| 173 | Χρέος ἐξωτερικὸν | δραχ. | 2,225,000 | |
| 174 | Χρέος ἐσωτερικὸν | » | 3,159,870 | |
| 175 | Συντάξεις | » | 2,711,500 | |
| 176 | Βʹ. Εἰς Βασιλικὴν χορηγίαν | » | 1,125,000 | |
| 177 | Γʹ. Εἰς ἔξοδα Βουλῆς | » | 381,874 | |
| 178 | Δʹ. Εἰς τὴν γενικὴν ὑπηρεσίαν τῶν ὑπουργείων. | |||
| 179 | Τῶν Ἐξωτερικῶν | δραχ. | 834,028 | |
| 180 | Τῆς Δικαιοσύνης | » | 2,441,022 | |
| 181 | Τῶν Ἐσωτερικῶν | » | 3,511,384 | |
| 182 | Τῶν Ἐκκλησιαστικῶν | » | 1,653,446 | |
| 183 | Τῶν Στρατιωτικῶν | » | 8,454,250 | |
| 184 | Τῶν Ναυτικῶν | » | 2,053,300 | |
| 185 | Τῶν Οἰκονομικῶν | » | 1,132,398 | |
| 186 | Εʹ. Εἰς ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας | » | 2,289,051 | |
| 187 | Εἰς διαφόρους πληρωμάς | » | 2,018,100 | |
| 188 | Τὸ ὅλον | δραχ. | 32,990,123 | |
| 189 | Ἐλαττώσεις εἶναι αὗται | » | 1,222,907 | |
| 190 | Εἰς αὐτὰς προσετέθησαν τὰ ἔξοδα | |||
| 191 | τῆς Βουλῆς, ὥττε ἡ ἐλάττωσις εἶναι | » | 1,057,939 |
1868.10.21
1,217 rows · 9,841 words · 1 table · 138 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 81
Τῆς 21 Ὀκτωβρίου 1868.
(Δευτέρα)
(Ὥρα 3)
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος κύριος Ἀβέρωφ.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συζήτησις, κύριοι........
§4ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἔχω μίαν ἀναφορὰν ν’ ἀναγνώσω.
§5ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἡ σήμερον ὡρίσθη ἡμέρα ν’ ἀπαντήσῃ ὁ ὑπουργὸς, ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπὶ μιᾶς ἐπερωτήσεως τὴν ὁποίαν ἔκαμε περὶ τῆς ἀποπομπῆς τῶν Κρητικῶν οἰκογενειῶν, καὶ ἂν ἀμφιβάλλητε ἠμπορεῖτε νὰ πάρητε τὰ πρακτικὰ νὰ ἰδῆτε.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρωθυπουργέ! Ὁ κύριος βουλευτὴς Δωρίδος θέλει νὰ ἀπαντήσητε εἰς τὴν ἐπερώτησιν τὴν ὁποίαν ἔκαμε διὰ τὰς Κρητικὰς οἰκογενείας.
§7ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Νὰ ἐπαναλάβω διὰ ν’ ἀκούσῃ ὁ Κ. Πρωθυπουργός. Προχθὲς τὴν Παρασκευὴν τὸ ἑσπέρας ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐῤῥέθη, ὅτι ἀστυνομικοὶ κλητῆρες παρέλαβον Κρητικὰς οἰκογενείας καὶ τὰς μετέφερον εἰς Πειραιᾶ διὰ νὰ τὰς ἀποστείλωσι εἰς Κρήτην. Εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ, ἢ ὄχι;
§8ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. (Πρωθυπουργός). Οἱ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες καὶ ἡ ἀστυνομία, ὅταν παρευρίσκηται εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ὁποίας εἴπατε τώρα, ἐπὶ ἀναχωρήσει Κρητῶν προσφύγων, παρευρίσκεται μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ τηρήσῃ τὴν τάξιν, διότι συνέβησαν προηγουμένως μερικὰ ἄτοπα καὶ συγκρούσεις, αἱ ὁποῖαι ἔφεραν πολλὰ σκάνδαλα, διότι κατὰ πολλῶν ἐκ τῶν προσφύγων Κρητῶν, οἱ ὁποῖοι ἔμελλον ν’ ἀναχωρήσωσι, ἐπέπεσαν πάλιν ἕτεροι Κρῆτες καὶ ἐκτύπησαν αὐτοὺς καὶ τοὺς ἐπλήγωσαν καὶ ἀκόμη τοὺς ἐλαφυραγώγησαν. Ἔκτοτε εἶναι ἀνάγκη ἡ ἀστυνομία νὰ ὑπάρχῃ καὶ παρευρίσκεται εἰς τὰς ἀναχωρήσεις διὰ νὰ μὴ ἐπαναληφθοῦν τ’ αὐτά· εἰς τοιαύτας περιστάσεις λαμβάνει μέρος ἡ ἀστυνομία, διὰ νὰ ἐμποδίζῃ νὰ ἐπαναληφθοῦν τὰ τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα φέρουν σκάνδαλον. Ἡ ἀστυνομία δὲν ἔχει καμμίαν ἐξουσίαν, οὔτε νὰ τοὺς ἐμποδίσῃ, οὔτε νὰ τοὺς εἴπῃ φύγετε. Ἡ ἀστυνομία ἔχει καθῆκον νὰ προσέχῃ εἰς τὸ νὰ μὴ συμβοῦν ὅμοια ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συνέβησαν, διότι ἐὰν ἡ ἀστυνομία δὲν ᾖναι μάρτυς καὶ δὲν προσέχῃ εἰς τὸ νὰ μὴ ἐπαναληφθοῦν τ’ αὐτά, τότε δὲν ἔχετε δίκαιον νὰ εἴπητε ἡ ἀστυνομία τί ἔκαμεν; ἡ ἀπάντησίς μου εἶναι αὐτή.
§9ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἔλαβα ἀφορμὴν, κύριοι, ν’ ἀπευθύνω τὴν ἐπερώτησιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀπήντησεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπὸ τὸν ἑξῆς λόγον· 1) διότι φίλος μου λίαν ἀξιότιμος καὶ ἀξιόπιστος ἐβεβαίωσεν, ὅτι τὸ ἑσπέρας τῆς Παρασκευῆς ἤκουσε φωνὰς πλησίον του τῶν Κρητικῶν οἰκογενειῶν, λεγούσας πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς ἀστυνομίας, ἀφήσατέ μας νὰ ἀποθάνωμεν ἐδῶ, τί θέλετε νὰ μᾶς στείλετε εἰς τὴν Κρήτην.
§10ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Δὲν λέγονται αὐτὰ τὰ λόγια ἀπὸ τοῦ βήματος.
§11ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Καὶ μία ἐφημερὶς πολὺ ἀξιόπιστος λέγει τὰ ἑξῆς.
§12ΤΙΝΕΣ. Ποία;
§13ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἡ «Αὐγή».—Χθὲς τὸ ἑσπέρας περὶ τὸ μεσονύκτιον....... Ἐὰν ἐννοῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ ἐφημερὶς αὕτη τὴν συκοφαντεῖ, πρέπει νὰ ἱκανοποιηθῇ, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβε κανὲν μέτρον· πλὴν τούτου ἡ Κυβέρνησις διεβεβαίωσεν, ὅτι ἐργάζεται μόνον καὶ μόνον ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως, μήπως ἐνόμισεν, ὅτι ἡ ἀποπομπὴ τῶν οἰκογενειῶν συντείνει μᾶλλον εἰς τὴν ἕνωσιν, διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι τοῦτο διευκολύνει μᾶλλον τὴν ὑποταγὴν τῶν Κρητῶν ταχύτερον νὰ γείνῃ. Μία ἀπὸ τὰς ψυχὰς τῆς ἐπαναστάσεως εἶναι ἡ διατήρησις ἐδῶ καὶ ἡ ἔλευσις τῶν οἰκογενειῶν τῶν Κρητῶν· ἡ ἀποπομπὴ καὶ ἀποστολὴ εἰς τὴν Κρήτην δὲν συντελεῖ εἰμὴ εἰς τὴν ταχυτέραν πτῶσιν αὐτῆς· διὰ τοῦτο μᾶλλον πιστεύω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγονται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πειθαναγκάζει τοὺς πρόσφυγας νὰ ὑπάγωσιν εἰς τὴν Κρήτην. Συμβουλεύω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ δίδῃ ταχύτερα τὰ σιτηρέσια καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν τὰς ἀναχωρήσεις τῶν οἰκογενειῶν, διότι τοῦτο συντελεῖ εἰς τὴν ταχυτέραν πτῶσιν.
§14ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ἐὰν ἤμεθα πνευματικοί.......
§15ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἔλαβον ἀναφορὰν ἀπὸ πολλοὺς Κρῆτας, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται περὶ ὅσων ἠκούσατε, δὲν ἤθελον ὅμως νὰ τὴν ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν· ἐλυπήθην δὲ ἀκόμη, διότι ἤθελε δηλωθῆ ἐκ τούτου ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀρνεῖται νὰ συντηρήσῃ αὐτὰς τὰς Κρητικὰς οἰκογενείας, καὶ δὲν ἠθέλησα νὰ κάμω πρότερον τοῦτο, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἴσως ἀπὸ περιστατικὰ ἔκτακτα ἡ Κυβέρνησις παρεμποδίσθη νὰ πράξῃ τοῦτο, καὶ ὅτι εἰς τὸ μέλλον ἤθελον θεραπευθῆ ὅλα. Ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ εἶναι ἀπὸ τὰς 9 Ὀκτωβρίου, καὶ δὲν ἤθελον νὰ τὴν ὑποβάλω, διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους σᾶς προεῖπον· χθὲς ὅμως καὶ σήμερον ἦλθον πολλαὶ οἰκογένειαι εἰς τὴν οἰκίαν μου, καὶ μοὶ ὑπέβαλον τὰ αὐτὰ, ἤκουσα μάλιστα ὅτι καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ἦλθον πολλαὶ οἰκογένειαι νὰ παραπονεθῶσι, χθὲς ἢ σήμερον νομίζω· θὰ σᾶς ἀναγνώσω αὐτὴν τὴν ἀναφορὰν καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὰ ἐμπεριεχόμενα καὶ δώσητε χεῖρα βοηθείας· κρίνοντες αὐτὰ, δὲν πρέπει ν’ ἀποβλέψητε εἰς οὐδὲν ἄλλο, εἰμὴ θέτοντες τὴν χεῖρα εἰς τὴν καρδίαν ν’ ἀποφασίσητε. (Ἀναγινώσκει τὴν ἀναφοράν). Κύριοι, αὐτὴ εἶναι ἡ πλέον εὔγλωττος φωνή.
§16Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νὰ περάσῃ εἰς τὰ πρακτικά.
§17ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουρ. Οἰκονομικῶν). Τῷ ὄντι, Κ. βουλευταὶ, ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ εἶναι λίαν συγκινητική· ἀφότου ἦλθον εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, πρῶτον ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν μου αὐτὴν τὴν δαπάνην τῶν προσφύγων· καὶ ἐπληρώνετο καὶ πληρόνεται· δὲν ἔχουν παρὰ ὀλίγον καιρὸν, ἐνῷ ἄλλοτε ἔμενον περισσότερον καιρόν· διέταξα νὰ πληρωθοῦν, ἀλλὰ σήμερον μοὶ ἔκαμον παράπονα ὅτι δὲν ἐπληρώθησαν· ἀλλὰ τοῦτο συνέβη, διότι ὁ ταμίας εἶναι ἀσθενὴς, ἀλλ’ αὔριον θὰ πληρώσῃ. Ἀλλὰ πιστεύω ὅτι εἶναι καὶ μερικαὶ ὑπερβολαὶ, ὅτι εὑρίσκονται ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι τοὺς πειθαναγκάζουν νὰ φύγουν καὶ τὰ τοιαῦτα· δὲν πιστεύω νὰ δίδῃ πίστιν ἡ Βουλὴ εἰς αὐτά· καθόσον ὅμως ἀφορᾷ τὰ σιτηρέσια, ἡ Κυβέρνησις θὰ φροντίσῃ καὶ φροντίζει πάντοτε.
§18Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ σταλῇ αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις νὰ στείλῃ εἰς τὴν εἰσαγγελίαν τὰ ὀνόματά τινων ἀπὸ τῶν ὑπογεγραμμένων, ἡ ὁποία νὰ τοὺς ἐξετάσῃ καὶ μάθῃ ποῖα εἶναι τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα ἀναγκάζουν τοὺς Κρῆτας ν’ ἀναχωρῶσι, καὶ ἐὰν ἴδῃ ὅτι ὑπάρχει ὑπάλληλος τοιοῦτος νὰ τὸν τιμωρήσῃ, ἐὰν δὲ ἄλλως πληροφορηθῶμεν, ὅτι δὲν λέγουν τὴν ἀλήθειαν, νὰ μὴ κατακρίνωμεν τοὺς ὑπαλλήλους, διότι ἐὰν εὑρίσκοντο τοιοῦτοι ἄνθρωποι, αὐτοὶ ὄχι μόνον ὑπάλληλοι δὲν εἶναι, ἀλλ’ οὔτε Ἕλληνες. Λοιπὸν προτείνω νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐτωτερικῶν νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποσταλῇ;
§20ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§21ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ εἶναι ὑπογεγραμμένη ἀπὸ ἀνθρώπους ἄλλως ἀξιοπίστους. Ἐγὼ δὲν ὑποστηρίζω ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγονται, ἀλλὰ σᾶς λέγω ὅτι τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ὑπέγραψαν τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν εἶναι ἀξιόπιστα. Ὁ πρῶτος ὁ Μανουσογιαννάκης, ὅστις ἦτον ἀρχηγὸς κατὰ τὴν ἄλλην ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης, καὶ ἄλλοι πληρεξούσιοι ἐπίσης ἀξιόπιστοι. Τὰ πράγματα ἐγὼ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως τὰ εἶδον, δὲν θέλω ὅμως νὰ εἴπω ὅτι ταῦτα συνέβησαν ἐκ κακῆς προαιρέσεως τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι εἶναι 40 ἡμέραι σήμερον, καὶ δὲν ἐπλήρωσαν εἰμὴ 10 ἡμέρας. Ἀπὸ τὸν Πόρον ἦλθεν εἷς Κρὴς, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάγῃ ἐκεῖ, διότι ἀπὸ τὴν ά. Αὐγούστου μέχρι σήμερον δὲν ἐπλήρωσαν σιτηρέσια.
§22ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές. Ἡ Κυβέρνησις αἰσθάνεται καὶ ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν της.
§23ΔΟΣΙΟΣ. Ὅλαι αἱ ἀναφοραὶ, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν, νὰ σταλοῦν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἐπειδὴ λήγει ἐντὸς ὀλίγου ἡ Βουλὴ, καὶ νὰ τὰς στείλῃ τὸ προεδρεῖον ἀπ’ εὐθείας εἰς τὰ ἁρμόδια ὑπουργεῖα.
§24ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ μίαν ἄλλην ἀναφορὰν, δὲν εἶναι περιττὸν καὶ δὲν πρέπει νὰ συστηθῇ ἁπλῶς ἡ ἀναφορὰ, πρέπει νὰ συστηθῇ ἐνθέρμως, καλλίτερα εἶναι νὰ προσβληθῇ ἡ Κυβέρνησις παρὰ ν’ ἀφήσωμεν τὸ πρᾶγμα οὕτως· αὐτὸ εἶναι τὸ χρέος τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ συστηθῇ ἐνθέρμως ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἐὰν παραβλέψῃ τοῦτο, θὰ δώσῃ λόγον.
§25ΖΕΡΒΑΣ. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις ᾖναι παροῦσα καὶ διαβεβαιοῖ μὲ τὸν θετικώτερον τρόπον, δὲν ἠξεύρω ποίαν γνῶσιν θὰ ἔχετε σεῖς περισσοτέραν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε εἶναι περιττὸν νὰ λέγωνται τὰ τοιαῦτα, διότι καὶ οἱ Κρῆτες μισθοδοτοῦνται, καὶ ὅλα ὅσα πρέπει νὰ γείνωνται, γίνονται.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔλαβε γνῶσιν τὸ ὑπουργεῖον.
