1869.10.11
1.772 στίχοι · 14.555 λέξεις · 217 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47.
τῆς 11 Ὀκτωβρίου 1869.
(Σάββατον).
Ὥρα 12.
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, τῆς Βουλῆς εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν κύριοι βουλευταί;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§4ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔχω νὰ εἰσαγάγω μίαν ἔκθεσιν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιμείνατε ὀλίγον, παρακαλῶ.
§6ΡΟΥΦΟΣ (γραμματεύς). Ἀναφορὰ ἑνὸς κατοίκου Ἀθηνῶν Σπηλιώτη, ὅστις ζητεῖ νὰ πληρωθῇ ἡ καθυστερουμένη μισθοδοσία του ὡς γραφέως.
§7ΤΙΝΕΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§8ΡΟΥΦΟΣ. Ὁ κ. Μποῦτος εἰσήγαγεν αὐτήν.
§9ΤΙΝΕΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς.
§10ΡΟΥΦΟΣ (γραμματεύς). Ὁ κ. Θεοδώρου ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς ἀναφορὰν περὶ δικαιωμάτων ἀγωνιστῶν· εἶναι δὲ ὑπογεγραμμένοι εἰς αὐτὴν οἱ κ. κ. Ἀντίοχος, Κυριακίδης, καὶ τρίτος τις, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὲν ἀναγινώσκεται. Ποῦ νὰ σταλῇ;
§11ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§12ΛΕΚΚΑΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ πρῶτον ἡ ἀναφορὰ διὰ νὰ ἴδωμεν τί τρέχει· διὰ τί νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν χωρὶς λόγον;
§13Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις καὶ ἄλλοτε ἦλθε, καὶ ἡ ἀναφορὰ διηυθύνθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ νὰ τοὺς δικαιώσῃ, ὥστε ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ γείνῃ καὶ τώρα.
§14ΛΕΚΚΑΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορὰ καὶ θὰ διαγνωσθῇ, ἂν ἦναι παλαιὰ δικαιώματα ἢ νέα.
§15ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατηρῶ ὅτι κατ’ αὐτὸ τὸ σύστημα ὁ κανονισμὸς περιέπεσεν εἰς ἀχρηστίαν. Αἱ ἀναφοραὶ κατὰ τὸν κανονισμὸν παραπέμπονται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καταγράφονται εἰς τὸ πρωτόκολλον, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ φέρει ἔκθεσιν. Τοιαύτη εἶναι ἡ διάταξις τοῦ κανονισμοῦ· ἄλλως δὲν λαμβάνει χώραν εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ σημείωσις ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διετάχθησαν ἀπὸ τὸν κανονισμὸν, οὐδὲ ἐπέρχονται αἱ συνέπειαι, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἐπέρχωνται.
§16ΛΕΚΚΑΣ. Κύριοι, φρονῶ ὅτι ἓν σῶμα πολυπληθὲς ἀντιπροσωπεῦον τὴν Ἑλλάδα, ὅπως ὑμεῖς εἶσθε, δὲν δύναται ἑκάστοτε δωρεὰν ν’ ἀποφαίνηται· εἰς πᾶν ἀντικείμενον πρέπει νὰ ᾖναι εἰς πλήρη γνῶσιν τῶν ζητουμένων· παρουσιάζονται ἑκατὸν, χίλιαι ἀναφοραὶ τὴν ἡμέραν· διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει ἑκάστην ἀναφορὰν νὰ τὴν παραπέμπωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Εἶναι καὶ ἀναφοραὶ, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ἀπ’ εὐθείας ὑπ’ ὄψιν, εἶναι δὲ καὶ ἀναφοραὶ, τὰς ὁποίας πρέπει ἡ ἐπιτροπὴ νὰ βασανίσῃ, νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν καὶ νὰ τὰς διαβιβάσῃ εἰς αὐτὴν, καὶ τοῦτο διότι ἀναφορά τις εἶναι ἑτοίμη, ἥτις μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ ἔλθῃ, καὶ τότε θὰ σᾶς θέσω εἰς δύσκολον καὶ δυσχερῆ θέσιν, διότι τότε θὰ ἴδητε ἀτοπήματα εἰς τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν· κύριοι, ἄνδρας ἀτρομήτους, φέροντας ἐπ’ ὤμου πυρίτιδα καὶ εἰσελθόντας εἰς τὴν Ἀκρόπολιν τῆς Ἀττικῆς, ἥτις ἐπολιορκεῖτο, ἠξεύρετε τί τοὺς ἔκαμαν; Ἐπρόκειτο νὰ ἔλθῃ ὁ εὐεργετικὸς νόμος διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἡμᾶς, οἵτινες καί τοι μὴ πολεμήσαντες μᾶς ἐδόθησαν δικαιώματα, ἐνῷ ἀπὸ ἐκείνους ἀφῃρέθησαν. Πρὸ ὀλίγων μηνῶν, κύριοι, τοῦ νόμου τοῦ εὐεργετικοῦ, ἐβίασαν ἀξιωματικοὺς, οἵτινες ἔλαβον τὰς ἐπωμίδας εἰς τὴν φρουρὰν τῶν Ἀθηνῶν, ν’ ἀποχωρήσωσι μὲ τοὺς βαθμοὺς, οὓς εἶχον, καὶ δὲν παρελλήλισαν αὐτοὺς μὲ ἡμᾶς, οἵτινες δὲν ἐγνωρίσαμεν τὴν ὀσμὴν τῆς Τουρκικῆς πυρίτιδος, οὔτε τὰς προσβολὰς τῶν ἐχθρικῶν σφαιρῶν. Αὐτὴν τὴν ἀναφορὰν περιμένω, καὶ μὴ πιστεύετε ὅτι θέλω ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, διότι περισσότερον καιρὸν ἐχάσαμεν μὲ τὴν συζήτησιν αὐτὴν, παρ’ ὅ,τι ἠθέλαμεν χάσει διὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἀναφορᾶς· διὰ τοῦτο μάλιστα καὶ προχθὲς ἀσκόπως δὲν εἶπον ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ ὀνόματα, καὶ ὅταν εἶδον ὅτι ἦτο τοῦ ναυτικοῦ δὲν ἐπέμεινον, διότι ἐπερίμενα τὴν ἀναφορὰν αὐτήν. Ὅταν πρόκειται, κύριοι, περὶ τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἀγῶνος πρέπει τὸ δίκαιον αὐτῶν νὰ τὸ αἰσθανώμεθα ἐν τῇ καρδίᾳ μας, διότι τὸ πᾶν ὀφείλομεν εἰς αὐτοὺς, καὶ διὰ τοῦτο ὅ,τι τοὺς ἀνήκει, δὲν πρέπει νὰ τοὺς τὸ ἀφαιρέσωμεν· ἐπιμένω καὶ διότι δὲν θὰ χάσωμεν πολὺν καιρὸν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν, καὶ διότι ἐγὼ τὴν οἰκειοποιοῦμαι, κύριε πρόεδρε, καὶ παρακαλῶ νὰ τὴν ἀναγνώσητε.
§17ΡΟΥΦΟΣ (γραμματεὺς ἀναγινώσκει). Πρὸς τὴν Σ. Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων. Περὶ δικαιωμάτων τῶν ἀγωνιστῶν. Ἡ Αʹ. καὶ Βʹ. σύνοδος τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους τῆς Αʹ. περιόδου, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς Βʹ. ἐθνικῆς ἐν Ἀθήναις συνελεύσεως (ἴδε πρακτικὰ 362 συνεδριάσεως 7 Νοεμβρίου 1863) παμψηφεὶ ἀπεφάσισε νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ περὶ ἀποστράτων νόμου, καὶ οἱ εὐσεβάστως ὑποφαινόμενοι ἀξιωματικοί, λείψανα τῆς ἐκπνεούσης ἤδη γενεᾶς τῶν ἀγωνιστῶν· τὰ δὲ πρακτικὰ ἐπισήμως ἀπέστειλαν εἰς τοὺς ἁρμοδίους ὑπουργοὺς τῶν στρατιωτικῶν πρὸς ἐκτέλεσιν· καὶ ἂν δὲν μᾶς λανθάνῃ ἡ μνήμη, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἠλείας κ. Λ. Κρεστενίτης προεδρεύων κατὰ τὴν Βʹ. σύνοδον, ἐπισήμως ἠρώτησε τὸν τότε ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, διατί δὲν ἐξετελέσθη ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς; καὶ οὐδὲ ἀπάντησις ἐδόθη ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ. Οἱ τότε ὑπουργοὶ κωφεύοντες εἰς τὴν φωνὴν τῆς δικαιοσύνης, κωφεύοντες καὶ εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν νομοθετικῶν σωμάτων, δὲν ἠθέλησαν νὰ δικαιώσωσιν ἡμᾶς τέσσαρας πέντε ἀγωνιστὰς, ὧν ὁ βίος οὐκ ἔσεται ἴσως διαρκέστερος τοῦ ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν, καὶ ηὐχαριστοῦντο φαίνεται νὰ βλέπωσιν ἡμᾶς κατερχομένους ἐντὸς τοῦ ᾅδου, ἐν στερήσει καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, καὶ ἐγκαταλιμπάνοντας ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἀπογνώσει τὰς οἰκογενείας μας, ὡς ἀπόδειξις τούτου ὑπάρχει ἡ σύζυγος τοῦ μακαρίτου συναγωνιστοῦ μας Πανᾶ. Πρὸς ὑμᾶς λοιπὸν, σεβαστοὶ ἀντιπρόσωποι, ἀπευθύνομεν τὴν παροῦσάν μας, καὶ σᾶς παρακαλοῦμεν εὐσεβάστως, ὡς πάντοτε ἐδείξατε οἶκτον εἰς τὰ δεινὰ τῶν ἀγωνιστῶν, νὰ παράσχητε ἡμῖν τὴν φιλάνθρωπον προστασίαν σας ἀπ’ εὐθείας, καὶ μὴ πρὸς Θεοῦ! μᾶς παραπέμψητε εἰς ὑπουργὸν στρατιωτικῶν, διότι μέχρι τοῦδε οὐδεὶς ἐπροθυμοποιήθη νὰ μᾶς δικαιώσῃ. Ὑποσημειούμεθα μὲ βαθύτατον σέβας, εὐελπιζόμενοι, ὅτι θέλετε δώσει τὴν πρέπουσαν πρακτικὴν ἀξίαν εἰς τὰς μνησθείσας ἀποφάσεις προγενεστέρων νομοθετικῶν σωμάτων. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 28 Ἰουλίου 1869. Δ. Ἀντίοχος Α. Κυριακίδης. .............
§18ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προλαλήσας διεπραγματεύθη περὶ τῆς ἰδέας τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀναφέρεσθαι ὅτι εἶναι ἱερόν· εἰς τοῦτο λέγω, ὅτι «κανεὶς δὲν ψέγει τὸν Ἡρακλέα» αὐτὸ εἶναι ἀδιαφιλονείκητον. Οἱ ἀναφερόμενοι παραπονοῦνται ὅτι δὲν ἐδικαιώθησαν, δὲν γνωρίζω τοὺς ἄλλους, τὸν Κυριακίδην ὅμως γνωρίζω, εἶναι ταγματάρχης, ἀλλ’ ὁ πατέρας μου καὶ τόσοι ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἠγωνίσθησαν τί ἐπῆραν; δὲν ἐξετελέσθησαν λέγει τὰ ψηφίσματα, ἀλλὰ τὰ ψηφίσματα τί λέγουν; λέγουν περὶ τῶν πολιτικῶς ἀγωνισαμένων, περὶ τῆς φρουρᾶς τοῦ Μεσολογγίου, τῆς φρουρᾶς τῶν Ἀθηνῶν, περὶ τῶν σωμάτων τῆς Πελοποννήσου, περὶ τῶν σωμάτων τῆς Στερεᾶς· καὶ ὅμως τί γίνεται; μόνον ὅσοι ἔχουν τὸ θάῤῥος καὶ ἔρχονται ἐδῶ, αὐτοὶ νὰ ζητοῦν καὶ αὐτοὶ ν’ ἀπολαμβάνουν. Καὶ ποῖος ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ ὅτι μόνον αὐτοὶ πρέπει νὰ δικαιωθῶσι, καὶ ἡ φρουρὰ τοῦ Μεσολογγίου, οἱ πολιτικῶς ἀγωνισθέντες, τὰ σώματα τῆς Πελοποννήσου καὶ τῆς Στερεᾶς, πρέπει νὰ μένουν; διὰ τοῦτο εἶμαι ἐναντίος, ἢ πρέπει νὰ γίνουν ὅλα, ἢ νὰ μὴ γίνῃ τίποτε.
§19ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριοι, συγχωρήσατέ μοι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις εἰς ἀπάντησιν τῶν λόγων τοῦ κ. Δανοπούλου. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο βεβαίως, ἐὰν τὸ ζήτημα τοῦ ἀγῶνος ἤθελεν εἶσθαι λελυμένον· δυστυχῶς ὅμως πολλοὶ παρουσιάσθησαν ἐναντίον αὑτῆς τῆς ἰδέας ὁσάκις αὕτη ἐφέρθη εἰς μέσον. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, καὶ διὰ τοῦτο οἱ λόγοι τοῦ βουλευτοῦ Ἄργους δὲν ἔχουν ἐπιῤῥοήν. Ἰδοὺ τί τρέχει εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὅσοι εἶσθε εἰς τὴν συζήτησιν, ἥτις ἐγένετο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Συνέλευσιν. Εἷς ὑπουργὸς πρὸ τῆς μεταβολῆς παρέπεμψεν εἰς σύνταξίν τινας ἀξιωματικοὺς τοῦ ἀγῶνος, ὁ αὐτὸς δὲ ὑπουργός, ἀφοῦ παρέπεμψεν αὐτοὺς εἰς σύνταξιν, εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν νόμον, ὅστις ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, εἰς τὸν ὁποῖον τῇ προτάσει τοῦ ὑπουργοῦ προσετέθησαν τὰ ἑξῆς. Ὅσοι ζητοῦν νὰ μετατεθῶσιν ἀπὸ τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν σύνταξιν, ἐὰν ᾖναι ἀγωνισταί, ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνουν ἕνα βαθμὸν ἀνώτερον, καὶ αὐτὸ ἐγένετο σύμφωνα μὲ τὰς ἰδέας τῆς ἐποχῆς. Ἀφοῦ τοῦτο ἐγένετο τότε, αὐτοὶ εἶπον, διὰ τί μᾶς παρεπέμψατε εἰς σύνταξιν, καὶ τριάκοντα ἡμέρας ἢ δύο μῆνας μετὰ ταῦτα, εἰσηγάγητε νόμον, καὶ ἐδώσατε δικαίωμα εἰς ἄλλους, ἐνῷ καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἀγωνισταί, καὶ πολὺ καλλίτεροι ἴσως ἀπὸ πολλοὺς ἄλλους; ἐὰν ὑπάρχῃ δικαιοσύνη, ἡ δικαιοσύνη αὕτη πρέπει νὰ ᾖναι πλήρης. Ταῦτα μαθοῦσα ἡ Συνέλευσις ἀπὸ τὴν ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν οὗτοι ὑπέβαλλον εἰς αὐτήν, εἶπεν, ὅτι, οὐδὲν δικαιότερον, διότι τὰ δικαιώματα πρέπει νὰ ᾖναι ἴσια, καὶ τὰ σφάλματα ἑνὸς ὑπουργοῦ, δὲν δύνανται νὰ καταστρέψωσι δικαιώματα ἀναμφισβήτητα· ἓν ἐκ τῶν δύω λοιπὸν πρέπει νὰ γίνῃ πρὸς ἐπανόρθωσιν καὶ ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἢ νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος καὶ τὸ ἐξ αὐτοῦ δικαίωμα τῶν ὠφεληθέντων, ἢ ἐὰν θέλετε αὐτὸν τὸν νόμον, πρέπει ὁ νόμος νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τοὺς παραλειφθέντας. Ἐγὼ ἂν θέλετε παραδέχομαι τὸ πρῶτον. Νὰ φέρῃ ἡ κυβέρνησις νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ καταργῆται ὁ νόμος αὐτὸς καὶ τὰ ἐξ αὐτοῦ πηγάσαντα δικαιώματα· ἀλλ’ ἐὰν δὲν γίνῃ τὸ πρῶτον, διατί νὰ μὴ γίνῃ τὸ δεύτερον; Νομίζω λοιπόν, ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ παραπέμψωμεν τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν εἰς τὰ ἀρχεῖα, ἀφοῦ ὑπάρχῃ καὶ πρᾶξις μεγαλειτέρου σώματος ὑπὲρ αὐτῆς.
§20ΛΕΚΚΑΣ. Κύριοι, εὐχαριστῶ ἐγκαρδίως τὸν βουλευτὴν Μεσολογγίου, διότι μὲ τὴν χαρακτηρίζουσαν αὐτὸν εὐφυείαν, ἐννόησεν, ὅ,τι εἶχον ἐν τῷ νῷ καὶ τῇ καρδίᾳ μου· δὲν ἦλθον δωρεὰν ν’ ἀντιπράξω εἰς τὴν θέλησιν τοῦ κ. Δανοπούλου, παλμὸς τῆς καρδίας μὲ ἔφερεν ἐνταῦθα. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ἔχω κανένα ἐγωϊσμόν· καὶ ἐγὼ ἴσως μετὰ ταῦτα ἔχω νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸ ἔθνος, κἄτι τι· ὅταν δ’ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα ἐκείνη καὶ οἱ πάντες θ’ ἀποφασίσητε εἰς τὸν βωμὸν τῆς πατρίδος τὰ πάντα νὰ θυσιάσωμεν, θὰ ἴδητε, ὅτι θὰ τὸ πράξω πρῶτος ἐγώ· δὲν ἦλθον νὰ συνηγορήσω διὰ δικαιώματα μεμακρυσμένης ἐποχῆς χρηζούσης ἀποδείξεων καὶ βασίμου διὰ νὰ ἐπέλθῃ δικαιοσύνη· ἦλθον, κύριοι, νὰ σᾶς παρακαλέσω, νὰ δώσητε προσοχὴν εἰς πᾶν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον σᾶς παρουσιάζεται, καὶ ἰδοὺ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐπιτροχάδην ἤθελον διέλθει, πόσον οὐσιῶδες εἶναι. Οὔτε φρόνιμον ἦτο, οὔτε σκοπὸν εἶχον νὰ ῥίψω τὴν ἰδέαν, ἥτις γνωρίζετε, ὅτι θὰ φέρῃ εἰς δυσχερῆ θέσιν καὶ ὑπουργεῖον καὶ Βουλήν. Ἡ λύσις τοῦ μεγάλου ζητήματος, τῆς ἀμοιβῆς τοῦ ἀγῶνος τοῦ 1821 εἶναι δυσχερής· εἶναι ζήτημα δύσκολον εἰς τὴν λύσιν του, καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβεν ἀθλίαν ἐφαρμογὴν, πλεῖστοι εἶναι οἱ ἀδικημένοι καὶ παραπονούμενοι, οἱ παραγκωνισθέντες, καὶ ὀλίγοι εἶναι οἱ ἀποκτήσαντες ἀπὸ τὸν ἀγῶνα τοῦ 1821, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ, καὶ ἡ πρόθεσίς μου σήμερον εἶναι, ὅτι ἀξιωματικοὶ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, λαβόντες τὰς ἐπωμίδας ἐντὸς τοῦ πολέμου, ὅταν ὁ Κιουταχῆς ἐπολιόρκει τὰς Ἀθήνας, καὶ ἐξακολουθοῦντες νὰ ὑπηρετοῦν ἐντίμως εἰς τὸν στρατὸν, καὶ, ἂν μοὶ ἐπετρέπετο, θὰ ἔλεγα ἴσως καὶ καλλίτερα ἀπὸ τοὺς σήμερον εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ὑπηρετοῦντας. Κυβέρνησις, ἥτις ἐσυλλογίσθη ν’ ἀνοίξῃ στάδιον εἰς τὸν στρατὸν, καὶ νὰ προαγάγῃ τοὺς ἔχοντας βαθμοὺς ἀνωτέρους διὰ νὰ ὑποχωρήσουν, πολὺ φρονίμως ἔπραξε μὲν τοῦτο, δὲν ἐφρόντισεν ὅμως περὶ ἀγωνιστῶν. Μῆνάς τινας πρὶν ἀποφασισθῇ τοῦτο κράζει τοὺς ἀνωτέρους ἐκείνους ἀξιωματικοὺς, οἵτινες ἔφερον δύω τρεῖς πληγὰς ἕκαστος, καὶ τοὺς λέγει, πρέπει νὰ παραιτηθῆτε, εἶσθε περιττοὶ σεῖς, οἱ δυστυχεῖς ἐκεῖνοι ἀπεχώρησαν μὲ τὸν ἄρτον, ἠξεύρετε ποῖον; ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἀπέκτησαν μὲ τὸ αἷμά των· καὶ ὅμως, κύριοι, ἔρχονται οἱ στρατιῶταί των οἱ ὁποῖοι δὲν ἔλαβον τοὺς βαθμούς των ἐν πολέμῳ, ἀλλὰ μετὰ τὰ 34· καὶ ἀνῆλθον εἰς τοὺς βαθμούς των, καὶ μὲ τὸν λόγον τῆς ἱκανότητος; ὄχι· εἶμαι στρατιώτης, ὁμιλῶ εἰς κοινοβούλιον, εὔχομαι τῇ Ἑλλάδι οἱ νέοι ἀξιωματικοὶ νὰ ᾖναι Λαζαρέται, Νικολαΐδαι, Νζάνιδες, καὶ λοιποὶ ἀνθυπολοχαγοὶ, ὑπολοχαγοὶ, καὶ λοχαγοὶ τοῦ ἐθνικοῦ τακτικοῦ στρατοῦ τοῦ ἀγῶνος· ἀλλ’ εἶναι ἄτοπον οἱ νέοι εἰς ἄλλους νὰ λέγουν, πήγαινε σὺ, εἶσαι ἀνάξιος, δὲν δύνασαι πλέον ν’ ἀνέλθῃς εἰς τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχει ὁ νέος, ὁ ὁποῖος ἦλθε μετὰ τὸ 34, διότι ἔτυχε νὰ ᾖναι ἀντισυνταγματάρχης καὶ μετὰ δεκαετῆ ὑπηρεσίαν ἔγινε συνταγματάρχης, καὶ εἶναι κακούργημα τὸν ἀξιωματικὸν, ὅστις ἔφερε πυρίτιδα ἐπὶ τῶν ὤμων του, καὶ διῆλθε διὰ τῶν ὀρδῶν τοῦ Κιουταχῆ, νὰ τῷ λέγωμεν, δὲν σοῦ δίδομεν ἕνα βαθμὸν περιπλέον, ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ ἐκφράζωμαι οὕτω, διότι εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς καρδίας· δὲν θέλω, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ὁμιλήσω διαφορετικά.
