1867.02.13
447 στίχοι · 3.604 λέξεις · 63 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 44.
Τῆς 13 Φεβρουαρίου 1867.
(Δευτέρα.)
Ὥρα 1 παρὰ ¼.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, πλήρους γενομένης τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς φθιώτιδος Κ. Τσιριμῶκος προτείνει πρότασιν νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ περὶ ὁπλοφορεῖν διατάγματος.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.— Ν. Ἐλευθεριάδης, κάτοικος Κύμης, παραπονεῖται, ὅτι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος συνελήφθη καὶ ἐφυλακίσθη ἄνευ ἐντάλματος ὑπὸ τοῦ διευθύνοντος τὴν ὑπομοιραρχίαν Καρύστου ἐνωμοτάρχου Β. Κωνσταντοπούλου καὶ τοῦ γραμματέως τοῦ ἐπαρχείου Ἀριστ. Οἰκονομοπούλου, καὶ ζητεῖ ἱκανοποίησιν. Τί ἐγκρίνει ἡ Βουλή; νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν;
§5ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται, Κ. πρόεδρε, περὶ προσωπικῆς κρατήσεως, δὲν εἶναι λοιπὸν πρᾶγμα, ὅπερ ἀπαιτεῖ σκέψιν διὰ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ νὰ ἐρωτηθῇ τὸ ὑπουργεῖον, ἐὰν τῷ ὄντι ἔγεινεν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἢ ὄχι, καὶ ἂν ἔγεινε, νὰ τιμωρηθῇ ὁ ὑπάλληλος.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅ,τι θέλει ἡ Βουλή.
§7ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ παραβιασθῇ ὁ κανονισμὸς νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, Κ. πρόεδρε.
§8ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, Κ. Πρόεδρε.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλοι θέλουν εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἄλλοι εἰς τὴν Βουλήν.
§10ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βέβαια.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι θέλουν νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ σηκωθοῦν· (δὲν ἐγείρεται κἀνείς).
§12ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καθὼς ἐθέσατε τὸ ζήτημα, Κ. πρόεδρε.
§13ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἡ πρότασις εἶναι ἡ ἀπωτέρα τοῦ κανονισμοῦ.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ναί, ἀλλὰ πολλάκις ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει ἀπ’ εὐθείας. Λοιπὸν νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, διότι καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκεῖ θὰ τὴν στείλῃ.
§15ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σημειωθῇ, ὥστε τὸ ὑπουργεῖον νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ πληρεξούσιοι παρὰ τοῖς εἰρηνοδικείοις καὶ πταισματοδικείοις ἢ δικηγόροι Ζακύνθου ζητοῦν νὰ τοῖς δοθῇ ἡ ἄδεια τοῦ δικηγορεῖν ἐνώπιον ὅλων τῶν δικαστηρίων Ζακύνθου. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης ἐστάλη καὶ ἄλλη ὁμοία ἀναφορά. Ἐκεῖ λοιπὸν θὰ ὑπάγῃ καὶ αὐτή. Πέτρος Μελῖνος, ταγματάρχης συνταξιοῦχος, κάτοικος Ἄργους, ζητεῖ νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ψηφισθέντος νόμου, τοῦ περὶ συντάξεως τῶν φιλελλήνων. Ποῦ θὰ ὑπάγῃ;
§17ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοι τοῦ δήμου Σαμέων τῆς Κεφαλληνίας ζητοῦσι νὰ τοῖς παραχωρηθῇ ἥμισυ στρέμμα εἰς ἕνα ἕκαστον ἀπὸ τὰ κτήματα τῆς κατηργημένης μονῆς τῶν ἁγίων Φανέντων, κείμενα εἰς τὸν Αἰγιαλὸν Σάμης διὰ νὰ συνοικισθῶσιν αὐτόθι, ἀντὶ ν’ ἀνεγείρουν τὰς κρημνισθείσας ὑπὸ τοῦ σεισμοῦ οἰκίας των.
§19ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, Κ. Πρόεδρε.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλισσάβετ χήρα Γ. Βάγια ζητεῖ αὔξησιν τῆς συντάξεώς της ἀναλόγως τῶν ἐκδουλεύσεων τοῦ ἀποθανόντος συζύγου της.
§21ΠΟΛΛΟΙ. Καὶ αὐτὴ ἐπίσης εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§22ΛΕΙΒΑΔΑΣ. Ἔχω ἐδῶ, κύριε πρόεδρε, μίαν ἀναφορὰν ὑπογεγραμμένην ἀπὸ Κεφαλλῆνας· ἕνα περίχωρον κατεστράφη ὁλόκληρον ἀπὸ τὸν σεισμόν. Αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ διευθύνεται εἰς τὴν Α. Μ. ἀλλὰ δὲν ἐπρόφθασαν νὰ τὴν παρουσιάσουν εἰς τὸν Βασιλέα, ὅταν ἦτο ἐκεῖ, καὶ μὲ ἐπεφόρτισαν νὰ τὴν παρουσιάσω ἐδῶ. Προτείνουν μέτρα θεραπείας, καθὼς καὶ μία ἄλλη προηγουμένη ἀναφορά. Δὲν θέλω νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ μὴ λάβῃ τὴν ἰδίαν κακὴν τύχην μὲ τὴν προηγουμένην τῶν πολιτῶν τῆς πόλεως Ἀργοστολίου, ἡ ὁποία ἔλαβε κακὴν τύχην, διότι δὲν εἶδον καμμίαν συμπάθειαν ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς δι’ αὐτὸν τὸν λαὸν, ὅστις ὁλονὲν πάσχει καὶ εἶναι ἕτοιμος ν’ ἀπολεσθῇ, διότι ἀναχωροῦν καθημέραν οἱ κάτοικοι καὶ εἶναι τεταραγμένοι ἀπὸ τοὺς σεισμούς. Ἓν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι καὶ ὁ Κ. Ῥωμαῖος, ὅστις, ὡς ἑπτανήσιος καὶ ὡς Κερκυραῖος, ἔπρεπε νὰ κάμῃ παρατηρήσεις εἰς τὴν ἔκθεσιν διαφόρους ἀπὸ τὰ ἄλλα μέλη· καὶ αὐτὸ τὸ παράπονον τὸ ἔχω, διότι εἶναι ἑπτανήσιος καὶ Κερκυραῖος, καὶ διότι ἀκούετε, ὅτι ἡ νῆσος Κέρκυρα ἔκαμε τόσα βοηθήματα, ὅσα οὔτε καί ἡ λοιπὴ Ἑλλάς.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ εἶναι εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα, Κ. Λειβαδᾶ.
