1869.10.09
1,826 rows · 15,462 words · 230 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 46.
Τῆς 9 Ὀκτωβρίου 1869.
(Πέμπτη.)
Ὥρα 11. Π. Μ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὰ πρακτικά. Κύριοι Βουλευταί, ὁ κ. Σάθας ἔχει ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλὴν ζητῶν νὰ χορηγήσῃ ἡ Βουλὴ τὴν συνδρομήν της ἀνὰ 400 σώματα διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν λοιπῶν τόμων τοῦ συγγράμματός του «τῆς Τουρκοκρατουμένης Ἑλλάδος» ὡς μὴ ἐπαρκῶν αὐτὸς εἰς τὰς δαπάνας τῆς ἐκδόσεως. Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Κωνσταντᾶς συνιστᾷ τὴν ἀναφορὰν ταύτην.
§4ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Νὰ γίνῃ ὅ,τι ἔγινε διὰ τὴν ἀναφορὰν τοῦ κ. Γούδα, δηλ. νὰ συστηθῇ στενῶς εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§5ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§6ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, οὔτε τὸν κ. Σάθαν γνωρίζω, οὔτε σχέσεις μετ’ αὐτοῦ ἔχω· μόλις χθὲς περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου τὸ σύγγραμμά του, καὶ ἐνόμισα ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον πατριωτικὸν νὰ ὑψώσω φωνὴν ὑπὲρ τῆς συνδρομῆς ἑνὸς τοιούτου ἔργου, ὅπως δηλ. τῷ δοθῇ μία συνδρομὴ ἀνάλογος πρὸς ἐξακολούθησιν τοῦ ἔργου του. Ὁ κ. Σάθας εἶναι ἄξιος καὶ μεγαλειτέρας συνδρομῆς ἀκόμη διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του. Ἡ μεσαιωνικὴ ἱστορία ἡμῶν, καὶ μάλιστα ἡ ἱστορία τῆς πατρίδος μας ἀπὸ τὸν καιρὸν τῆς κατακτήσεως τῶν Ὀθωμανῶν μέχρι τοῦ 1821, εἶναι σκοτεινὴ καὶ ἔρχεται ὁ κ. Σάθας καὶ ἐπιχύνει ὀλίγον φῶς. Πρέπει νὰ ἐνισχύσωμεν τοὺς τοιούτους ἀνθρώπους καὶ παρέξωμεν τὰ μέσα ὅπως ἐνθαῤῥύνωμεν καὶ ἄλλους ἵνα ἐργασθῶσιν. Συμφωνῶ νὰ δοθῇ συνδρομὴ εἰς αὐτὸν ὅπως καὶ εἰς τὸν κ. Γούδαν.
§7ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἦσαν φρόνιμοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔθεσαν τὸ ἄρθρον τοῦ συντάγματος, ὅτι καμμία πρότασις διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν γίνεται πρὸς ὠφέλειαν προσώπου· καὶ εἶναι ὠφέλεια προσώπου ἐδῶ. Καὶ ἰδοὺ τὸ ἀποτέλεσμα· ἔχει τὸ δικαίωμα αὔριον νὰ παρουσιασθῇ καὶ ἄλλος, καὶ ἄλλος· ἔχομεν χρήματα;
§8ΤΙΝΕΣ. Ἔπρεπεν ἀπὸ χθὲς νὰ τὸ εἴπητε αὐτό.
§9ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καλλίτερα ἀργὰ παρὰ ποτέ. Ἐὰν ἤμην ὑπουργὸς δὲν θὰ τὸ ἐδεχόμην· δὲν εἶναι δίκαιον. Θέλομεν νὰ κάμωμεν ὠφέλειαν; νὰ πάρωμεν ἀπὸ 10 σώματα ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀγορεύομεν ἐδῶ καὶ ὄχι νὰ ἐξοδεύσωμεν τὰ χρήματα τοῦ ἔθνους· ὅποιος θέλει νὰ κάμῃ ὠφέλειαν, ἂς γίνῃ συνδρομητὴς, εἰ δὲ μὴ νὰ πετῶμεν τὰ χρήματα τὰ ξένα δὲν εἶναι τρόπος· δὲν ἔχομεν δικαίωμα. Νὰ σταλῇ λοιπὸν εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§10ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, ἀναγκάζομαι νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ἠλείας, ὅτι δὲν εἶναι κατάχρησις ποσῶς, ἐὰν, εἰς ἕνα νέον πολὺ φιλότιμον, ὅστις παρήγαγε διὰ τῶν κόπων του τῶν πολλῶν τοσοῦτον πολυτίμους ἱστορικὰς μελέτας, ὀλίγην εἰς αὐτὸν παρέξωμεν συνδρομήν· νὰ ἤμεθα φειδωλοὶ περὶ τοῦ δημοσίου πλούτου εἶναι ἄλλα ἀντικείμενα, νὰ παύσωμεν συσταίνοντες προσωπικὰς ὠφελείας, νὰ κάμωμεν ἐλαττώσεις ἐκεῖ ὅπου ἠμποροῦμεν, νὰ κάμωμεν οἰκονομίας ἐκεῖ ὅπου δὲν βλάπτομεν τὴν κοινωνίαν, ἀλλὰ νὰ δαπανήσωμεν 10 καὶ 20 χιλιάδας δραχμὰς διὰ τὴν συγγραφὴν τῆς ἱστορίας τῶν πατέρων μας, τῆς πλέον σκοτεινοτέρας ἐποχῆς μας, δὲν εἶναι σπατάλη οὔτε κατάχρησις. Ἂς ἐλαττώσωμεν δύο ὑποτροφίας τοῦ στρατιωτικοῦ σχολείου, πέντε ὑποτρόφους ἀπὸ ἄλλα πράγματα, ἂς κάμωμεν τέλος πάντων οἰκονομίαν τινά, εἴτε ἀπὸ τὰ κληροδοτήματα, εἴτε ἀπὸ ἄλλα ἀντικείμενα διὰ νὰ συνδράμωμεν τοὺς τοιούτους νέους, οἱ ὁποῖοι φιλοτίμως καταβάλλουσι καὶ κόπους καὶ ἔξοδα ὅπως φέρουν εἰς φῶς τὴν ἱστορίαν τῶν πατέρων μας, ἡ ὁποία θὰ χρησιμεύσῃ καὶ εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς τὰ τέκνα μας, καὶ ἡ ὁποία θὰ ἀφαιρέσῃ πολλὰς προλήψεις τῶν Εὐρωπαίων, οἱ ὁποῖοι μᾶς θεωροῦν ἀπογόνους ἄλλων παρὰ τῶν Ἑλλήνων. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ φανῇ τοσοῦτο φειδωλή.
§11ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν θέλω νὰ κρίνω τώρα μεταξὺ τῆς μιᾶς συγγραφῆς καὶ τῆς ἄλλης· δὲν πρόκειται νὰ δικάσωμεν τώρα ἡμεῖς ἐδῶ· λέγω ὅμως ὅτι ἅπαξ ἀφ’ οὗ ἐγένετο ἡ συνδρομὴ, ἡ ὁποία ἐγένετο, καὶ καλῶς ἐγένετο, διὰ τὸν κύριον Γούδαν χθὲς διὰ τὴν συγγραφὴν τῶν παραλλήλων βίων, ἡ Βουλὴ ἤθελε πράξει μίαν ἀδικίαν κατὰ τοῦτο, ἐξηγοῦμαι, ἀποῤῥίπτουσα τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Σάθα· κατὰ τοῦτο λέγω, καθότι αὐτὸς ὁ νέος ἤθελε πληγωθῆ, ἤθελε μαρανθῆ ὁ ζῆλός του, ἐὰν ἔβλεπεν ὅτι ἐνῷ προχθὲς ἐγένετο παμψηφεὶ δεκτὴ ἡ ἀναφορὰ τοῦ κ. Γούδα, ἡ ἀναφορά του ἤθελε παραπεμφθῆ περιφρονητικῶς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Λέγω δὲ ὅτι εἶναι ἄδικον, καθόσον τὰ ἔργα τοῦ κ. Σάθα δὲν εἶναι γνωστὰ μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ εἶναι γνωστὰ ἐν Εὐρώπῃ· σοφοὶ τῆς Γερμανίας καὶ τῆς Γαλλίας ἐξετίμησαν τὰ ἔργα τοῦ νέου τούτου, ἡ ἑταιρία ἡ νεοσύστατος πρὸς διάδοσιν τῶν Ἑλλην. γραμμάτων εἰς Παρισίους μὲ ἐπαίνους ὄχι ὀλίγους ἐδέχθη τὴν ἔκθεσιν τοῦ νέου τούτου. Ἤθελε βαρυνθῆ ὁ ζῆλός του, ὁ ζῆλος αὐτοῦ τοῦ νέου, ἐὰν, ἐπαναλέγω, ἡ ἀναφορά του ἤθελεν ἀποῤῥιφθῆ. Ἐὰν ἤθελε τὸ λάβει ἡ Βουλὴ τοῦτο ὡς ἔργον, δὲν ἤθελον μεμφθῆ κανένα δι’ αὐτό· ἀλλ’ εἰς αὐτὸ ἀντίκειται ἡ χθεσινὴ παμψηφεὶ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ἀναφορὰν τοῦ κ. Γούδα, ἥτις καλῶς ἐγένετο. Ἡ ἀπόῤῥιψις λοιπὸν τῆς ἀναφορᾶς τοῦ κυρίου Σάθα ἤθελε μαράνει τὸν ζῆλον αὐτοῦ τοῦ νέου, ὅστις κατὰ τὴν κρίσιν, ὄχι ἐμοῦ, ἀλλὰ σοφῶν εὐρωπαίων, ἔχει ἀξίαν· δὲν εἶναι δίκαιον λοιπόν. Ἡ σύστασις, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ ἡ Βουλὴ, δὲν εἶναι ὑποχρεωτική· τὸ ὑπουργεῖον, ἡ κυβέρνησις, θέλει σταθμίσει καὶ θέλει ἀποφασίσει· δὲν πρόκειται ἐδῶ παρὰ νὰ συστήσωμεν ἁπλῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀναφορὰν, καὶ ἡ κυβέρνησις δὲν ἔχει καμμίαν ὑποχρέωσιν ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἀλλὰ θέλει σκεφθῆ καὶ θέλει κάμει, ὅ,τι νομίζει καλὸν πρὸς συνδρομὴν τοῦ νέου αὐτοῦ.
§12ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεπῶς μὲ τὴν τελευταίαν παρατήρησιν τοῦ προαγορεύσαντος, ἔρχομαι νὰ προσθέσω ὀλίγα τινά. Γνωρίζω ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὸν κύριον Σάθαν, διότι κατοικεῖ ὅπου καὶ ἐγὼ, καὶ ἠξεύρω τοὺς ἀτρύτους κόπους, τοὺς ὁποίους αὐτὸς καταβάλλει συγγράφων. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκτείνω τὰ ἐγκώμια ὑπὲρ αὐτοῦ. Συμφωνῶ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Λομβάρδου καὶ προσθέτω, ὅτι ὁ νέος οὗτος ἔχει τόσην τάσιν νὰ συλλέξῃ ὅλα τὰ συμβάντα κατὰ τὴν πραγματικῶς ζοφερὰν ἐκείνην ἐποχὴν τοῦ μεσαιῶνος καὶ τῶν δεινῶν μας, ὥστε ἑτοιμάζεται καὶ μετ’ ὀλίγον καιρὸν ἀπέρχεται εἰς τὴν Βενετίαν, ὅπου ὑπάρχουσι τὰ ἀρχεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα συγκεντρόνονται ὅλα τὰ παθήματα τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸν μεσαιῶνα, καὶ ἐκεῖ θὰ καθίσῃ ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἵνα συλλέξῃ πᾶσαν ὕλην ἀξίαν διὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἤθελεν εἶσθαι μία σπουδαία ἔλλειψις ἐκ μέρους μας νὰ μαράνωμεν τὸν ζῆλον καὶ τὴν ἀφοσίωσιν τοῦ νέου αὐτοῦ πρὸς τὴν τάσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει· καὶ εἶχον λυπηθῆ πολλάκις ὅτι δὲν εὑρέθη κανένας ἄνθρωπος νὰ συλλέξῃ τὰς πληροφορίας τοῦ μεσαιῶνος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἥτις ὀλίγον ἀπέχει. Ἡ σύστασις τὴν ὁποίαν θὰ κάμωμεν εἰς τὴν κυβέρνησιν δὲν εἶναι ὑποχρεωτική· ἐὰν δὲν ἠμπορέσῃ νὰ πάρῃ 400 σώματα ἂς πάρῃ 100 ἢ 200.
§13ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὅτι ἡ μεσαιωνικὴ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἐν τῷ σκότει, οὐδεὶς ἀμφιβάλλει· πολλὰ ὀλίγοι ἐνησχολήθησαν εἰς αὐτὴν, οἱ δὲ λόγιοί μας μόνον τὰ φωτεινὰ μέρη διεπραγματεύθησαν. Μόνος ἐνασχοληθεὶς εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ μεσαίωνο, εἶναι ὁ κύριος Σάθας. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐξέδωκε τὰ ἀνέκδοτά του δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς· ἀκολούθως ἐξέδωκεν ἓν χρονικὸν τοῦ Γαλαξειδίου· μετὰ ταῦτα ἐνησχολήθη κυρίως εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ μεσαιωνισμοῦ καὶ συγχρόνως εἰς τὴν νεοελληνικὴν φιλολογίαν, σύγγραμμα βραβευθὲν ἐν τῷ διαγωνισμῷ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Τὸ σύγγραμμα τοῦτο, ὁ κ. Καλλιφρονᾶς καὶ ἐγὼ, ὡς ἐπίτροποι τῶν τέκνων τοῦ Ἀνδρέου Κορομηλᾶ, ἠγοράσαμεν καὶ ἐτυπώσαμεν· εἰς τὸ τυπογραφικὸν κατάστημα τῶν τέκνων ἐτυπώσαμεν μετὰ ταῦτα καὶ τὴν «Τουρκοκρατουμένην Ἑλλάδα.» Ἐκτὸς τούτου, κύριοι, μᾶς παρουσιάσθησαν ἀπὸ τὸν κύριον Σάθαν τρία ἄλλα συγγράμματα, τὰ ἑξῆς· Αʹ.) Βίοι καὶ κατορθώματα τῶν ἁρματωλῶν μεθ’ ἱστορικῆς ἀναλύσεως τῶν δημοτικῶν ἀσμάτων, ὡς καὶ τὰ περὶ κοντσαμπασίδων καὶ πάντα τὰ ἀφορῶντα τὸν ἐθνικὸν βίον τοῦ τουρκοκρατουμένου γένους. Βʹ.) Βίοι καὶ κατορθώματα τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Ἀγγλίας, Γαλλίας, Ἑνετίας, Ἱσπανίας, Νεαπόλεως, Γερμανίας καὶ Ῥωσσίας διαπρεψάντων ἑλλήνων στρατιωτικῶν ὡς καὶ τῶν ἡγεμόνων τῆς Ἑλλάδος, Παραδουναβίων Ἡγεμονιῶν, μεγάλων διερμηνέων καὶ τῶν ἀξιωματικῶν ἑλλήνων μεγάλων βεζυρῶν, πασάδων κλπ. Ἐν τέλει δὲ ἱστορία τῆς διασπορᾶς τοῦ ἑλληνισμοῦ καὶ περὶ τῶν ἐν Ἀμερικῇ, Σιάμ, Ἀβυσσινίᾳ, Ἰνδίᾳ κλπ. ἑλληνικῶν ἀποικιῶν. Γʹ.) Νεοελληνικῆς φιλολογίας παράρτημα. — Ἐνέργειαι ἐν Ἑλλάδι τῶν ἱπποτῶν τῆς Μελίτης. — Βίος Ἀλῆ–πασᾶ, κατὰ τὸν ἀλβανὸν ποιητὴν Χατζῆ–Σεχρέτην, καὶ ἄλλους. — Συλλογὴ ἑλληνικῶν ἀνεκδότων. — Μᾶς παρουσίασε λοιπὸν ταῦτα τὰ συγγράμματα, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ κατάστημα τοῦ Κορομηλᾶ εἶχε τυπώσει 100 τυπογραφικὰ φύλλα τῶν συγγραμμάτων αὐτῶν δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξοδεύσῃ περισσότερα καὶ ἠρνήθημεν. Ἐφρόντισε τότε νὰ τὸν βοηθήσῃ ὁμογενής τις· ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη ὁ ἄνθρωπος νὰ εὕρῃ τοιοῦτον. Ἀποτείνεται λοιπὸν πρὸς τὸ ἔθνος καὶ παρακαλεῖ αὐτὸ νὰ τῷ δώσῃ τὴν συνδρομήν του, ἵνα ἐκδώσῃ αὐτὰ τὰ συγγράμματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως ὡς μὴ διδακτικὰ δὲν ἀγοράζει τις ὑποχρεωτικῶς. Μήπως εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ ἐκδώσῃ ἄνευ τῆς συνδρομῆς τῆς Βουλῆς; εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη καὶ ἀνάγκη ἀπαραίτητος, ὅπως αὐτὴ ἡ σύστασις γίνῃ· εἶναι ἀνάγκη τοῦ ἔθνους νὰ συντρέξῃ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον, ὅστις δὲν εἶναι τυχαῖος. Ἠκούσατε ἀπὸ τὸν κ. Λομβάρδον καὶ θὰ ἀνεγνώσατε εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ὁ κύριος Σάθας ἀπολαμβάνει εὐρωπαϊκὴν ὑπόληψιν καὶ πολλοὶ εὐρωπαῖοι ἠγόρασαν τὰ συγγράμματα ταῦτα, ὀλίγοι ὅμως ἕλληνες· πολλοὶ τὰ ἐζήτησαν δωρεάν, ἀλλ’ ὀλίγοι εὑρέθησαν νὰ τ’ ἀγοράσουν, μόνον εὐρωπαῖοι τὰ ἀγοράζουν. Ἐὰν λοιπὸν οἱ εὐρωπαῖοι ἔχουν ἀνάγκην νὰ μάθωσι τὴν ἱστορίαν τὴν ἰδικήν μας, τὴν μεσαιωνικὴν, ἡμεῖς πρέπει νὰ δώσωμεν πᾶσαν συνδρομὴν εἰς τὸν κ. Σάθαν, καθὼς χθὲς δικαίως τὴν ἐδώκαμεν εἰς τὸν κύριον Γούδαν. Πιστεύω ὅτι μεθ’ ὅσα εἶπον, δὲν θὰ εὑρεθῇ οὐδείς, ὅστις νὰ μὴ συστήσῃ στενῶς τὴν ἀναφορὰν ταύτην πρὸς τὸ ὑπουργεῖον, καθόσον ἔχομεν καὶ προηγούμενα τῆς ἑλληνικῆς Βουλῆς, διότι τὰ ἀνέκδοτα τοῦ Σάθα ἐτυπώθησαν δημοσίᾳ δαπάνῃ· τώρα δὲν ζητεῖ τὴν δημοσίᾳ δαπάνῃ ἔκδοσιν αὐτῷ, ἀλλὰ μόνον συνδρομήν· διότι ἄλλως, κύριε Κρεστενίτη, θὰ δυνηθῇ νὰ τὰ τυπώσῃ; πιστεύω λοιπὸν ὅτι θέλει γίνει δεκτὴ ἡ ἀναφορά του, διότι ἔχομεν καθῆκον νὰ μάθωμεν τὴν ἱστορίαν ἡμῶν.
§14ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα νὰ συστηθῇ.
§15ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ τὸν ἄνθρωπον δὲν τὸν γνωρίζω· ὅσοι ἀνέγνωσαν τὰ συγγράμματά του τοὺς ἐπαινῶ, διότι τὸν ἐπαινοῦν. Ἐγὼ εἶπα ὅτι, ὅσοι ὡμίλησαν ὑπὲρ, εἶναι ἐναντίον τοῦ συντάγματος· δὲν ἔχομεν δικαίωμα. Ἐὰν σεῖς νομίζετε ὅτι, στελλομένης τῆς ἀναφορᾶς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, προσβάλλεται ἡ φιλοτιμία τοῦ νέου, ἆράγε μόνον ἡμεῖς ἔχομεν τὸν πατριωτισμὸν καὶ ἡ κυβέρνησις δὲν ἔχει; δὲν προσβάλλομεν ἡμεῖς τὴν φιλοτιμίαν τῆς κυβερνήσεως; εἴπομεν ὅτι νὰ μὴ παρεκβαίνωμεν ἀπὸ τὸ καθῆκόν μας, καὶ οὔτε ἡμεῖς νὰ ἐπεμβαίνωμεν εἰς τὰ διοικητικά, οὔτε ἡ κυβέρνησις εἰς τὰ ἰδικά μας· δὲν εἶναι λοιπὸν δίκαιον, ἡμεῖς νὰ τὸ εἴπωμεν καθαρά. Καὶ ἰδοὺ τὰ ἀποτελέσματα· ἐὰν ἄλλος μᾶς φέρῃ ἄλλο σύγγραμμα, καὶ αὔριον ἄλλος, πέντε, δέκα, τί θὰ κάμωμεν; Ἔχετε χρήματα διαθέσιμα; ἡ κυβέρνησις γνωρίζει μόνον· ἐὰν ἔχῃ, ἂς κάμῃ τοιαύτην συνδρομὴν, ἐὰν δὲν ἔχῃ; καὶ θέλετε τὸ ψεῦμα, τὸ ὁποῖον διὰ τὴν ὕπαρξιν τῆς κοινωνίας πρέπει ὅλοι νὰ τὸ ἐκριζώσητε; Ἐὰν θέλετε νὰ ὠφεληθοῦν εἰδικῶς πρόσωπα, νὰ καταστρέψητε δὲ τοὺς λαοὺς, οἱ ὁποῖοι πληρώνουν τοὺς φόρους, καὶ οἱ ὁποῖοι καταπιέζονται, ἄλλο πρᾶγμα· ὅστις θέλει, τὸν προκαλῶ εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην καὶ τὰ παιδιά μας· ἂς γίνωμεν λοιπὸν ἡμεῖς συνδρομηταὶ, ἂς παρακαλέσωμεν τοὺς φίλους μας, ἂν θέλωμεν νὰ ὠφελήσωμεν τὸν ἄνθρωπον καὶ τὴν κοινωνίαν καὶ τὸν ἑαυτόν μας. Ὄχι νὰ ἐπιφορτίζωμεν ἔξοδα εἰς βάρος ἑνὸς λαοῦ, ὅστις καταπιέζεται καὶ περιφέρονται οἱ ταμίαι καὶ εἰσπράκτορες νὰ λάβουν τοὺς φόρους. Ἐξετάσατε καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ λαοῦ· καλὸν εἶναι νὰ συσταίνωμεν, νὰ φαινώμεθα φιλότιμοι, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἴδητε, αὐτὰ τὰ χρήματα ἀπὸ ποῖον θὰ ληφθοῦν; μὲ ποῖον ἱδρῶτα καὶ μὲ ποῖον αἷμα δίδονται ἀπὸ τὸν λαόν; Καὶ πάλιν σᾶς λέγω ὅτι ὁ νομοθέτης, ὅστις ἐνομοθέτησε, καὶ ἡ συνέλευσις ὅπου ἔκαμε αὐτὸν τὸν νόμον, τὸν ἔκαμε καλά, διότι προεῖδε ὅτι ἡμεῖς θὰ ἔχωμεν τὰς σχέσεις μας καὶ ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν καὶ χάριν, καὶ εἶπεν, ἀφαιρῶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ ἔξοδον πρὸς ὄφελος προσώπου. Ἂς ἀναφερθῇ λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος πρὸς τὴν κυβέρνησιν καὶ αὐτὴ καὶ φιλοτιμίαν καὶ πατριωτισμὸν ἔχει, καὶ ἐὰν ἔχῃ χρήματα ἂς κάμῃ ὅ,τι θέλει.
