Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Γ · Σύνοδος Β› Συνεδρίαση 65

1871.04.27

2.655 στίχοι · 21.621 λέξεις · 6 πίνακες · 108 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1871.04.27
Προεδρεία
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΛΟΜΒΑΡΔΟΥ
Περίοδος
Γ
Σύνοδος
Β
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Β (1871)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 65.

Τῆς 27 Ἀπριλίου 1871.

(Τρίτη)

Ὥρα 5 μ. μ.

Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου κατέχει ὁ κύριος Τσαμόπουλος

ἀντιπρόεδρος. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρέθησαν παρόντες οἱ ἑξῆς βουλευταί.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Κ. Μ. Θεοδώρου. Ν. Κατσικαπῆς.
Α. Κ. Μιχαλόπουλος. Ἀριστ. Λιδωρίκης.
Ἀντ. Βενιζέλος. Ν. Παπαμιχαλόπουλος.
Ἀναγ. Γιαννουλίδης. Π. Μανωλίδης.
Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός. Κ. Λομβάρδος.
Ν. Τσώκρης. Σπ. Λεονταράκης.
Α. Ζαΐμης. Ἰω. Σούλης Βάρκας.
Α. Δανόπουλος. Δ. Κρεστενίτης.
Ἰω. Λέκας. Θ. Δαραλέξης.
Σκαρλ. Σοῦτσος. Α. Πετραλιᾶς.
Περ. Α. Πετράκης. Δ. Κατσίνας.
Στυλ. Κολιάτσος. Ἀναγ. Δημητρίου.
Π. Πετιμέζης. Σπ. Μαλασπίνας.
Κ. Πλαπούτας. Κ. Δ. Πεταλᾶς.
Χ. Ῥηγόπουλος. Θρ. Ζαΐμης.
Ἰω. Ῥοϊλός. Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς.
Κ. Κοσονάκος. Α. Διαμαντόπουλος.
Ἰω. Σαράκας. Γ. Παπαδαῖος.
Γ. Πεῤῥωτὴς. Ἠλ. Φλέσσας.
Κ. Δαγρές. Γ. Μαλέας.
Ἰω. Φλέσσας. Ν. Παγκράτης.
Α. Κοντόσταυλος. Κ. Κοκκινώρης.
Γ. Παπανικολάου. Ν. Καρύδης.
Ἰω. Μπαλάφας. Ἐπ. Δεληγεώργης.
Ν. Μ. Κοζαδίνος. Γ. Γουλιμῆς.
Ἰ. Πολυλᾶς. Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος.
Ἀνδρ. Νοταρᾶς. Ν. Φαρμάκης.
Σπυρ. Νοταρᾶς. Α. Ῥοντήρης.
Ἀν. Δημητριάδης. Εὐθ. Πλαστήρας.
Σ. Μονόπωλης. Γρηγ. Δημητριάδης.
Γ. Δρακονταειδής. Δ. Σαράβας.
Δ. Ῥαπτάκης. Α. Καπετανάκης.
Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος.Μ. Καπετανάκος.
Κ. Πανάρετος. Εὐθ. Κεχαλιᾶς.
Θ. Θερμογιάννης. Α. Καραλίβανος.
Γ. Βακαλόπουλος. Π. Τζαμάλας.
Α. Σεριγιάννης. Θ. Κανακάρης.
Ν. Βαρβιτζιώτης. Α. Μισυρλῆς.
Ἰω. Βαλασόπουλος. Γ. Δελλαπόρτας.
Ν. Θ. Λεώπουλος. Κ. Ἐπιφανίου.
Α. Κορφιωτάκης. Δ. Χρηστίδης.
Σπ. Κοπανίτσας. Ἰω. Ζαλλώνης.
Φ. Ἰ. Φίλωνος. Μ. Ε. Παρίσης.
Γερ. Σέρβος. Ἰάκ. Παξιμάδης.
Α. Σταματόπουλος. Σ. Σωτηρόπουλος.
Δ. Τσαμόπουλος. Δ. Πονηρόπουλος.
Ἰω. Ταμπακόπουλος. Ἀθ. Γρηγοριάδης.
Χ. Χρηστόπουλος. Δ. Γκίκας.
Δ. Ζέγγελης. Γ. Κ. Ζουλούμης.
Π. Κ. Μανέτας. Δ. Οἰκονόμου.

Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει παρατήρησις εἰς τὰ πρακτικά;

§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι ὄχι.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνονται. Ὁρκίζεται ὁ βουλευτὴς Λακεδαίμονος κ. Α. Κορφιωτάκης.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Βενδεβῆς ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν διαφόρους πληροφορίας περὶ τῆς Λαυριακῆς χώρας ὑπὸ γαιολογικὴν ἔποψιν.

§5ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ διὰ νὰ φωτισθῶμεν.

§6ΕΤΕΡΟΙ. Εἰς τὴν ἐπιτροπήν.

§7ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.

§8ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε νὰ τυπωθῇ, καὶ πότε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπιτροπήν;

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τί θέλετε;

§10ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ. Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ πρόεδρος κύριος Λομβάρδος.

§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῇ;

§12ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἴτησις τοῦ Γεωργίου Μοσκοβίτου, κατοίκου Δουνίστης.

§14ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὶ ἐγένετο ἐπὶ τῆς πρώτης ἀναφορᾶς κύριε πρόεδρε;

§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ πλειονοψηφία εἶπε νὰ μὴ τυπωθῇ. Οἱ παραδεχόμενοι ἡ ἀναφορὰ νὰ τυπωθῇ νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται ὀλίγοι τινες). Ἀπεῤῥίφθη ἡ τύπωσις.

§16ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἡ ἀναφορὰ ἔχῃ ἄξιόν τι λόγου, ὁ κύριος, ὅστις τὴν ὑπέβαλεν, ἂς τὴν τυπώσῃ, εἰδὲ μὴ νὰ ἀναβάλλωμεν τὴν ἐπιψήφισιν νόμων, καὶ νὰ τυπώνωμεν ἀναφορὰς, δὲν πάει.

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Αἴτησις τοῦ Γεωργίου Μοσκοβίτου κατοίκου Δουνίστης τοῦ δήμου Ἰδωμένης τῆς ἐπαρχίας Βάλτου. Περὶ ἀποζημιώσεώς του δι’ ἃς τὰ μεταβατικὰ τάγματα ἐπροξένησαν μεγάλας ζημίας εἰς τὸ ποίμνιόν του κτλ.» Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν;

§18ΤΙΝΕΣ. Αὐτὰ εἶναι δικαστικὰ πράγματα.

§19ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐνάξῃ τοὺς αἰτίους.

§20ΛΕΚΚΑΣ. Ὁ παθὼν ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν ἀπὸ τοὺς αἰτίους τῶν δυστυχημάτων.

§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δ. Κ. Ζαφείρης.

§22ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί ἔγεινεν ἐπὶ τῆς προηγουμένης ἀναφορᾶς;

§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, ἥτις παρακαλεῖται νὰ φέρῃ ταχέως τὴν ἔκθεσίν της, διότι αὐταὶ αἱ καταπιέσεις πρέπει νὰ περισταλῶσιν. Ὁ κύριος Δ. Κ. Ζαφείρης καθυποβάλλει μίαν ἀναφορὰν, ἥτις, νομίζω, εἶναι καλὸν νὰ ἀναγνωσθῇ. Ἀκούσατέ την. Ἀναγινώσκεται ἔχουσα ὡς ἑξῆς.

§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔστειλα νὰ ζητήσω τὸν ἴδιον διὰ νὰ ζητήσω πληροφορίας, ἀλλὰ δὲν τὸν εὗρον οἱ κλητῆρες· ἐνόμισα ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ σταματήσω τὴν ἀναφορὰν αὐτήν. Νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ τὴν στείλωμεν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν ὅστις νὰ ἐξετάσῃ κατεπειγόντως τὴν ὑπόθεσιν καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν.

§25ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ περίστασις αὕτη πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, κύριε πρόεδρε, καὶ ἂν μὲν ᾖναι τὸ πρᾶγμα ἀληθὲς, ὀφείλει ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν αὐθωρεὶ νὰ παύσῃ τὸν οἰκονομικὸν αὐτοῦ ὑπάλληλον, ὀφείλει ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ παραπέμψῃ εἰς τὸ στρατοδικεῖον τὸν ἐπὶ κεφαλῆς ἐκεῖ ἀξιωματικὸν, ἄλλως νὰ τιμωρηθῇ ὁ ἀναφερόμενος, ἐὰν ἐν γνώσει ἀναφέρῃ τοιαῦτα γεγονότα ψευδῆ.

§26ΛΕΚΚΑΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸν κύριον Δαγρὲν, οἱ δύο ὑπουργοὶ νὰ τιμωρήσουν τοὺς ὑπαλλήλους των, ἐὰν δὲ δὲν ᾖναι ἀληθὲς, νὰ τιμωρηθῇ αὐτὸς διὰ νὰ μὴ ἠμπορῇ ἕκαστος νὰ ἔρχεται νὰ ἐμπαίζῃ μὲ τὴν Βουλήν.

§27ΤΙΝΕΣ. Ποῖος εἶν’ αὐτὸς, κύριε πρόεδρε;

§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕνας Ζαφείρης εἶναι ὑπογεγραμμένος.

§29ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς, κύριε πρόεδρε, εἶναι γνωστὸς εἰς ἐμὲ· καί μοι εἶπεν ὅτι ἔχει ἑτοίμην ἀναφοράν· εἶναι ἀπὸ τὴν πατρίδα μου. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι γνωστὸς, εἶναι ὑπάλληλος μικρός. Αὐτὸς μοὶ εἶπεν αὐτὸ τὸ περιστατικὸν καὶ μοὶ εἶπεν ἰδοὺ ἡ ἀναφορά. Ποῦ τὴν ἔχεις; τῷ εἶπον. Εἰς τὸν πρόεδρον τῷ λέγω πήγαινε νὰ τὴν δώσῃς. Μοὶ φαίνεται εἶναι ὑπάλληλος εἰς τὸ δικαστήριον.

§30ΤΙΝΕΣ. Ἀδιάφορον· ἡμεῖς θέλομεν νὰ μάθωμεν, ἐὰν ᾖναι ἀληθῆ αὐτὰ ἢ ὄχι.

§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις....

§32ΤΙΝΕΣ. Τί ἔγεινε, κύριε πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς;

§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴπομεν νὰ σταλῇ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις κατεπειγόντως νὰ ἐξετάσῃ ἐπὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, ὑπὸ τὸ πνεῦμα ποῦ ἀνέφερεν ὁ κ. Δαγρές, ἢ νὰ παυθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι, ἢ νὰ τιμωρηθῇ αὐτός.

§34ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι γνώμης, κύριε πρόεδρε, νὰ μὴ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη νὰ συνέλθῃ σήμερον, ἢ τὸ πολὺ αὔριον, νὰ καλέσῃ τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν, νὰ τὸν ἐξετάσῃ, νὰ βεβαιωθῇ καὶ νὰ κάμῃ μίαν γνωμοδότησιν.

§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς, εἶναι ἐδῶ. Ἔστειλα νὰ τὸν κράξω. Παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν μίαν στιγμὴν ἂς ἀποχωρήσῃ, διότι εἶναι τὸ πρᾶγμα κατεπεῖγον, νὰ τὸν ἐξετάσῃ ἐὰν ᾖναι τὸ πρᾶγμα ἀληθὲς, νὰ τὸ ἠξεύρωμεν, ἢ, ἐὰν ᾖναι ψεῦδος, νὰ τὸ μάθῃ ὁ κόσμος. Κύριε πρόεδρε τῆς ἐπιτροπῆς!

§36ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Καΐρης.

§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλοῦνται τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἀποχωρήσουν (ἀποχωροῦσιν εἴς τι τῶν παρακειμένων δωματίων). Ἐξακολουθεῖ, κύριοι, ἡ τρίτη συζήτησις ἐπὶ τῶν Λαυριωτικῶν. Ὁ κύριος Μιχαλόπουλος ζητεῖ νὰ καταθέσῃ πρότασιν νέαν.

§38Α. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί! ἐξ ὅσων χθὲς καὶ πρώην καὶ ἐξ ἀρχῆς τοῦ Λαυριωτικοῦ ζητήματος ἀνεπτύχθησαν εἴδατε καὶ κατενοήσατε καὶ κατεμάθετε τὰς δυσκολίας καὶ τὰ προσκόμματα τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τῆς φύσεώς του τὸ περὶ Λαυρίου ζήτημα, καθὼς καὶ πᾶσα διάθεσις τῶν ἐν Λαυρίῳ μεταλλοφόρων χωμάτων πρὸς οἱανδήποτε ἑταιρίαν, παρουσιάζει. Εἴδατε ὅτι ματαιολογοῦμεν καὶ ματαιοπονοῦμεν καὶ τὸν ἀέρα δαίρομεν, ἐὰν θέλωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ὠφελιμώτερον, χρησιμοποιοῦντες τὰ Λαυριωτικὰ χώματα ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Εἴδατε ὁποῖα ὑπὲρ καὶ κατὰ ἔχει ἡ διάθεσις πρὸς ἑταιρίαν, καὶ τὸ μεγαλεῖτερον ἐλάττωμα εἶναι, ὅτι ἀντὶ νὰ ἀφήσῃ εἰς χεῖρας τοῦ δημοσίου 600 ἢ 400 ἢ 200 ἢ 150 ἑκατομμύρια δὲν θὰ ἀφήσῃ πλέον τῶν 20, 30, ἢ 40. Εἴδατε δεύτερον, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν εἰς ἓν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα περὶ τοῦ ποῖον εἶναι τὸ καταλληλότερον σύστημα τῆς ἐκποιήσεως, οὕτως εἰπεῖν, τῆς προσφορᾶς, δι’ ἀκαθαρίστου ἢ καθαρᾶς προσόδου. Ποῖος πρέπει νὰ ᾖναι ὁ ἀνώτατος ὅρος τοῦ τιμήματος, καὶ ποῖος ὁ ἐλάχιστος. Δὲν γνωρίζομεν τί ἔχομεν καὶ τί περιέχει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχομεν καὶ μέλλομεν νὰ ἐκποιήσωμεν, καὶ ἑπομένως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διαγνώσεως τῆς ἀξίας του νὰ εἰσπράξωμεν τὰ δικαιώματά μας. Εἴδατε τὴν πολυπροσωπίαν καὶ δαπάνην τῶν σωματείων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐποπτείαν, διὰ τὴν διάγνωσιν, διὰ τὴν μηχανικὴν ἐργασίαν, καὶ τέλος πάντων δι’ ὅλας αὐτὰς τὰς ἐργασίας. Ἀπέναντι λοιπὸν, κύριοι, αὐτῶν τῶν προσκομμάτων οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν εἰλικρινέστερον σύστημα διαθέσεως, σύστημα, τὸ ὁποῖον οὐδένα θὰ ἐξαπατήσῃ, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ λάβωμεν ὅ,τι ἔχομεν, ἢ δὲν θὰ λάβωμεν ὅ,τι δὲν ἔχομεν· ἂν πράγματι δὲν ἔχομεν τίποτε, θέλομεν πεισθῆ εἰλικρινῶς καὶ τιμίως, ὅτι δὲν ἔχομεν, ἐὰν ὅμως ἔχομεν, θέλομεν λάβει σωστὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχομεν. Τοῦτο, κύριοι, δὲν δύναται νὰ κατορθωθῇ παρὰ διὰ τῆς προτάσεως τῆς ἐθνικῆς ἢ τῆς πολιτικῆς, ἢ τῆς τοῦ κράτους βιομηχανίας, τὴν ὁποίαν ἐξ ἀρχῆς ὑπεστήριξα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ μία τις εἰς τοῦτο δυσκολία ὡς ἐκ τῆς ὑπαρχούσης ἐν Λαυρίῳ ἑταιρίας παρουσιάζεται, φέρω εἰς γνῶσιν ὑμῶν μίαν ἄλλην περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἑταιρία Ῥοῦ πρὸ καιροῦ ὑπέβαλεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον πρότασιν διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ νὰ τῆς χορηγοῦμεν δύο ἑκατομμύρια ἐτησίως ἐπὶ δέκα ἔτη, ὡς ἀποζημίωσιν διὰ τὰ καταστήματά της, τὰς μηχανὰς, τὰς καμίνους, τὰ κέρδη της, τοὺς μέχρι τοῦδε κόπους της, τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα μᾶς διέχυσεν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἢ ἂν θέλετε, καὶ ὡς ποινὴν τῆς ἀπερισκεψίας, τῆς ὀλιγωρίας καὶ τῆς μέχρι τοῦδε ἁπλότητός μας, διότι δὲν ἐνοήσαμεν ὅλοι τί ἔτρεχε εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο καὶ βεβαίως ἡ ἑταιρία μᾶς προσέφερε μίαν μεγάλην ἐκδούλευσιν, διότι μᾶς ἔθεσεν εἰς θέσιν νὰ ἐνοήσωμεν τί ἔχομεν. Προσφέροντες, λέγω, ἐτησίως τὸ ἓν ἢ καὶ τὰ δύω ταῦτα ἑκατομμύρια (ἐὰν ἐμμένῃ ἡ ἑταιρία εἰς τὸν λόγον της, καὶ ἂν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, παραδέχηται τὴν σύμβασιν ταύτην) θὰ ἀπολαμβάνωμεν ἡμεῖς ἐτησίως 15 καὶ 18 ἑκατομμύρια, θὰ ἀποκτήσωμεν δὲ μηχανὰς καὶ καταστήματα πρὸς χρῆσίν μας ἕτοιμα, διότι εἴμεθα φυγόπονοι καὶ εἰς τὴν παρὰ μικρὰν δυσκολίαν σταματῶμεν. Τοῦτο εἶναι τὸ ὅλον· δὲν ἤκουσα δὲ καμμίαν σπουδαίαν ἀντίῤῥησιν κατὰ τῆς προτάσεως τῆς ἀμέσου ὑπὸ τοῦ κράτους καμινεύσεως, εἰμὴ, πῶς θὰ κάμωμεν, πῶς θὰ κατορθώσωμεν τὸ πρᾶγμα, ἐνῷ διὰ τὴν χρησιμοποίησιν αὐτῶν ὡς ἐθνικῶν ἓν μόνον ἑκατομμύριον δραχμῶν, ἐφ’ ἅπαξ ἀπαιτεῖται, καὶ δι’ αὐτοῦ θὰ ἔχωμεν δέκα, καὶ ἐνῷ, διὰ τοῦ τρόπου τὸν ὁποῖον προτείνω, δὲν μοῦ χρειάζονται παρὰ 5 τίμιοι ἄνθρωποι, καὶ 2 ἢ 3 σπουδαῖοι μηχανικοὶ, εἴτε ἐντόπιοι εἴτε ξένοι, καὶ ὄχι τόσα σωματεῖα μισθοδοτούμενα ὑπὸ τοῦ δημοσίου, τὰ ὁποῖα νὰ μᾶς φωτίζουν περὶ τῆς ἀξίας τῶν χωμάτων αὐτῶν· οὕτω δὲ θὰ ἔχωμεν τὰ 18 ἢ 20 ἑκατομμύρια ἐτησίως· καὶ ἂν δὲν ἔχωμεν 18, θὰ ἔχωμεν 15, θὰ ἔχωμεν 4, θὰ ἔχωμεν τέλος πάντων πλέον τῶν 2, τὰ ὁποῖα θὰ δώσωμεν· ἀπαλλαττόμεθα ὅμως ἀπὸ ὅλας τὰς ἐνοχλήσεις, ἀπὸ ὅλας τὰς δυσκολίας, ἀπὸ ὅλας τὰς δαπάνας· καὶ ἂν μίαν ἡμέραν ἴδωμεν, ὅτι τοῦτο δὲν συμφέρει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαγάγῃ τὸ κράτος δι’ ἴδιον λογαριασμὸν τὴν ἐργασίαν (καὶ δὲν πιστεύω νὰ μὴ ἤμεθα ἱκανοί· δὲν ἐπιῤῥίπτω μίαν αὐτοκατάκρισιν εἰς τὸ ἔθνος) ἂν προέρχωνται δυσκολίαι, λέγω, τότε ἐκδίδομεν εἰς δημοπρασίαν τὴν ἐπιχείρισιν αὐτὴν, ἀπαλλαττόμενοι ἀπὸ μεγάλας δυσχερείας καὶ ἐμπερδεύματα παρὰ τῆς παντοδυνάμου αὐτῆς ἑταιρίας, ἥτις ἐκεῖ ἐγκαθιδρύθη, καὶ ἥτις ἔλαβε γνῶσιν τοῦ τόπου, καὶ σχέσεις διαφόρους ἔχει, καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται τούτων ἕνεκα νὰ διαγωνισθῇ. Οὐδεὶς — καὶ θὰ τὸ ἐνθυμηθῆτε καὶ θὰ τὸ μεταμεληθῆτε. Ἀπαλλαττόμεθα λοιπὸν ἀπὸ αὐτὰς τὰς δυσκολίας, διότι δὲν θὰ ὑπάρχῃ κράτος ἐν κράτει, καὶ τότε τὸ στάδιον τοῦ συναγωνισμοῦ θὰ ᾖναι εὐχερέστερον, ἀνοικτὸν πρὸς πᾶσαν προσφοράν. Διὰ τοῦτο παρουσιάζω πρότασιν εἰς δύο ἄρθρα, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν συζητήσῃ σπουδαίως καὶ τὴν παραδεχθῇ, ὡς σώζουσαν ἡμᾶς ἀπὸ ὅλας τὰς δυσκολίας καὶ ὡς τὴν εἰλικρινεστέραν καὶ ὠφελιμωτέραν. Ἡ πρότασίς μου εἶναι ἡ ἑξῆς «Ἡ Βουλὴ παραδεχομένη τὴν περὶ ἀμοιβῆς ἢ ἀποζημιώσεως αἴτησιν τῆς ἑταιρίας Ῥοῦ ἐπὶ δεκαετίαν, ἐντέλλεται τὴν συμφερωτέραν περὶ τούτων σύμβασιν τῷ ὑπουργείῳ.» Ἄρθρον βʹ. Ἅμα δεκτῆς γενομένης τῆς συμβάσεως, τὸ δημόσιον ἀναλαμβάνει τὴν διὰ τῶν μηχανῶν καὶ καμίνων τῆς ἑταιρίας ἐκκαμίνευσιν τῶν ἐκβολάδων καὶ τῶν λοιπῶν κατὰ τὸ Λαύριον μεταλλοφόρων χωμάτων πρὸ ὄφελος τοῦ κράτους». Παρακαλῶ δὲ ἡ πρότασίς μου αὕτη νὰ ψηφοφορηθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν.

§39ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Μιχαλάπουλε, ὁμιλεῖτε περὶ ἐκβολάδων καὶ σκωριῶν, ἡ ἑταιρία ὅμως ἔδιδε τὰ 20 ἑκατομμύρια δι’ ἐκβολάδας καὶ σκωρίας, ἡμεῖς ὅμως ἀπεφασίσαμεν ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἐθνικαί· λοιπὸν σᾶς ἀναφέρω τὸ περιστατικὸν αὐτὸ διὰ νὰ τὸ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν εἰς τοὺς ὑπολογισμούς σας.

§40ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἂς ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὴν κυβέρνησιν διὰ νὰ διαπραγματευθῇ· ἐγὼ λέγω καὶ τὰ 20 ἐν ἀνάγκῃ νὰ τὰ δώσωμεν, διότι ἄλλως θὰ χάσωμεν καὶ τὰ 400.

§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένος ὁ κ. Σαράβας.

§42ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριοι, ὀλίγας τινὰς παρατηρήσεις ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω εἰς τὸ Σῶμα ὡς πρὸς τὴν μίαν ἐκ τῶν τριῶν ἰδεῶν, κατὰ τὴν ὑποδιαίρεσιν τὴν ὁποίαν χθὲς ἔκαμεν ὁ κ. Δεληγεώργης τὴν ἐμπεριεχομένην εἰς τὸ ἄρθρον 2, ἐννοῶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἐκφράσωμεν τὸ συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ μετὰ πολλὰς καὶ σοβαρὰς συζητήσεις κατέληξε, συζητήσεις εἰς τὰς ὁποίας, ὀφείλω νὰ δώσω αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν, δὲν ἔλαβον μέρος, διότι ἐνδοιασμοὺς τινας, τοὺς ὁποίους εἶχον καὶ ἔχω ἴσως ἀκόμη, ἐνόμιζον, ὅτι δὲν μοὶ ἦτον ἐπιτετραμμένον νὰ τοὺς μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπεθύμουν νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ ἰδέα ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἐθνικαὶ, χωρὶς οὐδεμία ἐναντία γνώμη νὰ φανῇ ὅτι ὑπάρχει, καὶ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν μου ταύτην ὑπέκυψαν καὶ αὐτοὶ οἱ ἐνδοιασμοί μου. Τὸ συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον κατελήξαμεν, κύριοι, μετὰ τόσας μακρὰς συζητήσεις εἶναι, ὅτι αἱ ἐκβολάδες δὲν εἶναι ἰδιωτικὴ ἰδιοκτησία, εἴτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, εἴτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ δημοσίου δικαίου, εἴτε καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ἐθεώρησε, τοῦ ὅτι δηλ. αἱ γαῖαι ἐπὶ τῶν ὁποίων κεῖνται αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἐθνικαί, ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο. Περὶ τούτου πλήρης ὁμοφωνία ὑπάρχει εἰς τὸ Σῶμα· ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐκφράσωμεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν, καὶ ἂν πρέπει ῥητῶς νὰ τὴν ἐκφράσωμεν. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, φρονῶ, κύριοι, ὅτι εἰς τὸν νόμον δὲν πρέπει νὰ γείνῃ λόγος διόλου περὶ τούτου, ἐὰν ἐννοοῦμεν, ὡς ἐννοοῦμεν βεβαίως, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων δὲν δημιουργεῖται σήμερον, ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει καθιερωμένον ἀπὸ τοὺς κειμένους νόμους· δὲν πρέπει νὰ γείνῃ λόγος ἐν τῷ νόμῳ περὶ τούτου, διότι οἱ νόμοι, ὡς γνωρίζετε, εἶναι ἀπονεμητικοὶ δικαιωμάτων, attributives κατὰ τοὺς Γάλλους, καὶ οὐχὶ ἀναγνωριστικοὶ δικαιωμάτων declaratives· ἔργον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἶναι νὰ ἐφαρμόζῃ τοὺς κειμένους νόμους εἰς τὰς μεταξὺ τῶν πολιτῶν ἀμφισβητήσεις καὶ ν’ ἀποφαίνηται ἐπὶ τῆς ὡρισμένης περιπτώσεως ποῦ τὸ δικαίωμα ὑπάρχει, τοὐτέστι νὰ τὸ ἀναγνωρίζῃ. Δικαιοδοσίαν τοιαύτην, ἀποτελοῦσαν τὸ πρώτιστον καὶ θεμελιῶδες συστατικὸν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἐκτὸς ὁπόταν ἀναλαμβάνῃ τὸ ἔργον τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ τότε οὐχὶ λύουσα ἰδιωτικὴν διαφοράν, ἀλλ’ ἀποφαινομένη γενικῶς· πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν ἑπομένως πᾶσαν ἔκφρασιν, ἔστω καὶ ὑπεμφαίνουσαν ὅτι ἡμεῖς ἐννοοῦμεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν σήμερον ἓν δικαίωμα ὑπὲρ τοῦ δημοσίου· διότι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ ἔχῃ τοιαύτην γνώμην· τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἀναντιῤῥήτως μία δήμευσις ἰδιοκτησίας, καὶ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν θὰ εὑρεθῇ ποτε ὅστις νὰ ὑποστηρίξῃ ἰδέαν τοιαύτην, προφανῶς ἀντικειμένην εἰς τὸ πολίτευμά μας. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι τὸ προτιμότερον εἶναι νὰ μὴ γείνῃ ῥητὴ μνεία εἰς τὸν νόμον περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ δημοσίου. Αἱ συζητήσεις αἱ ὁποῖαι γίνονται, αὗται εἶναι ὁ λόγος τοῦ νόμου, ἡ ratio legis, αἱ δὲ διάφοροι διατάξεις αὐτοῦ μαρτυροῦσιν ὅτι ἡ Βουλὴ ψηφίζουσα αὐτὸν ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴν ἀναμφισβήτητον ἰδέαν, ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου. Νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ προσθέσητε κῦρος περισσότερον εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου ἂν ἐν τῷ νόμῳ τὸ ἀναγράψητε; Ἂν ὅμως ἡ Βουλὴ ἀσπάζηται τὴν γνώμην, ὅτι ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ γείνῃ λόγος εἰς τὸν νόμον, φρονῶ ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐκφρασθῶμεν διὰ τρόπου ἐμφαίνοντος, ὅτι δὲν δημιουργοῦμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο σήμερον, ἀλλ’ ὅτι ἑρμηνεύοντες τοὺς περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου κειμένους νόμους, εἴτε τοῦ ἀστικοῦ, εἴτε τοῦ δημοσίου δικαίου, δίδομεν τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τέλους παρεδέχθη ἡ Βουλὴ παραδεχομένη μὲν ἡ Βουλή, ὅτι αἱ ἐκβολάδες δὲν δύνανται νὰ ἦναι ἀντικείμενον ἰδιωτικῆς κτήσεως καὶ ἀναγράφουσα τοῦτο εἰς τὸν νόμον, δὲν δύναται, φρονῶ, νὰ τὸ πράξῃ ἄλλως ἢ ἐνασκοῦσα δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐκ τοῦ συντάγματος ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, τὸ δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύῃ αὐθεντικῶς τοὺς νόμους, ὁσάκις εἶναι ἀσαφεῖς καὶ δίδουν χώραν εἰς σπουδαίας περὶ τῆς ἐννοίας των ἀμφισβητήσεις· οὐ μόνον δὲ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἔχει ἐκ τοῦ συντάγματος ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχουσιν, ὡς εἰς ἄλλα κράτη, περιορισμοὶ διὰ νόμων τεθειμένοι ὡς πρὸς τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων. Παρ’ ἡμῖν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει ἀπεριόριστον τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ πλήρη ἐλευθερίαν νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτοῦ, ὁσάκις ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀνάγκην. Ἀπὸ αὐτὰς τὰς σκέψεις ἀναχωρῶν, κύριοι, προτιμῶ μᾶλλον τὴν ἔκφρασιν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῶν κυρίων Δημητριάδου, Ῥοντήρη καὶ Ζέγγελη, διότι ἀνταποκρίνεται μᾶλλον εἰς τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλή· ἡ ἔκφρασις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἔχει κατ’ ἐμὲ ἀτοπήματα· φαίνεται ὅτι καθιεροῖ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπὸ τοῦδε, τὸ δημιουργεῖ τοὐτέστι σήμερον· ὅταν τὸ δημιουργῇ θὰ εἴπῃ ὅτι ὑπῆρχεν ἕτερον ἀντίθετον δικαίωμα τὸ ὁποῖον κατήργησε· ἡ ἔκφρασις ἡ ἐμπεριεχομένη ἐν τῷ ὑπουργικῷ νομοσχεδίῳ εἶναι ὅτι «αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος» ἐπειδὴ δὲ κατὰ κανόνα, ὁ ὁποῖος καὶ εἰς τὸν ἀστικόν μας νόμον εἶναι ἀναγεγραμμένος καὶ ὁποῖος εἶναι ἡ στερεὰ βάσις ὅλων τῶν νομοθεσιῶν τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν, οἱ νόμοι κανονίζουσι τὸ μέλλον καὶ δὲν ἔχουσι δύναμιν ὀπισθενεργόν, ἐννοεῖτε πολὺ καλά, ὅτι ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν ἔκφρασιν, ὅπως τὴν διατυπώνει τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον, θέλει γεννηθῆ ἀμέσως ἡ ἀπορία τί γίνεται διὰ τὸ παρελθὸν, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ πολὺ ἀμφιβάλλω, ἂν δὲν γεννηθῶσι καὶ ἰδιωτικαὶ ἀμφισβητήσεις στηριζόμεναι εἰς τοῦτο, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ παρόντος ἀπέκτησαν δικαίωμα ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων· ὁ νόμος θὰ εἴπωσιν οἱ ἐπικαλούμενοι παρομοίας ἀξιώσεις δὲν δύναται νὰ κανονίσῃ εἰμὴ τὸ μέλλον· ἡμεῖς ἐν τούτοις, κατὰ τοὺς νόμους τοὺς ἰσχύοντας μέχρι τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξεδόθη ὁ νόμος οὗτος, ἀπεκτήσαμεν δικαίωμα κυριότητος ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων καὶ τὰ δικαστήρια δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ ἀρνηθῶσιν νὰ ἐξετάσωσι ἓν τοιοῦτον ζήτημα· ἐὰν δὲ τὰ δικαστήρια ἑρμηνεύοντα ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ τοὺς κειμένους νόμους περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ δημοσίου ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων δὲν εὑρεθῶσι σύμφωνα μὲ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐσχημάτισεν ἡ Βουλή, τότε θέλει ματαιωθῆ ὁ παρὼν νόμος, καὶ θέλομεν κατακριθῆ, ὅτι ἠθελήσαμεν νὰ δημεύσωμεν τὴν ξένην ἰδιοκτησίαν. Ὥστε δὲν βλέπω τὸν λόγον διατὶ νὰ μὴ παραδεχθῶμεν τὸν τύπον ἐκεῖνον τῆς ἐκφράσεως ὁ ὁποῖος ἐνῷ περιέχει πλήρη τὴν ἔννοιαν τῆς Βουλῆς, μᾶς ἀπαλάττει καὶ ἀπὸ ἐνδεχομένας νὰ προκύψωσι δυσκολίας. Ἡ γνώμη μου, καθὼς ἐν ἀρχῇ εἶπον, εἶναι νὰ μὴ γείνῃ ῥητὴ μνεία εἰς τὸν νόμον περὶ τοῦ ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων δικαιώματος τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ νὰ ἀφεθῇ εἰς τὰς συζητήσεις καὶ εἰς τὴν συναρμολογίαν τῶν διατάξεων νὰ ἐκφράζωσι τοῦτο ὡς ἀναγκαίαν προϋπόθεσιν τοῦ νόμου. Ἐὰν ὅμως πρέπῃ νὰ τεθῇ εἰς τὸν νόμον ῥητὴ μνεία τοῦ ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων δικαιώματος τοῦ δημοσίου, νομίζω ὅτι εἶναι προτιμητέα ἡ ἔκφρασις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Δημητριάδου, Ῥοντήρη καὶ Ζέγγελη, διότι εἶναι περιβεβλημένη τύπον ἑρμηνευτικὸν, ὅστις προλαμβάνει τ’ ἀτοπήματα περὶ ὧν ἔκαμα λόγον.

§43ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ ὑποβάλω κάτι τι· (ἀναβαίνει τὸ βῆμα). Ἡ ἐπιτροπὴ, κύριοι βουλευταὶ, ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ περαιώσασα τὰς ἐργασίας της ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς, καθὼς καὶ ἐπὶ τῶν πιστώσεων αἱ ὁποῖαι παρεπέμφθησαν εἰς αὐτὴν (καταθέτει τὰς ἐκθέσεις εἰς τὸ προεδρεῖον). Πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπή σας διεξῆλθε καὶ ἐπεξειργάσθη εἰς ἐπανειλημμένας συνεδριάσεις αὐτῆς τὸν ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1871· λαμβάνει δὲ τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλῃ διὰ τῆς παρούσης τὸ ἐξαγόμενον τῶν σκέψεων καὶ γνωμῶν της. Αʹ. Προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων. Μετ’ εὐχαριστήσεως ἡ ἐπιτροπὴ παρετήρησεν ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐσημείωσεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὰ ἔσοδα, στηριχθεὶς μᾶλλον εἰς τὸ εἰσπράξιμον ποσὸν αὐτῶν καὶ ὄχι εἰς τὸ βεβαιωθησόμενον· οἱ σημειούμενοι δ’ ἐν τῇ εἰσηγήσει τοῦ ὑπουργοῦ τρεῖς λόγοι, ἤτοι, ἡ ἀποκατάστασις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἡ εὐφορία τῶν ἐλαιοδένδρων καὶ ὁ νέος περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων νόμος, καθιστῶσι λίαν βασίμους τοὺς ὑπολογισμούς, καθ’ οὓς τὰ ἔσοδα ἀνῆλθον εἰς δραχ. 32,576,000. Εἰς τὰ καθέκαστα τῶν ὑπολογισθέντων ἐσόδων οὐδεμίαν κρίνει ἡ ἐπιτροπὴ ἀναγκαίαν μεταβολήν, ἐκτὸς μόνον τῆς ἀπαλείψεως τοῦ ὑπὸ τὸ Κεφάλ. Δʹ. ἄρθρ. 2 σημειωθέντος ἐσόδου δραχ. 6,000 ἐκ τῶν λουτρῶν Κύθνου, καθόσον δι’ εἰδικοῦ νόμου διετέθησαν ταῦτα οὕτως, ὥστε ἐπὶ εἰκοσαετίαν οὐδὲ πρόσοδον νὰ ἀποφέρωσιν, οὐδὲ δαπάνην εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου νὰ προκαλῶσιν. Ἐπειδὴ ὅμως, ἀφ’ ἧς ὑπεβλήθη ὁ προϋπολογισμός, διετέθησαν ἐκ τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ 601 μετοχῶν τοῦ δημοσίου αἱ 450 καὶ ὑπελείφθησαν, τό γε νῦν ἔχον, μόνον 151, ἡ ἐπιτροπὴ ἀναγκαῖον κρίνει νὰ μεταβληθῇ ἡ ἐν τῷ Κεφαλ. Ϛʹ, ἄρθρ. 8 ὑπὸ τὸν τίτλον «Μερίσματα μετοχῶν τῆς Τραπέζης» πρόσοδος τοῦ δημοσίου, σημειουμένου ὡς ἐσόδου τοῦ ἐκ τιμήματος 450 μετοχῶν εἰσπραχθέντος ποσοῦ ἐκ δραχ. 975,934 καὶ τοῦ μερίσματος τῶν ὑποληφθεισῶν 151 μετοχῶν ἐκ δραχ. 27,200, ἐκτὸς ἂν πρόκηται καὶ αὗται νὰ διατεθῶσιν, ὅτε δέον νὰ σημειωθῇ καὶ τούτων τὸ ἀντίτιμον ὡς ἔσοδον, διαγραφομένου τοῦ τίτλου «Μερίσματα». Τὰ κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκκρεμῆ ὄντα νομοσχέδια περὶ τῶν ἐπ’ ἐθνικῆς γῆς φυτειῶν καὶ περὶ διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν ἐπεψηφίσθησαν ἤδη καὶ ἐκυρώθησαν ὑπὸ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ὡς ἐπληροφορήθη ἡ ἐπιτροπή· ἀναγκαῖον ἑπομένως ἀποβαίνει νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὡς ἔσοδον τὸ εἰσπραχθησόμενον ποσὸν ἐντὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους ἐκ τῶν προκαταβολῶν, αἵτινες κατὰ τοὺς νόμους τούτους θέλουσι γίνει συγχρόνως πρὸς τὰς δηλώσεις ὑπὸ τῶν ἐμφυτευτῶν καὶ τῶν κατόχων. Τὸ ἐκ τῶν τοιούτων προκαταβολῶν ποσὸν ὑπολογίζει ἡ ἐπιτροπὴ στηριζομένη εἰς τὰς κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νόμων τούτων δοθείσας ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ πληροφορίας εἰς δραχ. 2,000,000, ὑπολογιζομένου δὲ καὶ τοῦ ἀντιτίμου τῶν μετοχῶν τῆς Τραπέζης, τὰ ἔσοδα τοῦ 1871 θέλουσιν ἀνέλθει εἰς δραχ. 35,576,000. Εἰ καὶ τὸ ὑπὸ ἐπιψήφισιν διατελοῦν νομοσχέδιον περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων παρέχει τὴν βάσιμον ἐλπίδα ὅτι αἱ ἐν γένει καθυστερήσεις θέλουσι περιορισθῆ, οὐχ ἧττον ἡ ἐπιτροπὴ κρίνει ἀναγκαῖον νὰ συστήσῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἰδιαιτέραν προσοχὴν εἰς τὴν ἔγκαιρον εἴσπραξιν τῶν φόρων ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν, οἵτινες παρουσιάζουσι τὰς σπουδαιοτέρας καὶ μᾶλλον ἀδικαιολογήτους καθυστερήσεις. Οὐχ ἧττον ἡ ἐπιτροπὴ κρίνει ἐπάναγκες νὰ συστήσῃ ἰδιαιτέραν προσοχὴν εἰς τὴν ἔγκαιρον βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν προξενικῶν τελῶν (Κεφάλ. Βʹ. ἄρθρ. 3), καθόσον, ὡς ἐπληροφορήθη, μεγάλη ἐπικρατεῖ ἀταξία εἰς τὴν βεβαίωσιν καὶ μεγάλη παρατηρεῖται βραδύτης εἰς τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν. Βʹ. Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων. ά. Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν. Εἰς Κεφάλ. Γʹ. ἄρθρ. 6, ἡ ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων ἐτησία προίκισις ἐσημειώθη ἐκ δραχ. 150,000. Μετὰ τὸν προσφάτως ὅμως ψηφισθέντα νόμον, ἡ προίκισις αὕτη ηὐξήθη κατὰ δραχ. 100,000, ὥστε τὸ ὅλον τῆς προικίσεως πρέπει νὰ ὁρισθῇ εἰς δραχ. 250,000. Πλὴν ὅμως τῆς προσθήκης ταύτης ἀπαιτεῖται καὶ ἄλλη νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις εἰς τὸ ἔξοδον τοῦτο ἐκ δραχ. 20,000, κατὰ τὴν πρὸς τὴν Βουλὴν δήλωσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἕνεκα τῶν ἐν τῇ δηλώσει ταύτῃ σημειουμένων συντάξεων Ἑπτανησίων, αἵτινες ἐπιβαρύνουσι μὲν τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων, ἀλλὰ μὴ πληρωθεῖσαι κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος ὡς ἐκ τῆς ἀπορίας τοῦ εἰδικοῦ τούτου ταμείου ἀποβαίνουσιν ὑποχρεωτικαὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὡς περιλαμβανόμεναι εἰς τὸν ὑπὸ τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας παραδοθέντα κατὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου κατάλογον· ἀνάγκη ἑπομένως νὰ προστεθῇ ὑπὸ εἰδικὸν ἄρθρον, ἤτοι ὑπ’ ἀριθ. 7 τοῦ Κεφαλ. Γʹ. ὑπὸ τὸν τίτλον «χορηγία διὰ καθυστερούσας συντάξεις 16 Ἑπτανησίων συνταξιούχων κατὰ τὸ 1870 καὶ διὰ συντάξεις τῶν ἰδίων κατὰ τὸ 1871 δραχ. 20,000». Εἰς Κεφάλ. 6, ἄρθρον 4. Ἐκ τοῦ προϋπολογιζομένου ὧδε ποσοῦ ἐκ δραχ. 18,000, ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν ἐλάττωσιν κατὰ δραχ. 3,000 ἐκ τοῦ δι’ ὑλικὸν καὶ συνδρομὰς ἐφημερίδων προϋπολογιζομένου ποσοῦ, καθόσον φρονεῖ ὅτι ἡ διαχείρισις τῆς διὰ συνδρομὰς εἰς ἐφημερίδας ἀπαιτουμένης πιστώσεως πρέπει νὰ διατελῇ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον ἑνὸς μόνου ὑπουργείου, καταλληλότερον δὲ πρὸς τοῦτο εἶναι τὸ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ σημειωθῇ ἡ ἐν γένει δι’ ἐφημερίδας δαπάνη, ἀπαλειφομένης πάσης τοιαύτης πιστώσεως ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἄλλων ὑπουργείων. Ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς προτείνει τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ὑπὸ τὸ ἄρθρον 7 ὑπολειφθέντος ποσοῦ δραχ. 1200 διὰ μαθητευομένους τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τῆς ὑπὸ τὸ ἄρθρον 8 σημειουμένης ἐκ δραχ. 1200 ἀντιμισθίας προσθέτων κλητήρων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τὴν ἐλάττωσιν κατὰ δραχμὰς 600. Ἡ πλειονοψηφία ὅμως τῆς ἐπιτροπῆς ἀποκρούει τὴν γνώμην ταύτην κρίνουσα ἀπαραίτητον τὴν δαπάνην διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας. βʹ. Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν. Εἰς Κεφάλ. Βʹ. ἄρθρον 2. Ἐκ τοῦ σημειωθέντος ποσοῦ τῶν 14,000 δραχμῶν ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν ἐλάττωσιν δραχμῶν 500 λόγῳ συνδρομῶν εἰς ἐγχωρίους ἐφημερίδας, καθόσον, καθ’ ἣν ἀρχὴν νομίζει ἡ ἐπιτροπὴ ὀρθήν, ἡ διὰ τὰς ἐφημερίδας δαπάνη πρέπει νὰ σημειόνηται εἰς μόνον τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἰς Κεφάλ. Γʹ. ἄρθρον 1. (ὑπ’ αὔξοντα ἀριθμὸν 20). Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐσημειώθη ἄμισθον τὸ προξενεῖον Παλαιστίνης· ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδήλωσεν ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γίνῃ τὸ προξενεῖον τοῦτο ἔμμισθον, καθόσον ἐνῷ ἡ διατήρησις αὐτοῦ ἀποβαίνει διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας ἀναγκαία, δὲν κατορθοῦται αὕτη ἕνεκα τῶν ὀλίγων εἰσπράξεων. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀναγνωρίζουσα τὸ βάσιμον καὶ δεδικαιολογημένον τῶν λόγων, εἰς οὓς στηρίζεται ἡ δήλωσις τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ, προτείνει νὰ προστεθῇ ὁ μισθὸς τοῦ προξένου ἐκ δραχ. 9,600 κατ’ ἔτος. Εἰς Κεφάλ. ΣΤʹ. Δι’ ἀποστολὰς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν σημειοῦται ποσὸν δραχ. 220,000, χρησιμεῦον εἰς συντήρησιν τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ πρεσβειῶν, πλὴν τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως κατὰ πλειονοψηφίαν φρονοῦσα ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ διατηρηθῶσιν ὅλαι αἱ πρεσβεῖαι, προτείνει τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ τούτου κατὰ δραχ. 100,000, ἀποβαίνοντος ἐπαρκοῦς τοῦ ὑπολοίπου ἐκ δραχμῶν 120,000 διὰ τὴν διατήρησιν πρεσβειῶν ὅταν καὶ ὅπου ἡ Κυβέρνησις κρίνῃ αὐτὴν ἀναγκαίαν πρὸς κρείττονα ὑπηρεσίαν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Ἡ μειονοψηφία ὅμως τῆς ἐπιτροπῆς φρονοῦσα πάντη περιττὰς τὰς πρεσβείας προτείνει τὴν πλήρη ἀπάλειψιν τῆς πιστώσεως ταύτης. Σημειωτέον δὲ ὅτι δύω ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς κρίνουσιν ὁλόκληρον τὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειωθεῖσαν πίστωσιν ἀναγκαίαν. γʹ. Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης. Εἰς Κεφάλ. Αʹ. ἄρθρον 5. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐσημειώθη ἐλάττωσις εἰς τὴν διὰ τὰ εἰρηνοδικεῖα πίστωσιν κατὰ δραχ. 32151 διὰ τῆς καταργήσεως 19 εἰρηνοδικείων. Ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως κατὰ πλειονοψηφίαν προτείνει τὴν διατήρησιν τῶν εἰρηνοδικείων καὶ ἑπομένως τὴν ἀπάλειψιν τῆς ἐλαττώσεως, καθόσον φρονεῖ ὅτι ἡ κατάργησις τῶν εἰρηνοδικείων θέλει συνεπιφέρει προσκόμματα εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, παρεμποδίζουσα καὶ παραβλάπτουσα ἐπὶ βλάβῃ τῆς δικαιοσύνης τοὺς κατοίκους τῶν μερῶν, ἔνθα ὑπάρχουσι τὰ καταργηθησόμενα εἰρηνοδικεῖα, συνιστᾷ δὲ τὴν κατάλληλον τοποθέτησιν αὐτῶν. Εἰς Κεφάλ. Βʹ. ἄρθρον 1. Τῆς ἐκ δραχ. 10,050 πιστώσεως προτείνεται ἡ ἐλάττωσις κατὰ δραχ. 500 λόγῳ συνδρομῶν εἰς ἐφημερίδας, καθόσον ἡ περὶ τούτου δαπάνη ἀνάγεται εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, κατὰ τὴν παραδεχθεῖσαν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἀρχήν. Ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ πλειονοψηφίαν προτείνει τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως διὰ τὴν σύστασιν πρωτοδικείου ἐν Εὐρυτανίᾳ, καθόσον καὶ ἡ ἀπόστασις τῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ταύτῃ οἰκούντων πρὸς τὴν ἕδραν τοῦ πρωτοδικείου εἶναι ἐπαισθητῶς μεγάλη, συνεπαγομένη δυσυπέρβλητα προσκόμματα εἰς τὴν ἀπονομὴν ἰδίως τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, καὶ λόγοι δημοσίας ἀσφαλείας ὡς ἐκ τῆς ἐξαιρετικῆς παρὰ τὰ μεθόρια θέσεως τῆς ἐπαρχίας ταύτης καθιστῶσιν ἀναγκαίαν τὴν σύστασιν τοῦ πρωτοδικείου τούτου. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ὅτι αἱ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀναγόμεναι ὑποθέσεις ηὔξησαν ἐπαισθητῶς καὶ ὡς ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν πρωτοδικείων τοῦ Κράτους καὶ ὡς ἐκ τῆς ἀνάγκης, εἰς ἣν τὸ ἀνώτατον τοῦτο δικαστικὸν Σῶμα εὑρίσκεται νὰ δικάζῃ καὶ κατ’ οὐσίαν εἰς τὰς ἐν τῷ σχετικῷ νόμῳ ὡρισμένας περιπτώσεις, συνιστᾷ εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ καὶ προτείνῃ ἀνάλογον αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ἀρειοπαγιτῶν ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ἐνήμερος καὶ ταχεῖα συζήτησις τῶν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰσαγομένων ὑποθέσεων. Ἡ ἐπιτροπὴ συνιστᾷ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ταχεῖαν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τῶν ἐκκρεμῶν ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς νομοσχεδίων· α) περὶ τῶν προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων· β) περὶ ἀποχωρήσεως τῶν δικαστῶν καὶ τῶν ψῆφον ἐχόντων μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· γ) περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν μαρτύρων· δ) περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν δικαστικῶν κλητήρων ἐπὶ τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων, καθόσον αἱ ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων τούτων προκύψουσαι ὠφέλειαι εἰσὶ προφανεῖς καὶ ἀναμφισβήτητοι. Εἰς τὸ τελευταῖον δὲ περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν κλητήρων ἡ Ἐπιτροπὴ νομίζει ἀναγκαῖον νὰ προστεθῇ εἰδικὴ διάταξις ὁρίζουσα τὴν ἀμοιβὴν τῶν κλητήρων διὰ τὴν ἐπίδοσιν τῶν δικογράφων τοῦ δημοσίου ἐν ταῖς πολιτικαῖς αὐτοῦ δίκαις, ἵνα ἐντεῦθεν προκύψῃ οἰκονομία τις ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Τελευταῖον ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπαραίτητον θεωρεῖ νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἰδιάζουσαν μέριμναν πρὸς ἀνοικοδόμησιν καταστήματος τῶν δικαστηρίων ἐν τῇ πρωτευούσῃ, καθόσον καὶ ἡ ἀπαραίτητος εἰς λειτουργοὺς τῆς Θέμιδος εὐπρέπεια καὶ αὐτὸ τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας πρὸς εὐχερεστέραν διεξαγωγὴν τῶν δικαστικῶν ἐργασιῶν πρὸ πολλοῦ κατέστησαν ἐπαισθητὴν τὴν ἀνάγκην ταύτην· ἄλλως τε ἡ ἀνοικοδόμησις δικαστικῶν καταστημάτων δύναται εὐχερῶς νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ μετοχῶν, ὅταν ἡ κυβέρνησις προσφέρῃ μόνον τὸ ἀναγκαῖον πρὸς τοῦτο οἰκόπεδον. δʹ. Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν. Ἐν τῇ περὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐκθέσει ἡ Ἐπιτροπὴ ἐξέθεσε τὴν γνώμην αὑτῆς τοῦ νὰ συγκεντρωθῇ ἡ δι’ ἐφημερίδας ἐν γένει ὅλων τῶν ὑπουργείων δαπάνη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ οὕτω τοιαύτη πίστωσις νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν ἄλλων ὑπουργείων. Κατὰ τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἀποβαίνει ἀναγκαῖον νὰ προστεθῇ εἰς τὸ κεφάλ. Αʹ. ἴδιον ἄρθρον 4ον «δαπάνη δι’ ἐφημερίδας ἐν γένει», προϋπολογιζομένου πρὸς τοῦτο ποσοῦ δραχ. 12,000, ἤτοι χιλίων μηνιαίως. Ἡ Ἐπιτροπὴ γνωρίζει ὅτι μὴ ἐπαρκοῦντος τοῦ ὑποδεεστέρου προσωπικοῦ τοῦ ὑπουργείου τούτου εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, διατηρεῖται συνήθως ἔκτακτον προσωπικόν, ὁ μισθὸς τοῦ ὁποίου καταλογίζεται, ὡς μὴ ὤφειλεν, εἰς ἀκατάλληλα καὶ ἄλλον ἔχοντα προορισμὸν κεφάλαια πιστώσεων. Ἐπειδὴ δὲ ἀφ’ ἑνὸς δέον νὰ παύσῃ ἡ ἀνωμαλία αὕτη κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν πιστώσεων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἶναι ὡμολογημένη καὶ ἀναμφισβήτητος ἡ ὑπαγορεύουσα τὴν πρόσληψιν ἐκτάκτου προσωπικοῦ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ κεφάλ. Αʹ. ἴδιον ἄρθρον 5ον, «ἀποζημίωσις ἐκτάκτου προσωπικοῦ,» προϋπολογιζομένης πρὸς τοῦτο πιστώσεως δραχμῶν 10,000. Εἰς τὸ κεφάλ. Γʹ. ἄρθρον 1ον. Τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειωθὲν ποσὸν διὰ γενικὰ μέτρα δημοσίας ἀσφαλείας ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ ἐλαττωθῇ εἰς δραχ. 228,000, ἤτοι νὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις κατὰ δραχ. 22,000, καθ’ ὃ ποσὸν ἐπρότεινε νὰ προστεθῶσιν, ὡς ἀνωτέρω, δύω εἰδικὰ ἄρθρα δι’ ἐφημερίδας ἐν γένει καὶ δι’ ἔκτακτον προσωπικόν, καθόσον, ὡς παρετήρησεν ἡ Ἐπιτροπή, μέχρι τοῦδε ἐδαπανῶντο διὰ τὰς ἀνάγκας ταύτας ἐκ τοῦ διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ὁριζομένου κεφαλαίου. Ἐν τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ ἡ Ἐπιτροπὴ κρίνει ἐπάναγκες νὰ συστήσῃ προσοχὴν περὶ τὴν χρῆσιν τῶν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ψηφιζομένων πιστώσεων, καθόσον ἄλλως ἀναιρεῖται ἄρδην ὁ σκοπὸς τοῦ προσδιορισμοῦ εἰδικῶν δι’ ἑκάστην ἀνάγκην πιστώσεων. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸ παρελθὸν παρετηρήθη ὅτι ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἰδίως ἐδαπανήθησαν οὐκ εὐκαταφρόνητα ποσὰ δι’ ὅλως ἀλλότρια ἀντικείμενα, ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ προστεθῇ μετὰ τὰς λέξεις «καὶ λοιπὰ μέτρα» ἀφορῶντα ἀποκλειστικῶς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Εἰς τὸ κεφάλ. Εʹ. ἄρθρον 5ον. Παραχωρηθέντων τῶν λουτρῶν τῆς Κύθνου δι’ εἰδικοῦ Νόμου, πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειωθεῖσα δαπάνη ἐκ δραχ. 1860 διὰ τὸν ἰατρὸν καὶ 3 φύλακας. Εἰς τὸ κεφάλ. Εʹ. ἄρθρον 6ον. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον τῆς παραχωρήσεως τῶν λουτρῶν Κύθνου ἀπαλειπτέα ἀποβαίνει καὶ ἡ ἐκ δραχ. 550 προϋπολογισθεῖσα δαπάνη δι’ ἔξοδα τοῦ καταστήματος Κύθνου καὶ διὰ προμήθειαν σκευῶν καὶ ἐπίπλων αὐτοῦ. Εἰς τὸ Κεφάλ. Ϛʹ. ἄρθρον 1. Ἐκ τῆς διὰ προσωπικὸν τοῦ ἐν Ἀθήναις δενδροκομείου προϋπολογιζομένης πιστώσεως λαμβάνοντα ἀφορμὴν δύω μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, προτείνουσι τὴν ἀπάλειψιν τῆς πιστώσεως ταύτης, γνωμοδοτοῦντα νὰ διατεθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον τὸ δενδροκομεῖον, ὥστε νὰ συντηρῆται μὲν τοῦτο παρέχον τὴν ὁποίαν καὶ μέχρι τοῦδε προσφέρει ὑπηρεσίαν εἰς τὴν γεωργίαν, νὰ ἀπαλλαγῇ δὲ τὸ δημόσιον τῆς νῦν ψηφιζομένης δαπάνης. Τὴν γνώμην των ὅμως ταύτην δὲν συμμερίζεται ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, θεωροῦσα ἀναγκαίαν τὴν εἰς λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου συντήρησιν τοῦ δενδροκομείου. Εἰς τὸ Κεφάλ. Ϛʹ. ἄρθρον 3. Ἐπὶ τῆς διὰ τὴν ἐν Τίρυνθι γεωργικὴν σχολὴν πιστώσεως προέτειναν ὡσαύτως δύω μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τὴν κατ’ ἄλλον τρόπον διάθεσιν τῶν ἐν Τίρυνθι κτημάτων, τῆς πλειοψηφίας μὴ ἀποδεχομένης τὴν γνώμην ταύτην. Εἰς τὸ Κεφάλ. ϛʹ. ἄρθρον 5. Δύω μέλη τῆς ἐπιτροπῆς προτείνουσι τὴν αὔξησιν τῆς διὰ τὸ σχολεῖον τῶν τεχνῶν πιστώσεως κατὰ δραχ. 10,000, ὅπως διατίθενται ὑπὲρ τῶν εὐδοκιμούντων μαθητῶν καὶ δι’ ἀγορὰν ἐργαλείων. Ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, καί τοι ἀνομολογοῦσα τὴν χρησιμότητα τοῦ πολυτεχνείου, θεωρεῖ ἐπαρκῆ τὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειωθεῖσαν πίστωσιν. Εἰς τὸ Κεφ. ϛʹ. ἄρθρον 8. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν ἐλάττωσιν τῆς πιστώσεως κατὰ δραχ. 7000, καθόσον διὰ τὴν συλλογὴν στατιστικῶν πληροφοριῶν, περαιωθείσης μάλιστα ἤδη τῆς ἀπογραφῆς, ἐπαρκεῖς θεωροῦνται δραχ. 3,000 ἀντὶ τῶν σημειωθεισῶν 10,000. Εἰς τὸ Κεφάλ. Ηʹ. ἄρθρον 3. Ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς θεωρεῖ ἀναγκαίαν τὴν προσθήκην τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως διὰ τὴν σύστασιν τηλεγραφείων ἐν Γαλαξειδίῳ, Πόρῳ καὶ Αἰτωλικῷ, καθόσον αἱ τῶν πόλεων τούτων συναλλαγαὶ ἀρκετὰ ἀνεπτυγμέναι καὶ πολλῷ ὑπέρτεραι ἑτέρων μερῶν, ἐν οἷς ὑπάρχουσιν ἤδη τηλεγραφεῖα, ἐπαισθητῶς βλάπτονται ἐκ τῆς ἐλλείψεως τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ τῶν τηλεγραφείων τούτων αἱ εἰσπράξεις θέλουσι καλύπτει τὸ πλεῖστον μέρος τῶν δαπανῶν. Εἰς τὸ Κεφάλ. Θʹ. ἄρθρον 7. Ἡ δι’ ἀποξήρανσιν ἑλῶν καὶ διευθέτησιν ποταμῶν καὶ χειμάῤῥων σημειωθεῖσα πίστωσις ἐκ δραχ. 30,000 εἶναι κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς ἀνεπαρκής. Ἐν πλείσταις ἐπαρχίαις οἱ ποταμοὶ καὶ οἱ χείμαῤῥοι κατακλύζουσι συνεχῶς ἔκτασιν γαιῶν καὶ κτημάτων προσοδοφόρων, ἡ δὲ διευθέτησις αὐτῶν οὐ μόνον εἰς τοὺς κατοίκους ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ δημόσιον θέλει ἀποβῆ ὠφέλιμος· διὸ ἡ ἐπιτροπὴ συνιστῶσα εἰς τὴν κυβέρνησιν ἰδιάζουσαν μέριμναν διὰ τὴν διευθέτησιν τῶν ποταμῶν, προτείνει νὰ αὐξηθῇ ἡ πίστωσις αὕτη εἰς δραχμὰς 60,000. Εἰς τὸ Κεφάλ. Θʹ. ἄρθρον 10. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειοῦται πίστωσις δραχμῶν τριάκοντα χιλιάδων διὰ τὴν ἰσοπέδωσιν τῶν ὁδῶν τῆς πρωτευούσης καὶ δραχ. 15,000 δι’ ἐκτέλεσιν τῶν σχεδίων τῶν λοιπῶν πόλεων. Ἡ ἐπιτροπὴ εὑρίσκουσα ὅτι αἱ λοιπαὶ πόλεις τοῦ κράτους ἔχουσιν ἀνάγκην μείζονα, προτείνει νὰ ἐλαττωθῇ μὲν ἡ διὰ τὰς ὁδοὺς τῆς πρωτευούσης πίστωσις εἰς δραχ. 15,000, νὰ αὐξηθῇ δὲ ἡ δι’ ἐκτέλεσιν σχεδίων τῶν λοιπῶν πόλεων ἀναγραφομένη εἰς ἴδιον ἄρθρον, εἰς δραχ. 30,000. Εἰς τὸ Κεφάλ. 10 ἄρθρον 2. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διὰ συνδρομὰς ἐφημερίδων σημειωθεῖσα πίστωσις ἐκ δραχ. 2000, καθόσον ἐπροτάθη ἀνωτέρω ἡ ψήφισις εἰδικῆς πιστώσεως δι’ ἐφημερίδας ἐν γένει. έ. Ὑπουργεῖον Ἐκκλησιαστικῶν. Εἰς τὸ Κεφάλ. Αʹ. ἄρθρ. 2. Προτείνεται ἡ ἐλάττωσις τῆς πιστώσεως κατὰ δραχ. 500 λόγῳ συνδρομῶν εἰς ἐφημερίδας, καθόσον ἡ διὰ τὰς ἐφημερίδας ἐν γένει πίστωσις ἐσημειώθη ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἰς τὸ Κεφάλ. Γʹ. ἄρθρ. 11. Ἐκ τῆς σημειουμένης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεως ἐκ δραχ. 6,938 διὰ μισθὸν δύω μηνῶν 15 καθηγητῶν, ἤτοι 7 μὲν ἐκ τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1870 σημειωθέντων καὶ 8 ὑπεραρίθμων, ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ ἀφαιρεθῇ ποσὸν δραχ. 3500 διὰ τοὺς ὑπεραρίθμους καθηγητὰς, καὶ νὰ καταλογισθῇ εἰς βάρος τοῦ διατάξαντος ὑπουργοῦ, καθόσον φρονεῖ, ὅτι ὁ διορισμὸς καὶ ἡ διατήρησις ὑπεραρίθμων καθηγητῶν καὶ εἰς τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἀντίκειται καὶ ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις εἶναι ἀδικαιολόγητος. Εἰς τὸ κεφάλ. Γον ἄρθρ. 13ον. Ἐκ τῆς σημειουμένης πιστώσεως δραχμ. 10,700, διὰ μισθὸν δύω μηνῶν 55 διδασκάλων, ἐξ ὧν 13 ὑπεράριθμοι, ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ ἀφαιρεθῇ ποσὸν δραχ. 2,400, λόγῳ τῶν 13 ὑπεραρίθμων διδασκάλων, τῶν ὁποίων καὶ ὁ διορισμὸς καὶ ἡ διατήρησις ὑπῆρξε παράνομος καὶ ἀδικαιολόγητος καὶ προτείνει ὅ,τι διὰ τοὺς ὑπεραρίθμους καθηγητάς. Εἰς τὸ κεφάλ. 4ον, ἄρθρον 1ον. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εὑρίσκει δεδικαιολογημένην τὴν ἐκ δραχ. 36,000 σημειωθεῖσαν ἐλάττωσιν εἰς τὴν πρὸς συντήρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων βοήθειαν τοῦ δημοσίου, καθόσον ἡ παρ’ ἡμῖν δημοτικὴ ἐκπαίδευσις δεῖται μείζονος ἀναπτύξεως καὶ ἐπιμελείας, ὡς ἀποτελοῦσα τὸν πρῶτον ὅρον τῆς κοινωνικῆς προαγωγῆς καὶ ἠθικοποιήσεως, τὰ δὲ μέσα τῶν δήμων τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς αὐτοὺς τὴν αὔξησιν τῶν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν δαπανῶν. Προτείνει ἑπομένως ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ὁρισθῇ ἡ βοήθεια τοῦ δημοσίου διὰ μισθοδοσίαν τῶν δημοδιδασκάλων εἰς δραχ. 140,000, ἀντὶ τῶν σημειωθεισῶν 104,000 ἤτοι, νὰ προϋπολογισθῇ καὶ διὰ τὸ 1871 τὸ καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος προϋπολογισθὲν ποσόν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὀλίγοι τῶν παρ’ ἡμῖν ἱεροκηρύκων ἐκπληροῦσι πρεπόντως τὸ ἑαυτῶν καθῆκον μεταβαίνοντες εἰς ὅλας τὰς πόλεις καὶ χωρία τῆς δικαιοδοσίας των καὶ κηρύττοντες τὸν Θεῖον Λόγον, θεωρεῖ ἀναγκαῖον νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποχρεώσῃ ἅπαντας τοὺς ἱεροκήρυκας ὅπως ἐκπληρῶσι δεόντως τὰ ἐπιβαλλόμενα εἰς αὐτοὺς σπουδαῖα καθήκοντα. Ἡ ἐπιτροπὴ τέλος θεωρεῖ ἀναγκαῖον νὰ συστηθῇ σπουδαίως εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ αὔξησις τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ὑφίσταται ἔλλειψις τοιούτων ἐν ἐπαρχίαις, τῶν ὁποίων ὅ,τε πληθυσμὸς καὶ ἡ ἔκτασις καθιστῶσιν ἀναγκαίαν τὴν σύστασιν καὶ ἄλλων σχολείων πρὸς ἐπέκτασιν τῆς κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως, ἥτις τοσοῦτον συντελεῖ εἰς τὴν διάπλασιν τῶν κοινωνικῶν ἠθῶν καὶ τὴν διανοητικὴν ἀνάπτυξιν τῶν κατοίκων· ἢ καὶ τὰ ὑπάρχοντα νὰ τοποθετηθῶσι καταλλήλως καὶ ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ. ϛʹ. Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν. Εἰς τὸ Κεφάλ. Αον, ἄρθρ. 1 καὶ 2 τμῆμα οἰκονομικοῦ. Ἀντὶ τοῦ σημειωθέντος ἐπιμελητοῦ τμηματάρχου προτείνεται νὰ σημειωθῇ ὑπεπιμελητὴς τμηματάρχης μὲ τὰς εἰς τὸν βαθμὸν αὐτοῦ ἀποδοχάς. Τμῆμα ὑγειονομικόν. Ἀντὶ τοῦ σημειωθέντος φαρμακοποιοῦ ἐπεξεργαστοῦ, προτείνεται νὰ σημειωθῇ «φαρμακοποιός». Εἰς τὸ Κεφάλ. Βον, ἄρθρ. 1 καὶ 2. Ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς προτείνει τὴν κατάργησιν τοῦ ἀρχηγείου τοῦ σώματος τοῦ μηχανικοῦ καὶ τὴν προσκόλλησιν τῶν ἀξιωματικῶν αὐτοῦ εἰς τὰ ἁρμόδια ὑπουργεῖα· ἡ πλειοψηφία ὅμως τῆς ἐπιτροπῆς ἀποκρούει τὴν γνώμην ταύτην, θεωροῦσα ἀναγκαῖον τὸ ἀρχηγεῖον. Εἰς τὸ Κεφάλ. Γον, ἄρθρ. 1, 2 καὶ 3. Ἀντὶ τῶν σημειωθέντων 4 ἀνθυπασπιστῶν προτείνεται ἡ ἐλάττωσις αὐτῶν εἰς δύω, κατὰ τὸ διάταγμα τῆς 18 Νοεμβρίου 1866, προστιθεμένων δύω ἐπιλοχιῶν ἐργοστασιαρχῶν. Λόχος τεχνιτῶν. Ἕν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς προτείνει νὰ αὐξήσῃ τὸ προσωπικὸν τῶν τεχνιτῶν καὶ μαθητῶν, ὅπως εἶχε καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος· ἡ πλειοψηφία ὅμως τῆς ἐπιτροπῆς ἀποκρούει τὴν γνώμην ταύτην. Εἰς τὸ Κεφάλ. Δʹ. ἄρθρ. 1, 2 καὶ 3. Ἀντὶ τοῦ σημειωθέντος δοκίμου κτηνιάτρου βʹ. τάξεως, προτείνεται ἡ χορήγησις πιστώσεως διὰ κτηνίατρον, ὅπως καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Εἰς τὸ Κεφάλ. Εʹ. ἄρθρ. 1, 2 καὶ 3. Ἐκ τῆς διὰ 4 τάγματα εὐζώνων σημειωθείσης πιστώσεως ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ πλειοψηφίαν προτείνει τὴν συγχώνευσιν τῶν 4 ταγμάτων εἰς 2, λόγῳ τῆς ἐπελθούσης ἐλαττώσεως εἰς τὴν δύναμιν τῶν ταγμάτων τούτων, περιορισθεῖσαν μόνον εἰς 1000 ἄνδρας. Ἡ μειοψηφία ὅμως τῆς ἐπιτροπῆς ὑποστηρίζει τὴν διατήρησιν τῆς πιστώσεως ὡς ἔχει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διότι, καθ’ ἃς ἔλαβε πληροφορίας, ἡ καταδίωξις τῆς ληστείας ἐπιβάλλει τὴν ἀνάγκην τῆς εἰς μικρὰ ἀποσπάσματα διαιρέσεως τῶν εὐζώνων, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ἀπαραίτητον εἶναι νὰ ὑπάρχωσι καὶ οἱ τῶν 4 ταγμάτων ἀξιωματικοί, ὥστε νὰ διατελῇ ἕκαστον ἀπόσπασμα ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν ἑνὸς τοιούτου πρὸς σκοπιμωτέραν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς καταδιώξεως. Ἄλλως τε μικρὰ ἔσται ἡ οἰκονομία διὰ τῆς εἰς διαθεσιμότητα τοποθετήσεως ὀλίγων ἀξιωματικῶν, ἐνῷ διὰ τῆς εἰς ἐνέργειαν διατηρήσεως αὐτῶν θεραπεύεται κατεπείγουσα ἀνάγκη τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας. Εἰς τὸ Κεφάλ. Ζʹ, ἄρθρ. 1 καὶ 2. Ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ πλειοψηφίαν προτείνει τὴν κατάργησιν τῶν δύω θέσεων συνταγματαρχῶν «ἐπιθεωρητῶν στρατοῦ», ὅπως εἶχε καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς προτείνει τὴν κατάργησιν τοῦ ἀρχηγείου Ἑπτανήσου· τὴν γνώμην ὅμως αὐτῆς δὲν ἀποδέχεται ἡ πλειοψηφία. Ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ πλειοψηφίαν προτείνει ἀντὶ τῆς θέσεως «ἰατρὸς ἐπιθεωρητὴς νοσοκομ. καὶ θεραπευτηρίου» νὰ τεθῇ «ἐπίατρος.» Ἡ μειονοψηφία προτείνει τὴν κατάργησιν δύω ἰατρῶν τοῦ νοσοκομείου Ἀθηνῶν καὶ ἑνὸς φαρμακοποιοῦ. Ἐπίσης ἡ μειοψηφία προτείνει τὴν κατάργησιν τῆς θέσεως ἑνὸς δοκίμου ἰατροῦ βʹ. τάξεως· τοῦτ’ αὐτὸ δὲ προτείνει καὶ διὰ τὰ νοσοκομεῖα Κερκύρας καὶ Λαμίας. Ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν κατάργησιν τῆς μιᾶς τῶν δύω θέσεων ὑπεπιμελητῶν (οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν). Προτείνει ὡσαύτως τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ἐπιμισθίου τοῦ προέδρου τοῦ ἀναθεωρητικοῦ. Εἰς τὸ Κεφάλ. Ηʹ, ἄρθρ. 1, 2 καὶ 3. Ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ πλειοψηφίαν προτείνει τὴν κατάργησιν τοῦ στρατιωτικοῦ σχολείου Εὐελπίδων· ἡ μειοψηφία δὲ τῆς ἐπιτροπῆς προτείνει τὴν διατήρησιν τοῦ Σχολείου, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως τοῦ νὰ παραδίδωσι τὰ ἐν τῇ Σχολῇ μαθήματα ἀξιωματικοὶ λαμβανόμενοι ἐκ τῆς φρουρᾶς Ἀθηνῶν ἄνευ ἰδιαιτέρων ἐπιμισθίων. Εἰς τὸ Κεφάλ. Θʹ, ἄρθρ. 1. Ἡ μειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς προτείνει τὴν κατάργησιν τοῦ ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς ὡς περιττοῦ καὶ παρεμβάλλοντος προσκόμματα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, τῆς ἐργασίας αὐτοῦ ἐκπληρουμένης διὰ τῆς εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τοποθετήσεως ἑνὸς ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ. Ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν ἐλάττωσιν τῆς διὰ δύω ἀντισυνταγματάρχας ἐπιθεωρητὰς πιστώσεως εἰς μόνον τὴν μίαν θέσιν. Ἡ μειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς προτείνει τὴν κατάργησιν τῆς θέσεως τοῦ ὑπολοχαγοῦ τῆς οἰκονομίας. Δύω μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ὑποστηρίζουσι τὴν γνώμην ὅτι ἡ δύναμις τοῦ Σώματος τῆς χωροφυλακῆς πρέπει νὰ μείνῃ καὶ κατὰ τὸ ἐνεστὼς οἵα ἦτο καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος· τοῦτο δὲ ἵνα μὴ παραβλαφθῶσι τὰ συμφέροντα τῆς ὑπηρεσίας. Προστίθησι δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι οἱαιδήποτε καὶ ἂν ἐγκριθῶσιν ἐλαττώσεις τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειωθεισῶν πιστώσεων, πρέπει οὐχ ἧττον νὰ ἐπιψηφισθῇ ἡ διὰ τὴν ά. ἑξαμηνίαν πίστωσις, καθόσον ἀπαιτεῖται νὰ μεσολαβήσῃ ὁ ἀναγκαῖος χρόνος πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν τυχὸν ψηφισθησομένων οἰκονομιῶν. Εἰς τὸ Κεφάλ. Κʹ. Προτείνεται ἡ ἀφαίρεσις τῆς διὰ συνδρομὰς εἰς ἐφημερίδας σημειωθείσης πιστώσεως ἐκ δραχ. 1440, καθὅσον ἡ δι’ ἐφημερίδας δαπάνη ἐσημειώθη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ Σῶμα τῶν Ἐπιτελῶν, ἐπροτάθη παρά τινων μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ὁ περιορισμὸς τῶν ἀποτελούντων αὐτὸ ἀξιωματικῶν εἰς τὸν ἀριθμὸν τὸν ὑπὸ τοῦ πρώτου ὀργανικοῦ Διατάγματος ὁρισθέντα· ἀλλ’ ἐπὶ τῇ διαβεβαιώσει τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὁρίζοντος τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν θέλει ἐξετασθῆ εὐρύτερον τὸ ζήτημα τοῦ προσήκοντος περιορισμοῦ, ἡ Ἐπιτροπὴ ἀρκεῖται νὰ ποιήσηται μνείαν τούτου καὶ νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ὅπερ ἀνάγκη νὰ συζητηθῇ πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπιφυλάσσεται δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ φέρῃ ῥητὴν πρότασιν περὶ καταργήσεως τῆς διαθεσιμότητος. ζʹ. Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν. Εἰς τὸ Κεφάλ. Αʹ, ἄρθρ. 1ον, Προσωπικὸν Ὑπουργείου. Μέχρι τοῦδε δὲν προϋπελογίζετο ἐπιμίσθιον τοῦ ὑπασπιστοῦ· ἤδη ἐσημειώθη τοιοῦτον ὡς στηριζόμενον εἰς τὸν Νόμον· ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἀποκρούει τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, προτείνουσα μόνον νὰ φέρῃ ὁ ὑπασπιστὴς βαθμὸν ἀνθυποπλοιάρχου. Διευθυντήριον Ναυστάθμου. Ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει τὰ αὐτὰ, ὡς ἄνω, διὰ τὸν ὑπασπιστήν. Εἰς τὸ Κεφάλ. Γʹ, ἄρθρ. 1ον, Ὑλικόν. Ἐπειδὴ κατὰ τὸ ἐνεστὼς περιωρίσθη ὁ ἀριθμὸς τῶν πλοίων, ἐγένοντο δὲ κατὰ τὸ παρελθὸν σπουδαῖαι ἐπισκευαί, ὧν δὲν ὑπάρχει νῦν ἀνάγκη, προτείνει ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ εἰς δραχ. 100,000. Εἰς τὸ Κεφάλ. Γʹ, ἄρθρ. 3ον, Γαιάνθρακες. Νὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ δραχ. 25,000 εἰς μόνον 15,000· αἱ δὲ δραχ. 29,000 εἰς 16,000 ἕνεκα τῶν ὀλιγωτέρων γαιανθράκων καὶ τοῦ ὀλιγωτέρου ὑλικοῦ. Εἰς τὸ Κεφάλ. Γʹ. ἄρθρ. 5ον Ἡμερομίσθια. Νὰ ἐλαττωθῶσιν εἰς δραχ. 5000, διότι ὁμολογουμένως αἱ ἐπισκευαὶ εἶναι ὀλιγώτεραι, ἄλλως τε οἱ ἐν τῷ Ναυστάθμῳ ἐργάται δὲν εἶναι ὀλίγοι. Εἰς τὸ Κεφάλ. Ζʹ. Νὰ ἀφαιρεθῶσιν οἱ 4 μαθητευόμενοι εἰς τὴν σχολὴν τῶν Εὐελπίδων· κατὰ συνέπειαν νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ ἐκ δραχ. 3000 δαπάνη. Εἰς τὸ Κεφάλ. ΙΑʹ. Ναυτολογία. Νὰ περιορισθῇ εἰς δραχ. 500, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐφέτος ναυτολογηθησομένων εἶναι μικρός. Δίδουσα δὲ τέλος ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν παροῦσαν ἔκθεσίν της, συνίστησιν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν ἀνωτέρω ἐκτεθεισῶν παρατηρήσεων καὶ γνωμῶν αὐτῆς. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 26 Ἀπριλίου 1871. Ὁ πρόεδρος Εὐθ. Κεχαγιᾶς. Τὰ μέλη Κ. Θεοδώρου, Δ. Καραλίβανος, Ν. Π. Βαρβιτσιώτης, Α. Γαΐτας Φωσκάρδης, Α. Κ. Μεταξᾶς, (μ’ ἐπιφυλάξεις τινὰς), Κ. Εὐθυμιόπουλος, Γ. Μαλέας, Ν. Κατσικαπῆς, (μ’ ἐπιφυλάξεις), Σπ. Λεονταράκης, (διαφωνῶ ὡς πρὸς τὴν κατάργησιν τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς), Π. Καλαμογδάρτης, Γρηγ. Δημητριάδης, Π. Ι. Μανωλίδης, Σ. Κολιάτσος, Ι. Α. Παπαζαφειρόπουλος. Πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ἐκ δρχ. 324,241.43|00 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1870, παρατηρεῖ, ὅτι, πλὴν τῆς ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν αἰτουμένης πιστώσεως ἐκ δραχ. 191,500, αἱ λοιπαὶ ἀνάγονται πράγματι εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων, διότι ἀφορῶσι δαπάνας, μήπω πληρωθείσας καὶ ἀναφερομένας εἰς τὰς διὰ τοῦ οἰκονομικοῦ νόμου ψηφισθείσας πιστώσεις, αἵτινες ἀπεδείχθησαν ἀνεπαρκεῖς. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἀνάγκη τῶν δαπανῶν τούτων ὑπῆρξεν ὁμολογουμένη καὶ ἀπαραίτητος πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ἑξῆς ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων· ἤτοι· Χρέος ἐξωτερικόν.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Δι’ ἀπόδοσιν εἰς λογαριασμὸν προκαταβολῆς τῶν τριῶν Δυ-
νάμεων ἕνεκα τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ νομίσματος δρ. 8,440
Διὰ τόκους ὑπερημερίας τοῦ πρὸς τὸν Βασι-
λέα Ὄθωνα χρέους, μὴ πληρωθείσης ἐγκαίρως
τῆς δόσεως » 1,468.40
9,908.40

