1867.01.26
1,767 rows · 15,313 words · 42 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 30
Τῆς 26 Ἰανουαρίου 1867.
(Πέμπτη).
Ὥρᾳ 1 παρὰ 20.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μία πρότασις ὑπάρχει ἑνὸς τῶν Κυρίων Βουλευτῶν περὶ τῶν εἰσπραττομένων φόρων κτλ.
§4ΚΕΧΑΓΙΑΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τῇ αἰτήσει τοῦ συνδέλφου μου ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὑποβάλλω πρότασιν περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 10,000, ἥτις θέλει χρησιμεύσει εἰς ἔκτακτον ἀποστολὴν εἰς Ἀμερικήν. Ἄρθρον μοναδικόν. «ἐπὶ τῆς χρήσεως 1867 καὶ εἰς βάρος τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὑπουργείου χορηγεῖται ἔκτακτος πίστωσις δεκακισχιλίων δραχμῶν (ἀριθ. 10,000), καταλογιζομένη ὑπὸ εἰδικὸν κεφάλαιον «ὑπηρεσίαι ἔκτακτοι».
Ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργός
ΕΥΘ. ΚΕΧΑΓΙΑΣ.
Ἐπειδὴ εἶναι κατεπεῖγον, παρακαλῶ νὰ προτιμηθῇ. Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐκθέτων ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν, ὅτι πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ὑφισταμένων ἀναγκῶν θέλουσι σᾶς ὑποβληθῇ διάφορα οἰκονομικὰ μέτρα· ἐν ἐξ αὐτῶν εἰσήχθη εἰς ὑμᾶς πρὸ ἡμερῶν καὶ ἐν μέρει ψηφισθέν διὰ δύο ἐμπορεύματα, πρόκειται νὰ συζητηθῇ κατὰ τὰ λοιπὰ τουτέστι τὸ τοῦ νέου δασμολογίου· παρεσκεύασα καὶ τῶν ὑπολοίπων τὰ σπουδαιότερα, ἐφ’ ὅσον ὁ καιρὸς μοὶ τὸ ἐπέτρεπε. Ταῦτα δὲ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὑποβάλω σήμερον. Προσεπάθησα πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν ὑφισταμένων ἀναγκῶν νὰ διανεμηθῶσι τὰ βάρη εἰς ὅλας τὰς τάξεις καὶ μὲ ὅσον ἔνεστι περισσοτέραν δικαιοσύνην. Εἶναι γνωστὴ ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου, διότι πάντες οἱ προκάτοχοί μου ἐθεώρησαν ὡς πρώτιστον μέλημα των νὰ ὑποβάλωσιν, ὅτὲ μὲν εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, ὅτὲ δὲ εἰς τὴν Βουλήν, τὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου ἑπομένως ἔκρινα πάντῃ περιττὸν ν’ ἀντιγράψω τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνουσι τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ τὰ ὁποῖα ἐχειροτέρευσαν τὴν κατάστασιν αὐτοῦ. Ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις ἐσκέφθη ὡρίμως καὶ ἀποφασιστικῶς· ἑπομένως, ἀντὶ νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν οὕτως εἰπεῖν τῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνουσι τὸ ταμεῖον, καὶ νὰ κατατάξῃ αὐτὰ εἰς διαφόρους κατηγορίας, ἤτοι εἰς ἀπαιτητὰ καὶ μὴ, εἰς κατεπείγοντα καὶ μὴ, εἰς προερχόμενα ἐξ ἐντόκων γραμματίων καὶ τὰ τοιαῦτα, ἐσκέφθη πῶς νὰ ἐπιφέρῃ τὴν θεραπείαν. Τρία εἶναι, κύριοι, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως, τὰ μέσα τῆς θεραπείας τῆς οἰκονομικῆς δυσχερείας ὄχι μόνον τῆς ἰδικῆς μας, ἀλλὰ καὶ ὅλων ἐν γένει τῶν ἐπικρατειῶν, ὅταν εὑρίσκωνται εἰς ὁποίαν ἡμεῖς σήμερον θέσιν. Εἶναι βεβαίως, α) τὸ μέσον τῶν οἰκονομιῶν, β) τὸ μέσον τῶν φόρων, τουτέστι τὸ τῆς αὐξήσεως τῶν προσόδων, καὶ γ) τὸ μέσον τῶν δανείων· τὰ δύο τελευταῖα δὲν διαφέρουσιν ἀλλήλων, διότι δάνειον τίποτε ἄλλο δὲν θὰ εἴπῃ παρὰ φόρος, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι διὰ τῶν δανείων ἐπιβαρύνονται καὶ αἱ μέλλουσαι γενεαί· ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀπατᾷ ἡ λέξις ὅτι διὰ δανείων οἰκονομοῦμεν τὰς ὑφισταμένας ἀνάγκας, διότι δάνειον καὶ αὔξησις προσόδων ἢ φόρων εἰς τὴν οὐσίαν δὲν διαφέρουσιν. Ἡ προκάτοχος κυβέρνησις, βλέπουσα τὴν ἀθλίαν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐξέλεξεν, ὡς παρετηρήσατε εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἔκθεσιν εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, μόνον τὸ μέσον τῶν οἰκονομιῶν. Καλὸν καὶ ἀξιέπαινον τὸ μέσον! τις δὲν ἐπιθυμεῖ τὰς οἰκονομίας; ἀλλ’ ἀπαιτεῖται προσοχή, μήπως μὲ τὸ μέσον τῶν οἰκονομιῶν ἀντὶ νὰ ἐπιτύχωμεν ἢ πλησιάσωμεν τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, ἀπομακρυνώμεθα αὐτοῦ περισσότερον· ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι οἱ φόροι ἐπιβάλλονται διὰ πολυτέλειαν ἢ διὰ ἱκανοποίησιν προσώπων, τότε τις ἡ ἀνάγκη φόρων; προτιμότερον δὲν εἶναι νὰ καταργηθῶσιν ἀφ’ ἑνὸς αἱ δαπάναι καὶ νὰ λείψωσιν ἀφ’ ἑτέρου οἱ φόροι; δυστυχῶς ὅμως οἱ φόροι δὲν ἔχουσιν αὐτὸν τὸν σκοπὸν τῆς πολυτελείας θέσεων, ἢ τῆς οἰκονομίας προσώπων· ἔχουσιν ὑψηλότερον καὶ ἀπαραίτητον σκοπὸν, τὴν συντήρησιν καὶ ἀνάπτυξιν ἐκείνων, οἵτινες πληρόνουσι τοὺς φόρους· σκοπὸς τῶν φόρων εἶναι ἡ διατήρησις τῆς τάξεως, ἡ ἐξασφάλισις τῆς περιουσίας καὶ τῆς τιμῆς τῶν πολιτῶν καὶ ἐν γένει ἡ διατήρησις αὐτῆς τῆς αὐτονομίας τοῦ συνόλου τῶν πολιτῶν· ὅταν ὁ σκοπὸς αὐτὸς δὲν πραγματοποιῆται, καθίσταται πάντη περιττὴ ἡ φορολογία, οἱ δὲ φορολογούμενοι πολίται, ἔστω καὶ δι’ ὀλίγων φόρων βαρυνόμενοι, δικαιοῦνται νὰ ζητήσωσι καὶ τούτων τὴν κατάργησιν διὰ νὰ μὴν ἔχωσι μόνον τὰ βάρη τῶν