§21ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πότε ἔγινεν αὐτὸς ὁ νόμος;
§22ΛΕΚΚΑΣ. Ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ κ. Βότζαρη.
§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὶν τῆς μεταβολῆς ἢ μετά;
§24ΛΕΚΚΑΣ. Πρὶν τῆς μεταβολῆς. —Βλέπετε, κύριοι, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ, οὔτε ἔπρεπε νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβον ὡς θέμα νὰ σᾶς παρακαλέσω ν’ ἀποφανθῆτε, οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐβιάσθησαν, ὀλίγον καιρὸν πρὶν τῆς ἐκδόσεως τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου τοῦ στρατοῦ, οἱ ὑπηρετήσαντες κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, ὑπηρετήσαντες κατὰ τὴν ἀντιβασιλείαν, καὶ κατὰ τὴν βασιλείαν, καὶ οἵτινες ὄντες ἀθῶοι, καὶ μὴ ἠξεύροντες νὰ καταφύγουν εἰς τὰ δικαστήρια· ἀλλ’ εἶπον, καὶ πάλιν, οἱ ἀγωνισταὶ οὗτοι τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ οἱ βιασθέντες ὀλίγους μῆνας πρὶν τῆς ἐκδόσεως τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου, ὁποιοιδήποτε καὶ ἂν ᾖναι νὰ ἔλθουν εἰς ἴσην μοῖραν μὲ τοὺς λοιποὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικούς· ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι τοῦτο εἶναι μόνον, ὅτι εἶναι νέα πρότασις; Ὄχι, κύριοι· σᾶς τὸ ἐπιβάλλει ἡ τελευταία Συνέλευσις. Γνωρίζετε, ὅτι ἐπῆλθε μία ἐπανάστασις διὰ νὰ τιμωρήσῃ τὸ κακῶς κείμενον, καὶ ἀφοῦ ἐξώσθη μία βασιλεία, ὁ κατόπιν καρπὸς τῆς ἐπαναστάσεως, ἡ Συνέλευσις αὕτη, κύριοι, ἡ ἐπαναστατικὴ Συνέλευσις αὐτὴ, ἥτις ἦλθε νὰ διορθώσῃ τὴν Ἑλλάδα, διὰ ψηφίσματός της ἀπεφάνθη δικαίως ὑπὲρ αὐτῶν, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πρακτικῶν της τοῦ μηνὸς Ἰουλίου 1863. Διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ, νὰ δώσητε τὴν ἐτυμηγορίαν σας· διότι οἱ ἐμπεριεχόμενοι εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς τελευταίας τῶν Ἑλλήνων Συνελεύσεως, πρέπει νὰ λάβουν τὸ εὐεργετικὸν δικαίωμα.
§25ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ θὰ τὰ βασανίσῃ ἡ ἐπιτροπή.
§26ΛΕΚΚΑΣ. Δὲν ζητῶ, παρὰ νὰ ὑποστηρίξητε σήμερον μίαν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως.
§27ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μᾶς εἴπατε διὰ τίνων μέσων τοὺς ἐξηνάγκασαν.
§28ΛΕΚΚΑΣ. Τὰ μέσα δὲν λέγονται.
§29ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἀγωνιστῶν, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, τί ἔπραξε περὶ τῶν 142 ὀνομάτων, τὰ ὁποῖα ἐθυσίασαν πολλὰ εἰς τὸν ἐθνικὸν ἀγῶνα, καὶ τῶν ὁποίων ὅλαι αἱ ἐθνικαὶ συνελεύσεις, ὅλαι αἱ ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι διωρίσθησαν, ἀνεγνώρισαν τὰ δικαιώματά των. Τώρα ἔρχομαι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀναφοράν. Οἱ ἀναφερόμενοι λέγουν ὅτι αὐτοὶ ἐξεβιάσθησαν, διὰ νὰ ἔλθουν εἰς τὴν τάξιν, εἰς ἣν ἤδη εὑρίσκονται· καὶ δὲν μᾶς ὑποδεικνύουν ποῦ εἶναι τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἐξεβιάσθησαν.
§30ΛΕΚΚΑΣ. Ἀφοῦ θέλετε, θὰ σᾶς τὸ ὑποδείξω ἐγώ.
§31ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐτέθησαν εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, δυνάμει ἑνὸς Νόμου ὑπάρχοντος, καὶ τὸν Νόμον, τὸν ἀπεδέχθησαν καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ λαμβάνουν τὸν μισθόν των, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ὀλίγος, φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ἄνευ ἐξετάσεως ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, καὶ ἂν παρανόμως ἐτέθησαν εἰς τὴν κατάστασιν αὐτήν. Διὸ πρέπει νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορά των εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἥτις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ τοὺς νόμους, καὶ ν’ ἀποφανθῇ ὡρισμένως· καὶ τοῦτο, διὰ νὰ μὴ ἐρχώμεθα ἐνταῦθα νὰ λέγωμεν ὅτι ἄνθρωποι τοῦ ἀγῶνος, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τοῦτο καὶ ἐκεῖνο, ἐτέθησαν εἰς ἴσην μοῖραν μὲ τοὺς στρατιωτικοὺς τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, διότι ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπλησίασαν ποσῶς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ ἐν τούτοις ἔκαμαν θυσίας πολλάς. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ ἐξετάσῃ καὶ βασανίσῃ ἂν οὗτοι ἔχουν δίκαιον ἢ ἄδικον.
§32ΛΕΚΚΑΣ. Ἐγώ, κύριοι, θέλω τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως. Αἱ ἀποφάσεις τῆς Συνελεύσεως εἶναι Νόμος διὰ τὰς βουλάς.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἐπιθυμεῖ λοιπὸν ἡ Βουλή;
§34ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα ἀναφορὰ τοῦ Ἀναστασίου Μαυροκεφάλου ἐκθέτοντος τὰς πολυειδεῖς ὑπὲρ τῆς πατρίδος ὑπηρεσίας του καὶ ζητοῦντος σύνταξιν. Πράγματι εἶναι εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν· ἀγαπᾶτε νὰ συστηθῇ ἡ ἀναφορὰ αὐτή,
§36ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἔκθεσις τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Βουλῆς τῶν ἀποσταλέντων εἰς τὸν δῆμον Στυμφαλείας κατὰ τὴν ἐκλογὴν Κορίνθου. Τί ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλή;
§38ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρακαλῶ, ἐρωτήσατε τὸ τμῆμα ἐπεραίωσε τὴν ἐξέτασιν τῆς ἐκλογῆς;
§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς, ἐκ τῶν ἐνόντων ἐπεραιώσαμεν τὰς ἐργασίας, συνετάξαμεν τὴν ἔκθεσιν καὶ σήμερον πρόκειται νὰ τὴν ὑπογράψωμεν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις.
§41ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε πρέπει νὰ τυπωθοῦν αἱ ἐκθέσεις, ὅσαι ὑπεβλήθησαν.
§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἤμεθα δίκαιοι. Ἀκούω ὅτι πρέπει νὰ τυπωθοῦν ὅλαι αἱ ἐκθέσεις, ἀλλ’ ἂν τυπωθῶσιν ὅλαι αἱ ἐκθέσεις αἱ παρουσιαζόμεναι, τότε περιέχουσι μόνον τὸ ἓν μέρος, διότι νομίζω ὅτι τὰ δύο μέλη ἔχουν καὶ ἑτέραν ἔκθεσιν εἰς τὰ πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα ἔχουν ὑπογεγραμμένα, καὶ τότε πρέπει νὰ τυπωθῶσι καὶ αὐτὰ, ἄλλως ἁπλῶς ν’ ἀναγνωσθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀποφεύγομεν οὕτω τὴν ἀπώλειαν τοῦ χρόνου ὡς ἐκ τῆς τυπώσεως τῶν ἐγγράφων.
§43ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ δὲν εἶναι ὀρθὴ, τοῦ νὰ τυπωθῶσι τὰ πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα συνετάχθησαν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς. Αὐτῶν τῶν πρακτικῶν λαμβάνει γνῶσιν ἡ Βουλή, ὅπως εἰς ὅλας τὰς ἐκλογάς. Πρόκειται νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐκθέσεων μόνον, τὰς ὁποίας εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Βουλῆς, οἱ ὁποῖοι ἐστάλησαν ἐκεῖ.
§44ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ σᾶς εἴπω, διατί ἐπιμένω· ὑποθέσατε ὅτι παρουσιάζονται δύο ἐκθέσεις· μία μὲν, διὰ τῆς ὁποίας μία ἐκλογὴ κηρύττεται παράνομος· λέγει ὅτι κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς ἔλαβον χώραν αἱ δεῖνα καὶ δεῖνα παρανομίαι καὶ ἡ ἐκλογὴ ἑπομένως εἶναι ἄκυρος· ἂν τὰ δύο μέλη ἐντὸς τῶν πρακτικῶν λέγουν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἐνηργήθη μὲ ὅλην τὴν τάξιν καὶ τὰ λοιπὰ, τί θέλετε εἰπεῖ; διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τυπωθοῦν ὅλαι, διὰ νὰ γίνουν γνωσταὶ αἱ σκέψεις των ἐπὶ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης περιστάσεως.
§45ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτὴ ἡ ἔκθεσις, ἡ ὁποῖα παρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλὴν, διατί δὲν παρουσιάσθη εἰς τὸ τμῆμα; Ἡ Βουλὴ ἔχει διωρισμένον τμῆμα, τὸ ὁποῖον ἐξετάζει τὴν ἐκλογὴν καὶ λαμβάνει τὰς πληροφορίας. Διατί παρουσιάζονται σήμερον λοιπὸν, ἀφοῦ τὸ τμῆμα μετὰ τόσον κόπον κατωρθώσαμεν νὰ συνέλθῃ καὶ ἐργασθῇ, καὶ ἐπεραίωσε τὰς ἐργασίας του; Τοῦτο δὲν τὸ ἐννοῶ.
§46ΔΑΓΡΕΣ. Εἶμαι εἷς ἐξ ἐκείνων, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐκλογῆς, ὑπεστήριξα τὴν ἀποστολὴν ἐπιτροπῆς ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἵνα παρασταθῇ κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἐκλογῆς ὅπως ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ἴδῃ καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν· καὶ κατὰ τὴν πεποίθησίν μου ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελον ἐπενεργήσει εἰς τὴν μόρφωσιν τῆς πεποιθήσεως τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ ὑπεστήριξα τὴν γνώμην αὐτὴν, καὶ ἐπροσδόκουν ἀποτελέσματα, διὰ τοῦτο καὶ σήμερον διὰ νὰ ἦμαι συνεπὴς καὶ διὰ νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου ἀκριβέστερον, ὀφείλω νὰ ὑποστηρίξω τὴν τύπωσιν τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς· διότι ἡ τύπωσις θὰ ῥίψῃ φῶς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θὰ δώσῃ καιρὸν εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ μελετήσωσι καὶ νὰ ἴδωσιν ἂν οἱ ἀντιπρόσωποι, τοὺς ὁποίους ἔστειλαν, ἐξεπλήρωσαν τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐστάλησαν, ἢ ἀπέτυχον· τοῦτο δὲ θέλει ὁδηγήσει αὐτὴν καὶ διὰ τὸ μέλλον, ὅπω; λαμβάνῃ τοιαῦτα μέσα ἢ μή. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν τύπωσιν τῶν πρακτικῶν λέγω, ὅτι δὲν ἔχει τὸν τόπον της· διότι πρώτην ἤδη φορὰν παρουσιάζεται πρότασις περὶ τυπώσεως πρακτικῶν. Τὴν τύπωσιν ὅμως τῆς ἐκθέσεως θεωρῶ ἀπαραίτητον, καὶ δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ τὴν ἀρνηθῇ, διότι πρέπει νὰ συμφωνήσῃ πρὸς ἑαυτήν. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως ἕκαστος Βουλευτὴς θέλει μάθει τί διέτρεξεν κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἀκυρωθείσης ἐκλογῆς, καὶ κατόπιν ἕκαστος βουλευτὴς εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του καὶ νὰ φέρῃ τὴν ψῆφόν του.
§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀντὶ αὐτῆς τῆς ἐκθέσεως καθ’ ἑσπέραν συνετάσσετο ἑτέρα ἔκθεσις, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἔλεγον, ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἐνηργήθη οὕτω, καὶ οὕτω· αἱ διάφοροι λοιπὸν αὐταὶ ἐκθέσεις, εἶναι μερικαὶ ἐκθέσεις συντασσόμεναι καθ’ ἑσπέραν καὶ εἶναι ὑπογεγραμμέναι ἀπὸ τὰ δύω μέλη. Ἂν δὲν θέλητε νὰ τυπώσητε καὶ ταύτην, μὴ τὸ πράξητε· ἐγὼ ἐχρεώστουν νὰ τὸ ἀναγγείλω.
§48ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Οἱ πρεσβεύοντες τὴν γνώμην ἔντιμοι συνάδελφοι, ὅτι ἦτον οὐσιωδῶς ἀναγκαῖον νὰ σταλῇ ἐπιτροπὴ εἰς Κορινθίαν, ἥτις νὰ ἐπιτηρήσῃ καὶ κατόπιν νὰ διαφωτίσῃ ἡμᾶς, ἵνα φέρωμεν ψῆφον δικαίαν, δὲν πιστεύω, ὅτι δύνανται ν’ ἀμφισβητήσωσι καὶ ταύτην τὴν ἀλήθειαν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ἐπιτροπὴν εἰδικὴν, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἐντολὴν νὰ ἐπεξεργάζηται πᾶν ὅ,τι ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν ἐξεύρεσιν τῆς ἀληθείας· ἑπομένως ὀρθὴ ἦτον ἡ σκέψις τῶν προαγορευσάντων, ὅτι αἱ ἐκθέσεις αὐταὶ ὤφειλον νὰ μετενεχθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ λάβῃ αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον κατὰ τὴν παρατήρησιν τοῦ βουλευτοῦ Μεσσήνης, καθόσον ὑπάρχει ἑτέρα ἔκθεσις κατὰ πᾶσαν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς συντασσομένη καὶ ὑπογραφομένη, ἡ ὁποία διαβεβαιοῖ ἄντικρυς τὰ ἐναντία τῶν σήμερον ὑποβαλλομένων. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς κατάστασιν νὰ ἐκτιμήσῃ ἀμφότερα, καὶ κατὰ τοῦτο διαφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Καλαμῶν. Πρέπει λοιπὸν νὰ τυπωθῶσι καὶ τὰ πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι ἔκθεσις, τόσῳ περισσότερον, καθόσον ἐγὼ θεωρῶ ἧττον ἀναγκαίαν τὴν τύπωσιν τῆς ἐκθέσεως ταύτης, διότι τὰ μέλη, τὰ ὁποῖα συνέταξαν αὐτὴν εἶναι παρόντα καὶ δύνανται κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ μᾶς διαφωτίσουν, ἕκαστος δ’ ἡμῶν ἔχει καθῆκον νὰ ζητήσῃ καὶ εὕρῃ καὶ ἐξετάσῃ τὸ ἔγγραφον, ἵνα μορφώσῃ πεποίθησιν, ἄλλως θὰ φθάσητε εἰς σύγχυσιν καὶ θὰ περιπέσητε εἰς ἕνα κυκεῶνα. Ὥστε, ἢ πρέπει νὰ παραδεχθῆτε νὰ τυπωθῇ καὶ ἡ ἔκθεσις αὐτὴ καὶ τὰ πρακτικὰ, ἄλλως μόνον ἡ τύπωσις τῆς ἐκθέσεως εἶναι περιττή.
§49ΔΑΓΡΕΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ἀναιρέσω μίαν ἰδέαν ἐσφαλμένην. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μαντινείας νὰ ἐκφράσῃ δισταγμόν τινα, περὶ τοῦ ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει ν’ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, ἣν πρὸς τοῦτο ἀπέστειλεν, διότι εἶναι γεγονός. Ἡ Βουλὴ ἐν τῷ δικαιώματί της, ἐν τῇ φρονήσει της, ἀπεφάσισε νὰ στείλῃ τόσα μέλη, ὅσα ἐστάλησαν εἰς τὴν Κορινθίαν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι καὶ τὸ τμῆμα δὲν δύναται νὰ προβῇ, καὶ ἂς μοι συγχωρηθῇ ἡ ἀπορία αὕτη, πρὶν ἴδῃ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἢ τῶν διαφόρων ἐπιτροπῶν. Πιθανὸν νά μοι εἴπῃ τις, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ εἴτε ὤκνησε, εἴτε δὲν ἐπεμελήθη εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός της, τουτέστι εἰς τὸ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἀναγκαίαν ἔκθεσίν της εἴτε τὸ ὅλον αὐτῆς, εἴτε μέρος. Ἐγὼ ὅμως θέλω νὰ μάθω ἂν τὸ τμῆμα ἐπροσκάλεσε τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς.
§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὰ προσεκάλεσε.
§51ΔΑΓΡΕΣ. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δύναται νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ σήμερον. Δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ μάθῃ τί ἐσκέφθη τὸ τμῆμα καὶ τί εἰργάσθη. Δὲν δύναται δὲ πρὸς τούτοις νὰ ἐξισώσῃ τὰς ἐκθέσεις τῆς ἐπιτροπῆς τῶν βουλευτῶν, μὲ τὰς ἐκθέσεις τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, διότι ἀρνεῖται τὰς προηγουμένας ἀποφάσεις της. Ἡ Βουλὴ, ἂν δὲν εἶχε πεποίθησιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, δὲν ἤθελε προβῆ εἰς τὸ μέτρον αὐτό. Ἀποστείλασα ὅμως αὐτὴν ἔδειξεν ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι οὐδεμίαν πεποίθησιν εἶχεν εἰς τὴν ἐφορευτικὴν ἐπιτροπὴν, ὡς μὴ παρέχουσαν αὐτῇ ἐγγυήσεις. Διὰ τοῦτο εἶπεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, δὲν σοὶ δίδω καμμίαν ἑτέραν ἐξουσίαν ἢ νὰ ἐπιτηρῇς, νὰ βλέπῃς, νὰ βαστᾷς σημειώσεις καὶ κατόπιν νὰ μοὶ εἴπῃς τὰς ἐντυπώσεις σου. Βλέπετε ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ προβῇ πρὶν ἢ ἡ ἔκθεσις τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ καὶ δοθῇ ὁ ὑλικὸς καιρὸς ὅπως τὴν μελετήσωμεν. Δὲν δυνάμεθα ἀκόμη πρὶν ὑποβληθῶσιν ὅλαι αἱ ἐκθέσεις νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν· ἐνδεχόμενον ἓν ἢ δύω μέλη τῆς ἀποσταλείσης ἐπιτροπῆς νὰ ἐκωλύθησαν κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός των, νὰ συνέβη εἰς αὐτὰ λόγος τις ἀνυπέρβλητος, τὸν ὁποῖον δὲν μᾶς εἶπον.
§52ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι μέλος καὶ θ’ ἀπαντήσω.
§53ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ἐννόησα νὰ σᾶς προσβάλω. Λέγω μόνον ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ν’ ἀναιρέσῃ τὰς ἀποφάσεις της, ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ μελετήσῃ ἐπισταμένως τὰς ἐκθέσεις αὐτάς. Ἂν δὲ ὑπάρχῃ κώλυμά τι ἀνυπέρβλητον τότε μόνον ἡ Βουλὴ δύναται νὰ προβῇ.
§54ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρίσκω τὴν συζήτησιν αὐτὴν ὅλως διόλου ἄσκοπον καὶ ματαίαν. Δὲν ἐννοῶ διὰ τί πολεμᾶται ἡ ἰδέα τῆς τυπώσεως τῆς ἐκθέσεως· διότι, λέγουν, δὲν ἐδόθη ἐν καιρῷ εἰς τὸ τμῆμα, ἵνα τὴν ἐξελέγξῃ καὶ φέρῃ τὰς κρίσεις του καὶ καταδείξῃ αὐτὴν ἀντιφάσκουσαν πρὸς ἄλλην τῶν αὐτῶν μελῶν· ἂν τοῦτο ᾖναι, τόσῳ κακὸν δι’ ἐκεῖνα ἂν δὲν τὴν ἔφεραν ἐν καιρῷ, τὸ τμῆμα ἐμόρφωσε τὴν πεποίθησίν του ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα εἶχεν. Ἂν ἡ ἔκθεσις φέρῃ ἀληθείας διὰ τί νὰ μὴ ἐκτεθῶσιν; ἂν ἡ ἐπιτροπὴ ἀντιφάσκῃ πρὸς ἑαυτὴν, τόσῳ χειρότερα δι’ αὐτήν. Ἡ ἔκθεσις τοῦ τμήματος θὰ περιέχῃ ὅλα τὰ συμβάντα (θόρυβος), τὰ ὁποῖα θὰ ἐξάγωνται ἀπὸ τὰ πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα θὰ φέρουν εἰς φῶς, διότι δὲν ἐννοοῦμεν νὰ τὰ κρύψωμεν εἰς τὴν γῆν. Οὕτω φθάνομεν καλλίτερον εἰς τὴν ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν ν’ ἀφήσετε νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ δὲ ἔκθεσις τοῦ τμήματος θὰ περιέχῃ πᾶν ὅ,τι ἐγένετο κατὰ τὴν ἐκλογήν.
