1868.12.02
1,379 rows · 11,652 words · 124 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 12
Τῆς 2 Δεκεμβρίου 1868.
(Δευτέρα).
Ὥρα 1 Μ. Μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις.
Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη ἡ πρότασις περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 6,937. Πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπήν. Ὡσαύτως ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη ἡ πρότασις περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ· θὰ σταλῇ καὶ αὕτη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Στρατιωτικῶν.
§4ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτυπώθη καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Μαυρομμάτη καὶ Γλαράκη περὶ ἐπεκτάσεως τῶν πολιτικῶν συντάξεων. Καὶ αὐτὴ θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν. Ὅσοι ἔχουν ἐκθέσεις ἂς ἔλθουν νὰ τὰς ἀναγνώσουν.
§6ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΩΤΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ συνέταξε τὴν ἔκθεσίν της κατ’ αὐστηρὰν οἰκονομίαν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς. Τὴν ὑποβάλλω εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§7ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§8ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ (θόρυβος).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλει ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς· ἐν ὅλῳ δραχ. 286,032. Τὸ ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ;
§10ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, Μάλιστα.
§11ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκούσατε, κύριοι, τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου. (Ἀναγινώσκει). Πρὸς τὴν Βουλὴν. «Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἐπεξεργασθεῖσα καὶ συζητήσασα τὸ ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ λοιπῶν δημοσίων δικαιωμάτων διὰ τὸ ἔτος 1869, προτείνει τὴν παραδοχὴν καὶ ἐπιψήφισιν αὐτοῦ μὲ τὰς ἑξῆς τροπολογίας καὶ παρατηρήσεις, ἀφοῦ ἡ δυσχερὴς οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ ταμείου καὶ αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις, εἰς ἃς διατελοῦμεν, δὲν συγχωροῦσιν, ἐπὶ τοῦ παρόντος, τὴν ἐλάττωσιν τῶν κατὰ τὸ 1867 ἔτος αὐξηθέντων φόρων. 1. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2., ἐδάφ. β, ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει κατὰ πλειονοψηφίαν νὰ προστεθῇ ὡς τελευταία § συμφώνως μὲ τὸ ἀπὸ 24 Μαΐου 1863 ΛΔʹ. ψήφισμα τῆς Βʹ. ἐν Ἀθήναις ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ἐν ἰσχύϊ διατελοῦν ὡς πρὸς τὴν διάταξιν ταύτην κατά τε τοὺς φορολογικοὺς νόμους τῶν παρελθόντων ἐτῶν καὶ κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον (ἄρθ. 11), ἡ ἑξῆς· «Ἡ βεβαίωσις τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν πρὸς βρῶσιν ἐλαιῶν γίνεται κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἢ τὴν μεταφορὰν αὐτῶν διὰ ξηρᾶς ἢ διὰ θαλάσσης· ἡ δὲ βεβαίωσις τῆς ἐπικαρπίας τῶν πρὸς βρῶσιν ἐλαιῶν γίνεται δι’ ἐκτιμήσεως ἐπὶ τῶν δένδρων». Δύω μέλη τῆς ἐπιτροπῆς προτείνουσιν, ὅτι ἡ φορολογία τῶν πρὸς βρῶσιν ἐλαιῶν πρέπει νὰ ἐνεργηθῇ ὡς ἐνηργεῖτο καὶ πρὸ τοῦ 1863, καὶ μόνον πεντήκοντα ὀκάδες ἐλαιῶν δι’ ἑκάστην οἰκογένειαν παραγωγοῦ ἢ συλλέκτου ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς φορολογίας ὡς πρὸς τὸν ἔγγειον φόρον. 2. Ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ πλειονοψηφίαν προτείνει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἐδ. ϛʹ τοῦ ἰδίου ἄρθρου ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν ὡς ἑξῆς· «ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν προσδιορίζεται: διὰ μὲν τὰς οἰκοδομὰς τὰς κατοικουμένας ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν εἰς 3%, δι’ ὅλας δὲ τὰς λοιπὰς οἰκοδομὰς εἰς 5%.» Ἀλλ’ ἓν μέλος τῆς πλειονοψηφίας προτείνει ν’ ἀπαλλαγῶσιν ἐντελῶς τοῦ φόρου αἱ κατοικούμεναι ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν οἰκίαι. Ἡ μειονοψηφία δὲ τῆς ἐπιτροπῆς προτείνει νὰ μείνῃ καὶ κατὰ τὸ 1869 ἔτος ὁ φόρος ἐν γένει τῶν οἰκοδομῶν ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ ἐν καιρῷ νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ τούτου νόμου ὑπὸ στοιχ. ΚΒʹ. τῆς 31 Δεκεμβρίου 1863. 3. Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὴν φορολογίαν τῶν ἀμπέλων ἡ ἐπιτροπὴ προκαλεῖ τὴν σύντονον προσοχὴν τοῦ ὑπουργείου ὡς πρὸς τὴν κατάταξιν ἀναλόγως τῆς ποιότητος καὶ τῆς παραγωγῆς ἀναγομένης εἰς χρήματα, διότι δυστυχῶς συνέβησαν πλεῖστα ὅσα ἀδικήματα κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ φόρου ἕνεκα τῆς κατατάξεως τῶν ἀμπέλων εἰς ἄλλην παρὰ τὴν οἰκείαν τάξιν, καὶ πολλοὶ ἀμπελοκτήμονες ὑπεχρεώθησαν νὰ πληρώσωσιν ὡς φόρον οὐ μόνον διπλάσιον καὶ τριπλάσιον ποσὸν τοῦ νομίμου, ἀλλὰ καὶ τὸ ὅλον τοῦ εἰσοδήματος. Τὰς αὐτὰς παρατηρήσεις κάμνει ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ὡς πρὸς τὴν κατάταξιν τῶν λοιπῶν κατὰ στρέμμα φορολογουμένων κτημάτων. Τὰ ἀδικήματα δὲ ταῦτα ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐπιτροπὴ καὶ θέλουσα νὰ προλάβῃ αὐτὰ, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ προληφθῶσι, γνωμοδοτεῖ νὰ προστεθῇ ὡς τελευταία § εἰς τὸ ἄρθρον 4 ἡ ἑξῆς· «Τὰ πρωτόκολλα τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ποιότητος τῶν κατὰ στρέμμα φορολογουμένων κτημάτων ἐκτίθενται εἰς τὸ οἰκεῖον δημαρχεῖον ἐπὶ δέκα ἡμέρας, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἕκαστος ἰδιοκτήτης ἢ καλλιεργητὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιφέρῃ τὰς ἀντιῤῥήσεις του δι’ ἀναφορᾶς του ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου πρὸς τὸν ἁρμόδιον δήμαρχον, εἴτε ὡς πρὸς τὴν ποιότητα, εἴτε ὡς πρὸς τὴν ἰδιότητα τοῦ κτήματος. Ἐντὸς τεσσάρων ἡμερῶν μετὰ παρέλευσιν τῆς δεκαημέρου προθεσμίας ὁ δήμαρχος ἀποστέλλει εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον τὰ πρωτόκολλα τῆς ποιότητος μετὰ τῶν κατ’ αὐτῶν δοθεισῶν ἀντιῤῥήσεων, καὶ οὗτος συγκαλεῖ τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 36 τοῦ ΣΟΖʹ. νόμου (1855) ἐπιτροπὴν, ἥτις ἀναθεωρεῖ τήν τε ποιότητα καὶ ἰδιότητα τῶν κτημάτων ἐκείνων, περὶ ὧν ἐγένοντο ἀντιῤῥήσεις ὑπὸ τῶν φορολογουμένων, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἀναθεωρήσεως ταύτης συντάσσονται οἱ χρηματικοὶ πίνακες. Ἐὰν ὁ δήμαρχος ἀμελήσῃ τὴν ἔγκαιρον ἀποστολὴν τῶν πρωτοκόλλων τῆς ποιότητος μετὰ τῶν δοθεισῶν ἀντιῤῥήσεων πρὸς τὸν ἔφορον, τιμωρεῖται ὑπὸ τοῦ νομάρχου ἢ ἐπάρχου μὲ πρόστιμον δραχμῶν 50, πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου· καὶ ἐὰν ἐντὸς ἑτέρων τριῶν ἡμερῶν μετὰ τὴν πειθαρχικὴν ταύτην τιμωρίαν δὲν ἀποστείλῃ ταῦτα, τιμωρεῖται δικαστικῶς μὲ χρηματικὴν ποινὴν δραχ. 100–200, ὑποκείμενος καὶ εἰς ὅλας τὰς ἀποζημιώσεις τοῦ δημοσίου». 4. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τῆς σταφίδος ἡ ἐπιτροπὴ, μετὰ μακρὰν συζήτησιν καὶ ἐξέτασιν τοῦ ἀντικειμένου τούτου, προτείνει κατὰ πλειονοψηφίαν τὴν ἑξῆς τροποποίησιν. «Σταφὶς δι’ ἑκάστην χιλιάδα ἑνετικῶν λιτρῶν διὰ μὲν τὰς ἐπαρχίας Καλαμῶν, Μεσσήνης, Πύλου, Ὀλυμπίας καὶ Ἠλείας ἀνὰ δραχμὰς ἕνδεκα, ὁσάκις ἡ φόρτωσις γίνεται ἔν τινι λιμένι τῆς οἰκείας ἐπαρχίας διὰ τὸ ἐξωτερικόν· ἀλλ’ ἐξαιρετικῶς ἡ φόρτωσις τῆς σταφίδος τῆς ἐπαρχίας Ὀλυμπίας δύναται νὰ γίνεται καὶ ἐν Κατακώλῳ τῆς Ἠλείας». Δι’ ὅλας δὲ τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας ἀνὰ δραχμὰς δεκαπέντε». Ἡ μειονοψηφία ὅμως τῆς ἐπιτροπῆς προτείνει νὰ μείνῃ ὁ φόρος τῆς σταφίδος δι’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι ἡ εἰς δύο τάξεις διάκρισις οὐ μόνον θέλει συνεπάγει μεγάλας καταχρήσεις ἐπὶ βλάβῃ τοῦ δημοσίου, καθ’ ὅσον εἶναι λίαν πιθανὸν οἱ σταφιδοῦχοι τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, ὧν ὁ φόρος τῆς σταφίδος προσδιορίζεται εἰς δραχμὰς 15, νὰ μεταφέρωσι τὸν σταφιδόκαρπόν των πρὸς φόρτωσιν εἰς τοὺς λιμένας τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, ὧν ὁ φόρος τῆς σταφίδος προσδιορίζεται εἰς δραχμὰς 11, ἀλλὰ καὶ δυσκολίας μεγάλας ἐπίσης θέλει ἐπιφέρει εἰς αὐτοὺς τοὺς σταφιδοκτήμονας ἕνεκα τῶν ἐπιτηρητικῶν καὶ ἐκτάκτων μέτρων, τὰ ὁποῖα κατ’ ἀνάγκην θὰ λάβῃ ἡ κυβέρνησις πρὸς πρόληψιν τῶν τοιούτων καταχρήσεων. 5. Ἡ ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος τοῦ οἴνου Θήρας καὶ Θηρασίας εἰς δραχμὰς 1,20 ἐφ’ ἑκάστης βαρέλας, διότι, καθ’ ἃς ἔλαβε πληροφορίας, ὁ προσδιορισμὸς αὐτοῦ εἰς δραχ. 1, 40 εἶναι ὑπερβολικός. 6. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 «περὶ τῶν Λακωνικῶν προϊόντων» ἡ ἐπιτροπὴ ἐσυζήτησε μετὰ σπουδαιότητος τὴν γενομένην πρότασιν περὶ ἀφομοιώσεως τῆς φορολογίας τῶν ἐπαρχιῶν Οἰτύλου καὶ Γυθείου μὲ τὴν φορολογίαν τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν τοῦ παλαιοῦ βασιλείου, ἀλλ’ ἀπέχει ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ προτείνῃ τὴν ἀφομοίωσιν ταύτην, εὐχομένη νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ σπουδαίαν σκέψιν τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, καθόσον ἡ τοιαύτη ἀναμοιότης τῆς φορολογίας παρουσιάζει τι ἀνώμαλον καὶ ἄνισον κατὰ παράβασιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἐν τούτοις ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ πλειονοψηφίαν, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐν Ἑπτανήσῳ φορολογίαν ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς καὶ μεταφορᾶς τῶν προϊόντων, οὖσαν προσδιωρισμένην εἰς 18%, προτείνει νὰ αὐξηθῇ ἡ φορολογία αὕτη (τῶν Λακωνικῶν προϊόντων) ἐπὶ μὲν τοῦ ἐλαίου εἰς λεπτὰ 15 τὴν ὀκᾶν (ἀντὶ τῶν 12), ἐπὶ δὲ τῶν λοιπῶν προϊόντων εἰς 15% εἰς χρήματα κατὰ τὴν ἀγοραίαν τιμὴν (ἀντὶ τῶν 10) καὶ ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν εἰς 12% (ἀντὶ τῶν 8). 7. Εἰς τὸ ἄρθρον 8 νὰ προστεθῇ ὡς ἐδάφιον τελευταῖον τὸ ἑξῆς: «8) ἓν στρέμμα γρασιδοτόπου, ὅπου καὶ ἂν κεῖται, δι’ ἕκαστον ἰδιοκτήτην ἢ καλλιεργητήν», διότι ἡ ἐπιτροπὴ φρονεῖ ἄδικον νὰ φορολογῆται ἡ τοιαύτη τροφὴ τῶν ζώων, ἀφοῦ τὰ λοιπὰ εἴδη τῆς τροφῆς αὐτῶν, ὡς τὰ ἄχυρα, ἡ ῥόβη καὶ ὁ βῖκος μένουσιν ἀφορολόγητα. Ἓν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς προτείνει νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν κατηγορίαν τῆς ἀπαλλαγῆς παντὸς ἐγγείου φόρου καὶ δικαιώματος ἐπικαρπίας καὶ ὁ σπόρος τῶν πρωΐμων δημητριακῶν καρπῶν, διότι εἶναι ἄδικον νὰ ὑποβάλληται εἰς διπλῆν φορολογίαν· προσδιορίζει δὲ τὸ ποσὸν αὐτοῦ εἰς ἓν ἐπὶ τῶν δέκα τῆς ὁλικῆς παραγωγῆς. 8. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 τὸ ἐσφαλμένως σημειούμενον ἔτος 1867 νὰ ἐπιδιορθωθῇ «1869», ἀλλ’ ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς παρατηρεῖ ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ ἄρθρου τούτου, ἐπαναλαμβανομένη πρὸ πολλῶν ἐτῶν εἰς τοὺς ἐτησίους φορολογικοὺς νόμους, οὐδένα πρακτικὸν λόγον ἔχει, καὶ ἑπομένως οὐδέποτε ἐφηρμόσθη, διότι δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἰδίως, καθόσον ἀφορᾷ τὰ ἐθνικὰ κτήματα, ἅτινα, ἐνόσῳ διατελοῦσιν ὑπὸ τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου, δὲν ὑποβάλλονται εἰς δικαίωμα ἐπικαρπίας (κατὰ τὸ νομοσχέδιον), ἀλλὰ τὸ δημόσιον λαμβάνει ἢ διαθέτει δι’ ἐνοικιάσεως τὸ ὁλοκάρπωμα αὐτῶν, ἤτοι τὸ ὅλον τοῦ εἰσοδήματος, ἅμα δὲ ἐκποιηθῶσι, κατὰ τὸν περὶ ἐκποιήσεως τῶν ἐθνικῶν φθαρτῶν κτημάτων νόμον, (διότι οὐδεμία ἄλλη διάθεσις αὐτῶν δύναται νὰ γίνῃ), μεταβαίνουσιν εἰς τὴν κυριότητα τοῦ ἀγοραστοῦ, ὅστις ἐπίσης δὲν ὑπόκειται εἰς ἀπόδοσιν δικαιώματος ἐπικαρπίας, (διότι τοιοῦτον δικαίωμα ἐπικαρπίας ἀποδίδεται διὰ τὰ ἐθνικοϊδιόκτητα κτήματα), καὶ ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα, κατὰ τὰς γενικὰς διατάξεις τοῦ κοινοῦ δικαίου, ἅμα λάβῃ εἰς χεῖράς του τὸν τίτλον τῆς ἀγορᾶς, νὰ ὠφεληθῇ καὶ τὸ εἰσόδημα τοῦ κτήματος, ἀποδίδων εἰς τὸ δημόσιον ἔγγειον μόνον φόρον, ἐκτὸς ἂν ὑπάρχῃ ὅρος τις εἰς τὴν περὶ ἐκποιήσεως διακήρυξιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, κατὰ τὸν ὁποῖον ὀφείλει νὰ συμμορφωθῇ ὁ ἀγοραστής. Μόνον αἱ ἐθνικαὶ γαῖαι ἀποδίδουσι δικαίωμα ἐπικαρπίας, καὶ ἐπειδὴ πολλαὶ τοιαῦται διατίθενται, (οὐχὶ δι’ ἐκποιήσεως, διότι γαῖαι ἀσκεπεῖς ὑπὸ γεωργῶν κατεχόμεναι δὲν ἐκποιοῦνται), ἀλλὰ πρὸς πραγματοποίησιν κρητικῶν ἢ ἄλλων προικοδοτικῶν γραμματίων, ὁ εἰσηγητὴς προτείνει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 9 ὡς ἑξῆς· «Δὲν ὑποβάλλονται εἰς δικαίωμα ἐπικαρπίας αἱ ἐθνικαὶ γαῖαι, αἵτινες διετέθησαν ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως καὶ τὸ περὶ τῆς παραχωρήσεως τῶν ὁποίων ἔγγραφον παρεδόθη τῷ δικαιούχῳ πρὸ τῆς ά. Ἀπριλίου 1869». 9. Τὸ 6 ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 10 προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς, συμφώνως μὲ τὰ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν βουλευτικὴν σύνοδον ἀποφασισθέντα ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ νόμου τοῦ 1868. «Οἱ φορολογούμενοι πληρόνουσι τοὺς ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν φόρους των ἐντὸς 30 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῶν διπλοτύπων, μετὰ παρέλευσιν δὲ τῆς προθεσμίας ταύτης καταδιώκονται δι’ ὅλων τῶν νομίμων μέσων καὶ ὑπόκεινται εἰς πληρωμὴν τόκου, ἀρχομένου ἀπὸ τὴν λῆξιν αὐτῆς· ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ μηνὸς, καθ’ ὃν ἐβεβαιώθη ὁ φόρος· οἱ ἐνοικασταὶ ὅμως χρεοῦνται διὰ τὰ καθαρὰ ἐλλείμματα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσχύοντος μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πέρατος τῆς συγκομιδῆς πρωτοκόλλου τῆς τιμῆς τῶν σιτηρῶν, καὶ ὑπόκεινται ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης εἰς τὸν τῆς ὑπερημερίας τόκον». 10. Ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τῆς Ἑπτανήσου ἐγένετο μακρὰ συζήτησις, ἂν πρέπει ἢ οὒ νὰ ἀφομοιωθῇ μετὰ τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν τοῦ πρώην βασιλείου, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ διῃρέθη εἰς διαφόρους γνώμας, καὶ δύω μὲν μέλη αὐτῆς προτείνουσι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 12 ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ ν’ ἀφομοιωθῇ ἡ Ἑπτάνησος καὶ ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν μετὰ τοῦ πρώην βασιλείου· ἡ πλειονοψηφία ὅμως, καί τοι εὐχομένη νὰ κατορθωθῇ τὸ ταχύτερον, ὥστε νὰ ἰσχύῃ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ φορολογικὸν σύστημα δι’ ὅλην τὴν ἐπικράτειαν, δι’ οὓς λόγους ἐξέθετο ἀνωτέρω προκειμένου περὶ τῆς φορολογίας τῶν Λακωνικῶν προϊόντων, δὲν ἐγκρίνει μὅλα ταῦτα ἐπὶ τοῦ παρόντος τὴν πρότασιν ταύτην, διότι νομίζει πρόωρον τὴν τοιαύτην γενικὴν φορολογικὴν ἀφομοίωσιν. Ἐν τούτοις ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ πλειονοψηφίαν (δύω μελῶν αὐτῆς διαφωνούντων καὶ ὑποστηριζόντων τὴν παραδοχὴν τοῦ ἄρθρου 12 ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ), παραδεχομένη τὴν βαθμιαίαν ἀφομοίωσιν, γνωμοδοτεῖ νὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ οἱ νόμοι περὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, κατὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ὁποίων οὐδεὶς λόγος δύναται ν’ ἀντιταχθῇ ἰσχυρῶς, καὶ νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος τῆς ἐξαγωγῆς εἰς 16% (ἀντὶ τῶν 18) πρὸς ἀντιστάθμισιν. Ἑπομένως προτείνει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 12 ὡς ἑξῆς· «Ἄρθρ. 12. Ἡ ἔγγειος φορολογία ἐν Ἑπτανήσῳ διατηρεῖται οἵα κατὰ τὸ 1866, ἀλλ’ ὁ μὲν φόρος ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ ἐλαίου, τῆς σταφίδος καὶ τῶν οἴνων προσδιορίζεται ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1869 εἰς 16%, οἱ δὲ νόμοι περὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης ἐφαρμόζονται καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἐπιβάλλεται δὲ δασμὸς εἰσπραττόμενος εἰς τὰ τελωνεῖα κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν καὶ τὴν διὰ θαλάσσης μεταφορὰν, ά. ἐπὶ τοῦ σάπωνος πρὸς λεπ. 6 κατ’ ὀκὰν καὶ βʹ. ἐπὶ τῆς ἐλαιώδους ὕλης, ἥτις παράγεται δι’ ἀτμομηχανῶν ἀπὸ ἀχρήστους ἐλαιοπυρῆνας, πρὸς λεπ-2 κατ’ ὀκάν. Ἡ ὀφειλὴ τῶν ἐξαγαγόντων κατὰ τὸ 1868 ἐπὶ ἐγγυήσει ἐλαιώδη ὕλην κανονισθήσεται καὶ εἰσπραχθήσεται κατὰ τὸν ἀνωτέρω προσδιορισμόν». Ἡ ἐπιτροπὴ νομίζει ἀναγκαῖον νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τῆς ἐλαιώδους ὕλης, ἵνα μὴ φορολογῆται ἔλαιον καθαρὸν ὡς τοιαύτη ὕλη πρὸς λεπτὰ 2 κατ’ ὀκὰν, καὶ προκύψῃ ἐντεῦθεν μεγάλη ζημία εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. 11. Τὸ ἄρθρον 14 πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ, ἀφοῦ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς παραδέχεται τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἐνταῦθα, τοῦ λόγου προκειμένου περὶ τοῦ φόρου τούτου, κρίνει ἀναγκαῖον ἡ ἐπιτροπὴ νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι, καί τοι ἀναγνωρίζουσα ὅτι ὁ νέος νόμος περὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευματιῶν στηρίζεται εἰς ὀρθοτέρας καὶ δικαιοτέρας βάσεις ἀπὸ τὸν παλαιὸν, πρέπει μόλα ταῦτα νὰ τροποποιηθῇ οὗτος ἐπὶ τὸ δικαιότερον, διότι ἡ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων δὲν στηρίζεται εἰς τὴν ἰσότητα, καὶ πολλαὶ μὲν τάξεις ἐπιτηδευματιῶν ἐπιβαρύνονται πλέον τοῦ δέοντος, ἄλλαι δὲ τοιαῦται ἢ μένουσιν ἐντελῶς ἀφορολόγητοι, ἢ πληρόνουσιν ὀλιγώτερον τοῦ πρέποντος φόρον, ἐφ’ ᾧ καὶ συνιστᾷ εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐν καιρῷ τὸ προσῆκον νομοσχέδιον. Ἓν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπρότεινε νὰ ἐλαττωθῇ ὁ προκείμενος φόρος, διὰ τὸ 1869, 20%. 12. Νὰ προστεθῇ ὡς ἄρθρον ἀκροτελεύτιον τὸ ἑξῆς ἄρθρον· «Πᾶσα προγενεστέρα διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται». 13. Πρὶν ἢ δώσῃ πέρας εἰς τὴν παροῦσαν ἔκθεσίν της ἡ ἐπιτροπὴ θεωρεῖ ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ νὰ συστήσῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν ἵνα κατὰ τὴν προσεχῆ τακτικὴν βουλευτικὴν σύνοδον καταρτίσῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον πλῆρες καὶ αὐτοτελὲς «περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐγγείων φόρων καὶ λοιπῶν δημοσίων δικαιωμάτων», περιλαμβάνον τὰς ἀναγκαίας διατάξεις τὰς περιεχομένας εἰς τοὺς νόμους ΣΟΖʹ. τῆς 7 Ἀπριλίου 1855 καὶ ΥΓʹ. τῆς 30 Μαΐου 1857 εἰς τὸ ἀπὸ 24 Μαΐου 1863 ΛΔʹ. ψήφισμα τῆς Βʹ. ἐν Ἀθήναις ἐθνικῆς Συνελεύσεως, εἰς τὸν ἀπὸ 8 Ἰανουαρίου 1866 ὑπὸ στοιχ. ΡΜΔʹ. νόμον καὶ εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν φορολογικὸν νομοσχέδιον, καθ’ ὅσον, μεταβληθείσης τῆς εἰς εἶδος εἰσπράξεως τοῦ ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν φόρου εἰς χρήματα καὶ πολλῶν ἄλλων διατάξεων τοῦ παγίου νόμου ὑπὸ στοιχ. ΣΟΖʹ. τροποποιηθεισῶν διὰ τῶν ἀνωτέρω μεταγενεστέρων νόμων, διὰ παραπομπῆς ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸν ἄλλον, καθίσταται δυσχερὴς οὐ μόνον εἰς τοὺς φορολογουμένους καὶ τοὺς ἐνοικιαστὰς, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὰς τὰς δημοσίας καὶ δημοτικὰς ἀρχὰς ἡ ἀκριβὴς τήρησις καὶ ἐφαρμογὴ τῶν περὶ φορολογίας διατάξεων, περιεχομένων, ὡς εἴρηται, εἰς τοσούτους νόμους, καὶ ὡς ἐκ τούτου πολλάκις παραβλάπτονται συμφέροντα ἢ δικαιώματα τοῦ δημοσίου καὶ τῶν φορολογουμένων. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 30 Νοεμβρίου 1868. Ὁ πρόεδρος Ι. Ν. Ταμπακόπουλος. Ἡ ἐπιτροπὴ Β. Νικολόπουλος, Ἀθ. Πετσάλης, Ν. Τσικλητήρας, Εὐθ. Κεχαγιᾶς, Ἀθ. Κατζανδρῆς. Ὁ εἰσηγητὴς Ν. Παπαμιχαλόπουλος.»
§12ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, κατὰ τὸ τέλος τῆς τελευταίας συνεδριάσεως ἔλαβον χώραν λυπηρὰ συμβάντα· ἀπρεπεῖς ἐκφράσεις ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς ἀτοπήματα καὶ ἐπίθεσιν καθ’ ἑνὸς συναδέλφου. Πιστεύω, ὅτι μετεμελήθησαν δι’ ὅ,τι εἶπον καὶ ἔπραξαν οἱ πλημμελήσαντες. Νομίζω ὅμως ἀναγκαῖον ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην της διὰ τὰ λυπηρὰ συμβάντα καὶ νὰ τὰ ἀποδοκιμάσῃ.
§14ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ. Κύριοι βουλευταὶ, ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου προέδρου, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγε, καὶ ἐπὶ τῆς σκηνῆς, τὴν ὁποίαν ὅλοι γνωρίζετε, ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι τὴν σκηνὴν αὐτὴν θεωρῶ πρᾶξιν πολὺ σπουδαίαν. Εἶναι καιρὸς ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ πρόνοιάν τινα καθ’ ὅλων τῶν πράξεων, αἱ ὁποῖαι ἐξευτελίζουσιν αὐτήν· δὲν θέλω αἰτιαθῇ πρόσωπα. Τὴν πρᾶξιν πρέπει νὰ τὴν στιγματίσωμεν σπουδαίως, ἵνα μὴ ἐπαναληφθῇ, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὸ πρᾶγμα θολὸν καὶ ἀναμεμιγμένον· διότι, καθ’ ἃ εἰσηγήσατο ὁ κ. πρόεδρος, ἀναμιγνύεται ὁ παθὼν μετὰ τῶν ἐνόχων καὶ τίθεται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν. Εἶναι καλὸν, κύριοι, ὅσοι δὲν εἶσθε προχθὲς ν’ ἀκούσητε ἐν περιλήψει πῶς συνέβη ἡ πρᾶξις ἐν ὅλῃ τῇ λεπτομερείᾳ. Σᾶς λέγω ὅτι συνάδελφοι, τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζομεν, ἐπετέθησαν κατὰ τοῦ συναδέλφου κ. Μαλιαροπούλου, τὸν ὕβρισαν, τὸν ἔπτυσαν καὶ τὸν ἐτραυμάτισαν μετὰ τοιαύτης ἐπιμονῆς καὶ θηριωδίας, ὥστε ὁ ἄνθρωπος ἐποδοκυλίσθη, καὶ ὅταν ἐσηκώθη, τὸν ἐπίασα ἀπὸ τὸ χέρι ἐγὼ καὶ ὁ κ. Μακρῆς, μοὶ φαίνεται, καὶ τὸν ὡδηγήσαμεν εἰς αὐτὸ τὸ δωμάτιον· (δεικνύει τὸ πρὸς τὰ ἀριστερὰ τῆς ἕδρας τοῦ προέδρου δωμάτιον.) Ὁ ἄνθρωπος ἦτο ζαλισμένος εἰς τὴν κεφαλὴν, καὶ ἐρωτηθεὶς ποῖος τὸν ἐκτύπησε, δὲν ἠξεύρω, εἶπεν. Ἡ αἱμοῤῥοὴ ἦτο δυνατὴ, διότι ἐκτυπήθη εἰς τὴν κεφαλὴν διὰ σκληροῦ ὀργάνου τόσον, ὥστε ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι μέχρι τῆς ἄλλης ἡμέρας ἐφοβούμην καὶ περὶ τῆς ζωῆς του (θόρυβος). Ὁ ἄνθρωπος ἦτο καθῃμαγμένος. Ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ τῆς Γορτυνίας, ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἑλλάδος, ἐντὸς τῆς Βουλῆς αὐτῆς ἐξυλοκοπήθη καὶ κατέστη αἱματόφυρτος ὑπὸ τῶν συναδέλφων του. Ἐπήγαμεν μέσα εἰς τὸ δωμάτιον· ἔξω ἐπεκράτει σύγχυσις. Ἐπειδὴ ὁ φίλος μου κ. Μαλιαρόπουλος δὲν ἦτο εἰς θέσιν, δὲν εἶχε συνείδησιν τῆς θέσεώς του, ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ προσκαλέσω ἰατρούς· οἱ ἰατροὶ ἦλθον ἀργά· νερὸν μᾶς ἠρνοῦντο, οὐδεὶς μᾶς ἤκουεν, ἐφωνάζαμεν νερὸν διὰ τὸν ἄνθρωπον, διότι τὸ αἷμα ἔῤῥεεν.
§15ΔΑΓΡΕΣ. Ποῦ ἦσαν οἱ κλητῆρες;
§16ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Οἱ κλητῆρες ἐδῶ ἦσαν. Ἦλθον οἱ ἰατροὶ, μᾶς ἔφεραν ἐπὶ τέλους νερὸν, ἐπλύναμεν τὴν κεφαλὴν, τὴν ἐδέσαμεν καὶ ἀπήλθομεν. Διὰ νὰ σᾶς παραστήσω πῶς ἀντελήφθην τὸ πρᾶγμα τόσον δεινὸν, σᾶς λέγω, ὅτι παρεκαλέσαμεν τὸν κ. Μαλιαρόπουλον νὰ τὸν ὁδηγήσωμεν εἰς τὸ σπίτι· αὐτὸς ἤθελε νὰ ὑπάγῃ εἰς φαρμακεῖον· τὸν ἠρωτήσαμεν ἐγὼ καὶ τρεῖς ἄλλοι, ὅπου τὸν συνωδεύαμεν, εἰς ποῖον φαρμακεῖον θέλει νὰ τὸν ὁδηγήσωμεν· μόλις ἠδυνήθη νὰ μᾶς εἴπῃ τι, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς δὲν ἀντελήφθημεν· ἤθελε νὰ ὑπάγῃ εἰς Ζαφειρόπουλόν τινα, φαρμακοποιόν. Ἤμην ἐγὼ, ὁ κ. Μακρῆς, ὁ κ. Καλατζόπουλος καὶ εἷς ἕτερος, καὶ τὸν συνωδεύαμεν· ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆρεν ἕτερον δρόμον, ἀγνοῶν ποῦ διευθύνετο· ἐδέησε νὰ τὸν ὁδηγήσωμεν μέχρι τέλους. Τὴν ἐπιοῦσαν ἐπῆγα νὰ τὸν ἐπισκεφθῶ καὶ ἔμαθα παρ’ αὐτοῦ, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν νύκτα εἶχε κεφαλαλγίαν, ὅτι ἔμεινεν ἄϋπνος σχεδόν. Τῷ παρετήρησα, ὅτι πρέπει νὰ εἶχες πυρετόν· δὲν εἶχον τίποτε, μοὶ εἶπε· πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ κοιμηθῇς; Ὁ ἀδελφός του μοὶ εἶπεν, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν νύκτα ἐπύρεσσε. Ταῦτα εἶπον, κύριοι, διὰ νὰ περιγράψω τὴν ἐπίθεσιν καὶ τὸ τραῦμα καὶ νὰ περιγράψω τὴν ἀγριότητα. Βεβαίως εἰς ἕνα σωματεῖον, τὸ ὁποῖον σύγκειται ἀπὸ 200 πρόσωπα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τηρηθῇ ἡ ὀφειλομένη ἁβροφροσύνη μεταξὺ συναδέλφων, καὶ ἄν ποτε συμβῇ ἐπίθεσίς τις, ἀμέσως ἐπέρχεται ἡ μεταμέλεια. Ἡ περίστασις ὅμως αὕτη εἶναι ὅλως διόλου ἐξαιρετικὴ, διότι φαίνεται ὅτι ὑπῆρχε μεγάλη ἐπιμονή. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρᾶξις. Ἐγὼ νομίζω καλὸν νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ, καὶ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ μέτρων τινῶν· πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὴν πρᾶξιν κατὰ τὰς διαφόρους ἐπόψεις· πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀφορμὴν τῆς ἐπιθέσεως· πρέπει νὰ ἐκτιμήσητε τὸν τόπον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ προσβληθέντος. Σημειώσατε δὲ ὅτι τὸ σπουδαιότερον εἶναι ἡ ἀφορμὴ τῆς πράξεως· ἡ ἀφορμὴ εἶναι τὸ βῆμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἱερὸν, τὸ ὁποῖον ἔχει ἄσυλον, τὸ ὁποῖον πάντοτε καὶ ἡ Συνέλευσις καὶ ἡ Βουλὴ ἐσεβάσθη καὶ τὸ ὁποῖον μετωνομάσθη ἐλευθερία τοῦ λόγου. Ἂν ὅλαι αἱ ἐλευθερίαι ἐκλείψωσι καὶ ὑπάρξῃ μόνον ἐλευθερία τοῦ λόγου, ὅλαι αἱ ἐλευθερίαι ἀνακαινίζονται, ἀναδύουσι καὶ ἀναβλαστάνουσιν ἐκ τοῦ βήματος τούτου. Ὑποστηρίζω, ὅτι ᾐκίσθῃ ὁ ἄνθρωπος, διότι ἐνόμισεν, ὅτι ἔχει ἐλευθερίαν λόγου· ἀνέβη εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, εἶπε λέξεις τινὰς καὶ κατόπιν ἐπετέθησαν οἱ ἀντίπαλοι καὶ τὸν ἐποδοκύλισαν. Καὶ διατί ἀνέβη εἰς τὸ βῆμα; Τὸ ζήτημα ἐπίσης κατ’ ἐμὲ εἶναι σκανδαλῶδες. Ἦτο ἡ ὥρα περασμένη, ὡμίλει ἐκ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Πετσάλης ἐπὶ θέματος σπουδαιοτάτου, ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου, ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ· Βουλὴ δὲν ὑπῆρχε σχεδὸν, ἡ μὲν μειοψηφία ἔλειπεν ὅλως διόλου, ἡ δὲ πλειοψηφία περιεβόμβει, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὰ δωμάτια· δὲν ὑπῆρχε συνεδρίασις, χάριν δὲ τοῦ κ. Πετσάλη ἠνέχθημεν νὰ τελειώσῃ τὸν λόγον, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἀπαρτία δὲν ὑπῆρχεν. Ὅταν ἐτελείωσεν ὁ κ. Πετσάλης, ἠκούσθη φωνὴ, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀπαρτία· παρεκλήθη ὁ κ. πρόεδρος νὰ ἀναγνώσῃ τὸν κατάλογον, ἤρχησεν ὁ κ. πρόεδρος τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, καὶ ἐν τούτοις βουλευταί ἐπέμενον βιάζοντες τὸν πρόεδρον διὰ τῶν φωνῶν νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, διότι ὑπάρχει ἀπαρτία. Αὐτὰ τὰ λέγομεν διὰ νὰ κατανοήσωμεν τὰς αἰτίας καὶ νὰ λάβωμεν πεῖραν τῶν ἀποτελεσμάτων, διὰ νὰ μὴ ἐπιμένωμεν συνήθως εἰς πράγματα ἀντικείμενα εἰς τὸν κανονισμόν. Τινὲς ἐφώναζον, εἶναι ἀπαρτία. Ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἀπαρτία, ἀλλὰ κατὰ τὸν κανονισμὸν, ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν ἢ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἡ ἀπαρτία. Ἡ μειοψηφία λοιπὸν μικροτάτη, διότι δὲν ἦσαν ἢ τέσσαρες πέντε μόνον, ἐφώναζε, δὲν εἶναι ἀπαρτία καὶ πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§17ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἤσουν ἐδῶ, κύριε βουλευτά;
§18ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Μάλιστα, ἐδῶ ἤμην· λέγω μόνον πῶς συνέβησαν τὰ πράγματα διὰ νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνωνται. Πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ὀνομαστικὴ κλῆσις, ἔλεγεν ἡ μειοψηφία· ὁ κύριος Μαλιαρόπουλος ἀνέβη τὸ βῆμα νὰ διαμαρτυρηθῇ, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προβῶμεν εἰς συζήτησιν. Τινὲς ἐλάμβανον, καθὼς ἤκουσα, ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ προέδρου τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἤρχησαν νὰ ἀναγινώσκουν διὰ νὰ προβοῦν· ὅλα αὐτὰ τὰ σκάνδαλα ἠρέθισαν καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δέ. Ὁ κ. Μαλιαρόπουλος ἀνέβη τὸ βῆμα· δὲν ἐνθυμοῦμαι κατὰ λέξιν τί εἶπεν, ἐνθυμοῦμαι ὅμως τὴν λέξιν θρασύτητα· ἤθελε νὰ στιγματίσῃ τὴν θρασύτητα ἀνθρώπων τινῶν.