§27ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει μίαν πρότασιν καὶ ὁ κύριος Δεληγεώργης.
§28ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σύστασις τῶν ἀναφορῶν ἔγεινε, καὶ δὲν ἔφερεν ἀντίστασιν ἡ Κυβέρνησις· μήπως ἡ Κυβέρνησις δὲν αἰσθάνεται τὰ ἴδια καθήκοντα;
§29ΔΑΓΡΕΣ. Ἕνας ἄλλος λέγει νὰ μὴν ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν.
§30ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπε κανεὶς αὐτό.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ κράτους, κύριοι, μὲ τὰς ἐλαττώσεις, ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνωσθῇ;
§32ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴτε ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ, εἴτε μὴ, πρέπει νὰ τὸ ἀναγνώσητε.
§33ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ κράτους τῆς χρήσεως 1868. Ἄρθρον 1. Τὰ ἔξοδα τοῦ κράτους διὰ τὴν χρῆσιν 1868 ὑπολογίζονται εἰς 32,990,123.» Ἰδοὺ αἱ ἐλαττώσεις. «Ἄρθρον 2. Διὰ τὴν ἀνωτέρω ποσότητα χορηγοῦνται τοῖς ὑπουργοῖς πιστώσεις καταλογιζόμεναι κατὰ τὸν ἐπισυναπτόμενον γενικὸν πίνακα τῶν ἐξόδων καὶ ὑπὸ τὰ κεφ. καὶ ἄρθρα τῶν εἰς αὐτὸν προσηρτημένων ἀναλυτικῶν φύλλων ὡς ἕπεται. Αʹ. εἰς χρέος δημόσιον.
| Χρέος ἐξωτερικὸν | δραχ. | 2,225,000 |
| Χρέος ἐσωτερικὸν | » | 3,159,870 |
| Συντάξεις | » | 2,711,500 |
| Βʹ. Εἰς Βασιλικὴν χορηγίαν | » | 1,125,000 |
| Γʹ. Εἰς ἔξοδα Βουλῆς | » | 381,874 |
| Δʹ. Εἰς τὴν γενικὴν ὑπηρεσίαν τῶν ὑπουργείων. | ||
| Τῶν Ἐξωτερικῶν | δραχ. | 834,028 |
| Τῆς Δικαιοσύνης | » | 2,441,022 |
| Τῶν Ἐσωτερικῶν | » | 3,511,384 |
| Τῶν Ἐκκλησιαστικῶν | » | 1,653,446 |
| Τῶν Στρατιωτικῶν | » | 8,454,250 |
| Τῶν Ναυτικῶν | » | 2,053,300 |
| Τῶν Οἰκονομικῶν | » | 1,132,398 |
| Εʹ. Εἰς ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας | » | 2,289,051 |
| Εἰς διαφόρους πληρωμάς | » | 2,018,100 |
| Τὸ ὅλον | δραχ. | 32,990,123 |
| Ἐλαττώσεις εἶναι αὗται | » | 1,222,907 |
| Εἰς αὐτὰς προσετέθησαν τὰ ἔξοδα | ||
| τῆς Βουλῆς, ὥττε ἡ ἐλάττωσις εἶναι | » | 1,057,939 |
Ἀναγινώσκει τὸν καθ’ ὑπουργεῖον πίνακα τῶν ἐλαττώσεων.
§34ΤΙΝΕΣ. Διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ὑπάρχουν ἐλαττώσεις;
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· διότι ἀφηρέθησαν τινὰ καὶ προσετέθησαν ἄλλα.
§36ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 3. Ἐὰν αἱ διὰ τοῦ παρόντος νόμου χορηγούμεναι πιστώσεις ἄνευ ἐπεκτάσεως τῆς ὑπηρεσίας δὲν ἐξαρκέσωσι πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων, ἐπιτρέπεται ἵνα ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς χορηγηθῶσι διὰ Β. Διαταγμάτων ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ τῶν ἐφεξῆς ἄρθρων τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ὑπουργείων. Αʹ. Τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Διὰ διατροφὴν ὑποδίκων. Δι’ ἀποζημιώσεως συνέδρων. Δι’ ἀποζημιώσεως μαρτύρων. Δι’ ἔξοδα μεταφορᾶς ὑποδίκων. Δι’ ἔξοδα γραφείου καὶ ἀποσκευῆς κακουργοδικείων. Ὁμοίως μεταφορᾶς ἀνακριτῶν. Ὁμοίως ἐκτελέσεως θανατικῶν ἀποφάσεων. Βʹ. Τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Διὰ γενικὰ μέτρα ἀσφαλείας. Διὰ διατήρησιν καταδίκων. Δι’ ἀπόδοσιν διεθνῶν ταχυδρομικῶν δικαιωμάτων. Δι’ ὅμοια διεθνῶν τηλεγραφικῶν τελῶν. Γʹ. Τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ ποσοστὰ εἰσπράξεων. Διὰ ποσοστὰ φόρων ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν. Δι’ ἀποδοχὰς χαρτοσήμου. Διὰ ποσοστὰ γραμματοσήμου. Δι’ ἔξοδα ἐξορύξεως καὶ μεταφορᾶς ὀρυκτῶν. Δι’ ἔξοδα καλλιεργ. ἁλυκῶν καὶ μεταφορᾶς ἁλάτων. Δι’ ἐπιστροφὰς χρημάτων. Δι’ ἀντιμισθίαν δικηγόρων. Δι’ ἀπόδοσιν Κεφαλ. ὁδοποιΐας.»
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν ἐξόδων;
§38ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ σύνολον τῶν ἐξόδων. Τώρα μεταβαίνομεν εἰς τὰ ἔσοδα κατ’ ἄρθρ. καὶ Κεφάλ.
§40ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).....
§41ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀναγνώσατε τώρα τὸν νόμον.
§42ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ κράτους τῆς χρήσεως 1868. Ἄρθρον 1. Τὰ ἔσοδα τοῦ κράτους διὰ τὴν χρῆσιν 1868 ὑπολογίζονται εἰς δραχμὰς τριάκοντα τρία ἑκατομμύρια, πεντακοσίας ὀκτὼ χιλιάδας, ἀριθ. 33,508,000 κατὰ τὰ εἰδικώτερον διαλαμβανόμενα ἐν τῷ τῶν ἐσόδων πίνακι κατὰ τὰ προσηρτημένα εἰς αὐτὸν ἀναλυτικὰ φύλλα.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§44ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη τὸ πρῶτον ἄρθρον.
§46ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. «Ἄρθρον 2. Ἡ εἴσπραξις τῶν ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ἐσόδων θέλει ἐνεργεῖσθαι διὰ τὴν χρῆσιν 1868 ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων καὶ τῶν περί τινων ἐσόδων ἐκδοθησομένων.»
§47ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. Καὶ τὸ σύνολον;
§49ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§50ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργείου χορηγεῖται πίστωσις 2,000,000 κτλ.» Πρώτη ἀνάγνωσις.
§51ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη.
§53ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Περὶ ἀγορᾶς τῆς οἰκίας τοῦ ἀντιστρατήγου Χατζηπέτρου. (Ἀναγινώσκει τὸ νομοσχέδιον). Πρώτη ἀνάγνωσις. (Παρεδέχθη ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Πίστωσις 1,500,000 δραχμῶν, «Συνδρομαὶ προσφύγων.» Πρώτη ἀνάγνωσις. (Παρεδέχθη). Ἑτέρα πίστωσις 89,610 τοῦ 1867. (Παρεδέχθη). Ὅλαι αἱ πιστώσεις εἶναι εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Ἑτέρα πίστωσις 12,480 τοῦ 1868. (Παρεδέχθη). Ἑτέρα ἐπίσης εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν πίστωσις 320,000 τοῦ 1867. (Παρεδέχθη). Εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν περὶ μεταθέσεως πιστώσεως δραχ. 25,990 τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1867.» (Παρεδέχθη). Περὶ ἐπικυρώσεως τοῦ πρωτοκόλλου τῆς 5 Ἀπριλίου 1867 περὶ τῶν πέντε χωρίων τῶν Θηβῶν νομοσχέδιον (ἀνεγνώσθη καὶ παρεδέχθη) (θόρυβος).
§54ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ἔτσι τὸ κάμνετε πάντοτε.
§55ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Δὲν παρελείφθη· ὑμεῖς, ἐὰν δὲν ἀκούετε, ἔλθετε πλησιέστερα (θόρυβος).
§56ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Δὲν ἔχομεν ἡμερησίαν διάταξιν.
§57ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἐδῶ εἶναι.
§58ΤΙΝΕΣ. Ἀφοῦ δὲν εἶναι τοιχοκολλημένη νὰ τὴν ἠξεύρωμεν...
§59ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Θέλετε νὰ τὸ ἐπαναλάβω; «Τὸ πρωτόκολλον τὸ ὑπογραφὲν τὴν 5 Ἀπριλίου 1867 ὑπὸ........»
§60ΔΑΓΡΕΣ. Νὰ προσαρτηθῇ καὶ τὸ πρωτόκολλον τὸ ὑπογραφὲν...
§61ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἀκούσατέ το λοιπόν. «Πρωτόκολλον τῆς γενομένης ἐν τῷ καταστήματι τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν συνεδριάσεως.........»
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§63ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Μάλιστα.
§64ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. «Ἄρθρον 2.» (Ἀναγινώσκεται).
§65ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, βεβαίως ἡ προκειμένη σύμβασις πηγάζει ἀπὸ ἔγγραφα, δικαιώματα ἢ τίτλους· αὐτὰ δὲ ὅλα πρέπει νὰ τὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Βουλὴ διὰ νὰ ἀποφασίσῃ ἐν γνώσει· διότι, καθόσον ἐνθυμοῦμαι διατελέσας ὑπάλληλος τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐγνώριζον ὅτι ἡ προκειμένη ὑπόθεσις ἦτον εἰς τὰ δικαστήρια. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ στοιχεῖα αὐτὰ καὶ τὰ ἔγγραφα διὰ νὰ ὁδηγηθῶμεν ἐξ αὐτῶν. Νομίζω ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει εἰς τὴν πρότασιν αὐτὴν φέρει ἀντίστασιν, καὶ ἑπομένως ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς θέλει καταθέσει αὐτὰ τὰ ἔγγραφα.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡμίλησα εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα.
§67ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῶν ἐκθέσεων αὐτῶν, κύριοι, ἠρύσθην πληροφορίας τινὰς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι μὲ ἀναγκάζουν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Δὲν λέγω, ὅτι πρέπει νὰ ἀρνηθῶμεν ἐπὶ τέλους τὴν παραδοχὴν τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου· διότι καὶ ἐγὼ εἰσέτι δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω ὅτι ἔχω ἐσχηματισμένην πεποίθησιν. Ὑπάρχει πρὸς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς παρελθούσης· αὐτὴ ἡ ἔκθεσις εἶναι πληρεστέρα, περιέχει ἀφήγησιν ὅλης αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως. Τὰ κτήματα παρουσιάζονται ὡς Τουρκικὰ, ἀλλὰ γνωρίζετε, ὅτι ἔγεινε συνθήκη, δυνάμει τῆς ὁποίας ὅλαι αἱ Τουρκικαὶ ἰδιοκτησίαι παρεχωρήθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀντὶ ἀποζημιώσεώς τινος, αὐτὴ δὲ ἡ ἀποζημίωσις ἐδόθη εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν. Δυνάμει δὲ τῶν συνθηκῶν ἐκείνων, οἱ Ὀθωμανοὶ ἀπώλεσαν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἔχωσιν ἀπαιτήσεις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι πᾶσα ἀποζημίωσις ὀφειλομένη πρὸς ὑπηκόους τῆς Τουρκίας, ἀπεδόθη πρὸς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν. Οἱ παριστάμενοι ὡς ἰδιοκτῆται αὐτῶν τῶν χωρίων ἐζήτησαν ἀπὸ τὴν Ἑλλ. Κυβέρνησιν τὴν παραχώρησιν αὐτῶν τῶν χωρίων καὶ τοὺς καρποὺς αὐτῶν. Ἡ Κυβέρνησις στηριχθεῖσα εἰς τὰς συνθήκας ἠρνήθη τὴν παραχώρησιν αὐτῶν, καὶ πρὸς τοῖς ἄλλοις λόγοις, ὑπάρχει καὶ αὐτὸ, ὅτι αὐτοὶ, καθὸ Ὀθωμανοὶ, δὲν ἔχουν δικαίωμα τοιαύτης ἀξιώσεως· ἀλλὰ κατόπιν αὐτοὶ παρέστησαν, ὅτι τά κτήματα ἀνήκουσιν εἰς αὐτοὺς ὡς ἐκδεχθέντας αὐτὰ, καὶ ὅτι ἔχουσι δικαίωμα ἀποζημιώσεως. Λέγω λοιπὸν ὅτι δυνάμει τῶν συνθηκῶν δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ ζητήσωσι τίποτε· δεύτερον, ὅτι πάλιν παριστάμενοι ὡς ἔκδοχοι, ἐνῷ τὸ πρῶτον παρεστάθησαν ὡς κύριοι, ἐπίσης. Τέλος πάντων οἱ Ὀθωμανοὶ αὐτοὶ ἀπέναντι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δὲν κατώρθωσαν τίποτε, καὶ τοῦτο τοὺς ἠνάγκασε νὰ προσφύγουν εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν, αὕτη δὲ ἐμεσολάβησε καὶ ἐζήτησε τὴν συνδρομὴν καὶ τῶν τριῶν δυνάμεων, καὶ, κύριοι, ἐξ αὐτῆς τῆς ἐκθέσεως τῆς πρώην Κυβερνήσεως ἐξάγω, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις εἶχον ἀποφανθῆ ὑπὲρ ἡμῶν, μὲ αὐτὴν τὴν διαφορὰν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὑπεστήριζε πάντοτε τοῦτο, ὅτι δὲν εἶχον δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν κτημάτων αὐτῶν. Τί ἕπεται ἐκ τούτου; ὅτι ἐὰν δὲν εἶχον τοιοῦτον δικαίωμα, ὥστε νὰ ἀπαιτήσουν αὐτὰ, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον δὲν ἠμποροῦν νὰ ἔχουν δικαίωμα καὶ πρὸς καταβολὴν τῆς τιμῆς αὐτῶν τῶν κτημάτων. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι συνεπὲς περὶ τοῦ κυρίου ζητήματος τοῦ ἀφορῶντος τὰ κτήματα αὐτά. Αἱ Δυνάμεις, καθὼς ἡ ἔφεσις λέγει, ἀπεφάνθησαν «ἡ Κυβέρνησις........» Βλέπετε λοιπὸν, καὶ οἱ τρεῖς πρέσβεις τῶν Δυνάμεων ἀπεφάνθησαν ὑπὲρ τοῦ δικαίου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως· δὲν ἔχουν λοιπὸν δικαίωμα ἐπὶ τῶν κτημάτων αὐτῶν διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους φέρει ἡ ἔκθεσις, ἑπομένως δὲν ἠμποροῦν νὰ ζητήσουν καὶ ἀποζημίωσιν. Καὶ ὅμως κατόπιν ἐγείρεται τὸ ἄλλο ζήτημα, ἐὰν δὲν πρέπει νὰ δοθῇ τὸ τίμημα. Διατὶ, ἀφοῦ δὲν εἶσαι κύριος, νὰ πάρῃς τὸ πρᾶγμα; Μετὰ τὴν ἐπανάστασιν ἔγειναν διπλωματικαὶ διαπραγματεύσεις ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως τοῦ Κουμουνδούρου, καὶ κατόπιν μετὰ τῆς ἄλλης Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἦτον ἡ διάδοχος, ὅτε ὁ μὲν Γιαννόπουλος, Ὑπουρ. τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ δὲ Βαλασόπουλος, τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶχον προτείνει νὰ συμβιβασθῇ τὸ πρᾶγμα καὶ νὰ δώσουν ἀντὶ τῶν χωρίων τὸ τίμημα. Τώρα αὐτὸς ὁ συμβιβασμὸς εἶναι βάσιμος, ἀφοῦ καὶ αἱ Δυνάμεις ἐξεφράσθησαν ὑπὲρ ἡμῶν; Λοιπὸν, λέγω ἐὰν, δώσωμεν βάσιν εἰς τὰς πληροφορίας τῶν πρέσβεων, τὸ δεύτερον μέρος μοὶ φαίνεται ἄδικον· ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον, βλέπω καὶ ἄλλο, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ τὸν συμβιβασμὸν ὅλως διόλου ἀπαράδεκτον. Ποία εἶναι ἡ ἀξία τῶν χωρίων αὐτῶν; προσδιωρίσθη εἰς δραχμὰς τόσας χιλιάδας. Αὐτὰ ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἔγγραφα, νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ πρακτέου, τοὐλάχιστον περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων νὰ ἀφεθῇ εἰς ἄλλην περίστασιν διὰ νὰ τὸ ἐξετάσωμεν ἀκριβέστερα, ἐδῶ εἶναι χιλιάδες δραχ. Λοιπὸν παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα εἰς ἄλλην καταλληλοτέραν περίστασιν.
