Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Γ · Σύνοδος Β› Συνεδρίαση 67

1871.04.29

2.699 στίχοι · 20.827 λέξεις · 3 πίνακες · 187 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1871.04.29
Προεδρεία
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΛΟΜΒΑΡΔΟΥ
Περίοδος
Γ
Σύνοδος
Β
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Β (1871)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 67.

Τῆς 29 Ἀπριλίου 1871.

Πέμπτη.

Ὥρα 3 παρὰ 15|60 Μ. Μ.

Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου καταλαμβάνει ὁ ἀντιπρόεδρος κ.

Τσιριμῶκος. Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθέντων παρόντων τῶν ἑξῆς βουλευτῶν.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κ. Μ. Θεοδώρου. Θρ. Ζαΐμης.
Α. Κ. Μιχαλόπουλος. Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς.
Ἀντ. Βενιζέλος. Α. Διαμαντόπουλος.
Ἀναγ. Γιαννουλίδης. Γ. Παπαδαῖος.
Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός.Γ. Πιῤῥώτης.
Α. Δανόπουλος. Κ. Δαγρές.
Ἰω. Δέκας. Ἰω. Φλέσσας.
Δημ. Καλλιφρονᾶς. Γ. Παπανικολάου.
Σκαρλ. Σοῦτσος. Ἰω. Μπαλάρας.
Περ. Α. Πετράκης. Ν. Μ. Κοζαδίνος.
Στυλ. Κολιάτσος. Ι. Πολυλᾶς.
Π. Πετιμεζῆς. Ἰω. Δεληγιάννης.
Α. Μαγγίνας. Ἀν. Δημητριάδης.
Κ. Πλαπούτας. Σ. Μονόπωλης.
Α. Α. Ἀντωνόπουλος. Δ. Ῥαπτάκης.
Χ. Ῥηγόπουλος. Γαρώτης Πανταγιωτόπουλος.
Ἰω. Ῥοϊλός. Κ. Πανάρετος.
Κ. Κυσονάκος. Θ. Θερμογιάννης.
Θ. Τζανετάκης. Γ. Βακαλόπουλος.
Ἰω. Σαράκας. Δ. Σαῤῥήγιαννης.
Ἀριστ. Διδωρίκης. Ν. Βαρβιτζιώτης.
Α. Σ. Μήτσας. Α. Κορφιωτάκης.
Δ. Τσιτσάρας. Φ. Ι. Φίλωνος.
Π. Μανωλίδης. Γερ. Σέρβος.
Κ. Λομβάρδος. Α. Σταματόπουλος.
Α. Γαΐτας φωσκάρδης. Δ. Τσαμόπουλος.
Σ. Π. Λεονταράκης. Ἰω. Ταμπακόπουλος.
Ἰω. Σούλτης Βάρκας. Χ. Χρηστόπουλος.
Ἀνδρ. Αὐγερινός. Δ. Ζέγγελης.
Δ. Κρεστενίτης. Π. Κ. Μανέτας.
Θ. Δαραλέξης. Γ. Μαλέας.
Ἐπ. Κρεστενίτης. Ν. Παγκράτης.
Α. Πετραλιάς. Κ. Κοκκινώρης.
Λ. Κατσίνας. Ν. Καρύδης.
Ἀναγ. Δημητρίου. Ἐπ. Δεληγεώργης.
Σπ. Μαλαστῖνας. Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος.
Μ. Παΐζης. Ἰω. Προβελέγγιος.
Εὐθ. Πλαστήρας. Δ. Χρηστίδης.
Κωνστ. Εὐθυμιόπουλος.Ἀ. Βαφιαδάκης.
Δ. Σαράβας. Μ. Ε. Παρίσης.
Ἀ. Καπετανάκης. Ἰάκ. Παξιμάδης.
Δ. Παπαλέξης. Δ. Πονηρόπουλος.
Ἀ. Μουρίκης. Ν. Πιπῖνος.
Εὐθ. Κεχαγιᾶς. Δ. Τσιριμῶκος.
Περ. Καλαμογδάρτης. Γ. Δυσβουνιώτης.
Θ. Κανακάρης. Γ. Κ. Ζουλούμης.
Ἀ. Μισυρλῆς. Δ. Κριεζώτης.
Γ. Δελλαπόρτας. Δ. Οἰκονόμου.
Ἰω. Δεστούνης. Μ. Ἀβέρωφ.
Κ. Ἐπιφανίου. Κ. Νικόδημος.

Ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπικυροῦνται.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στρατηγόπουλος ὑπολογίζων τὰ ἐκ τῆς σκωρίας τοῦ Λαυρίου εἰσπραχθέντα ὑπὸ τῆς ἑταιρίας συμπεραίνει, ὅτι τὸ δημόσιον ἐζημιώθη 9 καὶ ½ ἀκατομμύρια περίπου δραχμῶν. Ἡ βουλὴ τί ἀποφασίζει ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς; (διάλογοι)

§2ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ λάβῃ ἡ κυβέρνησις μέτρα ἐξασφαλιστικά. (θόρυβος)

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ μένῃ λοιπὸν ἐδὼ καὶ ὅστις τῶν κυρίων βουλευτῶν θέλει νὰ τὴν συμβουλευθῇ, ἂς ἔλθῃ νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.

§4ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς Κύριε Πρόεδρε. Ὁ ὑποφαινόμενος ὑποβάλλω εὐσεβάστως πρὸς τὴν σεβαστὴν Βουλὴν τινὰς πληροφορίας τεινούσας εἰς τὸ ἐθνικὸν καὶ δημόσιον ὄφελος. Ἐξηγοῦμαι. Κατὰ τὰ 1865 ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἔστειλεν εἰς Λαύριον ἐπιστημονικὴν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ ἴδῃ καὶ ἐξετάσῃ, τί εἶναι αἱ σκωρίαι τοῦ Λαυρίου, πόσαι, καὶ τί ἀξίζουν· ἡ ἐπιστημονικὴ αὕτη ἐπιτροπὴ κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τὴν ὁποίαν ἔκαμε τότε, ἂν καὶ ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι ἡ ποσότης τῶν σκωριῶν ἦτο διπλασία καθ’ ὅτι ἀνεκαλύφθησαν πολλαὶ κεκαλυμμέναι φυσικῶς ὑπὸ τῶν χωμάτων, οὗτοι δὲ οἱ κεκαλυμμένοι ὄγκοι ἐμπεριέχουσι περισσοτέραν μεταλλικὴν ὕλην, ὡς προερχόμενοι ἐκ μεταλλεύσεως παλαιοτέρων χρόνων, ὅτε ἡ ἐκμεταλευτικὴ ἦτον ἀτελεστάτη, μόλα ταῦτα ἡ ἐπιστημονικὴ αὕτη ἐπιτροπὴ εἶπεν ὅτι αἱ σκωρίαι αἱ ὁποῖαι φαίνονται ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς ἔχουν ἀξίαν ἑβδομήκοντα ἑκατομμυρίων δραχμῶν· ἔμεινε κατὰ συνέπειαν 35 ἑκατομμύρια κέρδος καθαρόν· ἐπὶ τῇ βάσει δὲ ταύτῃ τῶν 35 ἑκατομμυρίων ἡ κυβέρνησις ἐπέβαλε φόρον δέκα τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου. Ἕπεται λοιπὸν ὅτι ἐκ τῶν 35 ἑκατομμυρίων δραχμῶν πρὸς 10 τοῖς ἑκατὸν τὸ δημόσιον ἤθελεν εἰσπράξει 3½ ἑκατομμύρια. Καὶ ταῦτα ἐὰν αἱ σκωρίαι τοῦ Λαυρίου ἦσαν ὅλαι ἰδιόκτητοι· ἐὰν δὲ ἦσαν ἐθνικαὶ τότε τὸ δημόσιον ταμεῖον ἔπρεπε νὰ εἰσπράξῃ τριπλάσιον ποσὸν ὡς φόρον ἐπικαρπίας, διότι ἡ κυβέρνησις ἔθεσε φόρον εἰς τὰς ἐθνικὰς σκωρίας 30%. Λοιπὸν τριάκοντα τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν 35 ἑκατομμυρίων, ἤθελεν εἰσπράξει τὸ δημόσιον ταμεῖον δραχμὰς 10½ ἑκατομμύρια καὶ ταῦτα κατὰ τὴν ἐντελεστάτην ἐκτίμησιν τῶν φαινομένων σκωριῶν καὶ οὐχὶ κατὰ τὴν πραγματικήν, ὡς ἀπεδείχθη τέλος αἱ σκωρίαι τοῦ Λαυρίου ἐτελείωσαν, διότι μόλις ὑπάρχει τὸ ἓν δέκατον αὐτῶν καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσέπραξε μέχρι τοῦδε μόνον 800 χιλιάδας δραχμῶν. Ὑποθέσατε δέ, ὅτι θέλει εἰσπράξει ἀκόμη ἀπὸ τὰς ἀπολειπομένας σκωρίας καὶ ἄλλας 200 χιλιάδας δραχμῶν, τότε θέλει εἰσπράξει τὸ δημόσιον ταμεῖον τὸ ὅλον ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν. Τὰ δὲ λοιπὰ 9½ ἑκατομμύρια ἀφηρέθησαν παρὰ τοῦ κ. Σερπιέρη καὶ Συντροφίας. Ὑποβάλλων τ’ ἀνωτέρω εἰς τὴν Σεβαστὴν Βουλὴν μεθ’ ὅλης τῆς εἰλικρινείας καὶ μαθηματικῆς ἀκριβείας πέποιθα ὅτι αὕτη ἐκτιμῶσα τὴν ἀξίαν αὐτῶν θέλει ἐνεργήσει σύμφωνα μὲ τὸ δίκαιον καὶ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου.» Ἐφ’ ᾧ καὶ ὑποσημειοῦμαι. Ὁ Εὐπειθέστατος.

Ν. Κ. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ.

§6ΤΙΝΕΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν.

§7ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον καὶ τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ τὴν ἐκτύπωσιν αὐτῆς, διότι, μετὰ τὸ τέλος τοῦ ζητήματος τῶν ἐκβολάδων θὰ ἔλθῃ ζήτημα περὶ τῶν Λαυριακῶν σκωριῶν, καὶ πρέπει τότε νὰ εἶναι τυπωμένη, διότι εἶναι σχετικὴ μὲ τὸ ζήτημα αὐτό.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἐκτυπωθῇ; (θόρυβος) δὲν περιέχει ἐπιστημονικὰς γνώσεις, νὰ μένῃ ἐδῶ καὶ ὅστις θέλει δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῆς·

§9ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.

§10ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν ἀναφορὰν αὐτήν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν συζητήσεων αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐνταῦθα ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι ἡ ἑταιρία καθυστερεῖ νόμιμα δικαιώματα ἀναγνωρισθέντα διὰ τελεσιδίκων ἀποφάσεων, πρὸς δὲ τούτοις.....

§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μιχαλόπουλε, σᾶς κάμνω τὴν παρατήρησιν, ὅτι περὶ τῶν σκωριῶν δὲν πρόκειται· πρόκειται ἂν ἡ ἀναφορὰ θὰ ἐκτυπωθῇ ἢ ὄχι, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη νὰ μὴ ἐκτυπωθῇ.

§12ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ μὲ ἀκούσητε λοιπόν; (θόρυβος.)

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἠκούσαμεν καὶ ἡ βουλὴ ἀπεφάνθη νὰ μὴ ἐκτυπωθῇ.

§14ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ δὲν κάμνει τιμὴν αὐτό. Ζητοῦμεν νὰ λάβῃ ἡ κυβέρνησις μέτρα γενικὰ πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν σκωριῶν.

§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ τότε δὲν εἶναι συζήτησις αὐτή, κύριε Μιχαλόπουλε. Ἡ ἀναφορὰ δὲν ἔχει ἐπιστημονικὰ πράγματα. Θὰ μένῃ ἐδῶ καὶ ἕκαστος δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῆς.

§16ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὖγέ σας! (θόρυβος).

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, τιμὴν κάμνει....

§18ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν λέγῃ ἡ ἀναφορά, ὁ κύριος βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ παρατηρήσεις.

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ὑβρίζῃ τὸν πρόεδρον.

§20ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον εὖγέ σας, τῆς βουλῆς. (διάλογοι θορυβώδεις.)

§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ καὶ πάλιν τὴν βουλήν, οἱ θέλοντες νὰ ἐκτυπωθῇ νὰ ἐγερθῶσιν.

§22ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, δὲν εἴπαμεν νὰ ἐκτυπωθῇ, ἀλλὰ, ὅτι ἔχει ὁ βουλευτὴς τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ παρατηρήσεις.

§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορά, τῆς χήρας Παπαδοπούλου Σκλάβου, ἐξαιτουμένης μικράν τινα σύνταξιν πρὸς συντήρησίν της καθ’ ὅσον ἕνεκα τῆς ὑπὸ τοῦ συζύγου της διασώσεως τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ πατριάρχου κατεστράφησαν ὑπὸ τῆς ὑψηλῆς Πύλης τὰ συμφέροντά των, καὶ σήμερον δυστυχεῖ.

§24ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.

§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως!

§26ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὰ καθέκαστα τῆς ἡμέρας, ἔχω μικρὰν ἐπερώτησιν νὰ κάμω πρὸς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν. Ἔχω εἰς χεῖρας δύω, τρία γράμματα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἔλαβον δὲ καὶ σήμερον μίαν ἐφημερίδα ἐπιτόπιον τὴν ὁποίαν φίλος μού τις μοὶ τὰ ἀπέστειλεν. Εἰς ταῦτα παρατηρῶ, ὅτι πολλοὶ πρόξενοι τῆς Ἑλλάδος ἀντὶ νὰ ἀποστέλλουν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσπράττουν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὰ καθυστεροῦν. (Μεταξὺ αὐτῶν πληροφοροῦμαι ὅτι ὑπάρχουν πολλοί, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουν ἀπὸ 5–30 χιλιάδας δραχμῶν. Ἐπερωτῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν: εἶναι ἀληθὲς τοῦτο; καὶ ἂν ᾖναι ἀληθές, τί φρονεῖ ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ δι’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των ὀφείλουν νὰ προστατεύουν, ἀπεναντίας παραβλάπτουν τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος δεινῶς πενομένης; Ἀπὸ μέρους μου καὶ πρὶν ἢ ἀκούσω τὸν κ. ὑπουργὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἤθελον προτείνει νὰ παύσουν αὐτοὶ καὶ νὰ σταλῶσιν ἀντ’ αὐτῶν πέντε, δέκα τίμιοι, οἱ ὁποῖοι νὰ ἠξεύρουν νὰ θυσιάζωνται ὡς ἄτομα ὑπὲρ τοῦ ὅλου καὶ οὐχὶ νὰ ἀδικῶσι τὸν ἑλληνισμόν. Αὐτὸ θέλει ὁ νόμος, αὐτὸ ἡ δικαιοσύνη, αὐτὸ θέλει τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον μας.

§27ΛΕΚΚΑΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἂν οἱ προξενικοὶ ὑπάλληλοι δίδουν ἐτησίως τὸ ὑπόμνημά των εἰς τὴν κυβέρνησιν, πολλὰ καλὰ δύνανται νὰ προκύψουν, διότι οἱ προξενικοὶ ὑπάλληλοι ἔχουν τὸ καθῆκον νὰ προστατεύσουν τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ νὰ ἀναφέρουν περὶ τοῦ ἐμπορίου καὶ περὶ πάντων, τῆς βιομηχανίας κλπ.

§28Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργ.) Δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω ἀπολύτως ἂν οἱ φαινόμενοι ὡς καθυστεροῦντες προξενικοὶ ὑπάλληλοι ἀληθῶς καθυστεροῦν, διότι κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν λογαριασμῶν εὑρέθησαν πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ὡς ἐξοφλήσαντες τὸ χρέος των. Γίνεται μακρὰ ἐργασία σπουδαία καὶ σύντονος, ὥστε οἱ λογαριασμοὶ αὐτοὶ νὰ ἐκκαθαρισθῶσι καὶ εἰς περίστασιν καθ’ ἣν εὑρεθῶσι πρόξενοι σφετερισθέντες καὶ μὴ ἀποδώσαντες τὸ χρέος των, τὸ ἀποτέλεσμα θέλει εἶσθαι κατ’ αὐτῶν, νὰ μὴ ἦναι πλέον ὑπάλληλοι. Σήμερον δὲν δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω περὶ τῶν καθυστερούντων, διότι δὲν ἐξελέγχθησαν λογαριασμοί. Χαίρω διότι λαμβάνω τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω ὅτι ἴσως ζητηθῇ πίστωσις διὰ τὴν ἐκτύπωσιν τῶν ἐκθέσεων τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων. Ὁμολογῶ ὅτι ὑπάρχουσι πολλαὶ προξενικαὶ ἐκθέσεις λίαν σπουδαῖαι, αἱ ὁποῖαι παρημελήθησαν ὑφ’ ὅλων ἡμῶν, καὶ φρονῶ ὅτι πρέπει αἱ τοιαῦται ἐκθέσεις νὰ δίδωνται εἰς τὴν δημοσιότητα διότι πολλῶν πραγμάτων γνῶσιν θέλουσι παρέξει εἰς τὸ δημόσιον καὶ εἰς τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν.

§29ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.

§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀγαπᾶτε, κύριοι βουλευταί, νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως;

§31ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.

§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὰ δὲν εἶναι ἐντελῶς ἐκκαθαρισμένοι οἱ λογαριασμοί.

§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε λοιπὸν ἐπανερχόμεθα, ὅταν τελειώσῃ ἡ ἐκκαθάρισις τῶν λογαριασμῶν.

§34ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.

§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει νομοσχέδιον περὶ ἑρμηνείας τοῦ ΣΚΖʹ. νόμου ἀφορῶντος τὴν παραχώρησιν κτημάτων εἰς τὸν Ὀθωμανὸν Μέτον Ὀστᾶ Μπραλόπουλον. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ γʹ. ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκβολάδων· ὁ κύριος Λομβάρδος ἔχει τὸν λόγον.

§36ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ἀναβαίνει τὸ βῆμα). Δὲν εἶναι κανεὶς ἄλλος νὰ ὁμιλήσῃ κατά, κ. πρόεδρε;

§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι κανεὶς ἄλλος ἐγγεγραμμένος.

§38ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διότι χθὲς ὡμίλησεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.

§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ, κύριοι, κανεὶς ἄλλος τὸν λόγον; διότι ὁ κ. Λομβάρδος εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν χθὲς ἀγορεύσαντα τελευταῖον.

§40Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ ἀγορεύσας χθὲς ἦτο ὑπουργὸς, καὶ δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν.

§41ΤΙΝΕΣ. Πῶς δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν;

§42Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, νὰ ὁμιλήσω ἐγώ. Τὸ φρόνημα, κύριοι, τὸ ὁποῖον οἱ ἀγορεύσαντες μέχρι τοῦδε ἐνέπνευσαν εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην τοῦ νὰ συζητήσῃ, ἐξετάσῃ καὶ ἀποφασίσῃ τὸ ζήτημα τὸ λαυριακὸν, μακρὰν τῆς πολιτικῆς, μακρὰν τῶν συμπαθειῶν καὶ τῶν ἀντιπαθειῶν, μὲ πνεῦμα οἰκογενειακὸν, τὸ φρόνημα τοῦτο εἶναι λυσιτελέστατον πρὸς εὕρεσιν τοῦ ὀρθοῦ, τοῦ νομίμου καὶ τοῦ συμφέροντος εἰς τὴν Ἐπικράτειαν. Ἀλλὰ, κύριοι, κινδυνεύει τὸ φρόνημα τοῦτο, κινδυνεύει ἡ ἁρμονία ἡ οἰκογενειακὴ, διότι τινὲς, διὰ νὰ μὴ εἴπω οἱ πλεῖστοι, τῶν ἀγορευσάντων, μεγάλην ὑπόληψιν ἔχοντες εἰς τὰς κρίσεις καὶ τὰς γνώμας των, δὲν ἠθέλησαν οὔτε κατὰ κεραίαν ν’ ἀπομακρυνθῶσι τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας πρεσβεύουσι καὶ ὑπέβαλον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν ἠθέλησαν νὰ παραδεχθῶσι τίποτε ἐξ ὅσων ἄλλοι ὑπέβαλον ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, καὶ εἴδετε ὅτι μᾶς ἀπησχόλησαν διὰ δύο ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου τὰ ἐπιψηφισθέντα, πολλὰς ἡμέρας. Καὶ ἂν, κύριοι, ἡ συμβιβαστικὴ μεσολάβησις τοῦ ἐκ Καλαβρύτων ἐντίμου βουλευτοῦ κ. Ζαΐμη δὲν ἐπήρχετο, ἴσως ἠδύναντο ἀκόμη νὰ μᾶς κρατήσουν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην. Δὲν εἶναι ὁ ἐγωϊσμὸς ὁ ἀδικαιολόγητος, ὅστις δύναται νὰ διαταράξῃ τὴν οἰκογενειακὴν ἁρμονίαν, τὴν χρησιμοτάτην εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλ’ ἐῤῥίφθησαν, κύριοι, καὶ ἀφορμαὶ μομφῶν καὶ αἰτιάσεων ἀπὸ μέρους τινῶν. Πολλοὶ φέροντες βαρέως ἄτομα καὶ δυσμενῶς διακείμενοι, πρὸς ἄτομα, ἠθέλησαν νὰ ἀναμίξουν τὰ ἀτομικά των τὰ προγενέστερα εἰς τὸ ἐθνικὸν τοῦτο ζήτημα. Εἶναι δίκαιον λοιπὸν αὐτὰ τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα νὰ λείψωσιν, ἂν τῷ ὄντι ἐμφορούμενοι ἅπαντες ὑπὸ τῆς ἰδέας τοῦ γενικοῦ ἀντιπροσώπου ὀφείλομεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν, χωρὶς νὰ ἐννοῇ ἕκαστος ὅτι ὅ,τι λέγει εἶναι χρησμὸς ἀνεπίδεκτος ἀμφισβητήσεως, καὶ ὅτι τ’ ἀτομικά μας πρέπει ν’ ἀναμίξωμεν εἰς τὸ ζήτημα. Πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ὅ,τι διάσημος δημοσιογράφος εἶπεν ἀνήκω εἰς πολιτικὴν ἀπόχρωσιν, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶμαι ὀπαδὸς τῆς σώφρονος ἐλευθερίας, ἣν εὐχαρίστως ἀξιῶν νὰ λάβω ἀπὸ τὸν Οὐασιγκτῶνα, δὲν θὰ δυσαρεστηθῶ ἂν μοῦ τὴν δώσῃ εἷς Στουάρτης, ἀλλὰ καὶ μετὰ τοῦ Κρόμβελ συνδιαλλάσσομαι, ἂν πρόκηται νὰ μοὶ ἀναγνωρίσῃ ταύτην» Ναὶ, τὸ Λαύριον νὰ σώσωμεν καὶ νὰ ἐξασφαλίσωμεν, καὶ εἶναι ἀδιάφορον τίς θὰ ἔχῃ τὴν πρωτοβουλίαν. Δὲν θέλομεν, κύριοι, εἰμὴ νὰ διασώσωμεν ἕνα πλοῦτον πολὺν ἢ ὀλίγον, ἀδιάφορον, τὸν ὁποῖον ἡ θεία Πρόνοια διεφύλαξεν, ἡμεῖς δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα οὔτε δορυφόροι τῆς κυβερνήσεως, οὔτε δορυφόροι τῶν κομμάτων, ἀλλ’ ἀπαθῶς καὶ τὸ συμφέρον μόνον τῆς πολιτείας ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Μεταξὺ τῶν ἄλλων, κύριοι, τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι παρουσιάσθησαν εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν, δύο εἶναι αἱ οὐσιωδέστεραι προτάσεις, ἡ πρότασις τῆς κυβερνήσεως καὶ ἡ πρότασις, ἡ ὑπογραφεῖσα ὑπὸ τῶν βουλευτῶν μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶμαι εἷς καὶ ἐγώ. Διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης ἡμεῖς, ὅσοι ὑπεγράψαμεν, ἀντιτασσόμενοι κατὰ τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου, τρία τινὰ ἐζητήσαμεν, πρῶτον· πεπεισμένοι ὄντες, ὅτι αἱ ἐκβολάδες τοῦ Λαυρίου ἦσαν, εἶναι καὶ ἔσονται περιουσία τοῦ Κράτους, ἔπρεπε νὰ διατεθῶσιν, ἀλλὰ διὰ νὰ διατεθοῦν, ἀσυμφωνίαι τινές, διχογνωμίαι, ἐνδοιασμοί, οἵτινες ἐξετέθησαν ἀπὸ τοῦ 1867 ἀπὸ μέρους νομικῶν, ἀπὸ μέρους διοικούντων, καὶ ἀπὸ μέρους τῶν δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα ἐπελήφθησαν τῆς ὑποθέσεως, ἔπρεπε νὰ ἐκλείψωσι, ἐπερχομένου νόμου, ὅστις νὰ εἴπῃ ὅτι κατὰ τοὺς ὑπάρχοντας νόμους ἦσαν περιουσία τοῦ κράτους. Δεύτερον διὰ νὰ διατεθῶσιν, ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ ὁ ὁρισμὸς αὐτῶν, διότι καὶ περὶ τῆς σημασίας τῶν ἐκβολάδων μακρὰ συζήτησις ἐπῆλθε καὶ τρίτον ἔπρεπε νὰ ὁρισθῶσι τὰ περὶ τῆς διαθέσεως μετὰ προηγουμένην σπουδὴν τῆς ἀξίας καὶ τῆς ἐκτάσεως αὐτῶν. Νομίζομεν ὅτι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλομεν κανονίζει τὰ τρία ταῦτα. Δὲν ἐμφορούμεθα ὑπὸ ἐγωϊσμοῦ ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη εἶναι πλήρης, εἶναι τελεία, ὅτι εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ καὶ ἀνεξετάστως νὰ γείνῃ δεκτὴ, διότι τοῦτο θὰ ἦτο μωρία. Ἐξεφράσαμεν μίαν γνώμην, ἀνεδέχθημεν νὰ τὴν ὑπερασπισθῶμεν, τὴν ὑποβάλλομεν καὶ δὲν τὴν ἐπιβάλλομεν, ἕτοιμοι ὄντες ἂν νέα γνώμη παρουσιασθῇ, νὰ ὑποστῶμεν ἢ νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν ὑποτροπολογίαν. Ἐκτὸς τούτου, κύριοι, διὰ νὰ πραγματοποιηθῶσι τὰ περὶ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων ἐκάμαμεν τὴν σκέψιν ὅτι ἀφοῦ ἐμάθαμεν ὅτι ἦσαν, εἶναι καὶ ἔσονται ἐθνικὴ περιουσία, ἐνόσῳ δὲν ἀπαλλοτριωθῇ τούτων τὸ κράτος, ἀφοῦ ἐμάθαμεν ὅτι εἰς τὰς ἐκβολάδας κατατάσσονται πᾶσαι αἱ μεταλλικαὶ οὐσίαι, παρίσταται ἀναπόφευκτος ἡ ἀνάγκη νὰ ἴδωμεν τί εἶναι αὗται. Αὐτὸ δὲν ἀπαιτεῖται, κύριοι, ἀπὸ τὴν Βουλὴν σήμερον, ἀλλὰ γίνεται πάντοτε ἀπὸ πάντα ἰδιοκτήτην. Πρόκειταί τις νὰ διαθέσῃ τὸ κτῆμά του, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀνατρέξῃ εἰς οἰκονομολόγους ἐπιστήμονας διὰ νὰ κανονίσῃ τὸ μίσθωμα καὶ τὸ συμβόλαιον· θὰ συμβουλευθῇ τὰ συμφέροντά του, τὰς δυνάμεις του, θὰ μάθῃ τί ἔχει καὶ τότε θὰ κάμῃ χρῆσιν ἢ κατάχρησιν τοῦ κτήματός του· διότι τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος δὲν ἔχει ἔννοιαν ἂν δὲν ἀναγνωρισθῇ εἰς τὸν κύριον τὸ δικαίωμα τῆς χρήσεως καὶ καταχρήσεως τοῦ κτήματός του. Πρὶν ἢ ἔχῃ γνῶσιν τῶν δικαιωμάτων τούτων, δὲν θὰ ἦτο συνετὸν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην νὰ προβῇ εἰς πώλησιν ἢ μίσθωσιν ἀγνώστου οὐσίας καὶ ἀξίας, καὶ λέγοντες ἰδιοκτήτην ἐννοοῦμεν οὐ μόνον τὸν ἰδιώτην, ἀλλὰ καὶ τὸν δῆμον καὶ τὴν ἐπαρχίαν καὶ τὸν νομὸν καὶ τὸ κράτος. Ἐννοούσαμεν λοιπὸν διὰ τῆς τροπολογίας μας ὅτι, ἀφοῦ δὲν γνωρίζομεν ἀκριβῶς τί περιέχουσιν αἱ ἐκβολάδες, ποῦ κεῖνται, πόσαι εἶναι, ἔπρεπε νὰ συστήσωμεν τὴν ἔκδοσιν νόμου κανονίζοντος τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ τὸ μάθωμεν, καὶ ὕστερον νὰ ὁρίσωμεν πῶς πρέπει νὰ γείνῃ ἡ διάθεσις αὐτῶν. Ἐκτὸς τούτου, κύριοι, μέχρις οὗ γείνῃ αὐτὸς ὁ νόμος, ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῶσι μέτρα ἐξασφαλίζοντα καὶ τὰς ἐκβολάδας καὶ τὰς σκωρίας, τὰς ὁποίας πολὺ εὐθηνὰ διεθέσαμεν ὑπὲρ μιᾶς ἑταιρίας, καὶ ἂν δὲν πιστεύσωμεν ὅλα ὅσα παρεστάθησαν ἐνώπιόν μας περὶ ταύτης, τὸ τρίτον αὐτῶν ἐὰν παραδεχθῶμεν ὡς βέβαιον, τὸ κράτος ὑπέστη σημαντικὴν ζημίαν. Νὰ ἐξασφαλίσωμεν λοιπὸν τὰς ἐκβολάδας καὶ τὰς σκωρίας δίδοντες μίαν κύρωσιν εἰς ἕνα νόμον τὸν ὁποῖον κατεσπευσμένως τὴν ἑσπέραν τῆς 20 Μαρτίου ἐψηφίσαμεν· διότι ἐπὶ παντὸς ἀντικειμένου δὲν ἔχουν ἀξίαν οἱ νόμοι, ἅμα δὲν ἔχουν κῦρος· ὁ νοῦς, ἡ ζωὴ, ἡ κεφαλὴ τοῦ νόμου εἶναι ἡ κύρωσις, καὶ κύρωσιν δὲν ἔχει ὁ νόμος αὐτός· διότι, κύριοι, ἄν τις κλέψῃ, διαρπάσῃ τὰς ἐκβολάδας αὐτάς, δὲν ἔχετε νόμον ὑποχρεοῦντα τὰ δικαστήρια εὐσυνειδήτως λειτουργοῦντα κατὰ τοὺς νόμους των νὰ ἐπιβάλουν ποινήν· διότι εἰς τὸν ὑπάρχοντα ποινικόν μας νόμον δὲν ὑπάρχει διάταξις ἄλλη παρὰ τὴν περὶ νομημάτων (ἄρθρ. 226), ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὸ διπλάσιον τῆς ἀξίας τοῦ ἀφαιρεθέντος πράγματος· δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τοῦ ἅρπαγος ἡ διάταξις αὕτη; ἀμφιβάλλω· διότι ὁ νόμος ὁ κανονίζων τὰ νουήματα δὲν ἐκυρώθη, καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν τὰ δικαστήρια δύνανται νὰ καταλογίσωσιν εἰς τὸν ἅρπαγα ὡς ἔχοντα ἐν τῇ προθέσει, ὅτε παρεβίαζε τὸν νόμον αὐτὸν, ὅτι ἐξετέλει τὴν πρᾶξιν τοῦ ἄρθρου 226 τοῦ ποιν. νόμου Τὴν διάταξιν περὶ κλοπῆς δὲν δύνανται τὰ δικαστήρια νὰ τὴν ἐφαρμόσουν ὡσαύτως, διότι ἀμέσως γεννᾶται τὸ ζήτημα κινητὰ ἢ ἀκίνητα εἶναι αἱ ἐκβολάδες; ἀκίνητα δὲν ἀνεγνωρίσθησαν ἀπὸ καμμίαν νομοθεσίαν· δυνατὸν νὰ εἴπητε ὅτι εἶναι κινητὰ, ἀλλὰ δὲν βλέπω ὅτι δύναται ὁ ποινικὸς νόμος νὰ ἐπιβάλῃ ἀναλόγους ποινάς· ὥστε ὁ νόμος, ὅστις ἐψηφίσθη κατὰ τὸν Μάρτιον, ὡς καὶ ἤδη ὁ προκείμενος νὰ ψηφισθῇ ἄνευ κυρώσεως ἔχει ἀνάγκην βίας καὶ ἰδιωτικοῦ πολέμου διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ· κύριοι, θὰ ἐπιτρέπεται τὸ τοιοῦτον; δύναται νὰ ᾖναι λυσιτελές; εἶναι δυσχερέστατον νὰ φυλάξωμεν μίαν ἰδιοκτησίαν ἀγρύπνους φύλακας ἔχοντες ἀεννάως. Ἦτο ἀνάγκη λοιπὸν ἑνὸς νόμου πρὸς κύρωσιν τοῦ ὑπάρχοντος νόμου, καὶ αὐτὸ περιέχει ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλαμεν. Τὸ νομοσχέδιον τῆς κυβερνήσεως ἀντιστρατεύεται κατὰ τῶν διατάξεων αὐτῆς, καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, τὸν ὁποῖον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἀγορεύσαντα ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ συγχαρώ, διότι τῳόντι διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του ἐκείνης ἔδειξεν, ὅτι ἐκτιμᾷ τὸ δημόσιον φρόνημα καὶ τὴν κοινὴν γνώμην, τὴν μὴ ἀποπλανημένην, ἀναγνωρίζει τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶσα κυβέρνησις πατριωτικὴ, ἀναλαμβάνουσα τὴν διοίκησιν τοῦ κράτους, τοῦ νὰ μὴ ἔχῃ ἄλλον κανόνα εἰς τὰς πράξεις της παρὰ τὸ ὑπέρτατον συμφέρον τῆς πολιτείας, ὁ κύριος πρωθυπουργὸς, ὅστις μοὶ ἔδωκεν αὐτὴν τὴν ἀφορμὴν νὰ τὸν συγχαρώ, χθὲς μὲ ἠνάγκασε νὰ μεταβάλω τὴν περὶ αὐτοῦ γνώμην, διότι ἐμέμφθη πικρῶς τῆς πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλαμεν, λέγων ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐπράξαμεν τίποτε παρὰ ἐφέραμεν ἀτελέστατον σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει εὔλογον σκοπὸν, ἀλλὰ περιέχει διατάξεις συντακτικῆς συνελεύσεως· διότι κανονίζει τὰς πράξεις τῆς μελλούσης Βουλῆς, καὶ ὅτι ἐπαλινῳδήσαμεν εἰς ἀντίφασιν περιπεσόντες. Βεβαίως, κύριοι, ἐμμένων πιστῶς εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἅπαντες οἱ συνάδελφοι ἐξέφρασαν ὅτι δὲν πρέπει νὰ συνδαυλίζωμεν μίση καὶ διαιρέσεις κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, δὲν φέρω βαρέως τὴν ἐπίκρισιν τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ κάμνω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ ἰσχυρισμοῦ αὐτοῦ τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ. Ἡμεῖς εἴπομεν ὅτι βάσις τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων διὰ τοῦ ἀναγκαίου νόμου τοῦ ἐκδοθησομένου θέλει εἶσθαι ὁ διαγωνισμός· ἂν τὸ κράτος δὲν ἀναδεχθῇ νὰ καμινεύσῃ ἢ τὸ ὅλον ἢ μέρος τῶν ἐκβολάδων, δὲ ἐνοούσαμεν νὰ κανονίσωμεν τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα μία Βουλὴ μεταγενεστέρα ἔχει νὰ ἐξασκήσῃ· ἐννοούσαμεν νὰ ὑποδείξωμεν τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἔχει νὰ μετέλθῃ ἡ κυβέρνησις, προκηρύττουσα τὴν δημοπρασίαν καὶ τοὺς ὅρους, ἔχουσα ὡς βάσιν τὸν συναγωνισμὸν, καὶ μένει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ αὐτὸν τὸν νόμον ἢ νὰ συντάξῃ ἄλλον, νὰ ὁδηγήσωμεν δὲ καὶ τὸν ἐργολάβον ὅτι ὅ,τι προσφέρει θὰ τὸ προσφέρῃ διὰ τοῦ συναγωνισμοῦ καὶ ἂν θὰ γείνῃ κατακύρωσις, θὰ γείνῃ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ. Τί δικαιώματα συντακτικῆς συνελεύσεως ἠθελήσαμεν νὰ ἐξασκήσωμεν καὶ ἐπιβάλωμεν εἰς τὴν νέαν Βουλήν; Εἶναι κακόζηλος ἡ φράσις αὕτη; ἔχει τὸ δικαίωμα καθεὶς νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν διόρθωσίν της. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι αὐτό, τὸ ζήτημα εἶναι ἄλλο. Τοῦτο συνίσταται εἰς τὸ ὅτι, ἐὰν πρέπῃ ἀπὸ τοῦδε ἡ βουλὴ, καί τοι ἀγνοοῦσα τὸ τί εἶναι αἱ ἐκβολάδες, ἐὰν πρέπῃ νὰ δώσῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν ἐξουσίαν ν’ ἀπαλλοτριωθῇ μιᾶς λειτουργίας τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτὴν καὶ νὰ εἴπῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, πρὸς τοὺς μηχανικοὺς, πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους της φροντίσατε ἐντὸς 6 ἢ 15 μηνῶν νὰ μάθητε τί περιέχουσιν αἱ ἐκβολάδες καὶ τότε διαθέσατε αὐτὰς ὅπως σεῖς ἐγκρίνητε ἀνθ’ ἡμῶν. Ἐνομίσαμεν, κύριοι, ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου, ἡ ὁποία ἐπαγγέλλεται τὸ κοινοβουλευτικὸν καὶ τῆς ὁποίας πολλὰ μέλη ἔχουσιν ὡς δόγμα ὁ τόπος διὰ τοῦ τόπου, τοιοῦτο σύστημα δὲν ἤθελε τὸ ὑποστηρίξει, διότι τί περιέχει αὐτό; λέγει καί τοι διατελοῦντες σεῖς οἱ βουλευταὶ εἰς ἄγνοιαν τοῦ πράγματος, σπεύσατε ὅμως νὰ μοὶ δώσητε αὐτὴν τὴν ἀπόλυτον ἐντολὴν καὶ ἀπέλθετε· αὐτὸ εἶναι σύμφωνον μὲ τοὺς κοινοβουλευτικοὺς κανόνας; δυνάμεθα ἡμεῖς ἐν ἀγνοίᾳ πληρεστάτῃ διατελοῦντες τῆς καταστάσεως τοῦ Λαυρίου νὰ τὸ παραδεχθῶμεν, ἀπαλλοτριούμενοι ἑνὸς δικαιώματος τὸ ὁποῖον μᾶς ἔδωκεν ὁ νόμος, ἢ μιᾶς ὑποχρεώσεως ἡ ὁποία ἀνετέθη εἰς ἡμᾶς τοῦ νὰ μὴ νομοθετῶμεν ἢ διαθέτωμεν ἐθνικὴν περιουσίαν ἐν ἀγνοίᾳ; δυνάμεθα νὰ τὸ πράξωμεν χωρὶς νὰ δώσωμεν λόγον εἰς τὸν ἑαυτόν μας καὶ εἰς τὴν συνείδησίν μας; Νομίζω, ὅτι ὑπέρογκος εἶναι ἡ ἀξίωσις τῆς κυβερνήσεως τοῦ ν’ ἀπαλλοτριωθῇ ἡ Βουλὴ τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον κέκτηται περὶ τῆς ἀσφαλοῦς διαγνώσεως τοῦ πράγματος τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ διαθέσῃ καὶ νὰ περιβάλῃ μὲ τοιαύτην ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην τὴν κυβέρνησιν· δὲν πρόκειται περὶ τῆς κυβερνήσεως τοῦ παρόντος, ἀλλὰ περὶ πάσης ἄλλης, διότι αἱ κυβερνήσεις δὲν εἶναι παρὰ διαβατικαὶ, ὀλίγον διαφέρουσαι τῶν περιηγητῶν, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ λειτουργοῦσιν ὡς εἰς ταμεῖον ἀρχαιοτήτων κτλ. Μᾶς μέμφονται, ὡς ἀντιφάσκοντας, διότι ἐσπεύσαμεν τὸν Μάρτιον τὴν διάθεσιν τῶν ἐκβολάδων, καὶ ἤδη ζητοῦμεν ἀναβολὴν, ἀλλ’ ἀπατῶνται, τότε ἐσπεύδομεν τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἐθνικότητος ἢ κυριότητος τῶν ἐκβολάδων, ὅπερ ἤδη ἐγένετο, καὶ ἤδη ζητοῦμεν τὴν διάθεσιν μετὰ σπουδὴν τῆς καταστάσεως αὐτῶν. Φρονοῦμεν ὅτι ἀφοῦ ἐλύθη τὸ ζήτημα τῆς κυριότητος τῶν ἐκβολάδων, ἀφοῦ ἐλύθη τὸ ἕτερον ζήτημα τῆς τερμινολογίας τῶν ἐκβολάδων, πρόκειται νὰ λυθῇ τὸ ἂν ἀπὸ τοῦδε θὰ διατεθῶσιν. Ἐπιμένομεν, κύριοι, ὅτι τὸ λυσιτελέστερον καὶ τὸ συμφερώτερον εἰς τὴν ἐπικράτειαν εἶναι νὰ μὴ διατεθῶσι ἀπὸ τοῦδε, ἀλλὰ νὰ γείνῃ σπουδαία ἔρευνα, καὶ ἐπιστημονικὴ κατεργασία, ἁρμόζουσα, ὅπως διακριθῇ τὸ περιεχόμενον τῶν ἐκβολάδων, καὶ νὰ γείνῃ κατόπιν, ἀφοῦ συλλεχθῶσι πᾶσαι αἱ πληροφορίαι, ὁ νόμος. Διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ νομίζω, ὅτι ὑπηρετοῦμεν ἀσφαλέστερον τὰ συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας, δὲν ἀδικοῦμεν κανένα, ἀπαλλαττόμεθα καὶ ἡμεῖς μιᾶς εὐθύνης, ἡ ὁποία δύναται νὰ μᾶς βαρύνῃ καὶ πέραν τοῦ τάφου, ὅτι ἐσπεύσαμεν νὰ διαθέσωμεν αὐτὴν τὴν περιουσίαν· ἄλλως τε ἐνθυμηθῆτε, ὅτι ἐὰν κατὰ τὸ 1867, ὅτε παραχωρήσαμεν τὰς σκωρίας, ἐγένοντο δεκταὶ αἱ παρατηρήσεις, καὶ δὲν ἀπέῤῥιπτεν αὐτὰς ἡ πλειοψηφία, διότι δῆθεν δὲν ἐπρόκειτο περὶ τοιούτου σπουδαιοτάτου ἀντικειμένου, ὅπως νῦν πρόκειται, διότι ὁπωσδήποτε αἱ σκωρίαι σχετικῶς πρὸς τὰς ἐκβολάδας εἶναι ἀνάξιον πρᾶγμα, δὲν θὰ εἴχαμεν τὰ ἐπικρατοῦντα παράπονα. Λοιπὸν τὰ σφάλματα ἐκεῖνα, τὰ ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἂς χρησιμεύσωσι σήμερον ὡς μάθημα. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς καθαρᾶς καὶ ἀκαθαρίστου προσόδου νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ, ἀφοῦ προηγουμένως λυθῇ τὸ περὶ ἀμέσου διαθέσεως ζήτημα, ὡς πρὸς τοῦτο παρατηρῶ ὅτι ἂν δὲν εἶμαι οἰκονομολόγος· ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ ἐκ Παρνασίδος ἀντιπρόσωπος κ. Κεχαγιᾶς, νὰ μὴ συμφωνήσω μὲ τὴν γνώμην του τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ὁ κ. Κεχαγιᾶς φαίνεται ὅτι δὲν ἔχει πεποίθησιν, διότι σᾶς εἶπεν, ἂν ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ μία κυβέρνησις τὰς ἐκβολάδας πρὸς 80% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, καὶ ἂν ἦτο ὑπουργὸς, δὲν ἤθελε συγκατατεθῆ, διότι φοβεῖται τὰς παρεξηγήσεις, τὰς συκοφαντίας, τὸ θηρίον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι ὄντως τὸ φοβερώτερον, καὶ ὅλοι πρέπει νὰ τὸ μισῶμεν ἐν τῷ κόσμῳ. Ἀλλ’ ὁ κ. Κεχαγιᾶς πῶς ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβάλῃ φόρον ἔσπευσε νὰ συμφωνήσῃ ἵνα ἐπιβληθῇ τοιοῦτος 10% ἢ καὶ 30%; ἐνθυμεῖσθε ὅτι μετὰ πολλῆς θερμότητος ὑπεστήριξε αὐτοπροσώπως διὰ ῥητορίας του τὸν Μάρτιον ε. ε. τὸ νομοσχέδιον τῆς κυβερνήσεως, περὶ ἐπιβολῆς φόρου, ἰσχυρισθεὶς ὅτι ὅταν τὸ δημόσιον πέρνῃ τὸν φόρον, τί μᾶς μέλλει περὶ τῆς ἰδιοκτησίας! Λοιπὸν ὑπουργὸς, ὅστις εἶναι εὐχαριστημένος νὰ πάρῃ 10 ἢ 30%, διατὶ δυσκολεύεται νὰ δεχθῇ κέρδος 80%; Ἐκτὸς τούτου, ὁ κ. Κεχαγιᾶς, εἶπε, τὸν νόμον πρέπει νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ, καὶ ἂς εἶναι βεβαία ὅτι δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ τώρα, ἀλλ’ ἀφοῦ πρόκειται νὰ μὴν ἐφαρμοσθῇ τώρα, ἀλλὰ μετὰ παρέλευσιν 6 ἢ 15 μηνῶν, διατὶ δὲν δέχεται νὰ ψηφισθῇ; τότε μία μικρὰ ἀναβολὴ ἐγένετο ἀπὸ τῆς 20 Μαρτίου μέχρι σήμερον ἕνεκα ἐνδοιασμοῦ ἐπὶ νομικοῦ ζητήματος, καὶ διεχύθη ἄπειρον φῶς εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ πολλὰ γεγονότα οὐσιώδη ἐξετέθησαν, καὶ τόσα φῶτα διεχύθησαν πρὸς ὄφελος τῆς Βουλῆς, πρὸς ὄφελος τῆς ἐπικρατείας, διατὶ νὰ μὴ πιστεύσητε ὅτι μία ἀναβολὴ ἐπὶ τρεῖς μῆνας ἢ τέσσαρας, δὲν θὰ καταδείξῃ εὐρυτέρας γνώσεις τῶν νόμων τῆς φύσεως γαιολογικὰς, ὀρυκτολογικὰς κλπ; Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζονται οἱ ἀντίθετοι, σπεύδοντες ἀπὸ τοῦδε τὴν διάθεσιν, φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν· ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν περιέχει ἡ τροπολογία μας, εἶναι συμφερωτέρα εἰς τὸ κράτος, εἶναι συμφερωτέρα πρὸς τὴν δικαιοσύνην, πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, καὶ συνιστῶ τὴν παραδοχὴν αὐτῆς.

§43ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. «Δὲν πρέπει νὰ φανῶμεν δορυφόροι τῆς Κυβερνήσεως, δὲν πρέπει νὰ φανῶμεν δορυφόροι κόμματός τινος, ἀλλὰ πρέπει ἐν ἀδελφικῇ ὁμονοίᾳ καὶ οἰκογενειακῶς νὰ συζητήσωμεν τὸ προκείμενον ζήτημα» εἶπε προοιμιαζόμενος ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τοῦ βήματος. «Ἀλλοίμονον εἰς τὸ κόμμα, ἀλλοίμονον εἰς τὸ ἄτομον, τὸ ὁποῖον τὸ προκείμενον ζήτημα θέλει νὰ συζητήσῃ ὑπὸ ἔποψιν κομματικήν. Ἀλλοίμονον εἰς αὐτὸ, διότι ὑπάρχει Θεὸς, ὑπάρχει δικαιοσύνη,» εἶπε χθὲς προοιμιαζόμενος εἷς τῶν ἐντίμων ἀγορευσάντων· ἀλλὰ «εἰ ἀληθῶ, ἄρα δικαιοσύνην ζητεῖτε, ἀλήθειαν εἴπατε, υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων» λέγω καὶ ἐγὼ προοιμιαζόμενος. Μὴ παραξενευθῆτε, Κύριοι, ἂν ἐπικαλοῦμαι ῥητὸν τῆς Γραφῆς· διότι ἐκτὸς τῆς Γραφῆς δὲν ἔμεινε τίποτε, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἐπικαλεσθῶσιν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν Γραφὴν διὰ δύω λόγους, πρῶτον μὲν, διότι ἂν ἐπεκαλούμην ἕτερόν τι, θὰ ἔτρεχα τὸν κίνδυνον νὰ μοὶ εἴπωσιν, ὅτι καὶ ἐγὼ συνέτεινα εἰς τὸ νὰ γίνῃ ἡ Βουλὴ αὕτη σφαγεῖον τῶν ἐπιστημῶν, δεύτερον, διότι ἀφοῦ ὅλοι πανταχόθεν μᾶς λέγουσιν ὅτι συζητοῦμεν ἐν ὁμονοίᾳ καὶ οἰκογενείᾳ καὶ ἀδελφότητι, ὀφείλω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν εἰρηνοποιὸν Γραφὴν, καὶ ἑπομένως νὰ εἴπω, «εἰ ἀληθῆ ἄρα δικαιοσύνην ζητεῖτε, ἀλήθειαν εἴπατε υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων». Αἱ συζητήσεις τοῦ π. Μαρτίου (ἐλέχθη ἐπανειλημμένως) ἔφερον τοῦτο τὸ καλὸν, ὅτι μᾶς ἔκαμαν νὰ ὁμονοήσωμεν πάντες, καὶ ἂν τυχὸν ὑπάρχουσιν εἰσέτι διαφωνίαι τινες, αὗται εἶνε δι’ ἐπουσιώδη τινα, εἰς τὰ ὁποῖα χάριν πείσματος τινὲς ἐπιμένουσιν, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Δημητριάδης πρὸ ὀλίγου, χάριν πείσματος εἰς τὸ νὰ μὴ ὑποχωρήσωμεν διόλου, ἔστω καὶ δι’ ἓν μόριον, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς δὲν ὑπεστηρίξαμεν. Παραδέχομαι τὸ πρῶτον, ἀποκρούω τὸ δεύτερον, παραδέχομαι (ἀφοῦ οἱ ἀναβάντες εἰς τὸ βῆμα τὸ ὡμολόγησαν), ὅτι πρέπει ἀδελφικῶς καὶ οἰκογενειακῶς νὰ συζητήσωμεν, δὲν παραδέχομαι δὲ, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία διαφωνία, ἀλλ’ εἰς ἐπουσιώδη τινα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπιμένουν τινὲς ἐκ πείσματος, ἢ ἐκ δυστροπίας. Αἱ συζητήσεις τοῦ Μαρτίου, κύριοι, τοῦτο τὸ ἐξαγόμενον κατ’ ἐμὲ ἔφεραν, ἤλλαξαν τὴν θέσιν τῶν διαφωνούντων, καὶ ἐν τῇ ἀλλαγῇ ταύτῃ, ἐνῷ οἱ μὲν ἐστράφησαν πρὸς τὴν θέσιν τῶν δὲ, οὗτοι φθάσαντες εἰς τὴν θέσιν τῶν πρώτων, τὴν ὑπερέβησαν, ἡ διάστασις ἑπομένως σήμερον εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα ἢ πρὶν τοῦ Μαρτίου. Ἐξηγοῦμαι· κατὰ τὰς συζητήσεις τοῦ Μαρτίου οἱ πλειοψηφήσαντες κατὰ τὴν 17 καὶ 18 ἐζήτησαν ἀναβολὴν ὡρισμένην, μετὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Πάσχα, μέχρι τῆς ἐκ νέου ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, οἱ δὲ μειονοψηφήσαντες τότε ὑπεστήριζον ἄμεσον συζήτησιν, ἄμεσον ψήφισιν, ἄμεσον διάθεσιν τῶν ἐκβολάδων.

§44Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὴν ἰδίαν πρότασιν ἔχομεν καὶ σήμερον.

§45ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οἱ μὲν ἐζήτησαν τὴν ὀλιγοήμερον ἀναβολὴν, ὅπως σκεφθῶσι, καὶ φθάνοντες εἰς ἓν συμπέρασμα, φέρωσιν, ὡς ἤδη φέρουσι, τὴν ἰδέαν των ἐν τῇ Βουλῇ, οἱ δὲ, ζητήσαντες τὴν ἄμεσον ἐπιψήφισιν κατὰ τὴν δεκάτην ἑβδόμην καὶ δεκάτην ὀγδόην Μαρτίου, ζητοῦσι σήμερον τὴν ἀναβολὴν, καὶ τὴν ζητοῦσιν ἐπ’ ἀόριστον. Ἰδοὺ διὰ τί λέγω αἱ συζητήσεις ἐκεῖναι ἔφερον μείζονα χωρισμὸν, καὶ ἡ ἀπόστασις εἶνε ἤδη μεγαλιτέρα. Ἀναβολὴ ἀόριστος. Ἐπιτρέψατέ μοι λίαν βραχέως, καὶ λίαν συντόμως, χωρὶς νὰ σᾶς ἐπασχολήσω πολὺ, (διότι δὲν ἔχω τὴν διάθεσιν νὰ κρατήσω πολὺ τὸ βῆμα, ἀρκοῦντως τὸ ἐκράτησαν ἤδη ἐπὶ 14 ἡμέρας ἄλλοι), ἐπιτρέψατέ μοι, λέγω, νὰ ἐπαναφέρω εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν καὶ νῦν συζητήσεις τοῦ Ἀπριλίου, τοῦτο θὰ μᾶς ὠφελήσῃ πολὺ καὶ εἰς τὴν περαιτέρω συζήτησιν καὶ εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Συνήλθομεν ἵνα ἐπαναλάβωμεν τὰς ἐργασίας μας, καὶ ὅλος ὁ κόσμος ἐγίνωσκεν ὅτι ἡ κυβέρνησις, ἢ διὰ νὰ ἐκφρασθῶ καθαρώτερον, εἰλικρινέστερον, ἀληθέστερον, οἱ ψηφίσαντες κατὰ τὴν 17 καὶ 18 Μαρτίου, ἐξέθεσαν τὰς ἰδέας των ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων εἰς ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἦτον ἤδη τυπωμένον, ἐγινώσκετε τοῦτο, ἐπειδὴ ἀμέσως ἅμα συνῆλθεν ἡ Βουλὴ διενεμήθη τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἵνα μὴ φανῇ, ὅτι παρεμβάλλεται χρονοτριβή τις, ἵνα ἀμέσως ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, ὅπως ἐφρόνουν καλῇ τῇ πίστει οἱ ψηφίσαντες κατὰ τὴν 17ην καὶ 18ην Μαρτίου τὴν τότε ἀναβολὴν, καθότι ἡ ἀναβολὴ ἐκείνη δὲν ἦτον ἀναβολὴ ἐπ’ ἄπειρον καὶ ἐπ’ ἀόριστον, ἀλλ’ ὀλιγοήμερος πρὸς σύσκεψιν. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, καλῶς ὅτι δὲν ἐπερίμενον νὰ ἀναγνωσθῇ ἐν τῇ Βουλῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὅπως ἐν εἰλικρινείᾳ, ἐν ἀδελφότητι καὶ οἰκογενείᾳ συζητηθῇ, καὶ φανῶσιν αἱ τυχὸν ἐλλείψεις του, προταθῶσιν αἱ τυχὸν ἀναγκαῖαι διορθώσεις, ἀλλὰ σπεύδοντες, μόλις ἤρξατο ἡ συνεδρίασις, πρὶν ἀκόμη λάβῃ καιρὸν ὁ ὑπουργὸς ν’ ἀναβῇ τὸ βῆμα καὶ εἰσαγάγῃ τὸν νόμον, ὁ κύριος Δημητριάδης ἀνέβη τὸ βῆμα καὶ ἐπρότεινε τὸ ἰδικόν του νομοσχέδιον, συνυπογεγραμμένον ἀπὸ δύω ἢ τρεῖς, νομοσχέδιον μὴ πλῆρες, διότι οὔτε ἦτον ἀντιγεγραμμένον, διότι ἔφερε διορθώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐφαίνοντο ἐκείνης τῆς στιγμῆς· τοῦτο ἦτον ἴσως δεῖγμα προθυμίας περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, δὲν ἦτον ὅμως δεῖγμα οἰκογενειακῆς συζητήσεως· ἡ οἰκογενειακὴ συζήτησις ἀπῄτει ν’ ἀφήσουν νὰ ἴδωσι τί αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὸν Μάρτιον τὴν ἀναβολὴν, τὴν ὀλιγοήμερον, προτείνουσι, καὶ ἂν τυχὸν δὲν ἤθελον προτείνει τι, τότε νὰ εἴπωσι, τί ἐκάματε εἰς τὸ διάστημα τῆς ἀναβολῆς, τὴν ὁποίαν, ἔχοντες τὴν πλειονοψηφίαν, ἐκερδίσατε; Ἀλλ’ εἰσήχθησαν καὶ τὰ δύω νομοσχέδια ἀμέσως, καὶ ἐνθυμεῖσθε μὲ πόσην ἐπιμονὴν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σήμερον μᾶς ἐλέγχουσιν ὅτι ἐπιμένομεν εἰς τὰ ἐπουσιώδη, ἐζήτουν νὰ κηρυχθῇ, ὡς θέμα συζητήσεως, οὐχὶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπαρουσίασεν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ τὸ ἄλλο, καὶ ἐχάσαμεν κάμποσην ὥραν συζητοῦντες καὶ ἀντικρούοντες αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ἡ ὁποία ἦτο πρωτοφανὴς δι’ ἡμᾶς καὶ εἰς πᾶν κοινοβούλιον, ὅτι εἰς πᾶν ὑπὸ συζήτησιν θέμα, τίθεται ὡς κείμενον τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργείου, αἱ δὲ λοιπαὶ προτάσεις τῶν βουλευτῶν θεωροῦνται ὡς τροπολογίαι. Εἰσήλθομεν εἰς συζήτησιν πρῶτον τὴν 19ην Ἀπριλίου, καὶ πρῶτος ἔλαβε τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργης. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι τρία ζητήματα ἔθεσε, ἀποκρούων τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως· πρῶτον, ἂν αἱ ἐκβολάδες ἦσαν, εἶναι καὶ ἔσονται ἐθνικαί, ἂν εἰς τὸ νομοσχέδιον θὰ λεχθῇ αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος, ἢ ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὸ κράτος· δεύτερον ζήτημα, ἂν πρέπῃ νὰ συμπεριλάβωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἤδη συζητούμενον, ποινὰς σκληροτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας περιέχει ὁ ποινικὸς νόμος διὰ τοὺς παραβαίνοντας τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον περιέχει· τρίτον, ἂν πρέπῃ ἀπὸ τοῦδε νὰ διαθέσωμεν τὰς ἐκβολάδας, δηλαδὴ νὰ νομοθετήσωμεν περὶ τῆς διαθέσεώς των, καὶ ἡ ὁμιλία του ἦτον ἐκτεταμένη εἰς ὅλα τὰ τρία ταῦτα ζητήματα. Κατόπιν τοῦ κυρίου Δεληγεώργη ἀνέβη ἀνέτοιμος, ἀπροετοίμαστος, ἐκ τοῦ προχείρου ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, παρηκολούθησε τὸν εὔγλωττον βουλευτὴν Μεσολογγίου μὲ τὴν συνήθη αὐτῷ σαφήνειαν, μὲ τὴν συνήθη ἀκρίβειαν καὶ μὲ τὴν συνήθη αὐτῷ δηκτικότητα· καὶ ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ἂν δηλαδὴ θὰ εἴπωμεν ἀνήκουσιν, ἢ ὡς ἀνήκουσαι, ἀφοῦ ἐξέθεσε τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν ἀνήκουσιν, ἐπὶ τέλους εἶπεν ὅτι, ἂν ἐπιμένετε εἰς τὸ ὡς ἀνήκουσαι, δὲν ἔχομεν καμμίαν δυσκολίαν, ἂς τεθῇ ὡς ἀνήκουσαι· εἶδεν ἔκτοτε ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς καθαρότητος τοῦ νοός του, ὅτι οὐχὶ οἰκογενειακὴ καὶ ἀδελφικὴ συζήτησις ἔμελλε νὰ γείνῃ, ἀλλὰ κατὰ τὴν εὐτυχῆ παρατήρησιν τοῦ κυρίου Ζαΐμη ἤθελον νὰ μᾶς ἐπαναφέρωσιν εἰς ἀπομεμακρυσμένας ἐποχάς, ὅτε συνεζήτουν, ἂν ἔπρεπε νὰ εἴπουν ὁμοούσιον τῷ Πατρί, ἢ ὁμοιούσιον τῷ Πατρί, καὶ αἱ συζητήσεις ἐκεῖ διήρκεσαν ἐπὶ πολλὰ ἔτη, καὶ ἑκατέρα τῶν μερίδων ὀνόμαζε τὴν ἑτέραν αἱρετικὴν, καὶ ἐκτυποῦντο εἰς τοὺς δρόμους διὰ λίθων, διὰ ξύλων καὶ ὅπλων, καὶ ἐνόμιζον ὅτι ἐὰν ἀπέθνησκον ἐν τῇ οἰκογενειακῇ ἐκείνῃ ἀδελφοκτονίᾳ θὰ ἀνοίγοντο δι’ αὐτοὺς αἱ πύλαι τοῦ παραδείσου. Πολὺ καλῶς δὲ ὁ κύριος ὑπουργὸς εἶδεν τοῦτο, καὶ εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ εἴπωμεν ἀνήκουσιν, ἀλλ’ ἐὰν ἐπιμένωσι, διατί νὰ λογομαχῶμεν διὰ ἓν ὡς; Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον ζήτημα εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ὅτι ὁ ποινικὸς νόμος προβλέπει τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα θέλουσι νὰ τιμωρήσωσι, ἀλλ’ ἂν θέλωσι νὰ ἐπιβάλωσι νέας ποινὰς, δὲν ἐναντιούμεθα. Καθόσον ἀποβλέπει τὸ τρίτον ζήτημα τὸ περὶ διαθέσεως ἢ μή, τὸ περὶ τῆς νομοθετικῆς πράξεως περὶ τοῦ πῶς πρέπει νὰ διατεθῶσιν αἱ ἐκβολάδες, σεῖς προτείνετε ἀναβολήν· ἡμεῖς ἐννοοῦμεν ἀπὸ τοῦδε νὰ νομοθετήσωμεν, καὶ εἴπομεν τοὺς λόγους, καὶ ἐδῶ ἔληξεν ἡ συζήτησις τῆς πρώτης ἡμέρας καὶ αἱ δύο ἀγορεύσεις ἦσαν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, πολὺ μακραί. Καὶ ἐγὼ ὡς καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐπιστεύσαμεν, ὅτι ἔπειτα ἀπὸ τὰς ἀμοιβαίας ἐξηγήσεις ἀπὸ τὴν ἀδελφικὴν συνεννόησιν δὲν μᾶς ἔμενε νὰ συζητήσωμεν εἰμὴ τὸ τελευταῖον ζήτημα, ἂν δηλ. πρέπῃ νὰ διατεθῶσιν αἱ ἐκβολάδες ἀπὸ τοῦδε, ναὶ ἢ ὄχι. Ἀλλὰ τὴν 23 Ἀπριλίου πρῶτος ἀναβὰς τὸ βῆμα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Λέκας κατηγόρησε πάσας τὰς κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος, χωρὶς νὰ ἐξαιρέσῃ οὐδεμίαν, ὡς πρὸς τὴν ἀπερισκεψίαν αὐτῶν, τὴν ἀμέλειαν, καὶ ὅ,τι ἄλλο θέλετε, καθόσον ἀποβλέπει τὰ δημόσια συμφέροντα, καὶ ἔληξε καὶ αὐτὸς ὑποστηρίζων τὰ τρία θέματα, τὰ ὁποῖα ἔθεσεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργης. Μετὰ τὸν κ. Λέκκαν ἀνέβη τὸ βῆμα ὁ ἀξιότιμος ναύαρχος κ. Νικόδημος, καὶ ἐπρότεινε καὶ ὑπεστήριξε ῥητὴν πρότασιν ἀορίστου ἀναβολῆς......

§46ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουρ. οἰκονομικῶν). Ἐπειδὴ, κ. πρόεδρε, εἶναι ἀνυπόμονος ἡ Βουλὴ νὰ μάθῃ ὁποῖον ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιτροπῆς ἐξ ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι ἀπεστάλησαν εἰς τὸ Λαύριον, ἵνα πληροφορηθῶσι κατὰ πόσον ἦσαν ἀληθῆ, ὅσα ἐγράφησαν ἐν τῇ ἀναφορᾷ, ὅτι ἀφῃροῦντο τὰ χώματα, θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐπανελθὼν ἐνταῦθα ὁ ἀντισαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν κ. Χοϊδᾶς, ὅστις ἀπεστάλη ἐκεῖ, μοὶ ἀνήγγειλεν ὅτι ἡ γενομένη καταγγελία ἦτο ψεῦδος ἀναίσχυντον, καὶ ὅτι καμμία φόρτωσις χωμάτων δὲν ἔλαβε χώραν.

§47ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ ΚΑΙ ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ καταδιωχθῇ ὁ συντάξας τὴν ἀναφοράν.

