| 9 | Κ. Μ. Θεοδώρου. | Σ. Μονόπωλης. | |
| 10 | Ἀ. Κ. Μιχαλόπουλος. | Γ. Δρακονταειδής. | |
| 11 | Ἀντ. Βενιζέλος. | Δ. Ῥαπτάκης. | |
| 12 | Ἀναγ. Γιαννουλίδης. | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. | |
| 13 | Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός. | Κ. Πανάρετος. | |
| 14 | Ν. Τζώκρης. | Ἀ. Καρδαᾶς. | |
| 15 | Δ. Δανόπουλος. | Γ. Βακαλόπολος. | |
| 16 | Ἰω. Λέκας. | Ν. Βαρβιτζιώτης. | |
| 17 | Δημ. Καλλιφρονᾶς. | Ν. Θ. Λεώπουλος. | |
| 18 | Σκαρλ. Σοῦτσος. | Ἀ. Κοῤῥιωτάκης. | |
| 19 | Στυλ. Κολιάτσος. | Φ. Ι. Φίλωνος. | |
| 20 | Ἀ. Ἴσκος. | Γερ. Σέρβος. | |
| 21 | Ἰω. Καραγιαννόπουλος. | Δ. Τσαμόπουλος. | |
| 22 | Π. Πετιμεζῆς. | Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος. | |
| 23 | Ἀ. Μαγγίνας. | Ἰω. Ταμπακόπουλος. | |
| 24 | Κ. Πλαπούτας. | Χ. Χρηστόπουλος. | |
| 25 | Ἀ. Δ. Ἀντωνόπουλος. | Δ. Ζέγγελης. | |
| 26 | Χ. Ῥηγόπουλος. | Π. Κ. Μανέτας. | |
| 27 | Ἰω. Ῥοϊλὸς. | Ἠλ. Φλέσσας. | |
| 28 | Κ. Κοσονάκος. | Γ. Μαλέας. | |
| 29 | Θ. Τζανετάκης. | Ν. Παγκράτης. | |
| 30 | Ἰω. Σαφάκας. | Κ. Κοκκινώρης. | |
| 31 | Ν. Κατσικαπῆς. | Ἐπ. Δεληγεώργης. | |
| 32 | Γ. Γιολδάσης. | Ν. Καρύδης. | |
| 33 | Κ. Δομβάρδος. | Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. | |
| 34 | Ἀ. Γαΐτας Φωσκάρδη. | Ν. Φαρμάκης. | |
| 35 | Σπ. Δεονταράκης. | Ἀ. Ῥοντήρης. | |
| 36 | Ἰω. Σούλης Βάρκας. | Εὐθ. Πλαστήρης. | |
| 37 | Δ. Κριστενίτης. | Γρηγ. Δημητριάδης. | |
| 38 | Θ. Δαραλέξης. | Κωνστ. Εὐθυμιόπουλος. | |
| 39 | Ἐπ. Κρεστενίτης. | Ἀ. Καπετανάκης. | |
| 40 | Λ. Κατσίνας. | Μιχ. Καπετανάκος. | |
| 41 | Ἀναγ. Δημητρίου. | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. | |
| 42 | Γ. Δελένδας. | Λ. Καραλίβανος. | |
| 43 | Σπ. Μαλασπίνας. | Π. Τζαμάλας. | |
| 44 | Κ. Δ. Πεταλᾶς. | Περ. Καλαμογδάρτης. | |
| 45 | Θρ. Ζαΐμης. | Θ. Κανακάρης. | |
| 46 | Ἀ. Διαμαντόπουλος. | Ἀ. Μισυρλῆς. | |
| 47 | Γ. Πεῤῥωτῆς. | Γ. Δελλαπόρτας. | |
| 48 | Κ. Δαγρές. | Μ. Ε. Παρίσης. | |
| 49 | Ἰω. Φλέσσας. | Ἰάκ. Παξιμάδης. | |
| 50 | Ἀ. Κοντόσταυλος. | Σ. Σωτηρόπουλος. | |
| 51 | Γ. Παπανικολάου. | Δ. Πονηρόπουλος. | |
| 52 | Ἰω. Μπαλάφας. | Ἀθ. Γρηγοριάδης. | |
| 53 | Ν. Μ. Κοζαδίνος. | Στ. Κορίζης. | |
| 54 | Ι. Πολυλᾶς. | Ν. Πιπῖνος. | |
| 55 | Ἀνδρ. Νοταρᾶς. | Γ. Κ. Ζουλούμης. | |
| 56 | Σπ. Νοταρᾶς. | Δ. Οἰκονόμου. | |
| 57 | Ἀ. Μεταξᾶς. | Κ. Νικόδημος. |
1871.04.28
3,057 rows · 25,886 words · 1 table · 143 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 66
Τῆς 28 Ἀπριλίου 1871.
(Τετάρτη.)
Ὥρᾳ 2 Μ. Μ. Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος Κ. Τσαμόπουλος.
Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος, καὶ εὑρίσκονται παρόντες οἱ ἑξῆς.
| Κ. Μ. Θεοδώρου. | Σ. Μονόπωλης. |
| Ἀ. Κ. Μιχαλόπουλος. | Γ. Δρακονταειδής. |
| Ἀντ. Βενιζέλος. | Δ. Ῥαπτάκης. |
| Ἀναγ. Γιαννουλίδης. | Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος. |
| Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός. | Κ. Πανάρετος. |
| Ν. Τζώκρης. | Ἀ. Καρδαᾶς. |
| Δ. Δανόπουλος. | Γ. Βακαλόπολος. |
| Ἰω. Λέκας. | Ν. Βαρβιτζιώτης. |
| Δημ. Καλλιφρονᾶς. | Ν. Θ. Λεώπουλος. |
| Σκαρλ. Σοῦτσος. | Ἀ. Κοῤῥιωτάκης. |
| Στυλ. Κολιάτσος. | Φ. Ι. Φίλωνος. |
| Ἀ. Ἴσκος. | Γερ. Σέρβος. |
| Ἰω. Καραγιαννόπουλος. | Δ. Τσαμόπουλος. |
| Π. Πετιμεζῆς. | Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος. |
| Ἀ. Μαγγίνας. | Ἰω. Ταμπακόπουλος. |
| Κ. Πλαπούτας. | Χ. Χρηστόπουλος. |
| Ἀ. Δ. Ἀντωνόπουλος. | Δ. Ζέγγελης. |
| Χ. Ῥηγόπουλος. | Π. Κ. Μανέτας. |
| Ἰω. Ῥοϊλὸς. | Ἠλ. Φλέσσας. |
| Κ. Κοσονάκος. | Γ. Μαλέας. |
| Θ. Τζανετάκης. | Ν. Παγκράτης. |
| Ἰω. Σαφάκας. | Κ. Κοκκινώρης. |
| Ν. Κατσικαπῆς. | Ἐπ. Δεληγεώργης. |
| Γ. Γιολδάσης. | Ν. Καρύδης. |
| Κ. Δομβάρδος. | Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος. |
| Ἀ. Γαΐτας Φωσκάρδη. | Ν. Φαρμάκης. |
| Σπ. Δεονταράκης. | Ἀ. Ῥοντήρης. |
| Ἰω. Σούλης Βάρκας. | Εὐθ. Πλαστήρης. |
| Δ. Κριστενίτης. | Γρηγ. Δημητριάδης. |
| Θ. Δαραλέξης. | Κωνστ. Εὐθυμιόπουλος. |
| Ἐπ. Κρεστενίτης. | Ἀ. Καπετανάκης. |
| Λ. Κατσίνας. | Μιχ. Καπετανάκος. |
| Ἀναγ. Δημητρίου. | Εὐθ. Κεχαγιᾶς. |
| Γ. Δελένδας. | Λ. Καραλίβανος. |
| Σπ. Μαλασπίνας. | Π. Τζαμάλας. |
| Κ. Δ. Πεταλᾶς. | Περ. Καλαμογδάρτης. |
| Θρ. Ζαΐμης. | Θ. Κανακάρης. |
| Ἀ. Διαμαντόπουλος. | Ἀ. Μισυρλῆς. |
| Γ. Πεῤῥωτῆς. | Γ. Δελλαπόρτας. |
| Κ. Δαγρές. | Μ. Ε. Παρίσης. |
| Ἰω. Φλέσσας. | Ἰάκ. Παξιμάδης. |
| Ἀ. Κοντόσταυλος. | Σ. Σωτηρόπουλος. |
| Γ. Παπανικολάου. | Δ. Πονηρόπουλος. |
| Ἰω. Μπαλάφας. | Ἀθ. Γρηγοριάδης. |
| Ν. Μ. Κοζαδίνος. | Στ. Κορίζης. |
| Ι. Πολυλᾶς. | Ν. Πιπῖνος. |
| Ἀνδρ. Νοταρᾶς. | Γ. Κ. Ζουλούμης. |
| Σπ. Νοταρᾶς. | Δ. Οἰκονόμου. |
| Ἀ. Μεταξᾶς. | Κ. Νικόδημος. |
Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις εἰς τὰ πρακτικά;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐγκρίνονται. — Διάφοροι κάτοικοι Ἀθηνῶν ὡς μέσον χρησιμοποιήσεως τῶν ἐν Λαυρίῳ ἐκβολάδων προτείνουσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν διὰ νόμου σύστασιν Ἑλληνικῆς μετοχικῆς ἑταιρίας πρὸς ἐκμετάλευσιν τοῦ λαυριακοῦ πλούτου ὑπὸ τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον τοῦ δημοσίου, ἔχοντος τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ χαρτονόμισμα κατὰ τοὺς ἐν τῇ παρούσῃ ἀναφερομένους ὅρους.
§4ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Οὔτε τὸ σύνταγμα, κύριε Πρόεδρε, οὔτε ὁ κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἐπιτρέπει εἰς τοὺς πολίτας νὰ κάμουν πρότασιν Νόμου ἐν τῇ Βουλῇ, τοῦτο γίνεται διὰ τῶν Ὑπουργῶν ἢ διὰ τῶν βουλευτῶν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἀποφασίζει λοιπὸν ἡ Βουλὴ;
§6ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τίποτε· πρέπει ἐφ’ ἅπαξ νὰ εἴπωμεν διὰ νὰ μάθουν οἱ πάντες ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ ἐξευτελίζεται, ἀπέναντι τῆς θελήσεως οὐδενός. Ἐξεπλήρωσε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἐκπληρῇ τὰ ἔργα της ὑπερηφάνως, δὲν δέχεται ἀπὸ κανένα, οὔτε πίεσιν, οὔτε εἰσήγησιν, πολὺ περισσότερον ἐκ μέρους ἀνθρώπων οἵτινες ὄργανα γενόμενοι εἰσηγήσεων ἄλλων ἔρχονται συχνὰ πυκνὰ διὰ ψευδῶν καὶ ἀτόπων παραστάσεων νὰ ταράττουν τὰς συζητήσεις της...
§7Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅλων τῶν ἀνθρώπων αἱ γνῶμαι πρέπει εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα ν’ ἀκουσθοῦν· δὲν εἶναι πρότασις νόμου ἢ ἀναφορὰ αὕτη τῶν κατοίκων Ἀθηνῶν, ἀλλ’ εἶναι μία εὐχὴ ἢ γνώμη τὴν ὁποίαν ὑποβάλλουν καὶ θέτουν ὑπὸ τὴν σκέψιν τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν ἐννοῶ διὰ τί πρέπει ν’ ἀποῤῥιφθῇ ἐκ τῶν προτέρων. Νομίζω ὅτι δὲν βλάπτει τίποτε νὰ τυπωθῇ αὕτη σήμερον, ἐνῷ δύναται νὰ ὠφελήσῃ, διότι εἶναι πρακτικοὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ καὶ ἀναφέρουν πολλὰ γεγονότα οὐσιωδέστατα τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ περιφρονήσωμεν· διότι ἐὰν ἀπὸ τοῦ 1865 ἐδίδετο περισσοτέρα προσοχὴ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα, τὰ πράγματα δὲν ἤθελον λάβει τὸ τέλος τὸ ὁποῖον ἔλαβον.
§8ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὁ Κύριος Δημητριάδης εἶναι ἀρκετὰ εὐφυὴς καὶ νομικὸς, εἰς τρόπον ὥστε νὰ γνωρίζῃ κάλλιον παντὸς ἄλλου, ὅτι δι’ ἕνα ἕκαστον εἶναι καθήκοντα διαγεγραμμένα καὶ διὰ τὸν ἀντιπρόσωπον καὶ διὰ τὸν πολίτην· ὁ πολίτης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφέρῃ τὰς ἰδέας του, εἴτε προφορικῶς εἴτε ἐγγράφως ἀλλ’ ὄχι καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· δύναται οἵας δήποτε ἰδέας καὶ ἂν ἔχῃ νὰ τὰς ἐκθέτῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ἐλευθέρως, ἀλλὰ διὰ τοῦ τύπου ἢ ἐν ὑπαίθρῳ. Ὁ βουλευτὴς ἀρυόμενος τὰς γνώμας καὶ τὰς ἰδέας τὰς καλλιτέρας ἐν τῇ συζητήσει τῇ κοινῇ, τῇ δημοσίᾳ, τοῦ τύπου, ἠμπορεῖ νὰ ἔρχεται ἐνταῦθα νὰ τὰς οἰκειοποιῆται καὶ τὰς ὑποστηρίζῃ ἀπὸ τοῦ βήματος. Οὐδέποτε ἐπίστευα, ὅτι ὁ κύριος Δημητριάδης φρονεῖ ὅτι δύναται πᾶς τις νὰ ἔρχηται νὰ κάμνῃ πρότασιν νόμου ἐνταῦθα.
§9Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι πρότασις νόμου.
§10ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἰς πάντα ἄλλον, οὐδέποτε εἰς τὸν κύριον Δημητριάδην, ὅστις ἔχει πλήρη γνῶσιν τῶν συνταγματικῶν δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων τοῦ πολίτου ἐπετρέπετο νὰ ὑποστηρίζῃ τοιαύτας ἰδέας ἀντικοινοβουλευτικάς.
§11Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὸ συνταγματικὸν δίκαιον καὶ ν’ ἀποδείξω εἰς τὸν κύριον Κατσικαπῆν ἂν ἔχῃ δίκαιον εἰς τὰς μομφὰς τὰς ὁποίας μοὶ ἀποδίδει· τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι εἶναι καθιερωμένον ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἐξασκοῦν αὐτοὶ ὑποβάλλοντες μίαν ἀναφοράν. Ὁ Κύριος Κατσικαπῆς νομίζει, ὅτι προσβάλλουν τὸν ἐγωϊσμὸν τῆς Βουλῆς, τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, καὶ πρέπει νὰ τὸ πετάξωμεν αὐτὸ τὸ χαρτί. Ἐγὼ λέγω, ὅτι παραβιάζει τὸ σύνταγμα ὁ κύρ. Κατσικαπῆς, ἀδικεῖ τὸν ἑαυτόν του, ἀδικεῖ τὴν Βουλὴν, προτείνων αἱ εὐχαὶ τῶν συμπολιτῶν μας, αἱ ἀναφερόμεναι ἐνταῦθα, νὰ μὴ ἐκτιμηθῶσιν διόλου. Νομίζω ὅτι δὲν λέγω τί ἀντιβαῖνον εἰς τὸ σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ βλάψῃ. Ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ εἴπῃ, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ ἐπιτρέψῃ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι τῶν πολιτῶν αὐτῶν. Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ πρόεδρος κύριος Λομβάρδος.
§12ΔΑΓΡΕΣ. Οὐδόλως ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτου τοῦ ἀναφέρεσθαι εἴτε πρὸς τὴν Βουλὴν, εἴτε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Βουλὴ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν πᾶσαν τοιαύτην ἀναφορὰν, ἀλλὰ μένει εἰς αὐτὴν νὰ ἐκτιμήσῃ ἂν πρέπῃ νὰ τὴν τυπώσῃ. Κατ’ ἐμὲ δὲν πρέπει νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν τῆς προκειμένης ἀναφορᾶς, διότι καθιερώσασα εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα τὴν τύπωσιν οἱασδήποτε ἀναφορᾶς ἀνέπτυξε τὴν ἰδέαν τῆς προσωπικῆς φιλοτιμίας, ὥστε ὑποβάλλουν οἱοιδήποτε εἰς τὴν Βουλὴν ἐγγράφως τὰς σκέψεις καὶ ἰδέας των· εἴδετε ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἷς πολίτης ὑπέβαλε μίαν ἀναφορὰν καὶ ἐπρότεινε πράγματα τινὰ πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ὁποίων ἐπεκαλέσθη ἔγγραφα ὑπάρχοντα ἐν τῷ ἐλεγκτικῷ συνεδρίῳ, καὶ ὅμως ἡ ἀπάντησις τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν ἦτον, ὅτι οὔτε κἂν ἔγγραφον τοιοῦτον ὑπάρχει. Ἄλλος ἦλθε καὶ ἐπρότεινε νόμους, ἄρθρα, 1, 2, 3, καὶ διετάξαμεν καὶ τοῦτο νὰ τυπωθῇ. Ἂν διατάξητε τὴν τύπωσιν τῆς προκειμένης ἀναφορᾶς, δὲν ἠξεύρω ποῦ θὰ φθάσωμεν· ἡ ἀναφορὰ πρέπει νὰ μένῃ εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς, καὶ οἱοσδήποτε θέλει ἠμπορεῖ νὰ τὴν ἐξετάσῃ καὶ ἀγορεύων νὰ τὴν μεταχειρισθῇ. Ἀλλὰ διὰ τοῦ παραδείγματος αὐτοῦ νὰ προκαλοῦμεν τὴν ἀνησυχίαν τῶν συμπολιτῶν μας, δὲν μοὶ φαίνεται τόσον καλόν. Λοιπὸν, μὴ διαταττούσης τῆς Βουλῆς τὴν τύπωσιν τῆς ἀναφορᾶς, δὲν παραβιάζομεν τὰ δικαιώματα τοῦ ἀναφέρεσθαι ἐκ μέρους τῶν πολιτῶν. Ἂς μένῃ ἡ ἀναφορὰ, ὡς ἔχει.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν μένει ὅπως ἡ χθεσινή. Γεώργιος Βουλουπιώτης, διὰ τὰς πρὸς τὴν πατρίδα κατὰ τὸν ἀγῶνα ἐκδουλεύσεις ζητεῖ νὰ τῷ χορηγηθῇ ἀνάλογος σύνταξις· θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§14Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριε πρόεδρε, νὰ κάμω ὀλίγας παρατηρήσεις.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ αὐτῆς;
§16ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐπ’ αὐτῆς καὶ ἐν γένει. Παρῆλθον, κύριοι, 50 ἔτη ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος ὅστις περικλείων θυσίας, ὁλοκαυτώματα, καταστροφὰς καὶ ἐρημώσεις, ἔλαβε τέρμα πρὸ 44 ἐτῶν. Αἱ συνελεύσεις, καὶ τῆς Ἐπιδαύρου καὶ τοῦ Ἄστρους καὶ τῆς Τρηζῆνος ἐξέδωκαν ψηφίσματα κυρωθέντα καὶ ἀπὸ αὐτὰ τὰ προσωρινὰ πολιτεύματα περὶ ἱκανοποιήσεως τῶν συνεισενεγκόντων καὶ εὑρέσεως πόρων σταθερῶν πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν παθόντων. Αἱ ὑποχρεώσεις αὗται ἔμειναν, κύριοι, ἐγγεγραμμέναι εἰς τὰ ψηφίσματα ἐκεῖνα μέχρι τῆς τρίτης Σεπτεμβρίου 1843. Τότε ἡ Συνέλευσις τοῦ 1843 ἐξέδωκεν ἕτερον ψήφισμα διὰ τοῦ ὁποίου ὑπέμνησε τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν καὶ ἐπεβεβαίωσε τὴν ἰσχὺν αὐτῶν καὶ ἐπέβαλε τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὴν ἐπελευσομένην Βουλὴν νὰ πραγματοποιήσῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχεν καθῆκον τὸ ἔθνος νὰ ἐκτελέσῃ, δηλ. νὰ ἐξοφλήσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ἱερὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ἀπὸ τὸ 1821 τὸ ἔθνος· διότι καὶ ἡ Συνέλευσις ἐκείνη τοῦ 1843 ἀνεγνώρισεν ὅτι ξένοι τυχοδιῶκται, σφετερισθέντες τὰς δάφνας τῆς Ἑλληνικῆς δόξης, οὐδεμίαν προσοχὴν ἔδωκαν ὑπὲρ τῶν θυμάτων μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦ 1843 μέχρι τοῦ 1862 ἢ οὐδὲν, ἢ ἐλάχιστον ἐπράχθη ὑπὲρ τῶν ἀγωνιστῶν ἐκείνων, αἱ χῆρες καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν ὁποίων ἔμειναν ἔκθετα, πεινῶντα καὶ γυμνητεύοντα. Ἦλθεν ἡ συνέλευσις τοῦ 1862, καὶ ἐκείνη ἐπανέλαβε συστήσασα τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἱερῶν ἐκείνων ὑποχρεώσεων, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι τοῦδε παρῆλθεν ἄνευ πρακτικοῦ ἀποτελέσματος ἑπταετία πλήρης. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν βλέπω κατ’ ἔτος ποσότητα τινὰ ψηφιζομένην διὰ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ ἀγῶνος, καὶ μανθάνω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ὑπάρχει καὶ ὅτι ἐβεβαίωσε πολλὰ πολλῶν δικαιώματα, ἀλλ’ εἰς τὴν Βουλὴν οὐδὲν ἐπαρουσιάσθη μέχρι τοῦδε. Καθ’ ἡμέραν ἔρχονται τοιαῦται ἀναφοραὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, γοερὰ περιέχουσαι παράπονα, ὑπενθυμίζουν ἀγῶνας, καὶ τὰς ἱερὰς ὑποχρεώσεις! Εἶναι καιρὸς πλέον καὶ ἡ κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ἓν μέτρον ὁριστικὸν διὰ νὰ θεραπεύσῃ αὐτὰ τὰ παράπονα. Ἐπανηγυρήσαμεν, κύριοι, προχθὲς, τὴν πεντηκονταετηρίδα, πολλὰς παρέχουσαν ἀναμνήσεις αὐτῆς τῆς ἱερᾶς ὑποθέσεως, ἀλλὰ τί εἴδομεν ὅπερ συνεκίνησεν ἅπαντα; δυστυχεῖς ἀγωνιστὰς ἢ στρατιώτας τοῦ 1821, οἱ ὁποῖοι εἵποντο ἀθαλασσώτων Ναυάρχων καὶ Στρατηγῶν τῆς εἰρήνης βαρυθυμοῦντες. Πρέπει νὰ κλείσωμεν πλέον τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ νὰ μὴ θελήσωμεν νὰ φέρωμεν καμμίαν διόρθωσιν τῶν γοερῶν τούτων παραπόνων; Διὰ νὰ λείψουν λοιπὸν αὐταὶ αἱ ἀναφοραὶ, αἱ καθημερινῶς παρουσιαζόμεναι εἰς τὴν Βουλὴν, παρακαλῶ τὴν κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρῶτον, ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἀγῶνος ἀπὸ τὰ 1864 μέχρι τοῦδε· δεύτερον τὶ ἐννοεῖ νὰ πράξῃ ἡ κυβέρνησις πρὸς ἱκανοποίησιν καὶ ἐξόφλησιν αὐτῶν τῶν ἱερῶν ὑποχρεώσεων πρὸς τοὺς ἀγωνιστὰς, καὶ τοὺς κληρονόμους καὶ τὰ ὀρφανὰ αὐτῶν. Τέλος πάντων παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἔλθῃ εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, ὥστε νὰ ἴδωμεν ὁριστικῶς ἐὰν πρόκηται νὰ δοθῇ τε εἰς τοὺς ἀγωνιστὰς τούτους διὰ νὰ λείψουν αὐτὰ τὰ γοερὰ παράπονα ἐφεξῆς.
§17ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθεῖ ἡ χθεσινὴ συζήτησις.
§19ΤΙΝΕΣ. Τί ἔγεινε περὶ αὐτοῦ;
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠμποροῦμεν τώρα νὰ προχωρήσωμεν εἰς αὐτό;
§21ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ὁρισθῇ μία ἡμέρα.
§22ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἶναι σπουδαιότατον αὐτὸ τὸ πρᾶγμα κύριε πρόεδρε, προπάντων διὰ τὸ ἑξῆς· ἐννοῶ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Δημητριάδης, καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον διὰ τοὺς ἐπιζῶντας ἀγωνιστάς· ἀλλὰ συμβαίνει ἓν μεγαλύτερον ἄτοπον. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ ἀγῶνος τοῦ 1835 ἀνεγνώρισε τοὺς ἀγῶνας καὶ τὰ δικαιώματά τινων ἀτόμων καὶ ἐνέγραψεν αὐτοὺς εἰς τὸ μητρῶον, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω διὰ τὶ δὲν ἐβαθμολόγησεν αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τῆς ἐπαναστάσεως εἶχον μεγάλους βαθμούς. Ὁ μὲν ἦτο χιλίαρχος, ὁ δὲ πεντακοσίαρχος καὶ καθεξῆς. Τὰ ὀνόματα αὐτῶν ἀριθμοῦνται εἰς 140 ἢ 144. Πολλοὶ αὐτῶν ἀπέθανον καὶ αἱ οἰκογένειαί των στεροῦνται τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, ὀλίγοι δὲ ἐπιζοῦν. Νομίζω, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη τὰ δικαιώματα τῶν ἀνθρώπων τούτων νὰ ἀναγνωρισθοῦν δευτέραν φορὰν, διότι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ 1835 ἥτις τὰ ἀνεγνώρισε παρεῖχε περισσοτέρας ἐγγυήσεις περὶ τῆς πραγματικότητος τῶν ἀγώνων καὶ τῶν θυσιῶν αὐτῶν, καὶ ἑπομένως καθίστανται ἐντελῶς ἀναμφισβήτητα. Ὥστε νομίζω, ὅτι ἡ κυβέρνησις δύναται νὰ διατάξῃ νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς ὁ βαθμὸς ὁ ἐπίτιμος, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀναγνωρίσει ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ 1835 εἰς τὰ ἄτομα τὰ ἐπιζῶντα, καὶ περιθάλψει τὰς οἰκογενείας τῶν ἀποβιωσάντων. Ἀλλὰ δὲν ἐπιμένομεν νὰ γείνῃ σήμερον συζήτησις περὶ τούτου.
§23ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, τὸ μητρῶον τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ πρὸ ὀλίγου ἀγορεύσας δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ, διότι ἐμπεριέχει ὀνόματα ἀποθανόντων, καὶ εἰς ἀποθανόντας δὲν δύναται νὰ δοθῇ οὐδεμία βαθμολόγησις.
§24ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Περιέχει καὶ ζῶντας.
§25ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§26ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἶμαι ἐν γνώσει.
§27ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐσχηματίσθησαν δύο μητρῶα, ἓν ὅπου εἶναι σημειωμένα τὰ ὀνόματα τῶν ἀποθανόντων κατὰ τὰς μάχας καὶ κατόπιν καὶ ἓν ὅπου εἶναι σημειωμένα τὰ ὀνόματα τῶν πολιτικῶν καὶ ὄχι τῶν στρατιωτικῶν, διότι ὅσοι εἶναι χαρακτηρισμένοι στρατιωτικοὶ ἔλαβον βαθμούς· εἰς τοὺς ζῶντας ἔμεινε νὰ προσδιορίσῃ τοὺς βαθμοὺς αὐτὸς ὁ βασιλεὺς, εἰς τὸ ἄλλο ἔμεινεν ἐπίσης νὰ προσδιορίσῃ ἡ κυβέρνησις τοὺς βαθμοὺς λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τοὺς βαθμοὺς, τοὺς ὁποίους εἶχον οἱ ὅμοιοί των, ὅταν αὐτοὶ ἀπέθαινον, εἴτε κατὰ τὴν μάχην εἴτε μετὰ ταῦτα. Κατόπιν ἡ κυβέρνησις διώρισε μίαν ἐπιτροπὴν ἥτις εἰργάσθη, καὶ μόνον ἐπὶ τοῦ ἑνὸς μητρώου τῶν ἀποθανόντων προσδιώρισε τάξεις ὄχι βαθμούς. Τὸ μητρῷον αὐτὸ μένει εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν καὶ εἶναι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ μακαρίτου Ὄθωνος τετελεσμένη ἡ ἐργασία. Ἐπὶ τοῦ ἄλλου μητρῴου δὲν ἐγένετο καμμία ἐργασία. Ἑπομένως διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἓν ἀποτέλεσμα καὶ ἐπὶ τοῦ ἄλλου μητρῴου, πρέπει νὰ διορίσῃ ἡ κυβέρνησις μίαν ἐπιτροπὴν ἥτις νὰ κάμῃ τὴν ἐργασίαν της, ὅπως καὶ ἡ ἄλλη, ἢ νὰ παραπέμψῃ τὸ μητρῷον αὐτὸ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ ἀγῶνος. Γνωρίζω ὅμως, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ἀγῶνος ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν πολλὰ πρόσωπα ἐκ τῶν ἐμπεριεχομένων εἰς τὸ μητρῷον τὸ δεύτερον, τῶν πολιτικῶν λεγόμενον, εἰς τὸ μητρῷον τὸ πρῶτον καὶ τοὺς κατατάττει, καὶ ἑπομένως αἱ ἐργασίαι τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἀγῶνος θὰ ὑποβληθοῦν εἰς τὴν Βουλὴν ἅμα τελειώσουν. Πρέπει λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε τὰ δύο μητρῷα αὐτὰ νὰ ὑποβληθοῦν εἰς τὴν κεντρικὴν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ ἐπιφέρῃ καὶ αὐτὴ τὴν γνώμην της, ὅπως οἱ ἐν τοῖς μητρῴοις αὐτοῖς λάβουν τὸ δίκαιόν των.
§28ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Μίαν ἄλλην ἡμέραν τὸ ζητοῦμεν αὐτό.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε λοιπὸν νὰ ὁρίσωμεν μίαν ἡμέραν;
§30ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της, καὶ τότε νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον.
§31ΛΕΚΚΑΣ. Ἐπειδὴ ἐῤῥίφθη αὐτὸ τὸ ζήτημα ἀξίζει νὰ ὁρίσωμεν μίαν ἡμέραν, ἵνα ληφθῇ ἓν μέτρον· νὰ λείψῃ ἡ φενάκη· δυνάμεθα νὰ δώσωμεν τίποτε ἢ ὄχι; ἔχομεν τόσα ἔτη ὅπου ἐμπαίζομεν μὲ αὐτὴν τὴν ἱερὰν ὑπόθεσιν.
§32ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Λοιπὸν μετὰ τὸ Λαύριον.
§33ΤΙΝΕΣ. Τὸ Σάββατον.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλετε νὰ ὁρίσωμεν τὸ Σάββατον ἢ μετὰ τὰ Λαυριακά;
§35ΠΟΛΛΟΙ. Μετὰ τὰ Λαυριακά.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὁρίζεται ἡ συζήτησις μετὰ τὸ τέλος τῶν Λαυριακῶν. Μερικοὶ ἐπιθυμοῦν νὰ γείνῃ δευτέρα ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀεριόφωτος Ἀθηνῶν.
§37ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ἔχομεν καιρόν.
§38ΛΕΚΚΑΣ. Εἶναι δευτέρα συζήτησις καὶ θὰ γείνῃ μόνον ἁπλῆ ἀνάγνωσις.
§39ΠΟΛΛΟΙ. Μετὰ τὰ Λαυριακά.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐξακολουθοῦμεν τὴν συζήτησιν τῶν Λαυριακῶν· εἶναι ἐγεγραμμένος ὁ κ. Βαλασόπουλος.
§41ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὶν προβῶμεν, κ. πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἡ πρότασίς μου δὲν εἶναι παρὰ ἔνστασις ἀναστολῆς τῆς συζητήσεως αὐτῆς, καὶ ἑπομένως ἀπαιτῶ νὰ ψηφοφορηθῇ· καί, ἂν ἡ Βουλὴ τὸ παραδεχθῇ, θέλω τὴν ὑποστηρίξει.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ πρότασις τοῦ κ. Μιχαλοπούλου.
ΠΡΟΤΑΣΙΣ ΝΟΜΟΥ.
Ἄρθρον 1. Ἡ Βουλὴ παραδεχομένη τὴν περὶ ἀμοιβῆς ἢ ἀποζημιώσεως ἐπὶ δεκαετίαν πρὸς τὴν ἑταιρίαν Ῥοῦ πρότασίν της ἐντέλλεται τὴν διὰ τοῦ ὑπουργείου συμφερωτέραν περὶ τούτου σύμβασιν. Ἄρθρον 2. Γενομένης δεκτῆς τῆς συμβάσεως, τὸ δημόσιον ἀναλαμβάνει τὴν διὰ τῶν μηχανῶν καὶ καμίνων τῆς ἑταιρίας ἀνάλυσιν πασῶν τῶν σκωριῶν, τῶν ἐκβολάδων καὶ τῶν λοιπῶν κατὰ τὸ Λαύριον μεταλλοφόρων χωμάτων πρὸς ὄφελος τοῦ Κράτους.
Α. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ.
§43ΔΑΓΡΕΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ εἰς τὸ τέλος· διότι ἐκφράζει μίαν γνώμην τὴν ὁποίαν κατά τι κλίνω νὰ παραδεχθῶ· νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει θέσιν ἐδῶ, ἀλλὰ εἰς τὸ τέλος, καθ’ ὅσον ἡ παραδοχὴ τῆς προτάσεως αὐτῆς δὲν πρέπει νὰ ἀποκλείσῃ, νὰ ἀπομακρύνῃ ὅλα τὰ ἄλλα μέσα, ἅτινα περιέχει τὸ νομοσχέδιον. Λοιπὸν ἡ πρότασις αὕτη νὰ τεθῇ ἀκροτελεύτιος· θέλω, ὥστε ὡς πρόσθετον, νὰ τεθῇ καὶ αὐτό.
§44ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιμένω νὰ προταχθῇ ἡ πρότασίς μου αὕτη παρὰ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον, διότι, καθ’ ὅσον ἐννοῶ, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ πρότασις αὕτη καθίσταται πάντη περιττή.
§45ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι.
§46ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο νόμους θὰ ἔχωμεν περὶ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων;
§47ΔΑΓΡΕΣ. Ἕνα νόμον θὰ ἔχωμεν.
§48ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε, εἰ μὲν παραδεχθῇ ἡ πρότασίς μου, εἶναι περιττὸν νὰ διαθέσωμεν ἄλλως πως, ἀφοῦ πρόκειται ὑπὲρ τῆς ἀμέσου χρησιμοποιήσεως· εἰ δὲ δὲν παραδεχθῇ, τότε θὰ προβῶμεν εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου.
§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἀκούσῃ ὁ κ. Μιχαλόπουλος, θέλει πεισθῆ ὅτι δὲν ἔχει χώραν ἡ πρότασίς του εἰς τὸν παρόντα νόμον· ἡμεῖς διὰ τοῦ παρόντος νόμου διαθέτομεν τὰς ἐκβολάδας καὶ περὶ αὐτῶν σκεπτόμεθα· ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων οὐδὲν ἔχει δικαίωμα ἡ ἑταιρία, εἶναι περιουσία ἰδική μας. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Μιχαλοπούλου ἀφορᾷ τὴν διάθεσιν τῶν σκωριῶν καὶ τῶν καταστημάτων τῆς ἑταιρίας. Δέχεσθε νὰ ἀγοράσητε τὰ ἀντικείμενα ἐφ’ ὧν ἔχει δικαίωμα ἡ ἑταιρία δηλ. τὰς σκωρίας καὶ τὰ καταστήματα ἀντὶ τοῦ ποσοῦ ὅπερ σᾶς προτείνει, ναὶ ἢ ὄχι; τοῦτο εἶναι ὅλως ξένον ἀπὸ τὸ προκείμενον.
§50Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κάμνει πρότασιν ὁ Σερπιέρης νὰ τὰ πωλήσῃ;
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· εἶναι εἰς τὴν Βουλήν.
§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἑπομένως πρέπει νὰ συζητηθῇ χωριστὰ τοῦτο, διότι εἶναι χωριστὸν ἀντικείμενον ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον· ἡ πρότασις τοῦ κ. Μιχαλοπούλου θὰ ψηφοφορηθῇ καὶ συζητηθῇ ὡς ἰδιαιτέρα πρότασις ἀφορῶσα τὴν περιουσίαν τῆς ἑταιρίας.
§53ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐγὼ εὐχαριστῶ μάλιστα τὸν κ. Μιχαλόπουλον, διότι ἔφερε τὴν πρότασιν αὐτὴν καθ’ ὅσον νομίζω ὅτι ἦτο καὶ εἶναι ἀναγκαία μία σπουδαιοτάτη συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς διὰ νὰ ἀποδειχθοῦν τὰ ἀκόλουθα πράγματα, τὰ ὁποῖα ὅπως δήποτε καὶ ἂν ἀποδειχθοῦν, θὰ χρησιμεύσουν, εἰ μὲν ἀληθῆ, πρὸς τὴν καλλιτέραν καὶ χρησιμωτέραν διάθεσιν τῶν ἐκβολάδων, εἰ δὲ μὴ ἀληθῆ, πρὸς τὴν καθησύχασιν τῆς κοινωνίας τὴν ὁποίαν αἱ ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις ἐξήγειραν ἀρκετά. Ἰδοὺ δὲ ποῖα εἶναι τὰ πράγματα τῶν ὁποίων τὴν ἐξεύρεσιν ζητῶ· δύο σπουδαῖοι συνάδελφοί μας οἱ κύριοι Δεληγεώργης καὶ Ῥοντήρης ὑποστηρίζοντες τὴν ὑπερβάλλουσαν ἀξίαν τῶν τε σκωριῶν καὶ τῶν Λαυριακῶν χωμάτων ἐν γνώσει ἐπεκαλέσθησαν μίαν ἐπίσημον, οὕτως εἰπεῖν, ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς παγκοσμίου ἐκθέσεως τοῦ 1868, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔκθεσιν ἐξάγεται, ὅτι αἱ παραχωρηθεῖσαι εἰς τὴν ἑταιρίαν Σερπιέρη καὶ Ῥοῦ σκωρίαι περιέχουν μέταλλα ἀξίας κατὰ μὲν τὸν κ. Δεληγεώργην 350 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, κατὰ δὲ τὸν κ. Ῥοντήρην τὸ μυθῶδες ποσὸν τοῦ δισεκατομμυρίου. Ἐὰν τοῦτο ἀποδειχθῇ ἀληθὲς, τότε βεβαίως ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ συζητήσεως πρέπει νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν πρότασιν αὐτήν.
§54ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Περὶ τῶν σκωριῶν εἶπον;
§55ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Μάλιστα· σκωρίαι κατετέθησαν εἰς τὴν παγκόσμιον ἔκθεσιν τῶν Παρισσίων καὶ ἡ ἔκθεσις ἡ ἐπιστημονικὴ κάμνει λόγον ἐπὶ τῶν σκωριῶν, καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης εἶναι παρὼν καὶ ἂς μὲ διαψεύσῃ, ἂν σφάλλω. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Παρισίων ἡ ἀξία τοῦ περιεχομένου ἐν ταῖς σκωρίαις μετάλλου ἀναβαίνει εἰς 350 ἑκατομμύρια, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ δὲ Κ. Ῥοντήρης ἀνεβίβασε τὸ ποσὸν εἰς τὸ δυσεκατομμύριον· αὐτὰ εἶπον, καὶ τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ μαρτυροῦν. Ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς, τότε ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀντιῤῥήσεως πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μιχαλοπούλου καὶ νὰ ἀγοράσωμεν τὰς σκωρίας, τὰ καταστήματα, τὰς μηχανὰς καὶ ὅλα τὰ δικαιώματα τοῦ Σερπιέρη δι’ 20 ἑκατομμύρια πληρωτέα εἰς δέκα ἔτη.
§56ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ἰδικά μας.
§57ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐὰν δὲν ᾖναι ἀληθὲς, πρέπει ἡ κοινωνία νὰ μάθῃ ὅτι πολλὰ ἀπὸ τὰ λεγόμενα ἐδῶ ἐξογκοῦνται, δὲν ἠξεύρω πρὸς ποῖον σκοπόν. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀναγκαία μία συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται τώρα δι’ αὐτό.
§59ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐγὼ παραδέχομαι τὴν γνώμην αὐτὴν, τοῦ νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασίς μου αὐτὴ ἐν τῷ τέλει.
§60ΔΑΓΡΕΣ. Μίαν παρατήρησιν μόνον θὰ κάμω, κύριε πρόεδρε. Θὰ μὲ συγχωρήσῃ ὁ κ. πρωθυπουργὸς νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Μιχαλοπούλου ἔχει σχέσιν μὲ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον κατὰ τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον ἡ πρότασις τοῦ κ. Σερπιέρη τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος τὴν ἑταιρίαν Ῥοῦ καὶ Συντροφίας προτείνει νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν ἀντὶ 20 ἑκατομμύρια πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν καταστημάτων, τῶν μηχανῶν, τῶν ὁδῶν, τῶν σιδηροδρόμων, τῶν σκωριῶν, τῶν μεταλλευμάτων καὶ ἐν γένει παντὸς δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἔχει ἐντὸς τῆς Λαυριτιωκῆς χώρας. Εἰς τὸ αὐτὸ δὲ ἔγγραφον εἰς τὸ ὁποῖον κάμνει τὴν πρότασιν ἐξακολουθεῖ διϊσχυριζόμενος, ὅτι ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων ἔχει δικαίωμα καὶ ἀναφέρει μίαν διαταγὴν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπ’ ἀριθ. 32000, εἰς τὴν ὁποίαν πᾶν ἄλλο εἶδον ἢ ὅτι χορηγεῖται τοιοῦτον δικαίωμα εἰς αὐτόν. Ἔκαμα τὴν διασάφησιν αὐτὴν, διότι τὴν ἐθεώρησα ἀναγκαίαν, καθόσον δὲν ζητεῖ τὰ 20 ἑκατομμύρια μόνον διὰ τὰς σκωρίας καὶ λοιπὰ τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ δικαίωμά του ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων ὅπερ διεκδικεῖ.
§61ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἀναγνωρίζομεν ἡμεῖς τοιοῦτον δικαίωμα.
§62ΔΑΓΡΕΣ. Ἀφοῦ οὐδὲν δικαίωμα ἡμεῖς ἀναγνωρίζομεν, ἀναγκαίως πρέπει νὰ γείνῃ ἔκπτωσις τοῦ ποσοῦ· ἀφ’ οὗ ὁ κύριος Μιχαλόπουλος συνῄνεσε νὰ συζητηθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ νόμου, τότε ἐκεῖ σκεπτόμεθα καλλίτερα.
