Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Γ · Σύνοδος Β› Συνεδρίαση 68

1871.04.30

1.952 στίχοι · 14.181 λέξεις · 3 πίνακες · 189 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1871.04.30
Προεδρεία
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΛΟΜΒΑΡΔΟΥ
Περίοδος
Γ
Σύνοδος
Β
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Β (1871)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 68

Τῆς 30 Ἀπριλίου 1871.

(Παρασκευή).

Ὥρα 2 μ. μ.

Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος κύριος Τσιριμῶκος.

Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος· παρευρέθησαν δὲ οἱ ἑξῆς·

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κ. Μ. Θεοδώρου. Ἀν. Δημητριάδης.
Ἀ. Κ. Μιχαλόπουλος. Γ. Δρακονταειδής.
Ἀντ. Βενιζέλος. Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος.
Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός.Κ. Πανάρετος.
Ν. Τσώκρης. Ἀ. Καρδαρᾶς.
Ἀ. Ζαΐμης. Γ. Βακαλόπουλος.
Α. Δανόπουλος. Ν. Βαρβιτζιώτης.
Ἰω. Λέκας. Ν. Θ. Λεώπουλος.
Δημ. Καλλιφρονᾶς. Ἀ. Κορφιωτάκης.
Σκαρλ. Σοῦτσος. Γ. Λάππας.
Στυλ. Κολιάτσος. Φ. Ι. Φίλωνος.
Ἀ. Ἴσκος. Γερ. Σέρβος.
Ἰω. Καραγιαννόπουλος.Δ. Τσαμόπουλος.
Ἀ. Μαγγίνας. Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος.
Κ. Ῥηγόπουλος. Ἰω. Ταμπακόπουλος.
Ἰω. Ῥοΐλης. Χ. Χρηστόπουλος.
Ἀ. Κοσονάκος. Δ. Ζεγγέλης.
Ἰω. Σατάκης. Ἰω. Παούσης.
Ἀριστ. Διδωρίκης. Ν. Παγκράτης.
Γ. Μίλησης. Κ. Κοκκινώρης.
Ἀ. Σ. Μήτσας. Ν. Καρύδης.
Δ. Τσιτσάρας. Ἐπ. Δεληγεώργης.
Κ. Γιολδάσης. Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος.
Π. Μανωλίδης. Ἰω. Προβελέγιος.
Κ. Λομβάρδος. Ν. Φαρμάκης.
Ἀ. Γαΐτας Φωσκάρδης. Γρηγ. Δημητριάδης.
Σπ. Λεονταράκης. Δ. Σκάβας.
Ἰω. Σούλης Βάρκας. Μιχ. Καπετανάκος.
Ἀνδρ. Αὐγερινός. Ἀ. Παπαλέξης.
Δ. Κρεστενίτης. Π. Κωσταντῆς.
Θ. Δαραλέξης. Θ. Ῥωμαῖος.
Ἐπ. Κρεστενίτης. Μ. Χαριτᾶτος.
Ἀ. Πετραλιᾶς. Ἀ. Μουρίκης.
Δ. Κλίμακας. Εὐθ. Κεχαγιᾶς.
Δ. Κατσίνας. Π. Τζαμάλας.
Γ. Δελένδας. Θ. Κανακάρης.
Σπ. Μαλασπίνας. Ἀ. Μισυρλῆς.
Κ. Δ. Πεταλᾶς. Γ. Δελλαπόρτας.
Θρ. Ζαΐμης. Ἰω. Δεστούνης.
Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. Κ. Ἐπιφανίου.
Ἰω. Σοφιανόπουλος. Δ. Χρηστίδης.
Γ. Πεῤῥωτῆς. Μ. Ε. Παρίσης.
Ἀ. Κοντόσταυλος. Ἰάκ. Παξιμάδης.
Γ. Παπανικολάου. Δ. Πονηρόπουλος.
Ἰω. Μπαλάφας. Ν. Πιπῖνος.
Ν. Μ. Κοζαδίνος. Θ. Γκίκας.
Ἰω. Πολυλᾶς. Δ. Τσιριμῶκος.
Ἰω. Δεληγιάννης. Γ. Κ. Ζουλούμης.
Σπυρ. Νοταρᾶς. Δ. Κριεζώτης.
Δ. Οἰκονόμου. Κ. Νικόδημος.
Κ. Πετσάλης.

(Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;

§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνονται. — Ἔχομεν μίαν ἀναφορὰν, ἧς πρέπει νὰ λάβητε γνῶσιν. Ὁ βουλευτὴς Ῥοντήρης ἔπεμψεν εἰς τὸ προεδρεῖον τὴν ἑξῆς ἀναφορὴν, παρακαλῶ νὰ τὴν ἀκούσητε. «ἀφοῦ χθὲς ἡ πλειονοψηφία ἀπέκλεισε κτλ.» Συγκατατίθεται ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν;

§4ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἕκαστος τῶν κυρίων βουλευτῶν ἔχει δικαίωμα νὰ ζητῇ ἄδειαν ἀπουσίας, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσβάλλῃ τὸ σῶμα τῆς Βουλῆς. Νομίζω ὁ τρόπος, καθ’ ὃν συνετάχθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἀπουσίας εἶναι λίαν προσβλητικὸ διὰ τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς. Τὸν κύριον Ῥοντήρην τὸν ὑπολήπτομαι, τὸν ἐκτιμῶ διὰ πολλὰ προτερήματα, ἰδίως δὲ διὰ τὴν εὐφυΐαν του, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ τῷ ἐπιτρέψω νὰ μὴ σέβηται τὰς πεποιθήσεις τῶν ἄλλων, ὅπως θέλει οἱ ἄλλοι νὰ σέβωνται τὰς πεποιθήσεις τὰς ἰδικάς του. Ὁ κύριος Ῥοντήρης παραπονεῖται διατὶ ἀπέκλεισεν ἡ Βουλή...... (θόρυβος).

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι, μὴ διακόπτητε.

§6ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Νομίζω, κύριε πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορά.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεγνώσθη.

§8ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὴν ἤκουσα καλὰ, κύριε πρόεδρε, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐπαναληφθῇ.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε λοιπὸν διὰ νὰ ἀκουσθῇ ἀπὸ ὅλους. «ἀφοῦ χθὲς ἡ πλειονοψηφία ἀπέκλεισε κτλ.»

§10ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Ποία εἶναι ἡ προσβολή;

§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, παρακαλῶ, κύριοι. Ὁ κύρ. Κεχαγιᾶς ἐζήτησε τὸν λόγον, θὰ τὸν ἀκούσητε, καὶ τὸν ἀντικρούετε.

§12ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὡς λόγον τῆς ἀδείας προτείνει δύω τινὰ, 1) διότι ἡ Βουλὴ ἀπέκλεισε, δηλαδὴ ἡ πλειονοψηφία, ἣν πρέπει πάντες νὰ σέβωνται, διότι ἡ Βουλὴ ἀπέκλεισε τὸν συναιτερισμὸν τῶν δήμων, καὶ 2) διότι δὲν τῷ ἐδόθη λόγος. Τὸ τοιοῦτον, κύριοι, τὸ θεωρῶ, λέγω, λίαν προσβλητικὸν διὰ τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς· τὸ Λαύριον, τὸ ὁποῖον εἶναι γόνιμον πολλῶν ἑκατομμυρίων, φαίνεται ὅτι εἶναι καὶ γόνιμον πολλῶν παραδοξολογιῶν, κύριε πρόεδρε. Ἀπέκλεισεν ἡ Βουλὴ διὰ τῆς χθεσινῆς ἀποφάσεως τὸν συναιτερισμὸν τῶν δήμων; εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ τὴν σύστασιν ἑταιριῶν, ὅταν ὑπάρχῃ νόμος εἰδικὸς, ὅστις ἐπιτρέπει τὴν σύστασιν ἀνωνύμων ὁμοῤῥύθμων ἑταιριῶν; Δὲν χρειάζεται, παρὰ ἓν διάταγμα, δὲν ἀπαιτεῖται νὰ γείνῃ νόμος εἰδικὸς περὶ συστάσεως οἱασδήποτε ἀνωνύμου ἑταιρίας. Οἱ δῆμοι, ὡς ἠθικὸν πρόσωπον, ἀντιπροσωπεύονται ἀπὸ τὸν δήμαρχον καὶ τὰ δημοτικὰ συμβούλια, δύνανται νὰ ἐξασκήσουν τὰ δικαιώματά των, ὅπως εἷς πολίτης. Τίς ἐμποδίζει οἱονδήποτε δημοτικὸν συμβούλιον νὰ ἀγοράσῃ μετοχὰς νὰ λάβῃ μέρος εἰς οἱανδήποτε ἐπιχείρησιν, ἐὰν τὸ δημοτικὸν συμβούλιον καὶ ὁ δήμαρχος εὑρίσκωσι συμφέρουσαν διὰ τὸν δῆμόν των τὴν συμμετοχὴν εἰς οἱανδήποτε ἑταιρίαν; κανεὶς βέβαια, μόνον ἀπαιτεῖται ἡ ἄδεια τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς.

§13ΛΕΚΚΑΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν εἴμεθα ἐντὸς τοῦ θέματος· ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς, παρακαλῶ. Σχολεῖον ἑνὸς ἑκάστου βουλευτοῦ μὴ κάμνει ὁ εἷς βουλευτὴς καὶ ὁ ἕτερος τὴν βουλὴν, δὲν περιμένομεν διδαχὴν (θόρυβος) μάθετε, κύριοι, οἱ λέγοντες τὰ τοιαῦτα, ὅτι εἶσθε ἠπατημένοι (θόρυβος) μὴ θέλετε νὰ ἐπιβάλλετε θέλησιν· βγάλτετο ἀπὸ τὸν νοῦν σας (θόρυβος).

§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, μὴ διακόπτετε, καθήσατε παρακαλῶ.

§15ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διδάσκαλος ἐγένετο ὁ κύριος Ῥοντήρης ὡς πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ διδάσκαλος προσβάλλων τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς, τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς (θόρυβος).

§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι.

§17ΛΕΚΚΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ μὴ διακόπτετε.

§19ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν τῷ ἐδώκαμεν, λέγει, λόγον. Βεβαίως εἰς τοιαύτην παραδοξολογίαν κρίνει περιττὸν ἕκαστος, ὅστις ἐπολέμει τὴν πρότασίν του νὰ δώσῃ λόγον, καὶ μάλιστα ὅταν, κύριοι, εἴδετε χθές, ἔπειτα ἀπὸ 15 ἡμερῶν συζήτησιν μακρὰν περὶ τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἣν ὑπεστήριξε τόσον ἐνθέρμως ὁ κύριος Ῥοντήρης ποία εἶναι, ἐν καιρῷ τῆς ψηφοφορίας ἀπέσυρε τὴν πρότασίν του.

§20ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Διὰ τί...........

§21ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ χειρότερος τρόπος τῆς συκοφαντίας νὰ μᾶς εἴπητε διὰ τί (θόρυβος)· σᾶς παρακαλῶ, λέγετε, σᾶς ἀναγκάζομεν νὰ εἴπητε τὸν λόγον (θόρυβος).

§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τοὺς διαπληκτισμούς.

§23ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὅταν λοιπὸν εἶδον, κύριε πρόεδρε, ὅτι ἀπέσυρον τὴν πρότασίν των περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ κανονίζοντος τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως, ἐβεβαιώθητε ὅτι περιέμενον νὰ ἀποσύρουν καὶ αὐτὴν, τὴν πλέον παράδοξον κατ’ ἐμὲ, καὶ διὰ τοῦτο ἐθεώρησα, ὡς καὶ πᾶς ἄλλος, περιττὸν νὰ δώσῃ τὸν λόγον, δι’ ὃ ἡ πλειοψηφία δὲν δέχεται τὴν τοιαύτην πρότασιν, διότι ἔχομεν νόμον, καθ’ ὃν δύνανται νὰ συστηθῶσιν ἑταιρίαι, καὶ ὑπάρχουσι τοιαῦται, ὑπάρχει ἡ μεταλλευτικὴ ἑταιρία, ἡ ὁποία, ἂν θέλητε, ἔκαμε καὶ πρότασιν ἂν θέλουν οἱ δῆμοι ν’ ἀγοράσουν μετοχὰς νὰ συστήσουν εἰδικὰς ἑταιρίας, ὥστε δὲν εἶναι διόλου ἀληθὲς, καὶ μετατρέπει τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, λέγων ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπέκλεισε τὸν συνεταιρισμὸν τῶν δήμων.

§24Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μας, ἥτις παρουσιάζεται, συναδέλφου μας, ὅστις ἐὰν δὲν ᾖναι ψυχρὸς βεβαίως εἶναι ψυχρότερος τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ, ἡ ἀναφορὰ αὕτη, περιέχουσα ὅτι ἐπειδὴ ἀπεῤῥίφθη μία πρότασις κατὰ τὴν πεποίθησίν του σπουδαία καὶ ἐθνωφελὴς, σέβεται τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ πολιτευθῇ κατὰ κόσμον, δὲν παρορᾷ τὸ πρὸς τὴν Βουλὴν σέβας, διότι γνωρίζετε ὅτι ὑπάρχουν, κύριοι, κράσεις φλεγματικαὶ καὶ κράσεις χολερικαί. Αἱ χολερικαὶ ἐρεθίζονται, ἀλλὰ δὲν μισοῦν, αἱ φλεγματικαὶ μισοῦν, ἀλλὰ δὲν ἐρεθίζονται. Τέλος πάντων τοιαύτη εἶναι ἡ κρᾶσις τῶν χαρακτήρων· ὁ κύριος Ῥοντήρης ἐνόμισεν ὅτι ἕνεκα τῆς κακῆς ἐντυπώσεως, ἥτις τῷ προσεγένετο ἐκ τῆς ἀποῤῥιφθείσης προτάσεώς του, ὅτι ὑπερηφάνως καὶ κατὰ κόσμον δὲν δύναται ἐκπληρῶσαι τὸ καθῆκόν του, καὶ ὑπέβαλε τὴν ἀναφορὰν, ζητῶν ἀπουσίας ἄδειαν κατὰ τὸν κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη δὲν εἶναι λοίδορος, εἶναι σεμνοτάτη, καὶ δὲν ἀρνεῖται, ἐπαναλαμβάνω, τὸν ὀφειλόμενον σεβασμὸν εἰς τὴν Βουλήν. Συζητεῖ ὁ κ. Κεχαγιᾶς, χωρὶς νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, τὴν ἀφορῶσαν αὐτὸν τὸν ἴδιον, ὅστις διὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν μιᾶς ἐνστάσεώς του, ἐκήρυξεν ὅτι δὲν εἶναι ἄξιον νὰ μείνῃ ἐν τῇ Βουλῇ· ἂς ἐνθυμηθῇ ὁ κ. Κεχαγιᾶς τὴν γενναιοφροσύνην αὐτῆς τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία εἶπεν, ἂς ἐξετάσωμεν, ὁ κύριος Κεχαγιᾶς ἐννοεῖ νὰ προσβάλῃ τὴν Βουλὴν; διότι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι εὑρίσκεται βουλευτὴς νὰ προσβάλῃ τὴν Βουλὴν. Αἱ φράσεις τοῦ κ. Κεχαγιᾶ ἦσαν σκληρότεραι ἐκείνων, τὰς ὁποίας νομίζει ὅτι φέρει ἡ ἀναφορὰ αὕτη· διατείνεται ὁ κύριος Κεχαγιᾶς ὅτι συκοφαντεῖται ἡ Βουλὴ διὰ φράσεων τῆς ἀναφορᾶς ταύτης ποίαν συκοφαντίαν περιέχει αὕτη; θέλετε νὰ κατακρίνητε μίαν ἀναφορὰν, ἣν εἷς συνάδελφός μας μὲ ψυχρότητα ὑπέβαλε; Θέλετε νὰ παραδεχθῆτε τὴν ἀναφορὰν αὐτήν; Δύνασθε νὰ τὴν παραδεχθῆτε. Ἐὰν νομίζετε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὴν δεχθῆτε, μὴ τὴν δέχεσθε· ἀλλὰ δὲν ἔχει δικαίωμα οὔτε ἡ Βουλὴ, οὔτε ὁ κ. Κεχαγιᾶς νὰ εἴπῃ, ὅτι προσέβαλε τὴν τῆς Βουλῆς τιμήν, διότι δὲν περιέχει ἀπρεπεῖς φράσεις, οὔτε εἶναι λοίδορος, ἀλλὰ καθ’ ὅλα τὰ μέρη αὐτῆς εἶναι εὐπρεπὴς καὶ ἀληθεστάτη. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς νομίζει, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὸν πικρότερον νὰ λέγῃ ὅ,τι θέλει, εἰς δὲ τὸν κ. Ῥοντήρην, ὅτι δὲν εἶναι συγκεχωρημένον οὔτε κἂν νὰ ζητήσῃ ἄδειαν δέκα ἡμερῶν; Ἐγὼ τοὐλάχιστον λέγω, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ δοθῇ τριήμερος ἀπουσίας ἄδεια, διότι αὔριον ὁ κ. Ῥοντήρης θὰ ἦναι ἤρεμος καὶ ἥσυχος, θὰ τὸν πείσουν οἱ λοιποὶ συνάδελφοι, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον νὰ πιστεύῃ ὅτι ἔπαθον τὰ συμφέροντα τοῦ Λαυρίου, ὅτι θὰ ληφθῶσι ἐγγυήσεις ἀσφαλέστεραι, καὶ ἑπομένως θὰ προκύψῃ ὅ,τι ποθεῖ καὶ ὅ,τι ζητεῖ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ δώσῃ εἰς τὸν κ. Ῥοντήρην συμβουλὰς ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ὅτι ὑπάρχει νόμος περὶ ἑταιριῶν κτλ, διότι ἂς πιστεύσῃ, ὅτι ὁ κ. Ῥοντήρης τὰ γνωρίζει αὐτά. Λοιπὸν προτείνω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κριθῇ δυσμενῶς ἡ ἀναφορὰ τοῦ κ. Ῥοντήρη.

§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐγένετο τοιαύτη πρότασις.

§26Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι τίποτε ἀπρεπές· ἂν ὅμως νομίζῃ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ παραδεχθῇ τὴν ἄδειαν, ἂς μὴ τὴν παραδεχθῇ.

§27ΛΕΚΚΑΣ. Κύριοι, ὁ Θεὸς τοῦ σύμπαντος.......

§28ΤΙΝΕΣ. Ἄ! Ἄ!

§29ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀπὸ τὴν δημιουργίαν θ’ ἀρχίσητε;

§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, νὰ λείψουν αὐτά.

§31ΛΕΚΚΑΣ. Ἀγαπᾶτε νὰ προχωρήσω ἢ νὰ καταβῶ; Ἐγώ, κύριοι, εἶμαι συναδελφός σας, ἂν ἀρχίσωμεν μὲ τὸ ἄ! ἐννοῶ, ὅτι ἡ μειοψηφία ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ καὶ οὔ! καὶ μποῦ! Τί ἀγαπᾶτε λοιπόν; μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν, ἢ δὲν τὸ ἐπιτρέπετε, ἢ θέλετε νὰ ἐπιβάλητε τὸ veto; ἐγὼ κατέρχομαι.

§32ΤΙΝΕΣ. Ὁρίστε, εἶναι δικαίωμά σας.

§33ΛΕΚΚΑΣ. Ὁ Θεὸς τοῦ σύμπαντος,—ἐπιμένω ν’ ἀκολουθήσω τοὺς καθηγητὰς τῆς πολιτικῆς, βλέπετε, ὅτι καὶ ἐγὼ ἄρχομαι ἐκ τῆς διαθήκης,—εἶπεν «ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε, ἀντιμετρηθήσεται ὑμῖν·» βλέπετε, ὅτι εἶμαι τακτικὸς μαθητὴς πολυτίμων καθηγητῶν τῆς πολιτικῆς· ἄρχομαι ἐκ τῆς διαθήκης. Πρό τινων λεπτῶν κατηγορητήριον ἔγεινεν ἐντίμου συναδέλφου μας κατ’ ἄλλου, διότι ἐτόλμησε νὰ γράψῃ ὀλίγας γραμμὰς εἰς ἓν χαρτίον, καὶ νὰ ὑποβάλῃ μίαν αἴτησιν εἰς τὴν Βουλήν· ὁ ἔντιμος συνάδελφός μας ἐκ Παρνασσίδος ἐλησμόνησε τὴν θέσιν, εἰς ἣν ἄλλοτε αὐτὸς εὑρέθη· ἐλησμόνησε τὴν θέσιν εἰς ἣν ἕτερος τῶν συναδέλφων μας, ὁ κάλλιστα καὶ πράγματι καὶ δικαίως καλεσθεὶς πατὴρ τῶν ἐκβολάδων εὑρέθη, ὅτε ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν (θόρυβος). Σᾶς παρακαλῶ, θὰ εἴπῃ ὅτι ὑπάρχει καλπονόθευσις· ἦλθεν ἐν τῇ Βουλῇ ἡ ἀναφορά· ὁ κ. πρόεδρος εἶπεν, ὅτι τῷ παρουσιάσθη, καὶ ὅτι αἱ συμβουλαί του ἔκαμαν νὰ μὴ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλήν.

§34ΤΙΝΕΣ. Δὲν παρουσιάσθη.

§35ΛΕΚΚΑΣ. Κύριοι, ἦλθεν ἡ ἀναφορά· διατί βιάζεσθε;

§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι· ὁ κ. βουλευτὴς ὁμιλεῖ, ὅπως ἀντελήφθη.

§37ΛΕΚΚΑΣ. Εἰς τὰς ἀρχὰς ὅπου ἤμην στρατιώτης διεκοπτόμην· ἤρχισα ἤδη νὰ συνειθίζω· ὅσοι θέλετε διακόπτετε· ἐπῆρα καὶ ἐγὼ τὸν ἀέρα τὸν ἐδικόν σας.

§38Ι. ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἂν ἤμεθα ὀλιγώτεροι, εἴμεθα ὅμως εἰς κατάστασιν νὰ τοὺς κάμωμεν καὶ νὰ μὴ μᾶς διακόπτουν.

§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα, ἰδοὺ, σεῖς διακόπτετε τὸν κ. Λέκαν.

§40ΛΕΚΚΑΣ. Ὁ ἐκ Παρνασσίδος, ἐπαναλαμβάνω, ἔντιμος κ. συνάδελφός μας ἐβλασφήμησεν ἀπέναντι τοῦ θείου ῥητοῦ «ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε ἀντιμετρηθήσεται ὑμῖν»· ἐλησμόνησεν ὅτι ἄλλοτε, διότι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἐπεκύρωσε παρὰ τὴν θέλησίν του τὴν ἐκλογὴν Παρνασσίδος, καὶ ἀνεδείχθησαν παρὰ τὴν διάθεσίν του ἐκεῖνοι οἱ συνάδελφοί του βουλευταὶ, ἔφερε μίαν ἀναφορὰν καὶ εἶπεν, ἐγὼ δὲν θέλω νὰ εἶμαι μέσα, συνάδελφός σας, θέλω νὰ ἔλθουν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἐγὼ θέλω, καὶ ὄχι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἐκλέγει ὁ λαός.

§41ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐζήτουν τὴν ἀκύρωσιν.

§42ΛΕΚΚΑΣ. Ἦτο ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, καὶ ἔπρεπε νὰ τὴν σεβασθῆτε· ἂν ἦσθε παλαιὸς διδάσκαλος, ἔπρεπε νὰ μάθητε τὰ βουλευτικὰ καθήκοντα· ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἡ πεῖρα δὲν συνοδεύεται μὲ τὴν θεωρίαν· ἔπρεπε νὰ ἠξεύρετε, ὅ,τι ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν Βουλὴν, εἶναι νόμος, εἶναι θέλησις ἱερά· καὶ εἰς νόμον οὐδεὶς ὀφείλει οὔτε κἂν πλαγίως νὰ ἐπιφέρῃ ψόγον ἀλλὰ ποῦ ἀποτεινόμεθα, κύριοι, ὅταν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἐτολμήσαμεν νὰ παρουσιασθῶμεν ἄντικρυς ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς· ἐπράξαμεν ὅ,τι ἔπραξεν εἷς συνάδελφός μας; ὄχι, ἄπαγε τῆς βλασφημίας, πολὺ μεγαλείτερον· αὐτὸς δὲν εἶπε, θέλω νὰ ἐξέλθω τοῦ περιβόλου, δὲν εἶπεν ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συγκαθήσω μὲ σᾶς· ἐν τῇ ἀγανακτήσει του ὁ πατὴρ τῶν ἐκβολάδων, ὡς τὸν ὠνόμασαν δικαίως, δὲν ἔδωκε τὴν παραίτησίν του διότι δὲν ἀνεκηρύχθησαν αἱ ἐκβολάδες ἐθνικαί; Φαίνεται ὅτι ἡ αἴτησίς του αὐτὴ περιῆλθεν εἰς χεῖρας ὄχι πονηρὰς, ἀλλ’ ἀνθρώπων εἰλικρινῶν ἀγαπώντων τὴν πατρίδα, καὶ παρουσιάσθη κάπως μὲ προφύλαξιν, μὲ σέβας, μὲ παράκλησιν. Βλέπετε λοιπὸν ποῖοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀγαπῶσι τὰς ἔριδας; Βλέπετε ποῖοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀγαπῶσι τὴν εἰρήνην; καὶ αὐτὸν τὸν φανατικὸν, τὸν δίκαιον ἔχοντα, καὶ αὐτὸν τὸν πατέρα τῶν ἐκβολάδων ἐκρατήσαμεν ἀπὸ τὴν ἀγανάκτησίν του· ἄνθρωποι εἴμεθα, δὲν εἴμεθα θεοί· ἐν τῇ ἀγανακτήσει του δύναται κἄπως τις νὰ αἰσθανθῇ τι· οἱ φίλοι του, οἱ σύντροφοί του, οἱ πονοῦντες τὴν πατρίδα, οἱ θέλοντες τοὺς πραγματικοὺς συμβιβασμοὺς, οἱ ἀποφεύγοντες τὰς ἔριδας, δὲν ἀφήσαμεν νὰ ἔλθῃ ἡ αἴτησίς του ἐν τῇ Βουλῇ διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἡ σύγχισις. Ἦλθεν ἡ αἴτησις, ἀθώα, ἀθωοτάτη· ἴσως ὑπάρχει καμμία φράσις σκληρὰ, ὀλίγον πονηρά· πρέπει νὰ τὸ κάμωμεν ζήτημα; καὶ ποῦ ζῶμεν, εἴπομεν νὰ συζητήσωμεν ἐν οἰκογενειακῇ ἀγάπῃ; καὶ ἔρχεσθε ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ λέγετε ὅτι ἀπεσύρθησαν προτάσεις; καὶ μὲ τοῦτο θέλετε νὰ ἀποδείξητε τί; ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν δίκαιον, ὅτι πραγματικῶς εἰς τὸν βωμὸν τῆς πατρίδος ἀποχωροῦμεν. Ναὶ, κύριοι, εἴπομεν ἐν οἰκογενειακῇ εἰρήνῃ νὰ συζητήσωμεν τὰ τοῦ Λαυρίου, εἴχομεν πρότασιν ἀναβολῆς, καίτοι ἔχοντες ἐν πεποιθήσει οἱονδήποτε ζήτημα, συντεῖνον εἰς τὴν ὠφέλειαν τῆς πατρίδος· ἀπεσύρθημεν, ἐζητήσαμεν μιᾶς προτάσεως τὴν ἐπιψήφισιν, ἐζητήσαμεν ἑτέρας, καὶ ἐσφάλαμεν διὰ τοῦτο; Ἡ πρότασίς μας εἶναι εὐγενὴς καὶ τὸ καυχώμεθα. Κύριοι, ὡς καὶ χθὲς εἶπον, δὲν εἶμαι ὁ ἄνθρωπος, ὅστις ἀντλεῖ ἐκ τοῦ πίθου τῶν κακῶν, ἐπὶ ζητημάτων μάλιστα ἀποβλεπόντων τὴν γενικὴν ὠφέλειαν τῆς πατρίδος· ἀλλὰ παρακαλῶ ἕνα ἕκαστον νὰ ᾖναι προσεκτικὸς εἰς πᾶσαν λέξιν καὶ φράσιν, διότι ἅπαξ διὰ παντὸς, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅσον ἀποβλέπει δι’ ἐμὲ, πρέπει νὰ μάθωμεν οἱ πάντες, νὰ σέβηται ἕνας ἕκαστος τὸν ἕτερον, ὡς θέλει νὰ τὸν σέβωνται οἱ ἕτεροι καὶ αὐτόν. Παρῆλθε καὶ παρῆλθεν ἀνεπιστρεπτεὶ ὁ καιρὸς καθ’ ὃν ὁ εἷς ἦγε τὸν ἕτερον· ἐγὼ φρονῶ ὅτι ὁ τελευταῖος τῶν βουλευτῶν ἀνήκει εἰς τὸν ἑαυτόν του, εἰς τὴν πατρίδα του καὶ εἰς τὴν ἰδιαιτέραν του ἐπαρχίαν.

§43ΤΙΝΕΣ. Ποῖος εἶπε τοὐναντίον;

§44ΛΕΚΚΑΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, σᾶς παρακαλῶ, καλοί μου σύντροφοι, ὡς συνάδελφος, ἕνας συνάδελφός μας ἐξέφερε μίαν ἔννοιαν τοιαύτην, θεωρήσατέ την, ὡς μὴ ὑπάρχουσαν, ἂς τοῦ κάμωμεν τὴν χάριν νὰ λείψῃ 8 ἡμέρας· ἔστω ἐν ἀδείᾳ, δὲν χάνει ἡ Βουλὴ τίποτε, καὶ τοιουτοτρόπως τὰ πάντα θεραπεύονται.

§45ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πολὺ παρεμόρφωσαν τὸ πνεῦμα τῆς ὁμιλίας μου οἱ κύριοι βουλευταὶ Κορινθίας καὶ Ἀττικῆς, εἰπόντες ὅτι ἐγὼ ἔκαμα κατηγορητήριον τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου κ. Ῥοντήρη· ὄχι, κύριοι, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν ἰδικήν μου ἐνόμισα ὅτι προσβάλλεται τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς καὶ ἑπομένως ὑπερασπίσθην τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς ἀπέναντι ἐκείνης τῆς φράσεως· ἐγὼ ποτὲ δὲν κατηγόρησα τὸν κ. Ῥοντήρην· οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ ἠθέλησαν νὰ ἐξομοιώσωσι τὴν αἴτησιν, τὴν ὁποίαν κάμνει ὁ κ. Ῥοντήρης περὶ ἀδείας μὲ τὴν ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἄλλοτε ὑπέβαλα εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς παραιτήσεώς μου, διότι κατὰ τὴν πεποίθησίν μου εἰς τὴν ἐκλογὴν ἔλαβε χώραν μία παρανομία· ὁποία ὁμοιότης ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ σημερινοῦ ζητήματος καὶ ἐκείνου;

§46ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε....

§47ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, κύριε Κρεστενίτη. Ὁ κύριος Ῥοντήρης, ἂν θέλετε, ἕνεκα τοῦ ἄλγους, τὸ ὁποῖον ὑπέφερεν, ἕνεκα τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἀπεφάσισε νὰ μὴ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἦτο ἀνάγκη νὰ κάμῃ αἴτησιν νὰ τῷ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀπουσιάσῃ;

§48ΛΕΚΚΑΣ. Νὰ τὸν κρεμάσωμεν λοιπόν;

§49ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ὅταν ἐγὼ ὑπέβαλα τὴν ἀναφοράν, ἡ ὁποία διαφέρει σπουδαίως ἀπὸ τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Ῥοντήρη, πολλοὶ τῶν κυρίων βουλευτῶν τότε δὲν τὴν ἐλεπτολόγησαν μήπως προσβάλλεται τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς; Λοιπὸν ὑπῆρξαν βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν ὅτι προσβάλλεται τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς, καὶ ἑπομένως μὲ κατέκριναν, καὶ ἠθέλησαν νὰ σκεφθῇ ὡρίμως ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου μήπως προσβάλλεται τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν ἐθεωρήθησαν κατήγοροι ἐμοῦ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐφρόντισαν νὰ ἐξετασθῇ μὴ τυχὸν προσβάλλεται τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς; πῶς λοιπὸν ἐξάγετε τοιαῦτα συμπεράσματα; πολλοὶ τότε ἠθέλησαν νὰ χαρακτηρίσωσι τὴν ἀναφοράν μου, ὅτι δῆθεν προσβάλλει τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς, ἐν τούτοις ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος παραιτήσεως· ἔχει σχέσιν ἐκεῖνο μὲ τὸ σημερινὸν ζήτημα; Πρέπει οἱ βουλευταὶ νὰ σέβωνται τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς, καὶ τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς νὰ μὴ τὰς προσβάλλωσι· διότι ἂν ἡμεῖς δὲν σεβώμεθα τὰς ἀποφάσεις τοῦ Σώματος, δίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς πολίτας νὰ μὴ σέβωνται τὰ νομοθετήματα καὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς πλειονοψηφίας, καὶ πρέπει ἡμεῖς πρῶτοι νὰ σεβώμεθα τὰς ἀποφάσεις τῆς πλειονοψηφίας διὰ νὰ τὰς σέβηται καὶ ὁ λαός.

§50Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς εἶπεν, ὅτι ἐγὼ ὡμίλησα ἐναντίον εἰς τὴν παραίτησίν του, καὶ διὰ τοῦτο θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τῆς ἀναφορᾶς καὶ τῆς φράσεως τοῦ κ. Κεχαγιᾶ. Λέγω λοιπόν, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ δὲν ἔχει καμμίαν σύγκρισιν μὲ τὴν παροῦσαν ἀναφοράν, καθόσον ὁ κ. Κεχαγιᾶς παρῃτήθη μετὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς, ἐγὼ δὲ τότε εἶπον, κύριοι, παρῃτήθη, ἀφήσατε τὴν ὑπόθεσιν, νὰ ἔλθῃ μόνος του, καὶ ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι ὁ μὲν κατεδίκασε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ὁ δὲ ἐλυπήθη πολύ.

§51Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν παρεμόρφωσα τοὺς λόγους τοῦ κ. Κεχαγιᾶ; μόνον ἀπέκρουσα τὴν ὁρμήν του, τὴν ἄδικον, κατὰ τῆς ἀναφορᾶς, καὶ ὑπενθύμισα εἰς αὐτὸν ὅτι διὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν μιᾶς ἐνστάσεως παρῃτήθη, καὶ δὲν ἦτο βαρὺ αὐτό· πρέπει νὰ θεωρηθῇ βαρὺ τὸ παράπονον τοῦ κ. Ῥοντήρου, τὸ ὁποῖον ἔγεινε, ὄχι διὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν μιᾶς ἐνστάσεως, ἀλλὰ δι’ ἓν ζήτημα μέγα; Ἑπομένως δὲν ἔκαμα καμμίαν παρεξήγησιν, οὔτε παραμόρφωσιν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, ἀλλ’ ἀντέκρουσα τὴν ἀγανάκτησίν του, δὲν ἐννοῶ δὲ τὴν συκοφαντίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερε, καὶ πρέπει νὰ ᾖναι προσεκτικὸς, ὅταν λέγῃ, ὅτι συκοφαντεῖται· διότι αὑτὸς συκοφαντεῖ, λέγων ὅτι συκοφαντεῖται.

§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ δὲν ἐγκρίνει νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια· (θόρυβος).

§53ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ προβῇ εἰς καμμίαν ἀπόφασιν. Ἡ ἀναφορὰ λέγει, ὅτι βαρέθηκε ἀπὸ τὴν ὄψιν τῆς Βουλῆς (θόρυβος).

§54ΛΕΚΚΑΣ. Δὲν πρέπει νὰ λέγουν ὅτι συκοφαντοῦνται.

§55ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἶπον εἰς τὸν κ. Πλαστήραν, ἐὰν ἐπιμένῃ νὰ λέγῃ, ὅτι συκοφαντοῦμεν, νὰ σᾶς εἴπῃ τοὺς λόγους.

§56ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένωμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς ἀπόφασιν, καὶ συνιστῶ μάλιστα νὰ μὴ δεχθῶμεν τὴν παραχώρησιν τῆς ἀδείας. Ἕνας ἄνθρωπος δὲν δύναται νὰ προσβάλῃ τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ προσβληθῇ ἀπὸ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐμπεριέχονται εἰς τὴν ἀναφορὰν αὐτήν. Ἄλλως τε ὁ κύριος Ῥοντήρης πείθομαι, ὅτι δὲν τὸ ἔκαμε διὰ νὰ προσβάλῃ τὴν Βουλήν, δὲν θέλω ν’ ἀδικήσω τὸν κ. Ῥοντήρην. Ἰδοὺ, κύριοι, διατί· μὲ τὸν κ. Ῥοντήρην γνωριζόμεθα πρὸ πολλῶν ἐτῶν, εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖος ἄνθρωπος· ὁσάκις ἔλαβε καιρὸν νὰ μελετήσῃ, ἐκφέρει πολὺ ὀρθὰς ἰδέας· ἀλλ’ ἐνίοτε περιπίπτει εἰς ἓν σφάλμα ἀνθρώπινον.

§57ΤΙΝΕΣ. Θὰ δικάσωμεν τὸν κ. Ῥοντήρην; (θόρυβος).

§58ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δι’ αὐτὸ φρονῶ ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι ἐξ ἐκείνων. Κύριοι, ἀνεγνώσατε ἓν ἄρθρον, φέρον τὴν ὑπογραφήν του, καὶ τὸ ὁποῖον ἐπιγράφεται «λοιμὸς ἐν Ἀθήναις»· οἱ πάντες ἐπείσθητε ὅτι, ὅ,τι ἔγραφεν ὁ κ. Ῥοντήρης, δὲν τὸ ἐπίστευε, τοὐλάχιστον τὰ κατόπιν αὐτὸ ἀποδεικνύουσιν.

§59ΜΙΛΗΣΗΣ. Μὴ δηλητηριάζετε τὸ ζήτημα· δὲν πρόκειται νὰ ἐπιτιμήσωμεν τὸν ὅλον τοῦ κ. Ῥοντήρη.

§60ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κύριε Μίληση, θέλω εὑρεθῆ συμφωνότατος μὲ τὸν κ. Δημητριάδην, ὅστις εἶπεν, ἂς μὴν ἀποφανθῶμεν, διότι καὶ ἐγὼ τότε εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ῥοντήρης ἐντὸς τῆς αὔριον ἢ μεθαύριον θὰ ᾖναι ἐδῶ.

§61ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Πῶς λέγετε, ὅτι ὁ κ. Ῥοντήρης ἔγραψε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν πιστεύει, καὶ τὸ λέγετε ἐρήμην αὐτὸ τὸ πρᾶγμα;

§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δίδεται ἄδεια ἀπουσίας, καὶ τίποτε ἄλλο.

§63ΤΙΝΕΣ. Ὅ,τι θέλει ἂς κάμῃ, δὲν γίνεται ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.

§64ΛΑΠΑΣ. Εἶναι ἐλεύθερος, ἂν θέλῃ νὰ ἔλθῃ, καὶ ἂν δὲν θέλῃ νὰ μὴν ἔλθῃ, καὶ ἐγὼ τώρα ἂν θέλω πηγαίνω εἰς τὸ σπῆτι μου, καὶ ξαπλόνομαι.

§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, κατὰ τὸν κανονισμὸν, καθὼς ἠξεύρετε, προτιμᾶται ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν, τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκλογῆς Ξηροχωρίου ἦλθον, πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἓν τμῆμα ἡ ἐκλογὴ διὰ νὰ ἐξελεγχθῇ (γίνεται ὁ κλήρωσις ὑπὸ τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Τσαμοπούλου, καὶ ἔλαχεν ἡ ἐκλογὴ εἰς τὸ Γʹ. Τμῆμα). Τώρα ἔχομεν τὴν ἐξακολούθησιν ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἐκάμαμεν τρίτον ἄρθρον. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος;

§66Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἡμεῖς ὑπερασπιζόμεθα τὸ ἀκαθάριστον διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους καὶ ὁ κ. Σερπιέρης δὲν εὐχαριστεῖται.

§67ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ περὶ καθαρᾶς καὶ ἀκαθαρίστου προσόδου ὑπάρχει πρότασις ἐνώπιόν σας.

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλόπουλος ἔφερε τὴν ἑξῆς πρότασιν μετὰ τὰς λέξεις «δυνάμει πράξεως τῆς κυβερνήσεως» νὰ προστεθῇ «μετὰ προηγουμένην νομοθετικὴν ἔγκρισιν.».

§69ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ψηφισθῇ πρῶτον τὸ περὶ καθαρᾶς ἢ ἀκαθαρίστου, καὶ ἔπειτα ψηφίζομεν τὸ ἄλλο.

§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως νὰ τὸ ψηφιφορήσωμεν;

§71ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον λέγουσιν ναί, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουσιν ὄχι.

§73ΤΙΝΕΣ. Ἐπανάλαβέ το, κύριε πρόεδρε.

§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω, κύριοι. Ὅσοι παραδέχονται τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν ἔφερόν τινες τῶν βουλευτῶν, τοὐτέστι νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου «ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου» λέγουσιν ναὶ, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι, τοὐτέστι παραδέχονται τὸ ἄρθρον, ὅπως ἔχει «ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου» (Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Λέκκα καὶ Καπετανάκου). Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν βουλευτῶν Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον ἐπὶ τῶν Λαυριακῶν ἐκβολάδων, ναὶ ἢ ὄχι;

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κ. Μ. Θεοδώρου Ο Εὐθ. Γουβέλης Ο
Α. Κ. Μεγαλόπουλος Ν Κ. Λομβάρδος Ο
Ἀντ. Βενιζέλος Ν Α. Γαΐτας Φωσκάρδης Ο
Ἀναγ. Γιαννουλίδης Ο Σπ. Λεονταράκης Ο
Ν. Π. Καΐρης Ἰω. Σούλης Βάρκας Ο
Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός Ν Α. Γκοῦσκος
Ν. Τζώκρης Ν Ἀνδρ. Αὐγερινός Ο
Α. Ζαΐμης Ο Λ. Κρεστενίτης Ν
Α. Δανόπουλος Ο Θ. Δαραλέξης Ο
Ἰω. Λέκας Ν Ἐπ. Κρεστενίτης Ν
Δημ. Καλλιφρονᾶς Ν Α. Πεταλιᾶς Ν
Σκαρλ. Σοῦτσος Ο Δ. Κλίμακας Ν
Περ. Α. Πετράκης Δ. Κατσίνας Ν
Στυλ. Κολιάτσος Ν Ἀναγ. Δημητρίου
Α. Ἴσκος Ο Γ. Δελένδας Ο
Ἰω. Καραγιαννόπουλος Ν Σπ. Μαλασπίνας Ο
Δ. Γρίβας Ν Γ. Μ. Βαλλιάνος
Π. Πετιμέζης Ν Κ. Δ. Πεταλᾶς Ο
Α. Μαγγίνας Ν Μ. Παΐζης
Θ. Π. Δηλιγιάννης Θρ. Ζαΐμης Ο
Κ. Πλαπούτας Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς Ο
Α. Α. Ἀντωνόπουλος Ο Α. Διαμαντόπουλος Ο
Χ. Ῥηγόπουλος Ο Γ, Παδαῖος Ο
Ἰω. Ῥοϊλὸς Ο Ἰω. Σοφιανόπουλος Ο
Κ. Λαμπρυνόπουλος Γ. Πεῤῥωτὴς Ο
Κ. Κοσονάκος Ο Κ. Δαγρὲς Ο
Θ. Τζανετάκης Ν Ἰω. Φλέσσας Ν
Ἰω. Σαφάκας Ο Α. Κοντόσταυλος Ο
Ν. Κατσικαπῆς Ο Δ. Λένωσης
Ἀριστ. Διδωρίκης Ο Γ. Παπανικολάου Ο
Ν. Παπαμιχαλόπουλος Ν Ἰω. Μπαλάφας Ο
Ἰω. Καπιτσίνης Ν Ν. Μ. Κοζαδῖνος Ν
Γ. Μίλησης Ο Ν. Ἀγγελίδης
Δ. Σ. Μήτσας Ο Ἰάκ. Πολυλᾶς Ο
Δ. Τσιτσάρας Ο Α. Παπαδάτος
Γ. Γιολδάσης Ν Ἰω. Τοπάλης
Π. Μανωλίδης Ν Ἰω. Δεληγιάννης Ο
Ἐπ. Καμπερόπουλος Ο Δ. Σαράβας Ο
Ἀνδρ. Νοταρᾶς Α. Καπετανάκης Ο
Σπ. Α. Νοταρᾶς Ο Μιχ. Καπετανάκος. Ο
Ἀναστ. Δημητριάδης Ν Ἰω. Κατσάκος
Α. Μεταξᾶς Ο Χ. Χριστόπουλος Ο
Σ. Μονόπωλης Ν Ζαρ. Ζαρειφόπουλος
Ἀγ. Μαντζαβῖνος Α. Παπαλέξης Ο
Γ. Δρακονταειδής Ν Π. Κωνσταντᾶς Ο
Δ. Ῥαπτάκης Θ. Ῥωμαῖος Ο
Γ. Ἀρώνης ΠαναγιωτόπουλοςΟ Ν. Λοῦθρος
Α. Πανάρετος Ο Γ. Ἰακωβάτος
Α. Καρδαμᾶς Μ. Χαριτάτος ἀρν.
Θ. Θερμογιάννης Ν Α. Μουρίκης
Γ. Βακαλόπολος Ο Εὐθ. Κεχαγιᾶς Ο
Δ. Σαῤῥιγιάννης ἀρν.Λ. Καραλίβανος
Ν. Βαρβιτζιώτης Π. Τζαμάλας Ν
Ἰω. Βαλασσόπουλος Ν Περ. Καλαμιγδάρτης
Ν. Θ. Λεώπουλος Ν Θ. Κανακάρης Ο
Ἀναστ. Κορφιωτάκης Ο Γ. Ῥοῦφος
Σπ. Κοπανίτσας Ο Γ. Πράτσικας Ο
Γ. Λάτας Ο Ἀθ. Μισυρλῆς Ο
Φ. Ι. Φίλωνος Ο Δ. Τριγγέλας Ο
Γερ. Σέρβος Ο Γ. Δελλαπόρτας Ο
Σπυρ. Βαλαωρίτης Ι. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
Α. Σταματόπουλος Ο Ἰω. Δεστούνης Ο
Δ. Τζαμόπουλος Κ. Ἐπιφανίου Ο
Θ. Γεωργίου Γ. Α. Β. Γεωργιάδης
Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος Ο Δ. Ι. Κουνουπιώτης
Ἰω. Ταμπακόπουλος Ο Γ. Κούτσης Ο
Χ. Χρηστόπουλος Ο Γ. Μπούμπουλης
Δ. Ζέγγελης Ο Δ. Χρηστίδης Ν
Π. Κ. Μανέτας Π. Σεβαστόπουλος
Ἠλ. Φλέσσας Ν Α. Βαφιαδάκης
Ἀθ. Κατριβάνος Ο Ἰω. Ζαλώνης
Ἰω. Πανούσης Ν Μ. Ε. Παρίσης Ο
Γ. Μαλέας Ο Ἰάκ. Παξιμάδης Ο
Ν. Παγκράτης Ο Σ. Σωτηρόπουλος Ο
Κ. Κοκκινώρης Ο Δ. Ν. Πονηρόπουλος Ο
Ν. Καρύδης Ο Ἀθ. Γρηγοριάδης
Ἐπ. Δεληγεώργης Ν Β. Σκαλτσοδῆμος
Γ. Γουιμῆς Κ. Στεργιαλόπουλος
Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος Ο Στ. Κοριζῆς Ν
Περ. Μποῦτος Ν. Πιπῖνος Ο
Δ. Γ. Βούλγαρης
Ἰω. Προβελέγλιος Ο Ἰω. Καλογιάννης Ν
Ἰω. Ταταράκης Θ. Ν. Γκίκας Ν
Α. Ῥαυτόπουλος Δ. Χατζῖσκος
Μ. Δαμιράλης Δ. Τσιριμῶκος Ο
Κ. Κρίσπης Γ. Δυοβουνιώτης Ν
Ν. Φαρμάκης Ο Γ. Κ. Ζουλούμης Ο
Ἀθ. Ῥοντήρης Δ. Κριεζώτης Ο
Εὐθ. Πλαστήρας Ν Δ. Οἰκονόμου Ο
Γρηγ. Δημητριάδης Ν Κ. Πετσάλης Ο
Κωνστ. Εὐθυμιόπουλος Ν Μ. Ἀβέρωφ
Κ. Νικόδημος Ν
Κίμων Χριστοδούλου Ἰω. Κοτσιᾶς

Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 131, ἐξ αὐτῶν 86 εἶπον ὄχι, 43 εἶπον ναί, δύο ἠρνήθησαν, ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 86 κατὰ 43. Ὁ κ. Μιχαλόπουλος ἔχει τὴν τροποποίησίν του, καὶ θέλει νὰ ὁμιλήσῃ.