Χρέος ἐσωτερικόν.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Διὰ τόκους χρεῶν Ἑπτανήσου » 35,454.11

Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Δι’ ἔξοδα ἐκτελέσεως ποινικῶν ἀποφάσεων » 12,000
δρ. 57,362.51

Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Δι’ ἔξοδα ἐπιθεωρήσεως δρ. 219.30
Δι’ ὀκτάμηνον μισθοδοσίαν
δέκα γραμματέων γʹ τάξεως
παρὰ τῷ Λογιστηρίῳ ἐργαζο-
μένων » 8,800
Διὰ ποσοστὰ πλειόνων εἰσ-
πράξεων » 20,000
Δι’ ἔξοδα ὑπηρεσίας ταμείων » 5,500
Δι’ ὅμοια μεταθέσεων ταμει-
ακῶν ὑπαλλήλων » 1,000 » 35,519.30

Ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Δι’ εἴσπραξιν δεκάτων » 7,000
Δι’ ἔξοδα βεβαιώσεως ζώων » 4,000
ὅμοια φόρου οἰκοδομῶν καὶ
ἐπιτηδευμάτων » 2,000 » 13,000
Δι’ ἔξοδα τελωνείων ἕνεκα
τῆς μεταθέσεως τοῦ προσωπικοῦ » 11,000
Δι’ ἀποπληρωμὴν τῶν ἐργα-
σιῶν τῆς ξυλογεφύρας τελωνείου
Ζακύνθου καὶ τελωνείου Κερ-
κύρας » 5,000
Δι’ ἔξοδα ἀποστολῆς χαρ-
τοσήμου » 1,000 » 17,000
Δι’ ἔξοδα τῆς ἐξετάσεως τῶν μεταλλούχων
χωμάτων » 500
Δι’ ἔξοδα ἐπὶ τῶν δημοσίων κτημάτων » 8,000
Δι’ ἐπιστροφὴν χρημάτων » 1,359.62
Δρ.132,741.43

Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν αἰτουμένην πίστωσιν ἐκ δραχ. 191,500, ἡ ἐπιτροπὴ εὑρίσκει, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη εἰς οὐδεμίαν τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ὁριζομένων κατηγοριῶν ὑπάγεται, διότι αὕτη ἀφορᾷ δαπάνας καταβληθείσας ἐντὸς τοῦ ἔτους καθ’ ὑπέρβασιν τῶν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1870 χορηγηθεισῶν πιστώσεων. Ὁ νόμος περὶ τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ (ἄρθρ. 8–20) διῄρεσε τὰ ἔξοδα τοῦ κράτους εἰς τέσσαρας κατηγορίας· 1) πιστώσεις τακτικάς, ἤτοι τὰς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐγκεκριμένας· 2) πιστώσεις ἀναπληρωτικάς· τοιαῦται δὲ εἶναι αἱ χορηγούμεναι, εἴτε ὑπὸ τῶν Βουλῶν ἐν γένει, ἂν αἱ ψηφισθεῖσαι τακτικαὶ πιστώσεις ἀποδειχθῶσιν ἀνεπαρκεῖς, ἄνευ ἐπεκτάσεως τῆς ὑπηρεσίας, εἴτε ὑπὸ τοῦ Βασιλέως εἰς μόνην τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν πρόκειται περὶ δαπανῶν ῥητῶς ἐν τῷ νόμῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ κατονομασθεισῶν ὡς ἐπιδεκτικῶν αὐξήσεως· 3) πιστώσεις ἐκτάκτους, δι’ ἐκτάκτους καὶ κατεπειγούσας ὑπηρεσίας, μὴ προβλεφθείσας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. καὶ 4) πιστώσεις συμπληρωτικάς, ζητουμένας κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ἀπολογισμοῦ πρὸς δικαιολόγησιν ὑπερβάσεων ἐπὶ τῶν τακτικῶν πιστώσεων, ὡς ἀνεπαρκῶν. Καθ’ ὅλας δὲ ταύτας τὰς περιστάσεις αἱ πιστώσεις χορηγοῦνται πρὶν ἡ δαπάνη πληρωθῇ, τοῦτο δὲ ἐννοεῖται οἴκοθεν, διότι πίστωσις οὐδὲν ἄλλο σημαίνει ἢ ἄδειαν πρὸς τὸ δαπανᾶν, εἰς τὴν χορήγησιν τῆς ὁποίας μόνη ἁρμοδία εἶναι ἡ Βουλὴ, ἐν ἀπουσίᾳ δ’ αὐτῆς, καὶ μόνον εἰς τὰς ὁρισθείσας περιστάσεις, ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἐπὶ τῇ βάσει πρακτικοῦ τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ ὑποβληθῇ ἡ ἔγκρισις εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς. Ἐν τούτοις αἱ δαπάναι, δι’ ἃς ζητεῖται ἡ ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν πίστωσις, κατεβλήθησαν χωρὶς νὰ χορηγηθῇ προηγουμένως πίστωσις εἴτε ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἴτε ὑπὸ τοῦ Βασιλέως· δηλαδὴ, ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν διέταξε τῆς δαπάνης τὴν χρῆσιν ἐναντίον τοῦ ἄρθρου 10 Λ. Ν. «Οἱ ὑπουργοὶ δὲν δύνανται, ἐπὶ προσωπικῇ αὐτῶν εὐθύνῃ, νὰ ἐξοδεύσωσιν ἐπέκεινα τῶν χορηγηθεισῶν εἰς ἕκαστον αὐτῶν πιστώσεων»· ὁ δὲ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπέτρεψε τὴν ἐξόφλησιν τῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων ἐναντίον τοῦ ἄρθρ. 11 ἰδ. Ν. «Ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς δὲν δύναται, ἐπὶ ἰδίᾳ αὑτοῦ εὐθύνῃ, νὰ ἐπιτρέψῃ πληρωμὰς ὑπερβαινούσας τὰς χορηγηθείσας εἰς ἕκαστον ὑπουργὸν πιστώσεις,» τὰ ὁποῖα ἐντάλματα δὲν ἠδύνατο ὁ ταμίας νὰ πληρώσῃ ἄνευ τῆς παρὰ τοῦ λογιστηρίου βεβαιώσεως περὶ τῆς ὑπάρξεως διαθεσίμου πιστώσεως τῶν ἀναφερομένων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων, ἥτις βεβαίωσις ἐγένετο διὰ τῆς θεωρήσεώς των, δοῦσα ἀφορμὴν εἰς ἐγκληματικὴν πρᾶξιν. Ἐπειδὴ ὁ Νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἀποτελεῖ τὴν πρώτιστην ἐγγύησιν καὶ βάσιν τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ κράτους, πᾶσα δὲ παράβασις αὐτοῦ ἢ παρέκκλισις ἐκ τῶν διατάξεών του ὁδηγεῖ εἰς τὴν ἀνατροπὴν τῶν καθιερωμένων καὶ παραδεδεγμένων ὅρων διὰ τὸν ἔλεγχον τῶν τὰ δημόσια διαχειριζομένων, ἡ ἐπιτροπὴ φρονεῖ, ὅτι ἡ Βουλὴ χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ κατ’ οὐσίαν τὴν ἀνάγκην καὶ τὸ εἶδος τῶν δαπανῶν πρέπει νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὴν προκειμένην πίστωσιν ἐκ δραχ. 191,500, καταλογίζουσα εἰς βάρος τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν. Τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς· ἀπόκειται δὲ εἰς τὴν Βουλὴν, πειθομένην ἐκ τῶν ἄνω εἰρημένων, ὅτι παρεβιάσθησαν καὶ ὁ ἐτήσιος οἰκονομικὸς τοῦ κράτους νόμος καὶ ὁ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμος, νὰ μὴ ἀφήσῃ τὴν ὀλεθρίαν αὐτὴν τῶν οἰκονομικῶν καχεξίαν περισσεύουσαν καὶ νὰ δείξῃ ἐν τῇ δυνάμει της, ὅτι ἄνευ εὐθύνης, καὶ εὐθύνης, ἣν ὀφείλουσιν ἐνώπιον τοῦ ἔθνους κατὰ τοὺς διέποντας αὐτὸ νόμους ὅλοι οἱ διαχειριζόμενοι τὰ δημόσια, ὅπως παρὰ τοὺς κατ’ ἔτος ἐπιψηφιζομένους φορολογικοὺς νόμους οὐδὲν πλέον δικαιοῦνται νὰ εἰσπράττωσιν, οὕτως αὐστηρῶς αὐτοῖς ἀπαγορεύεται τὸ παρὰ τοὺς νόμους δαπανᾶν, ἵνα παύσῃ τέλος πάντων ἡ καχεκτικὴ ἀβεβαιότης τοῦ κατ’ ἔτος ἐπιψηφιζομένου οἰκονομικοῦ νόμου, πᾶν ἄλλο ἢ τὴν ἀληθῆ καὶ ἀκριβῆ θέσιν τοῦ δημοσίου ταμείου ἐξεικονίζοντος, καὶ ἵν’ ἀνακτήσῃ ὁ θεμελιώδης αὐτὸς νόμος τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ κράτους τὴν τοῦ δημοσίου πλούτου αὐστηροῦ φύλακος ἰσχύν, καὶ τὴν γνησίαν αὐτοῦ ἀποστολὴν, τὴν ὁποίαν δυστυχῶς ἀπώλεσε μέχρι τοῦδε πρὸς βλάβην τοῦ τόπου. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 21 Μαρτίου 1871.

Ὁ Πρόεδρος

ΕΥΘ. ΚΕΧΑΓΙΑΣ.

Τὰ μέλη Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος. Κ. Θεοδώρου. Κ. Δαγρὲς. Κ. Εὐθυμιόπουλος. Ν. Κατσικαπῆς. Π. Μανωλίδης. Γρ. Δημητριάδης. Π. Καλαμογδάρτης. Α. Γαΐτας Φωσκάρδης. Ν. Βαρβιτσιώτης. Γ. Μαλέας. Σ. Κολιάτσος. Ὁ Εἰσηγητὴς Λ. Ι. Καραλίβανος. Πρὸς τὴν Βουλὴν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ κυρώσεως ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 186,000 διὰ γενικὰ μέτρα δημοσίου ἀσφαλείας. Ἐπειδὴ τὸ διὰ τῆς πιστώσεως ταύτης ζητούμενον ποσὸν ἐφάνη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἀρκετὰ ὑπέρογκον σχετικῶς μὲ τὸ ἐγκριθὲν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1870 κεφάλαιον τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, ἀναβαῖνον εἰς δραχμὰς 250,000, ἐξήτασε λεπτομερῶς τὴν χρῆσιν τοῦ κεφαλαίου τούτου, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεώς της ὑπῆρξε τὸ ἀκόλουθον. Ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου τοῦ 1870 μέχρι τέλους Ἰανουαρίου τοῦ 1871 ἐδαπανήθησαν ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῆς δημοσίου ἀσφαλείας δραχμαὶ 338,177 καὶ 88|00. Ἐκ τούτων δι’ ἀμοιβὰς ἐπὶ φόνῳ ἢ συλλήψει ληστῶν καὶ διὰ πληρωμὴν ἀντιμισθίας ὁδηγῶν καὶ ἐθνοφυλάκων ἐπληρώθησαν δραχμαὶ 160,000. Ἐδόθησαν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς πρὸς συντήρησιν ἐκτάκτων κλητήρων κλπ. δραχμαὶ 50,000. Ἐπληρώθησαν εἰς στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα, διατελοῦντα εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας, δραχμαὶ 20,000. Ἐπληρώθησαν εἰς περιθάλψεις παθόντων ἐκ τῆς ληστείας ἢ εἰς συγγενεῖς φονευθέντων ὑπὸ ληστῶν δραχμαὶ 15,000. Ἐπληρώθησαν ἐπίσης εἰς διαφόρους δημοσίους ὑπαλλήλους λόγῳ ἐκτάκτων δαπανῶν ἢ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων δρ. 20,000. Ἐνταῦθα ἡ ἐπιτροπὴ δὲν δύναται νὰ μὴ καταδείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὀλίγη προσοχὴ ἐδίδετο, φαίνεται, εἰς τὰς τοιούτου εἴδους πληρωμὰς, εἰς τρόπον ὥστε εἷς τῶν Νομαρχῶν τοῦ Κράτους ἔλαβε λόγῳ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων καὶ ἐκτάκτων δαπανῶν ἃς ὑπέστη ἐν διαστήματι δύο περίπου μηνῶν δραχμὰς 3146 καὶ 43|00. Ἐπληρώθησαν ἱκαναὶ χιλιάδες δραχμῶν δι’ ἀντιμισθίαν ἢ ἐπιμίσθιον διαφόρων ἀτόμων ὑπαλλήλων καὶ μὴ δι’ ἡμερινὰς καὶ νυκτερινὰς ἐργασίας αὐτῶν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐφιστᾷ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς τὰ ὑπ’ ἀριθ. 8132, 8116 τῆς 1 Δεκεμβρίου λήξ. ἔτους καὶ 8159 τῆς αὐτῆς ἡμερομηνίας χρηματικὰ ἐντάλματα. Ἐδαπανήθησαν ἐν τέλει καὶ δραχμαὶ 18,000 πληρωθεῖσαι εἰς δημοσιογράφους, ἤτοι ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου μέχρι τῆς 9ης Ἰουλίου 1870, δραχμαὶ 6,000 καὶ ἀπὸ τῆς 9 Ἰουλίου μέχρι τῆς 2 Δεκεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους δραχμαὶ 12,000 καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἀναγνωρίζει μὲν τὴν ἀνάγκην εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ ὑπερασπίζεται τὰς ἑαυτῆς πράξεις ἀπέναντι τοῦ ἀντιπολιτευομένου αὐτὴν τύπου, ἀλλὰ φρονεῖ ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 1,000 δραχμῶν κατὰ μῆνα εἶναι ἱκανὸν πρὸς τοῦτο. Δὲν θεωρεῖ ἄσκοπον ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐφελκύσῃ ἐπίσης τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 6465 τῆς 30 7βρίου καὶ 6,891 τῆς 10 8βρίου 1870 καὶ ἐκ δραχμῶν 1,000 χρηματικῶν ἐνταλμάτων ἐπ’ ὀνόματι ἀτόμου, οὗτινος ἡ ἰδιότης ἀπηγόρευε πᾶσαν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου πληρωμὴν εἴτε λόγῳ ἀντιμισθίας εἴτε ἄλλῳ οἱῳδήποτε. Ἡ ἐπιτροπὴ κρίνει ἄξιον παρατηρήσεως καὶ τὸ ἑξῆς· ὅτι ἐνῷ κατὰ τὴν 8 καὶ 9 Ἰουλίου 1870, ὅτε ἀπήρχετο τῆς ἐξουσίας τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Ζαΐμη, οὐδεμία πληρωμὴ ἐγένετο, κατὰ τὴν 1 καὶ 2 Δεκεμβρίου ὅμως τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ὅτε ἀπήρχετο τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἐξεδόθησαν τὰ ὑπ’ ἀριθ. 8,115 μέχρις 8314, 44 χρηματικὰ ἐντάλματα ἐκ δραχ. 12,795 93|00, ἅπαντα ἐπ’ ὀνόματι δημοσίων ὑπαλλήλων λόγῳ προσωπικῶν ὑπηρεσιῶν καὶ δημοσιογραφιῶν, λόγῳ δῆθεν καταχωρίσεων. Δι’ ὅλα ταῦτα ἡ ἐπιτροπὴ, καίτοι βαρυθυμοῦσα, προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔγκρισιν τῆς πιστώσεως καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν τῶν 180 χιλιάδων δραχμῶν, τὸν καταψηφισμὸν δὲ εἰς βάρος τοῦ διατάξαντος τὴν πληρωμὴν τῶν δραχμῶν 6,000, αἵτινες ἐπληρώθησαν πλέον τοῦ πρέποντος εἰς δημοσιογραφικὰ ὄργανα ἀπὸ τῆς 9 Ἰουλίου μέχρι τῆς 2 Δεκεμβρίου. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 27 Ἀπριλίου 1871. Ὁ Πρόεδρος Εὐθ. Κεχαγιᾶς. Ἡ ἐπιτροπὴ Κ. Θεοδώρου, Ν. Βαρβιτζιώτης, Λ. Καραλίβανος, Α. Γαΐτας Φωσκάρδης, Κ. Εὐθυμιόπουλος, Γ. Μαλέας, Ν. Κατσικαπῆς, μὲ ἐπιφύλαξιν, Π. Καλαμογδάρτης, Γρηγ. Δημητριάδης, Π. Μανωλίδης, Στυλ. Κολιάτσος μὲ ἐπιφύλαξιν, Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος μὲ ἐπιφύλαξιν.

§44ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθοῦν, κ. Πρόεδρε.

§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βέβαια.

§46ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ συμπέρασμα, κύριοι, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Σαράβας ἀνατρέπει κατ’ ἐμὲ τὸ συμπέρασμα τῶν συζητήσεων αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τόσας ἡμέρας μᾶς ἐπασχολοῦν. Βεβαίως ἡ Βουλὴ συζητοῦσα τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλῃ εἰς αὐτὴν, ἐσχημάτισε τὴν πεποίθησιν ὅτι αἱ ἐκβολάδες περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται ἀνήκουσιν εἰς τὸ ἔθνος, καὶ ὅτι δὲν δημιουργεῖται σήμερον τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἀλλ’ ὅτι ἀνακηρύσσεται ὡς προϋπάρχον. Ἡ σκέψις ὅμως τὴν ὁποίαν προέταξεν ὁ κ. Σαράβας τοῦ συμπεράσματος καὶ ἐξ ἧς νομίζει ὅτι προέρχεται εἰς αὐτὸ, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀνατρεπτικὴ τοῦ συμπεράσματος τούτου. Ὁ κ. Σαράβας ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐνταῦθα ὑπάρχει περίπτωσίς τις ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου τοῦ συντάγματος περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου, καὶ ἐντεῦθεν ὑπέθεσεν, ὅτι, ἐὰν γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ αὕτη, ἐξασφαλιζόμεθα ἐνταυτῷ καὶ ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν, διότι τὸ ἐκ τῆς πηγῆς ταύτης τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας νομοθέτημα ἔχει ἀναδρομικὴν δύναμιν. Ἀλλ’ εἰς ἀμφότερα ταῦτα ὁ κύριος Σαράβας, ὡς ἐγὼ φρονῶ, σφάλλει· πρῶτον, νομίζω, ὅτι περίπτωσις πρὸς ἐπίσημον, ἤτοι αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν, δὲν ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ ἡμέτερον σύνταγμα δὲν ἐκφράζεται περὶ τούτου, περὶ τῶν περιστάσεων τοὐτέστιν καθ’ ἃς δύναται νὰ γείνῃ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τοῦ νόμου· ἀλλὰ τὰ συντάγματα ἐξ ὧν ἠρύσθημεν τὸ ἡμέτερον, τὸ Γαλλικὸν καὶ τὸ Βελγικὸν δηλαδὴ, δὲν παρεδέχθησαν τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν, ὡς μαρτυροῦσι πολλοὶ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου νόμοι, παρὰ εἰς ὡρισμένας περιπτώσει· εἰς τὰς περιπτώσεις ἐκείνας, εἰς ἃς τὸ ἀκυρωτικὸν ἤθελε περιέλθει εἰς ἀντίφασιν ὡς πρὸς τὸ αὐτὸ νομικὸν ζήτημα μὲ τὸ ἐφετεῖον, καὶ ἤθελεν ἐπιμένει εἰς τὴν αὐτὴν λύσιν μετὰ διπλῆν ἀναίρεσιν. Εἰς τοιαύτας περιπτώσεις μόνον ὑπάρχει ἐπιτετραμμένη ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τοῦ νόμου καὶ τότε ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος· ἐν τῇ προκειμένῃ ὅμως περιπτώσει δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον τι καὶ δὲν ἠμποροῦμεν ἑπομένως νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν, καὶ νὰ χαρακτηρίσωμεν τὴν πρᾶξίν μας ὡς ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου. Ἀλλὰ, καὶ ἂν ἠδυνάμεθα νὰ καταφύγωμεν κατὰ τὸ σύνταγμα εἰς αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς ἑρμηνείας, ἡ ἐπιθυμία τοῦ κ. Σαράβα, νὰ δοθῇ οὕτως ὀπισθενεργὸς δύναμις εἰς τὸν νόμον, οὐδόλως ἐπιτυγχάνεται, διότι ἡ ἀρχὴ ἡ καθιερουμένη διὰ τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας ἰσχύει ὡς πρὸς τὸ μέλλον, ἀφαιροῦσα τὴν ἀμφιβολίαν καὶ καθιστῶσα σαφῆ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου· ἑπομένως κατὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ συμφωνήσωμεν μὲ τὸν κύριον Σαράβαν· ὡς ἐκ τούτου φρονῶ, ὅτι τὸ κείμενον, ὅπως ἔχει ἐν τῷ ὑπουργικῷ νομοσχεδίῳ, ἔχει καλῶς, καθόσον μάλιστα αἱ παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ὁ κ. Σαράβας ἐπέφερεν, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου φαίνεται ὡσεὶ νῦν κατὰ πρῶτον δημιουργούμενον τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου, δὲν μοὶ φαίνεται νὰ ἔχωσι σπουδαιότητα μετὰ τὰς συζητήσεις αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν καὶ τὰς ἐπανειλημμένας ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ἔδωκεν ἡ κυβέρνησις περὶ τοῦ ὅτι δὲν εἰσήγαγε νομοσχέδιον δημιουργοῦν νέα δικαιώματα, ἀλλ’ ἀναγνωρίζον ἁπλῶς τὰ ὑφιστάμενα καὶ ἀνέκαθεν ἑπομένως ἰσχύοντα. Τὸ νομοσχέδιον δὲ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Σαράβας ἐθεώρησεν προτιμητέον τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου, ἤτοι τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν κκ. Ῥοντήρη, Δημητριάδου, καὶ Ζέγγελη, αὐτὸ νομίζω προσκρούει καὶ εἰς τοὺς νομοθετικοὺς κανόνας. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς νομοθεσίας δὲν πρέπει νὰ προηγῆται τοῦ νόμου προοίμιον περιέχον αἰτιολογίας, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δίδεται πολλάκις ἀφορμὴ εἰς παρερμηνείαν τοῦ νόμου καὶ ἀδιέξοδον σύγχυσιν εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις. Διὰ τοῦτο ὅλοι οἱ περὶ νομοθετικῆς τέχνης συγγράψαντες κακίζουν ὁμοφώνως τὰ προοίμια καὶ τοὺς προλόγους· περιορίζομαι δὲ μόνον νὰ ὑπομνήσω εἰς ὑμᾶς τὸν Σενέκα, ὅστις ἀποφαίνεται ῥητῶς κατ’ αὐτῶν· τὸ νομοσχέδιον δὲ τῶν κκ. Ῥοντήρη, Ζέγγελη, καὶ Δημητριάδου, περιπίπτει κατὰ μείζονα λόγον εἰς αὐτὸ τὸ ἄτοπον καὶ τὸν ἐντεῦθεν ἀπειλούμενον κίνδυνον, διότι ὄχι μόνον παραδέχεται αἰτιολογίαν, ἀλλὰ τὴν αἰτιολογίαν ταύτην δέχεται ἐντὸς τοῦ κειμένου τοῦ νόμου· τὸ νομοσχέδιον λέγει «ἀναγνωρίζεται ὡς ἀνήκουσα εἰς τὸ κράτος» ἡ ῥῆσις αὐτὴ «ὡς ἀνήκουσα» εἶναι ἡ ratio legis, ὁ λόγος τοῦ νόμου, καὶ οὗτος κατὰ τὰς ἁπλουστέρας ἀρχὰς τῆς νομοθεσίας δὲν πρέπει νὰ τίθηται ἐν τῷ νόμῳ. Ἐκτὸς τούτου ὑπάρχει καὶ ἄλλη πολλῷ μείζων ἔλλειψις, διότι ὁ λόγος τοῦ νόμου τίθεται ὡρισμένως εἰς τὸ προϋπάρχον νόμημα ......... Παρακαλῶ, ἔκαμα λάθος, ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἰδίᾳ ὁ κύριος Ῥοντήρης, διότι ὁ χαρακτηρισμὸς οὗτος τοῦ νοήματος περιέχεται εἰς τὴν ἰδιαιτέραν αὐτοῦ τροπολογίαν καὶ ὄχι εἰς τὸ κοινὸν τῶν τριῶν βουλευτῶν νομοσχέδιον. Ὁπωσδήποτε ἡ προσθήκη ἢ ἡ αἰτιολογία αὕτη εἶναι ἐντελῶς ἄτοπος.

§47ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐκεῖ ἔχετε δίκαιον.

§48ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Τὸ ἀναγνωρίζετε λοιπόν;

§49ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Μάλιστα.

§50ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Πολὺ καλά, ἑπομένως δὲν προβαίνω περαιτέρω ὡς πρὸς τοῦτο.

§51ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ νὰ ἐννοήσωμεν καὶ ἡμεῖς.

§52ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ τὸ πρᾶγμα ὁμολογεῖται, θὰ ἀναφέρω ἕνα μόνον, τὸν σπουδαιότερον λόγον· διὰ τῆς προσθήκης τοῦ νομῄματος ὡς αἰτιολογίας τῆς νομοθετικῆς ἡμῶν ἀποφάσεως, ῥίπτομεν προδήλως τὴν σύγχυσιν εἰς τὸ νομοσχέδιον, διότι ἡμεῖς θέλομεν ν’ ἀνακηρύξωμεν, καὶ ἀνακηρύττομεν τὰς ἐκβολάδας ὡς ἐθνικὴν περιουσίαν, ὡς δημοσίαν κτῆσιν καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐκθέτομεν αὐτὴν καὶ εἰς δημοπρασίαν· τὸ νόμημα ὅμως δὲν περιέχει τὴν ἰδέαν τῆς ἐθνικῆς περιουσίας, ἀλλὰ περιέχει ἰδέαν πολὺ μᾶλλον περιωρισμένην, διότι τὸ ἡγεμονικὸν νόμημα παριστᾷ δικαίωμα περιορισμοῦ τῆς διαθέσεως, καὶ κανονισμοῦ τῆς χρήσεως καὶ οὐδόλως περιέχει τὴν ἔννοιαν πλήρους καὶ τελείας ἰδιοκτησίας· διὰ τοῦτο δὲ τὸ νόμημα διαφέρει ὁμολογουμένως τοῦ ἐθνικοῦ κτήματος καὶ γίνεται διάκρισις μεταξὺ ἀμφοτέρων. Ἐὰν λοιπὸν ὡς αἰτιολογία τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν ἐκβολάδων ὡς ἐθνικῆς κτήσεως τεθῇ ὁ θεσμὸς τοῦ νομῄματος, ἡ ἀναγνώρισις ἐκείνη, ἐκτὸς τῶν ἄλλων λόγων, ἐξασθενεῖται καὶ εἰς τὸν νόμον θέλει ῥιφθῇ ἐκ τῶν προτέρων ἡ σύγχυσις. Διὰ τοῦτο θεωρῶ τὴν προσθήκην ταύτην οὐχὶ ὀρθὴν καὶ φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τῆς κυβερνήσεως ἔχει καθ’ ὅλα καλῶς καὶ ὅτι αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Σαράβα δὲν ἔχονται ὑποστάσεως.

§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἰδοὺ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀναφορῶν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Ζαφείρη «ὁ στέλων τὴν ἀναφορὰν ὀνομάζεται ......»

§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ παραδέχεται ἡ Βουλή;

§55ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ κ. Μαντζούνη. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἔγγραφόν του.)

§57ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπαντῶ κατὰ πρῶτον εἰς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τῆς τελευταίας ἰδέας αὐτοῦ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς φρονεῖ, ὅτι τὰ νομῄματα εἶναι ἰδέα περιωρισμένη, ὅτι τὰ νομῄματα ἔχουσιν ἔννοιαν πολὺ στενοτέραν ἀφ’ ὅ,τι ἡ ἰδέα τῆς ἐθνικῆς περιουσίας· καὶ ὡς ἀπόδειξιν ἐπεκαλέσθη τὸ ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρχε τοιοῦτος ὁ λόγος μεταξὺ ἐθνικῆς περιουσίας καὶ νομῃμάτων, δὲν ἠθέλαμεν ἀναφέρει ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς «νομήματα καὶ κτήματα τοῦ δημοσίου». Ἀντιπαρατηρῶ, ὅτι ἡ ἱστορία τῶν νομῃμάτων ἐγέννησε τὴν συνύπαρξιν τῶν δύω τούτων λέξεων. Τὰ νομῄματα, κύριοι, ὡς γνωρίζετε, ἦσαν κατ’ ἀρχὰς περιουσία τῶν βασιλέων, δικαίωμα βασιλικὸν, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν τελευταίαν ἔννοιαν, ἣν τὰ νομῄματα εἶχον ἐπὶ τοῦ μεσαιῶνος. Ὅταν ὅμως τὰ ἔθνη ἔλαβον τὴν πρόνοιαν νὰ παρέχωσι βασιλικὴν ἐπιχορήγησιν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ κράτους, τότε τὰ βασιλικὰ νομῄματα περιῆλθον εἰς τὴν κυριότητα τοῦ κράτους· συνεχωνεύθησαν εἰς αὐτὸ, ἐγένοντο νομῄματα τῆς ἐπικρατείας ἢ νομῄματα ἐθνικὰ, διότι ἐξέλιπεν ἡ αἰτία διὰ τὴν ὁποίαν ἀνῆκον εἰς τὸν ἡγεμόνα· συγχωνευθέντα ὅμως διετήρησαν τὸ ὄνομά των καὶ ὅλας τὰς ἰδιότητας αὐτῶν· μόνον ἡ χρῆσις μετεβλήθη, καὶ ἀντὶ νὰ ἦναι πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ ἡγεμόνος ἦσαν πρὸς χρῆσιν τῆς ἐπικρατείας· ἐκ τῆς μεταβολῆς ταύτης τὰ νομῄματα δὲν ὑπέστησαν τὴν ἐλαχίστην μεταβολὴν ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν καὶ τὴν δύναμιν τοῦ δικαιώματος. Ὥστε φρονῶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς ἄλλον λόγον δύναται νὰ στηρίξῃ τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκε, καὶ ποτὲ εἰς τὸν λόγον τοῦτον. Ἀποκρούω τὴν ἰδέαν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Οἰτύλου κυρίου Σαράβα, περὶ τοῦ ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ γίνῃ λόγος ἐν τῷ νόμῳ ὅτι, «αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἐθνικαί». Ἀλλ’ ἐπίσης καὶ διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους ὀφείλω νὰ ἀποκρούσω καὶ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶπε· μὴ μεριμνᾶτε περὶ τῆς φράσεως· μὴ ζητεῖτε νὰ θέσητε ἐν τῷ νόμῳ τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον νομοθετεῖτε, διότι αἱ συζητήσεις ἀποδεικνύουσι καθαρῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλομεν ῥητῶς ἐν τῷ νόμῳ νὰ τεθῇ. Εἰς τοῦτο ταυτίζεται ἡ γνώμη τοῦ κ. Σαράβα μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι καὶ ὁ κ. Σαράβας εἶπε τὸ αὐτό· εἶπεν ὅτι ἐκ τῶν συζητήσεων θέλει προκύψει ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ὁ νόμος περὶ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων γίνεται ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Δὲν θέλω χρειασθῆ πολὺν κόπον διὰ νὰ πείσω ἀμφοτέρους τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους ὅτι ἔχουσιν ἄδικον. Τὸ νομοθετικὸν Σῶμα, κύριοι, δύναται νὰ ἐκδίδῃ νόμους, ἀλλ’ ἀφοῦ τοὺς ἐκδώσῃ δὲν κεῖται εἰς τὴν ἐξουσίαν του νὰ τοὺς ἐφορεύῃ κατὰ τὴν ἐκτέλεσίν των· ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων κυρίως μένει εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Ἐάν, κύριοι, τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, ἐάν οἱ νόμοι ἐφαρμόζωνται καὶ κατά τινα τρόπον ἐκτελῶνται ὑπὸ τῶν δικαστηρίων, ἐννοεῖτε σεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι νὰ ἀφήσητε εἰς τὰ δικαστήρια ν’ ἀποφασίσωσιν, ἀντλοῦντα ἐκ τῶν συζητήσεών μας ἓν πόρισμα περὶ τῆς αἰτίας διὰ τὴν ὁποίαν ἐνομοθετήσαμεν ὡς ἐνομοθετήσαμεν; Οἱ νόμοι, κύριοι, διατρέχουν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων δύω κυρίως κινδύνους· ὁ πρῶτος εἶναι ὅτι δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀντίθετοι πρὸς ἄλλους ἐπικρατεστέρους· ὁ δεύτερος κίνδυνος εἶναι ὅτι ἡ ἑρμηνεία αὐτῶν ἀπόκειται εἰς τοὺς δικαστάς. Ὁ πρῶτος κίνδυνος ὑπάρχει, ὅταν προταθῇ κατὰ τοῦ νόμου ἀντίφασις μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ συντάγματος· ὁ δεύτερος κίνδυνος ὑπάρχει ὅταν ὁ νόμος ἤθελε θεωρηθῆ παρὰ τῶν δικαστῶν ὡς ἀσαφής. Εἶμαι βέβαιος ὅτι σᾶς εἶναι ἀδιάφορον διὰ ποῖον λόγον ὁ νόμος σας δύναται νὰ διατρέξῃ κίνδυνον, διότι πάντων ἡ ἐπιθυμία εἶναι νὰ μὴ ὑπάρξῃ οὐδεὶς κίνδυνος τοῦ νόμου· ἀλλ’ ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ διασαφηνίσω τοὺς κινδύνους, διότι θέλω νὰ προσκαλέσω τοὺς τὰ ἐναντία φρονοῦντας, ἐὰν δὲν πείθωνται, νὰ ἔλθουν νὰ πολεμήσουν τὰς ἰδέας μας· διότι τοὺς ἀποδίδω, καὶ χρεωστῶ νὰ τοῖς ἀποδώσω ταύτην τὴν δικαιοσύνην, ὅτι ἐπιθυμοῦν νὰ ἀποφασίσωμεν ἀδιασείστως περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ δημοσίου εἰς τρόπον ὥστε τὸ ζητούμενον νὰ γίνῃ πρᾶγμα· βλέπω ὅτι διαφωνοῦμεν εἰς τὰς γνώμας, ἔχω ὅμως τὴν πεποίθησιν ὅτι ἀφοῦ ὑπάρχει ἡ αὐτὴ τάσις καὶ ἡ αὐτὴ ἐπιθυμία, ὅλα τὰ ἐμπόδια καὶ προσκόμματα θέλουσιν ἐκλείψει. Εἶναι τῳόντι ζήτημα, κύριοι, εἰς τὴν ἐπιστήμην ἂν τὰ δικαστήρια ἔχουν δικαίωμα νὰ ἐξελέγχωσι τὸν νόμον ὡς ἀντισυνταγματικὸν, διότι ὑπάρχουσι τινὲς φρονοῦντες, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν ἀνήκει εἰς αὐτὰ, ὅταν ὁ νόμος φέρῃ ὅλους τοὺς τύπους, τοὺς ὁποίους οἱ νόμοι περιβάλλονται. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ γνώμη ἐναντία. Τὸ πνεῦμα τῆς ἐπιστήμης εἶναι νὰ θεωρῇ τοσοῦτον ἐλευθερώτερον ἕνα λαὸν, ὅσον εὐρυτέρα εἶναι ἡ δικαιοδοσία τῶν δικαστηρίων αὐτοῦ· καὶ πολλοὶ ἐμέτρησαν τὴν ἐλευθερίαν ἀναλόγως τῆς δικαιοδοσίας. Ὡς πρὸς τοῦτο ἡ Ἑλλὰς ἐὰν δὲν κατέχῃ τὴν πρωτίστην θέσιν, βεβαίως ὅμως κατέχει μίαν ἐκ τῶν πρωτίστων. Διότι ἐὰν ῥίψητε βλέμμα ἐπὶ τῆς δικαιοδοσίας τῶν δικαστηρίων, θέλετε ἴδει ὅτι ταῦτα ἀποῤῥοφῶσιν ὅλην τὴν δικαιοσύνην· διοικητικὴ δικαιοσύνη δὲν ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν· ὅλαι αἱ ὑποθέσεις, ἐξ οἱασδήποτε πηγῆς καὶ ἂν κατάγωνται, ὑπάγονται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν δικαστηρίων· μεταξὺ ὑπαλλήλου καὶ δικαιοσύνης δὲν μεσολαβεῖ ἡ ἄδεια τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς· τὰ δικαστήρια δικάζουσι καὶ αὐτὴν τὴν τῶν ὑπουργῶν εὐθύνην. Ἡμεῖς λοιπὸν δέον ν’ ἀποκλίνωμεν μᾶλλον πρὸς τὴν δευτέραν γνώμην παρὰ πρὸς τὴν πρώτην. Ἀλλὰ πρὸς τούτοις ἔχομεν ἀποδείξεις θετικὰς, ὅτι τὰ δικαστήρια δύνανται νὰ ἐξετάσωσι τὸ συνταγματικὸν τοῦ νόμου εἰς μίαν ὑπόθεσιν ἡ ὁποία εἶναι ἀδελφὴ τῆς συζητουμένης σήμερον· εἶναι ἡ ὑπόθεσις τῶν σκωριῶν ἔνθα ἐπαρουσιάσθη τὸ ζήτημα καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου περὶ τῆς συνταγματικότητος τοῦ νόμου περὶ δασῶν. Προέτειναν οἱ ἐναντίοι ὅτι ὁ νόμος περὶ δασῶν δὲν ἰσχύει, ὡς περιέχων δήμευσιν ἀπηγορευμένην ὑπὸ τοῦ συντάγματος· ἐσκέφθησαν ἀμφότερα τὰ δικαστήρια καὶ τὸ Ἐφετεῖον καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος· σᾶς ἀναγινώσκω τὴν σκέψιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὁποία ἀναφέρει καὶ τὰς σκέψεις τοῦ Ἐφετείου. «Ἐπειδὴ τὸ Ἐφετεῖον ἀποφηνάμενον (αἰτιολ. δʹ. τῆς 25195 ἀποφάσεως καὶ αἰτιολ. κέ. κϛʹ. κή. καὶ λʹ. τῆς 28011) ὅτι ὁ περὶ δασῶν νόμος δὲν ἐδήμευσε τὴν ἐπὶ δασῶν ἰδιωτικὴν περιουσίαν, ὁρίσας ἁπλῶς τὸν χρόνον ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ προσαχθῶσι τὰ τῆς ἀποδείξεως τῆς ἰδιωτικῆς αὐτῆς ἰδιοκτησίας μέσα, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐφαρμογὴν τὰ συντάγματα τοῦ 1844 (ἄρθρ. 12) καὶ 1864 (ἄρθρ. 17) τ’ ἀπαγορεύοντα τὴν δήμευσιν, οὐδεμίαν διάταξιν τοῦ νόμου παρεβίασαν, ἀφοῦ ἐν τῷ νόμῳ τῆς 17 Νβρίου 1836 δὲν πρόκειται περὶ δημεύσεως ἰδιωτικῆς περιουσίας, ἀλλ’ ὁρίζεται ἁπλῶς δι’ αὐτοῦ ὅτι τὰ δάση περὶ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν ὁποίων δὲν ἤθελον προσαχθῆ ἐντὸς τοῦ ὁρισθέντος χρόνου τίτλοι, θεωροῦνται ἐθνικά.» Βλέπετε λοιπόν, κύριοι, ὁποία εἶναι ἡ δικαιοδοσία τῶν δικαστηρίων μας· διότι ἡ ἀπόφασις ἐξεδόθη πρὸ 15 ἡμερῶν ἢ πρὸ ἑνὸς μηνός. Βλέπετε ὅτι ἐνησχολήθησαν καὶ Ἐφετεῖον καὶ Ἄρειος Πάγος ἐπὶ τοῦ ζητήματος «ἐὰν ὁ νόμος ἀντιβαίνει εἰς τὸ σύνταγμα.» Ἰδοὺ λοιπὸν ὁ πρῶτος κίνδυνος, τὸν ὁποῖον διατρέχουν οἱ νόμοι ἐξερχόμενοι τῶν χειρῶν τοῦ νομοθέτου καὶ μεταβαίνοντες πρὸς ἐφαρμογὴν εἰς τὰ δικαστήρια. Ὁ δεύτερος κίνδυνος εἶναι ἡ ἀσάφεια τοῦ νόμου· διότι ὁ νόμος δύναται νὰ φανῇ εἰς τὸν δικαστὴν ἀσαφὴς καὶ ὀφείλει νὰ τὸν ἑρμηνεύσῃ, εἴτε διὰ τοῦ γράμματός του, εἴτε διὰ τῆς λογικῆς ἐννοίας καὶ τῶν λόγων οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν αὐτόν· εἰς δὲ τὴν ἑρμηνείαν ταύτην εἶναι εὐρύτατον τὸ στάδιον τῶν δικαστῶν, διότι οὔτε ὑπὸ τῆς νομοθεσίας, οὔτε ὑπὸ τῆς νομολογίας, οὔτε ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης τίθεται ὅριον, ἐξαιρουμένων ὀλιγίστων τινων κανόνων οἱ ὁποῖοι ὑποχρεωτικοὶ εἶναι εἰς τὴν λογικὴν μᾶλλον ἢ εἰς τὸν δικαστήν. Ἐννοεῖ κανεὶς ἐξ ἡμῶν, κύριοι, νὰ ἀφήσητε τὸν νόμον τοῦτον εἰς τὴν εὐρεῖαν ταύτην δικαιοδοσίαν τῆς ἑρμηνείας τῶν δικαστῶν; Πιστεύω οὐδείς· διότι μάλιστα ἔχομεν πεποίθησιν περὶ τῆς εὐσυνειδησίας μας κατὰ τὴν ἀπόφασιν ταύτην, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρέπει νὰ ὦμεν πολὺ πλέον προσεκτικοὶ, ὥστε μία τοσοῦτον ὠφέλιμος διὰ τὸ Κράτος καὶ τόσον συγχρόνως εὐσυνείδητος ἀπόφασις νὰ μὴ ὑποστῇ τὴν παραμικρὰν βλάβην. Ὁ ἀγών μας λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ ᾖναι σήμερον περὶ τῶν λέξεων, οὐδὲ πρέπει νὰ ἀτενίσωμεν εἰς τὸ τίς εἶναι ὁ προτείνων καὶ ἐὰν ᾖναι καλλιτέρα ἡ γνώμη τοῦ δεῖνος ἢ τοῦ δεῖνος, διότι ὅλα αὐτὰ εἶναι ταπεινά. Ἔρχομαι ἤδη νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον διατρέχομεν τοὺς τοιούτους κινδύνους. Ἡ ἐπιθεώρησις, ἣν ἐπιχειρῶ, τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἔχει κἀμμίαν ἄλλην σήμερον πρακτικὴν ἀξίαν, εἰμὴ ὅπως πεισθῶμεν ἐὰν δὲν πρέπῃ νὰ ἀπομακρυνθῶμεν τοῦ γράμματος αὐτοῦ· λέγω ὅτι δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἄλλην ἀξίαν πρακτικὴν, διότι τὸ ὑπουργεῖον ἐδήλωσεν ἤδη, ὅτι αἱ διαθέσεις του εἶναι νὰ γείνῃ νόμος ἀσφαλὴς ὅλων τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος. Ὑπάρχει, κύριοι, νομίζω ὁ κίνδυνος ὁ συνταγματικὸς διότι ἐὰν συνδέσητε τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου 2 καὶ 11 τί θέλετε ἰδεῖ; ὅτι κηρύττονται αἱ ἐκβολάδες ἐθνικαὶ, ἀλλὰ συγχρόνως δίδεται ὡς ἀποζημίωσις τὸ διπλάσιον τῆς ἀξίας τῆς ἐπιφανείας, ἐφ’ ἧς εὑρέθησαν αἱ ἐκβολάδες. Εἶναι λοιπὸν διπλοῦς ὁ χαρακτήρ· «ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ θέλει δοθῆ διπλῆ ἀποζημίωσις διὰ τὸ ἔδαφος». Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ διπλοῦν τοῦτο εἶναι εὐτελές· ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς, διότι ὅταν δίδῃς εἴς τινα τὸ διπλάσιον τῆς ἀξίας τοῦ κτήματός του, βεβαίως τῷ ἀναγνωρίζεις δικαίωμά τι ὑπεράνω τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος τὸ ὁποῖον κατέχει. Κατὰ τὸ ἄρθρον 11 ὁ ἐργολάβος ὑποχρεοῦται ν’ ἀποζημιώσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας ἂν ἤθελε καταλάβει ἢ βλάψει τὰς γαίας κτλ. πληρόνων τὸ ἔδαφος κατ’ ἐκτίμησιν ἐμπειροτεχνῶν εἰς τὸ διπλάσιον τῆς ἀξίας, ἣν εἶχε πρὶν τῆς ἀνακαλύψεως τῶν ἐκβολάδων καὶ ἀσχέτως τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν. Ἅμα ὅμως, κύριοι, ἀναγνωρίσητε εἴς τινα ἐπιφανειοῦχον δικαίωμα ἀνώτερον τῆς ἀξίας, ἣν ἔχει ἡ ἐπιφάνειά του, τότε διατρέχετε τὸν κίνδυνον νὰ θεωρηθῆτε ὡς ἀναγνωρίσαντες δικαίωμα ἰδιωτικὸν, καί τοι κηρύττετε ἐν ἀρχῇ ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι δημόσιαι. Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ ἀντισυνταγματικὸν κεῖται ἀλλοῦ πολὺ φανερώτερον· κεῖται εἰς τὴν ἔκθεσιν ἡ ὁποία συνώδευσε τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς λόγον τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἔδωκε τὸν ἑξῆς· «ἐσκέφθην, λέγει, ὅτι καθὼς ὁ περὶ μεταλλείων νόμος ἔδωκεν εἰς τὴν Ἐπικράτειαν τὸ δικαίωμα νὰ χωρίσῃ ἀπὸ τὴν ἰδιοκτησίαν τῆς ἐπιφανείας τὰς αὐτοφυεῖς μεταλλικὰς οὐσίας τὰς εὑρισκομένας εἰς τὰ σπλάγχνα τῆς γῆς, οὕτω δι’ ἄλλου νόμου δύνανται νὰ χωρισθῶσι καὶ αἱ μεταλλικαὶ οὐσίαι αἱ εὑρισκόμεναι εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς ἐξορυχθεῖσαι δὲ καὶ τοποθετηθεῖσαι εἰς ἀρχαιοτέραν ἐποχήν.» Ὁ κ. Σαράβας σᾶς λέγει, συντάξατε νόμον χωρὶς νὰ εἴπητε τὸν λόγον τοῦ νόμου, ἀλλὰ λησμονεῖ ὅτι δὲν εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν του ἔπειτα ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὸν νόμον ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τὸν λόγον, ὃν ἡ συνείδησίς του ἔχει· λησμονεῖ ὁ κ. Σαράβας ὅτι ἐῤῥέθη ὡς λόγος τοῦ νόμου, καὶ ἐῤῥέθη ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὅπως διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1861 ἀπεκτήσαμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰ ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν μέταλλα καὶ νὰ τὰ δώσωμεν εἰς οἱονδήποτε ἠθελήσαμεν, τοιουτοτρόπως δυνάμεθα δυνάμει ἑνὸς νόμου τοῦ 1871 νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰ μέταλλα, ἃ ἐκ χειρὸς ἀνθρώπου εὑρέθησαν ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας καὶ νὰ τὰ δώσωμεν εἰς τὸ δημόσιον. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶπε τὸν λόγον τοῦ νόμου τοῦ 1861, τὸν ἀπεσιώπησεν· εἶπε μόνον ὅτι, ὅπως τότε δυνάμει τοῦ νόμου τούτου ἐπράξαμεν, οὕτω καὶ σήμερον δυνάμει νόμου δυνάμεθα νὰ πράξωμεν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν μας, κύριοι, νὰ γεννῶμεν ὁμοιότητας ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχουσι, καὶ νὰ ἀποφασίζωμεν μόνον διότι τὸ θέλομεν, χωρὶς νὰ συλλογιζώμεθα τὰς συνεπείας τῆς αὐθαιρέτου θελήσεως. Τί ἔπραξε, κύριοι, ὁ νόμος τοῦ 1861; Ἀφῄρεσε τὰ μέταλλα ἀπὸ τὴν ἐπιφάνειαν. Ἀλλ’ ἀπετέλουν περιουσίαν αὐτὰ τὰ μέταλλα; Ὄχι. Ἀφ’ ὅτου ὁ Θεὸς ἔκτισε τὸν κόσμον τὰ μέταλλα ἔκειντο ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν καὶ οἱ κύριοι τῆς ἐπιφανείας διαδοχικῶς καθ’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς αἰῶνας ὑπῆρχον ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας καὶ τὴν ἐκαλλιέργουν καὶ τὴν διέθετον καὶ τὴν ἀπηλλοτρίωνον καὶ τὴν ἐμίσθωνον καὶ ποτὲ κανεὶς δὲν ἐγνώριζεν ὅτι ὑπὸ τὸ ἔδαφος αὐτὸ ἦτο εἷς τοιοῦτος πλοῦτος. Ἄγνοια λοιπὸν πλήρης τοῦ πράγματος διὰ τὸν κόσμον δὲν ὑπῆρχε, δὲν ἐννοῶ πῶς εἰμπορεῖ νὰ ὑπῆρχε διὰ τὸ ἄτομον. Ὑπάρχει καμμία ὁμοιότης μὲ τὸν νόμον τοῦ 1871; Πρόκειται κ’ ἐνταῦθα περὶ περιουσίας, ἢ περὶ μετάλλων ἀγνώστων; πρόκειται περὶ ὕλης, ἥτις δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ κόσμῳ τῷ βιομηχανικῷ καὶ τῷ ἐμπορικῷ; Ὄχι, κύριοι, τοῦτο ὅστις τὸ ἰσχυρισθῇ, θέλει εἰπεῖ ἓν ψεῦδος. Αἱ ἐκβολάδες ὑπάρχουν, ἔχουν ἀξίαν, δύνανται νὰ ὑποκύψουν εἰς ἰδιοκτησίαν καὶ πρέπει νὰ ἔχουν τινὰ ἰδιοκτήτην· δὲν εἶναι ἄγνωστοι, εἶναι μάλιστα καταμετρημέναι καὶ ὄχι μόνον καταμετρημέναι, ἀλλὰ καὶ ἀναλελυμέναι καὶ εἶναι τοιαύτη ἡ οὐσία αὐτῶν, ὥστε εἶναι χρήματα ἐντὸς τοῦ κιβωτίου. Ποίαν ἀναλογίαν δύνασθε νὰ εὕρητε μεταξὺ τοῦ νόμου τοῦ 1861 καὶ τοῦ νόμου τοῦ 1871; Εἶσθε νομοθέται, τὸ ἐννοῶ· ἀλλὰ δὲν δύνασθαι νὰ νομοθετῆτε ὅ,τι θέλετε καὶ ὅταν μάλιστα ἔρχεσθε καὶ δίδετε ὡς λόγον τοῦ νομοθετήματός σας, λόγον, ὅστις δὲν ἔχει καμμίαν ὑπόστασιν, τότε νομίζω ὅτι ἐκδίδετε νόμον ὄχι σεβαστόν. Εἶναι τόσον ἀσυμβίβαστα, κύριοι, αὐτὰ τὰ δύο πράγματα, αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1861 καὶ αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1871, ὅσον ἀσυμβίβαστοι εἶναι αἱ διατάξεις τοῦ 1861 μὲ τὸ παράδειγμα τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς ἀναφέρω. Ὑποθέσατε, ὅτι ψηφίζετε νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον κηρύττονται ὅλα τὰ μωρεόδενδρα τὰ ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας ἐθνικά· παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοῦ δείξῃ τὴν διαφορὰν ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῆς πρώτης ἀναλογίας καὶ τῆς δευτέρας. Τὰ μωρεόδενδρα εἶναι εἰς τὴν ἐπιφάνειαν καὶ φαίνονται, εἶναι περιουσία γνωστὴ, δύναται νὰ ἔχῃ ἰδιοκτήτην. Τί εἶναι αἱ ἐκβολάδες αἱ ὁποῖαι κεῖνται εἰς τὴν ἐπιφάνειαν; καταμετροῦνται, ἀναλύονται, εἶναι γνωσταὶ, εἶναι περιουσίαι. Τὸ ἐννοῶ ὅτι εἰς τὴν συνείδησίν σας δὲν θὰ προξενήσῃ πολλὴν ἐντύπωσιν τὸ παράδειγμα, διότι ἠξεύρετε ὅτι τὰ μέταλλα ἀνήκουσιν καὶ ἀνῆκον ἀείποτε εἰς τὸ Κράτος, ἀλλ’ ἀφαιρέσατε αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἀπὸ τὸν νοῦν σας, διότι ἴσα ἴσα αὐτὸ εἶναι τὸ πρᾶγμα ὅπερ μᾶς χωρίζει, ὁ λόγος ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ οὐδεμία ὁμοιότης καὶ οὐδεμία σύγκρισις. Ἀλλὰ τότε, κύριοι, ὁ λόγος τοῦ νόμου τοῦ 1871 πρέπει νὰ προϋπάρχῃ τοῦ νόμου τοῦ 1861 καθιερῶν τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου. Ἂς σαφηνίσωμεν λοιπὸν ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1871 ἀφορμὴν καὶ αἰτίαν ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον τὸ κράτος εἶχε πάντοτε ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων· ἂς εὕρωμεν τὸν λόγον τοῦτον, ἂς τὸν γνωρίσωμεν καὶ ἂς τὸν βεβαιώσωμεν. Ἀλλ’ ἐνόσῳ προσφεύγωμεν εἰς ἀναλογίας πρὸς τοὺς νόμους τοῦ 1861, τὰ πάντα μένουσιν ἀμφίβολα. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1861, τὰ πάντα μένουσιν ἀμφίβολα. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1861 περιπλέον δὲν ἐγένετο καμμία ἀδικία ἀπολύτως, διότι, ὄχι μόνον ὁ ἐπιφανειοῦχος ἠγνόει ὅτι ὑπάρχουσι τὰ μέταλλα, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐζήτησε νὰ τὰ μεταλλεύσῃ, ἢ, καὶ ἂν τὸ ἐζήτησεν, ἐθεωρήθη ἀνεπαρκής. Ἐδῶ ὅμως τοιαύτη περίστασις δὲν ἀπαντᾶται. Περιπλέον ὁ νομοθέτης τοῦ 1861 ἐσκέφθη ὅτι δὲν συμφέρει νὰ ὑπάρχῃ νεκρὸς ὁ πλοῦτος ὁ ὑπὸ τὴν γῆν καὶ τὸν ἔδωσεν εἰς τὸν ἔχοντα τὰ κεφάλαια καὶ τὴν ἱκανότητα νὰ τὸν χρησιμοποιήσῃ· καὶ τὸν ἔδωκεν ὁλόκληρον πρὸς ὠφέλειαν αὐτοῦ, ὅστις θέλει διατρέξει τοὺς κινδύνους διὰ νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτόν. Τί γίνεται ὅμως διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1871; ἡ περιουσία αὕτη μεταβαίνει ὁλόκληρος εἰς τὸ δημόσιον. Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀποσύρῃ ἐντελῶς αὐτὴν τὴν θεωρίαν, τὴν σύγκρισιν καὶ τὴν ἀναλογίαν. Δὲν ἠμποροῦμεν ἡμεῖς νὰ ψηφίσωμεν νόμον διὰ τοῦ ὁποίου αἱ ἐκβολάδες, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν, καὶ κατεμετρήθησαν, καὶ ἀναλύονται, καὶ εἶναι ἐπιδεκτικαὶ μετατροπῆς εἰς χρήματα, νὰ ψηφίσωμεν ὅτι αὐταὶ αἱ ἐκβολάδες ἐξομοιοῦνται μὲ τὰ μέταλλα τὰ ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν καὶ ὅτι διὰ τοῦτο δίδονται εἰς τὸ δημόσιον· διότι, κύριοι, θὰ μᾶς κατηγορήσωσιν ὡς δημευτὰς τῆς ἰδιωτικῆς περιουσίας, διότι δίδομεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ζωὴν, δι’ αὐτῆς τῆς ἀφομοιώσεως καὶ τῆς συγκρίσεως, εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ὑπάρξεως ἰδιωτικῆς περιουσίας, ἰδέαν ἥτις ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1861, ὡς μὴ ὤφειλε. Ἂς φύγωμεν λοιπὸν, κύριοι, ἐντελῶς ἀπὸ τοιαύτας θεωρίας, αἱ ὁποῖαι τείνουν νὰ σαλεύσουν τὸ οἰκοδόμημα, δηλ. τὸν νόμον τοῦ 1871. Δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐλαχίστη ἰδέα περὶ ἰδιοκτησίας ἰδιωτικῆς· πρέπει νὰ λείψῃ ἀπὸ τὸ ἄρθρον 11 πᾶσα ἰδέα ὅτι δίδομεν ἀποζημίωσιν, ἔστω καὶ ἂν ὄχι ἐκ τοῦ εἰσοδήματος· καὶ ἂς λείψῃ συγχρόνως πᾶσα προσφυγὴ εἰς τὸν νόμον τοῦ 1861, ὅστις ἔχει τοιαύτην βάσιν καὶ τοιαύτην ἀρχήν. Ἠναγκάσθην δὲ, κύριοι, νὰ ἀναφέρω τὸ περὶ τοῦ νόμου τοῦ 1861, διότι προέρχεται ἀπὸ τὸν εἰσαγαγόντα τὸν νόμον ὑπουργόν, καὶ ἂν δυστυχῶς, ὑπερισχύσῃ ἡ ἰδέα αὕτη, τοῦ νὰ ἀφήσωμεν τὸν νόμον ἄνευ τοῦ ὑποστηρίγματος, ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσι καὶ πάντοτε ἦσαν ἐθνικαί, εἴτε μὲ ἀτελῆ τινα φράσιν, ἥτις ἀνοίγει τὰς θύρας εἰς τὰ δικαστήρια, πρὸς ἑρμηνείαν, εἴτε μὲ ἄλλας προσθέτους διατάξεις, τότε ὁ εἰρημένος λόγος, εὑρισκόμενος ἐντὸς τῆς ἐκθέσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, θέλει ἐπηρεάσει σφόδρα τὴν ψῆφον τοῦ δικαστοῦ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι καὶ ὁ νόμος τοῦ 1861 προέρχεται ἐκ τῆς αὐτῆς ἰδέας, ἐκ τῆς ὁποίας φρονῶ ὅτι προέρχεται καὶ τὸ δικαίωμά μας ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων· διότι καὶ ὁ νόμος τοῦ 1861 πηγὴν ἔχει ὅτι τὰ μέταλλα, εἴτε ὑπεράνω εἴτε ὑποκάτω τῆς γῆς, ὁπουδήποτε ὑπάρχουν, ἀνήκουσιν εἰς τὸ νόμισμα τὸ βασιλικόν. Ἀλλ’ ἐάν, κ. ὑπουργέ, αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἔχετε, τότε πᾶσα συζήτησις εἶναι περιττή· τότε ἂς συμφωνήσωμεν οἱ πάντες, ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι νομήματα καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ συζητῶμεν περιπλέον· ὀχυρόνεσθε ὅμως ὄπισθεν μιᾶς ἰδέας ὅτι ἐξαδυνατίζομεν τὸν νόμον, στηρίζοντες αὐτὸν ἐπὶ μιᾶς καὶ μόνης βάσεως. Τοῦτο, κύριοι, δὲν τὸ δέχομαι· διότι ἐὰν ἡ βάσις αὕτη ἦναι εὐρεῖα, τὸ οἰκοδόμημα δύναται νὰ σταθῇ καὶ ἐπὶ μιᾶς μόνης βάσεως· ἐὰν ὅμως δὲν ἦναι εὐρεῖα, τότε ὁ νόμος σας εἶναι ἄδικος. Ἐὰν δὲν ἔχωμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὑπάρχει εἷς λόγος ὅστις μᾶς δικαιολογεῖ νὰ νομοθετήσωμεν, ὅπως πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν, καὶ θέλομεν διὰ τῆς ἀοριστίας νὰ ἀρυσθῶμεν δύναμιν, εἶναι ἀνάξιον νὰ ψηφίσωμεν, ὅ,τι καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν· διότι τὸ ἔθνος δὲν ἐπιθυμεῖ, εἶμαι βεβαιότατος, νὰ ἀδικήσῃ κανένα· καὶ αὐταὶ αἱ ἐκβολάδες, αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται ὡς περιουσία σημαντικὴ, καὶ αὐταὶ ἂς μένωσιν εἰς τοὺς ἰδιώτας, ἂν τὸ δημόσιον δὲν ἔχῃ ἐπ’ αὐτῶν δικαίωμα. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχῃ δικαίωμα, μὴ μᾶς λέγετε ὅτι, ἐὰν στηριχθῶμεν ἐπ’ αὐτοῦ μόνον, ὁ νόμος μας εἶναι ἀσθενής· χωρὶς νὰ τὸ θέλετε ἀποδεικνύετε ὅτι σαλεύεσθε. Θὰ σᾶς ἀναφέρω εὐθὺς ἀμέσως τὰ ἀποφασισθέντα περὶ σκωριῶν τὰ ὁποῖα εἶναι βεβαίως πολὺ λυπηρὰ, διότι ἴσως μετὰ τὴν ἀπόφασιν, ἥτις ἐξεδόθη τοῦ Πρωτοδικείου, ἀπωλέσαμεν τὰ 98/000 τῶν ἐλπίδων μας. Σᾶς ἀνέφερα καὶ εἰς τὴν πρώτην μου ὁμιλίαν πρὸ τινων ἡμερῶν, καὶ τὸ ἀνέφεραν ἄλλοι κατόπιν ἀγορεύσαντες συνάδελφοι, ὅτι ἐξεδόθη ἀπὸ τὸ Πρωτοδικεῖον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν σκωριῶν ἀπόφασις κατὰ τοῦ δημοσίου· ἐφρόντισα νὰ προμηθευθῶ τὴν ἀπόφασιν διὰ νὰ ἴδητε εἰς τί συνίσταται τοῦτο τὸ κατά. «Ἐπειδὴ κατὰ τὰ ἐκτεθέντα εἶναι δεδοκιμασμένον ὅτι τὸ Δημόσιον εἶναι κύριον τῶν γαιῶν ἐφ’ ὧν ἔκειντο ἢ κεῖνται αἱ ἐπίδικοι σκωρίαι, τοῦτο ὅμως δὲν ἀρκεῖ πρὸς θεμελίωσιν τῆς ἐπ’ αὐτῶν κυριότητός του, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται νὰ ἔχωσιν αὗται δεσμόν τινα πρὸς τὰς γαίας ὡς ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ παρέπωνται αὐταῖς ὡς πρὸς τὴν κυριότητα, κατὰ τὰς τοῦ ἀστικοῦ δικαίου ἀρχὰς, διότι οὐδεμία τοῦ ἀστικοῦ δικαίου διάταξις ὁρίζει ὅτι ὁ κύριος τοῦ ἐδάφους εἶναι καὶ κύριος τοῦ πράγματος, ὅπερ εὑρίσκεται ἁπλῶς ἐπιτεθειμένον ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι αὐτοτελὲς (ἴδε καὶ νόμους 26 § καὶ 60,41,12 πανδεκτῶν). Τοὐναντίον δὲ κατὰ τὰς περὶ προσαυξήματος καὶ προσαυξήσεως ἀρχὰς, ἀπαιτεῖται πρὸς ἀπόκτησιν τῆς κυριότητος ἡ ὕπαρξις φυσικῆς ἑνότητος (ἴδε κατωτέρω 22–25 αἰτιολογίας)· τὸ δὲ ἀπὸ 17 Νοεμβρίου 1836 Β. διάταγμα περὶ δασῶν, ὅπερ κατὰ τὴν ἐκτεθεῖσαν ἀνωτέρω ἀπόφασιν εἶναι ὁ τίτλος τῆς κυριότητος τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῶν γαιῶν, δὲν μετέβαλε τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἁπλῶς ὁρίσαν ὅτι ὅλα τὰ δάση περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἤθελον παρουσιασθῆ τίτλοι κυριότητος ἰδιωτικῆς κατὰ τὰ ἄρθρα 1–3 αὐτοῦ θεωροῦνται ὡς ἐθνικὰ· ὡσαύτως δὲ ὁ ΔΙΓ. νόμος περὶ τῆς φορολογίας τῶν σκωριῶν τοῦ Λαυρίου ὥρισε μόνον, ὅτι τὸ Δημόσιον δικαιοῦται νὰ λάβῃ τὸ ἐν αὐτῇ ἀναφερόμενον ποσὸν λόγῳ ἀποζημιώσεως τῆς κυριότητος ἐπὶ τῶν ἀναγνωρισθησομένων νομίμως ἐθνικῶν· ἀλλὰ τοὐναντίον, ὡς προκύπτει ἐξ ὅλου τοῦ περιεχομένου τοῦ νόμου, ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς τοῦ ὑπουργοῦ ἐκθέσεως καὶ τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, ὁ νόμος ἐνομοθετήθη μόνον ὅπως ὁρισθῶσι τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου κατὰ τῆς ἑταιρίας ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον ἀναγνωρισθῆ νομίμως ὡς ἐθνικαὶ αἱ σκωρίαι καὶ μεταβληθῶσι κατὰ τοῦτο αἱ τοῦ κοινοῦ δικαίου ἀρχαὶ, ἀποκλειομένης τῆς διεκδικήσεως τῶν σκωριῶν καὶ ὁριζομένης τῆς ἕνεκα αὐτῶν ἀποζημιώσεως· ἡ δὲ ἐκδίκασις τοῦ ζητήματος τῆς κυριότητος τῶν σκωριῶν κατελήφθη εἰς τὰ δικαστήρια, καθόσον ἰδίως ὁ ὑπουργὸς ἐν τῇ δικαιολογητικῇ ἐκθέσει αὐτοῦ, ῥητῶς ἀναφέρει ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας τῶν σκωριῶν ὑπάγεται εἰς τὴν σφαῖραν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ διὰ τοῦτο τὸ Δημόσιον θὰ προσφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια ὡς ἔπραξεν.» Σᾶς ἀναγινώσκω τὴν ἀπόφασιν, κύριοι, καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον· ἵνα ἴδητε ὅτι, κατὰ τὴν κρίσιν τῶν Πρωτοδικῶν, ἠλαττώθησαν δύο λόγοι, ἐκ τῶν λόγων ἐφ’ ὧν κατά τινας ἠδυνάμεθα νὰ στηρίξωμεν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἠλαττώθη ὁ λόγος, ὅτι εἴμεθα κύριοι τῶν δασῶν· ἠλαττώθη προσέτι ἡ θεωρία περὶ κινητῶν· ἠλαττώθη δὲ, ἂς τὸ εἴπω καὶ τοῦτο, μία ἐλπὶς ἡ ὁποία ηὐχόμην νὰ ἤθελε πραγματοποιηθῆ, τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἰδοὺ τί εἶπεν ὁ ὑπουργὸς ὅτε μᾶς εἰσήγαγεν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. «Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιτόπιος μετάβασίς μου οὐδόλως μὲ ἐφώτισεν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐσυζητήθη καὶ ἐνταῦθα καὶ μεταξὺ τῶν νομομαθῶν, περὶ τοῦ ἐὰν δηλ. αἱ ἐκβολάδες ἢ τὰ μεταλλοῦχα χώματα ᾖναι κινητὰ ἢ ἀκίνητα. Ἐσχημάτισα ὅμως ἀδιάσειστον πεποίθησιν, ὅτι ὁ τόπος ἐφ’ οὗ εὑρίσκονται αἱ ἐκβολάδες, εἶναι δάσος καὶ ὡς τοιοῦτον ἀνήκει καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὸ δημόσιον, δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1836, κατὰ τὸ ὁποῖον ὅλα τὰ δάση κηρύττονται ἐθνικὴ ἰδιοκτησία, ἐὰν οἱ ἔχοντες τίτλους δὲν τοὺς παρουσιάσωσι ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας, καθόσον οἱ ἀντιποιούμενοι τὴν κυριότητα αὐτῶν κάτοικοι Κερατιᾶς δὲν παρουσίασαν τοιούτους· ἑπομένως τὸ δημόσιον δυνάμει τοῦ νόμου ἐκείνου θέλει ἀναγνωρισθῆ ἰδιοκτήτης τῶν δασῶν. Ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν τὸ δημόσιον δὲν ἔχει σήμερον τὴν κατοχὴν αὐτῶν, ὑφίσταται δὲ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐκκρεμὴς δίκη μεταξὺ δημοσίου καὶ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Κερατιᾶς. Ὥστε, κύριοι, βλέπετε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον εἰσήχθη πρό τινος καιροῦ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐγένοντο ὅλαι αἱ συζητήσεις, δὲν ἤθελεν ἔχει καμμίαν ἐφαρμογὴν, διότι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἀπέβλεπεν ἐκβολάδας εὑρισκομένας ἐπὶ ἰδιωτικῶν γαιῶν, καὶ κατὰ τὴν πεποίθησίν μου τοιαῦται δὲν ὑπάρχουν, διότι ὅλος ὁ τόπος ἐπὶ τοῦ ὁποίου εὑρίσκονται ἐκβολάδες εἶναι δάσος καὶ ὀγλήγωρα ἢ ἀργὰ θέλει ἀναγνωρισθῆ παρὰ τῶν δικαστηρίων ὡς ἐθνικὴ περιουσία.» Ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐγένετο τὴν 17 Ἀπριλίου, ἡ δὲ ἀπόφασις εἶχεν ἐκδοθῆ τὴν 10ην.