§48ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔφερε, λέγω, ὁ ἀξιότιμος ναύαρχος κ. Νικόδημος καὶ πρότασιν ῥητὴν περὶ ἀορίστου ἀναβολῆς τοῦ ζητήματος. Μετὰ τὸν ναύαρχον κ. Νικόδημον ἐλαφρὸς καὶ εὐλύγιστος, ὡς ὁ κορυδαλὸς, ὁ Λαυριωτικὸς κ. Μιχαλόπουλος ἀνέβη εἰς τὸ βῆμα, καὶ ὑπεστήριξε τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς τοῦ κ. Νικοδήμου, ἀφοῦ πρῶτον διὰ τῆς ἠχηρᾶς φωνῆς του ἔπεμψεν εἰς τὸν ἴσκιον τὴν ἀηδόνα τοῦ κ. Λέκκα, νὰ καθήσῃ ὅπου ἐκάθητο, ὅταν αὐτὸς ἐφώναζε περὶ Λαυρίου, ἔστειλεν εἰς τὰ νέφη καὶ τὸν αἰθέρα τοὺς ἀετοὺς νὰ ἀεροβατῶσι ἐκεῖ ἐπάνω, ὁ δὲ κύριος Μιχαλόπουλος ἔμεινεν ἐπὶ τοῦ πεδίου τοῦ Λαυρίου, καὶ ὑπεστήριξε τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Νικοδήμου. Εἶπον Λαυριωτικὸν τὸν κύριον Μιχαλόπουλον, τὸν ὁποῖον πολλοὶ προσέτι ὠνόμασαν, ὡς ὁ κ. Ζαΐμης, πατέρα τῶν ἐκβολάδων, διότι καὶ ἐγὼ ὀφείλω νὰ κάμω τὴν δήλωσιν, ὅτι, ἂν ἤμεθα εἰλικρινεῖς, ὡς εἴμεθα, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἐὰν ἔχωμεν ζήτημα σήμερον Λαυριακὸν, τὸ ὀφείλομεν εἰς τὸν κύριον Μιχαλόπουλον, ὅστις ἐντὸς τῆς Βουλῆς εἰς αὐτὴν τὴν σύνοδον μᾶς ἔσπρωξεν ὅλους· ἤρχετο εἰς τὸν ἕνα καὶ εἰς τὸν ἄλλον, μὲ τὰ δείγματα, τὰ ὁποῖα ἐπρομηθεύετο ἐκ Λαυρίου, μᾶς ἔλεγε, ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἐντὸς τῆς Βουλῆς, εἰμὴ διὰ τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου, καὶ ὅταν τὴν ἑσπέραν τῆς δεκάτης ὀγδόης Μαρτίου εἶδεν ὅτι ἀπεῤῥίφθη ἡ πρότασίς του τῆς ἀμέσου συζητήσεως, καὶ τῆς ἀμέσου διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων, καὶ ὑπερίσχυσεν ἡ τῆς ὀλιγοημέρου ἀναβολῆς, ἔῤῥιψε τὴν παραίτησίν του ἐπὶ τοῦ προεδρείου. Δὲν ἦλθε δὲ ἡ παραίτησις ἐκείνη ἐνώπιον σας (λέγω πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον γνωρίζετε ὅλοι, καὶ τὸ ἀνέφερον ὅλαι αἱ ἐφημερίδες), διότι τὴν ἐπιοῦσαν παρεκαλέσαμεν καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι τὸν κύριον Μιχαλόπουλον νὰ μὴ ἐπιμείνῃ «ἐστὲ βέβαιοι τὸν εἶπα, ὅτι αὐτὴ ἡ συζήτησις θέλει ἐπαναληφθῆ, εἴπαμεν, βάσταξε τὴν παραίτησίν σου, καὶ δὲν θέλεις μετανοήσει», μᾶς εἰσήκουσε καὶ ἀπέσυρε τὴν δοθεῖσαν παραίτησίν του, καὶ ἰδοὺ σήμερον ἔχομεν τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἔχωμεν μεταξὺ ἡμῶν τὸν ἀξιότιμον κ. Μιχαλόπουλον, καὶ νὰ τὸν βλέπωμεν ὑποστηρίζοντα οὐχὶ πλέον ἐκείνην τὴν ὀλιγοήμερον ἀναβολὴν, διὰ τὴν ὁποίαν τὴν 18 Μαρτίου ἔδωσε τὴν παραίτησίν του, ἀλλὰ τὴν ἀόριστον· αὕτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου, φίλε Μιχαλόπουλε. Μετὰ τὸν κ. Μιχαλόπουλον βαρὺς ἀνέβη ἐπὶ τοῦ βήματος ὁ κ. Ῥοντήρης. Ἐμβριθὴς καὶ σοβαρὸς, ὡς πάντοτε, ὑπεστήριξε καὶ ἀνέπτυξε διὰ περισσοτέρων ἔτι ἐπιχειρημάτων τὰ τρία θέματα τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου κυρίου Δεληγεώργη, ἰδίως δὲ καὶ προπάντων ἐπέμεινεν εἰς τὸ τελευταῖον, ὅτι δὲν δυνάμεθα, δὲν πρέπει, δὲν συμφέρει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἐκβολάδων, ἤτοι εἰς τὴν νομοθέτησιν μέτρων περὶ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων. Τῷ ἀπήντησεν ὁ ὑπουργὸς κύριος Πετιμεζᾶς, καὶ ἐδῶ ἐτελείωσεν ἡ δευτέρα συνεδρίασις. Εἴμεθα ἀκόμη εἰς τὴν πρώτην τοῦ νομοσχεδίου ἀνάγνωσιν. Τὴν πέμπτην, ἀφοῦ ἐπανέλαβε τὸν λόγον ὁ κ. Λέκκας, ἔλυσε τὴν πρώτην συζήτησιν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Ζαΐμης. Ἡ δευτέρα συζήτησις, κύριοι, διῆλθε βραχυτέρα καὶ συντομωτέρα, ὁ ἀξιότιμος ναύαρχος Νικόδημος ἀπέσυρε τὴν πρότασίν του περὶ ἀναβολῆς, διαδηλῶν, ὅτι συμφωνεῖ μὲ τὴν δήλωσιν τοῦ κυρίου Ζαΐμη· ὁ δὲ κύριος Μιχαλόπουλος ἐρωτηθεὶς ὑπ’ ἐμοῦ, ἐὰν ἀναδέχηται τὴν πρότασιν ἀναβολῆς, τὴν ὁποίαν ἐγκατέλειψεν ὁ κ. Νικόδημος εἶπεν, ὅτι καὶ αὐτὸς τὴν ἐγκαταλείπει, καὶ ὅτι ἐπιμένει εἰς τὴν ἰδέαν τῆς δι’ ἐθνικῆς βιομηχανίας ἐκκαμινεύσεως τῶν ἐκβολάδων. Εἰσήλθομεν, κύριοι, εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν, καὶ ἔπειτα ἀπὸ ὅσα ἔλαβον χώραν ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καθότι εἰς ἑκάστου τὸν νοῦν ἡ ἐντύπωσις ὑπῆρχεν ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἀποκρούεται διὰ τῆς προτάσεως τῆς ἰδέας τῆς ἀναβολῆς, διὰ τοῦ τρίτου θέματος, τοῦ τεθέντος ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς συζητήσεως ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου κυρίου Δεληγεώργη. Ἤκουσα νὰ γίνεται δήλωσις, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς, ὅτι δὲν ἔχομεν πρότασιν ἀναβολῆς, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς ἀναβολῆς δὲν ὑποστηρίζεται· ἐπανερώτησα δὲ, κύριοι, δὶς καὶ τρὶς, διότι δὲν ἤμην καὶ τόσον ἁπλοῦς, ὥστε νὰ πιστεύσω, ὅτι συζήτησις τόσον ἐκτεταμένη κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἤθελεν ἐγκαταλειφθῆ τόσον διὰ μιᾶς. Εἴπομεν, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου διὰ τρίτην φορὰν, καὶ ἡ ἰδέα τῆς ἀναβολῆς, ἐπαναλέγω, ἀποκρούεται, καὶ ὑποστηρίζεται ἡ ἰδέα ὅτι πρέπει νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων. Εἶναι ἀντίφασις αὐτὴ, εἰς τὴν ὁποίαν ἔπεσαν οἱ ἀντιφρονοῦντες; Ἐγὼ λέγω ὄχι· εἶναι κατ’ ἐμὲ δεῖγμα διὰ τῶν πραγμάτων, ὅτι διὰ τῆς διαγωγῆς των αὐτῆς θέλουν νὰ δείξωσι τὴν μεγαλειτέραν ἀποδοκιμασίαν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου, μετὰ τὴν ψηφοφορίαν τῆς 18 Μαρτίου ἐτόλμησαν νὰ εἴπωσιν καὶ γράψωσιν, ὅσα ἠξεύρετε ἐναντίον τῆς πλειοψηφίας τῆς 18 Μαρτίου, ἠθέλησαν νὰ δείξωσι διὰ τῆς πραγματικῆς αὐτῶν διαγωγῆς, ἐπαναλέγω, ὅτι ὅσα ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου ἐγράφησαν καὶ ἐῤῥέθησαν, ὅτι δηλ. μεταξὺ τῶν ἄλλων αὐτὴ τοῦ Ἰουγούρθα ἡ ἐπενέργεια ἔφερε τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην, αὐτοὶ δὲν τὰ συμμερίζονται, ἀλλὰ τὰ καταδικάζουν διὰ τοῦ ἔργου των, ὑποστηρίζοντες σήμερον μίαν ἀναβολὴν πολὺ μεγαλητέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν οἱ ἄλλοι τότε ὑπεστήριξαν· αὐτὸ τοὺς τιμᾶ, τιμᾶ τὴν Βουλὴν ταύτην, διότι δεικνύει ὅτι ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου δὲν ὑπάρχει κανεὶς νὰ μὴ ἀναγνωρίζῃ τὴν μεγάλην ἀλήθειαν, ὅτι κακῶς περὶ τῆς ἰδίας ὑπολήψεως ἐργάζεται ἐκεῖνος, ὅστις στοχάζεται ὅτι κερδίζει ὑπόληψιν ἐπιβουλευόμενος διὰ συκοφαντιῶν τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἄλλου· ὁ τοιοῦτος δύναται ν’ ἀποκτήσῃ ὄχι ὑπόληψιν ἀλλὰ φήμην πλὴν φήμην κακήν. Ἀφ’ οὗ ἤδη τὸ δεῖγμα τοῦτο, πρὸς τιμήν των τὸ ἐπαναλέγω, ἔδωσε πρὸς ὑπεράσπισιν συναδέλφων των ἡ μειονοψηφία τῆς 18 Μαρτίου, ἐπανῆλθον εἰς τὰς ἰδέας των, καὶ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν ἐπανέρχονται καὶ πάλιν εἰς ὅλα τὰ τρία θέματα ἐν ἐκτεταμένῃ συζητήσει, ἐπιμένοντες μεταξὺ τῶν ἄλλων, τὸ ἐνθυμεῖσθε, εἰς μίαν πλήρη συνεδρίασιν ἐπὶ τοῦ μορίου τοῦ ὡς, τὸ ὁποῖον μόλις διὰ τῆς πνευματώδους ἐκείνης εὐτραπελίας τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Ζαΐμη ἐμποδίσθη ἀπὸ τοῦ νὰ μᾶς καταναλώσῃ καὶ δευτέραν συνεδρίασιν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀπὸ τὸ μέρος ἡμῶν ἡ ἐπιμονή, ἡ ἐπιμονὴ παρουσιάζεται ἀλλαχόθεν καὶ δὲν ἠξεύρω τὸ διατί, δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ διατί, διότι ὅσον τὸ δυνατὸν θέλω νὰ μένω καὶ ἐγὼ ἐντὸς τῆς οἰκογενειακῆς καὶ ἀδελφικῆς συζητήσεως. Διαφωνία, εἶπον, κύριοι, ῥιζικὴ μᾶς χωρίζει ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀμέσου ἢ μὴ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων. Μᾶς λέγουσιν ὅτι ἀνάγκη πρὶν ἢ προνοήσωμεν περὶ αὐτῶν νὰ γνωρίζωμεν τὶ ἔχομεν, καὶ ἔπειτα νὰ νομοθετήσωμεν. Καὶ ὅπως μᾶς πείσωσιν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίσωμεν τὶ ἔχομεν, (καὶ ἡμεῖς δὲν τὸ ἀποκρούομεν) καταφεύγουν εἰς διάφορα ἐπιχειρήματα. Μεταξὺ τῶν ἄλλων, ἐνθυμήθη, μᾶς εἶπε κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν του ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργης καὶ ὁ τῆς Ναυπακτίας κ. Ῥοντήρης, ἐνθυμήθη τὴν μεγάλην βλάβην εἰς τὴν ὁποίαν ὡς ἐκ τῆς ἀγνοίας μας ὑπεπέσαμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν σκωριῶν. Ἔχετε ἐνώπιόν σας τὴν ἔκθεσιν τοῦ M. Chevalier τῆς παγκοσμίου ἐκθέσεως τῆς Γαλλίας, ἡ ὁποία εἶναι καθαρὰ, εἰλικρινὴς, δὲν εἶναι ἀπὸ ἑλληνικὴν ἀλλὰ γαλλικὴν πηγὴν καὶ ἥτις σᾶς λέγει, ὅτι 8 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος καθαρὸν κέρδος ἀπολαμβάνει ἡ ἑταιρία Ῥοῦ ἀπὸ τὰς σκωρίας τοῦ λαυρίου. Καὶ τοῦτο τὸ ἐπιχείρημα τὸ ἐπανέλαβον χθὲς μὲ περισσοτέραν ἔμφασιν ἀμφότεροι, μᾶλλον δὲ τοῦ κ. Ῥοντήρη, ἐπανῆλθεν εἰς τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ὁ ἀξιότιμος κ. Δεληγεώργης καὶ ἐν ἀδελφικῇ καὶ οἰκογενειακῇ συζητήσει τοῦ ἐξέφυγεν ἡ ἔκφρασις ἀγανακτήσεως πρὸς τὴν Βουλὴν, «πῶς δὲν ἐταράχθητε ὅταν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἀγόρευσίν μου σᾶς εἶπε αὐτὸ τὸ ἐξαγόμενον, πῶς δὲν συνεκινήθη κανεὶς ἀπὸ σᾶς; εἶναι ἀληθὲς κύριοι. Μᾶς εἶπον, ὅτι 8,000,000 καθαρὸν κέρδος κατ’ ἔτος ἀπολαμβάνει ἀπὸ τὰς σκωρίας τοῦ Λαυρίου ἡ ἑταιρία Ῥοῦ, καὶ κανεὶς ἀκόμη δὲν ἐφάνη ὅτι ἔδωσε προσοχὴν εἰς αὐτό. Ἠξεύρετε διατί, κύριε βουλευτὰ Μεσολογγίου; διότι ἐγὼ πρῶτος, συγχωρήσατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, ἐπίστευσα προχθὲς, ὅτι δὲν πιστεύετε εἰς ἐκείνην τὴν διαβεβαίωσιν, καὶ εἶχα τοὺς λόγους μου, τοὺς ὁποίους ἴσως ἐντὸς ὀλίγου θὰ σᾶς ἀναφέρω· ἀλλ’ ἔρχομαι σήμερον καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου, ἀφ’ οὗ ἀπὸ τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσίν σας βλέπω ὅτι πράγματι τὸ πιστεύετε, διότι βεβαίως τὸ πιστεύετε, ὅταν ἐλέγχητε τὴν Βουλὴν διὰ τί, ἐνῷ τοιαῦτα ἐκθέτετε ἐνώπιόν της, σεῖς μένετε ἀνάλγητοι; Ἠξεύρετε, κύριοι, διατὶ ἐπίστευσα κατὰ πρῶτον ὅτι δὲν πιστεύει ὁ κύριος Δεληγεώργης εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ M. Chevalier; διότι δὲν ἠμποροῦσά ποτε νὰ πιστεύσω ὅτι ἕνας ὅστις ἐκυβέρνησε τὴν Ἑλλάδα πρὸ μικροῦ ἐπὶ πέντε συνεχεῖς μῆνας, καὶ ὅστις εἶχεν ἐνώπιόν του τὴν πρὸ τριετίας δημοσιευθεῖσαν ἔκθεσιν τοῦ Michel Chevalier, καὶ ὅστις καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς πενταμήνου κυβερνήσεώς του δὲν ἔκαμε κανὲν βῆμα ὅπως ἐξακριβωθῇ τοῦτο καὶ ὅπως ζητήσῃ ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν νὰ πληρώσῃ τὸ ὑπερβάλλον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ πληρώσῃ, ἐάν τῳόντι ἔχῃ κέρδος καθαρὸν 8 ἑκατομμύρια, ἐπίστευσα, λέγω, ὅτι ἕνας τοιοῦτος ὑπουργὸς ποτὲ δὲν ἤθελεν ἔλθει ἐντὸς τῆς βουλῆς νὰ ἀναγγείλῃ τοῦτο, ἑπομένως εἶπον ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης τὴν ἔκθεσιν τοῦ M. Chevalier μεταχειρίζεται ἁπλῶς ὡς ὑπόθεσιν, ὡς ἐπιχείρημα, ὅπως ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς βουλῆς ἐπὶ ........

§49ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρώτην φορὰν πρὸ 15 ἡμερῶν τὴν εἶδα.

§50ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀφοῦ τοιαύτη δήλωσις γίνεται, τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ ἀντικρούσω, ἀφοῦ μοὶ λέγετε ὅτι πρὸ 15 ἡμερῶν ἐγνωρίσατε τὴν ἔκθεσιν τοῦ Chevalier, δὲν δύναμαι νὰ προχωρήσω εἰς τὰς περὶ τούτου σκέψεις μου. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι ὅμως, ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν κύριος Χρηστίδης, (δὲν τὸ ἰσχυρίζομαι· ἐὰν ἀπατῶμαι, τὸ διορθώνω), μοὶ εἶπε, (ἰδοὺ καὶ ἄλλος ἀπέναντί μου ἐπινεύει), ἐνώπιον ἄλλων βουλευτῶν, ὅτι ἡ ἔκθεσις αὕτη ἦτο γνωστὴ ἀπὸ τοῦ 1868.

§51ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ παρεξηγῶμεν ὅλα· διὰ τί δὲν ἀνέβαινες, ὅταν ὡμιλοῦσα, ν’ ἀπαντήσῃς; δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγεις· ἡ ἔκθεσις τοῦ M. Chevalier, σᾶς εἶπα, συνετάχθη καὶ ἐτυπώθη εἰς τὰ 1868. Ἐρώτησε καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν οἰκονομικῶν πότε ἔφθασεν αὐτὴ ἡ ἔκθεσις εἰς τὴν Ἑλλάδα. Πῶς ἔρχεσθε λοιπὸν καὶ λέγετε ἄλλα παρὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπα;

§52ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σᾶς εἶπα ὅτι εἶμαι ἕτοιμος νὰ διορθώσω ὅ,τι δὲν εἶναι ἀκριβές. Καὶ ὅμως εὑρίσκεται ἐνώπιόν μου καὶ ἄλλος ἀκόμη, ὅστις σᾶς ἤκουσε νὰ μᾶς εἰπῆτε αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω· λοιπὸν παρηκούσαμεν καὶ οἱ δύω, ὄχι μόνος ἐγώ. Ἀλλὰ ἢ τὴν ἐγνώριζαν, κύριοι, ἢ δὲν τὴν ἐγνώριζαν αἱ παρελθοῦσαι κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος, μένει ἀναντίῤῥητον ὅτι μία τοιαύτη ἔκθεσις ἦτο δημοσιευμένη ἀπὸ τὸ 1868 περὶ τῶν σκωριῶν τοῦ Λαυρίου, ἡ ὁποία ἐπιστοποιοῦσεν, ὅτι 8 ἑκατομμύρια κέρδος κατ’ ἔτος καθαρὸν ἀπολαμβάνει ἀπὸ τὰς σκωρίας ἡ ἑταιρία, καὶ μόλις πρὸ 15 ἡμερῶν τὴν ἐγνώρισαν, καὶ ἤδη πρὸ ἑνὸς μηνὸς μᾶς ἀπαιτοῦσαν, τὴν ἑσπέραν τῆς 17 Μαρτίου, ἀμέσως ἐδῶ νὰ τελειώσωμεν τὸ ζήτημα τῶν ἐκβολάδων.

§53ΛΕΚΚΑΣ. Τὸ κατεπεῖγον τότε ἀπέβλεπε μόνον, ἐὰν ᾖναι ἐθνικὰ καὶ ὄχι νὰ διαθέσωμεν· νὰ ἤμεθα ἀληθεῖς.

§54ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτητε.

§55ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ ἤμεθα ἀληθεῖς, νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν· ἀλλ’ ὅταν οἱ λόγοι μας ἀναιρῶνται ἀπὸ τὰ ἔγγραφά μας τότε

λέγομεν τὴν ἀλήθειαν;

ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ

Περὶ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων ὡς περιουσίας ἐθνικῆς. Αἱ κατὰ τὴν Λαυριακὴν χώραν ἐκβολάδες διατίθενται ὡς ἑξῆς· 1) Ὁ ἐπιθυμῶν νὰ ἐκκαμινεύσῃ τὰς ἐν λόγῳ ἐκβολάδας, ὀφείλει νὰ πληρώσῃ κατὰ μῆνα εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον 20% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου τῆς ἐξαχθησομένης ὕλης ἢ μεταλλεύματος. 2) Ὁ ἐπιθυμῶν ν’ ἀγοράσῃ τὰς αὐτὰς ἐκβολάδας, ἢ μέρος αὐτῶν, πληρώνει εἰς τὸ ταμεῖον, ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς παραλαβῆς αὐτῶν 8 δραχ. κατὰ τόνον. Ἀθῆναι, τὴν 18 Μαρτίου 1871. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς.

Ι. Δ. ΛΕΚΚΑΣ.

δὲν ἐπρόκειτο περὶ διαθέσεως τότε;

§56ΛΕΚΚΑΣ. Μίαν λέξιν πρὸς ἐξήγησιν.

§57ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ, δὲν ἐτελείωσα ἀκόμη· ἰδοὺ καὶ ἄλλο ἔγγραφον. «Αἱ ἐν Λαυρίῳ μεταλλοῦχοι ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτους καὶ διατίθενται πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου κατὰ τὰς ἑπομένας διατάξεις.» Δεληγεώργης, Ζέγγελης, Ῥοντήρης.

§58ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴπατε «Δεληγεώργης»;

§59ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα.

§60ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὴ ἡ πρότασις δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν.

§61ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐδόθη εἰς τὸ προεδρεῖον, ἐστάλη εἰς τὸν τύπον, καὶ κατεχωρήθη εἰς τὰ πρακτικά.

§62ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν γνωρίζω τί ἐκάματε ἰδιαιτέρως, ἀλλὰ γνωρίζω ὅτι σᾶς παρεκάλουν νὰ μοὶ τὴν δώσητε ὀπίσω, καὶ μοὶ εἴπατε ὅτι δὲν ὑπάρχει πρόχειρος, ἄλλως τε δὲν λέγει τίποτε.

§63ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν λέγῃ, ἢ ὄχι, δὲν ἠξεύρω, ἐγὼ ἀναγινώσκω ὅ,τι λέγει· αὐτὸ, κύριοι, εἶναι σωστόν. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἦλθε τὴν ἐπιοῦσαν νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ὑπογραφήν του, καὶ τῷ εἶπον εἶναι κύριος νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀλλ’ εἶχε σταλῆ εἰς τὸ τυπογραφεῖον. Αὐτὸ ἔγεινε τὴν 18 Μαρτίου. Ἐὰν αὐτὴν τὴν ἡμέραν ἐγένετο ψηφοφορία, ἤθελον ψηφοφορηθῆ αὐταὶ αἱ προτάσεις, ναὶ ἢ ὄχι;

§64ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν μὲ συγχωρῆτε νὰ σᾶς διακόψω. Ἐπικαλεῖσθε αὐτὴν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἀνεγνώσατε διὰ νὰ ἀποδείξητε ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐψηφοφορήσαμεν ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, ἠθέλαμεν τότε νὰ διαθέσωμεν· παρακαλῶ, ἡ πρότασίς μας ἔχει διατάξεις περὶ διαθέσεως;

§65ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σωστὰ καὶ δι’ αὐτὸ τοῦτο σᾶς παρεπονέθημεν ὅτι ἐπεμένατε τὴν 17 Μαρτίου νὰ λύσητε ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀκόμη δὲν εἴχατε σκεφθῆ, διότι τοῦτο εἶναι προοίμιον νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως, τὸ ὁποῖον δὲν εἴχατε ἕτοιμον· διότι ἰδοὺ λέγετε ὅτι «διατίθενται αἱ ἐκβολάδες κατὰ τὰς ἑπομένας διατάξεις» διὰ τοῦτο σᾶς εἴπομεν τότε μὴ βιαζώμεθα νὰ ψηφίσωμεν ἀπόψε, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ἐπήνεσα ὅτι διὰ τῆς διαγωγῆς σας σήμερον κατεδείξατε ὅτι κατεδικάσατε, ὅσα ἐῤῥέθησαν διὰ τοὺς διαφωνήσαντας κατὰ τῆς προτάσεώς σας ταύτης.

§66ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Παρακαλῶ......

§67ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε.

§68ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ αὐτὴ ἡ πρότασις, ἣν λέγετε.

§69ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὴν ἀνέγνωσα.

§70Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ ἄλλη, ἣν ὑπέβαλα ἐγὼ καὶ ὁ Ζέγγελης, αὐτὴ ἐψηφοφορήθη τότε.

§71ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, τακτοποιήσατε τὴν συζήτησιν.

§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε.

§73ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀλλ’ ἐάν, κύριοι, ἠμπορῇ νὰ δικαιολογηθῇ μία Κυβέρνησις, λέγουσα, ὅτι ἠγνόει τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν ἐπὶ τῆς παγκοσμίου ἐκθέσεως, ἥτις φέρει ἐξαγόμενον ἀναμφισβήτητον κατ’ αὐτούς, ὅτι 8 ἑκατομμύρια καθαρὸν κέρδος δίδουσιν αἱ σκωρίαι τοῦ Λαυρίου, δικαιούμεθα ἡμεῖς, ἀξιότιμοι συνάδελφοι καὶ ἀξιότιμε φίλε κύριε Λέκκα, ἐν ᾧ τοιαῦτα ἔρχονται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἂν δὲν ζητήσωμεν ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις μας ὅλας ὅσαι ἀπὸ τοῦ 1862 ὑπῆρξαν (καὶ ἀπὸ τὴν σημερινὴν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω μὲ τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις), διατί δὲν ἐγένετο καμμία ἐξέτασις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου; τόσον περισσότερον ὠφείλατε, κύριοι ἄρχοντες, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Λέκα, νὰ ἐξετάσητε καὶ ἐρευνήσητε τὰ τοιαῦτα, καθόσον ἡ ἑταιρία Ῥοῦ ἀπὸ τὸ 1867 δὲν παύει φωνάζουσα καὶ διαμαρτυρομένη ὅτι μὲ τὰς 200000 δραχ. τὰς ὁποίας δίδει κατ’ ἔτος, δίδει πολύ, πληρώνει ἀντὶ τῶν 10% τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὁ νόμος περὶ σκωριῶν, πληρώνει κατ’ αὐτὴν 28% καὶ ἐνῷ πληρώνει κατ’ ἔτος 200,000 δρ. δὲν ἔπρεπε νὰ πληρώνῃ, ὡς διατείνεται, παρὰ 80,000 δραχ. καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργείας σας κ. Χρηστίδη....

§74ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές, δὲν ἦλθε καμμία τοιαύτη ἔκθεσις. Φέρετέ την ἐδῶ ἐὰν ὑπάρχῃ.

§75ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἦλθε! καὶ τὸ λέγετε σεῖς μὲ τὰ λευκά σας μαλλιὰ, ὅστις ἐτολμήσατε νὰ εἴπητε πρὸ ὀλίγου, πρέπει νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν; Ἀκούσατε, εἶναι διακοίνωσις τῆς γαλλικῆς πρεσβείας. «Athènes Novembre.....

§76ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Novembre λέγει; ποῦ εἶναι Novembre;

§77ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀγάλια ἀγάλια, ἀφέντη κ. Χρηστίδη, μὴ τρέχητε. Νοέμβριον 1870 δὲν εἶσθε σεῖς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κ. Χρηστίδη;

§78ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ποίαν ἡμέραν; ἐπαύσαμεν μετὰ μίαν ἡμέραν, δὲν ὑπήρχομεν καὶ οὔτε κἂν ἐπρωτοκολλήθη αὐτό.

§79ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οὔτε κἂν ἐπρωτοκολλήθη; Εἶναι καὶ ἓν ἔγγραφόν σας ἐδῶ εἰς ἀπάντησιν καὶ εἶναι καὶ ἡ ὑπογραφή σας ὡς ὑπουργοῦ.

§80ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἀναγνώσατέ την.

§81ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρέπει νὰ τὴν ἀναγνώσω ἑλληνιστί;

§82ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ματαιοπονεῖτε, κ. Λομβάρδε.

§83ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρόκειται ν’ ἀποκρούσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ γέρων Χρηστίδης ἀπὸ τῆς θέσεώς του εἰς ἐμὲ τὸν λαλοῦντα ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι δηλ. σᾶς ὑπεβλήθη αἴτησις νὰ ἐλαττώσητε τὸν φόρον.

§84ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔχει δίκαιον καὶ νὰ σᾶς εἴπω διατί. Ὁ κ. Σερπιέρης κατεδιώχθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληρώσῃ τὰ καθυστερούμενα, ἔκαμεν ἔγγραφον καὶ εἶπε δὲν ἠμπορῶ νὰ πληρώσω διότι δὲν ὑπάρχει νόμος νὰ μὲ ὑποχρεώσῃ καὶ ὅτι τότε μόνον ὑποχρεοῦμαι νὰ σᾶς πληρώσω, ὅταν γείνῃ ἔρευνα καὶ ἀποδειχθῇ ποία εἶναι ἡ καθαρὰ πρόσοδος. Ἡ κυβέρνησις ἀπήντησε διὰ πράξεως τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, κάθε χρόνον ψηφίζεται ἕνας νόμος, ὅστις λέγει, ὅτι τὰ ἐφαρμοσθέντα περὶ φορολογίας τῶν σκωριῶν κατὰ τὸ 1869 ἐξακολουθοῦν νὰ ἐφαρμόζωνται τὸ 1868, τὸ 1869, τὸ 1870, ἑπομένως ἡ κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ παρεκτροπῇ τοῦ νόμου, οὔτε ἓν λεπτὸν πλειότερον δύναται νὰ εἰσπράξῃ οὔτε ἓν λεπτὸν ὀλιγώτερον· καὶ διετάχθη ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ καταδιώξῃ τὸν κ. Σερπιέρην ἀπαραλλάκτως, ὅπως τοὺς λοιποὺς ὀφειλέτας.

§85ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν θέλετε ν’ ἀκούσητε τὰ ὀρθά; παρακαλῶ.

§86ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε.

§87ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Σᾶς διακόπτω, διότι θέλετε νὰ μὲ ψεύσητε, καὶ σᾶς λέγω, ὅτι ἔχετε λάθος μέγιστον. Ὁ κ. Σερπιέρης δὲν ἀπηύθυνεν ἀναφορὰν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ζητῶν νὰ κάμωμεν ἐρεύνας, καὶ νὰ τῷ κόψωμεν τὰ ἔξοδα· εἶπε καταδιωκόμενος, ὅτι χρεωστεῖ 180,000 δραχμάς, ὅτι ἐγὼ δὲν ὑποχρεοῦμαι νὰ πληρώσω, διότι νόμος δὲν ὑπάρχει νὰ μὲ ὑποχρεῇ. Δὲν εἶναι, λοιπὸν ὅπως λέγετε, ὅτι παρουσίασεν αἴτησιν πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ φόρου, πολλοῦ γε καὶ δεῖ! Ἐὰν παρουσίαζε τοιαύτην αἴτησιν ἠθέλετε ἰδεῖ ἐξετάσεις αὐστηρὰς, κ. Λομβάρδε, ἀλλ’ ἐζήτησε ν’ ἀποφύγῃ τὴν πληρωμήν. Λοιπὸν αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ δὲν εἶναι αἴτησις περὶ ἀναθεωρήσεως.

§88ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐτελειώσετε, κ. Χρηστίδη; Ἀκούσατε, κύριοι βουλευταὶ, μὴ τύχῃ καὶ παρήκουσα καὶ τώρα. Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Χρηστίδης, ὅτι δὲν ἐγένετο αἴτησις ἐκ μέρους τῆς ἑταιρίας, ζητούσης νὰ ἐλαττώσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔδιδεν, ἄλλως ἤθελον γίνει αὐστηραὶ ἔρευναι. Σᾶς τὸ εἶπε τοῦτο; ἤκουσα καλά;

§89ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.

§90ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Διασαφίσατε ἐπὶ ποίας ἀναφορᾶς — (θόρυβος.)

§91ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Φθάνει· ἂς δικάσῃ ἡ Βουλὴ μεταξὺ ἐμοῦ, λέγοντος, ὅτι σᾶς ἔγεινεν αἴτησις νὰ κόψητε τὸν δασμὸν, τὸν ὁποῖον πληρόνει ἡ ἑταιρία καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι 250 δραχμαὶ εἶναι πολύ—μᾶς λέγετε ὅτι πληρόνει 10%—καὶ σοῦ, λέγοντος ὅτι δὲν σᾶς τὸ εἶπε, καὶ ἂν σᾶς τὸ ἔλεγεν, ἠθέλετε κάμει παρατηρήσεις αὐστηράς. Ἀκούσατε τὴν διακοίνωσιν τῆς πρεσβείας (ἀναγινώσκει). «Ἡ ἑταιρία προτείνει ν’ ἀποδείξῃ ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ἐξαγόμενον τὸ καθαρὸν εἶναι 87 δραχ. καὶ 38, καὶ ὄχι 233 καὶ 80, ὑφίσταται φόρον ὄχι 10% ἀλλὰ 28%, ἑπομένως ὅλως παρὰ τὸν νόμον. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν, κύριε πρωθυπουργὲ, νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ ἐξετάσητε τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ ὁποῖον ἔχει ἐπιῤῥοὴν οὐ μόνον ἐπὶ τοῦ μέλλοντος τῆς ἐν Ἑλλάδι βιομηχανίας, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν συμφερόντων γαλλικῆς ἑταιρίας. Ἡ κυβέρνησις πολλάκις ἐδημοσίευσεν ὁδηγίας διὰ τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς καθαρᾶς προσόδου τῶν καμίνων τοῦ Λαυρίου, οὐδέποτε ὅμως δυστυχῶς ἐξετελέσθησαν ἐκ τῆς ἀμελείας τῶν ὁδηγιῶν τούτων καὶ ἀπὸ ἐξήγησιν τοῦ νόμου ἥτις συγχέει δύο πράγματα οὐσιωδῶς διάφορα, τὸν φόρον ἐπί τινος ἐμπορεύματος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ᾖναι σταθερὸς, καὶ τὴν ἀξίαν τοῦ ἐμπορεύματος τούτου, ἡ ὁποία ἐξ ἀνάγκης μεταβάλλεται, προέρχεται ἡ φιλονεικία ἐφ’ ἧς ὀφείλω νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχήν σας. Πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ σᾶς παρακαλῶ, ὅπως εὐαρεστούμενοι διορίσητε ἐπιτροπὴν ἥτις, συνερχομένη μετὰ προσώπων ἁρμοδίων, ἅπερ ἡ ἑταιρία ἤθελεν ὁρίσει, νὰ κάμῃ ἐρεύνας περὶ τῆς πραγματικῆς καθαρᾶς προσόδου τοῦ μολύβδου τοῦ ἐξερχομένου ἐκ τῶν καμίνων τοῦ Λαυρίου ἀπὸ τοῦ 1867. Ἡ ἑταιρία, πέποιθα, θέλει παράσχει χάριν τῆς πραγματογνωμοσύνης ταύτης, ἣν ζητεῖ πεποιθυῖα εἰς τὴν δικαιοσύνην τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Βασιλέως, πάσας τὰς ἀναγκαίας εὐκολίας, ὅπως τὴν διαφωτίσῃ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.»

§92ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Παρακαλῶ.....

§93ΠΟΛΛΟΙ. Μὴ διακόπτετε (θόρυβος).

§94ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε........

§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Χρηστίδη, μόνον ἂν ὁ ἀγορεύων σᾶς τὸ ἐπιτρέπῃ, δύνασθε νὰ τὸν διακόψητε.

§96ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. «Εἶπεν ἄφρων ἐν τῇ καρδίᾳ αὑτοῦ οὐκ ἔστι Θεός·» ἂν ἀφαιρέσῃς τὸ πρῶτον κῶλον, θεωρεῖται ὅτι εἶναι ἄθεος.....

§97ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Καταβαίνων τοῦ βήματος, δίδει τοῖς κυρίοις βουλευταῖς τὸ ἔγγραφον ὅπερ ἀνέγνωσεν). Ὁρίστε, κύριοι, ἀναγνώσατε οἱ ἴδιοι, καὶ κρίνατε.

§98Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. ..... (θόρυβος.)

§99ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπιθυμῶ ὅμως, κ. Κρεστενίτη, ἡ ἔκφρασίς μου νὰ ᾖναι ὅσον τὸ δυνατὸν εὔμορφος, διότι τοὺς λόγους μου τοὺς κτενίζω, τοὺς διορθώνω, προσέχω διότι τοὺς πωλῶ καὶ εἰς τὸν δρόμον. Ἀφῆστε λοιπόν· διότι, ὅταν μὲ διακόπτητε, μοῦ ταράττετε τὴν σειράν. Ἔπειτα ἐλᾶτε καὶ ὁμιλήσατε (γέλως). Λοιπὸν, κύριοι, ἐξακολουθῶ, καὶ ἂν ἴσως καὶ σᾶς ἐβάρυνα, δὲν εἶμαι αἴτιος ἐγώ, καὶ ἂν ἴσως καὶ περισσότερον καθήσω εἰς τὸ βῆμα, δὲν εἶμαι αἴτιος ἐγώ, ἀλλ’ οἱ διακόπτοντες. — Εἰς μίαν ἑταιρίαν λοιπὸν λέγω, κύριοι, ἡ ὁποία ἤρχισεν ἀπὸ τὰ 1867 καὶ ζητεῖ νὰ τῆς ἐλαττωθῇ καὶ αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν 200,000, τὸ ὁποῖον πληρώνει, ἐνώπιον μιᾶς ἐκθέσεως μιᾶς ἐπιτροπῆς Γαλλικῆς, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι αὐτὴ κερδίζει 8,000,000 καθαρὸν κέρδος κατ’ ἔτος, ὀφείλετε νὰ τὸ καθαρίσητε τὸ ζήτημα πολὺ καλὰ εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι πρέπει τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου νὰ κανονισθῇ διὰ νὰ παύσῃ πᾶς ὅστις θέλει νὰ τὸ ἐκμεταλλεύηται διὰ συμφέροντα ἰδιαίτερα, ἀλλὰ καὶ τοῦτο τὸ ζήτημα τῶν 8,000,000, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ ἔκθεσις, πρέπει νὰ διευκρινισθῇ καὶ αὐτὸ ὅσον τάχιον· ἤθελον σᾶς παρακαλέσει, κύριοι ὑπουργοὶ, ἂν ἦτο δυνατὸν, νὰ λάβητε πληροφορίας ἐντὸς τῆς συνόδου, ἀλλ’ ἂν τύχῃ τὸ ἐναντίον, νὰ καθαρισθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἐκθέσεως τοῦ Michel Chevalier, διότι ἂν ἡ πρόσοδος ἦναι 8 ἑκατομμύρια, ἀπὸ 10%, εἶναι 800,000, καὶ πρὸς 30% εἶναι δύο μιλιούνια τετρακόσιαι χιλιάδες, καὶ πρέπει νὰ καθαρισθῇ τὸ ζήτημα, ἂν ἡ ἔκθεσις αὐτὴ ἦναι ἐσφαλμένη, ἢ ἐὰν ἀληθὴς, καὶ πρέπει ἡ ἑταιρία νὰ ἐξελεγχθῇ, ἂν λέγῃ τὴν ἀλήθειαν. Πρέπει νὰ σχηματίσωμεν μεγάλην ἑταιρίαν, εἶναι τὸ δεύτερον ἐπιχείρημα, πρέπει νὰ σχηματίσωμεν μίαν μόνον ἑταιρίαν. Τὸ νομοσχέδιον προτείνει μερίδας ὄχι ἀνωτέρας τοῦ 1,000,000 τόνων χωμάτων. Πρέπει νὰ σχηματίσωμεν μεγάλην ἑταιρίαν, ἤγουν ἑταιρίαν ἥτις νὰ παραλάβῃ ὅλας τὰς ἐκβολάδας, διότι αὐτὴ μόνη ἠμπορεῖ νὰ συναγωνισθῇ μετὰ τοῦ Σερπιέρη. Κατὰ τὴν ἀσθενῆ μου γνώμην, κύριοι, πιστεύω ὅτι οὐδεμία μεγάλη ἑταιρία, δηλαδὴ οὐδεμία ἑταιρία τοσοῦτον μεγάλη δύναται νὰ σχηματισθῇ (ξένη ἐννοῶ) διὰ τὰς ἐκβολάδας τοῦ Λαυρίου, ἡ ὁποία νὰ ἠμπορέσῃ νὰ συναγωνισθῇ μὲ τὸν Σερπιέρην. Τὸ κατάστημα τῆς ἑταιρίας Ῥοῦ εἶναι τὸ πρῶτον τοῦ κόσμου, καθόσον ἀποβλέπει τὴν ἐκκαμίνευσιν τοῦ μολύβδου εἶναι συστημένον. Ποία ἑταιρία ἔστω καὶ μία ἑταιρία ἥτις θὰ διαθέσῃ 10,000,000, κατὰ τὸν κ. Λέκκαν, θὰ ἠμπορέσῃ νὰ συναγωνισθῇ; Μόνη ἐλπὶς συναγωνισμοῦ ὑπάρχει ἀπὸ τὰς ἑλληνικὰς ἑταιρίας, διατί; διότι πρῶτον τὸ αἴσθημα τὸ ἐθνικὸν, κύριοι, ἀρκετὰ ἐκεντήθη εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, ὅτι οἱ ξένοι ἦλθον καὶ μᾶς ἐπῆραν τοὺς θησαυρούς μας, καλῶς ἢ κακῶς δὲν ἐξετάζω. Ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἰδέαν θὰ σχηματισθῇ ἑταιρία ἔστω καὶ μὲ ἐλπίδα μικροῦ κέρδους. Δεύτερον, ἀπ’ αὐτὴν τὴν μεγάλην ἔξαψιν τοῦ δημοσίου πνεύματος (καὶ ὅμοιόν τι δὲν ἐνθυμοῦμαι πάρεξ ἐπὶ τῶν Ἀλφρεδικῶν, ὅταν κρατοῦντες λιανοκέρια εἰς τοὺς δρόμους καὶ ταπεινούμενοι ἐνώπιον τῆς Ἀγγλικῆς πρεσβείας ζητωκραυγάζοντες ἐνομίζετε ὅτι θὰ ξεσχίσωμεν τὰ δευτέρια τῆς πολιτικῆς τῆς Ἀγγλίας), ἂς προσπαθήσωμεν νὰ ὠφεληθῶμεν πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς μεταλλουργικῆς βιομηχανίας, ἥτις παρ’ ἡμῖν εἶναι εἰς νηπιώδη κατάστασιν, καὶ ἥτις δὲν ὑπόσχεται ὀλίγας ὠφελείας. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ γῆ τῆς Ἑλλάδος καλύπτει μέταλλα πολλά· ἂς κάμωμεν τρόπον νὰ σχηματισθοῦν ἑταιρίαι μικραί, καὶ δὲν εἶναι μικραὶ μὲ δύο τρεῖς καμίνους καὶ 1,000,000 τόνων χωμάτων. Ἡ ἑταιρία Ῥοῦ μὲ δύο καμίνους ἤρχισε. Σήμερον μὲ τὰς 18 τὰς ὁποίας καίει νυχθημερὸν δὲν τήκει παρὰ 100.000 τόνων σκωριῶν τὸν χρόνον. Ποία θὰ ἦναι ἐκείνη ἡ ἑταιρία, ἡ ὁποία θὰ ἠμπορέσῃ νὰ συστήσῃ διὰ μιᾶς τόσας καμίνους, ἐνῷ αὐτὴ ἡ ἑταιρία, ἡ ὁποία εἶναι ἡ πρώτη, δὲν ἔχει παρὰ 12; Ἂν τήκωνται ὡς 10 αἱ σκωρίαι, δὲν τήκονται ἢ ὡς 5 αἱ ἐκβολάδες καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ τήξουν σήμερον περισσότερον παρὰ 50,000 τόνων ἐκβολάδων κατ’ ἔτος. Ἑπομένως 1,000,000 χωμάτων δὲν δύναται νὰ ἐκκαμινευθῇ γρηγορώτερον ἀπὸ 20 ἔτη. Καὶ μία τοιαύτη ἐργασία εἶναι μικρὰ προσφερομένη εἰς μίαν ἑταιρίαν Ἑλληνικήν; καὶ ἂν δὲν εἶναι 12 φοῦρνοι καὶ εἶναι μόνον 6 θέλομεν 40 ἔτη διὰ νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὸ 1,000,000 τόνων, καὶ ἂν δὲν εἶναι 6 ἀλλὰ μόνον 3 τότε θέλομεν 80 ἔτη, καὶ εἶναι μικρὰ ἡ ἐπιχείρησις αὕτη κύριοι; ἐγὼ ἤθελον τολμήσει νὰ σᾶς καθυποβάλω, ὅτι ἐκεῖ ὅπου ἐπροσδιορίσαμεν 1,000,000 τόνων κατ’ ἀνώτατον ὅρον νὰ τὸν περιστείλωμεν εἰς 500,000. 500,000, κύριοι, τόνοι ἐκβολάδων παραχωρουμένων εἰς μίαν ἑταιρίαν δὲν εἶναι μικρόν. Ἴσα, ἴσα δι’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κύριος Ῥοντήρης, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ζητήσῃ διὰ μιᾶς ἡ Βουλὴ τὴν μεγαλειτέραν ὠφέλειαν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, διότι ὅσας περισσοτέρας κάμετε ὠφελείας, τόσον περισσότερον κίνδυνον τρέχει τὸ δημόσιον διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν δικαιωμάτων του· ἀλλ’ ὁπωσδήποτε μὴ ἀποκλείσετε τὴν ἑλληνικὴν ἐνέργειαν μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι πρέπει νὰ φέρητε μεγάλην εὐρωπαϊκὴν ἑταιρίαν ἡ ὁποία νὰ ἀνταγωνισθῇ μὲ τὴν ἑταιρίαν τοῦ Σερπιέρη ἢ τοῦ Ῥοῦ. «Δὲν πρέπει νὰ πωλήσωμεν πρὶν γνωρίσωμεν ὅ,τι ἔχομεν» δὲν συμφωνοῦμεν μὲ σᾶς· μήπως ἡμεῖς ὑπεστηρίξαμεν τὴν πρότασιν εἴτε τὴν ἀναφορὰν τοῦ κ. Βενδεβῆ διὰ νὰ πωλήσωμεν τὰς ἐκβολάδας ἀπὸ 7 λεπτὰ τὴν ὀκάν, ἢ τὴν τοῦ κ. Λέκκα, ἀπὸ 8 δρ. τὸν τόνον; Τίποτε δὲν λέγομεν περὶ τούτου, λέγομεν ὅμως ὅτι πρέπει νὰ ἀρχήσωμεν νὰ σκεπτώμεθα πῶς κάλλιον νὰ διαθέσωμεν καὶ νὰ ἀρχήσωμεν νὰ γνωρίσωμεν τί ἔχομεν. Καὶ δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ ἰδέα, ἡ ὁποία λέγει ὅτι μόνον ἡ κυβέρνησις πρέπει νὰ ἐξετάσῃ. Ἂς ἤρχετο κἂν τοὐλάχιστον ἡ πρότασις αὕτη εἰλικρινῶς, καθαρῶς λέγουσα, «ἀποκρούομεν πᾶσαν περὶ ἐκβολάδων σκέψιν, πᾶσαν περὶ ἐκβολάδων νομοθέτησιν ἕως οὗ ἡ κυβέρνησις ἐξετάσῃ, ἕως οὗ ἡ κυβέρνησις μᾶς πληροφορήσῃ.» Τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι μία πρότασις καθαρὰ, μία πρότασις εὐνόητος, τὴν ὁποίαν ἠδυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, ἤθελον τὴν ἀποκρούσει, ἀλλὰ ἠδύνατό τις τοὐλάχιστον νὰ συζητήσῃ. Ἀλλὰ νὰ εἴπωμεν δὲν κάμνομεν τίποτε περὶ ἐκβολάδων ἕως οὗ ἡ κυβέρνησις ἐξετάσῃ καὶ ὡς τόσον νὰ νομοθετῶμεν, ὅτι πρέπει διὰ τούτου καὶ ἐκείνου τοῦ τρόπου καὶ ὄχι ἀλλέως νὰ διατεθῶσι, ἂν τότε δὲν εἶναι πρότασις καθαρὰ, εἶναι πρότασις ἡ ὁποία λέγει, καὶ δὲν λέγει· εἶναι πρότασις ἡ ὁποία, καθὼς εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐμμέσως τείνει ν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν βουλὴν ταύτην συνέλευσιν, καὶ εἰς μάτην ἐπροσπάθησε ν’ ἀποκρούσῃ τὴν ἰδέαν ταύτην σήμερον ὁ κύριος Δημητριάδης. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃ ἡ κυβέρνησις μόνη ὅσα θὰ κάμῃ ὅταν δὲν ὑποβοηθηθῇ ἀπὸ τὴν ἰδιωτικὴν ἐνέργειαν. Πολλὰ περὶ τούτου ἐῤῥέθησαν ἀπὸ τὸν κ. πρωθυπουργὸν καὶ εἶναι περιττὸν νὰ τὰ ἐπαναλάβω· εἰς τοῦτο μόνον ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας, ἀνάγκη νὰ ἐνθαῤῥύνωμεν τὴν βιομηχανίαν τὴν μεταλλουργικὴν, εἰς τὸν τόπον μας, ἀνάγκη ὅλοι οἱ συμπολῖταί μας νὰ ἴδουν ἕνα νόμον πλήρη. Δὲν καταγίνομαι, κύριοι, οὔτε εἰς τὸ ζήτημα τῆς καθαρᾶς καὶ ἀκαθαρίστου προσόδου οὔτε εἰς τ’ ἄλλα ζητήματα. Περαίνω τὸν λόγον μου ἐνταῦθα καὶ λέγω, ὅτι ἂν πράγματι οἰκογενειακῶς καὶ ἀδελφικῶς, καθὼς κηρύσσεται ἀπὸ καθένα τῶν ἀναβαινόντων εἰς τὸ βῆμα, περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Λαυρίου συζητοῦμεν, πρέπει οἰκογενειακῶς καὶ ἀδελφικῶς νὰ δώσωμεν ἔναρξιν ἐνεργείας, πρέπει νὰ παύσῃ, κύριοι, αὐτὸς ὁ σάλος, ὁ ὁποῖος ἐσπάρη εἰς τὸ δημόσιον πνεῦμα, πρέπει νὰ ἀνακαλυφθῇ τέλος πάντων φανερὰ καὶ καθαρὰ ἡ ἀλήθεια εἰς τὸν καθέναν, καὶ μὴ ἀναβάλωμεν ἐπὶ μιᾷ ἢ ἄλλῃ προφάσει τὸ ζήτημα τοῦτο ἵνα μένῃ πάντοτε ἐκκρεμές. Συμφέρει εἴς τινας ἐκτὸς τῆς βουλῆς νὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτον ζήτημα καθὼς καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα νὰ δύνανται νὰ ἀνακατόνουν τὰ πλήθη, δὲν ἠμπορεῖ νὰ συμφέρῃ εἰς τὸ κράτος καὶ εἰς ὑμᾶς εἰς οἱανδήποτε ἀπόχρωσιν καὶ ἂν ἀνήκετε. Εἶναι κακὸν τὸ μέτρον τὸ σημερινόν; Εἶσθε εἰς θέσιν νὰ τὸ διορθώσητε. Εἰς πάντας ὑπάρχει ἡ πεποίθησις ὅτι ἡ διάθεσις δὲν θὰ γίνῃ πρὶν ἢ ἐπανέλθῃ ἡ βουλή. Μετὰ 5 ἢ 6 μῆνας ὅτε σὺν Θεῷ συνέλθωμεν ἐκ νέου, ἂν τυχὸν φανῇ ἐλλαττωματικὸς ὁ νόμος, ἔ! κύριοι, δὲν ἔχομεν τὴν δυσκολίαν τὴν ὁποίαν ἔχουν ἐν Ἀγγλίᾳ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ῥοντήρης, νὰ διορθώσωμεν τὸν νόμον· μία πρότασις ἑνὸς βουλευτοῦ καὶ γίνεται. Ἂς τελειώσωμεν τὸ ζήτημα, ἀρκούντως ἀπησχόλησε καὶ ἡμᾶς καὶ τὸ κοινόν.

§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀγαπᾶτε ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ ἔγγραφον τῆς ἐπιτροπῆς τῆς μεταβάσης εἰς τὸ Λαύριον ἐπὶ τῆς κατηγορίας ἐκείνης;

§101ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Ἀναγινώσκεται.

§102Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἰς αὐτὸ λέγει, ὅτι ἐμβῆκαν μέσα εἰς τὰ πλοῖα νὰ κάμουν ἐπιθεώρησιν; (θόρυβος.)

§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅ,τι λέγει τὸ ἠκούσατε· διότι ἀνεγνώσθη. (διάλογοι θορυβώδεις.)

§104Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ, ἀφοῦ διὰ νὰ καθησυχάσωμεν τὴν Βουλὴν, ἀπεφασίσαμεν νὰ στείλωμεν μὲ ἐπίτηδες ἀτμοκίνητον, διὰ τὸ ὁποῖον ἀρκετὰς δραχμὰς ἐδαπανήσαμεν, τρεῖς ἢ τέσσαρας ἀνωτέρους ὑπαλλήλους διὰ νὰ ἐξετάσουν καὶ πληροφορήσουν τὴν Βουλὴν, καὶ ἀφοῦ ἔρχονται καὶ ἔγγραφα καὶ διαβεβαιοῦν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν ὅτι τίποτε δὲν εἶναι ἀληθὲς ἐξ ὅσων κατηγγέλθησαν, δὲν ἐπίστευόν ποτε ὅτι ἤθελον εὑρεθῆ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι νὰ ἀμφιβάλλουν· ἀλλ’ ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι ἐξακολουθοῦν τινες νὰ ἀμφιβάλλωσι, δὲν μὲ μένει ἄλλο παρὰ νὰ τοὺς παρακαλέσω νὰ μεταβοῦν καὶ πληροφορηθοῦν ἰδίοις ὄμμασι, διότι εἰς ἐμὲ ὡς ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν δὲν μένει ἄλλο μέσον νὰ δώσω σαφεστέρας πληροφορίας ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου. Λοιπὸν ἐπειδὴ ἀμφιβάλλει ὁ κ. Κρεστενίτης, τὸν παρακαλῶ νὰ μεταβῇ ἐπιτοπίως. (θόρυβος)

§105ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὁ κ. Κρεστενίτης ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τὰς πεποιθήσεις του, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ὑποθέτει ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ ἐξαγόμενον τῆς ἐρεύνης, τὴν ὁποίαν ἔκαμον οἱ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι.

§106ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε πρόεδρε, θὰ ἀπαντήσω μόνον εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Λομβάρδου ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ ὑπουργείου τοῦ ὁποίου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύσω.

§107ΠΟΛΛΟΙ. Ὁρίσατε, κ. Δεληγεώργη.

§108ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λέγω δι’ ἐκείνους τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσουν ὅτι δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Λομβάρδον ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ εἰς τὴν οὐσίαν, διότι φρονῶ ὅτι ἦλθε μόνον καὶ ἐμέμφθη καὶ ἐκωμῴδησε τοὺς ἀγορεύσαντας κατὰ τὰς παρελθούσας ἡμέρας· τοῦτο δὲ δὲν συντελεῖ εἰς τὴν διαφώτισιν τοῦ ζητήματος, δὲν ἔχει ἐπιῤῥοὴν ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν, ἐκτὸς ἂν σκοπός του ἦτο νὰ ἐξασθενήσῃ ὅλους τοὺς λόγους τῶν ἀγορευσάντων. Θέλω ἀπαντήσει εἰς τὴν παρατήρησιν καὶ εἰς τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν τρόπον τινὰ ἠθέλησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἰουλίου, εἰπὼν ὅτι ἡ ἑταιρία Ῥοὺ ἀδιαλείπτως ἀπὸ τοῦ 1867 ἀπευθύνεται πρὸς ὅλας τὰς Κυβερνήσεις καὶ ζητεῖ παρ’ αὐτῶν μίαν δικαίαν ἐξακρίβωσιν τῆς καθαρᾶς προσόδου· καὶ ἠθέλησε νὰ ἐξάξῃ τοῦτο τὸ συμπέρασμα, ὅλαι αἱ κυβερνήσεις ἔσφαλλον καὶ ἠμέλησαν τὸ δημόσιον συμφέρον· διότι ὅμως ἡ κατάκρισίς του εἰδικῶς περιωρίσθη εἰς τὴν κατὰ τὸν Νοέμβριον ὑπάρχουσαν Κυβέρνησιν, ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω καὶ νὰ τὸν πληροφορήσω, ὅτι ἢ κακῶς ἀναγινώσκει τὰ ἔγγραφα, ἢ ἂν δὲν ἀρύεται τὰς πληροφορίας ἀπὸ τὰ ἔγγραφα, τότε κακῶς σκέπτεται. Ἡ ἑταιρία Ῥοὺ κατεδιώχθη τὸν Ὀκτώβριον τοῦ παρελθόντος ἔτους, ὅπως κατεδιώχθησαν ὅλοι οἱ ὀφειλέται τοῦ κράτους· αὑτὴ μάλιστα κατὰ προτίμησιν· τότε ἐχρεώστει ἑκατοστύας τινὰς χιλιάδων δραχμῶν. Κατεδιώχθη δὲ διὰ δύω κεφάλαια χρέους· τὸ ἓν ἀφωροῦσε τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου ὡς ἰδιοκτήτου τῶν σκωριῶν, τὸ δὲ ἄλλο ἐχρεώστει ὡς ὀφειλέτης τῶν φόρων τοὺς ὁποίους ὀφείλει νὰ πληρώσῃ διὰ τὰς ἰδιωτικὰς σκωρίας. Καὶ τὸ πρῶτον κεφάλαιον ὑπερβαίνει, νομίζω, τὸ ἓν ἑκατομμύριον.

§109ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Δύο ἑκατομμύρια.

§110ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ δεύτερον ἦτο περίπου 200 ἢ 300 χιλιάδες· ἀλλ’ ἡ ἑταιρία ἠρνήθη νὰ πληρώσῃ τὰ χρήματα εἰς τὴν πρόσκλησιν ἥτις τῇ ἀπευθύνθη παρὰ τοῦ Κεντρικοῦ ταμείου. Τότε διέταξεν ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ καθυστερούντων· αὐτὸς δὲ ἀπηύθυνεν ἀναφορὰν εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, τὴν ὁποίαν παρεκάλεσα πρὸ μικροῦ τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν νὰ διατάξῃ νὰ φέρῃ ὁ γραμματεὺς τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ἀλλὰ δὲν ἐδόθη ὁ καιρὸς, ὥστε νὰ παρουσιασθῇ ἡ ἀναφορά· ἡ ἀναφορὰ εἶχεν ἐσώκλειστον καὶ μίαν γνωμοδότησιν δικηγόρων. Δι’ αὐτῆς τῆς ἀναφορᾶς ἡ ἑταιρία ἰσχυρίζετο, ὅτι τὰ χρήματα διὰ τὰ ὁποῖα εἶναι ἐγγεγραμμένη ὡς ὀφειλέτις δὲν τὰ χρεωστεῖ, διότι δὲν ἔγεινεν ἐκκαθάρισις τῆς καθαρᾶς προσόδου, τῶν σκωριῶν, ἵνα ἐπιβληθῇ εἰς αὐτὴν τὸ 10%. Τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν, ἀπεφάσισε περὶ αὐτῆς. Ἡ πρᾶξις τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου εἶναι αὕτη· «Τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον λαβὸν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν σημερινὴν αὐτοῦ συνεδρίασιν τῆς 16 Νοεμβρίου 1870, τὴν ἀπὸ 31 παρελθόντος μηνὸς ἀναφορὰν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς ἑταιρίας Ἱλαρίωνος Ῥοὺ καὶ Συντροφίας μετὰ τοῦ συνημμένου ἀντιγράφου γνωμοδοτήσεως δικηγορικοῦ συμβουλίου ὑπὸ χρονολογίαν 29 τοῦ παρελθόντος μηνός, δι’ ὧν αὕτη ἐξαιτεῖται τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκβιάσεως ὑπὸ τοῦ δημοσίου πάσης ἀπαιτήσεως τοῦ φόρου τοῦ ἐκ σκωριῶν μολύβδου, μέχρις οὗ προηγουμένως ἐξακριβωθῇ ἡ καθαρὰ πρόσοδος καὶ κριθῇ τὸ ὀφειλόμενον ποσὸν τοῦ φόρου, διότι φρονεῖ ἡ ἑταιρία ὅτι δὲν ὑποχρεοῦται νὰ καταβάλῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὰ ὁρισθέντα ποσὰ τοῦ φόρου ὑπὸ τοῦ νόμου ΣΙΓʹ τῆς 14 Ἀπριλίου 1867 καὶ διὰ τὰ ἐπιόντα ἔτη. Ἐπειδὴ κατὰ τοὺς ἐτησίους φορολογικοὺς νόμους ΣΞΣʹ, ΤΙΒʹ καὶ ΤΛʹ τῶν ἐτῶν 1868, 1869 καὶ 1870 αἱ σκωρίαι καὶ ὁ μόλυβδος τοῦ Λαυρίου φορολογοῦνται καὶ κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα, ὅπως καὶ ὅσον ἐφορολογήθησαν τὸ ἔτος 1867 κατὰ τὸν νόμον ΣΙΓʹ· ἤτοι αἱ μὲν σκωρίαι πρὸ δραχμὰς 2 κατὰ τόνον, ὁ δὲ μόλυβδος πρὸς δραχ. 21 καὶ 38|00. Ἑπομένως κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶναι δεσμευμένη νὰ μὴ εἰσπράξῃ οὔτε ἓν λεπτὸν πλέον, οὔτε ἓν λεπτὸν ἔλαττον τοῦ εἰρημένου φόρου. Ἐπειδὴ ἡ ἀπὸ 31 Ὀκτωβρίου ε. ε. ἀναφορὰ τῆς ἑταιρίας Ἱλαρίωνος Ῥοῦ καὶ Συντροφίας ζητεῖ νὰ ὑπεκφύγῃ τὰς ἀποφάσεις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅπως καὶ πλεῖστοι τῶν φορολογουμένων συνήθως ἐπιχειροῦσι, καὶ ἐκ τούτου τὰ καθυστερούμενα ἐξωγκώθησαν καὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους σπουδαίως ἔπαθον. Τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον παραγγέλλει τῷ κ. ὑπουργῷ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰ ὑπὸ τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἀποφασισθέντα περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων μέτρα μετὰ τῆς δραστηριότητος, ἣν ἡ τακτικὴ εἴσπραξις τῶν νενομισμένων ἐσόδων τοῦ κράτους ἀπαιτεῖ.

Ὁ Πρόεδρος

ΕΠ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ.

Τὰ μέλη, Δ. Χρηστίδης, Δ. Δρόσος, Χ. Ζυμβρακάκης, Ν. Θ. Λεώπουλος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις τὴν ὁποίαν ἔκαμεν τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον εἰς αἴτησιν ἔκνομον καὶ ἀσυγχώρητον ἐκ μέρους μιᾶς ἑταιρίας, τὴν ὁποίαν τοσοῦτον καλῶς ὑπεδέχθημεν καὶ ἐξεντίσαμεν ἐνταῦθα. Ὁ νόμος τοῦ 1867 εἶναι οὗτος «ἐπιβάλλεται φόρος ἐπὶ τῶν σκωριῶν ἢ ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου τοῦ ἐξ αὐτῶν μολύβδου δέκα τοῖς ἑκατόν. Ὁ φόρος οὗτος ὁρίζεται διὰ τὸ ἔτος 1867 εἰς δραχμὰς δύο κατὰ τόνον σκωριῶν καὶ εἰς δραχμὰς (24 καὶ 38|00) εἴκοσι τέσσαρας καὶ λεπτὰ τριάκοντα ὀκτὼ κατὰ τόνον μολύβδου. Ὁ αὐτὸς φόρος εἰσπραχθήσεται καὶ ἐπὶ τοῦ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου ἐξαχθέντος μολύβδου.» Κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη ὁ νόμος περὶ σκωριῶν ἐθεωρήθη ὡς παράρτημα τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ ὡς ἀκροτελεύτιον ἄρθρον ἐτίθετο εἰς τοὺς φορολ. νόμους τῶν ἐτῶν 1868 ἕως 1870 τὸ ἑξῆς, ὡς παραδ. χάριν εἰς τὸν νόμον τοῦ 1868 «Ἄρθρον 13. Ὁ ἀπὸ 14 Ἀπριλίου 1867 ΣΙΠ. νόμος περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ μολύβδου καὶ τῶν σκωριῶν Λαυρίου ἰσχύει καὶ διὰ τὸ 1869». Αὐτὸ ἐπαναλαμβάνεται κατ’ ἔτος· ἠδύνατο λοιπὸν ἡ κυβέρνησις νὰ παρεκτραπῇ, ἔστω καὶ κατὰ κεραίαν, τοῦ νόμου τούτου; Ἐπὶ οὐδενὸς φορολογικοῦ νόμου ἔχει αὐτὰ τὸ δικαίωμα ἡ κυβέρνησις, οὔτε δύναται νὰ μεταῤῥυθμίσῃ κανένα νόμον. Λοιπὸν ἡ κυβέρνησις ἦτο δεσμευμένη νὰ εἰσπράξῃ ἐπὶ τῶν σκωριῶν καὶ τοῦ μολύβδου τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον διέταξεν ὁ νόμος τοῦ 1867, διότι κατ’ ἔτος ὁ φορολογικὸς νόμος τοῦ κράτους λέγει ὅτι ἡ φορολογία κατὰ τὸ τρέχον ἔτος θέλει γίνει κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1867. Ἐντὸς τοῦ νόμου λοιπὸν καὶ τῶν δικαιωμάτων μας ἐπράξαμεν, συντάξαντες τὴν πρᾶξιν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα καὶ συνέπεια ταύτης ἦτο νὰ καταδιωχθῇ ἡ ἑταιρία καὶ νὰ πληρώσῃ. Ἤδη εἶναι κυρία ἡ βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει περὶ τοῦ μέλλοντος, ἤτοι διὰ τὸ 1871 καὶ τὰ ἑπόμενα ἔτη· ἀλλὰ περιπλέον δύναται ὁ κ. Σερπιέρης νὰ κάμῃ τώρα πρότασιν εἰς τὴν κυβέρνησιν, οὐχὶ περὶ μὴ φορολογίας τοῦ 1868 καὶ 1869 καὶ 1870, οἵαν ἔκαμεν κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1870, ἀλλὰ πρότασιν δι’ ἧς νὰ εἴπῃ, ὅτι δέχομαι νὰ μὲ φορολογήσητε διὰ τὰ ἔτη αὐτὰ τὰ ὁποῖα παρῆλθον μετὰ τὴν ἐκ νέου ἐξακρίβωσιν τῆς καθαρᾶς προσόδου καὶ νὰ γίνῃ μία νέα ἀναθεώρησις τῆς καθαρᾶς προσόδου. Τότε ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου.

§111ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ ζητεῖ.

§112ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡμεῖς ὅμως δὲν εἴχομεν βουλήν. Κάμετε ἤδη ὑμεῖς ὅ,τι θέλετε· δὲν ἐπεμβαίνομεν. Ἐὰν ζητῇ τώρα αὐτὸ, δὲν εἶναι κακὸν πρᾶγμα νὰ φερθῇ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει. Ἴσως δὲ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Σερπιέρη διὰ τὸ παρελθόν· διότι διὰ τὸ μέλλον ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ, διὰ τὸ μέλλον, ἀπόκειται εἰς τὴν συναίνεσίν της.

§113Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Περὶ ἀκαθαρίστου, μήπως ἔκαμεν ἔκθεσιν;

§114ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι. Ἀλλὰ προσέτι, κύριοι, θὰ μείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν, βέβαια, ἕνας ἐνδοιασμός· ὁ ἐνδοιασμὸς τὸν ὁποῖον ἤθελε νὰ ἐγείρῃ ὁ ἀξιότιμος πρόεδρός μας, ὡς πρὸς τὴν ἀλήθειαν τῆς ἐκθέσεως τοῦ Michel Chevalier, προερχόμενος ἐκ τῆς ἑξῆς σκέψεως: διατὶ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ὁ Σερπιέρης, ζητεῖ τὴν ἀναθεώρησιν τῆς καθαρᾶς προσόδου; δὲν πιστεύω, κύριοι, νὰ μὴ ἔχῃ τὸν λογαριασμόν του· θὰ τὸν ἔχῃ ἀφεύκτως· θὰ ἠξεύρῃ τί ζητεῖ· καὶ νομίζω ὅτι ζητεῖ τι τὸ ὁποῖον δὲν πιστεύω ποτὲ μία πατριωτικὴ Βουλὴ νὰ τὸ κάμῃ· εἶναι περιττὸν ν’ ἀποφανθῶ περὶ τούτου, ἀλλὰ βεβαίως ἡ ἑταιρία Ῥοῦ εἰς αὐτὴν τὴν αἴτησιν ἔχει συμφέρον νὰ ζητῇ νὰ διαιρεθῇ ὁ νόμος ὁ περὶ φορολογίας εἰς δύω μέρη.

§115ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ δώσω μίαν διασάφησιν εἰς τὸν κ. Δημητριάδην, ὁ ὁποῖος ἠρώτησεν ἂν ὁ κ. Σερπιέρης ἔκαμε ζήτημα περὶ ἀκαθαρίστου. Ἐσχάτως, ὅτε ἤμην εἰς Λαύριον, ὁ κ. Σερπιέρης μοὶ εἶπεν περὶ ἐκβολάδων, οὐχὶ περὶ σκωριῶν, ὅτι προτιμᾷ ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ τὴν ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου φορολογίαν, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ συμφωνήσωμεν μὲ αὐτὸν παρὰ τὴν ἐπὶ τῆς καθαρᾶς.

§116Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἂν φέρῃ κάμινον νὰ χωρίζῃ τὸν μόλυβδον ἀπὸ τὸν ἄργυρον, συμφωνοῦμεν.

§117ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Αἰσθάνομαι τὴν ἀδυναμίαν μου ν’ ἀναβαίνω εἰς τὸ βῆμα νὰ ὁμιλῶ περὶ τοιούτων σπουδαίων πραγμάτων, διότι οὔτε νομικὸς εἶμαι, οὔτε οἰκονομολόγος, οὔτε λογιστικὸς, ἀλλ’ ὑπείκων εἰς τὸ αἴσθημα τῆς καρδίας μου ὁμιλῶ, καὶ ἐκ τοῦ αἰσθήματός μου τούτου ὑπέβαλα ἐκείνην τὴν πρότασιν. Ἡ πρότασίς μου εἶναι ὅτι, καθόσον ἀφορᾷ τὸ περὶ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων ἐπιφυλάσσεται τὴν ἀπόφασίν της μέχρις οὗ διὰ γνωμοδοτήσεως σπουδαίων ἐπιστημόνων, κληθησομένων ἐπὶ τούτῳ ἐξ Εὐρώπης, σχηματίσῃ ἡ κυβέρνησις πλήρη γνῶσιν τοῦ ποιοῦ καὶ τῆς ποσότητός των. Εἰς τὴν ὁμιλίαν μου τὴν πρώτην, ὅτε εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ φέρῃ πίστωσιν, ἐγὼ εἶπον ἀπὸ τοῦδε 5 μῆνες ἕως ὅτου συγκαλεσθῇ ἡ Βουλὴ εἶναι ἀρκετὸς χρόνος νὰ λάβωμεν γνῶσιν, καὶ σχηματίσῃ καὶ ἡ κυβέρνησις ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ φέρῃ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἰδέα μου αὐτὴ ἐθεωρήθη ὡς ἀόριστος ἀναβολὴ, ἐνῷ δὲν ἦτον ἀόριστος. Ἀκολούθως ἔγειναν αἱ συζητήσεις καὶ τῶν δύο νομοσχεδίων· ὅτε δὲ ὁ κ. Ζαΐμης εἶπε νὰ νομοθετήσωμεν ἓν νομοθέτημα προπαρασκευαστικὸν, τότε ἦλθον εἰς τὸ βῆμα καὶ εἶπον συγχωνεύω τὴν πρότασίν μου εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ζαΐμη, τὸ εἶπον ῥητῶς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ πρότασις ἐκείνη δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. πρόεδρον νὰ φέρῃ ἐδῶ αὔριον τὴν ἀγόρευσίν μου ἐκείνην, ἵνα ἰδῆτε ποῖος ἦτο ὁ σκοπός μου, καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ ὅτι ἡ πρότασίς μου ἐκείνη δὲν ἐσυγχωνεύθη.

§118ΛΕΚΚΑΣ. Θὰ ὁμιλήσω, κύριοι, περὶ ζητήματος προσωπικοῦ. Ἀνῆλθον τὸ βῆμα τοῦτο, κύριοι, παρὰ τὴν θέλησίν μου καὶ ἐναντίον τῆς τακτικῆς μου, παρὰ τὴν θέλησίν μου μὲν, διότι εἶχον ἀμετάθετον ἀπόφασιν νὰ μὴ ἐπαναλάβω τὸν λόγον, διότι κατ’ ἐμὲ ἡ ζητουμένη πρότασις ἦτο ἐξηντλημένη· ἐναντίον δὲ τῆς τακτικῆς μου, διότι, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὁσάκις λαμβάνω τὸν λόγον, προηγουμένως φροντίζω κάτι νὰ σκέπτωμαι κἄτι νὰ μελετῶ, διότι δυστυχῶς αἱ περιστάσεις καὶ ἡ φύσις δὲν μοὶ παρέσχε πλουσιοπαρόχως τὰ δῶρα τὰ ὁποῖα ὁ συνάδελφός μας κ. Λομβάρδος ἀναγνωρίζει εἴς τινας τῶν ἐντίμων συναδέλφων, οἵτινες πάντοτε ὁμιλοῦν ἀπὸ τοῦ βήματος ἀπροετοίμαστοι καὶ ὅ,τι λέγουν καὶ ὅ,τι πράττουν τὸ ὀφείλουν εἰς τὴν εὐφυΐαν καὶ ἰδιαιτέραν ἀξίαν των. Δι’ αὐτοὺς τοὺς δύω λόγους λέγω μὲ λύπην μου ἀνέρχομαι καὶ παρὰ τὴν θέλησιν ἀπροπαρασκεύαστος εἰς τὸ βῆμα, ἀλλ’ ὅταν προκαλοῦμαι δὲν συνηθίζω νὰ σιωπῶ. Ἐννοεῖτε δὲ ὅτι δι’ ἐμὲ εἶναι θυσία τὸ νὰ μὴ σιωπήσω, διότι ἔχω ν’ ἀντιταχθῶ εἰς Αἴαντα τῆς διπλωματίας καὶ πολιτικῆς, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε εἰς τὸ κοινοβούλιον τῶν Ἰονίων νήσων ἐπολέμησε μὲ μίαν τῶν κραταιοτέρων δυνάμεων. Ἡ μειονοψηφία τῆς ἑσπέρας ἐκείνης, μᾶς εἶπεν, εἶναι ἀνακόλουθος· τοῦτο τοσοῦτον δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅσον εἶναι ψευδὲς ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν εἶναι ἡμέρα. Ποῦ εὑρίσκετε, κύριοι, τὴν ἀνακολουθίαν τῆς μειονοψηφίας τῆς ἑσπέρας ἐκείνης; τί ἐζήτει ἐκείνη ἡ μειονοψηφία; ἐπέσπευδε πρὸς ποῖον σκοπόν; Δὲν ἀνεγνώριζε δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων καὶ τίποτε ἄλλο. Σήμερον ζητεῖ ἀναβολὴν καὶ δὲν ἠξεύρετε, ὅτι ὁ χρόνος τὰ πάντα μεταβάλλει, καὶ ὅτι ὁλόκληρος ἡ πλειοψηφία, ἐγένετο μειονοψηφία. Ἂν ἡ μειονοψηφία ἡ ὁποία ἔλαβε τόσα φῶτα μετὰ τὰς ἐπανειλημμένας ἀγορεύσεις τῶν ὑπουργῶν, δὲν γνωρίζει ὁποία εἶναι ἡ ἀναλογία τῶν μετάλλων τῶν ὑπαρχόντων εἰς τὰς ἐκβολάδας, τί θέλετε σήμερον σεῖς νὰ πράξετε; δὲν θέλω ν’ ἀναῤῥιπίσω πάθη, δὲν μιμοῦμαι τὸν Αἴαντα τῆς πολιτικῆς, ὁ ὁποῖος ἔθετε τὰς χεῖράς του ἐντὸς τοῦ θυλακίου του γεμάτου ὄφεων, καὶ ἔῤῥιπτε ἕνα εἰς τὸν ἕνα, ἄλλον εἰς τὸν ἄλλον, ἀλλ’ οἱ ὄφεις του δὲν εἶχον δηλητήριον, καὶ κατ’ εὐχὴν πάντες ἐμείναμεν σῶοι καὶ ἄθικτοι. Ἐγὼ ἔσφαλα, διότι δὲν ἐπρόσεξα εἰς μίαν λέξιν, τὴν ὁποίαν εἶπον μίαν ἡμέραν, ἐκσφενδονίσας ἕνα χαριεντισμόν. Ἐκεῖνος ὁ χαριεντισμὸς τῆς ἀηδόνος ἠλέκτρισε πολλούς· ὁμολογῶ ὅτι ἔσφαλα. Ἐντεῦθεν καὶ πατέρες ἐγεννήθησαν καὶ ἀνεδείχθησαν καὶ πάπποι τῶν ἐκβολάδων· χάρισμά σας τὰ δικαιώματα· ὅστις θέλῃ ἂς δέχεται τίτλους, ἐγὼ ὑπηρέτησα τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, ὀλιγώτερον ἴσως πάντων, καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ συνείδησις πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός μου ἀπῄτει. Τίς ἐζήτησε λοιπὸν δικαιώματα καὶ τίτλους; ἂν διὰ τοσαύτην μηδαμινὴν ὑπόθεσιν ζητοῦμεν τίτλους, τί θὰ ζητήσῃ ἡ μεγάλη γενεὰ τῶν γιγάντων, ἡ ὁποία μᾶς ἔκαμε νὰ ἤμεθα ἐδὼ καὶ νὰ συζητῶμεν; Ἀλλοίμονον Ἑλλάς! Δευτέρα κατηγορία ἣν ἀπήγγειλε κατ’ ἐμοῦ ὁ κ. πρόεδρος τῆς Βουλῆς. «Συντάττεται ὁ κ. Δέκκας μὲ τὴν μειονοψηφίαν διὰ τὴν ἀναβολήν· ζητεῖ τὴν ἀναβολὴν σήμερον καὶ ἐν τούτοις ἔχει πρότασιν περὶ παραχωρήσεως τῶν ἐκβολάδων.» Βεβαίως ὁ ἔντιμος ἐκ Ζακύνθου συνάδελφός μας, ἐκ τῆς ὑψηλῆς θέσεως εἰς τὴν ὁποίαν τὸν ἀνεβιβάσαμεν ἦτο εἰς θέσιν νὰ κρατῇ ἀκριβεῖς σημειώσεις, διότι ἀπ’ ἀρχῆς ἐσκέπτετο νὰ σᾶς κάμῃ μίαν ἀνακεφαλαίωσιν. Φαίνεται ὅμως ὅτι κατὰ κακὴν μοῖραν διέκοψε εἰς χρονικόν τι διάστημα τὰς σημειώσεις του καὶ ἐλησμόνησεν ὅτι δὲν εὗρε καὶ οὗτος τὸν τετραγωνισμὸν τοῦ κύκλου. Αὐτὸ τὸ χαρτίον δὲν ἐξῆλθεν ἐν ἀγνοίᾳ σας, καὶ θὰ μὲ εἴδετε περιτρέχοντα τὴν αἴθουσαν πρὸ ὀλίγου, ζητοῦντα τὰ πρακτικὰ ἵνα σᾶς ἀποδείξω, ὅτι πρῶτος ἐγὼ ἔκαμα χρῆσιν τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν διάθεσιν τῶν ἐκβολάδων, ἑπομένως δὲν ἦτο καὶ αὐτὸ εὕρημα. Χθὲς μοὶ ἐζήτησαν ἀντίγραφον τῆς προτάσεώς μου διὰ νὰ δοθῇ εἰς τύπωσιν, διότι, ὡς μοὶ εἶπον, δὲν ὑπάρχει πουθενά. Φαίνεται, ὅτι τὸ μυστήριον τοῦτο ἐκρατεῖτο ἵνα παρουσιασθῇ ὡς πειστήριον· ὅτι δὲ λέγω ἀληθῆ, τὸ γραφεῖον ἂς βεβαιώσῃ. Καὶ ποῖος σᾶς εἶπεν, ὅτι οἱ βουλευταὶ τῆς Ἀττικῆς δὲν θέλουν τὴν διάθεσιν; δὲν τὴν θέλουν, ὡς τὴν σημειοῖ τὸ νομοσχέδιον· τί κατεπείγει; διὰ τί ἐντὸς 6 μηνῶν, τὸ εἶπον καὶ τὸ ἐπανέλαβα πολλάκις, νὰ μὴ διατάξωμεν τοὺς ἡμεδαποὺς ἐπιστήμονας καὶ νὰ μὴ ζητήσῃ ἡ κυβέρνησις 100 ἢ 200,000 δραχμῶν, δι’ ὧν νὰ φέρῃ 2–3 ἐπιστήμονας μεταλλουργοὺς καὶ καθηγητὰς τῆς χημείας, διὰ νὰ πείσουν καὶ ἡμᾶς καὶ τοὺς συμπολίτας μας περὶ τοῦ πράγματος· καὶ νὰ πεισθῇ σὺν τούτοις καὶ ἅπας ὁ κόσμος, ὅστις θὰ ἔχῃ ὑπόληψιν εἰς τὰ ἔκτακτα ἐν Εὐρώπῃ ταῦτα πρόσωπα· διὰ νὰ βεβαιωθῇ περὶ τῆς ἀξίας τοῦ Λαυρίου καὶ οὐχὶ ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν καὶ τὰς ὑπογραφὰς τῶν ὑπαλλήλων της, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς ἐκτάκτους ἐκείνους τεχνικοὺς ἄνδρας καὶ καθηγητὰς, οἵτινες ἔζησαν καὶ ἐσπούδασαν καὶ ἐμόχθησαν ἐν τοῖς μεταλλείοις· τοῦτο ζητοῦμεν ἡμεῖς καὶ οὐδὲν ἕτερον. Δὲν προχωρῶ, κύριοι, περισσότερον, πράγματι δὲν θέλω νὰ ἐρεθίσω τὰ πάθη, διότι, ὡς γνωρίζετε, εἶμαι ὁ ἄνθρωπος τῶν μέσων ὅρων· ἐν οἰκογενείᾳ νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα ἐπιθυμῶ, διότι πάντες ὑπὸ τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων ἐμπνεόμεθα· ὑποστηρίζει ὁ καθεὶς μίαν γνώμην· ἐγὼ ἔχω αὐτὴν τὴν ἰδέαν, δίδω τὴν ψῆφον, ἔχετε ἐναντίαν ἰδέαν; δότε ἐναντίαν ψῆφον, καὶ τοιουτοτρόπως κλείει ἡ ὑπόθεσις τοῦ Λαυρίου.

