1867.02.10
882 στίχοι · 7.504 λέξεις · 83 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 42.
Τῆς 10 Φεβρουαρίου 1867.
(Παρασκευή)
Ὥρα 1 20/60 Μ. Μ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, πλήρους εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἔχω μίαν ἀναφορὰν ἀπὸ τὸν Δήμαρχον Κρανίων τῆς Κεφαλληνίας, ὅστις αἰτεῖ, ἵνα ἅπασαι αἱ πρόσοδοι τῆς νήσου ταύτης ἀφεθῶσιν ἐπὶ 10 ἔτη πρὸς ἀνοικοδόμησιν τῶν δημοσίων καταστημάτων καὶ ἀνέγερσιν τῶν οἰκιῶν τῶν ἀπόρων τῆς νήσου Κεφαλληνίας, αἵτινες ἔπαθον ἐσχάτως ἐκ τοῦ σεισμοῦ. Τί ἀποφασίζει ἡ Βουλή;
§4ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς Κ. Κυριακὸς ζητεῖ τὸν λόγον. Ὁρίστε, Κ. Κυριακέ.
§6ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Οἱ ἁμαξηλάται τοῦ Δήμου Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν, ἐκθέτουσι τὰς περιπετείας, εἰς ἃς ὑπέπεσαν κατὰ τὰ 4 παρελθόντα ἔτη, καὶ ζητοῦσιν ὅπως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τά παράπονά των καὶ ἐλαττωθῇ ὁ ἐπ’ αὐτῶν φόρος. Ἐπικαλοῦνται συγχρόνως καὶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δύναμαι ἀπὸ τοῦδε νὰ εὐχαριστήσω τὸν Κ. Ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν, διότι μὲ ἐβεβαίωσεν ὅτι θέλει λάβει φροντίδα, ὅπως ἐκπληρωθῶσιν αἱ εὐχαὶ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν παραπέμψῃ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὶ νὰ τὴν κάμωμεν αὐτὴν τὴν ἀναφορὰν, Κ. Κ. Βουλευταί;
§8ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν οἰκονομικῶν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ συνέλθῃ καὶ δώσῃ ἓν πέρας, διὰ νὰ ἔλθῃ καὶ ἡ Βουλὴ εἰς μίαν ἀπόφασιν καθόσον ἀφορᾷ τὰ φορολογικὰ μέτρα.
§10ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν). Κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ ψηφισθέντος Δασμολογίου, τὰ εἴδη, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ δασμὸς θὰ ἐπιτρέπεται κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν, πρέπει νὰ ὁρίζονται διὰ Νόμου. Συνεπῶς μὲ τὴν διάταξιν αὐτὴν ὑποβάλλω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δι’ οὗ ὁρίζονται ὡς τοιαῦτα τὰ δέρματα, τὰ ἄλευρα, καὶ τὰ ζυμαρικά. Συνοδεύεται δὲ μὲ αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ θὰ τυπωθῇ καὶ μετὰ ταῦτα θὰ ἀπολήξῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν οἰκονομικῶν, ἢ ὅπου ἀλλοῦ ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή.
§12ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια, βέβαια.
§13ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Ἔφερεν ὁ ὑπουργὸς τὸν κατάλογον τὸν ὁποῖον προχθὲς ἐζήτησα;
§14ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὡς ὑπουργὸς τότε ὑπέβαλον τὸν κατάλογον αὐτὸν περὶ τῶν καθυστερούντων εἰς τὴν ἐθνοσυνέλευσιν. Ὁ κατάλογος αὐτὸς ὑπάρχει εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Βουλῆς, διότι τὸ ἀρχεῖον τῆς ἐθνοσυνελεύσεως μετεβιβάσθη εἰς τὸ τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως εἶναι περιττή, νομίζω, ἡ νέα εἰσαγωγή· ἐπίσης ἡ Συνέλευσις διώρισεν ἐπιτροπὴν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε μίαν ἔκθεσιν· τίποτε ἄλλο δὲν ἐνεργήθη ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου· καὶ ἡ ἔκθεσις αὕτη ὑπάρχει εἰς τὸ ἀρχεῖον τῆς Βουλῆς.
§15ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Ἐκ τῶν ὑπαρχόντων Βουλευτῶν, μόλις δέκα ἦσαν πληρεξούσιοι, οἱ ἄλλοι δὲν γνωρίζομεν τίποτε. Θέλομεν νὰ μάθωμεν ἂν ἡ κυβέρνησις ἔκαμε καταδίωξιν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, ἂν διέταξε νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι τὰ ὀνόματά των, καθὼς καὶ ἡ ἔκθεσις; καὶ παρακαλοῦμεν τὸν Κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ.
§16ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουν πράξεις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Συνελεύσεως ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου.
§17ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ ἤμην πληρεξούσιος, ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ ὑπουργὸς τότε ὑπέβαλε σημείωσιν εἰς τὴν Συνέλευσιν· ἡ Συνέλευσις τὴν παρέπεμψεν εἰς μίαν ἐπιτροπὴν, ἥτις ἔφερε τὴν ἔκθεσίν της εἰς τὸ σῶμα, ἀλλὰ τὸ σῶμα δὲν ἐπρόφθασεν νὰ συζητήσῃ οὔτε τὸ ζήτημα αὐτὸ, καὶ ἔμεινεν ἐκκρεμές. Νομίζω, ὅτι αὐτοδικαίως ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ν’ ἀναλάβῃ τὸ ἐκκρεμὲς ὑπ’ ὄψιν της· φρονῶ δὲ ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῇ ἐκ νέου· δύναται ὁ ὑπουργὸς νὰ προβῇ μόνος του εἰς τὴν λύσιν τοῦ ἀντικειμένου.
§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι μέτρον κυβερνητικὸν, ἀλλὰ μία πληροφορία, ἣν φέρει εἰς τὴν Συνέλευσιν ὁ τότε ὑπουργὸς, ἡ πληροφορία εἶναι εἰς τὴν Βουλὴν· ἄν τις Βουλευτὴς θέλῃ νὰ φέρῃ καμμίαν πρότασιν, ἂς τὴν φέρῃ.
§19ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο πρὸς πληροφορίαν τότε, ἀλλ’ ἐφέρθη ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις, ποῖα θ’ ἀφεθοῦν, καὶ ποῖα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποχρεωθοῦν νὰ τὰ δώσουν ὀπίσω· καὶ ἐν ὅσῳ δὲν ἐπέλθῃ μία ἀπόφασις, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ κάμωμεν τίποτε. Ἐγὼ, ὑπουργὸς τότε, ἐξέδωκα διαταγὰς εἰς τοὺς ἀποθηκαρίους, ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμην νὰ διατάξω καὶ τὴν καταδίωξιν, ἕως οὗ ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐφέρθη πρὸς ἀπόφασιν εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ πρέπει νὰ ἔλθῃ ἐκ νέου.
§20ΚΕΧΑΓΙΑΣ. (Ὑπουργὸς οἰκονομικῶν) Ὑπουργὸς τότε ὁ Κ. Σωτηρόπουλος δὲν διέταξε τὴν καταδίωξιν, διότι ἐπρόκειτο νὰ ἐπέλθῃ μία ἀπόφασις· ἡ ἀπόφασις αὕτη δὲν ἐπῆλθε τότε καὶ θὰ ἐπέλθῃ τώρα! Πῶς τότε ὡς ὑπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι μέχρις ἐκεῖ θὰ ὑπάγῃ τὸ ζήτημα;
§21ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἦτον ἐκκρεμές.
§22ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐκκρεμὲς εἶναι καὶ σήμερον.
§23ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιμένετε λοιπόν; ἂς τυπωθοῦν ἐκ νέου αἱ ἐκθέσεις καὶ τὰ λοιπὰ, καὶ νὰ ἔλθῃ τὸ πρᾶγμα εἰς συζήτησιν.
§24ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Θέλω νὰ μάθω· ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν αἱ ὁποῖαι ἡρπάγησαν κατὰ τὸ 1862 ἂν ἐζητήθησαν, ἢ νὰ ἔλθουν τὰ ὀνόματα τῶν ἁρπασάντων αὐτά, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις τοὺς κατεδίωξεν· διότι εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν πρόκειται νὰ ἐπιβάλλωμεν φόρους εἰς τὸν λαόν, πρέπει νὰ γίνουν γνωστοὶ οἱ διαπράξαντες τὰς ἁρπαγὰς αὐτάς, οἱ ἐλευθερωταὶ αὐτοὶ τῆς πατρίδος. Ἀκούσατε νὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν γεγονός· εἴκοσιν ἡμέρας μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Ὀκτωβρίου ἦλθον εἰς χεῖράς μου δύω ἔγγραφα, μία ἐπιστολὴ γραφεῖσα κατὰ τὴν 7 τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου 1862 ἥτις ἔλεγε· συμπολῖται, λάβετε τὰ ὅπλα νὰ κτυπήσετε τὸν Γρίβαν, νὰ ὑπερασπισθῆτε τὸν Ὄθωνα. Μετὰ εἴκοσιν ἡμέρας εὑρέθησαν ἀποδείξεις τοῦ αὐτοῦ δι’ ὧν ἔλεγεν, ὅτι ἐπῆρε σιτηρὰ ἀπὸ τὰς ἀποθήκας καὶ χρήματα ἀπὸ τὸ ταμεῖον διὰ τὴν ἐπανάστασιν. Αὐτὰ ἔγραφε τότε, ἐνῷ εἰς τὰς 7 ἔγραφε «βαρεῖτε τὸν Γρίβαν καὶ ὑποστηρίζατε τὸν Ὄθωνα».
§25ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Ἐσὺ τὶ ἔκαμες τότε;
§26ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Ἐγὼ πληρεξούσιος τότε δὲν ἤμουν.... (Θόρυβος).
§27ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν εἶναι ἁπλοῦν τὸ πρᾶγμα, Κύριοι. Εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποβάλῃ ἕνα νόμον, διότι οἱ ὑπόλογοι, δὲν εἶναι ἀπολύτως ὑπόλογοι. Εἶναι οἱ ἀποθηκάριοι ὑπόλογοι διότι τοὺς διήρπασαν τὰ χρήματα διὰ τῆς βίας διὰ νὰ καταδιωχθοῦν ἐκεῖνοι, δὲν πρέπει νὰ ἐμπαίζωμεν δι’ αὐτὴν τὴν ἁρπαγήν, πρόκειται περὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου· ἔστω περὶ ἑκατὸν δραχμ. ἁπλῶς, πάλιν σπουδαῖον τὸ πρᾶγμα, διηρπάγη περιουσία τοῦ δημοσίου. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποφανθῇ καὶ νὰ ἐπιβάλῃ ὑποχρέωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ νόμον καὶ κατάλογον τῶν ὀνομάτων ἐκείνων, οἵτινες διήρπασαν, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ ἄτομα· ὑπόλογοι εἶναι οἱ εἰσπράκτορες καὶ οἱ ἀποθηκάριοι, διότι ἐγὼ ἐν τῇ δυνάμει μου διήρπασα τὰς ἀποθήκας; ἐγὼ λοιπὸν δυνάμει τοῦ Νόμου ἀπαλλάττομαι, καὶ καταδιώκεται ὁ ἀποθηκάριος, ὁ εἰσπράκτωρ· ἀλλά, Κύριοι, αὐτοὶ εὐθύνην ἔχουν νὰ μὴ τὰ καταχρασθοῦν, νὰ μὴ συνεννοηθοῦν διὰ τὴν ἁρπαγήν, ἀλλ’ ἐάν τις λῃστὴς ἐπιπέσῃ καὶ τοῖς τ’ ἀφαιρέσῃ, κατ’ αὐτοῦ πρέπει νὰ στρέψωμεν τὰς ἐνεργείας μας; Πρέπει τὸ ὑπουργεῖον νὰ σκεφθῇ καὶ ὅ,τι ἀποφασίσῃ ἂς μᾶς τὸ εἴπῃ· ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἀπαιτεῖται εἰδικὸς Νόμος περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου· φρονῶ ὅτι εἶναι μία ὑπόθεσις ἣν ἐν παρόδῳ δὲν πρέπει νὰ διέλθωμεν.