§16ΜΙΛΗΣΗΣ. Δύο λέξεις, κύριε πρόεδρε, θὰ εἴπω. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω διατὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἠλείας δὲν ἐνεθυμήθη τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ συντάγματος καὶ χθὲς, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς ἀναφορᾶς ἀφορώσης τὸν κ. Γούδαν· λέγω μόνον, ὅτι χθὲς ἔπραξε καλῶς καὶ σήμερον ὄχι. Ἡ ἔννοια, κ. πρόεδρε, τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖται ὁ κύριος Κρεστενίτης, εἶναι ὅτι ὁ βουλευτὴς δὲν δύναται νὰ κάμῃ πρότασιν ἀφορῶσαν ὠφέλειαν προσώπου. Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον «οὐδεμία πρότασις ἀφορῶσα αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ μισθοδοσίαν ἢ σύνταξιν ἢ ἐν γένει δι’ ὄφελος προσώπου, πηγάζει ἐκ τῆς Βουλῆς». Τώρα, κύριοι, ὅλον τὸ ζήτημα περιστρέφεται εἰς τὸ ἑξῆς ἐρώτημα· ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν, περιέχει ὠφέλειαν προσώπου; Ἐὰν θελήσωμεν ν’ ἀκριβολογήσωμεν, τότε πᾶσα πρότασις, οἱαδήποτε, ἀνάγεται ἐπὶ τέλους εἰς ὠφέλειαν προσώπου τινός. Ἀλλ’ οὕτως ἰουδαϊκῶς δὲν ἑρμηνεύονται οἱ νόμοι, ἀλλ’ ἐξετάζεται, ὁ ἄμεσος σκοπὸς πάσης προτάσεως. Ὁ ἄμεσος δὲ σκοπὸς τῆς προκειμένης προτάσεως, ποῖος εἶναι; νὰ ἔλθωμεν εἰς θεραπείαν μιᾶς πραγματικῆς ἀνάγκης τῆς κοινωνίας. Τὰ ἔθνη τῳόντι, κύριοι, ὡς καὶ τὰ ἄτομα, δὲν ζῶσι μόνον ἄρτῳ, θὰ ἦτο πολὺ στενὸς καὶ ταπεινὸς ὁ προορισμὸς τῶν ἐθνῶν, ἂν περιωρίζοντο ἁπλῶς εἰς τὴν πλήρωσιν ὑλικῶν ἀναγκῶν. Τὰ ἔθνη ἔχουν ἀνάγκας εὐγενεστέρας καὶ ὑψηλοτέρας, τὰς πνευματικὰς καὶ ἠθικάς. Ἀλλ’ ὅλοι οἱ προλαλήσαντες ἀνέπτυξαν, καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μαζύ των, ὅτι ἱερὰ συστηματικὴ ἀνάγκη εἶναι τὸ νὰ φωτισθῇ ἡ ἱστορία τοῦ ἔθνους ἐπὶ τοῦ μεσαιῶνος. Ὅταν λοιπὸν ἡ Βουλὴ συνιστᾷ εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ βοηθήσῃ τοὺς δύο ἢ τρεῖς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται νυχθημερὸν καὶ κοπιάζουν, διὰ νὰ ῥίψουν ὀλίγον φῶς εἰς τὴν σκοτεινὴν ἐκείνην περίοδον τῆς ἱστορίας τῆς Ἑλλάδος, δὲν σκέπτεται περὶ ὠφελείας προσώπου, ὄχι· ἀλλὰ μεριμνᾷ περὶ ἱκανοποιήσεως μιᾶς ἱερᾶς ἐθνικῆς ἀνάγκης. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κ. Κρεστενίτης ἰσχυριζόμενος, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ συστήσωμεν εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ λάβῃ μερικὰ ἀντίτυπα ἐκ τῶν συγγραμμάτων εἴτε τοῦ Σάθα εἴτε τοῦ Γούδα. Μάλιστα ἐγώ, κύριοι, ἤθελον ἐπιθυμήσει νὰ προβῶμεν περαιτέρω· ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν, εἰ δυνατὸν, νὰ μὴ κάμῃ ἁπλῆν σύστασιν εἰς τὴν κυβέρνησιν ἀλλ’ ὑποχρεωτικήν· διότι ἐπαναλαμβάνω, ἡ θεραπευομένη ἀνάγκη εἶναι ἱερὰ, καὶ θέλω τὸ ἔθνος νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν βοήθειαν τῶν ὀλίγων ἀνδρῶν τῶν ἀγωνιζομένων τοιοῦτον εὐγενῆ ἀλλ’ ἐργώδη ἐθνικὸν ἀγῶνα.
§17ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ συστηθῇ στενῶς.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ συζήτησις ἐξηντλήθη. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ συστηθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν κυβέρνησιν;
§19ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.—Κύριε βουλευτὰ Ν. Ψαρῶν, εἶσθε εἰσηγητὴς, φέρετε τὰς ἐκθέσεις σας.
§21ΚΟΤΖΙΑΣ. Κύριοι, δύο ἐκθέσεις σᾶς ὑποβάλλω, ἡ μὲν μία εἶναι τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, καθόσον ἀφορᾷ τὸν στρατὸν τὸν κατὰ θάλασσαν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τὸ παραδέχεται.
§22ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῶσιν (ἴδε παράρτ. ἀριθ. 11).
§23ΚΟΤΖΙΑΣ. Ἡ ἑτέρα εἶναι περὶ ἀγορᾶς οἰκίας δι’ ὑπουργεῖον Ναυτικῶν· ὁ κ. ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐκθέσει καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ λέγει ὅτι δύναται ν’ ἀγοράσῃ εἰς μίαν τιμὴν μικρὰν τὸ κατάστημα, καὶ διὰ μιᾶς προκαταβολῆς χρηματικῆς δύναται ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου ν’ ἀναπληρωθῇ τὸ τίμημα τῆς οἰκίας. Ἡ ἐπιτροπὴ παραδέχεται αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον (ἴδε παράρτ. ἀριθ. 12).
§24ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχει σχέδιον;
§25ΚΟΤΖΙΑΣ. Εἶναι οἰκία ἕτοιμος.
§26ΤΙΝΕΣ. Ποία;
§27ΚΟΤΖΙΑΣ. Αὐτὸ δὲν εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ Οἰκονομικῶν.
§28ΥΠΟΥΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Κύριοι, ὑποβάλλω τὸ παρὸν νομοσχέδιον περὶ τῆς ἀγορᾶς τῶν ἐθνικῶν ἐλαιοδένδρων (ἴδε παραρτ. ἀριθ. 13).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ κατὰ τὴν τάξιν.
§30ΥΠΟΥΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρ. 5ου τοῦ ἀπὸ 30 Δεκεμβρίου 1868 Β. διατάγματος περὶ κυκλοφορίας τραπεζ. γραμματίων». «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου.» Τοιοῦτον νομοσχέδιον ὑπεβλήθη καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον· ἀλλὰ δὲν ἐψηφίσθη (Καταθέτει τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ προεδρεῖον. ἴδε παράρτ. ἀριθ. 14 καὶ 15.)
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχομαι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, διὰ ν’ ἀποφύγωμεν τὰς μομφὰς, χρεωστῶ νὰ δώσω πληροφορίας τινάς. Πεντάκις ἀπεπειράθημεν νὰ συγκροτήσωμεν τὸ τμῆμα τὸ ὀφεῖλον νὰ δικάσῃ τὰς ἐκλογὰς Γυθείου καὶ Κορινθίας· κατὰ δυστυχίαν ὅμως ἀπετύχομεν. Ἡ πρώτη ἀρχὴ καλῆς κυβερνήσεως εἶναι ἡ ταχεῖα ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, ὥστε ἰδίως τὰ ζητήματα τὰ ἐκλογικὰ νὰ λύωνται· τώρα νομοθετοῦμεν καὶ ἡ ψῆφος ἑκάστου βουλευτοῦ ἔχει ἀξίαν καὶ ἀποτελέσματα σπουδαῖα. Ἐν τούτοις πεντάκις ἀπετύχομεν· πότε ὁ εἷς καὶ πότε ὁ ἄλλος δὲν ἔρχεται, ἐκτὸς τῶν κ. κ. Ῥωμαίου, Δανοπούλου, τῶν εἰσηγητῶν καὶ τοῦ κ. Λεονταράκη, οἵτινες ποτὲ δὲν ἔλειψαν. Ἀπεφασίσαμεν τέλος πάντων σήμερον εἰς τὰς τρεῖς νὰ συνέλθωμεν· παρακαλῶ τὸν πρόεδρον νὰ εἰδοποιήσῃ τὰ μέλη ἐπισήμως, διότι ἄλλως θὰ παρακαλέσωμεν τὴν Βουλὴν ν’ ἀναθέσῃ εἰς ἄλλο τμῆμα τὴν ἐξέλεγξιν, ἀφοῦ ἡμεῖς ἤμεθα ἀνίκανοι.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ εἰδοποιηθῶσιν.
§34Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Χρειάζεται καὶ κἄποια ποινὴ διὰ τοὺς ἀπόντας, κύριε πρόεδρε· νὰ σημειώνωνται εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ὅσοι ἀμελοῦν, ὅσοι ἀναχωροῦν ἄνευ ἀδείας· ἀφοῦ καμμίαν ἄλλην ποινὴν δὲν ἔχωμεν, διὰ τί νὰ μὴ σημειοῦνται εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ὥστε νὰ μὴ κατηγορῆται ὅλον τὸ τμῆμα τὸ ὄγδοον;
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ νὰ ὁρίσῃ μίαν προθεσμίαν καὶ ἐντὸς αὐτῆς τῆς προθεσμίας ἂν δὲν συνέλθουν, τότε νὰ προοδεύσωμεν κατὰ τὸν κανονισμόν.
§36ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν σήμερον δὲν συνέλθῃ τὸ τμῆμα νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ κανονισμὸς, νὰ παραπεμφθῇ δι’ ἄλλης κληρώσεως εἰς ἄλλο τμῆμα.
§37ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρέπει νὰ μάθωμεν, ἕνεκα τίνων δὲν συνέρχεται τὸ τμῆμα.
§38Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Οἱ Γορτύνιοι δὲν θέλουν νὰ συνέλθουν, ἔρχονται καὶ φεύγουν.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§40Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸν ἔχω, προκειμένου περὶ τῆς ἐκλογῆς μου.
§41ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τοῦ ἀφαιρέσητε τὸν λόγον, εἶναι βουλευτὴς Κορινθίας (θόρυβος).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα.
§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ νὰ μὴ ἀδικῆται κανεὶς, εἶναι μερικοὶ, οἵτινες τακτικῶς ἔρχονται, οἱ δὲ ἄλλοι πότε ἔρχονται καὶ πότε δὲν ἔρχονται.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσδιορίσατε μίαν προθεσμίαν ἐντὸς τῆς ὁποίας, κατὰ τὸν κανονισμὸν, ἂν δὲν ἔλθῃ ἡ ἔκθεσις, ἡ Βουλὴ προβαίνει εἰς τὴν κλήρωσιν νέου τμήματος.
§45ΤΙΝΕΣ. Σήμερον.
§46ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Μέχρι τοῦ Σαββάτου.
§47Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Αἱ ἐκλογαὶ, κύριοι, πρέπει νὰ προτιμῶνται. Σήμερον λοιπὸν εἰς τὰς τρεῖς.
§48ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς οἱ ὀκτὼ οἱ παρευρεθέντες ἐσυμφωνήσαμεν νὰ συνέλθωμεν σήμερον εἰς τὰς τρεῖς, παρακαλοῦμεν καὶ τοὺς λοιποὺς νὰ συνέλθουν.
§49ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ, κύριε πρόεδρε, ὁ κατάλογος, ἰδοὺ μία ἐπίσημος πρόσκλησις διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν ἦναι παρόντες.
§50ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ τμῆμα.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνον τὰ ὀνόματα θ’ ἀναγνώσωμεν, κύριε Δαγρὲ, τί πειράζει;
§52ΔΑΓΡΕΣ. Ἀνθίσταμαι, διότι ἡ Βουλὴ ἤδη παρουσιάζεται ὡς τμῆμα, καὶ πρὶν προκαλέσητε, κύριε πρόεδρε, μίαν ἀπόφασιν, δὲν ἠμπορεῖτε ν’ ἀναγνώσητε τὸν κατάλογον, διότι ἐκπληροῦτε καθήκοντα προέδρου τμήματος.
§53ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς λέγομεν τὸ Σάββατον, κύριε πρόεδρε.
§54ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κύριος Ταμπακόπουλος εὐχαριστεῖται νὰ μὴ συνέλθωμέν ποτε. (Ἀναγινώσκονται τὰ ὀνόματα τῶν μελῶν τοῦ ὀγδόου τμήματος.)
§55ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οἱ ἀπόντες νὰ προσκληθῶσι νὰ ἦναι ἐδῶ εἰς τὰς τρεῖς.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀποφασίζετε εἰς τὰς τρεῖς νὰ συνέλθητε σήμερον ἢ αὔριον;
§57ΠΟΛΛΟΙ. Σήμερον εἰς τὰς τρεῖς.
§58ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς συμπλήρωσιν λέγω, ὅτι ἂν εἰς πρώτην συνεδρίασιν δὲν ὑποβληθῇ ἔκθεσις, τότε νὰ κληρωθῇ εἰς ἄλλο τμῆμα.
§59ΔΑΓΡΕΣ. Ἐπειδὴ ἤμην ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μετὰ πολλῆς πεποιθήσεως ὑπεστήριξαν τὴν ἀποστολὴν ἐπιτροπῆς εἰς τὴν Κορινθίαν, καὶ ἐπίστευσα ὅτι θὰ ἔχῃ καρποὺς, νὰ πληροφορήσῃ δηλαδὴ τὸ τμῆμα καὶ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν κατὰ τὴν ἐκλογὴν, δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, ἥτις ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της, χρεωστῶ νὰ βεβαιώσω ὅτι εἰς τὸ τμῆμα δὲν ἔφερε τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ φέρῃ, (θόρυβος). Γίνεται δὲ γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ τμῆμα θὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἄνευ τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς.
§60Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἐγὼ μετὰ τοῦ κ. Σαφάκα ἤμην εἰς τὸν δῆμον Τρικάλων, δὲν ἠμπορῶ νὰ ὑποβάλω ἔκθεσιν, ἂν δὲν ἔλθῃ καὶ ὁ κ. Σαφάκας, ὁ ὁποῖος λείπει, καὶ ὁ ὁποῖος περιμένεται νὰ ἔλθῃ.
§61ΤΣΟΚΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἔγινε ἔκθεσις καὶ ὑπεγράφη ἀπό τινα μέλη.
§62ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν ἠξεύρω. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τμῆμα, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς θὰ φέρω ἔκθεσιν καὶ ὄχι ἐνώπιον τοῦ τμήματος. (Ἐνταῦθα ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις διὰ πρώτην φορὰν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ἔργων τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου.)
§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, κύριοι, ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι περιττὸς, διότι ὑπάρχει ἓν διάταγμα διοργανίζον τὸ τυπογραφεῖον. Ἂν παραβιάσωμεν, καὶ παραβιάζομεν τὸ διάταγμα, δὲν βλέπω τὸν ἰσχυρότερον λόγον, δι’ ὃν δὲν θὰ παραβιάσωμεν καὶ τὸν νόμον αὐτόν; Θέλομεν νὰ ἐμποδίζωμεν μερικὰ συγγράμματα· ἔρχονται ὅμως ἀπ’ ἐδῶ καὶ λαμβάνουν τὸ ἀντίτιμον. Ἰδοὺ διὰ τί νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸς ὁ νόμος αὐτός. Ἂν ὅμως πρόκειται νὰ γίνῃ ὁ νόμος, παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ τὸν μελετήσῃ καλλίτερα, διότι ὑπάρχουσι μερικὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δὲν συμπεριλαμβάνονται διότι φοβοῦμαι πολύ, ὅτι ἢ θ’ ἀναγκασθοῦν νὰ κάμουν ἔργα, ἢ θ’ ἀναγκασθοῦν νὰ τὸν παραβοῦν.
§64ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν). Ἡ κυβέρνησις εὑρεθεῖσα εἰς πιέσεις, ὡς εἶπον, διὰ τὰ γινόμενα ἔργα, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φέρῃ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἰσχὺν νόμου, εἰς τὴν κυβέρνησιν ἀπόκειται νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν τῆς τυπώσεως ἢ μή. Ἂν ἐγένοντο, κύριοι, καταχρήσεις καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἐπιέσθην, ἂν καὶ δὲν ἔδωσα καμμίαν ἄδειαν, οὐχ ἧττον ὅμως εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀναγνωρίσω ὅλα ὅσα ἐδόθησαν. Ἐν τούτοις καθ’ ἑκάστην παράπονα ἀπὸ τὸν διευθυντὴν, ὅτι δὲν ὑπάρχει καιρὸς τυπώσεως τῶν δημοσίων ἔργων· οἱ ἔχοντες τὰς ἀδείας παραπονοῦνται, ὅτι δὲν τοὺς ἀφίνει νὰ τυπώσωσι τὰ ἔργα των. Εἰς αὐτὸν τὸν κυκεῶνα εὑρεθεὶς ἠναγκάσθην νὰ φέρω τὸν νόμον αὐτόν.
§65ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν φθάνει ἡ διοικητικὴ ἐνέργεια;
§66ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν). Δὲν φθάνει· καὶ ὅταν καθίσῃς εἰς τὸ σκαμνὶ τοῦ ὑπουργοῦ, τότε θὰ τὸ ἰδῇς. Ἂν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος νομίζῃ, ὅτι παρελείφθησάν τινες διατάξεις, ἃς τὰς φέρῃ καὶ δὲν ἔχω ἐναντιότητα νὰ τὰς δεχθῶ. Ὁ ἀξιότιμος συναδελφός μας ναύαρχος Νικόδημος καὶ βουλευτὴς Νέων Ψαρῶν μοὶ ἔκαμε μίαν παρατήρησιν πολὺ καλὴν, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ συμπεριληφθῇ ἓν ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιτρέπηται καὶ ἡ τύπωσις τῶν ἔργων τῶν σχέσιν ἐχόντων μὲ τὸ ζήτημα τοῦ ἐθνικοῦ στόλου. Δὲν ἔχω λοιπὸν καμμίαν ἐναντιότητα. (Ἐξακολουθεῖ ἡ ἀποπεράτωσις καὶ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου διὰ πρώτην φορὰν, καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.)
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἡμερησία διάταξις, κύριοι, καλεῖ τὴν προσοχὴν καὶ τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς εἰς τὸ ζήτημα τῆς διπλῆς ἐκλογῆς τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Μεσσήνης καὶ Οἰτύλου.—Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ;
§68ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι προηγεῖται ἡ ἐκλογὴ τοῦ Κεχαγιᾶ.
§69ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ προηγεῖται.
§70ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς εἰσηγητὴς, κύριοι, τῆς ἐκλογῆς Οἰτύλου ἔχω τὸ καθῆκον νὰ ὑποβάλω, ἂν ὄχι τὴν γνώμην τοῦ τμήματος ὁλοκλήρου, τοὐλάχιστον τὴν γνώμην μου, διότι τὸ τμῆμα ἐνώπιον τοῦ ὁποίου εἰσήχθη τὸ ζήτημα τῆς διπλῆς ἐκλογῆς, ἀπέσχε νὰ προβῇ εἰς τὴν λύσιν, ἀφῆσαν εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ. Ὡς γνωστὸν, κύριοι, τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐγένετο ἀντικείμενον σφοδρᾶς συζητήσεως, καὶ πολλοὶ κατέχοντες θέσιν ἐπίσημον εἰς τὸν ἐπιστημονικὸν κόσμον, ἐξέφρασαν γνώμην, διὰ τῆς ὁποίας ὑπεστήριξαν, ὅτι δύναται νὰ ἐπιτραπῇ διπλῆ ἐκλογὴ, εἰς τὸν βουλευτὴν ἐκεῖνον, ὅστις κατάγεται ἐκ μιᾶς ἐπαρχίας, καὶ ὁ ὁποῖος ἐν τούτοις εἶναι ἐγκαταστημένος εἰς ἄλλην· εἶπον δηλ. ὅτι δύναται νὰ ψηφοφορηθῇ εἰς ἀμφοτέρας τὰς ἐπαρχίας. Ἄλλοι δὲ ἐπίσημοι ἐπίσης ἐπιστήμονες τοῦ διοικητικοῦ Δικαίου, ἀντέκρουσαν τῶν σοφῶν καθηγητῶν τὴν γνώμην· καὶ πρόκειται ἤδη σήμερον ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν γνώμην της ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ἡ Βουλή, κύριοι, ἀναλαμβάνει ἔργον δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ ἑπομένως ὀφείλει νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ κείμενον τοῦ Νόμου, κατ’ αὐτὴν δὲ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἐτυμηγορίαν της ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος. Τὸ ἄρθρον, κύριοι, τὸ ὁποῖον κρίνει ἐπὶ τῆς προκειμένης περιπτώσεως εἶναι τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Συντάγματος· (τὸ ἀναγινώσκει). Διὰ νὰ ἑρμηνεύσωμεν ἕνα Νόμον, δύο τινὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου καὶ τὸ γράμμα τοῦ Νόμου. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ πνεῦμα νομίζω, ὅτι εἶναι πασίγνωστος ἡ διάθεσις, ἐξ ἧς ὁρμηθεῖσα ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, καθιέρωσε τὴν διάταξιν αὐτήν. Πολλὰ δὲ μέλη αὐτῆς εἶναι παρόντα καὶ φρονῶ, ὅτι δύνανται νὰ ἐπιμαρτυρήσουν τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου. Εἶχεν εἰσαχθῆ διὰ τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος ἡ γενικὴ πολιτογράφησις, τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐκλέγηται πᾶς Ἕλλην ἐξ οἱασδήποτε ἐπαρχίας, ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις αἰσθανομένη, ὅτι οἱ Βουλευταὶ πρέπει νὰ γνωρίζωσι ἀκριβῶς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, τὸν ὁποῖον θέλουσιν ἀντιπροσωπεύσει καὶ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, αἵτινες πρέπει νὰ θεραπευθῶσι, καὶ φοβουμένη μὴ τυχὸν οἱ ἐν Ἀθήναις οἰκοῦντες, μακρὰν ὄντες τῶν ἀναγκῶν τῶν ἐπαρχιῶν, ἐπιτύχωσι διὰ τῶν μέσων, ἅτινα ἐξασκοῦσι, νὰ ἐκλεχθῶσι ἀπὸ ἐπαρχίας, τὰς ὁποίας οὐδὲ εἶδον κἄν, καὶ ἐπιθυμοῦσα νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ἀσφαλείας τῶν συμφερόντων ὅλου τοῦ Κράτους, καθιέρωσε τὴν διάταξιν τὴν ὑπάρχουσαν, λέγει δηλ. ὅτι δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἐκλεχθῇ Βουλευτής, παρ’ ἐκεῖνος ὅστις ἐνεκατέστη εἰς τὴν ἐπαρχίαν, τὴν ὁποίαν θέλει ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ ἢ κατάγεται ἐξ αὐτῆς· τί δὲ ἠθέλησε νὰ σημάνῃ διὰ τούτου; ἔδωσε τάχα διπλοῦν δικαίωμα εἰς τὸν ἐν Ἀθήναις ἐγκαταστημένον νὰ ἐκλεχθῇ καὶ ἐδῶ ὅπου εἶναι ἐγκατεστημένος καὶ ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν ὅθεν κατάγεται; Βέβαια ὄχι· δὲν ἠθέλησε παρὰ μίαν ἁπλῆν εὐκολίαν νὰ παράσχῃ εἰς τοὺς ἐδῶ κατοικοῦντας ὅπως ἦναι ἀπηλλαγμένοι τοῦ νὰ μένωσι εἰς τὴν πατρίδα των· αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ἐξ οὗ ὡρμήθη. Συμφωνεῖ καὶ τὸ γράμμα μὲ τὴν διάνοιαν; νομίζω ἀναντιῤῥήτως ΝΑΙ· διότι τί λέγει; (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Συντάγματος.) Εἰς μίαν ἐκ τῶν δύο περιπτώσεων δύναται νὰ ἐκλεχθῇ, δὲν δίδει εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν ὅθεν ἐγκατεστάθη νὰ ἐκλεχθῇ καὶ ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν ὅπου κατάγεται, διότι ὁ διαζευτικὸς σύνδεσμος αὐτὸ ἐννοεῖ. Εἴτε εἰς τὸ ἓν μέρος τοῦ λέγει, εἴτε εἰς τὸ ἄλλο· ἡ ἐναντία ἑρμηνεία ἤθελε ἀντίκειται διαῤῥήδην εἰς τὸ γράμμα τοῦ Νόμου. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι πιστεύω, κύριοι, ὅτι τοῦτο εἶναι κοινὸν, ὅπως καὶ τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἐπιστήμονος τοῦ κ. Δοσίου κατέστησαν πασίγνωστον· τὰ ἐπιχειρήματα δὲ ταῦτα καταστρέφουσι ἄρδην τὴν γνώμην τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου· ἓν μόνον θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω. Φρονῶ κύριοι, ὅτι διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις ἀπὸ ἐπαρχίαν τινά, πρέπει νὰ ἦναι δημότης καὶ εἴς τινα δῆμον κατὰ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τοῦ Νόμου. Ὅταν λοιπὸν ἦναι ἀναγκαῖον περιστατικὸν ἡ ἰδιότης τοῦ δημότου εἰς τὴν ὁποίαν ἐκλέγεται ἐπαρχίαν.....
