεῖται τόσον μεγάλη στρατιωτικὴ δύναμις διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκεῖ ἐκλογῶν, ἐκτὸς ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι εἰς τοὺς δήμους στρατιῶται θ’ ἀναλάβωσι τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν. Καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν ἐκλογῶν εἶναι σπουδαῖον, σπουδαιότατον, τὸ θέτω ὑπεράνω ὅλων τῶν ἄλλων ζητημάτων, ἀφορᾷ αὐτὴν τὴν βάσιν τῆς τάξεως τοῦ τόπου μας. Δὲν πρέπει νὰ συνειθίσωμεν νὰ παίζωμεν μὲ τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ πέμπουν ἀντιπροσώπους· πολλάκις εἶπον καὶ ἐξακολουθῶ λέγων, ὅτι ἀπὸ τοῦ 62 μέχρι σήμερον ἀπέναντι ὅλων τῶν βαρῶν καὶ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔχει ἕκαστος φορολογούμενος, ὡς ἀντάλλαγμα ἐκ μέρους τῆς πολιτείας δὲν ἔχει παρὰ τὴν ψῆφόν του. Ὅταν δ’ ἔρχεται ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐνασκήσῃ ἐλευθέρως τὸ δικαίωμά του, πρέπει νὰ ᾖναι περιστοιχισμένος ἀπὸ στρατιωτικὴν δύναμιν, ἡ ὁποία τὸν κάμνει, ὅσον γενναῖος καὶ ἂν ᾖναι, νὰ μὴ τολμᾷ οὔτε νὰ ἴδῃ τὴν κάλπην; Παρακαλῶ διὰ τοῦτο τὸν κύριον πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν καὶ νὰ τοὺς παρακαλέσῃ ὅπως ζητήσωσι τηλεγραφικῶς πληροφορίας, ἂν τὰ γεγονότα ταῦτα ᾖναι ἀληθῆ, διότι ἐκεῖ πέρα ὑπάρχει καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ βεβαιώσῃ τὰ γεγονότα, καὶ ἂν ᾖναι ἀληθῆ, θὰ συντελέσωσιν εἰς τὸ ν’ ἀκυρώσωσι τὴν ἐκλογὴν (γέλως ἐξ ἀριστερῶν). Γελᾶτε, δὲν πρέπει νὰ γελᾶτε· ἐγὼ λέγω, ὅτι εἶναι ἄκυρος, διότι ὅταν γίνεται μία τοιαύτη προετοιμασία στρατιωτικὴ προκειμένου νὰ ἐνεργηθῇ ἐκλογὴ δύω δήμων, δὲν μένει οὐδ’ ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς εἰς τὴν διάνοιάν μου καὶ τὴν συνείδησίν μου, ὅτι ταῦτα γίνονται ἵνα μεταβάλωσι τὴν ἐλευθέραν θέλησιν τῶν ψηφοφόρων. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς νὰ ζητήσωσι πληροφορίας, καὶ ἂν τὰ περιστατικὰ ταῦτα ᾖναι ἀληθῆ, νὰ διατάξωσι ν’ ἀπέχῃ ἡ στρατιωτικὴ δύναμις, ὅπως τὴν διατάττει καὶ ὁ νόμος, ἀπὸ τοῦ τόπου τῆς ψηφοφορίας.
§24ΦΛΕΣΣΑΣ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς μᾶς ἔδειξε τηλεγράφημα τοῦ κ. Μπούτου, καὶ μᾶς εἶπεν ὅτι 200 στρατιῶται κατέλαβον τοὺς δύω δήμους. Ἐπεθύμει δηλαδὴ ὁ κ. Πετιμεζᾶς νὰ μὴ μετέβαινεν ἐκεῖ στρατιωτικὴ δύναμις, ἀλλὰ νὰ ἔμενεν ὁ Μποῦτος, ὁ ἀρωγὸς τῆς ἀντιπάλου μερίδος, ὁ ἔχων καὶ τὴν ἐπιτροπὴν ἰδικήν του, νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει (θόρυβος).
§25ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἔπρεπε νὰ μεταβοῦν πρὸς τοῦτο 200 στρατιῶται; (θόρυβος).
§26ΦΛΕΣΣΑΣ. Δὲν εἶναι διακόσιοι. Ἔπρεπεν ὅμως ἐκεῖ νὰ ὑπάρχῃ στρατιωτικὴ δύναμις, ἡ ὁποία θὰ μένῃ μακρὰν τοῦ τόπου τῆς ψηφοφορίας, ὅπως δυνηθῇ νὰ προλάβῃ πᾶσαν ἐνδεχομένην σύγκρουσιν. Ἡ στρατιωτικὴ δύναμις δὲν κατέλαβε τὸν τόπον τῆς ἐκλογῆς, ἀλλ’ ἐπῆγεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης, ὡς ὤφειλε νὰ ὑπάγῃ, ἵνα μὴ συμβῇ τι.... (θόρυβος). Ἔπειτα πῶς ἡμεῖς πρέπει νὰ δώσωμεν βάσιν καὶ νὰ κάμωμεν συζήτησιν στηριζόμενοι ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν ἑνὸς ἰδιωτικοῦ τηλεγραφήματος; Ὁ κ. Μποῦτος ἔγραψεν αὐτὸ, ἀρυόμενος λόγους ἐκ τῆς ἀποτυχίας του, ἥτις τὸν ἐπαπειλεῖ (θόρυβος).
§27ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν θ’ ἀπαντήτω εἰς τὸν προαγορεύσαντα διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ὁ ἐπερωτήσας δὲν ἐζήτησε πληροφορίας παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου αὐτοῦ κυρίου, καὶ περιττὸν ἦτο νὰ παρασταθῇ εἰς τὸ μέσον, ἵνα δώσῃ πληροφορίας, διὰ τὰς ὁποίας ἦτο ἥκιστα ἁρμόδιος. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἐζήτησε πληροφορίας παρὰ τῆς κυβερνήσεως, ἥτις παροῦσα καὶ ἐπερωτωμένη ὀφείλει ν’ ἀπαντήσῃ. Μίαν τροπολογίαν μόνον κάμω εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἤκουσα καλῶς, μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι ὁ κ. Πετιμεζᾶς συμπεραίνων εἶπε νὰ τηλεγραφήσῃ ἡ κυβέρνησις ἵνα μάθῃ ἂν ᾖναι ἀληθὴς ἡ συγκέντρωσις 200 στρατιωτῶν εἰς τὴν Μεσσηνίαν, καὶ κατόπιν νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως δώσῃ τὰς αἰτουμένας πληροφορίας. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ μάθῃ ἐκ τῆς Μεσσηνίας τὸ γεγονὸς τοῦτο, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ὅ,τι καὶ ἂν γίνεται σήμερον εἰς τὴν Μεσσηνίαν γίνεται κατ’ ἐντολὴν αὐτῆς· ὥστε ἡ κυβέρνησις πρὸ παντὸς ἄλλου γινώσκει ἂν ὑπάρχουν εἰς τὴν Μεσσηνίαν 200 στρατιῶται συγκεντρωμένοι. Ἐπειδὴ δὲ, κύριοι, πρόκειται περὶ ἐκλογῆς, ἥτις θ’ ἀρχίσῃ αὔριον, νομίζω, ὅτι πᾶσα ἀναβολὴ εἶναι ἔλλειψις καθήκοντος ἐκ μέρους ἡμῶν, ὡς ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, καὶ ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως, τεταγμένης εἰς τήρησιν τῶν νόμων. Ἂς μοὶ συγχωρηθῇ δὲ νὰ παρατηρήσω, κύριοι, ὅτι θὰ ἦτο μοναδικὸν φαινόμενον νὰ διαπράττωνται τοιαῦται σκανδαλώδεις παρανομίαι ἐξεγείρουσαι τὴν κοινὴν συνείδησιν.
§28Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Νὰ λάβῃς τὰς πληροφορίας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τότε νὰ κάμῃς αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις.
§29ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, θὰ τὸ ἐπαναλάβω καὶ θὰ τὸ ἐπαναλάβω χιλιάκις, ἂν μὲ διακόπτωσιν οἱ κύριοι, ὅτι θὰ ᾖναι μοναδικὸν φαινόμενον νὰ διαπράττωνται ἀσχημίαι ἐκλογικαὶ, παρούσης καὶ συνεδριαζούσης τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων· θὰ ᾖναι μοναδικὸν νὰ ἐπιτρέπῃ ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων τοιαύτας σκανδαλώδεις παρανομίας (θόρυβος). Οὐδεὶς προσέχει εἰς τὰς κραυγάς σας. Ταῦτα δὲ πάντα....
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μίληση....
§31ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀντὶ, κύριε πρόεδρε, νὰ ἀπευθύνεσθε πρὸς ἐμὲ, ὀφείλετε νὰ ἀπευθυνθῆτε πρὸς τοὺς διακόπτοντας καὶ θορυβοῦντας. Ταῦτα δὲ πάντα λέγω, ἐννοεῖται, ὑπὸ τὸν ὅρον, ἐὰν τὰ γραφόμενα ᾖναι ἀληθῆ. Λοιπὸν, κύριε πρόεδρε, διατυπόνω τὴν ἐπερώτησιν ὡς ἑξῆς· Παρακαλῶ τοὺς ἁρμοδίους ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν νὰ δώσουν εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὴν ταύτην τὴν στιγμὴν τὰς δεούσας πληροφορίας.
§32Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ἀναφέρει καὶ ἄλλο γεγονὸς, τὸ ὁποῖον δὲν νομίζω ὅλως εὐτελὲς, ὥστε νὰ μὴ ἐνασχοληθῇ ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτοῦ, τὸ περὶ ἀποστολῆς τηλεγραφήματος πρὸς τὸν πρόεδρον.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον.
§34Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ πληροφορία τοῦ κ. Μπούτου εἶναι θετική. Ὁ κ. Μποῦτος δὲν εἶναι τυχαῖος, ὡς δὲν εἶσθε καὶ ὑμεῖς, οἵτινες ἔχετε τὸ αὐτὸ συμφέρον· καθὼς ἔχετε τὸ δικαίωμα σεῖς, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ ὁ κ. Μποῦτος. Λοιπὸν λέγω ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὀφείλει νὰ ἀπαντήσῃ ἂν ἐστάλη τηλεγράφημα διότι ἡ παρεμπόδισις τοιούτου τηλεγραφήματος θίγει τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος.
§35ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ ἂν ὑπῆρχε τοιοῦτον τηλεγράφημα.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα τῆς ἐπιτροπῆς δὲν δύναται κἀμμία ἀρχὴ νὰ μὴ τὸ δεχθῇ. Λοιπὸν ἀπὸ αὐτὸ καὶ μόνον ἔπρεπε νὰ βεβαιωθῆτε ὅτι τὸ περὶ τηλεγραφήματος δὲν εἶναι σωστὸν καὶ αἱ πληροφορίαι δὲν εἶναι ὀρθαί.
§37Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ μία πληροφορία, ἥτις δίδεται περὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ στρατοῦ, εἶναι πληροφορία ἥτις ὑποπίπτει εἰς τὴν αἴσθησιν τοῦ κόσμου, ἡ ἄλλη εἶναι ἄκουσμα, δὲν εἶναι γεγονός· τὸ ἓν δὲ δὲν ἠμπορεῖ νὰ διαψεύσῃ τὸ ἄλλο. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι, ἂν δὲν ἐλάβετε σεῖς, κ. Πρόεδρε, τηλεγράφημα ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν ἔπεται ὅτι δὲν ἀπεστάλη καὶ ὁ στρατός.
§38ΔΡΟΣΟΣ (ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Κύριοι, μοὶ ἔκαμεν ἀπορίαν ἡ ὑπόνοια, τὴν ὁποίαν εἷς ἐκ τῶν συναδέλφων μας ἐξέφρασε περὶ τοῦ τηλεγραφείου. Ἀδύνατον, κύριοι, νὰ ὑπάρχῃ τηλεγράφημα καὶ νὰ μὴ κοινοποιηθῇ εἰς τὸν Πρόεδρον, καὶ δὲν συγχωρῶ εἰς κἀνένα ν’ ἀμφιβάλλῃ περὶ τούτου. Περὶ τῆς δυνάμεως ἔχω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἐνόσῳ ἤμην εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τοιαύτη συγκέντρωσις δὲν ἐγένετο· ἀμφιβάλλω μάλιστα ἂν καθ’ ὅλον τὸν νομὸν τῆς Μεσσηνίας ὑπῆρξε δύναμις 200 ἀνδρῶν. Ἔπειτα, κύριοι, ἔχετε ἀντιπροσώπους· ἐὰν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Βουλῆς ἔβλεπον τὴν παραμικρὰν παρανομίαν, δὲν ἤθελον ἀμέσως τηλεγραφήσει εἰς τὴν Βουλήν; Μὴ δίδετε λοιπὸν πίστιν εἰς τοὺς ἀνθρώπους, οἵτινες ἐνδιαφέρονται καὶ οἵτινες δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον σκοπὸν θέλουν νὰ ἐπιῤῥίψουν ὑπονοίας. Κατὰ δυστυχίαν δὲν εἶναι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρών, ὅστις νὰ δώσῃ ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἐπιτροπήν, καὶ ἂν ἦσαν ἀληθῆ, θὰ τὰ ἐτηλεγράφει.
§40ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Ἐπληροφορήθην, κύριοι, ἐλθὼν τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐγένοντο παρατηρήσεις περὶ ὅσων εἶπον εἰς παρελθοῦσαν συνεδρίασιν περὶ τραπεζῶν καὶ ἰδίως περὶ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ μίαν γενικὴν ἄρνησιν ὅτι ὅσα εἶπον περὶ διαπραγματεύσεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, δὲν εἶναι ἀληθῆ, ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν συμβάσεων νὰ λαλήσω· βεβαιῶ δὲ μόνον ἀπὸ τοῦδε ὅτι οὐδὲν ἐξ ὅσων εἶπον εἶναι ἀνακριβές, καὶ ὅτι τὰ πάντα στηρίζονται εἰς τὴν ἀλήθειαν. Ὀφείλω ὅμως εὐθὺς ἀμέσως νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν παρεξήγησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο τῶν λόγων μου· διότι δὲν ἐπιθυμῶ οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἰδέα ὅτι ἡ κυβέρνησις προσέβαλεν ἢ ἠδίκησε λόγῳ ἓν πιστωτικὸν κατάστημα. Ὅ,τι καὶ ἂν εἶπον κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ἀνεφέρετο κυρίως εἰς τὸ μέγα ἐλάττωμα τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης τοῦ νὰ μὴ δύναται νὰ διοικηθῇ ἐλευθέρως ἐν Ἑλλάδι, ὅπου ἐργάζεται, ἀλλὰ νὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς διοικήσεως τοῦ ἐν Ἀγγλίᾳ Συμβουλίου εἰς ξένην χώραν· δεύτερον, δὲν ἐνόησα οὔτε περὶ τῆς διοικήσεώς της νὰ εἴπω, οὔτε τοὺς διευθυντὰς νὰ μεμφθῶ, οὔτε τὴν καλήν των πίστιν νὰ θέσω εἰς ἀμφισβήτησιν, οὔτε τῶν ἐντολέων αὐτῶν, οὔτε οὐδὲν παρόμοιον, ἀλλὰ μόνον ἠθέλησα νὰ εἴπω ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς τραπέζης δὲν εἶναι βεβαίως τόσον δραστήριαι, ὅσον ἀπῃτεῖτο εἰς τόπον ἔχοντα ἀπόλυτον ἀνάγκην τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ τοῦ εἴδους. Νομίζω ὅμως, κύριοι, ὅτι περὶ τοῦ πράγματος τούτου δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ διόλου λόγος καὶ ἂν ἀκόμη ἤθελε διαφύγει τὴν γλῶσσάν τινος ὑπουργοῦ λέξις δυναμένη νὰ βλάψῃ τὴν ὑπόληψιν ἑνὸς καταστήματος. Νομίζω ὅτι οὐδεμίαν ὠφέλιμον ὑπηρεσίαν ἤθελε προσφέρει τις εἰς τὸ Κράτος, εἰς ὃ ἀνήκει καὶ τὸ ὁποῖον ὑπηρετεῖ, ἀναμοχλεύων τὰ τοιαῦτα ζητήματα, ἐφιστῶν τὴν προσοχὴν εἰς τὰ ῥηθέντα καὶ δίδων οὕτω μείζονα διὰ τῆς συζητήσεως εἰς αὐτὰ ἐπισημότητα. Τῳόντι, κύριοι, ἐπληροφορήθην τὴν ἐπιοῦσαν ὅτι προσῆλθέ τις εἰς τὸ στενογραφικὸν γραφεῖον καὶ ἐζήτει ἀπόσπασμα τῆς ὁμιλίας καὶ τῶν λόγων μου, δι’ ὧν δῆθεν ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος λαλῶν προσέβαλον τὴν τράπεζαν τὴν Ἰονικήν. Καὶ ἐγὼ μαθὼν τοῦτο εἶπα, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς μὲν θαυμάζω διὰ τοῦτο, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὅτι δὲν ἐνθυμοῦμαι τοιοῦτόν τι νὰ ἔπραξα· ὅ,τι δὲ εἶπον ἀφορᾷ μόνον ἁπλῶς τὴν χαλαρότητα τῶν ἐργασιῶν τοῦ καταστήματος. Χθὲς μάλιστα συναντήσας ἓν ἐπίσημον πρόσωπον, τὸν ἀξιότιμον διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἶπον εἰς αὐτὸν καθαρῶς ὅτι μὲ ἐλύπησεν εἰς τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν μία περίστασις παρεξηγηθεῖσα, διότι ἔμαθα ὅτι μοὶ ἀποδίδουν σκοπὸν προσβολῆς τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους περὶ αὐτῆς ἐξέφρασα εἰς τὴν Βουλήν· ὅτι τοιοῦτον σκοπὸν οὐδέποτε εἶχον καὶ τοιούτους λόγους οὐδέποτε ἐνθυμοῦμαι νὰ εἶπον. Ἀλλ’ ὅμως καὶ ἐὰν ἀκόμη ἐγὼ εἴτε ἄλλος ὑπουργὸς ἤθελε προφέρει μίαν προσβολὴν κατά τινος καταστήματος, βεβαίως αἱ λέξεις αὗται ἔπρεπε νὰ λησμονηθῶσι καὶ κἀμμίαν ἐπίσημον θέσιν νὰ μὴ λάβωσι. Νομίζω ὅτι ὤφειλον νὰ δώσω τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα περὶ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον εἶχον καὶ τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ λόγοι μου· καὶ συγχρόνως νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου ἢ τὴν ἀπορίαν μου, διατί νὰ ἔρχωνται τοιαῦτα ζητήματα, ἐνῷ δὲν πρόκειται νὰ ὠφελήσωσιν εἰς τίποτε.