§68Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μὲ τὸν κ. Ἡλιόπουλον, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι σπουδαῖον, καὶ πρέπει νὰ μείνῃ τοὐλάχιστον διὰ τὴν ἑπομένην σύνοδον.
§69ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Θέλω προσθέσει καὶ ἐγὼ τὰ ἐδικά μου, διὰ τῶν ὁποίων θὰ φωτίσω καλλίτερα τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Δὲν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἰδιῶται οἱ ἔχοντες ἰδιοκτησίας, τὰς ἀπώλεσαν δυνάμει τῆς συνθήκης διὰ τῆς ὁποίας ὑπεχρεώθη ἡ Κυβέρνησις νὰ πληρώσῃ ποσόν τι εἰς τὴν Πύλην· οἱ ἰδιῶται διετήρησαν τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας διὰ νὰ τὸ μεταβιβάσουν εἰς ἄλλους ἀντὶ χρημάτων· τὸ ζήτημα εἶναι ἄλλο. Δὲν ἐνθυμοῦμαι καλὰ, ἂν τὸ κατὰ τὸ 1829 ἢ 1830, πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον ἔθεσε τέρμα εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς Ἑλλάδος, ἔθεσεν ὡς ἀρχὴν, μεταξὺ Ἑλλήνων καὶ Τούρκων, τὴν κατοχὴν............... καὶ τὰ ἐπίλοιπα κατὰ τὴν ἔνδοξον μάχην τῆς Πέτρας εἰς τὴν Λειβαδίαν. Κατὰ συνέπειαν λοιπὸν αὐτοῦ τοῦ πρωτοκόλλου ἔπρεπε νὰ ὁρισθῶσι τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα κατεῖχεν ἡ Ἑλλὰς ἐπὶ τῆς ἐπαρχίας τῶν Θηβῶν, ἢ τὰ ὅρια τὰ ὁποῖα κατεῖχον οἱ Ὀθωμανοί. Κατ’ ἀρχὰς οἱ Ὀθωμανοὶ δὲν εἶχον μεγάλας ἀπαιτήσεις· αἱ ἀπαιτήσεις των δὲν ἐκτείνοντο πέραν τῆς παραλίου γραμμῆς τῆς Χαλκίδος· δηλ. ἰσχυρίζοντο ὅτι κατεῖχον κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ πρωτοκόλλου τὰ........ τὸ..... τὸ.........καὶ τὸν Ὠρωπόν· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ, ἐλθόντος τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος, ἐπὶ ἀντιβασιλείας, οὔτε αὐτὰς τὰς ἀπαιτήσεις ἠθέλησε ν’ ἀναγνωρίσῃ, καὶ πρώτη της πρᾶξις ἦτο νὰ λάβῃ εἰς τὴν κατοχήν της διοικητικῶς ὅλα αὐτὰ τὰ μέρη. Μία παραχώρησις ἔγεινε τοῦ Ὠρωποῦ πρὸς τὸν κ. Παπαῤῥηγόπουλον, ἔχοντα τὴν προστασίαν μιᾶς Δυνάμεως, κατὰ συνέπειαν δοθείσης ἐγγυήσεως, ἂν ἀκολούθως ἀναγνωρισθῇ ὅτι ἤθελεν ἔχει δικαίωμα κατοχῆς ἡ Ἑλλὰς ἐπὶ τοῦ Ὠρωποῦ νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ τὸ ἐπιστρέψῃ τὸ κτῆμα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ πληρώσῃ καὶ τὰ εἰσοδήματα. Μόνον κατὰ τὸ 1838, ὑπάρχοντος τοῦ κ. Δεληγιάννη Γραμματέως τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀνεγνωρίσθη τὸ χωρίον.... τὸ ὁποῖον εἶναι ἄντικρυ τῆς πόλεως Χαλκίδος καὶ ἑνοῦται διὰ μιᾶς γεφύρας· εἶναι τὸ πρῶτον κτῆμα, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τῆς γραμμῆς αὐτῆς ἀνεγνώρισεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ἐζήτουν καὶ τὰ παραπλήσια κτήματα, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐπέμενε μέχρι τοῦ 1843. Ἐπῆλθε τότε ἡ μεταβολὴ τῆς 3 Σεπτεμβρίου, ὁπότε κατὰ συνέπειαν μεσολαβήσεως τῶν πρέσβεων ἐνταῦθα, οἱ ὁποῖοι ἐπροστάτευον πολλοὺς ἐκ τῶν ἀγοραστῶν, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐννοεῖται μᾶλλον διὰ σκοπὸν πολιτικὸν, διὰ νὰ μὴ ὑποπτευθῇ ὅτι ἔχει ἄλλους σκοποὺς κατὰ τῆς Ὑψ. Πύλης τοῦ νὰ ὑπερβῇ τὰ ὅρια, καθόσον εἶχεν εἰπεῖ ὁ μακαρίτης Μεταξᾶς, ἡ Κυβέρνησις δι’ ἑνὸς διατάγματος ἀνεγνώρισεν ὅλην ἐκείνην τὴν γραμμὴν καὶ ἔφθασε μέχρι τοῦ χωρίου.......... Αἱ ἀξιώσεις τῶν Τούρκων ἀπεκρούοντο ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον. Κατὰ τὸ 1836 ἦλθεν εἰς Ἀθήνας πληρεξούσιος τῆς Πύλης, ὁ ὑπῆρχεν δὲ τότε ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ μακαρίτης Ῥίζος, καὶ ἐπειδὴ ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ διαφορά, αἱ δύω κυβερνήσεις ἥ τε Ὀθωμανικὴ καὶ Ἑλληνικὴ ἀπεφάσισαν νὰ διαλύσωσι μεταξὺ των πᾶσαν διαφοράν, καὶ ἡ Κυβέρνησις κατέστησε πληρεξούσιον τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὸν τότε διευθυντὴν τοῦ ὑπουργείου τῆς Οἰκονομίας διὰ νὰ ἔλθουν εἰς διαπραγματεύσεις καὶ νὰ δώσουν ἓν ὁριστικὸν καὶ ἀνέκκλητον τέρμα εἰς αὐτὰς τὰς ἀπαιτήσεις. Τότε πολὺ ὀρθῶς ἡ Ἑλλ. Κυβέρνησις, γνωρίζουσα ὅτι οἱ Ὀθωμανοὶ δὲν ἀναγνωρίζουσι τόσον τὴν ἰσχὺν τῶν συνθηκῶν, ὅσον οἱ εὐρωπαῖοι, καὶ ἐπανέρχονται πάλιν μὲ νέας ἀπαιτήσεις, οἱ πληρεξούσιοι οἱ Ἕλληνες εἶπον, ὁρίσατε ὅλας τὰς ἀπαιτήσεις, τὰς ὁποίας ἔχετε, ποῖα εἶναι τὰ κτήματα τὰ ὁποῖα θεωρεῖτε ὡς κακῶς κατεχόμενα ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἐθνικὰ, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἰδιόκτητα, καὶ ὑπόκεινται εἰς ἐκποιήσεις, καὶ ἐπ’ αὐτῶν νὰ φθάσωμεν εἰς ἕνα συμβιβασμόν. Τότε συνετάχθη εἷς κατάλογος, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις, θέλουσα νὰ τελειώσῃ ἐφ’ ἅπαξ, παρεδέχθη ὅλας αὐτὰς τὰς ἀπαιτήσεις καὶ τὰς συμπεριέλαβεν εἰς ἕνα κατάλογον, ὅπου 49 χωρία περιέλαβε καὶ ἐχορήγησεν ἡ Κυβέρνησις μίαν ἀποζημίωσιν, ἡ ὁποία ἐπληρώθη. Ἡ συνθήκη αὐτὴ ὑπάρχει καὶ ἐντὸς τῶν κυβερνητικῶν ἐφημερίδων· τὸ διάταγμα τὸ διορίζον αὐτοὺς τοὺς πληρεξουσίους πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν τὸ ἀνέγνωσα ἐντὸς τῶν ἐφημερίδων. Πολὺ βραδύτερον ἀνεφάνη δευτέρα ἀπαίτησις. Δὲν γνωρίζω καὶ δὲν εἶμαι ἐνήμερος ἐγὼ τῶν λόγων, εἰς τοὺς ὁποίους ὑπεστήριξεν ἡ Κυβέρνησις τὸ πρωτόκολλον αὐτό. Φρονῶ ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον νὰ παρουσιασθῇ ἡ συνθήκη καὶ αὐτὸς ὁ κατάλογος, διότι αὐτὰ εἶναι πράγματα ἀληθῆ, τὰ ὁποῖα ὑπῆρξαν, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν της ἐν γνώσει τοῦ πράγματος, ἂν ὀφείλεται ἡ ἀποζημίωσις καὶ ᾖναι ἐπωφελὴς εἰς τὸ ἑλληνικὸν κράτος· ἂν ὅμως τὸ ἐναντίον, ἐπειδὴ δὲν τοῖς ὀφείλονται τὰ κτήματα, δὲν ὀφείλεται καὶ ἡ ἀποζημίωσις.
§70ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸ συμπέρασμα εἶναι ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ὅτε θὰ ἔλθουν τὰ ἔγγραφα.
§71ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἐνταῦθα ἀναγινώσκεται διὰ δευτέραν φορὰν καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1868 νομοσχέδιον.
§72ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Ἐρωτῶ τὸν ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ δύναμις σήμερον;
§73ΤΙΝΕΣ. Εἶναι δευτέρα ἀνάγνωσις.
§74ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Εἰς αὐτὴν θέλω ἐγὼ νὰ συζητήσω· διότι ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν ὑπάρχει ἡ δύναμις αὐτὴ καὶ τὸ ἔτος ἐτελείωσεν, εἶναι περιττὸν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον.
§75Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. ......... (θόρυβος).
§76ΤΙΝΕΣ. Ναυτολογία διὰ τὸ τρέχον ἔτος δὲν ἐπιτρέπεται· εἶναι περιττὴ, κ. ὑπουργέ. Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ προσθήκης ὑπαλλήλου τελωνειακοῦ εἰς Πειραιᾶ διὰ δευτέραν φορὰν καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§77ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Ὀλίγας λέξεις παρακαλῶ. Κύριοι, τρεῖς φοραῖς συζητεῖται ἕκαστον νομοσχέδιον· ὅταν ᾖναι ἁπλούστατον τὸ νομοσχέδιον, ἐννοεῖται ὅτι τὴν τρίτην φορὰν θὰ γείνῃ ἡ τακτικὴ συζήτησις· ἀλλ’ ὅταν ὑπάρχῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ συζήτησιν, σκέψιν τῆς Βουλῆς, διότι ὑπάρχουν ἀντιῤῥήσεις, πρέπει καὶ εἰς τὴν πρώτην καὶ εἰς τὴν δευτέραν νὰ γείνουν ἀντιῤῥήσεις τῶν ἄλλων καὶ εἰς τὴν τρίτην νὰ εἴμεθα ὅλοι φωτισμένοι· διὰ τοῦτο τὸ Σύνταγμα ἀπεφάσισε τρεῖς συζητήσεις· δὲν πρέπει ὅμως κατὰ πᾶσαν συζήτησιν, ὅταν θέλῃ ἕνας βουλευτὴς νὰ κάμῃ μίαν ἐρώτησιν, νὰ τοῦ λέγουν ὅτι εἶναι πρώτη ἢ δευτέρα ἀνάγνωσις.
§78ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Πρότασις τοῦ κ. Μοναστηριώτη.......
§79ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Αὐτὴ δὲν εἶναι κατεπείγουσα, πῶς θέλετε νὰ τὴν ἀναγνώσητε; (θόρυβος).
§80ΕΤΕΡΟΙ. Ὑπάρχει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ εἶναι πρώτη ἀνάγνωσις.
§82ΔΟΣΙΟΣ. Εἶναι πλαστογραφημένη ἡ ἡμερησία διάταξις, διότι αὐτὴ ἡ πρότασις εἶναι ἐγγεγραμμένη μὲ ἄλλο χέρι καὶ κατόπιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν (μέγας θόρυβος).
§83ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἄρχεται τῆς ἀναγνώσεως τῆς προτάσεως τοῦ κ. Μοναστηριώτη).
§84ΔΟΣΙΟΣ. Πῶς διαβάζετε; Πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, κ. Πρόεδρε (θόρυβος).
§85ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΩΤΗΣ. (Λαμβάνει ἵνα ἀναγνώσῃ τὴν πρότασίν του· μέγας (θόρυβος).
§86ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Τὶ εἶναι αὐτὰ, κ. Πρόεδρε; (θόρυβος).
§87Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ αὐτὴ ἡ πρότασις, διότι κατὰ δυστυχίαν ἡ ἡμερησία διάταξις δὲν εἶναι ἀποφασισμένη ἀπὸ τὴν Βουλὴν, παρὰ τὸ προεδρεῖον τὴν ἔγραψε· καὶ παρακαλῶ αὔριον νὰ ᾖναι ἡ ἡμερησία διάταξις ἀποφασισμένη ἀπὸ τὴν Βουλήν.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τὴν τυπώσωμεν καὶ θὰ τὴν διανείμωμεν (διάλογος καὶ θόρυβος)... Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ ἡ περὶ ἑλῶν καὶ τελμάτων πρότασις τοῦ κυρ. Μοναστηριώτη διὰ πρώτην φοράν.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τώρα τὰς πιστώσεις.
§90Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἴπομεν μετὰ τὸ τέλος τοῦ προϋπολογισμοῦ· νὰ συζητηθῇ τὸ περὶ ληστείας πρῶτον.
§91ΤΙΝΕΣ. Βέβαια.