§63ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἡ ὑπόθεσις τοῦ Λαυρίου, κατ’ ἐμὴν γνώμην, εἶναι τὸ μεγαλείτερον ζήτημα τοῦ ὁποίου ποτὲ ἐπελήφθη τὸ κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος· τοῦτο μαρτυροῦσιν αἱ ἐπὶ δύο μῆνας παρατεταμμέναι, ἤρεμοι καὶ σπουδαῖαι συζητήσεις, τοῦτο μαρτυρεῖ τὸ πλῆθος τῶν βουλευτῶν, οἱ ἀνέβησαν τὸ βῆμα καὶ ἐξέθηκαν τὰς ἰδέας των. Πολλοὶ δὲ τῶν βουλευτῶν ἐσιώπησαν ἐν τῷ ἐνδοιασμῷ ὡς κᾀγὼ, ἂν τῷ ὄντι ἔχουν νὰ προσθέσουν τι πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος ἢ μή πως ἡ ὁμιλία των προσθέσῃ νέα προσκόμματα εἰς τὴν λύσιν αὐτοῦ. Καὶ ἐν ὅσῳ τὸ ζήτημα, κύριοι, περιστρέφεται εἰς τὴν σφαῖραν τὴν νομικὴν, δὲν ἦτο ἴδιον ἑκάστου βουλευτοῦ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλ’ ἀφ’ οὗ τὸ στάδιον τοῦτο παρῆλθε, νομίζω, ὅτι πολλοὶ τῶν ἐντίμων συναδέλφων δύνανται νὰ λαλήσουν ἐπὶ τῆς παραχωρήσεως καὶ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων. Τὸ ζήτημα τῶν ἐκβολάδων καθίσταται δυσδιάλυτον, διότι ἀπαιτοῦνται ποικίλαι γνώσεις, ἀπαιτεῖται ἡ συνδρομὴ πολλῶν ἐπιστημῶν ἡ νομικὴ προεξάρχει, κατόπιν ἔρχονται αἱ φυσικομαθηματικαὶ ἐπιστῆμαι, ἡ μαθηματικὴ, ἥτις θὰ ἐξετάσῃ τὸν ὄγκον κατὰ κύβους καὶ τὸ βάρος τῶν ἐκβολάδων κατὰ τόνους· ἡ γεωγνωστικὴ, ἤτοι ἡ ὀρυκτολογία, ἥτις θέλει ἐξετάσει τὰ ὀρυκτὰ εἰς τὴν κατάταξιν καὶ εἰς τὴν οὐσίαν αὐτῶν, ἡ γεωλογία, ἥτις εἶναι ἁρμοδία νὰ ἐξετάσῃ τὰ στρώματα τῆς γῆς, εἰς τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται τὰ μεταλλεῖα. Ἡ χημεία ἐν γένει καὶ ἡ ἐφαρμοσμένη εἰς τὰς τέχνας, ἧς κλάδος εἶναι ἡ μεταλλουργικὴ, ἔχει μέγα μέρος ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Μέχρι σήμερον, κύριοι, ἐκ τῶν συζητήσεων, ἐκ τῶν ὁποίων πάντοτε ἀναφαίνεται ἡ ἀλήθεια, ἀπεκτήσαμεν τὴν ἀλήθειαν ταύτην, ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι κτῆμα ἐθνικόν. Ἠκούσατε τὰς περὶ τούτου παρατεταμένας συζητήσεις καὶ εἴδατε ὅτι τὸ ὡς ἐκεῖνο ἔλαβε τὴν δάφνην τῆς νίκης. Ἀφ’ οὗ, κύριοι, αἱ ἐκβολάδες ἀνεγνωρίσθησαν κτῆμα ἐθνικὸν ἔρχεται τὸ ζήτημα, πρέπει νὰ διαθέσωμεν αὐτάς; ἀλλ’ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπερ εἶναι πολύπλοκον, ἄρχονται οἱ δισταγμοί· πρέπει νὰ διατεθοῦν αἱ ἐκβολάδες καὶ πότε; ποῖον μέρισμα, ποῖον ποσοστὸν θὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τοὺς προσφέροντας; Ὑπάρχουν, κύριοι, περὶ τῆς διαθέσεως πολλαὶ γνῶμαι, αἱ μὲν διατείνονται, ὅτι αἱ ἐκβολάδες δὲν πρέπει νὰ διατεθῶσιν ἀμέσως πρὶν ἢ ἐξακριβωθῶσι καὶ ἀναγνωρισθῶσι κατὰ πλάτος καὶ βάθος. Οἱ δὲ, καὶ τὸ νομοσχέδιον εἶναι αὐτῆς τῆς ἰδέας, ἀφοῦ γείνωσι ἐκ τῶν ἐνόντων αἱ ἀπαιτούμεναι ἔρευναι. Εἰς ἕνα καιρὸν πεπερασμένον, ἄλλοι ἔρχονται εἰς τὸ μέσον τῶν δύο ἰδεῶν καὶ λέγουν, ὅτι οὔτε τὸ ἐπάπειρον εἶναι ἀναγκαῖον, οὔτε ὁ χρόνος, ὃν προτείνει τὸ νομοσχέδιον, ἴσως μικρότερος χρόνος εἶναι ἀναγκαῖος διὰ νὰ διαλύσῃ τὸ ζήτημα· ἄλλοι δὲ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διατεθῶσιν αἱ ἐκβολάδες, ἀλλὰ νὰ σχηματισθῇ μία πολιτικὴ, ὡς λέγει ὁ κύριος Μιχαλόπουλος, ἐκκαμίνευσις. Τέλος, ἐὰν διατεθῶσιν αἱ ἐκβολάδες, τὸ ζητηθησόμενον ποσοστὸν θέλει ζητηθῆ ἐκ τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἢ ἐκ τῆς ἀκαθαρίστου; ζήτημα ἐφ’ οὗ πολλοὶ πολλὰ ὡμίλησαν, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἀρκετὰ, κατ’ ἐμὲ, δύσκολον νὰ λυθῇ. Ἐκ τῶν συζητήσεων εὑρίσκεται ἡ ἀλήθεια, ἀλλὰ καὶ πολλάκις σκοτίζεται, πίπτει εἰς τὸν λαβύρινθον ἀπὸ τὸν ὁποῖον μόνον ὁ μίτος τῆς Ἀριάδνης δύναται νὰ τὴν ἐξαγάγῃ· αὐτὸς δ’ ὁ μῖτος ποῖος εἶναι; Εἶναι αἱ γνώσεις αἱ ἐπιστημονικαὶ ἐφαρμοζόμεναι εἰς τὰς τέχνας. Ἐκ τῆς φυσικῆς γνωρίζομεν ὅτι τὰ μέταλλα εἶναι τὰ εἰδικῶς βαρύτερα πάντων τῶν στερεῶν καὶ ῥευστῶν σωμάτων, ὅτι τούτων τὰ εὐγενέστερα εἶναι τὰ εἰδικῶς βαρύτερα. Κατὰ πρῶτον εἶναι ὁ λευκόχρυσος ἢ ἡ Platina, ὁ ἄργυρος, ὁ μόλυβδος καὶ καθ’ ἑξῆς. Εἰς τὴν μόρφωσιν τῆς ὑδρογείου σφαίρας κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὅλαι αἱ ὕλαι ἦσαν πεπηγμέναι, τὰ μέταλλα κατέλαβον τὰ κατώτερα στρώματα, διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι τὰ μέταλλα κεῖνται εἰς τὰ σπλάγχνα τῆς γῆς, εἶναι εἰς βαθέα στρώματα. Διὰ τοῦτο ἡ ἰδέα, ἣν πρὸ τινων ἡμερῶν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐξέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι τὰ εὐγενῆ μέταλλα εὑρίσκονται εἰς τὰ στρώματα τῆς ἐπιφανείας, δὲν εἶναι τόσον ἀσφαλὴς, διότι ἐπίσημοι γεωλόγοι λέγουν ὅτι τὰ εὐγενῆ μέταλλα εὑρίσκονται εἰς μέγα βάθος τῆς γῆς. Ἡ γεωλογία μᾶς διδάσκει ὅτι τὰ στρώματα τῶν μετάλλων δὲν ἔχουν καμμίαν τάξιν κανονικὴν, ποῦ εὑρίσκονται εἰς σωροὺς, ποῦ δὲ διευθύνονται καθέτως, ἀλλαχοῦ δὲ ὁριζοντίως· ποῦ μὲν βλέπετε φλέβαν μεταλλείου, ὑπογείως ἐκτεινομένην ἐπί τι διάστημα, καὶ ἔπειτα ἀποκόπτεται ἀποτόμως, ἵνα ἀναφανῇ εἰς ἕτερον μέρος μᾶλλον παχεῖα ἢ πολὺ ἰσχυρωτέρα, ὅτε οἱ μεταλλευταὶ ἀναγκάζονται νὰ ἀνασκάπτωσιν εἰς μέγα βάθος τὴν γῆν, ὅπερ πολλάκις ἀπαιτεῖ μεγάλα ἔξοδα, διὰ νὰ ἀνεύρωσιν αὐτήν. Ἡ ἐκβολὰς, κύριοι, εἶναι τὰ περιτρίμματα ἑνὸς παλαιοῦ ἐξωρυγμένου μεταλλείου, ἐναποτεθειμένη περὶ τὸ στόμιον τοῦ φρέατος· ἡ ἐκβολὰς ἀκολουθεῖ τὸν κανόνα, καθ’ ὃν τὰ στρώμματα τῶν μετάλλων εὑρίσκονται· ἡ ἐκβολὰς δὲν εἶναι ἐργασία μιᾶς, ἀλλὰ πολλῶν γενεῶν καὶ πολλῶν ἐνιαυτῶν· ἕκαστος δὲ ἐνιαυτὸς ἀποτελεῖ ἓν στρῶμα ἐκβολάδος, κεχωρισμένον καὶ διακεκριμένον κατὰ τὴν οὐσίαν ἀπὸ τὰ ἄλλα στρώματα· ἂν λοιπὸν ἀπετελέσθη μία ἐκβολὰς ἐπὶ μίαν ἑκατοντάδα ἐτῶν, θὰ εὕρητε 100 τοιαῦτα στρώματα· ἐὰν δὲ θέλητε νὰ ἐξετάσητε ταῦτα τὰ στρώματα ἓν πρὸς ἓν διὰ νὰ εὕρητε τὸν ὄγκον, τὸ βάρος καὶ τὸ ποιὸν τοῦ μετααλλείου, δὲν θ’ ἀρκέσῃ ἅπας ὁ χρόνος, οὔτε τὰ μέσα τὰ ὑπάρχοντα εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἡ ἐπ’ ἄπειρον λοιπὸν ἐξέτασις εἶναι οὐ μόνον ἄσκοπος, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβής, καὶ ἀντίκειται εἰς τὴν φύσιν τῶν ἐκβολάδων. Μία ἐξέτασις κατὰ προσέγγισιν, καὶ ἐκ τῶν ἐνόντων εἶναι ἐκείνη, ἥτις θὰ χύσῃ φῶς, ἔστω καὶ ἀμυδρόν, ἵνα προσεγγίσωμεν εἰς τὴν ἀλήθειαν. Ἡ ἀλήθεια, κύριοι, ἔγκειται εἰς τὴν κάμινον, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν θεωρίαν, ἐκ δὲ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς καμίνου θὰ εὑρεθῇ ἡ ἀλήθεια τῆς περιουσίας αὐτῆς. Ὅσον θέλετε ἐκ τῶν προτέρων νὰ προσδιορίσητε καὶ μέχρι κόκκου τὸ ποσοστὸν τοῦ ἐμπεριεχομένου εὐγενοῦς μετάλλου τοῦ ἀργύρου καὶ μολύβδου, δὲν θὰ τὸ κατορθώσητε· θὰ ἐνασχολῆσθε νὰ εὕρητε τὸν φιλοσοφικὸν λίθον, ὃν οἱ ἀλχημισταὶ κατὰ τὸν μέσον αἰῶνα ἐπεχείρησαν νὰ εὕρουν, τὸν λίθον ἐκεῖνον, δι’ οὗ ἐνόμιζον, ὅτι ἠδύναντο νὰ μεταβάλλουν τὰ ἀγενῆ μέταλλα εἰς εὐγενῆ. Οἱ θέλοντες, κύριοι, ἔστω καὶ ἐκ καλῆς προαιρέσεως, νὰ ἐξακριβώσουν τὰ πάντα, ἀντιστρατεύονται εἰς τὴν φύσιν αὐτὴν, δὲν θέλουν τίποτε, δὲν ἐννοοῦν τί θέλουν· λοιπὸν ἂν ἐκ τῶν προτέρων δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐξακριβώσωμεν τὰ πάντα, ἂν κατ’ ἐμὴν γνώμην ἡ ἐκκαμίνευσις θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ἀλήθειαν, ἡ διάθεσις εἶναι ἀναγκαία· ἀναγκαία ὅμως ἐπίσης εἶναι καὶ μία προεξέτασις τῶν πραγμάτων, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν φθάσωμεν εἰς τὴν ἀκρίβειαν· διὰ τοῦτο, κύριοι, νομίζω ὅτι μόνη ἡ ἐργασία ἡμῶν, μόνη ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀρκεῖ, ἀνάγκη νὰ προσέλθῃ ἡ ἐνέργεια ἐκείνη, ἥτις παράγεται ἀπὸ τὸν συναγωνισμὸν τῶν ἑταιριῶν. Ἀνάγκη νὰ προσέλθῃ ἡ δραστηριότης καὶ τὰ φῶτα ἐκεῖνα, ἃ ἡ βιομηχανία καὶ τὸ ἐμπόριον ἀνέπτυξαν εἰς τὴν Εὐρώπην. Τοῦτο ὑπόσχεται ἡ διάθεσις διὰ τοῦ πλειστηριασμοῦ· ἔχομεν δὲ πολλὰ νὰ ἐλπίσωμεν ἐκ τοῦ συναγωνισμοῦ τῶν ἑταιριῶν εἰς τὴν προσέγγισιν τῆς ἀληθείας. Ἑνουμένων τῶν προσπαθειῶν τῶν ἰδιωτῶν μετὰ τῶν τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐπέλθῃ ἓν ὅσον τὸ δυνατὸν ἀκριβέστερον ἀποτέλεσμα. Διὰ ταῦτα εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι ἡ διάθεσις διὰ δημοπρασίας, ἥτις διεγείρει τὸν συναγωνισμόν, εἶναι ἀναπόφευκτος, εἶναι ἀναγκαία. Ἀλλὰ συμφέρει, κύριοι, νὰ διαθέσωμεν ὅλον τὸ ποσὸν τῶν ἐκβολάδων; νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι συμφέρον, οὔτε δίκαιον, διότι εὑρισκόμεθα οὐχὶ εἰς ἀκριβῆ γνῶσιν τῆς ἀκριβοῦς ἀξίας αὐτῶν τῶν ἐκβολάδων. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὀρθὸν νὰ διακινδυνεύσωμεν ὅλον τὸ ποσὸν τῶν ἐκβολάδων. Ἓν μέρος διατιθέμενον καὶ ἐκκαμινευόμενον θέλει μᾶς ἀποδείξει τί ἔχομεν νὰ ἐλπίσωμεν διὰ τὸ ὑπόλοιπον. Μετὰ τοιαύτην δοκιμασίαν δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν τὸ ὑπόλοιπον θετικώτερον. Ἐὰν ζημιωθῶμεν, θὰ εἴμεθα προφυλακτικώτεροι εἰς τὴν δευτέραν καὶ τρίτην διάθεσιν. Ἰδοὺ οἱ λόγοι δι’ οὓς προτιμῶ τὴν ἐν μέρει διάθεσιν καὶ οὐχὶ τὴν τοῦ ὅλου. Δὲν ἐννοῶ νὰ διατεθῇ ἓν τοσούτῳ μικρὸν μέρος τὸ ὁποῖον νὰ μὴ δύναται νὰ προσελκύσῃ σπουδαίας ἑταιρίας. Τριῶν ἑκατομμυρίων τόνων ἐκβολάδων διάθεσις εἶναι ἀρκοῦσα νὰ προσελκύσῃ σπουδαίας ἑταιρίας δυναμένας νὰ διαγωνισθῶσι πρὸς τὴν ὑπάρχουσαν· διότι τριῶν ἑκατομμυρίων τόνοι ἀποτελοῦν κατὰ τοὺς μέχρι τοῦδε ὑπολογισμοὺς πρόσοδον καθαρὰν 60 ἑκατομμυρίων. Μετὰ ταῦτα ἔρχεται τὸ ζήτημα, τί ποσοστὸν ὀφείλομεν νὰ ζητήσωμεν; τὸ ποσοστὸν τοῦτο θέλει προσδιορισθῆ ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου ἢ τῆς καθαρᾶς προσόδου; τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι πολὺ σπουδαῖον καὶ πολὺ δύσκολον νὰ λυθῇ· ἐσκέφθην πρὸ τινων ἡμερῶν μετά τινων φίλων μου πῶς δύνανται νὰ διατεθῶσιν αἱ ἐκβολάδες ἐπὶ τὸ ὠφελιμώτερον· αἱ δὲ σκέψεις ἡμῶν κατέληξαν εἰς τοῦτο· ἂν δύναται νὰ κατορθωθῇ ὁ ἀποχωρισμὸς τοῦ ἀργύρου ἀπὸ τοῦ μολύβδου ἐν τῷ τόπῳ τῆς ἐκκαμινεύσεως τῶν ἐκβολάδων, τότε ἐλύοντο αἱ δυσκολίαι τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι ἠθέλαμεν ἔχει Α παραγόμενον ἀργύρου, Β παραγόμενον μολύβδου καὶ ἐξ αὐτοῦ θὰ ἐλαμβάναμεν ἀκαθάριστον ποσοστὸν εἰς εἶδος ἐκ τοῦ μολύβδου καὶ ἀργύρου. Ποῖαι αἱ δυσκολίαι εἰς τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον; Περὶ τούτου σᾶς ὡμίλησεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ὁ μὲν κ. Κεχαγιᾶς ἔθεσεν ὡς δυσκολίαν, ὅτι διὰ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου δὲν θὰ προσελκύσητε καμμίαν ἑταιρίαν· διότι ἐπὶ τῶν ἀβεβαίων κανεὶς δὲν θὰ διακινδυνεύσῃ τὰ χρήματά του· προσέθηκε δὲ ὅτι τὸ σύστημα τῆς καθαρᾶς προσόδου ἔχει καὶ ὁ περὶ μεταλλείων νόμος. Ἀλλά, κύριοι, εἰς τὴν ἀνεύρεσιν καὶ ἐκμετάλλευσιν τῶν ἀγνώστων μεταλλείων τῶν κεκλεισμένων εἰς τὰ ἔγκατα τῆς γῆς οἱ κίνδυνοι εἶναι πιθανοί, πολλάκις εἶναι βέβαιοι, καὶ κατέστρεψαν ἑταιρίας. Ἀλλ’ αἱ ἐκβολάδες, αἱ ὁποῖαι εἶναι εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, αἱ ὁποῖαι ὑπάγονται εἰς τὰς ἀναλύσεις τῆς χημείας καὶ τῆς μεταλλουργικῆς, δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, δὲν ἔχουν πρὸς τὰ μεταλλεῖα ὁμοιότητα· ἄλλως τε, κύριοι, εἴτε ἀπαιτήσητε προσφορὰν ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου εἴτε ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου, αὐτὸ εἶναι ζήτημα ὑπολογισμῶν· ὁ προσφέρων θὰ ἐξετάσῃ τί ἔχει ν’ ἀγοράσῃ· καὶ δὲν συμφωνῶ, παρεμπιπτόντως τὸ λέγω, μὲ τὸν φίλον μου κ. Ῥοντήρην, ὅτι θὰ ἐκθέσωμεν εἰς τὴν ἀγορὰν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον οὔτε ὁ ἀγοραστὴς γνωρίζει, οὔτε ὁ πωλητής. Κανεὶς ἀγοραστὴς δὲν θὰ προσφέρῃ ἄνευ τῆς προεξετάσεως καὶ τῆς ἐξακριβώσεως τοῦ ποιοῦ καὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐκβολάδων· ὅταν ὁ ἐργολάβος θὰ προσφέρῃ θὰ προεξετάσῃ, θὰ κάμῃ τοὺς ὑπολογισμούς του, πόσα θέλει προκαταβάλει, τί θὰ δαπανήσῃ δι’ ἕκαστον τόνον, πόσον μόλυβδον, πόσον ἄργυρον θὰ παραγάγῃ ἕκαστος τόνος, καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν ὑπολογισμῶν, θὰ προσφέρῃ· εἴτε λοιπὸν εἰς καθαρὰν πρόσοδον, εἴτε εἰς ἀκαθάριστον θέσητε τὸ ζήτημα, τοῦτο ἔγκειται εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τῆς βιομηχανίας, ἔγκειται εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς ἀξίας τῶν ἐκβολάδων, ἑπομένως αἱ ἴδιαι δυσκολίαι ἀπαντῶνται διά τε τὴν καθαρὰν καὶ τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον. Κύριοι, ἵνα εὕρητε τὴν ἀξίαν τοῦ παραγομένου προϊόντος, δύο ἐξετάσεις ἔχετε νὰ κάμητε· πρῶτον νὰ εὕρητε τὸ ποσὸν τοῦ μολύβδου, τὸ ὁποῖον παράγει ἡ κάμινος καὶ δεύτερον τὸ ποσὸν τοῦ ἀργύρου τοῦ ἐμπεριεχομένου εἰς ἑκάστην τῶν χελωνῶν τοῦ μολύβδου. Κανονίζει τὸν τρόπον τῆς ἐξακριβώσεως τὸ νομοσχέδιον ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος οὗτος στηρίζεται εἰς ἀναλύσεις χημικάς. Ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος ἔχει τὴν αὐτὴν δυσκολίαν· ἵνα γνωσθῇ ἀνάγκη νὰ ἐξακριβωθῇ τὸ ποσοστὸν τοῦ ἀργύρου, τὸ ἐμπεριεχόμενον εἰς τὸν μόλυβδον, καὶ τοῦτο ἀνάγκην ἔχει χημικῶν ἀναλύσεων, τοῦτο δὲ εἶναι τὸ δύσκολον, καὶ αὐτὴν τὴν δυσκολίαν ἐσκοποῦμεν νὰ διαλύσωμεν διὰ τοῦ εἰσαγομένου νεωτερισμοῦ, ὅστις κατορθοῦται διὰ τοῦ ἐντὸς τοῦ κράτους ἀποχωρισμοῦ τοῦ μολύβδου ἀπὸ τοῦ ἀργύρου. Τοῦτο κατὰ πρῶτον φαίνεται ἀκατόρθωτον καὶ κατὰ τοῦ συστήματος τούτου αὐτὰς τὰς δυσκολίας θέλουν παρουσιάσει οἱ ἀντίθετοι. Πρὸς τοῦτο οἱ ἀντιδοξοῦντες λέγουσι διατὶ δὲν γίνεται ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν Ῥοῦ ὁ ἀποχωρισμὸς τοῦ ἀργύρου; Ἡμεῖς ἐνομίσαμεν ὅτι ἡ ἑταιρία Ῥοῦ ἔχουσα τὸ συμφέρον νὰ καλύπτῃ τὴν ἀξίαν τῆς παραγωγῆς δὲν ἤθελε νὰ φέρῃ τὰς ἀναγκαίας μηχανάς, ἵνα ἀποχωρίσῃ τὸν ἄργυρον ἐντὸς τοῦ κράτους· τοῦτο εἶναι πιθανὴ δικαιολόγησις, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἔπεισεν ἐντελῶς· ἠθελήσαμεν νὰ ζητήσωμεν νὰ μάθωμεν ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ ν’ ἀποχωρίζηται ἐντὸς τοῦ κράτους ὁ ἄργυρος ἀπὸ τὸν μόλυβδον. Ἐσκέφθημεν ὅτι καθὼς ἀποχωρίζεται εἰς μικρὰν ποσότητα εἰς τὰ δοχεῖα τῶν χημικῶν, οὕτω δύναται ν’ ἀποχωρισθῇ εἰς τὰς καμίνους μεγάλου μεταλλουργείου εἰς μεγάλην ποσότητα· μολαταῦτα αἱ περιωρισμέναι αὗται γνώσεις δὲν ἤρκουν νὰ μᾶς πείσουν εἰς τὸ νὰ ἔλθωμεν νὰ ἐκθέσωμεν τοιαύτην γνώμην καὶ ἠθελήσαμεν νὰ ζητήσωμεν τὴν γνώμην μεταλλουργῶν τινων ἐκ τῶν ὑπαρχόντων ἐδῶ· ἐξετάσαμεν τὴν γνώμην τοῦ κ. Σκαλιστήρη, ὅστις μᾶς εἶπε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ ὁ ἀποχωρισμός, καὶ οὔτε μεγάλη δαπάνη ἀπαιτεῖται, οὔτε μεγάλαι θέλουν προσγενῆ δυσκολίαι. Πρὶν δὲ ἀκόμη ἐρωτήσωμεν τὸν κ. Σκαλιστήρην, τὴν γνώμην ταύτην ὑπεβάλαμεν εἰς τὴν σκέψιν τοῦ κ. Ζαΐμη βουλευτοῦ Καλαβρύτων, ὅστις τὴν εὗρεν εὔκολον καὶ ἁπλῆν, καὶ κατὰ πρῶτον συνεφώνησε μεθ’ ἡμῶν εἰπὼν, ὅτι ἂν ἦναι δυνατὸν τοῦτο νὰ γείνῃ, τίποτε ἁπλούστερον καὶ φυσικώτερον, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐρωτήσητε εἰδήμονας καὶ νὰ βασανίσητε τὴν γνώμην ταύτην. Μετ’ ὀλίγον ἐρωτήσαμεν τὸν κ. Σκαλιστήρην, ὅστις μᾶς ἔδωσε τὴν ἀνωτέρω ἐκτεθεῖσαν ἀπάντησιν. Ὁ κ. Ζαΐμης δὲν ἠθέλησε νὰ πεισθῇ, ὠχυρώθη ὄπισθεν τοῦ ἀδυνάτου καὶ προχθὲς ἀναφέρων τὴν γνώμην ταύτην, εἶπεν, ὅτι εἶναι μὲν ἡ καλλιτέρα, ἀλλὰ εἶναι δυσκατόρθωτος· τὸ αὐτὸ μᾶς εἶπε καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς ὁμιλῶν περὶ τῆς καθαρᾶς καὶ ἀκαθαρίστου προσόδου· συνεφώνησε καὶ οὗτος, ὅτι ἂν ἠδυνάμεθα ν’ ἀποχωρίσωμεν τὸν ἄργυρον ἀπὸ τὸν μόλυβδον, ἠθέλομεν παραδεχθῆ τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον, καὶ ζητήσει τὴν εἰς εἶδος προσφορὰν ἐκ τοῦ παραγομένου προϊόντος. Ἐγὼ νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ πρᾶγμα ἴσως εἶναι δύσκολον, ἀλλὰ δυσκατόρθωτον δὲν εἶναι· ἂν ἐπιτύχωμεν τοῦτο, ὅλαι αἱ δυσκολίαι, ὅλοι οἱ κίνδυνοι, ὅλαι αἱ ὑπόνοιαι περὶ σφετερισμοῦ τοῦ δημοσίου πλούτου θὰ ἐκλείψωσιν. Ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει πλοῦτος ἐν Λαυρίῳ; ἂν ὑπάρχῃ, εἶναι ἀρκετὸς ἵνα προσελκύσῃ ἑταιρίας οὐ μόνον νὰ ἐκκαμινεύσωσι τὰ χώματα, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποχωρίζωσι τὸν ἄργυρον ἀπὸ τὸν μόλυβδον. Ὑπάρχει ἡ τέχνη τῆς ἀποχωρίσεως τοῦ ἀργύρου ἀπὸ τοῦ μολύβδου εἰς τὴν Εὐρώπην; Ὑπάρχει εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἢ Ἱσπανίαν; Ἂν ὑπάρχῃ, δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ διέλθῃ τὸν ὠκεανὸν διὰ τοῦ πυροσκάφου καὶ τὴν Εὐρώπην διὰ τοῦ σιδηροδρόμου καὶ νὰ φθάσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Αἱ τέχναι εἶναι ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα ἀνταλάσσονται μὲ τὸ ἀντάλλαγμα μὲ τὸ ὁποῖον ἀνταλάσσονται ὅλα τὰ ἐμπορεύματα· αἱ τέχναι δὲν περικλείονται εἰς Κινεζικὰ τείχη· δὲν δύνανται νὰ ᾖναι μονοπώλιον ἑνὸς ἔθνους, καὶ μυστήριον ἀνεξερεύνητον καὶ ἀδιαπέραστον. Ἑκάστη ἀνακάλυψις διατρέχει τοὺς ὠκεανοὺς καὶ τὰς ἠπείρους. Αἱ τέχναι καὶ τὰ γράμματα ἦλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐξ Αἰγύπτου, ἐκ Φοινίκης; ἐνταῦθα εὗρον γόνιμον γῆν, ἐκαρποφόρησαν καὶ ἀπέδωκαν ἀγλαοὺς καρποὺς καὶ ἀφθόνους. Αἱ τέχναι ὅμως δὲν ἐσταμάτησαν ἐνταῦθα, διεδόθησαν διὰ τοῦ κατακτητοῦ Ἀλεξάνδρου εἰς τὴν Ἀσίαν, μετέβησαν εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ ἐκεῖθεν ἐπανῆλθον εἰς τὴν πρώτην των ἑστίαν. Ὁ Φοὺλτ ἀνεκάλυψε τὸν ἀτμὸν, καὶ τὸ Ἰνστιτοῦτο τῆς Γαλλίας δὲν παρεδέχθη τὴν ἀνακάλυψιν παρὰ τὴν γνώμην τοῦ μεγάλου Ναπολέοντος· ὁ ἀτμὸς δὲν ἐστάθη εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὅπου ἐγένετο ἡ πρώτη ἐφαρμογὴ, ἐγένετο ἰδιοκτησία τοῦ κόσμου, καὶ πλῆθος ἀναρίθμητον πυροσκάφων πάσης ἐθνικότητος διαπλέει τὰς θαλάσσας. Ὁ ἀτμὸς ἐφηρμόσθη εἰς τὰς τέχνας, ἀλλὰ δὲν περιεκλείσθη εἰς τὴν Ἀγγλίαν· μετέβη πανταχοῦ, καὶ εἰς τὴν Σπάρτην ἔχομεν μηχανὰς ἐκθλιπτικὰς τοῦ ἐλαίου διὰ τοῦ ἀτμοῦ κινουμένας. Ὁ ἠλεκτρισμὸς, κύριοι, δὲν ἐφευρέθη εἰς τὴν Ἑλλάδα, μετηνέχθη ὅμως ἐκ τῆς Εὐρώπης· ἡ μεταλλουργικὴ ἦτο ἄγνωστος ἀπὸ πολλῶν αἰώνων, τὴν ἔφεραν πρὸ ἐτῶν οἱ Εὐρωπαῖοι καὶ ἰδοὺ τὰ ἀποτελέσματά της. Τί ἄλλο εἶναι ἡ ἀποχώρισις τοῦ ἀργύρου ἐκ τοῦ μολύβδου παρὰ εἷς κλάδος τῆς μεταλλουργικῆς τέχνης, πῶς εἶναι ἀδύνατον νὰ μεταφερθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ τοιαύτη τέχνη; Ἀλλὰ, κύριοι, ἔστω, ὅτι εἶναι ἀκατόρθωτον, δὲν ἐπιχειρίζεται τοῦτο καμμία ἑταιρία, εἰς τί θέλει βλάψει ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου; κατ’ οὐδὲν θέλει μᾶς ζημιώσει οὔτε ἀπώλεια χρόνου θέλει μεσολαβήσει, διότι κατὰ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλε τὸ ὑπουργεῖον ἢ κατὰ τὴν γνώμην τινῶν ἄλλων βουλευτῶν, ἀπαιτούντων πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ ποσοῦ καὶ τοῦ ποιοῦ τῶν ἐκβολάδων ἐργασίαι, αἱ ὁποῖαι θέλουν καταναλώσει τοὐλάχιστον ἓξ μῆνας, κατὰ δέ τινας, οὔτε δέκα μῆνες δὲν ἐπαρκοῦν· ἐντὸς δὲ αὐτῶν τῶν μηνῶν ἡ κυβέρνησις θέλει βολιδοσκοπήσει τὰς ἑταιρίας τῆς Εὐρώπης, ἂν δύναται νὰ μεταβιβασθῇ ἐνταῦθα ὁ κλάδος αὐτῆς τῆς μεταλλουργικῆς, ὁ ἀποχωρισμὸς τοῦ ἀργύρου· ἐὰν δὲ ᾖναι ἀδύνατον, ἡ Βουλὴ θὰ ᾖναι ἐδῶ τότε καὶ δὲν ἔχομεν νὰ κάμωμεν τίποτε ἄλλο παρὰ τρεῖς συνεδριάσεις νὰ ἀφιερώσωμεν εἰς τὴν τροποποίησιν αὐτῆς τῆς διατάξεως. Ἐὰν ὅμως, κύριοι, κατορθωθῇ αὐτὸ, ὁποῖα τὰ ἀποτελέσματα; μεγάλα. Πρῶτον ἡ πολιτικὴ δὲν θέλει εἶσθαι ἕρμαιον τοῦ τυχόντος, τοῦ ἐπιθυμοῦντος νὰ καταστρέφῃ δι’ αὐτοῦ τοῦ φάσματος τοῦ Λαυριωτικοῦ πλούτου τὰς κυβερνήσεις. Δεύτερον θέλομεν ἔχει μίαν μεταλλουργικὴν ἑταιρίαν τῳόντι σπανίαν, ἥτις θέλει ὠφελήσει μεγάλως τὴν πατρίδα, θέλει δώσει κίνησιν εἰς τὰς τέχνας σπουδαίαν, τέλος πάντων θέλει δείξει τί νὰ ζητήσωμεν καὶ τί θὰ λάβωμεν ἐκ τοῦ ὑπολειπομένου θησαυροῦ τοῦ Λαυρίου, χωρὶς νὰ δυνηθῇ τις νὰ μᾶς δολιευθῇ. Αὐταὶ, κύριοι, αἱ σκέψεις μᾶς ἔφεραν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν τροπολογίαν τῶν ἄρθρων 2 καὶ 10 καὶ νὰ προσθέσωμεν ἄρθρον πρόσθετον 13. Ἰδοὺ, κύριοι, ἡ τροπολογία αὕτη· «Τροπολογία τοῦ περὶ ἐκβολάδων νόμου. Ἄρθρον 2. Ἡ ἐκμετάλλευσις αὐτῶν δὲν ἐπιτρέπεται εἰμὴ δυνάμει τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις χορηγεῖ τὸ πρὸς τοῦτο δικαίωμα διὰ πλειστηριασμοῦ εἰς τὸν ἀναδειχθησόμενον νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ δημόσιον ἀνώτερον ποσοστὸν ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου εἰς εἶδος. Ἄρθρον 10. Ὁ ἐργολάβος ὀφείλει νὰ καθαρίσῃ τὰς ἐκβολάδας καὶ ν’ ἀποχωρίζῃ τὸν ἄργυρον ἀπὸ τοῦ παραγομένου μολύβδου ἐντὸς τοῦ Κράτους. Ἄρθρον 13. Ἐπὶ τοῦ παρόντος διατίθενται 3,000,000 τόνων τοῦ χώματος τῶν ἐκβολάδων». Οἱ βουλευταὶ Ἰω. Βαλασσόπουλος, Γρηγ. Δημητριάδης, Α. Καρδαρᾶς.
§64Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ὀφείλω ὀλίγας ἐξηγήσεις, κύριοι, λίαν συντόμως ὡς πρὸς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βαλασοπούλου. Ὅταν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Λακεδαίμονος μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μοὶ δώσῃ τὴν τροπολογίαν ταύτην πρὸ ἡμερῶν, εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὡμολόγησα, ὅτι τὸ εἶδος τοῦτο τῆς φορολογίας εἶναι τὸ καλλίτερον, ἤτοι τὸ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, ἀλλὰ παρετήρησα εἰς τὸν κ. Βαλασόπουλον, ὅτι πρέπει πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ πληροφορηθῇ, ἐὰν ᾖναι εὔκολον νὰ γείνῃ ἐνταῦθα ἡ ἀποχώρισις τοῦ ἀργύρου ἀπὸ τοῦ μολύβδου, ὄχι ἂν ᾖναι ἀδύνατος, ἀλλ’ ἐὰν ᾖναι εὔκολος. Αἱ μεταλλουργικαὶ γνώσεις μου καὶ αἱ χημικαὶ δὲν εἶναι τοιαῦται, ὥστε ν’ ἀποφανθῶ μόνος περὶ τούτου· ἐφρόντισα λοιπὸν πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ ζητήσω τὴν λύσιν τῆς ἑξῆς ἀπορίας μου, διὰ ποῖον λόγον δὲν μεταφέρει ἡ ἑταιρία τὸν μόλυβδον εἰς τὴν Γαλλίαν πρὸς ἀποχωρισμὸν τοῦ ἀργύρου, ἀλλὰ προτιμᾷ τὴν Ἀγγλίαν; Ἐπληροφορήθην λοιπὸν, ὅτι ἡ ἑταιρία προτιμᾷ νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὴν Ἀγγλίαν τὸν μόλυβδον, διότι εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἡ ἀποχώρισις τοῦ μολύβδου ἀπὸ τοῦ ἀργύρου γίνεται τελειοτέρα. Ὅταν, κύριοι, ἐπληροφορήθην, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ἡ ἀποχώρισις δὲν γίνεται τόσον καλὴ, ὅσον ἐν Ἀγγλίᾳ, βεβαίως ἔπρεπε νὰ διστάσω, ἐὰν τοῦτο ᾖναι κατορθωτὸν ἐν Ἑλλάδι, ἀφοῦ ἡ Ἀγγλία προτιμᾶται τῆς Γαλλίας, ἔθνους, τὸ ὁποῖον προήχθη τοσοῦτον εἰς τὰς τέχνας καὶ ἐπιστήμας. Ἴσως ἡ σκέψις μου αὕτη νὰ μὴ ᾖναι βάσιμος, ἀλλ’ ἐγὼ στηριζόμενος εἰς αὐτὸ, εἶπον, ὅτι ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὴν ἑταιρίαν τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποχωρίζῃ ἐνταῦθα τὸν μόλυβδον ἀπὸ τὸν ἄργυρον, τότε τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν θὰ τὴν ὑποβάλωμεν εἰς μεγάλας δαπάνας, καὶ αὐτὸ εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ κάμῃ τὴν ἑταιρίαν νὰ μὴ προσφέρῃ ἐν τῷ πλειστηριασμῷ τιμὴν συμφέρουσαν εἰς τὸ δημόσιον. Διότι ὅσον μεγαλεῖτεραι εἶναι αἱ δαπάναι τὰς ὁποίας θὰ κάμῃ ἡ ἑταιρία, τόσον μικροτέρα θὰ ᾖναι ἡ προσφορά, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ. Ὁ λόγος αὐτὸς μὲ ὑποχρεοῖ νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Βαλασόπουλον ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς φορολογίας ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου δὲν μοὶ φαίνεται ἀποδεκτόν, διότι φοβοῦμαι ὅτι δύναται νὰ βλάψῃ τὸ δημόσιον ἀντὶ νὰ τὸ ὠφελήσῃ καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους δὲν ἀπεδέχθην τὴν ὑποστήριξιν τῆς προτάσεως ταύτης, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐμμένω εἰς τὴν εἰς παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἐκφρασθεῖσαν γνώμην μου, ὅτι ἡ φορολογία ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου μοὶ φαίνεται συμφερωτέρα εἰς τὸ δημόσιον.