§75ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, γνωρίζετε ὅτι, ἐν πνεύματι δικαιοσύνης, πεποιθήσεως καὶ ἀδελφικῆς εἰλικρινείας ἐνόμισα καὶ ἐγὼ ὅτι δύναμαι νὰ συντελέσω εἰς τὴν διασάφησιν αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου. Ἐν πνεύματι τοιούτῳ, ἐπιθυμῶ νὰ πιστεύσητε, ὅτι κάμνω μίαν μικρὰν προσθήκην 2 λέξεων εἰς τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἔγεινε τρίτον· τοῦτο δὲ τὸ πράττω, διότι κάπως καὶ ἐγὼ εἶμαι ζηλότυπος ὑπὲρ τοῦ Σώματος τοῦ νομοθετικοῦ, ὅπως καὶ ὑμεῖς, καὶ θέλω νὰ συμμεθέξωμεν καὶ ἡμεῖς τοῦ ὁριστικοῦ νόμου περὶ διαθέσεως, καὶ νὰ συμμεθέξωμεν χωρὶς νὰ προσβάλωμεν κεκτημένα δικαιώματα τῆς Κυβερνήσεως. Προσθέτω ὅθεν εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος, ὅπου λέγει τὸ ἄρθρον «ἡ μετάλλευσις δὲν ἐπιτρέπεται, εἰμὴ δυνάμει πράξεως τῆς κυβερνήσεως» προσθέτω «μετὰ προηγουμένην νομοθετικὴν ἔγκρισιν,» ἡ ὀρθότης αὐτοῦ εἶναι φανερὰ καὶ πιστεύω, ὅτι ἀνταποκρίνεται καὶ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὅταν μίαν τόσην μεγάλην εὐθύνην τῆς διαμοιράζῃ μὲ τὸ κοινοβούλιον πρέπει νὰ μείνῃ εὐχαριστημένη καὶ τοῦτο λέγων δὲν θέλω νὰ προσβάλω τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν, διότι δὲν ἠξεύρομεν ποία κυβέρνησις θὰ ᾖναι ἔπειτα ἀπὸ 18 μῆνας. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι οὐδὲν δικαίωμα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας περιορίζομεν, ἀλλὰ θέλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ συντελέσωμεν διὰ τῆς γνώμης μας ἐπὶ τῆς κατακυρώσεως.

§76ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πιστεύω, κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἀποφασίσῃ νὰ κατασκευασθῇ εἰς Σῶμα ἐπικυρωτικὸν ἢ ἀκυρωτικὸν δημοπρασιῶν. Ἡ Βουλὴ συνήθως μετὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας συντάσσει νόμους καὶ κανόνας γενικοὺς, ἐπιφορτίζει δὲ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ τοὺς ἐκτελέσῃ, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἐκτελεῖ ἡ ἰδία τοὺς νόμους, αὐτὸ εἶναι σύγχυσις ἐξουσιῶν, τὸ ὁποῖον δὲν πιστεύω νὰ τὸ παραδεχθῆτε.

§77ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Εἰμπορεῖτε νὰ μᾶς πληροφορήσητε, διατὶ τὰ περὶ τοῦ σιδηροδρόμου τὰ ἐφέρατε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ ἐνομοθετήσατε;

§78ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι δὲν εἴχομεν νόμον οὐδένα, διότι δὲν εἴχομεν ἡμεῖς τὸ δικαίωμα ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς νὰ διαθέσωμεν οὔτε χρήματα οὔτε περιουσίαν τοῦ δημοσίου, ἐφέραμεν ἑπομένως τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ, ὅταν ὅμως ἡ Βουλὴ κάμνῃ νόμους καὶ θέτῃ κανόνας, εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἀφίνει τὴν ἐκτέλεσιν δὲν ἠμπορεῖ νὰ τοὺς ἐκτελέσῃ αὐτὴ ἡ ἰδία· πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐκάμαμεν τὸν νόμον περὶ φυτειῶν καὶ γαιῶν διὰ τοῦ ὁποίου διαθέτομεν σπουδαῖα εἰσοδήματα, εἶναι ὀρθὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἔλθῃ νὰ ἐκτελέσῃ αὐτὸν τὸν νόμον καὶ νὰ εἴπῃ εἰς ποῖον πρέπει νὰ παραχωρηθῶσιν; Αὐτὸ, κύριοι, εἶναι προφανὴς σύγχυσις καὶ ἀτόπημα τοσοῦτον μᾶλλον καθόσον ἀφαιρεῖ καὶ τὴν εὐθύνην, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει εὐθύνη διὰ πολυπληθὲς Σῶμα. Ἑπομένως δὲν νομίζω ὅτι θέλετε δεχθῆ καὶ θέλετε θεωρήσει ὡς σπουδαίαν αὐτὴν τὴν πρότασιν, διότι δι’ αὐτῆς τῆς προτάσεως ἀναλαμβάνετε σεῖς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἑπομένως καὶ τὴν εὐθύνην· ἀλλὰ ἐνώπιον ποίων θὰ δώσητε εὐθύνην; ἐνώπιον βέβαια τῶν ἐντολέων σας, ἀλλὰ νομικὴν δὲν ἔχετε εὐθύνην· ὀφείλετε τὴν διοίκησιν νὰ ἐπιτηρῆτε καὶ νὰ τὴν κρίνητε· ἀλλὰ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ἐνῷ καθιεροῦτε αὐτὴν τὴν σύγχυσιν ἐγκολάπτετε συγχρόνως καὶ στίγμα εἰς ὅλας τὰς κυβερνήσεις τοῦ τόπου σας καὶ ὄχι μόνον εἰς τὰς κυβερνήσεις, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλους τοὺς ἐξοχωτέρους ἄνδρας ἐξ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι θέλουν ἀποτελέσει τὸ συμβούλιον. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω περισσότερα, διότι δὲν εἶναι ἀξία περαιτέρω συζητήσεως. Ἡ Βουλὴ δὲν θέλει παραδεχθῆ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ἡ ὁποία εἶναι ὅλως δι’ ὅλου ἄσκοπος καὶ ἐναντία ὅλων τῶν κανόνων τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν καὶ ἐπιβλαβὴς, διότι μεταθέτει τὴν διοίκησιν ἐκεῖθεν ὅθεν δὲν πρέπει νὰ μετατεθῇ, καὶ ἐκεῖ ὅπου δὲν ἠμπορεῖ νὰ μετατεθῇ, διότι καταστρέφει τὴν ἀρχὴν τῆς εὐθύνης καὶ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς.

§79ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶμαι τόσον πολὺ ἄπειρος, ὥστε νὰ μὴ διακρίνω τὰ καθήκοντα τῆς μιᾶς ἀρχῆς ἀπὸ τῆς ἑτέρας. Ἐγὼ δὲν νομίζω ὅτι πρόκειται περὶ δημοπρασίας, διότι δὲν πρόκειται περὶ δημοπρασίας, ἀλλὰ πρόκειται περὶ συμβάσεως· σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, τὰς συμβάσεις, οἷον μεταξὺ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας καὶ λοιπῶν μετὰ τοῦ δημοσίου ποῖος τὰς ἐγκρίνει; Δὲν τὰς ἐγκρίνει ἡ βουλή; ἐκτὸς ἂν θέλητε ν’ ἀφαιρέσητε ἓν δικαίωμα ἀπ’ αὐτήν· ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ εἶπον ὅτι τὸ ἔθνος χρεωστεῖ νὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς τὰ μεγαλείτερα καὶ σπουδαιότερα συμφέροντα, καὶ νὰ φροντίζῃ ὅπως διατίθενται πρὸς ὠφέλειάν του. Δὲν βλέπω πῶς παραβλάπτονται τὰ καθήκοντα τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς, δὲν βλέπω νὰ πρόκηται περὶ δημοπρασίας, ἀλλὰ πρόκειται περὶ συμβάσεως, τῆς σπουδαιοτέρας μέχρι τοῦδε καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀπὸ πολλοὺς προϋπολογισμοὺς πολλῶν ἐτῶν· διὰ ταῦτα παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἐὰν θέλῃ τὴν πρότασιν ταύτην νὰ τὴν ψηφίσῃ, διότι εἶναι καὶ καθῆκόν της καὶ δικαίωμά της, ἐκτὸς ἂν θέλῃ νὰ ἐγκαταλείψῃ ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις.

§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα.

§81Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι, ὅτε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὡμίλησα ἀπὸ τοῦ βήματος, ἔφερον ὡς ἐπιχείρημα ὑπὲρ προτάσεώς μου τινος, τὸ ἑξῆς· πῶς ἤθελε σᾶς φανῆ, ἔλεγον, ἐάν τις ἐπρότεινεν ἵνα ἡ ἐπικύρωσις ἢ ἀκύρωσις τῶν δημοπρασιῶν ἀφεθῇ εἰς τὴν Βουλήν; οὐδέποτε δὲ ἐνόμιζον, ὅτι ἠδύνατο ἰδέα τοιαύτη νὰ ἐξωτερικευθῇ, καὶ νὰ λάβῃ τὴν τιμὴν προτάσεως. Λυποῦμαι πολὺ, διότι ὁ ἔντιμος φίλος μου, ὁ πατὴρ τῶν ἐκβολάδων κ. Μιχαλόπουλος, ἐδέχθη αὐτὴν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν σᾶς βεβαιῶ, δὲν νομίζω ὅτι σπουδαίως δύναταί τις νὰ συζητήσῃ. Καὶ πρέπει, κύριοι, νὰ προσέξητε καλὰ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἡ πρότασις αὕτη δὲν θέλει ἔχει ἄλλο ἀποτέλεσμα, παρὰ νὰ φέρῃ σύγχυσιν καὶ διατάραξιν μεταξὺ τῶν ἐξουσιῶν, τῶν συνταγματικῶν ἐξουσιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνεγράφησαν ἐντὸς τοῦ θεμελιώδους νόμου τοῦ Κράτους. Τί εἶναι, κύριοι ἡ ἔγκρισις δημοπρασίας ἁπλῆς; εἶναι ἁπλῆ διοικητικὴ πρᾶξις; ἐπὶ τοιούτων πράξεων τὸ Κοινοβούλιον δὲν δύναται νὰ ἔχῃ δικαίωμά τι· διότι ἡ ἀνάμιξις τοῦ Κοινοβουλίου εἰς πράξεις διαχειριστικὰς, εἰς πράξεις ἁπλῆς διοικήσεως, ἀντίκειται εἰς τὸν προορισμόν του, ἀντίκειται εἰς τὴν ἀποστολήν του, ἀντίκειται εἰς αὐτὸ τὸ πολίτευμα. Ὅταν ἀρχίσητε ν’ ἀναμιχθῆτε εἰς τὴν διοίκησιν, δὲν θὰ ἔχητε κανὲν δικαίωμα ἐπιτηρήσεως καὶ ἐλέγχου ἐπὶ τῆς διοικήσεως· θὰ ἐπέμβητε, κύριοι, εἰς ἀλλότρια καθήκοντα, καὶ ἅμα ἀρχίσητε νὰ κάμητε ἔναρξιν ἐπεμβάσεως τοιαύτης, πρέπει νὰ φοβηθῆτε καὶ τὸ ἀντίστροφον. Ἀλλὰ σᾶς λέγουν «αἱ συμβάσεις ἐπικυροῦνται ὑπὸ τῆς Βουλῆς,» διὰ τῶν συμβάσεων, ὅμως, κύριοι, πρόκειται νὰ παραχωρηθῶσι δικαιώματα, πρόκειται ἡ πολιτεία ν’ ἀναλάβῃ ὑποχρεώσεις, καὶ δὲν δύναται ἄνευ τῆς ψήφου τοῦ κοινοβουλίου, ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ ἔχωσιν ἰσχύν τινα αἱ τοιαῦται παραχωρήσεις. Ἀλλὰ σήμερον περί τινος πρόκειται; Σήμερον, κύριοι, κατασκευάζετε νόμον, καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τούτου δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὴν ἰδιοποιηθῆτε, θὰ τὴν ἀφήσητε εἰς τὴν ἐξουσίαν τὴν ἁρμοδίαν, καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ ἐκτελεστική. Καὶ τότε, ὅταν τὴν ἀφήσητε εἰς τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν, τότε θέλετε ἔχει δικαίωμα ἐπιτηρήσεως, θέλετε ἔχει δικαίωμα ἐλέγχου. Τὸ κοινοβούλιον, κύριοι, οὐδεμίαν νομικὴν εὐθύνην ἔχει· τὸ κοινοβούλιον ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, ἢ τῶν ἐκλογέων του, μόνον ἠθικὴν εὐθύνην ἔχει, καὶ ἂν νομίζητε, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ἐξασφαλίσητε τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, ἀπατᾶσθε, ἐξ ἐναντίας διὰ τῆς προτάσεως θέλετε βλάψει τὰ συμφέροντα αὐτοῦ, διότι θέλετε παρακωλύσει τὸν συναγωνισμὸν διότι καμμία ἑταιρία δὲν θέλει παρουσιασθῆ νὰ συναγωνισθῇ, ὅταν γνωρίζῃ ὅτι 180 ἄτομα πρόκειται νὰ ἀποφασίσωσι, καὶ ν’ ἀποφασίσωσι, χωρὶς νὰ ἔχουν τινὰ νομικὴν εὐθύνην. Δὲν εἶναι λοιπὸν πρότασις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ σᾶς ἀπασχολήσῃ, πρέπει νὰ τὴν ἀποῤῥίψετε, καὶ νὰ τὴν ἀποῤῥίψητε ἐν πλήρει πεποιθήσει, ὅτι ἀποκρούσαντες αὐτὴν, πράττετε καλὸν οὐχὶ μόνον ὑπὲρ τῶν ἐκβολάδων, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον διέγραψε τὰς ἐξουσίας, ἐκανόνισε τὰ δικαιώματα ἑκάστης, καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπιφέρῃ σύγχυσιν, ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἱστορίαν δύναται νὰ ἔχῃ συνεπείας ὀδυνηράς.

§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κρεστενίτης.

§83ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κύριον Μιχαλόπουλον, ὅτι εἶναι σύμβασις, καὶ ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ κάμῃ πόλεμον, ἀλλ’ οὐχὶ συνθήκην· διὰ τοῦτο γίνεται ὁ νόμος αὐτὸς· ἀλλὰ τὰ παραδείγματα μὲ ἔκαμαν νὰ ἐμπιστεύωμαι περισσότερον εἰς τοὺς 187 παρὰ εἰς τοὺς 7· διότι βλέπομεν τὰς συνθήκας, αἱ ὁποῖαι μεταβάλλονται. Ἐνόμισα λοιπὸν, ὅτι εἶναι περισσοτέρα ἐμπιστοσύνη εἰς τοὺς 187· διὰ τὸν ἐλάχιστον ὅρον, παρὰ εἰς τοὺς 7, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ᾖναι.

§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καλιφρονᾶς.

§85ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν ἐπίστευον ποτὲ, κύριοι, ὅτι τὸ γνήσιον, τὸ καθ’ ἑαυτὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς, ἤθελε σήμερον φιλονεικεῖται ἐκ τοῦ βήματος τούτου ἐνώπιόν σας, καὶ ἤθελεν ἔτι χειρότερον, παριστάνεσθαι ὡς ἀντιβαῖνον εἰς τὸ σύνταγμα, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ὅλως τὸ ἐναντίον. Κατὰ τὸ σύνταγμα, κύριοι, δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἀπαλλοτρίωσις τῆς περιουσίας τοῦ δημοσίου ἄνευ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς.

§86ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί κάμνομεν τώρα;

§87ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἀφήσατέ με, εἶσθε ἀρκετὰ εὔγλωττος, καὶ ἠμπορεῖτε νὰ ἔλθετε σεῖς ἐδῶ. Κάμνομεν ἕναν νόμον, δι’ οὗ θέλομεν ν’ ἀρνηθῶμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, αὐτὸ κάμνομεν ἤδη, δὲν τὸ πιστεύετε; θὰ τὸ μάθητε· ὁ νόμος θέλει νὰ δώσητε χωρὶς νὰ γνωρίζετε τί θὰ λάβετε· αὐτὴ εἶναι μία περιουσία δημόσιος· διὰ νὰ δοθῇ, ν’ ἀπαλλοτριωθῇ παρὰ τοῦ δημοσίου, ἀπαιτεῖται προηγουμένως ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, διότι ἐν τῇ περιπτώσει τῆς παραχωρήσεως πολλὰ ζητήματα ἠμπορεῖ νὰ ἐξετασθῶσι, καὶ παρουσιασθῶσι, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ τὰ ἠξεύρῃ, ὅστις θὰ ἀποφασίσῃ, καὶ ὄχι νὰ λέγῃ ἐγὼ βαρύνομαι νὰ ἐξετάσω, καὶ ἀφίνω εἰς τοὺς ἄλλους νὰ ἐξετάσουν· καὶ ἂν θέλετε σήμερον ν’ ἀποφασίσετε, παραβιάζετε τὸ σύνταγμα, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ γνωρίζητε τί παραχωρεῖτε, καὶ τί ποσὸν ἀντὶ τῆς παραχωρήσεως λαμβάνετε εἰς ἀμοιβήν· διότι μία χώρα ἢ περιουσία ὅταν παραχωρῆται, διάφορα συμφέροντα, διάφοροι περιστάσεις συνδεόμεναι μὲ τὸ ζήτημα, παρουσιάζονται. Τί παραχωρεῖτε πρῶτον, πόσοι εἶναι οἱ προσφέροντες, τί προσφέρουν. Ἀναμιγνύεσθε, λέγει, εἰς τὰ διοικητικά. Τὰ διοικητικὰ εἶναι νὰ ἐνεργήσητε τὴν δημοπρασίαν καὶ προπαρασκευάσετε τὰ πάντα, καὶ ὅταν ἔλθῃ ὁ χρόνος νὰ κάμητε μίαν σύμβασιν, θὰ ἔλθῃ ἐδῶ, διότι καὶ ἐμπορικαὶ συμβάσεις διὰ τοῦτο γίνονται διὰ νόμου. Δὲν ἠμποροῦσεν ὁ παρὼν προκαταρκτικὸς νόμος νὰ προβλέψῃ ὅ,τι ἤθελε παρουσιασθῆ· εἰς τὴν παραχώρησιν τῶν ἐκβολάδων ὅλα κατ’ ἀναλογίαν ἐξετάζονται. Παραχωρεῖτε, κύριοι, περιουσίαν, δέχεσθε βάρη, θὰ πληρώνητε 350 δραχ. τὸν τόνον δι’ ἔξοδα. Λοιπὸν, κύριοι, συνταγματικῶς δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀρνηθῇ τις ὅτι εἶναι ἀποκλειστικὸν καὶ ὑποχρεωτικὸν δικαίωμα τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι δὲν δύναται νὰ τὸ παραχωρήσῃ μὲ κλειστὰ τὰ μάτια καὶ ἐν ἀγνοίᾳ, ὀφείλει νὰ γνωρίσῃ τί θὰ παραχωρήσῃ, καὶ τί θὰ λάβῃ. Οὐσιαστικῶς δὲ ἔχει πολλὰ τὰ ζητήματα, καὶ τότε ἠθέλατε εἶσθαι ἠναγκασμένοι, κύριοι, νὰ ἔλθητε εἰς ἐξέτασιν αὐτῶν. Ἡ καθαρὰ γλῶσσα τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ σαφὴς, σᾶς ὁδηγεῖ εἰς τοῦτο. Ἰδοὺ τί λέγει «ἀπεφασίσθη νὰ μεταβῇ ἓν μέλος τῆς Κυβερνήσεως εἰς Λαύριον, ἵνα ἴδῃ ἐκ τοῦ πλησίον τὰ πράγματα.......................... καὶ ὅτι χίλιοι πολῖται ἐργάζονται κλπ.» Εἶδε ὅλα τὰ δάση, διασχιζόμενα ἀπὸ ὁδοὺς ἁμαξιτὰς, εἶδε ἀληθῶς ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει μία ἑταιρία, ἡ ὁποία ἐγκατεστάθη, καὶ ἡ ὁποία ἔκαμε καταστήματα πολὺ καλὰ καὶ ὁδοὺς ἁμαξιτὰς, αἱ ὁποῖαι διασχίζουν τὰ δάση. Θὰ εὕρητε, κύριοι, τὴν ἀνάγκην νὰ σκεφθῆτε περὶ τούτου, διότι δὲν βλέπω τίποτε νὰ προλαμβάνῃ, ἢ νὰ λέγῃ ὁ παρὼν νόμος ἐδῶ. Καὶ ἐκεῖνος ὁ ἐργολάβος, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς θὰ ἀναγνωρίσωμεν ν’ ἀναδεχθῇ αὐτὴν τὴν ἐργασίαν, αὐτὸ τοῦτο θὰ θαυμάσῃ, ὅταν ἔλθῃ ἐπὶ τόπου, θὰ ἴδῃ ὅτι ἁμαξιτοὶ ὁδοὶ, προηγουμένως κατασκευασθεῖσαι, κατέλαβον ὅλα τὰ βατὰ μέρη τοῦ ὀρεινοῦ καὶ ἀνωμάλου ἐκείνου τόπου. Θὰ ἐρωτήσῃ, αὗται αἱ ὁδοὶ δύνανται νὰ χρησιμεύσουν καὶ εἰς ἐμέ; Εἶναι τῆς δημοσίου ἀνάγκης, ὅπως ὅλαι αἱ ὁδοὶ, θὰ ὑποχρεωθῇ εἰς ἓν ἀνάλογον τέλος, καὶ θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ αὐτῶν χρῆσιν, διότι ἄλλως σᾶς λέγει, ὅτι ἡ περιουσία σας εἶναι ἀποκλεισμένη καὶ δὲν δύναμαι νὰ διέλθω.

§88ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τί σᾶς πταίω ἐγώ;

§89ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τίποτε, ἀπεναντίας σᾶς εὐγνωμονῶ, διότι λέγετε τὴν ἀλήθειαν.

§90ΜΙΛΗΣΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς ὑπομνήσω τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα;

§91ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Μάλιστα, σᾶς παρακαλῶ.

§92ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ ἐλησμονήσατε;

§93ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Πιθανὸν νὰ ἔχω ἀνάγκην.

§94ΤΙΝΕΣ. Ἐφύγατε ἀπὸ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα.

§95ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τί εἶναι τὸ θέμα; Περὶ παραχωρήσεως περιουσίας, ἢ δὲν εἶναι αὐτό;

§96ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἴπατε εἰς τὸν κύριον πρόεδρον νὰ σᾶς τὸ ὑπενθυμίσῃ.

§97ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Περὶ ἐγκρίσεως πρακτικῶν εἶναι ὁ λόγος (διάλογοι).

§98ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριε Μίληση, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ τὸ ὑπενθυμίσητε, διότι μανθάνω ὅτι εἶναι περὶ ἐγκρίσεως τῶν πρακτικῶν, καὶ ἐρωτῶ ἂν αὐτὴ ᾖναι τελεία παραχώρησις, καὶ μὲ λέγουν ναί. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τελείας παραχωρήσεως, καὶ ἂν αὐτὸ δὲν ἦτο τὸ ζήτημα, ἤθελον ὁμιλήσει ἀλλαχοῦ, ἀλλ’ ὁμιλῶ τώρα περὶ αὐτοῦ, διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Σᾶς εἶπον ὅτι αἱ ὁδοὶ, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, ἔκαμαν τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ θαυμάσῃ· αὗται ἔχουν καταλάβει ὅλα τὰ βατὰ, ὁμαλώτερα μέρη, καὶ θέλει πᾶς τις ἄλλος ἠναγκασθῆ ὑπερορίως νὰ τὰ διαβῇ, ἂν δὲν ἔχῃ καὶ αὐτὸς δικαίωμα διαβάσεως δι’ αὐτῶν τῶν ὁδῶν· δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ἄλλας, διότι ὅταν τὰ βατὰ μέρη ᾖναι κατειλημμένα, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ κάμῃ ἄλλας ὑπερορίως, διότι πρέπει νὰ ἐξοδεύσῃ χιλιοπλάσια ἔξοδα, καὶ πάλιν νὰ μὴ τὰς κάμῃ. Ἰδοὺ, κύριε Μίληση, πῶς θὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διασαφήσωμεν τινὰ πράγματα, διότι ἐρωτῶ, πῶς θεωροῦνται αὐτοὶ οἱ δρόμοι; ἐννοοῦνται ὅτι εἶναι κατασκευασμένοι, ὡς τῆς δημοσίας ἀνάγκης, καὶ δύνανται μὲ μίαν ἀποζημίωσιν νὰ ᾖναι εἰς χρῆσιν παντὸς ἢ ὄχι; Διότι ἂν ᾖναι τὸ δεύτερον, καὶ εἶναι ἰδιοκτήτης ἐκεῖνος, ὅστις πρῶτος κατέλαβε, καὶ ἀπεκλείσθη ὁ νέος, τότε τί θὰ διαθέσητε; βλέπετε, ὅτι ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν παραχώρησιν πολλὰ ζητήματα οὐσιώδη, ἀναπόφευκτα, θὰ ἀναφυοῦν καὶ διὰ τοῦτο, καὶ διὰ τὸν νομικὸν λόγον καὶ διότι δὲν ἔλυσε τοιαῦτα ζητήματα τῆς οὐσίας προηγουμένως ἡ Βουλή, εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀποφασισθῇ ἡ παραχώρησις οὐχὶ ἄλλως, εἰμὴ δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ συνταγματικὸν καθῆκον.

§99ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν; Οἱ βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν τυχὸν μέρος εἰς τὰς μετοχὰς, θὰ ἐξαιροῦνται, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὑπόθεσις;

§100ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, θὰ ἐξαιροῦνται οἱ ὑπουργοὶ ἢ ἐκεῖνοι τοῦ μεταλλευτικοῦ συμβουλίου;

§101ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖται. Ἀλλ’ οἱ βουλευταὶ ἂν ἦναι 50 καὶ 60; δι’ αὐτὸ θέλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἀκινδύνως δὲν δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀναμιχθῇ εἰς διοικητικὰ καθήκοντα (διάλογοι).

§102ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριε Δανόπουλε, σᾶς παρακαλῶ· αὐτὴ ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν μοὶ κάμνετε, εἶναι πρῶτον πολὺ μακρὰ, καὶ εἶναι μία ὑποθετικὴ, τὴν ὁποίαν, ὅταν νομοθετοῦμεν, περὶ παραχωρήσεως τοσαύτης περιουσίας, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. Τότε θὰ σκεφθῶμεν, ἤδη δὲν εἶναι δίκαιον ν’ ἀπαρνηθῶμεν τὰ καθήκοντά μας· ὅ,τι κύριε Δανόπουλε, γίνεται περὶ τῶν ὑπουργῶν καὶ τῶν μελῶν τοῦ συμβουλίου, θὰ γίνῃ καὶ περὶ ἡμῶν.

§103ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος.

§104ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἄλλως τε, κύριε Δανόπουλε, σοὶ λέγω ὅτι ἐκεῖνα τὰ φῶτα, καὶ ἐκεῖναι αἱ ἀνακαλύψεις καὶ ἡ ἀκρίβεια, τὰ ὁποῖα εἰς ἕκαστον εἰδικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον δίδει ἡ συζήτησις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν τὸ δίδει ἡ ἐνέργεια, τὴν ὁποίαν κάμνουν ἐκεῖνοι κατὰ μέρος, διότι ἔγειναν πράξεις τοῦ συμβουλίου τοῦ μεταλλευτικοῦ, μὴ σύμφωνοι μὲ τὸν νόμον. Ἐζήτησέ τις μεταλλεῖον εἰς τὸν Ὑμητὸν, καὶ ἔδωσε καὶ διάγραμμα.

§105ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοοῦσα νὰ μοῦ εἴπητε αὐτό.

§106ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ· μετὰ τρεῖς μῆνας ἀνεφάνη, ὅτι ἀλλοῦ εἶναι ἐκβολάδες, καὶ ὅτι διὰ τῆς κτήσεως τοῦ μεταλλείου δύναται νὰ λάβῃ καὶ αὐτάς· ἡ πρώτη ἀναφορὰ περὶ αὐτῶν ἐδημοσιεύθη εἰς δύο ἐφημερίδας· αὐτὴ ἀνεγνώσθη εἰς τὸ χωρίον ἐπὶ τρεῖς κατὰ συνέχειαν Κυριακὰς, καὶ ἔμεινεν ὁριστική. Ἠξεύρετε τὶ φαίνεται εἰς τὰ ὑποβληθέντα ἔγγραφα; ὅτι, τὸ μεταλλευτικὸν συμβούλιον ἀπεφάνθη ὅτι τῷ παραχωρεῖ μεταλλεῖον εἰς τὸν Πειραιᾶ, ὅπερ δὲν εἶχε ζητήσει. Τώρα θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι ἔκαμαν τοῦτο, θέλοντες ν’ ἀπατήσωσι; Νομίζω ὄχι, ἀλλὰ ἀντὶ νὰ δώσουν τὸν Ὑμητὸν, ἔδωσαν τὸν Πειραιᾶ· εἰς τὰ ἔγγραφα μέσα περὶ μεταλλείων τὸ εὗρον· ἡ αἴτησις, ὡς προεῖπον, ἐγένετο, ὅπως παραχωρηθῇ τὸ εἰς τὸν Ὑμητὸν μεταλλεῖον, παρεχωρήθη δὲ ἄνευ δημοσιεύσεως εἰς τὸν Πειραιᾶ. Λοιπὸν δὲν δύνασθε νὰ τὸ ἀρνηθῆτε ὅτι παραβιάζεται ὁ νόμος καὶ τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου, ὁ νόμος ἐπιτάττει ἐδῶ νὰ συζητηθῇ καὶ ἀποφασισθῇ. Ὅλα θὰ ἦναι προπαρεσκευασμένα διοικητικῶς· καὶ τότε θὰ ἔλθῃ ἐδῶ ὅπως γίνεται δι’ ὅλας τὰς συμβάσεις νὰ συζητηθῇ καὶ ἀποφασισθῇ.

§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ κανεὶς τὸν λόγον;

§108ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ εἴπω δύο λέξεις. Νομίζω, κύριοι, τὸ ζήτημα ἄξιον μικρᾶς τινος χρονοτριβῆς. Ἐν πρώτοις εἶναι ὀρθὸν τῳόντι, καὶ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν μήπως παραβιάζωμεν τοὺς κανόνας, οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὴν πολιτείαν μας, καὶ ἔπειτα πῶς ἐξασφαλίζεται πρακτικῶς τὸ συμφέρον τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύομεν. Πρακτικῶς δὲν παρατηρῶ ὅτι παραβιάζομεν τὸ καθῆκόν μας δεχόμενοι αὐτὴν τὴν πρότασιν, ἥτις εἶναι σπουδαία, πρακτικὴ ἐγγύησις. Δὲν βλέπω δὲ οὔτε καμμίαν ἐπέμβασιν τῆς νομοθετικῆς εἰς τὰ ἔργα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐὰν ἐπιφυλαχθῶμεν τὸ δικαίωμα τῆς παραχωρήσεως αὐτῆς τῆς περιουσίας εἰς ἡμᾶς αὐτούς. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὄχι μόνον δικαίωμα δὲν δύναται νὰ παραχωρηθῇ εἰς ἰδιώτας ἢ εἰς ἑταιρίαν, ἀλλ’ οὔτε κἂν περιουσία οὔτε κατὰ πολυχρόνιον νομὴν ἄνευ τῆς ψήφου μας. Αὐτὸ εἶναι τὸ δίκαιον, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι γίνονται νόμοι παρὰ τῶν Βουλῶν, οἱ ὁποῖοι παραχωροῦν τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι παραχώρησις νομοθετικὴ, καὶ ἡ παραχώρησις εἶναι δικαίωμα προαιρετικόν· ἡ δὲ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ τὴν παραχώρησιν ταύτην εὐρέως ἢ στενῶς. Καὶ πρέπει νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν συγκροτεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους, ἔχοντας διάνοιαν καὶ συνείδησιν εὐθεῖαν, διὰ νὰ καθιερωθῇ γενικὸς κανὼν τίνι τρόπῳ θὰ γίνωνται παραχωρήσεις παρ’ αὐτῆς πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν, καὶ ὅτι πάντοτε ὀφείλει ἡ παραχώρησις νὰ ᾖναι εὐρεῖα, περὶ οἱασδήποτε παραχωρήσεως καὶ ἂν πρόκηται· τὸ τοιοῦτον ὅμως ἤθελε καταστρέψει τὰ θεμέλια ἐπὶ τῶν ὁποίων θεμελιοῦνται ἅπασαι αἱ πολιτεῖαι. Γενικοὶ κανόνες, ὅταν πρόκηται περὶ παραχωρήσεως ἐξουσίας, δὲν καθιεροῦνται ὅταν τὰς ἐξουσίας διαχειρίζωνται ἄνθρωποι ἔχοντες διάνοιαν καὶ συνείδησιν. Ἐπὶ πάσης περιστάσεως, καθ’ ἣν τὰ νομοθετικὰ σώματα προσκαλοῦνται νὰ κάμωσιν τὴν λεγομένην délégation πρέπει νὰ σκέπτωνται εἰδικῶς. Καὶ τὸ ἀτόπημα τῆς ἐναντίας θεωρίας μᾶς τὸ ἐδήλωσαν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἀγορεύσαντες κατὰ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἐφέραμεν εἰς τὸ μέσον· διότι ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς τί μᾶς εἶπε; —καθημέραν δὲν δημοπρατοῦμεν τὰς προσόδους; καὶ ἐπεμβαίνει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἰς τὰς δημοπρασίας ταύτας; Ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον πρωθυπουργὸν, ὁ ὁποῖος κατέχει τόσον ὑψηλὴν θέσιν ἐν τῇ πολιτείᾳ, ἂν μὲ τὰ σωστά του ἀνέφερε τὴν ὁμοιότητα αὐτήν! ὅτι τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ κρατῇ εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιστάσεις! Τί πρόκειται κατὰ τὴν δημοπρασίαν τῶν προσόδων; Ἵνα παραλείψω ὅλας τὰς ἄλλας διαφορὰς, τὰς πολὺ μεγάλας, ἐνθυμίζω μίαν μόνον. Εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν παρουσιάζονται νὰ διαγωνισθῶσι 100, 200 ἢ 300, δι’ ὅλας τὰς προσόδους τῆς ἐπαρχίας· περιπλέον οὗτοι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην οὔτε μηχανὰς νὰ φέρουν, οὔτε σιδηροδρόμους νὰ κατασκευάσουν, οὔτε πλυντήρια νὰ μεταχειρισθοῦν, οὔτε ἀτμομηχανὰς νὰ προμηθευθοῦν, οὔτε ἀποθήκας καρβούνων, οὔτε μεγάλας σχέσεις μὲ ξένον κόσμον νὰ συνάψουν. Ὁ διαγωνισμὸς εἶναι πλήρης καὶ προκειμένου περὶ τοιούτων περιστάσεων, λίαν προθύμως τὰ νομοθετικὰ σώματα δύνανται νὰ δώσωσι τὴν ἐξουσίαν των εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, διότι ἔχουν ἀσφάλειαν μεγίστην, ἡ ὁποία ἀναπαύει τὴν συνείδησίν των. Παρεκτὸς τούτου τί κινδυνεύει εἰς τὰς δημοπρασίας ταύτας ἡ κυβέρνησις; —κινδυνεύει ἀντὶ νὰ λάβῃ 8% νὰ λάβῃ 7% μόνον. Ἀλλὰ περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος πρόκειται ν’ ἀποφασίσωμεν; πρέπει νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι δὲν εἴμεθα ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἔχομεν καὶ συνείδησιν καὶ λογικὴν διὰ νὰ μᾶς εἴπητε ὅτι εἷς κανὼν πρέπει νὰ ἰσχύῃ ἐπὶ πάσης περιπτώσεως. Ἐπὶ τῶν ὁμοίων τὸ ἐννοῶ, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι ὁ αὐτὸς κανών· ἀλλὰ ἐπὶ τῶν ἀνομοίων ποτέ. Ἔχομεν δὲ γνωστὰς ἐκβολάδας, τὰς ὁποίας ἐξετίμησαν οἱ ἐπιστήμονες εἰς 220,000,000 δραχμῶν ἀξίαν· καὶ ὅταν σᾶς παρουσιάζωσι πρότασιν νὰ ἀπαλλοτριωθῇ τὸ δημόσιον τοῦ δικαιώματος τούτου καὶ τῆς περιουσίας ταύτης, λέγετε ὅτι παραβιάζονται ὅλαι αἱ θεωρίαι τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιφυλαχθῇ τὴν ἔγκρισιν, ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο περὶ πράγματος ἀναξίου λόγου. Ἂς μὲ συγχωρήσωσι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εὑρίσκω τὴν λογικήν των ὀρθήν· διότι περί τίνος πρόκειται ἐνταῦθα; καὶ ἂν πρόκειται καὶ μίαν δραχ. νὰ χάσῃ τὸ δημόσιον ἐξ ἑκάστου τόνου, κάμετε λογαριασμὸν τί μέλλει νὰ χάσῃ τὸ δημόσιον! ἡ ζημία ἀναβιβάζεται εἰς ἑκατομμύρια. Δὲν πρόκειται βεβαίως περὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας διεπομένης ὑπὸ τοῦ σημερινοῦ ὑπουργείου, καὶ ἦτο περιττὸν νὰ τὸ ἐνθυμίσῃ τις· ἀλλὰ ἐγὼ νομίζω ὅτι ἂν καὶ περὶ αὐτῶν τούτων ἰδίως τῶν ὑπουργῶν ἐπρόκειτο, δὲν ἦτο καθόλου προσβολὴ νὰ εἴπῃ τις «δὲν δυνάμεθα νὰ ἐμπιστευθῶμεν τοσούτῳ μεγάλην περιουσίαν» διὰ τὸν ἑαυτόν μου τοὐλάχιστον, ἐὰν ἤμην ἐγὼ εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἤθελεν εἶσθαι ἀσυγχώρητον. Οὐδένα φραγμὸν θέλουν νὰ θέσουν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς περιουσίας αὐτῆς· καὶ ἔμειναν μὲ τὴν εὐχαρίστησιν, «ὅτι αἱ παρελθοῦσαι γενεαὶ μᾶς ἔδωσαν μίαν περιουσίαν» καὶ ποῦ εἶναι αὐτὴ ἡ περιουσία ἂν δὲν τὴν ἀσφαλίσωμεν; εἶναι πομφόλυξ. Ἡ πρότασις ἡ ὁποία γίνεται σήμερον δὲν ἐννοῶ, ὅπως τις εἶπεν τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων, ὅτι ἂν γίνῃ δεκτὴ θέλει δώσει κακὸν παράδειγμα, ὥστε καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ τῆς νομοθετικῆς. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν τὴν ἀποκλείομεν ὅταν λέγωμεν ὅτι διὰ νόμου θ’ ἀποφασισθῇ ἡ ἔγκρισις· διότι ὁ Βασιλεὺς θὰ ἔχῃ τὴν πρωτοβουλίαν. Δὲν ἀποκλείομεν τὴν ἐκτελεστικὴν, διότι τὸ νομοθέτημα γίνεται, ὡς γνωρίζετε, καὶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἀπὸ τὸν βασιλέα. Ἄλλως τε δὲ τοὺς ὑπουργοὺς τοὺς ἀντιπροσωποῦντας τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, τοὺς ἔχομεν πράκτορας καθ’ ὅλην τὴν διαδικασίαν τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὴν ἀδικίαν τὴν ὁποίαν προξενοῦμεν εἰς τοὺς ὑπουργοὺς καὶ τὴν ἠθικὴν προσβολήν· πρῶτον μὲν διότι δὲν θὰ ᾖναι αὐτοὶ πάντοτε· δεύτερον δὲ διότι δὲν ἐπιτρέπεται αὐτὸς ὁ ἐγωϊσμός· καὶ τρίτον διότι ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν ὡς πολῖται νὰ εἴπουν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἀκόμη ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἀποφασισμένου ἤδη πράγματος, «εἶσθε ἀξιέπαινοι διότι θέλετε νὰ φέρετε μίαν πλειοτέραν ἐγγύησιν ἐπὶ τῶν μεγίστων συμφερόντων τῆς πατρίδος μας.» Ῥίψατε ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν, διὰ νὰ διΐδητε ὅτι τὰ πάντα μένουσιν ἀόριστα· ἀλλ’ ὡς παρατηρεῖτε, σᾶς προτάττουν τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς κυβερνήσεως· καὶ ἐλησμόνησαν ὅτι ἐν αὐτῷ τῷ νόμῳ τὴν συνέτριψαν, διότι δὲν ἐνεπιστεύθησαν εἰς τοὺς ὑπουργοὺς ἀλλ’ εἰς ἐπιτροπὴν ὑπαλλήλων νὰ προαποφασίσῃ καὶ νὰ προαποφασίσῃ ὑποχρεωτικῶς δι’ αὐτοὺς, καὶ ἐκ τῆς ψήφου αὐτῶν νὰ ἐξαρτηθῇ τὸ πᾶν, χωρὶς κἂν νὰ ληφθῇ πρόνοια νὰ τεθῇ ἐλάχιστος ὅρος ἔλαττον τοῦ ὁποίου νὰ μὴ τοῖς ᾖναι ἐπιτετραμμένον νὰ κάμωσι τὴν παραχώρησιν. Δὲν ἔχετε λοιπὸν οὔτε τὴν ἐγγύησιν τῆς κυβερνήσεως, διότι καὶ αὐτὴ, διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὑπεβλήθη εἰς τὴν κηδεμονίαν μιᾶς ἐπιτροπῆς ὑπαλλήλων. Βεβαίως ὅταν πρόκηται περὶ τόσον μεγάλου συμφέροντος τὰ πρόσωπα ἐλλείπουν ἀπὸ τοῦ μέσου, ἐξαφαντοῦνται, καὶ αἱ βουλαὶ δὲν τὰ λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψιν. Διὰ τοῦτο ἔχομεν δίκαιον καὶ περὶ τῶν κυβερνήσεων νὰ κάμωμεν λόγον καὶ περὶ τῶν ἐπιτροπῶν, χωρὶς νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ πρόσωπα. Ῥίψατε βλέμμα ἐξεταστικὸν εἰς τὸ νομοσχέδιον ἵνα ἔχετε πρόχειρον ἀπάντησιν πρὸς τοὺς ἀντιφρονοῦντας, ὅταν σᾶς ἐρωτήσουν οἱ ἐντολεῖς σας «μὲ ποίας ἐγγυήσεις περιεβάλατε αὐτὸν τὸν νόμον;» Τί ὅμως θὰ ἀπαντήσητε; ἐγὼ δὲν βλέπω καμμίαν ἐγγύησιν. Λοιπὸν ἡ πρότασις ἡ προταθεῖσα δὲν παραβιάζει τὸ Σύνταγμα· ἡ ἐναντία τὸ παραβιάζει. Δεύτερον, κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τίθεται ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν ἐπιτροπῆς ὑπαλλήλων. Τρίτον, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως, οὐδενὸς περιορισμοῦ, καὶ εἰς τὴν αὐθαίρετον θέλησιν μιᾶς ἐπιτροπῆς ὑπαλλήλων ἀφίνομεν τὴν διάθεσιν ἑνὸς μεγάλου πλούτου· τέταρτον, οὐδεμία σύγκρισις δύναται νὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ αὐτῆς τῆς περιουσίας καὶ ἐκείνης ἣν κατ’ ἔτος διαθέτομεν διὰ δημοπρασίας· προσέτι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ὁμοιότης, διότι δὲν συνοδεύουσι τὰς δύο ταύτας ὑποθέσεις, τὰ δύο ταῦτα ἀντικείμενα, αἱ ἴδιαι περιστάσεις καὶ αἱ αὐταὶ ἐγγυήσεις. Διὰ τοῦτο φρονῶ, κύριοι, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος, εἶναι ἄξιον τῆς βουλῆς νὰ εἴπῃ «δὲν κάμνω τὴν παραχώρησιν τὴν ὁποίαν συνήθως κάμνω εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ φέρω περιορισμόν, διότι δὲν ἐννοῶ νὰ μὴν ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν ἄμεσον ψῆφόν μου ἡ διάθεσις 220 ἑκατομμυρίων περιουσίας τοῦ ἔθνους.

