1873.05.22
623 στίχοι · 5.065 λέξεις · 34 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24
Τῆς 22 Μαΐου 1873.
(Τρίτη).
Ὥρα 9 Π. Μ. Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως ....
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν. Κύριοι, ἡ μεγάλη πρεσβεία παρουσιάσθη χθὲς εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα, προσεφώνησε δὲ τάδε· «Βασιλεῦ· ἡ μεγάλη τῆς Βουλῆς πρεσβεία λαμβάνει τὴν τιμὴν, ἐμφανιζομένη ἐνώπιόν Σας, νὰ συγχαρῇ τὰς Υ. Μεγαλειότητας ἐπὶ τῇ ἑορτῇ τοῦ ὀνόματος τῆς Α. Ὑψηλότητος τοῦ Πρίγκηπος Διαδόχου· εὔχεται δὲ ὅπως ὁ Ὕψιστος σώζῃ τὴν Υ. Μεγαλειότητα, τὴν Βασίλισσαν καὶ τοὺς Βασιλόπαιδας.» Ἡ δὲ Αὐτοῦ Μεγαλειότης ἀντεφώνησε τάδε· «Κύριοι, εὐχαριστῶ τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ἐκδήλωσιν ταύτην τῆς ἀγάπης πρὸς Ἐμὲ, τὴν Βασίλισσαν καὶ τὸν Διάδοχον υἱόν μου. «Παρακαλῶ δὲ τὴν πρεσβείαν νὰ ἐκφράσῃ τὰς εὐχαριστίας Μου εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους.» Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰδοποίησεν, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς εὐηρεστήθη νὰ παραδεχθῇ τὴν παραίτησιν τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὑπουργοῦ κ. Σ. Πετιμεζᾶ, νὰ ἀναθέσῃ δὲ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὑπουργείου εἰς τὸν κ. Δρόσον, τὴν δὲ διεύθυνσιν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνέθεσεν εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Κατὰ τὴν προλαβοῦσαν συνεδρίασιν ἀπεφασίσθη νὰ καταρτισθῇ ἐπιτροπὴ πρὸς μεταῤῥύθμισιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου· σᾶς ἀναγινώσκω τὸν κατάλογον τῶν βουλευτῶν, οἵτινες θὰ ἀπαρτίσωσι τὴν ἐπιτροπὴν αὐτήν. Εἶναι οἱ κκ. Ν. Α. Μαυροκορδάτος, Α. Δανόπουλος, Κ. Λομβάρδος, Α. Αὐγερινὸς, Α. Γ. Πετιμεζᾶς, Α. Δημητριάδης, Ν. Λεώπουλος, Ἀντ. Γεωργαντᾶς, Σ. Βαλαωρίτης, Ι. Παπαζαφειρόπουλος καὶ Θ. Παπακώστας.
§3Ν. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω τὴν ἔκθεσιν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον;
§4ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§5ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Μεγαλειότατε, Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους μετ’ ἀγαλλιάσεως εἶδον τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα ἐν μέσῳ αὐτῶν. Πρὸς διευθέτησιν τῶν κοινῶν κατὰ τὰ φρονήματα καὶ τοὺς πόθους τοῦ Ἔθνους, προθύμως θέλομεν συμπράξει μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Μετ’ εὐχαριστήσεως ἔγνωμεν, ὅτι αἱ σχέσεις τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος μετὰ τῶν ξένων Δυνάμεων εἰσὶ φιλικαί. Ἄριστον δὲ μέσον, ὅπως αὗται ἔτι μᾶλλον κρατυνθῶσι καὶ ὠφελιμοποιηθῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι, εἶναι ὁμολογουμένως ἡ πρόοδος τοῦ τόπου. Διακαὴς πόθος τοῦ Ἔθνους ἀείποτε ὑπῆρξε τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας ἡ πλήρης ἀποκατάστασις. Μετὰ χαρᾶς δὲ ἄκρας βλέπομεν ταύτην ὁσημέραι παγιουμένην, διότι μετ’ αὐτῆς στενῶς συνδέονται τὰ ἠθικὰ καὶ ὑλικὰ τοῦ τόπου συμφέροντα. Μετὰ πολλοῦ ἐνδιαφέροντος θέλομεν ἀσχοληθῆ εἰς τὴν ἐμβριθῆ μελέτην τῶν ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ μνημονευομένων συμβάσεων καὶ νομοθετημάτων πρὸς αὔξησιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς πίστεως καὶ τῶν τῆς συγκοινωνίας μέσων, καὶ τῆς βελτιώσεως τῆς γεωργίας καὶ τῆς βιομηχανίας, ἐν οἷς τῳόντι κεῖται ἡ δύναμις, ἧς ἀπόλυτον ἔχομεν ἀνάγκην. Ἡ δὲ μεταβολὴ τοῦ ὑπάρχοντος καταπιεστικοῦ συστήματος τῆς στρατολογίας πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τοῦ Ἔθνους καὶ πρὸς δικαίαν καὶ ἀνεπαχθῆ διανομὴν τῆς τοῦ στρατεύεσθαι ὑποχρεώσεως θέλει θεραπεύσει σπουδαιοτάτην ἀνάγκην, ἣν ὁ τόπος ζωηρῶς αἰσθάνεται. Μετὰ ἴσης προθυμίας καὶ ζήλου θέλομεν ἐξετάσει καὶ ἐκτιμήσει τὰς ἐπενεχθείσας μεταβολὰς εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ὅπως διὰ τῆς ἰσοῤῥοπίας τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα ὁ προϋπολογισμὸς αὐτοῦ δυνηθῇ νὰ λάβῃ μείζονα πρόνοιαν περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ λαοῦ καὶ περὶ κρείττονος διαῤῥυθμίσεως τῆς διοικήσεως. Ἡ ὁμολογουμένη τάσις τοῦ Ἔθνους πρὸς τὴν πρόοδον, πεποίθαμεν μετὰ τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος, ὅτι θέλει ἐξομαλύνει τὰς δυσκολίας τοῦ ἔργου ἡμῶν καὶ διευκολύνει τὸν προορισμὸν τῆς ἡμετέρας πατρίδος. Εὐχόμεθα ὅπως ὁ Ὕψιστος διαφυλάττῃ τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα καὶ κρατύνῃ τὸν Συνταγματικὸν Θρόνον πρὸς δόξαν καὶ εὐημερίαν τῆς πατρίδος.
Ὁ πρόεδρος
Ν. Θ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ.
Ὁ εἰσηγητὴς
Ν. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ.
Τὰ μέλη Θ. Κανακάρης, Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος, Θ. Παπακώστας, Εὐστάθ. Ἡλιόπουλος.»
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ καὶ αὔριον θὰ συζητηθῇ.
§7ΤΙΝΕΣ. Τὴν Πέμπτην, κ. Πρόεδρε, καλλίτερα διὰ νὰ τὴν μελετήσωμεν καὶ ἡμεῖς.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά, τὴν Πέμπτην.