§41Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως ἡ ἔκφρασις ὅτι διέφυγεν ἡ λέξις ἐκείνη εἶναι ἀρκοῦσα ἱκανοποίησις.
§42ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά.
§43ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Μεταξὺ τῶν συμβάσεων, αἵτινες ὑπεβλήθησαν, ὑπάρχει μία, ἥτις ἔχει ἰδιάζουσαν σπουδαιότητα. Τὸ τελευταῖον ἄρθρον περιέχει ῥήτραν, ὅτι, ἐὰν ἐντὸς 4 μηνῶν δὲν ἐπικυρωθῇ ἡ σύμβασις αὕτη ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως, τότε ἀμφότερα τὰ μέρη εἰσὶν ἐλεύθερα, καὶ ἑπομένως ὁ σιδηρόδρομος δὲν θέλει γείνει. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον νομίζω ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη πρέπει νὰ προτιμηθῇ· εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι, ἐὰν δὲν τελειώσῃ ἐντὸς τῆς προθεσμίας, τὴν εὐθύνην δὲν τὴν ἔχει ἡ Βουλή, ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἵτινες ἀνέβαλον τὰς συνεδριάσεις αὐτῆς (θόρυβος).
§44ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διατί δὲν προστατεύετε τὸν ἀγορεύοντα;
§45Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχομεν συζήτησιν, κ. Πρόεδρε, ἢ ὄχι; Ἄλλως τε, δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ ἐμποδίσωμεν πᾶσαν συζήτησιν, ἀλλὰ σεβόμεθα ἑαυτούς.
§46ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιόν τι συντομώτατον, ἀποβλέπον τὴν διόρθωσιν διατάξεώς τινος τῆς πολιτικῆς δικονομίας. Τὸ ἄρθρον 596 τῆς πολιτικῆς δικονομίας διελάμβανεν ἄλλοτε, ὅτι ἡ πρὸς ἀνακοπὴν προθεσμία τῶν ἐρήμην ἀποφάσεων ἐκείνων, οἵτινες ἔχουν τὴν ἕδραν των ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ δικαστηρίου, διήρκει 8 ἡμέρας· δι’ ἐκείνους δὲ οἵτινες ἔχουν τὴν ἕδραν των μακρὰν τῆς τοῦ δικαστηρίου, μέχρι τῆς ἐκτελέσεως. Ἦλθε κατόπιν ἕνας νόμος, ὅστις διώρθωσε τὸ χάσμα τοῦτο, καὶ εἶπεν οὐχὶ μέχρι τῆς ἐκτελέσεως, ἀλλὰ πάλιν ἐντὸς 8 ἡμερῶν. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ διόρθωσις δὲν ἱκανοποίησεν ὅλας τὰς ἀνάγκας τῆς δικαιοσύνης, διότι δὲν προέλαβε νὰ κανονίσῃ καὶ περὶ τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ κατοικούντων διαδίκων, ὥστε τοῦτο ἔμενεν ἀόριστον. Ὅτι τὸ μέχρι τῆς ἐκτελέσεως θὰ εἴπῃ ὅτι ποτὲ δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ, αὐτὸ, πιστεύω, εἶναι φανερόν. Τὰ δικαστήρια ὅλα ὑπέδειξαν τὴν ἀνάγκην τῆς διορθώσεως ταύτης εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, καὶ εἶπον νὰ ἔλθῃ εἰς ἀῤῥωγὴν ἵνα κανονίσῃ ὁριστικὴν προθεσμίαν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ σύγκειται ἀπὸ ἓν μόνον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐπαναφέρει καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν τὴν προθεσμίαν τῶν 8 ἡμερῶν. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ συνοδεύουσα αὐτὸ δικαιολογητικὴ ἔκθεσις). «Πρὸς τὴν Βουλήν. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 596 τῆς Πολ. Δικονομίας, κατὰ τῆς ἐρήμην ἐκδοθείσης ἀποφάσεως ἀνακοπὴ ἦτο δεκτή· 1) ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς εἰς τὸν διάδικον ἢ τὸν ἀντίκλητόν του ἐπιδόσεως τῆς προσβαλλομένης ἀποφάσεως, ἐὰν ὁ διάδικος οὗτος κατοικῇ εἰς τὴν καθέδραν τοῦ ἐκδόντος αὐτὴν δικαστηρίου ἢ διώρισεν αὐτόθι ἀντίκλητον· 2) ἐὰν ὁ διάδικος κατοικῇ εἰς ἄλλον τόπον, ἢ δὲν διώρισεν ἀντίκλητον, μέχρι τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως. Διὰ τοῦ ἀπὸ 18 Σεπτεμβρίου 1836 Β. Διατάγματος ἐτροποποιήθη κυρίως τὸ 2 ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 596 καὶ ἀντ’ αὐτοῦ ἐτέθη, ὅτι, ἐὰν ὁ διάδικος κατοικῇ εἰς ἄλλον τόπον καὶ δὲν διώρισεν ἀντίκλητον, ἡ ἀνακοπὴ εἶναι δεκτὴ ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἀφ’ ἧς ἔγεινεν ἡ ἐπίδοσις τῆς ἀποφάσεως εἰς τὸν διάδικον, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν ἄρθρων 195 καὶ 196· ὥστε τὸ μέχρι τῆς ἐκτελέσεως δικαίωμα πρὸς ἀνακοπὴν κατηργήθη, περιωρίσθη δὲ διὰ τοῦ ἐδαφίου 2 τοῦ εἰρημένου Διατάγματος ἐντὸς προθεσμίας. Αὕτη δὲ ἡ προθεσμία εἶναι ὀκταήμερος, ὑπολογιζομένη ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως τῆς ἀποφάσεως καὶ ἡ κατὰ τὰ ἄρθρα 195 καὶ 196 τῆς Πολ. Δικονομίας, προστιθεμένης τῆς ἀποστάσεως τῆς κατοικίας τῶν διαδίκων, ὁσάκις οὗτοι δὲν κατοικοῦσιν ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ· ἀλλὰ τὸ ἐδάφιον 2 τοῦ Διατάγματος, χορηγοῦν τὴν προθεσμίαν τῆς ἀποστάσεως, καθιεροῖ ἀνισότητα δικαιωμάτων μεταξὺ διαδίκων, ἐν τῇ ἡμεδαπῇ κατοικούντων καὶ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαμενόντων, διότι τὰ ἄρθρα 195 καὶ 196 προσδιορίζουσι προθεσμίαν ἀποστάσεως διὰ τοὺς ἔχοντας κατοικίαν ἐντὸς τοῦ Κράτους διαδίκους, οὐχὶ δὲ καὶ διὰ τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ· ὥστε κατὰ τὸ ἐδάφ. 2 τοῦ αὐτοῦ Διατάγματος διὰ τὴν ἀνακοπὴν τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαμενόντων δὲν χορηγεῖται ἀποστάσεως προθεσμία, ἀλλὰ μόνη ἡ ὀκταήμερος, ἐντὸς τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ χρῆσις τῆς ἀνακοπῆς ἕνεκα τῆς ἀποστάσεως τῆς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ κατοικίας ἢ διαμονῆς τῶν διαδίκων τούτων· ἐντεῦθεν δὲ συνάγεται ἢ ὅτι οὗτοι στεροῦνται τοῦ δικαιώματος ν’ ἀνακόψωσι τὴν ἐρήμην αὐτῶν ἐκδοθεῖσαν ἀπόφασιν, ἢ ὅτι ἔχουσι τὸ δικαίωμα ν’ ἀνακόψωσι ταύτην εἰς ἀόριστον χρόνον, ἢ μέχρι τριακονταετίας, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου τὸ τῆς ἐφέσεως καὶ τὰ λοιπὰ ἔνδικα μέσα περιορίζονται ἐντὸς συντομωτέρας προθεσμίας δυνάμει τῶν ἄρθρων 754, 793 καὶ 816 τῆς Πολ. Δικονομίας. Ἐν τούτοις προκύπτει καὶ τὸ ἄτοπον, ὅτι, διαρκούσης τῆς τριακονταετίας, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἐρήμην κατὰ τῶν ἐν ἀλλοδαπῇ διαμενόντων ἐκδοθεῖσα ἀπόφασις, καὶ τὰ δικαιώματα τῶν ἀντιδίκων των μένουσι μετέωρα, καὶ ἑπομένως τελεσιδικία ἐπὶ τοιούτων ἀποφάσεων καταντᾷ δυσαπόκτητος. Ἀλλ’ οὔτε ἐξ ἀναλογίας τῶν διατάξεων τῶν προσημειωθέντων ἄρθρων τῆς Δικονομίας ἐπιτρέπεται νὰ κανονισθῇ ἡ τῆς ἀποστάσεως προθεσμία διὰ τὴν ἀνακοπὴν, περὶ ἧς ὁ λόγος, διότι ἀποστάσεως προθεσμία δίδεται τότε μόνον, ὅταν ῥητῶς ἐπιτρέπεται αὕτη ὑπὸ τοῦ νόμου, κατὰ τὴν περὶ τούτου σαφῆ διάταξιν τοῦ 195 ἄρθρου τῆς Πολ. Δικονομίας. Τὴν γνώμην ταύτην παρεδέχθη ἐπανειλημμένως καὶ τὸ ἀνώτατον δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀναιρέσαν ἀποφάσεις κατωτέρων δικαστηρίων, δι’ ὧν ἐξ ἀναλογίας ἢ προσετέθη ἀποστάσεως προθεσμία, χορηγουμένη πρὸς χρῆσιν τῶν λοιπῶν ἐνδίκων μέσων, καὶ διὰ τὴν ἀνακοπὴν, ἢ, ἄνευ νόμου, ὑπελογίσθη ἡ τῆς ἀποφάσεως προθεσμία ἀπὸ τοῦ τόπου τῆς πρὶν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ κατοικίας τῶν διαδίκων μέχρι τοῦ τόπου τῆς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ νέας διαμονῆς των. Ὅθεν, πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἀτοπημάτων τούτων, δέον νὰ ὁρισθῇ νομοθετικῶς καὶ ἡ προθεσμία τῆς ἀνακοπῆς τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαμενόντων, καὶ τούτου ἕνεκα θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν προσθήκην καὶ τρίτου ἐδαφίου εἰς τὸ ἀπὸ 18 Σεπτεμβρίου 1836 Β. Διάταγμα, ἐφ’ ᾧ καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ ἀκόλουθον σχέδιον νόμου. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 25 Μαΐου 1873.
Ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργὸς
Π. ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ».
«ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
Περὶ προσθήκης καὶ τρίτου ἐδαφίου εἰς τὸ ἀπὸ 18 Σεπτεμβρίου 1836 Β. Διάταγμα. Ἄρθρον μοναδικόν. Εἰς τὸ ἀπὸ 18 Σεπτεμβρίου 1836 Β. Διάταγμα προστίθεται καὶ τρίτον ἐδάφιον ὡς ἑξῆς: «Ἐὰν δὲ ὁ διάδικος ἢ ὁ νόμιμος αὐτοῦ ἀντιπρόσωπος διατρίβῃ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, τότε αἱ πρὸς ἀνακοπὴν προθεσμίαι ἔσονται αἱ ἐν τῷ ἄρθρῳ 541 ἀναφερόμεναι.» Ὑποβάλλω καὶ δεύτερον νομοσχέδιον. Ὅλοι γνωρίζετε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συμβαίνουσι κατὰ τοὺς πλειστηριασμούς· ἓν ἐξ αὐτῶν εἶναι καὶ ἡ δημοσίευσις τῶν καταστάσεων καὶ τῶν προγραμμάτων διὰ τῶν ἐφημερίδων· εἶναι περιττὸν νὰ ἀναμνήσω εἰς ὑμᾶς πόσα ἔξοδα γίνονται διὰ τὴν δημοσίευσιν αὐτῶν. Ὁ προκάτοχός μου ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, κ. Κοντόσταυλος εἶχε προνοήσει περὶ τούτου, καὶ εἶχεν ἀφήσει νομοσχέδιον καταλληλότατον, τουτέστιν ἀντὶ τῆς δημοσιεύσεως τῶν προγραμμάτων ὁλοκλήρων καὶ τῶν ἐκθέσεων, ἥτις δίδει ἀφορμὴν εἰς δαπάνας πολλὰς καὶ ἐξωγκωμένας, ἐλήφθη τὸ μέτρον ἀντὶ τούτου νὰ δημοσιεύηται μία περίληψις περιεκτικωτάτη ὅλων αὐτῶν τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα μέλλουσι νὰ ἐκποιηθῶσιν. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ συνοδεύουσα αὐτὸ δικαιολογητικὴ ἔκθεσις). «Πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ πολιτικὴ ἡμῶν δικονομία ἐν ἄρθρῳ 969 ὁρίζει, ὅτι τὸ τοιχοκόλλητον γραμμάτιον, περιέχον ὁλοσχερὲς ἀντίγραφον τῆς περὶ κατασχέσεως ἐκθέσεως, τὴν ἡμέραν, τὴν ὥραν, τὸν τόπον τοῦ πλειστηριασμοῦ καὶ τὸν ὑπάλληλον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ γείνῃ, τὰς παρὰ τοῦ ἐπιμελουμένου δανειστοῦ προσδιωρισμένας περὶ πλειστηριασμοῦ συμφωνίας καὶ τὴν ἐκ μέρους τοῦ δανειστοῦ προσφερθεῖσαν τιμὴν, καταχωρίζεται δὶς εἰς δημόσια φύλλα ἐντὸς τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 967, ἀριθ. 1 καὶ 2 ὁριζομένων προθεσμιῶν. Διὰ τῆς τοιαύτης δημοσιεύσεως ὁ νομοθέτης ἐσκόπει νὰ καταστήσῃ τοῖς πολλοῖς γνωστὸν τὴν κατάσχεσιν καὶ ἐκποίησιν τῶν ἀκινήτων καὶ οὕτω διευκολύνῃ τὸν κατὰ τὴν δημοπρασίαν συναγωνισμόν. Ἀλλ’ ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς δὲν ἐκπληροῦται ὁ ἐκτεθεὶς κύριος τοῦ νομοθέτου σκοπὸς ὡς ἐκ τῆς εἰς τὰ παραρτήματα τῶν ἐφημερίδων, ἅτινα δὲν κυκλοφοροῦσι, δημοσιεύσεως τοῦ τοιχοκολλήτου γραμματίου, καθ’ ὅσον διὰ τὸ σχοινοτενὲς αὐτοῦ ἀδύνατον καθίσταται ἡ εἰς τὸ κύριον αὐτῶν φύλλον καταχώρισις, ἀφ’ ἑτέρου εἰς οὐ μικρὰν ματαίαν δαπάνην ὑποβάλλονται οἱ ὀφειλέται διὰ τὴν τοιαύτην καταχώρισιν αὐτοῦ, τὸ περιεχόμενον τοῦ ὁποίου κατὰ τὸ πλεῖστον δὲν ἐνδιαφέρει παντάπασι τοὺς ἀγοραστὰς, οἵτινες, ἄλλως τε, προκειμένου νὰ πλειοδοτήσωσι, δὲν θὰ ἀρκεσθῶσιν εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ κλητῆρος περιγραφὴν τοῦ κατασχεθέντος κτήματος. Τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, δι’ οὗ τροποποιεῖται τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ προπαρατεθέντος 969 ἄρθρου τῆς πολιτικῆς δικονομίας, ἐκπληροῖ ἐντελῶς τὸν τοῦ νομοθέτου σκοπὸν, διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς περιγράφεται τὸ ἐκποιούμενον κτῆμα, συμφώνως μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 957 τῆς πολιτικῆς δικονομίας, κατὰ τὴν θέσιν του, τὰ συγκροτοῦντα αὐτὸ μέρη, τὴν ἔκτασιν τῆς ἐπιφανείας καὶ τὰ εἰς αὐτὸ ἐπικείμενα βάρη, γίνεται προσέτι γνωστὴ ἡ ἡμέρα, ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα τοῦ πλειστηριασμοῦ, ὡς καὶ ὁ ὑπάλληλος, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ γείνῃ, καταχωριζομένης τῆς τοιαύτης περιλήψεως εἰς τὴν πρώτην σελίδα δημοσίου τινὸς φύλλου καὶ ἀναγινωσκομένης οὕτως ὑπὸ τοῦ κοινοῦ, ἀφ’ ἑτέρου ἀπαλλάσσονται οἱ ὀφειλέται ἱκανῆς καὶ ματαίας, ὡς ἐῤῥέθη, δαπάνης. Διὸ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
Ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργὸς
Π. ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ.»
ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 969 τῆς πολ. δικονομίας. Ἄρθρον μόνον. «Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 969 τῆς πολ. δικονομίας, ἔχον ὡς ἑξῆς· «Τὸ τοιχοκόλλητον τοῦτο γραμμάτιον καταχωρίζεται δὶς εἰς δημόσιόν τι φύλλον ἐντὸς τῶν ἐν τῷ ἄρθρ. 967, ἀριθ. 1 καὶ 2 ὡρισμένων προθεσμιῶν» τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς. «Περίληψις τοῦ τοιχοκολλήτου γραμματίου, περιέχουσα τὸ εἶδος τοῦ κατασχεθέντος ἀκινήτου, τὴν θέσιν ἐν ᾗ κεῖται, τὴν ἔκτασιν αὐτοῦ, καὶ ἐὰν ᾖ οἰκία ἢ ἄλλη οἰκοδομὴ, τὴν ἔκτασιν τοῦ καλυπτομένου ὑπ’ αὐτῆς οἰκοπέδου, καὶ ἐὰν ὁ τοῖχος ᾖναι λιθασβεστόκτιστος, πλινθόκτιστος κλπ. τὴν ἡλικίαν τῶν καρποφόρων δένδρων καὶ τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν, τὴν πόλιν ἢ τὸ χωρίον καὶ τὸν δῆμον, ἐν οἷς κεῖται, τὰ συγκροτοῦντα αὐτὸ ὅρια, τὸ ὀνοματεπώνυμον τοῦ καταδιώκοντος δανειστοῦ καὶ τοῦ καταδιωκομένου ὀφειλέτου, τὰ ἐπὶ τοῦ κτήματος ἐπικείμενα βάρη, τὴν ἐκ μέρους τοῦ δανειστοῦ προσδιορισθεῖσαν τιμὴν, τὴν ἡμέραν, τὸν τόπον καὶ τὴν ὥραν τοῦ πλειστηριασμοῦ, ὡς καὶ τὸν ὑπάλληλον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ γείνῃ, καταχωρίζεται ἅπαξ ἐν μὲν τῇ περιπτώσει τοῦ ἄρθρ. 965, § 1 τρεῖς τοὐλάχιστον ἑβδομάδας πρὸ τοῦ πλειστηριασμοῦ, ἐν δὲ τῇ περιπτώσει τοῦ § 2 τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, ἓξ τοὐλάχιστον ἑβδομάδας πρὸ αὐτοῦ, ἐν τῇ πρώτῃ σελίδι δημοσίου τινὸς φύλλου, οὐδέποτε δὲ ἐν παραρτήματι αὐτοῦ».