§24ΛΕΙΒΑΔΑΣ. Ναί, ἀλλ’ ἔχω γράμμα των, διὰ τοῦ ὁποίου μ’ ἐπιφορτίζουν νὰ τὴν παρουσιάσω ἐδῶ, τί πειράζει;
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴ λέγει ὅλο Μεγαλειότατε, καὶ δὲν εἰμπορεῖ ν’ ἀναγνωσθῇ ἐδῶ, εἰμπορεῖτε νὰ τὴν παρουσιάσητε εἰς τὴν
Α. Μ.
§26ΛΕΙΒΑΔΑΣ. Πολὺ καλὰ τὴν παρουσιάζω εἰς τὴν Α. Μ.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τώρα τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Εἶναι ά. νομοσχέδιον περὶ τῶν προϊόντων τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας ἐφ’ ὧν ἐπιστρέφονται τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη.
ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
Περὶ τῶν προϊόντων τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας, ἐφ’ ὧν ἐπιστρέφονται τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη. Ἄρθρον μοναδικόν. Ὡς εἴδη τῶν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας προϊόντων, ὑπὲρ ὧν θέλει ἐπιστρέφεσθαι κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ περὶ Δασμολογίου Νόμου, τὸ πληρωθὲν εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τῶν ἀναλόγων πρώτων ὑλῶν, ὁρίζονται ἐπὶ τοῦ παρόντος τὰ κατειργασμένα δέρματα καὶ τὰ ἄλευρα ἢ ζυμαρικά. Πᾶσα περὶ τῶν τοιούτων προϊόντων ψευδὴς διασάφησις τιμωρεῖται μὲ τὴν ποινὴν τοῦ λαθρεμπορίου». Παραδέχεται ἡ Βουλή; εἶναι πρώτη συζήτησις;
§28ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§29Κ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τί γίνεται, κύριοι, τὸ περὶ ζωοκλοπῆς;
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης δὲν ἔκαμεν ἀκόμη ἔκθεσιν, οὔτε ἠξεύρω ἂν συνῆλθεν. Ἡμεῖς, οἵτινες εἶσθε οἱ προτείναντες, προτείνατέ την νὰ τὴν βάλλω εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§31Κ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ δοθῇ ἓν πέρας, διότι ὑποφέρει μία ὁλόκληρος τάξις ἀνθρώπων.
§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ἐπέστρεψεν ἡ ἐπιτροπή;
§33Κ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται, δὲν ἔκαμε τίποτε.
§34ΕΥΘ. ΔΕΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ νὰ λάβῃ θέσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἂν καὶ εἰς τοιαύτας περιστάσεις προβλέπῃ ὁ κανονισμός.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι περιττόν, Κ. βουλευτά. Εἴπομεν, ὅτι ὅταν ἐπιμένετε τὴν περνῶ αὔριον. Ἔχομεν δεύτερον ἀντικείμενον τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀκυρώσεως τοῦ ἀπὸ 15 Ὀκτωβρίου 1835 διατάγματος, περὶ παροχῆς προθεσμιῶν εἰς ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου.
ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
Περὶ ἀκυρώσεως τοῦ ἀπὸ 15|27 Ὀκτωμβρίου 1835 διατάγματος, περὶ παροχῆς προθεσμιῶν εἰς ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου. Ἄρθρον μοναδικόν. Τὸ ἀπὸ 15|27 Ὀκτωβρίου 1835 Β. διάταγμα, περὶ παροχῆς προθεσμιῶν ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου, ἀκυροῦται. Τὸ ἄρθρον δὲ 154 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς· Οἱ Ταμίαι δικαιολογοῦσι τὴν καθυστέρησιν, μόνον ἂν ἀποδείξωσιν, ὅτι ἔλαβον ἐγκαίρως κατὰ τῶν ὀφειλετῶν ἅπαντα τὰ μέσα ὅσα ἐπιτρέπονται ὑπὸ τῶν περὶ καταδιώξεως νόμων.