§19ΤΗΛΕΜ. ΡΟΥΚΗΣ. Ἀνηθίκους καὶ ῥαβδούχους ἀπεκάλεσε τοὺς ἐπιμένοντας εἰς τὴν συζήτησιν.
§20ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κατόπιν.—Κύριοι, ὁμιλοῦμεν ἴσια ἴσια περὶ τοῦ σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο. Τὸ βῆμα αὐτὸ εἶναι ἰδιοκτησία μας, δὲν ἔχομεν σπουδαιότερον καὶ τιμαλφέστερον πρᾶγμα· τὸ βῆμα τοῦτο καὶ τὸ βῆμα τῆς Γερουσίας, ἀφοῦ ἔλειψαν ὅλαι αἱ ἄλλαι ἐλευθερίαι ἐπὶ Ὄθωνος, ἀνεκαίνισαν τὴν ἐλευθερίαν.
§21ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς διακόψω;
§22ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὄχι. Ἐγὼ δὲν παραμορφόνω, ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἀντελήφθην καλῶς. Ἡ λέξις θρασύτης λοιπὸν εἰς ἐμὲ μὲν ἤχησε κακῶς, εἰς ἄλλους δεινότερον· ἠκούσθησαν ψιθυρισμοὶ ἐκ μέρους τῆς πλειοψηφίας, ἠκούσθη ἡ λέξις μπερμπάντης πρὸς τὸν Μαλιαρόπουλον· ὁ Μαλιαρόπουλος ὑβρισθεὶς, εἶπε, σεῖς εἶσθε ἀνήθικοι. Κατόπιν ἔγεινε μία συῤῥοὴ, ὥρμησάν τινες εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος, δὲν ἠνόησα τί ἔγεινεν· ὅταν ἐπῆγα ἐκεῖ, εὗρον τὸν ἄνθρωπον κείμενον ἐκτάδην καὶ μοὶ ἐφάνη ἄπορον πῶς κτυπηθεὶς, δὲν ἐκραύγασε· μοὶ εἶπον τινὲς, ὅτι ἐκτυπήθη κατ’ εὐθείαν εἰς τὴν κεφαλὴν καὶ ἔπεσε καὶ συνέβη αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπον προτήτερα. Κύριοι, ὁ Μαλιαρόπουλος πιεζόμενος ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας ἢ ὑπό τινων συναδέλφων, ἀνηκόντων εἰς τὴν πλειοψηφίαν, ἐρεθισθεὶς διὰ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἦτο πολὺ δίκαιον, καὶ ἀναβὰς τὸ βῆμα ἐνδέχεται, ὄχι ἐνδέχεται, εἶναι βέβαιον, ἐξέφερε τὴν λέξιν θρασύτης. Εἶναι ἡ λέξις αὕτη τόσον χαλεπή; δὲν ἠκούσθη ποτὲ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἢ ἀπὸ τοῦ βήματος ἄλλου ἔθνους; Ἠθέλησε νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν ἐπιμονὴν αὐτὴν ὡς τολμηρὰν, ὡς ἀναιδῆ, διότι ἐπαπειλεῖτο ἡ παραβίασις τοῦ γράμματος τοῦ νόμου. Τὸ γράμμα εἶναι καθαρὸν, καὶ ὅταν ζητῇ τις τῶν βουλευτῶν τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν διότι δὲν εἶναι ἀπαρτία, δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ γίνῃ. Ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι ἦτο προσβολή· ὑβρίσθη ἀμέσως δεινῶς, ἀνθύβρισε καὶ εἶπεν, εἶσθε σεῖς ἀνήθικοι. Τί ἔπρεπε; ἔπρεπε νὰ κρεουργηθῇ ὁ ἄνθρωπος; Μοὶ φαίνεται, ὅτι αὐτὸ ἀντιβαίνει καὶ εἰς τὴν καλὴν ἀνατροφὴν καὶ εἰς τὸ σοβαρὸν ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον φέρει τὸ σῶμα τοῦτο, καὶ εἰς τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ὅλοι ἀπαιτοῦμεν ν’ ἀπολαύωμεν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις μας καὶ εἰς τὸ κράτος. Ἐδῶ ἐγένετο ζήτημα τίς ὕβρισε καὶ τίς ἀνθύβρισεν· ἡ Βουλὴ ἦτο ἐδῶ, καὶ ἂν δὲν ἦτο ἐδῶ ἐκείνην τὴν ἡμέραν, ἦτο τὴν ἄλλην, καὶ ἀντὶ νὰ γίνεται αὐτὴ ἡ συζήτησις σήμερον ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἄλλη περὶ ἀποδοκιμασίας τοῦ κυρίου Μαλιαροπούλου ὡς ὑβρίσαντος, ἢ περὶ ἀποδοκιμασίας τῶν ὑβρισάντων· ἀλλὰ προέβη τὸ πρᾶγμα, καθὼς εἶπον προτήτερα, μετά τινος ὑπερβολῆς μέχρι τραυματισμοῦ. Ἐγὼ δὲν ἐνόησα ἀμέσως, ὅτι ἐπετέθησαν προσωπικῶς κατ’ αὐτοῦ διὰ ῥάβδου· διέσχισα τοὺς συναδέλφους καὶ ἦλθον ἐκεῖ, ἀφοῦ τὸ ἐνόησα, καὶ τὸν εὗρον ἀκόμη εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἐκτάδην καὶ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἀκριβῶς τὶ ἐγένετο. Δὲν εἶναι λοιπὸν λέγω πρᾶξις ἡ ὕβρις ἀπὸ ἐκείνας τὰς συνήθεις καὶ ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἰς τὴν παραφοράν του ὁ καλλίτερος ἄνθρωπος ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ καὶ νὰ ὑβρίσῃ τὸν καλλίτερόν του φίλον· εἶναι ἔπος πτερόεν, τὸ ὁποῖον διαφεύγει· ἀλλ’ αἰκίαι, τραύματα, μετ’ ἐπιμελείας καὶ σκοπίμως γενόμενα, διότι ἐζήτει τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, αὐτὴ ἡ πρᾶξις, κύριοι, ἔχει συνεπείας, ἔχει χαρακτῆρα σπουδαῖον. Τῳόντι, κύριοι, ἡ πλειοψηφία ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτῇ σέβας ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ ν’ ἀπαιτῇ τὸ κῦρος τῶν πράξεών της, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πιέζῃ, πολὺ δὲ ἧττον νὰ δέρνῃ. Ἡ πλειοψηφία εἶναι πλειότεροι ἀπὸ τὴν μειοψηφίαν, ἐὰν λοιπὸν διὰ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι λέγονται ἀπὸ τοῦ βήματος, δύνανται νὰ δέρνουν, τί μᾶς μένει; τί θέλετε σεῖς νὰ ἔλθητε ἐδῶ ἐν τῇ πάλη τῶν παθῶν; Κύριοι, εἶπον, ὅτι ὁ κ. πρόεδρος ναὶ μὲν χαρακτηρίζει ὡς λυπηρὰ τὰ συμβεβηκότα αὐτὰ, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου θέλει νὰ τὰ καλύψῃ μὲ πέπλον τινα· ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο, διότι πρέπει νὰ στιγματισθῇ αὐτὴ ἡ πρᾶξις διὰ νὰ μὴ λάβῃ χώραν πλέον. Ὁ κ. πρόεδρος λαμβάνει ὅλα εἰς μίαν κατηγορίαν, ἄρα λεχθέντα καὶ πραχθέντα. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἄλλα εἶναι τὰ λεχθέντα καὶ ἄλλα τὰ πραχθέντα· τὰ πραχθέντα εἶναι πολὺ σπουδαιότερα τῶν λεχθέντων. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν ἂν ὁ κ. Μαλιαρόπουλος ὕβρισεν· ὑποθέτω, ὅτι ὕβρισε καὶ κατόπιν οἱ ὑβρισθέντες ἐπετέθησαν, ᾔκισαν καὶ ἐτραυμάτισαν αὐτόν. Δύνανται αὐτοὶ σήμερον νὰ ζητήσωσιν ἱκανοποίησιν; Ὄχι. Αὐτοὶ δὲν δύνανται, διότι αὐτοὶ δὲν ἐσεβάσθησαν τὸ σῶμα τοῦτο, δὲν ἐπερίμεναν νὰ ζητήσουν ἱκανοποίησιν ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦτο, ἔλαβον τὴν ἱκανοποίησίν των αὐτοδυνάμως καὶ αὐτοδικαίως· ἱκανοποιήθησαν μόνοι κατὰ τὴν ἰδίαν στιγμήν. Εἶναι παράνομον καὶ παράξενον νὰ τιμωρηθῇ σήμερον ὁ Μαλιαρόπουλος, ὁ τραυματισθεὶς τοσοῦτον, ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ὁποίου, κατ’ ἐμὲ, προσεβλήθη τὸ ἀξίωμα τοῦ σώματος τούτου καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου. Αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἱκανοποιήθησαν αὐτοδυνάμως, μὴ σεβασθέντες τὸ σῶμα, ἀλλὰ λείψαντες ἀπὸ τὴν ἠθικὴν, δὲν ἠμποροῦν, νομίζω, νὰ ζητήσωσιν ἱκανοποίησιν, καὶ πρέπει νὰ γίνῃ λόγος μόνον περὶ τοῦ Μαλιαροπούλου, διότι σήμερον ὁ δαρεὶς δὲν ἔλαβεν οὐδεμίαν ἱκανοποίησιν οὔτε δι’ ἰδίας δυνάμεως, οὔτε ἄλλως πως. Τώρα, κύριοι, νὰ ζητήσωμεν νὰ στιγματισθῇ πρόσωπον εἶναι ἀνάξιον καὶ τοῦ σώματος, νομίζω, καὶ εἶναι καὶ δύσκολον νὰ ἐξευρεθῇ· διότι, σᾶς βεβαιῶ, ἠρώτησα πολλοὺς καὶ δὲν ἠμπόρεσα νὰ σχηματίσω πεποίθησιν, ποῖος ἐκτύπησε τὸν ἄνθρωπον. Αὐτὸς ὁ ἴδιος λέγει, ἐγὼ στραφεὶς ὅταν ἐκτυπήθην, εἶδον τὸν κύριον Μακρῆν, καὶ ἐνόμισεν ὅτι τὸν ἐκτύπησεν αὐτὸς, ὁ σώσας αὐτόν. Τόσον ἐπλανήθη ἀπὸ τὸ τραῦμα. Νομίζω καλὸν λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνωρίσῃ ὡς δίκαιον νὰ συλλυπηθῇ τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ λαοῦ, τὸν Εὐστ. Μαλιαρόπουλον, βουλευτὴν Γορτυνίας, διὰ τὸ δυστύχημα, καὶ νὰ ἀποδοκιμάσῃ τὴν διαγωγὴν τῶν ἐπιτεθέντων ὡς ἀναξίαν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ. Τοῦτο νομίζω, κύριοι, σπουδαιότατον· νομίζω ὅμως καὶ ἄλλο τι ἀναγκαιότατον ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ τὸ θεωρῶ δικαιότατον, τὸ θεωρῶ φρόνιμον· πρέπει νὰ πολεμηθῇ ἡ ἰδέα, ὅτι ἐντὸς τῆς Βουλῆς ὑπάρχει γενικὴ ἀτιμωρησία. Νομίζουν τινὲς, ὅτι ὅ,τι συμβαίνει ἐντὸς τῆς Βουλῆς δύναται νὰ ἐξαλειφθῇ διὰ τοῦ κανονισμοῦ· ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἠμποροῦν νὰ συμβαίνουν τραύματα, ἠμποροῦν νὰ συμβαίνουν φόνοι· ὁ πρόεδρος δὲν ἔχει δικαίωμα, καὶ τὸ σῶμα αὐτὸ δὲν δύναται τίποτε περισσότερον νὰ πράξῃ, παρὰ ν’ ἀποδοκιμάσῃ. Φέρω πρότασιν νόμου λοιπὸν διὰ τὸ μέλλον, τὴν ὁποίαν ἀναγινώσκω, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν, νὰ τὴν θεωρήσῃ κατεπείγουσαν καὶ νὰ συζητηθῇ. Αἱ ὕβρεις, αἱ ὁποῖαι συνήθως συμβαίνουν, δύνανται νὰ θεωρηθῶσι πειθαρχικὰ παραπτώματα, ἀλλὰ τὰ τραύματα καὶ οἱ φόνοι δὲν εἶναι πειθαρχικὰ παραπτώματα, τιμωρούμενα δι’ ἁπλῆς ἀποδοκιμασίας· αὐτὰ διαφεύγουν πλέον τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς εἰς τὴν Συνέλευσιν ἤμεθα φορτωμένοι ῥεβόλβερ· ἠδύναντο νὰ φονευθῶσιν ἄνθρωποι. Οἱ φόνοι αὐτοὶ ἦτο δίκαιον νὰ μείνωσιν ἀτιμώρητοι; ἠμποροῦσαν νὰ τραυματισθῶσι· τὰ τραύματα τὰ δεινὰ πρέπει νὰ τιμωρῶνται διὰ μιᾶς ἀποδοκιμασίας; φέρω λοιπὸν τὴν ἑξῆς πρότασιν. «Ἡ κατὰ βουλευτοῦ τινὸς ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν αὐτῆς γενομένη αἰκία, ἢ ἐπίθεσις γενομένη μετὰ βίας κατὰ προσώπου θεωρεῖται κακούργημα καὶ τιμωρεῖται μὲ εἱρκτήν.» Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ κατεπειγόντως. Ἐπὶ τοῦ παρόντος μόνον παρακαλῶ τὴν Βουλὴν τρία πράγματα· πρῶτον, νὰ μὴ συμπεριλάβῃ τὸ θῦμα μεταξὺ τῶν ἐνόχων· δεύτερον, νὰ ἐκφρασθῇ ἡ λύπη εἰς αὐτὸν ὡς παθόντα, ὡς στρατιώτην τοῦ λόγου, ὡς παθόντα ἐνῷ ἐξήσκει ἓν δικαίωμα κυριαρχικὸν τῆς Ἑλλάδος αὐτῆς, ἐξήσκει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ· τρίτον, ν’ ἀποδοκιμάσῃ τὴν διαγωγὴν, νὰ μὴ ζητήσῃ τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ἐπιτεθέντας, διότι σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εἶναι καὶ δύσκολον νὰ εὑρεθοῦν, καὶ, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν πταίουσι καὶ πολὺ, διότι δυστυχῶς, ἂς τὸ εἴπωμεν, ἡ ἀπό τινος καιροῦ εἰς τὰ τοιαῦτα πολιτικὴ ἀνατροφὴ ἡμῶν ἦτο ἀνάγωγος· νὰ μὴ ζητηθῶσι τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ ἡ πρᾶξις νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀναξία ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ δώσω πληροφορίας τινὰς περὶ τῶν χθὲς συμβάντων. Ἐλανθάσθη ἡ μνήμη τοῦ καταβάντος ἀπὸ τοῦ βήματος κυρίου βουλευτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς ἐκθέσω ἀκριβῶς τὰ γεγονότα, τόσῳ μᾶλλον, καθόσον πολλοὶ ἐξ ὑμῶν δὲν ἦσαν παρόντες κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην.