§28ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ τὶ Νόμον νὰ εἰσάξῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν· πρέπει νὰ γείνῃ ἐξέλεγξις καὶ μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν ὅσοι ἔλαβον παρανόμως τὰ χρήματα νὰ καταδιωχθοῦν. Τοῦτο μόνον θὰ εἴπω, ὅτι ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Συνελεύσεως, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ὅτι ἐγένετο ἡ ἀναγκαιοῦσα ἐξέλεγξις, ὑπάρχουσιν αἱ δέουσαι ἀποδείξεις, ὑπάρχει ἀκριβὴς ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐξ αὐτῆς θὰ φωτισθῇ ἡ Βουλή.
§29ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Ἐρευνήσατε τὸ ἀρχεῖον τῆς Βουλῆς καὶ θὰ τὰ εὕρητε ὅλα αὐτά.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλὰ θὰ τὰ εὕρωμεν, θὰ τὰ τυπώσωμεν καὶ θὰ διανεμηθοῦν· λοιπὸν ν’ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν.
§31ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι ὅτι ἀφοῦ τυπωθοῦν τόσον ὁ κατάλογος, καθὼς καὶ ἡ ἔκθεσις, θὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν ἡ Βουλή.
§32ΚΟΝΤΑΡΑΤΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου γνωρίζω καὶ ἐγὼ κάτι τι, καὶ εἶμαι εἷς ἐξ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ὑπηρέτησαν τὴν ἐπανάστασιν κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν τὴν ὑπηρέτησαν ἄλλοι εὐτυχῶς· ἀλλ’ ἐξεύρω ἐπίσης, ὅτι πολλοὶ ἄνθρωποι ἐξ αὐτῶν ἐπῆραν χρήματα καὶ ἔκαμον χρῆσιν αὐτῶν διὰ τὴν ἐπανάστασιν. Τώρα πρέπει νὰ προσκληθοῦν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ δικαιολογηθῶσι, νὰ ἴδωμεν καὶ ἡμεῖς ἂν πραγματικῶς ἐχρησίμευσαν αὐτὰ τὰ χρήματα διὰ τὴν ἐπανάστασιν ἢ ὄχι· διότι ἴσως καί τινες ὠφελήθησαν, καί τινες ἐζημιώθησαν, ἦτο μία μεταβολὴ ἣν ὑπηρέτησαν καὶ εἶχον ἀνάγκην νὰ ἐξοδεύσωσι. Τώρα τί ἀπόφασιν θὰ κάμῃ ἡ Βουλὴ χωρὶς νὰ προσκληθῶσιν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι νὰ δικαιολογηθοῦν;
§33ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Κ. Πρόεδρε, νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τὸ περιεπλέξαμεν, ἐνῷ εἶναι ἁπλούστατον. Τί ζητεῖ ἡ Βουλή; ἐν ἀγνοίᾳ παντὸς ἔργου, πάσης προηγουμένης ἐπεξεργασίας ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, νὰ καταλογίσῃ σήμερον διὰ τρόπου οἱουδήποτε τοὺς ὑπολόγους; ἢ ζητεῖ νὰ μάθῃ ἂν ὑπῆρξε προηγουμένη ἐνέργεια ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου; Ὁ Κ. Στεφανόπουλος σᾶς εἶπε καὶ ἐγὼ μετ’ αὐτοῦ προχθὲς καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν σήμερον τ’ αὐτὰ νὰ εἴπω, ὅτι τοῦ ἔργου τούτου ἐπελήφθη ἡ Συνέλευσις, ἐσύστησε μίαν ἐπιτροπήν, καὶ ἐνθυμοῦμαι πολὺ καλὰ καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν μελῶν· ἦσαν ἐννέα τὰ μέλη, ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη εἰργάσθη εἰς τὸ κατάστημα, ὅπερ σήμερον εἶναι ἀρχεῖον τῆς Βουλῆς· ἐνθυμοῦμαι μάλιστα πολλὰς λεπτομερεῖς συζητήσεις, διότι ἤμην μέλος αὐτῆς· ἐνθυμοῦμαι πῶς διὰ παντὸς τρόπου ἠθέλησε νὰ ἀπαλλάξῃ μερικὰ πρόσωπα. Τέλος πάντων βλέπετε ὅτι ὑπάρχει ἐνέργεια, καὶ ἐνέργεια ἀποτελεσματική. Τὸ ἔργον τὸ ἐτελείωσεν ἡ ἐπιτροπή, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸν κατάλογον τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ ἔκαμεν ἀλληλογραφίας, μακρὰς, σπουδαίας, ἐπισήμους μὲ τοὺς ὑπολόγους, ἐζήτησεν ἔγγραφα ἰδιωτικὰ, τὰ παρουσίασαν οἱ ὑπόλογοι ὅσοι ἦσαν ἐδῶ, καὶ οἱ μακρὰν τὰ διεβίβασαν· ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ εἰργάσθη καὶ ἀπεφάνθη περὶ τοῦ κύρους, καὶ ἔφερεν εἰς τὴν Συνέλευσιν πίνακα, ἐξ οὗ καταφαίνεται καθαρὰ, ὅτι ὁ δεῖνα ἔλαβε παρὰ τοῦ ταμείου τῶν Πατρῶν π. χ. τόσας δραχμὰς καὶ δὲν τὰς δικαιολογεῖ· ἑπομένως ἡ ἐπιτροπὴ τὸν κατελόγισεν εἰς τὴν ἀπότισιν αὐτῶν τῶν δραχμῶν· ὁ δεῖνα ἔλαβε τόσας δραχμὰς καὶ τὰς δικαιολογεῖ—ἑπομένως ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ τὴν πεποίθησίν της τὸν ἀπαλλάττει καὶ οὕτω καθεξῆς· τὰ ἔγγραφα αὐτὰ εἶναι εἰς τὸ ἀρχεῖον τῆς Βουλῆς· τώρα νὰ ματαιολογῶμεν εἶναι περιττόν· τὰ ἔγγραφα αὐτὰ θὰ μᾶς φωτίσωσιν.
§34Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀντίκειμαι εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον, διαλυομένης τότε τῆς Συνελεύσεως, δὲν ἐλύθη, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ἐπιληφθῇ ἄνευ τῆς πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως· ἐννοῶ τὸν ζῆλον τῶν ἐντίμων συναδέλφων, οἵτινες περὶ πολλοῦ ποιοῦνται τὴν δημόσιον περιουσίαν, ἐννοῶ ὅμως κατὰ μείζονα λόγον., ὅτι τὸ καθῆκον αὐτὸ κατ’ ἐξαίρεσιν ἀνατίθεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν· καὶ πραγματικῶς οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι ἔδειξαν ὀλίγην ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, διότι ἠθέλησαν νά λάβουν πρωτοβουλίαν ἐπὶ ἀντικειμένου, ὅπερ λανθάνει τὰς γνώσεις τῶν πλείστων ἐξ ἡμῶν, καὶ ὅπερ εἶναι σπουδαῖον καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως ἑνὸς ἑκάστου τῶν Βουλευτῶν ἐπὶ οἱουδήποτε ἀντικειμένου τοῦ δημοσίου δικαίου, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι εἶναι ζήτημα τῆς οἰκονομίας, τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας· καὶ τὰ ζητήματα ταῦτα κατ’ ἐξαίρεσιν ἀποφασίζονται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔρχεται καὶ ζητεῖ μετὰ ὥριμον σκέψιν παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν μέτρων, ἅτινα ἐθεώρησεν ἀναγκαῖα, ἅτινα ἀπεφάσισε· τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Ἄργους ἐννόησα τὸ ζήτημα πῶς φέρεται· εἶναι ζήτημα ὅπερ θέλει νὰ ἐκδικήσῃ προσωπικότητας. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε καὶ ἔχει τὸ καθῆκον ὁσάκις λάβουν χώραν τοιαῦται καθυστερήσεις, ἂν ὑπάρχουν Νόμοι μὴ παρέχοντες μέσα πρὸς εἴσπραξιν, νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐκθέσῃ τὰ γεγονότα, καὶ νὰ ζητήσῃ Νόμον ὅπως προβῇ εἰς τὴν εἴσπραξιν. Ἐνθυμεῖσθε πῶς ἐφέρθη τὸ ζήτημα, εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὑπὸ ποίας ἐπόψεις ἐσυζητήθη. Ἵνα ἡ Κυβέρνησις χωρὶς νὰ θελήσῃ νὰ ὑπερασπίσῃ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐναντίον παντὸς δικαιώματος ἠθέλησαν νὰ σφετερισθῶσι δημόσιον περιουσίαν, φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατ’ ἐξαίρεσιν ἔχουσα τὸ καθῆκον ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ τὰ δημόσια συμφέροντα, ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ νὰ ζητήσῃ δι’ ἐκτάκτων μέτρων τὴν εἴσπραξιν, ἂν ἄλλοι Νόμοι δὲν τῇ παρεῖχον τοιαῦτα μέτρα, διότι ἄλλως νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα, καθὼς φέρεται, κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς συστάσεως, θέλει θέσει τὴν Βουλὴν εἰς λίαν δυσάρεστον θέσιν. Ἡ Κυβέρνησις καθόσον ἀποτελεῖται καὶ ἀπὸ πρόσωπα, ἅτινα ἐχρημάτισαν πληρεξούσιοι, εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὸ ζήτημα αὐτό. Καὶ ἐν ὅσῳ ἡ Κυβέρνησις δὲν λαμβάνει τὴν πρωτοβουλίαν ὡς ἐκ τῆς δυνάμεώς της, ὡς ἐκ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα τῆς χορηγεῖ ἡ ὑπηρεσία νὰ εὕρῃ τὴν ἀλήθειαν, νομίζω, κύριε πρόεδρε, μὲ ὅλην τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολιτεύματος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἠθικῶς πᾶς βουλευτὴς, ἐκτὸς ἂν θέλουν νὰ διεκδικήσουν προσώπων ἐκδίκησιν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ὅλην τὴν κατάστασιν τοῦ ζητήματος, δύναται νὰ ζητήσῃ ἓν μέτρον ἀφοῦ σκεφθῇ. Καὶ ἂς προσδιορισθῇ ἓν χρονικὸν διάστημα καθ’ ὃ νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, νὰ ἔλθῃ ἔχουσα αὐτὴ ἡ ἰδία τὴν πρωτοβουλίαν νὰ ζητήσῃ ἓν μέτρον. Δὲν δικαιοῦται ἠθικῶς νὰ ἔλθῃ εἷς βουλευτὴς ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ τὸ δημόσιον, τὸ ἀντιπροσωπεύει ἡ Κυβέρνησις, καὶ εἰς αὐτὴν ἀνατίθεται τὸ καθῆκον αὐτό· κατὰ συνέπειαν εἶμαι τῆς ἰδέας νὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ ἓν μέτρον ἀπὸ τὴν Βουλήν.