§55ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰς αὐτὴν τὴν ἐξέλεγξιν νὰ προβῶμεν μετὰ παῤῥησίας, εἶναι ἡ τελευταία, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ. Δὲν εἶμαι ἐναντίος νὰ μὴ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις· ἐγένετο μόνον παρατήρησις, ἥτις πρέπει νὰ σημειωθῇ, διότι τὰ δύω μέλη αὐτὰ τῆς ἐπιτροπῆς ἐν τῷ δήμῳ Στυμφαλείας περιέμενον νὰ δώσουν τὴν ἔκθεσίν των ἀφοῦ τὸ τμῆμα ἐτελείωσε τὴν ἐργασίαν ταύτην. Τοῦτο πρέπει νὰ διαφωτισθῇ. Περὶ τίνος πρόκειται τώρα; πρόκειται νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις αὐτὴ τῶν μελῶν τῶν ἐν τῷ δήμῳ Στυμφαλείας. Ἀλλὰ μανθάνομεν ὅτι ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τις ἔκθεσις τῶν ἰδίων μελῶν ἀντίθετος εἰς τὴν παρουσιασθεῖσαν. Ἐν τούτοις ἡ Βουλὴ θὰ δικάσῃ ἐπὶ τῶν ἐκθέσεων τῶν μελῶν, ἅτινα ἐξαπέστειλε νὰ ἐπιτηρήσουν τὴν ἐκλογήν, ἑπομένως πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ τὰς δύω ἐκθέσεις ὑπ’ ὄψιν. Δὲν ζητοῦμεν ἡμεῖς νὰ καλύψωμεν τίποτε εἰς τὰ ἔγκατα τῆς γῆς, ἢ ν’ ἀναβιβάσωμεν εἰς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ· ἐκεῖ οἱ ζητοῦν νὰ καλύψουν, οἱ ὁποῖοι ἔφερον τὴν ἔκθεσιν, ἀφοῦ ἐπεραίωσε τὸ τμῆμα τὴν ἐκλογήν, καὶ οὐχὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μετὰ παῤῥησίας ζητοῦν τὴν τύπωσιν ἀμφοτέρων. Τουλάχιστον εἰς αὐτὴν τὴν ἐξέλεγξιν ἂς προβῶμεν μετὰ παῤῥησίας, διότι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κυβέρνησις μᾶς προσεκάλεσε νὰ δώσωμεν παράδειγμα ἠθικοποιήσεως εἰς τὸν λαόν.
§56ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο τινὰ προτείνουν· διατί ἡ ἔκθεσις δὲν παρουσιάσθη εἰς τὸ τμῆμα, καὶ διὰ τί παρουσιάσθη ἀφοῦ ἐξετέλεσε τὸ ἔργον του. Ἀλλ’ ἂν ἐξετέλεσε τὸ ἔργον του δὲν εἶναι γνωστόν, διότι δὲν ὑπέβαλεν ἄχρι τοῦδε καμμίαν ἔκθεσιν εἰς τὴν Βουλήν. Διατί λοιπὸν παρουσιάζονται σήμερον καὶ λέγουν, ὅτι δὲν ἔστειλεν ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἔκθεσίν της; φρονῶ, ὅτι οἱ ἀποσταλέντες ἀντιπρόσωποι εἰς τὴν Βουλὴν ἔπρεπε νὰ παρουσιάσωσι τὴν ἔκθεσίν των, διότι ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐξελέχθησαν καὶ διὰ τῆς Βουλῆς ἔπρεπε νὰ παραπέμψωσιν εἰς τὸ τμῆμα τὴν ἔκθεσίν των· ἐγὼ μετὰ τῶν συναδέλφων μου ὑπεβάλαμεν τὴν ἔκθεσίν μας εἰς τὸ τμῆμα προχθές, διότι συνεδρίασις δὲν ἐγένετο· διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ κακίζουν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, διὰ τοῦτο, διότι ἤδη τὸ τμῆμα δύναται νὰ λάβῃ τὴν ἔκθεσιν. Τὸ νὰ θέλουν δὲ ἤδη τὴν τύπωσιν τῶν πρακτικῶν, διότι περιέχουν ἐκθέσεις ὑπογεγραμμένας, εἶναι ἰσχυρισμὸς ἐναντίον τοῦ ὀρθοῦ λόγου. Ποτὲ εἰς τὴν κεφαλὴν τινος δὲν ἐπῆλθε νὰ ζητήσῃ τὴν τύπωσιν τῶν πρακτικῶν· ἂν θέλουν καὶ αὐτῶν τὴν τύπωσιν, ἂς διατάξουν, ἀλλὰ τότε ἡ ἐκλογὴ θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἑπομένην σύνοδον, καὶ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ μένῃ ἡ ἐπαρχία αὐτὴ ἄνευ ἀντιπροσώπων, ἀφοῦ μάλιστα ὑπέστη νέον ἐκλογικὸν ἀγῶνα. Ὅστις θέλει, κύριοι, νὰ φωτισθῇ ἀπὸ τὰ πρακτικά, ἂς τὰ λάβῃ, καὶ ἂς τὰ ἀναγνώσῃ, καὶ ὁ ἐνδιαφερόμενος, ἂς παρουσιασθῇ νὰ ἐκθέσῃ τὸ περιεχόμενον εἰς τὴν Βουλήν.
§57ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Δὲν ἠθέλομεν ζητήσει τὴν τύπωσιν τῶν πρακτικῶν, ἂν εἰς τὰς ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς τὰ πρακτικά, δὲν ἐλάμβανον μέρος τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τῆς σταλείσης ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἂν αἱ ἐκθέσεις τῶν πρακτικῶν ἐγράφοντο ἀπὸ τὰ μέλη τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, βεβαίως τότε εἶχον δίκαιον οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἐναντιόνονται εἰς τὴν τύπωσιν. Βλέπετε, ὅτι ἡμεῖς οἱ ἐναντιούμενοι ἔχομεν ἰσχυρὸν λόγον, καὶ τὸν ἔχομεν ἰσχυρόν, διότι ἐνθυμηθεῖθε πόσος πάταγος ἔγινε διὰ νὰ σταλῶσιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐκ μονομερίας. Δὲν θέλω τίποτε νὰ εἴπω διὰ τοὺς κυρίους αὐτούς· αὐτὸς ὁ λόγος ἴσα ἴσα μᾶς ἀναγκάζει νὰ γνωρίσωμεν τί τὰ μέλη εἶπον· καὶ μάλιστα ἐμὲ μὲ ἀναγκάζει πολὺ περισσότερον νὰ ἐπιθυμήσω τὴν τύπωσιν τῶν ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἐκθέσεων, ἀφοῦ μάλιστα ἔμαθα, οὐχὶ καθὼς εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ὁμιλῶν καθ’ ὑπόθεσιν. χωρὶς ν’ ἀναφέρῃ συγκεκριμένα πρόσωπα ἀφοῦ ἔμαθε, ὅτι τὰ αὐτὰ μέλη, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπογεγραμμένα εἰς τὴν παρουσιαζομένην ἤδη ἔκθεσιν, εἶναι ὑπογεγραμμένα καὶ εἰς τὰς ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἐκθέσεις· αἱ δὲ δύω ἐκθέσεις ἀντιφάσκουσι μεταξὺ των. Εἶναι δὲ καὶ συμφέρον νὰ τυπωθῶσιν, διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν καὶ τοῦτο, ὅτι πάντες δὲν ἀναγινώσκομεν τὰ πρακτικά, ἐγὼ πρῶτος δὲν λαμβάνω τὴν περιέργειαν, δὲν ἔχω τὸν καιρὸν νὰ ὑπάγω ν’ ἀναγνώσω τὰ πρακτικά, ὥστε νὰ ἦμαι ἐν γνώσει τῶν καθέκαστα. Λαμβάνω μόνον τὴν εὐχαρίστησιν καὶ τὴν εὐκολίαν περισσότερον, ὅταν μοὶ ἔρχωνται ἔντυπα καὶ τὰ ἀναγινώσκω, δύναμαι νὰ τὰ κατανοήσω περισσότερον, ἄλλως τε δὲ καὶ οἱ περισσότεροι δὲν λαμβάνομεν τὸν ἀποχρῶντα καιρὸν νὰ διατρέχωμεν τὰ πρακτικά, κατὰ δὲ τὴν συζήτησιν πιθανὸν καὶ νὰ λησμονήσωμεν περὶ τίνος πρόκειται καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ μὴ δώσωμεν τὴν ψῆφόν μας ἐν συνειδήσει, ἐν γνώσει τῶν διατρεχόντων· διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ, ὥστε νὰ τυπωθῶσιν καὶ αἱ ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἐκθέσεις, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἐκεῖ εἶναι ὑπογεγραμμένα αὐτὰ τὰ ἴδια μέλη τῆς Βουλῆς, ἅτινα παρουσίασαν καὶ τὴν ἔκθεσιν.
§58ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, κύριε πρόεδρε, ὅτι ἂν τὰ μέλη, τὰ ὁποῖα ἔδωκαν τὴν ἔκθεσιν ἔχουν καὶ ἑτέραν ἐναντίαν γραμμένην, καλλίτερον νὰ μὴ δημοσιευθῇ (θόρυβος).
§59ΔΑΓΡΕΣ. Συγχέομεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς οὐσίας, μὲ τὴν τύπωσιν· τώρα πρόκειται περὶ τυπώσεως καὶ ὑπεστήριξαν τὴν τύπωσιν, ὅτι πρέπει νὰ τυπωθοῦν καὶ τὰ ἐν τοῖς πρακτικοῖς· παρατηρῶ ὅμως ὅτι τὰ ἐν τοῖς πρακτικοῖς θὰ τὰ ἐκθέσῃ τὸ τμῆμα, καὶ ἡμεῖς θὰ ἔχωμεν τὴν ἔκθεσιν αὐτήν. Ἐδῶ ὑπάρχουν δύο γνῶμαι, κύριοι, ἡ μία λέγει νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις, ἡ ἄλλη δὲ γνώμη εἶναι νὰ τυπωθοῦν καὶ αἱ ἄλλαι ἐκθέσεις, αἵτινες ἐμπεριέχονται εἰς τὰ πρακτικά, ὡς σημειοῦνται βεβαίως εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ τμήματος.
§60ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔκθεσις τοῦ τμήματος ἀναφέρει ὅ,τι συνέβη, λοιπὸν εἶναι περιττὸν νὰ τυπωθῶσιν αὐτά.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι......
§62ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ψηφοφορίας· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τώρα ζητεῖται, εἶναι γνωστὸν καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ μάθωμεν τώρα.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν συμφωνεῖτε νὰ τυπωθῇ μόνον αὐτὴ ἡ ἔκθεσις;
§64ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§65ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐπανελήφθη ἡ ψηφοφορία τοῦ δήμου Λαγείας, καὶ τὴν πλειονοψηφίαν ἔλαβον ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶχον αὐτὴν καὶ πρότερον· ἡ ἐκλογὴ δὲ διεξήχθη νομίμως καὶ οὐδεμία ἔνστασις ἐγένετο, ἑπομένως ἡ ἔκθεσις εἶναι ἐπικυρωτικὴ, καὶ μάλιστα εἶμαι τῆς ἰδέας νὰ μὴ τυπωθῇ καθόλου.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ. Σᾶς ἐρωτῶ ἐὰν θέλετε νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις αὕτη.
§67ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§68Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν δύναται παρὰ νὰ τυπωθῇ.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§70ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρὶν ἐμβῆτε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κ. πρόεδρε, ἔχω νὰ εἴπω κάτι τι.
§71ΡΟΥΦΟΣ. (γραμματεύς). Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπή Λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὸ περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ΡΙΗʹ. Νόμου περὶ ἐξορύξεως τῶν ἐν τῇ νήσῳ Μήλῳ μυλοπετρῶν καὶ γύψου καὶ τῆς τιμῆς αὐτῶν· Ἐπειδὴ ἡ συνοδεύουσα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ περιέχει ἀποχρῶντας λόγους πρὸς ὑποστήριξιν καὶ παραδοχὴν τοῦ μνησθέντος νομοσχεδίου· Γνωμοδοτεῖ Ἵνα γίνῃ δεκτὸν τὸ εἰρημένον νομοσχέδιον ὅπως ἔχει. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 10 Ὀκτωβρίου 1869.
Ὁ Πρόεδρος
ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ.
Ὁ Εἰσηγητὴς, Κ. Δ. Εὐθυμιόπουλος. Τὰ μέλη. Θ. Ῥωμαῖος, Ι. Μπαλάφας, Α. Μιχαλόπουλος, Ζ. Ζαφειφόπουλος.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. Ἑτέρα γνωμοδότησις.
§73ΡΟΥΦΟΣ. (γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει.) Πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπὴ Λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑποβληθὲν αὐτῇ νομοσχέδιον περὶ συνομολογήσεως τριακονταετοῦς μισθώσεως τοῦ παρὰ τῇ Κύμῃ ἐθνικοῦ μεταλλείου τῶν γαιανθράκων μεταξὺ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς Ἑλληνικῆς μεταλλευτικῆς ἑταιρίας ἀφ’ ἑτέρου· Θεωρήσασα τὰ σχετικὰ τῷ νομοσχεδίῳ ἔγγραφα· Ἐπειδὴ διὰ τοῦ συνταχθέντος μεταξὺ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἑλληνικῆς μεταλλευτικῆς ἑταιρίας συμβολαίου περὶ μισθώσεως τοῦ μεταλλείου τῶν γαιανθράκων Κύμης καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ἐξασφαλίζονται δεόντως καὶ ὠφέλιμοι ὅροι ἐτέθησαν ὑπὲρ αὐτοῦ, ὥστε πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον· Ἐπειδὴ περισσότεραι ἐγγυήσεις παρέχονται εἴς τε τὸ δημόσιον καὶ τὴν ἑταιρίαν, ἐὰν κατὰ τὸ 12 ἄρθρον τῆς συμβάσεως διορίζῃ τὸν διαιτητὴν ἢ ἐπιδιαιτητὴν ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀντὶ τοῦ προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν· Ἐπειδὴ πρὸς ἀποφυγὴν ἀμφιβολιῶν καὶ διενέξεων θεωρεῖται ἀναγκαῖον τοῦ λοιποῦ, ἵνα ἐπὶ ὁμοίας φύσεως παραχωρήσεων τὸ δημόσιον ὁρίζῃ τὰ δικαιώματά του ἢ τὸν φόρον οὐχὶ ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου· Διὰ ταῦτα γνωμοδοτεῖ 1) Νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ἀνωτέρω νομοσχέδιον, ὅπως ἔχει. 2) Νὰ τροποποιηθῇ τὸ 12 ἄρθρον τῆς συμβάσεως, τιθεμένου τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀντὶ τοῦ προέδρου τῶν πρωτοδικῶν, ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν τοῦ διαιτητοῦ ἢ ἐπιδιαιτητοῦ. 3) Νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ τὴν ἐν τῇ τελευταίᾳ αἰτιολογίᾳ εὐχὴν τῆς ἐπιτροπῆς.
Ὁ πρόεδρος
ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ.