§36ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὸν λόγον, Κ. πρόεδρε. Ὑποβάλλεται, κύριοι, σχέδιον νόμου δι’ οὗ προτείνεται ἡ κατάργησις ἑτέρου νόμου, διότι, καθὼς γνωρίζετε, ὅλα τὰ διατάγματα, ὅσα ἐξεδόθησαν πρὸ τῆς Σεπτεμβριανῆς μεταβολῆς, ἐπεῖχον ἰσχὺν νόμου, δὲν εἶναι ὡς τὰ σημερινὰ ἐκτελεστικὰ Νόμου· διότι τότε δὲν εἴχομεν τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα. Πρόκειται λοιπὸν σήμερον μετὰ 33ετῆ ζωὴν τοῦ νόμου τούτου νὰ τὸν καταργήσωμεν ἡμεῖς, καὶ διὰ λόγους, οὓς ἐγὼ δὲν θεωρῶ ὀρθοὺς, διὰ λόγους, οὓς δὲν εὑρίσκω συμφέροντας εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν καὶ σᾶς ὁμιλῶ ἐγὼ, ὅστις δὲν ὀφείλω· δὲν ὀφείλω, Κύριοι, οὔτε λεπτὸν εἰς τὸ δημόσιον, οὔτε οἱ συγγενεῖς μου, ἀλλὰ δὲν τὸ εὑρίσκω πλημμελὲς αὐτὸ τὸ διάταγμα. Οἱ νόμοι νομοθετοῦνται ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν ἑκάστου ἔθνους, τῆς ποιότητος τῶν ἀνθρώπων, οὓς πρόκειται νὰ διοικήσουν· καὶ οἱ νόμοι καταργοῦνται ἂν ἐκλείψῃ ὁ λόγος ἢ φανῶσι καταπιεστικοὶ κλπ. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὅπως ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν τὸ φέρει, δὲν ὑποδεικνύει τὰ πλημμελήματα ἐκεῖνα, ἅτινα ἐγὼ φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖα διὰ τὴν κατάργησιν ἑνὸς νόμου. Τὸ διάταγμα, οὗ τινος κατάργησις προτείνεται, ἀληθῶς δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ ἀναστείλῃ τὴν καταδίωξιν, ἀλλ’ ἀναφέρει, «ἅμα παρέλθῃ ἡ προσδιορισθεῖσα διὰ τὴν πληρωμὴν προθεσμία νὰ ἐκτελεσθῇ χωρὶς τινα συγκατάβασιν», δηλ. καθιστᾷ τὴν Κυβέρνησιν ὑπεύθυνον. Παρακάτω «νὰ χορηγῇ προθεσμίας ἐντὸς τοῦ ἔτους.» Παρατηρήσατε πόσον προφυλακτικὸν εἶναι. Καὶ πότε «ὅταν ὑπάρχωσι κλπ. καὶ τέλος, ὅταν ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου συγχωρῇ τὴν τοιαύτην συγκατάβασιν χωρὶς ζημίαν.» Δὲν εἶναι λοιπὸν εἷς θεσμὸς ὅστις εἶναι ἀπολύτως κακός· αὐτὸς προεῖδε τὰς ἀνάγκας τῶν Ἑλλήνων. Κατὰ τὰ 33 ὅλοι ἦσαν ἄποροι, γυμνοὶ, καὶ ἐάν τις ὀφείλῃ εἰς τὸ δημόσιον, ὀφείλει ὄχι ἐκ καμμιᾶς προθέσεως· δὲν ἦσαν εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσωσι· καὶ ἔδιδε τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτὸς ὁ νόμος, ὅταν δὲν πάσχῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ὁ Κ. ὑπουργὸς, Κύριοι, ἐν τῇ ἐκθέσει του λέγει· «Οὕτω δὲ πράττοντες ὑπηρετοῦμεν διττῶς τὴν πολιτείαν· ἐξασφαλίζομεν μὲν ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἔγκαιρον εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ ἑπομένως τὴν ἔγκαιρον θεραπείαν τῶν δημοσίων ἀναγκῶν, αἴρομεν ἀφ’ ἑτέρου ἓν μέσον, δι’ οὗ δύναται ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν χρῆσιν τῶν καταδιωκτικῶν μέτρων νὰ ἐπηρεάζῃ τὴν ἐξάσκησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων ἐκ μέρους τῶν ὀφειλετῶν πρὸς τὸ δημόσιον, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὸ πλεῖστον τῶν πολιτῶν.» Διὰ νὰ μὴ δώσωμεν λοιπὸν ἕν ὅπλον νὰ καταπιέζῃ τοὺς πολίτας εἰς χεῖρας μιᾶς κακῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀφαιρέσωμεν πᾶσαν ὑπεράσπισιν ἀπὸ τοὺς πολίτας· ἀλλὰ τὸν ἁγιώτερον νόμον δώσατέ τον εἰς χεῖρας μιᾶς Κυβερνήσεως κακῆς, καὶ θὰ ᾖναι ὁ κακοηθέστερος νόμος, καὶ τοὐναντίον. Δὲν εἶναι λοιπὸν τὸ κακὸν εἰς τὴν ὕπαρξιν τοῦ διατάγματος, ἀλλὰ εἰς τὴν κακὴν αὐτοῦ χρῆσιν· τὸ κακὸν κεῖται εἰς τὴν κακὴν ἐξάσκησιν, ἣν ἔκαμαν οἱ κατὰ καιροὺς ὑπουργοί. Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν μίαν προστασίαν, ἐπειδὴ εὑρέθησάν τινες ὑπουργοὶ, οἵτινες ἐχαρίσθησαν καὶ ἐφήρμοσαν στρεβλῶς τὰς διατάξεις αὐτοῦ τοῦ διατάγματος. Ἀλλὰ ὁ Κ. ὑπουργὸς φέρει πρὸς δικαιολόγησιν καὶ ἓν ἄλλο· «ὡς μίαν τῶν αἰτιῶν, ἐξ ὧν προέκυψαν αἱ μεγάλαι αὗται καθυστερήσεις, θεωρῶ καὶ τὴν παροχὴν προθεσμιῶν εἰς τοὺς ὀφείλοντας πρὸς τὸ δημόσιον, ἤτοι τὴν ἀναστολὴν τῶν καταδιωκτικῶν μέτρων ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν.» Δὲν ἀρνοῦμαι, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ᾖναι ἀληθὲς αὐτό· ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ παραδεχθῶ, διότι καὶ ἐγὼ ἐκ τῆς πείρας γνωρίζω, ὅτι ὅλοι οἱ ὀφειλέται τοῦ δημοσίου ἔλαβον προθεσμίας· ἀλλὰ ἠδυνήθησαν κατόπιν νὰ κατασταθῶσιν ἀξιόχρεοι. Δὲν εἶναι λοιπὸν μία ἐκ τῶν αἰτιῶν αὐτὸ, ἀλλὰ τὰ πλάγια μέσα, ἅτινα μετεχειρίσθησαν διὰ νὰ κατασταθοῦν κατόπιν ἀναξιόχρεοι οἱ ὀφειλέται. Ἐκτὸς τούτων ὁ Κ. ὑπουργὸς θεωρητικῶς λέγει, ὅτι εἰς ὅλα τὰ Κράτη ὅπου ὑπάρχουν φορολογικὰ συστήματα ἡ Κυβέρνησις ποτὲ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναστείλῃ τὰς εἰσπράξεις. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι οἱ νόμοι εἶναι, Κύριοι, τὸ ἀπαύγασμα τῶν ἐθίμων καὶ ἠθῶν τῆς κοινωνίας εἰς ἣν ζῶμεν. Ἐνδέχεται ἐκεῖ ὅπου ὁ ὑπουργὸς ἔχει ὑπ’ ὄψιν του τὰ φορολογικὰ συστήματα νὰ μὴ ὑφίσταται αὐτὴ ἡ ἀνάγκη· ἀλλ’ ἐδῶ γνωρίζομεν, ὅτι εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ νομοθετῶμεν ἄλλως. Προχθὲς δὲν ἐπεψηφίσατε ἔκτακτα μέτρα διὰ τὴν λῃστείαν; αὐτὰ εἶναι ἔκτακτα πράγματα καὶ ἑπομένως ἀνάλογοι τῶν περιστάσεων κανονίζουν οἱ νόμοι διατάξεις, αἵτινες ἀφορῶσι μίαν ὁλόκληρον κοινωνίαν. Δὲν μοὶ φαίνεται λοιπὸν οὔτε αὐτὴ ἡ αἰτιολογία ὀρθή· Καὶ ἰδοὺ ἓν παράδειγμα. Ὑποθέσατε, ὅτι ὁ ταμίας ἔχει εἰς τὰς φυλακὰς ἕνα χρεώστην τοῦ δημοσίου καὶ ὁ ταμίας ἴσως θέλει νὰ τὸν ἀπολύσῃ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ ταμίας εἶναι ὑπὸ τὴν σπάθην τοῦ ὑπουργοῦ, διατάττεται παρ’ αὐτοῦ καὶ δὲν τὸν ἀπολύει ὁ ταμίας· αὐτὸν τὸν χρεώστην τόν ἔχει ἀνάγκην ὁ νομάρχης νὰ τὸν στείλῃ εἰς μίαν ἔκτακτον καὶ σπουδαίαν ὑπηρεσίαν καὶ ἐμπιστευτικὴν συνάμα· λέγει τοῦ ταμία νὰ τὸν ἀπολύσῃ, ὁ ταμίας ἀπαντᾷ ὁ νόμος τὸ ἀπαγορεύει καὶ ὁ ὑπουργὸς μ’ ἀπειλεῖ, καὶ οὕτω θέλουν ἐκτεθῆ εἰς κινδύνους μεγαλείτερα συμφέροντα. Καὶ πιστεύσατε, ὅτι ἄνθρωποι διὰ νὰ ὑπηρετήσουν τὴν πατρίδα διὰ μεγαλείτερα συμφέροντα ἐξῆλθον οὐχὶ μόνον ἀπὸ τὰς πολιτικὰς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰς ποινικὰς φυλακάς. Αὐτὰ λοιπὸν τὰ πλεονεκτήματα αὐτοῦ τοῦ παλαιοῦ νόμου δὲν θὰ τὰ εὕρητε εἰς τὸν νέον· διότι κατὰ τὸν νέον αὐτὸν νόμον, ἰδοὺ τί θέλει συμβῆ· ὑποθέσατε, ὅτι εἷς ἐξ ἡμῶν χρεωστεῖ εἰς τὸ δημόσιον, τοῦ ἐπῆλθεν ἓν ναυάγιον, ἢ πρέπει νὰ ἐπέλθῃ εἷς νόμος ἔκτακτος ἢ ἄλλως θὰ ἀποθάνῃ ἐκ τῆς πείνης· θέλετε λοιπὸν νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ προστατεύσῃ αὐτὸν ὅστις ἐναυάγησεν; Ἀλλὰ, λέγουν, αὐτὰ εἶναι ὑποθετικὰ καὶ παραμύθια· ὄχι, αὐτὰ εἶναι πράγματα ἅτινα συμβαίνουν. Ἐννοῶ πολὺ τὸν ζῆλον τοῦ Κ. ὑπουργοῦ· θέλει νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὰς χεῖρας κακοήθων ὑπουργῶν αὐτὰς τὰς διατάξεις, ἀλλὰ δὲν θὰ εἴπῃ διὰ τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ καταργήσωμεν αὐτὸν τὸν νόμον ὅστις εἶναι σωστικός. Δὲν εἴπομεν ἡμεῖς, καταργήσατε τὸ ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, διότι δὲν κάμνει τίποτε; τί εἴπετε· ἄ, Κύριοι, ἂν ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν διωρθώθη αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, θὰ διορθωθῇ εἰς τὸ μέλλον. Ἰδοὺ λοιπὸν καὶ αὐτοῦ τοῦ νόμου ἐγένοντο καταχρήσεις, δὲν θὰ εἴπῃ, ὅτι πρέπει νὰ τὸν καταργήσωμεν. Ἠξεύρω, Κύριοι, ὅτι οἱ ἐνοικιασταὶ ὁλοκλήρου τῆς στερεᾶς ἐζημιώθησαν ἀληθῶς, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ τοὺς προστατεύσῃ ἡ Κυβέρνησις; Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ ὅτι μία κυβέρνησις λόγῳ τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων φόρων καταπιέζει τὸν λαόν· ἐνδέχεται ἡ κυβέρνησις καὶ εἷς ὑπουργὸς νὰ κάμῃ κατάχρησιν, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι κακὸν τοῦ νόμου, καὶ μὴ νομίσετε, ὅτι ἔχω συμφέρον λέγων ταῦτα, διότι μέχρι τοῦδε οὔτε χρεωστῶ, οὔτε θά μείνω ποτὲ χρεώστης εἰς τὸ δημόσιον, ἀλλὰ σκεφθῆτε, ὅτι ἐὰν καταστρέψετε αὐτὸν τὸν νόμον, θὰ συμβῶσιν ἀδικήματα τὰ ὁποῖα πρέπει καὶ ὀφείλομεν νά ἀποφύγωμεν.
