1867.02.11
813 rows · 6,664 words · 60 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 43
τῆς 11 Φεβρουαρίου 1867.
(Σάββατον).
Ὥρα 12. τῆς Μ.Μ.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ γενομένης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις καὶ ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Οὐδεμίαν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε τὴν ἐξακολούθησιν τῆς διακοπείσης χθὲς ψηφοφορίας; ἢ νὰ ἔλθωμεν εἰς τὰς ἀναφοράς;
§4ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ εἶναι πλῆρες τὸ σῶμα, κύριε Πρόεδρε;
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξέλθετε, κύριοι βουλευταὶ, ἀπὸ τὰ δωμάτια, ὁρίστε, καθήσατε.
§6ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν ψηφοφορίαν, κύριε Πρόεδρε.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἴδιον τὸ χθεσινόν ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Χατσίσκου, ἥτις ζητεῖ σύστασιν τοῦ γενικοῦ ταμείου τῆς ἐθνοφυλακῆς, κατὰ τὸ περιεχόμενον τὸ ὁποῖον ἔχετε ὅλοι ὑπ’ ὄψιν σας.
§8ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἡ ἡμερησία διάταξις, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀναφοραί.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ κάμωμεν πρῶτον τὴν διακοπεῖσαν ψηφοφορίαν καὶ ὕστερον ἐρχόμεθα εἰς τὰς ἀναφοράς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Χατσίσκου νὰ εἴπωσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις, κύριοι, ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 56 κατὰ 28, ἀρνηθέντων 8. Ὁ Κ. Κυριακὸς τὴν τροπολογίαν του τὴν ἔκαμε πρότασιν Νόμου.
§11ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν.
§13ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω μίαν πρότασιν νὰ κάμω· ἔχομεν ἤδη ὑπ’ ὄψιν μας τὸν νόμον τῆς ἀπογραφῆς, διάφορα φορολογικὰ νομοσχέδια, ἐπίσης τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἐν τούτοις συζητοῦντες δὲν δυνάμεθα νὰ διαιρεθῶμεν εἰς τμήματα, ὥστε ἕκαστον τμῆμα νὰ φέρῃ μίαν ἐξέλεγξιν ἐπ’ αὐτῶν· θεωρῶ λοιπὸν καλὸν, ἐπειδὴ θὰ γείνουν καὶ συζητήσεις πολὺ ἐκτεταμέναι, ἐπειδὴ αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐργάζωνται συγχρόνως, προτείνω νὰ παύσῃ ἡ Βουλὴ τὰς ἐργασίας της ἐπὶ 8 ἡμέρας, εἰς δὲ τὸ διάστημα τοῦτο νὰ ἐργασθῶσιν ὅλαι αἱ ἐπιτροπαὶ, καὶ νὰ ὑποβάλλουν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις των.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε κάμποσοι ἐδῶ καὶ ἀκούετε τί πρότασις γίνεται.
§15ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούομεν ἀπὸ τὸ βῆμα.
§16ΣΤΡΑΤΟΣ (ἀπὸ τοῦ βήματος). Κύριοι Βουλευταὶ, ἐπειδὴ ἡ κυβέρνησις, καθὼς καὶ πολλοὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ὑπέβαλαν μέχρι τοῦδε διαφόρους προτάσεις, καὶ ἐπειδὴ ἔτυχε πέρισυ νὰ εἶμαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶδον ὅτι ὅπως ἐξακολουθοῦν αἱ ἐπιτροπαὶ ἐργαζόμεναι, συνεδριαζούσης τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθουν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα ὅπως καὶ ὁ κανονισμὸς καὶ τὸ σύνταγμα καὶ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἐπιθυμοῦμεν· διὰ τοῦτο ἐθεώρησα καλὸν νὰ κάμω τὴν ἀκόλουθον πρότασιν· νὰ παύσουν ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, διαχωριζομένης εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ὡς ὡρίσθησαν ἐξ ἀρχῆς διὰ νὰ ἐργασθῶσιν ἐπὶ τῶν διαφόρων νομοσχεδίων καὶ προτάσεων, καὶ ἐξελέγξωσιν αὐτὰς, καὶ μᾶς φέρωσι τ’ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον θὰ ᾖναι πολὺ διαφορετικὸν ἐὰν ἐργασθῶσι, συνεδριαζούσης τῆς Βουλῆς, καὶ μάλιστα διὰ τὸν προϋπολογισμὸν ἀπαιτεῖται μία ἐργασία μεγάλη εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις, ὅτε αὐξάνει καὶ εἰς ἔσοδα καὶ εἰς ἔξοδα.
§17ΓΑΪΤΑΣ ΦΩΣΚΑΡΔΗΣ. Πρέπει νὰ ὑποβάλλῃ ἔγγραφον τὴν πρότασίν του.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πρότασις διὰ νὰ ὑποβληθῇ ἐγγράφως.
§19ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶναι μία ἀναβολὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα διὰ νὰ ἐργασθοῦν εἰς αὐτὸ τὸ διάστημα αἱ ἐπιτροπαί.
§20ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡ πρότασις περὶ καταργήσεως τοῦ διατάγματος περὶ προθεσμιῶν δὲν παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπὴν καὶ δυνάμεθα νὰ τὴν συζητήσωμεν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἀντικείμενα διὰ νὰ συνεδριάσωμεν.
§22ΖΩΤΟΣ. Ὁ Κ. Στράτος ἐπρότεινε τὴν ἀναβολὴν ἐπὶ 8 ἡμέρας διὰ νὰ ἐργασθῶσιν αἱ ἐπιτροπαί· πρωτοφανὲς αὐτό· ὕστερον ἀπὸ τὸ 1845 δὲν ἐνθυμοῦμαί ποτε αὐτὸ νὰ γείνῃ· σχεδὸν πάντοτε κατὰ τὴν μίαν ὥραν ἐρχόμεθα καὶ ἀναχωροῦμεν εἰς τὰς 3 ἢ 4, καὶ ἄλλοτε εἰργάζοντο αἱ ἐπιτροπαὶ καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἄλλων Νομοσχεδίων· ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἔγεινεν αὐτὴ ἡ διακοπὴ τῶν 8 ἢ 15 ἡμερῶν, αἱ ἐπιτροπαὶ δύνανται νὰ ἐργάζωνται καὶ τὸ ἑσπέρας καὶ τὴν πρωίαν. Ἔπειτα ἔχομεν τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουργείου περὶ καταργήσεως τοῦ διατάγματος περὶ προθεσμιῶν, ἔχομεν τὸ περὶ καταμετρήσεως τῶν πλοίων τοῦ Κ. Πλατῆ, τὸ περὶ ζωοκλοπῆς, καὶ ἄλλα· ὥστε εἶναι περιττὸν νὰ ἔλθωμεν εἰς τοιοῦτον μέτρον.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον ἡ Βουλὴ κάμνει τὸ χρέος της τόσον καλλίτερα εἶναι, νὰ ἐργαζώμεθα καὶ τὴν νύκτα, κύριοι.
§24ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐρχόμεθα εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, διότι πολλοὶ τῶν Κ. Βουλευτῶν διαλύομεν τὴν συνεδρίασιν πρὶν ἀκόμη κτυπήσετε τὸν κώδωνα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἂς προχωρήσωμεν. Παρακαλοῦνται ὅλαι αἱ ἐπιτροπαὶ νὰ ἐργάζωνται καὶ εἶμαι ἕτοιμος καὶ ἐγὼ ὡς πρόεδρος, ἐὰν θέλουν καμμίαν γνώμην. Νὰ γείνωμεν ἐπιμελέστεροι, κύριοι, διὰ νὰ μὴ δίδωμεν αἰτίας παραπόνων ἀπὸ τοὺς περιμένοντας ἀπὸ ἡμᾶς μεγάλα πράγματα. Προχωροῦμεν λοιπὸν εἰς τὰς ἀναφοράς. Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκταὶ αἱ γνωμοδοτήσεις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπί τῶν ἀναφορῶν ὡς ἑξῆς. Πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπὴ, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀποσταλείσας πρὸς αὐτὴν ἀναφορὰς, καὶ διελθοῦσα αὐτὰς ἐσκεμμένως, ἐπιφέρει ἐφ’ ἑκάστης τὴν ἑπομένην γνωμοδότησίν της. 1) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 29 ἀναφορᾶς τῆς ἐν Κορθίῳ Ἑλληνικῆς Σχολῆς, αἰτούσης ὅπως ἀναγνωρισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος ἐπὶ τῆς ἐν τῷ δήμῳ τούτῳ ὑπαρχούσης μονῆς «ἡ Ζωοδόχος Πηγὴ», στηριζούσης τὸ δικαίωμά της τοῦτο εἰς τὸ ἐπισυνημμένον Συγγύλιον τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως κατὰ τὸ 1818 ἔτος. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὸ συνημμένον τοῦτο Συγγύλιον, ἐξ οὗ προκύπτει ὅτι ἡ ἐν λόγῳ Μονὴ παρεχωρήθη πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Σχολὴν Κορθίου ὡς ἀναφαίρετος ἰδιοκτησία αὐτῆς, γνωμοδοτεῖ ν’ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅπως ἀφοῦ συνεννοηθῇ μὲ τὸ τῶν οἰκονομικῶν, ἐνεργήσωσιν ἀπὸ κοινοῦ τὰ εἰκότα πρὸς ἀναγνώρισιν τοῦ δικαιώματος τῆς Σχολῆς. 2) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 34 ἀναφορᾶς τοῦ Ν. Παντολέοντος, δι’ ἧς συνιστᾶται ἡ ἐκτύπωσις τοῦ παρὰ τοῦ Ἰουλίου Ἔνιγκ ἰχνογραφηθέντος χάρτου τοῦ Λαυρίου. Ἡ ἐπιτροπὴ θεωρεῖ περιττὴν τὴν τύπωσιν τοῦ χάρτου αὐτοῦ, ἀφοῦ ἀντίτυπον τούτου ὑπάρχει παρακατατεθειμένον ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ δύναται πᾶς τις βουλευτὴς νὰ τὸ ζητήσῃ καὶ τὸ παρατηρήσῃ. 3) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 37 ἀναφορᾶς τοῦ Κ. Θ. Βαλέττα, αἰτοῦντος ν’ ἀποζημιωθῇ δι’ ὅσας ὑπέστη ζημίας, ἐκ τῆς διὰ τοῦ πλοίου του μεταφορᾶς τῶν ἐπαναστατῶν κατὰ τὸ 1861 ἀπὸ Κύθνου εἰς Σύρον. Ἡ ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ ν’ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐνεργήσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅ,τι δίκαιον. 4) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 40 ἀναφορᾶς τοῦ Γ. Μαριολοπούλου, συντάκτου τῆς ἐφημερίδος ἡ Νομικὴ, ἐξαιτουμένου τὴν τύπωσιν τοῦ φύλλου του εἰς τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον δωρεάν. Ἡ ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ συστηθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καθόσον τὸ φύλλον αὐτὸ πραγματευόμενον περὶ διαφόρων νομικῶν ζητημάτων καθίσταται χρήσιμον. 5) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 33 ἀναφορᾶς ἁμαξηλάτου τινὸς Χρ. Πεταλᾶ, παραπονουμένου κατὰ τοῦ διευθυντοῦ τῆς ἀστυνομίας ὅτι ἐκακοποιήθη καὶ ἐφυλακίσθη ἀδίκως. Ἡ ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ ν’ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν καὶ φρονῇ ὅτι, προκειμένου περὶ παραπτώματος, ἔπρεπεν ὁ παθὼν νὰ κάμῃ ἔγκλησιν εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχήν. 6) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 9 ἀναφορᾶς διαφόρων ἀγωνιστῶν ἀπόρων κατὰ τὸν ἰσχυρισμόν των, ἐξαιτουμένων τὴν ἐπίβλεψιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν δικαίωσιν τῶν ἀγώνων των. Ἡ ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ ἀγῶνος, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ δικαιώματα τῶν ἀναφερομένων. 7) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 48 ἀναφορᾶς διαφόρων κατοίκων τῆς νήσου Κεφαλληνίας ἐξαιτουμένων βοήθειαν διὰ τὰ δυστυχήματα, ἅτινα ἔπαθον ἕνεκα τοῦ σεισμοῦ. Ἡ ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ ν’ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργεῖον, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐκτιθέμενα, ἁρμόδιον ὂν νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα.»