§71ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διατί;
§72ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλως καθιεροῦται τὸ δικαίωμα τῆς γενικῆς πολιτογραφήσεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀντίκειται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ὅταν λοιπὸν τοῦτο παραδεχθῆτε καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄλλως, διότι καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 43 καὶ τὸ παρὸν αὐτὸ ἀπαιτοῦσι, καὶ διότι ὁ Νόμος ἀπαιτεῖ τὸ προσὸν τῆς ἐγκαταστάσεως καὶ τῆς ἐξασκήσεως τῶν ἀστικῶν καὶ πολιτικῶν δικαιωμάτων, ἐννοεῖ προφανῶς ὅπως ὁ ἐκλεχθησόμενος ᾖ δημότης ἑνὸς τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας, ἐξ ἧς πρόκειται νὰ ἐκλεχθῇ. Ὅταν λοιπὸν ἀναγκαῖον περιστατικὸν ἦναι νὰ ἦναι δημότης, ἕπεται ἀναντιῤῥήτως, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐκλεχθῇ παρὰ εἰς μίαν μόνην ἐπαρχίαν, διότι εἰς ἕνα μόνον δῆμον δύναται καὶ νὰ ἦναι δημότης. Ἴσως ἀντείπουν τινὲς, κατὰ τὸν περὶ Δήμων Νόμον, δύναταί τις νὰ μεταφέρῃ τὸ δικαίωμα χωρὶς νὰ χάσῃ τὴν δημοτικότητά του ἀπὸ τὸν πρῶτον δῆμον, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἡ οἰκονομία τοῦ Νόμου δὲν δύναται νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τῶν ἀντιφρονούντων, διότι ὅπως καὶ ὁ μακαρίτης Ἀργυρόπουλος λέγει, ἡ δημοτικότης ἡ ἐνεργὸς, πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἡ δὲ παλαιὰ δημοτικότης οὐδὲν παρέχει δικαίωμα, ἐπιτρέπει μόνον εἰς τὸν μεταβαλόντα τὴν δημοτικότητά του νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν πρῶτον δῆμον χωρὶς νὰ ζητήσῃ νέαν ἐγγραφήν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις, πρέπει νὰ ἦναι δημότης· τοῦτο δ’ ἀποκρούει τὴν ἀξίωσιν τῶν φρονούντων ὅτι δύναται νὰ ἐκλεχθῇ τις ἀπὸ δύο ἐπαρχίας, διότι οὐδὲ νὰ ψηφοφορήσῃ οὐδὲ δημότης δύναται νὰ ἦναι εἰς δύο ἐπαρχίας· λυομένου τοῦ ζητήματος κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐναπομένει ἡ λύσις τοῦ ἑτέρου ζητήματος, ἐφ’ οὗ πρέπει νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, διότι ὡς εἶπον, εἰσηγητὴς ὢν τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου ὑποχρεοῦμαι νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅστις παρουσιάζεται ὡς ἐκλεχθεὶς εἰς δύο ἐπαρχίας, εἰς ποίαν τῶν δύο τούτων ἐπαρχιῶν ἀνήκει; Φρονῶ, κύριοι, συμφώνως μὲ τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα, ὅτι ὁ Βουλευτὴς δὲν δύναται νὰ ἐκλεχθῇ, παρὰ ἐκεῖ ὅπου ἔχει ἐνεργὸν τὸ δημοτικὸν αὑτοῦ δικαίωμα. Καὶ ἂν ἦναι ἀληθεῖς αἱ πληροφορίαι ἃς ἔχω, μόνον ἐκ τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης ἠδύνατο νὰ ἐκλεχθῇ, διότι ἐκεῖ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν Βουλευτικῶν ἐκλογῶν εἶχε μεταφέρει τὴν δημοτικότητα αὑτοῦ, καὶ ἐκεῖ κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην ἐξήσκει τὰ ἐκλογικὰ αὑτοῦ δικαιώματα· οὕτω δὲ δημότης ἐνεργὸς τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης ὢν δὲν δύναται εἰμὴ ὡς Βουλευτὴς Μεσσήνης νὰ θεωρηθῇ. Ὑπολείπεται ὅμως, καὶ εἶναι κατ’ ἐμὲ ζήτημα, τί θὰ γίνῃ ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου; Πρέπει νὰ διαταχθῇ νέα ἐκλογὴ, ἢ πρέπει νὰ ἔλθῃ ὁ πλειοψηφήσας ἐκ τῶν ὑπολειπομένων καὶ συναγωνισθέντων; Φρονῶ, κύριοι, ὅτι δὲν δικαιούμεθα νὰ διατάξωμεν νέαν ἐκλογήν. Παρ’ ἡμῖν τοῖς νομικοῖς τὸ ἀπολύτως ἄκυρον δὲν ἔχει σημασίαν, θεωρεῖται ὡς μὴ ὑπάρξαν. Ὅταν δὲν ἔχῃ τις ἀπολύτως τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλεχθῇ ὡς βουλευτὴς, πᾶν ὅ,τι ἐγένετο δι’ αὐτὸν θεωρεῖται ὡς μὴ ὑπάρξαν. Ἂν, κύριοι, θελήσητε νά παραδεχθῆτε τὴν ἐναντίαν ἀρχὴν, ἢ μία διοικητικὴ ἀρχὴ ἐπιτρέψῃ εἰς ἕνα ξένον ἢ ἕνα κακοῦργον νὰ θέσῃ κάλπην, ἡ συγχώρησις αὕτη θὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε θὰ θέσῃ εἰς νέαν πάλην τὴν ἐπαρχίαν; Φρονῶ ὅτι ποτὲ δὲν θὰ θελήσητε ν’ ἀδικήσητε ἕνα λαὸν, ἐκθέτοντες αὐτὸν εἰς νέα βάσανα. (Θόρυβος). Ἀλλ’ ὅπως εἶπον, ἐπιστημονικῶς δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ ἰδέα αὕτη, διότι, ὡς εἶπον, τὸ ἀπολύτως ἄκυρον θεωρεῖται ὡς μὴ ὑπάρχον. Ἀπολύτως δὲ ἄκυρος εἶναι ἡ ἐκλογὴ τοῦ κ. Κουμουνδούρου εἰς τὴν ἐπαρχίαν Οἰτύλου, καὶ κατὰ συνέπειαν τέταρτος Βουλευτὴς εἶναι ὁ πρῶτος ἐπιλαχὼν, διότι ὁ λαὸς ἐν γνώσει ὢν τῶν νόμων καὶ γνωρίζων ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐκλεχθῇ Βουλευτὴς Οἰτύλου ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ἐγίνωσκεν ἐπίσης ὅτι αἱ ὑπὲρ αὐτοῦ ψῆφοι οὐδεμίαν εἶχον σημασίαν, καὶ ἐδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν αὑτοῦ περὶ τοῦ τετάρτου βουλευτοῦ, δοὺς τὰς περισσοτέρας ψήφους εἰς τὸν πρῶτον ἐπιλαχόντα. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἡ διπλῆ ἐκλογὴ δὲν ἐπετρέπετο, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δὲν ἠδύνατο παρὰ εἰς μίαν ἐκλογὴν νὰ ψηφοφορηθῇ, καὶ ὅτι ἐκεῖ ψηφοφορηθεὶς, δὲν ἠδύνατο νὰ ψηφοφορηθῇ καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Οἰτύλου· ἡ δὲ πρᾶξις τῆς ψηφοφορίας ἐκείνης ὡς πρὸς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον εἶναι ἀπολύτως ἄκυρος, καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ παντάπασιν ὑπ’ ὄψιν.
§73ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ εἴπω, κύριοι, ὀλίγα· διότι μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι ῥητῶς λελυμένον ὑπὸ τοῦ νόμου μας, καὶ ἀπορῶ πῶς ἐπιστήμων ἄνθρωπος ὑπεστήριξε τὴν ἐναντίαν ἰδέαν. Πρῶτον, κύριοι, ὁ γεννηθεὶς ἢ ἐγκατεστημένος εἰς ἐπαρχίαν τινὰ ἔχει τὸ προσὸν τῆς γνώσεως τῆς καταστάσεως τῆς ἐπαρχίας καὶ τοῦ συμφέροντος ὑπὲρ αὐτῆς· ἑπομένως οἱ δύω λόγοι, οἱ κατὰ τὸν κ. Παππαζαφειρόπουλον ὑπαγορεύσαντες τὴν σύνταξιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ὑπάρχουσι καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου· ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται ἤδη. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι τὸ «ἐκλέγεσθαι καὶ ἐκ τῆς ἐπαρχίας εἰς ἣν ἐγεννήθη τις» εἶναι τροπολογία, ἡ ὁποία ἦλθε μετὰ τὴν σπουδαίαν συζήτησιν περὶ τοῦ ἀπαιτηθέντος προσόντος τῆς ἐγκαταστάσεως, καὶ ἡ ὁποία τρόπον τινὰ ἐξεπήγασεν ἀπὸ τὸ πνεῦμα ὅλης τῆς συζητήσεως. Τὴν τροπολογίαν αὐτὴν, μοὶ φαίνεται, ἔφερεν ὁ κ. Δεληγεώργης, τὴν συνέταξεν ὁ κ. πρόεδρος τότε ὡς πόρισμα τῆς ἐν γένει ἰδέας τῆς Συνελεύσεως καὶ τὴν ὑπεστήριξεν ὁ κύριος Μίλησης. Οὕτω πραγματοποιοῦνται οἱ αἰτηθέντες ὅροι καὶ ἑπομένως ἔχει τὸ δικαίωμα πολίτης νὰ ἐκλέγηται ἀπὸ δύω ἐπαρχίας, διότι συνυπάρχει τὸ προσὸν τοῦ νὰ ᾖναι συνδεδεμένος καὶ νὰ ἔχῃ γνῶσιν τῆς ἐπαρχίας ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐκλέγεται. Ὁ προαγορεύσας ἰσχυρίσθη τὸ ἐναντίον, διότι ἐλησμόνησε τὴν νέαν οἰκονομίαν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου καὶ ἐνόμισεν ὅτι εἶναι δικαίωμα τοῦ ἐκλεγομένου νὰ ἐκλέξῃ ἀπὸ ποίαν ἐπαρχίαν θέλει νὰ ἐκλεχθῇ, ἐνῷ τοῦτο εἶναι δικαίωμα τῆς ἐπαρχίας ἐνεργούμενον ἐν ἀγνοίᾳ καὶ παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ ἐκλεγομένου.
§74ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐξασκήσῃ τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα εἰς τὴν ἐπαρχίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἐγκατεστημένος.
§75ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σεῖς εἴπετε ὅτι εἶναι δικαίωμα, ἀλλ’ ὁ νόμος λέγει ὅτι εἶναι ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ἡ ἐπαρχία· ὑποθέσατε ὅτι ἡ Λακωνία ἤθελε νὰ θέσῃ τὴν κάλπην μου καὶ ἐγὼ ἔλεγον, ὄχι· ἀλλὰ ποῖος μ’ ἐρωτᾷ; ἐγὼ δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα διόλου νὰ ἐπέμβω, οἱ ἐκλογεῖς ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ προτείνουν, νὰ πληρώνουν τὴν κάλπην, νὰ τὴν θέτουν, νὰ ψηφοφοροῦν καὶ ὁ ἐκλεγόμενος νὰ ᾖναι ἠναγκασμένος νὰ περιμείνῃ τὸ ἀποτέλεσμα, μεθ’ ὃ ἔχει τὸ δικαίωμα ἂν θέλῃ νὰ δεχθῇ τὴν ψῆφον τῶν ἐκλογέων καὶ κατόπιν, ἀφοῦ ἐκλεχθῇ, νὰ μείνῃ ἢ νὰ προτιμήσῃ ἐν Ἀθήναις μίαν τῶν ἐκλογῶν, ἂν ἐξελέχθη ἐκ δύω ἐπαρχιῶν. Ὁ νόμος ἤδη λέγει ὅτι ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγηται ἐκ τῆς ἐπαρχίας, εἰς ἣν ἐγεννήθη, ἢ εἰς ἣν εἶναι ἐγκατεστημένος. Σᾶς ἐρωτῶ ἐὰν ἡ Μεσσηνία καὶ ἡ Λακωνία ἐξέθετον συγχρόνως τὴν κάλπην μου, ποῖος ἤθελε κανονίσει τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῶν ἐπαρχιῶν, ἢ ἤθελεν εἴπει εἰς αὐτοὺς σεῖς Μεσσήνιοι ἐκλέξατε, σεῖς Λάκωνες δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα, ἢ σεῖς Λάκωνες ἐκλέξατε καὶ σεῖς Μεσσήνιοι μὴ ἐκλέξετε; Ποία ἐξουσία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐκ τῶν προτέρων ἤθελεν ἀποφασίσει, καὶ ποῦ στηριζομένη ἤθελεν εἴπει ὅτι τῳόντι οἱ Λάκωνες ἤθελον ἐκλέξει καὶ ὄχι οἱ Μεσσήνιοι; Βλέπετε δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμὲ, οὔτε ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν, οὔτε ἀπὸ ἄλλον τινὰ, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν. Κύριοι, ἐγὼ δὲν θὰ ἔλθω βεβαίως εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν γνωμῶν τῶν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, καὶ νομίζω ὅτι τὸ τοιοῦτον εἶναι μάταιον, ἀλλ’ ὅταν τὸ ζήτημα τίθεται ὅπως τὸ ἔθεσεν ὁ κύριος Παππαζαφειρόπουλος, δὲν ἠμπορεῖτε σχετικῶς πρὸς τὴν ἀνάγκην τῆς δημοτογραφήσεως, σᾶς λέγω, νὰ κηρύξητε ἕνα ἄνθρωπον ἀνίκανον νὰ ἐκλεχθῇ ὅταν ἔχῃ ἓν προσὸν, τὸ ὁποῖον ῥητῶς ὁ νόμος ἀπαιτεῖ. Ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε εἰς ἕνα, δὲν ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλεχθῇς, διότι δὲν ἔχεις τὰ τοιαῦτα ἢ τοιαῦτα προσόντα· ἀλλὰ νὰ εἴπητε δὲν ἔχεις τὸ δικαίωμα, διότι ἔχεις ἓν προσὸν, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος δὲν ἀπαιτεῖ· ἀλλ’ ἡμεῖς πλάττομεν τοῦτο, εἶναι πρωτοφανές. Ἐρωτῶ τὸν κύριον Παππαζαφειρόπουλον, ποῦ ὁ νόμος λέγει ὅτι ὁ ἐκλεγόμενος πρέπει νὰ ᾖναι δημότης; Λοιπόν, κύριοι, κατὰ γενικὸν κανόνα ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα συγχρόνως νὰ ἐκλέγηται καὶ ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν, εἰς ἣν εἶναι ἐγκατεστημένος, καὶ ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν, ἐν ᾗ ἐγεννήθη. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐνδέχεται ἐχθρικὴ ἐνέργεια νὰ ὑπηγόρευσε τοῦ νὰ τεθῇ κάλπη τοῦ κατοικοῦντος ἐνταῦθα καὶ νὰ τοῦ ἀφαιρέσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς του ἐν ἄλλῃ ἐπαρχίᾳ τῆς γεννήσεώς του......
§76ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Σημείωσέ με, κύριε πρόεδρε.
§77ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρῶτον κατὰ γενικὸν κανόνα ἔχει τὸ δικαίωμα καθεὶς ν’ ἀντιπροσωπεύῃ μίαν ἐπαρχίαν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐκλεχθῇ ἀπὸ δύο· ἑπομένως εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλεχθῶ καὶ ἀπὸ τὴν Λακωνίαν, διότι ἐνῷ ἐγεννήθην εἰς Λακωνίαν, εἶμαι ἐγκατεστημένος εἰς τὴν Μεσσηνίαν, πρὸς δὲ ἐσχάτως ἐγράφην δημότης εἰς τὴν Λακωνίαν, καὶ ἤμην μέλος τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ δήμου Ἀθίας. Ὥστε ἂν ἀπαιτῆται καὶ τὸ προσὸν τοῦ δημότου, τὸ ἔχω. Ἄλλως τὸ ἐκλογικὸν αὐτὸ ζήτημα ἐξεδικάσθη ἤδη.
§78ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι καὶ δεύτερον ζήτημα.
§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ κατ’ ἐμὲ, τὸ δεύτερον ζήτημα νομίζω ὅτι εἶναι τόσον παράλογον, ὥστε δὲν εἶναι ἄξιον συζητήσεως.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαγρές.
§81ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ὥστε ἂν ᾖναι ἄλλος ἐναντίος ἂς ὁμιλήσῃ.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κρεστενίτης.