§109ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τέλος πάντων, κύριοι, τὸ ἴδιον ἐπανέρχεται ζήτημα· θέλουν ν’ ἀκυρώσητε, ὅ,τι ἐψηφίσατε· αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπός των καὶ τοῦτο θέλει εἶσθαι τὸ ἀποτέλεσμα. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν μᾶς βασανίζουν, θέλουν ν’ ἀποδείξουν, ὅτι αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον καθιεροῖ, δὲν εἶναι ἀσφαλεῖς, καὶ ἐζήτησαν διὰ τοῦτο τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου, χάριν τούτου ἡ πολυήμερος συζήτησις· ἐξετάσατε τὰς σκέψεις καὶ συλλογισμοὺς των περὶ τούτου καὶ εἴπατε, ὅτι εἶναι ἀνάξιοι νὰ ληφθῶσιν ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν καὶ δεχθῆτε ὅ,τι ἐδέχθητε. Ὅλα ὅσα σᾶς λέγουν σᾶς τὰ εἶπον ἀπὸ προχθές. Σᾶς ἐξηγήσαμεν τὴν σημασίαν τῶν ἐγγυήσεων τοῦ νομοσχεδίου· σᾶς ἀπεδείξαμεν ὅτι ἀσφαλίζεται ἡ δημοσία περιουσία· ἐπείσθητε, ἀπεῤῥίψατε τὰς ἐνστάσεις, τὰ ἴδια σᾶς ἐπαναλαμβάνουν κατ’ ἄλλον τρόπον τώρα· ζητοῦσιν τὸ νομοσχέδιον νὰ μεταβληθῇ εἰς προπαρασκευαστικὸν ἁπλῶς· δὲν εἶναι τὰ αὐτὰ τὰ ὁποῖα μέχρι χθὲς σᾶς ἔλεγον; καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ἀπεφασίσατε ἤδη; ἂν παραδεχθῆτε τὴν γνώμην των σήμερον ἐπανέρχεσθε εἰς τὰ προαποφασισθέντα. Ἔπρεπε νὰ ἔχουν περισσότερον σέβας πρὸς ὑμᾶς, νὰ σέβωνται τὰς ἀποφάσεις σας καὶ νὰ μὴ προσπαθῶσι νὰ σᾶς πλανήσωσι, ὥστε ν’ ἀρνηθῆτε οἱ ἴδιοι ἑαυτούς! Κύριοι, ἀντιτάσσομαι εἰς τὴν πρότασιν, διότι αὐτὴ ἡ ἰδέα εἶναι γελοία, τὸ λέγω μετὰ πεποιθήσεως. Πρόκειται ν’ ἀποφασίσητε ἐπὶ τῶν πρακτικῶν τοῦ πλειστηριασμοῦ ὡς νομοθετικὴ ἐξουσία ἢ ὡς ἐκτετελεστικὴ; ἂν πρόκειται ν’ ἀποφασίσητε ὡς ἐκτελεστικὴ, ἀπωλέσατε τὴν ἰδιότητά σας, δὲν εἶσθε βουλευταί, εἶσθε ὑπάλληλοι ἄλλης ἐξουσίας, ἐὰν πρόκειται ν’ ἀποφασίσητε ὡς νομοθετικὴ ἐξουσία· ὅλη ἡ ἐργασία ἡ μέχρι τοῦδε εἶναι ματαία, διότι θὰ κάμετε νέον νόμον, ὅστις δύναται νὰ μεταβάλῃ καὶ καταστρέψῃ ὅ,τι ἐγένετο μέχρι τοῦδε, ὁ παρὼν νόμος δὲν ἔχει ἀξίαν οὐδεμίαν, διότι δύναται νὰ μεταβληθῇ καὶ νὰ γείνῃ ἡ πρᾶξις τῆς κατακυρώσεως, νόμος ὅλως νέος· λοιπὸν παραδεχόμενοι τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν σᾶς προτείνουν θέλουν νὰ ἀποκαταστηθῆτε γελοῖοι, θέλουν ὑποβιβασθῆτε προσέτι εἰς τὴν θέσιν τῶν ὑπαλλήλων, θέλουν νὰ κηρύξητε ὅτι, ὅ,τι ἀπεφασίσατε, δὲν εἶχε σπουδαιότητα· ποῖος θὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν δημοπρασίαν ὅταν γνωρίζῃ, ὅτι τὰ τῆς δημοπρασίας δὲν ἔχουσι βασιμότητα; Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ τὰ ἀνατρέψῃ, διότι νέον θὰ ψηφίσῃ νόμον, ἀλλὰ τοῦτο, κύριοι, δὲν ἀνατρέπει ὅλον τὸ σύστημα τῶν ἐργασιῶν μας; Κύριοι, βεβαίως οὐδεὶς δύναται ἄνευ τῆς ἀποφάσεως καὶ ἐγκρίσεώς σας νὰ διαθέσῃ τίποτε, ἀλλὰ τότε ἐπιφυλάττετε ὁλόκληρον τὴν ἐξουσίαν εἰς ἑαυτοὺς, δύνασθε νὰ εἴπητε, καὶ κανεὶς δὲν δύναται ν’ ἀντιταχθῇ, δὲν θέλομεν νόμον, δὲν κανονίζομεν σύστημα· ἂς κάμῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ὅ,τι θέλῃ, προπαρασκευαστικῶς, ὅταν ὅμως ἔλθῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν, ἐπειδὴ θὰ κανονίσῃ τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, θὰ διαθέσῃ περιουσίαν τοῦ δημοσίου, τὰς συμφωνίας της θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἔγκρισίν μας, καὶ αὐτὸ εἶναι ὀρθὸν, ὁ νόμος τότε εἶναι ὅλως περιττὸς, καὶ βεβαίως αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν οὐδεὶς τὴν ἀρνεῖται, ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ καὶ δύναται νὰ τὸ κάμῃ, τὸ πράττετε κατὰ πᾶσαν ἡμέραν, καὶ θέλετε μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀποφασίσει οὕτω ἐπὶ τῆς συμβάσεως μετὰ τοῦ Πιὰτ, ἀλλ’ ἂν ἡ Βουλὴ, κύριοι, κανονίζῃ ἄμεσον ἐκκαμίνευσιν ἢ συναγωνισμὸν, θέτει ἐλαχίστους ὅρους, προθεσμίας καὶ ὅρους κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία θέλει ἐνεργήσει, συντάττει τὸν νόμον καὶ τοῦτον τότε ἐκτελέσει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Δύω συστήματα, κύριοι, ὑπάρχουν λογικὰ καὶ ἀληθῆ, ἢ νὰ μὴ κάμητε ποσῶς νόμον, καὶ τότε θὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα πᾶσα σύμβασις νὰ τὴν ἐγκρίνητε, ἢ θὰ κάμητε νόμον, καὶ τότε θὰ ἐκτελεσθῇ οὗτος ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν. Ποῦ ἠκούσθη νὰ κάμητε νόμον κανονίζοντα τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις καὶ ἔπειτα αὐτὸν τὸν νόμον νὰ τὸν ἐκτελέσητε ὑμεῖς δι’ ἑτέρου νόμου; αὐτὸ οὔτε εἰς τὴν Ἀβυσσυνίαν δὲν ἠκούσθη, διότι καὶ ἐκεῖ τέλος πάντων τὴν ἀπόφασιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐκτελεῖ. Τὸ ζήτημα τοῦ ποσοῦ, μικροῦ ἢ μεγάλου, περὶ οὗ ἡ ἀπόφασις δὲν μεταβάλλει τὸν κανόνα. Ὁ κανὼν μένει ὁ αὐτὸς καὶ δὲν εἶναι, κύριοι, ὀλίγα τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα, ἐκτελοῦσα τοὺς νόμους ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία, διαθέτει· διαθέτει τὰς ἐθνικὰς προσόδους, τὰ ἐθνικὰ κτήματα, τὰς ἐθνικὰς γαίας τὰς ὁποίας ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐπεφορτίσθη νὰ διαθέσῃ δυνάμει νόμων, καὶ ἡ περιουσία αὕτη εἶναι μεγάλη. Τὸ αὐτὸ πρόκειται νὰ γείνῃ καὶ ἐνταῦθα, οἱ ἐναντίοι σᾶς λέγουν ν’ ἀνατρέψητε ὅ,τι ἕως τώρα παρεδέχθητε καὶ ἀπεφασίσατε. Καὶ τὸ σύστημα τοῦ πολέμου κατὰ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τὸ ἴδιον· ἀπὸ προχθὲς πολεμοῦντες τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, καταδικάζουν τὰς λεπτομερείας καὶ θέλουν ὡς ἐκ τούτου νὰ ἀποῤῥίψωσι τὴν ἀρχήν ἀλλ’ ἂν αἱ λεπτομέρειαι ᾖναι κακαὶ, προτείνατε, τί ἔχετε σεῖς νὰ προτείνετε καλλίτερον, ἀλλὰ μὴ ζητῆτε τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς ἀρχῆς μὲ κενὰς φράσεις ἀκόμη δὲν ἤλθομεν εἰς τὸ μέρος τὸ κανονίζον τὴν συγκρότησιν τοῦ μεταλλευτικοῦ συμβουλίου, καὶ μολαταῦτα τὸ ἐπιχείρημα διὰ τοῦ ὁποίου ἠθέλησαν ν’ ἀποῤῥίψουν τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἡ κακὴ αὐτοῦ συγκρότησις. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡμεῖς συνετρίψαμεν τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς ἐξουσίας διὰ τοῦ συμβουλίου αὐτοῦ, διότι ἂν τῳόντι ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς ἐξουσίας συνετρίβη διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ, συνετρίβη ἀπὸ τὰ 1861, ὅτε κατὰ πρῶτον εἰσήχθη εἰς τὸν νόμον τῶν μεταλλείων, οὐδεὶς ὅμως εἶπεν ὅτι προσβάλλεται ἡ τιμὴ καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς κυβερνήσεως δι’ αὐτοῦ· οὐδεὶς παρεπονέθη· ἡ πρόκλησις τῶν φώτων καὶ τῆς συνδρομῆς ἀνδρῶν σοβαρῶν εἰς μίαν τόσον σπουδαίαν ἀπόφασιν δὲν εἶναι κακὴ οὔτε ἐπιβλαβὴς, οὔτε προσβάλλει τὴν ἀξιοπρέπειαν οὐδεμιᾶς ἐξουσίας· καὶ μὴ νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τὸ ὁποῖον ἡ ἀπόφασίς σας θὰ ἔχῃ ὡς πρὸς τὴν ἐν γένει ὑπόληψιν τῶν μελλόντων ν’ ἀποφασίσωσι, ὅτι ἀπέβλεψα εἰς τὴν ὕπαρξιν τοῦ ὑπουργείου· διόλου δὲν ἐθέσαμεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο τὴν ὕπαρξίν μας, τὸ ζήτημα τοῦτο ἐθεωρήσαμεν ὅλως οἰκονομικὸν, μεγάλου κοινοῦ συμφέροντος, καὶ διὰ τοῦτο εἴπομεν καὶ ἐπαναλαμβάνομεν ὅτι θέλομεν δεχθῆ πᾶν ὅ,τι ἡ Βουλὴ ἤθελε νομίσει ὡς ὀρθὸν, διότι πρόκειται, τὸ ἐπαναλαμβάνω, περὶ μεγάλων συμφερόντων, οὐχὶ δὲ περὶ τῆς ὑπάρξεώς μας· ἅμα τελειώσῃ ὁ νόμος, σᾶς προκαλοῦμεν νὰ θέσητε ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἡμεῖς τὸ δεχόμεθα, ἵνα σᾶς δείξωμεν ὅτι οὐδεμίαν προσκόλλησιν ἔχομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ εἰς τὰ μεγάλα τῆς πατρίδος συμφέροντα, δὲν θέλομεν δὲ εἰς πολιτικὰς καὶ φιλοσοφικὰς συζητήσεις νὰ θυσιάσωμεν τῆς πατρίδος τὰ συμφέροντα. Κύριοι, τὸ μεγαλείτερον κακὸν εἰς ἕνα τόπον εἶναι κατ’ ἐμὲ ἡ σύγχυσις, ὁ σφετερισμὸς τῶν ἐξουσιῶν· τὴν σύγχυσιν αὐτὴν καὶ τὴν ταραχὴν αὐτὴν, τὴν παραβίασιν τῶν καθεστώτων, δὲν ἀναπληροῦν αἱ ὑλικαὶ τυχὸν ζημίαι ἢ ὠφέλειαι. Ἂν αἱ κοινωνίαι πάσχουν ποῦ, ἂν δυστυχοῦν, τοῦτο προέρχεται οὐχὶ διότι ὑπέστησαν ὑλικὰς ζημίας ἢ ὠφελείας, ἀλλὰ διότι συνέχεσαν τὰς ἐξουσίας· ἡ ἀποῤῥόφησις ἔφερε τὴν ἀταξίαν, τὴν παραλυσίαν καὶ τὸ αὐθαίρετον ὤθησε τοὺς λαοὺς εἰς τὴν καταστροφήν. Προτιμῶμεν ἡμεῖς λοιπὸν, αἱ ἐξουσίαι νὰ μένουν ἐντὸς τοῦ κύκλου, τὸν ὁποῖον ὥρισεν εἰς αὐτὰς τὸ Σύνταγμα, διότι ἡ παραμικρὰ παραβίασις ἢ ἐπέμβασις μιᾶς ἐξουσίας εἰς τὰ καθήκοντα τῆς ἄλλης καὶ τὴν δικαιοδοσίαν, ὅταν ἦναι μάλιστα αὐθαίρετος, θέλει ἔχει τὰς πλέον ὀλεθρίας συνεπείας. Νομίζετε ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀδιάφορον καὶ πρέπει νὰ τὸ παρατρέξωμεν; νομίζετε ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει, ὅτι οὐδὲν συμφέρον ἀπόλλυται; Σᾶς ἐρωτῶ ὅταν εἷς νόμος καθιερῇ τὴν διάθεσιν τῶν ἐκβολάδων διὰ συναγωνισμοῦ καὶ ὁ συναγωνισμὸς αὐτὸς περιβάλλεται μ’ ἐγγυήσεις, ὥστε τὸ ἀποτέλεσμα ἀσφαλίζεται, ποῖος ὁ κίνδυνος τῶν μεγάλων συμφερόντων τῆς πατρίδος, τὸν ὁποῖον ἐνταῦθα ἐπίτηδες μεγαλοποιοῦν; Ἂν ἡ κοινωνία ἐξηχρειώθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε οὐδεμία νὰ ὑπάρχῃ ἀσφάλεια, οἱ δὲ κίνδυνοι ὑπάρχουσιν ἐκ μέρους ὅλων τῶν ἐξουσιῶν τῶν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει ἀσφάλεια τότε ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ὅταν αἱ ἐξουσίαι περὶ ὧν πρόκειται ἦναι προϊόντα τῆς ἐκλογῆς καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης σας; ἔχομεν παραδείγματα ἀτόπων, σᾶς εἶπον, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν ἐπὶ τοῦ σιδηροδρόμου, εἶναι ἀληθὲς τοῦτο; ἀλλὰ τίποτε δὲν ἔγεινεν ἄνευ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ποτέ. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν εἶναι συνυπεύθυνος ἂν ἔλαβον χώραν ἄτοπα.

§110ΛΕΚΚΑΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. ὑπουργὸς εἰς ὅ,τι λέγει περὶ τοῦ σιδηροδρόμου.

§111ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς λέγω ἀκόμη καὶ ἄλλο τι τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γνωρίζητε· ἂν ὑπάρχῃ μία κυβέρνησις κακὴ καὶ θελήσῃ νὰ πράξῃ ἓν ἄτοπον, ἠξεύρετε ποῦ θὰ σπεύσῃ νὰ καταφύγῃ; εἰς τὴν προστασίαν τῆς Βουλῆς.

§112ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἀληθές.

§113ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ εὐθύνη διὰ τοὺς ὑπουργοὺς καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν εἶναι μεγάλη, ἐπισύρει καὶ ἠθικὰς καὶ ὑλικὰς καταστροφάς· ἀλλ’ ἡ εὐθύνη διὰ τὴν Βουλὴν δὲν εἶναι τίποτε· εὐθύνη μεταξὺ 200 ἀνθρώπων δὲν εἶναι σπουδαία· νομικὴ πρὸ πάντων εὐθύνη δὲν ὑπάρχει. Ποῖος εἶναι ὑπεύθυνος διὰ μίαν ἀπόφασίν μας; Καλὸ κακὸ τὸ ἀπεφασίσαμεν ὅλοι. Δὲν ἀμφισβητῶ οὔτε τὸν πατριωτισμόν σας οὔτε τὴν ἀφοσίωσίν σας πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος, ἄπαγε, οὔτε τὴν εἰλικρινῆ ἐνέργειάν σας. Ἀλλὰ, κύριοι, εὐθύνη μεταξὺ 200 ἀνθρώπων δὲν ὑπάρχει, καὶ ἂν ζητήσητε νὰ ἐνεργήσητε ὡς ὑπεύθυνοι παραβιάζετε τοὺς σπουδαιοτέρους κανόνας περὶ εὐθύνης, πράττετε πρᾶξιν ἐπικίνδυνον, ἡ ὁποία μεγάλως δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ καὶ νὰ βλάψῃ τὰ δημόσια συμφέροντα. Ὅταν ἀποφασίσητε, κύριοι, καὶ ἀπεφασίσατε ἤδη, νὰ κάμητε νόμον περὶ διαθέσεως τῶν σκωριῶν, καὶ ἀπεφασίσατε, ὅτι οὐδενὸς λόγου ἄξιον κρίνετε τὰ ἐπιχειρήματα τῶν πολεμησάντων αὐτὸν τὸν νόμον, ὅταν ἀπεφασίσατε νὰ κάμητε αὐτὸν τὸν νόμον, συναπεφασίσατε συγχρόνως καὶ ποῖος πρέπει νὰ τὸν ἐκτελέσῃ. Πρέπει δὲ καλῶς νὰ σκεφθῆτε, ἂν ἡ ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν ἐμπεριέχει δὲν σᾶς φαίνεται πλήρης καὶ τελεία, νὰ προσθέσετε ὅσας θέλετε ἄλλας· μὴ κάμετε ὅμως νόμον, τὸν ὁποῖον σεῖς νὰ θέλετε νὰ ἐκτελέσητε πάλιν διὰ νόμου· διότι ὅ,τι ζητεῖτε νὰ πράξητε εἶναι νέος νόμος ἐκτελῶν, ὅστις ἐκ προτέρων ἀναιρεῖ τὸν πρῶτον. Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, ἂν δὲν ὑπῆρχε σκέψις ν’ ἀναιρεθῇ ὅ,τι ἀπεφασίσατε, ἡ πρότασις αὕτη δὲν ἤθελεν ἔλθει, οὔτε ὐποστηριχθῆ. Ἂν δὲ νομίζητε, ὅτι πρέπει ν’ ἀναιρέσητε ὅ,τι ἀπεφασίσατε, εἶσθε κύριοι νὰ τὸ πράξητε.

§114ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔφερον τὴν πρότασιν πεισθεὶς εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ ἰδίου ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶπεν, ὅτι καὶ ἕως τότε θὰ εἶσθε κύριοι βέβαια παρόντες, διότι θὰ περάσῃ καιρὸς καὶ θὰ ἔλθῃ ὁ νόμος ὑπ’ ὄψιν σας. Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ τόσον μεγάλη ἀντινομία καὶ ἀντισυνταγματικότης; Ἔπειτα, κ. βουλευταί, σᾶς ἐρωτῶ — μὲ μίαν ἐρώτησιν λύονται ὅλα αὐτά — ἐὰν ἡμεῖς ἔλθωμεν τὸν Νοέμβριον ἐδῶ ἢ καὶ τὸν Δεκέμβριον, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ὅπου αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι τετελεσμένα καὶ θελήσωμεν δι’ ἑνὸς ἄλλου νόμου νὰ τὰ τροποποιήσωμεν, ὡς δύναμις νομοθετικὴ τοῦ κράτους, νὰ νομοθετήσωμεν συμφερώτερον πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ κράτους, νομίζετε ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ κάμωμεν; ἀλλ’ ὄχι, τὸ ἀπεδείξατε προπέρυσι διὰ τοῦ νόμου τῶν σκωριῶν καὶ πέρυσι διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσατε, ὥστε βλέπετε, ὅτι καὶ ἐὰν δὲν τὸ εἴπαμεν εἰς τὸν νόμον, ἔχομεν τὸ δικαίωμα. Μὴ λέγετε λοιπὸν ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικόν, αὐτὸ εἶναι παρεξήγησις· δὲν θέλετε νὰ τὸ συμπεριλάβητε, μὴ τὸ συμπεριλάβητε ποτέ, σκεφθῆτε ὅμως ὅτι καὶ ἐγώ, ὅστις τὸ ἐπρότεινα, ἔχω τὸν λόγον τὸν ἱστορικόν, βλέπω ὅτι πρόκειται νὰ μεταμεληθῶμεν μίαν ἡμέραν, θέλω λοιπὸν νὰ ἔχω τὴν συνείδησίν μου καθαρὰν ὅτι τὸ προεῖπον, καὶ δὲν τὸ παρεδέχθητε. Ὅ,τι κάμετε σεῖς σήμερον μία ἄλλη Βουλὴ δύναται νὰ τὰ μετατρέψῃ αὔριον, καὶ νὰ τὰ διορθώσῃ, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια.

§115ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ ἐπιχειρήματα, κύριοι, τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ, ἐὰν δὲν ᾖναι ὅπως κατηγόρησε τὰ ἐδικά μου, γελοῖα, εἶναι ὅμως σαθρὰ καὶ ἀστεῖα. Ὡμίλησεν ὑπὲρ τῆς σωτηρίας μας, καὶ περὶ οὐδενὸς ἄλλου. Εἶπεν, ὅτι θέλει νὰ μᾶς σώσῃ ἀπὸ μίαν εὐθύνην πολὺ μεγάλην, τὴν ὁποίαν θ’ ἀναδεχθῶμεν, ἐνῷ αὐτὸς προσφέρεται νέος Κόδρος ν’ ἀναδεχθῇ τὴν εὐθύνην μόνος. Φρίττω, λέγει, εἰς τὸ ἄκουσμα ὅτι πρόκειται νὰ ἐπιῤῥιφθῇ ἐπὶ τοῦ Σώματος τῆς βουλῆς ἡ εὐθύνη τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων! συμμερίζομαι τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, λέγει, ἐπιβάλλων τὴν εὐθύνην ἐπ’ ἐμέ, διότι σεῖς δὲν ἔχετε καμμίαν εὐθύνην, ἐγὼ μόνος εὐθύνομαι. Ἡ εὐθύνη ἡ ἐδική σας εἶναι ἀσθενής, ἡ ἀληθὴς εὐθύνη ἀνήκει εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἡμεῖς ἔχομεν πραγματικὴν εὐθύνην καὶ διὰ τοῦτο ἐφ’ ἡμᾶς μόνον τὸ ἔθνος δύναται μὲ ἀναπτυγμένην συνείδησιν ν’ ἀποδώσῃ, εἰς σᾶς δὲ οὐδέποτε, τὴν εὐθύνην τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων. Ὡμίλησε λοιπὸν ὑπὲρ τῆς σωτηρίας μας καὶ συγχρόνως ὑπὲρ τῆς φιλοτιμίας μας· καθότι ἡ φιλοτιμία σας, μᾶς εἶπε, τὸ ἀπαγορεύει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν μίαν τοιαύτην πρότασιν, καὶ ἂν δι’ αὐτῆς πρόκειται νὰ κρίνετε, ἂν δύνασθε νὰ ὀχυρώσητε κάλλιον τὸ συμφέρον τοῦ τόπου· διότι ὅλοι θέλουν σᾶς εἰπεῖ, ὅτι εἶσθε μωροί, χθὲς ἀποφασίσαντες κἄτι τι καὶ σήμερον καταστρέφοντες αὐτό. Ἠθέλησε νὰ δώσῃ μίαν ἀπόδειξιν ἀμέσως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναπαυθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἰπών, ἀπέχετε, διότι ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς προτάσεως ταύτης προσβάλλεται· ἐνῷ ἔπρεπε νὰ εἴπῃ, ἐξασφαλίσατε τὸ συμφέρον τοῦ τόπου καὶ ἐγὼ πᾶσαν θυσίαν τὴν δέχομαι. Τουναντίον ἠθέλησε νὰ θέσῃ ποινήν, τὴν θυσίαν τῆς φιλοτιμίας σας, καὶ μὴ ἐξετάζητε τὴν πρότασιν, εἶπεν, ἀρκεῖ νὰ μάθητε ἀπὸ στόματός μου, ὅτι ἡ πρότασις ἡ σημερινὴ τείνει νὰ ἀναιρέσῃ τὰ χθὲς ἀποφασισθέντα. Ἐπρότεινεν οὕτω πρᾶγμα πολὺ τολμηρὸν ἐνώπιον ἑνὸς κοινοβουλίου καταστήσας ζήτημα φιλοτιμίας τὸ νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὸ συμφέρον τοῦ τόπου τὸ ὁποῖον ὡρκίσθητε νὰ φυλάξετε. Ἐὰν τὸν χθεσινὸν νόμον δύνασθε νὰ καταργήσητε καὶ ἂν ἠθέλατε ὁριστικῶς τὸν ψηφίσει, πῶς δὲν δύνασθε νὰ σκεφθῆτε ὡριμώτερον ἢ χθὲς τὰ ὁριστικῶς μὴ ἀποφασισθέντα ὅταν πρόκηται περὶ ἑκατομμυρίων καὶ περὶ μεγάλων συμφερόντων; Ἐκπλήττομαι ἀληθῶς διὰ τοιαύτην γλῶσσαν πρωθυπουργοῦ. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ὤφειλε μᾶλλον νὰ ἐξετάσῃ τί τὸ ὀρθὸν ἐν τῷ ζητήματι, καὶ νὰ εἰσέλθῃ εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ. Τὰ τοιαῦτα ὅμως μηχανοῤῥαφήματα δὲν τὰ θεωρῶ ἄξια αὐτοῦ· εἶναι πλαγία σκέψις τείνουσα ν’ ἀποτρέψῃ τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός της, καὶ συνέπεια τοῦ πνεύματος τούτου ὑπῆρξαν τὰ ἐπιχειρήματα εἰς τὰ ὁποῖα προσέφυγεν. «Καὶ πῶς, λέγει; κηδεμονίαν ἡμεῖς ἐπιβάλλομεν εἰς τὴν κυβέρνησιν διὰ τοῦ νομοσχεδίου μας, καὶ ἔρχεσθε νὰ μᾶς εἴπητε ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐμπιστοσύνης τῆς βουλῆς πρὸς τὴν κυβέρνησιν, περὶ κηδεμονίας μιᾶς ἐπιτροπῆς; ὄχι· οὐ μόνον ἐδυνάμεθα ἀλλὰ καὶ ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἐπράξαμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, νὰ ζητήσωμεν τῶν εἰδημόνων τὴν γνώμην.» Μοὶ ἐφάνη περίεργος αὐτὸς ὁ ἰσχυρισμός· διότι οὔτε περὶ γνωμοδοτήσεως πρόκειται, οὔτε περὶ εἰδημόνων ἀνθρώπων πρόκειται. Εἶναι καθαρὰ τυφλὴ κηδεμονία· πρόκειται περὶ γνωμοδοτήσεως ἐν ἄρθρῳ 3 ἢ περὶ ἀποφάσεως τοῦ συμβουλίου; Τὸ συμβούλιον ἀποφαίνεται περὶ τοῦ πλειστηριασμοῦ, ἀποφασίζει περὶ τοῦ πλειστηριασμοῦ· τὸ συμβούλιον δὲν γνωμοδοτεῖ, ἀλλ’ ἀποφασίζει, ἡ δὲ κυβέρνησις ὑπακούει. Ὁποία δὲ εἶναι ἡ εἰδικότης τοῦ συμβουλίου; ὁποία δὲ εἶναι ἡ εἰδικότης τοῦ προεδρεύοντος τὸν Ἄρειον Πάγον, τοῦ εἰσαγγελέως, τοῦ βασιλικοῦ ἐπιτρόπου καὶ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων οὓς ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον; Δύνανται νὰ ἔχουν καὶ φῶτα καὶ πεῖραν, ἀλλὰ τῶν φώτων καὶ τῆς πείρας, τὰ ὁποῖα θέλουν οἱ κκ. ὑπουργοί, δὲν ἔχουν καμμίαν εἰδικότητα· καὶ ἐὰν ἔχουν, δύνανται νὰ τὴν ἔχουν τὰ ἄτομα τὰ ὁποῖα κατέχουν τὴν θέσιν καὶ ὄχι ἡ θέσις· ἡμεῖς δὲ περὶ τῆς θέσεως ἀποφασίζομεν. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἄτομα εἰσὶν ἐφήμερα, διότι ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τοὺς ὁποίους τὸ ἄρθρον διαλαμβάνει ὡς συγκροτοῦντας τὴν ἐπιτροπὴν, εἷς καὶ μόνος εἶναι ἰσόβιος ἢ δύο. Λοιπὸν, κύριοι, οὔτε περὶ γνωμοδοτήσεως πρόκειται οὔτε περὶ φώτων εἰδικῶν, ἀλλὰ περὶ τυφλῆς κηδεμονίας, καὶ τὴν τυφλὴν αὐτὴν κηδεμονίαν καταδέχονται νὰ τὴν ἀποδώσωσιν εἰς σωματεῖον ὑπαλλήλων μᾶλλον ἀλλ’ οὐχὶ εἰς τὴν βουλήν. Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, τῇ ἀληθείᾳ ὁποῖαι ἄλλαι σκέψεις δύνανται νὰ συνηγορήσωσιν ὑπὲρ τῆς ἀντιδράσεως ἡ ὁποία φέρεται ἐναντίον τῆς προτάσεώς μας, διότι οἱ λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ δὲν ἔχουσι καμμίαν δύναμιν οὔτε ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω τὸ ὑπ’ αὐτοῦ ῥηθέν, καί τοι οὐδόλως προκληθέντος, ὅτι μετὰ τὸ ζήτημα τῶν ἐκβολάδων θέλει θέσει ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐν τῇ Βουλῇ. Δὲν εἶναι καύχησις αὕτη ἀξία λόγου, τὴν ὁποίαν νὰ λάβωμεν κἂν ὑπ’ ὄψιν, προερχομένη ἀπὸ κυβέρνησιν ἥτις ὑποστηρίζεται ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τοῦ νομοθετικοῦ σώματος· Αἱ κυβερνήσεις κρίνονται περὶ τῶν διαθέσεων, περὶ τῆς ἐπιθυμίας εἴτε μετρίας εἴτε ἀκράτου αὐτῶν εἰς τὸ κατασχεῖν τὴν ἐξουσίαν, εἰς ἄλλας περιστάσεις· ἡ πρόκλησις πρὸς τὴν μειοψηφίαν εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης δὲν ἔχει τίποτε ὑψηλὸν, καὶ διὰ τοῦτο ὡς εὐθεῖαν πρότασιν δὲν δύναμαι νὰ τὴν ἐννοήσω· ἐκτὸς ἐὰν ᾖναι σαγήνη τις ἐνταῦθα ῥιφθεῖσα πρὸς ἄλλους σκοποὺς, ἀλλὰ καὶ ἄλλους ἀφορῶσα. Ἐπειδὴ δὲ δὲν βλέπω κανὲν ἰσχυρὸν ὅπλον φερόμενον πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς ἐναντίας ἰδέας, παρακαλῶ θερμῶς τὴν Βουλὴν, πρὶν ἀποφασίσῃ, νὰ σκεφθῇ ὡρίμως τὴν ἐγγύησιν τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ δημιουργήσῃ καὶ τὸ χάος τὸ ὁποῖον θέλει ἀφήσει ἐκ τῆς περιφρονήσεως τῆς ἐγγυήσεως ταύτης. Ψηφίζουσα ἂς ἐνθυμηθῇ, ὅτι μετὰ τὸν πλειστηριασμὸν τοῦ ὁποίου τὴν θερμότητα δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ προσδιορίσῃ, τοῦ ὁποίου τὰς περιστάσεις δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἐννοήσῃ, ἂς ἐνθυμηθῇ, λέγω, ἐὰν ὁ πλειστηριασμὸς ἀρκῇ καὶ μόνος, ὑποκείμενος εἰς τὴν ἀνάκρισιν καὶ ψῆφον ἑνὸς συμβουλίου ὑπαλλήλων, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑπὸ τυφλὴν ὑπακοὴν καὶ αὐτὴν τὴν κυβέρνησιν, καὶ, ἂν μὲ τοιαύτας ἐγγυήσεις, δηλαδὴ μὲ τοιαύτην παντελῆ ἔλλειψιν ἐγγυήσεων, μᾶς ᾖναι ἐπιτετραμμένον τόσῳ σπουδαίαν περιουσίαν τοῦ Κράτους ν’ ἀπαλλοτριώσωμεν διὰ χειρὸς ἄλλων! Ἐνθυμήθην ἤδη ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλη τις ἀντίῤῥησις περὶ τοῦ τρόπου. Τί θὰ γίνετε σεῖς σᾶς; εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς πῶς θὰ ἐγκρίνετε τὴν δημοπρασίαν; ἡμεῖς ἐνομίζομεν, εἶπεν, ὅτι τελειώσαντες χθὲς ἀργὰ, διὰ μιᾶς ἢ δύο ψηφοφοριῶν, ἐτελειώσαμεν πλέον ὁριστικῶς καὶ ἀπεκτήσαμεν τινὰ δικαιώματα ἀναφαίρετα! ὅτι ἐγλυτώσαμεν καὶ δὲν ὑπαγόμεθα πλέον εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν ψῆφόν σας! καὶ εἴχομεν τὴν ἐλπίδα ὅτι ἠθέλομεν διαχειρισθῆ διὰ τῆς ἐξουσίας μας τὸ πρᾶγμα! Ἐὰν ἠθέλετε ψηφίσει χθὲς, ὅτι διὰ συμβάσεως γίνεται ἡ παροχὴ, τὸ ἐννοοῦμεν· ἀλλ’ ἐσώθημεν χθὲς ἀπὸ αὐτὴν τὴν πρότασιν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ συμβάσεως ἐννοοῦμεν, ὅτι ἡ πρότασις ἡ προτεινομένη σήμερον δὲν ἦτο παραβίασις τοῦ συντάγματος, δὲν ἦτο ἐξευτελισμὸς τῆς Βουλῆς, δὲν ἦτο ἐπέμβασις αὐτῆς εἰς ἀλλότρια καθήκοντα. Ἀλλ’ ὅπως ἀπεφασίσθη τὸ ἄρθρον, ὅλα τὰ ἀτοπήματα ταῦτα ὑπάρχουσι καὶ τὸ πρῶτον εἶναι ὅτι κανεὶς δὲν θὰ προσέλθῃ εἰς τὴν δημοπρασίαν, ὅταν ἠξεύρῃ ὅτι ἡ πλειοδοσία δὲν κατακυρόνει εἰς αὐτὸν τὸ πρᾶγμα. Ἀλλ’ ἐρωτῶ. Καὶ τὸ γνωρίζει κατὰ τὸ νομοσχέδιόν σας, κύριε πρωθυπουργὲ, ὅταν θὰ προσέλθῃ εἰς Λαύριον τρεῖς καὶ τέσσαρες μῆνας πρὶν τοῦ πλειστηριασμοῦ νὰ ἐξοδεύσῃ πέντε, δέκα εἴκοσι χιλιάδας δραχμὰς διὰ νὰ κάμῃ τὰς σπουδὰς ἐπὶ τόπου; καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν τὴν ἰδίαν καθ’ ἣν θὰ προσφέρῃ ἐν τῷ πλειστηριασμῷ γνωρίζει ἐὰν εἰς αὐτὸν θὰ κατακυρωθῇ ἐὰν ὑπερθεματίσῃ; Γνωρίζει ἓν πρᾶγμα· ὅτι μία ἐπιτροπὴ ἐξ ἑπτὰ, ὀκτὼ ἀνθρώπων θ’ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου. Ἰδοὺ ἡ διαφορὰ, ἡ μόνη ἀληθὴς μεταξὺ ἐκείνου τοῦ συμβουλίου, δηλαδὴ τοῦ νομοσχεδίου σας, καὶ τῆς βουλῆς, δηλαδὴ τῆς προτάσεώς μας. Ὅλα τ’ ἄλλα εἶναι πλημμελῆ, δὲν ἀξίζουν τὸν λόγον δι’ ὃν ἀποκρούετε τὴν πρότασιν· εἶναι πεποίθησίς σας· θέλετε νὰ ὑπερασπισθῆτε, ἀλλ’ ὑπὲρ τὸ μέτρον, τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ὄχι τὰ δικαιώματα ἀλλὰ τὰ αὐθαίρετα δικαιώματα.

§116ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ (ὑπουργὸς Ἐκκλησιαστ. καὶ Παιδείας). Θέλετε νὰ ὑπερασπισθῆτε ὑπὲρ τὸ μέτρον τὰ δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἶπεν, ὁ προαγορεύσας, κατερχόμενος τοῦ βήματος τούτου. Ὄχι, κύριε βουλευτὰ Μεσολογγίου, δὲν θέλομεν νὰ ὑπερασπισθῶμεν τὰ δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, παρὰ ὡς σᾶς εἴπομεν καὶ εἰς μίαν ἄλλην ἐποχὴν, θέλομεν τὰ δικαιώματα ἑκάστης ἐξουσίας ἐντὸς τῆς τροχιᾶς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν διαγράφουν οἱ νόμοι τῆς πολιτείας· δὲν θέλομεν νὰ σφετερισθῶμεν τὰ δικαιώματα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, δὲν θέλομεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ σφετερισθῇ τὰ δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς, διότι καὶ εἰς τὴν μίαν περίστασιν καὶ εἰς τὴν ἄλλην σᾶς εἴπομεν, καὶ σᾶς ἐπαναλέγομεν, ὅτι ἐπέρχεται ἡ σύγχυσις καὶ αὐτὸ θέλομεν νὰ ἀποφύγωμεν. Ἐπροσπάθησεν ὅμως ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου νὰ θωπεύσῃ τὴν Βουλὴν καὶ τὰ δικαιώματα αὐτῆς, δὲν ἐννόησεν ὅμως ὅτι ὁ ὑπερασπιζόμενος τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς προσβάλλει αὐτὴν τὴν ἰδίαν Βουλὴν. Τρεῖς ἐξουσίας, κύριοι, ἔχομεν ἐν παντὶ συνταγματικῷ κράτει, τὴν νομοτελεστικὴν, τὴν νομοθετικὴν καὶ τὴν δικαστικήν· σεῖς εἶσθε οἱ προωρισμένοι νὰ νομοθετῆτε, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ἐφαρμόζῃ, σεῖς ἔχετε τὴν ἐπιτήρησιν, ἐπίσης ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐφαρμόζῃ τὸν νόμον. Ὑποθέσατε ὅτι σήμερον θέλετε κάμει ἕνα νόμον, καὶ εἰς τὸ τέλος, ἀφοῦ θέλετε ἀναγράφει πλείστας ὅσας ποινὰς, νὰ θέσητε καὶ ἓν ἀκροτελεύτιον ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ λέγετε, ὅτι ἔχει μὲν ἀληθῶς τὸ δικαίωμα νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, ἀλλὰ ὑπὸ τὴν ἐπίκρισιν τῆς Βουλῆς· τί ἠθέλετε εἰπεῖ; ἀλλὰ, κύριοι, τί σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου; σᾶς εἶπεν ὅτι διὰ μίαν τοσαύτην περιουσίαν, δι’ ἕνα τόσον μεγάλον πλοῦτον θέλετε νὰ ἀποξενωθῆτε; ὄχι, ποσῶς ἡ Βουλὴ, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν εἶναι ἀποξενωμένη καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τὸ ὑπουργεῖον ὑπέβαλεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐννοούσαμεν καὶ ἐννοοῦμεν ὅτι πάντοτε πᾶν ὑπουργεῖον δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἀπόῤῥοια τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ τῆς θελήσεως τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς, καὶ τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἀντιπροσωπεύει, καὶ δὲν διερμηνεύει, εἰμὴ τὰ αἰσθήματα καὶ τὰς σκέψεις καὶ τὴν θέλησιν τῶν ἐντολοδοτῶν του. Ἐν αὐτῷ τῷ ὑπουργείῳ λοιπὸν ὑπάρχει ἡ ἐμπιστοσύνη καὶ ἡ θέλησις καὶ τὸ πνεῦμα αὐτὸ τῆς Βουλῆς· ἐκτὸς τούτου, ἐν τῷ μέσῳ τοῦ συμβουλίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ δυνάμει ἑνὸς νόμου, τὸν ὁποῖον σεῖς ἀποφασίζετε, σεῖς συντάττετε, σεῖς κατασκευάζετε, ἀκόμη κάθηται, κύριοι, καὶ ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅστις ἐπίσης ἀντιπροσωπεύει πληρέστατα τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς, διότι ἀντιπροσωπεύει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειοψηφίας αὐτῆς. Πῶς βλέπετε λοιπὸν ἀποδιωκομένην τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τὸ συμβούλιον αὐτό; ἐκτὸς πλέον ἐὰν ἐννοῇ ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὅτι τὰ ὑπουργεῖα δὲν πρέπει νὰ ἀποῤῥέουν καὶ ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Ὅταν κύριοι, κατασκευάζετε ἕνα νόμον, καὶ δὲν δύνασθε νὰ τὸν κατασκευάσητε εἰμὴ ὅταν πρόκηται περὶ διαθέσεως πραγμάτων ὁμοίων, τῆς αὐτῆς φύσεως, τὸ ζήτημα τοῦτο πάντοτε λύεται διὰ νόμου, καὶ ὄχι διὰ συμβάσεων. Αἱ συμβάσεις, εἰξεύρετε πότε παρουσιάζονται; εἰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἐκ τῶν προτέρων ἓν νομοθέτημα δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ κανονίσῃ τὸ συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον θὰ συσταθῇ μεταξὺ τῆς πολιτείας καὶ ἑνὸς οἱουδήποτε ἐργολάβου, καὶ ἐξηγοῦμαι π.χ. παρουσιάζεται ὁ ά καὶ λέγει, ὅτι ἐγὼ θέλω νὰ λάβω τὸ προνόμιον, νὰ κατασκευάσω ἕνα σιδηρόδρομον ἀπὸ ἐδῶ μέχρι Λαμίας, ζητῶ λοιπὸν ἀπὸ τὸ δημόσιον νὰ μοὶ παραχωρήσῃ τὰ α, β, γ, δ, κλπ. πλεονεκτήματα, ἀναλαμβάνω δὲ τὰς ε, ζ, η, θ, ὑποχρεώσεις. Ἔρχεται ἄλλος ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἀναλάβῃ νὰ κάμῃ νέον σιδηρόδρομον, ὄχι πλέον μέχρι Λαμίας, ἀλλὰ μέχρι Μεσολογγίου, καὶ ἐκεῖνος ζητεῖ πλειότερα προνόμια· δὲν δύναται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἡ πολιτεία, νὰ εἴπῃ ὅτι, κάμνω ἕνα νόμον διὰ τοῦ ὁποίου λέγω, ὅτι εἰς πάντα ὅστις θέλει νὰ κάμῃ σιδηροδρόμους ἐν τῇ Ἑλλάδι θὰ τῷ δώσω αὐτὰ καὶ αὐτὰ τὰ προνόμια, διατί; διότι ἐξαρτᾶται πολὺ ἀπὸ τὸ ἔδαφος, ἀπὸ τὴν ἀκρίβειαν ἢ εὐθηνίαν τοῦ ὑλικοῦ, ἐκ τῆς ἐποχῆς καὶ τόσων ἄλλων περιστατικῶν, τὰ ὁποῖα λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν ἐκ μέρους τῶν δύο συμβαλλομένων μερῶν, καὶ διὰ τοῦτο γίνεται ἡ σύμβασις, καὶ ἡ ὁποία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ἓν συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον συγκροτεῖται μεταξὺ τῆς κυβερνήσεως καὶ ἑνὸς ἄλλου, καὶ τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς, καὶ μεταβάλλεται εἰς νομοθέτημα. Ἐδῶ πρόκειται περὶ συζητήσεως τοιαύτης, διὰ νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸ μέσον τῶν συμβάσεων, τὰς ὁποίας ἐπικαλεῖται ὁ κ. Δεληγεώργης; ἐδῶ πρόκειται νὰ διαθέσωμεν ἐκβολάδας, πρόκειται νὰ διαθέσωμεν εἰς φανερὰν δημοπρασίαν διὰ πλειστηριασμοῦ. Δύναται λοιπὸν ἕκαστος νὰ ἔλθῃ, ἐὰν πράγματι ὁ πλοῦτος ἦναι μέγας, διότι ὅλα τὰ κεφάλαια θὰ τρέξουν νὰ ἔλθουν, νὰ εὕρουν τοὺς τόκους, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκουν, εἰς τὸ Λαύριον. Θὰ γίνῃ λοιπὸν δημοπρασία φανερά. Τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ θὰ ὑποβληθῇ εἰς ἓν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον συγκροτεῖται ἀπὸ τοιαῦτα πρόσωπα τὰ ὁποῖα παρέχουν ὅλας τὰς ἐγγυήσεις· καὶ θὰ σᾶς ἀποδείξω, κύριοι, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἰς τὸ συμβούλιον αὐτὸ εὑρίσκω τόσας ἐγγυήσεις, ὅσας δὲν εὑρίσκω εἰς κανένα ἄλλον νόμον τῆς πολιτείας. Διεθέσαμεν χθὲς, κύριοι, διὰ νομοσχεδίου ὅλην τὴν ἐθνικὴν γῆν, διαθέσαμεν τὰς ἐθνικοϊδιοκτήτους φυτείας, πρὸ πέντε χρόνων δι’ ἑνὸς ἄλλου νόμου διεθέσαμεν ὅλα τὰ φθαρτὰ κτήματα· καὶ μολαταῦτα ὅλαι αὗται αἱ δημοπρασίαι, αἱ ἐκτιμήσεις, δὲν γίνονται παρὰ ἀπὸ ἕνα ἔπαρχον καὶ ὑποβάλωνται μόνον εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ὅταν, κύριοι, εὑρίσκωμεν τὰς ἐγγυήσεις εἰς τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοὺς καὶ εἰς τὴν μονομερῆ ἐνέργειαν καὶ ἀπόφασιν ἑνὸς ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, δὲν εὑρίσκομεν πλέον εἰς ἓν συμβούλιον, συγκροτούμενον ἀπὸ ὅλους τοὺς ὑπουργοὺς, ἀπὸ τὸν πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀπὸ τὸν Βασιλικὸν Ἐπίτροπον, ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν καὶ ἀπὸ τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς; διότι σᾶς εἶπον, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον καὶ ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς πληρεστάτης ἐμπιστοσύνης τῆς τε νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ Βασιλέως εἰς ὅλα τὰ συνταγματικὰ κράτη. Δὲν εἶναι, κύριοι, οὔτε ὀρθὸν, οὔτε σωστὸν, νὰ ἔρχωνται ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ μὲ ἀοριστολογίας καὶ παραδοξολογίας, νὰ ἔρχωνται νὰ ἐπιῤῥίπτουν πλαγίως πως μομφὰς κατὰ τῶν ἀντιδοξούντων. Καὶ δὲν ἔχει κανεὶς τὸ δικαίωμα νὰ ἔρχηται νὰ κατηγορῇ πάντοτε ἀορίστως, καὶ νὰ φαίνεται, ὅτι ἐκεῖνος μόνον εἶναι ὁ προστάτης τῶν συμφερόντων τῶν ἐθνικῶν, διότι δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος διὰ κανένα νὰ εἴπῃ, ὅτι εὑρίσκεται εἰς ἐξαιρετικὴν περίστασιν, διὰ νὰ προβάλλῃ τὸν ἑαυτόν του, ὡς προστάτην καὶ ὑπερασπιστὴν τῶν ἐθνικῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα βλέπει κινδυνεύοντα ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους, διότι ἐντὸς τῆς Βουλῆς αὐτῆς παρακάθηνται ἄνδρες οἱ ὁποῖοι πάντοτε ἠγωνίσθησαν καὶ ἐπολέμησαν καὶ ἐνήργησαν ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν συμφερόντων τῆς πολιτείας, μὲ ὑπέρτερον ζῆλον ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καθ’ ἡμέραν παρουσιάζονται ὡς προστάται δῆθεν τῶν συμφερόντων τῆς πολιτείας. Ἀλλὰ κύριοι, ὑποθέσατε διὰ μίαν στιγμὴν, ὅτι ἡμεῖς παρεδέχθημεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μιχαλοπούλου, καὶ ἠθελήσαμεν νὰ κρατήσωμεν εἰς ἑαυτοὺς, τοὐτέστιν εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ δικαίωμα τῆς ἐγκρίσεως τῶν πλειστηριασμῶν· καὶ ὑποθέσατε συνάμα, Κύριοι, ὅτι ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἐγένετο μία κακὴ ἔγκρισις, προσεβλήθησαν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου· ποῖον λόγον θὰ δώσῃ ἡ βουλὴ, ἡ ὁποία προσέβαλλε τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου; καὶ ποῖος θὰ καταδικάσῃ τὴν Βουλήν; θέλετε λοιπὸν, κύριοι, νὰ ἔχητε ἓν σῶμα τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔχῃ καμμίαν εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ νόμου, διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν δημοσίων πραγμάτων τῆς πολιτείας; Ἐνῷ ἡ Βουλὴ, κύριοι, τόσον τὸ μεταλλευτικὸν συμβούλιον καθὼς καὶ τοὺς ὑπουργοὺς καὶ ὅλους ἔχει τὸ δικαίωμα, ὅταν ἴδῃ ὅτι παρεγνώρισαν, ἢ ὁπωσδήποτε κατεχράσθησαν τὰ δημόσια συμφέροντα, νὰ τοὺς ἐνάξῃ εἰς τὰ δικαστήρια νὰ ὑποστῶσι τὴν εὐθύνην τῆς καταχρήσεως καὶ τῆς παρανομίας, ἢ ὀλιγωρίας, τὴν ὁποίαν ἔδειξαν ἐπὶ τῶν μεγάλων συμφερόντων τῆς πολιτείας. Τελειόνω, κύριοι, μὲ πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ, καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ μίαν πρότασιν ὅλως διόλου πρωτοφανῆ εἰς τὰ συνταγματικὰ χρονικὰ τοῦ κόσμου, καὶ ἐντελῶς ἀντισυνταγματικήν· διότι ἡ Βουλὴ κρατοῦσα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἐν ἑαυτῇ, ἔχει μεγίστην ἐξουσίαν ἐπὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ἐπὶ ὅλων τῶν ἐξουσιῶν, ὅταν κάμῃ φρόνιμον καὶ συνετὴν χρῆσιν αὐτῆς.

§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐξέλθουν οἱ κύριοι βουλευταὶ ἀπὸ τὰ δωμάτια, διότι θὰ γίνῃ ψηφοφορία. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Μιχαλοπούλου ἔχει ὡς ἑξῆς· «Μετὰ προηγουμένην νομοθετικὴν ἔγκρισιν», ἡ ὁποία νὰ προστεθῇ ἐκεῖ, ὅπου τὸ ἄρθρον λέγει «δὲν ἐπιτρέπεται δυνάμει πράξεως τῆς Κυβερνήσεως». Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως;

§118ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἔλθουν δύο ψηφολέκται. Οἱ θέλοντες τὴν προσθήκην αὐτὴν λέγουσι ναί, οἱ μὴ θέλοντες, ὄχι.

§120ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Παρατηρῶ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ παραχωρήσῃ περιουσίαν πρὶν γνωρίσῃ αὐτήν. Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Λέκκα καὶ Μπαλάφα Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν βουλευτῶν Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ προστεθῇ «μετὰ προηγουμένην νομοθετικὴν ἔγκρισιν», ναὶ ἢ ὄχι;

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κ. Μ. Θεοδώρου. ΟΓ. Δελένδας Ο
Α. Κ. Μιχαλόπουλος. ΝΣπ. Μαλασπίνας Ο
Ἀντ. Βενιζέλος. ΝΓ. Μ. Βαλλιάνος
Ἀναγ. Γιαννουλίδης. ΟΚ. Δ. Πεταλᾶς Ο
Ν. Π. Καΐρης Μ. Παΐζης
Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός.ΝΘρ. Ζαΐμης Ο
Ν. Τζώκρης. ΟἈθ. Γ. Πετιμεζᾶς Ο
Α. Ζαΐμης ΟΑ. Διαμαντόπουλος Ο
Α. Δανόπουλος. ΟΓ. Παδαῖος Ο
Ἰω. Λέκας. ΝἸω. Σοφιανόπουλος Ο
Δημ. Καλλιφρονᾶς ΝΓ. Πεῤῥωτῆς Ο
Σκαρλ. Σοῦτσος ΟΚ. Δαγρές Ο
Περ. Α. Πετράκης Ἰω. Φλέσσας Ν
Στυλ. Κολιάτσος. ΟΑ. Κοντόσταυλος Ο
Α. Ἴσκος. ΝΔ. Λένωσης
Ἰω. Καραγιαννόπουλος.ΝΓ. Παπανικολάου
Δ. Γρίβας ΟἸω. Μπαλάφας Ο
Π. Πετιμέζης. ΟΝ. Μ. Κοζαδῖνος
Α. Μαγγίνας. ΟΝ. Ἀγγελίδης
Θ. Π. Δηλιγιάννης Ἰάκ. Πολυλᾶς Ο
Κ. Πλαπούτας. Α. Παπαδάτος
Α. Α. Ἀντωνόπουλος. ΟἸω. Τοπάλης
Χ. Ῥηγόπουλος. ΟἸω. Δεληγιάννης Ο
Ἰω. Ῥοϊλὸς. ΟἘπ. Καμπερόπουλος Ο
Κ. Λυμπρυνόπουλος Ἀνδρ. Νοταρᾶς
Κ. Κοσονάκος. ΟΣπ. Α. Νοταρᾶς Ο
Θ. Τζανετάκης. ΟἈναστ. Δημητριάδης Ν
Ἰω. Σαφάκας. ΟΑ. Μεταξᾶς Ο
Ν. Κατσικαπῆς ΟΣ. Μονόπωλης Ν
Ἀριστ. Διδωρίκης ΟἈγ. Μαντζαβίνος
Ν. Παπαμιχαλόπουλος Γ. Δρακονταειδής Ν
Ἰω. Καπιτσίνης Δ. Ῥαπτάκης
Γ. Μίλησης ΟΓ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος.Ο
Α. Σ. Μήτσας ΟΚ. Πανάρετος Ο
Δ. Τσιτσάρας ΝΑ. Καρδαρᾶς Ν
Γ. Γιολδάσης ΝΘ. Θερμογιάννης Ν
Π. Μανωλίδης ΝΓ. Βακαλόπολος Ο
Εὐθ. Γουβέλης ΟΔ. Σαῤῥιγιάννης Ο
Κ. Λομβάρδος ΟΝ. Βαρβιτσιώτης Ο
Α. Γαΐτας Φωσκάρδης ΟἸω. Βαλασσόπουλος
Σπ. Λεονταράκης ΟΝ. Θ. Λεώπουλος Ν
Ἰω. Σούλης Βάρκας ΟἈναστ. Κορφιωτάκης Ο
Α. Γκοῦσκος Σπ. Κοπανίτσας Ο
Ἀνδρ. Αὐγερινός ΟΓ. Λάπας Ο
Α. Κρεστενίτης ΝΦ. Ι. Φίλωνος Ο
Θ. Δαραλέξης ΟΓερ. Σέρβος Ο
Ἐπ. Κρεστενίτης ΝΣπυρ. Βαλαωρίτης
Α. Πετραλιᾶς ΝΑ. Σταματόπουλος
Δ. Κλίμακας ΟΔ. Τσαμόπουλος Ο
Α. Κατσίνας ΝΘ. Γεωργίου
Ἀναγ. Δημητρίου Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος Ο
Ἰω. Ταμπακόπουλος ΟΛ. Καραλίβανος
Χ. Χρηστόπουλος ΟΠ. Τζαμάλας Ν
Δ. Ζέγγελης ΟΠερ. Καλαμογδάρτις Ο
Π. Κ. Μανέτας ΟΘ. Κανακάρης Ο
Ἡλ. Φλέσσας ΝΓ. Ῥοῦφος
Ἀθ. Κατριβάνος ΟΓ. Πράτσικας
Ἰω. Πανούσης Ἀθ. Μισυρλῆς Ο
Γ. Μαλέας ΟΔ. Τριγγέλας
Ν. Παγκράτης ΟΓ. Δελλαπόρτας Ο
Κ. Κοκκινώρης ΟΙ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
Ν. Καρύδης ΟἸω. Δεστούνης Ο
Ἐπ. Δεληγεώργης ΝΚ. Ἐπιφανίου Ο
Γ. Γουλιμῆς Γ. Λ. Γεωργιάδης Ν
Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος ΟΔ. Ι. Κουνουπιώτης
Περ. Μποῦτος Γ. Κούτσης Ο
Γ. Μπούμπουλης
Ἰω. Προβελέγγιος ΟΔ. Χρηστίδης Ν
Ἰω. Ταταράκης Π. Σεβαστόπουλος
Α. Ῥαυτόπουλος Α. Βαφιαδάκης Ν
Μ. Δαμιράλης Ἰω. Ζαλώνης
Κ. Κρίσπης Μ. Ε. Παρίσης Ο
Ν. Φαρμάκης ΟἸάκ. Παξιμάδης Ο
Ἀθ. Ῥοντήρης Σ. Σωτηρόπουλος Ο
Εὐθ. Πλαστήρας ΝΔ. Ν. Πονηρόπουλος Ο
Γρηγ. Δημητριάδης ΟἈθ. Γρηγοριάδης
Κωνστ. Εὐθυμιόπουλος ΟΒ. Σκαλτσοδῆμος
Κ. Στεργιαλόπουλος
Κίμων Χριστοδούλου Στ. Κοριζῆς Ο
Δ. Σαράβας Ν. Πιπῖνος Ο
Α. Καπετανάκης ΟΔ. Γ. Βούλγαρης
Μιχ. Καπετανάκος Ἰω. Καλογιάννης Ν
Ἰω. Κατσάκος Θ. Ν. Γκίκας Ο
Χ. Χριστόπουλος Δ. Χατζῖσκος
Ζαρ. Ζαρειφόπουλος Δ. Τσιριμῶκος Ο
Α. Παπαλέξης ΟΓ. Δυοβουνιώτης Ν
Π. Κωνσταντᾶς ΟΓ. Κ. Ζουλούμης Ο
Θ. Ῥωμαῖος ΟΔ. Κριεζώτης Ο
Ν. Λοῦβρος Δ. Οἰκονόμου Ο
Γ. Ἰακωβάτος Κ. Πετσάλης Ο
Μ. Χαριτάτος ΝΜ. Ἀβέρωφ
Α. Μουρίκης ΝΚ. Νικόδημος Ν
Εὐθ. Κεχαγιᾶς ΟἸω. Κοτσιᾶ

§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 128· ἐξ αὐτῶν 34 ἦσαν ὑπὲρ τῆς προτάσεως, 94 κατά· ἡ πρότασις λοιπὸν ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 94 κατὰ 34, καὶ τοιουτοτρόπως τὸ ἄρθρον κατηρτίσθη ὡς ἑξῆς· «Ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν ἐκβολάδων δὲν ἐπιτρέπεται, εἰμὴ δυνάμει πράξεως τῆς Κυβερνήσεως».