§65ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγα, κύριοι, μόνον θὰ σᾶς εἴπω, καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς καθαρᾶς καὶ ἀκαθαρίστου προσόδου· ἐκτὸς τῆς δυσκολίας, ἡ ὁποία ὑπάρχει τοῦ νὰ εὕρωμεν ἑταιρίαν δυναμένην ν’ ἀποχωρίζῃ ἐνταῦθα τὸν ἄργυρον ἀπὸ τὸν μόλυβδον, ἰσχυρίζομαι, ὅτι καὶ ἂν ἦτον δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο, πάλιν ὁ ἐργολάβος ὅστις ἤθελε παρουσιασθῆ ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, δὲν ἤθελεν ἔχει σταθερὰν βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ στηρίξῃ τὴν προσφοράν, καὶ ἰδοὺ διατί· ὅταν ἐκτίθεται μία πρόσοδος εἰς δημοπρασίαν καὶ ζητοῦμεν νὰ τὴν διαθέσωμεν ἐπὶ προσφορᾷ ὡρισμένου ποσοστοῦ ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου, ὁ μέλλων ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐνοικίασιν θέλει ἐξετάσει πρῶτον εἰς ποῖον ποσὸν ἀναβαίνει ἡ ἀξία τῆς προσόδου αὐτῆς καὶ δεύτερον ὁποῖα ἔξοδα ἀπαιτοῦνται δι’ αὐτὴν, ἔχων δὲ ὑπ’ ὄψιν τὰ δύο ταῦτα θέλει ἐνεργήσει τὴν προσφορὰν ἀναλόγως τῆς ἀξίας καὶ τῶν ἐξόδων. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐὰν κατορθωθῇ ὁ ἀποχωρισμὸς τοῦ ἀργύρου ἀπὸ τοῦ μολύβδου, ὁ ἐργολάβος θὰ ᾖναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ ὡς ἔγγιστα ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἀξίαν τῶν μετάλλων καὶ τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς τοῦ μολύβδου, δὲν θὰ ᾖναι ὅμως εἰς κατάστασιν νὰ κρίνῃ καὶ περὶ τῶν ἐξόδων τῆς παραγωγῆς τοῦ ἀργύρου, διότι τὰ ἔξοδα ταῦτα δὲν εἶναι πάντοτε τὰ αὐτὰ, ἀλλὰ διαφέρουσιν ὡς 1 πρὸς 10. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιστημονικῆς ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία ἀπεστάλη εἰς Λαύριον, διὰ νὰ ἐξάγετε τὸν ἄργυρον ἐκ τοῦ μολύβδου, εἶναι ἀνάγκη νὰ κάμητε νέαν ἀνάλυσιν καὶ διὰ τὴν ἀνάλυσιν ταύτην ἀπαιτοῦνται 40 φράγκα κατὰ τόνον. Διὰ τοῦτο ὅταν εἰς ἕνα τόνον περιέχωνται 200 μόνον γραμμάρια ἀργύρου, δὲν συμφέρει ἡ ἀποχώρισις, διότι τὰ ἔξοδα τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐκκαμίνευσιν τοῦ μολύβδου ἀποῤῥοφοῦν ὅλην τὴν ἀξίαν τῶν 200 γραμμαρίων. Ὑποθέσατε ὅτι ἔχετε τόνον μολύβδου, περιέχοντα 500 γραμμάρια ἀργύρου, ἡ ἐξαγωγὴ τούτου, ἔχοντος ἀξίαν 100 φράγκων, ἀπαιτεῖ δαπάνην 40 φράγκα, ἥτις ἀποροφᾷ 40% τῆς προσόδου. Ἀλλὰ ὅταν εἰς τὸν τόνον τοῦ μολύβδου περιέχωνται 5,000 γραμμάρια, τότε μὲ τὴν αὐτὴν δαπάνην τῶν 40 φράγκων θέλετε ἔχει ἄργυρον ἀξίας 1,000 φράγκων· ὥστε ἡ δαπάνη ἀποῤῥοφᾷ μόνον τὰ 4% τῆς ἀξίας· οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἐὰν ζητήσητε ἀπὸ τὸν ἐργολάβον νὰ σᾶς προσφέρῃ ποσοστὸν ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου τοῦ ἀργύρου, σᾶς ἐρωτῶ ποίαν δύναται νὰ ἔχῃ οὗτος βάσιν διὰ νὰ σταθμίσῃ τὴν προσφοράν του, ἀφοῦ θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διὰ τὸν ἀποχωρισμὸν τοῦ ἀργύρου ἄλλοτε μὲν θὰ χάσῃ τὰ 40% καὶ ἄλλοτε τὰ 4/00 μόνον τῆς παραγομένης ἀξίας; Εἰς τὴν πρώτην περίστασιν, ὅταν δηλ. περιέχωνται 500 γραμμάρια ἀργύρου εἰς ἕκαστον τόνον μολύβδου, εἰς τὸν ἐργολάβον δὲν μένουσιν εἰμὴ 60%, καὶ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ σᾶς προσφέρῃ ἐπέκεινα τῶν 50· ἀλλ’ ὅταν ὁ περιεχόμενος ἄργυρος ἀναβαίνῃ εἰς 5,000 γραμμάρια, τότε εἰς τὸν ἐργολάβον μένουσι 36%, καὶ ἑπομένως τῷ συμφέρει ν’ ἀναβιβάσῃ τὴν προσφοράν του μέχρις 85%· ὥστε βλέπετε ὅτι καὶ ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ διαχωρίσωμεν τὸν ἄργυρον ἀπὸ τὸν μόλυβδον ὑπάρχει αὐτὴ ἡ δυσκολία ἕνεκα τῆς διαφορᾶς τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ ἀργύρου, καὶ τὰ ὁποῖα ἄλλοτε μὲν ἀποῤῥοφῶσι τὸ ἥμισυ τῆς προσόδου, ἄλλοτε δὲ τὸ ⅕ τὸ 1|11 ἢ καὶ τὸ 25ον. Ἐὰν κατορθώσητε τὸν χωρισμὸν, βεβαίως δύνασθε νὰ δώσητε βάσιν ἀσφαλῆ εἰς τὸν ἐργολάβον ὅπως κανονίσῃ τὴν προσφοράν του διὰ τὸν μόλυβδον, διότι θέλει γνωρίζει οὗτος ὅτι μὲ δαπάνην 300 ἢ 350 δραχ. θέλει ἔχει ἀξίαν 500 δραχμῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὸν ἄργυρον, διότι, καθὼς σᾶς εἶπον, ἄλλοτε θέλει ἐξοδεύει 40 δραχ. διὰ νὰ ἐξάγῃ ποσὸν ἀργύρου 100 δραχμῶν, καὶ ἄλλοτε 4 διὰ νὰ ἐξάγῃ τὸ αὐτὸ ποσὸν, ἑπομένως ἡ διαφορὰ αὕτη θέλει φέρει τὸν ἐργολάβον εἰς τὴν ἀβεβαιότητα, ὥστε δὲν εἶναι εἰς αὐτὸν δυνατὸν νὰ κανονήσῃ τὴν προσφοράν του. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν, κύριοι, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον, οὔτε εἰς τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν ἠθέλαμεν ὑποθέσει ὅτι ὁ ἀποχωρισμὸς τοῦ μολύβδου ἀπὸ τὸν ἄργυρον δύναται νὰ γείνῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τῆς καθαρᾶς προσόδου.
§66ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε ὑπουργὲ, νὰ δώσω μίαν πληροφορίαν πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἰδέας σας, καὶ νὰ εἴπω εἰς τὴν βουλὴν ὅτι ὅπου ἡ τέχνη καὶ ἡ ἐπιστήμη τῆς ἀποχωρίσεως τοῦ μολύβδου ἀπὸ τὸν ἄργυρον εἶναι τελειοτέρα, καθὼς εἰς τὸ New Castle τῆς Ἀγγλίας, ἐκεῖ χρειάζονται ἀπὸ 21 ἕως 24 φράγκα ἔξοδα δι’ ἕκαστον τόνον μολύβδου. Ἀλλ’ ἐδὼ λέγεται, χρειάζονται 40 φράγκα, ὥστε θὰ προέλθῃ ζημία 16–19 φράγ. κατὰ τόνον· τοῦτο συμβαίνει καὶ διότι ἡ τέχνη δὲν εἶναι ἀνεπτυγμένη ἐνταῦθα, καὶ διότι ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι εὐκολίαι μὴ ὑπάρχουσαι ἐδῶ. Πρέπει δὲ νὰ ἠξεύρωμεν κατὰ κανόνα ἐμπορικὸν ὅτι ἂν ζημιωθῇ ὁ ἐργολάβος εἴκοσι κατὰ τόνον φράγκα, διὰ τὴν ἀποχώρισιν τοῦ μολύβδου ἀπὸ τοῦ ἀργύρου, οὐδεὶς ἄλλος θέλει ζημιοῦσθαι, ἢ ἡμεῖς. Ἰδοὺ ὁ λόγος δι’ ὃν φαίνεταί μοι δύσκολος ἡ ἐδὼ ἀποχώρισις τοῦ μολύβδου ἀπὸ τοῦ ἀργύρου.
§67ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἐὰν ἀποτύχωμεν εἰς τὴν διάθεσιν, καίτοι ἐπιτυχόντες εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς ἰδιοκτησίας τῶν ἐκβολάδων, ἡ ζημία εἶναι ἡ αὐτὴ, οὐδὲν ἐκερδήσαμεν· ὥστε εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἐκβολάδων δὲν ἐκερδήσαμεν μέχρι τοῦδε σπουδαῖόν τι, ὁ ἀγὼν εἶναι ὁ αὐτὸς, ἔχει τὰς αὐτὰς σπουδαίας συνεπείας· διὰ τὰς σκωρίας ἄπειρον ποσὸν ἡ βουλὴ τοῦ 1867 προσδιώρισε ὡς ἀνῆκον εἰς τὸ δημόσιον· μὲ τοῦτο οὐδὲν ἐκέρδισε τὸ κράτος· ἡ ζημία φαίνεται σήμερον κολοσσιαία· διατί; διότι δὲν ἐπέτυχεν ἡ διάθεσις· διὰ μεθόδου τινος, κύριοι, τὸ πρᾶγμα ὅπερ ἐκερδίσαμεν θὰ ἀπολέσωμεν, τὸ αὐτὸ πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐσώσαμεν ἀπὸ τὴν ἁρπαγὴν, δύναται νόμῳ νὰ συλήσῃ τὸ κεφάλαιον ἐκμεταλλευόμενον καὶ καταπλεονεκτοῦν. Δὲν ἠξεύρω πῶς ἔφυγε τὸ ἕρκος τῶν ὀδόντων τοῦ ἐντίμου συναδέλφου ἡμῶν κυρίου Βαλασσοπούλου ἀγορεύοντος ὅτι τὸ Λαύριον ταράττει τὴν πολιτικὴν ἢ τὴν ἐπηρεάζει· ὅτι εἶναι κίνδυνός τις, καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἀποσκευάσωμεν αὐτὸ μίαν ὥραν ταχύτερον· ἐγὼ δὲν τὸ βλέπω τοῦτο, πρέπει ὁ ἄνθρωπος ὁ πολιτικὸς ἢ ὁ πολιτευόμενος ἢ ὁ βουλευτὴς νὰ ἦναι πολὺ ποταπὸς διὰ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του προσωρινὰ συμφέροντα τῶν φατριασμῶν, τὰς καθημερινὰς ἀνάγκας τῆς ἐπιτροπῆς καὶ νὰ δώσῃ ψῆφον δι’ ἀντικείμενον τὸ ὁποῖον ἐπικεκλήρωται νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν οὐ μόνον ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ μέλλοντος τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐπὶ αἰῶνας· ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ ζήτημα, αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον ἐχρησίμευσε καθ’ ὅλον τὸ παρελθὸν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν βίου. Τὸ ζήτημα αὐτὸ, κύριοι, εἶναι κοινωνικὸν, εἶναι ἐθνικὸν ζήτημα. Ἀλλοίμονον εἰς ἐκεῖνον ὅστις νομίζει ὅτι εἶναι πολιτικὸν, ἂν ὑπάρχῃ θεὸς, ἂν ὑπάρχῃ δικαιοσύνη ἐθνική! Ἐξετάζω τὸ ζήτημα ὡς νὰ ὁμιλῶ εἰς μίαν οἰκογένειαν. Ἐν πρώτοις, κύριοι, θέλω ἐξετάσει, θέλω ὑποστηρίξει ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ νομοθετήσωμεν, πρὶν ἢ γνωρίσωμεν τὸ ἀντικείμενον· βʹ. θέλω ἐξετάσει τὰ κακὰ τὰ ὁποῖα εἰσάγει τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον, γʹ. θέλω ἐξετάσει τὸ συμφέρον τοῦ κράτους εἰς τὴν ἄμεσον ὑπ’ αὐτοῦ ἐκκαμίνευσιν καὶ τὸ δυνατὸν αὐτοῦ· δʹ. θέλω ἐξετάσει τὴν δημοτικὴν ἐπιχείρησιν ὡς πρὸς τὴν ὁποίαν ἔλαβον καὶ τὴν τόλμην νὰ προεισηγηθῶ διὰ προτάσεως εἰδικῆς. Κύριοι! μία σύγχυσις ὑπάρχει ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς σπουδῆς τοῦ πράγματος καὶ ἐκ τῆς συγχύσεως νομίζουσί τινες ὅτι ὑπάρχει ταυτότης, ἐνῷ ὑπάρχει μεγίστη διαφορότης μεταξὺ τοῦ ἑνὸς συστήματος καὶ τοῦ ἄλλου· ἡμεῖς, λέγομεν, δὲν δυνάμεθα νὰ νομοθετήσωμεν πρὶν ἢ γνωρίσωμεν τὸ ἀντικείμενον, ὑμεῖς οἱ ἀντιδοξοῦντες λέγετε, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ γνωρίζητε σεῖς περὶ τίνων πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν, εἶναι περιττὸν νὰ μάθητε σεῖς τί εἶναι ἐκβολάς.
§68ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τοιαύτη ἰδέα δὲν ἐῤῥίφθη.
§69ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ποῖον τὸ ποσὸν αὐτῶν, ποῖαι αἱ ἀναλογίαι περιττὸν νὰ γνωρίσητε σεῖς· φθάνει μόνον ὅτι ἡμεῖς, τοὐλάχιστον ἡ διοίκησις, πρὶν ἢ κάμῃ τὴν παραχώρησιν, θὰ λάβῃ πληροφορίας τινας περὶ τοῦ πράγματος· μοῦ φαίνεται ὅτι τὸ πρᾶγμα διαφέρει παρὰ πολὺ, μοῦ φαίνεται ὅτι διὰ τῆς πρώτης προτάσεως, τῆς ἰδικῆς μας, διατηροῦμεν πλήρη καὶ ὁλόκληρον τὴν προνομίαν τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ κοινοβούλιον νὰ φέρῃ τὴν ψῆφον εὐσυνειδήτως καὶ νὰ διαθέτῃ κυριαρχικῶς τὰ τοῦ κράτους· κατὰ τὸ ἀντίθετον σύστημα ἡ διοίκησις ἀποῤῥοφᾷ τὸ κοινοβούλιον, διότι ἡ διοίκησις ἐμφανίζεται εἰς τὸ μέσον καὶ λέγει, «εἶναι περιττὸν νὰ γνωρίζετε σεῖς, δότε εἰς ἐμὲ τὴν ἄδειαν νὰ διορίσω ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία νὰ μὲ πληροφορῇ περὶ τοῦ τί πρᾶγμα ὀφείλομεν νὰ διαθέσωμεν». Ὁμολογῶ, ὅτι τῳόντι, κύριοι, τὸ ἄρθρ. 6 τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου προβλέπει περὶ σπουδῆς, περὶ γνωρίσεως τοῦ πράγματος, τοῦ ἀντικειμένου, καὶ ἴσως προβλέπει κάλλιον τοῦ ἡμετέρου, τοῦ βουλευτικοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ κατ’ ἄλλην ἔννοιαν ὑπάρχει μεγάλη διαφορά. Κατὰ τὸ βουλευτικὸν νομοσχέδιον πρόκειται σεῖς νὰ ψηφοφορήσητε καὶ ἀποφανθῆτε ἐν γνώσει· κατὰ τὸ ὑπουργικὸν, ὄχι σεῖς οὐδὲ τὸ ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ἡ διοίκησις. Ἀλλὰ τοῦτο, κύριοι, πρῶτον ἀντιβαίνει εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ αὐτὸ μόνον εἶναι τὸ σπουδαῖον; Δὲν ἔχει δηλαδὴ καὶ οὐσιαστικὴν σπουδαιότητά τινα μεγάλην; Τὸ πρᾶγμα, κύριοι, εἶναι πολὺ σπουδαῖον ὄχι μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν πρώτην· ἀλλ’ ὅταν πρόκειται σήμερον νὰ σκεφθῶμεν περὶ τρίτου ἢ τετάρτου συστήματος διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων, ἡμεῖς εἴμεθα εἰς τὸ σκότος καὶ δὲν δυνάμεθα ἐν ἀγνοίᾳ ὄντες τοῦ ἀντικειμένου παρὰ νὰ ἐκλέξωμεν ἓν σύστημα τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου, διότι ἀγνοοῦμεν τὸ ἀντικείμενον, ἀγνοοῦμεν τὰ ἔξοδα τῆς καμινεύσεως, ἐὰν ᾖναι δυνατὴ ἡ καμίνευσις, ἐὰν ὑπάρχῃ καθαρὰ πρόσοδος, ἐὰν ᾖναι δυνατὴ ἡ ἀκαθάριστος· τὰ πάντα ἀγνοοῦμεν. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι ὁ κ. Ζαΐμης εἶπεν ὅτι ἡ ἀναβολὴ ἥτις ἐγένετο ἀπὸ τὸν Μάρτιον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἰδιοκτησίας ὠφέλησε πολὺ, διότι ἔφερε ὁμοφωνίαν συμπάσης τῆς Βουλῆς, καὶ συγχαίρω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τούτῳ. Ἀλλὰ τι ζήτημα ἐπρόκειτο τότε, κύριοι, νὰ λύσῃ; ἁπλούστατον ζήτημα· ἐπρόκειτο ν’ ἀναγνώσωμεν τοὺς κειμένους νόμους ἡμῶν, νὰ ἑρμηνεύσωμεν αὐτούς. Καὶ δὲν ἐχρειάζετο λογικὴ ἢ συστηματικὴ ἑρμηνεία, ἀλλ’ ἁπλῆ γραμματικὴ ἑρμηνεία. Καὶ μολονότι εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐχρεώστει νὰ γείνῃ ἀναβολὴ, καὶ δὲν παραπονούμεθα διὰ τοῦτο, καὶ ἡ ἀναβολὴ ἐκείνη ὠφέλησε. Περὶ τίνος πρόκειται σήμερον; ὄχι νὰ μάθωμεν νόμους ἀνθρώπων, ὄχι νὰ ἀναγνώσωμεν ἁπλῶς καὶ ἑρμηνεύσωμεν γραμματικῶς, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἑρμηνευθῶσιν οἱ νόμοι τῆς φύσεως οἱ ὅλως ἀνεξερεύνητοι ὑπὸ τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ἐν τούτοις τὶ λέγουσιν οἱ ἀντιδοξοῦντες; ἂς σπεύσωμεν, τί χρειάζεται μελέτη! Ἐγὼ νομίζω, κύριε Ζαΐμη, ὅτι ἐὰν τότε εἴχετε 10% δίκαιον νὰ ζητήσητε ἀναβολὴν, ἡμεῖς ἔχομεν σήμερον δίκαιον 1000% νὰ ζητήσωμεν ἀναβολὴν διὰ νὰ ἴδωμεν τὶ διαθέτομεν, διότι τὸ κακὸν τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ γείνῃ διὰ μιᾶς κακῆς διαθέσεως εἶναι ἀνεπανόρθωτον· ὁ κ. Βαλασόπουλος λέγει, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ ἡ ποιότης τῶν ἐκβολάδων, τὸ ποσοστὸν τὸ περιεχόμενον εἰς τὰς ἐκβολάδας ἐκ τοῦ μολύβδου καὶ τοῦ ἀργύρου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσδιορισθῇ· ἂς βεβαιωθῇ αὐτὸ τέλος πάντων ἐπιστημονικῶς, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ ἡ ποιότης· ἂς βεβαιωθῇ τοῦτο· δὲν ἠμποροῦμεν νὰ θέσωμεν αὐτὸ αὐθαιρέτως, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ πληροφορηθῶμεν τὴν ἀναλογίαν τοῦ ὀρυκτοῦ πρὸς τὸν μόλυβδον, τοῦ μολύβδου πρὸς τὸν ἄργυρον.
§70ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον ἀπολύτως, ἀλλ’ ἀκριβῶς.
§71ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐὰν, κύριοι, μία ἐπιστημονικὴ ἐπιτροπὴ βεβαιώσῃ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ διαιρεθῶσιν αἱ ἐκβολάδες κατὰ σωροὺς, καὶ κατὰ σωροὺς νὰ προσδιορισθῇ ὁ μέσος ὅρος τῆς τιμῆς τῶν ἐκβολάδων, ἰδοὺ ὅτι εὐκολύνεται τὸ πρᾶγμα, ἀλλά τινὲς παραδέχονται ὡς γεγονὸς ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ γείνῃ καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ προβῶμεν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φωτισθῶμεν, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὸ σκότος. Αὐτὸ, τὸ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φωτισθῶμεν, πρέπει νὰ μᾶς τὸ εἴπῃ ἡ ἐπιστήμη προηγουμένως, καὶ διὰ τοῦτο, πρὶν προβῶμεν εἰς νομοθετικὴν πρᾶξιν, πρέπει νὰ ἐξερευνηθῇ ἐπιστημονικῶς ποῖον εἶναι τὸ ἀντικείμενον περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν. Κύριοι, καθὼς εἶπε, πρόκειται περὶ διαθέσεως διὰ διαγωνισμοῦ, περὶ ἀμέσου ἐκκαμινεύσεως, ἣν καὶ ἐγὼ θέλω νὰ ὑποστηρίξω· ἀλλ’ ἔχω ἀνάγκην νὰ ἠξεύρω τί κοστίζει ἡ καμίνευσις, ποίας δυσχερείας ἔχει ἡ διοίκησις, πόσας καμίνους δυνάμεθα νὰ στήσωμεν· αὐτὸ πρέπει νὰ βεβαιωθῇ προηγουμένως διὰ νὰ ἐκλέξωμεν τὸ σύστημα τῆς ἀμέσου ἐκκαμινεύσεως ἢ διὰ νὰ τὸ ἀποκρούσωμεν καὶ δεχθῶμεν τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τούτοις, κύριοι, οὐδεμίαν περὶ τούτου ἐπιστημονικὴν ἔκθεσιν ἔχω. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι οἱ λόγοι τῆς μὴ ἐσπευσμένης συζητήσεως εἶναι πολὺ ἰσχυροὶ, τὸ μὲν διότι δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἀπαλλοτριωθῶμεν τῶν ὑψηλῶν ἡμῶν καθηκόντων καὶ νὰ παρεμβάλωμεν τὴν διοίκησιν εἰς τὸν τόπον ἡμῶν ἵνα ἐξασκήσῃ αὐτὴν τὴν λειτουργίαν τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ὀφείλομεν ἐπίσης νὰ ἐξασκήσωμεν, τὸ δὲ διότι δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν εὐσυνειδήτως καὶ ἐν πεφωτισμένῃ διανοίᾳ νὰ ἐκλέξωμεν μεταξὺ τῶν διαφόρων συστημάτων· διότι ἐλλείπουν τὰ στοιχεῖα τοῦ σχηματισμοῦ τῆς πεποιθήσεως, διότι δὲν δίδεται ἡ εὐκαιρία νὰ γείνῃ μία σπουδὴ καὶ ἐξέτασις τῶν πραγμάτων. Ὁ κ. Βαλασόπουλος διέστρεψε ὀλίγον τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος διότι εἶπε μεταξὺ τῶν ἄλλων ὅτι ἡμεῖς ζητοῦμεν τὴν ἐπ’ ἄπειρον ἀναβολήν· αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν δὲν χρειάζεται παρὰ 3 μῆνας τὸ πολὺ διὰ νὰ γείνῃ. Ἔρχεται θέρος, ἔρχεται διακοπὴ τῶν σχολείων τῶν γεωγνωστικῶν ἀκαδημιῶν ἐν Εὐρώπῃ.
§72ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε μίαν ἐρώτησιν;
§73ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν θέλω.
§74ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ 8 ἄρθρον τὸ ὁποῖον παρεδέχθημεν, διότι νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν παραδοχὴν τοῦ 8 ἄρθρου δὲν ἐπιτρέπεται τοιαύτη συζήτησις.
§75ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. Κατσικαπῆς.
§77ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ. Τὸ ἠξεύρομεν.
§78ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Χθὲς τὶ ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή; ὅτι θὰ διατεθοῦν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου· τὸ ζήτημα τοῦ χρόνου περὶ τῆς ἀμέσου διαθέσεως πῶς θὰ κανονισθῇ;
§79ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ παρὼν νόμος ἐθεωρήθη ὡς ὀργανισμὸς μελλούσης διαθέσεως.
§80ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἡ διάθεσις, κ. Κεχαγιᾶ, δὲν σημαίνει νὰ ἀπεκδυθῶμεν ἀμέσως τῶν δικαιωμάτων μας ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων, ἀλλὰ ν’ ἀποφασίσωμεν ά) ὅτι εἴμεθα κύριοι, βʹ) νὰ ἐνεργήσωμεν ἔργα κυρίου, τίποτε ἄλλο. Ποῖα ἔργα κυρίου θὰ ἐνεργήσωμεν; θὰ ζυγίσωμεν πρῶτον καὶ ἔπειτα θὰ ἀπαλλοτριώσωμεν κλπ. θὰ εὕρωμεν τὰ στοιχεῖα, τὰ ποσοστά αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα· τοῦτο τὸ νὰ βάλωμεν χεῖρας, νὰ ἐρευνήσωμεν, νὰ ἐξετάσωμεν τι ζητοῦμεν, τὴν ποιότητα αὐτῶν, εἶναι ἔργον κυρίου, εἶναι ἔργον διαθέσεως, εἶναι ξένον πρᾶγμα, δὲν δύνασαι νὰ ἐνεργήσῃς τοιοῦτόν τι. Κύριοι, περίεργόν τινα ἐξέφερεν οἰκονομίαν ὁ κ. Βαλασόπουλος· θεωρεῖ ἀναγκαῖον καὶ αὐτὸς νὰ γείνῃ ἔρευνα τοῦ ἀντικειμένου, διότι δὲν ἔχομεν, ἀλλ’ εἶναι καλὸν νὰ γείνῃ δοκιμή, λέγει· καὶ πῶς νὰ γείνῃ; νὰ διαθέσωμεν μέρος τῶν ἐκβολάδων· καὶ πόσον; 90,000,000 δραχμῶν νὰ διαθέσωμεν 90,000.000 δραχ. ἐν ἀγνοίᾳ μας! ὅπως εἴμεθα ἐντὸς τοῦ σκότους! καὶ ὄχι ἡμεῖς νὰ καμινεύσωμεν καὶ νὰ κάμωμεν τὴν δοκιμήν, ἀλλὰ νὰ ἔλθῃ νὰ μᾶς κάμῃ τὴν δοκιμὴν ὁ Σερπιέρης· καὶ πότε νὰ τελειώσῃ ἡ καμίνευσις αὕτη; μετὰ 60 ἔτη! ἢ ἐὰν ἡ ἑταιρία ἐκείνη ἔχῃ 28 φούρνους (καθὼς ἔχει σήμερον ἡ ἑταιρία Σερπιέρη) μετὰ 30 ἔτη! Νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν εἶναι παντάπασιν ὀρθή. Ἡ δοκιμὴ γίνεται πρὶν ἢ ἀγοράσῃ τις ἢ ἐὰν θέλῃς νὰ δοκιμάσῃς διὰ νὰ πωλήσῃς, θὰ δοκιμάσῃς πρὶν ἢ πωλήσῃς· διότι κατόπιν εἶναι κατόπιν ἑορτῆς. Εἶπον ὅτι χρειάζονται 30 ἔτη πρὸς καμίνευσιν 3,000,000 τόνων, διότι ἀπεδείχθη εἰς μίαν ἄλλην συνεδρίασιν, ὅτι ἡ ἑταιρία Ῥοῦ ἔχουσα 18 καμίνους μόνον 100,000 τόνους καμινεύει. Καὶ ἐὰν ἔλεγέ τις τοὐλάχιστον νὰ διαθέσωμεν 100,000, τόνους ἠδύνατό τις νὰ ὑποκύψῃ· 100,000 τόνοι εἶναι ποσὸν λίαν ὑπέρογκον διὰ νὰ γείνωσιν δοκιμαί. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἔχομεν λόγους νὰ ἐπιμένωμεν εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς διαθέσεως ἐπὶ 2 μῆνας ὄχι ἐπ’ ἄπειρον, διὰ νὰ ἔλθωσι 3 ἄνδρες ἐπιστήμονες ἀπὸ τὴν Τεργέστην καὶ ἀπὸ τὴν Φρειβέργην, διὰ νὰ ἴδωμεν τί ἔχομεν, διὰ νὰ κατατάξωμεν τὰς ἐκβολάδας κατὰ ποιότητα, διὰ νὰ γείνῃ χωρογραφικὸς πίναξ τῶν ἐκβολάδων, διὰ νὰ γείνῃ μία ἔκθεσις· καὶ αὐτὸ τὸ χαρτὶ τὸ ὁποῖον λέγεται ἔκθεσις, αὐτὸ ἀξίζει ἑκατομμύρια, νὰ γείνῃ μία ἔκθεσις καὶ ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς τὴν Εὐρώπην· διότι, ἐπαναλαμβάνω, μόνη ἡ Εὐρώπη εἶναι ὁ ἀγοραστὴς τῶν ἐκβολάδων. Πρέπει νὰ γείνῃ τοῦτο διὰ νὰ μάθωμεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι τὴν ἀξίαν τῶν ἐκβολάδων· θὰ τὴν μάθωμεν δὲ, ἀφοῦ τὴν μάθῃ ἡ Εὐρώπη, ἤτοι ἡ μεγάλη αὕτη ἀγορὰ θὰ ἐκφέρῃ τὴν ἐτυμολογίαν της, καὶ ὄχι ἡμεῖς. Κύριοι, προβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου, ἐν συνόψει δὲ πρῶτον ἀπαριθμῶ τὰ κακὰ τὰ ὁποῖα ἔχει· κατόπιν δὲ θέλω ἀναπτύξει ταῦτα.
§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Πρόκειται περὶ τοῦ ἄρθρου τώρα ἢ περὶ τοῦ ὅλου; διότι οὕτω χθὲς ἐλέγαμεν, ὅτι πρέπει νὰ διαιρέσωμεν τὸ ἄρθρον καὶ νὰ συζητήσωμεν τὰ διάφορα αὐτοῦ μέρη.
§82ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τώρα πρόκειται περὶ ἐκλογῆς τοῦ συστήματος.
§83ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλὰ περὶ τοῦ ὅλου νομοσχεδίου;
§84ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Εἶναι ἄρθρα τινα τὰ ὁποῖα ἔγκεινται ἐν τῷ συστήματι τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ εἶναι ἀχώριστα αὐτοῦ.
§85ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πολὺ καλὰ, διὰ νὰ μὴ παραπονῆσθε.
§86ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὄχι· ἀλλὰ διὰ νὰ εὑρεθῇ καὶ ἐκλεχθῇ ἓν σύστημα, θὰ ἐξετασθῶσι καὶ τὰ ἐλαττώματα αὐτοῦ καὶ διὰ νὰ ἀποκρουσθῶσι τὰ ἄλλα συστήματα, θὰ ἐρευνηθῶσι πάλιν τὰ ἐλαττώματα ἐκείνων.
§87ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καλὰ, καλά· προχωρήσατε.
§88ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τὰ κακὰ κύριοι, τοῦ συστήματος τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου εἶναι πρῶτον ἡ διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς ἀποξένωσις τοῦ κράτους τοῦ ἀπείρου αὐτοῦ θησαυροῦ· δεύτερον τὸ πλάσμα τοῦ διαγωνισμοῦ· ἐδῶ εἶναι ἡ μεγάλη ἀποτυχία· τρίτον, ἡ καθαρὰ πρόσοδος. Ταῦτα κύριοι, εἶναι οὐσιώδη ἐλαττώματα τοῦ συστήματος· ἀλλὰ τὰ παρεπόμενα αὐτοῦ εἶναι χείρονα. Πρῶτον, τὸ μεταλλευτικὸν συμβούλιον, καὶ ἐπικαλοῦμαι ὁλόκληρον τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, καὶ δεύτερον ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τοῦ διαγωνισμοῦ συμπάσης τῆς Εὐρώπης. Κύριοι, εὑρισκόμενοι εἰς τὴν θέσιν ὅπου εἴμεθα, χωρὶς οὐδὲν σχεδὸν νὰ γνωρίζωμεν, παθόντες ὅ,τι ἐπάθαμεν ἐκ τῶν σκωριῶν, αἰσθανόμεθα ἐνστιγματικῶς πως τὴν ἀπαραίτητον ἀνάγκην νὰ μὴ ἀποξενωθῶμεν, εἰ δυνατὸν, τοῦ ὅλου διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς· ἐν τούτοις τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀποφασίζει περὶ τοῦ ὅλου· ἀφίνει τὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν διοίκησιν νὰ διαθέσῃ τὸ ὅλον διὰ διαγωνισμοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἐξουσία αὕτη εἶναι λίαν ὑπέρογκος ἀφ’ ἑνὸς, λίαν ἐπικίνδυνος ἀφ’ ἑτέρου καὶ εἰς αὐτὴν τὴν κυβέρνησιν. Ἓν μεταλλευτικὸν συμβούλιον ἐκ τῶν ὑπουργῶν συγκείμενον νὰ λάβῃ τοιαύτην ἐντολὴν, διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς ν’ ἀποξενώσῃ τὸ κράτος μιᾶς περιουσίας τὴν ὁποίαν οἱ αἰῶνες ἀπέθηκαν ἐκεῖ. Ὅσον μεγάλη καὶ ἂν ἦτο ἡ ἐξουσία αὐτὴ, ἐὰν ἤμεθα τοὐλάχιστον ἐν γνώσει, ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ἂς δοθῇ. Καὶ, κύριοι, τὸ σύστημα τοῦ διαγωνισμοῦ τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ βάσις, ἔχει τοῦτο ἀναγκαίαν συνέπειαν· διατί; διότι ὁ συναγωνισμὸς διὰ νὰ γείνῃ μεταξὺ σπουδαίων ἑταιριῶν, πρέπει νὰ ᾖναι περὶ ἀντικειμένων πολὺ σπουδαίων· τὸ ἀντικείμενον δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ᾖναι μέγα· ἑπομένως βλέπετε, διατὶ συζητοῦμεν τὸ σύστημα καὶ ὄχι τὰ καθέκαστα; διότι τὸ σύστημα ἔχει ἀναγκαίας συνεπείας· ἐὰν παραδεχθῆτε τὸν συναγωνισμὸν, θὰ παραδεχθῆτε τὴν διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς ἀποξένωσιν τοῦ νὰ ἔχητε τοὺς θησαυροὺς αὐτοὺς τοὺς ὁποίους τόσοι αἰῶνες ἀπέθηκαν ἐκεῖ. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ οὐδέποτε θέλει δεχθῇ ν’ ἀποξενωθῇ τῆς δικαιοδοσίας τῆς νομοθετικῆς ἀφίνουσα εἰς τὴν διοίκησιν μίαν τοιαύτην ἐξουσίαν, μένουσα αὐτὴ ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἀντικειμένων ὅλων καὶ ὡς πρὸς τὸ ποσὸν καὶ τὴν ἀξίαν. Εἶπα, κύριοι, ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιον προτείνεται διαγωνισμὸς, λέγω δ’ ἤδη, ὅτι διαγωνισμὸς δὲν θὰ ὑπάρξῃ. Ὑπηνιξάμην, κύριοι, τὴν πρώτην ἡμέραν νομίζω, ὅτι ἡ μόνη ἑταιρία ἐν Ἑλλάδι, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀγοράσῃ τὰς ἐκβολάδας εἶναι ἡ ἑταιρία Ῥοῦ, καὶ οὐδεμία ἄλλη ἑταιρία ἐν Ἑλλάδι δύναι ν’ ἀγοράσῃ τὰς ἐκβολάδας· ἀλλὰ καὶ ἂν ἠδύνατο νὰ σχηματισθῇ τοιαύτη, ὁ διαγωνισμὸς ἔσται ἀδύνατος, διότι ἡ ἑταιρία Ῥοῦ ἔχει ἐργαστήρια, σιδηρᾶς ὁδοὺς, καταστήματα, ἔχει τὴν γνῶσιν τοῦ ἀντικειμένου. Τίς λοιπὸν θὰ τολμήσῃ νὰ ἔλθῃ εἰς διαγωνισμὸν μὲ τὴν ἑταιρίαν Ῥοῦ, ὅταν ἡ ἑταιρία αὕτη δὲν ἔχῃ ἀνάγκην νὰ κάμῃ προκαταβολὰς 3 ἢ 4 ἑκατομμυρίων, ἐνῷ ἡ ἄλλη θὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ τὰς κάμῃ; οὐδεμία ἑταιρία θὰ πράξῃ τοῦτο· ἄλλως τε, ἐὰν ὑπάρχῃ ἑταιρία τις, πῶς προκαλοῦμεν διαγωνισμὸν μελλούσης ἑταιρίας πρὸς μίαν ὑπάρχουσαν ἑταιρίαν, ἥτις ἔχει 4 ἕως 8 ἑκατομμύρια καθαρὰν πρόσοδον, πῶς προκαλοῦμεν διαγωνισμὸν μεταξὺ ἀτόμων μεμονωμένων καὶ τῆς ἑταιρίας ταύτης, ἤτοι τοῦ ὑπὸ ταύτης συνασπισμοῦ; Κύριοι, ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νόμου. Κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀποκλείεται ὁ διαγωνισμὸς τῶν εὐρωπαϊκῶν ἑταιριῶν. Καὶ ἂν προσείχετε εἰς τὰ ἄχρι τοῦδε λεγόμενα, λέγομεν συνήθως, ὅτι εὐρωπαϊκαὶ ἑταιρίαι θὰ συναγωνισθοῦν σπουδαίως μὲ τὴν ἑταιρίαν Ῥοῦ. Τὸ ἄρθρον 10 λέγει τὰ ἑξῆς «ὁ ἐργολάβος ὀφείλει νὰ καμινεύῃ τὰς ἐκβολάδας ἐντὸς τοῦ Κράτους» ἄρα ἀπαγορεύεται πράγματι εἰς πᾶσαν ἐν Εὐρώπῃ ὑπάρχουσαν μεταλλευτικὴν ἑταιρίαν νὰ συναγωνισθῇ· διότι βεβαίως ἡ ὁμοειδὴς ἑταιρία π. χ. τῶν Παρισίων ἔχει ἐκεῖ τὰ καταστήματά της, ἔχει ἐκεῖ τὰ ἔργα της, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μετενεχθῇ ὁλόκληρος εἰς τὸ Θερικόν, διὰ νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν ἐργασίαν. Πῶς θὰ γείνῃ λοιπόν; μὲ ἑταιρίαν ἑλληνικὴν ἐντὸς τοῦ κράτους δὲν ἔχει νὰ συναγωνισθῇ ἡ ἑταιρία Ῥοῦ, μὲ ἄλλην εὐρωπαϊκὴν, ἀπαγορεύεται· μὲ ποίαν λοιπὸν ἑταιρίαν θὰ συναγωνισθῇ; Δὲν πιστεύω λοιπὸν νὰ ὑποστηριχθῇ σπουδαίως, ὅτι προκαλεῖται ὁ συναγωνισμὸς τῆς Εὐρώπης διὰ τῶν ὑπαρχουσῶν ἑταιριῶν τῶν ἄλλως μὴ ὑπαρχουσῶν οὐδ’ ἐν γνώσει τοῦ ἀντικειμένου! Ὅλα αὐτὰ, κύριοι, εἶναι πλάσματα. Ἀλλά, κύριοι, θὰ μοὶ εἴπῃ τις, δύναται ἑταιρία ἐγκαταστημένη ἐκεῖ ν’ ἀγοράσῃ ὀρυκτὰ ἐδῶ καὶ νὰ τὰ ἐκκαμινεύσῃ ἐκεῖ; Μάλιστα· καὶ εἶδον ἐπιστολὴν ἐγὼ πρὸ 6 μηνῶν ἢ πρὸ ἑνὸς ἔτους ἐκ τοῦ ὁμοίου καταστήματος τῆς Ἀμβέρσης, δι’ ἧς ἐζήτει τὸ κατάστημα ν’ ἀγοράσῃ ἐκ τῶν ὀρυκτῶν τοῦ Λαυρίου ἐδῶ, τὸ ὁποῖον νὰ τὸ μεταφέρῃ ἐκεῖ καὶ νὰ τὸ καμινεύσῃ ἐκεῖ· καὶ εἶχεν ἡ ἑταιρία προτάσεις λίαν ὠφελίμους, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε τὸ ὀρυκτόν. Καὶ ποῖον ὀρυκτὸν ἐζήτει; ἔνθειον ἀργυροῦχον μόλυβδον· ἐγὼ ἐρωτῶ, μία ἑταιρία, ἥτις ζητεῖ μόλυβδον, δὲν θὰ ζητήσῃ τὴν ἀργυρῖτιν γῆν; διότι, σημειώσατε, ὡς εἴπομεν, τὰ ἐξαγόμενα ἢ ἐξαχθησόμενα ὀρυκτὰ ἐκ τοῦ Λαυρίου δὲν θὰ ἔχουν τόσον ἄργυρον ὅσον ἔχουσιν αἱ ἐκβολάδες, διότι, καθ’ ἃ σᾶς ἀνέπτυξε προχθὲς ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Δεληγεώργης, τὸ ἀνέγνωσα δὲ καὶ ἐγὼ, ὁ ἄργυρος ὢν μείζων εἰς τὰ ἐπιπόλαια στρώμματα ἤδη πρὸ πολλοῦ ἐξηντλήθη· καὶ διὰ τοῦτο δὲ ἐγκατελείφθησαν τὰ μέταλλα τὰ παλαιὰ ὑπὸ τῶν ἀρχαίων, ὄχι δι’ ἄλλον λόγον. Λοιπὸν, λέγω αἱ ἐκβολάδες εἶναι πολυτιμότεραι παντὸς ἄλλου ἐνθείου ἀργυρούχου μολύβδου, καὶ θὰ ἔχωσι μείζονα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ζήτησιν. Εἰρήσθω δ’ ἐν παρόδῳ ὅτι τὸ πάθημα τοῦτο τῶν Λαυριωτικῶν μεταλλείων ἔπαθε καὶ ἓν μεταλλεῖον τῆς Αὐστρίας εἰς χωρίον Πεῤῥίμπραμ· ὁ ἄργυρος ἦν ἐπιπόλαιος, ἀφοῦ δὲ προέβη ἡ ἐργασία εἰς βάθος, ἐξηντλήθη αὐτὸς, καὶ ἐξήγετο μόλυβδος καὶ τὸ μεταλλεῖον ἐγκατελείφθη· χάριν δὲ σπουδῆς κατόπιν ἐξηκολούθησεν ἡ κυβέρνησις τῆς Αὐστρίας τὴν βαθυτέραν καλλιέργειαν· εἶναι δὲ τυχαία ἐξαίρεσις ὅτι, εἰς μέγα βάθος εὑρέθη πάλιν ἄφθονος ἄργυρος. Κύριοι, ἐκτὸς αὐτῶν τῶν κακῶν τὰ ὁποῖα εἶπα, ἔχει καὶ τὸ κακὸν τὸ σύστημα αὐτὸ ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ θέσωμεν ἐλάχιστον ὅρον τουλάχιστον διατί; διότι τί λέγομεν ὅλοι; Διότι δὲν γνωρίζομεν τὸ ἀντικείμενον· δι’ αὐτὸ παραπονοῦμαι καὶ ἐγὼ, διότι δὲν ἠμπορῶ νὰ μάθω τὸ ἀντικείμενον ποῖον εἶναι διὰ νὰ προσδιορισθῇ ὁ ἐλάχιστος ὅρος. Ὅλοι φοβούμεθα, κύριοι, τὴν καθαρὰν πρόσοδον, διότι ἡ καθαρὰ πρόσοδος εἶναι ὂν μὴ ὄν, εἶναι λογιστικόν τι προϊὸν, ὡς λέγουν· ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ φύσει· δὲν δύναται νὰ εἴπῃς τοῦτο εἶναι καθαρόν. Πῶς δ’ ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν, «ἂς ἀφεθῶμεν εἰς τὴν διοίκησιν;» ἡ καθαρὰ πρόσοδος εἶναι πρᾶγμα λίαν ἐπικίνδυνον, καὶ πρέπει νὰ τὸ ἀποφύγωμεν ἐκ παντὸς τρόπου· διότι, ἠκούσατε τὶ εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν πρὸ ἡμερῶν, ἡ ἑταιρία Ῥοῦ πληρώνει 10% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς, διὰ τὰς σκωρίας· καὶ ἐντούτοις παρέστησε καὶ ὑποστηρίζει ὅτι 10% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου εἶναι βαρὺς φόρος· τὸ ὑπεστήριξε δὲ, διότι ἴσως ἔχει τὰ μέσα νὰ τὸ ἀποδείξῃ καὶ τόσον εἶναι βέβαιον ὅτι ἔχει τὰ μέσα, ὥστε εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ὅτι πρὸ τριῶν ἐτῶν ὑπάρχει ἐκκρεμὴς ἀναφορὰ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν οἰκονομικῶν περὶ ἀναθεωρήσεως τῆς καθαρᾶς προσόδου, καὶ οὐδεὶς ὑπουργὸς ἐτόλμησε νὰ ἔμβῃ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν διότι φοβεῖται μήπως παρουσιασθῇ ἐλάχιστον προϊὸν, ἢ μήπως δὲν ἀποδειχθῇ ὅλως διόλου καθαρὰ πρόσοδος! τὶ νὰ κάμουν οἱ ὑπουργοί! μήπως ὁ ὑπουργὸς εἶναι χημικὸς, ἢ δύναται νὰ ἦναι πανταχοῦ παρών; μὴ ὑποθέτωμεν τοὺς ὑπουργοὺς χάριν τοῦ πλάσματος τῆς εὐθύνης, ὅτι εἶναι πανταχοῦ παρόντες· καὶ μὴ πιστεύομεν, ὅτι ἡ διοίκησις διευθύνεται ἀπὸ αὐτοὺς κατ’ εὐθεῖαν. Τὰ πρόσωπα εἰς τὰ ὁποῖα ἐμπιστεύεσθε τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν δὲν εἶναι αὐτὰ τὰ ὁποῖα βλέπετε ἐδῶ, οὔτε τὰ ἄλλα τὰ ὁποῖα θὰ ἔλθουν. Διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ σπεύδωμεν· δὲν πρέπει νὰ προβαίνωμεν ἡμεῖς, ἐπαναλαμβάνω, ὅταν δὲν ἐτόλμησεν αὐτὸς ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν νὰ προβῇ εἰς νέαν ἀναθεώρησιν καὶ νὰ εὕρῃ τὴν καθαρὰν πρόσοδον, φοβούμενος μὴ ἀποδειχθῇ, ὅτι ζημιοῦται ἡ δυστυχὴς ἑταιρία Ῥοῦ! Εἶναι σπουδαῖον παράπονον αὐτὸ τῆς ἑταιρίας Ῥοῦ, λεγούσης ὅτι ζημιοῦται καὶ ὅτι καταθλίβεται ὑπὸ τοῦ κράτους αὐτοῦ τῆς ἑταιρίας Ῥοῦ τῆς ὁποίας ἡ καθαρὰ πρόσοδος ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸν Michel Chevalier εἰς 8 ἑκατομμύρια δραχμῶν κατ’ ἔτος! καὶ ἐν τούτοις ἡ ἑταιρία Ῥοῦ ζητεῖ ἀναθεώρησιν τῆς καθαρᾶς προσόδου. Εἶναι μία ἔποψις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἡ ὁποία ἄγει εἰς τερατῶδες συμπέρασμα, ἐπειδὴ ἀνατρέπει τὴν βάσιν τῶν πραγμάτων· μοὶ ἔκαμε χειρίστην ἐντύπωσιν διὰ τὴν σύνθεσιν· διὰ τὴν ἀναγκαίαν συνέπειαν τὴν ἐκ τῆς ἀλληλουχίας. Ἐννοεῖται, ὅτι δὲν πρόκειται οὔτε περὶ τῶν παρόντων ὑπουργῶν, οὔτε περὶ τῶν μελλόντων· ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπρόκειτο περὶ τῶν παρόντων, ἤθελον εἴπει τὴν γνώμην μου ἐλευθέρως. Συνδυάσατε τὰ ἄρθρα 3ον, 6ον καὶ 10ον, ἵνα ἴδητε τί προκύπτει· προκύπτει τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα· ὅτι πρόκειται νὰ γείνῃ συναγωνισμὸς τῆς ἑταιρίας Ῥοῦ μὲ πάσας τὰς ἑταιρίας τοῦ κόσμου πλὴν τῶν τῆς Εὐρώπης· τοῦτο φαίνεται εἰς τὸ ἄρθρον 10ον· διότι ἀπαγορεύεται εἴς τινα ξένον ν’ ἀγοράσῃ ἐκβολάδας· διότι κελεύει ὅτι αἱ ἐκβολάδες πρέπει νὰ ἐκκαμινεύωνται ἐντὸς τοῦ κράτους· προκύπτει ὅτι δύνανται κάλλιστα νὰ διατεθῶσιν αἱ ἐκβολάδες ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας Ῥοῦ ἄνευ διαγωνισμοῦ· διότι ἡ ἑταιρία αὕτη οὐδένα ἄλλον φοβεῖται ἐν Ἑλλάδι, οὐδένα ἔχει νὰ φοβηθῇ, προκύπτει κατὰ τὸ ἄρθρ. 6ον ὅτι περὶ μὲν τῶν ἀνακαλυφθεισῶν ἐκβολάδων δὲν πρόκειται σήμερον ὡς ἀνηκουσῶν τῷ Σερπιέρη· τὸ δὲ μεταλλευτικὸν συμβούλιον πάντα ἄλλον σωρὸν ἐκβολάδων ἀνακαλυφθησόμενον παραχωρεῖ κατὰ διάκρισιν εἰς τὸν Σερπιέρην· διὰ διαγωνισμοῦ μὲν, ἀλλ’ ἀπαγορευομένου πάντοτε τοῦ διαγωνισμοῦ εἰς τοὺς ξένους! τοῦτο εἶναι ὡς νὰ θέλουν οἱ ὑπουργοὶ ἢ τὸ μεταλλευτικὸν συμβούλιον νὰ κάμῃ ἓν πλούσιον ῥουσφέτιον εἰς τοὺς φίλους των!