§58ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συγχωρήσατέ μοι μίαν παρατήρησιν· ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκβολάδων δίδει ἄλλον ὁρισμὸν παρ’ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον δίδει ὁ νόμος περὶ σκωριῶν, διότι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκβολάδων λέγει ῥητῶς «αἱ ἐκβολάδες αἱ εὑρισκόμεναι ἐπὶ ἐθνικῶν γαιῶν θέλουσι διατεθῆ δι’ εἰδικοῦ νόμου.» Δὲν ἐξηγεῖται ὡς ἐξηγεῖται ὁ νόμος περὶ σκωριῶν, αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά· τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον παρουσιάσαμεν δὲν εἶναι συντεταγμένον ὡς εἶναι συντεταγμένος ὁ νόμος τῶν σκωριῶν, ἀλλὰ λέγει «αἱ ἐκβολάδες αἱ εὑρισκόμεναι ἐπὶ ἰδιωτικῆς γῆς θέλουσι φορολογηθῆ οὕτω καὶ οὕτω, αἱ δὲ ἐπὶ ἐθνικῆς θέλουσι διατεθῆ δι’ εἰδικοῦ νόμου.»

§59ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅ,τι ἐννοήσατε διὰ τῆς ἐκθέσεώς σας εἶναι τοῦτο· «ὅτι ματαίως ἐγένοντο αἱ ἐπιθέσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου σας, διότι τὸ νομοσχέδιόν σας ἀφοροῦσε μόνον τὰς ἰδιωτικάς, ἰδιωτικαὶ δὲ δὲν θὰ ὑπάρξωσιν, διότι θὰ κερδήσωμεν τὰ δάση. Ἐν τούτοις σᾶς λέγω ὅτι καθ’ ἣν ἡμέραν εἰσηγάγετε τοιοῦτον νόμον ἡ δίκη περὶ δασῶν ἦτον ἀπωλεσμένη.

§60ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο διὰ τὰ δάση, ἀλλὰ διὰ τὰς σκωρίας.

§61ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ ἐννοούμεθα. Δύνασθε νὰ κερδήζητε ὅσον θέλετε τὰς δίκας περὶ δάσους, ἡ ἀπόφασις τοῦ Πρωτοδικείου ἔλυσε τὸ ζήτημα καθαρῶς «μὲ τὸ νὰ ἦσθε κύριοι τῶν δασῶν δὲν εἶσθε καὶ κύριοι τῶν σκωριῶν.»

§62ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι δὲν τὸ λέγει ὁ νόμος περὶ σκωριῶν· δὲν λέγει ὅτι αἱ σκωρίαι αἱ εὑρισκόμεναι ἐπὶ ἐθνικῆς γῆς ἀνήκουν εἰς τὸ δημόσιον, λέγει αἱ ἀναγνωρισθεῖσαι ὡς ἐθνικαί.

§63ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ὑπάρχει διαφορά. Ἐγὼ λέγω ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου εἶναι καθαρὸν ἤδη. Ἐκερδήσαμεν τὰ δάση καὶ ὑποθέτω ὅτι τὰ ἐκερδήσαμεν ὅλα ὑποθέτω ὅτι ἐκερδήσαμεν τὸ ζήτημα, ὅτι ὅπου ὑπάρχουν σκωρίαι ἐκεῖ ὑπάρχουν δάση· ὑποθέτω διὰ μίαν στιγμὴν ὅτι μίαν τοσοῦτον γενικὴν νίκην ἦρε τὸ δημόσιον· τὸ πρωτοδικεῖον λέγει: «δὲν σᾶς ἀναγκαιοῖ νὰ ἔχητε εἰς χεῖρας τελεσίδικον ἀπόφασιν, ἡ ὁποία νὰ σᾶς κηρύττῃ κυρίους τῶν δασῶν ὑπὸ τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι σκωρίαι ἵνα ἦσθε κύριοι τῶν σκωριῶν, διότι αἱ σκωρίαι ἀποτελοῦσιν ἀντικείμενον ἀνεξάρτητον τοῦ ἐδάφους, καὶ δὲν παραδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὅτι τὰ ἐπικείμενα εἴκει τοῖς ὑποκειμένοις, ἐκτὸς ἐὰν πρόκηται περὶ ἀνοικοδομήσεως ἢ περὶ φυτείας ἢ περὶ συσσωματώσεως χωμάτων.» Βλέπετε ὅτι μίαν μεγάλην ἐλπίδα προσόδου ἣν εἴχομεν, κινδυνεύομεν νὰ τὴν χάσωμεν· διότι τὸ πρωτοδικεῖον εἰς αὐτὴν τὴν δίκην παρεδέχθη κατ’ ἀρχὴν οὐχὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ κ. Κοντόσταυλος, (καὶ θὰ ἤμεθα εὐτυχεῖς ἂν ἤθελε παραδεχθῆ τὴν γνώμην του), ἀλλὰ παρεδέχθη ὅτι ἡ κυριότης τοῦ ὑπὸ τὰ δάση ἐδάφους δὲν μᾶς δίδει κανὲν δικαίωμα καὶ ὅτι αἱ σκωρίαι δύνανται νὰ ἔχουν ἀνεξάρτητον ἰδιοκτήτην. Ὅταν λοιπόν, κύριοι, σαλεύεται αὐτὸς ὁ λόγος τῆς θεωρίας περὶ δασῶν καὶ κινητῶν δὲν βλέπω εἰς τί ἡ ἀοριστία ὠφελεῖ, καὶ θὰ μοι συγχωρήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ συζητήσω μετ’ αὐτοῦ αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸ ζήτημα τῶν νομισμάτων ἐν ὀλίγοις. Ἐὰν ἤθελε παρουσιασθῆ εἰς τὸν κ. Σωτηρόπουλον πρὸ τοῦ 1861 εἷς ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἤθελε τῷ εἴπει, ὅτι εὑρῆκε μέταλλα, ὅτι προσφέρει εἰς τὸ δημόσιον 1, 3, 5, 10%, καὶ παρακαλεῖ νὰ τῷ ἐπιτρέψῃ νὰ τὰ μεταλλευθῇ καὶ καμινεύσῃ, τί ἤθελεν εἴπει ὁ κ. Σωτηρόπουλος; δὲν ἠξεύρω τί ἤθελεν εἰπεῖ· ἠξεύρω μόνον τί δὲν ἤθελεν εἴπει. Ποτὲ δὲν θὰ ἔλεγεν ὅτι δὲν εἶναι δική μου δουλειά. Ὡς εὐσυνείδητος ὑπουργὸς εἶχε τὴν εὐθύνην καὶ τὸ καθῆκον νὰ διαχειρίζηται τὰ μεταλλεῖα ὡς νομίσματα βασιλικὰ καὶ ἐθνικά· ἦτο ἐκ τῶν καθηκόντων καὶ τῆς δικαιοδοσίας του καὶ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φροντίζῃ περὶ τούτου. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ: «δὲν ἔχω τρόπον πῶς νὰ τὰ διαθέσω,» ποτὲ ὅμως νὰ εἴπῃ «δὲν ἔχω δικαίωμα.» Ποτὲ δὲν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν ποιοῦντα τὴν πρότασιν: «πήγαινε νὰ κάμῃς ὅ,τι θέλεις, διότι δὲν ἐνδιαφέρομαι.» Καὶ ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἐποχῆς προγενεστέρας τοῦ 1843 δὲν εἶχε παρὰ νὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὸν βασιλέα δι’ ἀναφορᾶς του καὶ νὰ εἴπῃ «αὐταὶ αἱ προτάσεις εἶναι καλαί, ἐπιτρέψατε, μεγαλειότατε, ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους νὰ συγχωρήσω τὴν μετάλλευσιν.» Ἐάν δὲ ἡ πρότασις ἤθελε γίνει μετὰ τό 1843 δὲν εἶχε παρὰ ν’ ἀποταθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ὁ νόμος τοῦ 1833 δὲν περιλαμβάνει διατάξεις περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως· εἶναι ὅμως νόμος πλήρης καὶ ἀναμφισβήτητος, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀρχὴν καὶ ὡς πρὸς τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ διατηρεῖν καὶ καρποῦσθαι τὸ νόμημα τοῦτο. Τὸ νόμημα ὑπάρχει ἀφ’ ἧς ἐσυστήθη τὸ ἑλληνικὸν βασίλειον καὶ ἐφηρμόσθη ἀείποτε. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομήματος· ἐῤῥέθησαν τόσα πολλὰ περὶ αὐτοῦ ὥστε ἡ ἐξακολούθησις τοῦ ἀγῶνος εἶναι περιττή. Ἀλλὰ δὲν καταλαμβάνω πῶς μᾶς εἶναι συγκεχωρημένον ν’ ἀποφεύγωμεν τὸν ἀκράδαντον λόγον τοῦτον καὶ ν’ ἀναζητῶμεν εἰς τὴν ἀοριστίαν τὰ δικαιώματά μας Ταῦτα λέγων δὲν ἐννοῶ νὰ τεθῇ ἐντὸς τοῦ νόμου ὁ λόγος τῶν νομημάτων, ἀλλ’ ἀποκρούω ὅλας τὰς θεωρίας καὶ ὅλους τοὺς δισταγμοὺς, οἵτινες ἀποδεικνύουσιν ὅτι σαλεύεται ἀκόμη τινῶν ἡ συνείδησις· ἀποκρούω προσέτι καὶ τὴν ἰδέαν, ἡ ὁποία ὑπεστηρίχθη ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὰς συζητήσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο πρὸς καταρτισμὸν αὐτοῦ τοῦ νόμου, νὰ ἐξαχθῇ ὁ λόγος ἐκ τοῦ ὁποίου τὸν νόμον τοῦτον δημιουργοῦμεν. Ἀποκρούω καὶ τὴν δευτέραν ἰδέαν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκφρασθῇ ἐν τῷ νόμῳ ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνέκαθεν ὑπῆρχεν εἰς τὸ κράτος. Διὰ τοῦτο, κύριοι, πολὺ εὐχαριστήθην ὅταν ἤκουσα πρό τινων ἡμερῶν τὸν ἀξιότιμον κ. Ζαΐμην νὰ ἐκφρασθῇ τόσον ῥητῶς περὶ τούτου, νὰ θεωρήσῃ τὴν ἔκφρασιν τῆς βουλευτικῆς προτάσεως κατάλληλον καὶ νὰ παρακαλέσῃ τὸν ὑπουργὸν νὰ μὴ φέρῃ καμμίαν ἀντίῤῥησιν ὡς πρὸς τοῦτο, ἵνα ὑπάρξῃ πλήρης ὁμοφωνία ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν τοῦ ἄρθρου· καὶ νομίζω ὅτι ἡ πλαγία πρότασις, ὡς εἶναι ἐκτεθειμένη εἰς τὸ βουλευτικὸν σχέδιον εἶναι πλήρης· τὸ δὲ ἀφοριστικὸν ἐκεῖνο τῆς ἐκφράσεως τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου ἐν ἄρθρῳ 2, ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος, εἶναι ὅ,τι ἐπικίνδυνον. Ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ἠλείας χθὲς, τὸν κ. Κρεστενίτην νὰ θεωρήσῃ τὴν ἔκφρασιν ταύτην ἰσχυρὰν καὶ ζωηράν· καὶ ἰσχυρὰ μὲν εἶναι καὶ ζωηρὰ, ἀλλ’ ὑπὸ ἔποψιν νομικὴν εἶναι ὅλως διόλου ἀσθενὴς, διότι δὲν θὰ εὑρεθῇ κανεὶς νομικὸς, ὁ ὁποῖος νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος ἐννοεῖ ὅτι ἀνῆκον καὶ προτήτερα· ἀλλὰ θὰ εἴπῃ ὅτι ἀνήκουσιν ἀπὸ σήμερον καὶ εἰς τὸ ἑξῆς. Ἐνθυμοῦμαι ἤδη τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ ὀπισθοδρομικὴ δύναμις τοῦ νόμου εἶναι ἀδύνατος καὶ ἂν ἀκόμη τὸ ἄρθρον συνταχθῇ ὅπως γίνεται ἡ πρότασις.

§64ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶπον αὐτό· ὡμίλησα περὶ τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Σαράβαν.

§65ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔχετε δίκαιον. Αὐτὴ ἡ φράσις τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου εἶναι καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον ἐπικίνδυνος· οὐ μόνον τὸ ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος ἐννοεῖ τὸ μέλλον, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Σαράβας, κατὰ τὴν ἀρχὴν ὅτι οἱ νόμοι δὲν ἔχουν ὀπισθενεργὸν δύναμιν, ἀλλὰ καὶ δι’ ἑτέραν διάταξιν, τὴν ὁποίαν περιέχει καὶ ἡ ὁποία αἴρει πᾶσαν ἀμφιβολίαν. Διότι ὁ νομοθέτης δύναται εἰς τὸν νόμον του, ἐναντίον τῆς ἀρχῆς τῆς μὴ ὀπισθενεργείας τῶν νόμων, νὰ διατάξῃ ῥητῶς τὸ ὀπισθενεργὸν αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου οὐ μόνον δὲν ὑπάρχει εἰδικὴ διάταξις περὶ ὀπισθενεργείας, ἀλλ’ ἐν ἄρθρῳ ἕκτῳ κηρύσσεται ὅτι δὲν ἔχει ὀπισθενεργὸν δύναμιν ὁ νόμος. Τὸ ἄρθρον ἀναφέρει τὰ ἑξῆς, «ἅμα γίνῃ γνωστὸν εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὅτι ἀνεκαλύφθησαν ἐκβολάδες τότε στέλλει καὶ κάμνουν καταμετρήσεις κτλ.» καὶ δὲν ὑπάρχει οὐδαμοῦ διάταξις ὁμιλοῦσα περὶ ἐκβολάδων ἀνακεκαλυμμένων ἤδη. Ὁ δικαστὴς, ὁ ὁποῖος θὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον οὐ μόνον θὰ σταματήσῃ ἐν ἄρθρῳ δευτέρῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν ἄρθρῳ ἕκτῳ, πραγματευομένῳ περὶ τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων καὶ λέγοντι ῥητῶς, ὅτι πρόκειται περὶ τῶν ἀνακαλυφθησομένων. Βλέπετε ὅτι ὁ κίνδυνος εἶναι σπουδαῖος καὶ ἂν ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, ἰδοὺ ὁποῖα θὰ ᾖναι τὰ ἀποτελέσματα. Τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἦναι ὅτι αἱ ἐκβολάδες, ὅσαι μέχρι τοῦδε ἔχουσί τινα δῆθεν ἰδιοκτήτην, δὲν θὰ διέπωνται ὑπὸ τοῦ ψηφιζομένου σήμερον νόμου· δὲν ἠξεύρω τί θὰ γίνουν αἱ ἐκβολάδες, αἱ ὁποῖαι εἶναι γνωσταὶ καὶ ἔχουν ἴσως ἕνα κατὰ παράβασιν τῶν νόμων ἰδιοκτήτην. Τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι ὁ νόμος ὁ παρὼν δὲν θὰ διέπῃ αὐτάς· θ’ ἀφεθῇ εἰς τὰ δικαστήρια νὰ πλεύσουν τὸν Ὠκεανὸν τῆς θεωρίας διὰ τοῦ ὁποίου διήλθομεν καὶ ἡμεῖς, δύο μῆνας ἀσχολούμενοι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἀπόκειται εἰς αὐτὰ ν’ ἀποφασίσουν ὅ,τι θελήσουν. Αὐτὰ θὰ ἦναι τὰ ἀποτελέσματα, ἂν εἴπωμεν ἐν ἄρθρῳ δευτέρῳ «αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος», καὶ ἐν ἄρθρῳ 6 ὅτι ἅμα γίνῃ γνωστὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἀνεκαλύφθησαν ἐκβολάδες, γίνεται τοῦτο καὶ ἐκεῖνο. Εἶναι ἄδικον, ἀφοῦ ὑπάρχει πλήρης πεποίθησις εἰς τὸ δίκαιον, νὰ σταματῶμεν ἄνευ οὐδενὸς λόγου, ἀπέναντι ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον ὅλοι κηρύττομεν ὅτι ἀπεφασίσαμεν ἤδη νὰ τὸ λύσωμεν καὶ τὸ ἐλύσαμεν.

§66ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί νὰ κάμωμεν;

§67ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί νὰ κάμωμεν, ἐρωτᾷ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· εἶναι πολὺ εὔκολον. Δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὸν νόμον κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Σαράβα, χωρὶς νὰ εἴπωμεν τίποτε περὶ τῆς ἰδιότητος τῶν ἐκβολάδων. Ἰδοὺ τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν. Πρέπει ὡσαύτως νὰ ἀποφύγωμεν ἐν τῷ νόμῳ πᾶσαν ἔκφρασιν, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει, ὅτι ἀποφασίζομεν μόνον περὶ τοῦ μέλλοντος καὶ πρέπει ῥητῶς νὰ εἴπωμεν ἐν τῷ νόμῳ τὴν ἰδέαν, ἀδιάφορον ἡ ἔκφρασις· ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι ἡ ἔκφρασις ὡς ὡμολόγησεν ὁ κύριος Ζαΐμης, τοῦ βουλευτικοῦ σχεδίου εἶναι μᾶλλον πλήρης Πρέπει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ῥητῶς, ῥητότατα καὶ ἀναμφισβήτως χωρὶς νὰ ἀφήσωμεν στάδιον εἰς τὰ δικαστήρια πρὸς ἑρμηνείαν, νὰ εἴπωμεν ὅτι ἀείποτε ἀνῆκον εἰς τὸ κράτος, καὶ διὰ τοῦτο διατίθενται ὡς διατίθενται.

§68ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας βουλευτὴς Μεσολογγίου περιωρίζετο ἁπλῶς νὰ ἐξετάσῃ ποία εἶναι ἡ καταλληλοτέρα ἔκφρασις διὰ τῆς ὁποίας δυνάμεθα νὰ δώσωμεν ἰσχὺν καὶ κῦρος εἰς τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν, τοῦ νὰ θεωρήσωμεν τὰς ἐκβολάδας ὡς περιουσίαν ἀνήκουσαν εἰς τὸ κράτος, δὲν ἤθελα ἀποφασίσει νὰ λάβω καθόλου τὸν λόγον, διότι οὐ μόνον περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐῤῥέθησαν ἀρκετὰ καὶ ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἐσχημάτισεν ἤδη τὴν πεποίθησίν του, ἀλλὰ καὶ διότι, τὸ κατ’ ἐμὲ, οὐδεμίαν σημασίαν δίδω ὁπωσδήποτε καὶ ἂν συνταχθῇ ὁ νόμος· ἀρκεῖ, ὅτι δίδομεν εἰς τὴν ἐπικράτειαν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ διαθέσῃ τὰς ἐκβολάδας, καὶ θεωρῶ ἐντελῶς ἀδιάφορον, ἐὰν, καθὼς εἶπε καὶ ὁ κ. Σαράβας, οὐδόλως μνημονεύητε ἐν τῷ νόμῳ τὴν φράσιν, ὅτι ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐπικράτειαν, πολὺ δὲ περισσότερον ἂν ἐξηγηθῶμεν ὡς τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον ἀναφέρει, ἢ ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν φράσιν τὴν ὁποίαν περιέχει τὸ βουλευτικὸν νομοσχέδιον. Ἡ ἰδέα ἡμῶν ἐπιμενόντων εἰς τὸ νὰ παραδεχθῆτε τὴν φράσιν τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου σᾶς ἐξηγήθη ἀρκούντως χθὲς ἀπὸ τὸν κύριον πρωθυπουργόν· ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἐγὼ σήμερον, ὅτι ὁ μόνος λόγος, ὅστις μᾶς κάμνει νὰ ἐπιμένωμεν εἰς τοῦτο εἶναι, διότι φοβούμεθα μήπως ἀντὶ τῆς ὁριστικῆς φράσεως, τὴν ὁποίαν περιέχει τὸ νομοσχέδιον παραδεχθῶμεν τὴν τέως ἀμφίβολον τοῦ βουλευτικοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀφήσωμεν ἀνοικτὴν τὴν θύραν τοῦ δικαστηρίου εἰς τοὺς ἰδιώτας, οὕτω δὲ τρέξωμεν τὸν κίνδυνον, ὃν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου θέλει ν’ ἀποφύγῃ. Εἰς ὑμᾶς ἀπόκειται ἤδη, ἀφοῦ ἠκούσατε τοὺς λόγους νὰ ἐπιφέρητε τὴν ψῆφόν σας. Διὰ τοῦτο δὲν ἤθελον διόλου νὰ λάβω τὸν λόγον ἂν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου περιωρίζετο ἁπλῶς εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν δύο φράσεων, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐνόμισεν ὅτι γεννῶνται κίνδυνοι μεγάλοι ἐκ τῆς ἀγορεύσεως μὲ τὴν ὁποίαν συνώδευσα τὸ νομοσχέδιον τῆς κυβερνήσεως, ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω ὀλίγα τινα, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι οὐ μόνον οὐδεὶς κίνδυνος προέρχεται ἀλλ’ ὅτι ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ἔδωκα, εἶναι ἡ ὀρθοτέρα, καὶ ἡ μᾶλον σύμφωνος μὲ ὅσα περὶ τούτου ἄχρι τοῦδε ἐῤῥέθησαν. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι, ὅταν ὑπεβλήθη τὸ πρῶτον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ περὶ ἐκβολάδων νομοσχέδιον, ἐγένετο σφοδρὰ συζήτησις καὶ πολλοὶ τῶν κυρίων βουλευτῶν ἤθελον νὰ ὑποστηρίξωσι τὸ ἐπ’ αὐτῶν δικαίωμα τοῦ δημοσίου. Ἀλλά, κύριοι, τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον ἀντέκρουσαν πολλοὶ ἄλλοι καὶ ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ συμφωνήσουν οἱ νομομαθεῖς τοὺς ὁποίους κατ’ ἐπανάληψιν ἐσυμβουλεύθη ἡ κυβέρνησις. Οἱ πάντες, κύριοι, εἶπον ὅτι ἐκ τῶν νόμων τοὺς ὁποίους ἔχομεν δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀρνηθῶμεν ἀδιστάκτως καὶ ἀναντιῤῥήτως τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου καὶ ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, ἀπόδειξις εἶναι ἡ ἐπιμονὴ, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ὅλη ἡ βουλὴ εἰς τὸ νὰ ψηφισθῇ νέος νόμος. ἐνῷ ἐκ τῶν κειμένων νόμων ἠδυνάμεθα νὰ ἀρυσθῶμεν τὸ ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων δικαίωμα τοῦ δημοσίου, τότε ἤθελεν εἶσθαι περιττὸς πᾶς τοιοῦτος νόμος· ἀλλ’ ὁ νέος νόμος πρέπει νὰ στηρίζηται εἰς μίαν ἀρχὴν· διότι, καθὼς σᾶς εἶπον καὶ ἐγὼ καὶ πάντες οἱ προαγορεύσαντες περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, δὲν πρόκειται σήμερον νὰ χορηγήσωμεν εἰς τὸ δημόσιον δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει, ἀλλὰ πρόκειται ἁπλῶς νὰ ἀνακηρύξωμεν δικαιώματα προϋπάρχοντα καὶ προερχόμενα ἀπὸ ὡρισμένας πηγὰς, εἰς τὰς ὁποίας ἔπρεπε ν’ ἀνατρέξωμεν ὅπως ἀρυσθῶμεν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ νομοθετήσωμεν. Ποία δὲ εἶναι ἡ πηγὴ ἐκ τῆς ὁποίας ἀρυόμεθα τὸ δικαίωμα τοῦτο; Νομίζω, κύριοι, ὅτι παραπολὺ ἐκοπίασεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου καὶ πολλοὶ ἄλλοι βουλευταὶ διὰ νὰ μᾶς τὴν καταδείξωσι. Μᾶς εἶπον, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων προέρχεται ἐκ τοῦ δικαιώματος τοῦ μεταλλεύεσθαι, τὸ ὁποῖον εἶναι νόμημα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν ὅτι διὰ νὰ ἰσχύσῃ ἓν νόμημα, εἶναι ἀνάγκη διὰ ῥητοῦ νόμου νὰ καθιεροῦται, διότι ἄλλως ὑπάρχει μὲν δυνάμει, ἀλλὰ δὲν δύναται καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ. Κατὰ τὸν μεσαίωνα συγκατελέγετο μεταξὺ τῶν νομημάτων καὶ τὸ δικαίωμα τῆς θήρας ὡς καὶ τῆς ἁλιείας, ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν τοιοῦτον νόμημα δὲν εἶναι ἀνεγνωρισμένον, καὶ ἂν ἤθελον ἐγὼ, ὅστις ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω σήμερον τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἀντιπροσωπεύω τὸ δημόσιον, ἐὰν ἤθελον νὰ θέσω περιορισμοὺς εἰς τὰ τῆς θήρας καὶ ἁλιείας, ἤθελον πράξει παρανομίαν, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελον εὕρει ἔλεος ἐνώπιόν σας, διότι τὸ νόμημα τοῦτο εἶναι ἀργὸν παρ’ ἡμῖν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ μεταλλεύεσθαι εἶναι μὲν νόμημα τῆς ἐπικρατείας, ἀλλὰ διὰ νὰ λάβῃ ζωὴν καὶ ὕπαρξιν ἀπαιτεῖται νόμος εἰδικός, διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι, ὅτε ἠθέλησε καὶ ἡ ἑλληνικὴ ἐπικράτεια νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν τὸ δικαίωμα τοῦ μεταλλεύεσθαι, ἐψήφισε νόμον· καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1861, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκήρυξε τὸ μεταλλεῖον ὡς περιουσίαν ἀνεξάρτητον τοῦ ἐδάφους, καὶ ἔδωκεν εἰς τὴν ἐπικράτειαν τὸ δικαίωμα νὰ τὸ διαθέτῃ κατὰ τὸ δοκοῦν. Ἐὰν τὸ δικαίωμα τοῦ μεταλλεύεσθαι δὲν ἀνῆκεν εἰς τὴν ἐπικράτειαν, πιστεύσατε ὅτι καὶ ὁ νόμος τοῦ 1861 ἤθελε θεωρηθῆ ὡς νόμος αὐθύπαρκτος, ὡς νόμος δημεύσεως; διότι κατὰ τοὺς γενικοὺς κανόνας τοῦ δικαίου, ὁ ἰδιοκτήτης τῆς ἐπιφανείας εἶναι ἰδιοκτήτης καὶ πάντων τῶν ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν εὑρισκομένων, καὶ πᾶν ὅ,τι ἤθελεν εὕρει καὶ ἐντὸς τοῦ κτήματός του εἶναι ἰδιοκτησία του καὶ δύναται νὰ τὸ κρατήσῃ, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἄλλος τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ. Ἀλλὰ παρὰ τὰς γενικὰς ταύτας ἀρχὰς τὸ κράτος οἰκειοποιήθη τὰς μεταλλικὰς οὐσίας, αἵτινες εὑρίσκονται εἰς οἱανδήποτε ἰδιοκτησίαν· ἔπραξε δὲ τοῦτο, διότι τὸ μεταλλεύεσθαι εἶναι νόημα, τὸ ὁποῖον ὅμως διὰ νὰ λάβῃ ζωὴν καὶ ὑπόστασιν ἔπρεπε νὰ καθιερωθῇ διὰ τοῦ περὶ μεταλλείων Νόμου. Ὁ νόμος, κύριοι, τῶν μεταλλείων, εἴπομεν, δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν εἰς τὰς μεταλλικὰς οὐσίας, αἵτινες δὲν εἶναι αὐτοφυεῖς, ἀλλὰ προέρχονται ἐξ ἀνθρωπίνης ἐνεργείας. Ἐπὶ τῶν οὐσιῶν αὐτῶν ἔχει τὸ δημόσιον τὸ αὐτὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐπὶ μεταλλικῶν οὐσιῶν, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται αὐτοφυεῖς εἰς τὰ σπλάγχνα τῆς γῆς, ἀλλ’ ὅπως δὲν ἤρκει ἡ ἁπλῆ ἰδέα τοῦ νοήματος, ἀλλ’ ἐδέησε νὰ ἔλθῃ ὁ νόμος τοῦ 1861 διὰ νὰ δώσῃ ζωὴν καὶ ὕπαρξιν εἰς τὸ ἐπὶ τῶν μεταλλείων δικαίωμα τοῦ Κράτους, ἀπαραλλάκτως ἐνομίσαμεν, ὅτι ἦτον ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ ἕτερος νόμος διὰ νὰ λάβῃ τὸ δημόσιον τὸ δικαίωμα τῆς διαθέσεως ἐπὶ τῶν μεταλλικῶν οὐσιῶν, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἐξ ἀνθρωπίνης ἐνεργείας· διότι ἄνευ τοῦ νέου τούτου νόμου δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ νόημα τοῦ δημοσίου. Ἰδοὺ, κύριοι, προφανῶς ἡ ἀναλογία, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ νόμου τοῦ 1861 καὶ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσητε κατὰ τὸ 1871· ἐξ ἧς πηγῆς ἠρύσθη τὸ δημόσιον τὸν νόμον τοῦ 1861, καὶ οἰκειοποιήθη τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ διαθέτῃ τὰς μεταλλικὰς οὐσίας τὰς εὑρισκομένας εἰς τὰ σπλάγχνα τῆς γῆς, χωρὶς νὰ πράττῃ αὐθαιρεσίαν, ἐκ τῆς αὐτῆς πηγῆς πρόκειται νὰ ἀρυσθῶμεν τὸν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ δημόσιον λαμβάνει τὸ δικαίωμα νὰ διαθέσῃ τὰς μεταλλικὰς οὐσίας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι αὐτοφυεῖς, ἀλλὰ προέρχονται ἐξ ἀνθρωπίνης ἐργασίας, καὶ εὑρίσκονται τοποθετημέναι εἰς τὴν ἐπιφάνειαν αὐτῆς. Εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώργης, ὅτι ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῶν μεταλλείων τὰ ὁποῖα περιλαμβάνει ὁ νόμος τοῦ 1861 καὶ τῶν ἐκβολάδων περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν σήμερον· διότι τὰ μὲν μεταλλεῖα εἶναι ἄγνωστον, αἱ δὲ ἐκβολάδες εἶναι γνωστόν. Ἀλλὰ κύριοι, κατ’ ἐμὲ δὲν εἶναι τὸ γνωστὸν ἢ ἄγνωστον τὸ ὁποῖον δίδει εἰς τὸ κράτος τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ θεωρήσῃ ἢ μὴ ὡς δημοσίαν περιουσίαν, ἀντικείμενον ξένον. Ἐὰν ἦτον ἀληθὲς τοῦτο, ἔπρεπε καὶ πᾶν ἄλλο ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄγνωστον εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τῆς γῆς, καὶ τὸ ὁποῖον ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν του νὰ μὴ θεωρῆται ἀνῆκον εἰς αὐτὸν, ἀλλὰ νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸ δημόσιον, καὶ ὅμως δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα. Ἐὰν σκάπτων τις εἰς τὸν ἀγρόν του εὕρῃ θησαυρὸν, τὸν ὁποῖον κανεὶς δὲν ἐγνώριζε, ὁ θησαυρὸς ἀνῆκε εἰς αὐτὸν καὶ δὲν δύναται τὸ κράτος νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ τῷ εἴπῃ, ἐπειδὴ σὺ δὲν ἐγνώριζες ὅτι ὑπῆρχε θησαυρὸς, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὸν λάβω ἐγώ. Ἐὰν ἄλλος τρυπήσῃ τὴν γῆν καὶ ἀναβλύσῃ ἄφθονον ὕδωρ διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δύναται νὰ ποτισθῇ μεγάλη γαιῶν ἔκτασις, δὲν ἔχει τὸ κράτος τὸ δικαίωμα νὰ τῷ εἴπῃ, ὅτι τὸ ἀναβλύσαν ὕδωρ εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου· ὄχι, κύριοι, εἶπε τοῦτο μόνον ἐπὶ τῶν μεταλλείων, διότι τὸ μεταλλεύεσθαι εἶναι νόημα· ἔδωκε λοιπὸν ὁ νόμος τοῦ 1861 εἰς τὸ δημόσιον τὸ δικαίωμα τῆς διαθέσεως, οὐχὶ διότι τὰ ἀντικείμενα τὰ ὁποῖα ὁ νόμος οὗτος κανονίζει εἶναι ἄγνωστα, ἀλλὰ διότι εἶναι μεταλλικαὶ οὐσίαι, καὶ ἐπὶ τῶν μεταλλικῶν οὐσιῶν αἱ κυβερνήσεις διατηροῦν τὸ δικαίωμα νὰ τὰς διαθέτουν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὑπάρχει πληρεστάτη ἀναλογία μεταξὺ τοῦ νόμου τοῦ 1861, καὶ τοῦ νόμου τοῦ 1871. Καὶ ἐὰν θελήσετε νὰ ἀρνηθῆτε ταύτην καὶ νὰ εἴπητε ὅτι τὸ δημόσιον ἀρύεται τὸ δικαίωμα νὰ διαθέσῃ τὰς ἐκβολάδας, οὐχὶ ἐξ ἧς πηγῆς ἠρύσθη τοῦτο διὰ τὰ μεταλλεῖα, φοβοῦμαι μήπως δὲν εὕρητε ἔδαφος στερεὸν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ πατήσητε καὶ ἡ πρᾶξις σας φανῇ ἐντελῶς αὐθαίρετος. Λέγοντες ὅτι, λαμβάνετε τὸ δικαίωμα νὰ διαθέσητε τὰς ἐκβολάδας διότι περιέχουν μέταλλον καὶ ὁμολογοῦντες ὅτι πράττετε ἐπὶ τῶν μεταλλικῶν τούτων οὐσιῶν, ὅ,τι ἔπραξεν ὁ νόμος τοῦ 1861 ὡς πρὸς τὰς μεταλλικὰς οὐσίας τὰς ὑπὸ τὴν γῆν, εἶσθε εἰς πλήρη ἁρμονίαν, καὶ κανεὶς δὲν δύναται νὰ σᾶς κατακρίνῃ ὅτι πράττετε πρᾶξιν αὐθαίρετον· ἐὰν ἐπαναλαμβάνω φύγετε ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, τῇ ἀληθείᾳ ἀγνοῶ ποῦ δύνασθε νὰ σταματήσητε. Ὁ νόμος μας, εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώργης, ἠμπορεῖ νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς σπουδαίας ἀμφισβητήσεις, διότι ἐκτὸς τῆς κακῆς ἐκφράσεως τοῦ ἄρθρου 2 ἔρχεται καὶ τὸ ἄρθρον 11, τὸ ὁποῖον χορηγεῖ ἀποζημίωσιν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ ἐδάφους ἐπὶ τοῦ ὁποίου εὑρίσκονται αἱ ἐκβολάδες. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον 11 οὐ μόνον δὲν δύναται νὰ δώσῃ λαβὴν εἰς καμμίαν ἀμφισβήτησιν ἐκ μέρους τῶν ἰδιωτῶν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας κλείει τὴν θύραν εἰς πᾶσαν ἐκ μέρους αὐτῶν ἀπαίτησιν καὶ λύει ἐντελῶς τὸ ζήτημα. Αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἀντικείμενα τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται τοποθετημένα ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς γῆς. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν κρίσιν μου ἰδιοκτήτης τοῦ ἐδάφους ἔνθα ὑπάρχουν αἱ γνωσταὶ ἐκβολάδες εἶναι τὸ δημόσιον, διότι τὸ ἔδαφος τοῦτο εἶναι δάσος καὶ ὡς τοιοῦτον θέλει ἐπιδικασθῆ εἰς τὸ δημόσιον, ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ἔρχεται μία ἀπόφασις καὶ λέγει ὅτι ὁ τόπος, εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι αἱ ἐκβολάδες, δὲν ἀνήκει εἰς τὸ δημόσιον, διότι τὸ δημόσιον δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποδείξῃ τὸ δικαίωμά του· εἰς τοιαύτην περίπτωσιν ἔπρεπεν, σᾶς ἐρωτῶ, ὁ νόμος νὰ σιωπήσῃ, καὶ νὰ μὴ προβλέψῃ ὁποῖα εἶναι τὰ δικαιώματα τοῦ ἰδιώτου ἐπὶ τοῦ ἐδάφους ἐπὶ τοῦ ὁποίου εὑρίσκονται αἱ ἐκβολάδες; ἢ ἔπρεπε νὰ προβλέψῃ τὴν περίπτωσιν αὐτὴν καὶ νὰ κανονίσῃ τὰς σχέσεις τοῦ ἰδιώτου μετὰ τοῦ δημοσίου; Βεβαίως, κύριοι, ἤθελεν εἶσθαι μεγάλη ἀτέλεια εἰς τὸν νόμον, ἐὰν δὲν ἐθέταμεν διάταξίν τινα περὶ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ ἐδάφους. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι αἱ ἐκβολάδες καλύπτουσιν ὅλην τὴν ἐπιφάνειαν, ἀλλὰ μὴ λησμονήσητε ὅτι ἐπειδὴ αἱ ἐκβολάδες εἶναι χώματα, φύονται ἐπ’ αὐτῶν χόρτα καὶ ὑψηλότατα δένδρα, ἠμπορεῖ δὲ νὰ συμβῇ ὥστε νὰ καλλιεργοῦνται ἐπ’ αὐτῶν δημητριακοὶ καρποὶ ἢ νὰ ὑπάρχωσι διάφορα εἴδη φυτειῶν. Ἀφοῦ λοιπὸν αἱ ἐκβολάδες αὗται κηρύσσονται ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου ἡ δὲ ἀφαίρεσις αὐτῶν δύναται νὰ προξενήσῃ ζημίαν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ ἐδάφους ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχουν, δίκαιον εἶναι νὰ δοθῇ καὶ εἰς αὐτοὺς ἀνάλογος ἀποζημίωσις.

§69ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί τὸ διπλοῦν;

§70ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, διὰ νὰ ἦναι τέλειος ὁ νόμος ἔπρεπε νὰ προβλέψῃ περὶ τῶν σχέσεων τοῦ κυρίου τῶν ἐκβολάδων μετὰ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ ἐδάφους. Ἀλλὰ μὲ ἐρωτᾶτε διατὶ νὰ πληρώσῃ τὸ διπλοῦν τῆς ἀξίας. Διότι παρομοία διάταξις ἀπαντᾶται καὶ εἰς τὸν νόμον τῶν μεταλλείων, καὶ κατ’ αὐτὸν, ὅστις καταλάβει τὰς γαίας τοῦ ἄλλου ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ τὸ διπλάσιον τῆς ἀξίας· καὶ τὴν διάταξιν ταύτην θεωρῶ πολὺ δικαίαν. Διότι δὲν ἀρκεῖ ὅταν ἔχω ἓν κτῆμα νὰ μοῦ πληρώσητε τὴν ἀξίαν καὶ νὰ μοῦ εἴπητε ἀποσύρθητι, καὶ διατί; ὄχι λόγῳ δημοσίου ἀνάγκης, ἢ δημοσίου συμφέροντος, ἀλλὰ μόνον καὶ μόνον νὰ δυνηθῆτε νὰ λάβητε τὰ ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχοντα μέταλλα, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δίκαιον ἦτον καὶ πολὺ ὀρθῶς ὁ νόμος τὸ προνοεῖ, εἶπεν ὥστε ὁ ἀφαιρῶν ξένην ἰδιοκτησίαν διὰ νὰ ἀπολαύσῃ ὠφέλειάν τινα νὰ πληρώσῃ τὸ διπλάσιον, ὥστε ὄχι μόνον ν’ ἀποζημιώσῃ τὸν ἰδιοκτήτην διὰ τὴν ζημίαν τὴν ὁποίαν ὑπέστη, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ τὸν ἱκανοποιήσῃ διὰ τὴν δυσαρέσκειαν καὶ τὴν λύπην τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται πᾶς ἰδιοκτήτης ἀποχωριζόμενος ἀπὸ τὸ κτῆμά του διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ὁποίου ἔκαμε πολλὰς θυσίας.

§71ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τῶν μεταλλείων καταστρέφεται ἡ ἐπιφάνεια ἐνῷ διὰ τῶν ἐκβολάδων θὰ καθαρισθῇ καὶ θὰ κατασταθῇ προσοδοφόρος.

§72ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνῷ καταστρέφονται τὰ δένδρα δὲν εἶναι ζήτημα ὅτι βλάπτεται ὁ ἰδιοκτήτης. Παραξενεύθη ἀκόμη ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, διότι ὅτε ὑπέβαλον τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀνέφερον εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου ὅτι τὸ πρῶτον νομοσχέδιον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐγένοντο αἱ παρατεταμέναι ἐκεῖναι συζητήσεις, δὲν ἤθελαν ἔχει καμμίαν ἐφαρμογὴν ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐκανόνιζε τὰς ἐπὶ ἰδιωτικῶν γαιῶν εὑρισκομένας ἐκβολάδας καὶ τοιαῦται κατὰ τὴν κρίσιν μου δὲν ὑπάρχουν, παρηξενεύθη δέ, διότι πρὶν ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκβολάδων εἶχεν ἐκδοθῆ ἡ ἀπόφασις τοῦ ἐνταῦθα πρωτοδικείου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν σκωριῶν καὶ αὐτὴ δὲν ἐδικαίωσε τὸ δημόσιον τοῦ νὰ ζητήσῃ δικαίωμα ἐπικαρπίας διὰ τὰς σκωρίας τὰς εὑρισκομένας ἐντὸς τῶν γαιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνεγνωρίσθησαν ἐθνικαί. Εἶχον, κύριοι, ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπόφασιν τοῦ πρωτοδικείου, ἀλλὰ καί τοι ἔχων γνῶσιν τῆς διατάξεως αὐτῆς, δὲν ἐμποδίσθην νὰ εἴπω ὅ,τι εἶπον, διότι ἄλλο εἶναι τὸ κείμενον τοῦ νόμου περὶ σκωριῶν καὶ ἄλλο τὸ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκβολάδων. Ὁ νόμος περὶ σκωριῶν δὲν λέγει ῥητῶς, ὅτι εἶναι ἐθνικαὶ αἱ σκωρίαι, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ἐπὶ ἐθνικῆς γῆς, ἀλλ’ ἁπλῶς διαλαμβάνει, ὅτι τὸ δημόσιον θέλει λάβει 20% ἐπὶ τῶν τοιούτων νομίμως ἀναγνωρισθησομένων ἐθνικῶν σκωριῶν. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἔκφρασις τοῦ νόμου, τὸ δὲ πρωτοδικεῖον εἰς τὰς σκέψεις του λέγει, ὅτι ἂν καὶ αἱ γαῖαι ἐπὶ τῶν ὁποίων αἱ σκωρίαι αὗται εὑρίσκονται ἐθεωρήθησαν ὡς ἐθνικαὶ, μολαταῦτα τὸ δικαστήριον δὲν δύναται νὰ τὰς κηρύξῃ ὡς ἀνηκούσας εἰς τὸ δημόσιον, διότι ὁ νόμος δὲν λέγει ῥητῶς, ὅτι αἱ ἐπὶ ἐθνικῶν γαιῶν σκωρίαι ἀνήκουσιν εἰς τὸ δημόσιον.

§73ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ποῖον γνώρισμα ἔχει νὰ ᾖναι κύριος τοῦ ἐδάφους.

§74ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι οἱ συντάξαντες τὸν νόμον ἐκεῖνον δὲν εἶχον τὴν ἰδέαν αὐτὴν, ὄχι, οἱ συντάξαντες τὸν νόμον εἶχον βεβαίως τὴν ἰδέαν, ὅτι ὡς ἐθνικαὶ ἤθελον θεωρηθῆ αἱ σκωρίαι αἱ κείμεναι ἐπὶ ἐθνικῶν γαιῶν· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἐξεφράσθη εὐκρινῶς περὶ τούτου ὁ νόμος εὗρε τὸ δικαστήριον λόγον διὰ ν’ ἀμφιβάλῃ καὶ ἐξέδωκε τὴν προδικαστικὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε, καὶ τὴν ὁποίαν ἐλπίζω νὰ ἐξαφανίσῃ τὸ ἀνώτερον δικαστήριον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔσπευσα νὰ τὴν ἐφεσιβάλω. Ἀλλά, κύριοι, ὁ προσωρινὸς αὐτὸς κίνδυνος δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸ πρῶτον νομοσχέδιον περὶ τῶν ἐκβολάδων, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐξηγούμενον καθαρότερα, διαλαμβάνει ὅτι αἱ ἐκβολάδες αἱ εὑρισκόμεναι ἐπὶ ἐθνικῶν γαιῶν θέλουσι διατεθῆ διὰ νόμου. Διὰ τοῦτο εἰσάγων τὸ δεύτερον νομοσχέδιον περὶ ἐκβολάδων εἰς τὴν Βουλὴν, εἶπον ὅτι τὸ πρῶτον νομοσχέδιον δὲν ἤθελεν ἔχει κατὰ τὴν κρίσιν μου καμμίαν ἐφαρμογὴν, διότι ἄφινεν εἰς εἰδικὸν νόμον νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς διαθέσεως τῶν ἐπὶ ἐθνικῆς γῆς κειμένων ἐκβολάδων, καὶ ἐκβολάδες μόνον ἐπὶ ἐθνικῆς γῆς εὑρίσκονται, ἰδιωτικαὶ δὲ δὲν ὑπάρχουσι διότι ὅλος ὁ χῶρος ἐπὶ τοῦ ὁποίου κεῖνται αἱ ἐκβολάδες ἀνήκει εἰς τὸ δημόσιον καθὸ δάση. Κύριοι, τὰ ὀλίγα ταῦτα εἶχον ἀνάγκην νὰ σᾶς εἴπω διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ἀγόρευσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμον ἐνώπιόν σας ὅτε εἰσήγαγον τὸ δεύτερον νομοσχέδιον περὶ ἐκβολάδων καὶ διὰ νὰ σᾶς ἐκθέσω, ὅτι κατ’ ἐμὲ εἶχον ἔκτοτε τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ μόνος λόγος ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ στηριχθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου τὸ ὁποῖον ἔχει ἐπὶ τῶν μεταλλείων. Καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ δημοσίου ὑπάρχει μόνον δυνάμει, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ εἶναι ἀνάγκη ἑνὸς νόμου εἰδικοῦ, ὅπως ἐγένετο τοιοῦτος κατὰ τὸ 1861, διὰ τὰς μεταλλούχους οὐσίας αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν γῆν. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἔκφρασιν τοῦ νομοσχεδίου ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, μεθ’ ὅλα ὅσα ἤκουσα, δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ; ὅτι ἡ ἔκφρασις εἶναι κακὴ καὶ ὅτι τοῦ βουλευτικοῦ νομοσχεδίου ἡ ἔκφρασις εἶναι προτιμοτέρα. Μ’ ὅλα ταῦτα ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι διὰ τῆς ἐκφράσεως ταύτης ἐξασφαλίζει πληρέστερον τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, ἡμεῖς δὲν ἐπιμένομεν. Σᾶς παρακαλῶ μόνον νὰ προσέξητε μήπως θέλοντες νὰ ἐξασφαλίσητε τὸ δημόσιον περισσότερον τὸ ἀφήσητε μᾶλλον ἐκτεθειμένον.

§75Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, κ. πρόεδρε, μετὰ τοῦ κ. Ζέγγελη καὶ τοῦ κ. Ῥοντήρη καὶ ἥτις συζητεῖται σήμερον, ἦτον ἀποτέλεσμα ὅλων τῶν συζητήσεων αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν. Ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ τὴν πρότασιν αὐτὴν τὴν εἴχομεν ὑποβάλει καὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς 29 Μαρτίου, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ προσωρινὸς νόμος περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς χρήσεως τῶν ἐκβολάδων· τὴν ἐστηρίξαμεν καὶ τὴν στηρίζομεν εἰς τὰς ἐφεξῆς σκέψεις, τὰς ὁποίας δὲν ἐμορφώσαμεν ἤδη κατὰ πρῶτον ἀπὸ τὰς συζητήσεις ἐντὸς τῆς Βουλῆς ταύτης· ἀλλὰ ἀπὸ τὰ 1865 εἴχαμεν μορφώσει· δὲν τὴν ὑπεβάλομεν τότε ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν σκωριῶν τὸ ὁποῖον ἐσυζητήθη ἀδιαλείπτως μέχρι τοῦ Ἀπριλίου 1867, πρῶτον διότι δὲν ἐθεωρήθη τοιαύτης σπουδαιότητος τὸ ζήτημα τῶν σκωριῶν ὅσης θεωρεῖται ἤδη σπουδαιότητος τὸ ζήτημα τῶν ἐκβολάδων τῆς ἀργυρίτιδος γῆς, δεύτερον διότι τότε ὑπῆρχεν ἔγγραφον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ὁποῖον διελάμβανεν ὅτι οὐδεμίαν ἀξίωσιν ἔχει τὸ δημόσιον ἐπί τινων θέσεων ἐπὶ τῶν ὁποίων ἦσαν σκωρίαι, καὶ τρίτον διότι ὑπῆρχεν ἐκκρεμεῖς δίκαι καὶ περὶ αὐτῶν τῶν θέσεων. Ἐξητάσαμεν ὅμως τὴν σπουδαιότητα καὶ τότε, κύριοι, καὶ ἐπεστήσαμεν πολὺ τὴν προσοχὴν τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς περὶ ἐξευρέσεως τῆς ἀξίας τῶν σκωριῶν, τῆς λυσιτελεστέρας διαθέσεως αὐτῶν, καὶ δὲν ἀληθεύει τὸ λεγόμενον ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο διῆλθεν ἀνεξέταστον. Ἐνθυμοῦνται ὅσοι ἦσαν τότε βουλευταὶ καὶ τὰς ἐν τῇ Βουλῇ προτάσεις καὶ ῥητορείας καὶ τὰς ὑπαιθρίους ἀκόμη συζητήσεις καὶ δημηγορίας διαφόρων, ἐνθυμοῦνται τέλος, κύριοι, ὅτι ἐστάλη ἐπιτροπὴ καὶ ἐκ τῆς Βουλῆς εἰς Λαύριον ἀκόμη, μετέβη ἐκεῖ, ἔκαμεν ἐκκαμινεύσεις καὶ δοκιμὰς ἐντὸς τῶν φούρνων τοῦ κ. Σερπιέρη καὶ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν εἰς τὴν Βουλὴν δι’ ἧς ἀνεγνώριζεν ὅτι τὰ ἐτήσια καθαρὰ κέρδη τῆς ἑταιρίας ἀναβαίνουν εἰς 2 ἑκατομμύρια. Ἡ κυβέρνησις ὅλα ταῦτα τὰ ἐθεώρησεν ὡς σκέψεις τυχαίας καὶ στηριζομένη εἰς τὸν λόγον ἀπεφάσισεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φορολογῆται ἡ ἐργασία καὶ τὰ κεφάλαια εἰς ἐποχὴν μάλιστα καθ’ ἣν εἴχομεν καταργήσει τὸν φόρον τῆς μετάξης. Ἐτέθη, κύριοι, ζήτημα ψηφηφορίας, προτεινόντων ἡμῶν νὰ ἐπιβληθῇ φόρος 16% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου διὰ σκωρίας αἵτινες ἐθεωροῦντο ἰδιόκτητοι καὶ τὸ διπλάσιον διὰ τὰς ἐθνικάς· ἐὰν ἐκείνη ἡ πρότασις ἐψηφίζετο τότε, τὰ ἔξοδα τοῦ κράτους ἐκ τῶν σκωριῶν ἤθελον εἶσθαι 62 δραχ. δι’ ἕκαστον τόνον καὶ οὐχὶ 24 ἢ 48—καθόσον πρόκειται περὶ ἰδιοκτήτων ἢ ἐθνικῶν· ἐψηφηφορήσαμεν 27 ὑπὲρ αὐτῆς, καὶ ὅσοι εὑρίσκονται ἐξ ἐκείνων ἐδῶ, τὴν αὐτὴν ἔχουν ἀκόμη γνώμην· ἐψηφίσθη κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 7 ἀπριλίου, ἡ πρότασις τῆς Κυβερνήσεως περιεχούσης ὅτι ἀρκεῖται εἰς τὰ 10% τὸ δημόσιον. Τὴν γνώμην λοιπὸν τὴν εἴχομεν ἔκτοτε, ὅτι αἱ σκωρίαι, τὸ Λαύριον ὅλον, εἶναι νόμημα τῆς Ἐπικρατείας, διότι ἀνῆκεν εἰς τὴν πολιτείαν τῶν Ἀθηνῶν, διότι περιῆλθεν εἰς τοὺς Ῥωμαίους αὐτοκράτορας, διότι, ὡς τοιοῦτον, διετηρήθη ὑπὸ τῶν Βυζαντινῶν, διότι νόμημα ὑπῆρχε καὶ ἐπὶ τῶν Τούρκων, οἱ ὁποῖοι ἐκυριάρχησαν τῆς Ἑλλάδος. Ὡς νόμημα περιῆλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ τῆς παραχωρήσεως καὶ τῆς συνθήκης τὴν ὁποίαν ὑπέγραψαν καὶ ἐκύρωσαν διὰ τοῦ πρωτοκόλλου αἱ Δυνάμεις· καὶ ἐὰν καὶ τὴν συνθήκην αὐτὴν δὲν εἴχομεν, δυνάμει τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον διέπει κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως καὶ κανονίζει τὰς κληρονομικὰς σχέσεις τῶν προσώπων ἐν Ἑλλάδι, περιῆλθεν εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου· διότι καὶ κατὰ τὸ ἀστικὸν δίκαιον παύσαντος νομικοῦ προσώπου ὑπάρχει ἡ περιουσία εἰς τὸ διάδοχον κράτος μεταβαίνει αὐτοδικαίως. Ἐθεωρήσαμεν ὅτι εἶναι περιουσία τῆς Ἐπικρατείας δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1833, ὅστις ἐξεδόθη ἐπὶ τοῦ βασιλέως Ὄθωνος, ὅστις ἔλαβε τὴν κατοχὴν ἐπὶ ὅλων τῶν μερῶν καὶ τῶν χωρῶν, αἱ ὁποῖαι ἔκειντο ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Σουλτάνου, ἥτις ἔπαυσε κατὰ τὰ 1832 τὸν Δεκέμβριον. Τὴν ἐστηρίξαμεν, κύριοι, τὴν ἰδέαν μας αὐτὴν ἐπὶ ἰσχυρῶν ἀποφάσεων τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων καὶ τῶν Συνελεύσεων καὶ τοῦ 1843 καὶ τοῦ 1862, τὰ ὁποῖα κοινοβουλευτικὰ Σώματα διὰ τῶν φορολογικῶν νόμων ἀναγνωρίζουν νομήματα καὶ κτήματα τῆς ἐπικρατείας. Τὴν ἐκυρώσαμεν, κύριοι, ὡς τοιαύτην διὰ τῶν διατάξεων τοῦ διοικητικοῦ νόμου, ὅστις εἶναι νόμος τοῦ Κράτους δημοσιευμένος (ἀριθ. 226.) Ἀλλὰ, κύριοι, μόλις πρὸ ὀλίγου χρόνου ἤρχισαν νὰ ἀμφισβητῶσιν αὐτὸ τὸ δικαίωμα τινὲς νομικοὶ καὶ ἠπόρησα μάλιστα, ὅταν ἀνέγνωσα, κύριοι, τὸ βιβλίον περὶ συνθηκῶν, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ῥάλλης ἐξέδωκε τελευταῖον τοῦ Κώδηκος· ἐκεῖ μεταφράζει ἢ καταχωρίζει τὸ πρωτόκολλον τῆς 3 Ἰουνίου 1833, καὶ τὴν λέξιν βακούφικα τὴν σχολιάζει νόμημα καὶ ὅμως εἰς μίαν γνωμοδότησίν του ἀρνεῖται τὰ νομήματα!! Αὐταὶ αἱ σκέψεις μᾶς ἔπεισαν, κύριοι, ὅτι δὲν χρειάζεται ἄλλος νόμος, ἀλλὰ νόμος ὄχι περὶ ἀναγνωρίσεως τῶν ἐκβολάδων ὡς ἐθνικῶν, ἀλλὰ περὶ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων ἀνηκουσῶν ἀείποτε εἰς τὸ κράτος. Ὑπεβάλομεν λοιπὸν τὴν πρότασιν αὐτὴν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀποῤῥιφθῇ· «αἱ ἐκβολάδες τῶν ἀρχαίων ὁπουδήποτε τῆς ἐπικρατείας κεῖνται, θέλουσι διατεθῆ διὰ νόμου πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὸ Κράτος. Τὸ ὡς—εἶναι ἐντροπὴ νὰ κάμωμεν γραμματικὰς παρατηρήσεις,—δὲν εἶναι ὁμοιωματικὸν, ὅπως τὸ ἐξέλαβεν ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν· οἱανδήποτε γραμματικὴν καὶ λεξικὸν ἀναγνώσῃ τίς θέλει ἰδεῖ ὅτι εἶναι αἰτιολογικὸν, λοιπὸν ἐπειδὴ ἦσαν ἐθνικαὶ αὗται αἱ ἐκβολάδες, διατίθενται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ τοῦτο ἐννοοῦμεν διὰ τῆς φράσεως ταύτης. Ποῖον φόβον βλέπει ὁ κ. ὑπουργὸς εἰς τὴν καθιέρωσιν, εἰς τὴν παραδοχὴν αὐτῆς τῆς τροπολογίας, ποῖον κίνδυνον τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ; ἐξ ἐναντίας, κύριοι, ἡ παραδοχὴ τῆς φράσεως τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον, γεννᾷ τὸν κίνδυνον νὰ χάσῃ τὸ δημόσιον τὰς μέχρι τοῦδε ἀφαιρεθείσας ἐκβολάδας; ὁ νόμος, ὅπως ἐκφράζεται τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον, δὲν ἔχει ἀναδρομικὴν ἰσχὺν, καὶ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ· θὰ λάβῃ ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν μετὰ τὴν δημοσίευσίν του. Ἐὰν λοιπὸν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἐγείρῃ μίαν ἡμέραν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Serpieri ζητῶν νὰ πληρώσῃ 300,000 τόννους οὕς τινας πρὸ τοῦ νόμου παρέλαβεν, ἢ καὶ περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον, στηρίζων τὴν ἀγωγήν του εἰς τὸν νόμον αὐτὸν, ὁ κ. Serpieri ἔχει τὸ δικαίωμα διὰ τῶν δικηγόρων νὰ ἰσχυρισθῇ καὶ νὰ εἴπῃ «ἡ ἀγωγή σου, κ. ὑπουργὲ τῶν οἰκονομικῶν, ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ δημοσίου εἶναι ἀπαράδεκτος, διότι θὰ ἐξετασθῇ ἄν ὑπῆρχε νόμος προγενέστερος καὶ τὸ δικαστήριον δύναται νὰ παραδεχθῇ τὴν ἔνστασιν τοῦ ἀπαραδέκτου μὲ τὴν αἰτιολογίαν ὅτι οἱ νόμοι δὲν ἔχουσιν ἀναδρομικὴν ἰσχὺν, ἀλλὰ λαμβάνουν τὴν ἰσχύν των ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς των, καὶ ἄλλος ῥητὸς νόμος δὲν ὑπάρχει· δύναται νὰ προσθέσῃ μάλιστα ἀμφισβήτησιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως περὶ νομημάτων ἐν τοῖς συζητήσεσι τοῦ νόμου τούτου· ἐκτὸς τούτου, ὁ ἐνδοιασμὸς τοῦ δικαστηρίου αὐξάνει, διότι εἰς τὰ 1867 ἐξεδόθη νόμος περὶ ἐθνικοϊδιοκτήτων, εἰς τὰ 1871 ἦλθε νομοσχέδιον περὶ φορολογίας αὐτῶν, καὶ τέλος ἀμφισβήτησις τῶν ἰδεῶν τὰς ὁποίας φέρει τὸ νομοσχέδιον, ὃ ἡμεῖς ἐφέραμεν (θόρυβος) ὥστε φρονῶ, κύριοι, ὅτι ἡ τροπολογία ἣν περιέχει τὸ ἄρθρον πρῶτον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλομεν, εἶναι πληρεστέρα καὶ ἀσφαλεστέρα καὶ ὀρθοτέρα καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ φρονῶ ὅτι δύναται, νὰ τὴν παραδεχθῇ χωρὶς κίνδυνον· ἀλλ’ ἐὰν νομίζῃ ὅτι δύναται νὰ περιλάβῃ ἀλλοῦ τὸ ἴδιον δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, ἀλλὰ τὸ νὰ λέγῃ ὅτι ἡ ἄλλη εἶναι ἀσφαλεστέρα παρὰ τὴν πρότασιν αὐτὴν, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν λέγει σύμφωνα μὲ τὸν νόμον.