§35ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Ὁ προαγορεύσας ἐνόμισεν, ὅτι ἐγὼ ὅστις ἔφερα τὴν ἐπερώτησιν, ἔπραξα τοῦτο ἕνεκα λόγων ἀντεκδικήσεως· ἠξεύρω τίνας ἐννοεῖ, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἐννοεῖ, εἶναι φίλοι ἐδικοί μου καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ πράξω τοῦτο. Πρὸ 4–5 ἡμερῶν ἀφ’ ὅτου ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλὴν, πολλοὶ ἄνθρωποι ἔκαμαν τὴν παρατήρησιν, ἂν ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγε νόμους περὶ ἐπιβολῆς φόρων εἰς τοιαύτην ἀνάγκην, εἰς ἣν εὑρίσκεται ὁ λαὸς, διατί δὲν καταδιώκονται οἱ ὑπεξαιρέσαντες τὰ δημόσια χρήματα κατὰ τὰ 1862 τῶν ὁποίων ἡ ἀξία φθάνει μέχρι τοῦ ἑκατομμυρίου; Καὶ νομίζει ὁ Κ. βουλευτὴς, ὅτι δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν δι’ αὐτά; Ἂν τοῦτο νομίζῃ, νομίζω, ὅτι σφάλλει, καὶ σφάλλει πολύ. Διὰ τοῦτο εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν κατάλογον καὶ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖοι εἶναι οἱ ὑπόλογοι, καὶ κατόπιν ὀφείλει νὰ τοὺς καταδιώξῃ αὐστηρῶς νὰ πληρώσουν ὅσα διήρπασαν.
§36ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Κ. Πρόεδρε......
§37ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι περιττὸν πλέον.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ εὕρωμεν τὰ χαρτιὰ καὶ θὰ τυπωθοῦν.
§39ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Δὲν πρόκειται, κύριοι, περὶ τοῦ νὰ λάβῃ μέτρα ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσπράξῃ καθυστερούμενα προερχόμενα ἀπὸ νομίμους ὑποχρεώσεις· καὶ τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἀληθὲς, ἐὰν καθυστεροῦντο π. χ. ἐνοίκια ἐκ γαιῶν εἰς τὸ δημόσιον· τότε δὲν ἦτο δυνατὸν, οὔτε δίκαιον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ζητῇ πῶς θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο. Τὸ ζήτημα ὅμως τὸ προκείμενον εἶναι διαφορετικόν· πρόκειται περὶ 1,000,000 δραχμῶν εἰς σῖτον καὶ χρήματα, τὰ ὁποῖα διήρπασαν ἄνθρωποί τινες ἀπὸ τὰς ἀποθήκας καὶ τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξετασθῇ καὶ νὰ εὑρεθῶσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ διὰ νὰ ἐπιστρέψουν αὐτὰ τὰ πράγματα δι’ ἑνὸς ἔργου νομοθετικοῦ· δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τοὺς ὑποχρεώσητε αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ἄνευ νόμου· διότι σᾶς λέγουν, ὅτι δὲν τὰ ἐπῆραν αὐτὰ τὰ πράγματα δι’ ἰδίαν των χρῆσιν, ἀλλὰ πρὸς χρῆσιν τῆς ἐπαναστάσεως. Πῶς θὰ λυθῇ λοιπὸν αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον; Ἐπὶ τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ ἀντικειμένου ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφασίσῃ.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ πάλιν θὰ ζητήσω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς.
§41ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθοῦν τὰ ἔγγραφα καὶ νὰ διανεμηθοῦν.
§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω, κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν τὸν περὶ στρατολογίας νόμον πλήρη· ὁ νόμος αὐτὸς σύγκειται ἐξ ἄρθρων 77, τροποποιεῖ δὲ ἢ καθιεροῖ νέον σύστημα καὶ νέας ἰδέας ὡς πρὸς τὴν ἐκδίκασιν τῶν παραπόνων καὶ τὴν σύνταξιν τῶν καταλόγων, ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ στρατευσίμου κτλ. Ἀπαιτοῦνται διὰ νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ ἐργασία μῆνες πολλοί· ἡμεῖς ἐπροσπαθήσαμεν καὶ πρὸ ἡμῶν ἄλλοι· διότι εἶναι ἔργον μελετηθὲν πρὸ τριῶν ἐτῶν, ἐνησχολήθησαν λοιπὸν καὶ αὐτοὶ καὶ ἡμεῖς νὰ ἐξεύρωμεν ὅλα τὰ δυνατὰ μέσα, ὥστε ἡ ὑποχρέωσις αὐτὴ τοῦ αἵματος νὰ μὴν ἐπιβαρύνῃ μόνον τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς ἀδυνάτους, νὰ ἀσφαλίσωμεν τὰ δικαιώματα ἀπὸ τὴν μεροληψίαν καὶ τὴν κακὴν πρόθεσιν τῶν διευθυνόντων τὴν ἐργασίαν αὐτὴν ὅσον εἶναι δυνατόν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καὶ σεῖς ἔχετε ἀνάγκην νὰ μελετήσητε καὶ σπουδάσετε αὐτό, καὶ μετὰ ταῦτα ἔχει ἀνάγκην καὶ ἡ ἐκτέλεσις ἐντὸς τοῦ καιροῦ τοῦ ἀπαιτουμένου νὰ καταδείξῃ τὰ πρὸς ἐφαρμογήν· ἐν τούτοις ὑποσχόμεθα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐνεργήσωμεν τὸν νόμον τὸν περὶ δυνάμεως πρὶν ἢ σᾶς παρουσιάσωμεν καὶ συζητηθῶσι μεταβολαί τινες τοῦ νόμου τοῦ περὶ ἀπογραφῆς. Βλέπετε, ὅτι ἂν θέλετε νὰ γείνῃ ἡ ἀπογραφή, ἡ στρατολογία τοῦ τρέχοντος ἔτους κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν δὲν θὰ γείνῃ, ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συμφωνήσῃ, ὥστε διὰ τὸ ἐφετεινὸν ἔτος τοὐλάχιστον νὰ ἐνεργηθῇ ἡ στρατολογία ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παλαιοῦ νόμου.
§43ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§44Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἂν ᾖναι δυνατὸν, καὶ νομίζω, θὰ ᾖναι καὶ ὠφέλιμον καὶ ἀποτελεσματικὸν ὡς πρὸς τὴν ὅσον ἔνεστι ταχυτέραν μετάβασιν τῶν κληρούχων εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ὅτι ἐντὸς τοῦ νέου νόμου ὑπάρχει καὶ κατάλογος ἐξαιρέσεων, ἂν ᾖναι δυνατὸν ἐξαιρετικῶς νὰ ἐπιψηφίσωμεν καὶ νὰ ἐνεργηθῇ ἡ ἐφετεινὴ κλήρωσις ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς μικρᾶς τροποποιήσεως.
§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἡλικίας ἐσκέφθημεν διὰ νὰ ἐφαρμόσωμεν νέας διατάξεις· διότι θὰ συνταχθοῦν οἱ κατάλογοι οἱ νέοι καὶ θὰ παρέλθῃ πολὺς καιρός. Διὰ τὸ ζήτημα τῶν ἐξαιρέσεων ἴσως ἀπαιτεῖται ὀλιγώτερος καιρός. Ἡ Βουλὴ θὰ λάβῃ τὸ νομοσχέδιον ὑπ’ ὄψιν καὶ νομίζω, ὅτι εἰμπορεῖ νὰ ψηφίσῃ διατάξεις τινὰς εἰς τὰς ὁποίας δὲν ὑπάρχουν δυσκολίαι. Ἔρχομαι εἰς ἓν ἄλλο ἀντικείμενον. Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς ἀπηύθυνε μίαν ἐπερώτησιν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, τί γίνεται καὶ τί σκεπτόμεθα νὰ πράξωμεν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ σχεδίου τοῦ φέροντος τὴν ἀποκατάστασιν τινῶν ἀγωνιστῶν. Ἀληθῶς ἡ ἐπιτροπὴ ἡ διορισθεῖσα ἐπὶ τούτῳ ἐσκέφθη, ἀλλὰ μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐργασίας αὐτῆς ἐγεννήθησαν καὶ ὑπάρχουν μεγάλα παράπονα περὶ ἐγκαταλείψεως ἄλλων ἀνθρώπων ἐχόντων τὰ ἴδια δικαιώματα καὶ ὑπαρχόντων εἰς τὴν ζωήν. Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας διάφορα οἰκονομικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐκπηγάζουν ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται πρὸ πάντων νὰ σκεφθῶμεν, δηλ. πρέπει νὰ σκεφθῶμεν πρῶτον πῶς νὰ ζήσωμεν καὶ ἔπειτα πῶς νὰ ἀνταμείψωμεν. Ἐξ αἰτίας αὐτῶν τῶν λόγων δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν ἤδη νὰ σχηματίσωμεν ἓν μέτρον, τὸ ὁποῖον νὰ ὑποβάλωμεν ἐνώπιόν σας. Μετὰ τὴν συζήτησιν καὶ περαίωσιν τῶν οἰκονομικῶν αὐτῶν μέτρων, τοῦ προϋπολογισμοῦ δηλ. καὶ διαφόρων οἰκονομικῶν μέτρων, ἴσως εὑρεθῶμεν εἰς θέσιν νὰ ὑποβάλωμεν ἓν μέτρον. Αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις πρὸ πολλοῦ ἐπεραιώθη ἀπὸ τὴν ἐπιτροπήν, ἀλλ’ ἀκόμη δὲν ἐπεραιώθη ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἑπομένως καὶ ἡ Βουλὴ ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου δὲν θέλει σπεύσει, οὔτε θέλει ἀπαιτήσει νὰ σπεύσωμεν, βεβαία οὖσα, ὅτι πᾶσα Κυβέρνησις ἐμπνέεται ἀπὸ τὰ ἴδια συμφέροντα, καὶ εἶμαι πρόθυμος νὰ ἀποδώσω δικαιοσύνην ὑπὲρ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐθυσίασαν ὅ,τι εἶχον πολυτιμώτερον ὑπὲρ τῆς πατρίδος.