§89ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν νομίζετε γελοίαν αὐτὴν τὴν ἰδέαν;
§90ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὄχι, διότι ἐν τῷ νόμῳ τὸ λέγετε σχεδὸν ῥητῶς· (ἀναγινώσκει τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου 3, 6 καὶ 10). Ἴσως μοὶ εἴπουν, ὅτι τὸ ἄρθρον 10 ἐτέθη ἐκεῖ χάριν τῆς ἐθνικῆς ἐργασίας, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἐδῶ ἡ ἐργασία, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι πρόφασις· τοιοῦτον ἐπιχείρημα ἐν Ἀγγλίᾳ ἔχει σημασίαν τινα, ἀλλὰ δὲν γίνεται τοῦτο ἐν Ἑλλάδι, δὲν ἔχει. Ἡ ἐργασία ἐνταῦθα προσφέρεται τόσον ἀφθόνως, ὥστε εἶναι περιττὸν διὰ νομοθετικῶν μέτρων νὰ ἐπαγάγωμεν κατὰ τοῦ κεφαλαίου βίαν ὑπὲρ δῆθεν τῶν ἐργατῶν. Εἶπον, ὅτι ἡμεῖς πρέπει νὰ γνωρίζωμεν περὶ τίνος πρόκειται καὶ τότε νὰ νομοθετήσωμεν. Ἤδη ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὰ δύο ἕτερα συστήματα, τὴν ἄμεσον ἐκκαμίνευσιν καὶ κατόπιν εἰς τὴν ἰδικήν μου πρότασιν. Ἡ ἄμεσος ἐκκαμίνευσις εἶναι δυνατή; αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον. Ἀπὸ πολλοὺς ἤκουσα νὰ λέγουν, ὅτι εἰς ἑταιρίας πρέπει νὰ παραχωρηθῶσι τὰ πράγματα ταῦτα. Αὐταὶ αἱ ἰδέαι, κύριοι, μόνον ἐν Ἀγγλίᾳ ἔχουν χώραν, ἴσως καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ἀλλὰ διὰ τί; διότι ἐκεῖ ὁ συναγωνισμὸς εἶναι μέγας, καὶ εἶναι μέγας, διότι τὸ κεφάλαιον εἶναι ἄφθονον, καὶ ἔχει ἀνάγκην ἀποκαταστάσεως· εἰς τὰς χώρας ὅμως ὅπου τὸ κεφάλαιον δὲν εἶναι ἄφθονον καὶ δὲν προσέρχεται, ἡ ἄμεσος ἐπιχείρησις τοῦ κράτους ἐνδείκνυται, ἐπιτάσσεται, οὐ μόνον δι’ ἐπιχειρήσεις μεταλλείων, ἀλλὰ καὶ δι’ ἕτερα ἔργα οἷον σιδηροδρόμους κτλ. καὶ ἀκούσατε. Ἐν Βελγίῳ τὸ κράτος ἔκαμε κάλλιστα ἄλλοτε τὸν ἐργολάβον· δηλ. ἔκαμεν ἄμεσον ἐπιχείρησιν σπουδαιοτάτην καὶ ἐστέφθη διὰ τῆς ἐπιτυχίας. Εἰς τὰ 35 καὶ 37 ὁ βασιλεὺς Λεοπόλδος ἀπεφάσισε νὰ κάμῃ σιδηροδρόμους δι’ ἐπιχειρήσεως τοῦ κράτους, ἀντετάχθησαν κατ’ αὐτοῦ τὰ κόμματα καὶ ὁ τύπος, ἀντέταξαν τὰς θεωρίας τοῦ ἐλευθέρου συναγωνισμοῦ τῶν ἑταιριῶν κτλ. ἀλλ’ ὁ βασιλεὺς ἐπέμενε, προέβη ἡ ἐπιχείρησις, καὶ ἐστέφθη διὰ πλήρους ἐπιτυχίας· καὶ σήμερον ἐν Βελγίῳ ἡ ἐπικρατοῦσα γνώμη εἶναι ὅτι οἱ σιδηρόδρομοι τῶν ἑταιριῶν πρέπει νὰ περιέλθωσιν εἰς τὸ κράτος. Τὸ Βάδεν ἔχει τὸ πυκνότατον δίκτυον τῶν σιδηροδρόμων· δὲν τοὺς ἔκαμε δὲ ἑταιρία τις· ἐδανείσθη 220 ἑκατομμύρια καὶ ἔκαμε τὸ ἔργον καὶ τὸ χρέος ἐκεῖνο ὑπάρχει. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς ἐγγύτερα παραδείγματα μεταλλεύσεως. Ἐν Αὐστρίᾳ κατὰ κανόνα ἡ μεταλλομάστευσις γίνεται ὑπὸ τοῦ κράτους, ἡ δὲ ἐκμετάλλευσις γίνεται δι’ ἑταιριῶν, ἐπίσης καὶ ἡ χώνευσις. Διότι ἡ μεταλλευτικὴ ἢ μεταλλουργία σύγκειται ἐκ τριῶν διακεκριμένων ἐργασιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἐμπίπτουν πᾶσαι αἱ φυσικομαθηματικαὶ ἐπιστῆμαι. Ἡ μεταλλομάστευσις εἶναι ἡ ζήτησις τοῦ μεταλλείου, ἡ ἀπόδειξις ὅτι ὑπάρχει, ἡ μετάλλευσις εἶναι ἡ ἐξόρυξις καὶ ἐκεῖ εἶναι τὸ ναυάγιον, τὰ ἄπειρα ἔξοδα, κατόπιν ἔρχεται ἡ χώνευσις. Ἀλλὰ τὴν χώνευσιν δὲν τὴν ἐθεώρησαν ποτὲ σπουδαῖον πρᾶγμα· ποτὲ δὲν εἶπέ τις ὅτι ἐκ ταύτης δύνανται νὰ προέλθωσι σπουδαῖοι κίνδυνοι διὰ τὸ κράτος· τί εἶναι ἡ χώνευσις; νὰ στήσῃ τις φούρνους τινας· ἀλλὰ τί κοστίζουν οἱ φοῦρνοι; Ἡ Αὐστρία λοιπὸν ὑφίσταται τὰς δαπάνας τῆς μεταλλομαστεύσεως, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ὀλίγαι, ἔχει δὲ καὶ ἰδιαίτερα μεταλλεῖα, καὶ ἂν διστάζητε ἀναφέρω ὀνόματα. Ἡ Αὐστρία ἔχει ἐν χωρίῳ Πφριμπράμμ ἐν Καρντίᾳ μεταλλεῖον ἐνθείου ἀργυρούχου μολύβδου· καὶ ἔχει καὶ ἀκαδημίαν ἐκεῖ γεωγνωστικὴν, ἥτις ἔχει πρύτανιν τὸν Κ. Grimm· καὶ τὰ μεταλλεῖα ταῦτα μεταλλεύεται ἡ Αὐστρία κατ’ εὐθεῖαν, καὶ οὐδέποτε μετεμελήθη. Ἔχει δὲ καὶ ἕτερα μεταλλεῖα μικρότερα. Τὸ μεταλλεῖον Πφριμπράμμη ἀνεῦρε διὰ τῆς μεταλλομαστεύσεως· τὸ ἐξέδωκεν δ’ εἶτα εἰς ἑταιρίαν, ἀλλ’ αὕτη τὸ ἐγκατέλιπε, διότι τὸ εὗρε πτωχόν· ἀλλὰ τὸ κράτος δὲν ὤκνησε νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸ τὴν ἐπιχείρησιν ἀμέσως· ἔσκαψε βαθύτερα, καὶ τί εὑρέθη; ἀφθονώτατος ἄργυρος, καὶ ἐκ τούτου σήμερον ἡ Αὐστρία ἀντὶ νὰ ζημιωθῇ ἐκ τῆς ἀμέσου ἐπιχειρήσεως δρέπει ἀγλαοὺς καρπούς. Ἐν Σαξωνίᾳ ὑπάρχει ἕτερον μεταλλεῖον τῆς Φρειβέργης τὸ ὁποῖον μεταλλεύεται τὸ κράτος κατ’ εὐθεῖαν. Ἡ δυσχέρεια εἶναι εἰς τὴν μεταλλομάστευσιν καὶ τὴν ἐξόρυξιν καὶ διὰ τοῦτο ἴσως τὰ ἔθνη δὲν ἀναλαμβάνουν τοιαύτας ἐπιχειρήσεις· τί ἤθελον ὅμως πράξει ἂν εὕρισκον μεταλλεῖον ἐπὶ ἀνοικτοῦ ἐδάφους; δὲν θὰ ἐγεννᾶτο κἂν ζήτημα ὅτι πρέπει τὸ κράτος νὰ κάμῃ τὴν χώνευσιν, αὐτὸ ἀμέσως. Λέγω λοιπόν, ὅτι ἀπέδειξα, ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ ἄμεσος ἐκκαμίνευσις καὶ πρὸς τοῦτο ἔφερον παραδείγματα ἀμέσων ἐπιχειρήσεων καὶ ἀμέσων μεταλλεύσεων.
§91ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δύνασθε νὰ βεβαιώσητε, ὅτι εἰς αὐτὰ τὰ μέρη, ἅτινα ἀνεφέρατε, τὰ μεταλλεῖα δὲν εἶναι πρακτικὰ σχολεῖα μᾶλλον ἢ βιομηχανικαὶ ἐπιχειρήσεις; Συγχωρήσατέ μοι διὰ τὴν διακοπήν.
§92ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἡ ἰδέα τοῦ σχολείου ἐπῆλθε κατόπιν καὶ κατὰ δεύτερον λόγον, ἡ ἀρχικὴ ὅμως ἰδέα ἦτο ἡ τῆς ἀμέσου ἐκμεταλλεύσεως, καὶ εὐτυχῶς γνωρίζω ἄνδρας οἱ ὁποῖοι ἐσπούδασαν ἐκεῖ· ἐκεῖ ἐσπούδασαν καὶ οἱ ἰδικοί μας ὀρυκτολόγοι. Ἡ ἄμεσος ἐκκαμίνευσις, κύριοι, πρὸ πάντων ἔχει τοῦτο τὸ μέγα καλόν, ὅτι γίνεται ἡ δοκιμή, τὴν ὁποίαν ἐπιζητεῖ πολὺ ὀρθῶς ὁ κύριος Βαλασσόπουλος διὰ τῆς ἐκκαμινεύσεως καὶ οὐχὶ δι’ ὑπολογισμῶν· γίνεται αὕτη ἀσφαλῶς καὶ ἄνευ θυσιῶν, χωρὶς νὰ θυσιάσωμεν 90,000,000 δραχ. Διὰ τῆς ἀμέσου καμινεύσεως οὐδεμίαν ἀνάγκην ἔχομεν νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τῆς καθαρᾶς προσόδου ἢ τῆς ἀκαθαρίστου· διότι ἡμεῖς εἴμεθα κύριοι· ἔχομεν δ’ ἀνάγκην ν’ ἀποφασίσωμεν τὸ ζήτημα τῆς καθαρᾶς προσόδου μόνον, ὅταν ἄλλοι διαχειρίζωνται. Διὰ τῆς ἀμέσου ἐκκαμινεύσεως τίθεται, ἐπαναλαμβάνω, ἐκ μέσου τὸ δυσχερέστατον τῶν ζητημάτων τὸ τῆς καθαρᾶς προσόδου ἢ τῆς ἀκαθαρίστου. Ἀλλὰ τί ἄλλο ἔχομεν; ἔχομεν τὴν ἐλαστικότητα τοῦ συστήματος αὐτοῦ· τοῦτο εἶναι μέγα πρᾶγμα· τοῦτο οἱ Γερμανοὶ ὀνομάζουν Möglichkeit δυνατότητα τῆς θεραπείας· ἂν γείνῃ λάθος τι, διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ δύναται νὰ διορθωθῇ· ἀλλ’ ἐὰν γείνῃ λάθος διὰ τῆς παραχωρήσεως, τὸ κακὸν εἶναι ἀνεπανόρθωτον. Ἐγώ, κύριοι, ἐπεθύμουν ἵνα πωλῶνται αἱ ἐκβολάδες κατὰ τὸ σύστημα τῆς σμύριδος, ἀλλὰ πῶς νὰ διατυπώσω γνώμην θετικὴν, βεβαίαν, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο, χωρὶς νὰ προηγηθῇ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα, χωρὶς νὰ προηγηθῇ ἐκκαμίνευσις; ἐλπίζω ὅμως νὰ ἐκλέξωμεν τὸ σύστημα τῆς ἀμέσου ἐκκαμινεύσεως καὶ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, διότι δύναται νὰ εὑρεθῇ τρόπος νὰ διακρίνωμεν κατὰ σωροὺς τὰς ὁμοειδεῖς ἐκβολάδας· καὶ λέγω ὁμοειδεῖς ἐκείνας εἰς τὰς ὁποίας δύναται νὰ εὑρεθῇ ὁ μέσος ὅρος τῆς ἀξίας καὶ νὰ τὰς πωλῶμεν, ὡς πωλῶμεν τὴν σμύριδα, διότι μεγάλην ἔκπληξιν μοὶ ἔκαμεν ὅταν ἔμαθα, ὅτι ἐκ τῆς σμύριδος λαμβάνομεν 700,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος· ἐκ δὲ τοῦ περιωνύμου Λαυρίου 200,000 δραχ. μόνον· καὶ τί εἶναι, κύριοι, ἡ σμύρις ἀπέναντι τῶν ἐκβολάδων; δὲν σᾶς κάμνει φρικτὴν ἐντύπωσιν αὐτό; ἀλλὰ πῶς νὰ πωλήσωμεν τὰς ἐκβολάδας κατὰ τὸ σύστημα ἐκεῖνο, ἀφοῦ δὲν γνωρίζομεν τί ἔχομεν; ἂς γείνῃ πρῶτον μία ἐκκαμίνευσις νὰ ἴδωμεν καὶ ἡμεῖς τί τρέχει. Κύριοι, ὑπάρχει ἔνστασίς τις κατὰ τῆς ἀμέσου ἐκκαμινεύσεως, ἡ ὁποία δὲν λέγεται, ἡ ὁποία μόνον ψιθυρίζεται, καὶ ἡ ὁποία ἔφερε τ’ ἀποτελέσματά της. Ἐγὼ δὲν θέλω κεκαλυμμένον τίποτε· τὴν ἔχιδναν αὐτήν, ἡ ὁποία παρεισάγεται λάθρᾳ καὶ κατασυκοφαντεῖ τὸ ἔθνος θέλω νὰ τὴν παραστήσω ἐνώπιόν σας εἰς τὴν εἰδεχθῆ αὐτῆς μορφήν. Μὰ ἔχομεν ἀνθρώπους τιμίους ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες νὰ διαχειρισθῶσι τὸν πολύτιμον αὐτὸν θησαυρόν; καὶ οἱ λέγοντες ταῦτα προσποιοῦνται τὸν πατριώτην· ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες εἴμεθα κλέπται; λέγουν· ἐγὼ, κύριοι, ἐκφράζω ὅλην τὴν ἀγανάκτησίν μου κατ’ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων· οὐχὶ διότι ἔχω μέγαν πατριωτισμόν, ἀλλὰ διότι θέλω νὰ ἤμεθα δίκαιοι. Ἔχω, κύριοι, ὅλως ἀντιθέτους πεποιθήσεις, καὶ ἂν ἦτο αὐτὸ τὸ κύριον ζήτημα, ἤθελον φέρει μυρίας ἀποδείξεις ὁπόσον ἐντιμότεροι διαχειρισταὶ εἶναι οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τοὺς ἐν Εὐρώπῃ. Πάντες ἠξεύρετε πρωθυπουργοὺς συλληφθέντας ἐν τῷ κλέπτειν ἐν Εὐρώπῃ, οἱ πλεῖστοι γνωρίζετε, ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν αὐτὴν τρεῖς ἢ τέσσαρες ὑπουργοὶ κατεδικάσθησαν ὑπὸ τῆς Γερουσίας ὡς κλέπται. Δὲν θέλω νὰ εἴπω παραδείγματα, ἐνῷ γνωρίζω πολλά. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἔνστασις παραλύει μέγα ζήτημα, διὰ τοῦτο τὸ λέγω· βεβαιῶ δὲ ὅτι ἐν πάσῃ πεποιθήσει καὶ ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ τὴν ἀνασκευάζω. Ποῦ εἶναι αἱ καταστάσεις τῶν ὑπαλλήλων; ὅλοι ψωμοζητοῦν· ὅστις παυθῇ σήμερον μετὰ ἕνα μῆνα θὰ πεινᾷ χωρὶς ἄλλο· καὶ ἐν τούτοις δὲν ἔχομεν ἀνθρώπους! μᾶς λέγουν, τί νὰ κάμωμεν; καὶ τολμῶσι τινὲς νὰ προσποιοῦνται οὕτω τὸν πατριώτην καὶ νομίζουν ὅτι ὑβρίζουν πάντα ἄλλον ἢ ἑαυτοὺς, ἐνῷ ἐγὼ νομίζω ὅτι τὰ ἀνάλογα στοιχεῖα εὑρίσκονται ἐν ἑαυτοῖς, ἐξ ὧν ἀπεικονίζουσι τοὺς ἄλλους. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν περιορίζομαι εἰς ἔπεα πτερόεντα· ὀργανίζω τὴν διοίκησιν τῆς ἀμέσου ἐκκαμινεύσεως. Δύναται νὰ γείνῃ κατάχρησις εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ ὑλικοῦ, ἀλλὰ, κύριοι, ἂν ὑποστηριχθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς αὐτὴ ἡ πρότασις τῆς ἀμέσου ἐκκαμινεύσεως, θὰ φέρω πρότασιν, ἡ διοίκησις τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης κατ’ ἔτος νὰ διεξάγηται ὑπὸ πέντε μελῶν κληρουμένων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τῆς συγκλήτου τοῦ πανεπιστημίου ἢ πάντων τῶν καθηγητῶν· ἡ ὑπηρεσία τῆς ἐπιτροπῆς ἔσεται δημοσία λειτουργία, καὶ θὰ διαρκῇ ἓν ἔτος, μετὰ ἓν ἔτος θὰ στέλλωνται ἄλλοι κλπ, διότι ὁ διάδοχος εἶναι οὐχὶ συνέχεια, ἀλλ’ ἔλεγχος τοῦ προκατόχου· ἀλλὰ δὲν ἐλπίζω μόνον εἰς αὐτό. Ἐκτὸς τῆς διοικήσεως ὑπάρχει ὁ ἔλεγχος τοῦ κυρίου. Κύριος δὲ εἴμεθα ἡμεῖς οἱ βουλευταί, τὸ κοινοβούλιον· ὅθεν ἐλέγχεται ἡ διοίκησις ὑπὸ ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς κατὰ τμήματα. Εἶναι, κύριοι, δυνατὸν νὰ γείνῃ κατάχρησις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον; πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ κατάχρησις; τὸ καλλίτερον, κύριοι, σύστημα εἰς τὸ ὁποῖον ἠμποροῦμεν νὰ προβῶμεν εἶναι τὸ τῆς ἀμέσου ἐκκαμινεύσεως ἐπὶ τοῦ παρόντος, διότι μετὰ ἓν ἔτος θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ κηρύξωμεν τί ἔχομεν· λέγω ὅτι τὸ ἔργον δὲν εἶναι δεινὸν, διότι δὲν πρόκειται οὔτε περὶ ἐκμεταλλεύσεως, οὔτε περὶ μεταλλείων· ἀλλὰ πρόκειται νὰ συστήσωμεν ἁπλῶς φούρνους τινάς. Κατ’ ἐμὲ, κύριοι, ὑπάρχει καὶ ἄλλο εἶδος ἀμέσου ἐκκαμινεύσεως, ἔστι δὲ τοῦτο ἡ δημοτικὴ ἐκκαμίνευσις· ἡ δι’ ἐθνικῆς τινος ἑταιρίας ἐκκαμίνευσις· θεωρῶ δὲ καὶ ταύτην ἄμεσον, διότι τί διαφορὰν ἔχει ἀπὸ τὴν πρώτην; εἰς τὴν πρώτην ἐκκαμίνευσιν τὸ δημόσιον κατ’ εὐθεῖαν ἐπιχειρεῖ τὴν ἐκκαμίνευσιν εἰς τὴν δευτέραν δὲ ὁ δῆμος· καὶ ἄμεσός τις ἐκκαμίνευσις ἐστὶ καὶ αὐτή. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀπεκδέχομαι νὰ προηγηθῇ ἡ ἄμεσος ἐκκαμίνευσις ὑπὸ τοῦ κράτους, διότι, καθὼς εἶπον, ἡ ἄμεσος ἐκκαμίνευσις καὶ λυσιτελεστέρα εἶναι καὶ δύνασθε κατόπιν νὰ πάρητε ὁποῖον δρόμον θέλετε, καὶ διὰ διαγωνισμοῦ δύνασθε νὰ διαθέσητε καὶ διὰ συμβάσεως δύνασθε νὰ παραχωρήσητε τὴν ἐκκαμίνευσιν εἰς τὴν ἑταιρίαν ταύτην τὴν ὁποίαν κατὰ πρῶτον δύνασθε νὰ θεμελιώσητε ἐπὶ βάσεων ἑδραιοτέρων, ἢ κατὰ τὴν πρότασίν μου, διότι, ἂν θέλετε, ἡ πρότασίς μου ὡς πρὸς τὴν ἑταιρίαν ταύτην εἶναι λίαν καταθλιπτικὴ, λίαν ἐπαχθής. Κύριοι, πιστεύω ὅτι ἐξηντλήθη ἡ ὑπομονή σας καὶ δηλῶ καὶ ἐγὼ ὅτι ἐκουράσθην καὶ δὲν νομίζω καλὸν νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς προτάσεώς μου περὶ τῆς προτεινομένης ἑταιρίας. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ, ὅταν πρόκηται ν’ ἀπαντήσω εἴς τινα τῶν ἀντιδοξούντων καὶ πρὸς τὴν ἤδη ἀναπτυχθεῖσαν πρότασίν μου τὴν ὁποίαν θεωρῶ κατάλληλον καὶ ὡς τὴν ἀνέπτυξα τώρα, διότι ἂν ἐπιτευχθῇ τοῦτο ἡ ἄμεσος δηλ. ἐκκαμίνευσις, καὶ πάντα τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου σώζονται καὶ πάντα τὰ συμφέροντα καὶ ἐξασφαλίζονται καὶ πολλαπλασιάζονται.
§93ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς μάτην ἀπέβησαν αἱ παρατεταμέναι συζητήσεις περὶ τοῦ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀμέσου διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων· ὁ κ. Ῥοντήρης καὶ προχθὲς καὶ σήμερον ἐπανανειλημμένως ἀνέφερεν ὅτι θεωρεῖ ἐπικίνδυνον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου τὴν ἄμεσον διάθεσιν, καὶ ὅσοι τῶν ἀκροατῶν δὲν ἔχουν ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως ἀκούοντες τὸν κ. Ῥοντήρην, ὑποθέτουσιν, ὅτι τῷ ὄντι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αἱ ἐκβολάδες αὗται, ὁ πλοῦτος, ἀμέσως θέλουσι παραχωρηθῆ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως· τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἐσπούδασαν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον· εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἐγὼ πάλιν ὅσα σᾶς εἶπε τόσον εὐκρινῶς, τόσον εὐγλώττως ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων ὁ κ. Ζαΐμης; ὅτι δηλ. τί ζητεῖτε ἀναβολὴν, ἐνῷ αὕτη ὑπάρχει πλέον τοῦ δέοντος, παρ’ ὅτι ἡμεῖς τὴν ζητεῖτε ἐν αὐτῷ τῷ ὑπουργικῷ νομοσχεδίῳ; σᾶς εἶπεν, ὅτι διὰ νὰ γίνῃ παραχώρησις πρέπει νὰ παρέλθωσι τοὐλάχιστον 15 μῆνες, ἤτοι 6 διὰ τὴν προεπεξεργασίαν καὶ 9 διὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς προκηρύξεως, μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν ὁποίων τὸ μεταλλευτικὸν συμβούλιον εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς παραχωρήσεως, ἐὰν νομίσῃ συμφέρον εἰς τὸ δημόσιον τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ συναγωνισμοῦ.
§94ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἡ διοίκησις θ’ ἀποφασίσῃ, ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἐρωτηθῇ πλέον.
§95ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μάλιστα. Ἀλλ’ ὅστις σᾶς ἤκουσε πρὸ ὀλίγου, ἐνόμιζε βεβαίως, ὅτι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου αἱ ἐκβολάδες θὰ διατεθῶσιν ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν. Τί δὲ πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ διϊσχυρισμοῦ σας περὶ ἀναβολῆς μᾶς λέγετε; ὅτι σπεύδομεν εἰς τὴν διάθεσιν τοσούτου πλούτου πρὶν ἀκόμη μάθωμεν τί ἔχομεν. Λοιπὸν ὄνειρον ἦτον ὁ πλοῦτος τοῦ Λαυρίου διὰ τὸν κύριον Ῥοντήρην, διότι σήμερον μᾶς λέγει ὅτι δὲν γνωρίζει ἂν ὑπάρχουν εἰς τὸ Λαύριον ἐκβολάδες καὶ πόσαι· αἱ ἐλπίδες αἱ ὁποῖαι ἐγεννήθησαν εἰς τὸ κοινὸν περὶ ὑπάρξεως πλούτου εἶναι μάταιαι κατὰ τὸν κύριον Ῥοντήρην· καὶ περίεργον νὰ ματαιοῦνται παρ’ ἐκείνου τοῦ βουλευτοῦ, ὅστις ἐξώγκωσε περισσότερον παντὸς ἄλλου τὸν πλοῦτον αὐτὸν ἀναβιβάσας πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἰς δισεκατομμύρια. Σήμερον δὲ μᾶς λέγει ὅτι πρέπει νὰ μάθωμεν ἀκριβῶς πρῶτον τί ἔχομεν, καὶ ἔπειτα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν διάθεσιν αὐτοῦ· καὶ τίνι τρόπῳ θὰ μάθωμεν τί ἔχομεν ἀκριβῶς; βεβαίως ἐκκαμινεύοντες ὅλους τοὺς σωρούς· τότε καὶ μόνον θὰ μάθωμεν, διότι ἄλλως πῶς θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἐπιζητουμένην παρὰ τοῦ κυρίου Ῥοντήρη ἀκρίβειαν τοῦ πλούτου τούτου;
§96ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Διὰ τῆς κατατάξεως εἰς ὁμοειδεῖς σωρούς.
§97ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ μὴ μὲ διακόπτετε. Ἂν ὁ κύριος Ῥοντήρης ἀπετέλει μέρος τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ἥτις ἐψήφισε τὸν νόμον περὶ μεταλλείων κατὰ τὰ 1861, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἤθελε μᾶς εἴπει καὶ τότε μὴ προβῆτε εἰς τὴν ἐπιψήφισιν νόμου, πρὶν ἢ μάθωμεν πρῶτον ὁποίας ἀξίας μέταλλα ἐγκλείονται εἰς τὰ ἔγκατα τῆς Ἑλληνικῆς γῆς. Τὸ αὐτὸ λέγει καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην. Καὶ τότε μὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ κἄποιον δίκαιον, διότι οὐδεὶς βέβαια ἐγνώριζεν ὁποῖαι καὶ πόσαι μεταλλικαὶ οὐσίαι εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν γῆν· ἀλλ’ εὐτυχῶς σήμερον καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ κοινὸν συνεπεία ἐπισήμου ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμον ἐπιστήμονες, εἶναι γνωστὸν, οὐχὶ βέβαια ἐπακριβῶς, (διότι τοῦτο εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον) τὸ ἀντίτιμον τοῦ περιεχομένου ἐκεῖ πλούτου. Τί σᾶς εἶπεν ἡ εἰδική αὕτη ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν ἀπέστειλεν ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη εἰς τὸ Λαύριον καὶ διέτριψεν ἱκανὰς ἡμέρας; σᾶς εἶπεν ὅτι ὑπολογίζει εἰς 6,700,000 τόνους τὸ ποσὸν τῶν ἐκβολάδων, ὅτι αἱ ἐκβολάδες αὗται περιέχουσι 224,000,000 δραχ. καὶ ὅτι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐκκαμίνευσιν αὐτῶν 96,000,000 δραχ. καὶ ὅτι ἑπομένως μένουν 130,000,000 δραχ. καθαρὸν κέρδος δι’ ἐκεῖνον, ὅστις ἤθελεν ἐπιχειρήσει τὴν ἐκκαμίνευσιν. Ἐὰν μὲ ἐρωτήσητε, εἶναι ἀκριβεῖς οἱ ὑπολογισμοὶ αὐτοὶ; θὰ σᾶς εἴπω ὄχι, καὶ ὁποιονδήποτε ἂν ἐρωτήσητε τὴν αὐτὴν ἀπάντησιν θὰ λάβητε· τὴν ἀκρίβειαν θὰ μάθητε μετὰ 30 ἔτη, ὅταν γίνῃ ἡ ἐκκαμίνευσις καὶ ὅταν γίνῃ μάλιστα μὲ τὴν ἐντέλειαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ἡ ἐπιστήμη.
§98ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τότε τὰς καμινεύομεν μοναχοί μας λοιπόν.
§99ΛΑΠΑΣ. Μὴ διακόπτετε, διότι δὲν θὰ ἀφήσω καὶ ἐσέ νὰ εἰπῇς τίποτε.
§100ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Μὲ διαστρέφουν.
§101ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Νομίζω πῶς δὲν σᾶς ὁμοιάζω, κύριε Ῥοντήρη, καθόσον ἀφορᾷ τὴν διαστροφήν. Ἡ ἐπιτροπὴ, λέγω, ὑπολογίζει εἰς 224,000,000 δραχ. ἀντίτιμον μετάλλου, ἤτοι ἀργύρου καὶ μολύβδου· ἀλλ’ αἱ ἐκβολάδες, ἐξ ὧν θέλει παραχθῆ τὸ μέταλλον τοῦτο, δὲν εἶναι, ὡς ἡ ἰδία ἐπιτροπὴ παρατηρεῖ ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς, ὁμοειδεῖς, διότι ποῦ μὲν εὑρίσκονται ἐκβολάδες περιέχουσαι περισσότερον ἄργυρον καὶ ὀλιγώτερον μόλυβδον, ποῦ δὲ περισσότερον μόλυβδον καὶ ὀλιγώτερον ἄργυρον ἡ δὲ διαφορὰ ὄχι μόνον εἶναι μεγάλη, ἀλλὰ καὶ ἀπαντᾶται ἀνὰ πᾶσαν σχεδὸν σπιθαμὴν, καὶ κατὰ τὴν ἔκτασιν, καὶ κατὰ τὸ βάθος καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ ἐξέτασις καθ’ ὅλα τὰ μέρη τῶν σωρῶν, οὐδόλως, κύριοι, πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον τοῦ κυρίου Ῥοντήρη, διότι, ὡς βλέπετε, ζητεῖ πρᾶγμα φυσικῶς ἀδύνατον· μίαν ἡμέραν θὰ ἱκανοποιηθῇ ἡ ἀπαίτησις αὕτη τοῦ κυρίου Ῥοντήρη, ἀλλὰ πρέπει νὰ παρέλθωσι τριάκοντα περίπου ἔτη, καὶ νὰ γείνῃ ἔναρξις τῆς καμινεύσεως τῶν ἐκβολάδων, ἄλλως ποτὲ δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ μάθωμεν τὴν ἀκρίβειαν, ἣν θέλει ὁ κ. Ῥοντήρης. Κρίνετε λοιπὸν, κύριοι, ἂν ὁ λόγος οὗτος, ὅστις προτείνεται διὰ τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου, ᾖναι ἄξιος καὶ τῆς ἐλαχίστης προσοχῆς σας. Διϊσχυρίσθη προσέτι ὁ κ. Ῥοντήρης ὅτι συναγωνισμὸς σπουδαῖος δὲν δύναται νὰ λάβῃ χώραν ἐξ αἰτίας τῆς ἐν Λαυρίῳ ὑπαρχούσης ἑταιρίας Ῥοῦ, ἐχούσης ἱκανότητα, καταστήματα, μηχανὰς, σιδηροδρόμους κλπ. Παραδέχομαι τὰ πλεονεκτήματα ταῦτα τῆς ἑταιρίας, ἀλλὰ δὲν παραδέχομαι ὅτι ἡ ὑπεροχὴ αὕτη τῆς ἑταιρίας Ῥοῦ δύναται νὰ βλάψῃ τὸν συναγωνισμὸν, ἀπεναντίας θέλει τὸν ἐνισχύσει· ἑπομένως τὴν ὕπαρξιν τῆς ἑταιρίας δὲν θεωρῶ ὡς δυστύχημα διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, διότι δι’ αὐτῆς δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν συναγωνισμὸν σπουδαῖον, ἤτοι προσφορὰς μεγάλας. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν αὕτη βεβαίως ὀλίγας ἐλπίδας ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν περὶ σπουδαίου συναγωνισμοῦ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὁ κ. Ῥοντήρης εὑρίσκει ἐν τῇ ζωηρᾷ φαντασίᾳ του, ὅτι ἀποκλείεται ἅπασα ἡ Εὐρώπη ἐκ τοῦ συναγωνισμοῦ αὐτοῦ, καὶ διατί; διότι τὸ νομοσχέδιον περιέχει τὴν διάταξιν ὅτι ἡ ἐκκαμίνευσις θέλει γείνῃ ἐντὸς τῆς ἐπικρατείας. Μοὶ ἐφάνη λίαν παράδοξος ἡ σκέψις αὕτη· ἡ κυβέρνησις ἀποβλέπουσα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας τοῦ σπουδαίου τούτου κλάδου ἀπαγορεύει τὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μεταφορὰν τῶν ἐκβολάδων· εἶναι τάχα καὶ τοῦτο κακόν; ὅλαι αἱ κυβερνήσεις ὀφείλουσι νὰ λαμβάνωσι πρόνοιαν ἵνα εὑρίσκωσιν ἐργασίαν οἱ πολῖται καὶ πορίζωνται τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα ἐντίμως, ἀλλὰ κύριοι, καὶ ἄνευ τῆς ἀπαγορευτικῆς ταύτης διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου, πιστεύσατε, ὅτι εἰς οὐδεμίαν ἑταιρίαν συμφέρει ν’ ἀποστείλῃ τὰ χώματα πρὸς ἐκκαμίνευσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι ὁ ναῦλος ἀποβαίνει λίαν ἐπιζήμιος, καὶ διὰ ποῖον ἄλλον λόγον ἡ ἑταιρία Ῥοῦ παρὰ δι’ αὐτὸν ἐπροτίμησε τὴν ἐνταῦθα καμίνευσιν τῶν σκωριῶν; ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρχε συμφέρον διὰ τὰς ἑταιρίας, δὲν συμφέρει εἰς τὴν ἑλληνικὴν ἐπικράτειαν ἔχουσαν καθῆκον νὰ μεριμνᾷ ἵνα οἱ κάτοικοι εὑρίσκωσιν ἐργασίαν. Ὅσοι ἐπεσκέφθητε τὸ Λαύριον εἴδετε ὅτι ἐργάζονται τόσοι πολῖται Ἕλληνες, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ῥοντήρης τὸ εὑρίσκει δυστύχημα· ἑπομένως δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἀποκλείονται, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ῥοντήρης, ἐκ τοῦ συναγωνισμοῦ αἱ εὐρωπαϊκαὶ ἑταιρίαι. Ὅπως ἡ ἑταιρία Ῥοῦ ἦλθεν ἐκ τῆς Εὐρώπης καὶ ἔκαμε τὰ καταστήματά της ἐδῶ, ἀπαράλλακτα δύνανται καὶ ἄλλαι εὐρωπαϊκαὶ ἑταιρίαι νὰ ἔλθωσιν ἐνταῦθα πρὸς καμίνευσιν τῶν ἐκβολάδων. Ἐὰν ὑπάρχῃ, κύριοι, πλοῦτος ἐν Λαυρίῳ μὴν ἀμφιβάλλετε ποσῶς, ὅτι θὰ ἔλθωσιν ἐργολάβοι ἀπὸ τὰ πέρατα τοῦ κόσμου ἵνα συναγωνισθῶσι, καὶ ἡ ἑταιρία Ῥοῦ, καὶ ἡ ἑλληνικὴ μεταλλευτικὴ ἑταιρία θὰ κάμωσι προσφοράς, μάλιστα ἔχομεν ἤδη ἀπὸ τὴν δευτέραν, ὡς γνωρίζετε, προσφορὰν 50% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου· ἀλλὰ διὰ νὰ γίνῃ συναγωνισμὸς εἶναι ἀνάγκη νὰ κανονίσωμεν τὸν τρόπον ἀπὸ τοῦδε, ἄλλως, ἐὰν δὲν τὸν κανονίσωμεν, τίς ἐκ τῶν ἐπιχειρηματιῶν θὰ ἔλθῃ πρὶν ἢ ἐξετάσῃ τὸ περὶ ἐκβολάδων ζήτημα; διατί νὰ χάσῃ τὸν καιρόν του, καὶ νὰ ὑποβληθῇ συνάμα καὶ εἰς δαπάνας, ὅταν δὲν εἰξεύρῃ ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις θὰ παραχωρήσῃ ταύτας εἰς ἐργολάβους, καὶ ὑπὸ ποίους ὅρους; τοῦτο θὰ τὸ μάθῃ ἀπὸ τὸν νόμον τοῦτον. Ἄλλως τε, κύριοι, ἐκτὸς τοῦ μακροῦ χρονικοῦ διαστήματος, ὅπερ ὑπάρχει ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν τὸ μεταλλευτικὸν συμβούλιον θὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς παραχωρήσεως ἢ μὴ, πολὺ ἀμφιβάλλω ἂν θὰ προβῇ τὸ συμβούλιον τοῦτο εἰς παραχώρησίν τινα, καίτοι ἔχον ὑπ’ ὄψιν του συμφερούσας προσφοράς· δὲν θὰ προβῇ, εἶμαι βέβαιος, διότι τὰ μέλη αὐτοῦ θὰ φοβηθῶσι τὴν παρ’ ἡμῖν ἐπικρατοῦσαν δυστυχῶς συκοφαντίαν· πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν δὲν ἀπετόλμησαν πατριῶται τινὲς νὰ συκοφαντήσωσιν ἓν τόσον πολυμελὲς Σῶμα, αὐτὴν τὴν Βουλήν; Ναί· εἶναι ἄξιοι περιφρονήσεως οἱ τοιοῦτοι συκοφάνται καὶ κακόβουλοι ἄνθρωποι, καὶ πᾶς τίμιος ἄνθρωπος πρέπει νὰ μὴ δίδῃ προσοχὴν, ἀλλ’ ἀσθενεῖς χαρακτῆρες φοβούμενοι τὰς διαβολὰς, θέλουσι προτιμήσει τὴν ζημίαν τοῦ δημοσίου παρὰ νὰ διακυβεύσωσι τὴν ὑπόληψίν των, καὶ μάλιστα δι’ ὑπόθεσιν εἰς τὴν ὁποίαν ἡ δημοκοπία εὗρεν ἄφθονον τροφήν· διὰ τοῦτο, καὶ 80% ἂν ἤθελον προσφερθῆ εἰς τὸ δημόσιον ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδὲν μέλος τοῦ μεταλλευτικοῦ συμβουλίου θέλει δώσει τὴν ψῆφόν του ὑπὲρ τῆς παραχωρήσεως, διότι θὰ σκεφθῇ ὅτι τὰ μένοντα 20% ἐπὶ 130,000,000 τοῦ ὑπολογιζομένου κέρδους, ἀφίνουσιν ὄφελος εἰς τὰς ἑταιρίας 26,000,000! καὶ διατί αὐτὸ τὸ σπουδαῖον ποσὸν νὰ μὴ τὸ ὠφεληθῇ τὸ δημόσιον ταμεῖον; καὶ ἐγὼ ἂν ἀποτελῶ μέρος τοῦ συμβουλίου, οὕτω θὰ πράξω. Λοιπὸν φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι παραχώρησις δὲν θὰ γείνῃ, ἑπομένως ταχέως ἢ ἀργὰ, τὸ δημόσιον θέλει ἐπιχειρήσει δι’ ἴδιον λογαριασμὸν τὴν ἐκκαμίνευσιν τῶν ἐκβολάδων, ἐναντίον τῆς παρ’ ὅλων τῶν πεφωτισμένων ἐθνῶν παραδεδεγμένης ἀρχῆς, διότι ὁμολογουμένως τὸ δημόσιον εἶναι κακὸς διαχειριστὴς πάσης βιομηχανικῆς ἐπιχειρήσεως, καὶ οὐχὶ, ὅπως παρεξηγῶν τοὺς λόγους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κ. Ῥοντήρης εἶπε, δι’ ἔλλειψιν τιμίων ὑπαλλήλων. Ἡ διεύθυνσις τῆς ἐργασίας οἱασδήποτε ἐπιχειρήσεως δὲν δύναται νὰ γείνῃ οἰκονομικώτερον καὶ ἐπιτυχέστερον παρ’ ὅταν ἰδιωτικὰ συμφέροντα ἐπαγρυπνοῦσιν αὐτήν· ὁ ὑπάλληλος ὅσον τίμιος καὶ ἂν ᾖ, δὲν ἐνδιαφέρεται διὰ τὸ δημόσιον, ὅσον ὁ ἰδιώτης διὰ τὸ κέρδος αὑτοῦ· μυρίους τρόπους διανοεῖται ἵνα ὠφεληθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν πλειότερον, ἐπιτηρῶν τοὺς ἐργάτας, καὶ αὐξάνων τὸν ζῆλον αὐτῶν διὰ δικαίας ἀποζημιώσεως. Ἐν παραδείγματι αὐτὴ ἡ ἑταιρία τοῦ Ῥοῦ, ἤκουσα ἀπὸ τὸν πρώην τελώνην, ὅστις ἐγνωστοποίησε πρῶτος εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἀνάμιξιν τῶν χωμάτων μετὰ τῶν σκωριῶν, ὅτι εἶχε συμφωνήσει μὲ τοὺς ἐργάτας τῶν καμίνων νὰ χορηγῇ ἐκτὸς τοῦ ἡμερομισθίου, καὶ ἀμοιβὴν 2,50 δρ. ἀνὰ πᾶσαν χελώνην πλέον τῶν 30 τὰς ὁποίας παρήγαγε συνήθως ἑκάστη κάμινος τὸ ἡμερόνυκτον, καὶ ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης ὠφελοῦνται καὶ οἱ ἐργάται καὶ αἱ ἑταιρίαι, διότι ἐργάζονται μετὰ πλειοτέρου ζήλου, μετὰ τὴν ἀνάμιξιν ὅμως τῶν χωμάτων μετὰ τῶν σκωριῶν, ἠλαττώθη ὁ ἀριθμὸς τῶν χελωνῶν εἰς 26 μόνον, πρᾶγμα, ὅπερ δυσηρέστησε τοὺς ἐργάτας. Σᾶς ἔφερον τὸ παράδειγμα τοῦτο διὰ νὰ σᾶς δείξω, ὅτι ὁ ἰδιώτης, ὁ ἐπιδιώκων τὸ συμφέρον του χίλια μέσα ἐφευρίσκει διὰ νὰ καταστήσῃ τὸν ἐργάτην πλέον πρόθυμον.