§37ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Πολλὰ ἐπιχειρήματα εὐφυῆ ἔφερε πρὸς ἀντίκρουσιν τοῦ νομοσχεδίου ὁ προλαλήσας, ἀλλὰ φθάνει ὅτι τὰς βάσεις αὐτοῦ δὲν ἠδυνήθη νὰ κλονίσῃ. Ἐν πρώτοις παρατηρῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῶν καθυστερουμένων κατὰ τὸ παρελθὸν, διότι περὶ αὐτῶν ὑπέβαλον ἴδιον νομοσχέδιον, πρόκειται περὶ τῶν ἐσόδων τῆς τρεχούσης χρήσεως. Τί σᾶς εἶπε, Κύριοι; σᾶς εἶπεν ὁ προλαλήσας ὅτι ὁ νόμος πρὸ 30 ἐτῶν ἐφαρμοσθεὶς εἰς τὴν πατρίδα μας δὲν πρέπει ἀνεξετάστως νὰ καταργηθῇ· ἐπίστευα νὰ ἔκαμνε χρῆσιν ἀντιθέτου ἐπιχειρήματος καὶ νὰ εἴπῃ, διὰ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον εἰσέτι δὲν ἐφηρμόσθη καὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἴδαμεν τὰ ἀποτελέσματα δὲν πρέπει νὰ σπεύδωμεν εἰς τὴν κατάργησιν. Ἴσα, ἴσα, διότι εἴδαμεν τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ τοῦ διατάγματος, δι’ αὐτὸ ἐπιθυμοῦμεν νὰ καταργηθῇ, διότι ἄφησε 58,000,000 καθυστερήματα. Ὁ νόμος αὐτὸς ἔπειτα ἀπὸ μίαν μερικὴν ἐφαρμογὴν ἠλάττωσε καὶ τὰς εἰσπράξεις τοῦ δημοσίου, καὶ ἐν τούτοις ὑπάρχουσί τινες, οἵτινες λέγουσιν ὅτι πρέπει νὰ τηρηθῇ· εἶναι δίκαιον ὁ εἷς πολίτης νὰ πληρόνῃ τὸν φόρον του καὶ ὁ ἄλλος νὰ μὴ τὸν πληρόνῃ; «Ὁ ὑπουργὸς», λέγει, πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ προθεσμίαν»· τί θὰ εἴπῃ τοῦτο; θὰ εἴπῃ ὅτι ὁ ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀθετῇ τοὺς νόμους τοὺς κατ’ ἔτος ψηφιζομένους, ὥστε τὰ πάντα ματαιοῦνται ἀπέναντι τῆς θελήσεως ἑνὸς ὑπουργοῦ· οὔτε διὰ προθεσμίας θὰ πληρωθῇ ὁ φόρος τῶν ζώων, τῶν οἰκιῶν, τῶν ἐπιτηδευμάτων· αὐταὶ αἱ προθεσμίαι εἶναι μάταιαι, διότι διὰ τοῦ διατάγματος αὐτοῦ μόνον ἐκεῖνοι ἀπολαμβάνουν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ εἰς τὴν φορολογίαν, οἵτινες ἔχουν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὴν εὔνοιαν καὶ συμπάθειαν τῶν ὑπουργῶν· μόνον εἰς αὐτοὺς ἐκτείνεται ἡ φιλανθρωπία, οἱ δὲ λοιποὶ εἶναι ὑπόχρεοι νὰ πληρόνουν ὅσα δίκαια καὶ ἂν ἔχωσιν· ἴσα, ἴσα, ὅταν ἠξεύρωσιν οἱ φορολογούμενοι ὅτι κατ’ ἔτος, χωρὶς νὰ τοῖς χορηγηθῇ οὐδεμία προθεσμία, θὰ πληρώσωσι, δὲν θ’ ἀποταθῶσιν οὔτε εἰς τοὺς βουλευτὰς, οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ θὰ συλλογισθῶσιν ὅτι θὰ πληρώσωσιν. Σᾶς εἶπον ὅτι ἐὰν εἷς ὀφειλέτης ἔχῃ νὰ πληρώσῃ φόρον καὶ λάβῃ προθεσμίαν, κατόπιν δὲν βιάζεται νὰ τὸν πληρώσῃ ἀλλὰ περιμένει νὰ τὸν περάσῃ εἰς τὰ καθυστερούμενα· ἀλλὰ τὸ κακὸν δὲν μένει μέχρις ἐδῶ, ἐπεκτείνεται καὶ περαιτέρω· διότι οἱ ἄλλοι, ὅταν βλέπωσιν, ὅτι ὁ εὐνοούμενος τῆς Κυβερνήσεως δὲν πληρόνει, καὶ αὐτοὶ στρεψοδικοῦν, καὶ ἔχουσι πολὺ δίκαιον, διότι οἱ νόμοι πρέπει νὰ ᾖναι πρὸς ὅλους ἴσοι, ὄχι εἰς τὸν ἕνα νὰ γίνεται ἐξαίρεσις, καὶ εἰς τὸν ἄλλον νὰ μὴ γίνεται. Ἀλλά, Κύριοι, ἴσως ἦτο ἀνεκτὸν τότε τοῦτο, διότι ὑπῆρχεν ἐναποταμίευμα εἰς τὸ ταμεῖον· τὸ ταμεῖον εἶχε τὸ ὑπόλοιπον τῶν 60,000,000 ὅταν ἐξεδόθη αὐτὸ τὸ διάταγμα, ἀλλὰ σήμερον, ὅταν μένουν τόσα καθυστερήματα, καὶ ὅταν τὸ δημόσιον δὲν δύναται νὰ πληρόνῃ τὰ ἔξοδα τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας, εἶναι λόγος νὰ μένῃ αὐτὸ τὸ διάταγμα ἐν ἰσχύϊ; Ἓν ἐκ τῶν δύω, Κύριοι, ἢ πρέπει νὰ μὴν ὑπάρχῃ οὐδεμία προθεσμία ἐκτὸς τοῦ φορολογικοῦ νόμου, καθ’ ἣν θὰ πληρόνωσιν οἱ φορολογούμενοι, ἢ πρέπει νὰ ἀφήσητε τότε τὴν ἐξουσίαν εἰς τὸν ὑπουργὸν, ὅταν θέλῃ νὰ εἰσπράξῃ τοὺς φόρους· διότι δὲν ἐννοῶ ἐγὼ πῶς δύναται εἰς τὸν ἕνα νὰ παραχωρῇ προθεσμίαν, καὶ εἰς τὸν ἄλλον ὄχι. Ἐὰν ᾖναι ἄλλος, ὅστις δύναται νὰ κάμῃ διακρίσεις μεταξὺ τῶν φορολογουμένων, ἂς κάμῃ· ἐγὼ ὅμως δὲν δύναμαι νὰ τὸ πράξω, ἐγὼ δὲ κατέκρινα τὸ κακὸν τοῦτο, τὸ νὰ δύνανται οἱ ὑπουργοὶ νὰ παρέχουν προθεσμίας, διότι μόνον ὁ ταμίας, καὶ αὐτὸ κατὰ τὸν νόμον ἔχει δικαίωμα. Ἐξεποιήθησαν κτήματα φθαρτὰ, εἴδετε δὲ ὅτι ἐδόθησαν προθεσμίαι, καὶ οἱ μὲν ἐπλήρωσαν, οἱ δὲ δὲν ἐπλήρωσαν· τί λοιπὸν νὰ κάμῃ ὁ ταμίας; Λοιπὸν δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ζητήσωμεν τὴν κατάργησιν αὐτοῦ τοῦ διατάγματος, ὅπερ ἐπέφερε ἓν μέγα καθυστέρημα καὶ πολλὰς ἀδικίας; Ἔπειτα ἀπὸ τοιαύτην κατάστασιν εἶναι δίκαιον νὰ ὑποστηρίζωμεν νὰ ὑπάρχῃ αὐτὸ τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἀφίνει εἰς τὴν ἀπόφασιν, δίδει τὴν ἐξουσίαν εἰς τὸν ὑπουργὸν ν’ ἀναιρῇ τὰς ἀποφάσεις τοῦ νομοθετικοῦ σώματος; διότι τὸ μὲν νομοθετικὸν σῶμα λέγει, ὅτι ὁ φορολογούμενος πρέπει νὰ πληρόνῃ κατ’ αὐτὴν τὴν ἐποχὴν, ἐκεῖνος δὲ λέγει δὲν βλέπω ν’ ἀπαγορεύῃ τὰς παραχωρήσεις προθεσμιῶν αὐτὸ τὸ διάταγμα. Καὶ πότε νὰ γίνεται τοῦτο; νὰ γίνεται τώρα! Τὸ διάταγμα ἐκεῖνο ἔγεινεν εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὸ δημόσιον ταμεῖον εἶχε πολλὰ χρήματα, ἐνῷ τώρα δὲν ἔχει, καὶ ἀναγκαζόμεθα ὡς ἐκ τούτου ν’ αὐξήσωμεν τοὺς φόρους. Καὶ ἠξεύρετε, ὅτι ἂν ὑπάρξῃ αὐτὸ τὸ διάταγμα πάλιν διὰ μερικοὺς θὰ χρησιμεύσῃ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἔχομεν ἕν σημαντικὸν μέρος τῶν φόρων, οἱ ὁποῖοι πληρώνονται ἄνευ προθεσμιῶν, καὶ μάλιστα ἔχομεν τὴν Ἑπτάνησον ὅπου οἱ φόροι πληρόνονται εἰς τὸ τελωνεῖον, ὅσοι φόροι πληρόνονται καὶ ἐδῶ εἰς τὸ τελωνεῖον, πληρόνονται ἀμέσως, διότι προθεσμία δὲν ὑπάρχει. Διατὶ λοιπὸν εἰς μερικοὺς νὰ ὑπάρχῃ τὸ μέσον τῆς ἀναστολῆς τῆς πληρωμῆς, ἐνῷ εἰς ἄλλους δὲν ὑπάρχει; Ὅλοι οἱ φόροι πληρόνονται εἰς τὸ τελωνεῖον. Ὁ φόρος τῆς σταφίδος, τοῦ βάμβακος καὶ ἄλλων προϊόντων, ὅλοι ἐκεῖνοι ὑπὸ τῶν ὀφειλετῶν πληρόνονται ἐμπροθέσμως, διότι δὲν δύνανται νὰ ἐξαγάγουν τὸ προϊόν των, ἐὰν δὲν πληρώσουν. Διατὶ λοιπὸν εἰς τοὺς μὲν νὰ χορηγῆται προθεσμία, καὶ εἰς τοὺς ἄλλους ὄχι; Δὲν δικαιοῦνται καὶ αὐτοὶ ν’ ἀπαιτήσωσι νὰ ἔχωσι τὸ αὐτὸ δικαίωμα; Τοιοῦτον διάταγμα ἀσχημίζει τὴν νομοθεσίαν μας, καὶ διὰ τοῦτο ἐπροτείναμεν τὴν κατάργησίν του.