§92ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀπόφασις τοῦ νὰ προταθῇ τὸ περὶ ληστείας μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν ἐννοεῖ καὶ μετὰ τὰς πιστώσεις, διότι αὗται εἶναι μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§93ΣΙΜΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἐν οὐσίᾳ εἴμεθα εἰς τὰ ἴδια, διότι ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει καὶ τὴν ἔγκρισιν τῆς πιστώσεως τῶν δεκακισχιλίων δραχμῶν, ὡς περιειλημμένων εἰς τὴν μετὰ ταῦτα ὁλικὴν περὶ τοῦ μέρους τούτου τῶν γερουσιαστικῶν συντάξεων ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ἀφαιρέσεως αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισε πρέπον νὰ δώσῃ καὶ ἓν μάθημα, καὶ ἐπειδὴ ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος, ὅστις λαμβάνω τὸ μάθημα αὐτὸ, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ κάμω τινὰς παρατηρήσεις εἰς τὴν Βουλὴν, ὄχι μόνον διὰ νὰ δώσω λόγον εἰς τοῦτο, ἀλλὰ συγχρόνως διὰ νὰ προφυλάξω τὴν Βουλὴν ἀπὸ μίαν ἀπάτην, τῆς ὁποίας τὰ ἀποτελέσματα δύνανται νὰ ᾖναι σπουδαῖα, ἂν πρόκηται νὰ δοθῇ εἰς τὰ ἄρθρα 67 καὶ 71 τοῦ λογιστικοῦ νόμου ἡ ἔννοια, ἥτις ἤθελεν ἐξαχθῆ ἐκ τοῦ γράμματος τῶν παρατηρήσεων τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ Βουλὴ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀναφέρω ἓν ἀστεῖον συμβὰν τῆς νεότητός μου, ὅτε καὶ ἄλλοτε ἔλαβα ἓν μάθημα. Συνέβη τοῦτο κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὁ ἀξιότιμος κύριος Χρηστίδης ἦτον γραμματεὺς τῆς Ἐπικρατείας εἰς τὰ Μέγαρα. Τότε ὑπῆρχον πολλοὶ νέοι ἐργαζόμενοι ἀμισθὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην· ἦσαν ὁ κύριος Χαράλαμπος Καρπούνης, ὁ κύριος Δημήτριος φιλάρετος, ἐγὼ καί τινες ἄλλοι. Ὁ κύριος Χρηστίδης συνέταττεν ἀκαμάτως ἔγγραφα, καὶ ἡμεῖς ἀντεγράφαμεν. Τὰς ἡμέρας ἐκείνας ἡ λέξις ὀπαδὸς ἦτο πολλὰ συνήθης εἰς τὰ δημόσια ἔγγραφα, διότι ἐγράφαμεν οἱ ὀπαδοὶ τῆς παρανομίας, οἱ ὀπαδοὶ τῆς αὐθαιρεσίας κτλ. Ὁ κύριος Χρηστίδης ἔγραφε τὸ ὀπαδὸς μὲ δασεῖαν, ἐγὼ ἀντιγράφων τὸ ἔγραφα μὲ ψιλήν· ὁ δὲ κύριος Χρηστίδης πάντοτε μὲ διώρθονεν. Ἐννοεῖται ὅτι εἰς πᾶν ἄλλο ἦτο κατάλληλος ὁ καιρὸς ἐκεῖνος εἰμὴ εἰς τοιαύτας παρατηρήσεις· ἀλλ’ ἐν τούτοις ὁ κύριος Χρηστίδης ἐκοπίαζε πάντοτε διορθόνων τὸ καλὸν εἰς κακὸν, τὸ ὀρθὸν εἰς μὴ ὀρθόν. Μίαν ἡμέραν, ἐνῷ τὸν ἔβλεπα διορθόνοντα, τοῦ εἶπα· διατί γράφετε τὸ ὀπαδὸς μὲ δασεῖαν; Βέβαια, εἶπε, διότι εἶναι ἀπὸ τοῦ ἕπομαι. Ὄχι, ἀπεκρίθην γελῶν, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ ὀπάζω. Ὁ κύριος Χρηστίδης ἐπέμενε· ποῦ βιβλία τότε καὶ ποῦ λεξικὰ νὰ λύσουν τὴν ἔριδα. Εὑρέθη ὁ κύριος Παναγιώτης Σοῦτσος, καὶ τὸν ἠρωτήσαμεν ἂν γράφεται ἡ λέξις ὀπαδὸς μὲ ψιλὴν ἢ μὲ δασεῖαν. Ἀναμφιβόλως, εἶπε, γράφεται μὲ ψιλὴν, ἀλλ’ ἂν μ’ ἐρωτήσετε διατὶ, δὲν τὸ ἐνθυμοῦμαι. Ὁ κύριος Χρηστίδης ἀνένδοτος. Τέλος πάντων δὲν παρεδέχθη, νομίζω, νὰ γράφῃ τὸ ὀπαδὸς μὲ ψιλὴν, εἰμὴ ἀφοῦ ἐπανῆλθεν εἰς Ναύπλιον καὶ ηὗρε τὰ λεξικά του. Ἔρχομαι εἰς τὸ προκείμενον. Ἡ ἐπιτροπὴ λέγει, ὅτι διὰ τὰς 10,000 δραχμὰς δὲν ἠδύνατο νὰ ζητηθῇ πίστωσις ἔκτακτος, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ πίστωσις ἀναπληρωματικὴ, προβλεπομένη ἀπὸ τὰ ἄρθρα 67 καὶ 71 τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶναι λάθος, καὶ λάθος μέγα, ὅτι δὲν ἠδύνατο κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἀναγκαῖον ἐφάνη νὰ ζητηθῇ αὐτὴ ἡ πίστωσις, ὅτι δὲν ἠδύνατο, λέγω, παρὰ ἢ νὰ μὴ ζητηθῇ διόλου, ἢ νὰ ζητηθῇ ἔκτακτος πίστωσις. Ἀναπληρωματικὴ πίστωσις ζητεῖται, ὅταν ὑπάρχῃ τι, τὸ ὁποῖον δὲν φθάνει. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 25 τοῦ λογιστικοῦ νόμου, διότι ὅλον τὸ ζήτημα θὰ ἰδῆτε εἶναι μεταξὺ τοῦ 15 καὶ 18 ἄρθρου (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον). Καὶ ἄλλοτε ἐγένετο λόγος καὶ φιλονεικία μεγάλη περὶ τούτου μεταξὺ τῶν κυρίων Χρηστίδου καὶ Προβελεγίου, νομίζω· ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις τότε εἶχεν ἄλλως. Τὰ δὲ 67 καὶ 71 ἄρθρα δὲν ἔχουν τὴν παραμικρὰν σχέσιν μὲ τὴν παροῦσαν περίπτωσιν· ἀφοροῦν ἄλλα δικαιώματα καὶ ἄλλας περιστάσεις, καθὼς ἐξάγεται καὶ ἐκ τῶν τίτλων τοῦ τε κεφαλαίου Ηʹ. καὶ τοῦ τμήματος 6 τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου, ὑπὸ τὸ ὁποῖον τὰ εἰρημένα ἄρθρα διατελοῦσι. Τὰ ἄρθρα λοιπὸν ταῦτα δὲν εἶχον ἐφαρμογὴν εἰς τὴν αἴτησιν τῆς πιστώσεως τῶν 10,000 δραχμῶν, διότι καὶ τὰ ἄρθρα ταῦτα ἐκτελοῦνται κατὰ τὰς διακρίσεις τοῦ 15 ἄρθρου περὶ τῶν ἀναπληρωματικῶν τακτικῶν πιστώσεων. Ἔχετε πρόσφατον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκάματε σήμερον· σήμερον ἐψηφίσατε τὸν οἰκονομικὸν νόμον καὶ εἴπατε, αὐτὰ τὰ ποσὰ τὰ θεωροῦμεν ὅτι ἠμποροῦν νὰ δοθοῦν καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς διὰ διατάγματος. Λοιπὸν φέρει ῥητῶς τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ὅτι πίστωσις ἀναπληρωματικὴ δὲν δύναταί ποτε νὰ δοθῇ ἐν ἀπουσίᾳ τῶν Βουλῶν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, εἰμὴ μόνον, καὶ τοῦτο κατὰ κοινὴν γνώμην τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διὰ τὰ ἔξοδα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προβλέπονται καὶ κατονομάζονται ἐν τῷ νόμῳ τῷ οἰκονομικῷ. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν 15 δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν ἐφαρμογὴν, καὶ ἑπομένως οὔτε τὰ ἄρθρα 67 καὶ 71, τὰ μετ’ αὐτοῦ εἰς τὴν περίστασιν ἐκείνην συνδεόμενα καὶ συνεφαρμοζόμενα. Ἄρα, κατὰ στενὴν καὶ ἀκαταμάχητον λογικὴν συνέπειαν, ὅταν εὑρέθην ἠναγκασμένος νὰ ζητήσω τὴν πίστωσιν τῶν 10,000 δραχμῶν ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, ἢ δὲν ἔπρεπε νὰ ζητήσω διόλου, ἢ νὰ ζητήσω κατὰ τὸ 18 ἄρθρον τοῦ εἰρημένου λογιστικοῦ νόμου, προκειμένου περὶ ὑπηρεσίας ἐκτάκτου, κατεπειγούσης, καὶ μὴ προβλεφθείσης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἐννοῶ, ὅτι ἡ πρόβλεψις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπαιτεῖται ἐνταῦθα ῥητὴ καὶ εἰδική· καὶ μολαταῦτα οὔτε γενικὴ δὲν ὑπῆρχε, διότι ἀναφέρονται μὲν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ κεκλεισμέναι χρήσεις, ἀλλ’ οὐδὲν ποσὸν, οὔτε μιᾶς δραχμῆς σημειοῦται. Ἔρχομαι εἰς τὸ οὐσιῶδες μέρος τοῦ ζητήματος, ἂν ἡ περίστασις ἦτον ἔκτακτος καὶ κατεπείγουσα. Ἐπρόκειτο, κύριοι, περὶ πληρωμῆς καθυστερουμένου τινὸς μέρους συντάξεων, ἐπιδικασθέντος δικαστικῶς εἰς παλαιοὺς γερουσιαστὰς, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ πληρωθῇ ὡς μὴ ὑπαρχούσης πιστώσεως. Βεβαίως, διὰ τὸ ὅλον ποσὸν τῶν ἀπαιτήσεων, ἔπρεπε νὰ περιμένωμεν νὰ ἔλθῃ νὰ καταρτισθῇ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ ζητηθῇ πίστωσις ἐπὶ τῶν κλεισμένων χρήσεων. Ἀλλ’ ἐν τούτοις ὑπῆρχαν καὶ μερικαὶ ἀνάγκαι καὶ ἀνάγκαι κατεπείγουσαι. Τινὲς ἐκ τῶν ἀπαιτητῶν εὑρίσκοντο εἰς λυπηρὰν στέρησιν. Εἷς ἐξ αὐτῶν, ὁ σεβάσμιος ἀγωνιστὴς Μοναρχίδης, πρώην πρόεδρος τῆς Γερουσίας, εὑρίσκετο εἰς ἀσθένειαν θανάτου, καθὼς καὶ ἀπέθανε μετ’ ὀλίγον. Ἔστειλε καὶ μ’ ἐκάλεσε παρ’ αὐτῷ· τὸν ηὗρα ἀγωνιῶντα, καὶ μὲ φωνὴν διακοπτομένην μοῦ εἶπεν, ὅτι ἐστερεῖτο τῶν ἀναγκαίων ἐξόδων. Ἀνεχώρησα μὲ καρδίαν συντετριμμένην, καὶ ἡ περίστασις ἐκείνη ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ ζητήσωμεν τὴν πίστωσιν. Τί ἐζητήσαμεν, κύριοι; Ἐζητήσαμεν τὸ ὅλον, ἀναβαῖνον εἰς ἐπέκεινα τῶν ὀγδοήκοντα χιλιάδων δραχμῶν; Ὄχι· ἐζητήσαμεν μόνον δέκα χιλιάδας, καὶ ἐπροβλέψαμεν εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτοῦ, καί τινων ἄλλων εἰς λογαριασμὸν τῶν ἀπαιτήσεων αὐτῶν· καὶ δὲν ἐδαπανήθη μάλιστα τὸ ποσὸν ὁλόκληρον. Ἐνηργήσαμεν λοιπὸν τιμίως, εἰλικρινῶς καὶ αὐστηρῶς. Ἀλλὰ, λέγουν, δὲν σημαίνει τοῦτο τὸ 18 ἄρθρον. Τί λοιπὸν σημαίνει; Σημαίνει πόλεμον, πανοῦκλαν καὶ χολέραν. Διατί λοιπὸν δὲν λέγει «διὰ περιστάσεις πολέμου, πανούκλας καὶ χολέρας», ἀλλὰ «δι’ ἐκτάκτους καὶ κατεπειγούσας περιστάσεις»; Ποῖος θὰ κρίνῃ περὶ τοῦ ἐκτάκτου καὶ τοῦ κατεπείγοντος; Ἕκαστος ἔχει ἰδίαν κρίσιν, ἰδίαν πεποίθησιν, καὶ τὴν εὐθύνην ἥτις παρακολουθεῖ τὰς ἐκ τῆς πεποιθήσεώς του πράξεις του. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἐνταῦθα ἦτο δικαιολογημένη ἡ ἐφαρμογή· διότι ἐχρεωστεῖτο ἀναμφισβητήτως τὸ ποσὸν αὐτὸ, καὶ δὲν ἐπρόκειτο εἰμὴ περὶ μικρᾶς καὶ ὀλιγοχρονίου προκαταβολῆς. Τίποτε δὲν ἀφῃρέθη ἐκ τῆς χρήσεως τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς· ἡ Βουλὴ δὲν ἠδύνατο, οὔτε δύναται, οὔτε θὰ δυνηθῇ ν’ ἀρνηθῇ τὴν πληρωμὴν τοῦ μέρους τούτου τῶν συντάξεων, διότι εἶναι δικαστικῶς ἐπιδεδικασμένον εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου (θόρυβος). Ναὶ, εἰδικῶς εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐνῷ εἰς τὰς περιστάσεις τὰς ἄλλας, τὰς ὑποδεικνυομένας, ἠδύνατο νὰ ἀφαρπασθῇ ἡ χρῆσις τοῦ δικαιώματος τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ π. χ. ἠδύνατο νὰ εἰπῇ εἰς ἕνα ὑπουργόν· «Κακῶς ἔπραξας νὰ δαπανήσῃς διὰ χολέραν, μόνον διότι τὴν ἤκουσας μακρὰν, εἰς τὸ Μαρόκον, φέρ’ εἰπεῖν, ἢ εἰς τὸ Τεχεράν». Ἀλλ’ ἐδῶ τί εἶχε νὰ εἰπῇ; Τὸ νόστιμον ὅμως εἶναι ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν λέγει ἁπλῶς καὶ μόνον, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ πληρώσῃς, ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμῃς χρῆσιν τῶν ἄρθρων 67 καὶ 71 τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ἐνῷ, καθὼς σᾶς εἶπα, τὰ ἄρθρα αὐτὰ δὲν ἐφαρμόζονται, εἰμὴ κατὰ τὰς διακρίσεις τοῦ 15 ἄρθρου, ὅπερ ἐστὶ κατὰ τὴν προκειμένην περίστασιν, καὶ ἂν δὲν ἐγίνετο χρῆσις τοῦ 18 ἄρθρου, νὰ ζητηθῇ καὶ ἡ πίστωσις τῶν 10,000 δραχμῶν παρὰ τῆς Βουλῆς.
§94ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσα, ἴσα αὐτὸ λέγει, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸ φέρηται εἰς τὴν Βουλήν.
§95ΣΙΜΟΣ. Τότε ἔπρεπε νὰ τὸ εἰπῇ καθαρὰ, διότι ἤξευρεν ὅτι Βουλὴ τότε δὲν ὑπῆρχεν. Ἂν δὲν τὸ εἶπεν, ἂν ἐσύγχυσε δωρεὰν διὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην, τὰ 67 καὶ 71 ἄρθρα, τότε ἢ δὲν εἶχεν ἰδέας καθαρὰς, καὶ ἑπομένως εἶχεν αὐτὴ ἀνάγκην μαθήματος, ἢ ἂν τὰς εἶχεν, ἀλλὰ δὲν ἤξευρε νὰ τὰς ἐκφράσῃ καθαρῶς, τότε ἔπρεπε νὰ συλλογισθῇ ὅτι οἱ μὴ γνωρίζοντες νὰ ἐκφράσωσι καθαρῶς τὰς ἰδέας των, δὲν πρέπει νὰ δίδωσι μαθήματα εἰς ἀνθρώπους, οἵτινες ἔχουν καὶ ἰδέας καθαρὰς καὶ καθαρὰς πεποιθήσεις.