§122ΜΙΛΗΣΗΣ. Τώρα ἔρχεται ἡ σειρὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βακαλοπούλου.

§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὴν εὑρίσκω ἐδώ· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐὰν ᾖναι κακὴ ἡ σύνταξις, κατόπιν τὴν διορθόνομεν, διότι ἡ πρότασις τοῦ κ. Βακαλοπούλου, νομίζω, ἀφορᾷ τὸ γραμματικὸν μέρος.

§124ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε νὰ σᾶς τὴν εἴπω; (τὴν ἀναγινώσκει).

§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, νὰ ἀκούσητε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βακαλοπούλου. Ὁ κ. Βακαλόπουλος προτείνει ν’ ἀντικατασταθῇ τὸ ἄρθρον διὰ τῶν ἑξῆς λέξεων. «Πρὸς ἐκμετάλλευσιν παραχωροῦνται αἱ ἐκβολάδες ἐπὶ τῆς καθαρᾶς ἀξίας αὐτῶν νὰ ἐκμεταλλεύωνται».

§126ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ φράσις καθαρὰ πρόσοδος τί σᾶς πταίει καὶ δὲν τὴν θέλετε;

§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. Βακαλόπουλε, λείπει «τὸ δυνάμει πράξεως τῆς Κυβερνήσεως.»

§128ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐξηγεῖ ἀποχρώντως τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου, καὶ διὰ τοῦτο νὰ μείνωμεν εἰς αὐτό.

§129ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ ὅτι ἡ ἔννοια εἶναι αὐτὴ μετὰ συντομίας.

§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δὲν ἐπιμένετε, κ. Βακαλόπουλε, ἑπομένως μεταβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἀκολούθου ἄρθρου.

§131ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἐγώ, κ. πρόεδρε, ὑπέβαλον μίαν πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας ζητῶ νὰ τεθῇ ὁ ἐλάχιστος ὅρος ἐντὸς τοῦ ἄρθρου. Αὐτὴ ἡ προσθήκη δύναται νὰ τεθῇ καὶ εἰς τὸ 7 ἄρθρον· ἀλλὰ δύναται νὰ τεθῇ καὶ εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν, καὶ μᾶλλον εἰς τοῦτο ἁρμόζει.

§132ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παραδέχομαι νὰ τεθῇ ἐλάχιστος ὅρος.

§133ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἡ τροπολογία μου ἔχει σχέσιν καὶ μὲ τὸ 7 ἄρθρον, τὸ ὁποῖον πραγματεύεται περὶ τῆς διαθέσεως. Εἶναι δὲ αὕτη, νὰ τεθῇ ἐλάχιστος ὅρος 60%, καὶ φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἐννοεῖ πολὺ καλὰ τὸν λόγον.

§134ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.

§135ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δέχομαι τὸν ἐλάχιστον αὐτὸν ὅρον.

§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παραδέχεται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ 3 αὐτοῦ ἄρθρου, τὸ ἑξῆς· «Ὁρίζεται δὲ ὡς ἐλάχιστος ὅρος 60%».

§137ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ κατὰ τὸ νομοσχέδιον τρίτου ἄρθρου τὸ ὁποῖον γίνεται τέταρτον.

§139ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν μοὶ λέγετε, κύριε πρόεδρε, πῶς κατηρτίσθη τὸ ἄρθρον;

§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει). «Ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν ἐκβολάδων δὲν ἐπιτρέπεται, εἰμὴ δυνάμει πράξεως τῆς κυβερνήσεως, ἥτις χορηγεῖ τὸ πρὸς τοῦτο δικαίωμα διὰ πλειστηριασμοῦ εἰς τὸν ἀναδεχθησόμενον νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ δημόσιον τὸ ἀνωτέρω ποσοστὸν ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου· ὁρίζεται δὲ ὡς ἐλάχιστος ὅρος 60%».

§141ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μίαν ἐξήγησιν. Ὁ ἐλάχιστος αὐτὸς ὅρος θὰ ᾖναι ἐπὶ τῆς δημοπρασίας, ἢ περιορισμὸς τῶν ἁρμοδίων νὰ ἐγκρίνωσι;

§142ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ θὰ χρησιμεύσῃ ὡς πρώτη προσφορὰ ἐπὶ τοῦ πλειστηριασμοῦ.

§143ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ σημειωθῇ αὐτό.

§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ ὅρου ἄρχεται ἡ δημοπρασία.

§145Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ ἐννοεῖται· διότι ὅταν δὲν δύναται τὸ συμβούλιον νὰ δώσῃ ἔγκρισιν, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι παρουσιάσθη ἐργολάβος καὶ ἔδωσε 59%, εἶναι περιττὸν νὰ γίνῃ δημοπρασία.

§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡμεῖς διεσαφίσαμεν τὸ πρᾶγμα, καὶ ἡ διασάφισις εἶναι πάντοτε ὠφέλιμος. (Γραμματεὺς ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 4. Ἡ παραχώρησις γίνεται διὰ Β. Διατάγματος, προτάσει τῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργῶν, μετὰ προηγουμένην ἀπόφασιν συμβουλίου, ἰδίως ἐπὶ τούτῳ συγκροτουμένου καὶ συγκειμένου ἐκ τῶν ὑπουργῶν τοῦ κράτους, τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς, ἢ, μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου, τοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον προεδρεύσαντος αὐτὴν, τοῦ προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τοῦ παρ’ αὐτῷ ἐπιτρόπου, τῶν εἰσαγγελέων τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, συγκαλουμένων ἁπάντων ὑπὸ τοῦ πρωθυπουργοῦ· τὸ συμβούλιον τοῦτο λογίζεται πλῆρες, ἐὰν ἐκτὸς τῶν μελῶν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου παρευρίσκωνται καὶ δύω ἐκ τῶν λοιπῶν πέντε μελῶν.

§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ζαΐμης ἔχει τροπολογίαν. (Γραμματεὺς ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 3. Ἡ παραχώρησις γίνεται διὰ Β. Διατάγματος προτάσει τῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν ὑπουργῶν μετὰ προηγουμένην ἀπόφασιν συμβουλίου ἐπὶ τούτῳ συγκροτουμένου. Τὸ Συμβούλιον τοῦτο καταρτίζεται ἐκ τῶν ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου αὐτῆς, τοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον προεδρεύσαντος, τοῦ προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τοῦ παρ’ αὐτῷ ἐπιτρόπου τῶν εἰσαγγελέων τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Μηχανικοῦ, τοῦ καθηγητοῦ τῆς ὀρυκτολογίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ἑνὸς ἐκ τῶν ἐν αὐτῷ καθηγητῶν τῆς νομικῆς καὶ ἑνὸς ἐκ τῶν καθηγητῶν τῆς χημείας. Οἱ τελευταῖοι δύο διορίζονται κατὰ τετραετίαν διὰ Β. Διατάγματος. Τὸ Συμβούλιον συγκαλεῖται καὶ προεδρεύεται ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργοῦ· λογίζεται δὲ πλῆρες, ἐὰν παρευρίσκωνται εἰς τὰς συνεδριάσεις ὀκτὼ ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ.

Θ. ΖΑΪΜΗΣ.

§148ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ὑποχρεωτικόν, ἢ δυνητικὸν τὸ διάταγμα;

§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλη τροπολογία;

§150ΣΑΡΡΗΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ ἐξηγηθῇ ὁ κ. Ζαΐμης, ἐὰν ᾖναι τὸ διάταγμα ὑποχρεωτικὸν ἢ δυνητικόν.

§151ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν Ἐφετῶν, νομίζω, ὅτι ἐξαιροῦνται κατὰ τοὺς τύπους τοὺς δικαστικοὺς ὡς λαβόντες μέρος καὶ δικάσαντες.

§152ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ γίνῃ μία προσθήκη εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Ζαΐμη, νὰ μὴ ἐνεργῇ τὸ συμβούλιον αὐτὸ ἂν δὲν εἶναι παρὼν καὶ ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς. «ἐν οἷς καὶ ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς».

§153ΓΡΗΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. «Ἀναγκαίως».

§154Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κύριος Διαμαντόπουλος, ὅταν ἐσυζητεῖτο ἡ πρότασις περὶ ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς ἥτις ἀπεῤῥίφθη, εἶπεν, οἱ βουλευταὶ, οἵτινες θὰ ᾖναι συνεταῖροι, πρέπει νὰ ἐξαιρῶνται. Ἡ πρότασις αὕτη τοῦ κ. Ζαΐμη ἀναφέρει τίποτε ὀλιγώτερον παρὰ τὴν συγκρότησιν τοῦ κ. Ζαΐμη. Τὸ συμβούλιον τοῦτο καταρτίζει τὴν ἀπόφασιν βεβαίως κατὰ πλειοψηφίαν, ἀλλὰ ὁ ἐλάχιστος ὅρος εἶναι κατὰ τὴν τροπολογίαν 8. Ἐν περιπτώσει λοιπὸν ἰσοψηφίας τί θὰ γίνῃ; θὰ ὑπερισχύσῃ ἡ ψῆφος τῆς Ἀθηνᾶς; καὶ αὐτὴ θὰ ᾖναι τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν; Ἐὰν τοῦτο ἐννοῇ, νὰ τὸ εἴπῃ ἡ Βουλή. Δεύτερον ἐὰν τὰ μέλη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ συγκροτήσωσι τὸ συμβούλιον, τύχωσιν ὅλοι νὰ ᾖναι ἢ δικηγόροι τῆς ἑταιρίας, ἢ ἐργολάβοι, ἢ συγγενεῖς μέχρι δευτέρου, τρίτου καὶ τετάρτου βαθμοῦ θὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ γνωμοδοτήσωσι; καὶ αὐτὸ εἶναι οὐσιῶδες, καὶ περὶ αὐτοῦ πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.

§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν διατυπώσατε, πῶς θέλετε νὰ συμπληρωθῇ τὸ ἄρθρον;

§156Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ζητῶ ἐξήγησιν· τί ἐννοοῦν ἐὰν παρουσιασθῇ τοιαύτη περίπτωσις· θὰ ἐξαιροῦνται;

§157ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ὁ κ. Δημητριάδης ἔχει δίκαιον, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ θέτομεν αὐτὴν τὴν διάταξιν, διότι βεβαίως δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀποφασίσῃ τις περὶ πράγματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρεται εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως.

§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατυπώσατε τὴν πρότασίν σας, κατεθέσατέ την εἰς τὸ προεδρεῖον.

§159ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εὑρίσκω, κ. πρόεδρε, ἀποχρώσας τὰς ἐγγυήσεις. Καὶ νομίζω ὅτι δὲν ἁρμόζει ν’ ἀποφανθῶσιν ἐπὶ τοσούτον σπουδαίου ζητήματος, τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ μέσου ὅρου τῆς ἀξίας καὶ τῆς ποιότητος τὰ ἐντὸς τοῦ συμβουλίου εὑρισκόμενα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον μέρος ὡς δικασταί, καὶ ἐξέφεραν γνώμην, καὶ μάλιστα γνώμην ἐναντίαν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπεφάσισεν ἡ βουλή. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναπληρωθῶσι τὰ πρόσωπα ταῦτα, δὲν εἶναι μέτρον προνοίας κυβερνητικὸν νὰ προβλέψῃ τὸ ὑπουργεῖον περὶ τούτου; δὲν εἶναι μέτρον νομοθετικῆς προνοίας νὰ προβλέψῃ ἡ Βουλή; διότι βεβαίως, ἂν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ἔχουν τὴν φιλοτιμίαν, ἀφοῦ ἐξέφερον μίαν γνώμην δὲν θὰ τὴν μεταβάλωσι, δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐκφέρουν ἄλλην γνώμην, καὶ ἐγὼ δὲν εὑρίσκω ἐγγύησιν ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐξέφεραν πρὸ μικροῦ μίαν ἐναντίαν γνώμην.

§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ πρόσωπα; (θόρυβος).

§161ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠξεύρω πολὺ καλὰ περὶ τίνος πρόκειται, καὶ σᾶς λέγω ὅτι χθὲς ἀκόμη ἀπεφάνθησαν γνώμην κατὰ τοῦ ἐθνικοῦ τῶν ἐκβολάδων, διότι χθὲς ἀπεφάνθησαν γνώμην ὑπὲρ τῆς ἁπλῆς φορολογίας τοῦ μεταλλείου τοῦ Λαυρίου, διότι μεταλλεῖον ἐθεώρησαν καὶ τὰς ἐκβολάδας, καὶ ἀπεφάνθησαν ὅτι εἶναι καλὴ ἡ φορολογία αὐτῶν 10%· τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν βλέπω ἀποχρῶσαν τὴν ἐγγύησιν διὰ τοῦτο σᾶς λέγω ὅτι ὅσοι ἐπρογνωμάτευσαν δὲν πρέπει νὰ λάβωσι μέρος, διότι ἡ φιλοτιμία τους θὰ τοὺς κάμῃ νὰ ἐμμείνουν εἰς τὴν γνώμην των.

§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατυπώσατε πρότασιν ὡρισμένην.

§163ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἁρμόδιος εἶναι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς φέρῃ δύο πρόσωπα ἀντὶ τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.

§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅστις ἔχει ἰδίαν πρότασιν τὴν διατυπόνει. Τίνα ἐκ τῶν προσώπων θέλετε νὰ προστεθοῦν, καὶ τίνα νὰ λείψουν;

§165ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω τρία πρόσωπα, διοριζόμενα διὰ τῆς Βουλῆς, ν’ ἀντικαταστήσουν τὰ δύο, τουτέστι τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τὸν εἰσαγγελέα τῶν ἐφετῶν· λέγω δὲ τρία, διότι θέλω νὰ ᾖναι κατὰ ἓν περισσότερα τὰ πρόσωπα τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.

§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος ζητεῖ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς τροπολογίας;

§167ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἀπέχω, κύριοι, νὰ φέρω γνώμην ἐπὶ τῶν ἀντιῤῥήσεων, τὰς ὁποίας ἔφεραν οἱ ἔντιμοι βουλευταὶ ἐξ Αἰγίου καὶ Κορίνθου, θέλω μόνον ἐκφράσει μίαν ἀμφιβολίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζαΐμη ἔχει τὴν ἀρετὴν ὅτι περιβάλλει τὸ μέγα τοῦτο ἀντικείμενον μὲ σπουδαίας ἐγγυήσεις, καὶ τὸ ἀπαλλάττει ἀπὸ τὴν πολιτικὴν ἐπίδρασιν μιᾶς κυβερνήσεως, καὶ τοῦτο, κύριοι, εἶναι σημαντικόν, καὶ τοῦτο ἐφελκύει πολὺ τὴν προσοχήν μου, ἀλλὰ φοβοῦμαι, μήπως ἔχῃ τὸ ἐλλάττωμα νὰ ἐλαττώσῃ τὴν εὐθύνην τῆς κυβερνήσεως. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ μάθω τὶ φρονεῖ ὁ κ. Ζαΐμης, ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς του. Τὸ συμβούλιον, τὸ ὁποῖον προτείνει, ἐὰν προέλθῃ εἰς ἀπόφασιν καὶ αὕτη ἐκτελεσθῇ ἀποβάλλει τὴν εὐθύνην ἡ κυβέρνησις ἐκείνη, ἥτις ἤθελε πραγματοποιήσει αὐτήν; Τοῦτο, κύριοι, εἶναι σπουδαῖον· Κατ’ ἐμὲ δὲν ἀποβάλλει παντάπασι τὴν εὐθύνην, καὶ ἂν ἤθελεν εἶσθαι ἐν μειονοψηφίᾳ, διότι ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλει τὴν πρότασιν, ἂν ἔχῃ λόγον ὑπαγορευόμενον ἐκ διαφόρων περιστάσεων, τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ὀφείλει νὰ σκεφθῇ, καὶ ἂν ἕνεκα τούτου δὲν εἶναι συμφέρουσα ἡ γνώμη τοῦ συμβουλίου, ὀφείλει νὰ μὴ ὑποστηρίξῃ αὐτήν. Δὲν ὠφελεῖ λοιπὸν αὐτήν, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι κατὰ πλάνην ἐπέλθει μία ἀπόφασις τοιαύτη τοῦ δικαστηρίου, ἡ ὁποία ἤθελεν εἶσθαι ἐπιβλαβής, ἀλλ’ ἤθελεν ὑποστηριχθῆ ἀπὸ μόνον τὰ πέντε ἕτερα μέλη, πλὴν τῶν ὑπουργῶν. Ὅθεν λέγω, ὅτι κατὰ τὴν πεποίθησίν μου δὲν ἀποβάλλει καὶ τότε τὴν εὐθύνην ἡ κυβέρνησις. Ἂν λοιπὸν ὁ ἔντιμος φίλος μου, τὸν ὁποῖον σπουδαίως ὑπολήπτομαι, συμφωνεῖ ὅτι καὶ εἰς τοιαύτην περίπτωσιν δὲν ἀποβάλλει τὴν εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ὀρθότερον, εἶναι χρησιμώτερον νὰ παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν αὐτὴν, διότι, ὡς εἶπον, ἔχομεν αὐτὴν τὴν ἐγγύησιν, ὅτι μᾶς ἐξασφαλίζει ἀπὸ τὴν πολιτικὴν ἐπίῤῥοιαν μιᾶς κυβερνήσεως. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει παρακαλῶ νὰ μὲ συγχωρήσῃ ὁ κ. Ζαΐμης νὰ διστάζω, διότι θεωρῶ μεγαλείτερον τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον θέλομεν διατηρήσει, ἔχοντες τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τὴν ἐγγύησιν, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν ἀπὸ 5 ἕτερα πρόσωπα, περὶ τῆς τιμῆς τῶν ὁποίων δὲν θέλω νὰ φέρω οὔτε ἐμμέσως καμμίαν ἀμφιβολίαν, ἀλλὰ πάντοτε ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἄνθρωποι, δυνατὸν νὰ περιπέσωσι εἰς πλάνην, καὶ ἔτι μᾶλλον δύνανται νὰ περιπέσωσιν εἰς πλάνην, καθ’ ὅσον εἶναι κατὰ τὸ μεγαλείτερον μέρος ἀδαεῖς τῶν εἰδικῶς ἀναγκαίων γνώσεων, διὰ νὰ ἀποφανθῶσιν ἐπὶ ἑνὸς τοιούτου ἀντικειμένου.

§168Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε πρόεδρε· νομίζω ὅτι μετὰ τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ζέγγελη περὶ τοῦ ἐλαχίστου ὅρου, ὅστις ὡρίσθη εἰς 60% ὅτι ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας θὰ ζητήσωμεν νὰ λάβωμεν δὲν ἔχουν μεγάλην σημασίαν· διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ζέγγελης δὲν πρέπει νὰ ἀναζητήσῃ εἰς τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν, ἐγγύησιν μεγαλειτέραν τῆς ἐγγυήσεως τὴν ὁποίαν χορηγεῖ ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ἐλαχίστου ὅρου εἰς 60%. Ἠθέλησα διὰ τῆς τροπολογίας νὰ ἀπομακρύνω τὴν πολιτικὴν ἀπὸ τὸ συμβούλιον τῶν ἐκβολάδων, καὶ τοὺς λόγους τούτους ἀνέπτυξα εἰς ἄλλην συνεδρίασιν. Τώρα ὁ κ. Ζέγγελης ἀποτείνει τὴν ἐρώτησιν ἂν ἐννοῶ, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον εἶναι ὑπεύθυνον. Ἅμα, κύριοι, προκληθῇ διάταγμά τι φέρον τὴν ὑπογραφὴν ἑνὸς ὑπουργοῦ, ἐννοεῖτε, ὅτι ἡ ὑπογραφὴ τοῦ ὑπουργοῦ καθιστᾷ αὐτὸν τὸν ὑπογράψαντα ὑπεύθυνον· τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα. Ἀλλ’ ὁ κ. Ζέγγελης ἐπρότεινεν ἀντίῤῥησίν τινα σπουδαίαν· εἶπεν ὅτι, ἂν ἡ πλειονοψηφία τοῦ συμβουλίου τῶν ἐκβολάδων εἶναι ἐναντία τῆς γνώμης τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ μέλλοντος νὰ προσυπογράψῃ, τότε τί θέλει γίνει; ὁ ὑπουργὸς οὐδεμίαν εὐθύνην, λέγει ὁ κ. Ζέγγελης, δύναται νὰ ἔχῃ ἅμα ᾖναι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Βασιλέως τὴν ἀπόφασιν τοῦ συμβουλίου τῶν ἐκβολάδων. Δὲν εἶναι κύριοι, παράδοξον, νὰ συμβῇ τοῦτο. Διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὸν κίνδυνον αὐτὸν τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ζέγγελης παριστᾷ δὲν βλέπω ἄλλην ἐγγύησιν, παρὰ νὰ δώσωμεν εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον τὸ veto, τουτέστι, τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον νὰ προσυπογράφῃ ὁλόκληρον, καὶ ἂν δὲν συμφωνῇ μὲ τὸ συμβούλιον τῶν ἐκβολάδων, τότε νὰ μὴ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Βασιλέως τὸ διάταγμα. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν τὸν κίνδυνον τὸν ὁποῖον ἐξέθηκεν ὁ κ. Ζέγγελης. Ἄλλως τε, πρέπει νὰ ἦσθε ἥσυχοι, διότι ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ἐλαχίστου ὅρου τὸν ὁποῖον ἐθέσαμεν δίδει ἀσφαλῆ ἐγγύησιν (διάλογοι παρατεταμένοι).

§169ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον δὲν δύναται νὰ ὑποβάλῃ γνώμην ἐναντίαν τῆς ἐπιτροπῆς.

§170Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, ὅταν συνετάττομεν τὸν νόμον, ἡ πρώτη ἰδέα, ἡ ὁποία μᾶς ἐπῆλθεν, ἦτο, νὰ ἐξαιρέσωμεν ὅλως διόλου τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον· ἂν τῷ ὄντι ἐπρόκειτο νὰ σώσωμεν τὴν δημοτικότητά μας, ἠθέλαμεν ὑποβάλει καὶ ἡμεῖς αὐτὸ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον εἷς ἄλλος μέγας ἀνὴρ εἰς μίαν ἄλλην συνέλευσιν ἄλλοτε ἐπρότεινε, δηλ. τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν μελῶν αὐτῆς διὰ νὰ σώσῃ τὴν δημοτικότητά του. Ἀλλ’ οὕτω, ἔβλαψε, κύριοι· δὲν πρόκειται περὶ ἡμῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ σκεφθῶμεν τί ἀποβλέπει ἡμᾶς, ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ καλλίτερον. Ὅπου, κύριοι, ἡ εὐθύνη δὲν ἐπιβαρύνει ἀμέσως τὸν προτείνοντα, τὸν ἐνεργοῦντα, ἡ ἐνέργεια δὲν εἶναι ἐντελὴς, πολλάκις σκοντάπτει, ἡ ἀδιαφορία πολλάκις ὑπερισχύει. Ὅσοι εἰργάσθητε εἰς πολυμελῆ σώματα, παρετηρήσατε ὅτι μεγαλειτέρα προσπάθεια καταβάλλεται ἐκ μέρους ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἔπειτα θέλει ἐπιβαρύνει ἡ εὐθύνη τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν θὰ ἐκφέρουν. Κύριοι, ἔλαβον μέρος εἰς πολλὰ μεταλλευτικὰ συμβούλια· παρετήρησα ὅτι ὅλα τὰ μέλη, τὰ ἔξωθεν λαμβάνοντα μέρος, κατέβαλλον καὶ ἐπιμέλειαν καὶ εὐσυνείδητον προσοχήν· παρετήρησα ὅμως μεγαλειτέραν ἐκ μέρους τῶν ὑπουργῶν· πολλάκις διὰ τὴν ἀπόφασιν ἤθελον ἐπαινεθῆ ἢ κατηγορηθῆ οἱ ὑπουργοὶ πρὸ πάντων· ἂν ἐγένετο μία παραχώρησις κακή, τὸ συμβούλιον ἐπὶ τῶν μεταλλείων ὀλίγον εἶχε νὰ ὑποστῇ· ἀπὸ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον ζητεῖται λόγος. Τελευταῖον συνέβη τὸ τοιοῦτον. Ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ παραχώρησίς τις· ὑπετίθετο ὅτι δικαιώματά τινων ἐπρόκειτο νὰ προσβληθῶσι· ταῦτα τὰ παράπονα ἠγέρθησαν κατὰ τῶν ὑπουργῶν. Σκεφθῆτε καλά, ἔλεγον, θ’ ἀναλάβητε εὐθύνην μεγάλην, ἂν παραβιάσητε τὰ δικαιώματά μας. Ἰδοὺ διὰ τί συνετάξαμεν τὸ νομοσχέδιόν μας, ὅπως τὸ συνετάξαμεν. Ἐνομίσαμεν ὅτι εἶναι ἐγγύησις περισσοτέρα εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τῆς διατάξεως αὐτῆς ἡ κατὰ πλειοψηφίαν σύμπραξις τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου. Εἰς αὐτὴν ὅμως τὴν σκέψιν μας δὲν ἐπιμένομεν, ἐπειδὴ καὶ ἡμεῖς θέλομεν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέραν ἐγγύησιν. Ἡμεῖς σᾶς λέγομεν τί ὡδήγησε τὰς σκέψεις μας εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἂν νομίζετε ὅτι εὑρίσκεται μεγαλητέρα ἐγγύησις εἰς τὸ ἄλλο σύστημα, κάμετέ το· ἀλλὰ κατὰ τὴν πεποίθησίν μας δὲν εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀφαιρέσητε τὴν ἐνέργειαν καὶ ν’ ἀφήσητε τὴν εὐθύνην. Ὅταν συγκροτῆτε ἓν συμβούλιον ξένον, καὶ τῷ ἐπιτρέπητε ν’ ἀποφαίνηται, τὴν ἀπόφασίν του δὲ αὐτὴν νὰ ἐκτελῇ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, χωρὶς νὰ δύναται ν’ ἀπομακρυνθῇ ἐξ αὐτῆς, τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον θὰ μεταγράφῃ ἁπλῶς· ἀλλ’ εἶναι περιττὸν τότε τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον· ὅταν δὲν ἔχῃ ἰδίαν θέλησιν, δὲν θὰ ἔχῃ ἑπομένως οὔτε εὐθύνην καμμίαν· φοβοῦμαι πολλοὺς κινδύνους ἐκ τούτου· τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον θὰ λέγῃ, τί πταίω ἐγώ; οὕτως ἀπεφάσισε τὸ μεταλλευτικὸν συμβούλιον, τὸ ὑπέγραψα, ἄλλως δὲν ἠδυνάμην νὰ πράξω. Νομίζω ὀρθότερον τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ νὰ συγκροτῆται τὸ συμβούλιον, ὅπως κατὰ τὸν νόμον τῶν μεταλλείων, ἀποφασίζῃ· ἂν δὲν δεχθῆτε αὐτὸ τὸ σύστημα, ἂν δώσητε τὴν πλειοψηφίαν εἰς ἄλλους, καὶ ὄχι εἰς τοὺς ὑπευθύνους ὑπουργούς, ἂν τοὺς ὑπουργοὺς κάμητε πρωτοκολλιστάς, καὶ ἡ ἐγγύησις θὰ ᾖναι ὀλιγωτέρα, θὰ ἀφαιρέσητε τὴν εὐθύνην ἀπ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουν νὰ τὴν ὑποστοῦν, καὶ δὲν θὰ ἔχητε τὴν ἐγγύησιν, διότι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ θέλητε νὰ δεχθοῦν ἀπόφασιν ἄλλων, καὶ νὰ ἔχουν αὐτοὶ τὴν εὐθύνην. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι πρέπει ἡ τελευταία γνώμη νὰ ᾖναι τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ἢ τὸ συμβούλιον νὰ ἐργάζηται ὁμοῦ, καὶ νὰ ἐκτελῇ μίαν ἀπόφασιν, λαμβανομένην ὁμοῦ, ἢ ἂν τὸ συμβούλιον ἐργάζηται χωριστά, τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον νὰ μὴ ᾖναι ὑποχρεωμένον ν’ ἀκολουθῇ τὴν γνώμην αὐτήν.

§171ΤΙΝΕΣ. Βέβαια. (διάλογοι).

§172Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἤκουσα ὅτι εἶπε τις, νὰ μὴ δύναται ν’ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὴν γνώμην τοῦ συμβουλίου. Κύριοι, ὅσοι ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτὴν παρετήρησαν ὅτι διαιροῦνται εἰς τὸ συμβούλιον πολλάκις οἱ ἴδιοι ὑπουργοί· εἰς τὰ τελευταῖα συμβούλια, τὰ ὁποῖα ἐνηργήσαμεν, εὑρέθημεν πολλάκις διῃρημένοι· πολλοὶ ἐπρότειναν τὴν ἀναρμοδιότητα τοῦ συμβουλίου. Μὴ νομίζετε ὅτι τὸ συμβούλιον χωρίζεται εἰς στρατόπεδον ἐκ τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου καὶ εἰς στρατόπεδον ἐκτὸς αὐτοῦ· ἕκαστος ἐνεργεῖ ὅ,τι ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν εὐθύνην καὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του (διάλογοι).

§173Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κατὰ τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον τὸ ζήτημα τῶν ἐκβολάδων μένει ἐντελῶς εἰς τὸ ὑπουργεῖον· διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ 12 μέλη συγκροτοῦσι τὸ συμβούλιον, ἐξ ὧν 7 εἶναι ὑπουργοί, ὅθεν ἐννοεῖται ὅτι μένει εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἡ διάθεσις τῶν ἐκβολάδων, ὡς ἐκανονίσθη ὑπὸ τοῦ νόμου· νομίζω, ὅτι εἶναι οὐσιωδέστατον τὴν εὐθύνην μὲν νὰ ἔχῃ τὸ ὑπουργεῖον, ἀλλὰ παρ’ αὐτῷ νὰ ὑπάρχῃ συμβούλιον ἐξ ἀνδρῶν εἰδικῶν, οἵτινες δύνανται νὰ φωτίσουν τοὺς ὑπουργούς· τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ τὴν θεωρῶ ἐγγύησιν μεγίστην· διότι, ἂν τὸ γνωμοδοτικὸν συμβούλιον ὡς τὸ συγκροτεῖ ἡ πρότασίς μου, κάμῃ γνωμοδότησίν τινα, νὰ ἦσθε βέβαιοι, κύριοι, ὅτι οὐδέποτε ὑπουργικὸν συμβούλιον θὰ ἀποφασίσῃ ἄνευ οὐσιωδεστάτου καὶ σοβαροῦ λόγου ν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν γνώμην ἑνὸς τοιούτου συμβουλίου. Εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως, εἰς τὰ ἔθνη τὰ εὐνομούμενα παρὰ τῇ ἐκτελεστικῇ ἀρχῇ ὑπάρχει γνωμοδοτικὸν συμβούλιον, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη δὲν εἶναι μὲν ὑποχρεωτική, ἀλλ’ εἶναι ἀναγκαία, διότι καὶ ἐγγύησις εἶναι καὶ δύναται νὰ φωτίσῃ τὴν ἐκτελεστικὴν ἀρχήν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ τὸ συμβούλιον καὶ διὰ νὰ ἔχῃ πλήρη εὐθύνην τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον νὰ μὴ καταστήσωμεν ὑποχρεωτικὴν τὴν ἀπόφασίν του, ἀλλὰ γνωμοδοτικὴν, διότι τοῦτο θὰ ἦναι δεσμὸς διὰ πᾶσαν κυβέρνησιν, οὕτω δὲ, ἂν ἀντὶ «πάσης ἀποφάσεως», θέσωμεν «μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν», ἀφίνομεν ὅλην τὴν εὐθύνην εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, καὶ διὰ περισσοτέραν ἐγγύησιν πρέπει τὸ διάταγμα νὰ ὑπογράφηται ὑφ’ ὅλου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, οὕτω δὲ θὰ μείνωσι καὶ ἡ εὐθύνη καὶ ἡ ἐγγύησις τὰ ὁποῖα ἐπὶ ἑνὸς τοιούτου ἀντικειμένου εἰσὶν ἀπαραίτητα (διάλογοι).

§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, θέλετε νὰ προστεθῇ «μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τοῦ συμβουλίου;» (θόρυβος)

§175ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἡ παραχώρησις γίνεται διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος προτάσει τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τοῦ συμβουλίου ἐπὶ τούτῳ συγκροτουμένου κτλ.»

§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὸν αὐτό;

§177ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ, κύριοι, ἡ πρότασις «πλὴν δὲν ἐνεργεῖ νομίμως, ἀπόντος τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς.»

§179ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ σκεφθῇ μήπως ἡ ἀπαραίτητος παρουσία τοῦ προέδρου φέρῃ προσκόμματα εἰς τὴν ἔγκρισιν, διότι οἱ λαμβάνοντες μέρος καὶ οἱ ὑπερθεματισταὶ ἔχουν τὴν δικαίαν ἀξίωσιν ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν νὰ μάθουν τὸ ἀποτέλεσμα, διότι δὲν δύνανται νὰ ἦναι δεσμευμένοι διὰ τὴν προσφοράν, καὶ ἡ προθεσμία αὕτη εἶναι βραχεῖα, ἄλλοτε εἶναι 5 ἡμερῶν, ἄλλοτε 8 καὶ ἄλλοτε 10, καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀνωτέρα τῶν 20 ἡμερῶν. Συλλογισθῆτε λοιπὸν, ὅτι ἂν ὁ πρόεδρος ἦναι εἰς τὴν ἐπαρχίαν, καὶ καλῆται ἐδῶ, ἵνα δίδῃ τὴν γνώμην του, πρέπει νὰ εὑρεθῇ καὶ ὁ τρόπος τῆς ἀναπληρώσεως, ἄλλως νὰ θέσωμεν προθεσμίαν μακροτέραν.

§180ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἂς τὸν ἀναπληρῇ ὁ προηγούμενος.

§181ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁ ἀντιπρόεδρος.

§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν, ποίαν τῶν γνωμῶν παραδέχεται, ν’ ἀναπληροῦται ὁ πρόεδρος ἀπὸ τὸν νόμιμον ἀντιπρόεδρον ἢ ἀπὸ τὸν πρόεδρον τῆς προηγουμένης συνόδου; Οἱ παραδεχόμενοι ν’ ἀναπληροῦται ὁ πρόεδρος ἀπὸ τὸν ἀντιπρόεδρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα). Οἱ παραδεχόμενοι ν’ ἀναπληροῦται ἀπὸ τὸν πρόεδρον τῆς προηγουμένης συνόδου νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Σᾶς ἀναγινώσκω ἤδη τὸ ἄρθρον ὅπως κατηρτίσθη. Ἄρθρον 5. Ἡ παραχώρησις γίνεται διὰ Β. Διατάγματος προτάσει τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου μετὰ προηγουμένην ἀπόφασιν συμβουλίου ἐπὶ τούτῳ συγκροτουμένου. Τὸ συμβούλιον τοῦτο καταρτίζεται ἐκ τῶν ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου αὐτῆς, τοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον προεδρεύσαντος, τοῦ προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου, τοῦ παρ’ αὐτῷ ἐπιτρόπου, τῶν εἰσαγγελέων τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Μηχανικοῦ, τοῦ καθηγητοῦ τῆς Ὀρυκτολογίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ἑνὸς ἐκ τῶν ἐν αὐτῷ καθηγητῶν τῆς Νομικῆς καὶ ἑνὸς ἐκ τῶν καθηγητῶν τῆς Χημείας. Οἱ τελευταῖοι δύο διορίζονται κατὰ τετραετίαν διὰ Β. Διατάγματος. Τὸ συμβούλιον συγκαλεῖται καὶ προεδρεύεται ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργοῦ· λογίζεται δὲ πλῆρες, ἐὰν παρευρίσκωνται εἰς τὰς συνεδριάσεις ἐννέα ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ, πλὴν δὲν ἐνεργεῖ νομίμως ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ τούτου κωλυομένου, ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ προέδρου τῆς προηγουμένης συνόδου.»

§183ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχῃ καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης τότε τί γίνεται; θὰ ἔχῃ τρεῖς ψήφους;

§184ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μίαν, μίαν.

§185ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν.

§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι συντάκται τῶν πρακτικῶν νὰ τὸ σημειώσουν. Ὑπάρχει ἤδη ἀντίῤῥησις κατὰ τοῦ ἄρθρου ὡς ἐτροποποιήθη;

§187ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο λοιπὸν δεκτόν.