§47Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ (ὑπουργὸς Ἐκκλησιαστικῶν). Εἰς τὴν διὰ νόμου, κύριοι, συστημένην ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέτασιν τῶν ἐκδιδομένων βιβλίων ὑπάρχουν τρία τμήματα· τὸ μὲν πρῶτον ἐξετάζει τὰ τῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς θεολογίας, τὸ δεύτερον τὰ τῆς νομικῆς, καὶ τὸ τρίτον τὰ τῆς φυσικῆς, τὰ τῆς ἰατρικῆς καὶ τὰ ταύτην παρακολουθοῦντα· μένει δὲ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐλλειπὴς ὡς πρὸς τὰ βιβλία τῆς προεκπαιδεύσεως, καὶ δι’ αὐτὸ διορίζεται κατ’ εὐθεῖαν ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν κατὰ καιρὸν ἰδίᾳ ἐπιτροπή. Δέον εἶναι νὰ προστεθῇ καὶ τέταρτον τμῆμα ἐν αὐτῇ τῇ ἐπιτροπῇ, ὅπερ νὰ ὑπάρχῃ σταθερὸν, εἰς ὃ νὰ παραπέμπωνται τὰ ἁρμόδια βιβλία, παρὰ κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐκδόσεώς των νὰ καταρτίζηται ἡ ἐπιτροπὴ, τῆς ὁποίας τὰ μέλη ἠμπορεῖ νὰ ὑποτίθεται ὅτι ἔχουσι συμφέρον. Λοιπὸν διὰ τοῦ νόμου τούτου συνιστᾶται καὶ τέταρτον τμῆμα παρὰ τῇ ἐπιτροπῇ αὐτῇ, ἔχον καθῆκον νὰ ἐξετάζῃ τὰ ἐκδιδόμενα βιβλία τῆς προεκπαιδεύσεως. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ συνοδεύουσα αὐτὸ δικαιολογητικὴ ἔκθεσις). «Πρὸς τὴν Βουλὴν. Ὅτε πρὸ τριῶν καὶ ἐπέκεινα ἐτῶν ἐξεδόθη ὁ ΣΜΘʹ. νόμος περὶ ἐξετάσεων τῶν διδακτικῶν βιβλίων, τὰ ἀφορῶντα τὴν κατωτάτην ἢ δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν βιβλία δὲν συμπεριελήφθησαν μετὰ τῶν λοιπῶν, τῶν ἐν χρήσει εἰς τὰ γυμνάσια καὶ τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα, οὔτε διωρίσθησαν ἑπομένως καὶ οἱ κατάλληλοι πρὸς ἐξέτασιν αὐτῶν, ἐπὶ λόγῳ ὅτι, ὑπάρχοντος ἤδη τοῦ ἀπὸ 1 Σεπτεμβρίου 1856 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ τὸ ὑπουργεῖον τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὁσάκις ἤθελε κρίνει ἀναγκαίαν τὴν σύνταξιν διδακτικοῦ βιβλίου διὰ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ὤφειλε νὰ προκηρύξῃ βραβεῖον καὶ ὁρίσῃ χρόνον πρὸς τὴν διὰ διαγωνισμοῦ ἔγκρισιν τοιούτου βιβλίου. Ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο, ἐνεργηθὲν ἔκτοτε ἅπαξ ἢ δίς, ἀπεδείχθη ἀτελεσφόρητον, διότι, ἀνταμοιβῆς ἀφ’ ἑνὸς διὰ τοὺς ἐξετάσοντας μὴ ὑπαρχούσης, οἱ πλεῖστοι ἀφ’ ἑτέρου τῶν διοριζομένων ἑκάστοτε πρὸς ἐξέτασιν ἦσαν ἀναρμόδιοι, ὡς ἔχοντες αὐτοὶ ἴδια αὑτῶν βιβλία συντεταγμένα, καὶ ἑπομένως ἤθελον εἶναι κριταὶ αὐτοὶ ἑαυτῶν. Πρὸς ἄρσιν ἑπομένως τῆς δυσκολίας ταύτης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καθυποβάλω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς τὸ ἐπισυναπτόμενον σχέδιον νόμου, δι’ οὗ, προστιθεμένου καὶ τετάρτου τμήματος ἐξ ὀκτὼ μελῶν εἰς τὰ ὑπάρχοντα ἤδη, κατὰ τὸν ΣΜΘʹ. νόμον, εἰκοσιτέσσαρα μέλη, ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς τοῦ νόμου τούτου ὅρους, νὰ παραπέμπωνται εἰς τὸ Δʹ. τοῦτο τμῆμα τῆς ἐπιτροπῆς τὰ διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν συνταττόμενα βιβλία. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 25 Μαΐου 1873. Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως
Ὑπουργὸς
Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ.»
ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
«Ψηφισάμενοι ὁμοφώνως μετὰ τῆς Βουλῆς, ἀπεφασίσαμεν καὶ διατάττομεν. Ἄρθρον 1. Εἰς τὴν πρὸς ἐξέτασιν τῶν διδακτικῶν βιβλίων συνεστῶσαν ἤδη ἐπιτροπὴν, κατὰ τὸν ΣΜΘʹ. νόμον, προστίθεται καὶ τέταρτον τμῆμα, συγκείμενον ἐκ μελῶν ὀκτὼ, εἰς τὴν κρίσιν τῶν ὁποίων ὑποβάλλονται πάντα τὰ ἀφορῶντα τὴν δημοτικὴν ἢ προκαταρκτικὴν ἐκπαίδευσιν διδακτικὰ βιβλία. Ἄρθρον 2. Τὰ ἄρθρα 3, 4, 5, 6, 7, 8 καὶ 9 τοῦ ΣΜΘʹ. νόμου ἐφαρμόζονται καὶ εἰς τὸ τέταρτον τοῦτο τμῆμα. Ὁ νόμος οὗτος, ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθεὶς σήμερον παρ’ ἡμῶν, δημοσιευθήσεται διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκτελεσθήσεται ὡς νόμος τοῦ Κράτους.
Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ
Ὅπως, κύριοι, γνωρίζετε, ἡ μοναστηριακὴ περιουσία εἶναι ἐπίσης ἐθνική. Ἡ καλὴ διαχείρισις καὶ ἡ καλὴ εἴσπραξις ἐνδιαφέρει πολὺ, ἤδη μάλιστα, ὅτε ἐλήφθη τὸ μέτρον νὰ ἐνοικιάζωνται ὅλα τὰ κτήματα τὰ ἐκτὸς καὶ μακρὰν τῆς περιφερείας τῆς μονῆς κείμενα, διὰ τὸν διπλοῦν λόγον, ὅτι διὰ τῆς ἐνοικιάσεως θέλει εἶναι γνωστὴ καὶ σταθερὰ ἡ πρόσοδος, καὶ διότι ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπὸς τῆς μονῆς καὶ τῶν μοναχῶν, ὅστις εἶναι ἡ ἀπομόνωσις ἐκ τῆς κοσμικῆς τύρβης. Ἐν τῇ μονῇ ὁ μοναχὸς, ἐκπληρῶν τὰ χρέη του, ἔχει καὶ ἔκτασιν περιουσίας ἵνα ἐν αὐτῇ περιορίζηται ἐργαζόμενος καὶ ἀπολαμβάνων. Ἀλλ’ ὁ μοναχὸς, ὅταν ἐγκαταλείπῃ τὴν μονὴν καὶ ἀπομακρύνεται αὐτῆς, συναγελαζόμενος μετὰ τῶν ἄλλων, συναλλαττόμενος καὶ ἐμπορευόμενος, παραβλέπων καὶ χαρίζων, ἐξέρχεται τοῦ σκοποῦ του. Διὰ τοῦτο ἐλήφθη τὸ μέτρον τοῦτο διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους σᾶς εἶπον. Σύμφωνα δὲ μὲ τὸν νόμον ἐκεῖνον, καθ’ ὃν κανονίζεται ἡ ἐνοικίασις τῶν ἐθνικῶν κτημάτων, ἐκανονίσθη καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐνοικιάσεως τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων, διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲ τούτου κανονίζεται ὅτι ὁ τρόπος τῆς εἰσπράξεως θέλει εἶσθαι ὁ αὐτὸς ὅπως ἐστὶν ὁ τῶν δημοσίων. (Ἀναγινώσκεται τό τε νομοσχέδιον καὶ ἡ δικαιολογητικὴ αὐτοῦ ἔκθεσις). «Πρὸς τὴν Βουλήν. Αἱ παρ’ ἡμῖν τε καὶ ὅπου ἀλλοῦ κατοικοῦσιν ὀρθόδοξοι, ὑφιστάμεναι εὐαγεῖς μοναὶ, συστηθεῖσαι τὸ πρῶτον ὡς ἡσυχαστήρια ἐκείνων, οἵτινες βεβαρυμένοι ἀπὸ τὰς κοσμικὰς περιπετείας ἢ καὶ ἀπεχθανόμενοι τὸν ἐν τῇ κοινωνίᾳ βίον, προέκρινον τὴν κατὰ μόνας, μακρὰν τοῦ κόσμου καὶ τῶν συγγενῶν αὑτῶν, διαμονὴν, ὡς ἀπαλλαγὴν ἑαυτῶν ἀπὸ πάσης συμφορᾶς καὶ θλίψεως, καὶ ὡς μέσον ψυχικῆς σωτηρίας, αἱ εὐαγεῖς, λέγω, μοναὶ περιῆλθον, προϊόντος τοῦ χρόνου, διὰ τῶν κληροδοτημάτων καὶ ἄλλων ἀναθημάτων εὐσεβείας εἰς κατάστασιν, οὐ μόνον ἐκ τῶν προσόδων τῆς οἰκείας ἑκάστη περιουσίας νὰ διατρέφωσιν αὐταρκῶς τοὺς ἐν αὐταῖς περισυνηγμένους μοναχοὺς, ἀλλὰ καὶ παντοδαπὰς ἀγαθοεργίας νὰ ἐπιδαψιλεύωσιν εἰς τοὺς χρείαν ἔχοντας· θεωροῦνται δὲ, καθὼς καὶ πράγματι εἰσὶ, δημόσια ἱδρύματα, ὑπὸ ἴδιον τύπον καὶ κανόνα διεπόμενα, καὶ ὡς τοιαῦτα κέκτηνται πάντως τὰς προνομίας, ἃς καὶ τὸ δημόσιον ἔχει πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν ἑαυτοῦ κτήσεων καὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν μισθωμάτων ἢ τῶν αὐτουσίων προϊόντων αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ἐκ τῆς πείρας καὶ ἐξ ἐπανειλημμένων ἀναφορῶν τινων ἐκ τῶν Σ. Ἐπισκόπων, ἃς μετὰ συστάσεων εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐγένετο γνωστὸν ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν ὅσοι εἰς τὰς πρὸς ἐνοικίασιν ἀκινήτων ἢ ἐκποίησιν κινητῶν τε καὶ ἀκινήτων κτημάτων τῶν καθ’ ἡμᾶς μονῶν γινομένας δημοπρασίας ἀναδείκνυνται ἐνοικιασταὶ ἢ ἀγορασταὶ, διανοούμενοι ὅτι τὰ μοναστηριακὰ Συμβούλια, εἴτε ἀποδειλιῶντα εἴτε ἀποδυσπιστοῦντα πρὸς ἐπιχείρησιν δίκης, δυσκόλως εἰσέρχονται εἰς ἀγῶνα δικαστικὸν, δυστροποῦσι νὰ πληρώσωσιν ἐν τῇ προθεσμίᾳ, καὶ μετ’ αὐτὴν πολλάκις τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας, τὸ συμφωνηθὲν ἐνοίκιον, ἢ τὸ τίμημα τῆς ἀγορᾶς, τινὲς δὲ καὶ καθυστεροῦσι τὴν ἀπότισιν ἐπὶ ὁλόκληρα ἔτη, καὶ οὕτως οὐ μόνον εἰς ἀμηχανίαν καὶ περισπασμοὺς ἐμβάλλουσι τὰ εἰρημένα Συμβούλια, ἀλλὰ καὶ σπουδαίας ζημίας αἴτιοι γίνονται εἰς αὐτὰς τὰς μονάς· διὰ ταῦτα, θεωρήσας ὅτι ἡ περιουσία τῶν ἐν τῷ Βασιλείῳ εὐαγῶν ἱδρυμάτων, κατὰ τὸν εἰδικὸν αὐτῆς προσδιορισμὸν, ἀνήκει εἰς τὸ εὐσεβὲς ἔθνος, εἰς ὃ ἐπίσης ἀνήκει καὶ ἡ κυρίως ἐθνικὴ περιουσία, καὶ ὅτι ἑπομένως ἔλλογον καὶ δίκαιον ἐστὶ νὰ ληφθῇ ὑπὲρ τούτων πρόνοια δι’ ἐπεκτάσεως τῶν διατάξεων τοῦ περὶ καθυστερούντων νόμου καὶ κατὰ τῶν ἐξ ἐνοικιάσεως ἀκινήτων ἢ ἐξ ἀγορᾶς κινητοῦ ἢ ἀκινήτου μοναστηριακοῦ κτήματος ὀφειλετῶν, τῶν δυστροπούντων ἢ ὁπωσδήποτε καθυστερούντων τὴν ἀπότισιν τοῦ πρὸς τὰς μονὰς χρέους των, ὑποβάλλω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ὑμῶν σχέδιον νόμου, ἵνα τὰ ὀφειλόμενα ἐξ ἐνοικιάσεως ἀκινήτων ἢ ἐξ ἀγορᾶς προϊόντων, ἢ κινητῶν τε καὶ ἀκινήτων κτημάτων τῶν κατὰ τὸ Κράτος μονῶν εἰσπράττωνται παρὰ τῶν καθυστερούντων τὴν ἀπότισιν ὀφειλετῶν ὃν τρόπον εἰσπράττονται καὶ τὰ εἰς τὸ δημόσιον ὀφειλόμενα· νὰ γίνηται δηλονότι χρῆσις τῶν αὐτῶν ἐκβιαστικῶν μέτρων, ἅπερ καὶ τὸ δημόσιον εἰς παρομοίας περιστάσεις κατὰ τὸν κείμενον νόμον μεταχειρίζεται. Ἐπιψηφίζουσα ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους τὸ ὑποβαλλόμενον σχέδιον νόμου, παρέχει μὲν σπουδαίαν προστασίαν εἰς τὴν μοναστηριακὴν περιουσίαν, ἐξ ἧς πολλαὶ κατὰ καιροὺς καὶ ἐν ἀνάγκαις ὠφέλειαι παρέχονται εἰς τὸ κοινὸν, ἀποδεικνύει δὲ συνάμα, ὅτι δὲν θεωρεῖ ἕρμαιον τῆς δυστροπίας οὐδενὸς τὴν κοινωφελῆ ταύτην ἐθνικὴν ἐκκλησιαστικὴν περιουσίαν. Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστ. καὶ τῆς δημοσ. Ἐκπαιδεύσεως ὑπουργὸς
Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ.»
ΣΧΕΔΙΟΝ ΝΟΜΟΥ.
«Αʹ. Αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ τῶν καθυστερούντων ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου ἐφαρμόζονται καὶ κατὰ τῶν ὀφειλόντων εἰς τὰς ἐν τῷ Βασιλείῳ εὐαγεῖς μονὰς, εἴτε ἐξ ἐνοικιάσεως ἀκινήτων, εἴτε ἐξ ἀγορᾶς προϊόντων ἢ κινητοῦ ἢ ἀκινήτου μοναστηριακοῦ κτήματος, ἐνεργηθείσης διὰ τακτικῆς δημοπρασίας. Βʹ. Ἡ καταδίωξις ἐνεργεῖται παρὰ τῶν ἁρμοδίων διοικητικῶν καὶ οἰκονομικῶν ἀρχῶν, εἰς ἃς καταγγέλλεται ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου μοναστηριακοῦ συμβουλίου ὁ ὀφειλέτης, μετὰ δηλώσεως τοῦ ὀφειλομένου ποσοῦ καὶ παρακαταθέσεως τῶν δικαιολογητικῶν τῆς ἀπαιτήσεως ἐγγράφων. Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησ. καὶ τῆς Δημοσ. Ἐκπαιδεύσεως ὑπουργὸς
Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ.»
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἡ ἐπιτροπή σας ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν τοῦ σιδηροδρόμου ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Λαμίας.
§49ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Πρὸς τὴν Βουλὴν. Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπιτροπὴ λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὴν σύμβασιν περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι τῶν μεθορίων παρὰ τὴν πόλιν Λαμίας, καὶ μελετήσασα αὐτὴν μετὰ τῆς δυνατῆς προσοχῆς, ἐκτιμήσασα δὲ καὶ τὴν ὑπὸ τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως γενομένην εἰσήγησιν, φρονεῖ ὅτι ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις εἶναι συμφέρουσα. Διὸ καὶ γνωμοδοτεῖ τὴν ἔγκρισιν καὶ ἐπιψήφισιν αὐτῆς, ἐπιφυλαττομένων τινῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἐπιφέρουν παρατηρήσεις τινὰς, ἐὰν τὸ θεωρήσουν ἀναγκαῖον, εἰς τὰ καθέκαστα. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 25 Μαΐου 1873.
Ὁ πρόεδρος
ΑΝΤ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ.
Ὁ εἰσηγητὴς Εὐστ. Ἡλιόπουλος. Τὰ μέλη Ἀρ. Μεντζελόπουλος, Χ. Κανελλόπουλος, Γρ. Μ. Μαυρομαρᾶς, Δ. Δημητριάδης, Ι. Παπαζαφειρόπουλος.»
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ θεωρηθῇ ὡς πρώτη ἀνάγνωσις.
§51ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι προτάσεις καὶ ἄλλων ἑταιριῶν. Ἐπεθυμοῦσα, πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, τὸ ὑπουργεῖον νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅσας προτάσεις τυχὸν ἐγένοντο ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, διὰ νὰ μελετήσῃ ἕκαστος αὐτάς. Ἐὰν δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ κατὰ τὴν πρώτην τοὐλάχιστον ἀνάγνωσιν, ἂς γείνῃ κατὰ τὴν δευτέραν· δὲν ἐμποδίζει δὲ τὴν ταχεῖαν διεκπεραίωσιν ἡ πρότασίς μου· θὰ τὴν διευκολύνῃ μάλιστα, διότι θὰ γείνῃ συζήτησις, καὶ ἡ Βουλὴ θὰ παραδεχθῇ τὸ καλλίτερον καὶ τὸ ὠφελιμώτερον.