§83ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, καὶ ἀπὸ τὸν ἕνα καὶ ἀπὸ τὸν ἄλλον εἶμαι διαφορετικός, δηλ. δὲν συμφωνῶ καὶ μὲ τοὺς δύο· μὲ τὸν πρῶτον δὲν συμφωνῶ πρὸ πάντων, διότι ποτὲ μειοψηφία δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ τὴν θέλησιν πλειοψηφίας καὶ πρέπει νὰ γίνῃ νέα ἐκλογή, διότι ἠμποροῦμεν νὰ παραιτηθῶμεν πέντε ἀπὸ ἡμᾶς καὶ νὰ ἔλθουν οἱ μειοψηφοῦντες, ὥστε αὐτὸ εἶναι ἄτοπον. Ἔρχομαι εἰς τὸ πρῶτον, δηλ. τὴν ἀπορίαν τοῦ Κουμουνδούρου μὲ τοῦτο ὅτι δὲν ἔχει δύο δικαιώματα· αὐτὸ τὸ ἐξήγησεν ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐκλογὴν βουλευτοῦ ἀπὸ τὸ Οἴτυλον, ὁ ὁποῖος ἦτο πάρεδρος τοῦ δήμου Καλαμῶν καὶ ἐξελέχθη βουλευτὴς ἀπὸ τὸ Οἴτυλον· ἐὰν ὁ πρῶτος δῆμος, εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι γεννημένος τοῦ ἐσυγχώρησε καὶ δὲν τοῦ ἀφῄρεσε τὸ δικαίωμα, ὅταν ἐγκατεστάθη εἰς ἄλλον, μένει τὸ δικαίωμα ἐὰν θελήσῃ νὰ ἐπιστρέψῃ, ὥστε καὶ ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, κατ’ ἐμὲ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλεχθῇ βουλευτὴς ἀπὸ τὸ Οἴτυλον· ἀλλὰ ταὐτοχρόνως ἓν ἐπιχείρημά του δὲν εἶναι πολὺ ἀδύνατον, ὅτι μία Κυβέρνησις κακοήθης θὰ τὸν προτείνῃ ἀπὸ μίαν ἐπαρχίαν ἄλλην διὰ νὰ τοῦ ἀφαιρέσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδίας του ἐπαρχίας. Τοῦ λέγω καὶ ἐγώ, ὅτι ἐγὼ ἂν εἶμαι τότε ἐξουσία, θὰ εἴπω, κ. Κουμουνδοῦρε ἀπὸ ποίαν ἐπαρχίαν ἀγαπᾶς νὰ ἐκλεχθῇς; Αἱ ἐπαρχίαι ἠμποροῦν νὰ προτείνουν καὶ νὰ πληρώνουν καὶ κάλπας, ἀλλ’ ὁ νόμος δὲν δίδει ποτὲ τὸ δικαίωμα γενικῆς πολιτογραφήσεως, ἠμπορεῖ κάθε ἐπαρχία νὰ ζητήσῃ τὸν τυχόντα, ἀλλ’ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ δώσῃ περισσοτέρας ἀπὸ μίαν κάλπην. Πέρυσιν ἐνθυμοῦμαι τὸν νῦν Πρωθυπουργὸν τότε ἀντιπολιτευόμενον, ὅταν ὑπεράσπιζε τὰ πάθη τοῦ κ. Κουμουνδούρου νὰ εἴπῃ, καὶ ἐγὼ ἂν ἤμην εἰς τὴν θέσιν τοῦ ὑπουργοῦ, δὲν ἤθελον τοῦ δώσει δύο κάλπας· δὲν τὸ λέγω διὰ νὰ μεμφθῶ κανένα, ἀλλ’ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι τότε ἠμποροῦν τῳόντι οἱ κατοικοῦντες εἰς Ἀθήνας νὰ μεταφέρουν τὰ δικαιώματά των, νὰ καθήσουν δύο ἔτη εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ νὰ μᾶς διοικοῦν ἀπ’ ἐδῶ, καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας νὰ πληρώνωμεν φόρους. Κύριοι, ἡ γενικὴ πολιτογράφησις δὲν συγχωρεῖται· ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἠμπορεῖ μόνον ἀπὸ τὴν μίαν ἐπαρχίαν νὰ ἐκλεχθῇ. Ἐγὼ ὁ ὁποῖος δὲν ἔχω ἀξιώσεις ὅτι θὰ ἦμαι ὑπουργὸς, ἔχω τὴν γενναιότητα νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, σὲ προτείνουν δύο ἐπαρχίαι, ποίαν προτιμᾷς; ἐκεῖ θὰ θέσῃς κάλπην, ὄχι ὅπου θέλεις· δὲν ἠμπορῶ νὰ παραδεχθῶ τὴν γενικὴν πολιτογράφησιν, μὲ αὐτὴν τὴν τέχνην νὰ βάλῃ ἄλλους ἐπαρχιώτας του. Ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ὁ γενναῖος, ὁ ὁποῖος θὰ πληρώσῃ κάλπας πρὸς χάριν ἑνὸς ἄλλου; καὶ δὲν πρέπει νὰ ὠφεληθῶμεν ἀπὸ ὑποθέσεις· τὸ πρᾶγμα εἶναι τοῦτο, ὅτι ἕκαστος εἰς μίαν ἐπαρχίαν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγηται εἴτε εἰς τὴν γεννήσασαν, εἴτε εἰς ἣν ἐγκατεστάθη· καὶ μία ὑπόθεσις τοῦ κ. Κουμουνδούρου φέρει μεγάλην κατακραυγὴν, ἀποδίδει τὸ δικαίωμα νὰ διοικήσουν τὸν τόπον ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ποτὲ δὲν τὸν εἶδον. Λοιπὸν ὅταν τὸν κ. Κουμουνδοῦρον προτείνουν ἀπὸ δύο ἐπαρχίας, ἐγὼ ὡς κυβέρνησις τὸν ἐρωτῶ ἀπὸ ποίαν ἀγαπᾷς νὰ ἐκλεχθῇς; διότι ὅταν ἐκλέγεται ταὐτοχρόνως, τότε ἐπανέρχεται ἡ γενικὴ πολιτογράφησις, τὴν ὁποίαν ἡ συνέλευσις πολλὰ δικαίως ἀπέκλεισε καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος μόνον δικαίωμα ἔχει τώρα, νὰ προτιμήσῃ ποίαν ἐπαρχίαν θέλει ν’ ἀντιπροσωπεύῃ, ἡ δὲ ἄλλη ἐπαρχία νὰ προσκληθῇ νὰ κάμῃ νέαν ἐκλογὴν καὶ νὰ ἐκλέξῃ βουλευτὴν πλειοψηφίας καὶ ὄχι μειοψηφίας.
§84ΔΑΓΡΕΣ. Ἀναγκάζομαι, κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, διότι εἶναι ζήτημα εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐξέτασιν τοῦ ὁποίου δὲν ὑποχωρῶ κατὰ κεραίαν· εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πάντοτε ἐζήτησα χωρὶς ν’ ἀποβλέψω εἰς τὰ πρόσωπα. Λυποῦμαι μάλιστα διότι μετὰ τὴν συζήτησιν παρουσιάζεται τὸ ζήτημα προσωπικὸν, ἐνῷ πρότερον δὲν ἦτο. Νομίζω, κύριοι, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα μου, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη εἶναι ἄκαιρος, διότι τὸ ζήτημα αὐτὸ κατ’ ἐμὲ ἐλύθη, ὅταν συνεζητήθη τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου. Δὲν ἠμπορῶ νὰ συμφωνήσω ὅτι τὸ κῦρος τῆς ὅλης ἐκλογῆς εἶναι ἄσχετον πρὸ τὸ κῦρος τοῦ μέρους αὐτῆς, ὅτι τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς τῶν τριῶν δὲν ἔχει ἐπιῤῥοὴν καμμίαν πρὸς τὸ κῦρος τοῦ ἑνὸς· διότι κατὰ πρᾶξιν ἀπεδείχθη ὅτι ἕκαστος ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ συνδυάζεται μετὰ 2 ἢ 3 ἢ 4 συναδέλφων φίλων του, καὶ συνεισφέρουν ἀπὸ κοινοῦ τὰ κεφάλαια, καὶ ἐπιβαρύνει ἡ δύναμις καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν φίλων τοῦ ἑνὸς εἰς τοὺς ἄλλους· εἶναι δὲ ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ ἔκθεσις τῆς κάλπης τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἐπενήργησεν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἄλλων. Ἐὰν λοιπὸν ἡ ἐκλογὴ τοῦ κ. Κουμουνδούρου διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον ᾖναι σήμερον ἄκυρος, ἔπρεπεν ἡ ἐκλογὴ ὁλόκληρος ν’ ἀκυρωθῇ. Ἡ ἐκλογὴ λοιπὸν κατὰ τὴν ἰδέαν μου εἶναι ἔγκυρος καὶ δὲν ἐπιτρέπεται σήμερον ἡ συζήτησις, καὶ ἂν παρουσιάζηται σήμερον ἔλλειψις, ἔπρεπε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ ἐξετασθῇ. Ἀλλ’ ἐσυνειθίσαμεν κατὰ δυστυχίαν νὰ ἤμεθα φίλοι τῶν ἀναβολῶν. Ἀναγκάζομαι λοιπὸν νὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον ὡς πρὸς τὸ πρῶτον μέρος. Ἤμην μέλος τῆς ἐθνοσυνελεύσεως, ἥτις ἐπεψήφισε τὸν ἐκλογικὸν νόμον καὶ ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι εἶχον εἰς τὸν νοῦν μου ὅταν ἔδωσα ψῆφον ὅτι εἰς μίαν μόνον ἐπαρχίαν ἔπρεπε νὰ ἐκλέγεται ἕκαστος. Ἀλλ’ ἡ διάνοιά μου καὶ τῆς Συνελεύσεως ἐξεφράσθη εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον εἶπεν ἄλλος πρὸ ὀλίγου, ἀλλ’ εἶδον ἀπὸ τὸν πρῶτον καὶ τὸν τελευταῖον ἀγορεύσαντα νὰ εἴπουν ἄλλα. Ἡ Συνέλευσις, ὁ νομοθέτης ὁ ψηφίσας τὸν νόμον αὐτὸν, οὐδὲν δικαίωμα ἔδωκαν εἰς τὸν ἐκλεγόμενον, καὶ ἀκόμη ἂν θέλετε οὐδὲ γνῶσιν τοῦ ἔδωκε νὰ ἔχῃ, περὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἐκλέγειν τῶν συνεπαρχιωτῶν του. Τὴν ἰδέαν αὐτὴν ἐξέφρασε διὰ διατάξεως τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου, κατὰ τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ὅταν τὸ τριακοστὸν μέρος τῆς ἐπαρχίας ὑποδείξῃ τὸν δεῖνα, τότε ἐκθέτει κάλπην, ὅτι καὶ ἐκ τῶν ὑποδειξάντων ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ προκαταβάλουν τὰ ἔξοδα τῆς κάλπης καὶ τῶν σφαιριδίων, ὅτι ἐκ τῶν ὑποδειξάντων ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ διορίσουν καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν δὲν λανθάνωμαι, ἐγένετο λόγος καὶ διατί προσετέθη αὐτό. Ἐῤῥέθη ὅτι ἐνδεχόμενον μία ἐπαρχία νὰ θέλῃ νὰ ἐκλέξῃ ἕνα, ὁ ὁποῖος εἶναι μακρὰν αὐτῆς καὶ δὲν ἔχει οὐδεμίαν γνῶσιν οὔτε τὸν ὑλικὸν καιρὸν νὰ πληρώσῃ τὰς κάλπας καὶ νὰ ἐκλέξῃ ἀντιπροσώπους, ἔχουν τὸ δικαίωμα αὐτὸ οἱ προτείναντες αὐτόν, μὲ ἄλλους λόγους, ὅπως πολὺ καλὰ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος σᾶς ἐξέθεσεν, ὁ νομοθέτης δικαιώματα δίδει ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἰς τὴν ἐπαρχίαν, τὴν ὁποίαν χαρακτηρίζει ὡς πρόσωπον ἠθικόν· εἰς τὸν ἐκλεγόμενον οὐδὲν δικαίωμα ἔδωκεν, ὑποχρεώσεις ἐπέβαλεν. Ὁ νόμος περὶ βουλευτῶν εἶναι σχετικὸς μὲ τὸν δημοτικὸν νόμον, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε ὅτι καὶ ὁ βουλευτὴς δὲν εἶναι κύριος νὰ παραιτηθῇ, πρέπει νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους καὶ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ παραίτησίς του. Εἶναι λοιπὸν καὶ τὰ δύω ἀξιώματα ὑποχρέωσις, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς τὸν ψηφοφορούμενον. Εἶπον, κύριοι, ἐν ἀρχῇ ὅτι ἐγὼ ψηφοφορῶν κατὰ τὴν συνέλευσιν εἶχον ἐν τῇ διανοίᾳ μου τὴν πεποίθησιν, τοῦ νὰ μὴ δύναται νὰ ἐκλεχθῇ τις ἀπὸ δύο ἐπαρχίας· ἀλλ’ ὅπως συνεζητήθη ὁ νόμος αὐτὸς, ἀπὸ τὸ πολυμελὲς αὐτὸ σῶμα κατεσπευσμένως, βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ προΐδῃ ἀσαφείας τινὰς καὶ σᾶς τὸ λέγω διὰ νὰ συμφωνήσητε μαζύ μας, διότι παρουσιάζεται ἀσάφεια, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἔχει τὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τὸν νόμον νὰ τὴν λύσῃ· διότι πᾶσα λύσις ἐξ’ οἱασδήποτε ἀρχῆς, θέλει εἶσθαι αὐθαίρετος. Ὑποθέσατε ὅτι μὲ ὑποδεικνύουν δύο ἢ τρεῖς ἐπαρχίαι καὶ πληρόνουν οἱ ὑποδείξαντες τὰ ἔξοδα τῆς κάλπης καὶ τῶν σφαιριδίων καὶ διορίζουν τοὺς ἀντιπροσώπους, καὶ ἐγὼ δὲν ἠξεύρω τίποτε, ἢ εὑρίσκομαι εἰς Ἀθήνας μεταξὺ τῶν ὑπουργῶν. Τίς ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν νὰ ἐρωτήσῃ ἐμὲ, καὶ τί δικαίωμα ἔχω νὰ εἴπω ἂν δέχωμαι ἢ ὄχι, ἀφοῦ δὲν ἔχω δικαίωμα, ἀλλὰ μόνον ὑποχρέωσιν; Δὲν ἔπρεπε λέγει, νὰ δώσῃ κάλπην ἡ διοικητικὴ ἀρχή. Ποία λοιπὸν εἶναι ἡ διοικητικὴ ἀρχή; ἡ ἐπαρχία Οἰτύλου ἀνήκει διοικητικῶς εἰς τὸν Νομὸν Λακεδαίμονος, ἡ ἐπαρχία Μεσσήνης ἀνήκει εἰς τὸν Νομὸν Μεσσηνίας. Ὑποτίθεται, καὶ ἠμπορῶ νὰ εἴπω ὅτι οὕτως ἔχει, ὅτι ὁ Νομάρχης Λακεδαίμονος δὲν ἐγνώριζε ποῦ ὑπεδείχθη ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ἀλλὰ παρουσιάσθη ἡ ἀνακήρυξις αὐτοῦ ἀπὸ τὸ δικαστήριον τοῦ Νομοῦ ἐκείνου ὡς ὑποψηφίου, ὁ Νομάρχης ἐδέχθη τὴν ἀνακήρυξιν αὐτὴν καὶ κατὰ συνέπειαν τοῦ ἔδωκε τὴν κάλπην· ὁ Νομάρχης Μεσσηνίας δὲν εἶχε γνῶσιν, ὑποτίθεται τοὐλάχιστον ὅτι δὲν εἶχε γνῶσιν ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀνεκηρύχθη ἐκεῖ· ποῖος εἶναι τώρα ὁ ἁρμόδιος ν’ ἀφαιρέσῃ ἢ νὰ ἐκλέξῃ αὐτὴν ἢ ἐκείνην τὴν κάλπην; παρουσιάζεται λοιπὸν μία ἀσάφεια, καὶ τὴν ἀσάφειαν αὐτὴν ὀφείλετε νὰ τὴν ἑρμηνεύσητε τακτικῶς, οὐχὶ αὐθαιρέτως. Ἡ γνώμη λοιπὸν ἡ ἰδική μου εἶναι, ὅτι καὶ ἡ μία ἐκλογὴ καὶ ἡ ἄλλη ὅπως ἔχουν καὶ μὲ τὴν ἀσάφειαν ἔχουν κῦρος, καὶ ἔχουσι κῦρος ἂν καὶ, ὡς εἶπον προηγουμένως, ἐπεκυρώθησαν ἐν ἀρχῇ καὶ μένει εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ν’ ἀποφανθῇ ποίαν ἐκλογὴν προτιμᾷ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ζήτημα δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ὅτι εἶναι ἀνάξιον προσοχῆς καὶ τῆς Βουλῆς αὐτῆς, ἡ ὁποία ἔδειξεν ἄκραν αὐστηρότητα εἰς τὴν ἐξέλεγξιν, διὰ νὰ μὴ ὑποπέσῃ εἰς τὸ ἁμάρτημα προηγουμένων Βουλῶν, αἱ ὁποῖαι ἐξέλεξαν βουλευτὰς ἐντεῦθεν, καὶ ἀπεμάκρυνε βουλευτὰς, οἵτινες ἦσαν πράγματι ἐπιτυχόντες. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος, δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ἐπαναληφθῇ, διότι οἱ ψηφοφόροι εἶχον ὑπ’ ὄψιν ποίους ἐννοοῦν ν’ ἀναδείξουν, καὶ εἰς ἐκείνους ἔδωσαν τὰς ψήφους των, εἰς δὲ τοὺς ἄλλους δὲν ἔδωσαν προσοχὴν, ἀλλ’ ἁπλῶς ἔῤῥιπτον τὰς ψήφους των. Ἡ δὲ Βουλὴ δὲν δύναται σήμερον νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ διπλῆ αὕτη ἐκλογὴ ἡ μία εἶναι ἔγκυρος καὶ ἡ ἄλλη ἄκυρος. Ὀφείλει δὲ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξηγήσῃ τὸ μέρος αὐτὸ τοῦ Νόμου ἁρμοδίως.
§85ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριοι, ἀπέχω νὰ ἐκφράσω οἱανδήποτε γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἐκλογικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἀντικείμενον συζητήσεως· καθ’ ὃ ἀποτελῶν μέρος τῆς κυβερνήσεως ὀφείλω νὰ ἐμμένω εἰς τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἀπ’ ἀρχῆς ἡ κυβέρνησις διέγραψεν εἰς ἑαυτὴν, νὰ ἦναι ὅλως ξένη εἰς τὰ ζητήματα τῶν ἐξελέγξεων. Ἀναγκάζομαι ὅμως ν’ ἀπευθύνω δύο λέξεις εἰς τὸν ἔντιμον προαγορεύσαντα βουλευτὴν Καλαμῶν. Ὁ κύριος οὗτος ἀνέφερεν, ὅτι ἡ κάλπη τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἐπηρέασε τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἄλλων ψηφοφορηθέντων, καὶ ὅτι δι’ αὐτὸν τὸν λόγον τὸ ζήτημα, ἀφοῦ ἡ ἐκλογὴ ἅπαξ ἐπεκυρώθη, ἐλύθη, διότι ἄλλως ἐὰν ἤθελε παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι κακῶς ἐτέθη ἡ κάλπη τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου, ἔπρεπε ν’ ἀκυρώσῃ ὁλόκληρον τὴν ἐκλογήν. Ἐπιτετραμμένον ἦτον εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Καλαμῶν, ὁ ὁποῖος ἄλλην ἱστορίαν ἐκλογικὴν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του, τὴν ἱστορίαν τῆς ἰδίας ἐπαρχίας, νὰ σκέπτηται οὕτως· ἐπιτετραμμένον ἦτο, κύριοι, εἰς τὸν ἔντιμον κ. Δαγρὲν, ὁ ὁποῖος ἐσυνείθισε νὰ βλέπῃ ἴσως ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐπαρχίᾳ τὰς ἐκλογὰς προαποφασιζομένας διὰ μόνου τοῦ συνδυασμοῦ, νὰ σκέπτηται οὕτω· λαμβάνω τὴν τιμὴν ὅμως νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τῇ ἡμετέρᾳ δὲν ἀποφασίζονται αἱ ἐκλογαὶ ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ, ὥστε πολὺ κακὰ ἔκαμεν ὁ κ. Δαγρὲς παραδειγματιζόμενος ἀπὸ τὴν ἰδίαν ἐπαρχίαν νὰ σύρῃ συμπέρασμα διὰ τὴν ἐπαρχίαν Οἰτύλου. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι καὶ ἐν τῇ παρελθούσῃ καὶ ἐν τῇ παρούσῃ ἐκλογῇ ἡ Λακωνία ἔδειξε τὸν μέγαν ἐνθουσιασμὸν καὶ τὴν μεγάλην αὐτὴν ἐκτίμησιν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Κουμουνδούρου, οὐδόλως ὅμως ἕπεται ὅτι ἐπηρεάσθη τὸ ἀποτέλεσμα ὡς πρὸς τοὺς λοιποὺς ἐκλεχθέντας.
§86ΔΑΓΡΕΣ. Ἐπηρεάσθη.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἄλλος τὸν λόγον;
§88ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, κύριοι, ποίαν πραγματικὴν ἀξίαν ἔχει αὐτὴ ἡ συζήτησις· διότι ἐκ τούτου, κύριοι, θ’ ἀποφασισθῇ ποίαν σοβαρότητα πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς αὐτήν· λέγω ἐὰν ἔχῃ πραγματικὴν ἀξίαν ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν καὶ ὡς πρὸς τὴν θέσιν τοῦ κυρίου βουλευτοῦ, διότι ἐὰν τυχὸν δὲν ἔχῃ πραγματικὴν ἀξίαν, ἤθελεν εἶσθαι πολὺ προτιμότερον νὰ προληφθῇ τοῦτο δι’ ἑνὸς νόμου, διότι κατ’ ἐμὲ ὁ συμβιβασμὸς γεννᾷ τὴν ἀνάγκην μιᾶς ἑρμηνείας, διότι ἄλλως θὰ γίνῃ ἀδικία· λοιπὸν ἐὰν θὰ ἔχῃ πραγματικὴν ἀξίαν ἐπὶ τοῦ καθημένου μεταξὺ ἡμῶν, ὅτε θὰ λυθῇ σχετικῶς πρὸς τὸν ἐκλογικὸν νόμον, ἔχει καλῶς· ἐὰν δὲν ἔχῃ πρακτικὴν ἀξίαν, τότε προτιμότερον νὰ γίνῃ μία ἑρμηνεία διὰ νὰ λυθῇ ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἀπονέμεται δικαιοσύνη ἀπὸ τὸ ὁμοιόμορφον τῆς λύσεως αὐτῆς, ἄλλως θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε σκότος· καὶ ἐὰν μοὶ δοθῇ εὐκαιρία θὰ λάβω τὸν λόγον καὶ θὰ δείξω ὅτι εἶναι σκοτεινὸς ὁ νόμος.
§89ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Ἡ ἐρώτησις τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου μοὶ εὐκόλυνε τὴν θέσιν μου, ἑπομένως δύναμαι νὰ ἐξηγήσω τὸ φρόνημά μου, ἂν καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος ἀπέσχον νὰ τὸ πράξω, διότι μὲ διεκώλυεν ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν κατέχω· ἡ πραγματικὴ ἀξία τὴν ὁποίαν ἡ συζήτησις αὐτὴ ἔχει, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἡ ἑξῆς· ἐκτὸς, ἐννοῶ, τῆς λύσεως τῶν ἀμφιβολιῶν ἢ τῶν ἀποριῶν, αἵτινες δύνανται νὰ γεννηθῶσι κατὰ τὴν συναρμολογίαν τῶν νομοθετικῶν διατάξεων πρὸς ἀλλήλας, καὶ ἑπομένως τοῦ κανονισμοῦ τοῦ μέλλοντος· ὑπάρχει πραγματικόν τι ἀποτέλεσμα ἐκ τῆς συζητήσεως τῆς σήμερον· ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀσπασθῇ τὴν γνώμην τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Τριπόλεως, τοῦ πρώτου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀγορεύσαντος, ἐὰν ἀποφανθῇ, ὅτι ὁ ἔντιμος κύριος Κουμουνδοῦρος δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκλεχθῇ ἐκ δύο ἐπαρχιῶν, τότε βεβαίως ἡ βουλὴ ὀφείλει ν’ ἀποφανθῇ, ἐκ τίνος τῶν δύο ἐπαρχιῶν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκλεχθῇ, καὶ τίνα ἐκ τῶν δύο ἐπαρχιῶν πρέπει ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἐξήρτηται ὁ κανονισμὸς τῆς πληρώσεως τῆς κενωθησομένης θέσεως τοῦ βουλευτοῦ τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, τῆς ὁποίας θέλει παύσει νὰ ᾖναι βουλευτὴς ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ ἀσπασθῇ τὴν γνώμην τοῦ κ. Κουμουνδούρου, καὶ ἀποφανθῇ ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶχε δικαίωμα νὰ ἐκλεχθῇ καὶ ἐκ τῶν δύο ἐπαρχιῶν, ἐξ ὧν ἐξελέχθη, τότε δὲν μένει πλέον εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ εἰς ποίαν ἐκ τῶν δύο ἐπαρχιῶν πρέπει νὰ μείνῃ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ἀλλ’ ἔρχεται τὸ δικαίωμα τοῦ κ. Κουμουνδούρου τῆς προτιμήσεως (option), ν’ ἀποφανθῇ ποτέραν προτιμᾷ. Ἰδοὺ τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου.