§119ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά.

§120Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Συγχωρήσατέ μοι, κ. πρόεδρε, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἀπὸ τὴν θέσιν μου· θὰ κάμω δὲ τὴν ἑξῆς παρατήρησιν, καθόσον ἀφορᾷ τοὺς λόγους τοῦ κ. Λομβάρδου, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ πιστεύσῃ τὸν κ. Γκρόχμαν, ὅτι ἀδικεῖται ἡ ἑταιρία εἰς τοῦτο. Θὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν μεταξὺ τῆς καλῆς πίστεως ἡμῶν καὶ τῆς κακῆς πίστεως τῆς ἑταιρίας, διὰ νὰ εἴπητε ποῖος ἔχει δίκαιον. Ἡ ἑταιρία τὴν πρώτην πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν εἰς τὴν κυβέρνησιν, τὴν ἔκαμεν ὅτι θέλει αὐτὰς τὰς σκωρίας νὰ κατασκευάσῃ γυαλιὰ, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς ἀπιστίας ἐπροχώρησεν. Ἡ ἑταιρία αὕτη, καθὼς γνωρίζετε ὅλοι, ἔχει 200 ἕως 400,000 τόνους ἀπὸ τὰς ἐκβολάδας· εἶναι πράγματα φανερὰ, 42 ἅμαξαι τὴν ἡμέραν ἀπὸ ἐκβολάδας καὶ 12 ἀπὸ σκωρίας ἐπὶ τρία ἔτη, ἂν κάμητε τὸν λογαριασμὸν, θὰ εὕρητε περισσότερον. Πῶς λοιπὸν ἠμποροῦμεν τώρα νὰ πιστεύσωμεν ὅτι αὐτὴ λέγει τὴν ἀλήθειαν; Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸν κ. Λομβάρδον, ὡς πρὸς τὴν γνώμην του, περὶ τῶν ἑταιριῶν. Δὲν ἠμπορεῖ, λέγει, μεγάλη ἑταιρία νὰ ἔλθῃ νὰ συναγωνισθῇ μὲ αὐτὴν τὴν ἑταιρίαν ἡ ὁποία εἶναι ἡ πρώτη, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος λέγει μικραὶ ἑταιρίαι ἐπιτρέπεται· ἐὰν ἐννοῇ μὲ τὸν λόγον του τοῦτον νὰ ἀποφασίσωμεν νὰ ἐξαιρεθῇ ἡ ἑταιρία αὐτὴ, τότε μάλιστα, ἢ ἂν θέλῃ πάλιν νὰ ἀποφασίσωμεν νὰ γείνῃ ἡ διαχείρισις ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως, τότε μάλιστα τὸ παραδεχόμεθα καὶ αὐτὸ, καὶ τότε οὔτε αὐτὴ ἡ ἑταιρία, οὔτε ἄλλη νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον. Ἐδῶ, κύριοι, παρατηρεῖτε, ὅτι διὰ τὴν ἑταιρίαν τοῦ σιδηροδρόμου, ὅταν διεγράφησαν οἱ ὅροι, ὁ σταθμὸς νὰ γείνῃ ἐντὸς τῆς πόλεως, οἱ Ἕλληνες συλλογιζόμενοι τὰ ἔξοδα εἶπον, δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν αὐτό. Ἰδοὺ τώρα ὅπου ἡ ἑταιρία αὕτη ἐκέρδισε νὰ μείνῃ ἐκεῖ ὁ σταθμὸς, καὶ τώρα παραπονοῦνται οἱ ἐντόπιοι, καὶ λέγουν ὅτι ἐὰν ἠξεύραμεν τοῦτο, τὸ ἐκάμναμεν καὶ ἡμεῖς. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην μου καὶ δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Λομβάρδον, ὅστις εἶπεν ὅτι δὲν θὰ τελειώσῃ ἀμέσως καὶ θὰ ᾖναι ἐδῶ ἡ Βουλὴ, καὶ ἐγὼ ἐπειδὴ εἶμαι βουλευτὴς καὶ θὰ ᾖναι καὶ ὁ ὑπουργὸς βουλευτὴς, εἶναι καλλίτερα αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν νὰ τὴν ἔχῃ ἡ Βουλὴ καὶ οὐχὶ καμμία κυβέρνησις. Καὶ ἐὰν ἦμαι ὑπὲρ τοῦ ἀκαθαρίστου, τοῦτο τὸ ἀπέδειξα καὶ σᾶς εἶπον ὅτι τὸ θεωρεῖ ὀρθότερον καὶ αὐτὸς ὁ Σερπιέρης καὶ ἡ ἑταιρία. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω εἰς τὴν ἰδέαν μου νὰ παραδεχθῶμεν τὸ ἀκαθάριστον. Σᾶς παρατηρῶ δὲ, κύριοι, ὅτι 250 δραχμὰς ὁ τόνος θέλει ἔξοδα, ἐὰν ἀποφασίσητε 350 δραχ., τότε θὰ χάνετε 100 δραχ. τὸν τόνον, καὶ ἓν ἑκατομ. ἀπὸ τόνους 100,000,000 δραχμὰς, καὶ δὲν εἶναι μικρὰ ἡ ζημία. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα θὰ ὠφεληθῇ αὐτὴ ἡ ἑταιρία, τὰς 100,000,000 δραχμὰς, διὰ τὶ νὰ τὰς χάσῃ τὸ δημόσιον; Διὰ τοῦτο εἶναι καλλίτερον νὰ ψηφίσητε τὸ εἶδος, ἢ τοὐλάχιστον νὰ γείνῃ μία συμφωνία, ἐκεῖ ὅπου λέγομεν ἐπὶ τῆς καθαρᾶς, νὰ εἴπωμεν, ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου.

§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοντήρης.

§122ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Χθὲς, κύριοι, ἀνέπτυξα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἐκβολάδων· ἔπειτα ἔφερα γνώμην περὶ τῶν συστημάτων ἐξ ὧν ἔχομεν νὰ ἐκλέξωμεν καὶ προβῶμεν εἰς τὴν διάθεσιν, ἤτοι περὶ τοῦ συστήματος τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου, περὶ τοῦ συστήματος τοῦ βουλευτικοῦ νομοσχεδίου, καὶ περὶ τῆς ἀμέσου ἐκκαμινεύσεως. Σήμερον ἔχω καθῆκον νὰ ἀναπτύξω τὴν πρότασίν μου περὶ τῆς ἀμέσου ἐκκαμινεύσεως, οὕτως εἰπεῖν, οὐχὶ ὑπὸ τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ ὑπὸ τοῦ δήμου, ἢ ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ ἀναβὰς τὸ βῆμα, ἔχω καθῆκον νὰ ἀνασκευάσω καί τινα λεχθέντα ὡς πρὸς τὰ ἐπίλοιπα θέματα καὶ νὰ συμπληρώσω τὸν λόγον μου· ἐν εἴδει ἀνακεφαλαιώσεως, κύριοι, καὶ τοῦτο, διότι πρόκειται νὰ κάμω χρῆσιν ἐγγράφου τινὸς κατ’ ἐμὲ μεγάλης αὐθεντίας ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ζήτημα. Λυποῦμαι, κύριοι, ὅτι ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Λομβάρδος, ἔκρινε καλὸν νὰ ὁμιλήσῃ μετὰ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον ὡμίλησεν, ἵνα δώσῃ τὸν ῥυθμὸν, ὃν ἔδωκε εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν. Λυποῦμαι ἐπίσης ὅτι χθὲς τὸ ἑσπέρας ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ἠθέλησε νὰ παίξῃ ἐπὶ τῆς αὐτῆς χορδῆς, ἐπειδὴ δὲ δὲν πρέπει νὰ φέρω τὴν σύγχυσιν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, δὲν θέλω νὰ ἀκολουθήσω τὰς προκλήσεις. Ἐὰν πάντες ζητοῦν τὸ φῶς καὶ τὴν ἀλήθειαν, κύριοι, εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν αἱ ἐγκλήσεις καὶ ἀντεγκλήσεις εἶναι ὅλαι βλαβεραί· πάντα ὅσα λέγονται εἰς τὴν συζήτησιν θολοῦσι τὴν διάνοιαν, σκοτίζουσι τὴν συζήτησιν, μᾶς ἀποχωρίζουσι ἀπὸ τὸ πρᾶγμα, ἐνῶ τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον σπουδαῖον. Ἐκ τῆς λύσεως αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, κύριοι, δὲν ἐνδιαφέρονται τὰ ὀντίδια, οὕτως εἰπεῖν, τῆς παρούσης ἢ τῆς μελλούσης Κυβερνήσεως, ἐνδιαφέρεται τὸ μέλλον τοῦ τόπου· οὐχὶ μία ἀλλὰ χίλιαι Κυβερνήσεις καιρίως ἐνδιαφέρονται ἐναλλὰξ καὶ ἀλληλοδιαδόχως ἡ μία κατόπιν τῆς ἄλλης ἐπερχόμεναι· διὰ τοῦτο ἴσως ἐξ ἀρχῆς ἡ Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ δώσῃ κανὲν πολιτικὸν χρῶμα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἀντικειμένου τούτου· ἐξ ἀρχῆς εἶπον, κύριοι, ὅτι οἰκογενειακῶς πρέπει νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ εἰς τοῦτο ἐμείναμεν ἡμεῖς ἐξ ἀρχῆς· καὶ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁλόκληρος ἡ συζήτησις ἐκεῖ περιεστράφη. Κύριοι, εἶπον, ὅτι θὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ζήτημα. Λέγω λοιπὸν, ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ ψηφίσωμεν ὁριστικῶς περὶ τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων, διότι δὲν γνωρίζομεν τὸ ἀντικείμενόν μας· εἶπον ἄλλοι, ὅτι ἡ διοίκησις δὲν θέλει προβῆ εἰς παραχώρησιν, πρὶν γνωρίσῃ αὐτὴ τὸ ἀντικείμενον· ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι δὲν ἀπαλλοτριόνομεν τὰ καθήκοντά μας, τὰς λειτουργίας μας εἰς τὴν διοίκησιν. Δὲν ἔχομεν ἐντολὴν νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν ἐξουσίαν αὐτήν. Καὶ εἶπεν, μοὶ φαίνεται, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς μίαν συνεδρίασιν, ὅτι ποτὲ δὲν θὰ γνωρίσωμεν τί ἔχομεν, διότι ταλαντεύεται ἡ ἀξία τῶν ἐκβολάδων μεταξὺ τοῦ 1% μέχρι 50%· καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προβῶμεν ὁπωσδήποτε, διότι τὴν βεβαιότητα δὲν θὰ τὴν πορισθῶμεν ποτὲ, καὶ ἡ διάθεσις θὰ μείνῃ ἐκκρεμής. Ἐν πρώτοις ἀπαντῶ εἰς τὸ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ βεβαιωθῶμεν περὶ τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διαθέσωμεν. Πρέπει τοῦτο ἡ ἐπιστήμη νὰ τὸ βεβαιώσῃ καὶ οὐχὶ ὁ κ. Ῥοντήρης· ἡ ἐπιστήμη λέγει αὐτό; Ἀλλὰ, κύριοι, τί νομίζετε, ὅτι πρόκειται σήμερον νὰ σᾶς εἴπω; ἡ ἐπιστήμη λέγει καὶ εἶπε ὅλον τὸ ἐναντίον. Ὁ κ. Γκρόχμαν λέγει, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι εὔκολον καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ βεβαιωθῶμεν τί ἔχομεν ὡς πρὸς τὸ ποσὸν καὶ ὡς πρὸς τὸ ποιόν· ἰδοὺ τί λέγει ὁ Γκρόχμαν ἐπὶ τέλους «ἐπειδὴ» καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ «ἐπειδὴ αἱ ἐκβολάδες κεῖνται ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας, δύνανται εὐκόλως νὰ καταμετρηθῶσι, νὰ ἐξετασθῶσι καὶ προσδιορισθῇ ἡ πραγματικὴ ἀξία των, χωρὶς ν’ ἀπολεσθῇ τῷ Κράτει οὐδὲ λεπτὸν ἐκ τῆς δῆθεν ἀβεβαιότητος»· δὲν μένει, κύριοι, εἰς τοὺς ἀντιδοξοῦντας πλέον παρὰ ἡ ἔνστασις τῆς πλαστότητος· ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ εἴπητε, ὅτι ἐγὼ ἔπλασα τὴν προκειμένην ἔκθεσιν· γνωστὸν σας εἶναι, ὅτι ὁ κ. Γκρόχμαν εἶναι μεταλλευτὴς καὶ εἶναι ἐνταῦθα. Ὅταν λοιπὸν εὔκολον ᾖναι νὰ μὴ ἀπατηθῶμεν οὔτε κατὰ μικρὸν ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἐκβολάδων, διατὶ νὰ μὴ προβῶμεν προηγουμένως εἰς τὴν ἐξεύρεσιν; Κύριοι, τὸ ἔγγραφον αὐτό, ἐπειδὴ συνέπεσε νὰ τὸ ζητήσω, θὰ κάμω χρῆσιν· διότι μοῦ χρησιμεύει καὶ εἰς ἓν ἄλλο ζήτημα καὶ θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰ σχετικὰ μέρη. Ἐγένετο λόγος, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὁρισθῇ ἐλάχιστος ὅρος· ἐγένετο λόγος, ὅτι ἡ ἄμεσος ἐκκαμίνευσις εἶναι βλαβερά. Τὰ δύο ζητήματα τὰ λύει ὑπὲρ τῆς γνώμης μου, ὁ κ. Γκρόχμαν, «νομίζω» λέγει ὁ Γκρόχμαν «γνωρίζων καλῶς τὸν πλοῦτον τῶν ἐκβολάδων, ὅτι συμφέρει τῇ Ἑλλάδι πρὸς παραγωγὴν τοῦ ἀνωτάτου ὅρου τῶν προσόδων, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ ἐπιληφθῇ αὐτῶν ἢ νὰ παραχωρήσῃ αὐτὰς εἰς βιομηχάνους, ἀπαιτοῦσα τὰ ¾ ὡς ἔγγιστα ὡς φόρον ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου.» Τὸ δὲ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον οὐδ’ ἐσκέφθη καὶ περὶ ἐλαχίστου ὅρου. Χθὲς, κύριοι, μεταξὺ τῶν ἄλλων λόγων, εἰς τοὺς ὁποίους στηριζόμενος ἐζήτουν τὴν ἀναβολὴν, ἔταττον καὶ τὸν λόγον, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ μάθωμεν τὰ ἔξοδα τῆς ἀμέσου ἐκκαμινεύσεως, διότι ἐφοβούμην μήπως ἦναι ὑπέρογκα· ἐξετάσας δὲ ἔμαθον, ὅτι μέχρι 300.000 δραχμῶν ἀρκοῦν, ἰδοὺ δὲ τί λέγει ὁ Γκρόχμαν, «ἀλλ’ ὅπως καὶ ἂν σκεφθῶ, μεθ’ ὅσα εἶδον καὶ ἔμαθον περὶ ἐκβολάδων, ὤφειλον οἱ νῦν Ἕλληνες νὰ λάβωσιν αὐτοὶ ἀνὰ χεῖρας τὴν κληρονομίαν τῶν ἀρχαίων.» Ἕνας ξένος, κύριοι, λέγει, ὅτι ὤφειλον οἱ Ἕλληνες νὰ λάβωσιν αὐτοὶ ἀνὰ χεῖρας τὴν κληρονομίαν τῶν ἀρχαίων, Ἕλληνες δὲ λέγουν, ὅτι δὲν ὤφειλον νὰ λάβουν τὴν κληρονομίαν τῶν ἀρχαίων· «διότι, 1) τὸ ἀρχικὸν τῆς ἐγκαταστάσεως κεφάλαιον πρὸς ἀνέγερσιν οἰκοδομῶν, πλυντηρίων κτλ. εἶναι μικρὸν, ἡ δὲ ἐξόρυξις τῶν ἐκβολάδων ἄνευ δαπάνης.» Βλέπετε, κύριοι ὁ χρόνος τί πορίζει ἡμῖν ἀπὸ χθὲς ἕως σήμερον; Εἴδομεν, ὅτι εἴχομεν δίκαιον ὑποστηρίζοντες τὴν ἀναβολὴν, εἴδομεν ὅτι ἔχομεν δίκαιον ὑποστηρίζοντες τὴν ἄμεσον ἐκκαμίνευσιν, ἀλλ’ ἐπακριβῶς δὲν ἐμάθομεν τίποτε ἀφ’ ὅσα χρειάζονται. Τί νομίζετε; Ἐδῶ εἰς τὴν ἔκθεσιν εὑρίσκω ἕνα λόγον, τὸν ὁποῖον δὲν εἶχον σκεφθῇ ποτὲ, διὰ τοῦ ὁποίου πολεμεῖ ὁ Γκρόχμαν τὸν συναγωνισμὸν πρὸς αὐτὴν τὴν ἑταιρίαν, καθὼς καὶ πᾶσαν ἄλλην. Ἰδοὺ τὶ λέγει καὶ μὲ τοῦτο θέλω νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἄμεσον ἐκκαμίνευσιν, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, διότι δηλαδὴ ἄλλος δὲν ἠμπορεῖ νὰ συναγωνισθῇ μὲ τὴν ἑταιρίαν Ῥοῦ «ἀπέναντι ἑνὸς usurpateur,» δὲν τὸν λέγει ἅρπαγα, διότι ἔχει ἄλλην σημασίαν· «ἀπέναντι ἑνὸς usurpateur, ἐλλείπει τοῖς ἰδιώταις ἡ πλήρης autorité, τὸ δὲ κράτος ἔχει αὐτήν· ὅθεν προκύπτει, ὅτι οἱ ἰδιῶται θέλουσιν ὑποπέσει εἰς ἔριδας καὶ δίκας κτλ.», καὶ σᾶς προσθέτει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι ὁ ἰδιώτης θὰ ὑποπέσῃ εἰς δίκας καὶ ἔριδας μὲ τὸν usurpateur διότι ὁ λόγος αὐτὸς ἐλαττόνει τὸν συναγωνισμόν· προβαίνων δὲ λέγει ὁ Γκρόχμαν «ὁ τόπος μόνον τοιουτοτρόπως ἤτοι διὰ τῆς ἀμέσου καμινεύσεως κερδίζει ἐκ τῶν ἐκβολάδων τὰ πλεῖστα χρήματα, ἂν καὶ ἤθελον προσφέρει ἰδιῶται 2–3% περισσότερον τῶν προσδοκιῶν»· καὶ ἂν ἐπρόκειτο λέγει νὰ ζημιωθῶμεν 2%, καλλίτερον εἶναι νὰ τὰς ἐκμεταλλεύσητε σεῖς ἀμέσως. Ὡς πρὸς δὲ τὸ ποσὸν τῶν ἐκβολάδων τί λέγει ὁ Γκρόχμαν; ὁπόσον πολύτιμον εἶναι τὸ ἔγγραφον αὐτό! Τῷ ὄντι ἐθεωρήθη ὑπερβολικὸς ὁ ἄλλος ἰσχυρισμός μου, ὅτι δισεκατομμύριον ἀξίζουν αἱ ἐκβολάδες· ἐθεωρήθη αὐτόχρημα ὑπερβολὴ ἀλλ’ ἰδοὺ τί περιέχει ἐν τέλει ἡ ἔκθεσις τοῦ Γειρόχμαν «ἡ καθαρὰ πρόσοδος, ἂν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οὔτε τὸ ἓν δέκατον τῶν Λαυριακῶν ἐκβολάδων ἀνεκαλύφθη καὶ ἐμετρήθη, πρέπει νὰ ᾖναι πολλῷ μεῖζον κλπ.»· λέγει δηλαδή, ὅτι αἱ μετρηθεῖσαι ἐκβολάδες τῶν 7,000,000 τόνων δὲν εἶναι οὔτε τὸ ⅒ τῶν ἀνακαλυφθησομένων νέων· δηλ. περὶ τὰ 70,000,000 τόνων ὑποθέτει ὅτι εἶναι αἱ ἐκβολάδες. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι πάντοτε στηρίζομαι εἰς πράγματα, διότι ἀναμφιβόλως τὸ πιθανὸν ποσὸν τῶν 70 ἑκατομμυρίων τόνων ὑπερβαίνει κατὰ τὴν ἀξίαν πολὺ τὸ ἓν δισεκατομμύριον δραχμῶν. Κύριοι, ἠκούσατε σήμερον μὲ τίνα ἔχει νὰ διαγωνισθῇ μία ἑλληνικὴ ἑταιρία· μὲ τίνα φοβερὸν ἀντίπαλον ἔχει νὰ συναγωνισθῇ μὲ τὴν ἑταιρίαν Ῥοῦ. Εὐτυχῶς ὁ κ. πρόεδρος ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἡ ἑταιρία Ῥοῦ δὲν ἔχει ἐφάμιλλον ὡς πρὸς τὴν δύναμιν εἰς τὴν ὑφήλιον· σημαίνει τοῦτο ὅτι εἶναι τοιαύτη ἡ ἑταιρία αὕτη, ὥστε πρὸς αὐτὴν οὐδεμία ἄλλη ὁμοειδὴς ἑταιρία δύναται νὰ συναγωνισθῇ. Ἐν τούτοις ὑποστηρίζεται σπουδαίως, ὅτι τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν θέλει καταβάλει εἷς νάνος τεχθησόμενος παρὰ ἑλληνικῆς ἑταιρίας αὔριον· ὑποστηρίζεται ὅτι θὰ γεννηθῇ ἀμέσως νάνος θαυματουργὸς συναγωνισθησόμενος σπουδαίως πρὸς αὐτήν. Ἡ ἑταιρία Ῥοῦ ἠκούσατε ὅτι πάντοτε ὑπῆρξε κακῆς πίστεως καὶ τώρα ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ὁ ἐνταῦθα συνάδελφός μας κ. Κεχαγιᾶς ἐβεβαίωσε τοῦτο, ἠκούσατε ὅτι ὄχι μόνον ἁρπάζει ἡ ἑταιρία αὐτὴ τὰς ἐκβολάδας, ἀλλὰ καὶ τὸν νενομισμένον φόρον τῶν σκωριῶν δὲν θέλει νὰ πληρώσῃ, καὶ ὅτι διὰ νὰ μὴ πληρώσῃ ἐπροκάλεσε διπλωματικὰς συνδιαλέξεις. Εἶναι, κύριοι, ἡ ἑταιρία αὕτη τοιαύτη, ὥστε πρέπει νὰ λάβωμεν πᾶσαν κατ’ αὐτῆς πρόνοιαν ἵνα μὴ πέσῃ ὁ θησαυρὸς αὐτὸς εἰς χεῖρας αὐτῆς, διότι ἐξ αὐτῆς οὐ μόνον εἰς πλοῦτον θὰ ζημιωθῶμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ καὶ εἰς δύναμιν θὰ ζημιωθῇ ἡ κυβέρνησις τοῦ τόπου, διότι αὕτη ἐπίσταται καλῶς νὰ ἐγείρῃ ἑκάστοτε διπλωματικὰ ζητήματα ἢ διπλωματικὰς συνδιαλέξεις. Τὰ πράγματα ταῦτα, κύριοι, σᾶς ἀντιτάσσομεν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι βλέπομεν, ὅτι ἄλλος δὲν ἠμπορεῖ νὰ πάρῃ τὰς ἐκβολάδας παρὰ ἡ ἑταιρία Ῥοῦ· διότι βλέπομεν αὐτὴν ἁρπάζουσαν ἀδεῶς τὰς ἐκβολάδας· διότι δὲν θέλει νὰ πληρώσῃ οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον ποσοστὸν τῶν σκωριῶν· διότι βλέπομεν, ὅτι δὲν προσφέρεται πρὸς ἡμᾶς ὡς ἰδιώτης, ἀλλ’ ὡς κράτος ἐν κράτει· εἰς ἡμᾶς δὲν μένει ἄλλο, παρὰ νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας. Κύριοι, περίεργον πρᾶγμα μοὶ φαίνεται ὅτι παντάπασι σπουδαῖον δὲν ἐθεώρησάν τινες τὸ ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ εὗρον εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐντὸς τοῦ ἄρθρου 10· «ὁ ἐργολάβος ὀφείλει νὰ καμινεύῃ τὰς ἐκβολάδας ἐντὸς τοῦ Κράτους,» σημαίνει, κύριοι, ὅτι αἱ ἑταιρίαι αἱ καμινευτικαὶ καὶ ἐν Εὐρώπῃ ἀπαγορεύεται νὰ συναγωνισθοῦν. Ἀλλὰ τί λέγει; ποῖος ἀπαγορεύει; ἂν φέρουν τὰ καταστήματά των ἐδῶ. Τὸ κέντρον τῶν ἐπιχειρήσεών της ἑκάστη βιομηχανικὴ ἑταιρία ἔχει ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει σήμερον· δύναται τὰ καταστήματά της, τὰς σιδηρᾶς ὁδοὺς καὶ τὰ ἄλλα ἐργαστήριά της νὰ τὰ μεταφέρῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα; ὁ κύριος πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἀπεπλανήθη ἀπὸ τὰς ἐμπορικὰς ἐπιχειρήσεις· ἔκαμε σύγχυσιν τῶν ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων πρὸς τὰς βιομηχανικάς· τῷ ὄντι, κύριοι, ἐμπορικὴ ἐπιχείρησις δύναται νὰ ἔχῃ τὸ κέντρον της ἐν Μασσαλίᾳ, καὶ δύναται νὰ ἔχῃ γραφεῖα 10, 15 εἰς ὅλην τὴν ὑφήλιον, ἀλλὰ τὸ ἐναντίον συμβαίνει εἰς τὴν βιομηχανικὴν ἐπιχείρησιν, ἥτις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀποσπάσματα.

§123ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ, ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ, ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ.

Ποῖος τὸ λέγει; πῶς ἔκαμεν ἀπόσπασμα ἐν Ἑλλάδι ἡ ἑταιρία Ῥοῦ, καί τοι ἑδρεύουσα ἐν Μασσαλίᾳ;

§124ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Λοιπὸν πρέπει νὰ περιμένωμεν νὰ εὑρεθῇ καμμία ἑταιρία Ῥοῦ, νὰ εὑρεθῇ κανὲν κράτος, ὡς τὴν Ἑλλάδα, νὰ εὕρῃ ἀνθρώπους ἱκανοὺς νὰ παραχωρήσουν τὰς ἐθνικὰς σκωρίας ὡς ἰδιοκτήτους, ἱκανοὺς νὰ δεχθῶσιν ὡς σπουδαίαν τὴν πρότασιν τοῦ Σερπιέρη, λέγοντος, «σᾶς παραχωρῶ μέγαν πλοῦτον· δότε μοι σκωρίας· ἐγὼ ἀντ’ αὐτῶν θὰ σᾶς δίδω 2 μεγάλας χιλιάδας δραχ. τὸν χρόνον·» ἔπρεπε λέγω νὰ εὕρῃ τοιαύτην κατάστασιν πραγμάτων διὰ νὰ ἀποφασίσῃ μία βιομηχανικὴ ἑταιρία νὰ κάμῃ ἀπόσπασμα βιομηχανικῆς ἐπιχειρήσεως εἰς ἄλλο κράτος· ἀλλ’ εὐτυχῶς ἡλικιώθημεν καὶ ἡμεῖς ὀλίγον· ἐννοεῖται, ἂν παραχωρήσωμεν τὰς ἐκβολάδας, ὅπως παρεχωρήσαμεν τὰς σκωρίας, καὶ ἐγὼ πιστεύω ὅτι πᾶσα εὐρωπαϊκὴ ἑταιρία ἀποφασίζει νὰ συστήσῃ ἀπόσπασμα ἐν Ἑλλάδι, ἢ νὰ μεταφέρῃ τὸ κέντρον τῆς ἐπιχειρήσεώς της ἐν Ἑλλάδι. Ἰδοὺ ὁ λόγος διὰ τὶ ἡ ἑταιρία Ῥοῦ ἀπεφάσισε νὰ κάμῃ τὴν ἐπιχείρησιν αὐτῆς ἐδῶ, διότι ἀντὶ μηδενὸς μυριοτάλαντον περιουσίαν ἔλαβεν· ἀλλὰ τοῦτο σήμερον δὲν γίνεται. Ἀλλά, κύριοι, δὲν ἠξεύρω πῶς συμβιβάζεται μὲ τὰς ἀρχὰς, ἃς πρεσβεύει τὸ ὑπουργεῖον, καὶ ἰδίως ὁ κύριος πρόεδρος, τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου, τῆς ἐργασίας, τοῦ διαγωνισμοῦ, τὸ σύστημα τοῦ νὰ ἀπαγορευθῇ εἰς ἑταιρίαν τινα ὁ συναγωνισμός· αὐτὸ τὸ σύστημα λέγεται προστατευτικόν, πρόκειται δι’ αὐτοῦ τοῦ συστήματος νὰ προστατευθῇ τις; λέγουσιν ὅτι πρόκειται νὰ προστατεύσωμεν τὴν ἐργασίαν· ἐν Ἑλλάδι νὰ προστατεύσητε τὴν ἐργασίαν; λείπουν τὰ ἔργα ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα; ὅλος ὁ τόπος εἶναι ἀκαλλιέργητος· 100,000 κατοίκων ἔχει ἀκόμη ἀνάγκην ἡ Ἠλεία· 700,000 ἡ Αἰτωλία καὶ ἡ Ἀκαρνανία. Θέλομεν λοιπὸν νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν προστασίαν ἐξαιρετικῶς ὑπὲρ τοῦ Serpieri; Ἐὰν ἤθελεν ὁ νομοθέτης νὰ προστατεύσῃ τοὺς ἐργάτας, εἶναι ὅλως ἀδιάφορον· ἀρκεῖ ὅτι ὡς ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος ἡ προστασία ἀποβαίνει ὑπὲρ τοῦ Σερπιέρη· καὶ εἶναι ὅλως ἀδιάφορον ἡ πρόθεσις. Λέγω λοιπὸν ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀντιβαίνει εἰς τὰς ἀρχὰς, ἃς πρεσβεύει ἡ σημερινὴ κυβέρνησις, τῆς ἐλευθερίας τῶν συναλλαγῶν· ἀντιβαίνει καὶ εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ ἐλευθέρου συναγωνισμοῦ· ἀλλ’ ἀντιβαίνει καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου προπάντων, δηλαδὴ, ἐπειδὴ ἀποκλείει τὰς ἑταιρίας, τὰς ὑπαρχούσας ἐν Εὐρώπῃ, τὰς μόνας δυναμένας νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς τὴν ἑταιρίαν Ῥοῦ. Τὸ ἄρθρον, κύριοι, παραχωρεῖ εἰς τὴν ἑταιρίαν Ῥοῦ τὰς ἐκβολάδας ἄνευ διαγωνισμοῦ σπουδαίου καὶ ἄνευ τοῦ ἐλαχίστου ὅρου. Διὰ νὰ φθάσωμεν δηλονότι εἰς τὴν ἀπὸ τῶν σκωριῶν πληρωνομένην καθαρὰν πρόσοδον· διότι ὡς ἠξεύρετε μόλις πληρώνει ὁ Σερπιέρης 24 δραχ. κατὰ τόνον μολύβδου, ὡς ἐκ τούτου τί προέκυψεν ἐσχάτως; προέκυψεν, ὅτι ἡ ἑταιρία Ῥοῦ καὶ Σερπιέρη 650 δραχ. τοὐλάχιστον λαμβάνει ἀπὸ ἕκαστον τόνον, ἔκτοτε δὲ τὰ ἔξοδα δὲν εἶναι πλέον τῶν 300 δραχ. λοιπὸν ἡ πρόσοδος εἶναι 350 δραχ. καθαρὰ πρόσοδος, πληρώνει δὲ εἰς τὸ δημόσιον 24 δραχ. ἀντὶ 350 τὰς ὁποίας λαμβάνει, εἶναι τοῦτο δίκαιον πρᾶγμα! ἐν τούτοις τοῖς φαίνεται βαρὺς καὶ προκαλεῖ ἡ ἑταιρία ἀναθεώρησιν· ἡ ἐλευθερία, λέγω, αὐτὴ τῆς ἑταιρίας εἶναι μεγάλη, εἶναι ἀφόρητος· ἡ κακὴ πίστις μεγάλη καὶ ψηλαφητή. Ἐφ’ ὅσον δὲ βλέπομεν ὅτι πρόκειται νὰ δοθῇ ἐξαιρετικὴ προστασία εἰς αὐτὴν τὴν ἑταιρίαν, πρέπει ὅλαις δυνάμεσι νὰ ἀντιτασσώμεθα. Κύριοι, χθὲς σᾶς ἀνέπτυξα τὰ καλὰ, τὰ ὁποῖα ἔχει κατ’ ἐμὲ ἡ ἄμεσος καμίνευσις, σήμερον ἀπέδειξα ταῦτα καὶ διὰ τῆς αὐθεντίας τῆς ἐπιστήμης. Ἡ ἄμεσος καμίνευσις ἔχει καὶ τυχαίας τινὰς συνεπείας αἱ ὁποῖαι εἶναι μείζονες τῶν ἀμέσων συνεπειῶν. Τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος, κύριοι, ἀκούσατέ το, δὲν εἶναι ἡ γεωργία· τὸ μέλλον τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ ναυτιλία καὶ ἡ μεταλλουργία· κατ’ ἐξοχὴν ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἐμπεφορημένη ὀρυκτῶν· εἶναι μεστὴ ὀρυκτῶν, καὶ ὅπως εἰς τοὺς ἀρχαίους χρόνους τὸ Λαύριον ὑπῆρξε πηγὴ καὶ πλούτου καὶ δυνάμεως διὰ τὴν Ἑλλάδα, λίαν πιθανὸν, ὅτι καὶ νῦν τὸ Λαύριον καὶ ἡ Εὔβοια καὶ ἡ Λαμία καὶ ἰδίως ἡ Κύμη, εἶναι πηγὴ καὶ πλούτου καὶ δυνάμεως· ἀλλὰ ἄχρηστα σχεδὸν πάντα ταῦτα ἄνευ τῆς μεταλλευτικῆς. Ἡ ἄμεσος καμίνευσις ἔχει καὶ ἄλλην συνέπειαν, τὴν ἑξῆς. Ἐν Φρειβέργῃ, κύριοι, ἐκ τῶν μεταλλείων προέκυψεν Ἀκαδημία γεωγνωστίας καὶ αὐτὴ ὑπηρετεῖ πλειότερον ἴσως τὴν Σαξωνίαν παρὰ τὰ μεταλλεῖα. Ἐπληροφορήθην παρὰ τοῦ φίλου μου, ὅτι ἐν αὐτῇ ἔλαβον τοιαύτην προκοπὴν αἱ φυσικομαθηματικαὶ ἐπιστῆμαι ἐν γένει καὶ ἰδίως ἡ μεταλλουργία ὥστε καὶ ἀπὸ τὴν Βρασιλίαν τῆς Νοτίου Ἀμερικῆς αὐτοῦ ἔρχονται καὶ σπουδάζουν. Κύριοι, αἱ φυσικομαθηματικαὶ ἐπιστῆμαι εἶναι παρ’ ἡμῖν λίαν ἀτελεῖς ὁμολογουμένως, διότι οὐδεμίαν ζήτησιν ἔχει ἡ ἐργασία αὕτη, καὶ δέονται ἐξαιρετικῶν εὐκολιῶν. Καὶ μὴ νομίζετε ὅτι αὐτὸς ὁ τόπος ἠμπορεῖ νὰ προβῇ εἰς πλοῦτον ἄνευ τῶν φυσικῶν καὶ μαθηματικῶν ἐπιστημῶν, ἄνευ τῆς μηχανικῆς, τῆς χημίας καὶ τῶν τοιούτων· βῆμα δὲν δύνασθε νὰ κάμητε, οὔτε ὁδοὺς, οὔτε καλλιέργειαν, οὔτε τίποτε ἄλλο. Λοιπὸν συνιστῶ τὴν ἄμεσον καμίνευσιν καὶ διὰ τοῦτο· διότι δηλαδὴ εὐκόλως δύναται τὸ κράτος νὰ συστήσῃ ἐκεῖ, παρὰ τὴν διοίκησιν τῆς μεταλλεύσεως, σχολήν τινα μεταλλευτικὴν καὶ σχολὴν τῶν φυσικομαθηματικῶν ἐπιστημῶν. Ἀλλὰ μήπως καὶ ἡ ἑταιρία Ῥοῦ δὲν δέχεται ἡμᾶς ν’ ἀντλήσωμεν γνώσεις τινας παρ’ αὐτῇ; Αὕτη κηρύττει ὅτι κατέχει κἄτι τι ἀπόῤῥητον καὶ δὲν δέχεται κανένα οὐδὲ κἂν νὰ πλησιάσῃ εἰς τὰς ἐργασίας της· τοὺς μεταλλουργοὺς, τοὺς πρωτεργάτας ὅλους τοὺς ἔφερεν ἐξ Εὐρώπης· τὸν ἁπλοῦν μόνον ἐργάτην, ἤτοι τὸ ἀνδράποδον, μεταχειρίζεται ἐξ Ἑλλάδος. Κύριοι, ἐπολεμήθη ἡ γνώμη τῆς ἀμέσου καμινεύσεως δι’ ἑνὸς δεινοῦ ἐπιχειρήματος· ἡ διοίκησις δὲν εἶναι σοφὴ, ἐνδελεχὴς ἐπιμελὴς καὶ ἄγρυπνος ἄνευ intéret privé. Αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς εἰς τὸ ἐμπόριον, ἴσως δὲ καὶ εἰς τὰς τραπεζιτικὰς ἐργασίας, καὶ εἰς τὴν βιομηχανίαν ἀκόμη, ὅταν ᾖναι πολύπλοκος· ἀλλ’ εἰς μίαν ἁπλῆν χώνευσιν, ἥτις πρόκειται νὰ γείνῃ, δὲν βλέπω κατὰ πόσον αὐτὸ δύναται νὰ ἐπηρεάζῃ τὴν προαγωγὴν τῆς ἐπιχειρήσεως· ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν ἀμοιβήν τινα ἀνάλογον τοῦ καθαροῦ κέρδους τῆς ἐπιχειρήσεως; ἰδοὺ ἐγειρόμενον τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον. Ἀλλ’ ἐγὼ, κύριοι, πάντα ταῦτα τὰ ἐλαττώματα νομίζω ὅτι αἴρει τὸ σύστημα τῆς δημοτικῆς ἐπιχειρήσεως, τῆς δημοτικῆς καμινεύσεως. Κύριοι, εἶναι καιρὸς νὰ σκεφθῶμεν καὶ περὶ τῶν δήμων ἡμῶν· οἱ πλεῖστοι δῆμοι εἶναι πένητες· δὲν πιστεύω κανεὶς ἀπὸ ἡμᾶς νὰ μὴ ἀγαπᾷ τὴν γενέθλιον χώραν ὡς μητέρα μετὰ τὴν μητέρα· καὶ ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ ἔλθωμεν εἰς βοήθειαν τῶν δήμων, διὰ τί νὰ τοὺς ἀφήσωμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν, ἐν ᾧ δυνάμεθα νὰ συνδυάσωμεν κάλλιστα τὸ συμφέρον τοῦ κράτους μὲ τὸ συμφέρον τῶν δήμων; διὰ τί νὰ μὴ τὸ κάμωμεν; Προτείνω λοιπὸν νὰ συστηθῇ ἑταιρία τις τῆς ὁποίας τὸ κεφάλαιον κατ’ ἐλάχιστον νὰ ᾖναι ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμ. πρὸς ἄμεσον καμίνευσιν τῶν ἐκβολάδων ὑπὸ τοῦ ἔθνους· προτείνω τὸ δημόσιον νὰ χορηγήσῃ, νὰ προσφέρῃ ἀπὸ τοῦδε 50% ἐκ τῆς καθαρᾶς προσόδου· προτείνω ὡς βάσις τῆς ἑταιρίας αὐτῆς νὰ χρησιμεύσουν χίλιαι μετοχαὶ τοῦ δημοσίου, καὶ πᾶσα μετοχὴ νὰ ᾖναι ἐκ 300 δραχμῶν, καὶ νὰ δοθῇ πίστωσις εἰς τὴν κυβέρνησιν ἐκ 300 χιλιάδων δραχμῶν πρὸς τοῦτο· προτείνω ὁ δῆμος νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ προτιμᾶται νὰ λάβῃ ἐκ τοῦ ὅλου τῶν μετοχῶν τὸ ἥμισυ. Ἂν θέλητε τώρα, κύριοι, νὰ γείνῃ μία τοιαύτη ἑταιρία, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀδικηθῇ αὐτή; ἂν δώσωμεν πολὺ εἰς τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν, ἀδικεῖται τὸ κράτος· ἂν δώσωμεν ὀλίγον, πάλιν εἴμεθα κατόπιν εἰς θέσιν νὰ ἀναθεωρήσωμεν καὶ νὰ μὴ ἀδικήσωμεν αὐτήν· ἐδῶ εἴμεθα ἡμεῖς, καὶ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ ἑταιρία εἶναι ἐθνικὴ, καὶ ἐφ’ ὅσον ἀδικεῖται πρέπει νὰ γείνῃ ἐπανόρθωσις. Ἀλλὰ θὰ εἴπωσί τινες, οἱ δῆμοι εἶναι πτωχοί, καὶ δὲν δύνανται νὰ ἀγοράσουν μετοχὰς, διότι ἑκάστη μετοχὴ εἶναι 300 δραχ. ἐάν τινες δῆμοι ἦναι πτωχοὶ καὶ δὲν δύνανται νὰ ἀγοράσουν μίαν μετοχὴν, εἶμαι βέβαιος ἡμεῖς οἱ βουλευταί, ἕκαστος ἡμῶν, θὰ ἔχῃ τόσον πατριωτισμὸν, ἤτοι τόσον πόνον διὰ τὴν γενέθλιόν του γῆν νὰ ἀποφασίσῃ μίαν βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου νὰ τὴν καταβάλῃ· δὲν τὸ βλέπω παντάπασιν εὐτελές. Ἐγὼ προτείνω, κύριοι, τοῦτο, διότι δὲν ἔχω οὐδένα δισταγμὸν, ὅτι οἱ δῆμοι θέλουσι ζητήσει νὰ λάβωσι πολὺ πλειοτέρας τοῦ ἡμίσεως· καὶ αἱ ἐκκλησίαι καὶ τὰ ἄλλα εὐαγῆ καταστήματα δίκαιον ἔχουσι, ἂν ἔχωσι κεφάλαια, νὰ προτιμηθοῦν νὰ καταβάλωσι τὰ κεφάλαιά των εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιχείρησιν· κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ ὑπὲρ τῶν δήμων ἑδραιοῦμεν κεφάλαια ἐν τῷ κράτει καὶ τὸ κράτος εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀδικηθῇ· εἴτε καθαρὰν πρόσοδον προσδιορίσετε τότε, εἴτε ἀκαθάριστον, εἶναι τὸ ἴδιον· διότι δὲν ὑπάρχει ὁ κλέψων εἰς τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν, χορηγήσατε τὸ ἥμισυ τῶν μετοχῶν εἰς τὸ ἰδιωτικὸν κεφάλαιον, καὶ αὐτὸ νομίζω ὅτι ἀρκεῖ διὰ τὴν ἄγρυπνον ἐπιτήρησιν τῆς ἐπιχειρήσεως καὶ διὰ τὴν ἐπιμελῆ διοίκησιν, ἀλλ’ ἔγεινέ που ἀλλοῦ αὐτό; εἶναι ἀδιάφορον· ἔχει τι ξένον τὸ πρᾶγμα; ὁ δῆμος εἶναι ἠθικὸν πρόσωπον, καὶ ἔχει περιουσίαν; ἐδῶ τί χρειάζεται διὰ νὰ προβῇ ἡ ἐπιχείρησις; τίποτε ἄλλο παρὰ χρήματα· τὰ χρήματα εἶναι περιουσία; ἂν χρειάζωνται κεφάλαια, διὰ τί αὐτὰ νὰ μὴ ἦναι δημοτικά; Ὑποθέσατε ὅτι τὴν παραχώρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμαν εἰς τὰ 1867 εἰς τὸν Σερπιέρην, τὴν εἶχον κάμει εἰς τοὺς δήμους, θὰ εἶχον σήμερον οἱ δῆμοι μίαν πρόσοδον τοὐλάχιστον 3, 4 ἑκατομμυρίων· μᾶς διέφυγεν ἡ εὐκαιρία ἐκείνη· μὴ ἀπολέσωμεν τὴν σημερινήν. Κύριοι, καθὼς σᾶς εἶπα ὅτι ἡ ἄμεσος καμίνευσις ἔχει σπουδαιοτέραν τοῦ κυρίου ἀντικειμένου συνεπείας, ἡ ὑπὸ τοῦ δημοσίου δηλονότι καμίνευσις, ἡ διὰ μετοχῆς τῶν δήμων καμίνευσις ἔχει, λέγω, ἐπίσης σπουδαιοτέρας τοῦ ἀντικειμένου συνεπείας. Μοὶ ἐπῆλθε, κύριοι, ἡ ἑξῆς ἀπορία, ὅταν ἐξαντληθῶσι τὰ κεφάλαια καὶ αἱ ἐκβολάδες, τί θὰ γείνῃ; θὰ μείνῃ κατάλοιπον τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον 2, 3 ἑκατομμύρια· καὶ τὸ ἀποθεματικὸν κεφάλαιον· τὶ δὲ θὰ γείνῃ τότε; θὰ τὸ δώσωμεν εἰς τοὺς δήμους ἀμέσως; μοὶ ἐπῆλθε, ὅτι τότε τὸ κατάλοιπον αὐτὸ, ἡ μετουσίωσις τῶν ἐκβολάδων εἰς χρήματα, δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις ἐθνικῆς τραπέζης, ἤτοι δημοτικὴ, δυναμένη νὰ ἀναζωογονήσῃ οὐ μόνον τὰς Ἀθήνας, ἀλλὰ πάσας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους· διότι μόνον διὰ τῶν δημοτικῶν τραπεζῶν ἠμπορεῖ ὁ τόπος αὐτὸς νὰ προβῇ εἰς ἀκμήν τινα. Ἐν Ἀμερικῇ, κύριοι, ὅπου δὲν ἰδεολογοῦσι, ὁσάκις συνίσταται δῆμος, καὶ προκαλῶ τὴν προσοχὴν ὅλης τῆς Βουλῆς εἰς τοῦτο, τὸ πρῶτον ἔργον εἶναι νὰ γείνωσι δύο καταστήματα, ἓν ἡ Ἐκκλησία, τὸ δεύτερον παρὰ τὴν Ἐκκλησίαν ἡ Τράπεζα, καὶ οὕτως ὁ δῆμος δὲν γίνεται ἕρμαιον τῆς τοκογλυφίας· δὲν ἄγεται καὶ φέρεται ὑπὸ ὀλίγων τοκογλύφων ὁ λαὸς, δὲν ἁρπάζεται ὁλόκληρος ἡ πρόσοδος τῆς ἐργασίας ὑπὸ τοῦ τοκογλύφου, διότι τῷ ὄντι τὸ κεφάλαιον γονιμοποιεῖ μὲν τὴν ἐργασίαν, ἀλλ’ ἀφαιρεῖ ἕνεκα τοῦ τόκου, καὶ ὅλην τὴν πρόσοδον· οὕτω δὲ καθιστᾷ τοὺς ἐργάτας ἀνδράποδα· εἰς ἐκείνην τὴν ἑταιρίαν δύναται νὰ χορηγηθῇ ἐν καιρῷ καὶ τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, διότι πρεσβεύομεν, ὅτι τὸ μὲν νόμισμα ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος, τὸ δὲ τραπεζικὸν γραμμάτιον ὄχι εἰς ἰδιωτικὰς, ἀλλ’ εἰς ἐθνικὰς καὶ δημοτικὰς ἀνωνυμίας. Δὲν μένει καιρὸς ν’ ἀναπτύξω διὰ μακρῶν, καὶ ἀποδείξω δαψιλῶς τὴν λογικότητα τῆς προτάσεώς μου, καὶ ἰδίως τὸ τὸ σκόπιμον τοῦ τελευταίου ἄρθρου· ἀλλὰ, κύριοι, πολλοὶ ἀπασχολοῦνται ἀπό τινας συγκεχυμένας ἰδέας· πρέπει, λέγουν, νὰ ἔλθουν ξένα κεφάλαια· αὐτὰ εἶναι καλλίτερα; ἐγὼ δὲ προτιμῶν τὰ ἐντόπια κεφάλαια, θέλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἀκόμη. Τί σχέσιν ἔχει τοῦτο; διότι, ἐννοεῖται, ὅτι διὰ τῶν δήμων δὲν ἔχομεν παρὰ ἐντόπια κεφάλαια ἐκ τῶν σπλάγχνων ἡμῶν. Τὸ ξένον κεφάλαιον, κύριοι, ζωογονεῖ τὴν ἐντόπιον ἐργασίαν, ὅταν ὑπάρχῃ ἔλλειψις ἐργασίας, ἤτοι ἀλλαχοῦ, ἀλλ’ ὄχι ἐν Ἑλλάδι ὅπου ἡ ἐργασία εἶναι ἄφθονος, ὅπου ἁρπάζει τὴν ἀπὸ τῆς ἐργασίας καθαρὰν πρόσοδον, καὶ τὴν φέρει εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ἐὰν τὸ ξένον κεφάλαιον ἔχῃ καμμίαν πρόσοδον, ἡ καθαρὰ αὐτοῦ πρόσοδος φεύγει, καὶ πηγαίνει εἰς τὸν τόπον τῆς καταναλώσεως, καὶ ὁ τόπος τῆς καταναλώσεως εἶναι ὁ τόπος τῆς διαμονῆς τοῦ κεφαλαιούχου, ὥστε ἡ πρόσοδος ἐξέρχεται ἔξω, διὰ νὰ εὕρῃ τὸν ξένον κεφαλαιοῦχον· διὰ νὰ καταναλωθῇ παρὰ τῷ κεφαλαιούχῳ ἐν τῇ διαμονῇ αὐτοῦ. Τὸ ξένον κεφάλαιον ἐνεργεῖ μόνον μηχανικῶς, ὄχι δ’ ὀργανικῶς ἐπὶ τοῦ τόπου, ἐν ᾧ τὸ ἐγχώριον κεφάλαιον, καὶ ὡς τοιοῦτον ζωογονεῖ τὴν ἐργασίαν, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς καταναλώσεως τῆς προσόδου πάλιν προσάγει νέα κεφάλαια εἰς τὴν βιομηχανίαν καὶ εἰς πᾶσιν ἄλλην ἐργασίαν ἐν τῷ τόπῳ, διότι δηλονότι ὑπὸ τοῦ κεφαλαιούχου καταναλίσκεται πάλιν ἐν τῷ τόπῳ, καὶ διανέμεται πάλιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῇ Ἑλληνικῇ. Κύριοι, αὐτὸ τὸ ζήτημα εἶναι λελυμένον καθαρῶς· ὅτι τὸ ἐγχώριον κεφάλαιον πρέπει νὰ προτιμᾶται, ἐγχωριώτατον δ’ οὕτως εἰπεῖν εἶναι τὸ ἀπὸ τῶν δήμων κεφάλαιον. Ἡ πρόσοδος ἡ καθαρὰ τῆς Ἰρλανδίας καταναλίσκεται ὑπὸ τῶν μεγιστάνων αὐτῆς εἰς τὸ Λονδῖνον. Ὅθεν τὸ παράπονον τοῦ absenteisme (ἀπουσιασμοῦ)· ἡ κατανάλωσις τῆς καθαρᾶς προσόδου τῶν τῆς Ἰρλανδίας μεγιστάνων γινομένη ἐν Λονδίνῳ ἀπεδείχθη ὀλεθριώτατον πρᾶγμα διὰ τὴν Ἰρλανδίαν· δι’ αὐτοῦ δὲν ἔμεινεν εἰς τὴν Ἰρλανδίαν εἰμὴ ἡ ἀνδραποδώδης ἐργασία· λέγω λοιπόν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἰσονομία καὶ ἰσοπολιτεία μεταξὺ ξένου καὶ ἐγχωρίου κεφαλαίου λογικῶς, εἰμὴ μόνον κατ’ ἀνάγκην καὶ κατ’ ἐξαίρεσιν. Τὸ συμφέρον εἶναι ἀντίθετον ὅλως διόλου, τὸ ἐγχώριον κεφάλαιον πρέπει νὰ προτιμᾶται. Διὰ ταῦτα ἔφερον τὴν προκειμένην πρότασιν, ἡ ὁποία εἶναι ἄνευ τῶν ἐλαττωμάτων ἐκείνων τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου, διὰ τῆς ὁποίας δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ φοβηθῆτε τὴν δολιότητα τῆς διοικήσεως κατὰ τὸν ὁρισμὸν τῆς καθαρᾶς προσόδου, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας οὐδαμῶς δύνανται νὰ γεννηθῶσι διπλωματικαὶ περιπλοκαὶ καὶ διπλωματικαὶ συνδιαλέξεις κατὰ τὴν ἄσκησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ κράτους κατὰ τῆς ἐπιχειρήσεως. Διὰ ταῦτα ἔφερον τὴν πρότασιν ταύτην, διὰ τῆς ὁποίας ἅμα ἀρνηθῇ ἡ ἑταιρία ἓν λεπτόν, νὰ ἔχῃς τὸ δικαίωμα ἀμέσως νὰ καταλάβῃς τὰ ἐργοστάσιά της χωρὶς νὰ σοὶ εἴπῃ κανεὶς τί κάμνεις πρὸς τοὺς ὑπηκόους σου. Καί μάθετε ἐν τέλει καὶ τὸ ἄλλο· ὅτι ἐν Βελγίῳ καὶ Ὁλλανδίᾳ δὲν ἐπιτρέπεται ὅλως ἡ παραχώρησις τοιούτων ἐπιχειρήσεων εἰς ξένους ὑπηκόους ἕνεκα τῶν διαλειφθέντων λόγων.

§125ΔΑΓΡΕΣ. Αὐτὸ ποῦ λέγετε, μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ ἀναιρεῖ ἡ πρότασίς σας (θόρυβος). Ἂν μὲ συγχωρῆτε, σᾶς κάμνω τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν, δέχεσθε ὡς αὐθεντικὸν ἐκεῖνο, ὃ λέγει ὁ Grohmann; πᾶν ὅ,τι λέγει τὸ παραδέχεσθε, ἢ μερικά;

§126ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐγὼ εἶπον τὸ παραδέχομαι.

§127ΔΑΓΡΕΣ. Θέλω νὰ ἐννοήσω ποῖον εἶναι τὸ ὀρθὸν, ποῖον τὸ τρωτὸν, ποῖον τὸ ὑγιές.

§128ΛΑΠΑΣ. Ἐδῶ τὰ ’χάσαμεν· δὲν ’ξεύρομεν ποῦ εὑρισκόμεθα (γέλως).

§129ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι! ἡ δημοτικὴ ἐπιχείρησις δὲν εἶναι τόσον ἄτοπος, ὅσον σᾶς φαίνεται· διότι δὲν πρόκειται εἰμὴ μόνον περὶ κεφαλαίων, τὰ δὲ δημοτικὰ κεφάλαια ἔχουσι τὴν αὐτὴν τοῖς ἄλλοις ἐνέργειαν. Δὲν βλέπω, κύριοι, πῶς θὰ ἀποφασίσητε νὰ ἀποξενώσητε τὸν δῆμον τῶν Ἀθηναίων, πῶς θὰ ἀποφασίσητε νὰ ἀποξενώσητε τοὺς δήμους τοῦ κράτους....... (θόρυβος).

§130ΠΟΛΛΟΙ. Ποῖος τοὺς ἀποκλείει;

§131ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τοὺς ἀποκλείετε. Ἐὰν ὁ δῆμος, ὁ τῶν Ἀθηναίων, εἴπῃ προσφέρω 100 χιλιάδας, καὶ θέλω νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν ἐπιχείρησιν, τί θὰ εἴπητε;

§132ΔΑΓΡΕΣ. Ποῖος τὸ ἀρνεῖται;

§133ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τὸ ἀρνεῖσθε, διότι αὐτὸς δὲν δύναται νὰ παρουσιασθῇ μόνος ἀπέναντι τῆς ἑταιρίας Ῥοῦ, ἔχει ἀνάγκην συνασπισμοῦ, ἀλλ’ ἔπρεπε τὸ πρᾶγμα νὰ τὸ σκεφθῶμεν καὶ τὸ μετρήσωμεν καλῶς. Ἂν ὁ Θεμιστοκλῆς ἀφῄρεσε τὴν Λαυριακὴν πρόσοδον ἀπὸ τὸν δῆμον, καὶ τὴν ἔκαμεν τοῦ κράτους, εἶχεν λόγον σπουδαῖον, ἐδῶ δὲ οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει. Αὐτὰ ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ σᾶς ὑποβάλλω, μὴ βλέπων οὔτε πρὸς ἀριστερὰ οὔτε πρὸς δεξιά.

§134ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δύο λέξεις, κ. πρόεδρε.

§135ΠΟΛΛΟΙ. Καθήσατε κάτω. Ἀρκετά, κ. πρόεδρε.

§136ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐπιμένω, κ. πρόεδρε, νὰ λαλήσω δυνάμει τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχω.

§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἐμποδίζω, κ. Κατσικαπῆ, ἀλλὰ θέλει νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καί, ὡς ἠξεύρετε, οἱ ὑπουργοὶ προτιμῶνται. (θόρυβος).

§138Π. Α. ΠΕΤΡΑΚΗΣ (ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Βεβαίως, κύριοι, ἡ συζήτησις διήρκεσεν ἀρκετά, καὶ διὰ τοῦτο θέλω εἶσθαι λίαν σύντομος, δὲν θέλω καταχρασθῆ τῆς ὑπομονῆς σας, ἀλλ’ ἐθεώρησα κἀγὼ καθῆκον ἐπὶ ἑνὸς τοσοῦτον σπουδαίου ζητήματος νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἐν πρώτοις ἐκφράζω τὴν εὐγνωμοσύνην μου εἰς τὸν προλαλήσαντα διὰ τὰς ὑπὲρ τῆς Ἀθηναϊκῆς κοινωνίας διαθέσεις του· ἐλπίζω ὅμως ὅτι τὸ ζήτημα ἀφορᾷ ἐν γένει ὅλον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ὅτι τῶν Ἀθηναίων ἡ πολιτεία δὲν δύναται νὰ διακριθῇ τῶν ἄλλων.

§139ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ διακριθῇ.

§140Π. Α. ΠΕΤΡΑΚΗΣ (ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Δὲν ἐθεώρουν ὅτι ὡς σπουδαῖον λόγον ἑταιρίας δημοτικῆς ἠδύνατο νὰ ἐπικαλεσθῇ καὶ τοῦτον, ἀποχωρίζων ἐλάχιστον μέρος τῆς Ἑλλάδος. Κύριοι, εἰς τὸ σπουδαῖον τοῦτο Λαυριωτικὸν ζήτημα ἐπιθυμοῦμεν τὴν οἰκογενειακὴν συζήτησιν, καὶ αὐτὴν ἀκριβῶς κατὰ τὸ δυνατὸν ἐτηρήσαμεν· ἀλλὰ δὲν ἐπιστεύσαμεν ὅτι ἡμεῖς ἐδώσαμεν κἂν ἀφορμὴν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἐξήλθομεν τοιαύτης οἰκογενειακῆς συζητήσεως· ἴσως ἠδύνατό τις νὰ τὸ εἴπῃ δι’ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐμέμφθησαν, ὅτι δὲν ἐσπουδάσαμεν σπουδαίως τὸ ζήτημα, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐμέμφθησαν ὅτι διὰ τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας ἐπεκυροῦμεν, ἐργαζόμεθα ὑπὲρ ἄλλης ἑταιρίας. Δώσαντες τὸν προσήκοντα χαρακτηρισμὸν εἰς τὸ ζήτημα ὅτι ἀφορᾷ πάντα Ἕλληνα, καὶ ὅτι πάντες πρέπει ἐπ’ αὐτοῦ νὰ συνεισφέρωμεν, εἴπομεν καὶ τὸ ἐσπουδάσαμεν μετὰ πάσης ἐπιμελείας· εἴπομεν ὅμως ὅτι ἀποδεχόμεθα οἱανδήποτε γνώμην, ἥτις ἤθελε κριθῆ ὠφέλιμος διὰ τὴν καλλιτέραν τοῦ ζητήματος λύσιν. Κύριοι, μετὰ τὴν ἀπόφασιν ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἦσαν πάντοτε ἐθνικὴ περιουσία δὲν δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ σπουδάζων, ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ πρέπει νὰ μείνῃ ἕως ἐδῶ, καὶ νὰ ἀναβάλῃ τὸ περὶ διαθέσεως αὐτῶν ζήτημα. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι σπουδαῖον. Κύριοι, βεβαίως εἰς τὰς περὶ διαθέσεως ἀρχὰς πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν κανόνας ἀνεγνωρισμένους ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας. Τινὲς ἠθέλησαν νὰ συγχύσουν τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον ἐπὶ τῆς χώρας μὲ τὴν πρόσοδον, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν ἤδη νὰ λάβωμεν ἐκ τῶν ἐκβολάδων. Σκοπὸς τῆς κυβερνήσεως εἶναι βεβαίως νὰ λάβῃ ὅ,τι δύναται περισσότερον, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον πρέπει νὰ θέσῃ τοιαύτας διατάξεις, ὥστε ὁ συναγωνισμὸς νὰ ἦναι πλήρης καὶ ἀσφαλής. Οἱ ἀντιδοξοῦντες εἶπον ὅτι τὸν συναγωνισμὸν ἡμεῖς τὸν ἀποκλείομεν, καὶ ὡς λόγον ὅτι ἀποκλείεται οὗτος, σᾶς ἀνέφερον ὅτι θέτομεν ὑποχρεωτικὴν τὴν καμίνευσιν τῶν ἐκβολάδων ἐν Λαυρίῳ. Νομίζω ὅτι, σπουδάζοντες, δὲν ἠδύναντο νὰ κάμωσι τοιαύτας ἀντιῤῥήσεις. Ὡς οἱ προλαλήσαντες σᾶς εἶπον διὰ μόνην τὴν μεταφορὰν τῶν ἐκβολάδων ἐντεῦθεν εἰς Ἀμβέρσην δὲν ἀπαιτοῦνται ἢ 12 ἑκατομμύρια λιρῶν, ἂν ὑπολογίσητε ὅτι ἕκαστος τόνος ἀπαιτεῖ 20 σελίνια ναῦλον. Ποία σπουδαία ἑταιρία θέλει σκεφθῆ συμφέρον νὰ μεταφέρῃ εἰς οἱονδήποτε μέρος τῆς Εὐρώπης τὰς ἐκβολάδας καὶ νὰ μὴ προτιμήσῃ νὰ ἐξοδεύσῃ ὀλίγον ποσὸν, οὐχὶ περισσότερον τῶν 300 χιλιάδων διὰ νὰ καταστήσῃ κατάστημα ἐν Λαυρίῳ; Ἂν πιστεύσωμεν τὸν κύριον Grohmann, οὗτος σᾶς λέγει ἐν τῇ ἐκθέσει του, ὅτι δύνανται καὶ ἑλληνικαὶ ἑταιρίαι νὰ συστηθῶσιν, καθ’ ὅσον τὰ προαπαιτούμενα εἰς τοιαύτην ἐργασίαν δὲν εἶναι μεγάλα. Σᾶς λέγουσι, μὴ σπεύδετε εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἐκβολάδων, διότι ἀποφασίζετε πρᾶγμα ἐντελῶς ἄγνωστον, πρᾶγμα, περὶ τοῦ ὁποίου οὐδεμίαν γνῶσιν ἔχομεν. Ἀλλὰ, κύριοι, τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, κατ’ αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυρίου Grohmann· δὲν εἶναι ἀληθὲς κατ’ αὐτὴν ἀκόμη τὴν πρότασιν τοῦ προλαλήσαντος, τοῦ κ. Ῥοντήρη. Ὁ κ. Ῥοντήρης εἰς τὸ ἄρθρον 10 τί λέγει; νὰ ἐνεργήσητε δοκιμασίας ἄλλας, ἐκτὸς τῶν καταμετρηθεισῶν ἐκβολάδων, διὰ τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπή μας ἐγνωμοδότησεν. Βλέπετε ὅτι οἱ ἀντιδοξοῦντες ἀντιφάσκουσιν; διότι εἰς τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμον, εἰς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔφερον, ἀναφαίρεται ῥητῶς, ὅτι καὶ αὐτοὶ ζητοῦν περὶ τῶν μὴ γνωστῶν. Σᾶς λέγουν, κύριοι, ἀποκλείετε τὸν συναγωνισμὸν τῆς Εὐρώπης, ἀποκλείετε σπουδαίαν εὐρωπαϊκὴν ἑταιρίαν νὰ ἔλθῃ νὰ συναγωνισθῇ ἐν τῷ τόπῳ, καὶ διὰ τί; διότι ἀνώτερον ὅρον θέτετε ἓν ἑκατομμύριον τόνων. Ἀλλὰ, κύριοι, ὡς καὶ ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ὁ κ. πρόεδρος τῆς Βουλῆς σᾶς εἶπε, δὲν δύναται τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἓν ἑκατομμύριον τόνων εἶναι σμικρὸν, δυνάμενον νὰ περιφρονηθῇ, ἔστω καὶ ἀπὸ μίαν σπουδαίαν ἑταιρίαν, σᾶς ἀπέδειξεν, ὅτι δύναται νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ 40 ἔτη, ἀλλὰ προβαίνω ἀκόμη· μὴ τάχα μία σπουδαία ἑταιρία δὲν δύναται νὰ συναγωνισθῇ καὶ εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ συναγωνισμοῦ; νομίζετε, ὅτι δὲν θέλει παρασταθῆ εἰς ὅλας τὰς δημοπρασίας τῶν διαφόρων τεμαχίων; εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσετε, ὅτι θέλει περιορισθῆ εἰς τὸ ἓν τεμάχιον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου τόνων; Σᾶς εἶπον τὸν ἕτερον λόγον. Ἀλλὰ διὰ τοῦ τρόπου τούτου δὲν δύναται σπουδαία ἑταιρία νὰ πολεμήσῃ πρὸς τὴν ὑπάρχουσαν ἑταιρίαν Ῥοῦ, διότι αὐτὴ ἔχει ἤδη τὰ καταστήματά της, τὰ πάντα εἰς ἐνέργειαν, τὸν σιδηρόδρομον καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἀλλὰ, κύριοι, μήπως ἄλλη ἑταιρία σπουδαία ἐν Εὐρώπῃ, ἡ ὁποία ἀποφασίζει νὰ φέρῃ τὰ κεφάλαιά της δὲν θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ κάμῃ μίαν τοιαύτην ἐπιχείρησιν, καθὼς ἐκείνην τῶν ἐκβολάδων; Ὡς ἐκείνη προκατέβαλε δύναται καὶ μία ἄλλη ἑταιρία νὰ τὰ προκαταβάλῃ. Κύριοι, ὑπὲρ τῆς γνώμης μας, καθὼς σᾶς εἶπον, γνωμοδοτεῖ καὶ αὐτὸς τὸν ὁποῖον οἱ προλαλήσαντες ἐπικαλοῦνται· ὁ Grohmann σᾶς λέγει πρῶτον, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ Ἑλληνικὴ ἰθαγενὴς ἑταιρία, διότι, ὡς προεῖπον, δὲν ἀπαιτεῖται μεγάλων ἐξόδων προκαταβολή. Σᾶς λέγει δεύτερον, ὅτι πρέπει νὰ λάβητε τὸ ποσοστὸν τῶν ἐκβολάδων ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου. Ἐπεκαλέσθη ὁ προλαλήσας τὴν τετάρτην παρατήρησιν τοῦ κυρίου Grohmam ὅτι διὰ τῆς ὑπὸ τοῦ δημοσίου καμινεύσεως θέλει δυνηθῇ νὰ ἐμποδισθῇ l’ usurpateur, ἀλλὰ νομίζω ὅτι παρεξηγοῦν, διότι αὐτὸς λέγει ὅτι οἱ ἰδιῶται δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ διεξάγουν δίκας, αἱ ὁποῖαι δυνατὸν νὰ ἐγερθοῦν ἐκεῖ, τοῦτο ὅμως δὲν τὸ θεωρῶ σπουδαῖον λόγον, τοῦ νὰ μὴ δύναται σπουδαία ἑταιρία Ἑλληνικὴ νὰ ὑπάρξῃ. Σᾶς λέγουν, κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν κακὴν πίστιν, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ἡ ἑταιρία Ῥοῦ εἰς τὸ παρελθόν· ἀλλά, κύριοι, ὅταν τις νομοθετῇ περὶ μέλλοντος ἀντικειμένου, δὲν δύναται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν οἱονδήποτε λόγον οἱουδήποτε προσώπου ἐν τῷ παρελθόντι (ψιθυρισμοί). Σᾶς παρακαλῶ, ἴσως δὲν ἐξεφράσθην καλῶς. Δύναται μόνον νὰ καθιερώσῃ τοιαύτας διατάξεις αἱ ὁποῖαι νὰ δύνανται νὰ προλάβουν οἱανδήποτε κακὴν πίστιν οἱουδήποτε ὅστις ἤθελε φανῆ εἰς τὸν συναγωνισμόν, δὲν ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκλείσῃ τὸν τάδε ἢ τάδε. Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἐκ τῶν προλαλησάντων ἐπείσθητε ὅτι ὁ πρῶτος τρόπος τῆς ἐκκαμινεύσεως παρὰ τοῦ δημοσίου, ὁ τοιοῦτος δὲν ἔχει τι ὑπὲρ ἑαυτοῦ· δὲν εἶναι, κύριοι, πρωτοφανές, διότι παρ’ ἅπασι τοῖς πεπολιτισμένοις ἀναγνωρίζεται ὅτι οὐδαμοῦ τὸ κράτος εἶναι καλὸς ἐργολάβος, ἀλλὰ γνωρίζετε ὅτι ἡ κερδοσκοπία ἐνεργεῖται παρ’ ἰδιωτῶν κάλλιον. Σᾶς ἀνέφερον, κύριοι, ὅτι ἐν Freiberg τῆς Σαξωνίας καὶ ἐν Καρυνθίᾳ τῆς Αὐστρίας ἐνεργεῖται παρὰ τοῦ δημοσίου ἐκμετάλλευσις, τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές· τὰ ἐκεῖ δὲν εἶναι ἐκεῖ ἐμπορικὴ ἐπιχείρησις, ἀλλ’ εἶναι σχολεῖον τεχνῶν, τὸ ὁποῖον σκοπὸν ἔχει νὰ μορφώνῃ τοὺς εἰς τὰ μεταλλουργικὰ ἐπιδιδομένους, ἀλλὰ καὶ ἂν γίνῃ τις ἰδιωτικὴ ἐπιχείρησις γίνεται πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀνευρέσεως νέων μεταλλείων, ἅπερ παραχωροῦνται εἰς ἰδιωτικὰς ἑταιρίας, ὥστε, κύριοι, ἡ ἰδέα τοῦ νὰ ἐκκαμινευθοῦν αἱ ἐκβολάδες παρὰ τοῦ δημοσίου δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ σπουδαίως. Ἔρχεται τώρα ἡ παρὰ τῶν δήμων ἐκκαμίνευσις. Κύριοι δὲν πιστεύω ποτὲ σπουδαίως νὰ δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι δύναται νὰ γίνῃ ἑταιρία, ὡς τὴν διατυπώνει ὁ προλαλήσας. Ἓν μόνον ἄρθρον ἐκ τῆς προτάσεώς του ἀναφέρω, τὸ 10. Ἐξ αὐτοῦ μόνου ἀποδεικνύεται ἀδύνατος ἡ σύστασις τοιαύτης ἑταιρίας. Κατ’ αὐτὸ ἕκαστος δύναται νὰ λάβῃ μετοχήν, χωρὶς νὰ ἦναι μέτοχος, δυνάμενος ὅμως νὰ λάβῃ τὸ μέρισμα, τὸ ὁποῖον λαμβάνουν ὅλοι οἱ μέτοχοι. Πῶς δύναταί τις νὰ διανοηθῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συστηθῇ τοιαύτη ἑταιρία; ἄλλως τε, κύριοι, δὲν πρόκειται ν’ ἀποφανθῶμεν, ὅπως ὠφεληθῶσιν ὅλοι οἱ Ἕλληνες, διότι ὡς ὁ κύριος πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, εἶναι καλλίτερον νὰ γίνῃ ἡ διανομή, πρόκειται νὰ εὕρωμεν τὸν τρόπον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ λάβῃ τὸ δημόσιον τὸ μεγαλήτερον ὄφελος, καὶ νομίζω, ὅτι οὕτως διὰ τοῦ νομοσχεδίου παριστάνεται.

