1868.11.29
2.419 στίχοι · 19.995 λέξεις · 238 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11
Τῆς 29 Νοεμβρίου 1868.
(Παρασκευή).
Ὥρα 12 τῆς Μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις.
Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἂς ὑπογραφοῦν τὰ πρακτικά, ἀλλ’ ἔχω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, ἀφ’ οὗ τὰ ὑπογράψετε, κ. πρόεδρε.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, προστίθεται ἡ λέξις αὐθορμήτως εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν μετὰ τὰς λέξεις «οἱ πρέσβεις τῶν Δυνάμεων». Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§3ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖσθε νὰ ἔρχεσθε ὅλοι, κύριοι, εἰς τὴν προσδιωρισμένην ὥραν, διότι χθὲς ἔλειψαν τινὲς καὶ διελύθη ἡ συνεδρίασις, παραπονοῦνται δὲ οἱ ἐρχόμενοι.
§5ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Παραπονοῦνται οἱ μικροὶ, διότι δὲν ἔρχονται οἱ μεγάλοι.
§6ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Ὁ κατάλογος εἶναι αὐτοῦ, κύριε πρόεδρε, καὶ παρατηρήσατε ποῖοι ἔλειψαν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι ἔχουν ἐκθέσεις νὰ τὰς ὑποβάλουν.
§8ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι, κύριοι, ἡ ἔκθεσις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων· εἶναι περιττὴ ἡ ἀνάγνωσις, θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ (τὴν καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον).
§9Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καθυποβάλλω, κύριοι, τρεῖς ἐκθέσεις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τῶν Ναυτικῶν καὶ ἐπὶ τῆς πιστώσεως τῶν 6,200,000 δραχμῶν (τὰς καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον).
§10ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Εἶναι, κύριοι, ἡ ἔκθεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν (τὴν ἐγχειρίζει εἰς τὸ προεδρεῖον).
§11Σ. ΜΗΛΙΟΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ὑποβάλλω, κύριοι, τὸν νόμον τῆς δυνάμεως. «Ὁ ΣΟΒʹ. νόμος τῆς πρώτης Νοεμβρίου ἐνεστῶτος ἔτους περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ καὶ τῆς στρατολογίας τοῦ ἔτους 1868 ἰσχύει καὶ διὰ τὸ ἔτος 1869».
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ μία ἑτέρα ἔκθεσις· δὲν εἶναι ὁ εἰσηγητὴς ἐδῶ, θὰ τὴν ἀναγνώσῃ ὁ γραμματεὺς, εἶναι δύω λέξεις. «Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὸ παρὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὑπουργοῦ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ ναυτολογίας 50 ἀνδρῶν διὰ τὸ 1869, καὶ εὑροῦσα ὀρθοὺς τοὺς ἐν τῇ ἐκθέσει του ἐκτεθειμένους λόγους, παραδέχεται τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, καὶ συνιστᾷ τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψήφισίν του.»
§13ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§14Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, νὰ μοῦ δώσητε τὸν λόγον διὰ τὴν παράλειψιν ἐκείνην, ἥτις ἔγεινεν εἰς τὰ πρακτικά.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα. Αἱ ἐκθέσεις, κύριοι, θὰ τυπωθῶσι καὶ θὰ διανεμηθῶσιν. Ὑπάρχει μία πρότασις νόμου.
ΠΡΟΤΑΣΙΣ ΝΟΜΟΥ.
Ἄρθρον μοναδικόν. «Ἡ μισθοδοσία τῶν ἀρχιεπισκόπων προσδιορίζεται εἰς 250 δραχ. τὸν μῆνα, τῶν δὲ ἐπισκόπων εἰς 200. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 29 Νοεμβρίου 1868.
Οἱ βουλευταὶ
ΗΛ. ΦΛΕΣΣΑΣ, Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ.»
§16ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ἀναγινώσκει). Πρὸς τὴν Βουλὴν. «Ἐκ τῶν κατατεθέντων ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως ὑπουργοῦ ἐγγράφων πληροφορούμεθα, ὅτι οἱ ἐτήσιοι τόκοι τῶν κληροδοτημάτων ἀνέρχονται τανῦν εἰς 193,000 δραχμῶν καὶ ὅτι ὄχι μόνον οὗτοι πάντες ἐδαπανῶντο ὑπὸ τῶν κατὰ καιροὺς ὑπουργῶν, ἐξαιρέσει τινῶν, αὐτογνωμόνως, ἀσκόπως, παρανόμως καὶ ἀσεβῶς, ἀλλὰ καὶ μέρος τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦτο δὲν εἶναι μέχρι τῆς σήμερον ἀκέραια. Τὰ χρήματα ταῦτα ὀφείλομεν, νῦν τοὐλάχιστον, νὰ τὰ χρησιμοποιήσωμεν κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τῶν γενναίων αὐτῶν δωρητῶν καὶ τὰς μεγάλας τοῦ ἡμετέρου ἔθνους ἀνάγκας. Ἡ δὲ καλὴ τούτων διάθεσις οὐχὶ μόνον τοὺς ὑπουργοὺς ἀπὸ πειρασμοὺς ἀπαλλάσσει καὶ πρὸς τὴν ἀληθῆ τῶν ἐξουσιῶν διάκρισιν συντελεῖ, ἀλλ’ ἀνοίγουσα εὐρὺ στάδιον εἰς τὴν φιλοπονίαν καὶ τὴν δραστηριότητα καὶ ὑπισχνουμένη ἐπικερδεῖς ἐπιχειρήσεις καὶ ἀνέτους ἀποκαταστάσεις εἰς τοὺς ἐκπαιδευομένους ἡμῶν νέους, καὶ τὸν πόλεμον θέλει τοῦ λοιποῦ κηρύξει κατὰ τῶν διχοστασιῶν τῶν σπουδαρχιῶν καὶ τῶν δημοσίων θέσεων, ἅτινα πάντα ἐκ βάθρων συνταράττουσι τὴν ὡραίαν ἡμῶν πατρίδα. Ἐκ τῶν ἀρχῶν τούτων ὁρμώμενος συνέταξα τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου τὰ καθ’ ἕκαστα ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἐν γένει δὲ ἀπὸ τοῦδε λέγω, ὅτι δι’ αὐτοῦ καὶ μόνον δι’ αὐτοῦ θὰ δυνηθῶμεν ὄχι μόνον τὰ καλὰ τῆς ἑσπερίας Εὐρώπης εἰς τὴν ἡμετέραν ἀναξιοπαθοῦσαν πατρίδα νὰ μετενέγκωμεν καὶ ἀπὸ πολλὰς ἰδίᾳ ἕκαστος δαπάνας νὰ ἀπαλλαχθῶμεν, ἀναγκαζόμενοι νὰ πέμπωμεν ἑκάστοτε τοὺς υἱοὺς ἡμῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν καὶ πολλὰ ἀπροσδόκητα δεινὰ ἐκ τοῦ ἀπροστατεύτου αὐτῶν πολλάκις νὰ ὑφιστάμεθα, ἀλλὰ καὶ ἄλλα εὐεργετήματα νὰ ἀπολαύσωμεν, ἤγουν νὰ καταταχθῶμεν καὶ ἡμεῖς, οἵτινες οὔτε κατὰ τὴν νοημοσύνην, οὔτε κατὰ τὰ ἄλλα τῶν ἐξευγενισμένων ἐθνῶν πλεονεκτήματα ἀπολειπόμεθα, εἰς τὴν τάξιν τῶν πολιτισμένων καὶ οὕτω νὰ πείσωμεν καὶ τοὺς δυνατοὺς τῆς γῆς ὅτι εἴμεθα ἄξιοι καλλιτέρας τύχης.» Τὸ Νομοσχέδιον εἶναι ἐδῶ. «Ἄρθρον 1. Αἱ ἐκ τῶν τόκων τῶν κληροδοτημάτων παντὸς εἴδους ὑποτροφίαι, ἐκτὸς τῶν ὡρισμένων εἰδικῶς διὰ τῆς θελήσεως τῶν διαθετῶν, αἱ μὲν ἐντὸς τοῦ κράτους καταργοῦνται ἀπὸ τῆς ά. Ἰουλίου τοῦ προσεχοῦς ἔτους 1869, αἱ δὲ ἐκτὸς ἀπὸ τῆς ά. Σεπτεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους. Ἄρθρον 2. Ἀντ’ αὐτῶν ἐκλέγονται ἐπὶ πέντε συνεχῆ ἔτη, τὰ 1869, 1870, 1871, 1872 καὶ 1873, ὑπότροφοι ἀνὰ δέκα τέσσαρες κατ’ ἔτος, ἵνα πεμπόμενοι εἰς τὰ ἐκπαιδευτήρια τῆς πεφωτισμένης ἑσπερίας Εὐρώπης χρησιμεύωσι μετὰ τὴν ἐκπαίδευσιν αὐτῶν ὡς καθηγηταὶ ἐν τοῖς ἡμετέροις Γυμνασίοις καὶ τῷ Πανεπιστημίῳ καὶ ἐν τῷ ναυτικῷ καὶ στρατιωτικῷ Σχολείῳ, ἢ ὡς διδάσκαλοι ἢ διευθυνταὶ τεχνουργικῶν καταστημάτων. Ἄρθρον 3. Ἐκ τῶν πεμπομένων κατ’ ἔτος 14 ὑποτρόφων οἱ μὲν 8 θέλουσι σπουδάσει τὰ ἐν τοῖς ἐκεῖθι καλλιτέροις Γυμνασίοις καὶ Πανεπιστημίοις διδασκόμενα μαθήματα, οἱ δὲ 3 τὰ ἐν τοῖς καλλιτέροις ναυτικοῖς καὶ στρατιωτικοῖς Σχολείοις, ἀρχόμενοι πρῶτον ἀπὸ τῶν γενικῶν, οἱ δὲ λοιποὶ 3, ὧν ὁ εἷς θὰ λαμβάνεται ἀπὸ τοῦ γυναικείου φύλου, τὰς τέχνας καὶ μάλιστα τὰς βιοποριστικάς. Ἄρθρον 4. Οἱ μὲν διὰ τὰς ἐπιστήμας ὡρισμένοι ὑπότροφοι θέλουσι διατρίβει εἰς τὴν ἑσπερίαν Εὐρώπην δέκα ἔτη, τὰ μὲν ὀκτὼ σπουδάζοντες, τὰ δὲ δύω περιηγούμενοι πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν κεκτημένων γνώσεων, οἱ δὲ διὰ τὰς τέχνας τοσοῦτον μόνον χρόνον, ὅσος ἀρκεῖ πρὸς ἐκμάθησιν ἑκάστης, ὅμως οὐδέποτε ὁ χρόνος οὗτος πρέπει νὰ ὑπερβαίνῃ τὴν πενταετίαν, συμπεριλαμβανομένου καὶ ἑνὸς ἔτους πρὸς ἐπίσκεψιν τῶν ἄλλοθι τῆς ἰδίας τέχνης καταστημάτων. Ληξάσης τῆς πενταετίας ταύτης, ἐπαναλαμβάνεται καὶ πάλιν ἡ αὐτὴ ἀποστολὴ νέων ὑποτρόφων δι’ ἄλλην πενταετίαν, ἐκλεγομένων τῶν ὑποτρόφων κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ἀποστελλομένων μὲ τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις. Ἄρθρον 5. Οἱ ὑπότροφοι οὗτοι λαμβάνονται κατ’ ἔτος οἱ μὲν ἄῤῥενες ἐκ τῶν κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος ἀπολυομένων ἀπὸ τῶν ἀνεγνωρισμένων Γυμνασίων τῆς τε ἐλευθέρας καὶ τῆς δούλης Ἑλλάδος καὶ ἐν τῷ ἀπολυτηρίῳ αὑτῶν βαθμὸν «Κάλλιστα» καὶ διαγωγὴν ἀνεπίληπτον καὶ δεόντως μεμαρτυρημένην φερόντων, ὁ δὲ τοῦ γυναικείου φύλου ἀπὸ τῆς φιλεκπαιδευτικῆς ἑταιρίας μὲ τὰ αὐτὰ προσόντα. Ἄρθρον 6. Ἡ ἐκλογὴ αὐτῶν γίνεται καθ’ ἕκαστον Ὀκτώβριον διὰ διαγωνισμοῦ, κρινομένου ὑπὸ ἐπιτροπῆς διοριζομένης ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως. Αὕτη περιλαμβάνει πέντε καθηγητὰς τοῦ πανεπιστημίου, προτεινομένους ὑπὸ τῆς Συγκλήτου, (ὧν οἱ δύω ν’ ἀνήκωσιν εἰς τὴν φιλοσοφικὴν σχολὴν καὶ ἀνὰ εἷς εἰς τὰς ἄλλας), τοὺς διευθυντὰς τοῦ ναυτικοῦ καὶ στρατιωτικοῦ Σχολείου, τὸν διευθυντὴν τοῦ πολυτεχνείου καὶ τοὺς δύω τῆς πρωτευούσης γυμνασιάρχας. Ἡ αὐτὴ ἐπιτροπὴ ὁρίζει καὶ τὸν κλάδον τῆς ἐπιστήμης ἤ τέχνης, κατὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους καὶ τὴν ἰδιαιτέραν τοῦ ὑποτρόφου κλίσιν. Ἄρθρον 7. Οἱ σύλλαβοι τῶν καθ’ ἕκαστον μάθημα ἐρωτήσεων, ἐξ ὧν κληροῦνται αἱ ὑποθέσεις τῶν διαγωνισμάτων, θέλουσι συνταχθῆ ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, διοριζομένης ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, ἥτις ὀφείλει νὰ παραδώσῃ αὐτοὺς ἓξ μῆνας πρὸ ἑκάστου διαγωνισμοῦ. Ἄρθρον 8. Τὰ μέλη ἑκατέρων τῶν ἐπιτροπῶν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν καθηκόντων των ὁρκίζονται ἐνώπιον τοῦ ὑπουργοῦ τὸν ἑξῆς εἰδικὸν ὅρκον· «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τοῦ ἐτάζοντος καρδίας καὶ νεφροὺς ὑψίστου Θεοῦ ἡμῶν, ὅτι, ἀναλογιζόμενος τὸν ἱερώτατον σκοπὸν τῆς προκειμένης ἐξετάσεως, θέλω διαχειρισθῆ τιμίως, εὐσυνειδήτως καὶ ὅλως ἀμερολήπτως τὴν ἀνατεθεῖσάν μοι ταύτην τῆς πατρίδος λειτουργίαν.» Ἄρθρον 9. Ἕκαστος τῶν ὑποτρόφων, παρασκευαζόμενος ἓξ μῆνας ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς εἰς ἐκμάθησιν τῆς γλώσσης τοῦ τόπου εἰς ὃν μέλλει νὰ μεταβῇ, λαμβάνει κατὰ μῆνα ἑκατὸν δραχμὰς, ἀπὸ δὲ τῆς εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν μεταβάσεώς του 200–250, κατὰ δὲ τὴν περιήγησίν του 300. Ἄρθρον 10. Εἰς ἄνδρα εὐπαίδευτον, διακεκριμένον διὰ τὴν ἀκεραιότητα τοῦ χαρακτῆρος καὶ φλεγόμενον ἀπὸ διακαῆ πρὸς τὴν πρόοδον τῆς πατρίδος ἔρωτα, ἀνατίθεται ἡ προστασία, στοργὴ καὶ πατρικὴ φροντὶς τῶν ὑποτρόφων. Οὗτος, ὅστις ὀφείλει νὰ διατρίβῃ ὅπου σπουδάζουσιν οἱ πλείονες τῶν ὑποτρόφων, λαμβάνων κατὰ μῆνα 400 δραχμὰς καὶ ἐπισκεπτόμενος καὶ τοὺς λοιποὺς ἅπαξ τοὐλάχιστον τοῦ ἔτους, ὀφείλει ν’ ἀναφέρῃ ἑκάστοτε εἰς τὸ ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως ὑπουργεῖον περὶ τῆς προόδου καὶ πολιτείας αὐτῶν. Ἂν αἱ πληροφορίαι αὗται ὦσιν ἐναντίαι τῶν προσδοκιῶν καὶ εὐχῶν τοῦ ἔθνους, ἡ χορηγία παύει καὶ ὁ ἐκτρεπόμενος ἀνακαλεῖται. Ἄρθρον 11. Οἱ ὑπότροφοι, θεωρούμενοι ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει αὐτῶν ἔτι, λαμβάνουσι καὶ μετὰ τὴν ἐπάνοδον αὑτῶν τὰς 200 δραχ. κατὰ μῆνα μέχρι τοῦ διορισμοῦ αὑτῶν, ὅμως ὀφείλουσι νὰ διδάσκωσιν ὡς ὑφηγηταὶ, διδάσκαλοι, ἀναπληρωταὶ ἢ βοηθοὶ εἰς ὅ,τι ἐκπαιδευτήριον κριθῇ εὔλογον ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως. Ἄρθρον 12. Ἐὰν καὶ ἄλλοι, σπουδάσαντες ἰδίᾳ δαπάνῃ τὴν αὐτὴν ἐπιστήμην ἢ τέχνην, ἀντιποιῶνται τὴν αὐτὴν ἕδραν, προτιμᾶται ὁ ἀμείνων αὐτῶν διὰ διαγωνισμοῦ γινομένου ἐνώπιον τῆς ἐν τῷ 6 ἄρθρῳ ἐπιτροπῆς, περιλαμβανούσης καὶ τρεῖς ἔτι εἰδικοὺς ἄνδρας, διοριζομένους ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως ὑπουργείου. Ἂν δ’ εἰς τὸν διαγωνισμὸν τοῦτον προκριθῇ ὁ ἰδίᾳ δαπάνῃ σπουδάσας, ὁ ἀποτυχὼν ὑπότροφος διορίζεται εἰς θέσιν κατάλληλον, στερεῖται ὅμως τῶν 200 κατὰ μῆνα δραχ. μέχρι τοῦ διορισμοῦ του. Ἄρθρον 13. Ὅσοι τῶν ὑποτρόφων ἐπανελθόντες δὲν ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις των, ὀφείλουσι νὰ ἐπιστρέψωσι πάσας τὰς γενομένας ὑπὲρ αὐτῶν δαπάνας μετὰ τοῦ τόκου αὐτῶν πρὸς 12% κατ’ ἔτος, καὶ λογιζόμενοι ὡς ὀφειλέται τοῦ δημοσίου καταδιώκονται κατὰ τὰς περὶ δημοσίων ὀφειλετῶν διατάξεις. Ἄρθρον 14. Τὰ ἐκ τῶν τόκων τῶν κληροδοτημάτων περισσεύοντα χρήματα, παρακατατιθέμενα εἰς τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν ἐπὶ τόκῳ, μένουσι μέχρι νεωτέρας χρησιμοποιήσεως αὐτῶν ἄθικτα· μόνον δὲ λαμβάνονται ἐξ αὐτῶν ὅσα θέλουσι χρησιμεύσει εἰς προμήθειαν τῶν εἰς ἑκάστην τέχνην ἀναγκαίων ἐργαλείων. Ἄρθρον 15. Ὁ κανονισμὸς τῶν διαγωνισμῶν τῆς προπαρασκευαστικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὰ καθ’ ἕκαστα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ παρόντος νόμου θέλουσιν ὁρισθῇ διὰ Β. διαταγμάτων.
Ὁ βουλευτὴς Κυνουρίας
Γ. Α. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ.»
§17ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθοῦν καὶ τὰ δύω.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν δύω προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐτυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν· εἶναι τοῦ Πονηροπούλου καὶ....... Θὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Στρατιωτικῶν.
§19ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κρεστενίτης ἔχει τὸν λόγον.
§21ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Παρατηρῶ, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐζήτησα δὲν τὸ εἶδα· ἐγὼ εἶπον νὰ φέρουν καὶ τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα παράγονται ἀπὸ τὰ τέλη τῶν δικαστηρίων. Τὰ ἔσοδα τὰ βλέπομεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Εἶπα νὰ φέρουν καὶ ποία εἶναι ἡ ὠφέλεια, καὶ ὑπεσχέθησαν ὅτι ἡ ὠφέλεια θὰ ᾖναι διπλασία.
§22ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, ἔχω νὰ ὑποβάλω μίαν πρότασιν. Κύριοι, δι’ ὅσους λόγους κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν θὰ σᾶς ὑποβάλωμεν, διὰ τῆς προκειμένης προτάσεως προτιθέμεθα νὰ δικαιώσωμεν καὶ μίαν ἐποχὴν, ἐπὶ τῆς ὁποίας καὶ τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος μετὰ σεβασμοῦ καὶ εὐγνωμοσύνης πρέπει νὰ ἀναφέρῃ· «Αἱ ἀπὸ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τοῦ Καποδιστρίου κτλ.»
§23ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, χθὲς μετέβην εἰς ἕνα, ὅστις διέμεινεν ἐπὶ πολλὰ ἔτη καὶ εἰργάσθη παρὰ τῇ Ῥωσσικῇ Κυβερνήσει, καὶ μάλιστα εἰς τὰς δύω πρωτευούσας, τὴν Μόσχαν καὶ Πετρούπολιν· τὸν παρεκάλεσα νὰ μοὶ εἴπῃ πόσος χρόνος ἀπαιτεῖται διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ εἰς ἐξορίαν ἢ εἰς τὰ δημόσια ἔργα καταδικαζόμενος εἰς τὰ ἀπώτατα μέρη τῆς Σιβηρίας, διὰ νὰ φθάσῃ ἡ κοινοποίησις τοῦ διατάγματος, ὅταν αὐτὸς ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὴν ποινήν. Μοὶ εἶπεν, ὅτι πρὶν εὑρεθῇ ὁ τηλέγραφος καὶ τὰ ἄλλα μέσα τῆς ταχείας συγκοινωνίας ἕνα μῆνα ἐν καιρῷ χειμῶνος μὲ τὰ ἕλκυθρα, καὶ ἐν καιρῷ καλοκαιρίου ὀλιγώτερον μὲ τὰ βαρέα φορτηγὰ ἁμάξια· ὥστε ἐντὸς δύω μηνῶν ὁ κατάδικος εὑρίσκεται εἰς τὴν ἑστίαν του. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι σπασμοὶ μὲ ἐπίασαν ὅταν ἐνθυμήθην, ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ ἐκτεταμένον κράτος, τοῦ ὁποίου καὶ ἡ πρωτεύουσα εἶναι τυχαίως εἰς τὰ ἄκρα τοῦ κράτους αὐτοῦ, ἐντὸς δύω μηνῶν μὲ τὰ παλαιὰ μέσα, καὶ ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς μὲ τὰ παρόντα εὑρίσκεται ὁ κατάδικος μετὰ τὴν κοινοποίησιν τῆς χάριτός του εἰς τὴν ἑστίαν του, εἰς δὲ τὴν Ἑλλάδα μετὰ τρεῖς μῆνας καὶ ἓξ ἡμέρας δὲν εὑρίσκεται. Ἀποτείνομαι εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἢ μᾶλλον τὸν φίλον μου κ. Σπήλιον, καὶ τὸν λέγω, ὅτι μὴ νομίζῃ ὅτι ἀνέβην ἐπὶ τοῦ βήματος νὰ ζητήσω πληροφορίας, διότι τὸ περιστατικὸν τὸ ὁποῖον θὰ φέρω εἶναι αὐτοπόδεικτον, οὔτε νὰ πιστεύσῃ ὅτι ἦλθα διὰ νὰ τὸν βλάψω, νὰ λάβω ἱκανοποίησιν· ἐξεναντίας νὰ τὸν ὠφελήσω, διότι ἂς ᾖναι βέβαιος, ὅτι δὲν πιστεύω νὰ τύχω ἱκανοποίησιν ἐπὶ τῶν παραπόνων μου. Αὐτὸς ἔχει νὰ διαθέσῃ κλητῆρας, συμβολαιογράφους, προέδρους καὶ ἐφέτας, ἐνῷ ἐγὼ δὲν ἔχω τίποτε καὶ ἤθελον εἶσθαι πολὺ μωρὸς νὰ πιστεύω ὅτι θὰ εὕρω ἐγὼ δίκαιον καὶ αὐτὸς ἄδικον. Ἐγὼ εὑρίσκομαι εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἕνας πτωχὸς ἄνθρωπος, ὅστις ἐπιτίθεται καθ’ ἑνὸς πλουσίου· ἂν μὲν δὲν ἐνδιαφέρεται δι’ αὐτὸν, θέλει νὰ τὸν προσβάλῃ, διότι μόνον ἡ γλῶσσά του εἶναι ἐλευθέρα, ἂν δὲ δὲν θέλῃ νὰ τὸν προσβάλῃ, θέλει διὰ τῆς παραδειγματίσεώς του νὰ τὸν καταστήσῃ προσεκτικόν. Ἂς πιστεύσῃ, ὅτι ἐγὼ εὑρίσκομαι εἰς τὴν δευτέραν θέσιν, ὅτι ἐνδιαφέρομαι διὰ τὴν ὑπόληψίν του καὶ ἔχει διδόμενα νὰ τὸ πιστεύῃ. Ἀλλὰ θὰ μοῦ εἴπῃ, διατί φέρω αὐτὸν τὸν παραδειγματισμὸν τοσοῦτον δημοσίως καὶ ὄχι ἰδιαιτέρως; διότι μὲ κατέλαβεν εἷς πειρασμὸς, νὰ πιστεύσω ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν εἷς συνάδελφος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὸ πτυχίον τοῦ ὑπουργοῦ καθιστᾷ τὸν λαμβάνοντα πολὺ σοφὸν καὶ ἐντιμότερον πολίτην καὶ μέγαν πατριώτην· βλέπω ὅτι κατέλαβεν αὐτὴ ἡ ἰδέα καὶ τοὺς ὑπουργοὺς, καὶ θέλω διὰ τῆς δημοσιότητος νὰ τοῖς παραστήσω ὅτι αὐτὴ ἡ ἰδέα εἶναι ὄχι μόνον μὴ ὀρθὴ, ἀλλ’ εἶναι ὁ σκόπελος ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐθραύσθησαν, διὰ τὴν δυστυχίαν τῆς πατρίδος μας, διὰ νὰ μὴν εἴπω περισσότερον ἀριθμὸν, τὰ 9/10 τῶν ὑπουργῶν καὶ ἐπὶ τῆς παλαιᾶς δυναστείας καὶ τῆς παρούσης, καὶ ἐναυάγησαν αἱ ὑπολήψεις τῶν διατελεσάντων ὑπουργῶν. Δὲν ἤθελα φέρει τὴν ἐπερώτησιν ἐὰν ὁ κ. Σπήλιος ἦτο ἐξ ἐκείνων τῶν ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται πολιτικῶς μὲν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, δὲν διατέλεσαν ὅμως εἰς διαφόρους ὑπηρεσίας καὶ ἑπομένως δὲν γνωρίζουν τὰς λεπτομερείας αὐτῆς· ἀλλ’ ὁ κ. Σπήλιος, καθὼς καὶ ἐγὼ, ἔχομεν ἐργασθῆ εἰς πολλὰ γραφεῖα, καὶ πρὸ πάντων εἰς τὰ κεντρικὰ, καὶ γνωρίζομεν πόσον οἱ ὑπάλληλοι ἐργάζονται ὑπὲρ τῶν προϊσταμένων των ὑπουργῶν καὶ ποῖον ζῆλον εἰλικρινῶς ἔχουν· ὥστε ὤφειλε νὰ ᾖναι προσεκτικώτερος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του. Κύριοι, δύω πολυπαθεῖς κατάδικοι, ἐγκληματίαι ἐπὶ τῆς Μεσοβασιλείας, ὁ μὲν καταδικασθεὶς εἰς 16 ἐτῶν δεσμὰ τὴν 13 Ἰουλίου 1865, ἀφοῦ συνελήφθη τὸν Νοέμβριον τοῦ 1863, ὁ δὲ, καταδικασθεὶς τὴν 17 Ἰουλίου 1865, συλληφθεὶς καὶ αὐτὸς τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1863, καταδικάσθη εἰς 7 ἐτῶν εἱρκτήν. Πολλοὶ μεταγενέστεροι αὐτῶν ἐξῆλθον τῶν φυλακῶν διὰ χάριτος, ὁ εἷς ἀπὸ τὸν ἕνα ὑπουργὸν, ὁ ἄλλος ἀπὸ τὸν ἄλλον, ἂν καὶ καταδικασθέντες εἰς πολὺ βαρυτέρας ποινάς· αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς μὲ ὅλας τὰς προτάσεις τῶν εἰσαγγελέων ἐφετῶν, δὲν εὗρον δίκαιον, διότι δὲν εἶχον κανένα βουλευτὴν οἱ πτωχοὶ διὰ νὰ τοὺς ὑποστηρίξῃ. Τέλος πάντων ἦλθε καὶ αὐτῶν ἡ τύχη νὰ παρουσιασθῇ ἕνας βουλευτὴς κακόμοιρος, καὶ τὴν 24 Αὐγούστου ἐβγῆκεν ἓν διάταγμα, καὶ ὁ ὑπουργὸς ἔκαμε τοῦ ἑνὸς τὴν ποινὴν εἱρκτὴν, δηλ. νὰ τοῦ ἀφαιρεθῶσι μόνον τὰ δεσμὰ, τὸν δὲ ἄλλον ἀπήλλαξε τοῦ ὑπολοίπου τῆς ποινῆς. Ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος τῆς 24 Αὐγούστου δὲν ἦτο πλέον μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ὑπουργός. Ἀλλ’ ἐν τούτοις ἔμαθον, ὅτι οὔτε εἰς τὸν ἕνα οὔτε εἰς τὸν ἄλλον ἐκοινοποιήθη τὸ διάταγμα τῆς χάριτος. Ὁ κ. Ἀντωνόπουλος μοὶ εἶπεν ὅτι αὐτὸ συνέβη καὶ εἰς ἄλλους, καὶ τοῦτο ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ ἐκδώσῃ μίαν ἐγκύκλιον, διὰ τῆς ὁποίας ἐκοινοποίησεν ὅλον τὸν κατάλογον τῶν λαβόντων χάριν ἐκείνην τὴν ἡμέραν εἰς τοὺς διαφόρους εἰσαγγελεῖς τῶν ἐφετῶν, μὲ τὴν παρατήρησιν νὰ ἀπολύσωσιν ἐκ τῶν φυλακῶν τῆς δικαιοδοσίας των ὅλους τοὺς καταδίκους, ὅσοι κατάγονται ἀπὸ δικαστήρια περιφερείας ἄλλων ἐφετείων. Μετὰ 10–15 ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐποχῆς αὐτῆς ὁ κ. Κουρκουμέλης μοῦ δίδει μίαν ἐπιστολὴν, καὶ αὐτὴ ἦτον τοῦ καταδίκου ἐν Κερκύρᾳ, ὅστις μοῦ ἔλεγεν· Βρὲ ἀδελφὲ, κάθε ἡμέρα ἐδῶ βγαίνουν ἕνας σωρὸς φυλακισμένων μὲ χάριν· (καὶ εἶναι λογιώτατος αὐτὸς, εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς ἠξεύροντας ὀλίγα γράμματα)· τοὐλάχιστον δὲν ἐνεργεῖς νὰ μοὶ δοθῇ χάρις νὰ μοῦ βγάλουν τὰ σίδηρα ἀπὸ τὰ χέρια; Μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀναγγείλω αὐτὴν τὴν ἀδικίαν, πῶς αὐτὸς νὰ μὴ λάβῃ εἰδοποίησιν, ἀλλ’ ἡ ὥρα ἦτον ἀπὸ τὰς 12 ἕως τὰς 2, διότι τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἔχει μίαν τάξιν, δὲν εἶναι καθὼς τὰ ἄλλα, καὶ δὲν εὗρον κανένα· πηγαίνουν ἀπὸ τὰς 10 ἕως τὰς 12 καὶ ἀπὸ τὰς 2 ἕως τὰς 3, καὶ μετὰ τὰς 3 μένει ὁ διεκπεραιωτὴς, προσμένων τὸν ὑπουργὸν νὰ ὑπογράψῃ τὰ ἔγγραφα. Ἦτο λοιπὸν ἡ ὥρα ἡ κανονισμένη νὰ μὴν ᾖναι κανεὶς ὑπάλληλος ἐκεῖ· δὲν εὗρον λοιπὸν κανένα ὑπάλληλον. Τὴν ἄλλην ἡμέραν ἔλαβα μίαν ἐπιστολὴν ἀπὸ τὸν ἀδελφόν μου, ὅστις μοὶ λέγει, παράγγειλε εἰς τὸν δεῖνα εἰς τὰς Πάτρας νὰ δώσῃ 40 δραχ. εἰς τὸν Μπέλταν διὰ τὰ ἔξοδά του νὰ ἔλθῃ, ἀφοῦ ἔλαβε χάριν. Μεταβαίνω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀναγγέλλω αὐτὰ τὰ δύω ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἔτυχε νὰ συμβαίνουν εἰς τοὺς δύω καταδίκους, τοὺς ὁποίους συνέστησεν ὁ αὐτὸς ἄνθρωπος. Ἔ! ἔκαμε καθὼς ἔπρεπεν; Εἶπεν ὅτι θὰ διατάξῃ κατ’ εὐθεῖαν τοὺς εἰσαγγελεῖς τῶν ἐφετῶν Κερκύρας καὶ Πατρῶν νὰ κοινοποιήσουν τὰ διατάγματα. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, κύριοι, λαμβάνω μίαν ἐπιστολὴν τοῦ πατρὸς τοῦ ἐν Κερκύρᾳ, διὰ τῆς ὁποίας μοὶ γράφει· «Κύριε Δημητράκη, γράφεις ὅτι ἐδόθη χάρις εἰς τὸν υἱόν μου· δὲν εἶναι ἀληθὲς· ὁ ὑπουργὸς σὲ γελᾷ· καὶ διὰ νὰ τὸ μάθω θὰ ἔλθω αὐτοῦ. Εἶμαι πτωχὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ τὰ ἔξοδά μου τὰ ἔχω. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐδόθη χάρις, θὰ καθήσῃς νὰ τῷ δοθῇ καὶ νὰ τὴν λάβῃς· ἐὰν τῷ ἐδόθη, θὰ ἔλθω ἐγὼ νὰ πάρω τὴν διαταγὴν τοῦ ὑπουργοῦ, νὰ τὴν φέρω εἰς τὴν Κέρκυραν μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι θὰ πληρώσῃς τὰ ἔξοδά μου». Νὰ σᾶς εἴπω τὴν ἀλήθειαν, τὸ ἐσυλλογίσθην. Τρέχω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν· δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, κ. ὑπουργὲ, μὴ μὲ προστιμάρῃς· χθὲς ἔλαβον ἐπιστολὴν ἐκείνου, ὅστις ἔχει πλήρη χάριν ἀπὸ 24 Αὐγούστου, καὶ ὅστις μοὶ λέγει, (καὶ ἔτυχε νὰ μὲ ἔχῃ καὶ κουμπάρον) τί σοῦ χρεωστῶ νὰ μὲ γελᾷς ἀπ’ ἐδῶ καὶ 3 μῆνας ὡς μικρὸν παιδί; Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, τίς δὲν θέλει φρίξει ἐὰν μάθῃ ὅτι εἰς ἔθνος, εἰς τὸ ὁποῖον ἂν κινήσῃ τις ἀπὸ τὸ ἄκρον τοῦ Ταινάρου ὡς εἰς τὴν Καρίτσαν, τὸ ἕτερον ἄκρον, καὶ περιπατήσῃ ἀποστολικῶς, ὅσον ἀδύνατος καὶ ἂν ᾖναι, δὲν χρειάζονται παρὰ 15 ἡμέραι, 3½ μῆνας δὲν ἠμπόρεσε νὰ συνεννοηθῇ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης μὲ τὰς Πάτρας, μὲ τὰς ὁποίας εἴμεθα συνδεδεμένοι μὲ τηλέγραφον; Τί συμβαίνει ἐδῶ; καὶ συμβαίνει εἰς δύω καταδίκους, οἱ ὁποῖοι ἔτυχε νὰ ᾖναι συστημένοι ἀπὸ τὸν αὐτὸν ἄνθρωπον νὰ εἴπῃ τὸ δίκαιόν των. Σᾶς λέγω ὅτι τὴν τρίτην φορὰν, ὅτε ἀνήγγειλα εἰς τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ, ἔλαβον περιέργειαν νὰ ἴδω τὸ βιβλίον τῶν χαρίτων καὶ παρετήρησα ὅτι δὲν ἦτο σημειωμένη οὔτε διὰ τὸν ἕνα οὔτε διὰ τὸν ἕτερον ἡ δοθεῖσα χάρις. Τώρα, κύριοι, ἔρχομαι εἰς τὸν φίλον κ. Σπήλιον, ὅστις ὑπῆρξεν ὑπάλληλος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ· ὅταν δίδεται δὶς καὶ τρὶς μία καταγγελία εἰς ἕνα ὑπουργὸν, ποία εἶναι ἡ θέσις αὐτοῦ τοῦ ὑπουργοῦ, ὅστις γνωρίζει ὑπηρεσίαν; Ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ διατί ἐγένετο αὐτὸ, ἐντὸς 24 ὡρῶν νὰ δώσουν ἀπολογίαν οἱ ὑπάλληλοί του, καὶ νὰ τιμωρήσῃ τὸν αἴτιον ὑπάλληλον τούτων. Ἴσως, κύριοι, πολλοὶ θὰ μὲ χλευάσουν, διότι διὰ δύω καταδίκους φέρω τοιαύτην ὁμιλίαν.