§76ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, ἔχω ἀκόμη μίαν παρατήρησιν καὶ συνοδεύω αὐτὴν μὲ ἔγγραφα πολύτιμα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀναγνώσω. Μίαν παρατήρησιν θὰ κάμω εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις εἶπεν, ὅτι τὸ νόμημα εἶχεν ἀνάγκην ἰδιαιτέρου νόμου διὰ νὰ ἰσχύῃ. Παρατηρῶ ὅτι τὸ διάταγμα τοῦ 1833 εἶναι νόμος καὶ ὄχι διάταγμα, διότι ἀπονέμει δικαιοδοσίαν. Καὶ ἐνθυμεῖσθε ὅτι τὸ 1840 ὅταν ἐγένοντο μεταῤῥυθμίσεις εἰς τὸ εἰρημένον διάταγμα τοῦ 1833 ὡς πρὸς τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων καὶ τὸν ἐσωτερικὸν αὐτῶν ὀργανισμὸν δὲν ἐξεδόθη διάταγμα, ἀλλὰ νόμος πρὸς μεταῤῥύθμισιν τοῦ καλουμένου διατάγματος τοῦ 1833, ὅστις ἐψηφίσθη παρὰ τῆς Βουλῆς. Τὸ διάταγμα ἐκεῖνο εἶναι νόμος καὶ ἐξεδόθη εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν μία μόνον ἐξουσία ὑπῆρχεν ἐν Ἑλλάδι, μία νομοθετικὴ ἅμα καὶ νομοτελεστική· καὶ αὐτὸς ὁ νόμος εἶπε ῥητῶς «ἐπιφορτίζεται ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φυλάττῃ «τὸ βασιλικὸν νόμημα τῆς μεταλλείας, νὰ ὠφελιμοποιῇ αὐτὸ, «νὰ καλλιεργῇ τὰ γνωστὰ μεταλλεῖα, νὰ ἀναζητῇ νέα καὶ νὰ «μεταποιῇ τὰ ἐξορυχθέντα εἰς ὕλην χρήσιμον» οὕτω δὲ, κύριοι, τοιαύτην ἰδέαν ἀποδίδον τὸ κράτος εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἐξηκολούθησε νὰ προστατεύῃ τὸ νόμημα, καὶ οὕτως ἐξηκολούθησεν ἡ Ἑλλὰς ν’ ἀναγνωρίζῃ τὰ περὶ τῶν μετάλλων, ἤτοι τὸ μεταλλεύεσθαι ὡς δικαίωμα τοῦ Κράτους. Ἀφοῦ πολλοὶ ἄλλοι νόμοι καὶ διατάγματα καὶ συνθῆκαι καὶ ὁδηγίαι καὶ πράξεις παρετέθησαν πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῆς τῆς ἰδέας, ἥτις ἔπρεπε νὰ μὴ ἀμφισβητηθῇ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν, διότι ἄπειροι πράξεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀποδεικνύουσι σταθερῶς καὶ ἀκαταπαύστως ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι σήμερον, θέλω σᾶς ἀναφέρει τρία ἔγγραφα πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. 1ον) Τὸ 1839 κάποιος Σταμάτιος Βαλέζης ἐζήτησε τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐνεργήσῃ ἐξόρυξιν ἀργύρου καὶ χρυσοῦ εἰς τὴν νῆσον Σίφνου· ἀκούσατε τὴν διαταγὴν, ἥτις ἐξεδόθη ἀπὸ τὴν διοίκησιν. Ἀριθμ. 2,034. Τὴν 19 Ἰουνίου 1839, Ἑρμούπολις.

ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.

Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΣΥΡΟΥ.

Δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 17,647 τῆς 17 Ἰουνίου διαταγῆς τῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Β. Γραμματείας, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν κύριον Σταμάτιον Ν. Βαλέζην δημότην καὶ κάτοικον Σίφνου, κατὰ τὴν ἀπὸ 19 τοῦ παρελθόντος ἀναφοράν του, νὰ ἀνασκάψῃ μὲ ἴδιά του ἔξοδα εἰς ὅποιον μέρος τῆς νήσου Σίφνου ἐγκρίνει πρὸς ἀνεύρεσιν μεταλλείου χρυσοῦ ἢ ἀργύρου· ὑποχρεοῦται ὅμως, ἐπειδὴ τὰ μεταλλεῖα εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου, ἅμα ἤθελεν ἀνακαλύψει τοιοῦτόν τι μεταλλεῖον νὰ γνωστοποιήσῃ ἀμέσως τοῦτο εἰς τὴν διοίκησιν ταύτην, διὰ νὰ ἐνεργηθῶσιν αἱ μετ’ αὐτοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως περαιτέρω συμφωνίαι. Ὁ δήμαρχος Σίφνου παραγγέλλεται νὰ ἐπαγρυπνῇ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀνασκαφῆς διὰ νὰ εἰδοποιήσῃ τὴν διοίκησιν, ἅμα ἀνακαλυφθῇ μέταλλον, καὶ νὰ μὴ συγχωρήσῃ νὰ ἐξαχθῇ ἐκ τῆς νήσου καμμία ποσότης μετάλλου κατειργασμένη ἢ ἀκατέργαστος πρὶν ἀποπερατώσῃ ὁ ἐργολάβος τὰς μετὰ τῆς Κυβερνήσεως συμφωνίας του. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ὀφείλει ὁ ἐργολάβος πρὶν κάμῃ ἔναρξιν τῆς ἀνασκαφῆς νὰ παρουσιάσῃ τὴν παροῦσαν εἰς τὸν δήμαρχον, ὅστις ὀφείλει νὰ ἐκθέσῃ ἐπ’ αὐτῆς τὸ ἐθεωρήθη· θέλει δὲ διευθυνθῆ καὶ ἀπ’ εὐθείας ἀντίγραφον τῆς παρούσης καὶ εἰς τὸν δήμαρχον. Ὁ διοικητὴς ὁ γραμματεὺς (Τ. Σ.) Δ. ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Καληγᾶς. Ἐθεωρήθη. Ἐν Σίφνῳ, τὴν 5 Ἰουλίου 1839.

Ὁ δήμαρχος Σίφνου

(Τ. Σ.) Ν. ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ.

Μετὰ τὸ ἔγγραφον τοῦτο τῆς διοικήσεως ὁ αἰτήσας ἐνήργησε τὰς ἀνασκαφὰς, ἀπεστάλησαν τὰ δείγματα, ἐγένοντο αἱ ἀναλύσεις παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ κυρίου Λάνδερερ καὶ ἐξεδόθη τὸ ἑξῆς ἔγγραφον τῆς Γραμματείας τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀριθμ. 13,711. 30 Σεπτεμβρίου 1839.

ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ.

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΝ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Ἐπιστρέφεται μὲ τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἄλλην θετικωτέραν πληροφορίαν περὶ τῶν μεταλλείων Σίφνου δὲν ἔχομεν, οὐδὲ νομίζομεν συμφέρον νὰ ληφθῇ ὁριστικὸν μέτρον περὶ τῆς μεταλλεύσεως κανενὸς μεταλλείου, πρὶν ἢ γίνωσιν ἐπιτόπιοι ἔρευναι, διὰ νὰ γνωστοποιηθῇ, κατὰ πιθανότητα τοὐλάχιστον, ἂν τὸ κέρδος τὸ προκύψαν, δύναται νὰ ἰσοσταθμίσῃ τὴν γενησομένην δαπάνην.

Ὁ Γραμματεὺς τῶν Ἐσωτερικῶν

Γ. ΓΛΑΡΑΚΗΣ.

Βλέπετε, κύριοι, ἐκ τῶν δύω τούτων ἐγγράφων (ὡσεὶ εἶχον συνταχθῆ ἐπίτηδες διὰ νὰ μᾶς διδάξουν τὰ σήμερον καθήκοντά μας) ὁποῖαι ὑπῆρξαν αἱ συνέπειαι τοῦ διατάγματος τοῦ 1333, εἰς τί συνίστατο τὸ νόμημα, ὅπερ δι’ αὐτοῦ τοῦ διατάγματος καθιστᾶτο καὶ ὁποίας ἐφαρμογῆς ἔτυχε καθ’ ὅλον τὸν παρελθόντα χρόνον. Μεταβαίνω εἰς τρίτον ἔγγραφον, ὅπερ εἶναι πολὺ σχετικώτερον πρὸς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν, διότι ἀφορᾷ τὸ Λαύριον· εἶναι πρᾶξις τοῦ μακαρίτου βασιλέως Ὄθωνος, τὴν ὁποίαν ἀπέστειλε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀριθμ. 24,956.

ΟΘΩΝ

ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ

ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.

Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Γραμματείαν τῶν Οἰκονομικῶν ἡ διὰ τῆς ἀναφορᾶς τῆς 29 Σεπτεμβρίου (11 Ὀκτωβρίου) τρέχοντος ἔτους καθυποβληθεῖσα αἴτησις τῶν ἐμπόρων Φεράλδη καὶ Βερτρὰνδ, ἡ περὶ ἐνοικιάσεως τῶν σιδηρείων τοῦ Σουνίου, μὲ τὴν παραγγελίαν, ὅπως προκηρύξῃ τὴν δημοπρασίαν τῶν μεταλλείων τούτων γενικῶς εἰς πολλοὺς τόπους, ἐπισυνάπτουσα μίαν ἀληθινὴν περιγραφὴν αὐτῶν, καὶ εἰδοποιοῦσα περὶ τούτου τόσον τοὺς κυρίους Φιράλδην καὶ Βερτρὰνδ, ὅσον καὶ τοὺς ἀδελφοὺς Σέγγουϊν πολιτικοὺς μηχανικοὺς τῶν Παρισίων, οἵτινες ἀνέφερον πέρυσιν εἰς Ἡμᾶς διὰ τῆς ἐκεῖ Βασιλικῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας περὶ ἐνοικιάσεως τῶν μεταλλείων τούτων, καὶ μάλιστα εἰδοποιοῦσα ἰδιαιτέρως τοὺς τελευταίους τούτους διὰ τῆς Γραμματείας τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀθῆναι, τὴν 2|14 Δεκεμβρίου 1837. ΟΘΩΝ. (Μεγάλη Σφραγίς) Πρὸς τὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Γραμματείαν. Περὶ ἐνοικιάσεως τῶν σιδηρείων τοῦ Σουνίου.

§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλλιφρονᾶς ἔχει τὸν λόγον.

§78ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐξ ὅλων, κύριοι, τῶν λεχθέντων, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ σαφὲς καὶ οὔτε προέκειτο περὶ συζητήσεως τοιαύτης, οἵαν ἔλαβεν, ἀφ’ οὗ ἐν τῇ πρώτῃ συζητήσει ἐπὶ τοῦ πρώτου παρουσιασθέντος νομοσχεδίου ἀνεπτύχθη ἀρκούντως καὶ ἀπεδείχθη ἡ τοῦ δημοσίου ἰδιοκτησία ἐπὶ τῶν τοῦ Λαυρίου ἐκβολάδων. Πάντα ταῦτα τὰ καὶ σήμερον εἰσαχθέντα καὶ γεγωνυίᾳ τῇ φωνῇ ἀναγνωσθέντα εἰς ἓν συνηρμολογημένα, εἶχον ἔκτοτε σχηματίσει τὴν πεποίθησιν ἐν τῷ κοινοβουλίῳ εἰς τὰ πλεῖστα αὐτοῦ μέλη καὶ ἐν ἁπάσῃ τῇ κοινωνίᾳ, ὅτι αἱ τοῦ Λαυρίου ἐκβολάδες ἦσαν ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου καὶ διότι νόμος τοῦ 1833 ὡς νόμημα τῆς ἐπικρατείας ἀναγνωρίζει αὐτὰς καὶ διότι καὶ ἡ ἀρχαία ἐργασία καὶ ἡ ἀρχαία κυριότης αὐτοῦ δὲν μετεβλήθη εἰς ἰδιωτικὴν, οὐδὲ ἔπαυσεν ἀπὸ τοῦ νὰ ᾖναι πάντοτε τοῦ δημοσίου, ἐχρειάζετο ὅμως ἤδη εἷς περὶ διαθέσεως νόμος. Ἦλθε λοιπὸν ὁ περὶ διαθέσεως νόμος, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔσχε τὴν ἀφορμὴν νὰ κανονίσῃ τὴν διάθεσιν τῶν ἐν Λαυρίῳ ἐκβολάδων, ἐνόμισε διὰ γενικοῦ νόμου νὰ κανονίσῃ περὶ ὅλων τῶν ἐκβολάδων, αἵτινες τυχὸν ἤθελον καὶ ἀλλαχοῦ ἀνευρεθῆ διὰ νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ποιήσῃ καὶ ἕτερον νόμον ἢ νὰ ἔχῃ τὰς αὐτὰς ταύτας ἀμφιβολίας, αἵτινες ἐνταῦθα προέκυψαν. Ἐπῆλθε ὅμως ἡ φράσις, ἥτις ἔφερεν αὐτὴν τὴν ἀμφισβήτησιν, καὶ περὶ ἧς, ὡς βλέπετε, δὲν διαφέρει τὸ πνεῦμα καὶ ὁ σκοπὸς οὔτε τοῦ νομοσχεδίου οὔτε τῶν βουλευτῶν, ἀλλὰ γίνεται συζήτησις ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα, ἅπερ δύναται νὰ ἔχῃ μία φράσις, οὕτω ἢ οὕτω ἐκφράζουσα τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου· ἡ δ’ ἀμφισβήτησις εἶναι ἐπὶ τούτου· τὸ κείμενον ἔχει οὕτω· «αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσι τῷ Κράτει, ἡ δὲ μετάλλευσις αὐτῶν δὲν ἐπιτρέπεται, εἰμὴ δυνάμει πράξεως τῆς κυβερνήσεως κτλ.» Αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος· τοῦτο, κύριοι, ἔφερε καὶ δικαίως τὴν σκέψιν ὅτι ἡ λέξις «ἀνήκουσι» φαίνεται ὅτι ἤδη δημιουργεῖ τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος τοῦ δημοσίου, ἐνῷ τὸ δικαίωμα τοῦτο ὑπῆρχεν ἀνέκαθεν ὅπως συνεζητήθη, καὶ ὅπως παρεδέχθη, διότι δὲν ὑπάρχει κανὲν ἄλλο δικαίωμα ἀνεγνωρισμένον, ὅπερ ἀντιτάσσεται εἰς τὴν ἀναγνώρισιν καὶ καθιέρωσιν τοῦ δικαιώματος τούτου τοῦ δημοσίου. Εἶπον λοιπὸν διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἀσαφὲς, καὶ διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῇ καὶ ἡ ἰδέα, ἣν ἔχει τὸ Κοινοβούλιον, ψηφίζον σήμερον τὸν περὶ διαθέσεως αὐτῶν νόμον, ὅτι πρέπει ἀντὶ τοῦ «ἀνήκουσι» νὰ τεθῇ ἡ λέξις «ἀνήκουσαι», διότι ὁ νόμος οὗτος δὲν ἔρχεται εἰς τὸ νὰ ὁρίσῃ τὸ ὡρισμένον δικαίωμα τοῦ δημοσίου, ἀλλ’ ἔρχεται μόνον νὰ διαθέσῃ τὴν περιουσίαν αὐτὴν τοῦ δημοσίου. Λοιπὸν λέγομεν «αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσαι εἰς τὸ Κράτος δὲν μεταλλεύονται, εἰμὴ δυνάμει πράξεως τῆς Κυβερνήσεως κτλ.» Τότε εἴμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι.

§79ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Αὐτὸ τὸ ὡς τὸ θαυματουργόν!

§80ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐγὼ, κύριοι, προτείνω, ὡς σᾶς εἶπα, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐκτὸς πάσης φιλονεικίας, ἐὰν τὸ «ἀνήκουσι» μεταβληθῇ εἰς τὸ «ἀνήκουσαι», ὅτι δηλ. ἀείποτε ἀνῆκον· Εἴμεθα σύμφωνοι.

§81ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.

§82ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Λοιπὸν, κύριοι, νομίζετε ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅταν ἡ λέξις αὕτη λάβῃ αὐτὴν τὴν μεταβολήν;

§83ΛΑΠΑΣ. Μάλιστα.

§84ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἀλλά, κύριοι, νομίζω ὅτι τὸ ΩΣ εἶναι μία αἰτιολογία, ἧς δὲν θεωρῶ ὅτι ἔχει ἀνάγκην ὁ νόμος. «Αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσαι εἰς τὸ δημόσιον, διατίθενται οὕτω.»

§85ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐπειδὴ παρατηρῶ, ὅτι ἐπιμένουν τινὲς παραπολὺ εἰς αὐτὸ τὸ εὐλογημένον ὡς, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξηγήσω ἐκτενέστερον τὴν γνώμην μου, καθ’ ἣν τὸ ὡς αὐτὸ τίποτε δὲν θεραπεύει, καὶ κατ’ οὐδὲν δύναται νὰ προφυλάξῃ τὸ δημόσιον ἀπὸ τὰς μομφὰς, ἃς δύναται νὰ ὑποστῇ ἐὰν δὲν τεθῇ αὐτὸ τὸ εὐλογημένον ὡς.

§86ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ καὶ δὲν βλάπτει ὅμως.

§87ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγουν, κύριοι, ὅτι, ἐὰν παραδεχθῆτε τὴν ἔκφρασιν ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος, τρέχετε τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ χαρακτηρισθῇ τὸ νομοσχέδιόν σας ὡς νόμος δημεύσεως, ὡς πρᾶξις αὐθαίρετος· ἐὰν ὅμως ἀλλάξητε τὴν φράσιν αὐτὴν καὶ ἀντὶ νὰ εἴπητε «ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐπικράτειαν» εἴπητε «ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὴν ἐπικράτειαν» τότε δὲν τρέχετε κανένα κίνδυνον, τότε τὸ νομοσχέδιόν σας δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς πρᾶξις αὐθαίρετος καὶ δημευτική. Ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω ἐὰν ἡ θεωρία αὕτη ᾖναι γενικὴ καὶ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ ὅλων τῶν ἀντικειμένων. Ὑποθέτω, ὅτι ἔρχεταί τις καὶ σᾶς προτείνει νὰ ψηφίσητε νόμον διαλαμβάνοντα «ἡ οἰκία τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ ἀνήκει εἰς τὸ κράτος καὶ ἐκτίθεται εἰς δημοπρασίαν ἐκποιήσεως»· βεβαίως τὸν νόμον τοῦτον θέλετε θεωρήσει ὡς ἕνα νόμον δημεύσεως. Ἀλλ’ ἐὰν σᾶς φέρουν ἄλλο νομοσχέδιον διαλαμβάνον, «ἡ οἰκία τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ ἐκτίθεται εἰς δημοπρασίαν ἐκποιήσεως ὡς ἀνήκουσα εἰς τὸ κράτος», νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ τὸ παραδεχθῆτε; ἆρά γε καὶ τοῦτο δὲν δημεύει τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ ὅπως καὶ τὸ πρῶτον; (θόρυβος). Παρακαλῶ, θὰ συμπληρώσω τὴν ἰδέαν μου. Ἀπαράλλακτα, κύριοι, συμβαίνει καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου· ὅσοι νομίζουν ὅτι ὁ νόμος μας θὰ κατακριθῇ ἢ δὲν θὰ κατακριθῇ ὡς ἐκ μόνης τῆς φράσεως, ἀπατῶνται· οὐδεμία διαφορὰ ὑπάρχει κατ’ οὐσίαν, ἐὰν εἴπωμεν, ὅτι «αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐπικράτειαν καὶ διατίθενται οὕτω» ἢ ὅτι «αἱ ἐκβολάδες διατίθενται οὕτω, ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὴν ἐπικράτειαν.» Ἂς μοὶ συγχωρήσουν νὰ εἴπω ὅτι οἱ τὸ ἐναντίον φρονοῦντες πλανῶνται, ἡ φράσις εἶναι ἀδιάφορος καὶ ἡ θέσις τῶν πραγμάτων δὲν μεταβάλλεται, εἴτε κατὰ τὸν ἕνα τρόπον ἐκφρασθῆτε, εἴτε κατὰ τὸν ἄλλον· τὸ νομοσχέδιον θὰ κατακριθῇ ἂν δὲν ἔχωμεν δικαίωμα νὰ διαθέσωμεν τὰς ἐκβολάδας· ἂν ὅμως ἔχωμεν τὸ δικαίωμα ὅπως ὅλοι σύμφωνοι εἴμεθα ὅτι τὸ ἔχομεν, τότε ἡ ἔκφρασις εἶναι ἀδιάφορος. Αὐτά, κύριοι, εἶχον νὰ σᾶς εἴπω διὰ νὰ σᾶς ἐξηγήσω, ὅτι ἐγὼ θεωρῶ ἐντελῶς ἀδιάφορον ἐὰν μεταχειρισθῶμεν τὴν φράσιν, ἣν ἔχει τὸ νομοσχέδιον ἢ ἄλλην τινὰ, διότι δὲν εἶναι ἡ ἔκφρασις, ἡ ὁποία θὰ ἀπαλλάξῃ τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τὴν μομφὴν τῆς δημεύσεως· τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀπηλλαγμένον πάσης τοιαύτης μομφῆς, διότι προτίθεται νὰ διαθέσῃ καὶ κανονίσῃ ἀντικείμενον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τὸ δημόσιον ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα· ἑπομένως ἡ ἔκφρασις εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορος.

§88Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ἔχω μικρόν τι ἐλάττωμα νὰ μὴ εὐχαριστοῦμαι εἰς τὰς θεωρητικὰς συζητήσεις καὶ νὰ θέλω νὰ ἦμαι πρακτικός. Δυποῦμαι, ὅτι ὁλόκληρον ἡμέραν ἀσχολούμεθα εἰς συζήτησιν ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐγὼ οὐδόλως θεωρῶ ζήτημα· τουτέστι κατηναλώθη ἡ συζήτησις σήμερον εἰς τοῦτο, τὸ νὰ εὕρωμεν τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσεν εἰς ἡμᾶς νὰ κηρύξωμεν τὰς ἐκβολάδας ὡς ἐθνικὴν περιουσίαν. Ἡ ἀναζήτησις τοῦ λόγου τούτου μοὶ φαίνεται ἐντελῶς ἀνωφελής. Τί θὰ ὠφελήσῃ νὰ μάθωμεν ἂν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν παρεκινήθη ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι αἱ ἐκβολάδες κεῖνται ἐπὶ δασῶν, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τὸ δημόσιον; Τί θὰ μᾶς ὠφελήσῃ ἂν τρίτος τις νομίζῃ, ὅτι κηρύσσονται ἐθνικαὶ, διότι εἶναι νομήματα ἢ διότι θεωρεῖ αὐτὰς κινητά; Ὅλα ταῦτα εἶναι, νομίζω ἀνωφελῆ, διότι, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτε ἐν Παρισίοις ἐσπούδαζον τὸ δίκαιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔκτοτε δὲν ἠσχολήθην, νομίζω, ὅτι που εἰς τοὺς πανδέκτας οὐχὶ τοῦ φίλου μου κ. Βακαλοπούλου, ἀλλὰ τῶν Ῥωμαίων, ἀνέγνωσα ὅτι, ὅταν θέλῃ τις νὰ ἀναζητήσῃ τοὺς λόγους τῶν νόμων, δύναται ν’ ἀνατρέψῃ ὅλους τοὺς νόμους. Κύριοι, ὁ νομοθέτης ἅμα νομοθετήσῃ, ἀποθνήσκει, ἀφίνει δὲ εἰς τὴν δογματικὴν ἑρμηνείαν νὰ εὕρῃ τοὺς λόγους δι’ οὓς ἐνομοθέτησεν· ὅλοι ὅσοι ἐνασχολοῦνται εἰς τὴν σπουδὴν τῶν νόμων, θέλουν ἰδεῖ ὅτι ἐπὶ ἑνὸς ἄρθρου τοῦ ἀστικοῦ κώδηκος τῆς Γαλλίας, ἕκαστος συγγραφεὺς, ἕκαστος ὑπομνηματιστὴς ἔχει φέρει ἴδιον λόγον, ἄλλον λόγον ἔφερεν ὁ Toullier, ἄλλον ὁ Demolombe, ἄλλον ὁ Duranton· τί μᾶς ὠφελεῖ ἡ ἀκαδημαϊκὴ συζήτησις ἥτις δύναται νὰ λάβῃ χώραν ἐντὸς ἑνὸς institut; σήμερον ἐκηρύχθησαν αἱ ἐκβολάδες ἐθνικαί· οὐδεὶς εἶναι ὑπόχρεως νὰ εἴπῃ τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ψηφίζει ὑπὲρ τῆς ἐθνικότητος τῶν ἐκβολάδων. Ἡ συζήτησις αὐτὴ, κύριοι, ἡ ὁποία γίνεται σήμερον μεταφέρει τὴν διάνοιάν μου εἰς συζητήσεις ἄλλων αἰώνων λίαν ἀπομεμακρυσμένων ἀφ’ ἡμῶν. Ἀλλὰ αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος, ἢ αἱ ἐκβολάδες διατίθενται ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὸ κράτος, ἰδοὺ ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρὸ πέντε ἡμερῶν συζητοῦμεν. Ἤθελε δὲ νομίσει τις ὅτι πρόκειται νὰ διαταράξωμεν τὴν ἰσοῤῥοπίαν τῆς ὑδρογείου σφαίρας. Καὶ τοῦτο, νομίζω ἁπλούστατον. Ὁμιλήσας κατὰ τὴν πρώτην φορὰν, διότι ἅπαξ ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, εἶπον ὅτι τὸ κατ’ ἐμὲ οὐδεμίαν διαφορὰν εὑρίσκω μεταξὺ τῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπουργικοῦ καὶ τῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου τοῦ βουλευτικοῦ, καὶ ὅτι εἶμαι διατεθειμένος ν’ ἀποδεχθῶ πᾶσαν σύνταξιν· τοῦτο, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον· ἂν ὁ νόμος οὗτος, ὁ ὁποῖος δὲν πιστεύω ποτὲ νὰ προσβληθῇ ὡς ἀντισυνταγματικὸς θεωρηθῇ τοιοῦτος, βεβαιωθῆτε ὅτι ὁποιανδήποτε σύνταξιν καὶ ἂν θέσητε εἰς τὸν νόμον δὲν θέλει ἐμποδίσει τὸν φόβον αὐτὸν, τὸν ὁποῖον σεῖς ζητεῖτε ν’ ἀποφύγητε. Πιστεύω ὅτι οὐδέποτε, κύριοι, ὁ νόμος οὗτος θέλει κηρυχθῇ ὡς ἀντιβαίνων εἰς τὸ σύνταγμα· ἀλλ’ ἂν νομίζητε ὅτι διὰ συντάξεώς τινος ἠμπορεῖτε ν’ ἀποφύγητε τὸν κίνδυνον αὐτὸν, νομίζω ὅτι ἀπατᾶσθε· ἀλλ’ ἐπειδὴ μένουσιν ἀμφιβολίαι τινὲς εἴς τινας συναδέλφους ἡμῶν οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι ἠμποροῦμεν ν’ ἀποφύγωμεν τὸν κίνδυνον δι’ ἄλλης συντάξεως, δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν δυσκολίαν τινὰ ν’ ἀποδεχθῶμεν αὐτὴν καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον ὑπουργὸν νὰ μὴ ἀντισταθῇ.

§89ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ἡμᾶς εἶναι ἀδιάφορον.

§90ΖΑΪΜΗΣ. Εἴτε εἴπῃ τις «αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος,» εἴτε «αἱ ἐκβολάδες διατίθενται ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὸ κράτος» κατὰ τὸ φρόνημά μου εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Ἴσως ἦτο ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἐξήγησίς τις, ἥτις ὅμως ἐγένετο καὶ παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ παρουσιάσαντος τὸν νόμον καὶ παρ’ ὅλων τῶν λαβόντων τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι διὰ τῆς συντάξεως αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος δὲν πρόκειται σήμερον νὰ δημιουργηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου, ἀλλ’ ἁπλῶς ν’ ἀνακηρυχθῇ, τὸ ἄρθρον εἶναι declaratif, δὲν εἶναι constitutif· μολαταῦτα, ἐπειδή τινες ἐκ τῶν συναδέλφων μας λίαν σπουδαῖοι, ὡς εἶναι ὁ κύριος Δεληγεώργης καὶ ἄλλοι, ἐπιμένουσιν εἰς τὴν σύνταξιν αὐτὴν, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ τὴν ἀποδεχθῶ, διὰ νὰ φανῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία ὡς πρὸς τὴν πρᾶξιν ἡμῶν. Ἀλλ’ ὁ κύριος Καλλιφρονᾶς ἐκηρύχθη ἐχθρὸς τοῦ μορίου ὡς καὶ ἐπολέμησε ῥητῶς τοῦτο, ἀλλ’ ἡ ἀντιπολίτευσις τοῦ κυρίου Καλλιφρονᾶ κατὰ τοῦ μορίου τούτου καὶ ἡ τροπολογία του δὲν κάμνει ἄλλο, παρὰ νὰ παραφράσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργείου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θὰ τὸ δεχθοῦν οἱ ἐπιθυμοῦντες τὴν ἄλλην σύνταξιν καὶ θὰ ἔχωμεν πάλιν πόλεμον περὶ τοῦ μορίου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ μᾶς ἀποῤῥοφήσῃ μίαν ἄλλην συνεδρίασιν, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ συμβῇ εἰς ἡμᾶς ὅ,τι συνέβη εἰς ἔνδοξόν τινα φιλολόγον Γερμανὸν ὁ ὁποῖος ἔγραψεν βιβλίον ἐκ 500 σελίδων περὶ ἑνὸς μορίου ἑλληνικοῦ· διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Καλλιφρονᾶν ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν κήρυξιν τοῦ πολέμου κατὰ τοῦ μορίου τούτου ὡς καὶ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀκόλουθον σύνταξιν εἰς τὸ ἄρθρον 2 τὸ ὁποῖον δύναται νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο ἄρθρα· ά. αἱ ἐκβολάδες, ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὸ κράτος διατίθενται κατὰ τὰς διατάξεις καὶ τοῦ παρόντος νόμου, τὸ δὲ ἄρθρον γʹ. ν’ ἀρχίσῃ διὰ τῶν ἑξῆς» Ἡ μετάλλευσις τῶν ἐκβολάδων γίνεται διὰ πράξεως τῆς κυβερνήσεως κτλ.» οὕτω δὲ νὰ προβῶμεν καὶ εἰς τὰ λοιπὰ ἄρθρα διότι ἐσταματήσαμεν.

§91ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὡς πρὸς τὸν νοῦν τοῦ νόμου πάντες εἴμεθα σύμφωνοι εὐτυχῶς καὶ ὁμοφώνως θέλει διατυπωθῆ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα, καὶ διὰ τῆς μιᾶς καὶ διὰ τῆς ἄλλης ἐκφράσεως, ἀλλ’ ἡ ἑρμηνεία, κύριοι, ἡ ὁποία εἶναι ἔκφρασις, πρέπει νὰ ᾖναι καταλλήλως τῆς διανοίας τοῦ νομοθέτου, ἡ δὲ διάνοια εἶναι, ὅτι δὲν ἀνήκουσιν ἐφεξῆς ἀπὸ τοῦδε, αἱ ἐκβολάδες εἰς τὸ κράτος, ἀλλ’ ὅτι ἀνέκαθεν καὶ ἀεὶ ἀνῆκον· ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἑνὸς νομοσχεδίου καὶ τοῦ ἄλλου, μεταξὺ τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς προτάσεως τῶν κυρίων βουλευτῶν, καὶ προκαλῶ τὴν προσοχὴν ἰδίως τῶν γραμματικῶν, διαφέρει ὅσον διαφέρει ὁ ἐνεστὼς ἀπὸ τὸν παρατατικόν, πλησίον του ἀνήκουσι δυνάμεθα νὰ βάλλωμεν τὸ σήμερον, πλησίον τοῦ ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὸ κράτος ἠδύνατο νὰ τεθῇ ἐπίῤῥημα ἀεί· καθὼς ἠξεύρετε, κύριοι, ὁ παρατατικὸς ἐν τῇ μετοχῇ δὲν ἔχει ἴδιον τύπον, ὁ αὐτὸς τύπος λειτουργεῖ καὶ διὰ τὸν ἐνεστῶτα καὶ διὰ τὸν παρατατικὸν.

§92ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ παρεδέχθημεν.

§93ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Εἶπον αὐτὰς τὰς λέξεις, διότι ὁ Κ. Ζαΐμης εἶπεν ὅτι εἶναι τὸ αὐτὸ πρᾶγμα ἐνῷ εἶναι ὅλως διόλου διάφορος ἡ μία ἔκφρασις ἀπὸ τὴν ἄλλην, οὕτως ἐμπεδοῦται ὁ νόμος διὰ τῆς συνειδήσεως ὅτι ὑπάρχει ταυτότης ἐνδιαθέτου λόγου καὶ προφορικοῦ. Ἐγὼ, κύριοι, θὰ παραπονεθῶ κατὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, διότι πολλαὶ ἰδέαι συνεπιέσθησαν εἰς δύο ἢ τρεῖς στίχους, οὕτως, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀποχρῶσα συζήτησις καὶ ἀνάπτυξις, διότι ἐν αὐτῷ τῷ ἄρθρῳ συνωστίζονται, συμπιέζονται δύο ἀρχαὶ τοῦ νόμου καὶ τέσσαρα διάφορα συστήματα μιᾶς ἐκ τῶν ἀρχῶν, πῶς νὰ ἀναπτυχθῶσιν ὅλα εἰς ἕνα ἄρθρον; π. χ. ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ ἄμεσος ἀρχὴ τῆς διαθέσεως, αὕτη περιέχει τρία ἢ τέσσαρα συστήματα διαθέσεως, τὴν ἐκκαμίνευσιν ὑπὸ τοῦ κράτους, τὴν παραχώρησιν διὰ συναγωνισμοῦ, τὴν παραχώρησιν διὰ συμβάσεως, τὴν παραχώρησιν εἰς ἑταιρίαν, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐπρότεινον· ἐγὼ, κύριοι ἤθελον ζητήσει τὴν διαίρεσιν τοῦ ἄρθρου, οὐχὶ κατὰ τὴν ψηφοφορίαν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν, εὐτυχῶς ἐν μέρει μὲ ἀνεπλήρωσεν ὁ κ. Ζαΐμης εἰπὼν ὅτι τὸ πρῶτον μέρος πρέπει νὰ διαιρεθῇ ἀπὸ τὸ δεύτερον τὸ ὁποῖον πάλιν πρέπει νὰ λάβῃ διπλῆν διαίρεσιν (θόρυβος).

§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ζαΐμη ἄρθρ. 2 «αἱ ἐκβολάδες ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὸ κράτος διατίθενται κατὰ τὰς διατάξεις, τοῦ παρόντος νόμου». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τοῦτο παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχη.

§95ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Νὰ σημειωθῇ ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἀντίῤῥησις εἰς τὴν ψηφοφορίαν.

§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τὸ σημειώσουν οἱ στενογράφοι.

§97ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σημειωθῇ καὶ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, ὅτι οὐδεμία ὑπῆρξεν ἀντίῤῥησις.

§98ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.

§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ δεύτερον μέρος λοιπὸν τοῦ δευτέρου ἄρθρου θὰ ἀποτελέσῃ ἄρθρον τρίτον, ἔχον ὡς ἑξῆς· «Ἡ ἐκμετάλλευσις δὲν ἐπιτρέπεται εἰμὴ δυνάμει πράξεως τῆς κυβερνήσεως ἥτις χορηγεῖ τὸ πρὸς τοῦτο δικαίωμα διὰ πλειστηριασμοῦ εἰς τὸν ἀναδεχθησόμενον νὰ πληρώνῃ εἰς τὸ δημόσιον ἀνώτερον ποσοστὸν ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου».

§100ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, εἰσήλθομεν εἰς τὰ καθέκαστα καὶ πρέπει νὰ ἤμεθα συνοπτικοὶ, λέγω λοιπὸν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἐπειδὴ δὲν εἶμαι δικηγόρος, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν ἐνταῦθα ὅπου λέγει, «ἡ ἐκμετάλευσις δὲν ἐπιτρέπεται εἰμὴ δυνάμει πράξεως τῆς Κυβερνήσεως» νὰ τεθῇ «εἰμὴ δυνάμει νομοθετήματος» (θόρυβος). Δεύτερον, ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου ἔνθα λέγει ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου νὰ τεθῇ «ἐπὶ τῆς καθαρᾶς ἢ ἀκαθαρίστου προσόδου» διότι ἐνδεχόμενον νὰ προτιμηθῇ τὸ ἓν ἢ τὸ ἕτερον σύστημα, ἐν τέλει δὲ παρακαλῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τοῦτο διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ καὶ ἐμὲ διὰ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔχω, καὶ ἡ ὁποία δὲν εἶναι κακή· «ἐκτὸς ἂν δὲν προτιμήσῃ τὸ κράτος τὴν ἄμεσον αὐτῶν ἐκμετάλλευσιν.»

§101ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἰδέα, κύριοι, τῆς ἀμέσου καὶ διὰ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου ἐκκαμινεύσεως τῶν ἐκβολάδων δὲν ἀποκρούεται ἀπολύτως ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον, διότι κατ’ αὐτὸ ἀφοῦ προηγηθοῦν αἱ ἀπαιτούμεναι ἔρευναι, ἐξετάσεις καὶ ἀναλύσεις, θέλει ἐνεργηθῆ πλειστηριασμὸς, οὗτινος τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸ μεταλλευτικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ δικαίωμα, ἢ νὰ ἐγκρίνῃ τὴν κατακύρωσιν, εἰς ἐκεῖνον, ὅστις προσφέρει ἀνώτερον ποσοστὸν, ἢ νὰ διατάξῃ τὴν ἐπανάληψιν τοῦ πλειστηριασμοῦ· ἀλλ’ ἂν καὶ ὁ δεύτερος πλειστηριασμὸς δὲν ἐπιτύχῃ ἢ ἂν τὸ συμβούλιον προβλέψῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὸν δεύτερον πλειστηριασμὸν νὰ παρουσιασθῶσι συμφέρουσαι τιμαὶ, ἐννοεῖται, ὅτι δὲν θὰ ἀφήσωμεν αὐτὰ τὰ χώματα νὰ κεῖνται εἰς τὸ Λαύριον ἢ ὅπου ἀλλαχοῦ ἤθελον εὑρεθῆ, ἄχρηστα καὶ ἀνωφελῆ, ἀλλὰ θὰ ἀποφασίσωμεν νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀναλάβῃ διὰ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου τὴν ἐκκαμίνευσιν. Δύναται ὅμως καὶ ἀπὸ τοῦδε νὰ δοθῇ ἡ τοιαύτη ἄδεια διὰ προσθήκης τινος, ὅταν θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ 9ον ἄρθρον. Καὶ ἐφ’ ὅλων τῶν προσόδων τοῦ δημοσίου, αἱ ὁποῖαι κατὰ τοὺς κειμένους νόμους διατίθενται διὰ δημοσίου πλειστηριασμοῦ, ὅταν δὲν εὑρεθῇ ἐργολάβος ἢ ἐνοικιαστὴς, ὁ ὁποῖος νὰ προσφέρῃ τὴν ἀνάλογον τιμὴν, τότε τὸ κράτος ἀναλαμβάνει διὰ λογαριασμόν του τὴν εἴσπραξιν τῶν προσόδων αὐτῶν. Ὀλίγας λέξεις θὰ σᾶς εἴπω ἔτι ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς καθαρᾶς ἢ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, διότι παρατηρῶ, ὅτι μὲ ὅλα ὅσα ἐῤῥέθησαν, ὑπάρχουν τινὲς οἱ φρονοῦντες ἀκόμη, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαιτήσωμεν, ὥστε οἱ παρουσιασθησόμενοι ἐργολάβοι νὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ πληρώνωσιν εἰς τὸ δημόσιον τὸ εἰς αὐτὸ ἀνῆκον δικαίωμα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, καὶ κατ’ οὐδὲν ἐχρησίμευσεν ἡ σαφήνεια μὲ τὴν ὁποίαν εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ ἔντιμος βουλευτὴς κ. Χρηστίδης νὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι ἐκφράζω τὰς ἰδέας μου· διότι ἂν καὶ ἐξηγήθην περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου δὶς μέχρι τοῦδε, ἂν καὶ ἦλθον ἄλλοι δεινότεροι ἀπὸ ἐμὲ εἰς ὑποστήριξίν μου, δὲν κατωρθώθη ὥστε τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ διευκρινισθῇ, ὡς ἔπρεπε, καὶ ὑπάρχουσιν ἀμφιβολίαι. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσητε ἐπ’ ὀλίγον καὶ διὰ τρίτην φορὰν, ἴσως δυνηθῶ νὰ μεταβιβάσω εἰς ὑμᾶς ὅ,τι περὶ τοῦ πράγματος τούτου αἰσθάνομαι. Κύριοι, τὸ νὰ λαμβάνῃ τὸ δημόσιον τὸ δικαίωμά του ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου τοῦ παραγομένου μολύβδου, εἶναί τι τὸ ὁποῖον ἡ κυβέρνησις ἐπεθύμει παρὰ πολὺ, διότι παρὰ τὸ ν’ ἀναζητῇ τὴν καθαρὰν πρόσοδον, εὐκολώτερον τῇ εἶναι νὰ διορίζῃ ὑπαλλήλους τῆς ἐμπιστοσύνης της διὰ νὰ λαμβάνουν τὸ ὡρισμένον ποσοστὸν ἀπὸ τοῦ ἑκάστοτε ἐξαγομένου μολύβδου. Ἀλλὰ μ’ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν ἣν εἴχομεν νὰ παραδεχθῶμεν αὐτὸ τὸ μέτρον, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς αὐτὸ, διότι φοβούμεθα, ὅτι δὲν θέλομεν εὕρει ἐργολάβους, οἱ ὁποῖοι νὰ τολμήσουν νὰ προσφέρουν πρὸς τὸ δημόσιον τὸ ἀνάλογον ποσοστόν· διότι τὸ μέταλλον τὸ ἐξαγόμενον ἐκ τῶν καμίνων δὲν εἶναι ὁμοειδὲς, καὶ ἡ ποσότης τοῦ ἐμπεριεχομένου ἀργύρου εἰς τὸν μόλυβδον δὲν εἶναι πάντοτε ἡ αὐτή. Ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ χωρίζηται ἐνταῦθα ὁ ἄργυρος ἀπὸ τὸν μόλυβδον, ἠδυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον καὶ ν’ ἀπαιτῶμεν ὥστε νὰ μᾶς δίδουν ὡρισμένον ποσὸν ἀπὸ τὸ ἓν ἢ τὸ ἕτερον, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι εὔκολον νὰ γείνῃ. Ἐπειδὴ δὲ ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ εἰς τὸ ποσὸν τοῦ περιεχομένου ἀργύρου, ὁ ἐργολάβος δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ κανονίσῃ τὰς προσφοράς του. Διότι, ὡς σᾶς ἐξήγησεν ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Κεχαγιᾶς, ἂν ὁ μόλυβδος ὁ ἐξαγόμενος περιέχῃ ὀλίγον ἄργυρον ὁ ἐργολάβος δὲν δύναται νὰ σᾶς προσφέρῃ οὔτε 20% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, διότι ἂν σᾶς πληρώσῃ πλειότερον ποσοστὸν ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου δὲν μένει εἰς αὐτὸν τίποτε. Ὑποθέσατε, ὅτι ἐξάγεται μόλυβδος περιέχων ἐλάχιστον ποσὸν ἀργύρου, ἡ ἀξία τοῦ μολύβδου τότε ἀναβαίνει εἰς 500 μόνον δραχ. ἐὰν ἀφαιρεθῶσι τὰ ἔξοδα τὰ ὁποῖα ὑπελογίσθησαν εἰς 350 δραχ. δὲν θέλει μείνει εἰς τὸν ἐργολάβον εἰμὴ 150 δραχ. ἤτοι 30% ἐπὶ τῶν 500 δραχ. αἱ ὁποῖαι παριστοῦν τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον· διαφέρει ὅμως ἡ θέσις, ὅταν πρόκηται περὶ μολύβδου ὅστις περιέχει περισσότερον ἄργυρον καὶ ὅστις θὰ ἔχῃ ἀξίαν 1000 π. χ. δραχ. ὅταν ὁ μόλυβδος ἔχῃ ἀξίαν 1000, τότε συμφέρει εἰς τὸν ἐργολάβον νὰ σᾶς δώσῃ καὶ 50% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου, διότι ἐὰν ἀπὸ τὰς 1000 δραχμὰς ἀφαιρεθῶσι τὰ ἔξοδα θὰ τῷ μείνουν 650 ἤτοι 65% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, ἐνῷ εἰς τὴν πρώτην περίστασιν τῷ ἔμειναν μόνον 30%. Διὰ νὰ ἐννοήσητε κύριοι, καλλίτερον τὸ πρᾶγμα ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς φέρω ἓν ἀγροτικὸν παράδειγμα τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι θὰ τὸ ἐννοήσῃ καλλίτερον ὁ φίλος μου κ. Κρεστενίτης· οἱ ἔχοντες γαίας, ἀμπέλους, σταφιδοφυτείας, ἐλαιόδενδρα, κτλ. ἐκδίδουσι τὴν καλλιέργειαν εἰς γεωργοὺς καὶ συμφωνοῦν νὰ τοὺς πληρώνουν ἓν ὡρισμένον ποσοστὸν εἰς εἶδος ἐπὶ τοῦ παραγομένου καρποῦ· τὸ ποσοστὸν τοῦτο δὲν εἶναι πάντοτε τὸ αὐτὸ, ἐὰν πρόκηται περὶ γαιῶν ξηρικῶν, τὸ ποσοστὸν δὲν εἶναι ἀνώτερον τῶν 10%, ἀλλ’ ἐπὶ γαιῶν ποτιστικῶν καὶ καλῆς ποιότητος ἀναβιβάζεται εἰς 20% καὶ 30. Ἐὰν ἔχητε σταφιδάμπελον κακῆς ποιότητος, δὲν εὑρίσκετε σέμπρον δυνάμενον νὰ σᾶς δίδῃ πλέον τοῦ ἑνὸς τρίτου, ἐὰν ὅμως ἡ σταφιδάμπελος εἶναι καλῆς ποιότητος, δύναται νὰ σᾶς δώσῃ τὸ ἥμισυ τὰ ⅗ ἐνίοτε δὲ καὶ τὰ ⅔. Τοῦτο προέρχεται διότι τὰ κτήματα δὲν παράγουν τὸν αὐτὸν καρπὸν, ἑπομένως ὁ ἐργολάβος, ὁ ὁποῖος ἀναλαμβάνει τὴν καλλιέργειαν, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸν παραγόμενον καρπὸν, κάμνει τὴν προσφοράν του, καὶ διὰ νὰ τὴν κανονίσῃ δεόντως, πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἐκ τῶν προτέρων τὸ κτῆμα τοῦ ὁποίου τὴν καλλιέργειαν πρέπει ν’ ἀναλάβῃ. Ἐὰν θελήσητε νὰ εἴπητε εἰς ἕνα γεωργὸν, ὅτι ἔχω εἰς τὸ δεῖνα μέρος μεγάλην ἔκτασιν γαιῶν, ξηρικῶν, ποτιστικῶν, ἀμπέλων, σταφιδαμπέλων καὶ λάβε αὐτὰς εἰς καλλιέργειαν ἐπὶ ποσοστῷ ὡρισμένῳ, ὁ γεωργὸς θέλει σᾶς ἀποκριθῆ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον, διότι δὲν γνωρίζει πόσαι γαῖαι εἶναι ξηρικαὶ, πόσαι ποτιστικαὶ καὶ πόσαι φυτευμέναι, ποῖαι παράγουν περισσότερον καὶ ποῖαι ὀλιγώτερον. Διὰ τὸν ἴδιον λόγον οὐδεὶς σπουδαῖος ἐργολάβος θέλει δυνηθῆ ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐκκαμίνευσιν τῶν ἐκβολάδων ἐπὶ ὡρισμένῳ ποσοστῷ, διότι τὸ ἐξαγόμενον μέταλλον δὲν ἔχει πάντοτε τὴν αὐτὴν ἀξίαν. Καὶ ἐν ὅσῳ ὁ ἐργολάβος δὲν δύναται ἐκ τῶν προτέρων νὰ πληροφορηθῇ πόσον μέρος ἔχει τὴν δεῖνα ἀξίαν, πόσον κατωτέραν καὶ πόσον ἐλαχίστην, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σχηματίσῃ μέσον τινα ὅρον ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ στηρίξῃ τὴν προσφοράν του. Νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ παράδειγμα τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερα θὰ σᾶς πείσῃ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιμείνητε εἰς τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον, διότι ἓν ἐκ τῶν δύω θὰ συμβῇ ἢ δὲν θὰ ἔλθουν ἐργολάβοι ν’ ἀναλάβουν τὴν ἐπιχείρησιν ἢ διὰ νὰ ἦναι ἐξησφαλισμένοι, δὲν θὰ μᾶς προσφέρουν παρὰ ποσοστὸν ἐλάχιστον, καὶ ἐκ τούτου θέλει ζημιωθῆ τὸ δημόσιον. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν καθαρὰν πρόσοδον.

§102Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Χθὲς εἶπον τοὺς λόγους, δι’ οὓς πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον διὰ ν’ ἀποφύγωμεν πᾶσαν κατάχρησιν καὶ σήμερον ὁ κύριος ὑπουργὸς πάλιν ἐνεψύχωσε τὰ ἐπιχειρήματά μου. Πολὺ καλὰ εἶπεν, ὅτι κανεὶς δὲν ἔρχεται νὰ συμφωνήσῃ καὶ νὰ γείνῃ σέμπρος, καθὼς λέγετε, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὸ κτῆμα. Μόνος του ὁ κύριος ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι ὅλαι αἱ ἐκβολάδες δὲν εἶναι τῆς αὐτῆς ποιότητος· διὰ τοῦτο δὲν θὰ εὕρωμεν κανένα ἐργολάβον ἐὰν δὲν ἔλθῃ νὰ τὰς δοκιμάσῃ, ἡ πρώτη θέσις σοῦ δίδει τόσον, ἡ δευτέρα τόσον. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάγῃ ὁ ἐργολάβος ἐκεῖ, οὔτε ἐνοικιαστὴς νὰ γείνῃ· διότι καθὼς εἴπατε εἰς τὰς σταφίδας ὅτι πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὅτι τόσον κάμνει τὸ ἓν καὶ τόσον τὸ ἄλλο, οὕτω πρέπει νὰ γείνῃ καὶ ἐδῶ, νὰ δοκιμάσῃ καὶ τότε νὰ βαστάξῃ λογαριασμόν, ἐὰν ἐξοδεύσῃ 450 δραχμάς, πρὸς ποῖον σκοπὸν νὰ τὸν ἀδικήσωμεν; Ἰδοὺ ὅπου εἶναι καθαρώτερον αὐτό, διότι καὶ τότε εἰς τὰς σκωρίας ἂν ἐπεμέναμεν, ἴσως ἐπέρναμεν περισσότερα. Διὰ τοῦτο λέγω πάντοτε νὰ πάρωμεν εἰς εἶδος τὸ ἀνάλογόν μας, ἀλλὰ μὲ ἀπαντᾶτε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθουν ν’ ἀναλάβουν τὴν ἐκκαμίνευσιν, χωρὶς νὰ δοκιμάσουν τὰς θέσεις· λοιπὸν ἐὰν τὰς δοκιμάσουν, θὰ τοὺς εἴπωμεν εἰς μίαν θέσιν θὰ μᾶς δώσητε τόσα, διότι θὰ πάρητε τόσα, εἰς τὴν ἄλλην τόσα· διότι ἐὰν μὲν ἦναι οἱ ὑπάλληλοι τίμιοι θὰ τοὺς κατακρίνωμεν, ἐὰν δὲ ἄτιμοι, θὰ μᾶς ἀπατήσωσι, καὶ διὰ τοῦτο προτιμῶ τὸ εἶδος· ἐκεῖνοι θὰ δοκιμάσουν καὶ ἔπειτα θὰ ἔλθουν νὰ ζητήσουν.

§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι, εἶναι ἄλλαι παρατηρήσεις;

§104ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.

§105ΕΤΕΡΟΙ. Ἀπόψε.

§106ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι, εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν ἀνεκοινώσαμεν μόνον τὰς ἰδέας μας, ἤδη πρόκειται νὰ συζητήσωμεν. Σᾶς ὑπέδειξα πρὶν, ὅτι θὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα τῆς διαθέσεως ἢ μὴ κτλ. πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῶσι ἀμέσως ὅλα αὐτά; Δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν.

§107ΤΙΝΕΣ (ἀπερχόμενοι). Αὔριον, κ. πρόεδρε.