§24Ν. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ προεδρεύσητε ἔπειτα, κύριε πρόεδρε;
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πληροφορίας δίδω διὰ νὰ φωτίσω τὴν Βουλήν.
§26ΤΙΝΕΣ. Ἠμπορεῖ καὶ ὀφείλει νὰ δώσῃ.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ βουλευτοῦ Ξηροχωρίου κ. Πετσάλη πολλοὶ ἐζήτησαν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλά τινὲς ἔλεγον, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι εἰς ἀπαρτίαν· ἐγένετο πολὺς θόρυβος ἀπήτουν νὰ προχωρήσωμεν. Ἐγὼ εἶπον, ὄχι, δὲν δύναμαι νὰ ἐπιτρέψω νὰ προχωρήσωμεν, ἀφοῦ γίνεται ἡ παρατήρησις ὅτι δὲν εἶναι πλῆρες τὸ σῶμα. Ἐπέμενον καὶ διὰ τοῦτο ἀπεφασίσθη ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος διὰ νὰ πληροφορηθῶμεν ἐὰν ἦτο ἀπαρτία ἢ ὄχι. Ἕως ἐδῶ βλέπετε, ὅτι τὰ πράγματα ἔγειναν ἡσύχως καὶ τακτικῶς· ἤρχισεν ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου. Ἕως τότε δὲν εἶχε συμβῆ τίποτε, καὶ ἐδῶ ἔσφαλεν ὁ κύριος Ῥοντήρης. Ὅταν ἤλθομεν εἰς τὸ Γ, εἰς τὴν Γορτυνίαν, ὁ συνάδελφός μας κύριος Μαλιαρόπουλος ἐκάθητο εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος· ἀνεγνώσθη τὸ ὄνομά του καὶ ἐσιώπησεν. Οἱ γραμματεῖς καὶ δὲν ἠξεύρω ποῖος ἄλλος ἔκαμον τὴν παρατήρησιν, ὅτι εἶναι παρών· ἤκουσε τὸ ὄνομά του καὶ δὲν λέγει ὅτι εἶναι παρών. Ἐγὼ τοῖς παρετήρησα, ὅτι εἶναι ἀδιάφορον· θὰ τὸν σημειώσουν ὡς παρόντα, ἀφοῦ τὸν βλέπουν ὅτι ὑπάρχει εἰς τὴν αἴθουσαν, καὶ νὰ μὴ κάμουν κἀμμίαν παρατήρησιν. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν εἰς ἄλλον κύκλον ἔγεινε κἀμμία ἄλλη παρατήρησις.
§28ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀπὸ ἐδῶ εἶπον, ὅτι εἶναι παρόντες κακοήθεις καὶ δὲν ὁμιλοῦν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ ἤκουσα ἐγώ.
§30ΤΙΝΕΣ. Τὸ ἠκούσαμεν ἡμεῖς.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε λοιπὸν ὁ κύριος Μαλιαρόπουλος, ἐρεθισθείς, ἦλθεν εἰς τὸ βῆμα καὶ ὕβρισεν ἄλλα μέλη καὶ ἐγεννήθη ὁ ἐρεθισμὸς ἐκεῖνος.
§32ΔΑΓΡΕΣ. Τί εἶπε, κ. πρόεδρε, ἐὰν ἐνθυμῆσθε τὰς λέξεις;
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω οὔτε νὰ ἐπαναλάβω τὰς λέξεις αὐτὰς τὰς ὑβριστικάς· δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῶσιν.— Ἦλθε λοιπὸν εἰς τὸ βῆμα καὶ ἐπέφερε μερικὰς ὕβρεις, αἱ ὁποῖαι ἠρέθισαν τοὺς ἄλλους καὶ ἐπετέθησαν κατ’ αὐτοῦ εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος. Ἐγώ, μὰ τὴν ἀλήθειαν, δὲν εἶδον τί ἐγένετο ἐκεῖ· ἔτρεξαν πολλοί. Ἐνόμισα ὅτι, καθὼς γίνεται πολλάκις, θὰ ᾖναι κἀμμία σύγχυσις καὶ θὰ ἔτρεξαν νὰ χωρίσουν. Διὰ τοῦτο δὲν διέκοψα τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου, ὁπότε δὲ μοὶ εἶπον, ὅτι τὸν ἐκτύπησαν, τότε διέλυσα τὴν συνεδρίασιν. Τώρα θὰ δικαιολογήσω καὶ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔφερα ὄχι ὅπως ἱκανοποιήσω ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπετέθησαν κατὰ τοῦ Μαλιαροπούλου, ἀλλὰ πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ σώματος. Ὑπάρχει διάκρισις μεταξὺ λόγου καὶ πράξεως. Βεβαίως πολλῷ βαρυτέρα εἶναι ἡ πρᾶξις, ἀλλ’ οὐχ ἧττον καὶ αἱ ὕβρεις εἶναι ἀποδοκιμαστέαι· καὶ ἐπειδὴ ὁ κανονισμὸς οὐδὲν ἄλλο δικαίωμα δίδει εἰς τὴν περίστασιν ταύτην παρὰ τὴν ἀποδοκιμασίαν καὶ καθ’ ὕβρεων καὶ κατ’ ἐπιθέσεως, διὰ τοῦτο εἶπον ἀπρεπεῖς τὰς ὕβρεις· πάντοτε δὲ ἐννοῶ, ὅτι εἶναι βαρυτέρα ἡ πρᾶξις ἀπὸ τὸν λόγον. Τώρα ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφασίσῃ ὅ,τι νομίζει καλόν.
§34ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΩΤΗΣ. Κύριοι, δὲν εἶναι ἀληθές, καὶ θὰ μὲ συγχωρήσητε ἐὰν ἀντιτείνω· ἐπειδὴ ὅμως ὁ προαγορεύσας βουλευτὴς Ναυπακτίας, φίλος μου κ. Ῥοντήρης, ὡμίλησεν ὡς ἄγγελος καλῶν, ἀλλ’ ὡς δικηγόρος καὶ ἄνθρωπος ἑνὸς κόμματος ἠθέλησε τὰ πράγματα νὰ τὰ διαστρέψῃ· διότι, ἐὰν θέλετε, εἰς τὴν σύστασιν, εἰς τὴν ἀγόρευσίν του ἠθέλησε νὰ μὴ εἴπῃ τὰ πράγματα καθαρῶς, ἀλλὰ νὰ εἴπῃ, ἤκουσα ἀπὸ τὸν δεῖνα, ἀντελήφθην ἀπὸ τὸν ἄλλον, καὶ τέλος πάντων ὁριστικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀντελήφθη αὐτός, δὲν εἶπεν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ βεβαιώσῃ, τὸ ὁποῖον αὐτὸς λέγει ὅτι ἀντελήφθη, ἦτο, ὅτι ὁ παθὼν ἦλθεν εἰς παραλογισμόν, καὶ ἐνῷ τὸν ὡδήγουν διὰ τοῦ ἑνὸς μέρους, αὐτὸς ἔτρεχε διὰ τοῦ ἄλλου. Τοῦτο, ἐὰν θέλετε, πολὺ μὲ ἐλύπησε ν’ ἀκούσω ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπον δικηγόρον, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχω πολλὴν ὑπόληψιν· διότι μᾶς τὸν παρέστησεν, ὅτι κατ’ αὐτὴν τὴν νύκτα παρελογοῦσε, καὶ μολαταῦτα γνωρίζω τὸ ἐναντίον, ὅτι κατ’ αὐτὴν τὴν νύκτα εἶχε νυκτερινὴν συναναστροφήν· διότι ὅλοι οἱ φίλοι του ἐπῆγαν νὰ τὸν ἐπισκεφθοῦν καὶ ἔγεινε μεγάλη διασκέδασις. Λοιπὸν εἶναι τὸ ἐναντίον ἀφ’ ὅ,τι αὐτὸς ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ. Εἶναι βέβαιον τὸ πρῶτον, εἶναι ψεῦδος τὸ δεύτερον.
§35ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε Μοναστηριώτη, δικαιολογεῖτε τὴν πρᾶξιν;
§36ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΩΤΗΣ. Μὴ διακόπτετε· θὰ ἔλθω. Ἐγὼ θέλω νὰ παραστήσω, ὅτι ὁ μὲν συνάδελφός μας κ. Ῥοντήρης ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι ὁ συνάδελφός μας ἦλθεν εἰς παραλογισμόν, ἐγὼ δὲ, ὅτι αὐτὸς ἦτο εἰς μίαν νυκτερινὴν συναναστροφὴν, ὅπου ὑπῆρχον διάφοροι φίλοι τοῦ κόμματος. Τώρα, κύριοι, ἐρχόμενοι εἰς τὴν πρᾶξιν, ἴσως ἐρωτήσητε· θέλετε ν’ ἀκολουθοῦν αὐτὰ τὰ πράγματα; Ἐγὼ πηγαίνω βῆμα πρὸς βῆμα· δικηγόρος δὲν εἶμαι, ἀλλ’ ὁμιλῶ. Ἀγαπᾶτε νὰ γίνωνται αὐτὰ τὰ πράγματα; Λέγω ὄχι· εἶναι πραγματικῶς μία ἀσχημία διὰ τὸ σῶμα τῆς Βουλῆς. Δὲν πρέπει νὰ ἐρχώμεθα εἰς αὐτοὺς τοὺς διαπληκτισμοὺς, δὲν πρέπει νὰ ἐρχώμεθα εἰς αὐτοὺς τοὺς λόγους· διότι δὲν εἴμεθα μόνοι, ἔχομεν ἀκροατήριον, τὸ ὁποῖον ἐκτιμᾷ τὰς πράξεις μας. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, συμφωνεῖτε νὰ γίνωνται αὐτοὶ οἱ διαπληκτισμοί; Λέγω ὄχι· εἶναι τὸ μεγαλύτερον κακούργημα νὰ ἐρχώμεθα τόσον χαμηλὰ, καὶ ἑπομένως νὰ λάβῃ τὸ ἀκροατήριον μίαν ἄλλην ἰδέαν ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν εἶχε σχηματίσει, καὶ ἠμπορεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἰδέαν. Ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν προαγορεύσαντα, ὅτι ἡ ποινὴ εἶναι διαφορετικὴ εἰς τὸν παθόντα, παρὰ εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐπετέθη κατὰ τοῦ παθόντος· διότι καὶ εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, ὅταν προκαλῆται ἕνας καὶ κάμῃ καὶ φόνον ἀκόμη, καὶ αὐτὸ τὸ δικαστήριον τὸν ἀθῳόνει. Ὅταν ἔρχεσθε εἰς τὸ βῆμα, δὲν εἶμαι ἄνθρωπος τοῦ βήματος, δὲν εἶμαι ἄνθρωπος τοῦ λόγου, δὲν συγχωρῶ εἰς σὲ, ὁ ὁποῖος ἔχεις τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν εἶμαι ἄνθρωπος τοῦ λόγου, νὰ προσβάλῃς διὰ πλάγιον σκοπὸν ἕνα ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τὴν δύναμιν τοῦ λόγου νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ βῆμα. Δὲν πρέπει, κύριοι, νὰ μοῦ πολεμήσητε τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ περισσότεροι ἐξ ἡμῶν δὲν εἴμεθα ἄνθρωποι τοῦ λόγου, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν ὑπομονὴν, ὅταν ἕνας ἄνθρωπος τοῦ λόγου, μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι ἠξεύρει περισσότερα πράγματα, προσβάλλῃ τὸν ἄλλον. Πρέπει νὰ ἐκτιμήσωμεν τὴν θέσιν μας καὶ τὸ καθῆκόν μας διὰ νὰ προκαλέσωμεν τὸ σέβας τοῦ ἀκροατηρίου ὑπὲρ ἡμῶν. Δὲν συμφωνῶ καθόλου νὰ δοθῇ δηλαδὴ ἔτσι μία ἐξήγησις κατὰ τοῦ παθόντος· ἀπ’ ἐναντίας πρέπει νὰ στιγματίσωμεν καὶ τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον, ἢ πρέπει νὰ τοὺς διορθώσωμεν καὶ τοὺς δύω καὶ κάθε ἄλλον, ὅστις ἔχει τὴν τόλμην νὰ ἐξυβρίζῃ τὸν ἄλλον.