φόρων καὶ νὰ στερῶνται τῶν ὠφελημάτων αὐτῶν. Ὡς εἶπον, ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐνέγραψεν εἰς τὸ πρόγραμμά της μόνον τὸ μέτρον τῶν οἰκονομιῶν, ἀποκρούσασα τὸ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων καὶ τὸ τῶν δανείων· ἐπὶ τέλους ὅμως, ὡς ἐξάγεται ἀπὸ τὴν δευτέραν πρὸς τὸν Βασιλέα ἔκθεσιν τοῦ προκατόχου μου, ὡμολόγησε τὴν ἀνάγκην τῆς συνομολογήσεως δανείου. Ἐκήρυξε τὸν ψηφισθέντα διὰ τὸ 1866 προϋπολογισμὸν ὡς πολυτελῆ καὶ σπάταλον καὶ, ὕστερον ἀπὸ ὅλας τὰς ὁποίας ἐφήρμοσεν οἰκονομίας, ἐχρειάσθη νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν Σας ἀναπληρωτικὴ πίστωσις ἐκ δραχ. 1,500,000, εἰς βάρος τοῦ αὐτοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὡς προεῖπον, τὰς καλῶς ἐννοουμένας οἰκονομίας καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀσπάζεται· ἂς ἴδωμεν ὅμως ἐν παρόδῳ, ἄν τίνες τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ἐφήρμοσεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἦναι ἐκ τῶν καλῶς ἐννοουμένων· ἐδόθησαν ἄδειαι εἰς στρατιώτας πρὸς ἀραίωσιν τοῦ στρατοῦ καὶ ἐλάττωσιν ἑπομένως τῶν δαπανῶν· δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τις μεταξὺ ὑμῶν ἔχων τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ διατήρησις τοῦ στρατοῦ εἶναι πολυτέλεια ἢ σπατάλη ὁ στρατὸς ἔχει τὴν ὑψηλοτέραν ἐντολὴν τὴν συνδεομένην μὲ τὴν διοίκησιν μιᾶς ἐπικρατείας· ὁ στρατὸς ἐγγυᾶται τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ κοινωνικοῦ οἰκοδομήματος· ὁ στρατὸς φρουρεῖ αὐτὴν τὴν αὐτονομίαν ὑπὲρ τῆς ὁποίας τοσοῦτον αἷμα τῶν πατέρων μας ἐχύθη, καὶ τῆς ὁποίας ἡ ἀξιοπρεπὴς διατήρησις εἶναι τὸ προσφιλέστερον μέλημα παντὸς Ἕλληνος. Ἐὰν λοιπὸν ὁ στρατὸς εἶναι ἀναγκαῖος, ἡ ἀραίωσις αὐτοῦ δὲν ἐλαττόνει τὰς ἐγγυήσεις καὶ ἐλπίδας, ὅτας ἀπὸ τοῦ στρατοῦ ἐξαρτῶμεν; ὅταν ὁ πολίτης ὁ φορολογούμενος δὲν ἔχῃ ἀσφάλειαν, νομίζετε, ὅτι δύναται νὰ ἐπιδοκιμάσῃ τὴν ἐκ τῆς ἀραιώσεως τοῦ στρατοῦ οἰκονομίαν; Τὸ σύστημα τῆς ἀραιώσεως ἢ μᾶλλον τῆς οἰκονομίας, ὡς τὸ ἀπεκάλεσαν, ἐφηρμόσθη καὶ εἰς τὸν διοικητικὸν κλάδον. Κατηργήθησαν ἢ ἐκενώθησαν θέσεις τινὲς Νομαρχῶν καὶ τὰ χρέη τούτων ἀνετέθησαν εἰς γραμματεῖς· τὶς ὅμως ἡ συνέπεια τοῦ μέτρου τούτου; Νομῶν τινων ἡ διοίκησις ἀνατεθείσα εἰς γραμματεῖς, βεβαίως ἔπαθεν ἢ ἐχαλαρώθη· ἐὰν τὸ νομαρχιακὸν σύστημα δὲν εἶναι ὀρθὸν, ἐννοῶ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτοῦ δι’ ἄλλου συστήματος· ἐνόσῳ ὅμως τὸ διατηροῦμεν, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν τὰ κατάλληλα διὰ τὴν ἐφαρμογήν του ὄργανα. Τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων ἡ ἀποστολὴ εἶναι σπουδαία, συνδεομένη καὶ μὲ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ ἐν γένει μὲ τὴν εὐημερίαν τοῦ τόπου· ἂν λοιπὸν θέλωμεν καλὴν διοίκησιν καὶ ὄχι παραλυσίαν, πρέπει νὰ μὴ φειδώμεθα τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν καλὴν διοίκησιν, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα συγκαταριθμοῦνται τὰ πρὸς διατήρησιν τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων. Ὁ λαὸς οὐδέποτε θέλει τὰς οἰκονομίας, αἱ ὁποῖαι ἀφαιροῦν ἢ ἐλαττόνουν τὰ διὰ τὴν εὐημερίαν του ἀναγκαῖα. Τὸ μέτρον τῶν οἰκονομιῶν ἐφηρμόσθη καὶ εἰς τὸν οἰκονομικὸν κλάδον· κατηργήθησαν ἢ ἔμειναν κεναὶ θέσεις τινες ἐφόρων ἢ γραμματέων διὰ νὰ οἰκονομηθῇ τὸ μικρὸν ποσὸν τῆς μισθοδοσίας των· αἱ θέσεις αὐταὶ δὲν ἐδημιουργήθησαν πρὸς οἰκονομίαν προσώπων. Εἰς τὸν ἔφορον ἡ νομοθεσία ἀνέθεσε σπουδαίαν ὑπηρεσίαν, ἤτοι τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων. Ἡ ἐκτελουμένη ὑπὸ τοῦ ἐφόρου ἐργασία ἀποτελεῖ τὴν πρωτίστην βάσιν, ἐφ’ ἧς στηρίζεται ἡ φορολογία μας. Κατηργήθησαν θέσεις τινες τελωνῶν καὶ τὰ χρέη τούτων ἀνετέθησαν εἰς ἐλεγκτάς· ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἀνετέθησαν εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ἄτομον τὰ χρέη μιᾶς τελωνιακῆς ἀρχῆς, Σᾶς εἶναι γνωστός· ἡ τελωνιακὴ ἀρχὴ δὲν βεβαιόνει μόνον τοὺς φόρους, ὅπως οἱ ἔφοροι, οὐδὲ μόνον εἰσπράττει, ὅπως οἱ ταμίαι, ἀλλὰ πράττει ἀμφότερα· διὰ τοῦτο δὲ ὁ νομοθέτης χάριν ἐλέγχου, χάριν αὐτῶν τῶν δημοσίων συμφερόντων ἀνέθεσε τὴν διεξαγωγὴν τῆς τελωνιακῆς ὑπηρεσίας εἰς δύο ἄτομα, ἤτοι, τὸν τελώνην καὶ τὸν ἐλεγκτήν· καταργοῦντες τὴν μίαν τῶν θέσεων τούτων, νομίζετε, ὅτι δὲν καταργεῖτε μίαν ἐγγύησιν ὡς πρὸς τὴν καλὴν διαχείρισιν; Κατηργήθησαν, λόγῳ οἰκονομίας, αἱ θέσεις τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν· ἡ καλὴ διαχείρισις προϋποθέτει τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἐπιθεώρησιν· τὰ ὄργανα, διὰ τῶν ὁποίων ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν δύναται καὶ ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν γραφείων καὶ τὴν διαγωγὴν τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, εἶναι οἱ οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταί· οἱ διαχειριζόμενοι τὴν δημοσίαν περιουσίαν