§90ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριοι, ἐῤῥέθησαν πολλὰ, κυρίως περὶ τῶν προσόντων, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξετάσωμεν περὶ προσόντων προηγεῖται πρῶτον τὸ δικαίωμα· τὸ δικαίωμα εἶναι ἡ βάσις τῆς ἐκλογῆς. Διὰ νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν ποῖα προσόντα ἔχει εἰς τὴν μίαν ἐπαρχίαν καὶ ποῖα εἰς τὴν ἄλλην, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν ἔχῃ καὶ εἰς τὴν μίαν ἐπαρχίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα διέγραψεν ὁ νόμος, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν πρῶτον ποῖον εἶναι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον διέταξε· νομίζω δὲ, ὅτι τοιοῦτό τι δικαίωμα δὲν ἔχει νὰ ψηφοφορῇ τις καὶ νὰ ψηφοφορῆται καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην ἐπαρχίαν· ἐὰν εἶχε δικαίωμα διπλοῦν ἢ τριπλοῦν ὁ ψηφοφόρος, νὰ ψηφοφορήσῃ δὶς ἢ τρὶς, τότε ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα καὶ ὁ ψηφοφορούμενος νὰ ψηφοφορηθῇ δὶς καὶ τρίς· ἀλλὰ, κύριοι, τὸ δικαίωμα τοῦ ψηφοφορεῖν εἶναι ἕν· λοιπὸν τὸ δικαίωμα εἶναι καθαρὸν καὶ ὡρισμένον· γενικὴν πολιτογράφησιν δὲν ἔχομεν, καὶ πρέπει νὰ ψηφοφορήσῃ ὅστις εἶναι ἐγγεγραμμένος εἰς τοὺς καταλόγους καὶ ἅπαξ θὰ ψηφίσῃ καὶ ἂν εἶναι δὶς καὶ τρὶς εἰς τοὺς καταλόγους· λοιπὸν δὲν εἴμεθα παρὰ εἰς τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν θὰ ἐξετάσωμεν· ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἰς ποίαν τῶν δύο ἐπαρχιῶν μόνην, εἶχε καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ψηφοφορῇ καὶ νὰ ψηφοφορῆται;
§91ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἡ σπουδαιότης τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἀνεφάνη καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ὅτε ἐπρόκειτο νὰ συνταχθῇ τὸ Σύνταγμα· διάφοροι γνῶμαι ἐξετέθησαν καὶ τότε. Δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ᾖμαι μέλος τῆς Συνελεύσεως, ἀνέγνωσα δὲ τὰ πρακτικὰ καὶ ἐμελέτησα τὴν συζήτησιν ἐκείνην· μεταξὺ τῶν ῥητόρων, οἵτινες ἔλαβον μέρος εἰς τὴν συζήτησιν σπουδαίως, εἶναι καὶ ὁ κ. Μίλησης, ὅστις ὑπεστήριξε τὴν ἐκλογὴν ἐκ μιᾶς καὶ μόνης ἐπαρχίας· ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶναι συνεπὴς μὲ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας τότε ἐξέφρασε, διότι ἐπολέμησε τὴν ἐκλογὴν ἐκ μιᾶς καὶ μόνης ἐπαρχίας ὡς τοπικισμὸν, καὶ ἀληθῶς ὡς προφήτης ἐμάντευσε ὅ,τι ἔπαθε κατόπιν ἐν τῇ Ζαρνάτᾳ· οὐχ ἧττον εἶναι ἀναντίῤῥητον καὶ κανεὶς δὲν δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ ὅτι ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη τὴν μίαν καὶ μόνην ἐκλογήν· ὁ κ. Κουμουνδοῦρος κατέφυγε μάλιστα τότε καὶ εἰς μίαν προφητείαν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξε καὶ εἷς γέρων, ὁ γέρων Παλαμίδης, ἐρωτήθη μάλιστα ὁ κ. Μίλησης τότε ἀπὸ τὸν Κοσονάκον, ὁποίαν ἐγκατάστασιν ἐννοεῖ πολιτικὴν ἢ πραγματικὴν, καὶ ἀπήντησε «πραγματικήν». Δὲν δύναται λοιπὸν, κύριοι, ν’ ἀμφισβητηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι πᾶσα ἀμφισβήτησις αὐτοῦ ἤθελεν εἶσθαι ἀτυχὴς στρεψοδικία· ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ σπουδαῖον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἠλείας κ. Λυκοῦργος, ἐξεφράσθη ὅτι εἶναι ἐχθρὸς τῆς γενικῆς πολιτογραφήσεως καὶ παρεδέχθη, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δύναται νὰ ἐκλέξῃ ἀπὸ ποίαν ἐπαρχίαν θέλει νὰ ᾖναι βουλευτὴς, δικαίωμα, τὸ ὁποῖον στηρίζεται εἰς τὴν γενικὴν πολιτογράφησιν.
§92Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ τὸ εἶπον διὰ τὸ μετὰ ταῦτα.
§93ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐκλογὴ ἔγεινεν, ἐὰν ἐπεκυρώθη ἀδιάφορον καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, δύναται νὰ λυθῇ χωρὶς νὰ γένῃ ἐκλογή. Ὁ κ. Δαγρὲς εὑρίσκει μίαν ἀσάφειαν εἰς τὸν νόμον, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀσάφεια, διότι εἶναι γνωστὸν τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐπηρέασε τὴν Συνέλευσιν καὶ τὸ ὁποῖον καταφαίνεται εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι εἶναι πνεῦμα κατὰ τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας, δὲν ἤθελε ν’ ἀφήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν διοικητικὴν ἐξουσίαν καὶ διὰ τοῦτο δὲν τὸ ἔδωκεν· ἔχει δὲ πληρέστατον δίκαιον ὁ κ. Κουμουνδοῦρος λέγων, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγεσθαι δὲν ἀνήκει εἰμὴ εἰς τοὺς προτείναντας, διότι ἐὰν δὲν τὸν ἐπρότεινον, δὲν εἶχε δικαίωμα τοιοῦτον, ὁ νόμος εἶναι σαφὴς, καὶ οὐδεμιᾶς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας εἶναι ἀνάγκη πρὸς λύσιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος· λέγει ῥητῶς τὸ ἄρθρον 5 τοῦ συντάγματος, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐξελέγχει τὰς ἐκλογὰς καὶ ἀποφασίζει περὶ τῶν προσόντων τῶν ἐκλεχθέντων, ἐὰν εἶχον ἢ δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλεχθῶσιν ἐκ τῆς ἐπαρχίας ἐξ ἧς ἐξελέχθησαν. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον τί προσόντα θὰ ὁρίσῃ ἡ Βουλὴ καὶ τί θὰ ἐξετάσῃ; ἀπὸ ποίαν ἐπαρχίαν δύναται νὰ ᾖναι βουλευτής· καὶ τοῦτο εἶναι ἀξιοπρεπέστερον, διότι, ἂν ἀφεθῇ εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ἐκ τίνος ἐπαρχίας θέλει νὰ ᾖναι βουλευτής, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος θὰ προσδιορίσῃ τὸν βουλευτὴν τῆς μιᾶς ἐπαρχίας, ἐν ᾧ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τὸ ἔχει ἡ Βουλή. Λοιπὸν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ὀφείλει εἰλικρινῶς νὰ παραστήσῃ ποῦ ἔχει τὴν ἐγκατάστασίν του.
§94ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζεις, ὅτι δύναται νὰ συζητηθῇ ἐὰν ἔχω τὰ προσόντα καὶ διὰ τὴν Μεσσήνην;
§95ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἠμπορῇ νὰ συζητηθῇ, ἐὰν τὰ εἴχετε διὰ τὴν ἐπαρχίαν Οἰτύλου, τότε πρέπει νὰ συζητηθῇ καὶ ἂν τὰ ἔχητε καὶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης. Δὲν ἔχει λοιπὸν τὸ δικαίωμα ὁ κ. Κουμουνδοῦρος νὰ ὁρίσῃ ἀπὸ ποίαν ἐπαρχίαν θέλει νὰ ᾖναι βουλευτής· τὸ ἐκλεκτικὸν τοῦτο δικαίωμα εἶχεν, ὅταν ἦτο δυνατὴ ἡ σύγχρονος ἐκλογή· πρέπει λοιπὸν τὰ πραγματικὰ περιστατικὰ νὰ μᾶς πείσωσι νὰ εἴπωμεν ποίας ἐπαρχίας εἶναι βουλευτής. Ἐπειδὴ δὲ μέχρι τοῦδε δὲν ἐπροτάθησαν νέα περιστατικὰ νὰ μᾶς πείσουν, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος μετέφερε τὰ πολιτικά του δικαιώματα ἀπὸ τὴν Μεσσήνην εἰς τὸ Οἴτυλον, ἐπειδὴ ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι βουλευτὴς Μεσσήνης, ὑποθέτω, ὅτι βουλευτὴς Μεσσήνης ἐξελέχθη· διὰ δὲ τὴν ἐπαρχίαν Οἰτύλου ἐὰν τὸν ἐπρότεινον ὡς βουλευτὴν, κακῶς τὸν ἐπρότεινον, ἐὰν ἀνεκηρύχθη κακῶς ἀνεκηρύχθη, καὶ ἡ ἐκλογή του εἶναι ἄκυρος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι ἄκυρος, πρέπει νὰ γίνῃ νέα ἐκλογή· ἡ δὲ ἰδέα, ὅτι ὁ ἐπιλαχὼν θεωρεῖται ὡς ἐπιτυχὼν, εἶναι ἐσφαλμένη, καθότι ἐν τῇ μειοψηφίᾳ του ἐκφράζεται ἡ ἀποτυχία του.
§96ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν θέλω νὰ ἐρεθίσω τὴν λεπτὴν καὶ πικρὰν γλῶσσαν τοῦ ὑπουργοῦ καὶ φίλου μου κ. Σαράβα, διὰ ν’ ἀπαντήσω ἐν ἐκτάσει ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ προσωπικὸν· δὲν ἔχω ἀνάγκην μάλιστα, διότι καὶ αὐτὸς γνωρίζει τὴν ἐπαρχίαν μου καὶ ἐγὼ τὴν ἐδικήν του, δὲν ἔχω ἀνάγκην ἀκόμη, διότι πολὺ καλὰ γνωρίζει ὁ κ. Σαράβας, ὅτι οὐδέποτε εἰσῆλθον εἰς ἀντιπροσωπικὸν σῶμα διὰ συμφωνιῶν τερατωδῶν καὶ συνδυασμῶν ἀντιθέτων, καὶ μετὰ τὰς ἐκλογὰς, οὔτε ἐσυνείθισα νὰ λαμβάνω ἔνθεν δύο, καὶ ἔνθεν ἄλλους δύο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐν τῇ Συνελεύσει. Δὲν δύναμαι δὲ συγχρόνως νὰ κατακρίνω τὴν πρᾶξιν αὐτὴν, διότι ἠμπορεῖ νὰ τὴν ὑπεστήριξα καὶ ἐγὼ αὐτὴν χάριν αὐτοῦ τούτου τοῦ φίλου μου· ἀλλὰ, κύριοι, ἐὰν ἐρωτήσω τὸν κ. Σαράβαν διὰ τί ἦτον εἰς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν συνδυασμὸν μὲ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, καὶ ἀναφέρομαι εἰς τὴν τιμὴν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, θέλω νὰ ᾖμαι πάντοτε ἐντὸς τῆς ἀληθείας, ἐρωτῶ αὐτὸν ἐὰν τὸν προσεκάλεσαν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν οἱ μετ’ αὐτοῦ συνδυασθέντες ἢ οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῶν; Ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς, θὰ εἴπῃ, ὅτι εἶχον δίκαιον καὶ ἔρχεται νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἰδέαν καὶ ἀποδείξῃ τὴν πραγματικὴν ἐπιῤῥοήν, τὴν ὁποίαν ἐξήσκησεν ὁ συνδυασμὸς οὗτος. Ἐὰν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος μετέβη, καὶ μετέβη, συνεπείᾳ παρακλήσεων τῶν συναδέλφων του εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην καὶ ἡ μετάβασίς του ηὔξησε τὴν ἐπιῤῥοὴν, τότε θὰ μὲ δικαιώσῃ ὁ κ. Σαράβας εἰπόντα, ὅτι ἔχει ἐπιῤῥοὴν ὁ συνδυασμὸς πολλῶν προσώπων· καὶ σᾶς λέγω, κύριοι, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι μὲ ἠδίκησε πολὺ ὁ κ. Σαράβας, διότι γνωρίζει καὶ τὸν βίον καὶ τὴν μικρὰν ἱστορίαν, τὴν ὁποίαν φέρω· ἀλλὰ, ἀφίνω τοῦτο τὸ ζήτημα. Ὁ κ. Ταμπακόπουλος εἶπεν, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ νὰ δώσῃ δύο κάλπας εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον· ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, ἔχετε τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ἐγγεγραμμένον εἰς τὸν δημοτικὸν κατάλογον, ὅταν ἔχετε αὐτὸν ἐγγεγραμμένον εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἐκλεξίμων τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου, ὅταν οὗτος ᾖναι ἐγγεγραμμένος εἰς τὸν κατάλογον τῆς Μεσσήνης, ποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἀφαιρέσῃ;
§97ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι ὤφειλε νὰ μὴ ἀρνηθῇ....
§98ΔΑΓΡΕΣ. Ἔδωκαν κάλπας ἐγκαίρως, τώρα παρουσιάζεται, ὅτι δὲν ἔχει τὰ προσόντα εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης· εἶσθε σύμφωνος καὶ σεῖς;
§99ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω......
§100ΔΑΓΡΕΣ. Αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ θελήσητε καὶ νὰ τὸ κανονίσητε.
§101ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν ἐκλογῶν, αὐτὴ ἡ συζήτησις εἶναι ματαία.
§102ΣΑΡΑΒΑΣ. Δύο λέξεις ἔχω νὰ προσθέσω. Πολὺ καλὰ θὰ ἔκαμνεν ὁ κ. Δαγρὲς νὰ μὴ ἐπανέφερε τὴν ἱστορίαν τῶν ἐκλογικῶν τῆς ἰδίας ἐπαρχίας, οὔτε νὰ θέλῃ νὰ τὴν ἀντιπαραβάλῃ μὲ τὴν τῆς Οἰτύλου, διότι ὁμιλεῖ πρὸς τὴν Βουλὴν, ἥτις γνωρίζει ἀρκούντως τὴν ἱστορίαν τοῦ Οἰτύλου καὶ τῶν Καλαμῶν, καὶ ἀντὶ ὁ κ. Δαγρὲς ν’ ἀνατρέχῃ εἰς πολλὰ μεμακρυσμένην ἐποχὴν, ὅτε τὰ ἐκλογικὰ ζητήματα ἐλύοντο κατὰ τὰς ἐπικρατούσας τότε ἰδέας, ἤθελε κάμει πολὺ καλλίτερα ν’ ἀνεγίνωσκε τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ζέρβος εἰς τὴν παρελθοῦσαν ἐκλογὴν τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν· δὲν ἤθελεν ἔχει τὴν τόλμην νὰ ὁμιλῇ οὕτω περὶ τῆς ἐκλογῆς Οἰτύλου καὶ νὰ ὀνομάζῃ τερατώδη πλειοψηφίαν, ἀποφάσεις τῆς Συνελεύσεως, ἥτις, ὡς προεῖπον, ὅλα τὰ ἐκλογικὰ ζητήματα τὰ ἔλυε κατὰ τὰς ἐπικρατούσας τότε ἰδέας, καὶ ὤφειλε νὰ τὸ κάμῃ, διότι ἦτο Συνέλευσις, ἥτις κατέῤῥιψε μίαν δυναστείαν. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, λέγει, μετέβη εἰς τὴν ἐπαρχίαν Οἰτύλου, ἀλλ’ οὗτος ἠδύνατο νὰ μεταβῇ καὶ ἂν ἡ κάλπη του δὲν εἶχεν ἐκτεθῆ. Τί μὲ τοῦτο; Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν, διότι ἐτέθη ἡ κάλπη, τὸ ἀποτέλεσμα μετεβλήθη; ὄχι ἂν εἶπεν εἰς τοὺς ἰδικούς του νὰ ψηφίσουν τούτους ἢ ἐκείνους, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ κάμῃ καὶ ἂν δὲν ἐτίθετο ἡ κάλπη του· τὸ νὰ λέγῃ λοιπὸν ὁ κ. Δαγρὲς, ὅτι μετέβη ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἰς τὴν Λακωνίαν καὶ οὕτω πῶς ἐπηρέασεν, εἶναι πρᾶγμα ἀδιάφορον, ἄλλως τε εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὐτὴν κατὰ 1200 ψήφους ἐγὼ ἐπλειοψήφησα.
§103ΔΑΓΡΕΣ. Ἀπὸ τὰ ἐντάλματα τῶν ἱερέων καὶ τὰ βοηθήματα.
§104ΣΑΡΑΒΑΣ. Εἶσθε ἀναιδὴς συκοφάντης.
§105ΔΑΓΡΕΣ. Ὁ κύριος Σαράβας ν’ ἀνακαλέσῃ τὰς φράσεις του διότι μὲ ἀπεκάλεσε συκοφάντην καὶ ἀναιδῆ, ἄλλως ζητῶ τὴν ἀποδοκιμασίαν του· πρέπει νὰ μάθῃ νὰ σέβηται τοὺς ἄλλους. Ἐγὼ κατόπιν ἔμαθον, ὅτι ἐξεταζομένου τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐζητήσαμεν πληροφορίας, ὅτε ἐξέδιδεν ἐντάλματα πρὸς ὄφελος τῶν ἱερέων τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου, καὶ ἐν τούτοις ἔχει τὴν τόλμην νὰ μὲ ἀποκαλέσῃ ἀναιδῆ καὶ συκοφάντην.
§106ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὁ κόσμος ὅλος γνωρίζει τὴν ἱστορίαν σου (θόρυβος).
§107ΔΑΓΡΕΣ. Νὰ σημειωθῇ ὅτι εἷς ὑπουργός....
§108ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον ὡς βουλευτὴς, διότι ἀνέφερε πράγματα ἀναγόμενα εἰς τὴν ἐκλογὴν μου.
§109ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν πρέπει νὰ ὑβριζώμεθα ἀτιμωρητὶ· ἐφαρμόσατε, Κύριε Πρόεδρε, τὸν κανονισμόν.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἤκουσα.
§111ΔΑΓΡΕΣ. Ἤκουσεν ἡ Βουλή.
§112ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς μεταξὺ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κυρίου Δαγρὲ καὶ τῆς ἀπαντήσεως τῆς ἰδικῆς μου. Ἐτόλμησε νὰ φέρῃ σήμερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον οἱ κατὰ τῆς ἐκλογῆς ἐνιστάμενοι δὲν ἐτόλμησαν νὰ ὑποστηρίξωσιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ὁ κ. Δαγρὲς ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἰδέαν του ἀπὸ τοῦ βήματος τότε, συζητουμένης τῆς ἐκλογῆς, ἄλλως ἔχω δικαίωμα νὰ εἴπω ὅτι συκοφαντεῖ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἰδέαν του ἐν καιρῷ τῷ δέοντι.
§113ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν εἶχον γνῶσιν τότε, τώρα τὸ ἔμαθα· ἑπομένως δὲν εἶναι συκοφαντία.
§114ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἂν ὁ κ. Δαγρὲς καὶ ὁ κ. Σαράβας εἶπον πράγματα ἐναντία τῆς ἐθιμοταξίας νὰ τὰ ἀνακαλέσουν.
§115ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶμαι ἄνθρωπος νὰ ὑβρίζωμαι ἀτιμωρητὶ καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δύναμαι νὰ ἱκανοποιηθῶ.
§116Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Τὸ δυσάρεστον ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον προὐκάλεσαν οἱ ἀνταλλαχθέντες διάλογοι μεταξὺ τῶν δύω ἐντίμων συναδέλφων μας τῶν βουλευτῶν ἐκ Καλαμῶν καὶ ἐξ Οἰτύλου, νομίζω ὅτι δὲν δύναται ἐπὶ πλέον ν’ ἀπασχολῇ τὴν Βουλήν. Ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Δαγρὲς ἐλησμόνησεν ὅτι ὡς βουλευτὴς ἔχει διπλᾶ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶναι πάντοτε ἐγρηγοροῦντα καὶ ζῶντα. Εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ τὴν γνώμην του κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς Οἰτύλου, καὶ ἂν δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸ πράξῃ τότε, διότι δὲν ἔλαβε γνῶσιν τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχει σήμερον, ἔχει τὸ ἕτερον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶναι πάντοτε ἐγρηγοροῦν, νὰ φέρῃ ἐπερώτησιν, ἵνα θέση ὑπὸ τὸν ἔλεγχον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς πράξεις ἑνὸς τῶν μελῶν τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας. Λυποῦμαι διότι ὁ ἔντιμος φίλος μου δὲν ἐξήσκησε τὸ δικαίωμά του ἐν καιρῷ τῷ δέοντι οὐδὲ διὰ τρόπου τακτικοῦ, ἀλλ’ ἐπῆλθε κατὰ τοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου διὰ φράσεων, αἵτινες προσῆπτον εἰς αὐτὸν μομφὴν, ἐνῷ ἂν ἐξήσκει ἐν καιρῷ τῷ δέοντι τὸ δικαίωμά του ἠθέλομεν ἀπαλλαχθῆ ἀπὸ τὴν δυσάρεστον αὐτὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα σήμερον.
§117ΔΑΓΡΕΣ. Πρῶτον μὲ ὕβρισε, καὶ κατόπιν ἐγὼ ἀνέφερον τὸ τῆς ἐκλογῆς.
§118ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πρῶτον σύ. (Θόρυβος).
§119ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅ,τι συνέβη σήμερον εἰς ἕνα βουλευτὴν δύναται νὰ συμβῇ αὔριον εἰς τὸν ἄλλον. Εἶναι μερικαὶ ἐκφράσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπιτρέπονται νὰ λέγωνται ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου. Πιστεύω ὅτι ἀμφότεροι θέλουν ἀναγνωρίσει ὅτι ἐρεθισθέντες, μὴ καλῶς σκεφθέντες, παρεξετράπησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἀνεξέλεγκτος μία τοιαύτη πρόσαψις, ἀπευθυνθεῖσα ὑφ’ ἑνὸς μέλους τῆς Κυβερνήσεως ἐναντίον Βουλευτοῦ.
§120ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὡμίλησεν ὡς ὑπουργός. (θόρυβος)
§121ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρέπει νὰ ὑψώσω τὴν φωνήν μου, διότι δὲν ἐπιτρέπονται τοιαῦται λέξεις ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου. Παρακαλῶ ἀμφοτέρους νὰ τὰς ἀποσύρουν, καὶ διὰ τὸ σέβας τὸ ὁποῖον ὀφείλουν εἰς τὸν ἑαυτόν τους, καὶ διὰ τὸ σέβας τὸ ὁποῖον ὀφείλουν εἰς τὴν Βουλήν.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς παρατηρήσω ὅτι κἀνὲν μέρος δὲν ἔχει λάβει εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν ἡ Κυβέρνησις.
§123ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ θέμα, νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν.