§24ΠΟΛΛΟΙ. Κανεὶς, κανείς.
§25ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ἐὰν, κύριοι, συναισθανώμεθα τὸ τὸ καθῆκόν μας....
§26Α. ΡΟΥΚΗΣ. Σᾶς συλλυποῦμαι.
§27ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Νὰ λυπηθῇς τὸν ἑαυτόν σου. Ἐὰν τὸ καθῆκόν μας ὡς βουλευταὶ καὶ ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ τὸ αἰσθανώμεθα καὶ δὲν ἐκτιμῶμεν ἀφ’ ἑτέρου τί ἐστὶ ἀφαίρεσις ἐλευθερίας πολίτου ἐπὶ τρεῖς μῆνας, θὰ εἴπῃ ὅτι εἴμεθα ἀνάξιοι νὰ ἤμεθα μέλη τοῦ τελευταίου δημοτικοῦ συμβουλίου. Ἐὰν, κύριοι, ὑπάρχῃ συναίσθησις ἀκριβὴς αὐτοῦ τοῦ πράγματος, πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἔγκλημα, διότι 24 ὥρας ἐὰν παραβῇ, λέγει ὁ ποινικὸς νόμος, εἶναι κακούργημα. Ἐν τούτοις, κύριοι, εὑρίσκεται ἕνας κατάδικος καὶ σήπεται διὰ τὴν δυστροπίαν ἢ τὴν στρεβλὴν διάθεσιν τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου ὑπαλλήλου εἰς τὰς φυλακάς. Ἀλλὰ θὰ εἰπῇ ὁ κ. Ἀντωνόπουλος, εἶπες ὅτι εἶσαι φίλος καὶ ἦλθες νὰ μὲ θεατρίσῃς; Νὰ σᾶς τὸ εἴπω· ὅταν ἦλθα νὰ καταμηνύσω τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἅπαξ, δὶς, τρὶς, ἓν τῶν δύω συνέβη· ἢ εἶπες ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, (δὲν τὸ πιστεύω νὰ τὸ εἶπες), αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ὅστις κάθηται καὶ λέγει ὅ,τι φθάσει κατὰ τῆς κυβερνήσεως, ἔρχεται νὰ μὲ σκοτίζῃ διὰ δύω καταδίκους· ἐὰν τὸ εἶπες αὐτὸ (τὸ ὁποῖον δὲν τὸ πιστεύω νὰ τὸ εἶπες), σὲ λέγω ὅτι εἶναι τὸ μεγαλείτερον ἔγκλημα, διότι ἐλλείπει αἴσθημα δικαιοσύνης καὶ φιλανθρωπίας. Ἀλλὰ θὰ εἶπες ἓν ἄλλο, τὸ ὁποῖον εἶναι βέβαιον, «ὅλοι σὰν ἐλέγανε καὶ ὁ μυλωνᾶς τ’ αὐλάκι·» ἐδῶ ὁ κόσμος χάνεται, ἡ πολιτεία, καὶ αὐτὸς φωνάζει διὰ καταδίκους ὁ ἀνόητος· αὐτὸ τὸ εἶπες.
§28ΥΠΟΥΡΓ. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Ὄχι.
§29ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Γνωρίζεις καὶ γνωρίζω ἀπὸ ὑπηρεσίαν· ἀλλὰ, κύριε ὑπουργὲ, ἐὰν εἶπες αὐτὸ τὸ δεύτερον, σὲ λέγω ὅτι...
§30ΥΠΟΥΡΓ. ΔΙΚΛΙΟΣΥΝΗΣ. Δὲν τὸ εἶπα.
§31ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τί ἄλλο εἶπες, κύριε ὑπουργέ; Τρεῖς ἤδη μῆνες παρῆλθον· ἀπ’ ἐδῶ ἕως εἰς τὸ Ῥίον δὲν χρειάζεται παρὰ 5 λεπτὰ ὁ τηλέγραφος· εἰς Πάτρας καὶ εἷς ἱππεὺς νὰ σταλῇ ἀπ’ ἐκεῖ, τὸ πολὺ πολὺ 24 ὥρας, καὶ ὅμως ἔχομεν 3 μῆνας καὶ 6 ἡμέρας. Λοιπὸν, κύριε ὑπουργὲ, σᾶς λέγω ἀνεξαρτήτως τοῦ περιστατικοῦ αὐτοῦ, ὅτι ἀρκετὰ συνεκινήθησαν ὅσοι συναισθάνονται...
§32Α. ΡΟΥΚΗΣ. Πολὺ, ἐγὼ ἰδίως.
§33ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Σᾶς λέγω ὡς φίλος νὰ ἐνεργῆτε τὴν ὑπηρεσίαν σας ὑπὸ τὴν ἰδίαν σας εὐθύνην, τὴν ὁποίαν φέρετε, καὶ ὄχι ὑπὸ τὰς διαθέσεις ἄλλων, διότι, κύριε Σπήλιε Ἀντωνόπουλε, φίλε, εἰς τὴν Ἑλλάδα δυστυχῶς συμβαίνει ἓν περιστατικὸν, τὸ ὁποῖον δὲν συμβαίνει ἀλλαχοῦ, νὰ ἐξέρχωνται οἱ ὑπουργοὶ καὶ νὰ παραπονοῦνται διὰ τὴν ἀχαριστίαν οἱ μὲν τῶν φίλων, οἱ δὲ ἄλλων προσώπων· οἱ μὲν λέγουν, ἔχασα τὴν δημοτικότητά μου, ἠμέλησα τοὺς φίλους μου διὰ τὸν ἀχάριστον, καὶ ἐντοσούτῳ καμμίαν χάριν δὲν μοῦ ἐγνώρισεν· ἄλλοι λέγουν, ἐγὼ ἔῤῥιψα τὴν ὑπόληψίν μου εἰς τὸν δρόμον διὰ τοὺς ἀχαρίστους καὶ αὐτοὶ μὲ παραιτοῦν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐντὸς τοῦ προκειμένου ὁμιλήσατε.
§35ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐντὸς τοῦ προκειμένου εἶμαι. Εἶναι ἔγκλημα καθοσιώσεως, διότι, κύριε ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὀφείλει ἕκαστος νὰ ᾖναι προσεκτικὸς ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντός του· ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ καὶ ὑποχωρήσεις, διότι εἶναί τινες περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἔχει ἀνάγκην καὶ τῆς γνώμης ἄλλων, ἀλλὰ πρέπει εἰς τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα θίγουν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, τὴν περιουσίαν καὶ τὴν τιμὴν τοῦ ἑτέρου, νὰ ᾖναι αὐστηρὸς ὁ ὑπουργὸς διὰ νὰ ἐξέλθῃ μὲ πλήρη ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεώς του.
§36ΔΑΓΡΕΣ. Εἰς τί καταλήγετε;
§37ΥΠΟΥΡΓ. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Εἶναι κατηγορητήριον.
§38ΔΑΓΡΕΣ. Διότι θὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι κατάδικοι....
§39ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. ... (θόρυβος).
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι, μὴ διακόπτετε· ὁ κύριος ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§41Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριοι, νομίζω, ὅταν ἔρχηται ἐνταῦθα καὶ προκαλῆται ἡ ἀπάντησις τοῦ ὑπουργοῦ εἰς μίαν ἐπερώτησιν, ὀφείλει ἡ Βουλὴ, πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα ἀντιπροσωπεύει, ν’ ἀκούῃ καὶ τὸν ὑπουργὸν μὲ τὴν αὐτὴν ὑπομονὴν, μὲ τὴν ὁποίαν ἤκουσε καὶ ἐκεῖνον ὅστις ἔκαμε τὴν ἐπερώτησιν. Προσεκτικῶς, κύριοι, ἤκουσα τὸν ἔντιμον προαγορεύσαντα βουλευτὴν, καὶ ποσῶς δὲν ἠθέλησα νὰ τὸν διακόψω, διότι πραγματικῶς ἔπρεπε νὰ ἐξηγηθῇ ἐνώπιόν σας σαφῶς, ὥστε νὰ ἦσθε ἐν γνώσει, καὶ ἀφοῦ ἀκούσετε καὶ ἐμὲ, νὰ δύνασθε νὰ φέρητε οἱανδήποτε ἀπόφασιν θέλετε. Ὅταν ἦλθον εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, εὗρον κοινοποιημένα πρὸς εἰσαγγελεῖς διατάγματα περὶ ἀπονομῆς χάριτος, διατάγματα τὰ ὁποῖα εἶχον προκληθῆ κατὰ τὸν μῆνα Αὔγουστον. Ἐννοεῖται ὅτι τὰ διατάγματα ταῦτα κοινοποιοῦνται πρὸς τοὺς εἰσαγγελεῖς τῶν ἐφετῶν, οἱ ὁποῖοι τὰ κοινοποιοῦν πρὸς τοὺς εἰσαγγελεῖς, εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν ὁποίων εὑρίσκονται οἱ κατάδικοι, ὑπὲρ τῶν ὁποίων προεκλήθη ἡ βασιλικὴ χάρις· ὑπῆρχεν ὅμως μία ἀταξία, ἥτις ἠκολούθει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν περὶ χαρίτων. Διὰ νὰ δοθῇ ἡ χάρις προηγεῖτο πάντοτε ἡ γνωμοδότησις τοῦ εἰσαγγελέως ἐκείνου, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου ὑπήγετο τὸ κακουργιοδικεῖον, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζει τὴν ἐνοχὴν τοῦ κατηγορουμένου καὶ ἑπομένως ἐπιβάλλει τὴν ποινήν· ἀλλ’ οἱ κατάδικοι δὲν ὑπάρχουν πολλάκις εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν φυλακῶν τοῦ αὐτοῦ ἐφετείου, καὶ ὑπάρχει μάλιστα μία σύγχυσις ὡς πρὸς τοῦτο· εἶναι πολυχρόνιον τὸ κακόν. Πολλάκις, κύριοι, συμβαίνει, ὥστε νὰ δοθῇ τὸ ἓν ἔτος πλήρης χάρις, τὸ δὲ ἄλλο ἔτος εἰς τὸν ἴδιον κατάδικον, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ἐκοινοποιήθη ἡ χάρις, συμβαίνει νὰ κοινοποιηθῇ ἡ χάρις, ἥτις νὰ λέγῃ, ὅτι μετριάζει τὴν ποινὴν τοῦ εἰς πέντε ἔτη. Ἡ ἀταξία αὕτη προέρχεται ἕνεκα τοῦ ὅτι δὲν ὑπάρχει, ὁσάκις γίνεται μετάθεσις καταδίκων ἀπὸ φυλακῶν εἰς φυλακὰς, ἡ συνεννόησις μεταξὺ ἁρμοδίων διοικητικῶν καὶ δικαστικῶν ἀρχῶν, διὰ νὰ γνωρίζῃ ὁ εἰσαγγελεὺς ποῦ μετετέθησαν οἱ κατάδικοι καὶ κοινοποιῶνται εἰς αὐτὸν ἐγκαίρως αἱ ποιναί. Συγχρόνως γίνεται καὶ τὸ ἑξῆς. Τὰ διατάγματα δὲν κοινοποιοῦνται εἰς τοὺς εἰσαγγελεῖς ἐκείνους, εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν ὁποίων ὑπάρχουσιν αἱ φυλακαὶ, εἰς τὰς ὁποίας ὑπάρχουσιν ἐγκαθειργμένοι οἱ κατάδικοι, ἀλλ’ εἰς τοὺς εἰσαγγελεῖς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον κάμει τὴν πρότασιν. Ἐκ τούτου προῆλθε τὸ κακὸν αὐτὸ καὶ ἡ μεγάλη βλάβη πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν καταδίκων, διότι πραγματικῶς πολλάκις οὔτε μετριάζεται, οὔτε ὅλως διόλου ἀφαιρεῖται. Εἶδον τὸ ἀτόπημα τοῦτο, καὶ εὐθὺς ἅμα εἰσῆλθον εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἐζήτησα νὰ κανονίσω αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν· συνεννοήθην μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἐξέδωκα μίαν ἐγκύκλιον πρὸς τοὺς παρ’ ἐφέτας εἰσαγγελεῖς, καὶ τοὺς εἰδοποίησα, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐσωτερικῶν διέταξεν οὐδεμία μετάθεσις νὰ γίνηται χωρὶς νὰ εἰδοποιοῦν καὶ τοὺς ἁρμοδίους εἰσαγγελεῖς, διὰ νὰ ἐξαλειφθῶσι τ’ ἀτοπήματα, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανον χώραν. Ἡ ἐγκύκλιος ἔχει οὕτω, κύριοι· «Ἐγκύκλιος ἀπὸ 7 Ὀκτωβρίου 1868· πρὸς τοὺς παρ’ ἐφέταις εἰσαγγελεῖς....» Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἅμα ἦλθον εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, δὲν μοὶ διέφυγεν αὐτὴ ἡ περίπτωσις, ἀλλ’ ἀμέσως ἐφρόντισα ὅπως ἠδυνάμην νὰ κανονίσω ὥστε εἰς τὸ μέλλον νὰ ἐκλείψωσιν αὐτὰ τὰ ἀτοπήματα. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ ἀντικείμενα, περὶ τῶν ὁποίων ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἔχει παράπονον, ὅτι δὲν ἐκοινοποιήθησαν δύω βασιλικαὶ χάριτες εἰς τὴν Κέρκυραν, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ἀμέσως ἐνόησα ὅτι τοῦτο θὰ προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι αὐτοὶ οἱ κατάδικοι μετετέθησαν ἴσως κατόπιν εἰς ἄλλας φυλακάς, καὶ πραγματικῶς εἶδον, ὅτι μετετέθησαν εἰς τὴν Κέρκυραν κατάδικοι εἴτε τῆς Τριπόλεως, εἴτε τῆς Ἑπτανήσου, εἴτε τῆς Ναυπλίας· καὶ ἐπειδὴ αἱ κοινοποιήσεις ἔγειναν, καθὼς συνηθίζουν νὰ γίνωνται, εἰς τοὺς ποιήσαντας τὴν πρότασιν, ἐκοινοποιήθη ἓν διάταγμα, ἀλλὰ διὰ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Πατρῶν καὶ ὄχι διὰ τοῦ εἰσαγγελέως τῆς Κερκύρας. Προῆλθε λοιπὸν τὸ ἀτόπημα, ὥστε ὁ εἰσαγγελεὺς τῆς Κερκύρας νὰ μὴ λάβῃ γνῶσιν τῶν διατρεχόντων καὶ ἑπομένως πραγματικῶς νὰ μὴ γίνῃ κοινοποίησις. Ἔκαμα, κύριοι, ἀμέσως ἐγκυκλίους κοινοποιήσεις καὶ τῶν τριῶν διαταγμάτων εἰς ὅλους τοὺς εἰσαγγελεῖς· δὲν ἐκοινοποίησα μόνον τὸ ἔγγραφον, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ διατάγματα, καὶ εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ φροντίσωσι νὰ μελετήσωσι τὰ διατάγματα αὐτά, καὶ ἂν ὑπάρχωσι κατάδικοι εἰς τὴν περιφέρειαν αὐτῶν, νὰ τὰ κοινοποιήσουν ἀμέσως.
§42ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἔχετε πίνακας εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ γνωρίζητε ποῦ εὑρίσκεται ἕκαστος κατάδικος;
§43Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχουν τοιοῦτοι πίνακες. Ἐκοινοποιήθησαν λοιπὸν τὰ διατάγματα αὐτὰ εἰς τοὺς παρ’ ἐφέταις εἰσαγγελεῖς, τοὺς ὁποίους προσεκάλεσα νὰ τὰ κοινοποιήσωσι. Πολλάκις ὅμως συμβαίνουν καὶ μερικὰ λάθη, καὶ εἴτε ἕνεκα τῆς ταυτότητος τοῦ ὀνόματος, εἴτε ἕνεκα ἄλλων περιστατικῶν ἐγείρεται ἀμφιβολία τις, ἐξ ἧς προέρχεται ἀναβολὴ διὰ νὰ ἐξακριβωθοῦν τὰ διάφορα περιστατικά. Προχθές, κύριοι, τὸ ἑσπέρας μοὶ ἔδωκε μίαν ἰδιαιτέραν σημείωσιν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Σπάρτης, ὅστις μὲ εἰδοποίησεν, ὅτι εἷς κατάδικος, εὑρισκόμενος εἰς τὰς φυλακὰς Ῥίου, δὲν ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἀπονεμηθείσης αὐτῷ βασιλικῆς χάριτος· ἀμέσως ἔκαμα εἰδικὸν ἔγγραφον, ἐζήτησα τὸν λόγον καὶ προεκάλεσα νὰ κοινοποιηθῇ πρὸς αὐτὸν ἀμέσως τὸ ἔγγραφον καὶ νὰ μοὶ δοθῇ ὁ λόγος τῆς ἀναβολῆς. Σᾶς ἐρωτῶ, κατόπιν ὅλων τούτων εἶχε δίκαιον ὁ βουλευτὴς νὰ ἀγανακτῇ διὰ τὴν μὴ κοινοποίησιν; Καὶ πραγματικῶς εἶναι κακὸν νὰ γίνωνται βασιλικαὶ χάριτες καὶ νὰ μὴ κοινοποιῶνται, διότι οὕτω τὸ βασιλικὸν δῶρον καθίσταται ἄδωρον καὶ εἶναι χειρότερον τοῦ νὰ μὴ ἐκδίδωνται χάριτες. Εἴτε λοιπὸν ἐκ τῆς συγχύσεως τῶν ὀνομάτων, εἴτε ἐξ ἄλλων περιστατικῶν ἔλαβε χώραν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέβη, φρονῶ ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀποδοθῇ εἰς ἐμὲ κἀμμία ἔλλειψις.
§44ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ ἐπείσθην, ὅτι ὅ,τι ὑπώπτευον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ἔγεινε, διότι δὲν ἐξηγήθη εἰλικρινῶς· ἐγὼ τετράκις ἀνέφερα αὐτὸ τὸ περιστατικὸν εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν, καὶ μάλιστα πρὸ ἑνὸς μηνὸς μοὶ εἶπεν, ὅτι ἤθελε διατάξει τοὺς εἰσαγγελεῖς Κερκύρας καὶ Πατρῶν νὰ κοινοποιήσουν τὰ Διατάγματα, καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι τὰ ἐκοινοποίησεν ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ Σεπτεμβρίου. Ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ κύριος ὑπουργὸς νὰ τῷ κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν· πρὸ ὑμῶν, κύριε ὑπουργέ, ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι ὑπουργοὶ καὶ δὲν σᾶς φέρω ἄλλον παρὰ τὸν ἀείμνηστον Ῥοῦφον, ὅστις ἦτον ἐπίσημος καὶ ἄνθρωπος τοῦ ἀγῶνος, καὶ ὅστις ἔδωκε δι’ ἑνὸς Διατάγματος 250 χάριτας, καὶ μολαταῦτα κἀνεὶς δὲν ἔμεινε περισσότερον ἀπὸ 10 ἡμέρας εἰς τὰς φυλακάς. Καλλίτερα ἐγνώριζε τὴν ὑπηρεσίαν ὁ κύριος Ῥοῦφος ἀπὸ ὑμᾶς, κύριε ὑπουργέ, ὅστις καθὼς καὶ ἐγὼ ἀρκετοὺς χρόνους κατετρίψατε εἰς τὰ γραφεῖα; Δὲν εἶναι δικαιολόγησις αὐτὴ, κύριε ὑπουργέ· καὶ πῶς συμβαίνει νὰ γίνεται αὐτὸ τὸ ἀτόπημα εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς ἄλλους δὲν ἔγεινε; Σᾶς λέγω λοιπὸν, κύριε ὑπουργὲ, ὅτι δὲν εἶναι τυχαῖον τὸ περιστατικὸν αὐτὸ, καὶ δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς πράγματα ἀρχαιότερα πρὶν γίνητε ὑπουργὸς, διὰ νὰ σᾶς εἴπω τοὺς λόγους διατὶ δὲν ἐκοινοποιήθη ἐγκαίρως, ἐνῷ πρὸ ἑνὸς μηνὸς εἶχον δώσει τὴν σημείωσιν, καὶ ὅτι ἡ ἀπάντησις αὐτὴ δὲν εἶναι κατ’ ἐμὲ ἡ κρίσις τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ· ὤφειλες λοιπὸν ὡς ἄνθρωπος τῆς ὑπηρεσίας νὰ δώσῃς πολὺ μεγαλειτέραν προσοχὴν καὶ νὰ δείξῃς πολὺ μεγαλειτέραν αὐστηρότητα καὶ ἐπιτήρησιν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους σου. Χθὲς εἶδον μίαν ἔκθεσιν τοῦ κ. Δανοπούλου ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὡς εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς, ἐν ᾗ λέγει ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι δύω τμηματάρχαι εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης· ἐγὼ λέγω νὰ μὴν ᾖναι κἀνεὶς, κ. Δανόπουλε, ὅταν ἕνας Νικολαΐδης, κλητὴρ τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, δύναται νὰ ἐκτελέσῃ ταχύτερα τὰ διαταττόμενα ἀπὸ τοὺς τμηματάρχας. Εἴπατε ὅτι ὑπάρχουσιν ἀνώμαλοι περιστάσεις, ἀλλ’ αὗται πάντοτε ὑπάρχουν ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ δὲν ἐδυσκολεύθησαν καὶ οἱ προκάτοχοι νὰ ἐνεργήσωσι τὸ καθῆκόν των· ἔπρεπεν ὅμως οἱ εἰσαγγελεῖς καὶ οἱ ὑπάλληλοι νὰ ἐνεργήσουν, καὶ αὐτὰ ἐντὸς 5 ἡμερῶν ἤθελον κοινοποιηθῆ. Ἀλλὰ τί νὰ εἴπῃ κἀνείς; Ὅταν ἤμεθα ἐκτὸς, ὅλοι, ἕκαστος ἡμῶν παρατηρεῖ διὰ τηλεσκοπίου τὰ λάθη τῶν ἄλλων· ὅταν εἰσερχώμεθα, δὲν βλέπομεν τὰ πράγματα ὡς πρέπει καὶ πάσχομεν ἀπὸ τύφλωσιν, καὶ ὄχι ἰάσιμον ἀλλ’ ἀπὸ μίαν τύφλωσιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἠξεύρω πῶς τὴν λέγουν οἱ ἰατροί. Λοιπὸν, κύριε ὑπουργὲ, σᾶς εἰδοποιῶ ὅτι δὲν κάμνετε καλὰ, καὶ ἐὰν καὶ κἀνεὶς ἄλλος καθὼς ἐγὼ ἔχῃ τὴν δυσμένειαν τῶν ὑπαλλήλων, θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν· καὶ ἐὰν ἐγὼ ἀπέσχον νὰ κάμω κατηγορίαν, ἄλλος δὲν θὰ φανῇ πρὸς σὲ τόσον ἐπιεικής.