§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὰς θέσεις σας, κύριοι βουλευταί, πρόκειται νὰ γείνῃ ψηφοφορία, νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὰ δωμάτια ἅπαντες.

§142ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐπειδή, κύριε πρόεδρε, εἶναι κουρασμένοι οἱ κ. κ. βουλευταί, καὶ δὲν ἠμποροῦν πλέον νὰ ἀκούσουν, παραιτοῦμαι (θόρυβος).

§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κανεὶς δὲν εἶναι πλέον ἐγγεγραμμένος· ζητεῖ κανεὶς νὰ ὁμιλήσῃ;

§144ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.

§145ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δύο λέξεις παρακαλῶ κύριε πρόεδρε.

§146ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τότε, κύριε πρόεδρε, θὰ ὁμιλήσω ἐγώ.

§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.

§148ΚΑΣΤΙΚΑΠΗΣ. Δὲν θὰ εἴπω, κύριοι, τίποτε περὶ τῆς οὐσίας (θόρυβος), διότι ἔχω τῳόντι ἐσχηματισμένην τὴν πεποίθησίν μου ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἔχω οὔτε γνώσεις οὔτε....

§149ΠΟΛΛΟΙ. Μὰ ἄφησε τὰ προοίμια.

§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι.

§151ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἀφήσω ἀπαρατήρητον, κύριοι, κάτι τι, τὸ ὁποῖον προσβάλλει κατ’ ἐμὲ τὴν Ἑλληνικὴν ἐπιστήμην. Καὶ ὁ κύριος Χρηστίδης...

§152ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ κύριε πρόεδρε. (Θόρυβος).

§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἰδέαν του, κύριοι. Ὁρίσατε, κύριε Κατσικαπῆ.

§154ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὡς ὁ κύριος Ῥοντήρης πρὸ ὀλίγου καταβὰς καὶ πολλοὶ ἄλλοι λίαν ἀξιότιμοι λαβόντες μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, περὶ ἧς πρόκειται, οὐχὶ ἅπαντες, πολλάκις μάλιστα ἐπανέλαβον, καὶ ὅλαις δυνάμεσιν ἐξέθεσαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ κοινὸν, τί μᾶς προσκαλεῖτε νὰ ἀποφασίσωμεν, ἐνῷ τίποτε ἐπιστημονικῶς δὲν γνωρίζομεν περὶ ἐκβολάδων, καὶ ἂν γνωρίζωμεν κἄτι τι, τὸ γνωρίζομεν ἀπὸ ἕνα διαβάτην Σάξωνα, ἀπὸ μίαν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἐκ τῆς παρισιανῆς ἐκθέσεως, καὶ τοσοῦτον περισσότερον, κύριοι, ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω τοῦτο καθ’ ὅσον εἶναι πρὸ πολλοῦ δημοσιευμένη μία ἔκθεσις ἐπιστημόνων Ἑλλήνων μεταβάντων ἐπὶ τούτῳ, ἐργασθέντων ἐπὶ πολὺν καιρὸν καὶ ὑποβαλόντων μέχρι τέλους τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐργασιῶν των, ἐπιστημόνων ἀνεγνωρισμένων, ἐπιστημόνων, τοὺς ὁποίους τὸ ἔθνος πληρώνει διὰ νὰ ἐκτελοῦν ἐπιστημονικὰ ἔργα, καὶ παραδίδουν ἐπιστήμας, ἐπιστημόνων, διὰ τοὺς ὁποίους πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν αἴτησιν πιστώσεως 12000 δραχ. δι’ ἀμοιβὴν τῶν ἐργασιῶν καὶ τῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν ἕνεκα τῆς ἐργασίας αὐτῆς ἐπὶ τῆς ἐξετάσεως τῶν Λαυριακῶν χωμάτων· ἐκ τῶν ἐπιστημόνων τούτων κύριε πρόεδρε, ἐμάθαμεν ὅτι ἡ περιφέρεια τοῦ Λαυρίου, ἐπὶ τῆς ὁποίας κεῖνται αἱ γνωσταὶ ἐκβολάδες ἀναβαίνουν εἰς 1 ἑκατομμύριον 35 χιλιάδας μέτρα τετραγωνικά. Δεύτερον ἐμάθαμεν ἐκ τῆς ἐπιστημονικῆς ἐκθέσεως τῶν Ἑλλήνων ἐπιστημόνων ὅτι ὁ κυβισμὸς τῶν χωμάτων καὶ τοῦ βάρους αὐτῶν ἀναβαίνει εἰς 4 ἑκατομμύρια 59 χιλιάδας μέτρα κυβικά, ἤτοι εἰς 6 ἑκατομμύρια καὶ 700000 τόνους. Τρίτον ἐμάθομεν, κύριε πρόεδρε, ὅτι τὰ ἀργυρομολυβδοῦχα χώματα τοῦ Λαυρίου περιέχουν ἄργυρον καὶ μόλυβδον περιεχόμενον εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτήν. (Θόρυβος).

§155ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, κύριε πρόεδρε, τὰ ἀνεγνώσαμεν αὐτά.

§156ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τὰ ἀνεγνώσαμεν λέγουν, Ναὶ, διότι τὰ ἀνεγνώσατε, διότι τὰ γνωρίζομεν, διὰ τοῦτο ἦλθα νὰ ἀποκρούσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπαναλαμβάνουν ὅτι τίποτε ἐπιστημονικὸν δὲν γνωρίζομεν, καὶ ὅτι καλούμεθα τυφλοῖς ὄμμασι ν’ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ ἑνὸς τόσον σπουδαίου ἀντικειμένου. (Θόρυβος).

§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δεληγεώργης.

§158ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν θέλω ὁμιλήσει τόσον ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος, ὅσον περὶ τῶν θεμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἐνασχοληθῶμεν. Τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου περιέχει ὡς εἴδατε, δύο ἰδέας, τὴν ἰδέαν τῆς διαθέσεως διὰ παραχωρήσεως ἐπὶ δημοπρασίας, καὶ δεύτερον τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ δημοπρασία αὕτη θέλει ἐκτελεσθῆ ἐπὶ τοῦ καθαροῦ. Ὡς πρὸς τὸν τελευταῖον ὅρον βλέπομεν πάντες τὸ τί ἀντιτάττεται. Ἀντὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου ἀντιτάττεται ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος. Ἰδοὺ μία ἰδέα ἥτις ἔρχεται νὰ ἀνταγωνισθῇ, οὕτως εἰπεῖν, πρὸς τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν περιέχει τὸ κύριον ἄρθρον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Κατὰ δὲ τῆς ἁ. ἰδέας τοῦ ἄρθρου τούτου, τῆς διὰ δημοπρασίας διαθέσεως, ἀντιτάσσεται μία ἄλλη ἰδέα ἡ τῆς ἀμέσου καμινεύσεως παρὰ τοῦ δημοσίου. Ἡ ἰδέα αὕτη πολλάκις ἐσυζητήθη κατὰ τὰς παρελθούσας συνεδριάσεις καὶ περὶ αὐτῆς μᾶς διενεμήθη χθὲς καὶ πρότασις. Παρετήρησα ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων κ. Ζαΐμη εἶναι πρότασις ἐπιβοηθητικὴ, καὶ ὡς τοιαύτη, ὡς πρότασις ἐπιβοηθητικὴ, βεβαίως δὲν θέλει ἀνταγωνισθῆ πρὸς τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν· παρατηρῶ ὅμως ὅτι κατ’ οὐσίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζαΐμη εἶναι πρότασις ἡ ὁποία πρέπει νὰ προηγηθῇ. Ἰδοὺ διατί. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζαΐμη ἔχει ὡς ἑξῆς. «Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τὸ ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 συμβούλιον ἤθελεν ἀποφασίσει ὡς ἀσυμφόρους εἰς τὸ δημόσιον τὰς κατὰ τὸ ἄρθρον 2 προσφορὰς, τὸ δημόσιον ἀναλαμβάνει δι’ ἴδιον λογαριασμὸν καὶ ἐπὶ ἓν ἔτος τὴν ἐκκαμίνευσιν τῶν ἐκβολάδων. Ἄρθρον ἀκροτελεύτιον. Ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου, τὸ ὑπουργεῖον ὀφείλει νὰ προσκαλέσῃ ἐκ τῆς Εὐρώπης δύω μεταλλουργοὺς καὶ ἕνα χημικὸν πρὸς ἀκριβεστέραν ἐξέτασιν τῶν ἐκβολάδων· ἐπὶ τούτῳ δὲ χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις ἐκ δραχ. 60,000, καταλογιζομένη ἐν τῷ κεφαλ. ΙΒʹ. τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργείου τοῦ ἔτους 1871, ἐν ἐδαφ. 10, «ἐκβολάδες ἐν τῇ Λαυριωτικῇ.

Θ. ΖΑΪΜΗΣ.»

Ἡ ἐπὶ ἓν ἔτος ἐκκαμίνευσις, κύριοι, ὅπερ εἶναι τὸ οὐσιῶδες τῆς προτάσεως, κατὰ τὴν κρίσιν μου, δὲν δύναται ἢ νὰ δώσῃ τὸν χαρακτῆρα εἰς τὴν πρότασιν μιᾶς δοκιμῆς. Διότι (οὕτω τοὐλάχιστον ἐγὼ φρονῶ), ὡς μέτρον ὁριστικὸν περιωρισμένον ὅμως ἐπὶ ἓν ἔτος, εἶναι ἰδέαι ἀσυμβίβαστοι. Φρονῶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ζαΐμης ἐσκέφθη διὰ τῆς πιστώσεως ταύτης ν’ ἀνοίξῃ τὴν ὁδὸν μιᾶς δοκιμῆς τῆς ἐκκαμινεύσεως τῶν ἐκβολάδων. Ὡς ὁριστικὸν μέτρον παρὰ ἡ τοῦ δημοσίου ἐκκαμίνευσις βεβαίως ἤθελεν εἶσθαι ἀσύμφορος, ἐὰν ἠθέλαμεν νὰ διαρκέσῃ ἐπὶ ἓν μόνον ἔτος· διότι τὰ γενικὰ ἔξοδα τὰ τῆς ἐγκαταστάσεως ἤθελον εἶσθαι τοσαῦτα, ὥστε τὸ δημόσιον δὲν θὰ ἐδύνατο νὰ παραγάγῃ τὸ ἐλάχιστον κέρδος· διότι καὶ χρόνος πρὸς ἐγκατάστασιν ἀπαιτεῖται καὶ πολλαὶ δαπάναι διὰ τὰ χυτήρια, τὰ καταστήματα, τὸν σιδηρόδρομον, καὶ τὰ τοιαῦτα, προκειμένου περὶ ὁριστικῆς ἐκκαμινεύσεως. Ἕκαστος λοιπὸν ἐξετάζων τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ζαΐμη εὑρίσκει ὅτι ὅπως ἔχει, χρήσιμος εἶναι διὰ μίαν δοκιμήν. Ἀλλ’ ἐγὼ ὄχι μόνον ὡς μίαν δοκιμὴν τὴν θεωρῶ, ἀλλὰ, χωρὶς τοῦ περὶ ἐτησίας διαρκείας ὅρου, προτιμῶ αὐτὴν ὡς ὁριστικὸν μέτρον· καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι παρὰ πολλῶν σπουδαίων ἀνδρῶν ἤκουσα ὅτι αὐτοὶ προτιμοῦν τὴν γνώμην αὐτὴν ἰσχυριζόμενοι ὅτι τὸ ὀρθότερον σύστημα εἶναι τὸ τῆς ἀμέσου ἐκκαμινεύσεως. Γνωρίζω, κύριοι, (καὶ δὲν τὸ γνωρίζω ἀλλὰ τὸ ἔμαθον κατὰ τὰς συζητήσεις ταύτας) ὅτι κατακρίνεται παρὰ πολὺ ὁ τρόπος οὗτος τῶν ἐπιχειρήσεων, ἡ ἐπιχείρησις διὰ τὸ δημόσιον. Ἤθελον ὅμως περιπέσει εἰς πλάνην πολὺ ἐπικίνδυνον καὶ πολλὰς ἐπιζημίους συνεπείας ἔχουσαν, ἐὰν ἤθελον παραδεχθῆ ὡς ἀφορισμὸν καὶ ἀξίωμα ἰδέας αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν δύναμιν καὶ ἀξίαν σχετικήν. Ὑπάρχουσιν ἐπιχειρήσεις εἰς τὰς ὁποίας εἶναι κακὸς ἐπιχειρηματίας τὸ δημόσιον· ἀλλὰ ὑπάρχουσι καὶ ἐπιχειρήσεις εἰς τὰς ὁποίας εἶναι ὁ μόνος ἀσφαλής. Καὶ ἐπειδὴ φρονῶ ὅτι ἡ προκειμένη ἐπιχείρησις ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου δὲν περιέχει κανὲν τῶν ἀτοπημάτων διὰ τὰ ὁποῖα κατακρίνεται εἰς ἄλλας περιστάσεις ἡ ἄμεσος τοῦ δημοσίου ἐπιχείρησις, διὰ τοῦτο ἔρχομαι νὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ζαΐμη ὡς πρότασιν ἥτις, καὶ ὡς δοκιμὴ ἂν θεωρηθῇ, εἶναι καλὸν, καὶ ὡς δραστικὸν μέτρον ἂν ἀποφασισθῇ, εἶναι ἐπίσης σωτηρία. Προστρέξας, κύριοι, εἰς τὰς συζητήσεις περὶ τῆς ἀξίας τῆς ἀρχῆς ταύτης, δὲν ἠθέλησα νὰ μορφώσω τὴν πεποίθησίν μου ἐκ τῶν γνωμῶν καὶ τῶν ἐπιχειρημάτων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπὲρ τῆς δημοσίου καμινεύσεως, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν γνώμην ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶναι κατ’ αὐτῆς. Ἀκούσατε, κύριοι, ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι κατ’ αὐτοὺς συνηγοροῦν ὑπὲρ τοῦ ἀφορισμοῦ τούτου. «Πρῶτον, ὅτι ἐμποδίζεται τὸ ἐπιχειρηματικὸν πνεῦμα ἑνὸς ἔθνους». Ἐννοεῖτε, ὅτι αὐτὴ ἡ παρατήρησις ἔχει ἕνα γενικὸν χαρακτῆρα· αὐτὴ ἡ παρατήρησις θὰ εἶχε δύναμιν καὶ ἰσχὺν ἐὰν ἐπρόκειτο εἰς ἓν ἔθνος νὰ καθιερωθῇ ὡς ἀρχὴ, ὅτι αἱ ἐπιχειρήσεις, ἢ αἱ πλεῖσται τῶν ἐπιχειρήσεων, γίνονται ὑπὸ τοῦ δημοσίου· δὲν δύναται ὅμως νὰ ἔχῃ ἰσχὺν εἰς ἐπιχειρήσεις εἰδικὰς καὶ περιστάσεις καὶ κατὰ τὰς ὁποίας ἐὰν ἐπιτραπῇ νὰ γείνῃ ἐπιχείρησίς τις παρὰ τοῦ δημοσίου, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν θέλει ἔχει ἄλλο τίποτε πρὸ ὀφθαλμῶν εἰς τὴν εἰδικὴν περίπτωσιν παρὰ τὸ δημόσιον συμφέρον, καὶ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι περιορίζει τὸ ἐπιχειρηματικὸν πνεῦμα δὲν ἔχει ἀξίαν· «βʹ. ὅτι περιορίζεται ἡ τάσις τῶν ἰδιωτῶν πρὸς ἀναζήτησιν μεταλλείων.» Αὐτὸς ὁ λόγος ἐφαρμοζόμενος ἐπὶ μεταλλείων ἔχει βεβαίως τὴν ἀξίαν του· διότι τὰ μεταλλεῖα εἶναι ἄγνωστα, ἡ ἀναζήτησις αὐτῶν εἶναι πολυδάπανος, καὶ ἀπαιτεῖ τῶν πολλῶν τὴν συνδρομὴν, εἰς οἱονδήποτε δὲ δὲ καὶ ἂν ἤθελε ἀνατεθῆ, εἴτε εἰς τὸ Κράτος, εἴτε εἰς τὴν ἐπαρχίαν, εἴτε εἰς τὸν δῆμον, ἡ ἀναζήτησις καὶ ἡ ἀνεύρεσις αὐτῶν ἤθελεν εἶσθαι ἀτελής. Ἔχει ἀξίαν αὐτὸς ὁ λόγος ἀλλ’ ἔχει ἀξίαν σχετικὴν, ὅταν δηλ. πρόκειται περὶ μεταλλείων. Ἐὰν ὅμως τὸ νομοθετικὸν σῶμα πρόκειται νὰ σκεφθῇ, ὅπως πρόκειται νὰ σκεφθῇ, περὶ τῶν ἐκβολάδων, τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δὲν ἔχει σημασίαν. «γʹ. Συνιστᾶται μονοπώλιον ὑπὲρ τοῦ δημοσίου καταθλιπτικὸν τῆς βιομηχανίας.» Καὶ αὐτὸς ὁ λόγος, κύριοι, εἶναι ὅλως διόλου ἄσχετος μὲ τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ὁποίου πραγματευώμεθα· δὲν πρόκειται περὶ καθιερώσεως μονοπωλίου· ἐδύνατο αὐτὸς ὁ λόγος νὰ ἔχῃ σημασίαν ἐὰν ἐγένετο συζήτησις τοιαύτη· τὸ ἐννοῶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ καθιερώσωμεν ὅτι «ἡ καλλιέργεια τῶν ἀνθρακωρυχείων δίδεται ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ δημόσιον, ἢ ὅτι ἡ τῆξις τῶν σιδήρων ἀποδίδεται ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ δημόσιον.» ἐκεῖ ὁ λόγος οὗτος δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν καὶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν· τὸ μονοπώλιον τοῦτο ἐὰν ἤθελεν συγκεντρωθῆ εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως ἐδύνατο νὰ ἔχῃ ἐπιζημίους συνεπείας. Καὶ διὰ νὰ τὸ ἐννοήσητε, ὀφείλω νὰ ἑνώσω αὐτὴν τὴν ἀντίῤῥησιν μὲ τὴν ἀμέσως ἑπομένην «ὅτι τὸ δημόσιον παράγει ὀλίγα καὶ πολὺ ἀκριβὰ τὰ χρήσιμα ἀντικείμενα, οἷον τοὺς ἄνθρακας καὶ τὸν σίδηρον·» αὐτὴ ἡ παρατήρησις ἔχει βεβαίως τὴν ἐπιῤῥοὴν της διὰ τὸ μονοπώλιον τῶν ἀντικειμένων τῆς πρώτης χρήσεως ὅπως εἶναι ὁ ἄνθραξ καὶ ὁ σίδηρος εἰς τὴν βιομηχανίαν, ὅπου ἀποτελοῦν τὸν ἐπιούσιον ἄρτον αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, κύριοι, περὶ τούτων, περὶ εἴδους τὸ ὁποῖον θέλει ἐξέλθει εἰς κατανάλωσιν εἰς τὸν τόπον, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ τὴν σημασίαν τοῦ σιδήρου καὶ τῶν ἀνθράκων ἐν τῇ βιομηχανίᾳ· διότι ὁ μόλυβδος καὶ ὁ ἄργυρος δὲν ἔχουσιν ἄλλην σημασίαν εἰμὴ ὅτι ἔχουσιν ἀξίαν· δʹ. «ὅτι τὸ δημόσιον ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην τῶν ἐπιγινομένων δυστυχημάτων ἐν τοῖς μεταλλείοις καὶ προκαλεῖ δυσαρεσκείας καὶ ταραχὰς διὰ τὴν ὕψωσιν τῆς τιμῆς τῶν μετάλλων καὶ ἰδίως τῶν ἀνθράκων καὶ τοῦ σιδήρου.»

§159ΜΙΛΗΣΗΣ. Ποῖος ἀνέφερε τὰ ἐπιχειρήματα αὐτά;

§160ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ Daloz.

§161ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐνόμιζον ὅτι ἀνασκευάζητε ἐπιχειρήματα ῥηθέντα ἐνταῦθα ἀπὸ τοῦ βήματος.

§162ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοσοῦτον σοφὸς ὁ πόλεμος ὑμῶν δὲν ὑπῆρξε· πολὺ σοφώτεροι ὑμῶν τὰ εἶπον. Ἀλλὰ ἐνταῦθα, κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ μεταλλείων καὶ οὐδέποτε θέλει συμβῆ δυστύχημα κατὰ τὴν ἐκκαμύνευσιν τῶν ἐκβολάδων, οὐδὲ θέλει συμβῆ ἡ παραμικρὰ ταραχὴ καὶ ἐκ τούτου νὰ προκύψῃ ἡ εὐθύνη τοῦ δημοσίου, ὡς ἐδύνατο νὰ συμβῇ ἐὰν ὁ ἄνθραξ καὶ ὁ σίδηρος, τὰ ὁποῖα καθὼς προεῖπον ἀποτελοῦν τὸν ἐπιούσιον ἄρτον τῆς βιομηχανίας, ἤθελον κατασταθῇ μονοπώλιον τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ κύριοι, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι οἱ ὁποῖοι πολεμοῦν τὸ σύστημα τῆς ἀμέσου παρὰ τοῦ δημοσίου μεταλλεύσεως τῶν μεταλλείων, καὶ τῶν ὁποίων τὰ ἐπιχειρήματα, ὡς σᾶς προεῖπον, δὲν ἔχουν καμμίαν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι πρόκειται περὶ ἐκβολάδων, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ὁμολογοῦν, ὅτι καὶ αὐτῶν τῶν μεταλλείων ἡ μετάλλευσις δύναται νὰ γείνῃ ὑπὸ τοῦ δημοσίου εὐτυχῶς, ἀλλ’ εἰς ὡρισμένας περιστάσεις. «Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ (λέγουσιν οἱ ἐναντίοι) ὅτι εἰς τόπον ἔνθα τὸ μέταλλον εἶναι ἄφθονον καὶ ἡ μετάλλευσις αὐτοῦ εὔκολος, καὶ ὅπου τὸ ἐπιχειρηματικὸν πνεῦμα καὶ τὰ κεφάλαια εἰσὶν ἀνεπαρκῆ, δὲν εἶναι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποκατασταθῇ εἰς τὴν ἀνεπαρκῆ ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν τῆς μεταλλεύσεως μεταλλικοῦ πλούτου χρησίμου τοῖς καταναλωτοῖς.» Dans un pays où les minerais sont abondants et d’ unte exploit tion acile et ou l'esprit d'entreprise et des capitaux sont insuf fisants, ce ne soit non seulement un droit mais même un devoir pour l’ état de se substituer à l'industrie privée defaillante dans l'exploitation d'une richesse minérale qu'il importe, avant tout, de mettre à la disposition des consomateurs.» Ὥστε αὐτοὶ οἱ ἴδιοι οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦν τὸ σύστημα τῆς μεταλλεύσεως τῶν μεταλλείων παρὰ τοῦ δημοσίου, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ὁμολογοῦν, ὅτι εἰς μερικὰς περιστάσεις, ὄχι μόνον εἶναι δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον τοῦ δημοσίου νὰ ἐπιχειρήσῃ αὐτήν. Ποῖαι εἶναι, κύριε, αἱ περιστάσεις αὗται; — «Ὅταν ἦναι ἄφθονον τὸ μέταλλον» καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι εἴμεθα εἰς τὴν περίστασιν ταύτην· «καὶ ἡ μετάλλευσις αὐτῶν εὔκολος,» νομίζω, ὅτι εἴμεθα εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, διότι οὔτε εἰς τὸ ἄδηλον νὰ τὰ ἀναζητήσωμεν πρόκειται, οὔτε δι’ ἀτρύτων πόνων καὶ κινδύνων νὰ τὰ ἀνακαλύψωμεν. «Ἐὰν τὸ ἐπιχειρηματικὸν πνεῦμα ᾖναι ἐνδεὲς καὶ τὰ κεφάλαια ἀνεπαρκῆ» καὶ νομίζω, κύριοι, ἐπίσης εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν εὑρισκόμεθα ἐν Ἑλλάδι· καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι περὶ τῶν δύο τούτων τελευταίων δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν σήμερον ὅ,τι θὰ ἐλέγαμεν πρὸ εἴκοσιν ἐτῶν, διότι καὶ τὸ πνεῦμα τῆς ἐπιχειρήσεως ἀνεπτύχθη, καὶ τὰ κεφάλαια ηὔξησαν, ἀλλὰ ὅταν συλλογισθῶμεν ὅτι οἱ γράφοντες γράφουν περὶ τῆς Εὐρώπης, καὶ ὅτι πρὸς ἀμφότερα εἴμεθα ὑποδεέστεροι τῶν Εὐρωπαίων, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι περὶ ἡμῶν κυρίως τὰ γράφουσι. Προχωρῶ, κύριοι, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν αὐτοῦ τοῦ θέματος χωρὶς νὰ κουράζῃ νομίζω τὴν Βουλὴν τοῦτο. Καὶ αὐτὰ τὰ ἔθνη τὰ Εὐρωπαϊκὰ, τὰ ὁποῖα ἔχουν νόμους ὁμοίους μὲ τὸν ἡμέτερον νόμον τοῦ 1861 περὶ μεταλλείων, καὶ αὐτὰ ἀκόμη μεταλλεύονται ἀπ’ εὐθείας ὄχι ἐκβολάδας καὶ σκωρίας (ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῆς διακρίσεως αὐτῆς δὲν ἤθελον διστάσει οὔτε στιγμήν), ἀλλὰ μεταλλεῖα. Εἰς τὸ Βέλγιον, φέρ’ εἰπεῖν τὸ δημόσιον μεταλλεύεται ἀπ’ εὐθείας ἀνθρακωρυχεῖα. Ἀλλ’ οἱ ἐναντίοι τῆς ἀρχῆς, ὅτι τὸ δημόσιον δύναται νὰ μεταλλεύηται ἀπ’ εὐθείας, θεωροῦν τὴν περίστασιν ταύτην ὡς ἐξαιρετικήν. Εἰς τὸ Βέλγιον, λέγουν, μεταλλεύονται ἄνθρακες καὶ ἐπιτυγχάνει ἡ μετάλλευσις, ἀλλὰ διατί; πρῶτον διότι τὸ ὀρυκτὸν εἶναι ἄφθονον, δηλαδὴ εὑρέθη εἰς τὰ μεταλλεῖα, τὰ ὁποῖα τὸ δημόσιον μεταλλεύεται, ἄφθονος ἄνθραξ. Δεύτερον διότι τὰ μεταλλεῖα ταῦτα εἶχον ἀρχίσει νὰ μεταλλεύωνται ἑταιρίαι πρὶν, ἕνεκα δὲ διαφόρων περιστάσεων τὰ ἠγόρασεν ἡ κυβέρνησις εὐθηνά. Τρίτον διότι ἡ ἐξόρυξις αὐτῶν εἶναι εὔκολος. Ὑποθέτω ὅτι οὐδεμία τῶν περιστάσεων τούτων εἶναι ξένη τοῦ προκειμένου. — Εἶναι ἀληθὲς ὡσαύτως, λέγουν, ὅτι ὑπάρχουν κυβερνήσεις, καθὼς ἡ τοῦ Βελγίου, αἱ ὁποῖαι ἔχουν τὴν ἐπιχείρησιν σιδηροδρόμων, τοὺς ὁποίους συντηροῦν ἰδίοις ἀναλώμασι καὶ δι’ ἴδιον λογαριασμόν· ἀλλὰ καὶ αὐτὰ πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ἐξαιρέσεις, διότι ἐπὶ σιδηροδρόμων ἠμπορεῖτε νὰ προϋπολογίσητε τὰ ἔξοδα τῆς πρώτης ἐγκαταστάσεως, καὶ κατὰ προσέγγισιν τὰς ἀπολαυὰς πρὶν ἀρχίσητε τὴν ἐπιχείρησιν· ἀμφότερα ὅμως ἐπὶ μεταλλείων δὲν ἀπαντῶνται. Βλέπετε, ὅτι τὴν σύγκρισιν κάμνω πρὸς τὰ μεταλλεῖα πάντοτε. Καὶ τὰ αὐτὰ περίπου λέγουσι καὶ περὶ τῶν δασῶν. Δὲν εἶναι λοιπὸν, κύριοι, ἀρχὴ ἀπολύτως ἀληθὴς, ὅτι τὸ δημόσιον εἶναι κακὸς ἐπιχειρηματίας· μάλιστα φρονῶ, καθὼς τὸ προεῖπον, ὅτι εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν θὰ ἦναι ὁ ἄριστος. Εἶναι δὲ τοῦτο, κύριοι, φυσικὸν καὶ διὰ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν τὸ δημόσιον ἔχει ἐν τῇ ἐπιχειρήσει ταύτῃ, ὅπως εἶπον καὶ χθές· διότι κύριος τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης εἶναι τὸ δημόσιον καὶ οὐχὶ ὁ ἐργολάβος, ὁ ὁποῖος καταβάλλει τὰ κεφάλαια τῶν μηχανῶν τῆς ἐκκαμινεύσεως πρὸς κίνησιν τῆς ἐπιχειρήσεως. Δὲν ἐπιθυμῶ, κύριοι, νὰ προξενήσω στενοχωρίαν εἰς κανένα· καὶ δὲν ἐκτείνω τὸν λόγον· ἐνθυμοῦμαι τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβα, ὅτι μόνον περὶ τῆς τακτοποιήσεως τοῦ ζητήματος θέλω ὁμιλήσει. Εἶπον, ὅτι δύο εἶναι τὰ ζητήματα τὸ τῆς παραχωρήσεως ἐπὶ δημοπρασίας, καὶ τὸ τῆς καθαρᾶς προσόδου· κατὰ τοῦ δευτέρου ἀντιτάσσεται τὸ ἀκαθάριστον, κατὰ τοῦ πρώτου ἡ ἐκκαμίνευσις ἡ ἄμεσος παρὰ τοῦ δημοσίου. Φρονῶ, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζαΐμη καὶ ὡς δοκιμὴ ἂν θεωρηθῇ (καὶ ὅπως ἔχει, φρονῶ ὅτι δοκιμὴ εἶναι, διότι περιορίζεται ἐπὶ ἓν ἔτος) εἶναι δίκαιον νὰ ἀποφασισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς ἐν ἀρχῇ, καὶ ὡς ὁριστικὸν μέτρον θεωρῶ αὐτὴν ὡς τὸν καταλληλότερον πάντων τῶν τρόπων.

§163Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω· περιορίζομαι ἐντὸς τοῦ θέματος, διότι νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις ἐθεωρήθη περαιωμένη. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα, καὶ τὴν ὁποίαν ἔχετε τυπωμένην, εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκα ἐν τῇ ὁμιλίᾳ μου. Ὑπεστήριξα, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου δύνανται νὰ συμβαδίσωσι μὲ τὴν ἄμεσον ἐκκαμίνευσιν ὑπὸ τοῦ δημοσίου γενησομένην· διότι ἔχω ἀδιάσειστον πεποίθησιν διὰ λόγους, οὓς θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐκθέσω, ὅτι ἡ ἐκκαμίνευσις τῶν ἐκβολάδων θὰ περιέλθῃ ἐπὶ τέλους εἰς τὴν διαχείρησιν τοῦ δημοσίου· ἡ πρότασίς μου λοιπὸν δὲν περιέχει, ὡς τὴν ἐχαρακτήρισεν ὁ κύριος Δεληγεώργης, ἁπλῆν δοκιμὴν, εἶνέ τι ἄλλο, παρὰ δοκιμή. Δὲν δύναται δὲ ἡ πρότασίς μου νὰ ἔχῃ τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτὸν, διότι ὅταν ἐξέθηκα τὴν ἰδέαν μου ταύτην κατὰ πρῶτον, τὸ ζήτημα τῆς δοκιμῆς ἦτο ἤδη λελυμένον, διότι πρὶν ὁμιλήσῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἢ ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου, διεβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ κυβέρνησις θὰ ζητήσῃ πίστωσιν διὰ νὰ κάμῃ ἐν μικρῷ δοκιμὰς περὶ τῶν ἐκβολάδων. Δὲν ἔχει λοιπὸν τὸν χαρακτῆρα τῆς δοκιμῆς ἡ πρότασις ἐκείνη, ἀλλ’ ἕτερον ῥητῶς ἐν αὐτῷ ἐμφαινόμενον. Ἡ πρότασίς μου προβλέπει τὴν περίστασιν ἐκείνην, καθ’ ἣν τὸ συμβούλιον τὸ μεταλλευτικὸν δὲν ἤθελεν εὕρει ὠφελίμους εἰς τὸ δημόσιον τὰς προσφορὰς, αἵτινες τυχὸν ἤθελον γίνει ὑπὸ ἑταιριῶν· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, λέγει ἡ πρότασίς μου, τὸ δημόσιον ὀφείλει ν’ ἀναλάβῃ δι’ ἴδιον λογαριασμὸν τὴν ἐκκαμίνευσιν· προσέθηκα δὲ ἓν ἔτος, ἀλλ’ εἰς τοῦτο δὲν ἐπιμένω. Ἰδοὺ δὲ ὁ λόγος, δι’ ὃν ἔθηκα ἓν ἔτος· ἂν εἰς ἕτερα κράτη ἡ ἐκκαμίνευσις μεταλλείων γίνεται ὑπὸ τοῦ δημοσίου, τοῦτο δὲν μ’ ἐνισχύει πολὺ εἰς τὸ νὰ κηρυχθῶ ὀπαδὸς τῆς ἐν Ἑλλάδι καμινεύσεως ὑπὸ τοῦ δημοσίου· ἂν αἱ προσφοραὶ, αἱ ὁποῖαι θὰ γείνουν ὑπὸ ἰδιωτικῶν ἑταιριῶν, δὲν ἦναι συμφέρουσαι εἰς τὸ δημόσιον, τότε φρονῶ, ὅτι κατ’ ἀνάγκην πρέπει τὸ δημόσιον νὰ λάβῃ τὴν ἐκκαμίνευσιν, ἔθηκα δὲ ἓν ἔτος διότι ἠννόουν ὅτι ἡ ἐκκαμίνευσις αὐτὴ δὲν θὰ ἐγίνετο ἐν μικρῷ σχεδίῳ, ἀλλ’ ἐν μεγάλῳ, ὅτι ἤθελον κατατεθῆ κεφάλαια, διότι ἤθελον ἐγερθῆ ἐργοστάσια κ. τ. λ. καὶ ἑπομένως ἂν μετὰ ἓν ἔτος τὸ δημόσιον εὕρῃ ὅτι ἡ τοιαύτη παρ’ αὐτοῦ ἐκκαμίνευσις δὲν εἶναι συμφέρουσα, τότε νὰ παραχωρήσῃ τὰ ἐργοστάσια, τὰς μηχανὰς καὶ πάντα εἰς ἑταιρίαν ἐξ ἐκείνων, αἵτινες ἤθελον παρουσιασθῆ. Ἐζήτησα δὲ διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς νὰ θέσω ὅρους, οἱ ὁποῖοι ν’ ἀσφαλίζωσι μεγαλειτέραν ὠφέλειαν εἰς τὸ δημόσιον, ἀλλὰ γνωρίζετε, ὅτι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ὁ κύριος Δεληγεώργης ἀνέφερε περὶ τῆς ὑπὸ τοῦ δημοσίου ἐκκαμινεύσεως, δύνανται νὰ ἦναι ἰσχυροί· δὲν τοὺς διαφιλονεικῶ, ἀλλ’ ἡ ἐμὴ πεποίθησις εἶναι, ὅτι ἐν Ἑλλάδι, ὅσον εἶναι δυνατόν, τὸ δημόσιον πρέπει νὰ ἀπομακρύνηται ἀπὸ τὰς ἐπιχειρήσεις, διότι δυστυχῶς μέχρι τοῦδε ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ἐν Ἑλλάδι τοὐλάχιστον, ὅτι τὸ δημόσιον εἶναι κακὸς ἰδιοκτήτης καὶ κακὸς ἐργολάβος. Εὔχομαι νὰ ἔλθῃ ἄλλη ἐποχὴ, καθ’ ἣν νὰ ψευσθῇ ἡ πεῖρα αὕτη. Ἡ πρότασίς μου λοιπὸν δὲν δύναται ν’ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς γνώμης τοῦ νομοσχεδίου. Τὴν πρότασίν μου μάλιστα ἐχαρακτήρισα ὡς ἄρθρον, τὸ ὁποῖον νὰ τεθῇ μετὰ τὰς γενικὰς διατάξεις περὶ παραχωρήσεως· ἡ θέσις του εἶναι μετὰ τὸ ἄρθρον 16. Δὲν ἔχει δὲ τὸν χαρακτῆρα τῆς δοκιμῆς, καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης θέλει πεισθῆ, ὅτι ἡ πρότασίς μου δὲν δύναται ν’ ἀντιταχθῇ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ἀπὸ τοῦδε ἐκκαμίνευσις δύναται ν’ ἀντιταχθῇ, ὡς καὶ ἡ ἑτέρα πρότασις τοῦ κ. Ῥοντήρη, ποτὲ ὅμως ἡ ἰδική μου.

§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργείου, τὴν πρότασιν τῶν βουλ. Δημητριάδου, Ῥοντήρη καὶ Ζέγγελη, τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥοντήρη καὶ τὴν προταθεῖσαν πρότασιν τοῦ κ. Ζαΐμη ὑπὸ τοῦ Κ. Δεληγεώργη.

§165ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ προτείνων τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ζαΐμη, ἐννοεῖται ὅτι ἐνόμιζον, ὅτι καὶ ὁ κ. Ζαΐμης ἤθελε συναινέσει, ἄλλως δὲν δύναται νὰ ψηφοφορηθῇ.

§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὴν παραλείπομεν εἰς τὴν παροῦσαν ψηφοφορίαν. Ἔχουσι δὲ τροπολογίας ὁ κ. Βακαλόπουλος, Γρηγόριος Δημητριάδης καὶ ἄλλοι βουλευταὶ, καὶ ὁ κ. Φλέσσας.

§167Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ἵνα ψηφοφορήσωμεν τακτικῶς, λέγω, ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ὁ Κ. Δεληγεώργης ἐπεκαλέσθη περὶ τῶν resolution τοῦ ἀγγλικοῦ παρλαμέντου. Δύο τινὰ περιέχει ἡ ἀρχὴ τοῦ νόμου, τὴν παραχώρησιν τῶν ἐκβολάδων διὰ συναγωνισμοῦ, καὶ δεύτερον τὴν φορολογίαν τῆς καθαρᾶς προσόδου. Ἐπὶ τούτων ἔρχονται τροπολογίαι· ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τῆς καθαρᾶς προσόδου ἔρχεται ἡ τῆς ἀκαθαρίστου, κατόπιν ὡς πρὸς τὴν διάθεσιν τῶν ἐκβολάδων διὰ συναγωνισμοῦ ἀντιτάσσεται ἡ ἄμεσος ἐκκαμίνευσις, καὶ ἡ δι’ ἑταιρίας ἀνωνύμου, ὡς ἐπρότεινεν ὁ κ. Ῥοντήρης.

§168ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἰδική μου τροπολογία ἀφορᾷ τὸ γράμμα τοῦ δευτέρου ἄρθρου. (θόρυβος)

§169ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ ἀπωτέρω πρότασις εἶναι ἡ τῆς ἀναβολῆς.

§170ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Ζαΐμης, πρέπει νὰ ψηφοφορήσωμεν τὰς ἀρχὰς, ἀναβολὴ ἢ ὄχι, δημοπρασία ἢ ὄχι, καθαρὰ πρόσοδος ἢ ὄχι.

§171ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπωτέρω πρότασις εἶναι ἡ τοῦ κυρίου Ῥοντήρη περὶ ἀναβολῆς, ὅτι ἡ ὁριστικὴ διάθεσις τῶν ἐκβολάδων ἀναβάλλεται μέχρις οὗ προηγηθῶσιν αἱ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 6ου τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου ἔρευναι.

§173ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἂς προβῶμεν, κύριε πρόεδρε, εἰς τὰς λοιπὰς προτάσεις, ἀποσύρομεν τὴν ἀναβολήν.

§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται ἤδη ἡ πρότασις τῆς διὰ δημοπρασίας διαθέσεως, ἢ τῆς δι’ ἐκκαμινεύσεως διὰ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου.

§175ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ διὰ δημοπρασίας διάθεσις τῶν ἐκβολάδων ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ διάθεσις δὲ ἡ ἄμεσος ἀποτελεῖ τροπολογίαν, καὶ εἶναι ἡ ἀπωτάτη τῶν τροπολογιῶν. Αὕτη λοιπὸν πρέπει νὰ προηγηθῇ εἰς τὴν ψηφοφορίαν.

§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοὐτέστιν ἡ πρότασις τοῦ βουλευτοῦ Φλέσσα.

§177ΔΑΓΡΕΣ. Μίαν ἐξήγησιν. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ψηφοφορήσωμεν κατὰ τῆς ἀμέσου διαθέσεως, κατόπιν θὰ παραδεχθῶμεν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ζαΐμης ὑπέβαλε. Λοιπὸν ἀποκρούοντες τὴν ἄμεσον διάθεσιν, ἐννοεῖται ἐπιφυλασσόμεθα κατόπιν νὰ ψηφοφορήσωμεν ὅτι δεχόμεθα αὐτὴν, ὅταν προηγηθῇ μία δημοπρασία. Κάμνω τὴν ἐξήγησιν ταύτην ἵνα μὴ προκύψωσιν ἀμφιβολίαι κατόπιν.

§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν, ὅτι αἱ ἐκβολάδες πρέπει νὰ ἐκκαμινευθῶσι διὰ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου, ἀποκλειομένου τοῦ διὰ δημοπρασίας συναγωνισμοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (θόρυβος).

§179ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (ἐγειρόμενοι). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν πρότασιν, ὡς ἀνεγνώσθη, λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι, λέγουσιν ὄχι. (Ἐνταῦθα γίνεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία. Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν Βουλευτῶν. Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν ἄμεσον τῶν ἐκβολάδων ἐκκαμίνευσι διὰ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου, ναὶ ἢ ὄχι;

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κ. Μ. Θεοδώρου Ο Δ. Τσιτσάρας Ο
Α. Κ. Μιχαλόπουλος Ν Κ. Γιολδάσης Ν
Ἀντ. Βενιζέλος Ν Π. Μανωλίδης Ν
Ἀναγ. Γιαννουλίδης Ο Εὐθ. Γοβέλης Ο
Ν. Π. Καΐρης Ο Κ. Λομβάρδος Ο
Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανὸς Ν Α. Γαΐτας Φοσκάρδης Ο
Ν. Τσώκρης Ο Σπ. Λεονταράκης Ο
Α. Ζαΐμης Ο Ἰω. Σούλης Βάρκας Ο
Α. Δανόπουλος Ο Α. Γκοῦσκος Ο
Ἰω. Λέκας Ν Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Ο
Δημ. Καλλιφρονᾶς Ν Λ. Κρεστενίτης Ν
Σκαρλ. Σοῦτσος Ο Θ. Δαραλέξης Ο
Περ. Α. Πετράκης Ο Ἐπ. Κρεστενίτης Ν
Στυλ. Κολιάτσος Ν Α. Πετραλιᾶς Ν
Α. Ἴσκος Ν Δ. Κλίμακας Ο
Ἰω. Καραγιαννόπουλος Ν Λ. Κατσίνας Ν
Δ. Γρίβας Ν Ἀναγν. Δημητρίου Ο
Π. Πετιμέζης Ο Γ. Δελένδας Ο
Α. Μαγγίνας Ο Σπ. Μαλασπίνας Ο
Θ. Π. Δηλιγιάννης Ο Γ. Μ. Βαλλιάνος Ο
Κ. Πλαπούτας Ο Κ. Δ. Πετάλας Ο
Α. Ἀντωνόπουλος Ο Μ. Παΐζης Ο
Χ. Ῥηγόπουλος Ο Θρ. Ζαΐμης Ο
Ἰω. Ῥοῦλος Ο Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς Ο
Κ. Λαμπρυνόπουλος Ο Α. Διαμαντόπουλος Ο
Κωνστ. Κοσσονάκος Ο Γ. Παπαδαῖος Ο
Θεόδ. Τζανετάκης Ν Ἰω. Σοφιανόπουλος Ο
Ἰωάν. Σαφάκας Ο Γ. Πεῤῥωτῆς Ο
Ν. Κατσικαπῆς Ο Κ. Δαγρὲς Ν
Ἀριστ. Διδωρίκης Ο Ἰω. Φλέσσας Ο
Ν. Παπαμιχαλόπουλος Ο Α. Κοντόσταυλος Ο
Ἰω. Καπιτσίνης Ο Δ. Λένωσης Ο
Γ. Μίλησης Ο Γ. Παπανικολάου Ο
Δ. Σ. Μήτσας Ο Ἰω. Μπαλάφας Ο
Ν. Μ. Κοζαδῖνος Ν
Ν. Ἀγγελίδης Κίμων Χριστοδούλου
Ἰάκ. Πολυλᾶς Ο Δ. Σαράβας Ο
Ἀ. Παπαδάτος Α. Καπετανάκης Ο
Ἰω. Τοπάλης Μιχ. Καπετανάκος Ο
Ἰω. Δεληγιάννης Ο Ἰω. Κατσάκος
Ἐπ. Καμπερόπουλος Ο Χ. Χριστόπουλος
Ἀνδ. Νοταρᾶς Ζαρ. Ζαρειφόπολος
Σ. Λ. Νοταρᾶς Ο Α. Παπαλέξης Ο
Ἀναστά. Δημητριάδης Ν Π. Κωσταντᾶς
Λ. Μεταξᾶς Θ. Ῥωμαῖος
Σ. Μονόπωλης Ν Ν. Λοῦβρος
Ἀγ. Μαντζαβῖνος Γ. Ἰακωβάτος
Γ. Δρακονταειδής Ν Χ. Ἰακωβάτος
Δ. Ῥαπτάκης ἀρν.Μ. Χαριτάτος
Γ. Ἀρώνης ΠαναγιωτόπουλοςΟ Α. Μουρίκης Ν
Κ. Πανάρετος Ο Εὐθ. Κεχαγιᾶς Ο
Ἀ. Καρδαρᾶς Ο Λ. Καραλίβανος
Θ. Θερμογιάννης Ν Π. Τζαμάλας Ν
Γ. Βακαλόπουλος Ο Περ. Καλαμογδάρτης Ο
Δ. Σαῤῥιγιάννης Ν Δ. Κανακάρης Ο
Ν. Βαρβιτζιώτης Ο Γ. Ῥοῦφος
Ἰω. Βαλασόπουλος Ο Γ. Πράτσικας
Ν. Θ. Λεώπουλος Ν Ἀθ. Μισυρλῆς Ο
Ἀναστ. Κοφιωτάκης Ο Δ. Τριγγέτας
Σπ. Κοπανίτσας Ο Γ. Δελλαπόρτας
Γ. Λάπας Ο Ι. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
Φ. Ι. Φίλωνος Ο Ἰω. Δεστούνης
Γερ. Σέρβος Ο Κ. Ἐπιφανίου Ο
Σπυρ. Βαλαωρίτης Γ. Α. Γεωργιάδης Ν
Λ. Σταματόπουλος Δ. Ι. Κουνουπιώτης
Δ, Τσαμόπουλος Ο Γ. Κούτσης
Θ. Γεωργίου Γ. Μπούμπουλης
Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος Δ. Χρηστίδης Ν
Ἰω. Ταμπακόπουλος Ο Π. Σεβαστόπουλος
Χ. Λ. Χρηστόπουλος Ο Α. Βαφιαδάκης Ν
Δ. Ζέγγελης Ο Ἰω. Ζαλώνης
Π. Κ. Μανέτας Ν Μ. Ε. Παρίσης Ο
Ἡλ. Φλέσσας Ν Ἰάκ. Παξιμάδης Ο
Ἀθ. Κατριβάνος Ο Σ. Σωτηρόπουλος Ο
Ἰω. Πανούσης Ν Δ. Ν. Πονηρόπουλος Ο
Γ. Μαλέας Ο Ἀθ. Γρηγοριάδης Ο
Ν. Παγκράτης Ο Β. Σκαλτσοδῆμος Ν
Κ. Κοκκινώρης Ο Κ. Στεργιαλόπουλος
Ν. Καρύδης Ο Στ. Κοριζῆς Ο
Ἐπ. Δεληγεώργης Ν Ν. Πιπῖνος Ο
Γ. Γουλιμῆς Δ. Γ. Βούλγαρης
Ἀλεξ. Κουμουνδοῦρος Ο Ἰω. Καλογιάννης Ο
Περ. Μποῦτος Θ. Ν. Γκίκας Ο
Ἰω. Προβελέγγιος Δ. Χατζῖσκος
Ἰω. Ταταράκης Δ. Τσιριμῶκος Ο
Ἀ. Ῥαυτόπουλος Γ. Δυοβουνιώτης Ο
Μ. Δαμιράλης Γ. Ζουλούμης Ο
Κ. Κρίσπης Δ. Κριεζώτης Ο
Ν. Φαρμάκης Ο Δ. Οἰκονόμου Ο
Ἀθ. Ῥοντήρης Ν Κ. Πετσάλης
Εὐθ. Πλαστήρας Ν Μ. Ἀβέρωφ
Γρηγ. Δημητριάδης Ο Κ. Νικόδημος Ν
Κ. Εὐθυμιόπουλος Ν Ἰω. Κοττιᾶς

§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν 128 ἐξ ὧν 38 ὑπὲρ τῆς προτάσεως 89 κατὰ, ἀρνηθέντος ἑνὸς, ὥστε ἡ πρότασις ἔπεσε διὰ ψήφων 89 κατὰ 38.

§182ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἤδη νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις ἡ ἰδική μου περὶ τῆς κατὰ σύμβασιν παραχωρήσεως τῆς ἐκκαμινεύσεως εἰς τὴν τῶν δήμων ἑταιρίαν, καὶ κατόπιν ἔρχεται ἡ διάθεσις διὰ δημοπρασίας, καὶ κατόπιν τὸ ζήτημα τοῦ καθαροῦ καὶ ἀκαθαρίστου.

§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Ῥοντήρη, ἥτις εἶναι ἡ ἑξῆς. «Ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν ἐκβολάδων νὰ παραχωρηθῇ εἰς ἑταιρίαν, συγκροτουμένην ὑπὸ τοῦ δημοσίου, τῶν δήμων καὶ ἰδιωτῶν.

§184ΡΟΝΤΗΡΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (ἐγειρόμενοι). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥοντήρη λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. (Γίνεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία.) Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν Βουλευτῶν Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν ἐκκαμίνευσιν ὑπὸ τοῦ Δήμου ναὶ ἢ ὄχι;

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κ. Μ. Θεοδώρου Ο Κ. Λομβάρδος Ο
Α. Κ. Μιχαλόπουλος Α. Γαΐτας Φωσκάρδης Ο
Ἀντ. Βενιζέλος Ν Σπ. Λεονταράκης Ο
Ἀναγ. Γιαννουλίδης Ο Ἰω. Σούλης Βάρκας Ο
Ν. Π. Καΐρης Λ. Γκοῦσκος
Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός Ν Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Ο
Ν. Τσώκρης Ν Δ. Κρεστενίτης Ν
Α. Ζαΐμης Ο Θ. Δαραλέξης Ο
Ἀ. Δανόπουλος Ο Ἐπ. Κρεστενίτης Ν
Ἰω. Δέκας Ν Α. Πετραλιᾶς Ν
Δημ. Καλλιφρονᾶς Ν Δ. Κλίμακας
Σκαρλ. Σοῦτσος Ο Δ. Κατσίνας Ν
Περ. Α. Πετράκης Ο Ἀναγ. Δημητρίου Ο
Στυλ. Κολιάτσος Ο Γ. Δελένδας
Α. Ἴσκος. Ν Σπ. Μαλασπίνας Ο
Ἰω. Καραγιαννόπουλος Ν Γ. Μ. Βαλλιάνος
Δ. Γρίβας Ν Κ. Δ. Πεταλᾶς
Π. Πετιμέζης Ο Μ. Παΐζης
Α. Μαγγίνας Ο Θρ. Ζαΐμης Ο
Θ. Π. Δελιγιάννης Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς Ο
Κ. Πλαπούτας Α. Διαμαντόπουλος Ο
Α. Ἀντωνόπουλος Ο Γ. Παπαδαῖος Ο
Χ. Ῥηγόπουλος Ο Ἰω. Σοφιανόπουλος Ο
Ἰω. Ῥοϊλὸς Ο Γ. Πεῤῥωτὴς Ο
Κ. Λαμπρυνόπουλος Κ. Δαγρὲς Ο
Κωνστ. Κοσονάκος Ο Ἰω. Φλέσσας Ν
Θεόδ. Τζαννετάκης Ν Α. Κοντόσταυλος Ο
Ἰωάν. Σαφάκας Ο Δ. Λένωσης
Ν. Κατσικαπῆς Ο Γ. Παπανικολάου Ο
Ἀριστ. Λιδωρίκης Ο Ἰω. Μπαλάφας Ο
Ν. Παπαμιχαλόπουλος Ο Ν. Μ. Κοζαδῖνος Ο
Ἰω. Καπιτσίνης Ο Ν. Ἀγγελίδης
Γ. Μίλησης Ο Ἰ. Πολυλᾶς Ο
Α. Σ. Μήτσας Ο Α. Παπαδάτος
Δ. Τσιτσάρας Ο Ἰω. Τοπάλης
Κ. Γιολδάσης Ν Ἰω. Δεληγιάννης Ο
1. Μανωλίδης Ν Ἐπαμ. Καμπερόπουλος Ο
Εὐθ. Γουβέλης Ο Ἀνδρ. Νοταρᾶς
Σ. Α. Νοταρᾶς Ο Μ. Καπετανάκος Ο
Ἀναστ. Δημητριάδης Ν Ἰω. Κατσάκος
Α. Μεταξᾶς Χ. Χριστόπουλος
Σ. Μονόπωλης Ν Ζαρ. Ζαρειφόπουλης
Α. Μαντζαβῖνος Α. Παπαλέξης Ο
Γ. Δρακονταειδὴς Ν Π. Κωσταντᾶς
Δ. Ῥαπτάκης Θ. Ῥωμαῖος
Γ. Ἀρώνης ΠαναγιωτόπουλοςΟ Ν. Λοῦβρος
Κ. Πινάρετος Ο Γ. Ἰακωβάτος
Α. Καρδάρας Ν Χ. Ἰακωβάτος
Θ. Θερμογιάννης Ν Μ. Χαριτάτος
Γ. Βακαλόπουλος ἀρν.Α. Μουρίκης
Δ. Σαριγιάννης Ν Εὐθ. Κεχαγιᾶς Ο
Ν. Βαρβιτζιώτης Ο Δ. Καραλίβανος
Ἰω. Βαλασόπουλος Ο Π. Τζαμαλᾶς Ν
Ν. Θ. Λεώπουλος Ν Περ. Καλαμογδάρτης Ο
Ἀναστ. Κορφιωτάκης Ο Θ. Κανακάρης Ο
Σπ. Κοπανίτσας Ο Γ. Ῥοῦφος
Γ. Λάππας Ο Γ. Πράτσικας
Φ. Ἰ. Φίλωνος Ο Α. Μισυρλῆς Ο
Γερ. Σέρβος Ο Δ. Τριγγέτας
Σπ. Βαλαωρίτης Γ. Δελλαπόρτας
Α. Σταματόπουλος Ι. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
Δ. Τσαμόπουλος Ο Ἰω. Δεστούνης
Θ. Γεωργίου Κ. Ἐπιφανίου Ο
Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος Ο Γ. Α. Γεωργιάδης Ν
Ἰω. Ταμπακόπουλος Ο Δ. Ι. Κουνουπιώτης
Χ. Α. Χρηστόπουλος Ο Γ. Κούτσης
Δ. Ζέγγελης Ο Γ. Μπούμπουλης
Π. Κ. Μανέτας Δ. Χρηστίδης Ν
Ἠλ. Φλέσιας Ν Π. Σεβαστόπουλος
Ἀθ. Κατριβάνος Ο Α. Βαφιαδάκης Ν
Ἰω. Πανούσης Ν Ἰω. Ζαλώνης
Γ. Μαλέας Ο Μ. Παρίσης Ο
Ν. Παγκράτης Ο Ἰάκ. Παξιμάδης Ο
Κ. Κοκκινώρης Ο Σ. Σωτηρόπουλος Ο
Ν. Καρύδης Ο Ν. Πονηρόπουλος Ο
Ἐπ. Δεληγεώργης Ν Ἀθ. Γρηγοριάδης Ο
Γ. Γουλιμῆς Β. Σκαλτσοδῆμος Ν
Ἀλεξ. Κουμουνδοῦρος Ο Κ. Στεργιαλόπουλος
Περ. Μποῦτος Στ. Κοριζῆς Ο
Ν. Πιπῖνος Ο
Ἰω. Προβελέγγιος Δ. Γ. Βούλγαρης
Ἰω. Ταταράκης Ἰω. Καλογιάννης Ο
Α. Ῥαυτόπουλος Θ. Γκίκας Ο
Μ. Δαμιράλης Δ. Χατζῖσκος
Κ. Κρίσπης Δ. Τσιριμῶκος Ο
Ν. Φαρμάκης Ο Γ. Δυοβουνιώτης Ο
Α. Ῥοντήρης Ν Γ. Κ. Ζουλούμης Ο
Εὐθ. Πλαστήρας Δ. Κριεζώτης Ο
Γρηγ. Δημητριάδης Ο Δ. Οἰκονόμου Ο
Κ. Εὐθυμιόπουλος Ν Κ. Πετσάλης
Μ. Ἀβέρωφ
Κίμων Χριστοδούλου Κ. Νικόδημος Ν
Δ. Σαράβας Ο Ἰω. Κοτσιᾶς
Α. Καπετανάκης Ο

§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν 125, κατὰ τῆς προτάσεως 91, καὶ ὑπὲρ 34. Ἔχομεν ἤδη τὸ περὶ καθαροῦ καὶ ἀκαθαρίστου.