§9Δ. ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ (ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, καταθέτω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἄργους περὶ τοῦ φόρου τῶν μεταλλείων. Ἡ ἔκτασις τῶν δηλωθέντων μεταλλείων ἀναβαίνει εἰς 910,264 στρέμματα, ὁ δὲ φόρος εἰς δραχμὰς 27,370 89|00. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς μοὶ ἐζήτησεν ὡσαύτως τὰ ἀποτελέσματα τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, τῶν οἴνων τῶν νήσων κτλ. τὰ ἀποτελέσματα ὅμως δὲν εἶναι ὁποῖα εἶναι τὰ τῶν καπνῶν, ἀλλ’ ἴσως ἡ εἴσπραξις βελτιουμένη θὰ φέρῃ ἀποτελέσματα καλλίτερα· διότι κατὰ τὸ σύστημα τὸ ἄλλο ἐβεβαιώνοντο 83,660, ἀλλ’ ἐφέτος κατὰ τὸ νέον, εἰσεπράχθησαν μόνον 57,609. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀπὸ τὰ βεβαιούμενα πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν 25%, διότι τόσα καθυστεροῦν, οὐχ ἧττον ὅμως θὰ χρειασθῇ ὀλίγος κόπος διὰ νὰ τακτοποιηθῇ αὐτὸ τὸ σύστημα· νὰ τὸ δοκιμάσωμεν ἕνα χρόνον, δύω, καὶ ἔπειτα νὰ τὸ κρίνωμεν. Ἔρχομαι ἤδη νὰ ζητήσω πίστωσιν διὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον, διότι σᾶς εἶπον ὅτι δὲν εἴχομεν πίστωσιν παρὰ διὰ τρεῖς μῆνας· ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου ἡ Βουλὴ ἐξελέχθη ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν εἴχομεν λόγον νὰ ζητήσωμεν ἄλλην πίστωσιν διὰ Β. διατάγματος, ἀφήσαμεν δὲ αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν. Ζητοῦμεν λοιπὸν πίστωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἤδη ὑποβαλλομένου. Συγχρόνως ὑποβάλλεται καὶ νομοσχέδιον περὶ τῆς ἐλαττώσεως τῶν μισθῶν καὶ ἐπιμισθίων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων διὰ τὸ ἔτος 1873. Νομίζω ὅτι ἀκολούθως ἴσως λείψει τοῦτο. Ἔρχομαι ἤδη, κύριοι, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισίν σας τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1873, συνοδευόμενον μὲ τοὺς ἀναγκαίους ἀναλυτικοὺς πίνακας, μὲ προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1872, μὲ ἀπολογισμὸν προσωρινὸν τοῦ 1871 καὶ μὲ ἄλλας πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι θέλουν εὐχαριστήσει τὴν περιέργειαν τῶν κ. κ. βουλευτῶν. Ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν συζήτησιν ἔν τε τῇ Βουλῇ καὶ πρῶτον ἐν τῷ τμήματι νὰ δώσω ὅσας πληροφορίας καὶ ἐξηγήσεις μοῦ ζητήσωσι τὰ μέλη τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ τμήματος. Ἐπὶ τοῦ παρόντος περιορίζομαι νὰ εἴπω ὀλίγα ἐν εἴδει εἰσηγήσεως εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ἔχῃ μίαν ἰδέαν τίνι τρόπῳ κατηρτίσθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1873. Κύριοι, θέλω περιορισθῆ εἰς τὰ παρόντα, θέλω ἀποφύγει μετὰ πολλῆς προσοχῆς τὴν μέχρι πρὸ ὀλίγου συνειθισμένην μέθοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ κρίσεις τοῦ παρόντος ἔφερον τὸν χαρακτῆρα τῆς ἐπικρίσεως, ἢ ἂν θέλετε τῆς μομφῆς τοῦ παρελθόντος, καὶ οὕτω ἐπροκαλοῦντο συζητήσεις δυσμενεῖς, συζητήσεις ἄλλως τε ἄγονοι, διότι ποτὲ δὲν ὠφελήθη ὁ τόπος ἐξ αὐτῶν· ἀπεναντίας εἴδομεν ὅτι μοναδικὸς καρπὸς αὐτῶν ὑπῆρξε τὸ πνεῦμα τῆς ἀντιδράσεως, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν ἠδυνήθη νὰ καταβάλῃ ῥίζας ἐπὶ τοῦ τόπου καμμία ὀρθὴ μεταῤῥύθμισις. Ἐπεθύμουν, κύριοι, νὰ μὴ λάβω αὐτὸν τὸν δρόμον, ἀλλὰ νὰ λάβω τὸν ἐναντίον, ἤγουν νὰ μὴ ἐγκαταλίπω τὰ παρελθόντα· καὶ βεβαίως μία σύγκρισις τοῦ παρόντος μὲ τὸ παρελθὸν ῥίπτει μέγα φῶς εἰς τὰ πράγματα καὶ χρησιμεύει ὡς δίδαγμα σπουδαῖον τοῦ μέλλοντος· ἀλλὰ τίς ἡ πρακτικὴ ὠφέλεια, ἂν καὶ ἐγὼ ἤθελον ἔχει τὴν ἀτυχίαν νὰ ἀποπλανηθῶ εἰς μεμψιμοιρίας παρελθούσας, νὰ ἐγγίξω τυχὸν φιλοτιμίας προσώπων, ἐνῷ ἀπεναντίας εἶμαι βέβαιος ὅτι μεταχειριζόμενος τὴν ἀφελῆ γλῶσσαν τῆς εἰλικρινείας καὶ περιοριζόμενος εἰς πράγματα, θέλω δυνηθῆ νὰ πείσω τὴν Βουλὴν ὅτι εἶναι εἰς τὸ χέρι μας νὰ βελτιώσωμεν οἰκονομικῶς τὴν θέσιν μας καὶ νὰ βαίνωμεν οὕτω πρὸς τὰ πρόσω ἀπροσκόπτως, κατανικῶντες τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας καὶ προάγοντες τὰ καλὰ τοῦ τόπου μὲ μίαν καὶ μόνην βοήθειαν, τὴν ποίαν; μὲ ἓν πραγματικὸν καὶ ἐφικτὸν ἰσοζύγιον μεταξὺ ἐξόδων καὶ ἐσόδων; Ναί, κύριοι, ὁ παρὼν προϋπολογισμὸς δὲν ἔχει ἄλλην ἀρετὴν εἰμὴ ὅτι φέρει τὸ πραγματικὸν ἰσοζύγιον, πρὸς τὸ ὁποῖον ἀπέβλεψαν ὅλοι οἱ προκάτοχοι ὑπουργοὶ, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλέγομαι καὶ ἐγώ, καὶ ἀπέτυχον ἐκεῖνοι, ἀπέτυχον δὲ καὶ ἐγὼ μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι ἐγὼ καὶ ἐχλευάσθην ὡς παραλύσας τὴν ὑπηρεσίαν ἐξ ἀγνοίας, ἐξ ἀπειρίας. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, κύριοι, δὲν θέλετε ἀπαντήσει μεταῤῥυθμίσεις σπουδαίας, καθόσον ἀφορᾷ τὰς συνήθεις δαπάνας τοῦ Κράτους· θέλετε ὅμως εὕρει πανταχοῦ ὅτι κατεβλήθησαν μεγάλοι ἀγῶνες ἕως οὗ καταρτισθῇ τὸ ἰσοζύγιον. Πρὶν ἢ ἐξέλθωμεν, κύριοι, τῆς ἀγωνίας, εἰς τὴν ὁποίαν πᾶσα ἐξουσία εὑρίσκεται ὅταν δὲν ἔχῃ τὰ μέσα νὰ πληρώσῃ τὰς ὀφειλάς της ἐγκαίρως, ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει ἔχει τὸν καιρὸν νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν μεταῤῥυθμίσεων, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἐπιφέρῃ· ἕως τότε δὲν θέλει ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἠθικὴν δύναμιν νὰ λάβῃ αὐτὴν ἢ ἐκείνην τὴν διεύθυνσιν εἰς τὰς δαπάνας. Καὶ ἰδοὺ τίνι τρόπῳ ἐπροοδεύσαμεν, κύριοι, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον, σκοπὸν μέγαν, πολιτικὸν ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις καὶ ὠφέλιμον εἰς τὴν πατρίδα. Μόλις ἀρχήσαμεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ συντάξεως προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους καὶ εὐθὺς εὑρέθημεν ἀπέναντι ἑνὸς λίαν δυσχεροῦς διλήμματος, ἤγουν ἢ ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν τετριμμένην ὁδὸν καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὴν οἰκονομίαν τοῦ Κράτους, νὰ κυμαίνεται ἢ μᾶλλον νὰ κυλίεται εἰς ἀέναον χρεωκοπίαν, ἢ ἔπρεπε νὰ τολμήσωμεν, καὶ ἐπροτιμήσαμεν τὸ δεύτερον. Ναὶ, κύριοι, τὸ ἀδιάκοπον ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, μικρὸν ἢ μέγα ἀδιάφορον, ὡς ἄλλος ἐφιάλτης ἐπεκάθητο ἐπὶ τὰ στήθη τῶν πολιτευομένων, καὶ ἰδίως τῶν ἀναμιγνυομένων εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ δὲν μᾶς ἄφινε νὰ ἀνακύψωμεν οὐδὲ στιγμὴν· διὰ τοῦτο οὐδὲν ἄξιον λόγου ἔργον ἐξετελέσθη παρ’ ἡμῖν, καὶ τὸ φρόνημα τῶν διαχειριζομένων τὰ δημόσια πράγματα παρίστατο πάντοτε καταβεβλημένον, καὶ πολλοὶ ἐξ ἡμῶν ἐκατηγορήθημεν δωρεὰν ὡς ἀνίκανοι νὰ ὑψωθῶμεν, ὡς ἀπειρόκαλοι, ὡς ἄνθρωποι ἀναβλητικοῦ συστήματος, καὶ ἴσως ἴσως ὡς θαυμασταὶ τοῦ ταπεινοῦ, τοῦ γλίσχρου. Τὸ ἐνεστὸς ὑπουργεῖον δι’ αὐτὸν τὸν ἰσχυρὸν λόγον ἀπεφάσισε νὰ ἐξέλθῃ τοῦ πλημμελοῦς τούτου κύκλου μὲ πᾶσαν θυσίαν. Καὶ πρῶτον ἀνέκρινε τοὺς ὑπάρχοντας πόρους τοῦ Κράτους, καὶ τί εὗρε, κύριοι; Εὗρεν ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους μέχρι προχθὲς ἀνήρχοντο εἰς 31–32 ἑκατομμύρια· τὰ καθυστεροῦντα 3–3½ ἑκατομμύρια· τὸ ἔλλειμμα 3–3½ ἑκατομμύρια, κατὰ δὲ τὸ 1869 ἀνέβη εἰς 5 ἑκατομμύρια. Ἰδοὺ ποῖον μέγα ἔλλειμμα, κύριοι, ἐκλήθημεν νὰ ἐξαφανίσωμεν, νὰ μηδενίσωμεν. Ἐξ ἄλλου μέρους παρετηρήσαμεν, ὅτι καθ’ ἑκάστην νέαι ἀνάγκαι ἀναφύονται, ἐνῷ ἡ προϊοῦσα αὔξησις τῶν προσόδων δὲν εἶναι εἰς ἀναλογίαν μὲ τὰς ἀπαιτουμένας νέας δαπάνας. Καὶ δὲν δυνάμεθα, κύριοι, ὅλας νὰ τὰς παραγνωρίσωμεν, νὰ μὴ τὰς ἱκανοποιήσωμεν, καὶ εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην τάσσομεν πᾶν ὅ,τι ἔχει σχέσιν μὲ τὰς πρὸς τοὺς ξένους σχέσεις ἡμῶν. Γνωρίζετε, κύριοι, κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι εἰς τὸν παρόντα αἰῶνα αἱ ἐξωτερικαὶ σχέσεις εἶναι ἀδιασπάστως συνδεδεμέναι μὲ τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν τῶν ἐθνῶν καὶ μάλιστα τῶν μικρῶν. Ὀφείλομεν ἑπομένως, ἐὰν δὲν θέλωμεν νὰ κηρυχθῶμεν ἀπόκληροι, ἐὰν δὲν θέλωμεν νὰ καταδικασθῶμεν εἰς τὴν μόνωσιν, νὰ συμβαδίζωμεν μὲ τὰ ἔθνη ταῦτα εἰς τὴν πρόοδον τοῦ νέου πολιτισμοῦ, διὰ νὰ μὴ μείνωμεν πρὸς τοῖς ἄλλοις ἐκτὸς τῆς ἀλληλεγγύης, ἥτις συνδέει τὰ ἔθνη πρὸς ἄλληλα, τὰ συντηρεῖ καὶ τὰ μεγαλύνει. Ἡ Ἑλλὰς, κύριοι, κειμένη εἰς τὸν ὀμφαλὸν τῆς Μεσογείου εὑρίσκεται εἰς ἐπιμιξίαν καθημερινὴν μὲ ὅλα τὰ ἔθνη καὶ ἀπολαμβάνει ὅλων τῶν πλεονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα παρ’ αὐτοῖς παράγει ἡ τέχνη καὶ ἡ ἐπιστήμη· καὶ δὲν εἶναι δίκαιον λοιπὸν κάτι τι νὰ συνεισφέρῃ καὶ ἡ Ἑλλὰς εἰς ἀντάλλαγμα; τοὐλάχιστον ὅταν οἱ Εὐρωπαῖοι ἐπισκέπτωνται τὸν τόπον μας, εἴτε χάριν ἐμπορίου εἴτε δι’ ἄλλους λόγους, πρέπει νὰ εὑρίσκουν δρόμους, εὐκολύνοντας τὸ ἐμπόριον καὶ τὰς ἄλλας αὐτῶν σχέσεις. Ἐξ ἄλλου μέρους, κύριοι, ἡ ἐθνικὴ βιομηχανία παρ’ ἡμῖν καθ’ ἑκάστην ἀνδρίζεται καὶ καθίσταται ἀκάθεκτος· διὰ τῶν κεφαλαίων αὐτῆς καὶ διὰ τῶν ἀκαμάτων προσπαθειῶν της ἀνεγείρονται καθ’ ἑκάστην σπουδαῖα βιομηχανικὰ καταστήματα εἰς πολλὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὀφείλει βεβαίως τὸ δημόσιον νὰ προσφέρῃ εὐκολίας εἰς τὴν συγκοινωνίαν τοῦ βιομηχάνου μετὰ τοῦ γεωργοῦ, ὅστις παράγει τὰς πρώτας ὕλας καὶ ἔχει ἀνάγκην νὰ κυκλοφορῇ, νὰ καταναλίσκῃ αὐτὰς μὲ πᾶσαν εὐκολίαν. Δὲν δυνάμεθα, κύριοι, νὰ τὸ ἀρνηθῶμεν, ὄχι· πρέπει νὰ διασχίσωμεν τὴν χώραν μας μὲ δρόμους σιδηροῦς καὶ κοινούς· ἀλλὰ αὐτοὶ οἱ δρόμοι ἀπαιτοῦν κεφάλαια, ἀπαιτοῦν τόκους, καὶ ταῦτα καὶ τούτους πρέπει νὰ τοὺς ζητήσωμεν εἰς τοὺς πόρους τοῦ κράτους· καὶ ἰδοὺ ὅτι αἱ διαστάσεις τῶν χρηματικῶν ἀναγκῶν μας εὐρύνονται. Ἀλλὰ ποῦ εἶναι αὐτοὶ οἱ νέοι πόροι, οἱ ὁποῖοι καὶ τὸ ὑπάρχον ἔλλειμμα θὰ μηδενίσωσι καὶ τὰς ἄλλας ἀνάγκας θὰ ἀπαντήσωσι; Τὸ ἐνεστὸς ὑπουργεῖον ἔκαμεν ἴδιον μέλημα τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου· ἐσκέφθη, ἐὰν ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ αὐτοὺς τοὺς πόρους εἰς τὰς οἰκονομίας, ἢ εἰς δάνεια, ἢ εἰς φόρους, καὶ ἀπεφάσισεν ὅτι εἰς ὅλα τὰ μέσα ἔπρεπε νὰ προσφύγῃ, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ προτιμῶνται τὰ ὀλιγώτερον ἐπαχθῆ καὶ ἐκεῖνοι οἱ πόροι, οἱ ὁποῖοι ἀντὶ νὰ βλάπτουν θέλουν ὠφελεῖ, θέλουν ἐνισχύει τὴν ἐθνικὴν δραστηριότητα· ἐκρίθη ὅμως ἀπαραίτητον νὰ μὴ γείνῃ προσφυγὴ εἰς κανένα ἄλλον νέον πόρον πρὶν ἢ ἐξαντληθῇ ὁ παντοδύναμος, ὁ ἠθικώτατος πόρος, ὁ πόρος τῶν οἰκονομιῶν· μόνον ἀφ’ οὗ μία κυβέρνησις ἐπήνεγκεν ὅλας τὰ δυνατὰς οἰκονομίας εἰς τὰς δαπάνας της, τότε ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ φόρους, νὰ ζητήσῃ δάνεια. Ἀλλὰ πρὸ τούτου διὰ νὰ ὁρισθῇ τὸ ποσὸν τῶν νέων πόρων, οἱ ὁποῖοι ἀπαιτεῖται νὰ ἐξευρεθῶσιν, ἔπρεπε νὰ συμβουλευθῶμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κράτους διὰ τὸ 1873. Ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος, κύριοι, ὅπως συνετάχθη τὸ κατ’ ἀρχὰς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1872, ἀνήρχετο εἰς 37, 889,000 δραχμὰς, ἀφαιρουμένων δὲ ἐξ αὐτῶν τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι διὰ τὸ 1873 καθίσταντο περιτταὶ, περιωρίσθη εἰς 37,400,000 δραχμάς. Ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα. Ἐνταῦθα ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐνδιατρίψω πρὸς στιγμὴν διὰ νὰ σᾶς προειδοποιήσω, ὅτι αἱ πρόσοδοι τοῦ κράτους μέχρι τοῦ 1870 ἔδιδον, καθὼς προεῖπον, 31–32 ἑκατομμύρια δραχ. ἓν καθυστέρημα ἀπὸ 3–3½ ἑκατομμύρια περίπου, καὶ ἓν ἔλλειμμα ἀπὸ 3–3½ ἑκατομμύρια ἐπίσης· ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1871 ἡ φάσις ἡ οἰκονομικὴ τοῦ τόπου μας ἤλλαξε. Κατὰ τὸ 1871 αἱ πρόσοδοι τοῦ κράτους ἀνέβησαν εἰς 35,273, 000, καὶ ἀφαιρουμένων τῶν ἐκτάκτων, αἱ ὁποῖαι ἦσαν 969,000 ἐκ τῶν προκαταβολῶν, 507,000 ἐξ ὑπερτιμήσεως μετοχῶν, περιωρίσθησαν εἰς 33,797,000. Τὸ 1872 ἠκολούθησε καὶ ἀκολουθεῖ τὴν ἰδίαν πορείαν· μέχρι τοῦδε ἔκλεισεν ἡ προσωρινὴ χρῆσις τοῦ ἔτους τούτου μὲ εἰσπράξεις 30,425,000, προϋπολογίζονται δὲ μέχρι τῆς λήξεως τοῦ χρήσεως εἰσπράξεις ἕτεραι 5,261,000· ἀφαιρουμένων δὲ ἐξ αὐτῶν τῶν ἐκτάκτων, περιορίζονται εἰς 34,413,000. Βλέπετε, κύριοι, πόσῃ μεγάλη ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς μιᾶς περιόδου καὶ τῆς δευτέρας. Καὶ ἡ διαφορὰ αὕτη δὲν εἶναι τυχαία, διότι ἐν πρώτοις ἡ διαφορὰ στηρίζεται εἰς τὴν αὔξησιν τῶν προϊόντων τῆς γῆς, ἡ ὁποία εἶναι σημαντική· δευτέρα διαφορὰ προκύπτει ἐκ τῶν εἰσπράξεων· αἱ εἰσπράξεις διὰ πολλοὺς λόγους καὶ ἰδίως διὰ τοῦ νόμου, ὅστις ἐψηφίσθη τὸ 1871 καὶ εἶναι τῷ ὄντι νόμος δραστήριος, αἱ εἰσπράξεις, λέγω, προώδευσαν τόσον, ὥστε τὰ καθυστερούμενα δὲν εἶναι πλέον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἄφιναν αἱ προλαβοῦσαι χρήσεις, οὔτε τὰ ἐλλείμματα. Τὸ ἔλλειμμα δὲ τοῦ 1871 ἀνέρχεται εἰς 1,300,000. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1872 ὑπολογίζεται εἰς 1,900,000, ἢ εἰς 2,000,000. Ἐπρόκειτο λοιπὸν νὰ λάβωμεν ὡς βάσιν ἢ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν προηγουμένων ἐτῶν, ἢ τὸν προϋπολογισμὸν ἢ τὴν κατάστασιν μᾶλλον τῶν προσόδων τοῦ 1871 καὶ 1872. Ἐπροτιμήσαμεν τὸ δεύτερον, διὰ τὸν λόγον τοῦ ὅτι τὰ στοιχεῖα, ἐξ ὧν σύγκεινται δὲν εἶναι, δὲν φαίνονται μὲν διαρκῆ, διότι ἀκόμη δὲν ἔχουν τὴν φραγίδα τῆς μεγάλης διαρκείας, εἶναι ὅμως ἀρκετὰ πιθανὸν ὅτι θὰ διαρκέσουν. Καὶ βλέπομεν, κύριοι, εἰς διάστημα αὐτῶν τῶν 4–5 μηνῶν ὅπου διανύομεν, ὅτι καὶ τὸ 1873 βαδίζει τὴν αὐτὴν ὁδόν. Συνετάξαμεν λοιπὸν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1873 ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐτῶν 1871 καὶ 1872, ἔχοντες πάντοτε ὑπ’ ὄψιν τὴν πρόοδον, μὲ τὴν ὁποίαν βαδίζει τὸ 1873. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν λοιπὸν τοῦτον, τὸ ἔτος 1873 ἀναβιβάζεται εἰς 35,900,000 ἐσόδων. Εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς ὅμως αὐτοῦ τοῦ ἔτους προσετέθησαν 500,000 ἐκ τοῦ ἐσόδου τοῦ Λαυρίου, οὐχὶ τῶν ἐκβολάδων, ἀλλὰ τῶν 30%, τὰς ὁποίας λαμβάνομεν ἐπὶ τῶν σκωριῶν καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν διαφιλονεικοῦνται πλέον εἰς τὸ δημόσιον, καθὼς πρότερον· προσετέθησαν δὲ καὶ ἕτεραι 500,000 ἀπὸ τὰ ἔλαια τῆς Ἑπτανήσου, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐξάγονται ὅπως καὶ κατὰ τὸ 1871, καὶ κατὰ πᾶσαν διετίαν· προσετέθησαν ἐπίσης καὶ ἄλλαι 500,000 ἀπὸ διαφόρους ἄλλας προσόδους καὶ τοιουτοτρόπως ἐσχηματίσθη ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἀνεβιβάσθη, ὡς ἐῤῥέθη, εἰς δραχμὰς 35,937,000. Ἀλλὰ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα προϋπελογίσθησαν εἰς τὴν ἀρχὴν, ἡ διαφορὰ ἔμενε μεγάλη, ἔμενεν 1,663,000 ἔλλειμμα. Τότε, κύριοι, ἐῤῥίφθημεν εἰς τὰς οἰκονομίας, καὶ αἱ οἰκονομίαι αὐταὶ μᾶς ἔδωκαν σπουδαῖον ποσὸν ἐξ 1,413,000 διὰ τὸ 1873, ἐνῷ διὰ τὸ 1874, ὅταν λογίσωμεν δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος τὰς ἐλαττώσεις, αἱ οἰκονομίαι ἀναβιβάζονται εἰς 1,857,000· ἀλλὰ καὶ πάλιν ἔμενεν ἓν ἔλλειμμα ἐκ 200 περίπου χιλιάδων. Τότε, κύριοι, ἐδανείσθην καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὸν προκάτοχόν μου τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἐπρόφθασε νὰ ἐπιψηφισθῇ, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλει ἐπιψηφισθῆ μετ’ ὀλίγον, διότι πρόκειται οὐχὶ περὶ αὐξήσεως προσόδων ἀλλὰ περὶ αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἅλατος ἀπὸ 10 εἰς 15 λεπτὰ, διὰ νὰ κατασταθῶσιν ἁλαταποθῆκαι ὅσον ἔνεστι πλειότεραι, πρὸς κοινὴν ὠφέλειαν· τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διὰ τὸ 1873 δίδει 200 χιλιάδας δραχμὰς πρόσοδον. Καὶ τοιουτοτρόπως, κύριοι, ἐπληρώθη τὸ ἔλλειμμα καὶ κατεστάθη πλῆρες ἰσοζύγιον (ψιθυρισμοί). Ἀλλὰ μὴ βιάζεσθε, ἀκόμη κάτι τι ἔχω νὰ σᾶς εἴπω.
§10ΤΙΝΕΣ. Λέγετε.