§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 7 παρὰ 10).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 65.
2Τῆς 27 Ἀπριλίου 1871.
3(Τρίτη)
4Ὥρα 5 μ. μ.
5Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου κατέχει ὁ κύριος Τσαμόπουλος
6ἀντιπρόεδρος.
7Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρέθησαν πα-
8ρόντες οἱ ἑξῆς βουλευταί.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
9Κ. Μ. Θεοδώρου. Ν. Κατσικαπῆς.
10Α. Κ. Μιχαλόπουλος. Ἀριστ. Λιδωρίκης.
11Ἀντ. Βενιζέλος. Ν. Παπαμιχαλόπουλος.
12Ἀναγ. Γιαννουλίδης. Π. Μανωλίδης.
13Μ. Δ. Καΐρης Ὀρφανός. Κ. Λομβάρδος.
14Ν. Τσώκρης. Σπ. Λεονταράκης.
15Α. Ζαΐμης. Ἰω. Σούλης Βάρκας.
16Α. Δανόπουλος. Δ. Κρεστενίτης.
17Ἰω. Λέκας. Θ. Δαραλέξης.
18Σκαρλ. Σοῦτσος. Α. Πετραλιᾶς.
19Περ. Α. Πετράκης. Δ. Κατσίνας.
20Στυλ. Κολιάτσος. Ἀναγ. Δημητρίου.
21Π. Πετιμέζης. Σπ. Μαλασπίνας.
22Κ. Πλαπούτας. Κ. Δ. Πεταλᾶς.
23Χ. Ῥηγόπουλος. Θρ. Ζαΐμης.
24Ἰω. Ῥοϊλός. Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς.
25Κ. Κοσονάκος. Α. Διαμαντόπουλος.
26Ἰω. Σαράκας. Γ. Παπαδαῖος.
27Γ. Πεῤῥωτὴς. Ἠλ. Φλέσσας.
28Κ. Δαγρές. Γ. Μαλέας.
29Ἰω. Φλέσσας. Ν. Παγκράτης.
30Α. Κοντόσταυλος. Κ. Κοκκινώρης.
31Γ. Παπανικολάου. Ν. Καρύδης.
32Ἰω. Μπαλάφας. Ἐπ. Δεληγεώργης.
33Ν. Μ. Κοζαδίνος. Γ. Γουλιμῆς.
34Ἰ. Πολυλᾶς. Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος.
35Ἀνδρ. Νοταρᾶς. Ν. Φαρμάκης.
36Σπυρ. Νοταρᾶς. Α. Ῥοντήρης.
37Ἀν. Δημητριάδης. Εὐθ. Πλαστήρας.
38Σ. Μονόπωλης. Γρηγ. Δημητριάδης.
39Γ. Δρακονταειδής. Δ. Σαράβας.
40Δ. Ῥαπτάκης. Α. Καπετανάκης.
41Γ. Ἀρώνης Παναγιωτόπουλος.Μ. Καπετανάκος.
42Κ. Πανάρετος. Εὐθ. Κεχαλιᾶς.
43Θ. Θερμογιάννης. Α. Καραλίβανος.
44Γ. Βακαλόπουλος. Π. Τζαμάλας.
45Α. Σεριγιάννης. Θ. Κανακάρης.
46Ν. Βαρβιτζιώτης. Α. Μισυρλῆς.
47Ἰω. Βαλασόπουλος. Γ. Δελλαπόρτας.
48Ν. Θ. Λεώπουλος. Κ. Ἐπιφανίου.
49Α. Κορφιωτάκης. Δ. Χρηστίδης.
50Σπ. Κοπανίτσας. Ἰω. Ζαλλώνης.
51Φ. Ἰ. Φίλωνος. Μ. Ε. Παρίσης.
52Γερ. Σέρβος. Ἰάκ. Παξιμάδης.
53Α. Σταματόπουλος. Σ. Σωτηρόπουλος.
54Δ. Τσαμόπουλος. Δ. Πονηρόπουλος.
55Ἰω. Ταμπακόπουλος. Ἀθ. Γρηγοριάδης.
56Χ. Χρηστόπουλος. Δ. Γκίκας.
57Δ. Ζέγγελης. Γ. Κ. Ζουλούμης.
58Π. Κ. Μανέτας. Δ. Οἰκονόμου.
59Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
60§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει παρατήρησις εἰς τὰ πρακτικά;
61§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι ὄχι.
62§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνονται.
63Ὁρκίζεται ὁ βουλευτὴς Λακεδαίμονος κ. Α. Κορφιωτάκης.
64§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Βενδεβῆς ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν
65διαφόρους πληροφορίας περὶ τῆς Λαυριακῆς χώρας ὑπὸ γαιολο-
66γικὴν ἔποψιν.
67§5ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ διὰ νὰ φωτισθῶμεν.
68§6ΕΤΕΡΟΙ. Εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
69§7ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
70§8ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε νὰ τυπωθῇ, καὶ πότε νὰ ὑπάγῃ εἰς
71τὴν ἐπιτροπήν;
72§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τί θέλετε;
73§10ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ.
74Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ πρόεδρος κύριος
75Λομβάρδος.
76§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῇ;
77§12ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
78§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἴτησις τοῦ Γεωργίου Μοσκοβίτου, κατοίκου
79Δουνίστης.
80§14ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὶ ἐγένετο ἐπὶ τῆς πρώτης ἀναφορᾶς κύριε πρό-
81εδρε;
82§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ πλειονοψηφία εἶπε νὰ μὴ τυ-
83πωθῇ. Οἱ παραδεχόμενοι ἡ ἀναφορὰ νὰ τυπωθῇ νὰ ἐγερθῶσι
84(ἐγείρονται ὀλίγοι τινες). Ἀπεῤῥίφθη ἡ τύπωσις.
85§16ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἡ ἀναφορὰ ἔχῃ ἄξιόν τι λόγου, ὁ κύ-
86ριος, ὅστις τὴν ὑπέβαλεν, ἂς τὴν τυπώσῃ, εἰδὲ μὴ νὰ ἀναβάλ-
87λωμεν τὴν ἐπιψήφισιν νόμων, καὶ νὰ τυπώνωμεν ἀναφορὰς,
88δὲν πάει.
89§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Αἴτησις τοῦ Γεωργίου Μοσκοβίτου κατοίκου
90Δουνίστης τοῦ δήμου Ἰδωμένης τῆς ἐπαρχίας Βάλτου. Περὶ
91ἀποζημιώσεώς του δι’ ἃς τὰ μεταβατικὰ τάγματα ἐπροξένησαν
92μεγάλας ζημίας εἰς τὸ ποίμνιόν του κτλ.» Νὰ σταλῇ εἰς
93τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν;
94§18ΤΙΝΕΣ. Αὐτὰ εἶναι δικαστικὰ πράγματα.
95§19ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐνάξῃ τοὺς αἰ-
96τίους.
97§20ΛΕΚΚΑΣ. Ὁ παθὼν ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν
98ἀπὸ τοὺς αἰτίους τῶν δυστυχημάτων.
99§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δ. Κ. Ζαφείρης.
100§22ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί ἔγεινεν ἐπὶ τῆς προηγουμένης ἀναφορᾶς;
101§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν,
102ἥτις παρακαλεῖται νὰ φέρῃ ταχέως τὴν ἔκθεσίν της, διότι αὐ-
103ταὶ αἱ καταπιέσεις πρέπει νὰ περισταλῶσιν. Ὁ κύριος Δ. Κ.
104Ζαφείρης καθυποβάλλει μίαν ἀναφορὰν, ἥτις, νομίζω, εἶναι κα-
105λὸν νὰ ἀναγνωσθῇ. Ἀκούσατέ την. Ἀναγινώσκεται ἔχουσα ὡς
106ἑξῆς.
107§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔστειλα νὰ ζητήσω τὸν ἴδιον διὰ νὰ ζητήσω
108πληροφορίας, ἀλλὰ δὲν τὸν εὗρον οἱ κλητῆρες· ἐνόμισα ὅτι δὲν
109ἔπρεπε νὰ σταματήσω τὴν ἀναφορὰν αὐτήν. Νομίζω ὅτι εἶναι
110καλὸν νὰ τὴν στείλωμεν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν ὅσ-
111τις νὰ ἐξετάσῃ κατεπειγόντως τὴν ὑπόθεσιν καὶ πληροφορήσῃ
112τὴν Βουλήν.
113§25ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ περίστασις αὕτη πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, κύριε πρό-
114εδρε, καὶ ἂν μὲν ᾖναι τὸ πρᾶγμα ἀληθὲς, ὀφείλει ὁ ὑπουργὸς
115τῶν Οἰκονομικῶν αὐθωρεὶ νὰ παύσῃ τὸν οἰκονομικὸν αὐτοῦ ὑ-
116πάλληλον, ὀφείλει ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ παραπέμ-
117ψῃ εἰς τὸ στρατοδικεῖον τὸν ἐπὶ κεφαλῆς ἐκεῖ ἀξιωματικὸν,
118ἄλλως νὰ τιμωρηθῇ ὁ ἀναφερόμενος, ἐὰν ἐν γνώσει ἀναφέρῃ τοι-
119αῦτα γεγονότα ψευδῆ.
120§26ΛΕΚΚΑΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸν κύριον Δα-
121γρὲν, οἱ δύο ὑπουργοὶ νὰ τιμωρήσουν τοὺς ὑπαλλήλους των, ἐὰν
122δὲ δὲν ᾖναι ἀληθὲς, νὰ τιμωρηθῇ αὐτὸς διὰ νὰ μὴ ἠμπορῇ ἕ-
123καστος νὰ ἔρχεται νὰ ἐμπαίζῃ μὲ τὴν Βουλήν.
124§27ΤΙΝΕΣ. Ποῖος εἶν’ αὐτὸς, κύριε πρόεδρε;
125§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕνας Ζαφείρης εἶναι ὑπογεγραμμένος.
126§29ΓΟΥΛΙΜΗΣ. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς, κύριε πρόεδρε, εἶναι γνω-
127στὸς εἰς ἐμὲ· καί μοι εἶπεν ὅτι ἔχει ἑτοίμην ἀναφοράν· εἶναι
128ἀπὸ τὴν πατρίδα μου. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι γνωστὸς, εἶναι
129ὑπάλληλος μικρός. Αὐτὸς μοὶ εἶπεν αὐτὸ τὸ περιστατικὸν καὶ
130μοὶ εἶπεν ἰδοὺ ἡ ἀναφορά. Ποῦ τὴν ἔχεις; τῷ εἶπον. Εἰς τὸν
131πρόεδρον τῷ λέγω πήγαινε νὰ τὴν δώσῃς. Μοὶ φαίνεται εἶναι
132ὑπάλληλος εἰς τὸ δικαστήριον.
133§30ΤΙΝΕΣ. Ἀδιάφορον· ἡμεῖς θέλομεν νὰ μάθωμεν, ἐὰν ᾖναι ἀ-
134ληθῆ αὐτὰ ἢ ὄχι.
135§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις....
136§32ΤΙΝΕΣ. Τί ἔγεινε, κύριε πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς;
137§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴπομεν νὰ σταλῇ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰ-
138κονομικῶν, ὅστις κατεπειγόντως νὰ ἐξετάσῃ ἐπὶ αὐτῆς τῆς
139ὑποθέσεως, ὑπὸ τὸ πνεῦμα ποῦ ἀνέφερεν ὁ κ. Δαγρές, ἢ νὰ
140παυθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι, ἢ νὰ τιμωρηθῇ αὐτός.
141§34ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι γνώμης, κύριε πρόεδρε, νὰ
142μὴ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν
143ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη νὰ συνέλθῃ σήμερον,
144ἢ τὸ πολὺ αὔριον, νὰ καλέσῃ τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν, νὰ τὸν ἐξε-
145τάσῃ, νὰ βεβαιωθῇ καὶ νὰ κάμῃ μίαν γνωμοδότησιν.
146§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς, εἶναι ἐδῶ. Ἔστειλα νὰ τὸν
147κράξω. Παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν μίαν στιγμὴν ἂς ἀποχωρήσῃ,
148διότι εἶναι τὸ πρᾶγμα κατεπεῖγον, νὰ τὸν ἐξετάσῃ ἐὰν ᾖναι τὸ
149πρᾶγμα ἀληθὲς, νὰ τὸ ἠξεύρωμεν, ἢ, ἐὰν ᾖναι ψεῦδος, νὰ τὸ
150μάθῃ ὁ κόσμος. Κύριε πρόεδρε τῆς ἐπιτροπῆς!
151§36ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Καΐρης.
152§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλοῦνται τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἀ-
153ποχωρήσουν (ἀποχωροῦσιν εἴς τι τῶν παρακειμένων δωματίων).
154Ἐξακολουθεῖ, κύριοι, ἡ τρίτη συζήτησις ἐπὶ τῶν Λαυριωτικῶν.
155Ὁ κύριος Μιχαλόπουλος ζητεῖ νὰ καταθέσῃ πρότασιν νέαν.
156§38Α. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί! ἐξ ὅσων χθὲς καὶ
157πρώην καὶ ἐξ ἀρχῆς τοῦ Λαυριωτικοῦ ζητήματος ἀνεπτύχθησαν
158εἴδατε καὶ κατενοήσατε καὶ κατεμάθετε τὰς δυσκολίας καὶ
159τὰ προσκόμματα τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τῆς φύσεώς του τὸ περὶ Λαυ-
160ρίου ζήτημα, καθὼς καὶ πᾶσα διάθεσις τῶν ἐν Λαυρίῳ μεταλ-
161λοφόρων χωμάτων πρὸς οἱανδήποτε ἑταιρίαν, παρουσιάζει. Εἴ-
162δατε ὅτι ματαιολογοῦμεν καὶ ματαιοπονοῦμεν καὶ τὸν ἀέρα δαί-
163ρομεν, ἐὰν θέλωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς πρακτικὸν ἀποτέλεσμα
164ὠφελιμώτερον, χρησιμοποιοῦντες τὰ Λαυριωτικὰ χώματα ὑπὲρ
165τοῦ δημοσίου. Εἴδατε ὁποῖα ὑπὲρ καὶ κατὰ ἔχει ἡ διάθεσις πρὸς
166ἑταιρίαν, καὶ τὸ μεγαλεῖτερον ἐλάττωμα εἶναι, ὅτι ἀντὶ νὰ
167ἀφήσῃ εἰς χεῖρας τοῦ δημοσίου 600 ἢ 400 ἢ 200 ἢ 150 ἑκα-
168τομμύρια δὲν θὰ ἀφήσῃ πλέον τῶν 20, 30, ἢ 40. Εἴδατε δεύ-
169τερον, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν εἰς ἓν πρακτικὸν ἀποτέ-
170λεσμα περὶ τοῦ ποῖον εἶναι τὸ καταλληλότερον σύστημα τῆς
171ἐκποιήσεως, οὕτως εἰπεῖν, τῆς προσφορᾶς, δι’ ἀκαθαρίστου ἢ
172καθαρᾶς προσόδου. Ποῖος πρέπει νὰ ᾖναι ὁ ἀνώτατος ὅρος τοῦ
173τιμήματος, καὶ ποῖος ὁ ἐλάχιστος. Δὲν γνωρίζομεν τί ἔχομεν
174καὶ τί περιέχει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχομεν καὶ μέλλομεν νὰ ἐκ-
175ποιήσωμεν, καὶ ἑπομένως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διαγνώσεως τῆς
176ἀξίας του νὰ εἰσπράξωμεν τὰ δικαιώματά μας. Εἴδατε τὴν πο-
177λυπροσωπίαν καὶ δαπάνην τῶν σωματείων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦν-
178ται διὰ τὴν ἐποπτείαν, διὰ τὴν διάγνωσιν, διὰ τὴν μηχανικὴν
179ἐργασίαν, καὶ τέλος πάντων δι’ ὅλας αὐτὰς τὰς ἐργασίας. Ἀ-
180πέναντι λοιπὸν, κύριοι, αὐτῶν τῶν προσκομμάτων οὐδεμία ἀμ-
181φιβολία, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν εἰλικρινέστερον σύστημα
182διαθέσεως, σύστημα, τὸ ὁποῖον οὐδένα θὰ ἐξαπατήσῃ, κατὰ τὸ
183ὁποῖον θὰ λάβωμεν ὅ,τι ἔχομεν, ἢ δὲν θὰ λάβωμεν ὅ,τι δὲν
184ἔχομεν· ἂν πράγματι δὲν ἔχομεν τίποτε, θέλομεν πεισθῆ εἰλι-
185κρινῶς καὶ τιμίως, ὅτι δὲν ἔχομεν, ἐὰν ὅμως ἔχομεν, θέλομεν
186λάβει σωστὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχομεν. Τοῦτο, κύριοι, δὲν δύ-
187ναται νὰ κατορθωθῇ παρὰ διὰ τῆς προτάσεως τῆς ἐθνικῆς ἢ
188τῆς πολιτικῆς, ἢ τῆς τοῦ κράτους βιομηχανίας, τὴν ὁποίαν
189ἐξ ἀρχῆς ὑπεστήριξα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ μία τις εἰς τοῦτο δυσκολία
190ὡς ἐκ τῆς ὑπαρχούσης ἐν Λαυρίῳ ἑταιρίας παρουσιάζεται, φέρω
191εἰς γνῶσιν ὑμῶν μίαν ἄλλην περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ
192ἑταιρία Ῥοῦ πρὸ καιροῦ ὑπέβαλεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον πρότασιν
193διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ νὰ τῆς χορηγοῦμεν δύο ἑκατομμύρια ἐτη-
194σίως ἐπὶ δέκα ἔτη, ὡς ἀποζημίωσιν διὰ τὰ καταστήματά της,
195τὰς μηχανὰς, τὰς καμίνους, τὰ κέρδη της, τοὺς μέχρι τοῦδε
196κόπους της, τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα μᾶς διέχυσεν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ
197ζητήματος, ἢ ἂν θέλετε, καὶ ὡς ποινὴν τῆς ἀπερισκεψίας, τῆς
198ὀλιγωρίας καὶ τῆς μέχρι τοῦδε ἁπλότητός μας, διότι δὲν ἐνοή-
199σαμεν ὅλοι τί ἔτρεχε εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο καὶ βεβαίως ἡ ἑταιρία
200μᾶς προσέφερε μίαν μεγάλην ἐκδούλευσιν, διότι μᾶς ἔθεσεν
201εἰς θέσιν νὰ ἐνοήσωμεν τί ἔχομεν. Προσφέροντες, λέγω, ἐτη-
202σίως τὸ ἓν ἢ καὶ τὰ δύω ταῦτα ἑκατομμύρια (ἐὰν ἐμμένῃ ἡ
203ἑταιρία εἰς τὸν λόγον της, καὶ ἂν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός,
204παραδέχηται τὴν σύμβασιν ταύτην) θὰ ἀπολαμβάνωμεν ἡμεῖς
205ἐτησίως 15 καὶ 18 ἑκατομμύρια, θὰ ἀποκτήσωμεν δὲ μηχα-
206νὰς καὶ καταστήματα πρὸς χρῆσίν μας ἕτοιμα, διότι εἴμεθα
207φυγόπονοι καὶ εἰς τὴν παρὰ μικρὰν δυσκολίαν σταματῶμεν.
208Τοῦτο εἶναι τὸ ὅλον· δὲν ἤκουσα δὲ καμμίαν σπουδαίαν ἀντίῤ-
209ῥησιν κατὰ τῆς προτάσεως τῆς ἀμέσου ὑπὸ τοῦ κράτους κα-
210μινεύσεως, εἰμὴ, πῶς θὰ κάμωμεν, πῶς θὰ κατορθώσωμεν τὸ
211πρᾶγμα, ἐνῷ διὰ τὴν χρησιμοποίησιν αὐτῶν ὡς ἐθνικῶν ἓν μό-
212νον ἑκατομμύριον δραχμῶν, ἐφ’ ἅπαξ ἀπαιτεῖται, καὶ δι’ αὐ-
213τοῦ θὰ ἔχωμεν δέκα, καὶ ἐνῷ, διὰ τοῦ τρόπου τὸν ὁποῖον προ-
214τείνω, δὲν μοῦ χρειάζονται παρὰ 5 τίμιοι ἄνθρωποι, καὶ 2 ἢ
2153 σπουδαῖοι μηχανικοὶ, εἴτε ἐντόπιοι εἴτε ξένοι, καὶ ὄχι τόσα
216σωματεῖα μισθοδοτούμενα ὑπὸ τοῦ δημοσίου, τὰ ὁποῖα νὰ μᾶς
217φωτίζουν περὶ τῆς ἀξίας τῶν χωμάτων αὐτῶν· οὕτω δὲ θὰ
218ἔχωμεν τὰ 18 ἢ 20 ἑκατομμύρια ἐτησίως· καὶ ἂν δὲν ἔχωμεν
21918, θὰ ἔχωμεν 15, θὰ ἔχωμεν 4, θὰ ἔχωμεν τέλος πάντων
220πλέον τῶν 2, τὰ ὁποῖα θὰ δώσωμεν· ἀπαλλαττόμεθα ὅμως ἀπὸ
221ὅλας τὰς ἐνοχλήσεις, ἀπὸ ὅλας τὰς δυσκολίας, ἀπὸ ὅλας τὰς
222δαπάνας· καὶ ἂν μίαν ἡμέραν ἴδωμεν, ὅτι τοῦτο δὲν συμφέρει,
223ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαγάγῃ τὸ κράτος δι’ ἴδιον λογα-
224ριασμὸν τὴν ἐργασίαν (καὶ δὲν πιστεύω νὰ μὴ ἤμεθα ἱκανοί·
225δὲν ἐπιῤῥίπτω μίαν αὐτοκατάκρισιν εἰς τὸ ἔθνος) ἂν προέρχων-
226ται δυσκολίαι, λέγω, τότε ἐκδίδομεν εἰς δημοπρασίαν τὴν ἐπι-
227χείρισιν αὐτὴν, ἀπαλλαττόμενοι ἀπὸ μεγάλας δυσχερείας καὶ
228ἐμπερδεύματα παρὰ τῆς παντοδυνάμου αὐτῆς ἑταιρίας, ἥτις
229ἐκεῖ ἐγκαθιδρύθη, καὶ ἥτις ἔλαβε γνῶσιν τοῦ τόπου, καὶ σχέ-
230σεις διαφόρους ἔχει, καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται τούτων
231ἕνεκα νὰ διαγωνισθῇ. Οὐδεὶς — καὶ θὰ τὸ ἐνθυμηθῆτε καὶ θὰ
232τὸ μεταμεληθῆτε. Ἀπαλλαττόμεθα λοιπὸν ἀπὸ αὐτὰς τὰς δυσ-
233κολίας, διότι δὲν θὰ ὑπάρχῃ κράτος ἐν κράτει, καὶ τότε τὸ στά-
234διον τοῦ συναγωνισμοῦ θὰ ᾖναι εὐχερέστερον, ἀνοικτὸν πρὸς
235πᾶσαν προσφοράν. Διὰ τοῦτο παρουσιάζω πρότασιν εἰς δύο ἄρ-
236θρα, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν συζητήσῃ σπουδαίως
237καὶ τὴν παραδεχθῇ, ὡς σώζουσαν ἡμᾶς ἀπὸ ὅλας τὰς δυσ-
238κολίας καὶ ὡς τὴν εἰλικρινεστέραν καὶ ὠφελιμωτέραν. Ἡ
239πρότασίς μου εἶναι ἡ ἑξῆς «Ἡ Βουλὴ παραδεχομένη τὴν περὶ
240ἀμοιβῆς ἢ ἀποζημιώσεως αἴτησιν τῆς ἑταιρίας Ῥοῦ ἐπὶ δε-
241καετίαν, ἐντέλλεται τὴν συμφερωτέραν περὶ τούτων σύμβα-
242σιν τῷ ὑπουργείῳ.» Ἄρθρον βʹ. Ἅμα δεκτῆς γενομένης τῆς
243συμβάσεως, τὸ δημόσιον ἀναλαμβάνει τὴν διὰ τῶν μηχανῶν
244καὶ καμίνων τῆς ἑταιρίας ἐκκαμίνευσιν τῶν ἐκβολάδων καὶ τῶν
245λοιπῶν κατὰ τὸ Λαύριον μεταλλοφόρων χωμάτων πρὸ ὄφελος
246τοῦ κράτους». Παρακαλῶ δὲ ἡ πρότασίς μου αὕτη νὰ ψηφοφο-
247ρηθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν.
248§39ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Μιχαλάπουλε, ὁμιλεῖτε περὶ ἐκβολά-
249δων καὶ σκωριῶν, ἡ ἑταιρία ὅμως ἔδιδε τὰ 20 ἑκατομμύρια δι’
250ἐκβολάδας καὶ σκωρίας, ἡμεῖς ὅμως ἀπεφασίσαμεν ὅτι αἱ ἐκβο-
251λάδες εἶναι ἐθνικαί· λοιπὸν σᾶς ἀναφέρω τὸ περιστατικὸν αὐτὸ
252διὰ νὰ τὸ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν εἰς τοὺς ὑπολογισμούς σας.
253§40ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἂς ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὴν κυβέρνη-
254σιν διὰ νὰ διαπραγματευθῇ· ἐγὼ λέγω καὶ τὰ 20 ἐν ἀνάγκῃ
255νὰ τὰ δώσωμεν, διότι ἄλλως θὰ χάσωμεν καὶ τὰ 400.
256§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένος ὁ κ. Σαράβας.
257§42ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριοι, ὀλίγας τινὰς παρατηρήσεις ἐθεώρησα κα-
258θῆκόν μου νὰ ὑποβάλω εἰς τὸ Σῶμα ὡς πρὸς τὴν μίαν ἐκ τῶν
259τριῶν ἰδεῶν, κατὰ τὴν ὑποδιαίρεσιν τὴν ὁποίαν χθὲς ἔκαμεν ὁ
260κ. Δεληγεώργης τὴν ἐμπεριεχομένην εἰς τὸ ἄρθρον 2, ἐννοῶ ὡς
261πρὸς τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἐκφράσωμεν τὸ
262συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ μετὰ πολλὰς καὶ σοβαρὰς
263συζητήσεις κατέληξε, συζητήσεις εἰς τὰς ὁποίας, ὀφείλω νὰ δώ-
264σω αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν, δὲν ἔλαβον μέρος, διότι ἐνδοιασμοὺς
265τινας, τοὺς ὁποίους εἶχον καὶ ἔχω ἴσως ἀκόμη, ἐνόμιζον, ὅτι
266δὲν μοὶ ἦτον ἐπιτετραμμένον νὰ τοὺς μεταδώσω εἰς τὴν Βου-
267λὴν, ἐπεθύμουν νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ ἰδέα ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι
268ἐθνικαὶ, χωρὶς οὐδεμία ἐναντία γνώμη νὰ φανῇ ὅτι ὑπάρχει, καὶ
269εἰς τὴν ἐπιθυμίαν μου ταύτην ὑπέκυψαν καὶ αὐτοὶ οἱ ἐνδοια-
270σμοί μου.
271Τὸ συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον κατελήξαμεν, κύριοι, μετὰ
272τόσας μακρὰς συζητήσεις εἶναι, ὅτι αἱ ἐκβολάδες δὲν εἶναι ἰδιω-
273τικὴ ἰδιοκτησία, εἴτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἀστικοῦ δικαίου,
274εἴτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ δημοσίου δικαίου, εἴτε καὶ ὑπὸ τὴν
275ἔποψιν ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
276τὸ ἐθεώρησε, τοῦ ὅτι δηλ. αἱ γαῖαι ἐπὶ τῶν ὁποίων κεῖνται αἱ
277ἐκβολάδες εἶναι ἐθνικαί, ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο. Περὶ τού-
278του πλήρης ὁμοφωνία ὑπάρχει εἰς τὸ Σῶμα· ἀλλὰ τὸ ζήτημα
279εἶναι κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐκφράσωμεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν, καὶ
280ἂν πρέπει ῥητῶς νὰ τὴν ἐκφράσωμεν.
281Τὸ ἐπ’ ἐμοί, φρονῶ, κύριοι, ὅτι εἰς τὸν νόμον δὲν πρέπει νὰ
282γείνῃ λόγος διόλου περὶ τούτου, ἐὰν ἐννοοῦμεν, ὡς ἐννοοῦμεν βε-
283βαίως, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων δὲν
284δημιουργεῖται σήμερον, ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει καθιερωμένον
285ἀπὸ τοὺς κειμένους νόμους· δὲν πρέπει νὰ γείνῃ λόγος ἐν τῷ
286νόμῳ περὶ τούτου, διότι οἱ νόμοι, ὡς γνωρίζετε, εἶναι ἀπονεμη-
287τικοὶ δικαιωμάτων, attributives κατὰ τοὺς Γάλλους, καὶ οὐχὶ
288ἀναγνωριστικοὶ δικαιωμάτων declaratives· ἔργον τῆς δικαστι-
289κῆς ἐξουσίας εἶναι νὰ ἐφαρμόζῃ τοὺς κειμένους νόμους εἰς τὰς
290μεταξὺ τῶν πολιτῶν ἀμφισβητήσεις καὶ ν’ ἀποφαίνηται ἐπὶ
291τῆς ὡρισμένης περιπτώσεως ποῦ τὸ δικαίωμα ὑπάρχει, τοὐτέ-
292στι νὰ τὸ ἀναγνωρίζῃ. Δικαιοδοσίαν τοιαύτην, ἀποτελοῦσαν τὸ
293πρώτιστον καὶ θεμελιῶδες συστατικὸν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας,
294δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἐκτὸς ὁπόταν ἀνα-
295λαμβάνῃ τὸ ἔργον τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου, ἀλλὰ
296καὶ τότε οὐχὶ λύουσα ἰδιωτικὴν διαφοράν, ἀλλ’ ἀποφαινομένη
297γενικῶς· πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν ἑπομένως πᾶσαν ἔκφρασιν, ἔστω
298καὶ ὑπεμφαίνουσαν ὅτι ἡμεῖς ἐννοοῦμεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν σή-
299μερον ἓν δικαίωμα ὑπὲρ τοῦ δημοσίου· διότι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν
300δύναται νὰ ἔχῃ τοιαύτην γνώμην· τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἀναν-
301τιῤῥήτως μία δήμευσις ἰδιοκτησίας, καὶ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν θὰ εὑ-
302ρεθῇ ποτε ὅστις νὰ ὑποστηρίξῃ ἰδέαν τοιαύτην, προφανῶς ἀντι-
303κειμένην εἰς τὸ πολίτευμά μας. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι τὸ προ-
304τιμότερον εἶναι νὰ μὴ γείνῃ ῥητὴ μνεία εἰς τὸν νόμον περὶ τοῦ
305δικαιώματος τοῦ δημοσίου. Αἱ συζητήσεις αἱ ὁποῖαι γίνονται,
306αὗται εἶναι ὁ λόγος τοῦ νόμου, ἡ ratio legis, αἱ δὲ διάφοροι
307διατάξεις αὐτοῦ μαρτυροῦσιν ὅτι ἡ Βουλὴ ψηφίζουσα αὐτὸν
308ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴν ἀναμφισβήτητον ἰδέαν, ὅτι αἱ ἐκβολάδες
309εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου. Νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ
310προσθέσητε κῦρος περισσότερον εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ δημο-
311σίου ἂν ἐν τῷ νόμῳ τὸ ἀναγράψητε; Ἂν ὅμως ἡ Βουλὴ
312ἀσπάζηται τὴν γνώμην, ὅτι ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ γείνῃ λόγος
313εἰς τὸν νόμον, φρονῶ ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐκφρασθῶμεν διὰ τρόπου
314ἐμφαίνοντος, ὅτι δὲν δημιουργοῦμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο σήμερον,
315ἀλλ’ ὅτι ἑρμηνεύοντες τοὺς περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου κει-
316μένους νόμους, εἴτε τοῦ ἀστικοῦ, εἴτε τοῦ δημοσίου δικαίου,
317δίδομεν τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τέλους παρεδέχθη ἡ Βουλὴ
318παραδεχομένη μὲν ἡ Βουλή, ὅτι αἱ ἐκβολάδες δὲν δύνανται νὰ
319ἦναι ἀντικείμενον ἰδιωτικῆς κτήσεως καὶ ἀναγράφουσα τοῦτο
320εἰς τὸν νόμον, δὲν δύναται, φρονῶ, νὰ τὸ πράξῃ ἄλλως ἢ ἐνα-
321σκοῦσα δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐκ τοῦ συντάγματος ἡ νομο-
322θετικὴ ἐξουσία, τὸ δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύῃ αὐθεντικῶς τοὺς
323νόμους, ὁσάκις εἶναι ἀσαφεῖς καὶ δίδουν χώραν εἰς σπουδαίας
324περὶ τῆς ἐννοίας των ἀμφισβητήσεις· οὐ μόνον δὲ τὸ δικαίωμα
325τοῦτο ἔχει ἐκ τοῦ συντάγματος ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἀλλὰ
326παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχουσιν, ὡς εἰς ἄλλα κράτη, περιορισμοὶ διὰ
327νόμων τεθειμένοι ὡς πρὸς τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων.
328Παρ’ ἡμῖν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει ἀπεριόριστον τὸ δικαίωμα
329τοῦτο καὶ πλήρη ἐλευθερίαν νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτοῦ, ὁσάκις
330ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀνάγκην.
331Ἀπὸ αὐτὰς τὰς σκέψεις ἀναχωρῶν, κύριοι, προτιμῶ μᾶλλον
332τὴν ἔκφρασιν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπο-
333βληθὲν ὑπὸ τῶν κυρίων Δημητριάδου, Ῥοντήρη καὶ Ζέγγελη,
334διότι ἀνταποκρίνεται μᾶλλον εἰς τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν θέλει
335νὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλή· ἡ ἔκφρασις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβλη-
336θέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἔχει κατ’ ἐμὲ ἀτοπήματα· φαίνε-
337ται ὅτι καθιεροῖ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπὸ τοῦδε, τὸ δημιουργεῖ
338τοὐτέστι σήμερον· ὅταν τὸ δημιουργῇ θὰ εἴπῃ ὅτι ὑπῆρχεν
339ἕτερον ἀντίθετον δικαίωμα τὸ ὁποῖον κατήργησε· ἡ ἔκφρασις
340ἡ ἐμπεριεχομένη ἐν τῷ ὑπουργικῷ νομοσχεδίῳ εἶναι ὅτι «αἱ
341ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος» ἐπειδὴ δὲ κατὰ κανόνα,
342ὁ ὁποῖος καὶ εἰς τὸν ἀστικόν μας νόμον εἶναι ἀναγεγραμμένος
343καὶ ὁποῖος εἶναι ἡ στερεὰ βάσις ὅλων τῶν νομοθεσιῶν τῶν πεπολι-
344τισμένων ἐθνῶν, οἱ νόμοι κανονίζουσι τὸ μέλλον καὶ δὲν ἔχουσι
345δύναμιν ὀπισθενεργόν, ἐννοεῖτε πολὺ καλά, ὅτι ἐὰν παραδεχ-
346θῶμεν τὴν ἔκφρασιν, ὅπως τὴν διατυπώνει τὸ ὑπουργικὸν νομο-
347σχέδιον, θέλει γεννηθῆ ἀμέσως ἡ ἀπορία τί γίνεται διὰ τὸ
348παρελθὸν, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ πολὺ ἀμφιβάλλω, ἂν δὲν
349γεννηθῶσι καὶ ἰδιωτικαὶ ἀμφισβητήσεις στηριζόμεναι εἰς τοῦτο,
350ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ
351παρόντος ἀπέκτησαν δικαίωμα ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων· ὁ νόμος θὰ
352εἴπωσιν οἱ ἐπικαλούμενοι παρομοίας ἀξιώσεις δὲν δύναται νὰ
353κανονίσῃ εἰμὴ τὸ μέλλον· ἡμεῖς ἐν τούτοις, κατὰ τοὺς νόμους
354τοὺς ἰσχύοντας μέχρι τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξεδόθη ὁ
355νόμος οὗτος, ἀπεκτήσαμεν δικαίωμα κυριότητος ἐπὶ τῶν ἐκβο-
356λάδων καὶ τὰ δικαστήρια δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ ἀρνηθῶσιν νὰ ἐξε-
357τάσωσι ἓν τοιοῦτον ζήτημα· ἐὰν δὲ τὰ δικαστήρια ἑρμηνεύοντα
358ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ τοὺς κειμένους νόμους περὶ τῶν δικαιωμά-
359των τοῦ δημοσίου ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων δὲν εὑρεθῶσι σύμφωνα
360μὲ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐσχη-
361μάτισεν ἡ Βουλή, τότε θέλει ματαιωθῆ ὁ παρὼν νόμος, καὶ
362θέλομεν κατακριθῆ, ὅτι ἠθελήσαμεν νὰ δημεύσωμεν τὴν ξένην
363ἰδιοκτησίαν. Ὥστε δὲν βλέπω τὸν λόγον διατὶ νὰ μὴ παρα-
364δεχθῶμεν τὸν τύπον ἐκεῖνον τῆς ἐκφράσεως ὁ ὁποῖος ἐνῷ πε-
365ριέχει πλήρη τὴν ἔννοιαν τῆς Βουλῆς, μᾶς ἀπαλάττει καὶ ἀπὸ
366ἐνδεχομένας νὰ προκύψωσι δυσκολίας. Ἡ γνώμη μου, καθὼς
367ἐν ἀρχῇ εἶπον, εἶναι νὰ μὴ γείνῃ ῥητὴ μνεία εἰς τὸν νόμον περὶ
368τοῦ ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων δικαιώματος τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ νὰ
369ἀφεθῇ εἰς τὰς συζητήσεις καὶ εἰς τὴν συναρμολογίαν τῶν διατά-
370ξεων νὰ ἐκφράζωσι τοῦτο ὡς ἀναγκαίαν προϋπόθεσιν τοῦ νόμου.
371Ἐὰν ὅμως πρέπῃ νὰ τεθῇ εἰς τὸν νόμον ῥητὴ μνεία τοῦ ἐπὶ
372τῶν ἐκβολάδων δικαιώματος τοῦ δημοσίου, νομίζω ὅτι εἶναι
373προτιμητέα ἡ ἔκφρασις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Δημητριάδου,
374Ῥοντήρη καὶ Ζέγγελη, διότι εἶναι περιβεβλημένη τύπον ἑρμη-
375νευτικὸν, ὅστις προλαμβάνει τ’ ἀτοπήματα περὶ ὧν ἔκαμα
376λόγον.
377§43ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ ὑποβάλω κάτι τι· (ἀναβαί-
378νει τὸ βῆμα). Ἡ ἐπιτροπὴ, κύριοι βουλευταὶ, ἐπὶ τοῦ προϋπολο-
379γισμοῦ περαιώσασα τὰς ἐργασίας της ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς,
380καθὼς καὶ ἐπὶ τῶν πιστώσεων αἱ ὁποῖαι παρεπέμφθησαν εἰς αὐ-
381τὴν (καταθέτει τὰς ἐκθέσεις εἰς τὸ προεδρεῖον).
382Πρὸς τὴν Βουλήν.
383Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπή σας διεξῆλθε καὶ ἐπε-
384ξειργάσθη εἰς ἐπανειλημμένας συνεδριάσεις αὐτῆς τὸν ὑποβλη-
385θέντα εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1871· λαμ-
386βάνει δὲ τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλῃ διὰ τῆς παρούσης τὸ ἐξαγόμε-
387νον τῶν σκέψεων καὶ γνωμῶν της.
388Αʹ. Προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων.
389Μετ’ εὐχαριστήσεως ἡ ἐπιτροπὴ παρετήρησεν ὅτι ὁ κ. ὑπουρ-
390γὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐσημείωσεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὰ ἔ-
391σοδα, στηριχθεὶς μᾶλλον εἰς τὸ εἰσπράξιμον ποσὸν αὐτῶν καὶ
392ὄχι εἰς τὸ βεβαιωθησόμενον· οἱ σημειούμενοι δ’ ἐν τῇ εἰσηγήσει
393τοῦ ὑπουργοῦ τρεῖς λόγοι, ἤτοι, ἡ ἀποκατάστασις τῆς δημοσίας
394ἀσφαλείας, ἡ εὐφορία τῶν ἐλαιοδένδρων καὶ ὁ νέος περὶ εἰσ-
395πράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων νόμος, καθιστῶσι λίαν βασίμους
396τοὺς ὑπολογισμούς, καθ’ οὓς τὰ ἔσοδα ἀνῆλθον εἰς δραχ.
39732,576,000. Εἰς τὰ καθέκαστα τῶν ὑπολογισθέντων ἐσόδων
398οὐδεμίαν κρίνει ἡ ἐπιτροπὴ ἀναγκαίαν μεταβολήν, ἐκτὸς μόνον
399τῆς ἀπαλείψεως τοῦ ὑπὸ τὸ Κεφάλ. Δʹ. ἄρθρ. 2 σημειωθέντος
400ἐσόδου δραχ. 6,000 ἐκ τῶν λουτρῶν Κύθνου, καθόσον δι’ εἰ-
401δικοῦ νόμου διετέθησαν ταῦτα οὕτως, ὥστε ἐπὶ εἰκοσαετίαν
402οὐδὲ πρόσοδον νὰ ἀποφέρωσιν, οὐδὲ δαπάνην εἰς βάρος τοῦ δη-
403μοσίου ταμείου νὰ προκαλῶσιν. Ἐπειδὴ ὅμως, ἀφ’ ἧς ὑπεβλήθη
404ὁ προϋπολογισμός, διετέθησαν ἐκ τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ
405601 μετοχῶν τοῦ δημοσίου αἱ 450 καὶ ὑπελείφθησαν, τό γε
406νῦν ἔχον, μόνον 151, ἡ ἐπιτροπὴ ἀναγκαῖον κρίνει νὰ μετα-
407βληθῇ ἡ ἐν τῷ Κεφαλ. Ϛʹ, ἄρθρ. 8 ὑπὸ τὸν τίτλον «Μερίσματα
408μετοχῶν τῆς Τραπέζης» πρόσοδος τοῦ δημοσίου, σημειουμένου
409ὡς ἐσόδου τοῦ ἐκ τιμήματος 450 μετοχῶν εἰσπραχθέντος πο-
410σοῦ ἐκ δραχ. 975,934 καὶ τοῦ μερίσματος τῶν ὑποληφθεισῶν
411151 μετοχῶν ἐκ δραχ. 27,200, ἐκτὸς ἂν πρόκηται καὶ αὗται
412νὰ διατεθῶσιν, ὅτε δέον νὰ σημειωθῇ καὶ τούτων τὸ ἀντίτιμον
413ὡς ἔσοδον, διαγραφομένου τοῦ τίτλου «Μερίσματα».
414Τὰ κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκκρεμῆ ὄντα
415νομοσχέδια περὶ τῶν ἐπ’ ἐθνικῆς γῆς φυτειῶν καὶ περὶ διαθέ-
416σεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν ἐπεψηφίσθησαν ἤδη καὶ ἐκυρώθησαν
417ὑπὸ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ὡς ἐπληροφορήθη ἡ ἐπιτροπή·
418ἀναγκαῖον ἑπομένως ἀποβαίνει νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ προϋπολο-
419γισμῷ ὡς ἔσοδον τὸ εἰσπραχθησόμενον ποσὸν ἐντὸς τοῦ τρέ-
420χοντος ἔτους ἐκ τῶν προκαταβολῶν, αἵτινες κατὰ τοὺς νόμους
421τούτους θέλουσι γίνει συγχρόνως πρὸς τὰς δηλώσεις ὑπὸ τῶν
422ἐμφυτευτῶν καὶ τῶν κατόχων. Τὸ ἐκ τῶν τοιούτων προκατα-
423βολῶν ποσὸν ὑπολογίζει ἡ ἐπιτροπὴ στηριζομένη εἰς τὰς κατὰ
424τὴν συζήτησιν τῶν νόμων τούτων δοθείσας ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ
425πληροφορίας εἰς δραχ. 2,000,000, ὑπολογιζομένου δὲ καὶ τοῦ
426ἀντιτίμου τῶν μετοχῶν τῆς Τραπέζης, τὰ ἔσοδα τοῦ 1871
427θέλουσιν ἀνέλθει εἰς δραχ. 35,576,000.
428Εἰ καὶ τὸ ὑπὸ ἐπιψήφισιν διατελοῦν νομοσχέδιον περὶ εἰσ-
429πράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων παρέχει τὴν βάσιμον ἐλπίδα
430ὅτι αἱ ἐν γένει καθυστερήσεις θέλουσι περιορισθῆ, οὐχ ἧττον ἡ
431ἐπιτροπὴ κρίνει ἀναγκαῖον νὰ συστήσῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἰδιαι-
432τέραν προσοχὴν εἰς τὴν ἔγκαιρον εἴσπραξιν τῶν φόρων ἐπιτη-
433δευμάτων καὶ οἰκοδομῶν, οἵτινες παρουσιάζουσι τὰς σπουδαιο-
434τέρας καὶ μᾶλλον ἀδικαιολογήτους καθυστερήσεις.
435Οὐχ ἧττον ἡ ἐπιτροπὴ κρίνει ἐπάναγκες νὰ συστήσῃ ἰδιαι-
436τέραν προσοχὴν εἰς τὴν ἔγκαιρον βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν
437προξενικῶν τελῶν (Κεφάλ. Βʹ. ἄρθρ. 3), καθόσον, ὡς ἐπληροφο-
438ρήθη, μεγάλη ἐπικρατεῖ ἀταξία εἰς τὴν βεβαίωσιν καὶ μεγάλη
439παρατηρεῖται βραδύτης εἰς τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν.
440Βʹ. Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων.
441ά. Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν.
442Εἰς Κεφάλ. Γʹ. ἄρθρ. 6, ἡ ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων
443τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων ἐτησία προίκισις ἐσημειώθη ἐκ δραχ.
444150,000. Μετὰ τὸν προσφάτως ὅμως ψηφισθέντα νόμον, ἡ προί-
445κισις αὕτη ηὐξήθη κατὰ δραχ. 100,000, ὥστε τὸ ὅλον τῆς
446προικίσεως πρέπει νὰ ὁρισθῇ εἰς δραχ. 250,000. Πλὴν ὅμως
447τῆς προσθήκης ταύτης ἀπαιτεῖται καὶ ἄλλη νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις
448εἰς τὸ ἔξοδον τοῦτο ἐκ δραχ. 20,000, κατὰ τὴν πρὸς τὴν Βου-
449λὴν δήλωσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἕνεκα τῶν ἐν τῇ
450δηλώσει ταύτῃ σημειουμένων συντάξεων Ἑπτανησίων, αἵτινες
451ἐπιβαρύνουσι μὲν τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων, ἀλλὰ
452μὴ πληρωθεῖσαι κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος ὡς ἐκ τῆς ἀπορίας τοῦ
453εἰδικοῦ τούτου ταμείου ἀποβαίνουσιν ὑποχρεωτικαὶ εἰς τὸ δη-
454μόσιον ταμεῖον, ὡς περιλαμβανόμεναι εἰς τὸν ὑπὸ τοῦ πρέσβεως
455τῆς Ἀγγλίας παραδοθέντα κατὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου κα-
456τάλογον· ἀνάγκη ἑπομένως νὰ προστεθῇ ὑπὸ εἰδικὸν ἄρθρον, ἤτοι
457ὑπ’ ἀριθ. 7 τοῦ Κεφαλ. Γʹ. ὑπὸ τὸν τίτλον «χορηγία διὰ κα-
458»θυστερούσας συντάξεις 16 Ἑπτανησίων συνταξιούχων κατὰ τὸ
459»1870 καὶ διὰ συντάξεις τῶν ἰδίων κατὰ τὸ 1871 δραχ.
460»20,000».
461Εἰς Κεφάλ. 6, ἄρθρον 4. Ἐκ τοῦ προϋπολογιζομένου ὧδε
462ποσοῦ ἐκ δραχ. 18,000, ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν ἐλάττωσιν
463κατὰ δραχ. 3,000 ἐκ τοῦ δι’ ὑλικὸν καὶ συνδρομὰς ἐφημε-
464ρίδων προϋπολογιζομένου ποσοῦ, καθόσον φρονεῖ ὅτι ἡ διαχεί-
465ρισις τῆς διὰ συνδρομὰς εἰς ἐφημερίδας ἀπαιτουμένης πιστώ-
466σεως πρέπει νὰ διατελῇ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον ἑνὸς μόνου ὑπουργείου,
467καταλληλότερον δὲ πρὸς τοῦτο εἶναι τὸ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς
468τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ σημειωθῇ ἡ
469ἐν γένει δι’ ἐφημερίδας δαπάνη, ἀπαλειφομένης πάσης τοιαύτης
470πιστώσεως ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἄλλων ὑπουργείων.
471Ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς προτείνει τὴν ἀπάλειψιν τοῦ
472ὑπὸ τὸ ἄρθρον 7 ὑπολειφθέντος ποσοῦ δραχ. 1200 διὰ μαθη-
473τευομένους τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τῆς ὑπὸ τὸ ἄρθρον 8
474σημειουμένης ἐκ δραχ. 1200 ἀντιμισθίας προσθέτων κλητήρων
475τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τὴν ἐλάττωσιν κατὰ δραχμὰς 600.
476Ἡ πλειονοψηφία ὅμως τῆς ἐπιτροπῆς ἀποκρούει τὴν γνώμην
477ταύτην κρίνουσα ἀπαραίτητον τὴν δαπάνην διὰ τὰς ἀνάγκας
478τῆς ὑπηρεσίας.
479βʹ. Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν.
480Εἰς Κεφάλ. Βʹ. ἄρθρον 2. Ἐκ τοῦ σημειωθέντος ποσοῦ τῶν
48114,000 δραχμῶν ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν ἐλάττωσιν δραχ-
482μῶν 500 λόγῳ συνδρομῶν εἰς ἐγχωρίους ἐφημερίδας, καθόσον,
483καθ’ ἣν ἀρχὴν νομίζει ἡ ἐπιτροπὴ ὀρθήν, ἡ διὰ τὰς ἐφημερίδας
484δαπάνη πρέπει νὰ σημειόνηται εἰς μόνον τὸ ὑπουργεῖον τῶν
485Ἐσωτερικῶν.
486Εἰς Κεφάλ. Γʹ. ἄρθρον 1. (ὑπ’ αὔξοντα ἀριθμὸν 20). Ἐν τῷ
487προϋπολογισμῷ ἐσημειώθη ἄμισθον τὸ προξενεῖον Παλαιστίνης·
488ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδήλωσεν ὅτι εἶναι ἀναγ-
489καῖον νὰ γίνῃ τὸ προξενεῖον τοῦτο ἔμμισθον, καθόσον ἐνῷ ἡ
490διατήρησις αὐτοῦ ἀποβαίνει διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας
491ἀναγκαία, δὲν κατορθοῦται αὕτη ἕνεκα τῶν ὀλίγων εἰσπρά-
492ξεων. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀναγνωρίζουσα τὸ βάσιμον καὶ δεδικαιολο-
493γημένον τῶν λόγων, εἰς οὓς στηρίζεται ἡ δήλωσις τοῦ κυρίου
494ὑπουργοῦ, προτείνει νὰ προστεθῇ ὁ μισθὸς τοῦ προξένου ἐκ
495δραχ. 9,600 κατ’ ἔτος.
496Εἰς Κεφάλ. ΣΤʹ. Δι’ ἀποστολὰς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν σημειοῦ-
497ται ποσὸν δραχ. 220,000, χρησιμεῦον εἰς συντήρησιν τῶν ἐν
498τῇ ἀλλοδαπῇ πρεσβειῶν, πλὴν τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει.
499Ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως κατὰ πλειονοψηφίαν φρονοῦσα ὅτι δὲν εἶναι
500ἀναγκαῖον νὰ διατηρηθῶσιν ὅλαι αἱ πρεσβεῖαι, προτείνει τὴν
501ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ τούτου κατὰ δραχ. 100,000, ἀποβαίνον-
502τος ἐπαρκοῦς τοῦ ὑπολοίπου ἐκ δραχμῶν 120,000 διὰ τὴν
503διατήρησιν πρεσβειῶν ὅταν καὶ ὅπου ἡ Κυβέρνησις κρίνῃ αὐτὴν
504ἀναγκαίαν πρὸς κρείττονα ὑπηρεσίαν τῶν συμφερόντων τοῦ
505Κράτους. Ἡ μειονοψηφία ὅμως τῆς ἐπιτροπῆς φρονοῦσα πάντη
506περιττὰς τὰς πρεσβείας προτείνει τὴν πλήρη ἀπάλειψιν τῆς
507πιστώσεως ταύτης. Σημειωτέον δὲ ὅτι δύω ἐκ τῶν μελῶν τῆς
508ἐπιτροπῆς κρίνουσιν ὁλόκληρον τὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ση-
509μειωθεῖσαν πίστωσιν ἀναγκαίαν.
510γʹ. Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης.
511Εἰς Κεφάλ. Αʹ. ἄρθρον 5. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐσημειώθη
512ἐλάττωσις εἰς τὴν διὰ τὰ εἰρηνοδικεῖα πίστωσιν κατὰ δραχ.
51332151 διὰ τῆς καταργήσεως 19 εἰρηνοδικείων. Ἡ ἐπιτροπὴ
514ὅμως κατὰ πλειονοψηφίαν προτείνει τὴν διατήρησιν τῶν εἰρη-
515νοδικείων καὶ ἑπομένως τὴν ἀπάλειψιν τῆς ἐλαττώσεως, καθό-
516σον φρονεῖ ὅτι ἡ κατάργησις τῶν εἰρηνοδικείων θέλει συνεπιφέ-
517ρει προσκόμματα εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, παρεμπο-
518δίζουσα καὶ παραβλάπτουσα ἐπὶ βλάβῃ τῆς δικαιοσύνης τοὺς
519κατοίκους τῶν μερῶν, ἔνθα ὑπάρχουσι τὰ καταργηθησόμενα
520εἰρηνοδικεῖα, συνιστᾷ δὲ τὴν κατάλληλον τοποθέτησιν αὐτῶν.
521Εἰς Κεφάλ. Βʹ. ἄρθρον 1. Τῆς ἐκ δραχ. 10,050 πιστώσεως
522προτείνεται ἡ ἐλάττωσις κατὰ δραχ. 500 λόγῳ συνδρομῶν εἰς
523ἐφημερίδας, καθόσον ἡ περὶ τούτου δαπάνη ἀνάγεται εἰς τὸ ὑ-
524πουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, κατὰ τὴν παραδεχθεῖσαν ὑπὸ τῆς
525ἐπιτροπῆς ἀρχήν.
526Ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ πλειονοψηφίαν προτείνει τὴν ἐπιψήφισιν
527τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως διὰ τὴν σύστασιν πρωτοδικείου ἐν
528Εὐρυτανίᾳ, καθόσον καὶ ἡ ἀπόστασις τῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ταύτῃ
529οἰκούντων πρὸς τὴν ἕδραν τοῦ πρωτοδικείου εἶναι ἐπαισθητῶς
530μεγάλη, συνεπαγομένη δυσυπέρβλητα προσκόμματα εἰς τὴν
531ἀπονομὴν ἰδίως τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, καὶ λόγοι δημοσίας
532ἀσφαλείας ὡς ἐκ τῆς ἐξαιρετικῆς παρὰ τὰ μεθόρια θέσεως τῆς
533ἐπαρχίας ταύτης καθιστῶσιν ἀναγκαίαν τὴν σύστασιν τοῦ πρω-
534τοδικείου τούτου.
535Ἡ ἐπιτροπὴ ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ὅτι αἱ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ
536Ἀρείου Πάγου ἀναγόμεναι ὑποθέσεις ηὔξησαν ἐπαισθητῶς καὶ ὡς
537ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν πρωτοδικείων τοῦ Κράτους καὶ ὡς ἐκ τῆς
538ἀνάγκης, εἰς ἣν τὸ ἀνώτατον τοῦτο δικαστικὸν Σῶμα εὑρίσκεται
539νὰ δικάζῃ καὶ κατ’ οὐσίαν εἰς τὰς ἐν τῷ σχετικῷ νόμῳ ὡρι-
540σμένας περιπτώσεις, συνιστᾷ εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ καὶ
541προτείνῃ ἀνάλογον αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ἀρειοπαγιτῶν
542ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ἐνήμερος καὶ ταχεῖα συζήτησις τῶν ἐνώπιον
543τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰσαγομένων ὑποθέσεων.
544Ἡ ἐπιτροπὴ συνιστᾷ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ταχεῖαν συζήτησιν
545καὶ ἐπιψήφισιν τῶν ἐκκρεμῶν ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς νομοσχεδίων· α)
546περὶ τῶν προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων· β) περὶ ἀπο-
547χωρήσεως τῶν δικαστῶν καὶ τῶν ψῆφον ἐχόντων μελῶν τοῦ
548Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· γ) περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν μαρτύ-
549ρων· δ) περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν δικαστικῶν κλητήρων ἐπὶ
550τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων, καθόσον αἱ ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν
551νομοσχεδίων τούτων προκύψουσαι ὠφέλειαι εἰσὶ προφανεῖς καὶ
552ἀναμφισβήτητοι. Εἰς τὸ τελευταῖον δὲ περὶ τῶν δικαιωμάτων
553τῶν κλητήρων ἡ Ἐπιτροπὴ νομίζει ἀναγκαῖον νὰ προστεθῇ
554εἰδικὴ διάταξις ὁρίζουσα τὴν ἀμοιβὴν τῶν κλητήρων διὰ τὴν
555ἐπίδοσιν τῶν δικογράφων τοῦ δημοσίου ἐν ταῖς πολιτικαῖς αὐ-
556τοῦ δίκαις, ἵνα ἐντεῦθεν προκύψῃ οἰκονομία τις ὑπὲρ τοῦ δη-
557μοσίου.
558Τελευταῖον ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπαραίτητον θεωρεῖ νὰ συστήσῃ εἰς
559τὴν Κυβέρνησιν ἰδιάζουσαν μέριμναν πρὸς ἀνοικοδόμησιν κατα-
560στήματος τῶν δικαστηρίων ἐν τῇ πρωτευούσῃ, καθόσον καὶ ἡ
561ἀπαραίτητος εἰς λειτουργοὺς τῆς Θέμιδος εὐπρέπεια καὶ αὐτὸ
562τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας πρὸς εὐχερεστέραν διεξαγωγὴν τῶν
563δικαστικῶν ἐργασιῶν πρὸ πολλοῦ κατέστησαν ἐπαισθητὴν τὴν
564ἀνάγκην ταύτην· ἄλλως τε ἡ ἀνοικοδόμησις δικαστικῶν κατα-
565στημάτων δύναται εὐχερῶς νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ μετοχῶν, ὅταν ἡ
566κυβέρνησις προσφέρῃ μόνον τὸ ἀναγκαῖον πρὸς τοῦτο οἰκόπεδον.
567δʹ. Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν.
568Ἐν τῇ περὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐκθέσει ἡ
569Ἐπιτροπὴ ἐξέθεσε τὴν γνώμην αὑτῆς τοῦ νὰ συγκεντρωθῇ ἡ
570δι’ ἐφημερίδας ἐν γένει ὅλων τῶν ὑπουργείων δαπάνη εἰς τὸ
571ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ οὕτω τοιαύτη πίστωσις νὰ μὴ
572ἐπιψηφισθῇ ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν ἄλλων ὑπουργείων.
573Κατὰ τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἀποβαίνει ἀναγκαῖον νὰ προστεθῇ εἰς
574τὸ κεφάλ. Αʹ. ἴδιον ἄρθρον 4ον «δαπάνη δι’ ἐφημερίδας ἐν γέ-
575νει», προϋπολογιζομένου πρὸς τοῦτο ποσοῦ δραχ. 12,000, ἤτοι
576χιλίων μηνιαίως.
577Ἡ Ἐπιτροπὴ γνωρίζει ὅτι μὴ ἐπαρκοῦντος τοῦ ὑποδεεστέρου
578προσωπικοῦ τοῦ ὑπουργείου τούτου εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπη-
579ρεσίας, διατηρεῖται συνήθως ἔκτακτον προσωπικόν, ὁ μισθὸς τοῦ
580ὁποίου καταλογίζεται, ὡς μὴ ὤφειλεν, εἰς ἀκατάλληλα καὶ
581ἄλλον ἔχοντα προορισμὸν κεφάλαια πιστώσεων. Ἐπειδὴ δὲ ἀφ’
582ἑνὸς δέον νὰ παύσῃ ἡ ἀνωμαλία αὕτη κατὰ τὴν διαχείρισιν
583τῶν πιστώσεων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἶναι ὡμολογημένη καὶ ἀναμ-
584φισβήτητος ἡ ὑπαγορεύουσα τὴν πρόσληψιν ἐκτάκτου προσωπι-
585κοῦ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ προστεθῇ
586εἰς τὸ κεφάλ. Αʹ. ἴδιον ἄρθρον 5ον, «ἀποζημίωσις ἐκτάκτου
587προσωπικοῦ,» προϋπολογιζομένης πρὸς τοῦτο πιστώσεως δραχ-
588μῶν 10,000.
589Εἰς τὸ κεφάλ. Γʹ. ἄρθρον 1ον. Τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ση-
590μειωθὲν ποσὸν διὰ γενικὰ μέτρα δημοσίας ἀσφαλείας ἡ Ἐπι-
591τροπὴ προτείνει νὰ ἐλαττωθῇ εἰς δραχ. 228,000, ἤτοι νὰ ἐπέλ-
592θῃ ἐλάττωσις κατὰ δραχ. 22,000, καθ’ ὃ ποσὸν ἐπρότεινε νὰ
593προστεθῶσιν, ὡς ἀνωτέρω, δύω εἰδικὰ ἄρθρα δι’ ἐφημερίδας ἐν
594γένει καὶ δι’ ἔκτακτον προσωπικόν, καθόσον, ὡς παρετήρησεν ἡ
595Ἐπιτροπή, μέχρι τοῦδε ἐδαπανῶντο διὰ τὰς ἀνάγκας ταύτας
596ἐκ τοῦ διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ὁριζομένου κεφαλαίου. Ἐν
597τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ ἡ Ἐπιτροπὴ κρίνει ἐπάναγκες νὰ συστήσῃ
598προσοχὴν περὶ τὴν χρῆσιν τῶν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ψηφι-
599ζομένων πιστώσεων, καθόσον ἄλλως ἀναιρεῖται ἄρδην ὁ σκο-
600πὸς τοῦ προσδιορισμοῦ εἰδικῶν δι’ ἑκάστην ἀνάγκην πιστώσεων.
601Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸ παρελθὸν παρετηρήθη ὅτι ἐκ τοῦ κεφαλαίου
602τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἰδίως ἐδαπανήθησαν οὐκ εὐκαταφρόνη-
603τα ποσὰ δι’ ὅλως ἀλλότρια ἀντικείμενα, ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει
604νὰ προστεθῇ μετὰ τὰς λέξεις «καὶ λοιπὰ μέτρα» ἀφορῶντα
605ἀποκλειστικῶς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν.
606Εἰς τὸ κεφάλ. Εʹ. ἄρθρον 5ον. Παραχωρηθέντων τῶν λου-
607τρῶν τῆς Κύθνου δι’ εἰδικοῦ Νόμου, πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ ἐν
608τῷ προϋπολογισμῷ σημειωθεῖσα δαπάνη ἐκ δραχ. 1860 διὰ
609τὸν ἰατρὸν καὶ 3 φύλακας.
610Εἰς τὸ κεφάλ. Εʹ. ἄρθρον 6ον. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον
611τῆς παραχωρήσεως τῶν λουτρῶν Κύθνου ἀπαλειπτέα ἀποβαίνει
612καὶ ἡ ἐκ δραχ. 550 προϋπολογισθεῖσα δαπάνη δι’ ἔξοδα τοῦ
613καταστήματος Κύθνου καὶ διὰ προμήθειαν σκευῶν καὶ ἐπίπλων
614αὐτοῦ.
615Εἰς τὸ Κεφάλ. Ϛʹ. ἄρθρον 1. Ἐκ τῆς διὰ προσωπικὸν τοῦ ἐν
616Ἀθήναις δενδροκομείου προϋπολογιζομένης πιστώσεως λαμβά-
617νοντα ἀφορμὴν δύω μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, προτείνουσι τὴν ἀπά-
618λειψιν τῆς πιστώσεως ταύτης, γνωμοδοτοῦντα νὰ διατεθῇ κατ’
619ἄλλον τρόπον τὸ δενδροκομεῖον, ὥστε νὰ συντηρῆται μὲν τοῦτο
620παρέχον τὴν ὁποίαν καὶ μέχρι τοῦδε προσφέρει ὑπηρεσίαν εἰς
621τὴν γεωργίαν, νὰ ἀπαλλαγῇ δὲ τὸ δημόσιον τῆς νῦν ψηφιζομέ-
622νης δαπάνης. Τὴν γνώμην των ὅμως ταύτην δὲν συμμερίζεται ἡ
623πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, θεωροῦσα ἀναγκαίαν τὴν εἰς λογα-
624ριασμὸν τοῦ δημοσίου συντήρησιν τοῦ δενδροκομείου.
625Εἰς τὸ Κεφάλ. Ϛʹ. ἄρθρον 3. Ἐπὶ τῆς διὰ τὴν ἐν Τίρυνθι γε-
626ωργικὴν σχολὴν πιστώσεως προέτειναν ὡσαύτως δύω μέλη τῆς
627ἐπιτροπῆς τὴν κατ’ ἄλλον τρόπον διάθεσιν τῶν ἐν Τίρυνθι κτη-
628μάτων, τῆς πλειοψηφίας μὴ ἀποδεχομένης τὴν γνώμην ταύτην.
629Εἰς τὸ Κεφάλ. ϛʹ. ἄρθρον 5. Δύω μέλη τῆς ἐπιτροπῆς προ-
630τείνουσι τὴν αὔξησιν τῆς διὰ τὸ σχολεῖον τῶν τεχνῶν πιστώ-
631σεως κατὰ δραχ. 10,000, ὅπως διατίθενται ὑπὲρ τῶν εὐδοκι-
632μούντων μαθητῶν καὶ δι’ ἀγορὰν ἐργαλείων. Ἡ πλειοψηφία τῆς
633ἐπιτροπῆς, καί τοι ἀνομολογοῦσα τὴν χρησιμότητα τοῦ πολυ-
634τεχνείου, θεωρεῖ ἐπαρκῆ τὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειωθεῖ-
635σαν πίστωσιν.
636Εἰς τὸ Κεφ. ϛʹ. ἄρθρον 8. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν ἐλάττω-
637σιν τῆς πιστώσεως κατὰ δραχ. 7000, καθόσον διὰ τὴν συλ-
638λογὴν στατιστικῶν πληροφοριῶν, περαιωθείσης μάλιστα ἤδη τῆς
639ἀπογραφῆς, ἐπαρκεῖς θεωροῦνται δραχ. 3,000 ἀντὶ τῶν ση-
640μειωθεισῶν 10,000.
641Εἰς τὸ Κεφάλ. Ηʹ. ἄρθρον 3. Ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς
642θεωρεῖ ἀναγκαίαν τὴν προσθήκην τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως διὰ
643τὴν σύστασιν τηλεγραφείων ἐν Γαλαξειδίῳ, Πόρῳ καὶ Αἰτωλικῷ,
644καθόσον αἱ τῶν πόλεων τούτων συναλλαγαὶ ἀρκετὰ ἀνεπτυγ-
645μέναι καὶ πολλῷ ὑπέρτεραι ἑτέρων μερῶν, ἐν οἷς ὑπάρχουσιν
646ἤδη τηλεγραφεῖα, ἐπαισθητῶς βλάπτονται ἐκ τῆς ἐλλείψεως
647τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ τῶν τηλεγρα-
648φείων τούτων αἱ εἰσπράξεις θέλουσι καλύπτει τὸ πλεῖστον μέ-
649ρος τῶν δαπανῶν.
650Εἰς τὸ Κεφάλ. Θʹ. ἄρθρον 7. Ἡ δι’ ἀποξήρανσιν ἑλῶν καὶ
651διευθέτησιν ποταμῶν καὶ χειμάῤῥων σημειωθεῖσα πίστωσις ἐκ
652δραχ. 30,000 εἶναι κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς ἀνεπαρ-
653κής. Ἐν πλείσταις ἐπαρχίαις οἱ ποταμοὶ καὶ οἱ χείμαῤῥοι κατα-
654κλύζουσι συνεχῶς ἔκτασιν γαιῶν καὶ κτημάτων προσοδοφόρων,
655ἡ δὲ διευθέτησις αὐτῶν οὐ μόνον εἰς τοὺς κατοίκους ἀλλὰ καὶ
656εἰς τὸ δημόσιον θέλει ἀποβῆ ὠφέλιμος· διὸ ἡ ἐπιτροπὴ συνι-
657στῶσα εἰς τὴν κυβέρνησιν ἰδιάζουσαν μέριμναν διὰ τὴν διευθέ-
658τησιν τῶν ποταμῶν, προτείνει νὰ αὐξηθῇ ἡ πίστωσις αὕτη εἰς
659δραχμὰς 60,000.
660Εἰς τὸ Κεφάλ. Θʹ. ἄρθρον 10. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημει-
661οῦται πίστωσις δραχμῶν τριάκοντα χιλιάδων διὰ τὴν ἰσοπέ-
662δωσιν τῶν ὁδῶν τῆς πρωτευούσης καὶ δραχ. 15,000 δι’ ἐκ-
663τέλεσιν τῶν σχεδίων τῶν λοιπῶν πόλεων. Ἡ ἐπιτροπὴ εὑρί-
664σκουσα ὅτι αἱ λοιπαὶ πόλεις τοῦ κράτους ἔχουσιν ἀνάγκην μεί-
665ζονα, προτείνει νὰ ἐλαττωθῇ μὲν ἡ διὰ τὰς ὁδοὺς τῆς πρω-
666τευούσης πίστωσις εἰς δραχ. 15,000, νὰ αὐξηθῇ δὲ ἡ δι’ ἐκ-
667τέλεσιν σχεδίων τῶν λοιπῶν πόλεων ἀναγραφομένη εἰς ἴδιον
668ἄρθρον, εἰς δραχ. 30,000.
669Εἰς τὸ Κεφάλ. 10 ἄρθρον 2. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ ἀπα-
670λειφθῇ ἡ διὰ συνδρομὰς ἐφημερίδων σημειωθεῖσα πίστωσις ἐκ
671δραχ. 2000, καθόσον ἐπροτάθη ἀνωτέρω ἡ ψήφισις εἰδικῆς
672πιστώσεως δι’ ἐφημερίδας ἐν γένει.
673έ. Ὑπουργεῖον Ἐκκλησιαστικῶν.
674Εἰς τὸ Κεφάλ. Αʹ. ἄρθρ. 2. Προτείνεται ἡ ἐλάττωσις τῆς πι-
675στώσεως κατὰ δραχ. 500 λόγῳ συνδρομῶν εἰς ἐφημερίδας,
676καθόσον ἡ διὰ τὰς ἐφημερίδας ἐν γένει πίστωσις ἐσημειώθη ἐν
677τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν.
678Εἰς τὸ Κεφάλ. Γʹ. ἄρθρ. 11. Ἐκ τῆς σημειουμένης ἐν τῷ
679προϋπολογισμῷ πιστώσεως ἐκ δραχ. 6,938 διὰ μισθὸν δύω
680μηνῶν 15 καθηγητῶν, ἤτοι 7 μὲν ἐκ τῶν ἐν τῷ προϋπολο-
681γισμῷ τοῦ 1870 σημειωθέντων καὶ 8 ὑπεραρίθμων, ἡ ἐπιτροπὴ
682προτείνει νὰ ἀφαιρεθῇ ποσὸν δραχ. 3500 διὰ τοὺς ὑπεραρίθμους
683καθηγητὰς, καὶ νὰ καταλογισθῇ εἰς βάρος τοῦ διατάξαντος ὑπουρ-
684γοῦ, καθόσον φρονεῖ, ὅτι ὁ διορισμὸς καὶ ἡ διατήρησις ὑπεραρίθμων
685καθηγητῶν καὶ εἰς τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἀντί-
686κειται καὶ ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις εἶναι ἀδικαιολόγητος.
687Εἰς τὸ κεφάλ. Γον ἄρθρ. 13ον. Ἐκ τῆς σημειουμένης πιστώσεως
688δραχμ. 10,700, διὰ μισθὸν δύω μηνῶν 55 διδασκάλων, ἐξ
689ὧν 13 ὑπεράριθμοι, ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ ἀφαιρεθῇ ποσὸν