§124ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί νὰ προχωρήσωμεν; Πρέπει ν’ ἀνακαλέσουν πρῶτον τὰς ὕβρεις. Κύριοι! Δὲν εἶχον σκοπὸν ν’ ἀναμιχθῶ εἰς τὸ θλιβερὸν αὐτὸ ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον παρενέπεσεν εἰς τὴν συζήτησιν· ἀλλ’ ἐπειδὴ βλέπω δισταγμοὺς ἐν οὐ δέοντι, θὰ εἴπω δύω λέξεις. Ὅταν, κύριοι, βουλευτής τις ὁμιλῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀπευθύνῃ λέξεις ἀπρεπεῖς κατὰ συναδέλφων, δὲν προσβάλλει μόνον αὐτὴν ἀλλ’ ὁλόκληρον τὸ Σῶμα, καὶ δὲν θὰ ἐννοήσω τῇ ἀληθείᾳ τὴν Βουλὴν, ἂν δὲν αἰσθανθῇ εἰς ἑαυτὴν τὴν ὕβριν. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἑκατέρωθεν ἐῤῥέθησαν φράσεις ἀπρεπεῖς, ἵνα μὴ εἴπω τι χεῖρον, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ἐν τῷ καθήκοντι τῆς ἰδίας ἑαυτῆς ἀξιοπρεπείας νὰ προσκαλέσῃ ἀμφοτέρους τοὺς ἐνώπιον αὑτῆς καὶ τοῦ κοινοῦ ὑβρισθέντας ν’ ἀνακαλέσωσι τὰς διαμειφθείσας ὕβρεις. Εἶναι ἐντροπὴ νὰ παριστάμεθα μάρτυρες τοιούτων ὑβριστικῶν διαπληκτισμῶν καὶ νὰ ἱστάμεθα ἀπαθεῖς, ὡς νὰ μὴ πρόκειται περὶ τῆς ἰδίας ἡμῶν ἀνεξαρτησίας.
§125ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔγινε συμψηφισμὸς μεταξύ των.
§126ΜΙΛΗΣΗΣ. Δι’ ἡμᾶς συμψηφισμὸς δὲν ἔγινε.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ προοδεύσωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§128ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§129ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί λέγετε, κ. πρόεδρε; Ἐγὼ διετύπωσα πρότασιν ῥητὴν νὰ προσκληθῶσιν ὁ κ. Δαγρὲς ὡς βουλευτὴς Καλαμῶν καὶ ὁ κ. Σαράβας ὡς βουλευτὴς Οἰτύλου ν’ ἀνακαλέσουν τὰς ἀπρεπεῖς ὕβρεις, τὰς ὁποίας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐξέφεραν κατ’ ἀλλήλων.
§130ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καμμία ἀπρεπὴς λέξις νὰ μὴ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§131ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κανεὶς δὲν ἔχει δικαίωμα ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὰ πρακτικὰ λέξιν.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε, κ. Μίληση;
§133ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἂν ἐπιμένω! Αὐτὸ εἶναι ἀστεῖον. Προτείνω κατ’ ἐπανάληψιν, διότι ὁ κ. πρόεδρος δὲν ἠξεύρω διατί οὔτε ἐννοεῖ, οὔτε ἀκούει· προτείνω νὰ προσκληθοῦν ἀμφότεροι, ὡς διαμείψαντες κατ’ ἀλλήλων λέξεις ὑβριστικὰς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νὰ τὰς ἀνακαλέσωσιν.
§134ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ προτείνω νὰ προχωρήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§135ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Μίληση δὲν εἶναι ἐντὸς τοῦ κανονισμοῦ· ὁ κανονισμὸς δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν πρόεδρον ν’ ἀνακαλῇ εἰς τὴν τάξιν τὸν ἀτακτοῦντα καὶ ἂν δὲν ἐπανέλθῃ εἰς τὴν τάξιν, τότε μόνον προκαλεῖται ἡ ἀποδοκιμασία τῆς βουλῆς, ἄλλως μεταξὺ δύω βουλευτῶν ἂν εἰς τὴν ῥύμην τοῦ λόγου καὶ τὴν ἀγανάκτησίν των ἢ καὶ παράπονον προερχόμενον ἐκ παρεξηγήσεως, ἐῤῥίφθησαν ἐκφράσεις καὶ ἀνταπεδόθησαν ἄλλαι, ἡ τάξις δὲν διαταράσσεται, οὔτε εἶναι περίπτωσις, τὴν ὁποίαν προβλέπει ὁ κανονισμός.
§136ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν φέρω ἀντίῤῥησίν τινα εἰς τοὺς σπουδαίους λόγους τοῦ κ. Δανοπούλου, διότι δὲν ἐννόησα τίποτε ἐξ αὐτῶν διὰ νὰ τὸν ἀντικρούσω. Ἐπιμένω νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασίς μου.
§137ΔΑΓΡΕΣ. Ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν θέλω ἱκανοποίησιν· ἂν δὲ καὶ αἰσθάνωμαι τὸν ἑαυτόν μου προσβεβλημένον δὲν θέλω ν’ ἀπασχολῶ τὴν Βουλήν· θὰ λάβω τὴν ἱκανοποίησιν μόνος μου ἐνώπιον τοῦ πεδίου τῆς τιμῆς.
§138ΣΑΡΑΒΑΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τοὺς κυρίους, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν αὐτὰς τὰς ἠθικοπολιτικὰς συμβουλὰς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ἤθελον τοὺς παρακαλέσει πολὺ νὰ μὴ τὰς λησμονήσωσι πολὺ ταχέως. Γνωρίζει ἡ Βουλὴ τὴν γλῶσσαν ἑνὸς ἑκάστου καὶ τὴν τραχύτητα, καὶ ποῖοι εἶναι ἐπιῤῥεπεῖς εἰς τὸ νὰ ἀπομακρύνωνται ἀπὸ τὴν εὐπρέπειαν τοῦ λόγου. Τοὺς κυρίους λοιπὸν, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ μᾶς δώσουν συμβουλὰς περὶ τοῦ πῶς πρέπει νὰ ὁμιλῶμεν καὶ οἱ ὁποῖοι ἔδειξαν τὴν πατριωτικὴν ἀγανάκτησίν των, διότι προσεβλήθη ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς διὰ τῶν ἐκφράσεων, αἱ ὁποῖαι ἀντηλλάγησαν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Δαγρὲ, ἐπαναλαμβάνω νὰ τοῖς εἴπω νὰ τὰς ἐνθυμηθοῦν, διότι φοβοῦμαι ὅτι πολὺ γρήγορα θὰ λάβω ἀφορμὴν νὰ τοὺς τὰς ἐνθυμίσω· διότι, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῆς Βουλῆς, ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν συναδέλφων νὰ μαρτυρήσωσιν, ἂν ἐν τῇ συνελεύσει καὶ ἐν τῇ παρελθούσῃ Βουλῇ, ἂς τὸ εἴπω, κύριοι, ἂν ἀπεμακρύνθην ποτὲ ἀπὸ τῆς εὐπρεπείας περὶ τὸ λαλεῖν. Ἀλλ’ ὅταν μοὶ ἀπεδίδετο πρόσαψις, τῆς ὁποίας ᾐσθάνθην ὅλην τὴν ἀδικίαν, σᾶς τὸ ὁμολογῶ, δὲν ἠδυνάμην νὰ ἦμαι κύριος τοῦ ἑαυτοῦ μου, διὰ νὰ μὴ ἀπαντήσω ἀναλόγως τῆς ἐπιθέσεως ὁποία ἦτον ἡ πρόσαψις, τὴν ὁποίαν ὁ Δαγρὲς μοὶ ἀπηύθυνε κατὰ πρόσωπον.
§139ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά.
§140ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. ὑπουργὸς ὡμολόγησεν, ὅτι δὲν ἦτο κύριος τοῦ ἑαυτοῦ του (θόρυβος), ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου ὡς περιττήν.
§141ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἰς τὸν κ. Ταμπακόπουλον λέγω τοῦτο, διότι μὲ ἐπροκάλεσε· ἂν θεωρήσῃ τὰ πρακτικὰ τῶν δύω ἐκλογῶν θέλει ἰδεῖ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπεκύρωσε καὶ τὰς δύω. Δὲν ὁμιλῶ ἐγὼ διὰ τὸ παρελθὸν, ἀλλὰ διὰ τὸ μέλλον. Κύριοι, συνώνυμος τοῦ ὀνόματός μου Βασιλεὺς εἰς μίαν μάχην ὅταν ἐνικήθη εἰς τὰ Λεῦκτρα, εἶπεν οἱ νόμοι τῆς Σπάρτης νὰ κοιμηθοῦν μίαν ἡμέραν. Καὶ πάλιν λέγω, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος πρέπει νὰ εἴπῃ ποίαν ἐπαρχίαν προτιμᾷ.
§142ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἐπρόκειτο τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ νομοθετήσωμεν, ἡ ψῆφος ἤθελεν εἶσθαι, ὅτι ἕνας βουλευτὴς ἀπὸ μίαν μόνον ἐπαρχίαν δύναται νὰ ἐκλεχθῇ. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Δεληγεώργη, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀσαφὴς, καὶ ὅτι ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία πρέπει νὰ τὸν διορθώσῃ, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον πρόκειται νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία θὰ ἐπεξεργασθῇ τὸν νόμον ὁλόκληρον καὶ θὰ διορθώσῃ πολλὰ ἐλατωματικὰ αὐτοῦ μέρη. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ ἂν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δύναται νὰ ἐκθέσῃ κάλπην εἰς δύω ἐπαρχίας, μοὶ φαίνεται, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἦναι, ὅτι δὲν θέλει στηρίζεσθαι εἰς τὸν νόμον, διότι ὁ νόμος εἶναι ἀσαφής· προτείνω λοιπὸν ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἕνεκα ἀσαφείας τοῦ νόμου ἀπέχει τοῦ νὰ ἐπιφέρῃ γνώμην ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς, ἂν δύναται ἕνας βουλευτὴς νὰ ἐκλεχθῇ ἀπὸ δύο ἢ περισσοτέρας ἐπαρχίας, καὶ νὰ σπεύσωμεν ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν νὰ τὸν διροθώσωμεν νομοθετικῶς.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 73 τοῦ κανονισμοῦ λέγει. Ἡ Βουλὴ ἐξετάζουσα τὰ πληρεξούσια τῶν βουλευτῶν καὶ ἀποφασίζουσα περὶ τῶν ἀναφυομένων ἀμφισβητήσεων......
§144ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο πρᾶγμα.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ πρότασις τοῦ κ. Παππαζαφειροπούλου. «Ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίζουσα, ὅτι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀναδειχθῇ ὑποψήφιος βουλευτὴς καὶ νὰ ἐκλεχθῇ συγχρόνως ὡς τοιοῦτος εἰς δύω ἐπαρχίας, ἀποφαίνεται, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐξελέχθη νομίμως βουλευτὴς Μεσσήνης, ὅπου κατὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἐξήσκει τὰ πολιτικὰ αὐτοῦ δικαιώματα».
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, προσέλθετε· ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος;
§147ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ν’ ἀκούσωμεν πρῶτον, Κ. Πρόεδρε.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἰδοὺ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Παπαζαφειροπούλου. «Ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίζουσα ὅτι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀναδειχθῇ ὑποψήφιος Βουλευτὴς καὶ νὰ ἐκλεχθῇ ὡς τοιοῦτος εἰς δύω ἐπαρχίας, ἀποφαίνεται, ὅτι ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος ἐξελέχθη νομίμως βουλευτὴς Μεσσήνης ὅπου κατὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἐξήσκει τὰ βουλευτικὰ αὐτοῦ δικαιώματα.»
§149ΛΕΚΚΑΣ. Περὶ αὐτοῦ τοῦ πράγματος πιστεύω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ σκεφθῶμεν· ἐγὼ ἤμην τὸ ἄτομον, τὸ ὁποῖον εἶπον μετὰ τὸ τέλος τῆς ἐξελέγξεως ἀμφοτέρων τῶν ἐκλογῶν καὶ τῆς Μεσσήνης καὶ τοῦ Οἰτύλου, εἰς τὸ μέλλον ποίαν ἰδιότητα ἔχει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος; διττὸς θὰ ᾖναι τὴν φύσιν; αὐτὴ εἶναι ἡ εἰλικρινὴς ἔκφρασις. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐπανέλθωμεν σήμερον ἂν ἡ ἐκλογὴ τοῦ Κουμουνδούρου ᾖναι εἰς τὴν Μεσσήνην νόμιμος ἢ εἰς τὸ Οἴτυλον. Εἰς ἀμφοτέρας εἴπομεν· ἂν καλῶς ἢ κακῶς τὸ ἐπράξαμεν τότε, δὲν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ, ἀλλὰ τὸ ἐπράξαμεν. Τώρα νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀποφανθῶμεν ὅτι οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγηται δὶς, ἀλλ’ ἅπαξ, δηλ. ἐκ μιᾶς ἐπαρχίας.
§150Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ εἰς συζήτησιν πλέον τὸ ζήτημα ὅτι εἷς βουλευτὴς ἠμπορεῖ νὰ ἐκλεχθῇ ἀπὸ δύο ἐπαρχίας, ἀλλὰ πρέπει νὰ κάμῃ ἐκλογὴν ποίαν προτιμᾷ (θόρυβος). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ὅτι δύναταί τις εἰς δύο ἐπαρχίας νὰ ἐξέλθῃ (θόρυβος).
§151ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐπεφυλάχθη τοῦ δικαιώματος ν’ ἀποφασίσῃ (θόρυβος)· δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ δι’ αὐτὸ εἴπομεν, ὅτι δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ αὐτὸν ν’ ἀποφανθῇ ποίας ἐπαρχίας ἦτο βουλευτὴς, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν Βουλὴν (θόρυβος).
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι· ἡσυχίαν, παρακαλῶ.
§153ΤΙΝΕΣ. Ἀναγνώσατε τὰ πρακτικὰ, κ. Πρόεδρε.
§154ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ πρότασις αὕτη πρῶτον στηρίζεται ἐπὶ ἑνὸς ψεύδους· ποῦ στηρίζεται; λέγει ὅτι ἐξήσκουν τὰ δημοτικά μου δικαιώματα εἰς τὴν Μεσσήνην καὶ ἐπαναλέγει ὅτι ἤμην δημότης Λακωνίας.
§155ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὡς πρὸς τοῦτο ἠρώτησα καὶ μὲ διεβεβαίωσαν ὅτι μετέφερε τὰ δημοτικά του δικαιώματα εἰς τὴν Μεσσήνην (θόρυβος.)
§156ΜΙΛΗΣΗΣ. Δύο λέξεις, παρακαλῶ, ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἡ πρότασις, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ὁποίας καλούμεθα νὰ φέρωμεν τὴν ψῆφον ἡμῶν, περιέχει δύο διακεκριμένας ἰδέας· πρῶτον ἑρμηνεύει τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Συντάγματος, ἀποφαινομένη ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ ἐκλεχθῇ ἀπὸ δύο ἐπαρχίας· καὶ δεύτερον ἐφαρμόζει τὴν γενικὴν ταύτην ἀρχὴν ἐπὶ συγκεκριμένης περιπτώσεως· λύει τὸ προκείμενον ζήτημα. Λέγω, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὸ πρῶτον μέρος, τὸ ἀφορῶν ἑρμηνείαν Νόμου, δὲν εἶναι ἀποχρῶν καιρὸς νὰ τὸ πραγματευθῇ ἡ Βουλή· διότι πᾶσα πρότασις περὶ ἑρμηνείας Νόμου πρέπει νὰ εἰσαχθῇ διὰ τῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν διαγράφει ὁ κανονισμός· περὶ τίνος δὲ πρόκειται σήμερον; Πρόκειται μόνον ν’ ἀποφανθῶμεν εἰδικῶς περὶ τῆς ἐκλογῆς Οἰτύλου, ἀποφασίζοντες ἐπὶ τοῦ συγκεκριμένου τούτου ζητήματος, ἂν ὁ βουλευτὴς Α. Κουμουνδοῦρος, ὁ ἐκλεχθεὶς βουλευτὴς Μεσσήνης, ἔχει τὰ προσόντα καὶ ὡς βουλευτὴς Οἰτύλου· τοὐτέστι σήμερον ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ δικάσῃ, ὅπως ἔπραξε καθ’ ὅλην τὴν περίοδον τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν. Οὐδὲν ἄλλο λοιπὸν δύναται νὰ πράξῃ εἰμὴ τὸ ἑξῆς· ν’ ἀποφανθῇ, ἂν αἱ δύο αὗται ἐκλογαὶ εἶναι ἔγκυροι ἢ ὄχι· ἐπειδὴ δὲ ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι περὶ τούτου ἀπεφάνθη ἤδη ἡ Βουλὴ, διὰ τοῦτο διατυπώνω ὡς ἑξῆς τὴν πρότασιν. «Ἡ Βουλή, ἀποδεξαμένη ἤδη τὸ ἔγκυρον τῶν ἐκλογῶν Οἰτύλου καὶ Μεσσήνης, προσκαλεῖ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον νὰ δηλώσῃ ὁποτέρας τῶν δύο τούτων ἐπαρχιῶν τὴν ἀντιπροσωπείαν ἀνεδέχεται.»
§157ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμίαν ὑπόστασιν ἔχει ἡ πρότασις αὐτὴ, διότι ὑποθέτει τὴν γενικὴν πολιτογράφησιν (θόρυβος).
§158ΜΙΛΗΣΗΣ. «Ἐπιφυλάσσεται δὲ ἡ Βουλὴ τὴν αὐθεντικὴ ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Συντάγματος.»
§159ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε νὰ δηλώσῃ;
§160ΜΙΛΗΣΗΣ. Τώρα.
§161ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν θελήσῃ;
§162ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπανέρχεται ἡ Βουλὴ τότε.
§163ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐναντία τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου αὐτὴ ἡ πρότασις, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ψηφοφορηθῇ, εἶναι ἀπαράδεκτος (θόρυβος).
§164Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι προηγουμένως πρέπει νὰ λυθῇ ἄλλο ζήτημα· ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἠδύνατο νὰ ἐκλεχθῇ ἀπὸ μίαν ἐπαρχίαν ἢ ἀπὸ δύο;
§165ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ ἀπεφασίσθη ἀπὸ τὴν Βουλήν.
§166ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη παμψηφεὶ ὅτι ἠμπορεῖ νὰ θέσῃ κάλπην καὶ εἰς τὰς δύο ἐπαρχίας (θόρυβος).
§167ΜΙΛΗΣΗΣ. Αἱ δύο ἐκλογαὶ Οἰτύλου καὶ Μεσσήνης ἐπεκυρώθησαν ἢ ὄχι;
§168ΤΙΝΕΣ. Μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν.
§169ΜΙΛΗΣΗΣ. Καμμία ἐπιφύλαξις ὡς πρὸς τὰς ἐκλογὰς δὲν ἔγινε· ὅταν ἐπεκυρώθησαν αἱ ἐκλογαὶ, ἐννοεῖται, ὅτι ἀπεφασίσθη οὐ μόνον τὸ ἔγκυρον τῆς ψηφοφορίας, ἀλλὰ καὶ τὰ προσόντα τῶν ἐκλεχθέντων· διότι ἡ ἐκλογὴ περιλαμβάνει δύο στοιχεῖα, τὸ ἔγκυρον τῆς ψηφοφορίας καὶ τὰ προσόντα τῶν ἐκλεχθέντων. Ὅταν λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἐκύρωσε τὰς δύο ἐκλογὰς, ἀπεδέχθη ἀμφότερα τὰ στοιχεῖα ταῦτα· ἀλλ’ ὑπάρχει, λέγουν, μία ἐπιφύλαξις ἐν τοῖς πρακτικοῖς· τί ἐπεφυλάχθη ἡ Βουλὴ νὰ πράξῃ; Νὰ ἑρμηνεύσῃ κατόπιν διὰ τὸ μέλλον τὸν νόμον, δηλ. τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Συντάγματος, διὰ τῆς τακτικῆς ὁδοῦ, ὑποβαλλομένης ἐγκαίρως περὶ τούτου προτάσεως. Λοιπὸν αἱ δύο ἐκλογαὶ εἶναι ἔγκυροι καθ’ ὅλα αὐτῶν τὰ μέρη καὶ δὲν δύναται ἤδη ἡ Βουλὴ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο· ἀφ’ οὗ δὲ ἐκύρωσε καὶ τὰς δύο ἐκλογὰς, ἄλλο δὲν μένει ἤδη, ἢ νὰ προσκληθῇ ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος νὰ δηλώσῃ, ποίαν ἀντιπροσωπείαν ἐκ τῶν δύω προτιμᾷ. Βλέπετε, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι πολὺ καθαρόν.
§170Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐπεκύρωσε μόνον τὸ νόμιμον τῶν ἐκλογῶν (θόρυβος).
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ὀλίγον σπουδαῖον, κύριοι, ἀνάγκη πᾶσα νὰ καθήσητε εἰς τὰς ἕδρας σας, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς ὑποβληθείσας προτάσεις, ὥστε νὰ ἀποφασίσητε ἐν γνώσει.
§172ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Πρὸ τούτου ἐγένετο ἡ αἴτησις ν’ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικὰ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν ἐκλογῶν Οἰτύλου καὶ Μεσσήνης καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, διότι πολλοὶ ἐξ ἡμῶν ἐνθυμοῦνται, ὅτι ἁπλῶς ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη περὶ τοῦ νομίμου τῆς ἐκλογῆς, ἀνέβαλε δὲ ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ ζητήματος.
§173ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συγχωρήσατέ μοι, κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰ πρακτικά. «Μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν ταύτην λαβών τις τὸν λόγον παρετήρησεν, ὅτι τὸ τμῆμα ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι μένει ἡ ἑρμηνεία (θόρυβος).
§174ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις τοῦ τμήματος καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
§175ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἰδοὺ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. «Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῶν ἐκλογῶν, καὶ νομίμους βουλευτὰς τῆς μὲν ἐπαρχίας Ξηροχωρίου τοὺς Ἀθ. Πετσάλην καὶ Κ. Χριστοδούλου, τῆς δὲ Οἰτύλου τοὺς Ἀλ. Κουμουνδοῦρον, Δ. Σαράβαν, Καπετανάκην καὶ Κατσάκον.» Εἶναι σαφές; Τί μένει τώρα; νὰ ἑρμηνεύσῃ ἡ Βουλὴ διὰ τὸ μέλλον τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Συντάγματος· οὐδὲν πλέον. Τοιαύτη δὲ πρότασις πρέπει νὰ ἐπέλθῃ κατὰ τὴν τάξιν τοῦ κανονισμοῦ. Τοῦτ’ αὐτὸ λέγω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν πρότασίν μου. «Ἡ Βουλὴ ἀποδεξαμένη ἤδη τὸ ἔγκυρον τῶν ἐκλογῶν Οἰτύλου καὶ Μεσσήνης, προσκαλεῖ τὸν βουλευτὴν Α. Κουμουνδοῦρον νὰ δηλώσῃ ὁποτέρας τῶν ἐπαρχιῶν τὴν ἀντιπροσωπείαν ἀναδέχεται. Ἐπιφυλάσσεται δὲ τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Συντάγματος.»