§96ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐπειδὴ εἴπατε παροιμίας μοῦ ἐπιτρέπεται νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ μίαν; Εἰς τὰ μέρη μου λέγουν, ἡ γύφτησα ἐντροπιάσθη, διότι ἐμουντζουρώθη ἡ μύτη της· αὐτὸ εἶναι τὸ μουντζούρωμα τῆς γύφτησας· δὲν εἶναι τίποτε.
§97ΔΡΟΣΟΣ. Ἰδοὺ, κύριοι, ποία εἶναι ἡ διαφορὰ· ἔκτακτος πίστωσις δίδεται εἰς περιστάσεις κατεπειγούσας, τὰς ὁποίας δὲν προεῖδεν ὁ προϋπολογισμός· ἐπίκειται κίνδυνος καὶ μία μεγάλη ἀνάγκη, καὶ τότε ἔχει δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος νὰ ἐξοδεύσῃ· ἀλλ’ εἰς περίστασιν τακτικὴν δὲν ἐπιτρέπεται ἔκτακτος πίστωσις. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης περιστάσεως. Χρεωστεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ παρουσιάσῃ ὀνομαστικὸν κατάλογον δι’ ὅσα χρεωστοῦνται εἰς τὸν Δρόσον, εἰς τὸν ἄλλον κτλ. ὀνομαστὶ, καὶ ὄχι δι’ ἐκτάκτου πιστώσεως ἢ ἀναπληρωματικῆς (θόρυβος). Ἀλλ’ ἐδῶ βεβαίως ὑπάρχει ἄλλος λόγος· εἰς τὸ τέλος παρουσίασε τὸ ὑπουργεῖον ἓν ποσὸν δι’ ἐνδεχόμενα δικαιώματα τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύει ὁ νόμος. Τί ἔκαμε λοιπὸν ἡ ἐπιτροπή; εἶπεν, ὅτι εἶχον δίκαιον οἱ ἄνθρωποι νὰ λάβωσι τὰς συντάξεις των, ἀλλ’ ἀφοῦ εἶχον δικαστικὴν ἀπόφασιν ἠμπορούσατε νὰ κάμετε ἓν ἄλλο, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ παραβῆτε τὸν νόμον.
§98ΣΙΜΟΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει κατεπείγουσαν ἀνάγκην.
§99ΔΡΟΣΟΣ. Ὅταν ᾖναι εἰς τὸ χέρι ἑνὸς ὑπουργοῦ νὰ ἐκτιμᾷ τὴν ἀνάγκην καὶ νὰ προκαλῇ πίστωσιν, τότε μάλιστα. Λοιπὸν νομίζω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει δίκαιον.
§100ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύω λέξεις, κύριοι, διότι εἶμαι ὑπογεγραμμένος εἰς τὴν ἔκθεσιν. Τῷ ὄντι, κύριοι, ἡ ἐπιτροπὴ ἠθέλησε νὰ δώσῃ ἓν μάθημα εἰς τὸν πρώην ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σῖμον, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, βλέπω ὅτι δὲν τὸ ἐνόησεν. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶπε τοῦτο, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα ἡ κυβέρνησις νὰ χαρακτηρίζῃ τὰς πιστώσεις κατὰ τὸ δοκοῦν. Ὅταν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐχορηγήθη εἰς ἓν ἄρθρον καὶ κεφάλαιον τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἤρκεσε διὰ τὴν πληρωμὴν ὅλων τῶν ἀναγομένων εἰς αὐτὸ ἐξόδων, οὐδεὶς δύναται νὰ θεωρήσῃ τὴν ἔλλειψιν ταύτην ὡς μίαν ἔκτακτον ἀνάγκην, καὶ ἑπομένως νὰ λαμβάνῃ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου ἔκτακτον πίστωσιν. Τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο ὅσον ὀλίγον καὶ ἂν τὸ ἀναγνώσῃ τις καὶ ὅσον ἀδαὴς καὶ ἂν ᾖναι περὶ τὰ οἰκονομικὰ, δὲν δύναται νὰ μὴ συμφωνήσῃ μαζύ μου ὅτι σκοπὸν εἶχε νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα ὡς καὶ τὴν εὐκολίαν νὰ προλάβῃ μίαν ἔκτακτον καὶ κατεπείγουσαν ἀνάγκην, ἡ ὁποία δὲν ἠδύνατο νὰ προβλεφθῇ καὶ ἡ ὁποία δὲν ἐπιδέχεται ἀναβολήν· οὐδόλως δε ἐσκόπει νὰ δώσῃ εἰς τοὺς ὑπουργοὺς τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνωσιν, ὁπόταν θέλωσι, πιστώσεις. Ὑποθέτατε ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν π. χ. ἔκαμεν ὑπέρβασιν εἰς ἓν κονδύλιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἔκλεισεν ἡ χρῆσις καὶ ὅτι χρεωστοῦνται ἑκατὸν ἢ διακόσιαις χιλιάδαις δραχμαῖς. Τὰ χρήματα ταῦτα ζητοῦνται ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν καὶ ἴσως οἱ δικαιοῦχοι σύρουν τὸ δημόσιον καὶ εἰς τὸ δικαστήριον. Νομίζετε, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ὑπουργὸς νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς κατεπείγουσαν αὐτὴν τὴν περίστασιν καὶ νὰ προκαλέσῃ ἔκτακτον πίστωσιν; Ὄχι· αὐτὸ τοῦτο ἠθέλαμεν νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν προαγορεύσαντα. Σᾶς ἐρωτῶ, ὑπῆρχε πίστωσις, κ. πρῴην ὑπουργέ;
§101ΣΙΜΟΣ. Δὲν ὑπῆρχε.
§102ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπατᾶσθε, ἐτησίως ψηφίζεται διὰ τὰς συντάξεις ἐν γένει ἡ ἀναγκαία πίστωσις· ἐὰν ἡ πίστωσις αὐτὴ δὲν ἤρκεσε νὰ πληρώσητε μερικοὺς συνταξιούχους καὶ ἡ χρῆσις ἔκλεισε, ἐχρεωστούσατε νὰ συμμορφωθῆτε μὲ τὸ ἄρθρον 67 τοῦ νόμου, νὰ φέρητε εἰς τὴν Βουλὴν ὀνομαστικὸν κατάλογον καὶ νὰ ζητήσητε ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν. Δὲν εἴχετε δικαίωμα νὰ κάμητε ὅ,τι ἐκάμετε.
§103ΣΙΜΟΣ. Πῶς! ἀφοῦ ὑπῆρχε ἀνάγκη μεγάλη;
§104ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδόλως δὲν τὸ ἐπιτρέπει· ἐὰν δὲ ὑπῆρχεν ἀνάγκη μεγάλη, ἠδύνασθε ν’ ἀναλάβητε τὴν εὐθύνην καὶ νὰ τὴν οἰκονομήσητε ἄλλως πως, οὐδέποτε δὲ εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ χαρακτηρήσητε τὴν πίστωσιν ὡς ἔκτακτον. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι ἡ πρᾶξίς σας δὲν εἶναι τακτικὴ, καὶ κατ’ ἀρχὴν ἀπαράδεκτος. Δὲν λέγομεν ὅτι δὲν ἐδικαιοῦντο οἱ λαβόντες τὰ χρήματα νὰ πληρωθῶσιν, ἀλλὰ δὲν ἔπεπε νὰ παραξενευθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἠθέλητε νὰ τὸν ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν τάξιν.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§106ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι· ἀλλὰ νὰ παραδεχθῇ κατὰ τὴν ἔκθεσιν.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη κατὰ τὴν ἔκθεσιν. Ἕτερον ἀντικείμενον. Τρίτη ἀνάγνωσις τοῦ περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ περὶ νομισματικοῦ συστήματος νομοσχεδίου τὸ ἀναγινώσκωμεν. «Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ΣΔʹ. νόμου περὶ νομισματικοῦ συστήματος κτλ.» καὶ τὸ ἕτερον. «Ἡ μεταξὺ Βελγίου Γαλλίας καὶ Ἑλβετίας συνομολογηθεῖσα ἐν Παρισίοις τὴν 23 Δεκεμβρίου 1865 κτλ.» Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§108ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαραδέχθησαν. Ἕτερον ἀντικείμενον. Τρίτη ἀνάγνωσις. «Ἄρθρον μοναδικόν. Ἡ συνεπεία δημοπρασίας διὰ τοῦ ἐπισυνημμένου συμβολαίου ὁμολογηθεῖσα ἑπταετὴς ἐκμίσθωσις τῆς σμύριδος κτλ.»
§110ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε κατὰ πρῶτον ἀνεγνώσθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἴπομεν ὅτι ἔλαβε χώραν τὸ λάθος νὰ μὴ τυπωθῇ ὁμοῦ μὲ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ σύμβασις. Ἑπομένως δὲν ἠξεύρομεν τὶ νὰ ἐπικυρώσωμεν.
§111ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἓν συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἶναι ἔκτοτε κατατεθειμένον εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς καὶ ὅστις θέλει ἠμπορεῖ νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτοῦ.
§112ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τάξις εἶναι, ὅταν ἔρχεται νομοσχέδιον ἀποβλέπον τὴν κύρωσιν συμβάσεώς τινος, ἡ σύμβασις πρέπει νὰ ᾖναι γνωστή. Λοιπὸν πρέπει νὰ τυπωθῇ.
§113ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Πῶς! εἶναι τελευταία πλέον ὥρα· ὅστις θέλει, ἰδοὺ ἠμπορεῖ νὰ λάβῃ γνῶσιν.
§114ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὅταν ᾖναι τρίτη ἀνάγνωσις, πρέπει νὰ μείνῃ διὰ νὰ τυπωθῇ, διανεμηθῇ καὶ ἔλθῃ αὔριον.
§115ΤΙΝΕΣ. Εἶναι δευτέρα ἀνάγνωσις.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι τρίτη.
§117ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἐὰν ᾖναι τρίτη, νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις.
§118ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πρέπει νὰ ἴδωμεν τὴν σύμβασιν.
§119ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Δὲν τὴν βλέπετε τώρα;
§120ΤΙΝΕΣ. Κυττάζετε, κ. Πρόεδρε, τὰ πρακτικὰ τὶ συζήτησις εἶναι.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δευτέρα.
§122ΤΙΝΕΣ. Νὰ παραδεχθῇ λοιπὸν διὰ δευτέραν συζήτησιν καὶ νὰ τυπωθῇ δι’ αὔριον.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἕτερον ἀντικείμενον. «Αἱ ἐν Βουλγαρίᾳ......
§124ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τί εἶναι αὐτὰ, κ. Πρόεδρε; Μᾶς ἐξηντλήσατε τὴν ὑπομονήν μας πλέον. Νὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ περὶ λῃστείας.
§125ΥΠΟΥΡΓ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ὅλαι αἱ πιστώσεις ἐπέρασαν, κ. Πρόεδρε;
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§127ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Καὶ τῶν δύω ἑκατομυρίων;
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα καὶ αὐτὰ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Ἐρχόμεθα λοιπὸν εἰς τὸ περὶ λῃστείας. «Ἄρθρον 1. Πᾶσα ἕνωσις δύω ἢ πλειόνων κατὰ συμμορίαν πρὸς ἐκτέλεσιν λῃστρικῶν πράξεων τιμωρεῖται μὲ θάνατον. Ἐπίσης τιμωρεῖται μὲ θάνατον πᾶς λῃστὴς ἀποκεκηρυγμένος, ἀνθιστάμενος διὰ βίας κατὰ προσώπου.»