690δραχ. 2,400, λόγῳ τῶν 13 ὑπεραρίθμων διδασκάλων, τῶν ὁ-
691ποίων καὶ ὁ διορισμὸς καὶ ἡ διατήρησις ὑπῆρξε παράνομος καὶ ἀδι-
692καιολόγητος καὶ προτείνει ὅ,τι διὰ τοὺς ὑπεραρίθμους καθηγητάς.
693Εἰς τὸ κεφάλ. 4ον, ἄρθρον 1ον. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εὑρίσκει
694δεδικαιολογημένην τὴν ἐκ δραχ. 36,000 σημειωθεῖσαν ἐλάτ-
695τωσιν εἰς τὴν πρὸς συντήρησιν τῶν δημοτικῶν σχολείων
696βοήθειαν τοῦ δημοσίου, καθόσον ἡ παρ’ ἡμῖν δημοτικὴ ἐκπαί-
697δευσις δεῖται μείζονος ἀναπτύξεως καὶ ἐπιμελείας, ὡς ἀποτε-
698λοῦσα τὸν πρῶτον ὅρον τῆς κοινωνικῆς προαγωγῆς καὶ ἠθι-
699κοποιήσεως, τὰ δὲ μέσα τῶν δήμων τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέ-
700πουσιν εἰς αὐτοὺς τὴν αὔξησιν τῶν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαί-
701δευσιν δαπανῶν. Προτείνει ἑπομένως ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ὁρισθῇ ἡ
702βοήθεια τοῦ δημοσίου διὰ μισθοδοσίαν τῶν δημοδιδασκάλων εἰς
703δραχ. 140,000, ἀντὶ τῶν σημειωθεισῶν 104,000 ἤτοι,
704νὰ προϋπολογισθῇ καὶ διὰ τὸ 1871 τὸ καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν
705ἔτος προϋπολογισθὲν ποσόν.
706Ἡ ἐπιτροπὴ ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὀλίγοι τῶν παρ’ ἡμῖν
707ἱεροκηρύκων ἐκπληροῦσι πρεπόντως τὸ ἑαυτῶν καθῆκον μετα-
708βαίνοντες εἰς ὅλας τὰς πόλεις καὶ χωρία τῆς δικαιοδοσίας των
709καὶ κηρύττοντες τὸν Θεῖον Λόγον, θεωρεῖ ἀναγκαῖον νὰ συστηθῇ
710εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποχρεώσῃ ἅπαντας τοὺς ἱεροκήρυκας
711ὅπως ἐκπληρῶσι δεόντως τὰ ἐπιβαλλόμενα εἰς αὐτοὺς σπου-
712δαῖα καθήκοντα.
713Ἡ ἐπιτροπὴ τέλος θεωρεῖ ἀναγκαῖον νὰ συστηθῇ σπουδαίως
714εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ αὔξησις τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων εἰς τρό-
715πον, ὥστε νὰ μὴ ὑφίσταται ἔλλειψις τοιούτων ἐν ἐπαρχίαις,
716τῶν ὁποίων ὅ,τε πληθυσμὸς καὶ ἡ ἔκτασις καθιστῶσιν ἀναγ-
717καίαν τὴν σύστασιν καὶ ἄλλων σχολείων πρὸς ἐπέκτασιν τῆς
718κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως, ἥτις τοσοῦτον συντελεῖ εἰς τὴν διά-
719πλασιν τῶν κοινωνικῶν ἠθῶν καὶ τὴν διανοητικὴν ἀνάπτυξιν
720τῶν κατοίκων· ἢ καὶ τὰ ὑπάρχοντα νὰ τοποθετηθῶσι καταλλή-
721λως καὶ ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ.
722ϛʹ. Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν.
723Εἰς τὸ Κεφάλ. Αον, ἄρθρ. 1 καὶ 2 τμῆμα οἰκονομικοῦ. Ἀντὶ
724τοῦ σημειωθέντος ἐπιμελητοῦ τμηματάρχου προτείνεται νὰ
725σημειωθῇ ὑπεπιμελητὴς τμηματάρχης μὲ τὰς εἰς τὸν βαθμὸν
726αὐτοῦ ἀποδοχάς.
727Τμῆμα ὑγειονομικόν. Ἀντὶ τοῦ σημειωθέντος φαρμακοποιοῦ
728ἐπεξεργαστοῦ, προτείνεται νὰ σημειωθῇ «φαρμακοποιός».
729Εἰς τὸ Κεφάλ. Βον, ἄρθρ. 1 καὶ 2. Ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτρο-
730πῆς προτείνει τὴν κατάργησιν τοῦ ἀρχηγείου τοῦ σώματος τοῦ
731μηχανικοῦ καὶ τὴν προσκόλλησιν τῶν ἀξιωματικῶν αὐτοῦ εἰς τὰ
732ἁρμόδια ὑπουργεῖα· ἡ πλειοψηφία ὅμως τῆς ἐπιτροπῆς ἀπο-
733κρούει τὴν γνώμην ταύτην, θεωροῦσα ἀναγκαῖον τὸ ἀρχηγεῖον.
734Εἰς τὸ Κεφάλ. Γον, ἄρθρ. 1, 2 καὶ 3. Ἀντὶ τῶν σημειωθέν-
735των 4 ἀνθυπασπιστῶν προτείνεται ἡ ἐλάττωσις αὐτῶν εἰς δύω,
736κατὰ τὸ διάταγμα τῆς 18 Νοεμβρίου 1866, προστιθεμένων
737δύω ἐπιλοχιῶν ἐργοστασιαρχῶν.
738Λόχος τεχνιτῶν. Ἕν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς προτείνει νὰ αὐ-
739ξήσῃ τὸ προσωπικὸν τῶν τεχνιτῶν καὶ μαθητῶν, ὅπως εἶχε καὶ
740κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος· ἡ πλειοψηφία ὅμως τῆς ἐπιτροπῆς ἀπο-
741κρούει τὴν γνώμην ταύτην.
742Εἰς τὸ Κεφάλ. Δʹ. ἄρθρ. 1, 2 καὶ 3. Ἀντὶ τοῦ σημειωθέντος
743δοκίμου κτηνιάτρου βʹ. τάξεως, προτείνεται ἡ χορήγησις πι-
744στώσεως διὰ κτηνίατρον, ὅπως καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος.
745Εἰς τὸ Κεφάλ. Εʹ. ἄρθρ. 1, 2 καὶ 3. Ἐκ τῆς διὰ 4 τάγμα-
746τα εὐζώνων σημειωθείσης πιστώσεως ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ πλειοψη-
747φίαν προτείνει τὴν συγχώνευσιν τῶν 4 ταγμάτων εἰς 2, λόγῳ
748τῆς ἐπελθούσης ἐλαττώσεως εἰς τὴν δύναμιν τῶν ταγμάτων
749τούτων, περιορισθεῖσαν μόνον εἰς 1000 ἄνδρας. Ἡ μειο-
750ψηφία ὅμως τῆς ἐπιτροπῆς ὑποστηρίζει τὴν διατήρησιν τῆς πι-
751στώσεως ὡς ἔχει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διότι, καθ’ ἃς ἔλαβε
752πληροφορίας, ἡ καταδίωξις τῆς ληστείας ἐπιβάλλει τὴν ἀνάγ-
753κην τῆς εἰς μικρὰ ἀποσπάσματα διαιρέσεως τῶν εὐζώνων, ἐν τοι-
754αύτῃ δὲ περιπτώσει ἀπαραίτητον εἶναι νὰ ὑπάρχωσι καὶ οἱ τῶν
7554 ταγμάτων ἀξιωματικοί, ὥστε νὰ διατελῇ ἕκαστον ἀπόσπασμα
756ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν ἑνὸς τοιούτου πρὸς σκοπιμωτέραν διεξαγωγὴν τῶν
757ἐργασιῶν τῆς καταδιώξεως. Ἄλλως τε μικρὰ ἔσται ἡ οἰκονομία
758διὰ τῆς εἰς διαθεσιμότητα τοποθετήσεως ὀλίγων ἀξιωματικῶν, ἐνῷ
759διὰ τῆς εἰς ἐνέργειαν διατηρήσεως αὐτῶν θεραπεύεται κατεπεί-
760γουσα ἀνάγκη τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας.
761Εἰς τὸ Κεφάλ. Ζʹ, ἄρθρ. 1 καὶ 2. Ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ πλειο-
762ψηφίαν προτείνει τὴν κατάργησιν τῶν δύω θέσεων συνταγματαρ-
763χῶν «ἐπιθεωρητῶν στρατοῦ», ὅπως εἶχε καὶ ἐν τῷ προϋπολογι-
764σμῷ τοῦ παρελθόντος ἔτους.
765Ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς προτείνει τὴν κατάργησιν τοῦ
766ἀρχηγείου Ἑπτανήσου· τὴν γνώμην ὅμως αὐτῆς δὲν ἀποδέχεται
767ἡ πλειοψηφία.
768Ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ πλειοψηφίαν προτείνει ἀντὶ τῆς θέσεως
769«ἰατρὸς ἐπιθεωρητὴς νοσοκομ. καὶ θεραπευτηρίου» νὰ τεθῇ «ἐπία-
770τρος.»
771Ἡ μειονοψηφία προτείνει τὴν κατάργησιν δύω ἰατρῶν τοῦ νο-
772σοκομείου Ἀθηνῶν καὶ ἑνὸς φαρμακοποιοῦ. Ἐπίσης ἡ μειοψηφία
773προτείνει τὴν κατάργησιν τῆς θέσεως ἑνὸς δοκίμου ἰατροῦ βʹ. τά-
774ξεως· τοῦτ’ αὐτὸ δὲ προτείνει καὶ διὰ τὰ νοσοκομεῖα Κερκύρας
775καὶ Λαμίας.
776Ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν κατάργησιν τῆς μιᾶς τῶν δύω θέ-
777σεων ὑπεπιμελητῶν (οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν). Προτείνει ὡσαύ-
778τως τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ἐπιμισθίου τοῦ προέδρου τοῦ ἀναθεωρη-
779τικοῦ.
780Εἰς τὸ Κεφάλ. Ηʹ, ἄρθρ. 1, 2 καὶ 3. Ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ
781πλειοψηφίαν προτείνει τὴν κατάργησιν τοῦ στρατιωτικοῦ σχολείου
782Εὐελπίδων· ἡ μειοψηφία δὲ τῆς ἐπιτροπῆς προτείνει τὴν δια-
783τήρησιν τοῦ Σχολείου, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως τοῦ νὰ παραδίδωσι τὰ
784ἐν τῇ Σχολῇ μαθήματα ἀξιωματικοὶ λαμβανόμενοι ἐκ τῆς φρου-
785ρᾶς Ἀθηνῶν ἄνευ ἰδιαιτέρων ἐπιμισθίων.
786Εἰς τὸ Κεφάλ. Θʹ, ἄρθρ. 1. Ἡ μειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς προ-
787τείνει τὴν κατάργησιν τοῦ ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς ὡς περιτ-
788τοῦ καὶ παρεμβάλλοντος προσκόμματα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, τῆς
789ἐργασίας αὐτοῦ ἐκπληρουμένης διὰ τῆς εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν
790Στρατιωτικῶν τοποθετήσεως ἑνὸς ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ.
791Ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν ἐλάττωσιν τῆς διὰ δύω ἀντισυν-
792ταγματάρχας ἐπιθεωρητὰς πιστώσεως εἰς μόνον τὴν μίαν θέσιν.
793Ἡ μειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς προτείνει τὴν κατάργησιν τῆς
794θέσεως τοῦ ὑπολοχαγοῦ τῆς οἰκονομίας.
795Δύω μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ὑποστηρίζουσι τὴν γνώμην ὅτι ἡ δύ-
796ναμις τοῦ Σώματος τῆς χωροφυλακῆς πρέπει νὰ μείνῃ καὶ κατὰ
797τὸ ἐνεστὼς οἵα ἦτο καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος· τοῦτο δὲ ἵνα
798μὴ παραβλαφθῶσι τὰ συμφέροντα τῆς ὑπηρεσίας.
799Προστίθησι δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι οἱαιδήποτε καὶ ἂν ἐγκριθῶσιν
800ἐλαττώσεις τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειωθεισῶν πιστώσεων,
801πρέπει οὐχ ἧττον νὰ ἐπιψηφισθῇ ἡ διὰ τὴν ά. ἑξαμηνίαν πίστω-
802σις, καθόσον ἀπαιτεῖται νὰ μεσολαβήσῃ ὁ ἀναγκαῖος χρόνος πρὸς
803ἐφαρμογὴν τῶν τυχὸν ψηφισθησομένων οἰκονομιῶν.
804Εἰς τὸ Κεφάλ. Κʹ. Προτείνεται ἡ ἀφαίρεσις τῆς διὰ συνδρο-
805μὰς εἰς ἐφημερίδας σημειωθείσης πιστώσεως ἐκ δραχ. 1440, καθ-
806ὅσον ἡ δι’ ἐφημερίδας δαπάνη ἐσημειώθη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν
807Ἐσωτερικῶν.
808Καθόσον ἀφορᾷ τὸ Σῶμα τῶν Ἐπιτελῶν, ἐπροτάθη παρά τι-
809νων μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ὁ περιορισμὸς τῶν ἀποτελούντων αὐτὸ
810ἀξιωματικῶν εἰς τὸν ἀριθμὸν τὸν ὑπὸ τοῦ πρώτου ὀργανικοῦ Δια-
811τάγματος ὁρισθέντα· ἀλλ’ ἐπὶ τῇ διαβεβαιώσει τοῦ ἁρμοδίου ὑ-
812πουργοῦ, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὁρίζοντος
813τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν θέλει ἐξετασθῆ εὐρύτερον τὸ ζήτη-
814μα τοῦ προσήκοντος περιορισμοῦ, ἡ Ἐπιτροπὴ ἀρκεῖται νὰ ποιή-
815σηται μνείαν τούτου καὶ νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς
816ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ὅπερ ἀνάγκη νὰ συζητηθῇ πρὸ τοῦ
817προϋπολογισμοῦ. Ἐπιφυλάσσεται δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ φέρῃ ῥητὴν
818πρότασιν περὶ καταργήσεως τῆς διαθεσιμότητος.
819ζʹ. Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν.
820Εἰς τὸ Κεφάλ. Αʹ, ἄρθρ. 1ον, Προσωπικὸν Ὑπουργείου. Μέχρι
821τοῦδε δὲν προϋπελογίζετο ἐπιμίσθιον τοῦ ὑπασπιστοῦ· ἤδη ἐση-
822μειώθη τοιοῦτον ὡς στηριζόμενον εἰς τὸν Νόμον· ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν
823ἀποκρούει τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, προτείνουσα μόνον νὰ φέρῃ ὁ ὑ-
824πασπιστὴς βαθμὸν ἀνθυποπλοιάρχου.
825Διευθυντήριον Ναυστάθμου. Ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει τὰ αὐτὰ,
826ὡς ἄνω, διὰ τὸν ὑπασπιστήν.
827Εἰς τὸ Κεφάλ. Γʹ, ἄρθρ. 1ον, Ὑλικόν. Ἐπειδὴ κατὰ τὸ ἐνε-
828στὼς περιωρίσθη ὁ ἀριθμὸς τῶν πλοίων, ἐγένοντο δὲ κατὰ τὸ παρ-
829ελθὸν σπουδαῖαι ἐπισκευαί, ὧν δὲν ὑπάρχει νῦν ἀνάγκη, προτείνει
830ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ εἰς δραχ. 100,000.
831Εἰς τὸ Κεφάλ. Γʹ, ἄρθρ. 3ον, Γαιάνθρακες. Νὰ ἐλαττωθῶσιν
832αἱ δραχ. 25,000 εἰς μόνον 15,000· αἱ δὲ δραχ. 29,000 εἰς
83316,000 ἕνεκα τῶν ὀλιγωτέρων γαιανθράκων καὶ τοῦ ὀλιγωτέρου
834ὑλικοῦ.
835Εἰς τὸ Κεφάλ. Γʹ. ἄρθρ. 5ον Ἡμερομίσθια. Νὰ ἐλαττωθῶσιν
836εἰς δραχ. 5000, διότι ὁμολογουμένως αἱ ἐπισκευαὶ εἶναι ὀλιγώ-
837τεραι, ἄλλως τε οἱ ἐν τῷ Ναυστάθμῳ ἐργάται δὲν εἶναι ὀλίγοι.
838Εἰς τὸ Κεφάλ. Ζʹ. Νὰ ἀφαιρεθῶσιν οἱ 4 μαθητευόμενοι εἰς
839τὴν σχολὴν τῶν Εὐελπίδων· κατὰ συνέπειαν νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ ἐκ
840δραχ. 3000 δαπάνη.
841Εἰς τὸ Κεφάλ. ΙΑʹ. Ναυτολογία. Νὰ περιορισθῇ εἰς δραχ.
842500, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐφέτος ναυτολογηθησομένων εἶναι
843μικρός.
844Δίδουσα δὲ τέλος ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν παροῦσαν ἔκθεσίν της,
845συνίστησιν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ,
846λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν ἀνωτέρω ἐκτεθεισῶν παρατηρήσεων
847καὶ γνωμῶν αὐτῆς.
848Ἐν Ἀθήναις, τῇ 26 Ἀπριλίου 1871.
849Ὁ πρόεδρος
850Εὐθ. Κεχαγιᾶς.
851Τὰ μέλη
852Κ. Θεοδώρου, Δ. Καραλίβανος, Ν. Π. Βαρβιτσιώτης, Α.
853Γαΐτας Φωσκάρδης, Α. Κ. Μεταξᾶς, (μ’ ἐπιφυλάξεις τινὰς),
854Κ. Εὐθυμιόπουλος, Γ. Μαλέας, Ν. Κατσικαπῆς, (μ’ ἐπιφυλά-
855ξεις), Σπ. Λεονταράκης, (διαφωνῶ ὡς πρὸς τὴν κατάργησιν τῆς
856στρατιωτικῆς σχολῆς), Π. Καλαμογδάρτης, Γρηγ. Δημητριάδης,
857Π. Ι. Μανωλίδης, Σ. Κολιάτσος, Ι. Α. Παπαζαφειρόπουλος.
858Πρὸς τὴν Βουλήν.
859Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ λαβοῦσα
860ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς νομοσχέ-
861διον ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ χορηγίας ἀναπλη-
862ρωτικῶν πιστώσεων ἐκ δρχ. 324,241.43|00 ἐπὶ τοῦ προϋπο-
863λογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1870, παρατηρεῖ, ὅτι, πλὴν τῆς ἐπὶ
864τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν αἰτουμένης πιστώσεως ἐκ δραχ.
865191,500, αἱ λοιπαὶ ἀνάγονται πράγματι εἰς τὴν κατηγορίαν
866τῶν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων, διότι ἀφορῶσι δαπάνας, μήπω
867πληρωθείσας καὶ ἀναφερομένας εἰς τὰς διὰ τοῦ οἰκονομικοῦ νό-
868μου ψηφισθείσας πιστώσεις, αἵτινες ἀπεδείχθησαν ἀνεπαρκεῖς.
869Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἀνάγκη τῶν δαπανῶν τούτων ὑπῆρξεν ὁμολο-
870γουμένη καὶ ἀπαραίτητος πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ
871Κράτους, ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ἑξῆς ἀνα-
872πληρωτικῶν πιστώσεων· ἤτοι·
873Χρέος ἐξωτερικόν.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
874Δι’ ἀπόδοσιν εἰς λογαριασμὸν προκαταβολῆς τῶν τριῶν Δυ-
875νάμεων ἕνεκα τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ νομίσματος δρ. 8,440
876Διὰ τόκους ὑπερημερίας τοῦ πρὸς τὸν Βασι-
877λέα Ὄθωνα χρέους, μὴ πληρωθείσης ἐγκαίρως
878τῆς δόσεως » 1,468.40
879 9,908.40
880Χρέος ἐσωτερικόν.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
881Διὰ τόκους χρεῶν Ἑπτανήσου » 35,454.11
882Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
883Δι’ ἔξοδα ἐκτελέσεως ποινικῶν ἀποφάσεων » 12,000
884 δρ. 57,362.51
885Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
886Δι’ ἔξοδα ἐπιθεωρήσεως δρ. 219.30
887Δι’ ὀκτάμηνον μισθοδοσίαν
888δέκα γραμματέων γʹ τάξεως
889παρὰ τῷ Λογιστηρίῳ ἐργαζο-
890μένων » 8,800
891Διὰ ποσοστὰ πλειόνων εἰσ-
892πράξεων » 20,000
893Δι’ ἔξοδα ὑπηρεσίας ταμείων » 5,500
894Δι’ ὅμοια μεταθέσεων ταμει-
895ακῶν ὑπαλλήλων » 1,000 » 35,519.30
896Ἔξοδα διοικήσεως
897καὶ ἐπιστασίας.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
898Δι’ εἴσπραξιν δεκάτων » 7,000
899Δι’ ἔξοδα βεβαιώσεως ζώων » 4,000
900ὅμοια φόρου οἰκοδομῶν καὶ
901ἐπιτηδευμάτων » 2,000 » 13,000
902Δι’ ἔξοδα τελωνείων ἕνεκα
903τῆς μεταθέσεως τοῦ προσωπικοῦ » 11,000
904Δι’ ἀποπληρωμὴν τῶν ἐργα-
905σιῶν τῆς ξυλογεφύρας τελωνείου
906Ζακύνθου καὶ τελωνείου Κερ-
907κύρας » 5,000
908Δι’ ἔξοδα ἀποστολῆς χαρ-
909τοσήμου » 1,000 » 17,000
910Δι’ ἔξοδα τῆς ἐξετάσεως τῶν μεταλλούχων
911χωμάτων » 500
912Δι’ ἔξοδα ἐπὶ τῶν δημοσίων κτημάτων » 8,000
913Δι’ ἐπιστροφὴν χρημάτων » 1,359.62
914 Δρ.132,741.43
915Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν αἰτου-
916μένην πίστωσιν ἐκ δραχ. 191,500, ἡ ἐπιτροπὴ εὑρίσκει, ὅτι ἡ
917πίστωσις αὕτη εἰς οὐδεμίαν τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ δημοσίου
918λογιστικοῦ ὁριζομένων κατηγοριῶν ὑπάγεται, διότι αὕτη ἀφορᾷ
919δαπάνας καταβληθείσας ἐντὸς τοῦ ἔτους καθ’ ὑπέρβασιν τῶν διὰ
920τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1870 χορηγηθεισῶν πιστώσεων.
921Ὁ νόμος περὶ τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ (ἄρθρ. 8–20) διῄ-
922ρεσε τὰ ἔξοδα τοῦ κράτους εἰς τέσσαρας κατηγορίας· 1) πιστώ-
923σεις τακτικάς, ἤτοι τὰς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐγκεκριμένας·
9242) πιστώσεις ἀναπληρωτικάς· τοιαῦται δὲ εἶναι αἱ χορηγούμε-
925ναι, εἴτε ὑπὸ τῶν Βουλῶν ἐν γένει, ἂν αἱ ψηφισθεῖσαι τακτικαὶ
926πιστώσεις ἀποδειχθῶσιν ἀνεπαρκεῖς, ἄνευ ἐπεκτάσεως τῆς ὑπη-
927ρεσίας, εἴτε ὑπὸ τοῦ Βασιλέως εἰς μόνην τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν
928πρόκειται περὶ δαπανῶν ῥητῶς ἐν τῷ νόμῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ
929κατονομασθεισῶν ὡς ἐπιδεκτικῶν αὐξήσεως· 3) πιστώσεις ἐκτά-
930κτους, δι’ ἐκτάκτους καὶ κατεπειγούσας ὑπηρεσίας, μὴ προβλε-
931φθείσας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. καὶ 4) πιστώσεις συμπληρωτι-
932κάς, ζητουμένας κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ἀπολογισμοῦ πρὸς δι-
933καιολόγησιν ὑπερβάσεων ἐπὶ τῶν τακτικῶν πιστώσεων, ὡς ἀνε-
934παρκῶν.
935Καθ’ ὅλας δὲ ταύτας τὰς περιστάσεις αἱ πιστώσεις χορηγοῦν-
936ται πρὶν ἡ δαπάνη πληρωθῇ, τοῦτο δὲ ἐννοεῖται οἴκοθεν, διότι
937πίστωσις οὐδὲν ἄλλο σημαίνει ἢ ἄδειαν πρὸς τὸ δαπανᾶν, εἰς
938τὴν χορήγησιν τῆς ὁποίας μόνη ἁρμοδία εἶναι ἡ Βουλὴ, ἐν
939ἀπουσίᾳ δ’ αὐτῆς, καὶ μόνον εἰς τὰς ὁρισθείσας περιστάσεις, ὑπὸ
940τοῦ Βασιλέως ἐπὶ τῇ βάσει πρακτικοῦ τοῦ ὑπουργικοῦ συμβου-
941λίου, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ ὑποβληθῇ ἡ ἔγκρισις εἰς τὴν κύρω-
942σιν τῆς Βουλῆς.
943Ἐν τούτοις αἱ δαπάναι, δι’ ἃς ζητεῖται ἡ ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου
944τῶν Ναυτικῶν πίστωσις, κατεβλήθησαν χωρὶς νὰ χορηγηθῇ
945προηγουμένως πίστωσις εἴτε ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἴτε ὑπὸ τοῦ Βασι-
946λέως· δηλαδὴ, ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν διέταξε τῆς δαπάνης
947τὴν χρῆσιν ἐναντίον τοῦ ἄρθρου 10 Λ. Ν. «Οἱ ὑπουργοὶ δὲν δύ-
948νανται, ἐπὶ προσωπικῇ αὐτῶν εὐθύνῃ, νὰ ἐξοδεύσωσιν ἐπέκεινα
949τῶν χορηγηθεισῶν εἰς ἕκαστον αὐτῶν πιστώσεων»· ὁ δὲ ὑπουρ-
950γὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπέτρεψε τὴν ἐξόφλησιν τῶν χρηματικῶν
951ἐνταλμάτων ἐναντίον τοῦ ἄρθρ. 11 ἰδ. Ν. «Ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονο-
952μικῶν ὑπουργὸς δὲν δύναται, ἐπὶ ἰδίᾳ αὑτοῦ εὐθύνῃ, νὰ ἐπιτρέψῃ
953πληρωμὰς ὑπερβαινούσας τὰς χορηγηθείσας εἰς ἕκαστον ὑπουρ-
954γὸν πιστώσεις,» τὰ ὁποῖα ἐντάλματα δὲν ἠδύνατο ὁ ταμίας νὰ
955πληρώσῃ ἄνευ τῆς παρὰ τοῦ λογιστηρίου βεβαιώσεως περὶ τῆς
956ὑπάρξεως διαθεσίμου πιστώσεως τῶν ἀναφερομένων κεφαλαίων
957καὶ ἄρθρων, ἥτις βεβαίωσις ἐγένετο διὰ τῆς θεωρήσεώς των,
958δοῦσα ἀφορμὴν εἰς ἐγκληματικὴν πρᾶξιν.
959Ἐπειδὴ ὁ Νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἀποτελεῖ τὴν πρώ-
960τιστην ἐγγύησιν καὶ βάσιν τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν
961τοῦ κράτους, πᾶσα δὲ παράβασις αὐτοῦ ἢ παρέκκλισις ἐκ τῶν
962διατάξεών του ὁδηγεῖ εἰς τὴν ἀνατροπὴν τῶν καθιερωμένων καὶ
963παραδεδεγμένων ὅρων διὰ τὸν ἔλεγχον τῶν τὰ δημόσια διαχει-
964ριζομένων, ἡ ἐπιτροπὴ φρονεῖ, ὅτι ἡ Βουλὴ χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ
965κατ’ οὐσίαν τὴν ἀνάγκην καὶ τὸ εἶδος τῶν δαπανῶν πρέπει νὰ
966μὴ ἐγκρίνῃ τὴν προκειμένην πίστωσιν ἐκ δραχ. 191,500, κατα-
967λογίζουσα εἰς βάρος τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν.
968Τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς· ἀπόκειται δὲ εἰς τὴν
969Βουλὴν, πειθομένην ἐκ τῶν ἄνω εἰρημένων, ὅτι παρεβιάσθησαν
970καὶ ὁ ἐτήσιος οἰκονομικὸς τοῦ κράτους νόμος καὶ ὁ περὶ δημο-
971σίου λογιστικοῦ νόμος, νὰ μὴ ἀφήσῃ τὴν ὀλεθρίαν αὐτὴν τῶν
972οἰκονομικῶν καχεξίαν περισσεύουσαν καὶ νὰ δείξῃ ἐν τῇ δυνά-
973μει της, ὅτι ἄνευ εὐθύνης, καὶ εὐθύνης, ἣν ὀφείλουσιν ἐνώπιον
974τοῦ ἔθνους κατὰ τοὺς διέποντας αὐτὸ νόμους ὅλοι οἱ διαχει-
975ριζόμενοι τὰ δημόσια, ὅπως παρὰ τοὺς κατ’ ἔτος ἐπιψηφιζομέ-
976νους φορολογικοὺς νόμους οὐδὲν πλέον δικαιοῦνται νὰ εἰσπράτ-
977τωσιν, οὕτως αὐστηρῶς αὐτοῖς ἀπαγορεύεται τὸ παρὰ τοὺς νό-
978μους δαπανᾶν, ἵνα παύσῃ τέλος πάντων ἡ καχεκτικὴ ἀβεβαιότης
979τοῦ κατ’ ἔτος ἐπιψηφιζομένου οἰκονομικοῦ νόμου, πᾶν ἄλλο ἢ
980τὴν ἀληθῆ καὶ ἀκριβῆ θέσιν τοῦ δημοσίου ταμείου ἐξεικονίζον-
981τος, καὶ ἵν’ ἀνακτήσῃ ὁ θεμελιώδης αὐτὸς νόμος τῆς οἰκονομι-
982κῆς καταστάσεως τοῦ κράτους τὴν τοῦ δημοσίου πλούτου αὐ-
983στηροῦ φύλακος ἰσχύν, καὶ τὴν γνησίαν αὐτοῦ ἀποστολὴν, τὴν
984ὁποίαν δυστυχῶς ἀπώλεσε μέχρι τοῦδε πρὸς βλάβην τοῦ τόπου.
985Ἐν Ἀθήναις, τὴν 21 Μαρτίου 1871.
986Ὁ Πρόεδρος
987ΕΥΘ. ΚΕΧΑΓΙΑΣ.
988Τὰ μέλη
989Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος. Κ. Θεοδώρου. Κ. Δαγρὲς.
990Κ. Εὐθυμιόπουλος. Ν. Κατσικαπῆς. Π. Μανωλίδης.
991Γρ. Δημητριάδης. Π. Καλαμογδάρτης. Α. Γαΐτας Φωσκάρδης.
992Ν. Βαρβιτσιώτης. Γ. Μαλέας. Σ. Κολιάτσος.
993Ὁ Εἰσηγητὴς
994Λ. Ι. Καραλίβανος.
995Πρὸς τὴν Βουλὴν.
996Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν
997αἴτησιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ κυρώσεως ἀνα-
998πληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 186,000 διὰ γενικὰ μέ-
999τρα δημοσίου ἀσφαλείας.
1000Ἐπειδὴ τὸ διὰ τῆς πιστώσεως ταύτης ζητούμενον ποσὸν
1001ἐφάνη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἀρκετὰ ὑπέρογκον σχετικῶς μὲ τὸ ἐγ-
1002κριθὲν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1870 κεφάλαιον τῆς δημο-
1003σίου ἀσφαλείας, ἀναβαῖνον εἰς δραχμὰς 250,000, ἐξήτασε λεπτο-
1004μερῶς τὴν χρῆσιν τοῦ κεφαλαίου τούτου, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα τῆς
1005ἐξετάσεώς της ὑπῆρξε τὸ ἀκόλουθον.
1006Ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου τοῦ 1870 μέχρι τέλους Ἰανουα-
1007ρίου τοῦ 1871 ἐδαπανήθησαν ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῆς δημοσίου
1008ἀσφαλείας δραχμαὶ 338,177 καὶ 88|00. Ἐκ τούτων δι’ ἀμοι-
1009βὰς ἐπὶ φόνῳ ἢ συλλήψει ληστῶν καὶ διὰ πληρωμὴν ἀντιμι-
1010σθίας ὁδηγῶν καὶ ἐθνοφυλάκων ἐπληρώθησαν δραχμαὶ 160,000.
1011Ἐδόθησαν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας
1012Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς πρὸς συντήρησιν ἐκτάκτων κλητήρων κλπ.
1013δραχμαὶ 50,000.
1014Ἐπληρώθησαν εἰς στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα, διατελοῦντα
1015εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας, δραχμαὶ 20,000.
1016Ἐπληρώθησαν εἰς περιθάλψεις παθόντων ἐκ τῆς ληστείας ἢ
1017εἰς συγγενεῖς φονευθέντων ὑπὸ ληστῶν δραχμαὶ 15,000.
1018Ἐπληρώθησαν ἐπίσης εἰς διαφόρους δημοσίους ὑπαλλήλους
1019λόγῳ ἐκτάκτων δαπανῶν ἢ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων δρ. 20,000.
1020Ἐνταῦθα ἡ ἐπιτροπὴ δὲν δύναται νὰ μὴ καταδείξῃ εἰς τὴν
1021Βουλὴν ὅτι ὀλίγη προσοχὴ ἐδίδετο, φαίνεται, εἰς τὰς τοιούτου
1022εἴδους πληρωμὰς, εἰς τρόπον ὥστε εἷς τῶν Νομαρχῶν τοῦ Κρά-
1023τους ἔλαβε λόγῳ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων καὶ ἐκτάκτων δαπανῶν
1024ἃς ὑπέστη ἐν διαστήματι δύο περίπου μηνῶν δραχμὰς 3146
1025καὶ 43|00.
1026Ἐπληρώθησαν ἱκαναὶ χιλιάδες δραχμῶν δι’ ἀντιμισθίαν ἢ
1027ἐπιμίσθιον διαφόρων ἀτόμων ὑπαλλήλων καὶ μὴ δι’ ἡμερινὰς καὶ
1028νυκτερινὰς ἐργασίας αὐτῶν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐφιστᾷ τὴν προσοχὴν
1029τῆς Βουλῆς εἰς τὰ ὑπ’ ἀριθ. 8132, 8116 τῆς 1 Δεκεμβρίου
1030λήξ. ἔτους καὶ 8159 τῆς αὐτῆς ἡμερομηνίας χρηματικὰ ἐν-
1031τάλματα.
1032Ἐδαπανήθησαν ἐν τέλει καὶ δραχμαὶ 18,000 πληρωθεῖσαι
1033εἰς δημοσιογράφους, ἤτοι ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου μέχρι τῆς 9ης
1034Ἰουλίου 1870, δραχμαὶ 6,000 καὶ ἀπὸ τῆς 9 Ἰουλίου μέχρι
1035τῆς 2 Δεκεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους δραχμαὶ 12,000 καὶ ἡ
1036ἐπιτροπὴ ἀναγνωρίζει μὲν τὴν ἀνάγκην εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ Κυ-
1037βέρνησις διὰ νὰ ὑπερασπίζεται τὰς ἑαυτῆς πράξεις ἀπέναντι
1038τοῦ ἀντιπολιτευομένου αὐτὴν τύπου, ἀλλὰ φρονεῖ ὅτι τὸ ποσὸν
1039τῶν 1,000 δραχμῶν κατὰ μῆνα εἶναι ἱκανὸν πρὸς τοῦτο.
1040Δὲν θεωρεῖ ἄσκοπον ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐφελκύσῃ ἐπίσης τὴν
1041προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 6465 τῆς 30 7βρίου
1042καὶ 6,891 τῆς 10 8βρίου 1870 καὶ ἐκ δραχμῶν 1,000 χρη-
1043ματικῶν ἐνταλμάτων ἐπ’ ὀνόματι ἀτόμου, οὗτινος ἡ ἰδιότης ἀ-
1044πηγόρευε πᾶσαν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου πληρωμὴν εἴτε λό-
1045γῳ ἀντιμισθίας εἴτε ἄλλῳ οἱῳδήποτε.
1046Ἡ ἐπιτροπὴ κρίνει ἄξιον παρατηρήσεως καὶ τὸ ἑξῆς· ὅτι ἐνῷ
1047κατὰ τὴν 8 καὶ 9 Ἰουλίου 1870, ὅτε ἀπήρχετο τῆς ἐξουσίας
1048τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Ζαΐμη, οὐδεμία πληρωμὴ ἐγένετο, κατὰ
1049τὴν 1 καὶ 2 Δεκεμβρίου ὅμως τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ὅτε ἀπήρχετο
1050τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἐξεδόθησαν τὰ ὑπ’ ἀριθ. 8,115
1051μέχρις 8314, 44 χρηματικὰ ἐντάλματα ἐκ δραχ. 12,795
105293|00, ἅπαντα ἐπ’ ὀνόματι δημοσίων ὑπαλλήλων λόγῳ προσω-
1053πικῶν ὑπηρεσιῶν καὶ δημοσιογραφιῶν, λόγῳ δῆθεν καταχω-
1054ρίσεων.
1055Δι’ ὅλα ταῦτα ἡ ἐπιτροπὴ, καίτοι βαρυθυμοῦσα, προτείνει εἰς
1056τὴν Βουλὴν τὴν ἔγκρισιν τῆς πιστώσεως καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ
1057ποσὸν τῶν 180 χιλιάδων δραχμῶν, τὸν καταψηφισμὸν δὲ εἰς
1058βάρος τοῦ διατάξαντος τὴν πληρωμὴν τῶν δραχμῶν 6,000,
1059αἵτινες ἐπληρώθησαν πλέον τοῦ πρέποντος εἰς δημοσιογραφικὰ
1060ὄργανα ἀπὸ τῆς 9 Ἰουλίου μέχρι τῆς 2 Δεκεμβρίου.
1061Ἐν Ἀθήναις, τὴν 27 Ἀπριλίου 1871.
1062Ὁ Πρόεδρος
1063Εὐθ. Κεχαγιᾶς.
1064Ἡ ἐπιτροπὴ
1065Κ. Θεοδώρου, Ν. Βαρβιτζιώτης, Λ. Καραλίβανος, Α. Γαΐτας
1066Φωσκάρδης, Κ. Εὐθυμιόπουλος, Γ. Μαλέας, Ν. Κατσικαπῆς, μὲ
1067ἐπιφύλαξιν, Π. Καλαμογδάρτης, Γρηγ. Δημητριάδης, Π. Μανω-
1068λίδης, Στυλ. Κολιάτσος μὲ ἐπιφύλαξιν, Ἰω. Παπαζαφειρό-
1069πουλος μὲ ἐπιφύλαξιν.
1070§44ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθοῦν, κ. Πρόεδρε.
1071§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βέβαια.
1072§46ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ συμ-
1073πέρασμα, κύριοι, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξεν ὁ ἀξιότιμος κύ-
1074ριος Σαράβας ἀνατρέπει κατ’ ἐμὲ τὸ συμπέρασμα τῶν συ-
1075ζητήσεων αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τόσας ἡμέρας μᾶς ἐπασχολοῦν. Βε-
1076βαίως ἡ Βουλὴ συζητοῦσα τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρ-
1077νησις ἔλαβε τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλῃ εἰς αὐτὴν, ἐσχημάτισε
1078τὴν πεποίθησιν ὅτι αἱ ἐκβολάδες περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται
1079ἀνήκουσιν εἰς τὸ ἔθνος, καὶ ὅτι δὲν δημιουργεῖται σήμερον τὸ
1080δικαίωμα τοῦτο, ἀλλ’ ὅτι ἀνακηρύσσεται ὡς προϋπάρχον. Ἡ
1081σκέψις ὅμως τὴν ὁποίαν προέταξεν ὁ κ. Σαράβας τοῦ συμπερά-
1082σματος καὶ ἐξ ἧς νομίζει ὅτι προέρχεται εἰς αὐτὸ, μοὶ φαίνεται
1083ὅτι εἶναι ἀνατρεπτικὴ τοῦ συμπεράσματος τούτου. Ὁ κ. Σαράβας
1084ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐνταῦθα ὑπάρχει περίπτωσίς τις ἐφαρμογῆς τοῦ
1085ἄρθρου τοῦ συντάγματος περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου,
1086καὶ ἐντεῦθεν ὑπέθεσεν, ὅτι, ἐὰν γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ αὕτη, ἐξα-
1087σφαλιζόμεθα ἐνταυτῷ καὶ ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν, διότι τὸ ἐκ τῆς
1088πηγῆς ταύτης τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας νομοθέτημα ἔχει ἀναδρο-
1089μικὴν δύναμιν. Ἀλλ’ εἰς ἀμφότερα ταῦτα ὁ κύριος Σαράβας,
1090ὡς ἐγὼ φρονῶ, σφάλλει· πρῶτον, νομίζω, ὅτι περίπτωσις πρὸς
1091ἐπίσημον, ἤτοι αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν, δὲν ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ προ-
1092κειμένου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ ἡμέτερον σύνταγμα δὲν ἐκφράζεται
1093περὶ τούτου, περὶ τῶν περιστάσεων τοὐτέστιν καθ’ ἃς δύναται νὰ
1094γείνῃ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τοῦ νόμου· ἀλλὰ τὰ συντάγματα ἐξ ὧν
1095ἠρύσθημεν τὸ ἡμέτερον, τὸ Γαλλικὸν καὶ τὸ Βελγικὸν δηλαδὴ,
1096δὲν παρεδέχθησαν τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν, ὡς μαρτυροῦσι πολ-
1097λοὶ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου νόμοι, παρὰ εἰς ὡρισμένας πε-
1098ριπτώσει· εἰς τὰς περιπτώσεις ἐκείνας, εἰς ἃς τὸ ἀκυρωτικὸν ἤθελε
1099περιέλθει εἰς ἀντίφασιν ὡς πρὸς τὸ αὐτὸ νομικὸν ζήτημα μὲ τὸ
1100ἐφετεῖον, καὶ ἤθελεν ἐπιμένει εἰς τὴν αὐτὴν λύσιν μετὰ διπλῆν
1101ἀναίρεσιν. Εἰς τοιαύτας περιπτώσεις μόνον ὑπάρχει ἐπιτετραμ-
1102μένη ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τοῦ νόμου καὶ τότε ἔχει τὸ δικαίωμα
1103ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος· ἐν τῇ προκειμένῃ ὅμως
1104περιπτώσει δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον τι καὶ δὲν ἠμποροῦμεν ἑπομέ-
1105νως νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν, καὶ νὰ χαρα-
1106κτηρίσωμεν τὴν πρᾶξίν μας ὡς ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου.
1107Ἀλλὰ, καὶ ἂν ἠδυνάμεθα νὰ καταφύγωμεν κατὰ τὸ σύνταγμα
1108εἰς αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς ἑρμηνείας, ἡ ἐπιθυμία τοῦ κ. Σαράβα, νὰ
1109δοθῇ οὕτως ὀπισθενεργὸς δύναμις εἰς τὸν νόμον, οὐδόλως ἐπιτυγ-
1110χάνεται, διότι ἡ ἀρχὴ ἡ καθιερουμένη διὰ τῆς αὐθεντικῆς ἑρμη-
1111νείας ἰσχύει ὡς πρὸς τὸ μέλλον, ἀφαιροῦσα τὴν ἀμφιβολίαν
1112καὶ καθιστῶσα σαφῆ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου· ἑπομένως κατὰ
1113τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ συμφωνήσωμεν μὲ τὸν κύριον Σαρά-
1114βαν· ὡς ἐκ τούτου φρονῶ, ὅτι τὸ κείμενον, ὅπως ἔχει ἐν τῷ
1115ὑπουργικῷ νομοσχεδίῳ, ἔχει καλῶς, καθόσον μάλιστα αἱ πα-
1116ρατηρήσεις τὰς ὁποίας ὁ κ. Σαράβας ἐπέφερεν, ὅτι διὰ τοῦ
1117ἄρθρου τούτου φαίνεται ὡσεὶ νῦν κατὰ πρῶτον δημιουργούμενον
1118τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου, δὲν μοὶ φαίνεται νὰ ἔχωσι σπου-
1119δαιότητα μετὰ τὰς συζητήσεις αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν καὶ
1120τὰς ἐπανειλημμένας ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ἔδωκεν ἡ κυβέρνησις
1121περὶ τοῦ ὅτι δὲν εἰσήγαγε νομοσχέδιον δημιουργοῦν νέα δικαιώ-
1122ματα, ἀλλ’ ἀναγνωρίζον ἁπλῶς τὰ ὑφιστάμενα καὶ ἀνέκαθεν ἑπο-
1123μένως ἰσχύοντα. Τὸ νομοσχέδιον δὲ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Σαράβας ἐθεώ-
1124ρησεν προτιμητέον τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου, ἤτοι τὸ νομο-
1125σχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν κκ. Ῥοντήρη,
1126Δημητριάδου, καὶ Ζέγγελη, αὐτὸ νομίζω προσκρούει καὶ εἰς τοὺς
1127νομοθετικοὺς κανόνας. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι κατὰ τὰς ἀρχὰς
1128τῆς νομοθεσίας δὲν πρέπει νὰ προηγῆται τοῦ νόμου προοίμιον
1129περιέχον αἰτιολογίας, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δίδεται πολ-
1130λάκις ἀφορμὴ εἰς παρερμηνείαν τοῦ νόμου καὶ ἀδιέξοδον σύγχυσιν
1131εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις. Διὰ τοῦτο ὅλοι οἱ περὶ νομοθετικῆς
1132τέχνης συγγράψαντες κακίζουν ὁμοφώνως τὰ προοίμια καὶ τοὺς
1133προλόγους· περιορίζομαι δὲ μόνον νὰ ὑπομνήσω εἰς ὑμᾶς τὸν Σενέ-
1134κα, ὅστις ἀποφαίνεται ῥητῶς κατ’ αὐτῶν· τὸ νομοσχέδιον δὲ τῶν
1135κκ. Ῥοντήρη, Ζέγγελη, καὶ Δημητριάδου, περιπίπτει κατὰ μείζονα
1136λόγον εἰς αὐτὸ τὸ ἄτοπον καὶ τὸν ἐντεῦθεν ἀπειλούμενον κίνδυνον,
1137διότι ὄχι μόνον παραδέχεται αἰτιολογίαν, ἀλλὰ τὴν αἰτιολο-
1138γίαν ταύτην δέχεται ἐντὸς τοῦ κειμένου τοῦ νόμου· τὸ νομο-
1139σχέδιον λέγει «ἀναγνωρίζεται ὡς ἀνήκουσα εἰς τὸ κράτος»
1140ἡ ῥῆσις αὐτὴ «ὡς ἀνήκουσα» εἶναι ἡ ratio legis, ὁ λόγος τοῦ
1141νόμου, καὶ οὗτος κατὰ τὰς ἁπλουστέρας ἀρχὰς τῆς νομοθεσίας
1142δὲν πρέπει νὰ τίθηται ἐν τῷ νόμῳ. Ἐκτὸς τούτου ὑπάρχει
1143καὶ ἄλλη πολλῷ μείζων ἔλλειψις, διότι ὁ λόγος τοῦ νόμου τί-
1144θεται ὡρισμένως εἰς τὸ προϋπάρχον νόμημα ......... Παρα-
1145καλῶ, ἔκαμα λάθος, ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν
1146ἔκαμεν ἰδίᾳ ὁ κύριος Ῥοντήρης, διότι ὁ χαρακτηρισμὸς οὗτος
1147τοῦ νοήματος περιέχεται εἰς τὴν ἰδιαιτέραν αὐτοῦ τροπολο-
1148γίαν καὶ ὄχι εἰς τὸ κοινὸν τῶν τριῶν βουλευτῶν νομοσχέδιον.
1149Ὁπωσδήποτε ἡ προσθήκη ἢ ἡ αἰτιολογία αὕτη εἶναι ἐντελῶς
1150ἄτοπος.
1151§47ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐκεῖ ἔχετε δίκαιον.
1152§48ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Τὸ ἀναγνωρίζετε λοιπόν;
1153§49ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Μάλιστα.
1154§50ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Πολὺ καλά, ἑπομένως δὲν προβαίνω πε-
1155ραιτέρω ὡς πρὸς τοῦτο.
1156§51ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ νὰ ἐννοήσωμεν καὶ ἡμεῖς.
1157§52ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ τὸ πρᾶγμα ὁμολογεῖται, θὰ ἀνα-
1158φέρω ἕνα μόνον, τὸν σπουδαιότερον λόγον· διὰ τῆς προσθήκης
1159τοῦ νομῄματος ὡς αἰτιολογίας τῆς νομοθετικῆς ἡμῶν ἀποφά-
1160σεως, ῥίπτομεν προδήλως τὴν σύγχυσιν εἰς τὸ νομοσχέδιον, διό-
1161τι ἡμεῖς θέλομεν ν’ ἀνακηρύξωμεν, καὶ ἀνακηρύττομεν τὰς ἐκ-
1162βολάδας ὡς ἐθνικὴν περιουσίαν, ὡς δημοσίαν κτῆσιν καὶ ὡς ἐκ
1163τούτου ἐκθέτομεν αὐτὴν καὶ εἰς δημοπρασίαν· τὸ νόμημα ὅμως
1164δὲν περιέχει τὴν ἰδέαν τῆς ἐθνικῆς περιουσίας, ἀλλὰ περιέχει
1165ἰδέαν πολὺ μᾶλλον περιωρισμένην, διότι τὸ ἡγεμονικὸν νόμη-
1166μα παριστᾷ δικαίωμα περιορισμοῦ τῆς διαθέσεως, καὶ κανονι-
1167σμοῦ τῆς χρήσεως καὶ οὐδόλως περιέχει τὴν ἔννοιαν πλήρους
1168καὶ τελείας ἰδιοκτησίας· διὰ τοῦτο δὲ τὸ νόμημα διαφέρει
1169ὁμολογουμένως τοῦ ἐθνικοῦ κτήματος καὶ γίνεται διάκρισις με-
1170ταξὺ ἀμφοτέρων. Ἐὰν λοιπὸν ὡς αἰτιολογία τῆς ἀναγνωρίσεως
1171τῶν ἐκβολάδων ὡς ἐθνικῆς κτήσεως τεθῇ ὁ θεσμὸς τοῦ νομῄ-
1172ματος, ἡ ἀναγνώρισις ἐκείνη, ἐκτὸς τῶν ἄλλων λόγων, ἐξασθε-
1173νεῖται καὶ εἰς τὸν νόμον θέλει ῥιφθῇ ἐκ τῶν προτέρων ἡ σύγ-
1174χυσις. Διὰ τοῦτο θεωρῶ τὴν προσθήκην ταύτην οὐχὶ ὀρθὴν καὶ
1175φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τῆς κυβερνήσεως ἔχει καθ’ ὅλα κα-
1176λῶς καὶ ὅτι αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Σαράβα δὲν ἔχονται ὑπο-
1177στάσεως.
1178§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἰδοὺ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀνα-
1179φορῶν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Ζαφείρη «ὁ στέλων τὴν ἀναφορὰν
1180ὀνομάζεται ......»
1181§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ παραδέχεται ἡ Βουλή;
1182§55ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
1183§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου ἐπὶ τῆς
1184αἰτήσεως τοῦ κ. Μαντζούνη.
1185(Ἀναγινώσκεται τὸ ἔγγραφόν του.)
1186§57ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀπαντῶ κατὰ πρῶτον εἰς τὸν ἀξιότιμον
1187ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τῆς τελευταίας
1188ἰδέας αὐτοῦ.
1189Ὁ κύριος ὑπουργὸς φρονεῖ, ὅτι τὰ νομῄματα εἶναι ἰδέα περιω-
1190ρισμένη, ὅτι τὰ νομῄματα ἔχουσιν ἔννοιαν πολὺ στενοτέραν ἀφ’
1191ὅ,τι ἡ ἰδέα τῆς ἐθνικῆς περιουσίας· καὶ ὡς ἀπόδειξιν ἐπεκαλέσθη
1192τὸ ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρχε τοιοῦτος ὁ λόγος μεταξὺ ἐθνικῆς περιου-
1193σίας καὶ νομῃμάτων, δὲν ἠθέλαμεν ἀναφέρει ἐν τοῖς προϋπολογι-
1194σμοῖς «νομήματα καὶ κτήματα τοῦ δημοσίου».
1195Ἀντιπαρατηρῶ, ὅτι ἡ ἱστορία τῶν νομῃμάτων ἐγέννησε τὴν
1196συνύπαρξιν τῶν δύω τούτων λέξεων. Τὰ νομῄματα, κύριοι, ὡς
1197γνωρίζετε, ἦσαν κατ’ ἀρχὰς περιουσία τῶν βασιλέων, δικαίωμα
1198βασιλικὸν, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν τελευταίαν ἔννοιαν, ἣν τὰ νο-
1199μῄματα εἶχον ἐπὶ τοῦ μεσαιῶνος. Ὅταν ὅμως τὰ ἔθνη ἔλαβον
1200τὴν πρόνοιαν νὰ παρέχωσι βασιλικὴν ἐπιχορήγησιν ἐκ τοῦ προϋ-
1201πολογισμοῦ τοῦ κράτους, τότε τὰ βασιλικὰ νομῄματα περιῆλ-
1202θον εἰς τὴν κυριότητα τοῦ κράτους· συνεχωνεύθησαν εἰς αὐτὸ,
1203ἐγένοντο νομῄματα τῆς ἐπικρατείας ἢ νομῄματα ἐθνικὰ, διότι
1204ἐξέλιπεν ἡ αἰτία διὰ τὴν ὁποίαν ἀνῆκον εἰς τὸν ἡγεμόνα· συγ-
1205χωνευθέντα ὅμως διετήρησαν τὸ ὄνομά των καὶ ὅλας τὰς ἰδιό-
1206τητας αὐτῶν· μόνον ἡ χρῆσις μετεβλήθη, καὶ ἀντὶ νὰ ἦναι πρὸς
1207τὴν χρῆσιν τοῦ ἡγεμόνος ἦσαν πρὸς χρῆσιν τῆς ἐπικρατείας· ἐκ
1208τῆς μεταβολῆς ταύτης τὰ νομῄματα δὲν ὑπέστησαν τὴν ἐλαχί-
1209στην μεταβολὴν ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν καὶ τὴν δύναμιν τοῦ δι-
1210καιώματος. Ὥστε φρονῶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιο-
1211σύνης εἰς ἄλλον λόγον δύναται νὰ στηρίξῃ τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν
1212ἐξήνεγκε, καὶ ποτὲ εἰς τὸν λόγον τοῦτον.
1213Ἀποκρούω τὴν ἰδέαν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Οἰτύλου κυρίου
1214Σαράβα, περὶ τοῦ ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ γίνῃ λόγος ἐν τῷ νόμῳ
1215ὅτι, «αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἐθνικαί». Ἀλλ’ ἐπίσης καὶ διὰ τοὺς
1216αὐτοὺς λόγους ὀφείλω νὰ ἀποκρούσω καὶ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιο-
1217τίμου ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶπε· μὴ μερι-
1218μνᾶτε περὶ τῆς φράσεως· μὴ ζητεῖτε νὰ θέσητε ἐν τῷ νόμῳ τὸν
1219λόγον διὰ τὸν ὁποῖον νομοθετεῖτε, διότι αἱ συζητήσεις ἀποδει-
1220κνύουσι καθαρῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλομεν ῥητῶς ἐν τῷ νόμῳ
1221νὰ τεθῇ. Εἰς τοῦτο ταυτίζεται ἡ γνώμη τοῦ κ. Σαράβα μὲ τὴν
1222γνώμην τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι καὶ ὁ κ. Σαράβας
1223εἶπε τὸ αὐτό· εἶπεν ὅτι ἐκ τῶν συζητήσεων θέλει προκύψει ὁ λό-
1224γος διὰ τὸν ὁποῖον ὁ νόμος περὶ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων
1225γίνεται ὑπὲρ τοῦ δημοσίου.
1226Δὲν θέλω χρειασθῆ πολὺν κόπον διὰ νὰ πείσω ἀμφοτέρους
1227τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους ὅτι ἔχουσιν ἄδικον.
1228Τὸ νομοθετικὸν Σῶμα, κύριοι, δύναται νὰ ἐκδίδῃ νόμους, ἀλλ’
1229ἀφοῦ τοὺς ἐκδώσῃ δὲν κεῖται εἰς τὴν ἐξουσίαν του νὰ τοὺς ἐφο-
1230ρεύῃ κατὰ τὴν ἐκτέλεσίν των· ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων κυρίως
1231μένει εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν.
1232Ἐάν, κύριοι, τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, ἐάν οἱ νόμοι ἐφαρμόζωνται
1233καὶ κατά τινα τρόπον ἐκτελῶνται ὑπὸ τῶν δικαστηρίων, ἐννο-
1234εῖτε σεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι νὰ ἀφήσητε εἰς τὰ δικαστήρια ν’
1235ἀποφασίσωσιν, ἀντλοῦντα ἐκ τῶν συζητήσεών μας ἓν πόρισμα
1236περὶ τῆς αἰτίας διὰ τὴν ὁποίαν ἐνομοθετήσαμεν ὡς ἐνομοθε-
1237τήσαμεν;
1238Οἱ νόμοι, κύριοι, διατρέχουν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων δύω
1239κυρίως κινδύνους· ὁ πρῶτος εἶναι ὅτι δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν
1240ὡς ἀντίθετοι πρὸς ἄλλους ἐπικρατεστέρους· ὁ δεύτερος κίνδυνος
1241εἶναι ὅτι ἡ ἑρμηνεία αὐτῶν ἀπόκειται εἰς τοὺς δικαστάς. Ὁ
1242πρῶτος κίνδυνος ὑπάρχει, ὅταν προταθῇ κατὰ τοῦ νόμου ἀντί-
1243φασις μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ συν-
1244τάγματος· ὁ δεύτερος κίνδυνος ὑπάρχει ὅταν ὁ νόμος ἤθελε θεω-
1245ρηθῆ παρὰ τῶν δικαστῶν ὡς ἀσαφής.
1246Εἶμαι βέβαιος ὅτι σᾶς εἶναι ἀδιάφορον διὰ ποῖον λόγον ὁ νό-
1247μος σας δύναται νὰ διατρέξῃ κίνδυνον, διότι πάντων ἡ ἐπιθυ-
1248μία εἶναι νὰ μὴ ὑπάρξῃ οὐδεὶς κίνδυνος τοῦ νόμου· ἀλλ’ ἐγὼ
1249ἐπιθυμῶ νὰ διασαφηνίσω τοὺς κινδύνους, διότι θέλω νὰ προ-
1250σκαλέσω τοὺς τὰ ἐναντία φρονοῦντας, ἐὰν δὲν πείθωνται, νὰ ἔλ-
1251θουν νὰ πολεμήσουν τὰς ἰδέας μας· διότι τοὺς ἀποδίδω, καὶ
1252χρεωστῶ νὰ τοῖς ἀποδώσω ταύτην τὴν δικαιοσύνην, ὅτι ἐπι-
1253θυμοῦν νὰ ἀποφασίσωμεν ἀδιασείστως περὶ τῶν δικαιωμάτων
1254τοῦ δημοσίου εἰς τρόπον ὥστε τὸ ζητούμενον νὰ γίνῃ πρᾶγμα·
1255βλέπω ὅτι διαφωνοῦμεν εἰς τὰς γνώμας, ἔχω ὅμως τὴν πεποί-
1256θησιν ὅτι ἀφοῦ ὑπάρχει ἡ αὐτὴ τάσις καὶ ἡ αὐτὴ ἐπιθυμία,
1257ὅλα τὰ ἐμπόδια καὶ προσκόμματα θέλουσιν ἐκλείψει.
1258Εἶναι τῳόντι ζήτημα, κύριοι, εἰς τὴν ἐπιστήμην ἂν τὰ δικα-
1259στήρια ἔχουν δικαίωμα νὰ ἐξελέγχωσι τὸν νόμον ὡς ἀντισυν-
1260ταγματικὸν, διότι ὑπάρχουσι τινὲς φρονοῦντες, ὅτι τὸ δικαίωμα
1261τοῦτο δὲν ἀνήκει εἰς αὐτὰ, ὅταν ὁ νόμος φέρῃ ὅλους τοὺς τύ-
1262πους, τοὺς ὁποίους οἱ νόμοι περιβάλλονται. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ
1263γνώμη ἐναντία. Τὸ πνεῦμα τῆς ἐπιστήμης εἶναι νὰ θεωρῇ το-
1264σοῦτον ἐλευθερώτερον ἕνα λαὸν, ὅσον εὐρυτέρα εἶναι ἡ δικαιοδο-
1265σία τῶν δικαστηρίων αὐτοῦ· καὶ πολλοὶ ἐμέτρησαν τὴν ἐλευ-
1266θερίαν ἀναλόγως τῆς δικαιοδοσίας. Ὡς πρὸς τοῦτο ἡ Ἑλλὰς ἐὰν
1267δὲν κατέχῃ τὴν πρωτίστην θέσιν, βεβαίως ὅμως κατέχει μίαν
1268ἐκ τῶν πρωτίστων. Διότι ἐὰν ῥίψητε βλέμμα ἐπὶ τῆς δικαιοδο-
1269σίας τῶν δικαστηρίων, θέλετε ἴδει ὅτι ταῦτα ἀποῤῥοφῶσιν ὅλην
1270τὴν δικαιοσύνην· διοικητικὴ δικαιοσύνη δὲν ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν·
1271ὅλαι αἱ ὑποθέσεις, ἐξ οἱασδήποτε πηγῆς καὶ ἂν κατάγωνται,
1272ὑπάγονται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν δικαστηρίων· μεταξὺ ὑπαλ-
1273λήλου καὶ δικαιοσύνης δὲν μεσολαβεῖ ἡ ἄδεια τῆς προϊσταμένης
1274ἀρχῆς· τὰ δικαστήρια δικάζουσι καὶ αὐτὴν τὴν τῶν ὑπουργῶν
1275εὐθύνην. Ἡμεῖς λοιπὸν δέον ν’ ἀποκλίνωμεν μᾶλλον πρὸς τὴν
1276δευτέραν γνώμην παρὰ πρὸς τὴν πρώτην. Ἀλλὰ πρὸς τούτοις
1277ἔχομεν ἀποδείξεις θετικὰς, ὅτι τὰ δικαστήρια δύνανται νὰ ἐξε-
1278τάσωσι τὸ συνταγματικὸν τοῦ νόμου εἰς μίαν ὑπόθεσιν ἡ ὁποία
1279εἶναι ἀδελφὴ τῆς συζητουμένης σήμερον· εἶναι ἡ ὑπόθεσις τῶν
1280σκωριῶν ἔνθα ἐπαρουσιάσθη τὸ ζήτημα καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἐφε-
1281τείου καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου περὶ τῆς συνταγματικό-
1282τητος τοῦ νόμου περὶ δασῶν. Προέτειναν οἱ ἐναντίοι ὅτι ὁ νόμος
1283περὶ δασῶν δὲν ἰσχύει, ὡς περιέχων δήμευσιν ἀπηγορευμένην
1284ὑπὸ τοῦ συντάγματος· ἐσκέφθησαν ἀμφότερα τὰ δικαστήρια καὶ
1285τὸ Ἐφετεῖον καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος· σᾶς ἀναγινώσκω τὴν σκέψιν
1286τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὁποία ἀναφέρει καὶ τὰς σκέψεις τοῦ Ἐφετείου.
1287«Ἐπειδὴ τὸ Ἐφετεῖον ἀποφηνάμενον (αἰτιολ. δʹ. τῆς 25195
1288ἀποφάσεως καὶ αἰτιολ. κέ. κϛʹ. κή. καὶ λʹ. τῆς 28011) ὅτι ὁ
1289περὶ δασῶν νόμος δὲν ἐδήμευσε τὴν ἐπὶ δασῶν ἰδιωτικὴν περι-
1290ουσίαν, ὁρίσας ἁπλῶς τὸν χρόνον ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ
1291προσαχθῶσι τὰ τῆς ἀποδείξεως τῆς ἰδιωτικῆς αὐτῆς ἰδιοκτησίας
1292μέσα, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου
1293ἐφαρμογὴν τὰ συντάγματα τοῦ 1844 (ἄρθρ. 12) καὶ 1864
1294(ἄρθρ. 17) τ’ ἀπαγορεύοντα τὴν δήμευσιν, οὐδεμίαν διάταξιν
1295τοῦ νόμου παρεβίασαν, ἀφοῦ ἐν τῷ νόμῳ τῆς 17 Νβρίου 1836
1296δὲν πρόκειται περὶ δημεύσεως ἰδιωτικῆς περιουσίας, ἀλλ’ ὁρί-
1297ζεται ἁπλῶς δι’ αὐτοῦ ὅτι τὰ δάση περὶ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν
1298ὁποίων δὲν ἤθελον προσαχθῆ ἐντὸς τοῦ ὁρισθέντος χρόνου τίτλοι,
1299θεωροῦνται ἐθνικά.»
1300Βλέπετε λοιπόν, κύριοι, ὁποία εἶναι ἡ δικαιοδοσία τῶν δικα-
1301στηρίων μας· διότι ἡ ἀπόφασις ἐξεδόθη πρὸ 15 ἡμερῶν ἢ πρὸ
1302ἑνὸς μηνός. Βλέπετε ὅτι ἐνησχολήθησαν καὶ Ἐφετεῖον καὶ Ἄρειος
1303Πάγος ἐπὶ τοῦ ζητήματος «ἐὰν ὁ νόμος ἀντιβαίνει εἰς τὸ σύν-
1304ταγμα.» Ἰδοὺ λοιπὸν ὁ πρῶτος κίνδυνος, τὸν ὁποῖον διατρέχουν
1305οἱ νόμοι ἐξερχόμενοι τῶν χειρῶν τοῦ νομοθέτου καὶ μεταβαί-
1306νοντες πρὸς ἐφαρμογὴν εἰς τὰ δικαστήρια.
1307Ὁ δεύτερος κίνδυνος εἶναι ἡ ἀσάφεια τοῦ νόμου· διότι ὁ νό-
1308μος δύναται νὰ φανῇ εἰς τὸν δικαστὴν ἀσαφὴς καὶ ὀφείλει νὰ
1309τὸν ἑρμηνεύσῃ, εἴτε διὰ τοῦ γράμματός του, εἴτε διὰ τῆς λο-
1310γικῆς ἐννοίας καὶ τῶν λόγων οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν αὐτόν· εἰς
1311δὲ τὴν ἑρμηνείαν ταύτην εἶναι εὐρύτατον τὸ στάδιον τῶν δι-
1312καστῶν, διότι οὔτε ὑπὸ τῆς νομοθεσίας, οὔτε ὑπὸ τῆς νομολο-
1313γίας, οὔτε ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης τίθεται ὅριον, ἐξαιρουμένων ὀλι-
1314γίστων τινων κανόνων οἱ ὁποῖοι ὑποχρεωτικοὶ εἶναι εἰς τὴν
1315λογικὴν μᾶλλον ἢ εἰς τὸν δικαστήν. Ἐννοεῖ κανεὶς ἐξ ἡμῶν,
1316κύριοι, νὰ ἀφήσητε τὸν νόμον τοῦτον εἰς τὴν εὐρεῖαν ταύτην
1317δικαιοδοσίαν τῆς ἑρμηνείας τῶν δικαστῶν; Πιστεύω οὐδείς·
1318διότι μάλιστα ἔχομεν πεποίθησιν περὶ τῆς εὐσυνειδησίας μας
1319κατὰ τὴν ἀπόφασιν ταύτην, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρέπει νὰ ὦ-
1320μεν πολὺ πλέον προσεκτικοὶ, ὥστε μία τοσοῦτον ὠφέλιμος διὰ
1321τὸ Κράτος καὶ τόσον συγχρόνως εὐσυνείδητος ἀπόφασις νὰ μὴ
1322ὑποστῇ τὴν παραμικρὰν βλάβην. Ὁ ἀγών μας λοιπὸν δὲν πρέ-
1323πει νὰ ᾖναι σήμερον περὶ τῶν λέξεων, οὐδὲ πρέπει νὰ ἀτενί-
1324σωμεν εἰς τὸ τίς εἶναι ὁ προτείνων καὶ ἐὰν ᾖναι καλλιτέρα ἡ
1325γνώμη τοῦ δεῖνος ἢ τοῦ δεῖνος, διότι ὅλα αὐτὰ εἶναι ταπεινά.
1326Ἔρχομαι ἤδη νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον
1327διατρέχομεν τοὺς τοιούτους κινδύνους. Ἡ ἐπιθεώρησις, ἣν ἐπι-
1328χειρῶ, τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἔχει κἀμμίαν ἄλλην σήμερον πρακτι-
1329κὴν ἀξίαν, εἰμὴ ὅπως πεισθῶμεν ἐὰν δὲν πρέπῃ νὰ ἀπομακρυν-
1330θῶμεν τοῦ γράμματος αὐτοῦ· λέγω ὅτι δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἄλ-
1331λην ἀξίαν πρακτικὴν, διότι τὸ ὑπουργεῖον ἐδήλωσεν ἤδη, ὅτι
1332αἱ διαθέσεις του εἶναι νὰ γείνῃ νόμος ἀσφαλὴς ὅλων τῶν δι-
1333καιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος.
1334Ὑπάρχει, κύριοι, νομίζω ὁ κίνδυνος ὁ συνταγματικὸς διότι
1335ἐὰν συνδέσητε τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου 2 καὶ 11 τί θέλετε
1336ἰδεῖ; ὅτι κηρύττονται αἱ ἐκβολάδες ἐθνικαὶ, ἀλλὰ συγχρόνως
1337δίδεται ὡς ἀποζημίωσις τὸ διπλάσιον τῆς ἀξίας τῆς ἐπιφα-
1338νείας, ἐφ’ ἧς εὑρέθησαν αἱ ἐκβολάδες. Εἶναι λοιπὸν διπλοῦς ὁ
1339χαρακτήρ· «ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ θέλει δοθῆ διπλῆ
1340ἀποζημίωσις διὰ τὸ ἔδαφος». Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ διπλοῦν
1341τοῦτο εἶναι εὐτελές· ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς, διότι
1342ὅταν δίδῃς εἴς τινα τὸ διπλάσιον τῆς ἀξίας τοῦ κτήματός του,
1343βεβαίως τῷ ἀναγνωρίζεις δικαίωμά τι ὑπεράνω τῆς ἀξίας τοῦ
1344κτήματος τὸ ὁποῖον κατέχει. Κατὰ τὸ ἄρθρον 11 ὁ ἐργολά-
1345βος ὑποχρεοῦται ν’ ἀποζημιώσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας ἂν ἤθελε κα-
1346ταλάβει ἢ βλάψει τὰς γαίας κτλ. πληρόνων τὸ ἔδαφος κατ’ ἐ-
1347κτίμησιν ἐμπειροτεχνῶν εἰς τὸ διπλάσιον τῆς ἀξίας, ἣν εἶχε
1348πρὶν τῆς ἀνακαλύψεως τῶν ἐκβολάδων καὶ ἀσχέτως τῆς ὑπάρ-
1349ξεως αὐτῶν.
1350Ἅμα ὅμως, κύριοι, ἀναγνωρίσητε εἴς τινα ἐπιφανειοῦχον δι-
1351καίωμα ἀνώτερον τῆς ἀξίας, ἣν ἔχει ἡ ἐπιφάνειά του, τότε
1352διατρέχετε τὸν κίνδυνον νὰ θεωρηθῆτε ὡς ἀναγνωρίσαντες δι-
1353καίωμα ἰδιωτικὸν, καί τοι κηρύττετε ἐν ἀρχῇ ὅτι αἱ ἐκβολά-
1354δες εἶναι δημόσιαι.
1355Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ ἀντισυνταγματικὸν κεῖται ἀλλοῦ πολὺ φα-
1356νερώτερον· κεῖται εἰς τὴν ἔκθεσιν ἡ ὁποία συνώδευσε τὸ προ-
1357κείμενον νομοσχέδιον. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν,
1358ὡς λόγον τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἔδωκε τὸν ἑξῆς· «ἐσκέ-
1359»φθην, λέγει, ὅτι καθὼς ὁ περὶ μεταλλείων νόμος ἔδωκεν εἰς
1360»τὴν Ἐπικράτειαν τὸ δικαίωμα νὰ χωρίσῃ ἀπὸ τὴν ἰδιοκτη-
1361»σίαν τῆς ἐπιφανείας τὰς αὐτοφυεῖς μεταλλικὰς οὐσίας τὰς εὑ-
1362»ρισκομένας εἰς τὰ σπλάγχνα τῆς γῆς, οὕτω δι’ ἄλλου νόμου
1363»δύνανται νὰ χωρισθῶσι καὶ αἱ μεταλλικαὶ οὐσίαι αἱ εὑρισκό-
1364»μεναι εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς ἐξορυχθεῖσαι δὲ καὶ τοπο-
1365»θετηθεῖσαι εἰς ἀρχαιοτέραν ἐποχήν.»
1366Ὁ κ. Σαράβας σᾶς λέγει, συντάξατε νόμον χωρὶς νὰ εἴπητε
1367τὸν λόγον τοῦ νόμου, ἀλλὰ λησμονεῖ ὅτι δὲν εἶναι εἰς τὴν ἐξου-
1368σίαν του ἔπειτα ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὸν νόμον ἐνώπιον τῶν δικα-
1369στηρίων τὸν λόγον, ὃν ἡ συνείδησίς του ἔχει· λησμονεῖ ὁ κ.
1370Σαράβας ὅτι ἐῤῥέθη ὡς λόγος τοῦ νόμου, καὶ ἐῤῥέθη ἐπισήμως
1371ἀπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὅπως διὰ τοῦ νόμου
1372τοῦ 1861 ἀπεκτήσαμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰ ὑπὸ
1373τὴν ἐπιφάνειαν μέταλλα καὶ νὰ τὰ δώσωμεν εἰς οἱονδήποτε ἠ-
1374θελήσαμεν, τοιουτοτρόπως δυνάμεθα δυνάμει ἑνὸς νόμου τοῦ
13751871 νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰ μέταλλα, ἃ ἐκ χειρὸς ἀνθρώπου εὑ-
1376ρέθησαν ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας καὶ νὰ τὰ δώσωμεν εἰς τὸ δημόσιον.
1377Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶπε τὸν λόγον τοῦ νό-