§102Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Διατὶ ἐλαττώθη ὁ ἀριθμὸς τῶν χελωνῶν μετὰ τὴν ἀνάμιξιν τῶν χωμάτων;
§103ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διότι τὰ χώματα μὴ ἔχοντα ὅπως αἱ σκωρίαι διαλείμματα, δι’ ὧν νὰ διέρχεται ὁ ἀτμοσφαιρικὸς ἄνεμος, ἐξασθενοῦν τὸ πῦρ καὶ δὲν γίνεται ἡ τῆξις. Λοιπὸν, κύριοι, δὲν ἀποκρούεται ἡ ἰδέα τῆς ἀμέσου καμινεύσεως τῶν ἐκβολάδων ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τιμίους ἄνδρας, εἰς τοὺς ὁποίους νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν διαχείρισιν, ἀλλὰ διότι τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον εἶναι πάντοτε δραστηριώτερον. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, κύριοι, ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμὴ καθ’ ἣν θὰ γίνῃ συναγωνισμὸς καὶ θὰ ἴδῃ τὸ μεταλλευτικὸν συμβούλιον ὡς καὶ ἡ κυβέρνησις, ὅτι πρόκειται νὰ ὠφεληθῇ ἑταιρία τις ἐκ τῆς ἐπιχειρίσεως ταύτης δὲν θὰ γίνῃ ἡ παραχώρησις, ἵνα ἀναλάβῃ τὸ δημόσιον τὴν ἐκκαμίνευσιν.
§104ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Καὶ διατί δὲν θὰ παραχωρηθοῦν εἰς ἑταιρίας ἀφοῦ ὠφελεῖται καὶ τὸ δημόσιον;
§105ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διότι σᾶς λέγω ὅτι εἶναι ἀσθενεῖς χαρακτῆρες καὶ θὰ φοβηθῶσι τὰς συκοφαντίας, τοὺς εἶναι δὲ ἀδιάφορον ἂν ἡ ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου καμίνευσις ἀποβῇ ἐπιζήμιος, διὰ τοῦτο ὀρθῶς σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Ζαΐμης προχθές, ὅτι ὁ εἷς τρόπος καὶ ὁ ἄλλος δύνανται νὰ συμβαδίσουν, ἑπομένως σᾶς εἶπεν ὅτι ἡ κυβέρνησις θὰ κάμῃ δοκιμὰς ὄχι χημικὰς ἁπλῶς ἀλλὰ διὰ καμίνων, καὶ δὲν ἀπαιτεῖται μεγάλη ποσότης, ὅπως εἷς τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν ὁ κύριος Βουγιούκας μοὶ εἶπεν ὅτι μόνον 80 χιλ. δραχμὰς ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν δοκιμὴν διὰ καμίνων δύω ἢ τριῶν καὶ μὲ τὸ πλυντήριον συνάμα, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ᾖναι βέβαια ὅπως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἐσχάτως ὁ κύριος Serpieri, ἀλλ’ ὡς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μετεχειρίζετο μέχρι τοῦδε, δηλ. ἁπλοῦν. Λοιπὸν μὲ 80,000 δραχ. δύναται ἡ κυβέρνησις νὰ κάμῃ δοκιμὴν τῆς ὁποίας τὰ ἀποτελέσματα θέλουσι γείνει γνωστὰ καὶ εἰς τὸ κοινὸν καὶ εἰς τὸ μεταλλευτικὸν συμβούλιον τὸ ὁποῖον τότε θὰ ᾖναι εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ ἐὰν συμφέρῃ εἰς τὸ δημόσιον νὰ κάμῃ τὴν παραχώρησιν. Δύο λέξεις, κύριοι, περὶ τοῦ κυρίου ζητήματος περὶ τῆς καθαρᾶς ἢ ἀκαθαρίστου προσόδου μολονότι ἄπειρα ἐῤῥέθησαν, ἀλλὰ θὰ ἦμαι συντομώτατος. Προκειμένου λόγου νὰ γείνῃ συναγωνισμὸς ἐπὶ ἑνὸς πράγματος ἀβεβαίου, μὴ πιστεύσητε ὅτι θὰ εὑρεθοῦν προσφερταὶ τολμηροί, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζουν τὸ ἐμπεριεχόμενον μέταλλον τοῦ ἀργύρου καὶ μολύβδου καὶ ἡ δειλία τῶν ἐργολάβων εἰς τὰς προσφορὰς θὰ ᾖναι ζημία τοῦ δημοσίου ἐν ᾧ ὅταν προκαλέσητε συναγωνισμὸν ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, τότε θὰ ἦναι τολμηροί, θὰ εὐχαριστηθῶσι νὰ μείνῃ δι’ αὐτοὺς κέρδος οὐχὶ μόνον 20% ἀλλὰ καὶ 10% διότι τὸ κέρδος τοῦτο δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους τρίς, τετράκις, διότι ἅμα παραχθῇ μέταλλον πωλεῖται, καὶ μὲ τὸ αὐτὸ κεφάλαιον παράγεται ἄλλο μέταλλον καὶ οὕτω καθεξῆς· μόνον τὰ εἰς τὴν γεωργίαν ἐπασχολούμενα κεφάλαια παράγουσιν ἅπαξ τοῦ ἔτους, ἐνῷ τὰ εἰς τὴν βιομηχανίαν ἀποφέρουσι τὸ κέρδος διαρκῶς σχεδόν, κατὰ τὴν φύσιν τῶν ἐπιχειρίσεων· κύριοι, μὴν ἀπομακρυνθῆτε ἀπὸ τὸ σύστημα τῆς καθαρᾶς προσόδου δυναμένης νὰ ἐξασφαλίσῃ ἱκανὸν ὄφελος ὑπὲρ τοῦ δημοσίου.
§106ΛΕΚΚΑΣ. Ἡ παράτασις τῶν συζητήσεων μὲ βιάζει νὰ εἴπω δύω λέξεις· ὁ κυκεὼν τῶν συζητήσεων καὶ ἰδεῶν, αἵτινες ἀνεπτύχθησαν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας μὲ φέρουν εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ πεισθῶ ἔτι περισσότερον ὅτι αἱ ἰδέαι μου τὰς ὁποίας ἐπὶ τοῦ ἐν λόγῳ ἀντικειμένου ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ὁμιλίας μου ἐξέρον ἦσαν ὀρθαί· αἱ συζητήσεις αὗται καθ’ ἑαυτὰς ἐνδεικνύουν τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναβολῆς τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων. Προσεκτικῶς, κύριοι, παρατηρῶν τις, καὶ μάλιστα ἐπιστήμων, κρατῶν σημειώσεις τακτικὰς, ἠξεύρετε τί ἤθελεν ἐξαγάγει; σφαγίασιν τῶν ἐπιστημῶν, ἰδίως τῶν μαθημάτων τῆς χημείας, τῆς γεωγνωστικῆς, τῆς ὀρυκτολογίας. Ναὶ, κύριοι, ἅπαντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, βεβαιωθῆτε καὶ τοῦ ἑαυτοῦ μου μὴ ἐξαιρουμένου, ἐπέφερον τόσας μεγάλας βλασφημίας ὅπου πράγματι ἦτο ἀξιολύπητον ὑπὸ ἐπιστημονικὴν ἔποψιν ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τοῦ βήματος ἔντιμος συνάδελφός μας, θέλων νὰ μεμφθῇ ἕτερον συνάδελφον τὸν κ. Ῥοντήρην, ὁποίαν βλασφημίαν ἐπρόφερεν; ἐὰν ἠθέλομεν, λέγει, ἢ ἤθελον οἱ συντάττοντες τὸν νόμον περὶ μεταλλείων καὶ ὀρυκτῶν ἀκολουθήσει τὸν ἴδιον κανόνα, ὃν ζητοῦμεν, ποτὲ δὲν ἐγίνετο ὁ νόμος. Εἶναι δυνατὸν ποτὲ ἀνθρωπίνη διάνοια, ἀνθρωπίνη τέχνη νὰ προΐδῃ, νὰ γνωρίσῃ ἐκ προκαταβολῆς τί ἡ φύσις αὐτὴ εἰς τὰ ἔγκατά της ἐγκρύπτει; Δὲν εἶναι, φίλτατε συνάδελφε. Αἱ ἐκβολάδες εἶναι πιαστὸν πρᾶγμα· δυνάμεθα νὰ τὸ γνωρίσωμεν, δὲν ἐφροντίσαμεν νὰ τὸ μάθωμεν. Διὰ νὰ μὴ παρατείνωμεν τὰς συζητήσεις ἐπ’ ἄπειρον, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ θέσωμεν ὅριον, νὰ μὴ θίγωμεν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου τὴν φιλοτιμίαν τῆς Βουλῆς, νὰ μὴ ὀνομάζωμεν ἑταιρίας, ἀλλὰ μακρὰν πάσης ἄλλης πλαγίας ἰδέας, ὡς ἐν οἰκογενείᾳ διατελοῦντες, νὰ εἴπωμεν καθαρὰ εἰς τὴν κυβέρνησιν, τί ἐπιθυμεῖτε διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου; ἀφ’ οὗ ὡρίσθη, τί ἐστὶν ἐκβολάς, εἰς ποῖον ἀνήκει ἡ ἐκβολάς, θέλω εὐθὺς νὰ τὰς διαθέσω. Γνωρίζετε τὰ περὶ αὐτῶν; εὐθὺς ἔρχεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ λέγει, καίτοι πέμψας ἐπιτροπὰς, καίτοι ἔχων τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν, δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς.
§107ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Οὔτε εἶναι δυνατόν.
§108ΛΕΚΚΑΣ. Αὐτὸ τὸ προσεθέσατε τώρα. Σᾶς εὐχαριστῶ.
§109ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἡ ἐπιστήμη οὕτω λέγει.
§110ΛΕΚΚΑΣ. «Ἡ ἐπιστήμη λέγει» ἄλλος σφαγιασμός. Ὅταν δὲν γνωρίζωμεν ἓν πρᾶγμα, πῶς καὶ καλὰ ἐπιμένετε νὰ τὸ διαθέσωμεν; ποῖος θὰ τολμήσῃ νὰ ἔλθῃ συναγωνιστὴς, ὅταν δὲν γνωρίζῃ ὁ ἴδιος ὁ ἄρχων, ὁ κύριος; Πιστεύσατε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μάθητε εἰς τὸ Λαύριον μὲ μεγάλην προσέγγισιν ὁποίου ὄγκου ἦσαν αἱ ἐκβολάδες, πιστεύω, ὅτι δύνασθε νὰ μάθητε ἂν ὄχι ὅλας, τὸν μέσον ὅρον τῆς ἀναλογίας τῶν μετάλλων, τὰ ὁποῖα ἐμπεριέχουσιν αἱ ἐκβολάδες. Ἠξεύρετε ὅμως πῶς θὰ τὸ κατορθώσητε; σᾶς παρακαλῶ ἂν νομίζητε, ὅτι τὰ μέσα, ἡ ἱκανότης τῶν ἁρμοδίων ἡμεδαπῶν δὲν σᾶς ἀρκεῖ............
§111ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἐγὼ δὲν τὰ γνωρίζω.
§112ΛΕΚΚΑΣ. Πῶς λέγετε ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε;
§113ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Λέγω διὰ τοὺς ξένους.
§114ΛΕΚΚΑΣ. Λοιπὸν ἂν δὲν γνωρίζητε, δύνανται νὰ εὑρεθῶσιν ἀλλοδαποὶ, ἐπιστήμονες ἄξιοι, ἄνθρωποι εὐρωπαϊκῆς ὑπολήψεως νὰ ἔλθουν ἐνταῦθα νὰ σχηματίσουν τὰς δεούσας παρατηρήσεις καὶ νὰ δώσουν ἀκριβῶς τοὺς μέσους ὅρους. Ἄλλως τε εἴτε διὰ τῆς καθαρᾶς προσόδου, εἴτε διὰ τῆς ἀκαθαρίστου, εἴτε ὅπως θέλετε, κατὰ τοῦτο συμφωνοῦμεν, ἢ δὲν θὰ ἦναι ὅλως διόλου ἀποτελεσματικὴ ἡ διάθεσις αὐτὴ, διότι δὲν θὰ εὑρεθῇ τοιουτοτρόπως συναγωνιζόμενος ἢ θὰ εὑρεθῇ συναγωνιζόμενος μὲ τὴν καταστροφὴν τῆς Ἑλλάδος. Τί κάμνετε, κύριοι; μᾶς βιάζετε νὰ προβῶμεν εἰς τὸ μέτρον, τί; ὅσον οὔπω καὶ κατὰ προσέγγισιν τῆς ἀξίας τοῦ πράγματος, διὰ νὰ πεισθῶμεν πρῶτον, ὁποίου εἴδους διάθεσιν θὰ κάμητε, ἐὰν ἔξαφνα τὸ πρᾶγμα δὲν ὑπάρχῃ καὶ οἱ κακοὶ εἴπωσιν, ὅτι εἶναι σκοποὶ πλάγιοι· τότε προβαίνομεν εἰς δημοπρασίαν· ἐὰν ὅμως τὸ εἴπωσι ξένοι, ὅτι εἶναι πλοῦτος αὐτὰς, διὰ τί νὰ μὴ ληφθῇ ἓν ἄλλο μέτρον; διὰ τί νὰ μὴ ὠφεληθῶμεν ἡμεῖς αὐτόν; Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἀνάγκη ἀπόλυτος, πρῶτον νὰ πέμψῃ ἡ κυβέρνησις νὰ σχηματίσῃ τὸν χωρογραφικὸν χάρτην, τὰς καταμετρήσεις, κατόπιν νὰ γείνῃ ἡ δέουσα ἐπιστημονικὴ, χημικὴ καὶ ὀρυκτολογικὴ διάγνωσις τοῦ πράγματος, καὶ βεβαιωθῆτε ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα ἐντὸς 6 μηνῶν γίνονται μὲ 150 χιλ. δραχ.
§115ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ λέγει.
§116ΛΕΚΚΑΣ. Λέγει, ὅτι ἐγὼ θέλω νὰ ζητήσω συναγωνισμόν. Κύριοι, ἐκ τῆς γνώσεως τοῦ πράγματος δύνασθε ἐν τῷ νόμῳ νὰ καθιερώσητε ἕνα ὅρον τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον· αὔριον θὰ ἔλθωμεν εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ἐλαχίστου ὅρου, θὰ θέσωμεν ἕνα ὅρον 20, 30%, πῶς θὰ τὸν προσδιορίσωμεν αὐτὸν τὸν ὅρον; ἤλθατε καὶ εἴπατε, 350 δραχμὰς θέλω διὰ τὸν τόνον, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ εἴπητε; ἐὰν ὅμως εἴπητε, ὅτι ἐσχηματίσαμεν τὸν νόμον, ὅπως ἡ Βουλὴ θὰ τὸν κάμῃ, καὶ θὰ τὸν ἐφαρμόσωμεν, σᾶς ἐννοῶ· ἀλλὰ διὰ τί; ἡ Βουλὴ ἔρχεται μεθαύριον· ἤδη ἐπροχωρήσαμεν, προχωροῦμεν ἀκόμη 2, 3 ἄρθρα, καὶ ὅταν ἔχετε σκοπὸν νὰ μὴ τὸν ἐφαρμόσητε, τότε κάμνομεν καὶ τὸν νόμον· ἀφοῦ, ὡς λέγετε, θὰ γείνῃ ἡ σπουδὴ, ἂς γείνῃ πρότερον ἐν γνώσει καὶ διὰ τὰ ἔξοδα καὶ διὰ τὸν ἐλάχιστον ὅρον, καὶ κατόπιν ἂς προχωρήσωμεν.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλόπουλος.
§118ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν ἰδέαν τοῦ προλαλήσαντος· εἶναι κανεὶς ἄλλος;
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι.
§120ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι...
§121ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά.
§122ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τρεῖς ἤδη ἡμέρας ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις, καὶ κατὰ τὰς τρεῖς αὐτὰς ἡμέρας οὐδὲ βῆμα ἐπροχωρήσαμεν, καὶ οὐδὲ βῆμα ἠδυνάμεθα νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τῆς ὀρθότητος τῆς ἰδέας, τῆς ἐθνικῆς ἐκκαμινεύσεως τῶν ἀργυρομολυβδούχων χωμάτων καὶ μετάλλων τοῦ Λαυρίου, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον ἐνώπιόν σας. Πᾶσα δὲ ἡ μακρὰ αὐτὴ συζήτησις ἀπέδειξε καὶ ἀποδεικνύει ὅτι ἀνυπέρβλητοι ἦσαν αἱ δυσχέρειαι, τὰ προσκόμματα, ἡ ἀδυνατότης, οὕτως εἰπεῖν, τῆς ἐξευρέσεως τῆς ἀληθείας. Τῳόντι, κύριοι, εἶναι μεγάλη ἡ ἀλήθεια, ὅτι τίποτε δὲν κατωρθώσαμεν διὰ τῆς ἐθνικοποιήσεως, οὕτως εἰπεῖν, θησαυροῦ, ὅστις ἀνῆκεν εἰς τὸ κράτος ἐν Λαυρίῳ, ἐὰν ἡ διάθεσις δὲν γείνῃ ὀρθὴ καὶ προσήκουσα καὶ ἐπωφελὴς διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ κράτους. Διότι καὶ κατὰ Δημοσθένην «τὸ φυλάξαι τ’ ἀγαθὰ χαλεπώτερον τοῦ κτήσασθαι» εὐκολώτερον ἦτο δι’ ἑνὸς νόμου ν’ ἀνακηρύξωμεν τὰ ἀπαράγραπτα καὶ ἀναλλοίωτα ἱστορικὰ καὶ φυσικὰ, οὕτως εἰπεῖν, δικαιώματα τοῦ ἔθνους ἐπὶ τῶν θησαυρῶν τούτων, παρὰ νὰ τὰ διαθέσωμεν ὅπως καὶ ἡ τιμὴ καὶ τὸ καθῆκον καὶ τὰ συμφέροντα καὶ ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἀλήθεια ἀπαιτεῖ· ἀλλ’ ἐὰν συνεπῶς πρὸς τὰς ἀποφάσεις μας, καὶ μὴ μεταβαλλόμενοι ἀπὸ ὥρας εἰς ὥραν ἀκολουθήσωμεν τὸν κανόνα, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς αὐτοὶ παρεδέχθημεν, τὸν ὁποῖον ἐθέσαμεν μετὰ τὰς νεστορείους καὶ συνδιαλλακτικὰς συμβουλὰς τὰς ὁποίας ἠκούσατε ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων κ. Ζαΐμη, δὲν ἠθέλαμεν σήμερον εἶσθαι ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς συζητήσεως τῶν ἀναβολῶν, ἢ τῶν μὴ ἀναβολῶν. Ὁ κ. Ζαΐμης σᾶς εἶπε, καὶ ὅλοι παρεδέχθημεν, ὅτι ὁ παρὼν νόμος δὲν εἶναι παρὰ νόμος προπαρασκευαστικὸς· ὁ παρὼν νόμος δὲν εἶναι παρὰ ὁ τρόπος καὶ ὁ κανονισμὸς τῆς διαθέσεως, τῆς μελλούσης δηλονότι διαθέσεως ἐπὶ δημοπρασίας διὰ συναγωνισμοῦ εἰς ἑταιρίας, ἢ ἄτομα, καθ’ ὁποιονδήποτε ἄλλον τρόπον τῶν λαυριωτικῶν χωμάτων τῶν ἐκβολάδων, καὶ ὄχι ἡ διάθεσις αὐτῶν. Ἐὰν λοιπὸν συνεπὴς ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ὑπουργεῖον εἰς τὴν ἰδέαν αὐτὴν ἐμμένωμεν, τότε, ἀντὶ νὰ συζητῶμεν σήμερον περὶ τῆς διαθέσεως τοῦ Λαυρίου, τουτέστι περὶ τοῦ συναγωνισμοῦ ἐν δημοπρασίᾳ, περὶ τῆς παραχωρήσεως δικαιωμάτων, περὶ μεταλλεύσεως καὶ ἐκκαμινεύσεως τῶν τοιούτων, παρ’ ἑταιρίας, καὶ περὶ καθαρᾶς ἢ ἀκαθαρίστου προσόδου, δὲν ἠθέλαμεν συζητεῖ ἄλλο τίποτε, παρὰ τίνι τρόπῳ θέλουν προηγηθῆ ὅλαι αἱ προκαταρκτικαὶ καὶ ἀναγκαῖαι ἐκεῖναι ἐργασίαι καὶ δοκιμαὶ καὶ ἐξετάσεις καὶ ἀναλύσεις, αἱ ὁποῖαι θέλουν διαφωτίσει καὶ Βουλὴν καὶ κυβέρνησιν. Καὶ χθές, κύριοι, ἀκόμη εἶπον, ὅταν εἶδον, ὅτι ἐκ παντὸς τρόπου ἐπεσπεύδετο νὰ νομοθετήσωμεν, ὅτι τὸ ἐπ’ ἐμοί, τὸ νομοθέτημα τοῦτο τὸ θεωρῶ προσωρινόν, προπαρασκευαστικόν, τὸ θεωρῶ ὡς ὑπαγόμενον ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τὴν μέλλουσαν τοῦ κοινοβουλίου καὶ ὄχι ὡς ἔργον νόμου ὁριστικοῦ, ὅστις ἐξερχόμενος τῶν χειρῶν τῆς Βουλῆς χειραφετεῖ, οὕτως εἰπεῖν, καὶ δίδει εἰς χεῖρας τῆς κυβερνήσεως τὸ δικαίωμα τοῦ διαθέτειν, τοῦ διαθέσαι ἀπολύτως πλέον περὶ τῶν ἐν λόγῳ καὶ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένων· ὅταν ὅμως εἶδον ὅτι τὸ νομοθέτημα τοῦτο ἤρξατο λαμβάνειν χαρακτῆρα θετικοῦ νόμου, καὶ ὅτι ἐξερχόμενον τῆς ἐπιψηφίσεως τίποτε δὲν ἔχει κοινὸν πρὸς τὴν βουλὴν, ἀλλ’ εἶναι σωστὸς νόμος δίδων τὸ δικαίωμα εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς ἀπολύτου διαθέσεως ἐπὶ τοῦ τοσοῦτον σπουδαίου ἀντικειμένου, τότε δὲν ἠδυνάμην ἄλλο τι νὰ πράξω, παρὰ νὰ παρακαλέσω καὶ Βουλὴν καὶ κυβέρνησιν, ἀφοῦ τέλος πάντων ἐπισπεύδεται ἡ συζήτησις, ὅπως δεχθῇ τὸ ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα τῆς κατακυρώσεως, καὶ νὰ συμμεθέξῃ καὶ αὕτη εἰς τὴν ἀπόφασιν καὶ κατακύρωσιν ἡ ὁποία μέλλει τέλος πάντων τελειωτικῶς νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τοσοῦτον σπουδαίου ἀντικειμένου ἐν μελλοντικῷ χρόνῳ. Ἡ τροπολογία μου ἦτον αὕτη· μετὰ τὸ δεύτερον ἄρθρον τὸ ὁποῖον λέγει: «Αἱ ἐκβολάδες ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὸ κράτος διατίθενται κατὰ τοὺς ἐφεξῆς ὅρους κλπ. καὶ ἡ μετάλλευσις δὲν ἐπιτρέπεται εἰμὴ δυνάμει πράξεως τῆς κυβερνήσεως,» ἐνταῦθα ἠθέλησα νὰ τεθῇ ἀντὶ τοῦ δυνάμει πράξεως τῆς κυβερνήσεως, «δυνάμει νομοθετήματος.» Ὑπὸ τὴν παρατήρησιν ταύτην καὶ τὴν προσθήκην δέχομαι καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν πρόοδον τῆς συζητήσεως ἐπὶ τὰ καθ’ ἕκαστα τοῦ νομοσχεδίου, ἄλλως κηρύττομαι ὑπὲρ τῆς ἀπολύτου ἀναβολῆς. Δὲν ἐννοῶ δὲ ποῖον συμφέρον μεγαλήτερον ἡ κυβέρνησις δύναται νὰ ἔχῃ ἵνα σπεύδῃ ἐπὶ τοιούτων πραγμάτων· ἡμεῖς εἴμεθα οἱ ἐντολοδόχοι τοῦ λαοῦ, ἡμεῖς εἴμεθα οἱ ἀντιπρόσωποι, ἔχομεν καὶ τὴν εὐθύνην καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐπιβλέπωμεν καὶ διαθέτωμεν περὶ πάντων καὶ περὶ τῆς μεγάλης αὐτῆς περιουσίας, ἡμεῖς ἀναλαμβάνομεν τὴν εὐθύνην, ἥτις μέλλει νὰ προκύψῃ εἴτε ἐκ τῆς κακῆς διαθέσεως αὐτῆς, εἴτε ἐκ τῆς ἀναβολῆς τὴν ὁποίαν προτείνω, δὲν βλέπω ποῖον συμφέρον μᾶς διαχωρίζει ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν, ὥστε ἡμεῖς νὰ ὀπισθοδρομῶμεν, ἡ κυβέρνησις νὰ σπεύδῃ· διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, νὰ γείνῃ παραδεκτὴ ἡ τροποποίησις αὕτη, ὅτι διατίθεται «διὰ νομοθετήματος», καὶ ἤδη νὰ ψηφίσωμεν τοὺς προκαταρκτικοὺς ὅρους τῶν ἐργασιῶν μας, διότι οὕτω θέλομεν δυνηθῆ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ μάθωμεν τί ἔχομεν, καὶ πῶς πρέπει νὰ τὸ πωλήσωμεν εἰς χρήματα. Ἔρχομαι εἰς τὸ περὶ καθαρᾶς ἢ ἀκαθαρίστου προσόδου, δύω λέξεις θὰ εἴπω· δὲν εἶμαι οὔτε οἰκονομολόγος, οὔτε πολλὰ ἔχω νὰ εἴπω· λέγω ὅτι ἴσα ἴσα διότι δὲν πρόκειται νὰ φορολογήσωμεν, ὡς εἶπεν προχθὲς ὁ κύριος Κεχαγιᾶς, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν, τί συμφέρει ἢ οὐ εἰς τὰς ἑταιρίας, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν ἄλλο, εἰμὴ τί συμφέρει νὰ γνωρίζωμεν ἡμεῖς ὡς ἔγγιστα ἵνα μὴ ἐξαπατηθῶμεν. Μὴ νομίσετε ὅτι αἱ ἑταιρίαι αἱ ὁποῖαι θὰ ἔλθουν εἰς τὸν συναγωνισμόν, ὅπερ ἀπεύχομαι, διότι ἐπιθυμῶ τὴν δι’ ἐθνικῆς ἐκκαμινεύσεως διάθεσιν, δὲν θὰ ἔχωσι πρόνοιαν, ὥστε νὰ μὴ κάμωσι δοκιμάς, ὅπως πεισθῶσι περὶ τῶν συμφερόντων των. Πρέπει λοιπὸν νὰ κάμωμεν τὴν ἀνάλυσιν, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, διὰ νὰ γνωρίζωμεν τί ἔχομεν, καὶ ὅταν τοῦτο φθάσωμεν νὰ γνωρίσωμεν, δὲν ἔχομεν οὐδενὸς ἑτέρου στοιχείου ἀνάγκην ἀντιλήψεως, καὶ τότε δυνάμεθα νὰ πωλήσωμεν τὰ χώματά μας ὡς πρώτην ὕλην. Δὲν ἔχω, κύριοι, γνώσεις οἰκονομολογικὰς, οὔτε θέλω νὰ τὰς ἔχω, ἐὰν πρόκηται αὗται νὰ ἦναι ὁ λαβύρινθος ἐκεῖνος, ἢ καταβόθρα ἐκείνη εἰς τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ καταποθοῦν τόσα πολύτιμα συμφέροντα· διὰ ταῦτα λέγω, διὰ ταῦτα παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἐμμένουσα εἰς ὅσα κατὰ τὴν σεβαστὴν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ζαΐμης ἔκαμε, νὰ θεωρήσῃ προπαρασκευαστικὸν τὸν νόμον, καὶ νὰ δώσῃ τὰ ὑλικὰ μέσα τῆς προεξεργασίας, καὶ τῆς προεξετάσεως εἰς τὴν κυβέρνησιν· ἄλλως νὰ προστεθῇ ἐν τῷ νόμῳ, ἂν ἦναι θετικὸς, ὁριστικὸς, σήμερον, νὰ προστεθῇ ἀντὶ τοῦ «διὰ πράξεως τῆς κυβερνήσεως», «διὰ νομοθετήματος.»
§123ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρὶν εἰσέλθω, κύριοι, εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ βʹ, ἄρθρου, περὶ οὗ πρόκειται, ὀφείλω πρῶτον νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Δωρίδος κ. Κατσικαπῆν, ὅστις μοὶ ἀπηύθυνε τινὰς ἐρωτήσεις· τοῦτο πράττω οὐχὶ χάριν αὐτοῦ μόνον ἀλλὰ καὶ χάριν τῆς κυβερνήσεως ἡ ὁποία κατέστησε τὸ αὐτὸ ζήτημα εἰς παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἀντικείμενον συζητήσεως. Ὁ κ. Κατσικαπῆς μοὶ ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς τῆς παγκοσμίου ἐκθέσεως τῆς Γαλλίας· παρετήρησα δὲ μὲ λύπην μου, ὅτι δὲν ἐπροξένησεν εἴς τινας τὴν ἐντύπωσιν τὴν ὁποίαν ἐπερίμενα νὰ προξενήσῃ ἡ ἔκθεσις ἐκείνη, καὶ πολὺ περισσότερον λυποῦμαι, διότι τὸ παρετήρησα εἰς ἀμφοτέρους τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς, τόν τε κ. πρόεδρον τοῦ ὑπουργείου καὶ τὸν ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν. Ὅταν ἀνέφερα εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν ἐκείνην τὴν συνώδευσα καὶ μὲ τὴν παρατήρησιν, ἡ ὁποία ἦτο καὶ περιττὴ, ὅτι ἡ ἀπόδειξις ἣν φέρει περὶ τῆς ἀξίας τῶν σκωριῶν εἶναι εἰλικρινὴς διότι δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Ἑλλάδος, ὅπου καὶ ἀνεπιστημοσύνη δύναται νὰ ὑπάρχῃ καὶ πάθη καὶ συμφέροντα· ἂν μάλιστα ἡ ἔκθεσις ἐκείνη εἶχεν ὑπ’ ὄψιν συμφέρον τι, τοῦτο θὰ ἦτο ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας Ῥοῦ καὶ οὐχὶ κατὰ, διότι ἡ ἑταιρία Ῥοῦ εἶναι ὑπήκοος τῆς Γαλλίας. Κρίνω περιττὸν ν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν παρατήρησιν ἣν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν χθὲς ἢ προχθὲς, ὅτι ἡ ἔκθεσις ἐκείνη ἦτο γνωστὴ καὶ εἰς τοὺς προκατόχους του· διότι καὶ ἂν ὑποτεθῇ τοῦτο ἀληθὲς, οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν οὔτε μὲ τὴν ἀλήθειαν αὐτῆς, οὔτε μὲ τὰ πορίσματα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐξαγάγωμεν, οὔτε μὲ τὴν ἐντύπωσιν τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ μᾶς προξενήσῃ. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἐξεφράσθη ὁ κ. Σωτηρόπουλος μοὶ δίδει τὴν ὑπόνοιαν, τὴν ὁποίαν θεωρῶ πολὺ βάσιμον, ὅτι οὐδέποτε εἶδε τὴν ἔκθεσιν ταύτην· διότι ἐκ τῶν λόγων του φαίνεται ὅτι τὴν ἐθεώρησεν ὡς ἔκθεσιν ὡς αὐτὰς αἱ ὁποῖαι γίνονται συνήθως καὶ διανέμονται. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ὑπάρχει ἓν μόνον σῶμα ἐν Ἀθήναις καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι πλειότερα. Ἡ ἔκθεσις αὕτη εἶναι δεκάτομος, ἕκαστος δὲ τόμος περιέχει 700 ἕως 800 σελίδας. Ἴσως ἴσως ἦτο περιττὸν ν’ ἀπαντήσω καὶ εἰς τὴν ἑτέραν παρατήρησιν τοῦ κ. Σωτηροπούλου «ὅτι δὲν δύναται νὰ καταδικάσῃ τοὺς ἐπιστήμονας τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ ὑποθέσῃ ὅτι δὲν δύνανται νὰ κάμωσιν ἀκριβεῖς ἀναλύσεις τοῦ ἀργύρου ἀπὸ τὸν μόλυβδον·» διότι ἕκαστος, ὑποθέτω, ἔχει πρόχειρον τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Μάλιστα δικαιοῦμαι νὰ ἀντιτάξω τὴν παρατήρησιν εἰς τοὺς λόγους του, ὅτι ὅταν ἐδημοσιεύθησαν παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς παγκοσμίου ἐκθέσεως τοσοῦτον καταπληκτικὰ ἀποτελέσματα, τόσον, κατὰ τοὺς ἀντιδοξοῦντας, ἐναντία πρὸς τὴν ἀλήθειαν, ἡ ἑταιρία Ῥοῦ εἶχε μέγα συμφέρον νὰ τὰ διαψεύσῃ. Τὸ συμφέρον αὐτῆς εἶναι ἀναμφισβήτητον· πρῶτον μὲν ἀπέναντι τῶν μετόχων της, δεύτερον δὲ ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος. Διότι ἂν ἡ ἀλήθεια ᾖναι σύμφωνος μὲ τὰς ἐκθέσεις τῆς Ἑλλάδος, φυσικῷ τῷ λόγῳ τὸ γραφεῖον τῆς ἑταιρίας Ῥοῦ διανέμει εἰς τοὺς μετόχους τὰ ⅒ τοῦ κέρδους, ὅπερ ἡ ἔκθεσις τῆς Γαλλίας διαλαμβάνει, ἴσως δὲ καὶ ὀλιγώτερον. Τὸ δεύτερον συμφέρον τῆς ἑταιρίας Ῥοῦ τοῦ νὰ διαψεύσῃ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος· διότι ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ἀναγινώσκουσα τὴν ἔκθεσιν ἐκείνην, καὶ βλέπουσα ὅτι δὲν λαμβάνει εἰμὴ 200,000 δραχ. κατ’ ἔτος, ὡς φόρον, ἐνῷ φορολογεῖ πρὸς 10% καὶ ἐνῷ κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς Γαλλίας τὸ καθαρὸν ἔσοδον τῆς ἑταιρίας ταύτης εἶναι 7,000,000 κατ’ ἔτος, ἔπρεπε νὰ φοβηθῇ ἡ ἑταιρία ὅτι δύναται νὰ ὑποκύψῃ εἰς καταδίωξιν ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τούτοις ἀφ’ ὅ,τι γνωρίζω, οὐδεμία διάψευσις ἐγένετο μέχρι σήμερον παρὰ τῆς ἑταιρίας καὶ οὔτε ἓν ἄρθρον ἐγράφη ἐν τῷ τύπῳ, οὔτε παρατήρησις ἐγένετο. Εἶναι δὲ πάντῃ ἀνοίκειον εἰς ἡμᾶς, τοσαύτην δεικνύοντας προθυμίαν εἰς τὸ ν’ ἀσφαλίσωμεν τὸ δημόσιον συμφέρον, ἄνευ ἀφορμῶν καὶ ἄνευ ἀποδείξεων ἐναντίων νὰ ῥίπτωμεν ἀμφιβολίας ἐπὶ ἑνὸς ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸν πλέον ἐπίσημον χαρακτῆρα, στερεῖται πάσης μεροληψίας, καὶ, ἂν ἔχῃ μεροληψίαν, θὰ τὴν ἔχῃ ὑπὲρ τοῦ Γάλλου. Ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ὀφείλω εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Δωρίδος εἶναι ἡ ἑξῆς. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν ἐκείνην αἱ σκωρίαι ἀναβαίνουσι κατ’ ἐλάχιστον ὅρον εἰς 3,000,000 τόνους· ὅτι περιέχουσι μέσον ὅρον μολύβδου 10%· ὅτι ἀφαιροῦνται ἐξ αὐτῶν 2% ὡς ἀπώλεια τῆς ἐκκαμινεύσεως· ὅτι θὰ παραχθῇ ἐξ αὐτῶν μόλυβδος 290,000 τόνοι· ὅτι ἡ ἀξία τοῦ μολύβδου κατὰ τόνον εἶναι 500 δρ. καὶ ὅτι ἡ ἀκαθάριστος ἀξία τοῦ μολύβδου τούτου εἶναι δρ. 145,000,000. Ἀμφιβάλλει ὁ κ. βουλευτὴς περὶ τούτου;—Κατὰ τὴν ἔκθεσιν ἐκείνην ἐνυπάρχει εἰς τὸν μόλυβδον ἄργυρος 3–4 τοῖς χιλίοις· ἑπομένως μέσος ὅρος εἶναι 3½ καὶ ὅτι οἱ 290,000 τόνοι θέλουσι δώσει 1000 τόνους ἀργύρου· ὅτι οἱ 1000 τόνοι ἀργύρου πρὸς 200,000 δρ. ἕκαστος τόνος θὰ δώσουν δρ. 200,000,000. Ἑπομένως ἡ ὅλη ἀκαθάριστος πρόσοδος τῶν σκωριῶν (σιγὴ βαθεῖα) κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς παγκοσμίου ἐκθέσεως εἶναι 300,000,000. Οὔτε προσθέτω οὔτε ἀφαιρῶ· εἶναι καθαροὶ ὑπολογισμοὶ διὰ τῶν ἁπλῶν τεσσάρων πράξεων, τῶν τεσσάρων παθῶν τῆς ἀριθμητικῆς. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ 1865 καὶ 1867, ἥτις ἐθεωρήθη ἀπὸ τὸν ἡμέτερον νόμον περὶ φορολογίας τῶν σκωριῶν ὡς βάσις πρὸς φορολογίαν, τὰ ἔξοδα τ’ ἀφαιρούμενα εἶναι 250 δραχμ. κατὰ τόνον· ἑπομένως ἡ ὅλη δαπάνη διὰ τὴν ἐκκαμίνευσιν τῶν 3,000,000 τόνων εἶναι 72,500,000 δραχ. Τούτων ἀφαιρουμένων ἐκ τῆς ἀκαθαρίστου μένει καθαρὸν 272,500,000. Ἂν ἐψεύσθη ἡ ἐπιτροπὴ τῆς παγκοσμίου ἐκθέσεως τότε ψεύδομαι καὶ ἐγώ· ἀλλ’ ἂν ἐψεύσθη, πρέπει ν’ ἀποδειχθῇ πρὶν ἐξασθενίσωμεν τὴν δύναμιν αὐτῆς, ἢ πρὶν ἀποφασίσωμεν ν’ ἀπρακτῶμεν. Ἐνταῦθα ὅμως δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει τὸ ζήτημα τοῦτο εἰμὴ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ νὰ ἤμεθα προσεκτικοὶ εἰς τὸν νόμον ὃν συντάττομεν. Ἔχει δὲ τὴν σημασίαν καὶ ἐπιῤῥοὴν εἰς τὸ ζήτημα τῆς καθαρᾶς καὶ ἀκαθαρίστου προσόδου· ἔχει ἐπίσης ἐπιῤῥοὴν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐπιτηρήσεως· ἔχει ἐπίσης, ἴσως πλαγίαν, ἔμμεσον ἐπιῤῥοὴν ὡς πρὸς τὴν ξενίαν ἣν ἐδώσαμεν εἰς τὴν ἑταιρίαν Ῥοῦ καὶ ἂν ἐφάνημεν πρὸς αὐτὴν καταδιωκτικοί. Διότι μεταξὺ τῶν ἄλλων, ἅτινα λέγονται, τὴν πρωτίστην θέσιν εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἀντιδοξούντων ἔχει τὸ ἑξῆς· ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταδιώκωμεν τοὺς ξένους; ὅτι πρέπει νὰ προσκαλῶμεν τὰ ξένα κεφάλαια καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τούτου συγχωρήσατέ μοι νὰ εἴπω δύο λέξεις περὶ προσελκύσεως ξένων κεφαλαίων εἰς τὸν τόπον. Τὰ κεφάλαια εἶναι ἀξία καθὼς εἶναι καὶ ὅλα τὰ ἐμπορεύματα· ἑπομένως καὶ ταῦτα δύνανται νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὴν σύγκρισιν ἥτις γίνεται μεταξὺ εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς. Τί φρονεῖτε, ὅτι διὰ τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην τῆς ἑταιρίας Ῥοῦ ἐχρεώθημεν πρὸς τὴν Γαλλίαν εἰς κεφάλαια;—διότι ἡ εἰσαγωγὴ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ χρέος τὸ ὁποῖον συσταίνει ἡ ἐπικράτειά μας πρὸς τὴν ξένην. — Ἡ εἰσαγωγὴ αὕτη εἶναι ἐλαχίστη. Ἡ δὲ ἐξαγωγὴ ὁποία; Εἶναι ὁ ἀργυροῦχος μόλυβδος τὴν ἀξίαν τοῦ ὁποίου σᾶς προανέφερα καὶ ὅστις ἐξήχθη διὰ τὴν Γαλλίαν. Ἐὰν μείνωμεν ἕως ἐδῶ τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι εἴμεθα πλουσιώτατοι· διότι ἡ ἐξαγωγὴ εἶναι ἀπείρως ἀνωτέρα τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα εἰσηγάγομεν, δηλονότι ἐδανείσθημεν ἀπὸ τὴν Γαλλίαν. Ἐξηγάγομεν 200 ἢ 300, ἐνῷ εἰσηγάγομεν 5. Ἀλλὰ ἐρευνήσατε ὑπὸ ἑτέραν ἔποψιν τί γίνεται. Τὰ ἐξ Ἑλλάδος ἐξαχθέντα ταῦτα κεφάλαια εἰς ἰθαγενὲς προϊὸν μολύβδου καὶ ἀργύρου ἐπληρώθησαν εἰς τὴν ἑταιρίαν Ῥοῦ καὶ ἔμειναν ἐκεῖ, ἐν Γαλλίᾳ. Ἐνταῦθα εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔμειναν μόνον αἱ ἀντιμισθίαι αἱ πληρωθεῖσαι εἰς τοὺς ἐργάτας οὐχὶ δὲ καὶ τοῦ ἀνωτέρου προσωπικοῦ, διότι αὐτὸ σύγκειται ἐξ Εὐρωπαίων, καὶ οὐχὶ τὰ δαπανηθέντα εἰς μηχανάς, διότι καὶ αὐταὶ ἦλθον ἐξ Εὐρώπης· ἐνταῦθα ἔμειναν ἡ ἐργασία καὶ ὁ φόρος. Ἄρα ἀπεδώκαμεν τὰ δανεισθέντα, προσεφέραμεν καὶ τὰ ἐξ Ἑλλάδος ἐξαχθέντα προϊόντα καὶ ἐκρατήσαμεν σχεδὸν μηδέν. Ἔκαμα αὐτὴν τὴν παρέκβασιν ἐνθυμηθεὶς τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον κυκλοφορεῖ εἰς τὸ στόμα τῶν πλέον αὐθαδῶν ἐλεγκτῶν ἡμῶν τῶν μετὰ μεγάλης ἐπιμονῆς συζητούντων τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους. Εἶναι ἀπελπιστικοὶ αὐτοὶ οἱ ἀριθμοί· καὶ ὀλίγη αἰδὼς ἂν ὑπῆρχεν εἰς αὐτοὺς ἔπρεπε νὰ σιωπῶσι.