§26ΓΕΩΡΓΑΚΑΤΟΣ. Ζητῶ τὴν ἀναβολὴν κύριε πρόεδρε, ἐπ’ αὐτοῦ.
§27ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ὑπουργεῖον εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζει. Ἐπειδὴ τὰ δεινοπαθήματα τῶν παθόντων ἐκ τοῦ σεισμοῦ εἶναι πρόσφατα καὶ τὰ γνωρίζουν ὅλοι, νὰ μὴ ἀρκεσθῶμεν εἰς τοῦτο, ἀλλὰ νὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ συστήσῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ φέρῃ εἰς ταχὺ πέρας ὅ,τι ἐργασίαν ἔχει σχετικὴν πρὸς τὴν καταστροφὴν, καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι θεωρεῖ ἀναγκαῖον πρὸς θεραπείαν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν στέλλομεν λοιπὸν εἰς τὸ ὑπουργεῖον μὲ πλέον ἔντονον τρόπον. 8.) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 24 ἀναφορᾶς διαφόρων καταδίκων εὑρισκομένων ἐν τῷ σωφρονιστηρίῳ Κερκύρας, παραπονουμένων κατὰ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ σωφρονιστηρίου, μεταχειριζομένου κακῶς αὐτούς. Ἡ ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ ν’ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα ἐξετάσῃ περὶ τῶν παραπόνων τούτων καὶ φροντίσῃ περὶ τῆς θεραπείας αὐτῶν, διότι θεωρεῖ σκληρὸν νὰ ὑποφέρωσιν οὗτοι ἀπὸ τῆς ἰδιοτροπίας τῶν ἤδη ἐπιτηρούντων τὸ σωφρονιστήριον. Ἓν δὲ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ὁ Κ. Θ. Ῥωμαῖος θέλει ὑποβάλλει ἰδίαν γνώμην ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τῶν ἀναφερομένων καταδίκων. Πρὸς τὴν Βουλήν. Οἱ ἐν τῷ σωφρονιστηρίῳ Κερκύρας κρατούμενοι ἐξ Ἑλλάδος κατάδικοι γογγύζουσι καὶ κατὰ τοῦ παρὰ τὸν νόμον περιορισμοῦ αὐτῶν καὶ κατὰ τῆς ἀνηκούστου τυραννίας τοῦ διευθύνοντος τὸ κατάστημα αὐτό. Ἐν πρώτοις στεροῦνται τοῦ λόγου, τοῦ οἴνου, τοῦ καπνοῦ, τῆς ἀναγνώσεως, πάσης μετὰ συγγενῶν ἢ οἰκείων ὁμιλίας καὶ αὐτῆς τῆς μετ’ ἀλλήλων συναναστροφῆς, ὁ δ’ ἀφόρητος αὐτῶν οὗτος βίος ἐπιβαρύνεται κατὰ τρόπον ἀφορητότερον, ὅταν καὶ ἡ ἐλαχίστη τῶν εἰρημένων ὅρων τοῦ σωφρονιστηρίου παράβασις ἐπισύρῃ κατὰ τοῦ παραβάτου τοῦ πταίσματός του τὴν τιμωρίαν. Ἐὰν εἰς ταῦτα πάντα προστεθῇ ἡ ἀγριότης, ἡ θηριωδία τοῦ διευθύνοντος, ποῖος τῶν κρατουμένων δὲν ἀναγκάζεται νὰ προτιμήσῃ ἀντὶ τῆς τοιαύτης τῶν βασάνων σειρᾶς τὸν θάνατον; Παράδειγμα ἔστω αὐτὸ τὸ ἐν Κερκύρᾳ σωφρονιστήριον, εἰς ὃ ἡ μέχρις ἀπανθρωπίας σκληρότης τοῦ τότε διευθύνοντος αὐτὸ προεκάλεσεν ἐπανάστασιν, τὴν ὁποίαν κατέβαλεν ὁ ἀγγλικὸς στρατὸς, μετὰ ἔφοδον πεισματώδη καὶ αἱματηράν. Διότι οἱ κατάδικοι, ἀναλογιζόμενοι τὰ παθήματά των καὶ τὴν μέλλουσαν ἐν τῷ σωφρονιστηρίῳ ζωὴν αὐτῶν, δὲν ἐδίστασαν ποσῶς, ἀλλ’ ὥρμησαν κατὰ τοῦ ἐπερχομένου ἀγγλικοῦ στρατοῦ, οὗ ἡγεῖτο στρατηγὸς, καὶ ἔπεσον ἢ βαλλόμενοι διὰ πυρὸς, ἢ ταῖς λόγχαις τῶν ὅπλων κεντούμενοι. Τοὐτέστιν, οἱ ἐν τῷ σωφρονιστηρίῳ τότε κρατούμενοι, ὄχι μόνον δὲν ἐσωφρονίσθησαν, ἀλλὰ καὶ ἐξηγριώθησαν εἰς βαθμὸν ἀπαραδειγμάτιστον· τούτου δὲ παράδειγμα φέρω καὶ τὸ ἀκόλουθον. Κακοῦργός τις ὀνομαζόμενος Μοκιάτος διέμεινεν ἐν τῷ σωφρονιστηρίῳ Κερκύρας, δῆθεν σωφρονιζόμενος, ὑπὲρ τὰ δέκα ἔτη. Ἀπολυθεὶς ἐζυγίσθη καὶ εὑρέθη ἔχων τὸ βάρος τῆς ἀρετῆς. Διότι οἱ κακοῦργοι, εἰσερχόμενοι καὶ ἐξερχόμενοι, λογίζονται καὶ νομίζονται ὡς βελτιωθέντες, ὅταν τὸ βάρος αὐτῶν ἐξερχομένων εὑρεθῇ κουφότερον, ἢ ὅτε ἐν τῷ σωφρονιστηρίῳ εἰσῆλθον. Ἐννοεῖται δὲ διὰ ποίων ψυχικῶν καὶ σωματικῶν βασάνων πρέπει νὰ διέλθῃ τις, διὰ νὰ τακῇ, οὕτως εἰπεῖν, ἡ σὰρξ αὐτοῦ, διὰ νὰ μαρανθῶσι τῆς ζωῆς του τὰ στοιχεῖα. Εἰς τὸν Μουκιάτον αὐτὸν, τὸν κουφότερον μὲν τὸ σῶμα, μιαρώτερον δὲ τὴν ψυχὴν, ἐδόθη παρὰ τοῦ τότε διευθύνοντος μαρτυρικὸν βίου ἐπανορθωθέντος κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα. Μόλις ὅμως ὁ Μουκιάτος ἐξῆλθε τοῦ σωφρονιστηρίου, καὶ διαφθείρει ἕνα ἀνεψιόν του, ἀμφότεροι δὲ δολοφονοῦσιν ἕνα εὐεργέτην των, καὶ μετ’ οὐ πολὺ ἀμφότεροι ἀπαγχονίζονται ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ ἰκριώματος τῇ χειρὶ τοῦ δημίου. Ἰδοὺ δὲ καὶ τῶν προτερημάτων τοῦ τότε διευθύνοντος μικρὸν δεῖγμα. Παναγιώτης τις Ῥουβᾶς ἐπονομαζόμενος παραπταίσας κατεκλείσθη εἰς τὸ ἐν Κερκύρᾳ σωφρονιστήριον ἐπί τινας μῆνας. Τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῆς συμπληρώσεως τῆς τιμωρίας του εὑρίσκει κατὰ γῆς ὑπόλοιπον σιγάρου, τὸ λαμβάνει καὶ τὸ καπνίζει. Συλληφθεὶς ἐπ’ αὐτοφώρῳ κατεδικάσθη πάραυτα ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ καὶ τοῦ ἐξύρισαν τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς, τὸ γένειον, τὸν μύστακα, τὰ ὀφρύδια, πρὸς τούτοις δὲ τοῦ ἀπέκοψαν τὰ βλέφαρα. Εἰς τοιαύτην δὲ κατάστασιν ἀπελύθη μετὰ τρεῖς ἡμέρας καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸ χωριό του, οὐδὲν ἐκτρώματος διαφέρων Συνήθως δὲ οἱ ἐν τῷ σωφρονιστηρίῳ Κερκύρας πταίοντες κατάδικοι ἐτιμωροῦντο κατὰ τὸν ἀκόλουθον τρόπον. Ἐδεσμεύοντο αἱ χεῖρές των δι’ ἁλύσεων ὀπισθάγκωνα, προεβάλλετο δὲ αὐτοῖς ὡς τροφὴ ἄρτος ξηρὸς καὶ ὀλίγον ὕδωρ. Τοιουτοτρόπως δὲ ἐβιάζοντο νὰ τρώγωσιν ὡς κτήνη. Τοιαύτη ἦτο τοῦ ἐν Κερκύρᾳ σωφρονιστηρίου ἡ κατάστασις ἐπὶ τῆς πεσούσης διευθύνσεως. Ἐπὶ τῆς διαδόχου ἆρά γε ἐβελτιώθη; Ἡ μέχρις ἡμῶν φθάσασα ἀναφορὰ τῶν ἐκεῖσε κρατουμένων μαρτυρεῖ τὸ ἐναντίον. Διότι πῶς κατωρθώθη καὶ συνετάχθη τοιαύτη ἀναφορὰ ἐν ὄψει τοῦ διευθύνοντος καὶ ἐν ἀγνοίᾳ αὐτοῦ; Ἂν δὲ ἀληθεύωσι τῶν κρατουμένων οἱ γογγυσμοὶ, τοῦτο εἶναι ἔργον αὐστηρᾶς ἀνακρίσεως καὶ αὐστηρᾶς τιμωρίας τῶν αἰτίων τοιούτου βίου ἀφορήτου. Διϊσχυρίζομαι ὅμως, ὅτι οἱ ἐκεῖσε κρατούμενοι ἔχουσι τοὐλάχιστον κατὰ τοῦτο δίκαιον, ὅτι κρατοῦνται ἐν φυλακῇ, περὶ ἧς οὐδεὶς Ἑλληνικὸς νόμος προενόησε. Δὲν δύναταί τις δὲ ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι τὸ περὶ τοιούτων σωφρονιστηρίων ζήτημα δὲν εἶναι πάσης ἀντιῤῥήσεως ἐλεύθερον. Ἴσως δὲ τότε μόνον τοιαῦτα σωφρονιστήρια ἐπιτυγχάνωσιν, ὅταν οἱ διευθύνοντες αὐτὰ ᾖναι χριστιανοὶ φιλόσοφοι. Διότι πᾶς τοιοῦτος διευθυντὴς πρέπει νὰ ᾖναι πλέον ἢ πατὴρ τῶν κρατουμένων. Καὶ κατὰ πρώτην μὲν προσβολὴν τὸ ὑπὲρ κακούργων συνηγορεῖν φαίνεται ἄτοπον καὶ σκανδαλῶδες. Αὐστηρότερον ὅμως τοῦ πράγματος παρατηρουμένου, ἡ ὑπὲρ τῶν ἐν φυλακῇ συμπάθεια εἶναι χριστιανικὴ ἀρετὴ, χριστιανικὸν καθῆκον. Τοσοῦτον δὲ μᾶλλον οἱ ἐν φυλακῇ ἀδικούμενοι εἶναι προστασίας ἄξιοι, καθόσον ἡ ἐν ὀνόματι τοῦ νόμου τυραννία εἶναι πάσης ἄλλης μείζων. Διότι ὁ μὲν ἔχων πρόχειρα τὰ μέσα τῆς ἀμύνης τυραννεῖται ἂν θέλῃ· ὁ δὲ παντὸς ἀμυντηρίου ὅπλου ἐστερημένος τυραννεῖται κἂν θέλῃ, κἂν μὴ θέλῃ. Ἐν ὀλίγοις, κατ’ ἐμὲ, πρῶτον. Περὶ σωφρονιστηρίων τοιούτων, οἷον τὸ ἐν Κερκύρᾳ, νόμος Ἑλληνικὸς δὲν προέβλεψε. Δεύτερον· Σωφρονιστήριον τοιοῦτον, διοικούμενον ὑπ’ ἀνθρώπου μὴ ἐξόχου κατά τε τὴν ἀρετὴν καὶ τὴν παιδείαν, εἶναι τάφος κεκονιαμένος, ὅστις ἔξωθεν μὲν φαίνεται ὡραῖος, ἔσωθεν δὲ γέμει πάσης ἀκαθαρσίας. Τρίτον. Τοῦ ἐν Κερκύρᾳ σωφρονιστηρίου ἡ ἱστορία πολλὰ ἔχει καίρια. Καὶ ἴσως μὲν ἔπαυσε τῆς ἀδικίας ἡ μεγάλη τρικυμία· ὁ σάλος ὅμως αὐτῆς σώζεται ἔτι. Αἱ ἕξεις αἱ κακαὶ καὶ τὰ κακὰ παραδείγματα δὲν ἐξαλείφονται οὔτε ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ, οὔτε χωρὶς μεγάλου κόπου, οὔτε καὶ χωρὶς τῆς συνδρομῆς ἀνδρῶν σοφῶν καὶ δικαίων. Διὰ ταῦτα γνωμοδοτῶ τὰ ἑξῆς· Πρῶτον. Ἡ κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ σχέδιον γενικοῦ νόμου περὶ φυλακῶν τῶν καταδίκων. Δεύτερον. Ν’ ἀποστείλῃ ἡ Κυβέρνησις ἐν Κερκύρᾳ ἐξ Ἀθηνῶν ἐπιτροπὴν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων, τὰ πιστὰ παρεχόντων, πρὸς ἐξέτασιν τῶν παραπόνων τῶν ἐν τῷ ἐκεῖσε σωφρονηστηρίῳ κρατουμένων. Προηγουμένως ὅμως πρέπει νὰ παύσῃ ἢ νὰ μετατεθῇ ὁ διευθύνων, διὰ νὰ λυθῇ ἡ γλῶσσα τῶν ἀδικουμένων, καὶ πᾶς ἐκ τοῦ μέσου ἀρθῇ φόβος, τὴν ἀλήθειαν δεσμεύων. Συνιστῶ δὲ εἰς τὴν μελέτην τῆς Βουλῆς τὴν ἑξῆς παρατήρησιν τοῦ τὸν ἐν Κερκύρᾳ Νομάρχην ἐπιτροπεύσαντος γραμματέως. «Κατ’ ἐμὲ, γράφει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὁ ἐπίτροπος αὐτὸς, τὸ σύστημα τοῦτο (τὸ τῆς ἀπομονώσεως) ἀπαιτεῖ μεγίστην δαπάνην, καὶ ἀφ’ ἑτέρου δὲν δύναται πάντοτε νὰ φέρῃ τὸ προσδοκώμενον ἀποτέλεσμα. Τοὐναντίον δύναται νὰ βλάψῃ τὰς διανοητικὰς δυνάμεις τοῦ εἰς ἀπομόνωσιν τεθέντος.» Πρόσθες, ἐξαιρέτως μάλιστα εἰς τὴν Ἑλλάδα, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ὑπογεγραμμένου. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 7 Φεβρουαρίου 1867.
Θ. ΡΩΜΑΙΟΣ.
§29ΛΕΙΒΑΔΑΣ. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὸ σωφρονιστήριον Κεφαλληνίας καὶ ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Ῥωμαίου.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τί ἀποφασίζει ἡ Βουλή;
§31ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν παρὰ νὰ κάμωμεν ὅ,τι προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία λέγει νὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ λέγει καθαρῶς «θεωρεῖ σκληρὸν νὰ ὑποφέρουν ἀπὸ τὰς ἰδιοτροπίας τοῦ ἤδη διευθύνοντος τὸ σωφρονιστήριον.»
§32ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἴμεθα πλήρεις, ἔφυγαν ὅλοι.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐὰν δὲν θέσητε ποινὴν εἰς τοιαῦτα πράγματα, δὲν πηγαίνομεν ἐμπρός. Ὁ βουλευτὴς κύριος Λαζαρέτος εἶναι ἐδῶ διὰ νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασίς του;
§34ΛΑΖΑΡΕΤΟΣ. Ἐδῶ εἶμαι.