§45ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἡ χήρα ἑνὸς τῶν πρωτίστων φιλελλήνων, οὗ τινος τὸ ὄνομα συνδέεται τόσῳ στενῶς μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως, ἡ χήρα, λέγω, τοῦ φιλελληνικωτάτου Ἐϊνὰρ ἀπεβίωσεν ἐσχάτως εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Ἑλβετίας Γενεύην. Ἡ ἀπώλεια τῆς ἐξόχου αὐτῆς γυναικὸς δὲν εἶναι λυπηρὰ μόνον διὰ τὴν Ἑλβετίαν, τῆς ὁποίας ὑπῆρχε μία τῶν πρωτίστων πολιτίδων, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα. Πιστὴ φύλαξ καὶ διάδοχος τῶν φιλελληνικῶν αἰσθημάτων τοῦ συζύγου της, ἀφ’ ὅτου ἤρχισεν ὁ κρητικὸς ἀγὼν ἐγένετο αὕτη τὸ κέντρον τῶν ὑπὲρ τῆς Κρήτης καὶ τῶν ὑπὲρ τῶν προσφύγων συνδρομῶν ἐπιτροπῶν, οὐχὶ μόνον ἐν Ἑλβετίᾳ ἀλλὰ καὶ ἐν Παρισίοις. Ἡ κεντρικὴ ὑπὲρ τῶν προσφύγων ἐπιτροπὴ ἐπὶ ἔτη δύω ἔλαβε παντοίας ἀποστολὰς εἰς χρήματα, εἰς ἐνδύματα καὶ ἄλλα. Μὴ ἀρκουμένη δὲ ἡ γυνὴ αὐτὴ εἰς τὴν ἐκ συνεισφορῶν προσφορὰν, ἤνοιξε καὶ τὸ ἰδιαίτερον αὐτῆς βαλάντιον, καὶ ἐντὸς τοῦ Βαρβακείου διατηρεῖ Σχολὴν, εἰς ἣν παιδεύονται τὰ τέκνα τῶν δυστυχῶν οἰκογενειῶν, τὰ ἐκ Κρήτης προσφυγόντα ἐνταῦθα. Εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὁ φιλελληνισμὸς εἶναι τόσον σπάνιος ἐν Εὐρώπῃ, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἀντιπροσωπεύουσα τὰ συμφέροντα καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ σύμπαντος Ἑλληνισμοῦ, ὀφείλει νὰ μὴ ἀφίνῃ οὐδεμίαν περίστασιν, ἥτις δύναται νὰ ἐνισχύσῃ τὸν ἐξασθενισθέντα φιλελληνικὸν ζῆλον. Ὀφείλει δὲ τόσον προθυμοτέρα νὰ φανῇ εἰς τὸ νὰ ἐκφράσῃ τὰ αἰσθήματα ταῦτα, ὅσον αὕτη εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν δὲν δύναται νὰ κατηγορηθῇ, ὅτι ὠθεῖται εἰς τοῦτο ἀπὸ ἀλλοτρίας σκέψεις. Ἡ Ἑλβετία, κράτος μικρὸν τὴν ἔκτασιν, προωρίσθη εἰς τὴν ἀρκούντως κατ’ ἐμὲ ἔνδοξον ἀποστολὴν τοῦ νὰ διδάξῃ διὰ τῆς εὐημερίας εἰς ἣν διατελεῖ, ὅτι ἡ ἐλευθερία, ἡ καθαρὰ καὶ ἀμιγὴς ἐλευθερία, εἶναι ἡ μήτηρ τῆς εὐδαιμονίας καὶ τῆς προόδου τῶν ἐθνῶν. Ἡ Ἑλβετία δὲν ἐπιδιώκει οὔτε κατακτήσεις, οὔτε ἐπιῤῥοῆς ἐπέκτασιν. Ἀρκεῖται νὰ παρουσιάζῃ διοίκησιν φέρουσαν ὡς βάσεις τὴν ἀρετὴν καὶ τὴν ἐλευθερίαν. Ἐπίσης καὶ ἡ Ἑλλὰς σήμερον, ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, ἐκφράζουσα τὴν λύπην της ἐπὶ τῷ θανάτῳ τῆς Εϋνὰρ, καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην της πρὸς τὰ εὐγενῆ αἰσθήματα τῶν Ἑλβετῶν, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι πράττει τοῦτο πρὸς σκοπὸν κολακείας, ἢ πρὸς ἄλλο τι. Ἡ Ἑλβετία κατὰ τὸν ἀγῶνα ἔπραξεν ὅ,τι ἠδυνήθη ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος· οὐδέποτε ὅμως κατεδέχθη νὰ μᾶς εἴπῃ κατὰ πρόσωπον τὰς εὐεργεσίας της καὶ νὰ ἐξαγάγῃ ἐκ τούτου οἱαδήποτε δικαιώματα. Ἐπίσης ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ μὴ θεωρηθῇ ὡς εἰλικρινὴς εἰς τὴν ἔκφρασιν αὐτὴν, διότι οὐδὲν δύναται νὰ προσδοκήσῃ ἐκ τῆς Ἑλβετίας, ἐξ ὅσων δύνανται νὰ τὴν κατηγορήσωσιν ὅτι δύναται νὰ ἐλπίσῃ ἐξ ἄλλων. Νομίζω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἐὰν ἡ Βουλὴ συγκατανεύσῃ νὰ δώσῃ εἰς τὸ προεδρεῖον τὴν ἐντολὴν νὰ γράψῃ πρὸς τὸν ἐπιζῶντα υἱὸν τῆς φιλελληνικωτάτης συζύγου τοῦ Εϋνὰρ, τὸν Κ. Κάρολον Εϋνὰρ, ἐπιστολὴν ὅπως ἐκφράσῃ τὴν λύπην της διὰ τὸν θάνατον αὐτῆς, καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην της διὰ τὰ εὐγενῆ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα διετράνωσαν οἱ Ἑλβετοὶ πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, νομίζω, λέγω, ὅτι θέλει πράξει ἔργον ἁρμόζον εἰς πεπολιτισμένον λαόν.
§46ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§48ΠΟΛΛΟΙ (ἑκατέρωθεν). Ὄχι.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ὑπάρχουν ὥριμα πρὸς συζήτησιν τὰ ἑξῆς ἀντικείμενα. Οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν ὑπουργείων Οἰκονομικῶν, Ἐξωτερικῶν, τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὰ νομοσχέδια τοῦ φόρου τῶν ζώων καὶ τῆς ἐλαττώσεως τῶν μισθῶν· αὐτὰ εἶναι ὥριμα.
§50ΤΙΝΕΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς νὰ προταχθῇ.
§51ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Οἱ φορολογικοὶ νόμοι.
§52ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουρ. Οἰκονομικῶν). Πάντοτε προηγεῖται ὁ προϋπολογισμός.
§53Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι οὔτε λογικὸν, οὔτε ὀρθὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ὑπουργὸς, διότι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν φόρων κανονίζεται ὁ προϋπολογισμός.
§54Τ. ΡΟΥΚΗΣ. Ὄχι (θόρυβος).
§55Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διότι σὲ λέγω, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς περιέχει τὰ ἔσοδα πρῶτον, καὶ ἔπειτα τὰ ἔξοδα· τὰ ἔσοδα ἐδῶ κανονίζονται ἀπὸ τὸν φορολογικὸν νόμον καὶ πρέπει ἑπομένως νὰ προηγηθῇ αὐτός.
§56Α. ΡΟΥΚΗΣ. Κατὰ τὴν ἰδέαν σου, ὅπως τὸ νομίζεις σὺ (θόρυβος).
§57Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν λέγω, ὅτι πρέπει νὰ προταχθῶσιν οἱ φορολογικοὶ νόμοι, διότι ἐξ αὐτῶν μόνων δύναται ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίσῃ τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων, καὶ οὕτω νὰ κανονίσῃ καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων.
§58ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ ἀρχὴ, ἡ ὁποία ἐπεκράτησεν ἐδῶ, εἶναι νὰ προηγῆται ὁ προϋπολογισμὸς καὶ κατόπιν οἱ φορολογικοὶ νόμοι. Ἐσχάτως μάλιστα ἡ ἱστορία αὐτὴ τῶν συζητήσεων ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς πάντοτε προηγήθη· ἐκτὸς δὲ τούτου καὶ μία ἀρχὴ τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἶναι, ὅτι τὰ ἔξοδα πρέπει νὰ παρακολουθῶνται ἀπὸ τὰ ἔσοδα· αὐτὴ εἶναι μάλιστα ἡ ἀρχὴ τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ διὰ τοῦτο ἀπορῶ πῶς σήμερον ἔρχεται νὰ πολεμήσῃ αὐτὴν τὴν ἀρχήν. Ἄλλως τε δὲν ἔχομεν καιρὸν νὰ χάνωμεν, ὡρίμασαν τὰ ἔργα τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀφοῦ ἐξαντλήσωμεν αὐτὰ, ἀμέσως θὰ ἀρχίσωμεν τὸν φορολογικὸν νόμον. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον διατί νὰ προταχθῶσι τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§59ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κύριοι, ἐγὼ δὲν εὑρίσκομαι σύμφωνος μήτε μὲ τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν, ἰσχυριζόμενον ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, μήτε μὲ τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κ. Ἀθ. Πετιμεζᾶν, προτείναντα νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν φορολογικῶν νόμων· ἀπ’ ἐναντίας, κύριοι, φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἕτερον ἐπὶ τοῦ παρόντος, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, κύριοι, ὅτι πάντες γνωρίζομεν σήμερον εἰς ποίαν στάσιν εὑρίσκονται ἤδη τὰ πράγματα τῆς πατρίδος. Καὶ ἐὰν ᾖναι ἀληθῆ, κύριοι, ὅσα ἡ κυβέρνησις διὰ τοῦ στόματος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν προχθές καὶ ὅσα ἡ φήμη ἐπαναλαμβάνει καὶ ὁ τύπος διαβεβαιοῖ, τότε, κύριοι, μήτε ὁ προϋπολογισμὸς ὁ εἰσαχθείς, μήτε οἱ φορολογικοὶ νόμοι οἱ εἰσαχθέντες εἶναι ἱκανοὶ νὰ κανονίσωσι τὰς σπουδαίας αὐτὰς τῆς πατρίδος μας περιστάσεις. Ἐὰν ὅμως, κύριοι, αἱ περιστάσεις αὗται δὲν ᾖναι ὅπως παρουσιάζονται, καὶ δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ ἐξηγήσω τὰς ἰδίας πεποιθήσεις, ὅτι δὲν παραδέχομαι αὐτὰς ὅπως παρουσιάσθησαν ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν....
§60Π. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Καὶ περὶ τῆς Ἑπτανήσου τὰ ἴδια ἐλέγατε.
§61ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Μάλιστα, αὐτὸ τὸ ὁμολογῶ, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἰδίαν θέσιν.
§62Π. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν νὰ περιμένητε.
§63ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν εἶναι ποσῶς ἀναμφισβήτητον, ὅπως ὑποπτεύω, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς καὶ οἱ φορολογικοὶ νόμοι θέλουν σπουδαίαν ἀλλοίωσιν, κατ’ ἐμέ, διότι ἂν δὲν λάβουν, ἔ! τότε ἀλλοίμονον, κύριοι· ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἔναρξις εἴτε ἐπὶ τοῦ ἑνὸς ἢ ἐπὶ τοῦ ἄλλου ἀντικειμένου, ἡ γνώμη μου εἶναι ν’ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν συζήτησιν τῶν φορολογικῶν νόμων. Καὶ εἶναι ἀληθές, ὅτι εἰς τ’ ἄλλα Εὐρωπαϊκὰ κράτη συνηθίζεται νὰ συζητῆται πρότερον ὁ προϋπολογισμὸς καὶ κατόπιν οἱ φορολογικοὶ νόμοι, διότι ἐκεῖ παρακολουθοῦν τὰ ἔσοδα τὰ ἔξοδα, ἀλλ’ ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν καὶ αὐτῶν μεγάλη διαφορά· πρῶτον, εἰς τὰ κράτη ἐκεῖνα αἱ κυβερνήσεις δὲν κατεδικάσθησαν νὰ δημιουργοῦν θέσεις διὰ νὰ ἱκανοποιοῦν πρόσωπα καὶ νὰ ἐξογκοῦν τὸν προϋπολογισμόν· ἔπειτα, τὰ ἔθνη ἐκεῖνα ἔχουσι τοιαύτας πηγὰς καὶ πλούτη, ὥστε εἰσὶν εἰς θέσιν, ἅμα ὑπερβῶσι τὰ ἔξοδα τὰ ἔσοδα, νὰ καλύψωσι τὰ ἔξοδά των. Εἰς ἡμᾶς ὅμως συμβαίνει τὸ ἐναντίον· εἴμεθα κράτος πτωχὸν καὶ μικρὸν καὶ πρέπει νὰ περιορίζωμεν τὰ ἔξοδά μας, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδά μας. Ἂν ἀρχίσωμεν νὰ συζητῶμεν τὰ ἔξοδα, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς δυσχερῆ θέσιν ἐπὶ τῶν ἐσόδων καὶ θὰ ἀναγκασθῶμεν πολλάκις ἵνα αὐξήσωμεν τοὺς φόρους, ὅπερ εἶναι ἀδύνατον, διότι, καὶ ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ᾖναι εἰς ἥσυχον κατάστασιν, μήτε ἡ ὑπάρχουσα φορολογία δύναται νὰ βεβαιωθῇ καὶ νὰ εἰσπραχθῇ· ἑπομένως ἢ θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμωμεν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων, ἢ θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν λυπηρὰν ἀνάγκην νὰ καταφύγωμεν εἰς δάνεια, τὰ ὁποῖα εἶναι διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἂν οὐχὶ ἀκατόρθωτα, τοὐλάχιστον δυσκατόρθωτα. Ἐμμένω λοιπὸν εἰς τὴν πρώτην ἰδέαν μου καὶ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀναβάλῃ ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας τὴν συζήτησιν τῶν ἀντικειμένων τούτων (θόρυβος). Ἀρχόμεθα, κύριοι, ἀφ’ ὅπου θέλετε, εἴτε ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἴτε ἀπὸ τοῦ φορολογικοῦ νόμου, ἀλλὰ μὴ τολμήσῃ νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα ἕνας ὑπουργὸς ἢ ἕνας φίλος τῶν ὑπουργῶν καὶ εἴπῃ, ὅτι τοῦτο ἀπαιτοῦν αἱ ἔκτακτοι τῆς πατρίδος περιστάσεις· εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὸ κράτος τοιαύτης συζητήσεως. Ἂν νομίζετε, κύριε ὑπουργέ, ὅτι δύνασθε νὰ μεταχειρισθῆτε τὴν γλῶσσαν αὐτὴν, ἔλθετε νὰ συζητήσωμεν, ἄλλως σταματήσατε, διότι δὲν σᾶς συμφέρει. Ἐγώ, κύριοι, ἐμμένω νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν· τοῦτο ἀπαιτεῖ τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους, τοῦτο ἀπαιτεῖ καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς κυβερνήσεως, τοῦτο ἀπαιτοῦν αἱ σημεριναὶ περιστάσεις, διότι ἡ συζήτησις εἴτε τῶν φορολογικῶν νόμων εἴτε τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ ἦναι σκανδαλώδης· θὰ μᾶς παρασύρῃ εἰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦν ν’ αὐξήσουν τὴν παροῦσαν τῶν πραγμάτων κατάστασιν, καὶ θὰ θέλουν νὰ μᾶς ἀποστομόνουν, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ κατορθωθῇ, καὶ θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σταματήσωμεν· ἄλλως, ἂς ὁμολογήσωμεν ὅτι ὅ,τι λέγεται ἀπὸ τοῦ βήματος ἀπὸ μέρους τῆς κυβερνήσεως δὲν εἶναι τίποτε, καὶ τότε ἐν ἡσυχίᾳ πνεύματος, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἰδέας τῆς εἰρήνης, ὑπὸ τὸ κράτος τῶν οἰκονομιῶν, ἂς προβῶμεν, ἂν θέλετε.
§64ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· ἐν πρώτοις ἐμμένω εἰς ὅ,τι εἶπον, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὶν ἢ ψηφίσωμεν τὸν φορολογικὸν νόμον τοῦ κράτους, διότι ἐπὶ τῶν φόρων αὐτῶν στηριζόμενος καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεβίβασε τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων εἰς 37,000,000. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν γνωρίζει ποῖοι θέλουν εἶσθαι οἱ φόροι ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ· ἑπομένως πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ κανονίσῃ ὅτι τὰ ἔσοδα αὐτὰ ἀναβιβάζονται εἰς 37,000,000; Λογικῶς λοιπὸν σκεπτόμενός τις πρέπει νὰ ὑποθέσῃ ὅτι ἀναγκαίως πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τοῦ φορολογικοῦ νόμου ἀπὸ τὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ· διότι ἐκ τοῦ κανονισμοῦ τῆς φορολογίας θὰ ἤμεθα εἰς κατάστασιν νὰ προϋπολογίσωμεν καὶ τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τῆς ἐπικρατείας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κ. πρόεδρε, ὑμεῖς ὁ ἴδιος εἶσθε μάρτυς, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῇ προτάσει τῶν κ. κ. Κεχαγιᾶ καὶ Δεληγεώργη ἐζήτησε, πρὶν ἢ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ φέρῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸν ἀπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ ἔτους 1867 μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου, καὶ ἂν τοῦτο ἦτο ἀδύνατον, μέχρι τῆς 1ης Ὀκτωβρίου· διότι ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ αὐτοῦ ἤθελεν εἶσθαι εἰς θέσιν ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ἀρκετὰ φῶτα καὶ ἀρκετὰς γνώσεις εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πρὶν ὅμως ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκπληρώσῃ τὴν διαταγὴν αὐτὴν, οὐχὶ τὴν παράκλησιν, καὶ φέρῃ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1867, νομίζω ὅτι καὶ ὑμεῖς αὐτὸς, κ. πρόεδρε, ὁ ὁποῖος ἐνετάλθητε παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ παραγγείλητε εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ παρουσιάσῃ τὸν ἀπολογισμὸν, δὲν δύνασθε νὰ θέσητε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, χωρὶς νὰ παραβῆτε μίαν ἐντολὴν, μίαν ἀπόφασιν τῆς παμψηφίας τῆς Βουλῆς, διότι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως παρεδέχθη τὴν πρότασιν τῶν ἐντίμων δύω βουλευτῶν. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἠναγκασμένη ἡ Βουλὴ ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων νὰ προτάξῃ τὴν συζήτησιν τοῦ φορολογικοῦ νόμου τῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§65ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀπολογισμὸς τῶν ἐσόδων κατατίθεται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὅποιος θέλει ἂς ἔλθῃ νὰ τὸν ἴδῃ.
§66ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον πρὸ πάντων συνεκαλέσθη ἡ ἔκτακτος σύνοδος ἦτον, ἠξεύρετε καλλίτερον ἀπὸ ἐμὲ, ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν φορολογικῶν νόμων, καὶ πρὸς τοῦτο ἐσχηματίσατε καὶ τὰς ἀναγκαίας ἐπιτροπὰς, αἱ ὁποῖαι ἐπεξειργάσθησαν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κράτους καὶ τοὺς φορολογικοὺς νόμους, ἐπέσπευσαν τὰς ἐργασίας των καὶ ὑπέβαλον ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τὰς διαφόρους ἐκθέσεις ἐπὶ τῶν διαφόρων εἰδικῶν προϋπολογισμῶν. Κατόπιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω κἀμμίαν τῶν ἰδεῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διότι, ὡς παρετηρήσατε, ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἰσχυρίσθη τίποτε ἄλλο, εἰμὴ καθαρῶς τὴν ἀναβολὴν, ἐπειδὴ δὲ δὲν ἡτοιμάσθησαν τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, θὰ εἰπῇ νὰ μὴ συζητήσωμεν τίποτε· ἄλλοι λέγουν, πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν, διότι ὑπάρχουν ἔκτακτοι περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ τελειώσουν καὶ ἔπειτα νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Παρατηρεῖτε λοιπὸν, ὅτι καὶ αἱ δύω προτάσεις δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἀναβάλουν τὰς ἐργασίας τοῦ σώματος. Κύριοι, ὁ προϋπολογισμὸς, ὁ ὁποῖος ὑπεβλήθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐπεξειργάσθη ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν παριστᾷ εἰμὴ τὰς τακτικὰς δαπάνας, δηλαδὴ δὲν ἔχει ἀναγραφὰς ἄλλας παρ’ ὅσας ἀπαιτεῖ ἡ ὑπηρεσία καὶ αἱ ἀνάγκαι τοῦ κράτους. Δὲν εἶναι λοιπὸν λόγος ἰσχυρὸς νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐπειδὴ αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις εἶναι τοιαῦται, ὁ προϋπολογισμὸς θὰ μεταβληθῇ. Ἂν ἐν τῷ μεταξὺ παρουσιασθῶσιν ἔκτακτοι περιστάσεις, ἡ Βουλὴ συνέρχεται καὶ δὲν λαμβάνει ποσῶς ὑπ’ ὄψιν τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ προβαίνει εἰς ἔκτακτα μέτρα, εἰς ἔκτακτον προϋπολογισμὸν ἵνα προλάβῃ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας· ἑπομένως ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπως οὗτος ὑπεβλήθη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ προτείνηται κατ’ αὐτὰς τὰς περιστάσεις, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἀποβῶσι τὰ πράγματα, πᾶσα ἀναβολὴ, διότι ἂν τὰ πράγματα τρέχουν ὡς σήμερον ὑπάρχουσιν, ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι καταδικασμένη νὰ κάθηται ἐδῶ αἰωνίως καὶ νὰ τρέχῃ ἀπὸ ἀναβολῆς εἰς ἀναβολὴν, ὅπως ἀπαιτοῦν τὰ συμφέροντα καὶ αἱ ἰδέαι ἑκάστου· Ἡ Βουλὴ συνελθοῦσα εἰς ἔκτακτον σύνοδον ἔχει ἀνάγκην νὰ προβῇ εἰς τὰς ἐργασίας της καὶ τελειώσῃ, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ συνεδριάζωμεν ἄνευ λόγου. Ἂν ὑπάρχουν ἔκτακτοι περιστάσεις, ὡς λέγουν, καὶ δύνανται νὰ ᾖναι καὶ νὰ μὴν ᾖναι, ἐγὼ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ τὸ ἐξετάσω· ἂν ἐπέλθουν ἔκτακτα πράγματα, τόσῳ περισσότερον ἀκόμη πρέπει νὰ ἔχωμεν τελειωμένας ὅλας τὰς ἐργασίας τὰς τακτικὰς τῆς Βουλῆς ἵνα σκεφθῶμεν περὶ ἐκτάκτων πραγμάτων· ὥστε καὶ ὑπὸ τὴν μίαν καὶ ὑπὸ τὴν ἄλλην ἔποψιν δὲν βλέπω στηριζομένην εἰς τὸ δίκαιον τὴν ἰδέαν τῆς ἀναβολῆς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποβλέπει τὰς τακτικὰς ἀνάγκας, καὶ νὰ ἄρωμεν αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον ἐκ τοῦ μέσου καὶ νὰ προβῶμεν εἰς ὅ,τι ἄλλο ἀπαιτεῖ ἡ ἀνάγκη.
§67ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ (θόρυβος).
§68ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΩΤΗΣ. Τί τὰς θέλετε τὰς συζητήσεις; δὲν δυνάμεθα νὰ καθήσωμεν διαρκῶς ἐδῶ (θόρυβος ἐξ ἀριστερῶν).
§69ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε Μοναστηριώτη, ἂν ἦσθε στενόχωρος, θὰ ἐκάμνετε καλλίτερα νὰ μὴν ἤρχεσθε ἐδῶ βουλευτὴς (θόρυβος).
§70ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΩΤΗΣ. Θέλετε νὰ φέρετε προσκόμματα, εἰπέτε το καθαρὰ· συζητήσεις, συζητήσεις κάμνετε· πότε θὰ τελειώσωμεν; Ἐχειμώνιασε, πρέπει νὰ φύγωμεν (θόρυβος).
§71ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, κανεὶς δὲν εἶναι φίλος τῆς ὀκνηρίας, οὔτε ἔχει συμφέρον νὰ κάθηται ἐδῶ· ὅλοι μας ἐπάνω κάτω, ποιὸς ὀλίγο, ποιὸς πολὺ, ἔχει τὰς ὑποθέσεις του καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἑστίαν του τὸ ταχύτερον. Ἀλλὰ θὰ συζητήσωμεν τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα μᾶς παρουσιάζονται, ὅπως αἱ περιστάσεις καὶ ὄχι ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀπαιτεῖ. Εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι συνήθως, οὐ μόνον τώρα, ἀλλὰ πάντοτε ὁ προϋπολογισμὸς προηγεῖτο τῶν φορολογικῶν νόμων, καὶ κἄποιος εἶπεν, ὅτι καὶ εἰς ἄλλα κράτη αὐτὸ γίνεται. Ἀλλὰ, κύριοι, καὶ εἰς τὰ ἄλλα κράτη καὶ εἰς ἡμᾶς πρὸ τῆς Μεταβολῆς οἱ φόροι εἶχον καταντήσει πάγιοι, 10% εἰς τὰ προϊόντα τῆς γῆς, 25 λεπτὰ τὰ μικρὰ ζῶα, μία δραχμὴ τὰ μεγάλα, 6% τέλος ἐξαγωγῆς, 10% εἰσαγωγῆς, 5% ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, τόσον ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων κτλ. Ὡς εἶχε τὸ ἓν ἔτος εἶχε καὶ τὸ ἕτερον, καὶ ἁπλῶς μόνον ἐψηφίζετο κατ’ ἔτος ὅπως ἐκπληροῦται μία διάταξις τοῦ συντάγματος, ὁρίζοντος ὅτι οἱ φορολογικοὶ νόμοι ψηφίζωνται κατ’ ἔτος. Ἀπὸ τῆς Μεταβολῆς ὅμως ἤλλαξαν τὰ πράγματα· οἱ φόροι ἀπὸ 10 ἔγειναν 5%, ἔγειναν 7%. Ἡ κλίμαξ τῶν φόρων μετεβλήθη κατὰ τὰς περιστάσεις. Ἔπεται λοιπὸν ὅτι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων δὲν εἶναι ὡς ἦτο πρὸ τῆς Μεταβολῆς. Φρονῶ ὅτι εἷς οἰκοκύρης, ἂν ᾖναι οἰκοκύρης, πρῶτον λογαριάζει τὰ ἔσοδα καὶ ἔπειτα τὰ ἔξοδά του· οὕτω καὶ ἓν ἔθνος. Εἶναι πεπεισμένος ὁ κ. ὑπουργὸς ὅτι ὅ,τι ἔχουν σημειωμένον εἰς τὸν φορολογικὸν νόμον θὰ τὸ ἀποδεχθῶμεν καὶ ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν ἐναντίαν ψῆφον; Τότε ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει καλῶς εἰς τὴν ἰδέαν του λέγων εἰς ἡμᾶς, τί θέλετε; τί γυρεύετε; εἴτε πρῶτον εἴτε ὕστερον, αὐτοὶ εἶναι οἱ φόροι, αὐτὰ τὰ ἔξοδα, οἱ λόγοι εἶναι περιττοί. Ἂν ὅμως ὑπάρχῃ εἰς τὴν ἰδέαν τινὸς νὰ φέρῃ ἐλαττώσεις εἴτε εἰς τὰ ἔσοδα ἢ εἰς τὰ ἔξοδα, εἴτε αὐξήσεις, τότε πρέπει, μοὶ φαίνεται, νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις αὐτῶν· πολὺ δὲ περισσότερον, ἀφοῦ εἰσήχθη πλῆθος τροπολογιῶν ἐπὶ τῶν νόμων τῶν ἐσόδων. Ἂν παραδεχθῶμεν τὸν προϋπολογισμὸν ὅπως τὸν συνέταξεν ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, κατόπιν δὲ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ φορολογικοῦ νόμου τὰς τροπολογίας, πῶς θ’ ἀναπληρώσῃ τὸ ἔλλειμμα; Αἱ τροπολογίαι φέρουν ὁπωσδήποτε ἔλλειμμα οὐσιῶδες. Βλέπετε, ὅτι λογικῶς συζητοῦντες τὸ πρᾶγμα, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ συζητήσωμεν πρῶτον τοὺς φορολογικοὺς νόμους. Εἶπέ τις τῶν προλαλησάντων, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐτελείωσε πρότερον τὰς ἐκθέσεις της ἐπ’ αὐτοῦ· καὶ διατί νὰ μὴ τελειώσῃ καὶ ἡ ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ νόμου ἐπιτροπή; Μήπως εἴμεθα πλούσιοι καὶ εἶναι γεμάτα τὰ ταμεῖα, καὶ ἐὰν παρουσιάζωσιν οἱ φόροι ἔλλειμμα, τὸ ἀναπληρόνομεν ἀπὸ τὰ περισσεύματα; Ἡ ἐπιτροπὴ ἔπρεπε μίαν ὥραν ἀρχήτερα νὰ τελειώσῃ τὰς ἐργασίας της. Εἶδον, κύριοι, τυχαίως ἐδῶ καὶ μίαν πρότασιν ἑνὸς τῶν ἐντίμων συναδέλφων μας, θίγουσαν καὶ τὴν Ἑπτάνησον ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τῶν οἰκοδομῶν. Ἡ πρότασις αὕτη φρονῶ ὅτι θὰ γεννήσῃ συζητήσεις σπουδαίας, καὶ θὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως. Ἂν αὐτὴ ἡ πρότασις ἐπιτύχῃ, ὡς εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιτύχῃ, διότι ἔχει τὴν ἀρχήν της εἰς τὴν Συνέλευσιν, θὰ φέρῃ μεταβολὰς εἰς τὴν φορολογίαν· πῶς θ’ ἀναπληρώσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τὰ ἔξοδα, ἂν κυρωθοῦν; Καὶ εἰς ἐμὲ, ὅταν ἤμην σπουδαστής, ἔλεγεν ὁ πατήρ μου, θὰ σοὶ στείλω 100 δραχμάς· ἐντούτοις μοὶ ἔστελλε μόνον 50, τὰς ἄλλας 50 δὲν εἶχον ἀπὸ ποῦ νὰ τὰς λάβω. Ἡ ἀποστολὴ τῆς Βουλῆς κυρίως εἶναι νὰ ὁρίσῃ τὰ ἔσοδα· αὐτὰ εἶναι ἡ βάσις, οἱ φόροι, τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ λαός. Ὁ κανονισμὸς τῶν ἐξόδων ἀνήκει εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς, τὸν ἐπεξεργάζεται ὅμως ἡ κυβέρνησις, ἀλλ’ ἡ ἐπιβολὴ τῶν φόρων ἀνήκει εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τῆς Βουλῆς. Βλέπετε ὅτι πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ γνωρίζωμεν τοὺς φορολογικοὺς νόμους, νὰ συζητήσωμεν αὐτοὺς, ὅτε θέλει παρουσιαθῆ καὶ τὸ ἑπτανησιακὸν ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι σύμφωνοι καὶ οἱ ἐκεῖθεν συνάδελφοι· εἶναι δὲ ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ τροποποίησιν εἰς τὰ ἔσοδα.