Τὰ μέλη Θ. Ῥωμαῖος. Ζ. Ζαρειφόπουλος. Α. Μιχαλόπουλος. Ὁ Εἰσηγητὴς Κ. Εὐθυμιόπουλος.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§75ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ σύμβασις νὰ τυπωθῇ διὰ νὰ τὴν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ αὐτή. Ἀριθ. 11077. Σήμερον, τὴν τετάρτην Σεπτεμβρίου, ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος Πέμπτην, τοῦ χιλιοστοῦ ὀκτακοσιοστοῦ ἑξηκοστοῦ ἐννάτου ἔτους, ἐνώπιον ἐμοῦ τοῦ συμβολαιογράφου καὶ κατοίκου Ἀθηνῶν Γερασίμου Ἀφεντάκη καὶ τῶν μαρτύρων κυρίων Παναγῆ Δ. Τσιτσιμπάκου, ἐπιπλοποιοῦ, καὶ Μιχαὴλ Ν. Βουλίκη, κτηματίου, κατοίκων ἀμφοτέρων Ἀθηνῶν, πολιτῶν ἑλλήνων, γνωστῶν μου καὶ εἰς οὐδεμίαν τοῦ νόμου ὑπαγομένων ἐξαίρεσιν, ἐνεφανίσθησαν οἱ γνωστοί μου, ἀφ’ ἑνὸς ὁ κύριος Βασίλειος Τ. Οἰκονομίδης, διευθυντὴς τοῦ δικαστικοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, κάτοικος Ἀθηνῶν, ἐνεργῶν ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀντιπροσωπεύοντος τὸ δημόσιον, δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 44814 καὶ ἀπὸ τρίτης Σεπτεμβρίου ἐνεστῶτος ἔτους διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὁ κύριος Μάρκος Ῥενιέρης, διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, κάτοικος ἐπίσης Ἀθηνῶν, ἐνεργῶν ὡς πρόεδρος τοῦ διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ἑταιρίας ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἑλληνικὴ Μεταλλευτικὴ Ἑταιρία» καὶ ᾐτήσαντο τὴν σύνταξιν τοῦ παρόντος συμβολαίου, δι’ οὗ συνεφώνησαν τὰ ἑπόμενα. Ἄρθρον 1. Παραχωρεῖται εἰς ἐκμίσθωσιν εἰς τὴν ἑταιρίαν ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἑλληνικὴ μεταλλευτικὴ ἑταιρία» ἑδρεύουσαν ἐν Ἀθήναις, τὸ δικαίωμα τῆς μεταλλεύσεως τοῦ παρὰ τῇ Κύμῃ ἐθνικοῦ μεταλλείου τῶν γαιανθράκων, ἐκτάσεως στρεμμάτων τριῶν χιλιάδων ἑκατὸν τριάκοντα δύο καὶ τριακοσίων τεσσαράκοντα ἐννέα μέτρων τετραγωνικῶν, καὶ συνορεύοντος, πρὸς ἀνατολὰς μὲ ῥεῦμα Βουβαλόπετρας καὶ λόφον Κουτσικιᾶς καὶ Καλοφάρου, πρὸς δυσμάς μὲ χωρίον Βίτελι καὶ ἐκκλησίαν Παναγίας μέχρι τῆς συναντήσεως μεταξὺ τῶν δύο μεγάλων διακλαδώσεων τοῦ ποταμοῦ, πρὸς ἄρκτον μὲ τὸ χωρίον Βίτελι, τὸν ῥύακα Μαυτολέκα (Ἀσήμως χωράφια) μέχρι τοῦ ῥεύματος Βουβαλόπετρας, πρὸς μεσημβρίαν μὲ λόφον Καλοφάρου, καὶ ἐκτεινομένου κατ’ εὐθεῖαν μέχρι τοῦ χωρίου Μαχαλᾶ, καὶ ἀπολήγοντος εἰς τὴν ὡς εἴρηται ἕνωσιν τῶν δύο διακλαδώσεων τοῦ ποταμοῦ, ὑπὸ τοὺς ἑξῆς ὅρους καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιφύλαξιν τῆς νομοθετικῆς κυρώσεως τῆς παρούσης συμβάσεως. Ἄρθρον 2. Ἡ διάρκεια τῆς ἐκμισθώσεως ἀρχομένη ἀπὸ τῆς νομοθετικῆς κυρώσεως, προσδιορίζεται εἰς τριάκοντα ἔτη. Ἄρθρον 3. Ἡ Ἑλληνικὴ μεταλλευτικὴ ἑταιρία ὑποχρεοῦται πρὸ τῆς ἐνάρξεως πάσης ἐργασίας, ἅμα εἰδοποιηθεῖσα, νὰ διορίσῃ ἐντὸς δέκα τὸ βραδύτερον ἡμερῶν τὸν πληρεξούσιον αὐτῆς ὅπως λάβῃ μέρος εἰς τὴν διὰ πραγματογνωμόνων ἐκτίμησιν τῶν δαπάνῃ τοῦ δημοσίου κατασκευασθέντων ὑπογείων καὶ ἄλλων ἐν τῷ ῥηθέντι μεταλλείῳ ἔργων, ἂν τούτων ποιήσῃ χρῆσιν ἡ ἑταιρία, καὶ νὰ προκαταβάλῃ τὴν προσδιορισθησομένην ἀποζημίωσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἡ πραγματογνωμοσύνη θέλει ἐνεργηθῆ ὑπὸ πέντε πραγματογνωμόνων, ἐξ ὧν δύο διορίζει τὸ δημόσιον, καὶ δύο ἡ ἑταιρία, τὸν δὲ πέμπτον ὁ πρόεδρος τῶν ἐνταῦθα Πρωτοδικῶν. Ἄρθρον 4. Ἡ αὐτὴ ἑταιρία ὑποχρεοῦται νὰ κάμῃ ἔναρξιν τῶν μεταλλευτικῶν ἐργασιῶν ἐντὸς ἓξ μηνῶν μετὰ τὴν καταβολὴν τοῦ διὰ πραγματογνωμοσύνης ὁρισθέντος ποσοῦ, καὶ νὰ ὑποβάλῃ ἐντὸς τοῦ ὡς εἴρηται ἀνωτέρω χρονικοῦ διαστήματος τὸ διάγραμμα τοῦ μεταλλείου εἰς τριπλοῦν καὶ ὑπὸ σμίκρυνσιν ἑνὸς δεκάκις χιλιοστοῦ· ὑποχρεοῦται προσέτι εἰς τὸ τέλος ἑκάστου μεταλλευτικοῦ ἔτους νὰ ὑποβάλλῃ ἀπόσπασμα τοῦ διαγράμματος τοῦ μεταλλούχου χώρου, ἐν ᾧ γίνεται ἡ μετάλλευσις, περιλαμβάνον ἐν λεπτομερείᾳ καὶ ὑπὸ σμίκρυνσιν ἑνὸς χιλιοστοῦ τὰ διάφορα ὑπόγεια ἔργα, οἷον στοὰς, ψυχαγώγια καὶ λοιπὰ κατασκευάσματα, ὡς καὶ τὴν διεύθυνσιν, τὴν κλίσιν καὶ τὰς διαστάσεις τῶν διαφόρων γαιανθρακοστρωμάτων τοῦ μεταλλείου. Ἄρθρον 5. Ὑποχρεοῦται ὡσαύτως ἡ αὐτὴ ἑταιρία νὰ συμμορφωθῇ ἀκριβῶς μὲ τὰς σχετικὰς διατάξεις τῆς περὶ μεταλλείου νομοθεσίας, ἀκολουθοῦσα σχέδιον μεταλλεύσεως τοιοῦτον, ὁποῖον νὰ μὴ βλάπτῃ οὔτε τὸν πλοῦτον, οὐδὲ τὴν κανονικὴν μετάλλευσιν τοῦ μεταλλείου εἰς τὸ μέλλον. Ἄρθρον 6. Ἡ ἑταιρία θέλει πληρόνει ἐτησίως εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ά.) Πέντε τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ προϊόντος, ἀφ’ οὗ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τούτου μόνα τὰ ἔξοδα τοῦ ὑλικοῦ καὶ τῆς ἐργασίας, τὰ χρησιμεύσαντα εἰς τὴν ἐξόρυξίν των. βʹ.) Προσέτι λεπτὸν ἓν διὰ τὸν κατὰ τὸ ἄρθρ. 31 τοῦ ΧϞʹ. νόμου ἀπαρτισμὸν ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου ἐπὶ τοῦ ὡς εἴρηται καθαροῦ προϊόντος. γʹ.) Πέντε τοῖς ἑκατὸν διὰ μέρισμα εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τῆς ἐπιφανείας ἐπὶ τοῦ ὡς εἴρηται καθαροῦ προϊόντος. δʹ.) Τρία λεπτὰ διὰ πᾶν στρέμμα τῆς ἐκτάσεως τοῦ μεταλλείου. Ἡ καταβολὴ τῶν τριῶν τούτων λεπτῶν ἄρχεται ἀπὸ τῆς κυρώσεως τῆς παρούσης συμβάσεως. Ἄρθρον 7. Ὁ ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ καὶ ἐν τοῖς §§ α, β, φόρος, καὶ τὸ ἐν § γ μέρισμα θέλει μὲν προσδιορίζεσθαι ἀκριβῶς κατ’ ἔτος, ἀλλὰ τῆς πληρωμῆς αὐτῶν πρὸς τὸ δημόσιον, χάριν ἐμψυχώσεως τῆς ἑταιρίας, ἀπαλλάσσεται αὕτη ἐπὶ πενταετίαν ἀπὸ τῆς κυρώσεως τῆς παρούσης συμβάσεως, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ποσότητα ἐκείνην τῶν γαιανθράκων, ἥτις θέλει ἀμέσως ἀπ’ εὐθείας χρησιμεύσει εἰς τὴν καμίνευσιν τῶν ἑλληνικῶν μεταλλευμάτων τοῦ σιδήρου, συμπεριλαμβανομένης εἰς ταύτην καὶ τῆς καταναλισκομένης ποσότητος εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας τῆς Κυβερνήσεως. Ἄρθρον 8. Ἡ ἑταιρία ὑποχρεοῦται νὰ χορηγῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς κυβερνήσεως μέχρι τοῦ ἡμίσεως τῆς κατ’ ἔτος μεταλλευομένης ποσότητος τῶν γαιανθράκων, ἄνευ οὐδενὸς κέρδους, ἢ εἰς τιμὴν κατὰ δώδεκα τοῖς ἑκατὸν κατωτέραν τῆς τρεχούσης κατ’ ἐκλογὴν τῆς κυβερνήσεως. Ἄρθρον 9. Εἰς τὴν ἑταιρίαν ἐπιτρέπεται, διὰ τὰ πρῶτα πέντε ἔτη, ἐλευθέρα τέλους εἰσαγωγὴ εἰς ὅλας τὰς διὰ τὰς ἐργασίας τῆς μεταλλεύσεως τοῦ ἐθνικοῦ μεταλλείου τῶν γαιανθράκων χρησίμους μηχανὰς καὶ ἐργαλεῖα. Ἄρθρον 10. Ἐὰν ἡ μίσθωσις μετὰ τὴν λῆξιν δὲν ἀνανεωθῇ, εἴτε ἐπ’ ὀνόματι τῆς αὐτῆς ἑταιρίας, εἴτε ἐπ’ ὀνόματι τρίτου, τὸ μεταλλεῖον περιέρχεται εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου κατὰ τὰ ἐν ἑπομένῳ ἄρθρῳ διαλαμβανόμενα. Ἄρθρον 11. Πᾶσα διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς μεταλλεύσεως, ἥτις ἤθελε διαρκέσει ἐπὶ μῆνα μετὰ τὴν πρὸς ἐξακολούθησιν αὐτῆς διαταγὴν τῆς κυβερνήσεως, ἢ πᾶσα καθυστέρησις πληρωμῆς τῶν νενομισμένων φόρων μετὰ δέκα ἡμέρας ἀπὸ τῆς προσκλήσεως τοῦ ἁρμοδίου ταμείου, ἢ ἡ μὴ ἐκτέλεσις τῶν ἐν τῇ παρούσῃ συμβάσει διαλαμβανομένων ὅρων μετ’ ἀνωφελῆ πρόσκλησιν πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῶν, συνεπάγεται τὴν ἔκπτωσιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκμισθώσεως, τὰ δὲ κατασκευασθέντα ἔργα ὑπὸ τῆς ἑταιρίας περιέρχονται μετὰ τοῦ μεταλλείου εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου, ἄνευ τινὸς ἀποζημιώσεως εἰς τὴν ἑταιρίαν, πλὴν τοῦ σιδηροδρόμου, διατηρουμένου ὑπὸ τὴν κυριότητα τῆς ἑταιρίας. Ἡ ἔκπτωσις αὕτη ἀπαγγέλλεται διὰ Β. διατάγματος, προκαλουμένου ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῶν ἐσωτερικῶν. Ἄρθρον 12. Πᾶσα ἑτέρα διένεξις μεταξὺ δημοσίου καὶ μισθωτοῦ ἐκ τῆς συμβάσεως πηγάζουσα, διαλύεται διαιτητικῶς καὶ ἀνεκκλήτως, διοριζομένων ἀμφοτέρωθεν δύω διαιτητῶν. Ἐν περιπτώσει δὲ διαφωνίας τούτων, ἢ ἄν τις τῶν συμβαλλομένων, καί τοι προσκαλούμενος, δὲν διορίσῃ τὸν διαιτητήν του, ὁ πρόεδρος τῶν ἐν Ἀθήναις πρωτοδικῶν διορίζει τὸν ἐπιδιαιτητὴν ἢ τὸν διαιτητήν· Ταῦτα συνομολογησάντων καὶ παραδεχθέντων τῶν συμβαλλομένων ὑπὸ τὰς ἰδιότητάς των, συνετάχθη τὸ παρὸν συμβόλαιον ἐν Ἀθήναις, ἐν τῷ καταστήματι τοῦ ὑπουργείου τῶν οἰκονομικῶν, κειμένῳ ἐπὶ τῆς πλατείας τοῦ νομισματοκοπείου ὅπου μετέβην προσκληθεὶς, τὸ ὁποῖον ἀναγνωσθὲν εὐκρινῶς καὶ μεγαλοφώνως εἰς ἐπήκοον τῶν συμβαλλομένων καὶ τῶν μαρτύρων, ὑπεγράφη παρ’ αὐτῶν καὶ ἐμοῦ. Οἱ μάρτυρες Μιχαὴλ Ν. Βουλίκης Παναγῆς Α. Τζιτζιμπάκος Οἱ συμβαλλόμενοι Β. Τ. Οἰκονομίδης Μ. Ῥενιέρης. Ὁ συμβολαιογράφος Ἀθηνῶν (Τ. Σ.) Γ. Ἀφεντάκης. Ἀκριβὲς ἀντίγραφον.—Ἀθῆναι, αὐθημερὸν Ὁ συμβολαιογράφος Ἀθηνῶν Γ. Ἀφεντάκης.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται διὰ δευτέραν φορὰν τὸ νομοσχέδιον....
§78ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, νὰ δίδετε ἴσην προσοχὴν εἰς ὅλους.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως προηγεῖται τῆς ἡμερησίας διατάξεως πᾶσα νέα πρότασις.
§80ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρό τινος εἰσήχθησαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρὰ τῆς κυβερνήσεως καὶ παρὰ Βουλευτῶν προτάσεις καὶ νομοσχέδια περὶ ληστείας· περιττὸν νὰ μακρηγορήσω ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἐὰν ἦναι κατεπεῖγον ἢ ὄχι· εἰς αὐτὸ πιστεύω νὰ ἤμεθα ὅλοι σύμφωνοι καὶ δὲν λέγω τίποτε. Πρὸ ἑνὸς μηνὸς ἐπανελάβομεν τὰς συνεδριάσεις καὶ περὶ ληστείας δὲν εἴπομεν τίποτε· προτείνω λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπειδὴ αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν ἠξεύρουν τί κάμνουν, νὰ ὁρίσῃ ῥητὴν προθεσμίαν τριῶν ἡμερῶν, καὶ ἐντὸς αὐτῆς τῆς προθεσμίας ἡ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιτροπὴ νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της καὶ μετὰ δύο ἡμέρας νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ὀφείλω ὡς ἐκ τῶν καθηκόντων μου νὰ δώσω μερικὰς πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐστάλη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἕκτην Ὀκτωβρίου, προσέτι δὲ ὅλαι αἱ σχετικαὶ προτάσεις τὴν ὀγδόην· πρὸ ἡμερῶν ἡ ἐπιτροπὴ συνῆλθε καὶ ἅπαξ καὶ δὶς καὶ τρὶς, ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν παραβιάσωμεν καθόσον ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη συνῆλθε καὶ ἐξέλεξε καὶ τὸν εἰσηγητήν της· νομίζω λοιπὸν ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν καμμίαν παρατήρησιν εἰς αὐτὴν· ἐάν αὕτη ἐντὸς διαρκείας, τὴν ὁποίαν ἐπιτάττει τὸ ἀντικείμενον, δὲν κάμῃ τίποτε, τότε ἠμποροῦμεν νὰ ὁρίσωμεν τὴν ἡμέραν.
§82ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὴν τετάρτην.....
§83ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὸ σπουδαιότερον ἀντικείμενον τῆς Βουλῆς, τὸ ζήτημα τῆς ἡμέρας ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, εἶναι ἡ ληστεία· ἀλλὰ, κύριε πρόεδρε, εἶναι ἀντικείμενον μιᾶς ἡμέρας, τριῶν ἡμερῶν; Ἔχομεν χρόνους ὁλοκλήρους ὅπου καταμαστιζόμεθα. Ἂς πιστεύσῃ ὁ κύριος Λομβάρδος ὅτι αἱ φωναὶ, τὰς ὁποίας ὑψώνομεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ μέτρων καταλλήλων, εἶναι καὶ ἔσονται μάταιαι, ἐὰν δὲν ὑπάρξωσι μέτρα ἀνάλογα πρὸς ἐξόντωσιν τῆς ληστείας. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν σκοπὸν νὰ διέλθωμεν τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ ἀβρόχοις ποσὶν, ἂς ὑποφέρωμεν ἀκόμη ὀλίγας ἡμέρας· ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἐργασθῇ σπουδαίως, διότι σπουδαῖον εἶναι τὸ ἀντικείμενον καὶ πολλαὶ αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλην παρατήρησιν ἔχετε νὰ κάμετε, προκαταρκτικήν;
§85ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§86Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Δευτέρα ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ἔργων τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου (ἀναγινώσκει). Ὑπάρχει καὶ τροπολογία· ἡ ἑξῆς. Τροπολογία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ἔργων τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου. Τὸ ἐδάφιον βʹ. τοῦ ἄρθρου 1. τροπολογεῖται οὕτω. «βʹ.) τῶν πρακτικῶν τῶν Συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς ὡς καὶ πάσης ἄλλης αὐτῆς ἐργασίας.» Μετὰ τὸ ἐδάφ. εʹ.) τοῦ Νομοσχεδίου νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς. «ϛʹ.) Τῶν ἐκδιδομένων ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ στόλου ἐγγράφων, ὡς καὶ τῆς ἐπὶ τῶν Ὀλυμπίων καὶ κληροδοτημάτων ἐπιτροπῆς» Γ. Μ. ΡΟΥΦΟΣ.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, κύριοι;
§88ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη διὰ δευτέραν φορὰν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ἔργων τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον διὰ πρώτην φορὰν τὸ περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ νομοσχέδιον.
§90ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ διασαφήσητε ἕνα πρᾶγμα.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἡ πρώτη ἀνάγνωσις, κ. Ναύαρχε.
§92ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. Πολὺ καλά· ἔχω τὸν λόγον ὕστερον εἰς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον. Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ περὶ ἀγορᾶς οἰκίας διὰ τὰ γραφεῖα τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν νομοσχεδίου διὰ πρώτην φοράν.
§93ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, δύο λέξεις. Κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον διὰ νὰ κτισθῇ ἓν δημόσιον κατάστημα πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἷς προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων, ἓν σχέδιον κτλ. Τώρα διὰ νὰ ἀγορασθῇ τοιοῦτον κατάστημα, πρέπει νὰ ἠξεύρωμεν ὡρισμένως τὴν οἰκίαν, τὸ ποσὸν τῆς ἀγορᾶς καὶ ἕνα σχέδιον. Κανὲν ἀπ’ αὐτὰ δὲν ἔχομεν.
§94Δ. ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ. (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Ἂν θέλετε νὰ δώσω τώρα πληροφορίας, δύναμαι.
§95ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ εἶπον τώρα, διὰ νὰ μὴν τὸ εἴπω εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, καὶ μοὶ εἴπητε ὅτι δὲν εἶναι καιρός.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§97ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀφοῦ θέλει νὰ πληροφορήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τώρα, διατί λέγει ὁ κ. πρόεδρος ὄχι;
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν λέγω ὄχι.
§99Δ. ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ (ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Προτίθεμαι ν’ ἀγοράσω τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Σκυλίτση· ἔστειλα ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία εἶδε τὸ κτῆμα αὐτὸ καὶ ἔκρινε δι’ ἐκθέσεώς της, ὅτι εἶναι πολὺ κατάλληλον δι’ ὑπουργεῖον.
§100ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπάρχει ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς;
§101Δ. ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Ὑπάρχει· εἶναι εἰς ἐκπεσμόν· θὰ τὴν πάρωμεν ἑξήκοντα ἑπτὰ χιλιάδας ἴσως.
§102ΛΕΚΚΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ.....
§103ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἡ πρώτη ἀνάγνωσις εἶναι.
§104ΛΕΚΚΑΣ. Ἂς ἦναι ἡ πρώτη καὶ ὀγδόη, θὰ πολεμήσωμεν ἐν καιρῷ, τὸ ὑπουργεῖον ὅπου ἔχει τὸ δίκαιόν του θὰ τοῦ τὸ εἴπωμεν, ὅμως, κύριοι, εἶμαι ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀττικῆς Ἀθηναῖος, καὶ γείτων τῆς οἰκίας αὐτῆς· ἂν θέλετε γνωρίζω τὶ ἐδαπανήθη πρὸς οἰκοδομὴν αὐτῆς· ἂν πρόκειται περὶ τῆς οἰκίας, τῆς ἄντικρυ τοῦ καταστήματος τῆς ἀστυνομίας, τοῦ κ. Σκυλίτζη, ὅπου τώρα εἶναι ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα μέχρι τῶν 70 χιλιάδων δραχμῶν συμφέρει νὰ τὴν ἀγοράσωμεν. Βλέπετε, σᾶς λέγω ποῦ εἶναι, ἑπομένως ἕκαστος νὰ διευθυνθῇ νὰ τὴν ἴδῃ. Τὰ πλημμελῆ ἔργα τῆς κυβερνήσεως θὰ τὰ πολεμήσωμεν, τὰ δίκαια δὲ θὰ τὰ ὑπερασπισθῶμεν πάντοτε.
§105ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πιστεύω ὅλα ὅσα εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς περὶ τῆς οἰκίας, τὴν ὁποίαν προτίθεται ν’ ἀγοράσῃ· ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ὅπως εἶναι συντεταγμένον τὸ νομοσχέδιον, δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν· πρῶτον, διότι ἀντίκειται εἰς τὸν λογιστικὸν νόμον καὶ δεύτερον διότι δὲν ὁρίζει τὸ ποσὸν ἀντὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται ν’ ἀγορασθῇ ἡ οἰκία· ὁ νόμος λέγει ῥητῶς, ὅτι διὰ τὴν κατασκευὴν οἱουδήποτε δημοσίου ἔργου ἀπαιτοῦντος δαπάνην ἀνωτέραν τῶν 3 χιλιάδων δραχμῶν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ζητῆται πίστωσις εἰμὴ ἢ δι’ εἰδικοῦ νόμου, ἢ δι’ εἰδικοῦ ἄρθρου, καταχωριζομένου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν πρέπει νὰ παρουσιάζεται καὶ προϋπολογισμὸς τῆς ὁλικῆς δαπάνης, ἐκ τοῦ ὁποίου θέλει ἐννοήσει ἡ Βουλὴ τὰ καθέκαστα τοῦ ἔργου. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ τὸ ὑπουργεῖον καὶ νὰ εἴπῃ, δότε μοι 100 χιλιάδας διὰ νὰ κάμω καταστήματα, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ παρουσιάσῃ τακτικὸν λογαριασμὸν διὰ νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς χρησιμότητος αὐτοῦ καὶ περὶ τῆς δαπάνης. Τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ γίνεται ὅταν πρόκειται περὶ ἀγορᾶς καταστήματος, διότι δὲν βλέπω οὐδεμίαν διαφορὰν μεταξὺ ἀγορᾶς καὶ κατασκευῆς, καὶ αὐτὴν τὴν τακτικὴν ἠκολούθησαν ὅλαι αἱ κυβερνήσεις. Προσφάτως μάλιστα ἡ προκάτοχος κυβέρνησις θελήσασα ν’ ἀγοράσῃ τὴν οἰκίαν τοῦ Χατζῆ Πέτρου, παρουσίασε ἔκθεσιν μηχανικῶν καὶ ἐζήτησε πίστωσιν 130 χιλιάδων δραχμῶν. Τοιοῦτόν τι ἔπρεπε νὰ κάμῃ καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν σήμερον. Ἐὰν ἐνόμιζεν ὅτι διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀγορασθῇ ἡ οἰκία τοῦ Σκυλίτζη ὤφειλε νὰ παρουσιάσῃ τὸ πρωτόκολλον τῆς ἐκτιμήσεως, τὰς ἐκθέσεις τῶν ἁρμοδίων προσώπων, καὶ νὰ φέρῃ νομοσχέδιον ἐπιτρέπον ὡρισμένως τὴν ἀγορὰν τῆς οἰκίας ταύτης. Ὁ κ. ὑπουργὸς ὄχι μόνον δὲν λέγει διὰ τοῦ νομοσχεδίου ποίαν οἰκίαν θ’ ἀγοράσῃ, ὄχι μόνον δὲν παρουσιάζει τὰς ἐκθέσεις τῶν μηχανικῶν, ἀλλὰ δὲν μᾶς λέγει οὔτε πόσην πίστωσιν ζητεῖ, διότι κατὰ τὸ δεύτερον ἄρθρον κανονίζονται 7 χιλιάδες δραχμαὶ διὰ χρεωλύσιον καὶ τόκον. Ἐπειδὴ δὲ ὁ τόκος δύναται κατὰ τὸ αὐτὸ ἄρθρον νὰ ὑπερβαίνῃ τὰς 8%, ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ τὸ κεφάλαιον, ἐὰν ἐγνώριζε διὰ πόσα ἔτη θὰ γίνεται ἡ πληρωμή.
§106Δ. ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ. (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Τὸ λέγει ἡ ἔκθεσις.
§107ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· πρέπει νὰ εἴπῃ τὸ νομοσχέδιον διὰ πόσα ἔτη θὰ γίνῃ καὶ ἡ πληρωμὴ, διότι ἐὰν πρόκειται διὰ δέκα ἔτη τὸ ποσὸν θὰ ἦναι 30 ἢ 40 χιλιάδες, ἂν ἦναι 20 ἔτη θὰ εἶναι 70 ἢ 100· δὲν ἠξεύρω καὶ ἐγὼ πόσον θὰ καταντήσῃ τὸ κεφάλαιον. Δι’ αὐτὸ φρονῶ ὅπως εἶναι συντεταγμένον τὸ νομοσχέδιον δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ δεκτόν, ἀλλὰ πρέπει νὰ παρουσιασθῇ ἄλλο, τὸ ὁποῖον νὰ ὁρίζῃ τὴν οἰκίαν, καὶ τὴν τιμὴν ἀντὶ τῆς ὁποίας θέλει ἀγορασθῇ.