§35ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἡ ἀναφορὰ τί θὰ γείνῃ;
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Περὶ ὑποχρεωτικοῦ καὶ ἑκουσίου δανείου τοῦ βουλευτοῦ Κέας πρώτη συζήτησις. Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἔχει τις ἀντίῤῥησιν;
§38ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον.—Δὲν ἔχω, Κύριοι, νὰ ἀντιλέξω πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς παρουσιαζομένης προτάσεως περὶ ὑποχρεωτικοῦ ἐράνου· διότι ὑποχρεωτικὸν θεωρῶ τὸν ἔρανον τὸν δι’ αὑτοῦ ἐπιδιωκόμενον· ὅπου ὑπάρχει ὑποχρέωσις, ἐκεῖ λήγει ἡ ἑκουσιότης, ὅπου ὑπάρχει ἑκουσιότης, ἐκεῖ δὲν ὑφίσταται ὑποχρέωσις. Ὑποχρεωτικὸν λοιπὸν θεωρῶ τὸν ἔρανον, δὲν ἔχω νὰ ἀντιλέξω τι, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως ταύτης, ἀλλ’ εἰς τὴν αὐτὴν ἐποχὴν παρουσιάζονται αὐξήσεις δασμολογίου, προτάσεις αὐξήσεως τῶν φόρων διὰ φορολογικῶν νόμων καὶ πρότασις περὶ ὑποχρεωτικοῦ ἐράνου. Ποῖαι εἶναι αἱ περιστάσεις; ποία ἡ ἀνάγκη, ἡ ὁποία ἐπροκάλεσε τὰ τοιαῦτα νομοσχέδια, ὅλοι τὸ γνωρίζομεν. Εἶναι αἱ ἐθνικαὶ ἀνάγκαι, οἱ κίνδυνοι, αἱ ἀπειλούμεναι ἀνωμαλίαι, αἱ κοινωνικαὶ ἀνατροπαί. Ἀλλὰ, κύριοι, αἱ κοινωνικαὶ ἀνατροπαί, αἱ ἀνωμαλίαι, οἱ κίνδυνοι ὁμοιάζουσι τὸν κεραυνὸν ἢ τοὺς κεραυνοὺς, ἔχουσι δηλ. καὶ τὴν δύναμιν καὶ τὴν ταχύτητα τῶν κεραυνῶν. Τί κάμνουσιν, ἐρωτῶ, οἱ φρόνιμοι τῶν ἀνθρώπων ἐν ὥρᾳ θυέλλης; ἐν ὥρᾳ ἀπειλουμένης καταστροφῆς διὰ τῶν κεραυνῶν; Θέτουσιν ἐπὶ τῶν ἀπειλουμένων ὑψικορύφων δένδρων, ἐπὶ τῶν ὑψηλῶν κωδωνοστασίων, ἐπὶ τῶν μεγαλοπρεπῶν οἰκοδομῶν τοὺς ἀλεξικεραύνους, οὐδέποτε ἐπὶ τῆς καλύβης, οὐδέποτε ἐπὶ τῶν χαμηλῶν ἐκείνων, οὕτως εἰπεῖν, κοινωνικῶν στρωμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἀπειλοῦνται ὑπὸ τῶν καταστροφῶν αὐτῶν. Παραδέχομαι τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπιβολῆς τοῦ ὑποχρεωτικοῦ δανείου διὰ νὰ σωθῇ ἡ πολιτεία· διότι τοῦτο εἶναι καθῆκον ἐπιβαλλόμενον εἰς πάντα πολίτην καὶ πᾶσαν κοινωνίαν, ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ σκεφθῆτε καλῶς, οἱ ἔρανοι, αἱ ἔκτακτοι φορολογίαι πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωσι τὰς τάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν καὶ τὰ μεγαλείτερα προνόμια καὶ τὰς ὁποίας ἀπειλοῦν οἱ μεγαλείτεροι κίνδυνοι. Θέσατε λοιπὸν, κύριοι βουλευταὶ, θέσατε εἰς ἐφαρμογὴν ἐπὶ ὅλων αὐτῶν τῶν προτεινομένων σήμερον ἐράνων, φόρων—ὁποιονδήποτε ὄνομα θέλετε—θέσατε εἰς ἐφαρμογὴν τὴν ἀρχὴν ταύτην, θέσατε δηλ. τὸ ἀλεξικέραυνον ἐπὶ τῶν ὑψηλῶν κωδωνοστασίων, ἐπὶ τῶν μεγαλοπρεπῶν οἰκοδομῶν, ἐπὶ τῶν τάξεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι καὶ ὀφείλουν καὶ δύνανται νὰ ὑποστῶσι τὰς τοιαύτας θυσίας χάριν τῆς ἀνατροπῆς, τὴν ὁποίαν αὗται πρὸ πάντων ἀποτροπιάζουν καὶ φοβοῦνται, καὶ ἥτις αὐτοὺς πρὸ πάντων ἀπειλεῖ. Οὐδέποτε πρέπει νὰ εἰσχωρήσῃ εἰς τὴν ψῆφόν σας ἡ ἰδέα νὰ ὑποβάλλετε ὑποχρεώσεις τοιαύτας εἰς τὸν λαὸν, ὁ ὁποῖος σήμερον, γνωρίζετε πολὺ καλὰ, διότι εἶσθε ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, εἰς ποίαν κατάστασιν εἶναι καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποστῇ οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν.
§39ΜΟΔΙΝΟΣ. Ἀπὸ τὰ ὑψηλὰ πηγαίνει ὁ κεραυνὸς εἰς τὰ χαμηλά.
§40ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνω λοιπόν· διότι δὲν ἀρκεῖ νὰ πολεμῇ κανεὶς μίαν ἰδέαν, ἀλλὰ πρέπει νὰ εὑρίσκῃ καὶ ἄλλην εἰς ἀναπλήρωσιν αὐτῆς.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιμείνατε ὀλίγον, κύριε βουλευτὰ, νὰ ἡσυχάσουν, διότι δὲν ἀκούουν.
§42ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πειράζει, ἐγὼ πολλάκις ἔλαβα τὴν πεῖραν, ὅτι τ’ ἀληθέστερα πράγματα εἶναι τὰ πλέον δυσπαράδεκτα, τοιαύτη ἡ φύσις τῶν ἀνθρώπων. Προτείνω λοιπὸν, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς ὁ καταναγκαστικὸς πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ ἐκείνας τὰς τάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν οὐχὶ πρόσοδον, ἀλλ’ ἔχουν ἰδιοκτησίαν 50,000 δραχμῶν καὶ ἄνω, ὁ δὲ ἔρανος αὐτὸς ἂς ἐξευρεθῇ ἀναλόγως τῶν περιστάσεων τῶν σημερινῶν ἀναγκῶν τῆς πατρίδος, καὶ ἴσως, ἴσως, ἐὰν ὁ ἔρανος αὐτὸς, τὸν ὁποῖον προτιμῶ μᾶλλον παρὰ κάθε ἄλλο εἶδος φορολογίας, ἐπιτίθεται καταναγκαστικῶς ἢ ὑπὸ τὰς διατυπώσεις τὰς ὁποίας ἐπιφέρει τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, δηλ. τοῦ ν’ ἀποδοθῇ, ἐὰν τὸ ἔθνος εὐπορήσῃ, ἴσως ἴσως δὲν θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην μήτε δανείου, μήτε ἄλλης τινὸς θυσίας. Κύριοι, δὲν εἶσθε σοφώτεροι τῶν προγόνων μας. Τί ἔκαμνον ἐκεῖνοι, ὅταν ἐστράτευον; ὅταν εἶχον ἀνάγκην κατασκευῆς τριηρῶν; ὅταν τέλος πάντων ἦτο ἀνάγκη χορηγιῶν; ἠξεύρετε ποῖοι ὑφίσταντο τὰς δαπάνας αὐτάς; διότι ὁ λαὸς εἶχε μίαν καὶ ἔχει ὑποχρέωσιν, ὑφίστατο ἕνα καὶ μέγαν καταναγκασμὸν, τὸν φόρον τοῦ αἵματός του καὶ τὸν ὑφίσταται ὁλονὲν, καὶ θὰ τὸν ὑποστῇ, ὅταν ἔλθῃ ἡ ἀνάγκη, εἰς ποίους ἐπεβάλλοντο ὑποχρεώσεις εἰς πληρωμήν; εἰς τοὺς πεντακοσιομεδίμνους, εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καὶ ὤφειλον καὶ ἠπειλοῦντο καὶ ἠδύναντο νὰ ὑποστῶσι τὰς θυσίας αὐτάς. Λοιπὸν δὲν εἶσθε, λέγω, οὔτε σοφώτεροι, οὔτε πατριωτικώτεροι τῶν μεγάλων ἐκείνων προγόνων μας, σκεφθῆτε περὶ τῆς ὀρθότητος τῶν παρατηρήσεών μου αὐτῶν, καὶ παρακαλῶ νὰ ἀκολουθήσητε τὰς παρατηρήσεις αὐτὰς ἐπὶ ὅλων τῶν προτεινομένων αὐξήσεων φορολογίας καὶ τοῦ ἐράνου, ἐννοεῖτε, ὅτι ἐκ τοῦ ἐράνου αὐτοῦ δὲν ἐξαιρῶ οὔτε τὸν ἑαυτόν μου· διότι καὶ ἐγὼ θὰ πληρώσω.
§43ΛΑΖΑΡΕΤΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Αἰγιαλείας κατὰ πρῶτον λόγον ἠθέλησε νὰ φέρῃ τὰς ἀντιῤῥήσεις του ἐπὶ τῆς περιληπτικῆς ἰδέας τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ ὡς ἐλάχιστος ὑπέβαλον, συμμορφωθεὶς μὲ τὰς διατάξεις τοῦ 3 ἄρθρου τοῦ θεμελιώδους νόμου, ὁ ὁποῖος λέγει ῥητῶς, ὅτι οἱ βουλευταὶ προτείνουν νομοσχέδια καὶ ὁ Βασιλεὺς κατὰ δεύτερον λόγον διὰ τῶν ὑπουργῶν του. Ἐθεώρησα λοιπὸν ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας ὅλοι γνωρίζετε, καλὸν νὰ ἐργασθῶ ἐπὶ μιᾶς ἰδέας ἐθνικῆς ὄχι διὰ τῶν μεγάλων μου γνώσεων, ἀλλ’ ὡς ἐκ πείρας. Ἔρχομαι λοιπὸν νὰ ἐξηγήσω τὴν ἔννοιαν τοῦ ὑποχρεωτικοῦ καὶ ἑκουσίου δανείου. Τὸ ὑποχρεωτικὸν εἶναι πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἀρχῆς τοῦ δανείου τούτου, τὸ δὲ ἑκούσιον εἶναι τὸ ἑξῆς· ἐγὼ παρ. χάριν ὑποχρεοῦμαι ἀναλόγως τῆς περιουσίας μου νὰ ταχθῶ εἰς μίαν τῶν 19 τάξεων, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον περιλαμβάνει. Ἔρχομαι ἑκουσίως εἰς βοήθειαν, διότι δὲν μὲ ἀφαιρεῖ κανεὶς τὸ δικαίωμα νὰ προσφέρω καὶ περισσότερον. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι τὸ ἑκούσιον δάνειον ὑφίσταται· διὰ τοῦτο λέγω ὑποχρεωτικὸν μὲν κατὰ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον διαλαμβάνει, τὸ δὲ ἑκούσιον μένει εἰς τὴν προαίρεσιν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ συνεισφέρῃ διὰ τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἔθνους αὐτοῦ, διὰ τὸ μεγαλεῖον, διὰ τὸ μέλλον του καὶ διὰ τὴν ὑπεράσπισιν τῶν δικαιωμάτων του εἰς πᾶσαν περίστασιν. Τὸ ὑποχρεωτικὸν εἶναι καθῆκον· δότι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ τρίτου ἄρθρ. τοῦ θεμελιώδους νόμου, ὅλοι οἱ ἕλληνες εἴμεθα ἴσοι ἐνώπιον τῶν νόμων, κατὰ συνέπειαν καὶ εἰς τὰ βάρη ὀφείλομεν ὅλοι νὰ συνεισφέρωμεν ἕκαστος κατὰ τὰ μέσα τὰ ὁποῖα διαθέτει· ἡ δὲ ἑκουσία συνεισφορὰ εἶναι τῆς προαιρέσεως ἑνὸς ἑκάστου, δηλ. νὰ συνεισφέρωσιν ἢ οὔ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν παρεκτρέπομαι, οὔτε ἐπὶ τῆς πρώτης, οὔτε ἐπὶ τῆς δευτέρας περιστάσεως. Ὅταν ἡμεῖς δὲν συνεισφέρωμεν, εἴτε ὑποχρεωτικῶς, εἴτε ἑκουσίως, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἴμεθα ἔθνος; Δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἐνώπιον τοῦ ἄλλου κόσμου, ὅτι ἐπιδιώκομεν μέλλον, ὅταν δὲν προσφέρωμεν τὸ ὀλίγον αὐτὸ πρὸς στερέωσιν τῆς ὑπάρξεώς μας; Ἄρα διὰ νὰ προφυλάξωμεν τὸ ὅλον πρέπει νὰ θυσιάσωμεν ἓν μέρος. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον σᾶς ὑπέβαλον τὸ προκείμενον νομοσχέδιον· διότι ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων διὰ νὰ παρασκευασθῶμεν καὶ ἀποκρούσωμεν τοὺς ἐπαπειλοῦντας ἡμᾶς κινδύνους. Καθόσον ἀφορᾷ, Κύριοι, τὴν ἀρχὴν, ὅτι πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὰ ἄνω, βλέπετε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σᾶς ὑπέβαλον, συμφωνεῖ καθολοκληρίαν καὶ εἶναι ἀπόῤῥοια τῶν ἀρχῶν τοῦ Συντάγματος· ὅλαι αἱ τάξεις, Κύριοι, εἶναι ἴσαι, ἑπομένως ὅλαι πρέπει νὰ συνεισφέρωσι κατὰ δύναμιν. Κύριοι, ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου αὐτοῦ θ’ ἀρχίζῃ πρῶτον ἀπὸ τοὺς Κυρίους ὑπουργούς.