θέλουσιν εἶσθαι περισσότερον προσεκτικοὶ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος των καὶ περισσότερον δειλοὶ εἰς τὰς καταχρήσεις, ὅταν γνωρίζωσιν, ὅτι θέλουσιν ἐπιθεωρηθῆ καὶ ἐξελεγχθῆ· καὶ αὐτοὶ οἱ καλῶς διαχειριζόμενοι ἐνδιαφέρονται εἰς τὴν συνεχῆ ἐπιθεώρησιν τῶν πράξεών των, διότι οὕτω καὶ μόνον γίνεται γνωστὴ ἡ εἰς τὸ ἔργον των ἀφοσίωσις καὶ ἀκρίβεια. Τὸ περίεργον δὲ εἶναι, ὅτι καταργήσας ὁ προκάτοχος ὑπουργὸς τὰς θέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν, ἀνεγνώρισεν ὁ ἴδιος εὐθὺς μετ’ ὀλίγον τὴν ἀνάγκην τῶν ἐπιθεωρητῶν, διότι ἀπέσπασεν ἀπὸ τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἀπὸ τὸ Συνέδριον ἀρκετοὺς ὑπαλλήλους, ἀποστείλας αὐτοὺς εἰς τὰς ἐπαρχίας διὰ νὰ ἐκπληρώσουν τὰ ἔργα τῶν ἐπιθεωρητῶν. -Ἠλάττωσε τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον τὸ προσωπικόν τοῦ ἐλεγκτικοῦ Συνδρείου, τοῦ ἀνωτάτου τούτου οἰκονομικοῦ καὶ δικαστικοῦ συνεδρίου, τὸ ὁποῖον ἐξελέγχει ὅλους τοὺς ὑπολόγους τοῦ Κράτους. Τὸ ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, κύριοι, παρέχει εἰς τὴν πολιτείαν τὴν σπουδαιοτέραν ἐγγύησιν διὰ τὴν ἀκριβῆ τῶν δημοσίων διαχείρισιν· εἰς συνταγματικῶς διοικούμενον Κράτος ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ἀλλαχόθεν νὰ ζητήσῃ τὰ μέσα τῆς ἐξελέγξεως ἑνὸς ὑπουργοῦ, ἢ ἀπὸ τὸ ἐλεγκτικὸν Συνέδριον· ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ποιότητος τῶν ὀργάνων τῆς διαχειρίσεως, παρὰ ἀπὸ τὰς ἀποφάσεις τοῦ ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· ἀφαιρέσατε δὲ ἀπὸ πάντα ὑπόλογον τὴν ἰδέαν, ὅτι αἱ πράξεις του θέλουσιν ἐξελεγχθῆ ἐγκαίρως, καὶ ἐκτιμήσατε ἂν ὑπάρχῃ ἰσχυρὸν δι’ αὐτοὺς ἐλατήριον διὰ τὴν ἀκριβῆ διαχείρισιν. Τὸ περίεργον δὲ εἶναι, ὅτι ὁ ἐλαττώσας τὸ προσωπικὸν προκάτοχος ὑπουργὸς ἐγνώριζεν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Συνεδρίου δὲν ἦτο ἐνήμερος, καὶ ἐν τούτοις προέβη εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ προσωπικοῦ εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ηὔξησαν σχεδὸν μέχρι τοῦ διπλασίου, ἄν τις συγκρίνῃ αὐτὰ πρὸς τὰ πρὸ δεκαετίας, καὶ ἑπομένως ἐχρειάζετο νὰ αὐξήσῃ τὸ προσωπικὸν διὰ νὰ ἦναι ἐνήμερος ἡ ὑπηρεσία τῆς ἐξελέγξεως. Κατήργητε θέσεις τινας ὑπαλλήλων τοῦ γενικοῦ Λογιστηρίου, ἢ μετεχειρίσθη ὑπαλλήλους τοῦ Λογιστηρίου εἰς χρέη ἄλλων ὑπαλλήλων, τῶν ὁποίων τὰς θέσεις κατήργησε· διὰ τοῦτο δὲ τὸ Λογιστήριον δὲν εἶναι ἐνήμερον. Εἷς τῶν βουλευτῶν μοὶ ἐζήτησεν ἀπολογισμοὺς τῶν τελευταίων ἐτῶν, καὶ εἶχε πολὺ δίκαιον νὰ τοὺς ζητήσῃ, διότι μόνον δι’ αὐτῶν δύναται πᾶς ἀντιπρόσωπος νὰ κρίνῃ περὶ τῆς οἰκονομικῆς μας καταστάσεως ἀσφαλῶς· πῶς δύναμαι ὅμως νὰ δώσω ἀπολογισμούς, ὅταν τὸ γραφεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνατεθειμένον τὸ ἔργον τοῦτο, ἦναι τόσον ὀπισθήμερον; οἱ δημοσιευμένοι ἀπολογισμοὶ φθάνουν μέχρι τοῦ 1857, οἱ δὲ ἡτοιμασμένοι μέχρι τοῦ 1860, ἐνῷ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ 1867. Τοιαῦται εἶναι περίπου ἐν συντόμῳ αἱ γενόμεναι ὑπὸ τοῦ προκατόχου ὑπουργείου οἰκονομίαι δι’ αὐτῶν κατωρθώθη τὸ ἀντίθετον ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκουν αἱ καλῶς ἐννοούμεναι οἰκονομίαι· εἰς τὸν στρατὸν, τὴν διοικητικὴν ὑπηρεσίαν, τὴν δικαιοσύνην, τὴν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀντιπροσώπευσιν τῆς Ἑλλάδος ἔφερον χαλάρωσιν ἢ ἀσθένειαν· ὁ σκοπὸς λοιπὸν, τὸν ὁποῖον ἔχουν οἱ φόροι, δὲν πραγματοποιεῖται διὰ τῶν τοιούτων οἰκονομιῶν. Εἷς ἐκ τῶν σπουδαίων ἀνδρῶν τῆς Γαλλίας, ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶπεν εἰς τοὺς συναδέλφους του ὅταν τὸν ἠρώτησαν εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται τὰ οἰκονομικά, «δότε μοι καλὴν διοίκησιν νὰ σᾶς δώσω καλὴν οἰκονομίαν»· τίποτε πρακτικώτερον καὶ ὀρθότερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σημαίνουσι τὰ ἀξιοσημείωτα ταῦτα λόγια. Ὅταν χωλαίνῃ ἡ διοίκησις, οὐδέποτε πρέπει νὰ περιμένετε τακτικὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων ἢ βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἴσως μοὶ εἴπῃ τις, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐνεργήσασα ὅσας ἐνήργησεν οἰκονομίας, ἐστηρίχθη εἰς τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἀναλόγως τῶν μέσων μας πρέπει νὰ δαπανῶμεν, καὶ ἂν αἱ ἀνάγκαι μας εἶναι μεγαλείτεραι· κατ’ ἐμὲ, ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι ἐσφαλμένη, ὅταν πρόκειται περὶ τῶν ἐπικρατειῶν· εἰς τὸ ἄτομον ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι ὀρθὴ· πᾶς φρόνιμος ἰδιώτης ὀφείλει νὰ κανονίσῃ τὰ ἔξοδά του κατὰ λόγον τῶν εἰσοδημάτων του προκειμένου ὅμως νὰ κρίνωσιν οἱ διοικοῦντες μίαν ἐπικράτειαν, πρέπει νὰ λαμβάνωσιν ὡς βάσιν τὸν ἀντίθετον κανόνα· εἰς τὰς ἐπικρατείας ἐξετάζονται πρωτίστως αἱ ἀνάγκαι τῆς διοικήσεως, ἤτοι τὰ ἔξοδα, καὶ κατὰ λόγον αὐτῶν κανονίζονται τὰ ἔσοδα, ἤτοι οἱ φόροι. Ὁ φόρος, κύριοι, εἶναι τὸ ἀντάλλαγμα τῆς ἀσφαλείας, τῆς τιμῆς καὶ τῆς ζωῆς τοῦ πολίτου καὶ τῆς γενικωτέρας ἀξιοπρεποῦς συντηρήσεως τοῦ ἔθνους· ἢ πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπάρχουν τόσοι φόροι, ὥστε νὰ ἐκπληροῦται ἡ ἀνταλλαγή, ἢ ἄλλως νὰ μὴ ὑπάρχουν οὐδὲ ὀλίγοι. Ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις, κύριοι, δὲν δύναται νὰ ἀκολουθήσῃ τὸ σύστημα τῆς προκατόχου, ἤτοι τῶν οἰκονομιῶν, παρὰ μόνον καθόσον δὲν ἀπομακρύνονται τὰ πλεονεκτήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπόσχεται ἡ φορολογία. Ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις ἐσκέφθη ὡρίμως καὶ ἀποφασιστικῶς περὶ τῆς θεραπείας τοῦ κακοῦ· ἐκ τῶν τριῶν μέσων, τὰ ὁποῖα προεῖπον, δὲν ἀποκρούει οὐδὲ τὸ πρῶτον, τὸ τῶν οἰκονομιῶν· ἀσπαζομένη καὶ τοῦτο, καθόσον συμβιβάζεται μὲ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς διοικήσεως, ἀπεφάσισε νὰ προσφύγῃ καὶ εἰς τὸ δεύτερον, ἤτοι τὸ τῆς αὐξήσεως τῶν προσόδων τοῦ Κράτους διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων· εἰς τὸ δεύτερον περιέχεται καὶ τὸ τρίτον, ἤτοι τὸ τῶν δανείων, διότι, ὡς σᾶς προεῖπον, τὸ δάνειον κατὰ τοῦτο μόνον διαφέρει τῶν φόρων, ὅτι ἐπιβαρύνει καὶ τὰς μελλούσας γενεάς. Ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ παρεσκεύασα τὰ ὁποῖα σᾶς ὑποβάλλω σήμερον Νομοσχέδια. Κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως, αἱ τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπέρχονται εἰς τὴν ἐν γένει φορολογίαν διὰ τοῦ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἰσαχθέντος νέου δασμολογίου καὶ τῶν σήμερον εἰσαγομένων Νομοσχεδίων, θέλουν αὐξήσει τὰς προσόδους τοῦ Κράτους μέχρι 5½ ἑκατομμυρίων. Ἐκ τοῦ δασμολογίου προσδοκᾶται αὔξησις 1,500,000 δραχ., ἐκ τῶν ἐγγείων φόρων 2,500,000, ἐκ τοῦ τῶν φόρου ζώων 500,00 καὶ ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων 1,000,000. Ἡ αὔξησις αὕτη εἶναι ἱκανὴ νὰ θεραπεύσῃ τὰς πληγὰς τοῦ τε παρελθόντος καὶ τοῦ παρόντος; βεβαίως, ὄχι· διότι, ὡς εἴδατε ἀπὸ τὰς ἐκθέσεις τῶν προκατόχων ὑπουργῶν, μόνον τὰ ἀπαιτητὰ χρέη τοῦ δημοσίου ὑπερβαίνουσι τὰ 25 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Τὸ ποσὸν λοιπὸν τῆς αὐξήσεως δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ πληρώσῃ τὰ ἐλλείμματα τοῦ παρελθόντος καὶ νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τοῦ παρόντος. Διὰ τοῦτο δὲ ἡ Κυβέρνησις θέλει προσφύγει καὶ εἰς τὸ τρίτον μέσον, τουτέστι τὸ τοῦ δανείου· Ἀλλά, Κύριοι, πῶς θὰ ἔχωμεν τὸ θάῤῥος νὰ ἀποταθῶμεν εἰς κεφαλαιούχους καὶ ζητήσωμεν δάνειον, ὅταν δὲν παρασκευάσωμεν προηγουμένως τὰ μέσα τῆς τακτικῆς πληρωμῆς τοῦ τόκου καὶ χρεωλύτρου τοῦ δανείου; Εἶναι ἔργον συνειδήσεως καὶ δι’ αὐτὰ τὰ ἄτομα, ὅταν ζητῆται δάνειον, νὰ προηγῆται ἡ σκέψις, ἂν ὑπάρχωσι τὰ μέσα διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτοῦ. Ὀφείλομεν λοιπὸν καὶ ἐκ συνειδήσεως καὶ ἐκ συμφέροντος νὰ προνοήσωμεν περὶ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων μας εἰς ποσὸν τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἐξασφαλίζηται ἡ πληρωμὴ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας θέλομεν ἀναλάβει δι’ ἑνὸς δανείου, καὶ τότε νὰ ζητήσωμεν μετὰ θάῤῥους τὸ δάνειον. Πρέπει νὰ ἐμπνεύσωμεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι τὴν πίστιν εἰς τοὺς δανειστὰς, τὴν δὲ πίστιν ἐμπνέομεν, ὅταν πείσωμεν καὶ αὐτοὺς καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς ὅτι ἔχομεν τὰ μέσα νὰ ἐκπληρώσωμεν τακτικῶς καὶ ἐγκαίρως τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνομεν ὑποχρεώσεις. Πρέπει ἐν ἑνὶ λόγῳ, διὰ νὰ εὕρωμεν ἀνάλογον πρὸς τὰς ἀνάγκας μας δάνειον ν’ αὐξήσωμεν τὰς δημοσίας προσόδους ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἐπαρκῶσιν οὐ μόνον εἰς τὰ ἔξοδα τῆς τακτικῆς διοικήσεως, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας μᾶς ἐπιβάλλει τὸ δάνειον. Αὐτὸ εἶναι, Κύριοι, τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀπεφάσισε ν’ ἀκολουθήσῃ, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου νομίζει, ὅτι δύναται νὰ κατορθώσῃ πρῶτον μὲν νὰ ἐξέλθωμεν τῶν δυσχερειῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὡς ἐκ τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ παρελθόντος εὑρισκόμεθα, δεύτερον δὲ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας αἱ σημεριναὶ ἔκτακτοι περιστάσεις μᾶς παρουσιάζουσιν. Ἔρχομαι ἤδη, Κύριοι, νὰ μνημονεύσω τὰ ὁποῖα σᾶς εἰσάγω Νομοσχέδια καὶ σᾶς εἴπω ὀλίγα τινα ὡς πρὸς τὰς σκέψεις καὶ ἀρχὰς, αἵτινες μὲ ὠδήγησαν εἰς τὴν κατάρτισιν ἑνὸς ἑκάστου τῶν Νομοσχεδίων. Καὶ πρῶτον ὡς πρὸς τὸ Νομοσχέδιον περὶ προσδιορισμοῦ τῶν ἐγγείων φόρων καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας διὰ τὸ 1867. Ἠξεύρετε, Κύριοι, ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἔγγειος φόρος συνίστατο μέχρι τοῦ 1860 εἰς 10%· κατὰ τὰ ἔτη 1861 καὶ 1862 ἠλαττώθη εἰς 9%, ἡ δὲ ἐθνική Συνέλευσις κατὰ τὸ 1863 ἠλάττωσε τοῦτον εἰς μόνον 5%. Τὴν