§72ΤΙΝΕΣ. Αὔξησιν, αὔξησιν.
§73ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν τὸ γνωρίζω, τὸ εὔχομαι ὅμως· τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐφέρθη, ὡς εἶπον, καὶ ἐπὶ τῆς συνελεύσεως, τὸ τῆς ἐφομοιώσεως, καὶ αὐτὸ μάλιστα ἔκαμε τὴν συνέλευσιν νὰ λήξῃ οὐχὶ ὡς ἔπρεπεν. Εἶπεν εἷς τῶν προλαλησάντων, ὅτι αὐτὸ εἶναι σκοπὸς ἀναβολῆς, καὶ ὅτι πρέπει εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν νὰ τελειώσωμεν μίαν ὥραν προτήτερα καὶ ν’ ἀναχωρήσωμεν. Νὰ σᾶς εἰπῶ, ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς νὰ θίξωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ἔθιξε, καὶ μάλιστα φίλος τῆς κυβερνήσεως, θ’ ἀπαντήσω, λέγων ὅτι διὰ τὸ συμφέρον καὶ τοῦ ἔθνους καὶ τῆς κυβερνήσεως ἀπαιτεῖται εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις τὸ σῶμα νὰ ἦναι παρόν· εἶναι μία δύναμις ἐθνική. Ἐνθυμηθῆτε τί ἔπαθεν εἰς τὰ 1854 ἡ κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐδίωξε τὴν Βουλὴν· ἦλθε τὸν Μάϊον καὶ ἐμυκτηρίσθη καὶ ἡγεμὼν καὶ κυβέρνησις. Ἂν ὑπῆρχον τὰ σώματα, καὶ ὁ Βασιλεὺς ἤθελε φανῆ ἰσχυρότερος καὶ ἡ κυβέρνησις πλέον ἀξιοπρεπής. Λοιπὸν αἱ περιστάσεις δὲν συντελοῦν εἰς τὸ νὰ τελειώσωμεν μίαν ὥραν ἀρχήτερα. Λέγω ὅτι αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν πρέπει νὰ τὸ θίξωμεν, ἐπειδὴ εἶναι λεπτόν· πρέπει νὰ περιμένωμεν τὴν ἄλλην ἑβδομάδα, καθ’ ἃς ὑποσχέσεις μᾶς ἔδωκεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐπιμένω λοιπὸν διὰ τὸ καλὸν τῆς κυβερνήσεως, ἐπειδὴ ὑπάρχει σωρεία προτάσεων, νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τοῦ φορολογικοῦ νόμου. Ἤδη ἔχομεν ὥριμον τὸν περὶ τῶν ζώων νόμον· ἕως αὔριον θέλει φέρει καὶ τὴν ἔκθεσίν της ἡ ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ νόμου ἐπιτροπὴ, διότι σήμερον διέταξε τὸν εἰσηγητήν της νὰ κάμῃ τὴν ἔκθεσιν, καὶ οὕτως ἀρχίζομεν ἡσύχως τὴν συζήτησιν καὶ ἐντὸς 10 ἡμερῶν τελειώνομεν ὅλα. Διὰ τὸ συμφέρον λοιπὸν τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς ὑπηρεσίας πρέπει νὰ προηγηθῇ ὁ φορολογικὸς νόμος.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρουσίασε τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1867, ὅστις θέλει τυπωθῆ. Ὥριμα πρὸς συζήτησιν εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς, ἡ δὲ ἔκθεσις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν ἐγγείων φόρων καὶ τῶν ἄλλων δικαιωμάτων ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς δὲν παρουσιάσθη.
§75ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Εἶναι ἑτοίμη, αὔριον παρουσιάζεται.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐννοεῖ λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ διακόψῃ ἤδη τὴν συνεδρίασιν;
§77ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, αὔριον.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ χάσωμεν οὕτω τὴν σημερινὴν ἡμέραν.
§79ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Σήμερον δὲν ἔχομεν ἡμερησίαν διάταξιν. τί λοιπὸν θὰ συζητήσωμεν; (θόρυβος).
§80Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριοι, ὀλίγον μόνον θέλω σᾶς ἐπασχολήσει, συζητῶν τὰς ἀναβλητικὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο. Πράττω δὲ τοῦτο διότι τὸ θεωρῶ καθῆκόν μου καὶ καθῆκον σπουδαῖον· ἄλλως, ὡς καθῆκον δευτερεῦον ἤθελον τὸ παραβλέψει ἀπέναντι τῆς μομφῆς τὴν ὁποίαν ἡ κυβέρνησις ἢ οἱ φίλοι τῆς κυβερνήσεως ἀπέδωκαν εἰς τοὺς προτείνοντας ἀναβολὴν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι θέλουν νὰ παραλύσουν τὰς ἐργασίας αὐτῶν, μολονότι καὶ ταύτην τὴν μομφὴν ἠδυνάμην μὲ πολλὴν εὐκολίαν ν’ ἀποκρούσω, διότι δὲν τοῖς ἀναγνωρίζω τὸ δικαίωμα ὅτι δύνανται κατὰ πρόσωπον νὰ μᾶς εἴπωσιν, ὅτι ἔχουν πλειότερον πατριωτισμὸν ἀπὸ ἡμᾶς, οὔτε θέλει εὑρεθῆ εἷς ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος νὰ πιστεύσῃ ὅτι εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἡμεῖς θέλομεν νὰ παραλύσωμεν τὰς ἐργασίας τῆς κυβερνήσεως παραλύοντες τὰς δυνάμεις τοῦ ἔθνους μας. Ἂν δὲ ὁ φατριασμὸς ἦτο ὀλιγώτερος καὶ ὁ ἔρως πρὸς τὸ χαρτοφυλάκιον ἀσθενέστερος, δὲν ἤθελον καταδέχεσθαι ἀπέναντι τῶν συναδέλφων των, τῆς συνδρομῆς τῶν ὁποίων ἔχουν ἀπόλυτον ἀνάγκην, τῶν συναδέλφων των, οἱ ὁποῖοι περιβάλλονται ἴσην ἐξουσίαν μὲ αὐτοὺς, διότι καὶ αὐτοὶ εἶναι ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, νὰ ἐπιῤῥίπτουν μομφὰς ὅλως ἀνυποστάτους καὶ ὅλως γελοίας. Ἐπίσης ἀποκρούω τὴν δευτέραν παρατήρησιν, ἡ ὁποία ἀντετάχθη κατὰ τῆς προτάσεως τῆς ἀναβολῆς, ὅτι δῆθεν ἐπὶ ἐκτάκτου συνόδου αἱ λεπτολογίαι, αἱ σπουδαιολογίαι εἶναι περιτταὶ, διότι ἐπίσης εἶναι μομφὴ, τὴν ὁποίαν οὐχὶ εἰς περίβολον τόσον σοβαρὸν, ἀλλ’ ἀλλαχοῦ ἠδύνατό τις νὰ προφέρῃ. Τί εἶναι αἱ ἔκτακτοι σύνοδοι; τί εἶναι ὡς πρὸς τὴν σοβαρότητα, τὴν δύναμιν, τὴν σπουδαιότητα; εἶναι ἴσαι μὲ τὰς τακτικάς. Ἡ τακτικὴ σύνοδος οὐδὲν ἄλλο, ὡς γνωρίζετε, περιέχει κύριον θέμα, εἰ μὴ τοὺς φορολογικοὺς αὐτοὺς νόμους καὶ τοὺς προϋπολογισμούς· ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι δευτερεύοντα· αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις πάσης τακτικῆς συνόδου. Λοιπὸν ἡ ἔκτακτος ἔχει τὴν αὐτὴν βάσιν καὶ τὴν αὐτὴν σοβαρότητα καὶ σπουδαιότητα μὲ τὴν τακτικήν. Ἔκτακτον εἶναι τοῦτο μόνον, νὰ συζητηθῶσιν ὁ προϋπολογισμὸς καὶ οἱ φορολογικοὶ νόμοι εἰς ἔκτακτον σύνοδον. Δὲν λέγω διὰ τοῦτο ὅτι πταίει ἡ κυβέρνησις, λέγω ὅμως ὅτι δὲν πταίουν οἱ βουλευταὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν ὥριμον καὶ ἐπιμελῆ συζήτησιν. Λέγω ὅτι εἶναι παράλειψις τοῦ καθήκοντός των, ἐὰν ἤθελον παραδεχθῆ αὐτὴν τὴν γνώμην καὶ ἂν τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ τὸν προϋπολογισμὸν ἤθελον δώσει ἀβρόχοις ποσὶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὑπάρχουν ὅμως, κύριοι, καὶ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας καὶ τὰ σπουδαιότερα ἀκόμη νομοθετήματα, καὶ αὐτὸς ὁ προϋπολογισμὸς καὶ οἱ φορολογικοὶ νόμοι, τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος ἀπαιτεῖ, ἐπιβάλλει νὰ συζητηθοῦν ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ καὶ νὰ παραχωρηθοῦν ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ εἰς τὴν κυβέρνησιν· καὶ ἂν εὑρεθῶμεν εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν, οὐδεὶς θέλει περιμείνει νὰ τὸ διδαχθῇ ἀπὸ τὸν ἄλλον, ἀλλὰ θέλομεν ἀκολουθήσει αὐτὴν τὴν πορείαν καὶ αὐθημερὸν θέλομεν δώσει ὅλην τὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ προβῇ. Ἀλλ’ εἶναι πονηρία ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρὸ τῆς ὥρας ἐπικαλοῦνται τὰς περιστάσεις ἐκείνας, οἱ ὁποῖοι πρὸ τῆς ὥρας ἐπικαλοῦνται τὰς ὥρας ἐκείνας, διὰ νὰ ἀποφασίσωμεν ἀβρόχοις ποσὶ καὶ ἀσυζητητεὶ νομοθετήματα, διὰ τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα ἔθεσε προθεσμίαν 3 ἕως 6 μηνῶν. Δὲν εἶμαι, κύριοι, εἰς τὰ μυστήρια τῆς κυβερνήσεως, ἑπομένως δὲν γνωρίζω τίποτε πλειότερον περὶ τῶν σημερινῶν περιστάσεων ἀφ’ ὅ,τι γνωρίζει πᾶς πολίτης· γνωρίζω καὶ ἐγὼ ὅ,τι γνωρίζουν οἱ ἀκροαταί, οἱ ὁποῖοι ἤκουσαν τὸν ὑπουργὸν προχθὲς, καὶ οἱ πολῖται ὅσοι ἀνέγνωσαν καὶ ἀναγινώσκουσι τὰς ἐφημερίδας τὰς ἐκ τῆς ξένης καὶ τῆς Τουρκίας ἐρχομένας. Εἰς τοιαύτην θέσιν, κύριοι, εὑρισκόμενος συλλογίζομαι ὅτι θὰ πράξω μίαν παρεκτροπὴν, ἂν ὑπακούσω ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος μοὶ ἐπιτρέπει, ἂν ὑποκύψω, λέγω, εἰς τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ κοινοβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω, ὀφείλει νὰ ἔχῃ δύω κυρίως προσόντα, ὄχι μόνον ἠθικὴν εἰς τὸ πολιτεύεσθαι, ἀλλὰ καὶ ἱκανότητα. Δὲν θέλω νὰ καταδικασθῶ, ὡς μέλος αὐτοῦ τοῦ κοινοβουλίου, ὡς ἀνίκανος, διότι ἐνεπαίχθην· ἔχει τὸ δικαίωμα ἕκαστος πολίτης νὰ μὲ κατακρίνῃ ὡς ἐμπαιχθέν τα, ὅταν πρὸ 24 ἢ 36 ὡρῶν ἤκουσα τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν εἰπόντα, ὅτι εἰς κίνδυνον εἶναι ἐκτεθειμένα καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ στέμματος καὶ τὸ μεγαλεῖον τῆς πατρίδος καὶ οἱ συνταγματικοὶ θεσμοί, μετὰ 36 δὲ ὥρας ἐγὼ ἔρχομαι χωρὶς νέαν πληροφορίαν νὰ ζητήσω ἐλαττώσεις φόρων, ἐλαττώσεις στρατοῦ καὶ τῶν ἄλλων μέσων τῆς κυβερνήσεως, καὶ νὰ ἀπέλθω εἰς τὴν πατρίδα μου· ὄχι ἀνίκανος θὰ ἦμαι, ἀλλὰ κτῆνος ὡς ἀντιπρόσωπος, ἐγὼ τοὐλάχιστον. Πρέπει νὰ μὴ ὑπέστημεν κἀμμίαν συγκίνησιν διὰ τὴν ἔκτακτον περίστασιν, ὅπως πολιτευθῶμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον· πρέπει δὲ χωρὶς νὰ τὸ εἴπωμεν καὶ ἀποφασίσωμεν, χωρὶς νὰ τὸ ἀποφασίσῃ τὸ ἔθνος, νὰ ἐσυγκεντρώθη ὁλόκληρος ἡ ἐξουσία, αὐτοκρατορικὴ, δεσποτικὴ, εἰς χεῖρας τῆς κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἀναχωρήσωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ ἐπιστρέψωμεν εἰς τὰς ἑστίας μας· ἀλλὰ τὸ μὲν πρῶτον δὲν τὸ καταδέχομαι, κύριοι, τὸ δὲ δεύτερον δὲν εἶναι ἀληθές. Ἀλλὰ συγχρόνως ἀπορῶ πῶς ἡ Κυβέρνησις ἀναδέχεται τὴν εὐθύνην ταύτην, πῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν φοβεῖται μὴ κατηγορηθῇ ὡς μὴ σπουδαιολογοῦσα, μὴ κατηγορηθῇ, ὅτι καὶ οἱ λόγοι της καὶ αἱ πράξεις της στεροῦνται ἀληθείας, ὅτι τὰ πάντα εἶναι εἰκονικά. Πρὸ μικροῦ, κύριοι, ἔφθασε τὸ ταχυδρομεῖον τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἕκαστος θέλει ἀναγνώσει πολλὰς λεπτομερείας ἀφορώσας ἡμᾶς. Τὰς ἐπικαλοῦμαι, διότι συντρέχουσιν εἰς τοὺς λόγους τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι εἶναι ἡ ἀνάπτυξις τῶν ὀλίγων λέξεων, τὰς ὁποίας ἀπὸ τοῦ βήματος μᾶς εἶπεν.
§81ΥΠΟΥΡΓ. ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Διατί φέρετε αὐτὸ τὸ ζήτημα; τί θὰ χρησιμεύσῃ ἡ ἐπικύρωσις τῶν λόγων μου;
§82ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Γνωρίζετε, κ. ὑπουργὲ, τὸ γνωρίζετε ἐκ πείρας, συνεργαζόμεθα 6–7 μῆνας ἐνταῦθα· εἴδετε ὅτι ποτὲ δὲν ἐξέθεσα οὔτε τὴν πολιτικὴν, οὔτε τὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἀντιπροσωπεύετε· ἔχετε λοιπὸν πλειοτέραν πεποίθησιν εἰς τὴν συμπεριφοράν μου καὶ περιμείνατε. Ὅταν δὲ, κύριοι, ἀναγινώσκω ἐφημερίδας, δὲν καταδίδω μυστήρια, μεταφέρω ἀπὸ τοῦ ἑνὸς δωματίου εἰς τὸ ἄλλο τὰ παρὰ πάντων ἀναγινωσκόμενα. «Μετὰ τὸ τελεσίγραφον, λέγουν αἱ ἐφημερίδες τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀπεφασίσθη ὅπως μετακινηθῶσιν αἱ κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεις. Δεκατέσσαρα τάγματα θέλουσι μεταβῆ εἰς Θεσσαλονίκην πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν κατὰ τὰ ἑλληνικὰ σύνορα στρατευμάτων, ὁ δὲ στρατάρχης Ὀμὲρ–Πασσᾶς, ὅστις θέλει ἀναλάβει τὴν ἀρχιστρατηγίαν αὐτῶν, διετάχθη, καθὰ μανθάνομεν, νὰ λάβῃ ἐπιθετικὴν θέσιν, ἐὰν ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις δὲν δώσῃ εὐνοϊκὴν ἀπάντησιν. Συγχρόνως δὲ σημαντικὸς στόλος ἐξεπέμφθη εἰς τὰ ὕδατα τῆς Κρήτης, ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Χοβὰρ–Πασσᾶ, προαχθέντος εἰς τὸν βαθμὸν φερίκη». Διατί τὸ ἀνέγνωσα τοῦτο, ὅπερ δὲν εἶναι μυστήριον; Διὰ κανένα ἄλλον λόγον δὲν τὸ ἀνέγνωσα, παρὰ διότι ἔχω ἀνάγκην, τὴν Κυβέρνησιν ἡ ὁποία ἀκολουθεῖ τακτικὴν ἀκατανόητον αὐτὴν τὴν στιγμὴν, νὰ τὴν θέσω εἰς ὑπερημερίαν, νὰ τῆς εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ συζητήσωμεν τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ τὸν προϋπολογισμὸν, ὅπως τοὺς ἐπαρουσίασεν, ὑπὸ τὸ πρῆσμα τῆς εἰρήνης καὶ μὲ τὴν πεποίθησιν τῆς εἰρήνης. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσω τὸ ζήτημα τοῦ πολέμου ἢ τῆς εἰρήνης, δὲν πρόκειται νὰ ἐκφράσω τὴν παραμικρὰν γνώμην, οὔτε τοῦ τί συμφέρει εἰς τὴν πατρίδα, οὔτε νὰ προείπω τὸ τί θέλει γίνει· λέγω ὅμως ὅτι ἐν ὅσῳ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔρχεται νὰ μᾶς διαβεβαιώσῃ, ὅπερ εἶναι δικαίωμά της καὶ καθῆκόν της, ἐν ὅσῳ δὲν βλέπω ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα, ὅτι ἐτέθη εἰς θέσιν νὰ μᾶς διαβεβαιώσῃ ἂν αὔριον ἢ μετὰ μίαν ἑβδομάδα θέλομεν εὑρεθῆ εἰς μίαν κατάστασιν ἢ εἰς ἄλλην, εἶναι γελοῖον ὅλως, κατὰ τὴν ἰδέαν μου, νὰ ψηφίζω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, προϋπολογισμοὺς καὶ φορολογικοὺς νόμους, ἀσχέτους πρὸς τὸ ἐκκρεμὲς ζήτημα. Ἐὰν ἐπρόκειτο, κύριοι, ἁπλῶς περὶ θολώσεως τοῦ πολιτικοῦ ὁρίζοντος, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ μεμακρυσμένων περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι μετὰ καιρὸν, μετὰ 2–3–5 μῆνας, ἠδύναντο νὰ ἐμφανισθῶσιν, ἠννόουν πολὺ καλὰ τὴν πολιτικὴν καὶ τὴν τακτικὴν τὴν κοινοβουλευτικὴν τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ἐπικαλούμενος τοὺς λόγους αὐτοῦ τοῦ κ. ὑπουργοῦ, λέγω, ὅτι πρόκειται περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν ἐντὸς τῆς ἐρχομένης ἑβδομάδος νὰ διαβιβάσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι λοιπὸν ἐπιτετραμμένον καὶ λογικὸν, προκειμένου νὰ λυθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐντὸς τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος, ἡμεῖς νὰ σπεύσωμεν αὐτὴν τὴν ἑβδομάδα νὰ ἐπιψηφίσωμεν τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ τὸν προϋπολογισμὸν, νὰ καταργήσωμεν στρατοὺς, νὰ ἐλαττώσωμεν φόρους; Ἀλλ’ ἐὰν σήμερον, κύριοι, συζητήσωμεν τὸν φορολογικὸν νόμον, ὑπ’ ὄψιν θέλομεν ἔχει τὰς περιστάσεις τὰς παρούσας, καὶ τότε ὁποίαν εἰλικρίνειαν θέλουν ἔχει αἱ πράξεις μας; ποίαν ἀξίαν τὰ νομοθετήματά μας; Ὁποίαν σοβαρότητα θέλει ἔχει ἡ ἐπεξεργασία τὴν ὁποίαν θέλομεν κάμει τοῦ προϋπολογισμοῦ; Ὁμολογήσατε ὅτι τότε μόνον τὸ κοινοβούλιον σοβαρῶς φέρεται, καὶ δικαίως καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου συζητεῖ καὶ ἀποφασίζει, ὅταν ᾖναι βέβαιον περὶ τῆς καταστάσεως, ὑπὸ τὴν ὁποίαν διατελεῖ. Ἡ τακτικὴ, κύριοι, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἀκολουθεῖ, αὐξάνει μεγάλως τὴν εὐθύνην της. Ἀληθῶς δὲν πρόκειται περὶ τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως ἐνώπιον περιστάσεων τοσοῦτον σοβαρῶν, ἐκ τῶν ὁποίων δύνανται νὰ ἐξέλθωσι μεγάλαι συμφοραὶ, καθὼς δύνανται νὰ ἐξέλθωσι καὶ μεγάλαι ἀπολαυαί· τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχει ἀξίαν. Δὲν ἀναφέρω λοιπὸν τὴν εὐθύνην της εἰμὴ μόνον διὰ νὰ ἀποδείξω πόσον ἄτοποι εἶναι αἱ σκέψεις της. Νομίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἄνευ ἡμῶν θὰ ἦναι ἰσχυροτέρα καὶ διὰ τοῦτο προσπαθεῖ τὸ ταχύτερον, ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρεμβάλλωμεν δυσκολίας εἰς τὰ ἔργα τὰ κοινοβουλευτικὰ, νὰ λάβῃ ἕνα προϋπολογισμὸν καὶ νὰ μᾶς ἀποπέμψῃ τὸ ταχύτερον εἰς τὰς ἑστίας μας; νομίζει ὅτι θὰ ἦναι ἰσχυροτέρα ἡ Κυβέρνησις; Ἐξεναντίας θὰ ἦναι ἀσθενεστάτη· ἐν ᾧ, ἐὰν ἤμεθα παρόντες, θέλει ἀντλήσει ἐκ τοῦ κοινοβουλίου ἄπειρον δύναμιν, διότι κἀνεὶς ἐξ ἡμῶν δὲν θέλει ἀναλογισθῆ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν θὰ ἔχῃ ἀνάγκην δυνάμεως ἡ Κυβέρνησις, δὲν θὰ ἀναλογισθῇ εἰς ποῖα ἑδώλια κάθηται, ἂν ἦναι ἀντιπολιτευόμενος ἢ συμπολιτευόμενος. Παραδέχομαι τὴν χειροτέραν κρίσιν περὶ τῶν κομμάτων, τὴν κρίσιν ἐκείνην τὴν ὁποίαν οἱ ἄνθρωποι οἱ ἀπηλπισμένοι νὰ εἰσέλθωσιν ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου ἀπευθύνουσιν ἐναντίον τῶν κομμάτων, μὴ βλέποντες οὔτε τὴν ἀρετὴν, οὔτε τὸν πατριωτισμὸν, οὔτε τὰς ἐργασίας τὰς ὁποίας δι’ ὅλου τοῦ χρόνου ἔπραξαν ὑπὲρ τῆς πατρίδος, καὶ λέγω, ὅτι οἱ μὲν ἀντιπολιτευόμενοι δύνανται νὰ ἀντιπολιτεύωνται, διότι ζητοῦν τὴν ἐξουσίαν, οἱ δὲ συμπολιτευόμενοι συμπολιτεύονται, διότι θέλουν νὰ τὴν διατηρήσουν· ἀλλ’ ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα ἐκείνη, ὑπὸ τὸ κράτος τῶν κινδύνων, ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θέλει κριθῆ ἀναγκαία νὰ διευθύνῃ τὰς περιστάσεις, ἢ ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ, τῆς ὁποίας ἤθελεν ἐγκριθῆ ἡ πολιτικὴ, τῆς ὁποίας ἤθελον ἐγκριθῆ τὰ μέσα, θὰ εὕρῃ τοὺς πάντας συμφώνους, καὶ ὄχι μόνον τὰ ἄτομα, ἀλλὰ καὶ τὰς ἐπιῤῥοάς των καὶ τὰς ἐπαρχίας των.
§83ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§84ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀποκρούω λοιπὸν τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θέλει τὸ ταχύτερον νὰ μᾶς ἀποχωρισθῇ· μένοντες δέκα ἡμέρας πλειότερον, δίδομεν ἄπειρον δύναμιν εἰς αὐτὴν, εἰς τὴν Κυβέρνησίν μας, εἰς τὴν πατρίδα μας. Ὁποῖον συμφέρον θὰ πολεμήσωμεν τῆς Κυβερνήσεως τὰς δέκα ταύτας ἡμέρας; Τῆς ὑποσχόμεθα οὔτε ἐπερώτησιν νὰ κάμωμεν, οὔτε σύγχυσιν κᾀμμίαν εἰς τὴν διοίκησίν της νὰ προξενήσωμεν· μὴ ζητῇ ὅμως νὰ μᾶς θέσῃ εἰς αὐτὸ τὸ δίλημμα, ἀσυζητήσατε προϋπολογισμοὺς καὶ φορολογικοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ ἦναι οὔτε διὰ τὴν εἰρήνην, οὔτε διὰ τὸν πόλεμον· διὰ τὴν εἰρήνην, διότι θέλετε ἔχει ὑπ’ ὄψιν τοὺς λόγους τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, οἵτινες ἀπειλοῦν κινδύνους· διὰ τὸν πόλεμον, διότι ὁ ὑπουργὸς δὲν ἦλθε νὰ σᾶς εἴπῃ ἂν οἱ κίνδυνοι ἐπῆλθον.»