§44ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ νομοσχέδιόν σας σκοπεύει νὰ ἀντικαταστήσῃ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις.
§45ΛΑΖΑΡΕΤΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ὅλως διόλου ἄσχετον μὲ τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἰδέα μοναχὴ, ἥτις ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐργασιῶν μου, τὰς ὁποίας ἔκαμα περὶ αὐξήσεως τοῦ στρατοῦ· εἰργάσθην ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου καὶ ἔχω σύστημα πλῆρες· δὲν δύναμαι ὅμως νὰ τὸ φέρω εἰς φῶς, ἕως ὅτου δὲν ἴδω τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδίως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὰς γνώσεις καὶ τὸν πατριωτισμὸν τοῦ ὁποίου ἔχω μεγάλην πεποίθησιν, ὅτι δὲν θέλει φανῆ κατώτερος τῶν περιστάσεων. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου, λέγω, θέλει ἀρχίσει, πρῶτον ἀπὸ τοὺς ΚΚ. ὑπουργοὺς, δεύτερον ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τὸν κλῆρον, τρίτον ἀπὸ τὴν τάξιν ὅλων ἐν γένει τῶν ὑπαλλήλων καὶ καθεξῆς. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὴν τάξιν αὐτὴν τὴν ἐργατικὴν τὴν ἀφίνω τελευταίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν θὰ ζητήσωμεν κατ’ ἀναλογίαν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἕκαστος πρέπει νὰ συνεισφέρῃ. Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ, ὅτι καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ὕψωσε τὴν φωνήν της καὶ ἐζήτησε δάνειον, ἀλλὰ ὅπου καὶ ἂν ἀπετάνθη ὅλοι μᾶς ἔδειξαν τὰ νῶτα· καὶ ἂν ἀπεφάσιζαν νὰ μᾶς δώσωσι δάνειον, θὰ τὸ ἀπεφάσιζαν ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἀναγνωρίσωμεν καὶ τὰ παλαιά. Διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καὶ τὴν Κυβέρνησιν θὰ ἐλαφρύνωμεν νὰ μὴν ἔχῃ ἀνάγκην νὰ καταφεύγῃ εἰς ἐπαιτείαν, καὶ τὸ ἔθνος θὰ ἀπαλλάξωμεν ἀπὸ τοῦ νὰ ἀναδεχθῇ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ. Πρὸς τί λοιπὸν νὰ ἐπεκτείνωμεν ὡς ἐπαῖται τὰς χεῖρας εἰς τὸν μὲν καὶ τὸν δὲ, ἐνῷ ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ συνεισφέρωμεν τὸ κατὰ δύναμιν ἕκαστος, καὶ ἐκ τῶν συνεισφορῶν αὐτῶν νὰ σχηματίσωμεν ἓν κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ εὕρῃ διὰ δανείου; Ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν τὸ ζήτημα φθάσῃ εἰς τὰ καθέκαστα, νὰ ἐξηγηθῶ καλλίτερον.
§46ΖΩΤΟΣ. Κύριοι, ἐπειδὴ αὐτὴ ἡ πρότασις νόμου προέρχεται ἀπὸ φίλον μου καὶ ἀγωνιστὴν ἀρχαῖον, τὸν ὁποῖον σέβομαι, καθ’ ὑπερβολὴν, ἐπάσχισα καὶ θὰ πασχίσω νὰ συμβιβάσω, καὶ δὲν ἠξεύρω καὶ ἂν τὸ κατορθώσω, τὰς πεποιθήσεις μου μὲ τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἐμελέτησα καὶ εἶδα πραγματικῶς, ὅτι ὁ βουλευτὴς Κέας κινεῖται εἰς τοῦτο ἀπὸ σκοπὸν ὑψηλόν. Ὁ σκοπὸς, ἀπὸ τὸν ὁποῖον κινεῖται ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς, εἶναι νὰ σχηματίσῃ ἓν ταμεῖον πλῆρες χρημάτων διὰ νὰ μᾶς χρησιμεύσῃ διὰ τὰς μεγάλας ἀνάγκας τοῦ κράτους· καὶ πραγματικῶς, ὅταν χρήματα ἔχωμεν, εἴτε τὸ δημόσιον ταμεῖον τὰ ἔχει, εἴτε ἄλλο, τὸ ὁποῖον πρὸς ἕνα σκοπὸν ἤθελε συστηθῆ, τότε ὁ σκοπὸς φθάνει ταχύτερον εἰς τὸ τέλος του. Ἀλλὰ, Κύριοι, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν, καθὼς εἰς πολλὰς συνεδριάσεις πολλοὶ παρετήρησαν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται ἐν ἀχρηματίᾳ καὶ ἐν πενίᾳ, εἴτε ἐν πείνῃ, εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἕνεκα ἀναγκῶν καὶ σκοπῶν ἐθνικῶν μᾶς παρουσίασε νομοσχέδια πολλὰ, μᾶς παρουσίασε νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῶν ἐγγείων φόρων, τὸ δασμολόγιον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, μᾶς παρουσίασε νομοσχέδιον περὶ ἐπιτηδευμάτων, καὶ τὸ χθὲς ἢ προχθὲς ἐπιψηφισθὲν νομοσχέδιον περὶ τῶν ποιμνιακῶν φόρων καὶ καθεξῆς, ἐν ὥρᾳ τοιαύτῃ, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἐπειγομένη παρουσιάζει τοιαῦτα νομοσχέδια, ὅπως θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους, ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ, λέγω, νὰ ἐπιψηφίσωμεν καὶ ἄλλο φορολογικὸν νομοσχέδιον, μοὶ φαίνεται ὀλίγον δύσκολον. Καὶ μόλα ταῦτα πᾶν ὅ,τι εἷς βουλευτὴς ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν, πρέπει νὰ λυθῇ ὑπὸ τὸν αὐστηρὸν ἔλεγχον αὐτῆς, διότι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ κατακρίνω κατ’ ἀρχὴν, δὲν εἶναι ἀπίστευτον νὰ φανῇ, ὅτι εἶναι χρήσιμο. Δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι ἐπάσχισα νὰ συμβιβάσω τὰς πεποιθήσεις μου μὲ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Τί παρετήρησα, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ; παρετήρησα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ παρουσιάζει παραπολὺ τὸ ἐπὶ Τουρκοκρατίας σύστημα τοῦ χαρατσίου, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι ἐκεῖ ἐπλήροναν οἱ ἄῤῥενες καὶ τὰ ἀπὸ 15 ἐτῶν καὶ ἄνω ἄῤῥενα τέκνα, ἐδῶ δὲ βλέπω, ὅτι θὰ πληρόνουν καὶ αἱ γυναῖκες καὶ αἱ χῆραι καὶ τὰ κορίτσια· αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά. Καὶ καθὼς ὁ κατὰ κεφαλὴν φόρος ἐπὶ Τουρκοκρατίας διεκρίνετο εἰς βαθμοὺς τρεῖς, τοῦ ὁποίου εἷς βαθμὸς ἦτο τὸ λεγόμενον χαράτσι, οὕτω βλέπω καὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον. Ἐπροσπάθησεν ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ διὰ νὰ ᾖναι ἀκριβέστερον εἰς τὴν βαθμολογίαν καὶ μᾶς κατέταξεν εἰς 19 τάξεις· ἀρχίζοντες ἀπὸ 2 δραχμὰς κατὰ κεφαλὴν θὰ φθάσωμεν εἰς τοὺς ἀρχιερεῖς, τοὺς ἱερομονάχους, τοὺς ἱεροδιακόνους, τοὺς μοναχοὺς 250 δραχμὰς κατὰ κεφαλήν. Συλλογισθῆτε, ἐὰν τοιοῦτον νομοσχέδιον ἐπιψηφίσητε, ὄχι μόνον ἡμεῖς οἱ καϋμένοι φορολογούμενοι δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ συνεισφέρωμεν εἰς αὐτὸ τὸ ταμεῖον, καθιεροῦντες σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη κατεκρίθη, ἀλλὰ καὶ ἂν τὸ κάμωμεν, τὸ ταμεῖον αὐτὸ δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας· νὰ ἦσθε βέβαιοι· καὶ αὐτὸς ὁ φόρος ὁ λεγόμενος Ἀστάρια καὶ αὐτὸς κατὰ δίκαιον λόγον ἐξέλιπε, διότι δὲν ὑπάρχουν Γεννήτσαροι. Ἐπειδὴ λοιπὸν, Κύριοι συνάδελφοι, βλέπω καὶ τὸ ἀσυμβίβαστον μὲ τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, καὶ τὸ καταστρεπτικὸν τῶν διατάξεων αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἀνάγκη αὐτὴ δὲν εἶναι κατεπείγουσα διὰ νὰ στερήσωμεν τὸν ἑαυτόν μας, ὅπως συνάξωμεν χρήματα εἰς τὸ ταμεῖον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ σχηματίσῃ, (διότι ὅταν ἐπέλθῃ ἡ ἀνάγκη θὰ τὸ κάμωμεν αὐθορμήτως), νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ δεχθῶμεν καὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Καθὼς ὅλοι οἱ Ἕλληνες καὶ ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ ἀναγνωρίζωμεν τὸν ὑψηλὸν προορισμὸν τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, τὰ ὁποῖα κάθε εἷς τῶν βουλευτῶν ἤθελε παραδεχθῆ· εἶμαι ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου, καὶ νομίζω, ὅτι καὶ τὸν καιρόν μας χάνομεν συζητοῦντες τοῦτο, καὶ ψυχρότητας προξενοῦν τὰ τοιαῦτα νομοσχέδια.