§108Δ. ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Κατὰ πρῶτον παρατηρῶ ὅτι ἦτο περιττὸν νὰ ὑποβάλω σχέδιον οἰκοδομῆς, διότι δὲν πρόκειται ν’ ἀνεγείρωμεν τοιαύτην, ἀλλὰ καὶ τούτου δοθέντος δὲν προσδιωρίσθη, ὡς ἀντιτάσσεται, ποτὲ τὸ ποσόν· κατόπιν δὲ ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν θὰ γίνῃ σχέδιον, θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, θὰ ἐπικυρωθῇ καὶ κατόπιν θὰ γίνῃ ἡ ἀγορά· ποτὲ δὲν παρουσιάσθη σχέδιον, τὸ πολὺ διὰ διατάγματος ἐγκρίνεται, ὡς ἐπ’ ἐσχάτων ἐγένετο διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τὸν στρατῶνα τοῦ ἱππικοῦ, διορίζει τὸ ὑπουργεῖον τοὺς μηχανικοὺς διὰ νὰ κάμουν τὸ σχέδιον, τὸ ὑποβάλλουν εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ αὐτὸ τὸ ἐγκρίνει· πολὺ περισσότερον σήμερον ὅτε τοὺς εἶπα ῥητῶς, ὅτι ἔχω σκοπὸν ν’ ἀγοράσω τὴν οἰκοδομὴν τοῦ κ. Σκυλίτζη, ἡ ὁποία εἶναι γνωστὴ, καὶ ἡ ὁποία ἀξίζει πλέον τῶν 100 χιλιάδων δραχμῶν· ἐγὼ ἐνόμιζον ὅτι ἔπρεπε νὰ θαυμάσουν διὰ τὴν οἰκονομίαν αὐτήν.
§109ΚΟΡΙΖΗΣ. Φέρε τὸ συμβόλαιον καὶ τότε.
§110Δ. ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Λοιπὸν λέγω ὅτι ἦτο περιττὸν ν’ ἀναφέρω καὶ τὸ ποσὸν, διότι δὲν ἦλθον εἰς καθαρὰν συμφωνίαν· ἦλθεν ὁ ἀντιπρόσωπος καὶ μὲ εἶπεν ὅτι δυνάμεθα νὰ συμφωνήσωμεν μὲ 67, ἢ ἑξήκοντα ἑπτάμισυ χιλ. δραχμῶν. Λοιπὸν ὑπέβαλα τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον καὶ κατόπιν ἐσκέφθημεν νὰ φέρωμεν ἕνα νόμον. Συμφώνως ἔκαμα καὶ τὴν ἀναλογίαν τοῦ τόκου καὶ χρεωλύτρου καὶ ἐντὸς 20 ἐτῶν θὰ πληρώσωμεν τὰς 67½ χιλιάδας δραχμῶν. Ἐνόμισα περιττὸν νὰ εἴπω ὅτι μετὰ 20 ἔτη θὰ πληρωθῇ, καὶ νὰ τὸ εἴπω τοῦτο εἰς τὸ νομοσχέδιον, εἶπον μόνον ὅτι θέλει πληρόνεσθαι τόκος καὶ χρεώλυτρον τόσον.
§111ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαῖον νὰ εἰδοποιήσωμεν ἀπὸ σήμερον τὸν κ. ὑπουργὸν διὰ νὰ τὸν καταστήσωμεν προσεκτικὸν ἐπὶ τῶν ἐνστάσεών μας. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι πρώτη ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἐξακολουθοῦμεν τὴν συζήτησιν σήμερον· ἐπιφυλασσόμεθα ὅμως νὰ τὴν ἐπαναλάβωμεν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§112ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Κ. Πρόεδρε, ὅλα αὐτὰ ἐγένοντο διὰ νὰ φωτισθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς, καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ ᾖναι ἐνήμερος ὅλων εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. Θέλω καὶ ἐγὼ ἀκόμη νὰ κάμω γνωστὸν εἰς αὐτὸν τοῦτο, ὅτι ἡ οἰκοδομὴ αὕτη παρεχωρήθη εἰς ἕνα ἄλλον διὰ δραχ. 63 χιλ. Τοῦτο φέρω εἰς γνῶσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ νὰ γνωρίζῃ, ὥστε εἰς τὰς διαπραγματεύσεις του νὰ μὴ ἀπατηθῇ.
§113ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ. Μοὶ ἐφάνη, ὅτι εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι πρόκειται νὰ κατασκευασθῇ ἢ κατασκευάζεται στρατών· εἶναι τοῦτο ἀληθές;
§114ΣΚ. ΣΟΥΤΣΟΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Διατί σᾶς φαίνεται παράδοξον;
§115ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὑπάρχει, πίστωσις;
§116ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ. Ὑπάρχει μάλιστα.
§117ΜΙΛΗΣΗΣ. Οὔτε ἐγὼ γνωρίζω πίστωσιν περὶ τούτου, οὔτε ἡ Βουλή. Ἰδοὺ τὸ παράξενον. Ἐξακολουθεῖ καὶ περατοῦται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ περὶ ἀγορᾶς οἰκίας διὰ τὸ γραφεῖον τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον διὰ πρώτην φοράν.
§118ΜΑΝΕΤΑΣ. Ὑποβάλλω τὴν ἔκθεσιν τοῦ τμήματος ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Κορινθίας. (τὴν καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον ἴδε παραρτ. ἀριθ. 16).
§119ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ.
§120ΕΤΕΡΟΙ. Εἶναι περιττὴ ἡ ἀνάγνωσις.
§121ΜΑΝΕΤΑΣ. Τὸ τμῆμα προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν, ἐπιφυλασσόμενον ἂν κατόπιν προταχθῶσι καὶ ἄλλα γεγονότα, νὰ τροποποιήσῃ τὴν γνώμην του, διότι οὐδεμίαν πληροφορίαν ἔλαβεν ἀπὸ τὰ μέλη τὰ ἀποσταλέντα εἰς Κορινθίαν, ἰδίως εἰς Τρίκαλα καὶ Στυμφαλίαν.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. Ἔχομεν ἤδη τὴν παραίτησιν τοῦ βουλευτοῦ Παρνασσίδος κ. Κεχαγιᾶ.
§123ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ ἀποῤῥιφθῇ.
§124ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ παραδεχθῇ.
§125ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Προτοῦ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἴδωμεν τί εἶναι ἐκπεφρασμένον εἰς τὰ πρακτικὰ ἐκ μέρους αὐτοῦ διὰ τὴν παραίτησίν του (θόρυβος). (Ἀναγινώσκονται ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν τῆς 23 συνεδριάσεως τῆς 7 Ἰουλίου τὰ ἑξῆς·) «Ἐνταῦθα ὁ βουλευτὴς Παρνασσίδος κ. Κεχαγιᾶς, ὑπέβαλε προφορικῶς τὴν παραίτησίν του ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, λέγων ὅτι συνεπὴς πάντοτε πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νὰ πολεμῇ τὴν παρανομίαν δὲν δέχεται νὰ ᾖναι προϊὸν τοιαύτης, καθόσον ἔσχε τὴν τιμὴν νὰ ἐκλέγηται ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη βουλευτὴς τῆς ἐπαρχίας του δι’ ἐκλογῶν ἀνεπιλήπτων. Ἡ Βουλὴ ἐπεφυλάχθη ν’ ἀποφασίσῃ».
§126ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν λόγον, κ. πρόεδρε. Οὐδεὶς πλέον ἐμοῦ, κύριοι, ἐπιθυμεῖ νὰ ᾖναι μεταξὺ μας ὁ κ. Κεχαγιᾶς ὡς βουλευτής· ἄν τις ἀμφιβάλλῃ, ἐγὼ ἀναφέρομαι εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, ὅστις ἔχει πολλὰ δείγματα περὶ τῆς ὑπολήψεώς μου. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, κύριοι, περὶ τοῦ κ. Κεχαγιᾶ· θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ἁπλῶς, διότι ἠμπορεῖ νὰ τὸν καλέσῃ ὁ πρόεδρος νὰ δηλώσῃ, διότι ἡ παραίτησίς του ἦτον προφορικὴ καὶ τῆς στιγμῆς καὶ ἐνδέχεται νὰ μὴ ἦτον εἰς κατάστασιν νὰ κρίνῃ ὀρθότερον. Ἔρχομαι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις καθόσον ἀφορᾷ τὸ περὶ παραιτήσεως. Πολλοὶ πρεσβεύουν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα ἐκτιμήσεως ἑνὸς βουλευτοῦ, τοὐτέστιν ὅταν παραιτηθῇ ἐγγράφως, εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται νὰ δεχθῇ ἢ μὴ τὴν παραίτησίν του· ἐγὼ πρεσβεύω, ὄχι. Ἅμα παραιτηθῇ εἶναι παρῃτημένος, καὶ ἄνευ συζητήσεως λέγει πῶς παραιτεῖται, καὶ ὁ πρόεδρος παρακαλεῖται ν’ ἀναγγείλῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τὴν παραίτησιν τοῦ δεῖνα βουλευτοῦ καὶ νὰ διατάξῃ ἄλλην ἐκλογὴν (θόρυβος). Προσέξατέ μοι, ἂν νομίζετε ὅτι ἔχετε δικαίωμα ἐκτιμήσεως, καὶ εἰς ὑμᾶς ἀπόκειται νὰ δεχθῆτε ἢ ὄχι, σκεφθῆτε ὅτι καὶ ἓν σῶμα, πολὺ ὀλιγώτερον νομοθετικόν, δὲν προβαίνει εἰς ἀπόφασιν, ἐνῶ δὲν ἔχει μέσον ἐκτελέσεως. Λέγετε, δὲν δέχεσθε τὴν παραίτησιν, καὶ ἐγὼ δὲν ἔρχομαι, πῶς θὰ μὲ ἀναγκάσητε νὰ ἔλθω; Τὸ ἀτόπημα εἶναι, ἐγὼ νὰ μὴ ἔλθω, διότι δὲν ἔχετε μέσον νὰ μὲ ἀναγκάσητε καὶ ἡ ἀπόφασίς σας χωλαίνει. Εἶναι σόφισμα εἰς τοὺς πιστεύοντας, ὅτι ἡ θέσις τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ὑποχρεωτική· ὄχι, εἶναι προαιρετική, καὶ ἐκεῖ ὅπου ἠθέλησεν ὁ νόμος νὰ τὴν κάμῃ ὑποχρεωτικὴν τὸ εἶπε ῥητῶς, καθὼς τὸ εἶπε διὰ τὸν δήμαρχον καὶ διὰ τοὺς δημαρχικοὺς παρέδρους· ὁ δήμαρχος ὀφείλει νὰ ὑπηρετήσῃ τὸν δῆμον καὶ ἂν δὲν ἔλαβε παντάπασι γνῶσιν περὶ τῆς ἐκλογῆς, ἐνῷ περὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν βουλευτῶν δὲν λέγει τίποτε ὁ νόμος. Σᾶς ἀναγινώσκω τὸν νόμον· περὶ τούτου ἀναφορικῶς τὸ Σύνταγμα δὲν λέγει τίποτε, λέγει μόνον ὅτι ἡ Βουλὴ ἐξετάζει τὰ πληρεξούσια ἔγγραφα καὶ ἐκφράζεται περὶ τῶν ἀναφυομένων ἐνστάσεων. Ἂς ἴδωμεν τί γίνεται εἰς τὰς παραιτήσεις. Τὸ ἄρθρον 68 εἶναι ὁριστικό. Δὲν δίδει δικαίωμα οὔτε συζητήσεως, οὔτε ἐξετάσεως. Δὲν θέλω νὰ ἔλθω εἰς τὴν Βουλὴν, οὔτε ἠμπορεῖτε νὰ μὲ ἀναγκάσητε, καὶ τότε δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κάμητε ἀπόφασιν χωρὶς νὰ ἔχητε καὶ τὰ μέσα τῆς ἐκτελέσεως. (Ἀναγινώσκει τὸ 68 ἄρθρον τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου). Βλέπετε ὅτι τὴν παραίτησιν ἠμπορεῖ νὰ τὴν κάμῃ καὶ χωρὶς νὰ ᾖναι καὶ ἡ Βουλὴ παροῦσα. Ἐξ ὅλων αὐτῶν ἐξάγεται, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα ἐκτιμήσεως τῶν λόγων τῆς παραιτήσεως τῶν βουλευτῶν καὶ δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν παραίτησιν, διότι ἂν ἀρνηθῇ δὲν ἔχει καὶ τὰ μέσα τῆς ἐκτελέσεως. Λοιπὸν πάντως ὁ νόμος θέλει, ὅταν παραιτῶνται νὰ γίνεται δεκτὴ ἄνευ συζητήσεως ἡ παραίτησίς των, διότι ὅταν θὰ εἴπητε δὲν δέχεσθε, πρέπει νὰ μοὶ εἴπητε πῶς θὰ τὴν ἐκτελέσητε τὴν ἀπόφασίν σας αὐτὴν, καὶ διὰ τοῦτο ὁ νόμος ὅπου ἤθελε τὸ ἀνέφερε ῥητῶς· εἶναι ὅλως προαιρετικόν. Καθόσον ἀφορᾷ τὸν κ. Κεχαγιᾶν ἠμπορεῖ νὰ ἐρωτηθῇ, διότι δὲν ἔδωκεν ἔγγραφον παραίτησιν· καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸ ζήτημα ἐνίσταμαι ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἐκτιμήσῃ τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκεν παραιτοῦμαι.
§127ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νομίζετε ὅτι ἂν ἦναι ἔγγραφος, εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὴν Βουλὴν νὰ κηρύξῃ τὸ δεκτόν;
§128ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ἄνευ συζητήσεως.
§129ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἔκαμε ἐπίσημον παραίτησιν, καὶ εἰς τὸ τμῆμα εἶπεν ὅτι, ἂν δὲν ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ, θὰ παραιτηθῶ· ὥστε ἦτον ἐσκεμμένη ἡ παραίτησίς του.
§130ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα, εἴτε ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ κ. Δανόπουλος εἰς τὰς διατάξεις ἐκείνας τοῦ περὶ βουλευτῶν νόμου, εἶναι ἀπὸ τὴν ἰδίαν Βουλὴν λελυμένον. Ἐνθυμεῖσθε ἄλλοτε, ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Μαρκορᾶς ἔδωκεν ἔγγραφον παραίτησιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἶχε λόγον ἰσχυρὸν, κύριοι, εἶχε τὸ γῆρας, τὸ ἔσχατον ἐκεῖνο γῆρας· τὸν ἐγνωρίσατε ὅλοι· ἐζήτησε τὴν παραίτησίν του, καὶ ὅμως ἡ Βουλὴ δὲν τὴν παρεδέχθη. Δὲν εἶπεν ὅτι ἡ Βουλὴ ἐννοεῖ, ὅτι ἡ θέσις τοῦ βουλευτοῦ ἔχει τοιαύτην θέσιν, ὁποίαν ἔχει ἡ θέσις ἡ δημοτική. Καὶ ἂν ὁ περὶ βουλευτῶν νόμος ἀπέφυγε τοῦ νὰ κάμῃ μνείαν εἰς τὰς διατάξεις ἐκείνας, οὐχ ἧττον νομίζω ὅτι πάντοτε οἱ νομοθετήσαντες εἶχον εἰς τὴν ἰδέαν των, ὅτι τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο τὸ ἐκλεγόμενον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ παραδεχθῇ τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν τοῦ ἀναθέτουν οἱ συμπολῖταί του, καὶ τότε μόνον δύναται ν’ ἀποφύγῃ αὐτὴν, ὅταν πράγματι παρουσιάσῃ λόγους ἰσχυροὺς ἀποδεικνύοντας τὴν ἀντικατάστασιν αὐτοῦ. Ἄλλως ἡ πατρὶς δὲν δύναται ν’ ἀφίνῃ τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, οἵτινες κἄτι δύνανται νὰ συνεισφέρωσιν εἰς τὸ κοινοβούλιον τοῦτο ὑπὲρ τῆς πατρίδος διὰ τῶν γνώσεών των, ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε. Θὰ ἐξετάσῃ τὰ περιστατικὰ τὸ σῶμα, τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους φέρει, ἂν ἦναι ἰσχυροὶ, καὶ τότε νὰ τοῦ εἴπῃ, πήγαινε ν’ ἀναπαυθῇς. Ἀλλ’ ἐγὼ, κύριοι, δὲν θέλω νὰ κάμω λόγον περισσότερον περὶ τούτου, διότι εἶπον, ὅτι ἡ Βουλὴ τὸ ἔλυσε· τὸ ἔλυσε δὲ εἰς τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Μαρκορᾶ, ὅστις ὑπεχρεώθη νὰ ἐπαναλάβῃ ἐγγράφως τὴν παραίτησίν του καὶ τότε ἡ Βουλὴ, πεισθεῖσα ἀπὸ τοὺς λόγους, οὓς ἔφερεν, τῷ ἔδωκε τὴν παραίτησιν. Ἰδοὺ λοιπὸν, κ. Δανόπουλε, ὅτι ἡ Βουλὴ τὸ ἔχει λελυμένον αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ἔρχομαι ὅμως εἰς ἓν ἄλλο ζήτημα, κύριοι, ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει ἡμεῖς οἱ ἴδιοι κἄπως ἐμβριθέστερον νὰ τὸ ἐξετάσωμεν διὰ νὰ μὴ φαινώμεθα ἀνακόλουθοι καὶ ἀσυνεπεῖς εἰς τὰς ἀποφάσεις μας. Καὶ ἐθαύμασα μάλιστα, ὅταν ἤκουσα τινα λέγοντα, ὅτι ἐπειδὴ δὲν θέλει· ἂς φύγῃ, ἂς πάῃ. Δὲν εἶναι ἔτσι, κύριοι· τὸ ἂς πάῃ πρέπει κἄπως νὰ ἐξετασθῇ σύμφωνα μὲ τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς αὐτῆς ἐξέφρασε τὸ σῶμα τοῦτο. Δὲν θέλω νὰ ἐπέμβω εἰς τὸ ἱστορικὸν αὐτῆς τῆς ἐκλογῆς, δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ τότε νὰ παραδεχθῇ τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς, θέλω μόνον νὰ ἐξετάσω τοῦτο, ὅτι ποῖον λόγον φέρει ὁ κ. Κεχαγιᾶς παραιτούμενος; φέρει τὸν λόγον τὸν ὁποῖον ὁ κ. Δανόπουλος ἐννοεῖ; Πολὺ καλά· ὅταν ἡμεῖς, κύριε Δανόπουλε, παραδεχθῶμεν τὴν παραίτησιν αὐτὴν δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον λέγετε, τί κάμνομεν; Ἔρχονται διὰ μιᾶς νέαι ἀποφάσεις ἡ Βουλὴ ν’ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν ἐκείνην, νὰ τὴν θεωρήσῃ παράνομον καὶ νὰ δικαιώσῃ αὐτόν.
§131ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι σωστὸν αὐτό.
§132ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Σωστότατον εἶναι· τὰ πρακτικὰ αὐτὸ λέγουν, ἐξετάζεται ὁ λόγος διατί ἐπιμένει, καὶ εἶπον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ τὸν λόγον αὐτόν. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἂν σήμερον παραδεχθῶμεν τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλοτε, παρὰ νὰ ἔλθωμεν εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὴν πρώτην ἀπόφασίν μας. Παρακαλῶ προσέτι τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της, ὅτι παραδεχομένη τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ δὲν θέλει κάμει ἄλλο τίποτε παρὰ συγχρόνως μὲ τὸν κλονισμὸν τῆς δημοτικῆς ἐκλογῆς νὰ ἔχωμεν εἰς μίαν ἐπαρχίαν καὶ τὸν κλονισμὸν μιᾶς βουλευτικῆς ἐκλογῆς. Ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι ἀρκετὰ ἰσχυρός. Καὶ θέλω νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο, κύριοι· δὲν τὸ λέγω τοῦτο, διότι γνωρίζω τὴν διάθεσιν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ· σᾶς ὁρκίζομαι, ὅτι δὲν τὴν γνωρίζω, οὔτε ἔχω ἔλθει εἰς λόγους μαζύ του, δὲν γνωρίζω τὴν διάθεσίν του· ἀλλὰ συλλογιζόμενος μόνον ὅτι θέλει ἐπαναληφθῆ μία ἐκλογὴ ἐντὸς δύω μηνῶν κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ περὶ βουλευτῶν νόμου, εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν θέλομεν ἔχει καὶ δημοτικὰς ἐκλογὰς, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀσύμφορον διὰ τὴν ἡσυχίαν τοῦ τόπου. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ περιττὸν τὸ νὰ γίνῃ δεκτὴ σήμερον ἡ παραίτησις τοῦ κ. Κεχαγιᾶ· δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ἐκ νέου ἐπιτυχίας του, θὰ ᾖναι βουλευτὴς, ὅπως μὲ βλέπετε καὶ σᾶς βλέπω· πρὸς τί, λέγω, νὰ ἔμβωμεν εἰς μίαν τοιαύτην κίνησιν ἐκ νέου ἡμεῖς εἰς τὴν ἐπαρχίαν μας; Ἂν ὁ κ. Κεχαγιᾶς, μὴ γενομένης δεκτῆς τῆς παραιτήσεώς του, δηλώσῃ διὰ μιᾶς ἀναφορᾶς εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἔχει λόγους ἰσχυροὺς, δι’ οὓς δὲν δύναται νὰ συνεδριάζῃ, τότε ἐγὼ πρῶτος θέλω σᾶς παρακαλέσει νὰ παραδεχθῆτε αὐτὴν τὴν παραίτησιν, διότι ἐγὼ πρῶτος δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μένῃ ἡ ἐπαρχία μου ἄνευ ἀντιπροσωπείας. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μὴ παραδεχθῆτε τὴν παραίτησιν αὐτήν.