§85Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν προτίθεμαι, κύριοι βουλευταὶ, ἐκ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐπιδείξω βεβαίως πατριωτισμὸν, ὄχι· οὐδὲ τὴν τόλμην ἔχω νὰ διαφιλονεικήσω πρὸς ἄλλους τὸν πατριωτισμόν, ἀλλ’ οὔτε τὴν αὐθάδειαν ἑκάστοτε νὰ ἐπικαλοῦμαι τὸν πατριωτισμὸν διὰ μόνον τὸν ἑαυτόν μου καὶ μάλιστα, κύριοι, ὅταν οὐδεμίαν ἔχω πρᾶξιν δυναμένην νὰ ἀναφερθῇ εἰς μίαν διακεκριμένην ὠφέλειαν τῆς πατρίδος. Ἀληθῶς, κύριοι, ἡ ἀποστολὴ τῆς ἐκτάκτου συνόδου δὲν διαφέρει κατὰ τὴν οὐσίαν τῆς τακτικῆς· καὶ ἐκεῖ καὶ ἐδῶ τὰ πρώτιστα ἔργα τοῦ νομοθετικοῦ σώματος εἶναι νὰ κανονίσῃ τὰ ἔξοδα καὶ τὰς ἀνάγκας ἑνὸς κράτους, ἀλλ’ ἡ μία σύνοδος διαφέρει τῆς ἄλλης κατὰ τοῦτο μόνον, ὅτι εἰς μὲν τὴν τακτικὴν ὁρίζεται ὁ χρόνος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἐργασθῇ, εἰς δὲ τὴν ἔκτακτον ὄχι, διότι τὰ ἀντικείμενα τὰ ἔκτακτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι γνωστὰ ἐκ τῶν προτέρων. Μία λοιπὸν ἔκτακτος σύνοδος ἠμπορεῖ νὰ διαρκέσῃ ὀλίγας μόνον ἡμέρας, ἀλλ’ ἡ τακτικὴ οὐδέποτε ὀλιγώτερον τῶν 3 μηνῶν, διότι ὁ νομοθέτης δὲν ἐνόησε μόνον τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις θὰ φέρῃ ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας καὶ αὐτοὶ οἱ βουλευταὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ φέρουν ἐνώπιον τοῦ ἔθνους. Ἀλλά, κύριοι, παρατηρῶ ὅτι διαστρέφομεν τὰ ἀντικείμενα, καὶ δὲν ἔχομεν ἴσως τὴν τόλμην νὰ εἴπωμεν τί θέλομεν, καὶ ὀχυρούμενοι ὄπισθεν ἰδεῶν ἀκατανοήτων, νομίζομεν ὅτι φθάνομεν ταχύτερα εἰς τὸν σκοπόν μας. Κύριοι, ὁ τακτικὸς προϋπολογισμὸς ἑνὸς κράτους καὶ ἡ τακτικὴ φορολογία ἑνὸς κράτους, σᾶς ἐρωτῶ, διενοήθη ποτὲ κανεὶς ὅτι ἀνταποκρίνονται εἰς ἔκτακτα περιστατικά; Βεβαίως ὄχι. Ἔκτακτοι περιστάσεις λοιπὸν δὲν λαμβάνουσιν οὔτε τὰ μέσα οὔτε τὴν δύναμιν ἀπὸ τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ τὸν προϋπολογισμόν· καὶ πρέπει κανεὶς νὰ μὴ ἐμελέτησέ ποτε τὴν ἱστορίαν τὴν πολιτικὴν τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, διὰ νὰ τολμήσῃ νὰ εἴπῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοιαῦτα πράγματα. Εἰς παράδειγμα, κύριοι, ὑποθέσατε ὅτι σήμερον μέγα τι ἔθνος ὡς ἡ Γαλλία εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σύρῃ τὸ ξίφος πρὸς ὑπεράσπισιν ἐθνικῶν δικαιωμάτων, τῆς τιμῆς της· πιστεύετε ὅτι οἱ πολιτικοὶ αὐτῆς ἄνδρες συλλογίζονται νὰ μεταβάλωσι τοὺς φορολογικοὺς νόμους διὰ νὰ κάμωσι τοιοῦτον πόλεμον; Καὶ πιστεύετε ὅτι ἂν ἐλαττώσητε ἢ αὐξήσητε κατὰ 5, 6 λεπτὰ τὸν ποιμνιακὸν φόρον, ἢ ἂν αὐξήσητε ἢ ἐλαττώσητε κατὰ 1 ἢ 2% τὸν ἔγγειον φόρον, ἠμπορεῖτε νὰ κάμετε ἕνα πόλεμον; Πρέπει τῷ ὄντι κανείς, κύριοι, καὶ ἐγὼ διὰ τὸν ἑαυτόν μου ὑποθέτω ὅτι ἤθελον εἶμαι ἀληθῶς κτῆνος, ἂν ὑποθέσω ὅτι ἐκεῖ ζητοῦν αἱ κυβερνήσεις τὰ μέσα νὰ κάμουν τὸν πόλεμον. Αἱ κυβερνήσεις, κύριοι, ὁσάκις εὑρίσκονται εἰς τοιαύτας περιστάσεις, καταφεύγουν ὄχι εἰς τὰ 5 λεπτά, ἀλλ’ εἰς τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν καὶ τὸν πατριωτισμὸν τοῦ λαοῦ· καταφεύγουν εἰς δάνεια, καὶ ἀφ’ οὗ ἔχουν ὅλα τὰ μέσα νὰ ἐξασφαλίσουν τα συμφέροντα καὶ τὴν τιμήν των, ἔρχονται μετὰ ταῦτα ἡσύχως νὰ σκεφθῶσι πῶς δύνανται νὰ ἀποτίσωσι τὰ δάνεια καὶ τα ἔκτακτα μέσα, μὲ τὰ ὁποῖα ἐξετέλεσαν τὸν πόλεμον. Τὸ κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, ὄχι μόνον ἤθελον περιπαιχθῆ ἀλλὰ καὶ θεατρισθῆ ἀπὸ τὸν κοινότερον τῶν πολιτῶν, ἂν εἴπω εἰς αὐτόν, αὔξησε τὸν φόρον τὸν ποιμενικὸν τῶν 5 λεπτῶν, διὰ νὰ εὕρῃς τὰ μέσα νὰ κάμωμεν τὸν πόλεμον καὶ νὰ λύσωμεν τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα. Κύριοι, ἐπανέρχομαι εἰς ὅσα προηγουμένως εἶπα πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ τὰ εἶπα ἐξ ὅλης τῆς εἰλικρινείας, μὴ πονηρευόμενός ποτε τὰς περιστάσεις, οὐχὶ, διότι πιστεύω ὅτι πᾶς ἄνθρωπος δὲν πρέπει νὰ ζητῇ τὴν ἀρχὴν, παρ’ ὅταν αὐτὴ τὸν καλῇ καὶ ἀποβαίνῃ χρήσιμος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ τόπου. Ἄλλως τε δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ᾖναι κατωτέρα τῆς ἀξίας τῶν ἀτόμων, ἐὰν τὰ ἄτομα συναισθάνωνται εἰς ἑαυτὰ ἀξίαν τινά. Σᾶς εἶπα λοιπόν, κύριοι, καὶ σᾶς ἐπαναλέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει ὀρθῶς σκεπτομένη νὰ προβῇ εἰς τὰς ἐργασίας της. Αἱ ἐργασίαι μας εἶναι ὁ τακτικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ κράτους, καὶ οὗτος δὲν δύναται νὰ συντελέσῃ τὸ παράπαν εἰς τὴν μεταβολὴν τῶν πολιτικῶν περιστάσεων, ἤτοι νὰ τὰς προΐδῃ καὶ νὰ τὰς προλάβῃ, δὲν δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς αὐτάς. Καὶ πιστεύετε, κύριοι, ἐὰν ἓν ἔθνος ἔχῃ ἀνάγκην 8,500,000,000, ὡς ἡ Γαλλία, ἤθελε πνίξει τοὺς πολίτας, ἤθελεν αὐξήσει τοὺς φόρους, διὰ νὰ εὕρῃ αὐτὰ τὰ δισεκατομμύρια καὶ κάμῃ τὸν πόλεμον; Ἐζήτησε τῷ ὄντι προχθὲς ἡ Γαλλικὴ κυβέρνησις, καὶ τὸ Γαλλικὸν ἔθνος συναισθανόμενον τὰς ἀνάγκας ἔδωκε 5, 8, 15 χιλιάδ. ἑκατομμύρια εἰς τὴν κυβέρνησίν του, ἀλλὰ τὰ ἔδωκεν ἐκ τῆς ἰδίας του προαιρέσεως δάνειον πρὸς τὴν πατρίδα.
§86ΤΙΝΕΣ. 15 χιλιάδας ἑκατομμύρια;
§87Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. 15 δισεκατομμύρια. Ἔκαμα λάθος· αὐτὸ τὸ καταλαμβάνετε πολὺ καλά.— Κύριοι, ἡ Ἀγγλία ἠναγκάσθη ἄλλοτε νὰ κηρύξῃ πόλεμον φοβερὸν κατὰ τῆς Γαλλίας, καὶ ἂν ἐρωτήσητε καὶ τὸν ἐλάχιστον ἢ ἀναγνώσητε τὴν πλέον στοιχειώδη ἱστορίαν, θέλετε ἰδῇ ὅτι ἡ Ἀγγλία ἐδαπάνησε διὰ τὸν πόλεμον ἐκεῖνον 22 χιλ. ἑκατομμύρια φράγκων ποσόν, τὸ ὁποῖον μόλις τις ἐννοεῖ ἀναγινωσκόμενον εἰς τὸν πόλεμον τοῦ Ναπολέοντος.
§88Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. 60,000,000,000 λίρας στερλίνας.
§89Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔστω· ἴσως αὐτὸ εἶναι περισσότερον. Ἀλλά, κύριοι, τὰ ποσὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἐδαπανῶντο μὲ ἀφθονίαν — καὶ πρέπει νὰ μελετήσῃ τις τὴν ἱστορίαν τῆς ἱσπανικῆς ἐκστρατείας ἵνα ἴδῃ ὅτι ἐδαπανῶντο χιλ. ἑκατομμύρια κατὰ μῆνα — δὲν τὰ ἐζήτησαν ἀπὸ τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἀπὸ τὰ μέσα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ζητεῖ ἕκαστος ἰδιώτης ἵνα προλάβῃ τὰς ἀνάγκας του. Τί κάμνει ἕνας ἄνθρωπος, ὅταν εὑρεθῇ εἰς ἔκτακτον περίστασιν καὶ ἔχῃ ἀνάγκην 1000 ταλλήρων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει εἰς τὸ ταμεῖόν του; Νομίζετε ὅτι θὰ προσμένῃ τὴν ἄνοιξιν διὰ νὰ κάμῃ τὸ χωράφι του σιτάρι; καὶ τὸν περιμένει αὐτὴ ἡ περίστασις; Ὄχι, κύριοι· δανείζεται, ἐκποιεῖ ὅ,τι ἔχει διὰ νὰ προλάβῃ τὰς ἀνάγκας, καὶ δὲν περιμένει νὰ ἔλθῃ ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν θὰ συναχθῇ ὁ καρπὸς τῶν ἀμπέλων του. Ὁ τακτικὸς λοιπὸν προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους διόλου δὲν ἐμβλέπει εἰς τοιαύτας περιστάσεις, εἶναι ὅλως διόλου ἀντικείμενον τῶν καθημερινῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Ἐὰν δὲ ἐπέλθουν αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις, συγκαλοῦνται ἐκτάκτως τὰ κοινοβούλια καὶ ὑποβάλλονται εἰς αὐτὰ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, ὅσα ἀπαιτοῦνται διὰ τὰ ἔκτακτα μέσα καὶ διὰ τὰ ἔκτακτα ἔξοδα. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον τὸν σπουδαῖον, διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἡ τακτικὴ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὑποθέσατε, κύριοι, ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι ἡμεῖς ἀναβάλλομεν τὸν προϋπολογισμὸν διὰ 10, 15 ἡμέρας.
§90ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Ὄχι, διὰ τέσσαρας, πέντε.
§91Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παράδειγμα ἔφερα. Ὑποθέσατε ὅτι ἀφοῦ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμόν, τὸ κράτος εὑρίσκεται εἰς μίαν ἔκτακτον ἀνάγκην καὶ ἀπαιτεῖται νὰ δαπανήσῃ 50, 60 ἑκατομμύρια διὰ τὴν σωτηρίαν του. Ἔ, κύριοι· σᾶς ἐρωτῶ, καὶ τί τὸν θέλετε τὸν φορολογικὸν νόμον; Θὰ περιμείνητε νὰ γεννήσουν τοῦ χρόνου τὰ πρόβατα διὰ νὰ συνάξητε ἀπὸ ἐκεῖνα τοὺς φόρους καὶ νὰ προλάβητε τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας; θὰ περιμείνητε νὰ γίνουν τὰ νέα ἀμύγδαλα, διὰ νὰ ἐπιβάλητε φόρους καὶ ἀντικρούσητε π. χ. τὸν κίνδυνον, ὅστις ἔρχεται κατὰ τοῦ κράτους; θὰ περιμείνητε νὰ καρπίσουν αἱ ἄμπελοι, νὰ συναχθῇ τὸ γλεῦκος, νὰ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος καὶ τότε νὰ εἴπωμεν ὅτι μὲ αὐτὰ τὰ χρήματα θὰ ἀντικρούσωμεν τὴν ἀνάγκην; Καὶ τὸ πιστεύετε, καὶ τὸ λέγετε σπουδαίως αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; Ὄχι· ἐὰν πραγματικῶς μᾶς εὕρουν ἔκτακτοι ἀνάγκαι, καὶ αἱ ἀνάγκαι αὗται ἀφορῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ κράτους — μὲ ἠκούσατε πολλάκις, δὲν ὡμίλησα ἰδιαιτέρως, ἐξέφρασα ἐπισήμως τὰς ἰδέας μου — ἐὰν τοιαῦται περιστάσεις μᾶς εὕρωσι, θὰ καταφύγητε ὅπου καὶ οἱ πατέρες μας· δὲν ἔχετε ἄλλο μέσον, σᾶς τὸ λέγω ἐπισήμως, δὲν ἔχετε ἄλλο μέσον, παρὰ τὸν νόμον τοῦ 1821. Εἰς ἐκεῖνον τὸν νόμον θὰ καταφύγητε καὶ εὐκόλως θὰ εὕρητε τὰ μέσα. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δυστυχῶς ἡ Ἑλλὰς δὲν διαθέτει σήμερον μεγάλας δυνάμεις, ἀλλ’ ἐὰν δὲν διαθέτῃ, φρονῶ ὅμως ὅτι ἔχει μεγάλας δυνάμεις, καὶ θέλετε ἰδῆ πράγματι, ὅτι καὶ μέσα καὶ δυνάμεις δύναται ν’ ἀναπτύξῃ σπουδαιοτάτας. Λοιπόν, κύριοι, τὰ παραδείγματα αὐτὰ δὲν σᾶς πείθουν, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ σκεπτώμεθα περὶ τοῦ φορολογικοῦ νόμου, διὰ νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις; Θὰ συζητήσωμεν τὸν φορολογικὸν νόμον καὶ τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς τακτικῆς ὑπηρεσίας τοῦ κράτους. Δὲν δύναμαι, κύριοι, νὰ μὴ ἀποκρούσω ἑτέραν τινὰ μομφὴν περί τινων ὑποθέσεων, διότι ἡ φαντασία τινῶν εἶναι ἑτοίμη νὰ δέχηται ἀνεξετάστως πᾶσαν προσβολὴν, ὅτι παρεκίνησα δῆθεν τὴν Βουλὴν ἐκ τοῦ βήματος νὰ συζητήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἀβρόχοις ποσί, καθὼς εἶπον. Οὐχί, κύριοι· εἶμαι ὁ φίλος τῶν μακρῶν συζητήσεων, τῶν ἐμβριθῶν καὶ τῶν ἐκτεταμένων, καὶ τὸ μικρὸν χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ διατελῶ βουλευτὴς, μαρτυρεῖ, κύριοι, αὐτὸ τοῦτο παρὰ πᾶν ἄλλο τὴν ἀλήθειαν αὐτήν. Ἀλλὰ τί σχέσιν ἔχει ἡ μετ’ ἐμβριθείας, ἡ μεθ’ ὅλης τῆς ὑπομονῆς συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, δηλαδὴ, νὰ εἴπω καλλίτερον, τί σχέσιν ἔχει ἡ ἔναρξις τῆς συζητήσεως μὲ τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ δύνανται νὰ γίνουν; Ἐγὼ δὲν εἶπον, οὔτε διατείνομαι, οὔτε ἐφαντάσθην, διότι τοιαύτην ἀσέβειαν δὲν εἶμαι ἱκανὸς νὰ φαντασθῶ κἄν, ὅτι πρέπει νὰ συζητῶνται τὰ πράγματα ἀβρόχοις ποσίν, ἀλλ’ εἶπον ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπειδὴ τοῦτο τὸ ἀντικείμενον εἶναι ἕτοιμον σήμερον, καὶ ἐπειδὴ, καθὼς εἶπον, δὲν θεωρῶ τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν καθόλου δυνάμενον νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς ἐκτάκτους ἀνάγκας. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἡσύχως καὶ ἀταράχως τὰ τακτικὰ ἔργα ἡμῶν· ἐὰν δὲ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο παρουσιασθῇ ἔκτακτος περίστασις, καθὼς σᾶς ἀπέδειξα, θὰ ζητήσωμεν ἐκτάκτους πόρους καὶ ἔκτακτα μέσα ἀπὸ ἐκεῖ, ὅπου πραγματικῶς δυνάμεθα νὰ τὰ εὕρωμεν πραγματικὰ καὶ ὄχι ὑποθετικά.
§92ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, οὐδέποτε καὶ εἰς κἀνὲν κοινοβούλιον, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ διανοητικὴ ἀνάπτυξις τῶν ἀποτελούντων αὐτὸ μελῶν, ἔχουν τὴν δύναμιν ποτὲ αἱ ἄκαιροι μομφαὶ πρὸς τὰ πρόσωπα, πρὸς τὰ ὁποῖα ἀποτείνονται οἱ λαλοῦντες, ὁσάκις δὲν στηρίζονται εἰς τὰ πράγματα καὶ τὴν ἀλήθειαν. Ἐπιβαρύνουν τὸν λαλοῦντα πολὺ περισσότερον, ὅταν αἱ μομφαὶ θίγουν τὰ τιμαλφέστερα προσόντα ἑκάστου, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀποτείνουν τὸν λόγον οἱ ὑπαινιττόμενοι αὐτάς. Ἡ συντομωτάτη αὕτη ἀπάντησις εἶναι ἀρκετὴ πρός τινα, τὰ ὁποῖα μὲ πολλὴν ἔμφασιν εἶπεν ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τὸ βῆμα τοῦτο, καὶ μάλιστα καθόσον δὲν ἠκούσαμεν πρώτην φορὰν ἀπὸ τοῦ στόματός του, καὶ ἐπανειλημμένως μάλιστα, τοιαύτας ὁμιλίας. Ἔρχομαι εἰς τὸ πραγματικὸν τῆς συζητήσεως. Ἐννοῶ, ὅτι ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν τινὲς ἠρχίσαμεν καὶ ὑποστηρίζομεν, ἐνοχλεῖ τινὰς καὶ βαρύνονται νὰ τὴν ἀκούσουν, μολονότι ὤφειλον ν’ ἀκούσουν, διότι ἔχουν πολὺ μεγαλειτέραν εὐθύνην ἀπὸ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι θέλουν σήμερον νὰ τοὺς συντρέξουν διὰ τῶν συμβουλῶν καὶ τῶν λόγων των. Εἶπεν ὁ προλαλήσας, τί μωρία εἶναι νὰ πιστεύετε σεῖς, ὅτι 1 καὶ 2% ἐπὶ τῶν ἄλλων φόρων καὶ 4 καὶ 6 λεπτὰ ἐπὶ τῶν ζώων περισσότερα θὰ ᾖναι ἀρκετὸν ποσὸν νὰ συντρέξῃ τὸν προϋπολογισμὸν εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις; Ἔχει δίκαιον, διότι δυστυχῶς ἀνήκει εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην τὴν προνομιοῦχον εἰς τὸ ἔθνος τοῦτο καὶ δὲν ἔκαμε λογαριασμὸν ἐπὶ τῶν τοιούτων πραγμάτων.
§93Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ὑπηρέτησε τὸ ἔθνος τοῦτο.
§94ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ἔρχομαι ν’ ἀπαντήσω καὶ νὰ τὸν διδάξω, τί σημαίνει τὸ 1 καὶ 2% καὶ τὸ 5 καὶ 6 λεπτὰ ἐπὶ τῶν ζώων. Ἀνέφερε τὴν Ἀγγλίαν καὶ Γαλλίαν, ἔλαβεν ἕνα σωρὸν δισεκατομμυρίων καὶ ἔκαμε, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ὅσον δὲν εἶδον εἰς κἀνένα πίνακα ἀριθμόν. Ἀλλὰ τῷ λέγω, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὴν Γαλλίαν, εἰς αὐτὰ τὰ μεγάλα κράτη, ὅταν ἔρχωνται τοιαῦται ἔκτακτοι περιστάσεις καὶ ζητοῦν δάνεια, τὰ εὑρίσκουν ἐντὸς τοῦ τόπου, διότι εἶναι πλούσιοι κεφαλαιοῦχοι. Ἀλλ’ εἰς κράτη, καθὼς ἡ Ἑλλάς, ὀφείλουν νὰ προσφύγουν εἰς τοιαύτας δεινὰς περιστάσεις εἰς ἐκτάκτους συνδρομάς, πρέπει νὰ παρουσιάσωσι καὶ ἐγγυήσεις, καὶ ἐγγυήσεις θὰ ᾖναι τὰ περισσεύματα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Λοιπὸν τὸ 1 καὶ 2% καὶ 5 καὶ 6 λεπτῶν αὔξησις τὸ ζῷον παρουσιάζει ἓν ποσὸν ἀρκετὸν νὰ δώσῃ θάῤῥος εἰς ἕνα κεφαλαιοῦχον, καὶ ξένον καὶ ἐντόπιον, νὰ συντρέξῃ τὸ ἔθνος εἰς μίαν ἔκτακτον ἀνάγκην. Ἐὰν, κ. βουλευτὰ, ἐλαμβάνετε τὸν κόπον νὰ λογαριάσητε, πόσον δίδει τὸ 1 καὶ 2% καὶ τὸ 6 ἢ 7 λεπτὰ τὸ ζῷον, θὰ ἐβλέπατε ὅτι ἀναβαίνει εἰς 3 καὶ 4 ἑκατομμύρια περίσσευμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι εὑρίσκει ἓν δάνειον πρὸς 6 ἢ 7% τόκον καὶ ἐξασφαλίζει ἓν δάνειον 40 καὶ 50 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἰδοὺ, κ. βουλευτὰ, τί σημαίνει αὐτὸ τὸ μικρὸν ποσὸν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀντέταξες μυριάδας ἑκατομμυρίων, χωρὶς ὅμως ποτὲ νὰ λογαριάσῃς τί ἀποτελεῖ. Λοιπὸν, κύριοι, μολονότι οἱ προλαλήσαντες, ἐν οἷς καὶ ἐγὼ, ἤλθομεν εἰς μίαν διαφωνίαν μικρὰν, καὶ οἱ μὲν ἐζητήσαμεν νὰ προηγηθῇ ὁ φορολογικὸς νόμος, οἱ δὲ ν’ ἀναβληθῇ ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας ὅλως διόλου ἡ συζήτησις αὐτὴ, ἔρχομαι καὶ ἐγὼ νὰ ταχθῶ μὲ τὴν δευτέραν γνώμην. Δὲν μοὶ λέγει ὁ κ. προλαλήσας, ὁ ὁποῖος βαρύνεται καὶ ν’ ἀκούσῃ τὴν ἀπάντησιν, κατὰ τί κινδυνεύουν τὰ συμφέροντα τοῦ κράτους, ἢ κατὰ τί κινδυνεύουν τὰ ἰδικά μας συμφέροντα, ἐὰν καθήσωμεν μίαν ἑβδομάδα ἀκόμη εἰς τὴν πρωτεύουσαν; Κατὰ τί ἐνοχλεῖται ἢ ἐμποδίζεται ἡ κυβέρνησις εἰς τὴν ἐλευθέραν ἐνέργειαν τῆς ὑπηρεσίας της, ἐὰν ἡμεῖς ἤμεθα παρόντες εἰς τὴν πρωτεύουσαν; Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὑπάρχουν ἄλλα πρόσωπα, ἐν οἷς καὶ ὁ ἴδιος προλαλήσας, νὰ παρενοχλοῦν τὰ ὑπουργεῖα, ἀλλ’ ἡμεῖς ἐργαζόμεθα καὶ ἐγγυῶμαι, ὅτι ποτὲ δὲν θὰ ἐνοχλήσωμεν κἀνένα ἐκ τῶν ὑπουργῶν (ἱλαρότης). Λοιπὸν, κύριοι, ἀνέπτυξα πόσην ἐπιῤῥοὴν ἔχει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ κράτους καὶ ἐπὶ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, ὅτι εἰς τὰς ἐκτάκτους δαπάνας θὰ μᾶς συντρέξῃ ἓν περίσσευμα τοῦ προϋπολογισμοῦ μας. Ἀνέφερον, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν θὰ τρέξουν, ὅπως καὶ οἱ πατέρες μας εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ 1821, ὅτι ὁμολογουμένως τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος καὶ ἐπὶ τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεως καὶ κατόπιν ἐπὶ σοβαρῶν ἐποχῶν εὑρέθη πάντοτε εἰς ὁμοφωνίαν, τὰ πάθη ἐσίγησαν, καὶ διὰ τοῦτο αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἤρχισαν τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1821, ἂν καὶ ἀγράμματοι, ἀλλὰ μὲ μεγάλον πατριωτισμὸν, ἔκαμον αὐτὸ τὸ οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει σήμερον. Ἀλλ’ ἂς ὁμολογήσωμεν, καὶ δὲν πιστεύω νὰ πειραχθῇ ὁ κ. βουλευτὴς, πόσον οἱ βουλευταὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ πληρεξούσιοι, καὶ μάλιστα τινες ἀκόμη παρακάθηνται εὐτυχῶς μαζύ μας, μετριώτερον ἐφέροντο ἐπὶ τῶν τοιούτων περιστάσεων. Ὄχι μόνον δὲν εἶχον τὴν τόλμην νὰ καυχῶνται ἐπὶ πατραγαθίᾳ, ἀλλ’ οὐδὲ τὰ ἴδια αὑτῶν ἀνδραγαθήματα δὲν ἐτόλμων ν’ ἀναφέρωσιν. Ὅταν ὁ Θάνος Κανακάρης διέταξε τὸν γέροντα Κολοκοτρώνην νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν Ἐπίδαυρον καὶ ὑπάγῃ εἰς Πάτρας, αὐτὸς ὁ μέγας ἀνὴρ τὸν ὑπήκουσε· δὲν τῷ εἶπεν, ἐγὼ ἔχω ἀξιώσεις καὶ δὲν σε ἀνέχομαι. Λοιπὸν ὅταν ἀναφέρωμεν μεγάλας ἐποχὰς, πρέπει νὰ ἤμεθα μιμηταὶ καὶ τῆς ἀρετῆς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔζων καὶ ἐνήργουν εἰς ἐκείνας τὰς ἐποχάς. Μόλις εἰς τὰ 1822 ἐδόθη ὁ πρῶτος βαθμὸς τοῦ στρατηγοῦ ὕστερον ἀπὸ δύω ἐτῶν ἐκπολιορκήσεις τόσων φρουρίων, καὶ ἐν τοσούτῳ ἡμεῖς καθ’ ἡμέραν τί κάμνομεν σήμερον; ἀνταποκρινόμεθα εἰς αὐτά; Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς ἐλεήσῃ! Λοιπὸν, κύριοι, ἀπέδειξα καὶ ἱστορικῶς καὶ διὰ τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἕνεκα τῶν περιστάσεων, ὅτι ἡ ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀναβολὴ τῶν συζητήσεων αὐτῶν τῶν νομοσχεδίων, δηλαδὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ φορολογοῦ νόμου, δὲν ἔχει τι ἐπικίνδυνον, ἀπεναντίας τὴν προκαλεῖ ἡ ἀνάγκη τῶν περιστάσεων.
§95ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπιβάλετε ἡσυχίαν εἰς τὴν ἄλλην πλευράν. Οἱ κύριοι ὑπουργοὶ νὰ καθήσουν κάτω!
§96ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀλλὰ, κύριοι, ἔχομεν μάλιστα διὰ τὰς ὀλίγας αὐτὰς ἡμέρας καί τινα μικρὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔχουν σχέσιν μὲ τὰ οἰκονομικά· ἔχομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐλαττώσεως τῶν μισθῶν, ἔχομεν καὶ ἄλλα τινά· ἠμποροῦμεν μάλιστα εἰς αὐτὰς τὰς 6 ἢ 8 ἡμέρας νὰ ἐπασχολῶμεν τὸν καιρόν μας, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐὰν ἀρχίσωμεν μετὰ 10 ἡμέρας ἢ μετὰ 8 τὰς συζητήσεις αὐτὰς, διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν, ὅτι ἐντὸς τῆς ἑπομένης ἑβδομάδος θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ἢ οὕτως ἢ ἄλλως, τοῦτο δὲν ἐπιφέρει κανένα κίνδυνον, ὄχι κίνδυνον, ἀλλ’ οὔτε μομφὴν καμμίαν· οὔτε δέχομαι ἀπὸ κανένα νὰ τολμήσῃ νὰ μᾶς προσάψῃ, ὡς εἶπεν εἰς τὴν πρώτην ὁμιλίαν του ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς, ὅτι ὑπεκφεύγομεν τὸ νὰ συντρέξωμεν ταχέως εἰς περαίωσιν τῶν ἔργων μας, ὅπως τὸ ἔκαμον ἄλλοι.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ζαΐμης ἔχει τὸν λόγον.