§52ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι καλὸν νὰ μείνῃ ἀμφιβολία τις εἰς τὸ Σῶμα, ὅτι ἐγένοντο καὶ ἄλλαι προτάσεις περὶ αὐτοῦ τοῦ σιδηροδρόμου, καὶ ἐγὼ οὔτε κἂν τὰς ἐμνημόνευσα κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς συμβάσεως. Ὅταν ἀνέλαβα τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν εὗρον μίαν ἐκκρεμῆ διαπραγμάτευσιν, τὴν ὁποίαν χθὲς διὰ δύο μόνον λέξεων ἐμνημόνευσα. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐνόμισεν ὅτι αἱ προτάσεις καὶ διαπραγματεύσεις δὲν ἦσαν κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ συμφέρουσαι, προέβη εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῆς συμβάσεως καὶ ἀπέῤῥιψε τὴν ἀναφορὰν τοῦ τε ἐργολάβου καὶ τοῦ Κ. Συγγροῦ, προτείναντος νέας προτάσεις, καὶ ἐκήρυξε τὸν ἐργολάβον ἔκπτωτον. Αἱ διαπραγματεύσεις τοιουτοτρόπως εἶχον διακοπῆ, ὁπότε τινὲς κύριοι, λίαν ἀξιότιμοι, μοὶ ἐζήτησαν ἀκρόασιν, καὶ μοὶ ἔκαμαν προτάσεις οὐχὶ περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου, ἀλλὰ περὶ συμβάσεως τοιαύτης τινός: νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐτοὺς νὰ ποιήσωσι μελέτας τοῦ σιδηροδρόμου τούτου καθὼς καὶ τοῦ τῶν Πατρῶν, νὰ χορηγήσῃ εἰς αὐτοὺς προθεσμίαν ἓξ μηνῶν καὶ ν’ ἀναδεχθῇ τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὸ διάστημα τῶν 6 μηνῶν νὰ μὴ διαπραγματευθῇ μὲ ἄλλην ἑταιρίαν καὶ κλείσῃ σύμβασιν μὲ ἄλλην ἑταιρίαν. Τοῖς ἀπήντησα τότε, ὅτι ἐν γένει εἶναι ὑπὲρ τῶν σιδηροδρόμων ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ τόπος· μετὰ πολλῆς εὐχαριστήσεως δεχόμεθα προτάσεις περὶ σιδηροδρόμων, ἀλλὰ τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας μᾶς κάμνετε, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὰς δεχθῶμεν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι διελύσαμεν τὰς διαπραγματεύσεις μετὰ τοῦ τραπεζίτου Συγγροῦ καὶ τῆς Banque de Constantinople, ἀλλ’ αἱ διαπραγματεύσεις αὗται ἠμποροῦν ν’ ἀρχίσουν ἐκ νέου. Πῶς ἠμπορεῖ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ δεσμεύσῃ τὰς χεῖράς της; νὰ συνομολογήσῃ προθεσμίας 6 μηνῶν, ἐντὸς τῶν ὁποίων νὰ μὴ δύναται οὔτε νὰ διαπραγματευθῇ, οὔτε νὰ κλείσῃ συμβάσεις; Μόλα ταῦτα τοῖς εἶπον, καὶ εἰς τοῦτο δυνάμεθα νὰ προβῶμεν, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μᾶς δώσητε φῶς τι, βάσεις τινὰς, αἱ ὁποῖαι νὰ δικαιολογήσωσι τὴν τοιαύτην σύμβασιν. Αἱ βάσεις τὰς ὁποίας τοῖς ἐζήτησα ἦσαν αἱ ἑξῆς. Ἐὰν ἀποφασίσητε νὰ κατασκευάσητε τὸν σιδηρόδρομον, ποῖον σύστημα σκοπεύετε νὰ προτείνητε εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Μοὶ ἀπήντησαν, σκοπεύομεν νὰ προτείνωμεν τὸ σύστημα νὰ κατασκευάσωμεν τὸν σιδηρόδρομον δαπάνῃ τῆς Κυβερνήσεως, δηλ. νὰ δανείσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει χρησιμεύσει διὰ τὴν κατασκευήν. Ἔχει καλῶς, τοῖς εἶπα, ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, μὲ τίνα τόκον θὰ δανείσητε τὰ χρήματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Αὐτὸ τὸ διδόμενον πρέπει νὰ τὸ ἔχω ἐκ τῶν προτέρων, πρέπει νὰ τὸ ἔχω ὡς διδόμενον, τὸ ὁποῖον ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, καὶ νὰ εἴπω εἰς αὐτὸ ὅτι παρουσιάζεται μία ἑταιρία, ἡ ὁποία ἀναδέχεται νὰ κατασκευάσῃ τὸν σιδηρόδρομον, ἐὰν ἐντὸς 6 μηνῶν πεισθῇ ὅτι πρέπει ν’ ἀναλάβῃ ἢ καλὸν εἶναι ν’ ἀναδεχθῇ τὴν ὑποχρέωσιν. Ἄνευ δὲ τούτου νὰ σᾶς δώσωμεν ἁπλῶς τὰς προθεσμίας, τοῖς εἶπον, νὰ παρατείνεται ὁ χρόνος, νὰ λάβωμεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποῤῥίψωμεν πᾶσαν ἄλλην πρότασιν, νὰ χάσωμεν πᾶσαν ἄλλην εὐκαιρίαν, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ἂν τὸν σιδηρόδρομον θὰ τὸν κατασκευάσωμεν μὲ 8 ἢ 9%, αὐτὸ δὲν εἶναι λογικὸν καὶ δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸ πράξῃ. Οἱ κύριοι δὲ οὗτοι, τοὺς ὁποίους, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, σᾶς ἐσύστησα ὡς λίαν ἀξιολόγους, ἀνεγνώρισαν τὸ λογικὸν τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ μοὶ εἶπον ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου θέλουν συνεννοηθῆ μετὰ τῶν ἀνταποκριτῶν των. Καὶ τῳόντι ἔγραψαν ἀμέσως. Μετά τινας δὲ ἡμέρας ἐπανελθόντες μᾶς ἔφεραν τὰς ἀπαντήσεις, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἀρνητικαί· εἶπον δηλ. ὅτι δὲν δύνανται ἀπὸ τοῦδε νὰ φθάσωσιν εἰς αὐτὰς τὰς λεπτομερείας καὶ νὰ δώσουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτὸ τὸ διδόμενον ὅτι ὅμως μετὰ τὸ πέρας τῶν ἓξ μηνῶν μελετήσαντες, τότε θέλουν προσπαθήσει νὰ ἀνεύρωσι τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους δύνανται νὰ προσφερθῶσιν. Ἡ Κυβέρνησις δι’ οὓς λόγους σᾶς ἐξέθεσα προηγουμένως δὲν ἔφθασεν εἰς καμμίαν μετ’ αὐτῶν συμφωνίαν, καὶ μετ’ ὀλίγον οἱ κύριοι τραπεζῖται Κωνσταντινουπόλεως ἔκαμαν νέας προτάσεις καὶ μετὰ μακρὰς διαπραγματεύσεις ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα εἰς τὸ ὁποῖον ἐφθάσαμεν. Πλὴν τούτου καὶ μία ἄλλη ἑταιρία εἶχε κάμει προτάσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, αἱ ὁποῖαι ὅμως ἦσαν ἀρχαιότεραι, ἀλλὰ καὶ αὐταὶ αἱ προτάσεις ἦσαν προτάσεις ἀπαιτοῦσαι ἀναβολὰς καὶ προθεσμίας πολλῶν μηνῶν· ὅθεν ἐννοεῖται ὅτι καὶ εἰς αὐτὰς τὰς προτάσεις δὲν ἠμπορούσαμεν νὰ δώσωμεν ἀκρόασιν. Μολονότι ἐκ τῶν συζητήσεων, τὰς ὁποίας μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς τῆς ἑταιρίας ἐκάμαμεν, ἐπείσθημεν ὅτι αἱ προτάσεις καὶ οἱ ὅροι δὲν ἦσαν συμφέροντες εἰς τὸ Κράτος, μολοντοῦτο, διὰ νὰ εὐχαριστήσω τὴν Βουλὴν εἴτε αὔριον κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν ἢ κατὰ τὴν τρίτην, ἀλλὰ πρὸ πάντων αὔριον, θέλω συλλέξει ὅλας τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔγειναν ἐν τῷ μεταξύ· σᾶς λέγω ὅμως ἀπὸ τοῦδε ταῦτα ἵνα μὴ ὑπάρχῃ ἰδέα εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὑπῆρξαν σπουδαῖαι προτάσεις.
§53ΠΟΛΛΟΙ. Καλὰ, καλά. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως συμβάσεως πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρόμου ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι τῶν μεθορίων παρὰ τὴν
πόλιν τῆς Λαμίας. Ἔχει δὲ οὕτω·
«ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
Ἐγκρίσεως συμβάσεως περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι τῶν μεθορίων παρὰ τὴν πόλιν τῆς Λαμίας. Ἄρθρον μόνον. Ἐγκρίνεται καὶ ἐπικυροῦται ἡ μεταξὺ τῆς κυβερνήσεως ἀφ’ ἑνός, ἀντιπροσωπευομένης ὑπὸ τοῦ προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου καὶ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, καὶ τοῦ Α. Συγγροῦ ἀφ’ ἑτέρου, συνομολογηθεῖσα σύμβασις τὴν 31 Ἰανουαρίου 1873 περὶ κατασκευῆς, συστάσεως καὶ χρήσεως σιδηροδρόμου ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι τῆς μεθορίου γραμμῆς παρὰ τὴν πόλιν τῆς Λαμίας, ἐξ ἄρθρων 31 συγκειμένη, μετὰ τῶν ἐν αὐτῇ προσθηκῶν καὶ ἧς τὸ κείμενον ἕπεται. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 23 Μαΐου 1873.
Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ.
Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
Δ. ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ»
«ΣΥΜΒΑΣΙΣ
Περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι τῶν μεθορίων παρὰ τὴν πόλιν Λαμίας. Μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως ἀφ’ ἑνός, ἀντιπροσωπευομένης ὑπὸ τοῦ προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου καὶ τῶν ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου, τοῦ Ἀνδρέου Συγγροῦ, ἐκπροσωποῦντος τὴν τράπεζαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως (Banque de Constantinople) καὶ τὴν συσταθεῖσαν πρὸ κατασκευὴν τοῦ προκειμένου σιδηροδρόμου ὁμάδα, συνεφωνήθησαν τὰ ἑπόμενα· Ἄρθρον 1. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις παραχωρεῖ τῷ κυρίῳ Ἀνδρέᾳ Συγγρῷ τὴν ἄδειαν καὶ τὸ προνόμιον τῆς κατασκευῆς, συστάσεως καὶ χρήσεως σιδηροδρόμου, ἀρχομένου ἀπὸ Πειραιῶς καὶ ἀπολήγοντος διὰ τῶν ἐπαρχιῶν Ἀττικῆς, Θηβῶν, Λεβαδείας καὶ Λοκρίδος εἰς τὴν μεθόριον γραμμὴν παρὰ τὴν πόλιν τῆς Λαμίας. Τὸ προνόμιον τοῦτο ὁρίζεται εἰς ἐννενήκοντα ἐννέα (99) ἔτη, ἀρχόμενα ἀπὸ τῆς διὰ νόμου κυρώσεως τῆς παρούσης. Ἄρθρον 2. Ὁ κύριος Α. Συγγρὸς, ὑπὸ τὴν ἀνωτέρω ἰδιότητά του, ὀφείλει νὰ συστήσῃ ἀνώνυμον διὰ μετοχῶν ἑταιρίαν, ἧς τὸ καταστατικὸν θέλει δημοσιευθῆ, κατὰ τὸ ἄρθρ. 45 τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου. Ἡ ἑταιρία αὕτη δύναται μὲν νὰ ἔχῃ τὴν ἕδραν της καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, ὀφείλει ὅμως πάντοτε νὰ ἔχῃ τὴν νόμιμον αὑτῆς κατοικίαν ἐν Ἀθήναις, ἔνθα ὑποχρεοῦται νὰ συστήσῃ καὶ ἴδιον αὑτῆς κλάδον. Ἡ ἑταιρία, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν προκείμενον σιδηρόδρομον καὶ τὰς ἐξ αὐτοῦ προκυπτούσας ἀμέσως ἢ ἐμμέσως νομικὰς σχέσεις, θέλει ὑπόκειται εἰς πάντας τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν ἁρμοδιότητα τῶν Ἑλληνικῶν δικαστηρίων ἐν πάσῃ ἀνεξαιρέτως περιπτώσει· θέλει δὲ δημοσιεύει κατ’ ἔτος τὸν ἰσολογισμὸν αὑτῆς καὶ ἐπιτηρεῖται καὶ ἐξελέγχεται ὑπὸ Βασιλικοῦ ἐπιτρόπου, τοῦ ὁποίου τὰ μὲν καθήκοντα θέλουσιν ὁρισθῆ διὰ Βασ. Διατάγματος, ἡ δὲ μισθοδοσία ἐκ δραχ. πεντακοσίων (500) κατὰ μῆνα ἔσεται εἰς βάρος τῆς ἑταιρίας. Πᾶσα μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἑταιρίας διαφορά, ὡς καὶ πᾶσα διαφορὰ αὐτῆς μετὰ τρίτων, δικάζεται ὡς κατεπείγουσα ὑπὸ τῶν δικαστηρίων. Ἄρθρον 3. Ἡ Κυβέρνησις θέλει χορηγήσει τῇ ἑταιρίᾳ χρηματικὴν συνδρομὴν ἐκ δέκα πέντε ἑκατομμυρίων (15,000,000) φράγκων, πληρωτέων εἰς τρεῖς ἴσας δόσεις, ἀνὰ πέντε ἑκατομμύρια (5, 000,000) φράγκα ἑκάστην. Ἑκάστη δόσις καταβάλλεται τρεῖς μῆνας μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν καὶ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ κοινοῦ παράδοσιν ἑκάστου τῶν τριῶν τμημάτων τῆς ὁδοῦ, ὧν τὸ μὲν πρῶτον θέλει ἀπολήγει εἰς Θήβας, τὸ δεύτερον εἰς Λεβαδείαν καὶ τὸ τρίτον θέλει συμπληροῖ τὸ ὅλον τῆς ὁδοῦ, περὶ ἧς ἡ παροῦσα σύμβασις. Τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης ἀπαλλάσσεται τὸ δημόσιον, ἐν περιπτώσει μὴ ὁλικῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου, ἡ δὲ ἑταιρία ἐπιστρέφει αὐτῷ καὶ τὸ τυχὸν καταβληθὲν αὐτῇ ποσὸν τῆς συνδρομῆς. Ἄρθρον 4. Ἡ ἑταιρία ὑποχρεοῦται νὰ γνωστοποιῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀποπεράτωσιν ἑκάστου τῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον τμημάτων τῆς ὁδοῦ, τριάκοντα τοὐλάχιστον ἡμέρας πρὸ τῆς ἐντελοῦς ἀποπερατώσεως αὐτοῦ, ἡ δὲ Κυβέρνησις νὰ παραλαμβάνῃ αὐτὸ ἐντὸς τριάκοντα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἀποπερατώσεως καὶ νὰ πληρώνῃ εἰς τὴν ἑταιρίαν τὴν σχετικὴν δόσιν τῆς χρηματικῆς συνδρομῆς, ἐντὸς τριῶν μηνῶν, κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν παραλάβῃ τὸν σιδηρόδρομον ἐντὸς τῆς προθεσμίας τῶν τριάκοντα ἡμερῶν, ἡ ἑταιρία δύναται νὰ παραδώσῃ τὸ ἀποπερατωθὲν τμῆμα εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ κοινοῦ, ἡ δὲ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται εἰς τὴν πληρωμὴν ἐτησίου τόκου ὑπερημερίας 12% ἐπὶ τοῦ μὴ καταβληθέντος ποσοῦ, ἀρχομένης τῆς ὑπερημερίας τρεῖς μῆνας ἀπὸ τῆς ἀποπερατώσεως καὶ εἰς τὸ κοινὸν παραδόσεως τοῦ οἰκείου τμήματος. Ἄρθρον 5. Ἡ παραλαβὴ ἑκάστου τμήματος τοῦ σιδηροδρόμου γίνεται ὑπὸ πενταμελοῦς ἐπιτροπῆς διοριζομένης ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐσωτερικῶν. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἤθελε κρίνει, ὅτι τὸ τμῆμα τῆς ὁδοῦ ἢ μέρος αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ παραδοθῇ, ὡς κατεσκευάσθη, εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ κοινοῦ, καὶ ἡ Κυβέρνησις παραδεχθῇ τὴν γνωμοδότησιν αὐτῆς, ἡ ἑταιρία δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναθεώρησιν ὑπὸ νέας ἐπιτροπῆς πενταμελοῦς, ἧς τὰ μὲν δύω μέλη διορίζει ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τὰ ἕτερα δύω ἡ ἑταιρία, καὶ τὸ πέμπτον ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τοῦτο δὲ γενήσεται ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς αἰτήσεως τῆς ἑταιρίας. Ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ἐκδιδομένη ἐντὸς τριάκοντα τὸ πολὺ ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ αὐτῆς, εἶναι ὑποχρεωτικὴ δι’ ἀμφότερα τὰ μέρη, ἡ δὲ ἑταιρία ὑποχρεοῦται νὰ ἐπανορθώσῃ τὰς τυχὸν ὑπὸ τῆς νέας ἐπιτροπῆς ὑποδειχθείσας ἐλλείψεις. Ἐὰν ἡ δευτέρα αὕτη ἐπιτροπὴ ἀποφανθῇ, ὅτι ὁ σιδηρόδρομος ἐγένετο κατὰ τὰς συμφωνίας καὶ εἶναι ἀμέσως παραδοτέος, τότε ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ καταβάλῃ τὴν δόσιν τῶν πέντε (5) ἑκατομμυρίων φράγκων, ἐντὸς δύω μηνῶν ἀπὸ τῆς παραδόσεως αὐτοῦ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ κοινοῦ, καὶ οὐχὶ ἐντὸς τριῶν. Ἐὰν δὲ ἡ δευτέρα αὕτη ἐπιτροπὴ ἀποφανθῇ, ὅτι ὁ σιδηρόδρομος εἶναι παραδοτέος εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ κοινοῦ, καίτοι ἔχων ἄλλας ἐλλείψεις ἐπουσιώδεις, τότε ἡ Κυβέρνησις δικαιοῦται νὰ κρατήσῃ ἀτόκως τὸ ⅕ τῆς ὀφειλομένης δόσεως, μέχρις οὗ ἡ ἑταιρία ἐπανορθώσῃ τὰς ἐλλείψεις ταύτας, ὅπερ ἀποδίδει τῇ ἑταιρίᾳ μετὰ τὴν ἐπανόρθωσιν ταύτην. Ἄρθρον 6. Διὰ τὴν πληρωμὴν τῆς ἐκ δεκαπέντε ἑκατομμυρίων (15,000,000) φράγκων συνδρομῆς καὶ μόνον ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελε καταβληθῇ ἑκάστη δόσις ἐντὸς τῶν ἀνωτέρω προθεσμιῶν, τίθεται ὑπέγγυον τὸ τελωνεῖον Κερκύρας, τοῦ ὁποίου τὰς εἰσπράξεις θέλει λαμβάνει ἡ ἑταιρία μέχρι τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ καθυστεροῦντος ποσοῦ, μετὰ τοῦ ἐτησίου τόκου, πρὸς 12%, ἀπὸ τῆς λήξεως τῶν αὐτῶν ὡς ἀνωτέρω προθεσμιῶν μέχρις ἐξοφλήσεως· ὁ δὲ χρόνος, καθ’ ὃν τὸ ὀφειλόμενον παρὰ τοῦ δημοσίου ποσὸν μείνῃ ἀνεξόφλητον, δὲν καταλογίζεται εἰς τὴν κατὰ τὰ ἄρθρα 9, 10 καὶ 11 ὑπερημερίαν τῆς ἑταιρίας καὶ ἑπομένως ἀναστέλλεται μέχρι τῆς ἐξοφλήσεως ἡ ῥήτρα τῆς ἐκπτώσεως τῆς ἑταιρίας καὶ τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ δημοσίου ἀπὸ τῆς καταβολῆς τῆς χρηματικῆς συνδρομῆς· μετὰ τὴν ἐξόφλησιν ὅμως τὰ πράγματα ἐπανέρχονται εἰς ἣν ἦσαν πρὸ τῆς καθυστερήσεως στάσιν καὶ ἐξακολουθοῦσι τότε πάλιν αἱ τῶν ἄρθρων 9, 10 καὶ 11 προθεσμίαι καὶ συνέπειαι. Ἄρθρον 7. Ἐὰν τὸ καθαρὸν κέρδος τῆς ἑταιρίας ὑπερβαίνῃ ἐτησίως τὸ ποσὸν 1,500,000 φράγκων, ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ἐκ τοῦ πλεονάζοντος καὶ καθόσον τοῦτο ἀρκεῖ, 2½% ἐπὶ τῆς εἰρημένης χρηματικῆς συνδρομῆς τοῦ δημοσίου τῶν 15 ἑκατομμυρίων φράγκων, καὶ τοῦτο μέχρις ἀποσβέσεως αὐτῆς· τὸ δὲ τυχὸν περιπλέον θέλει λαμβάνει πάλιν ἡ ἑταιρία. Τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ δημοσίου λογίζεται ὡς πραγματικὸν βάρος τοῦ σιδηροδρόμου καὶ παρακολουθεῖ αὐτὸν εἰς οἱασδήποτε χεῖρας καὶ ἂν μεταβῇ. Ἄρθρον 8. Ὁ Κύριος Α. Συγγρὸς ὀφείλει, ἅμα τῇ ὑπογραφῇ τῆς παρούσης συμβάσεως, νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον, λόγῳ ἐγγυήσεως, τριακοσίας χιλιάδας (300,000) φρ., ἢ τοῖς μετρητοῖς, λαμβάνων παρὰ τοῦ δημοσίου ἐτήσιον τόκον 6%, ἢ εἰς ὁμολογίας ἴσης ἀξίας τῶν ἀπὸ τοῦ 1863 καὶ ἐντεῦθεν ἐθνικῶν δανείων, τῶν ὁποίων τὰ τοκομερίδια κλπ. θέλουν ἀποδίδεσθαι καθ’ ἑξαμηνίαν τῇ ἑταιρίᾳ, ὡς καὶ τὰ τυχὸν κληρωθησόμενα ὁμόλογα, τὰ ὁποῖα αὕτη ὀφείλει ν’ ἀντικαθιστᾷ διὰ τῆς καταθέσεως ἄλλων ἴσης ἀξίας. Ἡ ἐγγύησις αὕτη ἐπιστρέφεται μετὰ τὴν κατασκευὴν καὶ παράδοσιν τοῦ πρώτου τμήματος, κατὰ τὰ ἄρθρα 3, 4 καὶ 5. Ἄρθρον 9. Ὁ ἐργολάβος ὀφείλει ν’ ἀρχίσῃ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου, ἐντὸς 5 μηνῶν ἀπὸ τῆς εἰς αὐτὸν εἰδοποιήσεως ὅτι ἡ παροῦσα σύμβασις ἐκυρώθη διὰ νόμου, καὶ ν’ ἀποπερατώσῃ αὐτὸν ἐντὸς τριῶν ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἔργων. Ἄρθρον 10. Ἐὰν ἐντὸς ἑκάστου τῶν τριῶν ἐτῶν δὲν ἀποπερατοῦται ἀνὰ ἓν τῶν τμημάτων τῆς ὁδοῦ, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει, δι’ ἀποφάσεως τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, νὰ χορηγήσῃ τῇ ἑταιρίᾳ παράτασιν τριῶν μηνῶν δι’ ἕκαστον τῶν τριῶν τμημάτων. Ἄρθρον 11. Ἐὰν ἡ ἑταιρία δὲν κάμῃ ἔναρξιν τῆς ὁδοῦ ἐντὸς τῆς προθεσμίας τοῦ ἄρθρου 9 ἢ δὲν κατασκευάσῃ αὐτὴν ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν τοῦ προηγουμένου ἄρθρου, ἡ Κυβέρνησις, διὰ πράξεως τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, κηρύσσει τὴν ἑταιρίαν ἔκπτωτον τοῦ προνομίου καὶ παντὸς δικαιώματος ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης παραγομένου, ἡ δὲ χρηματικὴ ἐγγύησις καταπίπτει αὐτοδικαίως πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἐπεστράφη αὕτη προηγουμένως εἰς τὸν ἐργολάβον, κατὰ τὸ ἄρθρον 8 τῆς παρούσης. Ἐν περιπτώσει ἐκπτώσεως τοῦ ἐργολάβου ἕνεκα μὴ ἐμπροθέσμου κατασκευῆς τμήματός τινος τῆς ὁδοῦ, ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ παραχωρήσῃ τὴν κατασκευὴν τῆς ὅλης ὁδοῦ εἰς ἄλλον ἐργολάβον, ὅστις ὀφείλει νὰ ἀποζημιώσῃ τὸν προκάτοχον αὑτοῦ, δι’ ἅπαντα τὰ ἐκτελεσθέντα ἔργα, ἐπὶ ἐκτιμήσει ἐνεργουμένῃ ὑπὸ τριῶν ἐκτιμητῶν, διοριζομένων ὑπὸ ἑκατέρου τῶν ἐργολάβων καὶ ὑπὸ τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἄρθρον 12. Ἡ Κυβέρνησις παραχωρεῖ δωρεὰν τῇ ἑταιρίᾳ ἁπάσας τὰς γαίας, ἐθνικάς, δημοτικάς, ἢ ἰδιωτικάς, αἵτινες εἰσὶν ἀναγκαῖαι διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ τὴν σύστασιν τῆς ὁδοῦ, περιλαμβανομένων τῶν τάφρων καὶ τῶν κλιτύων. Τὸ πλάτος τῆς ὁδοῦ (τὸ ἰσόπεδον) ὁρίζεται μέχρι 12 μέτρων. Παραχωροῦνται ὡσαύτως τῷ ἐργολάβῳ καὶ ἐθνικαὶ γαῖαι, αἱ ἀναγκαῖαι πρὸς σύστασιν τῶν σταθμῶν καὶ φυλακείων. Ἐξαιροῦνται ὅμως τῆς παραχωρήσεως ταύτης τὰ οἰκόπεδα, τὰ ἐντὸς τῶν νῦν ὑπαρχουσῶν πόλεων, κωμοπόλεων καὶ χωρίων καταληφθησόμενα. Ἄρθρον 13. Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἑταιρίαν νὰ λαμβάνῃ ἐκ τῶν ἐθνικῶν δασῶν, συμμορφουμένη μὲ τοὺς περὶ ὑλοτομίας νόμους καὶ κανονισμούς, τὴν ἀναγκαίαν διὰ τὸν σιδηρόδρομον καὶ τὰ παραρτήματα αὐτοῦ ξυλείαν, ἀλλὰ μόνον εἰς τὰ μέρη καὶ κατὰ τὰς θέσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἤθελε προσδιορίσει ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ ἐργολάβου ἡ οἰκεία διοικητικὴ καὶ δασονομικὴ ἀρχή, προτιμωμένων πάντοτε τῶν ἐγγυτέρων ἑκατέρωθεν τῆς ὁδοῦ. Ἡ ἀπόφασις τῶν ἀρχῶν τούτων ὑπόκειται εἰς ἔφεσιν ἐνώπιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἄρθρον 14. Παραχωρεῖται εἰς τὸν ἐργολάβον δικαίωμα μεταλλεύσεως τῶν μεταλλείων γαιανθράκων, ἅτινα κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ ἤθελεν ἀνακαλύψει οὗτος ἐπὶ ἀποστάσεως 5 χιλιομέτρων ἑκατέρωθεν τῆς ὁδοῦ, ἐὰν αἰτήσῃ αὐτὰ κατὰ τὸν περὶ μεταλλείων νόμον· ὑπάγεται δὲ διὰ τὰ μεταλλεῖα ταῦτα εἰς τὰς ὑποχρεώσεις παντὸς ἰδιοκτήτου μεταλλείου. Ἄρθρον 15. Ἡ ἐν τῷ Βασιλείῳ εἰσαγωγὴ τῶν ἀτμαμαξῶν, ἁμαξῶν, σκευοφόρων, σιδήρου παντὸς εἴδους καὶ σχήματος, τῶν μηχανῶν, τῶν ἐργαλείων καὶ λοιποῦ ἀναγκαίου ὑλικοῦ πρὸς σύστασιν τοῦ προκειμένου σιδηροδρόμου, ἔσεται ἐλευθέρα παντὸς δημοσίου τέλους, ὑπάρχοντος ἤδη ἢ ἐπιβληθησομένου. Ἡ ἀτέλεια αὕτη θέλει ἐξακολουθήσει καὶ ἐπὶ τῶν μετὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου ἀναγκαίων ἀτμαμαξῶν, ἁμαξῶν καὶ σκευοφόρων, ὡς ἐπίσης τῶν σιδηρῶν ῥάβδων καὶ τῶν ξύλων τῆς τοῦ σιδηροδρόμου καταστρώσεως. Δημοτικὸν δὲ φόρον οὐδέποτε θέλει πληρόνει πέραν τοῦ 1%, καὶ τοῦτον ἅπαξ μόνον ἐν τῷ δήμῳ τῆς πρώτης εἰσαγωγῆς. Ἄρθρον 16. Καθ’ ἣν περίπτωσιν ὁ ἐργολάβος κρίνῃ εὔλογον πρὸς εὐκολίαν τῆς εἰς τὸν σιδηρόδρομον μετακομίσεως τῶν προϊόντων τοῦ τόπου νὰ κατασκευάσῃ ἁμαξιτὰς ὁδοὺς, ἡ Κυβέρνησις παραχωρεῖ αὐτῷ τὸ δικαίωμα τοῦ εἰσπράττειν διόδια ἐπὶ τῶν ὁδῶν τούτων, μὴ ὑπερβαίνοντα τὸν ἐν τῷ περὶ ὁδοποιΐας νόμῳ τῆς 16 Δεκεμβρίου 1867 ὁριζόμενον ἀνώτατον ὅρον. Αἱ ὑπὸ τῶν ὁδῶν τούτων καταληφθησόμεναι γαῖαι παραχωροῦνται δωρεὰν τῷ ἐργολάβῳ, ἐὰν συστηθῶσιν, ἐγκρίσει τῆς Κυβερνήσεως· δικαιοῦται δὲ νὰ λαμβάνῃ ἐκ τῶν εἰς τὸ δημόσιον ἀνηκουσῶν γαιῶν, πρὸς κατασκευὴν τῶν ὁδῶν τούτων, τὰ χώματα, τὴν ἄμμον, τοὺς λίθους, τὴν ξυλείαν καὶ ἄλλα τοιαῦτα χρήσιμα ὑλικά. Ἄρθρον 17. Ὁ ἐργολάβος ὀφείλει, αʹ.) νὰ διατηρῇ διηνεκῶς τὸν σιδηρόδρομον, τὰ μετακομιστικὰ μέσα καὶ τὰ παραρτήματα αὐτοῦ εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε ἡ μεταφορὰ καὶ ἡ ὑπηρεσία νὰ ἐκτελῶνται ἀσφαλῶς καὶ ἄνευ προσκομμάτων· βʹ.) νὰ ἐνεργῇ, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἀστυνομίαν τῆς ὁδοῦ δι’ ἰδίων ὑπαλλήλων, χαιρόντων τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, ὧν τὰ καθήκοντα θέλουσι κανονισθῇ ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐσωτερικῶν καὶ οἵτινες ἐξομοιοῦνται, ὡς πρὸς τὰ καθήκοντα ταῦτα, πρὸς τὰ δημόσια ἀστυνομικὰ ὄργανα. Ὁ ἐργολάβος θέλει ὑποβάλει κατάλογον τῶν ὑπαλλήλων τούτων εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐσωτερικῶν, καὶ ὀφείλει νὰ γνωστοποιῇ πᾶσαν μεταγενεστέραν μεταβολὴν εἰς τὸ προσωπικὸν αὐτῶν. Ἄρθρον 18. Ἐντὸς πέντε μηνῶν ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς παρούσης ὀφείλει ὁ ἐργολάβος νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν ὑπουργεῖον σχέδιον τοῦ ἐγγράφου τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ (cahier des charges). Τὸ σχέδιον τοῦτο καθίσταται ὑποχρεωτικὸν διὰ τὸν ἐργολάβον, ἀφοῦ προηγουμένως ἐξελεγχθῇ ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐσωτερικῶν καὶ τῆς ἑταιρίας, τροποποιηθῇ ἐν ἀνάγκῃ καὶ ἐγκριθῇ διὰ Β. Διατάγματος. Ἐὰν ὁ ἐργολάβος δὲν ὑποβάλῃ τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἐντὸς τῆς ἀνωτέρω προθεσμίας, ἡ Κυβέρνησις θέλει τὸν προσκαλεῖ ἅπαξ πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὑποχρεώσεώς του ταύτης καὶ τῷ χορηγεῖ προθεσμίαν μέχρι δεκαπέντε ἡμερῶν· ἐὰν δὲ καὶ πάλιν καθυστερήσῃ, ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ συντάξῃ καὶ κοινοποιήσῃ εἰς τὸν ἐργολάβον τὸ ἔγγραφον τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ, ὅπερ καθίσταται ὑποχρεωτικὸν δι’ αὐτόν. Ἄρθρον 19. Τὸ ἔγγραφον τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ ἐργολάβου θέλει συνταχθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν τοῖς Εὐρωπαϊκοῖς σιδηροδρόμοις παραδεδεγμένων· ἐν αὐτῷ θέλουσι προσδιορισθῆ καὶ τὰ ἑξῆς· ά.) Τὰ περὶ τοῦ εἴδους τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου. βʹ.) Τ’ ἀφορῶντα τὰ διαμετακομιστικὰ μέσα. γʹ.) Τὸ τιμολόγιον. δʹ.) Ὁ ἐλάχιστος ὅρος τῶν καθ’ ἑκάστην ἀναχωρήσεων καὶ ἡ ταχύτης τῆς κινήσεως. εʹ.) Αἱ σχέσεις τῆς ἐργολαβίας πρὸς τὴν Γ. Διεύθυνσιν τῶν Ταχυδρομείων καὶ πρὸς τὴν στρατιωτικὴν καὶ ναυτικὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἑπομένου ἄρθρου. ϛʹ.) Τ’ ἀφορῶντα εἰς τὸ ἐφευρετικὸν τῆς κυβερνήσεως δικαίωμα. Ἄρθρον 20. Ὁ ἐργολάβος ὑποχρεοῦται νὰ ἐκτελῇ διὰ τοῦ σιδηροδρόμου δωρεὰν ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους καὶ νὰ χορηγῇ θέσεις ἐπὶ ἐκπτώσει, καθ’ ὃν τρόπον ταῦτα ἰσχύουσιν ἐπὶ τῶν γαλλικῶν σιδηροδρόμων, ἐν οἷς αἱ παραχωρήσεις αὗται εἰσὶν εὐρύτεραι. Ἄρθρον 21. Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργὸς καὶ ὁ ἐργολάβος θέλουσι προσδιορίσει ἀπὸ κοινοῦ τὴν τοποθέτησιν τῶν σταθμῶν ἐπὶ τῶν δύω ἄκρων τοῦ σιδηροδρόμου, ὡς καὶ τῶν κατὰ τὴν ὁδὸν, συμφώνως πρὸς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ σιδηροδρόμου καὶ τῆς δι’ αὐτοῦ κυκλοφορίας. Συνομολογεῖται ὅμως, ὅτι ἡ ἀπ’ ἀλλήλων ἀπόστασις τῶν σταθμῶν δὲν θέλει ὑπερβαίνει τὰ εἴκοσι στάδια, ἐκτὸς ἐπιτοπίων περιστάσεων, τῶν ὁποίων ἡ ἐκτίμησις ἀνήκει εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργόν. Ἄρθρον 22. Ἡ ὁδὸς θέλει ἔχει ἐπὶ τοῦ παρόντος μίαν μόνην γραμμήν· αἱ γέφυραι ὅμως καὶ τὰ λοιπὰ τεχνικὰ ἔργα θέλουσιν ἔχει τὸ ἀναγκαῖον πλάτος, ὅπως προστεθῇ ἐν τῷ μέλλοντι καὶ δευτέρα γραμμή. Εἰς τὰ μέρη ὅμως τῶν διασταυρώσεων τῶν ἁμαξοστοιχιῶν ἡ ὁδὸς ἔσεται διπλῆ. Ἐν γένει δὲ ἡ κατασκευὴ αὐτῆς θέλει γείνει καθ’ ὃν τρόπον κατασκευάζονται ἐν Εὐρώπῃ οἱ σιδηρόδρομοι τῆς ταχείας συγκοινωνίας καὶ καθ’ ἃ εἰδικώτερον ὁρισθήσονται τὰ περὶ τούτων ἐν τῷ ἐγγράφῳ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ ἐργολάβου. Ἄρθρον 23. Ὁ ἐργολάβος ὀφείλει ν’ ἀνέχηται πᾶσαν διὰ τοῦ σιδηροδρόμου διέλευσιν νέας ὁδοῦ ἐθνικῆς, ἐπαρχιακῆς, ἢ δημοτικῆς, λαμβανομένης ὅμως πάντοτε τῆς ἀναγκαίας φροντίδος ὅπως μὴ ἐκ τούτου ὑποστῇ βλάβην τινὰ ὁ σιδηρόδρομος ἢ ἡ δι’ αὐτοῦ συγκοινωνία. Ἄρθρον 24. Ὁ ἐργολάβος ὑποχρεοῦται νὰ συμμορφοῦται μὲ τοὺς ἐκδοθησομένους νόμους, γενικοὺς κανονισμοὺς ἢ διατάξεις περὶ τῆς ἀστυνομίας, τῆς ἀσφαλείας, τῆς χρήσεως καὶ διατηρήσεως τοῦ σιδηροδρόμου καὶ τῶν παραρτημάτων αὐτοῦ, καθ’ ὃν τρόπον εἴθισται ἐπὶ τῶν γαλλικῶν σιδηροδρόμων. Ἄρθρον 25. Ἐὰν ἐν περιπτώσει πολέμου ἡ Κυβέρνησις καταστρέψῃ τὰς σιδηρᾶς ῥάβδους τῆς ὁδοῦ πρὸς διακοπὴν τῆς συγκοινωνίας ἢ ὁπωσδήποτε διακόψῃ τὴν συγκοινωνίαν τοῦ σιδηροδρόμου, ἡ ἑταιρία δὲν δύναται ν’ ἀντισταθῇ εἰς τοῦτο καὶ δὲν δικαιοῦται εἰς οὐδεμίαν ἀποζημίωσιν, ὑποχρεουμένης μόνον τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀντικαταστήσῃ μετὰ τὴν παῦσιν τοῦ προκαλέσαντος τὴν καταστροφὴν λόγου, ἰδίαις δαπάναις, τὴν συγκοινωνίαν, ἐπισκευάζουσα τὰ παρ’ αὐτῆς καταστραφέντα μέρη τοῦ σιδηροδρόμου. Ἐὰν δὲ ἐντὸς τριῶν μηνῶν δὲν πράξῃ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἑταιρία δύναται ν’ ἀποκαταστήσῃ αὐτὴ τὰ καταστραφέντα μέρη διὰ λογαριασμὸν καὶ εἰς βάρος τοῦ δημοσίου. Ἄρθρον 26. Ὁ σιδηρόδρομος καὶ τὰ παραρτήματα αὐτοῦ καὶ αἱ πρὸς αὐτὸν φέρουσαι πλάγιαι ἁμαξιταὶ ὁδοὶ χαρακτηρίζονται ἔργα δημοσίας ἀνάγκης· ἑπομένως τὸ δημόσιον καὶ ὁ ἐργολάβος ἔχουσι τὸ δικαίωμα τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν γηπέδων, οἰκοπέδων καὶ λοιπῶν κτημάτων, τῶν ἀναγκαίων· αʹ) διὰ τὸ κατάστρωμα τῆς ὁδοῦ καὶ τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 16 τῆς παρούσης κατασκευασθησομένων ἁμαξιτῶν ὁδῶν· βʹ) διὰ τὰς ἑκατέρωθεν τάφρους μέχρι δύω μέτρων πέραν τοῦ ἐξωτερικοῦ αὐτῶν χείλους ἢ, ἐν ἐλλείψει τάφρων, πέραν τῆς κλιτύος τοῦ καταστρώματος τῆς ὁδοῦ· γʹ) διὰ τοὺς οἰκίσκους τῶν ἐπιστατῶν καὶ φυλάκων· δʹ.) διὰ τὴν ἀνέγερσιν τῶν σταθμῶν καὶ τῶν παραρτημάτων αὐτῶν, ἤτοι τῶν ἀποθηκῶν καὶ ἐργοστασίων. Ἄρθρον 27. Περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπαλλοτριώσεως, κατὰ τὰς ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ διαλαμβανομένας περιπτώσεις, ἀποφασίζει ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργὸς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰς αὐτὸν παρὰ τοῦ ἐργολάβου ὑποβληθησομένων διαγραμμάτων. Τὰ διαγράμματα ταῦτα ὀφείλει νὰ παραδίδῃ ὁ ἐργολάβος εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργὸν τρεῖς μῆνας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς κατασκευῆς ἑκάστου τῶν τμημάτων τοῦ σιδηροδρόμου ἢ ἑκάστης τῶν πλαγίων ἁμαξιτῶν ὁδῶν. Εἰς τὰ εἰρημένα διαγράμματα πρέπει νὰ ἐμφαίνωνται αἱ καταλαμβανόμεναι ἰδιοκτησίαι· ἀποσπάσματα τῶν διαγραμμάτων τούτων κατατίθενται ὑπὸ τοῦ ἐργολάβου ἐντὸς τῆς αὐτῆς προθεσμίας τῶν τριῶν μηνῶν εἰς τοὺς οἰκείους Νομάρχας καὶ Ἐπάρχους καὶ εἰς τοὺς οἰκείους Γραμματεῖς τῶν πρωτοδικῶν· τὸ δὲ γενικὸν διάγραμμα τοῦ σιδηροδρόμου θέλει παραδοθῆ, διὰ μὲν τὰ πρῶτα δύω τμήματα δύω μῆνας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου, διὰ δὲ τὸ τρίτον τμῆμα, ἓξ μῆνας τοὐλάχιστον πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς κατασκευῆς αὐτοῦ. Ἄρθρον 28. Αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 16, § 2 καὶ 17–21 τοῦ νόμου ΥΜΣʹ τῆς 20 Ἰουλίου 1871 ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῆς προκειμένης παραχωρήσεως. Ἄρθρον 29. Τὰ μνημεῖα τ’ ἀνακαλυφθέντα ἤδη, ἢ τὰ τυχὸν ἀνακαλυφθησόμενα ἕνεκα τῶν ἔργων τοῦ σιδηροδρόμου, κατ’ οὐδένα τρόπον πρέπει νὰ βλάπτωνται ὑπὸ τοῦ ἐργολάβου, ὀφείλοντος ν’ ἀναγγέλλῃ ἀμέσως τὰ περὶ τῆς ἀνακαλύψεως αὐτῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις θέλει φροντίζει περὶ τῆς μετατοπίσεως αὐτῶν, ὅπως μὴ ἐμποδίζηται ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων. Αἱ ἀρχαιότητες, αἵτινες ἤθελον εὑρεθῆ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων καὶ μετὰ ταῦτα, ἀνήκουσιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ Κράτος. Ἄρθρον 30. Ληξάσης τῆς προθεσμίας τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος, παύουσιν ἅπαντα τὰ ἐκ τῆς παρούσης συμβάσεως δικαιώματα τῆς ἑταιρίας, ὁ δὲ σιδηρόδρομος μεθ’ ὅλων τῶν παραρτημάτων αὐτοῦ, κινητῶν ἢ ἀκινήτων, μεταβαίνει αὐτοδικαίως καὶ ἄνευ ἀποζημιώσεώς τινος εἰς τὴν πλήρη κυριότητα τοῦ δημοσίου, πρὸς ὃ ὀφείλει νὰ παραδώσῃ αὐτὸν ἡ ἑταιρία εἰς καλὴν κατάστασιν. Ἄρθρον 31. Ἡ διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως γενομένη παραχώρησις θεωρεῖται ὁριστικὴ μόνον μετὰ τὴν διὰ νόμου ἔγκρισιν αὐτῆς. Ἡ ἔγκρισις αὕτη πρέπει νὰ γείνῃ ἐντὸς προθεσμίας τεσσάρων μηνῶν ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς παρούσης, ταύτης δὲ μὴ ἐπελθούσης, ἐὰν ὁ Κύριος Συγγρὸς δὲν δηλώσῃ τὴν συναίνεσίν του περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας, ἀμφότερα τὰ μέρη εἰσὶν ἐλεύθερα πάσης ἐκ τῆς παρούσης συμβάσεως ὑποχρεώσεως, ἡ δὲ καταβληθεῖσα ἐγγύησις ἐπιστρέφεται. Διὸ συνετάχθη ἡ παροῦσα, σήμερον, ἐν Ἀθήναις τὴν τριακοστὴν πρώτην (31) Ἰανουαρίου τοῦ χιλιοστοῦ ὀκτακοσιοστοῦ ἑβδομηκαστοῦ τρίτου (1873) ἔτους, εἰς διπλοῦν, ὧν τὸ ἕτερον κατετέθη ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ δὲ παρεδόθη τῷ Κυρίῳ Α. Συγγρῷ. Προσηρτήθησαν δ’ ἐν τῇ παρούσῃ καὶ τὰ πληρεξούσια τοῦ Κυρίου Α. Συγγροῦ. Προσθήκη 1. Πρὶν ἢ ἡ παροῦσα σύμβασις ὑπογραφῇ, συνεφωνήθη, ὅτι ἡ δευτέρα δόσις τῶν πέντε (5) ἑκατομμυρίων φράγκων δὲν θέλει πληρωθῆ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ μέχρι λεβαδείας τμήματος, κατὰ τὸ ἄρθρον 3, ἀλλ’ ἀφοῦ κατασκευασθῶσι καὶ ἕτερα δώδεκα (12) χιλιόμετρα σιδηροδρόμου πέραν τῆς πόλεως ταύτης. Προστίθεται ὡσαύτως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παραχωρεῖ τῇ ἑταιρίᾳ δικαίωμα προτιμήσεως πρὸς πάντα ἄλλον ἐργολάβον, πρὸς κατασκευὴν ἐπὶ ἴσοις ὅροις, παντὸς σιδηροδρόμου οὐχὶ μακροτέρου τῶν πεντήκοντα (50) χιλιομέτρων ἀπολήγοντος εἰς τὴν γραμμήν, περὶ ἧς ἡ παροῦσα σύμβασις. (ὑπογ.) Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ, (ὑπογ.) Δ. ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ (ὑπογ.) Α. ΣΥΓΓΡΟΣ. (ὑπογ.) Δ. ΔΡΟΣΟΣ. Προσθήκη 2. Ὁ μέσος ὅρος τῆς καθ’ ἅπασαν τὴν γραμμὴν ταχύτητος ἔσεται τριάκοντα πέντε (35) τοὐλάχιστον χιλιομέτρων καθ’ ὥραν. Τὰ λοιπὰ τοῦ ἐγγράφου τῶν ὑποχρεώσεων (cahier des charges) θέλουσιν ὁρισθῆ κατὰ τὸν σιδηρόδρομον τοῦ Brindisi. Ὁ σιδηρόδρομος, καθ’ ὅσον προχωρεῖ κατασκευαζόμενος, δύναται νὰ παραδίδηται εἰς χρῆσιν τοῦ κοινοῦ, τῇ ἀδείᾳ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πρὸ τῆς ἀποπερατώσεως ἑκάστου τῶν τριῶν τμημάτων αὐτοῦ, χωρὶς νὰ ἔχῃ διὰ τοῦτο ἡ ἑταιρία τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως μέρος τῆς ἐπιχορηγήσεως πρὸ τῶν ὡρισμένων ἐν τοῖς ἄρθροις 4 καὶ 5 προθεσμιῶν. Ἐντὸς δύω μηνῶν, πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς κατασκευῆς ἑκάστου τῶν τριῶν τμημάτων τοῦ σιδηροδρόμου, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐκδίδῃ τὰς ἀναγκαίας διαταγὰς, ὅπως τεθῶσιν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς ἑταιρίας αἱ γαῖαι, τὰς ὁποίας θέλει καταλάβει ὁ σιδηρόδρομος, καθὼς καὶ τὰ μέρη, ἔνθα ἡ ἑταιρία θέλει κόπτει τὴν ἀναγκαίαν ξυλείαν κατὰ τὰ προηγούμενα ἄρθρα τῆς παρούσης συμβάσεως. Ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 10 παράτασις τῆς προθεσμίας ἀνὰ τρεῖς μῆνας καθ’ ἕκαστον τῶν τριῶν τμημάτων τοῦ σιδηροδρόμου αὐξάνεται ἐν ὅλῳ εἰς μῆνας δώδεκα (12). Τὴν παράτασιν ταύτην ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ χορηγῇ τῇ ἑταιρίᾳ, κατ’ αἴτησιν αὐτῆς, καὶ καθ’ ὅσον εἰς τὴν κατασκευὴν ἑκάστου τμήματος ἤθελε δηλώσει, ὅτι ἔχει ἀνάγκην μέρους τῆς δωδεκαμήνου ταύτης παρατάσεως ἢ καὶ ὅλης ὁμοῦ. Συμπληρωθείσης ὁπωσδήποτε τῆς δωδεκαμήνου ταύτης παρατάσεως, νέα παράτασις δὲν ἐπιτρέπεται. (ὑπογ.) Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ, (ὑπογ.) Α. ΣΥΓΓΡΟΣ.» (ὑπογ.). Δ. ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ, (ὑπογ.) Δ. ΔΡΟΣΟΣ.
§54ΓΡΙΒΑΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ἔρχομαι νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν ζητηθεῖσαν πληροφορίαν, δηλ. εἰς ποῖον ἀριθμὸν ἀνέρχονται οἱ κατὰ τὸν νομὸν Μεσσήνης ἀποσταλέντες στρατιῶται, οἱ ἀποτελοῦντες τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα τοῦ νομοῦ ὁλοκλήρου καὶ τοὺς σταθμούς. Πρὸ τῆς 30 τοῦ παρελθόντος Ἀπριλίου ἡ δύναμις αὕτη ἀνήρχετο εἰς 118 ἄνδρας, ἤδη δὲ εἰς 112, ἤτοι κατὰ ἓξ ἔλαττον, καὶ ἰδοὺ· «μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἐφέδρων καὶ τὴν ἐπάνοδον τοῦ ἀποσπάσματος τοῦ 6 τάγματος εἰς Ναύπλιον (διότι ἦτο ἕνα ἀπόσπασμα τοῦ τάγματος τοῦ Ναυπλίου ἐκεῖ τὸ ὁποῖον ἀνεκλήθη) ἔμεινεν ἡ δύναμις εἰς 24 μόνον ἄνδρας ἐν μεταβατικῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἀπεστάλησαν ἐντεῦθεν ὁπλῖται τοῦ 9 τάγματος 7, τοῦ 1, 26, τοῦ ἰδίου 50, καὶ ἐκ τοῦ διαλυθέντος μεταβατικοῦ Ἀρκαδίας 15 τοῦ ἱππικοῦ· ἐξ αὐτοῦ 10 εἰς εἰδικὰς ὑπηρεσίας ἀπεσπασμένοι, μένουν 112» ὥστε ἠλαττώθη κατὰ ἕξ· αὐτὴ εἶναι ἡ σπουδαία δύναμις, κύριοι.
§55ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε ὑπουργέ....
§56ΓΡΙΒΑΣ. Παρακαλῶ νὰ τελειώσω. Πλὴν τῶν φρουρῶν τῆς πόλεως Καλαμῶν καὶ Πύλου.
§57ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πόσοι εὑρίσκονται εἰς τοὺς δύω αὐτοὺς δήμους, ὅπου πρόκειται νὰ γείνῃ ἐκλογή;
§58ΓΡΙΒΑΣ. 112 σᾶς εἶπον εἶναι τὸ ὅλον· ἐξ αὐτῶν ἀφαιρέσατε ὅσους ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας ἀπαιτεῖ εἰς τὰ ἄλλα μέρη, καὶ πόσους θέλετε εἰς τοὺς 3 δήμους, 50; 60;
§59ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐν καιρῷ τῶν ἐκλογῶν, κατὰ τὴν ἐγκύκλιόν σας, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχουν ἀποσπάσματα.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς τηλεγραφεῖ. «Πρόεδρον Βουλῆς Ἀθήνας. Διὰ μόνους δήμους Ἀνδανίας καὶ Ἰθώμης ἐπέμφθη στρατὸς ἐξ 160–170 ἀνδρῶν· ἀριθμὸς ὑπερβολικὸς, παρέχων ὑπονοίας πιέσεως καὶ συγκείμενος κατὰ τὸ πλεῖστον ἐξ ἀνδρῶν, οἵτινες ὡς μεταβατικοὶ ἐπὶ μακρὸν ἔμειναν εἰς τοὺς δήμους τούτους. Ἀνακοινώσατε, παρακαλοῦμεν, τὰ ἀνωτέρω ὑπουργοῖς Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς Λ. Μαυρομιχάλης, Ἀργ. Διαμαντόπουλος, Ι. Χαλκιᾶς, Θεόδ. Ἀναστασόπουλος, Α. Χρηστόπουλος.»
§61ΓΡΙΒΑΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό· αἱ κινήσεις τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν καλύπτονται· ὅποιος ἀγαπᾷ, ἔρχεται εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ βλέπει. Αἰτήσεις ἐπανειλημμέναι ὑπάρχουν τοῦ Διοικητοῦ τῆς ἐκεῖσε δυνάμεως νὰ τὸν ἐνισχύσω, ἀλλὰ τῷ ἀπήντησα ὅτι δὲν ἔχω στρατιώτας· ἐὰν εἶχον, θὰ τοῦ ἔστελλον.
§62Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τώρα, κ. Πρόεδρε, ἐγὼ ἀδιαφορῶ πόσοι εἶναι καὶ πόσοι δὲν εἶναι· αὐτὰς τὰς πληροφορίας βεβαίως ἡ Βουλὴ θὰ τὰς λάβῃ πλέον ἐκτεταμένας καὶ πλέον ἀσφαλεῖς κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω, καὶ πιστεύω δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ παρακαλέσω, διότι πιστεύω ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπρόλαβεν, εἶναι νὰ δοθῶσιν αὐστηραὶ διαταγαὶ εἰς τοὺς ἀποσπασματάρχας ὅπως φερθῶσι καλῶς κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς. Λέγω δὲ τοῦτο, κ. Πρόεδρε, διότι διὰ νὰ τηλεγραφήσῃ εἷς τῶν ἐνδιαφερομένων, ὅτι μεγάλη στρατιωτικὴ δύναμις μεταβαίνει εἰς τοὺς δήμους Ἰθώμης καὶ Ἀνδανίας ἵνα καταλάβῃ στρατιωτικῶς τὰ μέρη ἐκεῖνα, θὰ εἰπῇ ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς συνέλαβε τὴν ἰδέαν καὶ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ διανομὴ ἡ στρατιωτικὴ, ἡ γενομένη ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεσσήνης, καὶ ἡ κατάληψις τῶν τόπων τῶν δύω δήμων Ἰθώμης καὶ Ἀνδανίας ἐγένετο πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ προσβάλῃ τὸ ἕν τῶν ἀνταγωνιζομένων μερῶν. Πρέπει λοιπὸν χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν τώρα ποῖοι εἶναι καὶ ποῖος δὲν εἶναι ὁ ἀριθμὸς, πρέπει κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς τετραημέρου ψηφοφορίας νὰ ἐκλείψῃ αὐτὴ ἡ ἰδέα καὶ ἡ πεποίθησις ὅτι ἡ παρουσιαζομένη ἐκεῖ στρατιωτικὴ δύναμις σκοπὸν ἔχει νὰ πιέσῃ τὴν μίαν τῶν ἀνταγωνιζομένων μερίδων· καὶ διὰ νὰ λείψῃ τοῦτο πρέπει νὰ δοθῶσιν αὐστηραὶ διαταγαί....
§63ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πρέπει νὰ φύγῃ....
