1869.10.07
194 στίχοι · 1.523 λέξεις · 26 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 45.
Τῆς 7 Ὀκτωβρίου 1869.
(Τρίτη).
Ὥρα 12½.
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Καλαμογδάρτης συνιστᾷ μίαν ἀναφορὰν ἑνὸς Παναγῆ Κουμάνη, κατοίκου Νταλαμανάρης τοῦ δήμου Ἄργους, ἐξαιτουμένου τὴν ἀπαλλαγήν του ἐξ ἐνοικιάσεως δημοσίων ἀγρῶν.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἐνταῦθα δύο σώματα, τὰ ὁποῖα παρακατέθεσεν ὁ συγγραφεὺς κ. Γούδας, τῶν Παραλλήλων Βίων τοὺς ὁποίους συγγράφει.
§4ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ τῶν συγγραφῶν τοῦ κ. Γούδα, παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορά του αὕτη καὶ κατόπιν νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον. (Ἀναγινώσκεται ἡ ἀναφορά).
§5ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἔργον τοῦ κ. Γούδα τῳόντι ὡς ἔργον ἐθνικὸν εἶναι ἄξιον παντὸς ἐπαίνου καὶ ἑπομένως ἄξιον πάσης συνδρομῆς καὶ ὑποστηρίξεως· ὅλοι ἐν γένει ἐξετίμησαν τὴν χρησιμότητα τοῦ ἔργου καὶ ἡ δημοσιογραφία καὶ ἡ Βουλὴ καὶ πάντες ὅσοι ἀνέγνωσαν τὸν πρῶτον τόμον, καὶ ἑπομένως κρίνω περιττὸν ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, ἐκθέτων τὴν χρησιμότητα τοῦ βιβλίου. Νομίζω ἀναγκαῖον νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παραδοχὴν τῆς αἰτήσεως τοῦ κ. Γούδα καὶ διατυπώνω τὴν ἀκόλουθον πρότασιν. Ἡ κυβέρνησις ἐξ ἑκάστου τόμου ν’ ἀγοράζῃ 400 βιβλία καὶ νὰ πληρώνῃ τὸ ἀντίτιμον ἀνερχόμενον εἰς δραχμὰς 2,800, ἵνα εὐκολύνῃ τὴν τύπωσιν τοῦ συγγράμματός του, διότι ἄνευ τῆς συνδρομῆς αὐτῆς εἶναι ἀδύνατον νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον αὐτὸ ὁ κ. Γούδας, καὶ εἶναι λυπηρὸν νὰ μείνῃ ἀτελές. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἐπίσης νὰ παραδεχθῶσι τὴν πρότασίν μου ταύτην πρὸς ἐμψύχωσιν τοῦ ἔργου καὶ πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς τυπώσεως αὐτοῦ εἰς τὸ μέλλον.
§6Ι. ΛΕΚΚΑΣ. Εὐτυχῶς, κύριοι, δὲν ἔχομεν πολλὴν ὕλην, ὥστε νὰ σᾶς γίνω πρόσκομμα· ἓν νομοσχέδιον θ’ ἀναγνώσωμεν καὶ θὰ φύγωμεν· ἔχετε καιρὸν νὰ ἀκούσετε δύο λέξεις. Ἡ αἴτησις ἑνὸς τῶν καλλιτέρων συμπολιτῶν μου τοῦ ἰατροῦ κ. Γούδα μὲ φέρει εἰς θέσιν νὰ σᾶς ἱκετεύσω νὰ τὴν παραδεχθῆτε· δὲν συσταίνω τὸ βιβλίον τοῦτο ὑπὸ τὴν φιλολογικὴν ἀξίαν αὐτοῦ, διότι ἄλλοις δέδοται νὰ πράξωσι τοῦτο, οὔτε πιστεύω ὅτι ὁ κ. Γούδας θὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν νὰ ᾖναι ἐφάμιλλος τοῦ περιδόξου σοφοῦ τῆς Χαιρωνείας. Συσταίνω εἰς τὴν καλοσύνην