§98ΘΡ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τοῦ οὐσιώδους ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ἐπασχολεῖ τὴν Βουλὴν ἤδη μίαν ὥραν. Ἔχω δὲ καθῆκον εἰς τοῦτο τόσῳ περισσότερον, καθόσον ἤμην μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ὀφείλω νὰ δικαιολογήσω καὶ τὴν πορείαν, καὶ τὴν ἐμὴν καὶ τῶν λοιπῶν ἐντίμων συναδέλφων μου, οἵτινες ἀντεπροσώπευον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τὴν μειοψηφίαν. Μοὶ εἶναι ἀδύνατον, κύριοι, ν’ ἀποδεχθῶ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου, κ. Σ. Πετιμεζᾶς, εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἤτοι, δὲν δύναμαι ν’ ἀποδεχθῶ, ὅτι ἡ ἐνεστῶσα κατάστασις τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος, ἢ εἰδικώτερον, ἡ ἐνεστῶσα κατάστασις τῶν σχέσεων τῆς Ὑψηλῆς Πύλης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, δὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, ἰδίως ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν. Τοῦτο, κύριοι, δὲν εἶναι παντάπασιν ἀληθές· διότι χωρὶς νὰ θελήσω νὰ ἐξετάσω ἐὰν θὰ ἔχωμεν εἰρήνην ἢ πόλεμον, ἀποδέχομαι μόνον, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν διακοπὴν τῶν διπλωματικῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν δύο ὁμόρων ἐπικρατειῶν. Λέγω λοιπὸν, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ κατάστασις τῆς διακοπῆς τῶν διπλωματικῶν σχέσεων δὲν δύναται παρὰ νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διότι καὶ πόλεμον ἐὰν δὲν ἔχετε, ἡ ἁπλῆ διακοπὴ διπλωματικῶν σχέσεων θέτει εἰς ἄλλην κατάστασιν, καὶ πρέπει νὰ θέσῃ εἰς ἄλλην κατάστασιν, τὴν πατρίδα μας, παρὰ ἐὰν ἡ διακοπὴ αὕτη τῶν διπλωματικῶν σχέσεων δὲν ἤθελε λάβει χώραν. Καὶ τοῦτο, κύριοι, τὸ ὑποστηρίζω, διότι ἡ πεποίθησις αὕτη ὑπηγόρευσεν εἰς τὴν μειοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς σας μετὰ τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 27 Νοεμβρίου παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν σχέσεων μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας, ἡ πεποίθησις, λέγω, αὕτη ὑπηγόρευσεν εἰς τὴν μειοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς σας ν’ ἀποσύρῃ διαφόρους προτάσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ὑποβάλει ἐπὶ τοῦ προυπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν. Ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ἐκτιμῶσα δεόντως τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν ἐνόμισε καλὸν ν’ ἀπόσχῃ πάσης προτάσεως περὶ ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅ,τι εἶπεν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου κ. Πετιμεζᾶς, ὅτι ἡ παροῦσα κατάστασις τῶν πραγμάτων δὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δύναται πολλὰ σπουδαίως, κύριοι, νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς καὶ ἐὰν δὲν ἔχωμεν πόλεμον· σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω παντάπασι τὸ ζήτημα τοῦ πολέμου ἢ τῆς εἰρήνης, λέγω μόνον, ὅτι ἡ ἁπλῆ διακοπὴ τῶν διπλωματικῶν σχέσεων τῶν δύω ἐπικρατειῶν δύναται καὶ πρέπει νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων. Ἰδοὺ λοιπὸν, κύριοι, εἷς λόγος σπουδαῖος ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπί τινας μόνον ἡμέρας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τοῦ λόγου ὑπάρχει εἷς ἄλλος λόγος, τὸν ὁποῖον δὲν ἠθέλησαν οὐδόλως νὰ πολεμήσωσιν. Εἶναι ὁ λόγος, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐζήτησε τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τῆς χρήσεως τοῦ 1867. Αὕτη σήμερον κατετέθη ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ γραφεῖον. Εἶναι ἀνάγκη ἡ κατάστασις αὕτη νὰ ἐκτυπωθῇ, διὰ νὰ λάβωσι γνῶσιν ὅλοι οἱ κύριοι βουλευταὶ περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ κράτους κατὰ τὴν λήξασαν ἤδη χρῆσιν. Εἶναι δεύτερος οὐσιώδης λόγος, ὁ ὁποῖος ὑπαγορεύει τὴν ἐπὶ μικρὸν μόνον ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ λαμβάνωσιν ἀφορμὴν καὶ ἐπιῤῥίπτωσι καθ’ ἑκάστην τὴν μομφὴν, ὅτι θέλομεν νὰ ἀναβάλλωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ νὰ παραλύωμεν τὰς ἐνεργείας τῆς κυβερνήσεως, μομφὴν, τὴν ὁποίαν πολλάκις καὶ ἄλλοτε ἀπέκρουσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ μομφὴν ὑπὲρ τῆς ὁποίας οὐδεὶς λόγος ὑφίσταται σήμερον, ὅτε ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ μειοψηφία ἔδωκε τὰς μεγαλειτέρας εὐκολίας εἰς τὴν περαίωσιν τοῦ ἔργου τῆς ἐπιτροπῆς, μολαταῦτα, διὰ νὰ μὴ λέγωνται αἱ μομφαὶ αὗται, νομίζω, ὅτι πρὸς ἀποφυγὴν τοιούτων παρεξηγήσεων δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, καθὼς καὶ τοῦ φόρου τοῦ ἐγγείου, ἡ δὲ πρώτη ἀνάγνωσις δύναται νὰ γίνῃ καὶ ἄνευ τῆς ἐκθέσεως. Μέχρι δὲ τῆς ὁριστικῆς ἐπιψηφίσεως τῶν φορολογικῶν νόμων νομίζω ὅτι τὸ ὑπουργεῖον θὰ ᾖναι εἰς θέσιν νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ποία θὰ ᾖναι ἡ κατάστασις τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν δύω ὁμόρων ἐπικρατειῶν, καὶ τότε ἡ Βουλὴ ἐν γνώσει τῆς καταστάσεως αὐτῆς θέλει ἐπιφέρει τὴν ψῆφόν της. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κύριοι, ἀναβάλλεται καὶ ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ διὰ τοὺς δύω σπουδαίους λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπον, δὲν πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἤδη, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀποφεύγομεν καὶ τὴν μομφὴν, ὅτι θέλομεν νὰ παραλύσωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, καὶ ἑπομένως τὴν ἐνέργειαν τῆς κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δυνάμεθα σήμερον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, νὰ ἐκτυπωθῇ ἡ προσωρινὴ κατάστασις τοῦ 1867, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι μέχρι τῆς ὁριστικῆς ἐπιψηφίσεως τῶν φορολογικῶν νόμων ἡ κυβέρνησις θὰ ᾖναι εἰς θέσιν νὰ μᾶς ἐκθέσῃ τὴν ὁριστικὴν κατάστασιν τῶν σχέσεων μεταξὺ τῆς Πύλης καὶ ἡμῶν, καὶ τότε ἡ Βουλὴ θὰ ᾖναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν της ἀναλόγως τῶν περιστάσεων.
§99ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Πετιμεζᾶς, θέλων νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν ὅπως ἐπιληφθῇ ἀμέσως τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, παρετήρησεν, ὅτι ἡ συζήτησις καὶ ἡ ἐπιψήφισις τῶν φορολογικῶν νόμων, καθὼς καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων καὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν ἐσόδων, εἶναι ὅλως ἄσχετος πρὸς τὴν ἐπικειμένην σπουδαίαν περίστασιν τῆς πατρίδος. Ἐπεκαλέσθη δὲ πρὸς τοῦτο καὶ παραδείγματα ξένων ἐπικρατειῶν, εἰπὼν, ὅτι οὐδαμοῦ τῶν πεπολιτισμένων κρατῶν, ὅπου παρόμοιαι περιστάσεις ἐφάνησαν, ἐσκέφθησαν ν’ ἀναπληρώσουν τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας αἱ περιστάσεις αὗται ἐγέννησαν, διὰ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ κράτους ἀλλὰ διὰ δανείων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν ἔφερε κανὲν παράδειγμα εἰς ὑποστήριξιν τοῦ ἐπιχειρήματός του· ἀλλὰ δὲν ἔφερε παράδειγμα τοιοῦτον, διότι δυστυχῶς τοιοῦτον δὲν ὑπάρχει. Ἐὰν εἶχον τὸν ἀπαιτούμενον ὑλικὸν καιρὸν, ἠδυνάμην νὰ σᾶς ὑποβάλω τὸν κατάλογον τῶν φόρων, οἵτινες ηὐξήθησαν κατὰ τὸν μέγαν ἐμφύλιον πόλεμον τῆς Ἀμερικῆς, τὸν κατάλογον τῶν φόρων, οἵτινες ηὐξήθησαν κατὰ τοὺς πολέμους, οὓς ἡ Ἀγγλία ἐναντίον τῆς Γαλλίας ἐπὶ τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεώς της διετήρησε, καὶ ἐν γένει ὅλων τῶν κρατῶν, ἅτινα περιῆλθον εἰς τοιαύτας κρισίμους περιστάσεις. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς ὑπομνήσω, ὅτι πρὸ τινων ἐτῶν, ὅτε ἐπρόκειτο ἡ ὀχύρωσις τῶν παραλίων τῆς Ἀγγλίας καὶ ἐγένοντο προτάσεις περὶ ἐλαττώσεως φόρων, τὸ ὑπουργεῖον ἔφερεν ὡς ἔνστασιν κατὰ τῆς ἐλαττώσεως ταύτης τὴν ἐπικειμένην ἀνάγκην τῶν ἐκτάκτων αὐτῶν δαπανῶν, ὅπως πεισθῆτε περὶ τοῦ μὴ ἀκριβοῦς τοῦ ἐπιχειρήματος, ὅτι ἐν ἐκτάκτοις περιστάσεσιν ἡ αὔξησις τῶν φόρων θεωρεῖται ὡς δεύτερόν τι. Ἀλλὰ βεβαίως ὅταν ἐπέρχωνται αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις, παρίσταται ἡ ἀνάγκη τῆς συνομολογήσεως δανείων, διότι αἱ δαπάναι τότε εἶναι ἀπρόοπτοι, ἐπειδὴ ὁ πόλεμος, ὡς οὐδεὶς ἀγνοεῖ, εἶναι ἄβυσσος ἄπειρα καταβροχθίζουσα. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῶν δανείων δὲν εἶναι πάλιν ἄσχετον πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν τακτικῶν ἐσόδων ἑνὸς κράτους. Τὰ δάνεια συνεπάγονται τόκους, οἱ τόκοι ἐπιβαρύνουν τὸν τακτικὸν προϋπολογισμόν. Προκειμένου λοιπὸν περὶ συνομολογήσεως δανείου, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι οὐ μόνον αὐξάνομεν τὸ ποσὸν τοῦ δημοσίου χρέους, ἀλλὰ καὶ ὅτι αὐξάνομεν ἓν κεφάλαιον τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ, δηλαδὴ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Πῶς λοιπὸν δυνάμεθα, καθὼς παρετήρησε πολὺ εὐστόχως ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Λακεδαίμονος κ. Δημητρακάκης, νὰ ἐμπνεύσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς ἐκείνους, ἀπὸ τῶν ὁποίων ζητοῦμεν δάνεια, ὅτι εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς πρὸς αὐτοὺς ὑποχρεώσεις καὶ νὰ ἤμεθα ἀκριβεῖς εἰς τὴν καταβολὴν τῶν τόκων, ὅτε δὲν ἔχομεν προϋπολογισμὸν τοιαύτας παρέχοντα ἐγγυήσεις; Ὡς βλέπετε, τὸ ζήτημα τῆς συζητήσεως καὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν τακτικῶν ἐσόδων καὶ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι ὅλως διόλου ἄσχετον πρὸς τὸ ἐνεστὼς, οὔτε αἱ περιστάσεις, αἵτινες παρίστανται, αἱ ἔκτακτοι ἑνὸς κράτους, δὲν δύνανται νὰ ἐπηρεάσουν τὴν ἀπόφασιν σώματος, ὅπερ θέλει μετὰ φρονήσεως καὶ σπουδαίως νὰ συζητήσῃ τοιαῦτα σοβαρὰ ἀντικείμενα. Ἀλλὰ καὶ εἷς ἄλλος λόγος, ἐκτὸς τούτου, ἤθελεν ὑπαγορεύσει ὅπως καὶ τὸ ὑπουργεῖον καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ μὴ δεικνύωσι τοιαύτην ἐπιμονὴν πρὸς τὴν ἄμεσον συζήτησιν τῶν φορολογικῶν νόμων καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις ὑπάρχει μεγίστη ἀνάγκη ὅπως μία Κυβέρνησις διατελῇ ἐν πλήρει ἰσχύϊ, καὶ τὴν ἰσχὺν ταύτην δὲν δύναται νὰ τὴν ἀρυσθῇ ἄλλοθεν ἢ ἐκ τῆς ἠθικῆς δυνάμεως καὶ ἐκ τῆς ὑπολήψεως, ἧς ἀπολαύει παρὰ τῷ τόπῳ. Ἐπίσης καὶ δι’ ἄλλην περίστασιν ὀφείλει ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις ν’ ἀποφεύγῃ πᾶσαν πρᾶξιν, ἥτις δύναται νὰ δώσῃ καὶ τὴν ἐλαχίστην ὑπόνοιαν, ὅτι θέλει νὰ καταχρασθῇ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἄλλου μερικωτέρου τέλους. Καθὼς ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου κύριος Δεληγεώργης σᾶς εἶπεν, ὄχι μόνον ἡ ἀντιπολίτευσις, ἀλλ’ ὅστις δήποτε συναισθανόμενος τὴν ἀνάγκην τὴν ὑπερτάτην νὰ ὑπάρχῃ σήμερον Κυβέρνησις ἰσχυρὰ, θέλει παράσχει πᾶσαν συνδρομὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ κατ’ αὐτὴν ἴσως τὴν στιγμὴν ἡμεῖς οἱ καλούμενοι ἀντιπολιτευόμενοι εἴμεθα ὑπουργικώτεροι καὶ αὐτῶν τῶν ὑπουργικωτέρων βουλευτῶν· διότι θέλομεν νὰ διασκεδάσωμεν καὶ αὐτὴν τὴν ἐλαχίστην ὑπόνοιαν οὗ τινος δήποτε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προσπαθεῖ νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὸ ἐνεστὼς πρὸς θεραπείαν ἀλλοτρίων καὶ ὅλως μερικῶν σκοπῶν. Ἡ πρότασις λοιπὸν ἀναβολῆς δὲν ὑπαγορεύεται ἀπὸ πνεῦμα ἀντιπολιτεύσεως, δὲν ὑπαγορεύεται ἀπὸ πνεῦμα ἀκαίρου παλληκαρισμοῦ, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ νὰ δοθῇ πᾶσα ἐνίσχυσις ἠθικὴ καὶ μετ’ ὀλίγον ὑλικὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Συνεπείᾳ τούτων διατυπώνω τὴν ἑπομένην πρότασιν: «Ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῶν φορολογικῶν νόμων καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καθ’ ὅλην τὴν ἐρχομένην ἑβδομάδα, ἐκτὸς ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀναγγείλῃ τὴν λύσιν τῆς κρίσεως, ἥτις ὑφίσταται μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας.»
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι δύω προτάσεις, κύριοι, ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς Κ. Φιλήμων, νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν φορολογικῶν νόμων μέχρι τῆς ἑπομένης ἑβδομάδος, ἐκτὸς τοῦ ὅρου ἐκείνου. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα πρότασις τοῦ κ. Κατσικαπῆ, ἥτις λέγει τὸ ἑξῆς· «ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§101ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε μίαν ἐξήγησιν· διὰ ποῖον λόγον δὲν ἠμπορῶ νὰ χωρίσω τὸν προϋπολογισμὸν ἀπὸ τὸν φορολογικὸν νόμον καὶ ἑπομένως θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς; διότι τὴν θεωρῶ ἁρμοδίαν καὶ σύμφωνον πρὸς τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον ὡμίλησα· διότι ἀναλόγως τῆς καταστάσεως τῶν διεθνῶν ἡμῶν σχέσεων θέλομεν αὐξήσει ἢ θέλομεν ἐλαττώσει τὰς δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἑπομένως ἐννοεῖτε ὅτι διὰ τὸν αὐτὸν λόγον πρέπει καὶ ὁ φορολογικὸς νόμος νὰ ὑποκύψῃ εἰς αὐτὴν τὴν αὔξησιν ἢ τὴν ἐλάττωσιν. Ὑποθέσατε, ὅτι ἀναγκαζόμεθα ἐκ τῶν περιστάσεων νὰ ἐλαττώσωμεν τὰς δαπάνας εἰς 28 ἑκατομμύρια· διατί νὰ ἔχωμεν 37 ἑκατομμύρια ἔσοδα; Ὑποθέσατε, ὅτι ἀναγκαζόμεθα νὰ ἀναβιβάσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν εἰς 50 ἑκατομμύρια· εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ φορολογικὸς νόμος μὲ 27 ἑκατομμύρια;
§102ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Συγχωνεύω τὴν πρότασίν μου μὲ τὴν τοῦ κυρίου Φιλήμονος.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Φιλήμονος ὁλόκληρος. «Ἡ Βουλὴ ἀναβάλλει τὴν συζήτησιν τοῦ φορολογικοῦ νόμου καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν ἐρχομένην ἑβδομάδα, ἐκτὸς ἐὰν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν ὑπόσχεσίν του ἀνακοινώσῃ εἰς τὸ σῶμα τὴν λύσιν τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας διαφορᾶς.» Θὰ ψηφοφορηθῇ λοιπὸν αὐτὴ ἡ πρότασις.
§104ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἀποῤῥιφθῇ ἡ πρότασις αὕτη, θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§105ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Εἶναι καὶ δευτέρα πρότασις, ὅτι τότε θὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ φορολογικοῦ νόμου.
§106ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἀποῤῥιφθῇ ἡ πρότασις, θὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ· αὐτὸ ἐννοοῦμεν ἡμεῖς.
§107ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι· ἡ μία πρότασις εἶναι ὅλως ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὴν ἄλλην.
§108Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ὑπεστήριξα ὅτι πρέπει νὰ προταχθοῦν οἱ φορολογικοὶ νόμοι.
§109ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν δι’ ἄλλης ψηφοφορίας νὰ λυθῇ τοῦτο.
§110ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς ὅπως ἀνεγνώσθη θὰ λέγωσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι θὰ λέγωσιν ὄχι. (Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ψηφολεκτῶν Δοσίου καὶ Α. Μοναστηριώτου). Κύριοι, ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς διὰ ψήφων 80 πρὸς 61, ἀρνηθέντων 5.
§112ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ἑτέρα πρότασις νὰ ψηφοφορηθῇ τώρα.
§113Τ. ΡΟΥΚΗΣ. Δι’ ἀναστάσεως.
§114ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἄλλη πρότασις· θὰ ἀρχίσῃ ὁ προϋπολογισμός.
§115ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Τὸν προϋπολογισμὸν, Κ. πρόεδρε.
§116ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Χρέος δημόσιον (θόρυβος).
§117ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὰς ἡμέρας σας, κύριε πρόεδρε, ἤλπιζον, ὅτι ἤθελεν ὑπάρχει περισσοτέρα τάξις, καὶ μὲ συγχωρεῖτε ὅτι κάμνω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν. Συνηθίζεται νὰ περαιοῦται ὁλόκληρος ὁ προϋπολογισμὸς ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν καὶ τότε νὰ ὑποβάλλεται καὶ νὰ ἀρχίζῃ τότε ἡ συζήτησις αὐτοῦ. Τὸν λόγον τὸν γνωρίζετε ὑμεῖς, ὄχι διότι δὲν δύναταί τις νὰ φέρῃ παρατηρήσεις ἐπὶ ἑνὸς μεμονωμένου κονδυλίου, ἀλλὰ διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ κρίσεις ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀξίας ἑνὸς κοινοβουλίου καὶ ἑνὸς τόπου ὅστις ἀντιποιεῖται τὸ δικαίωμα νὰ διοικῆται συνταγματικῶς, καὶ ὡς συνειθίζεται νὰ γίνεται παντοῦ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Σήμερον ὄχι μόνον ὁλόκληρος ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἰσήχθη, ἀλλὰ καὶ ἡ γενικὴ συζήτησις, ἥτις ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ τῆς συζητήσεως αὐτοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ. Θαυμάζω λοιπὸν πῶς ἐπιτρέπετε, κ. πρόεδρε, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν ἑνὸς ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν, παραβιάζοντες τοιουτοτρόπως ὅλα τὰ προηγούμενα.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἀδίκως μέμφεται τὸν πρόεδρον, διότι καὶ εἰς τὴν προηγουμένην Βουλὴν πρὶν εἰσαχθῶσιν ὅλαι αἱ ἐκθέσεις ἀπεφασίσθη νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν οἰκονομικῶν. Ἐὰν ὑπάρχῃ πρότασις νὰ μὴ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν οἰκονομικῶν, ἂς διατυπωθῇ αὕτη.
§119ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Συμμερίζομαι τὴν παρατήρησιν τοῦ Κ. Δεληγεώργη καὶ λέγω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὶν τυπωθῇ ἡ προσωρινὴ κατάστασις.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο ἠρώτησα καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἀπεφάνθη ἡ Βουλή.
§121ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἤσουν ὁ πρόεδρος τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς καὶ γνωρίζεις, ὅτι αἱ ἐκθέσεις τῶν τεσσάρων ὑπουργείων, Οἰκονομικῶν, Ἐξωτερικῶν, Δικαιοσύνης καὶ Ἐσωτερικῶν, εἶχον μάλιστα δημοσιευθῆ πρὶν γίνῃ ἐκείνη ἡ σιωπηλὴ διακοπή· ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε τελειώσει ὅλας τὰς ἐκθέσεις· μόλις συνῆλθε καὶ ἐτελείωσε· μολαταῦτα ὅμως ἔγινεν ἡ συζήτησις τῶν φορολογικῶν νόμων, τῶν κερκυραϊκῶν νομοσχεδίων καὶ ἄλλων ἀκόμη, ὥστε μετὰ 12 ἡμέρας ἐμβήκαμεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ κάμνετε μομφὰς ἀδίκους· ἤσουν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἠξεύρεις ὅτι εἴχομεν ἀποφασίσει νὰ φέρωμεν τὰς ἑτοίμους ἐκθέσεις διὰ νὰ δώσωμεν ἐργασίαν εἰς τὴν Βουλήν.
§123ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν τὸ ἐνέκρινεν αὐτό.
§124ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ ἡ πρότασίς μου...
§125ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀντικείμενον ἀναβολῆς ἡ τύπωσις τῆς καταστάσεως, δὲν εἶναι πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἄλλως τε καὶ πέρυσιν ἔγεινεν αὐτό.
§126ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Εἶναι κατάχρησις αὐτή.
§127ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀναγκαῖον πρᾶγμα ἡ τύπωσις, οὔτε προβλέπεται ἀπὸ τὸν κανονισμὸν τῆς Βουλῆς· δὲν λέγει ὅτι ἐμποδίζει τίποτε τοῦτο (θόρυβος).
§128ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κύριοι, εἶμαι πλησίον νὰ ὑποπτεύσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀντὶ νὰ ἔχῃ τὴν γενναιότητα νὰ ἀπαντήσῃ ὅπως πρέπει εἰς τὰς προσβλητικὰς προσβολὰς τῆς Τουρκίας ἔρχεται νὰ τὰς δείξῃ ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας (θόρυβος). Τί ἄλλο εἶναι αὐτὴ ἡ κατάστασις, κύριοι; (θόρυβος)· καὶ πότε παρουσιάσθη αὐτὴ ἡ ἀταξία; (θόρυβος). Αἴ, κύριοι, ὑπῆρχε Βουλὴ καὶ ἐπὶ Ὄθωνος. Αἴ, κύριοι, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν ἀσχημοτέρα κατάστασις ἀπὸ αὐτὴν ὑπάρχει; ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ νὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς ἀπὸ τὴν ἐπιτροπήν; καὶ πότε; εἰς τὰς παραμονὰς κρισίμων περιστάσεων (θόρυβος)! Διὰ τοῦτο ἦλθε νὰ ἀνακοινώσῃ ὁ ὑπουργὸς τὰς σοβαρὰς περιστάσεις, διὰ νὰ περάσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς φορολογικοὺς νόμους ἀσυζητητί; Ὅταν ἡ Κυβέρνησις σπεύδει τοσοῦτον εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις, ὅτε ἕκαστος θέλει νὰ γνωρίζῃ προηγουμένως καὶ οὕτω νὰ συζητήσῃ, εἶναι ἓν τὸ ὁποῖον δὲν λέγεται, μόνον ἐξυπακούεται, δὲν συζητεῖται. Κύριοι, ὅσοι θέλετε νὰ ὑποστηρίξετε αὐτὴν τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, σημειώσατε ὅτι τὰ ἀποτελέσματα θέλουν ἐπέλθει καὶ δι’ ὑμᾶς καὶ δι’ ἐμὲ καὶ διὰ πάντας. Κύριοι, προχθὲς ἐσυζητήσαμεν προϋπολογισμὸν καὶ ἐνθυμεῖσθε οἱ πάντες, ὅτι δὲν εὑρέθη κανεὶς νὰ ἀντιλέξῃ εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς....
§129ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη νὰ προβῶμεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν· ἐὰν ἔχῃς τὸν λόγον....
§130ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Βιάζεσθε, κύριε Πετραλιᾶ· ἐὰν θέλετε νὰ ἴδετε ἓν δικαστήριον εἰς τὸν τόπον σας, σᾶς συγχωρῶ, κύριε Πετραλιᾶ. Διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ, κύριοι, καταργοῦνται δικαστήρια, καταργοῦνται διοικήσεις, καὶ θέλετε λοιπὸν νὰ ἀποφασίσωμεν χάριν τοὐλάχιστον τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς διοικήσεως οὕτω πως; καὶ θέλετε νὰ ἀποφασίσωμεν ἀσυζητητί; Σᾶς συγχαίρω, κύριοι!
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶπον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· οὐδεμία ἀντίῤῥησις ἔγεινε. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπροτάθη καὶ ὁ λόγος τῆς τυπώσεως τῆς προτάσεως, ἀλλ’ ἔγεινε ψηφοφορία περὶ τῆς ἀναβολῆς καὶ ἀπεῤῥίφθη. Τώρα ἔρχεται ἄλλη πρότασις ἀναβολῆς.
§132ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ.....
§133ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κανονισμὸς δὲν διαγράφει τὴν τύπωσιν τῆς καταστάσεως· ἐγὼ τὴν ἔφερα, καὶ ὅστις θέλει δύναται νὰ τὴν ἰδῇ· δὲν εἶναι στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ὁ κανονισμός.
§134ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ὀλίγου τὸ ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀπεφασίσθη τοῦτο. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι πολλοὶ βουλευταὶ εἶπον νὰ τυπωθῇ, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάνθη· ἐπροτάθη κατὰ τὴν συζήτησιν ὡς λόγος τῆς ἀναβολῆς καὶ ἡ τύπωσις, ἐπῆλθεν ὅμως ἡ ψηφοφορία τῆς προτάσεως τῆς ἀναβολῆς, ἥτις ἀπεῤῥίφθη (θόρυβος).
§136Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ ἀναβολὴ ἐστηρίχθη εἰς ῥητὸν λόγον· τώρα στηρίζεται εἰς ἄλλον λόγον, ὅτι δὲν ἔχομεν τὰ στοιχεῖα τοῦ προϋπολογισμοῦ τυπωμένα καὶ πρέπει νὰ ᾖναι τὰ στοιχεῖα γνωστά.
§137ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Χρέος δημόσιον (θόρυβος).
§138Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν ἐπιδέχεται συζήτησιν τὸ ζήτημα, ἐὰν πρέπει νὰ τυπωθῇ ἡ προσωρινὴ κατάστασις ἢ ὄχι· ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ ὑποστηρίξουν τὸ ἐναντίον, ὑποστηρίζουν, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ κλείσῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ νὰ ὑπογράψῃ τυφλῶς εἰς οἱανδήποτε πρᾶξιν. Οἱ βουλευταὶ εἶναι δικασταί· πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν των ὅλα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα συντελοῦν εἰς μόρφωσιν τῆς πεποιθήσεώς των, ὡς καὶ πᾶν σχετικὸν ἔγγραφον, συντελοῦν εἰς τὸν σκοπόν. Πρέπει ἄρα νὰ τὸ λάβωμεν ὅλοι, ὄχι μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ὁμιλήσουν· διότι οὗτοι μόνον ἠμποροῦν νὰ ὑπάγουν καὶ εἰς τὸ δωμάτιον νὰ τὸ ἀναγνώσωσιν, οὐχὶ δὲ καὶ ὅλοι οἱ βουλευταί· δὲν εἶναι τοῦτο δυνατόν, ὅλοι οἱ βουλευταὶ νὰ προστρέξωσιν εἰς τὸ Γραφεῖον καὶ νὰ λάβωσι γνῶσιν. Εἶναι ἀπίστευτον, πρωτοφανὲς, πρωτάκουστον εἰς τὰς συζητήσεις τῶν κοινοβουλίων νὰ θεωρῆται κατεπείγουσα ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1869, ἐνῷ εἴμεθα ἀκόμη ἐντὸς τοῦ ἔτους 1868. Δὲν πειράζει νὰ τυπωθῇ ἡ προσωρινὴ κατάστασις ἀπόψε καὶ αὔριον ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις. Δὲν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν βίαν· ζητῶ λοιπὸν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ μέχρις ὅτου τυπωθῇ ἡ προσωρινὴ κατάστασις.
§139ΤΙΝΕΣ. Ἀπεῤῥίφθη αὐτό.
§140Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀπεῤῥίφθη δι’ ἄλλον λόγον, κύριε ὑπουργὲ, καὶ εἶναι ἄπορον διατί θέλετε νὰ πλανήσητε τὴν Βουλήν. Ἔχομεν τὰ στοιχεῖα διὰ νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφόν μας; ὑμεῖς μᾶς παραπέμπετε εἰς τὸ γραφεῖον.
§141ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὅλα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἐζητήσατε.
§142Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Σήμερον ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ, ὅτι πρέπει νὰ τυπωθῇ ἡ προσωρινὴ κατάστασις τοῦ 1867.
§143ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἓν μὲ τὸ ἄλλο δὲν ἔχει κᾀμμίαν σχέσιν· ἂς τυπωθῇ.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ἀφοῦ ἔγεινε πρότασις, πρέπει νὰ ψηφίσωμεν.
§145ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ θέσητε αὐτὴν τὴν πρότασιν εἰς ψηφοφορίαν.
§146Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτοὶ, οἵτινες βιάζονται, ἂς τὴν ἀποῤῥίψουν.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον πρότερον ὅτι ὡς λόγος τῆς ἀναβολῆς ἐπροτάθη καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς τυπώσεως, καὶ φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ τὸν ἀπέῤῥιψε διὰ τῆς ψηφοφορίας.
§148ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται ἡ ἔνστασις, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προχωρήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν, ἂν δὲν τυπωθῇ ἡ κατάστασις. Παρατηρῶ εἰς ἐκείνους οἵτινες εἶπον, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ τυπωθῇ ἀπόψε ἡ κατάστασις καὶ αὔριον ν’ ἀρχήσωμεν τὴν συζήτησιν, ὅτι τοῦτο δὲν εὔκολον.
§150ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Χρέος δημόσιον (θόρυβος).
§151ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐάν τινες ἔχουν αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ πρότασις, ἥτις ἔγεινεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ἀπεφασίσθη διὰ τῆς προηγουμένης ἀποφάσεως, δύνανται κατὰ τὴν ψηφοφορίαν νὰ καταψηφίσωσι· δὲν δύνασθε ὅμως, κ. Πρόεδρε, ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἀρνηθῆτε νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν μίαν πρότασιν ἥτις ἐγένετο.