§46Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, μὲ μεγάλην μου ἀπορίαν ἤκουσα τὸν κύριον πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὁμιλήσῃ μὲ πνεῦμα ἀναβολῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ θέσω ἐνώπιόν σας, καὶ ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ὁριστικῶς διέταξε τὸν κύριον ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ὑπουργὸν νὰ παρουσιάσῃ ἐνώπιόν σας τὸν νόμον διὰ τοῦ ὁποίου ἔμελλε νὰ ἀποδοθῇ ὅ,τι δίκαιον ἐθεώρησεν εἰς τοὺς 143 τεθνεῶτας· οἱ 143 τεθνεῶτες ἐκεῖνοι εἶχον σημειωθῇ εἰς τὰ μητρῷα τοῦ 1833 καὶ ἐκ τῶν μητρῴων ἐκείνων ἐξήχθησαν, ἐπειδὴ αἱ τότε ἐπιτροπαὶ δὲν εἶχον δώσει τὰς ἀναγκαίας βαθμολογίας. Κατὰ τὸ πέμπτον ψήφισμα τῆς ἐν Ἀθήναις Συνελεύσεως τῆς 3 7βρίου ἐπεβάλετο ὑποχρέωσις εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως σπεύσῃ καὶ δώσῃ ἓν πέρας εἰς τὰς ἐκκρεμεῖς ἐκείνας ὑποθέσεις. Τὸ ψήφισμα τοῦτο ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰ 1857 ἐκάλεσεν ἐπιτροπήν, ὅπως γνωμοδοτήσῃ ὄχι πλέον περὶ τῶν δικαιωμάτων, διότι ταῦτα ἦσαν ἀνεγνωρισμένα ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμον καὶ τὰ μητρῷα, ἀλλὰ περὶ τῆς τάξεως εἰς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ καταλογισθῶσι τὰ διάφορα ἄτομα· καὶ ἡ ἐπιτροπὴ συγκειμένη ἀπὸ τοὺς τότε ἐπιζῶντας σημαντικωτέρους ἀγωνιστὰς ἐξετέλεσε τὸ ἔργον της προσκληθεῖσα διὰ Β. Διατάγματος καὶ συνέταξε καὶ τὸν νόμον καὶ τὴν ἔκθεσιν τὰ ὁποῖα ὑπέβαλε τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἠξεύρω διὰ ποίους λόγους πάντοτε ἐγίνετο ἀναβολὴ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο· ἐθαύμασα ὅμως καὶ σήμερον, ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὁμολογεῖ, ὅτι ναὶ ἔχομεν καθῆκον πρὸς τὰ ἱερὰ αὐτὰ πρόσωπα νὰ κάμωμεν μίαν ἀμοιβὴν, ἀλλὰ νὰ μὴ τὴν κάμωμεν καὶ νὰ σκεπτώμεθα αἰωνίως περὶ αὐτῶν· διότι δὲν ἔχομεν χρήματα. Δὲν πρόκειται νὰ δώσετε χρήματα, ἀλλὰ γραμμάτια φαλαγγιτικὰ, τὰ ὁποῖα θὰ λάβουν τὴν τύχην τῶν ἄλλων, τοὐτέστι θὰ ἀπολήξουν εἰς τὸ νὰ ληφθοῦν κάμποσαι γαῖαι ἐθνικαὶ ἐκ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσιν ἄπειροι. Εἶναι ἱερὸν τὸ καθῆκον αὐτὸ λέγουν, ἀλλὰ νὰ μὴ τοὺς δώσωμεν τίποτε ποτέ. Τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν θέλω ὑποστηρίξει τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποσχέσεων αὐτῶν διὰ δύω λόγους, πρῶτον· διότι αἱ σπάνιαι ἐκεῖναι ἀρεταὶ πρέπει νὰ ἀμειφθῶσι καὶ πρέπει νὰ δείξωμεν τὸ ὀφειλόμενον πρὸς αὐτὰς σέβας, καὶ δεύτερον, διότι πρέπει νὰ ἐνθαῤῥύνωμεν καὶ τὸ μέλλον· διότι ὅταν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀποῤῥίπτωμεν μὲ ἓν εἶδος περιφρονήσεως ὅλας αὐτὰς τὰς ἀξιώσεις, τὰς ὁποίας ἐπεκύρωσαν 10 συνελεύσεις τοῦ ἔθνους καὶ αἱ βουλαὶ ὁμοῦ, ὅταν πράττωμεν τοῦτο, εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ ὑποδεικνύωμεν εἰς ἕκαστον, ὅτι ὅταν ἔλθῃ καιρὸς νὰ συλλογισθῇ ὑπὲρ τῆς πατρίδος, πρέπει νὰ συλλογισθῇ καλῶς, ὅτι πᾶσα τιμὴ, ἡ ὁποία θὰ ἀποδοθῇ εἰς τὸν ἡρωϊσμὸν αὐτοῦ, θὰ ᾖναι πάντοτε ἡ ἀναγνώρισις μιᾶς τιμῆς, τὴν ὁποίαν ποτὲ δὲν θὰ δώσωμεν. Ναί, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν 143 ὀνομάτων ὑπάρχουν καὶ ἄλλα, ἀλλὰ καὶ περὶ αὐτῶν ἐλήφθη μέτρον· μεγάλη ἐπιτροπὴ ἐργάζεται καὶ προχθὲς σᾶς εἶπεν ἓν ἔντιμον μέλος αὐτῆς ὁ στρατηγὸς Τσώκρης, ὅτι κατὰ τὰ ⅘ ἔφθασεν εἰς τὸ τέλος της· σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶχον οὔτε χαρτὶ νὰ ἐργασθοῦν καὶ ὑμεῖς προχθὲς ὁμοφώνως εἴπετε ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ μίαν πίστωσιν μικρὰν διὰ νὰ δώσωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ὕλην διὰ νὰ ἐργασθῇ· ἀλλὰ σήμερον ἀντὶ νὰ μᾶς φέρουν τὴν πίστωσιν καὶ τὸν νόμον μᾶς λέγουν, ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν διαφόρων οἰκονομικῶν ἔργων πρῶτον καὶ μετὰ ταῦτα νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων ἐκείνων. Πάλιν ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι πρέπει νὰ σπεύσετε νὰ δοθῇ ἓν πέρας εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα, νὰ κλείσετε αὐτὰς τὰς ἀπαιτήσεις· διότι αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλύτερον πρόσκομμα εἰς τὴν πρόοδον τῆς ὑπηρεσίας, καὶ διότι ὀφείλετε νὰ ἐκπληρώσετε ὅ,τι τόσαι συνελεύσεις ἐθνικαὶ ἀπεφάσισαν, καὶ ὑπεράνω τῶν ἀποφάσεων ἐκείνων δὲν πιστεύω κανεὶς ἐξ ὑμῶν, ὅτι θὰ ἀναβῇ· διὰ τοὺς λόγους τούτους νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει μετὰ τὴν ἀπόφασίν της ἐκείνην ἡ Βουλὴ νὰ κάμῃ νέας πιστώσεις· διότι προχθὲς ἀπεφάσισε νὰ παρουσιασθῇ ὁ νόμος· καὶ εἶναι ἁπλούστατον τὸ πρᾶγμα· μὴ θέλουν νὰ σᾶς ἐξαπατήσουν, ὅτι σκεπτόμεθα καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εὕρωμεν τὸ μέσον, ὑπάρχει ὁ νόμος τοῦ 1838 ὅστις ἐκανόνισε τὰ διπλώματα ὅλων τῶν μέχρι τοῦδε ἀγωνιστῶν καὶ εἶναι ὅλα ἕτοιμα. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀπόφασίν της, καὶ τὸ κατ’ ἐμὲ θέλω ἀποκρούσει αὐτὴν τὴν πρότασιν ὅσον εἶναι δυνατὸν, διότι αἰσθάνομαι πολλὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν θέλω νὰ εἴπω· ἐὰν ὑμεῖς θέλετε νὰ ἐπανέλθητε καὶ νὰ εἴπητε ὅτι ὀφείλομεν εἰς τοὺς ἀγωνιστὰς, ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τὴν χήραν τοῦ Ὀδυσσέως νὰ ἀποθάνῃ, τοῦ Φλέσσα, τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, νὰ ἀποθάνουν τῆς πείνης, διότι σκεπτόμεθα νὰ ἐπιβάλλωμεν φόρους; νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπρεπὲς καὶ ἄτοπον νὰ ἐπανέλθωμεν ἐκ νέου εἰς τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν ἐκάματε.
§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς εἴπομεν ὄχι νὰ μεταβάλετε τὴ ἀπόφασίν σας, ἀλλὰ νὰ δώσετε καιρὸν, ἴσα, ἴσα δι’ αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπον· διότι ἡ γυναῖκα τοῦ Ὀδυσσέως δὲν εἶναι μέσα· σᾶς εἴπομεν μὴ βιάζεσθε διὰ νὰ μὴ κάμωμεν ἀδικίας.
§48ΤΙΝΕΣ. Ὅλα τὰ πρόσωπα νὰ συμπεριληφθοῦν, ὄχι μὲ διακρίσεις.
§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὴ βιάζεσθε λοιπόν· μὴ μᾶς βιάζετε νὰ φέρωμεν κάτι τι τὸ ὁποῖον θὰ ᾖναι ἄδικον.
§50ΤΙΝΕΣ. Νὰ τελειώσῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὸ ἔργον της.
§51Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Συγχωρήσατέ με ἀκόμη νὰ εἴπω δύω λέξεις· ὅταν πρόκειται περὶ τοιούτων αἰσθημάτων δὲν εἶναι πρέπον νὰ ζητῇ τις νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὴν λέξιν τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην· μ’ ὅλα ταῦτα τὸ εἶδος τοῦτο τῆς συζητήσεως τὸ χαρίζω εἰς τὸν ἀντίπαλόν μου, τὸν κύριον πρόεδρον. Δὲν θέλω νὰ ἠξεύρω ἐὰν ᾖναι ἡ γυνὴ τοῦ Ὀδυσσέως μέσα· ἠξεύρω, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ ἔθνους ἐπὶ τῶν 143 ὀνομάτων εἶναι σαφεῖς· δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐγγίζουν νὰ ἀποκαλύψωμεν τοὺς λόγους διὰ τὴν ἀναβολὴν αὐτήν.
§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πράξατέ το.
§53ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ τὸ πράξω, μάλιστα.
§54ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Δι’ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν ἔγεινε λόγος εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ ἐζητήσαμεν νὰ ἐφαρμοσθοῦν αἱ ἀποφάσεις τῆς Συνελεύσεως τῆς 3 Σεπτεμβρίου. Λοιπὸν ἐπὶ τέλους ὁ Βασιλεὺς τότε ὁ Ὄθων εἶχεν ἀναχωρήσει διὰ τὴν Γερμανίαν καὶ εἶχε μείνει ἡ Βασίλισσα. Δὲν ἠξεύρω τί καὶ πῶς ἐκέντησαν τὴν χορδὴν καὶ διωρίσθη μία ἐπιτροπὴ νὰ ἐπεξεργασθῇ τὰ ὀνόματα τὰ ὁποῖα νὰ γίνῃ ἀπόφασις καὶ γνωμοδότησις νὰ δικαιωθοῦν. Ἡ ἐπιτροπὴ τότε, ἡ ὁποία συνῆλθε, ἐσημείωσε μόνον 140 ὀνόματα· ταὐτοχρόνως τινὲς τῶν ἀγωνιστῶν ἀνεφέρθησαν καὶ εἶπον, ὅτι εἰς τὰ μητρῷα ὑπάρχουσι καὶ τὰ ἰδικά μας ὀνόματα. Λοιπὸν ἔγεινε ὅ,τι ἔγεινε καὶ ἀναφοραὶ ἐδόθησαν εἰς τὴν Βασίλισσαν καὶ λόγος πολὺς ἐγένετο περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Τώρα ἐπειδὴ ὑπάρχει ἐπιτροπὴ τοῦ ἀγῶνος, ἐκεῖ θὰ ἦναι ὁ καθρέπτης τοῦ ἀγῶνος καὶ θὰ παρουσιασθῇ ποῖος ἔχει δικαιώματα πραγματικὰ καὶ νὰ δικαιωθῇ ἀναλόγως τῶν θυσιῶν του. Τὸ ὑπουργεῖον πρέπει νὰ φέρῃ μίαν πίστωσιν, νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον της ἡ ἐπιτροπὴ καὶ νὰ τελειώσῃ.