§187ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 8 Μ. Μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 67.
2Τῆς 29 Ἀπριλίου 1871.
3Πέμπτη.
4Ὥρα 3 παρὰ 15|60 Μ. Μ.
5Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου καταλαμβάνει ὁ ἀντιπρόεδρος κ.
6Τσιριμῶκος.
7Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρε-
8θέντων παρόντων τῶν ἑξῆς βουλευτῶν.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
9Κ. Μ. Θεοδώρου. Θρ. Ζαΐμης.
10Α. Κ. Μιχαλόπουλος. Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς.
11Ἀντ. Βενιζέλος. Α. Διαμαντόπουλος.
12Ἀναγ. Γιαννουλίδης. Γ. Παπαδαῖος.
13Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός.Γ. Πιῤῥώτης.
14Α. Δανόπουλος. Κ. Δαγρές.
15Ἰω. Δέκας. Ἰω. Φλέσσας.
16Δημ. Καλλιφρονᾶς. Γ. Παπανικολάου.
17Σκαρλ. Σοῦτσος. Ἰω. Μπαλάρας.
18Περ. Α. Πετράκης. Ν. Μ. Κοζαδίνος.
19Στυλ. Κολιάτσος. Ι. Πολυλᾶς.
20Π. Πετιμεζῆς. Ἰω. Δεληγιάννης.
21Α. Μαγγίνας. Ἀν. Δημητριάδης.
22Κ. Πλαπούτας. Σ. Μονόπωλης.
23Α. Α. Ἀντωνόπουλος. Δ. Ῥαπτάκης.
24Χ. Ῥηγόπουλος. Γαρώτης Πανταγιωτόπουλος.
25Ἰω. Ῥοϊλός. Κ. Πανάρετος.
26Κ. Κυσονάκος. Θ. Θερμογιάννης.
27Θ. Τζανετάκης. Γ. Βακαλόπουλος.
28Ἰω. Σαράκας. Δ. Σαῤῥήγιαννης.
29Ἀριστ. Διδωρίκης. Ν. Βαρβιτζιώτης.
30Α. Σ. Μήτσας. Α. Κορφιωτάκης.
31Δ. Τσιτσάρας. Φ. Ι. Φίλωνος.
32Π. Μανωλίδης. Γερ. Σέρβος.
33Κ. Λομβάρδος. Α. Σταματόπουλος.
34Α. Γαΐτας φωσκάρδης. Δ. Τσαμόπουλος.
35Σ. Π. Λεονταράκης. Ἰω. Ταμπακόπουλος.
36Ἰω. Σούλτης Βάρκας. Χ. Χρηστόπουλος.
37Ἀνδρ. Αὐγερινός. Δ. Ζέγγελης.
38Δ. Κρεστενίτης. Π. Κ. Μανέτας.
39Θ. Δαραλέξης. Γ. Μαλέας.
40Ἐπ. Κρεστενίτης. Ν. Παγκράτης.
41Α. Πετραλιάς. Κ. Κοκκινώρης.
42Λ. Κατσίνας. Ν. Καρύδης.
43Ἀναγ. Δημητρίου. Ἐπ. Δεληγεώργης.
44Σπ. Μαλαστῖνας. Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος.
45Μ. Παΐζης. Ἰω. Προβελέγγιος.
46Εὐθ. Πλαστήρας. Δ. Χρηστίδης.
47Κωνστ. Εὐθυμιόπουλος.Ἀ. Βαφιαδάκης.
48Δ. Σαράβας. Μ. Ε. Παρίσης.
49Ἀ. Καπετανάκης. Ἰάκ. Παξιμάδης.
50Δ. Παπαλέξης. Δ. Πονηρόπουλος.
51Ἀ. Μουρίκης. Ν. Πιπῖνος.
52Εὐθ. Κεχαγιᾶς. Δ. Τσιριμῶκος.
53Περ. Καλαμογδάρτης. Γ. Δυσβουνιώτης.
54Θ. Κανακάρης. Γ. Κ. Ζουλούμης.
55Ἀ. Μισυρλῆς. Δ. Κριεζώτης.
56Γ. Δελλαπόρτας. Δ. Οἰκονόμου.
57Ἰω. Δεστούνης. Μ. Ἀβέρωφ.
58Κ. Ἐπιφανίου. Κ. Νικόδημος.
59Ἤρξατο ἡ συνεδρίασις.
60Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνε-
61δριάσεως καὶ ἐπικυροῦνται.
62§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στρατηγόπουλος ὑπολογίζων τὰ ἐκ τῆς
63σκωρίας τοῦ Λαυρίου εἰσπραχθέντα ὑπὸ τῆς ἑταιρίας συμπεραί-
64νει, ὅτι τὸ δημόσιον ἐζημιώθη 9 καὶ ½ ἀκατομμύρια περί-
65που δραχμῶν. Ἡ βουλὴ τί ἀποφασίζει ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς; (διά-
66λογοι)
67§2ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ λάβῃ ἡ κυβέρνησις μέτρα ἐξασφαλι-
68στικά. (θόρυβος)
69§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ μένῃ λοιπὸν ἐδὼ καὶ ὅστις τῶν κυρίων
70βουλευτῶν θέλει νὰ τὴν συμβουλευθῇ, ἂς ἔλθῃ νὰ τὴν λάβῃ
71ὑπ’ ὄψιν.
72§4ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ.
73§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
74Πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς
75Κύριε Πρόεδρε.
76Ὁ ὑποφαινόμενος ὑποβάλλω εὐσεβάστως πρὸς τὴν σεβαστὴν
77Βουλὴν τινὰς πληροφορίας τεινούσας εἰς τὸ ἐθνικὸν καὶ δημό-
78σιον ὄφελος.
79Ἐξηγοῦμαι.
80Κατὰ τὰ 1865 ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἔστει-
81λεν εἰς Λαύριον ἐπιστημονικὴν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ ἴδῃ καὶ ἐξε-
82τάσῃ, τί εἶναι αἱ σκωρίαι τοῦ Λαυρίου, πόσαι, καὶ τί ἀξίζουν·
83ἡ ἐπιστημονικὴ αὕτη ἐπιτροπὴ κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τὴν ὁποί-
84αν ἔκαμε τότε, ἂν καὶ ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι ἡ ποσό-
85της τῶν σκωριῶν ἦτο διπλασία καθ’ ὅτι ἀνεκαλύφθησαν πολλαὶ
86κεκαλυμμέναι φυσικῶς ὑπὸ τῶν χωμάτων, οὗτοι δὲ οἱ κεκα-
87λυμμένοι ὄγκοι ἐμπεριέχουσι περισσοτέραν μεταλλικὴν ὕλην, ὡς
88προερχόμενοι ἐκ μεταλλεύσεως παλαιοτέρων χρόνων, ὅτε ἡ ἐκ-
89μεταλευτικὴ ἦτον ἀτελεστάτη, μόλα ταῦτα ἡ ἐπιστημονικὴ αὕτη
90ἐπιτροπὴ εἶπεν ὅτι αἱ σκωρίαι αἱ ὁποῖαι φαίνονται ἐπὶ τῆς ἐπι-
91φανείας τῆς γῆς ἔχουν ἀξίαν ἑβδομήκοντα ἑκατομμυρίων δραχ-
92μῶν· ἔμεινε κατὰ συνέπειαν 35 ἑκατομμύρια κέρδος καθαρόν·
93ἐπὶ τῇ βάσει δὲ ταύτῃ τῶν 35 ἑκατομμυρίων ἡ κυβέρνησις
94ἐπέβαλε φόρον δέκα τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου.
95Ἕπεται λοιπὸν ὅτι ἐκ τῶν 35 ἑκατομμυρίων δραχμῶν πρὸς
9610 τοῖς ἑκατὸν τὸ δημόσιον ἤθελεν εἰσπράξει 3½ ἑκατομ-
97μύρια.
98Καὶ ταῦτα ἐὰν αἱ σκωρίαι τοῦ Λαυρίου ἦσαν ὅλαι ἰδιόκτη-
99τοι· ἐὰν δὲ ἦσαν ἐθνικαὶ τότε τὸ δημόσιον ταμεῖον ἔπρεπε νὰ
100εἰσπράξῃ τριπλάσιον ποσὸν ὡς φόρον ἐπικαρπίας, διότι ἡ κυ-
101βέρνησις ἔθεσε φόρον εἰς τὰς ἐθνικὰς σκωρίας 30%.
102Λοιπὸν τριάκοντα τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν 35 ἑκατομμυρίων, ἤ-
103θελεν εἰσπράξει τὸ δημόσιον ταμεῖον δραχμὰς 10½ ἑκατομ-
104μύρια καὶ ταῦτα κατὰ τὴν ἐντελεστάτην ἐκτίμησιν τῶν φαινο-
105μένων σκωριῶν καὶ οὐχὶ κατὰ τὴν πραγματικήν, ὡς ἀπεδείχθη
106τέλος αἱ σκωρίαι τοῦ Λαυρίου ἐτελείωσαν, διότι μόλις ὑπάρχει
107τὸ ἓν δέκατον αὐτῶν καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσέπραξε μέχρι
108τοῦδε μόνον 800 χιλιάδας δραχμῶν. Ὑποθέσατε δέ, ὅτι θέλει
109εἰσπράξει ἀκόμη ἀπὸ τὰς ἀπολειπομένας σκωρίας καὶ ἄλλας
110200 χιλιάδας δραχμῶν, τότε θέλει εἰσπράξει τὸ δημόσιον τα-
111μεῖον τὸ ὅλον ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν. Τὰ δὲ λοιπὰ 9½
112ἑκατομμύρια ἀφηρέθησαν παρὰ τοῦ κ. Σερπιέρη καὶ Συντροφίας.
113Ὑποβάλλων τ’ ἀνωτέρω εἰς τὴν Σεβαστὴν Βουλὴν μεθ’ ὅλης
114τῆς εἰλικρινείας καὶ μαθηματικῆς ἀκριβείας πέποιθα ὅτι αὕτη
115ἐκτιμῶσα τὴν ἀξίαν αὐτῶν θέλει ἐνεργήσει σύμφωνα μὲ τὸ δί-
116καιον καὶ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου.»
117Ἐφ’ ᾧ καὶ ὑποσημειοῦμαι.
118Ὁ Εὐπειθέστατος.
119Ν. Κ. ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ.
120§6ΤΙΝΕΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν.
121§7ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον καὶ τὴν Βου-
122λὴν νὰ διατάξῃ τὴν ἐκτύπωσιν αὐτῆς, διότι, μετὰ τὸ τέλος τοῦ
123ζητήματος τῶν ἐκβολάδων θὰ ἔλθῃ ζήτημα περὶ τῶν Λαυριακῶν
124σκωριῶν, καὶ πρέπει τότε νὰ εἶναι τυπωμένη, διότι εἶναι
125σχετικὴ μὲ τὸ ζήτημα αὐτό.
126§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἐκτυπωθῇ; (θόρυβος) δὲν
127περιέχει ἐπιστημονικὰς γνώσεις, νὰ μένῃ ἐδῶ καὶ ὅστις θέλει
128δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῆς·
129§9ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
130§10ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν ἀνα-
131φορὰν αὐτήν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν συζητήσεων αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο
132ἐνταῦθα ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι ἡ ἑταιρία καθυστερεῖ νόμιμα δι-
133καιώματα ἀναγνωρισθέντα διὰ τελεσιδίκων ἀποφάσεων, πρὸς
134δὲ τούτοις.....
135§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μιχαλόπουλε, σᾶς κάμνω τὴν παρατή-
136ρησιν, ὅτι περὶ τῶν σκωριῶν δὲν πρόκειται· πρόκειται ἂν ἡ ἀ-
137ναφορὰ θὰ ἐκτυπωθῇ ἢ ὄχι, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη νὰ μὴ ἐκ-
138τυπωθῇ.
139§12ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ μὲ ἀκούσητε λοιπόν; (θόρυβος.)
140§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἠκούσαμεν καὶ ἡ βουλὴ ἀπεφάνθη νὰ μὴ
141ἐκτυπωθῇ.
142§14ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ δὲν κάμνει τιμὴν αὐτό. Ζητοῦμεν νὰ
143λάβῃ ἡ κυβέρνησις μέτρα γενικὰ πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν σκωριῶν.
144§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ τότε δὲν εἶναι συζήτησις αὐτή, κύριε Μι-
145χαλόπουλε. Ἡ ἀναφορὰ δὲν ἔχει ἐπιστημονικὰ πράγματα. Θὰ
146μένῃ ἐδῶ καὶ ἕκαστος δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῆς.
147§16ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὖγέ σας! (θόρυβος).
148§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, τιμὴν κάμνει....
149§18ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν λέγῃ
150ἡ ἀναφορά, ὁ κύριος βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ πα-
151ρατηρήσεις.
152§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ὑβρίζῃ τὸν
153πρόεδρον.
154§20ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον εὖγέ σας, τῆς βουλῆς. (διάλογοι
155θορυβώδεις.)
156§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ καὶ πάλιν τὴν βουλήν, οἱ θέλοντες νὰ
157ἐκτυπωθῇ νὰ ἐγερθῶσιν.
158§22ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, δὲν εἴπαμεν νὰ ἐκ-
159τυπωθῇ, ἀλλὰ, ὅτι ἔχει ὁ βουλευτὴς τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ πα-
160ρατηρήσεις.
161§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορά, τῆς χήρας Παπαδοπούλου Σκλάβου,
162ἐξαιτουμένης μικράν τινα σύνταξιν πρὸς συντήρησίν της καθ’
163ὅσον ἕνεκα τῆς ὑπὸ τοῦ συζύγου της διασώσεως τοῦ ἱεροῦ λει-
164ψάνου τοῦ πατριάρχου κατεστράφησαν ὑπὸ τῆς ὑψηλῆς Πύλης
165τὰ συμφέροντά των, καὶ σήμερον δυστυχεῖ.
166§24ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
167§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως!
168§26ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς
169τὰ καθέκαστα τῆς ἡμέρας, ἔχω μικρὰν ἐπερώτησιν νὰ κάμω
170πρὸς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν. Ἔχω εἰς χεῖρας δύω,
171τρία γράμματα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἔλαβον δὲ καὶ σήμερον
172μίαν ἐφημερίδα ἐπιτόπιον τὴν ὁποίαν φίλος μού τις μοὶ τὰ ἀ-
173πέστειλεν. Εἰς ταῦτα παρατηρῶ, ὅτι πολλοὶ πρόξενοι τῆς Ἑλλά-
174δος ἀντὶ νὰ ἀποστέλλουν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσπράττουν
175πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὰ καθυστεροῦν. (Μεταξὺ αὐτῶν πληροφο-
176ροῦμαι ὅτι ὑπάρχουν πολλοί, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουν ἀπὸ 5–30
177χιλιάδας δραχμῶν. Ἐπερωτῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν ἐξωτε-
178ρικῶν: εἶναι ἀληθὲς τοῦτο; καὶ ἂν ᾖναι ἀληθές, τί φρονεῖ ὅτι
179πρέπει νὰ γείνῃ δι’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ ὡς
180ἐκ τῆς θέσεώς των ὀφείλουν νὰ προστατεύουν, ἀπεναντίας πα-
181ραβλάπτουν τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος
182δεινῶς πενομένης; Ἀπὸ μέρους μου καὶ πρὶν ἢ ἀκούσω τὸν
183κ. ὑπουργὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἤθελον προτείνει νὰ παύσουν
184αὐτοὶ καὶ νὰ σταλῶσιν ἀντ’ αὐτῶν πέντε, δέκα τίμιοι, οἱ ὁ-
185ποῖοι νὰ ἠξεύρουν νὰ θυσιάζωνται ὡς ἄτομα ὑπὲρ τοῦ ὅλου καὶ
186οὐχὶ νὰ ἀδικῶσι τὸν ἑλληνισμόν. Αὐτὸ θέλει ὁ νόμος, αὐτὸ ἡ δι-
187καιοσύνη, αὐτὸ θέλει τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον μας.
188§27ΛΕΚΚΑΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν
189Ἐξωτερικῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἂν οἱ προξενικοὶ ὑπάλληλοι δί-
190δουν ἐτησίως τὸ ὑπόμνημά των εἰς τὴν κυβέρνησιν, πολλὰ καλὰ
191δύνανται νὰ προκύψουν, διότι οἱ προξενικοὶ ὑπάλληλοι ἔχουν
192τὸ καθῆκον νὰ προστατεύσουν τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ νὰ ἀναφέ-
193ρουν περὶ τοῦ ἐμπορίου καὶ περὶ πάντων, τῆς βιομηχανίας κλπ.
194§28Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργ.) Δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω
195ἀπολύτως ἂν οἱ φαινόμενοι ὡς καθυστεροῦντες προξενικοὶ ὑπάλ-
196ληλοι ἀληθῶς καθυστεροῦν, διότι κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν
197λογαριασμῶν εὑρέθησαν πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ὡς ἐξοφλήσαντες τὸ
198χρέος των. Γίνεται μακρὰ ἐργασία σπουδαία καὶ σύντονος,
199ὥστε οἱ λογαριασμοὶ αὐτοὶ νὰ ἐκκαθαρισθῶσι καὶ εἰς περίστα-
200σιν καθ’ ἣν εὑρεθῶσι πρόξενοι σφετερισθέντες καὶ μὴ ἀποδώσαν-
201τες τὸ χρέος των, τὸ ἀποτέλεσμα θέλει εἶσθαι κατ’ αὐτῶν, νὰ
202μὴ ἦναι πλέον ὑπάλληλοι. Σήμερον δὲν δύναμαι νὰ σᾶς βε-
203βαιώσω περὶ τῶν καθυστερούντων, διότι δὲν ἐξελέγχθησαν λο-
204γαριασμοί. Χαίρω διότι λαμβάνω τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω ὅτι
205ἴσως ζητηθῇ πίστωσις διὰ τὴν ἐκτύπωσιν τῶν ἐκθέσεων τῶν
206προξενικῶν ὑπαλλήλων. Ὁμολογῶ ὅτι ὑπάρχουσι πολλαὶ προξε-
207νικαὶ ἐκθέσεις λίαν σπουδαῖαι, αἱ ὁποῖαι παρημελήθησαν ὑφ’
208ὅλων ἡμῶν, καὶ φρονῶ ὅτι πρέπει αἱ τοιαῦται ἐκθέσεις νὰ δί-
209δωνται εἰς τὴν δημοσιότητα διότι πολλῶν πραγμάτων γνῶσιν
210θέλουσι παρέξει εἰς τὸ δημόσιον καὶ εἰς τὴν ἑλληνικὴν κοι-
211νωνίαν.
212§29ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
213§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀγαπᾶτε, κύριοι βουλευταί, νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα
214συζητήσεως;
215§31ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
216§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὰ δὲν εἶναι ἐντελῶς ἐκκαθαρισμένοι
217οἱ λογαριασμοί.
218§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε λοιπὸν ἐπανερχόμεθα, ὅταν τελειώσῃ ἡ
219ἐκκαθάρισις τῶν λογαριασμῶν.
220§34ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
221§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλ-
222λει νομοσχέδιον περὶ ἑρμηνείας τοῦ ΣΚΖʹ. νόμου ἀφορῶντος τὴν
223παραχώρησιν κτημάτων εἰς τὸν Ὀθωμανὸν Μέτον Ὀστᾶ Μπρα-
224λόπουλον. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ.
225Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ ἐξακολού-
226θησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ γʹ. ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου περὶ
227ἐκβολάδων· ὁ κύριος Λομβάρδος ἔχει τὸν λόγον.
228§36ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ἀναβαίνει τὸ βῆμα). Δὲν εἶναι κανεὶς ἄλλος
229νὰ ὁμιλήσῃ κατά, κ. πρόεδρε;
230§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι κανεὶς ἄλλος ἐγγεγραμμένος.
231§38ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διότι χθὲς ὡμίλησεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὑπὲρ
232τοῦ νομοσχεδίου.
233§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ, κύριοι, κανεὶς ἄλλος τὸν λόγον; διότι ὁ
234κ. Λομβάρδος εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν χθὲς ἀγορεύσαντα τελευ-
235ταῖον.
236§40Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ ἀγορεύσας χθὲς ἦτο ὑπουργὸς, καὶ δὲν
237λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν.
238§41ΤΙΝΕΣ. Πῶς δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν;
239§42Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, νὰ ὁμιλήσω ἐγώ.
240Τὸ φρόνημα, κύριοι, τὸ ὁποῖον οἱ ἀγορεύσαντες μέχρι τοῦδε
241ἐνέπνευσαν εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην τοῦ νὰ συζητήσῃ, ἐξετάσῃ
242καὶ ἀποφασίσῃ τὸ ζήτημα τὸ λαυριακὸν, μακρὰν τῆς πολιτι-
243κῆς, μακρὰν τῶν συμπαθειῶν καὶ τῶν ἀντιπαθειῶν, μὲ πνεῦμα
244οἰκογενειακὸν, τὸ φρόνημα τοῦτο εἶναι λυσιτελέστατον πρὸς
245εὕρεσιν τοῦ ὀρθοῦ, τοῦ νομίμου καὶ τοῦ συμφέροντος εἰς τὴν
246Ἐπικράτειαν. Ἀλλὰ, κύριοι, κινδυνεύει τὸ φρόνημα τοῦτο, κιν-
247δυνεύει ἡ ἁρμονία ἡ οἰκογενειακὴ, διότι τινὲς, διὰ νὰ μὴ εἴπω
248οἱ πλεῖστοι, τῶν ἀγορευσάντων, μεγάλην ὑπόληψιν ἔχοντες εἰς
249τὰς κρίσεις καὶ τὰς γνώμας των, δὲν ἠθέλησαν οὔτε κατὰ κε-
250ραίαν ν’ ἀπομακρυνθῶσι τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας πρεσβεύουσι καὶ
251ὑπέβαλον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν ἠθέλησαν νὰ παραδεχθῶσι
252τίποτε ἐξ ὅσων ἄλλοι ὑπέβαλον ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ,
253καὶ εἴδετε ὅτι μᾶς ἀπησχόλησαν διὰ δύο ἄρθρα τοῦ νομοσχε-
254δίου τὰ ἐπιψηφισθέντα, πολλὰς ἡμέρας. Καὶ ἂν, κύριοι, ἡ
255συμβιβαστικὴ μεσολάβησις τοῦ ἐκ Καλαβρύτων ἐντίμου βου-
256λευτοῦ κ. Ζαΐμη δὲν ἐπήρχετο, ἴσως ἠδύναντο ἀκόμη νὰ μᾶς
257κρατήσουν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην. Δὲν εἶναι ὁ ἐγωϊσμὸς ὁ
258ἀδικαιολόγητος, ὅστις δύναται νὰ διαταράξῃ τὴν οἰκογενεια-
259κὴν ἁρμονίαν, τὴν χρησιμοτάτην εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλ’
260ἐῤῥίφθησαν, κύριοι, καὶ ἀφορμαὶ μομφῶν καὶ αἰτιάσεων ἀπὸ μέ-
261ρους τινῶν. Πολλοὶ φέροντες βαρέως ἄτομα καὶ δυσμενῶς δια-
262κείμενοι, πρὸς ἄτομα, ἠθέλησαν νὰ ἀναμίξουν τὰ ἀτομικά των
263τὰ προγενέστερα εἰς τὸ ἐθνικὸν τοῦτο ζήτημα. Εἶναι δίκαιον
264λοιπὸν αὐτὰ τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα νὰ λείψωσιν, ἂν τῷ ὄντι
265ἐμφορούμενοι ἅπαντες ὑπὸ τῆς ἰδέας τοῦ γενικοῦ ἀντιπροσώπου
266ὀφείλομεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν, χωρὶς νὰ ἐννοῇ ἕκαστος ὅτι ὅ,τι
267λέγει εἶναι χρησμὸς ἀνεπίδεκτος ἀμφισβητήσεως, καὶ ὅτι τ’ ἀτο-
268μικά μας πρέπει ν’ ἀναμίξωμεν εἰς τὸ ζήτημα. Πρέπει νὰ παρα-
269δεχθῶμεν ὅ,τι διάσημος δημοσιογράφος εἶπεν ἀνήκω εἰς πο-
270λιτικὴν ἀπόχρωσιν, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶμαι ὀπαδὸς τῆς
271σώφρονος ἐλευθερίας, ἣν εὐχαρίστως ἀξιῶν νὰ λάβω ἀπὸ τὸν
272Οὐασιγκτῶνα, δὲν θὰ δυσαρεστηθῶ ἂν μοῦ τὴν δώσῃ εἷς Στου-
273άρτης, ἀλλὰ καὶ μετὰ τοῦ Κρόμβελ συνδιαλλάσσομαι, ἂν πρό-
274κηται νὰ μοὶ ἀναγνωρίσῃ ταύτην» Ναὶ, τὸ Λαύριον νὰ σώσω-
275μεν καὶ νὰ ἐξασφαλίσωμεν, καὶ εἶναι ἀδιάφορον τίς θὰ ἔχῃ τὴν
276πρωτοβουλίαν. Δὲν θέλομεν, κύριοι, εἰμὴ νὰ διασώσωμεν ἕνα
277πλοῦτον πολὺν ἢ ὀλίγον, ἀδιάφορον, τὸν ὁποῖον ἡ θεία Πρόνοια
278διεφύλαξεν, ἡμεῖς δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα οὔτε δορυφόροι τῆς κυ-
279βερνήσεως, οὔτε δορυφόροι τῶν κομμάτων, ἀλλ’ ἀπαθῶς καὶ τὸ
280συμφέρον μόνον τῆς πολιτείας ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, νὰ προβῶμεν εἰς
281τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος.
282Μεταξὺ τῶν ἄλλων, κύριοι, τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι παρου-
283σιάσθησαν εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν, δύο εἶναι αἱ οὐσιω-
284δέστεραι προτάσεις, ἡ πρότασις τῆς κυβερνήσεως καὶ ἡ πρότα-
285σις, ἡ ὑπογραφεῖσα ὑπὸ τῶν βουλευτῶν μεταξὺ τῶν ὁποίων
286εἶμαι εἷς καὶ ἐγώ. Διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης ἡμεῖς, ὅσοι ὑπε-
287γράψαμεν, ἀντιτασσόμενοι κατὰ τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου, τρία
288τινὰ ἐζητήσαμεν, πρῶτον· πεπεισμένοι ὄντες, ὅτι αἱ ἐκβολάδες
289τοῦ Λαυρίου ἦσαν, εἶναι καὶ ἔσονται περιουσία τοῦ Κράτους,
290ἔπρεπε νὰ διατεθῶσιν, ἀλλὰ διὰ νὰ διατεθοῦν, ἀσυμφωνίαι
291τινές, διχογνωμίαι, ἐνδοιασμοί, οἵτινες ἐξετέθησαν ἀπὸ
292τοῦ 1867 ἀπὸ μέρους νομικῶν, ἀπὸ μέρους διοικούντων,
293καὶ ἀπὸ μέρους τῶν δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα ἐπελήφθησαν τῆς
294ὑποθέσεως, ἔπρεπε νὰ ἐκλείψωσι, ἐπερχομένου νόμου, ὅστις νὰ
295εἴπῃ ὅτι κατὰ τοὺς ὑπάρχοντας νόμους ἦσαν περιουσία τοῦ
296κράτους. Δεύτερον διὰ νὰ διατεθῶσιν, ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ ὁ ὁρι-
297σμὸς αὐτῶν, διότι καὶ περὶ τῆς σημασίας τῶν ἐκβολάδων μα-
298κρὰ συζήτησις ἐπῆλθε καὶ τρίτον ἔπρεπε νὰ ὁρισθῶσι τὰ περὶ
299τῆς διαθέσεως μετὰ προηγουμένην σπουδὴν τῆς ἀξίας καὶ τῆς
300ἐκτάσεως αὐτῶν. Νομίζομεν ὅτι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπε-
301βάλομεν κανονίζει τὰ τρία ταῦτα. Δὲν ἐμφορούμεθα ὑπὸ ἐγωϊ-
302σμοῦ ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη εἶναι πλήρης, εἶναι τελεία, ὅτι
303εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ καὶ ἀνεξετάστως νὰ
304γείνῃ δεκτὴ, διότι τοῦτο θὰ ἦτο μωρία. Ἐξεφράσαμεν μίαν γνώ-
305μην, ἀνεδέχθημεν νὰ τὴν ὑπερασπισθῶμεν, τὴν ὑποβάλλομεν
306καὶ δὲν τὴν ἐπιβάλλομεν, ἕτοιμοι ὄντες ἂν νέα γνώμη παρου-
307σιασθῇ, νὰ ὑποστῶμεν ἢ νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν ὑποτροπολογίαν.
308Ἐκτὸς τούτου, κύριοι, διὰ νὰ πραγματοποιηθῶσι τὰ περὶ δια-
309θέσεως τῶν ἐκβολάδων ἐκάμαμεν τὴν σκέψιν ὅτι ἀφοῦ ἐμάθα-
310μεν ὅτι ἦσαν, εἶναι καὶ ἔσονται ἐθνικὴ περιουσία, ἐνόσῳ δὲν
311ἀπαλλοτριωθῇ τούτων τὸ κράτος, ἀφοῦ ἐμάθαμεν ὅτι εἰς τὰς
312ἐκβολάδας κατατάσσονται πᾶσαι αἱ μεταλλικαὶ οὐσίαι, παρί-
313σταται ἀναπόφευκτος ἡ ἀνάγκη νὰ ἴδωμεν τί εἶναι αὗται. Αὐτὸ
314δὲν ἀπαιτεῖται, κύριοι, ἀπὸ τὴν Βουλὴν σήμερον, ἀλλὰ γίνεται
315πάντοτε ἀπὸ πάντα ἰδιοκτήτην. Πρόκειταί τις νὰ διαθέσῃ τὸ
316κτῆμά του, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀνατρέξῃ εἰς οἰκονομολόγους
317ἐπιστήμονας διὰ νὰ κανονίσῃ τὸ μίσθωμα καὶ τὸ συμβόλαιον·
318θὰ συμβουλευθῇ τὰ συμφέροντά του, τὰς δυνάμεις του, θὰ μάθῃ
319τί ἔχει καὶ τότε θὰ κάμῃ χρῆσιν ἢ κατάχρησιν τοῦ κτήματός
320του· διότι τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος δὲν ἔχει ἔννοιαν ἂν δὲν
321ἀναγνωρισθῇ εἰς τὸν κύριον τὸ δικαίωμα τῆς χρήσεως καὶ κα-
322ταχρήσεως τοῦ κτήματός του. Πρὶν ἢ ἔχῃ γνῶσιν τῶν δικαιω-
323μάτων τούτων, δὲν θὰ ἦτο συνετὸν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην νὰ προ-
324βῇ εἰς πώλησιν ἢ μίσθωσιν ἀγνώστου οὐσίας καὶ ἀξίας, καὶ λέ-
325γοντες ἰδιοκτήτην ἐννοοῦμεν οὐ μόνον τὸν ἰδιώτην, ἀλλὰ καὶ
326τὸν δῆμον καὶ τὴν ἐπαρχίαν καὶ τὸν νομὸν καὶ τὸ κράτος.
327Ἐννοούσαμεν λοιπὸν διὰ τῆς τροπολογίας μας ὅτι, ἀφοῦ δὲν γνω-
328ρίζομεν ἀκριβῶς τί περιέχουσιν αἱ ἐκβολάδες, ποῦ κεῖνται, πό-
329σαι εἶναι, ἔπρεπε νὰ συστήσωμεν τὴν ἔκδοσιν νόμου κανονί-
330ζοντος τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ τὸ μάθωμεν, καὶ ὕστε-
331ρον νὰ ὁρίσωμεν πῶς πρέπει νὰ γείνῃ ἡ διάθεσις αὐτῶν. Ἐκτὸς
332τούτου, κύριοι, μέχρις οὗ γείνῃ αὐτὸς ὁ νόμος, ἐνομίσαμεν ὅτι
333ἔπρεπε νὰ ληφθῶσι μέτρα ἐξασφαλίζοντα καὶ τὰς ἐκβολάδας
334καὶ τὰς σκωρίας, τὰς ὁποίας πολὺ εὐθηνὰ διεθέσαμεν ὑπὲρ μιᾶς
335ἑταιρίας, καὶ ἂν δὲν πιστεύσωμεν ὅλα ὅσα παρεστάθησαν ἐνώ-
336πιόν μας περὶ ταύτης, τὸ τρίτον αὐτῶν ἐὰν παραδεχθῶμεν ὡς
337βέβαιον, τὸ κράτος ὑπέστη σημαντικὴν ζημίαν. Νὰ ἐξασφαλί-
338σωμεν λοιπὸν τὰς ἐκβολάδας καὶ τὰς σκωρίας δίδοντες μίαν
339κύρωσιν εἰς ἕνα νόμον τὸν ὁποῖον κατεσπευσμένως τὴν ἑσπέραν
340τῆς 20 Μαρτίου ἐψηφίσαμεν· διότι ἐπὶ παντὸς ἀντικειμένου
341δὲν ἔχουν ἀξίαν οἱ νόμοι, ἅμα δὲν ἔχουν κῦρος· ὁ νοῦς, ἡ ζωὴ,
342ἡ κεφαλὴ τοῦ νόμου εἶναι ἡ κύρωσις, καὶ κύρωσιν δὲν ἔχει ὁ
343νόμος αὐτός· διότι, κύριοι, ἄν τις κλέψῃ, διαρπάσῃ τὰς ἐκβο-
344λάδας αὐτάς, δὲν ἔχετε νόμον ὑποχρεοῦντα τὰ δικαστήρια εὐ-
345συνειδήτως λειτουργοῦντα κατὰ τοὺς νόμους των νὰ ἐπιβάλουν
346ποινήν· διότι εἰς τὸν ὑπάρχοντα ποινικόν μας νόμον δὲν ὑπάρ-
347χει διάταξις ἄλλη παρὰ τὴν περὶ νομημάτων (ἄρθρ. 226), ἡ
348ὁποία ἐπιβάλλει τὸ διπλάσιον τῆς ἀξίας τοῦ ἀφαιρεθέντος πράγ-
349ματος· δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τοῦ ἅρπαγος ἡ διάταξις
350αὕτη; ἀμφιβάλλω· διότι ὁ νόμος ὁ κανονίζων τὰ νουήματα δὲν
351ἐκυρώθη, καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν τὰ δικαστήρια δύνανται νὰ κατα-
352λογίσωσιν εἰς τὸν ἅρπαγα ὡς ἔχοντα ἐν τῇ προθέσει, ὅτε παρε-
353βίαζε τὸν νόμον αὐτὸν, ὅτι ἐξετέλει τὴν πρᾶξιν τοῦ ἄρθρου 226
354τοῦ ποιν. νόμου Τὴν διάταξιν περὶ κλοπῆς δὲν δύνανται τὰ δικα-
355στήρια νὰ τὴν ἐφαρμόσουν ὡσαύτως, διότι ἀμέσως γεννᾶται τὸ
356ζήτημα κινητὰ ἢ ἀκίνητα εἶναι αἱ ἐκβολάδες; ἀκίνητα δὲν ἀ-
357νεγνωρίσθησαν ἀπὸ καμμίαν νομοθεσίαν· δυνατὸν νὰ εἴπητε ὅτι
358εἶναι κινητὰ, ἀλλὰ δὲν βλέπω ὅτι δύναται ὁ ποινικὸς νόμος νὰ
359ἐπιβάλῃ ἀναλόγους ποινάς· ὥστε ὁ νόμος, ὅστις ἐψηφίσθη κατὰ
360τὸν Μάρτιον, ὡς καὶ ἤδη ὁ προκείμενος νὰ ψηφισθῇ ἄνευ κυρώσεως
361ἔχει ἀνάγκην βίας καὶ ἰδιωτικοῦ πολέμου διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ·
362κύριοι, θὰ ἐπιτρέπεται τὸ τοιοῦτον; δύναται νὰ ᾖναι λυσιτε-
363λές; εἶναι δυσχερέστατον νὰ φυλάξωμεν μίαν ἰδιοκτησίαν ἀ-
364γρύπνους φύλακας ἔχοντες ἀεννάως. Ἦτο ἀνάγκη λοιπὸν ἑνὸς νόμου
365πρὸς κύρωσιν τοῦ ὑπάρχοντος νόμου, καὶ αὐτὸ περιέχει ἡ τροπο-
366λογία, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλαμεν. Τὸ νομοσχέδιον τῆς κυβερνήσεως
367ἀντιστρατεύεται κατὰ τῶν διατάξεων αὐτῆς, καὶ ὁ κ. πρωθυ-
368πουργὸς, τὸν ὁποῖον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἀγο-
369ρεύσαντα ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ συγχαρώ, διότι τῳόντι διὰ
370τῆς ἀγορεύσεώς του ἐκείνης ἔδειξεν, ὅτι ἐκτιμᾷ τὸ δημόσιον
371φρόνημα καὶ τὴν κοινὴν γνώμην, τὴν μὴ ἀποπλανημένην, ἀνα-
372γνωρίζει τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶσα κυβέρνησις πατριω-
373τικὴ, ἀναλαμβάνουσα τὴν διοίκησιν τοῦ κράτους, τοῦ νὰ μὴ ἔχῃ
374ἄλλον κανόνα εἰς τὰς πράξεις της παρὰ τὸ ὑπέρτατον συμφέ-
375ρον τῆς πολιτείας, ὁ κύριος πρωθυπουργὸς, ὅστις μοὶ ἔδωκεν
376αὐτὴν τὴν ἀφορμὴν νὰ τὸν συγχαρώ, χθὲς μὲ ἠνάγκασε
377νὰ μεταβάλω τὴν περὶ αὐτοῦ γνώμην, διότι ἐμέμφθη πικρῶς
378τῆς πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλαμεν, λέγων ὅτι ἡμεῖς δὲν
379ἐπράξαμεν τίποτε παρὰ ἐφέραμεν ἀτελέστατον σύστημα, τὸ
380ὁποῖον δὲν ἔχει εὔλογον σκοπὸν, ἀλλὰ περιέχει διατάξεις
381συντακτικῆς συνελεύσεως· διότι κανονίζει τὰς πράξεις τῆς μελ-
382λούσης Βουλῆς, καὶ ὅτι ἐπαλινῳδήσαμεν εἰς ἀντίφασιν περι-
383πεσόντες. Βεβαίως, κύριοι, ἐμμένων πιστῶς εἰς τὴν γνώμην, τὴν
384ὁποίαν ἅπαντες οἱ συνάδελφοι ἐξέφρασαν ὅτι δὲν πρέπει νὰ
385συνδαυλίζωμεν μίση καὶ διαιρέσεις κατὰ τὴν συζήτησιν ταύ-
386την, δὲν φέρω βαρέως τὴν ἐπίκρισιν τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ,
387ἀλλὰ κάμνω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ ἰσχυρισμοῦ αὐτοῦ
388τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ. Ἡμεῖς εἴπομεν ὅτι βάσις τῆς διαθέ-
389σεως τῶν ἐκβολάδων διὰ τοῦ ἀναγκαίου νόμου τοῦ ἐκδοθησο-
390μένου θέλει εἶσθαι ὁ διαγωνισμός· ἂν τὸ κράτος δὲν ἀναδε-
391χθῇ νὰ καμινεύσῃ ἢ τὸ ὅλον ἢ μέρος τῶν ἐκβολάδων, δὲ
392ἐνοούσαμεν νὰ κανονίσωμεν τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα μία Βουλὴ
393μεταγενεστέρα ἔχει νὰ ἐξασκήσῃ· ἐννοούσαμεν νὰ ὑποδείξωμεν
394τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἔχει νὰ μετέλθῃ ἡ κυβέρνησις, προκηρύτ-
395τουσα τὴν δημοπρασίαν καὶ τοὺς ὅρους, ἔχουσα ὡς βάσιν τὸν
396συναγωνισμὸν, καὶ μένει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ αὐτὸν
397τὸν νόμον ἢ νὰ συντάξῃ ἄλλον, νὰ ὁδηγήσωμεν δὲ καὶ τὸν ἐρ-
398γολάβον ὅτι ὅ,τι προσφέρει θὰ τὸ προσφέρῃ διὰ τοῦ συναγω-
399νισμοῦ καὶ ἂν θὰ γείνῃ κατακύρωσις, θὰ γείνῃ ἐπὶ τῇ βάσει
400αὐτοῦ. Τί δικαιώματα συντακτικῆς συνελεύσεως ἠθελήσαμεν νὰ
401ἐξασκήσωμεν καὶ ἐπιβάλωμεν εἰς τὴν νέαν Βουλήν; Εἶναι
402κακόζηλος ἡ φράσις αὕτη; ἔχει τὸ δικαίωμα καθεὶς νὰ ἐπι-
403διώξῃ τὴν διόρθωσίν της. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι αὐτό, τὸ ζήτημα
404εἶναι ἄλλο. Τοῦτο συνίσταται εἰς τὸ ὅτι, ἐὰν πρέπῃ ἀπὸ τοῦδε
405ἡ βουλὴ, καί τοι ἀγνοοῦσα τὸ τί εἶναι αἱ ἐκβολάδες, ἐὰν πρέπῃ
406νὰ δώσῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν ἐξουσίαν ν’ ἀπαλλοτριωθῇ μιᾶς
407λειτουργίας τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτὴν καὶ νὰ
408εἴπῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, πρὸς τοὺς μηχανικοὺς, πρὸς τοὺς ὑπαλ-
409λήλους της φροντίσατε ἐντὸς 6 ἢ 15 μηνῶν νὰ μάθητε τί
410περιέχουσιν αἱ ἐκβολάδες καὶ τότε διαθέσατε αὐτὰς ὅπως σεῖς
411ἐγκρίνητε ἀνθ’ ἡμῶν. Ἐνομίσαμεν, κύριοι, ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ
412κυρίου Κουμουνδούρου, ἡ ὁποία ἐπαγγέλλεται τὸ κοινοβουλευ-
413τικὸν καὶ τῆς ὁποίας πολλὰ μέλη ἔχουσιν ὡς δόγμα ὁ τόπος
414διὰ τοῦ τόπου, τοιοῦτο σύστημα δὲν ἤθελε τὸ ὑποστηρίξει,
415διότι τί περιέχει αὐτό; λέγει καί τοι διατελοῦντες σεῖς οἱ
416βουλευταὶ εἰς ἄγνοιαν τοῦ πράγματος, σπεύσατε ὅμως νὰ μοὶ
417δώσητε αὐτὴν τὴν ἀπόλυτον ἐντολὴν καὶ ἀπέλθετε· αὐτὸ εἶναι
418σύμφωνον μὲ τοὺς κοινοβουλευτικοὺς κανόνας; δυνάμεθα ἡμεῖς
419ἐν ἀγνοίᾳ πληρεστάτῃ διατελοῦντες τῆς καταστάσεως τοῦ Λαυ-
420ρίου νὰ τὸ παραδεχθῶμεν, ἀπαλλοτριούμενοι ἑνὸς δικαιώματος
421τὸ ὁποῖον μᾶς ἔδωκεν ὁ νόμος, ἢ μιᾶς ὑποχρεώσεως ἡ ὁποία
422ἀνετέθη εἰς ἡμᾶς τοῦ νὰ μὴ νομοθετῶμεν ἢ διαθέτωμεν ἐθνικὴν
423περιουσίαν ἐν ἀγνοίᾳ; δυνάμεθα νὰ τὸ πράξωμεν χωρὶς νὰ
424δώσωμεν λόγον εἰς τὸν ἑαυτόν μας καὶ εἰς τὴν συνείδησίν μας;
425Νομίζω, ὅτι ὑπέρογκος εἶναι ἡ ἀξίωσις τῆς κυβερνήσεως τοῦ
426ν’ ἀπαλλοτριωθῇ ἡ Βουλὴ τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον κέκτηται
427περὶ τῆς ἀσφαλοῦς διαγνώσεως τοῦ πράγματος τὸ ὁποῖον πρό-
428κειται νὰ διαθέσῃ καὶ νὰ περιβάλῃ μὲ τοιαύτην ἀπόλυτον ἐμ-
429πιστοσύνην τὴν κυβέρνησιν· δὲν πρόκειται περὶ τῆς κυβερνήσεως
430τοῦ παρόντος, ἀλλὰ περὶ πάσης ἄλλης, διότι αἱ κυβερνήσεις
431δὲν εἶναι παρὰ διαβατικαὶ, ὀλίγον διαφέρουσαι τῶν περιηγητῶν,
432οἱ ὁποῖοι ἔρχονται εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ λειτουργοῦσιν ὡς εἰς
433ταμεῖον ἀρχαιοτήτων κτλ. Μᾶς μέμφονται, ὡς ἀντιφάσκοντας,
434διότι ἐσπεύσαμεν τὸν Μάρτιον τὴν διάθεσιν τῶν ἐκβολάδων,
435καὶ ἤδη ζητοῦμεν ἀναβολὴν, ἀλλ’ ἀπατῶνται, τότε ἐσπεύδομεν
436τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἐθνικότητος ἢ κυριότητος τῶν ἐκβολάδων,
437ὅπερ ἤδη ἐγένετο, καὶ ἤδη ζητοῦμεν τὴν διάθεσιν μετὰ σπουδὴν
438τῆς καταστάσεως αὐτῶν. Φρονοῦμεν ὅτι ἀφοῦ ἐλύθη τὸ ζή-
439τημα τῆς κυριότητος τῶν ἐκβολάδων, ἀφοῦ ἐλύθη τὸ ἕτερον
440ζήτημα τῆς τερμινολογίας τῶν ἐκβολάδων, πρόκειται νὰ λυθῇ
441τὸ ἂν ἀπὸ τοῦδε θὰ διατεθῶσιν. Ἐπιμένομεν, κύριοι, ὅτι τὸ
442λυσιτελέστερον καὶ τὸ συμφερώτερον εἰς τὴν ἐπικράτειαν εἶναι
443νὰ μὴ διατεθῶσι ἀπὸ τοῦδε, ἀλλὰ νὰ γείνῃ σπουδαία ἔρευνα,
444καὶ ἐπιστημονικὴ κατεργασία, ἁρμόζουσα, ὅπως διακριθῇ τὸ
445περιεχόμενον τῶν ἐκβολάδων, καὶ νὰ γείνῃ κατόπιν, ἀφοῦ συλ-
446λεχθῶσι πᾶσαι αἱ πληροφορίαι, ὁ νόμος. Διὰ τοῦ συστήματος
447αὐτοῦ νομίζω, ὅτι ὑπηρετοῦμεν ἀσφαλέστερον τὰ συμφέροντα
448τῆς ἐπικρατείας, δὲν ἀδικοῦμεν κανένα, ἀπαλλαττόμεθα καὶ
449ἡμεῖς μιᾶς εὐθύνης, ἡ ὁποία δύναται νὰ μᾶς βαρύνῃ καὶ πέραν
450τοῦ τάφου, ὅτι ἐσπεύσαμεν νὰ διαθέσωμεν αὐτὴν τὴν περιου-
451σίαν· ἄλλως τε ἐνθυμηθῆτε, ὅτι ἐὰν κατὰ τὸ 1867, ὅτε παρα-
452χωρήσαμεν τὰς σκωρίας, ἐγένοντο δεκταὶ αἱ παρατηρήσεις, καὶ
453δὲν ἀπέῤῥιπτεν αὐτὰς ἡ πλειοψηφία, διότι δῆθεν δὲν ἐπρόκειτο
454περὶ τοιούτου σπουδαιοτάτου ἀντικειμένου, ὅπως νῦν πρόκειται,
455διότι ὁπωσδήποτε αἱ σκωρίαι σχετικῶς πρὸς τὰς ἐκβολάδας
456εἶναι ἀνάξιον πρᾶγμα, δὲν θὰ εἴχαμεν τὰ ἐπικρατοῦντα παρά-
457πονα. Λοιπὸν τὰ σφάλματα ἐκεῖνα, τὰ ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα
458τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἂς χρησιμεύσωσι σήμερον ὡς μάθημα.
459Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς καθαρᾶς καὶ ἀκαθαρίστου προσόδου
460νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ, ἀφοῦ προηγουμένως
461λυθῇ τὸ περὶ ἀμέσου διαθέσεως ζήτημα, ὡς πρὸς τοῦτο παρα-
462τηρῶ ὅτι ἂν δὲν εἶμαι οἰκονομολόγος· ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ ἐκ
463Παρνασίδος ἀντιπρόσωπος κ. Κεχαγιᾶς, νὰ μὴ συμφωνήσω μὲ
464τὴν γνώμην του τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ὁ κ. Κεχαγιᾶς φαί-
465νεται ὅτι δὲν ἔχει πεποίθησιν, διότι σᾶς εἶπεν, ἂν ἐπρόκειτο
466νὰ δώσῃ μία κυβέρνησις τὰς ἐκβολάδας πρὸς 80% ἐπὶ
467τῆς καθαρᾶς προσόδου, καὶ ἂν ἦτο ὑπουργὸς, δὲν ἤθελε συγκα-
468τατεθῆ, διότι φοβεῖται τὰς παρεξηγήσεις, τὰς συκοφαντίας, τὸ
469θηρίον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι ὄντως τὸ φοβερώτερον, καὶ ὅλοι
470πρέπει νὰ τὸ μισῶμεν ἐν τῷ κόσμῳ. Ἀλλ’ ὁ κ. Κεχαγιᾶς πῶς
471ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβάλῃ φόρον ἔσπευσε νὰ συμφωνήσῃ ἵνα ἐπι-
472βληθῇ τοιοῦτος 10% ἢ καὶ 30%; ἐνθυμεῖσθε ὅτι
473μετὰ πολλῆς θερμότητος ὑπεστήριξε αὐτοπροσώπως διὰ ῥητο-
474ρίας του τὸν Μάρτιον ε. ε. τὸ νομοσχέδιον τῆς κυβερνήσεως,
475περὶ ἐπιβολῆς φόρου, ἰσχυρισθεὶς ὅτι ὅταν τὸ δημόσιον πέρνῃ
476τὸν φόρον, τί μᾶς μέλλει περὶ τῆς ἰδιοκτησίας! Λοιπὸν ὑπουρ-
477γὸς, ὅστις εἶναι εὐχαριστημένος νὰ πάρῃ 10 ἢ 30%,
478διατὶ δυσκολεύεται νὰ δεχθῇ κέρδος 80%; Ἐκτὸς τού-
479του, ὁ κ. Κεχαγιᾶς, εἶπε, τὸν νόμον πρέπει νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ,
480καὶ ἂς εἶναι βεβαία ὅτι δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ τώρα, ἀλλ’ ἀφοῦ πρό-
481κειται νὰ μὴν ἐφαρμοσθῇ τώρα, ἀλλὰ μετὰ παρέλευσιν 6 ἢ 15
482μηνῶν, διατὶ δὲν δέχεται νὰ ψηφισθῇ; τότε μία μικρὰ ἀναβολὴ
483ἐγένετο ἀπὸ τῆς 20 Μαρτίου μέχρι σήμερον ἕνεκα ἐνδοιασμοῦ
484ἐπὶ νομικοῦ ζητήματος, καὶ διεχύθη ἄπειρον φῶς εἰς τὴν ὑπό-
485θεσιν αὐτὴν, ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ πολλὰ γεγονότα οὐσιώδη
486ἐξετέθησαν, καὶ τόσα φῶτα διεχύθησαν πρὸς ὄφελος τῆς Βουλῆς,
487πρὸς ὄφελος τῆς ἐπικρατείας, διατὶ νὰ μὴ πιστεύσητε ὅτι μία
488ἀναβολὴ ἐπὶ τρεῖς μῆνας ἢ τέσσαρας, δὲν θὰ καταδείξῃ εὐρυ-
489τέρας γνώσεις τῶν νόμων τῆς φύσεως γαιολογικὰς, ὀρυκτολογικὰς
490κλπ; Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζονται οἱ ἀντίθετοι, σπεύδοντες
491ἀπὸ τοῦδε τὴν διάθεσιν, φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν· ἡ πρότασις,
492τὴν ὁποίαν περιέχει ἡ τροπολογία μας, εἶναι συμφερωτέρα εἰς
493τὸ κράτος, εἶναι συμφερωτέρα πρὸς τὴν δικαιοσύνην, πρὸς τὴν
494ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, καὶ συνιστῶ τὴν παραδοχὴν αὐτῆς.
495§43ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. «Δὲν πρέπει νὰ φανῶμεν δορυφόροι τῆς Κυ-
496βερνήσεως, δὲν πρέπει νὰ φανῶμεν δορυφόροι κόμματός τινος,
497ἀλλὰ πρέπει ἐν ἀδελφικῇ ὁμονοίᾳ καὶ οἰκογενειακῶς νὰ συζητή-
498σωμεν τὸ προκείμενον ζήτημα» εἶπε προοιμιαζόμενος ὁ πρὸ ὀλί-
499γου καταβὰς τοῦ βήματος. «Ἀλλοίμονον εἰς τὸ κόμμα, ἀλλοίμονον
500εἰς τὸ ἄτομον, τὸ ὁποῖον τὸ προκείμενον ζήτημα θέλει νὰ συζη-
501τήσῃ ὑπὸ ἔποψιν κομματικήν. Ἀλλοίμονον εἰς αὐτὸ, διότι ὑπάρ-
502χει Θεὸς, ὑπάρχει δικαιοσύνη,» εἶπε χθὲς προοιμιαζόμενος εἷς
503τῶν ἐντίμων ἀγορευσάντων· ἀλλὰ «εἰ ἀληθῶ, ἄρα δικαιοσύνην ζη-
504τεῖτε, ἀλήθειαν εἴπατε, υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων» λέγω καὶ ἐγὼ προοι-
505μιαζόμενος. Μὴ παραξενευθῆτε, Κύριοι, ἂν ἐπικαλοῦμαι ῥητὸν
506τῆς Γραφῆς· διότι ἐκτὸς τῆς Γραφῆς δὲν ἔμεινε τίποτε, τὸ ὁ-
507ποῖον νὰ μὴ ἐπικαλεσθῶσιν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, ἐπικα-
508λοῦμαι δὲ τὴν Γραφὴν διὰ δύω λόγους, πρῶτον μὲν, διότι ἂν
509ἐπεκαλούμην ἕτερόν τι, θὰ ἔτρεχα τὸν κίνδυνον νὰ μοὶ εἴπωσιν,
510ὅτι καὶ ἐγὼ συνέτεινα εἰς τὸ νὰ γίνῃ ἡ Βουλὴ αὕτη σφαγεῖον
511τῶν ἐπιστημῶν, δεύτερον, διότι ἀφοῦ ὅλοι πανταχόθεν μᾶς λέ-
512γουσιν ὅτι συζητοῦμεν ἐν ὁμονοίᾳ καὶ οἰκογενείᾳ καὶ ἀδελφότητι,
513ὀφείλω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν εἰρηνοποιὸν Γραφὴν, καὶ ἑπομένως νὰ
514εἴπω, «εἰ ἀληθῆ ἄρα δικαιοσύνην ζητεῖτε, ἀλήθειαν εἴπατε υἱοὶ
515τῶν ἀνθρώπων».
516Αἱ συζητήσεις τοῦ π. Μαρτίου (ἐλέχθη ἐπανειλημμένως) ἔφε-
517ρον τοῦτο τὸ καλὸν, ὅτι μᾶς ἔκαμαν νὰ ὁμονοήσωμεν πάντες, καὶ
518ἂν τυχὸν ὑπάρχουσιν εἰσέτι διαφωνίαι τινες, αὗται εἶνε δι’ ἐ-
519πουσιώδη τινα, εἰς τὰ ὁποῖα χάριν πείσματος τινὲς ἐπιμένουσιν,
520ὡς εἶπεν ὁ κύριος Δημητριάδης πρὸ ὀλίγου, χάριν πείσματος
521εἰς τὸ νὰ μὴ ὑποχωρήσωμεν διόλου, ἔστω καὶ δι’ ἓν μόριον, τὸ
522ὁποῖον ἡμεῖς δὲν ὑπεστηρίξαμεν. Παραδέχομαι τὸ πρῶτον, ἀπο-
523κρούω τὸ δεύτερον, παραδέχομαι (ἀφοῦ οἱ ἀναβάντες εἰς τὸ βῆ-
524μα τὸ ὡμολόγησαν), ὅτι πρέπει ἀδελφικῶς καὶ οἰκογενειακῶς
525νὰ συζητήσωμεν, δὲν παραδέχομαι δὲ, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδε-
526μία διαφωνία, ἀλλ’ εἰς ἐπουσιώδη τινα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπιμένουν
527τινὲς ἐκ πείσματος, ἢ ἐκ δυστροπίας.
528Αἱ συζητήσεις τοῦ Μαρτίου, κύριοι, τοῦτο τὸ ἐξαγόμενον κατ’
529ἐμὲ ἔφεραν, ἤλλαξαν τὴν θέσιν τῶν διαφωνούντων, καὶ ἐν τῇ
530ἀλλαγῇ ταύτῃ, ἐνῷ οἱ μὲν ἐστράφησαν πρὸς τὴν θέσιν τῶν δὲ,
531οὗτοι φθάσαντες εἰς τὴν θέσιν τῶν πρώτων, τὴν ὑπερέβησαν, ἡ
532διάστασις ἑπομένως σήμερον εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα ἢ πρὶν
533τοῦ Μαρτίου. Ἐξηγοῦμαι· κατὰ τὰς συζητήσεις τοῦ Μαρτίου οἱ
534πλειοψηφήσαντες κατὰ τὴν 17 καὶ 18 ἐζήτησαν ἀναβολὴν ὡρι-
535σμένην, μετὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Πάσχα, μέχρι τῆς ἐκ νέου ἐνάρ-
536ξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, οἱ δὲ μειονοψηφήσαντες τότε ὑ-
537πεστήριζον ἄμεσον συζήτησιν, ἄμεσον ψήφισιν, ἄμεσον διάθεσιν
538τῶν ἐκβολάδων.
539§44Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὴν ἰδίαν πρότασιν ἔχομεν καὶ σήμερον.
540§45ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οἱ μὲν ἐζήτησαν τὴν ὀλιγοήμερον ἀναβολὴν,
541ὅπως σκεφθῶσι, καὶ φθάνοντες εἰς ἓν συμπέρασμα, φέρωσιν, ὡς
542ἤδη φέρουσι, τὴν ἰδέαν των ἐν τῇ Βουλῇ, οἱ δὲ, ζητήσαντες τὴν
543ἄμεσον ἐπιψήφισιν κατὰ τὴν δεκάτην ἑβδόμην καὶ δεκάτην ὀ-
544γδόην Μαρτίου, ζητοῦσι σήμερον τὴν ἀναβολὴν, καὶ τὴν ζη-
545τοῦσιν ἐπ’ ἀόριστον. Ἰδοὺ διὰ τί λέγω αἱ συζητήσεις ἐκεῖναι ἔφε-
546ρον μείζονα χωρισμὸν, καὶ ἡ ἀπόστασις εἶνε ἤδη μεγαλιτέρα. Ἀνα-
547βολὴ ἀόριστος.
548Ἐπιτρέψατέ μοι λίαν βραχέως, καὶ λίαν συντόμως, χωρὶς νὰ
549σᾶς ἐπασχολήσω πολὺ, (διότι δὲν ἔχω τὴν διάθεσιν νὰ κρα-
550τήσω πολὺ τὸ βῆμα, ἀρκοῦντως τὸ ἐκράτησαν ἤδη ἐπὶ 14 ἡ-
551μέρας ἄλλοι), ἐπιτρέψατέ μοι, λέγω, νὰ ἐπαναφέρω εἰς τὴν
552μνήμην ὑμῶν καὶ νῦν συζητήσεις τοῦ Ἀπριλίου, τοῦτο θὰ
553μᾶς ὠφελήσῃ πολὺ καὶ εἰς τὴν περαιτέρω συζήτησιν καὶ
554εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Συνήλθομεν ἵνα ἐπαναλάβωμεν τὰς ἐ-
555ργασίας μας, καὶ ὅλος ὁ κόσμος ἐγίνωσκεν ὅτι ἡ κυβέρνησις,
556ἢ διὰ νὰ ἐκφρασθῶ καθαρώτερον, εἰλικρινέστερον, ἀληθέστερον,
557οἱ ψηφίσαντες κατὰ τὴν 17 καὶ 18 Μαρτίου, ἐξέθεσαν τὰς
558ἰδέας των ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων εἰς ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον
559ἦτον ἤδη τυπωμένον, ἐγινώσκετε τοῦτο, ἐπειδὴ ἀμέσως ἅμα
560συνῆλθεν ἡ Βουλὴ διενεμήθη τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἵνα μὴ
561φανῇ, ὅτι παρεμβάλλεται χρονοτριβή τις, ἵνα ἀμέσως ἀρχίσῃ
562ἡ συζήτησις, ὅπως ἐφρόνουν καλῇ τῇ πίστει οἱ ψηφίσαντες
563κατὰ τὴν 17ην καὶ 18ην Μαρτίου τὴν τότε ἀναβολὴν, καθότι
564ἡ ἀναβολὴ ἐκείνη δὲν ἦτον ἀναβολὴ ἐπ’ ἄπειρον καὶ ἐπ’ ἀόριστον,
565ἀλλ’ ὀλιγοήμερος πρὸς σύσκεψιν.
566Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, καλῶς ὅτι δὲν ἐπερίμενον νὰ ἀναγνωσθῇ
567ἐν τῇ Βουλῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὅπως ἐν εἰλικρινείᾳ, ἐν
568ἀδελφότητι καὶ οἰκογενείᾳ συζητηθῇ, καὶ φανῶσιν αἱ τυχὸν
569ἐλλείψεις του, προταθῶσιν αἱ τυχὸν ἀναγκαῖαι διορθώσεις, ἀλλὰ
570σπεύδοντες, μόλις ἤρξατο ἡ συνεδρίασις, πρὶν ἀκόμη λάβῃ καιρὸν
571ὁ ὑπουργὸς ν’ ἀναβῇ τὸ βῆμα καὶ εἰσαγάγῃ τὸν νόμον, ὁ κύριος
572Δημητριάδης ἀνέβη τὸ βῆμα καὶ ἐπρότεινε τὸ ἰδικόν του νομο-
573σχέδιον, συνυπογεγραμμένον ἀπὸ δύω ἢ τρεῖς, νομοσχέδιον μὴ
574πλῆρες, διότι οὔτε ἦτον ἀντιγεγραμμένον, διότι ἔφερε διορ-
575θώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐφαίνοντο ἐκείνης τῆς στιγμῆς· τοῦτο ἦτον
576ἴσως δεῖγμα προθυμίας περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, δὲν ἦτον
577ὅμως δεῖγμα οἰκογενειακῆς συζητήσεως· ἡ οἰκογενειακὴ συζή-
578τησις ἀπῄτει ν’ ἀφήσουν νὰ ἴδωσι τί αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν
579τὸν Μάρτιον τὴν ἀναβολὴν, τὴν ὀλιγοήμερον, προτείνουσι, καὶ
580ἂν τυχὸν δὲν ἤθελον προτείνει τι, τότε νὰ εἴπωσι, τί ἐκάματε
581εἰς τὸ διάστημα τῆς ἀναβολῆς, τὴν ὁποίαν, ἔχοντες τὴν πλειο-
582νοψηφίαν, ἐκερδίσατε; Ἀλλ’ εἰσήχθησαν καὶ τὰ δύω νομοσχέδια
583ἀμέσως, καὶ ἐνθυμεῖσθε μὲ πόσην ἐπιμονὴν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι
584σήμερον μᾶς ἐλέγχουσιν ὅτι ἐπιμένομεν εἰς τὰ ἐπουσιώδη,
585ἐζήτουν νὰ κηρυχθῇ, ὡς θέμα συζητήσεως, οὐχὶ τὸ νομοσχέδιον,
586τὸ ὁποῖον ἐπαρουσίασεν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ τὸ ἄλλο, καὶ ἐχά-
587σαμεν κάμποσην ὥραν συζητοῦντες καὶ ἀντικρούοντες αὐτὴν
588τὴν ἰδέαν, ἡ ὁποία ἦτο πρωτοφανὴς δι’ ἡμᾶς καὶ εἰς πᾶν
589κοινοβούλιον, ὅτι εἰς πᾶν ὑπὸ συζήτησιν θέμα, τίθεται ὡς
590κείμενον τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργείου, αἱ δὲ λοιπαὶ προτά-
591σεις τῶν βουλευτῶν θεωροῦνται ὡς τροπολογίαι.
592Εἰσήλθομεν εἰς συζήτησιν πρῶτον τὴν 19ην Ἀπριλίου, καὶ
593πρῶτος ἔλαβε τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου
594κ. Δεληγεώργης. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι τρία ζητήματα ἔθεσε, ἀποκρούων
595τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως· πρῶτον, ἂν αἱ ἐκβολάδες
596ἦσαν, εἶναι καὶ ἔσονται ἐθνικαί, ἂν εἰς τὸ νομοσχέδιον θὰ
597λεχθῇ αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος, ἢ ὡς ἀνήκουσαι εἰς
598τὸ κράτος· δεύτερον ζήτημα, ἂν πρέπῃ νὰ συμπεριλάβωμεν εἰς
599τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἤδη συζητούμενον, ποινὰς σκληροτέρας ἐκείνων,
600τὰς ὁποίας περιέχει ὁ ποινικὸς νόμος διὰ τοὺς παραβαίνοντας
601τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον περιέχει· τρίτον,
602ἂν πρέπῃ ἀπὸ τοῦδε νὰ διαθέσωμεν τὰς ἐκβολάδας, δηλαδὴ νὰ
603νομοθετήσωμεν περὶ τῆς διαθέσεώς των, καὶ ἡ ὁμιλία του ἦτον
604ἐκτεταμένη εἰς ὅλα τὰ τρία ταῦτα ζητήματα. Κατόπιν τοῦ
605κυρίου Δεληγεώργη ἀνέβη ἀνέτοιμος, ἀπροετοίμαστος, ἐκ τοῦ
606προχείρου ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, παρηκολούθησε
607τὸν εὔγλωττον βουλευτὴν Μεσολογγίου μὲ τὴν συνήθη αὐτῷ
608σαφήνειαν, μὲ τὴν συνήθη ἀκρίβειαν καὶ μὲ τὴν συνήθη αὐτῷ
609δηκτικότητα· καὶ ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ἂν δηλαδὴ
610θὰ εἴπωμεν ἀνήκουσιν, ἢ ὡς ἀνήκουσαι, ἀφοῦ ἐξέθεσε τοὺς
611λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν
612ἀνήκουσιν, ἐπὶ τέλους εἶπεν ὅτι, ἂν ἐπιμένετε εἰς τὸ ὡς
613ἀνήκουσαι, δὲν ἔχομεν καμμίαν δυσκολίαν, ἂς τεθῇ ὡς ἀνή-
614κουσαι· εἶδεν ἔκτοτε ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ
615τῆς καθαρότητος τοῦ νοός του, ὅτι οὐχὶ οἰκογενειακὴ καὶ
616ἀδελφικὴ συζήτησις ἔμελλε νὰ γείνῃ, ἀλλὰ κατὰ τὴν εὐτυχῆ
617παρατήρησιν τοῦ κυρίου Ζαΐμη ἤθελον νὰ μᾶς ἐπαναφέρωσιν εἰς
618ἀπομεμακρυσμένας ἐποχάς, ὅτε συνεζήτουν, ἂν ἔπρεπε νὰ εἴπουν
619ὁμοούσιον τῷ Πατρί, ἢ ὁμοιούσιον τῷ Πατρί, καὶ αἱ συζητήσεις
620ἐκεῖ διήρκεσαν ἐπὶ πολλὰ ἔτη, καὶ ἑκατέρα τῶν μερίδων ὀνόμαζε
621τὴν ἑτέραν αἱρετικὴν, καὶ ἐκτυποῦντο εἰς τοὺς δρόμους διὰ λίθων,
622διὰ ξύλων καὶ ὅπλων, καὶ ἐνόμιζον ὅτι ἐὰν ἀπέθνησκον ἐν
623τῇ οἰκογενειακῇ ἐκείνῃ ἀδελφοκτονίᾳ θὰ ἀνοίγοντο δι’ αὐ-
624τοὺς αἱ πύλαι τοῦ παραδείσου. Πολὺ καλῶς δὲ ὁ κύριος ὑπουρ-
625γὸς εἶδεν τοῦτο, καὶ εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ εἴπωμεν ἀνήκουσιν, ἀλλ’
626ἐὰν ἐπιμένωσι, διατί νὰ λογομαχῶμεν διὰ ἓν ὡς;
627Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον ζήτημα εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν
628οἰκονομικῶν, ὅτι ὁ ποινικὸς νόμος προβλέπει τὰ ἀδικήματα, τὰ
629ὁποῖα θέλουσι νὰ τιμωρήσωσι, ἀλλ’ ἂν θέλωσι νὰ ἐπιβάλωσι
630νέας ποινὰς, δὲν ἐναντιούμεθα.
631Καθόσον ἀποβλέπει τὸ τρίτον ζήτημα τὸ περὶ διαθέσεως ἢ
632μή, τὸ περὶ τῆς νομοθετικῆς πράξεως περὶ τοῦ πῶς πρέπει νὰ
633διατεθῶσιν αἱ ἐκβολάδες, σεῖς προτείνετε ἀναβολήν· ἡμεῖς ἐν-
634νοοῦμεν ἀπὸ τοῦδε νὰ νομοθετήσωμεν, καὶ εἴπομεν τοὺς λόγους,
635καὶ ἐδῶ ἔληξεν ἡ συζήτησις τῆς πρώτης ἡμέρας καὶ αἱ δύο
636ἀγορεύσεις ἦσαν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, πολὺ μακραί. Καὶ ἐγὼ ὡς καὶ
637πολλοὶ ἄλλοι ἐπιστεύσαμεν, ὅτι ἔπειτα ἀπὸ τὰς ἀμοιβαίας ἐξη-
638γήσεις ἀπὸ τὴν ἀδελφικὴν συνεννόησιν δὲν μᾶς ἔμενε νὰ συζη-
639τήσωμεν εἰμὴ τὸ τελευταῖον ζήτημα, ἂν δηλ. πρέπῃ νὰ δια-
640τεθῶσιν αἱ ἐκβολάδες ἀπὸ τοῦδε, ναὶ ἢ ὄχι. Ἀλλὰ τὴν 23 Ἀ-
641πριλίου πρῶτος ἀναβὰς τὸ βῆμα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Λέ-
642κας κατηγόρησε πάσας τὰς κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος, χωρὶς νὰ
643ἐξαιρέσῃ οὐδεμίαν, ὡς πρὸς τὴν ἀπερισκεψίαν αὐτῶν, τὴν ἀμέ-
644λειαν, καὶ ὅ,τι ἄλλο θέλετε, καθόσον ἀποβλέπει τὰ δημόσια συμ-
645φέροντα, καὶ ἔληξε καὶ αὐτὸς ὑποστηρίζων τὰ τρία θέματα, τὰ
646ὁποῖα ἔθεσεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Δεληγεώρ-
647γης. Μετὰ τὸν κ. Λέκκαν ἀνέβη τὸ βῆμα ὁ ἀξιότιμος ναύαρχος
648κ. Νικόδημος, καὶ ἐπρότεινε καὶ ὑπεστήριξε ῥητὴν πρότασιν
649ἀορίστου ἀναβολῆς......
650§46ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουρ. οἰκονομικῶν). Ἐπειδὴ, κ. πρόεδρε,
651εἶναι ἀνυπόμονος ἡ Βουλὴ νὰ μάθῃ ὁποῖον ὑπῆρξε τὸ ἀποτέ-
652λεσμα τῆς ἐπιτροπῆς ἐξ ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι ἀπεστάλησαν εἰς
653τὸ Λαύριον, ἵνα πληροφορηθῶσι κατὰ πόσον ἦσαν ἀληθῆ, ὅσα
654ἐγράφησαν ἐν τῇ ἀναφορᾷ, ὅτι ἀφῃροῦντο τὰ χώματα, θεωρῶ
655ἀναγκαῖον νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγ-
656μὴν ἐπανελθὼν ἐνταῦθα ὁ ἀντισαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν κ. Χοϊ-
657δᾶς, ὅστις ἀπεστάλη ἐκεῖ, μοὶ ἀνήγγειλεν ὅτι ἡ γενομένη κα-
658ταγγελία ἦτο ψεῦδος ἀναίσχυντον, καὶ ὅτι καμμία φόρτωσις
659χωμάτων δὲν ἔλαβε χώραν.
660§47ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ ΚΑΙ ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ καταδιωχθῇ ὁ
661συντάξας τὴν ἀναφοράν.
662§48ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔφερε, λέγω, ὁ ἀξιότιμος ναύαρχος κ. Νικό-
663δημος καὶ πρότασιν ῥητὴν περὶ ἀορίστου ἀναβολῆς τοῦ ζητήμα-
664τος. Μετὰ τὸν ναύαρχον κ. Νικόδημον ἐλαφρὸς καὶ εὐλύγιστος,
665ὡς ὁ κορυδαλὸς, ὁ Λαυριωτικὸς κ. Μιχαλόπουλος ἀνέβη εἰς
666τὸ βῆμα, καὶ ὑπεστήριξε τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς τοῦ κ.
667Νικοδήμου, ἀφοῦ πρῶτον διὰ τῆς ἠχηρᾶς φωνῆς του ἔπεμψεν
668εἰς τὸν ἴσκιον τὴν ἀηδόνα τοῦ κ. Λέκκα, νὰ καθήσῃ ὅπου ἐκά-
669θητο, ὅταν αὐτὸς ἐφώναζε περὶ Λαυρίου, ἔστειλεν εἰς τὰ νέφη
670καὶ τὸν αἰθέρα τοὺς ἀετοὺς νὰ ἀεροβατῶσι ἐκεῖ ἐπάνω, ὁ δὲ κύ-
671ριος Μιχαλόπουλος ἔμεινεν ἐπὶ τοῦ πεδίου τοῦ Λαυρίου, καὶ
672ὑπεστήριξε τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Νικοδήμου. Εἶπον Λαυ-
673ριωτικὸν τὸν κύριον Μιχαλόπουλον, τὸν ὁποῖον πολλοὶ προσέτι
674ὠνόμασαν, ὡς ὁ κ. Ζαΐμης, πατέρα τῶν ἐκβολάδων, διότι καὶ
675ἐγὼ ὀφείλω νὰ κάμω τὴν δήλωσιν, ὅτι, ἂν ἤμεθα εἰλικρινεῖς, ὡς
676εἴμεθα, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἐὰν ἔχωμεν ζήτημα
677σήμερον Λαυριακὸν, τὸ ὀφείλομεν εἰς τὸν κύριον Μιχαλόπουλον,
678ὅστις ἐντὸς τῆς Βουλῆς εἰς αὐτὴν τὴν σύνοδον μᾶς ἔσπρωξεν
679ὅλους· ἤρχετο εἰς τὸν ἕνα καὶ εἰς τὸν ἄλλον, μὲ τὰ δείγματα,