§176ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὅπως δήποτε καὶ ἂν ᾖναι τὸ πρακτικὸν, κατὰ τὸν καιρὸν τῶν ἐξελέγξεων δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποφασίσῃ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ἡ Βουλὴ, διότι τότε δὲν ἀπετέλει σῶμα νομοθετικὸν, ἀλλὰ δικαστικὸν, ἁπλῶς δὲ μόνον περὶ τῶν περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουν τὴν ψηφοφορίαν καὶ τὴν ἐκλογήν. Σήμερον μετὰ τὸν καταρτισμόν της εἶναι ἁρμοδία ἡ Βουλὴ, ἡ ὁποία εὑρίσκει ἀπὸ δύο ἐκλογὰς ἓν πρόσωπον, νὰ ἐρωτήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ τί θὰ κάμῃ αὐτὸ τὸ πρόσωπον; θὰ ψηφοφορήσῃ, ὅταν καλῆται καὶ ἀπὸ τὴν μίαν ἐπαρχίαν καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην; Ὄχι βέβαια (θόρυβος).
§177ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἀντιπροσωπεύω δύο ἐπαρχίας (θόρυβος).
§178ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δύο λέξεις παρακαλῶ. Εἶμαι κατὰ τῆς διπλῆς ἐκλογῆς τοῦ Κ. Κουμουνδούρου. Φρονῶ ἐν πεποιθήσει, ὅτι οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ δύο ἐπαρχίας· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἡ Βουλὴ κατὰ τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν ἐπεκύρωσεν, ὡς μὴ ὤφειλεν ἴσως, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ ἔκφρασις, καὶ τὰς δύο ἐκλογὰς, νὰ μείνῃ τὸ ζήτημα τὸ ὑπὸ τὴν νομικὴν ἔποψιν ἄλυτον ἐπὶ τοῦ παρόντος, καὶ νὰ προσκληθῇ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ν’ ἀποφανθῇ ποίαν ἐπαρχίαν προτιμᾷ.
§179ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἂν ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Παπαζαφειροπούλου ὅπως τὴν ἔχει, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἀναγνωρίσῃ, ὅτι δύναταί τις νὰ ἐκλεχθῇ ἀπὸ δύο ἐπαρχίας βουλευτὴς, ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα; θὰ ἀκυρωθοῦν καὶ αἱ δύο ἐκλογαί;
§180ΓΟΥΒΕΛΗΣ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ τοῦ ἐγκύρου τῶν ἐκλογῆς.
§181ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἡ Βουλὴ τὸ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῶν ἐκλογῶν (θόρυβος).
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι, παρακαλῶ. Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Μίληση. «Ἡ Βουλὴ ἀποδεξαμένη ἤδη τὸ κῦρος τῶν ἐκλογῶν Οἰτύλου καὶ Μεσσήνης, προσκαλεῖ τὸν Βουλευτὴν Α. Κουμουνδοῦρον νὰ δηλώσῃ ὁποτέρας τῶν δύο ἐπαρχιῶν τὴν ἀντιπροσωπείαν ἀναδέχεται· ἐπιφυλάσσεται δὲ ἡ Βουλὴ τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Συντάγματος».
§183ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε πρόεδρε, νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, ὅτι ὑπάρχει μία ἀντίφασις ἐντὸς τῆς προτάσεως τοῦ κ. Μίληση, ἡ ὁποία ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ παρατηρήσω ὅτι δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὲς νὰ ψηφοφορηθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς· διότι ἐνῶ λέγει εἰς τὸ πρῶτον μέρος, ὅτι καλῶς ἀπεφάσισεν ὅτι ἐδύνατο νὰ ἐκλεχθῇ ἀπὸ δύο ἐπαρχίας, ἔπειτα ὁμολογεῖ ἡ ἰδία Βουλὴ ὅτι διστάζει ν’ ἀποφανθῇ καὶ λέγει, ὅτι εἴτε οὕτως ἀπεφάνθη εἴτε ἄλλως, ἑρμηνεύσασα τὸ σύνταγμα καὶ τὸν ἐκλογικὸν νόμον, ἔπειτα ἐπιφυλάσσεται νὰ τὰ ἑρμηνεύσῃ. Νομίζω ὅτι τὸ πρῶτον μέρος τῆς προτάσεως τοῦ κ. Μίληση βεβαιοῖ, ὅτι ἡ Βουλὴ λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τό τε σύνταγμα καὶ τὸν ἐκλογικὸν νόμον, ἐκήρυξεν ὅτι ἠδύνατο ἓν ἄτομον νὰ ἐκλεχθῇ ἀπὸ δύο ἐπαρχίας, ἀλλ’ ὅτι ἐπιφυλάσσεται κατόπιν νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ὅτι ἔχει....
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἔχετε γνώμην;
§185ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ δὲν πρόκειται νὰ τροποποιήσω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μίληση, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ κάμω πρότασιν, ἀλλ’ ἁπλῶς ἠθέλησα νὰ κάμω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν. Ἂς μοὶ συγχωρηθῇ δὲ νὰ εἴπω, ἐπειδὴ μ’ ἐρωτᾶτε, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐπικυρώσασα τὰς δύο ἐκλογὰς, πρέπει ν’ ἀπέχῃ ὁλοτελῶς (θόρυβος). Ἂν ἡ Βουλὴ ἐπείσθη ὅτι ἀπεφάσισεν ἤδη· ἠμπορεῖ καὶ νὰ μὴ ἀπεφάσισεν· ἀλλ’ ἐὰν ἐπείσθη, ἐννοεῖται ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ προβῇ εἰς τίποτε ἄλλο· καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν θὰ εἶχε πολὺ δίκαιον εἰς ὅ,τι μᾶς εἶπεν, ἂν ἤθελεν ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάνθη, καὶ τότε ἐννοεῖται ὅτι εἶναι ἐν τῷ δικαιώματι καὶ τῆς κυβερνήσεως καὶ οἱουδήποτε βουλευτοῦ νὰ φέρῃ οἱανδήποτε πρότασιν ἑρμηνεύουσαν τὸν νόμον.
§186ΜΙΛΗΣΗΣ. Κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ δύω λέξεις.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἐπανερχώμεθα, κύριοι!
§188ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν θέλετε νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἐμπεριέχει καμμίαν ἀντίφασιν ἡ πρότασίς μου; Ἂν τὸ θεωρῆτε περιττὸν, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§189ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι. Ἂς ὁμιλήσῃ.
§190ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ πρότασις, κύριε πρόεδρε, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα, εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς μακρᾶς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τί συζητοῦμεν ἐνταῦθα; ἂν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος νομίμως ἐξελέχθη ἐκ δύω ἐπαρχιῶν. Ἀλλ’ εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην ἀντετάχθη ὅτι περὶ τούτου ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ (θόρυβος). Δὲν ἐννοῶ τοὺς θορυβοῦντας· αὐτοὶ φρονοῦν ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάνθη, ἄλλοι ὅμως φρονοῦν τὸ ἐναντίον, ἢ μήπως δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἄλλην γνώμην; Ἡ γνώμη δὲ ἡμῶν ἐπικυροῦται καὶ ὑπὸ τῶν πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα ἐπισήμως βεβαιοῦν ὅτι ἐκυρώθησαν ἀμφότεραι αἱ ἐκλογαὶ τῆς τε Μεσσήνης καὶ τοῦ Οἰτύλου καὶ ἀνεκηρύχθησαν νόμιμοι βουλευταὶ αὐτῶν οἱ τάδε καὶ οἱ τάδε, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐγένετο συζήτησις, ἐπιληφθείσης τῆς Βουλῆς τοῦ ζητήματος ἐκ νέου, πρέπει νὰ ἔλθωμεν εἰς μίαν ἀπόφασιν. Ποίαν; Καθ’ ἡμᾶς πρέπει νὰ εἴπῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ἀπεφάνθη ἤδη· ἀπεδεξάμην τὸ κῦρος τῶν δύω ἐκλογῶν καὶ δὲν μοὶ μένει ἄλλο, εἰμὴ νὰ προσκαλέσω τὸν βουλευτὴν νὰ δηλώσῃ ποίαν τῶν δύω ἀντιπροσωπειῶν παραδέχεται. Ἰδοὺ τὸ πρῶτον μέρος τῆς προτάσεως. Τώρα, κ. πρόεδρε, ὑπάρχουν καί τινες, οἱ ὁποῖοι μολονότι παραδέχονται ὡς ὀρθὸν τὸ τοιοῦτον, μολοντοῦτο φρονοῦν ὅτι τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Συντάγματος εἶναι ἀνάγκη νὰ ἑρμηνευθῇ αὐθεντικῶς, καὶ μοὶ φαίνεται τὴν γνώμην ταύτην ἔχει καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴ. Μεσολογγίου, ὅστις ῥητῶς εἶπεν, ὅτι ὑπάρχει ἀσάφεια εἰς τὸ εἰρημένον ἄρθρον. Ἠθέλησα λοιπὸν καὶ ταύτην τὴν γνώμην νὰ περιλάβω· διὰ τοῦτο ἐπρόσθεσα, ἐπιφυλάσσεται ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Συντάγματος. Ποῦ ὑπάρχει ἡ ἀντίφασις; Ἀλλ’ ἔστω· θέλετε νὰ λείψῃ ἡ δευτέρα αὕτη περίοδος; Καμμίαν δυσκολίαν δὲν ἔχω, διότι εἶναι πρόδηλον ὅτι καὶ ἄνευ τῆς ἐπιφυλάξεως ταύτης δύναται ἡ Βουλὴ νὰ κάμῃ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Συντάγματος. Ἀπεφάσισα νὰ προσθέσω αὐτὴν τὴν ἐπιφύλαξιν μόνο διὰ τοὺς φοβουμένους, ὅτι λύεται τὸ ζήτημα γενικῶς καὶ διὰ τὸ μέλλον.
§191Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Δὲν ἔχω κανὲν ἐνδιαφέρον διὰ νὰ λυθῇ οὕτως ἢ ἄλλως τὸ ζήτημα, περὶ τὸ ὁποῖον ἀσχολεῖται ἡ Βουλὴ πρὸ τριῶν ἤδη ὡρῶν· ἔχω ὅμως καθῆκον νὰ διευκολύνω τὴν διεξαγωγὴν τῆς συζητήσεως διὰ νὰ φθάσῃ εἰς ἓν τέλος. Μοὶ ἐφάνη λογικὴ καὶ συντελοῦσα εἰς τὴν ἔκβασιν τῆς συζητήσεως ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Δεληγεώργης ἀπηύθυνε. Μάλιστα, ἂν δὲν ἐγένετο ἡ παρατήρησις αὕτη, ἵνα οὕτω προκληθῇ ἡ ὑπ’ ἐμοῦ εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Δεληγεώργη γενομένη ἐξήγησις τοῦ σκοποῦ τῆς παρούσης συζητήσεως, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ προέβαινεν ἀμέσως ν’ ἀποδεχθῇ ὡς ἀληθῆ ἢ καὶ ὀρθῶς ἔχουσαν τὴν μόλις πρὸ μικροῦ ἀναφανεῖσαν γνώμην, σᾶς βεβαιῶ ὅτι καὶ ἐγὼ ἤθελον ἐκφράσει ἀμηχανίαν, διατί συζητοῦμεν ἕως τώρα. Ἡ Βουλὴ εἶχε προσδιορίσει ὡς ἀντικείμενον συζητήσεως τὴν ἐξέτασιν τῆς διπλῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Ὁ πρῶτος ἀγορεύσας ἐκ Μαντινείας βουλευτὴς προσέβαλεν αὐτὴν διϊσχυρισθεὶς, ὅτι δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα καὶ αἱ δύω ἐπαρχίαι νὰ ἐκλέξωσι τὸ αὐτὸ πρόσωπον, ἢ τὸ αὐτὸ πρόσωπον δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλεχθῇ καὶ ἐκ τῶν δύω ἐπαρχιῶν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Κουμουνδοῦρος ἀπήντησεν εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως καὶ ἠθέλησε νὰ σᾶς παραστήσῃ ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα. Ἡ συζήτησις ἐξετάθη ἐφ’ ἱκανὴν ὥραν, καὶ νῦν ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα, σᾶς εἶπον, ὅτι αὐτὸ εἶναι λελυμένον καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν ἔχετε ἀνάγκην ν’ ἀποφασίσητε, ἀλλὰ νὰ καλέσητε τὸν κ. Κουμουνδοῦρον νὰ σᾶς εἴπῃ ποίαν τῶν δύω προτιμᾷ. Ἀλλ’ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ προταχθῇ ἐξ ἀρχῆς, ἵνα ἀποφύγωμεν τὰς γενομένας συζητήσεις· μ’ ὅλον τοῦτο ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος ἀμφισβητεῖται. Ὅθεν νομίζω ὅτι ὑπάρχει πρῶτον ἓν ζήτημα προκαταρκτικόν· ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ ἂν ἀπεφάνθη ἄλλοτε ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἢ ὄχι.... ...
§192ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὸ λέγει ἡ πρότασίς μου.
§193Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργ. ἐξωτερ.). Μὲ κάμνετε τὴν χάριν, κύριε βουλευτὰ, νὰ σεβασθῆτε τὸν κανονισμὸν καὶ νὰ μὴ διακόπτετε. Ἂν ἀποφανθῇ, ὅτι ἔλυσε τὴν ὑπόθεσιν, ὅτι ἔδωκε τὴν γνώμην της ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς διπλῆς ἐκλογῆς, βεβαίως ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ἂν οὕτως ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, θέλει προσκληθῆ νὰ δηλώσῃ ποτέραν τῶν δύω ἐκλογῶν προτιμᾷ. Ἂν ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν ἀπεφάνθη ἄλλοτε, καὶ ὅτι τώρα πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ἂν μετὰ τοῦτο ἐρωτηθεῖσα ἀποφανθῇ ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλεχθῇ εἰς δύω ἐπαρχίας, τότε κατόπιν θέλει ἀποφανθῆ ἐκ τίνος ἐκ τῶν δύω ἔπρεπε νὰ ἐκλεχθῇ, καὶ τότε ἕπεται ὅτι ἐκ μιᾶς τούτων δὲν ἐξελέχθη νομίμως καὶ τότε θὰ γίνῃ ἐπανάληψις ἐκλογῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ, ἐν ᾗ ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀποφανθῆ, ὅτι δὲν ἐξελέχθη νομίμως· δὲν θέλει δὲ μείνει εἰς τὸν ἐκλεχθέντα νὰ προτιμήσῃ τὴν μίαν τῶν δύω ἐκλογῶν. Ὅθεν πρὸ παντὸς ἄλλου πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν τὸ προκαταρκτικὸν ζήτημα.
§194ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον πρὸ πολλοῦ, κ. πρόεδρε, καὶ μὲ συγχωρεῖτε μὲ ὅλον τὸ σέβας νὰ σᾶς εἴπω, εἰς μερικοὺς προσέχετε καὶ ἄλλους λησμονεῖτε. Πρὸ πολλοῦ ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος καὶ δὲν θέλω ἐπέμβει εἰς τὴν οὐσίαν. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἠμπορεῖ σήμερον νὰ ψηφίσῃ κανὲν ἀπὸ τὰ διατετυπωμένα θέματα. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔθεσε καθαρῶς τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν πρακτικὴν αὐτοῦ ἔποψιν. Πρόκειται σήμερον ν’ ἀποφασίσωμεν, εἶπεν, ἂν ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ναὶ, ἢ ὄχι. Πρόκειται λοιπὸν νὰ προσκληθῶμεν μετ’ ὀλίγον νὰ μᾶς εἴπῃ νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς, ἂν τὰς ἐκλογὰς Μεσσήνης καὶ Οἰτύλου τὰς ἐξετάσαμεν ναὶ ἢ ὄχι, ἂν τὰς ἐκλογὰς Μεσσήνης καὶ Οἰτύλου τὰς ἐπεκυρώσαμεν ναὶ ἢ ὄχι, διότι ἂν ἴσως εἴπωμεν ὅτι δὲν τὰς ἐπεκυρώσαμεν, τότε ἔρχεται, κατὰ τὸν κ. ὑπουργὸν, τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα νὰ εἴπωμεν ποίαν ἀπὸ τὰς δύω ἐπικυροῦμεν καὶ τότε θὰ εἴπῃ ἡ Βουλὴ ποίαν ἀπὸ τὰς δύω ἐκλογὰς θεωρεῖ νόμιμον. Τουτέστι νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι δὲν ἐλύσαμεν πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐλύσαμεν. Ποῦ θὰ τὸ εὕρωμεν, τί θὰ γίνῃ εἰς τὰς πράξεις τεσσάρων μηνῶν ὅπου οἱ βουλευταὶ τοῦ Οἰτύλου καὶ τῆς Μεσσήνης ψηφίζουν νομίμως; Ἀπεφάνθημεν ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἐκλογῶν ναὶ ἢ ὄχι; τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα τὸ πρακτικόν. Πόθεν ἡ σύγχυσις; Ἕνας ἄνθρωπος τοσοῦτον ἀξιότιμος, ὡς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, προσπαθεῖ νὰ καταστρέψῃ ἓν γεγονὸς, συγχύζων δύω ζητήματα τὸ ἓν διαφέρον τοῦ ἄλλου. Ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλεχθῇ τις ἀπὸ δύω ἐπαρχίας; Ἰδοὺ ἓν ζήτημα χωρισμένον ὅλως διόλου ἀπὸ τὸ πρόσωπον, ἂν ὀνομάζεται Κουμουνδοῦρος ἢ ἄλλως πως. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκκρεμὲς ἐνώπιόν μας. Μερικοὶ νομίζουν ὅτι θὰ τὸ λύσουν συνδέοντες τοῦτο μὲ τὴν ἐκλογὴν εἴτε τῆς Μεσσήνης, εἴτε τοῦ Οἰτύλου. Ἡ Βουλὴ, κ. ὑπουργὲ, ἀπεφάσισεν· ὑπάρχουσι τὰ πρακτικὰ, ὁ κόσμος ὁ ὁποῖος ἤκουσε, ἡ συνείδησίς μας· ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῆς Μεσσήνης καὶ τοῦ Οἰτύλου εἶναι νόμιμος. Πρόκειται τώρα νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα διὰ τὸ μέλλον· ἂν εἷς καὶ ὁ αὐτὸς δύναται νὰ ἐκλεχθῇ ἀπὸ διαφόρους ἐπαρχίας; Ἤρχισεν ἡ συζήτησις σήμερον ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Ἠμπορεῖτε νὰ λύσητε τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ μιᾶς προτάσεως ψηφοφορίας ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Οἰτύλου ἢ Μεσσήνης; Ὄχι. Οἱ μὲν ὑποστηρίζουσιν ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἐκλεχθῇ ἀπὸ δύω ἐπαρχίας· ἄλλοι ἐν πλήρει συνειδήσει ὑποστηρίζουσιν, ὅτι ὅστις ἐγεννήθη εἰς μίαν ἐπαρχίαν, δύναται νὰ ἐκλεχθῇ ἐξ ἴσου καὶ ἂν ᾖναι ἐγκατεστημένος εἰς αὐτήν· ἄλλοι λέγουσιν ὅτι δὲν εἶναι σωστὸν οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο καὶ ἀνάγκη νὰ διασαφηνισθῇ ὁ νόμος, καὶ ἰδοὺ τρίτη γνώμη. Μεταξὺ αὐτῶν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παραδέχονται ὅτι εἶναι λελυμένον, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐκλεχθῇ, ὁ μὲν λέγει ὅτι πρέπει νὰ ἐκλεχθῇ ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἐγγεγραμμένος δημότης· ὁ ἄλλος λέγει ὅτι δὲν πειράζει, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλεχθῇ καὶ ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι γεννημένος. Παρουσιάζονται καὶ ἄλλα ζητήματα, διότι ἐπὶ τέλους ποῖος θ’ ἀποφασίσῃ, ἂν ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ ἐπαρχιώτης νὰ ἐκλεχθῇ ἀπὸ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην ἐπαρχίαν; Θὰ τὸ ἀποφασίσῃ ὁ ἔπαρχος ἢ ὁ νομάρχης; Ἰδοὺ ζητήματα τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ λυθοῦν διὰ μόνης τῆς ἐκλογῆς Οἰτύλου καὶ Μεσσήνης. Τὸ πρῶτον ζήτημα δὲν εἶναι ζήτημα, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐπανέλθωμεν καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν εἶναι ἔγκυρος ἡ ἐκλογὴ τοῦ Οἰτύλου, διότι καὶ ἄλλος ἠμπορεῖ νὰ σοῦ εἴπῃ τὸ αὐτό· διότι σήμερον ἂν ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ κατὰ τῆς ἐκλογῆς Οἰτύλου, καὶ ἠμπορεῖ μία πλειοψηφία νὰ τὸ εἴπῃ, αὔριον μία ἄλλη πλειοψηφία δύναται νὰ εἴπῃ τὸ αὐτὸ ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Γόρτυνος· τότε ποῦ θὰ καταντήσωμεν; Μένει ἄθικτον λοιπὸν κατ’ ἐμὲ τὸ νομικὸν ζήτημα, διότι πρέπει νὰ ἔλθωμεν εἰς μίαν λύσιν ἀληθῆ, λύσιν, συγχωρήσατέ μοι νὰ τὸ εἴπω ἐγὼ ὁ ἰατρὸς, νομικὴν τοῦ ζητήματος τούτου. Νὰ ἔλθῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, καὶ ὁ καθεὶς νὰ ἐκφράσῃ τὰς ἰδέας του καὶ τοὺς φόβους του, ἀλλ’ ὄχι διὰ μιᾶς προτάσεως ἡ ὁποία δὲν ἔχει νὰ κάμῃ μὲ τὸ ζήτημα τὸ θεωρητικὸν, νὰ νομίζητε ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα αὐτό. Δὲν δύναται νὰ ψηφοφορηθῇ καμμία ἀπὸ τὰς προτάσεις. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Παπαζαφειροπούλου λέγει, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ Οἰτύλου δὲν εἶναι σωστὴ καὶ ἑπομένως ὁ κ. Κουμουνδοῦρος κηρύσσεται νόμιμος βουλευτὴς μόνον Μεσσήνης. Ἐγὼ θὰ ψηφίσω κατ’ αὐτῆς τῆς προτάσεως, ἄρα θὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος νόμιμος βουλευτὴς Μεσσήνης; Ἄλλος ὅστις ἔχει ἄλλην ἰδέαν θὰ καταψηφίσῃ αὐτὴν τὴν πρότασιν, ὄχι διότι δὲν ἀναγνωρίζει τὴν ἐκλογὴν Μεσσήνης νόμιμον, ἀλλὰ διότι δὲν εἶναι ἐκπεφρασμένη καλὰ ἡ ἰδέα του, καὶ ὅμως ψηφίζων κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Παπαζαφειροπούλου, ψηφίζει κατὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Ὡς πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μίληση συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Δεληγεώργη, ὅτι πρέπει νὰ ἐξαλειφθῇ τὸ δεύτερον μέρος, διότι πρέπει νὰ ἐπιφυλαχθῇ καθαρὸν τὸ ζήτημα τὸ νομικὸν, καὶ ἂν θέλητε ἂς προσδιορίσωμεν ἀπὸ τοῦδε ἐντὸς τριῶν τεσσάρων ἡμερῶν νὰ μᾶς φέρῃ ἡ κυβέρνησις νομοσχέδιον. Λοιπὸν διὰ νὰ ἔλθωμεν εἰς ἓν συμπέρασμα λογικὸν, διὰ νὰ μὴ ἀναγκασθῶμεν νὰ καταψηφίσωμεν χωρὶς νὰ θέλωμεν μίαν πρότασιν, καὶ ἑπομένως ἐπειδὴ ἐσυζητήσαμεν τρεῖς ὥρας, καὶ ἐπειδὴ ἐρχόμεθα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν εἶχε πρακτικὴν ἀξίαν αὐτὴ ἡ συζήτησις, προτείνω ἡ Βουλὴ νὰ προσκαλέσῃ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον νὰ ἐκφρασθῇ, εἰς ποίαν τῶν δύω ἐκλογῶν θέλει νὰ μείνῃ βουλευτής. Ἐπαναλέγω δὲ, ὅτι ἡ προκαταρκτικὴ ἔνστασις, τὴν ὁποίαν ἔφερε πρὸς τὴν συζήτησιν τὴν σημερινὴν ὁ κ. ὑπουργὸς, νὰ προσκληθῇ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ, ἂν ἀπεφάνθη ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Οἰτύλου καὶ Μεσσήνης, εἶναι, ἂς μᾶς συγχωρήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς, μία πρόσκλησις τοὐλάχιστον εἰς ἓν....... Σχίσατε, κύριε, τὰ πρακτικὰ τὰ ὁποῖα διαβεβαιοῦν ὅτι ἐπεκυρώθησαν αἱ δύω ἐκλογαὶ καὶ τότε ἐπαναφέρετε τὸ ζήτημα.