§124ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ποίους ἐννοεῖτε κ. Δεληγεώργη; συγχωρήσατέ με διὰ τὴν ἐρώτησιν.
§125ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ βουλευτῶν.
§126ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐπειδὴ ὡμίλησα ........
§127ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ βουλευτῶν· δὲν ἤκουσα εἰς τὴν Βουλὴν τοιοῦτόν τι· εἰς τὴν ὁμιλίαν σας θ’ ἀπαντήσω κατόπιν· ὅ,τι εἶπον δὲν ἀφορᾷ οὔτε ὑμᾶς οὔτε κανένα ἄλλον ἐνταῦθα. Ἠξεύρω, ὅτι γίνονται συζητήσεις καὶ ὑψηλὰ καὶ χαμηλὰ εἰς πολλὰ στρώματα τῆς κοινωνίας, καθὼς ἐπίσης γίνεται καὶ ἡ παρατήρησις, καὶ δὲν τὸ ἀγνοεῖ κανείς, ὅτι ἐξογκώνομεν δῆθεν τὰ πράγματα καὶ τὰ πλάττομεν μὲ τὴν φαντασίαν μας. Ἐὰν τοῦτο γίνεται, ὑπεύθυνος εἶναι ἡ ἐπιστήμη ἡ ἐν Ἑλλάδι, ἥτις μᾶς δίδει τὰ διδόμενα, ὑπεύθυνος εἶναι ἡ ἐπιστήμη ἐν Γαλλίᾳ ἥτις μᾶς δίδει τὰ διδόμενα, εὐθύνην ἔχουσιν ὅσοι ἐξήνεγκαν γνώμην περὶ τοῦ τί γίνεται ἐν Εὐρώπῃ, καὶ ἀμέσως θὰ σᾶς παρουσιάσω καὶ ἑτέραν γνώμην ἡ ὁποία δὲν εἶναι γνωστή. Μεταβαίνω εἰς τὸ κύριον θέμα. Τὸ ἄρθρον δεύτερον περιέχει δύο διατάξεις· ἡ μία εἶναι ὅτι θέλουσι διατεθῆ διὰ πλειστηριασμοῦ αἱ ἐκβολάδες, καὶ ἡ δευτέρα, ὅτι ὁ ὑπερθεματισμὸς θέλει στηρίζεσθαι ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου. Ἐνταῦθα ἐγεννήθη τὸ παρεμπῖπτον ζήτημα περὶ τοῦ ἂν, πλὴν τῶν δύο τούτων ἰδεῶν, οὐδεμία ἑτέρα ἰδέα δύναται νὰ συζητηθῇ ἐν ἄρθρῳ δευτέρῳ, καὶ εἶπον τινὲς, ὅτι, ἀποφασίσαντες χθὲς τὸ ἄρθρον δεύτερον, ἀπεκλείσαμεν πᾶσαν ἰδέαν περιεχομένην εἰς ἑτέραν τροπολογίαν περὶ ἀναστολῆς τῆς διαθέσεως. Αὐτὸ τὸ ζήτημα κανονίζει τὴν συζήτησιν καὶ περὶ τούτου συγχωρήσατέ μοι νὰ εἴπω δύο λέξεις. Δὲν εἶναι παντάπασιν ἀληθὴς ἡ γνώμη τῶν φρονούντων οὕτω. Χθὲς ἀπεφασίσαμεν, ὅτι αἱ ἐκβολάδες, ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὸ κράτος, διατίθενται κατὰ τὰς ἑπομένας διατάξεις. Τὰς διατάξεις ταύτας θὰ συντάξῃ ἡ Βουλὴ, καὶ ἄδηλον εἶναι πῶς θὰ τὰς συντάξῃ· καὶ τόσον εἶναι ἄδηλον ὥστε σήμερον, ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Ζαΐμης εἰς μίαν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, τὸ διετύπωσεν εἰς πρότασιν. Καὶ κατὰ τὴν πρότασιν ταύτην, ἐπιβοηθητικῶς, τὸ ἴδιον δημόσιον δύναται νὰ ἐκκαμινεύσῃ, ἀλλ’ ὁ τρόπος οὗτος τῆς διαθέσεως δὲν ἐμπεριλαμβάνεται εἰς τὸ νομοσχέδιον· ἀποκλείεται μάλιστα. Ἀλλὰ περιπλέον ἐρωτῶ· ἡ τροπολογία τῶν τριῶν βουλευτῶν δὲν περιέχει διατάξεις περὶ διαθέσεως; ἡ τροπολογία των λέγει, ὅτι ὁ εἰδικὸς νόμος ὅστις θέλει εἰσαχθῆ, θέλει εἶσθαι νόμος τυπικὸς, διότι ἡ οὐσία προαποφασίζεται δι’ αὐτῆς· αἱ δύο βάσεις ἐφ’ ὧν καθ’ ὅλα τὰ σχέδια στηρίζεται ἡ διάθεσις, ἀπαντῶνται καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ τροπολογίᾳ· διότι τὸ ἄρθρον 2 λέγει, «ὁ περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων εἰδικὸς νόμος θέλει στηρίζεσθαι εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ δημοσίου διαγωνισμοῦ, ἐὰν τὸ κράτος δὲν προτιμήσῃ τὴν ἄμεσον αὐτῶν ἢ μέρους αὐτῶν μετάλλευσιν». Βλέπετε λοιπὸν ὅτι, ἐὰν ὑποτεθῇ διὰ μίαν στιγμὴν ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελε δεχθῆ τὸ ἄρθρον 2, τὸ περιέχον κατά τινας ἐκ τῶν συναδέλφων μας τὴν ἀναβολὴν, θέλουν λυθῆ καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν τροπολογίαν τὰ δύο γενικὰ ζητήματα, περὶ τὰ ὁποῖα περιστρέφεται ἡ συζήτησις ὅλη, ἐὰν δηλαδὴ διὰ διαγωνισμοῦ θὰ γίνῃ ἡ διάθεσις, καὶ ἐὰν τὸ δημόσιον θὰ κρατήσῃ εἴτε τὸ ὅλον, εἴτε μέρος πρὸς ἐκκαμίνευσιν. Ἂς μοῦ συγχωρήσῃ δὲ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος νὰ παρατηρήσω τινὰ σχέσιν ἔχοντα μὲ τὴν ὁμιλίαν του. Διατί προτείνετε, λέγει, τὴν ἀναβολὴν τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ εἰδικοῦ νόμου; διὰ νὰ μάθητε τὸ τί ἔχετε; τὸ ἠξεύρετε· ἐὰν δὲ δὲν τὸ ἠξεύρετε σήμερον, δὲν θὰ τὸ μάθετε ποτέ. Ἡ ἰδέα τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Παρνασσίδος εἶναι σφαλερὰ, διότι δὲν ἐνέκυψεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς τροπολογίας ἐκείνης. Οἱ προτείναντες βουλευταὶ ἐννοοῦν ὅτι πρέπει νὰ μάθωμεν, τὸ τί ἔχομεν, ἐκτὸς τῶν καταμετρηθέντων· δὲν ἐννοοῦν ὅτι πρόκειται νὰ μάθωμεν τὸ καταμετρηθέν. Καὶ οὐδένα ἤκουσα μέχρι τοῦδε ἰσχυριζόμενον ὅτι ἐκβολάδες εἶναι μόνον αἱ ἀνακαλυφθεῖσαι· εὑρέθησαν λόγοι, ἐπῆλθε καμμία ἀπόδειξις, ὅτι αἱ ἐκβολάδες περιορίζονται μόνον εἰς τὰς ἀνακαλυφθείσας; ἐὰν δὲ τοῦτο δὲν ἦναι ἀληθὲς, καὶ δὲν εἶναι διότι δὲν τὸ ἤκουσα ἕως τώρα, οἱ προτείναντες τὴν ἀναβολὴν ἰδοὺ πῶς σκέπτονται· ὅτι δὲν εἶναι ἔργον φρονίμου διαχειριστοῦ νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως, περὶ τῶν λεπτομερειῶν τῆς διαθέσεως, πρὶν μάθωμεν τὸ τί ἔχομεν· ἐὰν ἠξεύραμεν τοὐλάχιστον ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀγνοοῦμεν εἶναι ἴσον μὲ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἢ εἶναι τὸ ἥμισυ, ἠδυνάμεθα κἄπως ἀσφαλέστερον νὰ προβῶμεν· ἀλλ’ ἐὰν, κατὰ τὴν ἔκτασιν τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ χώρα τοῦ Λαυρίου, θελήσωμεν νὰ ὁρίσωμεν τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ τί ἔχομεν καὶ τοῦ τί δὲν γνωρίζομεν ὅτι ἔχομεν, δὲν ἐπηρεάζει ἡ τοσαύτη ἄγνοια τὰς σκέψεις μας; Ἐγὼ παρατηρῶ ὅτι αὐτὴ ἡ ἰδέα ἀντὶ νὰ χάνῃ, καθημερινῶς κερδίζει· διότι σήμερον παρετήρησα μίαν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων κ. Ζαΐμη, ὅστις ἀναγνωρίζει ἤδη τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ φροντίσωμεν ταχύτατα, (λέγω δὲ ταχύτατα, διότι ἡ τρίμηνος προθεσμία ἣν ὁρίζει δὲν ὑποθέτω ὅτι εἶναι ἀπαράβατος) ἀναγνωρίζει, λέγω, τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ μάθωμεν τὸ τί ἔχομεν, καὶ προτείνει νὰ ἐρευνήσωμεν σπουδαίως τὰ τῶν ἐκβολάδων, προσκαλοῦντες εἰδήμονας καὶ ἀναμφισβητήτου ἱκανότητος ἄνδρας πρὸς τοῦτο. Ἀλλὰ καὶ χωρὶς νὰ προστρέχωμεν εἰς τὰς γνώμας τοῦ μὲν καὶ τοῦ δὲ ἐξ ἡμῶν, τὸ νομοσχέδιον ἀρκεῖ. Κατὰ τὸν κ. Σωτηρόπουλον, ὅστις ἠμπορεῖ νὰ ἦναι συνεπὴς ὡς πρὸς τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας ἔχει περὶ Λαυρίου, ἡ ὑπόθεσις τοῦ Λαυρίου θέλει καταντήσει ἐκ τῶν συνήθων· διότι δὲν ἀπαιτεῖ τίποτε πλειότερον παρὰ τρεῖς καμίνους νὰ ἔχῃ ὡς ἐλάχιστον ὅρον ὁ πλειοδοτῶν· δὲν πιστεύω δὲ τοῦτο νὰ τὸ κάμνῃ ἀπὸ ἔρωτα πρὸς τὰς μελλούσας γενεὰς, μὴ ἐπιθυμῶν οὐδὲ τὴν τριακοστὴν ἴσως γενεὰν νὰ στερήσῃ τοῦ πλούτου τῶν ἀρχαίων, ἀλλὰ διὰ τὴν μικρὰν ἰδέαν τὴν ὁποίαν ἔχει περὶ τῶν ἐκβολάδων. Καὶ σήμερον μὲν δύναται νὰ ὑποστηρίζῃ αὐτὴν τὴν μικρὰν ἰδέαν του ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι ῥίπτει ὀλίγον σκότος ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Michel Chevalier, ῥίπτει τινὰς ἀμφιβολίας ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐργασιῶν τῆς ἡμετέρας ἐπιτροπῆς, ἀποφεύγει νὰ εἴπῃ κατηγορητικῶς τὴν πεποίθησίν του, καὶ πάντοτε ἀμφιταλαντευόμενος ἐπὶ τοῦ τί ἔχομεν ἐν Λαυρίῳ, καταφεύγει εἰς τὴν ἔκφρασιν πολὺ ἢ ὀλίγον. Ἕνεκα τούτου δύναται νὰ ὑποστηρίζῃ τὴν γνώμην ὅτι ὁ διαγωνισμὸς πρέπει νὰ γείνῃ μὲ τρεῖς μόνον καμίνους, μὲ ἐγγύησιν μόνον 50,000 δραχμῶν, καὶ μὲ κατακερματισμένους πλειστηριασμοὺς, τῶν ὁποίων οὐδεὶς νὰ ὑπερβαίνῃ τὸ ἑκατομμύριον εἰς τόνους. Δὲν θὰ εὕρῃ ἴσως καὶ ἀντίδρασιν τὸ σύστημα τοῦτο τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον καὶ προχθὲς κατέκρινα καὶ εὐθὺς ἀμέσως ἐρχόμενος εἰς ἀνταπάντησιν τῶν ὅσων εἶπεν, θέλω πάλιν κατακρίνει. Ἀλλὰ δὲν πιστεύω ὅτι ἤθελεν εὑρεθῇ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, ἐὰν ἤθελε γείνῃ ἀκριβὴς ἔρευνα καθ’ ὅλην τὴν χώραν τοῦ Λαυρίου πρὶν ψηφίσωμεν τὰς λεπτομερείας τῆς διαθέσεως. Ὅ,τι ὅμως παρατηρῶ ἀξιοσύστατον εἰς τὴν βουλευτικὴν πρότασιν εἶναι τοῦτο, ὅτι ὁ χρόνος ὅστις κατ’ αὐτὴν θέλει μεσολαβήσει μεταξὺ τῆς ψηφίσεως τῶν γενικῶν ἀρχῶν, τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ τῆς ἀμέσου καμινεύσεως, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῆς συντάξεως τῶν ὁριστικῶν διατάξεων περὶ διαθέσεως, θέλει χρησιμεύσει οὐ μόνον νὰ μάθωμεν τὸ τί ἔχομεν, ἀλλὰ καὶ ὁ ἔξω κόσμος, ὅστις ἔχει τὰ κεφάλαια καὶ τὴν βιομηχανίαν, νὰ μάθῃ ὅτι ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἐπικερδὴς ἐπιχείρησις ἐν Ἑλλάδι, καὶ νὰ γείνῃ ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ διπλοῦν καλόν· καὶ ἔξωθεν νὰ ἔλθουν νὰ μελετήσουν τὸ πρᾶγμα ἐπὶ τόπου, καὶ ἡμεῖς νὰ μάθωμεν τὸ σύνολον τῆς περιουσίας μας, ἔστω καὶ κατὰ προσέγγισιν, καὶ τὸ σπουδαιότερον, νὰ μᾶς γίνωσι προτάσεις αἵτινες θέλουν μᾶς ὁδηγήσει περὶ τοῦ καταλληλοτέρου τρόπου διαθέσεως, ἐὰν ᾖναι ἀληθὴς ὁ πλοῦτος (ἂς μεταχειρισθῶ καὶ ἐγὼ τὸν τρόπον τοῦ ἐκφράζεσθαι τοῦ ὑπουργοῦ), ἐὰν ᾖνε ἀληθὴς ὁ πλοῦτος ὁ κείμενος βεβαίως ὄχι εἰς τὰ σπλάγχνα τῶν ὀρέων, ἀλλ’ ὡς ἐπιχείρησις βεβαία, ἐπιδεκτικὴ (ἔστω καὶ κατὰ προσέγγισιν) ἐκτιμήσεως, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς μας, παρέχει κέρδος καθαρὸν 130% καί, κατὰ τὴν λίαν ἐπιστημονικὴν καὶ λίαν ἀκριβῆ γνώμην τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, ἣν ἐξήνεγκε πρὸ μικροῦ, 130% κατὰ τριμηνίαν. Καὶ νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἡ διάδοσις εἰς τὸν ἔξω κόσμον τὸν κατέχοντα τὰ κεφάλαια καὶ τὴν εἰδικότητα τῆς βιομηχανίας, ἥτις θὰ προσελκύσῃ τοὺς ἔξω πρὸς σπουδὴν τοῦ πράγματος, δὲν θέλει ἔχει τὸ ἀποτέλεσμα νὰ μᾶς γίνωσι προτάσεις καὶ νὰ μάθωμεν ἐὰν εὐκόλως εὑρίσκωμεν νὰ ἐκκαμινεύσωμεν ἐπὶ τοῦ καθαροῦ ἢ τοῦ ἀκαθαρίστου, κατακερματίζοντες ἢ μὴ κατακερματίζοντες, κατὰ 100,000 τόνους ἢ 200,000, ἢ κατὰ 2, 3, 4, 5 ἑκατομμύρια, τὸ ὅλον ἢ τὸ ἥμισυ, ἢ τὸ ἓν τρίτον, ἢ, ἐὰν παρουσιασθοῦν καὶ προσφοραὶ νὰ μᾶς καμινεύσουν τὰς ἐκβολάδας διὰ λογαριασμόν μας, μὲ κέρδος αὐτῶν 20, 25 ἢ 30%; Τὸ φρόνιμον καὶ τὸ συνετὸν εἶναι πολὺ ἐναργὲς νομίζω, καὶ μάλιστα ἀφ’ οὗ δὲν πρόκειται νὰ κάμωμεν ἁπλῶς ἀναβολὴν, ἀλλ’ ἀφοῦ θέσωμεν τὰς βάσεις πρῶτον. Μεταβαίνω κύριοι, εἰς τὴν συζήτησιν τῶν δύο ὅρων. Οἱ δύο ὅροι εἶναι ὁ πλειστηριασμὸς καὶ ἡ καθαρὰ πρόσοδος. Ὁ πλειστηριασμὸς εἶναι μία ἰδέα ἀσφαλής; ἐὰν ᾖναι ἰδέα ἀσφαλὴς, ἂς σπεύσωμεν νὰ τὸν ψηφίσωμεν· ἐὰν ὅμως δὲν ᾖναι ἰδέα ἀπολύτως ἀσφαλὴς, ἀλλὰ σχετικὴ, τότε πρέπει νὰ ζητήσωμεν ὁποῖαί εἰσιν αἱ ἐγγυήσεις, αἵτινες τὴν ἰδέαν ταύτην θὰ καταστήσωσιν ὠφέλιμον καὶ ἀσφαλῆ. Τὸ αὐτὸ λέγω καὶ ἐπὶ τοῦ καθαροῦ· ἐὰν τὸ καθαρὸν εἰσόδημα ᾖναι ἰδέα ἀπολύτως ἀσφαλὴς, ἂς τὴν ψηφίσωμεν ἀμέσως· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ᾖναι, ἂς ἀναζητήσωμεν τοὺς ὅρους καὶ τὰς ἐγγυήσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας δύναται νὰ ᾖναι τοιαύτη. Δὲν πρόκειται νὰ γνωμοδοτήσωμεν, ἀλλὰ νὰ ἐννοήσωμεν τὰ προτεινόμενα. Ὁποῖαι εἶναι αἱ ἐγγυήσεις, αἵτινες, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργείου, καταστήσουσιν ἀσφαλῆ τὴν ἰδέαν τοῦ πλειστηριασμοῦ; Εἶναι ά) ὁ διαγωνισμὸς, ὅστις θέλει προέλθει, ἐὰν κατὰ μερίδας γείνῃ ὁ πλειστηριασμός· βʹ) ὅτι οὐδεὶς εἶναι δεκτὸς, ἐὰν δὲν καταβάλῃ 50,000 δραχ. ἐγγύησιν, ἡ τρίτη ἀσφάλεια εἶναι ὅτι πρέπει νὰ ὑποσχεθῇ ὅτι θὰ ἔχῃ ὁ πλειστηριάζων τρεῖς καμίνους τοὐλάχιστον· τετάρτη δ’ ἐγγύησις ὅτι ἐν συμβουλίῳ θέλει ἀποφασισθῆ ἡ κατακύρωσις εἰς ἕνα ἐκ τῶν παρουσιασθησομένων ν’ ἀναλάβωσι τὴν ἐπιχείρησιν. Ἀναφέρω ταῦτα, διότι ὅταν θὰ ψηφοφορήσωμεν, ἐὰν πρέπῃ νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ πλειστηριασμοῦ, ἀνεξετάστως θὰ ψηφοφορήσωσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι φρονοῦν ὅτι ὁ πλειστηριασμὸς εἶναι μία ἰδέα ἀπολύτως ἀσφαλής· ὅλοι οἱ ἄλλοι θὰ ἐξαρτήσουν τὴν ψῆφόν των ἀπὸ τὰς ἐγγυήσεις αἱ ὁποῖαι καθιστῶσιν τὸν πλειστηριασμὸν ἀσφαλῆ. Εἰλικρινῶς φερόμενος, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς καθ’ ἣν ἀνεγνώσθη τὸ νομοσχέδιον ἦλθα καὶ συνεζήτησα ὅλας τὰς βάσεις αὐτοῦ καὶ ἀπὸ τότε ὡμίλησα περί τινων ἐξ αὐτῶν· ὡμίλησα περὶ τοῦ κατακερματισμοῦ καὶ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν μοὶ ἀπήντησε· ἤδη δὲ χρεωστῶ ν’ ἀνταπαντήσω, διότι ὅσοι μοὶ ἔκαμον τὴν τιμὴν νὰ διατηρήσουν εἰς τὴν μνήμην των τὰς παρατηρήσεις μου ἐκείνας, βεβαίως ἔχουν ἀνάγκην νὰ ἀκούσουν τὴν ἀντιπαρατήρησίν μου. Εἶπον ὅτι ὁ κατακερματισμὸς ἀπομακρύνει τὰς μεγάλας ἑταιρίας καὶ ἐπιχειρήσεις. Ἡ ἀπομάκρυνσις αὐτῶν εἶναι ὠφέλιμος, ἢ εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὸ δημόσιον; Τὸ ἐπιβλαβὲς εἶναι ἀναμφισβήτητον. Τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου εἶναι νὰ ὑπάρξῃ διαγωνισμὸς μεταξὺ τῶν μεγάλων ἑταιριῶν καὶ ἐπιχειρήσεων. Εἶπον καὶ προχθὲς, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι ἡ μεγάλη ἐπιχείρησις ἔχει μεγάλα πλεονεκτήματα· πρῶτον εὐχαριστεῖται εἰς μικρὰ ποσοστὰ κέρδους, διότι ἐκ τῆς παρατάσεως τοῦ χρόνου τῆς ἐπιχειρήσεως καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ τῆς ἐπιχειρήσεως ἡ τοιαύτη ἑταιρία θέλει ἀποκτήσει ἐν συνόλῳ πολλὰ καὶ σᾶς ἀνέφερα ὡς παράδειγμα τὸ τοῦ τόκου ὅταν 200 ἢ 300 ἑκατομμύρια δανείζωνται εἴς τινα ἐπικράτειαν ἐπὶ εὐτελεῖ τόκῳ. Αἱ μεγάλαι ἐπιχειρήσεις κατορθόνουσι τὴν ἐργασίαν εὐθηνότερον τῶν μικρῶν, καὶ σᾶς ἀνέφερα ὡς παράδειγμα αὐτὴν τὴν ἑταιρίαν Ῥοῦ, ἥτις μετέφερεν εἰς τὰς καμίνους της τὰς σκωρίας, πρὶν κατασκευάσῃ τὸν σιδηρόδρομον πρὸς 5 ἢ 6 δραχμὰς τὸν τόνον, καὶ ἤδη τὰς μεταφέρει πρὸς ½ δραχ. Ὁ ἀτμὸς, ὁ σιδηρόδρομος, ἡ μηχανὴ, καὶ ἐν γένει ὅλα τὰ ἐντελῆ μέσα τῶν μεγάλων ἐπιχειρήσεων δύνανται σημαντικὰ νὰ μᾶς ὠφελήσουν, διότι κατασταίνουν τὴν ἐργασίαν εὐθηνοτέραν δηλ. τὰ καθαρὰ κέρδη μεγαλείτερα. Καὶ ὅταν ὑπάρχῃ μία διαφορὰ 15% μεταξὺ δύο ἐπιχειρηματιῶν ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἄξιον τῆς προσοχῆς μας νὰ ὑποστηρίξωμεν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θέλει ἔχει καθαρὰν πρόσοδον 15% περισσότερον παρὰ τοὺς ἄλλους· ἐκτὸς ἐὰν ἤμεθα τοσοῦτον φίλοι τῶν ἀρχαίων καὶ νομίζομεν ὅτι εἶναι τόσον ἀναγκαῖον, διὰ νὰ διατηρήσωμεν τὸν ἑλληνισμόν μας, νὰ μιμηθῶμεν καὶ εἰς τὰς ἰδέας ταύτας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὄχι διότι δὲν ἐδύναντο νὰ ἐννοήσωσι τὴν ὠφέλειαν, ἀλλὰ διότι δὲν εἶχον τὰ μέσα, ἐκκαμίνευον τὸ Λαύριον δι’ ἀτελεστάτων μέσων καὶ μικρῶν κεφαλαίων. Τί ὅμως μοὶ ἀπήντησεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς ταῦτα; — μία ἐπιχείρησις ἑνὸς ἑκατομμυρίου τόνων δὲν εἶναι μικρά· ἓν ἑκατομμύριον τόνων εἶναι διὰ τὰς μεγάλας ἐπιχειρήσεις, δὲν εἶναι διὰ τὰς μικράς. Δεύτερον, μᾶς εἶπε, ποῖος ἐμποδίζει τὸν μεγάλον ἐπιχειρηματίαν ν’ ἀγοράσῃ καὶ δύω καὶ τρεῖς μερίδας; Ἐὰν δὲν ὡμίλει ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ δημοσιότητι ἤθελον ὑποθέσει ὅτι δὲν σπουδαιολογεῖ· πλὴν βεβαίως πολὺ σπουδαίως ὡμίλει. Ἐλησμόνησεν ὅμως ὅτι τὸ ἓν ἑκατομμύριον τῶν τόνων εἶναι κατὰ τὸ νομοσχέδιόν του ὁ ἀνώτατος ὅρος. Ἄρα πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν ὅτι ἀφίνομεν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ὑπουργείου νὰ ἐκθέσῃ κατὰ μερίδας κατωτέρας τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου· δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ ἡ μερίς, ἣν ὁ κ. ὑπουργὸς θέλει ἐκθέσει εἰς πλειστηριασμόν, τὸ ἑκατομμύριον τῶν τόνων, ἀλλὰ δύναται νὰ ὑπερβῇ ὅσον θέλει. — Καὶ ἰδοὺ, κύριοι, τὶ θέλει συμβῆ. Οἱ σωροὶ τοὺς ὁποίους κατεμέτρησεν ἡ ἐπιτροπὴ ἔχουν διάφορον ὄγκον· καὶ ὑπὲρ τὸ ἑκατομμύριον τόνων μόνον δύο σωροὶ ὑπάρχουν, ὁ τῆς Καμάριζας καὶ ὁ τῆς Νοριᾶς, ὁ δὲ τῆς Σανταρίνας — 103 χιλ. τόνους, ὁ τῆς Κοιλάδος — 382 χιλ., ὁ τῆς Σούριζας — 128 χιλ. καὶ οὕτω θέλει τὰς ἐκθέσει εἰς πλειστηριασμὸν ὁ κ. ὑπουργός. Ἀλλὰ τίς ἐμποδίζει τὴν μεγάλην ἑταιρίαν ν’ ἀγοράσῃ καὶ δευτέραν μερίδα καὶ τρίτην; Δὲν εἶναι, κύριοι, αὐτὸ σπουδαῖον. Διότι ὅταν θὰ προσφέρῃ τις εἰς τὴν πρώτην πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ νὰ λάβῃ καὶ δευτέραν καὶ τρίτην καὶ τετάρτην μερίδα. Τοῦτο εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ὥστε δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρξῃ κἀνεὶς νὰ μὴ ἐννοήσῃ ὅτι κατακερματιζομένων τῶν μερίδων ἀποκλείονται αἱ μεγάλαι ἑταιρίαι. Ἀλλὰ λέγει ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δι’ αὐτοῦ τοῦ κατακερματισμοῦ κατορθοῦμεν τὸν συναγωνισμόν. Μάλιστα· ἀλλὰ μεταξὺ τῶν μικρῶν, ποτὲ μεταξὺ τῶν μεγάλων. Δὲν ἀπαντᾷς εἰς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν σοὶ ἔκαμα, δὲν ἀποφαίνεσαι ἐὰν αἱ μεγάλαι ἐπιχειρήσεις συμφέρουσιν ἢ ὄχι. Ἐὰν ἡ τάσις τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ ᾖναι εἰς τοῦτο, εἰς τοῦτο πρέπει νὰ δοθῇ καὶ ἡ προσοχή· θέλω τὸν συναγωνισμὸν λέγει ὁ ὑπουργός, ἀλλὰ τὸν ἔχει μεταξὺ τῶν μικρῶν, οἱ ὁποῖοι θέλουν δαπανᾷ 15 καὶ 20% περισσότερον παρ’ ὅσον οἱ μεγάλοι. Τί περιπλέον θὰ συμβῇ εἰς τὸν συναγωνισμὸν τῶν μικρῶν; ἐὰν εἷς μεγάλος κερδοσκόπος παρουσιασθῇ εἰς τὸν πλειστηριασμὸν θὰ τοὺς σαρώσῃ ὅλους. Βεβαίως εἰς τοὺς πλειστηριασμούς, ὡς γνωρίζομεν ἐκ πείρας, γίνονται συνεννοήσεις· μεταξὺ τῶν μεγάλων εἶναι δυσκολώτεραι, διότι αἱ θυσίαι εἶναι μεγαλείτεραι, ἐνῷ πρὸς τοὺς μικροὺς εἶναι μικραί. Μία ἑταιρία μεγάλη δύναται νὰ διώξῃ ἐκ τοῦ πλειστηριασμοῦ δύω τρεῖς μικρούς, δίδουσα ἀνὰ 50, 100, 200 χιλ. δραχ. Μία ὅμως ἑταιρία μεγάλη ἥτις πρόκειται ν’ ἀγοράσῃ τὸ ½ ἢ τὸ ⅓ ὅλων τῶν ἐκβολάδων, τί πρέπει νὰ λάβῃ καὶ νὰ ἀπομακρυνθῇ διὰ νὰ ἀντισταθμίσῃ ἓν μέρος τῶν μεγάλων κερδῶν, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ χρόνου καὶ τῆς παρατάσεως τῆς ἐπιχειρήσεως πρόκειται νὰ ἀσφαλίσῃ τοῖς συνεταίροις αὐτῆς; Καὶ ἂν δὲν ἔχωμεν κανένα μεγάλον ἐνταῦθα, ἴσως ὁ κίνδυνος θὰ ἦτο φανταστικός· ἀλλ’ ὑπάρχει· καὶ ἐδῶ ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ κ. βουλευτὴς Παρνασσίδος νὰ τὸν ἐνθυμίσω ὅτι ἀτόπως κατέκρινε τὸν κ. Ῥοντήρην, ὅστις ἐθεώρησε τὴν ὕπαρξιν τῆς ἑταιρίας Ῥοῦ ὡς πρόσκομμα. Τίς εἶχε δίκαιον μεταξὺ τῶν δύο συναδέλφων μας, ὁ κ. Ῥοντήρης ἢ ὁ κ. Κεχαγιᾶς; Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, κύριοι, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. Ῥοντήρη εἶναι ὀρθή, διότι ἡ ὕπαρξις καὶ ἀποκατάστασις μιᾶς ἑταιρίας τόσον ἰσχυρᾶς ἐνταῦθα θέλει ἐμποδίσει τὸν συναγωνισμὸν καὶ τοῦτο εἶπεν ὁ κύριος Ῥοντήρης, ἤτοι ὅτι θέλει ἐμποδίσει τοὺς θέλοντας ἐν Ἑλλάδι νὰ συναγωνισθῶσιν. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς ὅμως ἐνόμισε τοὐναντίον, καὶ φρονεῖ τοὐναντίον, ὅτι ἡ ὕπαρξις αὐτῆς θέλει προσελκύσει τὰς μεγάλας ἑταιρίας νὰ ἔλθωσι νὰ συναγωνισθῶσιν. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἂν ἦτο ἀληθές, μολονότι φαίνεται ἐναντίον τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, ἔπρεπε νὰ μὴ λησμονήσῃ ὁ κ. Κεχαγιᾶς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ὅτι αἱ μεγάλαι ἐπιχειρήσεις ἀποκλείονται, καθ’ ὅτι οὐδεμία μερὶς ἐκβολάδων ἠμπορεῖ νὰ ὑπερβῇ τὸ ἑκατομμύριον τῶν τόννων. Λοιπὸν ἡ ὕπαρξις τῆς ἑταιρίας ταύτης (καὶ δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε κατ’ αὐτῆς, οὔτε πρόκειται περὶ αὐτῆς) ἡ ὕπαρξις τῆς ἑταιρίας αὐτῆς βεβαίως θέλει ἐμποδίσει τὸν συναγωνισμὸν καὶ ὁ κ. Ῥοντήρης δὲν ἐπρότεινε τὸν ἐξοστρακισμόν· ἀλλὰ τί ἠννόει, τί ἐπρότεινεν; ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν τοιαῦτα μέτρα, ὥστε καίτοι ὑπαρχούσης αὐτῆς τῆς ἑταιρίας, νὰ μὴ ἐμποδισθῇ ὁ συναγωνισμός. Καὶ μολονότι οἱ νόμοι δὲν ἐνασχολοῦνται περὶ προσώπων, οἱ συντάττοντες ὅμως αὐτοὺς πρέπει νὰ μὴ λησμονῶσι τὰς οὐσιώδεις περιστάσεις, ἔστω καὶ προσωπικάς. Ἡ ὕπαρξις τῆς ἑταιρίας Ῥοῦ ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων καὶ ἐν τῷ μέσῳ αὐτῶν εἶναι βεβαία καὶ ἀναμφισβήτητος· καὶ θὰ ἦναι μία παράλειψις σπουδαία ἐκ μέρους μας ἐάν, συζητοῦντες τί δύναται ἀσφαλέστερον νὰ προσφέρῃ εἰς τὸ δημόσιον μεγαλειτέρας προσόδους, ἐλησμονοῦμεν τὴν περίστασιν ταύτην. Δὲν πρόκειται κανεὶς νὰ τὴν κατακρίνῃ τώρα, οὔτε τὸ λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν· τὴν ἰδέαν μόνον τῆς ὑπάρξεως μιᾶς ἑταιρίας τοιαύτης ἢ τοιαύτης ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν. Καὶ ἐπειδὴ περὶ τούτου ὁ λόγος προσθέτω καὶ τὰ ἑξῆς· ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια παρὰ τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, ὅπως εἰς τοὺς ἀναδεχθησομένους τὴν καμίνευσιν παραχωρηθῶσι διὰ δημοσίαν ἀνάγκην αἱ γαῖαι καὶ αἱ ἐκτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἤθελον θεωρηθῆ δίκαιον νὰ παραχωρηθῶσιν εἰς αὐτοὺς διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐπιχειρήσεως. Καὶ τοῦτο πρέπει νὰ τὸ γνωρίζωσιν οἱ συναγωνισθησόμενοι ἐκ τῶν προτέρων· διότι ἀμφιβάλλω ἂν ὑπάρχουν πολλαὶ γαῖαι ἐκεῖ διαθέσιμοι ἔνθα τὰ μέσα πρὸς βιομηχανίαν καὶ ἐμπορίαν πρέπει νὰ ὦσιν ἐπαρκῆ, οἷον γαῖαι πρὸς χρῆσιν, ὕδατα, λιμήν, ἐνῷ ἤδη δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἴσως οὐδὲ σπιθαμὴ γῆς μὴ ἀνήκουσα εἰς τὴν ὑπάρχουσαν ἑταιρίαν καὶ ὅλαι αἱ πρόσφοροι θέσεις κατελήφθησαν ὑπ’ αὐτῆς. Αὗται δὲ αἱ περιστάσεις δὲν εἶναι ἄνευ ἐπιῤῥοῆς εἰς τὸ πνεῦμα τῶν μελλόντων νὰ συναγωνισθῶσιν. Μεταβαίνω εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα τὸ ἀφορῶν τὴν καθαρὰν πρόσοδον. Ὁποῖαι εἶναι αἱ ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας περιέχει τὸ νομοσχέδιον, ὅπως καταστήσῃ τὴν ἰδέαν τῆς καθαρᾶς προσόδου ὠφέλιμον καὶ ἀσφαλῆ; — Εἶναι πρῶτον προσδιορισμὸς τῶν προσόδων ἐκ τῶν προτέρων εἰς δραχ. 350 γενικῶς καὶ ἀπολύτως· δεύτερον ἐπιτροπὴ πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς καθαρᾶς προσόδου· τρίτον ἀνάλυσις γινομένη ἐπὶ τόπου. Ἐὰν ἑπομένως ἡ ἰδέα τῆς καθαρᾶς προσόδου δὲν ἦναι ἰδέα ἀπολύτως ὀρθή, ἐξαρτᾶται τὸ ὀρθὸν αὐτῆς καὶ ὠφέλιμον καὶ ἀσφαλὲς ἐκ τῶν ἐγγυήσεων τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον προσφέρει. Ἀλλ’ ὁ λόγος ἐν πρώτοις περὶ τῆς ἀρχῆς. Ἐκ τῶν ἀγορευσάντων ὑπῆρξάν τινες μεταξὺ τῶν ὁποίων κατατάττεται καὶ ἡ Κυβέρνησις, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν, ὅτι μόνον διὰ τῆς καθαρᾶς προσόδου