§189ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον. (Διαλύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 7½)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 68
2Τῆς 30 Ἀπριλίου 1871.
3(Παρασκευή).
4Ὥρα 2 μ. μ.
5Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος κύριος
6Τσιριμῶκος.
7Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος· παρευρέθησαν
8δὲ οἱ ἑξῆς·
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
9Κ. Μ. Θεοδώρου. Ἀν. Δημητριάδης.
10Ἀ. Κ. Μιχαλόπουλος. Γ. Δρακονταειδής.
11Ἀντ. Βενιζέλος. Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος.
12Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός.Κ. Πανάρετος.
13Ν. Τσώκρης. Ἀ. Καρδαρᾶς.
14Ἀ. Ζαΐμης. Γ. Βακαλόπουλος.
15Α. Δανόπουλος. Ν. Βαρβιτζιώτης.
16Ἰω. Λέκας. Ν. Θ. Λεώπουλος.
17Δημ. Καλλιφρονᾶς. Ἀ. Κορφιωτάκης.
18Σκαρλ. Σοῦτσος. Γ. Λάππας.
19Στυλ. Κολιάτσος. Φ. Ι. Φίλωνος.
20Ἀ. Ἴσκος. Γερ. Σέρβος.
21Ἰω. Καραγιαννόπουλος.Δ. Τσαμόπουλος.
22Ἀ. Μαγγίνας. Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος.
23Κ. Ῥηγόπουλος. Ἰω. Ταμπακόπουλος.
24Ἰω. Ῥοΐλης. Χ. Χρηστόπουλος.
25Ἀ. Κοσονάκος. Δ. Ζεγγέλης.
26Ἰω. Σατάκης. Ἰω. Παούσης.
27Ἀριστ. Διδωρίκης. Ν. Παγκράτης.
28Γ. Μίλησης. Κ. Κοκκινώρης.
29Ἀ. Σ. Μήτσας. Ν. Καρύδης.
30Δ. Τσιτσάρας. Ἐπ. Δεληγεώργης.
31Κ. Γιολδάσης. Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος.
32Π. Μανωλίδης. Ἰω. Προβελέγιος.
33Κ. Λομβάρδος. Ν. Φαρμάκης.
34Ἀ. Γαΐτας Φωσκάρδης. Γρηγ. Δημητριάδης.
35Σπ. Λεονταράκης. Δ. Σκάβας.
36Ἰω. Σούλης Βάρκας. Μιχ. Καπετανάκος.
37Ἀνδρ. Αὐγερινός. Ἀ. Παπαλέξης.
38Δ. Κρεστενίτης. Π. Κωσταντῆς.
39Θ. Δαραλέξης. Θ. Ῥωμαῖος.
40Ἐπ. Κρεστενίτης. Μ. Χαριτᾶτος.
41Ἀ. Πετραλιᾶς. Ἀ. Μουρίκης.
42Δ. Κλίμακας. Εὐθ. Κεχαγιᾶς.
43Δ. Κατσίνας. Π. Τζαμάλας.
44Γ. Δελένδας. Θ. Κανακάρης.
45Σπ. Μαλασπίνας. Ἀ. Μισυρλῆς.
46Κ. Δ. Πεταλᾶς. Γ. Δελλαπόρτας.
47Θρ. Ζαΐμης. Ἰω. Δεστούνης.
48Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. Κ. Ἐπιφανίου.
49Ἰω. Σοφιανόπουλος. Δ. Χρηστίδης.
50Γ. Πεῤῥωτῆς. Μ. Ε. Παρίσης.
51Ἀ. Κοντόσταυλος. Ἰάκ. Παξιμάδης.
52Γ. Παπανικολάου. Δ. Πονηρόπουλος.
53Ἰω. Μπαλάφας. Ν. Πιπῖνος.
54Ν. Μ. Κοζαδίνος. Θ. Γκίκας.
55Ἰω. Πολυλᾶς. Δ. Τσιριμῶκος.
56Ἰω. Δεληγιάννης. Γ. Κ. Ζουλούμης.
57Σπυρ. Νοταρᾶς. Δ. Κριεζώτης.
58Δ. Οἰκονόμου. Κ. Νικόδημος.
59Κ. Πετσάλης.
60(Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριά-
61σεως).
62§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
63§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
64§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνονται. — Ἔχομεν μίαν ἀναφορὰν, ἧς
65πρέπει νὰ λάβητε γνῶσιν. Ὁ βουλευτὴς Ῥοντήρης ἔπεμψεν εἰς
66τὸ προεδρεῖον τὴν ἑξῆς ἀναφορὴν, παρακαλῶ νὰ τὴν ἀκούσητε.
67«ἀφοῦ χθὲς ἡ πλειονοψηφία ἀπέκλεισε κτλ.»
68Συγκατατίθεται ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν;
69§4ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἕκαστος τῶν κυρίων βουλευτῶν ἔχει δικαίωμα
70νὰ ζητῇ ἄδειαν ἀπουσίας, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ
71προσβάλλῃ τὸ σῶμα τῆς Βουλῆς. Νομίζω ὁ τρόπος, καθ’ ὃν
72συνετάχθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἀπουσίας εἶναι λίαν προσβλητικὸ διὰ
73τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς. Τὸν κύριον Ῥοντήρην τὸν ὑπολήπτομαι,
74τὸν ἐκτιμῶ διὰ πολλὰ προτερήματα, ἰδίως δὲ διὰ τὴν εὐφυΐαν
75του, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ τῷ ἐπιτρέψω νὰ μὴ σέβηται τὰς
76πεποιθήσεις τῶν ἄλλων, ὅπως θέλει οἱ ἄλλοι νὰ σέβωνται τὰς
77πεποιθήσεις τὰς ἰδικάς του. Ὁ κύριος Ῥοντήρης παραπονεῖται
78διατὶ ἀπέκλεισεν ἡ Βουλή...... (θόρυβος).
79§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι, μὴ διακόπτητε.
80§6ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Νομίζω, κύριε πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ ἀνα-
81γνωσθῇ ἡ ἀναφορά.
82§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεγνώσθη.
83§8ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὴν ἤκουσα καλὰ, κύριε πρόεδρε, καὶ
84παρακαλῶ νὰ ἐπαναληφθῇ.
85§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε λοιπὸν διὰ νὰ ἀκουσθῇ ἀπὸ ὅλους.
86«ἀφοῦ χθὲς ἡ πλειονοψηφία ἀπέκλεισε κτλ.»
87§10ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Ποία εἶναι ἡ προσβολή;
88§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, παρακαλῶ, κύριοι. Ὁ κύρ. Κεχαγιᾶς
89ἐζήτησε τὸν λόγον, θὰ τὸν ἀκούσητε, καὶ τὸν ἀντικρούετε.
90§12ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὡς λόγον τῆς ἀδείας προτείνει δύω τινὰ, 1)
91διότι ἡ Βουλὴ ἀπέκλεισε, δηλαδὴ ἡ πλειονοψηφία, ἣν πρέπει
92πάντες νὰ σέβωνται, διότι ἡ Βουλὴ ἀπέκλεισε τὸν συναιτερισμὸν
93τῶν δήμων, καὶ 2) διότι δὲν τῷ ἐδόθη λόγος. Τὸ τοιοῦτον,
94κύριοι, τὸ θεωρῶ, λέγω, λίαν προσβλητικὸν διὰ τὸ Σῶμα
95τῆς Βουλῆς· τὸ Λαύριον, τὸ ὁποῖον εἶναι γόνιμον πολλῶν
96ἑκατομμυρίων, φαίνεται ὅτι εἶναι καὶ γόνιμον πολλῶν παρα-
97δοξολογιῶν, κύριε πρόεδρε. Ἀπέκλεισεν ἡ Βουλὴ διὰ τῆς χθεσινῆς
98ἀποφάσεως τὸν συναιτερισμὸν τῶν δήμων; εἶναι ἀνάγκη νὰ
99ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ τὴν σύστασιν ἑταιριῶν, ὅταν ὑπάρχῃ νόμος
100εἰδικὸς, ὅστις ἐπιτρέπει τὴν σύστασιν ἀνωνύμων ὁμοῤῥύθμων
101ἑταιριῶν; Δὲν χρειάζεται, παρὰ ἓν διάταγμα, δὲν ἀπαιτεῖται
102νὰ γείνῃ νόμος εἰδικὸς περὶ συστάσεως οἱασδήποτε ἀνωνύμου
103ἑταιρίας. Οἱ δῆμοι, ὡς ἠθικὸν πρόσωπον, ἀντιπροσωπεύονται
104ἀπὸ τὸν δήμαρχον καὶ τὰ δημοτικὰ συμβούλια, δύνανται νὰ
105ἐξασκήσουν τὰ δικαιώματά των, ὅπως εἷς πολίτης. Τίς ἐμπο-
106δίζει οἱονδήποτε δημοτικὸν συμβούλιον νὰ ἀγοράσῃ μετοχὰς
107νὰ λάβῃ μέρος εἰς οἱανδήποτε ἐπιχείρησιν, ἐὰν τὸ δημοτικὸν
108συμβούλιον καὶ ὁ δήμαρχος εὑρίσκωσι συμφέρουσαν διὰ τὸν δῆ-
109μόν των τὴν συμμετοχὴν εἰς οἱανδήποτε ἑταιρίαν; κανεὶς
110βέβαια, μόνον ἀπαιτεῖται ἡ ἄδεια τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς.
111§13ΛΕΚΚΑΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν εἴμεθα ἐντὸς τοῦ θέματος· ἐπὶ
112τῆς ἀναφορᾶς, παρακαλῶ. Σχολεῖον ἑνὸς ἑκάστου βουλευτοῦ μὴ
113κάμνει ὁ εἷς βουλευτὴς καὶ ὁ ἕτερος τὴν βουλὴν, δὲν περιμένο-
114μεν διδαχὴν (θόρυβος) μάθετε, κύριοι, οἱ λέγοντες τὰ τοιαῦτα,
115ὅτι εἶσθε ἠπατημένοι (θόρυβος) μὴ θέλετε νὰ ἐπιβάλλετε θέλη-
116σιν· βγάλτετο ἀπὸ τὸν νοῦν σας (θόρυβος).
117§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, μὴ διακόπτετε, καθήσατε παρακαλῶ.
118§15ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διδάσκαλος ἐγένετο ὁ κύριος Ῥοντήρης ὡς πρὸς
119τὴν Βουλὴν, καὶ διδάσκαλος προσβάλλων τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς,
120τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς (θόρυβος).
121§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι.
122§17ΛΕΚΚΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
123§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ μὴ διακόπτετε.
124§19ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν τῷ ἐδώκαμεν, λέγει, λόγον. Βεβαίως εἰς
125τοιαύτην παραδοξολογίαν κρίνει περιττὸν ἕκαστος, ὅστις ἐπο-
126λέμει τὴν πρότασίν του νὰ δώσῃ λόγον, καὶ μάλιστα ὅταν, κύ-
127ριοι, εἴδετε χθές, ἔπειτα ἀπὸ 15 ἡμερῶν συζήτησιν μακρὰν
128περὶ τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἣν ὑπε-
129στήριξε τόσον ἐνθέρμως ὁ κύριος Ῥοντήρης ποία εἶναι, ἐν καιρῷ
130τῆς ψηφοφορίας ἀπέσυρε τὴν πρότασίν του.
131§20ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Διὰ τί...........
132§21ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ χειρότερος τρόπος τῆς συκοφαν-
133τίας νὰ μᾶς εἴπητε διὰ τί (θόρυβος)· σᾶς παρακαλῶ, λέγετε,
134σᾶς ἀναγκάζομεν νὰ εἴπητε τὸν λόγον (θόρυβος).
135§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τοὺς διαπληκτισμούς.
136§23ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὅταν λοιπὸν εἶδον, κύριε πρόεδρε, ὅτι ἀπέσυ-
137ρον τὴν πρότασίν των περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ νο-
138μοσχεδίου, τοῦ κανονίζοντος τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως, ἐβεβαιώ-
139θητε ὅτι περιέμενον νὰ ἀποσύρουν καὶ αὐτὴν, τὴν πλέον παρά-
140δοξον κατ’ ἐμὲ, καὶ διὰ τοῦτο ἐθεώρησα, ὡς καὶ πᾶς ἄλλος, περιτ-
141τὸν νὰ δώσῃ τὸν λόγον, δι’ ὃ ἡ πλειοψηφία δὲν δέχεται τὴν τοι-
142αύτην πρότασιν, διότι ἔχομεν νόμον, καθ’ ὃν δύνανται νὰ συστη-
143θῶσιν ἑταιρίαι, καὶ ὑπάρχουσι τοιαῦται, ὑπάρχει ἡ μεταλλευ-
144τικὴ ἑταιρία, ἡ ὁποία, ἂν θέλητε, ἔκαμε καὶ πρότασιν ἂν θέλουν
145οἱ δῆμοι ν’ ἀγοράσουν μετοχὰς νὰ συστήσουν εἰδικὰς ἑταιρίας,
146ὥστε δὲν εἶναι διόλου ἀληθὲς, καὶ μετατρέπει τὰς ἀποφάσεις τῆς
147Βουλῆς, λέγων ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπέκλεισε τὸν συνεταιρισμὸν τῶν
148δήμων.
149§24Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου
150μας, ἥτις παρουσιάζεται, συναδέλφου μας, ὅστις ἐὰν δὲν ᾖναι
151ψυχρὸς βεβαίως εἶναι ψυχρότερος τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ, ἡ ἀνα-
152φορὰ αὕτη, περιέχουσα ὅτι ἐπειδὴ ἀπεῤῥίφθη μία πρότασις κατὰ
153τὴν πεποίθησίν του σπουδαία καὶ ἐθνωφελὴς, σέβεται τὴν ἀπό-
154φασιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ πολιτευθῇ κατὰ κό-
155σμον, δὲν παρορᾷ τὸ πρὸς τὴν Βουλὴν σέβας, διότι γνωρίζετε
156ὅτι ὑπάρχουν, κύριοι, κράσεις φλεγματικαὶ καὶ κράσεις χολερικαί.
157Αἱ χολερικαὶ ἐρεθίζονται, ἀλλὰ δὲν μισοῦν, αἱ φλεγματικαὶ
158μισοῦν, ἀλλὰ δὲν ἐρεθίζονται. Τέλος πάντων τοιαύτη εἶναι ἡ
159κρᾶσις τῶν χαρακτήρων· ὁ κύριος Ῥοντήρης ἐνόμισεν ὅτι ἕνεκα
160τῆς κακῆς ἐντυπώσεως, ἥτις τῷ προσεγένετο ἐκ τῆς ἀποῤῥι-
161φθείσης προτάσεώς του, ὅτι ὑπερηφάνως καὶ κατὰ κόσμον δὲν
162δύναται ἐκπληρῶσαι τὸ καθῆκόν του, καὶ ὑπέβαλε τὴν ἀναφο-
163ρὰν, ζητῶν ἀπουσίας ἄδειαν κατὰ τὸν κανονισμὸν τῆς Βουλῆς.
164Ἡ ἀναφορὰ αὕτη δὲν εἶναι λοίδορος, εἶναι σεμνοτάτη, καὶ δὲν
165ἀρνεῖται, ἐπαναλαμβάνω, τὸν ὀφειλόμενον σεβασμὸν εἰς τὴν
166Βουλήν. Συζητεῖ ὁ κ. Κεχαγιᾶς, χωρὶς νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν ἀπόφασιν
167τῆς Βουλῆς, τὴν ἀφορῶσαν αὐτὸν τὸν ἴδιον, ὅστις διὰ τὴν ἀπόῤ-
168ῥιψιν μιᾶς ἐνστάσεώς του, ἐκήρυξεν ὅτι δὲν εἶναι ἄξιον νὰ μείνῃ ἐν
169τῇ Βουλῇ· ἂς ἐνθυμηθῇ ὁ κ. Κεχαγιᾶς τὴν γενναιοφροσύνην αὐτῆς
170τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία εἶπεν, ἂς ἐξετάσωμεν, ὁ κύριος Κεχαγιᾶς
171ἐννοεῖ νὰ προσβάλῃ τὴν Βουλὴν; διότι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ὑπο-
172θέσωμεν ὅτι εὑρίσκεται βουλευτὴς νὰ προσβάλῃ τὴν Βουλὴν. Αἱ
173φράσεις τοῦ κ. Κεχαγιᾶ ἦσαν σκληρότεραι ἐκείνων, τὰς ὁποίας
174νομίζει ὅτι φέρει ἡ ἀναφορὰ αὕτη· διατείνεται ὁ κύριος Κεχαγιᾶς
175ὅτι συκοφαντεῖται ἡ Βουλὴ διὰ φράσεων τῆς ἀναφορᾶς ταύτης
176ποίαν συκοφαντίαν περιέχει αὕτη; θέλετε νὰ κατακρίνητε μίαν
177ἀναφορὰν, ἣν εἷς συνάδελφός μας μὲ ψυχρότητα ὑπέβαλε; Θέλετε
178νὰ παραδεχθῆτε τὴν ἀναφορὰν αὐτήν; Δύνασθε νὰ τὴν παραδε-
179χθῆτε. Ἐὰν νομίζετε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὴν δεχθῆτε, μὴ τὴν δέ-
180χεσθε· ἀλλὰ δὲν ἔχει δικαίωμα οὔτε ἡ Βουλὴ, οὔτε ὁ κ. Κεχα-
181γιᾶς νὰ εἴπῃ, ὅτι προσέβαλε τὴν τῆς Βουλῆς τιμήν, διότι δὲν
182περιέχει ἀπρεπεῖς φράσεις, οὔτε εἶναι λοίδορος, ἀλλὰ καθ’ ὅλα
183τὰ μέρη αὐτῆς εἶναι εὐπρεπὴς καὶ ἀληθεστάτη. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς
184νομίζει, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὸν πικρότερον νὰ λέγῃ
185ὅ,τι θέλει, εἰς δὲ τὸν κ. Ῥοντήρην, ὅτι δὲν εἶναι συγκεχωρημέ-
186νον οὔτε κἂν νὰ ζητήσῃ ἄδειαν δέκα ἡμερῶν; Ἐγὼ τοὐλάχιστον
187λέγω, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ δοθῇ τριήμερος ἀπουσίας ἄδεια, διότι
188αὔριον ὁ κ. Ῥοντήρης θὰ ἦναι ἤρεμος καὶ ἥσυχος, θὰ τὸν πείσουν
189οἱ λοιποὶ συνάδελφοι, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον νὰ πιστεύῃ ὅτι ἔ-
190παθον τὰ συμφέροντα τοῦ Λαυρίου, ὅτι θὰ ληφθῶσι ἐγγυήσεις
191ἀσφαλέστεραι, καὶ ἑπομένως θὰ προκύψῃ ὅ,τι ποθεῖ καὶ ὅ,τι ζη-
192τεῖ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ δώσῃ εἰς τὸν κ. Ῥοντήρην συμβουλὰς
193ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ὅτι ὑπάρχει νόμος περὶ ἑταιριῶν κτλ, διότι ἂς
194πιστεύσῃ, ὅτι ὁ κ. Ῥοντήρης τὰ γνωρίζει αὐτά. Λοιπὸν προτείνω,
195ὅτι δὲν πρέπει νὰ κριθῇ δυσμενῶς ἡ ἀναφορὰ τοῦ κ. Ῥοντήρη.
196§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐγένετο τοιαύτη πρότασις.
197§26Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι τίποτε ἀπρεπές· ἂν ὅμως νομί-
198ζῃ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ παραδεχθῇ τὴν ἄδειαν, ἂς μὴ τὴν παραδεχθῇ.
199§27ΛΕΚΚΑΣ. Κύριοι, ὁ Θεὸς τοῦ σύμπαντος.......
200§28ΤΙΝΕΣ. Ἄ! Ἄ!
201§29ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀπὸ τὴν δημιουργίαν θ’ ἀρχίσητε;
202§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, νὰ λείψουν αὐτά.
203§31ΛΕΚΚΑΣ. Ἀγαπᾶτε νὰ προχωρήσω ἢ νὰ καταβῶ; Ἐγώ, κύ-
204ριοι, εἶμαι συναδελφός σας, ἂν ἀρχίσωμεν μὲ τὸ ἄ! ἐννοῶ, ὅτι
205ἡ μειοψηφία ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ καὶ οὔ! καὶ μποῦ! Τί ἀγαπᾶτε
206λοιπόν; μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν, ἢ δὲν τὸ ἐπιτρέπετε, ἢ θέλετε
207νὰ ἐπιβάλητε τὸ veto; ἐγὼ κατέρχομαι.
208§32ΤΙΝΕΣ. Ὁρίστε, εἶναι δικαίωμά σας.
209§33ΛΕΚΚΑΣ. Ὁ Θεὸς τοῦ σύμπαντος,—ἐπιμένω ν’ ἀκολουθήσω
210τοὺς καθηγητὰς τῆς πολιτικῆς, βλέπετε, ὅτι καὶ ἐγὼ ἄρχομαι
211ἐκ τῆς διαθήκης,—εἶπεν «ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε, ἀντιμετρηθή-
212σεται ὑμῖν·» βλέπετε, ὅτι εἶμαι τακτικὸς μαθητὴς πολυτίμων
213καθηγητῶν τῆς πολιτικῆς· ἄρχομαι ἐκ τῆς διαθήκης. Πρό τινων
214λεπτῶν κατηγορητήριον ἔγεινεν ἐντίμου συναδέλφου μας κατ’ ἄλ-
215λου, διότι ἐτόλμησε νὰ γράψῃ ὀλίγας γραμμὰς εἰς ἓν χαρτίον,
216καὶ νὰ ὑποβάλῃ μίαν αἴτησιν εἰς τὴν Βουλήν· ὁ ἔντιμος συνά-
217δελφός μας ἐκ Παρνασσίδος ἐλησμόνησε τὴν θέσιν, εἰς ἣν ἄλλοτε
218αὐτὸς εὑρέθη· ἐλησμόνησε τὴν θέσιν εἰς ἣν ἕτερος τῶν συναδέλ-
219φων μας, ὁ κάλλιστα καὶ πράγματι καὶ δικαίως καλεσθεὶς πα-
220τὴρ τῶν ἐκβολάδων εὑρέθη, ὅτε ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν (θό-
221ρυβος). Σᾶς παρακαλῶ, θὰ εἴπῃ ὅτι ὑπάρχει καλπονόθευσις· ἦλθεν
222ἐν τῇ Βουλῇ ἡ ἀναφορά· ὁ κ. πρόεδρος εἶπεν, ὅτι τῷ παρουσιά-
223σθη, καὶ ὅτι αἱ συμβουλαί του ἔκαμαν νὰ μὴ παρουσιασθῇ εἰς τὴν
224Βουλήν.
225§34ΤΙΝΕΣ. Δὲν παρουσιάσθη.
226§35ΛΕΚΚΑΣ. Κύριοι, ἦλθεν ἡ ἀναφορά· διατί βιάζεσθε;
227§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι· ὁ κ. βουλευτὴς ὁμιλεῖ, ὅπως
228ἀντελήφθη.
229§37ΛΕΚΚΑΣ. Εἰς τὰς ἀρχὰς ὅπου ἤμην στρατιώτης διεκοπτό-
230μην· ἤρχισα ἤδη νὰ συνειθίζω· ὅσοι θέλετε διακόπτετε· ἐπῆρα
231καὶ ἐγὼ τὸν ἀέρα τὸν ἐδικόν σας.
232§38Ι. ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἂν ἤμεθα ὀλιγώτεροι, εἴμεθα ὅμως εἰς κατά-
233στασιν νὰ τοὺς κάμωμεν καὶ νὰ μὴ μᾶς διακόπτουν.
234§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα, ἰδοὺ, σεῖς διακόπτετε τὸν κ. Λέκαν.
235§40ΛΕΚΚΑΣ. Ὁ ἐκ Παρνασσίδος, ἐπαναλαμβάνω, ἔντιμος κ. συ-
236νάδελφός μας ἐβλασφήμησεν ἀπέναντι τοῦ θείου ῥητοῦ «ἐν ᾧ μέ-
237τρῳ μετρεῖτε ἀντιμετρηθήσεται ὑμῖν»· ἐλησμόνησεν ὅτι ἄλλοτε,
238διότι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἐπεκύρωσε παρὰ τὴν θέλησίν του τὴν
239ἐκλογὴν Παρνασσίδος, καὶ ἀνεδείχθησαν παρὰ τὴν διάθεσίν του
240ἐκεῖνοι οἱ συνάδελφοί του βουλευταὶ, ἔφερε μίαν ἀναφορὰν καὶ
241εἶπεν, ἐγὼ δὲν θέλω νὰ εἶμαι μέσα, συνάδελφός σας, θέλω νὰ
242ἔλθουν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἐγὼ θέλω, καὶ ὄχι ἐκεῖνοι, τοὺς
243ὁποίους ἐκλέγει ὁ λαός.
244§41ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐζήτουν τὴν ἀκύρωσιν.
245§42ΛΕΚΚΑΣ. Ἦτο ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, καὶ ἔπρεπε νὰ τὴν σε-
246βασθῆτε· ἂν ἦσθε παλαιὸς διδάσκαλος, ἔπρεπε νὰ μάθητε τὰ
247βουλευτικὰ καθήκοντα· ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἡ πεῖρα δὲν συνο-
248δεύεται μὲ τὴν θεωρίαν· ἔπρεπε νὰ ἠξεύρετε, ὅ,τι ἐξέρχεται
249ἀπὸ τὴν Βουλὴν, εἶναι νόμος, εἶναι θέλησις ἱερά· καὶ εἰς νό-
250μον οὐδεὶς ὀφείλει οὔτε κἂν πλαγίως νὰ ἐπιφέρῃ ψόγον
251ἀλλὰ ποῦ ἀποτεινόμεθα, κύριοι, ὅταν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἐτολ-
252μήσαμεν νὰ παρουσιασθῶμεν ἄντικρυς ἀποφάσεων τῆς Βου-
253λῆς· ἐπράξαμεν ὅ,τι ἔπραξεν εἷς συνάδελφός μας; ὄχι, ἄπαγε
254τῆς βλασφημίας, πολὺ μεγαλείτερον· αὐτὸς δὲν εἶπε, θέλω νὰ
255ἐξέλθω τοῦ περιβόλου, δὲν εἶπεν ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συγκα-
256θήσω μὲ σᾶς· ἐν τῇ ἀγανακτήσει του ὁ πατὴρ τῶν ἐκβολάδων,
257ὡς τὸν ὠνόμασαν δικαίως, δὲν ἔδωκε τὴν παραίτησίν του διότι
258δὲν ἀνεκηρύχθησαν αἱ ἐκβολάδες ἐθνικαί; Φαίνεται ὅτι ἡ αἴ-
259τησίς του αὐτὴ περιῆλθεν εἰς χεῖρας ὄχι πονηρὰς, ἀλλ’ ἀν-
260θρώπων εἰλικρινῶν ἀγαπώντων τὴν πατρίδα, καὶ παρουσιάσθη
261κάπως μὲ προφύλαξιν, μὲ σέβας, μὲ παράκλησιν. Βλέπετε λοι-
262πὸν ποῖοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀγαπῶσι τὰς ἔριδας;
263Βλέπετε ποῖοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀγαπῶσι τὴν εἰρή-
264νην; καὶ αὐτὸν τὸν φανατικὸν, τὸν δίκαιον ἔχοντα, καὶ αὐτὸν
265τὸν πατέρα τῶν ἐκβολάδων ἐκρατήσαμεν ἀπὸ τὴν ἀγανάκτη-
266σίν του· ἄνθρωποι εἴμεθα, δὲν εἴμεθα θεοί· ἐν τῇ ἀγανακτήσει
267του δύναται κἄπως τις νὰ αἰσθανθῇ τι· οἱ φίλοι του, οἱ σύντρο-
268φοί του, οἱ πονοῦντες τὴν πατρίδα, οἱ θέλοντες τοὺς πρα-
269γματικοὺς συμβιβασμοὺς, οἱ ἀποφεύγοντες τὰς ἔριδας, δὲν ἀ-
270φήσαμεν νὰ ἔλθῃ ἡ αἴτησίς του ἐν τῇ Βουλῇ διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ
271ἡ σύγχισις. Ἦλθεν ἡ αἴτησις, ἀθώα, ἀθωοτάτη· ἴσως ὑπάρχει
272καμμία φράσις σκληρὰ, ὀλίγον πονηρά· πρέπει νὰ τὸ κάμωμεν
273ζήτημα; καὶ ποῦ ζῶμεν, εἴπομεν νὰ συζητήσωμεν ἐν οἰκο-
274γενειακῇ ἀγάπῃ; καὶ ἔρχεσθε ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ λέγετε
275ὅτι ἀπεσύρθησαν προτάσεις; καὶ μὲ τοῦτο θέλετε νὰ ἀποδεί-
276ξητε τί; ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν δίκαιον, ὅτι πραγματικῶς εἰς τὸν
277βωμὸν τῆς πατρίδος ἀποχωροῦμεν. Ναὶ, κύριοι, εἴπομεν ἐν οἰ-
278κογενειακῇ εἰρήνῃ νὰ συζητήσωμεν τὰ τοῦ Λαυρίου, εἴχομεν
279πρότασιν ἀναβολῆς, καίτοι ἔχοντες ἐν πεποιθήσει οἱονδήποτε
280ζήτημα, συντεῖνον εἰς τὴν ὠφέλειαν τῆς πατρίδος· ἀπεσύρθημεν,
281ἐζητήσαμεν μιᾶς προτάσεως τὴν ἐπιψήφισιν, ἐζητήσαμεν ἑτέ-
282ρας, καὶ ἐσφάλαμεν διὰ τοῦτο; Ἡ πρότασίς μας εἶναι εὐγενὴς
283καὶ τὸ καυχώμεθα.
284Κύριοι, ὡς καὶ χθὲς εἶπον, δὲν εἶμαι ὁ ἄνθρωπος, ὅστις ἀν-
285τλεῖ ἐκ τοῦ πίθου τῶν κακῶν, ἐπὶ ζητημάτων μάλιστα ἀποβλε-
286πόντων τὴν γενικὴν ὠφέλειαν τῆς πατρίδος· ἀλλὰ παρακαλῶ
287ἕνα ἕκαστον νὰ ᾖναι προσεκτικὸς εἰς πᾶσαν λέξιν καὶ φράσιν,
288διότι ἅπαξ διὰ παντὸς, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅσον ἀποβλέπει δι’
289ἐμὲ, πρέπει νὰ μάθωμεν οἱ πάντες, νὰ σέβηται ἕνας ἕκαστος τὸν
290ἕτερον, ὡς θέλει νὰ τὸν σέβωνται οἱ ἕτεροι καὶ αὐτόν. Παρῆλθε
291καὶ παρῆλθεν ἀνεπιστρεπτεὶ ὁ καιρὸς καθ’ ὃν ὁ εἷς ἦγε τὸν ἕ-
292τερον· ἐγὼ φρονῶ ὅτι ὁ τελευταῖος τῶν βουλευτῶν ἀνήκει εἰς
293τὸν ἑαυτόν του, εἰς τὴν πατρίδα του καὶ εἰς τὴν ἰδιαιτέραν του
294ἐπαρχίαν.
295§43ΤΙΝΕΣ. Ποῖος εἶπε τοὐναντίον;
296§44ΛΕΚΚΑΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, σᾶς παρα-
297καλῶ, καλοί μου σύντροφοι, ὡς συνάδελφος, ἕνας συνάδελφός
298μας ἐξέφερε μίαν ἔννοιαν τοιαύτην, θεωρήσατέ την, ὡς μὴ ὑπάρ-
299χουσαν, ἂς τοῦ κάμωμεν τὴν χάριν νὰ λείψῃ 8 ἡμέρας· ἔστω
300ἐν ἀδείᾳ, δὲν χάνει ἡ Βουλὴ τίποτε, καὶ τοιουτοτρόπως τὰ
301πάντα θεραπεύονται.
302§45ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πολὺ παρεμόρφωσαν τὸ πνεῦμα τῆς ὁμιλίας
303μου οἱ κύριοι βουλευταὶ Κορινθίας καὶ Ἀττικῆς, εἰπόντες ὅτι
304ἐγὼ ἔκαμα κατηγορητήριον τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου κ.
305Ῥοντήρη· ὄχι, κύριοι, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν ἰδικήν μου ἐνό-
306μισα ὅτι προσβάλλεται τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς καὶ ἑπομένως ὑπε-
307ρασπίσθην τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς ἀπέναντι ἐκείνης τῆς φράσεως·
308ἐγὼ ποτὲ δὲν κατηγόρησα τὸν κ. Ῥοντήρην· οἱ ἀξιότιμοι βου-
309λευταὶ ἠθέλησαν νὰ ἐξομοιώσωσι τὴν αἴτησιν, τὴν ὁποίαν κά-
310μνει ὁ κ. Ῥοντήρης περὶ ἀδείας μὲ τὴν ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν
311ἐγὼ ἄλλοτε ὑπέβαλα εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς παραιτήσεώς μου,
312διότι κατὰ τὴν πεποίθησίν μου εἰς τὴν ἐκλογὴν ἔλαβε χώραν
313μία παρανομία· ὁποία ὁμοιότης ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ σημερινοῦ
314ζητήματος καὶ ἐκείνου;
315§46ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε....
316§47ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, κύριε Κρεστενίτη. Ὁ κύριος
317Ῥοντήρης, ἂν θέλετε, ἕνεκα τοῦ ἄλγους, τὸ ὁποῖον ὑπέφερεν,
318ἕνεκα τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἀπεφάσισε νὰ μὴ ἔλθῃ εἰς
319τὴν Βουλὴν, ἦτο ἀνάγκη νὰ κάμῃ αἴτησιν νὰ τῷ ἐπιτρέψῃ ἡ
320Βουλὴ νὰ ἀπουσιάσῃ;
321§48ΛΕΚΚΑΣ. Νὰ τὸν κρεμάσωμεν λοιπόν;
322§49ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ὅταν ἐγὼ ὑπέβαλα τὴν ἀνα-
323φοράν, ἡ ὁποία διαφέρει σπουδαίως ἀπὸ τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Ῥον-
324τήρη, πολλοὶ τῶν κυρίων βουλευτῶν τότε δὲν τὴν ἐλεπτολόγησαν
325μήπως προσβάλλεται τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς; Λοιπὸν ὑπῆρξαν
326βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν ὅτι προσβάλλεται τὸ Σῶμα τῆς
327Βουλῆς, καὶ ἑπομένως μὲ κατέκριναν, καὶ ἠθέλησαν νὰ σκεφθῇ
328ὡρίμως ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου μήπως προσβάλ-
329λεται τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν ἐθεωρήθησαν κατήγοροι ἐμοῦ
330ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐφρόντισαν νὰ ἐξετασθῇ μὴ τυχὸν προσβάλλεται
331τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς; πῶς λοιπὸν ἐξάγετε τοιαῦτα συμπερά-
332σματα; πολλοὶ τότε ἠθέλησαν νὰ χαρακτηρίσωσι τὴν ἀναφοράν
333μου, ὅτι δῆθεν προσβάλλει τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς, ἐν τούτοις ἡ
334Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος παραιτήσεως· ἔχει σχέσιν
335ἐκεῖνο μὲ τὸ σημερινὸν ζήτημα; Πρέπει οἱ βουλευταὶ νὰ σέβων-
336ται τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς, καὶ τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς νὰ μὴ τὰς
337προσβάλλωσι· διότι ἂν ἡμεῖς δὲν σεβώμεθα τὰς ἀποφάσεις τοῦ
338Σώματος, δίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς πολίτας νὰ μὴ σέβων-
339ται τὰ νομοθετήματα καὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς πλειονοψηφίας,
340καὶ πρέπει ἡμεῖς πρῶτοι νὰ σεβώμεθα τὰς ἀποφάσεις τῆς πλειο-
341νοψηφίας διὰ νὰ τὰς σέβηται καὶ ὁ λαός.
342§50Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς εἶπεν, ὅτι ἐγὼ ὡμίλησα
343ἐναντίον εἰς τὴν παραίτησίν του, καὶ διὰ τοῦτο θὰ εἴπω ὀλίγας
344λέξεις περὶ τῆς ἀναφορᾶς καὶ τῆς φράσεως τοῦ κ. Κεχαγιᾶ.
345Λέγω λοιπόν, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ δὲν ἔχει καμμίαν σύγκρισιν
346μὲ τὴν παροῦσαν ἀναφοράν, καθόσον ὁ κ. Κεχαγιᾶς παρῃτήθη
347μετὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς, ἐγὼ δὲ τότε εἶπον, κύριοι,
348παρῃτήθη, ἀφήσατε τὴν ὑπόθεσιν, νὰ ἔλθῃ μόνος του, καὶ ἡ δια-
349φορὰ εἶναι, ὅτι ὁ μὲν κατεδίκασε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ὁ
350δὲ ἐλυπήθη πολύ.
351§51Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν παρεμόρφωσα τοὺς λόγους τοῦ κ.
352Κεχαγιᾶ; μόνον ἀπέκρουσα τὴν ὁρμήν του, τὴν ἄδικον, κατὰ τῆς
353ἀναφορᾶς, καὶ ὑπενθύμισα εἰς αὐτὸν ὅτι διὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν μιᾶς
354ἐνστάσεως παρῃτήθη, καὶ δὲν ἦτο βαρὺ αὐτό· πρέπει νὰ θεωρη-
355θῇ βαρὺ τὸ παράπονον τοῦ κ. Ῥοντήρου, τὸ ὁποῖον ἔγεινε, ὄχι
356διὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν μιᾶς ἐνστάσεως, ἀλλὰ δι’ ἓν ζήτημα μέγα;
357Ἑπομένως δὲν ἔκαμα καμμίαν παρεξήγησιν, οὔτε παραμόρφω-
358σιν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, ἀλλ’ ἀντέκρουσα τὴν ἀγανάκτησίν του,
359δὲν ἐννοῶ δὲ τὴν συκοφαντίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερε, καὶ πρέπει
360νὰ ᾖναι προσεκτικὸς, ὅταν λέγῃ, ὅτι συκοφαντεῖται· διότι αὑ-
361τὸς συκοφαντεῖ, λέγων ὅτι συκοφαντεῖται.
362§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ δὲν ἐγκρίνει νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια·
363(θόρυβος).
364§53ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ προβῇ εἰς καμ-
365μίαν ἀπόφασιν. Ἡ ἀναφορὰ λέγει, ὅτι βαρέθηκε ἀπὸ τὴν ὄψιν
366τῆς Βουλῆς (θόρυβος).
367§54ΛΕΚΚΑΣ. Δὲν πρέπει νὰ λέγουν ὅτι συκοφαντοῦνται.
368§55ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἶπον εἰς τὸν κ. Πλαστήραν, ἐὰν ἐπιμένῃ νὰ
369λέγῃ, ὅτι συκοφαντοῦμεν, νὰ σᾶς εἴπῃ τοὺς λόγους.
370§56ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένωμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς
371ἀπόφασιν, καὶ συνιστῶ μάλιστα νὰ μὴ δεχθῶμεν τὴν παραχώ-
372ρησιν τῆς ἀδείας. Ἕνας ἄνθρωπος δὲν δύναται νὰ προσβάλῃ
373τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ προσβληθῇ ἀπὸ τοὺς λό-
374γους, οἱ ὁποῖοι ἐμπεριέχονται εἰς τὴν ἀναφορὰν αὐτήν. Ἄλλως
375τε ὁ κύριος Ῥοντήρης πείθομαι, ὅτι δὲν τὸ ἔκαμε διὰ νὰ
376προσβάλῃ τὴν Βουλήν, δὲν θέλω ν’ ἀδικήσω τὸν κ. Ῥοντήρην.
377Ἰδοὺ, κύριοι, διατί· μὲ τὸν κ. Ῥοντήρην γνωριζόμεθα πρὸ πολλῶν
378ἐτῶν, εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖος ἄνθρωπος· ὁσάκις ἔλαβε καιρὸν
379νὰ μελετήσῃ, ἐκφέρει πολὺ ὀρθὰς ἰδέας· ἀλλ’ ἐνίοτε περιπίπτει
380εἰς ἓν σφάλμα ἀνθρώπινον.
381§57ΤΙΝΕΣ. Θὰ δικάσωμεν τὸν κ. Ῥοντήρην; (θόρυβος).
382§58ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δι’ αὐτὸ φρονῶ ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι
383ἐξ ἐκείνων. Κύριοι, ἀνεγνώσατε ἓν ἄρθρον, φέρον τὴν ὑπογρα-
384φήν του, καὶ τὸ ὁποῖον ἐπιγράφεται «λοιμὸς ἐν Ἀθήναις»· οἱ
385πάντες ἐπείσθητε ὅτι, ὅ,τι ἔγραφεν ὁ κ. Ῥοντήρης, δὲν τὸ ἐπί-
386στευε, τοὐλάχιστον τὰ κατόπιν αὐτὸ ἀποδεικνύουσιν.
387§59ΜΙΛΗΣΗΣ. Μὴ δηλητηριάζετε τὸ ζήτημα· δὲν πρόκειται νὰ
388ἐπιτιμήσωμεν τὸν ὅλον τοῦ κ. Ῥοντήρη.
389§60ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κύριε Μίληση, θέλω εὑρεθῆ συμφωνότατος
390μὲ τὸν κ. Δημητριάδην, ὅστις εἶπεν, ἂς μὴν ἀποφανθῶμεν, διότι
391καὶ ἐγὼ τότε εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ῥοντήρης ἐντὸς τῆς αὔ-
392ριον ἢ μεθαύριον θὰ ᾖναι ἐδῶ.
393§61ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Πῶς λέγετε, ὅτι ὁ κ. Ῥοντήρης ἔγραψε πράγ-
394ματα, τὰ ὁποῖα δὲν πιστεύει, καὶ τὸ λέγετε ἐρήμην αὐτὸ
395τὸ πρᾶγμα;
396§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δίδεται ἄδεια ἀπουσίας, καὶ τίποτε ἄλλο.
397§63ΤΙΝΕΣ. Ὅ,τι θέλει ἂς κάμῃ, δὲν γίνεται ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
398§64ΛΑΠΑΣ. Εἶναι ἐλεύθερος, ἂν θέλῃ νὰ ἔλθῃ, καὶ ἂν δὲν θέλῃ
399νὰ μὴν ἔλθῃ, καὶ ἐγὼ τώρα ἂν θέλω πηγαίνω εἰς τὸ σπῆτι μου,
400καὶ ξαπλόνομαι.
401§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, κατὰ τὸν κανονισμὸν, καθὼς ἠξεύρετε,
402προτιμᾶται ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν, τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκλο-
403γῆς Ξηροχωρίου ἦλθον, πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἓν τμῆμα ἡ
404ἐκλογὴ διὰ νὰ ἐξελεγχθῇ (γίνεται ὁ κλήρωσις ὑπὸ τοῦ ἀντι-
405προέδρου κ. Τσαμοπούλου, καὶ ἔλαχεν ἡ ἐκλογὴ εἰς τὸ Γʹ.
406Τμῆμα). Τώρα ἔχομεν τὴν ἐξακολούθησιν ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου,
407τὸ ὁποῖον ἐκάμαμεν τρίτον ἄρθρον. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ
408θέματος;
409§66Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἡμεῖς ὑπερασπιζόμεθα τὸ ἀκαθάριστον
410διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους καὶ ὁ κ. Σερπιέρης δὲν εὐχα-
411ριστεῖται.
412§67ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ περὶ καθαρᾶς καὶ ἀκαθαρίστου
413προσόδου ὑπάρχει πρότασις ἐνώπιόν σας.
414§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλόπουλος ἔφερε τὴν ἑξῆς πρότασιν
415μετὰ τὰς λέξεις «δυνάμει πράξεως τῆς κυβερνήσεως» νὰ προ-
416στεθῇ «μετὰ προηγουμένην νομοθετικὴν ἔγκρισιν.».
417§69ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ψηφισθῇ πρῶτον τὸ περὶ καθαρᾶς ἢ
418ἀκαθαρίστου, καὶ ἔπειτα ψηφίζομεν τὸ ἄλλο.
419§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως νὰ τὸ ψηφιφο-
420ρήσωμεν;
421§71ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
422§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀκαθάριστον πρό-
423σοδον λέγουσιν ναί, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουσιν
424ὄχι.
425§73ΤΙΝΕΣ. Ἐπανάλαβέ το, κύριε πρόεδρε.
426§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω, κύριοι. Ὅσοι παραδέχον-
427ται τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν ἔφερόν τινες τῶν βουλευτῶν,
428τοὐτέστι νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου «ἐπὶ τῆς ἀκαθα-
429ρίστου προσόδου» λέγουσιν ναὶ, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι λέγου-
430σιν ὄχι, τοὐτέστι παραδέχονται τὸ ἄρθρον, ὅπως ἔχει «ἐπὶ τῆς
431καθαρᾶς προσόδου» (Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία
432ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Λέκκα καὶ
433Καπετανάκου).
434Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν βουλευτῶν
435Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος.
436Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον ἐπὶ τῶν
437Λαυριακῶν ἐκβολάδων, ναὶ ἢ ὄχι;
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
438Κ. Μ. Θεοδώρου Ο Εὐθ. Γουβέλης Ο
439Α. Κ. Μεγαλόπουλος Ν Κ. Λομβάρδος Ο
440Ἀντ. Βενιζέλος Ν Α. Γαΐτας Φωσκάρδης Ο
441Ἀναγ. Γιαννουλίδης Ο Σπ. Λεονταράκης Ο
442Ν. Π. Καΐρης Ἰω. Σούλης Βάρκας Ο
443Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός Ν Α. Γκοῦσκος
444Ν. Τζώκρης Ν Ἀνδρ. Αὐγερινός Ο
445Α. Ζαΐμης Ο Λ. Κρεστενίτης Ν
446Α. Δανόπουλος Ο Θ. Δαραλέξης Ο
447Ἰω. Λέκας Ν Ἐπ. Κρεστενίτης Ν
448Δημ. Καλλιφρονᾶς Ν Α. Πεταλιᾶς Ν
449Σκαρλ. Σοῦτσος Ο Δ. Κλίμακας Ν
450Περ. Α. Πετράκης Δ. Κατσίνας Ν
451Στυλ. Κολιάτσος Ν Ἀναγ. Δημητρίου
452Α. Ἴσκος Ο Γ. Δελένδας Ο
453Ἰω. Καραγιαννόπουλος Ν Σπ. Μαλασπίνας Ο
454Δ. Γρίβας Ν Γ. Μ. Βαλλιάνος
455Π. Πετιμέζης Ν Κ. Δ. Πεταλᾶς Ο
456Α. Μαγγίνας Ν Μ. Παΐζης
457Θ. Π. Δηλιγιάννης Θρ. Ζαΐμης Ο
458Κ. Πλαπούτας Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς Ο
459Α. Α. Ἀντωνόπουλος Ο Α. Διαμαντόπουλος Ο
460Χ. Ῥηγόπουλος Ο Γ, Παδαῖος Ο
461Ἰω. Ῥοϊλὸς Ο Ἰω. Σοφιανόπουλος Ο
462Κ. Λαμπρυνόπουλος Γ. Πεῤῥωτὴς Ο
463Κ. Κοσονάκος Ο Κ. Δαγρὲς Ο
464Θ. Τζανετάκης Ν Ἰω. Φλέσσας Ν
465Ἰω. Σαφάκας Ο Α. Κοντόσταυλος Ο
466Ν. Κατσικαπῆς Ο Δ. Λένωσης
467Ἀριστ. Διδωρίκης Ο Γ. Παπανικολάου Ο
468Ν. Παπαμιχαλόπουλος Ν Ἰω. Μπαλάφας Ο
469Ἰω. Καπιτσίνης Ν Ν. Μ. Κοζαδῖνος Ν
470Γ. Μίλησης Ο Ν. Ἀγγελίδης
471Δ. Σ. Μήτσας Ο Ἰάκ. Πολυλᾶς Ο
472Δ. Τσιτσάρας Ο Α. Παπαδάτος
473Γ. Γιολδάσης Ν Ἰω. Τοπάλης
474Π. Μανωλίδης Ν Ἰω. Δεληγιάννης Ο
475Ἐπ. Καμπερόπουλος Ο Δ. Σαράβας Ο
476Ἀνδρ. Νοταρᾶς Α. Καπετανάκης Ο
477Σπ. Α. Νοταρᾶς Ο Μιχ. Καπετανάκος. Ο
478Ἀναστ. Δημητριάδης Ν Ἰω. Κατσάκος
479Α. Μεταξᾶς Ο Χ. Χριστόπουλος Ο
480Σ. Μονόπωλης Ν Ζαρ. Ζαρειφόπουλος
481Ἀγ. Μαντζαβῖνος Α. Παπαλέξης Ο
482Γ. Δρακονταειδής Ν Π. Κωνσταντᾶς Ο
483Δ. Ῥαπτάκης Θ. Ῥωμαῖος Ο
484Γ. Ἀρώνης ΠαναγιωτόπουλοςΟ Ν. Λοῦθρος
485Α. Πανάρετος Ο Γ. Ἰακωβάτος
486Α. Καρδαμᾶς Μ. Χαριτάτος ἀρν.
487Θ. Θερμογιάννης Ν Α. Μουρίκης
488Γ. Βακαλόπολος Ο Εὐθ. Κεχαγιᾶς Ο
489Δ. Σαῤῥιγιάννης ἀρν.Λ. Καραλίβανος
490Ν. Βαρβιτζιώτης Π. Τζαμάλας Ν
491Ἰω. Βαλασσόπουλος Ν Περ. Καλαμιγδάρτης
492Ν. Θ. Λεώπουλος Ν Θ. Κανακάρης Ο
493Ἀναστ. Κορφιωτάκης Ο Γ. Ῥοῦφος
494Σπ. Κοπανίτσας Ο Γ. Πράτσικας Ο
495Γ. Λάτας Ο Ἀθ. Μισυρλῆς Ο
496Φ. Ι. Φίλωνος Ο Δ. Τριγγέλας Ο
497Γερ. Σέρβος Ο Γ. Δελλαπόρτας Ο
498Σπυρ. Βαλαωρίτης Ι. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
499Α. Σταματόπουλος Ο Ἰω. Δεστούνης Ο
500Δ. Τζαμόπουλος Κ. Ἐπιφανίου Ο
501Θ. Γεωργίου Γ. Α. Β. Γεωργιάδης
502Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος Ο Δ. Ι. Κουνουπιώτης
503Ἰω. Ταμπακόπουλος Ο Γ. Κούτσης Ο
504Χ. Χρηστόπουλος Ο Γ. Μπούμπουλης
505Δ. Ζέγγελης Ο Δ. Χρηστίδης Ν
506Π. Κ. Μανέτας Π. Σεβαστόπουλος
507Ἠλ. Φλέσσας Ν Α. Βαφιαδάκης
508Ἀθ. Κατριβάνος Ο Ἰω. Ζαλώνης
509Ἰω. Πανούσης Ν Μ. Ε. Παρίσης Ο
510Γ. Μαλέας Ο Ἰάκ. Παξιμάδης Ο
511Ν. Παγκράτης Ο Σ. Σωτηρόπουλος Ο
512Κ. Κοκκινώρης Ο Δ. Ν. Πονηρόπουλος Ο
513Ν. Καρύδης Ο Ἀθ. Γρηγοριάδης
514Ἐπ. Δεληγεώργης Ν Β. Σκαλτσοδῆμος
515Γ. Γουιμῆς Κ. Στεργιαλόπουλος
516Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος Ο Στ. Κοριζῆς Ν
517Περ. Μποῦτος Ν. Πιπῖνος Ο
518 Δ. Γ. Βούλγαρης
519Ἰω. Προβελέγλιος Ο Ἰω. Καλογιάννης Ν
520Ἰω. Ταταράκης Θ. Ν. Γκίκας Ν
521Α. Ῥαυτόπουλος Δ. Χατζῖσκος
522Μ. Δαμιράλης Δ. Τσιριμῶκος Ο
523Κ. Κρίσπης Γ. Δυοβουνιώτης Ν
524Ν. Φαρμάκης Ο Γ. Κ. Ζουλούμης Ο
525Ἀθ. Ῥοντήρης Δ. Κριεζώτης Ο
526Εὐθ. Πλαστήρας Ν Δ. Οἰκονόμου Ο
527Γρηγ. Δημητριάδης Ν Κ. Πετσάλης Ο
528Κωνστ. Εὐθυμιόπουλος Ν Μ. Ἀβέρωφ
529 Κ. Νικόδημος Ν
530Κίμων Χριστοδούλου Ἰω. Κοτσιᾶς
531Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 131, ἐξ αὐτῶν 86 εἶπον ὄχι, 43
532εἶπον ναί, δύο ἠρνήθησαν, ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη
533διὰ ψήφων 86 κατὰ 43. Ὁ κ. Μιχαλόπουλος ἔχει τὴν τροπο-
534ποίησίν του, καὶ θέλει νὰ ὁμιλήσῃ.
535§75ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, γνωρίζετε ὅτι, ἐν πνεύματι δι-
536καιοσύνης, πεποιθήσεως καὶ ἀδελφικῆς εἰλικρινείας ἐνόμισα καὶ
537ἐγὼ ὅτι δύναμαι νὰ συντελέσω εἰς τὴν διασάφησιν αὐτοῦ τοῦ
538ἄρθρου. Ἐν πνεύματι τοιούτῳ, ἐπιθυμῶ νὰ πιστεύσητε, ὅτι κάμνω
539μίαν μικρὰν προσθήκην 2 λέξεων εἰς τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον
540ἔγεινε τρίτον· τοῦτο δὲ τὸ πράττω, διότι κάπως καὶ ἐγὼ
541εἶμαι ζηλότυπος ὑπὲρ τοῦ Σώματος τοῦ νομοθετικοῦ, ὅπως καὶ
542ὑμεῖς, καὶ θέλω νὰ συμμεθέξωμεν καὶ ἡμεῖς τοῦ ὁριστικοῦ νό-
543μου περὶ διαθέσεως, καὶ νὰ συμμεθέξωμεν χωρὶς νὰ προσβά-
544λωμεν κεκτημένα δικαιώματα τῆς Κυβερνήσεως. Προσθέτω ὅθεν
545εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος, ὅπου λέγει τὸ ἄρθρον «ἡ μετάλλευσις δὲν
546ἐπιτρέπεται, εἰμὴ δυνάμει πράξεως τῆς κυβερνήσεως» προσ-
547θέτω «μετὰ προηγουμένην νομοθετικὴν ἔγκρισιν,» ἡ ὀρθότης
548αὐτοῦ εἶναι φανερὰ καὶ πιστεύω, ὅτι ἀνταποκρίνεται καὶ εἰς
549τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως,
550διότι ὅταν μίαν τόσην μεγάλην εὐθύνην τῆς διαμοιράζῃ μὲ τὸ
551κοινοβούλιον πρέπει νὰ μείνῃ εὐχαριστημένη καὶ τοῦτο λέγων
552δὲν θέλω νὰ προσβάλω τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν, διότι δὲν
553ἠξεύρομεν ποία κυβέρνησις θὰ ᾖναι ἔπειτα ἀπὸ 18 μῆνας.
554Βλέπετε λοιπὸν ὅτι οὐδὲν δικαίωμα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας
555περιορίζομεν, ἀλλὰ θέλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ συντελέσωμεν διὰ τῆς
556γνώμης μας ἐπὶ τῆς κατακυρώσεως.
557§76ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πιστεύω, κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ
558ἀποφασίσῃ νὰ κατασκευασθῇ εἰς Σῶμα ἐπικυρωτικὸν ἢ ἀκυρω-
559τικὸν δημοπρασιῶν. Ἡ Βουλὴ συνήθως μετὰ τῆς ἐκτελεστικῆς
560ἐξουσίας συντάσσει νόμους καὶ κανόνας γενικοὺς, ἐπιφορτίζει δὲ
561τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ τοὺς ἐκτελέσῃ, ἀλλὰ ποτὲ δὲν
562ἐκτελεῖ ἡ ἰδία τοὺς νόμους, αὐτὸ εἶναι σύγχυσις ἐξουσιῶν, τὸ
563ὁποῖον δὲν πιστεύω νὰ τὸ παραδεχθῆτε.
564§77ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Εἰμπορεῖτε νὰ μᾶς πληροφορήσητε, διατὶ τὰ
565περὶ τοῦ σιδηροδρόμου τὰ ἐφέρατε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ ἐνο-
566μοθετήσατε;
567§78ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι δὲν εἴχομεν νόμον οὐδένα, διότι
568δὲν εἴχομεν ἡμεῖς τὸ δικαίωμα ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς νὰ
569διαθέσωμεν οὔτε χρήματα οὔτε περιουσίαν τοῦ δημοσίου, ἐφέ-
570ραμεν ἑπομένως τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ, ὅταν
571ὅμως ἡ Βουλὴ κάμνῃ νόμους καὶ θέτῃ κανόνας, εἰς τὴν ἐκτελε-
572στικὴν ἐξουσίαν ἀφίνει τὴν ἐκτέλεσιν δὲν ἠμπορεῖ νὰ τοὺς ἐκ-
573τελέσῃ αὐτὴ ἡ ἰδία· πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐκάμαμεν τὸν νόμον
574περὶ φυτειῶν καὶ γαιῶν διὰ τοῦ ὁποίου διαθέτομεν σπουδαῖα
575εἰσοδήματα, εἶναι ὀρθὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἔλθῃ νὰ ἐκτελέσῃ αὐτὸν
576τὸν νόμον καὶ νὰ εἴπῃ εἰς ποῖον πρέπει νὰ παραχωρηθῶσιν;
577Αὐτὸ, κύριοι, εἶναι προφανὴς σύγχυσις καὶ ἀτόπημα τοσοῦτον
578μᾶλλον καθόσον ἀφαιρεῖ καὶ τὴν εὐθύνην, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει εὐ-
579θύνη διὰ πολυπληθὲς Σῶμα. Ἑπομένως δὲν νομίζω ὅτι θέλετε δε-
580χθῆ καὶ θέλετε θεωρήσει ὡς σπουδαίαν αὐτὴν τὴν πρότασιν,
581διότι δι’ αὐτῆς τῆς προτάσεως ἀναλαμβάνετε σεῖς τὴν ἐκτε-
582λεστικὴν ἐξουσίαν, ἑπομένως καὶ τὴν εὐθύνην· ἀλλὰ ἐνώπιον
583ποίων θὰ δώσητε εὐθύνην; ἐνώπιον βέβαια τῶν ἐντολέων
584σας, ἀλλὰ νομικὴν δὲν ἔχετε εὐθύνην· ὀφείλετε τὴν διοί-
585κησιν νὰ ἐπιτηρῆτε καὶ νὰ τὴν κρίνητε· ἀλλὰ ἐκτὸς τούτου,
586κύριοι, ἐνῷ καθιεροῦτε αὐτὴν τὴν σύγχυσιν ἐγκολάπτετε συγ-
587χρόνως καὶ στίγμα εἰς ὅλας τὰς κυβερνήσεις τοῦ τόπου σας
588καὶ ὄχι μόνον εἰς τὰς κυβερνήσεις, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλους τοὺς ἐξοχω-
589τέρους ἄνδρας ἐξ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι θέλουν ἀποτελέσει τὸ συμ-
590βούλιον. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν
591νὰ εἴπω περισσότερα, διότι δὲν εἶναι ἀξία περαιτέρω συζητή-
592σεως. Ἡ Βουλὴ δὲν θέλει παραδεχθῆ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ἡ
593ὁποία εἶναι ὅλως δι’ ὅλου ἄσκοπος καὶ ἐναντία ὅλων τῶν κα-
594νόνων τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν καὶ ἐπιβλαβὴς, διότι μετα-
595θέτει τὴν διοίκησιν ἐκεῖθεν ὅθεν δὲν πρέπει νὰ μετατεθῇ, καὶ
596ἐκεῖ ὅπου δὲν ἠμπορεῖ νὰ μετατεθῇ, διότι καταστρέφει τὴν
597ἀρχὴν τῆς εὐθύνης καὶ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς.
598§79ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν
599εἶμαι τόσον πολὺ ἄπειρος, ὥστε νὰ μὴ διακρίνω τὰ καθήκοντα
600τῆς μιᾶς ἀρχῆς ἀπὸ τῆς ἑτέρας. Ἐγὼ δὲν νομίζω ὅτι πρόκει-
601ται περὶ δημοπρασίας, διότι δὲν πρόκειται περὶ δημοπρασίας,
602ἀλλὰ πρόκειται περὶ συμβάσεως· σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, τὰς συμ-
603βάσεις, οἷον μεταξὺ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας καὶ λοιπῶν μετὰ
604τοῦ δημοσίου ποῖος τὰς ἐγκρίνει; Δὲν τὰς ἐγκρίνει ἡ βουλή;
605ἐκτὸς ἂν θέλητε ν’ ἀφαιρέσητε ἓν δικαίωμα ἀπ’ αὐτήν· ἐγὼ
606δὲν εἶπον ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὴν ἐκτελε-
607στικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ εἶπον ὅτι τὸ ἔθνος χρεωστεῖ νὰ λαμ-
608βάνῃ μέρος εἰς τὰ μεγαλείτερα καὶ σπουδαιότερα συμφέροντα,
609καὶ νὰ φροντίζῃ ὅπως διατίθενται πρὸς ὠφέλειάν του. Δὲν
610βλέπω πῶς παραβλάπτονται τὰ καθήκοντα τῆς ἐκτελεστικῆς
611ἀρχῆς, δὲν βλέπω νὰ πρόκηται περὶ δημοπρασίας, ἀλλὰ πρό-
612κειται περὶ συμβάσεως, τῆς σπουδαιοτέρας μέχρι τοῦδε καὶ ἀπὸ
613αὐτὸν τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀπὸ πολλοὺς προϋπολογισμοὺς
614πολλῶν ἐτῶν· διὰ ταῦτα παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἐὰν θέλῃ τὴν
615πρότασιν ταύτην νὰ τὴν ψηφίσῃ, διότι εἶναι καὶ καθῆκόν της καὶ
616δικαίωμά της, ἐκτὸς ἂν θέλῃ νὰ ἐγκαταλείψῃ ἓν δικαίωμα, τὸ
617ὁποῖον ἔχει. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις.
618§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα.
619§81Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι, ὅτε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὡμίλησα ἀπὸ
620τοῦ βήματος, ἔφερον ὡς ἐπιχείρημα ὑπὲρ προτάσεώς μου τινος,
621τὸ ἑξῆς· πῶς ἤθελε σᾶς φανῆ, ἔλεγον, ἐάν τις ἐπρότεινεν ἵνα ἡ
622ἐπικύρωσις ἢ ἀκύρωσις τῶν δημοπρασιῶν ἀφεθῇ εἰς τὴν Βου-
623λήν; οὐδέποτε δὲ ἐνόμιζον, ὅτι ἠδύνατο ἰδέα τοιαύτη νὰ ἐξω-
624τερικευθῇ, καὶ νὰ λάβῃ τὴν τιμὴν προτάσεως. Λυποῦμαι πολὺ,
625διότι ὁ ἔντιμος φίλος μου, ὁ πατὴρ τῶν ἐκβολάδων κ. Μιχα-
626λόπουλος, ἐδέχθη αὐτὴν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν σᾶς βεβαιῶ,
627δὲν νομίζω ὅτι σπουδαίως δύναταί τις νὰ συζητήσῃ. Καὶ πρέ-
628πει, κύριοι, νὰ προσέξητε καλὰ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἡ πρό-
629τασις αὕτη δὲν θέλει ἔχει ἄλλο ἀποτέλεσμα, παρὰ νὰ φέρῃ
630σύγχυσιν καὶ διατάραξιν μεταξὺ τῶν ἐξουσιῶν, τῶν συνταγμα-
631τικῶν ἐξουσιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνεγράφησαν ἐντὸς τοῦ θεμελιώδους
632νόμου τοῦ Κράτους. Τί εἶναι, κύριοι ἡ ἔγκρισις δημοπρασίας ἁ-
633πλῆς; εἶναι ἁπλῆ διοικητικὴ πρᾶξις; ἐπὶ τοιούτων πράξεων τὸ
634Κοινοβούλιον δὲν δύναται νὰ ἔχῃ δικαίωμά τι· διότι ἡ ἀνάμιξις
635τοῦ Κοινοβουλίου εἰς πράξεις διαχειριστικὰς, εἰς πράξεις ἁπλῆς
636διοικήσεως, ἀντίκειται εἰς τὸν προορισμόν του, ἀντίκειται εἰς
637τὴν ἀποστολήν του, ἀντίκειται εἰς αὐτὸ τὸ πολίτευμα. Ὅταν ἀρ-
638χίσητε ν’ ἀναμιχθῆτε εἰς τὴν διοίκησιν, δὲν θὰ ἔχητε κανὲν δι-
639καίωμα ἐπιτηρήσεως καὶ ἐλέγχου ἐπὶ τῆς διοικήσεως· θὰ ἐπέμ-
640βητε, κύριοι, εἰς ἀλλότρια καθήκοντα, καὶ ἅμα ἀρχίσητε νὰ κά-
641μητε ἔναρξιν ἐπεμβάσεως τοιαύτης, πρέπει νὰ φοβηθῆτε καὶ τὸ
642ἀντίστροφον. Ἀλλὰ σᾶς λέγουν «αἱ συμβάσεις ἐπικυροῦνται ὑπὸ
643τῆς Βουλῆς,» διὰ τῶν συμβάσεων, ὅμως, κύριοι, πρόκειται νὰ
644παραχωρηθῶσι δικαιώματα, πρόκειται ἡ πολιτεία ν’ ἀναλάβῃ
645ὑποχρεώσεις, καὶ δὲν δύναται ἄνευ τῆς ψήφου τοῦ κοινοβουλίου,
646ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ ἔχωσιν ἰσχύν
647τινα αἱ τοιαῦται παραχωρήσεις. Ἀλλὰ σήμερον περί τινος
648πρόκειται; Σήμερον, κύριοι, κατασκευάζετε νόμον, καὶ τὴν
649ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τούτου δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὴν ἰδιοποιηθῆτε,
650θὰ τὴν ἀφήσητε εἰς τὴν ἐξουσίαν τὴν ἁρμοδίαν, καὶ τοιαύτη
651εἶναι ἡ ἐκτελεστική. Καὶ τότε, ὅταν τὴν ἀφήσητε εἰς τὴν ἐξου-
652σίαν αὐτὴν, τότε θέλετε ἔχει δικαίωμα ἐπιτηρήσεως, θέλετε
653ἔχει δικαίωμα ἐλέγχου. Τὸ κοινοβούλιον, κύριοι, οὐδεμίαν νομι-
654κὴν εὐθύνην ἔχει· τὸ κοινοβούλιον ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, ἢ τῶν
655ἐκλογέων του, μόνον ἠθικὴν εὐθύνην ἔχει, καὶ ἂν νομίζητε, ὅτι
656δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ἐξασφαλίσητε τὰ συμφέροντα τοῦ
657δημοσίου, ἀπατᾶσθε, ἐξ ἐναντίας διὰ τῆς προτάσεως θέλετε
658βλάψει τὰ συμφέροντα αὐτοῦ, διότι θέλετε παρακωλύσει τὸν
659συναγωνισμὸν διότι καμμία ἑταιρία δὲν θέλει παρουσιασθῆ νὰ
660συναγωνισθῇ, ὅταν γνωρίζῃ ὅτι 180 ἄτομα πρόκειται νὰ ἀπο-
661φασίσωσι, καὶ ν’ ἀποφασίσωσι, χωρὶς νὰ ἔχουν τινὰ νομικὴν εὐ-
662θύνην. Δὲν εἶναι λοιπὸν πρότασις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ σᾶς ἀπα-
663σχολήσῃ, πρέπει νὰ τὴν ἀποῤῥίψετε, καὶ νὰ τὴν ἀποῤῥίψητε
664ἐν πλήρει πεποιθήσει, ὅτι ἀποκρούσαντες αὐτὴν, πράττετε καλὸν
665οὐχὶ μόνον ὑπὲρ τῶν ἐκβολάδων, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τοῦ συνταγ-
666ματικοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον διέγραψε τὰς ἐξουσίας, ἐκανό-
667νισε τὰ δικαιώματα ἑκάστης, καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπιφέρῃ σύγχυ-
668σιν, ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἱστορίαν δύναται νὰ ἔχῃ συνεπείας
669ὀδυνηράς.
670§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κρεστενίτης.
671§83ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κύριον Μιχα-
672λόπουλον, ὅτι εἶναι σύμβασις, καὶ ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ κάμῃ
673πόλεμον, ἀλλ’ οὐχὶ συνθήκην· διὰ τοῦτο γίνεται ὁ νόμος αὐτὸς·
674ἀλλὰ τὰ παραδείγματα μὲ ἔκαμαν νὰ ἐμπιστεύωμαι περισσό-
675τερον εἰς τοὺς 187 παρὰ εἰς τοὺς 7· διότι βλέπομεν τὰς συν-
676θήκας, αἱ ὁποῖαι μεταβάλλονται. Ἐνόμισα λοιπὸν, ὅτι εἶναι
677περισσοτέρα ἐμπιστοσύνη εἰς τοὺς 187· διὰ τὸν ἐλάχιστον ὅρον,
678παρὰ εἰς τοὺς 7, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ᾖναι.
679§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καλιφρονᾶς.
680§85ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν ἐπίστευον ποτὲ, κύριοι, ὅτι τὸ γνήσιον,
681τὸ καθ’ ἑαυτὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς, ἤθελε σήμερον φιλονει-
682κεῖται ἐκ τοῦ βήματος τούτου ἐνώπιόν σας, καὶ ἤθελεν ἔτι
683χειρότερον, παριστάνεσθαι ὡς ἀντιβαῖνον εἰς τὸ σύνταγμα,
684πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ὅλως τὸ ἐναντίον. Κατὰ τὸ σύνταγμα,
685κύριοι, δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἀπαλλοτρίωσις τῆς περιουσίας τοῦ
686δημοσίου ἄνευ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς.
687§86ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί κάμνομεν τώρα;
688§87ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἀφήσατέ με, εἶσθε ἀρκετὰ εὔγλωττος, καὶ ἠμ-
689πορεῖτε νὰ ἔλθετε σεῖς ἐδῶ. Κάμνομεν ἕναν νόμον, δι’ οὗ θέ-
690λομεν ν’ ἀρνηθῶμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, αὐτὸ κάμνομεν ἤδη, δὲν
691τὸ πιστεύετε; θὰ τὸ μάθητε· ὁ νόμος θέλει νὰ δώσητε χωρὶς νὰ
692γνωρίζετε τί θὰ λάβετε· αὐτὴ εἶναι μία περιουσία δημόσιος·
693διὰ νὰ δοθῇ, ν’ ἀπαλλοτριωθῇ παρὰ τοῦ δημοσίου, ἀπαιτεῖται
694προηγουμένως ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, διότι ἐν τῇ περιπτώσει
695τῆς παραχωρήσεως πολλὰ ζητήματα ἠμπορεῖ νὰ ἐξετασθῶσι,
696καὶ παρουσιασθῶσι, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ τὰ ἠξεύρῃ, ὅστις θὰ
697ἀποφασίσῃ, καὶ ὄχι νὰ λέγῃ ἐγὼ βαρύνομαι νὰ ἐξετάσω, καὶ
698ἀφίνω εἰς τοὺς ἄλλους νὰ ἐξετάσουν· καὶ ἂν θέλετε σήμερον
699ν’ ἀποφασίσετε, παραβιάζετε τὸ σύνταγμα, τὸ ὁποῖον θέλει
700νὰ γνωρίζητε τί παραχωρεῖτε, καὶ τί ποσὸν ἀντὶ τῆς παραχω-
701ρήσεως λαμβάνετε εἰς ἀμοιβήν· διότι μία χώρα ἢ περιουσία ὅταν
702παραχωρῆται, διάφορα συμφέροντα, διάφοροι περιστάσεις συν-
703δεόμεναι μὲ τὸ ζήτημα, παρουσιάζονται. Τί παραχωρεῖτε πρῶ-
704τον, πόσοι εἶναι οἱ προσφέροντες, τί προσφέρουν. Ἀναμιγνύεσθε,
705λέγει, εἰς τὰ διοικητικά. Τὰ διοικητικὰ εἶναι νὰ ἐνεργήσητε
706τὴν δημοπρασίαν καὶ προπαρασκευάσετε τὰ πάντα, καὶ ὅταν
707ἔλθῃ ὁ χρόνος νὰ κάμητε μίαν σύμβασιν, θὰ ἔλθῃ ἐδῶ, διότι
708καὶ ἐμπορικαὶ συμβάσεις διὰ τοῦτο γίνονται διὰ νόμου. Δὲν
709ἠμποροῦσεν ὁ παρὼν προκαταρκτικὸς νόμος νὰ προβλέψῃ ὅ,τι
710ἤθελε παρουσιασθῆ· εἰς τὴν παραχώρησιν τῶν ἐκβολάδων
711ὅλα κατ’ ἀναλογίαν ἐξετάζονται. Παραχωρεῖτε, κύριοι, πε-
712ριουσίαν, δέχεσθε βάρη, θὰ πληρώνητε 350 δραχ. τὸν τόνον
713δι’ ἔξοδα. Λοιπὸν, κύριοι, συνταγματικῶς δὲν ἠμπορεῖ
714ν’ ἀρνηθῇ τις ὅτι εἶναι ἀποκλειστικὸν καὶ ὑποχρεωτικὸν δι-
715καίωμα τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι δὲν δύναται νὰ τὸ παραχωρήσῃ
716μὲ κλειστὰ τὰ μάτια καὶ ἐν ἀγνοίᾳ, ὀφείλει νὰ γνωρίσῃ τί θὰ
717παραχωρήσῃ, καὶ τί θὰ λάβῃ.
718Οὐσιαστικῶς δὲ ἔχει πολλὰ τὰ ζητήματα, καὶ τότε ἠθέλατε
719εἶσθαι ἠναγκασμένοι, κύριοι, νὰ ἔλθητε εἰς ἐξέτασιν αὐτῶν.
720Ἡ καθαρὰ γλῶσσα τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ
721σαφὴς, σᾶς ὁδηγεῖ εἰς τοῦτο. Ἰδοὺ τί λέγει «ἀπεφασίσθη νὰ
722μεταβῇ ἓν μέλος τῆς Κυβερνήσεως εἰς Λαύριον, ἵνα ἴδῃ ἐκ τοῦ
723πλησίον τὰ πράγματα..........................
724καὶ ὅτι χίλιοι πολῖται ἐργάζονται κλπ.» Εἶδε ὅλα τὰ δάση,
725διασχιζόμενα ἀπὸ ὁδοὺς ἁμαξιτὰς, εἶδε ἀληθῶς ὅτι ἐκεῖ ὑ-
726πάρχει μία ἑταιρία, ἡ ὁποία ἐγκατεστάθη, καὶ ἡ ὁποία ἔκαμε
727καταστήματα πολὺ καλὰ καὶ ὁδοὺς ἁμαξιτὰς, αἱ ὁποῖαι
728διασχίζουν τὰ δάση. Θὰ εὕρητε, κύριοι, τὴν ἀνάγκην νὰ σκε-
729φθῆτε περὶ τούτου, διότι δὲν βλέπω τίποτε νὰ προλαμβάνῃ,
730ἢ νὰ λέγῃ ὁ παρὼν νόμος ἐδῶ. Καὶ ἐκεῖνος ὁ ἐργολάβος, τὸν
731ὁποῖον ἡμεῖς θὰ ἀναγνωρίσωμεν ν’ ἀναδεχθῇ αὐτὴν τὴν ἐργα-
732σίαν, αὐτὸ τοῦτο θὰ θαυμάσῃ, ὅταν ἔλθῃ ἐπὶ τόπου, θὰ ἴδῃ
733ὅτι ἁμαξιτοὶ ὁδοὶ, προηγουμένως κατασκευασθεῖσαι, κατέλαβον
734ὅλα τὰ βατὰ μέρη τοῦ ὀρεινοῦ καὶ ἀνωμάλου ἐκείνου τόπου.
735Θὰ ἐρωτήσῃ, αὗται αἱ ὁδοὶ δύνανται νὰ χρησιμεύσουν καὶ εἰς
736ἐμέ; Εἶναι τῆς δημοσίου ἀνάγκης, ὅπως ὅλαι αἱ ὁδοὶ, θὰ
737ὑποχρεωθῇ εἰς ἓν ἀνάλογον τέλος, καὶ θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ
738κάμῃ αὐτῶν χρῆσιν, διότι ἄλλως σᾶς λέγει, ὅτι ἡ περιουσία σας
739εἶναι ἀποκλεισμένη καὶ δὲν δύναμαι νὰ διέλθω.
740§88ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τί σᾶς πταίω
741ἐγώ;
742§89ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τίποτε, ἀπεναντίας σᾶς εὐγνωμονῶ, διότι
743λέγετε τὴν ἀλήθειαν.
744§90ΜΙΛΗΣΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς ὑπομνήσω τὸ ὑπὸ συζή-
745τησιν θέμα;
746§91ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Μάλιστα, σᾶς παρακαλῶ.
747§92ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ ἐλησμονήσατε;
748§93ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Πιθανὸν νὰ ἔχω ἀνάγκην.
749§94ΤΙΝΕΣ. Ἐφύγατε ἀπὸ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα.
750§95ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τί εἶναι τὸ θέμα; Περὶ παραχωρήσεως
751περιουσίας, ἢ δὲν εἶναι αὐτό;
752§96ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἴπατε εἰς τὸν κύριον πρόεδρον νὰ σᾶς τὸ ὑπενθυ-
753μίσῃ.
754§97ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Περὶ ἐγκρίσεως
755πρακτικῶν εἶναι ὁ λόγος (διάλογοι).
756§98ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριε Μίληση, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ τὸ
757ὑπενθυμίσητε, διότι μανθάνω ὅτι εἶναι περὶ ἐγκρίσεως τῶν
758πρακτικῶν, καὶ ἐρωτῶ ἂν αὐτὴ ᾖναι τελεία παραχώρησις, καὶ
759μὲ λέγουν ναί. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τελείας παραχωρήσεως, καὶ ἂν
760αὐτὸ δὲν ἦτο τὸ ζήτημα, ἤθελον ὁμιλήσει ἀλλαχοῦ, ἀλλ’ ὁμιλῶ
761τώρα περὶ αὐτοῦ, διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Σᾶς εἶπον ὅτι
762αἱ ὁδοὶ, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, ἔκαμαν τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν
763Οἰκονομικῶν νὰ θαυμάσῃ· αὗται ἔχουν καταλάβει ὅλα τὰ βατὰ,
764ὁμαλώτερα μέρη, καὶ θέλει πᾶς τις ἄλλος ἠναγκασθῆ ὑπερορίως
765νὰ τὰ διαβῇ, ἂν δὲν ἔχῃ καὶ αὐτὸς δικαίωμα διαβάσεως δι’
766αὐτῶν τῶν ὁδῶν· δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ἄλλας, διότι ὅταν τὰ
767βατὰ μέρη ᾖναι κατειλημμένα, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ κάμῃ ἄλλας
768ὑπερορίως, διότι πρέπει νὰ ἐξοδεύσῃ χιλιοπλάσια ἔξοδα, καὶ
769πάλιν νὰ μὴ τὰς κάμῃ. Ἰδοὺ, κύριε Μίληση, πῶς θὰ ἔλθωμεν
770εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διασαφήσωμεν τινὰ πράγματα, διότι
771ἐρωτῶ, πῶς θεωροῦνται αὐτοὶ οἱ δρόμοι; ἐννοοῦνται ὅτι εἶναι
772κατασκευασμένοι, ὡς τῆς δημοσίας ἀνάγκης, καὶ δύνανται μὲ
773μίαν ἀποζημίωσιν νὰ ᾖναι εἰς χρῆσιν παντὸς ἢ ὄχι; Διότι ἂν
774ᾖναι τὸ δεύτερον, καὶ εἶναι ἰδιοκτήτης ἐκεῖνος, ὅστις πρῶτος
775κατέλαβε, καὶ ἀπεκλείσθη ὁ νέος, τότε τί θὰ διαθέσητε; βλέ-
776πετε, ὅτι ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν παραχώρησιν πολλὰ ζητήματα
777οὐσιώδη, ἀναπόφευκτα, θὰ ἀναφυοῦν καὶ διὰ τοῦτο, καὶ διὰ
778τὸν νομικὸν λόγον καὶ διότι δὲν ἔλυσε τοιαῦτα ζητήματα τῆς
779οὐσίας προηγουμένως ἡ Βουλή, εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀποφασισθῇ ἡ
780παραχώρησις οὐχὶ ἄλλως, εἰμὴ δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, διότι
781αὐτὸ εἶναι τὸ συνταγματικὸν καθῆκον.
782§99ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτη-
783σιν; Οἱ βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν τυχὸν μέρος εἰς τὰς με-
784τοχὰς, θὰ ἐξαιροῦνται, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὑπόθεσις;
785§100ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, θὰ ἐξαιροῦνται οἱ ὑπουργοὶ ἢ
786ἐκεῖνοι τοῦ μεταλλευτικοῦ συμβουλίου;
787§101ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖται. Ἀλλ’ οἱ βουλευταὶ ἂν ἦναι 50 καὶ
78860; δι’ αὐτὸ θέλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἀκινδύνως δὲν δύναται ἡ
789Βουλὴ ν’ ἀναμιχθῇ εἰς διοικητικὰ καθήκοντα (διάλογοι).
790§102ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριε Δανόπουλε, σᾶς παρακαλῶ· αὐτὴ
791ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν μοὶ κάμνετε, εἶναι πρῶτον πολὺ μα-
792κρὰ, καὶ εἶναι μία ὑποθετικὴ, τὴν ὁποίαν, ὅταν νομοθετοῦμεν,
793περὶ παραχωρήσεως τοσαύτης περιουσίας, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ
794λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. Τότε θὰ σκεφθῶμεν, ἤδη δὲν εἶναι δίκαιον
795ν’ ἀπαρνηθῶμεν τὰ καθήκοντά μας· ὅ,τι κύριε Δανόπουλε, γίνεται
796περὶ τῶν ὑπουργῶν καὶ τῶν μελῶν τοῦ συμβουλίου, θὰ γίνῃ
797καὶ περὶ ἡμῶν.
798§103ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος.
799§104ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἄλλως τε, κύριε Δανόπουλε, σοὶ λέγω ὅτι
800ἐκεῖνα τὰ φῶτα, καὶ ἐκεῖναι αἱ ἀνακαλύψεις καὶ ἡ ἀκρίβεια,
801τὰ ὁποῖα εἰς ἕκαστον εἰδικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον δίδει ἡ συζή-
802τησις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν τὸ δίδει ἡ ἐνέργεια, τὴν
803ὁποίαν κάμνουν ἐκεῖνοι κατὰ μέρος, διότι ἔγειναν πράξεις τοῦ
804συμβουλίου τοῦ μεταλλευτικοῦ, μὴ σύμφωνοι μὲ τὸν νόμον.
805Ἐζήτησέ τις μεταλλεῖον εἰς τὸν Ὑμητὸν, καὶ ἔδωσε καὶ διά-
806γραμμα.
807§105ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοοῦσα νὰ μοῦ εἴπητε αὐτό.
808§106ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ· μετὰ τρεῖς μῆνας ἀνεφάνη,
809ὅτι ἀλλοῦ εἶναι ἐκβολάδες, καὶ ὅτι διὰ τῆς κτήσεως τοῦ με-
810ταλλείου δύναται νὰ λάβῃ καὶ αὐτάς· ἡ πρώτη ἀναφορὰ περὶ
811αὐτῶν ἐδημοσιεύθη εἰς δύο ἐφημερίδας· αὐτὴ ἀνεγνώσθη εἰς
812τὸ χωρίον ἐπὶ τρεῖς κατὰ συνέχειαν Κυριακὰς, καὶ ἔμεινεν ὁρι-
813στική. Ἠξεύρετε τὶ φαίνεται εἰς τὰ ὑποβληθέντα ἔγγραφα;
814ὅτι, τὸ μεταλλευτικὸν συμβούλιον ἀπεφάνθη ὅτι τῷ παραχω-
815ρεῖ μεταλλεῖον εἰς τὸν Πειραιᾶ, ὅπερ δὲν εἶχε ζητήσει. Τώρα
816θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι ἔκαμαν τοῦτο, θέλοντες ν’ ἀπατήσωσι; Νο-
817μίζω ὄχι, ἀλλὰ ἀντὶ νὰ δώσουν τὸν Ὑμητὸν, ἔδωσαν τὸν Πει-
818ραιᾶ· εἰς τὰ ἔγγραφα μέσα περὶ μεταλλείων τὸ εὗρον· ἡ αἴ-
819τησις, ὡς προεῖπον, ἐγένετο, ὅπως παραχωρηθῇ τὸ εἰς τὸν Ὑμη-
820τὸν μεταλλεῖον, παρεχωρήθη δὲ ἄνευ δημοσιεύσεως εἰς τὸν Πει-
821ραιᾶ. Λοιπὸν δὲν δύνασθε νὰ τὸ ἀρνηθῆτε ὅτι παραβιάζεται ὁ
822νόμος καὶ τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου, ὁ νόμος ἐπιτάττει ἐδῶ νὰ
823συζητηθῇ καὶ ἀποφασισθῇ. Ὅλα θὰ ἦναι προπαρεσκευασμένα δι-
824οικητικῶς· καὶ τότε θὰ ἔλθῃ ἐδῶ ὅπως γίνεται δι’ ὅλας τὰς
825συμβάσεις νὰ συζητηθῇ καὶ ἀποφασισθῇ.
826§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ κανεὶς τὸν λόγον;
827§108ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ εἴπω δύο
828λέξεις.
829Νομίζω, κύριοι, τὸ ζήτημα ἄξιον μικρᾶς τινος χρονοτριβῆς.
830Ἐν πρώτοις εἶναι ὀρθὸν τῳόντι, καὶ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν
831μήπως παραβιάζωμεν τοὺς κανόνας, οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὴν
832πολιτείαν μας, καὶ ἔπειτα πῶς ἐξασφαλίζεται πρακτικῶς τὸ
833συμφέρον τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύομεν.
834Πρακτικῶς δὲν παρατηρῶ ὅτι παραβιάζομεν τὸ καθῆκόν μας
835δεχόμενοι αὐτὴν τὴν πρότασιν, ἥτις εἶναι σπουδαία, πρακτικὴ
836ἐγγύησις. Δὲν βλέπω δὲ οὔτε καμμίαν ἐπέμβασιν τῆς νομοθε-
837τικῆς εἰς τὰ ἔργα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐὰν ἐπιφυλαχθῶ-
838μεν τὸ δικαίωμα τῆς παραχωρήσεως αὐτῆς τῆς περιουσίας εἰς
839ἡμᾶς αὐτούς.
840Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὄχι μόνον δικαίωμα δὲν δύνα-
841ται νὰ παραχωρηθῇ εἰς ἰδιώτας ἢ εἰς ἑταιρίαν, ἀλλ’ οὔτε κἂν
842περιουσία οὔτε κατὰ πολυχρόνιον νομὴν ἄνευ τῆς ψήφου
843μας. Αὐτὸ εἶναι τὸ δίκαιον, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει. Εἶναι ἀλη-
844θὲς ὅτι γίνονται νόμοι παρὰ τῶν Βουλῶν, οἱ ὁποῖοι παραχωροῦν
845τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ αὐτὸ
846εἶναι παραχώρησις νομοθετικὴ, καὶ ἡ παραχώρησις εἶναι δι-
847καίωμα προαιρετικόν· ἡ δὲ νομοθετικὴ ἐξουσία
848ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ τὴν παραχώρησιν ταύτην εὐρέως ἢ
849στενῶς. Καὶ πρέπει νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν
850συγκροτεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους, ἔχοντας διάνοιαν καὶ συνείδησιν
851εὐθεῖαν, διὰ νὰ καθιερωθῇ γενικὸς κανὼν τίνι τρόπῳ θὰ γίνων-
852ται παραχωρήσεις παρ’ αὐτῆς πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν, καὶ ὅτι
853πάντοτε ὀφείλει ἡ παραχώρησις νὰ ᾖναι εὐρεῖα, περὶ οἱασδήποτε
854παραχωρήσεως καὶ ἂν πρόκηται· τὸ τοιοῦτον ὅμως ἤθελε κα-
855ταστρέψει τὰ θεμέλια ἐπὶ τῶν ὁποίων θεμελιοῦνται ἅπασαι αἱ
856πολιτεῖαι. Γενικοὶ κανόνες, ὅταν πρόκηται περὶ παραχωρήσεως
857ἐξουσίας, δὲν καθιεροῦνται ὅταν τὰς ἐξουσίας διαχειρίζωνται
858ἄνθρωποι ἔχοντες διάνοιαν καὶ συνείδησιν.
859Ἐπὶ πάσης περιστάσεως, καθ’ ἣν τὰ νομοθετικὰ σώματα
860προσκαλοῦνται νὰ κάμωσιν τὴν λεγομένην délégation πρέπει
861νὰ σκέπτωνται εἰδικῶς. Καὶ τὸ ἀτόπημα τῆς ἐναντίας θεωρίας
862μᾶς τὸ ἐδήλωσαν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἀγορεύσαντες κατὰ τῆς ἀρχῆς,
863τὴν ὁποίαν ἐφέραμεν εἰς τὸ μέσον· διότι ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουρ-
864γὸς τί μᾶς εἶπε; —καθημέραν δὲν δημοπρατοῦμεν τὰς προσό-
865δους; καὶ ἐπεμβαίνει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἰς τὰς δημοπρα-
866σίας ταύτας;
867Ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον πρωθυπουργὸν, ὁ ὁποῖος κατέχει τόσον
868ὑψηλὴν θέσιν ἐν τῇ πολιτείᾳ, ἂν μὲ τὰ σωστά του ἀνέφερε τὴν
869ὁμοιότητα αὐτήν! ὅτι τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ κρατῇ εἰς ἀμφοτέρας
870τὰς περιστάσεις! Τί πρόκειται κατὰ τὴν δημοπρασίαν τῶν
871προσόδων; Ἵνα παραλείψω ὅλας τὰς ἄλλας διαφορὰς, τὰς πολὺ
872μεγάλας, ἐνθυμίζω μίαν μόνον. Εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν παρου-
873σιάζονται νὰ διαγωνισθῶσι 100, 200 ἢ 300, δι’ ὅλας τὰς
874προσόδους τῆς ἐπαρχίας· περιπλέον οὗτοι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην
875οὔτε μηχανὰς νὰ φέρουν, οὔτε σιδηροδρόμους νὰ κατασκευάσουν,
876οὔτε πλυντήρια νὰ μεταχειρισθοῦν, οὔτε ἀτμομηχανὰς νὰ προ-
877μηθευθοῦν, οὔτε ἀποθήκας καρβούνων, οὔτε μεγάλας σχέσεις μὲ
878ξένον κόσμον νὰ συνάψουν.
879Ὁ διαγωνισμὸς εἶναι πλήρης καὶ προκειμένου περὶ τοιούτων
880περιστάσεων, λίαν προθύμως τὰ νομοθετικὰ σώματα δύνανται
881νὰ δώσωσι τὴν ἐξουσίαν των εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν,
882διότι ἔχουν ἀσφάλειαν μεγίστην, ἡ ὁποία ἀναπαύει τὴν συνεί-
883δησίν των. Παρεκτὸς τούτου τί κινδυνεύει εἰς τὰς δημοπρασίας
884ταύτας ἡ κυβέρνησις; —κινδυνεύει ἀντὶ νὰ λάβῃ 8% νὰ λάβῃ
8857% μόνον. Ἀλλὰ περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος πρόκειται ν’
886ἀποφασίσωμεν; πρέπει νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι δὲν εἴμεθα ἄνθρωποι
887οἱ ὁποῖοι ἔχομεν καὶ συνείδησιν καὶ λογικὴν διὰ νὰ μᾶς εἴπητε
888ὅτι εἷς κανὼν πρέπει νὰ ἰσχύῃ ἐπὶ πάσης περιπτώσεως. Ἐπὶ
889τῶν ὁμοίων τὸ ἐννοῶ, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι ὁ αὐτὸς κανών· ἀλλὰ
890ἐπὶ τῶν ἀνομοίων ποτέ. Ἔχομεν δὲ γνωστὰς ἐκβολάδας, τὰς
891ὁποίας ἐξετίμησαν οἱ ἐπιστήμονες εἰς 220,000,000 δραχμῶν
892ἀξίαν· καὶ ὅταν σᾶς παρουσιάζωσι πρότασιν νὰ ἀπαλλοτριωθῇ
893τὸ δημόσιον τοῦ δικαιώματος τούτου καὶ τῆς περιουσίας ταύ-
894της, λέγετε ὅτι παραβιάζονται ὅλαι αἱ θεωρίαι τοῦ συνταγ-
895ματικοῦ δικαίου, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιφυλαχθῇ τὴν ἔγκρισιν, ὡσὰν
896νὰ ἐπρόκειτο περὶ πράγματος ἀναξίου λόγου. Ἂς μὲ συγχωρή-
897σωσι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εὑρίσκω τὴν λογικήν των ὀρθήν· διότι
898περί τίνος πρόκειται ἐνταῦθα; καὶ ἂν πρόκειται καὶ μίαν δραχ.
899νὰ χάσῃ τὸ δημόσιον ἐξ ἑκάστου τόνου, κάμετε λογαριασμὸν
900τί μέλλει νὰ χάσῃ τὸ δημόσιον! ἡ ζημία ἀναβιβάζεται εἰς
901ἑκατομμύρια.
902Δὲν πρόκειται βεβαίως περὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας διε-
903πομένης ὑπὸ τοῦ σημερινοῦ ὑπουργείου, καὶ ἦτο περιττὸν νὰ τὸ
904ἐνθυμίσῃ τις· ἀλλὰ ἐγὼ νομίζω ὅτι ἂν καὶ περὶ αὐτῶν τού-
905των ἰδίως τῶν ὑπουργῶν ἐπρόκειτο, δὲν ἦτο καθόλου προσβολὴ
906νὰ εἴπῃ τις «δὲν δυνάμεθα νὰ ἐμπιστευθῶμεν τοσούτῳ μεγάλην
907περιουσίαν» διὰ τὸν ἑαυτόν μου τοὐλάχιστον, ἐὰν ἤμην ἐγὼ
908εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἤθελεν εἶσθαι ἀσυγχώρητον. Οὐδένα φραγμὸν
909θέλουν νὰ θέσουν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς περιουσίας αὐτῆς· καὶ
910ἔμειναν μὲ τὴν εὐχαρίστησιν, «ὅτι αἱ παρελθοῦσαι γενεαὶ μᾶς
911ἔδωσαν μίαν περιουσίαν» καὶ ποῦ εἶναι αὐτὴ ἡ περιουσία ἂν
912δὲν τὴν ἀσφαλίσωμεν; εἶναι πομφόλυξ.
913Ἡ πρότασις ἡ ὁποία γίνεται σήμερον δὲν ἐννοῶ, ὅπως τις
914εἶπεν τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων, ὅτι ἂν γίνῃ δεκτὴ θέλει
915δώσει κακὸν παράδειγμα, ὥστε καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ
916ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ τῆς νομοθετικῆς. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν τὴν ἀποκλεί-
917ομεν ὅταν λέγωμεν ὅτι διὰ νόμου θ’ ἀποφασισθῇ ἡ ἔγκρισις· διότι
918ὁ Βασιλεὺς θὰ ἔχῃ τὴν πρωτοβουλίαν. Δὲν ἀποκλείομεν τὴν ἐκτε-
919λεστικὴν, διότι τὸ νομοθέτημα γίνεται, ὡς γνωρίζετε, καὶ ἀπὸ
920τὴν Βουλὴν καὶ ἀπὸ τὸν βασιλέα. Ἄλλως τε δὲ τοὺς ὑπουργοὺς
921τοὺς ἀντιπροσωποῦντας τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, τοὺς ἔχο-
922μεν πράκτορας καθ’ ὅλην τὴν διαδικασίαν τῆς διαθέσεως τῶν
923ἐκβολάδων. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὴν ἀδικίαν τὴν ὁποίαν προξε-
924νοῦμεν εἰς τοὺς ὑπουργοὺς καὶ τὴν ἠθικὴν προσβολήν· πρῶτον
925μὲν διότι δὲν θὰ ᾖναι αὐτοὶ πάντοτε· δεύτερον δὲ διότι δὲν
926ἐπιτρέπεται αὐτὸς ὁ ἐγωϊσμός· καὶ τρίτον διότι ἔχουν τὴν
927ὑποχρέωσιν ὡς πολῖται νὰ εἴπουν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἀκόμη
928ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἀποφασισμένου ἤδη πράγματος, «εἶσθε ἀξιέ-
929παινοι διότι θέλετε νὰ φέρετε μίαν πλειοτέραν ἐγγύησιν ἐπὶ
930τῶν μεγίστων συμφερόντων τῆς πατρίδος μας.»
931Ῥίψατε ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος τὸ ὁποῖον ψη-
932φίζομεν, διὰ νὰ διΐδητε ὅτι τὰ πάντα μένουσιν ἀόριστα·
933ἀλλ’ ὡς παρατηρεῖτε, σᾶς προτάττουν τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς
934κυβερνήσεως· καὶ ἐλησμόνησαν ὅτι ἐν αὐτῷ τῷ νόμῳ τὴν
935συνέτριψαν, διότι δὲν ἐνεπιστεύθησαν εἰς τοὺς ὑπουργοὺς ἀλλ’ εἰς
936ἐπιτροπὴν ὑπαλλήλων νὰ προαποφασίσῃ καὶ νὰ προαποφασίσῃ
937ὑποχρεωτικῶς δι’ αὐτοὺς, καὶ ἐκ τῆς ψήφου αὐτῶν νὰ ἐξαρτηθῇ
938τὸ πᾶν, χωρὶς κἂν νὰ ληφθῇ πρόνοια νὰ τεθῇ ἐλάχιστος ὅρος
939ἔλαττον τοῦ ὁποίου νὰ μὴ τοῖς ᾖναι ἐπιτετραμμένον νὰ κάμω-
940σι τὴν παραχώρησιν. Δὲν ἔχετε λοιπὸν οὔτε τὴν ἐγγύησιν τῆς
941κυβερνήσεως, διότι καὶ αὐτὴ, διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὑπεβλήθη εἰς
942τὴν κηδεμονίαν μιᾶς ἐπιτροπῆς ὑπαλλήλων. Βεβαίως ὅταν πρό-
943κηται περὶ τόσον μεγάλου συμφέροντος τὰ πρόσωπα ἐλλείπουν
944ἀπὸ τοῦ μέσου, ἐξαφαντοῦνται, καὶ αἱ βουλαὶ δὲν τὰ λαμβά-
945νουσιν ὑπ’ ὄψιν. Διὰ τοῦτο ἔχομεν δίκαιον καὶ περὶ τῶν κυβερ-
946νήσεων νὰ κάμωμεν λόγον καὶ περὶ τῶν ἐπιτροπῶν, χωρὶς νὰ
947λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ πρόσωπα.
948Ῥίψατε βλέμμα ἐξεταστικὸν εἰς τὸ νομοσχέδιον ἵνα ἔχετε
949πρόχειρον ἀπάντησιν πρὸς τοὺς ἀντιφρονοῦντας, ὅταν σᾶς ἐρω-
950τήσουν οἱ ἐντολεῖς σας «μὲ ποίας ἐγγυήσεις περιεβάλατε αὐτὸν
951τὸν νόμον;» Τί ὅμως θὰ ἀπαντήσητε; ἐγὼ δὲν βλέπω καμ-
952μίαν ἐγγύησιν.
953Λοιπὸν ἡ πρότασις ἡ προταθεῖσα δὲν παραβιάζει τὸ Σύνταγ-
954μα· ἡ ἐναντία τὸ παραβιάζει. Δεύτερον, κατὰ τὸ νομοσχέδιον
955ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τίθεται ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν ἐπιτροπῆς
956ὑπαλλήλων. Τρίτον, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως, οὐδενὸς περιορι-
957σμοῦ, καὶ εἰς τὴν αὐθαίρετον θέλησιν μιᾶς ἐπιτροπῆς ὑπαλλήλων
958ἀφίνομεν τὴν διάθεσιν ἑνὸς μεγάλου πλούτου· τέταρτον,
959οὐδεμία σύγκρισις δύναται νὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ αὐτῆς τῆς περι-
960ουσίας καὶ ἐκείνης ἣν κατ’ ἔτος διαθέτομεν διὰ δημοπρασίας·
961προσέτι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ὁμοιότης, διότι δὲν συνοδεύουσι
962τὰς δύο ταύτας ὑποθέσεις, τὰ δύο ταῦτα ἀντικείμενα, αἱ ἴδιαι
963περιστάσεις καὶ αἱ αὐταὶ ἐγγυήσεις.
964Διὰ τοῦτο φρονῶ, κύριοι, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν πρόκειται περὶ πα-
965ρωνυχίδος, εἶναι ἄξιον τῆς βουλῆς νὰ εἴπῃ «δὲν κάμνω τὴν
966παραχώρησιν τὴν ὁποίαν συνήθως κάμνω εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν
967ἐξουσίαν, ἀλλὰ φέρω περιορισμόν, διότι δὲν ἐννοῶ νὰ μὴν ἐξέλ-
968θῃ ἀπὸ τὴν ἄμεσον ψῆφόν μου ἡ διάθεσις 220 ἑκατομμυρίων πε-
969ριουσίας τοῦ ἔθνους.
970§109ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τέλος πάντων, κύριοι, τὸ ἴδιον ἐπα-
971νέρχεται ζήτημα· θέλουν ν’ ἀκυρώσητε, ὅ,τι ἐψηφίσατε· αὐτὸς
972εἶναι ὁ σκοπός των καὶ τοῦτο θέλει εἶσθαι τὸ ἀποτέλεσμα.
973Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν μᾶς βασανίζουν, θέλουν ν’ ἀποδείξουν, ὅτι
974αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον καθιεροῖ, δὲν εἶναι
975ἀσφαλεῖς, καὶ ἐζήτησαν διὰ τοῦτο τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχε-
976δίου, χάριν τούτου ἡ πολυήμερος συζήτησις· ἐξετάσατε τὰς
977σκέψεις καὶ συλλογισμοὺς των περὶ τούτου καὶ εἴπατε, ὅτι εἶναι
978ἀνάξιοι νὰ ληφθῶσιν ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν καὶ δεχθῆτε ὅ,τι ἐδέχ-
979θητε. Ὅλα ὅσα σᾶς λέγουν σᾶς τὰ εἶπον ἀπὸ προχθές. Σᾶς ἐξη-
980γήσαμεν τὴν σημασίαν τῶν ἐγγυήσεων τοῦ νομοσχεδίου· σᾶς
981ἀπεδείξαμεν ὅτι ἀσφαλίζεται ἡ δημοσία περιουσία· ἐπείσθητε,
982ἀπεῤῥίψατε τὰς ἐνστάσεις, τὰ ἴδια σᾶς ἐπαναλαμβάνουν κατ’ ἄλ-
983λον τρόπον τώρα· ζητοῦσιν τὸ νομοσχέδιον νὰ μεταβληθῇ εἰς προ-
984παρασκευαστικὸν ἁπλῶς· δὲν εἶναι τὰ αὐτὰ τὰ ὁποῖα μέχρι χθὲς
985σᾶς ἔλεγον; καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ἀπεφασίσατε ἤδη; ἂν
986παραδεχθῆτε τὴν γνώμην των σήμερον ἐπανέρχεσθε εἰς τὰ
987προαποφασισθέντα. Ἔπρεπε νὰ ἔχουν περισσότερον σέβας πρὸς
988ὑμᾶς, νὰ σέβωνται τὰς ἀποφάσεις σας καὶ νὰ μὴ προσπαθῶσι
989νὰ σᾶς πλανήσωσι, ὥστε ν’ ἀρνηθῆτε οἱ ἴδιοι ἑαυτούς! Κύριοι,
990ἀντιτάσσομαι εἰς τὴν πρότασιν, διότι αὐτὴ ἡ ἰδέα εἶναι γελοία,
991τὸ λέγω μετὰ πεποιθήσεως. Πρόκειται ν’ ἀποφασίσητε ἐπὶ τῶν
992πρακτικῶν τοῦ πλειστηριασμοῦ ὡς νομοθετικὴ ἐξουσία ἢ ὡς
993ἐκτετελεστικὴ; ἂν πρόκειται ν’ ἀποφασίσητε ὡς ἐκτελεστικὴ,
994ἀπωλέσατε τὴν ἰδιότητά σας, δὲν εἶσθε βουλευταί, εἶσθε
995ὑπάλληλοι ἄλλης ἐξουσίας, ἐὰν πρόκειται ν’ ἀποφασίσητε ὡς
996νομοθετικὴ ἐξουσία· ὅλη ἡ ἐργασία ἡ μέχρι τοῦδε εἶναι ματαία,
997διότι θὰ κάμετε νέον νόμον, ὅστις δύναται νὰ μεταβάλῃ καὶ
998καταστρέψῃ ὅ,τι ἐγένετο μέχρι τοῦδε, ὁ παρὼν νόμος δὲν ἔχει
999ἀξίαν οὐδεμίαν, διότι δύναται νὰ μεταβληθῇ καὶ νὰ γείνῃ ἡ
1000πρᾶξις τῆς κατακυρώσεως, νόμος ὅλως νέος· λοιπὸν παραδεχό-
1001μενοι τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν σᾶς προτείνουν θέλουν νὰ ἀποκα-
1002ταστηθῆτε γελοῖοι, θέλουν ὑποβιβασθῆτε προσέτι εἰς τὴν θέσιν
1003τῶν ὑπαλλήλων, θέλουν νὰ κηρύξητε ὅτι, ὅ,τι ἀπεφασίσατε,
1004δὲν εἶχε σπουδαιότητα· ποῖος θὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν δημοπρα-