§64Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀφῆτε νὰ εἴπω τὴν ἰδέαν μου, κ. Κεχαγιᾶ, καὶ ὕστερον διορθώσατέ με. Βλέπετε, ὅτι ἐκεῖ διευθύνει ἐν γένει τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν ὁ ἀξιωματικὸς, ὅστις ἀπὸ καιροῦ πολλοῦ καταγγέλλεται ἐν ταῖς ἐφημερίσι, καὶ κατηγγέλθη κατὰ τὰς πρῶτον ἐνεργηθείσας ἐκλογὰς, κατὰ τὴν ἐκλογὴν ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν ἡ ἀπόφασίς σας κατέδειξεν ὅτι ἔλαβε μέρος· ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ὀφείλει ν’ ἀπομακρυνθῇ ἐντελῶς καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διετέλεσαν ν’ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τοὺς τόπους, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἐνεργηθῇ ἡ ψηφοφορία, καὶ οὕτω θὰ ἐκλείψῃ ἡ ὑπόνοια, ὅτι ἡ παρουσία τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ παραβιάσῃ τὴν ἐλευθέραν θέλησιν τῶν ἐκλογέων.
§65ΓΡΙΒΑΣ. Οὐδεμία καταγγελία, κ. Πετιμεζᾶ, ἔγεινε κατὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ ἢ τῶν ἄλλων βαθμοφόρων. Ἤκουσα ὅτι αὐτὸς ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐν τῷ ἀτμοπλοίῳ, ἐπανακάμπτων ἐκ τῆς ἐπαρχίας του κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς, λόγου γενομένου περὶ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, ὄχι μόνον παράπονα κατ’ αὐτῆς δὲν ἐξέφρασεν, ἀλλ’ ἔμενεν εὐχαριστημένος ἀπὸ τὴν διαγωγὴν τὴν ὁποίαν αὕτη ἔδειξεν. Ἐὰν ὑπῆρχε καταγγελία τις, ἤθελον ἐνεργηθῆ τὰ δέοντα. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ περὶ τῶν ὁδηγιῶν, τὰς ὁποίας δίδει ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὑμεῖς εἶσθε εἰς θέσιν παρὰ πάντα ἄλλον νὰ γνωρίζετε ὁποῖαι εἶναι. Τὰς εἴδατε ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ σας. Αἱ αὐταὶ θὰ ᾖναι καὶ τώρα καὶ ἔσονται πάντοτε.
§66ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ........
§67ΓΡΙΒΑΣ. Δὲν μετεβλήθην, κ. Στεφανόπουλε, οὐδὲ θὰ μεταβληθῶ τώρα· τὸ γνωρίζετε, πολὺ καλά.
§68Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὡμολόγησα καὶ ὁμολογῶ, κ. Γρίβα, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ δύναμις κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων ἐφέρθη ὅπως ἁρμόζει εἰς στρατιωτικοὺς δυναμένους νὰ ἐκτιμήσωσι τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἕκαστος στρατιώτης ἐν τῇ ἑαυτοῦ Πατρίδι, καὶ διὰ τοῦτο οὐδεμίαν εἶχον δυσκολίαν, οὐδὲ ἔχω τώρα νὰ τὸ ὁμολογήσω. Ἀλλὰ, κύριε ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν σᾶς γίνωνται παράπονα...
§69ΓΡΙΒΑΣ. Οὐδὲν ἐπίσημον παράπονον ἔγεινεν.
§70ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παραδέχομαι ὅτι τὰ παράπονα ταῦτα ἴσως εἶναι καὶ ἄδικα, οὐχ ἧττον ὅμως διὰ νὰ ἀπομακρυνθῇ πᾶσα ὑπόνοια, ὅτι ἡ παρουσία αὐτοῦ τοῦ ἀξιωματικοῦ ἔστω καὶ κατὰ μικρὸν θὰ ὠφελήσῃ...
§71ΓΡΙΒΑΣ. Δὲν εἶναι ἐπέμβασις ἀντίθετος αὐτὴ, κύριε Πετιμεζᾶ;
§72ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι διακόσιοι ἐκεῖ, κατὰ τῶν ὁποίων ἡ μία μερὶς παραπονεῖται.
§73ΓΡΙΒΑΣ. Δὲν ὑπάρχει κἀμμία ἐπίσημος καταγγελία.
§74ΜΙΛΗΣΗΣ. Τέλος πάντων, κύριε ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, εἶσθε εἰς θέσιν νὰ μᾶς εἴπητε πόση εἶναι ἡ στρατιωτικὴ δύναμις ἐν ὅλῳ;
§75ΤΙΝΕΣ. Σᾶς τὸ εἶπε.
§76ΓΡΙΒΑΣ. 112, ἐκτὸς τῶν φρουρῶν τῶν πόλεων Καλαμῶν καὶ Νεοκάστρου, ὅπου ὑπάρχουν φυλακαὶ καὶ τέλος πάντων εἶναι ὡρισμένοι εἰς ἓν ἄλλο εἶδος ὑπηρεσίας, μὴ ἀναμιγνυόμενοι διόλου εἰς τὰ ἐκλογικά. Αὐτὴ εἶναι ἡ δύναμις νομοῦ ὁλοκλήρου· 24 ἐν μεταβατικῇ ὑπηρεσίᾳ, 15 ἱππεῖς σταλέντες ἐκ Τριπόλεως, 50 στρατιῶται τοῦ πρώτου τάγματος, 26 τοῦ ἰδίου τάγματος, 10 εἰς εἰδικὰς ὑπηρεσίας καὶ κάτι ὀλιγώτεροι τῶν ἄλλων, 112 τὸ ὅλον· αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ δὲν μεταβάλλονται.
§77ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ....
§78ΓΡΙΒΑΣ. Εἶναι διότι ἐγένετο μία ἐπιδρομὴ, ἠξεύρεις, ὡς τὰ συνηθισμένα.
§79ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἰς τὴν Μεσσήνην πάνε;
§80ΓΡΙΒΑΣ. Καὶ αὐτοὶ ἀπελύθησαν ἕνεκα τοῦ μέτρου τῆς ἐφεδρείας, φθάνουσι 100 σχεδόν· συνεπλήρωσαν τὰ κενά.
§81ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μήπως ἡ φρουρὰ τοῦ Νεοκάστρου ἢ τῶν Καλαμῶν δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἀποσπασθῇ;
§82ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ, κύριε πρόεδρε, διατί τοιαύτη συζήτησις, οἵα ἡ προκειμένη, γίνεται μετὰ ἐρεθισμοῦ, ἐνῷ ὅλοι ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὴν τήρησιν τοῦ νόμου καὶ τὴν ἐλευθέραν ἐξάσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος ἐκ μέρους τῶν πολιτῶν. Ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ὡρισμένον παράπονον ἐκ μέρους ἑνὸς τῶν εἰς εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα ἐκτιθεμένων ὑποψηφίων βουλευτῶν τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, ὅτι δύω δῆμοι, ἐν οἷς πρόκειται νὰ ἐνεργηθῇ αὔριον ἡ βουλευτικὴ ἐκλογὴ, κατελήφθησαν ἀπὸ 200 στρατιώτας· τὸ παράπονον τοῦτο βεβαιοῖ ἐπίσημος πληροφορία προερχομένη ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς διὰ τοῦ τηλεγραφήματός της πρὸς ὑμᾶς, κύριε πρόεδρε, βεβαιοῖ ὡρισμένως, ὅτι εἰς τοὺς δήμους Ἀνδανίας καὶ Ἰθώμης ὑπάρχει δύναμις στρατιωτικὴ ἐξ 160 ἕως 170 ἀνδρῶν. Πρέπει, κύριε πρόεδρε, νὰ μὴ πιστεύσωμεν τὴν πληροφορίαν τῆς ἐπιτροπῆς μας, τὴν ὁποίαν ἀπεστείλαμεν ἐκεῖ διὰ νὰ ἐπιτηρήσῃ εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς; Πληροφορίας τοιαύτας μᾶς δίδει ἡ ἐπιτροπή μας, κύριε πρόεδρε, διὰ τοῦ τηλεγραφήματός της πρὸς τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον ζητεῖται νὰ ἀνακοινωθῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν, καὶ ἡμεῖς καθήμεθα καὶ συζητοῦμεν παίζοντες; Ὅλοι γνωρίζομεν, κύριε πρόεδρε, ὅτι διὰ τὴν τήρησιν τῆς τάξεως κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς ἑνὸς δήμου δὲν χρειάζονται περισσότεροι τῶν 10 ἢ τὸ πολὺ τῶν 20 ἀνδρῶν. Πρὸς τί λοιπὸν εἰς δύω δήμους νὰ ὑπάρχῃ μία δύναμις ἐξ 160 ἀνδρῶν;
§83ΣΤ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§84ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ὀφείλω νὰ πιστεύσω τοὺς κυρίους συναδέλφους, οἵτινες ἰσχυρίζονται τὸ ἐναντίον, διότι καὶ αὐτοὶ δὲν γνωρίζουν τίποτε περισσότερον ἀπὸ ἐμὲ, ἀλλὰ τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐπισήμως ἀναγγέλλει εἰς τὸ σῶμα, ὅτι 160 στρατιῶται κατέλαβον τοὺς δήμους Ἀνδανίας καὶ Ἰθώμης καὶ προτίθενται νὰ πιέσωσι τὰς συνειδήσεις τῶν ἐκλογέων. Δὲν πιστεύω οὔτε τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἴσως δὲν ἔχει ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ τῆς συγκεντρωθείσης ἐκεῖ στρατιωτικῆς δυνάμεως.
§85ΓΡΙΒΑΣ. Πρέπει νὰ τὸ κρίνῃς ἀφ’ ἑαυτοῦ σου.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἔχετε κἀμμίαν ἀμφιβολίαν εἰς τὰς πληροφορίας τοῦ ὑπουργοῦ, κύριε βουλευτά.
§87ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνω λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ αὐτὴν ταύτην τὴν στιγμήν, ὅτι ὀφείλει ἡ κυβέρνησις νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν, τὴν ὑπερβάλλουσαν, ἥτις ἐστάλη εἰς τοὺς δήμους Ἀνδανίας καὶ Ἰθώμης, καὶ νὰ μείνῃ μόνον ἡ ἀναγκαία δύναμις πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἀνωτέρα τῶν 10 ἀνδρῶν εἰς ἕκαστον δῆμον. Αὐτὴν τὴν πρότασιν διατυπῶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, νὰ τὴν θέσετε εἰς ψηφοφορίαν.
§88ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ἀξιέπαινος ἡ πρόνοια, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς καὶ ὑπουργὸς κατὰ τὰ 1872 λαμβάνει περὶ τῆς ἐλευθερίας τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1873, ἐνῷ ὅλοι συμφωνοῦμεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀκούεται πλέον τὸ φοβερὸν κήρυγμα «στρατὸς ἐνδόξως μάχεται ὑπὲρ καλπονοθεύσεων»· δὲν πρέπει νὰ ἀκούεται ὅτι αἱ κορυφαὶ τῶν ὀρέων, τὰ ἐρημοκκλήσια καὶ τὰ ὑπόγεια ἐχρησίμευσαν τόποι ψηφοφορίας ἀντὶ τῶν παρὰ τοῦ νόμου ὡρισμένων τόπων (χειροκροτήματα). Δὲν πρέπει ν’ ἀκούεται ὅτι ὁ Ἀλέξανδρος Κουμουνδοῦρος κατεκλείσθη εἰς τὴν Ζαρνάταν καὶ ὁ ἐκλογικὸς σύλλογος ἐκ τετρακοσίων ἐκηρύχθη φυγόδικος μὲ πλῆθος ἐνταλμάτων! Πρέπει νὰ ἐκλείψῃ τὸ πέλαγος τῶν ἐκλογικῶν ἀσχημιῶν καὶ ἐγκλημάτων τοῦ 1872. Ἀλλὰ τί ζητεῖται σήμερον; νὰ λείψῃ τὸ πέλαγος τῶν ἐκλογικῶν ἀσχημιῶν; Κατὰ τὴν πεποίθησίν μου δὲν προτείνεται ἀπὸ μέρους τῶν ἐπερωτώντων εὐλάβεια πρὸς τοὺς νόμους, ἀλλ’ ἀνευλάβεια καὶ παραβίασις τῶν νόμων. Διατί ἠκυρώθη ἡ βουλευτικὴ ἐκλογὴ Μεσσήνης εἰς τοὺς τρεῖς δήμους; διότι ἐξεβιάσθη ἡ θέλησις τῶν ἐκλογέων. Διατί ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη περὶ ἀποστολῆς ἐπιτροπῆς; διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐλευθέραν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογέων. Νομίζετε ὅτι δὲν ἔχει καθῆκον ἡ κυβέρνησις νὰ φροντίσῃ νὰ διατηρήσῃ τὴν τάξιν, νὰ ἐξασφαλίσῃ τοὺς ἐκλογεῖς καὶ αὐτοὺς τοὺς βουλευτὰς, τοὺς ὁποίους ἀπέστειλεν ἡ Βουλὴ ὡς ἐπόπτας εἰς τὸν τόπον αὐτόν; Καὶ νομίζετε ὅτι τοὺς ἐξασφαλίζει ἐὰν κλείσῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ἀποστρέψῃ τὸ πρόσωπον ἀπὸ τῆς Μεσσήνης καὶ ἀφήσῃ τὰς διαμαχομένας μερίδας ὑπὸ τὸ πνεῦμα τῶν ἀγρίων παθῶν νὰ σφαγῶσιν εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην; Καὶ νομίζετε ὅτι ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος καὶ οἱ σύμμαχοί του δὲν ἤθελον ἐξεγερθῆ ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν δὲν ἐφρόντιζε νὰ στείλῃ ἔνοπλον δύναμιν ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὸν τόπον; Καὶ ἔχετε κᾀμμίαν βεβαιότητα ὅτι ἡ δύναμις ἐκείνη ἡ ὀλίγη, ἡ μικρὰ, τὴν ὁποίαν ἀπέστειλεν, ἔδειξεν ἐπέμβασιν ἢ συμπάθειαν ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης μερίδος; Ὄχι, ἀλλὰ τὸ προφητεύετε, διότι τὸ ἀρύεσθε ἀπὸ ποῖον; ἀπὸ ἓν τηλεγράφημα τοῦ κυρίου Μπούτου, πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ὁποίου ἔρχεται ἓν τηλεγράφημα τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ δὲν μᾶς λέγει ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι ἀντελήφθη ἰδίοις ὄμμασιν ἢ ὅτι εἶδεν ἐπεμβάσεις καὶ τοιαῦτα. Ἤκουσεν, ἐπληροφορήθη. Καὶ ποῖος μᾶς πείθει ὅτι εἶναι ἀκριβεῖς αἱ πληροφορίαι; Τέλος πάντων, ὅτι καὶ ἂν λέγῃ, ἔχω ὑπόληψιν εἰς τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος· ἀλλὰ δὲν τὰς πιστεύω ἀνεξετάστως, δὲν πιστεύω τὸν κύριον Κατζικόπουλον, ἂν ἐπῆγεν.
§89ΤΙΝΕΣ. Ἐπῆγε.
§90ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἴσος μὲ ἐσένα ὁ κ. Κατσικόπουλος, ἂν ὄχι καλλίτερος, καὶ δὲν ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ προσβάλλῃς συνάδελφον, ἀπόντα μάλιστα, καὶ ὁ ὁποῖος, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ἂν δὲν ᾖναι καλλίτερός σου, βεβαίως ὅμως καὶ ἀναντιῤῥήτως εἶναι ἴσος μὲ σέ.
§91Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ τὸν ἐπαινῶ (θόρυβος) καὶ λέγω ὅτι εἶναι καὶ ἀπὸ ἐσένα καλλίτερος βεβαίως· ἐὰν ἐπαινῶν τις τινα ᾖναι ἀξιοκατάκριτος, τί εἶναι ὅταν κατηγορῇ αὐτοῦ; Βέβαια ἐγὼ λέγω, ὅτι εἶναι καλλίτερος ἀπὸ ἐσέ.
§92ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμπορεῖ νὰ ᾖναι καλλίτερος ἐμοῦ, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ κατώτερος σοῦ.
§93Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Λέγω λοιπὸν ὅτι εἶναι τόσον ἱκανὸς καὶ τόσον ἐπιτήδειος ὁ κ. Κατσικόπουλος, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ διαφύγῃ τὴν ὀξυδέρκειάν του καὶ νὰ ἀποτύχωσιν αἱ ἐνέργειαί του καὶ νὰ φανῇ ἀνάξιος τῶν ἐλπίδων, εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὸν ἀπέστειλαν· ἐὰν ᾖναι οὗτος ἐκεῖ, εἶναι ἀδύνατον νὰ παραβιασθῇ ἡ θέλησις τῶν ἐκλογέων. Δὲν γίνονται λοιπὸν αὐταὶ αἱ ἐπερωτήσεις καὶ συζητήσεις σήμερον δι’ ἄλλον λόγον παρὰ δι’ ἐπίδειξιν· καὶ παρά τίνων γίνονται; παρ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν ἐσεβάσθησαν ποτὲ τοὺς ἐκλογικοὺς νόμους καὶ δὲν ἐνομιμοποίησαν τὴν ἐμφάνισίν των ἐνώπιον τοῦ κόσμου καὶ τῆς Ἑλλάδος διὰ νὰ πείσωσιν ὅτι θέλουν ἐλευθέρας ἐκλογὰς καὶ ὅτι ἐνήργησάν ποτε ἐλευθέρας ἐκλογάς. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὰ λεχθέντα καὶ νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐλαβηθῇ συμφώνως μὲ τὰς ἐπαγγελίας της τὴν ἐλευθέραν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς ἐν Μεσσήνῃ, διαβεβαιοῦντες καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δὲ ἐκ τῶν ἀνταγωνιζομένων, ὅτι ἐὰν ἔλθουν μὲ παράνομον ἐκλογὴν, ἡ Βουλὴ αὐστηρότατα θὰ τοὺς ἐξελέγξῃ καὶ θὰ τοὺς ἀποπέμψῃ ἀποκλείουσα καὶ τὴν ἐπαρχίαν τῆς ἐκλογῆς, ἐὰν ὑποτροπιάσῃ παραβαίνουσα τοὺς περὶ γνησίας ἀντιπροσωπείας κανόνας.