δυνάμεθα νὰ προβῶμεν· ἐθεώρησαν δὲ τὴν ἰδέαν τῆς ἀκαθαρίστου ὡς ἀνεφάρμοστον καὶ ἐπικίνδυνον. Κατὰ τὸ ὑπουργεῖον καὶ τὸν κ. Κεχαγιᾶν, ἐὰν καθιερώσωμεν τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον θὰ ἀποκλείσωμεν τὸν συναγωνισμόν, διότι ἐπὶ τοῦ ἀβεβαίου οὐδεὶς θὰ ἔλθῃ νὰ συναγωνισθῇ. Πρὶν συζητήσω τὸ ζήτημα, ἀντιτάττω μίαν παρατήρησιν, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι κόπτει τὰ νεῦρα τῆς ἐναντίας γνώμης· τὸ ὅτι ἐπὶ μεταλλείων (οὐχὶ ἐπὶ ἐκβολάδων καὶ σκωριῶν) τὰ περισσότερα τῶν ἐθνῶν ἔχουν τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον ὡς φορολογικὴν βάσιν. Ὑπῆρξαν τοσοῦτον μωρά, τοσοῦτον ὀπισθοδρομικά, τοσοῦτον τυφλὰ ἐνώπιον τοῦ συμφέροντός των τὰ ἔθνη ταῦτα; Οἱ προσφερόμενοι πρὸς μετάλλευσιν τῶν μεταλλείων ὑπῆρξαν τόσον ἀνόητοι, τόσον ἀπερίσκεπτοι ἐπιχειρηματίαι, τόσον ἀδαεῖς τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς πείρας τῆς βιομηχανικῆς καὶ χρηματολογικῆς; δὲν πιστεύω νὰ ἦναι ταῦτα ἀληθῆ· ὑποθέτω ὅτι τὰ ἔθνη ἐκεῖνα ἔφθασαν εἰς αὐτὴν τὴν ἰδέαν ὡς ἰδέαν ἀσφαλῆ, καὶ διετήρησαν πεισθέντα ἐκ πείρας, ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει καὶ οὐδὲν ἐκ τῶν ἀτοπημάτων, τὰ ὁποῖα προτείνουσιν οἱ κ. ὑπουργοί. Σᾶς ἀνέφερα καὶ προχθές, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν ὅτι ἐκτὸς τῶν ἀρχαίων Ἀθηναίων καὶ Ῥωμαίων, οἱ ὁποῖοι ἐφορολόγουν τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον, κατὰ τὸν πρὸ τοῦ 1810 νόμον τῆς Γαλλίας, καὶ ἐκεῖ εἰσεπράττετο ἐπὶ τῶν μεταλλείων φόρος 10% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου· σήμερον δὲ εἰς τὴν Ἱσπανίαν, τὴν Πορτογαλλίαν, τὴν Ῥωσσίαν, τὴν Σαρδηνίαν, τὴν Οὐγγαρίαν, τὴν Πρωσσίαν, τὴν Αὐστρίαν, εἰς ὅλα ταῦτα τὰ ἔθνη μέχρι τῆς σήμερον ἐξακολουθεῖ ὡς βάσις ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος. Πόσον εἶναι τυφλοὶ καὶ μωροὶ οἵτινες διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἔρχονται νὰ μεταλλευθῶσι μεταλλεῖα! καὶ Κυβερνήσεις ὅμοιαι, τοῦ αὐτοῦ φρονήματος, καὶ μὲ τὰ αὐτὰ ἐλαττώματα θέλουσαι νὰ φορολογῶσι τὸ ἀκαθάριστον! Παρέλειψα τὴν Γαλλίαν· ἀλλὰ πρέπει νὰ σᾶς εἴπω περὶ αὐτῆς, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς καθαρᾶς προσόδου ἐκλονίσθη εἰς αὐτὴν τὴν Γαλλίαν· καὶ δὲν ἐκμονίσθη ἐπιπολαίως, ἀλλ’ εἰσήχθη πρότασις ἐν τῇ Βουλῇ τὸ 1865 νὰ καταργηθῇ τὸ μέτρον τοῦ φορολογεῖν τὴν καθαρὰν πρόσοδον ἐπὶ μεταλλείων. Καὶ ἐκεῖ δὲν ἐπρόκειτο περὶ σκωριῶν καὶ ἐκβολάδων. Καὶ οὐ μόνον πρότασις ἐγένετο, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἔκαμεν ἔκθεσιν καὶ ἐσύστησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν μεταβολὴν ταύτην, καὶ μὲ ὅλην τὴν εὐγένειαν τὴν ὁποίαν ἐχρεώστει μία ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς νὰ διατηρήσῃ εἰς τὴν ἔκθεσίν της, ἔῤῥιψε τινὰς ἐμμέσους ὑπαινιγμοὺς κατὰ τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν ἐπιστημόνων, οἱ ὁποῖοι καταγίνονται εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τῆς καθαρᾶς προσόδου καὶ εἶπε σὺν τοῖς ἄλλοις, ὅτι οὐ μόνον τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν μεταλλείων θέλει τατευθῆ ἐκ τῆς μεταβολῆς ταύτης, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ μηχανικοὶ τῶν μεταλλείων θέλουσι περιορισθῆ εἰς τὸ καθῆκόν των ἀντὶ νὰ καθίστανται πληγὴ καὶ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας. Καὶ περὶ τίνος πρόκειται εἰς ὅλα τὰ ἔθνη τὰ ὁποῖα προανέφερα; πρόκειται περὶ μεταλλείων. Ἤθελεν εἶσθαι δὲ ματαιοπονία νὰ περιγράψω τὸ μεταλλεῖον, διότι πάντες τὸ γνωρίζετε· δὲν ὑπάρχει ἀδηλότερον πρᾶγμα, καὶ ἐν τούτοις ὑπάρχουσιν ἐπιχειρηματίαι οἱ ὁποῖοι προσφέρονται νὰ τὸ μεταλλεύσωσι, δίδοντες εἰς τὸ δημόσιον ἐκ τοῦ ἀκαθαρίστου, δηλονότι καὶ ὅταν ἀκόμη ζημιῶνται ἐπὶ δύω, τρία, καὶ τέσσαρα ἔτη, καθ’ ἃ ἐντούτοις τὸ δημόσιον λαμβάνει τὸ δέκατον ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου μετάλλου· Πῶς ἐκεῖ δὲν ἐδίστασαν; καὶ ἂν δὲν ἐδίστασαν ὅταν ἐνομοθέτησαν, πῶς δὲν ἐφωτίσθησαν ἐκ τῆς πείρας τὴν ὁποίαν μᾶς παρουσιάζουσιν ὡς ἐπιβλαβῆ, ἵνα μεταβάλωσι τὴν νομοθεσίαν, ἀλλ’ ἐπιμένουσι εἰς αὐτήν! Ἑπομένως μὲ μόνην αὐτὴν τὴν παρατήρησιν πίπτουν ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ζητούντων νὰ καταπολεμήσωσι τὴν ἰδέαν τῆς ἀκαθαρίστου φορολογίας. Συγχωρήσατέ μοι δὲ, κύριοι, τὴν ἔκφρασιν, ὅτι ἤθελαν γελώσει ἂν μᾶς ἔβλεπον ἐνασχολουμένους περὶ τὰ ζητήματα ταῦτα, προκειμένου περὶ ἐκβολάδων, ἐκτὸς ἂν εἴχομεν ἄλλας αἰτίας νὰ προτιμήσωμεν τὸ ἓν σύστημα ἀπὸ τὸ ἄλλο· διότι αἱ ἐκβολάδες εἶναι περιουσία ἕτοιμος καὶ βεβαία, μὴ ὑποκειμένη εἰς τοὺς ὅρους τοῦ ἀδήλου, τοῦ ἀγνώστου, τοῦ ἐπικινδύνου εἰς τοὺς ὁποίους ὑπάγονται τὰ μεταλλεῖα. Δὲν ἠμπόρεσα, κύριοι, νὰ ἐννοήσω τὴν τοσαύτην ὑπομονὴν, τόσον τῶν ἀξιοτίμων ὑπουργῶν καθὼς καὶ τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ, προσπαθούντων νὰ ἀποδείξωσιν ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατος ἡ ἐκτίμησις τῶν σωρῶν τῶν ἐκβολάδων. Ἀλλὰ καὶ δίκαιον ἐὰν εἶχον, ἡμεῖς δὲν θέλομεν τὴν ἀπόλυτον γνῶσιν· μᾶς ἀρκεῖ ἡ γνῶσις τὴν ὁποίαν ἔχουν αἱ κυβερνήσεις αἱ παραχωροῦσαι μεταλλεῖα ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου καὶ οἱ ἀναδεχόμενοι τὴν μετάλλευσιν μεταλλείων ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου. Δύνασθε νὰ μᾶς εἴπητε ὅτι σφάλλομεν; ἀλλὰ συνάμα δὲν ἔχετε οὔτε κατὰ κεραίαν δίκαιον. Δὲν εἶναι ζήτημα σήμερον διὰ τὴν ἐπιστήμην, ὅτι αὐτοὺς τοὺς σωροὺς ὅσον ἀνωμάλους καὶ ἂν τοὺς ὑποθέσητε κατὰ σπιθαμὴν, ὡς εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ἐπιστήμη δύναται νὰ τοὺς ἐξακριβώσῃ· διότι σήμερον ἤκουσα καὶ τὴν θεωρίαν ὅτι ἂν δὲν ἐκκαμινευθῶσι μέχρι τοῦ τελευταίου κόκκου δὲν δύναται νὰ γνωσθῇ τί περιέχουν. Ἀλλὰ μᾶς λέγουν διὰ τί προτιμᾶτε τὴν ἀκαθάριστον ἀπὸ τὴν καθαράν; ὁ λόγος εἶναι φανερός· διότι εἴμεθα ἀσφαλέστεροι· διότι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ μᾶς ἀδικήσουν. Ἀλλὰ λέγουν· ὅλαι αἱ ἐργασίαι τὰς ὁποίας θὰ κάμετε διὰ τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς καθαρᾶς δὲν γίνονται καὶ διὰ τὴν ἀκαθάριστον; ἐκτὸς τούτου, προσθέτουν, δὲν θὰ προσέλθῃ κἀνεὶς ν’ ἀνταγωνισθῇ.—Ἐρωτῶ τοὺς ἀντιλέγοντας· εἴτε τὴν καθαρὰν προσδιορίσετε, εἴτε τὴν ἀκαθάριστον, εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ μέλλοντες νὰ προσφέρωσι θὰ κάμωσι προηγουμένως τὰς καταμετρήσεις καὶ τὰς ἀναγκαίας ἀναλύσεις; οἱ ἴδιοι ἀντιλέγοντες μᾶς δίδουν τὴν ἀπόδειξιν. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ προσφορὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ τόσα τοῖς ἑκατὸν τοῦ κέρδους· ἑπομένως ἂν πρόκηται καθαρὸν κέρδος 80% δύναται νὰ μᾶς προσφέρῃ 60, ἂν ὅμως πρόκειται περὶ καθαροῦ 40 τοῖς 100, βεβαίως δὲν θὰ μᾶς προσφέρῃ 30. Καὶ ἔχει πολὺ δίκαιον· διότι τὸ σύνολον τῆς ὠφελείας, ἤτοι ἡ ἀναλογία τοῦ προκύψοντος κέρδους τῶν καταβληθησομένων κεφαλαίων θέλει προσδιορίσει τὰ ποσοστὰ τῆς προσφορᾶς. Ἀλλὰ διὰ νὰ φθάσῃ ὁ πλειστηραστὴς εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν νὰ γνωρίζῃ ἂν θὰ κερδήσῃ πρὸς 80% ἢ πρὸς 40, καὶ εἰς τὴν μίαν περίπτωσιν καὶ εἰς τὴν ἄλλην θὰ κάμῃ τὴν πλέον λεπτομερῆ ἐξέτασιν καὶ ἀνάλυσιν, διότι καὶ εἰς τὰς δύο περιπτώσεις πρέπει νὰ γνωρίζῃ τί θὰ τοῦ μείνῃ. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὰ ἔξοδά του, καὶ οὐχὶ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ πόσον πολύτιμον μέταλλον περιέχει ὁ μόλυβδος, διότι μετὰ τοῦτο θὰ γνωρίσῃ ὁποία εἶναι ἡ ἀξία τῶν ἐκβολάδων καὶ ὁποῖα τὰ ἔξοδα τὰ ὁποῖα θὰ δαπανήσῃ, καὶ μόνον τότε θὰ δυνηθῇ νὰ γνωρίζῃ πόσον θὰ προσφέρῃ, εἴτε περὶ καθαρᾶς πρόκειται, εἴτε περὶ ἀκαθαρίστου. Δὲν εἶναι δὲ ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι τοὺς αὐτοὺς κινδύνους ἔχει ἡ φορολογία τῆς καθαρᾶς καὶ τῆς ἀκαθαρίστου. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας, καθότι ἐγένετο περὶ τούτου λόγος εἰς παρελθούσας συνεδριάσεις, ἀλλὰ παρατηρῶ ἐν δυσὶ λέξεσιν ὅτι τὸ δημόσιον ἐξ ἑκάστης καμινεύσεως δύναται νὰ λάβῃ εἰς εἶδος τὸ ἀναλογοῦν εἰς αὐτό. Τὸ νομοσχέδιον ἀπαιτεῖ ἀνάλυσιν· ἐξ ἑκάστης χελώνης, λέγει, πρέπει νὰ λαμβάνεται ἓν τμῆμα, καὶ κατὰ τριμηνίαν νὰ γίνεται ἀνάλυσις ἵνα εὑρίσκεται ὁ μέσος ὅρος τοῦ περιεχομένου ἀργύρου. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ τοῦ εἰς εἶδος ληφθέντος πρέπει νὰ γείνῃ κατόπιν ἀνάλυσις κατὰ τὸ σύστημα τοῦ ἀκαθαρίστου· ἀλλ’ οἱ κίνδυνοι δὲν εἶναι οἱ αὐτοί· διὰ τί; ὅταν θὰ γείνῃ ἡ ἀνάλυσις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συστήματος τοῦ καθαροῦ, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι θὰ μᾶς δολιευθοῦν, εἶναι εὐκολώτερον νὰ μᾶς δολιευθοῦν, διότι ὑπάρχει καὶ ὁ μέλλων νὰ δολιευθῇ τὸ δημόσιον, καὶ ὁ μέλλων νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τοῦ δόλου ἐργολάβος· ὅταν ὅμως λάβωμεν εἰς εἶδος τὸν ἀναλογοῦντα μόλυβδον καὶ θελήσωμεν νὰ κάμωμεν τὴν ἀνάλυσιν κατόπιν, ἵνα γνωρίζωμεν ὅταν θὰ τὸν πωλήσωμεν πόσον ἄργυρον περιέχει, οἱ μέλλοντες νὰ κάμουν τὰς ἀναλύσεις δὲν γνωρίζουν τὸν ἀγοραστήν. Ἡ διαφορὰ εἶναι σπουδαία ὅτε κάμνοντες τὴν ἀνάλυσιν δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀγοραστὴν, διότι οὗτος δὲν ὑπάρχει καὶ μέλλομεν κατόπιν νὰ τὸν ζητήσωμεν. Τίς λοιπὸν θὰ διαφθείρῃ τὸν ποιοῦντα τὴν ἀνάλυσιν; Ἡ ἀντίῤῥησις τὴν ὁποίαν μᾶς παρουσιάζουν ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει πολὺ νὰ ἐνασχοληθῇ εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν ἐξόδων, διότι τὰ ἔξοδα προσδιωρίσθησαν ἐκ τῶν προτέρων, εἶναι σαθρά. Κατέκρινα τὸ σύστημα τοῦ ἐκ τῶν προτέρων προσδιορισμοῦ τῶν ἐξόδων διὰ πολλοὺς λόγους· ἀλλ’ εἰς τοῦτο μοὶ ἔδωσαν μίαν ἀπάντησιν· ὅτι εἶναι ἀδιάφορον ἂν αἱ 350 δραχμαὶ εἶναι πολλαὶ ἢ ὀλίγαι κατὰ τόνον, διότι ὁ μέλλων νὰ προσφέρῃ θὰ ἔχῃ τοῦτο ὑπ’ ὄψιν καὶ ἑπομένως κατ’ αὐτὸ θὰ κανονίσῃ τὴ προσφοράν· ἀξιότιμε κ. ὑπουργέ, τί ὑποθέτετε; ὑποθέτετε θερμὸν συναγωνισμόν; πρέπει νὰ ὑποθέσητε ὅτι κατὰ τὸν πλειστηριασμὸν, θὰ γείνῃ τοιοῦτος ἀνταγωνισμὸς, ὥστε τὰ ἔξοδα νὰ γείνωσι καὶ αὐτὰ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ ἀντικείμενον, καὶ τότε μόνον δύνασθε νὰ μᾶς παρουσιασθῆτε μὲ αὐτὴν τὴν ἀπαίτησιν. Ὅταν περὶ τὴν τράπεζαν τοῦ πλειστηριάζοντος παλαίουν συγκεντρωμέναι δύο, τρεῖς, τέσσαρες ἑταιρίαι, καταλαμβάνω αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε ἀλλ’ ὅταν τοιοῦτος ἀνταγωνισμὸς δὲν ὑπάρξῃ, τὸ ἐπιχείρημά σας δὲν ὠφελεῖ· δὲν κάμνετε τίποτε ἄλλο διὰ τοῦ ἐκ τῶν προτέρων προσδιορισμοῦ ἢ νὰ χαρίσητε 100 ἢ 150 δραχμὰς κατὸ τόνον εἰς τοὺς πλειστηριάζοντας, καὶ μὲ τὸ σύστημα, ὅπερ καθιεροῦτε νὰ μὴ θέτητε κατώτατον ὅρον καὶ νὰ μὴ ζητῆτε παρὰ ἐγγύησιν πενῆντα χιλιάδων δραχμῶν διαγωνισμὸν δὲν θὰ ἔχητε· καὶ ἂν ἦναι συγχωρημένον νὰ μιμηθῶ τὸν συνάδελφον ἡμῶν βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος, ἐξενεγκόντα πρὸ μικροῦ προφητείας, προλέγω καὶ ἐγὼ ὅτι ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους καθιεροῦμεν διαγωνισμὸς δὲν θὰ ὑπάρξῃ, καὶ ὅλα τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ἐξ αὐτοῦ ἐξάγομεν, δὲν θὰ ὑπάρξουν, καθὼς καὶ ὅλαι ἐξ αἱ αὐτοῦ ἐγγυήσεις. Προσθέτω ἐνταῦθα ἓν παράπονον κατὰ τοῦ ὑπουργείου τὸ ὁποῖον μᾶς προτείνει διάταξιν περὶ 350 δραχμῶν ὡς ἐξόδων, χωρὶς νὰ εἴπῃ τί περιλαμβάνονται ἐντὸς αὐτῶν: δὲν τὸ εἶπεν οὔτε εἰς τὴν ἔκθεσίν του οὔτε ἐν τῷ νόμῳ, ἀλλὰ δὲν εἶναι ζήτημα ἀδιάφορον νὰ τὸ γνωρίζωμεν, εἶναι σπουδαιότατον· πρέπει νὰ τὸ γνωρίζωμεν, διότι καὶ περὶ τοῦ ὅρου τῶν 350 δραχμῶν θὰ δώσωμεν ψῆφον. Εἰς τὴν Γαλλίαν, κύριοι, εὐθὺς τὸ ἑπόμενον ἔτος τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου τοῦ 1810, ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἀπηγόρευσε νὰ συμπεριλαμβάνωνται εἰς τὰ ἔξοδα τῆς πρώτης ἐγκαταστάσεως οἱ τόκοι κτλ. καὶ μόνον μετὰ παρέλευσιν μακροῦ χρόνου ἤρχισαν νὰ εἰσάγωνται πλειότερα ἔξοδα. Καὶ ἐκεῖ πρόκειται περὶ μεταλλείων, ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ἐκβολάδων; Καὶ ποῖα εἶναι τὰ ἔξοδα τῶν ἐκβολάδων; ἓν κεφάλαιον θὰ καταβληθῇ συγκριτικῶς οὐχὶ μέγα, τὸ ὁποῖον θὰ καλυφθῇ ἀπὸ τῆς ἐπιούσης μετὰ τὴν πρώτην ἐγκατάστασιν· μετὰ τὴν πλύσιν ἐπέρχεται ἡ ἐκκαμίνευσις καὶ μετὰ τὴν ἐκκαμίνευσιν ἡ πώλησις· δὲν ἔχει νὰ κατασκευάσῃ οὐδὲ στοὰς, οὐδὲ φρέατα, οὐδὲ νὰ εἰσαγάγῃ τὸν ἀέρα εἰς ὑπόγεια ἢ νὰ ἀντλῇ τὰ ἀνεξάντλητα ὕδατα, οὐδὲ νὰ προφυλαχθῇ ἀπὸ τοὺς κινδύνους, οὐδὲ νὰ τρέχῃ εἰς τὸ ἄδηλον κυνηγῶν τὰς φλέβας καὶ τὰ κοιτάσματα ἐντὸς τῶν σπλάγχνων τῆς γῆς· ἑπομένως ἡ πρόσοδος θέλει ἐξαλείψει ταχέως καὶ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν καταβληθέντων κεφαλαίων καὶ ἐντὸς ὀλιγίστου διαστήματος τὸ κεφάλαιον ἐξοφλεῖται καὶ δὲν θέλει μείνει ἄλλο τι εἰμὴ ἡ ἀπολαυὴ, τὸ benefice ὅπερ ὀφείλεται εἰς τὸν ἐπιχειρηματίαν διὰ τοὺς κόπους του καὶ τὴν ἐπινόησιν. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἰδιότης τοῦ πράγματος ὅπερ διαθέτομεν· λοιπὸν ἀξιώσατε νὰ μᾶς εἴπητε τί ἔχετε ἐντὸς τῶν 350 δραχμῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἀκολουθήσωσι νὰ ἀφαιρῶσι μέχρι τοῦ τελευταίου τόνου. Εἶμαι τῆς γνώμης νὰ πλουτήσωσιν οἱ ἐπιχειρηματίαι οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλθουν ἐνταῦθα νὰ ἐκκαμινεύσουν, νὰ ὑπερπλουτήσουν μάλιστα, ἀλλ’ εἶμαι τῆς γνώμης ὡσαύτως νὰ ὠφεληθῶμεν ἀναλόγως· διότι μόνον καθόσον θέλομεν νὰ τοὺς προσελκύσωμεν κατὰ τοσοῦτον πρέπει νὰ ἤμεθα γενναῖοι· οὐχὶ περιπλέον, διότι τὸ περιπλέον εἶναι μωρία. Πρό τινος καιροῦ, κύριοι, ἐπέρασεν ἐντεῦθεν εἷς Σάξων ἀνὴρ εἰδικὸς, ὅστις ἐπεσκέφθη τὸ Λαύριον· μαθὼν τοῦτο παρεκάλεσα τὸν κ. Χρηστομάνον νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ πληροφορίας ἐγγράφους εἰ δυνατόν· τῷ ὄντι ὁ κ. Χρηστομάνος ἐζήτησε παρ’ αὐτοῦ μίαν τοιαύτην ἔκθεσιν. Ἐκεῖνος τὴν συνέταξε εἰς τὸ Γερμανικὸν παρεκάλεσα δὲ τὸν κ. Χρηστομάνον νὰ τὴν μεταφράσῃ ὁ ἴδιος· τὴν μετέφρασε καὶ τὴν ἀπέστειλε. Φρονῶ ὅτι δὲν θέλω ἀδικήσει τὴν Βουλὴν, ἂν ἤθελον ἀναγνώσει αὐτήν.
§128ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§129ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἰδού. «Κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Grohmann. Κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Grohmann (Ingenieur des Mines) εἰς Freiberg τῆς Σαξωνίας αἱ μεταλλοῦχοι γαῖαι αἱ ἐπασχολοῦσαι σήμερον τὴν προσοχὴν τοῦ κοινοῦ ἐν πολλοῖς δὲν εἶναι Haldes ἐν τῇ καθ’ ἑαυτῇ σημασίᾳ τῆς λέξεως, ἀλλὰ μᾶλλον ὑπολείμματα συγκεντρωμένα τῆς πλύσεως τῶν ἀρχαίων ὀρυκτῶν, ἥτις καὶ σήμερον ἀκόμη ἀποτελεῖ σπουδαῖον κλάδον τῆς préparation mécanique τῶν ὀρυκτῶν. Ὑπὸ δὲ ὀρυκτολογονομικὴν ἔποψιν τοιαύτη διάκρισις δὲν ἔχει σπουδαιότητα, διότι ἀμφότερα τὰ εἴδη, τὰ ὑπολείμματα τῆς διὰ τῆς χειρὸς προπαρασκευῆς (διαλογῆς διὰ σφυροκρουσίας) τῶν ὀρυκτῶν (ὅ ἐστὶν αἱ πραγματικαὶ ἐκβολάδες) καὶ τὰ τῆς πλύσεως ὑπόκεινται εἰς τὰς αὐτὰς τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου τῆς Γερμανίας διατάξεις ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατοχὴν (οἰκειοποίησιν) αὐτῶν ἐπὶ σκοπῷ ἐκμεταλλεύσεως. Εἶναι δὲ αὗται αἱ ἑξῆς· Ἐν Σαξωνίᾳ καὶ ἐν Πρωσσίᾳ καὶ ἐν Αὐστρίᾳ τὰ παρὰ προγενεστέρων ἐγκαταλειφθέντα ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας ἢ ἐν στοαῖς κτλ. ἐξορυχθέντα ὀρυκτὰ καὶ αἱ παντὸς εἴδους ἐκβολάδες, ἀκριβῶς ὅπως καὶ τὰ εἰς τὰ ἔγκατα τῆς γῆς ἐπὶ τῆς ἀρχικῆς καὶ φυσικῆς θέσεώς των καὶ μήπω ἐξορυχθέντα ὀρυκτὰ (Minaires) δὲν θεωροῦνται ὡς συνανήκουσαι τῷ ἰδιοκτήτῃ τῆς γῆς, ἀλλ’ ὡς Regalia, ἢ μᾶλλον, ἵνα μὴ μεταχειρισθῶ τὴν τοσούτῳ καταχρασθεῖσαν λέξιν ταύτην, ὡς «ὀρυκτὰ ὑπὸ ἐπιφύλαξιν», δηλ. ὡς τοιαῦτα ἅτινα ἀποκλειόμενα τῆς ἰδιοκτησίας τῆς γῆς, διαχειρίζονται ὑπὸ τοῦ κράτους· ἀλλ’ ἡ διαχείρησις αὕτη εἶναι περιωρισμένη, διότι τὸ κράτος δὲν ἐκμεταλλεύεται αὐτὰς ἀμέσως ἀλλὰ παραχωρεῖ αὐτὰς εἰς πρόσωπα, ἑταιρίας κτλ. ἔχοντα τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα. Ἕκαστος τῶν τοιούτων ἐξαιτεῖται παρὰ τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς τὴν παραχώρησιν ἥτις κατὰ τοὺς τύπους τοῦ νόμου ἐνεργεῖ καὶ ἐξετάζει καὶ ὀφείλει νὰ παραχωρήσῃ τὸ ἐξαιτηθέν. Συνήθως διαιρεῖται ἡ περιοχὴ εἰς τεμάχια καλῶς περιοριζόμενα ὑπὸ τεχνητῶν ὁρίων. Παραχωροῦνται λοιπὸν παρ’ ἡμῖν αἱ ἐκβολάδες ὥς τι ἀπὸ τὰ μεταλλεῖα διακρινόμενον, ἰδιαίτερον καὶ ἀνεξάρτητον κατὰ μονάδας τῆς ἐπιφανείας· π. χ. διὰ μεταλλεῖα ἡ μονὰς=4,000 τετρ. μέτρα, δι’ ἐκβολάδας 40,000 τετρ. μέτρα. Νομίζω, γνωρίζων καλῶς τὸν πλοῦτον τῶν ἐκβολάδων, ὅτι συμφέρει τῇ Ἑλλάδι πρὸς παραγωγὴν τοῦ ἀνωτάτου ὅρου τῶν προσόδων, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ ἐπιληφθῇ αὐτῶν ἢ νὰ παραχωρήσῃ αὐτὰς εἰς βιομηχάνους, ἀπαιτοῦσα (τὰ ¾ ὡς ἔγγιστα) ἀπότισιν μεγάλου φόρου ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου. Ἀλλ’ ὅπως καὶ ἂν σκεφθῶ, μεθ’ ὅσα εἶδον καὶ ἔμαθον περὶ ἐκβολάδων ὤφειλον οἱ νῦν Ἕλληνες νὰ λάβωσιν αὐτοὶ ἀνὰ χεῖρας τὴν κληρονομίαν τῶν ἀρχαίων, διότι 1) Τὸ ἀρχικὸν τῆς ἐγκαταστάσεως κεφάλαιον πρὸς ἀνέγερσιν οἰκοδομῶν, πλυντηρίων κλπ. εἶναι μικρόν· ἡ δὲ ἐξόρυξις τῶν ἐκβολάδων ἄνευ δαπάνης. 2) Ἐπειδὴ αἱ ἐκβολάδες κεῖνται ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας, δύνανται εὐκόλως νὰ καταμετρηθῶσι, νὰ ἐξετασθῶσι καὶ προσδιορισθῇ ἡ πραγματικὴ ἀξία των χωρὶς νὰ ἀπολεσθῇ τῷ κράτει οὐδὲ λεπτὸν ἐκ τῆς δῆθεν ἀβεβαιότητος. 3) Ἀπέναντι ἑνὸς Usurpateur ἐλλείπει τοῖς ἰδιώταις ἡ πλήρης autoritè, τὸ δὲ κράτος ἔχει αὐτήν· ὅθεν προκύπτει ὅτι οἱ ἰδιῶται θέλουσιν ὑποπέσει εἰς ἔριδας καὶ δίκας κλπ. 4) Ὁ τόπος μόνον τοιουτοτρόπως κερδίζει ἐκ τῶν ἐκβολάδων τὰ πλεῖστα χρήματα, ἂν καὶ ἤθελον προσφέρει ἰδιῶται 2–3% περισσότερον τῶν προσδοκιῶν· διότι ἡ καθαρὰ πρόσοδος, κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς, καὶ ἂν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι οὔτε τὸ ⅒ τῶν Λαυριακῶν ἐκβολάδων εἰσέτι ἀνεκαλύφθη καὶ ἐμετρήθη πρέπει νὰ ᾖναι πολλῷ μείζων τοῦ ἀνωτάτου φόρου.» E. GROHMANN.
§130ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ κ. πρόεδρε.
§131ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Φέρει μάλιστα καὶ τὴν διεύθυνσιν, τὴν ὁποίαν μοῦ κάμνει ὁ Χρηστομάνος.
§132ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν ἀγαπᾶτε νὰ μοὶ τὸ ἀφήσητε μέχρι τῆς αὔριον.
§133ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἔχω ἄλλο· σᾶς στέλλω ἀντίγραφον.
§134ΠΟΛΛΟΙ. Εἴπομεν νὰ τυπωθῇ κ. πρόεδρε.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ.
§136ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑποθέτω, κύριοι, ὅτι δὲν θὰ ᾖναι ἀνωφελὲς νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις ἀκόμη διὰ νὰ χαρακτηρίσω τὴν ἐπιχείρησιν τῆς καμινεύσεως τῶν ἐκβολάδων καὶ τὴν ἐν αὐτῇ θέσιν τοῦ δημοσίου. Ἡ καμίνευσις τῶν ἐκβολάδων εἶναι μία ἐπιχείρησις βιομηχανική. Εἰς τὴν κυρίως βιομηχανίαν ἀπαιτοῦνται τρία τινα· α) ἓν κεφάλαιον εἰς μηχανὰς καὶ ἐργαλεῖα· β) πρώτη ὕλη, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει ἐπίσης καὶ αὐτὴ ἓν κεφάλαιον· γ) ἓν κεφάλαιον τὸ ὁποῖον χρησιμεύει διὰ τὴν καθημερινὴν κίνησιν τῆς βιομηχανίας ταύτης. Αὐτοὶ εἶναι οἱ τρεῖς ὅροι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὴν κυρίως βιομηχανίαν. Ἐννοεῖτε ὅτι τὸ πρῶτον καὶ τὸ τρίτον κεφάλαιον, τὸ πρῶτον τὸ συνιστάμενον εἰς μηχανὰς καὶ ἐργαλεῖα, τὸ τρίτον τὸ συνιστάμενον εἰς τὰ ἔξοδα τῆς καθημερινῆς κινήσεως τῆς βιομηχανίας, ἀνήκουσιν εἰς τὸν βιομήχανον· τὸ δὲ δεύτερον κεφάλαιον τὸ περιέχον τὴν πρώτην ὕλην ἀνήκει βεβαίως εἰς ἕνα ἰδιοκτήτην. Ἐὰν ἰδιοκτήτης ᾖναι αὐτὸς ὁ ἴδιος βιομήχανος, τότε ὁλόκληρος ἡ ἐπιχείρησις εἶναι ἐδική του καὶ ἑπομένως καὶ ἡ ζημία εἶναι εἰς ὄφελος καὶ εἰς βάρος του· ἐὰν δὲ αὐτὴ ἡ πρώτη ὕλη δὲν ἔχῃ ὡς ἰδιοκτήτην αὐτὸν τὸν ἴδιον βιομήχανον, ἀλλ’ ἕτερόν τινα, τότε σχηματίζεται, μορφοῦται συνεταιρισμὸς μεταξὺ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ ἔχοντος τὴν πρώτην ὕλην καὶ τοῦ βιομηχάνου. Εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν εὑρισκόμεθα ἡμεῖς ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων. Τὴν πρώτην ὕλην τὴν κατέχομεν ἡμεῖς, εἶναι αἱ ἐκβολάδες· ζητοῦμεν τὸν βιομήχανον καὶ ἂν τὸν εὕρωμεν θέλομεν συνεταιρισθῆ μετ’ αὐτοῦ· αὐτὸς καταβάλλει τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα, ὡς σᾶς προεῖπον, διαιροῦνται εἰς δύο, εἰς τὰ πάγια κεφάλαια καὶ εἰς τὸ capital roulant τὸ καθημερινὸν, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει διὰ τὴν καθημερινὴν ἐργασίαν, ἡμεῖς δὲ καταβάλλομεν τὴν πρώτην ὕλην. Ἐκ τούτου κανονίζεται ἡ μετοχὴ εἰς τὰ κέρδη, καὶ εἶναι ἀνάλογος τῶν δύο αὐτῶν ἀξιῶν, τῆς ἀξίας, τὴν ὁποίαν προσφέρει ὁ βιομήχανος, καὶ τῆς ἀξίας τὴν ὁποίαν προσεφέραμεν ἡμεῖς εἰς πρώτην ὕλην. Χωρὶς δὲ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς πολλὰς λεπτολογίας, ἐὰν παραδεχθῶμεν τοὺς ὅρους τοῦ ὑπουργοῦ, ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ ἀναλογία· ὁ μέσος ὅρος ἑκάστου τόνου μολύβδου εἶναι κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπερ ἐπανέλαβον καὶ οἱ κ. ὑπουργοί, 1020 δραχ. κατὰ μέσον ὅρον· τὰ δὲ ἔξοδα πόσα εἶναι; κατὰ τὸ νομοσχέδιον 350 δραχ. ἑπομένως τὰ ⅔ εἶναι τοῦ δημοσίου, τὸ ⅓ εἶναι τοῦ βιομηχάνου, καὶ σημειώσατε, κύριοι, ὅτι ἐντὸς τῶν 350 δραχμῶν περιλαμβάνονται καὶ οἱ τόκοι καὶ τὸ χρεωλύσιον τῶν κεφαλαίων. Ἔκαμα τὰς παρατηρήσεις ταύτας, κύριοι, διότι ἐνόμισα καλὸν, ἀφοῦ ἐπροχωρήσαμεν εἰς τὰς συζητήσεις ὅσον ἐπροχωρήσαμεν, νὰ ἔχωμεν ἀκριβῆ γνῶσιν περὶ τῆς θέσεώς μας κατ’ αὐτοὺς τοὺς κανόνας, οἱ ὁποῖοι διέπουν τὴν βιομηχανίαν. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἀναβαίνει ἐπὶ τοῦ βήματος.
§137ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, αὔριον, κύριε πρόεδρε (ἀποχωροῦν).
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι, ν’ ἀκούσητε καὶ τὴν ἄλλην γνώμην.