ὑμῶν τὸ βιβλίον τοῦτο, διὰ τὴν ἰδέαν τὴν μεγάλην, τὴν ἐθνικὴν, τῆς ὁποίας συνδρομηταὶ γενόμενοι, θὰ φέρετε τοὺς καρποὺς εἰς τὴν κοινωνίαν μας, εἰς τὰ τέκνα μας· πιστεύετε, κύριοι, ὅτι καίτοι τραχὺς σκαπανεὺς, ἀναγνώσας τὸ βιβλίον τοῦτο, οἱ ὀφθαλμοί μου ὑγράνθησαν· τὰ μαρτύρια σεβασμίων ἀρχιερέων καὶ λοιπῶν κληρικῶν τῆς θείας τοῦ ἐσταυρωμένου θρησκείας, τῆς θρησκείας ἐκείνης, ἥτις σώσασα τὰ Ἑλληνικὰ γράμματα, ἔγεινεν ἡ δὰς τῶν ἐλευθεριῶν μας, μὲ ἔκαμον πράγματι νὰ δακρύσω. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ συντρέξωμεν τὸ βιβλίον αὐτὸ, ὡς καὶ πᾶν ἄλλο πραγματευόμενον περὶ τῆς αὐτῆς ὕλης· ἂν σήμερον μᾶς ἐζητεῖτο συνδρομὴ διὰ τὴν μετάφρασιν τῆς ἱστορίας τοῦ Μπουκεβὶλ ἢ τὴν διάδοσιν τοῦ συγγράμματος τοῦ Σάθα, ἢ διὰ πᾶν ἄλλο ἐμπερικλεῖον τοιαύτην πολύτιμον ὕλην, προθυμότατα ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ τὴν δώσετε. Ἐνθυμηθῆτε, κύριοι, ὅτι τὴν μεγάλην ἐκείνην γενεὰν τῶν γιγάντων τοῦ 1821 πολὺ ταχέως τὴν ἐλησμονήσαμεν· ἄλλα ἔθνη ἄξια τοῦ μεγαλείου των Θησεῖα ἀνήγειρον, ναοὺς Ἀπτέρου Νίκης ᾠκοδόμησαν, καὶ ἡμεῖς δὲν ἠξιώθημεν εἰς τριακονταετῆ βασιλείαν, δαπανήσαντες πλέον τοῦ δισεκατομμυρίου δραχμῶν μίαν ποικίλην στοὰν, δέκα εἰκόνας, δύο ἀνδριάντας ν’ ἀνεγείρωμεν εἰς τοὺς δι’ ἡμᾶς ταλαιπωρηθέντας καὶ μοχθήσαντας, ἐξ ὧν οἱ πλεῖστοι βορὰ κοράκων ἐγένοντο, καὶ ἂν μοῦ ἐπιτρέψετε, ἔχω τὴν πρόληψιν ὅτι διὰ τοῦτο καὶ μόνον πάσχομεν, διότι ταχέως ἐπῆλθεν ἡ ἐπάρατος λήθη· πιστεύσατε ὅτι ἂν καὶ ἐκάμαμεν χιλιάδας φαλαγγιτῶν, τῶν πλείστων ἰδανικῶν, πολλοὶ πραγματικοὶ ἀγωνισταὶ λιμώττουσιν. Ἀνάγκη λοιπὸν ἐθνικὴ πλέον κάπως νὰ δείξωμεν ὅτι συμπάσχομεν, ὅτι εἴμεθα τέκνα ἐκείνων· ἂς ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὰ μικρὰ, καὶ ἀπὸ σήμερον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἔχει τὸ συμφέρον καὶ ὡς Κυβέρνησις ἐθνικὴ, καὶ διότι εἰς τοὺς κόλπους της τέκνα ἀγωνιστῶν ἐγκλείει, νὰ ἀρχίσωμεν τὸ ἔργον κάλλιον ἀργὰ παρὰ ποτὲ, ἀρχίζοντες ἀπὸ τοῦτο τὸ βιβλίον· ἂς προχωρήσωμεν εἰς δέκα εἰκόνας, εἰς δέκα ἢ εἴκοσι προτομὰς ἐκ τῶν μεγάλων ἐκείνων, ὡς εἶπον, γιγάντων, διότι ἀπὸ αὐτοὺς ἔχομεν ὅ,τι ἔχομεν, καὶ ἄνευ αὐτῶν κτήνη ὀθωμανικὰ ἠθέλομεν εἶσθαι. Διὰ νὰ μὴ σᾶς ἐνοχλῶ ἐπὶ πολὺ, παύω, ἐπικαλούμενος τὴν ἐπιείκειάν σας ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς αἰτήσεως τοῦ ἀναξιοπαθοῦντος τούτου συμπολίτου μας καὶ ὅπως διὰ τοῦ ἔργου αὐτοῦ διδάσκωνται τὰ τέκνα ἡμῶν τοὺς βίους καὶ τὴν δόξαν τῶν εὐγενῶν γονέων μας.