680τὰ ὁποῖα ἐπρομηθεύετο ἐκ Λαυρίου, μᾶς ἔλεγε, ὅτι δὲν εὑρίσκε-
681ται ἐντὸς τῆς Βουλῆς, εἰμὴ διὰ τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου, καὶ
682ὅταν τὴν ἑσπέραν τῆς δεκάτης ὀγδόης Μαρτίου εἶδεν ὅτι ἀπεῤ-
683ῥίφθη ἡ πρότασίς του τῆς ἀμέσου συζητήσεως, καὶ τῆς ἀμέσου
684διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων, καὶ ὑπερίσχυσεν ἡ τῆς ὀλιγοημέρου
685ἀναβολῆς, ἔῤῥιψε τὴν παραίτησίν του ἐπὶ τοῦ προεδρείου. Δὲν
686ἦλθε δὲ ἡ παραίτησις ἐκείνη ἐνώπιον σας (λέγω πρᾶγμα, τὸ
687ὁποῖον γνωρίζετε ὅλοι, καὶ τὸ ἀνέφερον ὅλαι αἱ ἐφημερίδες),
688διότι τὴν ἐπιοῦσαν παρεκαλέσαμεν καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι τὸν κύ-
689ριον Μιχαλόπουλον νὰ μὴ ἐπιμείνῃ «ἐστὲ βέβαιοι τὸν εἶπα,
690ὅτι αὐτὴ ἡ συζήτησις θέλει ἐπαναληφθῆ, εἴπαμεν, βάσταξε τὴν
691παραίτησίν σου, καὶ δὲν θέλεις μετανοήσει», μᾶς εἰσήκουσε
692καὶ ἀπέσυρε τὴν δοθεῖσαν παραίτησίν του, καὶ ἰδοὺ σήμερον
693ἔχομεν τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἔχωμεν μεταξὺ ἡμῶν τὸν ἀξιότι-
694μον κ. Μιχαλόπουλον, καὶ νὰ τὸν βλέπωμεν ὑποστηρίζοντα οὐχὶ
695πλέον ἐκείνην τὴν ὀλιγοήμερον ἀναβολὴν, διὰ τὴν ὁποίαν τὴν
69618 Μαρτίου ἔδωσε τὴν παραίτησίν του, ἀλλὰ τὴν ἀόριστον·
697αὕτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου, φίλε Μιχαλόπουλε.
698Μετὰ τὸν κ. Μιχαλόπουλον βαρὺς ἀνέβη ἐπὶ τοῦ βήματος ὁ κ.
699Ῥοντήρης. Ἐμβριθὴς καὶ σοβαρὸς, ὡς πάντοτε, ὑπεστήριξε καὶ
700ἀνέπτυξε διὰ περισσοτέρων ἔτι ἐπιχειρημάτων τὰ τρία θέματα
701τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου κυρίου Δεληγεώργη,
702ἰδίως δὲ καὶ προπάντων ἐπέμεινεν εἰς τὸ τελευταῖον, ὅτι δὲν
703δυνάμεθα, δὲν πρέπει, δὲν συμφέρει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν διά-
704θεσιν τῶν ἐκβολάδων, ἤτοι εἰς τὴν νομοθέτησιν μέτρων περὶ
705διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων. Τῷ ἀπήντησεν ὁ ὑπουργὸς κύριος
706Πετιμεζᾶς, καὶ ἐδῶ ἐτελείωσεν ἡ δευτέρα συνεδρίασις. Εἴμεθα
707ἀκόμη εἰς τὴν πρώτην τοῦ νομοσχεδίου ἀνάγνωσιν. Τὴν πέμ-
708πτην, ἀφοῦ ἐπανέλαβε τὸν λόγον ὁ κ. Λέκκας, ἔλυσε τὴν πρώτην
709συζήτησιν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Ζαΐμης. Ἡ
710δευτέρα συζήτησις, κύριοι, διῆλθε βραχυτέρα καὶ συντομωτέρα,
711ὁ ἀξιότιμος ναύαρχος Νικόδημος ἀπέσυρε τὴν πρότασίν του
712περὶ ἀναβολῆς, διαδηλῶν, ὅτι συμφωνεῖ μὲ τὴν δήλωσιν τοῦ
713κυρίου Ζαΐμη· ὁ δὲ κύριος Μιχαλόπουλος ἐρωτηθεὶς ὑπ’ ἐμοῦ,
714ἐὰν ἀναδέχηται τὴν πρότασιν ἀναβολῆς, τὴν ὁποίαν ἐγκατέλει-
715ψεν ὁ κ. Νικόδημος εἶπεν, ὅτι καὶ αὐτὸς τὴν ἐγκαταλείπει, καὶ
716ὅτι ἐπιμένει εἰς τὴν ἰδέαν τῆς δι’ ἐθνικῆς βιομηχανίας ἐκκα-
717μινεύσεως τῶν ἐκβολάδων.
718Εἰσήλθομεν, κύριοι, εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν, καὶ ἔπειτα
719ἀπὸ ὅσα ἔλαβον χώραν ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ἐρωτήσω τὴν
720Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καθότι εἰς ἑκάστου
721τὸν νοῦν ἡ ἐντύπωσις ὑπῆρχεν ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου
722ἀποκρούεται διὰ τῆς προτάσεως τῆς ἰδέας τῆς ἀναβολῆς, διὰ
723τοῦ τρίτου θέματος, τοῦ τεθέντος ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς
724συζητήσεως ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου κυρίου
725Δεληγεώργη. Ἤκουσα νὰ γίνεται δήλωσις, ὅτι δὲν πρόκειται
726περὶ τῆς ἀρχῆς, ὅτι δὲν ἔχομεν πρότασιν ἀναβολῆς, ὅτι ἡ ἰδέα
727τῆς ἀναβολῆς δὲν ὑποστηρίζεται· ἐπανερώτησα δὲ, κύριοι, δὶς
728καὶ τρὶς, διότι δὲν ἤμην καὶ τόσον ἁπλοῦς, ὥστε νὰ πιστεύσω,
729ὅτι συζήτησις τόσον ἐκτεταμένη κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχε-
730δίου ἤθελεν ἐγκαταλειφθῆ τόσον διὰ μιᾶς. Εἴπομεν, ὅτι εἰσήλ-
731θομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου διὰ τρίτην φορὰν,
732καὶ ἡ ἰδέα τῆς ἀναβολῆς, ἐπαναλέγω, ἀποκρούεται, καὶ ὑποστη-
733ρίζεται ἡ ἰδέα ὅτι πρέπει νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ τρόπου
734τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων. Εἶναι ἀντίφασις αὐτὴ, εἰς τὴν
735ὁποίαν ἔπεσαν οἱ ἀντιφρονοῦντες; Ἐγὼ λέγω ὄχι· εἶναι κατ’
736ἐμὲ δεῖγμα διὰ τῶν πραγμάτων, ὅτι διὰ τῆς διαγωγῆς των
737αὐτῆς θέλουν νὰ δείξωσι τὴν μεγαλειτέραν ἀποδοκιμασίαν εἰς
738ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου, μετὰ τὴν ψηφο-
739φορίαν τῆς 18 Μαρτίου ἐτόλμησαν νὰ εἴπωσιν καὶ γράψωσιν,
740ὅσα ἠξεύρετε ἐναντίον τῆς πλειοψηφίας τῆς 18 Μαρτίου, ἠθέ-
741λησαν νὰ δείξωσι διὰ τῆς πραγματικῆς αὐτῶν διαγωγῆς,
742ἐπαναλέγω, ὅτι ὅσα ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου ἐγράφησαν
743καὶ ἐῤῥέθησαν, ὅτι δηλ. μεταξὺ τῶν ἄλλων αὐτὴ τοῦ Ἰουγούρ-
744θα ἡ ἐπενέργεια ἔφερε τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην, αὐτοὶ δὲν τὰ
745συμμερίζονται, ἀλλὰ τὰ καταδικάζουν διὰ τοῦ ἔργου των, ὑπο-
746στηρίζοντες σήμερον μίαν ἀναβολὴν πολὺ μεγαλητέραν ἐκείνης,
747τὴν ὁποίαν οἱ ἄλλοι τότε ὑπεστήριξαν· αὐτὸ τοὺς τιμᾶ,
748τιμᾶ τὴν Βουλὴν ταύτην, διότι δεικνύει ὅτι ἐντὸς τοῦ
749περιβόλου τούτου δὲν ὑπάρχει κανεὶς νὰ μὴ ἀναγνωρίζῃ τὴν
750μεγάλην ἀλήθειαν, ὅτι κακῶς περὶ τῆς ἰδίας ὑπολήψεως
751ἐργάζεται ἐκεῖνος, ὅστις στοχάζεται ὅτι κερδίζει ὑπόληψιν
752ἐπιβουλευόμενος διὰ συκοφαντιῶν τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἄλλου·
753ὁ τοιοῦτος δύναται ν’ ἀποκτήσῃ ὄχι ὑπόληψιν ἀλλὰ φήμην πλὴν
754φήμην κακήν. Ἀφ’ οὗ ἤδη τὸ δεῖγμα τοῦτο, πρὸς τιμήν των τὸ
755ἐπαναλέγω, ἔδωσε πρὸς ὑπεράσπισιν συναδέλφων των ἡ μειο-
756νοψηφία τῆς 18 Μαρτίου, ἐπανῆλθον εἰς τὰς ἰδέας των, καὶ
757κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν ἐπανέρχονται καὶ πάλιν εἰς ὅλα τὰ
758τρία θέματα ἐν ἐκτεταμένῃ συζητήσει, ἐπιμένοντες μεταξὺ τῶν
759ἄλλων, τὸ ἐνθυμεῖσθε, εἰς μίαν πλήρη συνεδρίασιν ἐπὶ τοῦ μορίου
760τοῦ ὡς, τὸ ὁποῖον μόλις διὰ τῆς πνευματώδους ἐκείνης εὐτρα-
761πελίας τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Ζαΐμη ἐμποδίσθη ἀπὸ τοῦ νὰ μᾶς
762καταναλώσῃ καὶ δευτέραν συνεδρίασιν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀπὸ τὸ
763μέρος ἡμῶν ἡ ἐπιμονή, ἡ ἐπιμονὴ παρουσιάζεται ἀλλαχόθεν καὶ
764δὲν ἠξεύρω τὸ διατί, δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ διατί, διότι ὅσον
765τὸ δυνατὸν θέλω νὰ μένω καὶ ἐγὼ ἐντὸς τῆς οἰκογενειακῆς καὶ
766ἀδελφικῆς συζητήσεως.
767Διαφωνία, εἶπον, κύριοι, ῥιζικὴ μᾶς χωρίζει ἐπὶ τοῦ ζητήμα-
768τος τῆς ἀμέσου ἢ μὴ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων. Μᾶς λέγουσιν
769ὅτι ἀνάγκη πρὶν ἢ προνοήσωμεν περὶ αὐτῶν νὰ γνωρί-
770ζωμεν τὶ ἔχομεν, καὶ ἔπειτα νὰ νομοθετήσωμεν. Καὶ ὅπως μᾶς
771πείσωσιν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίσωμεν τὶ ἔχομεν, (καὶ ἡμεῖς
772δὲν τὸ ἀποκρούομεν) καταφεύγουν εἰς διάφορα ἐπιχειρήματα.
773Μεταξὺ τῶν ἄλλων, ἐνθυμήθη, μᾶς εἶπε κατὰ τὴν πρώτην
774ἀγόρευσίν του ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Δεληγεώρ-
775γης καὶ ὁ τῆς Ναυπακτίας κ. Ῥοντήρης, ἐνθυμήθη τὴν μεγάλην
776βλάβην εἰς τὴν ὁποίαν ὡς ἐκ τῆς ἀγνοίας μας ὑπεπέσαμεν ἐπὶ
777τοῦ ζητήματος τῶν σκωριῶν. Ἔχετε ἐνώπιόν σας τὴν ἔκθεσιν τοῦ
778M. Chevalier τῆς παγκοσμίου ἐκθέσεως τῆς Γαλλίας, ἡ ὁποία
779εἶναι καθαρὰ, εἰλικρινὴς, δὲν εἶναι ἀπὸ ἑλληνικὴν ἀλλὰ γαλ-
780λικὴν πηγὴν καὶ ἥτις σᾶς λέγει, ὅτι 8 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος
781καθαρὸν κέρδος ἀπολαμβάνει ἡ ἑταιρία Ῥοῦ ἀπὸ τὰς σκωρίας τοῦ
782λαυρίου. Καὶ τοῦτο τὸ ἐπιχείρημα τὸ ἐπανέλαβον χθὲς μὲ πε-
783ρισσοτέραν ἔμφασιν ἀμφότεροι, μᾶλλον δὲ τοῦ κ. Ῥοντήρη, ἐπα-
784νῆλθεν εἰς τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ὁ ἀξιότιμος κ. Δεληγεώργης καὶ
785ἐν ἀδελφικῇ καὶ οἰκογενειακῇ συζητήσει τοῦ ἐξέφυγεν ἡ ἔκφρασις
786ἀγανακτήσεως πρὸς τὴν Βουλὴν, «πῶς δὲν ἐταράχθητε ὅταν
787κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἀγόρευσίν μου σᾶς εἶπε αὐτὸ τὸ ἐξαγό-
788μενον, πῶς δὲν συνεκινήθη κανεὶς ἀπὸ σᾶς; εἶναι ἀληθὲς κύριοι.
789Μᾶς εἶπον, ὅτι 8,000,000 καθαρὸν κέρδος κατ’ ἔτος ἀπολαμ-
790βάνει ἀπὸ τὰς σκωρίας τοῦ Λαυρίου ἡ ἑταιρία Ῥοῦ, καὶ κανεὶς
791ἀκόμη δὲν ἐφάνη ὅτι ἔδωσε προσοχὴν εἰς αὐτό. Ἠξεύρετε διατί,
792κύριε βουλευτὰ Μεσολογγίου; διότι ἐγὼ πρῶτος, συγχωρήσατέ
793μοι τὴν ἔκφρασιν, ἐπίστευσα προχθὲς, ὅτι δὲν πιστεύετε εἰς ἐ-
794κείνην τὴν διαβεβαίωσιν, καὶ εἶχα τοὺς λόγους μου, τοὺς ὁποίους
795ἴσως ἐντὸς ὀλίγου θὰ σᾶς ἀναφέρω· ἀλλ’ ἔρχομαι σήμερον καὶ ἐ-
796φιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου,
797ἀφ’ οὗ ἀπὸ τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσίν σας βλέπω ὅτι πράγματι τὸ
798πιστεύετε, διότι βεβαίως τὸ πιστεύετε, ὅταν ἐλέγχητε τὴν
799Βουλὴν διὰ τί, ἐνῷ τοιαῦτα ἐκθέτετε ἐνώπιόν της, σεῖς
800μένετε ἀνάλγητοι; Ἠξεύρετε, κύριοι, διατὶ ἐπίστευσα κατὰ
801πρῶτον ὅτι δὲν πιστεύει ὁ κύριος Δεληγεώργης εἰς τὴν
802ἔκθεσιν τοῦ M. Chevalier; διότι δὲν ἠμποροῦσά ποτε νὰ
803πιστεύσω ὅτι ἕνας ὅστις ἐκυβέρνησε τὴν Ἑλλάδα πρὸ μι-
804κροῦ ἐπὶ πέντε συνεχεῖς μῆνας, καὶ ὅστις εἶχεν ἐνώπιόν
805του τὴν πρὸ τριετίας δημοσιευθεῖσαν ἔκθεσιν τοῦ Michel
806Chevalier, καὶ ὅστις καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς πενταμήνου
807κυβερνήσεώς του δὲν ἔκαμε κανὲν βῆμα ὅπως ἐξακριβωθῇ τοῦτο
808καὶ ὅπως ζητήσῃ ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν νὰ πληρώσῃ τὸ ὑπερβάλλον,
809τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ πληρώσῃ, ἐάν τῳόντι ἔχῃ κέρδος καθαρὸν
8108 ἑκατομμύρια, ἐπίστευσα, λέγω, ὅτι ἕνας τοιοῦτος ὑπουργὸς
811ποτὲ δὲν ἤθελεν ἔλθει ἐντὸς τῆς βουλῆς νὰ ἀναγγείλῃ τοῦτο,
812ἑπομένως εἶπον ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης τὴν ἔκθεσιν τοῦ M. Che-
813valier μεταχειρίζεται ἁπλῶς ὡς ὑπόθεσιν, ὡς ἐπιχείρημα, ὅπως
814ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς βουλῆς ἐπὶ ........
815§49ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρώτην φορὰν πρὸ 15 ἡμερῶν τὴν εἶδα.
816§50ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀφοῦ τοιαύτη δήλωσις γίνεται, τὴν ὁποίαν
817δὲν δύναμαι νὰ ἀντικρούσω, ἀφοῦ μοὶ λέγετε ὅτι πρὸ 15 ἡμε-
818ρῶν ἐγνωρίσατε τὴν ἔκθεσιν τοῦ Chevalier, δὲν δύναμαι νὰ
819προχωρήσω εἰς τὰς περὶ τούτου σκέψεις μου. Ἐὰν δὲν ἀπα-
820τῶμαι ὅμως, ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν κύριος
821Χρηστίδης, (δὲν τὸ ἰσχυρίζομαι· ἐὰν ἀπατῶμαι, τὸ διορθώνω),
822μοὶ εἶπε, (ἰδοὺ καὶ ἄλλος ἀπέναντί μου ἐπινεύει), ἐνώπιον ἄλ-
823λων βουλευτῶν, ὅτι ἡ ἔκθεσις αὕτη ἦτο γνωστὴ ἀπὸ τοῦ 1868.
824§51ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ παρεξηγῶμεν ὅλα· διὰ τί δὲν
825ἀνέβαινες, ὅταν ὡμιλοῦσα, ν’ ἀπαντήσῃς; δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐ-
826τὸ, τὸ ὁποῖον λέγεις· ἡ ἔκθεσις τοῦ M. Chevalier, σᾶς εἶπα,
827συνετάχθη καὶ ἐτυπώθη εἰς τὰ 1868. Ἐρώτησε καὶ τὸ ὑπουρ-
828γεῖον τῶν οἰκονομικῶν πότε ἔφθασεν αὐτὴ ἡ ἔκθεσις εἰς τὴν
829Ἑλλάδα. Πῶς ἔρχεσθε λοιπὸν καὶ λέγετε ἄλλα παρὰ ἐκεῖνα τὰ
830ὁποῖα σᾶς εἶπα;
831§52ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σᾶς εἶπα ὅτι εἶμαι ἕτοιμος νὰ διορθώσω ὅ,τι
832δὲν εἶναι ἀκριβές. Καὶ ὅμως εὑρίσκεται ἐνώπιόν μου καὶ ἄλλος
833ἀκόμη, ὅστις σᾶς ἤκουσε νὰ μᾶς εἰπῆτε αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω·
834λοιπὸν παρηκούσαμεν καὶ οἱ δύω, ὄχι μόνος ἐγώ. Ἀλλὰ ἢ τὴν
835ἐγνώριζαν, κύριοι, ἢ δὲν τὴν ἐγνώριζαν αἱ παρελθοῦσαι κυβερνή-
836σεις τῆς Ἑλλάδος, μένει ἀναντίῤῥητον ὅτι μία τοιαύτη ἔκθεσις
837ἦτο δημοσιευμένη ἀπὸ τὸ 1868 περὶ τῶν σκωριῶν τοῦ Λαυ-
838ρίου, ἡ ὁποία ἐπιστοποιοῦσεν, ὅτι 8 ἑκατομμύρια κέρδος κατ’
839ἔτος καθαρὸν ἀπολαμβάνει ἀπὸ τὰς σκωρίας ἡ ἑταιρία, καὶ μό-
840λις πρὸ 15 ἡμερῶν τὴν ἐγνώρισαν, καὶ ἤδη πρὸ ἑνὸς μηνὸς μᾶς
841ἀπαιτοῦσαν, τὴν ἑσπέραν τῆς 17 Μαρτίου, ἀμέσως ἐδῶ νὰ τε-
842λειώσωμεν τὸ ζήτημα τῶν ἐκβολάδων.
843§53ΛΕΚΚΑΣ. Τὸ κατεπεῖγον τότε ἀπέβλεπε μόνον, ἐὰν ᾖναι ἐθνι-
844κὰ καὶ ὄχι νὰ διαθέσωμεν· νὰ ἤμεθα ἀληθεῖς.
845§54ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτητε.
846§55ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ ἤμεθα ἀληθεῖς, νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν·
847ἀλλ’ ὅταν οἱ λόγοι μας ἀναιρῶνται ἀπὸ τὰ ἔγγραφά μας τότε
848λέγομεν τὴν ἀλήθειαν;
849ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
850Περὶ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων ὡς περιουσίας ἐθνικῆς.
851Αἱ κατὰ τὴν Λαυριακὴν χώραν ἐκβολάδες διατίθενται ὡς
852ἑξῆς·
8531) Ὁ ἐπιθυμῶν νὰ ἐκκαμινεύσῃ τὰς ἐν λόγῳ ἐκβολάδας,
854ὀφείλει νὰ πληρώσῃ κατὰ μῆνα εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον 20%
855ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου τῆς ἐξαχθησομένης ὕλης ἢ με-
856ταλλεύματος.
8572) Ὁ ἐπιθυμῶν ν’ ἀγοράσῃ τὰς αὐτὰς ἐκβολάδας, ἢ μέρος
858αὐτῶν, πληρώνει εἰς τὸ ταμεῖον, ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς παραλα-
859βῆς αὐτῶν 8 δραχ. κατὰ τόνον.
860Ἀθῆναι, τὴν 18 Μαρτίου 1871.
861Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς.
862Ι. Δ. ΛΕΚΚΑΣ.
863δὲν ἐπρόκειτο περὶ διαθέσεως τότε;
864§56ΛΕΚΚΑΣ. Μίαν λέξιν πρὸς ἐξήγησιν.
865§57ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ, δὲν ἐτελείωσα ἀκόμη· ἰδοὺ καὶ
866ἄλλο ἔγγραφον. «Αἱ ἐν Λαυρίῳ μεταλλοῦχοι ἐκβολάδες ἀνή-
867κουσιν εἰς τὸ κράτους καὶ διατίθενται πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου
868κατὰ τὰς ἑπομένας διατάξεις.»
869Δεληγεώργης,
870Ζέγγελης,
871Ῥοντήρης.
872§58ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴπατε «Δεληγεώργης»;
873§59ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα.
874§60ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὴ ἡ πρότασις δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν
875Βουλήν.
876§61ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐδόθη εἰς τὸ προεδρεῖον, ἐστάλη εἰς τὸν τύ-
877πον, καὶ κατεχωρήθη εἰς τὰ πρακτικά.
878§62ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν γνωρίζω τί ἐκάματε ἰδιαιτέρως, ἀλλὰ
879γνωρίζω ὅτι σᾶς παρεκάλουν νὰ μοὶ τὴν δώσητε ὀπίσω, καὶ μοὶ
880εἴπατε ὅτι δὲν ὑπάρχει πρόχειρος, ἄλλως τε δὲν λέγει τίποτε.
881§63ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν λέγῃ, ἢ ὄχι, δὲν ἠξεύρω, ἐγὼ ἀναγινώ-
882σκω ὅ,τι λέγει· αὐτὸ, κύριοι, εἶναι σωστόν. Ὁ κ. Δεληγεώργης
883ἦλθε τὴν ἐπιοῦσαν νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ὑπογραφήν του, καὶ τῷ
884εἶπον εἶναι κύριος νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀλλ’ εἶχε σταλῆ εἰς τὸ τυπο-
885γραφεῖον. Αὐτὸ ἔγεινε τὴν 18 Μαρτίου. Ἐὰν αὐτὴν τὴν ἡμέραν
886ἐγένετο ψηφοφορία, ἤθελον ψηφοφορηθῆ αὐταὶ αἱ προτάσεις,
887ναὶ ἢ ὄχι;
888§64ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν μὲ συγχωρῆτε νὰ σᾶς διακόψω. Ἐπι-
889καλεῖσθε αὐτὴν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἀνεγνώσατε διὰ νὰ
890ἀποδείξητε ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐψηφοφορήσαμεν ὑπὲρ τῆς ἀνα-
891βολῆς, ἠθέλαμεν τότε νὰ διαθέσωμεν· παρακαλῶ, ἡ πρότασίς μας
892ἔχει διατάξεις περὶ διαθέσεως;
893§65ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σωστὰ καὶ δι’ αὐτὸ τοῦτο σᾶς παρεπονέθημεν
894ὅτι ἐπεμένατε τὴν 17 Μαρτίου νὰ λύσητε ζήτημα, ἐπὶ τοῦ
895ὁποίου ἀκόμη δὲν εἴχατε σκεφθῆ, διότι τοῦτο εἶναι προοίμιον
896νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως, τὸ ὁποῖον δὲν εἴχατε ἕτοιμον· διότι
897ἰδοὺ λέγετε ὅτι «διατίθενται αἱ ἐκβολάδες κατὰ τὰς ἑπομένας
898διατάξεις» διὰ τοῦτο σᾶς εἴπομεν τότε μὴ βιαζώμεθα νὰ ψηφί-
899σωμεν ἀπόψε, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ἐπήνεσα ὅτι διὰ τῆς διαγω-
900γῆς σας σήμερον κατεδείξατε ὅτι κατεδικάσατε, ὅσα ἐῤῥέθησαν
901διὰ τοὺς διαφωνήσαντας κατὰ τῆς προτάσεώς σας ταύτης.
902§66ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Παρακαλῶ......
903§67ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε.
904§68ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ αὐτὴ ἡ πρότασις, ἣν
905λέγετε.
906§69ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὴν ἀνέγνωσα.
907§70Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ ἄλλη, ἣν ὑπέβαλα ἐγὼ καὶ ὁ Ζέγ-
908γελης, αὐτὴ ἐψηφοφορήθη τότε.
909§71ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, τακτοποιήσατε τὴν συζήτησιν.
910§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε.
911§73ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀλλ’ ἐάν, κύριοι, ἠμπορῇ νὰ δικαιολογηθῇ
912μία Κυβέρνησις, λέγουσα, ὅτι ἠγνόει τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν ἐπὶ
913τῆς παγκοσμίου ἐκθέσεως, ἥτις φέρει ἐξαγόμενον ἀναμφισβή-
914τητον κατ’ αὐτούς, ὅτι 8 ἑκατομμύρια καθαρὸν κέρδος δίδουσιν
915αἱ σκωρίαι τοῦ Λαυρίου, δικαιούμεθα ἡμεῖς, ἀξιότιμοι συνάδελ-
916φοι καὶ ἀξιότιμε φίλε κύριε Λέκκα, ἐν ᾧ τοιαῦτα ἔρχονται
917ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἂν δὲν ζητήσωμεν ἀπὸ τὰς Κυβερ-
918νήσεις μας ὅλας ὅσαι ἀπὸ τοῦ 1862 ὑπῆρξαν (καὶ ἀπὸ τὴν
919σημερινὴν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω μὲ τὰς ἀσθε-
920νεῖς μου δυνάμεις), διατί δὲν ἐγένετο καμμία ἐξέτασις ἐπ’
921αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου; τόσον περισσότερον ὠφείλατε, κύριοι
922ἄρχοντες, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Λέκα, νὰ ἐξετάσητε καὶ
923ἐρευνήσητε τὰ τοιαῦτα, καθόσον ἡ ἑταιρία Ῥοῦ ἀπὸ τὸ 1867
924δὲν παύει φωνάζουσα καὶ διαμαρτυρομένη ὅτι μὲ τὰς 200000
925δραχ. τὰς ὁποίας δίδει κατ’ ἔτος, δίδει πολύ, πληρώνει ἀντὶ
926τῶν 10% τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὁ νόμος περὶ σκωριῶν, πληρώνει
927κατ’ αὐτὴν 28% καὶ ἐνῷ πληρώνει κατ’ ἔτος 200,000 δρ.
928δὲν ἔπρεπε νὰ πληρώνῃ, ὡς διατείνεται, παρὰ 80,000 δραχ.
929καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργείας σας κ. Χρηστίδη....
930§74ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές, δὲν ἦλθε καμμία τοιαύτη
931ἔκθεσις. Φέρετέ την ἐδῶ ἐὰν ὑπάρχῃ.
932§75ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἦλθε! καὶ τὸ λέγετε σεῖς
933μὲ τὰ λευκά σας μαλλιὰ, ὅστις ἐτολμήσατε νὰ εἴπητε πρὸ ὀ-
934λίγου, πρέπει νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν; Ἀκούσατε, εἶναι δια-
935κοίνωσις τῆς γαλλικῆς πρεσβείας.
936«Athènes Novembre.....
937§76ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Novembre λέγει; ποῦ εἶναι Novembre;
938§77ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀγάλια ἀγάλια, ἀφέντη κ. Χρηστίδη, μὴ
939τρέχητε. Νοέμβριον 1870 δὲν εἶσθε σεῖς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
940μικῶν, κ. Χρηστίδη;
941§78ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ποίαν ἡμέραν; ἐπαύσαμεν μετὰ μίαν ἡμέραν,
942δὲν ὑπήρχομεν καὶ οὔτε κἂν ἐπρωτοκολλήθη αὐτό.
943§79ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οὔτε κἂν ἐπρωτοκολλήθη; Εἶναι καὶ ἓν ἔγ-
944γραφόν σας ἐδῶ εἰς ἀπάντησιν καὶ εἶναι καὶ ἡ ὑπογραφή σας
945ὡς ὑπουργοῦ.
946§80ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἀναγνώσατέ την.
947§81ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρέπει νὰ τὴν ἀναγνώσω ἑλληνιστί;
948§82ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ματαιοπονεῖτε, κ. Λομβάρδε.
949§83ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρόκειται ν’ ἀποκρούσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέ-
950γει ὁ γέρων Χρηστίδης ἀπὸ τῆς θέσεώς του εἰς ἐμὲ τὸν λαλοῦν-
951τα ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι δηλ. σᾶς ὑπεβλήθη αἴτησις νὰ ἐλατ-
952τώσητε τὸν φόρον.
953§84ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔχει δίκαιον καὶ νὰ σᾶς εἴπω διατί. Ὁ κ.
954Σερπιέρης κατεδιώχθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληρώσῃ τὰ κα-
955θυστερούμενα, ἔκαμεν ἔγγραφον καὶ εἶπε δὲν ἠμπορῶ νὰ πληρώ-
956σω διότι δὲν ὑπάρχει νόμος νὰ μὲ ὑποχρεώσῃ καὶ ὅτι τότε μό-
957νον ὑποχρεοῦμαι νὰ σᾶς πληρώσω, ὅταν γείνῃ ἔρευνα καὶ ἀπο-
958δειχθῇ ποία εἶναι ἡ καθαρὰ πρόσοδος. Ἡ κυβέρνησις ἀπήντησε διὰ
959πράξεως τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, κάθε χρόνον ψηφίζεται ἕνας
960νόμος, ὅστις λέγει, ὅτι τὰ ἐφαρμοσθέντα περὶ φορολογίας τῶν
961σκωριῶν κατὰ τὸ 1869 ἐξακολουθοῦν νὰ ἐφαρμόζωνται τὸ 1868,
962τὸ 1869, τὸ 1870, ἑπομένως ἡ κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ
963παρεκτροπῇ τοῦ νόμου, οὔτε ἓν λεπτὸν πλειότερον δύναται νὰ
964εἰσπράξῃ οὔτε ἓν λεπτὸν ὀλιγώτερον· καὶ διετάχθη ὁ ὑπουργὸς
965τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ καταδιώξῃ
966τὸν κ. Σερπιέρην ἀπαραλλάκτως, ὅπως τοὺς λοιποὺς ὀφειλέτας.
967§85ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν θέλετε ν’ ἀκούσητε τὰ ὀρθά; παρακαλῶ.
968§86ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε.
969§87ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Σᾶς διακόπτω, διότι θέλετε νὰ μὲ ψεύσητε,
970καὶ σᾶς λέγω, ὅτι ἔχετε λάθος μέγιστον. Ὁ κ. Σερπιέρης δὲν
971ἀπηύθυνεν ἀναφορὰν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ζητῶν νὰ κάμωμεν ἐρεύ-
972νας, καὶ νὰ τῷ κόψωμεν τὰ ἔξοδα· εἶπε καταδιωκόμενος, ὅτι
973χρεωστεῖ 180,000 δραχμάς, ὅτι ἐγὼ δὲν ὑποχρεοῦμαι νὰ
974πληρώσω, διότι νόμος δὲν ὑπάρχει νὰ μὲ ὑποχρεῇ. Δὲν εἶναι,
975λοιπὸν ὅπως λέγετε, ὅτι παρουσίασεν αἴτησιν πρὸς ἐλάττωσιν
976τοῦ φόρου, πολλοῦ γε καὶ δεῖ! Ἐὰν παρουσίαζε τοιαύτην αἴτη-
977σιν ἠθέλετε ἰδεῖ ἐξετάσεις αὐστηρὰς, κ. Λομβάρδε, ἀλλ’ ἐζή-
978τησε ν’ ἀποφύγῃ τὴν πληρωμήν. Λοιπὸν αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ δὲν
979εἶναι αἴτησις περὶ ἀναθεωρήσεως.
980§88ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐτελειώσετε, κ. Χρηστίδη; Ἀκούσατε, κύριοι
981βουλευταὶ, μὴ τύχῃ καὶ παρήκουσα καὶ τώρα. Σᾶς εἶπεν ὁ κ.
982Χρηστίδης, ὅτι δὲν ἐγένετο αἴτησις ἐκ μέρους τῆς ἑταιρίας, ζη-
983τούσης νὰ ἐλαττώσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔδιδεν, ἄλλως ἤθελον
984γίνει αὐστηραὶ ἔρευναι. Σᾶς τὸ εἶπε τοῦτο; ἤκουσα καλά;
985§89ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
986§90ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Διασαφίσατε ἐπὶ ποίας ἀναφορᾶς — (θόρυβος.)
987§91ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Φθάνει· ἂς δικάσῃ ἡ Βουλὴ μεταξὺ ἐμοῦ, λέ-
988γοντος, ὅτι σᾶς ἔγεινεν αἴτησις νὰ κόψητε τὸν δασμὸν, τὸν
989ὁποῖον πληρόνει ἡ ἑταιρία καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι 250 δραχμαὶ εἶναι
990πολύ—μᾶς λέγετε ὅτι πληρόνει 10%—καὶ σοῦ, λέγοντος
991ὅτι δὲν σᾶς τὸ εἶπε, καὶ ἂν σᾶς τὸ ἔλεγεν, ἠθέλετε κάμει παρα-
992τηρήσεις αὐστηράς. Ἀκούσατε τὴν διακοίνωσιν τῆς πρεσβείας (ἀ-
993ναγινώσκει).
994«Ἡ ἑταιρία προτείνει ν’ ἀποδείξῃ ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ἐξαγόμενον τὸ
995καθαρὸν εἶναι 87 δραχ. καὶ 38, καὶ ὄχι 233 καὶ 80, ὑφίσταται
996φόρον ὄχι 10% ἀλλὰ 28%, ἑπομένως ὅλως παρὰ τὸν νόμον.
997Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν, κύριε πρωθυπουργὲ, νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ
998ἐξετάσητε τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ ὁποῖον ἔχει ἐπιῤῥοὴν οὐ μόνον
999ἐπὶ τοῦ μέλλοντος τῆς ἐν Ἑλλάδι βιομηχανίας, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ
1000τῶν συμφερόντων γαλλικῆς ἑταιρίας. Ἡ κυβέρνησις πολλάκις ἐ-
1001δημοσίευσεν ὁδηγίας διὰ τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς καθαρᾶς προσόδου
1002τῶν καμίνων τοῦ Λαυρίου, οὐδέποτε ὅμως δυστυχῶς ἐξετελέσθη-
1003σαν ἐκ τῆς ἀμελείας τῶν ὁδηγιῶν τούτων καὶ ἀπὸ ἐξήγησιν
1004τοῦ νόμου ἥτις συγχέει δύο πράγματα οὐσιωδῶς διάφορα, τὸν
1005φόρον ἐπί τινος ἐμπορεύματος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ᾖναι στα-
1006θερὸς, καὶ τὴν ἀξίαν τοῦ ἐμπορεύματος τούτου, ἡ ὁποία ἐξ
1007ἀνάγκης μεταβάλλεται, προέρχεται ἡ φιλονεικία ἐφ’ ἧς ὀφείλω
1008νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχήν σας. Πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ σᾶς
1009παρακαλῶ, ὅπως εὐαρεστούμενοι διορίσητε ἐπιτροπὴν ἥτις, συνερ-
1010χομένη μετὰ προσώπων ἁρμοδίων, ἅπερ ἡ ἑταιρία ἤθελεν ὁρί-
1011σει, νὰ κάμῃ ἐρεύνας περὶ τῆς πραγματικῆς καθαρᾶς προσόδου
1012τοῦ μολύβδου τοῦ ἐξερχομένου ἐκ τῶν καμίνων τοῦ Λαυρίου
1013ἀπὸ τοῦ 1867. Ἡ ἑταιρία, πέποιθα, θέλει παράσχει χάριν τῆς
1014πραγματογνωμοσύνης ταύτης, ἣν ζητεῖ πεποιθυῖα εἰς τὴν δι-
1015καιοσύνην τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Βασιλέως, πάσας τὰς ἀναγκαίας
1016εὐκολίας, ὅπως τὴν διαφωτίσῃ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.»
1017§92ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Παρακαλῶ.....
1018§93ΠΟΛΛΟΙ. Μὴ διακόπτετε (θόρυβος).
1019§94ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε........
1020§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Χρηστίδη, μόνον ἂν ὁ ἀγορεύων σᾶς τὸ
1021ἐπιτρέπῃ, δύνασθε νὰ τὸν διακόψητε.
1022§96ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. «Εἶπεν ἄφρων ἐν τῇ καρδίᾳ αὑτοῦ οὐκ ἔστι
1023Θεός·» ἂν ἀφαιρέσῃς τὸ πρῶτον κῶλον, θεωρεῖται ὅτι εἶναι
1024ἄθεος.....
1025§97ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Καταβαίνων τοῦ βήματος, δίδει τοῖς κυ-
1026ρίοις βουλευταῖς τὸ ἔγγραφον ὅπερ ἀνέγνωσεν). Ὁρίστε, κύριοι,
1027ἀναγνώσατε οἱ ἴδιοι, καὶ κρίνατε.
1028§98Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ...... (θόρυβος.)
1029§99ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπιθυμῶ ὅμως, κ. Κρεστενίτη, ἡ ἔκφρασίς
1030μου νὰ ᾖναι ὅσον τὸ δυνατὸν εὔμορφος, διότι τοὺς λόγους μου
1031τοὺς κτενίζω, τοὺς διορθώνω, προσέχω διότι τοὺς πωλῶ καὶ εἰς
1032τὸν δρόμον. Ἀφῆστε λοιπόν· διότι, ὅταν μὲ διακόπτητε, μοῦ
1033ταράττετε τὴν σειράν. Ἔπειτα ἐλᾶτε καὶ ὁμιλήσατε (γέλως).
1034Λοιπὸν, κύριοι, ἐξακολουθῶ, καὶ ἂν ἴσως καὶ σᾶς ἐβάρυνα, δὲν
1035εἶμαι αἴτιος ἐγώ, καὶ ἂν ἴσως καὶ περισσότερον καθήσω εἰς τὸ
1036βῆμα, δὲν εἶμαι αἴτιος ἐγώ, ἀλλ’ οἱ διακόπτοντες. — Εἰς μίαν
1037ἑταιρίαν λοιπὸν λέγω, κύριοι, ἡ ὁποία ἤρχισεν ἀπὸ τὰ 1867
1038καὶ ζητεῖ νὰ τῆς ἐλαττωθῇ καὶ αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν 200,000,
1039τὸ ὁποῖον πληρώνει, ἐνώπιον μιᾶς ἐκθέσεως μιᾶς ἐπιτροπῆς
1040Γαλλικῆς, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι αὐτὴ κερδίζει 8,000,000 καθαρὸν
1041κέρδος κατ’ ἔτος, ὀφείλετε νὰ τὸ καθαρίσητε τὸ ζήτημα πολὺ
1042καλὰ εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι πρέπει τὸ ζήτημα τοῦ Λαυ-
1043ρίου νὰ κανονισθῇ διὰ νὰ παύσῃ πᾶς ὅστις θέλει νὰ τὸ ἐκμε-
1044ταλλεύηται διὰ συμφέροντα ἰδιαίτερα, ἀλλὰ καὶ τοῦτο τὸ ζή-
1045τημα τῶν 8,000,000, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ ἔκθεσις, πρέπει
1046νὰ διευκρινισθῇ καὶ αὐτὸ ὅσον τάχιον· ἤθελον σᾶς παρακαλέσει,
1047κύριοι ὑπουργοὶ, ἂν ἦτο δυνατὸν, νὰ λάβητε πληροφορίας
1048ἐντὸς τῆς συνόδου, ἀλλ’ ἂν τύχῃ τὸ ἐναντίον, νὰ καθαρισθῇ τὸ
1049ζήτημα τῆς ἐκθέσεως τοῦ Michel Chevalier, διότι ἂν ἡ πρό-
1050σοδος ἦναι 8 ἑκατομμύρια, ἀπὸ 10%, εἶναι 800,000,
1051καὶ πρὸς 30% εἶναι δύο μιλιούνια τετρακόσιαι χιλιάδες,
1052καὶ πρέπει νὰ καθαρισθῇ τὸ ζήτημα, ἂν ἡ ἔκθεσις αὐτὴ ἦναι
1053ἐσφαλμένη, ἢ ἐὰν ἀληθὴς, καὶ πρέπει ἡ ἑταιρία νὰ ἐξελεγχθῇ,
1054ἂν λέγῃ τὴν ἀλήθειαν.
1055Πρέπει νὰ σχηματίσωμεν μεγάλην ἑταιρίαν, εἶναι τὸ δεύτε-
1056ρον ἐπιχείρημα, πρέπει νὰ σχηματίσωμεν μίαν μόνον ἑταιρίαν.
1057Τὸ νομοσχέδιον προτείνει μερίδας ὄχι ἀνωτέρας τοῦ 1,000,000
1058τόνων χωμάτων. Πρέπει νὰ σχηματίσωμεν μεγάλην ἑταιρίαν,
1059ἤγουν ἑταιρίαν ἥτις νὰ παραλάβῃ ὅλας τὰς ἐκβολάδας, διότι αὐτὴ
1060μόνη ἠμπορεῖ νὰ συναγωνισθῇ μετὰ τοῦ Σερπιέρη. Κατὰ τὴν ἀσθενῆ
1061μου γνώμην, κύριοι, πιστεύω ὅτι οὐδεμία μεγάλη ἑταιρία, δη-
1062λαδὴ οὐδεμία ἑταιρία τοσοῦτον μεγάλη δύναται νὰ σχηματισθῇ
1063(ξένη ἐννοῶ) διὰ τὰς ἐκβολάδας τοῦ Λαυρίου, ἡ ὁποία νὰ
1064ἠμπορέσῃ νὰ συναγωνισθῇ μὲ τὸν Σερπιέρην. Τὸ κατάστημα
1065τῆς ἑταιρίας Ῥοῦ εἶναι τὸ πρῶτον τοῦ κόσμου, καθόσον ἀποβλέπει
1066τὴν ἐκκαμίνευσιν τοῦ μολύβδου εἶναι συστημένον. Ποία ἑταιρία
1067ἔστω καὶ μία ἑταιρία ἥτις θὰ διαθέσῃ 10,000,000, κατὰ
1068τὸν κ. Λέκκαν, θὰ ἠμπορέσῃ νὰ συναγωνισθῇ; Μόνη ἐλπὶς
1069συναγωνισμοῦ ὑπάρχει ἀπὸ τὰς ἑλληνικὰς ἑταιρίας, διατί;
1070διότι πρῶτον τὸ αἴσθημα τὸ ἐθνικὸν, κύριοι, ἀρκετὰ ἐκεντήθη
1071εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, ὅτι οἱ ξένοι ἦλθον καὶ μᾶς ἐπῆραν τοὺς
1072θησαυρούς μας, καλῶς ἢ κακῶς δὲν ἐξετάζω. Ἀπ’ αὐτὴν τὴν
1073ἰδέαν θὰ σχηματισθῇ ἑταιρία ἔστω καὶ μὲ ἐλπίδα μικροῦ κέρ-
1074δους. Δεύτερον, ἀπ’ αὐτὴν τὴν μεγάλην ἔξαψιν τοῦ δημοσίου
1075πνεύματος (καὶ ὅμοιόν τι δὲν ἐνθυμοῦμαι πάρεξ ἐπὶ τῶν Ἀλ-
1076φρεδικῶν, ὅταν κρατοῦντες λιανοκέρια εἰς τοὺς δρόμους καὶ ταπει-
1077νούμενοι ἐνώπιον τῆς Ἀγγλικῆς πρεσβείας ζητωκραυγάζοντες
1078ἐνομίζετε ὅτι θὰ ξεσχίσωμεν τὰ δευτέρια τῆς πολιτικῆς τῆς
1079Ἀγγλίας), ἂς προσπαθήσωμεν νὰ ὠφεληθῶμεν πρὸς ἀνάπτυξιν
1080τῆς μεταλλουργικῆς βιομηχανίας, ἥτις παρ’ ἡμῖν εἶναι εἰς νη-
1081πιώδη κατάστασιν, καὶ ἥτις δὲν ὑπόσχεται ὀλίγας ὠφελείας.
1082Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ γῆ τῆς Ἑλλάδος καλύπτει μέταλλα πολλά·
1083ἂς κάμωμεν τρόπον νὰ σχηματισθοῦν ἑταιρίαι μικραί, καὶ δὲν
1084εἶναι μικραὶ μὲ δύο τρεῖς καμίνους καὶ 1,000,000 τόνων χω-
1085μάτων. Ἡ ἑταιρία Ῥοῦ μὲ δύο καμίνους ἤρχισε. Σήμερον μὲ
1086τὰς 18 τὰς ὁποίας καίει νυχθημερὸν δὲν τήκει παρὰ 100.000
1087τόνων σκωριῶν τὸν χρόνον. Ποία θὰ ἦναι ἐκείνη ἡ ἑταιρία, ἡ
1088ὁποία θὰ ἠμπορέσῃ νὰ συστήσῃ διὰ μιᾶς τόσας καμίνους, ἐνῷ
1089αὐτὴ ἡ ἑταιρία, ἡ ὁποία εἶναι ἡ πρώτη, δὲν ἔχει παρὰ 12;
1090Ἂν τήκωνται ὡς 10 αἱ σκωρίαι, δὲν τήκονται ἢ ὡς 5 αἱ ἐκ-
1091βολάδες καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ τήξουν σήμερον περισσό-
1092τερον παρὰ 50,000 τόνων ἐκβολάδων κατ’ ἔτος. Ἑπομένως
10931,000,000 χωμάτων δὲν δύναται νὰ ἐκκαμινευθῇ γρηγορώτε-
1094ρον ἀπὸ 20 ἔτη. Καὶ μία τοιαύτη ἐργασία εἶναι μικρὰ προσ-
1095φερομένη εἰς μίαν ἑταιρίαν Ἑλληνικήν; καὶ ἂν δὲν εἶναι 12
1096φοῦρνοι καὶ εἶναι μόνον 6 θέλομεν 40 ἔτη διὰ νὰ ἐκμεταλλευ-
1097θῶσι τὸ 1,000,000 τόνων, καὶ ἂν δὲν εἶναι 6 ἀλλὰ μόνον 3
1098τότε θέλομεν 80 ἔτη, καὶ εἶναι μικρὰ ἡ ἐπιχείρησις αὕτη κύ-
1099ριοι; ἐγὼ ἤθελον τολμήσει νὰ σᾶς καθυποβάλω, ὅτι ἐκεῖ ὅπου
1100ἐπροσδιορίσαμεν 1,000,000 τόνων κατ’ ἀνώτατον ὅρον νὰ
1101τὸν περιστείλωμεν εἰς 500,000. 500,000, κύριοι, τόνοι ἐκ-
1102βολάδων παραχωρουμένων εἰς μίαν ἑταιρίαν δὲν εἶναι μικρόν.
1103Ἴσα, ἴσα δι’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κύριος Ῥοντήρης, ὅτι δὲν
1104πρέπει νὰ ζητήσῃ διὰ μιᾶς ἡ Βουλὴ τὴν μεγαλειτέραν ὠφέλειαν
1105ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, διότι ὅσας περισσοτέρας κάμετε ὠφελείας,
1106τόσον περισσότερον κίνδυνον τρέχει τὸ δημόσιον διὰ τὴν εἴσ-
1107πραξιν τῶν δικαιωμάτων του· ἀλλ’ ὁπωσδήποτε μὴ ἀπο-
1108κλείσετε τὴν ἑλληνικὴν ἐνέργειαν μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι πρέπει
1109νὰ φέρητε μεγάλην εὐρωπαϊκὴν ἑταιρίαν ἡ ὁποία νὰ ἀνταγωνι-
1110σθῇ μὲ τὴν ἑταιρίαν τοῦ Σερπιέρη ἢ τοῦ Ῥοῦ.
1111«Δὲν πρέπει νὰ πωλήσωμεν πρὶν γνωρίσωμεν ὅ,τι ἔχομεν» δὲν
1112συμφωνοῦμεν μὲ σᾶς· μήπως ἡμεῖς ὑπεστηρίξαμεν τὴν πρότα-
1113σιν εἴτε τὴν ἀναφορὰν τοῦ κ. Βενδεβῆ διὰ νὰ πωλήσωμεν τὰς
1114ἐκβολάδας ἀπὸ 7 λεπτὰ τὴν ὀκάν, ἢ τὴν τοῦ κ. Λέκκα, ἀπὸ 8 δρ.
1115τὸν τόνον; Τίποτε δὲν λέγομεν περὶ τούτου, λέγομεν ὅμως ὅτι
1116πρέπει νὰ ἀρχήσωμεν νὰ σκεπτώμεθα πῶς κάλλιον νὰ διαθέσω-
1117μεν καὶ νὰ ἀρχήσωμεν νὰ γνωρίσωμεν τί ἔχομεν. Καὶ δὲν εἶναι
1118ὀρθὴ ἡ ἰδέα, ἡ ὁποία λέγει ὅτι μόνον ἡ κυβέρνησις πρέπει νὰ
1119ἐξετάσῃ. Ἂς ἤρχετο κἂν τοὐλάχιστον ἡ πρότασις αὕτη εἰλικρι-
1120νῶς, καθαρῶς λέγουσα, «ἀποκρούομεν πᾶσαν περὶ ἐκβολάδων σκέ-
1121ψιν, πᾶσαν περὶ ἐκβολάδων νομοθέτησιν ἕως οὗ ἡ κυβέρνησις
1122ἐξετάσῃ, ἕως οὗ ἡ κυβέρνησις μᾶς πληροφορήσῃ.» Τοῦτο ἤθελεν
1123εἶσθαι μία πρότασις καθαρὰ, μία πρότασις εὐνόητος, τὴν ὁποίαν
1124ἠδυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, ἤθελον τὴν ἀποκρούσει, ἀλλὰ ἠδύ-
1125νατό τις τοὐλάχιστον νὰ συζητήσῃ. Ἀλλὰ νὰ εἴπωμεν δὲν κά-
1126μνομεν τίποτε περὶ ἐκβολάδων ἕως οὗ ἡ κυβέρνησις ἐξετάσῃ
1127καὶ ὡς τόσον νὰ νομοθετῶμεν, ὅτι πρέπει διὰ τούτου καὶ ἐ-
1128κείνου τοῦ τρόπου καὶ ὄχι ἀλλέως νὰ διατεθῶσι, ἂν τότε δὲν εἶ-
1129ναι πρότασις καθαρὰ, εἶναι πρότασις ἡ ὁποία λέγει, καὶ δὲν
1130λέγει· εἶναι πρότασις ἡ ὁποία, καθὼς εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς
1131ἐμμέσως τείνει ν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν βουλὴν ταύτην συνέλευσιν,
1132καὶ εἰς μάτην ἐπροσπάθησε ν’ ἀποκρούσῃ τὴν ἰδέαν ταύτην σή-
1133μερον ὁ κύριος Δημητριάδης. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃ ἡ κυ-
1134βέρνησις μόνη ὅσα θὰ κάμῃ ὅταν δὲν ὑποβοηθηθῇ ἀπὸ τὴν ἰ-
1135διωτικὴν ἐνέργειαν. Πολλὰ περὶ τούτου ἐῤῥέθησαν ἀπὸ τὸν κ.
1136πρωθυπουργὸν καὶ εἶναι περιττὸν νὰ τὰ ἐπαναλάβω· εἰς τοῦτο
1137μόνον ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας, ἀνάγκη νὰ ἐνθαῤῥύνωμεν τὴν
1138βιομηχανίαν τὴν μεταλλουργικὴν, εἰς τὸν τόπον μας, ἀνάγκη
1139ὅλοι οἱ συμπολῖταί μας νὰ ἴδουν ἕνα νόμον πλήρη.
1140Δὲν καταγίνομαι, κύριοι, οὔτε εἰς τὸ ζήτημα τῆς καθαρᾶς
1141καὶ ἀκαθαρίστου προσόδου οὔτε εἰς τ’ ἄλλα ζητήματα. Περαίνω
1142τὸν λόγον μου ἐνταῦθα καὶ λέγω, ὅτι ἂν πράγματι οἰκογενειακῶς
1143καὶ ἀδελφικῶς, καθὼς κηρύσσεται ἀπὸ καθένα τῶν ἀναβαι-
1144νόντων εἰς τὸ βῆμα, περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Λαυρίου συζητοῦ-
1145μεν, πρέπει οἰκογενειακῶς καὶ ἀδελφικῶς νὰ δώσωμεν ἔναρξιν
1146ἐνεργείας, πρέπει νὰ παύσῃ, κύριοι, αὐτὸς ὁ σάλος, ὁ ὁποῖος ἐ-
1147σπάρη εἰς τὸ δημόσιον πνεῦμα, πρέπει νὰ ἀνακαλυφθῇ τέλος πάν-
1148των φανερὰ καὶ καθαρὰ ἡ ἀλήθεια εἰς τὸν καθέναν, καὶ μὴ ἀναβά-
1149λωμεν ἐπὶ μιᾷ ἢ ἄλλῃ προφάσει τὸ ζήτημα τοῦτο ἵνα μένῃ πάν-
1150τοτε ἐκκρεμές. Συμφέρει εἴς τινας ἐκτὸς τῆς βουλῆς νὰ ὑπάρχῃ
1151τοιοῦτον ζήτημα καθὼς καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα νὰ δύνανται νὰ ἀνα-
1152κατόνουν τὰ πλήθη, δὲν ἠμπορεῖ νὰ συμφέρῃ εἰς τὸ κράτος καὶ
1153εἰς ὑμᾶς εἰς οἱανδήποτε ἀπόχρωσιν καὶ ἂν ἀνήκετε. Εἶναι κακὸν
1154τὸ μέτρον τὸ σημερινόν; Εἶσθε εἰς θέσιν νὰ τὸ διορθώσητε. Εἰς
1155πάντας ὑπάρχει ἡ πεποίθησις ὅτι ἡ διάθεσις δὲν θὰ γίνῃ πρὶν
1156ἢ ἐπανέλθῃ ἡ βουλή. Μετὰ 5 ἢ 6 μῆνας ὅτε σὺν Θεῷ συνέλ-
1157θωμεν ἐκ νέου, ἂν τυχὸν φανῇ ἐλλαττωματικὸς ὁ νόμος, ἔ! κύ-
1158ριοι, δὲν ἔχομεν τὴν δυσκολίαν τὴν ὁποίαν ἔχουν ἐν Ἀγγλίᾳ,
1159ὡς εἶπεν ὁ κ. Ῥοντήρης, νὰ διορθώσωμεν τὸν νόμον· μία πρό-
1160τασις ἑνὸς βουλευτοῦ καὶ γίνεται. Ἂς τελειώσωμεν τὸ ζήτημα,
1161ἀρκούντως ἀπησχόλησε καὶ ἡμᾶς καὶ τὸ κοινόν.
1162§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀγαπᾶτε ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ ἔγγραφον τῆς ἐπι-
1163τροπῆς τῆς μεταβάσης εἰς τὸ Λαύριον ἐπὶ τῆς κατηγορίας
1164ἐκείνης;
1165§101ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
1166Ἀναγινώσκεται.
1167§102Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἰς αὐτὸ λέγει, ὅτι ἐμβῆκαν μέσα εἰς
1168τὰ πλοῖα νὰ κάμουν ἐπιθεώρησιν; (θόρυβος.)
1169§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅ,τι λέγει τὸ ἠκούσατε· διότι ἀνεγνώσθη. (διά-
1170λογοι θορυβώδεις.)
1171§104Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ, ἀφοῦ διὰ
1172νὰ καθησυχάσωμεν τὴν Βουλὴν, ἀπεφασίσαμεν νὰ στείλωμεν μὲ
1173ἐπίτηδες ἀτμοκίνητον, διὰ τὸ ὁποῖον ἀρκετὰς δραχμὰς ἐδαπα-
1174νήσαμεν, τρεῖς ἢ τέσσαρας ἀνωτέρους ὑπαλλήλους διὰ νὰ ἐξε-
1175τάσουν καὶ πληροφορήσουν τὴν Βουλὴν, καὶ ἀφοῦ ἔρχονται καὶ
1176ἔγγραφα καὶ διαβεβαιοῦν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν ὅτι
1177τίποτε δὲν εἶναι ἀληθὲς ἐξ ὅσων κατηγγέλθησαν, δὲν ἐπίστευόν
1178ποτε ὅτι ἤθελον εὑρεθῆ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι νὰ ἀμφιβάλλουν·
1179ἀλλ’ ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι ἐξακολουθοῦν τινες νὰ ἀμφιβάλλωσι,
1180δὲν μὲ μένει ἄλλο παρὰ νὰ τοὺς παρακαλέσω νὰ μεταβοῦν καὶ
1181πληροφορηθοῦν ἰδίοις ὄμμασι, διότι εἰς ἐμὲ ὡς ὑπουργὸν τῶν
1182Οἰκονομικῶν δὲν μένει ἄλλο μέσον νὰ δώσω σαφεστέρας
1183πληροφορίας ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου. Λοιπὸν ἐπειδὴ ἀμ-
1184φιβάλλει ὁ κ. Κρεστενίτης, τὸν παρακαλῶ νὰ μεταβῇ ἐπιτο-
1185πίως. (θόρυβος)
1186§105ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὁ κ. Κρεστενίτης ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τὰς πε-
1187ποιθήσεις του, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ὑποθέτει ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ ἐξαγό-
1188μενον τῆς ἐρεύνης, τὴν ὁποίαν ἔκαμον οἱ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι.
1189§106ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε πρόεδρε, θὰ ἀπαντήσω μόνον εἰς τὴν
1190παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Λομβάρδου ὡς πρὸς τὴν διοίκη-
1191σιν τοῦ ὑπουργείου τοῦ ὁποίου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύσω.
1192§107ΠΟΛΛΟΙ. Ὁρίσατε, κ. Δεληγεώργη.
1193§108ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λέγω δι’ ἐκείνους τῶν συναδέλφων, οἱ ὁ-
1194ποῖοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσουν ὅτι δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ
1195ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Λομβάρδον ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ εἰς τὴν
1196οὐσίαν, διότι φρονῶ ὅτι ἦλθε μόνον καὶ ἐμέμφθη καὶ ἐκωμῴδη-
1197σε τοὺς ἀγορεύσαντας κατὰ τὰς παρελθούσας ἡμέρας· τοῦτο δὲ
1198δὲν συντελεῖ εἰς τὴν διαφώτισιν τοῦ ζητήματος, δὲν ἔχει ἐπιῤ-
1199ῥοὴν ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν, ἐκτὸς ἂν σκοπός του ἦτο νὰ ἐξασθε-
1200νήσῃ ὅλους τοὺς λόγους τῶν ἀγορευσάντων. Θέλω ἀπαντήσει
1201εἰς τὴν παρατήρησιν καὶ εἰς τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν τρόπον τινὰ
1202ἠθέλησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἰουλίου, εἰπὼν
1203ὅτι ἡ ἑταιρία Ῥοὺ ἀδιαλείπτως ἀπὸ τοῦ 1867 ἀπευθύνεται
1204πρὸς ὅλας τὰς Κυβερνήσεις καὶ ζητεῖ παρ’ αὐτῶν μίαν δικαίαν
1205ἐξακρίβωσιν τῆς καθαρᾶς προσόδου· καὶ ἠθέλησε νὰ ἐξάξῃ τοῦτο
1206τὸ συμπέρασμα, ὅλαι αἱ κυβερνήσεις ἔσφαλλον καὶ ἠμέλησαν τὸ
1207δημόσιον συμφέρον· διότι ὅμως ἡ κατάκρισίς του εἰδικῶς πε-
1208ριωρίσθη εἰς τὴν κατὰ τὸν Νοέμβριον ὑπάρχουσαν Κυβέρνησιν,
1209ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω καὶ νὰ τὸν πληροφορήσω, ὅτι ἢ κακῶς
1210ἀναγινώσκει τὰ ἔγγραφα, ἢ ἂν δὲν ἀρύεται τὰς πληροφορίας ἀπὸ
1211τὰ ἔγγραφα, τότε κακῶς σκέπτεται.
1212Ἡ ἑταιρία Ῥοὺ κατεδιώχθη τὸν Ὀκτώβριον τοῦ παρελθόντος
1213ἔτους, ὅπως κατεδιώχθησαν ὅλοι οἱ ὀφειλέται τοῦ κράτους· αὑ-
1214τὴ μάλιστα κατὰ προτίμησιν· τότε ἐχρεώστει ἑκατοστύας τι-
1215νὰς χιλιάδων δραχμῶν. Κατεδιώχθη δὲ διὰ δύω κεφάλαια
1216χρέους· τὸ ἓν ἀφωροῦσε τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου ὡς ἰδιοκτή-
1217του τῶν σκωριῶν, τὸ δὲ ἄλλο ἐχρεώστει ὡς ὀφειλέτης τῶν φόρων
1218τοὺς ὁποίους ὀφείλει νὰ πληρώσῃ διὰ τὰς ἰδιωτικὰς σκωρίας. Καὶ
1219τὸ πρῶτον κεφάλαιον ὑπερβαίνει, νομίζω, τὸ ἓν ἑκατομμύριον.
1220§109ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Δύο ἑκατομμύρια.
1221§110ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ δεύτερον ἦτο περίπου 200 ἢ 300 χι-
1222λιάδες· ἀλλ’ ἡ ἑταιρία ἠρνήθη νὰ πληρώσῃ τὰ χρήματα εἰς τὴν
1223πρόσκλησιν ἥτις τῇ ἀπευθύνθη παρὰ τοῦ Κεντρικοῦ ταμείου.
1224Τότε διέταξεν ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ
1225νόμος περὶ καθυστερούντων· αὐτὸς δὲ ἀπηύθυνεν ἀναφορὰν εἰς
1226τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, τὴν ὁποίαν παρεκάλεσα πρὸ μικροῦ
1227τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν νὰ διατάξῃ νὰ φέρῃ ὁ γραμματεὺς
1228τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ἀλλὰ δὲν ἐδόθη ὁ καιρὸς, ὥστε νὰ
1229παρουσιασθῇ ἡ ἀναφορά· ἡ ἀναφορὰ εἶχεν ἐσώκλειστον καὶ μίαν
1230γνωμοδότησιν δικηγόρων. Δι’ αὐτῆς τῆς ἀναφορᾶς ἡ ἑταιρία
1231ἰσχυρίζετο, ὅτι τὰ χρήματα διὰ τὰ ὁποῖα εἶναι ἐγγεγραμμένη
1232ὡς ὀφειλέτις δὲν τὰ χρεωστεῖ, διότι δὲν ἔγεινεν ἐκκαθάρισις τῆς
1233καθαρᾶς προσόδου, τῶν σκωριῶν, ἵνα ἐπιβληθῇ εἰς αὐτὴν τὸ
123410%. Τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὴν
1235ἀναφορὰν, ἀπεφάσισε περὶ αὐτῆς. Ἡ πρᾶξις τοῦ ὑπουργικοῦ
1236συμβουλίου εἶναι αὕτη·
1237«Τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον λαβὸν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν σημερι-
1238νὴν αὐτοῦ συνεδρίασιν τῆς 16 Νοεμβρίου 1870, τὴν ἀπὸ 31
1239παρελθόντος μηνὸς ἀναφορὰν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς ἑταιρίας
1240Ἱλαρίωνος Ῥοὺ καὶ Συντροφίας μετὰ τοῦ συνημμένου ἀντιγράφου
1241γνωμοδοτήσεως δικηγορικοῦ συμβουλίου ὑπὸ χρονολογίαν 29
1242τοῦ παρελθόντος μηνός, δι’ ὧν αὕτη ἐξαιτεῖται τὴν ἀναστολὴν
1243τῆς ἐκβιάσεως ὑπὸ τοῦ δημοσίου πάσης ἀπαιτήσεως τοῦ φόρου
1244τοῦ ἐκ σκωριῶν μολύβδου, μέχρις οὗ προηγουμένως ἐξακριβωθῇ
1245ἡ καθαρὰ πρόσοδος καὶ κριθῇ τὸ ὀφειλόμενον ποσὸν τοῦ φόρου,
1246διότι φρονεῖ ἡ ἑταιρία ὅτι δὲν ὑποχρεοῦται νὰ καταβάλῃ εἰς
1247τὸ δημόσιον ταμεῖον τὰ ὁρισθέντα ποσὰ τοῦ φόρου ὑπὸ τοῦ νό-
1248μου ΣΙΓʹ τῆς 14 Ἀπριλίου 1867 καὶ διὰ τὰ ἐπιόντα ἔτη.
1249Ἐπειδὴ κατὰ τοὺς ἐτησίους φορολογικοὺς νόμους ΣΞΣʹ, ΤΙΒʹ καὶ
1250ΤΛʹ τῶν ἐτῶν 1868, 1869 καὶ 1870 αἱ σκωρίαι καὶ ὁ μόλυ-
1251βδος τοῦ Λαυρίου φορολογοῦνται καὶ κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα, ὅπως
1252καὶ ὅσον ἐφορολογήθησαν τὸ ἔτος 1867 κατὰ τὸν νόμον ΣΙΓʹ·
1253ἤτοι αἱ μὲν σκωρίαι πρὸ δραχμὰς 2 κατὰ τόνον, ὁ δὲ μόλυβδος πρὸς
1254δραχ. 21 καὶ 38|00. Ἑπομένως κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους
1255ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶναι δεσμευμένη νὰ μὴ εἰσπράξῃ οὔτε
1256ἓν λεπτὸν πλέον, οὔτε ἓν λεπτὸν ἔλαττον τοῦ εἰρημένου φόρου.
1257Ἐπειδὴ ἡ ἀπὸ 31 Ὀκτωβρίου ε. ε. ἀναφορὰ τῆς ἑταιρίας Ἱλα-
1258ρίωνος Ῥοῦ καὶ Συντροφίας ζητεῖ νὰ ὑπεκφύγῃ τὰς ἀποφάσεις
1259τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅπως καὶ πλεῖστοι τῶν φορολογουμέ-
1260νων συνήθως ἐπιχειροῦσι, καὶ ἐκ τούτου τὰ καθυστερούμενα ἐξωγ-
1261κώθησαν καὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους σπουδαίως ἔπαθον. Τὸ
1262ὑπουργικὸν συμβούλιον παραγγέλλει τῷ κ. ὑπουργῷ τῶν Οἰκονο-
1263μικῶν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰ ὑπὸ τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἀπο-
1264φασισθέντα περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων μέτρα μετὰ
1265τῆς δραστηριότητος, ἣν ἡ τακτικὴ εἴσπραξις τῶν νενομισμένων
1266ἐσόδων τοῦ κράτους ἀπαιτεῖ.
1267Ὁ Πρόεδρος
1268ΕΠ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ.
1269Τὰ μέλη,
1270Δ. Χρηστίδης, Δ. Δρόσος, Χ. Ζυμβρακάκης, Ν. Θ. Λεώπουλος.
1271Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις τὴν ὁποίαν ἔκαμεν τὸ ὑπουργικὸν
1272συμβούλιον εἰς αἴτησιν ἔκνομον καὶ ἀσυγχώρητον ἐκ μέρους
1273μιᾶς ἑταιρίας, τὴν ὁποίαν τοσοῦτον καλῶς ὑπεδέχθημεν καὶ
1274ἐξεντίσαμεν ἐνταῦθα.
1275Ὁ νόμος τοῦ 1867 εἶναι οὗτος «ἐπιβάλλεται φόρος ἐπὶ
1276τῶν σκωριῶν ἢ ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου τοῦ ἐξ αὐτῶν μο-
1277λύβδου δέκα τοῖς ἑκατόν. Ὁ φόρος οὗτος ὁρίζεται διὰ τὸ ἔτος
12781867 εἰς δραχμὰς δύο κατὰ τόνον σκωριῶν καὶ εἰς δραχμὰς
1279(24 καὶ 38|00) εἴκοσι τέσσαρας καὶ λεπτὰ τριάκοντα ὀκτὼ
1280κατὰ τόνον μολύβδου. Ὁ αὐτὸς φόρος εἰσπραχθήσεται καὶ ἐπὶ τοῦ
1281πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου ἐξαχθέντος μολύβδου.»
1282Κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη ὁ νόμος περὶ σκωριῶν ἐθεωρήθη ὡς πα-
1283ράρτημα τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ
1284ὡς ἀκροτελεύτιον ἄρθρον ἐτίθετο εἰς τοὺς φορολ. νόμους τῶν ἐτῶν
12851868 ἕως 1870 τὸ ἑξῆς, ὡς παραδ. χάριν εἰς τὸν νόμον τοῦ 1868
1286«Ἄρθρον 13. Ὁ ἀπὸ 14 Ἀπριλίου 1867 ΣΙΠ. νόμος
1287περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ μολύβδου καὶ τῶν σκωριῶν Λαυρίου ἰσχύει
1288καὶ διὰ τὸ 1869». Αὐτὸ ἐπαναλαμβάνεται κατ’ ἔτος· ἠδύνα-
1289το λοιπὸν ἡ κυβέρνησις νὰ παρεκτραπῇ, ἔστω καὶ κατὰ κεραίαν,
1290τοῦ νόμου τούτου; Ἐπὶ οὐδενὸς φορολογικοῦ νόμου ἔχει αὐτὰ
1291τὸ δικαίωμα ἡ κυβέρνησις, οὔτε δύναται νὰ μεταῤῥυθμίσῃ κα-
1292νένα νόμον. Λοιπὸν ἡ κυβέρνησις ἦτο δεσμευμένη νὰ εἰσπράξῃ
1293ἐπὶ τῶν σκωριῶν καὶ τοῦ μολύβδου τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον διέτα-
1294ξεν ὁ νόμος τοῦ 1867, διότι κατ’ ἔτος ὁ φορολογικὸς νόμος
1295τοῦ κράτους λέγει ὅτι ἡ φορολογία κατὰ τὸ τρέχον ἔτος θέλει
1296γίνει κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1867.
1297Ἐντὸς τοῦ νόμου λοιπὸν καὶ τῶν δικαιωμάτων μας ἐπρά-
1298ξαμεν, συντάξαντες τὴν πρᾶξιν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου τὴν
1299ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα καὶ συνέπεια ταύτης ἦτο νὰ καταδιωχθῇ
1300ἡ ἑταιρία καὶ νὰ πληρώσῃ. Ἤδη εἶναι κυρία ἡ βουλὴ νὰ ἀπο-
1301φασίσῃ ὅ,τι θέλει περὶ τοῦ μέλλοντος, ἤτοι διὰ τὸ 1871 καὶ
1302τὰ ἑπόμενα ἔτη· ἀλλὰ περιπλέον δύναται ὁ κ. Σερπιέρης νὰ
1303κάμῃ τώρα πρότασιν εἰς τὴν κυβέρνησιν, οὐχὶ περὶ μὴ φορολο-
1304γίας τοῦ 1868 καὶ 1869 καὶ 1870, οἵαν ἔκαμεν κατὰ τὸν
1305Ὀκτώβριον τοῦ 1870, ἀλλὰ πρότασιν δι’ ἧς νὰ εἴπῃ, ὅτι δέ-
1306χομαι νὰ μὲ φορολογήσητε διὰ τὰ ἔτη αὐτὰ τὰ ὁποῖα παρῆλ-
1307θον μετὰ τὴν ἐκ νέου ἐξακρίβωσιν τῆς καθαρᾶς προσόδου καὶ νὰ
1308γίνῃ μία νέα ἀναθεώρησις τῆς καθαρᾶς προσόδου. Τότε ἡ Βουλὴ
1309δύναται ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου.
1310§111ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ ζητεῖ.
1311§112ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡμεῖς ὅμως δὲν εἴχομεν βουλήν. Κάμετε
1312ἤδη ὑμεῖς ὅ,τι θέλετε· δὲν ἐπεμβαίνομεν. Ἐὰν ζητῇ τώρα αὐτὸ,
1313δὲν εἶναι κακὸν πρᾶγμα νὰ φερθῇ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν,
1314καὶ ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει. Ἴσως δὲ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς προ-
1315τάσεως τοῦ κυρίου Σερπιέρη διὰ τὸ παρελθόν· διότι διὰ τὸ
1316μέλλον ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ, διὰ τὸ μέλλον, ἀπόκειται
1317εἰς τὴν συναίνεσίν της.
1318§113Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Περὶ ἀκαθαρίστου, μήπως ἔκαμεν ἔκ-
1319θεσιν;
1320§114ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι. Ἀλλὰ προσέτι, κύριοι, θὰ μείνῃ εἰς
1321τὴν Βουλὴν, βέβαια, ἕνας ἐνδοιασμός· ὁ ἐνδοιασμὸς τὸν ὁποῖον ἤ-