§139ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (πρωθυπουργὸς). Πρό τινων ἡμερῶν, κύριοι, ἐζητεῖτε καὶ μέχρι τῆς 10 μ. μ. νὰ μᾶς κρατήσητε ἐδῶ. Μὴ φεύγετε ἤδη, μὴ δίδετε τὸ κακὸν αὐτὸ παράδειγμα, ἐὰν ἔχετε πεποίθησιν, ἐὰν ἀληθῶς πιστεύετε εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Παρισίων. Διατί, ὡς σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε, εὐθὺς ἅμα ἐμάθετε τοῦτο, δὲν ἐσπεύδατε, ἀπαντῶντες εἰς τὰς διαμαρτυρήσεις τῆς ἑταιρίας, ν’ ἀνεύρετε τὴν ἀληθῆ πρόσοδον, καὶ νὰ ζητήσητε τὸν ἀληθῆ φόρον, νὰ μὴ ἀφήσητε μέχρι τοῦδε ζημιούμενον τὸ δημόσιον τοσοῦτο μέγα ποσόν; Καὶ ἐζημιοῦτο, κύριοι, προφανῶς τὸ δημόσιον, τὸ ἐγνωρίζετε. Ἐὰν ἔχετε πεποίθησιν, ὅτι τὰ ἐξαγόμενα εἶναι τοιαῦτα ὁποῖα τὰ παρουσιάζει ὁ Michel Chevalier, διατί σήμερον δὲν προσφέρετε 20 ἑκατομμύρια διὰ νὰ κερδήσητε 200,000,000; Ὁ κ. Μιχαλόπουλος εἶναι συνεπὴς, διότι δὲν ἦλθε νὰ ἐπικρίνῃ μόνον, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην μιᾶς λύσεως· πιστεύει εἰς ὅ,τι λέγει, καὶ εἰλικρινῶς ἐνεργῶν σᾶς λέγει, ἀγοράσατε τὰ δικαιώματα τῆς ἑταιρίας. Διατὶ καὶ ὑμεῖς, ἐνῷ ἔχετε αὐτὰς τὰς πεποιθήσεις, σταματᾶτε, ὅταν πρόκηται ν’ ἀναλάβητε τὴν εὐθύνην καὶ ν’ ἀποφασίσητε; Ἰδοὺ ποῖον σκοπὸν εἶχεν ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμα κατὰ τῶν συμπερασμάτων τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς· δὲν λέγω ταῦτα διότι σκοπεύω νὰ ὑπερασπισθῶ τὴν ἑταιρίαν, ἀλλὰ διότι θέλομεν ν’ ἀποδειχθῇ ἡ ἀλήθεια. — Τὸ ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, ἡ ἑταιρία ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν ἀναθεώρησιν τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἦτο τοῦτο μία διαμαρτύρησις κατὰ τῆς ἐκθέσεως, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις εἶχε πεποίθησιν, καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης ὑπῆρξε κυβέρνησις, ἀπορῶ διατί δὲν ἔλαβε μέτρα, δὲν ἐφήρμοσε καὶ δὲν ἐφρόντισε ν’ ἀνακαλύψῃ τὴν ἀλήθειαν, νὰ προλάβῃ τὴν ζημίαν τοῦ δημοσίου. Κύριοι, αἱ ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον ζητεῖ διὰ νὰ καθιερωθῇ ὁ τρόπος τῆς διὰ συναγωνισμοῦ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων, εἶναι ἀναποσπάστως συνηνωμέναι μὲ τὸ σύστημα τοῦ συναγωνισμοῦ· καὶ ἀνεπίδεκτοι τροποποιήσεως; καὶ ἐὰν αὗται ἦναι τυχὸν κακαί, πρέπει τὸ σύστημα νὰ πέσῃ· ἐνῷ αἱ ἐγγυήσεις εἶναι διορθωτέαι, καθόσον τυχὸν σφάλλουν, ἡ τόση πάλη κατὰ τῶν ἐγγυήσεων γίνεται διὰ νὰ ἐπιτύχωσι τὴν πτῶσιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου· μέμφονται τὸ σύστημα ἡμῶν καὶ δὲν ἀντικαθιστοῦν τίποτε ἰδικόν των. Ἐὰν ἔχετε πεποίθησιν εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀλήθειαν τῆς ἰδέας τοῦ νομοσχεδίου, σᾶς λέγουσι, παραδεχθῆτέ το, ἐὰν ὅμως δὲν ἔχετε πεποίθησιν, ἐξετάσατε τὰς ἐγγυήσεις· καὶ ἐὰν εὕρετε ἀπόλυτον ἀλήθειαν εἰς τὰς ἐγγυήσεις αὐτὰς, παραδεχθῆτέ τας, ἄλλως ἀποῤῥίψατέ τας. — Νόστιμος τρόπος! Νὰ κατηγορῶσι πάντοτε, καὶ ὅταν πρόκηται περὶ τοῦ σπουδαιοτέρου τῆς πατρίδος συμφέροντος τίποτε νὰ μὴ προτείνωσι! Φέρετέ μας, κύριοι, τὸ σύστημά σας νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ καὶ ἐὰν τὸ εὕρωμεν ἀληθέστερον καὶ καλλίτερον, μάλιστα, ἀλλὰ νὰ λέγετε, ὀφείλομεν νὰ ἐπικρίνωμεν καὶ οὐχὶ νὰ προτείνωμεν· εἶναι ἀκατανόητον· τὸ σύστημα τῆς ἀναβολῆς ἐπ’ ἄπειρον δὲν εἶναι σύστημα, δὲν εἶναι τίποτε, εἶναι μία διαιωνιζομένη ζημία τῶν δημοσίων συμφερόντων. Ἀληθῶς ὅμως προωδεύσαμεν ὀλίγον· μέχρι τοῦδε ἠμφεσβητεῖτο τὸ ἐμπεριεχόμενον τῶν ἐκβολάδων καὶ ἡ ἀμφιβολία αὕτη παρουσίαζε τῳόντι σπουδαῖον πρόσκομμα. Πῶς θέλετε νὰ διαθέσητε τὰς ἐκβολάδας, ἐνῷ δὲν ἠξεύρετε τι ἐμπεριέχουν αὗται, σᾶς ἔλεγον; Καὶ τὶ ζητοῦσι πρὸς γνῶσιν αὐτῶν; ὁ κ. Ῥοντήρης εὗρε μίαν λύσιν περίεργον· κατατάξατε, λέγει, εἰς σωροὺς τὰς ἐκβολάδας, πλὴν αἱ ἐκβολάδες εἶναι τεθειμέναι κατὰ στρώματα, τὰ ὁποῖα ἔθεσεν ἐκεῖ ἡ ἐργασία πολλῶν χρόνων καὶ αἰώνων· δὲν εἶναι δυνατὸν ἑπομένως νὰ καταταχθῶσιν ἀκριβῶς· οὕτω σᾶς λέγει ὅμως ὁ κ. Ῥοντήρης θέλετε εὕρει τὴν ἀλήθειαν· εἶναι σαφὴς ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς καὶ ἀστεῖος συγχρόνως. Ὁ ἄλλος ἰσχυρισμὸς ὅμως, τοῦ νὰ μὴ διαθέσωμεν τὰς ἐκβολάδας ἕως οὗ πράγματι μάθωμεν πόσας ἔχομεν, δὲν μοὶ ἐφάνη οὔτε ἀστεῖος· σᾶς ἀπαγορεύουσιν νὰ λάβητε κανὲν μέτρον, ἐνόσῳ δὲν ἀνεύρητε καὶ τὸν τελευταῖον κόκκον, τὸν ὑπάρχοντα τυχὸν ἐν Ἑλλάδι. Καὶ τί, κύριοι, σᾶς βλάπτει, ἐὰν δὲν ἠξεύρετε ὅλον τὸ ποσὸν τῶν ἐκβολάδων, τὰς ὁποίας περιέχει ἡ Ἑλλάς; Μήπως ἓν ὑλικὸν ἐξ ἑκατομμυρίων πολλῶν συγκεκροτημένον δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ προκαλέσῃ τοὺς βιομηχάνους καὶ τὰ κεφάλαια ἐδῶ καὶ τὴν ἐργασίαν; Δὲν δίδει καὶ ἐργασίαν καὶ πολὺν πλοῦτον καὶ διὰ τοῦτο ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν καὶ τὸν τελευταῖον κόκκον; Καὶ ἐνόσῳ δὲν εὕρομεν αὐτόν, νὰ μὴ διαθέσωμεν τὰς ἐκβολάδας; Καὶ πότε καὶ πῶς θέλομεν πεισθῆ ὅτι τὸν εὕρομεν; Ἑπομένως πρέπει νὰ μείνουν αἱ ἐκβολάδες εἰς ἣν εὑρίσκονται ἤδη κατάστασιν ἕως πότε; Διότι κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἰσχυρισθῇ, πρὶν ἢ ἀναδιφίσῃ ὅλον τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἐκβολάδες, τὰς ὁποίας δὲν ἠξεύρομεν. Ἀλλά, κύριοι, κατ’ ἐμέ, καὶ καθὼς πιστεύω κανεὶς ἐξ ὑμῶν δὲν ἀντιλέγει, ὑπαρχουσῶν γνωστῶν ἐκβολάδων ὅσας γνωρίζομεν ἤδη καὶ ὅσαι ἀποτελοῦν ἕνα θησαυρὸν μέγιστον, καθὼς ἰσχυρίσθησαν μάλιστα ἀναβαίνοντα εἰς δισεκατομμύρια ἢ εἰς 300,000,000 ἀξίας κατὰ τὴν ἐπιτροπήν, ἠμποροῦμεν ἐπωφελῶς καὶ ἀκινδύνως καὶ ἀσφαλῶς νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς διαθέσεως αὐτῶν ἐπιφυλαττόμενοι νὰ διαθέσωμεν καὶ τὰς ἄλλας, ἐὰν ὑπάρχωσιν. Εἶναι, κύριοι, τοιαῦται προσφοραί; ἐπαρουσιάσθησαν τόσοι ἄνθρωποι, ὥστε νὰ εἴπωμεν ἀπὸ τοῦδε «μὴ σπεύσωμεν, διότι τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἔχομεν εἶναι ὀλίγον ἀπέναντι τῶν ἀπαιτήσεων, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται, καὶ ἔχομεν ὀλιγώτερον ὑλικὸν σχετικῶς πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις καὶ θέλομεν ζημιωθῆ;» οὐδεμίαν, κύριοι, ἔχομεν προσφορὰν μέχρι τοῦδε, καὶ εἴθε αἱ προσφοραὶ νὰ ὦσιν ἀρκεταί, ὥστε ν’ ἀπασχολήσωσι τὰς ἐκβολάδας. Ὁ ἰσχυρισμὸς λοιπὸν ὑμῶν, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβάλωμεν μέχρις οὗ γνωρίσωμεν καὶ εὕρωμεν καὶ τὸν τελευταῖον κόκκον, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι σπουδαῖος, εἶναι πρωτοφανὴς καὶ ὄχι ἄξιος νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν· ἐμποδίζει μόνον τὴν πρόοδον τοῦ νομοσχεδίου. Τί ἕτερον ἀντιτάσσεται εἰς τὸ νομοσχέδιόν μας; ἓν νομοσχέδιον τριῶν βουλευτῶν· σέβομαι τὰς πεποιθήσεις τῶν κυρίων τούτων· ὁμολογῶ ὅτι προῆλθεν ἀπὸ πεποίθησιν καὶ ἐπιθυμίαν τοῦ νὰ ἀσφαλίσουν τὰ δημόσια συμφέροντα. Τί εἶναι ὅμως τὸ σχέδιον αὐτό; εἶναι διαταγὴ συντακτικῆς συνελεύσεως. Τὸ νομοσχέδιον αὐτό, καθ’ ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀγνοῶ ἀπὸ τίνος χρόνου παραδέχθησαν, θέτει ἀρχάς, θέτει κανόνας καθ’ οὓς θέλουν βαδίσει αἱ βουλαί, ὡς ἐὰν ἡ παροῦσα Βουλὴ νὰ ἦτο συντακτικὴ συνέλευσις, καὶ θέτει τοὺς γενικοὺς κανόνας, τοὺς ὁποίους ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσουν αἱ Βουλαὶ κατόπιν. Θέλομεν, λέγει τὸ νομοσχέδιον, νὰ διατεθῶσιν αἱ ἐκβολάδες ἐπὶ τῇ βάσει συναγωνισμοῦ ἢ ἐν ἀποτυχίᾳ κτλ. Τοιοῦτον νόμον πρέπει νὰ συντάξῃ ἡ μέλλουσα Βουλή. Καὶ ποῖος δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτὸ θὰ σεβασθῇ μία ἄλλη Βουλὴ κατόπιν; βλέπετε ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θέλει νὰ εἴπῃ τι διὰ νὰ φαίνεται ὅτι κἄτι εἶπεν· καὶ εἶπεν ἓν πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι παράλογον, διότι δὲν δύναται νὰ διαταχθῇ ἀπὸ μίαν Βουλὴν τί ὀφείλει νὰ πράξῃ ἡ ἄλλη, δὲν δύναται μία Βουλὴ ἀντὶ νὰ νομοθετήσῃ νὰ θέτῃ κανόνας, καθ’ οὓς νὰ νομοθετήσῃ ἄλλη Βουλὴ κατόπιν. Ἑπομένως δὲν πιστεύω, ὅτι εἶναι ἄξιον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ αὐτὴν τὴν Βουλὴν τὸ σχέδιον αὐτό· ἡ Βουλὴ δὲν θέτει γενικοὺς κανόνας, ἀλλὰ κανονίζει ὡρισμένως καὶ ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Πολεμοῦντες τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου, κύριοι, ἤρξαντο πρῶτον νὰ κατηγορήσουν τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τὸν τμηματικὸν, προτιμῶσι τὴν συλλήβδην διάθεσιν ὅλου τοῦ ποσοῦ. Ὁ μὲν Ῥοντήρης σᾶς εἶπε· ψευδῆ συναγωνισμὸν κηρύττετε, λέγετε ὅτι θέλετε νὰ καθιερώσητε τὸν συναγωνισμόν, νὰ προκαλέσητε κεφάλαια ἐν Ἑλλάδι, δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο· διὰ νὰ φθάσητε εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον πρέπει νὰ ἐπιτρέψητε νὰ μεταφέρωνται τὰ χώματα εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ ἐκκαμινεύωνται ἐκεῖ. Τότε πράγματι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ συναγωνισμὸς ἀληθής. Τὸ σύστημά σας εἶναι ψευδές, ἀποκλείεται οὕτω τὰς εὐρωπαϊκὰς ἑταιρίας». Καὶ ἠξεύρετε τί σημαίνει τοῦτο, κύριοι; καὶ διατὶ ἐρώτησα τὸν κ. Ῥοντήρην τότε, ἐὰν αὐτὴ ἡ ἰδέα του δὲν ἦτο ἀστεία; διότι εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ἀνακαμινεύσεως ζητεῖ νὰ προσθέσητε ἄλλα τόσα μεταφορᾶς· διὰ νὰ μεταφέρητε ἐντεῦθεν εἰς τὴν Ἀμβέρσαν ἐκβολάδας, θέλετε πληρώσει ναῦλον 30 σελίνια τοὐλάχιστον κατὰ τόνον· ἐὰν ἀπὸ 10 τόνους ἐκβολάδων ἐξάγεται εἷς τόνος μολύβδου ἐμπεριέχοντος καὶ ἄργυρον, θέλει πληρώσει ὁ ἐργολάβος 300 σελίνια διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν χωμάτων, δηλαδή, θέλει προσθέσει 300 σελίνια ἔξοδα κατὰ τόνον μολύβδου περιπλέον. Ποῖος, κύριοι, ἄνθρωπος ἔχων λογικὸν ἀνθρώπου μέχρις οὐραγγοτάγγου ἀκόμη, ἠμπορεῖ νὰ λάβῃ τοῦτο ὡς ἐπιχείρημα σπουδαῖον καὶ νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ὁ ἀληθὴς συναγωνισμὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἀναγκάζει τὸν συναγωνιζόμενον νὰ προσθέσῃ 300 δραχμ. ἀκόμη ἔξοδα εἰς τὴν ἐπιχείρησίν του; καὶ ὅμως αὐτὸς ἦτον ὁ Ἀχιλλεὺς τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ κ. Ῥοντήρη, πολεμοῦντος τὸ σύστημα τοῦ συναγωνισμοῦ· τοιαῦτα ἐπιχειρήματα δὲν εἶναι σπουδαῖα. Δὲν εἶναι αὐτὸ μόνον τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Ῥοντήρη· ὑπάρχει ἐνταῦθα μία κατηραμένη ἑταιρία, ἡ ὁποία εἶναι πρὸ πολλοῦ κατηρτισμένη, ἔχει τὰς καμίνους της, τὰ καταστήματά της, τοὺς σιδηροδρόμους της· ποῖος ἠμπορεῖ λοιπόν, λέγει, νὰ συναγωνισθῇ μὲ αὐτήν; εἶναι ἀδύνατον νὰ συναγωνισθῇ, διότι αὐτὴ δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ κάμῃ καταβολάς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὑπάρχει ἡ ἑταιρία αὕτη ἀποκαταστημένη· ἀλλὰ δὲν πρέπει διὰ τοῦτο νὰ διαθέσωμεν τὰς ἐκβολάδας; δυνάμεθα νὰ καταστρέψωμεν τὴν ἑταιρίαν; ἐὰν ὁ κ. Ῥοντήρης θέλῃ νὰ ᾖναι συνεπής, τὸ προτείνει καὶ τὸ ὑποστηρίζει τοῦτο, καὶ ἰδοὺ ὁ κίνδυνος αὐτὸς ἐκλείπει καὶ δύναται νομίμως νὰ πράξῃ τοῦτο ὑποστηρίζων τὴν πρότασιν τῆς ἑταιρίας τοῦ νὰ μᾶς ἐκποιήσῃ τὰ δικαιώματά της, ἄλλως δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀποφύγωμεν τὸν κίνδυνον, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀπειλεῖ κατὰ τὸν κ. Ῥοντήρην. Καὶ αὐτὴ ἡ δυσκολία κατὰ τὸν κύριον Ῥοντήρην, αὐτὸ τὸ μέγα ἐμπόδιον, τὸ ὁποῖον θ’ ἀποκλείσῃ τὸν συναγωνισμὸν—καὶ διὰ τοῦτο πρέπει σπουδαίως νὰ σκεφθῶμεν—εἶναι τοιοῦτον καὶ κατὰ τὸν κ. Δεληγεώργην καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν κ. Ῥοντήρην; Ὄχι· διότι ὁ κύριος Ῥοντήρης ἐπέμενεν, ὅτι 200,000 δραχμαὶ ἀρκοῦσιν, ἵνα γείνῃ πλήρης ἐκκαμίνευσις καὶ ἐκμετάλλευσις τοῦ προϊόντος ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου. Ἂν αὐτό, κύριοι, ᾖναι ἀληθές, καὶ δὲν ἐῤῥέθη ὡς ἐπιχείρημα, ἵνα μᾶς παρασύρῃ ν’ ἀναλάβωμεν τὴν ἐπιχείρησιν, τότε ποῦ εἶναι ἡ μεγάλη δυσκολία; αἱ μεγάλαι ἑταιρίαι, αἱ ὁποῖαι ἔρχονται νὰ καταθέσουν ἑκατομμύρια θὰ συλλογισθῶσι τὰς 300,000 δραχμῶν; καὶ αἱ 300,000 εἶναι τὸ μέγιστον καὶ ἀνυπέρβλητον πλεονέκτημα τῆς ἑταιρίας Ῥοῦ; Αὐτά, κύριοι, δὲν εἶναι σπουδαῖα. Καὶ τοῦτο δὲν τὸ εἶπεν ὁ κύριος Ῥοντήρης μόνον, τὸ ἐπανέλαβε καὶ ὁ προλαλήσας κύριος Δεληγεώργης, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσῃ κατὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν ἐξόδων. Ἔξοδα δὲν ἔχει, εἶπεν, ἡ ἐκκαμίνευσις τῶν ἐκβολάδων· δὲν πρόκειται νὰ κατασκευάσῃ ὑπόγεια, στοάς, διαδρόμους, αἱ ἐκβολάδες εὑρίσκονται εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, τὰς μεταφέρετε ἁπλῶς, τὰς ῥίπτετε εἰς τὴν κάμινον καὶ ὁ Πακτωλὸς ἐκρέει ἀμέσως, λαμβάνετε χρήματα καὶ ἀποζημιοῦσθε· τὸ ἔξοδον ὅθεν εἶναι μικρόν. Διὰ τοῦτο ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἐπιχειρήματος στηριχθεὶς ὁ προλαλήσας ἐπολέμησε τὸ σύστημα τοῦ ἐκ τῶν προτέρων προσδιορισμοῦ τῶν ἐξόδων. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀληθῆ καὶ σπουδαῖα; ὅλα τότε τὰ ἐπιχειρήματά του κατὰ τοῦ συναγωνισμοῦ καὶ τῶν μικρῶν ἑταιριῶν εἶναι φροῦδα καὶ μάταια, ὡς βλέπετε. Ὁ κ. Δεληγεώργης πολεμεῖ τὸ σύστημα τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων κατὰ μερίδας· καὶ διατί; εἶναι περίεργον νὰ τὸ μάθετε, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ συστήματος πιστεύει, ὅτι συναγωνισμὸς δὲν θὰ ὑπάρξῃ, διότι προσκαλοῦνται μικροὶ κεφαλαιοῦχοι καὶ ἀπομακρύνουν τοὺς μεγάλους. Αἱ μεγάλαι ἐπιχειρήσεις, σᾶς λέγει, οἰκονομοῦν τὰ ἔξοδα, ἐπειδὴ ἡ ἐπιχείρησις εἶναι μεγάλη καὶ τὰ μικρὰ κέρδη τὴν ἱκανοποιοῦν, οἱ μικροὶ δὲν δύνανται ν’ ἀνθέξουν, ἐνῷ τούτους οἱ μεγάλοι ἐργολάβοι θὰ τοὺς σαρώσουν, ματαίως θέλετε αὐτὴν τὴν διαίρεσιν, διότι αὐτὴ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ἂν ὁ συλλογισμὸς αὐτὸς ᾖναι κατά τι ἀληθής, ἡ διαίρεσις τί βλάπτει; Ἀλλ’ ὅταν τῷ εἴπωμεν ὅτι δύνανται οἱ μεγάλοι ἐργολάβοι νὰ λάβωσι διαφόρους μερίδας, σᾶς εἶπεν, ὅτι τότε ὁ συναγωνισμὸς θὰ ᾖναι δύσκολος, διότι καὶ τὰ μικρὰ κεφάλαια θὰ ἔλθουν νὰ συναγωνισθῶσιν, ἀλλὰ σεῖς εἴπατε, ὅτι οἱ μικροὶ ἐργολάβοι δὲν θὰ ὑπάρξουν, θὰ σαρώσωσιν αὐτοὺς οἱ μεγάλοι, ἀλλ’ οὕτως αἱ μεγάλαι ἑταιρίαι δὲν θὰ δυσκολευθοῦν· ποῖον εἶναι τὸ ἀκριβὲς συμπέρασμα τῶν συλλογισμῶν τούτων, ἂν σπουδαίως προτείνεται; Ὁ σκοπὸς ἡμῶν προτεινόντων αὐτὴν τὴν διάταξιν ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἦτο σπουδαιότερος· ἠλπίσαμεν καὶ ἐλπίζομεν ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου περισσότερα κεφάλαια θὰ προσφερθῶσιν. Ἠθέλαμεν νὰ προκαλέσωμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιχείρησιν ἰδίως τὰ ἑλληνικὰ κεφάλαια. Ἠξεύρομεν ὅτι τὰ Ἑλληνικὰ κεφάλαια ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι πολλά, εἶναι δειλά, δὲν τολμοῦν νὰ εἰσέλθουν εἰς ἐπιχειρήσεις. Ἡ ἐπιθυμία ἡμῶν λοιπόν, κύριοι, εἶναι νὰ συναγωνισθῶσι τὰ ἑλληνικὰ κεφάλαια καὶ νὰ λάβωσι μέρος πολλοί, ἐπροτιμήσαμεν ν’ ἀνοίξωμεν αὐτὴν τὴν θύραν εἰς τὰ ἑλληνικὰ κεφάλαια, καὶ μὲ ζημίαν μας ἴσως, ἂς τὸ εἴπωμεν, ἂς δώσωμεν εὐκολίαν καὶ εἰς τοὺς μικροὺς κεφαλαιούχους νὰ εἰσέλθουν εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις αὐτάς, ἵνα καθιερωθῇ τὸ πνεῦμα τοῦ συνεταιρισμοῦ καὶ συνηθίσουν καὶ οἱ Ἕλληνες εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις· ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μας μίαν ἐπιχείρησιν, ἡ ὁποία τόσα κέρδη ἀφίνει εἰς τοὺς ἀναλαβόντας αὐτήν, τὴν ἐπιχείρησιν ἐννοῶ τοῦ σιδηροδρόμου τοῦ Πειραιῶς, τὴν ὁποίαν δὲν ἐτόλμησαν ν’ ἀναλάβουν τὰ ἑλληνικὰ κεφάλαια, ἥτις τοσαῦτα δίδει κέρδη, ἕνεκα τούτου εἴπομεν «ἂς ὑποστῶμεν καὶ θυσίας, ἀλλ’ ἂς ἀνοίξωμεν τὴν θύραν.» Ἔχομεν ἀκόμη καὶ ἑτέραν ἰδέαν, ἐνομίσαμεν, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ τόπου εἶναι νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν αἱ ἐκβολάδες ὅσον δυνατὸν ταχύτερον· εἰς ἡμᾶς δὲν ἀρκεῖ ἡ ἐκκαμίνευσις ἑκατὸν χιλιάδων τόνων κατ’ ἔτος, καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν ἐπεθυμοῦμεν νὰ ἐκκαμινευθῶσι πᾶσαι ἐντὸς τοῦ ἔτους, διότι ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία, καὶ δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς κυβερνήσεως μόνον, δὲν ἔχει ἀνάγκην σταγόνων μόνον πλούτου, δὲν θέλει ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ εἰσάγεται ὁ θησαυρός, ἔχει ἀνάγκην κατεπείγουσαν καὶ μεγάλην συῤῥοῆς πλούτου. Ὑποθέσατε, ἂν ἀντὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου εἰσήγοντο 20, ὁποία διαφορὰ ἤθελεν ὑπάρχει εἰς τὴν κοινωνίαν αὐτήν! Ἐπεζητήσαμεν λοιπὸν τοῦτο καὶ ἀγνοῶ, ἂν θὰ ἐπιτύχωμεν. Ἄλλως πῶς θὰ ἐλπίσετε ὅτι θὰ ἔχετε συναγωνισμὸν καὶ ὠφελείας, ἂν ἀποκλειστικῶς περιορίσητε τὸν συναγωνισμὸν εἰς κεφαλαιούχους μεγάλους; τοῦτο μόνον ἐν ἀνάγκῃ δύναται νὰ γίνῃ. Ἡ ἐπιχείρησις δύναται νὰ ἐνεργηθῇ καὶ διὰ μικρῶν κεφαλαίων. Διατί νὰ τ’ ἀποκλείσωμεν; καὶ νὰ περιορίσωμεν τὸν συναγωνισμὸν εἰς τὰ μεγάλα κεφάλαια; Διότι τὸν περιορίζομεν, ἂν ζητήσωμεν ὥστε τὸ ὅλον τῶν ἐκβολάδων ἢ τὸ ἥμισυ τὸ πολὺ νὰ ἐκτεθῇ εἰς δημοπρασίαν καὶ οὐχὶ κατὰ μικρὰς μερίδας. Θέλετε ν’ ἀποκλείσητε πάντα συναγωνισμὸν καὶ πολὺ πιθανὸν θέλετε παραδώσει τὸν πλοῦτον τοῦ δημοσίου εἰς μίαν ἢ δύο ἑταιρίας. Εἴμεθα ἐκ πεποιθήσεως ἐναντίοι τοῦ συστήματος τούτου, διότι προβλέπομεν ὅτι ὁ συναγωνισμὸς θέλει πάθει· διότι ἐπὶ τόσον ἀβεβαίου κεφαλαίου δὲν πιστεύομεν ὅτι ἠμποροῦν τὰ μεγάλα κεφάλαια νὰ διακινδυνεύσουν, ἀπέναντι ἑταιρίας ὑπαρχούσης· διότι διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ ἴσως αἱ ἐκβολάδες καταντήσουν ἀποκλειστικῶς εἰς χεῖρας τῆς ὑπαρχούσης ἑταιρίας· καὶ ἂν πρόκηται, κύριοι, νὰ καταντήσουν εἰς χεῖράς της, δὲν τὸ ἀποκρούομεν, ἂν ὠφελῆται τὸ δημόσιον· καὶ νὰ θέσωμεν ὅρους καὶ ν’ ἀπαγορεύσωμεν τὸν συναγωνισμὸν καὶ νὰ ἐπιτρέψωμεν μόνον εἰς ξένους κεφαλαιούχους νὰ παρουσιασθῶσι, μᾶς ἐφάνη καὶ ἀντιπολιτικὸν καὶ ἀντοικονομικόν. Τὸ σύστημα λοιπὸν τὸ προτεινόμενον δὲν εἶναι κατὰ τὰς πεποιθήσεις μας ὠφέλιμον διὰ πολλοὺς λόγους, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἀπεκρούσαμεν, καὶ πιστεύω ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ θέλει τὸ ἀποκρούσει. Κατὰ τὶ ἡ ἐργασία θὰ ᾖναι εὐθηνοτέρα, ἂν μεγάλοι κεφαλαιοῦχοι ἔλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἐπασχοληθῶσιν εἰς τὴν ἐκκαμίνευσιν, ἀπὸ τὴν ἐργασίαν τὴν ὁποίαν ἐπιχειρισθῶσι καὶ μικροὶ κεφαλαιοῦχοι, ἀφοῦ ἐπαναλαμβάνετε, ὅτι διὰ νὰ βάλουν εἰς ἐνέργειαν τὴν ἐκκαμίνευσιν δὲν ἀπαιτοῦνται μεγάλα κεφάλαια; Κύριοι, τὸ σύστημα τῆς ἀπ’ εὐθείας ἐκκαμινεύσεως, περὶ τοῦ ὁποίου πολλὰ εἶπον, δὲν μᾶς φαίνεται συμφέρον ὡς βιομηχανία, ὡς δοκιμὴ ὅμως μᾶς φαίνεται ἀναγκαῖον, καὶ δὲν ἀποκρούομεν τὸ σύστημα διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ κύριος Ῥοντήρης, ἤτοι διότι οἱ Ἕλληνες εἶναι κλέπται· τὸ τοιοῦτον ἡμεῖς δὲν εἴπομεν, διότι ἡμεῖς δὲν λέγομεν ὅ,τι δὲν πράττομεν· κλέπτας καὶ καταχραστὰς κατηγοροῦν τοὺς ἄλλους οἱ κλέπται καὶ καταχρασταί· ἡμεῖς τοῦτο δὲν τὸ λέγομεν, τὸ λέγουσιν οἱ ἔχοντες τὰ στοιχεῖα αὐτὰ ἐν ἑαυτοῖς, εἶπεν ὁ κ. Ῥοντήρης καὶ ὀρθῶς· δὲν ἀποκρούομεν λοιπὸν τοιαύτην ἐπιχείρησιν διότι πιστεύομεν ὅτι οἱ Ἕλληνες διαχειριζόμενοι κλέπτουσι, ἀλλὰ διότι οἱ διαχειρισταὶ ξένης περιουσίας δὲν καταβάλλουν τὴν ἐπιμέλειαν, τὴν ὁποίαν καταβάλλουν οἱ διαχειρισταὶ τῆς ἰδίας περιουσίας, δὲν ἔχουν τὸ ἴδιον συμφέρον· διὰ τοῦτο ὑποχωρεῖ τὸ σύστημα τοῦτο ἐν Εὐρώπῃ, εἰς τὸ σύστημα τῶν ἑταιριῶν. Ἐγὼ, κύριοι, σᾶς λέγω ὅτι κατεστράφη ἡ περιουσία μου ἀπὸ τὸν ἐπιστάτην μου· τὴν ἀξίαν τῶν ξένων γνωρίζετε ὅσοι διὰ ξένων ἐκτελεῖτε τὰς ὑποθέσεις σας· εἶναι περίεργοι αἱ ἀντιφάσεις τοῦ κυρίου Ῥοντήρη, δὲν θεωρεῖ καὶ τοὺς τελευταίους ὑπαλλήλους ὡς καταχραστὰς καὶ δὲν ἀρνεῖται εἰς τούτους τὴν ἐκκαμίνευσιν καὶ τὴν διεύθυνσιν αὐτῆς, ἀλλ’ ἀποκλείει τὴν κυβέρνησιν ν’ ἀποφασίσῃ ὡς μέλλουσαν νὰ καταχρασθῇ καὶ νὰ δώσῃ ῥουσφέτια ἑκατομμύρια, δὲν ἐμπιστεύεται δὲ οὔτε εἰς τὸ μεταλλευτικὸν συμβούλιον, διότι καὶ αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ κατάχρησιν, θὰ δώσῃ ὡς ῥουσφέτια τὰς ἐκβολάδας εἰς τοὺς φίλους του.
§140ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τὸ ῥουσφέτιον δὲν εἶναι κατάχρησις.
§141ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν δίδῃς χάριν φιλίας τὴν ἐθνικὴν περιουσίαν καταχρᾶσαι. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς καθαρᾶς προσόδου ἐμακρηγόρησαν καὶ ἔλαβον ἐπιχειρήματα ἐκ τοῦ ὅ,τι γίνεται εἰς ξένα κράτη· σᾶς εἶπον, καὶ ἡμεῖς θέλομεν νὰ κάμουν ὅ,τι αἱ ἀνόητοι αὗται ξέναι Κυβερνήσεις, καὶ οἱ τυφλοὶ ἐργολάβοι, οἵτινες φορολογοῦνται ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου· θὰ ἔχωμεν περισσοτέρας ὠφελείας. Ἀλλά, κύριοι, δὲν ἐφαρμόζεται τὸ παράδειγμα, διότι ἐκεῖ κανονίζεται ὁ φόρος, καὶ ὁ φόρος εἶναι πολλοστημόριον, ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ λάβωμεν ἡμεῖς εἶναι μέρισμα, δηλ. πολὺ μεγαλείτερον· ὁ φόρος τὸν ὁποῖον ἐκεῖ λαμβάνουν, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ἐκ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου ὡς φόρον, εἶναι ποσοστὸν λίαν μικρὸν καὶ ἀνεπαίσθητον, ἑπομένως ἡ ζημία τυχὸν δὲν εἶναι μεγάλη· ἐνῷ κατὰ τὸ νομοσχέδιόν μας πρόκειται νὰ ληφθῇ μέρισμα, καὶ μέρισμα μεγάλον. Ἐὰν, κύριοι, ᾖναι ἀληθῆ ὅσα εἴπατε, ὅτι ἡ ἐπιστήμη ἠμπορεῖ νὰ εὕρῃ ὅλην τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸ ἐμπεριεχόμενον τοῦ τελευταίου κόκκου, ποία ὑπάρχει δυσκολία νὰ εὕρωμεν τὴν καθαρὰν πρόσοδον; τὰ ἔξοδα εἶναι ἐκ τῶν προτέρων κανονισμένα, ὥστε εἶναι εὐκόλως ἀποδεδειγμένη ἡ καθαρὰ πρόσοδος, καμμία δυσκολία δὲν ὑπάρχει, οὔτε κίνδυνος. Ποῖος, κύριοι, ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου, ζητούμενος νὰ πληρώσῃ, θὰ τολμήσῃ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐπιχείρησιν, ἠξεύρων ὅτι θὰ πληρώσῃ οὐχὶ ἐπὶ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ κέρδους, ἀλλ’ ἀπὸ ὅσα παράξει ἐν γένει; διὰ τοῦτο, κύριοι, ἐπροτιμήσαμεν τὸ νομοσχέδιον, πιστεύοντες ὅτι οὕτω θὰ ἐκλείψῃ ἡ ἀμφιβολία καὶ θὰ προκληθῶσι κεφάλαια καὶ θὰ γείνῃ συναγωνισμός. Τὰ κεφάλαια, κύριοι, καὶ τὰ ἑκατομμύρια δὲν ῥίπτονται ἐπὶ τοῖς ἀβεβαίοις, δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ περιμένωμεν ἐπ’ ἄπειρον ἕως νὰ ἀνεύρωμεν καὶ τὸν τελευταῖον κόκκον τῶν ἐκβολάδων· δεχόμεθα διὰ τῶν προσπαθειῶν τῶν ἰδιωτῶν καὶ τῶν δημοσίων νὰ ἀνευρεθῇ ἡ ἀλήθεια, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς νὰ στηριχθῇ τὸ ζητούμενον ποσόν. Κύριοι, ἐκάμαμεν μέχρι τοῦδε ὅλας τὰς ἐργασίας, τὰς ὁποίας ἦτο δυνατὸν νὰ κάμωμεν, καὶ ἐντούτοις δὲν ἔχομεν πλήρη ἰδέαν, οὐχὶ διότι οἱ ἐπιστήμονες ἡμῶν εἶναι χειρότεροι ἀπὸ τοὺς ἐπιστήμονας τῆς Εὐρώπης, διότι ἡ χημεία εἰς τὰς ἀναλύσεις δὲν σφάλλει εὐκόλως, καὶ μολαταῦτα μετὰ τὰς ἐργασίας αὐτὰς δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν οὔτε ἡμεῖς νὰ βεβαιώσωμεν τὶ ἔχομεν, οὔτε νὰ διεγείρωμεν τῆς Εὐρώπης τὴν περιέργειαν. Κατηγόρησαν, κύριοι, ἐπὶ τέλους τὸν προσδιορισμὸν ἐκ τῶν προτέρων τῶν ἐξόδων. Πρῶτον θὰ ἐπαναλάβω, ἐν ὀλίγοις, εἰς τὸν κ. Ῥοντήρην, ὅτι τὸ σύστημα τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως ὁσημέραι ὑποχωρεῖ ἐν Εὐρώπῃ ἐνώπιον τῆς ἰδέας τῆς δι’ ἑταιριῶν ἐργολαβίας, καὶ τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ῥοντήρης ἔφερε δὲν εἶναι ἀκριβῆ· διότι ἐκεῖ δὲν γίνεται διὰ βιομηχανικὸν ἢ ἐκμεταλλευτικὸν σκοπὸν ἡ ἐκμετάλλευσις, ἀλλὰ διότι χρησιμεύει ὡς πρακτικὸν σχολεῖον εἰς τοὺς φοιτητὰς τῶν ἀκαδημιῶν, ὅπως διὰ τοὺς ἰατροὺς οἱ βοτανικοὶ κῆποι δὲν χρησιμεύουν ὡς γαιοπονικὴ ἐπιχείρησις. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς, ὅτι ἡ κυβέρνησις εἰς αὐτὰ τὰ μέρη εἶναι ἐργολάβος καὶ βιομήχανος, ἀλλὰ, καὶ ἂν ἦτο, δὲν δύναται τοῦτο νὰ μᾶς ἐπηρεάσῃ· ἡμεῖς πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν τὶ συμφέρει νὰ πράξωμεν ἡμεῖς, καὶ ποῖα εἶναι ἡ ἰδική μας πεῖρα. Καὶ ἂν θέλετε νὰ μάθετε ὁποία εἶναι ἡ ἑλληνικὴ πεῖρα, ῥίψατε τοὺς ὀφθαλμούς σας εἰς τὸ ἀνθρακορυχεῖον τῆς Κύμης· ἡ κυβέρνησις ἐξεμεταλλεύετο ἐκεῖ, καὶ μετ’ ἀποπείρας πολλὰς καὶ μετὰ ἔξοδα ἠναγκάσθη νὰ τὸ ἐγκαταλείψῃ, ἦλθεν ἤδη μία ἑταιρία ἰδιωτικὴ, ἐπελείφθη τῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ, ὡς μανθάνω, ἡ ἑταιρία αὕτη προοδεύει. Ἤμην ὑπουργὸς τὸ 1856 καὶ 57, ἐκυριεύθην ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν ν’ ἀνεύρω ὡς κυβέρνησις μέταλλα καὶ ἐνήργησα μεταλλομαστεύσεις, αἵτινες διαφέρουσιν ἀπὸ τὴν ἐκμετάλλευσιν καὶ ἀνάλυσιν. Εἶχον μάθει τότε ὅτι εἰς τὴν Μῆλον ὑπάρχει θεῖον. Ὁ Κ. Βουγιούκας ἦτο ὁ διευθυντὴς καὶ τότε τῶν μεταλλείων· ἐγράψαμεν εἰς τὴν Ἰταλίαν· καὶ μᾶς ἦλθον εἰδικοὶ ἄνθρωποι Ἰταλοὶ, οὓς ἔλαβεν ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν του ὁ κ. Βουγιούκας εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν, εἰργάσθημεν τρεῖς μῆνας, προσεπαθήσαμεν νὰ ἐξαγάγωμεν θεῖον, ἀλλ’ ἀπετύχομεν, ἐπιστεύσαμεν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀρκετὸν ποσὸν καὶ ὅτι δὲν ἐσύμφερεν εἰς τὸ δημόσιον νὰ ἐπιληφθῇ τὴν ἐξόρυξιν. Ἡ Κυβέρνησις παρῃτήθη ἕνεκα τούτου, μετὰ ταῦτα ἦλθεν ὁ Κ. Μελάς καὶ εὗρεν ὅτι ὑπάρχει πλοῦτος, καὶ εὐτυχῶς ἐξακολουθεῖ ὠφελούμενος καὶ αὐτὸς καὶ ὁ τόπος ἔχομεν παραδείγματα καὶ ἄλλων ἐπιχειρήσεων, τὰς ὁποίας ὅμως δὲν ἀναφέρω, καθ’ ὅλας δὲ οἰκτρῶς ἀπετύχομεν· δὲν ἔχομεν, πιστεύσατέ με, πολλὰ νὰ ἐλπίσωμεν ἀπὸ τὴν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκμετάλλευσιν, εὔχομαι νὰ ἀπατῶμαι, ἀλλὰ πολὺ τὸ φοβοῦμαι, οὐχὶ διὰ τὴν κακὴν πίστιν τῶν διαχειριστῶν, ἀλλὰ διότι ξένοι δὲν δύνανται νὰ διαχειρισθῶσιν ἐπιτυχῶς ξένην περιουσίαν, ὅσον ὁ ἴδιος κύριος τῆς περιουσίας. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἐπιτέλους μᾶς κατηγόρησε διὰ τὸν ἐκ τῶν προτέρων προσδιορισμὸν τῶν ἐξόδων, ἂν τοῦτο ᾖναι σφάλμα, εἶναι σφάλμα τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἔχομεν ὑπόληψιν. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἐπιστημόνων προσδιώρισε τὰ ἔξοδα εἰς 380 δραχμάς, ἡμεῖς δὲ τὰ ἐλαττώσαμεν εἰς 350 διατὶ ἐδέχθημεν τὸν ἐκ τῶν προτέρων προσδιορισμόν; διότι διὰ νὰ εὕρῃ τις τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα καταβάλλονται, εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ στηριχθῇ τις ἀνεξετάστως εἰς λογαριασμοὺς ἐξόδων, τὰ ὁποῖα καὶ ἀπειρία καὶ ἀνικανότης τῶν ἐργολάβων δύναται νὰ ἐξογκώσῃ· καὶ ἡ δολιότης πολλάκις δύναται νὰ σᾶς ἀποπλανήσῃ καὶ νὰ παρουσιάσῃ ἀνύπαρκτα ἔξοδα· διὰ νὰ ἀποφύγωμεν αὐτὰς τὰς δυσκολίας καὶ ἵνα δώσωμεν ἓν σταθερὸν σημεῖον καὶ βέβαιον εἰς τοὺς ἐργολάβους, ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ παραδεχθῶμεν ἐκ τῶν προτέρων τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἐξόδων. Κύριοι, ἤθελεν εἶσθαι ἴσως περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω καὶ τὰ ὀλίγα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Δεληγεώργης ἀνέγνωσε· τί λέγει, κύριε, αὐτὸς ὁ Ingenieur des mines; εἰς τὴν πατρίδα του αἱ ἐκβολάδες διατίθενται κατὰ μικρὰ τμήματα. Καὶ βλέπετε αὐτὸ τὸ ἔγκλημα τὸ μέγα, τὸ μέγα κακὸν τὸ ὁποῖον ἐπενοήσαμεν, καὶ ἐκεῖ ἐφαρμόζεται ἐπιτυχῶς· κατὰ τὴν ἔκθεσιν ὁ φόρος τίθεται ἐπὶ τοῦ καθαροῦ καὶ εἰς Σαξωνίαν· βλέπετε ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ κακὸν τὸ ὁποῖον ἡμεῖς προτείνομεν, ἐκεῖ παρεδέχθη καὶ ἐφαρμοζόμενον ἐπιτυγχάνει, καὶ ἐπέτυχεν. Ἔχομεν λοιπὸν ἤδη ὡμολογημένον ἀπὸ ἄνθρωπον ξένον εἰδικόν, ὅτι τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον δέχεται, ἀλλοῦ ἐφαρμοζόμενον ἐπέτυχε. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν κ. Δεληγεώργην ὡμολογήθη αὐτὴ ἡ ἀλήθεια, διότι ἡ ἰσχὺς τῆς ἀληθείας εἶναι ἀήττητος. Τί σᾶς εἶπε τελευτῶν ὁ κ. Δεληγεώργης; ἔχομεν τὴν πρώτην ὕλην ἡμεῖς, ζητοῦμεν βιομήχανον κεφαλαιοῦχον, ὅστις νὰ καταβάλῃ τὰ κεφάλαιά του, νὰ συνδυασθῇ μεθ’ ἡμῶν ἵνα παράξωμεν τὸ μέταλλον, καὶ νὰ λάβωμεν ἕκαστος κατ’ ἀναλογίαν τῶν καταβολῶν του. Ἀπὸ τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον πόσον θὰ λάβητε ἕκαστος; Ἐὰν ἡ βιομηχανικὴ ἐπιχείρησις θὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν λύσιν, πόθεν ἠμποροῦμεν νὰ λάβωμεν τὴν ἀναλογίαν τῶν καταβολῶν μας, ἄνευ ἐκκαθαρίσεως; πῶς θὰ τὴν εὕρωμεν; ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου πῶς θὰ προσδιορισθῇ τί καταβάλλει ἕκαστος καὶ τί τῷ ἀνήκει; Λοιπὸν βλέπετε, κύριοι, ὅτι ὅσα σᾶς εἶπον, ἦσαν ἁπλᾶ ἐπιχειρήματα, ἄνευ καμμιᾶς βάσεως, ζητοῦσι ν’ ἀνατρέψουν τὸ νομοσχέδιον ἁπλῶς· ἐντούτοις ζητεῖται ἐὰν τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου τῆς κυβερνήσεως εἶναι καταλληλότερον εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τῆς ἀληθείας, ὅσον εἶναι δυνατὸν, τοῦ ἐμπεριεχομένου θησαυροῦ ἐντὸς τῶν ἐκβολάδων, καὶ εἰς τὴν πρόκλησιν κεφαλαίων καὶ ἐργολάβων ἢ τὸ τῶν ἀντιθέτων; ἰδοὺ τί ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ σήμερον. Ἐὰν αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ζητοῦμεν δὲν εἶναι πλήρεις, οὐδὲν ἐμποδίζει νὰ δεχθῆτε τὸ σύστημα τροποποιοῦντες τὰς ἐγγυήσεις. Νομίζω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι θέλετε ἀποκρούσει τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῶν τοιούτων καὶ δὲν ὁμιλῶ βεβαίως περὶ τῆς πολιτειακῆς ἑταιρίας τοῦ κ. Ῥοντήρη, διότι αὕτη οὔτε ὑπεστηρίχθη οὔτε θὰ ὑποστηριχθῇ, καὶ δὲν ἐννοῶ διατί, ἐὰν δώσωμεν τὰς ἐκβολάδας εἰς οἱανδήποτε ἑταιρίαν ἐν ἀγνοίᾳ, πρέπει νὰ τὰς δώσωμεν εἰς τὴν πολιτειακὴν, ἐκτὸς ἐὰν ἀσπάζεσθε τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἐπειδὴ εἶναι ἰδικά μας πράγματα πρέπει νὰ τὰ μοιράσωμεν μεταξὺ μας· αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ ἰδέα μας, αὐτὴν τὴν ἑταιρίαν ἑπομένως δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὴν δεχθῶμεν, δὲν πιστεύω δὲ νὰ δεχθῆτε οὔτε τὴν ἐκκαμίνευσιν ὑπὸ τοῦ δημοσίου ὡς καθαρὰν βιομηχανικὴν ἐπιχείρησιν, διότι αὐτὸ τὸ σύστημα θέλει εἶσθαι ὅλως ἐπιζήμιον καὶ ἐπιβλαβὲς εἰς τὸν τόπον.
§142ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον κ. πρόεδρε.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 καὶ 5|60 Μ. Μ.