§47ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Λυποῦμαι, διότι ὁ προλαλήσας ἔδωκε χρωματισμὸν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Κέας τοιοῦτον, ὥστε νὰ χαρακτηρίσῃ αὐτὴν καὶ γελοίαν καὶ ὀπισθοδρομικὴν καὶ ἐπαναφέρῃ σύστημα, τὸ ὁποῖον πάντα τὰ ἔθνη τὸ κατέκριναν. Ὁ βουλευτὴς Κέας ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ πατρὶς, ἐπρότεινεν ἓν μέτρον, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται κατ’ αὐτὸν τὸ ἔθνος νὰ εὑρεθῇ εἰς κατάστασιν νὰ ἐκπληρώσῃ ὅ,τι αἱ περιστάσεις τῷ ἐπιβάλλουσιν. Ὁ Κύριος Ζῶτος εἶπεν, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ τοῦ φορολογεῖν εἶναι σύστημα τῆς Τουρκίας. Ἐγὼ λέγω, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν εἶναι, ὅπως τὸ ἐχαρακτήρισε, διότι πολλοὶ ἐπίσημοι οἰκονομολόγοι τὸ ἀσπάζονται καὶ δὲν στερεῖται βάσεως θετικῆς καὶ δικαίας.
§48ΖΩΤΟΣ. Γνωρίζω, ὅτι πολλὰ ἔθνη φορολογοῦνται κατὰ κεφαλὴν, ἀλλ’ αὐτὸ διαφέρει πολύ.
§49ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἤθελον καὶ ἐγὼ κηρυχθῆ καθ’ ὁλοκληρίαν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Κυρίου Λαζαρέτου, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀναλογιζομένη τὸ ἔκτακτον τῶν περιστάσεων δὲν ἔφερε φορολογικὰ νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ν’ ἀναπληρώσῃ τὰς ἀνάγκας αὐτὰς, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐξομαλύνονται ὅλα τὰ ἐμπόδια.
§50ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, τοῦ καθήκοντος καὶ τῶν συμφερόντων τῆς Βουλῆς εἶναι, ὁσάκις ἐξασκῶμεν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὁ θεμελιώδης νόμος μᾶς χορηγεῖ, καὶ εἰσάγωμεν ἐνώπιον τοῦ σώματος πρότασίν τινα, νὰ μὴ θέλωμεν μεταξύ μας νὰ παριστάνωμεν τὰς ἰδέας μας ὡς γελοίας, καὶ ἀντὶ νὰ ἐκμελετήσωμεν τὸν σκοπὸν τὴν ἔκτασιν καὶ τὴν πρακτικότητα τῆς ἰδέας τοῦ μελετήσαντος καὶ ὑποβαλόντος μίαν πρότασιν, νὰ διαστρέφωμεν τὴν ἰδέαν αὐτὴν ἐπὶ τὸ ἀστεῖον. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, οὔτε περὶ χαρατσίου, οὔτε περὶ Νόμου φορολογικοῦ, πρόκειται περὶ δανείου· καὶ ὅταν λέγωμεν δάνειον, τὸ δάνειον διαφέρει ἀπὸ τὸν ἔρανον, διαφέρει ἀπὸ τὸν φόρον, διαφέρει ἀπὸ τὸ χαράτσιον· λοιπὸν ἀντὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι τοιαῦται συζητήσεις εἰς τοιαῦτα νομοσχέδια μᾶς ἀναγκάζουν νὰ χάνωμεν τὸν καιρόν μας, καλλίτερον εἶναι νὰ σκεφθῶμεν θετικῶς, πραγματικῶς καὶ πατριωτικῶς, διὰ νὰ δυνηθῶμεν ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους νὰ κρίνωμεν πῶς θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς ἀνάγκας, εἰς ἃς ἡ πατρὶς εὑρίσκεται καὶ οὐχὶ νὰ λέγωμεν εἰς τὸν ὑποβαλόντα μίαν πρότασιν τοῦτο καὶ τὸ ἄλλο καὶ νὰ θέλωμεν νὰ καταστήσωμεν τὴν πρότασιν αὐτὴν ἀστεῖαν χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις ὑπέβαλε τὴν πρότασιν, τὴν ἐμελέτησεν· ἀντὶ λέγω νὰ κάμωμεν τοῦτο, καλλίτερον εἶναι νὰ σκεφθῶμεν καὶ νὰ προσπαθήσωμεν ἂν δὲν μᾶς ἀρέσῃ νὰ τὴν διορθώσωμεν ἢ νὰ τὴν ἀντικαταστήσωμεν, καὶ νὰ μὴ λέγωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη καὶ σκέπτεται περὶ τούτου, διότι τοῦτο θὰ εἰπῇ, ὅτι δὲν ἔχομεν ἡμεῖς τὸ καθῆκον νὰ φροντίσωμεν περὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, ἐνῷ δὲν πρέπει ἡ Κυβέρνησις μόνον νὰ σκέπτεται, ἀλλ’ ὀφείλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ σκεπτώμεθα, διότι ἡμᾶς ἀπέστειλεν ὁ λαὸς, διότι ἀπὸ ἡμᾶς κρέμεται νὰ ἐπιβαρύνωμεν ἢ ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸν λαὸν ἀπὸ αὐτὰ τὰ βάρη· εὑρισκόμεθα δυστυχῶς, καὶ οὐδεὶς ἀρνεῖται τοῦτο, εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις, εἰς ἀνάγκας κατεπειγούσας καὶ δὲν ἤλπιζα ποτὲ ὁ Κ. Ζῶτος νὰ ἤθελεν εἶναι τόσον φανατικὸς κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου. Εἴμεθα λοιπὸν εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦν χρήματα, κεφάλαια σημαντικά· δυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν διὰ τῶν τακτικῶν φόρων, τοὺς ὁποίους ἕως τώρα πληρόνει ὁ λαός; ὁμολογοῦμεν τὸ ἐναντίον, διότι κανεὶς δὲν λέγει, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς ἀνάγκας αὐτὰς ἄνευ δανείου καὶ δανείου μεγάλου, εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη χρηματικὴ καὶ τὰ χρήματα πρέπει νὰ σκεφθῶμεν πῶς νὰ τὰ εὕρωμεν, ἐὰν ἕκαστος ἡμῶν ξυπάζεται καὶ προσπαθεῖ ν’ ἀποφύγῃ μήπως ἐπιβαρυνθῇ ὁ μὲν, ἢ ὁ δὲ, καὶ ἀδιαφορήσῃ εἰς τὸ νὰ φέρωμεν εἰς πέρας ἓν σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ συμπληρώσωμεν τὰς ἐλλείψεις μας, ἐὰν ἕκαστος, λέγω, ἀδιαφορήσῃ καὶ ἀφήσωμεν τὴν πατρίδα ἐκτεθειμένην εἰς τοὺς κινδύνους, οἵτινες τὴν ἐπαπειλοῦσιν, ἡ εὐθύνη δὲν θέλει πέσει ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἡμῶν; Πῶς δὲν ἔχομεν τὸ καθῆκον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπιβάλλουν αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ ἔθνους, ὅπως μεριμνήσωμεν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ; καὶ νὰ σκεφθῶμεν πῶς δύνανται νὰ θεραπευθῶσιν αἱ ἔκτακτοι αὐτοῦ ἀνάγκαι, πῶς δυνάμεθα νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς αὐτὰς καὶ πῶς δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν τὴν κρημνὴν καὶ τὰς ἐπικινδύνους περιστάσεις, εἰς ἃς εὑρισκόμεθα; Ἐδῶ αἱ σκέψεις πρέπει νὰ διπλασιασθῶσιν· ἡ μὲν Κυβέρνησις ἔλαβε τὰ μέτρα, ἅτινα μᾶς ὑπέβαλε διὰ νομοσχεδίων· εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ν’ αὐξηθῇ ὁ στρατὸς, εἶναι ἀνάγκη ν’ αὐξηθῇ ἡ ναυτικὴ δύναμις, εἶναι ἀνάγκη ν’ αὐξηθῶσιν οἱ φόροι καὶ νὰ γίνῃ τοῦτο καὶ τὸ ἄλλο, ἀλλ’ ἐδῶ τελειώνουν τὰ πάντα; πρέπει ν’ ἀδιαφορήσωμεν; ἐκεῖνο, ὅπερ ἐπιδιώκομεν, ἔχει ἀνάγκην καὶ λείπουν ἀπὸ αὐτὸ πολλὰ στοιχεῖα διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ· καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὄχι μόνον τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, ἀλλὰ καὶ ἑνὸς σημαντικοῦ δανείου, τὸ προκείμενον δὲ νομοσχέδιον δὲν ἀντιστρατεύεται, ἀλλὰ τοὐναντίον ἔρχεται ὡς προσθήκη. Τί γνωρίζομεν περὶ δανείου τοὐλάχιστον ἐπισήμως; Ἡ Βουλὴ δὲν γνωρίζει τίποτε ἄλλο, παρ’ ὅτι σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις περὶ δανείου· δὲν ὑπάρχει κἀμμία πρότασις περὶ δανείου, ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν ἄλλο τίποτε εἰμὴ, ὅτι ἔγεινε μία ἀποστολὴ διὰ νὰ γίνῃ μία δοκιμὴ περὶ ἀναγνωρίσεως τῶν παλαιῶν χρεῶν.
§51ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ὁ φόρος θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς............