ἐλάττωσιν ταύτην ἀπεφάσισεν ἡ Συνέλευσις, ὡς γνωρίζετε, Κύριοι, θέλουσα μὲν νὰ ἀνακουφίσῃ τὴν τάξιν τῶν γεωργῶν ἐπιβαρυνομένην ὁμολογουμένως περισσότερον τῶν ἄλλων, ἀλλὰ πεπεισμένη ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἤθελε παρουσιασθῇ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως ταύτης, ἤθελον καλύψει ἄλλοι φόροι κατὰ τὰς ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς προτάσεις, ἐπιβαρύνοντες ἑτέρας τάξεις πλὴν τῆς τῶν γεωργῶν· ἡ πεποίθησις αὕτη ὤθησε τὴν Συνέλευσιν εἰς τὸ μέτρον τῆς ἐλαττώσεως· δυστυχῶς ὅμως διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ὅλοι γνωρίζετε, ἡ Συνέλευσις δὲν συνεπλήρωσε τὸ ἔργον, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐψηφίσθη καὶ ἐφηρμόσθη μόνον ἡ ἐλάττωσις χωρὶς νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς ἀντικαταστάσεως· Συνάμα ἠλαττώθη ὁ ἔγγειος φόρος τῶν λοιπῶν προϊόντων, ἤτοι τῶν φυτειῶν, οἷον σταφίδος, ἐλαίου, ἀμπέλων, κτλ. ἀπὸ 10 εἰς 700. Ἡ ἐλάττωσις αὕτη ἦτο σπουδαία καὶ ἐπέφερε τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους κατά 3,000,000. Προκειμένου περὶ τῆς γεωργίας, τῆς ἀληθοῦς ταύτης καὶ πρωτίστη πηγῆς τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου, εἰς πᾶσαν ἄλλην περίστασιν ἤθελον διστάσει νὰ προτείνω αὔξησιν φόρων· εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες καλῶς συναισθάνονται καὶ ἐκτιμῶσι τα μεγάλα ἐθνικὰ ὠφελήματα, τὰ ὁποῖα ὑπόσχεται ἡ ἀνάπτυξις καὶ πρόοδος τῆς γεωργικῆς τάξεως. Ἀφ’ ἧς ἐγενόμην Βουλευτές, κύριοι, πρωτίστως ἐσκέφθην, πῶς δύναται ἡ τάξις αὕτη νὰ ἀνακουφισθῇ καὶ ἐλαφρυνθῇ, διὰ τοῦτο δὲ καὶ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1854 ἐπρότεινα εἰς την Βουλὴν τὴν ἐπέκτασιν τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπὶ τῶν μὲν ἐνοικιαζομένων τοιούτων, μόνον διὰ νὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν φόρος ἀπὸ 10 εἰς 8%. Ἀλλὰ σήμερον δὲν διστάζω νὰ προτείνω τὴν αὔξησιν ἔχων ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ τάξις, ἥτις συναισθάνεται περισσότερον τὰ ἀποτελέσματα τῆς καλῆς καὶ κακῆς διοικήσεως, εἶναι ἡ γεωργική κατὰ τί ὠφελεῖται ὁ γεωργός ὅταν πληρόνων ἀντὶ 8,5% στερῆται ἀσφαλείας, μὴ δυνάμενος ἐλευθέρως νὰ καλλιεργῇ καὶ συλλέγῃ τοὺς καρποὺς τῶν κτημάτων του, καὶ συνάμα στερῆται τῶν ἄλλων πλεονεκτημάτων τῆς καλῆς διοικήσεως; Φρονῶ δὲ, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον περισσότερον αἰσθάνεται καὶ θέλει αἰσθάνεσθαι ἐπί τινα ἀκόμη ἔτη, ἐφ’ ὅσον δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν τὸ ὑπάρχον φορολογικὸν σύστημα, εἶναι περισσότερον ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως παρὰ τὸ πυσὸν τοῦ φόρου. Μὴ λησμονῶμεν δὲ ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ προϊόντα καὶ ἰδίω, τὴν σταφίδα, ὅτι μέχρι τοῦ 1857 ἐπεβαρύνοντο πλὴν τοῦ ἐγγείου φόρου ἐκ 10% καὶ μὲ ἐξαγωγικὸν τέλος 6%, ὥστε τὰ ἐξαγόμενα προϊόντα ἐπλήροναν 16% ὁ Νόμος ὅμως τοῦ Δασμολογίου τεθεὶς εἰς ἐνέργειαν τὴν 5 8βρίου 1857 ἠλάττωσε τὸ ἐξαγωγικὸν τέλος εἰς 5%, καθιέρωσε δὲ καὶ τὴν κατὰ διετίαν κατάργησιν τοῦ πεμπτημορίου, εἰς τρόπον ὥστε τὴν 5 8βρίου ἀρξαμένου ἔτους θέλει εἶσθαι ἐντελῶς κατηργημένον τὸ ἐξαγωγικὸν τέλος. Ἐνῷ δὲ ἐπήρχετο μία ἐλάττωσις διὰ τοῦ Νόμου του Δασμολογίου, ἥτις ἔμενε σχεδὸν ἀπαρατήρητος, ἐπῆλθε καὶ ἡ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ψηφισθεῖσα ἐλάττωσις, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξαγωγικῶν τελῶν, μὴν ἀπορῆτε δὰ τὴν ἀνισότητα τῶν ἐσόλων μας πρὸς τὰ ἔξοδα. Διὰ τοὺς λόγους τούτους δὲν ἐδίστασα νὰ Σᾶς προτείνω διὰ μὲν τὰ λοιπά προϊόντα, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἐπεβαρύνοντο μὲ 16%, ἰδίως δὲ ἡ σταφὶς ὡς ὁλοκλήρως ἐξαγομένη, τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ φόρου τῶν 10%, διὰ δὲ τοὺς δημητριακούς καρποὺς τὸν εἰς 8% αὔξησιν ἀντὶ τῶν 10 ἢ 9%, εἰς τὰ ὁποῖα πρότερον συνίστατο. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῆς ἐγγείου φορολογίας. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν ζώων· ὁ φόρος κατά τὸ παρ. ἔτος συνίστατο εἰς 25 λεπτὰ ἐφ’ ἑκάστου τῶν μικρῶν ζώων, καὶ εἰς δραχμὴν 1 ἐπὶ τῶν μεγάλων· προτείνω ἤδη αὔξησιν τῶν λεπτῶν 25 εἰς 35, καὶ τῆς δραχμ. 