§55ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§56ΤΣΟΚΡΗΣ. Εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἐπὶ τοῦ Ὄθωνος τῆς ὁποίας ἤμην καὶ ἐγὼ μέλος, αὐτὰ τὰ 143 ὀνόματα δὲν ἦσαν ὀνόματα, τὰ ὁποῖα ἐπῆραν ἀπὸ τοὺς τυχόντας, ἀλλὰ ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία συνεστήθη εἰς τὸ Ναύπλιον αὐτὴ κατεχώρησε τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς τάξεις καὶ ἐπῆρε ἓν μέρος αὐτῶν καὶ τοὺς κατέταξε εἰς ἓν μητρῷον 143 ὀνόματα. Αὐτὰ ἐψηφίσθησαν ἐπὶ τῆς Βασιλείας τοῦ Ὄθωνος. Ἂν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι θεωροῦνται μὲ τὰ ἄλλα μητρῷα μαζὺ, ἡ Συνέλευσις κάτι εἶπε καὶ ἐξέδωκε ψήφισμα καὶ εἶπεν, ὅτι ὅσα εἶναι εἰς τὰ μητρῷα περασμένα θεωροῦνται δεδικασμένα. Ἂν θέλετε νὰ περάσουν καὶ τὰ ἄλλα, ἄλλο ζήτημα.
§57ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ἦσαν φατριαστικὰ, αὐτὰ τὰ διακεκριμένα ὀνόματα δὲν τὰ διαφιλονεικεῖ κἀνεὶς, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἄλλα πολλά.
§58ΤΣΟΚΡΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ φατριαστικῶς, οὔτε ἔχω ἀνάγκην, οὔτε συγγενεῖς ἔχω μέσα. Ἡ ἀντιβασιλεία τότε κατεχώρησε 143 ὀνόματα εἰς ἓν μητρῷον, καὶ ἐπροσκλήθημεν τότε 14 στρατηγοὶ καὶ τὰ ἐσυζητήσαμεν καὶ τὰ ἐπεράσαμεν εἰς ἓν μητρῷον.
§59ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ πότε εἶναι αὐτὸ τὸ μητρῷον;
§60ΤΣΟΚΡΗΣ. Ἀπὸ τὰ 1832 μοῦ φαίνεται.
§61ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κύριε πρόεδρε.
§62ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ δώσουν τὰ μέσα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ τελειώσῃ.
§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ πίστωσις εἶναι σημειωμένη καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι δι’ αὐτὴν εἰς τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἔγεινε τόσος λόγος.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀρκετὰ, κύριοι, ἐλέχθησαν καὶ μεταβαίνωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ὁ κ. Χατζίσκος ἔχει τὸν λόγον.
§65ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἐκεῖνο, ὅπερ ἀπέφυγον νὰ πράξω τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν καὶ εἰσῆξα τὴν πρότασίν μου, περὶ συστάσεως ἐθνικοῦ ταμείου ἐν Ἀθήναις, τοῦ νὰ τὴν συνοδεύσω δηλονότι πανηγυρικῶς ὡς ἄλλοι τὸ ἔπραξαν ἐπὶ διαφόρων ἄλλων προτάσεων μὲ γενικωτέρας παρατηρήσεις σχετικῶς μὲ τὴν ἐν γένει πολιτικὴν κατάστασιν τῆς ἡμέρας, διὰ νὰ φέρω οὕτω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου καὶ τὰς σκέψεις μου ἐπ’ αὐτῆς, καὶ μὲ μερικωτέρας παρατηρήσεις διὰ νὰ δικαιολογήσω ἐνώπιόν σας τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεως, ἥτις πολλὴν ἔχει σχέσιν μὲ τὰ μέτρα τῆς ἐποχῆς, ἂν καὶ διαφέρει καὶ κατὰ πολὺ πρὸς τὴν πορείαν ἄλλων μέτρων· ἐκεῖνο, λέγω, τὸ ὁποῖον παρέλειψα τὴν πρώτην ἡμέραν, ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι Βουλευταὶ, σήμερον, καθ’ ἣν ἡμέραν γίνεται ἡ τρίτη ἀνάγνωσις, νὰ περιορισθῶ εἰς μόνας τὰς μερικωτέρας παρατηρήσεις διὰ νὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὸ μέτρον τοῦτο· τὰς δὲ γενικωτέρας παρατηρήσεις τὰς παρατρέχω, καὶ ἤδη προτιμήσας δι’ αὐτὰς τὴν σιωπὴν καὶ τὸν χρόνον διδάσκαλον. Κύριοι βουλευταὶ, ὅτε κατηρτίσθη, ἐσυζητήθη καὶ ἐπεψηφίσθη εἰς τὰς παρελθούσας Βουλὰς ὁ πρῶτος περὶ ἐθνοφυλακῆς νόμος, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι ὑπουργὸς, καὶ ὡς τοιοῦτος, ἐννοεῖται οἴκοθεν, ὅτι εἶχον καὶ ἐνεργητικὸν μέρος ὑπὲρ ἐκείνου τοῦ νόμου· ἔκτοτε παρετήρησα, Κύριοι, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον δυσκολίας μεγάλας ἔχει ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς γενικωτέρας ἀνάγκας τῆς ἐθνικῆς ταύτης δυνάμεως, ἐνίοτε παρετήρησα, ὅτι εἰς δυσκολωτέρας περιστάσεις εὑρίσκονται καὶ οἱ πολῖται, οἵτινες ὑποχρεοῦνται ὡς ἐκ τοῦ νόμου νὰ ἐκτελῶσι διαφόρους ὅρους αὐτοῦ. Ἔκτοτε, λέγω, συνέλαβον καὶ τὴν ἰδέαν τῆς συστάσεως ἐθνικοῦ ταμείου ἐν Ἀθήναις πρὸς εὕρεσιν πόρων καὶ μέσων· τὴν ἰδέαν μου ἐκείνην τὴν ἐνίσχυσεν ὁ χρόνος καὶ ἡ σημερινὴ χρηματικὴ κατάστασίς μας, διότι ἂν καὶ ὑπάρχῃ ὁμολογουμένως εἰς ὅλους ἐν γένει ἡ καλὴ θέλησις τῆς καταρτίσεως τῆς ἐθνοφυλακῆς, ἂν καὶ περιστάσεις σπουδαῖαι ἔλαβον χώραν ἐν τῷ μεταξὺ, παρῆλθον ὅμως 5 ἤδη ἔτη, Κύριοι, καὶ ἡ ἐθνοφυλακὴ ἀκόμη εὑρίσκεται εἰς τὰ σπάργανά της. Ἡ δὲ χρηματική μας κατάστασις εἶναι ἀθλιεστάτη· διότι ἐὰν τότε τὸ δημόσιον ταμεῖον εἶχε δυσκολίας, σήμερον ὁμολογουμένως εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἀνέχειαν, βεβαρυμένον μὲ τόσα χρέη καὶ ἔξοδα, οἱ δὲ κάτοικοι, οἱ δὲ ἐθνοφύλακες, οἱ δὲ πολῖται, εἰς χείρονα σήμερον θέσιν. Οἱ λόγοι οὗτοι, Κύριοι, μὲ ἐνίσχυσαν τὴν ἰδέαν μου ταύτην, καὶ προῆλθον εἰς τὴν ἀπόφασιν ὅπως σᾶς ὑποβάλω τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔχετε ἤδη ὑπ’ ὄψιν σας· ὁμολογουμένως, Κύριοι, δὲν δυνάμεθα νὰ κρύψωμεν οὔτε τὴν ἀνέχειαν τοῦ δημοσίου ταμείου, οὔτε τὴν μεγαλειτέραν τῶν πολιτῶν· ἀλλ’ ἐνῷ ὁ Ἕλλην, Κύριοι βουλευταὶ, θέλει ἐν πρώτοις οὐ μόνον ὅπλον, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐκλεκτότερον τῶν ὅπλων διὰ ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸ ἀγαπητόν του καρυοφύλλι, παρετηρήσαμεν πολλοὶ, ὡς εἶμαι βέβαιος, ὅτι πολλοὶ τῶν ἐθνοφυλάκων δὲν ἐξέρχονται εἰς τὰ γυμνάσια, διότι δὲν ἔχουν ὅπλα, καὶ δὲν ἐξέρχονται εἰς τὰ γυμνάσια συχνὰ καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὀλίγοι, οἵτινες ἔχουν ἀπὸ τὰ πεπαλαιωμένα, ὡς ἀμεταχείριστα καὶ σχεδὸν ἄχρηστα· ὁ Ἕλλην θέλει καλὸν ἔνδυμα, καὶ ἔνδυμα ὁμοιόμορφον· ἐπίσης παρετηρήσαμεν ὅτι πολλοὶ τῶν ἐθνοφυλάκων δὲν ἐξέρχονται εἰς τὰ γυμνάσια, διατί; διότι βλέπει τὸν πλησίον αὑτοῦ ἐνδεδυμένον τὴν στολήν του καὶ αὐτὸς ἐντρέπεται νὰ συγγυμνασθῇ μὲ τὴν ῥυπαράν του φουστανέλλαν. Ὁ Ἕλλην, Κύριοι, θέλει προπαιδευτὴν καλῶς μορφωμένον, καλῶς ἀνατεθραμμένον, καλῶς κατηρτισμένον, διότι, Κύριοι, παρ’ αὐτοῦ θὰ λάβῃ τὰ πρῶτα μαθήματα, καὶ ἡ Κυβέρνησις οἱαδήποτε, ἥτις ἀποστέλλει κακοὺς προπαιδευτὰς χάριν οἰκονομίας προσώπων, ἐγκληματεῖ ἐνώπιον καὶ τῆς πατρίδος καὶ τῆς συνειδήσεώς της· καὶ πράττει τότε ἐκεῖνο, ὅπερ κάμνει εἷς ἄθλιος πατὴρ, ὅστις στέλλει τὰ τέκνα του εἰς διεφθαρμένον καὶ κακοήθη διδάσκαλον νὰ τὰ ἐκπαιδεύσῃ. Ἀπαιτοῦνται οὐ μόνον τὰ συνήθη γυμνάσια, ἀλλὰ καὶ γυμνάσια κατ’ ἐπαρχίας, κατὰ νομοὺς, ἐτήσια, ἐπὶ 40 ἡμέρας, ἐπὶ 2 μῆνας, ἀλλὰ χρειάζεται συγχρόνως ἓν ἀνάλογον ἐπιμίσθιον. Ὅλα αὐτὰ διὰ νὰ γίνουν, ἀπαιτοῦνται καὶ χρήματα, χρήματα καὶ πάλιν χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐὰν δὲν προσπαθήσωμεν νὰ εὕρωμεν ἀλλαχοῦ, δὲν θὰ δυνηθῶμεν ποτὲ νὰ κατορθώσωμεν ἐθνοφυλακήν. Τὰς ἰδέας ταύτας, Κύριοι, ἔρχεται ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ ἡ πρότασίς μου, τὰς ἰδέας ταύτας σκοπεῖ διὰ τοῦ χρόνου, βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον, νὰ πραγματοποιήσῃ· ἡ πρότασις λοιπὸν, ὡς τὴν βλέπετε καὶ ὡς τὴν ἔχετε ἀνὰ χεῖρας, εἶναι, Κύριοι, ἁπλουστάτη, εἶναι πρακτικὴ, εἶναι θετική. Τὸ πρῶτον μέρος αὐτῆς πραγματεύεται, ὡς παρατηρεῖτε, περὶ πόρων· ἔχει, Κύριοι, ὡς βλέπετε, 100,000 δραχ. ἐτησίαν ἐπιχορήγησιν ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον· δὲν πιστεύω ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ πληρώσῃ αὐτὸ τὸ ποσὸν, διότι ἀπέναντι τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ δημοσίου ταμείου εἶναι ὀλίγον, ἀλλ’ ἀπέναντι τῶν δυσκολιῶν τῶν σημερινῶν εἶναι πολύ· οὐχ ἧττον εἰς τοῦτο τὸ ταμεῖον αὐτὸ τὸ ποσὸν θέλει εἶσθαι ἐπαισθητόν· ἔχει 100,000 περίπου δραχ. ἐπιχορήγησιν ἐτησίαν ἀπὸ τὰ δημοτικὰ ταμεῖα καὶ ἀπὸ τὰ ταμεῖα τῶν ἱερῶν μονῶν· ἀνεπαίσθητον τὸ ποσὸν καὶ δι’ αὐτὰ τὰ ταμεῖα, ἐπαισθητὸν ὅμως διὰ τὸ ταμεῖον τοῦτο τῆς ἐθνοφυλακῆς· ἔχει ὡς παρετηρήσατε 50 καὶ ἐπέκεινα χιλιάδας δραχ. ἀπὸ τὸν ἐπ’ ἐκκλησίας δίσκον περὶ τοῦ ὁποίου θὰ κάμω εἰδικὸν λόγον, ἐν οἰκείῳ τόπῳ· ἀλλὰ τέλος πάντων τὸ σπουδαιότερον εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ αὐτὸ τὸ ταμεῖον καὶ τὸ ὁποῖον θέλει εἶσθαι μία ἀνεξάντλητος πηγὴ, εἶναι, Κύριοι, αἱ συνεισφοραὶ, αἱ συνδρομαὶ τῶν εὐπόρων Ἑλλήνων ὁμογενῶν καὶ φιλελλήνων, εἰς τὴν ἀγαθότητα, εἰς τὴν γενναιότητα, εἰς τὸν ἀκραιφνῆ καὶ ἁγνὸν πατριωτισμὸν τῶν ὁποίων ὀφείλομεν τόσα καλὰ, χρεωστοῦμεν τόσα μεγαλοπρεπῆ καὶ ὠφέλιμα κτίρια, τὰ ὁποῖα στολίζουν συνάμα καὶ τὴν πρωτεύουσάν μας. Ὅταν αὐτοὶ οἱ ἀγαθοὶ πατριῶται πληροφορηθοῦν θετικῶς, ὅτι ἐπιτροπὴ ἐσυστήθη διὰ νόμου καὶ διευθύνει ἓν ἐθνικὸν ταμεῖον διὰ τὴν ἐθνοφυλακὴν τοῦ Κράτους, νὰ ἦσθε βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι θὰ συνεισφέρουν ἔτι περισσότερα καὶ θὰ ἐξακολουθοῦν νὰ συνεισφέρουν, διὰ τὸ μέγα κτίριον τῆς ὅλης Ἑλλάδος, διὰ τὸ ἀπόρθητον οὕτως εἰπεῖν αὐτὸ φρούριον, διὰ τὴν ἐθνοφυλακήν. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι πρέπει καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ εἰδικὴ πρόνοια, νὰ ληφθοῦν μέτρα τοιαῦτα, ὥστε νὰ εὑρεθοῦν τὰ ἀνάλογα χρηματικὰ ποσὰ, διὰ νὰ δυνηθῶμεν οὕτω ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὴν πλήρη καὶ κατάλληλον κατάρτισιν τῆς ἐθνικῆς ταύτης δυνάμεως. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸ δεύτερον μέρος τῆς προτάσεώς μου τὸ διοικητικὸν, δηλαδὴ τὸ ταμεῖον τοῦτο, Κύριοι, τὸ ἐθνικὸν ταμεῖον, συμφώνως μὲ τὴν ἀποστολήν του δὲν ἠδύνατο κατὰ τὴν κρίσιν μου παρὰ νὰ ἔχῃ τὰ ἀνώτερα πρόσωπα τῆς κοινωνίας· καὶ βλέπετε, κύριοι, ὅτι ἔχει τὸν Πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸν πρόεδρον τῆς ἱερᾶς Συνόδου, τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς, τὸν Πρύτανιν τοῦ Πανεπιστημείου καὶ τὸν διοικητὴν τῆς Τραπέζης. Τίνες λοιπὸν εἰσὶν οἱ λόγοι, Κύριοι, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τοιαύτην ἐπιτροπήν; οἱ λόγοι εἶναι καθαροί· καθόσον τὸ ταμεῖον τοῦτο ἔχει μεγάλην ἀποστολὴν νὰ ἐκπληρώσῃ, εἶναι ταμεῖον τοῦ Πανελληνίου, καὶ πρέπει σπουδαία ἐπιτροπὴ νὰ τὸ διευθύνῃ, διότι σήμερον καὶ πανελλήνιος ἐθνοφυλακὴ εἶναι ἡ ἐθνοφυλακὴ τῆς Ἑλλάδος· ἐκτὸς τούτου τὸ νομοσχέδιον θέλει τοὺς Κυρίους προέδρους καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον· ὁ δεύτερος οὗτος λόγος εἶναι, Κύριοι, ὁ ἑξῆς. Ἐπειδὴ δυστυχῶς ἡ προθυμία πολλάκις καὶ ταχέως μαραίνεται, ἐνῷ κατ’ ἀρχὰς ὅλοι μετ’ ἐνθουσιασμοῦ, μετὰ ζήλου ἐνεργοῦμεν πᾶν ὅ,τι ἐπιφορτιζόμεθα καὶ μετ’ ὀλίγον ἀποσυρόμεθα, διὰ τοῦτο ὁ σήμερον πρόεδρος π. χ. τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν θὰ ᾖναι καὶ αὔριον, ὡς ἐπίσης καὶ ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν θὰ ᾖναι καὶ τὸ ἐρχόμενον ἔτος, ὁ Πρύτανις τοῦ Πανεπιστημείου δὲν θὰ ᾖναι ὡσαύτως καὶ τὸ ἐρχόμενον ἔτος, οἴκοθεν ἐννοεῖται ὅτι οἱ διάδοχοι θὰ φροντίσουν φυσικῷ τῷ λόγῳ νὰ φανοῦν ἐνεργητικώτεροι παρὰ οἱ προκάτοχοι, οὐδέποτε ὅμως κατώτεροι. Αὐτὸς ὁ λόγος, Κύριοι, εἶναι ὁ ἰσχυρότερος κατ’ ἐμὲ, οὗτος μὲ ἔπεισε νὰ θέσω ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς, τὰ ὑψηλότερα πρόσωπα τῆς κοινωνίας. Εἰς τὸ πέμπτον ἄρθρον, Κύριοι, ἔχω, καθὼς βλέπετε, καὶ εἰδικὰς ἐπιτροπὰς εἰς ἕκαστον δῆμον καὶ συνάμα καθιερῶ καὶ τὸν ἐπ’ ἐκκλησίας δίσκον. Τῷ ὄντι, Κύριοι, ὁ ἐπ’ ἐκκλησίᾳ δίσκος σήμερον ὑπέπεσεν εἰς κακὴν σημασίαν, θεωρεῖται ὡς ἄλλη ἐπαιτεία, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ τοῦ δίσκου, πρόκειται περὶ τοῦ δίσκου ἐκείνου, ὅστις καὶ ναοὺς λαμπροὺς οἰκοδόμησε καὶ τοιούτους ἐσυντήρησε καὶ συντηρεῖ· διατὶ δὲ ἐτέθη ὁ δίσκος; ἐτέθη, δι’ ἕνα ἄλλον λόγον, τοὐτέστι, ἵνα χορηγήσωμεν τὰ μέσα τῆς στιγμιαίας εὐκολίας, τῆς στιγμιαίας διαθέσεως καὶ τῆς στιγμιαίας ὠφελείας, ἐξηγοῦμαι. Πολλοὶ, Κύριοι, ἔχουν στιγμιαίαν διάθεσιν καὶ συνεισφέρουν εἰς τὴν ἐθνοφυλακὴν, ἤγουν στιγμιαίαν εὐκολίαν χρηματικὴν, ἀλλὰ διὰ νὰ δώσουν ἓν τάλληρον, νὰ δώσουν δύω δρ. δὲν θὰ ὑπάγουν βεβαίως εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ τὰ δώσουν· ἐκτὸς τούτου θὰ ἐντρέπεται καὶ ὁ ἴδιος νὰ τὰ δώσῃ, ἐνῷ εἰς τὸν δίσκον τῆς ἐκκλησίας ἀκωλύτως θὰ τὰ δώσῃ, καὶ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὄχι 50,000 κατ’ ἔτος, 80,000, 100,000. Εἰς ὅλον τὸ Κράτος ὑπάρχουν 2,000 ἐκκλησίας, ἀπὸ μίαν δραχμὴν ἑκάστη ἐκκλησία καθ’ ἑκάστην Κυριακὴν ἔχομεν 2,000, 4 ἑβδομάδες κατὰ μῆνα, ἔχομεν 8,000, ὥστε ἔχομεν 80,000, εἶναι ὅλως διόλου ἀνεπαίσθητον, ἐνῷ εἰς τὸ ἐθνικὸν ταμεῖον ἔσεται ἐπαισθητόν. Αὐτοὶ εἶναι ἐν γένει οἱ λόγοι, Κύριοι, οἵτινες μοὶ ὑπηγόρευσαν νὰ παρουσιάσω τὴν πρότασιν. Τέλος παύω τὸν λόγον μου ἢ τὸν διακόπτω ἐνταῦθα, διότι δὲν βλέπω καὶ πολλὴν διάθεσιν νὰ μὲ ἀκροασθῆτε· σᾶς κάμνω δὲ μόνον αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, τὴν παρατήρησιν ταύτην, Κύριοι, παρακαλῶ νὰ προσέξητε. Ἐνδιαφέρομαι, Κύριοι, ὡς ἐνδιαφέρεσθε εἴτε παραδεχθῇ ἡ πρότασις, εἴτε ἀποῤῥιφθῇ, καὶ ἂν ἡ ἀρχὴ παραδεχθῇ καὶ τ’ ἄρθρα τροπολογηθῶσι, εἴτε ἐπὶ τὸ κρεῖττον εἴτε ἐπὶ τὸ χεῖρον, τίποτε περισσότερον δι’ ἐμὲ, τίποτε ὀλιγώτερον· τὸ χρέος μου τὸ ἔκαμα, παρουσίασα μίαν πρότασιν, ἡ Βουλὴ διέταξε τὴν τύπωσίν της, τὴν διεύθυνεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ἐπιτροπὴ τὴν παρεδέχθη, ἡ Βουλὴ τὴν παρεδέχθη εἰς Αʹ. καὶ τὴν Βʹ. ἀνάγνωσίν της, τὸ ἔργον πλέον δὲν εἶναι ἰδικόν μου, τὸ ἔργον εἶναι τῆς Βουλῆς, εἶναι τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους.
§66ΚΕΧΑΓΙΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν τῶν Οἰκονομ). Εἶναι ἀξιέπαινος ἡ μέριμνα τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Φθιώτιδος, τὴν ὁποίαν λαμβάνει διὰ τὴν ἐξεύρεσιν χρηματικῶν μέσων, ἅτινα θὰ χρησιμεύσουν διὰ τὴν σπουδαίαν αὐτὴν ἐθνικὴν δύναμιν τῆς ἐθνοφυλακῆς. Τὴν σπουδαιότητα τῆς δυνάμεως ταύτης ἐξετίμησε καὶ ἡ Κυβέρνησις· καὶ διὰ τοῦτο ὑπέβαλε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ αὐτὴ παρεδέχθη. Χθὲς ἐγένετο πρότασις περὶ τῆς καταβολῆς ἐν μέρει τοῦ ὑπὸ τοῦ δημοσίου, τοῦ ἀναγκαίου χρηματικοῦ ποσοῦ πρὸς προμήθειαν τῶν ὅπλων, καὶ ἡ ἰδία Βουλὴ ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν ταύτην, τὴν ἀπέῤῥιψε μετὰ τὰς παρατηρήσεις τοῦ Κυρίου προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις πολὺ ὀρθῶς εἶπεν, ὅτι τί διαφέρει τὸ ἐθνικὸν ταμεῖον, τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀπὸ τὸ ταμεῖον τοῦ πολίτου; μήπως τὰ χρήματα τοῦ δημοσίου ταμείου δὲν εἶναι χρήματα τοῦ πολίτου; ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ ἀδιάκοπος ἐπίθεσις, οὕτως εἰπεῖν, κατὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, διότι τίποτε ἄλλο δὲν εἶναι τὸ δημόσιον ταμεῖον παρὰ τὸ ταμεῖον τῶν πολιτῶν· ὅταν τὸ δημόσιον αὐτὸ ταμεῖον ἔχῃ ἀνάγκην δαπανῶν, ποῦ θὰ διευθυνθῇ παρὰ πάλιν εἰς τοὺς πολίτας; καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ πολὺ ὀρθῶς σκεπτομένη ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν περὶ χορηγήσεως τῶν μέσων. Τὸ αὐτὸ, Κύριοι, θὰ εἴπω καὶ διὰ τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν περιέχει τὸ νομοσχέδιον, τοῦ νὰ χορηγοῦνται κατ’ ἔτος 100,000 δραχ. ὑπὲρ τοῦ ταμείου τούτου. Ἐὰν τὸ δημόσιον ταμεῖον, τοὐτέστιν, ἐὰν οἱ πόροι του ἦσαν καλλίτεροι, ἐὰν αἱ συνεισφοραὶ αἵτινες γίνονται κατ’ ἔτος ἐκ μέρους τῶν πολιτῶν, αἵτινες ἀντιπροσωπεύονται διὰ τῶν φόρων, χορηγοῦν τὰ μέσα, καὶ παρουσιάζεται ἀνάγκη διὰ τὴν ἐθνοφυλακὴν νὰ προμηθευθῇ τὸν ἀναγκαῖον ὁπλισμὸν, φυσικῷ τῷ λόγῳ καμμία Κυβέρνησις ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀνάγκην ταύτην, καὶ ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου, θ’ ἀρνηθῇ τὴν χορήγησιν τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ ὁπλισμοῦ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, βλέπω καὶ μίαν ἄλλην τάσιν διὰ πᾶσαν ὑπηρεσίαν, διὰ πᾶσαν δύναμιν, νὰ συσταίνεται καὶ ἰδιαίτερον ταμεῖον, ταμεῖον ἐθνικοῦ στόλου, ταμεῖον ἐθνοφυλακῆς. Ἂν παρατείνωμεν, εἶμαι βέβαιος ὅτι εἰς ὅλους τοὺς κλάδους ἤθελον παρουσιασθῆ τοιαῦτα ταμεῖα· διότι αὔριον δύναται νὰ εἴπῃ ἄλλος «ταμεῖον στρατοῦ» «ταμεῖον ναυτικοῦ» «ταμεῖον κλήρου» καὶ ὑπομονὴ, ἂν αὐτὰ τὰ ταμεῖα συντηροῦνται ἀπὸ τὰς ἰδιωτικὰς συνεισφοράς· ἀλλ’ ὅταν πρόκειται αὐτὰ τὰ ταμεῖα νὰ συντηρῶνται ἀπὸ τὸ ἔθνος, δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον τοῦ προορισμοῦ αὐτῶν τῶν ταμείων τῶν πολλῶν. Εἰς ἓν συγκεντρόνονται οἱ πόροι τῶν πολιτῶν, εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀποτεινόμεθα πολὺ συχνὰ εἰς τοὺς ὁμογενεῖς· καὶ ὁμολογῶ, ὅτι οἱ ὁμογενεῖς ἀνταποκρίνονται, ἀλλ’ ἂς ἐπιφυλαχθῶμεν ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς κρισιμωτέρας περιστάσεις, τὰς ὁποίας οἱ ἴδιοι ἐκτιμοῦν καὶ τῷ ὄντι γενναιοφρόνως προσφέρουν· ἀλλ’ ἂς μὴ ἀποτεινώμεθα διὰ πᾶσαν ἀνάγκην, διότι ὀλιγοστεύομεν τὸν ζῆλόν των. Πᾶς πολίτης εἶναι εἰς κατάστασιν ν’ ἀγοράσῃ τὸ ὅπλον του, καὶ πολὺ καλῶς εἶπε προχθὲς ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ πολίτης ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐν διαστήματι ἑνὸς ἔτους δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ οἰκονομήσῃ τὸ ἀναγκαῖον χρηματικὸν, ἵνα ἀγοράσῃ τὸ ὅπλον του, δικαίως πρέπει νὰ τιμωρῆται, καὶ ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν, ὅτι οὗτοι καταδιώκονται σύμφωνα πρὸς τὸν νόμον περὶ καταδιώξεως. Μετὰ τὸν νόμον αὐτὸν θεωρῶ περιττὴν τὴν πρότασιν, ἐπαινῶ τὸν ζῆλον, ὅστις παρώτρυνε τὸν προτείνοντα, ἀλλ’ ἴσως ὅταν ὑπέβαλεν ὁ κύριος βουλευτὴς τὴν πρότασίν του, δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του τὸ νομοσχέδιον.
§67ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἤκουσα τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν παρ’ ἐλπίδα οὐ μόνον νὰ μὴ παραδεχθῇ νὰ δώσῃ τὰς 100,000 δραχ. ἀλλὰ καὶ νὰ καταπολεμήσῃ καὶ ὁλόκληρον τὴν πρότασίν μου. Καὶ τί σᾶς εἶπε πρὸς δικαιολόγησιν; Χθὲς, λέγει, ἀπεφασίσατε νὰ ἀγοράσῃ ὁ πολίτης τὸ ὅπλον του. Καὶ διατί τὸ ἀπεφασίσατε αὐτό; Διότι ὑπῆρξεν ὑπουργικὸν νομοσχέδιον τροπολογοῦν τὸν πρῶτον νόμον τῆς ἐθνοφυλακῆς, καὶ τὸ ἀπεφασίσατε, διότι αὐτὸ ἐπεθύμει ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς νὰ παραδεχθῇ σύμφωνα βεβαίως μὲ τὸ ὑπουργικὸν σύστημα τὸ ἐπικρατοῦν. Ἀλλὰ σήμερον ὅτε ἔρχεται ἑτέρα πρότασις, ἡ ὁποία θέλει ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν πτωχὸν ἐθνοφύλακα, τὸν ἄπορον πολίτην ἀπὸ αὐτὰ τὰ βάρη, καὶ ὅμως νὰ παρουσιάζεται καὶ αὖθις ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νὰ καταπολεμῇ πρότασιν ἡ ὁποία ἔρχεται διὰ ν’ ἀνακουφίσῃ τὸν λαόν, δὲν εἶναι τοῦτο, κύριοι, καὶ παράδοξον καὶ ἄδικον; Ἐπρόσθεσεν ἀκόμη ὁ κύριος ὑπουργὸς ξηρὰ, ξηρὰ, πρὸς δῆθεν δικαιολόγησιν τοῦ διϊσχυρισμοῦ του «ταμεῖον ἰδιαίτερον ἐδῶ, ταμεῖον ἰδιαίτερον ἐκεῖ.» Μὰ ὁ κύριος ὑπουργός, ὁ ὁποῖος κατακρίνει αὐτὰ τὰ ταμεῖα τὰ πολλὰ, δὲν ᾔτησεν αὐτὸς ὁ ἴδιος πρὸ ὀλίγου διὰ προτάσεώς του ταμεῖον εἰδικὸν διὰ τὰ καθυστεροῦντα; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατακρίνει ἤδη, αὐτὸ τοῦτο καὶ ἐμιμήθη, ὡς σᾶς προεῖπον, ὁ ἴδιος. Προσέτι μᾶς ἐπρόσθεσε καὶ ταῦτα, ὅταν θέλῃ φθάσει εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ ἐθνοφυλακὴ, τότε ἔρχεται τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς συνδρομὴν «ὅταν φθάσῃ εἰς τὴν ἀνάγκην». Πότε, κύριε ὑπουργὲ, θὰ ἔλθῃ ἡ ἀνάγκη αὕτη καὶ δὲν εἶναι σήμερον πράγματι τοιαύτη; διὰ τοῦτο καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ ἀπὸ τοῦδε ἡ ἐθνοφυλακὴ ἰδιαίτερον ταμεῖον, διότι ὁ πολίτης πληρόνων τοὺς φόρους ἐπιβαρύνεται συνάμα καὶ μὲ τὰ βάρη τῆς ἐνδυμασίας καὶ τοῦ ὁπλισμοῦ, τὰ ὁποῖα πώποτε δὲν θὰ τὰ κατορθώσῃ ὡς ἐκ τῆς ἀνεχείας του. Τὸ δημόσιον ταμεῖον ἂν δυσκολεύεται σήμερον νὰ δώσῃ τὰς 100,000, κύριοι, αὔριον ὁποία θὰ ἦναι ἡ θέσις του; ὅμως ἂς τὰς ὑποσχεθῇ, πιθανὸν μετ’ ὀλίγον νὰ εὑρεθῇ εἰς κατάστασιν νὰ τὰς πληρώσῃ. Οἱ ὁμογενεῖς, μᾶς λέγει ὁ κύριος ὑπουργὸς, δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωνται μὲ ἀπαιτήσεις, πρέπει νὰ τοὺς ἀφήσωμεν ἐν καιρῷ ἀνάγκης. Καὶ περὶ τίνος ἄλλου ἀντικειμένου πρόκειται, κύριε ὑπουργὲ σήμερον; εἰμὴ περὶ μεγάλης ἐθνικῆς ἀνάγκης; Οἱ ὁμογενεῖς δὲν παραβιάζονται, καὶ ἂν θὰ δώσουν τὴν συνδρομήν των, θά τὴν χορηγήσουν μὲ περισσοτέραν γενναιότητα καὶ προθυμίαν διὰ τὴν ἐθνοφυλακήν· διότι σήμερον ἡ ἐθνοφυλακὴ τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἡ πανελλήνιος ἐθνοφυλακή. Οἱ ὁμογενεῖς λοιπόν, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι θὰ δώσουν μεγάλας συνδρομάς, διότι θὰ ἔχουν πληρεστάτην ἀσφάλειαν, πληρεστάτας ἐγγυήσεις περὶ τῆς χρησιμότητος τῆς συνδρομῆς των. Δὲν ἤλπιζα, κύριοι, ὁ κύριος ὑπουργὸς νὰ ἔλθῃ ν’ ἀντιταχθῇ κατὰ μιᾶς τοιαύτης προτάσεως, ἥτις ἔρχεται νὰ συντρέξῃ τὸ σπουδαιότερον ἀντικείμενον ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο, σᾶς λέγω δὲ μόνον τοῦτο, ἂν παραδεχθῇ αὐτὴ ἡ πρότασις, καὶ σχηματισθῇ τὸ ταμεῖον αὐτὸ, ἔχω τοιαύτην πεποίθησιν ὅτι τὸ ταμεῖον τοῦτο οὐ μόνον θὰ ἀνταποκριθῇ καὶ ἐπαρκέσῃ εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας τῆς ἐθνοφυλακῆς, ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ εἰς συνδρομήν ποτε καὶ αὐτοῦ τοῦ δημοσίου ταμείου. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν δὲν ἔχει δίκαιον ν’ ἀρνηθῇ τὰς 100,000 χιλ. δραχμῶν καὶ νὰ καταπολεμήσῃ καὶ τὴν πρότασιν· ἄλλως, κύριοι, σᾶς τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι περισσότερον δὲν ἐνδιαφέρομαι, εἰμὴ ὅσον ἐνδιαφέρεσθε ὡς πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα.