§11ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Εἰς τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας ἐκλείσθη μία σύμβασις μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ δημόσιον ὠφελεῖται ἓν ἑκατομμύριον διακοσίας τόσας χιλιάδας δραχμὰς κατ’ ἔτος, καὶ ἂν θέλετε νὰ σᾶς εἴπω ἀκριβῶς, 1,376,000. Αὐτὴ ἡ σύμβασις ἔγεινε μεταξὺ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἑτέρα μεταξὺ τῆς Πιστωτικῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὕτως αἱ δαπάναι τοῦ δημοσίου ἐλαττοῦνται κατὰ δραχμὰς 1,376,000· τὸ δὲ ἀναλογοῦν εἰς τὸ 1873 ἐξ αὐτῆς τῆς ὠφελείας ἀναβαίνει εἰς 500 χιλιάδας. Ὥστε ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1873 παρουσιάζει περίσσευμα, κύριοι, καθαρὸν 500 χιλιάδας δραχμάς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ἆραγε νὰ ψευσθῶσιν ἐν μέρει οἱ ὑπολογισμοὶ, αἱ ἐκτιμήσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου, καὶ νὰ εὑρεθῇ ἔλλειμμα ἀντὶ περισσεύματος; Κύριοι, τὸ ὑπουργεῖον ἔκαμεν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ κάμῃ διὰ νὰ φέρῃ ἕνα προϋπολογισμὸν στηριζόμενον εἰς βάσεις σταθεράς· ἀλλ’ ἐνδέχεται νὰ συμβῶσι περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ μέρος νὰ δείξωσι λανθασμένους τοὺς ὑπολογισμούς. Καὶ ἐκτὸς τούτου νομίζετε, ὅτι δὲν ὑπάρχει καὶ κἀμμία ἄλλη δαπάνη ἀπαιτητή; Μίαν πίστωσιν σᾶς ἔφερεν ὁ προκάτοχός μου ὑπουργὸς καὶ τὴν ἀφήσατε ἐκκρεμῆ. Μετ’ ὀλίγον, κύριοι, θὰ παρουσιασθῶσι καὶ ἄλλαι δαπάναι, ὁποῖαι εἶναι ἐκεῖναι τοῦ σιδηροδρόμου· θὰ χρειασθῇ δι’ αὐτὸν εἰς πρώτην δόσιν νὰ πληρωθῇ τὸ τρίτον μέρος τῆς συμφωνίας ἐκ δραχμῶν 5,000,000. Ἀλλὰ μὴ σᾶς ἀνησυχοῦν ταῦτα· τὰ 5,000,000 φέρουν τόκον μόνον 300,000, καὶ τόσον ποσὸν οἰκονομεῖται εὐκόλως. Ἀντὶ τούτων ὅμως ἔχει τὸ δημόσιον τὴν προϊοῦσαν αὔξησιν τῶν προϊόντων· ἔχει τὴν ἀνιοῦσαν αὔξησιν τῶν ἐσόδων· ἔχει τὴν εὐκολίαν τὴν ὁποίαν δύω, τρεῖς τράπεζαι νεοσυστηθεῖσαι δίδουν εἰς τὴν κυκλοφορίαν τοῦ χρηματικοῦ· ἓν μέσον τὸ ὁποῖον θὰ εὐκολύνῃ τοὺς φορολογουμένους νὰ πληρώσουν καὶ νὰ ἀνταλλάσσουν τὰ προϊόντα των. Ἔχει προσέτι τὰς εὐκολίας, τὰς ὁποίας περιμένει ἀπὸ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ὁδοποιΐας· ἔχει, τὸ μεγαλεῖτερον, ἓν εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον προσδοκᾷ ἀπὸ τὰς ἐκβολάδας, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου οὐδεμία γίνεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ μνεία· καὶ ὅμως εἶναι μία πρόσοδος βεβαία, ἀληθής. Ἐπεθύμουν, κύριοι, νὰ εἶχα τὴν εὐφυΐαν καὶ τὴν τύχην ἑνὸς προκατόχου ὑπουργοῦ, ὅστις εἰς τοιαύτην τινὰ περίστασιν, ἀφοῦ περιέγραψε τὸ δυσχερὲς μέρος τῆς ὁμιλίας του, μᾶς ἔπιασεν ἀπὸ τὸ χέρι καὶ μᾶς ὡδήγησεν εἰς ἕνα τεχνητὸν παράδεισον, ὅπου μᾶς ἔδειξεν ἀποκείμενα 4,000,000 γαιῶν, 100,000,000 κεφάλαια, 6,000,000 τόκους καὶ τόσα ἄλλα. Ἀλλ’ αὐτὰ δὲν εἶναι, κύριοι, προνόμια παντὸς, «οὐ παντὸς πλεῖν ἐς Κόρινθον». Ἀλλ’ ἐὰν μὲ βιάσητε, ἔχω καὶ ἐγὼ κάτι τι νὰ σᾶς προσφέρω ἀντὶ τούτου (ἱλαρότης)· ἔχω εἰς μίαν γωνίαν τοῦ Λαυρίου μίαν ὠφέλειαν βεβαίαν ἀπὸ 3 ἕως 4 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα πιστεύω ὅτι θὰ περιέλθουν εἰς τὸ δημόσιον. Ἐὰν μοὶ ἐπετρέπετο νὰ κάμω ἀκόμη καὶ μίαν μικρὰν προφητείαν, ἠμποροῦσα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ 1874 ὁ προϋπολογισμὸς θὰ δώσῃ 3 ἑκατομμύρια περίσσευμα κατὰ τὴν γνώμην ἑνὸς ἀνωτέρου ὑπαλλήλου, 2½ δὲ ἑκατομμύρια κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι τὸ οἰκονομικὸν μέλλον τοῦ τόπου μας εἶναι πλῆρες ἐλπίδων· καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὸν παραμικρὸν δισταγμὸν περὶ τῆς ἐπιτυχίας τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ὅλα ἡ Βουλὴ βλέπει ὅτι στηρίζονται εἰς ὅσον ἔνεστιν ἀσφαλεῖς ὑπολογισμούς. Θὰ ἔχωμεν λοιπὸν ἓν μέλλον οἰκονομικὸν λίαν εὐάρεστον, ἀρκεῖ νὰ ἐνισχύωμεν τὰ παραγωγικὰ ἔργα διὰ τῆς πεφωτισμένης τέχνης καὶ διὰ τῆς ἐπιστήμης, καὶ ποτὲ νὰ μὴ ἐγκαταλείψωμεν, κύριοι, τὴν οἰκονομίαν· ἀλλὰ ποίαν οἰκονομίαν; τὴν αὐστηρὰν οἰκονομίαν.
§12Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὴν καλὴν διοίκησιν.
§13ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Βλέπω, κύριοι, μερικὰς φυσιογνωμίας καὶ ἀναγινώσκω ἐπ’ αὐτῶν ἀνησυχίας καὶ ὡς νὰ μοὶ ἔλεγον, μᾶς ὁμιλεῖς, κύριε ὑπουργὲ, περὶ οἰκονομίας καὶ αὐστηρᾶς οἰκονομίας, ὡς ἐὰν οἱ ἄλλοι νὰ μὴ ἐσκέφθησαν περὶ οἰκονομίας, ὡς ἐὰν, ὁσάκις ἐδῶ γείνῃ λόγος, δὲν τίθεται ἐμπρὸς ἡ οἰκονομία. Δὲν τὸ ἀρνοῦμαι, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ περὶ αὐτῆς τῆς οἰκονομίας, ὅπως οὐδεὶς οἰκονομολόγος ὡμίλησε περὶ τῆς οἰκονομικῆς συνταγῆς, τὴν ὁποίαν ἐφιλοδώρησεν ὁ Νερούας ἢ Νέρβας εἰς τὸν Ἵππαρχον, πατέρα τοῦ Ἡρώδου τοῦ Ἀττικοῦ. Οἰκονομία, κύριοι, ἡ ὁποία μᾶς ἐβάρυνε μὲ τόκους, μὲ χρεώλυτρα, μὲ δάνεια, μὲ φόρους· οἰκονομία, ἡ ὁποία μᾶς κατέστρεψε τὰς ἠθικὰς ἐγγυήσεις καὶ μᾶς ἄφησε μόνον τὰς ὑλικὰς, τὰς ὁποίας ἔχει καὶ ὁ τελευταῖος χρεωκόπος· οἰκονομία, ἡ ὁποία δὲν μᾶς ἐπέτρεψε νὰ ἔχωμεν ἕνα μικρὸν στόλισκον, ἕνα μικρὸν στρατόν· οἰκονομία, ἡ ὁποία μᾶς ἀναγκάζει νὰ πληρόνωμεν ἐτησίως τόκους καὶ χρεώλυτρα ὀκτὼ ἕως ὀκτὼ καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια· αὐτὴ δὲν εἶναι οἰκονομία! Καὶ ἂν ἐπιμένετε νὰ τὴν ὀνομάζητε οἰκονομίαν, ἐγὼ τὴν ἀποκαλῶ κακὴν οἰκονομίαν, διὰ νὰ μὴ τὴν ὀνομάσω σπατάλην. Οἰκονομίαν ἐγὼ ἐννοῶ ἐκείνην, ἥτις διέκρινε καὶ ἐπλούτισεν ἕνα Βοῦρον Δεκόζην, ἕνα Σκουζὲν, ἕνα Δημήτριον Βαφιαδάκην, ἕνα Πρώϊον καὶ τόσους ἄλλους, τοὺς ὁποίους ἡ γεροντική μου ἡλικία δὲν μοῦ συγχωρεῖ νὰ ἀπομνημονεύσω αὐτὴν τὴν στιγμήν.