§37ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν θὰ ἀναπτύξω τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον ὑπὸ κομματικὴν ἔποψιν· τοὐναντίον θέλω ἐξηγήσει αὐτὸ ὑπὸ τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ ἔννοιαν, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι τὸ προχθεσινὸν συμβὰν εἶναι σπουδαιότατον διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὴν τιμὴν τοῦ σεβαστοῦ τούτου σώματος, ἂν θέλῃ νὰ ᾖναι σεβαστόν. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι ὄχι μόνον εἰς τὰ ἑλληνικὰ κοινοβούλια, τὰ ὁποῖα ηὐτύχησεν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἔχῃ ἀπὸ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1821, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ μᾶλλον πεπολιτισμένα ἔθνη συμβαίνουν ἐνίοτε διαπληκτισμοί· ἀλλὰ εἰς τὸ ἓν μέρος καὶ εἰς τὸ ἄλλο ἂν συνέβησαν διαπληκτισμοί, συνέβησαν ὅλως διόλου ὑπὸ διαφορετικὴν ἔποψιν παρ’ ἐκείνην, ὑπὸ τὴν ὁποίαν συμβαίνει ἀπό τινος καιροῦ νὰ γίνηται ἐνταῦθα· ἤτοι δύω πρόσωπα ἀντιπαθῶς φερόμενα, τὸ ἓν ἐπετίθετο κατὰ τοῦ ἄλλου καὶ πολλάκις ἤρχετο εἰς χεῖρας, εἴτε διότι ἓν πρόσωπον ἀπροσέκτως λαλοῦν ἐκφράζεται ἐνίοτε ἀπρεπῶς περὶ προσώπου τινὸς ἢ περὶ τοῦ σώματος ὁλοκλήρου, καὶ τότε ἴσως δικαιολογεῖται ἡ ἄλλως ἀποδοκιμαστέα κατ’ αὐτοῦ ἐπίθεσις. Ἂς ἴδωμεν, ὑπάρχει τι τοιοῦτον ἐνταῦθα; Ὄχι, δυστυχῶς. Δὲν πρέπει, κύριοι, νὰ ἀρνηθῶμεν, ὅτι ἂν καὶ τινὲς ἐξ ἡμῶν ἐκ καταγωγῆς ἔχομεν κἄτι τι νὰ παρουσιάσωμεν, καὶ ἐξ ἀνατροφῆς περισσότερον, καὶ ἐξ ἀποκαταστάσεως ἀκόμη περισσότερον, μολαταῦτα οἱ αὐτοὶ πάντοτε ἐνοχλοῦν τοὺς λαλοῦντας ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐν ᾧ ἴσως δὲν ἔχομεν τὸ ἐλάχιστον προσωπικὸν διαφέρον μὲ αὐτούς. Ὑπῆρξε, κύριοι, ἡ Συνέλευσις τοῦ 1843· 30 στρατηγοὺς περίπου εἶχεν ἐν ἑαυτῇ καὶ τοσούτους ἄλλους πολιτικοὺς ἀρχηγούς. Ἕκαστος ἐξ αὐτῶν εἰς τὰ πρόθυρα τῆς Συνελεύσεως εἶχε λόχον ἀκολούθων, καὶ ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔφερον δέκα πληγὰς ἕκαστος, τὰς ὁποίας ἔλαβεν κατὰ τὸν ἀγῶνα· καὶ μολαταῦτα κανὲν τοιοῦτον συμβὰν ὡς τὸ προχθεσινὸν δὲν ἔλαβε χώραν· καὶ ἐν τῇ Συνελεύσει ἐκείνῃ συνεζητοῦντο ἀντικείμενα σοβαρὰ, καὶ πολλῶν συμφερόντων δίδοντα ἀφορμάς· διατί; διότι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, καί τοι μὴ ἀνατεθραμμένοι καὶ προπαρεσκευασμένοι εἰς τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, τοὐλάχιστον ἔπρεπε νὰ σέβωνται τὰς θέσεις των. Ἂν καὶ οἱ ἀκόλουθοι τῶν ἀρχηγῶν ἐκείνων τῶν κομμάτων ἦσαν προσκολλημένοι πολὺ περισσότερον παρ’ ὅ,τι εἴμεθα ἡμεῖς σήμερον, διότι τότε ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων ἦσαν πολὺ ἀνώτεροι τῶν σημερινῶν, καὶ ἐπὶ ἐννεαετῆ μεγάλον ἀγῶνα εἶχον συζήσει μὲ αὐτοὺς διὰ προστασίας, δι’ εὐεργεσιῶν, δι’ ὁδηγιῶν εἰς τὸν μέγαν ἀγῶνα τῆς πατρίδος, μολαταῦτα οὐδέποτέ τις, ὑπερασπιζόμενος τὸν ἀρχηγόν του, ἐτόλμησε νὰ προσβάλῃ ὀπαδὸν τοῦ ἄλλου ἀρχηγοῦ· διατί; διότι ἂν καὶ εἶχεν αὐτὸ τὸ μέγα σέβας εἰς τὸν ἀρχηγόν του, εἶχε μεγαλείτερον σέβας εἰς τὴν θέσιν του, ὅτι εἶναι ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ. Εἶπεν ὁ προλαλήσας, ὅτι ὀφείλει ἕκαστος, ἀναβαίνων εἰς τὸ βῆμα, νὰ προσέχῃ καὶ ἀμέσως καὶ ἐμμέσως· αὐτὸ τὸ ἐμμέσως ἠξεύρετε πόσον ἐλαστικὸν εἶναι, νὰ μὴ προσβάλῃ τοὺς ἄλλους· κρίνω ὅτι ὁ προλαλήσας εἶναι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν ἀφίνουν πολλάκις νὰ ἀρχίσουν οἱ ῥήτορες, ἀλλὰ τοὺς διακόπτουν. Ἂν ἦτο ὅμως ὅπως φρονεῖ, νομίζει, ὅτι διὰ πυγμῶν πρέπει νὰ γίνεται ἡ ἀμοιβαία ἱκανοποίησις; Ἂν ᾖναι αὐτὸ, μοὶ φαίνεται ὅτι αἱ περισσότεραι ἐπαρχίαι ἔκαμαν κακὰ νὰ στείλουν ἀντιπροσώπους ὡς ἡμᾶς, καὶ πρὸ πάντων ἡ ἰδική μου, ἀντὶ νὰ στείλῃ ἐμὲ καὶ τὸν Κοπανίτσαν, ἔπρεπε νὰ στείλῃ δύω ἀπὸ τοὺς φοβεροὺς ἐκείνους ἐλαιοτρίβας, οἱ ὁποῖοι νὰ ᾖναι ἐδῶ φοβεροὶ καὶ τρομεροὶ, νὰ μὴ τολμᾷ κἀνεὶς νὰ ἀποτείνῃ τὸν λόγον οὔτε δι’ ἑαυτὸν, οὔτε διὰ τὴν ἐπαρχίαν του, καὶ νὰ κερδήσωσι τὰ δικαιώματα τῆς ἐπαρχίας των μὲ τὸ σπαθί των. Ἀλλὰ, κύριοι, ἂς ἔλθω εἰς τὴν κυρίως ἰδέαν, διότι ὅσα εἶπα ἕως τώρα, τὰ εἶπον ἐπὶ τῆς ἀναπτύξεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας βουλευτὴς ὑπὸ ἄλλους λόγους. Ἔρχομαι λοιπὸν εἰς ἓν ἄλλο ἀντικείμενον. Τί συμφέρον ἐπιζητοῦσιν εἰς τὴν ταπείνωσιν, εἰς τὴν ὑποτίμησιν τῆς ἀξίας τοῦ σώματος τούτου; Ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα τὸ οὐσιῶδες. Ἀνέφερεν ὁ κ. πρόεδρος τὴν προχθεσινὴν συζήτησιν· τὸν ἐρωτῶ· ἦτο βουλευτὴς εἰς τὴν ἁ. περίοδον; ἦτο βουλευτὴς ἀντιπολιτευόμενος τοῦ Κωλέττου, ὅστις ἔσυρεν ὅλην τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν τῆς Στερεᾶς ὄπισθέν του, καὶ οὐδεὶς ποτὲ τὸν διέκοψεν ἢ τὸν ἐμυκτήρισεν, ὅπως διεκόπησαν καὶ ἐμυκτηρίσθησαν ἐδῶ πολλοὶ βουλευταί; Μάλιστα ὑπῆρχε βουλευτὴς, ὅστις εἶχεν ἀποστολὴν νὰ ὑβρίζῃ τὸν μέγαν ἐκεῖνον ἄνδρα πικρότατα, καὶ μολαταῦτα οὐδεὶς ἠθέλησε νὰ ὑβρίσῃ τὸν ῥήτορα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, οὔτε τὸν κ. πρόεδρον, ἢ τὸν Διομήδην Κυριακοῦ, εἴτε τὸν Δάραν, εἴτε τόσους ἄλλους καλοὺς ῥήτορας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Αἴ! ἀφοῦ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, ἡ ὁποία δὲν εἶχε 32 ἐτῶν πανεπιστήμιον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐπάνω κάτω διήλθομεν τὰ ¾ τῶν ἐνταῦθα εὑρισκομένων, ἀφοῦ τότε δὲν συνέβησαν αὐτὰ, πρέπει νὰ συμβαίνωσι σήμερον; Ὡμίλει ὁ κ. Πετσάλης, καὶ ἂς ὁμολογήσῃ ὁ κ. πρόεδρος ἂν ἦτο συζήτησις αὐτή. Πόσας ὕβρεις καὶ χλευασμοὺς δὲν ἤκουσεν ὁ λαλῶν ἀπ’ ἐκείνην τὴν πλευράν; (δεικνύει τὴν ἀριστεράν).
§38Ι. ΦΛΕΣΣΑΣ (ἀριστερόθεν). Πόσας καὶ αὐτὴ ἡ πλευρὰ ἀπ’ ἐκείνην (δεικνύει τὴν δεξιάν).
§39ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. (ἀποτεινόμενος εἰς τὸν διακόπτοντα Φλέσσαν). «Ἤθελα νὰ σὲ κάμω γαμβρὸν, ἀλλὰ μοῦ εἶπαν ὅτι εἶσαι κουφός. — Ἔ; — Δι’ αὐτό σου δὰ τὸ Ἔ! (γέλως)» Καὶ μόλα ταῦτα, κύριοι, ὁ Πετσάλης δὲν ὑπῆγε νὰ ῥαπίσῃ κανένα ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὸν ἐχλεύασαν καὶ τὸν ἐμυκτήρισαν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ἔμεινε νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀποστολήν του. Καταβάντος τοῦ κ. Πετσάλη, ἀνέβην ἐγὼ πρῶτος καὶ ἐζήτησα νὰ καταθέσῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μερικὰ ἔγγραφα ἀφορῶντα τὴν ἐκτύπωσιν τοῦ νέου νομίσματος, ὅτε ὑψώθη φωνὴ ἐκεῖθεν (δεικνύει τὴν δεξιὰν πτέρυγα), ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Μεταξὺ τῶν ὑψωσάντων τὴν φωνὴν ἦτο καὶ ὁ κύριος Μαλιαρόπουλος. Αὐτὸ ἦτον ἀρκετὸν νὰ τὸν καταστήσῃ δυσμενῆ πρός τινας. Τέλος πάντων, κύριοι, ὑπερίσχυσεν ἡ ἰδέα ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, καὶ ἐνῷ ἀνεγινώσκετο τὸ ὄνομα τοῦ Μαλιαροπούλου καὶ ὁ Μαλιαρόπουλος δὲν ἔλεγε τίποτε, ἰδοὺ, παρὼν εἶναι καὶ δὲν ὁμιλεῖ, εἶπεν ἕνας τῶν βουλευτῶν προσθεὶς καί τινας ὕβρεις. Ὁ κ. Σαράβας ἀντέταξεν ὀλίγα τινὰ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, ὁ δὲ Μαλιαρόπουλος νομίζων ὅτι εἶναι ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ τοῦ βήματος, ἀνέβη ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἀπεκρίθη καὶ οὗτος σκληρῶς ἐπὶ τῆς ὕβρεως, ἥτις τῷ εἶχεν ἀποταθῆ. Τὸ ἐννοῶ, κύριοι, ἐὰν τῷ ἐπέπιπτον εἷς ἢ δύω τὸ πολὺ· ἤθελα τὸ συγχωρήσει. Ἀλλ’ ἠξεύρετε πόσοι τῷ ἐπετέθησαν; ἕνας οὐλαμός.
§40Σ. ΙΩΑΝΝΟΥ. Ἀπὸ πόσους σύγκειται ὁ οὐλαμός;
§41ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐρωτήσατε τοὺς στρατιωτικοὺς συναδέλφους μας, διὰ νὰ σᾶς εἴπουν ἀπὸ πόσους σύγκειται ὁ οὐλαμός. Εἷς ἔσπευσε νὰ τῷ δώσῃ μίαν μὲ ἓν ῥαβδί· ἐδῶ (δεικνύει τὸ πρὸς τὸ ἄνω τοῦ ἀριστεροῦ ὀφθαλμοῦ μέρος τοῦ κροτάφου) τοῦ ἤνοιξε τὸ κεφάλι του, οἱ ἄλλοι, ἂν καὶ τὸν εἶδον καθῃμαγμένον, τῷ ἐμέτρησαν διὰ γρόνθων κατὰ συλλαβὰς τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας τοῖς εἶπεν. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ σκηνὴ, ἡ ὁποία διεδραματίσθη προχθὲς ἐνταῦθα. Εἶναι σκηνὴ τυχαία, συμβᾶσα πρώτην φοράν; Αὐτοί, οἱ ὁποῖοι τὸν προσέβαλον, τὸ ἔκαμον διότι ἔχουν προσωπικὴν κατ’ αὐτοῦ ἀντιπάθειαν; Μὲ τοὺς περισσοτέρους δὲν ἔχει κἀμμίαν γνωριμίαν. Ἔτσι εἶναι, κ. Μαλιαρόπουλε; τοὺς γνωρίζετε;
§42ΜΑΛΛΙΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔτσι εἶναι.
§43ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ἂς ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἤθελε νὰ γίνῃ μία ἐπίδειξις. Ἐγὼ λοιπὸν ὡς πρὸς τοὺς ἐνεργήσαντας δὲν πρέπει νὰ εἴπω τίποτε· ἡ συνείδησίς των ἂς τοὺς ἐλέγχῃ, ἀναλογιζομένους τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχουν νὰ ἐκπληρώσουν ἀποσταλέντες ἐνταῦθα. Ἀποτείνομαι μόνον πρὸς ἄλλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ προλάβωσι τὴν σκηνὴν αὐτὴν, διότι πιστεύω, ὅτι ἐὰν ὑψοῦτο ἡ φωνὴ αὐτῶν, δὲν ἤθελε προχωρήσει τὸ κακὸν, ἅμα εἶδον τὴν ταραχὴν αὐτήν· δυστυχῶς δὲν τὸ ἔπραξαν. Ἓν μόνον λέγω, ὅτι μὴ ἐνεργήσαντες τὸ μικρὸν καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχον, ἔβλαψαν μᾶλλον τὴν ὑπόληψιν τὴν ἐδικήν των καὶ κατὰ δεύτερον λόγον τὴν ὑπόληψιν τοῦ σώματος τούτου, παντάπασι δὲ τοῦ Μαλιαροπούλου. Καταβαίνων, κύριοι, τοῦ βήματος τούτου, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συναισθανθῶμεν πάντες ὁποίαν ἔχομεν ἀποστολήν· ἡ ἀποστολή μας εἶναι νὰ ἐργασθῶμεν διανοητικῶς καὶ οὐχὶ ὑλικῶς. Τὰ Ὀλύμπια τῶν ἀρχαίων, ὅπου ἐστεφανοῦντο διὰ τῆς πυγμῆς, τῆς πάλης ἢ διὰ τοῦ δρόμου ἢ διὰ τοῦ δίσκου ἔπαυσαν· βλέπετε ὅτι καὶ ὁ κ. Ῥήγας Παλαμήδης δὲν ἔγεινε πάλιν ὑπουργός. Ὅταν ἐπανέλθῃ ὡς ὑπουργὸς καὶ συστήσῃ τὰ Ὀλύμπια, τότε ἂς ἑτοιμάζωνται ὅσοι ἔχουν ἱκανότητα περὶ τὰ τοιαῦτα διὰ νὰ στεφανωθοῦν· καὶ ἂν δὲν ἔχουν φρούρια αἱ πόλεις διὰ νὰ ἀνοίξουν τὰς πύλας, ὅπως εἰς τὴν ἀρχαιότητα, νὰ τοὺς περιμένουν, τοὐλάχιστον θὰ ἐγείρουν ἁψῖδας διὰ νὰ εἰσέλθουν καθὼς ὁ φίλος μου Καμπάνης, ὅστις ἦτο καὶ αὐτὸς μεταξὺ τῶν παλληκαριῶν προχθές. Λοιπόν, κύριοι, τροπολογῶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. προέδρου, ἀπαλλάττων τῆς ἀποδοκιμασίας αὐτῆς τὸν κ. Μαλιαρόπουλον, διότι ὁ κ. Μαλιαρόπουλος ἐξέφερεν ὕβρεις, τὰς ὁποίας ἤκουσε πρῶτος αὐτὸς, ἡ δὲ ἔκφρασις ἡ περιφρονητικὴ νὰ περιορισθῇ κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τὴν πρᾶξιν αὐτήν. Αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἔχω καὶ ὁ κ. πρόεδρος, ἐὰν ᾖναι δίκαιος, θὰ τὴν παραδεχθῇ, διότι προχθὲς ὤφειλε νὰ διαλύσῃ τὴν συνεδρίασιν καὶ ἠμποροῦσε νὰ προληφθῇ αὐτὸ τὸ κακόν.
§44ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριοι, δὲν ἔρχομαι νὰ ὑπερασπίσω τὸν ἑαυτόν μου ἀπέναντι μιᾶς μομφῆς, τὴν ὁποίαν ἀδίκως μοὶ ἀπέδωκαν· ἔρχομαι μόνον νὰ ὑπερασπίσω τὸν ἑαυτόν μου διὰ νὰ γίνω μάρτυς μιᾶς σκηνῆς, τὴν ὁποίαν διαψεύδουν οἱ ἀγορεύσαντες κατὰ τῆς πλειονοψηφίας. Ἤμην αὐτόπτης μάρτυς τῆς σκηνῆς, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐνταῦθα καὶ οὐδεὶς ἐκ τῶν δύω ἀγορευσάντων εἶπε τὴν ἀλήθειαν. Ἐγένετο, κύριοι, πρότασις, νομίζω, παρὰ τοῦ κ. Δοσίου, ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς ἀπαρτίαν· ὁ κ. πρόεδρος διέταξε τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου. Τινὲς ἐπέμενον, τὸ κατ’ ἐμὲ δικαίως, ὅτι ἀφοῦ ἐγένετο ἡ ψηφοφορία καὶ ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ νὰ προχωρήσωμεν, διότι ἐνόμιζεν ὅτι ὑπάρχει ἀπαρτία, δὲν ἔπρεπε νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ· μάλιστα ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἠλείας κ. Λυκοῦργος, τὸν ὁποῖον σέβομαι διότι λέγει πάντοτε τὴν ἀλήθειαν, ἐπρότεινεν ἓν μόνον ἄρθρον ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ κατόπιν διαλυόμεθα· καὶ συνεφωνήσαμεν ὅλοι εἰς τοῦτο. Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου, κύριοι, καὶ προχωρήσαντος τοῦ γραμματέως μέχρι τῆς ἐπαρχίας Γορτυνίας, ὁ κ. Μαλιαρόπουλος δὲν ἐξεφώνει τὸ παρών· δὲν γνωρίζω τίς τῶν κυρίων βουλευτῶν ἐπρότεινεν ὅτι καθὸ παρὼν ὁ κ. βουλευτὴς, ὤφειλε κατὰ τὸν κανονισμὸν καὶ τὸν νόμον νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ τὸ παρών. Ὁ κ. Μαλιαρόπουλος —ἤμην ἐδῶ καὶ τὰ ἔβλεπα, καὶ ἴσως ἠρεθίσθην καὶ ἐγώ, διότι χωρὶς νὰ ἠξεύρω τι ἐξυβρίσθην καὶ ἐγὼ ἐξυβρισθέντων ὅλων τῶν βουλευτῶν τῆς πλειονοψηφίας, καὶ δὲν ἀνέχομαι βέβαια νὰ μὲ ἐξυβρίζῃ κανεὶς ἀδίκως, ἐκτὸς ὅταν ἐγὼ προκαλῶ· — ὁ κ. Μαλιαρόπουλος ἀνέβη τὸ βῆμα καὶ ἤρχισε, χωρὶς κανεὶς νὰ τῷ εἴπῃ τι, νὰ ἀπευθύνῃ ῥητῶς αὐτὴν τὴν φράσιν, κακοήθεις, πληθυντικῶς. Κύριοι, ἂν τὸ ἔλεγεν ἑνικῶς, μάλιστα, ἀλλὰ πληθυντικῶς διὰ τί; Ἀντελήφθην τῶν λέξεων, κύριοι, καὶ ἔχω καὶ γεροντικὸν αἷμα καὶ βαυαρέζικο, καὶ δὲν ἐρεθίζομαι. Δὲν διστάζω λοιπὸν νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἠρεθίσθην πρῶτος, διότι ὅταν τις μοῦ προσβάλλῃ τὴν τιμὴν, καλλίτερα ἔχω νὰ μοῦ ἀφαιρέσῃ τὴν ζωήν. Ὁ κ. Μαλιαρόπουλος ἐξέφερεν αὐτὴν τὴν φράσιν «κακοήθεις». Κατόπιν ἠκούσθησαν «τραμποῦκοι, ῥαβδοῦχοι». Τί θέλετε, κύριοι; εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν ἐγὼ εἶπα πρῶτος, ἀποπέμψατε αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον, ὅστις ἐξυβρίζει.
§45ΤΙΝΕΣ. Τί εἶναι αὐτά, κ. πρόεδρε; νὰ τὸ ἀνακαλέσῃ αὐτό.