1322θελε νὰ ἐγείρῃ ὁ ἀξιότιμος πρόεδρός μας, ὡς πρὸς τὴν ἀλήθειαν
1323τῆς ἐκθέσεως τοῦ Michel Chevalier, προερχόμενος ἐκ τῆς ἑξῆς
1324σκέψεως: διατὶ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ὁ Σερπιέρης, ζητεῖ τὴν ἀνα-
1325θεώρησιν τῆς καθαρᾶς προσόδου; δὲν πιστεύω, κύριοι, νὰ μὴ ἔχῃ
1326τὸν λογαριασμόν του· θὰ τὸν ἔχῃ ἀφεύκτως· θὰ ἠξεύρῃ τί ζη-
1327τεῖ· καὶ νομίζω ὅτι ζητεῖ τι τὸ ὁποῖον δὲν πιστεύω ποτὲ μία
1328πατριωτικὴ Βουλὴ νὰ τὸ κάμῃ· εἶναι περιττὸν ν’ ἀποφανθῶ
1329περὶ τούτου, ἀλλὰ βεβαίως ἡ ἑταιρία Ῥοῦ εἰς αὐτὴν τὴν αἴτη-
1330σιν ἔχει συμφέρον νὰ ζητῇ νὰ διαιρεθῇ ὁ νόμος ὁ περὶ φορολο-
1331γίας εἰς δύω μέρη.
1332§115ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ δώσω μίαν διασάφησιν εἰς τὸν κ. Δημη-
1333τριάδην, ὁ ὁποῖος ἠρώτησεν ἂν ὁ κ. Σερπιέρης ἔκαμε ζήτημα
1334περὶ ἀκαθαρίστου. Ἐσχάτως, ὅτε ἤμην εἰς Λαύριον, ὁ κ. Σερπιέρης
1335μοὶ εἶπεν περὶ ἐκβολάδων, οὐχὶ περὶ σκωριῶν, ὅτι προτιμᾷ
1336ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ τὴν ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου φορολογίαν, ἂν
1337ἦναι δυνατὸν νὰ συμφωνήσωμεν μὲ αὐτὸν παρὰ τὴν ἐπὶ τῆς
1338καθαρᾶς.
1339§116Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἂν φέρῃ κάμινον νὰ χωρίζῃ τὸν μόλυ-
1340βδον ἀπὸ τὸν ἄργυρον, συμφωνοῦμεν.
1341§117ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Αἰσθάνομαι τὴν ἀδυναμίαν μου ν’ ἀναβαίνω
1342εἰς τὸ βῆμα νὰ ὁμιλῶ περὶ τοιούτων σπουδαίων πραγμάτων,
1343διότι οὔτε νομικὸς εἶμαι, οὔτε οἰκονομολόγος, οὔτε λογιστικὸς,
1344ἀλλ’ ὑπείκων εἰς τὸ αἴσθημα τῆς καρδίας μου ὁμιλῶ, καὶ ἐκ
1345τοῦ αἰσθήματός μου τούτου ὑπέβαλα ἐκείνην τὴν πρότασιν. Ἡ
1346πρότασίς μου εἶναι ὅτι, καθόσον ἀφορᾷ τὸ περὶ διαθέσεως τῶν
1347ἐκβολάδων ἐπιφυλάσσεται τὴν ἀπόφασίν της μέχρις οὗ διὰ γνω-
1348μοδοτήσεως σπουδαίων ἐπιστημόνων, κληθησομένων ἐπὶ τούτῳ
1349ἐξ Εὐρώπης, σχηματίσῃ ἡ κυβέρνησις πλήρη γνῶσιν τοῦ ποιοῦ
1350καὶ τῆς ποσότητός των. Εἰς τὴν ὁμιλίαν μου τὴν πρώτην, ὅτε
1351εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ φέρῃ πίστωσιν,
1352ἐγὼ εἶπον ἀπὸ τοῦδε 5 μῆνες ἕως ὅτου συγκαλεσθῇ ἡ Βουλὴ
1353εἶναι ἀρκετὸς χρόνος νὰ λάβωμεν γνῶσιν, καὶ σχηματίσῃ καὶ ἡ
1354κυβέρνησις ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ φέρῃ ὑπ’ ὄψιν τῆς
1355Βουλῆς, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἰδέα μου αὐτὴ ἐθεωρήθη ὡς ἀόρι-
1356στος ἀναβολὴ, ἐνῷ δὲν ἦτον ἀόριστος. Ἀκολούθως ἔγειναν αἱ
1357συζητήσεις καὶ τῶν δύο νομοσχεδίων· ὅτε δὲ ὁ κ. Ζαΐμης
1358εἶπε νὰ νομοθετήσωμεν ἓν νομοθέτημα προπαρασκευαστικὸν, τότε
1359ἦλθον εἰς τὸ βῆμα καὶ εἶπον συγχωνεύω τὴν πρότασίν μου εἰς
1360τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ζαΐμη, τὸ εἶπον ῥητῶς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ
1361πρότασις ἐκείνη δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ.
1362πρόεδρον νὰ φέρῃ ἐδῶ αὔριον τὴν ἀγόρευσίν μου ἐκείνην, ἵνα
1363ἰδῆτε ποῖος ἦτο ὁ σκοπός μου, καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ ὅτι ἡ πρό-
1364τασίς μου ἐκείνη δὲν ἐσυγχωνεύθη.
1365§118ΛΕΚΚΑΣ. Θὰ ὁμιλήσω, κύριοι, περὶ ζητήματος προσωπικοῦ.
1366Ἀνῆλθον τὸ βῆμα τοῦτο, κύριοι, παρὰ τὴν θέλησίν μου καὶ
1367ἐναντίον τῆς τακτικῆς μου, παρὰ τὴν θέλησίν μου μὲν, διότι
1368εἶχον ἀμετάθετον ἀπόφασιν νὰ μὴ ἐπαναλάβω τὸν λόγον, διότι
1369κατ’ ἐμὲ ἡ ζητουμένη πρότασις ἦτο ἐξηντλημένη· ἐναντίον δὲ
1370τῆς τακτικῆς μου, διότι, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὁσάκις λαμ-
1371βάνω τὸν λόγον, προηγουμένως φροντίζω κάτι νὰ σκέπτωμαι
1372κἄτι νὰ μελετῶ, διότι δυστυχῶς αἱ περιστάσεις καὶ ἡ φύσις δὲν
1373μοὶ παρέσχε πλουσιοπαρόχως τὰ δῶρα τὰ ὁποῖα ὁ συνάδελ-
1374φός μας κ. Λομβάρδος ἀναγνωρίζει εἴς τινας τῶν ἐντίμων συ-
1375ναδέλφων, οἵτινες πάντοτε ὁμιλοῦν ἀπὸ τοῦ βήματος ἀπροε-
1376τοίμαστοι καὶ ὅ,τι λέγουν καὶ ὅ,τι πράττουν τὸ ὀφείλουν εἰς
1377τὴν εὐφυΐαν καὶ ἰδιαιτέραν ἀξίαν των. Δι’ αὐτοὺς τοὺς δύω
1378λόγους λέγω μὲ λύπην μου ἀνέρχομαι καὶ παρὰ τὴν θέλησιν
1379ἀπροπαρασκεύαστος εἰς τὸ βῆμα, ἀλλ’ ὅταν προκαλοῦμαι δὲν
1380συνηθίζω νὰ σιωπῶ. Ἐννοεῖτε δὲ ὅτι δι’ ἐμὲ εἶναι θυσία τὸ
1381νὰ μὴ σιωπήσω, διότι ἔχω ν’ ἀντιταχθῶ εἰς Αἴαντα τῆς δι-
1382πλωματίας καὶ πολιτικῆς, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε εἰς τὸ κοινοβούλιον
1383τῶν Ἰονίων νήσων ἐπολέμησε μὲ μίαν τῶν κραταιοτέρων δυνά-
1384μεων. Ἡ μειονοψηφία τῆς ἑσπέρας ἐκείνης, μᾶς εἶπεν, εἶναι ἀνα-
1385κόλουθος· τοῦτο τοσοῦτον δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅσον εἶναι ψευδὲς
1386ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν εἶναι ἡμέρα. Ποῦ εὑρίσκετε, κύριοι,
1387τὴν ἀνακολουθίαν τῆς μειονοψηφίας τῆς ἑσπέρας ἐκείνης; τί
1388ἐζήτει ἐκείνη ἡ μειονοψηφία; ἐπέσπευδε πρὸς ποῖον σκοπόν;
1389Δὲν ἀνεγνώριζε δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων καὶ
1390τίποτε ἄλλο. Σήμερον ζητεῖ ἀναβολὴν καὶ δὲν ἠξεύρετε, ὅτι
1391ὁ χρόνος τὰ πάντα μεταβάλλει, καὶ ὅτι ὁλόκληρος ἡ πλειοψη-
1392φία, ἐγένετο μειονοψηφία. Ἂν ἡ μειονοψηφία ἡ ὁποία ἔλαβε
1393τόσα φῶτα μετὰ τὰς ἐπανειλημμένας ἀγορεύσεις τῶν ὑπουρ-
1394γῶν, δὲν γνωρίζει ὁποία εἶναι ἡ ἀναλογία τῶν μετάλλων
1395τῶν ὑπαρχόντων εἰς τὰς ἐκβολάδας, τί θέλετε σήμερον σεῖς νὰ
1396πράξετε; δὲν θέλω ν’ ἀναῤῥιπίσω πάθη, δὲν μιμοῦμαι τὸν
1397Αἴαντα τῆς πολιτικῆς, ὁ ὁποῖος ἔθετε τὰς χεῖράς του ἐντὸς τοῦ
1398θυλακίου του γεμάτου ὄφεων, καὶ ἔῤῥιπτε ἕνα εἰς τὸν ἕνα, ἄλ-
1399λον εἰς τὸν ἄλλον, ἀλλ’ οἱ ὄφεις του δὲν εἶχον δηλητήριον,
1400καὶ κατ’ εὐχὴν πάντες ἐμείναμεν σῶοι καὶ ἄθικτοι. Ἐγὼ ἔσφα-
1401λα, διότι δὲν ἐπρόσεξα εἰς μίαν λέξιν, τὴν ὁποίαν εἶπον μίαν
1402ἡμέραν, ἐκσφενδονίσας ἕνα χαριεντισμόν. Ἐκεῖνος ὁ χαριεντι-
1403σμὸς τῆς ἀηδόνος ἠλέκτρισε πολλούς· ὁμολογῶ ὅτι ἔσφαλα.
1404Ἐντεῦθεν καὶ πατέρες ἐγεννήθησαν καὶ ἀνεδείχθησαν καὶ πάπ-
1405ποι τῶν ἐκβολάδων· χάρισμά σας τὰ δικαιώματα· ὅστις θέλῃ
1406ἂς δέχεται τίτλους, ἐγὼ ὑπηρέτησα τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, ὀλι-
1407γώτερον ἴσως πάντων, καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ συνείδησις πρὸς ἐκπλή-
1408ρωσιν τοῦ καθήκοντός μου ἀπῄτει. Τίς ἐζήτησε λοιπὸν δικαιώ-
1409ματα καὶ τίτλους; ἂν διὰ τοσαύτην μηδαμινὴν ὑπόθεσιν ζη-
1410τοῦμεν τίτλους, τί θὰ ζητήσῃ ἡ μεγάλη γενεὰ τῶν γιγάντων,
1411ἡ ὁποία μᾶς ἔκαμε νὰ ἤμεθα ἐδὼ καὶ νὰ συζητῶμεν; Ἀλλοί-
1412μονον Ἑλλάς!
1413Δευτέρα κατηγορία ἣν ἀπήγγειλε κατ’ ἐμοῦ ὁ κ. πρόεδρος
1414τῆς Βουλῆς. «Συντάττεται ὁ κ. Δέκκας μὲ τὴν μειονοψηφίαν
1415διὰ τὴν ἀναβολήν· ζητεῖ τὴν ἀναβολὴν σήμερον καὶ ἐν τούτοις
1416ἔχει πρότασιν περὶ παραχωρήσεως τῶν ἐκβολάδων.» Βεβαίως
1417ὁ ἔντιμος ἐκ Ζακύνθου συνάδελφός μας, ἐκ τῆς ὑψηλῆς θέσεως
1418εἰς τὴν ὁποίαν τὸν ἀνεβιβάσαμεν ἦτο εἰς θέσιν νὰ κρατῇ ἀκρι-
1419βεῖς σημειώσεις, διότι ἀπ’ ἀρχῆς ἐσκέπτετο νὰ σᾶς κάμῃ μίαν
1420ἀνακεφαλαίωσιν. Φαίνεται ὅμως ὅτι κατὰ κακὴν μοῖραν διέ-
1421κοψε εἰς χρονικόν τι διάστημα τὰς σημειώσεις του καὶ ἐλησμό-
1422νησεν ὅτι δὲν εὗρε καὶ οὗτος τὸν τετραγωνισμὸν τοῦ κύκλου.
1423Αὐτὸ τὸ χαρτίον δὲν ἐξῆλθεν ἐν ἀγνοίᾳ σας, καὶ θὰ μὲ εἴδετε
1424περιτρέχοντα τὴν αἴθουσαν πρὸ ὀλίγου, ζητοῦντα τὰ πρακτικὰ
1425ἵνα σᾶς ἀποδείξω, ὅτι πρῶτος ἐγὼ ἔκαμα χρῆσιν τοῦ ἐγγράφου
1426αὐτοῦ καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν διάθεσιν τῶν ἐκβολάδων, ἑπο-
1427μένως δὲν ἦτο καὶ αὐτὸ εὕρημα. Χθὲς μοὶ ἐζήτησαν ἀντίγρα-
1428φον τῆς προτάσεώς μου διὰ νὰ δοθῇ εἰς τύπωσιν, διότι, ὡς μοὶ
1429εἶπον, δὲν ὑπάρχει πουθενά. Φαίνεται, ὅτι τὸ μυστήριον τοῦτο
1430ἐκρατεῖτο ἵνα παρουσιασθῇ ὡς πειστήριον· ὅτι δὲ λέγω ἀληθῆ,
1431τὸ γραφεῖον ἂς βεβαιώσῃ. Καὶ ποῖος σᾶς εἶπεν, ὅτι οἱ βουλευ-
1432ταὶ τῆς Ἀττικῆς δὲν θέλουν τὴν διάθεσιν; δὲν τὴν θέλουν, ὡς
1433τὴν σημειοῖ τὸ νομοσχέδιον· τί κατεπείγει; διὰ τί ἐντὸς 6 μη-
1434νῶν, τὸ εἶπον καὶ τὸ ἐπανέλαβα πολλάκις, νὰ μὴ διατάξωμεν
1435τοὺς ἡμεδαποὺς ἐπιστήμονας καὶ νὰ μὴ ζητήσῃ ἡ κυβέρ-
1436νησις 100 ἢ 200,000 δραχμῶν, δι’ ὧν νὰ φέρῃ 2–3
1437ἐπιστήμονας μεταλλουργοὺς καὶ καθηγητὰς τῆς χημείας,
1438διὰ νὰ πείσουν καὶ ἡμᾶς καὶ τοὺς συμπολίτας μας περὶ
1439τοῦ πράγματος· καὶ νὰ πεισθῇ σὺν τούτοις καὶ ἅπας ὁ κό-
1440σμος, ὅστις θὰ ἔχῃ ὑπόληψιν εἰς τὰ ἔκτακτα ἐν Εὐρώπῃ ταῦτα
1441πρόσωπα· διὰ νὰ βεβαιωθῇ περὶ τῆς ἀξίας τοῦ Λαυρίου καὶ οὐχὶ
1442ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν καὶ τὰς ὑπογραφὰς τῶν ὑπαλλήλων της,
1443ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς ἐκτάκτους ἐκείνους τεχνικοὺς ἄνδρας καὶ καθη-
1444γητὰς, οἵτινες ἔζησαν καὶ ἐσπούδασαν καὶ ἐμόχθησαν ἐν τοῖς
1445μεταλλείοις· τοῦτο ζητοῦμεν ἡμεῖς καὶ οὐδὲν ἕτερον.
1446Δὲν προχωρῶ, κύριοι, περισσότερον, πράγματι δὲν θέλω νὰ
1447ἐρεθίσω τὰ πάθη, διότι, ὡς γνωρίζετε, εἶμαι ὁ ἄνθρωπος τῶν
1448μέσων ὅρων· ἐν οἰκογενείᾳ νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα ἐπιθυμῶ, διότι
1449πάντες ὑπὸ τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων ἐμπνεόμεθα· ὑποστηρίζει ὁ
1450καθεὶς μίαν γνώμην· ἐγὼ ἔχω αὐτὴν τὴν ἰδέαν, δίδω τὴν ψῆφον,
1451ἔχετε ἐναντίαν ἰδέαν; δότε ἐναντίαν ψῆφον, καὶ τοιουτοτρόπως
1452κλείει ἡ ὑπόθεσις τοῦ Λαυρίου.
1453§119ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά.
1454§120Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Συγχωρήσατέ μοι, κ. πρόεδρε, νὰ εἴπω
1455ὀλίγας λέξεις ἀπὸ τὴν θέσιν μου· θὰ κάμω δὲ τὴν ἑξῆς παρα-
1456τήρησιν, καθόσον ἀφορᾷ τοὺς λόγους τοῦ κ. Λομβάρδου, ὁ
1457ὁποῖος ἠθέλησε νὰ πιστεύσῃ τὸν κ. Γκρόχμαν, ὅτι ἀδικεῖται ἡ
1458ἑταιρία εἰς τοῦτο. Θὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν μεταξὺ
1459τῆς καλῆς πίστεως ἡμῶν καὶ τῆς κακῆς πίστεως τῆς ἑταιρίας,
1460διὰ νὰ εἴπητε ποῖος ἔχει δίκαιον. Ἡ ἑταιρία τὴν πρώτην πρό-
1461τασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν εἰς τὴν κυβέρνησιν, τὴν ἔκαμεν ὅτι
1462θέλει αὐτὰς τὰς σκωρίας νὰ κατασκευάσῃ γυαλιὰ, καὶ ἐπὶ τῇ
1463βάσει αὐτῆς τῆς ἀπιστίας ἐπροχώρησεν. Ἡ ἑταιρία αὕτη, καθὼς
1464γνωρίζετε ὅλοι, ἔχει 200 ἕως 400,000 τόνους ἀπὸ τὰς ἐκ-
1465βολάδας· εἶναι πράγματα φανερὰ, 42 ἅμαξαι τὴν ἡμέραν ἀπὸ
1466ἐκβολάδας καὶ 12 ἀπὸ σκωρίας ἐπὶ τρία ἔτη, ἂν κάμητε τὸν
1467λογαριασμὸν, θὰ εὕρητε περισσότερον. Πῶς λοιπὸν ἠμποροῦμεν
1468τώρα νὰ πιστεύσωμεν ὅτι αὐτὴ λέγει τὴν ἀλήθειαν; Ἔρχομαι
1469τώρα εἰς τὸν κ. Λομβάρδον, ὡς πρὸς τὴν γνώμην του, περὶ
1470τῶν ἑταιριῶν. Δὲν ἠμπορεῖ, λέγει, μεγάλη ἑταιρία νὰ ἔλθῃ νὰ
1471συναγωνισθῇ μὲ αὐτὴν τὴν ἑταιρίαν ἡ ὁποία εἶναι ἡ πρώτη,
1472καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος λέγει μικραὶ ἑταιρίαι ἐπιτρέπεται· ἐὰν
1473ἐννοῇ μὲ τὸν λόγον του τοῦτον νὰ ἀποφασίσωμεν νὰ ἐξαιρεθῇ
1474ἡ ἑταιρία αὐτὴ, τότε μάλιστα, ἢ ἂν θέλῃ πάλιν νὰ ἀποφασί-
1475σωμεν νὰ γείνῃ ἡ διαχείρισις ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως, τότε μά-
1476λιστα τὸ παραδεχόμεθα καὶ αὐτὸ, καὶ τότε οὔτε αὐτὴ ἡ ἑται-
1477ρία, οὔτε ἄλλη νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον. Ἐδῶ, κύριοι, παρατηρεῖ-
1478τε, ὅτι διὰ τὴν ἑταιρίαν τοῦ σιδηροδρόμου, ὅταν διεγράφησαν
1479οἱ ὅροι, ὁ σταθμὸς νὰ γείνῃ ἐντὸς τῆς πόλεως, οἱ Ἕλληνες συλ-
1480λογιζόμενοι τὰ ἔξοδα εἶπον, δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν
1481αὐτό. Ἰδοὺ τώρα ὅπου ἡ ἑταιρία αὕτη ἐκέρδισε νὰ μείνῃ ἐκεῖ
1482ὁ σταθμὸς, καὶ τώρα παραπονοῦνται οἱ ἐντόπιοι, καὶ λέγουν
1483ὅτι ἐὰν ἠξεύραμεν τοῦτο, τὸ ἐκάμναμεν καὶ ἡμεῖς. Διὰ τοῦτο
1484ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην μου καὶ δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Λομ-
1485βάρδον, ὅστις εἶπεν ὅτι δὲν θὰ τελειώσῃ ἀμέσως καὶ θὰ ᾖναι
1486ἐδῶ ἡ Βουλὴ, καὶ ἐγὼ ἐπειδὴ εἶμαι βουλευτὴς καὶ θὰ ᾖναι
1487καὶ ὁ ὑπουργὸς βουλευτὴς, εἶναι καλλίτερα αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν
1488νὰ τὴν ἔχῃ ἡ Βουλὴ καὶ οὐχὶ καμμία κυβέρνησις. Καὶ ἐὰν ἦ-
1489μαι ὑπὲρ τοῦ ἀκαθαρίστου, τοῦτο τὸ ἀπέδειξα καὶ σᾶς εἶπον
1490ὅτι τὸ θεωρεῖ ὀρθότερον καὶ αὐτὸς ὁ Σερπιέρης καὶ ἡ ἑταιρία.
1491Διὰ τοῦτο ἐπιμένω εἰς τὴν ἰδέαν μου νὰ παραδεχθῶμεν τὸ
1492ἀκαθάριστον. Σᾶς παρατηρῶ δὲ, κύριοι, ὅτι 250 δραχμὰς ὁ
1493τόνος θέλει ἔξοδα, ἐὰν ἀποφασίσητε 350 δραχ., τότε θὰ χάνετε
1494100 δραχ. τὸν τόνον, καὶ ἓν ἑκατομ. ἀπὸ τόνους 100,000,000
1495δραχμὰς, καὶ δὲν εἶναι μικρὰ ἡ ζημία. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα
1496θὰ ὠφεληθῇ αὐτὴ ἡ ἑταιρία, τὰς 100,000,000 δραχμὰς, διὰ
1497τὶ νὰ τὰς χάσῃ τὸ δημόσιον; Διὰ τοῦτο εἶναι καλλίτερον νὰ
1498ψηφίσητε τὸ εἶδος, ἢ τοὐλάχιστον νὰ γείνῃ μία συμφωνία, ἐκεῖ
1499ὅπου λέγομεν ἐπὶ τῆς καθαρᾶς, νὰ εἴπωμεν, ἐπὶ τῆς ἀκαθα-
1500ρίστου.
1501§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοντήρης.
1502§122ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Χθὲς, κύριοι, ἀνέπτυξα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προ-
1503βῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἐκβολάδων· ἔπειτα ἔφερα
1504γνώμην περὶ τῶν συστημάτων ἐξ ὧν ἔχομεν νὰ ἐκλέξωμεν καὶ προ-
1505βῶμεν εἰς τὴν διάθεσιν, ἤτοι περὶ τοῦ συστήματος τοῦ ὑπουργικοῦ
1506νομοσχεδίου, περὶ τοῦ συστήματος τοῦ βουλευτικοῦ νομοσχεδίου,
1507καὶ περὶ τῆς ἀμέσου ἐκκαμινεύσεως. Σήμερον ἔχω καθῆκον νὰ
1508ἀναπτύξω τὴν πρότασίν μου περὶ τῆς ἀμέσου ἐκκαμινεύσεως,
1509οὕτως εἰπεῖν, οὐχὶ ὑπὸ τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ ὑπὸ τοῦ δήμου, ἢ
1510ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ ἀναβὰς τὸ βῆμα, ἔχω καθῆκον νὰ ἀ-
1511νασκευάσω καί τινα λεχθέντα ὡς πρὸς τὰ ἐπίλοιπα θέματα καὶ
1512νὰ συμπληρώσω τὸν λόγον μου· ἐν εἴδει ἀνακεφαλαιώσεως, κύ-
1513ριοι, καὶ τοῦτο, διότι πρόκειται νὰ κάμω χρῆσιν ἐγγράφου τινὸς
1514κατ’ ἐμὲ μεγάλης αὐθεντίας ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ζήτημα.
1515Λυποῦμαι, κύριοι, ὅτι ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Λομβάρδος,
1516ἔκρινε καλὸν νὰ ὁμιλήσῃ μετὰ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον ὡμί-
1517λησεν, ἵνα δώσῃ τὸν ῥυθμὸν, ὃν ἔδωκε εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν.
1518Λυποῦμαι ἐπίσης ὅτι χθὲς τὸ ἑσπέρας ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουρ-
1519γικοῦ συμβουλίου, ἠθέλησε νὰ παίξῃ ἐπὶ τῆς αὐτῆς χορδῆς,
1520ἐπειδὴ δὲ δὲν πρέπει νὰ φέρω τὴν σύγχυσιν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο,
1521δὲν θέλω νὰ ἀκολουθήσω τὰς προκλήσεις. Ἐὰν πάντες ζητοῦν τὸ
1522φῶς καὶ τὴν ἀλήθειαν, κύριοι, εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν αἱ ἐγ-
1523κλήσεις καὶ ἀντεγκλήσεις εἶναι ὅλαι βλαβεραί· πάντα ὅσα λέ-
1524γονται εἰς τὴν συζήτησιν θολοῦσι τὴν διάνοιαν, σκοτίζουσι τὴν
1525συζήτησιν, μᾶς ἀποχωρίζουσι ἀπὸ τὸ πρᾶγμα, ἐνῶ τὸ πρᾶγμα
1526εἶναι τόσον σπουδαῖον. Ἐκ τῆς λύσεως αὐτοῦ τοῦ ζητήματος,
1527κύριοι, δὲν ἐνδιαφέρονται τὰ ὀντίδια, οὕτως εἰπεῖν, τῆς παρού-
1528σης ἢ τῆς μελλούσης Κυβερνήσεως, ἐνδιαφέρεται τὸ μέλλον τοῦ
1529τόπου· οὐχὶ μία ἀλλὰ χίλιαι Κυβερνήσεις καιρίως ἐνδιαφέρονται
1530ἐναλλὰξ καὶ ἀλληλοδιαδόχως ἡ μία κατόπιν τῆς ἄλλης ἐπερ-
1531χόμεναι· διὰ τοῦτο ἴσως ἐξ ἀρχῆς ἡ Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι δὲν
1532ἐννοεῖ νὰ δώσῃ κανὲν πολιτικὸν χρῶμα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ
1533ἀντικειμένου τούτου· ἐξ ἀρχῆς εἶπον, κύριοι, ὅτι οἰκογενειακῶς
1534πρέπει νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ εἰς τοῦτο ἐμείνα-
1535μεν ἡμεῖς ἐξ ἀρχῆς· καὶ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁλόκληρος ἡ
1536συζήτησις ἐκεῖ περιεστράφη.
1537Κύριοι, εἶπον, ὅτι θὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ὡς πρὸς τὸ πρῶτον
1538ζήτημα. Λέγω λοιπὸν, ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ ψη-
1539φίσωμεν ὁριστικῶς περὶ τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων, διότι
1540δὲν γνωρίζομεν τὸ ἀντικείμενόν μας· εἶπον ἄλλοι, ὅτι ἡ διοί-
1541κησις δὲν θέλει προβῆ εἰς παραχώρησιν, πρὶν γνωρίσῃ αὐτὴ τὸ
1542ἀντικείμενον· ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι δὲν ἀπαλλοτριόνομεν τὰ κα-
1543θήκοντά μας, τὰς λειτουργίας μας εἰς τὴν διοίκησιν. Δὲν ἔχομεν
1544ἐντολὴν νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν ἐξουσίαν αὐτήν. Καὶ εἶπεν, μοὶ
1545φαίνεται, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς μίαν συνεδρίασιν,
1546ὅτι ποτὲ δὲν θὰ γνωρίσωμεν τί ἔχομεν, διότι ταλαντεύεται ἡ
1547ἀξία τῶν ἐκβολάδων μεταξὺ τοῦ 1% μέχρι 50%·
1548καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προβῶμεν ὁπωσδήποτε, διότι τὴν
1549βεβαιότητα δὲν θὰ τὴν πορισθῶμεν ποτὲ, καὶ ἡ διάθεσις θὰ
1550μείνῃ ἐκκρεμής. Ἐν πρώτοις ἀπαντῶ εἰς τὸ ὅτι εἶναι ἀδύνατον
1551νὰ βεβαιωθῶμεν περὶ τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ δια-
1552θέσωμεν. Πρέπει τοῦτο ἡ ἐπιστήμη νὰ τὸ βεβαιώσῃ καὶ οὐχὶ ὁ
1553κ. Ῥοντήρης· ἡ ἐπιστήμη λέγει αὐτό; Ἀλλὰ, κύριοι, τί νομίζετε,
1554ὅτι πρόκειται σήμερον νὰ σᾶς εἴπω; ἡ ἐπιστήμη λέγει καὶ εἶπε
1555ὅλον τὸ ἐναντίον. Ὁ κ. Γκρόχμαν λέγει, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι
1556εὔκολον καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ βεβαιωθῶμεν τί ἔχομεν ὡς πρὸς
1557τὸ ποσὸν καὶ ὡς πρὸς τὸ ποιόν· ἰδοὺ τί λέγει ὁ Γκρόχμαν ἐπὶ
1558τέλους «ἐπειδὴ» καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ
1559«ἐπειδὴ αἱ ἐκβολάδες κεῖνται ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας, δύνανται
1560εὐκόλως νὰ καταμετρηθῶσι, νὰ ἐξετασθῶσι καὶ προσδιορισθῇ
1561ἡ πραγματικὴ ἀξία των, χωρὶς ν’ ἀπολεσθῇ τῷ Κράτει οὐδὲ
1562λεπτὸν ἐκ τῆς δῆθεν ἀβεβαιότητος»· δὲν μένει, κύριοι, εἰς
1563τοὺς ἀντιδοξοῦντας πλέον παρὰ ἡ ἔνστασις τῆς πλαστότητος·
1564ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ εἴπητε, ὅτι ἐγὼ ἔπλασα τὴν προκειμένην
1565ἔκθεσιν· γνωστὸν σας εἶναι, ὅτι ὁ κ. Γκρόχμαν εἶναι μεταλ-
1566λευτὴς καὶ εἶναι ἐνταῦθα. Ὅταν λοιπὸν εὔκολον ᾖναι νὰ μὴ ἀ-
1567πατηθῶμεν οὔτε κατὰ μικρὸν ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἐκ-
1568βολάδων, διατὶ νὰ μὴ προβῶμεν προηγουμένως εἰς τὴν ἐξεύρεσιν;
1569Κύριοι, τὸ ἔγγραφον αὐτό, ἐπειδὴ συνέπεσε νὰ τὸ ζητήσω, θὰ
1570κάμω χρῆσιν· διότι μοῦ χρησιμεύει καὶ εἰς ἓν ἄλλο ζήτημα καὶ
1571θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰ σχετικὰ μέρη. Ἐγένετο λόγος, ὅτι δὲν δύ-
1572ναται νὰ ὁρισθῇ ἐλάχιστος ὅρος· ἐγένετο λόγος, ὅτι ἡ ἄμεσος
1573ἐκκαμίνευσις εἶναι βλαβερά. Τὰ δύο ζητήματα τὰ λύει ὑπὲρ
1574τῆς γνώμης μου, ὁ κ. Γκρόχμαν, «νομίζω» λέγει ὁ Γκρόχμαν
1575«γνωρίζων καλῶς τὸν πλοῦτον τῶν ἐκβολάδων, ὅτι συμφέρει τῇ
1576Ἑλλάδι πρὸς παραγωγὴν τοῦ ἀνωτάτου ὅρου τῶν προσόδων, ὅτι
1577ἡ κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ ἐπιληφθῇ αὐτῶν ἢ νὰ παραχωρήσῃ αὐ-
1578τὰς εἰς βιομηχάνους, ἀπαιτοῦσα τὰ ¾ ὡς ἔγγιστα ὡς φόρον
1579ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου.» Τὸ δὲ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον
1580οὐδ’ ἐσκέφθη καὶ περὶ ἐλαχίστου ὅρου. Χθὲς, κύριοι, μεταξὺ τῶν
1581ἄλλων λόγων, εἰς τοὺς ὁποίους στηριζόμενος ἐζήτουν τὴν ἀνα-
1582βολὴν, ἔταττον καὶ τὸν λόγον, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ μάθωμεν τὰ
1583ἔξοδα τῆς ἀμέσου ἐκκαμινεύσεως, διότι ἐφοβούμην μήπως ἦναι
1584ὑπέρογκα· ἐξετάσας δὲ ἔμαθον, ὅτι μέχρι 300.000 δραχμῶν ἀρ-
1585κοῦν, ἰδοὺ δὲ τί λέγει ὁ Γκρόχμαν, «ἀλλ’ ὅπως καὶ ἂν σκεφθῶ,
1586μεθ’ ὅσα εἶδον καὶ ἔμαθον περὶ ἐκβολάδων, ὤφειλον οἱ νῦν Ἕλ-
1587ληνες νὰ λάβωσιν αὐτοὶ ἀνὰ χεῖρας τὴν κληρονομίαν τῶν ἀρχαί-
1588ων.» Ἕνας ξένος, κύριοι, λέγει, ὅτι ὤφειλον οἱ Ἕλληνες νὰ λά-
1589βωσιν αὐτοὶ ἀνὰ χεῖρας τὴν κληρονομίαν τῶν ἀρχαίων, Ἕλ-
1590ληνες δὲ λέγουν, ὅτι δὲν ὤφειλον νὰ λάβουν τὴν κληρονομίαν
1591τῶν ἀρχαίων· «διότι, 1) τὸ ἀρχικὸν τῆς ἐγκαταστάσεως κε-
1592φάλαιον πρὸς ἀνέγερσιν οἰκοδομῶν, πλυντηρίων κτλ. εἶναι μικρὸν,
1593ἡ δὲ ἐξόρυξις τῶν ἐκβολάδων ἄνευ δαπάνης.» Βλέπετε, κύριοι
1594ὁ χρόνος τί πορίζει ἡμῖν ἀπὸ χθὲς ἕως σήμερον; Εἴδομεν, ὅτι
1595εἴχομεν δίκαιον ὑποστηρίζοντες τὴν ἀναβολὴν, εἴδομεν ὅτι ἔ-
1596χομεν δίκαιον ὑποστηρίζοντες τὴν ἄμεσον ἐκκαμίνευσιν, ἀλλ’ ἐ-
1597πακριβῶς δὲν ἐμάθομεν τίποτε ἀφ’ ὅσα χρειάζονται. Τί νο-
1598μίζετε; Ἐδῶ εἰς τὴν ἔκθεσιν εὑρίσκω ἕνα λόγον, τὸν ὁ-
1599ποῖον δὲν εἶχον σκεφθῇ ποτὲ, διὰ τοῦ ὁποίου πολεμεῖ ὁ Γκρόχ-
1600μαν τὸν συναγωνισμὸν πρὸς αὐτὴν τὴν ἑταιρίαν, καθὼς καὶ
1601πᾶσαν ἄλλην. Ἰδοὺ τὶ λέγει καὶ μὲ τοῦτο θέλω νὰ ὑπο-
1602στηρίξω τὴν ἄμεσον ἐκκαμίνευσιν, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον,
1603διότι δηλαδὴ ἄλλος δὲν ἠμπορεῖ νὰ συναγωνισθῇ μὲ τὴν ἑ-
1604ταιρίαν Ῥοῦ «ἀπέναντι ἑνὸς usurpateur,» δὲν τὸν λέγει ἅρ-
1605παγα, διότι ἔχει ἄλλην σημασίαν· «ἀπέναντι ἑνὸς usurpateur,
1606ἐλλείπει τοῖς ἰδιώταις ἡ πλήρης autorité, τὸ δὲ κράτος ἔχει
1607αὐτήν· ὅθεν προκύπτει, ὅτι οἱ ἰδιῶται θέλουσιν ὑποπέσει εἰς
1608ἔριδας καὶ δίκας κτλ.», καὶ σᾶς προσθέτει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
1609ὑμεῖς πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι ὁ ἰδιώτης θὰ ὑποπέσῃ εἰς δί-
1610κας καὶ ἔριδας μὲ τὸν usurpateur διότι ὁ λόγος αὐτὸς ἐλατ-
1611τόνει τὸν συναγωνισμόν· προβαίνων δὲ λέγει ὁ Γκρόχμαν «ὁ
1612τόπος μόνον τοιουτοτρόπως ἤτοι διὰ τῆς ἀμέσου καμινεύσεως
1613κερδίζει ἐκ τῶν ἐκβολάδων τὰ πλεῖστα χρήματα, ἂν καὶ ἤθε-
1614λον προσφέρει ἰδιῶται 2–3% περισσότερον τῶν προσ-
1615δοκιῶν»· καὶ ἂν ἐπρόκειτο λέγει νὰ ζημιωθῶμεν 2%,
1616καλλίτερον εἶναι νὰ τὰς ἐκμεταλλεύσητε σεῖς ἀμέσως. Ὡς
1617πρὸς δὲ τὸ ποσὸν τῶν ἐκβολάδων τί λέγει ὁ Γκρόχμαν; ὁπό-
1618σον πολύτιμον εἶναι τὸ ἔγγραφον αὐτό! Τῷ ὄντι ἐθεωρήθη
1619ὑπερβολικὸς ὁ ἄλλος ἰσχυρισμός μου, ὅτι δισεκατομμύριον ἀξί-
1620ζουν αἱ ἐκβολάδες· ἐθεωρήθη αὐτόχρημα ὑπερβολὴ ἀλλ’ ἰδοὺ τί
1621περιέχει ἐν τέλει ἡ ἔκθεσις τοῦ Γειρόχμαν «ἡ καθαρὰ πρόσοδος,
1622ἂν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οὔτε τὸ ἓν δέκατον τῶν Λαυριακῶν
1623ἐκβολάδων ἀνεκαλύφθη καὶ ἐμετρήθη, πρέπει νὰ ᾖναι πολλῷ
1624μεῖζον κλπ.»· λέγει δηλαδή, ὅτι αἱ μετρηθεῖσαι ἐκβολάδες
1625τῶν 7,000,000 τόνων δὲν εἶναι οὔτε τὸ ⅒ τῶν ἀνακαλυ-
1626φθησομένων νέων· δηλ. περὶ τὰ 70,000,000 τόνων ὑποθέτει ὅτι
1627εἶναι αἱ ἐκβολάδες. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι πάντοτε στηρίζομαι
1628εἰς πράγματα, διότι ἀναμφιβόλως τὸ πιθανὸν ποσὸν τῶν 70
1629ἑκατομμυρίων τόνων ὑπερβαίνει κατὰ τὴν ἀξίαν πολὺ τὸ ἓν
1630δισεκατομμύριον δραχμῶν. Κύριοι, ἠκούσατε σήμερον μὲ τίνα
1631ἔχει νὰ διαγωνισθῇ μία ἑλληνικὴ ἑταιρία· μὲ τίνα φοβερὸν ἀν-
1632τίπαλον ἔχει νὰ συναγωνισθῇ μὲ τὴν ἑταιρίαν Ῥοῦ. Εὐτυχῶς
1633ὁ κ. πρόεδρος ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἡ ἑταιρία Ῥοῦ δὲν ἔχει ἐφάμιλ-
1634λον ὡς πρὸς τὴν δύναμιν εἰς τὴν ὑφήλιον· σημαίνει τοῦτο ὅτι
1635εἶναι τοιαύτη ἡ ἑταιρία αὕτη, ὥστε πρὸς αὐτὴν οὐδεμία ἄλλη
1636ὁμοειδὴς ἑταιρία δύναται νὰ συναγωνισθῇ. Ἐν τούτοις ὑποστη-
1637ρίζεται σπουδαίως, ὅτι τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν θέλει καταβάλει
1638εἷς νάνος τεχθησόμενος παρὰ ἑλληνικῆς ἑταιρίας αὔριον· ὑπο-
1639στηρίζεται ὅτι θὰ γεννηθῇ ἀμέσως νάνος θαυματουργὸς συνα-
1640γωνισθησόμενος σπουδαίως πρὸς αὐτήν. Ἡ ἑταιρία Ῥοῦ ἠκού-
1641σατε ὅτι πάντοτε ὑπῆρξε κακῆς πίστεως καὶ τώρα ἐνθυμοῦ-
1642μαι, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ὁ ἐνταῦθα συνάδελφός
1643μας κ. Κεχαγιᾶς ἐβεβαίωσε τοῦτο, ἠκούσατε ὅτι ὄχι μόνον
1644ἁρπάζει ἡ ἑταιρία αὐτὴ τὰς ἐκβολάδας, ἀλλὰ καὶ τὸν νενομι-
1645σμένον φόρον τῶν σκωριῶν δὲν θέλει νὰ πληρώσῃ, καὶ ὅτι διὰ
1646νὰ μὴ πληρώσῃ ἐπροκάλεσε διπλωματικὰς συνδιαλέξεις. Εἶναι,
1647κύριοι, ἡ ἑταιρία αὕτη τοιαύτη, ὥστε πρέπει νὰ λάβωμεν πᾶ-
1648σαν κατ’ αὐτῆς πρόνοιαν ἵνα μὴ πέσῃ ὁ θησαυρὸς αὐτὸς εἰς χεῖ-
1649ρας αὐτῆς, διότι ἐξ αὐτῆς οὐ μόνον εἰς πλοῦτον θὰ ζημιωθῶ-
1650μεν ἡμεῖς, ἀλλὰ καὶ εἰς δύναμιν θὰ ζημιωθῇ ἡ κυβέρνησις τοῦ
1651τόπου, διότι αὕτη ἐπίσταται καλῶς νὰ ἐγείρῃ ἑκάστοτε δι-
1652πλωματικὰ ζητήματα ἢ διπλωματικὰς συνδιαλέξεις. Τὰ πράγ-
1653ματα ταῦτα, κύριοι, σᾶς ἀντιτάσσομεν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου,
1654διότι βλέπομεν, ὅτι ἄλλος δὲν ἠμπορεῖ νὰ πάρῃ τὰς ἐκβολά-
1655δας παρὰ ἡ ἑταιρία Ῥοῦ· διότι βλέπομεν αὐτὴν ἁρπάζουσαν
1656ἀδεῶς τὰς ἐκβολάδας· διότι δὲν θέλει νὰ πληρώσῃ οὐδὲ τὸ ἐλά-
1657χιστον ποσοστὸν τῶν σκωριῶν· διότι βλέπομεν, ὅτι δὲν προσφέ-
1658ρεται πρὸς ἡμᾶς ὡς ἰδιώτης, ἀλλ’ ὡς κράτος ἐν κράτει· εἰς
1659ἡμᾶς δὲν μένει ἄλλο, παρὰ νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας.
1660Κύριοι, περίεργον πρᾶγμα μοὶ φαίνεται ὅτι παντάπασι σπου-
1661δαῖον δὲν ἐθεώρησάν τινες τὸ ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ εὗρον
1662εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐντὸς τοῦ ἄρθρου 10· «ὁ ἐργολά-
1663βος ὀφείλει νὰ καμινεύῃ τὰς ἐκβολάδας ἐντὸς τοῦ Κράτους,»
1664σημαίνει, κύριοι, ὅτι αἱ ἑταιρίαι αἱ καμινευτικαὶ καὶ ἐν Εὐρώ-
1665πῃ ἀπαγορεύεται νὰ συναγωνισθοῦν. Ἀλλὰ τί λέγει; ποῖος ἀ-
1666παγορεύει; ἂν φέρουν τὰ καταστήματά των ἐδῶ. Τὸ κέντρον τῶν
1667ἐπιχειρήσεών της ἑκάστη βιομηχανικὴ ἑταιρία ἔχει ἐκεῖ, ὅπου
1668ὑπάρχει σήμερον· δύναται τὰ καταστήματά της, τὰς σιδηρᾶς
1669ὁδοὺς καὶ τὰ ἄλλα ἐργαστήριά της νὰ τὰ μεταφέρῃ εἰς τὴν
1670Ἑλλάδα; ὁ κύριος πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἀπε-
1671πλανήθη ἀπὸ τὰς ἐμπορικὰς ἐπιχειρήσεις· ἔκαμε σύγχυσιν τῶν
1672ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων πρὸς τὰς βιομηχανικάς· τῷ ὄντι, κύριοι,
1673ἐμπορικὴ ἐπιχείρησις δύναται νὰ ἔχῃ τὸ κέντρον της ἐν Μασσα-
1674λίᾳ, καὶ δύναται νὰ ἔχῃ γραφεῖα 10, 15 εἰς ὅλην τὴν ὑφήλι-
1675ον, ἀλλὰ τὸ ἐναντίον συμβαίνει εἰς τὴν βιομηχανικὴν ἐπιχεί-
1676ρησιν, ἥτις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀποσπάσματα.
1677§123ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ, ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ, ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ.
1678Ποῖος τὸ λέγει; πῶς ἔκαμεν ἀπόσπασμα ἐν Ἑλλάδι ἡ
1679ἑταιρία Ῥοῦ, καί τοι ἑδρεύουσα ἐν Μασσαλίᾳ;
1680§124ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Λοιπὸν πρέπει νὰ περιμένωμεν νὰ εὑρεθῇ καμ-
1681μία ἑταιρία Ῥοῦ, νὰ εὑρεθῇ κανὲν κράτος, ὡς τὴν Ἑλλάδα, νὰ
1682εὕρῃ ἀνθρώπους ἱκανοὺς νὰ παραχωρήσουν τὰς ἐθνικὰς σκωρίας
1683ὡς ἰδιοκτήτους, ἱκανοὺς νὰ δεχθῶσιν ὡς σπουδαίαν τὴν πρότασιν
1684τοῦ Σερπιέρη, λέγοντος, «σᾶς παραχωρῶ μέγαν πλοῦτον· δότε
1685μοι σκωρίας· ἐγὼ ἀντ’ αὐτῶν θὰ σᾶς δίδω 2 μεγάλας χιλιάδας
1686δραχ. τὸν χρόνον·» ἔπρεπε λέγω νὰ εὕρῃ τοιαύτην κατάστασιν
1687πραγμάτων διὰ νὰ ἀποφασίσῃ μία βιομηχανικὴ ἑταιρία νὰ κά-
1688μῃ ἀπόσπασμα βιομηχανικῆς ἐπιχειρήσεως εἰς ἄλλο κράτος·
1689ἀλλ’ εὐτυχῶς ἡλικιώθημεν καὶ ἡμεῖς ὀλίγον· ἐννοεῖται, ἂν πα-
1690ραχωρήσωμεν τὰς ἐκβολάδας, ὅπως παρεχωρήσαμεν τὰς σκω-
1691ρίας, καὶ ἐγὼ πιστεύω ὅτι πᾶσα εὐρωπαϊκὴ ἑταιρία ἀποφασί-
1692ζει νὰ συστήσῃ ἀπόσπασμα ἐν Ἑλλάδι, ἢ νὰ μεταφέρῃ τὸ
1693κέντρον τῆς ἐπιχειρήσεώς της ἐν Ἑλλάδι. Ἰδοὺ ὁ λόγος διὰ τὶ ἡ
1694ἑταιρία Ῥοῦ ἀπεφάσισε νὰ κάμῃ τὴν ἐπιχείρησιν αὐτῆς ἐδῶ,
1695διότι ἀντὶ μηδενὸς μυριοτάλαντον περιουσίαν ἔλαβεν· ἀλλὰ τοῦ-
1696το σήμερον δὲν γίνεται. Ἀλλά, κύριοι, δὲν ἠξεύρω πῶς συμ-
1697βιβάζεται μὲ τὰς ἀρχὰς, ἃς πρεσβεύει τὸ ὑπουργεῖον, καὶ ἰδίως
1698ὁ κύριος πρόεδρος, τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου, τῆς ἐργασίας,
1699τοῦ διαγωνισμοῦ, τὸ σύστημα τοῦ νὰ ἀπαγορευθῇ εἰς ἑταιρίαν
1700τινα ὁ συναγωνισμός· αὐτὸ τὸ σύστημα λέγεται προστατευτι-
1701κόν, πρόκειται δι’ αὐτοῦ τοῦ συστήματος νὰ προστατευθῇ τις;
1702λέγουσιν ὅτι πρόκειται νὰ προστατεύσωμεν τὴν ἐργασίαν· ἐν
1703Ἑλλάδι νὰ προστατεύσητε τὴν ἐργασίαν; λείπουν τὰ ἔργα ἀπὸ
1704τὴν Ἑλλάδα; ὅλος ὁ τόπος εἶναι ἀκαλλιέργητος· 100,000 κα-
1705τοίκων ἔχει ἀκόμη ἀνάγκην ἡ Ἠλεία· 700,000 ἡ Αἰτωλία καὶ
1706ἡ Ἀκαρνανία. Θέλομεν λοιπὸν νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν προστασίαν
1707ἐξαιρετικῶς ὑπὲρ τοῦ Serpieri; Ἐὰν ἤθελεν ὁ νομοθέτης νὰ
1708προστατεύσῃ τοὺς ἐργάτας, εἶναι ὅλως ἀδιάφορον· ἀρκεῖ ὅτι ὡς
1709ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος ἡ προστασία ἀποβαίνει ὑπὲρ τοῦ Σερ-
1710πιέρη· καὶ εἶναι ὅλως ἀδιάφορον ἡ πρόθεσις. Λέγω λοιπὸν ὅτι
1711τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀντιβαίνει εἰς τὰς ἀρχὰς, ἃς πρεσβεύει ἡ σημερι-
1712νὴ κυβέρνησις, τῆς ἐλευθερίας τῶν συναλλαγῶν· ἀντιβαίνει καὶ
1713εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ ἐλευθέρου συναγωνισμοῦ· ἀλλ’ ἀντιβαίνει καὶ
1714εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου προπάντων, δηλαδὴ, ἐπειδὴ ἀπο-
1715κλείει τὰς ἑταιρίας, τὰς ὑπαρχούσας ἐν Εὐρώπῃ, τὰς μόνας δυνα-
1716μένας νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς τὴν ἑταιρίαν Ῥοῦ. Τὸ ἄρθρον, κύ-
1717ριοι, παραχωρεῖ εἰς τὴν ἑταιρίαν Ῥοῦ τὰς ἐκβολάδας ἄνευ δια-
1718γωνισμοῦ σπουδαίου καὶ ἄνευ τοῦ ἐλαχίστου ὅρου. Διὰ νὰ φθά-
1719σωμεν δηλονότι εἰς τὴν ἀπὸ τῶν σκωριῶν πληρωνομένην καθαρὰν
1720πρόσοδον· διότι ὡς ἠξεύρετε μόλις πληρώνει ὁ Σερπιέρης 24
1721δραχ. κατὰ τόνον μολύβδου, ὡς ἐκ τούτου τί προέκυψεν ἐσχά-
1722τως; προέκυψεν, ὅτι ἡ ἑταιρία Ῥοῦ καὶ Σερπιέρη 650 δραχ.
1723τοὐλάχιστον λαμβάνει ἀπὸ ἕκαστον τόνον, ἔκτοτε δὲ τὰ ἔξοδα
1724δὲν εἶναι πλέον τῶν 300 δραχ. λοιπὸν ἡ πρόσοδος εἶναι 350
1725δραχ. καθαρὰ πρόσοδος, πληρώνει δὲ εἰς τὸ δημόσιον 24 δραχ.
1726ἀντὶ 350 τὰς ὁποίας λαμβάνει, εἶναι τοῦτο δίκαιον πρᾶγμα! ἐν
1727τούτοις τοῖς φαίνεται βαρὺς καὶ προκαλεῖ ἡ ἑταιρία ἀναθεώρη-
1728σιν· ἡ ἐλευθερία, λέγω, αὐτὴ τῆς ἑταιρίας εἶναι μεγάλη, εἶναι
1729ἀφόρητος· ἡ κακὴ πίστις μεγάλη καὶ ψηλαφητή. Ἐφ’ ὅσον δὲ
1730βλέπομεν ὅτι πρόκειται νὰ δοθῇ ἐξαιρετικὴ προστασία εἰς αὐτὴν
1731τὴν ἑταιρίαν, πρέπει ὅλαις δυνάμεσι νὰ ἀντιτασσώμεθα. Κύριοι,
1732χθὲς σᾶς ἀνέπτυξα τὰ καλὰ, τὰ ὁποῖα ἔχει κατ’ ἐμὲ ἡ ἄμεσος
1733καμίνευσις, σήμερον ἀπέδειξα ταῦτα καὶ διὰ τῆς αὐθεντίας
1734τῆς ἐπιστήμης. Ἡ ἄμεσος καμίνευσις ἔχει καὶ τυχαίας τινὰς
1735συνεπείας αἱ ὁποῖαι εἶναι μείζονες τῶν ἀμέσων συνεπειῶν. Τὸ
1736μέλλον τῆς Ἑλλάδος, κύριοι, ἀκούσατέ το, δὲν εἶναι ἡ γε-
1737ωργία· τὸ μέλλον τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου ἐν Ἑλλάδι εἶναι
1738ἡ ναυτιλία καὶ ἡ μεταλλουργία· κατ’ ἐξοχὴν ἡ Ἑλλὰς
1739εἶναι ἐμπεφορημένη ὀρυκτῶν· εἶναι μεστὴ ὀρυκτῶν, καὶ ὅπως
1740εἰς τοὺς ἀρχαίους χρόνους τὸ Λαύριον ὑπῆρξε πηγὴ καὶ πλού-
1741του καὶ δυνάμεως διὰ τὴν Ἑλλάδα, λίαν πιθανὸν, ὅτι καὶ νῦν
1742τὸ Λαύριον καὶ ἡ Εὔβοια καὶ ἡ Λαμία καὶ ἰδίως ἡ Κύμη, εἶναι
1743πηγὴ καὶ πλούτου καὶ δυνάμεως· ἀλλὰ ἄχρηστα σχεδὸν πάν-
1744τα ταῦτα ἄνευ τῆς μεταλλευτικῆς. Ἡ ἄμεσος καμίνευσις ἔχει
1745καὶ ἄλλην συνέπειαν, τὴν ἑξῆς. Ἐν Φρειβέργῃ, κύριοι, ἐκ τῶν
1746μεταλλείων προέκυψεν Ἀκαδημία γεωγνωστίας καὶ αὐτὴ ὑπη-
1747ρετεῖ πλειότερον ἴσως τὴν Σαξωνίαν παρὰ τὰ μεταλλεῖα. Ἐπλη-
1748ροφορήθην παρὰ τοῦ φίλου μου, ὅτι ἐν αὐτῇ ἔλαβον τοιαύτην
1749προκοπὴν αἱ φυσικομαθηματικαὶ ἐπιστῆμαι ἐν γένει καὶ ἰδίως ἡ
1750μεταλλουργία ὥστε καὶ ἀπὸ τὴν Βρασιλίαν τῆς Νοτίου Ἀμερικῆς
1751αὐτοῦ ἔρχονται καὶ σπουδάζουν. Κύριοι, αἱ φυσικομαθηματικαὶ
1752ἐπιστῆμαι εἶναι παρ’ ἡμῖν λίαν ἀτελεῖς ὁμολογουμένως, διότι
1753οὐδεμίαν ζήτησιν ἔχει ἡ ἐργασία αὕτη, καὶ δέονται ἐξαιρε-
1754τικῶν εὐκολιῶν. Καὶ μὴ νομίζετε ὅτι αὐτὸς ὁ τόπος ἠμπορεῖ νὰ
1755προβῇ εἰς πλοῦτον ἄνευ τῶν φυσικῶν καὶ μαθηματικῶν ἐπιστη-
1756μῶν, ἄνευ τῆς μηχανικῆς, τῆς χημίας καὶ τῶν τοιούτων· βῆμα
1757δὲν δύνασθε νὰ κάμητε, οὔτε ὁδοὺς, οὔτε καλλιέργειαν, οὔτε τί-
1758ποτε ἄλλο. Λοιπὸν συνιστῶ τὴν ἄμεσον καμίνευσιν καὶ διὰ
1759τοῦτο· διότι δηλαδὴ εὐκόλως δύναται τὸ κράτος νὰ συστήσῃ
1760ἐκεῖ, παρὰ τὴν διοίκησιν τῆς μεταλλεύσεως, σχολήν τινα μεταλ-
1761λευτικὴν καὶ σχολὴν τῶν φυσικομαθηματικῶν ἐπιστημῶν.
1762Ἀλλὰ μήπως καὶ ἡ ἑταιρία Ῥοῦ δὲν δέχεται ἡμᾶς ν’ ἀντλήσω-
1763μεν γνώσεις τινας παρ’ αὐτῇ; Αὕτη κηρύττει ὅτι κατέχει
1764κἄτι τι ἀπόῤῥητον καὶ δὲν δέχεται κανένα οὐδὲ κἂν νὰ πλη-
1765σιάσῃ εἰς τὰς ἐργασίας της· τοὺς μεταλλουργοὺς, τοὺς πρωτερ-
1766γάτας ὅλους τοὺς ἔφερεν ἐξ Εὐρώπης· τὸν ἁπλοῦν μόνον ἐργά-
1767την, ἤτοι τὸ ἀνδράποδον, μεταχειρίζεται ἐξ Ἑλλάδος.
1768Κύριοι, ἐπολεμήθη ἡ γνώμη τῆς ἀμέσου καμινεύσεως δι’ ἑνὸς
1769δεινοῦ ἐπιχειρήματος· ἡ διοίκησις δὲν εἶναι σοφὴ, ἐνδελεχὴς
1770ἐπιμελὴς καὶ ἄγρυπνος ἄνευ intéret privé. Αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς
1771εἰς τὸ ἐμπόριον, ἴσως δὲ καὶ εἰς τὰς τραπεζιτικὰς ἐργασίας, καὶ
1772εἰς τὴν βιομηχανίαν ἀκόμη, ὅταν ᾖναι πολύπλοκος· ἀλλ’ εἰς μίαν
1773ἁπλῆν χώνευσιν, ἥτις πρόκειται νὰ γείνῃ, δὲν βλέπω κατὰ πό-
1774σον αὐτὸ δύναται νὰ ἐπηρεάζῃ τὴν προαγωγὴν τῆς ἐπιχειρή-
1775σεως· ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν ἀμοιβήν τινα ἀνάλογον
1776τοῦ καθαροῦ κέρδους τῆς ἐπιχειρήσεως; ἰδοὺ ἐγειρόμενον τὸ
1777ἰδιωτικὸν συμφέρον. Ἀλλ’ ἐγὼ, κύριοι, πάντα ταῦτα τὰ ἐλαττώ-
1778ματα νομίζω ὅτι αἴρει τὸ σύστημα τῆς δημοτικῆς ἐπιχειρή-
1779σεως, τῆς δημοτικῆς καμινεύσεως. Κύριοι, εἶναι καιρὸς νὰ σκε-
1780φθῶμεν καὶ περὶ τῶν δήμων ἡμῶν· οἱ πλεῖστοι δῆμοι εἶναι πέ-
1781νητες· δὲν πιστεύω κανεὶς ἀπὸ ἡμᾶς νὰ μὴ ἀγαπᾷ τὴν γενέ-
1782θλιον χώραν ὡς μητέρα μετὰ τὴν μητέρα· καὶ ἂν ᾖναι δυνατὸν
1783νὰ ἔλθωμεν εἰς βοήθειαν τῶν δήμων, διὰ τί νὰ τοὺς ἀφήσωμεν
1784εἰς αὐτὴν τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν, ἐν ᾧ δυνάμεθα νὰ συν-
1785δυάσωμεν κάλλιστα τὸ συμφέρον τοῦ κράτους μὲ τὸ συμφέρον
1786τῶν δήμων; διὰ τί νὰ μὴ τὸ κάμωμεν;
1787Προτείνω λοιπὸν νὰ συστηθῇ ἑταιρία τις τῆς ὁποίας τὸ κε-
1788φάλαιον κατ’ ἐλάχιστον νὰ ᾖναι ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμ. πρὸς
1789ἄμεσον καμίνευσιν τῶν ἐκβολάδων ὑπὸ τοῦ ἔθνους· προτείνω τὸ
1790δημόσιον νὰ χορηγήσῃ, νὰ προσφέρῃ ἀπὸ τοῦδε 50% ἐκ τῆς
1791καθαρᾶς προσόδου· προτείνω ὡς βάσις τῆς ἑταιρίας αὐτῆς νὰ
1792χρησιμεύσουν χίλιαι μετοχαὶ τοῦ δημοσίου, καὶ πᾶσα μετοχὴ
1793νὰ ᾖναι ἐκ 300 δραχμῶν, καὶ νὰ δοθῇ πίστωσις εἰς τὴν κυβέρ-
1794νησιν ἐκ 300 χιλιάδων δραχμῶν πρὸς τοῦτο· προτείνω ὁ δῆ-
1795μος νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ προτιμᾶται νὰ λάβῃ ἐκ τοῦ ὅλου
1796τῶν μετοχῶν τὸ ἥμισυ.
1797Ἂν θέλητε τώρα, κύριοι, νὰ γείνῃ μία τοιαύτη ἑταιρία, εἶναι
1798δυνατὸν νὰ ἀδικηθῇ αὐτή; ἂν δώσωμεν πολὺ εἰς τὴν ἑταιρίαν
1799αὐτὴν, ἀδικεῖται τὸ κράτος· ἂν δώσωμεν ὀλίγον, πάλιν εἴμεθα
1800κατόπιν εἰς θέσιν νὰ ἀναθεωρήσωμεν καὶ νὰ μὴ ἀδικήσωμεν
1801αὐτήν· ἐδῶ εἴμεθα ἡμεῖς, καὶ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ ἑταιρία
1802εἶναι ἐθνικὴ, καὶ ἐφ’ ὅσον ἀδικεῖται πρέπει νὰ γείνῃ ἐπανόρθω-
1803σις. Ἀλλὰ θὰ εἴπωσί τινες, οἱ δῆμοι εἶναι πτωχοί, καὶ δὲν
1804δύνανται νὰ ἀγοράσουν μετοχὰς, διότι ἑκάστη μετοχὴ εἶναι
1805300 δραχ. ἐάν τινες δῆμοι ἦναι πτωχοὶ καὶ δὲν δύνανται νὰ
1806ἀγοράσουν μίαν μετοχὴν, εἶμαι βέβαιος ἡμεῖς οἱ βουλευταί,
1807ἕκαστος ἡμῶν, θὰ ἔχῃ τόσον πατριωτισμὸν, ἤτοι τόσον πόνον
1808διὰ τὴν γενέθλιόν του γῆν νὰ ἀποφασίσῃ μίαν βουλευτικὴν ἀπο-
1809ζημίωσιν τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου νὰ τὴν καταβάλῃ· δὲν τὸ βλέ-
1810πω παντάπασιν εὐτελές. Ἐγὼ προτείνω, κύριοι, τοῦτο, διότι
1811δὲν ἔχω οὐδένα δισταγμὸν, ὅτι οἱ δῆμοι θέλουσι ζητήσει νὰ
1812λάβωσι πολὺ πλειοτέρας τοῦ ἡμίσεως· καὶ αἱ ἐκκλησίαι καὶ τὰ
1813ἄλλα εὐαγῆ καταστήματα δίκαιον ἔχουσι, ἂν ἔχωσι κεφά-
1814λαια, νὰ προτιμηθοῦν νὰ καταβάλωσι τὰ κεφάλαιά των
1815εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιχείρησιν· κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ
1816ὑπὲρ τῶν δήμων ἑδραιοῦμεν κεφάλαια ἐν τῷ κράτει
1817καὶ τὸ κράτος εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀδικηθῇ· εἴτε καθαρὰν πρόσο-
1818δον προσδιορίσετε τότε, εἴτε ἀκαθάριστον, εἶναι τὸ ἴδιον· διότι
1819δὲν ὑπάρχει ὁ κλέψων εἰς τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν, χορηγήσατε τὸ
1820ἥμισυ τῶν μετοχῶν εἰς τὸ ἰδιωτικὸν κεφάλαιον, καὶ αὐτὸ νο-
1821μίζω ὅτι ἀρκεῖ διὰ τὴν ἄγρυπνον ἐπιτήρησιν τῆς ἐπιχειρήσεως
1822καὶ διὰ τὴν ἐπιμελῆ διοίκησιν, ἀλλ’ ἔγεινέ που ἀλλοῦ αὐτό;
1823εἶναι ἀδιάφορον· ἔχει τι ξένον τὸ πρᾶγμα; ὁ δῆμος εἶναι
1824ἠθικὸν πρόσωπον, καὶ ἔχει περιουσίαν; ἐδῶ τί χρειάζεται διὰ νὰ
1825προβῇ ἡ ἐπιχείρησις; τίποτε ἄλλο παρὰ χρήματα· τὰ χρήμα-
1826τα εἶναι περιουσία; ἂν χρειάζωνται κεφάλαια, διὰ τί αὐτὰ νὰ
1827μὴ ἦναι δημοτικά; Ὑποθέσατε ὅτι τὴν παραχώρησιν, τὴν
1828ὁποίαν ἔκαμαν εἰς τὰ 1867 εἰς τὸν Σερπιέρην, τὴν εἶχον κάμει
1829εἰς τοὺς δήμους, θὰ εἶχον σήμερον οἱ δῆμοι μίαν πρόσοδον τοὐ-
1830λάχιστον 3, 4 ἑκατομμυρίων· μᾶς διέφυγεν ἡ εὐκαιρία ἐκείνη·
1831μὴ ἀπολέσωμεν τὴν σημερινήν.
1832Κύριοι, καθὼς σᾶς εἶπα ὅτι ἡ ἄμεσος καμίνευσις ἔχει σπου-
1833δαιοτέραν τοῦ κυρίου ἀντικειμένου συνεπείας, ἡ ὑπὸ τοῦ δημο-
1834σίου δηλονότι καμίνευσις, ἡ διὰ μετοχῆς τῶν δήμων καμίνευσις
1835ἔχει, λέγω, ἐπίσης σπουδαιοτέρας τοῦ ἀντικειμένου συνεπείας.
1836Μοὶ ἐπῆλθε, κύριοι, ἡ ἑξῆς ἀπορία, ὅταν ἐξαντληθῶσι τὰ κεφά-
1837λαια καὶ αἱ ἐκβολάδες, τί θὰ γείνῃ; θὰ μείνῃ κατάλοιπον τὸ με-
1838τοχικὸν κεφάλαιον 2, 3 ἑκατομμύρια· καὶ τὸ ἀποθεματικὸν
1839κεφάλαιον· τὶ δὲ θὰ γείνῃ τότε; θὰ τὸ δώσωμεν εἰς τοὺς δή-
1840μους ἀμέσως; μοὶ ἐπῆλθε, ὅτι τότε τὸ κατάλοιπον αὐτὸ,
1841ἡ μετουσίωσις τῶν ἐκβολάδων εἰς χρήματα, δύναται νὰ
1842χρησιμεύσῃ ὡς βάσις ἐθνικῆς τραπέζης, ἤτοι δημοτικὴ, δυναμέ-
1843νη νὰ ἀναζωογονήσῃ οὐ μόνον τὰς Ἀθήνας, ἀλλὰ πάσας τὰς
1844ἐπαρχίας τοῦ Κράτους· διότι μόνον διὰ τῶν δημοτικῶν τραπε-
1845ζῶν ἠμπορεῖ ὁ τόπος αὐτὸς νὰ προβῇ εἰς ἀκμήν τινα. Ἐν Ἀμε-
1846ρικῇ, κύριοι, ὅπου δὲν ἰδεολογοῦσι, ὁσάκις συνίσταται δῆμος,
1847καὶ προκαλῶ τὴν προσοχὴν ὅλης τῆς Βουλῆς εἰς τοῦτο, τὸ
1848πρῶτον ἔργον εἶναι νὰ γείνωσι δύο καταστήματα, ἓν ἡ Ἐκκλη-
1849σία, τὸ δεύτερον παρὰ τὴν Ἐκκλησίαν ἡ Τράπεζα, καὶ οὕτως
1850ὁ δῆμος δὲν γίνεται ἕρμαιον τῆς τοκογλυφίας· δὲν ἄγεται καὶ
1851φέρεται ὑπὸ ὀλίγων τοκογλύφων ὁ λαὸς, δὲν ἁρπάζεται ὁλό-
1852κληρος ἡ πρόσοδος τῆς ἐργασίας ὑπὸ τοῦ τοκογλύφου, διότι
1853τῷ ὄντι τὸ κεφάλαιον γονιμοποιεῖ μὲν τὴν ἐργασίαν, ἀλλ’
1854ἀφαιρεῖ ἕνεκα τοῦ τόκου, καὶ ὅλην τὴν πρόσοδον· οὕτω
1855δὲ καθιστᾷ τοὺς ἐργάτας ἀνδράποδα· εἰς ἐκείνην τὴν ἑταιρίαν
1856δύναται νὰ χορηγηθῇ ἐν καιρῷ καὶ τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον,
1857διότι πρεσβεύομεν, ὅτι τὸ μὲν νόμισμα ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος,
1858τὸ δὲ τραπεζικὸν γραμμάτιον ὄχι εἰς ἰδιωτικὰς, ἀλλ’ εἰς ἐθνι-
1859κὰς καὶ δημοτικὰς ἀνωνυμίας.
1860Δὲν μένει καιρὸς ν’ ἀναπτύξω διὰ μακρῶν, καὶ ἀποδείξω
1861δαψιλῶς τὴν λογικότητα τῆς προτάσεώς μου, καὶ ἰδίως τὸ
1862τὸ σκόπιμον τοῦ τελευταίου ἄρθρου· ἀλλὰ, κύριοι, πολλοὶ ἀπα-
1863σχολοῦνται ἀπό τινας συγκεχυμένας ἰδέας· πρέπει, λέγουν, νὰ
1864ἔλθουν ξένα κεφάλαια· αὐτὰ εἶναι καλλίτερα; ἐγὼ δὲ προτιμῶν
1865τὰ ἐντόπια κεφάλαια, θέλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἀκόμη. Τί
1866σχέσιν ἔχει τοῦτο; διότι, ἐννοεῖται, ὅτι διὰ τῶν δήμων δὲν
1867ἔχομεν παρὰ ἐντόπια κεφάλαια ἐκ τῶν σπλάγχνων ἡμῶν. Τὸ
1868ξένον κεφάλαιον, κύριοι, ζωογονεῖ τὴν ἐντόπιον ἐργασίαν, ὅταν
1869ὑπάρχῃ ἔλλειψις ἐργασίας, ἤτοι ἀλλαχοῦ, ἀλλ’ ὄχι ἐν Ἑλλάδι
1870ὅπου ἡ ἐργασία εἶναι ἄφθονος, ὅπου ἁρπάζει τὴν ἀπὸ τῆς
1871ἐργασίας καθαρὰν πρόσοδον, καὶ τὴν φέρει εἰς τὴν ἀλλοδαπήν.
1872Ἐὰν τὸ ξένον κεφάλαιον ἔχῃ καμμίαν πρόσοδον, ἡ καθαρὰ
1873αὐτοῦ πρόσοδος φεύγει, καὶ πηγαίνει εἰς τὸν τόπον τῆς
1874καταναλώσεως, καὶ ὁ τόπος τῆς καταναλώσεως εἶναι ὁ τόπος
1875τῆς διαμονῆς τοῦ κεφαλαιούχου, ὥστε ἡ πρόσοδος ἐξέρχεται
1876ἔξω, διὰ νὰ εὕρῃ τὸν ξένον κεφαλαιοῦχον· διὰ νὰ κατανα-
1877λωθῇ παρὰ τῷ κεφαλαιούχῳ ἐν τῇ διαμονῇ αὐτοῦ. Τὸ ξένον
1878κεφάλαιον ἐνεργεῖ μόνον μηχανικῶς, ὄχι δ’ ὀργανικῶς
1879ἐπὶ τοῦ τόπου, ἐν ᾧ τὸ ἐγχώριον κεφάλαιον, καὶ ὡς τοι-
1880οῦτον ζωογονεῖ τὴν ἐργασίαν, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς κατανα-
1881λώσεως τῆς προσόδου πάλιν προσάγει νέα κεφάλαια εἰς τὴν
1882βιομηχανίαν καὶ εἰς πᾶσιν ἄλλην ἐργασίαν ἐν τῷ τόπῳ, διότι
1883δηλονότι ὑπὸ τοῦ κεφαλαιούχου καταναλίσκεται πάλιν ἐν τῷ
1884τόπῳ, καὶ διανέμεται πάλιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῇ Ἑλληνικῇ.
1885Κύριοι, αὐτὸ τὸ ζήτημα εἶναι λελυμένον καθαρῶς· ὅτι τὸ ἐγχώ-
1886ριον κεφάλαιον πρέπει νὰ προτιμᾶται, ἐγχωριώτατον δ’ οὕτως
1887εἰπεῖν εἶναι τὸ ἀπὸ τῶν δήμων κεφάλαιον. Ἡ πρόσοδος ἡ καθα-
1888ρὰ τῆς Ἰρλανδίας καταναλίσκεται ὑπὸ τῶν μεγιστάνων αὐτῆς
1889εἰς τὸ Λονδῖνον. Ὅθεν τὸ παράπονον τοῦ absenteisme (ἀπουσια-
1890σμοῦ)· ἡ κατανάλωσις τῆς καθαρᾶς προσόδου τῶν τῆς Ἰρλανδίας
1891μεγιστάνων γινομένη ἐν Λονδίνῳ ἀπεδείχθη ὀλεθριώτατον πρᾶγ-
1892μα διὰ τὴν Ἰρλανδίαν· δι’ αὐτοῦ δὲν ἔμεινεν εἰς τὴν Ἰρλανδίαν
1893εἰμὴ ἡ ἀνδραποδώδης ἐργασία· λέγω λοιπόν, ὅτι δὲν ὑπάρχει
1894ἰσονομία καὶ ἰσοπολιτεία μεταξὺ ξένου καὶ ἐγχωρίου κεφαλαίου
1895λογικῶς, εἰμὴ μόνον κατ’ ἀνάγκην καὶ κατ’ ἐξαίρεσιν. Τὸ συμ-
1896φέρον εἶναι ἀντίθετον ὅλως διόλου, τὸ ἐγχώριον κεφάλαιον πρέ-
1897πει νὰ προτιμᾶται. Διὰ ταῦτα ἔφερον τὴν προκειμένην πρότα-
1898σιν, ἡ ὁποία εἶναι ἄνευ τῶν ἐλαττωμάτων ἐκείνων τοῦ ὑπουρ-
1899γικοῦ νομοσχεδίου, διὰ τῆς ὁποίας δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ φοβη-
1900θῆτε τὴν δολιότητα τῆς διοικήσεως κατὰ τὸν ὁρισμὸν τῆς κα-
1901θαρᾶς προσόδου, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας οὐδαμῶς δύνανται νὰ γεννη-
1902θῶσι διπλωματικαὶ περιπλοκαὶ καὶ διπλωματικαὶ συνδιαλέξεις
1903κατὰ τὴν ἄσκησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ κράτους κατὰ τῆς
1904ἐπιχειρήσεως. Διὰ ταῦτα ἔφερον τὴν πρότασιν ταύτην, διὰ τῆς
1905ὁποίας ἅμα ἀρνηθῇ ἡ ἑταιρία ἓν λεπτόν, νὰ ἔχῃς τὸ δικαίωμα
1906ἀμέσως νὰ καταλάβῃς τὰ ἐργοστάσιά της χωρὶς νὰ σοὶ εἴπῃ
1907κανεὶς τί κάμνεις πρὸς τοὺς ὑπηκόους σου. Καί μάθετε ἐν τέλει
1908καὶ τὸ ἄλλο· ὅτι ἐν Βελγίῳ καὶ Ὁλλανδίᾳ δὲν ἐπιτρέπεται
1909ὅλως ἡ παραχώρησις τοιούτων ἐπιχειρήσεων εἰς ξένους ὑπηκόους
1910ἕνεκα τῶν διαλειφθέντων λόγων.
1911§125ΔΑΓΡΕΣ. Αὐτὸ ποῦ λέγετε, μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ ἀναιρεῖ ἡ
1912πρότασίς σας (θόρυβος). Ἂν μὲ συγχωρῆτε, σᾶς κάμνω τὴν ἑξῆς
1913ἐρώτησιν, δέχεσθε ὡς αὐθεντικὸν ἐκεῖνο, ὃ λέγει ὁ Grohmann;
1914πᾶν ὅ,τι λέγει τὸ παραδέχεσθε, ἢ μερικά;
1915§126ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐγὼ εἶπον τὸ παραδέχομαι.
1916§127ΔΑΓΡΕΣ. Θέλω νὰ ἐννοήσω ποῖον εἶναι τὸ ὀρθὸν, ποῖον τὸ
1917τρωτὸν, ποῖον τὸ ὑγιές.
1918§128ΛΑΠΑΣ. Ἐδῶ τὰ ’χάσαμεν· δὲν ’ξεύρομεν ποῦ εὑρισκόμεθα
1919(γέλως).
1920§129ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι! ἡ δημοτικὴ ἐπιχείρησις δὲν εἶναι τό-
1921σον ἄτοπος, ὅσον σᾶς φαίνεται· διότι δὲν πρόκειται εἰμὴ μόνον
1922περὶ κεφαλαίων, τὰ δὲ δημοτικὰ κεφάλαια ἔχουσι τὴν αὐτὴν
1923τοῖς ἄλλοις ἐνέργειαν. Δὲν βλέπω, κύριοι, πῶς θὰ ἀποφασίσητε
1924νὰ ἀποξενώσητε τὸν δῆμον τῶν Ἀθηναίων, πῶς θὰ ἀποφασίσητε
1925νὰ ἀποξενώσητε τοὺς δήμους τοῦ κράτους....... (θόρυβος).
1926§130ΠΟΛΛΟΙ. Ποῖος τοὺς ἀποκλείει;
1927§131ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τοὺς ἀποκλείετε. Ἐὰν ὁ δῆμος, ὁ τῶν Ἀθηναίων,
1928εἴπῃ προσφέρω 100 χιλιάδας, καὶ θέλω νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν
1929ἐπιχείρησιν, τί θὰ εἴπητε;
1930§132ΔΑΓΡΕΣ. Ποῖος τὸ ἀρνεῖται;
1931§133ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τὸ ἀρνεῖσθε, διότι αὐτὸς δὲν δύναται νὰ πα-
1932ρουσιασθῇ μόνος ἀπέναντι τῆς ἑταιρίας Ῥοῦ, ἔχει ἀνάγκην συνα-
1933σπισμοῦ, ἀλλ’ ἔπρεπε τὸ πρᾶγμα νὰ τὸ σκεφθῶμεν καὶ τὸ με-
1934τρήσωμεν καλῶς. Ἂν ὁ Θεμιστοκλῆς ἀφῄρεσε τὴν Λαυριακὴν
1935πρόσοδον ἀπὸ τὸν δῆμον, καὶ τὴν ἔκαμεν τοῦ κράτους, εἶχεν
1936λόγον σπουδαῖον, ἐδῶ δὲ οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει.
1937Αὐτὰ ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ σᾶς ὑποβάλλω, μὴ βλέπων οὔτε
1938πρὸς ἀριστερὰ οὔτε πρὸς δεξιά.
1939§134ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δύο λέξεις, κ. πρόεδρε.
1940§135ΠΟΛΛΟΙ. Καθήσατε κάτω. Ἀρκετά, κ. πρόεδρε.
1941§136ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐπιμένω, κ. πρόεδρε, νὰ λαλήσω δυνάμει
1942τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχω.
1943§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἐμποδίζω, κ. Κατσικαπῆ, ἀλλὰ θέλει
1944νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καί, ὡς ἠξεύρετε, οἱ
1945ὑπουργοὶ προτιμῶνται. (θόρυβος).
1946§138Π. Α. ΠΕΤΡΑΚΗΣ (ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Βεβαίως, κύριοι,
1947ἡ συζήτησις διήρκεσεν ἀρκετά, καὶ διὰ τοῦτο θέλω εἶσθαι λίαν
1948σύντομος, δὲν θέλω καταχρασθῆ τῆς ὑπομονῆς σας, ἀλλ’ ἐθεώ-
1949ρησα κἀγὼ καθῆκον ἐπὶ ἑνὸς τοσοῦτον σπουδαίου ζητήματος νὰ
1950λάβω τὸν λόγον.
1951Ἐν πρώτοις ἐκφράζω τὴν εὐγνωμοσύνην μου εἰς τὸν προλα-
1952λήσαντα διὰ τὰς ὑπὲρ τῆς Ἀθηναϊκῆς κοινωνίας διαθέσεις του·
1953ἐλπίζω ὅμως ὅτι τὸ ζήτημα ἀφορᾷ ἐν γένει ὅλον τὸ Ἑλ-
1954ληνικὸν ἔθνος, ὅτι τῶν Ἀθηναίων ἡ πολιτεία δὲν δύναται νὰ
1955διακριθῇ τῶν ἄλλων.
1956§139ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ διακριθῇ.
1957§140Π. Α. ΠΕΤΡΑΚΗΣ (ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Δὲν ἐθεώρουν ὅτι
1958ὡς σπουδαῖον λόγον ἑταιρίας δημοτικῆς ἠδύνατο νὰ ἐπικαλεσθῇ
1959καὶ τοῦτον, ἀποχωρίζων ἐλάχιστον μέρος τῆς Ἑλλάδος. Κύριοι,
1960εἰς τὸ σπουδαῖον τοῦτο Λαυριωτικὸν ζήτημα ἐπιθυμοῦμεν τὴν
1961οἰκογενειακὴν συζήτησιν, καὶ αὐτὴν ἀκριβῶς κατὰ τὸ δυνατὸν
1962ἐτηρήσαμεν· ἀλλὰ δὲν ἐπιστεύσαμεν ὅτι ἡμεῖς ἐδώσαμεν κἂν
1963ἀφορμὴν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἐξήλθομεν τοιαύτης οἰκογενειακῆς
1964συζητήσεως· ἴσως ἠδύνατό τις νὰ τὸ εἴπῃ δι’ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι
1965μᾶς ἐμέμφθησαν, ὅτι δὲν ἐσπουδάσαμεν σπουδαίως τὸ ζήτημα,
1966οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐμέμφθησαν ὅτι διὰ τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας
1967ἐπεκυροῦμεν, ἐργαζόμεθα ὑπὲρ ἄλλης ἑταιρίας. Δώσαντες τὸν
1968προσήκοντα χαρακτηρισμὸν εἰς τὸ ζήτημα ὅτι ἀφορᾷ πάντα
1969Ἕλληνα, καὶ ὅτι πάντες πρέπει ἐπ’ αὐτοῦ νὰ συνεισφέρωμεν,
1970εἴπομεν καὶ τὸ ἐσπουδάσαμεν μετὰ πάσης ἐπιμελείας· εἴπομεν
1971ὅμως ὅτι ἀποδεχόμεθα οἱανδήποτε γνώμην, ἥτις ἤθελε κριθῆ
1972ὠφέλιμος διὰ τὴν καλλιτέραν τοῦ ζητήματος λύσιν. Κύριοι,