§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ πρότασις τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου. Ἡ κυβέρνησις ὀφείλει νὰ λαμβάνῃ ἀπὸ τὸ σύγγραμμα τοῦ κ. Α. Γούδα ἐπιγραφόμενον «Βίοι παράλληλοι τῶν ἐπὶ τῆς Ἑλλ. ἐπαναστάσεως διαπρεψάντων» ἀνὰ 400 σώματα ἐξ ἑκάστου τόμου καὶ νὰ σημειοῦται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἑκάστου ἔτους τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας ἐκπαιδεύσεως τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν ἀνὰ δραχ. 2800.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πῶς διατυπόνεται αὐτὴ ἡ πρότασις ὡς ἀπόφασις ἢ ὡς σύστασις; ἀπόφασιν δὲν δύναται νὰ κάμῃ ἡ Βουλὴ πρὸς ὄφελος προσώπου· οἱ κ. κ· ὑπουργοὶ εἶναι παρόντες, παρακαλῶ νὰ ἐκφρασθοῦν.
§10ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρότασις δύναται ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον ὡς σύστασις καὶ ἡ Βουλὴ ἂς ᾖναι βεβαία, ὅτι σύστασις γενομένη παμψηφεὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς δὲν δύναται παρὰ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν πρότασιν τὴν ἠκούσατε· οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἔχομεν ἤδη τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. ὑπουργοῦ περὶ τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου. Πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπή. Λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὸ περὶ τῶν ἔργων τοῦ καταστήματος τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου νομοσχέδιον τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ καὶ ἐπεξεργασθεῖσα αὐτὸ ἐπισταμένως· Ἐπειδὴ οἱ ἐν τῇ συνοδευούσῃ αὐτὸ ἐκθέσει τοῦ μνησθέντος ὑπουργοῦ λόγοι εἶναι ἀποχρῶντες πρὸς ὑποστήριξιν τῆς παραδοχῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου· Γνωμοδοτεῖ, Ἵνα γίνῃ δεκτὸν τὸ μνησθὲν νομοσχέδιον ὅπως ἔχει.
§12ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§13ΔΑΓΡΕΣ. Ἀποτελῶ μέρος τῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπῆς, δὲν εἶμαι δὲ καὶ ἀντιπολιτευόμενος, εἶμαι ὑπουργικὸς καὶ μάλιστα φίλος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· καὶ ἄλλοτε ὑπεβλήθησαν ἐκθέσεις χωρὶς νὰ λάβω μέρος ποσῶς. Τὸ ἔργον ναὶ μὲν δὲν ἦτο μεγάλης ἀξίας οὐχ ἧττον ὅμως δὲν πρέπει νὰ διαστρέφωμεν τὰ πράγματα, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις αὕτη. Χθές, ἅμα ἐτελείωσεν ἡ ἔκθεσις, ἦλθεν ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς καὶ μοὶ εἶπε νὰ ὑπογράψω χωρὶς νὰ λάβω ποσῶς μέρος εἰς τὴν συζήτησιν. Δὲν ὑπογράφω πράγματα χωρὶς νὰ τὰ ἴδω, διότι ἔχω εὐθύνην ἀπέναντι τῆς κοινωνίας.
§14ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι ὀκτὼ ὑπογεγραμμένοι, ὁ κλητὴρ τοὺς εἰδοποίησεν, ὁ δὲ κ. Δαγρὲς ἀπέφυγεν· ὁ εἰσηγητὴς διετάχθη νὰ κάμῃ τὴν ἔκθεσιν, ὁ κ. Δαγρὲς δὲν ἠθέλησε νὰ ὑπογράψῃ· τί θέλει ὁ κ. Δαγρές; νὰ ἄρχῃ; ἔπρεπε νὰ πεισθῇ εἰς τὴν πλειοψηφίαν.
§15ΔΑΓΡΕΣ. Τὸ νὰ λέγῃ κανεὶς ὅτι ὁ δεῖνα βουλευτὴς θέλει ν’ ἀποφύγῃ ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν ἢ ὅτι θέλει νὰ ἄρχῃ εἶναι εὔκολον πρᾶγμα, αὐτὰ ὅμως δὲν λέγονται. Ὅταν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν δὲν ἔλαβε χώραν οὐδεμία συζήτησις καὶ ἐζητοῦντο ὑπογραφαὶ εἰς ἑκάστην τράπεζαν, ὁ κ. πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἀναλαμβάνει μεγάλην εὐθύνην, ὅταν ἔρχεται καὶ εὑρίσκῃ εἰς τὰς ὁδοὺς τοὺς βουλευτὰς καὶ λέγει ὑπογράψατε τὴν ἔκθεσιν, οὕτως ἐγὼ ἐννόησα. Διαψεύδω ὅτι ἐγὼ προσκληθεὶς ἠρνήθην ἢ ἀπέφυγα· πρέπει νὰ μᾶς διέπῃ ἡ καλὴ πίστις καὶ ἡ εἰλικρίνεια, ἀδικαιολόγητος δὲ φιλοτιμία εἶναι ἀσυγχώρητος εἰς ἄνθρωπον πεπειραμένον καὶ γηράσαντα εἰς τὸν βουλευτικὸν βίον.