§52ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ὁ ὑπουργὸς καὶ ἡ Βουλὴ συνεργάζονται ἐπὶ τοιούτων ἐθνικῶν ἀντικειμένων. Ἀντιπολίτευσις ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων ἐθνικῶν δὲν δύναται νὰ λάβῃ χώραν. Ἡ ἰδέα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ν’ αὐξήσῃ τοὺς φόρους, νὰ ἔχῃ ἓν περίσσευμα καὶ δυνάμει αὐτοῦ τοῦ περισσεύματος νὰ κάμῃ ἓν δάνειον, καὶ μὲ αὐτὸ τὸ δάνειον νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἐκτάκτους καὶ προσκαίρους ἀνάγκας, (εἶναι ἐπιθυμητὸν νὰ ᾖναι πρόσκαιροι), εἰς ἃς εὑρίσκεται τὸ ἔθνος, ἕνεκα τῶν περιστάσεων. Ἐδῶ λοιπὸν, Κύριοι, πᾶς βουλευτὴς ἔχει νὰ κρίνῃ ποῖον εἶναι προσφορώτερον καὶ ἀποτελεσματικώτερον τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, ἢ τὸ σύστημα, τοῦ ὁποίου νύξιν δίδει ὁ ὑποβαλὼν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον βουλευτὴς, χωρὶς νὰ καυχᾶται περὶ τοῦ ἀλανθάστου, διότι ὡς ἠκούσατε μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει παρὰ καρδίαν καθαρὰν, καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑποβάλει εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς συνειδήσεώς του καὶ τῶν αἰσθημάτων τῆς καρδίας του· διότι νομίζει, ὅτι αὐτὴ ἡ ἰδέα δύναται νὰ χορηγήσῃ καὶ νὰ παρέξῃ τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα. Ἡμεῖς λοιπὸν πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ποῖον σύστημα εἶναι τὸ ἐπιτυχέστερον, τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, ἢ τὸ σύστημα αὐτὸ τῶν καταναγκαστικῶν δανείων· διότι ἡ ἀληθὴς ὀνομασία αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀναγκαστικὸν δάνειον. Νομίζω, ὅτι, καὶ δὲν πιστεύω, ὅτι ἡ ἐπικρατοῦσα σύμπνοια τῆς Βουλῆς ἐκ τῶν προκειμένων περιστάσεων θὰ φέρῃ τὸ ἐναντίον ἀποτέλεσμα, ὅτι θὰ ψηφίσωμεν τὰ περὶ αὐξήσεως τῶν φόρων νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω μολαταῦτα, ἂν καὶ ἔχω τοιαύτην ἰδέαν, ὅτι μένει ἀκόμη ἓν κενὸν τὸ ὁποῖον σκοπεύει νὰ συμπληρώσῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, μένει λέγω ἓν κενὸν, διότι δὲν δυνάμεθα διὰ τῶν τακτικῶν φόρων νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς κατεπειγούσας ἀνάγκας, εἰς ἃς εὑρισκόμεθα, διότι τὸ ἐπαναλαμβάνω, μετὰ τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων, οἵτινες εἰσπράττονται κατόπιν καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν εἰσπράττονται καταναγκαστικῶς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι χρήματα ἕτοιμα, ὥστε ὅπως ἔχουσι νὰ δύναται νὰ γείνῃ προμήθεια τῶν ἀντικειμένων τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην· μὲ τὴν ἐπιβολὴν μόνον τῶν φόρων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς ὅ,τι ἔχομεν ἀνάγκην· ναὶ μὲν εἶναι ἐπιθυμητὸν νέον δάνειον, ἀλλὰ τίς μᾶς ἐγγυᾶται, ὅτι θέλει εὑρεθῆ; γνωρίζομεν, ὅτι δυστυχῶς ὑπάρχουν πολλοὶ κεφαλαιοῦχοι ὁμογενεῖς, οἵτινες δὲν ἐννοοῦν τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐννοοῦν τὴν σημερινὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ξέναι κυβερνήσεις ἀντιπράττουν, ἐνῷ ὁ ἐξευγενισμένος εὐρωπαϊκὸς κόσμος εἶναι ὅλως ἔνθους ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Γνωρίζετε, ὅτι τὰ δάνεια, οἱ κεφαλαιοῦχοι, ὅπου βλέπουν ἀσφάλειαν ἐκεῖ καὶ τρέχουν εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ Ἑλλὰς, διακειμένων εἰς ἀνώμαλον κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν της καὶ ὡς πρὸς τὸ πρῶτον δάνειον καὶ ὡς πρὸς τὸ δεύτερον καὶ ὡς πρὸς τὸ τελευταῖον τῶν 25,000,000, τὰ ὁποῖα ἐχρεώθημεν περιπλέον εἰς τακτικὰς περιστάσεις, δέν βλέπω ποία θὰ ᾖναι ἡ προθυμία τῶν κεφαλαιούχων, οἱ ὁποῖοι θὰ μᾶς δώσουν 25 καὶ 30 ἑκατομμυρίων νέον δάνειον. Θὰ παρέλθῃ χρόνος, θὰ γίνωνται μεγάλαι ἀπαιτήσεις καὶ ἐν τούτοις μένομεν ἀπροετοίμαστοι, καὶ δὲν γνωρίζομεν τί μᾶς περιμένει· καὶ ἂν γίνῃ δὲ τὸ δάνειον θὰ γίνῃ μὲ πολὺ ἐπαχθεῖς ὅρους διὰ τὸ ἔθνος, διότι ἂν θὰ ἀποκτήσωμεν 20 ἑκατομμύρια θὰ χρεωθῶμεν μὲ 25 καὶ ἐπὶ τούτων θὰ πληρώνωμεν τόκον καὶ χρεώλυτρον, προμηθείας καὶ ἐγγυήσεις καὶ ἀσφαλείας καὶ καθεξῆς, καὶ ἡ Κυβέρνησις στενοχωρουμένη εἶναι ἠναγκασμένη νὰ τὰ παραδεχθῇ, διότι πρόκειται περὶ τῶν ὅλων. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔποψις ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται. Ἡ ἔποψις δὲ καὶ ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὁ συνάδελφός μου βουλευτὴς Κέας σκέπτεται ὁποία εἶναι; Εἶναι ἡ ἑξῆς. Πρῶτον δὲν ἀπομακρύνεται ὡς σᾶς εἶπον ἀπὸ τὸν θεμελιώδη ὅρον τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸν ὁποῖον πᾶς Ἕλλην εἶναι ὑπόχρεως ἀναλόγως τῆς περιουσίας του νὰ συνεισφέρῃ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Πατρίδος· καὶ τὴν ἀρχὴν ταύτην θέλει νὰ πραγματοποιήσῃ ὁ κ. Λαζαρέτος· νὰ ἐπιβάλλῃ καὶ ἄλλους φόρους δὲν ἔχει στάδιον, διότι ἀρκετοὺς μᾶς ἐπρότεινεν ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ ἴδωμεν ἂν θὰ τοὺς παραδεχθῶμεν, διότι οἱ φόροι εἶναι ἐπαχθέστεροι τοῦ δανείου, καθόσον δίδονται ἄνευ ἐπιστροφῆς, διότι τίθενται ὑπὸ τὴν ἄμεσον διαχείρησιν μιᾶς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐνδέχεται νὰ ᾖναι σπάταλος, ἀπερίσκεπτος καὶ νὰ τοὺς διαχειρίζεται καὶ τοὺς δαπανᾷ εἰς περιττὰ πράγματα· διὰ τοῦτο ὁ κ. Λαζαρέτος εἶπεν δὲν ἀναπαύομαι εἰς τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ πρέπει νὰ εὕρω ἕνα νέον τρόπον, ἐλαφρότερον, ὑποφερτότερον καὶ τελεσφορώτερον. «Πᾶς Ἕλλην νὰ δανείσῃ εἰς τὸ ἔθνος ἓν ποσὸν τὸ ὁποῖον ὅσον πτωχὸς καὶ ἂν ᾖναι τόσον ἐλάχιστον θέλει εἶσθαι, ὅσον πλούσιος εἶναι τόσον μεγαλείτερον θέλει εἶσθαι». Θὰ εἴπῃ τις καὶ ποῖος ὑποχρεοῦται νὰ δανείσῃ; Ἀπαντῶ καὶ ποῖος ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ φόρους; Βεβαίως δι’ ἕνα Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν εἶμαι πολίτης, δὲν ὑποχρεοῦμαι νὰ πληρώνω φόρους· θέλω νὰ εἶμαι μέλος ἑνὸς Κράτους; πρέπει νὰ συνεισφέρω διὰ τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐνῷ πληρώνω ἀνεπιστρεπτεὶ φόρους, ἵνα ἔχω ἀσφάλειαν, συγκοινωνίαν καὶ τὰ τοιαῦτα καὶ δὲν τὰ ἔχω, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον δὲν δύναμαι νὰ γογγύσω, ἂν μοῦ εἴπουν, δάνεισε τὸ ἔθνος σου ὀλίγα χρήματα. Καὶ διὰ ποῖον λόγον, κύριοι, πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὑποχρεοῦται νὰ δανείσῃ ὁ λαὸς, διότι δυστυχῶς οἱ Ἕλληνες εἴμεθα εἰς λόγους δαψιλεῖς καὶ εὔκολοι, ἀλλ’ εἰς τὰ πράγματα δυσκολευόμεθα. Ὑπάρχουν πολλοὶ πλούσιοι εἰς τὴν Ἑλλάδα συζητοῦντες μετὰ μεγάλου ἐνθουσιασμοῦ τὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος, π. χ. οἱ δικηγόροι. Ἀλλ’ ὅταν τοῦ εἴπωμεν, κύριε δικηγόρε, ἐπλήρωνες 75 δραχμὰς, πλήρωσε 350, ἀρχίζει νὰ κάμῃ τὸν