§129ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι, νομίζω ὅτι τὰ μέγιστα τῶν προσόντων μιᾶς κοινωνίας εἶναι δύο, ἡ δημόσιος ἀσφάλεια καὶ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου. Ἀληθῶς ἡ λῃστεία δὲν λυμαίνεται τὸν τόπον ὅλον, λυμαίνεται ἐπαρχίας μόνον τινὰς, ἀλλ’ οὐχ ἧττον εἶναι πρᾶγμα σπουδαιότατον, διότι λυμαίνεται τὴν τιμὴν τοῦ τόπου. Ἐγὼ ἀφ’ ὅτου ἔγεινα βουλευτὴς, ἀνέκαθεν εἶχον πεποίθησιν τοιαύτην ὅτι ἡ καταδίωξις τῆς λῃστείας πρέπει νὰ γείνῃ ὅλαις δυνάμεσι· δὲν κατακρίνω τὰ διοικητικὰ μέτρα, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ νομοθετικὴ λύσις αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Ἀπ’ ἀρχῆς λοιπὸν τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου ταύτης συνεννοήθην μετὰ διαφόρων φίλων μου καὶ συμπατριωτῶν μου, καὶ συνετάξαμεν πρότασίν τινα νόμου, τὴν ὁποίαν εἰσαγάγομεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ διώρισε 2 ἐπιτροπὰς νὰ ἐξελέγξουν καὶ ἐπιθεωρήσουν τὴν πρότασιν, διασκευάσουν καὶ διατυπώσουν αὐτὴν, τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Αἱ δύο ἐπιτροπαὶ συνεννοήθησαν καὶ διεσκεύασαν τὴν πρότασιν τοῦ Νόμου ὅπως ἔχει. Εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν, συνεζητήθη δὲ, καὶ ἤδη πρόκειται περὶ τῆς τρίτης αὐτῆς συζητήσεως. Πιστεύω, κύριοι, ὅτι οἱ καταλληλότεροι νὰ φέρωσι γνώμην εἰς τὴν Βουλὴν περὶ παντὸς κακοῦ, περὶ θεραπείας αὐτοῦ, εἶναι οἱ πάσχοντες ἐξ αὐτοῦ. Ἡμεῖς ἔχομεν ἰδιαζόντως τὴν τιμὴν νὰ εἴμεθα οἱ καταλληλότεροι νὰ φέρωμεν τὸν λόγον ἐνώπιόν σας ὡς πάσχοντες διηνεκῶς ἀπὸ 40 ἐτῶν ἀπὸ ἓν κακὸν, τὸ ὁποῖον ἔχει βαθυτάτας ῥίζας, καὶ τὸ ὁποῖον ἐκ παντὸς τρόπου πρέπει νὰ πολεμήσωμεν πλέον. Τὸ κατ’ ἐμὲ 3 ἢ 4 παρατηρήσεις ἔπρεπε νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ· ά) ἐὰν τὰ μέσα τὰ χορηγούμενα εἰς τὴν ἐξουσίαν πρὸς σύλληψιν τῶν λῃστῶν εἶναι ἐπαρκῆ· βʹ) ἐὰν ἡ διαδικασία πρὸς καταδίωξιν τῶν λῃστῶν μετὰ τὴν σύλληψιν, ἦτο σκόπιμος καὶ συνοπτικὴ ὅσον ἠδύνατο· γʹ) ἐὰν ἡ ποινὴ ἦτο ἀναλόγως τοῦ ἐγκλήματος· καὶ δʹ) ἐὰν ἡ ἐκτέλεσις τῆς ποινῆς ἦτο ἀσφαλής. Δὲν ἔχω διάθεσιν νὰ μακρυγορήσω, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν 4 αὐτῶν θεμάτων θέλω σᾶς κάμει μερικὰς παρατηρήσεις. Ἀντὶ τῆς δημοσίας δυνάμεως, ἡ ὁποία ἄχρι τοῦδε καταδιώκει τὴν λῃστείαν, καλὸν εἶναι νὰ προστεθῶσι, καὶ παρεμπιπτόντως ἐδῶ τὸ λέγω διὰ νὰ τὸ ἀκούσῃ ἡ κυβέρνησις, ὅτι διὰ τῆς προτάσεως θέλομεν νὰ ἐνδυναμώσωμεν τὴν κυβέρνησιν, θέλομεν νὰ προσθέσωμεν δύναμιν εἰς τὴν ἐξουσίαν· τὰ ἄχρι τοῦδε μέσα πρὸς καταδίωξιν τῆς λῃστείας ἀφίνονται ἀνέπαφα, ἀλλὰ προστίθεται καὶ ἓν εἰς τὰ στοιχεῖα αὐτά· καὶ ποῖον εἶναι; εἶναι ὁ λαὸς αὐτός. Ἐδῶ πρόκειται λοιπὸν πῶς νὰ εὑρεθῇ τρόπος νὰ καταδιώξωμεν ὄχι μόνον διὰ τῆς χωροφυλακῆς ἢ διὰ τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ λαοῦ· αὐτὸ τὸ ἐθεωρήσαμεν πολὺ ἐπωφελὲς καὶ σπουδαῖον μέσον. Πάντοτε εἶναι παραδεδεγμένον, ὅτι ὁ στρατὸς εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας ὁμοιάζει τὸ λαγωνικὸν, εἶναι τὸ ζαγάρι. Πολλάκις ἤκουσα κατακρινομένους τοὺς στρατιωτικοὺς, διότι δὲν ἔκαμαν τὸ καθῆκόν των· ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἡ κατάστασις αὐτὴ ὑπάρχει, διότι ἡ σύλληψις εἶναι ἔργον τοῦ στρατιώτου, ἡ ἀνίχνευσις ὄχι. Ἀλλὰ πῶς δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο; νὰ ἐγείρωμεν τὸν λαὸν εἰς καταδίωξιν τῆς λῃστείας. Καὶ μήπως σήμερον δὲν εἶναι τοῦτο; Ἂς λάβωμεν τὸ δεύτερον· κύριοι, καὶ σήμερον ὁ λαὸς τίθεται εἰς κίνησιν, ἀλλ’ ἄνευ ζωηρότητος· ἐνομίσαμεν ὅτι ἀντὶ νὰ ἐλαύνηται διὰ χρημάτων, πρέπει νὰ ἔχῃ ἐλατήριον ἄλλο, νὰ ἀγαπήσῃ ὁ ἴδιος λαὸς τὴν ἐξάλειψιν τῆς λῃστείας. Κύριοι, ἐκ πείρας γνωρίζετε ὅτι εἰς μέρη τινὰ δὲν ὑπάρχει πλήρης ὁ ζῆλος πρὸς καταδίωξιν τῆς λῃστείας, εἰς αὐτὰ τὰ ἴδια ὑπάρχει ζῆλος παραπολὺς σπουδαίων προσώπων, καὶ μόλον τοῦτο ἡ ἀνίχνευσις πρὸς καταδίωξιν δὲν ἔγεινεν οὐδ’ ὑπ’ αὐτῶν· διὰ ποῖον λόγον; διότι ὁ πολίτης, ὅστις θὰ φονεύσῃ λῃστὴν, αὐτὸς τρέχει κατόπιν τὸν ἔσχατον κίνδυνον ὑπὸ τῶν λῃστῶν. Ὅλαι αἱ λῃστρικαὶ συμμορίαι συνδέονται διὰ νόμου τινὸς τῆς καταδιώξεως καὶ τιμωρίας παντὸς πολίτου, ὅστις ἤθελε φονεύσει ἢ κτυπήσει λῃστήν. Δύναμαι νὰ ἐπιφέρω πολλὰ παραδείγματα, ἀλλὰ τοῦτο μόνον σᾶς λέγω· ὁ πολίτης διὰ νὰ φονεύσῃ λῃστὴν, πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ νὰ ἐγείρῃ τὸν πόλεμον καθ’ ὅλων τῶν λῃστῶν, νὰ προκαλέσῃ ἐφ’ ἑαυτοῦ καὶ ἐπὶ τῆς ζωῆς ἑαυτοῦ, τῶν τέκνων καὶ τῶν ὑποζυγίων του ὅλα τὰ κακὰ τῆς λῃστείας. Δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναφέρω δύο παραδείγματα· εἰς τὴν πατρίδα μου εἷς ἐφόνευσεν ἕνα λῃστήν· δὲν ἐσώθη· οἱ λῃσταὶ Πατσουραῖοι κατὰ τὴν ἄλλην τῆς συστάσεως τοῦ ἀρχηγείου τοῦ κ. Σκαλτσᾶ εἰς χωρίον Μαχαλᾶ ἐφόνευσαν τὸν λῃστὴν Τρίχα καὶ ἄλλους· εἰσῆλθον εἰς τὸ χωρίον αὐτὸ, συνέλαβον 3 ἐκ τῶν χωρικῶν Μαχαλᾶ καὶ ἔσφαξαν τὰ δυστυχῆ τὰ παιδιά των μόνον καὶ μόνον πρὸς ἐκδίκησιν, ὄχι διότι αὐτοὶ ἐφόνευσαν, ἀλλὰ διότι χωρικοὶ ἐκ τοῦ Μαχαλᾶ ἐφόνευσαν τὸν ἀρχιλῃστήν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι εἶναι δύσκολον πρᾶγμα νὰ ἀποφασίσῃ ὁ πολίτης νὰ φονεύσῃ λῃστὴν καὶ νὰ σωθῇ. Λέγω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ εὑρεθῇ τρόπος νὰ ἐγείρωμεν τὸν ζῆλον τῶν πολιτῶν εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας. Τί παρατηροῦμεν; παρατηροῦμεν ὅτι ὁ πολίτης, ἀφοῦ φονεύσῃ λῃστὴν, καὶ ἐκεῖ ὅπου ἔγεινεν ὁ φόνος δὲν ἠμπορεῖ νὰ μείνῃ, πρέπει νὰ φύγῃ. Εἰς τὸν τοιοῦτον πολίτην ὅστις ἀποφασίσῃ τοῦτο πρέπει τὸ Κράτος νὰ δίδῃ μεγίστην ἀμοιβὴν, καὶ διότι εἶναι δίκαιον ἀπέναντι τῆς θυσίας, τὴν ὁποίαν κάμνει, καὶ διότι εἶναι συμφέρον εἰς τὸ Κράτος, διότι τὸ κακὸν ἐλατήριον καὶ τὸ μέγα δύναται νὰ ἦναι τὰ χρήματα. Ἄλλοτε ἐφόνευσεν ὁ Ἀθ. Μουστάκας τὸν ἀρχιλῃστὴν........ἔλαβε 2 ἢ 3 χιλ. δραχ., ὑπῆγεν εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ ἀποκατεστάθη ἐκεῖ. Ἐννοῶ, κύριοι, ὅτι ἔπρεπε νὰ τεθῇ τὸ τίμημα τῆς συλλήψεως τῶν λῃστῶν, διότι λέγω εἶναι δίκαιον καὶ ἀναγκαῖον, καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ τιμήματος εἶναι ἀνεγνωρισμένη. Ἐν ὀλίγοις σᾶς λέγω, ὅτι ἀφ’ ὅτου ἐκηρύχθη τὸ τίμημα, ὅσοι λῃσταὶ συνελήφθησαν ἢ ἐφονεύθησαν, οἱ πλεῖστοι, τὰ 8|10, συνελήφθησαν ἢ ἐφονεύθησαν ἀπό τοῦτο· ἀναφέρω αὐτὸν τὸν........ τὸν ὁποῖον ἐφόνευσεν ὁ ἀδελφὸς τοῦ Μουστάκα. Κατ’ ἀρχὰς τὸ τίμημα μᾶς ἔφερε πολλὰ ἀποτελέσματα, διότι ἐδίδετο πλῆρες· κατόπιν ὅμως ἤρχισε νὰ ἐλαττοῦται (θόρυβος) καὶ κανεὶς μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκτακτον περίπτωσιν, καθ’ ἣν οἱ φονεύσαντες τὸν Κίτσον ἴσως ἔλαβον καὶ αὐτοί. Κύριοι, ἐγὼ καὶ ἄλλοτε κατὰ τὸ 1857....... τὸν διακριθέντα τότε εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας Τζάνον· μολαταῦτα πρέπει νὰ ᾖναι ὁ λαός· καὶ ποῖος λαός; ὁ λῃσταποδόχος· καὶ πρὸς τοῦτο εἶναι ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τοῦ τιμήματος. Διὰ τοῦτο προτείνομεν νὰ τεθῇ τίμημα πλέον τῶν 20 χιλ. δραχμῶν. Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι τὸ τίμημα πρέπει νὰ ᾖναι 10 χιλ. διὰ τὸν ἁπλοῦν, καὶ 25 διὰ τὸν ἀρχιλῃστήν. Τοῦτο ἂς μὴ κάμῃ κακὴν ἐντύπωσιν· διότι ἂν πρόκηται νὰ ἐκλείψῃ ἡ λῃστεία, καὶ 2 ἑκατομμύρια νὰ πληρώσωμεν εἶναι ὀλίγα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸς λόγος· εἶναι καὶ ἄλλος. Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι ὅτι· καὶ τοῦτο παρακαλῶ νὰ τὸ ἀκούσητε· ὅτι ὅστις σχεδὸν λῃστὴς συλληφθῇ ἢ φονευθῇ... (θόρυβος). Πρέπει νὰ αὐξήσωμεν τὸ τίμημα. Τὰ παλαιὸν ἔφερεν ἀποτελέσματα, ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ· πρέπει νὰ ἐφεύρωμεν νέον στάδιον πρὸς καταδίωξιν τῆς λῃστείας· ποῖον ἄλλο κυρίως θὰ συντρέξῃ νὰ κτυπήσῃ τοὺς λῃσταποδόχους; διότι αὐτοὶ γνωρίζουν τὰς θέσεις. Καὶ τί μᾶς λείπει τώρα; ὁ πολίτης αὐτὸς νὰ ἀποφασίσῃ νὰ τὸν συλλάβῃ ἢ νὰ τὸν φονεύσῃ. Τί χρειάζεται πρὸς τοῦτο; ὁ πολίτης νὰ ἔχῃ ἀμοιβὴν ἀπὸ τὴν πολιτείαν, καὶ ἀμοιβὴν γενναίαν, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκην πλέον νὰ μείνῃ εἰς τὴν ἐξοχήν, διότι οἱ λῃσταποδόχοι κατοικοῦν εἰς τὰ βουνά. Καὶ, κύριοι, εἰς τὸν νόμον αὐτὸν, ἐὰν πολίτης συμβῇ νὰ φονεύσῃ λῃστὴν ἔχει αὐτὴν τὴν ἀμοιβήν. Οὕτω πως καὶ ὅστις ἔπραξεν ἄλλο ἔγκλημα καὶ κάμνει καὶ αὐτὸ δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν; δὲν ἔχει τὰς αὐτὰς ὠφελείας; Διὰ τί ὄχι; ἡ διάταξις εἶναι γενική· ἑπομένως καὶ ἂν ὁ πολίτης, ὁ φονεύων λῃστήν, συλλαμβάνεται ὅτι εἶναι λῃστής, διὰ τί νὰ μὴ λάβῃ αὐτὴν τὴν ἀμοιβήν; Ἀλλ’ ὄχι πλήρη. Ἡ ἐπιτροπὴ παρεδέχθη τὸ ἑξῆς· ὁ λῃστὴς ὅστις συλλάβῃ λῃστὴν νὰ μὴ τιμωρῆται κατὰ τὴν ἀκριβῆ αὐστηρότατα τοῦ ὑπάρχοντος Ποινικοῦ Νόμου· διὰ τοῦτο παρεδέχθη νὰ τιμωρῶνται οὗτοι διὰ τὰς πράξεις τὰς προγενεστέρας εἰς βαθμὸν πλημμελήματος. Αὐτὸ τώρα δύνανται οἱ ἀκριβολογοῦντες περὶ τὴν νομικὴν νὰ κατακρίνωσι. «Ἐάν τις λῃστὴς συλλάβῃ καὶ προσαγάγῃ εἰς τὰς ἀρχὰς ἀποκεκηρυγμένον λῃστὴν ἢ συντελέσῃ πρὸς τοῦτο, δὲν ἐξαιρεῖται τῆς ἀνωτέρω ἀμοιβῆς, λαμβάνει τὸ ἥμισυ αὐτῆς, προσέτι δὲ ἡ πρᾶξίς του αὕτη θεωρεῖται ὡς ἔμπρακτος μετάνοια τῶν ἀξιοποίνων πράξεών του, καὶ λαμβάνουσιν αὗται τὸν χαρακτῆρα πλημμελήματος, τιμωρούμεναι μὲ ἁπλῆν φυλάκισιν.» Ἡ ἐπιστήμη τὸ ἀναγνωρίζει ἢ ὄχι; ἐδῶ βέβαια δὲν εἶναι πανεπιστήμιον διὰ νὰ ἀναπτυχθῇ τὸ ζήτημα ἐκτεταμένως, ἀλλ’ ὑπενθυμίζω εἰς τὴν Βουλὴν δύο διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου τοῦ καθεστῶτος. Ἡ μεταμέλεια ἡ ἔμπρακτος χρησιμεύει ὡς ἐλαφρυντικὴ περίπτωσις· ὑποστηρίζει τοῦτο ὅτι λῃστὴς ὅστις προσέρχεται εἰς τὰς ἀρχάς, συλλαμβάνων λῃστήν, ἀποδεικνύει ἐμπράκτως μεταμέλειαν, καὶ δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ἐπιείκειαν. (θόρυβος). Ὅταν, κύριοι, γείνῃ μία σύστασις πολλῶν ἐγκληματιῶν διὰ μίαν πρᾶξιν, ἐὰν ἐκ τῶν συστάσεων ἀποχωρήσῃ εἷς καὶ ἀναγγείλῃ εἰς τὰς ἀρχὰς τὴν σύστασιν ἐγκαίρως, αὐτὸς ἀπαλλάσσεται ἐντελῶς, ἐν ᾧ οἱ ἄλλοι τιμωροῦνται μὲ εἱρκτὴν 5–10 ἐτῶν. Εἰς τὴν συνωμοσίαν τὸ ἴδιον συμβαίνει, εἰς τὴν κλοπὴν τὸ ἴδιον· ἐάν τις κλέψῃ τὸ πρᾶγμα καὶ τὸ λάβῃ ἐναντίον τῆς συγκαταθέσεως τοῦ ἰδιοκτήμονος, ἐὰν ἐπέλθῃ ἀπόδοσις, ἀπαλλάττεται. (θόρυβος).
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι.