1 εἰς 1,40· (θόρυβος). Μὴ θορυβήσθε, Κύριοι· ἐὰν νομίζετε ὀρθὸν τὸ σύστημα τούτο, ὑποστηρίζατε το, ἄλλως δόσατε μέλαιναν ψῆφον. Ἴσως ὁ φόρος τῶν 35 λεπτῶν σᾶς φαίνεται σήμερον βαρύ ἐν τούτοις ὁ αὐτὸς φόρος καὶ περισσότερος ὑπῆρχεν εἰς παλαιοτέραν τινὰ ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ τιμὴ τοῦ κρέατος, τοῦ τυροῦ, τοῦ γάλακτος καὶ τοῦ μαλλίου ἦτο κατὰ τὸ ἥμισυ κατωτέρα τῆς σημερινές ὅσοι ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, ταράττεσθε, μὴ νομίσητε, ὅτι εἶμαι φίλος τῶν φόρων· ἔλθετε μόνον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ εἴπητε πῶς θὰ πληρωθῇ τὸ κενὸν ταμεῖον καὶ θὰ προληφθῇ ἡ χρεωκοπία, καὶ προτείνατε τὰ μέσα τῆς θεραπείας χωρίς νὰ λέγητε μόνον, ὅτι ὁ φόρος εἶναι βαρύς. Κατ’ ἐμὲ ἡ αὔξησις τοῦ φόρου τῶν ζώων εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀνάγκην αὐξήσεως τῶν ἐσόδων μας, εἶναι ἡ μᾶλλον δικαιολογημένη τῆς αὐξήσεως ὅλων τῶν ἄλλων φόρων ἀναλόγως τῆς προσόδου, τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον ἡ κτηνοτροφία. Διὰ τοῦ περὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων νομοσχεδίου ἐπέρχεται τροποποίησίς τις ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα τῆς ἀπαριθμήσεως, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐπεβάρυνον τοὺς κτηνοτρόφους. Θεωρῶ ἀρκετὴν ποινὴν διὰ τὸν ὑποκρύψαντα τὰ ζῶα του τὴν τοῦ τριπλοῦ φόρου· τὰ ἔξοδα τῆς ἀπαριθμήσεως ὡς ἔξοδα βεβαιώσεως πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸ δημόσιον. Εἰς τὸ περὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων νομοσχέδιον ἐγίνετο συνήθως μνεία τοῦ ἐπὶ τῶν μελισσίων ἐπιβαλλομένου φόρου· εἰς τὸ νῦν ὑπιβαλλόμενον παρέλειψα τὴν μνείαν ταύτην, τουτέστι προτείνω τὴν κατάργησιν τοῦ τοιούτου φόρου, καὶ διότι ἡ ἐκ τοῦ φόρου αὐτοῦ πρόσοδος ὡς μόλις ἀναβαίνουσα τὰς 50,000 δραχμὰς δὲν εἶναι ἀξία λόγου, καὶ διότι ἡ μελισσοφορία δὲν ἔχει παρ’ ἡμῖν συστηματικὸν χαρακτῆρα, ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἡ φορολογία αὐτῆς. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸ τρίτον νομοσχέδιον, τὸ περὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων. Εἰς τὸ ἔργον τοῦτο ἀποδίδω πολλὴν σπουδαιότητα ὄχι μόνον διότι πρόκειται μεταξὺ τῶν ἐπιτηδευματιῶν νὰ κατορθωθῇ ἡ ἐπιβολὴ τοῦ φόρου ἐπὶ ὅσιν ἔνεστι δικαιοτέρων βάσεων, ἀλλὰ καὶ διότι διὰ τῆς προσδοκωμένης ἀπὸ τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων αὐξήσεως τῶν ἐσόδων κατορθόνομεν ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ διανείμωμεν τὰ βάρη τῆς φορολογίας ἐξ ἴσου εἰς ὅλας τὰς τάξεις. Ὁ ἐν ἐνεργείᾳ νόμος χρονολογεῖται ἀπὸ τοῦ 1837, τουτέστιν ὅπως τὸν συνέταξεν ἡ ἀντιβασιλεία· μετὰ ταῦτα χεὶρ δὲν ἐτέθη ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ Νόμου· καὶ ἐν τούτοι, Κύριοι, ὁ φόρος οὗτος εἶναι ὁ μᾶλλον ἄνισος καὶ ἄδικος· δύω ἀδηκήματα καθιεροῦνται, τὸ ἓν προέρχεται ὡς ἐκ τοῦ χρόνου καθ’ ὃν συνετάχθη, τὸ δὲ ἕτερον ἀποδίδεται εἰς τὴν ἐλαττωματικὴν βάσιν τῆς συντάξεώς του. Λέγω ἐκ τοῦ χρόνου, διότι τότε ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ φόρου ὁ πληθυσμὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ μεγαλείτερο; ἐθεωρεῖτο ὁ τῶν 5000 ψυχῶν, ὅστι; καὶ ἐτέθη, ὡς ἀνώτατος ὄρος. Ὁ πληθυσμὸς ηὔξησεν ἐπαισθητῶς, ὡς γνωρίζετε τί δὲ ἐκ τούτου συμβαίνει; ὁ ἐπιτηδευματίας μίας πόλεως 5000 ψυχῶν πληρόνει ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν φόρον μὲ τὸν τῆς μεγαλειτέρας πόλεως, δηλαδὴ ὁ ὑποδηματοποιὸς τῶν Ἀθηνῶν πληρόνει ὅπως καὶ ὁ τῆς Λεβαδίας. Τὸ ἕτερον ἀδίκημα εἶναι ριζικὸν, διότι ὁ Νομοθέτης δὲν παρεδέχθη καὶ τάξιν μεταξὺ τῶν ὁμοτέχνων ἀναλόγως τῶν μέσων ἢ τῆς ἐκτάσεως τῶν ἐπιχειρήσεών του ὁ δικηγόρος λ. χ. εἴτε ἐν Ἀθήναις, εἴτε ἐν Τριπόλει, θὰ πληρώσῃ δραχ. 75· ἐκ δὲ τῶν ἐν Ἀθήναις εἴτε ἔχει μεγάλην πελατείαν, εἴτε ὄχι, ὅλοι τὸν αὐτὸν φόρον θέλουν πληρόνει. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, προφανέστατα τὰ δύω ταῦτα ἀδικήματα. Τὰ δύω ταῦτα ἀδικήματα καὶ ἄλλας τινὰς ἐλλείψεις τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ Νόμου προτίθεμαι νὰ ἐπανορθώσω διὰ τοῦ εἰσαγομένου Νομοσχεδίου. Παρεδέχθην τρεῖς κατηγορίας ἐπιτηδευμάτων· μίαν εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει διάκρισις μεταξὺ τοῦ καλοῦ καὶ κακοῦ ἄλλη παρὰ ἡ τοῦ πληθυσμοῦ, παρεδέχθην δηλαδὴ τὸ σύστημα τοῦ ὑπάρχοντος Νόμου, ἀλλὰ μόνον διὰ τὰ μικρὰ ἐπιτηδεύματα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἀπαιτοῦνται πολλὰ κεφάλαια καὶ εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξὺ τῶν μετερχομένων τὸ αὐτὸ ἐπιτήδευμα. Εἰς τὴν δευτέραν ὅμως κατηγορίαν κατέταξα τὰ ἐπιτηδεύματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀνάγκην κεφαλαίων καὶ εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπαισθητὴ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ὁμοτέχνων τῆς αὐτῆς πόλεως· παρεδέχθην δὲ πρὸς τοῦτο τάξεις μεταξὺ αὐτῶν, κανονίσας τὸν ἀριθμὸν τῶν τάξεων κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ, τοὐτέστι παρεδέχθην εἰς τὸν ἀνώτατον πληθυσμὸν ἓξ τάξεις, οἷον, Ἀθήνας, Πάτρας, Σύρον κ. τ. λ. καθόσον δὲ ἐλαττοῦται ὁ πληθυσμός, κατὰ τοσοῦτον ἐλαττοῦται καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν τάξεων, καὶ ἑπομένως ἐνῷ ἀρχίζομεν ἀπὸ ἓξ τάξεις, καταλήγομεν εἰς μίαν τάξιν διὰ τὸν τελευταῖον πληθυσμόν. Σκοπός μου ἦτο νὰ ἐπιβαρυνθῶσι περισσότερον οἱ κάτοικοι τῶν μεγαλοπόλεων, πρὸς τοῦτο δὲ οὐ μόνον ἐλαττόνεται ὁ ἀριθμὸς τῶν τάξεων εἰς τὰς μικροτέρας πόλεις, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου τῆς ἀντιστοιχούσης τάξεως. Ὡς