§133Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ προλαλήσας δὲν ἐνθυμήθη ὅτι ὑπῆρξαν ἄλλαι δύω περιστάσεις· ἐνθυμήθη μόνον τὴν μίαν. Ὅταν ἀνεφέρθη ὁ Μαρκορᾶς, τότε ἐνομίσαμεν ὅτι ἐβαρύνθη νὰ ἔλθῃ· ὅταν ὅμως εἶπεν ὅτι ἔχω λόγους, οἱ ὁποῖοι μὲ βιάζουν νὰ παραιτηθῶ, τότε ἡ Βουλὴ τὴν ἐδέχθη. Ἀλλ’ ἔχομεν ἄλλας δύω, τῶν κυρίων Ἰακωβάτων καὶ τοῦ κ. Τζοβανάτου ἀπὸ τὴν Κεφαλληνίαν. Ἀλλὰ διότι ὁ κύριος ὁ ὁποῖος ἔφυγε βλέπομεν ὅτι εἶναι μεταξὺ φθορᾶς καὶ ἀφθαρσίας, λέγω νὰ πέσωμεν εἰς τὴν ἐπιείκειαν καὶ εἰς τὴν δικαιοσύνην· καὶ κατ’ ἐπιείκειαν παρακαλεῖται ὁ κ. πρόεδρος νὰ τὸν εἰδοποιήσῃ ἂν θέλῃ νὰ ἔλθῃ ἐντὸς τόσων ἡμερῶν, καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι βουλευτὴς· ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ ἔλθῃ· λέγει ὅτι δὲν θέλει, διότι ἐπιμένει, τὸ ὁποῖον εἶναι μία ὕβρις· ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ δώσωμεν μίαν δικαιοσύνην εἰς τὴν ἐπαρχίαν. Νομίζω ὁ κ. Κεχαγιᾶς περισσότερον δὲν θέλει νὰ πάθουν τὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας του. Ἂν εἴπῃ ὅμως, ὅτι θέλω νὰ ἔλθω καὶ ἐπιμένω, νομίζω, ὅτι κάμνομεν ἀδίκημα εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἂν δὲν τὸν δεχθῶμεν. Καλλίτερον λοιπὸν νὰ κάμωμεν ἓν ἔγγραφον, αὐτὴν τὴν γνώμην ἔχω ἐγώ, καὶ ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἔχει τὰ μέσα τῆς ἱκανοποιήσεώς της.
§134ΑΛ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν πρόκειται περὶ ἐπιεικείας καὶ οὐδεὶς ἔχει ἀνάγκην ἐπιεικείας καὶ οὐδεὶς δέχεται ἐπιείκειαν· πρόκειται περὶ ἐκπληρώσεως καθήκοντος σήμερον, καὶ ἡ Βουλὴ σπουδάζει καὶ δὲν παίζει· δὲν ἔρχεται εἰς συμβιβασμὸν, ἀποφασίζει. Λοιπὸν ἡ μέχρι τοῦδε νομολογία τῆς Βουλῆς εἶναι ὅτι αὐτὴ ἀποφασίζει, ἂν δέχεται τὴν παραίτησιν, καὶ μέχρι τοῦδε δὲν ὑπάρχει παράδειγμα ὅτι μόνον ἡ αἴτησις παραιτήσεως φέρει καὶ τὴν παραίτησιν χωρὶς τῆς παραδοχῆς τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Δανοπούλου δὲν εἶναι ἀληθὴς, δὲν εἶναι ἰσχυρός· ἡ νομολογία λέγει τὸ ἐναντίον. Ἑπομένως σήμερον ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν ναὶ ἢ ὄχι· διότι, ἐπαναλαμβάνω, μέχρι τοῦδε κανὲν παράδειγμα δὲν ὑπάρχει καὶ διότι γνωρίζομεν, ὅτι ἡ παραίτησις ἐξ ἀρχῆς ἐκλεγομένης ἀπὸ τὸν λαὸν δὲν ἔρχεται αὐτοδικαίως, οὔτε ὁ νόμος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἐκλεγόμενον νὰ παραιτηθῇ ὁπόταν θέλει καὶ ὅπως θέλει Τώρα, κύριοι, μετὰ τοῦτο ἀφοῦ ἀπεδείχθη, ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ δώσωμεν τὴν παραίτησίν μας, πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν παραίτησιν ἢ ὄχι; ὄχι διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ὅτι οἱ συμπολῖταί μου θεωροῦν τὴν ἐκλογήν μου παράνομον, ἐγὼ δὲ σεβόμενος τὴν γνώμην τῶν συμπολιτῶν μου νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μένω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ φαίνωμαι προϊὸν μιᾶς ἐκλογῆς, τὴν ὁποίαν οἱ συμπολῖταί μου θεωροῦν ὡς παράνομον. Ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα καὶ τὸ χρέος νὰ εἴπωμεν, ὅ,τι καὶ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς εἴπομεν, ὅτι ὁ λόγος εἶναι ψευδὴς καὶ δὲν παραδεχόμεθα αὐτόν· ἡ ἐκλογὴ εἶναι νόμιμος, καὶ ἕνεκα τούτου ἀποῤῥίπτομεν τὴν αἴτησιν τῆς παραιτήσεως· ἰδοὺ τί νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶναι ὀρθὸν καὶ ἀξιοπρεπὲς διὰ τὴν Βουλήν· ἂν ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἀδικῶν τὴν ἐπαρχίαν δὲν ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἂς τιμωρηθῇ ἡ ἐπαρχία καὶ νὰ παύσῃ νὰ ἐκλέγῃ τοιούτους ἀνθρώπους αὐτή· ἂν ἐπιμένῃ ὁ κ. Κεχαγιᾶς; ἐὰν ἐπιμένῃ πρέπει ν’ ἀποῤῥίψωμεν τὴν αἴτησίν του, ἄλλως, κύριοι, ἐὰν ὁ κ. Κεχαγιᾶς ὢν βουλευτὴς, δὲν θέλει νὰ ἔρχηται εἰς τὴν Βουλὴν, αὐτὸν τὸν κίνδυνον δὲν δυνάμεθα νὰ προλάβωμεν οὐδαμῶς· ἡ συναίσθησις τὴν ὁποίαν ἕκαστος βουλευτὴς ἔχει τῶν καθηκόντων του αὐτὴ μόνον δύναται νὰ προλάβῃ τοὺς κινδύνους. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε ἀποφασισθέντα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ἐὰν δέχηται ἢ ὄχι τὴν παραίτησιν· ἀλλ’ ἐπειδὴ εὔλογος λόγος δὲν ὑπῆρξε, διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ εἴπῃ δὲν δέχομαι τὴν παραίτησιν, διότι ὁ λόγος, ὅστις προτείνεται, ἀποδοκιμάζεται ἀπὸ τὴν Βουλήν· αὐτὴ ἡ ἀπόφασις εἶναι συνεπὴς καὶ ἀξιοπρεπής.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τὸν λόγον;
§136Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπιμένω ὁ πρόεδρος νὰ ἐρωτήσῃ τὸν κ. Κεχαγιᾶν, ἂν θέλῃ νὰ ᾖναι βουλευτὴς, ἢ νὰ εἴπῃ θέλω, ἀλλὰ δὲν μὲ ἀφίνουν ἄλλοι.
§137ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον· δὲν θέλω τὸ ἐξετάσει κατ’ οὐσίαν, ἐπειδὴ ὅμως τὸ θεωρῶ σπουδαῖον καὶ δὲν ἔχομεν βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ σκεφθῶμεν ἢ τὰς ὀλίγας λέξεις, αἵτινες ἐῤῥέθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐκλογῆς καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἔννοια ἀμφισβητεῖται παρ’ ἐμοῦ τοὐλάχιστον, διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐρωτηθῇ ὁ κ. βουλευτὴς Παρνασσίδος καὶ νὰ ἐξηγήσῃ εἰς ἡμᾶς τοὺς λόγους τῆς παραιτήσεώς του.
§138ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Συμφωνῶ μὲ τοὺς ὑποστηρίζοντας, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ ἀμέσως νὰ προβῇ εἰς τὴν παραδοχὴν ἢ μὴ τῆς παραιτήσεως, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ μεσολαβήσῃ ἐξήγησις. Συμφωνῶ δὲ μὲ τὴν ἰδέαν αὐτὴν, καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον, ὅτι μὴ ὑπαρχούσης ἐγγράφου παραιτήσεως, τῆς ὁποίας τὸ γνήσιον νὰ βεβαιοῖ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ παραιτηθέντος, ἀλλὰ μόνον πρακτικὰ, εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ὁποίων δὲν ἦτον ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἐδῶ, διότι ἀνεγνώσθησαν τὴν ἐπιοῦσαν, εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ θέλῃ τις νὰ στηριχθῇ εἰς τὰς τάξεις καὶ τὴν ὑφὴν τῆς συντάξεως τῶν πρακτικῶν, διὰ νὰ στηρίξῃ ἐπ’ αὐτῶν τὴν ψῆφόν του, διότι πιστεύω, ὅτι ἂν δὲν ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ σύνταξις τῶν πρακτικῶν ἡ ὁποία κατὰ τὴν γνώμην πολλῶν, περιέχει προσβλητικὰς ἐκφράσεις κατὰ τοῦ Σώματος, ἤθελον κρίνει ἀλλέως, τοὐλάχιστον ἐγὼ ἤθελον εἰπεῖ, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἰσέλθῃ ὁ κ. Κεχαγιᾶς καὶ ἀποῤῥιφθῇ ἡ παραίτησίς του, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε σύνταξις ἡ ὁποία προσβάλλει ῥητῶς τὴν Βουλήν. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ὑπάρχει ἀναφορὰ ἔγγραφος· ἐπὶ γεγονότων δὲ τὰ ὁποῖα εἶναι ἐγγεγραμμένα ἐν τοῖς πρακτικοῖς, διὰ τὸν λόγον πρὸς τοῖς ἄλλοις, ὅτι δὲν ἦτον ὁ κ. Κεχαγιᾶς κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῶν, δὲν δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν· νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἐρωτήσωμεν τὸν κ. Κεχαγιᾶν, ἐὰν παραιτούμενος ἔκρινεν, ὅτι ἡ Βουλὴ παρηνόμησεν ἐπεκυρώσασα τὴν ἐκλογὴν, ἢ ἐὰν παρῃτήθη δι’ ἄλλους λόγους, (καὶ ἕνα τοιοῦτον λόγον ἀνέφερεν εἷς, ὅτι πολλοὶ συμπολῖταί του εἶχον ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν τὸ καθῆκον αὐτό)· λοιπὸν ἐὰν εἴπῃ, ὅτι παρῃτήθη, διότι ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς Βουλῆς εἶναι πρᾶξις παράνομος, τότε εἶμαι τῆς γνώμης νὰ γίνει δεκτὴ ἡ παραίτησίς του.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλάβατε τὴν πρότασίν σας διὰ νὰ τὴν γράψωμεν.
§140ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ δηλώσῃ ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἐὰν παρῃτήθη, διότι ἀποδοκιμάζει ὡς παράνομον τὴν πρᾶξιν τῆς Βουλῆς τοῦ νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν ἐκλογήν του. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ νὰ παραιτῆται, λέγω, ὅτι ὑπάρχει ἀρχὴ τοῦ διοικητικοῦ δικαίου, καθ’ ἣν τὰ μέλη τῶν πολυμελῶν δημοσίων Σωμάτων δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ παραιτῶνται ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως αὐτοῦ τοῦ Σώματος. Ὑπάρχουν δὲ πολλοὶ λόγοι ὑπὲρ αὐτῆς τῆς γνώμης ἐν οἷς καὶ ὁ λόγος, ὅτι δύναται νὰ παραλύσουν τὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἀντιπροσωπεύουν τὰ τοιαῦτα σώματα, εἷς ἢ δύο ἄνθρωποι. Λοιπὸν εἶναι ἀρχὴ παραδεδεγμένη, ὅτι εἰς ὅλα τὰ πολυμελῆ δημόσια σώματα ὑπάρχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφαίνωνται περὶ τῆς παραδοχῆς ἢ μὴ τῆς παραιτήσεως μέλους τινός· ὥστε βεβαίως ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ καὶ δεχθῇ ἢ μὴ τὴν παραίτησιν.
§141ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου, ὅτι μὴ ὑπαρχούσης ἐγγράφου παραιτήσεως ἐκ μέρους τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ, δὲν πρέπει νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο τῶν πρακτικῶν, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη, καὶ νὰ θεωρήσωμεν ὡς σπουδαίαν τὴν παραίτησιν αὐτὴν καὶ προβῶμεν εἰς μίαν ἀπόφασιν· ἀλλὰ διαφωνῶ μὲ τὸν κύριον Δεληγεώργην κατὰ τοῦτο, ὅτι ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὸ κείμενον τῶν πρακτικῶν ὡς πρὸς τὴν παραίτησιν καὶ νομίζομεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ ἔγγραφος παραίτησις, νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐρωτηθῇ ὁ κύριος Κεχαγιᾶς· ἡ Βουλὴ θὰ ἐξακολουθῇ νὰ θεωρῇ αὐτὸν ὡς βουλευτὴν μέχρις οὗ κάμῃ ἔγγραφον παραίτησιν· τὸ κείμενον τῶν πρακτικῶν δὲν χαρακτηρίζει, τὴν παραίτησιν ὡς σπουδαίαν· κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον φρονῶ κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ὅτι ἐνόσῳ ὁ κύριος Κεχαγιᾶς δὲν ὑποβάλῃ ἔγγραφον παραίτησιν ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος.
§142ΔΑΓΡΕΣ. Βεβαίως δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον καὶ διότι τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικὸν καὶ διότι σέβομαι τὸν κύριον Κεχαγιᾶν· ἀλλὰ μοὶ ἐφάνη ὅτι ἐῤῥίφθησαν ἰδέαι τινὲς, τὰς ὁποίας δὲν ἠξεύρω πῶς νὰ χαρακτηρίσω· ἐῤῥίφθη πρῶτον μία ἰδέα ὅτι ἡ παραίτησις δὲν ἔχει κῦρο, ἐὰν δὲν δοθῇ ἐγγράφως, ὡσὰν ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἐκφράζων τὴν ἰδέαν του ἐνώπιον ἑκατὸν βουλευτῶν εἶναι ἀνάξιος πίστεως, ἢ ὅτι τὸ ἔκαμε παίζων· ἡ δευτέρα ἰδέα εἶναι ἐκείνη ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ θέσιν Πρωτοδικείου καὶ νὰ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ προδικαστικῶς· ἐκεῖνοι οἵτινες εἶπον ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ σκεφθῇ, ἐγνωμοδότησαν ὅτι τὸ ἀξίωμα τῶν βουλευτῶν δὲν εἶναι προσωπικὸν δικαίωμα, ἀλλ’ εἶναι καθῆκον τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς τὸ πρόσωπον, εἶναι δικαίωμα τῆς κοινωνίας, ἥτις ὑποχρεοῖ ἄτομόν τι, καὶ τὸ ἄτομον ὀφείλει νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του· ὅταν περιβληθῇ ἓν ἀξίωμα πρέπει νὰ καταστήσῃ γνωστοὺς τοὺς λόγους εἰς τὰ σῶμα, τοῦτο δὲ ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτιμήσῃ τοὺς λόγους καὶ ν’ ἀποφανθῇ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ ἐκλογικοῦ δικαίου· διότι τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ τὸ ἀποδίδει ὁ λαὸς καὶ πᾶν ἀξίωμα τὸ ὁποῖον πηγάζει ἀπὸ τὸν λαὸν, αὐτὸς ὁ λαὸς θὰ κρίνῃ ἂν πρέπῃ ν’ ἀπαλλάξῃ τινὰ ἀπὸ τοῦ νὰ τὸ ἐξασκῇ· δὲν εἶναι δικαίωμα προσωπικὸν, δὲν εἶναι κτῆμα, οὔτε δίδεται διὰ τὰς ἐκδουλεύσεις ἢ προσωπικὴν ἱκανότητα· ὁ λαὸς λοιπὸς ὀφείλει νὰ εἴπῃ ἂν δέχηται ἢ ὄχι καὶ τὸν λαὸν ἐκπροσωπεύει ἡ Βουλή. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της τοὺς λόγους ἕνεκα τῶν ὁποίων παρῃτήθη ὁ κύριος Κεχαγιᾶς, καὶ ἔχετε καθῆκον καὶ δικαίωμα νὰ εἴπητε δέχομαι ἢ ὄχι τὴν παραίτησίν του ὁ κ. Δανόπουλος σᾶς ἐπρόσθεσεν ὅτι δὲν δύνασθε νὰ παραιτηθῆτε κἂν, διότι ἐὰν ἕνας βουλευτὴς δὲν ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του τί ἐξουσίαν ἔχετε νὰ τὸν ἀναγκάσητε; λοιπὸν λέγω, ὅτι ἅπαξ δοθείσης τῆς παραιτήσεως, εἶναι παραδεκτὴ καὶ ἐῤῥέθησαν οἱ λόγοι καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἐγγράφου, διότι τὰ πρακτικὰ παρέχουσι μεγαλειτέραν ἐπισημότητα ἀπὸ ἓν ἔγγραφον ἑνὸς βουλευτοῦ· ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ προβῇ σήμερον καὶ νὰ εἴπῃ ἂν δέχηται ἢ ὄχι τὴν παραίτησιν. Δὲν ἔχει δὲ καμμίαν ἀξίαν ἡ πρόσκλησις τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ νὰ τὸν ἐρωτήσωμεν, ἐὰν ἐμμένῃ ἢ ἀνακαλῇ τὴν παραίτησίν του, διότι, κύριοι, δὲν εἶναι πολὺ εὐθὲς, εἰλικρινὲς, εὐγενὲς τοῦτο· θέλετε νὰ τὸν ἐξευτελίσητε καὶ νὰ εὑρεθῇ εἰς ἀντίφασιν μὲ τὸν ἑαυτόν του· τί θέλετε νὰ σᾶς εἴπῃ; ὅτι δὲν ἤξευρε τί ἔλεγε, διότι δὲν ἦτον κύριος τοῦ ἑαυτοῦ του;
§143ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θέλομεν νὰ μᾶς εἴπῃ ἐὰν δέχηται ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶναι γεγραμμένα.
§144ΓΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐννοεῖται ὅτι πρέπει νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν παραίτησίν του.
§145ΔΑΓΡΕΣ. Λοιπὸν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν εἰς ἐπήκοον τοῦ ἀκροατηρίου καὶ ἐνώπιον πολλῶν βουλευτῶν εἶναι πολὺ σπουδαιότερα ἀπὸ ἔγγραφον παραίτησιν. Λοιπὸν λέγω, ὅτι ἐὰν ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ ἐξομοιωθῇ μὲ πρωτότυπον δικαστήριον ἐκπίπτει ἐκ τῆς θέσεώς της, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ λάβῃ ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς προσκλήσεώς της. Τρίτον, κύριοι, καὶ τοῦτο τὸ λέγω διότι νομίζω ὅτι ἀποδίδει φιλοτιμίαν εἰς τὸν κύριον Κεχαγιᾶν, διατί τὸν προσκαλεῖτε νὰ ἐκφρασθῇ ἐὰν ἐπιμένῃ εἰς τὴν παραίτησιν ἢ τὴν ἀνακαλῇ; θέλετε νὰ τὸν πειθαναγκάσητε; ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τοῦτο, εὔχομαι, καὶ θὰ ἴδωμεν, ὅτι ὁ κ. Κεχαγιᾶς θὰ φανῇ γενναιότερος.
§146ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί εἶπεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς;
§147ΔΑΓΡΕΣ. Ὅτι παραιτεῖται.
§148ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν τὸ ἀμφισβητεῖ κανεὶς αὐτὸ, ἀλλὰ συζητοῦμεν ἐὰν παρῃτήθη διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον τὰ πρακτικὰ ἀναφέρουν, τὰ ὁποῖα δὲν εἶδεν ὁ κύριος Κεχαγιᾶς. Τὰ πρακτικὰ βεβαιοῦν τὰ γεγονότα καὶ ἔχουν πλήρη ἰσχὺν περὶ τῶν γεγονότων· ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ τὰς λέξεις διὰ τῶν ὁποίων ἐξεφράσθη ἕνας βουλευτὴς, αὗται δὲν σημειοῦνται εἰς τὰ πρακτικὰ τὰ ἐπίσημα, διότι περὶ τούτων πρόκειται· ὁ συντάξας τὰ πρακτικὰ βεβαιοῖ τὰ γεγονότα μὲ ἐκφράσεις ἰδικάς του, εἰς ὑφὴν λόγου ἰδικήν του.
§149ΔΑΓΡΕΣ. Ἐν τούτοις ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικά· ἐγὼ εἶπον, ὅτι δέχομαι τὸ ζήτημα τῆς παραιτήσεως.
§150ΓΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐννοεῖτε νὰ δικάσῃ ἡ Βουλὴ τὴν παραίτησιν μὲ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον ἔχει, ἢ θέλετε ν’ ἀνεύρητε ἄλλους λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν εἶπεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς;
§151ΔΑΓΡΕΣ. Ἐκείνους τοὺς ὁποίους διὰ ζώσης φωνῆς εἶπε, καὶ τοὺς ὁποίους βλέπομεν καὶ εἰς τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ καὶ εἰς τὰ ἐπίσημα, τούτους ἐξετάζων ἕκαστος δύναται νὰ εἴπῃ δέχομαι καὶ δὲν δέχομαι τὴν παραίτησιν.