§131ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει κατὰ πόσον εἶναι ἀναγκαία ἡ συνδρομὴ τῶν λῃσταποδόχων. Προχθὲς ἤκουσα ἐδῶ τὸν κύριον Δηληγεώργην ὑποστηρίζοντα καὶ ἀποδεικνύοντα, ὅτι ὁ στρατὸς κατεδίωξε τὴν λῃστείαν (θόρυβος)· πολλάκις ἐκτύπησε τὴν λῃστείαν ῥιζηδόν· εἶναι ἀληθὲς καὶ δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ ἀρνηθῇ. (θόρυβος). Κύριοι, ἔρχομαι τώρα εἰς τὰς ἄλλας ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας ἐγὼ εὑρίσκω ἐν τῇ ἐξουσίᾳ εἰς τὴν διαβίβασιν καὶ ἐφαρμογὴν ἐνώπιον τῶν ἐνόρκων. Πρὸ πολλοῦ, κύριοι, πολλάκις ἐγένετο λόγος περὶ αὐτοῦ· οἱ λῃσταὶ πρέπει νὰ καταδικάζωνται δι’ ἐκτάκτων δικαστηρίων, διὰ στρατοδικείων· καὶ μάλιστα ἐπὶ Ὄθωνος ἐγένετο δικηγορικὸν συμβούλιον καὶ ἐτόλμησαν μάλιστά τινες νὰ γνωματεύσωσιν ὅτι τὰ στρατοδικεῖα δύνανται νὰ δικάζουν τὴν λῃστείαν· ἄλλοι πάλιν, ὅτι ἡ λῃστεία πρέπει νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὰ ἐφετεῖα καθὼς ἡ ναυταπάτη. Ὅλα αὐτὰ, κύριοι, συνεζητήθησαν καὶ σήμερον· διότι κατὰ τὸ Σύνταγμα πάντα τὰ κακουργήματα δικάζονται ἀπὸ τοὺς ἐνόρκους ἐκτὸς τῆς ναυταπάτης καὶ πειρατείας. (Θόρυβος). Εἰσήχθησαν λοιπὸν διατάξεις, σκοπὸν ἔχουσαι τὴν ἐντὸς τεσσάρων ἡμερῶν ἐκδίκασιν τῆς ληστείας· τοῦτο γίνεται, καθιερουμένης τῆς ἀρχῆς τῆς δι’ ἀπ’ εὐθείας εἰσαγωγῆς εἰς τὰ δικαστήρια τῶν ἐνόρκων ἄνευ βουλεύματος· ἐὰν ᾖναι εἰς τὸ Μεσολόγγιον θὰ δικασθῇ ἐκεῖ, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἐκεῖ εἰς τὰς Πάτρας· θὰ μεταφερθῇ ἐκεῖ ὁ λῃστὴς καὶ θὰ καταδικασθῇ ἀμέσως. Μεγάλην, κύριοι, σπουδαιότητα ἀποδίδω εἰς τοῦτο, ὅτι οἱ μάρτυρες ἔπρεπε νὰ ᾖναι οἱ συλλαβόντες· διότι αὐτοὶ πολλάκις φέρουν τὸ σῶμα τοῦ ἐγκλήματος εἰς χεῖρας, φέρουν τραύματα. Ἡ μαρτυρία αὕτη εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα πάσης, καὶ εἶναι δύσκολον ἀπέναντι τοιούτων μαρτυριῶν νὰ ἀθωωθῇ λῃστὴς ἐνώπιον ἐνόρκου. Παρεμπιπτόντως ἀνασκευάζω μίαν αἰτίασιν κατὰ τοῦ συστήματος τῶν ἐνόρκων, ὅτι δὲν ἀρκεῖ εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν λῃστῶν· ἰσχυρίζομαι, ὅτι οὐδέποτε λῃσταὶ συμμορίας ἠθωώθησαν, καὶ γνωρίζω, ὅτι καὶ εἰς τὰ ἄλλα δικαστήρια τὸ αὐτὸ συμβαίνει, καὶ μολὸν τοῦτο πάντες οἱ ὑπάρχοντες σήμερον λῃσταὶ διῆλθαν ἄλλοτε ἀπὸ τὰ δικαστήρια τῶν ἐνόρκων· οἱ ἄνθρωποι βλέποντες αὐτὸ ὑποθέτουν, ὅτι τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων τοὺς ἠθώωσε, δὲν εἶναι ἔτσι. Τώρα κατὰ τί καινοτομοῦμεν κυρίως εἰς τοὺς κειμένους νόμους ὡς πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν τῶν λῃστῶν εἰς τὰ κακουργιοδικεῖα ἀντὶ τῶν στρατοδικείων; κατ’ οὐδέν· τὰ ἐγκλήματα τοῦ τύπου, τὰ κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως καὶ πολλὰ ἄλλα εἰσάγονται εἰς τὰ δικαστήρια τῶν ἐνόρκων· αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τὸ συζητήσωμεν πολὺ, διότι παρεδέχθη καὶ διὰ τοῦ νόμου· ἀλλ’ ἔχει σπουδαιοτάτας συνεπείας, διότι ὁ λῃστὴς ἔχει νὰ λάβῃ καὶ νὰ δώσῃ ἐντὸς ὀλίγων ὡρῶν (Θόρυβος).
§132ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὰ καθέκαστα.
§133ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὅλα τὰ καθέκαστα εἶναι αὐτά. — Κύριοι, ἤκουσα, ὅτι ὑπάρχει μία ἔκθεσις λογίων τινῶν νομικῶν. Ὑποβάλλω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ ληστεία, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἡμεῖς ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ, εἶναι ἄλλο, παρὰ ληστεία· ἡ ληστεία, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι, εἶναι κάθε ἄλλο, παρὰ ἡ ληστεία ἐν Εὐρώπῃ. Διὰ τοῦτο προλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω νὰ μὴ σᾶς κάμουν ἐντύπωσιν αἱ παρατηρήσεις δικηγόρων, καθηγητῶν τοῦ πανεπιστημίου τῆς νομικῆς σχολῆς ἐναντίων τινῶν διατάξεων αὐτοῦ τοῦ νόμου. Ἐν ὀλίγοις σᾶς λέγω, ὅτι ἐν Γερμανίᾳ ληστεία εἶναι ἐπίθεσις ἐπὶ σκοπῷ ἀφαιρέσεως ἰδιοκτησίας καὶ ἐπίθεσις δι’ ἀφαίρεσιν ἰδιοκτησίας. Ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι αὐτό· οἱ πλεῖστοι γίνονται λῃσταὶ οὐχὶ δι’ ἰδιοτέλειαν, ἀλλ’ ἀμυνόμενοι κατὰ τοῦ ἀδίκου, καὶ οἱ πλεῖστοι εἶναι εἴτε ἐκ διαλύσεων στρατιωτικῶν σωμάτων, εἴτε δι’ ἄλλα πολιτικὰ γεγονότα· ἐδῶ δηλαδὴ ὁ κύριος χαρακτὴρ τοῦ λῃστοῦ εἶναι ἀντίστασις κατὰ τῆς ἀρχῆς, εἶναι ἀνταρσία, ἐπιδιώκει ὁ λῃστὴς νὰ μετρήσῃ τὰς δυνάμεις του μὲ τὴν ἀρχὴν, καὶ διὰ τοῦτο ἡμεῖς τὸν θέτομεν ἐκτὸς τοῦ νόμου. Ἰσχυρίζομαι δηλ. ὅτι δὲν πρέπει νὰ μᾶς πτοήσωσιν αἱ γενικαὶ ἀρχαὶ περὶ ληστείας, ὅπως εἶναι διατετυπωμέναι ἐν Εὐρώπῃ· ἡ ληστεία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἀνταρσία κατὰ τῆς κοινωνίας. Κύριοι, τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἐπιγράφεται περὶ ληστείας· ἀλλὰ κυρίως δὲν εἶναι περὶ ληστείας, ἀλλὰ διὰ δύο πράξεις κυρίως λῃστρικὰς, καὶ πρέπει νὰ προσέξητε εἰς τοῦτο, αἱ ὁποῖαι εἶναι αἱ μᾶλλον ἐπικίνδυνοι, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ αἱ μᾶλλον εὐαπόδεικτοι, εἶναι ἡ συμμορία, ἡ ἕνωσις τῶν συμμοριῶν πρὸς ἐνέργειαν ληστείας καὶ εἶναι καὶ ἡ ἀντίστασις κατὰ τῆς ἀρχῆς, κατὰ τῆς δημοσίας δυνάμεως ἐνόπλως. Διατί, κύριοι, περιορίζεται τὸ νομοσχέδιον εἰς αὐτὰς τὰς δύο πράξεις; πρῶτον, διότι εἶναι εὐαπόδεικτοι, καὶ δεύτερον, διότι ἡ ποινὴ εἶναι αὐστηροτάτη, καὶ ὅταν ἦναι τὸ δεύτερον, ἡ ἀπόδειξις πρέπει νὰ ἦναι πλήρης. Κύριοι, ἔρχομαι νὰ δικαιολογήσω τώρα, ὅτι πρῶτον εἶναι ἡ σύλληψις τῶν ληστῶν, τὸ δεύτερον εἶναι ἡ ἀντίστασις, τὸ τρίτον εἶναι νὰ μὴ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν ληστρικὸν βίον· τοῦτο εἶναι παράδοξον· ἐν τούτοις, κύριοι, σήμερον πάντες οἱ ἀρχηλῃσταὶ εἶχον δικασθῆ καὶ καταδικασθῆ εἰς θάνατον καὶ ἐν τούτοις σήμερον ληστεύουν· ἀπελύοντο δι’ ἀμνηστειῶν, διὰ χαρίτων, καὶ ἀπελύοντο κατὰ δεκάδας καὶ εἰκοσάδας ἀπὸ τὰς φυλακάς, πολλάκις δὲ ἐχάλασαν τὰς φυλακὰς καὶ ἔφυγον. Ὡς παράδειγμα σᾶς λέγω, ὅτι ὁ Κωστιλὸς ἐδικάσθη καὶ καταδικάσθη δὶς εἰς θάνατον, ὁ Στούπας ἅπαξ, ὁ Ντελῆς πολλάκις καὶ τόσοι ἄλλοι· ἂν πάντες οἱ καταδικασθέντες εἰς θάνατον ἐπάθαινον σήμερον δὲν θὰ τοὺς ἔχετε. Ὥστε βλέπετε, ὅτι εἶναι πολὺ σπουδαῖον πῶς ὁ ληστὴς συλλαμβανόμενος καὶ καταδικαζόμενος νὰ μὴ παθαίνῃ. Ἐσκέφθην, ὅτι ἡ ποινὴ πρέπει νὰ ἦναι ὁ θάνατος καὶ συγχρόνως νὰ ἐκτελῆται. Ἀναφέρω, κύριοι, διοικητικὰς ἀποδράσεις πολλάς· ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἔφυγαν τριάκοντα πέντε ἀπὸ τὰς φυλακὰς τοῦ Ῥίου, ὑπουργοῦντος τοῦ κυρίου προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ τόσοι ἄλλοι ἔφυγαν καὶ ἐπέρασαν εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ Ζίκου, συνέλαβον ἕνα μάρτυρα, ὅστις τοὺς εἶχεν ἐνοχοποιήσει, τὸν Νικόλαον Χρυσικόπουλον, τὸν ἔδειραν καὶ ἔπειτα τὸν ἐπέταξαν καὶ εὑρέθη μετὰ πέντε ἡμέρας. Λέγω λοιπόν, ὅτι ἡ ληστεία, ἡ ὁποία ὀλίγον διαφέρει τῆς ἐσχάτης προδοσίας, διὰ τί νὰ μὴ τιμωρῆται μὲ θάνατον; ἡ κατὰ συμμορίαν δηλ. ληστεία, ἥτις εἶναι ἐπάγγελμα, ἐπιτήδευμα· αὐτοὶ ἐπαγγέλλονται τὸν φόνον, τὴν ἀναστάτωσιν τοῦ τόπου, τὴν ἀντίστασιν κατὰ τῆς ἀρχῆς, πάντα τὰ ἐγκλήματα· τὸ τοιοῦτον ἔγκλημα, λέγω, ὁμοιάζει τὸ τῆς ἐσχάτης προδοσίας, καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ τιμωρῆται μὲ θάνατον. Οἱ κύριοι καθηγηταὶ νομίζουν αὐστηρὰν τὴν ποινήν· διατί, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ φίλτρον, ζῆλος, διατί; Ὑπάρχουν ἐν τῷ κώδικι πολλαὶ περιπτώσεις κατώτεραι τιμωρούμεναι μὲ θάνατον, ὁ ἐμπρησμὸς μετὰ κινδύνου ζωῆς· ἀλλ’ ἀπὸ τὴν συμμορίαν τοῦ Δελῆ δὲν κινδυνεύει ἡ ζωὴ τινός; Κινδυνεύει ὁ τόπος, αἱ ἐπαρχίαι ὅλαι, αὐτὸς ἐπαγγέλλεται τὸν δήμιον. Ἐσχάτως συνέλαβε τὸν πρῶτον θεῖόν μου καὶ χάριν παιδιᾶς τοῦ ἔκοψε τὴν κεφαλήν, τὴν ἔβαλε εἰς τὸ σακοῦλι καὶ τὴν ἔστειλε μὲ ἕνα νὰ τὴν πάῃ εἰς τὴν σύζυγόν του. Αὐτὰ ἐπαγγέλλονται αὐτοὶ καὶ δὲν ὑπάρχουν λῃσταὶ διαβόητοι οἵτινες νὰ μὴ κάμουν φόνους. Ἄλλως τε ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ αὐστηρότης τοῦ νόμου περιορίζεται εἰς αὐτὰ τὰ δύω εἴδη, ἀλλ’ ὑπάρχει μία ἐγγύησις, ὅπου κατ’ ἐκείνων τῶν λῃστῶν ἐφαρμόζεται ὁ νόμος αὐτός, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀποκεκηρυγμένοι. Ἔχομεν ἄρθρον τοῦ νόμου κατὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προηγηθῇ ἀποκήρυξις καὶ διὰ τοῦτο χρειάζεται νὰ προηγηθῇ βούλευμα· ὑπάρχουν λοιπὸν πολλαὶ ἐγγυήσεις. Ὁ θάνατος λοιπὸν εἶναι ἀναγκαία ποινή, ἀλλ’ ἐξ ἀναλογίας τοῦ ποινικοῦ νόμου εἶναι καὶ δικαία, διότι εἶναι ἐγγυτάτη τοῦ ἐγκλήματος τῆς ἐσχάτης προδοσίας· οὐδεμίαν δὲ ὁμοιότητα ἔχει ἡ παρ’ ἡμῖν ἡ ληστεία μὲ τὴν ληστείαν τὴν διαπραττομένην ἐν Εὐρώπῃ, διότι τὸ κύριον στοιχεῖον εἶναι ἡ ἀντίστασις κατὰ τῆς ἀρχῆς, ἡ ἀνταρσία, τὸ ὁποῖον εἰς μόνην τὴν Ἑλλάδα εἰσάγεται. Τὸ κατ’ ἐμέ, κύριοι, ἐπειδὴ ἐσκόπουν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ἤμουν καὶ κατὰ τοῦ μέσου τῆς ἀναιρέσεως· δὲν θὰ ἐπιμένω ὅμως, διότι δὲν βλέπω διάθεσιν ἐκ μέρους μάλιστα τῶν προσκεκολλημένων εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου· ἀλλὰ τοὺς λέγω, ὅτι τὸ μέσον τῆς ἀναιρέσεως εἶναι πολλὰ νεαρὸν καὶ δὲν ἔχει τόσα δικαιώματα εἰς τὴν κοινωνίαν, ὅτι αὐτὸ σκοπὸν ἔχει τὸ δημόσιον συμφέρον, καὶ ὅτι εἰς τὴν στρατιωτικὴν δίκην δὲν ὑπάρχει, καὶ ὅτι ἀπὸ τοῦ 1851 εἰς πολλὰ δικαστήρια δὲν ὑπῆρχε κατὰ τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν· κατὰ πολλῶν ἀποφάσεων τῶν δικαστηρίων ἐκείνης τῆς ἐποχῆς δὲν ἐπετρέπετο τὸ μέσον τῆς ἀναιρέσεως· ὥστε δὲν ἦτο πάντη ἄτοπον, ὅτι τὸ μέσον τῆς ἀναιρέσεως ἠμπορεῖ νὰ λείψῃ. Μόλον τοῦτο ἐγὼ δὲν ἐπιμένω. Κύριοι, ὑπάρχει ἓν πολυπληθὲς φυτώριον λῃστείας, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ καταδιώξωμεν, τὸ τῶν λῃσταποδόχων, οἱ ὁποῖοι ἑκόντες ἄκοντες εὑρίσκονται εἰς ἐπαφὴν μὲ τοὺς λῃστάς. Περὶ αὐτῶν προβλέπει τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ νόμου· εἶναι οἱ ἄπειροι φυγόδικοι τοῦ 1862, οἱ ὁποῖοι ὑπολογίζονται εἰς 12,000. Ἀλλά, κύριοι, ἐγὼ εἰς τὴν πρότασίν μου εἶπον, ὅτι οἱ φυγοδικοῦντες δι’ ἐγκλήματα τοῦ 1862 ἔπρεπε νὰ τιμωρῶνται κατ’ ἀνώτατον ὅρον μέχρι 2 ἐτῶν· ἡ ἐπιτροπὴ λέγει μέχρι 5 ἐτῶν· ἐγὼ ἐπιμένω καὶ λέγω μάλιστα, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς 1 ἔτος. Κύριοι, δι’ αὐτοῦ......... (θόρυβος). Κύριοι βουλευταὶ, ἔχετε ὀλίγην ὑπομονὴν διὰ νὰ εἴπω ὀλίγα τινα ἀκόμη. Τὸ ἔγκλημα τῆς λῃστείας ἐκεῖ ὅπου ἔφθασε μᾶς ἀτιμάζει ἐξωτερικῶς, καὶ ἀπὸ ἐθνικὴν φιλοτιμίαν πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν ὅλαις δυνάμεσι νὰ τὸ ἐξοντώσωμεν (θόρυβος). Ἡ λῃστεία μᾶς ἔχει πολιορκημένους εἰς τοὺς οἴκους μας, οὔτε ἀσφάλειαν ἔχομεν οὔτε ἄσυλον ἐν ἡμῖν· ὁ ἐθνικὸς πλοῦτος τοῦ τόπου δὲν ἀνεφάνη, μένει ἀνεκμετάλευτος, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν στερεὰν, κατὰ τὸ μέγιστον μέρος. Διότι ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀσφάλεια οὔτε ἐργασία ὑπάρχει οὔτε συγκοινωνία· ἐκ τῆς λῃστείας εἴμεθα σχεδὸν εἰς μίαν ἀθλίαν καὶ ἀγρίαν κατάστασιν, οὔτε ξένα κεφάλαια ἠμποροῦν νὰ ἐγκατασταθοῦν εἰς τὸν τόπον, οὔτε ἐγχώρια δύνανται νὰ κυκλοφορήσουν. Τέλος πάντων εἶναι μία κατάστασις πολιορκίας ἡ λῃστεία δι’ ἐκείνας τὰς ἐπαρχίας. Ἐπεθύμουν, κύριοι, οἱ γνωρίζοντες τὴν ποινὴν, πρῶτον νὰ ἐγνώριζον τί ἐστὶ αἰχμαλωσία. Ὁ φίλος μου κ. Σωτηρόπουλος ἐπληροφορήθη δυστυχῶς, καὶ ἐγὼ εἶδον φίλους μου ἐσχάτως καὶ μοῦ διηγήθησαν, ὅτι ἡ αἰχμαλωσία ἔχει τὴν παρομοίωσιν μὲ τὴν τελευταίαν νύκτα κακούργου καταδικασθέντος εἰς θάνατον. Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ φεισθῆτε τὸν λῃστὴν, διότι αὐτὸς εἶνε ἐκτὸς τοῦ νόμου, διότι αὐτὸς εἶνε τίγρις. Ὁ ἴδιος αἰχμάλωτος μοὶ διηγήθη πῶς οἱ λῃσταὶ ἔσφαξαν δύο ἀθῶα κοράσια, ἓν ἑπτὰ ἐτῶν καὶ τὸ ἄλλο ἕξ· τὰ ἀφῆκαν ἡμιθανῆ, ἐπέρασεν ἕνας ἱερεὺς, τὰ εὗρεν ἀποθαμμένα καὶ ἠναγκάσθη νὰ καθήσῃ νὰ τὰ φυλάξῃ νὰ μὴ τὰ φάγουν οἱ λύκοι, καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν τὰ ἔθαψε καὶ ἦλθε μέσα. Ὁ τόπος, κύριοι, τῆς Στερεᾶς τοὐλάχιστον, ἀπαιτεῖ νὰ βαδίσετε εἰς τὴν ἐκρίζωσιν τοῦ κακοῦ· τοῦτο ἀπαιτεῖ καὶ ἡ ἐθνικὴ τιμή.