1005σίαν ὅταν γνωρίζῃ, ὅτι τὰ τῆς δημοπρασίας δὲν ἔχουσι βασι-
1006μότητα; Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ τὰ ἀνατρέψῃ, διότι νέον θὰ
1007ψηφίσῃ νόμον, ἀλλὰ τοῦτο, κύριοι, δὲν ἀνατρέπει ὅλον τὸ σύ-
1008στημα τῶν ἐργασιῶν μας;
1009Κύριοι, βεβαίως οὐδεὶς δύναται ἄνευ τῆς ἀποφάσεως καὶ ἐγ-
1010κρίσεώς σας νὰ διαθέσῃ τίποτε, ἀλλὰ τότε ἐπιφυλάττετε ὁλόκλη-
1011ρον τὴν ἐξουσίαν εἰς ἑαυτοὺς, δύνασθε νὰ εἴπητε, καὶ κανεὶς
1012δὲν δύναται ν’ ἀντιταχθῇ, δὲν θέλομεν νόμον, δὲν κανονίζομεν
1013σύστημα· ἂς κάμῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ὅ,τι θέλῃ, προπαρα-
1014σκευαστικῶς, ὅταν ὅμως ἔλθῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν, ἐπειδὴ θὰ κα-
1015νονίσῃ τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, θὰ διαθέσῃ περι-
1016ουσίαν τοῦ δημοσίου, τὰς συμφωνίας της θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν
1017ἔγκρισίν μας, καὶ αὐτὸ εἶναι ὀρθὸν, ὁ νόμος τότε εἶναι ὅλως περιτ-
1018τὸς, καὶ βεβαίως αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν οὐδεὶς τὴν ἀρνεῖται, ἔχει τὸ
1019δικαίωμα ἡ Βουλὴ καὶ δύναται νὰ τὸ κάμῃ, τὸ πράττετε κατὰ
1020πᾶσαν ἡμέραν, καὶ θέλετε μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀποφασίσει οὕτω
1021ἐπὶ τῆς συμβάσεως μετὰ τοῦ Πιὰτ, ἀλλ’ ἂν ἡ Βουλὴ, κύριοι,
1022κανονίζῃ ἄμεσον ἐκκαμίνευσιν ἢ συναγωνισμὸν, θέτει ἐλαχίστους
1023ὅρους, προθεσμίας καὶ ὅρους κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἐκτελεστικὴ
1024ἐξουσία θέλει ἐνεργήσει, συντάττει τὸν νόμον καὶ τοῦτον τότε
1025ἐκτελέσει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία.
1026Δύω συστήματα, κύριοι, ὑπάρχουν λογικὰ καὶ ἀληθῆ, ἢ νὰ μὴ
1027κάμητε ποσῶς νόμον, καὶ τότε θὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα πᾶσα σύμβασις
1028νὰ τὴν ἐγκρίνητε, ἢ θὰ κάμητε νόμον, καὶ τότε θὰ ἐκτελεσθῇ
1029οὗτος ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν.
1030Ποῦ ἠκούσθη νὰ κάμητε νόμον κανονίζοντα τὰ δικαιώματα
1031καὶ τὰς ὑποχρεώσεις καὶ ἔπειτα αὐτὸν τὸν νόμον νὰ τὸν ἐκτε-
1032λέσητε ὑμεῖς δι’ ἑτέρου νόμου; αὐτὸ οὔτε εἰς τὴν Ἀβυσσυνίαν
1033δὲν ἠκούσθη, διότι καὶ ἐκεῖ τέλος πάντων τὴν ἀπόφασιν τῆς νο-
1034μοθετικῆς ἐξουσίας, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ νομοθετικὴ ἐξου-
1035σία, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐκτελεῖ.
1036Τὸ ζήτημα τοῦ ποσοῦ, μικροῦ ἢ μεγάλου, περὶ οὗ ἡ ἀπόφα-
1037σις δὲν μεταβάλλει τὸν κανόνα. Ὁ κανὼν μένει ὁ αὐτὸς καὶ δὲν
1038εἶναι, κύριοι, ὀλίγα τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα, ἐκτελοῦσα τοὺς νόμους
1039ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία, διαθέτει· διαθέτει τὰς ἐθνικὰς
1040προσόδους, τὰ ἐθνικὰ κτήματα, τὰς ἐθνικὰς γαίας τὰς ὁποίας
1041ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐπεφορτίσθη νὰ διαθέσῃ δυνάμει νόμων,
1042καὶ ἡ περιουσία αὕτη εἶναι μεγάλη. Τὸ αὐτὸ πρόκειται νὰ γεί-
1043νῃ καὶ ἐνταῦθα, οἱ ἐναντίοι σᾶς λέγουν ν’ ἀνατρέψητε ὅ,τι ἕως
1044τώρα παρεδέχθητε καὶ ἀπεφασίσατε. Καὶ τὸ σύστημα τοῦ πο-
1045λέμου κατὰ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τὸ ἴδιον· ἀπὸ προχθὲς πο-
1046λεμοῦντες τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, καταδικάζουν τὰς λε-
1047πτομερείας καὶ θέλουν ὡς ἐκ τούτου νὰ ἀποῤῥίψωσι τὴν ἀρχήν
1048ἀλλ’ ἂν αἱ λεπτομέρειαι ᾖναι κακαὶ, προτείνατε, τί ἔχετε σεῖς
1049νὰ προτείνετε καλλίτερον, ἀλλὰ μὴ ζητῆτε τὴν ἀπόῤῥιψιν
1050τῆς ἀρχῆς μὲ κενὰς φράσεις ἀκόμη δὲν ἤλθομεν εἰς τὸ μέρος
1051τὸ κανονίζον τὴν συγκρότησιν τοῦ μεταλλευτικοῦ συμβουλίου,
1052καὶ μολαταῦτα τὸ ἐπιχείρημα διὰ τοῦ ὁποίου ἠθέλησαν ν’ ἀποῤ-
1053ῥίψουν τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἡ κακὴ αὐτοῦ συγκρότησις. Δὲν
1054εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡμεῖς συνετρίψαμεν τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς
1055ἐξουσίας διὰ τοῦ συμβουλίου αὐτοῦ, διότι ἂν τῳόντι ἡ ἀξιο-
1056πρέπεια τῆς ἐξουσίας συνετρίβη διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ, συ-
1057νετρίβη ἀπὸ τὰ 1861, ὅτε κατὰ πρῶτον εἰσήχθη εἰς τὸν νόμον
1058τῶν μεταλλείων, οὐδεὶς ὅμως εἶπεν ὅτι προσβάλλεται ἡ τιμὴ
1059καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς κυβερνήσεως δι’ αὐτοῦ· οὐδεὶς παρεπονέθη·
1060ἡ πρόκλησις τῶν φώτων καὶ τῆς συνδρομῆς ἀνδρῶν σοβαρῶν
1061εἰς μίαν τόσον σπουδαίαν ἀπόφασιν δὲν εἶναι κακὴ οὔτε ἐπιβλα-
1062βὴς, οὔτε προσβάλλει τὴν ἀξιοπρέπειαν οὐδεμιᾶς ἐξουσίας· καὶ μὴ
1063νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τὸ
1064ὁποῖον ἡ ἀπόφασίς σας θὰ ἔχῃ ὡς πρὸς τὴν ἐν γένει ὑπόληψιν
1065τῶν μελλόντων ν’ ἀποφασίσωσι, ὅτι ἀπέβλεψα εἰς τὴν ὕπαρ-
1066ξιν τοῦ ὑπουργείου· διόλου δὲν ἐθέσαμεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ-
1067το τὴν ὕπαρξίν μας, τὸ ζήτημα τοῦτο ἐθεωρήσαμεν ὅλως
1068οἰκονομικὸν, μεγάλου κοινοῦ συμφέροντος, καὶ διὰ τοῦτο εἴ-
1069πομεν καὶ ἐπαναλαμβάνομεν ὅτι θέλομεν δεχθῆ πᾶν ὅ,τι
1070ἡ Βουλὴ ἤθελε νομίσει ὡς ὀρθὸν, διότι πρόκειται, τὸ ἐπαναλαμ-
1071βάνω, περὶ μεγάλων συμφερόντων, οὐχὶ δὲ περὶ τῆς ὑπάρξεώς
1072μας· ἅμα τελειώσῃ ὁ νόμος, σᾶς προκαλοῦμεν νὰ θέσητε
1073ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἡμεῖς τὸ δεχόμεθα, ἵνα σᾶς δείξωμεν
1074ὅτι οὐδεμίαν προσκόλλησιν ἔχομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ εἰς
1075τὰ μεγάλα τῆς πατρίδος συμφέροντα, δὲν θέλομεν δὲ εἰς πολι-
1076τικὰς καὶ φιλοσοφικὰς συζητήσεις νὰ θυσιάσωμεν τῆς πατρίδος
1077τὰ συμφέροντα.
1078Κύριοι, τὸ μεγαλείτερον κακὸν εἰς ἕνα τόπον εἶναι κατ’ ἐμὲ
1079ἡ σύγχυσις, ὁ σφετερισμὸς τῶν ἐξουσιῶν· τὴν σύγχυσιν αὐτὴν
1080καὶ τὴν ταραχὴν αὐτὴν, τὴν παραβίασιν τῶν καθεστώτων, δὲν
1081ἀναπληροῦν αἱ ὑλικαὶ τυχὸν ζημίαι ἢ ὠφέλειαι. Ἂν αἱ κοινωνίαι
1082πάσχουν ποῦ, ἂν δυστυχοῦν, τοῦτο προέρχεται οὐχὶ διότι
1083ὑπέστησαν ὑλικὰς ζημίας ἢ ὠφελείας, ἀλλὰ διότι συνέχεσαν
1084τὰς ἐξουσίας· ἡ ἀποῤῥόφησις ἔφερε τὴν ἀταξίαν, τὴν παραλυ-
1085σίαν καὶ τὸ αὐθαίρετον ὤθησε τοὺς λαοὺς εἰς τὴν καταστροφήν.
1086Προτιμῶμεν ἡμεῖς λοιπὸν, αἱ ἐξουσίαι νὰ μένουν ἐντὸς τοῦ
1087κύκλου, τὸν ὁποῖον ὥρισεν εἰς αὐτὰς τὸ Σύνταγμα, διότι
1088ἡ παραμικρὰ παραβίασις ἢ ἐπέμβασις μιᾶς ἐξουσίας εἰς τὰ
1089καθήκοντα τῆς ἄλλης καὶ τὴν δικαιοδοσίαν, ὅταν ἦναι μάλιστα
1090αὐθαίρετος, θέλει ἔχει τὰς πλέον ὀλεθρίας συνεπείας. Νομίζετε
1091ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀδιάφορον καὶ πρέπει νὰ τὸ παρατρέξωμεν;
1092νομίζετε ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει, ὅτι οὐδὲν συμφέρον
1093ἀπόλλυται; Σᾶς ἐρωτῶ ὅταν εἷς νόμος καθιερῇ τὴν διά-
1094θεσιν τῶν ἐκβολάδων διὰ συναγωνισμοῦ καὶ ὁ συναγω-
1095νισμὸς αὐτὸς περιβάλλεται μ’ ἐγγυήσεις, ὥστε τὸ ἀποτέ-
1096λεσμα ἀσφαλίζεται, ποῖος ὁ κίνδυνος τῶν μεγάλων συμφερόν-
1097των τῆς πατρίδος, τὸν ὁποῖον ἐνταῦθα ἐπίτηδες μεγαλο-
1098ποιοῦν; Ἂν ἡ κοινωνία ἐξηχρειώθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε οὐδεμία
1099νὰ ὑπάρχῃ ἀσφάλεια, οἱ δὲ κίνδυνοι ὑπάρχουσιν ἐκ μέρους ὅλων
1100τῶν ἐξουσιῶν τῶν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει ἀ-
1101σφάλεια τότε ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ὅταν αἱ ἐξουσίαι περὶ ὧν πρόκει-
1102ται ἦναι προϊόντα τῆς ἐκλογῆς καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης σας; ἔχομεν
1103παραδείγματα ἀτόπων, σᾶς εἶπον, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν ἐπὶ τοῦ
1104σιδηροδρόμου, εἶναι ἀληθὲς τοῦτο; ἀλλὰ τίποτε δὲν ἔγεινεν ἄνευ
1105τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ποτέ. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν εἶναι συνυ-
1106πεύθυνος ἂν ἔλαβον χώραν ἄτοπα.
1107§110ΛΕΚΚΑΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. ὑπουργὸς εἰς ὅ,τι λέγει περὶ τοῦ
1108σιδηροδρόμου.
1109§111ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς λέγω ἀκόμη καὶ ἄλλο τι τὸ ὁποῖον
1110πρέπει νὰ γνωρίζητε· ἂν ὑπάρχῃ μία κυβέρνησις κακὴ καὶ θελή-
1111σῃ νὰ πράξῃ ἓν ἄτοπον, ἠξεύρετε ποῦ θὰ σπεύσῃ νὰ καταφύγῃ;
1112εἰς τὴν προστασίαν τῆς Βουλῆς.
1113§112ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἀληθές.
1114§113ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ εὐθύνη διὰ τοὺς ὑπουργοὺς καὶ τὴν
1115ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν εἶναι μεγάλη, ἐπισύρει καὶ ἠθικὰς καὶ ὑλι-
1116κὰς καταστροφάς· ἀλλ’ ἡ εὐθύνη διὰ τὴν Βουλὴν δὲν εἶναι τί-
1117ποτε· εὐθύνη μεταξὺ 200 ἀνθρώπων δὲν εἶναι σπουδαία· νομικὴ
1118πρὸ πάντων εὐθύνη δὲν ὑπάρχει. Ποῖος εἶναι ὑπεύθυνος διὰ μίαν
1119ἀπόφασίν μας; Καλὸ κακὸ τὸ ἀπεφασίσαμεν ὅλοι. Δὲν ἀμφισβη-
1120τῶ οὔτε τὸν πατριωτισμόν σας οὔτε τὴν ἀφοσίωσίν σας πρὸς τὸ
1121συμφέρον τῆς πατρίδος, ἄπαγε, οὔτε τὴν εἰλικρινῆ ἐνέργειάν σας.
1122Ἀλλὰ, κύριοι, εὐθύνη μεταξὺ 200 ἀνθρώπων δὲν ὑπάρχει, καὶ
1123ἂν ζητήσητε νὰ ἐνεργήσητε ὡς ὑπεύθυνοι παραβιάζετε τοὺς σπου-
1124δαιοτέρους κανόνας περὶ εὐθύνης, πράττετε πρᾶξιν ἐπικίνδυνον, ἡ
1125ὁποία μεγάλως δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ καὶ νὰ βλάψῃ τὰ δημόσια
1126συμφέροντα. Ὅταν ἀποφασίσητε, κύριοι, καὶ ἀπεφασίσατε ἤδη,
1127νὰ κάμητε νόμον περὶ διαθέσεως τῶν σκωριῶν, καὶ ἀπεφασίσατε, ὅτι
1128οὐδενὸς λόγου ἄξιον κρίνετε τὰ ἐπιχειρήματα τῶν πολεμησάντων
1129αὐτὸν τὸν νόμον, ὅταν ἀπεφασίσατε νὰ κάμητε αὐτὸν τὸν νόμον,
1130συναπεφασίσατε συγχρόνως καὶ ποῖος πρέπει νὰ τὸν ἐκτελέσῃ.
1131Πρέπει δὲ καλῶς νὰ σκεφθῆτε, ἂν ἡ ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν ἐμπε-
1132ριέχει δὲν σᾶς φαίνεται πλήρης καὶ τελεία, νὰ προσθέσετε ὅσας
1133θέλετε ἄλλας· μὴ κάμετε ὅμως νόμον, τὸν ὁποῖον σεῖς νὰ θέλε-
1134τε νὰ ἐκτελέσητε πάλιν διὰ νόμου· διότι ὅ,τι ζητεῖτε νὰ πρά-
1135ξητε εἶναι νέος νόμος ἐκτελῶν, ὅστις ἐκ προτέρων ἀναιρεῖ τὸν
1136πρῶτον.
1137Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, ἂν δὲν ὑπῆρχε σκέψις ν’ ἀναιρεθῇ ὅ,τι
1138ἀπεφασίσατε, ἡ πρότασις αὕτη δὲν ἤθελεν ἔλθει, οὔτε ὐποστηρι-
1139χθῆ. Ἂν δὲ νομίζητε, ὅτι πρέπει ν’ ἀναιρέσητε ὅ,τι ἀπεφασίσατε,
1140εἶσθε κύριοι νὰ τὸ πράξητε.
1141§114ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔφερον τὴν πρότασιν πεισθεὶς εἰς
1142τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ ἰδίου ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶπεν, ὅτι
1143καὶ ἕως τότε θὰ εἶσθε κύριοι βέβαια παρόντες, διότι θὰ περάσῃ
1144καιρὸς καὶ θὰ ἔλθῃ ὁ νόμος ὑπ’ ὄψιν σας. Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ
1145τόσον μεγάλη ἀντινομία καὶ ἀντισυνταγματικότης;
1146Ἔπειτα, κ. βουλευταί, σᾶς ἐρωτῶ — μὲ μίαν ἐρώτησιν λύονται
1147ὅλα αὐτά — ἐὰν ἡμεῖς ἔλθωμεν τὸν Νοέμβριον ἐδῶ ἢ καὶ τὸν Δε-
1148κέμβριον, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ὅπου αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι τε-
1149τελεσμένα καὶ θελήσωμεν δι’ ἑνὸς ἄλλου νόμου νὰ τὰ τροπο-
1150ποιήσωμεν, ὡς δύναμις νομοθετικὴ τοῦ κράτους, νὰ νομοθετήσω-
1151μεν συμφερώτερον πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ κράτους, νομίζετε
1152ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ κάμωμεν; ἀλλ’ ὄχι, τὸ ἀπεδεί-
1153ξατε προπέρυσι διὰ τοῦ νόμου τῶν σκωριῶν καὶ πέρυσι διὰ τοῦ
1154νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσατε, ὥστε βλέπετε, ὅτι καὶ ἐὰν δὲν τὸ
1155εἴπαμεν εἰς τὸν νόμον, ἔχομεν τὸ δικαίωμα. Μὴ λέγετε λοιπὸν
1156ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικόν, αὐτὸ εἶναι παρεξήγησις· δὲν θέλετε
1157νὰ τὸ συμπεριλάβητε, μὴ τὸ συμπεριλάβητε ποτέ, σκεφθῆτε
1158ὅμως ὅτι καὶ ἐγώ, ὅστις τὸ ἐπρότεινα, ἔχω τὸν λόγον τὸν ἱστο-
1159ρικόν, βλέπω ὅτι πρόκειται νὰ μεταμεληθῶμεν μίαν ἡμέραν,
1160θέλω λοιπὸν νὰ ἔχω τὴν συνείδησίν μου καθαρὰν ὅτι τὸ προεῖ-
1161πον, καὶ δὲν τὸ παρεδέχθητε. Ὅ,τι κάμετε σεῖς σήμερον μία
1162ἄλλη Βουλὴ δύναται νὰ τὰ μετατρέψῃ αὔριον, καὶ νὰ τὰ διορ-
1163θώσῃ, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια.
1164§115ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ ἐπιχειρήματα, κύριοι, τοῦ ἀξιοτίμου
1165πρωθυπουργοῦ, ἐὰν δὲν ᾖναι ὅπως κατηγόρησε τὰ ἐδικά μου,
1166γελοῖα, εἶναι ὅμως σαθρὰ καὶ ἀστεῖα. Ὡμίλησεν ὑπὲρ τῆς σω-
1167τηρίας μας, καὶ περὶ οὐδενὸς ἄλλου. Εἶπεν, ὅτι θέλει νὰ μᾶς σώ-
1168σῃ ἀπὸ μίαν εὐθύνην πολὺ μεγάλην, τὴν ὁποίαν θ’ ἀναδεχθῶ-
1169μεν, ἐνῷ αὐτὸς προσφέρεται νέος Κόδρος ν’ ἀναδεχθῇ τὴν εὐθύ-
1170νην μόνος. Φρίττω, λέγει, εἰς τὸ ἄκουσμα ὅτι πρόκειται νὰ ἐπιῤ-
1171ῥιφθῇ ἐπὶ τοῦ Σώματος τῆς βουλῆς ἡ εὐθύνη τῆς διαθέσεως τῶν
1172ἐκβολάδων! συμμερίζομαι τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, λέγει, ἐπι-
1173βάλλων τὴν εὐθύνην ἐπ’ ἐμέ, διότι σεῖς δὲν ἔχετε καμμίαν εὐ-
1174θύνην, ἐγὼ μόνος εὐθύνομαι. Ἡ εὐθύνη ἡ ἐδική σας εἶναι ἀσθενής,
1175ἡ ἀληθὴς εὐθύνη ἀνήκει εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἡμεῖς ἔχομεν πραγ-
1176ματικὴν εὐθύνην καὶ διὰ τοῦτο ἐφ’ ἡμᾶς μόνον τὸ ἔθνος δύνα-
1177ται μὲ ἀναπτυγμένην συνείδησιν ν’ ἀποδώσῃ, εἰς σᾶς δὲ οὐδέπο-
1178τε, τὴν εὐθύνην τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων.
1179Ὡμίλησε λοιπὸν ὑπὲρ τῆς σωτηρίας μας καὶ συγχρόνως ὑπὲρ
1180τῆς φιλοτιμίας μας· καθότι ἡ φιλοτιμία σας, μᾶς εἶπε, τὸ ἀπαγο-
1181ρεύει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν μίαν τοιαύτην πρότασιν, καὶ ἂν δι’ αὐτῆς
1182πρόκειται νὰ κρίνετε, ἂν δύνασθε νὰ ὀχυρώσητε κάλλιον τὸ συμφέ-
1183ρον τοῦ τόπου· διότι ὅλοι θέλουν σᾶς εἰπεῖ, ὅτι εἶσθε μωροί, χθὲς
1184ἀποφασίσαντες κἄτι τι καὶ σήμερον καταστρέφοντες αὐτό. Ἠθέλησε
1185νὰ δώσῃ μίαν ἀπόδειξιν ἀμέσως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναπαυθῇ ἡ
1186Βουλὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἰπών, ἀπέχετε, διότι ἡ Κυβέρνησις
1187διὰ τῆς προτάσεως ταύτης προσβάλλεται· ἐνῷ ἔπρεπε νὰ εἴπῃ,
1188ἐξασφαλίσατε τὸ συμφέρον τοῦ τόπου καὶ ἐγὼ πᾶσαν θυσίαν τὴν
1189δέχομαι. Τουναντίον ἠθέλησε νὰ θέσῃ ποινήν, τὴν θυσίαν τῆς
1190φιλοτιμίας σας, καὶ μὴ ἐξετάζητε τὴν πρότασιν, εἶπεν, ἀρκεῖ
1191νὰ μάθητε ἀπὸ στόματός μου, ὅτι ἡ πρότασις ἡ σημερινὴ τείνει
1192νὰ ἀναιρέσῃ τὰ χθὲς ἀποφασισθέντα. Ἐπρότεινεν οὕτω πρᾶγμα
1193πολὺ τολμηρὸν ἐνώπιον ἑνὸς κοινοβουλίου καταστήσας ζήτημα
1194φιλοτιμίας τὸ νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὸ συμφέρον τοῦ τόπου τὸ
1195ὁποῖον ὡρκίσθητε νὰ φυλάξετε.
1196Ἐὰν τὸν χθεσινὸν νόμον δύνασθε νὰ καταργήσητε καὶ ἂν ἠ-
1197θέλατε ὁριστικῶς τὸν ψηφίσει, πῶς δὲν δύνασθε νὰ σκεφθῆτε
1198ὡριμώτερον ἢ χθὲς τὰ ὁριστικῶς μὴ ἀποφασισθέντα ὅταν πρό-
1199κηται περὶ ἑκατομμυρίων καὶ περὶ μεγάλων συμφερόντων; Ἐκ-
1200πλήττομαι ἀληθῶς διὰ τοιαύτην γλῶσσαν πρωθυπουργοῦ. Κατὰ
1201τὴν γνώμην μου, ὤφειλε μᾶλλον νὰ ἐξετάσῃ τί τὸ ὀρθὸν ἐν τῷ
1202ζητήματι, καὶ νὰ εἰσέλθῃ εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ. Τὰ
1203τοιαῦτα ὅμως μηχανοῤῥαφήματα δὲν τὰ θεωρῶ ἄξια αὐτοῦ· εἶναι
1204πλαγία σκέψις τείνουσα ν’ ἀποτρέψῃ τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὴν ἐκτέ-
1205λεσιν τοῦ καθήκοντός της, καὶ συνέπεια τοῦ πνεύματος τούτου
1206ὑπῆρξαν τὰ ἐπιχειρήματα εἰς τὰ ὁποῖα προσέφυγεν.
1207«Καὶ πῶς, λέγει; κηδεμονίαν ἡμεῖς ἐπιβάλλομεν εἰς τὴν κυ-
1208βέρνησιν διὰ τοῦ νομοσχεδίου μας, καὶ ἔρχεσθε νὰ μᾶς εἴπητε
1209ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐμπιστοσύνης τῆς βουλῆς πρὸς τὴν κυ-
1210βέρνησιν, περὶ κηδεμονίας μιᾶς ἐπιτροπῆς; ὄχι· οὐ μόνον ἐδυ-
1211νάμεθα ἀλλὰ καὶ ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἐπράξαμεν ἐν τῷ
1212νομοσχεδίῳ, νὰ ζητήσωμεν τῶν εἰδημόνων τὴν γνώμην.» Μοὶ
1213ἐφάνη περίεργος αὐτὸς ὁ ἰσχυρισμός· διότι οὔτε περὶ γνωμοδο-
1214τήσεως πρόκειται, οὔτε περὶ εἰδημόνων ἀνθρώπων πρόκειται.
1215Εἶναι καθαρὰ τυφλὴ κηδεμονία· πρόκειται περὶ γνωμοδοτήσεως
1216ἐν ἄρθρῳ 3 ἢ περὶ ἀποφάσεως τοῦ συμβουλίου; Τὸ συμβούλιον
1217ἀποφαίνεται περὶ τοῦ πλειστηριασμοῦ, ἀποφασίζει περὶ τοῦ
1218πλειστηριασμοῦ· τὸ συμβούλιον δὲν γνωμοδοτεῖ, ἀλλ’ ἀποφα-
1219σίζει, ἡ δὲ κυβέρνησις ὑπακούει. Ὁποία δὲ εἶναι ἡ εἰδικότης
1220τοῦ συμβουλίου; ὁποία δὲ εἶναι ἡ εἰδικότης τοῦ προεδρεύοντος
1221τὸν Ἄρειον Πάγον, τοῦ εἰσαγγελέως, τοῦ βασιλικοῦ ἐπιτρόπου
1222καὶ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων οὓς ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον; Δύ-
1223νανται νὰ ἔχουν καὶ φῶτα καὶ πεῖραν, ἀλλὰ τῶν φώτων καὶ
1224τῆς πείρας, τὰ ὁποῖα θέλουν οἱ κκ. ὑπουργοί, δὲν ἔχουν καμμίαν
1225εἰδικότητα· καὶ ἐὰν ἔχουν, δύνανται νὰ τὴν ἔχουν τὰ ἄτομα
1226τὰ ὁποῖα κατέχουν τὴν θέσιν καὶ ὄχι ἡ θέσις· ἡμεῖς δὲ περὶ τῆς
1227θέσεως ἀποφασίζομεν. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἄτομα εἰσὶν ἐφήμερα, διότι
1228ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τοὺς ὁποίους τὸ ἄρθρον διαλαμβάνει ὡς
1229συγκροτοῦντας τὴν ἐπιτροπὴν, εἷς καὶ μόνος εἶναι ἰσόβιος ἢ δύο.
1230Λοιπὸν, κύριοι, οὔτε περὶ γνωμοδοτήσεως πρόκειται οὔτε περὶ
1231φώτων εἰδικῶν, ἀλλὰ περὶ τυφλῆς κηδεμονίας, καὶ τὴν τυφλὴν
1232αὐτὴν κηδεμονίαν καταδέχονται νὰ τὴν ἀποδώσωσιν εἰς σωμα-
1233τεῖον ὑπαλλήλων μᾶλλον ἀλλ’ οὐχὶ εἰς τὴν βουλήν.
1234Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, τῇ ἀληθείᾳ ὁποῖαι ἄλλαι σκέψεις δύνανται
1235νὰ συνηγορήσωσιν ὑπὲρ τῆς ἀντιδράσεως ἡ ὁποία φέρεται ἐναν-
1236τίον τῆς προτάσεώς μας, διότι οἱ λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυ-
1237πουργοῦ δὲν ἔχουσι καμμίαν δύναμιν οὔτε ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω
1238τὸ ὑπ’ αὐτοῦ ῥηθέν, καί τοι οὐδόλως προκληθέντος, ὅτι μετὰ
1239τὸ ζήτημα τῶν ἐκβολάδων θέλει θέσει ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐν
1240τῇ Βουλῇ. Δὲν εἶναι καύχησις αὕτη ἀξία λόγου, τὴν ὁποίαν
1241νὰ λάβωμεν κἂν ὑπ’ ὄψιν, προερχομένη ἀπὸ κυβέρνησιν ἥτις
1242ὑποστηρίζεται ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τοῦ νομοθετικοῦ σώματος·
1243Αἱ κυβερνήσεις κρίνονται περὶ τῶν διαθέσεων, περὶ τῆς ἐπιθυμίας
1244εἴτε μετρίας εἴτε ἀκράτου αὐτῶν εἰς τὸ κατασχεῖν τὴν ἐξουσίαν,
1245εἰς ἄλλας περιστάσεις· ἡ πρόκλησις πρὸς τὴν μειοψηφίαν εἰς ζή-
1246τημα ἐμπιστοσύνης δὲν ἔχει τίποτε ὑψηλὸν, καὶ διὰ τοῦτο ὡς
1247εὐθεῖαν πρότασιν δὲν δύναμαι νὰ τὴν ἐννοήσω· ἐκτὸς ἐὰν ᾖναι
1248σαγήνη τις ἐνταῦθα ῥιφθεῖσα πρὸς ἄλλους σκοποὺς, ἀλλὰ καὶ
1249ἄλλους ἀφορῶσα.
1250Ἐπειδὴ δὲ δὲν βλέπω κανὲν ἰσχυρὸν ὅπλον φερόμενον πρὸς
1251ὑπεράσπισιν τῆς ἐναντίας ἰδέας, παρακαλῶ θερμῶς τὴν Βουλὴν,
1252πρὶν ἀποφασίσῃ, νὰ σκεφθῇ ὡρίμως τὴν ἐγγύησιν τὴν ὁποίαν
1253πρόκειται νὰ δημιουργήσῃ καὶ τὸ χάος τὸ ὁποῖον θέλει ἀφήσει
1254ἐκ τῆς περιφρονήσεως τῆς ἐγγυήσεως ταύτης. Ψηφίζουσα ἂς
1255ἐνθυμηθῇ, ὅτι μετὰ τὸν πλειστηριασμὸν τοῦ ὁποίου τὴν θερμό-
1256τητα δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ προσδιορίσῃ, τοῦ ὁποίου τὰς πε-
1257ριστάσεις δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἐννοήσῃ,
1258ἂς ἐνθυμηθῇ, λέγω, ἐὰν ὁ πλειστηριασμὸς ἀρκῇ καὶ μόνος, ὑπο-
1259κείμενος εἰς τὴν ἀνάκρισιν καὶ ψῆφον ἑνὸς συμβουλίου ὑπαλλή-
1260λων, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑπὸ τυφλὴν ὑπακοὴν καὶ αὐτὴν τὴν κυβέρ-
1261νησιν, καὶ, ἂν μὲ τοιαύτας ἐγγυήσεις, δηλαδὴ μὲ τοιαύτην
1262παντελῆ ἔλλειψιν ἐγγυήσεων, μᾶς ᾖναι ἐπιτετραμμένον τόσῳ
1263σπουδαίαν περιουσίαν τοῦ Κράτους ν’ ἀπαλλοτριώσωμεν διὰ
1264χειρὸς ἄλλων!
1265Ἐνθυμήθην ἤδη ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλη τις ἀντίῤῥησις περὶ τοῦ
1266τρόπου. Τί θὰ γίνετε σεῖς σᾶς; εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς πῶς
1267θὰ ἐγκρίνετε τὴν δημοπρασίαν; ἡμεῖς ἐνομίζομεν, εἶπεν, ὅτι
1268τελειώσαντες χθὲς ἀργὰ, διὰ μιᾶς ἢ δύο ψηφοφοριῶν, ἐτελειώ-
1269σαμεν πλέον ὁριστικῶς καὶ ἀπεκτήσαμεν τινὰ δικαιώματα ἀνα-
1270φαίρετα! ὅτι ἐγλυτώσαμεν καὶ δὲν ὑπαγόμεθα πλέον εἰς τὴν
1271ἐξουσίαν καὶ τὴν ψῆφόν σας! καὶ εἴχομεν τὴν ἐλπίδα ὅτι ἠθέ-
1272λομεν διαχειρισθῆ διὰ τῆς ἐξουσίας μας τὸ πρᾶγμα! Ἐὰν ἠθέ-
1273λετε ψηφίσει χθὲς, ὅτι διὰ συμβάσεως γίνεται ἡ παροχὴ, τὸ
1274ἐννοοῦμεν· ἀλλ’ ἐσώθημεν χθὲς ἀπὸ αὐτὴν τὴν πρότασιν. Ἐὰν
1275ἐπρόκειτο περὶ συμβάσεως ἐννοοῦμεν, ὅτι ἡ πρότασις ἡ προτει-
1276νομένη σήμερον δὲν ἦτο παραβίασις τοῦ συντάγματος, δὲν ἦτο
1277ἐξευτελισμὸς τῆς Βουλῆς, δὲν ἦτο ἐπέμβασις αὐτῆς εἰς ἀλλό-
1278τρια καθήκοντα. Ἀλλ’ ὅπως ἀπεφασίσθη τὸ ἄρθρον, ὅλα τὰ ἀτο-
1279πήματα ταῦτα ὑπάρχουσι καὶ τὸ πρῶτον εἶναι ὅτι κανεὶς δὲν
1280θὰ προσέλθῃ εἰς τὴν δημοπρασίαν, ὅταν ἠξεύρῃ ὅτι ἡ πλειο-
1281δοσία δὲν κατακυρόνει εἰς αὐτὸν τὸ πρᾶγμα. Ἀλλ’ ἐρωτῶ. Καὶ τὸ
1282γνωρίζει κατὰ τὸ νομοσχέδιόν σας, κύριε πρωθυπουργὲ, ὅταν
1283θὰ προσέλθῃ εἰς Λαύριον τρεῖς καὶ τέσσαρες μῆνας πρὶν τοῦ
1284πλειστηριασμοῦ νὰ ἐξοδεύσῃ πέντε, δέκα εἴκοσι χιλιάδας δραχ-
1285μὰς διὰ νὰ κάμῃ τὰς σπουδὰς ἐπὶ τόπου; καὶ κατὰ τὴν ἡμέ-
1286ραν τὴν ἰδίαν καθ’ ἣν θὰ προσφέρῃ ἐν τῷ πλειστηριασμῷ γνω-
1287ρίζει ἐὰν εἰς αὐτὸν θὰ κατακυρωθῇ ἐὰν ὑπερθεματίσῃ; Γνωρίζει
1288ἓν πρᾶγμα· ὅτι μία ἐπιτροπὴ ἐξ ἑπτὰ, ὀκτὼ ἀνθρώπων θ’ ἀπο-
1289φασίσῃ περὶ τούτου. Ἰδοὺ ἡ διαφορὰ, ἡ μόνη ἀληθὴς μεταξὺ
1290ἐκείνου τοῦ συμβουλίου, δηλαδὴ τοῦ νομοσχεδίου σας, καὶ τῆς
1291βουλῆς, δηλαδὴ τῆς προτάσεώς μας. Ὅλα τ’ ἄλλα εἶναι πλημ-
1292μελῆ, δὲν ἀξίζουν τὸν λόγον δι’ ὃν ἀποκρούετε τὴν πρότασιν·
1293εἶναι πεποίθησίς σας· θέλετε νὰ ὑπερασπισθῆτε, ἀλλ’ ὑπὲρ τὸ
1294μέτρον, τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ὄχι τὰ δικαιώματα ἀλλὰ τὰ
1295αὐθαίρετα δικαιώματα.
1296§116ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ (ὑπουργὸς Ἐκκλησιαστ. καὶ Παιδείας).
1297Θέλετε νὰ ὑπερασπισθῆτε ὑπὲρ τὸ μέτρον τὰ δικαιώματα τῆς
1298ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἶπεν, ὁ προαγορεύσας, κατερχόμενος
1299τοῦ βήματος τούτου. Ὄχι, κύριε βουλευτὰ Μεσολογγίου, δὲν
1300θέλομεν νὰ ὑπερασπισθῶμεν τὰ δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς
1301ἐξουσίας, παρὰ ὡς σᾶς εἴπομεν καὶ εἰς μίαν ἄλλην ἐποχὴν,
1302θέλομεν τὰ δικαιώματα ἑκάστης ἐξουσίας ἐντὸς τῆς τροχιᾶς
1303ἐκείνης, τὴν ὁποίαν διαγράφουν οἱ νόμοι τῆς πολιτείας· δὲν θέ-
1304λομεν νὰ σφετερισθῶμεν τὰ δικαιώματα τῆς νομοθετικῆς ἐ-
1305ξουσίας, δὲν θέλομεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ σφετερισθῇ τὰ
1306δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς, διότι καὶ εἰς τὴν μίαν περί-
1307στασιν καὶ εἰς τὴν ἄλλην σᾶς εἴπομεν, καὶ σᾶς ἐπαναλέγομεν,
1308ὅτι ἐπέρχεται ἡ σύγχυσις καὶ αὐτὸ θέλομεν νὰ ἀποφύγωμεν.
1309Ἐπροσπάθησεν ὅμως ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου νὰ θω-
1310πεύσῃ τὴν Βουλὴν καὶ τὰ δικαιώματα αὐτῆς, δὲν ἐννόησεν
1311ὅμως ὅτι ὁ ὑπερασπιζόμενος τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς προ-
1312σβάλλει αὐτὴν τὴν ἰδίαν Βουλὴν. Τρεῖς ἐξουσίας, κύριοι, ἔχομεν
1313ἐν παντὶ συνταγματικῷ κράτει, τὴν νομοτελεστικὴν, τὴν νομο-
1314θετικὴν καὶ τὴν δικαστικήν· σεῖς εἶσθε οἱ προωρισμένοι νὰ νο-
1315μοθετῆτε, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ἐφαρμόζῃ, σεῖς ἔχετε τὴν
1316ἐπιτήρησιν, ἐπίσης ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ
1317ἐφαρμόζῃ τὸν νόμον. Ὑποθέσατε ὅτι σήμερον θέλετε κάμει ἕνα
1318νόμον, καὶ εἰς τὸ τέλος, ἀφοῦ θέλετε ἀναγράφει πλείστας ὅσας
1319ποινὰς, νὰ θέσητε καὶ ἓν ἀκροτελεύτιον ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου
1320νὰ λέγετε, ὅτι ἔχει μὲν ἀληθῶς τὸ δικαίωμα νὰ ἐφαρμόσῃ
1321τὸν νόμον, ἀλλὰ ὑπὸ τὴν ἐπίκρισιν τῆς Βουλῆς· τί ἠθέλετε εἰπεῖ;
1322ἀλλὰ, κύριοι, τί σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου;
1323σᾶς εἶπεν ὅτι διὰ μίαν τοσαύτην περιουσίαν, δι’ ἕνα τόσον με-
1324γάλον πλοῦτον θέλετε νὰ ἀποξενωθῆτε; ὄχι, ποσῶς ἡ Βουλὴ,
1325ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν εἶναι ἀποξενωμένη καὶ κατὰ τὸ νο-
1326μοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τὸ ὑπουργεῖον ὑπέβαλεν ἐνώπιον τῆς
1327Βουλῆς καὶ ἐννοούσαμεν καὶ ἐννοοῦμεν ὅτι πάντοτε πᾶν ὑπουρ-
1328γεῖον δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἀπόῤῥοια τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ τῆς θε-
1329λήσεως τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς, καὶ τὸ ὑπουργεῖον δὲν
1330ἀντιπροσωπεύει, καὶ δὲν διερμηνεύει, εἰμὴ τὰ αἰσθήματα καὶ
1331τὰς σκέψεις καὶ τὴν θέλησιν τῶν ἐντολοδοτῶν του. Ἐν αὐτῷ
1332τῷ ὑπουργείῳ λοιπὸν ὑπάρχει ἡ ἐμπιστοσύνη καὶ ἡ θέλησις καὶ
1333τὸ πνεῦμα αὐτὸ τῆς Βουλῆς· ἐκτὸς τούτου, ἐν τῷ μέσῳ τοῦ
1334συμβουλίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ δυνάμει
1335ἑνὸς νόμου, τὸν ὁποῖον σεῖς ἀποφασίζετε, σεῖς συντάττετε, σεῖς
1336κατασκευάζετε, ἀκόμη κάθηται, κύριοι, καὶ ὁ πρόεδρος τῆς Βου-
1337λῆς, ὅστις ἐπίσης ἀντιπροσωπεύει πληρέστατα τὴν ἐμπιστοσύνην
1338αὐτῆς, διότι ἀντιπροσωπεύει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειοψη-
1339φίας αὐτῆς. Πῶς βλέπετε λοιπὸν ἀποδιωκομένην τὴν νομοθετι-
1340κὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τὸ συμβούλιον αὐτό; ἐκτὸς πλέον ἐὰν ἐν-
1341νοῇ ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὅτι τὰ ὑπουργεῖα δὲν
1342πρέπει νὰ ἀποῤῥέουν καὶ ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Ὅταν
1343κύριοι, κατασκευάζετε ἕνα νόμον, καὶ δὲν δύνασθε νὰ τὸν κατα-
1344σκευάσητε εἰμὴ ὅταν πρόκηται περὶ διαθέσεως πραγμάτων ὁμοίων,
1345τῆς αὐτῆς φύσεως, τὸ ζήτημα τοῦτο πάντοτε λύεται διὰ νό-
1346μου, καὶ ὄχι διὰ συμβάσεων. Αἱ συμβάσεις, εἰξεύρετε πότε πα-
1347ρουσιάζονται; εἰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἐκ τῶν προτέρων ἓν νομοθέ-
1348τημα δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ κανονίσῃ τὸ συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον θὰ
1349συσταθῇ μεταξὺ τῆς πολιτείας καὶ ἑνὸς οἱουδήποτε ἐργολάβου, καὶ
1350ἐξηγοῦμαι π.χ. παρουσιάζεται ὁ ά καὶ λέγει, ὅτι ἐγὼ θέλω νὰ
1351λάβω τὸ προνόμιον, νὰ κατασκευάσω ἕνα σιδηρόδρομον ἀπὸ ἐδῶ
1352μέχρι Λαμίας, ζητῶ λοιπὸν ἀπὸ τὸ δημόσιον νὰ μοὶ παραχω-
1353ρήσῃ τὰ α, β, γ, δ, κλπ. πλεονεκτήματα, ἀναλαμβάνω δὲ τὰς
1354ε, ζ, η, θ, ὑποχρεώσεις. Ἔρχεται ἄλλος ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἀνα-
1355λάβῃ νὰ κάμῃ νέον σιδηρόδρομον, ὄχι πλέον μέχρι Λαμίας,
1356ἀλλὰ μέχρι Μεσολογγίου, καὶ ἐκεῖνος ζητεῖ πλειότερα προνό-
1357μια· δὲν δύναται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἡ πολιτεία, νὰ εἴπῃ ὅτι,
1358κάμνω ἕνα νόμον διὰ τοῦ ὁποίου λέγω, ὅτι εἰς πάντα ὅστις θέλει νὰ
1359κάμῃ σιδηροδρόμους ἐν τῇ Ἑλλάδι θὰ τῷ δώσω αὐτὰ καὶ αὐτὰ
1360τὰ προνόμια, διατί; διότι ἐξαρτᾶται πολὺ ἀπὸ τὸ ἔδαφος, ἀπὸ
1361τὴν ἀκρίβειαν ἢ εὐθηνίαν τοῦ ὑλικοῦ, ἐκ τῆς ἐποχῆς καὶ τό-
1362σων ἄλλων περιστατικῶν, τὰ ὁποῖα λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν ἐκ
1363μέρους τῶν δύο συμβαλλομένων μερῶν, καὶ διὰ τοῦτο γίνεται
1364ἡ σύμβασις, καὶ ἡ ὁποία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ἓν συμ-
1365βόλαιον, τὸ ὁποῖον συγκροτεῖται μεταξὺ τῆς κυβερνήσεως καὶ
1366ἑνὸς ἄλλου, καὶ τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς
1367Βουλῆς, καὶ μεταβάλλεται εἰς νομοθέτημα.
1368Ἐδῶ πρόκειται περὶ συζητήσεως τοιαύτης, διὰ νὰ καταφύ-
1369γωμεν εἰς τὸ μέσον τῶν συμβάσεων, τὰς ὁποίας ἐπικαλεῖται ὁ
1370κ. Δεληγεώργης; ἐδῶ πρόκειται νὰ διαθέσωμεν ἐκβολάδας, πρό-
1371κειται νὰ διαθέσωμεν εἰς φανερὰν δημοπρασίαν διὰ πλειστη-
1372ριασμοῦ. Δύναται λοιπὸν ἕκαστος νὰ ἔλθῃ, ἐὰν πράγματι ὁ πλοῦ-
1373τος ἦναι μέγας, διότι ὅλα τὰ κεφάλαια θὰ τρέξουν νὰ ἔλθουν,
1374νὰ εὕρουν τοὺς τόκους, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκουν, εἰς τὸ Λαύριον.
1375Θὰ γίνῃ λοιπὸν δημοπρασία φανερά. Τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ θὰ ὑ-
1376ποβληθῇ εἰς ἓν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον συγκροτεῖται ἀπὸ τοι-
1377αῦτα πρόσωπα τὰ ὁποῖα παρέχουν ὅλας τὰς ἐγγυήσεις· καὶ θὰ
1378σᾶς ἀποδείξω, κύριοι, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἰς τὸ συμβού-
1379λιον αὐτὸ εὑρίσκω τόσας ἐγγυήσεις, ὅσας δὲν εὑρίσκω εἰς κανένα
1380ἄλλον νόμον τῆς πολιτείας. Διεθέσαμεν χθὲς, κύριοι, διὰ νομο-
1381σχεδίου ὅλην τὴν ἐθνικὴν γῆν, διαθέσαμεν τὰς ἐθνικοϊδιοκτήτους
1382φυτείας, πρὸ πέντε χρόνων δι’ ἑνὸς ἄλλου νόμου διεθέσαμεν
1383ὅλα τὰ φθαρτὰ κτήματα· καὶ μολαταῦτα ὅλαι αὗται αἱ δημο-
1384πρασίαι, αἱ ἐκτιμήσεις, δὲν γίνονται παρὰ ἀπὸ ἕνα ἔπαρχον καὶ
1385ὑποβάλωνται μόνον εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονο-
1386μικῶν. Καὶ ὅταν, κύριοι, εὑρίσκωμεν τὰς ἐγγυήσεις εἰς τοὺς ὑ-
1387παλλήλους αὐτοὺς καὶ εἰς τὴν μονομερῆ ἐνέργειαν καὶ ἀπόφα-
1388σιν ἑνὸς ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, δὲν εὑρίσκομεν πλέον εἰς
1389ἓν συμβούλιον, συγκροτούμενον ἀπὸ ὅλους τοὺς ὑπουργοὺς, ἀπὸ
1390τὸν πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀπὸ τὸν Βασιλικὸν
1391Ἐπίτροπον, ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀπὸ
1392τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν καὶ ἀπὸ τὸν πρόεδρον τῆς Βου-
1393λῆς; διότι σᾶς εἶπον, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον
1394καὶ ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ τὸ ἀ-
1395ποτέλεσμα τῆς πληρεστάτης ἐμπιστοσύνης τῆς τε νομοθετικῆς
1396ἐξουσίας καὶ τοῦ Βασιλέως εἰς ὅλα τὰ συνταγματικὰ κράτη.
1397Δὲν εἶναι, κύριοι, οὔτε ὀρθὸν, οὔτε σωστὸν, νὰ ἔρχωνται ἀπὸ
1398τοῦ βήματος αὐτοῦ μὲ ἀοριστολογίας καὶ παραδοξολογίας, νὰ
1399ἔρχωνται νὰ ἐπιῤῥίπτουν πλαγίως πως μομφὰς κατὰ τῶν ἀν-
1400τιδοξούντων. Καὶ δὲν ἔχει κανεὶς τὸ δικαίωμα νὰ ἔρχηται νὰ
1401κατηγορῇ πάντοτε ἀορίστως, καὶ νὰ φαίνεται, ὅτι ἐκεῖνος μόνον
1402εἶναι ὁ προστάτης τῶν συμφερόντων τῶν ἐθνικῶν, διότι δὲν
1403ὑπάρχει κανεὶς λόγος διὰ κανένα νὰ εἴπῃ, ὅτι εὑρίσκεται εἰς
1404ἐξαιρετικὴν περίστασιν, διὰ νὰ προβάλλῃ τὸν ἑαυτόν του, ὡς
1405προστάτην καὶ ὑπερασπιστὴν τῶν ἐθνικῶν δικαιωμάτων, τὰ
1406ὁποῖα βλέπει κινδυνεύοντα ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους, διότι ἐν-
1407τὸς τῆς Βουλῆς αὐτῆς παρακάθηνται ἄνδρες οἱ ὁποῖοι πάν-
1408τοτε ἠγωνίσθησαν καὶ ἐπολέμησαν καὶ ἐνήργησαν ὑπὲρ τῶν
1409δικαιωμάτων καὶ τῶν συμφερόντων τῆς πολιτείας, μὲ ὑπέρτε-
1410ρον ζῆλον ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καθ’ ἡμέραν παρουσιάζον-
1411ται ὡς προστάται δῆθεν τῶν συμφερόντων τῆς πολιτείας. Ἀλλὰ
1412κύριοι, ὑποθέσατε διὰ μίαν στιγμὴν, ὅτι ἡμεῖς παρεδέχθημεν
1413τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μιχαλοπούλου, καὶ ἠθελήσαμεν νὰ κρατή-
1414σωμεν εἰς ἑαυτοὺς, τοὐτέστιν εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ δικαίωμα τῆς
1415ἐγκρίσεως τῶν πλειστηριασμῶν· καὶ ὑποθέσατε συνάμα, Κύριοι,
1416ὅτι ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἐγένετο μία κακὴ ἔγκρισις, προσε-
1417βλήθησαν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου· ποῖον λόγον θὰ δώσῃ
1418ἡ βουλὴ, ἡ ὁποία προσέβαλλε τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου;
1419καὶ ποῖος θὰ καταδικάσῃ τὴν Βουλήν; θέλετε λοιπὸν, κύριοι,
1420νὰ ἔχητε ἓν σῶμα τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔχῃ καμμίαν εὐθύνην ἀπέ-
1421ναντι τοῦ νόμου, διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν δημοσίων πραγμά-
1422των τῆς πολιτείας; Ἐνῷ ἡ Βουλὴ, κύριοι, τόσον τὸ μεταλλευ-
1423τικὸν συμβούλιον καθὼς καὶ τοὺς ὑπουργοὺς καὶ ὅλους ἔχει τὸ
1424δικαίωμα, ὅταν ἴδῃ ὅτι παρεγνώρισαν, ἢ ὁπωσδήποτε κατεχρά-
1425σθησαν τὰ δημόσια συμφέροντα, νὰ τοὺς ἐνάξῃ εἰς τὰ δικαστή-
1426ρια νὰ ὑποστῶσι τὴν εὐθύνην τῆς καταχρήσεως καὶ τῆς πα-
1427ρανομίας, ἢ ὀλιγωρίας, τὴν ὁποίαν ἔδειξαν ἐπὶ τῶν μεγάλων
1428συμφερόντων τῆς πολιτείας.
1429Τελειόνω, κύριοι, μὲ πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν
1430εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ, καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ μίαν πρότασιν
1431ὅλως διόλου πρωτοφανῆ εἰς τὰ συνταγματικὰ χρονικὰ τοῦ κό-
1432σμου, καὶ ἐντελῶς ἀντισυνταγματικήν· διότι ἡ Βουλὴ κρατοῦσα
1433τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἐν ἑαυτῇ, ἔχει μεγίστην ἐξου-
1434σίαν ἐπὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ἐπὶ ὅλων τῶν ἐξουσιῶν,
1435ὅταν κάμῃ φρόνιμον καὶ συνετὴν χρῆσιν αὐτῆς.
1436§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐξέλθουν οἱ κύριοι βουλευταὶ ἀπὸ τὰ δω-
1437μάτια, διότι θὰ γίνῃ ψηφοφορία.
1438Ἡ πρότασις τοῦ κ. Μιχαλοπούλου ἔχει ὡς ἑξῆς· «Μετὰ προη-
1439γουμένην νομοθετικὴν ἔγκρισιν», ἡ ὁποία νὰ προστεθῇ ἐκεῖ, ὅπου
1440τὸ ἄρθρον λέγει «δὲν ἐπιτρέπεται δυνάμει πράξεως τῆς Κυβερ-
1441νήσεως». Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως;
1442§118ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
1443§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἔλθουν δύο ψηφολέκται. Οἱ θέλοντες τὴν προσ-
1444θήκην αὐτὴν λέγουσι ναί, οἱ μὴ θέλοντες, ὄχι.
1445§120ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Παρατηρῶ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ πα-
1446ραχωρήσῃ περιουσίαν πρὶν γνωρίσῃ αὐτήν.
1447Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπι-
1448τήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν Λέκκα καὶ Μπαλάφα
1449Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν βουλευτῶν
1450Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος.
1451Παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ προστεθῇ «μετὰ προηγουμένην
1452νομοθετικὴν ἔγκρισιν», ναὶ ἢ ὄχι;
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1453Κ. Μ. Θεοδώρου. ΟΓ. Δελένδας Ο
1454Α. Κ. Μιχαλόπουλος. ΝΣπ. Μαλασπίνας Ο
1455Ἀντ. Βενιζέλος. ΝΓ. Μ. Βαλλιάνος
1456Ἀναγ. Γιαννουλίδης. ΟΚ. Δ. Πεταλᾶς Ο
1457Ν. Π. Καΐρης Μ. Παΐζης
1458Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός.ΝΘρ. Ζαΐμης Ο
1459Ν. Τζώκρης. ΟἈθ. Γ. Πετιμεζᾶς Ο
1460Α. Ζαΐμης ΟΑ. Διαμαντόπουλος Ο
1461Α. Δανόπουλος. ΟΓ. Παδαῖος Ο
1462Ἰω. Λέκας. ΝἸω. Σοφιανόπουλος Ο
1463Δημ. Καλλιφρονᾶς ΝΓ. Πεῤῥωτῆς Ο