§14Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸν Πατούσαν.
§15ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Καὶ ἂς μὴ ἔλθῃ κἀνεὶς νὰ μοὶ εἴπῃ αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ὅτι ἡ ἰδιωτικὴ οἰκονομία δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὸ δημόσιον. Κύριοι, δὲν ὑπάρχουν εἰς τὸν κόσμον δύω οἰκονομίαι, ὅπως δὲν ὑπάρχουν καὶ δύω ἀλήθειαι. Ὁ διάσημος πρίγκηψ, ὁ Εὐγένιος, τοῦ ὁποίου τὴν φήμην μᾶς παραπέμπει ἡ ἱστορία ὡς ἀνδρὸς οὐ μόνον στρατηγικωτάτου ἀλλὰ καὶ διοικητικωτάτου, συνεβούλευσε Κάρολον τὸν ϛʹ. νὰ ἀκολουθῇ τὰς γνώμας τῶν ἐμπόρων εἰς τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν του πραγμάτων, de suivre les avis des négociants dans l’ administration de ses finances. Δὲν ἔχω, κύριοι, τίποτε νὰ προσθέσω· ἀφίνων τὸ βῆμα, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ ὅσον τάχιον τὸν προϋπολογισμόν. Ἂς φέρῃ ὅσας ἐγκρίνει μεταβολάς, ἐὰν εὕρῃ ὀρθάς· ἐγὼ δὲν θέλω εἶμαι δύσκολος νὰ παραδεχθῶ καὶ πάσας ἄλλας ἐλαττώσεις.
§16ΤΙΝΕΣ. Ἄ! βέβαια! δὲν ἀρκοῦν αὐταί.
§17ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Πᾶσα ἀναβολὴ εἶναι ἀπώλεια χρόνου πολυτίμου, εἶναι ζημία πολλῶν χιλιάδων δραχμῶν.— Κύριε πρόεδρε, σᾶς ὑποβάλλω τὰ νομοσχέδια τῶν τε ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθὼς καὶ τοὺς ἀναγκαίους σχετικοὺς πίνακας (τὰ καταθέτει εἰς τὸ Προεδρεῖον).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, τὰ ἔξοδα τὰ ἔχετε ἀνυπόγραφα (τὰ ὑπογράφει ὁ κ. ὑπουργός).
§19ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευταί, ὑποβάλλω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον περὶ ἐνόρκων. Ὁ νόμος ὁ διέπων σήμερον τὰ ὁρκωτικὰ δικαστήρια εἶχεν ἀνάγκην πρὸ πολλοῦ πλείστων διορθώσεων καὶ βελτιώσεων. Ἡ κοινωνικὴ κατάστασις ἡ σημερινὴ δὲν ἔχει κἀμμίαν ὁμοιότητα μὲ τὴν κατάστασιν τοῦ 1833, καθ’ ὃ ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐψηφίσθη, καθὼς περιπλέον καὶ ἡ κατάστασις τῶν παρεπομένων ἐτῶν ἀπὸ τοῦ 1833, ὅτε νόμοι τινὲς ἐψηφίσθησαν περὶ ἐνόρκων, οἱ ὁποῖοι κατὰ μέγα μέρος ἀπέτυχον ἕνεκα τῆς κακῆς ἐκλογῆς τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐνόρκων· περιπλέον δὲ σήμερον δὲν ἐπαρκοῦν πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς κοινωνίας τὰ προσόντα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχον οἱ προηγούμενοι νόμοι τάξει διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐνόρκων. Κατὰ συνέπειαν ἦλθεν ἡ ἀνάγκη νὰ ταχθῶσι νέα προσόντα ἀνάλογα πρὸς τὰς ἀναπτυχθείσας διανοίας ἐν τῷ τόπῳ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δύω σκοποὺς λοιπὸν ἔχει· α) νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν ὁρκωτικὴν δικαιοσύνην διὰ καλλιτέρων προσώπων, β) νὰ διευκολύνῃ τὴν ἐκλογὴν καλλιτέρων ἐνόρκων δι’ ἐξασφαλίσεων τοιούτων, αἱ ὁποῖαι νὰ ἀποσοβήσωσι πλέον ὅλας ἐκείνας τὰς ἀταξίας, αἵτινες ἔλαβον χώραν μέχρι τοῦδε κατὰ τὴν ἐκλογὴν ἕνεκα τῆς πλημμελοῦς διαδικασίας τῆς διοικητικῆς, κατόπιν τῆς ὁποίας προέρχεται τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀναδείξεως τῶν ἐνόρκων. Τοιοῦτον εἶναι τὸ νομοσχέδιον· τὰς λεπτομερείας θέλετε τὰς πληροφορηθῇ καὶ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐκ τῆς ἐκθέσεως.
§20ΠΕΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶναι τοῦ νομοσχεδίου ὑπάρχει ἡ ἀντιμισθία;
§21ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ἀνεβιβάζεται εἰς 6 δραχμάς. Ἐπιθυμεῖτε νὰ ἀναγνωσθῇ; εἶναι μακρόν.
§22ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι· εἶναι περιττόν.
§23ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δεύτερον, νομοσχέδιον περὶ τῶν εἰρηνοδικῶν τοῦ Κράτους. Ἠξεύρετε πόσον σπουδαία εἶναι διὰ τὸν λαὸν ἡ δικαστικὴ ὑπηρεσία τῶν εἰρηνοδικῶν. Ἐν καιρῷ τῷ δέοντι, κατὰ τὴν συζήτησιν, θέλω εἰπεῖ περισσότερα παρ’ ὅσα μοῦ ἐπιτρέπεται τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ εἴπω περὶ τούτου. Τὰ εἰρηνοδικεῖα ἔχουσιν ἀνάγκην, κύριοι, στερεοποιήσεώς τινος πλέον, καὶ ἔχουσιν ἀνάγκην περιπλέον νὰ περιέλθωσιν εἰς τὰς χεῖρας ἀνδρῶν διακρινομένων ἐπὶ ἱκανότητι καὶ ἀρετῇ. Τάσσονται λοιπὸν προσόντα αὐστηρὰ τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ τῶν γραμματέων, προσδιορίζεται μισθοδοσία ἀνάλογος, κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον, πρὸς ἕνα δικαστήν, καὶ δικαστὴν ἀπονέμοντα δικαιοσύνην εἰς τὸ πλεῖστον μέρος τῆς κοινωνίας, καὶ προβλέπονται διάφοροι ἄλλαι διατάξεις ἐξασφαλίζουσαι, κατὰ τὴν κρίσιν μου, κατὰ πολὺ τὴν τύχην τῶν δημοσίων αὐτῶν λειτουργῶν τῆς δικαιοσύνης καὶ καθιστῶσαι αὐτοὺς ἂν οὐχὶ ἰσοβίους, ὡς ἔγγιστα ὅμως ἀμεταθέτους.