§46ΦΙΛΗΜΩΝ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
§47ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ὅταν ἕνας βουλευτὴς, κύριοι, λησμονῇ τὴν ὑψηλὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει, καὶ ὀνομάζῃ τὸν ἄλλον κακοήθη καὶ τραμποῦκον, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀποσύρεται μόνος του, χωρὶς νὰ τὸν ἀποπέμψουν. Αὐτὴ ἡ σκηνὴ ἐγένετο. Κατόπιν προσῆλθον εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, ὅπου ἦτο ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς καὶ εἶδα τὸ ἀτύχημα· πόθεν προῆλθε δὲν γνωρίζω, ἀπεσύρθην. Ἐὰν ἔκαμνα ἐγὼ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν, οὐδόλως ἤθελα δειλιάσει νὰ εἴπω, ὅτι τὴν ἔκαμα, καὶ νὰ δώσω προσωπικὴν ἱκανοποίησιν εἰς αὐτὸν καὶ νὰ ἀποδεχθῶ πᾶσαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Τὸν κ. Δημητρακάκην τὸν γνωρίζω καὶ δὲν τὸν συνερίζομαι, οὔτε μοῦ προσάπτει κἀμμίαν ἀτιμίαν, ἂν μὲ καταριθμῇ μεταξὺ τῶν ἐρεθισθέντων. Μεταξὺ αὐτῶν ἦσαν τίμιοι βουλευταὶ καὶ συγκατηριθμήθην μόνος μου μεταξὺ τῶν ἐρεθισθέντων ἐκείνων τῶν ὁποίων ἡ τιμὴ προσεβλήθη. Ἔχετε τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ἀρχάς σας, καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ὑπερασπισθῆτε μίαν ἰδέαν· ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὰς ἀρχάς μας καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ὑπερασπισθῶμεν μίαν ἄλλην ἰδέαν. Δὲν ἔχετε ὅμως τὸ δικαίωμα κἀνεὶς νὰ μοῦ προσβάλῃ τὴν ὑπόληψιν, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ἰδιοκτησία μου. Ὅπως ἐγὼ οὐδένα προσέβαλα ποτὲ ἐπαναπαυόμενος μόνον νὰ δίδω τὴν ψῆφόν μου χωρὶς νὰ ἐξετάσω τι, νομίζω, ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσω καὶ ἀπὸ τὸν ἄλλον νὰ σέβηται τὴν ὑπόληψίν μου. Ταῦτα ἀρκοῦν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κύριον Δημητρακάκην καὶ εἰς πάντα ἄλλον, ὅστις ἀναμιγνύει καὶ ἐμέ.
§48ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀρκετὰ, κ. πρόεδρε, ἐλέχθησαν. Ὁ κανονισμὸς μᾶς λέγει, ὅταν ἕνας παραβῇ τὸ καθῆκόν του καὶ τὸν κανονισμὸν, ἢ ἐξυβρίσῃ ἢ εἴπῃ λόγον αἰσχρὸν, ἔχει τὸ δικαίωμα ἢ νὰ τὸν ἀνακαλέσῃ ἢ νὰ τὸν ἀποδοκιμάσῃ ἡ Βουλή. Ἰδοὺ ἡ ποινὴ τοῦ κ. Μαλιαροπούλου, ἂν καὶ ἐπροκαλέσθη. Τώρα ὁ Μαλιαρόπουλος ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ἀνακαλῶ, ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸν ἐκτύπησαν ἠμποροῦν νὰ ἀνακαλέσουν; (Θόρυβος). Ὅταν ὁ κ. Βαλαωρίτης ἐπιάσθη μὲ τὸν Ἰακωβάτον, ἡμεῖς ἀπεδοκιμάσαμεν τὴν πρᾶξιν τοῦ κ. Βαλαωρίτου· εἶμαι πρῶτος, ὅστις, ἂν καὶ τὸν ἔχω φίλον, ἐψήφισα κατ’ αὐτοῦ (θόρυβος). Δὲν ἔπρεπέ τινες ἀπ’ ἐδῶ νὰ πηδήσουν καὶ νὰ ὑπάγουν ἐκεῖ. Μάλιστα, κύριοι, λυποῦμαι διότι τινὲς ἐξ αὐτῶν εἶναι τέκνα ἡρώων, καὶ οἱ ἥρωες πρέπει νὰ φυλάττουν τὸν καιρὸν ὅταν πρέπει νὰ κάμουν τὸ χρέος των (θόρυβος). Δὲν εἶναι δίκαιον ἐδῶ νὰ χύνωμεν αἷμα, καθὼς προχθὲς ἐχύθη εἰς ἓν ἄλλο μέρος. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀρκετὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι διὰ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ἐκφράζει ἡ Βουλὴ μεγάλην λύπην καὶ πρέπει νὰ εὐχηθῇ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεταγίνῃ (θόρυβος).
§49ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἓν γεγονὸς, κύριοι, ἠμπορῶ νὰ βεβαιώσω, διότι ἤμην παρὼν εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν λυπηρὰν σκηνὴν, καὶ μάλιστα μὲ τὸν κ. Ταμπακόπουλον ἀντηλλάξαμεν μερικὰς ἰδέας. Ὅταν ἀνεγινώσκετο τὸ ὄνομα τοῦ κ. Μαλιαροπούλου, ὁ κ. Μαλιαρόπουλος ἐσιώπησεν· ἀμέσως εἶπαν μερικοὶ, ὅτι εἶναι παρὼν καὶ συγχρόνως συνώδευσαν διά τινων ὕβρεων αὐτὴν τὴν παρατήρησιν. Ἐγὼ παρετήρησα, ὅτι ὁ βουλευτὴς εἶναι ἐλεύθερος, ἀναγινωσκομένου τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, νὰ ἀπαντᾷ ἢ ὄχι, διότι ὁ βουλευτὴς δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ δώσῃ λόγον εἰς κανένα· τὸ ἔθνος τὸν ἐθεώρησεν ἀνώτερον καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ἑαυτοῦ του, καὶ δι’ ὅ,τι πράττει ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου δὲν ἔχει νὰ τιμωρηθῇ εἰμὴ εἰς μίαν νέαν ἐκλογὴν ἀπὸ τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ἐκλογέων του. Ὁ κ. Ταμπακόπουλος μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι ὁ βουλευτὴς ὁ παρὼν κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, καὶ τοι μὴ ἀπαντῶν, σημειοῦται ὡς παρών. Ἐνταῦθα τότε ἐπανελήφθησαν ὕβρεις. Δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω, οὔτε ἐνθυμοῦμαι τὰ πρόσωπα. Τότε ὁ κ. Μαλιαρόπουλος ἦλθε νὰ ἀναβῇ ἐπὶ τοῦ βήματος διὰ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς αὐτὰς τὰς προσωπικὰς ὕβρεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυναν κατ’ αὐτοῦ. Ὁ κ. πρόεδρος τῷ ἔκαμε τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἀνεγινώσκετο ὁ κατάλογος καὶ δὲν δύναται. Ἱστάμενος ἐνταῦθα ἀπήγγειλε τὰς λέξεις, ὅτι εἶναι ἀνήθικοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀπευθύνουν τὰς τοιαύτας ὕβρεις. Σᾶς λέγω, ὅτι εἶπεν αὐτὰς τὰς λέξεις, ἀλλ’ ὄχι πρῶτος ἀπηύθυνε ταύτας, ἀλλ’ ἀνταπαντῶν εἰς ὕβρεις, αἱ ὁποῖαι τῷ ἀπηυθύνθησαν. Αὐτὸ εἶναι τὸ γεγονός.
§50ΜΑΛΛΙΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον (ἀναβαίνει τὸ βῆμα).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν λάβῃ τὸν λόγον ὁ κύριος Μαλιαρόπουλος θὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν· ὅταν ἐξέφρασα τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῶν συμβάντων, δὲν ἐννοοῦσα μόνον τὰ λεχθέντα ἀπὸ τὸν κύριον Μαλιαρόπουλον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους.
§52ΜΑΛΛΙΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ εὐσχημοσύνη ὑπαγορεύει νὰ παρίστανται οἱ ἀγορεύοντες ἀσκεπεῖς· ἡ αὐτὴ εὐσχημοσύνη ἀπαιτεῖ νὰ γίνῃ μία ἐξαίρεσις· παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ ὁμιλήσω μὲ τὸ κάλυμμα ἐπὶ τῆς κεφαλῆς.
§53ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§54ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅποιος φορεῖ φέσι, ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τὸ κάλυμμά του, διότι αὐτὸ εἶναι ἕνας στολισμὸς εἰς τοὺς φοροῦντας φέσι.
§55ΜΑΛΛΙΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω, ἐγὼ δὲν ἐγνώριζον τοῦτο. Παρουσιάσθη, κύριοι, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπέβλεπεν ἐμὲ ἰδίως ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Γόρτυνος· τοὐτέστι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον προσέβαλλεν ἐμὲ μὲ ἕνα τρόπον ἀκατανόητον· καὶ ἐνθυμοῦμαι, κύριοι βουλευταί, ὅτι εἰς ἐκείνην τὴν περίστασιν, μολονότι τὸ ζήτημα ἐκεῖνο ἀπέβλεπεν ἐμὲ κατ’ εὐθεῖαν ἀτομικῶς καὶ τὴν τιμήν μου αὐτὴν, δὲν ἠδυνήθητε ν’ ἀκούσητε ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν μου οὐδὲ μίαν ἀπρεπῆ λέξιν, οὐδὲ μίαν ἄτοπον ἔκφρασιν, καὶ διὰ τοῦτο, ὅπως ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλὰ, σεῖς οἱ ἴδιοι μὲ ἐπηνέσατε ὡς ἄνθρωπον ἀπαθῆ, καὶ ἐγώ, κύριοι βουλευταί, ὤφειλον καὶ ὀφείλω μίαν εὐγνωμοσύνην εἰς τὴν Βουλήν, μὲ τὴν ὁποίαν πρώτην φορὰν ἐσχετίσθην. Ἦλθε κατόπιν ἄλλη περίστασις ν’ ἀναβῶ εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, καὶ εἰς τὴν περίστασιν ἐκείνην ἤμην εὐτυχὴς καὶ ἔτυχον τῆς εὐνοίας ἀμφοτέρων τῶν μερίδων, αἵτινες ἀποτελοῦν τὴν Βουλὴν αὐτήν. Παρουσιάσθη καὶ ἄλλη περίστασις, κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ νομοσχεδίου περὶ ληξιαρχικῶν πράξεων τῶν Ἡγεμονοπαίδων· ἦλθε κατόπιν ἡ ἐκλογὴ τοῦ προέδρου καὶ ἠμφισβητεῖτο ἡ ἀπαρτία· ἐγὼ δὲ παρέστησα, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ προέδρου ἦτον ἔγκυρος, ἐνῷ ἡ ἀντιπολίτευσις ἐζήτει τὴν ἀκύρωσιν. Καὶ κατὰ τὴν τρίτην ἐκείνην περίστασιν δὲν μὲ ἠκούσατε ποτέ, μοὶ φαίνεται, κύριοι βουλευταί, νὰ παρεκτραπῶ διόλου. Μετὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην, κύριοι βουλευταί, δὲν μὲ εἴδατε ν’ ἀναβῶ τὸ βῆμα, μὲ βλέπετε δὲ τώρα. Τώρα ὁ κύριος πρόεδρος ἔκαμε μίαν παράστασιν εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία μὲ ἐλύπησε πλειότερον ἀπὸ τὸ ἀτομικῶς εἰς ἐμὲ συμβὰν ἐκεῖνο γεγονός, διότι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπετέθησαν ἐναντίον μου καὶ μὲ ἤκισαν, βεβαιωθῆτε ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ αὕτη θὰ ᾖναι βιώσιμος, καὶ ἐλπίζω νὰ ᾖναι βιώσιμος, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι οἱ ἐπιτεθέντες θὰ πεισθῶσι διὰ τὸ ἀδίκημα τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς ἐμὲ καὶ θὰ μεταμεληθῶσι· μολονότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι καὶ ἤδη εἶναι μεταμελημένοι καὶ ὑφίστανται βαρέως τὸν ἔλεγχον τῆς πράξεώς των. Ὁ κύριος πρόεδρος, βεβαίως ἐκ κακῆς ἀντιλήψεώς του, ἀδίκως ἔκρινεν αὐτὴν τὴν περίστασιν· σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐλθὼν εἰς τὸ βῆμα ὕβρισα. Δὲν μὲ λέγετε, κύριοι, ὅταν ἄνθρωπος, ὅστις ἐπὶ ἀτομικῆς ὑποθέσεώς του δὲν ἐξέφερεν ἄτοπον φράσιν, πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνέλθῃ τὸ βῆμα καὶ νὰ ἀρχίσῃ ὑβριστικώτατα νὰ ὑβρίζῃ; Κύριοι, ἀνῆλθον δίς, ὄχι ἅπαξ ἐδῶ, καὶ πρότερον ἀνῆλθον καὶ κατόπιν εἰς τὸ βῆμα αὐτὸ διὰ νὰ ὑποδείξω τὴν τελείαν ἐφαρμογὴν τοῦ κανονισμοῦ καὶ διὰ ν’ ἀπαντήσω ἐπὶ ὕβρεων, τὰς ὁποίας ἀπηύθυναν ἐν γένει οἱ ζητοῦντες νὰ τὸν ἐκβιάσωσιν. Ἐγώ, κύριοι, μετεχειρίσθην τὴν λέξιν «ἀνηθικώτεροι» εἶναι ὕβρις τοῦτο; ὄχι, δὲν εἶναι ὕβρις, εἶναι ἀπάντησις ἐπὶ ὕβρεως. Δὲν ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐπεκαλέσθην τὴν 19 Ἰουλίου; διατί ἐπεκαλέσθην αὐτήν; διότι εἶχον σκοπὸν νὰ συγκρίνω τὴν ἀποχώρησιν, ἥτις ἐγένετο κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἐκ μέρους τῆς συμπολιτεύσεως, καὶ τὴν ἀποχώρησιν, ἥτις ἐγένετο τώρα, καὶ νὰ παραβάλω τὴν μίαν ἀποχώρησιν πρὸς τὴν ἄλλην καὶ ἐκ τῆς συγκρίσεως νὰ εὕρωμεν τὸ θετικὸν καὶ τὸ συγκριτικόν Δὲν ὕβρισα λοιπόν, διότι δὲν εἶμαι συνηθισμένος νὰ ὑβρίζω· ἀπήντησα ὅμως ἐπὶ ὕβρεων, ἀνθύβρισα, διότι ὑπέθετον ὅτι τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιφέρῃ κατ’ ἐμοῦ ἐπίθεσιν. Κύριοι, μετὰ τὴν λέξιν αὐτὴν «ἀνήθικοι», σεῖς εἶπον εἶσθε ἀνηθικώτεροι· ἡ ἐπίθεσις ἤρξατο· ἐδῶ ἤθελε γίνει ἡ ἐπίθεσις ἐπὶ τοῦ βήματος, ἀλλ’ ἐγὼ διὰ νὰ ἀποφύγω αὐτὴν τὴν ἐπίθεσιν, ἐπροσποιήθην ὅτι δὲν τὴν ἐνόησα καὶ κατῆλθον ἀπὸ τὸ βῆμα· καὶ ἐνῷ παρεσκευαζόμην νὰ φύγω, εἴδατε τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἐπετέθησαν κατ’ ἐμοῦ ἀπὸ τὰς ἕδρας ἐκείνας (δεικνύει τὰς πρὸς τὸ ἀριστερὸν μέρος τοῦ βουλευτηρίου)· εἴδατε, ἀπ’ ἐδῶ ἠκούοντο ὕβρεις, τί ὕβρεις, κύριοι; ἀπρεπέσταται, βαρύταται καὶ ἐγὼ δὲν ὕβριζον, ἔλεγον τὸ ἐναντίον, σεῖς εἶσθε «ἀνήθικοι, κακοήθεις·» ἐγὼ ἠρεθίσθην καὶ δὲν ἐξύβρισα, οὐδὲ ἤθελον ἐξυβρίσει· ἐγὼ ἀνθύβρισα καὶ ἠθέλησα νὰ συγκρίνω, καὶ, ἂν θέλετε, κύριοι βουλευταί, ἐγὼ δὲν ὑπάγομαι εἰς τὴν κατηγορίαν τῆς συγκρίσεως, τὴν ὁποίαν ἤθελον νὰ κάμω· καὶ ἠξεύρετε διατί; διότι οὔτε κατὰ τὴν 19 Ἰουλίου ἀνεχώρησα, οὔτε κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ προέδρου, οὔτε κατὰ τὰς ἄλλας ἡμέρας, ὅπως μαρτυροῦν τὰ πρακτικά. Καὶ βλέπετε, ὅτι ἐκ τῆς συγκρίσεως, τὴν ὁποίαν ἤθελον κάμει, ἐὰν εἴχατε τὴν ὑπομονὴν νὰ μὲ ἀκούσητε, ἤθελον εἶμαι ἐκτὸς τῆς περιστάσεως, διότι ἐγὼ ἀπεφάσισα νὰ ἔχω θέσιν οὐδετέραν ἐν τῷ βουλευτηρίῳ καὶ δὲν ἠθέλησα νὰ ἐγγραφῶ εἰς τὸ μητρῷον κἀνενός· καὶ μὲ τοῦτο δὲν θέλω νὰ προσβάλω κἀνένα. Ἐκ τούτου ὁ Μαλιαρόπουλος εὑρέθη ἀσθενέστερος καὶ ἔγεινε κατ’ αὐτοῦ ἡ ἐπίθεσις· δὲν ἀρκεῖ τοῦτο; πρέπει νὰ ἐπιῤῥίψητε καὶ ἄλλο τι κατ’ αὐτοῦ; Δύνασθε νὰ τὸ πράξητε· ἀλλὰ συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι θὰ πράξητε ἀδικίαν, θὰ παρανομήσητε, καὶ αὐτὴν τὴν ἀδικίαν καὶ τὴν παρανομίαν δὲν θὰ μείνῃ καιρὸς νὰ τὴν διορθώσητε, διότι ὅ,τι ἀπεφασίσθη, ἐδῶ μένει. Μὴ λοιπόν, κύριοι βουλευταί, θελήσετε νὰ προσθέσητε ἐπὶ τοῦ ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον ἔγεινεν, ἀδίκημα ἄλλο· διότι δὲν θὰ πράξητε ἄλλο παρὰ νὰ ἐλαττώσητε τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς διὰ τῆς ἀποφάσεως τὴν ὁποίαν θὰ ἐκδώσητε. Τὰ δικαστήρια τῶν ἐνόρκων, τὰ ὁποῖα ἐθεσπίσθησαν διὰ τὴν ἀνεξάρτητον ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἀπώλεσαν τὴν ἠθικὴν ἀξίαν των, ὅπως δὲν δύνασθε νὰ τὸ ἀρνηθῆτε, διότι παρέβησαν τὰ καθήκοντά των, διότι ἀπεφάνθησαν ὅτι ὁ δεῖνα, ὅστις ἐφόνευσε τρεῖς ἢ 5 ἀνθρώπους, εἶναι ἀθῶος, ἐνῷ πραγματικῶς ἦτο ἔνοχος. Ὅταν, κύριοι, τοιαῦται ἀποφάσεις ἐκδίδωνται ἀπὸ τὰ δικαστήρια τῶν ἐνόρκων, εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ εἰς αὐτὰ τὰ δικαστήρια ὑπόληψις; Ὑποθέσατε διὰ μίαν στιγμὴν ὅτι ἀποφαίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ὕβρισα· τί θὰ πράξητε, ἂν τοῦτο πράξητε; θὰ πράξητε ἀδικίαν, παρανομίαν. Καὶ ἂν πράξωμεν καὶ ἄλλην ἀδικίαν, δὲν θὰ καταντήσωμεν εἰς τὴν θέσιν τῶν δικαστηρίων τῶν ἐνόρκων; Θὰ ἔχωμεν παρὰ τῇ κοινωνίᾳ τοσαύτην ὑπόληψιν, ὅσην τὰ δικαστήρια τῶν ἐνόρκων· καὶ πιστεύω ὅτι δὲν θὰ μοὶ ἀρνηθῆτε ὅτι εἰς τὰ δικαστήρια τῶν ἐνόρκων δὲν ἔχει ἀρκετὴν ἡ κοινωνία ὑπόληψιν, κύριοι.