§195Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ὁ κ. Λομβάρδος σᾶς παρέστησεν οὕτω πως τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων μου, ὥστε συμπέρασμα πρέπει νὰ ᾖναι τὸ ἑξῆς· ἢ ὅτι παραλογίζομαι, ἢ ὅτι προτείνω τι ἀνίερον, ἤτοι τὴν ἀνατροπὴν τῶν ἀποφάσεων τὰς ὁποίας ἐξηνέγκατε ἤδη· ἀλλ’ ὁ φίλος μου κ. Λομβάρδος, ὅστις διακρίνεται ἐπὶ εὐφυΐᾳ, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ διάνοια εἶναι τόσον λεπτὴ ὥστε καὶ ταχεῖαν νὰ ἔχῃ ἀντίληψιν καὶ τὰ ἀντικείμενα νὰ διαλύῃ εἰς τὰς μικροτέρας ὑποστάσεις, ἀπορῶ πῶς δὲν ἠδυνήθη νὰ κατανοήσῃ τόσον εὐκρινεῖς ἰδέας, ἃς ἐγὼ πρὸ μικροῦ σᾶς ἐξήγησα· ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ κύρους καὶ τῆς νομιμότητος τῆς ἐκλογῆς Μεσσήνης ἢ Οἰτύλου, ζήτημα λελυμένον, οὔτε ἠξίουν ποτὲ ὁ κ. Λομβάρδος νὰ μοὶ ἀποδώσῃ ἰδέαν τοιαύτην, κατ’ ἐμὲ ἀνίερον....
§196ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἴσως δὲν ἐννόησα.
§197Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἐγὼ ἠννόησα κἄτι τι ἄλλο, ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ προηγουμένως ἂν ἡ Βουλὴ ἐξελέγξασα καὶ ἀποφηναμένη, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ Οἰτύλου εἶναι νόμιμος, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῆς Μεσσήνης εἶναι νόμιμος, ἂν ἠννόει νὰ εἴπῃ προσέτι ὅτι εἷς καὶ ὁ αὐτὸς ἄνθρωπος εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλεχθῇ καὶ ἐκ τῆς μιᾶς καὶ ἐκ τῆς ἄλλης ἐπαρχίας. Μοὶ εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὴν κυβέρνησιν· ἀλλὰ μοὶ φαίνεται περίεργον ἀφοῦ ἐσυζητήσαμεν τέσσαρας ὥρας, νὰ προβαίνωσιν ἐπὶ τέλους νὰ προτείνωσιν, ὅτι αὐτὸ ἐλύθη, διότι ἡ Βουλὴ εἶπεν, ὅτι αἱ δύω ἐκλογαὶ Μεσσήνης καὶ Οἰτύλου εἶναι νόμιμοι. Λοιπὸν τί σᾶς ἐπρότεινα; νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, νὰ ἐξηγήσῃ τὴν ἀπόφασίν της ἐκείνην καὶ ν’ ἀποφανθῇ ἂν ἀληθῶς ἠννόει ἐπικυρώσασα τὰς ἐκλογὰς τῶν δύω εἰρημένων ἐπαρχιῶν, ὅτι ἔλυε συγχρόνως καὶ τὸ ζήτημα, ὅτι νομίμως δύναταί τις νὰ ἐκλεχθῇ ἐκ δύω ἐπαρχιῶν. Λυποῦμαι, διότι ὅσον βαρεῖα εἶναι ἡ πρόταψις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Λομβάρδος μοὶ ἀπηύθυνε διὰ τῆς τοιαύτης παραστάσεως τῶν ἐννοιῶν μου, τόσον μεγάλη μοὶ φαίνεται ἡ ἀπροσεξία μεθ’ ἧς ὁ κ. Λομβάρδος ἀντελήφθη τῶν εἰρημένων ἐννοιῶν μου.
§198ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀγανάκτησις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι περιττὴ, ὅταν τὰ πρακτικὰ εἶναι ἐναντίον τῆς γνώμης του, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἐκήρυξε τὴν ἐκλογὴν νόμιμον, ἀλλὰ καὶ ποῖοι βουλευταὶ εἶναι νόμιμοι (Ἀναγινώσκει ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν τῆς 23 Συνεδριάσεως τῆς 7 Ἰουλίου ε. ε. τὸ ἑπόμενον μέρος). «Κατὰ δὲ τὴν προαγγελθεῖσαν ἡμερησίαν διάταξιν ἀνεγνώσθησαν αἱ ἐκθέσεις ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν τῶν ἐπαρχιῶν Ξηροχωρίου καὶ Οἰτύλου ἐπικυρωτικαὶ, καὶ μηδεμιᾶς ἀντιῤῥήσεως ἐπιφερομένης, ἡ Βουλὴ ψηφοφοροῦσα εἰδικῶς ἐφ’ ἑκατέρας αὐτῶν δι’ ἀναστάσεως παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον καὶ νομίμους βουλευτὰς τῆς μὲν ἐπαρχίας Ξηροχωρίου τὸν Ἀθαν. Πετσάλην καὶ Κίμωνα Χριστοδούλου, τῆς δὲ τοῦ Οἰτύλου τὸν Ἀλ. Κουμουνδοῦρον, Δ. Σαράβαν Ι. Καπετανάκην καὶ Ἰωαν. Κατζάκον, ὑπὲρ ὧν ὁ πρόεδρος ἐκήρυξε τὸ ἀποτέλεσμα.». Λοιπὸν ἀπεφάνθη, ὅτι ἡ ἐκλογὴ Οἰτύλου εἶναι νόμιμος καὶ οἱ δεῖνα βουλευταὶ εἶναι νόμιμοι βουλευταί. Ἐγεννήθη τότε τὸ ζήτημα τῆς διπλῆς ἐκλογῆς· τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐγεννήθη ὑπὸ θεωρητικὴν ἔποψιν. Τί μὲ μέλει ἐμένα; Τὸ ζήτημα τὸ πραγματικὸν ἡ Βουλὴ τὸ ἔλυσε. Ἡ Βουλὴ ἐπεκύρωσε τὴν ἐκλογὴν, δὲν ἔλυσε τὸ ζήτημα. Λύομεν λοιπὸν τὸ ζήτημα καὶ ἐπιφυλασσόμεθα νὰ τὸ λύσωμεν νομοθετικῶς. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις τοῦ κ, Μίληση. Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, πῶς ἠμποροῦμεν τώρα νὰ ἐπανέλθωμεν πάλιν, ἀφοῦ ἔχομεν μίαν τοιαύτην ἀπόφασιν.
§199ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις τοῦ τμήματος καὶ τὰ πρακτικά. Ἐὰν τοῦτο ἐγίνετο ἐξ ἀρχῆς, δὲν θὰ εἴχομεν τὴν ματαίαν ταύτην συζήτησιν. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ τμῆμα. «Διὰ ταῦτα τὸ τμῆμα γνωμοδοτεῖ νὰ ἐπικυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ Οἰτύλου καὶ ἀναγνωρισθῶσι νόμιμοι βουλευταὶ τῆς ἐπαρχίας οἱ πλειονοψηφήσαντες, παραπέμπει δὲ τὴν περὶ διπλῆς ἐκλογῆς τοῦ Ἀλεξάνδρου Κουμουνδούρου ἔνστασιν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς» δὲν ἄφησε τὸ ζήτημα νὰ λυθῇ Ἀκαδημαϊκῶς· εἰμὴ τὴν ἔνστασιν περὶ τῆς διπλῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Αὐτὸ εἶπε τὸ τμῆμα. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὰ πρακτικά· αὐτὰ λέγουν ἀνεγνωρίσθη τὸ ἔγκυρον καὶ ὡς νόμιμοι βουλευταὶ οἱ δεῖνα καὶ δεῖνα· ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν ταύτην ἀμέσως λέγουν. «Λαβών τις τὸν λόγον παρετήρησεν, ὅτι τὸ τμῆμα ἐν τῇ ἐκθέσει αὑτοῦ περὶ τῆς ἐκλογῆς Οἰτύλου, παραπέμπει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα περὶ ἐκλογῆς γενομένης ἐν Οἰτύλῳ καὶ Μεσσήνῃ ὑπὲρ τοῦ αὐτοῦ προσώπου καὶ ἐπειδὴ τοῦτο εἶναι αὐτοτελὲς ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποφανθῇ καὶ περὶ τούτου εἰδικῶς. Παρετήρησεν ἕτερος τὸ ζήτημα ὅτι περὶ διπλῆς ἐκλογῆς, ἐλύθη συναφῶς μετὰ τοῦ ἐγκύρου αὐτῆς· ἄλλος ἂν ἡ Βουλὴ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἐκλογὴν Οἰτύλου δύναται νὰ προσβάλῃ καὶ τὸ ἔγκυρον αὐτῆς, δηλ. τὸ δεδικασμένον. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις ἄλλων τινῶν ἀναστὰς ὁ τοῦ Οἰτύλου καὶ τῆς Μεσσήνης βουλευτὴς, ὑπὲρ οὗ ἐγένετο ἡ διπλῆ ἐκλογὴ, εἶπεν ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἔχει πλέον προσωπικὴν ἀξίαν διότι αἱ ἐκλογαὶ Μεσσήνης καὶ Οἰτύλου ἐπεκυρώθησαν ὁριστικῶς, ἔχει δὲ μόνον νομικὴν ἀξίαν καὶ σπουδαίαν καθόσον καὶ πρὶν ὑπέστη μακρὰν βάσανον· ἄν τινες θέλωσι νὰ τὸ ὑποβάλωσιν εἰς δευτέραν βάσανον, αὐτὸς τὸ ἐπιθυμεῖ περισσότερον. Ἡ Βουλὴ ἀνέβαλε τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου συζήτησιν γενησομένην μετὰ τὸν καταρτισμὸν αὐτῆς.» Καὶ βεβαίως δὲν ἠμποροῦσε νὰ τὸ λύσῃ πρὶν καταρτισθῇ ὁριστικῶς. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν ἀπεφάσισε ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῆς Μεσσηνίας καὶ Οἰτύλου εἶναι νόμιμος· ἂν ὅμως ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ θέση κάλπην εἴς τε τὴν Μεσσηνίαν καὶ τὸ Οἴτυλον, τὸ ἄφησεν ἐκκρεμὲς νὰ λυθῇ σήμερον, ὥστε τὰ δεδικασμένα δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὰ λύσῃ σήμερον, διότι ἂν ἡ Βουλὴ τὰ ἐθεώρει ὡς δεδικασμένα ἤθελε τὸ εἴπει ἔκτοτε· ἀλλὰ τοὐναντίον μάλιστα, ἐξάγεται ἐκ τοῦ πρακτικοῦ τῆς ἐκθέσεως τοῦ τμήματος καὶ ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Κουμουνδούρου.
§200ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ, κύριε πρόεδρε, ἤθελε νὰ συνδέσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο μὲ τὴν ἐκλογὴν Οἰτύλου, ἔπρεπε νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν πρὶν ἢ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς. Βεβαίως, διότι τὸ ζήτημα ἂν ἠδύνατο ἢ ὄχι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος νὰ ἐκλεχθῇ ἀπὸ δύο ἐπαρχίας, εἶναι προδήλως εἷς ἐκ τῶν λόγων τοῦ παραδεκτοῦ ἢ μὴ τῆς ἐκλογῆς αὐτοῦ ἐν τῷ Οἰτύλῳ, ἢ μᾶλλον ἓν τῶν προσόντων αὐτοῦ, ὡς βουλευτοῦ Οἰτύλου. Διατί λοιπὸν θέλομεν νὰ διαστρέφωμεν τὰ πράγματα; Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐφρόνει, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἠδύνατο ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἰδικῶς καὶ συγκεκριμένως νὰ ἐκλεχθῇ ἀπὸ τὰς δύο ἐπαρχίας, ἔπρεπε νὰ εἴπῃ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἐκλογῆς Οἰτύλου δὲν παραδέχομαι τὸν Κουμουνδοῦρον ὡς νόμιμον βουλευτήν. Ἀποφανθεῖσα ὅμως, ὅτι ὁ Κουμουνδοῦρος εἶναι νόμιμος βουλευτὴς τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου, ἔκλεισεν ὡς πρὸς τοῦτο πᾶσαν συζήτησιν. Τί μένει τάχα, κύριε πρόεδρε; Μένει νὰ ἐξετασθῇ μόνον τὸ ζήτημα θεωρητικῶς, ἀνεξαρτήτως τοῦ κύρους ἢ μὴ τῆς ἐκλογῆς Οἰτύλου, ἀνεξαρτήτως τοῦ νομίμου ἢ μὴ τοῦ βουλευτοῦ τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας. Ὅτι δὲ ἡ Βουλὴ ἐπεφυλάχθη νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα θεωρητικῶς μόνον, ἐξάγεται καὶ ἐκ τούτου, ὅτι ἀπεφάσισε νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἀφοῦ καταρτισθῇ, ὄχι κατὰ τὴν περίοδον τῆς ἐξελέγξεως. Ἀφοῦ καταρτισθῶ εἶπε καὶ δυνηθῶ νὰ νομοθετήσω, θὰ ἑρμηνεύσω τότε τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Συντάγματος καὶ θ’ ἀποφανθῶ γενικῶς, ἐὰν δύναται εἷς βουλευτὴς νὰ ἐκλεχθῇ εἰς δύο ἐπαρχίας. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ γενικὸν ζήτημα δὲν δύναται νὰ συνδεθῇ μὲ τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου, διότι ἡ ἐκλογὴ αὕτη, τὸ ἐπαναλαμβάνω πάλιν, ἀπεφασίσθη καὶ ἔκλεισε πᾶσα περὶ αὐτῆς συζήτησις, ὥστε κανεὶς δὲν δύναται νὰ εἴπῃ πλέον τίποτε, οὔτε περὶ τοῦ νομίμου τῆς ψηφοφορίας, οὔτε περὶ τῶν προσόντων τῶν βουλευτῶν. Αὐτὸ εἶναι φανερὸν ὡς ἡ ἡμέρα. Τοῦτο δὲ διατυπώνω, κύριε πρόεδρε, ἀκριβῶς εἰς τὴν πρότασίν μου, λέγων, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη ἤδη τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς Οἰτύλου καὶ Μεσσήνης καὶ δὲν ἐπανέρχεται πλέον εἰς τὸ ζήτημα· προσκαλεῖ δὲ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ν’ ἀποφανθῇ ποίαν ἐκ τῶν δύω ἀντιπροσωπειῶν παραδέχεται.
§201ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐξηντλήθη ναί ἢ ὄχι τὸ ζήτημα;
§203ΠΟΛΛΟΙ. Ἐξηντλήθη.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ὑπάρχει καὶ μία τελευταία πρότασις τοῦ κ. Λομβάρδου. (Ἀναγινώσκεται· ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς.) «Ἡ Βουλὴ προσκαλεῖ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον νὰ ἐκφρασθῇ ποίας τῶν δύω ἐπαρχιῶν τὴν ἀντιπροσωπείαν ἀποδέχεται, τὴν τοῦ Οἰτύλου ἢ τὴν τῆς Μεσσήνης;» Ὁ κ. Μίλησης ἔχει ἄλλην πρότασιν. Τὴν συγχωνεύει ὁ κ. Μίλησης;
§205ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὴν συγχωνεύω εἰς τὴν τοῦ κ. Λομβάρδου, ἥτις κατ’ οὐσίαν εἶναι ἡ αὐτὴ μὲ τὴν ἐδικήν μου.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρότασις τοῦ κ. Κρεστενίτου. (Ἀναγινώσκεται· ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς). «Νὰ ζητηθῇ παρὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου νὰ ἐκφράσῃ ποίας ἐπαρχίας θέλει νὰ ἦναι βουλευτὴς ἐκ τῶν δύω, Οἰτύλου καὶ Μεσσήνης, ἑρμηνεύουσα ἡ Βουλή, ὅτι μετὰ ταῦτα δὲν συγχωρεῖται εἰς ὑποψήφιον νὰ θέσῃ εἰς δύο ἢ περισσοτέρας ἐπαρχίας κάλπην. Νὰ προσκληθῇ δὲ ἡ ἐπαρχία, εἰς ἣν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δὲν θέλει νὰ ἦναι βουλευτὴς, νὰ ἐκλέξῃ ἄλλον βουλευτήν».
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρότασις τοῦ κ. Χρηστοπούλου. (Ἀναγινώσκεται· ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς). «Ἡ Βουλὴ ἀναβαλοῦσα ν’ ἀποφανθῇ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν Οἰτύλου καὶ Μεσσήνης, ὡς πρὸς τὴν διπλῆν ἐκλογὴν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἀποφαίνεται ἤδη, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δὲν ἐδύνατο εἰμὴ νὰ ἐκλεχθῇ ἀπὸ μίαν μόνην ἐπαρχίαν, ἤτοι τῆς Μεσσήνης, ὅπου κατὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἐξήσκει τὰ πολιτικά του δικαιώματα.»
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τί σᾶς φαίνεται; Τὸ προεδρεῖον πιστεύει, ὅτι ἡ ἀπωτέρα πρότασις εἶναι ἡ τοῦ κ. Χρηστοπούλου.
§209ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ κ. Λυκοῦργος συγχωνεύει τὴν ἐδικήν του.
§210ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Χρηστόπουλος ἐπιφυλάσσεται νὰ συζητήσῃ καὶ περὶ τῆς Μεσσηνίας;
§211ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις αὕτη ἐμπεριέχεται εἰς τὸ πρῶτον μέρος τῆς προτάσεώς μου.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χριστόπουλος συγχωνεύει τὴν πρότασίν του. Λοιπόν, κύριοι, προσέχετε. (Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Παππαζαφειροπούλου.) Κατὰ τὸν κανονισμόν, ἐὰν δὲν ζητηθῇ ὀνομαστικὴ κλῆσις, ἡ ψηφοφορία γίνεται δι’ ἀναστάσεως. Λοιπὸν ὅσοι παραδέχονται τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παππαζαφειροπούλου....
§213ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§214Π. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Λομβάρδου εἶναι ἀπωτέρα. Λέγει ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς ὅ,τι ἀπεφάσισεν· εἶναι πρότασις ἀπαραδέκτου καὶ πάντοτε τὸ ἀπαράδεκτον προηγεῖται.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ ποία εἶναι ἀπωτέρα.
§216ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀπωτέρα εἶναι ἡ τοῦ κ. Λομβάρδου.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως;
§218ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν πρέπει τοὐλάχιστον νὰ ἦναι 15 ζητοῦντες τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν. (Ἐγείρονται πλέον τῶν 15). Ἰδοὺ ἡ πρότασις τοῦ κ. Λομβάρδου. (Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις)
§220Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν προτείνει τὸ ἀπαράδεκτον, ὑποθέτει ὅτι εἶναι ἀναμφισβήτητον τὸ ζήτημα, ἐνῷ τὸ ἀμφισβητοῦν (θόρυβος).
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, πρόκειται ν’ ἀποφασίσητε ποία εἶναι ἀπωτέρα ἐκ τῶν δύω προτάσεων· διότι βλέπω ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνοι ἑκατέρωθεν.
§222Π. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Μὰ ἀπεφασίσθη, διότι ἐζητήσατε μάλιστα τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν καὶ ἐσηκωθήκαμεν περισσότεροι τῶν 15
§223ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀπωτέρα εἶναι ἡ περιέχουσα τὴν ὅλην συζήτησιν, ἀλλὰ παρακαλῶ, διὰ νὰ ξεμπερδεύσωμεν, νὰ ἐρωτηθῶμεν δι’ ἀναστάσεως ποία εἶναι ἡ ἀπωτέρα.
§224ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἀναγνώσατε πάλιν τὰς δύω προτάσεις, κύριε Πρόεδρε. (Ἀναγινώσκονται αἱ προτάσεις τοῦ κ. Λομβάρδου καὶ τοῦ κ. Παππαζαφειροπούλου.)
§225ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἀπώτερον δὲν ἔχει ἀμφιβολίαν ὅτι εἶναι τὸ κατ’ ἀπόφανσιν ἢ ἄρνησιν μακρύτερα τῶν ἐκλογῶν. Τώρα πρόκειται νὰ ἴδωμεν, ὁ ἐκλεχθεὶς εἰς δύο ἐπαρχίας εἰς ποίαν ἀνήκει; Ἡ τοῦ Παππαζαφειροπούλου λέγει τὴν αἰτίαν· «δὲν ἐπιτρέπεται κανεὶς νὰ ἐκλεχθῇ εἰς δύο ἐπαρχίας·» διὰ τοῦτο ἀποφαίνεται ὅτι νόμιμος ἐκλογὴ ἐγένετο εἰς τὴν Μεσσήνην. Ἔχετε ἀμφιβολίαν ὅτι εἶναι ἀπωτέρα;
§226Π. ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν ἤδη, ὅτι ἀπωτέρα εἶναι ἡ τοῦ κ. Λομβάρδου.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλετε νὰ ἐρωτήσω ποία, εἶναι ἡ ἀπωτέρα;
§228ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα (θόρυβος).
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Λομβάρδου ὡς ἀπωτέραν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἀπεῤῥίφθη. — Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παππαζαφειροπούλου λέγουν ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι. (Ἐνταῦθα γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.)
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, καθήσατε ν’ ἀκούσετε τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 103, ναὶ εἶπον 53, ὄχι εἶπον 33, ἠρνήθησαν 17, ἑπομένως ἡ πρότασις τοῦ κ. Παππαζαφειροπούλου ἐγένετο δεκτή. Ἡμερησία διάταξις αὔριον εἶναι τὸ ζήτημα τῆς παραιτήσεως τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ. Λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 4 καὶ 10|60 Μ. Μ.)