1973μετὰ τὴν ἀπόφασιν ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἦσαν πάντοτε ἐθνικὴ πε-
1974ριουσία δὲν δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ σπουδάζων, ὅτι ἡ πα-
1975ροῦσα Βουλὴ πρέπει νὰ μείνῃ ἕως ἐδῶ, καὶ νὰ ἀναβάλῃ τὸ περὶ
1976διαθέσεως αὐτῶν ζήτημα. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι σπουδαῖον.
1977Κύριοι, βεβαίως εἰς τὰς περὶ διαθέσεως ἀρχὰς πρέπει νὰ ἀκο-
1978λουθήσωμεν κανόνας ἀνεγνωρισμένους ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τῆς πολι-
1979τικῆς οἰκονομίας. Τινὲς ἠθέλησαν νὰ συγχύσουν τὴν ἀκαθάρι-
1980στον πρόσοδον ἐπὶ τῆς χώρας μὲ τὴν πρόσοδον, τὴν ὁποίαν ζη-
1981τοῦμεν ἤδη νὰ λάβωμεν ἐκ τῶν ἐκβολάδων. Σκοπὸς τῆς κυ-
1982βερνήσεως εἶναι βεβαίως νὰ λάβῃ ὅ,τι δύναται περισσότερον,
1983καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον πρέπει νὰ θέσῃ τοιαύτας διατάξεις,
1984ὥστε ὁ συναγωνισμὸς νὰ ἦναι πλήρης καὶ ἀσφαλής. Οἱ ἀντι-
1985δοξοῦντες εἶπον ὅτι τὸν συναγωνισμὸν ἡμεῖς τὸν ἀποκλείομεν,
1986καὶ ὡς λόγον ὅτι ἀποκλείεται οὗτος, σᾶς ἀνέφερον ὅτι θέτομεν
1987ὑποχρεωτικὴν τὴν καμίνευσιν τῶν ἐκβολάδων ἐν Λαυρίῳ. Νο-
1988μίζω ὅτι, σπουδάζοντες, δὲν ἠδύναντο νὰ κάμωσι τοιαύτας ἀν-
1989τιῤῥήσεις. Ὡς οἱ προλαλήσαντες σᾶς εἶπον διὰ μόνην τὴν μετα-
1990φορὰν τῶν ἐκβολάδων ἐντεῦθεν εἰς Ἀμβέρσην δὲν ἀπαιτοῦνται ἢ
199112 ἑκατομμύρια λιρῶν, ἂν ὑπολογίσητε ὅτι ἕκαστος τόνος ἀ-
1992παιτεῖ 20 σελίνια ναῦλον. Ποία σπουδαία ἑταιρία θέλει σκε-
1993φθῆ συμφέρον νὰ μεταφέρῃ εἰς οἱονδήποτε μέρος τῆς Εὐρώ-
1994πης τὰς ἐκβολάδας καὶ νὰ μὴ προτιμήσῃ νὰ ἐξοδεύσῃ
1995ὀλίγον ποσὸν, οὐχὶ περισσότερον τῶν 300 χιλιάδων διὰ
1996νὰ καταστήσῃ κατάστημα ἐν Λαυρίῳ; Ἂν πιστεύσωμεν
1997τὸν κύριον Grohmann, οὗτος σᾶς λέγει ἐν τῇ ἐκθέσει του, ὅτι
1998δύνανται καὶ ἑλληνικαὶ ἑταιρίαι νὰ συστηθῶσιν, καθ’ ὅσον τὰ
1999προαπαιτούμενα εἰς τοιαύτην ἐργασίαν δὲν εἶναι μεγάλα.
2000Σᾶς λέγουσι, μὴ σπεύδετε εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἐκβολάδων,
2001διότι ἀποφασίζετε πρᾶγμα ἐντελῶς ἄγνωστον, πρᾶγμα, περὶ
2002τοῦ ὁποίου οὐδεμίαν γνῶσιν ἔχομεν. Ἀλλὰ, κύριοι, τοῦτο δὲν
2003εἶναι ἀληθὲς, κατ’ αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυρίου Grohmann· δὲν
2004εἶναι ἀληθὲς κατ’ αὐτὴν ἀκόμη τὴν πρότασιν τοῦ προλαλήσαν-
2005τος, τοῦ κ. Ῥοντήρη. Ὁ κ. Ῥοντήρης εἰς τὸ ἄρθρον 10 τί λέγει;
2006νὰ ἐνεργήσητε δοκιμασίας ἄλλας, ἐκτὸς τῶν καταμετρηθεισῶν
2007ἐκβολάδων, διὰ τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπή μας ἐγνωμοδότησεν.
2008Βλέπετε ὅτι οἱ ἀντιδοξοῦντες ἀντιφάσκουσιν; διότι εἰς τὰς
2009προτάσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμον, εἰς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔφε-
2010ρον, ἀναφαίρεται ῥητῶς, ὅτι καὶ αὐτοὶ ζητοῦν περὶ τῶν μὴ γνω-
2011στῶν.
2012Σᾶς λέγουν, κύριοι, ἀποκλείετε τὸν συναγωνισμὸν τῆς Εὐ-
2013ρώπης, ἀποκλείετε σπουδαίαν εὐρωπαϊκὴν ἑταιρίαν νὰ ἔλθῃ νὰ
2014συναγωνισθῇ ἐν τῷ τόπῳ, καὶ διὰ τί; διότι ἀνώτερον ὅρον θέ-
2015τετε ἓν ἑκατομμύριον τόνων. Ἀλλὰ, κύριοι, ὡς καὶ ὁ ἔντιμος
2016προλαλήσας, ὁ κ. πρόεδρος τῆς Βουλῆς σᾶς εἶπε, δὲν δύναται
2017τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἓν ἑκατομμύριον τόνων εἶναι σμικρὸν, δυ-
2018νάμενον νὰ περιφρονηθῇ, ἔστω καὶ ἀπὸ μίαν σπουδαίαν ἑταιρίαν,
2019σᾶς ἀπέδειξεν, ὅτι δύναται νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ 40 ἔτη, ἀλλὰ προ-
2020βαίνω ἀκόμη· μὴ τάχα μία σπουδαία ἑταιρία δὲν δύναται νὰ
2021συναγωνισθῇ καὶ εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ συναγωνισμοῦ; νομίζετε,
2022ὅτι δὲν θέλει παρασταθῆ εἰς ὅλας τὰς δημοπρασίας τῶν διαφό-
2023ρων τεμαχίων; εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσετε, ὅτι θέλει περιο-
2024ρισθῆ εἰς τὸ ἓν τεμάχιον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου τόνων;
2025Σᾶς εἶπον τὸν ἕτερον λόγον. Ἀλλὰ διὰ τοῦ τρόπου τούτου
2026δὲν δύναται σπουδαία ἑταιρία νὰ πολεμήσῃ πρὸς τὴν ὑπάρχου-
2027σαν ἑταιρίαν Ῥοῦ, διότι αὐτὴ ἔχει ἤδη τὰ καταστήματά της, τὰ
2028πάντα εἰς ἐνέργειαν, τὸν σιδηρόδρομον καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἀλλὰ,
2029κύριοι, μήπως ἄλλη ἑταιρία σπουδαία ἐν Εὐρώπῃ, ἡ ὁποία
2030ἀποφασίζει νὰ φέρῃ τὰ κεφάλαιά της δὲν θὰ ἦναι εἰς θέσιν νὰ
2031κάμῃ μίαν τοιαύτην ἐπιχείρησιν, καθὼς ἐκείνην τῶν ἐκβολάδων;
2032Ὡς ἐκείνη προκατέβαλε δύναται καὶ μία ἄλλη ἑταιρία νὰ τὰ
2033προκαταβάλῃ. Κύριοι, ὑπὲρ τῆς γνώμης μας, καθὼς σᾶς εἶπον,
2034γνωμοδοτεῖ καὶ αὐτὸς τὸν ὁποῖον οἱ προλαλήσαντες ἐπικαλοῦν-
2035ται· ὁ Grohmann σᾶς λέγει πρῶτον, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ Ἑλ-
2036ληνικὴ ἰθαγενὴς ἑταιρία, διότι, ὡς προεῖπον, δὲν ἀπαιτεῖται
2037μεγάλων ἐξόδων προκαταβολή. Σᾶς λέγει δεύτερον, ὅτι πρέπει
2038νὰ λάβητε τὸ ποσοστὸν τῶν ἐκβολάδων ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσό-
2039δου. Ἐπεκαλέσθη ὁ προλαλήσας τὴν τετάρτην παρατήρησιν τοῦ
2040κυρίου Grohmam ὅτι διὰ τῆς ὑπὸ τοῦ δημοσίου καμινεύσεως
2041θέλει δυνηθῇ νὰ ἐμποδισθῇ l’ usurpateur, ἀλλὰ νομίζω ὅτι παρε-
2042ξηγοῦν, διότι αὐτὸς λέγει ὅτι οἱ ἰδιῶται δὲν εἶναι εἰς κατά-
2043στασιν νὰ διεξάγουν δίκας, αἱ ὁποῖαι δυνατὸν νὰ ἐγερθοῦν
2044ἐκεῖ, τοῦτο ὅμως δὲν τὸ θεωρῶ σπουδαῖον λόγον, τοῦ νὰ μὴ
2045δύναται σπουδαία ἑταιρία Ἑλληνικὴ νὰ ὑπάρξῃ. Σᾶς λέγουν,
2046κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν κακὴν πίστιν, τὴν
2047ὁποίαν ἔδειξεν ἡ ἑταιρία Ῥοῦ εἰς τὸ παρελθόν· ἀλλά, κύριοι,
2048ὅταν τις νομοθετῇ περὶ μέλλοντος ἀντικειμένου, δὲν δύναται νὰ
2049λάβῃ ὑπ’ ὄψιν οἱονδήποτε λόγον οἱουδήποτε προσώπου ἐν
2050τῷ παρελθόντι (ψιθυρισμοί).
2051Σᾶς παρακαλῶ, ἴσως δὲν ἐξεφράσθην καλῶς. Δύναται μόνον
2052νὰ καθιερώσῃ τοιαύτας διατάξεις αἱ ὁποῖαι νὰ δύνανται νὰ προ-
2053λάβουν οἱανδήποτε κακὴν πίστιν οἱουδήποτε ὅστις ἤθελε φανῆ
2054εἰς τὸν συναγωνισμόν, δὲν ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκλεί-
2055σῃ τὸν τάδε ἢ τάδε. Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἐκ τῶν προλαλησάν-
2056των ἐπείσθητε ὅτι ὁ πρῶτος τρόπος τῆς ἐκκαμινεύσεως παρὰ τοῦ
2057δημοσίου, ὁ τοιοῦτος δὲν ἔχει τι ὑπὲρ ἑαυτοῦ· δὲν εἶναι, κύ-
2058ριοι, πρωτοφανές, διότι παρ’ ἅπασι τοῖς πεπολιτισμένοις ἀνα-
2059γνωρίζεται ὅτι οὐδαμοῦ τὸ κράτος εἶναι καλὸς ἐργολάβος,
2060ἀλλὰ γνωρίζετε ὅτι ἡ κερδοσκοπία ἐνεργεῖται παρ’ ἰδιωτῶν
2061κάλλιον. Σᾶς ἀνέφερον, κύριοι, ὅτι ἐν Freiberg τῆς Σαξωνίας
2062καὶ ἐν Καρυνθίᾳ τῆς Αὐστρίας ἐνεργεῖται παρὰ τοῦ δημοσίου
2063ἐκμετάλλευσις, τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές· τὰ ἐκεῖ δὲν εἶναι
2064ἐκεῖ ἐμπορικὴ ἐπιχείρησις, ἀλλ’ εἶναι σχολεῖον τεχνῶν, τὸ
2065ὁποῖον σκοπὸν ἔχει νὰ μορφώνῃ τοὺς εἰς τὰ μεταλλουργικὰ ἐπι-
2066διδομένους, ἀλλὰ καὶ ἂν γίνῃ τις ἰδιωτικὴ ἐπιχείρησις γίνεται
2067πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀνευρέσεως νέων μεταλλείων, ἅπερ παρα-
2068χωροῦνται εἰς ἰδιωτικὰς ἑταιρίας, ὥστε, κύριοι, ἡ ἰδέα τοῦ νὰ
2069ἐκκαμινευθοῦν αἱ ἐκβολάδες παρὰ τοῦ δημοσίου δὲν δύναται
2070νὰ ὑποστηριχθῇ σπουδαίως.
2071Ἔρχεται τώρα ἡ παρὰ τῶν δήμων ἐκκαμίνευσις. Κύριοι δὲν
2072πιστεύω ποτὲ σπουδαίως νὰ δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι δύ-
2073ναται νὰ γίνῃ ἑταιρία, ὡς τὴν διατυπώνει ὁ προλαλήσας. Ἓν
2074μόνον ἄρθρον ἐκ τῆς προτάσεώς του ἀναφέρω, τὸ 10. Ἐξ αὐτοῦ
2075μόνου ἀποδεικνύεται ἀδύνατος ἡ σύστασις τοιαύτης ἑταιρίας.
2076Κατ’ αὐτὸ ἕκαστος δύναται νὰ λάβῃ μετοχήν, χωρὶς νὰ ἦναι
2077μέτοχος, δυνάμενος ὅμως νὰ λάβῃ τὸ μέρισμα, τὸ ὁποῖον λαμ-
2078βάνουν ὅλοι οἱ μέτοχοι. Πῶς δύναταί τις νὰ διανοηθῇ ὅτι εἶναι
2079δυνατὸν νὰ συστηθῇ τοιαύτη ἑταιρία; ἄλλως τε, κύριοι, δὲν πρό-
2080κειται ν’ ἀποφανθῶμεν, ὅπως ὠφεληθῶσιν ὅλοι οἱ Ἕλληνες, διότι
2081ὡς ὁ κύριος πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, εἶναι καλλίτερον νὰ γίνῃ ἡ
2082διανομή, πρόκειται νὰ εὕρωμεν τὸν τρόπον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ
2083λάβῃ τὸ δημόσιον τὸ μεγαλήτερον ὄφελος, καὶ νομίζω, ὅτι οὕ-
2084τως διὰ τοῦ νομοσχεδίου παριστάνεται.
2085§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὰς θέσεις σας, κύριοι βουλευταί, πρόκειται
2086νὰ γείνῃ ψηφοφορία, νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὰ δωμάτια ἅπαντες.
2087§142ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐπειδή, κύριε πρόεδρε, εἶναι κουρασμένοι οἱ
2088κ. κ. βουλευταί, καὶ δὲν ἠμποροῦν πλέον νὰ ἀκούσουν, παραι-
2089τοῦμαι (θόρυβος).
2090§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κανεὶς δὲν εἶναι πλέον ἐγγεγραμμένος· ζητεῖ
2091κανεὶς νὰ ὁμιλήσῃ;
2092§144ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
2093§145ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δύο λέξεις παρακαλῶ κύριε πρόεδρε.
2094§146ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τότε, κύριε πρόεδρε, θὰ ὁμιλήσω ἐγώ.
2095§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.
2096§148ΚΑΣΤΙΚΑΠΗΣ. Δὲν θὰ εἴπω, κύριοι, τίποτε περὶ τῆς οὐσίας
2097(θόρυβος), διότι ἔχω τῳόντι ἐσχηματισμένην τὴν πεποίθησίν
2098μου ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἔχω οὔτε γνώσεις οὔτε....
2099§149ΠΟΛΛΟΙ. Μὰ ἄφησε τὰ προοίμια.
2100§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι.
2101§151ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἀφήσω ἀπαρατήρητον, κύριοι,
2102κάτι τι, τὸ ὁποῖον προσβάλλει κατ’ ἐμὲ τὴν Ἑλληνικὴν ἐπιστήμην.
2103Καὶ ὁ κύριος Χρηστίδης...
2104§152ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ κύριε πρόεδρε. (Θόρυβος).
2105§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἰδέαν του, κύριοι.
2106Ὁρίσατε, κύριε Κατσικαπῆ.
2107§154ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὡς ὁ κύριος Ῥοντήρης πρὸ ὀλίγου καταβὰς
2108καὶ πολλοὶ ἄλλοι λίαν ἀξιότιμοι λαβόντες μέρος εἰς τὴν συζήτη-
2109σιν, περὶ ἧς πρόκειται, οὐχὶ ἅπαντες, πολλάκις μάλιστα ἐπα-
2110νέλαβον, καὶ ὅλαις δυνάμεσιν ἐξέθεσαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ
2111κοινὸν, τί μᾶς προσκαλεῖτε νὰ ἀποφασίσωμεν, ἐνῷ τίποτε ἐπι-
2112στημονικῶς δὲν γνωρίζομεν περὶ ἐκβολάδων, καὶ ἂν γνωρίζωμεν
2113κἄτι τι, τὸ γνωρίζομεν ἀπὸ ἕνα διαβάτην Σάξωνα, ἀπὸ μίαν
2114ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἐκ τῆς παρισιανῆς ἐκθέσεως, καὶ τοσοῦ-
2115τον περισσότερον, κύριοι, ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω τοῦτο καθ’ ὅσον
2116εἶναι πρὸ πολλοῦ δημοσιευμένη μία ἔκθεσις ἐπιστημόνων Ἑλ-
2117λήνων μεταβάντων ἐπὶ τούτῳ, ἐργασθέντων ἐπὶ πολὺν καιρὸν
2118καὶ ὑποβαλόντων μέχρι τέλους τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐργασιῶν
2119των, ἐπιστημόνων ἀνεγνωρισμένων, ἐπιστημόνων, τοὺς ὁποίους
2120τὸ ἔθνος πληρώνει διὰ νὰ ἐκτελοῦν ἐπιστημονικὰ ἔργα, καὶ πα-
2121ραδίδουν ἐπιστήμας, ἐπιστημόνων, διὰ τοὺς ὁποίους πρὸ ὀλίγων
2122ἡμερῶν ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν αἴτησιν πιστώσεως 12000 δραχ.
2123δι’ ἀμοιβὴν τῶν ἐργασιῶν καὶ τῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστη-
2124σαν ἕνεκα τῆς ἐργασίας αὐτῆς ἐπὶ τῆς ἐξετάσεως τῶν Λαυρια-
2125κῶν χωμάτων· ἐκ τῶν ἐπιστημόνων τούτων κύριε πρόεδρε,
2126ἐμάθαμεν ὅτι ἡ περιφέρεια τοῦ Λαυρίου, ἐπὶ τῆς ὁποίας κεῖνται
2127αἱ γνωσταὶ ἐκβολάδες ἀναβαίνουν εἰς 1 ἑκατομμύριον 35 χιλιά-
2128δας μέτρα τετραγωνικά. Δεύτερον ἐμάθαμεν ἐκ τῆς ἐπιστημο-
2129νικῆς ἐκθέσεως τῶν Ἑλλήνων ἐπιστημόνων ὅτι ὁ κυβισμὸς τῶν
2130χωμάτων καὶ τοῦ βάρους αὐτῶν ἀναβαίνει εἰς 4 ἑκατομμύρια 59
2131χιλιάδας μέτρα κυβικά, ἤτοι εἰς 6 ἑκατομμύρια καὶ 700000
2132τόνους. Τρίτον ἐμάθομεν, κύριε πρόεδρε, ὅτι τὰ ἀργυρομολυ-
2133βδοῦχα χώματα τοῦ Λαυρίου περιέχουν ἄργυρον καὶ μόλυβδον
2134περιεχόμενον εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτήν. (Θόρυβος).
2135§155ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, κύριε πρόεδρε, τὰ ἀνεγνώσαμεν αὐτά.
2136§156ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τὰ ἀνεγνώσαμεν λέγουν, Ναὶ, διότι τὰ ἀνε-
2137γνώσατε, διότι τὰ γνωρίζομεν, διὰ τοῦτο ἦλθα νὰ ἀποκρούσω
2138ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπαναλαμβάνουν ὅτι τίποτε ἐπιστημονικὸν
2139δὲν γνωρίζομεν, καὶ ὅτι καλούμεθα τυφλοῖς ὄμμασι ν’ ἀποφασί-
2140σωμεν ἐπὶ ἑνὸς τόσον σπουδαίου ἀντικειμένου. (Θόρυβος).
2141§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δεληγεώργης.
2142§158ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν θέλω ὁμιλήσει τόσον ἐπὶ τῆς οὐσίας
2143τοῦ ζητήματος, ὅσον περὶ τῶν θεμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἐνα-
2144σχοληθῶμεν.
2145Τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου περιέχει ὡς εἴδατε, δύο
2146ἰδέας, τὴν ἰδέαν τῆς διαθέσεως διὰ παραχωρήσεως ἐπὶ δημο-
2147πρασίας, καὶ δεύτερον τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ δημοπρασία αὕτη θέλει
2148ἐκτελεσθῆ ἐπὶ τοῦ καθαροῦ. Ὡς πρὸς τὸν τελευταῖον ὅρον βλέ-
2149πομεν πάντες τὸ τί ἀντιτάττεται. Ἀντὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου
2150ἀντιτάττεται ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος. Ἰδοὺ μία ἰδέα ἥτις ἔρ-
2151χεται νὰ ἀνταγωνισθῇ, οὕτως εἰπεῖν, πρὸς τὴν ἰδέαν τὴν ὁ-
2152ποίαν περιέχει τὸ κύριον ἄρθρον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχε-
2153δίου. Κατὰ δὲ τῆς ἁ. ἰδέας τοῦ ἄρθρου τούτου, τῆς διὰ δημοπρα-
2154σίας διαθέσεως, ἀντιτάσσεται μία ἄλλη ἰδέα ἡ τῆς ἀμέσου κα-
2155μινεύσεως παρὰ τοῦ δημοσίου. Ἡ ἰδέα αὕτη πολλάκις ἐσυζη-
2156τήθη κατὰ τὰς παρελθούσας συνεδριάσεις καὶ περὶ αὐτῆς μᾶς
2157διενεμήθη χθὲς καὶ πρότασις. Παρετήρησα ὅτι ἡ πρότασις τοῦ
2158ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων κ. Ζαΐμη εἶναι πρότασις ἐ-
2159πιβοηθητικὴ, καὶ ὡς τοιαύτη, ὡς πρότασις ἐπιβοηθητικὴ, βεβαίως
2160δὲν θέλει ἀνταγωνισθῆ πρὸς τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ἔχομεν
2161ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν· παρατηρῶ ὅμως ὅτι κατ’ οὐσίαν ἡ πρό-
2162τασις τοῦ κ. Ζαΐμη εἶναι πρότασις ἡ ὁποία πρέπει νὰ προη-
2163γηθῇ. Ἰδοὺ διατί.
2164Ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζαΐμη ἔχει ὡς ἑξῆς.
2165«Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τὸ ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 συμβούλιον ἤθε-
2166λεν ἀποφασίσει ὡς ἀσυμφόρους εἰς τὸ δημόσιον τὰς κατὰ τὸ
2167ἄρθρον 2 προσφορὰς, τὸ δημόσιον ἀναλαμβάνει δι’ ἴδιον λογα-
2168ριασμὸν καὶ ἐπὶ ἓν ἔτος τὴν ἐκκαμίνευσιν τῶν ἐκβολάδων.
2169Ἄρθρον ἀκροτελεύτιον.
2170Ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερ-
2171νήσεως δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου, τὸ ὑπουργεῖον ὀφείλει
2172νὰ προσκαλέσῃ ἐκ τῆς Εὐρώπης δύω μεταλλουργοὺς καὶ ἕνα χη-
2173μικὸν πρὸς ἀκριβεστέραν ἐξέτασιν τῶν ἐκβολάδων· ἐπὶ τούτῳ δὲ
2174χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις ἐκ δραχ. 60,000, καταλο-
2175γιζομένη ἐν τῷ κεφαλ. ΙΒʹ. τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν
2176Οἰκονομικῶν ὑπουργείου τοῦ ἔτους 1871, ἐν ἐδαφ. 10, «ἐκβο-
2177λάδες ἐν τῇ Λαυριωτικῇ.
2178Θ. ΖΑΪΜΗΣ.»
2179Ἡ ἐπὶ ἓν ἔτος ἐκκαμίνευσις, κύριοι, ὅπερ εἶναι τὸ οὐσιῶδες
2180τῆς προτάσεως, κατὰ τὴν κρίσιν μου, δὲν δύναται ἢ νὰ δώσῃ
2181τὸν χαρακτῆρα εἰς τὴν πρότασιν μιᾶς δοκιμῆς. Διότι
2182(οὕτω τοὐλάχιστον ἐγὼ φρονῶ), ὡς μέτρον ὁριστικὸν περιωρι-
2183σμένον ὅμως ἐπὶ ἓν ἔτος, εἶναι ἰδέαι ἀσυμβίβαστοι. Φρονῶ ὅτι ὁ
2184ἀξιότιμος κ. Ζαΐμης ἐσκέφθη διὰ τῆς πιστώσεως ταύτης ν’ ἀ-
2185νοίξῃ τὴν ὁδὸν μιᾶς δοκιμῆς τῆς ἐκκαμινεύσεως τῶν ἐκβολάδων.
2186Ὡς ὁριστικὸν μέτρον παρὰ ἡ τοῦ δημοσίου ἐκκαμίνευσις βεβαίως
2187ἤθελεν εἶσθαι ἀσύμφορος, ἐὰν ἠθέλαμεν νὰ διαρκέσῃ ἐπὶ ἓν μόνον
2188ἔτος· διότι τὰ γενικὰ ἔξοδα τὰ τῆς ἐγκαταστάσεως ἤθελον εἶσθαι
2189τοσαῦτα, ὥστε τὸ δημόσιον δὲν θὰ ἐδύνατο νὰ παραγάγῃ τὸ ἐλάχι-
2190στον κέρδος· διότι καὶ χρόνος πρὸς ἐγκατάστασιν ἀπαιτεῖται καὶ
2191πολλαὶ δαπάναι διὰ τὰ χυτήρια, τὰ καταστήματα, τὸν σιδη-
2192ρόδρομον, καὶ τὰ τοιαῦτα, προκειμένου περὶ ὁριστικῆς ἐκκαμι-
2193νεύσεως. Ἕκαστος λοιπὸν ἐξετάζων τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ζαΐμη
2194εὑρίσκει ὅτι ὅπως ἔχει, χρήσιμος εἶναι διὰ μίαν δοκιμήν. Ἀλλ’
2195ἐγὼ ὄχι μόνον ὡς μίαν δοκιμὴν τὴν θεωρῶ, ἀλλὰ, χωρὶς τοῦ
2196περὶ ἐτησίας διαρκείας ὅρου, προτιμῶ αὐτὴν ὡς ὁριστικὸν μέ-
2197τρον· καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι παρὰ πολλῶν σπουδαίων ἀνδρῶν ἤκου-
2198σα ὅτι αὐτοὶ προτιμοῦν τὴν γνώμην αὐτὴν ἰσχυριζόμενοι ὅτι τὸ
2199ὀρθότερον σύστημα εἶναι τὸ τῆς ἀμέσου ἐκκαμινεύσεως.
2200Γνωρίζω, κύριοι, (καὶ δὲν τὸ γνωρίζω ἀλλὰ τὸ ἔμαθον κατὰ
2201τὰς συζητήσεις ταύτας) ὅτι κατακρίνεται παρὰ πολὺ ὁ τρόπος
2202οὗτος τῶν ἐπιχειρήσεων, ἡ ἐπιχείρησις διὰ τὸ δημόσιον. Ἤθελον
2203ὅμως περιπέσει εἰς πλάνην πολὺ ἐπικίνδυνον καὶ πολλὰς ἐπιζη-
2204μίους συνεπείας ἔχουσαν, ἐὰν ἤθελον παραδεχθῆ ὡς ἀφορισμὸν
2205καὶ ἀξίωμα ἰδέας αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν δύναμιν καὶ ἀξίαν σχετι-
2206κήν. Ὑπάρχουσιν ἐπιχειρήσεις εἰς τὰς ὁποίας εἶναι κακὸς ἐπι-
2207χειρηματίας τὸ δημόσιον· ἀλλὰ ὑπάρχουσι καὶ ἐπιχειρήσεις εἰς
2208τὰς ὁποίας εἶναι ὁ μόνος ἀσφαλής. Καὶ ἐπειδὴ φρονῶ ὅτι ἡ προ-
2209κειμένη ἐπιχείρησις ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου δὲν περιέχει κανὲν
2210τῶν ἀτοπημάτων διὰ τὰ ὁποῖα κατακρίνεται εἰς ἄλλας περι-
2211στάσεις ἡ ἄμεσος τοῦ δημοσίου ἐπιχείρησις, διὰ τοῦτο ἔρχομαι
2212νὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ζαΐμη ὡς πρότασιν ἥτις,
2213καὶ ὡς δοκιμὴ ἂν θεωρηθῇ, εἶναι καλὸν, καὶ ὡς δραστικὸν μέτρον
2214ἂν ἀποφασισθῇ, εἶναι ἐπίσης σωτηρία.
2215Προστρέξας, κύριοι, εἰς τὰς συζητήσεις περὶ τῆς ἀξίας τῆς
2216ἀρχῆς ταύτης, δὲν ἠθέλησα νὰ μορφώσω τὴν πεποίθησίν μου
2217ἐκ τῶν γνωμῶν καὶ τῶν ἐπιχειρημάτων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶ-
2218ναι ὑπὲρ τῆς δημοσίου καμινεύσεως, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν γνώμην ἐ-
2219κείνων οἱ ὁποῖοι εἶναι κατ’ αὐτῆς. Ἀκούσατε, κύριοι, ποῖοι εἶ-
2220ναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι κατ’ αὐτοὺς συνηγοροῦν ὑπὲρ τοῦ ἀφο-
2221ρισμοῦ τούτου. «Πρῶτον, ὅτι ἐμποδίζεται τὸ ἐπιχειρηματικὸν
2222πνεῦμα ἑνὸς ἔθνους». Ἐννοεῖτε, ὅτι αὐτὴ ἡ παρατήρησις ἔχει
2223ἕνα γενικὸν χαρακτῆρα· αὐτὴ ἡ παρατήρησις θὰ εἶχε δύναμιν
2224καὶ ἰσχὺν ἐὰν ἐπρόκειτο εἰς ἓν ἔθνος νὰ καθιερωθῇ ὡς ἀρχὴ,
2225ὅτι αἱ ἐπιχειρήσεις, ἢ αἱ πλεῖσται τῶν ἐπιχειρήσεων, γίνονται
2226ὑπὸ τοῦ δημοσίου· δὲν δύναται ὅμως νὰ ἔχῃ ἰσχὺν εἰς ἐπι-
2227χειρήσεις εἰδικὰς καὶ περιστάσεις καὶ κατὰ τὰς ὁποίας
2228ἐὰν ἐπιτραπῇ νὰ γείνῃ ἐπιχείρησίς τις παρὰ τοῦ δημοσίου, ἡ
2229νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν θέλει ἔχει ἄλλο τίποτε πρὸ ὀφθαλμῶν
2230εἰς τὴν εἰδικὴν περίπτωσιν παρὰ τὸ δημόσιον συμφέρον, καὶ
2231τὸ ἐπιχείρημα ὅτι περιορίζει τὸ ἐπιχειρηματικὸν πνεῦμα
2232δὲν ἔχει ἀξίαν· «βʹ. ὅτι περιορίζεται ἡ τάσις τῶν ἰδιωτῶν
2233πρὸς ἀναζήτησιν μεταλλείων.» Αὐτὸς ὁ λόγος ἐφαρμοζόμενος
2234ἐπὶ μεταλλείων ἔχει βεβαίως τὴν ἀξίαν του· διότι τὰ μεταλ-
2235λεῖα εἶναι ἄγνωστα, ἡ ἀναζήτησις αὐτῶν εἶναι πολυδάπανος,
2236καὶ ἀπαιτεῖ τῶν πολλῶν τὴν συνδρομὴν, εἰς οἱονδήποτε δὲ
2237δὲ καὶ ἂν ἤθελε ἀνατεθῆ, εἴτε εἰς τὸ Κράτος, εἴτε εἰς τὴν ἐπαρ-
2238χίαν, εἴτε εἰς τὸν δῆμον, ἡ ἀναζήτησις καὶ ἡ ἀνεύρεσις αὐτῶν
2239ἤθελεν εἶσθαι ἀτελής. Ἔχει ἀξίαν αὐτὸς ὁ λόγος ἀλλ’ ἔχει ἀξίαν
2240σχετικὴν, ὅταν δηλ. πρόκειται περὶ μεταλλείων. Ἐὰν ὅμως τὸ
2241νομοθετικὸν σῶμα πρόκειται νὰ σκεφθῇ, ὅπως πρόκειται νὰ
2242σκεφθῇ, περὶ τῶν ἐκβολάδων, τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δὲν ἔχει
2243σημασίαν. «γʹ. Συνιστᾶται μονοπώλιον ὑπὲρ τοῦ δημοσίου κα-
2244ταθλιπτικὸν τῆς βιομηχανίας.»
2245Καὶ αὐτὸς ὁ λόγος, κύριοι, εἶναι ὅλως διόλου ἄσχετος μὲ τὸ
2246ζήτημα περὶ τοῦ ὁποίου πραγματευώμεθα· δὲν πρόκειται περὶ
2247καθιερώσεως μονοπωλίου· ἐδύνατο αὐτὸς ὁ λόγος νὰ ἔχῃ ση-
2248μασίαν ἐὰν ἐγένετο συζήτησις τοιαύτη· τὸ ἐννοῶ ἐὰν ἐπρόκειτο
2249νὰ καθιερώσωμεν ὅτι «ἡ καλλιέργεια τῶν ἀνθρακωρυχείων
2250δίδεται ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ δημόσιον, ἢ ὅτι ἡ τῆξις τῶν
2251σιδήρων ἀποδίδεται ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ δημόσιον.» ἐκεῖ ὁ
2252λόγος οὗτος δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν καὶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν·
2253τὸ μονοπώλιον τοῦτο ἐὰν ἤθελεν συγκεντρωθῆ εἰς χεῖρας τῆς
2254Κυβερνήσεως ἐδύνατο νὰ ἔχῃ ἐπιζημίους συνεπείας. Καὶ διὰ νὰ
2255τὸ ἐννοήσητε, ὀφείλω νὰ ἑνώσω αὐτὴν τὴν ἀντίῤῥησιν μὲ τὴν
2256ἀμέσως ἑπομένην «ὅτι τὸ δημόσιον παράγει ὀλίγα καὶ πολὺ
2257ἀκριβὰ τὰ χρήσιμα ἀντικείμενα, οἷον τοὺς ἄνθρακας καὶ τὸν
2258σίδηρον·» αὐτὴ ἡ παρατήρησις ἔχει βεβαίως τὴν ἐπιῤῥοὴν της
2259διὰ τὸ μονοπώλιον τῶν ἀντικειμένων τῆς πρώτης χρήσεως
2260ὅπως εἶναι ὁ ἄνθραξ καὶ ὁ σίδηρος εἰς τὴν βιομηχανίαν, ὅπου
2261ἀποτελοῦν τὸν ἐπιούσιον ἄρτον αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται,
2262κύριοι, περὶ τούτων, περὶ εἴδους τὸ ὁποῖον θέλει ἐξέλθει εἰς
2263κατανάλωσιν εἰς τὸν τόπον, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ τὴν σημασίαν
2264τοῦ σιδήρου καὶ τῶν ἀνθράκων ἐν τῇ βιομηχανίᾳ· διότι ὁ μό-
2265λυβδος καὶ ὁ ἄργυρος δὲν ἔχουσιν ἄλλην σημασίαν εἰμὴ ὅτι
2266ἔχουσιν ἀξίαν· δʹ. «ὅτι τὸ δημόσιον ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην
2267τῶν ἐπιγινομένων δυστυχημάτων ἐν τοῖς μεταλλείοις καὶ προ-
2268καλεῖ δυσαρεσκείας καὶ ταραχὰς διὰ τὴν ὕψωσιν τῆς τιμῆς
2269τῶν μετάλλων καὶ ἰδίως τῶν ἀνθράκων καὶ τοῦ σιδήρου.»
2270§159ΜΙΛΗΣΗΣ. Ποῖος ἀνέφερε τὰ ἐπιχειρήματα αὐτά;
2271§160ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ Daloz.
2272§161ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐνόμιζον ὅτι ἀνασκευάζητε ἐπιχειρήματα ῥηθέν-
2273τα ἐνταῦθα ἀπὸ τοῦ βήματος.
2274§162ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοσοῦτον σοφὸς ὁ πόλεμος ὑμῶν δὲν ὑπῆρ-
2275ξε· πολὺ σοφώτεροι ὑμῶν τὰ εἶπον. Ἀλλὰ ἐνταῦθα, κύριοι,
2276δὲν πρόκειται περὶ μεταλλείων καὶ οὐδέποτε θέλει συμβῆ
2277δυστύχημα κατὰ τὴν ἐκκαμύνευσιν τῶν ἐκβολάδων, οὐδὲ
2278θέλει συμβῆ ἡ παραμικρὰ ταραχὴ καὶ ἐκ τούτου νὰ προκύψῃ ἡ
2279εὐθύνη τοῦ δημοσίου, ὡς ἐδύνατο νὰ συμβῇ ἐὰν ὁ ἄνθραξ καὶ ὁ
2280σίδηρος, τὰ ὁποῖα καθὼς προεῖπον ἀποτελοῦν τὸν ἐπιούσιον
2281ἄρτον τῆς βιομηχανίας, ἤθελον κατασταθῇ μονοπώλιον τῆς Κυ-
2282βερνήσεως.
2283Ἀλλὰ κύριοι, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι οἱ ὁποῖοι πολεμοῦν τὸ σύστημα τῆς
2284ἀμέσου παρὰ τοῦ δημοσίου μεταλλεύσεως τῶν μεταλλείων, καὶ
2285τῶν ὁποίων τὰ ἐπιχειρήματα, ὡς σᾶς προεῖπον, δὲν ἔχουν καμ-
2286μίαν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι πρόκειται περὶ ἐκβο-
2287λάδων, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ὁμολογοῦν, ὅτι καὶ αὐτῶν τῶν μεταλλείων
2288ἡ μετάλλευσις δύναται νὰ γείνῃ ὑπὸ τοῦ δημοσίου εὐτυχῶς,
2289ἀλλ’ εἰς ὡρισμένας περιστάσεις. «Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ (λέ-
2290γουσιν οἱ ἐναντίοι) ὅτι εἰς τόπον ἔνθα τὸ μέταλλον εἶναι ἄφθο-
2291νον καὶ ἡ μετάλλευσις αὐτοῦ εὔκολος, καὶ ὅπου τὸ ἐπιχειρημα-
2292τικὸν πνεῦμα καὶ τὰ κεφάλαια εἰσὶν ἀνεπαρκῆ, δὲν εἶναι μόνον
2293δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποκατασταθῇ
2294εἰς τὴν ἀνεπαρκῆ ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν τῆς μεταλλεύσεως
2295μεταλλικοῦ πλούτου χρησίμου τοῖς καταναλωτοῖς.» Dans un
2296pays où les minerais sont abondants et d’ unte exploit tion
2297acile et ou l'esprit d'entreprise et des capitaux sont insuf
2298fisants, ce ne soit non seulement un droit mais même un
2299devoir pour l’ état de se substituer à l'industrie privée de-
2300faillante dans l'exploitation d'une richesse minérale qu'il im-
2301porte, avant tout, de mettre à la disposition des consomateurs.»
2302Ὥστε αὐτοὶ οἱ ἴδιοι οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦν τὸ σύστημα τῆς
2303μεταλλεύσεως τῶν μεταλλείων παρὰ τοῦ δημοσίου, αὐτοὶ οἱ ἴ-
2304διοι ὁμολογοῦν, ὅτι εἰς μερικὰς περιστάσεις, ὄχι μόνον εἶναι
2305δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον τοῦ δημοσίου νὰ ἐπιχειρήσῃ αὐτήν.
2306Ποῖαι εἶναι, κύριε, αἱ περιστάσεις αὗται; — «Ὅταν ἦναι ἄφθο-
2307νον τὸ μέταλλον» καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι εἴμεθα εἰς τὴν περί-
2308στασιν ταύτην· «καὶ ἡ μετάλλευσις αὐτῶν εὔκολος,» νομίζω,
2309ὅτι εἴμεθα εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, διότι οὔτε εἰς τὸ ἄδηλον
2310νὰ τὰ ἀναζητήσωμεν πρόκειται, οὔτε δι’ ἀτρύτων πόνων καὶ κιν-
2311δύνων νὰ τὰ ἀνακαλύψωμεν. «Ἐὰν τὸ ἐπιχειρηματικὸν πνεῦμα
2312ᾖναι ἐνδεὲς καὶ τὰ κεφάλαια ἀνεπαρκῆ» καὶ νομίζω, κύριοι,
2313ἐπίσης εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν εὑρισκόμεθα ἐν Ἑλλάδι· καὶ εἶναι μὲν
2314ἀληθὲς, ὅτι περὶ τῶν δύο τούτων τελευταίων δὲν δυνάμεθα
2315νὰ εἴπωμεν σήμερον ὅ,τι θὰ ἐλέγαμεν πρὸ εἴκοσιν ἐτῶν, διότι
2316καὶ τὸ πνεῦμα τῆς ἐπιχειρήσεως ἀνεπτύχθη, καὶ τὰ κεφάλαια
2317ηὔξησαν, ἀλλὰ ὅταν συλλογισθῶμεν ὅτι οἱ γράφοντες γράφουν
2318περὶ τῆς Εὐρώπης, καὶ ὅτι πρὸς ἀμφότερα εἴμεθα ὑποδεέστεροι
2319τῶν Εὐρωπαίων, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι περὶ ἡμῶν
2320κυρίως τὰ γράφουσι.
2321Προχωρῶ, κύριοι, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν αὐτοῦ τοῦ θέματος
2322χωρὶς νὰ κουράζῃ νομίζω τὴν Βουλὴν τοῦτο. Καὶ αὐτὰ τὰ
2323ἔθνη τὰ Εὐρωπαϊκὰ, τὰ ὁποῖα ἔχουν νόμους ὁμοίους μὲ τὸν
2324ἡμέτερον νόμον τοῦ 1861 περὶ μεταλλείων, καὶ αὐτὰ ἀκόμη
2325μεταλλεύονται ἀπ’ εὐθείας ὄχι ἐκβολάδας καὶ σκωρίας (ἐὰν
2326ἐπρόκειτο περὶ τῆς διακρίσεως αὐτῆς δὲν ἤθελον διστάσει
2327οὔτε στιγμήν), ἀλλὰ μεταλλεῖα. Εἰς τὸ Βέλγιον, φέρ’ εἰπεῖν
2328τὸ δημόσιον μεταλλεύεται ἀπ’ εὐθείας ἀνθρακωρυχεῖα. Ἀλλ’ οἱ
2329ἐναντίοι τῆς ἀρχῆς, ὅτι τὸ δημόσιον δύναται νὰ μεταλλεύηται
2330ἀπ’ εὐθείας, θεωροῦν τὴν περίστασιν ταύτην ὡς ἐξαιρετικήν. Εἰς
2331τὸ Βέλγιον, λέγουν, μεταλλεύονται ἄνθρακες καὶ ἐπιτυγχάνει
2332ἡ μετάλλευσις, ἀλλὰ διατί; πρῶτον διότι τὸ ὀρυκτὸν εἶναι
2333ἄφθονον, δηλαδὴ εὑρέθη εἰς τὰ μεταλλεῖα, τὰ ὁποῖα τὸ δημό-
2334σιον μεταλλεύεται, ἄφθονος ἄνθραξ. Δεύτερον διότι τὰ μεταλ-
2335λεῖα ταῦτα εἶχον ἀρχίσει νὰ μεταλλεύωνται ἑταιρίαι πρὶν,
2336ἕνεκα δὲ διαφόρων περιστάσεων τὰ ἠγόρασεν ἡ κυβέρνησις
2337εὐθηνά. Τρίτον διότι ἡ ἐξόρυξις αὐτῶν εἶναι εὔκολος. Ὑποθέτω
2338ὅτι οὐδεμία τῶν περιστάσεων τούτων εἶναι ξένη τοῦ προκει-
2339μένου. — Εἶναι ἀληθὲς ὡσαύτως, λέγουν, ὅτι ὑπάρχουν κυβερ-
2340νήσεις, καθὼς ἡ τοῦ Βελγίου, αἱ ὁποῖαι ἔχουν τὴν ἐπιχείρησιν
2341σιδηροδρόμων, τοὺς ὁποίους συντηροῦν ἰδίοις ἀναλώμασι καὶ
2342δι’ ἴδιον λογαριασμόν· ἀλλὰ καὶ αὐτὰ πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν
2343ἐξαιρέσεις, διότι ἐπὶ σιδηροδρόμων ἠμπορεῖτε νὰ προϋπολογί-
2344σητε τὰ ἔξοδα τῆς πρώτης ἐγκαταστάσεως, καὶ κατὰ
2345προσέγγισιν τὰς ἀπολαυὰς πρὶν ἀρχίσητε τὴν ἐπιχείρη-
2346σιν· ἀμφότερα ὅμως ἐπὶ μεταλλείων δὲν ἀπαντῶνται. Βλέ-
2347πετε, ὅτι τὴν σύγκρισιν κάμνω πρὸς τὰ μεταλλεῖα πάντοτε.
2348Καὶ τὰ αὐτὰ περίπου λέγουσι καὶ περὶ τῶν δασῶν.
2349Δὲν εἶναι λοιπὸν, κύριοι, ἀρχὴ ἀπολύτως ἀληθὴς, ὅτι τὸ δη-
2350μόσιον εἶναι κακὸς ἐπιχειρηματίας· μάλιστα φρονῶ, καθὼς τὸ
2351προεῖπον, ὅτι εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν θὰ ἦναι ὁ ἄρι-
2352στος. Εἶναι δὲ τοῦτο, κύριοι, φυσικὸν καὶ διὰ τὴν θέσιν, τὴν
2353ὁποίαν τὸ δημόσιον ἔχει ἐν τῇ ἐπιχειρήσει ταύτῃ, ὅπως εἶπον
2354καὶ χθές· διότι κύριος τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης εἶναι τὸ δημό-
2355σιον καὶ οὐχὶ ὁ ἐργολάβος, ὁ ὁποῖος καταβάλλει τὰ κεφάλαια
2356τῶν μηχανῶν τῆς ἐκκαμινεύσεως πρὸς κίνησιν τῆς ἐπιχειρήσεως.
2357Δὲν ἐπιθυμῶ, κύριοι, νὰ προξενήσω στενοχωρίαν εἰς κανένα·
2358καὶ δὲν ἐκτείνω τὸν λόγον· ἐνθυμοῦμαι τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν
2359ὁποίαν ἀνέλαβα, ὅτι μόνον περὶ τῆς τακτοποιήσεως τοῦ ζητή-
2360ματος θέλω ὁμιλήσει.
2361Εἶπον, ὅτι δύο εἶναι τὰ ζητήματα τὸ τῆς παραχωρήσεως ἐπὶ
2362δημοπρασίας, καὶ τὸ τῆς καθαρᾶς προσόδου· κατὰ τοῦ δευτέ-
2363ρου ἀντιτάσσεται τὸ ἀκαθάριστον, κατὰ τοῦ πρώτου ἡ ἐκκα-
2364μίνευσις ἡ ἄμεσος παρὰ τοῦ δημοσίου. Φρονῶ, ὅτι ἡ πρότασις
2365τοῦ κ. Ζαΐμη καὶ ὡς δοκιμὴ ἂν θεωρηθῇ (καὶ ὅπως ἔχει, φρονῶ
2366ὅτι δοκιμὴ εἶναι, διότι περιορίζεται ἐπὶ ἓν ἔτος) εἶναι δίκαιον
2367νὰ ἀποφασισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς ἐν ἀρχῇ, καὶ ὡς ὁριστικὸν μέ-
2368τρον θεωρῶ αὐτὴν ὡς τὸν καταλληλότερον πάντων τῶν τρόπων.
2369§163Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω· περιορίζομαι ἐντὸς τοῦ
2370θέματος, διότι νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις ἐθεωρήθη περαιωμένη.
2371Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα, καὶ τὴν ὁποίαν ἔχετε τυπω-
2372μένην, εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκα ἐν τῇ
2373ὁμιλίᾳ μου. Ὑπεστήριξα, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου
2374δύνανται νὰ συμβαδίσωσι μὲ τὴν ἄμεσον ἐκκαμίνευσιν ὑπὸ τοῦ
2375δημοσίου γενησομένην· διότι ἔχω ἀδιάσειστον πεποίθησιν διὰ
2376λόγους, οὓς θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐκθέσω, ὅτι ἡ ἐκκαμίνευσις τῶν
2377ἐκβολάδων θὰ περιέλθῃ ἐπὶ τέλους εἰς τὴν διαχείρησιν τοῦ δη-
2378μοσίου· ἡ πρότασίς μου λοιπὸν δὲν περιέχει, ὡς τὴν ἐχαρακτή-
2379ρισεν ὁ κύριος Δεληγεώργης, ἁπλῆν δοκιμὴν, εἶνέ τι ἄλλο, παρὰ
2380δοκιμή. Δὲν δύναται δὲ ἡ πρότασίς μου νὰ ἔχῃ τὸν χαρακτη-
2381ρισμὸν αὐτὸν, διότι ὅταν ἐξέθηκα τὴν ἰδέαν μου ταύτην κατὰ
2382πρῶτον, τὸ ζήτημα τῆς δοκιμῆς ἦτο ἤδη λελυμένον, διότι πρὶν
2383ὁμιλήσῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἢ ὁ
2384πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου, διεβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ
2385τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ κυβέρνησις θὰ ζητήσῃ
2386πίστωσιν διὰ νὰ κάμῃ ἐν μικρῷ δοκιμὰς περὶ τῶν ἐκβολάδων.
2387Δὲν ἔχει λοιπὸν τὸν χαρακτῆρα τῆς δοκιμῆς ἡ πρότασις ἐκείνη,
2388ἀλλ’ ἕτερον ῥητῶς ἐν αὐτῷ ἐμφαινόμενον. Ἡ πρότασίς μου προ-
2389βλέπει τὴν περίστασιν ἐκείνην, καθ’ ἣν τὸ συμβούλιον τὸ μεταλ-
2390λευτικὸν δὲν ἤθελεν εὕρει ὠφελίμους εἰς τὸ δημόσιον τὰς προσ-
2391φορὰς, αἵτινες τυχὸν ἤθελον γίνει ὑπὸ ἑταιριῶν· ἐν τοιαύτῃ πε-
2392ριπτώσει, λέγει ἡ πρότασίς μου, τὸ δημόσιον ὀφείλει ν’ ἀναλάβῃ
2393δι’ ἴδιον λογαριασμὸν τὴν ἐκκαμίνευσιν· προσέθηκα δὲ ἓν ἔτος,
2394ἀλλ’ εἰς τοῦτο δὲν ἐπιμένω. Ἰδοὺ δὲ ὁ λόγος, δι’ ὃν ἔθηκα ἓν
2395ἔτος· ἂν εἰς ἕτερα κράτη ἡ ἐκκαμίνευσις μεταλλείων γίνεται
2396ὑπὸ τοῦ δημοσίου, τοῦτο δὲν μ’ ἐνισχύει πολὺ εἰς τὸ νὰ κηρυ-
2397χθῶ ὀπαδὸς τῆς ἐν Ἑλλάδι καμινεύσεως ὑπὸ τοῦ δημοσίου· ἂν
2398αἱ προσφοραὶ, αἱ ὁποῖαι θὰ γείνουν ὑπὸ ἰδιωτικῶν ἑταιριῶν, δὲν
2399ἦναι συμφέρουσαι εἰς τὸ δημόσιον, τότε φρονῶ, ὅτι κατ’ ἀνάγ-
2400κην πρέπει τὸ δημόσιον νὰ λάβῃ τὴν ἐκκαμίνευσιν, ἔθηκα δὲ
2401ἓν ἔτος διότι ἠννόουν ὅτι ἡ ἐκκαμίνευσις αὐτὴ δὲν θὰ ἐγί-
2402νετο ἐν μικρῷ σχεδίῳ, ἀλλ’ ἐν μεγάλῳ, ὅτι ἤθελον κατατεθῆ
2403κεφάλαια, διότι ἤθελον ἐγερθῆ ἐργοστάσια κ. τ. λ. καὶ ἑπο-
2404μένως ἂν μετὰ ἓν ἔτος τὸ δημόσιον εὕρῃ ὅτι ἡ τοιαύτη
2405παρ’ αὐτοῦ ἐκκαμίνευσις δὲν εἶναι συμφέρουσα, τότε νὰ πα-
2406ραχωρήσῃ τὰ ἐργοστάσια, τὰς μηχανὰς καὶ πάντα εἰς ἑται-
2407ρίαν ἐξ ἐκείνων, αἵτινες ἤθελον παρουσιασθῆ. Ἐζήτησα δὲ διὰ
2408τῆς προτάσεως αὐτῆς νὰ θέσω ὅρους, οἱ ὁποῖοι ν’ ἀσφαλί-
2409ζωσι μεγαλειτέραν ὠφέλειαν εἰς τὸ δημόσιον, ἀλλὰ γνωρί-
2410ζετε, ὅτι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ὁ κύριος Δεληγεώργης ἀνέφερε
2411περὶ τῆς ὑπὸ τοῦ δημοσίου ἐκκαμινεύσεως, δύνανται νὰ ἦναι
2412ἰσχυροί· δὲν τοὺς διαφιλονεικῶ, ἀλλ’ ἡ ἐμὴ πεποίθησις εἶναι,
2413ὅτι ἐν Ἑλλάδι, ὅσον εἶναι δυνατόν, τὸ δημόσιον πρέπει νὰ ἀ-
2414πομακρύνηται ἀπὸ τὰς ἐπιχειρήσεις, διότι δυστυχῶς μέχρι τοῦδε
2415ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ἐν Ἑλλάδι τοὐλάχιστον, ὅτι τὸ δημόσιον
2416εἶναι κακὸς ἰδιοκτήτης καὶ κακὸς ἐργολάβος. Εὔχομαι νὰ ἔλθῃ
2417ἄλλη ἐποχὴ, καθ’ ἣν νὰ ψευσθῇ ἡ πεῖρα αὕτη.
2418Ἡ πρότασίς μου λοιπὸν δὲν δύναται ν’ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς
2419γνώμης τοῦ νομοσχεδίου. Τὴν πρότασίν μου μάλιστα ἐχαρα-
2420κτήρισα ὡς ἄρθρον, τὸ ὁποῖον νὰ τεθῇ μετὰ τὰς γενικὰς δια-
2421τάξεις περὶ παραχωρήσεως· ἡ θέσις του εἶναι μετὰ τὸ ἄρθρον
242216. Δὲν ἔχει δὲ τὸν χαρακτῆρα τῆς δοκιμῆς, καὶ πιστεύω, ὅτι
2423ὁ κ. Δεληγεώργης θέλει πεισθῆ, ὅτι ἡ πρότασίς μου δὲν δύ-
2424ναται ν’ ἀντιταχθῇ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ἀπὸ τοῦδε ἐκ-
2425καμίνευσις δύναται ν’ ἀντιταχθῇ, ὡς καὶ ἡ ἑτέρα πρότασις τοῦ
2426κ. Ῥοντήρη, ποτὲ ὅμως ἡ ἰδική μου.
2427§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουρ-
2428γείου, τὴν πρότασιν τῶν βουλ. Δημητριάδου, Ῥοντήρη καὶ Ζέγ-
2429γελη, τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥοντήρη καὶ τὴν προταθεῖσαν πρό-
2430τασιν τοῦ κ. Ζαΐμη ὑπὸ τοῦ Κ. Δεληγεώργη.
2431§165ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ προτείνων τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ζαΐμη,
2432ἐννοεῖται ὅτι ἐνόμιζον, ὅτι καὶ ὁ κ. Ζαΐμης ἤθελε συναινέσει,
2433ἄλλως δὲν δύναται νὰ ψηφοφορηθῇ.
2434§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὴν παραλείπομεν εἰς τὴν παροῦσαν
2435ψηφοφορίαν. Ἔχουσι δὲ τροπολογίας ὁ κ. Βακαλόπουλος, Γρηγό-
2436ριος Δημητριάδης καὶ ἄλλοι βουλευταὶ, καὶ ὁ κ. Φλέσσας.
2437§167Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ἵνα ψηφοφορήσωμεν τακτικῶς, λέγω, ὅτι
2438πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ὁ Κ.
2439Δεληγεώργης ἐπεκαλέσθη περὶ τῶν resolution τοῦ ἀγγλικοῦ παρ-
2440λαμέντου. Δύο τινὰ περιέχει ἡ ἀρχὴ τοῦ νόμου, τὴν παραχώ-
2441ρησιν τῶν ἐκβολάδων διὰ συναγωνισμοῦ, καὶ δεύτερον τὴν φο-
2442ρολογίαν τῆς καθαρᾶς προσόδου. Ἐπὶ τούτων ἔρχονται τροπο-
2443λογίαι· ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τῆς καθαρᾶς προσόδου ἔρχεται
2444ἡ τῆς ἀκαθαρίστου, κατόπιν ὡς πρὸς τὴν διάθεσιν τῶν ἐκβο-
2445λάδων διὰ συναγωνισμοῦ ἀντιτάσσεται ἡ ἄμεσος ἐκκαμίνευσις,
2446καὶ ἡ δι’ ἑταιρίας ἀνωνύμου, ὡς ἐπρότεινεν ὁ κ. Ῥοντήρης.
2447§168ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἰδική μου τροπολογία ἀφορᾷ τὸ γράμ-
2448μα τοῦ δευτέρου ἄρθρου. (θόρυβος)
2449§169ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ ἀπωτέρω πρότασις εἶναι ἡ τῆς ἀναβολῆς.
2450§170ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Ζαΐμης, πρέπει νὰ ψη-
2451φοφορήσωμεν τὰς ἀρχὰς, ἀναβολὴ ἢ ὄχι, δημοπρασία ἢ ὄχι,
2452καθαρὰ πρόσοδος ἢ ὄχι.
2453§171ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
2454§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπωτέρω πρότασις εἶναι ἡ τοῦ κυρίου Ῥοντήρη
2455περὶ ἀναβολῆς, ὅτι ἡ ὁριστικὴ διάθεσις τῶν ἐκβολάδων ἀνα-
2456βάλλεται μέχρις οὗ προηγηθῶσιν αἱ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 6ου τοῦ
2457ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου ἔρευναι.
2458§173ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἂς προβῶμεν, κύριε πρόεδρε, εἰς τὰς λοιπὰς
2459προτάσεις, ἀποσύρομεν τὴν ἀναβολήν.
2460§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται ἤδη ἡ πρότασις τῆς διὰ δημοπρασίας
2461διαθέσεως, ἢ τῆς δι’ ἐκκαμινεύσεως διὰ λογαριασμὸν τοῦ δη-
2462μοσίου.
2463§175ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ διὰ δημοπρασίας διάθεσις τῶν
2464ἐκβολάδων ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ διάθεσις δὲ
2465ἡ ἄμεσος ἀποτελεῖ τροπολογίαν, καὶ εἶναι ἡ ἀπωτάτη τῶν
2466τροπολογιῶν. Αὕτη λοιπὸν πρέπει νὰ προηγηθῇ εἰς τὴν ψηφο-
2467φορίαν.
2468§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοὐτέστιν ἡ πρότασις τοῦ βουλευτοῦ Φλέσσα.
2469§177ΔΑΓΡΕΣ. Μίαν ἐξήγησιν. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα διατεθει-
2470μένοι νὰ ψηφοφορήσωμεν κατὰ τῆς ἀμέσου διαθέσεως, κατόπιν
2471θὰ παραδεχθῶμεν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ζαΐμης ὑπέβαλε.
2472Λοιπὸν ἀποκρούοντες τὴν ἄμεσον διάθεσιν, ἐννοεῖται ἐπιφυλασ-
2473σόμεθα κατόπιν νὰ ψηφοφορήσωμεν ὅτι δεχόμεθα αὐτὴν, ὅταν
2474προηγηθῇ μία δημοπρασία. Κάμνω τὴν ἐξήγησιν ταύτην ἵνα
2475μὴ προκύψωσιν ἀμφιβολίαι κατόπιν.
2476§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν, ὅτι αἱ ἐκβολάδες πρέ-
2477πει νὰ ἐκκαμινευθῶσι διὰ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου, ἀποκλειο-
2478μένου τοῦ διὰ δημοπρασίας συναγωνισμοῦ, παρακαλοῦνται νὰ
2479ἐγερθῶσι. (θόρυβος).
2480§179ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (ἐγειρόμενοι). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
2481§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν πρότασιν, ὡς ἀνε-
2482γνώσθη, λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι, λέγουσιν ὄχι. (Ἐν-
2483ταῦθα γίνεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία.
2484Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν Βουλευτῶν.
2485Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος.
2486Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν ἄμεσον τῶν ἐκβολάδων ἐκκαμίνευσι
2487διὰ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου, ναὶ ἢ ὄχι;
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2488Κ. Μ. Θεοδώρου Ο Δ. Τσιτσάρας Ο
2489Α. Κ. Μιχαλόπουλος Ν Κ. Γιολδάσης Ν
2490Ἀντ. Βενιζέλος Ν Π. Μανωλίδης Ν
2491Ἀναγ. Γιαννουλίδης Ο Εὐθ. Γοβέλης Ο
2492Ν. Π. Καΐρης Ο Κ. Λομβάρδος Ο
2493Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανὸς Ν Α. Γαΐτας Φοσκάρδης Ο
2494Ν. Τσώκρης Ο Σπ. Λεονταράκης Ο
2495Α. Ζαΐμης Ο Ἰω. Σούλης Βάρκας Ο
2496Α. Δανόπουλος Ο Α. Γκοῦσκος Ο
2497Ἰω. Λέκας Ν Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Ο
2498Δημ. Καλλιφρονᾶς Ν Λ. Κρεστενίτης Ν
2499Σκαρλ. Σοῦτσος Ο Θ. Δαραλέξης Ο
2500Περ. Α. Πετράκης Ο Ἐπ. Κρεστενίτης Ν
2501Στυλ. Κολιάτσος Ν Α. Πετραλιᾶς Ν
2502Α. Ἴσκος Ν Δ. Κλίμακας Ο
2503Ἰω. Καραγιαννόπουλος Ν Λ. Κατσίνας Ν
2504Δ. Γρίβας Ν Ἀναγν. Δημητρίου Ο
2505Π. Πετιμέζης Ο Γ. Δελένδας Ο
2506Α. Μαγγίνας Ο Σπ. Μαλασπίνας Ο
2507Θ. Π. Δηλιγιάννης Ο Γ. Μ. Βαλλιάνος Ο
2508Κ. Πλαπούτας Ο Κ. Δ. Πετάλας Ο
2509Α. Ἀντωνόπουλος Ο Μ. Παΐζης Ο
2510Χ. Ῥηγόπουλος Ο Θρ. Ζαΐμης Ο
2511Ἰω. Ῥοῦλος Ο Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς Ο
2512Κ. Λαμπρυνόπουλος Ο Α. Διαμαντόπουλος Ο
2513Κωνστ. Κοσσονάκος Ο Γ. Παπαδαῖος Ο
2514Θεόδ. Τζανετάκης Ν Ἰω. Σοφιανόπουλος Ο
2515Ἰωάν. Σαφάκας Ο Γ. Πεῤῥωτῆς Ο
2516Ν. Κατσικαπῆς Ο Κ. Δαγρὲς Ν
2517Ἀριστ. Διδωρίκης Ο Ἰω. Φλέσσας Ο
2518Ν. Παπαμιχαλόπουλος Ο Α. Κοντόσταυλος Ο
2519Ἰω. Καπιτσίνης Ο Δ. Λένωσης Ο
2520Γ. Μίλησης Ο Γ. Παπανικολάου Ο
2521Δ. Σ. Μήτσας Ο Ἰω. Μπαλάφας Ο
2522Ν. Μ. Κοζαδῖνος Ν
2523Ν. Ἀγγελίδης Κίμων Χριστοδούλου
2524Ἰάκ. Πολυλᾶς Ο Δ. Σαράβας Ο
2525Ἀ. Παπαδάτος Α. Καπετανάκης Ο
2526Ἰω. Τοπάλης Μιχ. Καπετανάκος Ο
2527Ἰω. Δεληγιάννης Ο Ἰω. Κατσάκος
2528Ἐπ. Καμπερόπουλος Ο Χ. Χριστόπουλος
2529Ἀνδ. Νοταρᾶς Ζαρ. Ζαρειφόπολος
2530Σ. Λ. Νοταρᾶς Ο Α. Παπαλέξης Ο
2531Ἀναστά. Δημητριάδης Ν Π. Κωσταντᾶς
2532Λ. Μεταξᾶς Θ. Ῥωμαῖος
2533Σ. Μονόπωλης Ν Ν. Λοῦβρος
2534Ἀγ. Μαντζαβῖνος Γ. Ἰακωβάτος
2535Γ. Δρακονταειδής Ν Χ. Ἰακωβάτος
2536Δ. Ῥαπτάκης ἀρν.Μ. Χαριτάτος
2537Γ. Ἀρώνης ΠαναγιωτόπουλοςΟ Α. Μουρίκης Ν
2538Κ. Πανάρετος Ο Εὐθ. Κεχαγιᾶς Ο
2539Ἀ. Καρδαρᾶς Ο Λ. Καραλίβανος
2540Θ. Θερμογιάννης Ν Π. Τζαμάλας Ν
2541Γ. Βακαλόπουλος Ο Περ. Καλαμογδάρτης Ο
2542Δ. Σαῤῥιγιάννης Ν Δ. Κανακάρης Ο
2543Ν. Βαρβιτζιώτης Ο Γ. Ῥοῦφος
2544Ἰω. Βαλασόπουλος Ο Γ. Πράτσικας
2545Ν. Θ. Λεώπουλος Ν Ἀθ. Μισυρλῆς Ο
2546Ἀναστ. Κοφιωτάκης Ο Δ. Τριγγέτας
2547Σπ. Κοπανίτσας Ο Γ. Δελλαπόρτας
2548Γ. Λάπας Ο Ι. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
2549Φ. Ι. Φίλωνος Ο Ἰω. Δεστούνης
2550Γερ. Σέρβος Ο Κ. Ἐπιφανίου Ο
2551Σπυρ. Βαλαωρίτης Γ. Α. Γεωργιάδης Ν
2552Λ. Σταματόπουλος Δ. Ι. Κουνουπιώτης
2553Δ, Τσαμόπουλος Ο Γ. Κούτσης
2554Θ. Γεωργίου Γ. Μπούμπουλης
2555Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος Δ. Χρηστίδης Ν
2556Ἰω. Ταμπακόπουλος Ο Π. Σεβαστόπουλος
2557Χ. Λ. Χρηστόπουλος Ο Α. Βαφιαδάκης Ν
2558Δ. Ζέγγελης Ο Ἰω. Ζαλώνης
2559Π. Κ. Μανέτας Ν Μ. Ε. Παρίσης Ο
2560Ἡλ. Φλέσσας Ν Ἰάκ. Παξιμάδης Ο
2561Ἀθ. Κατριβάνος Ο Σ. Σωτηρόπουλος Ο
2562Ἰω. Πανούσης Ν Δ. Ν. Πονηρόπουλος Ο
2563Γ. Μαλέας Ο Ἀθ. Γρηγοριάδης Ο
2564Ν. Παγκράτης Ο Β. Σκαλτσοδῆμος Ν
2565Κ. Κοκκινώρης Ο Κ. Στεργιαλόπουλος
2566Ν. Καρύδης Ο Στ. Κοριζῆς Ο
2567Ἐπ. Δεληγεώργης Ν Ν. Πιπῖνος Ο
2568Γ. Γουλιμῆς Δ. Γ. Βούλγαρης
2569Ἀλεξ. Κουμουνδοῦρος Ο Ἰω. Καλογιάννης Ο
2570Περ. Μποῦτος Θ. Ν. Γκίκας Ο
2571Ἰω. Προβελέγγιος Δ. Χατζῖσκος
2572Ἰω. Ταταράκης Δ. Τσιριμῶκος Ο
2573Ἀ. Ῥαυτόπουλος Γ. Δυοβουνιώτης Ο
2574Μ. Δαμιράλης Γ. Ζουλούμης Ο
2575Κ. Κρίσπης Δ. Κριεζώτης Ο
2576Ν. Φαρμάκης Ο Δ. Οἰκονόμου Ο
2577Ἀθ. Ῥοντήρης Ν Κ. Πετσάλης
2578Εὐθ. Πλαστήρας Ν Μ. Ἀβέρωφ
2579Γρηγ. Δημητριάδης Ο Κ. Νικόδημος Ν
2580Κ. Εὐθυμιόπουλος Ν Ἰω. Κοττιᾶς
2581§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν 128 ἐξ ὧν 38 ὑπὲρ τῆς προτά-
2582σεως 89 κατὰ, ἀρνηθέντος ἑνὸς, ὥστε ἡ πρότασις ἔπεσε διὰ
2583ψήφων 89 κατὰ 38.
2584§182ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἤδη νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν
2585ἡ πρότασις ἡ ἰδική μου περὶ τῆς κατὰ σύμβασιν παραχωρή-
2586σεως τῆς ἐκκαμινεύσεως εἰς τὴν τῶν δήμων ἑταιρίαν, καὶ κατό-
2587πιν ἔρχεται ἡ διάθεσις διὰ δημοπρασίας, καὶ κατόπιν τὸ ζή-
2588τημα τοῦ καθαροῦ καὶ ἀκαθαρίστου.
2589§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Ῥον-
2590τήρη, ἥτις εἶναι ἡ ἑξῆς. «Ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν ἐκβολάδων νὰ
2591παραχωρηθῇ εἰς ἑταιρίαν, συγκροτουμένην ὑπὸ τοῦ δημοσίου, τῶν
2592δήμων καὶ ἰδιωτῶν.
2593§184ΡΟΝΤΗΡΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (ἐγειρόμενοι). Δι’ ὀνομαστι-
2594κῆς κλήσεως.
2595§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν πρότασιν τοῦ κ.
2596Ῥοντήρη λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. (Γίνε-
2597ται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία.)
2598Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν Βουλευτῶν
2599Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος.
2600Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν ἐκκαμίνευσιν ὑπὸ τοῦ Δήμου
2601ναὶ ἢ ὄχι;
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2602Κ. Μ. Θεοδώρου Ο Κ. Λομβάρδος Ο
2603Α. Κ. Μιχαλόπουλος Α. Γαΐτας Φωσκάρδης Ο
2604Ἀντ. Βενιζέλος Ν Σπ. Λεονταράκης Ο
2605Ἀναγ. Γιαννουλίδης Ο Ἰω. Σούλης Βάρκας Ο
2606Ν. Π. Καΐρης Λ. Γκοῦσκος
2607Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός Ν Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Ο
2608Ν. Τσώκρης Ν Δ. Κρεστενίτης Ν
2609Α. Ζαΐμης Ο Θ. Δαραλέξης Ο
2610Ἀ. Δανόπουλος Ο Ἐπ. Κρεστενίτης Ν
2611Ἰω. Δέκας Ν Α. Πετραλιᾶς Ν
2612Δημ. Καλλιφρονᾶς Ν Δ. Κλίμακας
2613Σκαρλ. Σοῦτσος Ο Δ. Κατσίνας Ν
2614Περ. Α. Πετράκης Ο Ἀναγ. Δημητρίου Ο
2615Στυλ. Κολιάτσος Ο Γ. Δελένδας
2616Α. Ἴσκος. Ν Σπ. Μαλασπίνας Ο
2617Ἰω. Καραγιαννόπουλος Ν Γ. Μ. Βαλλιάνος
2618Δ. Γρίβας Ν Κ. Δ. Πεταλᾶς
2619Π. Πετιμέζης Ο Μ. Παΐζης
2620Α. Μαγγίνας Ο Θρ. Ζαΐμης Ο
2621Θ. Π. Δελιγιάννης Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς Ο
2622Κ. Πλαπούτας Α. Διαμαντόπουλος Ο
2623Α. Ἀντωνόπουλος Ο Γ. Παπαδαῖος Ο
2624Χ. Ῥηγόπουλος Ο Ἰω. Σοφιανόπουλος Ο
2625Ἰω. Ῥοϊλὸς Ο Γ. Πεῤῥωτὴς Ο
2626Κ. Λαμπρυνόπουλος Κ. Δαγρὲς Ο
2627Κωνστ. Κοσονάκος Ο Ἰω. Φλέσσας Ν
2628Θεόδ. Τζαννετάκης Ν Α. Κοντόσταυλος Ο
2629Ἰωάν. Σαφάκας Ο Δ. Λένωσης
2630Ν. Κατσικαπῆς Ο Γ. Παπανικολάου Ο
2631Ἀριστ. Λιδωρίκης Ο Ἰω. Μπαλάφας Ο
2632Ν. Παπαμιχαλόπουλος Ο Ν. Μ. Κοζαδῖνος Ο
2633Ἰω. Καπιτσίνης Ο Ν. Ἀγγελίδης
2634Γ. Μίλησης Ο Ἰ. Πολυλᾶς Ο
2635Α. Σ. Μήτσας Ο Α. Παπαδάτος
2636Δ. Τσιτσάρας Ο Ἰω. Τοπάλης
2637Κ. Γιολδάσης Ν Ἰω. Δεληγιάννης Ο
26381. Μανωλίδης Ν Ἐπαμ. Καμπερόπουλος Ο
2639Εὐθ. Γουβέλης Ο Ἀνδρ. Νοταρᾶς
2640Σ. Α. Νοταρᾶς Ο Μ. Καπετανάκος Ο
2641Ἀναστ. Δημητριάδης Ν Ἰω. Κατσάκος
2642Α. Μεταξᾶς Χ. Χριστόπουλος
2643Σ. Μονόπωλης Ν Ζαρ. Ζαρειφόπουλης
2644Α. Μαντζαβῖνος Α. Παπαλέξης Ο
2645Γ. Δρακονταειδὴς Ν Π. Κωσταντᾶς
2646Δ. Ῥαπτάκης Θ. Ῥωμαῖος
2647Γ. Ἀρώνης ΠαναγιωτόπουλοςΟ Ν. Λοῦβρος
2648Κ. Πινάρετος Ο Γ. Ἰακωβάτος
2649Α. Καρδάρας Ν Χ. Ἰακωβάτος
2650Θ. Θερμογιάννης Ν Μ. Χαριτάτος
2651Γ. Βακαλόπουλος ἀρν.Α. Μουρίκης
2652Δ. Σαριγιάννης Ν Εὐθ. Κεχαγιᾶς Ο
2653Ν. Βαρβιτζιώτης Ο Δ. Καραλίβανος
2654Ἰω. Βαλασόπουλος Ο Π. Τζαμαλᾶς Ν
2655Ν. Θ. Λεώπουλος Ν Περ. Καλαμογδάρτης Ο
2656Ἀναστ. Κορφιωτάκης Ο Θ. Κανακάρης Ο
2657Σπ. Κοπανίτσας Ο Γ. Ῥοῦφος
2658Γ. Λάππας Ο Γ. Πράτσικας
2659Φ. Ἰ. Φίλωνος Ο Α. Μισυρλῆς Ο
2660Γερ. Σέρβος Ο Δ. Τριγγέτας
2661Σπ. Βαλαωρίτης Γ. Δελλαπόρτας
2662Α. Σταματόπουλος Ι. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
2663Δ. Τσαμόπουλος Ο Ἰω. Δεστούνης
2664Θ. Γεωργίου Κ. Ἐπιφανίου Ο
2665Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος Ο Γ. Α. Γεωργιάδης Ν
2666Ἰω. Ταμπακόπουλος Ο Δ. Ι. Κουνουπιώτης
2667Χ. Α. Χρηστόπουλος Ο Γ. Κούτσης
2668Δ. Ζέγγελης Ο Γ. Μπούμπουλης
2669Π. Κ. Μανέτας Δ. Χρηστίδης Ν
2670Ἠλ. Φλέσιας Ν Π. Σεβαστόπουλος
2671Ἀθ. Κατριβάνος Ο Α. Βαφιαδάκης Ν
2672Ἰω. Πανούσης Ν Ἰω. Ζαλώνης
2673Γ. Μαλέας Ο Μ. Παρίσης Ο
2674Ν. Παγκράτης Ο Ἰάκ. Παξιμάδης Ο
2675Κ. Κοκκινώρης Ο Σ. Σωτηρόπουλος Ο
2676Ν. Καρύδης Ο Ν. Πονηρόπουλος Ο
2677Ἐπ. Δεληγεώργης Ν Ἀθ. Γρηγοριάδης Ο
2678Γ. Γουλιμῆς Β. Σκαλτσοδῆμος Ν
2679Ἀλεξ. Κουμουνδοῦρος Ο Κ. Στεργιαλόπουλος
2680Περ. Μποῦτος Στ. Κοριζῆς Ο
2681 Ν. Πιπῖνος Ο
2682Ἰω. Προβελέγγιος Δ. Γ. Βούλγαρης
2683Ἰω. Ταταράκης Ἰω. Καλογιάννης Ο
2684Α. Ῥαυτόπουλος Θ. Γκίκας Ο
2685Μ. Δαμιράλης Δ. Χατζῖσκος
2686Κ. Κρίσπης Δ. Τσιριμῶκος Ο
2687Ν. Φαρμάκης Ο Γ. Δυοβουνιώτης Ο
2688Α. Ῥοντήρης Ν Γ. Κ. Ζουλούμης Ο
2689Εὐθ. Πλαστήρας Δ. Κριεζώτης Ο
2690Γρηγ. Δημητριάδης Ο Δ. Οἰκονόμου Ο
2691Κ. Εὐθυμιόπουλος Ν Κ. Πετσάλης
2692 Μ. Ἀβέρωφ
2693Κίμων Χριστοδούλου Κ. Νικόδημος Ν
2694Δ. Σαράβας Ο Ἰω. Κοτσιᾶς
2695Α. Καπετανάκης Ο
2696§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν 125, κατὰ τῆς προτάσεως 91,
2697καὶ ὑπὲρ 34. Ἔχομεν ἤδη τὸ περὶ καθαροῦ καὶ ἀκαθαρίστου.
2698§187ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
2699Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 8 Μ. Μ.