§152ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Δὲν συμφωνῶ διόλου καθόσον ἀφορᾷ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον περὶ τῶν πρακτικῶν, ὅτι ἐπειδὴ ὁ κ. Κεχαγιᾶς δὲν ἦτο παρὼν, διὰ τοῦτο καὶ αἱ λέξεις αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὰ πρακτικὰ ἠμποροῦν νὰ μὴν ἦναι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας εἶπεν ἢ ἠννόει, καὶ δὲν συμφωνῶ λέγω, διὰ τὸν λόγον τοῦτον, ὅτι τὰ πρακτικὰ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως παρ’ ὅλης τῆς Βουλῆς. Ἐδόθη πολλάκις περίστασις νὰ λυθῇ καὶ τοῦτο ἀκόμη· ὑπῆρξαν βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἀντέτεινον, ὅτι εἰς τὰς ἀγορεύσεις μετεχειρίσθησαν ἄλλας λέξεις, ἢ εἶπον ἄλλα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα περιέχουν τὰ πρακτικά· ἀντέτεινον ἀλλ’ ἠξεύρετε τί συνέβη; ἐπῆλθε μία ψηφοφορία καὶ δὲν ἐπετράπη εἰς τὸν ἐναντιούμενον, ὅτι δὲν εἶναι πιστῶς ἐκπεφρασμέναι αἱ ἰδέαι, αἱ λέξεις, δὲν ἐπετράπη λέγω, νὰ μεταβληθῶσι συνεπείᾳ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Βλέπετε, λοιπὸν, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κ. Δεληγεώργης νὰ διατείνεται, ὅτι ἄλλα ἠμπορεῖ νὰ εἶπεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς καὶ ἄλλα περιέχουν τὰ πρακτικά. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη, ὅτι ὁ κ. Κεχαγιᾶς διὰ τῶν λέξεων προσέβαλε, δὲν εἶναι βέβαιον, διότι ὁ κ. Κεχαγιᾶς εἶπε τότε, ὅτι σέβεται τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὅτι νομίζει, ὅτι εἶναι ἕνας λόγος ἀκυρώσεως, τὸν ὁποῖον ἀνέφερε, καὶ αὐτὸ τοῦτο ἀποδεικνύει ἀκόμη, ὅτι ὁ κ. Κεχαγιᾶς οὐδόλως ἐφαντάσθη νὰ ἐξυβρίσῃ τὴν Βουλὴν, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ, δέχεται τὴν παραίτησιν ἢ δὲν τὴν δέχεται; τὴν δικαιοσύνην δὲν τὴν ἀπαιτεῖ ὁ κ. Κεχαγιᾶς, τὴν ἀπαιτοῦμεν ἡμεῖς. Ἐγὼ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Παρνασσίδος ἀπαιτῶ τὴν δικαιοσύνην αὐτὴν καὶ ἀπαιτῶ ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ καὶ ἐπὶ τῆς παραιτήσεως τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ, ὅπως ἐσκέφθη καὶ εἰς ἄλλας πολλὰς παραιτήσεις.
§153Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, θέλω λαλήσει σήμερον ἐπὶ τῶν ἰδίων ἰδεῶν, ἐπὶ τῶν ἰδίων σκέψεων, τὰς ὁποίας ἐξέθεσα πρὸ 16 ἐτῶν, ὑπομνηματίζων μετὰ τοῦ συναδέλφου μου τότε ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ νῦν ἐν τῇ Βουλῇ κυρίου Δηλιγιάννη τὸν νόμον περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· ὅπως ἐξέθεσα τότε ἰδέας, δὲν ἔχω ἀφορμὴν νὰ μεταβάλω ἤδη. Ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Ἄργους λαλῶν περὶ παραιτήσεως Βουλευτοῦ δὲν τὸν ἠξίωσεν οὔτε κἄν τῆς τιμῆς τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου. Ἔδωκε, λέγει, τὴν παραίτησίν του, θεωρεῖται παρῃτημένος· καὶ ὅμως περὶ ἑνὸς δημοσίου ὑπαλλήλου παραιτουμένου ὑπάρχει κάποιος ὅστις ἀποφαίνεται ἂν πρέπῃ νὰ παραιτηθῇ ἢ οὔ. Ὅπως ἴδωμεν, κύριοι, ἂν ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται ἐπὶ τῆς παραιτήσεως τῶν βουλευτῶν ἢ οὔ, πρέπει νὰ διαιρέσωμεν εἰς δύο στάδια τὴν θέσιν τοῦ βουλευτοῦ· βουλευτοῦ μὴ ὁρκισθέντος καὶ βουλευτοῦ ὁρκισθέντος. Ὁ μὴ ὁρκισθεὶς βουλευτὴς, κύριοι, δὲν συνέδεσε καμμίαν συμφωνίαν οὔτε συνηλλάχθη δι’ ἑνὸς ὅρκου μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων. Ἐκλεχθεὶς ἀπὸ τοὺς συμπολίτας του, μὴ παρουσιασθεὶς ἐν τῇ Βουλῇ, μὴ ὁρκισθεὶς καὶ μὴ ἐρχόμενος, θεωρῶν ἑαυτὸν παρῃτημένον καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως, ἂν καλῶς ἢ κακῶς παρῃτήθη. Ἂν ὅμως, κύριοι, ὡρκίσθη ὁ βουλευτὴς, ὅπως ὁ κύριος Κεχαγιᾶς, ἀμέσως ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ὁ βουλευτὴς τῆς ἐπαρχίας Παρνασσίδος κατέστη βουλευτὴς τῆς ἐπικρατείας. Μόνον δὲ τὸ κοινοβούλιον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτιμήσῃ τοὺς λόγους τῆς παραιτήσεως τοῦ βουλευτοῦ. Ὑπάρχουν παραιτήσεις ἐν στιγμῇ ἀγανακτήσεως, παραιτήσεις ἐκ πεποιθήσεων πολιτικῶν, αἱ δὲ πεποιθήσεις αὗται δυνατὸν νὰ ἦναι ἀνατρεπτικαὶ τῶν καθεστώτων, ὑπάρχουν διὰ λόγους ποικίλους καὶ διαφόρους παραιτήσεις· κατὰ τὴν ὥραν δὲ τῆς συζητήσεως τῆς παραιτήσεως τοῦ βουλευτοῦ τὸ κοινοβούλιον πρέπει νὰ λάβῃ γνῶσιν ποῖα ἦσαν τὰ αἴτια διὰ τὰ ὁποῖα παρῃτήθη ὁ βουλευτὴς καὶ ἐκ τῆς ἐξετάσεως ταύτης νὰ σύρῃ συμπεράσματα περὶ τῆς κοινωνικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, περὶ τῶν ἐπικρατουσῶν ἰδεῶν ἐν τῷ κράτει. Διὰ τὸν λόγον λοιπὸν τοῦτον, ὑπάρχει ἀνάγκη συζητήσεως ἐπὶ τῆς παραιτήσεως βουλευτοῦ, διότι ὅσον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, ὁ βουλευτὴς ἀπὸ τῆς ὥρας τοῦ ὅρκου του συνηλλάγη μετὰ τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους καὶ ἀνέλαβεν ὑποχρέωσιν ὑπὲρ ὅλου τοῦ Κράτους. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ὡς εἷς τῶν ἐντίμων βουλευτῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σᾶς εἶπεν, οἱ διορισμοὶ οἱ προερχόμενοι ἐκ ψηφοφορίας, ἐξ ἐκλογῆς εἶναι ὑποχρεωτικοὶ διὰ τὸν πολίτην, ἡ ἐκλογὴ δὲν εἶναι δικαίωμα ἀπόλυτον τοῦ ἐκλεγομένου βουλευτοῦ, εἶναι ὑποχρέωσις τοῦ ἀντιπροσωπεύειν τὴν ἐπαρχίαν, τὴν ἐπικράτειαν. Τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ τὸ τοσοῦτον ἔντιμον καὶ ἐπίζηλον εἶναι ὑποχρέωσις καὶ βάρος, εἶναι βάρος δυσβάστακτον· διότι ὁ βουλευτὴς ἠναγκασμένος καθ’ ἑκάστην νὰ ἐκθέτῃ τὰς ἰδέας του ὑπόκειται εἰς τὴν ἐπίκρισιν, εἰς τὴν συκοφαντίαν, εἰς μυρίας βασάνους. Καὶ, κύριοι, σᾶς εἶπον τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ, τὸ τοσοῦτον ἔντιμον καὶ ἐπίζηλον εἶναι τὸ βαρύτατον πάντων. Καὶ δικαίως κύριοι, ἓν ἔντιμον ἐπάγγελμα ἢ κάλλιον μία τοσοῦτον ἔντιμος ὑπηρεσία πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ βάρη, τὰς ὑποχρεώσεις. Ἀφοῦ λοιπὸν, κύριοι, ὡς εἶπον, ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι ἀναγκαία καὶ δι’ ὃν λόγον ἐξέθηκα ἐγὼ καὶ δι’ ὃν λόγον ἐξέθηκε καὶ ὑπεστήριξεν εἷς ἔντιμος βουλευτής, ἕπεται ὅτι ἡ Βουλὴ ἀναγκαίως ὀφείλει ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς παραιτήσεως τοῦ βουλευτοῦ. Ἔρχεται τώρα, κύριοι τὸ ζήτημα περὶ τοῦ τρόπου τῆς παραιτήσεως· ἀναντιῤῥήτως ὡς ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἄργους σᾶς παρετήρησεν ἀναγινώσκων τὸν νόμον ἀπαιτεῖται μία ἔγγραφος παραίτησις· ἀλλὰ τοιαύτην δὲν ἔχομεν, ἔχομεν μίαν ἐξήγησιν στιγμιαίαν τοῦ βουλευτοῦ Παρνασσίδος, ἐξήγησιν προελθοῦσαν ἐκ λόγων φιλοτιμίας ἄν θέλετε, καὶ ἡ ὁποία δὲν δύναται ν’ ἀποτελέσῃ μίαν ἀπόδειξιν, ὅτι οὐσιωδῶς ὁ βουλευτὴς οὗτος παρῃτήθη, ἀλλ’ οὐχ ἧττον εἶναι μία παραίτησις ἐγγραφεῖσα ἐντὸς τῶν πρακτικῶν καὶ ἐπ’ αὐτῆς ὀφείλομεν νὰ ἀποφανθῶμεν. Ἀλλά, κύριοι, εἰς τὴν παρατήρησιν ἑνὸς τῶν ἐντίμων βουλευτῶν ὅτι ὁ οὕτω παραιτηθεὶς οὗτος βουλευτὴς πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἂν ἐπιμένῃ εἰς τοὺς λόγους, οὓς σημειοῖ περὶ παραιτήσεώς του ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ἀντιλέγω, διότι ἡ πρότασις αὐτὴ ἔχει τι σπουδαῖον τῆς συνειδήσεως· ἔρχεσθε νὰ τὸν ἐρωτήσετε, «εἴπατέ μας τοὺς λόγους τούτους ἢ ἐκείνους, διότι τότε θέλομεν ἀποφανθῇ». Ἂν ἐννοῇ ὅτι ἠδίκησεν ἡ βουλὴ νὰ τοῦ εἴπωμεν νὰ φύγῃ, ἂν ἐννοῇ ὅτι δὲν ἠδίκησε νὰ τοῦ εἴπωμεν νὰ μείνῃ. Ἡμεῖς οἱ δικασταὶ τὸν θέτομεν εἰς τὸ δίλημμα ἢ νὰ μαρτυρήσῃ ὅτι εἶπε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, καὶ τότε εἶναι βέβαιον ὅτι τὸν καταδικάζομεν, ἢ νὰ ἐκβιάσῃ τὴν συνείδησιν καὶ νὰ ψευσθῇ. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ μακρηγορῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι παρετήρησα ἐπάνω κάτω ὅτι ὡς πρὸς τὰ κυριώτερα ζητήματα εἶναι σύμφωνοι οἱ πλείονες τῶν βουλευτῶν. Θέλω μόνον σᾶς ἀναγνώσῃ τὰ στενογραφημένα πρακτικά, διὰ τῶν ὁποίων θέλετε βεβαιωθῆ ὅτι ἔδωκε πρὶν ἢ ἐρωτηθῇ τὴν ἐξήγησιν, ἣν προτείνουν νὰ τῷ ζητήσωσι, πρὶν ἔλθῃ ἡ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελον τοῦ θέσει τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤθελε τὸν φέρει εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δυσαρεστήσῃ τοὺς δικαστάς του ἢ νὰ πιέσῃ τὴν συνείδησίν του. Ἰδοὺ τί λέγουν τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ ὡς ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Κεχαγιᾶ ῥηθέντα. «Σέβομαι τὴν ἀπόφασιν τῆς βουλῆς καὶ ἔχω πλήρη πεποίθησιν ὅτι ὑπηγορεύθη ἀπὸ πνεῦμα εὐθυδικείας, δὲν δύναμαι ὅμως ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἐκπληρώσω τὰ βουλευτικά μου καθήκοντα ἀπέναντι μιᾶς διαμαρτυρήσεως τῶν συμπολιτῶν μου οἱ ὁποῖοι ἐπὶ 18 ἔτη μοὶ κάμνουν τὴν τιμὴν νὰ μὲ τιμῶσι διὰ τῆς ψήφου των κτλ.» ὁ λόγος ἐξηγήθη ἀμέσως, διατί ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκήρυξεν ὅτι παραιτεῖται, ὁ λόγος εἶναι ἐπαρχιακός.
§154ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀφοῦ τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ λέγουν αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσατε, ἀπορῶ ποῦ εὗρε τὰς ἄλλας λέξεις ὁ συντάκτης τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν. Αὐτὸ εἶναι ἄτοπον.
§155ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ λόγος ὡς βλέπετε, κύριοι, εἶναι ὅλως διόλου ἐπαρχιακὸς, δὲν ἀφορᾷ τὴν Βουλὴν· ἡ Βουλὴ λέγει ἀπεφάνθη εὐθυδίκως, ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι σεβαστὴ, ἀλλ’ ἐπειδὴ 500 ὑπογραφαὶ τῶν συμπολιτῶν μου μοὶ εἶπον ὅτι συνέβησαν ἀτοπήματα, ἐγὼ χρεωστῶ νὰ τοὺς πιστεύσω ἵνα τοὺς ἔχω ἄλλην μίαν φορὰν ψηφοφόρους. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δὲν ἡμάρτησεν, ἁβροφρόνως μόνον ἠθέλησε νὰ φερθῇ πρὸς τὴν ἐπαρχίαν του καὶ τὸ ἐπαρχιακὸν αὐτὸ πνεῦμα, Κύριοι, ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ τὸ ἐνισχύῃ. Συμφωνῶ δὲ μετὰ τινος τῶν κυρίων βουλευτῶν, ὅστις ἀπ’ ἐδῶ σᾶς εἶπεν ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ δώσῃ δίκαιον εἰς ἐνστάσεις 400 ἢ 500 πολιτῶν, οἵτινες βεβαίως δὲν ἀντελήφθησαν καλῶς τὸ πρᾶγμα. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ἐξετάσω τὰς λεπτομερείας τῆς ἐκλογῆς διὰ νὰ σᾶς εἰπῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἠρεύνησεν ἀκριβῶς καὶ ἀπεφάνθη ἐν γνώσει, διότι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη· ἀρκεῖ ὅτι ἔχω τὴν ἀπόφασίν της ὑπὲρ τῆς νομιμότητος τῆς ἐκλογῆς καὶ αἱ ἐνστάσεις τῶν 500 εἶναι μηδαμιναί. Διὰ τοῦτο, κύριοι, λέγω, διὰ νὰ μὴ ἐνισχύσωμεν τὴν τοπικότητα, τὴν ὁποίαν ἐνισχύσαμεν προχθὲς διὰ μιᾶς ἄλλης ἀποφάσεως, καὶ στενεύσωμεν, οὕτως εἰπεῖν, τὰς κεφαλὰς τῶν βουλευτῶν, ἀνάγκη ν’ ἀποῤῥίψωμεν τὴν γενομένην χάριν τῆς ἐπαρχίας παραίτησιν, ἀνάγκη διὰ τῆς ἀποφάσεώς σας νὰ εἴπετε εἰς τὸν βουλευτὴν αὐτὸν, ὅτι δὲν εἶσαι τῆς Παρνασσίδος βουλευτὴς, ἀλλ’ εἶσαι τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἑπομένως ἀφοῦ σέβεσαι τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἥτις εὐθυδίκως ἀπεφάσισεν, σὺ ἐννόμως καὶ ἐν τιμῇ δύνασαι νὰ συνεδριάζῃς ἐντὸς τῆς Βουλῆς αὐτῆς.
§156ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά.
§157ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητῶ μίαν διασάφησιν· ἂν πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ εἰδικῶς ἐπὶ τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ εἴπω τι· ἂν ὅμως πρόκειται σήμερον ἡ Βουλὴ νὰ γενικεύσῃ τὸ ζήτημα ἐπὶ πάσης παραιτήσεως καὶ νὰ ἐκφέρῃ δόγμα τοιοῦτον, σᾶς ζητῶ τὸν λόγον.
§158ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μόνον ἐπὶ τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Κεχαγιᾶ.
§159ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἰς τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ φαίνεται καὶ τὸ ἑξῆς· τὸν ἐρωτᾷ ὁ κ. Δεληγεώργης ἐπί τίνος ὁμιλεῖ; ὁ δὲ κ. Κεχαγιᾶς ἀπεκρίθη ὁμιλῶ κατὰ τῆς παρανομίας, διότι δὲν θέλω νὰ ἦμαι προϊὸν παρανόμου ἐκλογῆς.
§160ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Αὐτὰ τὰ εἶπε πρὶν ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα σήμερον, κύριοι, εἶναι καθαρῶς περὶ τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, δὲν πρόκειται σήμερον ἡ Βουλὴ νὰ λύσῃ γενικὰ ζητήματα.
§162ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὄχι πρόκειται περὶ δόγματος παραιτήσεως· ποίαν ἐξουσίαν ἔχει ὁ βουλευτὴς, ποίαν ὑποχρέωσιν, αὐτὰ ἐλέχθησαν· ἐπ’ αὐτῶν ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ οὐχὶ εἰδικῶς ὥστε τὸν μὲν ἕνα νὰ δικάσῃ σήμερον οὕτω, τὸν δὲ ἄλλον αὔριον ἄλλως. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ παρὰ μίαν ἀρχὴν, μίαν γνώμην, μίαν ἀπόφασιν, ἐκείνην, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ ἁρμοδιότης της, διότι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ διάφορον ἁρμοδιότητα εἰς τὸ πρόσωπον ἑνὸς καὶ διάφορον εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ἄλλου. Ἐῤῥέθησαν πολλὰ περὶ ἰδιότητος βουλευτοῦ, ὅτι ἡ βουλευτικὴ θέσις εἶναι ὑποχρέωσις, ἄλλοι ἔφερον εἰς παραδείγματα ἄλλας ἀρχὰς, ἄλλοι ὅτι ἡ θέσις τοῦ βουλευτοῦ δὲν ἔχει καμμίαν ἀναλογίαν μὲ τὴν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Κύριοι, ὁ βουλευτὴς εἶναι νομοθέτης καὶ εἶναι ὑπέρτατος· δὲν ὑπόκειται εἰς καμμίαν ὑποχρέωσιν, εἶναι ἀνεξάρτητος, διότι νομοθετεῖ· ἂν ἦτον ἐξηρτημένος καὶ ὑποτεταγμένος, δὲν θὰ ἦτο νομοθέτης, τὰ νομοθετήματά του δὲν θὰ ἦσαν σεβαστὰ, δὲν εἶναι ὑπόδουλος, ἐκλέγεται ὡς ἐκλεκτὸς, οὐχὶ ὡς ὑποτεταγμένος καὶ ἔρχεται ἐδῶ νὰ λάβῃ τὰ βάρη· τὰ βάρη; ὅλα ἔχουν βάρη· αἱ πράξεις καθενὸς ἔχουν βάρη, ὁ βουλευτὴς δὲν ἔχει βάρη, εἶναι πάντοτε ἐλεύθερος καὶ τοιοῦτος πρέπει νὰ ᾖναι ὁ νομοθέτης. Ὁ νόμος ἀναφέρει ἐκ τίνος αἰτίας γίνονται αἱ παραιτήσεις· ἐάν τις ἀποβιώσῃ ἢ κατασταθῇ ἀνίκανος κτλ. ἡμεῖς, δὲν ἔχομεν ἁρμοδιότητα τίποτε ἄλλο νὰ πράξωμεν· ὁ βουλευτὴς κ. Κεχαγιᾶς ἔχει τὴν θέσιν του ἐν τῇ Βουλῇ, ἔχει τὴν θέσιν τοῦ βουλευτοῦ, ἂν θέλῃ νὰ τὴν ἐκπληρώσῃ, ἔχει καλῶς, εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν του· ἂν δὲν θέλῃ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸν ὑποβάλῃ εἰς ὑποχρέωσιν, διότι ἡ τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἀνεπηρέαστος, ἀνεξάρτητος. Τώρα ἂν νομίζετε ὅτι ἡ ἔκφρασις τῆς παραιτήσεώς του δὲν εἶναι ἱκανὴ, δύνασθε νὰ τὸν ἐρωτήσητε ἐκ νέου.
§163ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά.