ἀντιπολιτευόμενον, τότε ἐχάθη τὸ ἔθνος, ἅμα τοῦ ἐγγίσῃ τις τὸ πουγγί του ἀποσύρεται ἀμέσως. Εἶναι ἀνάγκη νὰ εὕρωμεν τὸν τρόπον καὶ νὰ νομοθετήσωμεν πῶς πρέπει ὑποχρεωτικῶς νὰ ἐκπληρώσῃ πᾶς πολίτης τὸ καθῆκόν του πρὸς τὴν πατρίδα. Αὐτὴ ἡ ἰδέα τοῦ καταναγκαστικοῦ δανείου δὲν εἶναι πρωτοφανὴς, δὲν εἶναι μόνον ἡ Ἑλλὰς, ἡ ὁποία πρόκειται σήμερον νὰ νομοθετήσῃ περὶ τοιούτου ἀντικειμένου. Γνωρίζετε, ὅτι καὶ ἄλλα ἔθνη εὑρέθησαν εἰς παρομοίας περιστάσεις, καὶ ἐπέβαλλον εἰς πολίτας τὸ καταναγκαστικὸν δάνειον καὶ παράδειγμα τέλος ἔχομεν τὴν Ἰταλίαν. Ἡ Ἰταλία ἔγεινε μέγα ἔθνος καὶ σήμερον εὐημερεῖ καὶ θὰ εὐημερήσῃ περιπλέον, διότι ὅλοι οἱ Ἰταλοὶ ἐπροθυμοποιήθησαν καὶ τὸ αἷμά των νὰ χύσωσι καὶ ποτὲ δὲν φιλονεικοῦσι διὰ ποῖον λόγον τοῖς ἐπιβάλλουσι βάρη· εἰς ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν ἀτενίζουσιν· εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ μέλλοντος· καὶ ἔφθασαν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασαν. Τὸ ἴδιον, κύριοι, καὶ ἡ Ἑλλὰς ἐπὶ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821. Οἱ ἕλληνες τότε δὲν ἐδυσκολεύοντο νὰ θυσιάσωσι τὴν περιουσίαν των· ἀλλὰ ἑκατομμύρια χρημάτων ἐθυσίασαν πολλοὶ πλούσιοι καὶ πολεμοῦντες καὶ κακουχούμενοι πρὸς ἕνα σκοπὸν, καὶ διὰ τοῦτο ὁ σκοπὸς αὐτὸς ἐπετεύχθη ἐπὶ τέλους, ἂν καὶ οὐχὶ ὁλοτελῶς. Λοιπὸν, κύριοι, δὲν εἶναι ἰδέα ὅλως διόλου παράδοξος, πρωτοφανής· ὅλως διόλου τόσον ἀποῤῥίψιμος, ὅπως τὴν ἐθεώρησεν ὁ κ. Ζῶτος. Ἀλλ’ ἆρα γε δὲν εἶναι ἐνδεχόμενον αὐτὴ ἡ ἰδέα νὰ κάμῃ κακὴν ἐντύπωσιν εἰς τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος; δὲν τὸ γνωρίζομεν. Ἔχομεν μίαν ἰδέαν, ἕνα παράδειγμα, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν φόρων ἔφερε μίαν δυσανασχέτησιν εἰς τὸν λαὸν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔκαμε δείγματά τινα οὐχὶ εὐαρεσκείας. Ἀλλὰ περὶ τῆς ἰδέας αὐτῆς, ἡ ὁποία εἶναι σήμερον ὑπ’ ὄψιν μας, δὲν ἔχομεν καμμίαν ἐναντίαν ἔνδειξιν, ἀπ’ ἐναντίας τυχαίως πως ἀνέγνωσα εἰς τὴν ἐφημερίδα, ὅτι εἰς Σύρον ὅπου συνέστη ἐπιτροπὴ πρὸς συλλογὴν χρημάτων διὰ καταρτισμὸν ἐθνικοῦ στόλου, καὶ ὅπου συνελέχθησαν ἤδη 200,000 δραχ., συνελθούσης τῆς ἐπιτροπῆς διὰ νὰ γείνῃ ἡ περαιτέρω σκέψις, τί πρέπει νὰ ἐνεργηθῇ, ἐγένετο λόγος καὶ πρότασις ἀκόμη, ὅτι τὰ χρήματα εἶναι ὀλίγα διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ ὁ σκοπὸς, καὶ ὅτι ἀπαιτοῦνται πολλὰ, ἑπομένως ἐγένετο πρότασις, ὅτι ἂν τὰ χρήματα ταῦτα δοθῶσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὡς δάνειον εἰς βάρος τοῦ ἔθνους, ποσὰ μεγάλα θέλουν συναχθῆ, καὶ ὁ σκοπὸς θέλει ἐπιτευχθῆ. Λοιπὸν ἔχομεν ἀπὸ τὴν ἐμπορικωτέραν πόλιν τῆς Ἑλλάδος μίαν ἰδέαν, ἡ ὁποία μᾶς δίδει νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον δὲν ἦλθεν ὅλως διόλου ἄνευ σκέψεως, ἄνευ λογικῆς, ἀλλ’ ὅτι ἴσως ἴσως εἶναι τὸ ἐπιτυχέστερον ἀφ’ ὅ,τι σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις. Τώρα ὁ Κ. Μιχαλόπουλος λέγει, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς κινδύνους καὶ εἰς ἀνωμαλίας· καὶ ἔκαμε μίαν παραβολὴν, ὅτι αὐτοὶ οἱ κίνδυνοι ὁμοιάζουν τοὺς κεραυνοὺς, καὶ ὡς, ὅταν ῥίπτωνται κεραυνοὶ, τ’ ἀλεξικεραύνια τίθενται εἰς τὰς ὑψηλὰς οἰκίας, διότι αὐτὰ κινδυνεύουν περισσότερον, οὕτω καὶ τὰ ὑψηλὰ ὀντζάκια νὰ πληρώσουν τὸ δάνειον· τοῦτο εἶναι πολὺ εὐφυές.
§53ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πρᾶγμα· εἶναι μία ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν ἔκαμαν οἱ πατέρες μας εἰς τὸ 21, διότι ὁ λαὸς πληρόνει 8 φόρους, πληρόνει καὶ τὸν φόρον τοῦ αἵματος.
§54ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐνδέχεται ὁ κεραυνὸς νὰ προσβάλλῃ μόνον τὰς ὑψηλὰς οἰκίας, ἀλλ’ ἡ ἐπιδρομὴ τῶν ἐχθρῶν καὶ ὁ κίνδυνος ἑνὸς ἔθνους δὲν προσβάλλει μόνον τοὺς πλουσίους, ἀλλὰ καὶ τοὺς πτωχοὺς, καὶ οἱ δύω εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ τὸν ἀποκρούσουν, καὶ ὅταν ἔχωμεν τὸν νόμον τῆς στρατολογίας, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὸν φόρον τοῦ αἵματος, καὶ δὲν ἐξαιρεῖ τὸ παιδὶ τοῦ πλουσίου, διατὶ νὰ λέγωμεν ὅτι μόνον οἱ πένητες τὸν πληρώνουν, ἐνῷ καὶ ὁ πλούσιος πληρώνει καὶ δὲν πηγαίνει μὲν ὁ υἱός του, θέτει ὅμως ἕνα ἀντικαταστάτην· ἔπειτα, Κύριοι, τὸν λέγομεν φόρον τοῦ αἵματος, ἀλλὰ δὲν βλέπω εἰς πόσους πολέμους εὑρέθημεν, καὶ πόσον αἷμα ἐχάσαμεν. Λοιπὸν, Κύριοι, ὅ,τι εἶπεν ὁ Κύριος Μιχαλόπουλος, δὲν εἶναι τὸ φυσικόν· ἔπειτα, Κύριοι, καὶ ἡ βάσις αὐτοῦ τοῦ νόμου δὲν εἶναι ἄδικος, διότι ἕκαστος θὰ πληρώσῃ ἀναλόγως τῆς περιουσίας του· ὑπάρχει κλίμαξ βαθμολογικὴ τῆς περιουσίας ἑκάστου, καὶ ἂν πληρώσω φόρον θὰ πληρώσω περισσότερον, ἐνῷ ἂν δανείσω, μετὰ 10 ἔτη θὰ τὰ λάβω ἀπὸ τὸ δημόσιον. Ἐγὼ, ὅταν εἶδον τὸ νομοσχέδιον, ἠρώτησα τὸν Κ. Λαζαρέτον ἂν ἔκαμε τοὺς ὑπολογισμούς του, καὶ τὶ προκύπτει ἐξ αὐτοῦ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ βαρύνῃ πολὺ ἡμᾶς τοὺς ἐν Ἑλλάδι, διότι οἱ πλούσιοι Ἕλληνες εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, καὶ οἱ ὁποῖοι δύνανται, δανείζοντες εἰς τὸν μὲν καὶ εἰς τὸν δὲ, νὰ δανείσωσι καὶ εἰς τὸ ἔθνος. Ὁ Κ. Λαζαρέτος ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους ἔκαμεν, εὗρεν, ὅτι θέλουσι συναχθῇ 30 περίπου ἑκατομμύρια.
§55ΛΑΖΑΡΕΤΟΣ. Τριάκοντα δύω καὶ 500,000. Σημειώσατε, ὅτι εἰς τοὺς ὑπολογισμούς μου παρεδέχθην, ὅτι ὁ πληθυσμὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους εἶναι ἓν ἑκατομμύριον διακόσιαι πεντήκοντα χιλιάδες, ἐλογάριασα, ὅτι δύνανται νὰ συνεισφέρουν ἀνὰ 100 δραχ. καὶ φέρουν 25,000,000, ἑπτακοσίας πεντήκοντα χιλιάδας· ἀνὰ 10 δραχ. φέρουν ποσὸν 7½ ἑκατομμύρια, τὸ ὅλον 32,000,000. Τὸ ἔθνος ὅμως δὲν εἶναι μόνον ἓν ἑκατομμύριον, ἑπομένως τὸ ποσὸν τοῦ δανείου θὰ ᾖναι μεγαλείτερον.
§56ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τὰ καθέκαστα δυνάμεθα νὰ τὰ θεωρήσωμεν κατόπιν.
§57ΛΑΖΑΡΕΤΟΣ. Καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει πραγματοποιήσει ἓν δάνειον, τὸ δάνειον τοῦτο τὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου θέλει ἐπιστραφῆ μετὰ 10 ἔτη σὺν τόκῳ, καὶ νομίζω, ὅτι δύναται νὰ μένῃ ὡς ἀποθεματικὸν κεφάλαιον διὰ τὰς ἀπροσδοκήτους περιστάσεις.
§58ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Πρέπει, Κύριοι νὰ σκεφθῶμεν ὡρίμως ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, πρὸς δὲ πρέπει καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς εἴπῃ ἂν ἔχῃ ἐπ’ αὐτοῦ ἀντιῤῥήσεις, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ᾖναι ἑτοίμη, δυνάμεθα ν’ ἀναβάλλωμεν καὶ τὴν πρώτην συζήτησιν.
§59ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀναβάλλωμεν διὰ τὴν αὔριον, διότι παρῆλθε καὶ ἡ ὥρα.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 3 Μ. Μ.