§38ΤΙΝΕΣ. Μόνον διὰ τὸ μέλλον βέβαια.
§39ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μάλιστα.
§40ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μάλιστα, ἠξεύρω τὴν τύχην, ἥτις μὲ περιμένει, ἀλλὰ θ’ ἀναπτύξω τὰς ἰδέας μου.
§41ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πρόκειται διὰ τὸ μέλλον.
§42ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὅλα, δι’ ὅλα.
§43ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ὁ ἴδιος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὴν ἀπάντησιν τὴν ὁποίαν εὐηρεστήθη νὰ κάμῃ πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ νομοσχεδίου, περιωρίσθη καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὸ γράμμα τῆς ἐκθέσεώς του· ἀλλ’ ἐγὼ ὅταν ἀπεφάσισα νὰ λάβω τὸν λόγον ἐναντίον τοῦ Νομοσχεδίου, εἶπον, ὅτι δὲν κινοῦμαι εἰς τοῦτο ἀπὸ κανένα πλάγιον σκοπὸν οὐδὲ ἀπὸ ἰδέαν ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἀπὸ καθαρὰν πεποίθησιν, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἀπεδείχθη πλημμελὲς, καὶ δὲν ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἀποχρῶντας λόγους νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ. Ἠξεύρει ὁ ὑπουργὸς νὰ μᾶς ἐπιδείξῃ τὰ κακὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα προῆλθον ἐκ τοῦ νόμου αὐτοῦ, δηλ. σᾶς εἶπεν, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος ἐνδέχεται σήμερον νὰ πράξῃ ἓν κακούργημα, ἐπειδὴ ἐφεῦρε τὸν σίδηρον, ὅστις, ἀφοῦ κατασκευασθῇ ὡς δολοφόνον ὅπλον, δύναται νὰ φονεύσῃ ἄνθρωπον, ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ αἴτιος τοῦ ὅτι συμβαίνουν τὰ τοιαῦτα, πρέπει ἄρα νὰ ἐξαφανισθῇ τὸ ἀνθρώπινον γένος. Ἐπειδὴ ὁ νόμος αὐτὸς ἔγεινεν ἀφορμὴ, ὥστε νὰ λάβουν χώραν καταχρήσεις καὶ ἀδικίαι, καὶ ἐπειδὴ ὁ ὑπουργὸς Δ. ἔκαμε καταχρήσεις καὶ δικαιοσύνην δὲν εὑρίσκουν ἐνίοτε οἱ ἄνθρωποι καὶ τὰ τοιαῦτα, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρέπει νὰ καταστραφῇ ὁ νόμος ὅστις σκοπεύει νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ δίκαιον, τὴν ἀλήθειαν. Δι’ ἐκείνους (θόρυβος) τοὺς ὁποίους μία ἀνωτέρα δύναμις κατέστησε δυστυχεῖς πρὸς ὥραν, δι’ ἐκείνους ὁ ὑπουργὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ δικαιολογήσῃ ἕνα νόμον τὸν ὁποῖον ἐξυπαρχῆς ὁ νομοθέτης ἐθεώρησεν ὡς εὐεργετικόν· μήπως ὁ νομοθέτης καθιέρωσε τὴν ἀρχὴν αὐτὴν ἀπολύτως; ἀπεναντίας βλέπετε ὅτι τὸ διάταγμα αὐτὸ δὲν τείνει νὰ καταργήσῃ τοὺς φορολογικοὺς νόμους, ὡς ὁ ὑπουργὸς εἶπεν· οὐδέποτε καθιεροῦντες τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ διάταγμα τείνομεν νὰ καταστρέψωμεν τοὺς φορολογικοὺς νόμους, ὄχι· διότι τὸ διάταγμα λέγει νὰ ἐκτελῶνται οἱ νόμοι, ἀλλὰ μέ τινα συγκατάβασιν. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, ἡ εὔνοια; Ἀλλὰ ἡ εὔνοια δὲν εἶναι ἴδιον ἑνὸς ὑπουργοῦ, ἡ ἀμεροληψία δὲν εἶναι ἴδιον ἑνὸς ὑπουργοῦ, ἡ ἐκδίκησις δὲν εἶναι ἴδιον ἑνὸς ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἡ ὀρθὴ ἐκπλήρωσις τῶν καθηκόντων του ὅπως οἱ νόμοι διατάττουσιν· ὁ ἄνθρωπος δὲν ὑποτίθεται ἐκ πρώτης ἀφετηρίας ὅτι εἶναι ἐκδικητικὸς, ὅτι χαρίζεται εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του, αὐτὸ εἶναι ἐξαίρεσις· ἀλλὰ μὴ συγχύζετε τὸ ζήτημα. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὸ νομοσχέδιον, εἶπεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ἀποβλέπει παρὰ τοὺς φόρους, οἵτινες μέλλουν νὰ εἰσπραχθῶσι· μήπως ἐγὼ εἶπον διὰ τὰ προηγούμενα; εἴτε δι’ αὐτὰ, εἴτε διὰ τὰ ἄλλα, τὸ ἴδιον κάμνει. Ἐγὼ λέγω ὅτι ἂν ἕνας εἰς τὸ μέλλον καθυστερήσῃ ἀναγκαζόμενος ἐξ ἀνωτέρας δυνάμεως αὐτὸς νὰ μὴ γίνῃ θῦμα, καὶ μὴ νομίσετε ὅτι λέγω ταῦτα, διότι χρεωστῶ ἢ θὰ μείνω χρεώστης ποτέ· καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ὑπουργὸς δὲν εἶναι κανὼν, εἶναι μία ἐξαίρεσις, ὁ κανὼν εἶναι ὅτι αἱ διατάξεις ἑνὸς εὐεργετικοῦ διατάγματος ἐφαρμόζονται καλῶς, καὶ ἡ εὐεργεσία τοῦ νόμου ἐπεκτείνεται εἰς τοὺς ἀξίους πράγματι αὐτῆς τῆς εὐεργεσίας, τὸ δὲ ὅτι εἰμπορεῖ νὰ χαρίζηται ἕνας ὑπουργὸς εἶναι ἐξαίρεσις.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔπειτα ἀπὸ τὰς ὁμιλίας αὐτὰς ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὴν πρότασιν;