§24ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Εἶναι καὶ τὸ εἰρηνοδικεῖον Μυλάοντος, τὸ ὁποῖον συνεστήθη προχθές;
§25ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τρίτον, νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν περὶ ληξιαρχικῶν βιβλίων ἄρθρων τοῦ ἀστικοῦ νόμου. Γνωρίζετε, κύριοι, πόσον μεγάλην ἀξίαν ἔχουσιν αἱ ληξιαρχικαὶ πράξεις καὶ πόσον ἐπηρεάζει αὕτη ὄχι μόνον τὰς σχέσεις τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, ἀλλὰ περιπλέον καὶ τοῦ δημοσίου δικαίου. Διὰ τοῦτο βλέπομεν τοσαῦτα παρατράγωδα, περὶ τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ πολλάκις ἐδίκασεν. Εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους καθεκάστην ἀπαντῶμεν ἀνήλικα τέκνα, διότι δὲν ἔχομεν ληξιαρχικὰ βιβλία. Τοὺς παρήλικας κάμνουν ἀνηλίκους, καὶ τοὺς ἀνηλίκους παρήλικας εἰς τὴν στρατολογίαν, διότι δὲν ἔχομεν ληξιαρχικὰ βιβλία. Περιττὸν νὰ ἐκθέσω ἤδη τὰ αἴτια, διὰ τὰ ὁποῖα ἀπέτυχον τὰ ληξιαρχικὰ βιβλία. Ὁ νομοθέτης πρὸ πολλοῦ ἔπρεπε νὰ φροντίσῃ νὰ εὕρῃ μέσα καὶ τρόπους, διὰ τῶν ὁποίων τέλος πάντων νὰ φθάσῃ μίαν ἡμέραν ἡ κοινωνία νὰ ἔχῃ τὰς ἀποδείξεις τῶν διαφόρων καταστάσεων τοῦ ἀνθρωπίνου βίου. Τοῦτο ἀποβλέπει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγω. Μεταβάλλονται τὰ ἄρθρα 30, 31, 32 καὶ 33 τοῦ ἀστικοῦ νόμου, χωρὶς διόλου νὰ μεταβληθῇ ἡ οἰκονομία τοῦ ὅλου νόμου, καὶ ἀντικαθίστανται δι’ ἄλλων ἄρθρων, διὰ τῶν ὁποίων ἀναπληροῦνται αἱ ἐλλείψεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἐπέφερον τὸ ἀποτέλεσμα, ὥστε νὰ μείνουν εἰς ἀχρηστίαν αἱ περὶ ληξιάρχων διατάξεις τοῦ ἀστικοῦ νόμου. Κατὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω μίαν ἀλήθειαν. Βοηθὸς μοί ἐγένετο ἡ ἑπτανησιακὴ νομοθεσία. Οἱ ἱερεῖς καλοῦνται διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ βοηθοὶ τῶν ληξιάρχων. Ἐλπίζω δὲ οὕτω ἐντὸς ἑνὸς ἔτους νὰ ἔχωμεν ληξιαρχικὰ βιβλία. Διὰ τοῦ ἰδίου νομοσχεδίου δημιουργεῖται μικρός τις πόρος ὑπὲρ τῶν ἱερέων, οἱ ὁποῖοι θὰ συντάττουν τὰς ἐκθέσεις τῶν γεννήσεων, τῶν γάμων καὶ τῶν ἀποβιώσεων. Κύριοι, εἰσάγω ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σχέσιν ἔχει μὲ τὸ προηγούμενον περὶ ληξιαρχικῶν πράξεων, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον εἶναι προσωρινὸν, τοὐτέστιν ἅπαξ θὰ ἐκτελεσθῇ, καὶ ἡ ἐκτέλεσίς του καὶ ἡ ἐνέργειά του καὶ τὰ ἀποτελέσματά του θὰ διαρκέσουν ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη. Καὶ ἄλλοτε ἤκουσα εὐχὰς παρ’ ὅλης τῆς κοινωνίας, καὶ ἤδη ἔναυλοι ὑπάρχουσιν εἰς τὰ ὦτά μου αἱ ζωηραὶ εὐχαὶ, τὰς ὁποίας ἐξέφρασεν ἡ Βουλὴ περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου. Ἐὰν σήμερον εἴχομεν ληξιαρχικὰ βιβλία, ἀφεύκτως ἤθελε παύσει ἡ κακοήθεια ἡ ἐνεργουμένη κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, καὶ δὲν ἠθέλομεν βλέπει τὰ νήπια νὰ ἐκτελῶσι τὴν ὑψηλοτέραν λειτουργίαν τῆς κοινωνίας, νὰ ἐκλέγωσι τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους. Ἀλλὰ δυστυχῶς ληξιαρχικὰ βιβλία δὲν ἔχομεν. Ἀνάγκη πᾶσα λοιπὸν νὰ λάβωμεν προσωρινόν τι μέτρον, ὥστε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θ’ ἀποκτήσωμεν, ἀφοῦ λάβωμεν τὰ ληξιαρχικὰ βιβλία καὶ τὸ ὁποῖον μόλις καὶ μετὰ βίας μετὰ εἰκοσαετίαν θὰ ἔχωμεν διὰ τὰς ἐκλογάς, νὰ δυνηθῶμεν διὰ προσωρινοῦ νόμου νὰ τὸ ἀποκτήσωμεν πλῆρες. Ἐπενοήθη λοιπόν, κύριοι, καὶ ὁμολογῶ ὅτι ἡ ἐπινόησις δὲν ἦτον ἰδική μου, ἀλλὰ τῆς διανοίας τοῦ κ. Προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν διὰ προσωρινοῦ τινος νόμου ν’ ἀπογραφῶσιν ὅλοι οἱ παῖδες οἱ ἄῤῥενες οἱ μέχρι τοῦ εἰκοστοῦ ἔτους τῆς ἡλικίας. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τίθεται ἓν σημεῖον ἀμετάθετον, ἀμετακίνητον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον δυνάμεθα ἀναχωροῦντες νὰ εὑρίσκωμεν τὴν ἡλικίαν ὅλων τῶν παίδων. Ὑποθέσατε, ὅτι παρουσιάζεται νεανίας, ὁ ὁποῖος εἶναι 18 ἐτῶν, ἐγγράφεται εἰς τοὺς καταλόγους, καὶ ἐγγράφεται παρανόμως, διότι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ψηφιφορήσῃ τοιαύτην ἔχων ἡλικίαν. Ἐὰν ἔχωμεν κατάλογον βεβαιοῦντα τὴν ἡλικίαν ὅλων τῶν παίδων τῶν ἀῤῥένων μέχρι τοῦ 20 ἔτους, τότε ὁ κατάλογος αὐτὸς θέλει μᾶς χρησιμεύσει ὡς ὁδηγὸς διὰ νὰ πεισθῶμεν ὅτι ὁ νεανίας ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἡ ἀδιακρισία τοῦ δημάρχου ἐσημείωσεν ἐντὸς τῶν καταλόγων, δὲν ἔχει τὴν νόμιμον ἡλικίαν. Τοῦτο θὰ χρησιμεύσῃ ἀκόμη περισσότερον, καθόσον ἡ ὁριστικότης τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων κατὰ δυστυχίαν καλύπτει ὅλας αὐτὰς τὰς ἀσχημίας, ἐνῷ ἐὰν ἤθελεν ὑπάρχει τοιοῦτος κατάλογος, ἤθελε χρησιμεύσει ὡς ἀπόδειξις τῆς αὐθαδείας καὶ τοῦ δόλου τοῦ δημάρχου. Σήμερον, κύριοι, ὅλαι αὗται αἱ ἀνομίαι παρέρχονται ἀπαρατήρητοι, καὶ ὄχι μόνον παρέρχονται ἀπαρατήρητοι, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἐλάχιστον, ἀλλὰ διαβαίνουν ἀπὸ τὰ ὄμματα τῆς κοινωνίας, ἥτις γίνεται θῦμα αὐτῶν· διαβαίνουν ἀτιμωρητὶ, διότι τὰ δικαστήρια ὅλα εἶπον, ὅτι αἱ τοιαῦται παρανομίαι δὲν προβλέπονται ἀπὸ τὸν ἐκλογικὸν νόμον. Ἡ Συνέλευσις ἐθεώρησεν ἀδύνατον τὴν ἀνακάλυψίν των, καὶ διὰ τοῦτο, ἂν καὶ ἐγένετο μακρὰ συζήτησις, δὲν ἀπέληξεν αὕτη εἰς κἀμμίαν ποινικὴν κύρωσιν. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον τὰ δικαστήρια εἶπον, ὅτι ὅλαι αὗται αἱ πανουργίαι εἶναι ἀνέγκλητοι. Νομίζω λοιπὸν ὅτι τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον—καὶ τὰ καθέκαστα αὐτοῦ ἰδίως θὰ σᾶς πείσουν, ἔτι δὲ μᾶλλον θὰ σᾶς πείσῃ ἡ ἔκθεσις—εἶναι ἀπαραίτητον, διότι ἡ ἀνάγκη του εἶναι ἀποδεδειγμένη, καὶ τὸ ὑπουργεῖον φρονίμως ποιοῦν ἐνόμισε καθῆκόν του νὰ τὸ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ὑμῶν. Ὑποβάλλω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ὑμῶν ἕτερον νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔχει μεγίστην σπουδαιότητα, καθόσον πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ μία ἐπωφελεστάτη μεταῤῥύθμισις εἰς τὸ ἀνώτατον ἡμῶν δικαστήριον, τὸν Ἄρειον Πάγον. Ἡ νομοθεσία, κύριοι, ἔθεσε τὸ δικαστήριον αὐτὸ εἰς ὑπερτάτην περιωπήν· ὁ χαρακτὴρ τοῦ δικαστηρίου τούτου δὲν ἦτο μόνον χαρακτὴρ δικαστηρίου ἀνωτάτου, ἀλλὰ κυρίως χαρακτὴρ δικαστηρίου ἀκυρωτικοῦ. Ἀλλ’ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἡ ἀνάγκη ἐκάλεσεν ὥστε τὸ ἀκυρωτικὸν αὐτὸ πλεονέκτημά του, ὁ πρώτιστος φαεινὸς ἀδάμας, τὸν ὁποῖον ἔφερε, νὰ τοῦ ἀφαιρεθῇ, καὶ σήμερον καταντᾷ νὰ δικάζῃ καὶ τὴν οὐσίαν. Καὶ τοῦτο μὲν δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ μεταβάλωμεν, διότι ἡ ἀνάγκη τὸ ἐκάλεσεν· οὐχ ἧττον ὅμως πρέπει νὰ τηρήσωμεν, ὅσον εἶναι δυνατὸν, καὶ τὸν ἀκυρωτικόν του χαρακτῆρα, νὰ τοῦ δώσωμεν δὲ τὴν λάμψιν ἐκείνην, ἡ ὁποία τῷ ἀνήκει καὶ νὰ μὴ τὸ ἀφίνωμεν τεταπεινωμένον ὡς εἶναι σήμερον. Ἡ ἐπικράτεια πρέπει νὰ ἔχῃ ἀνώτατον δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον διὰ τὸ πολυπρόσωπόν του, ὄχι μόνον διὰ τὴν ἐπισημότητά του, τὴν πανηγυρικὴν, οὕτως εἰπεῖν, ἐπισημότητα τῶν συνεδριάσεών του, ἀλλὰ περιπλέον καὶ κυρίως διὰ τὴν ἀξίαν τῶν ἀποφάσεών του πρέπει νὰ διακρίνεται ὡς ἑστία φώτων καὶ δικαιοσύνης, ἀφοῦ μάλιστα ἐτάχθη παρὰ τοῦ νόμου ἐν τῇ κοινωνίᾳ διὰ δύω σκοποὺς, ἤτοι τὴν τήρησιν τῶν νόμων καὶ τὴν καθιέρωσιν μιᾶς σταθερᾶς νομολογίας. Ὀφείλομεν λοιπὸν διὰ τοῦτο ν’ ἀναβιβάσωμεν αὐτὸ τὸ ἀνώτατον δικαστήριον εἰς τὴν περιωπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ἔταξεν ἀπ’ ἀρχῆς ὁ νόμος. Σήμερον οἱ πολῖται ἀμφιβάλλουσιν περὶ τῆς ἐννοίας τῶν νόμων, οἵτινες κανονίζουσι τὰ συμφέροντά των. Σήμερον τὸ ἓν δικαστήριον ἀποφασίζει οὕτως, αὔριον τὸ ἕτερον ἀποφασίζει ἄλλως· ἄνευ δὲ ἀνωτάτου δικαστηρίου, καλῶς συγκεκροτημένου, μὴ ἐλπίσετε ν’ ἀποκτήσῃ ὁ τόπος σταθερὰν νομολογίαν περὶ οὐδενὸς πράγματος. Αὐτὸ τὸ ἀνώτατον δικαστήριον, ὅπως ἔχει σήμερον, περιέπεσε πολλάκις εἰς τὸ πέλαγος τῶν ἀντιφάσεων. Τὸ ὄνομα μόνον τοῦ ἀκυρωτικοῦ τῷ ἐδόθη, τὸ πρᾶγμα ὅμως δὲν εἶναι τοιοῦτον, καθὼς τοῦτο συνέβη εἰς ὅλα τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐλάβαμεν ἐκ ξένων νομοθεσιῶν. Ἐδανείσθημεν τοὺς τύπους οὐχὶ δὲ καὶ τὴν οὐσίαν. Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν αὐτὸ διαιρεῖ εἰς τμήματα τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ καθιεροῖ τὴν δικαιοδοσίαν τῆς ὁλομελείας αὐτοῦ, τοῦτο δὲ θὰ συντελέσῃ πρὸς τὴν καθιέρωσιν μιᾶς σταθερᾶς νομολογίας· ἄνευ τούτου μὴ ἐλπίζετε νὰ ἔχετε σταθερὰν νομολογίαν, καὶ πάντες αἰσθανόμεθα τὴν ἀπαραίτητον ἀνάγκην νὰ ὑπάρξῃ μία ἑρμηνεία σταθερὰ εἰς τοὺς νόμους. Τοῦτο δὲ θ’ ἀποκτήσωμεν διὰ δύω τρόπων· 1) νὰ ψηφίσωμεν, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, τὸν ἀστικὸν νόμον, καὶ 2) νὰ ἀναβιβάσωμεν τὸν Ἄρειον Πάγον εἰς τὴν ὑψίστην ἐκείνην περιωπὴν, ἀπὸ τῆς ὁποίας θὰ ἔρχεται ὁ λόγος τῆς ἀληθείας τοῦ νόμου.
§26ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ, ἔχετε σκοπὸν νὰ ὑποβάλητε τὸν ἀστικὸν νόμον εἰς τὴν παροῦσαν σύνοδον;
§27ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν παροῦσαν εἶναι ἀδύνατον. Ἡ ἐπιθυμία μου αὕτη εἶναι διακαὴς, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν συνέταξεν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ συστήσω ἐπιτροπὴν ὅπως συντάξῃ τοιαύτην ἔκθεσιν.
§28ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἠμποροῦσε νὰ συνταχθῇ ἐπὶ τόσον ἤδη χρόνον;
§29ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ εἶναι εὔκολον εἰς 2,250 ἄρθρα νὰ συνταχθῇ τοιαύτη ἔκθεσις ἐντὸς δύω μηνῶν;
§30ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Περὶ πτωχεύσεως ἰδίως.
§31ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕτοιμος εἶναι αὐτὸς ὁ νόμος, ἀλλ’ ἔχει ἀνάγκην διορθώσεων. Βεβαιωθῆτε ὅτι καὶ ἐγὼ τὴν αὐτὴν ἐπιθυμίαν ἔχω, διότι ἀνήκω εἰς ἐπαρχίαν ἐμπορικήν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὰς ἐπιτροπὰς νὰ συνέλθωσι καὶ νὰ ἐκλέξωσι τοὺς προέδρους καὶ γραμματεῖς διὰ νὰ προβῶσιν εἰς τὰς ἐργασίας των. Δὲν ἔχομεν ἄλλο ἀντικείμενον.
§33ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πότε θὰ συνέλθωμεν;
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον, διότι θὰ ὑποβληθοῦν νομοσχέδια. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 11 παρὰ 25|60