1378μου τοῦ 1861, τὸν ἀπεσιώπησεν· εἶπε μόνον ὅτι, ὅπως τότε
1379δυνάμει τοῦ νόμου τούτου ἐπράξαμεν, οὕτω καὶ σήμερον δυνά-
1380μει νόμου δυνάμεθα νὰ πράξωμεν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι εἰς τὴν ἐ-
1381ξουσίαν μας, κύριοι, νὰ γεννῶμεν ὁμοιότητας ἐκεῖ ὅπου δὲν
1382ὑπάρχουσι, καὶ νὰ ἀποφασίζωμεν μόνον διότι τὸ θέλομεν, χω-
1383ρὶς νὰ συλλογιζώμεθα τὰς συνεπείας τῆς αὐθαιρέτου θελήσεως.
1384Τί ἔπραξε, κύριοι, ὁ νόμος τοῦ 1861; Ἀφῄρεσε τὰ μέταλλα ἀπὸ
1385τὴν ἐπιφάνειαν. Ἀλλ’ ἀπετέλουν περιουσίαν αὐτὰ τὰ μέταλλα;
1386Ὄχι. Ἀφ’ ὅτου ὁ Θεὸς ἔκτισε τὸν κόσμον τὰ μέταλλα ἔκειντο
1387ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν καὶ οἱ κύριοι τῆς ἐπιφανείας διαδοχικῶς
1388καθ’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς αἰῶνας ὑπῆρχον ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας καὶ
1389τὴν ἐκαλλιέργουν καὶ τὴν διέθετον καὶ τὴν ἀπηλλοτρίωνον καὶ
1390τὴν ἐμίσθωνον καὶ ποτὲ κανεὶς δὲν ἐγνώριζεν ὅτι ὑπὸ τὸ ἔδα-
1391φος αὐτὸ ἦτο εἷς τοιοῦτος πλοῦτος. Ἄγνοια λοιπὸν πλήρης τοῦ
1392πράγματος διὰ τὸν κόσμον δὲν ὑπῆρχε, δὲν ἐννοῶ πῶς εἰμπορεῖ
1393νὰ ὑπῆρχε διὰ τὸ ἄτομον. Ὑπάρχει καμμία ὁμοιότης μὲ τὸν
1394νόμον τοῦ 1871; Πρόκειται κ’ ἐνταῦθα περὶ περιουσίας, ἢ περὶ
1395μετάλλων ἀγνώστων; πρόκειται περὶ ὕλης, ἥτις δὲν ὑπάρχει
1396ἐν τῷ κόσμῳ τῷ βιομηχανικῷ καὶ τῷ ἐμπορικῷ; Ὄχι, κύριοι,
1397τοῦτο ὅστις τὸ ἰσχυρισθῇ, θέλει εἰπεῖ ἓν ψεῦδος. Αἱ ἐκβολάδες
1398ὑπάρχουν, ἔχουν ἀξίαν, δύνανται νὰ ὑποκύψουν εἰς ἰδιοκτησίαν
1399καὶ πρέπει νὰ ἔχουν τινὰ ἰδιοκτήτην· δὲν εἶναι ἄγνωστοι, εἶναι
1400μάλιστα καταμετρημέναι καὶ ὄχι μόνον καταμετρημέναι, ἀλλὰ
1401καὶ ἀναλελυμέναι καὶ εἶναι τοιαύτη ἡ οὐσία αὐτῶν, ὥστε εἶναι
1402χρήματα ἐντὸς τοῦ κιβωτίου. Ποίαν ἀναλογίαν δύνασθε νὰ εὕ-
1403ρητε μεταξὺ τοῦ νόμου τοῦ 1861 καὶ τοῦ νόμου τοῦ 1871;
1404Εἶσθε νομοθέται, τὸ ἐννοῶ· ἀλλὰ δὲν δύνασθαι νὰ νομοθετῆτε
1405ὅ,τι θέλετε καὶ ὅταν μάλιστα ἔρχεσθε καὶ δίδετε ὡς λόγον
1406τοῦ νομοθετήματός σας, λόγον, ὅστις δὲν ἔχει καμμίαν ὑπό-
1407στασιν, τότε νομίζω ὅτι ἐκδίδετε νόμον ὄχι σεβαστόν.
1408Εἶναι τόσον ἀσυμβίβαστα, κύριοι, αὐτὰ τὰ δύο πράγματα,
1409αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1861 καὶ αἱ διατάξεις τοῦ νόμου
1410τοῦ 1871, ὅσον ἀσυμβίβαστοι εἶναι αἱ διατάξεις τοῦ 1861
1411μὲ τὸ παράδειγμα τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς ἀναφέρω. Ὑποθέσατε, ὅτι
1412ψηφίζετε νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον κηρύττονται ὅλα τὰ μωρεό-
1413δενδρα τὰ ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας ἐθνικά· παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον
1414ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοῦ δείξῃ τὴν διαφορὰν ἡ ὁποία
1415ὑπάρχει μεταξὺ τῆς πρώτης ἀναλογίας καὶ τῆς δευτέρας. Τὰ
1416μωρεόδενδρα εἶναι εἰς τὴν ἐπιφάνειαν καὶ φαίνονται, εἶναι πε-
1417ριουσία γνωστὴ, δύναται νὰ ἔχῃ ἰδιοκτήτην. Τί εἶναι αἱ ἐκ-
1418βολάδες αἱ ὁποῖαι κεῖνται εἰς τὴν ἐπιφάνειαν; καταμετροῦνται,
1419ἀναλύονται, εἶναι γνωσταὶ, εἶναι περιουσίαι. Τὸ ἐννοῶ ὅτι εἰς
1420τὴν συνείδησίν σας δὲν θὰ προξενήσῃ πολλὴν ἐντύπωσιν τὸ πα-
1421ράδειγμα, διότι ἠξεύρετε ὅτι τὰ μέταλλα ἀνήκουσιν καὶ ἀνῆ-
1422κον ἀείποτε εἰς τὸ Κράτος, ἀλλ’ ἀφαιρέσατε αὐτὴν τὴν ἰδέαν
1423ἀπὸ τὸν νοῦν σας, διότι ἴσα ἴσα αὐτὸ εἶναι τὸ πρᾶγμα ὅπερ
1424μᾶς χωρίζει, ὁ λόγος ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ
1425οὐδεμία ὁμοιότης καὶ οὐδεμία σύγκρισις. Ἀλλὰ τότε, κύριοι, ὁ
1426λόγος τοῦ νόμου τοῦ 1871 πρέπει νὰ προϋπάρχῃ τοῦ νόμου
1427τοῦ 1861 καθιερῶν τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου. Ἂς σαφηνίσω-
1428μεν λοιπὸν ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1871 ἀφορμὴν καὶ αἰτίαν ἔχει τὸ
1429δικαίωμα τὸ ὁποῖον τὸ κράτος εἶχε πάντοτε ἐπὶ τῶν ἐκβολά-
1430δων· ἂς εὕρωμεν τὸν λόγον τοῦτον, ἂς τὸν γνωρίσωμεν καὶ ἂς
1431τὸν βεβαιώσωμεν. Ἀλλ’ ἐνόσῳ προσφεύγωμεν εἰς ἀναλογίας
1432πρὸς τοὺς νόμους τοῦ 1861, τὰ πάντα μένουσιν ἀμφίβολα.
1433Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1861, τὰ πάντα μένουσιν ἀμφίβολα.
1434Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1861 περιπλέον δὲν ἐγένετο καμμία ἀ-
1435δικία ἀπολύτως, διότι, ὄχι μόνον ὁ ἐπιφανειοῦχος ἠγνόει ὅτι ὑ-
1436πάρχουσι τὰ μέταλλα, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐζήτησε νὰ τὰ μεταλλεύ-
1437σῃ, ἢ, καὶ ἂν τὸ ἐζήτησεν, ἐθεωρήθη ἀνεπαρκής. Ἐδῶ ὅμως τοι-
1438αύτη περίστασις δὲν ἀπαντᾶται. Περιπλέον ὁ νομοθέτης τοῦ
14391861 ἐσκέφθη ὅτι δὲν συμφέρει νὰ ὑπάρχῃ νεκρὸς ὁ πλοῦτος
1440ὁ ὑπὸ τὴν γῆν καὶ τὸν ἔδωσεν εἰς τὸν ἔχοντα τὰ κεφάλαια καὶ
1441τὴν ἱκανότητα νὰ τὸν χρησιμοποιήσῃ· καὶ τὸν ἔδωκεν ὁλόκλη-
1442ρον πρὸς ὠφέλειαν αὐτοῦ, ὅστις θέλει διατρέξει τοὺς κινδύνους
1443διὰ νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτόν. Τί γίνεται ὅμως διὰ τοῦ νόμου
1444τοῦ 1871; ἡ περιουσία αὕτη μεταβαίνει ὁλόκληρος εἰς τὸ δη-
1445μόσιον. Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκο-
1446νομικῶν νὰ ἀποσύρῃ ἐντελῶς αὐτὴν τὴν θεωρίαν, τὴν σύγκρισιν
1447καὶ τὴν ἀναλογίαν. Δὲν ἠμποροῦμεν ἡμεῖς νὰ ψηφίσωμεν νόμον
1448διὰ τοῦ ὁποίου αἱ ἐκβολάδες, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν, καὶ κατε-
1449μετρήθησαν, καὶ ἀναλύονται, καὶ εἶναι ἐπιδεκτικαὶ μετατροπῆς
1450εἰς χρήματα, νὰ ψηφίσωμεν ὅτι αὐταὶ αἱ ἐκβολάδες ἐξομοι-
1451οῦνται μὲ τὰ μέταλλα τὰ ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν καὶ ὅτι διὰ
1452τοῦτο δίδονται εἰς τὸ δημόσιον· διότι, κύριοι, θὰ μᾶς κατηγο-
1453ρήσωσιν ὡς δημευτὰς τῆς ἰδιωτικῆς περιουσίας, διότι δίδομεν
1454ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ζωὴν, δι’ αὐτῆς τῆς ἀφομοιώσεως καὶ τῆς συγ-
1455κρίσεως, εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ὑπάρξεως ἰδιωτικῆς περιουσίας, ἰδέαν
1456ἥτις ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1861, ὡς μὴ ὤφειλε. Ἂς φύγωμεν
1457λοιπὸν, κύριοι, ἐντελῶς ἀπὸ τοιαύτας θεωρίας, αἱ ὁποῖαι τεί-
1458νουν νὰ σαλεύσουν τὸ οἰκοδόμημα, δηλ. τὸν νόμον τοῦ 1871.
1459Δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐλαχίστη ἰδέα περὶ ἰδιοκτησίας ἰδιω-
1460τικῆς· πρέπει νὰ λείψῃ ἀπὸ τὸ ἄρθρον 11 πᾶσα ἰδέα ὅτι δί-
1461δομεν ἀποζημίωσιν, ἔστω καὶ ἂν ὄχι ἐκ τοῦ εἰσοδήματος· καὶ ἂς
1462λείψῃ συγχρόνως πᾶσα προσφυγὴ εἰς τὸν νόμον τοῦ 1861, ὅστις
1463ἔχει τοιαύτην βάσιν καὶ τοιαύτην ἀρχήν. Ἠναγκάσθην δὲ, κύ-
1464ριοι, νὰ ἀναφέρω τὸ περὶ τοῦ νόμου τοῦ 1861, διότι προέρχε-
1465ται ἀπὸ τὸν εἰσαγαγόντα τὸν νόμον ὑπουργόν, καὶ ἂν δυστυ-
1466χῶς, ὑπερισχύσῃ ἡ ἰδέα αὕτη, τοῦ νὰ ἀφήσωμεν τὸν νόμον
1467ἄνευ τοῦ ὑποστηρίγματος, ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσι καὶ πάν-
1468τοτε ἦσαν ἐθνικαί, εἴτε μὲ ἀτελῆ τινα φράσιν, ἥτις ἀνοίγει τὰς
1469θύρας εἰς τὰ δικαστήρια, πρὸς ἑρμηνείαν, εἴτε μὲ ἄλλας προσ-
1470θέτους διατάξεις, τότε ὁ εἰρημένος λόγος, εὑρισκόμενος ἐντὸς
1471τῆς ἐκθέσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, θέλει ἐπηρεάσει
1472σφόδρα τὴν ψῆφον τοῦ δικαστοῦ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι καὶ ὁ νόμος
1473τοῦ 1861 προέρχεται ἐκ τῆς αὐτῆς ἰδέας, ἐκ τῆς ὁποίας
1474φρονῶ ὅτι προέρχεται καὶ τὸ δικαίωμά μας ἐπὶ τῶν ἐκβολά-
1475δων· διότι καὶ ὁ νόμος τοῦ 1861 πηγὴν ἔχει ὅτι τὰ μέταλλα,
1476εἴτε ὑπεράνω εἴτε ὑποκάτω τῆς γῆς, ὁπουδήποτε ὑπάρχουν, ἀ-
1477νήκουσιν εἰς τὸ νόμισμα τὸ βασιλικόν. Ἀλλ’ ἐάν, κ. ὑπουργέ,
1478αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἔχετε, τότε πᾶσα συζήτησις εἶναι περιττή·
1479τότε ἂς συμφωνήσωμεν οἱ πάντες, ὅτι αἱ ἐκβολάδες εἶναι νο-
1480μήματα καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ συζητῶμεν περιπλέον· ὀ-
1481χυρόνεσθε ὅμως ὄπισθεν μιᾶς ἰδέας ὅτι ἐξαδυνατίζομεν τὸν νό-
1482μον, στηρίζοντες αὐτὸν ἐπὶ μιᾶς καὶ μόνης βάσεως. Τοῦτο, κύ-
1483ριοι, δὲν τὸ δέχομαι· διότι ἐὰν ἡ βάσις αὕτη ἦναι εὐρεῖα, τὸ
1484οἰκοδόμημα δύναται νὰ σταθῇ καὶ ἐπὶ μιᾶς μόνης βάσεως· ἐὰν
1485ὅμως δὲν ἦναι εὐρεῖα, τότε ὁ νόμος σας εἶναι ἄδικος. Ἐὰν δὲν
1486ἔχωμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὑπάρχει εἷς λόγος ὅστις μᾶς δικαιο-
1487λογεῖ νὰ νομοθετήσωμεν, ὅπως πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν, καὶ
1488θέλομεν διὰ τῆς ἀοριστίας νὰ ἀρυσθῶμεν δύναμιν, εἶναι ἀνάξιον
1489νὰ ψηφίσωμεν, ὅ,τι καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν· διότι τὸ ἔθνος δὲν
1490ἐπιθυμεῖ, εἶμαι βεβαιότατος, νὰ ἀδικήσῃ κανένα· καὶ αὐταὶ
1491αἱ ἐκβολάδες, αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται ὡς περιουσία σημαν-
1492τικὴ, καὶ αὐταὶ ἂς μένωσιν εἰς τοὺς ἰδιώτας, ἂν τὸ δημόσιον
1493δὲν ἔχῃ ἐπ’ αὐτῶν δικαίωμα. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχῃ δικαίωμα, μὴ μᾶς
1494λέγετε ὅτι, ἐὰν στηριχθῶμεν ἐπ’ αὐτοῦ μόνον, ὁ νόμος μας εἶ-
1495ναι ἀσθενής· χωρὶς νὰ τὸ θέλετε ἀποδεικνύετε ὅτι σαλεύεσθε.
1496Θὰ σᾶς ἀναφέρω εὐθὺς ἀμέσως τὰ ἀποφασισθέντα περὶ σκωριῶν
1497τὰ ὁποῖα εἶναι βεβαίως πολὺ λυπηρὰ, διότι ἴσως μετὰ τὴν ἀ-
1498πόφασιν, ἥτις ἐξεδόθη τοῦ Πρωτοδικείου, ἀπωλέσαμεν τὰ 98/000
1499τῶν ἐλπίδων μας.
1500Σᾶς ἀνέφερα καὶ εἰς τὴν πρώτην μου ὁμιλίαν πρὸ τινων ἡ-
1501μερῶν, καὶ τὸ ἀνέφεραν ἄλλοι κατόπιν ἀγορεύσαντες συνάδελ-
1502φοι, ὅτι ἐξεδόθη ἀπὸ τὸ Πρωτοδικεῖον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν
1503σκωριῶν ἀπόφασις κατὰ τοῦ δημοσίου· ἐφρόντισα νὰ προμη-
1504θευθῶ τὴν ἀπόφασιν διὰ νὰ ἴδητε εἰς τί συνίσταται τοῦτο τὸ
1505κατά.
1506«Ἐπειδὴ κατὰ τὰ ἐκτεθέντα εἶναι δεδοκιμασμένον ὅτι τὸ
1507Δημόσιον εἶναι κύριον τῶν γαιῶν ἐφ’ ὧν ἔκειντο ἢ κεῖνται αἱ
1508ἐπίδικοι σκωρίαι, τοῦτο ὅμως δὲν ἀρκεῖ πρὸς θεμελίωσιν τῆς
1509ἐπ’ αὐτῶν κυριότητός του, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται νὰ ἔχωσιν αὗται
1510δεσμόν τινα πρὸς τὰς γαίας ὡς ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ παρέπωνται
1511αὐταῖς ὡς πρὸς τὴν κυριότητα, κατὰ τὰς τοῦ ἀστικοῦ δικαίου
1512ἀρχὰς, διότι οὐδεμία τοῦ ἀστικοῦ δικαίου διάταξις ὁρίζει ὅτι
1513ὁ κύριος τοῦ ἐδάφους εἶναι καὶ κύριος τοῦ πράγματος, ὅπερ εὑ-
1514ρίσκεται ἁπλῶς ἐπιτεθειμένον ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ
1515ἦναι αὐτοτελὲς (ἴδε καὶ νόμους 26 § καὶ 60,41,12 πανδε-
1516κτῶν). Τοὐναντίον δὲ κατὰ τὰς περὶ προσαυξήματος καὶ προ-
1517σαυξήσεως ἀρχὰς, ἀπαιτεῖται πρὸς ἀπόκτησιν τῆς κυριότητος
1518ἡ ὕπαρξις φυσικῆς ἑνότητος (ἴδε κατωτέρω 22–25 αἰτιολο-
1519γίας)· τὸ δὲ ἀπὸ 17 Νοεμβρίου 1836 Β. διάταγμα περὶ δα-
1520σῶν, ὅπερ κατὰ τὴν ἐκτεθεῖσαν ἀνωτέρω ἀπόφασιν εἶναι ὁ τί-
1521τλος τῆς κυριότητος τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῶν γαιῶν, δὲν μετέ-
1522βαλε τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἁπλῶς ὁρίσαν ὅτι ὅλα τὰ δάση περὶ
1523τῶν ὁποίων δὲν ἤθελον παρουσιασθῆ τίτλοι κυριότητος ἰδιωτικῆς
1524κατὰ τὰ ἄρθρα 1–3 αὐτοῦ θεωροῦνται ὡς ἐθνικὰ· ὡσαύτως
1525δὲ ὁ ΔΙΓ. νόμος περὶ τῆς φορολογίας τῶν σκωριῶν τοῦ Λαυρίου
1526ὥρισε μόνον, ὅτι τὸ Δημόσιον δικαιοῦται νὰ λάβῃ τὸ ἐν αὐτῇ
1527ἀναφερόμενον ποσὸν λόγῳ ἀποζημιώσεως τῆς κυριότητος ἐπὶ
1528τῶν ἀναγνωρισθησομένων νομίμως ἐθνικῶν· ἀλλὰ τοὐναντίον,
1529ὡς προκύπτει ἐξ ὅλου τοῦ περιεχομένου τοῦ νόμου, ἐκ τῆς αἰ-
1530τιολογικῆς τοῦ ὑπουργοῦ ἐκθέσεως καὶ τῶν πρακτικῶν τῆς
1531Βουλῆς, ὁ νόμος ἐνομοθετήθη μόνον ὅπως ὁρισθῶσι τὰ δικαιώ-
1532ματα τοῦ Δημοσίου κατὰ τῆς ἑταιρίας ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον
1533ἀναγνωρισθῆ νομίμως ὡς ἐθνικαὶ αἱ σκωρίαι καὶ μεταβληθῶσι
1534κατὰ τοῦτο αἱ τοῦ κοινοῦ δικαίου ἀρχαὶ, ἀποκλειομένης τῆς
1535διεκδικήσεως τῶν σκωριῶν καὶ ὁριζομένης τῆς ἕνεκα αὐτῶν
1536ἀποζημιώσεως· ἡ δὲ ἐκδίκασις τοῦ ζητήματος τῆς κυριότητος
1537τῶν σκωριῶν κατελήφθη εἰς τὰ δικαστήρια, καθόσον ἰδίως ὁ
1538ὑπουργὸς ἐν τῇ δικαιολογητικῇ ἐκθέσει αὐτοῦ, ῥητῶς ἀναφέρει
1539ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας τῶν σκωριῶν ὑπάγεται εἰς τὴν
1540σφαῖραν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ διὰ τοῦτο τὸ Δημόσιον
1541θὰ προσφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια ὡς ἔπραξεν.»
1542Σᾶς ἀναγινώσκω τὴν ἀπόφασιν, κύριοι, καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λό-
1543γον· ἵνα ἴδητε ὅτι, κατὰ τὴν κρίσιν τῶν Πρωτοδικῶν, ἠλατ-
1544τώθησαν δύο λόγοι, ἐκ τῶν λόγων ἐφ’ ὧν κατά τινας ἠδυνά-
1545μεθα νὰ στηρίξωμεν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἠλαττώθη ὁ
1546λόγος, ὅτι εἴμεθα κύριοι τῶν δασῶν· ἠλαττώθη προσέτι ἡ θεω-
1547ρία περὶ κινητῶν· ἠλαττώθη δὲ, ἂς τὸ εἴπω καὶ τοῦτο, μία
1548ἐλπὶς ἡ ὁποία ηὐχόμην νὰ ἤθελε πραγματοποιηθῆ, τοῦ ἀξιοτί-
1549μου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἰδοὺ τί εἶπεν ὁ ὑπουργὸς ὅτε
1550μᾶς εἰσήγαγεν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. «Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπι-
1551τόπιος μετάβασίς μου οὐδόλως μὲ ἐφώτισεν ὡς πρὸς τὸ ζή-
1552τημα, τὸ ὁποῖον ἐσυζητήθη καὶ ἐνταῦθα καὶ μεταξὺ τῶν νομο-
1553μαθῶν, περὶ τοῦ ἐὰν δηλ. αἱ ἐκβολάδες ἢ τὰ μεταλλοῦχα χώ-
1554ματα ᾖναι κινητὰ ἢ ἀκίνητα. Ἐσχημάτισα ὅμως ἀδιάσειστον
1555πεποίθησιν, ὅτι ὁ τόπος ἐφ’ οὗ εὑρίσκονται αἱ ἐκβολάδες, εἶναι
1556δάσος καὶ ὡς τοιοῦτον ἀνήκει καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὸ δημόσιον,
1557δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1836, κατὰ τὸ ὁποῖον ὅλα τὰ δάση
1558κηρύττονται ἐθνικὴ ἰδιοκτησία, ἐὰν οἱ ἔχοντες τίτλους δὲν
1559τοὺς παρουσιάσωσι ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας, καθόσον οἱ ἀν-
1560τιποιούμενοι τὴν κυριότητα αὐτῶν κάτοικοι Κερατιᾶς δὲν πα-
1561ρουσίασαν τοιούτους· ἑπομένως τὸ δημόσιον δυνάμει τοῦ νόμου
1562ἐκείνου θέλει ἀναγνωρισθῆ ἰδιοκτήτης τῶν δασῶν. Ἀλλὰ κατὰ
1563δυστυχίαν τὸ δημόσιον δὲν ἔχει σήμερον τὴν κατοχὴν αὐτῶν,
1564ὑφίσταται δὲ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐκκρεμὴς δίκη μεταξὺ δημο-
1565σίου καὶ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Κερατιᾶς. Ὥστε, κύριοι,
1566βλέπετε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον εἰσήχθη πρό τινος και-
1567ροῦ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐγένοντο ὅλαι αἱ
1568συζητήσεις, δὲν ἤθελεν ἔχει καμμίαν ἐφαρμογὴν, διότι τὸ νο-
1569μοσχέδιον ἐκεῖνο ἀπέβλεπεν ἐκβολάδας εὑρισκομένας ἐπὶ ἰδιω-
1570τικῶν γαιῶν, καὶ κατὰ τὴν πεποίθησίν μου τοιαῦται δὲν ὑπάρ-
1571χουν, διότι ὅλος ὁ τόπος ἐπὶ τοῦ ὁποίου εὑρίσκονται ἐκβολάδες
1572εἶναι δάσος καὶ ὀγλήγωρα ἢ ἀργὰ θέλει ἀναγνωρισθῆ παρὰ
1573τῶν δικαστηρίων ὡς ἐθνικὴ περιουσία.»
1574Ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐγέ-
1575νετο τὴν 17 Ἀπριλίου, ἡ δὲ ἀπόφασις εἶχεν ἐκδοθῆ τὴν 10ην.
1576§58ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συγχωρήσατέ μοι μίαν παρατήρησιν· ὅτι
1577τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκβολάδων δίδει ἄλλον ὁρισμὸν παρ’ ἐκεῖνον
1578τὸν ὁποῖον δίδει ὁ νόμος περὶ σκωριῶν, διότι τὸ νομοσχέδιον
1579περὶ ἐκβολάδων λέγει ῥητῶς «αἱ ἐκβολάδες αἱ εὑρισκόμεναι ἐπὶ
1580ἐθνικῶν γαιῶν θέλουσι διατεθῆ δι’ εἰδικοῦ νόμου.» Δὲν ἐξηγεῖται
1581ὡς ἐξηγεῖται ὁ νόμος περὶ σκωριῶν, αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά· τὸ
1582νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον παρουσιάσαμεν δὲν εἶναι συντεταγμένον
1583ὡς εἶναι συντεταγμένος ὁ νόμος τῶν σκωριῶν, ἀλλὰ λέγει «αἱ
1584ἐκβολάδες αἱ εὑρισκόμεναι ἐπὶ ἰδιωτικῆς γῆς θέλουσι φορολογηθῆ
1585οὕτω καὶ οὕτω, αἱ δὲ ἐπὶ ἐθνικῆς θέλουσι διατεθῆ δι’ εἰδικοῦ
1586νόμου.»
1587§59ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅ,τι ἐννοήσατε διὰ τῆς ἐκθέσεώς σας εἶναι
1588τοῦτο· «ὅτι ματαίως ἐγένοντο αἱ ἐπιθέσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο
1589κατὰ τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου σας, διότι τὸ νομοσχέδιόν
1590σας ἀφοροῦσε μόνον τὰς ἰδιωτικάς, ἰδιωτικαὶ δὲ δὲν θὰ ὑπάρ-
1591ξωσιν, διότι θὰ κερδήσωμεν τὰ δάση. Ἐν τούτοις σᾶς λέγω ὅτι
1592καθ’ ἣν ἡμέραν εἰσηγάγετε τοιοῦτον νόμον ἡ δίκη περὶ δασῶν
1593ἦτον ἀπωλεσμένη.
1594§60ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο διὰ τὰ δάση, ἀλλὰ διὰ τὰς σκωρίας.
1595§61ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ ἐννοούμεθα. Δύνασθε νὰ κερδήζητε ὅσον
1596θέλετε τὰς δίκας περὶ δάσους, ἡ ἀπόφασις τοῦ Πρωτοδικείου ἔ-
1597λυσε τὸ ζήτημα καθαρῶς «μὲ τὸ νὰ ἦσθε κύριοι τῶν δασῶν
1598δὲν εἶσθε καὶ κύριοι τῶν σκωριῶν.»
1599§62ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι δὲν τὸ λέγει ὁ νόμος περὶ σκωριῶν·
1600δὲν λέγει ὅτι αἱ σκωρίαι αἱ εὑρισκόμεναι ἐπὶ ἐθνικῆς γῆς ἀνή-
1601κουν εἰς τὸ δημόσιον, λέγει αἱ ἀναγνωρισθεῖσαι ὡς ἐθνικαί.
1602§63ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ὑπάρχει διαφορά. Ἐγὼ λέγω ὅτι τὸ
1603ἀποτέλεσμα τῆς ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου εἶναι καθαρὸν ἤδη.
1604Ἐκερδήσαμεν τὰ δάση καὶ ὑποθέτω ὅτι τὰ ἐκερδήσαμεν ὅλα
1605ὑποθέτω ὅτι ἐκερδήσαμεν τὸ ζήτημα, ὅτι ὅπου ὑπάρχουν σκω-
1606ρίαι ἐκεῖ ὑπάρχουν δάση· ὑποθέτω διὰ μίαν στιγμὴν ὅτι μίαν το-
1607σοῦτον γενικὴν νίκην ἦρε τὸ δημόσιον· τὸ πρωτοδικεῖον λέγει:
1608«δὲν σᾶς ἀναγκαιοῖ νὰ ἔχητε εἰς χεῖρας τελεσίδικον ἀπόφασιν,
1609ἡ ὁποία νὰ σᾶς κηρύττῃ κυρίους τῶν δασῶν ὑπὸ τὰ ὁποῖα ὑπάρ-
1610χουσι σκωρίαι ἵνα ἦσθε κύριοι τῶν σκωριῶν, διότι αἱ σκωρίαι
1611ἀποτελοῦσιν ἀντικείμενον ἀνεξάρτητον τοῦ ἐδάφους, καὶ δὲν
1612παραδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης
1613ὅτι τὰ ἐπικείμενα εἴκει τοῖς ὑποκειμένοις, ἐκτὸς ἐὰν πρόκηται
1614περὶ ἀνοικοδομήσεως ἢ περὶ φυτείας ἢ περὶ συσσωματώσεως χω-
1615μάτων.» Βλέπετε ὅτι μίαν μεγάλην ἐλπίδα προσόδου ἣν εἴχο-
1616μεν, κινδυνεύομεν νὰ τὴν χάσωμεν· διότι τὸ πρωτοδικεῖον εἰς
1617αὐτὴν τὴν δίκην παρεδέχθη κατ’ ἀρχὴν οὐχὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον
1618ὑπεστήριξεν ὁ κ. Κοντόσταυλος, (καὶ θὰ ἤμεθα εὐτυχεῖς ἂν ἤθελε
1619παραδεχθῆ τὴν γνώμην του), ἀλλὰ παρεδέχθη ὅτι ἡ κυριότης
1620τοῦ ὑπὸ τὰ δάση ἐδάφους δὲν μᾶς δίδει κανὲν δικαίωμα καὶ ὅτι
1621αἱ σκωρίαι δύνανται νὰ ἔχουν ἀνεξάρτητον ἰδιοκτήτην. Ὅταν
1622λοιπόν, κύριοι, σαλεύεται αὐτὸς ὁ λόγος τῆς θεωρίας περὶ δασῶν
1623καὶ κινητῶν δὲν βλέπω εἰς τί ἡ ἀοριστία ὠφελεῖ, καὶ θὰ μοι
1624συγχωρήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ συζητήσω μετ’ αὐτοῦ αὐτὴν τὴν
1625στιγμὴν τὸ ζήτημα τῶν νομισμάτων ἐν ὀλίγοις.
1626Ἐὰν ἤθελε παρουσιασθῆ εἰς τὸν κ. Σωτηρόπουλον πρὸ τοῦ
16271861 εἷς ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἤθελε τῷ εἴπει, ὅτι εὑρῆκε μέ-
1628ταλλα, ὅτι προσφέρει εἰς τὸ δημόσιον 1, 3, 5, 10%,
1629καὶ παρακαλεῖ νὰ τῷ ἐπιτρέψῃ νὰ τὰ μεταλλευθῇ καὶ καμι-
1630νεύσῃ, τί ἤθελεν εἴπει ὁ κ. Σωτηρόπουλος; δὲν ἠξεύρω τί ἤθελεν
1631εἰπεῖ· ἠξεύρω μόνον τί δὲν ἤθελεν εἴπει. Ποτὲ δὲν θὰ ἔλεγεν
1632ὅτι δὲν εἶναι δική μου δουλειά. Ὡς εὐσυνείδητος ὑπουργὸς εἶχε
1633τὴν εὐθύνην καὶ τὸ καθῆκον νὰ διαχειρίζηται τὰ μεταλλεῖα
1634ὡς νομίσματα βασιλικὰ καὶ ἐθνικά· ἦτο ἐκ τῶν καθηκόντων καὶ
1635τῆς δικαιοδοσίας του καὶ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φροντίζῃ περὶ
1636τούτου. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ:
1637«δὲν ἔχω τρόπον πῶς νὰ τὰ διαθέσω,» ποτὲ ὅμως νὰ εἴπῃ «δὲν
1638ἔχω δικαίωμα.» Ποτὲ δὲν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν ποιοῦντα
1639τὴν πρότασιν: «πήγαινε νὰ κάμῃς ὅ,τι θέλεις, διότι δὲν ἐν-
1640διαφέρομαι.» Καὶ ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἐποχῆς προγενεστέρας τοῦ
16411843 δὲν εἶχε παρὰ νὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὸν βασιλέα δι’ ἀνα-
1642φορᾶς του καὶ νὰ εἴπῃ «αὐταὶ αἱ προτάσεις εἶναι καλαί, ἐπι-
1643τρέψατε, μεγαλειότατε, ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους νὰ συγχωρήσω
1644τὴν μετάλλευσιν.» Ἐάν δὲ ἡ πρότασις ἤθελε γίνει μετὰ τό 1843
1645δὲν εἶχε παρὰ ν’ ἀποταθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ὁ νόμος τοῦ
16461833 δὲν περιλαμβάνει διατάξεις περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαθέ-
1647σεως· εἶναι ὅμως νόμος πλήρης καὶ ἀναμφισβήτητος, καθ’ ὅσον
1648ἀφορᾷ τὴν ἀρχὴν καὶ ὡς πρὸς τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ ὑπουργοῦ
1649τοῦ διατηρεῖν καὶ καρποῦσθαι τὸ νόμημα τοῦτο. Τὸ νόμημα
1650ὑπάρχει ἀφ’ ἧς ἐσυστήθη τὸ ἑλληνικὸν βασίλειον καὶ ἐφηρμόσθη
1651ἀείποτε. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ
1652νομήματος· ἐῤῥέθησαν τόσα πολλὰ περὶ αὐτοῦ ὥστε ἡ ἐξακο-
1653λούθησις τοῦ ἀγῶνος εἶναι περιττή. Ἀλλὰ δὲν καταλαμβάνω πῶς
1654μᾶς εἶναι συγκεχωρημένον ν’ ἀποφεύγωμεν τὸν ἀκράδαντον λόγον
1655τοῦτον καὶ ν’ ἀναζητῶμεν εἰς τὴν ἀοριστίαν τὰ δικαιώματά μας
1656Ταῦτα λέγων δὲν ἐννοῶ νὰ τεθῇ ἐντὸς τοῦ νόμου ὁ λόγος τῶν
1657νομημάτων, ἀλλ’ ἀποκρούω ὅλας τὰς θεωρίας καὶ ὅλους τοὺς
1658δισταγμοὺς, οἵτινες ἀποδεικνύουσιν ὅτι σαλεύεται ἀκόμη τινῶν
1659ἡ συνείδησις· ἀποκρούω προσέτι καὶ τὴν ἰδέαν, ἡ ὁποία ὑπεστη-
1660ρίχθη ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὰς συζητήσεις αἱ ὁποῖαι ἐγέ-
1661νοντο πρὸς καταρτισμὸν αὐτοῦ τοῦ νόμου, νὰ ἐξαχθῇ ὁ λόγος ἐκ
1662τοῦ ὁποίου τὸν νόμον τοῦτον δημιουργοῦμεν. Ἀποκρούω καὶ τὴν
1663δευτέραν ἰδέαν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκφρασθῇ ἐν τῷ νόμῳ ὅτι τὸ
1664δικαίωμα τοῦτο ἀνέκαθεν ὑπῆρχεν εἰς τὸ κράτος. Διὰ τοῦτο,
1665κύριοι, πολὺ εὐχαριστήθην ὅταν ἤκουσα πρό τινων ἡμερῶν τὸν
1666ἀξιότιμον κ. Ζαΐμην νὰ ἐκφρασθῇ τόσον ῥητῶς περὶ τούτου, νὰ
1667θεωρήσῃ τὴν ἔκφρασιν τῆς βουλευτικῆς προτάσεως κατάλληλον
1668καὶ νὰ παρακαλέσῃ τὸν ὑπουργὸν νὰ μὴ φέρῃ καμμίαν ἀντίῤῥησιν
1669ὡς πρὸς τοῦτο, ἵνα ὑπάρξῃ πλήρης ὁμοφωνία ὡς πρὸς τὴν σύν-
1670ταξιν τοῦ ἄρθρου· καὶ νομίζω ὅτι ἡ πλαγία πρότασις, ὡς εἶναι
1671ἐκτεθειμένη εἰς τὸ βουλευτικὸν σχέδιον εἶναι πλήρης· τὸ δὲ ἀφο-
1672ριστικὸν ἐκεῖνο τῆς ἐκφράσεως τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου ἐν
1673ἄρθρῳ 2, ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος, εἶναι ὅ,τι
1674ἐπικίνδυνον. Ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ἠλείας χθὲς, τὸν
1675κ. Κρεστενίτην νὰ θεωρήσῃ τὴν ἔκφρασιν ταύτην ἰσχυρὰν καὶ
1676ζωηράν· καὶ ἰσχυρὰ μὲν εἶναι καὶ ζωηρὰ, ἀλλ’ ὑπὸ ἔποψιν νομι-
1677κὴν εἶναι ὅλως διόλου ἀσθενὴς, διότι δὲν θὰ εὑρεθῇ κανεὶς νομι-
1678κὸς, ὁ ὁποῖος νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος ἐννοεῖ
1679ὅτι ἀνῆκον καὶ προτήτερα· ἀλλὰ θὰ εἴπῃ ὅτι ἀνήκουσιν ἀπὸ
1680σήμερον καὶ εἰς τὸ ἑξῆς. Ἐνθυμοῦμαι ἤδη τὸν κύριον ὑπουργὸν
1681τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ ὀπισθοδρομικὴ δύνα-
1682μις τοῦ νόμου εἶναι ἀδύνατος καὶ ἂν ἀκόμη τὸ ἄρθρον συντα-
1683χθῇ ὅπως γίνεται ἡ πρότασις.
1684§64ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶπον
1685αὐτό· ὡμίλησα περὶ τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας, ἀπαντῶν εἰς τὸν
1686κ. Σαράβαν.
1687§65ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔχετε δίκαιον.
1688Αὐτὴ ἡ φράσις τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου εἶναι καὶ δι’ ἕνα
1689ἄλλον λόγον ἐπικίνδυνος· οὐ μόνον τὸ ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος
1690ἐννοεῖ τὸ μέλλον, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Σαράβας, κατὰ τὴν ἀρχὴν
1691ὅτι οἱ νόμοι δὲν ἔχουν ὀπισθενεργὸν δύναμιν, ἀλλὰ καὶ δι’ ἑτέ-
1692ραν διάταξιν, τὴν ὁποίαν περιέχει καὶ ἡ ὁποία αἴρει πᾶσαν
1693ἀμφιβολίαν. Διότι ὁ νομοθέτης δύναται εἰς τὸν νόμον του, ἐ-
1694ναντίον τῆς ἀρχῆς τῆς μὴ ὀπισθενεργείας τῶν νόμων, νὰ δια-
1695τάξῃ ῥητῶς τὸ ὀπισθενεργὸν αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου
1696οὐ μόνον δὲν ὑπάρχει εἰδικὴ διάταξις περὶ ὀπισθενεργείας, ἀλλ’
1697ἐν ἄρθρῳ ἕκτῳ κηρύσσεται ὅτι δὲν ἔχει ὀπισθενεργὸν δύναμιν
1698ὁ νόμος. Τὸ ἄρθρον ἀναφέρει τὰ ἑξῆς, «ἅμα γίνῃ γνωστὸν εἰς
1699τὴν κυβέρνησιν, ὅτι ἀνεκαλύφθησαν ἐκβολάδες τότε στέλλει καὶ
1700κάμνουν καταμετρήσεις κτλ.» καὶ δὲν ὑπάρχει οὐδαμοῦ διά-
1701ταξις ὁμιλοῦσα περὶ ἐκβολάδων ἀνακεκαλυμμένων ἤδη. Ὁ δι-
1702καστὴς, ὁ ὁποῖος θὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον οὐ μόνον θὰ σταμα-
1703τήσῃ ἐν ἄρθρῳ δευτέρῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν ἄρθρῳ ἕκτῳ, πραγματευο-
1704μένῳ περὶ τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων καὶ λέγοντι ῥητῶς,
1705ὅτι πρόκειται περὶ τῶν ἀνακαλυφθησομένων. Βλέπετε ὅτι ὁ
1706κίνδυνος εἶναι σπουδαῖος καὶ ἂν ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον, ὡς
1707ἔχει, ἰδοὺ ὁποῖα θὰ ᾖναι τὰ ἀποτελέσματα. Τὰ ἀποτελέσματα
1708θὰ ἦναι ὅτι αἱ ἐκβολάδες, ὅσαι μέχρι τοῦδε ἔχουσί τινα δῆθεν
1709ἰδιοκτήτην, δὲν θὰ διέπωνται ὑπὸ τοῦ ψηφιζομένου σήμερον
1710νόμου· δὲν ἠξεύρω τί θὰ γίνουν αἱ ἐκβολάδες, αἱ ὁποῖαι εἶναι
1711γνωσταὶ καὶ ἔχουν ἴσως ἕνα κατὰ παράβασιν τῶν νόμων ἰδιο-
1712κτήτην. Τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι ὁ νόμος ὁ παρὼν δὲν θὰ
1713διέπῃ αὐτάς· θ’ ἀφεθῇ εἰς τὰ δικαστήρια νὰ πλεύσουν τὸν Ὠ-
1714κεανὸν τῆς θεωρίας διὰ τοῦ ὁποίου διήλθομεν καὶ ἡμεῖς, δύο
1715μῆνας ἀσχολούμενοι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἀπόκειται εἰς
1716αὐτὰ ν’ ἀποφασίσουν ὅ,τι θελήσουν. Αὐτὰ θὰ ἦναι τὰ ἀποτελέ-
1717σματα, ἂν εἴπωμεν ἐν ἄρθρῳ δευτέρῳ «αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν
1718εἰς τὸ κράτος», καὶ ἐν ἄρθρῳ 6 ὅτι ἅμα γίνῃ γνωστὸν εἰς
1719τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἀνεκαλύφθησαν ἐκβολάδες, γίνεται τοῦτο
1720καὶ ἐκεῖνο.
1721Εἶναι ἄδικον, ἀφοῦ ὑπάρχει πλήρης πεποίθησις εἰς τὸ δίκαιον,
1722νὰ σταματῶμεν ἄνευ οὐδενὸς λόγου, ἀπέναντι ἑνὸς ζητήματος,
1723τὸ ὁποῖον ὅλοι κηρύττομεν ὅτι ἀπεφασίσαμεν ἤδη νὰ τὸ λύσω-
1724μεν καὶ τὸ ἐλύσαμεν.
1725§66ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί νὰ κάμωμεν;
1726§67ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί νὰ κάμωμεν, ἐρωτᾷ ὁ κύριος ὑπουργὸς
1727τῶν Οἰκονομικῶν· εἶναι πολὺ εὔκολον. Δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν
1728τὸν νόμον κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Σαράβα, χωρὶς νὰ εἴ-
1729πωμεν τίποτε περὶ τῆς ἰδιότητος τῶν ἐκβολάδων. Ἰδοὺ τὸ
1730πρῶτον, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν. Πρέπει
1731ὡσαύτως νὰ ἀποφύγωμεν ἐν τῷ νόμῳ πᾶσαν ἔκφρασιν, ἡ ὁποία
1732ἀποδεικνύει, ὅτι ἀποφασίζομεν μόνον περὶ τοῦ μέλλοντος καὶ
1733πρέπει ῥητῶς νὰ εἴπωμεν ἐν τῷ νόμῳ τὴν ἰδέαν, ἀδιάφορον
1734ἡ ἔκφρασις· ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι ἡ ἔκφρασις ὡς ὡμολόγησεν
1735ὁ κύριος Ζαΐμης, τοῦ βουλευτικοῦ σχεδίου εἶναι μᾶλλον πλήρης
1736Πρέπει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ῥητῶς, ῥητότατα καὶ ἀναμφισβήτως
1737χωρὶς νὰ ἀφήσωμεν στάδιον εἰς τὰ δικαστήρια πρὸς ἑρμηνείαν,
1738νὰ εἴπωμεν ὅτι ἀείποτε ἀνῆκον εἰς τὸ κράτος, καὶ διὰ τοῦτο
1739διατίθενται ὡς διατίθενται.
1740§68ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας βουλευτὴς
1741Μεσολογγίου περιωρίζετο ἁπλῶς νὰ ἐξετάσῃ ποία εἶναι ἡ κα-
1742ταλληλοτέρα ἔκφρασις διὰ τῆς ὁποίας δυνάμεθα νὰ δώσωμεν
1743ἰσχὺν καὶ κῦρος εἰς τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν, τοῦ νὰ
1744θεωρήσωμεν τὰς ἐκβολάδας ὡς περιουσίαν ἀνήκουσαν εἰς τὸ
1745κράτος, δὲν ἤθελα ἀποφασίσει νὰ λάβω καθόλου τὸν λόγον,
1746διότι οὐ μόνον περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐῤῥέθησαν ἀρκετὰ
1747καὶ ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἐσχημάτισεν ἤδη τὴν πεποίθησίν του, ἀλ-
1748λὰ καὶ διότι, τὸ κατ’ ἐμὲ, οὐδεμίαν σημασίαν δίδω ὁπωσδήπο-
1749τε καὶ ἂν συνταχθῇ ὁ νόμος· ἀρκεῖ, ὅτι δίδομεν εἰς τὴν ἐπι-
1750κράτειαν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ διαθέσῃ τὰς ἐκβολάδας, καὶ θεω-
1751ρῶ ἐντελῶς ἀδιάφορον, ἐὰν, καθὼς εἶπε καὶ ὁ κ. Σαράβας, οὐ-
1752δόλως μνημονεύητε ἐν τῷ νόμῳ τὴν φράσιν, ὅτι ἀνήκουσιν εἰς
1753τὴν ἐπικράτειαν, πολὺ δὲ περισσότερον ἂν ἐξηγηθῶμεν ὡς τὸ
1754ὑπουργικὸν νομοσχέδιον ἀναφέρει, ἢ ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν
1755φράσιν τὴν ὁποίαν περιέχει τὸ βουλευτικὸν νομοσχέδιον.
1756Ἡ ἰδέα ἡμῶν ἐπιμενόντων εἰς τὸ νὰ παραδεχθῆτε τὴν φρά-
1757σιν τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου σᾶς ἐξηγήθη ἀρκούντως χθὲς
1758ἀπὸ τὸν κύριον πρωθυπουργόν· ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ σᾶς εἴπω
1759καὶ ἐγὼ σήμερον, ὅτι ὁ μόνος λόγος, ὅστις μᾶς κάμνει νὰ ἐπι-
1760μένωμεν εἰς τοῦτο εἶναι, διότι φοβούμεθα μήπως ἀντὶ τῆς ὁρι-
1761στικῆς φράσεως, τὴν ὁποίαν περιέχει τὸ νομοσχέδιον παραδε-
1762χθῶμεν τὴν τέως ἀμφίβολον τοῦ βουλευτικοῦ νομοσχεδίου καὶ
1763ἀφήσωμεν ἀνοικτὴν τὴν θύραν τοῦ δικαστηρίου εἰς τοὺς ἰδιώτας,
1764οὕτω δὲ τρέξωμεν τὸν κίνδυνον, ὃν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογ-
1765γίου θέλει ν’ ἀποφύγῃ. Εἰς ὑμᾶς ἀπόκειται ἤδη, ἀφοῦ ἠκούσατε
1766τοὺς λόγους νὰ ἐπιφέρητε τὴν ψῆφόν σας. Διὰ τοῦτο δὲν ἤθε-
1767λον διόλου νὰ λάβω τὸν λόγον ἂν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσο-
1768λογγίου περιωρίζετο ἁπλῶς εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν δύο φράσεων,
1769ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐνόμισεν ὅτι γεννῶνται κίνδυνοι μεγάλοι ἐκ τῆς ἀ-
1770γορεύσεως μὲ τὴν ὁποίαν συνώδευσα τὸ νομοσχέδιον τῆς κυβερ-
1771νήσεως, ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω ὀλίγα τινα, διὰ νὰ σᾶς ἀποδεί-
1772ξω ὅτι οὐ μόνον οὐδεὶς κίνδυνος προέρχεται ἀλλ’ ὅτι ἡ λύσις,
1773τὴν ὁποίαν εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ἔδωκα, εἶναι ἡ ὀρθοτέρα,
1774καὶ ἡ μᾶλον σύμφωνος μὲ ὅσα περὶ τούτου ἄχρι τοῦδε ἐῤ-
1775ῥέθησαν.
1776Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι, ὅταν ὑπεβλήθη τὸ πρῶτον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ
1777περὶ ἐκβολάδων νομοσχέδιον, ἐγένετο σφοδρὰ συζήτησις καὶ πολ-
1778λοὶ τῶν κυρίων βουλευτῶν ἤθελον νὰ ὑποστηρίξωσι τὸ ἐπ’ αὐτῶν
1779δικαίωμα τοῦ δημοσίου. Ἀλλά, κύριοι, τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον
1780ἀντέκρουσαν πολλοὶ ἄλλοι καὶ ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ
1781συμφωνήσουν οἱ νομομαθεῖς τοὺς ὁποίους κατ’ ἐπανάληψιν ἐ-
1782συμβουλεύθη ἡ κυβέρνησις. Οἱ πάντες, κύριοι, εἶπον ὅτι ἐκ τῶν
1783νόμων τοὺς ὁποίους ἔχομεν δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀρνηθῶμεν ἀ-
1784διστάκτως καὶ ἀναντιῤῥήτως τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου καὶ ὅτι
1785οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, ἀπόδειξις εἶναι ἡ ἐπιμονὴ, τὴν ὁποίαν
1786ἔδειξεν ὅλη ἡ βουλὴ εἰς τὸ νὰ ψηφισθῇ νέος νόμος. ἐνῷ ἐκ τῶν
1787κειμένων νόμων ἠδυνάμεθα νὰ ἀρυσθῶμεν τὸ ἐπὶ τῶν ἐκβολάδων
1788δικαίωμα τοῦ δημοσίου, τότε ἤθελεν εἶσθαι περιττὸς πᾶς τοιοῦ-
1789τος νόμος· ἀλλ’ ὁ νέος νόμος πρέπει νὰ στηρίζηται εἰς μίαν ἀρχὴν·
1790διότι, καθὼς σᾶς εἶπον καὶ ἐγὼ καὶ πάντες οἱ προαγορεύσαντες
1791περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, δὲν πρόκειται σήμερον νὰ χορηγή-
1792σωμεν εἰς τὸ δημόσιον δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει, ἀλλὰ
1793πρόκειται ἁπλῶς νὰ ἀνακηρύξωμεν δικαιώματα προϋπάρχοντα
1794καὶ προερχόμενα ἀπὸ ὡρισμένας πηγὰς, εἰς τὰς ὁποίας ἔπρεπε ν’
1795ἀνατρέξωμεν ὅπως ἀρυσθῶμεν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ νομοθετήσωμεν.
1796Ποία δὲ εἶναι ἡ πηγὴ ἐκ τῆς ὁποίας ἀρυόμεθα τὸ δικαίωμα τοῦ-
1797το; Νομίζω, κύριοι, ὅτι παραπολὺ ἐκοπίασεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς
1798Μεσολογγίου καὶ πολλοὶ ἄλλοι βουλευταὶ διὰ νὰ μᾶς τὴν
1799καταδείξωσι. Μᾶς εἶπον, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου ἐπὶ
1800τῶν ἐκβολάδων προέρχεται ἐκ τοῦ δικαιώματος τοῦ μεταλ-
1801λεύεσθαι, τὸ ὁποῖον εἶναι νόμημα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ δὲν πρέ-
1802πει νὰ λησμονήσωμεν ὅτι διὰ νὰ ἰσχύσῃ ἓν νόμημα, εἶναι ἀ-
1803νάγκη διὰ ῥητοῦ νόμου νὰ καθιεροῦται, διότι ἄλλως ὑπάρχει
1804μὲν δυνάμει, ἀλλὰ δὲν δύναται καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ. Κατὰ τὸν
1805μεσαίωνα συγκατελέγετο μεταξὺ τῶν νομημάτων καὶ τὸ δι-
1806καίωμα τῆς θήρας ὡς καὶ τῆς ἁλιείας, ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν τοιοῦ-
1807τον νόμημα δὲν εἶναι ἀνεγνωρισμένον, καὶ ἂν ἤθελον ἐγὼ,
1808ὅστις ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω σήμερον τὸ ὑπουργεῖον τῶν
1809Οἰκονομικῶν, καὶ ἀντιπροσωπεύω τὸ δημόσιον, ἐὰν ἤθελον νὰ
1810θέσω περιορισμοὺς εἰς τὰ τῆς θήρας καὶ ἁλιείας, ἤθελον πράξει
1811παρανομίαν, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελον εὕρει ἔλεος ἐνώπιόν
1812σας, διότι τὸ νόμημα τοῦτο εἶναι ἀργὸν παρ’ ἡμῖν. Κατ’ αὐτὸν
1813τὸν τρόπον καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ μεταλλεύεσθαι εἶναι μὲν νό-
1814μημα τῆς ἐπικρατείας, ἀλλὰ διὰ νὰ λάβῃ ζωὴν καὶ ὕπαρξιν
1815ἀπαιτεῖται νόμος εἰδικός, διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι, ὅτε ἠθέλησε
1816καὶ ἡ ἑλληνικὴ ἐπικράτεια νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν τὸ δικαίωμα
1817τοῦ μεταλλεύεσθαι, ἐψήφισε νόμον· καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος
1818τοῦ 1861, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκήρυξε τὸ μεταλλεῖον ὡς περιου-
1819σίαν ἀνεξάρτητον τοῦ ἐδάφους, καὶ ἔδωκεν εἰς τὴν ἐπικράτειαν
1820τὸ δικαίωμα νὰ τὸ διαθέτῃ κατὰ τὸ δοκοῦν. Ἐὰν τὸ δικαίωμα
1821τοῦ μεταλλεύεσθαι δὲν ἀνῆκεν εἰς τὴν ἐπικράτειαν, πιστεύσατε
1822ὅτι καὶ ὁ νόμος τοῦ 1861 ἤθελε θεωρηθῆ ὡς νόμος αὐθύπαρ-
1823κτος, ὡς νόμος δημεύσεως; διότι κατὰ τοὺς γενικοὺς κανόνας
1824τοῦ δικαίου, ὁ ἰδιοκτήτης τῆς ἐπιφανείας εἶναι ἰδιοκτήτης καὶ
1825πάντων τῶν ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν εὑρισκομένων, καὶ πᾶν ὅ,τι
1826ἤθελεν εὕρει καὶ ἐντὸς τοῦ κτήματός του εἶναι ἰδιοκτησία του
1827καὶ δύναται νὰ τὸ κρατήσῃ, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἄλλος τὸ δικαίωμα
1828νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ. Ἀλλὰ παρὰ τὰς γενικὰς ταύτας ἀρχὰς
1829τὸ κράτος οἰκειοποιήθη τὰς μεταλλικὰς οὐσίας, αἵτινες εὑρίσ-
1830κονται εἰς οἱανδήποτε ἰδιοκτησίαν· ἔπραξε δὲ τοῦτο, διότι
1831τὸ μεταλλεύεσθαι εἶναι νόημα, τὸ ὁποῖον ὅμως διὰ νὰ
1832λάβῃ ζωὴν καὶ ὑπόστασιν ἔπρεπε νὰ καθιερωθῇ διὰ τοῦ
1833περὶ μεταλλείων Νόμου. Ὁ νόμος, κύριοι, τῶν μεταλλείων,
1834εἴπομεν, δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν εἰς τὰς μεταλλικὰς οὐσίας,
1835αἵτινες δὲν εἶναι αὐτοφυεῖς, ἀλλὰ προέρχονται ἐξ ἀνθρωπίνης
1836ἐνεργείας. Ἐπὶ τῶν οὐσιῶν αὐτῶν ἔχει τὸ δημόσιον τὸ αὐτὸ
1837δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐπὶ μεταλλικῶν οὐσιῶν, αἱ ὁποῖαι
1838εὑρίσκονται αὐτοφυεῖς εἰς τὰ σπλάγχνα τῆς γῆς, ἀλλ’ ὅπως δὲν
1839ἤρκει ἡ ἁπλῆ ἰδέα τοῦ νοήματος, ἀλλ’ ἐδέησε νὰ ἔλθῃ ὁ νό-
1840μος τοῦ 1861 διὰ νὰ δώσῃ ζωὴν καὶ ὕπαρξιν εἰς τὸ ἐπὶ τῶν
1841μεταλλείων δικαίωμα τοῦ Κράτους, ἀπαραλλάκτως ἐνομίσα-
1842μεν, ὅτι ἦτον ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ ἕτερος νόμος διὰ νὰ λάβῃ
1843τὸ δημόσιον τὸ δικαίωμα τῆς διαθέσεως ἐπὶ τῶν μεταλλικῶν
1844οὐσιῶν, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἐξ ἀνθρωπίνης ἐνεργείας· διότι
1845ἄνευ τοῦ νέου τούτου νόμου δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ
1846τὸ νόημα τοῦ δημοσίου. Ἰδοὺ, κύριοι, προφανῶς ἡ ἀναλογία,
1847ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ νόμου τοῦ 1861 καὶ τοῦ νόμου,
1848τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσητε κατὰ τὸ 1871· ἐξ ἧς πη-
1849γῆς ἠρύσθη τὸ δημόσιον τὸν νόμον τοῦ 1861, καὶ οἰκειοποιήθη
1850τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ διαθέτῃ τὰς μεταλλικὰς οὐσίας τὰς εὑ-
1851ρισκομένας εἰς τὰ σπλάγχνα τῆς γῆς, χωρὶς νὰ πράττῃ αὐθαι-
1852ρεσίαν, ἐκ τῆς αὐτῆς πηγῆς πρόκειται νὰ ἀρυσθῶμεν τὸν νόμον,
1853διὰ τοῦ ὁποίου τὸ δημόσιον λαμβάνει τὸ δικαίωμα νὰ διαθέσῃ
1854τὰς μεταλλικὰς οὐσίας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι αὐτοφυεῖς, ἀλλὰ
1855προέρχονται ἐξ ἀνθρωπίνης ἐργασίας, καὶ εὑρίσκονται τοποθε-
1856τημέναι εἰς τὴν ἐπιφάνειαν αὐτῆς.
1857Εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώργης, ὅτι ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ με-
1858ταξὺ τῶν μεταλλείων τὰ ὁποῖα περιλαμβάνει ὁ νόμος τοῦ
18591861 καὶ τῶν ἐκβολάδων περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ νο-
1860μοθετήσωμεν σήμερον· διότι τὰ μὲν μεταλλεῖα εἶναι ἄγνωστον,
1861αἱ δὲ ἐκβολάδες εἶναι γνωστόν. Ἀλλὰ κύριοι, κατ’ ἐμὲ δὲν εἶ-
1862ναι τὸ γνωστὸν ἢ ἄγνωστον τὸ ὁποῖον δίδει εἰς τὸ κράτος τὸ
1863δικαίωμα τοῦ νὰ θεωρήσῃ ἢ μὴ ὡς δημοσίαν περιουσίαν, ἀντι-
1864κείμενον ξένον. Ἐὰν ἦτον ἀληθὲς τοῦτο, ἔπρεπε καὶ πᾶν ἄλλο
1865ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄγνωστον εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τῆς
1866γῆς, καὶ τὸ ὁποῖον ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν του νὰ
1867μὴ θεωρῆται ἀνῆκον εἰς αὐτὸν, ἀλλὰ νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸ δημό-
1868σιον, καὶ ὅμως δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα. Ἐὰν σκάπτων τις
1869εἰς τὸν ἀγρόν του εὕρῃ θησαυρὸν, τὸν ὁποῖον κανεὶς δὲν ἐγνώ-
1870ριζε, ὁ θησαυρὸς ἀνῆκε εἰς αὐτὸν καὶ δὲν δύναται τὸ κράτος νὰ
1871ἔλθῃ καὶ νὰ τῷ εἴπῃ, ἐπειδὴ σὺ δὲν ἐγνώριζες ὅτι ὑπῆρχε θη-
1872σαυρὸς, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὸν λάβω ἐγώ. Ἐὰν ἄλλος τρυ-
1873πήσῃ τὴν γῆν καὶ ἀναβλύσῃ ἄφθονον ὕδωρ διὰ τοῦ ὁποίου νὰ
1874δύναται νὰ ποτισθῇ μεγάλη γαιῶν ἔκτασις, δὲν ἔχει τὸ κρά-
1875τος τὸ δικαίωμα νὰ τῷ εἴπῃ, ὅτι τὸ ἀναβλύσαν ὕδωρ εἶναι
1876ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου· ὄχι, κύριοι, εἶπε τοῦτο μόνον ἐπὶ τῶν
1877μεταλλείων, διότι τὸ μεταλλεύεσθαι εἶναι νόημα· ἔδωκε λοι-
1878πὸν ὁ νόμος τοῦ 1861 εἰς τὸ δημόσιον τὸ δικαίωμα τῆς δια-
1879θέσεως, οὐχὶ διότι τὰ ἀντικείμενα τὰ ὁποῖα ὁ νόμος οὗτος κα-
1880νονίζει εἶναι ἄγνωστα, ἀλλὰ διότι εἶναι μεταλλικαὶ οὐσίαι, καὶ
1881ἐπὶ τῶν μεταλλικῶν οὐσιῶν αἱ κυβερνήσεις διατηροῦν τὸ δι-
1882καίωμα νὰ τὰς διαθέτουν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὑπάρχει πλη-
1883ρεστάτη ἀναλογία μεταξὺ τοῦ νόμου τοῦ 1861, καὶ τοῦ
1884νόμου τοῦ 1871. Καὶ ἐὰν θελήσετε νὰ ἀρνηθῆτε ταύτην
1885καὶ νὰ εἴπητε ὅτι τὸ δημόσιον ἀρύεται τὸ δικαίωμα νὰ
1886διαθέσῃ τὰς ἐκβολάδας, οὐχὶ ἐξ ἧς πηγῆς ἠρύσθη τοῦτο διὰ
1887τὰ μεταλλεῖα, φοβοῦμαι μήπως δὲν εὕρητε ἔδαφος στερεὸν,
1888ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ πατήσητε καὶ ἡ πρᾶξις σας φανῇ ἐντελῶς
1889αὐθαίρετος. Λέγοντες ὅτι, λαμβάνετε τὸ δικαίωμα νὰ διαθέσητε
1890τὰς ἐκβολάδας διότι περιέχουν μέταλλον καὶ ὁμολογοῦντες
1891ὅτι πράττετε ἐπὶ τῶν μεταλλικῶν τούτων οὐσιῶν, ὅ,τι ἔπραξεν
1892ὁ νόμος τοῦ 1861 ὡς πρὸς τὰς μεταλλικὰς οὐσίας τὰς ὑπὸ
1893τὴν γῆν, εἶσθε εἰς πλήρη ἁρμονίαν, καὶ κανεὶς δὲν δύναται
1894νὰ σᾶς κατακρίνῃ ὅτι πράττετε πρᾶξιν αὐθαίρετον· ἐὰν ἐπα-
1895ναλαμβάνω φύγετε ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, τῇ ἀληθείᾳ ἀγνοῶ
1896ποῦ δύνασθε νὰ σταματήσητε.
1897Ὁ νόμος μας, εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώργης, ἠμπορεῖ νὰ δώσῃ ἀ-
1898φορμὴν εἰς σπουδαίας ἀμφισβητήσεις, διότι ἐκτὸς τῆς κακῆς
1899ἐκφράσεως τοῦ ἄρθρου 2 ἔρχεται καὶ τὸ ἄρθρον 11, τὸ ὁποῖον
1900χορηγεῖ ἀποζημίωσιν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ ἐδάφους ἐπὶ τοῦ
1901ὁποίου εὑρίσκονται αἱ ἐκβολάδες. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, νομίζω
1902ὅτι τὸ ἄρθρον 11 οὐ μόνον δὲν δύναται νὰ δώσῃ λαβὴν εἰς
1903καμμίαν ἀμφισβήτησιν ἐκ μέρους τῶν ἰδιωτῶν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναν-
1904τίας κλείει τὴν θύραν εἰς πᾶσαν ἐκ μέρους αὐτῶν ἀπαίτη-
1905σιν καὶ λύει ἐντελῶς τὸ ζήτημα. Αἱ ἐκβολάδες εἶναι ἀντικεί-
1906μενα τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται τοποθετημένα ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς
1907γῆς. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν κρίσιν μου ἰδιοκτή-
1908της τοῦ ἐδάφους ἔνθα ὑπάρχουν αἱ γνωσταὶ ἐκβολάδες εἶναι
1909τὸ δημόσιον, διότι τὸ ἔδαφος τοῦτο εἶναι δάσος καὶ ὡς τοι-
1910οῦτον θέλει ἐπιδικασθῆ εἰς τὸ δημόσιον, ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν
1911ὅτι ἔρχεται μία ἀπόφασις καὶ λέγει ὅτι ὁ τόπος, εἰς τὸν ὁποῖον
1912εἶναι αἱ ἐκβολάδες, δὲν ἀνήκει εἰς τὸ δημόσιον, διότι τὸ δη-
1913μόσιον δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποδείξῃ τὸ δικαίωμά του· εἰς τοιαύτην
1914περίπτωσιν ἔπρεπεν, σᾶς ἐρωτῶ, ὁ νόμος νὰ σιωπήσῃ, καὶ νὰ
1915μὴ προβλέψῃ ὁποῖα εἶναι τὰ δικαιώματα τοῦ ἰδιώτου ἐπὶ τοῦ
1916ἐδάφους ἐπὶ τοῦ ὁποίου εὑρίσκονται αἱ ἐκβολάδες; ἢ ἔπρεπε νὰ
1917προβλέψῃ τὴν περίπτωσιν αὐτὴν καὶ νὰ κανονίσῃ τὰς σχέσεις
1918τοῦ ἰδιώτου μετὰ τοῦ δημοσίου; Βεβαίως, κύριοι, ἤθελεν εἶ-
1919σθαι μεγάλη ἀτέλεια εἰς τὸν νόμον, ἐὰν δὲν ἐθέταμεν διάταξίν
1920τινα περὶ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ ἐδάφους. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς,
1921ὅτι αἱ ἐκβολάδες καλύπτουσιν ὅλην τὴν ἐπιφάνειαν, ἀλλὰ μὴ
1922λησμονήσητε ὅτι ἐπειδὴ αἱ ἐκβολάδες εἶναι χώματα, φύονται
1923ἐπ’ αὐτῶν χόρτα καὶ ὑψηλότατα δένδρα, ἠμπορεῖ δὲ νὰ συμβῇ
1924ὥστε νὰ καλλιεργοῦνται ἐπ’ αὐτῶν δημητριακοὶ καρποὶ ἢ νὰ
1925ὑπάρχωσι διάφορα εἴδη φυτειῶν.
1926Ἀφοῦ λοιπὸν αἱ ἐκβολάδες αὗται κηρύσσονται ἰδιοκτησία τοῦ
1927δημοσίου ἡ δὲ ἀφαίρεσις αὐτῶν δύναται νὰ προξενήσῃ ζημίαν εἰς
1928τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ ἐδάφους ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχουν, δίκαιον
1929εἶναι νὰ δοθῇ καὶ εἰς αὐτοὺς ἀνάλογος ἀποζημίωσις.
1930§69ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί τὸ διπλοῦν;
1931§70ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, διὰ νὰ ἦναι τέλειος ὁ
1932νόμος ἔπρεπε νὰ προβλέψῃ περὶ τῶν σχέσεων τοῦ κυρίου τῶν
1933ἐκβολάδων μετὰ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ ἐδάφους. Ἀλλὰ μὲ ἐρω-
1934τᾶτε διατὶ νὰ πληρώσῃ τὸ διπλοῦν τῆς ἀξίας. Διότι παρομοία
1935διάταξις ἀπαντᾶται καὶ εἰς τὸν νόμον τῶν μεταλλείων, καὶ
1936κατ’ αὐτὸν, ὅστις καταλάβει τὰς γαίας τοῦ ἄλλου ὑποχρεοῦται
1937νὰ πληρώσῃ τὸ διπλάσιον τῆς ἀξίας· καὶ τὴν διάταξιν ταύτην
1938θεωρῶ πολὺ δικαίαν. Διότι δὲν ἀρκεῖ ὅταν ἔχω ἓν κτῆμα νὰ μοῦ
1939πληρώσητε τὴν ἀξίαν καὶ νὰ μοῦ εἴπητε ἀποσύρθητι, καὶ διατί;
1940ὄχι λόγῳ δημοσίου ἀνάγκης, ἢ δημοσίου συμφέροντος, ἀλλὰ
1941μόνον καὶ μόνον νὰ δυνηθῆτε νὰ λάβητε τὰ ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρ-
1942χοντα μέταλλα, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δίκαιον ἦτον καὶ πολὺ
1943ὀρθῶς ὁ νόμος τὸ προνοεῖ, εἶπεν ὥστε ὁ ἀφαιρῶν ξένην ἰδιοκτη-
1944σίαν διὰ νὰ ἀπολαύσῃ ὠφέλειάν τινα νὰ πληρώσῃ τὸ διπλάσιον,
1945ὥστε ὄχι μόνον ν’ ἀποζημιώσῃ τὸν ἰδιοκτήτην διὰ τὴν ζημίαν
1946τὴν ὁποίαν ὑπέστη, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ τὸν ἱκανοποιήσῃ διὰ τὴν
1947δυσαρέσκειαν καὶ τὴν λύπην τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται πᾶς ἰδιο-
1948κτήτης ἀποχωριζόμενος ἀπὸ τὸ κτῆμά του διὰ τὴν ἀποκατά-
1949στασιν τοῦ ὁποίου ἔκαμε πολλὰς θυσίας.
1950§71ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τῶν μεταλλείων καταστρέφεται ἡ
1951ἐπιφάνεια ἐνῷ διὰ τῶν ἐκβολάδων θὰ καθαρισθῇ καὶ θὰ κατα-
1952σταθῇ προσοδοφόρος.
1953§72ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνῷ καταστρέφονται τὰ δένδρα δὲν εἶναι
1954ζήτημα ὅτι βλάπτεται ὁ ἰδιοκτήτης.
1955Παραξενεύθη ἀκόμη ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, διότι
1956ὅτε ὑπέβαλον τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀνέφερον εἰς τὴν ἀγό-
1957ρευσίν μου ὅτι τὸ πρῶτον νομοσχέδιον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐγένοντο αἱ
1958παρατεταμέναι ἐκεῖναι συζητήσεις, δὲν ἤθελαν ἔχει καμμίαν ἐφαρ-
1959μογὴν ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐκανόνιζε τὰς ἐπὶ ἰδιωτικῶν
1960γαιῶν εὑρισκομένας ἐκβολάδας καὶ τοιαῦται κατὰ τὴν κρίσιν μου
1961δὲν ὑπάρχουν, παρηξενεύθη δέ, διότι πρὶν ὑποβάλω τὸ νομοσχέ-
1962διον περὶ ἐκβολάδων εἶχεν ἐκδοθῆ ἡ ἀπόφασις τοῦ ἐνταῦθα πρω-
1963τοδικείου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν σκωριῶν καὶ αὐτὴ δὲν ἐδικαί-
1964ωσε τὸ δημόσιον τοῦ νὰ ζητήσῃ δικαίωμα ἐπικαρπίας διὰ τὰς
1965σκωρίας τὰς εὑρισκομένας ἐντὸς τῶν γαιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνεγνωρί-
1966σθησαν ἐθνικαί. Εἶχον, κύριοι, ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπόφασιν τοῦ πρω-
1967τοδικείου, ἀλλὰ καί τοι ἔχων γνῶσιν τῆς διατάξεως αὐτῆς, δὲν
1968ἐμποδίσθην νὰ εἴπω ὅ,τι εἶπον, διότι ἄλλο εἶναι τὸ κείμενον
1969τοῦ νόμου περὶ σκωριῶν καὶ ἄλλο τὸ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκ-
1970βολάδων. Ὁ νόμος περὶ σκωριῶν δὲν λέγει ῥητῶς, ὅτι εἶναι ἐ-
1971θνικαὶ αἱ σκωρίαι, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ἐπὶ ἐθνικῆς γῆς, ἀλλ’ ἁ-
1972πλῶς διαλαμβάνει, ὅτι τὸ δημόσιον θέλει λάβει 20% ἐπὶ
1973τῶν τοιούτων νομίμως ἀναγνωρισθησομένων ἐθνικῶν σκωριῶν.
1974Τοιαύτη εἶναι ἡ ἔκφρασις τοῦ νόμου, τὸ δὲ πρωτοδικεῖον εἰς τὰς
1975σκέψεις του λέγει, ὅτι ἂν καὶ αἱ γαῖαι ἐπὶ τῶν ὁποίων αἱ σκω-
1976ρίαι αὗται εὑρίσκονται ἐθεωρήθησαν ὡς ἐθνικαὶ, μολαταῦτα τὸ
1977δικαστήριον δὲν δύναται νὰ τὰς κηρύξῃ ὡς ἀνηκούσας εἰς τὸ
1978δημόσιον, διότι ὁ νόμος δὲν λέγει ῥητῶς, ὅτι αἱ ἐπὶ ἐθνικῶν
1979γαιῶν σκωρίαι ἀνήκουσιν εἰς τὸ δημόσιον.
1980§73ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ποῖον γνώρισμα ἔχει νὰ ᾖναι κύριος
1981τοῦ ἐδάφους.
1982§74ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι οἱ συντάξαντες τὸν
1983νόμον ἐκεῖνον δὲν εἶχον τὴν ἰδέαν αὐτὴν, ὄχι, οἱ συντάξαντες
1984τὸν νόμον εἶχον βεβαίως τὴν ἰδέαν, ὅτι ὡς ἐθνικαὶ ἤθελον θεω-
1985ρηθῆ αἱ σκωρίαι αἱ κείμεναι ἐπὶ ἐθνικῶν γαιῶν· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν
1986ἐξεφράσθη εὐκρινῶς περὶ τούτου ὁ νόμος εὗρε τὸ δικαστήριον
1987λόγον διὰ ν’ ἀμφιβάλῃ καὶ ἐξέδωκε τὴν προδικαστικὴν ἀπόφα-
1988σιν, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε, καὶ τὴν ὁποίαν ἐλπίζω νὰ ἐξαφα-
1989νίσῃ τὸ ἀνώτερον δικαστήριον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔσπευσα νὰ τὴν
1990ἐφεσιβάλω. Ἀλλά, κύριοι, ὁ προσωρινὸς αὐτὸς κίνδυνος δὲν
1991ὑπῆρχεν εἰς τὸ πρῶτον νομοσχέδιον περὶ τῶν ἐκβολάδων,
1992διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐξηγούμενον καθαρότερα, διαλαμβά-
1993νει ὅτι αἱ ἐκβολάδες αἱ εὑρισκόμεναι ἐπὶ ἐθνικῶν γαιῶν θέλουσι
1994διατεθῆ διὰ νόμου. Διὰ τοῦτο εἰσάγων τὸ δεύτερον νομοσχέδιον
1995περὶ ἐκβολάδων εἰς τὴν Βουλὴν, εἶπον ὅτι τὸ πρῶτον νομοσχέδιον
1996δὲν ἤθελεν ἔχει κατὰ τὴν κρίσιν μου καμμίαν ἐφαρμογὴν, διότι
1997ἄφινεν εἰς εἰδικὸν νόμον νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς διαθέσεως τῶν
1998ἐπὶ ἐθνικῆς γῆς κειμένων ἐκβολάδων, καὶ ἐκβολάδες μόνον ἐπὶ ἐ-
1999θνικῆς γῆς εὑρίσκονται, ἰδιωτικαὶ δὲ δὲν ὑπάρχουσι διότι ὅλος ὁ
2000χῶρος ἐπὶ τοῦ ὁποίου κεῖνται αἱ ἐκβολάδες ἀνήκει εἰς τὸ δημό-
2001σιον καθὸ δάση.
2002Κύριοι, τὰ ὀλίγα ταῦτα εἶχον ἀνάγκην νὰ σᾶς εἴπω διὰ νὰ
2003δικαιολογήσω τὴν ἀγόρευσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμον ἐνώπιόν σας ὅτε
2004εἰσήγαγον τὸ δεύτερον νομοσχέδιον περὶ ἐκβολάδων καὶ διὰ νὰ
2005σᾶς ἐκθέσω, ὅτι κατ’ ἐμὲ εἶχον ἔκτοτε τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ μόνος λό-
2006γος ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ στηριχθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁ-