1464Σκαρλ. Σοῦτσος ΟΚ. Δαγρές Ο
1465Περ. Α. Πετράκης Ἰω. Φλέσσας Ν
1466Στυλ. Κολιάτσος. ΟΑ. Κοντόσταυλος Ο
1467Α. Ἴσκος. ΝΔ. Λένωσης
1468Ἰω. Καραγιαννόπουλος.ΝΓ. Παπανικολάου
1469Δ. Γρίβας ΟἸω. Μπαλάφας Ο
1470Π. Πετιμέζης. ΟΝ. Μ. Κοζαδῖνος
1471Α. Μαγγίνας. ΟΝ. Ἀγγελίδης
1472Θ. Π. Δηλιγιάννης Ἰάκ. Πολυλᾶς Ο
1473Κ. Πλαπούτας. Α. Παπαδάτος
1474Α. Α. Ἀντωνόπουλος. ΟἸω. Τοπάλης
1475Χ. Ῥηγόπουλος. ΟἸω. Δεληγιάννης Ο
1476Ἰω. Ῥοϊλὸς. ΟἘπ. Καμπερόπουλος Ο
1477Κ. Λυμπρυνόπουλος Ἀνδρ. Νοταρᾶς
1478Κ. Κοσονάκος. ΟΣπ. Α. Νοταρᾶς Ο
1479Θ. Τζανετάκης. ΟἈναστ. Δημητριάδης Ν
1480Ἰω. Σαφάκας. ΟΑ. Μεταξᾶς Ο
1481Ν. Κατσικαπῆς ΟΣ. Μονόπωλης Ν
1482Ἀριστ. Διδωρίκης ΟἈγ. Μαντζαβίνος
1483Ν. Παπαμιχαλόπουλος Γ. Δρακονταειδής Ν
1484Ἰω. Καπιτσίνης Δ. Ῥαπτάκης
1485Γ. Μίλησης ΟΓ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος.Ο
1486Α. Σ. Μήτσας ΟΚ. Πανάρετος Ο
1487Δ. Τσιτσάρας ΝΑ. Καρδαρᾶς Ν
1488Γ. Γιολδάσης ΝΘ. Θερμογιάννης Ν
1489Π. Μανωλίδης ΝΓ. Βακαλόπολος Ο
1490Εὐθ. Γουβέλης ΟΔ. Σαῤῥιγιάννης Ο
1491Κ. Λομβάρδος ΟΝ. Βαρβιτσιώτης Ο
1492Α. Γαΐτας Φωσκάρδης ΟἸω. Βαλασσόπουλος
1493Σπ. Λεονταράκης ΟΝ. Θ. Λεώπουλος Ν
1494Ἰω. Σούλης Βάρκας ΟἈναστ. Κορφιωτάκης Ο
1495Α. Γκοῦσκος Σπ. Κοπανίτσας Ο
1496Ἀνδρ. Αὐγερινός ΟΓ. Λάπας Ο
1497Α. Κρεστενίτης ΝΦ. Ι. Φίλωνος Ο
1498Θ. Δαραλέξης ΟΓερ. Σέρβος Ο
1499Ἐπ. Κρεστενίτης ΝΣπυρ. Βαλαωρίτης
1500Α. Πετραλιᾶς ΝΑ. Σταματόπουλος
1501Δ. Κλίμακας ΟΔ. Τσαμόπουλος Ο
1502Α. Κατσίνας ΝΘ. Γεωργίου
1503Ἀναγ. Δημητρίου Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος Ο
1504Ἰω. Ταμπακόπουλος ΟΛ. Καραλίβανος
1505Χ. Χρηστόπουλος ΟΠ. Τζαμάλας Ν
1506Δ. Ζέγγελης ΟΠερ. Καλαμογδάρτις Ο
1507Π. Κ. Μανέτας ΟΘ. Κανακάρης Ο
1508Ἡλ. Φλέσσας ΝΓ. Ῥοῦφος
1509Ἀθ. Κατριβάνος ΟΓ. Πράτσικας
1510Ἰω. Πανούσης Ἀθ. Μισυρλῆς Ο
1511Γ. Μαλέας ΟΔ. Τριγγέλας
1512Ν. Παγκράτης ΟΓ. Δελλαπόρτας Ο
1513Κ. Κοκκινώρης ΟΙ. Ἄννινος Καβαλλιεράτος
1514Ν. Καρύδης ΟἸω. Δεστούνης Ο
1515Ἐπ. Δεληγεώργης ΝΚ. Ἐπιφανίου Ο
1516Γ. Γουλιμῆς Γ. Λ. Γεωργιάδης Ν
1517Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος ΟΔ. Ι. Κουνουπιώτης
1518Περ. Μποῦτος Γ. Κούτσης Ο
1519 Γ. Μπούμπουλης
1520Ἰω. Προβελέγγιος ΟΔ. Χρηστίδης Ν
1521Ἰω. Ταταράκης Π. Σεβαστόπουλος
1522Α. Ῥαυτόπουλος Α. Βαφιαδάκης Ν
1523Μ. Δαμιράλης Ἰω. Ζαλώνης
1524Κ. Κρίσπης Μ. Ε. Παρίσης Ο
1525Ν. Φαρμάκης ΟἸάκ. Παξιμάδης Ο
1526Ἀθ. Ῥοντήρης Σ. Σωτηρόπουλος Ο
1527Εὐθ. Πλαστήρας ΝΔ. Ν. Πονηρόπουλος Ο
1528Γρηγ. Δημητριάδης ΟἈθ. Γρηγοριάδης
1529Κωνστ. Εὐθυμιόπουλος ΟΒ. Σκαλτσοδῆμος
1530 Κ. Στεργιαλόπουλος
1531Κίμων Χριστοδούλου Στ. Κοριζῆς Ο
1532Δ. Σαράβας Ν. Πιπῖνος Ο
1533Α. Καπετανάκης ΟΔ. Γ. Βούλγαρης
1534Μιχ. Καπετανάκος Ἰω. Καλογιάννης Ν
1535Ἰω. Κατσάκος Θ. Ν. Γκίκας Ο
1536Χ. Χριστόπουλος Δ. Χατζῖσκος
1537Ζαρ. Ζαρειφόπουλος Δ. Τσιριμῶκος Ο
1538Α. Παπαλέξης ΟΓ. Δυοβουνιώτης Ν
1539Π. Κωνσταντᾶς ΟΓ. Κ. Ζουλούμης Ο
1540Θ. Ῥωμαῖος ΟΔ. Κριεζώτης Ο
1541Ν. Λοῦβρος Δ. Οἰκονόμου Ο
1542Γ. Ἰακωβάτος Κ. Πετσάλης Ο
1543Μ. Χαριτάτος ΝΜ. Ἀβέρωφ
1544Α. Μουρίκης ΝΚ. Νικόδημος Ν
1545Εὐθ. Κεχαγιᾶς ΟἸω. Κοτσιᾶ
1546§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 128· ἐξ αὐτῶν 34 ἦσαν
1547ὑπὲρ τῆς προτάσεως, 94 κατά· ἡ πρότασις λοιπὸν ἀπεῤῥίφθη
1548διὰ ψήφων 94 κατὰ 34, καὶ τοιουτοτρόπως τὸ ἄρθρον κατηρ-
1549τίσθη ὡς ἑξῆς· «Ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν ἐκβολάδων δὲν ἐπιτρέ-
1550πεται, εἰμὴ δυνάμει πράξεως τῆς Κυβερνήσεως».
1551§122ΜΙΛΗΣΗΣ. Τώρα ἔρχεται ἡ σειρὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βα-
1552καλοπούλου.
1553§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὴν εὑρίσκω ἐδώ· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐὰν ᾖναι
1554κακὴ ἡ σύνταξις, κατόπιν τὴν διορθόνομεν, διότι ἡ πρότασις
1555τοῦ κ. Βακαλοπούλου, νομίζω, ἀφορᾷ τὸ γραμματικὸν μέρος.
1556§124ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε νὰ σᾶς τὴν εἴπω; (τὴν ἀναγι-
1557νώσκει).
1558§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, νὰ ἀκούσητε τὴν πρότασιν
1559τοῦ κ. Βακαλοπούλου. Ὁ κ. Βακαλόπουλος προτείνει ν’ ἀντικα-
1560τασταθῇ τὸ ἄρθρον διὰ τῶν ἑξῆς λέξεων. «Πρὸς ἐκμετάλλευσιν
1561παραχωροῦνται αἱ ἐκβολάδες ἐπὶ τῆς καθαρᾶς ἀξίας αὐτῶν νὰ
1562ἐκμεταλλεύωνται».
1563§126ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ φράσις καθαρὰ πρόσοδος τί σᾶς πταίει καὶ δὲν
1564τὴν θέλετε;
1565§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. Βακαλόπουλε, λείπει «τὸ δυνάμει πράξεως
1566τῆς Κυβερνήσεως.»
1567§128ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐξηγεῖ ἀποχρώντως τὸ πνεῦμα τοῦ
1568ἄρθρου, καὶ διὰ τοῦτο νὰ μείνωμεν εἰς αὐτό.
1569§129ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ ὅτι ἡ ἔννοια εἶναι αὐτὴ μετὰ συν-
1570τομίας.
1571§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δὲν ἐπιμένετε, κ. Βακαλόπουλε, ἑπομέ-
1572νως μεταβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἀκολούθου ἄρθρου.
1573§131ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἐγώ, κ. πρόεδρε, ὑπέβαλον μίαν πρότασιν, διὰ
1574τῆς ὁποίας ζητῶ νὰ τεθῇ ὁ ἐλάχιστος ὅρος ἐντὸς τοῦ ἄρθρου.
1575Αὐτὴ ἡ προσθήκη δύναται νὰ τεθῇ καὶ εἰς τὸ 7 ἄρθρον· ἀλλὰ
1576δύναται νὰ τεθῇ καὶ εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν, καὶ μᾶλλον εἰς
1577τοῦτο ἁρμόζει.
1578§132ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παραδέχομαι νὰ τεθῇ ἐλάχιστος ὅρος.
1579§133ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἡ τροπολογία μου ἔχει σχέσιν καὶ μὲ τὸ 7 ἄρ-
1580θρον, τὸ ὁποῖον πραγματεύεται περὶ τῆς διαθέσεως. Εἶναι δὲ
1581αὕτη, νὰ τεθῇ ἐλάχιστος ὅρος 60%, καὶ φρονῶ ὅτι
1582ἡ Βουλὴ ἐννοεῖ πολὺ καλὰ τὸν λόγον.
1583§134ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
1584§135ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δέχομαι τὸν ἐλάχιστον αὐτὸν ὅρον.
1585§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παραδέχεται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως
1586νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ 3 αὐτοῦ ἄρθρου, τὸ ἑξῆς· «Ὁρίζε-
1587ται δὲ ὡς ἐλάχιστος ὅρος 60%».
1588§137ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
1589§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ κατὰ τὸ
1590νομοσχέδιον τρίτου ἄρθρου τὸ ὁποῖον γίνεται τέταρτον.
1591§139ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν μοὶ λέγετε, κύριε πρόεδρε, πῶς κατηρ-
1592τίσθη τὸ ἄρθρον;
1593§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει). «Ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν ἐκβο-
1594λάδων δὲν ἐπιτρέπεται, εἰμὴ δυνάμει πράξεως τῆς κυβερνήσεως,
1595ἥτις χορηγεῖ τὸ πρὸς τοῦτο δικαίωμα διὰ πλειστηριασμοῦ εἰς
1596τὸν ἀναδεχθησόμενον νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ δημόσιον τὸ ἀνωτέρω
1597ποσοστὸν ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου· ὁρίζεται δὲ ὡς ἐλάχιστος
1598ὅρος 60%».
1599§141ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μίαν ἐξήγησιν. Ὁ ἐλάχιστος αὐτὸς ὅρος θὰ
1600ᾖναι ἐπὶ τῆς δημοπρασίας, ἢ περιορισμὸς τῶν ἁρμοδίων νὰ ἐγ-
1601κρίνωσι;
1602§142ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ θὰ χρησιμεύσῃ ὡς πρώτη προσφορὰ ἐπὶ τοῦ
1603πλειστηριασμοῦ.
1604§143ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ σημειωθῇ αὐτό.
1605§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ ὅρου ἄρχεται ἡ δημοπρασία.
1606§145Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ ἐννοεῖται· διότι ὅταν δὲν δύναται τὸ
1607συμβούλιον νὰ δώσῃ ἔγκρισιν, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι παρουσιά-
1608σθη ἐργολάβος καὶ ἔδωσε 59%, εἶναι περιττὸν νὰ γίνῃ
1609δημοπρασία.
1610§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡμεῖς διεσαφίσαμεν τὸ πρᾶγμα, καὶ ἡ διασάφι-
1611σις εἶναι πάντοτε ὠφέλιμος.
1612(Γραμματεὺς ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 4. Ἡ παραχώρησις γί-
1613νεται διὰ Β. Διατάγματος, προτάσει τῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
1614καὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργῶν, μετὰ προηγουμένην ἀπόφα-
1615σιν συμβουλίου, ἰδίως ἐπὶ τούτῳ συγκροτουμένου καὶ συγκει-
1616μένου ἐκ τῶν ὑπουργῶν τοῦ κράτους, τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς,
1617ἢ, μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου, τοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν σύν-
1618οδον προεδρεύσαντος αὐτὴν, τοῦ προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνε-
1619δρίου, τοῦ παρ’ αὐτῷ ἐπιτρόπου, τῶν εἰσαγγελέων τοῦ Ἀρείου
1620Πάγου καὶ τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, συγκαλουμένων ἁπάντων
1621ὑπὸ τοῦ πρωθυπουργοῦ· τὸ συμβούλιον τοῦτο λογίζεται πλῆ-
1622ρες, ἐὰν ἐκτὸς τῶν μελῶν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου παρευρί-
1623σκωνται καὶ δύω ἐκ τῶν λοιπῶν πέντε μελῶν.
1624§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ζαΐμης ἔχει τροπολογίαν.
1625(Γραμματεὺς ἀναγινώσκει).
1626Ἄρθρον 3.
1627Ἡ παραχώρησις γίνεται διὰ Β. Διατάγματος προτάσει τῶν
1628ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν ὑπουργῶν μετὰ προηγου-
1629μένην ἀπόφασιν συμβουλίου ἐπὶ τούτῳ συγκροτουμένου.
1630Τὸ Συμβούλιον τοῦτο καταρτίζεται ἐκ τῶν ὑπουργῶν τῶν
1631Ἐσωτερικῶν, τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ προέ-
1632δρου τῆς Βουλῆς, καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου αὐτῆς, τοῦ
1633κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον προεδρεύσαντος, τοῦ προέδρου
1634τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τοῦ παρ’ αὐτῷ ἐπιτρόπου τῶν εἰσαγ-
1635γελέων τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, τοῦ
1636ἀρχηγοῦ τοῦ Μηχανικοῦ, τοῦ καθηγητοῦ τῆς ὀρυκτολογίας ἐν
1637τῷ Πανεπιστημίῳ, ἑνὸς ἐκ τῶν ἐν αὐτῷ καθηγητῶν τῆς νομι-
1638κῆς καὶ ἑνὸς ἐκ τῶν καθηγητῶν τῆς χημείας. Οἱ τελευταῖοι
1639δύο διορίζονται κατὰ τετραετίαν διὰ Β. Διατάγματος.
1640Τὸ Συμβούλιον συγκαλεῖται καὶ προεδρεύεται ὑπὸ τοῦ ἐπὶ
1641τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργοῦ· λογίζεται δὲ πλῆρες, ἐὰν παρευρί-
1642σκωνται εἰς τὰς συνεδριάσεις ὀκτὼ ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ.
1643Θ. ΖΑΪΜΗΣ.
1644§148ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ὑποχρεωτικόν, ἢ δυνητικὸν τὸ διά-
1645ταγμα;
1646§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλη τροπολογία;
1647§150ΣΑΡΡΗΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ ἐξηγηθῇ ὁ κ. Ζαΐμης, ἐὰν ᾖναι τὸ διά-
1648ταγμα ὑποχρεωτικὸν ἢ δυνητικόν.
1649§151ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ
1650τῶν Ἐφετῶν, νομίζω, ὅτι ἐξαιροῦνται κατὰ τοὺς τύπους τοὺς
1651δικαστικοὺς ὡς λαβόντες μέρος καὶ δικάσαντες.
1652§152ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ γίνῃ μία προσθήκη εἰς τὸ τελευταῖον
1653ἐδάφιον τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Ζαΐμη, νὰ μὴ ἐνεργῇ τὸ συμ-
1654βούλιον αὐτὸ ἂν δὲν εἶναι παρὼν καὶ ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς.
1655«ἐν οἷς καὶ ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς».
1656§153ΓΡΗΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. «Ἀναγκαίως».
1657§154Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κύριος Διαμαντόπουλος, ὅταν ἐσυ-
1658ζητεῖτο ἡ πρότασις περὶ ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς ἥτις ἀπεῤῥίφθη,
1659εἶπεν, οἱ βουλευταὶ, οἵτινες θὰ ᾖναι συνεταῖροι, πρέπει νὰ ἐξαι-
1660ρῶνται. Ἡ πρότασις αὕτη τοῦ κ. Ζαΐμη ἀναφέρει τίποτε ὀλι-
1661γώτερον παρὰ τὴν συγκρότησιν τοῦ κ. Ζαΐμη. Τὸ συμβούλιον
1662τοῦτο καταρτίζει τὴν ἀπόφασιν βεβαίως κατὰ πλειοψηφίαν,
1663ἀλλὰ ὁ ἐλάχιστος ὅρος εἶναι κατὰ τὴν τροπολογίαν 8. Ἐν πε-
1664ριπτώσει λοιπὸν ἰσοψηφίας τί θὰ γίνῃ; θὰ ὑπερισχύσῃ ἡ ψῆφος
1665τῆς Ἀθηνᾶς; καὶ αὐτὴ θὰ ᾖναι τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν;
1666Ἐὰν τοῦτο ἐννοῇ, νὰ τὸ εἴπῃ ἡ Βουλή. Δεύτερον ἐὰν τὰ μέλη
1667ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ συγκροτήσωσι τὸ συμβούλιον, τύχωσιν ὅλοι
1668νὰ ᾖναι ἢ δικηγόροι τῆς ἑταιρίας, ἢ ἐργολάβοι, ἢ συγγενεῖς μέ-
1669χρι δευτέρου, τρίτου καὶ τετάρτου βαθμοῦ θὰ ἔχουν τὸ δικαίω-
1670μα νὰ γνωμοδοτήσωσι; καὶ αὐτὸ εἶναι οὐσιῶδες, καὶ περὶ αὐτοῦ
1671πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
1672§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν διατυπώσατε, πῶς θέλετε νὰ συμπλη-
1673ρωθῇ τὸ ἄρθρον;
1674§156Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ζητῶ ἐξήγησιν· τί ἐννοοῦν ἐὰν παρου-
1675σιασθῇ τοιαύτη περίπτωσις· θὰ ἐξαιροῦνται;
1676§157ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ὁ κ. Δημητριάδης ἔχει δί-
1677καιον, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ θέτομεν
1678αὐτὴν τὴν διάταξιν, διότι βεβαίως δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀποφασίσῃ
1679τις περὶ πράγματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρεται εἴτε ἀμέσως εἴτε
1680ἐμμέσως.
1681§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατυπώσατε τὴν πρότασίν σας, κατεθέσατέ την
1682εἰς τὸ προεδρεῖον.
1683§159ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εὑρίσκω, κ. πρόεδρε, ἀποχρώσας τὰς
1684ἐγγυήσεις. Καὶ νομίζω ὅτι δὲν ἁρμόζει ν’ ἀποφανθῶσιν ἐπὶ τοσού-
1685τον σπουδαίου ζητήματος, τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ μέσου ὅρου τῆς
1686ἀξίας καὶ τῆς ποιότητος τὰ ἐντὸς τοῦ συμβουλίου εὑρισκόμενα
1687πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον μέρος ὡς δικασταί, καὶ ἐξέφεραν γνώ-
1688μην, καὶ μάλιστα γνώμην ἐναντίαν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπεφάσισεν
1689ἡ βουλή. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναπληρωθῶσι τὰ πρόσωπα ταῦτα,
1690δὲν εἶναι μέτρον προνοίας κυβερνητικὸν νὰ προβλέψῃ τὸ ὑπουρ-
1691γεῖον περὶ τούτου; δὲν εἶναι μέτρον νομοθετικῆς προνοίας νὰ
1692προβλέψῃ ἡ Βουλή; διότι βεβαίως, ἂν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ἔ-
1693χουν τὴν φιλοτιμίαν, ἀφοῦ ἐξέφερον μίαν γνώμην δὲν θὰ τὴν με-
1694ταβάλωσι, δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐκφέρουν ἄλλην γνώμην, καὶ ἐγὼ
1695δὲν εὑρίσκω ἐγγύησιν ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐξέφεραν
1696πρὸ μικροῦ μίαν ἐναντίαν γνώμην.
1697§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ πρόσωπα; (θόρυβος).
1698§161ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠξεύρω πολὺ καλὰ περὶ τίνος πρόκειται,
1699καὶ σᾶς λέγω ὅτι χθὲς ἀκόμη ἀπεφάνθησαν γνώμην κατὰ τοῦ
1700ἐθνικοῦ τῶν ἐκβολάδων, διότι χθὲς ἀπεφάνθησαν γνώμην ὑπὲρ
1701τῆς ἁπλῆς φορολογίας τοῦ μεταλλείου τοῦ Λαυρίου, διότι με-
1702ταλλεῖον ἐθεώρησαν καὶ τὰς ἐκβολάδας, καὶ ἀπεφάνθησαν ὅτι
1703εἶναι καλὴ ἡ φορολογία αὐτῶν 10%· τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν
1704βλέπω ἀποχρῶσαν τὴν ἐγγύησιν διὰ τοῦτο σᾶς λέγω ὅτι ὅσοι
1705ἐπρογνωμάτευσαν δὲν πρέπει νὰ λάβωσι μέρος, διότι ἡ φιλοτι-
1706μία τους θὰ τοὺς κάμῃ νὰ ἐμμείνουν εἰς τὴν γνώμην των.
1707§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατυπώσατε πρότασιν ὡρισμένην.
1708§163ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἁρμόδιος εἶναι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομι-
1709κῶν νὰ μᾶς φέρῃ δύο πρόσωπα ἀντὶ τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
1710§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅστις ἔχει ἰδίαν πρότασιν τὴν διατυπόνει. Τίνα
1711ἐκ τῶν προσώπων θέλετε νὰ προστεθοῦν, καὶ τίνα νὰ λείψουν;
1712§165ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω τρία πρόσωπα, διοριζόμενα διὰ τῆς
1713Βουλῆς, ν’ ἀντικαταστήσουν τὰ δύο, τουτέστι τὸν εἰσαγγελέα
1714τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τὸν εἰσαγγελέα τῶν ἐφετῶν· λέγω δὲ
1715τρία, διότι θέλω νὰ ᾖναι κατὰ ἓν περισσότερα τὰ πρόσωπα τῶν
1716ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
1717§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος ζητεῖ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς τροπολογίας;
1718§167ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἀπέχω, κύριοι, νὰ φέρω γνώμην ἐπὶ τῶν ἀν-
1719τιῤῥήσεων, τὰς ὁποίας ἔφεραν οἱ ἔντιμοι βουλευταὶ ἐξ Αἰγίου καὶ
1720Κορίνθου, θέλω μόνον ἐκφράσει μίαν ἀμφιβολίαν, τὴν ὁποίαν
1721ἔχω. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζαΐμη ἔχει τὴν ἀρετὴν ὅτι περιβάλ-
1722λει τὸ μέγα τοῦτο ἀντικείμενον μὲ σπουδαίας ἐγγυήσεις, καὶ
1723τὸ ἀπαλλάττει ἀπὸ τὴν πολιτικὴν ἐπίδρασιν μιᾶς κυβερνήσεως,
1724καὶ τοῦτο, κύριοι, εἶναι σημαντικόν, καὶ τοῦτο ἐφελκύει πολὺ
1725τὴν προσοχήν μου, ἀλλὰ φοβοῦμαι, μήπως ἔχῃ τὸ ἐλλάττωμα
1726νὰ ἐλαττώσῃ τὴν εὐθύνην τῆς κυβερνήσεως. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ
1727μάθω τὶ φρονεῖ ὁ κ. Ζαΐμης, ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς του.
1728Τὸ συμβούλιον, τὸ ὁποῖον προτείνει, ἐὰν προέλθῃ εἰς ἀπόφασιν
1729καὶ αὕτη ἐκτελεσθῇ ἀποβάλλει τὴν εὐθύνην ἡ κυβέρνησις ἐ-
1730κείνη, ἥτις ἤθελε πραγματοποιήσει αὐτήν; Τοῦτο, κύριοι, εἶναι
1731σπουδαῖον· Κατ’ ἐμὲ δὲν ἀποβάλλει παντάπασι τὴν εὐθύνην, καὶ
1732ἂν ἤθελεν εἶσθαι ἐν μειονοψηφίᾳ, διότι ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλει
1733τὴν πρότασιν, ἂν ἔχῃ λόγον ὑπαγορευόμενον ἐκ διαφόρων περι-
1734στάσεων, τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἐπὶ τῶν ὁ-
1735ποίων ὀφείλει νὰ σκεφθῇ, καὶ ἂν ἕνεκα τούτου δὲν εἶναι συμφέ-
1736ρουσα ἡ γνώμη τοῦ συμβουλίου, ὀφείλει νὰ μὴ ὑποστηρίξῃ αὐτήν.
1737Δὲν ὠφελεῖ λοιπὸν αὐτήν, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι κατὰ πλάνην ἐ-
1738πέλθει μία ἀπόφασις τοιαύτη τοῦ δικαστηρίου, ἡ ὁποία ἤθελεν
1739εἶσθαι ἐπιβλαβής, ἀλλ’ ἤθελεν ὑποστηριχθῆ ἀπὸ μόνον τὰ πέντε
1740ἕτερα μέλη, πλὴν τῶν ὑπουργῶν. Ὅθεν λέγω, ὅτι κατὰ τὴν πε-
1741ποίθησίν μου δὲν ἀποβάλλει καὶ τότε τὴν εὐθύνην ἡ κυβέρνησις.
1742Ἂν λοιπὸν ὁ ἔντιμος φίλος μου, τὸν ὁποῖον σπουδαίως ὑπολή-
1743πτομαι, συμφωνεῖ ὅτι καὶ εἰς τοιαύτην περίπτωσιν δὲν ἀποβάλ-
1744λει τὴν εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ὀρθότερον, εἶναι χρησιμώ-
1745τερον νὰ παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν αὐτὴν, διότι, ὡς εἶπον,
1746ἔχομεν αὐτὴν τὴν ἐγγύησιν, ὅτι μᾶς ἐξασφαλίζει ἀπὸ τὴν πο-
1747λιτικὴν ἐπίῤῥοιαν μιᾶς κυβερνήσεως. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει πα-
1748ρακαλῶ νὰ μὲ συγχωρήσῃ ὁ κ. Ζαΐμης νὰ διστάζω, διότι θεωρῶ
1749μεγαλείτερον τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον θέλομεν διατηρήσει, ἔ-
1750χοντες τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τὴν ἐγγύησιν, τὴν ὁ-
1751ποίαν ζητοῦμεν ἀπὸ 5 ἕτερα πρόσωπα, περὶ τῆς τιμῆς τῶν ὁ-
1752ποίων δὲν θέλω νὰ φέρω οὔτε ἐμμέσως καμμίαν ἀμφιβολίαν,
1753ἀλλὰ πάντοτε ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἄνθρωποι, δυ-
1754νατὸν νὰ περιπέσωσι εἰς πλάνην, καὶ ἔτι μᾶλλον δύνανται νὰ
1755περιπέσωσιν εἰς πλάνην, καθ’ ὅσον εἶναι κατὰ τὸ μεγαλείτερον
1756μέρος ἀδαεῖς τῶν εἰδικῶς ἀναγκαίων γνώσεων, διὰ νὰ ἀποφαν-
1757θῶσιν ἐπὶ ἑνὸς τοιούτου ἀντικειμένου.
1758§168Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε πρόεδρε· νομίζω ὅτι μετὰ τὴν παρα-
1759δοχὴν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ζέγγελη περὶ τοῦ ἐλαχίστου ὅρου,
1760ὅστις ὡρίσθη εἰς 60% ὅτι ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας
1761θὰ ζητήσωμεν νὰ λάβωμεν δὲν ἔχουν μεγάλην σημασίαν· διὰ
1762τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ζέγγελης δὲν πρέπει νὰ ἀναζητήσῃ εἰς
1763τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν, ἐγγύησιν μεγαλειτέραν
1764τῆς ἐγγυήσεως τὴν ὁποίαν χορηγεῖ ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ἐλα-
1765χίστου ὅρου εἰς 60%. Ἠθέλησα διὰ τῆς τροπολογίας
1766νὰ ἀπομακρύνω τὴν πολιτικὴν ἀπὸ τὸ συμβούλιον τῶν ἐκβο-
1767λάδων, καὶ τοὺς λόγους τούτους ἀνέπτυξα εἰς ἄλλην συνεδρία-
1768σιν. Τώρα ὁ κ. Ζέγγελης ἀποτείνει τὴν ἐρώτησιν ἂν ἐννοῶ, ὅτι
1769τὸ ὑπουργεῖον εἶναι ὑπεύθυνον. Ἅμα, κύριοι, προκληθῇ διάταγμά
1770τι φέρον τὴν ὑπογραφὴν ἑνὸς ὑπουργοῦ, ἐννοεῖτε, ὅτι ἡ ὑπο-
1771γραφὴ τοῦ ὑπουργοῦ καθιστᾷ αὐτὸν τὸν ὑπογράψαντα ὑπεύθυ-
1772νον· τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα. Ἀλλ’ ὁ κ. Ζέγγελης ἐπρότεινεν
1773ἀντίῤῥησίν τινα σπουδαίαν· εἶπεν ὅτι, ἂν ἡ πλειονοψηφία τοῦ
1774συμβουλίου τῶν ἐκβολάδων εἶναι ἐναντία τῆς γνώμης τοῦ ὑ-
1775πουργοῦ τοῦ μέλλοντος νὰ προσυπογράψῃ, τότε τί θέλει γίνει;
1776ὁ ὑπουργὸς οὐδεμίαν εὐθύνην, λέγει ὁ κ. Ζέγγελης, δύναται νὰ
1777ἔχῃ ἅμα ᾖναι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ
1778Βασιλέως τὴν ἀπόφασιν τοῦ συμβουλίου τῶν ἐκβολάδων. Δὲν
1779εἶναι κύριοι, παράδοξον, νὰ συμβῇ τοῦτο. Διὰ νὰ ἀποφύγωμεν
1780τὸν κίνδυνον αὐτὸν τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ζέγγελης παριστᾷ δὲν βλέ-
1781πω ἄλλην ἐγγύησιν, παρὰ νὰ δώσωμεν εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμ-
1782βούλιον τὸ veto, τουτέστι, τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον νὰ προ-
1783συπογράφῃ ὁλόκληρον, καὶ ἂν δὲν συμφωνῇ μὲ τὸ συμβούλιον
1784τῶν ἐκβολάδων, τότε νὰ μὴ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Βα-
1785σιλέως τὸ διάταγμα. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δυνάμεθα νὰ ἀ-
1786ποφύγωμεν τὸν κίνδυνον τὸν ὁποῖον ἐξέθηκεν ὁ κ. Ζέγγελης.
1787Ἄλλως τε, πρέπει νὰ ἦσθε ἥσυχοι, διότι ὁ προσδιορισμὸς τοῦ
1788ἐλαχίστου ὅρου τὸν ὁποῖον ἐθέσαμεν δίδει ἀσφαλῆ ἐγγύησιν
1789(διάλογοι παρατεταμένοι).
1790§169ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον δὲν
1791δύναται νὰ ὑποβάλῃ γνώμην ἐναντίαν τῆς ἐπιτροπῆς.
1792§170Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, ὅταν συν-
1793ετάττομεν τὸν νόμον, ἡ πρώτη ἰδέα, ἡ ὁποία μᾶς ἐπῆλθεν, ἦτο,
1794νὰ ἐξαιρέσωμεν ὅλως διόλου τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον· ἂν τῷ
1795ὄντι ἐπρόκειτο νὰ σώσωμεν τὴν δημοτικότητά μας, ἠθέλαμεν
1796ὑποβάλει καὶ ἡμεῖς αὐτὸ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον εἷς ἄλλος μέγας
1797ἀνὴρ εἰς μίαν ἄλλην συνέλευσιν ἄλλοτε ἐπρότεινε, δηλ. τὸν ἀ-
1798ποκλεισμὸν τῶν μελῶν αὐτῆς διὰ νὰ σώσῃ τὴν δημοτικότητά
1799του. Ἀλλ’ οὕτω, ἔβλαψε, κύριοι· δὲν πρόκειται περὶ ἡμῶν, καὶ
1800διὰ τοῦτο ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ σκεφθῶμεν τί ἀποβλέπει
1801ἡμᾶς, ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ καλλίτερον. Ὅπου, κύριοι, ἡ εὐθύνη
1802δὲν ἐπιβαρύνει ἀμέσως τὸν προτείνοντα, τὸν ἐνεργοῦντα, ἡ ἐνέρ-
1803γεια δὲν εἶναι ἐντελὴς, πολλάκις σκοντάπτει, ἡ ἀδιαφορία πολ-
1804λάκις ὑπερισχύει. Ὅσοι εἰργάσθητε εἰς πολυμελῆ σώματα, παρε-
1805τηρήσατε ὅτι μεγαλειτέρα προσπάθεια καταβάλλεται ἐκ μέρους
1806ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἔπειτα θέλει ἐπιβαρύνει ἡ εὐθύνη τῆς ἀπο-
1807φάσεως, τὴν ὁποίαν θὰ ἐκφέρουν. Κύριοι, ἔλαβον μέρος εἰς πολλὰ
1808μεταλλευτικὰ συμβούλια· παρετήρησα ὅτι ὅλα τὰ μέλη, τὰ ἔ-
1809ξωθεν λαμβάνοντα μέρος, κατέβαλλον καὶ ἐπιμέλειαν καὶ εὐσυ-
1810νείδητον προσοχήν· παρετήρησα ὅμως μεγαλειτέραν ἐκ μέρους
1811τῶν ὑπουργῶν· πολλάκις διὰ τὴν ἀπόφασιν ἤθελον ἐπαινεθῆ ἢ
1812κατηγορηθῆ οἱ ὑπουργοὶ πρὸ πάντων· ἂν ἐγένετο μία παραχώ-
1813ρησις κακή, τὸ συμβούλιον ἐπὶ τῶν μεταλλείων ὀλίγον εἶχε νὰ
1814ὑποστῇ· ἀπὸ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον ζητεῖται λόγος. Τελευ-
1815ταῖον συνέβη τὸ τοιοῦτον. Ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ παραχώρησίς τις·
1816ὑπετίθετο ὅτι δικαιώματά τινων ἐπρόκειτο νὰ προσβληθῶσι·
1817ταῦτα τὰ παράπονα ἠγέρθησαν κατὰ τῶν ὑπουργῶν. Σκεφθῆτε
1818καλά, ἔλεγον, θ’ ἀναλάβητε εὐθύνην μεγάλην, ἂν παραβιάσητε
1819τὰ δικαιώματά μας. Ἰδοὺ διὰ τί συνετάξαμεν τὸ νομοσχέδιόν
1820μας, ὅπως τὸ συνετάξαμεν. Ἐνομίσαμεν ὅτι εἶναι ἐγγύησις πε-
1821ρισσοτέρα εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τῆς διατάξεως αὐτῆς ἡ κατὰ
1822πλειοψηφίαν σύμπραξις τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου. Εἰς αὐτὴν
1823ὅμως τὴν σκέψιν μας δὲν ἐπιμένομεν, ἐπειδὴ καὶ ἡμεῖς θέλομεν
1824ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέραν ἐγγύησιν. Ἡμεῖς σᾶς λέγομεν τί
1825ὡδήγησε τὰς σκέψεις μας εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἂν
1826νομίζετε ὅτι εὑρίσκεται μεγαλητέρα ἐγγύησις εἰς τὸ ἄλλο σύ-
1827στημα, κάμετέ το· ἀλλὰ κατὰ τὴν πεποίθησίν μας δὲν εἶναι ὀρ-
1828θὸν ν’ ἀφαιρέσητε τὴν ἐνέργειαν καὶ ν’ ἀφήσητε τὴν εὐθύνην. Ὅταν
1829συγκροτῆτε ἓν συμβούλιον ξένον, καὶ τῷ ἐπιτρέπητε ν’ ἀποφαί-
1830νηται, τὴν ἀπόφασίν του δὲ αὐτὴν νὰ ἐκτελῇ τὸ ὑπουργικὸν
1831συμβούλιον, χωρὶς νὰ δύναται ν’ ἀπομακρυνθῇ ἐξ αὐτῆς, τὸ ὑ-
1832πουργικὸν συμβούλιον θὰ μεταγράφῃ ἁπλῶς· ἀλλ’ εἶναι περιτ-
1833τὸν τότε τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον· ὅταν δὲν ἔχῃ ἰδίαν θέ-
1834λησιν, δὲν θὰ ἔχῃ ἑπομένως οὔτε εὐθύνην καμμίαν· φοβοῦμαι
1835πολλοὺς κινδύνους ἐκ τούτου· τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον θὰ λέγῃ,
1836τί πταίω ἐγώ; οὕτως ἀπεφάσισε τὸ μεταλλευτικὸν συμβούλιον,
1837τὸ ὑπέγραψα, ἄλλως δὲν ἠδυνάμην νὰ πράξω. Νομίζω ὀρθό-
1838τερον τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ νὰ συγκροτῆται τὸ
1839συμβούλιον, ὅπως κατὰ τὸν νόμον τῶν μεταλλείων, ἀποφα-
1840σίζῃ· ἂν δὲν δεχθῆτε αὐτὸ τὸ σύστημα, ἂν δώσητε τὴν πλειοψη-
1841φίαν εἰς ἄλλους, καὶ ὄχι εἰς τοὺς ὑπευθύνους ὑπουργούς, ἂν τοὺς
1842ὑπουργοὺς κάμητε πρωτοκολλιστάς, καὶ ἡ ἐγγύησις θὰ ᾖναι
1843ὀλιγωτέρα, θὰ ἀφαιρέσητε τὴν εὐθύνην ἀπ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι
1844ὀφείλουν νὰ τὴν ὑποστοῦν, καὶ δὲν θὰ ἔχητε τὴν ἐγγύησιν, διότι
1845δὲν ἠμπορεῖτε νὰ θέλητε νὰ δεχθοῦν ἀπόφασιν ἄλλων, καὶ νὰ
1846ἔχουν αὐτοὶ τὴν εὐθύνην. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι πρέπει ἡ τε-
1847λευταία γνώμη νὰ ᾖναι τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ἢ τὸ συμ-
1848βούλιον νὰ ἐργάζηται ὁμοῦ, καὶ νὰ ἐκτελῇ μίαν ἀπόφασιν, λαμ-
1849βανομένην ὁμοῦ, ἢ ἂν τὸ συμβούλιον ἐργάζηται χωριστά, τὸ
1850ὑπουργικὸν συμβούλιον νὰ μὴ ᾖναι ὑποχρεωμένον ν’ ἀκολουθῇ
1851τὴν γνώμην αὐτήν.
1852§171ΤΙΝΕΣ. Βέβαια. (διάλογοι).
1853§172Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἤκουσα ὅτι εἶπε τις, νὰ μὴ δύνα-
1854ται ν’ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὴν γνώμην τοῦ συμβουλίου. Κύριοι,
1855ὅσοι ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτὴν παρετήρησαν ὅτι δι-
1856αιροῦνται εἰς τὸ συμβούλιον πολλάκις οἱ ἴδιοι ὑπουργοί· εἰς τὰ
1857τελευταῖα συμβούλια, τὰ ὁποῖα ἐνηργήσαμεν, εὑρέθημεν πολ-
1858λάκις διῃρημένοι· πολλοὶ ἐπρότειναν τὴν ἀναρμοδιότητα τοῦ
1859συμβουλίου. Μὴ νομίζετε ὅτι τὸ συμβούλιον χωρίζεται εἰς
1860στρατόπεδον ἐκ τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου καὶ εἰς στρατόπεδον
1861ἐκτὸς αὐτοῦ· ἕκαστος ἐνεργεῖ ὅ,τι ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν εὐ-
1862θύνην καὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του (διάλογοι).
1863§173Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κατὰ τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον τὸ ζήτη-
1864μα τῶν ἐκβολάδων μένει ἐντελῶς εἰς τὸ ὑπουργεῖον· διότι κατὰ
1865τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ 12 μέλη συγκροτοῦσι τὸ συμβούλιον, ἐξ ὧν
18667 εἶναι ὑπουργοί, ὅθεν ἐννοεῖται ὅτι μένει εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ
1867ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἡ διάθεσις τῶν ἐκβολάδων, ὡς ἐκανο-
1868νίσθη ὑπὸ τοῦ νόμου· νομίζω, ὅτι εἶναι οὐσιωδέστατον τὴν εὐ-
1869θύνην μὲν νὰ ἔχῃ τὸ ὑπουργεῖον, ἀλλὰ παρ’ αὐτῷ νὰ ὑπάρχῃ
1870συμβούλιον ἐξ ἀνδρῶν εἰδικῶν, οἵτινες δύνανται νὰ φωτίσουν τοὺς
1871ὑπουργούς· τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ τὴν θεωρῶ ἐγγύησιν μεγίστην·
1872διότι, ἂν τὸ γνωμοδοτικὸν συμβούλιον ὡς τὸ συγκροτεῖ ἡ πρό-
1873τασίς μου, κάμῃ γνωμοδότησίν τινα, νὰ ἦσθε βέβαιοι, κύριοι,
1874ὅτι οὐδέποτε ὑπουργικὸν συμβούλιον θὰ ἀποφασίσῃ ἄνευ οὐσιω-
1875δεστάτου καὶ σοβαροῦ λόγου ν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν γνώμην ἑνὸς τοιού-
1876του συμβουλίου. Εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως, εἰς τὰ
1877ἔθνη τὰ εὐνομούμενα παρὰ τῇ ἐκτελεστικῇ ἀρχῇ ὑπάρχει γνω-
1878μοδοτικὸν συμβούλιον, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη δὲν εἶναι μὲν ὑπο-
1879χρεωτική, ἀλλ’ εἶναι ἀναγκαία, διότι καὶ ἐγγύησις εἶναι καὶ δύ-
1880ναται νὰ φωτίσῃ τὴν ἐκτελεστικὴν ἀρχήν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι
1881πρέπει νὰ μείνῃ τὸ συμβούλιον καὶ διὰ νὰ ἔχῃ πλήρη εὐθύνην
1882τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον νὰ μὴ καταστήσωμεν ὑποχρεωτικὴν
1883τὴν ἀπόφασίν του, ἀλλὰ γνωμοδοτικὴν, διότι τοῦτο θὰ ἦναι δε-
1884σμὸς διὰ πᾶσαν κυβέρνησιν, οὕτω δὲ, ἂν ἀντὶ «πάσης ἀποφά-
1885σεως», θέσωμεν «μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν», ἀφί-
1886νομεν ὅλην τὴν εὐθύνην εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, καὶ διὰ
1887περισσοτέραν ἐγγύησιν πρέπει τὸ διάταγμα νὰ ὑπογράφηται
1888ὑφ’ ὅλου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, οὕτω δὲ θὰ μείνωσι καὶ
1889ἡ εὐθύνη καὶ ἡ ἐγγύησις τὰ ὁποῖα ἐπὶ ἑνὸς τοιούτου ἀντικειμέ-
1890νου εἰσὶν ἀπαραίτητα (διάλογοι).
1891§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, θέλετε νὰ προστεθῇ «μετὰ προη-
1892γουμένην γνωμοδότησιν τοῦ συμβουλίου;» (θόρυβος)
1893§175ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἡ παραχώρησις γίνεται διὰ Βασιλικοῦ διατάγ-
1894ματος προτάσει τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου μετὰ προηγουμένην
1895γνωμοδότησιν τοῦ συμβουλίου ἐπὶ τούτῳ συγκροτουμένου κτλ.»
1896§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὸν αὐτό;
1897§177ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
1898§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ, κύριοι, ἡ πρότασις «πλὴν δὲν ἐνεργεῖ νο-
1899μίμως, ἀπόντος τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς.»
1900§179ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ σκεφθῇ μήπως
1901ἡ ἀπαραίτητος παρουσία τοῦ προέδρου φέρῃ προσκόμματα εἰς
1902τὴν ἔγκρισιν, διότι οἱ λαμβάνοντες μέρος καὶ οἱ ὑπερθεματισταὶ
1903ἔχουν τὴν δικαίαν ἀξίωσιν ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν νὰ μάθουν τὸ
1904ἀποτέλεσμα, διότι δὲν δύνανται νὰ ἦναι δεσμευμένοι διὰ τὴν
1905προσφοράν, καὶ ἡ προθεσμία αὕτη εἶναι βραχεῖα, ἄλλοτε εἶναι
19065 ἡμερῶν, ἄλλοτε 8 καὶ ἄλλοτε 10, καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου
1907δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀνωτέρα τῶν 20 ἡμερῶν. Συλλογισθῆτε
1908λοιπὸν, ὅτι ἂν ὁ πρόεδρος ἦναι εἰς τὴν ἐπαρχίαν, καὶ καλῆται ἐδῶ,
1909ἵνα δίδῃ τὴν γνώμην του, πρέπει νὰ εὑρεθῇ καὶ ὁ τρόπος τῆς
1910ἀναπληρώσεως, ἄλλως νὰ θέσωμεν προθεσμίαν μακροτέραν.
1911§180ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἂς τὸν ἀναπληρῇ ὁ προηγούμενος.
1912§181ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁ ἀντιπρόεδρος.
1913§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν, ποίαν τῶν γνωμῶν
1914παραδέχεται, ν’ ἀναπληροῦται ὁ πρόεδρος ἀπὸ τὸν νόμιμον ἀν-
1915τιπρόεδρον ἢ ἀπὸ τὸν πρόεδρον τῆς προηγουμένης συνόδου; Οἱ
1916παραδεχόμενοι ν’ ἀναπληροῦται ὁ πρόεδρος ἀπὸ τὸν ἀντιπρόε-
1917δρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα).
1918Οἱ παραδεχόμενοι ν’ ἀναπληροῦται ἀπὸ τὸν πρόεδρον τῆς προη-
1919γουμένης συνόδου νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
1920Παρεδέχθη. Σᾶς ἀναγινώσκω ἤδη τὸ ἄρθρον ὅπως κατηρτίσθη.
1921Ἄρθρον 5.
1922Ἡ παραχώρησις γίνεται διὰ Β. Διατάγματος προτάσει τοῦ
1923ὑπουργικοῦ συμβουλίου μετὰ προηγουμένην ἀπόφασιν συμβου-
1924λίου ἐπὶ τούτῳ συγκροτουμένου.
1925Τὸ συμβούλιον τοῦτο καταρτίζεται ἐκ τῶν ὑπουργῶν τῶν
1926Ἐσωτερικῶν, τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ προέδρου
1927τῆς Βουλῆς, καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου αὐτῆς, τοῦ κατὰ
1928τὴν τελευταίαν σύνοδον προεδρεύσαντος, τοῦ προέδρου τοῦ Ἐλεγ-
1929κτικοῦ συνεδρίου, τοῦ παρ’ αὐτῷ ἐπιτρόπου, τῶν εἰσαγγελέων
1930τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, τοῦ ἀρχηγοῦ
1931τοῦ Μηχανικοῦ, τοῦ καθηγητοῦ τῆς Ὀρυκτολογίας ἐν τῷ Πανε-
1932πιστημίῳ, ἑνὸς ἐκ τῶν ἐν αὐτῷ καθηγητῶν τῆς Νομικῆς καὶ
1933ἑνὸς ἐκ τῶν καθηγητῶν τῆς Χημείας. Οἱ τελευταῖοι δύο διορί-
1934ζονται κατὰ τετραετίαν διὰ Β. Διατάγματος.
1935Τὸ συμβούλιον συγκαλεῖται καὶ προεδρεύεται ὑπὸ τοῦ ἐπὶ
1936τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργοῦ· λογίζεται δὲ πλῆρες, ἐὰν παρευρί-
1937σκωνται εἰς τὰς συνεδριάσεις ἐννέα ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ, πλὴν
1938δὲν ἐνεργεῖ νομίμως ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ προέδρου τῆς Βου-
1939λῆς, καὶ τούτου κωλυομένου, ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ προέδρου
1940τῆς προηγουμένης συνόδου.»
1941§183ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχῃ
1942καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης τότε τί γίνεται; θὰ ἔχῃ
1943τρεῖς ψήφους;
1944§184ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μίαν, μίαν.
1945§185ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν.
1946§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι συντάκται τῶν πρακτικῶν νὰ τὸ ση-
1947μειώσουν. Ὑπάρχει ἤδη ἀντίῤῥησις κατὰ τοῦ ἄρθρου ὡς ἐτροπο-
1948ποιήθη;
1949§187ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
1950§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο λοιπὸν δεκτόν.
1951§189ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
1952(Διαλύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 7½)