§164Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἡ ἰδική μου πρότασις εἶναι διαφορετικὴ τῆς τοῦ κ. Δεληγεώργη· ἐγὼ προτείνω νὰ ἐρωτηθῇ ἐμπροθέσμως ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἂν θέλῃ νὰ ᾖναι βουλευτὴς ἢ ὄχι· διότι δύναται νὰ θέλῃ νὰ ᾖναι καὶ νὰ μὴν ἔρχεται.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ καθαρίσωμεν τὸ θέμα· νὰ προσκληθῇ νὰ δηλώσῃ ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἂν παραιτῆται, διότι ἀποδοκιμάζει ὡς παράνομον τὴν πρᾶξιν τῆς Βουλῆς, εἶναι ἡ πρότασις τοῦ κ. Δεληγεώργη· ἡ δὲ τοῦ κ. Κρεστενίτου εἶναι νὰ προσκληθῇ ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἁπλῶς καὶ καθαρῶς νὰ δηλώσῃ ἐντὸς 5 ἡμερῶν ἂν θέλῃ νὰ μείνῃ βουλευτὴς ἢ νὰ μὴ μείνῃ. Συγχωνεύετε τὴν πρότασίν σας, κύριε Δεληγεώργη;
§166ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ἀνάγκη τῆς προτάσεώς μου ἔτι περισσότερον καταφαίνεται μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Χριστοπούλου, καὶ ὅσοι ἠθέλησαν νὰ τὴν παρεξηγήσουν, πιστεύω ὅτι δὲν εὑρίσκονται εἰς εὐάρεστον θέσιν μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν· διότι, ὡς ἐξ αὐτῶν εἴδετε, ἠδύνατο νὰ προέλθῃ μία ἀδικία, εἴτε πρὸς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Παρνασίδος, εἴτε πρὸς τὸν κ. Κεχαγιᾶν εἴτε πρὸς τὴν Βουλὴν, ἂν ἠθέλετε πεισθῆ εἰς τὴν ἔκφρασιν τὴν περιεχομένην εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα δὲν ἤκουσεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς. Ἀναγνωσθέντων τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν, ἀπεδείχθη ὅτι οἱ λόγοι τοῦ κ. Κεχαγιᾶ διαφέρουν ἀποτόμως τῶν λόγων τοὺς ὁποίους ὁ συντάκτης τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν ἔβαλεν εἰς τὸ στόμα του. Ὥστε εἶχον δίκαιον καὶ οὐδένα πλάγιον σκοπὸν, ὅταν ἐπρότεινα ὅτι ἡ Βουλὴ πρὶν προβῇ εἰς αὐτὸ τὸ μέτρον, καὶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν καὶ διὰ τὸν κ. Κεχαγιᾶν θὰ ἦτο ἄδικον, ἂν ἤθελε νὰ στηριχθῇ εἰς τὸ λεκτικὸν τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν καὶ εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ὅπως ἐγὼ εἶπον, καὶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον διετύπωσα δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο παρὰ τοῦτο· ὁ κ. Κεχαγιᾶς νὰ δώσῃ προφορικὴν ἐξήγησιν εἰς τὸν κ. πρόεδρον ἂν συντάσσεται μὲ τὴν μίαν ἢ ἄλλην ἔκφρασιν. Ἔχομεν δύο πρακτικὰ, τὰ μὲν ἐπίσημα, τὰ δὲ στενογραφημένα, καὶ τὰ μὲν περιέχουν προσβλητικὰς διὰ τὸ σῶμα ἐκφράσεις, τὰ δὲ δὲν ἐμπεριέχουν. Θὰ ἐρωτηθῇ λοιπὸν ὁ κ. Κεχαγιᾶς νὰ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν καὶ εἴμεθα εἰς τοῦτο ἠναγκασμένοι, καὶ οἱ ἐνθερμότεροι φίλοι τοῦ κ. Κεχαγιᾶ οἱ ἐπιθυμοῦντες τὴν εἴσοδόν του ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν δύνανται νὰ ἐπιθυμήσουν τίποτε περισσότερον· ὁ κ. Κεχαγιᾶς μόνος εἶναι ἁρμόδιος νὰ δώσῃ τοιαύτην ἐξήγησιν.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν συντάσσεται μὲ τὰ ἐπίσημα;
§168ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ δώσῃ ἐξήγησιν ἂν τὸ γραφὲν εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ εἶναι ἀληθὲς ἢ ὄχι. Νομίζω δὲ ὅτι ἄνευ τούτου, δὲν ἐκάμαμεν τίποτε. Τί νομίζετε ὅτι ἐκάμαμεν, ἂν ἀποῤῥίψωμεν τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, ὅστις θεωρεῖ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ὡς παράνομον; ἂς ἴδωμεν· δυοῖν θάτερον θὰ συμβῇ· θὰ ἔλθῃ ἢ δὲν θὰ ἔλθῃ ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ὅστις ὅμως δὲν πιστεύω ποτὲ νὰ ἔλθῃ, διότι ἀφοῦ ἀπεδοκίμασε τὴν πρᾶξιν τῆς Βουλῆς καὶ ἀνεγνώρισεν ὅτι εἶναι προϊὸν παρανόμου ἐκλογῆς, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀποδίδουν πολλὴν φιλοτιμίαν εἰς αὐτὸν, τὸν ἀδικοῦν νὰ νομίζουν ὅτι θὰ ἔλθῃ. Ἰδοὺ ἀφορμὴ νὰ ἐρωτηθῇ ὁ κ. Κεχαγιᾶς, καὶ ὄχι νὰ κληθῇ νὰ ἔλθῃ ἐνόσῳ φαίνεται παρῃτημένος ὡς παρανόμως ἐκλεχθείς· δὲν θὰ χαλάσῃ ὁ κόσμος, ἂν ἐρωτηθῇ.
§169Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Λυποῦμαι, διότι εὑρίσκω διαφορὰν μεταξὺ τῶν ξενογραφημένων καὶ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν· καὶ εἰς ἄλλην περικοπὴν λέγει ὁ κ. Κεχαγιᾶς οὕτω· «Κύριοι, πράξατε ὅ,τι θέλετε καθεὶς, καὶ ἐγὼ εἶμαι κύριος νὰ δεχθῶ ἢ μὴ τὴν ἐκλογήν. Βεβαίως θὰ σεβασθῶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εἶμαι κύριος μὲ τὴν πεποίθησίν μου νὰ κρίνω ἂν ᾖναι νόμιμος ἢ μὴ ἡ ἐκλογή μου» Ἀπορῶ, κύριοι, μὲ μίαν παρατήρησιν, ἡ ὁποία γίνεται· λέγουν ὁ κ. πρόεδρος νὰ ὁμιλήσῃ τὸν κ. Κεχαγιᾶν. Ἡ Βουλὴ, κύριοι, εἶναι σπουδαῖον σῶμα καὶ ὁμιλίας κρυφὰς δὲν ἔχομεν νὰ κάμωμεν. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἢ πρέπει ἐγγράφως ν’ ἀναφέρῃ τοὺς ἀληθεῖς λόγους, ἢ ἄλλως πρέπει νὰ ἔλθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ τοὺς εἴπῃ, χωρὶς νὰ ἔχωμεν κρυφὰς ὁμιλίας. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς δὲν ὑπέβαλε κρυφὰ τὴν παραίτησίν του εἰς τὴν Βουλὴν, ἦλθεν ἐπισήμως καὶ μᾶς ἀνέφερε καὶ εἶναι γεγραμμένα· δὲν θέλω νὰ τὰ εἴπω, διότι ἴσως θὰ ᾖναι παραφορά, ἴσως θὰ διέφυγον τὴν προσοχὴν καὶ τὴν γλῶσσαν καὶ τοὺς ὀδόντας τοῦ κ. Κεχαγιᾶ. Εἰς τὸ τμῆμα εἶπεν ὅτι, ἂν δὲν ἀκυρώσητε τὴν ἐκλογὴν, δὲν θέλω νὰ ᾖμαι βουλευτὴς, ὥστε εἶχεν ἐσκεμμένον σκοπὸν, ἀφοῦ ἐσκεμμένως ἦλθε καὶ ὡμίλησεν εἰς τὴν Βουλήν. Σήμερον προκαλεῖται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ ἂν θὰ δεχθῇ ἢ μὴ τὴν παραίτησιν, καὶ βεβαίως εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ ἐκτιμήσῃ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ζητεῖ εἷς βουλευτὴς νὰ παραιτηθῇ, διότι πλησιάζει μὲ τὴν θεωρίαν, ὅτι τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα δὲν εἶναι τῆς ἑκουσίας θελήσεως τοῦ βουλευτοῦ ἀπολύτως, μήτε ἀπολύτως ἐπιβεβλημένον· τὸ σῶμα δύναται νὰ κρίνῃ περὶ παραιτήσεως τοῦ βουλευτοῦ, διότι μερικὰ πρόσωπα ἔχουν σημασίαν εἰς τὴν πολιτείαν καὶ ἀπόκειται εἰς τὸ σῶμα, ἔχον ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος νὰ δεχθῇ ἢ νὰ μὴ δεχθῇ τὴν παραίτησίν του. Ἤδη λοιπὸν ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἢ πρέπει ἐγγράφως νὰ ἐκθέσῃ ἄλλους λόγους ἢ πρέπει νὰ ἔλθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ τοὺς ἀναφέρῃ. Αὐτὴ, κύριοι, εἶναι ἡ γνώμη μου· ὁμιλίας κρυφὰς δὲν ἐννοῶ, διότι φαίνεται ὅτι παίζομεν· διὰ τῆς ἐγγράφου ἀπαντήσεως ἢ τῆς προφορικῆς διαφεύγομεν ὅλας τὰς δυσχερείας καὶ φθάνομεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα.
§170ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπὶ τίνος συζητοῦμεν; ἐπὶ τῆς οὐσίας ἢ ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ψηφοφορίας; Θέσατε τάξιν εἰς τὴν συζήτησιν, ἥτις κατήντησε κυκεών.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε, φέρετε ἀπ’ ἐδῶ τὴν πρότασίν σας ἐγγράφως.
§172ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ ἐρωτῶ ἁπλῶς ἐπὶ τίνος συζητοῦμεν;
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν πρέπει νὰ ψηφοφορήσωμεν χωρὶς νὰ τὸν ἐρωτήσωμεν.
§174ΜΙΛΗΣΗΣ. Τότε ἐπαναφέρομεν τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας.
§175ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ συζήτησις νὰ περιορισθῇ ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος διὰ νὰ μὴ ἐπανερχώμεθα εἰς συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐξηντλήθη (διάλογοι).
§176Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἔχετε ἀνάγκην ν’ ἀκούσητε τὴν Βουλὴν ποῖα πρακτικὰ νομίζει ἐπίσημα; αὐτὰ τὰ ὁποῖα διορθόνει κάθε βουλευτὴς ἢ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπικυρώνει ἡ Βουλή;
§177Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἔλθουν τὰ στενογραφήματα τὰ χειρόγραφα διὰ νὰ ἰδῆτε τί λέγουν.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μίαν πρότασιν θέτει ὁ κ. Μίλησης ἐν ὀνόματι τῶν φίλων του· προτείνει νὰ μὴ γίνῃ δεκτὴ ἡ παραίτησις τοῦ κ. Κεχαγιᾶ ἁπλῶς καὶ καθαρῶς (διάλογοι). Κύριοι, παρακαλεῖσθε. Ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἁπλούστατον ζήτημα καὶ ἐκ τοῦ ἑνὸς μέρους καὶ ἐκ τοῦ ἄλλου. Ἡ μία μερὶς λέγει νὰ μὴ γίνῃ δεκτή, ἡ ἄλλη λέγει νὰ ἐρωτηθῇ ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἂν ἐπιμένῃ ἢ ὄχι. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἁπλούστατον.
§179ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§180ΔΑΓΡΕΣ. Δι’ αὐτὸ ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος τῆς ἄλλης προτάσεως.
§181ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν θὰ κάμετε ἰδικάς σας προτάσεις, κύριε πρόεδρε. Εἶναι προτάσεις πολλαὶ, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὰς συγχωνεύσητε ὅπως θέλετε. Τὸ ζήτημα εἰς ταῦτα περιστρέφεται, οἱ μὲν λέγουν νὰ ἐρωτηθῇ, οἱ δὲ νὰ μὴ ἐρωτηθῇ. Τώρα, ἄλλοι λέγουν νὰ προσθέσῃ αἰτιολογίας, καὶ ἄλλοι λέγουν ὅτι εἶναι περιτταί.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, λέγετε σεῖς, ν’ ἀποφασίσητε τώρα χωρὶς νὰ ἐρωτηθῇ. Ἡ μερὶς αὕτη (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) λέγει νὰ ἐρωτηθῇ ἂν ἐπιμένῃ.
§183ΤΙΝΕΣ. Ὄχι αὐτό.
§184ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, θεωρῶ περιττὸν νὰ θέτετε ζήτημα τοῦ νὰ ἐρωτηθῇ ὁ κ. Κεχαγιᾶς, διότι ἐξέθεσεν ὅτι παραιτεῖται, καὶ ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἐμμένει εἰς τὴν παραίτησίν του διὰ τῆς ἀποχῆς ἀπὸ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἐρωτηθῇ.
§185ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐδῶ ἐπροτάθησαν προτάσεις ὡρισμέναι καὶ διαφέρουσαι ἀπ’ ἀλλήλων. Ὁ κ. Κρεστενίτης λέγει νὰ ἐρωτηθῇ δι’ ἕνα λόγον, ὁ κ. Δεληγεώργης δι’ ἄλλον....
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰς ἐσυγχώνευσαν.
§187ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πῶς;
§188ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ μία πρότασις διαφέρει οὐσιωδῶς τῆς ἄλλης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγχωνευθῶσιν. Ἡ συγχώνευσις θὰ ἦτο τερατώδης.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἔλθῃ, ὅστις ἔχει ἐναντίαν γνώμην, νὰ τὴν πολεμήσῃ· αὐτοὶ λέγουν ὅτι τὴν συνεχώνευσαν. Κύριοι, (ἀποτείνεται εἰς τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα) τὴν ἐσυγχωνεύσατε, ναὶ ἢ ὄχι; ἀποκριθῆτε!
§190ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δι’ ἐμὲ δὲν εἶναι ζήτημα ἂν ᾖναι παρῃτημένος ἢ μή· αὐτὸ δὲν τὸ ἐρωτῶ· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐρωτῶ ἐγὼ εἶναι αὐτὸ, ὅτι τὰ πρακτικὰ τὰ ἐπίσημα περιέχουν κάτι τι ἔχον ἐπιῤῥοήν· ἀλλ’ ἐπειδὴ παρουσιάζονται ἄλλα, τὰ στενογραφήματα, τὰ ὁποῖα θέτουν εἰς ἀμφισβήτησιν τὰ ἐπίσημα, διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ. Ἂν ᾖναι παρῃτημένος ἢ ὄχι, δὲν ἀμφιβάλλω.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ δισταγμὸς δὲν εἶναι ἂν παρῃτήθη, ἀλλ’ ἂν ἐμμένῃ εἰς τὴν παραίτησίν του.
§192ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ μὲν πρώτη πρότασις διατυπόνει τὸ ἐρώτημα, ἂν ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἐπιμένει εἰς τὴν παραίτησίν του· ἡ δὲ ἄλλη διατυπώνει τὸ ἐρώτημα, ἂν εἶπε ταύτας ἢ ἐκείνας τὰς λέξεις κατὰ τὴν παραίτησίν του. Ποίαν ἀναλογίαν δύνανται νὰ ἔχουν αἱ δύω αὗται προτάσεις;
§193ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐνόσῳ ἀμφιβάλλω, ἂν μὲ ἐξύβρισε, θὰ τὸν ἐρωτήσω· καὶ ἂν δὲν ἐπιμένῃ εἰς τὴν παραίτησιν, ἐγὼ δὲν τὸν δέχομαι ἂν μᾶς ἐξύβρισε (διάλογοι).
§194ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Πρότασις τοῦ κ. Δεληγεώργη (ἀναγινώσκει). «Νὰ ἐρωτηθῇ ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἂν παρῃτήθη διὰ τοὺς ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς λόγους».
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ κλείσωμεν τὴν συζήτησιν, καὶ τὴν ἐκλείσαμεν. Πρόκειται περὶ τοῦ θέματος. Προτείνεται λοιπὸν νὰ μὴ γίνῃ δεκτὴ ἡ παραίτησις τοῦ κ. Κεχαγιᾶ· εἶναι πρότασις τοῦ κ. Μίληση, εἰς τὴν ὁποίαν συνεχωνεύθησαν καὶ αἱ ἄλλαι. Δεύτερον τοῦ κ. Δεληγεώργη, νὰ ἐρωτηθῇ ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἂν παρῃτήθη διὰ τοὺς ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς λόγους. Τὰς συγχωνεύετε οἱ ἄλλοι;
§196ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§197ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, ὑπάρχει γνώμη ὅτι ἡ Βουλὴ δέχεται τὴν παραίτησιν, καὶ ἄλλη ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δέχεται. Οἱ λέγοντες ὄχι εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μίληση τί ἐννοοῦν; ὅτι δέχονται τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δεληγεώργη ἢ τὴν παραίτησιν;
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔκλεισε, κ. Δαγρέ.
§199ΔΑΓΡΕΣ. Εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐξήγησις αὐτή. Ἐγὼ ὁ ὁποῖος π. χ. λέγω ὅτι δέχομαι τὴν παραίτησιν, ἐρωτώμενος ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Μίληση λέγω ὄχι· ὁ Δεληγεώργης καὶ οἱ φίλοι θὰ εἴπουν ὄχι. Ἔρχεται δευτέρα ἐρώτησις. Ἂν δὲν μοῦ θέσητε ζήτημα ὅτι δέχομαι τὴν παραίτησιν, ἀποκλείετε τὴν ἄλλην γνώμην, δέχεται ἡ Βουλὴ ἢ δὲν δέχεται τὴν παραίτησιν. Τρίτη γνώμη, μήτε τὴν μίαν μήτε τὴν ἄλλην· ἐμμένει ἐρωτᾶτε εἰς τὴν παραίτησίν του; Ἂν ἀποῤῥιφθῇ ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Μίληση θὰ ἔλθῃ ἡ πρότασις δέχεται τὴν παραίτησιν τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ; Ἂν εἴπῃ ὄχι, θὰ ὑπάγωμεν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δεληγεώργη.
§200ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἂν παραδέχεται τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Κεχαγιᾶ· αὐτὸ εἶναι τὸ σωστόν.
§201ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Δεληγεώργη· διότι αὐτὴ εἶναι τροπολογία τοῦ κυρίου ἀντικειμένου τῆς συζητήσεως, τὸ ὁποῖον εἶναι ἂν πρέπῃ νὰ δεχθῶμεν ἢ μὴ τὴν παραίτησιν.
§202ΔΑΓΡΕΣ. Συμφωνοῦμεν. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον πρέπει νὰ τεθῇ ἡ τρίτη γνώμη.
§203ΤΙΝΕΣ. «κατόπιν μάλιστα.
§204Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Εἴμεθα σύμφωνοι, κύριε πρόεδρε (διάλογοι).
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Δεληγεώργη, λέγουσα οὕτω· «νὰ ἐρωτηθῇ ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἂν παρῃτήθη διὰ τοὺς ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς λόγους». Οἱ παραδεχόμενοι..........
§206ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μίαν λέξιν περὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος (διάλογοι).
§207ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ προστεθῇ διὰ τοῦ προέδρου.
§208ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα διὰ τοῦ προέδρου.
§209ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἂν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου δεχθῇ μίαν μικρὰν προσθήκην εἰς τὴν πρότασίν του τὴν ψηφοφορῶ καὶ ἐγὼ καὶ πολλοὶ ἐξ ἡμῶν. Νὰ δεχθῇ ὅτι παρῃτήθη διὰ τὰ ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς ἢ διὰ τὰ ἐν τοῖς στενογραφημένοις;
§210ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Θέτετε καὶ μίαν προθεσμίαν πέντε ἡμερῶν.
§211ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§212ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε, διὰ νὰ τελειώσωμεν νομίζω ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ὀλυμπίας εἶναι περιττή, διότι ἐξάγεται ἐξ ἀνάγκης ἐκ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Δεληγεώργη· ἂν εἴπῃ δὲν παραιτοῦμαι διὰ τοὺς ἐν τοῖς ἐπισήμοις, ἔρχεται ἐξ ἀνάγκης ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Χριστόπουλος.
§213ΔΑΓΡΕΣ. Πῶς θὰ θέσητε ὑπὸ ἔλεγχον τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς εἰς ἓν ἄτομον; Ποτὲ δὲν ἠμπορῶ νὰ βάλω ὑπὸ ἔλεγχον τὰς ἐπισήμους πράξεις τῆς Βουλῆς. Δὲν παραιτοῦμαι, λέγει, διὰ τοὺς ἐν τοῖς ἐπισήμοις, ἀλλὰ διὰ τοὺς ἐν τοῖς στενογραφημένοις· ποῦ μένει τότε ἡ θέσις τῆς Βουλῆς;
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, προσέξατε (ἀναγινώσκει)· «Νὰ ἐρωτηθῇ ὁ κ. Κεχαγιᾶς διὰ τοῦ προέδρου, ἂν παρῃτήθη διὰ τοὺς ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς λόγους· ὀφείλει δὲ ν’ ἀπαντήσῃ ἐντὸς πέντε ἡμερῶν»· αὐτὴ εἶναι πρότασις τοῦ κ. Δεληγεώργη καὶ ψηφοφορεῖται. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Δεληγεώργη νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.
§215ΤΙΝΕΣ. Δὲν παρεδέχθη.
§216ΠΟΛΛΟΙ. Παρεδέχθη.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι βουλευταί, τὴν Δευτέραν ἔχομεν συνεδρίασιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 3½ μ. μ.)