§134ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Κύριοι, ἡ ἀνάπτυξις ἡ μεγάλη, τὴν ὁποίαν ἔλαβε παρ’ ἡμῖν τὸ ἔγκλημα τῆς λῃστείας καὶ τὸ εἰδεχθὲς τοῦ ἐγκλήματος αὐτοῦ ὑπῆρξεν ὡς αἰτία τῆς προτάσεως τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν σας νομοσχεδίου. Εἶνε ἀληθὲς, ὅτι οἱ λόγοι οὗτοι εἶναι πολὺ μεγάλοι καὶ δύνανται πραγματικῶς νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἀφορμὴ καὶ ἐκδόσεως νόμων καὶ λήψεως ἄλλων πολλῶν μεγάλων μέτρων καὶ συντόνων· ἀλλ’ ὁ ὑπὸ τὴν κρίσιν σας σήμερον ὑποβαλλόμενος νόμος νομίζω ὅτι δὲν ἔχει ὀρθῶς· νομίζω ὅτι οὐδὲν συντελεῖ πρὸς τὸν σκοπὸν δι’ ὃν ἐγένετο. Ὁ νόμος οὗτος ὡς καὶ ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ προλαλήσαντος ἐξάγεται, σκοπεῖ κυρίως νὰ ἐνισχύσετε τὴν καταδίωξιν καὶ τὴν τιμωρίαν τῶν λῃστῶν καὶ διὰ τῶν διατάξεών του νομίζει ὁ προτείνας ὅτι ἐπιτυγχάνει τὸν σκοπὸν αὐτοῦ. Τίνας δὲ διατάξεις πρὸς τοῦτο φέρει; Ἔχει πρῶτον τὴν αὐστηρότητα τῶν ποινῶν, δεύτερον ἔχει τὴν ἁπλοποίησιν τῆς διαδικασίας καὶ τρίτον ἔχει καὶ ἄλλα τινὰ δευτερεύοντα μέσα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν θεωρῶ οὐσιώδη. Τὸ πρῶτον λοιπὸν ἐκ τοῦ ὁποίου ἄρχεται εἶναι ἡ αὐστηρότης τῆς ποινῆς· καταψηφίζει θάνατον εἰς πάντα ὅστις ἀπετέλεσε μέρος συμμορίας, ἐπίσης ὅστις ἀνθίσταται εἰς τὴν ἀρχὴν, ἀρκεῖ μόνον νὰ ἀπεκηρύχθη ὡς λῃστής· δὲν ἀπεκηρύχθη δὲ λῃστὴς, ὁ ἴδιος νόμος κατωτέρω ὁρίζει, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ βούλευμα ἢ κατασχετήριον, καὶ κατὰ τοῦ τοιούτου δύναται νὰ γείνῃ προκήρυξις ὡς λῃστοῦ. Ὁ ποινικὸς νόμος ὁ ἡμέτερος ἀναφέρει τρεῖς περιπτώσεις, καθ’ ἃς τιμωρεῖται μὲ θάνατον ἡ λῃστεία, μεταξὺ δὲ αὐτῶν εἶναι καὶ ἡ ἑξῆς, ἅμα ἐξετελέσθη εἰς δημόσιον ὁδὸν, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν σας ὑποβάλλει εἰς τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου ἀδιακρίτως· ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἐναντίον τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δύναται νὰ καταγνωσθῇ ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου καὶ εἰς ἕνα πολιτικὸν φυγόδικον, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ καταδικάσῃ· ὅταν καθιεροῖ τις νόμον, ὀφείλει νὰ προλαμβάνῃ ὅλας τὰς περιστάσεις. Ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου τὴν ὁποίαν ὅμως καθιεροῖ αὐτὸς, ἐνῷ εἶναι περιττὴ, εἶναι καὶ ἀνωφελὴς διὰ τὴν λῃστείαν, διότι ὡς προεῖπον εἰς ὅλας τὰς σπουδαίας περιστάσεις κατὰ τὸν ἐν ἰσχύϊ ποινικὸν νόμον ὁ λῃστὴς ὑπόκειται εἰς τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου· ἀλλ’ ἐνῷ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλει νὰ καθιερώσῃ ὁ Κ. Ῥοντήρης ὑπάρχει, ἀφ’ ἑτέρου διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νόμου ἐπιβάλλεται ποινὴ βαρυτάτη πρὸς ἄλλους ἐγκληματίας, οἵτινες δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς λῃσταὶ καὶ νὰ ὑποστῶσι τὴν ἐσχάτην τῶν ποινῶν ἀδίκως. Διότι ἐρχόμενος εἰς τὴν διαδικασίαν ὁ νόμος παραλείπει ὅλας αὐτὰς τὰς ἐγγυήσεις πρὸς ἐξιχνίασιν τοῦ ἐγκλήματος καὶ ἀπόδειξιν αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι καθιερώθησαν ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ νὰ ἀνακαλύπτεται τὸ ἔγκλημα, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴν τιμωρῆται ἀδίκως ὁ μὴ ἔνοχος, καὶ δὲν ἔχει παρὰ μόνον τὴν ἐπὶ ἀκροατηρίου διαδικασίαν. Ὅταν λείψουν ὅλα τὰ προηγούμενα, τότε λέγω, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ τελευταία διαδικασία οὐδεμίαν ἐξασφάλισιν παρέχει. Ὁ Κ. Ῥοντήρης διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν μεγάλην αὐστηρότητα τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐπεκαλέσθη ἕνα νόμον τὸν ὁποῖον ἔχομεν περὶ τῶν ἐγκλημάτων τοῦ τύπου. Οὗτος ὁ νόμος πρῶτον ὅτι εἶναι νὰ τιμωρήσῃ ἐλαφρὸν ἔγκλημα καὶ νὰ θέσῃ ἐλαφρὰς ποινὰς, ἀνέθεσε τὴν δίκην τῶν ἐγκλημάτων αὐτῶν εἰς τὸ κακουργιοδικεῖον, ἀλλ’ ὁ νόμος αὐτὸς ἔγεινε τότε διὰ νὰ περιστείλῃ τὸν τύπον εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐξαιρετικῶς κατεδιώκετο ἡ δημοσιογραφία, ὥστε δὲν ἠμπορεῖ νὰ λάβῃ αὐτὸ ὡς παράδειγμα καὶ νὰ κάμωμεν καὶ ἄλλο. Ἀρχόμενος τοῦ λόγου ὁ Κ. Ῥοντήρης, ἀνέφερε τὰ αἴτια, ἅτινα προεκάλεσαν τὸν νόμον αὐτὸν, ἀλλὰ ἐὰν παρατηρήσῃ καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς λῃστείας καὶ τὸ ἐξετάσῃ θέλει ἰδεῖ, ὅτι ὅλαι αὗται αἱ περιστάσεις, τὰς ὁποίας θέλει νὰ προλάβῃ ὁ νόμος, δὲν εἶναι ἱκαναὶ νὰ καταστρέψωσι τὴν λῃστείαν. Ὁ νόμος ἄρχεται ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου λαμβάνει αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς πολὺ ἐπιζήμιος δὲν εἶναι ὁ λῃστής· ὁ λῃστὴς εἶναι φοβερὸς εἰς τὴν καταδίωξιν. Αὐτὸς ὁ νόμος διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου καὶ τοῦ τελευταίου, δι’ αὐτῶν τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας καθιεροῖ ἐπὶ τῆς λῃστείας, δηλ. τῆς αὐστηρότητος τῶν ποινῶν καὶ τῆς συντόμου διαδικασίας, δὲν καταδιώκει τὴν λῃστείαν ἐκεῖ ὅπου εἶναι φοβερὰ, εἰς τὸ στάδιον αὐτὸ τῆς λῃστείας· ἡ φυλάκισις νομίζω ὅτι εἶναι φοβερὰ ποινὴ καὶ ἥτις δύναται καλῶς ἐφαρμοζομένη νὰ φέρῃ καλλίτερα ἀποτελέσματα ἀπὸ τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου. Μέχρι τοῦδε εἶναι ἀληθὲς ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν λῃστῶν διαφυγόντες τὸν θάνατον ἐπανῆλθον εἰς τὸ λῃστρικὸν στάδιον, οἱ πλεῖστοι δὲ αὐτῶν ἢ τοὐλάχιστον οἱ ἡμίσεις ἀπελύθησαν διὰ χάριτος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ὀρθὸν, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ· δεύτερον μέσον διὰ τοῦ ὁποίου διέφυγον οἱ λῃσταὶ τὴν ποινὴν τῆς φυλακίσεως εἶναι αἱ δραπετεύσεις, καὶ αὗται ἐγένοντο ἢ διότι ἐκατώρθωσαν οἱ λῃσταὶ νὰ δραπετεύσουν ἐκ τῶν φυλακῶν συνενοούμενοι μὲ τοὺς φύλακας, ἢ ἐπήρχοντο σπουδαῖα συμβάντα ἐν Ἑλλάδι, τὰ ὁποῖα προεκάλουν τὴν ἀνέωξιν τῶν φυλακῶν. Τοιοῦτόν τι συνέβη τὸ 1854 καὶ τὸ 1862· ἴσως μία ἄλλη τοιαύτη περίστασις συμβῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον. Δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ αὐτὴ, καθ’ ἣν θὰ λύσωμεν πῶς θὰ ἐξασφαλισθῶσιν αἱ ποιναὶ ἐπιβαλλόμεναι, οὔτε πῶς νὰ κατωρθωθῇ ἡ καλλιτέρα καταδίωξις· ἀνέφερα αὐτὸ τὸ γεγονὸς προσθέτων ὅτι, ἐὰν κατωρθόνετο νὰ ἔχωμεν φυλακὰς ὅπως πρέπει, ἠδύνατο κατὰ μέγα μέρος νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ποινὴ τῆς φυλακίσεως, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλει ὁ Κ. Ῥοντήρης νὰ κατωρθώσῃ διὰ τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον φρονῶ, ὅτι αἱ διατάξεις αἱ κυρίαι, ἡ κατάγνωσις τῆς θανατικῆς ποινῆς καὶ ἡ ἁπλοποίησις τῆς διαδικασίας, ὄχι μόνον δὲν δύνανται νὰ καταστρέψωσιν, ἀλλὰ μᾶλλον δύνανται νὰ ἐνισχύσωσι τὸ ἔγκλημα. Μετὰ ταῦτα ὁ νόμος αὐτὸς μεταβαίνει εἰς ἄλλας διατάξεις ἀφορώσας τὴν καταδίωξιν, ὡς καὶ προηγουμένως σᾶς εἶπον, ὅπου πρὸ πάντων ἔπρεπε νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας, διότι ἡ καταδίωξις εἶναι τὸ φοβερώτερον στάδιον, καὶ ἐκεῖ, κύριοι, ἔπρεπε νὰ ἀποβλέπῃ ὁ νόμος· ἀλλ’ αὐτὸν τὸν σκοπὸν νομίζω ὅτι δὲν τὸν κατωρθόνει. Αἱ περὶ ἀμοιβῆς διατάξεις, τὰ ὁποίας καθιεροῖ ὁ νόμος αὐτὸς, δὲν εἶναι ὀρθαὶ καὶ δὲν δύνανται νὰ φέρωσι τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκουν, διότι αὗται δίδουν τὸ μέσον εἴς τινας ν’ ἀποφύγουν τὰς ποινὰς, αἵτινες ἐπιβάλλονται ὑπὸ τοῦ νόμου. Ἐπὶ τέλους ὁ νόμος αὐτὸς ἔχει καὶ ἄλλο τι τὸ ὁποῖον εἶναι ξένον ἀπὸ τὸ ὅλον καὶ τὴν φύσιν τοῦ νόμου αὐτοῦ, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ 9 ἄρθρον· αὐτὸ δὲ δύναται τότε μόνον νὰ ἐπιτύχῃ τοῦ σκοποῦ διὰ τὸν ὁποῖον ἐτέθη, ἐὰν ἁπλῶς καὶ μόνη ἡ προφυλάκισις κατωρθωθῇ (θόρυβος). Συγκεφαλαιώνων ἐν συντόμῳ ὅσα εἶπον, λέγω ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς διὰ μὲν τῶν κυρίων διατάξεων αὐτοῦ δὲν συντελεῖ εἰς τὸ νὰ περιστείλῃ τὸ ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ περιστείλῃ, ὅτι ἡ μετὰ ταῦτα διάταξις ἡ ὁποία καθιεροῦται διὰ τὴν καταδίωξιν εἶναι ἄδικος, καὶ ἀντὶ νὰ περιστείλῃ τὸ ἔγκλημα δίδει μεγαλειτέρας διαστάσεις εἰς αὐτό.
§135ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά.
§136Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂς ψηφισθῇ ἡ ἀρχὴ, Κ. πρόεδρε.
§137ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7 παρὰ 25|60 Μ. Μ. ).