2007ποῖον συζητοῦμεν, εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου τὸ ὁποῖον
2008ἔχει ἐπὶ τῶν μεταλλείων. Καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ δημοσίου
2009ὑπάρχει μόνον δυνάμει, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ εἶναι ἀνάγκη
2010ἑνὸς νόμου εἰδικοῦ, ὅπως ἐγένετο τοιοῦτος κατὰ τὸ 1861, διὰ
2011τὰς μεταλλούχους οὐσίας αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν γῆν.
2012Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἔκφρασιν τοῦ νομοσχεδίου ὀφείλω νὰ
2013σᾶς εἴπω ὅτι, μεθ’ ὅλα ὅσα ἤκουσα, δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ; ὅτι
2014ἡ ἔκφρασις εἶναι κακὴ καὶ ὅτι τοῦ βουλευτικοῦ νομοσχεδίου ἡ
2015ἔκφρασις εἶναι προτιμοτέρα. Μ’ ὅλα ταῦτα ἐὰν ἡ Βουλὴ νομί-
2016ζῃ ὅτι διὰ τῆς ἐκφράσεως ταύτης ἐξασφαλίζει πληρέστερον τὰ
2017δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, ἡμεῖς δὲν ἐπιμέ-
2018νομεν. Σᾶς παρακαλῶ μόνον νὰ προσέξητε μήπως θέλοντες νὰ
2019ἐξασφαλίσητε τὸ δημόσιον περισσότερον τὸ ἀφήσητε μᾶλλον ἐκ-
2020τεθειμένον.
2021§75Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, κ.
2022πρόεδρε, μετὰ τοῦ κ. Ζέγγελη καὶ τοῦ κ. Ῥοντήρη καὶ ἥτις συ-
2023ζητεῖται σήμερον, ἦτον ἀποτέλεσμα ὅλων τῶν συζητήσεων αἱ
2024ὁποῖαι ἔλαβον χώραν. Ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ τὴν πρότασιν αὐτὴν
2025τὴν εἴχομεν ὑποβάλει καὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς 29 Μαρτίου,
2026ὅτε ἐψηφίσθη ὁ προσωρινὸς νόμος περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς χρή-
2027σεως τῶν ἐκβολάδων· τὴν ἐστηρίξαμεν καὶ τὴν στηρίζομεν εἰς
2028τὰς ἐφεξῆς σκέψεις, τὰς ὁποίας δὲν ἐμορφώσαμεν ἤδη κατὰ πρῶ-
2029τον ἀπὸ τὰς συζητήσεις ἐντὸς τῆς Βουλῆς ταύτης· ἀλλὰ ἀπὸ
2030τὰ 1865 εἴχαμεν μορφώσει· δὲν τὴν ὑπεβάλομεν τότε ἐπὶ τοῦ
2031ζητήματος τῶν σκωριῶν τὸ ὁποῖον ἐσυζητήθη ἀδιαλείπτως μέ-
2032χρι τοῦ Ἀπριλίου 1867, πρῶτον διότι δὲν ἐθεωρήθη τοιαύτης
2033σπουδαιότητος τὸ ζήτημα τῶν σκωριῶν ὅσης θεωρεῖται ἤδη
2034σπουδαιότητος τὸ ζήτημα τῶν ἐκβολάδων τῆς ἀργυρίτιδος γῆς,
2035δεύτερον διότι τότε ὑπῆρχεν ἔγγραφον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκο-
2036νομικῶν τὸ ὁποῖον διελάμβανεν ὅτι οὐδεμίαν ἀξίωσιν ἔχει τὸ
2037δημόσιον ἐπί τινων θέσεων ἐπὶ τῶν ὁποίων ἦσαν σκωρίαι, καὶ
2038τρίτον διότι ὑπῆρχεν ἐκκρεμεῖς δίκαι καὶ περὶ αὐτῶν τῶν θέσεων.
2039Ἐξητάσαμεν ὅμως τὴν σπουδαιότητα καὶ τότε, κύριοι, καὶ ἐπε-
2040στήσαμεν πολὺ τὴν προσοχὴν τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς
2041περὶ ἐξευρέσεως τῆς ἀξίας τῶν σκωριῶν, τῆς λυσιτελεστέρας
2042διαθέσεως αὐτῶν, καὶ δὲν ἀληθεύει τὸ λεγόμενον ὅτι τὸ ζήτημα
2043τοῦτο διῆλθεν ἀνεξέταστον. Ἐνθυμοῦνται ὅσοι ἦσαν τότε βου-
2044λευταὶ καὶ τὰς ἐν τῇ Βουλῇ προτάσεις καὶ ῥητορείας καὶ τὰς
2045ὑπαιθρίους ἀκόμη συζητήσεις καὶ δημηγορίας διαφόρων, ἐνθυμοῦν-
2046ται τέλος, κύριοι, ὅτι ἐστάλη ἐπιτροπὴ καὶ ἐκ τῆς Βουλῆς εἰς
2047Λαύριον ἀκόμη, μετέβη ἐκεῖ, ἔκαμεν ἐκκαμινεύσεις καὶ δοκιμὰς
2048ἐντὸς τῶν φούρνων τοῦ κ. Σερπιέρη καὶ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν εἰς
2049τὴν Βουλὴν δι’ ἧς ἀνεγνώριζεν ὅτι τὰ ἐτήσια καθαρὰ κέρδη
2050τῆς ἑταιρίας ἀναβαίνουν εἰς 2 ἑκατομμύρια. Ἡ κυβέρνησις ὅλα
2051ταῦτα τὰ ἐθεώρησεν ὡς σκέψεις τυχαίας καὶ στηριζομένη εἰς
2052τὸν λόγον ἀπεφάσισεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φορολογῆται ἡ ἐργα-
2053σία καὶ τὰ κεφάλαια εἰς ἐποχὴν μάλιστα καθ’ ἣν εἴχομεν κα-
2054ταργήσει τὸν φόρον τῆς μετάξης.
2055Ἐτέθη, κύριοι, ζήτημα ψηφηφορίας, προτεινόντων ἡμῶν νὰ ἐ-
2056πιβληθῇ φόρος 16% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου διὰ σκωρίας
2057αἵτινες ἐθεωροῦντο ἰδιόκτητοι καὶ τὸ διπλάσιον διὰ τὰς ἐθνικάς·
2058ἐὰν ἐκείνη ἡ πρότασις ἐψηφίζετο τότε, τὰ ἔξοδα τοῦ κράτους
2059ἐκ τῶν σκωριῶν ἤθελον εἶσθαι 62 δραχ. δι’ ἕκαστον τόνον καὶ
2060οὐχὶ 24 ἢ 48—καθόσον πρόκειται περὶ ἰδιοκτήτων ἢ ἐθνικῶν·
2061ἐψηφηφορήσαμεν 27 ὑπὲρ αὐτῆς, καὶ ὅσοι εὑρίσκονται ἐξ ἐκεί-
2062νων ἐδῶ, τὴν αὐτὴν ἔχουν ἀκόμη γνώμην· ἐψηφίσθη κατὰ τὴν
2063συνεδρίασιν τῆς 7 ἀπριλίου, ἡ πρότασις τῆς Κυβερνήσεως πε-
2064ριεχούσης ὅτι ἀρκεῖται εἰς τὰ 10% τὸ δημόσιον. Τὴν
2065γνώμην λοιπὸν τὴν εἴχομεν ἔκτοτε, ὅτι αἱ σκωρίαι, τὸ Λαύριον
2066ὅλον, εἶναι νόμημα τῆς Ἐπικρατείας, διότι ἀνῆκεν εἰς τὴν πολι-
2067τείαν τῶν Ἀθηνῶν, διότι περιῆλθεν εἰς τοὺς Ῥωμαίους αὐτοκρά-
2068τορας, διότι, ὡς τοιοῦτον, διετηρήθη ὑπὸ τῶν Βυζαντινῶν, διότι
2069νόμημα ὑπῆρχε καὶ ἐπὶ τῶν Τούρκων, οἱ ὁποῖοι ἐκυριάρχησαν
2070τῆς Ἑλλάδος. Ὡς νόμημα περιῆλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ τῆς
2071παραχωρήσεως καὶ τῆς συνθήκης τὴν ὁποίαν ὑπέγραψαν καὶ ἐ-
2072κύρωσαν διὰ τοῦ πρωτοκόλλου αἱ Δυνάμεις· καὶ ἐὰν καὶ τὴν
2073συνθήκην αὐτὴν δὲν εἴχομεν, δυνάμει τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου,
2074τὸ ὁποῖον διέπει κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως
2075καὶ κανονίζει τὰς κληρονομικὰς σχέσεις τῶν προσώπων ἐν Ἑλ-
2076λάδι, περιῆλθεν εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου· διότι καὶ κατὰ
2077τὸ ἀστικὸν δίκαιον παύσαντος νομικοῦ προσώπου ὑπάρχει
2078ἡ περιουσία εἰς τὸ διάδοχον κράτος μεταβαίνει αὐτοδικαίως.
2079Ἐθεωρήσαμεν ὅτι εἶναι περιουσία τῆς Ἐπικρατείας δυνάμει τοῦ
2080νόμου τοῦ 1833, ὅστις ἐξεδόθη ἐπὶ τοῦ βασιλέως Ὄθωνος, ὅστις
2081ἔλαβε τὴν κατοχὴν ἐπὶ ὅλων τῶν μερῶν καὶ τῶν χωρῶν, αἱ
2082ὁποῖαι ἔκειντο ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Σουλτάνου, ἥτις ἔπαυσε
2083κατὰ τὰ 1832 τὸν Δεκέμβριον. Τὴν ἐστηρίξαμεν, κύριοι, τὴν
2084ἰδέαν μας αὐτὴν ἐπὶ ἰσχυρῶν ἀποφάσεων τῶν νομοθετικῶν Σω-
2085μάτων καὶ τῶν Συνελεύσεων καὶ τοῦ 1843 καὶ τοῦ 1862, τὰ
2086ὁποῖα κοινοβουλευτικὰ Σώματα διὰ τῶν φορολογικῶν νόμων ἀ-
2087ναγνωρίζουν νομήματα καὶ κτήματα τῆς ἐπικρατείας. Τὴν ἐ-
2088κυρώσαμεν, κύριοι, ὡς τοιαύτην διὰ τῶν διατάξεων τοῦ διοικη-
2089τικοῦ νόμου, ὅστις εἶναι νόμος τοῦ Κράτους δημοσιευμένος (ἀριθ.
2090226.) Ἀλλὰ, κύριοι, μόλις πρὸ ὀλίγου χρόνου ἤρχισαν νὰ ἀμφι-
2091σβητῶσιν αὐτὸ τὸ δικαίωμα τινὲς νομικοὶ καὶ ἠπόρησα μάλιστα,
2092ὅταν ἀνέγνωσα, κύριοι, τὸ βιβλίον περὶ συνθηκῶν, τὸ ὁποῖον ὁ
2093κ. Ῥάλλης ἐξέδωκε τελευταῖον τοῦ Κώδηκος· ἐκεῖ μεταφράζει
2094ἢ καταχωρίζει τὸ πρωτόκολλον τῆς 3 Ἰουνίου 1833, καὶ τὴν
2095λέξιν βακούφικα τὴν σχολιάζει νόμημα καὶ ὅμως εἰς μίαν
2096γνωμοδότησίν του ἀρνεῖται τὰ νομήματα!!
2097Αὐταὶ αἱ σκέψεις μᾶς ἔπεισαν, κύριοι, ὅτι δὲν χρειάζεται
2098ἄλλος νόμος, ἀλλὰ νόμος ὄχι περὶ ἀναγνωρίσεως τῶν ἐκβολά-
2099δων ὡς ἐθνικῶν, ἀλλὰ περὶ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων ἀνηκου-
2100σῶν ἀείποτε εἰς τὸ κράτος. Ὑπεβάλομεν λοιπὸν τὴν πρότασιν
2101αὐτὴν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀποῤῥιφθῇ· «αἱ ἐκβολάδες
2102τῶν ἀρχαίων ὁπουδήποτε τῆς ἐπικρατείας κεῖνται, θέλουσι
2103διατεθῆ διὰ νόμου πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου ὡς ἀνήκουσαι
2104εἰς τὸ Κράτος. Τὸ ὡς—εἶναι ἐντροπὴ νὰ κάμωμεν γραμματικὰς
2105παρατηρήσεις,—δὲν εἶναι ὁμοιωματικὸν, ὅπως τὸ ἐξέλαβεν ὁ ὑ-
2106πουργὸς τῶν οἰκονομικῶν· οἱανδήποτε γραμματικὴν καὶ λεξικὸν
2107ἀναγνώσῃ τίς θέλει ἰδεῖ ὅτι εἶναι αἰτιολογικὸν, λοιπὸν ἐπειδὴ
2108ἦσαν ἐθνικαὶ αὗται αἱ ἐκβολάδες, διατίθενται κατ’ αὐτὸν τὸν
2109τρόπον καὶ τοῦτο ἐννοοῦμεν διὰ τῆς φράσεως ταύτης. Ποῖον φό-
2110βον βλέπει ὁ κ. ὑπουργὸς εἰς τὴν καθιέρωσιν, εἰς τὴν παραδοχὴν
2111αὐτῆς τῆς τροπολογίας, ποῖον κίνδυνον τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐν τῇ
2112ἐφαρμογῇ; ἐξ ἐναντίας, κύριοι, ἡ παραδοχὴ τῆς φράσεως τῆς
2113προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον, γεννᾷ
2114τὸν κίνδυνον νὰ χάσῃ τὸ δημόσιον τὰς μέχρι τοῦδε ἀφαιρεθεί-
2115σας ἐκβολάδας; ὁ νόμος, ὅπως ἐκφράζεται τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέ-
2116διον, δὲν ἔχει ἀναδρομικὴν ἰσχὺν, καὶ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ· θὰ
2117λάβῃ ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν μετὰ τὴν δημοσίευσίν του. Ἐὰν λοι-
2118πὸν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἐγείρῃ μίαν ἡμέραν ἀγω-
2119γὴν κατὰ τοῦ Serpieri ζητῶν νὰ πληρώσῃ 300,000 τόννους οὕς
2120τινας πρὸ τοῦ νόμου παρέλαβεν, ἢ καὶ περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον,
2121στηρίζων τὴν ἀγωγήν του εἰς τὸν νόμον αὐτὸν, ὁ κ. Serpieri
2122ἔχει τὸ δικαίωμα διὰ τῶν δικηγόρων νὰ ἰσχυρισθῇ καὶ νὰ εἴπῃ
2123«ἡ ἀγωγή σου, κ. ὑπουργὲ τῶν οἰκονομικῶν, ὡς ἀντιπροσώπου
2124τοῦ δημοσίου εἶναι ἀπαράδεκτος, διότι θὰ ἐξετασθῇ ἄν ὑπῆρχε
2125νόμος προγενέστερος καὶ τὸ δικαστήριον δύναται νὰ παραδεχθῇ
2126τὴν ἔνστασιν τοῦ ἀπαραδέκτου μὲ τὴν αἰτιολογίαν ὅτι οἱ νόμοι
2127δὲν ἔχουσιν ἀναδρομικὴν ἰσχὺν, ἀλλὰ λαμβάνουν τὴν ἰσχύν των
2128ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς των, καὶ ἄλλος ῥητὸς νόμος δὲν ὑπάρχει·
2129δύναται νὰ προσθέσῃ μάλιστα ἀμφισβήτησιν ἐκ μέρους τῆς Κυ-
2130βερνήσεως περὶ νομημάτων ἐν τοῖς συζητήσεσι τοῦ νόμου τούτου·
2131ἐκτὸς τούτου, ὁ ἐνδοιασμὸς τοῦ δικαστηρίου αὐξάνει, διότι εἰς
2132τὰ 1867 ἐξεδόθη νόμος περὶ ἐθνικοϊδιοκτήτων, εἰς τὰ 1871 ἦλθε
2133νομοσχέδιον περὶ φορολογίας αὐτῶν, καὶ τέλος ἀμφισβήτησις
2134τῶν ἰδεῶν τὰς ὁποίας φέρει τὸ νομοσχέδιον, ὃ ἡμεῖς ἐφέραμεν
2135(θόρυβος) ὥστε φρονῶ, κύριοι, ὅτι ἡ τροπολογία ἣν περιέχει τὸ
2136ἄρθρον πρῶτον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλομεν, εἶναι
2137πληρεστέρα καὶ ἀσφαλεστέρα καὶ ὀρθοτέρα καὶ παρακαλῶ τὴν
2138Κυβέρνησιν, καὶ φρονῶ ὅτι δύναται, νὰ τὴν παραδεχθῇ χωρὶς
2139κίνδυνον· ἀλλ’ ἐὰν νομίζῃ ὅτι δύναται νὰ περιλάβῃ ἀλλοῦ τὸ
2140ἴδιον δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, ἀλλὰ τὸ νὰ λέγῃ ὅτι ἡ ἄλλη εἶναι
2141ἀσφαλεστέρα παρὰ τὴν πρότασιν αὐτὴν, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν
2142λέγει σύμφωνα μὲ τὸν νόμον.
2143§76ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, ἔχω ἀκόμη μίαν
2144παρατήρησιν καὶ συνοδεύω αὐτὴν μὲ ἔγγραφα πολύτιμα, τὰ
2145ὁποῖα θὰ ἀναγνώσω. Μίαν παρατήρησιν θὰ κάμω εἰς τὸν ὑπουρ-
2146γὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις εἶπεν, ὅτι τὸ νόμημα εἶχεν ἀνάγ-
2147κην ἰδιαιτέρου νόμου διὰ νὰ ἰσχύῃ. Παρατηρῶ ὅτι τὸ
2148διάταγμα τοῦ 1833 εἶναι νόμος καὶ ὄχι διάταγμα, διότι ἀπο-
2149νέμει δικαιοδοσίαν. Καὶ ἐνθυμεῖσθε ὅτι τὸ 1840 ὅταν ἐγένοντο
2150μεταῤῥυθμίσεις εἰς τὸ εἰρημένον διάταγμα τοῦ 1833 ὡς πρὸς
2151τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων καὶ τὸν ἐσωτερικὸν αὐτῶν ὀργα-
2152νισμὸν δὲν ἐξεδόθη διάταγμα, ἀλλὰ νόμος πρὸς μεταῤῥύθμισιν
2153τοῦ καλουμένου διατάγματος τοῦ 1833, ὅστις ἐψηφίσθη παρὰ
2154τῆς Βουλῆς. Τὸ διάταγμα ἐκεῖνο εἶναι νόμος καὶ ἐξεδόθη εἰς
2155ἐποχὴν, καθ’ ἣν μία μόνον ἐξουσία ὑπῆρχεν ἐν Ἑλλάδι, μία
2156νομοθετικὴ ἅμα καὶ νομοτελεστική· καὶ αὐτὸς ὁ νόμος εἶπε
2157ῥητῶς «ἐπιφορτίζεται ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φυλάττῃ
2158«τὸ βασιλικὸν νόμημα τῆς μεταλλείας, νὰ ὠφελιμοποιῇ αὐτὸ,
2159«νὰ καλλιεργῇ τὰ γνωστὰ μεταλλεῖα, νὰ ἀναζητῇ νέα καὶ νὰ
2160«μεταποιῇ τὰ ἐξορυχθέντα εἰς ὕλην χρήσιμον» οὕτω δὲ, κύριοι,
2161τοιαύτην ἰδέαν ἀποδίδον τὸ κράτος εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἐξη-
2162κολούθησε νὰ προστατεύῃ τὸ νόμημα, καὶ οὕτως ἐξηκολούθησεν
2163ἡ Ἑλλὰς ν’ ἀναγνωρίζῃ τὰ περὶ τῶν μετάλλων, ἤτοι τὸ μεταλ-
2164λεύεσθαι ὡς δικαίωμα τοῦ Κράτους.
2165Ἀφοῦ πολλοὶ ἄλλοι νόμοι καὶ διατάγματα καὶ συνθῆκαι καὶ
2166ὁδηγίαι καὶ πράξεις παρετέθησαν πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῆς τῆς
2167ἰδέας, ἥτις ἔπρεπε νὰ μὴ ἀμφισβητηθῇ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν, διότι
2168ἄπειροι πράξεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀποδεικνύουσι
2169σταθερῶς καὶ ἀκαταπαύστως ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι σήμερον,
2170θέλω σᾶς ἀναφέρει τρία ἔγγραφα πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν.
21711ον) Τὸ 1839 κάποιος Σταμάτιος Βαλέζης ἐζήτησε τὴν
2172ἄδειαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐνεργήσῃ ἐξόρυξιν ἀργύρου καὶ
2173χρυσοῦ εἰς τὴν νῆσον Σίφνου· ἀκούσατε τὴν διαταγὴν, ἥτις
2174ἐξεδόθη ἀπὸ τὴν διοίκησιν.
2175Ἀριθμ. 2,034.
2176Τὴν 19 Ἰουνίου 1839,
2177Ἑρμούπολις.
2178ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.
2179Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΣΥΡΟΥ.
2180Δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 17,647 τῆς 17 Ἰουνίου διαταγῆς
2181τῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Β. Γραμματείας, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν
2182κύριον Σταμάτιον Ν. Βαλέζην δημότην καὶ κάτοικον Σίφνου,
2183κατὰ τὴν ἀπὸ 19 τοῦ παρελθόντος ἀναφοράν του, νὰ ἀνασκάψῃ
2184μὲ ἴδιά του ἔξοδα εἰς ὅποιον μέρος τῆς νήσου Σίφνου ἐγκρίνει
2185πρὸς ἀνεύρεσιν μεταλλείου χρυσοῦ ἢ ἀργύρου· ὑποχρεοῦται
2186ὅμως, ἐπειδὴ τὰ μεταλλεῖα εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου, ἅμα
2187ἤθελεν ἀνακαλύψει τοιοῦτόν τι μεταλλεῖον νὰ γνωστοποιήσῃ
2188ἀμέσως τοῦτο εἰς τὴν διοίκησιν ταύτην, διὰ νὰ ἐνεργηθῶσιν
2189αἱ μετ’ αὐτοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως περαιτέρω συμφωνίαι.
2190Ὁ δήμαρχος Σίφνου παραγγέλλεται νὰ ἐπαγρυπνῇ εἰς τὸ
2191ἀποτέλεσμα τῆς ἀνασκαφῆς διὰ νὰ εἰδοποιήσῃ τὴν διοίκησιν,
2192ἅμα ἀνακαλυφθῇ μέταλλον, καὶ νὰ μὴ συγχωρήσῃ νὰ ἐξαχθῇ
2193ἐκ τῆς νήσου καμμία ποσότης μετάλλου κατειργασμένη ἢ ἀκα-
2194τέργαστος πρὶν ἀποπερατώσῃ ὁ ἐργολάβος τὰς μετὰ τῆς Κυ-
2195βερνήσεως συμφωνίας του. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ὀφείλει
2196ὁ ἐργολάβος πρὶν κάμῃ ἔναρξιν τῆς ἀνασκαφῆς νὰ παρουσιάσῃ
2197τὴν παροῦσαν εἰς τὸν δήμαρχον, ὅστις ὀφείλει νὰ ἐκθέσῃ
2198ἐπ’ αὐτῆς τὸ ἐθεωρήθη· θέλει δὲ διευθυνθῆ καὶ ἀπ’ εὐθείας
2199ἀντίγραφον τῆς παρούσης καὶ εἰς τὸν δήμαρχον.
2200Ὁ διοικητὴς ὁ γραμματεὺς
2201(Τ. Σ.) Δ. ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Καληγᾶς.
2202Ἐθεωρήθη. Ἐν Σίφνῳ, τὴν 5 Ἰουλίου 1839.
2203Ὁ δήμαρχος Σίφνου
2204(Τ. Σ.) Ν. ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ.
2205Μετὰ τὸ ἔγγραφον τοῦτο τῆς διοικήσεως ὁ αἰτήσας ἐνήργησε
2206τὰς ἀνασκαφὰς, ἀπεστάλησαν τὰ δείγματα, ἐγένοντο αἱ ἀνα-
2207λύσεις παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ κυρίου Λάνδερερ καὶ
2208ἐξεδόθη τὸ ἑξῆς ἔγγραφον τῆς Γραμματείας τῶν Ἐσωτερικῶν.
2209Ἀριθμ. 13,711.
221030 Σεπτεμβρίου 1839.
2211ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ.
2212ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΝ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
2213Ἐπιστρέφεται μὲ τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἄλλην θετικωτέραν
2214πληροφορίαν περὶ τῶν μεταλλείων Σίφνου δὲν ἔχομεν, οὐδὲ
2215νομίζομεν συμφέρον νὰ ληφθῇ ὁριστικὸν μέτρον περὶ τῆς μεταλ-
2216λεύσεως κανενὸς μεταλλείου, πρὶν ἢ γίνωσιν ἐπιτόπιοι ἔρευναι,
2217διὰ νὰ γνωστοποιηθῇ, κατὰ πιθανότητα τοὐλάχιστον, ἂν τὸ
2218κέρδος τὸ προκύψαν, δύναται νὰ ἰσοσταθμίσῃ τὴν γενησομένην
2219δαπάνην.
2220Ὁ Γραμματεὺς τῶν Ἐσωτερικῶν
2221Γ. ΓΛΑΡΑΚΗΣ.
2222Βλέπετε, κύριοι, ἐκ τῶν δύω τούτων ἐγγράφων (ὡσεὶ εἶχον
2223συνταχθῆ ἐπίτηδες διὰ νὰ μᾶς διδάξουν τὰ σήμερον καθήκοντά
2224μας) ὁποῖαι ὑπῆρξαν αἱ συνέπειαι τοῦ διατάγματος τοῦ 1333,
2225εἰς τί συνίστατο τὸ νόμημα, ὅπερ δι’ αὐτοῦ τοῦ διατάγματος
2226καθιστᾶτο καὶ ὁποίας ἐφαρμογῆς ἔτυχε καθ’ ὅλον τὸν παρελ-
2227θόντα χρόνον.
2228Μεταβαίνω εἰς τρίτον ἔγγραφον, ὅπερ εἶναι πολὺ σχετικώ-
2229τερον πρὸς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν, διότι ἀφορᾷ τὸ Λαύριον·
2230εἶναι πρᾶξις τοῦ μακαρίτου βασιλέως Ὄθωνος, τὴν ὁποίαν ἀπέ-
2231στειλε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
2232Ἀριθμ. 24,956.
2233ΟΘΩΝ
2234ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ
2235ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.
2236Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Γραμματείαν τῶν Οἰκονομικῶν ἡ διὰ
2237τῆς ἀναφορᾶς τῆς 29 Σεπτεμβρίου (11 Ὀκτωβρίου) τρέχοντος
2238ἔτους καθυποβληθεῖσα αἴτησις τῶν ἐμπόρων Φεράλδη καὶ
2239Βερτρὰνδ, ἡ περὶ ἐνοικιάσεως τῶν σιδηρείων τοῦ Σουνίου, μὲ
2240τὴν παραγγελίαν, ὅπως προκηρύξῃ τὴν δημοπρασίαν τῶν
2241μεταλλείων τούτων γενικῶς εἰς πολλοὺς τόπους, ἐπισυνά-
2242πτουσα μίαν ἀληθινὴν περιγραφὴν αὐτῶν, καὶ εἰδοποιοῦσα περὶ
2243τούτου τόσον τοὺς κυρίους Φιράλδην καὶ Βερτρὰνδ, ὅσον καὶ
2244τοὺς ἀδελφοὺς Σέγγουϊν πολιτικοὺς μηχανικοὺς τῶν Παρισίων,
2245οἵτινες ἀνέφερον πέρυσιν εἰς Ἡμᾶς διὰ τῆς ἐκεῖ Βασιλικῆς Ἑλ-
2246ληνικῆς Πρεσβείας περὶ ἐνοικιάσεως τῶν μεταλλείων τούτων,
2247καὶ μάλιστα εἰδοποιοῦσα ἰδιαιτέρως τοὺς τελευταίους τούτους
2248διὰ τῆς Γραμματείας τῶν Ἐξωτερικῶν.
2249Ἀθῆναι, τὴν 2|14 Δεκεμβρίου 1837.
2250ΟΘΩΝ. (Μεγάλη Σφραγίς)
2251Πρὸς τὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Γραμματείαν.
2252Περὶ ἐνοικιάσεως τῶν σιδηρείων τοῦ Σουνίου.
2253§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλλιφρονᾶς ἔχει τὸν λόγον.
2254§78ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐξ ὅλων, κύριοι, τῶν λεχθέντων, νομίζω, ὅτι
2255τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ σαφὲς καὶ οὔτε προέκειτο περὶ συζητή-
2256σεως τοιαύτης, οἵαν ἔλαβεν, ἀφ’ οὗ ἐν τῇ πρώτῃ συζητήσει ἐπὶ
2257τοῦ πρώτου παρουσιασθέντος νομοσχεδίου ἀνεπτύχθη ἀρκούντως
2258καὶ ἀπεδείχθη ἡ τοῦ δημοσίου ἰδιοκτησία ἐπὶ τῶν τοῦ Λαυρίου
2259ἐκβολάδων. Πάντα ταῦτα τὰ καὶ σήμερον εἰσαχθέντα καὶ γεγω-
2260νυίᾳ τῇ φωνῇ ἀναγνωσθέντα εἰς ἓν συνηρμολογημένα, εἶχον ἔκτο-
2261τε σχηματίσει τὴν πεποίθησιν ἐν τῷ κοινοβουλίῳ εἰς τὰ πλεῖ-
2262στα αὐτοῦ μέλη καὶ ἐν ἁπάσῃ τῇ κοινωνίᾳ, ὅτι αἱ τοῦ Λαυρίου
2263ἐκβολάδες ἦσαν ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου καὶ διότι νόμος τοῦ 1833
2264ὡς νόμημα τῆς ἐπικρατείας ἀναγνωρίζει αὐτὰς καὶ διότι καὶ ἡ
2265ἀρχαία ἐργασία καὶ ἡ ἀρχαία κυριότης αὐτοῦ δὲν μετεβλήθη
2266εἰς ἰδιωτικὴν, οὐδὲ ἔπαυσεν ἀπὸ τοῦ νὰ ᾖναι πάντοτε τοῦ δη-
2267μοσίου, ἐχρειάζετο ὅμως ἤδη εἷς περὶ διαθέσεως νόμος. Ἦλθε
2268λοιπὸν ὁ περὶ διαθέσεως νόμος, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔσχε τὴν ἀφορμὴν
2269νὰ κανονίσῃ τὴν διάθεσιν τῶν ἐν Λαυρίῳ ἐκβολάδων, ἐνόμισε
2270διὰ γενικοῦ νόμου νὰ κανονίσῃ περὶ ὅλων τῶν ἐκβολάδων, αἵτι-
2271νες τυχὸν ἤθελον καὶ ἀλλαχοῦ ἀνευρεθῆ διὰ νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν
2272ἀνάγκην νὰ ποιήσῃ καὶ ἕτερον νόμον ἢ νὰ ἔχῃ τὰς αὐτὰς ταύτας
2273ἀμφιβολίας, αἵτινες ἐνταῦθα προέκυψαν. Ἐπῆλθε ὅμως ἡ φράσις,
2274ἥτις ἔφερεν αὐτὴν τὴν ἀμφισβήτησιν, καὶ περὶ ἧς, ὡς βλέπετε, δὲν
2275διαφέρει τὸ πνεῦμα καὶ ὁ σκοπὸς οὔτε τοῦ νομοσχεδίου οὔτε
2276τῶν βουλευτῶν, ἀλλὰ γίνεται συζήτησις ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέ-
2277σματα, ἅπερ δύναται νὰ ἔχῃ μία φράσις, οὕτω ἢ οὕτω ἐκφρά-
2278ζουσα τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου· ἡ δ’ ἀμφισβήτησις εἶναι ἐπὶ
2279τούτου· τὸ κείμενον ἔχει οὕτω· «αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσι τῷ Κρά-
2280τει, ἡ δὲ μετάλλευσις αὐτῶν δὲν ἐπιτρέπεται, εἰμὴ δυνάμει πρά-
2281ξεως τῆς κυβερνήσεως κτλ.» Αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ
2282Κράτος· τοῦτο, κύριοι, ἔφερε καὶ δικαίως τὴν σκέψιν ὅτι ἡ λέξις
2283«ἀνήκουσι» φαίνεται ὅτι ἤδη δημιουργεῖ τὸ δικαίωμα τῆς κυριό-
2284τητος τοῦ δημοσίου, ἐνῷ τὸ δικαίωμα τοῦτο ὑπῆρχεν ἀνέκαθεν
2285ὅπως συνεζητήθη, καὶ ὅπως παρεδέχθη, διότι δὲν ὑπάρχει κανὲν
2286ἄλλο δικαίωμα ἀνεγνωρισμένον, ὅπερ ἀντιτάσσεται εἰς τὴν ἀνα-
2287γνώρισιν καὶ καθιέρωσιν τοῦ δικαιώματος τούτου τοῦ δημοσίου.
2288Εἶπον λοιπὸν διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἀσαφὲς, καὶ διὰ νὰ μὴ παρεξηγη-
2289θῇ καὶ ἡ ἰδέα, ἣν ἔχει τὸ Κοινοβούλιον, ψηφίζον σήμερον τὸν
2290περὶ διαθέσεως αὐτῶν νόμον, ὅτι πρέπει ἀντὶ τοῦ «ἀνήκουσι» νὰ
2291τεθῇ ἡ λέξις «ἀνήκουσαι», διότι ὁ νόμος οὗτος δὲν ἔρχεται εἰς
2292τὸ νὰ ὁρίσῃ τὸ ὡρισμένον δικαίωμα τοῦ δημοσίου, ἀλλ’ ἔρχεται
2293μόνον νὰ διαθέσῃ τὴν περιουσίαν αὐτὴν τοῦ δημοσίου. Λοιπὸν
2294λέγομεν «αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσαι εἰς τὸ Κράτος δὲν μεταλ-
2295λεύονται, εἰμὴ δυνάμει πράξεως τῆς Κυβερνήσεως κτλ.» Τότε
2296εἴμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι.
2297§79ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Αὐτὸ τὸ ὡς τὸ θαυματουργόν!
2298§80ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐγὼ, κύριοι, προτείνω, ὡς σᾶς εἶπα, ὅτι
2299εὑρισκόμεθα ἐκτὸς πάσης φιλονεικίας, ἐὰν τὸ «ἀνήκουσι» με-
2300ταβληθῇ εἰς τὸ «ἀνήκουσαι», ὅτι δηλ. ἀείποτε ἀνῆκον·
2301Εἴμεθα σύμφωνοι.
2302§81ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
2303§82ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Λοιπὸν, κύριοι, νομίζετε ὅτι δὲν ὑπάρχει
2304καμμία ἀμφιβολία, ὅταν ἡ λέξις αὕτη λάβῃ αὐτὴν τὴν με-
2305ταβολήν;
2306§83ΛΑΠΑΣ. Μάλιστα.
2307§84ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἀλλά, κύριοι, νομίζω ὅτι τὸ ΩΣ εἶναι
2308μία αἰτιολογία, ἧς δὲν θεωρῶ ὅτι ἔχει ἀνάγκην ὁ νόμος. «Αἱ
2309ἐκβολάδες ἀνήκουσαι εἰς τὸ δημόσιον, διατίθενται οὕτω.»
2310§85ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐπειδὴ παρατηρῶ, ὅτι
2311ἐπιμένουν τινὲς παραπολὺ εἰς αὐτὸ τὸ εὐλογημένον ὡς, εὑρίσκο-
2312μαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξηγήσω ἐκτενέστερον τὴν γνώμην μου,
2313καθ’ ἣν τὸ ὡς αὐτὸ τίποτε δὲν θεραπεύει, καὶ κατ’ οὐδὲν δύνα-
2314ται νὰ προφυλάξῃ τὸ δημόσιον ἀπὸ τὰς μομφὰς, ἃς δύναται
2315νὰ ὑποστῇ ἐὰν δὲν τεθῇ αὐτὸ τὸ εὐλογημένον ὡς.
2316§86ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ καὶ δὲν βλάπτει ὅμως.
2317§87ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγουν, κύριοι, ὅτι, ἐὰν παραδεχθῆτε τὴν
2318ἔκφρασιν ὅτι αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος, τρέχετε
2319τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ χαρακτηρισθῇ τὸ νομοσχέδιόν σας ὡς νό-
2320μος δημεύσεως, ὡς πρᾶξις αὐθαίρετος· ἐὰν ὅμως ἀλλάξητε τὴν
2321φράσιν αὐτὴν καὶ ἀντὶ νὰ εἴπητε «ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐπικρά-
2322τειαν» εἴπητε «ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὴν ἐπικράτειαν» τότε δὲν
2323τρέχετε κανένα κίνδυνον, τότε τὸ νομοσχέδιόν σας δὲν δύνα-
2324ται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς πρᾶξις αὐθαίρετος καὶ δημευτική. Ἀλλ’
2325ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω ἐὰν ἡ θεωρία αὕτη ᾖναι γενικὴ καὶ δύ-
2326ναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ ὅλων τῶν ἀντικειμένων. Ὑποθέτω, ὅτι
2327ἔρχεταί τις καὶ σᾶς προτείνει νὰ ψηφίσητε νόμον διαλαμβάνον-
2328τα «ἡ οἰκία τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ ἀνήκει εἰς τὸ κράτος καὶ ἐκτί-
2329θεται εἰς δημοπρασίαν ἐκποιήσεως»· βεβαίως τὸν νόμον τοῦτον
2330θέλετε θεωρήσει ὡς ἕνα νόμον δημεύσεως. Ἀλλ’ ἐὰν σᾶς φέρουν
2331ἄλλο νομοσχέδιον διαλαμβάνον, «ἡ οἰκία τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ
2332ἐκτίθεται εἰς δημοπρασίαν ἐκποιήσεως ὡς ἀνήκουσα εἰς τὸ κρά-
2333τος», νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ τὸ παραδεχθῆτε; ἆρά γε καὶ τοῦ-
2334το δὲν δημεύει τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ ὅπως καὶ τὸ
2335πρῶτον; (θόρυβος). Παρακαλῶ, θὰ συμπληρώσω τὴν ἰδέαν μου.
2336Ἀπαράλλακτα, κύριοι, συμβαίνει καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου· ὅσοι
2337νομίζουν ὅτι ὁ νόμος μας θὰ κατακριθῇ ἢ δὲν θὰ κατακριθῇ
2338ὡς ἐκ μόνης τῆς φράσεως, ἀπατῶνται· οὐδεμία διαφορὰ ὑπάρ-
2339χει κατ’ οὐσίαν, ἐὰν εἴπωμεν, ὅτι «αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς
2340τὴν ἐπικράτειαν καὶ διατίθενται οὕτω» ἢ ὅτι «αἱ ἐκβολάδες
2341διατίθενται οὕτω, ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὴν ἐπικράτειαν.»
2342Ἂς μοὶ συγχωρήσουν νὰ εἴπω ὅτι οἱ τὸ ἐναντίον φρονοῦντες
2343πλανῶνται, ἡ φράσις εἶναι ἀδιάφορος καὶ ἡ θέσις τῶν πραγμά-
2344των δὲν μεταβάλλεται, εἴτε κατὰ τὸν ἕνα τρόπον ἐκφρασθῆτε,
2345εἴτε κατὰ τὸν ἄλλον· τὸ νομοσχέδιον θὰ κατακριθῇ ἂν δὲν
2346ἔχωμεν δικαίωμα νὰ διαθέσωμεν τὰς ἐκβολάδας· ἂν ὅμως ἔχω-
2347μεν τὸ δικαίωμα ὅπως ὅλοι σύμφωνοι εἴμεθα ὅτι τὸ ἔχομεν,
2348τότε ἡ ἔκφρασις εἶναι ἀδιάφορος. Αὐτά, κύριοι, εἶχον νὰ σᾶς
2349εἴπω διὰ νὰ σᾶς ἐξηγήσω, ὅτι ἐγὼ θεωρῶ ἐντελῶς ἀδιάφορον
2350ἐὰν μεταχειρισθῶμεν τὴν φράσιν, ἣν ἔχει τὸ νομοσχέδιον ἢ
2351ἄλλην τινὰ, διότι δὲν εἶναι ἡ ἔκφρασις, ἡ ὁποία θὰ ἀπαλλάξῃ
2352τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τὴν μομφὴν τῆς δημεύσεως· τὸ νομοσχέ-
2353διον εἶναι ἀπηλλαγμένον πάσης τοιαύτης μομφῆς, διότι προτί-
2354θεται νὰ διαθέσῃ καὶ κανονίσῃ ἀντικείμενον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τὸ
2355δημόσιον ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα· ἑπομένως ἡ ἔκφρασις εἶναι
2356ἐντελῶς ἀδιάφορος.
2357§88Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ἔχω μικρόν τι ἐλάττωμα νὰ μὴ εὐχαρι-
2358στοῦμαι εἰς τὰς θεωρητικὰς συζητήσεις καὶ νὰ θέλω νὰ ἦμαι
2359πρακτικός. Δυποῦμαι, ὅτι ὁλόκληρον ἡμέραν ἀσχολούμεθα εἰς
2360συζήτησιν ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐγὼ οὐδόλως θεωρῶ ζήτημα·
2361τουτέστι κατηναλώθη ἡ συζήτησις σήμερον εἰς τοῦτο, τὸ νὰ
2362εὕρωμεν τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσεν εἰς ἡμᾶς νὰ κηρύ-
2363ξωμεν τὰς ἐκβολάδας ὡς ἐθνικὴν περιουσίαν. Ἡ ἀναζήτησις
2364τοῦ λόγου τούτου μοὶ φαίνεται ἐντελῶς ἀνωφελής. Τί θὰ ὠφε-
2365λήσῃ νὰ μάθωμεν ἂν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν παρεκι-
2366νήθη ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι αἱ ἐκβολάδες κεῖνται ἐπὶ δασῶν, τὰ
2367ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τὸ δημόσιον; Τί θὰ μᾶς ὠφελήσῃ ἂν
2368τρίτος τις νομίζῃ, ὅτι κηρύσσονται ἐθνικαὶ, διότι εἶναι νομή-
2369ματα ἢ διότι θεωρεῖ αὐτὰς κινητά; Ὅλα ταῦτα εἶναι, νο-
2370μίζω ἀνωφελῆ, διότι, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτε ἐν Παρισίοις
2371ἐσπούδαζον τὸ δίκαιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔκτοτε δὲν ἠσχολήθην, νο-
2372μίζω, ὅτι που εἰς τοὺς πανδέκτας οὐχὶ τοῦ φίλου μου κ. Βακα-
2373λοπούλου, ἀλλὰ τῶν Ῥωμαίων, ἀνέγνωσα ὅτι, ὅταν θέλῃ τις νὰ
2374ἀναζητήσῃ τοὺς λόγους τῶν νόμων, δύναται ν’ ἀνατρέψῃ ὅλους
2375τοὺς νόμους. Κύριοι, ὁ νομοθέτης ἅμα νομοθετήσῃ, ἀποθνήσκει,
2376ἀφίνει δὲ εἰς τὴν δογματικὴν ἑρμηνείαν νὰ εὕρῃ τοὺς λόγους
2377δι’ οὓς ἐνομοθέτησεν· ὅλοι ὅσοι ἐνασχολοῦνται εἰς τὴν σπου-
2378δὴν τῶν νόμων, θέλουν ἰδεῖ ὅτι ἐπὶ ἑνὸς ἄρθρου τοῦ ἀστικοῦ
2379κώδηκος τῆς Γαλλίας, ἕκαστος συγγραφεὺς, ἕκαστος ὑπομνη-
2380ματιστὴς ἔχει φέρει ἴδιον λόγον, ἄλλον λόγον ἔφερεν ὁ Toul-
2381lier, ἄλλον ὁ Demolombe, ἄλλον ὁ Duranton· τί μᾶς ὠφελεῖ
2382ἡ ἀκαδημαϊκὴ συζήτησις ἥτις δύναται νὰ λάβῃ χώραν ἐντὸς
2383ἑνὸς institut; σήμερον ἐκηρύχθησαν αἱ ἐκβολάδες ἐθνικαί· οὐ-
2384δεὶς εἶναι ὑπόχρεως νὰ εἴπῃ τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ψη-
2385φίζει ὑπὲρ τῆς ἐθνικότητος τῶν ἐκβολάδων. Ἡ συζήτησις αὐτὴ,
2386κύριοι, ἡ ὁποία γίνεται σήμερον μεταφέρει τὴν διάνοιάν μου
2387εἰς συζητήσεις ἄλλων αἰώνων λίαν ἀπομεμακρυσμένων ἀφ’ ἡ-
2388μῶν. Ἀλλὰ αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος, ἢ αἱ ἐκβο-
2389λάδες διατίθενται ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὸ κράτος, ἰδοὺ ἓν ζήτημα,
2390τὸ ὁποῖον πρὸ πέντε ἡμερῶν συζητοῦμεν. Ἤθελε δὲ νομίσει τις
2391ὅτι πρόκειται νὰ διαταράξωμεν τὴν ἰσοῤῥοπίαν τῆς ὑδρογείου
2392σφαίρας. Καὶ τοῦτο, νομίζω ἁπλούστατον. Ὁμιλήσας κατὰ τὴν
2393πρώτην φορὰν, διότι ἅπαξ ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου,
2394εἶπον ὅτι τὸ κατ’ ἐμὲ οὐδεμίαν διαφορὰν εὑρίσκω μεταξὺ τῆς
2395συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπουργικοῦ καὶ τῆς συντάξεως
2396τοῦ νομοσχεδίου τοῦ βουλευτικοῦ, καὶ ὅτι εἶμαι διατεθειμένος
2397ν’ ἀποδεχθῶ πᾶσαν σύνταξιν· τοῦτο, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω καὶ
2398σήμερον· ἂν ὁ νόμος οὗτος, ὁ ὁποῖος δὲν πιστεύω ποτὲ νὰ προσ-
2399βληθῇ ὡς ἀντισυνταγματικὸς θεωρηθῇ τοιοῦτος, βεβαιωθῆτε ὅτι ὁ-
2400ποιανδήποτε σύνταξιν καὶ ἂν θέσητε εἰς τὸν νόμον δὲν θέλει ἐμπο-
2401δίσει τὸν φόβον αὐτὸν, τὸν ὁποῖον σεῖς ζητεῖτε ν’ ἀποφύγητε.
2402Πιστεύω ὅτι οὐδέποτε, κύριοι, ὁ νόμος οὗτος θέλει κηρυχθῇ ὡς
2403ἀντιβαίνων εἰς τὸ σύνταγμα· ἀλλ’ ἂν νομίζητε ὅτι διὰ συν-
2404τάξεώς τινος ἠμπορεῖτε ν’ ἀποφύγητε τὸν κίνδυνον αὐτὸν, νο-
2405μίζω ὅτι ἀπατᾶσθε· ἀλλ’ ἐπειδὴ μένουσιν ἀμφιβολίαι τινὲς
2406εἴς τινας συναδέλφους ἡμῶν οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι ἠμποροῦμεν
2407ν’ ἀποφύγωμεν τὸν κίνδυνον δι’ ἄλλης συντάξεως, δὲν πρέπει
2408νὰ ἔχωμεν δυσκολίαν τινὰ ν’ ἀποδεχθῶμεν αὐτὴν καὶ διὰ τοῦτο
2409θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον ὑπουργὸν νὰ μὴ ἀντισταθῇ.
2410§89ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ἡμᾶς εἶναι ἀδιάφορον.
2411§90ΖΑΪΜΗΣ. Εἴτε εἴπῃ τις «αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ
2412κράτος,» εἴτε «αἱ ἐκβολάδες διατίθενται ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὸ
2413κράτος» κατὰ τὸ φρόνημά μου εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Ἴσως
2414ἦτο ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἐξήγησίς τις, ἥτις ὅμως ἐγένετο καὶ
2415παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ παρουσιάσαντος τὸν νόμον καὶ παρ’ ὅ-
2416λων τῶν λαβόντων τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι διὰ τῆς
2417συντάξεως αἱ ἐκβολάδες ἀνήκουσιν εἰς τὸ κράτος δὲν πρόκειται
2418σήμερον νὰ δημιουργηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου, ἀλλ’ ἁπλῶς
2419ν’ ἀνακηρυχθῇ, τὸ ἄρθρον εἶναι declaratif, δὲν εἶναι constitutif·
2420μολαταῦτα, ἐπειδή τινες ἐκ τῶν συναδέλφων μας λίαν σπου-
2421δαῖοι, ὡς εἶναι ὁ κύριος Δεληγεώργης καὶ ἄλλοι, ἐπιμένουσιν
2422εἰς τὴν σύνταξιν αὐτὴν, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ τὴν
2423ἀποδεχθῶ, διὰ νὰ φανῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία
2424ὡς πρὸς τὴν πρᾶξιν ἡμῶν. Ἀλλ’ ὁ κύριος Καλλιφρονᾶς ἐκη-
2425ρύχθη ἐχθρὸς τοῦ μορίου ὡς καὶ ἐπολέμησε ῥητῶς τοῦτο, ἀλλ’
2426ἡ ἀντιπολίτευσις τοῦ κυρίου Καλλιφρονᾶ κατὰ τοῦ μορίου τού-
2427του καὶ ἡ τροπολογία του δὲν κάμνει ἄλλο, παρὰ νὰ παρα-
2428φράσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργείου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θὰ τὸ
2429δεχθοῦν οἱ ἐπιθυμοῦντες τὴν ἄλλην σύνταξιν καὶ θὰ ἔχωμεν
2430πάλιν πόλεμον περὶ τοῦ μορίου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ μᾶς
2431ἀποῤῥοφήσῃ μίαν ἄλλην συνεδρίασιν, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ συμβῇ
2432εἰς ἡμᾶς ὅ,τι συνέβη εἰς ἔνδοξόν τινα φιλολόγον Γερμανὸν ὁ ὁ-
2433ποῖος ἔγραψεν βιβλίον ἐκ 500 σελίδων περὶ ἑνὸς μορίου ἑλληνι-
2434κοῦ· διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Καλλιφρονᾶν ν’ ἀνα-
2435καλέσῃ τὴν κήρυξιν τοῦ πολέμου κατὰ τοῦ μορίου τούτου ὡς
2436καὶ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀκόλουθον σύνταξιν εἰς τὸ ἄρθρον 2
2437τὸ ὁποῖον δύναται νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο ἄρθρα· ά. αἱ ἐκβολάδες,
2438ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὸ κράτος διατίθενται κατὰ τὰς διατάξεις καὶ
2439τοῦ παρόντος νόμου, τὸ δὲ ἄρθρον γʹ. ν’ ἀρχίσῃ διὰ τῶν ἑξῆς»
2440Ἡ μετάλλευσις τῶν ἐκβολάδων γίνεται διὰ πράξεως τῆς κυβερ-
2441νήσεως κτλ.» οὕτω δὲ νὰ προβῶμεν καὶ εἰς τὰ λοιπὰ ἄρθρα διότι
2442ἐσταματήσαμεν.
2443§91ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὡς πρὸς τὸν νοῦν τοῦ νόμου πάντες εἴμεθα σύμ-
2444φωνοι εὐτυχῶς καὶ ὁμοφώνως θέλει διατυπωθῆ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα,
2445καὶ διὰ τῆς μιᾶς καὶ διὰ τῆς ἄλλης ἐκφράσεως, ἀλλ’ ἡ ἑρμη-
2446νεία, κύριοι, ἡ ὁποία εἶναι ἔκφρασις, πρέπει νὰ ᾖναι καταλλήλως
2447τῆς διανοίας τοῦ νομοθέτου, ἡ δὲ διάνοια εἶναι, ὅτι δὲν ἀνή-
2448κουσιν ἐφεξῆς ἀπὸ τοῦδε, αἱ ἐκβολάδες εἰς τὸ κράτος, ἀλλ’ ὅτι
2449ἀνέκαθεν καὶ ἀεὶ ἀνῆκον· ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ
2450ἑνὸς νομοσχεδίου καὶ τοῦ ἄλλου, μεταξὺ τοῦ ὑπουργικοῦ νομο-
2451σχεδίου καὶ τῆς προτάσεως τῶν κυρίων βουλευτῶν, καὶ προ-
2452καλῶ τὴν προσοχὴν ἰδίως τῶν γραμματικῶν, διαφέρει ὅσον
2453διαφέρει ὁ ἐνεστὼς ἀπὸ τὸν παρατατικόν, πλησίον του ἀνήκου-
2454σι δυνάμεθα νὰ βάλλωμεν τὸ σήμερον, πλησίον τοῦ ὡς ἀνή-
2455κουσαι εἰς τὸ κράτος ἠδύνατο νὰ τεθῇ ἐπίῤῥημα ἀεί· καθὼς
2456ἠξεύρετε, κύριοι, ὁ παρατατικὸς ἐν τῇ μετοχῇ δὲν ἔχει ἴδιον
2457τύπον, ὁ αὐτὸς τύπος λειτουργεῖ καὶ διὰ τὸν ἐνεστῶτα καὶ διὰ
2458τὸν παρατατικὸν.
2459§92ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ παρεδέχθημεν.
2460§93ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Εἶπον αὐτὰς τὰς λέξεις, διότι ὁ Κ. Ζαΐμης εἶ-
2461πεν ὅτι εἶναι τὸ αὐτὸ πρᾶγμα ἐνῷ εἶναι ὅλως διόλου διάφορος
2462ἡ μία ἔκφρασις ἀπὸ τὴν ἄλλην, οὕτως ἐμπεδοῦται ὁ νόμος διὰ
2463τῆς συνειδήσεως ὅτι ὑπάρχει ταυτότης ἐνδιαθέτου λόγου καὶ
2464προφορικοῦ.
2465Ἐγὼ, κύριοι, θὰ παραπονεθῶ κατὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, διότι
2466πολλαὶ ἰδέαι συνεπιέσθησαν εἰς δύο ἢ τρεῖς στίχους, οὕτως,
2467ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀποχρῶσα συζήτησις καὶ ἀνά-
2468πτυξις, διότι ἐν αὐτῷ τῷ ἄρθρῳ συνωστίζονται, συμπιέζονται
2469δύο ἀρχαὶ τοῦ νόμου καὶ τέσσαρα διάφορα συστήματα μιᾶς ἐκ
2470τῶν ἀρχῶν, πῶς νὰ ἀναπτυχθῶσιν ὅλα εἰς ἕνα ἄρθρον; π. χ.
2471ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ ἄμεσος ἀρχὴ τῆς διαθέσεως, αὕτη περιέχει
2472τρία ἢ τέσσαρα συστήματα διαθέσεως, τὴν ἐκκαμίνευσιν ὑπὸ
2473τοῦ κράτους, τὴν παραχώρησιν διὰ συναγωνισμοῦ, τὴν παραχώ-
2474ρησιν διὰ συμβάσεως, τὴν παραχώρησιν εἰς ἑταιρίαν, τὸ ὁποῖον
2475ἐγὼ ἐπρότεινον· ἐγὼ, κύριοι ἤθελον ζητήσει τὴν διαίρεσιν τοῦ
2476ἄρθρου, οὐχὶ κατὰ τὴν ψηφοφορίαν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν συζή-
2477τησιν, εὐτυχῶς ἐν μέρει μὲ ἀνεπλήρωσεν ὁ κ. Ζαΐμης εἰπὼν ὅτι
2478τὸ πρῶτον μέρος πρέπει νὰ διαιρεθῇ ἀπὸ τὸ δεύτερον τὸ ὁποῖον
2479πάλιν πρέπει νὰ λάβῃ διπλῆν διαίρεσιν (θόρυβος).
2480§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ζαΐμη ἄρθρ. 2 «αἱ ἐκ-
2481βολάδες ὡς ἀνήκουσαι εἰς τὸ κράτος διατίθενται κατὰ τὰς δια-
2482τάξεις, τοῦ παρόντος νόμου». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τοῦ-
2483το παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ
2484παρεδέχη.
2485§95ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Νὰ σημειωθῇ ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἀντίῤῥησις εἰς
2486τὴν ψηφοφορίαν.
2487§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τὸ σημειώσουν οἱ στενογράφοι.
2488§97ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σημειωθῇ καὶ εἰς τὰ ἐπίση-
2489μα πρακτικὰ, ὅτι οὐδεμία ὑπῆρξεν ἀντίῤῥησις.
2490§98ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
2491§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ δεύτερον μέρος λοιπὸν τοῦ δευτέρου ἄρθρου
2492θὰ ἀποτελέσῃ ἄρθρον τρίτον, ἔχον ὡς ἑξῆς· «Ἡ ἐκμετάλλευσις
2493δὲν ἐπιτρέπεται εἰμὴ δυνάμει πράξεως τῆς κυβερνήσεως ἥτις
2494χορηγεῖ τὸ πρὸς τοῦτο δικαίωμα διὰ πλειστηριασμοῦ εἰς τὸν
2495ἀναδεχθησόμενον νὰ πληρώνῃ εἰς τὸ δημόσιον ἀνώτερον ποσο-
2496στὸν ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου».
2497§100ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, εἰσήλθομεν εἰς τὰ καθέκαστα καὶ
2498πρέπει νὰ ἤμεθα συνοπτικοὶ, λέγω λοιπὸν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν
2499καὶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἐπειδὴ δὲν εἶμαι δικηγόρος, ἐὰν ᾖναι
2500δυνατὸν ἐνταῦθα ὅπου λέγει, «ἡ ἐκμετάλευσις δὲν ἐπιτρέπεται
2501εἰμὴ δυνάμει πράξεως τῆς Κυβερνήσεως» νὰ τεθῇ «εἰμὴ δυνά-
2502μει νομοθετήματος» (θόρυβος). Δεύτερον, ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου
2503ἔνθα λέγει ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου νὰ τεθῇ «ἐπὶ τῆς καθα-
2504ρᾶς ἢ ἀκαθαρίστου προσόδου» διότι ἐνδεχόμενον νὰ προτιμηθῇ τὸ
2505ἓν ἢ τὸ ἕτερον σύστημα, ἐν τέλει δὲ παρακαλῶ τὸν κύριον
2506ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τοῦτο διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ καὶ ἐμὲ διὰ τὴν
2507πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔχω, καὶ ἡ ὁποία δὲν εἶναι κακή· «ἐκτὸς
2508ἂν δὲν προτιμήσῃ τὸ κράτος τὴν ἄμεσον αὐτῶν ἐκμετάλλευσιν.»
2509§101ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἰδέα, κύριοι, τῆς ἀμέσου καὶ διὰ λογα-
2510ριασμὸν τοῦ δημοσίου ἐκκαμινεύσεως τῶν ἐκβολάδων δὲν ἀπο-
2511κρούεται ἀπολύτως ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον, διότι κατ’ αὐτὸ ἀφοῦ
2512προηγηθοῦν αἱ ἀπαιτούμεναι ἔρευναι, ἐξετάσεις καὶ ἀναλύσεις,
2513θέλει ἐνεργηθῆ πλειστηριασμὸς, οὗτινος τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ὑπο-
2514βληθῇ εἰς τὸ μεταλλευτικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ
2515δικαίωμα, ἢ νὰ ἐγκρίνῃ τὴν κατακύρωσιν, εἰς ἐκεῖνον, ὅστις
2516προσφέρει ἀνώτερον ποσοστὸν, ἢ νὰ διατάξῃ τὴν ἐπανάληψιν
2517τοῦ πλειστηριασμοῦ· ἀλλ’ ἂν καὶ ὁ δεύτερος πλειστηριασμὸς
2518δὲν ἐπιτύχῃ ἢ ἂν τὸ συμβούλιον προβλέψῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυ-
2519νατὸν κατὰ τὸν δεύτερον πλειστηριασμὸν νὰ παρουσιασθῶσι
2520συμφέρουσαι τιμαὶ, ἐννοεῖται, ὅτι δὲν θὰ ἀφήσωμεν αὐτὰ τὰ
2521χώματα νὰ κεῖνται εἰς τὸ Λαύριον ἢ ὅπου ἀλλαχοῦ ἤθελον
2522εὑρεθῆ, ἄχρηστα καὶ ἀνωφελῆ, ἀλλὰ θὰ ἀποφασίσωμεν νὰ
2523προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀναλάβῃ διὰ λογαριασμὸν τοῦ
2524δημοσίου τὴν ἐκκαμίνευσιν. Δύναται ὅμως καὶ ἀπὸ τοῦδε
2525νὰ δοθῇ ἡ τοιαύτη ἄδεια διὰ προσθήκης τινος, ὅταν θὰ φθά-
2526σωμεν εἰς τὸ 9ον ἄρθρον. Καὶ ἐφ’ ὅλων τῶν προσόδων τοῦ δη-
2527μοσίου, αἱ ὁποῖαι κατὰ τοὺς κειμένους νόμους διατίθενται διὰ
2528δημοσίου πλειστηριασμοῦ, ὅταν δὲν εὑρεθῇ ἐργολάβος ἢ ἐνοικια-
2529στὴς, ὁ ὁποῖος νὰ προσφέρῃ τὴν ἀνάλογον τιμὴν, τότε τὸ κρά-
2530τος ἀναλαμβάνει διὰ λογαριασμόν του τὴν εἴσπραξιν τῶν προ-
2531σόδων αὐτῶν.
2532Ὀλίγας λέξεις θὰ σᾶς εἴπω ἔτι ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς κα-
2533θαρᾶς ἢ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, διότι παρατηρῶ, ὅτι μὲ
2534ὅλα ὅσα ἐῤῥέθησαν, ὑπάρχουν τινὲς οἱ φρονοῦντες ἀκόμη, ὅτι
2535εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαιτήσωμεν, ὥστε οἱ παρουσιασθησόμενοι
2536ἐργολάβοι νὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ πληρώνωσιν εἰς τὸ δημόσιον τὸ
2537εἰς αὐτὸ ἀνῆκον δικαίωμα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀκαθαρίστου προ-
2538σόδου, καὶ κατ’ οὐδὲν ἐχρησίμευσεν ἡ σαφήνεια μὲ τὴν ὁποίαν
2539εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ ἔντιμος βουλευτὴς κ. Χρηστίδης νὰ σᾶς
2540εἴπῃ ὅτι ἐκφράζω τὰς ἰδέας μου· διότι ἂν καὶ ἐξηγήθην περὶ
2541αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου δὶς μέχρι τοῦδε, ἂν καὶ ἦλθον ἄλλοι
2542δεινότεροι ἀπὸ ἐμὲ εἰς ὑποστήριξίν μου, δὲν κατωρθώθη ὥστε
2543τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ διευκρινισθῇ, ὡς ἔπρεπε, καὶ ὑπάρχουσιν
2544ἀμφιβολίαι. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσητε ἐπ’ ὀλίγον καὶ
2545διὰ τρίτην φορὰν, ἴσως δυνηθῶ νὰ μεταβιβάσω εἰς ὑμᾶς ὅ,τι
2546περὶ τοῦ πράγματος τούτου αἰσθάνομαι.
2547Κύριοι, τὸ νὰ λαμβάνῃ τὸ δημόσιον τὸ δικαίωμά του ἐπὶ
2548τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου τοῦ παραγομένου μολύβδου, εἶναί τι
2549τὸ ὁποῖον ἡ κυβέρνησις ἐπεθύμει παρὰ πολὺ, διότι παρὰ τὸ
2550ν’ ἀναζητῇ τὴν καθαρὰν πρόσοδον, εὐκολώτερον τῇ εἶναι νὰ διο-
2551ρίζῃ ὑπαλλήλους τῆς ἐμπιστοσύνης της διὰ νὰ λαμβάνουν τὸ
2552ὡρισμένον ποσοστὸν ἀπὸ τοῦ ἑκάστοτε ἐξαγομένου μολύβδου.
2553Ἀλλὰ μ’ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν ἣν εἴχομεν νὰ παραδεχθῶμεν αὐτὸ
2554τὸ μέτρον, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς αὐτὸ, διότι φοβού-
2555μεθα, ὅτι δὲν θέλομεν εὕρει ἐργολάβους, οἱ ὁποῖοι νὰ τολμήσουν
2556νὰ προσφέρουν πρὸς τὸ δημόσιον τὸ ἀνάλογον ποσοστόν· διότι
2557τὸ μέταλλον τὸ ἐξαγόμενον ἐκ τῶν καμίνων δὲν εἶναι ὁμοειδὲς,
2558καὶ ἡ ποσότης τοῦ ἐμπεριεχομένου ἀργύρου εἰς τὸν μόλυβδον
2559δὲν εἶναι πάντοτε ἡ αὐτή. Ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ χωρίζηται ἐν-
2560ταῦθα ὁ ἄργυρος ἀπὸ τὸν μόλυβδον, ἠδυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν
2561εἰς τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον καὶ ν’ ἀπαιτῶμεν ὥστε νὰ μᾶς
2562δίδουν ὡρισμένον ποσὸν ἀπὸ τὸ ἓν ἢ τὸ ἕτερον, ἀλλὰ τοῦτο
2563δὲν εἶναι εὔκολον νὰ γείνῃ. Ἐπειδὴ δὲ ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ
2564εἰς τὸ ποσὸν τοῦ περιεχομένου ἀργύρου, ὁ ἐργολάβος δὲν εἶναι
2565εἰς θέσιν νὰ κανονίσῃ τὰς προσφοράς του. Διότι, ὡς σᾶς ἐξήγη-
2566σεν ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Κεχαγιᾶς, ἂν ὁ μόλυβδος ὁ ἐξαγό-
2567μενος περιέχῃ ὀλίγον ἄργυρον ὁ ἐργολάβος δὲν δύναται νὰ σᾶς
2568προσφέρῃ οὔτε 20% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, διότι
2569ἂν σᾶς πληρώσῃ πλειότερον ποσοστὸν ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου δὲν
2570μένει εἰς αὐτὸν τίποτε. Ὑποθέσατε, ὅτι ἐξάγεται μόλυβδος πε-
2571ριέχων ἐλάχιστον ποσὸν ἀργύρου, ἡ ἀξία τοῦ μολύβδου τότε
2572ἀναβαίνει εἰς 500 μόνον δραχ. ἐὰν ἀφαιρεθῶσι τὰ ἔξοδα τὰ
2573ὁποῖα ὑπελογίσθησαν εἰς 350 δραχ. δὲν θέλει μείνει εἰς τὸν
2574ἐργολάβον εἰμὴ 150 δραχ. ἤτοι 30% ἐπὶ τῶν 500 δραχ.
2575αἱ ὁποῖαι παριστοῦν τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον· διαφέρει ὅμως
2576ἡ θέσις, ὅταν πρόκηται περὶ μολύβδου ὅστις περιέχει περισσό-
2577τερον ἄργυρον καὶ ὅστις θὰ ἔχῃ ἀξίαν 1000 π. χ. δραχ. ὅταν
2578ὁ μόλυβδος ἔχῃ ἀξίαν 1000, τότε συμφέρει εἰς τὸν ἐρ-
2579γολάβον νὰ σᾶς δώσῃ καὶ 50% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου, διότι
2580ἐὰν ἀπὸ τὰς 1000 δραχμὰς ἀφαιρεθῶσι τὰ ἔξοδα θὰ τῷ
2581μείνουν 650 ἤτοι 65% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, ἐνῷ
2582εἰς τὴν πρώτην περίστασιν τῷ ἔμειναν μόνον 30%.
2583Διὰ νὰ ἐννοήσητε κύριοι, καλλίτερον τὸ πρᾶγμα ἐπιτρέψατέ
2584μοι νὰ σᾶς φέρω ἓν ἀγροτικὸν παράδειγμα τὸ ὁποῖον νομίζω,
2585ὅτι θὰ τὸ ἐννοήσῃ καλλίτερον ὁ φίλος μου κ. Κρεστενίτης· οἱ
2586ἔχοντες γαίας, ἀμπέλους, σταφιδοφυτείας, ἐλαιόδενδρα, κτλ.
2587ἐκδίδουσι τὴν καλλιέργειαν εἰς γεωργοὺς καὶ συμφωνοῦν νὰ
2588τοὺς πληρώνουν ἓν ὡρισμένον ποσοστὸν εἰς εἶδος ἐπὶ τοῦ παρα-
2589γομένου καρποῦ· τὸ ποσοστὸν τοῦτο δὲν εἶναι πάντοτε τὸ
2590αὐτὸ, ἐὰν πρόκηται περὶ γαιῶν ξηρικῶν, τὸ ποσοστὸν δὲν εἶναι
2591ἀνώτερον τῶν 10%, ἀλλ’ ἐπὶ γαιῶν ποτιστικῶν καὶ
2592καλῆς ποιότητος ἀναβιβάζεται εἰς 20% καὶ 30. Ἐὰν ἔχητε
2593σταφιδάμπελον κακῆς ποιότητος, δὲν εὑρίσκετε σέμπρον δυνά-
2594μενον νὰ σᾶς δίδῃ πλέον τοῦ ἑνὸς τρίτου, ἐὰν ὅμως ἡ σταφι-
2595δάμπελος εἶναι καλῆς ποιότητος, δύναται νὰ σᾶς δώσῃ τὸ ἥμισυ
2596τὰ ⅗ ἐνίοτε δὲ καὶ τὰ ⅔. Τοῦτο προέρχεται διότι τὰ
2597κτήματα δὲν παράγουν τὸν αὐτὸν καρπὸν, ἑπομένως ὁ ἐργολά-
2598βος, ὁ ὁποῖος ἀναλαμβάνει τὴν καλλιέργειαν, ἔχων ὑπ’ ὄψιν
2599τὸν παραγόμενον καρπὸν, κάμνει τὴν προσφοράν του, καὶ διὰ
2600νὰ τὴν κανονίσῃ δεόντως, πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἐκ τῶν προτέρων
2601τὸ κτῆμα τοῦ ὁποίου τὴν καλλιέργειαν πρέπει ν’ ἀναλάβῃ. Ἐὰν
2602θελήσητε νὰ εἴπητε εἰς ἕνα γεωργὸν, ὅτι ἔχω εἰς τὸ δεῖνα μέρος
2603μεγάλην ἔκτασιν γαιῶν, ξηρικῶν, ποτιστικῶν, ἀμπέλων, σταφι-
2604δαμπέλων καὶ λάβε αὐτὰς εἰς καλλιέργειαν ἐπὶ ποσοστῷ ὡρισμέ-
2605νῳ, ὁ γεωργὸς θέλει σᾶς ἀποκριθῆ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον, διότι δὲν
2606γνωρίζει πόσαι γαῖαι εἶναι ξηρικαὶ, πόσαι ποτιστικαὶ καὶ πόσαι
2607φυτευμέναι, ποῖαι παράγουν περισσότερον καὶ ποῖαι ὀλιγώτερον.
2608Διὰ τὸν ἴδιον λόγον οὐδεὶς σπουδαῖος ἐργολάβος θέλει δυνηθῆ
2609ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐκκαμίνευσιν τῶν ἐκβολάδων ἐπὶ ὡρισμένῳ
2610ποσοστῷ, διότι τὸ ἐξαγόμενον μέταλλον δὲν ἔχει πάντοτε τὴν
2611αὐτὴν ἀξίαν. Καὶ ἐν ὅσῳ ὁ ἐργολάβος δὲν δύναται ἐκ τῶν
2612προτέρων νὰ πληροφορηθῇ πόσον μέρος ἔχει τὴν δεῖνα ἀξίαν,
2613πόσον κατωτέραν καὶ πόσον ἐλαχίστην, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
2614σχηματίσῃ μέσον τινα ὅρον ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ στηρίξῃ τὴν
2615προσφοράν του. Νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ παράδειγμα τὸ ὁποῖον
2616σᾶς ἀνέφερα θὰ σᾶς πείσῃ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιμείνητε
2617εἰς τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον, διότι ἓν ἐκ τῶν δύω θὰ συμβῇ
2618ἢ δὲν θὰ ἔλθουν ἐργολάβοι ν’ ἀναλάβουν τὴν ἐπιχείρησιν ἢ διὰ
2619νὰ ἦναι ἐξησφαλισμένοι, δὲν θὰ μᾶς προσφέρουν παρὰ ποσοστὸν
2620ἐλάχιστον, καὶ ἐκ τούτου θέλει ζημιωθῆ τὸ δημόσιον. Διὰ
2621τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν καθαρὰν πρόσοδον.
2622§102Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Χθὲς εἶπον τοὺς λόγους, δι’ οὓς πρέπει νὰ
2623παραδεχθῶμεν τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον διὰ ν’ ἀποφύγωμεν
2624πᾶσαν κατάχρησιν καὶ σήμερον ὁ κύριος ὑπουργὸς πάλιν ἐνε-
2625ψύχωσε τὰ ἐπιχειρήματά μου. Πολὺ καλὰ εἶπεν, ὅτι κανεὶς
2626δὲν ἔρχεται νὰ συμφωνήσῃ καὶ νὰ γείνῃ σέμπρος, καθὼς λέγετε,
2627χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὸ κτῆμα. Μόνος του ὁ κύριος ὑπουργὸς
2628εἶπεν ὅτι ὅλαι αἱ ἐκβολάδες δὲν εἶναι τῆς αὐτῆς ποιότητος·
2629διὰ τοῦτο δὲν θὰ εὕρωμεν κανένα ἐργολάβον ἐὰν δὲν ἔλθῃ νὰ τὰς
2630δοκιμάσῃ, ἡ πρώτη θέσις σοῦ δίδει τόσον, ἡ δευτέρα τόσον.
2631Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάγῃ ὁ ἐργολάβος ἐκεῖ, οὔτε ἐνοικιαστὴς νὰ
2632γείνῃ· διότι καθὼς εἴπατε εἰς τὰς σταφίδας ὅτι πρέπει νὰ γνω-
2633ρίζῃ ὅτι τόσον κάμνει τὸ ἓν καὶ τόσον τὸ ἄλλο, οὕτω πρέπει
2634νὰ γείνῃ καὶ ἐδῶ, νὰ δοκιμάσῃ καὶ τότε νὰ βαστάξῃ λογαρια-
2635σμόν, ἐὰν ἐξοδεύσῃ 450 δραχμάς, πρὸς ποῖον σκοπὸν νὰ τὸν
2636ἀδικήσωμεν; Ἰδοὺ ὅπου εἶναι καθαρώτερον αὐτό, διότι καὶ τότε
2637εἰς τὰς σκωρίας ἂν ἐπεμέναμεν, ἴσως ἐπέρναμεν περισσότερα.
2638Διὰ τοῦτο λέγω πάντοτε νὰ πάρωμεν εἰς εἶδος τὸ ἀνάλογόν
2639μας, ἀλλὰ μὲ ἀπαντᾶτε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθουν ν’ ἀ-
2640ναλάβουν τὴν ἐκκαμίνευσιν, χωρὶς νὰ δοκιμάσουν τὰς θέσεις·
2641λοιπὸν ἐὰν τὰς δοκιμάσουν, θὰ τοὺς εἴπωμεν εἰς μίαν θέσιν θὰ
2642μᾶς δώσητε τόσα, διότι θὰ πάρητε τόσα, εἰς τὴν ἄλλην τόσα·
2643διότι ἐὰν μὲν ἦναι οἱ ὑπάλληλοι τίμιοι θὰ τοὺς κατακρίνωμεν,
2644ἐὰν δὲ ἄτιμοι, θὰ μᾶς ἀπατήσωσι, καὶ διὰ τοῦτο προτιμῶ τὸ
2645εἶδος· ἐκεῖνοι θὰ δοκιμάσουν καὶ ἔπειτα θὰ ἔλθουν νὰ ζητήσουν.
2646§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι, εἶναι ἄλλαι παρατηρήσεις;
2647§104ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
2648§105ΕΤΕΡΟΙ. Ἀπόψε.
2649§106ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι, εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν ἀνεκοινώσα-
2650μεν μόνον τὰς ἰδέας μας, ἤδη πρόκειται νὰ συζητήσωμεν. Σᾶς
2651ὑπέδειξα πρὶν, ὅτι θὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα τῆς διαθέσεως ἢ μὴ
2652κτλ. πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῶσι ἀμέσως ὅλα αὐτά; Δὲν
2653εἴμεθα εἰς κατάστασιν.
2654§107ΤΙΝΕΣ (ἀπερχόμενοι). Αὔριον, κ. πρόεδρε.
2655§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 7 παρὰ 10).