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι περιττὰ αὐτά.
§17ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν εἶναι περιττὰ, διότι δὲν μέμφονται οὕτω πως τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ ὑπερβολικὸς ζῆλος ἐξώθησεν εἰς ἄλλην ἐποχὴν τὸ ἔθνος· πρέπει λοιπὸν νὰ ἤμεθα μέτριοι καὶ νὰ ἐκπληρῶμεν τὸ καθῆκόν μας, ὅταν τὸ ἐννοήσωμεν καὶ τὸ μελετήσωμεν.
§18ΜΠΑΛΑΦΑΣ. Εἶμαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς καὶ θὰ δικαιολογήσω τὴν ὑπογραφήν μου. Ὁ κ. πρόεδρος τοῦ τμήματος ἔκαμε πρόσκλησιν τῶν λοιπῶν μελῶν εἰς τὰς ἐννέα, τινὲς ἦλθον, ἄλλοι δὲ ἀφοῦ ἦλθον, ἀνεχώρησαν· ἐγὼ ἐλθὼν εὗρον τοὺς συναδέλφους μου ὑπογεγραμμένους εἰς τὴν ἔκθεσιν. Τὸ νομοσχέδιον τὸ εἴχομεν ὅλοι μελετήσει, τὸ εἴχομεν εἰς χεῖράς μας, καμμίαν ἀντίῤῥησιν δὲν εἶχον νὰ φέρω, ὥστε ἀφοῦ οἱ λοιποὶ ὑπέγραψαν, ὑπέγραψα καὶ ἐγώ, καὶ δὲν εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Δαγρές, διότι ὅλοι χθὲς προσεκλήθημεν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§20ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπειδὴ ὀλίγα ἀντικείμενα ἔχομεν σήμερον, καὶ ἐπειδὴ τὴν πέμπτην ἴσως δὲν συνεδριάσωμεν, δὲν εἶναι καλὸν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Κεχαγιᾶ;
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο ὡρίσθη διὰ τὴν πέμπτην. Ἔχομεν ἓν νομοσχέδιον, εἶναι τρίτη ἀνάγνωσις· τὸ ἑξῆς. Περὶ συμπληρώσεως τῶν καταλόγων τῶν ἐνόρκων. Ἄρθρον μοναδικόν. Ὁσάκις ἐπαρχιακόν τι συμβούλιον δὲν ἐκλέξει πλήρη τὸν εἰς τὴν ἐπαρχίαν του ἀναλογοῦντα ἀριθμὸν ἐνόρκων ἢ ἐκλέξει πλέον τοῦ ἀναλογοῦντος ἀριθμοῦ αὐτῶν, ὁ πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐφετῶν ἐν μὲν τῇ πρώτῃ περιπτώσει θέλει συμπληροῖ τὸν ἐλλείποντα ἀριθμὸν διὰ κληρώσεως ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει ἀπὸ τὸν κατάλογον τοῦ παρελθόντος ἔτους τῶν ὑποψηφίων ἐνόρκων τῶν ὑπὸ τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας ἐκλεχθέντων, ἐν δὲ τῇ δευτέρᾳ περιπτώσει θέλει ἀναγάγει τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν εἰς τὸν ἀναλογοῦντα τῇ ἐπαρχίᾳ ἀριθμὸν, ἐξάγων διὰ κληρώσεως ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει τὸν περιπλέον αὑτῶν ἀριθμόν.
§22ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν παρεδέχθη τὸ νομοσχέδιον. Ἑτέραν ἐργασίαν σήμερον δὲν ἔχομεν· παρακαλῶ μόνον αἱ ἐπιτροπαὶ νὰ ἐνασχοληθῶσι νὰ φέρωσι τὰς ἐκθέσεις ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ταῖς ἐστάλησαν, διότι γνωρίζετε ὅτι ὑπάρχει διάταξις τοῦ κανονισμοῦ, ἡ ὁποία δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ βάλῃ προθεσμίας καὶ ἂν αὗται δὲν τηρηθοῦν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ ἄνευ ἐκθέσεως, τὸ ὁποῖον εἶναι ὀλέθριον.
§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ συνέλθῃ αὔριον τὸ ὄγδοον τμῆμα κατὰ τὴν ὀγδόην ὥραν διὰ νὰ τελειώσωμεν τὰς μενούσας ἐκλογὰς, ἐπειδὴ τετράκις ἀπεπειράθημεν καὶ δὲν ἠδυνήθημεν.
§25ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν δὲν δυνηθῇ νὰ συνέλθῃ καὶ αὔριον, νὰ παραπεμφθοῦν αἱ ἐκλογαὶ εἰς ἕτερον τμῆμα διὰ νέας κληρώσεως.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 μ. μ.)