§152Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ ἀπορῶ μὲ τὸν ὑπουργὸν, ὅστις προτείνει τὸ δεδικασμένον· ἂν ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε, ποῖος θὰ τὸ ἀποφασίσῃ τώρα; Λογικῆς πρωτοτύπου κάμετε χρῆσιν, κ. ὑπουργέ.
§153ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ προεδρεῖον εἶναι τὸ μόνον ἁρμόδιον νὰ εἴπῃ ἂν ἀπεφασίσθη ἢ ὄχι· μᾶς ἔφεραν μίαν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς, αὐτὴ ἀπεῤῥίφθη· ἐὰν φέρουν νέαν καὶ ἀποῤῥιφθῇ, ἠμποροῦν νὰ φέρουν καὶ τρίτην.
§154Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀπορῶ· μία ἀναβολὴ ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ διαφόρους λόγους. Αὐτὴ εἶναι πρωτότυπος νομικὴ καὶ λογική.
§155ΣΑΡΑΒΑΣ. Καὶ ἄλλοτε, κύριοι, ἐπὶ παρομοίου ζητήματος ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ὅτι τὸ δικαίωμά της τοῦ νὰ ἀποῤῥίπτῃ τὰς προτάσεις τὰς ὑποβαλλομένας ἐκ τῆς μειονοψηφίας, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπεκτείνῃ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ν’ ἀρνηθῇ εἰς τὴν μειονοψηφίαν νὰ ὑποβάλλῃ πρότασιν. Ἡ πλειονοψηφία ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποῤῥίπτῃ πρότασιν ὑποβαλλομένην ἀπὸ τὴν μειονοψηφίαν, δὲν ἔχει ὅμως οὐδέποτε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, δὲν δέχομαι αὐτὴν τὴν πρότασιν· διότι τὸ νὰ εἴπῃ τοῦτο, θὰ εἴπῃ, ὅτι θέλει ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἐλευθερίαν τῆς συζητήσεως, δικαίωμα ὅπερ εἶναι ἀναμφισβήτητον τῆς μειονοψηφίας. Σήμερον ἔρχεται καὶ ὑποβάλλεται μία πρότασις περὶ ἀναβολῆς· ἡ πλειονοψηφία ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τοὺς λόγους της καὶ νὰ πείθεται, ὅτι αὕτη ἐμπεριέχεται εἰς τὴν πρότασιν τὴν προαποφασισθεῖσαν, ἀλλὰ τοῦτο πρέπει νὰ τὸ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ. Οὔτε ἡ γνώμη τοῦ προέδρου δύναται νὰ κατισχύσῃ, οὔτε ἡ μεμονωμένη γνώμη τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου· ἡ πλειοψηφία θ’ ἀποφασίσῃ. Πρέπει νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν φέρομεν, ἀποφασίζεται διὰ τῆς προηγουμένης ἀποφάσεως. Ἂς φέρουν νέαν πρότασιν ἀπαραδέκτου. Ποτὲ δὲν σᾶς δίδομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφασίζετε οὕτω πως· καὶ δὲν εἶναι τόσον διὰ τὴν προκειμένην περίστασιν, αὐτὸ εἶναι μικρόν· ὀφείλω ὅμως νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὸ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον θέλουν νὰ καθιερώσουν, διότι καθιερόνουν τὸ προηγούμενον ν’ ἀρνοῦνται νὰ ψηφοφορήσουν πρότασιν προερχομένην ἀπὸ τὴν μειονοψηφίαν· τότε οὕτω πως μᾶς ἀρνεῖσθε τὴν ἐλευθερίαν (θόρυβος).
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξέφρασα τὴν πεποίθησίν μου, ἀλλ’ ὅταν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις κατ’ αὐτῆς, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῆς.
§157ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν διὰ νὰ τυπωθῇ ὁ ἀπολογισμὸς.... (θόρυβος).
§159Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Σαράβας, ὅτι ἡ Βουλὴ διὰ τῆς πρώτης ψηφοφορίας ἀπέῤῥιψε τὴν ἀναβολὴν μὲ τὴν ἰδέαν νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀπαράδεκτον τῆς ἀναβολῆς λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι.
§161ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ἀπῄτησεν ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1867 καὶ συγχρόνως νὰ φέρῃ κατάστασιν τῶν δημοσίων χρεῶν, ὅπως, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ Βουλὴ τὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἵνα τὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν πρέπει νὰ τυπωθοῦν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ζητεῖται ἡ ἀναβολή. Προτήτερα ἐζητεῖτο δι’ ἕνα λόγον πολὺ σπουδαῖον, ἤδη ζητεῖται δι’ ἕτερον λόγον.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀναβολὴ ζητεῖται διὰ τὴν τύπωσιν τῆς καταστάσεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀπαράδεκτον τῆς ἀναβολῆς λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι.
§163ΣΑΡΑΒΑΣ. Δὲν ἐπροτείναμεν ἀπαράδεκτον. Πῶς θέτετε ἕνα ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐτέθη;
§164ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. πρόεδρος ἔχει τὸ καθῆκον νὰ θέτῃ καθαρῶς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον τίθεται εἰς ψηφοφορίαν. Ὡς εἶπεν ὁ κ. Χατζόπουλος, βουλευτὴς Νάξου, πρὸ ἡμερῶν ἔγεινε μία πρότασις περὶ προσαγωγῆς τοῦ ἀπολογισμοῦ...
§165ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Μὰ τί συζήτησις ἀρχίζει πάλιν; (θόρυβος).
§166ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἤρχισεν ἡ ψηφοφορία.
§167Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἤρχισεν ἀκόμη. Ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ἀπεφάνθη οὐχὶ ὡς λέγουν οἱ κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ ὁ ἀπολογισμὸς, ἀλλὰ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ καὶ τότε ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ· τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν διεβίβασεν ὁ κ. πρόεδρος εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἡ κυβέρνησις ἔφερε σήμερον τὸν ἀπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος δὲν ἐτυπώθη, δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀπολογισμὸς ἐφέρθη ἀληθῶς καὶ ζητεῖται ἡ ἀναβολὴ διὰ νὰ τυπωθῇ.
§169ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς, κ. πρόεδρε, γνωρίζετε κάλλιον παντὸς ἄλλου τὶ ἐζήτει ἡ Βουλή.
§170ΖΑΛΩΝΗΣ. Τὶ συζητήσεις εἶναι αὐταί; ἤρχισεν ἡ ψηφοφορία.
§171Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἤρχισεν ἡ ψηφοφορία· ὑμεῖς ἐσηκωθήκατε καὶ ἐζητήσατε τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν (ἀποτείνεται πρὸς τὴν δεξιὰν πλευρὰν τῆς Βουλῆς).
§172ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Τῆς προτάσεώς μας ἐζητούσαμεν τὴν ψηφοφορίαν.
§173ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρωτῶ ὑμᾶς ὡς πρόεδρον τῆς Βουλῆς, κατέθεσεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ πρό τινων ἡμερῶν ἐζήτησε; διότι, καθὼς ἐνθυμοῦμαι, δὲν ἦτο μόνον ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1867, ἀλλ’ ἐζητήθη καὶ κατάστασις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ 1868 μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου, καὶ ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπε τότε, ὅτι δύναται νὰ παρουσιάσῃ καὶ ταύτην, ἀλλ’ οὐχὶ μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου ἀλλὰ μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου. Ἐζητήθη προσέτι καὶ κατάστασις τῶν δημοσίων χρεῶν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε πρόεδρε, παρουσίασεν ὁ ὑπουργὸς ὅλα ταῦτα;
§174ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι νέα πρότασις αὐτή.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐζητήθη ἡ προσωρινὴ κατάστασις τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1867, ἥτις καὶ ἐπαρουσιάσθη· ἐζητήθη καὶ ἡ κατάστασις τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1868 μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου καὶ κατάστασις τῶν χρεῶν. Τὰ δεύτερα δὲν παρουσιάσθησαν.
§176ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἐπιτρέπετε λοιπὸν ν’ ἀρχίσῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ;
§177ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Περὶ τούτου εἶχε γνῶσιν ἡ Βουλὴ, ὅταν ἀπεφασίσθη νὰ μὴ δεχθῇ τὰς ἀναβολάς. Δὲν εἶναι στοιχεῖα ἀναπόφευκτα καὶ ἀναγκαῖα πρὸς συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀπόκειται εἰς ἐμὲ νὰ λύσω τὸ ζήτημα, ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλήν. Ἤδη προτείνεται ὁ λόγος τῆς ἀναβολῆς ἵνα τυπωθῇ πρότερον ἡ προσωρινὴ κατάστασις· αὐτὸ ἐξάγεται ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε συζητήσεων· ὅ,τι προτείνεται τελευταῖον εἶναι νέα πρότασις.
§179ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν τὶ ἔφερεν ὁ κ. ὑπουργὸς, ἡμεῖς ἐνθυμούμεθα τὶ ἐζήτησεν ἡ Βουλή· ἦτο καθῆκον τοῦ κυρίου προέδρου νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ὑπουργὸν, ὅτι δὲν κατέθεσε πλήρη τὰ ἔγγραφα, ἅτινα ἐζητήθησαν.
§180ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν κατάστασιν αὐτὴν κατέθεσα δημοσίᾳ.
§181ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἐγὼ εἶπον νὰ τυπωθῇ ἡ προσωρινὴ κατάστασις ἡ ὑποβληθεῖσα ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν, καὶ κατόπιν νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἤδη ἔρχεται ἕτερόν τι τοῦ κ. Σωτηροπούλου· ἄλλο τὸ ἓν, ἄλλο τὸ ἕτερον. Δὲν λέγω, ὅτι ὁ κ. Σωτηρόπουλος δὲν ἔχει δίκαιον· ἔχει δίκαιον, διότι, ἐνθυμοῦμαι, ὁ κύριος ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου ἀλλ’ ἴσως μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου. Ἐν τούτοις ἤδη μᾶς λέγετε, ὅτι ἡ προσωρινὴ κατάστασις παρουσιάσθη, ἀλλὰ τίποτε περισσότερον. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν ἔφερε τίποτε ἄλλο, τοὐλάχιστον νὰ τυπωθῇ ἡ προσωρινὴ κατάστασις.
§182ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Καὶ ὅλα τὰ ἄλλα.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὅσοι ζητοῦν τὴν ἀναβολὴν λέγουν ναὶ, ὅσοι δὲν τὴν παραδέχονται λέγουν ὄχι. Ἄρχεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ψηφοφορίας ἐξάγεται, ὅτι ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 76 κατὰ 65.
§185ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Αὔριον, αὔριον.
§186ΕΤΕΡΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Σήμερον· προχωρήσατε, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος).
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν. «Χρέος ἐξωτερικόν».
§188Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, μὴ σπεύδετε· ἔχω τὸν λόγον.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§190Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πάρα πολὺ βλέπω ὅτι σπεύδετε, καὶ δὲν ἠξεύρετε, ὅτι οὕτω πως σπεύδοντες τρέχετε εἰς καταστροφὴν ἐκείνων τῶν ἐλευθεριῶν, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐχρειάσθη νὰ γίνῃ μία Μεταβολὴ, τῆς ὁποίας τὰς συνεπείας αἰσθανόμεθα ἀκόμη σήμερον. Εἰς ὅλα τὰ κοινοβούλια τοῦ κόσμου ἡ πανηγυρικωτέρα πρᾶξις, ἐκείνη ἥτις ἐκφράζει τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἰσχὺν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐπὶ τῆς παρελθούσης ἐποχῆς, ἡ συζήτησις ἐγίνετο τυπικὴ, ὡς δυστυχῶς ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου ἤρχισε νὰ γίνεται καὶ πάλιν. Μόνον ἐπὶ τῆς Συνελεύσεως, ὅπου ὑπῆρχε μεγαλειτέρα ἐλευθερία, ἂν καὶ ὑπῆρχον διάφοροι μερίδες καὶ διάφοροι τάσεις, καὶ ὅπου δὲν ὑπῆρχεν ἡ πίεσις, ἥτις παρουσιάζεται δυστυχῶς περίπου ἀπό τινος χρόνου, ἐγένετο πλήρης συζήτησις οὐ μόνον κατὰ τὴν συνεδρίασιν τὴν γενικὴν τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία, περιέχουσα τοὺς νοημονεστέρους, τοὺς ἱκανωτέρους, τοὺς εἰδικωτέρους ἄνδρας ἐκείνου τοῦ σώματος, ἐδέησε νὰ ἐνασχοληθῇ μετὰ μεγάλης ὑπομονῆς καὶ μετὰ μεγάλης ἀκριβείας ἐπέκεινα τῶν 20 ἡμερῶν. Ἐν τούτοις μὲ ταχύτητα ἀτμοκινήτου ἔγεινεν ἡ συζήτησις τοῦ σημερινοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν συσταθεῖσαν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ μὲ τὴν αὐτὴν ταχύτητα ζητεῖται νὰ ἐπιψηφισθῇ σήμερον ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς ὑπὸ τοῦ σώματος. Δὲν ἐδόθη ὁ ἀπαιτούμενος καιρὸς εἰς κανένα οὔτε νὰ ἐξετάσῃ, οὔτε νὰ μελετήσῃ, οὔτε νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ ἔλθῃ παρεσκευασμένος, ἵνα ὁμιλήσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ ὅμως ἄνευ συζητήσεως πρόκειται νὰ διέλθωμεν τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, ὅπως ὑπάρχει ἡ ἐπιθυμία πολλῶν, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ παραγραφῇ τὸ ἀπαραίτητον δικαίωμα τῆς γενικῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, ἂν καὶ οὐχὶ παρεσκευασμένος, διότι δὲν ἔλαβον καιρὸν νὰ μελετήσω αὐτὸ ἀποχρώντως, οὔτε νὰ συμπληρώσω τὰς σημειώσεις μου, ἔρχομαι νὰ εἴπω τινὰ ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως. Δὲν νομίζω ἄκαιρον πρὸς διαφωτισμὸν τοῦ σώματος νὰ ἐξετάσω τὰς ἐποχὰς, διὰ νὰ σημειώσω τὴν προϊοῦσαν σπατάλην καὶ ἀσώτευσιν τοῦ δημοσίου πλούτου. Παντοῦ, κύριοι, εἰς ὅλα τὰ ἔθνη ἡ πολιτικὴ οἰκονομία, ἡ γενικὴ εὐημερία εἶναι τὸ περισπουδαστότερον τῶν ἀντικειμένων τῶν τε κυβερνήσεων καὶ λαῶν. Ἡ πολιτικὴ οἰκονομία δὲν εἶναι ἡ ἐπιστήμη, διὰ τῆς ὁποίας ἀπὸ τὴν πήραν τοῦ ἰδιώτου νὰ συνάζωνται περισσότερα χρήματα ἵνα κατασπαταλῶνται καὶ ἀσωτεύωνται ὑπὸ τῶν κυβερνήσεων· τὸ γενικὸν καθῆκον μιᾶς κυβερνήσεως, ὡς αἱ σημεριναὶ ἰδέαι ἀπέδειξαν, εἶναι τὸ νὰ φροντίζῃ, ὥστε ἡ ἰδιωτικὴ κατάστασις, ὁ ἰδιαίτερος πλοῦτος τοῦ ἔθνους, νὰ εὑρίσκεται εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν, ἵνα δύναται κατὰ τὰς ἀνάγκας ν’ ἀντλῇ ἐξ αὐτῆς. Εἷς μέγας οἰκονομολόγος, ὁ ὁποῖος ἀνεκαίνισε τὸν πλοῦτον τοῦ μεγάλου ἔθνους τῶν Γάλλων ἐπὶ Λουδοβίκου ΙΔʹ ὡς ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν, ὁ Κόλβερ, ἠξεύρετε τί εἶπε; «Λυποῦμαι ὅταν πέντε σολδία ἐξοδεύωνται κακῶς ἀπὸ τὰ δημόσια χρήματα, ἀλλ’ ἂν πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς τῆς Γαλλίας, ὑπὲρ τῶν γενικῶν συμφερόντων αὐτῆς, τότε ἠμπορῶ νὰ ἐνεχυριάσω καὶ τὴν γυναῖκά μου». Ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν οἰκονομολογικὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς Βασιλείας μέχρι σήμερον, θέλομεν ἰδῆ ὅτι παρουσιάσθη κατ’ ἐποχὰς μία ἀκατονόμαστος τάσις εἰς τὴν σπατάλην τοῦ δημοσίου πλούτου. Λέγω ὅτι παρουσιάσθη μία τοιαύτη τάσις, διότι δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τις τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν οὔτε μεγαλειτέραν ἀσφάλειαν ἀπηλαύσαμεν, οὔτε δικαιοσύνην, οὔτε μεγαλειτέραν ἐξωτερικὴν ὑπόληψιν· ἐξ ἐναντίας, ὅταν ἀτενίσωμεν εἰς τὰς ἐποχὰς ἐκείνας ὀπισθοδρομοῦντες, θέλομεν ἰδῆ ὅτι οὐ μόνον ὑπῆρχεν οἰκονομία, ἀλλὰ καὶ μείζονος προσωπικῆς ἀσφαλείας ἀπηλαύομεν καὶ περισσοτέρας δικαιοσύνης, καὶ ὑπολήψεως ἐξωτερικῆς καὶ δυνάμεως. Ἀπὸ τοῦ 1833, ὅτε κατὰ πρῶτον ἐσυστήθη ἡ Βασιλικὴ κυβέρνησις, μέχρι τοῦ 1843 αἱ τακτικαὶ δαπάναι τοῦ κράτους δὲν ὑπερέβησαν τὰ 13½ ἕως 15½ ἑκατομμύρια. Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν εἴχομεν ξενικὸν στρατὸν 3½ χιλιάδων, ὅστις ἐπληρόνετο ὑπὸ τοῦ ἑλληνικοῦ ταμείου· ὑπῆρχον κινητὰ νοσοκομεῖα εἰς τὴν Γερμανίαν, τῶν ὁποίων εἴχομεν τὰ ἔξοδα, διότι ὑπῆρχεν ἐκεῖ στρατολογία, τῆς ὁποίας εἴχομεν ἐπίσης τὰ ἔξοδα· ἦσαν ὅλαι αἱ πρεσβεῖαι διωρισμέναι μέχρι καὶ αὐτῆς τῆς ἐν τῇ Ἱσπανίᾳ, ὅπου εἶχε σταλῆ ὁ Μεταξᾶς· εἴχομεν πρεσβείαν εἰς τὸ Βερολῖνον, ὅπου εἶχε σταλῆ ὁ Καρατζᾶς, εἰς τὸ Μόναχον καὶ ἐν γένει παντοῦ, καὶ μόλα ταῦτα, κύριοι, εἰς ἐκεῖνο τὸ διάστημα τῶν χρόνων, πόσα νομίζετε ἦσαν τὰ ἔξοδα τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐξωτερικῶν; δὲν ὑπερέβαινον τὰς 280 χιλιάδας, ἐνῷ σήμερον ἐτετραπλασιάσθησαν, ἔχομεν 880 χιλιάδας! Κατ’ ἐκεῖνο τὸ χρονικὸν διάστημα ἐσχηματίσθη ἡ φάλαγξ, ἐσχηματίσθη τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἐσχηματίσθησαν τὰ τάγματα τῆς Ὁροφυλακῆς, καὶ δι’ ὅλα αὐτὰ τὰ ἐθνικὰ κατασκευάσματα, δι’ ὅλας τὰς ὑπηρεσίας τάς τε ἐσωτερικὰς καὶ τὰς ἐκ τῶν περιστάσεων πηγαζούσας ἐκ τοῦ ξενικοῦ στρατοῦ καὶ τῶν σχέσεών μας μετὰ τῆς Γερμανίας, καθὼς καὶ ἐκ τῶν ἐξωτερικῶν σχέσεών μας, αἱ τακτικαὶ δαπάναι τοῦ κράτους δὲν ὑπερέβησαν τὰ 15½ ἑκατομμύρια δραχμῶν. Πιστεύω, ὅτι ὅλοι οἱ κύριοι βουλευταὶ, οἱ ἀκούοντες σήμερον ἐμοῦ, εἶναι ἐνήμεροι μὲ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ἠμποροῦν νὰ ὁμολογήσουν, ἄν ποτε τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος ᾐσθάνθη καλλιτέραν διοίκησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· ἐγὼ τοὐλάχιστον διὰ τὸν ἑαυτόν μου λέγω, ὄχι· τότε ὑπῆρχε σεβασμὸς πρὸς τοὺς νόμους.
§191Σ. ΜΑΚΡΗΣ. Ἦσαν ἐπὶ κεφαλῆς οἱ Γερμανοὶ καὶ μᾶς ἐδίδαξαν τὴν κατάχρησιν (θόρυβος)· διὰ τὴν κατασκευὴν ἑνὸς στρατῶνος 10 χιλιάδων ἐπερνοῦσαν 100.
§192Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αἱ κατηγορίαι, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἀορίστως, δὲν ἀντικρούονται· ἐγὼ δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὰς ἰδιαιτέρας καταχρήσεις ἀτόμων τινῶν καὶ εἰς τὸ ζήτημα, ἂν οἱ Γερμανοὶ μᾶς ἐδίδαξαν τὴν κακοήθειαν ἢ κακοήθεια ἐπήγασεν ἀπὸ ἡμᾶς· τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον διαφεύγει τὴν ἁρμοδιότητά μου διὰ νὰ τὸ ἐξετάσω σήμερον· ἐγὼ ἦλθον σήμερον διὰ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν γεγονότα καὶ ἀριθμούς. Μάλιστα, κύριοι, κατὰ τὸ 1842 ἡ πίεσις τῶν ἐγγυητριῶν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων δυνάμεων ὑπῆρξε τοσαύτη, ὥστε ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν νὰ κάμῃ καὶ νέας οἰκονομίας καὶ τότε ἔγεινεν ἡ ἐλάττωσις τῶν μισθῶν ἀπὸ 10 ἕως 25%, εἰς τὴν ὁποίαν συμπεριελήφθη καὶ ἡ βασιλικὴ ἐπιχορήγησις, ὥστε αἱ δαπάναι περιωρίσθησαν εἰς 12½ ἑκατομμύρια. Ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ τῆς 3 Σεπτεμβρίου καὶ ἀπὸ τότε ἄρχεται νέα σειρὰ δαπανῶν, ἀπὸ τότε ἀρχίζουν βαθμηδὸν αἱ δαπάναι νὰ ἀναβιβάζωνται· ἀπὸ τὸ 1843 ἕως τὸ 1853 αἱ δαπάναι ἀνεβιβάσθησαν εἰς τὸ ἐλάχιστον ὅριον τῶν 17½ ἑκατομμυρίων, κατὰ δὲ τὸ 1848 εἰς 19½ ἑκατομμύρια ἕνεκα τῆς στάσεως τοῦ Κριεζώτου· ἀπὸ τοῦ 1853 μέχρι τοῦ 1862 νέαι δαπάναι προστεθεῖσαι ἀνεβίβασαν τὸ ποσὸν εἰς 24 ἑκατομμύρια.
§193Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία· πρὸς τί νὰ γίνωνται ἀγορεύσεις; (θόρυβος).
§194ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Οἱ βουλευταὶ εἶναι εἰς τὰ δωμάτια.
§195ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὸ κρύο μᾶς ἔσφιξε, κύριε πρόεδρε, πρέπει νὰ φύγωμεν, ἐνύκτωσε.
§196ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι κανεὶς εἰς τὰ δωμάτια, ἀπαρτία δὲν ὑπάρχει· ἐφαρμόσατε τὸν κανονισμόν.
§197ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Προχωρήσατε, κύριε Πετσάλη.
§198Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν μετὰ τὴν Μεταβολὴν τοῦ 1862 παρουσιάσθη τὸ ἔλλειμμα τῶν 9 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τὸ ὁποῖον συμπεριλαμβάνει ἡ ἔκθεσις τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὴν συνέλευσιν. Ἡ σπατάλη ἤρχισεν ἐξ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς καὶ δὲν εἶναι συνέπεια τῆς Μεταβολῆς τοῦ 1862. Ὅτι, κύριοι, ὑπῆρξε σπατάλη καὶ ἀσωτεία εἰς τὰς δαπάνας, ἀπόδειξις εἶναι ἡ ἐργασία αὐτῆς τῆς συνελεύσεως, ἥτις περιώρισε τὰ ἔξοδα τῆς τακτικῆς ὑπηρεσίας εἰς μόνον 18 ἑκατομμύρια.
§199ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν ἐκυβέρνησε μόνον, εἰς τὰς ἐπαρχίας δὲν εἴχαμεν Κυβέρνησιν.