§45ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθὼς καὶ τὸ ἄρθρον;
§47ΠΟΛΛΟΙ. Ἐπίσης.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον εἶναι ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις.— Τώρα εἶναι περὶ προτάσεως ὑποχρεωτικοῦ καὶ ἑκουσίου δανείου, τῆς ὁποίας ἡ πρώτη συζήτησις ἀνεβλήθη.
§49ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰμπορεῖ νὰ μᾶς φέρῃ ὁ Κ. ὑπουργὸς τὸν κατάλογον διὰ νὰ ἴδωμεν πόσαι ἀναστολαὶ ἐδόθησαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν χρῆσιν.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕως τὸ 1866 θέλετε νὰ φέρῃ;
§51ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, μόνον τῆς παρελθούσης χρήσεως.
§52ΛΑΖΑΡΕΤΟΣ. Ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον κατὰ τὴν προχθεσινὴν συζήτησιν πολὺ παρεξηγήθη, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἔχει στενὴν σχέσιν μὲ τὰ φορολογικὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὐτοῦ μετὰ τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§53Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τότε καθίσταται ὅλως διόλου περιττόν.
§54ΛΑΖΑΡΕΤΟΣ. Δὲν παραιτοῦμαι, ἀλλὰ ζητῶ νὰ συζητηθῇ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν.
§55ΠΟΛΛΟΙ. Καλά.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν παραδέχεται ν’ ἀναβληθῇ.— Λυποῦμαι ὅτι σήμερον ἡ ἡμερησία διάταξις ἐξηντλήθη, διότι καὶ ἡ πρότασις περὶ συστάσεως τελωνείου καὶ αὐτὴ ἀνεβλήθη. Λοιπὸν πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§57ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἤθελα παρακαλέσει τὴν δικαστικὴν ἐπιτροπὴν νὰ μᾶς ἀναγγείλῃ τὰ ἀποτελέσματά της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ζωοκλοπῆς.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος εἶναι ὁ πρόεδρος τῆς δικαστικῆς ἐπιτροπῆς; εὑρίσκεται παρὼν κανὲν μέλος τοὐλάχιστον αὐτῆς;
§59ΤΙΝΕΣ. Κανέν.
§60ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἔντιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μᾶς παρουσιάσῃ αὔριον τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιστημονικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀνακαμινεύσεως τῶν σκωριῶν τοῦ Λαυρίου· ὁ Κύριος βουλευτὴς ὅστις εἶναι καὶ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ὑπεστήριξε πρό τινων ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι θέλει παρουσιάσει τὴν ἔκθεσιν ὅπερ μέχρι τοῦδε δὲν ἔγινε. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μᾶς εἴπῃ τοὐλάχιστον ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς ἂν δύναται νὰ μᾶς ὑποβληθῇ ἡ ἔκθεσις.
§61ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω τὴν ὑπόθεσιν, ἐπειδὴ κατέγεινα διὰ τὴν ἀποστολὴν ἥτις μέλλει νὰ γίνῃ εἰς τὴν ἔκθεσιν. Ἠξεύρετε ὅτι σπεύδομεν ν’ ἀποστείλωμεν εἰς τὴν ἔκθεσιν τῶν Παρισίων τὰ προϊόντα μας. Παρεκάλεσα λοιπὸν τὸν Κύριον Βουγιοῦκαν καὶ ἕνα ἄλλο μέλος διὰ νὰ ἐργασθῶσι σπουδαίως, διότι ἐγκαίρως πρέπει νὰ σταλῶσι καὶ νὰ μεταβῶσιν ὅπου πρέπει· οὗτοι λοιπὸν ἀπεσπάσθησαν ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν καὶ εἰργάσθησαν πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν· ἡ ἀναβολὴ λοιπὸν αὕτη προῆλθεν διότι οἱ δύω οὗτοι ἐνησχολήθησαν εἰς αὐτὸ τὸ ἔργον, οἱ δὲ λοιποὶ δὲν ἠδυνήθησαν μόνοι των νὰ κάμωσι τὴν ἔκθεσιν.
§62ΤΙΝΕΣ. Λοιπὸν, Κύριε, πρόεδρε, δὲν ἔχομεν ἄλλα ἀντικείμενα.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 2 παρὰ ¼.)