§56Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πάντοτε περισσοτέραν τῶν τακτικῶν δικαστηρίων.
§57ΜΑΛΛΙΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές, κύριοι βουλευταί, ὡς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Μοναστηριώτης, ὅτι κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην τοῦ ἐπισυμβάντος μοι ἀδικήματος ἤμην μετὰ φίλων· αἱ πληροφορίαι του εἶναι ἐσφαλμέναι. Σήμερον, κύριοι βουλευταί, δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν τὸ τραῦμα ἔφερε τὸν χαρακτῆρα τοῦ πταίσματος, ἢ τοῦ πλημμελήματος, ἢ τοῦ κακουργήματος· ἐγὼ μάλιστα βλέπετε ὅτι ἐξῆλθον, ἐξῆλθον τὴν δευτέραν ἡμέραν, διότι εὐτυχῶς τὸ τραῦμα δὲν ἦτο βαρύ· τοῦτο εἶναι εὐτύχημα, καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἦτο ἐλαφρότερον ἀκόμη, νὰ μὴ ἔμενα οὔτε μίαν στιγμὴν πάσχων, ἀφοῦ αἱ δυνάμεις μου δὲν ἦσαν ἀρκοῦσαι διὰ νὰ ἀπωθήσουν τὴν ὑπὸ πλείστων γενομένην ἄδικον ἐπίθεσιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Μοναστηριώτης δὲν ἔλαβεν ἀληθεῖς πληροφορίας, καὶ μάλιστα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προσέλθουν φίλοι νὰ μὲ ἐπισκεφθῶσι, διότι δὲν ἤξευραν ποῦ κάθημαι καὶ διότι δὲν ἔχω ἀνταλλάξει ἐπισκέψεις. Ἐγὼ διαμένω εἰς τὸ δωμάτιον τοῦ ἀδελφοῦ μου, ὅστις σπουδάζει τὴν ἰατρικὴν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον· ὅσοι ἦλθον εἰς τὸ σπίτι τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν, αὐτοὶ γνωρίζουν, πόσον ἐδυσκολεύθησαν διὰ νὰ τὸ μάθωσι· πολλοὶ ἤθελον νὰ ἔλθωσι νὰ μὲ ἐπισκεφθῶσιν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ τὸ κατορθώσωσι, διότι δὲν ἐγνώριζον ποῦ κάθημαι· μερικοὶ ἦλθον καὶ ἐζήτουν πληροφορίας ἀπὸ τοὺς κλητῆρας τῆς Βουλῆς. Τοῦτο τὸ λέγω, ὄχι διὰ νὰ παραστήσω ἐμαυτὸν μόνον καθήμενον, διότι ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἀπασχοληθῶ εἰς τοῦτο οὐδὲ μίαν στιγμήν, ἀλλὰ διὰ νὰ παραστήσω ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Μοναστηριώτης δὲν ἔλαβεν ἀληθεῖς πληροφορίας. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἦλθε τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν, ὁ κ. Σαράβας καὶ πάμπολλοι ἄλλοι βουλευταί, οἵτινες ἤθελον καὶ ἔλαβον τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἴδουν, μὲ εἶδον τὴν ἑπομένην ἡμέραν· ὅλοι αὐτοὶ δύνανται νὰ εἴπουν ἐὰν κἀνεὶς ἐξ αὐτῶν ἐγνώριζε προηγουμένως τὴν κατοικίαν μου. Δὲν ἐπεθύμουν λοιπόν, κύριοι βουλευταί, ὕστερον ἀπὸ τὰ συμβάντα αὐτὰ νὰ μοῦ προσθέτουν καὶ θλῖψίν τινα· εἶναι θλῖψις αὐτὴ, κύριοι· ἐγὼ οὔτε δύναμαι, οὔτε θέλω ἀντεκδικήσεις· ἐκεῖνοι οἵτινες ἐπετέθησαν κατ’ ἐμοῦ ἀπὸ ἐμὲ εἶναι ἐντελῶς ἀπηλλαγμένοι, διότι ἐδῶ δὲν δύναμαι καὶ ἐὰν θέλω νὰ τοὺς τιμωρήσω, καὶ πολὺ καλὰ, λέγω, ἔπραξαν ἐκλέξαντες ἐμὲ ὡς μεμονωμένον. Λοιπὸν ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατ’ ἐμοῦ γενομένην κατηγορίαν, διότι αὐτὴ μὲ ἠνάγκασε νὰ ἀναβῶ τὸ βῆμα, ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον διὰ τῆς φράσεώς του...
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γενικῶς ὡμίλησα.
§59ΜΑΛΛΙΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῶν ἐπιτεθέντων δὲν ἔγεινε λόγος, ἀορίστως ὡμιλήσατε. — Ὑμεῖς ἔχετε ἐξουσίαν, ὑμεῖς εἶσθε κυρίαρχοι νὰ ἀποφανθῆτε ἂν πρέπει νὰ ἐπιπληχθῶ· ἐγὼ θὰ ὑποφέρω αὐτὴν τὴν ἀποδοκιμασίαν, ἀλλὰ δὲν θὰ ᾖναι δικαία, θὰ μεταμεληθῆτε ὑμεῖς κατόπιν καὶ δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ ἀναιρέσητε αὐτήν. Ἴσως μεταβληθῇ καὶ ἡ πολιτικὴ καὶ μετατραπῇ εἰς πολιτικὴν ἢ πλέον συντηρητικὴν ἢ πλέον φιλελευθέραν, καὶ τότε πῶς θὰ δυνηθῆτε νὰ τὴν διορθώσητε; Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ σκεφθῆτε οὐχὶ φατριαστικῶς, ἐὰν ὁ ὑβριζόμενος καὶ ὁ ῥαπιζόμενος κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον πρέπει νὰ δώσῃ λόγον· καὶ βεβαίως θὰ δώσῃ λόγον, ἐὰν ὑποχρεωθῇ, διότι δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἄλλως· ἀλλὰ δὲν θὰ πεισθῇ, διότι θέλετε ἀπαντήσει περισσοτέραν δυσκολίαν δι’ ἔλλειψιν αἰτιολογικοῦ, διότι τὸ αἰτιολογικὸν γίνεται διὰ νὰ πείθῃ, τὸ δὲ διατακτικὸν διὰ νὰ ὑποχρεόνῃ· ὅταν ὅμως ἡ ὑποχρέωσις δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν πειθώ, λέγεται αὐθαιρεσία. Ἐὰν λοιπὸν ἠθέλατε νὰ γράψητε αἰτιολογίαν, δὲν ἤθελεν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι δὲν θὰ ἠδύνασθε νὰ προβῆτε. Ἀλλ’ αἱ ἀποφάσεις εἰς τὸ πολυμελὲς τοῦτο σῶμα καταρτίζονται διὰ διατακτικοῦ, καὶ ἠξεύρετε διατί; διότι ὑποτίθεται ὅτι δὲν ἀδικεῖ, συννομοθετεῖ μετὰ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος· ἀδικεῖ ὁ ἀνώτατος ἄρχων; ὄχι. Λοιπὸν ὅταν ἐκεῖνος, μετὰ ὁποίου συννομοθετοῦμεν δὲν ἀδικῇ, ὅταν εἷς καὶ μόνος δὲν ἀδικῇ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις ὅτι θὰ ἀδικήσωσιν 187 βουλευταὶ, ἄνθρωποι καταγόμενοι ἀπὸ ὅλον τὸ κράτος; Θέλω νὰ σᾶς παραστήσω ὅτι ἡ ἔλλειψις τοῦ αἰτιολογικοῦ ἔχει αὐτὴν τὴν βάσιν· δὲν δύνασθε, οὔτε θέλετε πράξει ἀδικίαν, κακόν. Μὴ νομίζετε, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἀπὸ ἐνδιαφέρον καὶ ὄχι διὰ νὰ μὴ ἐκπέσῃ τὸ βουλευτικὸν τοῦτο σῶμα τῆς ὑπολήψεώς του λέγω ταῦτα. Διότι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἐμέ, σᾶς λέγω, ὅτι μετ’ ὀλίγον χρόνον θέλετε μεταμεληθῆ· δὲν τὰ λέγω λοιπὸν ἕνεκα τούτου, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ὑποστῇ μείωσιν ἡ τιμὴ καὶ ἡ ὑπόληψις τοῦ βουλευτηρίου.
§60Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀρκετὰ καλῶς ἐξηγήθη ὁ κ. Μαλιαρόπουλος. Ἐγὼ νομίζω ὅτι κατόπιν τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ ἀρκετὸν θὰ ᾖναι νὰ σημειώσωμεν εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι «ἀρκεσθεῖσα ἡ Βουλὴ εἰς ὅσα ἐλέχθησαν μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
§61ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε, ἐπιμένω νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα.
§62Τ. ΡΟΥΚΗΣ. Εἶναι δύω προτάσεις, ἡ τοῦ κ. Ῥοντήρη καὶ ἡ τοῦ κ. Κρεστενίτου, νὰ ψηφοφορήσωμεν αὐτάς.
§63Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μόνος του εἶπεν ὁ κ. Μαλιαρόπουλος, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες τὸν ἐκτύπησαν πιστεύει ὅτι μετεμελήθησαν, ὥστε ὡς γενναῖος ἄνθρωπος ὑποχωρεῖ.
§64ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ πρότασίς μου καὶ νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δύω προτάσεις, ἡ τοῦ κ. Ῥοντήρη καὶ ἡ τοῦ κ. Λυκούργου.
§66ΣΙΜΟΣ. Ἐὰν ᾖναι δυνατὸν, νὰ μείνῃ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ῥοντήρη καὶ νὰ τεθῇ ὅτι «ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
§67ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποστρέφει τὸ πρόσωπόν της καὶ θέλει καταρᾶται τοὺς αἰτίους, οἵτινες ἔφερον αὐτὴν τὴν σκηνήν. Δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι κἀνεὶς μεταξὺ ἡμῶν, ὅστις νὰ θέλῃ νὰ ἐπαναληφθοῦν τὰ τοιαῦτα· τῳόντι ἀποστρεφόμεθα καὶ καταρώμεθα τὴν στιγμὴν ἐκείνην.
§68ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Νὰ γίνῃ αὐτὸς ὁ ἀφορισμὸς ὁ ἐπίσημος.
§69Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Φαίνεται, κύριοι, ἐλησμονήσαμεν τί εἶπεν ὁ κ. Μαλιαρόπουλος· αὐτὸς εἶπεν, ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. πρόεδρος δι’ ἐμὲ δὲν εἶναι ἀληθῆ, ἀλλὰ διὰ τοὺς κτυπήσαντάς με δὲν μνησικακῶ.
§70ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἠμπόρεσα νὰ ἐννοήσω τὸν λόγον τοῦ κ. Μαλιαροπούλου, ὅτι ἐδήλωσεν ὅτι εἶναι ἱκανοποιημένος. Ὁ κ. Μαλιαρόπουλος εἶπεν, ὅτι ὡς πρόσωπον αὐτὸς δὲν θέλει ἐκδικηθῆ, δὲν θέλει ζητήσει ἱκανοποίησιν, ἀλλὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ δὲν ἀνήκει εἰς αὐτὸν μόνον διὰ νὰ ζητήσῃ ἱκανοποίησιν, ἀνήκει εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἡ πρότασις ἡ ἰδική μου ἔχει λόγον τὴν ἱκανοποίησιν τῆς Βουλῆς καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐγὼ δὲν ὀφείλω νὰ ἀνακαλέσω τὴν πρότασίν μου. Τώρα λέγοντες, ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, λέγομεν ὅτι παραδεχόμεθα τοῦ κ. Μαλιαροπούλου τοὺς λόγους; Μόνον ἐπὶ ἐπερωτήσεων δύναται νὰ γίνῃ αὐτό. Ἔγεινεν ἐπερώτησις κατὰ κυβερνητικῆς πράξεως, καὶ ἡ Βουλὴ ἀντὶ νὰ προβῇ εἰς μίαν μομφὴν ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ὅτι τὰ ἤκουσεν ὅσα ἐλέχθησαν καὶ τὰ ἔχει ὑπ’ ὄψιν της καὶ εἰς μίαν γενικὴν συζήτησιν θέλει τὰ λάβει ὑπ’ ὄψιν, καὶ τότε νὰ φέρῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης; Εἰς τοιαύτας μόνον περιστάσεις γίνονται τοιαῦται προτάσεις. Ἐδῶ εἶναι ῥητὴ ἀπόφασις περὶ ἱκανοποιήσεως τοῦ παθόντος καὶ ἀποδοκιμασίας τῶν πραξάντων.
§71ΤΙΝΕΣ. Βέβαια.
§72ΜΑΛΛΙΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς εἶπον, κύριοι βουλευταί, ὅτι καταναγκαστικῶς ἀνέβην εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, ἐπειδὴ ἐγένετο πρότασις νὰ ἐπιπληχθῶ· περὶ τῶν ἐπιτεθέντων κατ’ ἐμοῦ ἀορίστως ἐγένετο λόγος, καὶ ἐγὼ ποῖοι εἶναι οἱ ἐπιτεθέντες δὲν τοὺς γνωρίζω· ἐὰν μὲ ἐρωτήσητε, ποῖος μὲ ἐκτύπησεν, ὄχι ἐδῶ ὅπου εἶναι δικαστήριον ἀντιληφθὲν, ἀλλ’ ὅπου δήποτε καὶ ἂν ἦτο, δὲν ἠδυνάμην νὰ εἴπω, ὅτι ἀντελήφθην ὅτι ὁ δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα μὲ ἐκτύπησε. Σᾶς ὁμολογῶ μετὰ πάσης εἰλικρινείας, ὅτι ἠξεύρω τὴν ἐπίθεσιν, ἀλλὰ τίς μὲ ἐκτύπησε δὲν τὸ ἠξεύρω. Ἐγὼ λοιπὸν δὲν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα νὰ ὑποστηρίξω τὴν κατηγορίαν κατὰ τῶν ἐπιτεθέντων, ἀλλ’ οὔτε νὰ τὴν ἀναιρέσω. Δὲν ἠθέλησα νὰ εἴπω τίποτε δι’ ὅ,τι ἀφορᾷ ἐμὲ, εἶπον δὲ, ἀπὸ οἱουςδήποτε καὶ ἂν ἦτο ἡ ἐπίθεσις, ἐὰν ᾖναι βιώσιμος, καὶ ἐλπίζω νὰ ᾖναι βιώσιμος ἡ Βουλὴ, αὐτοὶ θὰ μεταμεληθῶσιν, ἐὰν μέχρι τοῦδε δὲν μετεμελήθησαν. Εἶπον ὅτι ἡ Βουλὴ κατ’ ἐμοῦ δὲν δύναται νὰ καταγνώσῃ ἐπίπληξιν. Ὁ κ. Λυκοῦργος δὲν ἀντελήφθη καλῶς ὅ,τι ἠθέλησα νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ἀφορῶντος ἐμὲ συμβάντος· ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει ἐπὶ τοῦ ἑνὸς ἀδικήματος νὰ θέσητε καὶ ἓν ἄλλο. Τώρα ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν θέλῃ ν’ ἀποδοκιμάσῃ τοὺς ἐπιτεθέντας, ἐγὼ δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω κάμετέ το. Ἐγὼ εἶμαι ἄτομον καὶ, καθὼς σᾶς εἶπον, ἐκ τῶν μεμονωμένων ἀτόμων, καὶ αὐτὸ εἶναι ὀλίγον ἐνθαῤῥυντικόν· δὲν ἠθέλησα ὅμως νὰ τὸ εἴπω τὴν πρώτην φοράν. Τώρα ἐναπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπίθεσιν· θέλει νὰ τὴν ἀποδοκιμάσῃ, ἂς τὴν ἀποδοκιμάσῃ· θέλει νὰ τὴν ἐπικροτήσῃ, τὴν ἐπικροτῶ καὶ ἐγώ· ἐγὼ εἶμαι μάλιστα ἠναγκασμένος νὰ τὴν ἐπικροτήσω, διότι ἴσως ἐὰν δὲν τὴν ἐπικροτήσω, ὑπολείπεται νὰ πάθω περισσότερα. Πιστεύετε, ὅτι ἐγὼ πταίω; κάμετέ το καὶ αὐτό.
§73Ν. ΚΑΝΑΡΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἀφ’ ὅτου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ συνεδριάζω εἰς τὸ ἔντιμον τοῦτο σῶμα ὡς συνάδελφος ὑμῶν, μοὶ ἔμεινεν ἡ παρήγορος ἰδέα, ὅτι συνεδριάζω ἐν μέσῳ ἀνδρῶν ἐντίμων καὶ ἀξιοπρεπῶν· οὐδέποτε ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων θέλει καταβιβάσει ἑαυτὴν, οὐδέποτε ὁ λόγος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δύναται νὰ προκαλέσῃ ὕβρεις καὶ αἰκίας τῇ συναινέσει τοῦ σώματος. Ἂν μέλος τι τῆς μειονοψηφίας ἢ πλειονοψηφίας ὑβρισθῇ, δὲν ἔχει τοῦτο κἀμμίαν κομματικὴν διαφοράν· ὁ παθὼν θέλει εὕρει ὑποστήριξιν οὐ μόνον εἰς τὴν πλειονοψηφίαν ἢ μειονοψηφίαν, ἀλλ’ εἰς ὁλόκληρον τὸ σῶμα τῆς βουλῆς, εἰς ὅλους τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ φέρω κατηγορίαν καθ’ οἱουδήποτε. Γνωρίζετε, ὅτι ὡς ἄνθρωποι ἔχομεν ἐλλείψεις, ὅτι ἡ παραφορὰ πολλάκις μᾶς κάμνει νὰ ἐξερχώμεθα καὶ ἄκοντες πρὸς στιγμὴν τοῦ καθήκοντός μας. Ἀλλ’ αὐτὸ, κύριοι βουλευταὶ, δὲν εἶναι αἰτία δικαίας μομφῆς, παντοτεινῆς διὰ τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα στιγμιαίως παρεφέρθησαν· μένει εἰς τὸ σῶμα νὰ ἐκπλύνῃ ἑαυτὸ ἀπὸ παντὸς ῥύπου καὶ πάσης κατηγορίας. Ἐκφράζοντες τὴν λύπην μας ἐπὶ τοῦ γεγονότος, ἱκανοποιοῦντες τὸν ὑβρισθέντα ἢ αἰκισθέντα, δὲν ἐξερχόμεθα ποσῶς τοῦ καθήκοντος ἢ τῆς θέσεως ἡμῶν. Ἄλλα σπουδαιότερα καθήκοντα μᾶς περιμένουν καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ εἰς τὰ ἄλλα θέλει σταθῆ ἀξιοπρεπὴς ὡς καὶ εἰς τοῦτο.
§74ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Τί ὑποστηρίζετε;
§75Ν. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην της· τὸ νὰ ἱκανοποιηθῇ τὸ σῶμα δύναται νὰ παραλειφθῇ, διότι ὅταν ἐγὼ εὑρεθῶ εἰς παραφορὰν καὶ προσβάλω ἕνα συνάδελφον, προσβάλλεται ἡ τιμὴ τοῦ σώματος; Τὸ σῶμα μόνον δὲν δύναται νὰ δεχθῇ, ὥστε ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ νὰ ὑβρισθῇ καὶ αἰκισθῇ τῇ συναινέσει τοῦ σώματος. Λέγω λοιπὸν μόνον ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην της διὰ τὸ γεγονός.
§76ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποστηρίζετε λοιπὸν τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Ῥοντήρη.
§77Ν. ΚΑΝΑΡΗΣ. Τί λέγει ἡ πρότασις αὕτη; διότι δὲν συνηθίζω ν’ ἀπαντῶ εἰς ὅ,τι δὲν γνωρίζω.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Ῥοντήρη. «Ἡ διαγωγὴ τῶν βουλευτῶν τῶν ἐπιτεθέντων κατὰ τοῦ βουλευτοῦ Εὐσταθίου Μαλιαροπούλου τὸ ἑσπέρας τῆς 29 Νοεμβρίου 1868, καὶ αἰκισάντων αὐτὸν συνεδριαζούσης τῆς βουλῆς, εἶναι ἀνάξια τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ. Ἡ Βουλὴ ἐκφράζει τὴν βαθύτατην λύπην τῆς πρὸς τὸν παθόντα».
§79Ν. ΚΑΝΑΡΗΣ. Δὲν εἶμαι σύμφωνος νὰ τεθῶσιν αὐταὶ αἱ ἐκφράσεις. Ἀρκεῖ, νομίζω, ἡ ἔκφρασις τῆς λύπης τῆς Βουλῆς· αὐτὴ ἐμπεριέχει ὅλα. Τὸ ν’ ἀναφέρωμεν ἄτομα περιπίπτομεν εἰς ἀτομικότητας. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω κατ’ ἀτόμων, πιστεύσατε ὅμως, ὅτι ἡ ἱκανοποίησις ἔσεται πλήρης διὰ τὸν παθόντα. Πρὸς τί αἱ λέξεις ὁ βουλευτὴς, ἢ οἱ βουλευταὶ ἔκαμαν ἢ δὲν ἔκαμαν; ἡ πρᾶξις εἶναι αὐτή. Ἂς ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἔχομεν καὶ ἀδυναμίας, ἐπεθυμοῦσα νὰ μὴ τὰς εἴχαμεν. Ἐλπίζω εἰς τὸ μέλλον νὰ μὴ συμβοῦν τὰ τοιαῦτα· τὸ σημερινὸν θέλει μᾶς χρησιμεύσει ὡς παράδειγμα. Ἂς μείνωμεν ἤδη εἰς τὴν θέσιν μας καὶ ἂς μὴ εἰσέλθωμεν εἰς προσωπικότητας· ἁπλῶς ἂς ἀποδοκιμάσωμεν τὴν πρᾶξιν.
§80ΔΑΓΡΕΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κανονισμὸς δὲν ἐπιτρέπει ἔκφρασιν λύπης ἐπὶ τοιαύτης ὑποθέσεως.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κανονισμὸς μόνον ἀποδοκιμασίαν ἔχει.
§82ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀποδοκιμάζει τὴν πρᾶξιν καὶ συλλυπεῖται τὸν παθόντα.
§83ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀποδοκιμάζει τὰ λαβόντα χώραν (θόρυβος).
§84ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Νὰ τεθῇ ὡρισμένως τὸ ὄνομα τοῦ βουλευτοῦ.
§85Τ. ΡΟΥΚΗΣ. Ἂν δὲν γίνῃ ἡ πρότασις ὡς τὴν εἶπεν ὁ κ. Δανόπουλος, τότε πρέπει νὰ ὁρισθῇ τίνες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπετέθεσαν· διὰ τῆς ἀοριστίας προσβάλλεται ἡ Βουλή.
§86Ν. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἡ πρότασίς μου ἐκφράζει ἀποδοκιμασίαν τῆς πράξεως.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις εἶναι λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποδοκιμάζει τὴν ἐπίθεσιν κατὰ τοῦ βουλευτοῦ.
§88ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Καὶ ἐκφράζει τὴν λύπην της πρὸς τὸν παθόντα.
§89Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κανονισμὸς δὲν ἐπιτρέπει ἔκφρασιν λύπης (θόρυβος).
§90ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συλλυπούμεθα ἀνθρώπους, διότι ἀπέθανον συγγενεῖς των, διότι ἔπαθον δυστυχήματα καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ συλλυπηθῶμεν ἕνα συνάδελφον, διότι ἔπαθεν ἓν δυστύχημα ἐντὸς τῆς Βουλῆς; Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο χωρὶς νὰ παραβιάσῃ τὸν κανονισμόν. Ἐπιμένομεν νὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ τὴν λύπην της πρὸς τὸν παθόντα.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προστίθεται λοιπὸν καὶ ἡ ἔκφρασις τῆς λύπης τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν παθόντα.
§92ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν πρότασίν μου ἔλεγον καὶ περὶ ἐκφράσεων ἀπρεπῶν· ταύτας δὲν ἀπέδωκα, ὡς ἐπαρατήρησα ἤδη, μόνον εἰς τὸν κύριον Μαλιαρόπουλον. Ὡς πρόεδρος παρακαλῶ πάντας νὰ προσέχωσιν εἰς τὰς ἐκφράσεις των, διότι οὕτω πως καθίσταται ἡ θέσις τοῦ προέδρου δυσχερής.
§94ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ζητῶ τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε. Κύριοι βουλευταὶ, κατὰ τὴν λήξασαν σύνοδον εἶχον ὑποβάλει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς μίαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἐν τῇ δικαιοσύνῃ της παρεδέχθη. Ἡ πρότασις αὕτη ἀπέβλεπε τροποποίησίν τινα μιᾶς διατάξεως ἐπὶ τοῦ νόμου τῶν πολιτικῶν συνταξιούχων. Δυστυχῶς κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν πρακτικῶν, ὡς δύνασθε νὰ πληροφορηθῆτε ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον, παρελείφθη νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἄρθρου ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν εἶχον· «Ἄρθρον μοναδικόν.» Ἐξήτασα εἰς τὸ Προεδρεῖον πῶς ἔγεινεν ἡ παράλειψις καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι ἔγεινε κατὰ λάθος. Ἔρχομαι νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ἂν εὐαρεστῆται, νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς νὰ διορθώσῃ τὸ σφάλμα, τὸ ὁποῖον ἔγεινε κατὰ παραδρομήν.
§95ΔΑΓΡΕΣ. Πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ νόμος καὶ τὰ πρακτικά.
§96Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀπὸ τὸν νόμον ἔλειψεν ἡ λέξις «ἄρθρον μοναδικόν».
§97ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα ἄρθρα;
§98Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι.
§99ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε εἶναι περιττὸς ὁ τίτλος αὐτός.
§100Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι ἀναγκαῖος, διότι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπεψηφίσθη ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ διόρθωσις.
§101ΔΑΓΡΕΣ. Ἔληξεν ἡ σύνοδος ἐκείνη.
§102Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Γνωρίζω, ὅτι ἡ σύνοδος ἔληξεν, ἀλλ’ ἡ δύναμις τῆς βουλῆς δὲν ἐξέλιπεν· οἵαν δύναμιν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον εἶχεν ἡ βουλή, τὴν αὐτὴν ἔχει καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν.
§103ΣΙΜΟΣ. Ποῦ εὑρίσκετε διαφοράν;
§104Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς τὴν παράλειψιν.
§105ΣΙΜΟΣ. Ἂν λείψῃ, τί κακὸν γίνεται;
§106ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐκυρώθη ὁ νόμος;
§107Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐκυρώθη. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ ψηφισθῇ καθὼς τὸν ὑπέβαλα. Κατὰ λάθος παρελείφθη ἡ φράσις.
§108ΣΙΜΟΣ. Ποία διαφορὰ ὑπάρχει, ἂν λείψῃ ἢ τεθῇ ἡ λέξις «ἄρθρον μοναδικόν»;
§109Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ζητῶ νὰ τεθῇ· ἡ Βουλὴ, ἂν θέλῃ, ἂς διατάξῃ νὰ τεθῇ. Τὸ προεδρεῖον καὶ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς ἐνόμισαν, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ τεθῇ ὅπως ὑπάρχει κατὰ τοὺς τύπους. Ἡ Βουλὴ νομίζω, ὅτι κατὰ πᾶσαν στιγμὴν δύναται νὰ διορθώσῃ ἕνα λάθος.
§110ΣΑΡΑΒΑΣ. Κατ’ οὐσίαν δὲν διαφωνοῦμεν, κατὰ τύπους ὅμως δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνῃ ἤδη ἡ διόρθωσις αὕτη.
§111ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂν ἡ οὐσία δὲν βλάπτεται, πολὺ περισσότερον θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ τὴν διόρθωσιν.
§112ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τὸ τοιοῦτον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος δὲν εἶναι σπουδαῖον, δύναται ὅμως νὰ καθιερώσῃ ἓν προηγούμενον δι’ ἄλλους νόμους καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τὸ προηγούμενον αὐτὸ, ὥστε νὰ ἔρχηται ἐπὶ πρακτικῶν ἐπικεκυρωμένων καὶ ἐπὶ συνόδου ληξάσης νὰ κάμῃ διορθώσεις εἷς βουλευτής.
§113ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν πρόκειται νὰ καθιερώσωμεν προηγούμενον, διότι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι ἔγκυρος· μόνον αὐτὴ ἡ μικρὰ διόρθωσις πρόκειται νὰ γίνῃ.
§114ΔΑΓΡΕΣ. Κατ’ οὐσίαν εἶμαι συμφωνότατος μετὰ τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ, μοὶ φαίνεται ὅμως ὅτι πρέπει νὰ φέρῃ πρότασιν ἐπὶ τούτου, διότι πρέπει νὰ προσέχωμεν μὴ καθιερώσωμεν προηγούμενον. Εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν δὲν ὑπάρχει τι σπουδαῖον· δύναται εἰς ἄλλας περιστάσεις τὸ τοιοῦτον νὰ ἔχῃ συνεπείας πολὺ σπουδαίας.
§115ΣΙΜΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου πρέπει νὰ γνωρίζωμεν περὶ τίνος πρόκειται. Καὶ ἐγὼ ἠρώτησα τὸν κύριον Πετιμεζᾶν τί διαφορὰν εὑρίσκει μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, καὶ σᾶς λέγω ἐν συνειδήσει, ὅτι ἐνόμιζον ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι ἐτέθη ἐν τῷ νόμῳ ἄρθρον 1, ὁ δὲ βουλευτὴς εἶχεν «ἄρθρον μοναδικόν·» διότι ὑπάρχουν νόμοι, οἱ ὁποῖοι, καίτοι ἀποτελούμενοι ἐξ ἑνὸς ἄρθρου, ἔχουν ἐπὶ κεφαλῆς «ἄρθρον 1» ἕτεροι δὲ ἔχουν «ἄρθρον μοναδικόν.» Ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ τὸ ἐνδιαφέρον νὰ μάθῃ περὶ τίνος πρόκειται καὶ τότε θὰ θελήσῃ νὰ τὸ διορθώσῃ, ἵνα μὴ φανῇ ὅτι ἔκαμέ τι ἐπὶ ματαίῳ. Ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τρὶς τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ, ἥτις ὡς ὑπεβλήθη δὲν ἔχει τὸν χαρακτῆρα τοῦ νόμου. Δὲν λέγει ἄρθρον 1 ἢ 2· εἶναι μία ἔκθεσις καὶ κατόπιν ἀμέσως ἔρχεται ὡς συνέπεια ἐν παραγράφῳ ἡ πρότασις. Δὲν λέγει ὅτι ὁ παράγραφος αὐτὸς εἶναι νόμος. Πρέπει λοιπὸν ἐξ ἀνάγκης πρὸς τιμήν της, ἵνα μὴ φανῇ ὅτι ἐψήφισεν ἐπὶ ματαίῳ, νὰ θέσῃ τὸ ἄρθρον μοναδικόν».
§116ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὁ νόμος εἶναι ἄμορφος.
§117ΣΙΜΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει· (Ἀναγινώσκει). Ὅ,τι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν ἔχει χαρακτῆρα νόμου, ναὶ ἢ ὄχι; ἔχει· αὐτὸ τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα, ὅπερ ἐψηφίσθη ὡς νόμος, δὲν τὸν ἔχει· εἶναι εἷς παράγραφος ἀποτελῶν σχεδὸν μέρος τῆς ἐκθέσεως. Πρέπει νὰ τεθῇ λοιπὸν ἄρθρον πρῶτον» ἢ «ἄρθρον μοναδικόν» (Θόρυβος).
§118ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ἐξετάσῃ τὸ Προεδρεῖον καὶ ἂς μᾶς εἴπῃ αὔριον τί τρέχει.
§119ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ φέρω πρότασιν, ὁρμώμενος ἀπὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον γίνεται εἴς τινας συναδέλφους μας. Τὸ ἀδίκημα τοῦτο ἐγένετο καὶ ἄλλοτε ἐπὶ τῆς Βουλῆς τοῦ 1844 καὶ ἐλύθη δικαστικῶς. Γνωρίζετε, ὅτι ἡ κατάσχεσις ἐπὶ τῆς μισθοδοσίας παντὸς ὑπαλλήλου γίνεται ἐπὶ τοῦ ¼. Τὰ δικαστήρια ὅμως ἐμόρφωσαν μίαν νομολογίαν ἐπὶ τῶν βουλευτῶν, ἥτις μετὰ τόλμης λέγω ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη, διότι ὅ,τι λαμβάνει ὁ βουλευτὴς δὲν εἶναι μισθὸς, εἶναι ἀποζημίωσις, καὶ ἐπέτρεψαν νὰ γίνεται κατάσχεσις ἐφ’ ὅλης τῆς ἀποζημιώσεως. Ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἔφερα πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις ἐπεψηφίσθη εἰς δύω ἀναγνώσεις, διὰ τῆς ὁποίας ὑπάγεται καὶ ἡ ἀποζημίωσις ἐπὶ κατασχέσεως εἰς τὴν κατάσχεσιν τοῦ ἑνὸς τετάρτου.
§120ΤΙΝΕΣ. Ποσῶς νὰ μὴ κατάσχεται.
§121ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω τοῦτο, διότι εἶναι τόσον εὐτελής... (Θόρυβος).
§122ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἕκαστος θὰ φέρῃ τὴν γνώμην του· ἐπειδὴ ὅμως τὴν ἔχω ὑπογράψει, ὀφείλω νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου.
§123ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι καιρὸς τώρα.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σημειωθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 4 καὶ 5/60 Μ. Μ.)