§200ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καλλίτερον ἐκυβέρνησεν ἀπὸ ὅ,τι κυβερνώμεθα σήμερον· μόνον δὲν σᾶς ἤρεσεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, διότι δὲν ἠδύνασθε τότε νὰ ἐπιδιώξητε τὰ ἰδιαίτερα συμφέροντά σας. Ἡ συνέλευσις ἐψήφισε προϋπολογισμὸν 18 ἑκατομμυρίων, σήμερον ἔχομεν προϋπολογισμὸν 35, πέρυσιν εἴχαμεν 34. Αὐτὰ τὰ ἴδια πράγματα, τὰ γεγονότα αὐτὰ δὲν μᾶς πείθουν, ὅτι ὑπάρχει ἀσωτεία, ἔλλειψις φειδοῦς, καὶ ὅτι αὐτὴ προβαίνει ἀδικαιολογήτως καταβιβρώσκουσα τὸ σῶμα τῆς Ἑλλάδος, μέχρις οὗ φθάσωμεν εἰς τὴν ἄβυσσον τῆς χρεωκοπίας; Ποῖαι εἶναι αἱ νέαι ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι παρουσιάσθησαν διὰ ν’ αὐξήσωσι τοσοῦτον αἱ δαπάναι ἀπὸ τὸν ἀνώτατον ὅρον τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τοῦ 1853, τῶν 17½ ἑκατομμυρίων, ἵνα φθάσωμεν εἰς τὸ διπλάσιον; Ἐὰν ἐξαιρέσωμεν τὰς ὁποίας ἀπήτησεν ἡ ἕνωσις τῆς Ἑπτανήσου, αὗται δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπερβῶσι τὰ 22 ἑκατομμύρια· ἔχομεν ἄρα περιπλέον δαπάνην 13 ἑκατομμυρίων, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ καὶ ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν περιφρόνησιν τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου καὶ τὴν περὶ αὐτῶν ἀκηδίαν. Δὲν κάμνομεν ἄλλο καὶ δὲν κατήντησεν εἰς ἄλλο ἡ πολιτικὴ οἰκονομία εἰς τὴν Ἑλλάδα, παρὰ πῶς τὸ ν’ ἀφαιρῶμεν περισσότερα ἀπὸ τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ πτωχοῦ λαοῦ. Καὶ καλά, ἐὰν αὐτὰ τὰ ἀφαιροῦμεν διὰ δημόσιον καλόν, ἀλλὰ τὰ ἀφαιροῦμεν μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ εὐχαριστῶμεν ἀτομικὰ συμφέροντα. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν ἀνεβίβασε τὴν δαπάνην εἰς 880,000· ἀλλά, σᾶς παρακαλῶ, ἀφ’ ὅτου ἀνεβιβάσθη ἡ δαπάνη αὕτη εἰς αὐτὸ τὸ ποσὸν, ἀπελαύσαμεν μεγαλειτέραν ὑπόληψιν ἐξωτερικῶς ἢ ἐξυπηρετήθησαν καλλίτερα τὰ γενικὰ καὶ ἰδιαίτερα συμφέροντα τοῦ ἔθνους; Τὸ ἐμπόριόν μας εὗρε μεγαλειτέραν ὑπεράσπισιν; οἱ πρόξενοι, τοὺς ὁποίους ἐστείλαμεν, μισθοδοτούμενοι τοσοῦτον ἁδρῶς, ἀνταπεκρίθησαν εἰς τὰς προσδοκίας, εἰς τὰς ἐλπίδας ὡς καὶ τὰ μεγάλα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος ἐναποθέτει εἰς τὴν ὑπεράσπισιν αὐτῶν; Τὸ ἐναντίον ἀποδεικνύεται πανταχόθεν μέγιστα παράπονα, καὶ γενικὰ καὶ εἰδικά. Τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔξω ἐστείλαμεν, ἐκτὸς ὀλίγων ἐντίμων ἐξαιρέσεων, παντοῦ κατέστρεψαν τὸ ἐμπόριον τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναθέσωμεν τὴν λειτουργίαν αὐτὴν εἰς πλουσίους ὁμογενεῖς, οἱ ὁποῖοι τὴν ἐπιδιώκουν μόνον καὶ μόνον διὰ τὴν ὑπόληψιν, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὸ ἔθνος αὐτὴν τὴν δαπάνην τὴν ὁποίαν ἐκπληροῖ μὲ τόσον μεγάλας θυσίας; Εἶναι προτιμότερον ν’ ἀφίνωμεν τὸν νεποτισμὸν ν’ ἀναπτύσσηται τοσοῦτον εἰς πρόσωπά τινα, νὰ δημιουργοῦν θέσεις πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν νὰ ἱκανοποιοῦν συμπαθείας ἀτομικάς; Δὲν βλέπω λοιπὸν τὴν ὠφέλειαν, τὴν ὁποίαν τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος ἀπήλαυσεν ἐκ τῆς τοσαύτης αὐξήσεως τῶν δαπανῶν! Ἐὰν ἔλθωμεν εἰς τὰ ἄλλα ὑπουργεῖα, εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν βλέπω, κύριοι, ποία εἶναι αὐτὴ ἡ ἀνάγκη, ἥτις ἐπροκάλεσε τὴν τόσην αὔξησιν, ἤτοι πολυπλασιασμὸν τῶν τόσων μισθοφόρων. Εἶχον δίκαιον νὰ λέγωσιν εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς δὲν σύγκειται εἰμὴ ἐκ μόνων ἀξιωματικῶν. Ἔπειτα αὐτὸς ὁ στρατὸς δὲν βλέπω εἰς τί ἐχρησίμευσε καὶ εἰς τὶ χρησιμεύει μέχρι τῆς σήμερον, διὰ νὰ ἦναι εἰς τόσον ἀριθμὸν καὶ διὰ νὰ προκαλῇ τόσας δαπάνας εἰς τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τέλους θέλουν ἐξαντλήσει ὅλα τὰ μέσα του. Ἐννοῶ τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα· ἐὰν ἤθελε παρουσιασθῆ ἡ ἀνάγκη τοῦ πολέμου, ἐὰν ἔπρεπε τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος νὰ εὑρεθῇ εἰς ἕνα ἀγῶνα, εἰς ὑπεράσπισιν τῆς τιμῆς του, τῆς χώρας του, εἰς ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων του, ἐννοῶ πολὺ καλὰ, ὅτι εἰς μίαν τοιαύτην ἐποχὴν ἠδύναντο νὰ γίνωσιν ὄχι τόσαι μόνον θυσίαι ἀλλὰ καὶ ἀνωτέραι. Ἀλλ’ ἐν καιρῷ εἰρήνης ἡ Ἑλλὰς, ἥτις εἶναι μικρὸν καὶ πτωχὸν ἔθνος, ὀφείλει νὰ ᾖναι φειδωλὴ εἰς τὰς δαπάνας, ὄχι μόνον εἰς τὴν ἄλλην ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν στρατόν. Ὁ στρατὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐν καιρῷ εἰρήνης δὲν χρησιμεύει εἰμὴ μόνον διὰ τὴν διατήρησιν τῆς τάξεως· ἀλλὰ τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος διακρίνεται μεταξὺ παντὸς ἄλλου ἔθνους, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑποταγὴν πρὸς τοὺς νόμους. Βλέπετε, ὅτι εἰς πολλὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος δὲν ὑπάρχει εἰμὴ μόνον εἷς χωροφύλαξ, καὶ ἡ παρουσία αὐτοῦ εἶναι ἀρκετὴ διὰ νὰ ἐπιβλέπῃ καὶ ἐπιτηρῇ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον οὐδαμοῦ εἰς κἀνὲν ἄλλο μέρος τοῦ κόσμου συμβαίνει. Αἱ δαπάναι ἄρα, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὸν κλάδον αὐτὸν, δὲν γίνονται συμφώνως μὲ τὸν σκοπὸν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἀλλὰ μὲ τὸν σκοπὸν τῶν συμφερόντων τοῦ σωματείου. Καὶ λέγω μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι ποτὲ δὲν θέλει ἐπέλθει οὐδεμία τροποποίησις ἐπὶ τὰ κρείττω εἰς τὸν κλάδον αὐτὸν, ἐνόσῳ ἀξιωματικὸς διοικεῖ τὸν κλάδον τοῦτον, διότι οὐδεὶς τολμᾷ νὰ φέρῃ τὰς ἀπαιτουμένας μεταῤῥυθμίσεις. Γνωρίζω πολὺ καλὰ μάλιστα, ὅτι πρό τινος χρόνου εἷς ὑπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα τὴν κατάργησιν διαφόρων θέσεων, κατὰ συνέπειαν τῆς ὁποίας ἀριθμὸς ἱκανὸς ἀξιωματικῶν ἔμελλε νὰ ἀφαιρεθῇ διὰ νὰ χρησιμεύσῃ εἰς πολιτικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, περιττὸς θεωρηθεὶς εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν· ἀλλὰ μετὰ ταῦτα δὲν ἐτόλμησε νὰ ἐκτελέσῃ τὸ μέτρον ἕνεκα παραπόνων, ἅτινα τοῦ ἔγειναν ἐκ μέρους συναδέλφων! Πῶς λοιπὸν ηὔξησαν αὐταὶ αἱ δαπάναι εἰς τὸν στρατόν; ἠμπορεῖτε νὰ τὸ ἐννοήσητε ἀπὸ τὸ παράδειγμα τὸ ὁποῖον σᾶς ἔφερα. Ἕκαστος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐρχόμενος καὶ θέλων νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς ἰδικούς του φίλους, ηὔξανε τὰς δαπάνας· ἠμπορεῖ νὰ ἔπραττε καὶ μερικὰς ἀδικίας· ἤρχετο ὁ ἕτερος, ὁ ὁποῖος θεραπεύων αὐτὰς, ἐπρόσθετε νέας, καὶ τοιουτοτρόπως ἔφθασαν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ αἱ νῦν δαπάναι· εἶναι ἀθεράπευτον κατ’ ἐμὲ τὸ πρᾶγμα, ἐνόσῳ ἐξακολουθεῖ ἡ αὐτὴ αἰτία. Τὰ αὐτὰ δύναται νὰ εἴπῃ τις καὶ περισσότερα διὰ τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ὅπου δὲν ηὔξησε παντάπασιν ἡ ἐθνικὴ δύναμίς μας κατὰ θάλασσαν, ἂν καὶ ηὔξησαν αἱ δαπάναι. Καθόσον ἀφορᾷ, κύριοι, τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας, τί χρησιμεύει ἡ γραφειοκρατία αὕτη ἥτις ἀνεπτύχθη ἐπὶ τοσοῦτον καὶ ἡ ὁποία συντελεῖ εἰς τὸ νὰ βραδύνῃ μᾶλλον τὴν ἐνέργειαν τῶν ὑποθέσεων; Ὅταν ὑπῆρχον ὀλιγώτεροι ὑπάλληλοι εἰς τὰ ὑπουργεῖα, τότε αἱ ὑποθέσεις διεξεπεραιοῦντο ταχύτερον καὶ ἀκριβέστερον· τότε ἔβλεπέ τις τοὺς ὑπαλλήλους διαρκῶς εἰς τὰς θέσεις των. Ἀλλὰ σήμερον, ὅπως συνέβη καὶ εἰς ἄλλους, συνέβη καὶ εἰς ἐμὲ νὰ μεταβῶ εἰς ἓν ὑπουργεῖον κατὰ τὴν 11 ἢ 12 ὥραν, ἢ τὴν 1 Μ. Μ., δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, καὶ δὲν εὗρον κανένα ὑπάλληλον. Ἀνεπτύχθη, λέγουν, ἡ ὑπηρεσία· ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ προσετίθεντο χεῖρες εἰς τὴν Ἑλλάδα, νέα συμφέροντα, νέαι ὑποθέσεις, ἐδυνάμην νὰ τὸ ὑποθέσω· ἀλλ’ ἐὰν ἡ αὔξησις προέρχεται ὡς ἐκ τῆς ἀνικανότητος τῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες προσλαμβάνονται, ἂν ἡ ὑπηρεσία προσκόπτῃ εἰς τὰς κατωτέρας βαθμίδας, διότι ἔχουν ἀνάγκην μορφώσεως καὶ διευθύνσεως, συμβουλῆς, γνώμης τέλος πάντων, καὶ ἐκ τούτου ἀναβάλλωνται αἱ ὑποθέσεις, θέλει νὰ εἴπῃ τοῦτο, ὅτι ἀνεπτύχθησαν αἱ ὑπηρεσίαι; Κύριοι, τὰ διατάγματα τὰ ὀργανιστικὰ, τὰ συνταχθέντα ἐπὶ τῆς ἀντιβασιλείας, σήμερον ἔπαυσαν νὰ ἔχουν ἐφαρμογὴν σχεδὸν καὶ ὅλη ἡ ἐξουσία συνεκεντρώθη ταῖς τὰ ὑπουργεῖα, διότι, ὡς προεῖπον, οἱ ὑπάλληλοι δὲν ἔχουσι τὴν ἀπαιτουμένην ἱκανότητα νὰ ἐνεργήσουν αὐτοβούλως εἰς τὰς περιπτώσεις ἐκείνας εἰς τὰς ὁποίας ὁ Νόμος τοῖς δίδει τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ πρέπει δι’ ἑκάστην ὑπόθεσιν νὰ ἐρωτηθῇ τὸ ὑπουργεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάγονται. Εἰς τοῦτο συνετέλεσαν, ὡς προεῖπον, καὶ αἱ ἐπιθυμίαι καὶ αἱ ἀνάγκαι, αἱ πηγάζουσαι πολλάκις ἀπὸ συμπαθείας, καὶ τοιουτοτρόπως ηὐξήσαμεν τόσον πολὺ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων. Ἐπὶ τῆς ἀντιβασιλείας, ὅτε ἐγὼ λέγω ὅτι ὑπῆρχεν ἡ καλλιτέρα διοίκησις, τὰ πρόσωπα ἦσαν ἱκανώτερα· ἐξελέγοντο μετὰ προσοχῆς καὶ ἐπισταμένως καὶ ὑπῆρχεν αὐστηρὰ ἐπίβλεψις ἐπὶ τῆς διαγωγῆς αὐτῶν. Ὁ χρόνος τῆς ἐργασίας των ἦτο κανονισμένος καὶ ἦτο αὐστηρῶς κανονισμένος· εἰς τοιοῦτον δὲ τρόπον, ὥστε ἂν ὑπάλληλός τις κατὰ τὰς ὡρισμένας ὥρας τῆς ἐργασίας του εὑρίσκετο ἐκτὸς τοῦ γραφείου, ἔπαυεν. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα ὅτι ὁ κ. Ῥωσσέτος, κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ὑπάλληλος ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν ἐξωτερικῶν, συναντηθεὶς μετὰ τοῦ κ. Ἄβελ ἔξωθεν τῆς Πύλης τοῦ Ναυπλίου, ἐπετιμήθη σκληρὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ἄβελ, γνωρίζοντος αὐτὸν ὡς ὑπάλληλον τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐξωτερικῶν, παρ’ ὀλίγον δὲ νὰ παυθῇ ἀπὸ τὴν θέσιν του, διότι κατὰ τὴν 12 ὥραν εὑρέθη ἐκτὸς τοῦ γραφείου του. Εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐφυλάττοντο αὐστηρότατα αἱ προσδιωρισμέναι ὥραι τῆς ἐργασίας τῶν ὑπαλλήλων· κατ’ αὐτὰς ὤφειλον πάντες αὐτοὶ νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὰς ἐργασίας των. Σήμερον ὅμως ὑπάρχει ἐλευθερία πλήρης· ὑπάρχουν ὑπάλληλοι, οἵτινες μισθοδοτοῦνται διὰ νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ν’ ἀκροῶνται μαθήματα· ὑπάρχουσιν ἕτεροι, οἱ ὁποῖοι μισθοδοτοῦνται ἵνα περιφέρωνται εἰς τὰ δημόσια μέρη· ὑπάρχουσιν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι διωρίσθησαν διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἠθέλησε νὰ εὐχαριστήσῃ τινὰς τῶν φίλων του, διὰ νὰ καπνίζουν. Ἰδοὺ λοιπὸν, κύριοι, πῶς ηὔξησαν αἱ δημόσιαι δαπάναι. Εἶναι δύσκολον σήμερον αὗται νὰ ἐλαττωθῶσι, διότι ἅμα μία δαπάνη κατεχωρίσθη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, γεννῶνται συμφέροντα ὑπὲρ ἰδιωτῶν, τὰ ὁποῖα συνωμοτοῦν τρόπον τινα κατὰ τῶν διαθέσεων τοῦ ὑπουργοῦ, ἂν ἦναι καὶ πλεονάζουσα. Τί πρέπει λοιπὸν ἐνταῦθα νὰ γίνῃ; Πρέπει νὰ βαδίσωμεν τοιουτοτρόπως δαπανῶντες πλέον τῶν ἀπαιτουμένων, φορολογοῦντες ἐπαχθῶς τοὺς πολίτας, ἀφαιροῦντες κεφάλαια ἀπὸ τὴν γενικὴν παραγωγήν; Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἂν ἐξακολουθήσωμεν τοιουτοτρόπως, ἂν σήμερον εὑρισκώμεθα εἰς τὸ χεῖλος τῆς ἀβύσσου, μετ’ ὀλίγον θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ βάθος αὐτῆς. Τὸ κινητὸν χρέος τῆς Ἑλλάδος σήμερον, ὡς ἤκουσα μετὰ φρίκης μου, ἀναβαίνει εἰς 18 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἐξ ὧν 3 ἑκατομμύρια ἐξ ἐνταλμάτων, τὰ ὁποῖα μένουσιν ἀνεξόφλητα. Τὸ κινητὸν αὐτὸ χρέος εἶναι προϊὸν τῆς ἀσωτείας ὀλίγων χρόνων, εἰς ἣν ἐσυνηθίσαμεν. Ὁ νῦν κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἀναβιβάζει τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ καθ’ ὑπόθεσιν, διότι βεβαιότητα οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ, εἰ καὶ μὴ δυνάμενος νὰ διατάξῃ αὐτὰ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως, εἰς ὧν τὴν εὔνοιαν στηρίζεται, ὥστε νὰ ἐλπίζῃ εἰς τὸ προσεχὲς ἔτος μεγάλην εὐφορίαν καὶ καλὴν ἐσοδείαν, ἐν ᾧ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπίσης εἴχομεν, κατὰ τὸ λέγειν του, καλὴν ἐσοδείαν, ὅπερ καθιστᾷ πολὺ ἀμφίβολον τὴν εὐφορίαν εἰς τὸ ἑπόμενον, τὰ ἀναβιβάζει εἰς 37 ἑκατομμύρια.
§201ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἐδιαβάσατε τὴν ἔκθεσιν; Ἐκεῖ ὅπου εἶναι ἀφορία, εἶναι τὸ ⅓.
§202Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ ἠξεύρετε ποῦ ἐστηρίχθη διὰ νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο; Λέγει, ἐὰν δὲν ἦναι εὐφορία, θὰ ἦναι τότε ἀκριβὰ τὰ γεννήματα, ὡς νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα νὰ προσδιορίσῃ τὰς τιμάς των. Ἡ Ἑλλὰς ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ μεγίστην ἀφορίαν, καὶ μόλον τοῦτο τὰ γεννήματα νὰ ἦναι εἰς εὐτελεστάτην τιμή; ἐὰν σήμερον ᾖναι 7 ἢ 8 δραχμῶν ἡ τιμή των ὑπαρχούσης εὐφορίας, τὸ ἑπόμενον ἔτος, ἀφορίας οὔσης, ἠμπορεῖ νὰ καταβιβασθῇ εἰς 4 δραχ. ἢ 5 μόνον, ὅπως ἦσαν εἰς τὰ 1864, διότι ἡ τιμὴ τῶν προϊόντων τῆς Ἑλλάδος, ἐκτὸς ἐκείνων τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ προέρχωνται ἀπὸ προνομιοῦχον πηγὴν, λαμβάνει τὸν προσδιορισμόν της εἰς τὴν γενικὴν ἀγορὰν τοῦ κόσμου. Ἐὰν εἰς τὴν Εὐρώπην ᾖναι ἐφθηνὰ, ἐπίσης θὰ ᾖναι καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα· διότι τὰ προϊόντα αὐτὰ θὰ ζητήσουν παντοῦ νὰ πωληθοῦν, ὅπου ὑπάρχει ἀνωτέρα τιμὴ, ἔστω καὶ 10 μόνον κατὰ κοιλὸν λεπτῶν. Τοιουτοτρόπως λοιπὸν κατορθοῦται ἡ ἐφθηνία ὅλων τῶν προϊόντων. Ἀφοῦ λοιπὸν, κύριοι, βαδίζομεν μὲ ὑποθέσεις αὐξάνοντες τὰ ἔσοδά μας διὰ νὰ αὐξήσωμεν τὰ ἔξοδά μας, καταλαμβάνετε, ὅτι βαδίζομεν τὴν ὁδὸν τοῦ ἀσώτου, τοῦ ἀποπλανημένου ἐκείνου νέου, ὅστις διὰ τῆς φαντασίας του ηὔξανε τὴν κατάστασίν του καὶ κατὰ συνέπειαν ηὔξανε τὰς δαπάνας του ἕως οὗ εὑρέθη χωρὶς λεπτοῦ. Πολὺ λυποῦμαι, ὅτι ὁ νῦν ἀντιπροσωπεύων τὰς οἰκονομικὰς γνώσεις τῆς Ἑλλάδος ὡς ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν μοὶ ἔφερεν ὡς παράδειγμα τὴν...... διὰ νὰ ἀντικρούσῃ μίαν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ διαφιλονεικήσῃ εἰς τὸν κόσμον, καὶ εἰς τὴν....... τὰ γεννήματα θὰ ὑποστῶσι τὴν ἐλάττωσιν σχετικῶς τῶν Ἀθηνῶν· αὐτὴ εἶναι ἡ γενικὴ ἀρχή.
§203ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Περὶ τῆς τιμῆς εἶπον.
§204Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Περὶ τῆς τιμῆς, καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας ἐπίσης θὰ παρουσιασθῇ μόνη ἡ διαφορὰ τῶν ἀγωγίων. Πέρυσι λοιπὸν, κύριοι, προϋπελογίσαμεν τὰ ἔσοδα εἰς 34,000,000, ἐφέτος δὲ εἰς 37· πέρυσι τὰ ἔξοδα ἦσαν 35,000,000, ἐνῷ σήμερον προϋπολογίζονται ἐπίσης εἰς τὸ ἴδιον ποσὸν, ἀφίνοντα καὶ περίσσευμα. Ἀλλὰ, κύριοι, βεβαιωθῆτε ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς τὴν Ἑλλάδα, (ὡς οἱ ἀπολογισμοὶ δύνανται νὰ ἀποδείξωσιν ὅταν τυπωθῶσι, διότι ἡ προσωρινὴ κατάστασις τοῦ 1867 δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀκριβὴς, καὶ ἐνῷ ἠμπορεῖ νὰ ἀποτελῇ ἁπλοῦν τεκμήριον, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι καὶ ἀναμφισβήτητος), ἐπαναλαμβάνω λέγων ὅτι μέχρι τοῦ παρόντος τὰ εἰσοδήματα τῆς Ἑλλάδος δὲν ὑπερβαίνουν τὸ ποσὸν τῶν 32,000,000· ὅσοι διϊσχυρίζονται τὸ ἐναντίον πλανῶνται, καὶ μόνον πράττουσι τοῦτο ἵνα δικαιολογήσωσι τὰς ὑπερβολικὰς δαπάνας. Ὅλοι οἱ προϋπολογισμοὶ τῆς Ἑλλάδος μέχρι σήμερον ὑπῆρξαν ψευδῆ καὶ τὸ ἀπέδειξαν τὰ πράγματα. Δὲν εἶναι ὅμως κατηγορία ἀόριστος· τὰ πράγματα καὶ τὰ ἀποτελέσματα τὸ ἀποδεικνύουν· τὰ χρέη, εἰς τὰ ὁποῖα εὑρίσκεται, τὰ ἐλλείμματα εἰς τὰ ὁποῖα ὑπέπεσε καὶ τὰ ὁποῖα μετὰ ταῦτα ἀποδεικνύονται, εἶναι ἡ ἀπόδειξις. Τὸ συμπέρασμά μου λοιπὸν, κύριοι, εἶναι τοῦτο, ὅτι καθῆκον ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ μὴ σπεύδῃ νὰ ἐπικυροῖ δαπάνας, καὶ νὰ παραδέχεται ἀριθμούς· ἡ ἀποστολή της εἶναι νὰ ἐξακριβόνῃ βασίμως καὶ ἀληθῶς τὰ πιθανὰ ἔσοδα καὶ νὰ κανονίζῃ τὰ ἔξοδα ἀναλόγως τῆς πραγματικῆς ἀνάγκης. Δὲν μὲ λέγετε, κύριοι, ποία εἶναι ἡ ἀνάγκη, ἥτις παρουσιάσθη ἀπὸ τὸ 1864 μέχρι σήμερον, διὰ νὰ αὐξήσουν αἱ τακτικαὶ δαπάναι τοῦ κράτους ἐπὶ 15,000,000; Δὲν εἶναι αὐτὸ ἀπόδειξις, ὅτι αὐταὶ αἱ δαπάναι εἶναι ἄνευ λόγου; Ἐὰν τὸ 1864 ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Γεωργίου διοικήθημεν μὲ 22,000,000, ἦτον ἀνάγκη σήμερον νὰ προστεθῶσιν ἀκόμη 13,000,000 διὰ νὰ διοικηθῶμεν; Τὸ 1869 πρέπει πάλιν νὰ αὐξήσουν, καὶ οὕτω καθεξῆς. Τὸ κινητὸν αὐτὸ χρέος τῶν 18,000,000 πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξοφληθῇ ὅταν ἡμεῖς ἐξοδεύωμεν ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἀφίνωμεν καὶ ἔλλειμμα; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πληρώσωμεν τὰ χρέη αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐβάλομεν; Καὶ τέλος πάντων ἂς ἀφήσωμεν τὰ ἄλλα χρέη, τὰ ὁποῖα εἶναι κανονισμένα νὰ πληρωθῶσιν εἰς ἐτησίας δόσεις· ἀλλ’ αὐτὸ τὸ κινητὸν χρέος πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρεθῇ; Σήμερον ζητεῖται ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ προσθέσῃ 1% ἀκόμη ἐπὶ τοῦ τόκου τοῦ δανείου τῶν 28,000,000, διὰ νὰ τὸ πραγματοποιήσῃ. Ὑπάρχει καὶ τὸ ἄλλο νομοσχέδιον τῶν 15,000,000, ὅπου καὶ ἐκεῖ πάλιν ἔκαμαν ἄλλην πρότασιν νὰ αὐξήσῃ τὸ χρεωλύσιον ἀπὸ 2% εἰς 10, καὶ νὰ προστεθῶσιν ἄλλα 2,000,000 εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν δαπανῶν τοῦ ἔτους 1870. Αὐτὰ τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν νὰ πραγματοποιήσωμεν, δὲν ἀποβλέπουν νὰ ἐξοφλήσουν τὸ κινητὸν χρέος, ἀλλ’ εἶναι προσδιωρισμένα νὰ καλύψουν τὸ ἔλλειμμα τοῦ παρελθόντος ἔτους, τὸ ὁποῖον ἀναβαίνει εἰς 13,000,000, ἐνῷ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν ἐνθυμῆσθε καλὰ, εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1868 ἔφερε μόνον 7. Λοιπὸν ἀφ’ οὗ ὁ προσδιορισμὸς αὐτῶν τῶν δανείων εἶναι ἄλλος καὶ μένουν τὰ 18,000,000, τὸ κινητὸν αὐτὸ χρέος, πῶς εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ ἀποσύρωμεν αὐτὸ ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν; πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἱκανοποιήσωμεν τοὺς πιστωτὰς αὐτοῦ, ὅταν ἡμεῖς ἐξαντλῶμεν ὅλα μας τὰ ἔσοδα κατ’ ἔτος καὶ συνάμα ἀφίνωμεν ἔλλειμμα; Εἶναι λοιπὸν, κύριοι, αὐτὴ μία κατάστασις πολὺ ὀδυνηρὰ καὶ πολὺ ἀξία τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς καὶ ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους.
§205ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἴσα ἴσα διὰ τοῦτο παρουσιάζει ἓν περίσσευμα αὐτὸς ὁ προϋπολογισμὸς, διὰ νὰ καταντήσῃ μὲ τὸν καιρὸν νὰ ἐξοφλήσῃ αὐτὸ τὸ κινητὸν χρέος.
§206Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον λέγετε ὅτι παρουσιάζει ὁ νῦν προϋπολογισμὸς, εἶναι ἰδανικὸν, καὶ τόσον ἰδανικὸν, ὥστε λυποῦμαι διότι δὲν τὸ αἰσθάνεσθε· περνᾶτε κέρδη ἀπὸ τὴν ἐκτύπωσιν τῶν χαλκίνων νομισμάτων, ἐν ᾧ ὑπάρχει ζημία· περνᾶτε περίσσευμα μεταξὺ δαπανῶν καὶ ἐσόδων, ἐνῷ ἀναβιβάζετε τὰ ἔσοδα εἰς 37 ἑκατομμύρια χωρὶς νὰ ἀφαιρέσητε τὰ καθυστερήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπὸ 5–10. Τὸ λάθος αὐτὸ τὸ ἐκάμετε καὶ εἰς τὸν ἄλλον προϋπολογισμὸν τοῦ 1868, ὥστε τὰ 37 ἑκατομμύρια πρέπει νὰ μείνουν μόνον 33, καὶ τότε δὲν ὑπάρχει περίσσευμα. Ἐὰν λοιπὸν αὐτοῦ στηρίζησθε ἵνα ἐξοφλήσητε τὰ κινητὰ χρέη τῆς Ἑλλάδος, ἀλλοίμονον εἰς τὴν Ἑλλάδα· ὄχι μόνον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξοφλήσητε αὐτὰ, ἀλλὰ κατ’ ἔτος θὰ προστίθεται καὶ ἓν νέον ἔλλειμμα.
§207ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Αὔριον πλέον, κ. πρόεδρε.
§208Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κ. πρόεδρε· τὴν δευτέραν.
§209ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Ὄχι· ἐξακολουθήσατε, κ. πρόεδρε.
§210ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Θέλω νὰ ὁδηγηθῶ πῶς θὰ προέλθῃ αὐτὸ τὸ περίσσευμα (θόρυβος).
§211ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ὁρίστε, κ. πρόεδρε, ἐμπρός.
§212ΔΟΣΙΟΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κ. πρόεδρε.
§213ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Νὰ περάσωμεν τοὐλάχιστον ἓν κεφάλαιον.
§214ΕΤΕΡΟΙ (δεξιόθεν). Τί κεφάλαιον; δὲν εἶναι ἀπαρτία, κ. πρόεδρε.
§215ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον, κ. πρόεδρε, ἦτο κατεπείγουσα ἀνάγκη νὰ ἐργασθῶμεν τὴν νύκτα, τώρα ὅμως δὲν ἔχομεν τοιαύτην ἀνάγκην. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἀντιδράσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη τοσοῦτον κατεπείγουσα.
§216ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐὰν ἐπιμένουν, κ. πρόεδρε, νὰ προχωρήσωμεν, νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος· ἀπαρτία δὲν εἶναι.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ἀφ’ οὗ γίνεται παρατήρησις ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία, νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Ἄρχεται ἡ ἐκφώνησις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου.
§218ΜΑΛΛΙΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἐκφωνεῖτε τὸν κατάλογον, κ. πρόεδρε; δὲν βλέπετε ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία; Εἶναι μάταιον (θόρυβος).
§219ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἢ ὁ κατάλογος νὰ ἀναγνωσθῇ ἢ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν (θόρυβος).
§220ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Εἶναι ἀπαρτία.
§221ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, καὶ ἐὰν εὑρεθῶμεν εἰς ἀπαρτίαν, ἠμπορεῖ πάλιν νὰ εἴπουν, δὲν εἶναι ἤδη ἀπαρτία καὶ νὰ ζητήσουν νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος (θόρυβος).
§222ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Νὰ ἀναγνωσθῇ ἓν κεφάλαιον μόνον.
§223ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Πῶς νὰ ἀναγνωσθῇ;
§224Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε...
§225ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Πέντε λεπτὰ μόνον....
§226ΔΟΣΙΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τί συμβαίνει; ἄρχισεν ὁ κατάλογος; (θόρυβος).
§227ΜΑΛΛΙΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συγκατατίθεμαι, καὶ δὲν συγκατατίθεμαι λέγω ἐκ πείσματος.
§228ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὸν ὀνομαστικὸν κατάλογον· λογομαχίαι μεταξὺ διαφόρων βουλευτῶν καὶ θόρυβος ἐπικρατεῖ). Ἐκφωνεῖται τὸ ὄνομα Μαλιαρόπουλος.
§229ΤΙΝΕΣ. Εἶναι παρών.
§230ΜΑΛΛΙΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ δὲν λέγω τίποτε, (θόρυβος). Παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον, κ. πρόεδρε, (ἀναβαίνει τὸ βῆμα) διὰ νὰ ἀποδείξω τὴν ἠθικὴν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες θρασύνονται.
§231ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΤΙΝΕΣ ΑΛΛΟΙ. Ἐσὺ εἶσαι ἀνήθικος. (Ἐγείρεται θόρυβος μέγας καὶ λογομαχίαι μεταξὺ τῶν βουλευτῶν, τῶν ὁποίων τινὲς ὁρμῶσι κατὰ τοῦ Κ. Μαλιαροπούλου καὶ κτυποῦν αὐτόν).
§232ΣΑΡΑΒΑΣ ΚΑΙ ΦΙΛΗΜΩΝ. Τί κατάστασις εἶναι αὐτὴ, κ. Πρόεδρε, νὰ κτυποῦν τοὺς ἀνθρώπους μέσα εἰς τὸ βουλευτήριον; (θόρυβος).
§233ΣΑΡΑΒΑΣ. Πρέπει νὰ τὸ μάθωμεν καὶ αὐτό· ὅταν ἡ πλειονοψηφία ἔχει τραμπούκους, ἐδῶ ἡμεῖς δὲν ἠμποροῦμεν νὰ μένωμεν.
§234Τ. ΡΟΥΚΗΣ. Ἐσὺ εἶσαι βαγαμπόντες, μονομανὴς (θόρυβος). Δὲν ἀνεχόμεθα οἱ τραμποῦκοι νὰ ὑβρίζουν τοὺς νοικοκυραίους.
§235ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Τὸν κατάλογον, κ. πρόεδρε.
§236ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἐξακολουθεῖ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου).
§237ΦΙΛΗΜΩΝ ΚΑΙ ΔΟΣΙΟΣ. Κ. πρόεδρε, ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ συζήτησις ὕστερον ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συνέβησαν;
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον ἔχομεν τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, κύριοι. (Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 5 50|60 Μ. Μ.)