§94ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, κ. συνάδελφοι, εἶναι περιττὴ πᾶσα ἀπάντησις εἰς τοὺς ὑπαινιγμοὺς, τοὺς ὁποίους ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸ μικροῦ ὁ προλαλήσας ἐξήνεγκε περὶ τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν τοῦ 1872, εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν ὁποίων καὶ ἐγὼ ὡς μέλος τῆς τότε Κυβερνήσεως συνέπραξα· ἡ ἐκλογικὴ ἱστορία εἶναι γνωστὴ εἰς πάντας, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως καὶ ἐξετάσεως κατὰ πᾶσαν στιγμὴν καὶ περίστασιν. Ὅταν ἓν κοινοβούλιον καταρτισθῇ ὅπως δήποτε καὶ νομιμοποιηθῇ διὰ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν του, εἶναι ἀνώτερον πάσης μομφῆς καὶ αἰτιάσεως. Βεβαίως ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μου, ὡς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας δὲν γνωρίζω τὰ διοικητικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν διὰ τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου καὶ τὴν ἐλευθέραν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν. Δύναμαι ὅμως ἐν συνόλῳ καὶ ἐν γένει νὰ βεβαιώσω ὅτι καὶ αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ τοῦ 1872 διεξήχθησαν καθ’ ὃν τρόπον διεξήχθησαν καὶ αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1865 καὶ αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1869 καὶ αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1873 (θόρυβος).
§95Θ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Εἶναι ἐντροπὴ νὰ τὰ λέγῃς αὐτά. Ἐλησμόνησες τοῦ νεκροταφείου τὴν ἐκλογήν.
§96ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Μόνον 17 ἄνδρες ἐφονεύθησαν κατὰ τὴν ἐπαρχίαν τῆς Ναυπακτίας ἐκ μέρους τῆς ἐξουσίας.
§97ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδίως ὅμως ὀφείλω νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν κ. Δημητριάδην, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἑαυτόν μου σχετικῶς πρὸς τὴν ἐκλογὴν Κορινθίας παρελθόντος ἔτους, ὅτε ἓν καὶ μόνον παράπονον μοὶ ὑπεβλήθη κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς, ὅτι 5 ἢ 7, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς, δημόσιοι εἰσπράκτορες ἀνεμίχθησαν σκανδαλωδῶς κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς ἐγὼ χωρὶς ν’ ἀκούσω τὴν ἀπολογίαν τῶν καταγγελλομένων ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, χωρὶς νὰ ζητήσω κἂν πληροφορίας ἀπὸ τὸν προϊστάμενον αὐτῶν, μὅλον ὅτι εἷς τῶν ὑποψηφίων βουλευτῶν τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης ἦτον ὁ συνάδελφός μου κ. Νοταρᾶς, καὶ μόνον ἐπὶ τῇ ἁπλῇ καταγγελίᾳ ἑνὸς τῶν συναδέλφων ὑποψηφίων τοῦ κ. Δημητριάδου τηλεγραφικῶς, αὐθημερὸν ἀπέλυσα τὰ ὄργανα αὐτὰ τῆς ἐξουσίας.
§98ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν τοὺς διωρίσατε.
§99ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Μεντζελόπουλος δὲν εἶναι ἀληθές. Τὸ διαψεύδω ἐπισήμως.
§100ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐλησμονήσατε τὰς παραγεμιστὰς κάλπας.
§101ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς κάλπας τὰς παραγεμισὰς δὲν ἀναμιγνύομαι, οὔτε γνωρίζω τί κάμνετε σεῖς εἰς τὰς ἐπαρχίας σας. Ἐγὼ ἓν μόνον ἠξεύρω, ὅτι ἦλθον, ἔρχομαι καὶ θὰ ἔρχωμαι πάντοτε ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας μου μὲ γνησίαν καὶ τιμίαν ἐκλογήν· τί κάμνετε σεῖς μὲ εἶναι ἀδιάφορον. Αὐτὸ λοιπὸν, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Μεντζελόπουλος, δὲν εἶναι ἀληθὲς, καὶ τὸ διαψεύδω ἐπισήμως. Τὴν δευτέραν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς μοὶ παραπονεῖται ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ ὁ συνάδελφός μου κ. Νοταρᾶς περὶ τῆς ἀπολύσεως τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων, καὶ ἔφερε τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀπαιτῶν νὰ ἐπαναφέρω αὐτοὺς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Τὸ ἠρνήθην καὶ δὲν τὸ ἔκαμα, τοὺς ἀφῆκα ἀπολελυμένους.
§102ΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διωρίσθη ἔπειτα ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν, τὸν ὁποῖον ἀναφέρω ὀνομαστί.
§103ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἔπραξε μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐκλογῆς ὁ ταμίας Κορινθίας, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν εὐθύνην τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς παύσεως τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων; τοῦτο εἰς ἐμὲ εἶναι ἄγνωστον· τὸ γνωστὸν εἰς ἐμὲ εἶναι ὅτι ἀπέλυσα ἀμέσως, τηλεγραφικῶς, χωρὶς μάλιστα νὰ ἔχω δικαίωμα τοιοῦτον ἀπὸ τὸν νόμον, τοὺς καταγγελθέντας μοι εἰσπράκτορας. Τοῦτο γνωρίζων ὁ κ. Δημητριάδης δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα διὰ νὰ μὲ ἐξελέγξῃ ὅπως μὲ ἐξήλεγξεν. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Δημητριάδου, ἀποφεύγων ν’ ἀπαντήσω εἰς τοὺς λοιποὺς ὑπαινιγμούς του, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάξιον ἐμοῦ νὰ κατέλθω εἰς τοιαύτας συζητήσεις.
§104ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε, πρότασις ὑπεβλήθη παρὰ τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου εἰς τὴν Βουλὴν, πρότασις ὑπεβλήθη παρὰ τοῦ κ. Δημητριάδου· νομίζω, ὅτι περὶ τοῦ ἀντικειμένου, περὶ τοῦ ὁποίου πραγματεύονται αἱ προτάσεις αὗται, πρέπει νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ ψηφίσωμεν μὲ ψυχρὸν αἷμα, χωρὶς νὰ ἐρεθιζώμεθα ἀμοιβαίως διὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας. Ἐγένετο παράστασις πρὸς ἕνα τῶν βουλευτῶν ἐκ μέρους τῶν ὑποψηφίων τῶν συναγωνιζομένων ὁλονὲν ἐκεῖ, ἐγένετο παράστασις ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς μας πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Εἰς τὰς παραστάσεις ταύτας ἀπήντησεν ἡ κυβέρνησις. Παραδέχομαι, κ. πρόεδρε, καὶ ἤθελεν εἶναι λίαν λυπηρὸν εἰς ἐμὲ νὰ ὑποθέσω τὸ ἐναντίον, παραδέχομαι ὅτι ὅλοι ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὴν νόμιμον διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν, ἀλλὰ θὰ ἦτο πολὺ λυπηρότερον δι’ ἐμὲ νὰ στοχασθῶ, ὅτι προκειμένου περὶ ἐκλογῶν ὅλων τῶν πολιτῶν ἐν γένει, ἀλλὰ προκειμένου πρὸ πάντων περὶ ἐκλογῆς, ἀπὸ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ εἰσέλθῃ ἢ νὰ μὴ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρόσωπον, οἷος ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, δὲν πρέπει νὰ ἐνδιαφερώμεθα.
§105ΤΙΝΕΣ. (ἐξ ἀριστερῶν). Διὰ πάντα.
§106ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ εἶπον προτήτερα (θόρυβος).
§107Ν. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ δικαιώματα ἑκάστου εἶναι ἴσα.
§108ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ποτὲ δὲν εἶναι ἴσα, διότι δὲν ἠμπορεῖς νὰ ἔχῃς σὺ τὰ δικαιώματα ἐκείνου.
§109ΦΛΕΣΣΑΣ. Δὲν εἶναι τίποτε, ποτὲ καλὸν δὲν ἔκαμε (χειροκροτήματα ἐκ μιᾶς πλευρᾶς τοῦ ἀκροατηρίου).
§110ΤΙΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐκκενωθῇ τὸ μέρος αὐτό.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, νὰ ἐκκενωθῇ τὸ ἀκροατήριον αὐτὸ συμφώνως μὲ τὸν κανονισμόν.
§112ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου εἶναι ἴσα, τὸ εἶπον προτήτερα, ἀλλ’ ἡ ἀξία ἑκάστου πολίτου μένει δι’ ἕκαστον διὰ τὸν ἑαυτόν του. Εἶπα δὲ καὶ λέγω, ὅτι οὐδέποτε δύναμαι νὰ φαντασθῶ ὅτι εἰς ὑπουργεῖον προεδρευόμενον παρὰ τοῦ κ. Δεληγεώργη, εἰς ὑπουργεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχει μέρος ὡς στρατιωτικὸς ὑπουργὸς ὁ κύριος Γρίβας, θὰ ἦτο ἡ δυστυχεστέρα ὑπόνοια ἐὰν καὶ μακρόθεν τὴν συνελάμβανον, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο δὲν θὰ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα ὅπως ἡ ἐκλογὴ τῆς Μεσσήνης, καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ ἐπαναληφθῇ, προκειμένου περὶ εἰσαγωγῆς ἢ μὴ τοῦ κ. Κουμουνδούρου εἰς τὸ κοινοβούλιον τοῦτο, ἀναφανῇ ἡ καθαρὰ καὶ ἀνεπηρέαστος ἔκφρασις τῆς θελήσεως τῶν ἐκλογέων. Ἀλλοίμονον, κύριοι, ἐὰν ἠδυνάμην νὰ ὑποθέσω ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν θέσιν, καθ’ ἣν οἱ ἰσχυρότεροι τῆς πολιτείας μας, (καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἴσα, ἀλλ’ ἡ ἀξία ἑκάστου μένει διὰ τὸν ἑαυτόν του), ἀλλοίμονον ἐὰν ἠδυνάμην νὰ ὑποθέσω, ὅτι οἱ ἰσχυρότεροι τῆς πολιτείας προσπαθοῦσιν, ὅταν ἔχωσι τὴν ἐξουσίαν εἰς χεῖράς των, ὁ μὲν ν’ ἀποκλείῃ τὸν ἕτερον διὰ τῆς κακῆς χρήσεως τῆς ἐξουσίας. Ἐὰν τυχὸν τοιαῦτα παραδείγματα ἐδόθησαν εἰς τὸ παρελθὸν, ἐλπίζω ὅτι ἐξέλιπον. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος θὰ εὕρῃ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων του ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Δεληγεώργη. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, διότι καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔδειξεν ἄλλοτε ὅτι γνωρίζει νὰ σέβηται τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων. Πιστεύω, κύριοι, εἰς τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι ἅμα διεγείρονται τοιαῦτα παράπονα, ὅτι 112 μεταβατικοὶ — καὶ ἠξεύραμεν τὶ ἐννοοῦμεν μὲ μεταβατικοὺς, οἱ ὁποῖοι δύνανται ἀπὸ στιγμῆς εἰς ἄλλην νὰ συγκεντρωθῶσιν ἅπαντες εἰς ἓν μέρος — ὅτι 112 μεταβατικοὶ διήγειραν ὑπονοίας περὶ ἐπεμβάσεων, δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ λάβῃ μέτρα τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐκλείψῃ πᾶσα ὑπόνοια, καὶ ἂς μὴ φοβῆται ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κορινθίας κ. Δημητριάδης, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ σφαγὴ τῶν πολιτῶν, ἐὰν ἡ στρατιωτικὴ δύναμις μείνῃ ὅλως διόλου ἀμέτοχος. Ἡ σφαγὴ ἠμπορεῖ νὰ ἐπέλθῃ, ἐὰν μείνῃ ἐκεῖ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος. Αἱ δυνάμεις εἶναι σχεδὸν ἰσόπαλοι παντοῦ καὶ οὐδεμία τολμᾷ νὰ σηκώσῃ πρώτη τὸ χέρι. Ἡ σφαγὴ ἤθελεν ἐπέλθει, ἐὰν ἡ μία τῶν μερίδων τούτων ἤθελε λάβει τὴν ὑπόνοιαν ἢ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ δύναμις κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ῥήξεως θὰ ἦναι ὑπὲρ αὐτῆς. Ὁπωσδήποτε ἔχομεν ἐνώπιόν μας προτάσεις, ἔχομεν ἐνώπιόν μας παραστάσεις, ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος ἀνὰ χεῖρας τηλεγράφημα τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς· νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος ὀφείλει ἀμέσως νὰ τηλεγραφήσῃ εἰς τὰ μέλη αὐτὰ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ νὰ εἴπῃ, αὐτὰ τὰ ὁποῖα τηλεγραφεῖτε, τὰ γνωρίζετε ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ἢ εἶναι πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐσυλλέξατε ἀπὸ τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον; Ἡ κυβέρνησις ἀναιρεῖ αὐτὰ καὶ ὀφείλομεν νὰ τὴν πιστεύσωμεν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ὑπουργεῖον εἰς τὸ ὁποῖον κάθηται ὁ Δεληγεώργης καὶ ὁ Γρίβας, δὲν ἠμπορῶ νὰ ὑποθέσω ὅτι θὰ ἐπιτρέψῃ μακρόθεν τὴν ἐπέμβασιν στρατιωτικῆς δυνάμεως, προκειμένου μάλιστα περὶ ἐκλογῆς τοῦ Κουμουνδούρου. Ἡ κυβέρνησις τὰ διαψεύδει, καὶ τότε σεῖς λέγετε παραμύθια. Ἐὰν λοιπὸν ἦναι ἐσφαλμέναι αἱ πληροφορίαι σας, προσέξατε μὴ μεταβιβάσητε καὶ ἄλλας τοιαύτας· ἐὰν ὅμως θετικαὶ, ἐπικυρώσατέ τας, λοιπὸν νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὀφείλετε τοιοῦτον τηλεγράφημα νὰ στείλετε εἰς τὰ μέλη αὐτά. Ἤθελον δὲ παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι περιττὴ πᾶσα περαιτέρω συζήτησις, ἐὰν γείνῃ τοῦτο.
§113ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη ἀνάγνωσις τῆς πιστώσεως τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον). «Περὶ χορηγίας πιστώσεως πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου 1873. Ἄρθρον 1. Διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου ε. ε. καὶ εἰς λογαριασμὸν τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1873 χορηγεῖται εἰς τὴν κυβέρνησιν πίστωσις ἴση μὲ τὸ ἓν δωδεκατημόριον τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου. Ἄρθρον 2. Ἡ κατὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα διανομὴ τῆς ἀνωτέρω πιστώσεως ἐνεργηθήσεται ἐπὶ τῇ βάσει χρηματικῶν αἰτήσεων τῶν ἁρμοδίων ὑπουργῶν ἐγκεκριμένων παρὰ τοῦ Βασιλέως.»
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλή;
§116ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἡ λογιστικὴ ἐπιτροπὴ εἰσήγαγε τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς. Μέχρι τοῦδε εἶναι δύω ἢ τρεῖς σύνοδοι, ὅπου δυστυχῶς ἡ Βουλὴ ἐξοδεύει ἄνευ προϋπολογισμοῦ· παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ψηφίσητε προϋπολογισμὸν, διότι δὲν δυνάμεθα ἄνευ τούτου νὰ προβῶμεν, διότι θὰ ἰδῆτε ὅτι ἐγένοντο καὶ μερικαὶ ὑπερβάσεις. Θέλετε νὰ τυπωθῇ;
§118ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§119ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι.
§120ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν συμφέρει μάλιστα νὰ μὴ τυπωθῇ, διότι αὐτὰ εἶναι ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὸ Σῶμα, καὶ πρέπει πρὸ πάντων νὰ τυπωθῇ· καὶ μάλιστα ἐὰν θέλετε, κ. Πρόεδρε, ἀπὸ τοῦδε σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν, ὅτι μία ἀπαίτησις, ἡ ὁποία ἐφέρθη νὰ καταχωρισθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐφέτος, εἶναι κατ’ ἐμὲ δικαία. Ὁ κ. Μιχαλόπουλος ὑπῆρξε πληρεξούσις....
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔχει ἀναφορὰν ὁ κ. Μιχαλόπουλος.
§122ΤΙΝΕΣ. Ποῖος Μιχαλόπουλος;
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Μιχαλόπουλος τοῦ Αἰγίου ἔκαμεν ἔγγραφον εἰς τὴν λογιστικὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι ἰδική της δουλειά· τὴν ἔστειλεν εἰς τὸ Προεδρεῖον. Τὸ Προεδρεῖον τὴν φέρει εἰς τὴν Βουλὴν μὲ τὴν μικρὰν παρατήρησιν, ὅτι ὅταν ἔκαμε τὸ ψήφισμα ἡ συνέλευσις, εἶπε τὰ ἑξῆς, ὅτι οἱ μὴ μισθοδοτούμενοι ὡς ὑπάλληλοι πληρεξούσιοι θὰ λάβουν μίαν ἀποζημίωσιν δραχμῶν τριακοσίων, ἀρχομένην ἀπὸ τῆς ὁρκωμοσίας των. Οἱ ἐν ἀδείᾳ, οἱ ἀπόντες δὲν δύνανται νὰ λάβουν τὴν ἀποζημίωσιν ταύτην ἐν καιρῷ τῆς ἀπουσίας των. Τώρα δὲν ἠξεύρει ἡ Βουλὴ, πόσον καιρὸν ὑπηρέτησε· καὶ τρίτον, ἔχει ἄλλον παράγραφον, ὅτι ἡ ψηφισθεῖσα ἀποζημίωσις δίδεται εἰς ὅσους ζητήσουν αὐτὴν μετὰ τὸ πέρας τῆς ὅλης ἐργασίας των. Τώρα ἔρχεται ὑπόθεσις τοῦ 73. Ἐὰν νομίζετε ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία, τότε νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ.
§124ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἄλλοι πληρεξούσιοι, οἱ ὁποῖοι πολὺν καιρὸν ἔλειπον καὶ οἱ ὁποῖοι, ἂν θέλητε, πάντοτε σχεδὸν ἀπουσίαζον, ἐπληρώθησαν μέχρι λεπτοῦ, καὶ ἐὰν ἔλειψεν ὀλίγον καιρὸν ὁ κ. Μιχαλόπουλος, ποῖος δὲν ἔλειψε;
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πετιμεζᾶ, εἰσάγων τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν εἶχον καθῆκον νὰ κάμω τὰς παρατηρήσεις ταύτας.
§126ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ δώσω ἐγὼ μερικὰς πληροφορίας.
§127ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι σήμερον.
§128ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι σχετικὸν μὲ τὸν προϋπολογισμόν.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ δὲν συζητεῖται σήμερον. Μίαν ὁμοίαν ἀναφορὰν ἔχει ὁ Ἀλέξανδρος Βιλαέτης· αὐτὸς ἦτον εἰς τὰ 67 βουλευτὴς, εἰς τὴν ἔκτακτον σύνοδον, ἦλθε τὴν ἐπιοῦσαν τῆς λήξεως καὶ ἡ λογιστικὴ ἐπιτροπὴ δὲν τὸν ἐπλήρωσε.
§130ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τόσον ἀσήμαντον τὸ πρᾶγμα, ὥστε δὲν πρέπει νὰ γείνῃ λόγος.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον θὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ τότε ἀποφασίζονται αὐτά. Αὔριον, εἰς τὰς 7. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 11½.