§68ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν πολεμῶ κατ’ ἀρχὴν τὴν πρότασιν, παρατήρησιν μόνον ἔκαμα, καθόσον ἀφορᾷ τὴν συνεισφορὰν τοῦ δημοσίου τῶν 100,000 δραχμῶν· ὁ ἴδιος λαὸς πληρόνει καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ὁ ἴδιος θὰ πληρώσῃ ἀπ’ εὐθείας καὶ εἰς αὑτὸ τὸ ἰδιωτικόν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὁμογενεῖς σᾶς εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα πολὺ φειδωλοὶ εἰς πᾶσαν αἴτησίν μας, ἵνα μὴ μαράνωμεν τὸν ζῆλον αὐτῶν, καὶ ἑπομένως ὅταν παρουσιασθῇ ἀνάγκη τῆς πατρίδος νὰ τοὺς ἔχωμεν προθύμους. Ταῦτα μόνον παρετήρησα· καθόσον ἀφορᾷ τὰς 100,000, δὲν δύναται νὰ παρουσιάσῃ πρότασιν μεταβάλλουσαν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ζητήσω τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς περὶ τῆς ἀρχῆς.
§70ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἐπιμένῃ ὁ κύριος βουλευτὴς νὰ κάμωμεν νόμον διὰ ν’ ἀναγκάσωμεν τὸν κόσμον εἰς συνεισφοράς.
§71ΖΩΤΟΣ. Χθὲς, κύριε πρόεδρε, ἐλαλήσαμεν ἐπὶ τοῦ 11 ἄρθρου καὶ ἀπεδείξαμεν, ὅτι τὸ πλεῖστον τῶν Ἑλλήνων εἶναι ἄποροι καὶ ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ ν’ ἀγοράσῃ τὸν ὁπλισμόν του· καὶ ἑπομένως πολλοὶ μὴ ἔχοντες ὅπλα δὲν θὰ ᾖναι χρήσιμοι εἰς τὴν πατρίδα, διότι δὲν θὰ ᾖναι ἐθνοφύλακες μέγα μέρος τοῦ ἔθνους. Ἀλλ’ ἐπειδὴ, ὡς παρετήρησεν ὁ κύριος ὑπουργὸς καὶ παρεδέχθη τὸ Σῶμα, ἐπειδὴ τὸ 10 ἄρθρον εἶχεν ἤδη παραδεχθῇ ἐξαλειφθέντος μόνου τοῦ μέρους ἐκείνου, τοῦ νὰ χάνῃ δηλ. ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τὸ ὅπλον του τὰ πολιτικά του δικαιώματα, καὶ παραδεχθείσης τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Κατσίνα νὰ καταδιώκωνται μετὰ ἓν ἔτος ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἤθελον ἀποκτήσει τὸ ὅπλον των, δυνάμει τῶν ὑπαρχόντων νόμων, ἐγὼ ἐπιμένω φρονῶν, ὅτι καὶ καταδιωκόμενοι οἱ πλεῖστοι δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ καταβάλλωσι τὰ ἀπαιτούμενα χρήματα πρὸς ἀγορὰν τοῦ ὅπλου· ἑπομένως θὰ φέρωμεν οὕτως ἓν μέγα μέρος τοῦ ἔθνους εἰς τὰς φυλακάς. Τώρα ἔρχεται ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Χατζίσκου, πρὸς σύστασιν ταμείου ἐθνικοῦ διὰ τὸν ὁπλισμὸν τῆς ἐθνοφυλακῆς καὶ δι’ ἑτέρας ἀνάγκας αὐτῆς. Ἴσως ὁ κύριος ὑπουργὸς δικαιοῦται νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ δημόσιον δὲν δύναται νὰ συνεισφέρῃ, ἴσως σκέπτεται, ὅτι τὴν φιλοτιμίαν τῶν ἁπανταχοῦ Ἑλλήνων δὲν πρέπει κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ τὴν κινῶμεν· ἐγὼ ὅμως λέγω, ὅτι τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, καὶ μερικὰς διατάξεις αὐτοῦ ὅσας ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῶμεν καὶ ἄλλας ν’ ἀποῤῥίψωμεν καὶ ἑτέρας νὰ προσθέσωμεν, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ μετριάσῃ τὰς δυσχερείας, αἵτινες δύνανται νὰ προκύψωσιν ἐκ τοῦ 10 καὶ 11 ἄρθρου. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριε πρόεδρε, εἶμαι ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἡ δὲ Βουλὴ ἂς μεταβάλῃ ὅσας διατάξεις θέλει.
§72Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἐπαινέσω τὴν πρόθεσιν καὶ τὸν ζῆλον τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Φθιώτιδος, διότι πραγματικῶς ἐν τῇ συνέσει του ἐπρότεινε μέσον δι’ οὗ δύναται νὰ προμηθευθῇ ὁ ὁπλισμὸς εἰς τοὺς ἀπόρους ἐθνοφύλακας· ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι δὲν εἶμαι καθ’ ὅλα σύμφωνος, καθόσον θεωρῶ, ὕστερον ἀπὸ τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν χθὲς παρεδέχθημεν συζητοῦντες τὸν νόμον περὶ ἐθνοφυλακῆς τοῦ νὰ προμηθεύεται ὁ ἐθνοφύλαξ τὸ ὅπλον του, ὕστερον ἀπὸ τὰς νέας φορολογίας, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τοὺς πολίτας, τὸ νὰ ἐπιβάλλωμεν εἰς αὐτοὺς καὶ ταύτην, νομίζω, ὅτι ἀπάδει πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς οἰκονομίας τοῦ πολίτου, τὴν ὁποίαν βεβαίως οἱ βουλευταὶ δὲν δύνανται νὰ παρίδωσι. Συμφωνῶ πληρέστατα εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νὰ συστηθῇ ταμεῖον τῆς ἐθνοφυλακῆς, τοῦτο δὲν εἶναι δύσκολον ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα εἶναι ἐπιθυμητὸν παρὰ τῶν ἐθνοφυλάκων, ἀλλ’ αἱ συνεισφοραὶ νὰ ᾖναι ἑκούσιαι. Τὸ τάγμα, κύριοι, ἀπὸ τῆς συτάσεώς του δὲν θέλει ἀδιαφορήσει διὰ τὰ μέλη αὑτοῦ. Δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸν οἱ ἐθνοφύλακες οἱ εὐποροῦντες νὰ βλέπωσι πλησίον αὑτῶν τοὺς ἀπόρους κακῶς ἐνδεδυμένους καὶ κακῶς ὡπλισμένους, ἀλλὰ θέλουν κάμει θυσίας τινὰς ὑπὲρ αὐτῶν. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι ἡ σύστασις εἰδικοῦ ταμείου ἑκάστου τάγματος τῆς ἐθνοφυλακῆς εἰς ὃ θέλουσι παρακατατεθῆ αἱ ἑκούσιαι συνεισφοραὶ τῶν τε πολιτῶν καὶ τῶν δήμων, καθὼς καὶ τὰ πρόστιμα τὰ ἐπιβαλλόμενα ἕνεκα τῆς παραβάσεως τῶν περὶ ἐθνοφυλακῆς διατάξεων, θέλει ἀναπληρώσει τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ὁ κύριος Χατζῖσκος. Τὰ τάγματα σύγκεινται ἀπὸ δημότας, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς ἕνα δῆμον, ἂν ὁ δῆμος ἔχῃ τὰ μέσα νὰ καταβάλλῃ κατ’ ἔτος εἰς τὸ ταμεῖον ποσότητά τινα, βεβαίως τοῦτο δὲν εἶναι ἔργον νέας νομοθεσίας, διότι τὰ δημοτικὰ συμβούλια ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίζωσι ποσὰ χρηματικὰ διὰ πᾶσαν δημοτικὴν ἀνάγκην. Ἡ σύστασις τοιούτων ταμείων θέλει εὐκολύνει ἐπὶ πολὺ τὴν κατάρτισιν τῆς ἐθνοφυλακῆς.
§73ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη τοῦτο νὰ γίνῃ διὰ νόμου.
§74Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Εἶναι ἀνάγκη νόμου, διότι ἐνδεχόμενον τὰ ταμεῖα αὐτὰ νὰ ἐμποδισθῶσιν ἀστυνομικῶς, ὡς ἔχοντα ἄλλους σκοποὺς παρ’ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει ὁ Κ. Χατζίσκος διὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ διότι τὰ πρόστιμα μέχρι τοῦδε ἀνήκουσι διὰ νόμου εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§75ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά.
§76ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν προλαλήσαντα διὰ τοὺς ἐπαίνους, οὓς μοὶ ἔκαμε, καὶ τοὺς ἀνταποδίδω, διότι ἐπρότεινεν ἐπίσης μέτρον ὡραῖον, τοῦ νὰ γίνῃ ταμεῖον ἰδιαίτερον ἑκάστου τάγματος, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἰδικόν μου ἔχει ἑτέραν μεγαλειτέραν ἀποστολὴν, καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὴν πεποίθησίν μου τὰ ταμεῖα αὐτὰ τῶν ταγμάτων γίνονται οἴκοθεν, διὰ τοῦτο θεωρῶ ὅτι ἐκεῖ εἶναι περιττὸς ὁ νόμος. Ἂν ἡ Βουλὴ δὲν θέλῃ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν κυρίαν ἀποστολὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἂς πράξῃ ὅ,τι θέλει.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§78ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§79ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἡ ἰδική μου πρότασις εἶναι ἀπωτέρα.
§80ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐγὼ προτείνω τὴν ἀναβολὴν ἵνα τὸ σκεφθῶμεν καλλίτερον.
§81ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καί τὴν ἀναβολὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως θὰ τὴν ψηφίσωμεν.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Χατζίσκου λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Ἄρχεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, δὲν εἴμεθα πλήρεις. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 4 παρὰ 25 λ.)