πρὸς τὴν κατάταξιν, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ δυσκολώτερον καὶ σπουδαιότερον μέρος το ἔργου, παρεδέχθην τὸ μέσο τοῦ ἐνοικίου ἢ τοῦ καταστήματος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐξασκεῖ τὸ ἐπιτήδευμά του, ἢ τῆς οἰκίας ἐντὸς τῆς ὁποίας κατοικεῖ ὁ ἐπιτηδευματίας, διότι τὸ καλλίτερον γνώρισμα τῆς ἐπεκτάσεως ἢ μὴ τῶν ἐπιχειρήσεων ἢ τῶν ἀπολαβῶν τοῦ ἐπιτηδεύματος εἶναι ἡ θέσις καὶ τὸ εὐρύχωρον τοῦ καταστήματος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐξασκεῖται τὸ ἐπιτήδευμα· διά τινα δὲ ἐπιτηδεύματα παρεδέχθην τὸ ἐνοίκιον τῆς οἰκίας. Διότι δι’ αὐτὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη καταστημάτων, οἷον εἰς τοὺς Δικηγόρους, ἰατροὺς κτλ. Εἰς τὴν τρίτην κατηγορίαν κατέταξα τὰ ἐπιτηδεύματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν σχέσιν πρὸς τὸν πληθυσμὸν οὐδὲ διαφέρουν μεταξύ των οὐσιωδῶς, ὅπως λ. χ. αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρίαι, τὰ ἐργοστάσια κτλ. τὰ ὁποῖα εἰς ὁποιονδήποτε μέρος καὶ ἂν ὑπάρχωσι, κεντρικὸν ἢ ἀπόκεντρου, τὰς αὐτὰς ἔχουσιν ὠμελείας. Εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου αὐτῶν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκτασιν τῶν ἐπιχειρήσεων καὶ τῶν ἀπολαβῶν ἐφ’ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἐπιτηδευμάτων. Αὗται εἶναι, κύριοι, αἱ κυριώτεραι βάσεις τοῦ ὑποβαλλομένου εἰς τὴν ὥριμον σκέψιν καὶ ἐπιψήφισίν σας νομοσχεδίου. Τέταρτον νομοσχέδιον εἶναι τὸ περὶ καταργήσεως τοῦ Διατάγματος περὶ παροχῆς προθεσμιῶν εἰς τοὺς ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐγκαίρου πληρωμῆς τῶν φόρων εἶναι, Κύριοι, σπουδαιότατον καὶ χρήζει τῆς σπουδαίας προσοχῆς τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Μακρὰ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι μέγα μέρος τῶν ἐπιβαλλομένων καὶ βεβαιουμένων φόρων μένει ἀνείσπρακτον· ὡς ἐκ τούτου ἔσοδα ψηφιζόμενα διὰ τὸν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν χρησιμεύουσι διὰ τὰ ἔξοδα παρελθουσῶν χρήσεων, καὶ τανάπαλιν ἔσοδα τῶν παρελθουσῶν χρήσεων χρησιμεύουσι δι’ ἔξοδα τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας· τὸ ποσὸν τῶν καθυστερήσεων εἶναι, Κύριοι, καταπληκτικόν, διότι ἀναβαίνει εἰς 60 περίπου ἑκατομμύρια. Καὶ καθόσον μὲν ἀφορᾶ τὴν τακτοποίησιν τῶν μέχρι τοῦδε καθυστερήσεων, τὸν σκοπὸν τοῦτον ἔχει ἰδιαίτερον νομοσχέδιον· ἀνάγκη ὅμως νὰ ληφθῇ πρόνοια, διὰ νὰ προλάβωμεν τὰς τοιούτας καθυστερήσεις ἐν τῷ μέλλοντι, διότι κατ’ ἔτος εἰς τὸ ποσὸν τῶν καθυστερήσεων προστίθενται εἰς τὸ κλείσιμον ἑκάστης χρήσεως δύω περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ὡς ἐν τῶν μέσων πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τούτου θεωρῶ τὴν κατάργησιν ἑνὸς Διατάγματος ἐκδοθέντος κατὰ τὸ 1835, τὸ ὁποῖον δίδει ἐξουσίαν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δίδῃ προθεσμίας εἰς τοὺς χρεωστοῦντας πρὸς τὸ δημόσιον ἢ νὰ ἀναστέλλῃ τὰ καταδιωκτικά μέτρα τὰ εἰς ἐνέργειαν τεθέντα ὑπὸ τοῦ ταμίου. Δὲν ἐννοῶ ἐκ ποίας ἀρχῆς τοῦ δικαίου δύναται νὰ ἀρυσθῇ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τοιοῦτο δικαίωμα· ἡ ἀναστολὴ τῆς καταδιώξεως ὑπὲρ τούτου ἢ ἐκείνου τῶν ὀφειλετῶν παρουσιάζει προφανῆ ἀδικίαν καὶ ἀνισότητα. Ὅταν εἷς πολίτης ὀφειλέτης βλέπῃ, ὅτι ὁ γείτων του, καί τοι ἐπίσης ὀφειλέτης, δὲν καταδιώκεται καὶ δὲν πληρόνει, συναισθάνεται τὸ ἄδικον καὶ δὲν συλλογίζεται παρὰ πῶς νὰ δυστροπήσῃ καὶ νὰ ἀποφύγῃ ἢ νὰ ἀναβάλῃ τὴν πληρωμὴν τοῦ χρέους του. Δύω λοιπόν κακὰ γεννῶνται ἀπὸ τὸ μέτρον τῶν ἀναστολῶν ἢ τῶν προθεσμιῶν, τὰς ὁποίας χορηγεῖ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· πρῶτον δὲν πληρόνουν τοὺς νομίμους φόρους των ἐκεῖνοι τῶν ὀφειλετῶν, οἵτινες κατώρθωσαν νὰ λάβουν τὰς προθεσμίας, καὶ δεύτερον προκαλεῖται ἢ ἐνισχύεται ἡ τάσις τῶν ὑπολοίπων ὀφειλετῶν πρὸς ὑπεκφυγὴν τῆς πληρωμῆς τῶν χρεῶν των δικαιολογημένως, διότι εἰς τοὺς ἀντιπάλους των τοὺς λαβόντας προθεσμίαν δὲν ὑπῆρχεν ἐξαιρετικός τις λόγος. Ὡς σᾶς εἶπον, ὁ προκάτοχός μου ὡς ἐκ τῆς οἰκονομικῆς μας καταστάσεως κατέφυγεν εἰς τὸ μέσον τῶν οἰκονομιῶν· ἀλλ’, ἐνῷ ὡς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν οἰκονομιῶν ἐδείχθη ἐξ ἀνάγκης σκληρὸς ἀπέναντι τῶν προσώπων, καὶ ἐνῷ, ὡς εἶμαι βέβαιος, ἐδείκνυε φειδωλίαν εἰς τὰ ἔξοδα, ἔδειξεν ἀπεναντίας πολλὴν εὐκολίαν ὡς πρὸς τὴν χορήγησιν προθεσμιῶν εἰς τινας ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου· τοῦτο μοὶ ἐφάνη ἀληθῶς παράδοξον καὶ ὑπῆρξεν αἰτία νὰ χαλαρωθῇ ἡ καταδίωξις. Πιστεύετε, κύριοι, ὅτι δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀκριβὲς εἴσπραξις τῶν φόρων, ὅταν ἡ Κυβέρνησις μεροληπτῇ δίδουσα προθεσμίας καὶ ἀναστολὰς εἰς τοὺς φίλους καὶ εὐνοουμένους της καὶ καταδιώκουσα μεταξὺ τῶν ὀφειλετῶν μόνον τοὺς ἀντιπάλους της; Ἡ κατάργησις τοῦ δικαιώματος τούτου τοῦ ὑπουργοῦ ὑπαγορεύεται ὄχι μόνον ἀπὸ τὸ ὑλικὸν συμφέρον τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ λόγους ἠθικούς· τὸ μέσον τῆς ἀναστολῆς τῶν καταδιώξεων εἰς χείρας μιᾶς Κυβερνήσεως, ἥτις κάμνει κακὴν αὐτοῦ χρῆσιν, χρησιμεύει ὡς μέσον προσβολῆς τῶν πολιτικῶν μας ἐλευθεριῶν, διότι δύναται ἡ Κυβέρνησις τοὺς μὲν νὰ πιέζῃ διὰ τῶν καταδιώξεων, εἰς τοὺς ἄλλους δὲ νὰ δίδῃ προθεσμίας. Ὁ νόμος, κύριοι, περὶ δημοσίου λογιστικοῦ καθιστᾷ τοὺς ταμίας ὑπευθύνους διὰ τὴν ἔγκαιρον εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἀπαλλάττει ὅμως αὐτοὺς τῆς εὐθύνης διὰ τὰς καθυστερήσεις, ὅσαι πηγάζουν ἀπὸ ἀναστολὰς γενομένας κατ’ ἀνωτέραν διαταγήν. Ὁ νόμος οὗτος μετεφράσθη ἐκ τοῦ γαλλικοῦ καὶ μόνο, ἡ προσθήκη αὕτη ὡς πρὸς τὰς κατ’ ἀνωτέραν διαταγὴν ἀναστολὰς ἐγένετο παρ’ ἡμῶν. Εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ εἰς ἄλλα μέρη ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων δὲν γίνεται ὑπὸ ὑπαλλήλων τῆς κυβερνήσεως, ἀλλὰ ὑπὸ τραπεζιτῶν ἐντολοδόχων, εἰς τοὺς ὁποίους τὸ δημόσιον παραχωρεῖ ἐπί τινι προμηθείᾳ τὰ δικαιώματά του· ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἔχωμεν τοιούτους ἐπιχειρηματίας, νὰ ἀναθέτωμεν δηλαδὴ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων εἰς ἕνα τραπεζίτην ἢ κεφαλαιούχον κατ’ ἐπαρχίαν ἢ καὶ πολλῶν ἐπαρχιῶν συνάμα· δυνάμεθα ὅμως αὐτὰ τὰ ὄργανα τῆς εἰσπράξεως νὰ καταστήσωμεν ἀνεξάρτητα καὶ ὑπεύθυνα συνάμα· ἀλλὰ, κύριοι, ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει ἐλευθερία ἐνεργείας, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ εὐθύνη. Πῶς θέλετε ὁ ταμίας νὰ ἦναι ὑπεύθυνος ἢ νὰ ἔχῃ ζῆλον διὰ τὴν καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν, ὅταν ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἐνεργειῶν καὶ προσπαθειῶν του ἐπέρχεται ἡ ἀναστολὴ διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν ὀφειλέτην; Λοιπὸν, ἐὰν δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐνοικιαστὰς τῶν εἰσπράξεων· (μεταχειρίζομαι τὴν φράσιν ταύτην, διότι εἰς τὴν Γαλλίαν μὲ τὴν λέξιν «receveurs généraux» δὲν ἐννοοῦν παρὰ τοὺς τραπεζίτας τοὺς ἀναδεχομένους τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων ἐπὶ προμηθείᾳ), πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς ταμίας τὰ δικαιώματα ὅσα ἔχουσιν οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν εἰσπράξεων. Τὸ μέτρον τῆς μὴ ἐπεμβάσεως τοῦ ὑπουργοῦ εἰς τὰ τῆς εἰσπράξεως εἶναι καθιερωμένον καὶ παρ’ ἡμῖν διὰ πολλοὺς ἄλλους φόρους· ὡς ἐν παραδείγματι σᾶς φέρω τὰ τελωνιακὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα πληρόνονται ἄνευ προθεσμίας, διότι τὸ περὶ προθεσμιῶν Διάταγμα κατηργήθη, ὡς ἐνθυμεῖσθε, κατὰ τὸ 1863 ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως κατὰ πρότασίν μου· ὁ ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ εἴπῃ εἰς τὸν τελώνην «μὴ εἰσπράττεις τὸν δασμὸν ἀπὸ· τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα ἔμπορον»· διατί λοιπὸν εἰς μίαν τάξιν φορολογουμένων δίδομεν προθεσμίας καὶ εἰς ἄλλην ὄχι; Πρέπει, Κύριοι, νὰ καταστήσωμεν τοὺς ταμίας πράγματι ὑπευθύνους, τοῦτο δὲ· κατορθόνομεν ὅταν καταργήσωμεν μίαν ἀδικαιολόγητον ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰς ἐνεργείας τοῦ ταμίου. Ἐψήφισε, κύριοι, ἡ Βουλὴ τοὺς ἀναγκαίους φόρους, ἐβεβαιώθησαν οὗτοι κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, δὲν μένει ἄλλο ἢ νὰ εἰσπραχθῶσιν· ἀλλὰ, ἀντιλέγουν τινὲς, ἐνδέχεται ὀφειλέτης τις νὰ μὴν ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσῃ τὰς φόρους του; εἰς τούτους ἀπαντῶ, ὅτι, ὅταν ὁ ταμίας ἀποδείξῃ ὅτι διέτρεξεν ὅλα τὰ στάδια τῆς καταδιώξεως, ὅτι ἐφήρμοσεν ἀκριβῶς τὸν νόμον καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ εἰσπράξῃ, τότε πρέπει νὰ ἐπέρχηται ἡ ἀπόσβεσις. Πρέπει, Κύριοι, νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰ μέσα τῶν καθυστερήσεων· συλλογισθῆτε, ὅτι μεγαλείτεραι μᾶς περιμένοντι καθυστερήσεις ἐν τῷ μέλλοντι καὶ μάλιστα ἐὰν ψηφισθῇ ἡ προταθεῖσα αὔξησις τῶν φόρων λέγουν τινὲς, τοῦτο δὲ δυστυχῶς ἤκουσα καὶ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ὑπαλλήλους μετὰ τῶν ὁποίων ἐργάζομαι, ὅτι, ὅταν τὸ δημόσιον ἦναι ἐξησφαλισμένων διὰ τῆς περιουσίας τοῦ ὀφειλέτου καὶ δὲν τρέχῃ κίνδυνον, πρέπει νὰ δίδεται προθεσμία· τὴν σκέψιν ταύτην δύναται νὰ κάμῃ μόνον ἕνας ἰδιώτης τραπεζίτης, ὅστις δανείζει τὴν περιουσίαν του ἐπὶ κερδοσκοπίᾳ καὶ κατὰ λόγον τῶν παρεχομένων εἰς αὐτὸν ἀσφαλειῶν τὸ δημόσιον ὅμως δὲν ἐπαγγέλλεται τὸν τραπεζίτην καὶ ἔχει ἀνάγκην νὰ εἰσπράττῃ ὅλους τοὺς ψηφιζομένους καὶ βεβαιουμένους φόρους διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὰς ψηφισθείσας ἀνάγκας. Μετ’ ἐκπλήξεως, Κύριοι, παρετήρησα, ὅτι αἱ καθυστερήσεις ἐξετάθησαν καὶ εἰς τὸ ὀφειλόμενον ἀντίτιμον ἐκποιηθέντων φθαρτῶν ἐθνικῶν κτημάτων, ἐνῷ τὸ δημόσιον πωλῆσαν τὰ κτήματά του ἔχει ἀνάγκην τοῦ ἀντιτίμου αὐτῶν. Εἰς τὴν ἐξόγκωσιν τῶν καθυστερήσεων συνετέλεσαν καὶ οἱ εὐεργετικοὶ Νόμοι πολλοὶ τῶν ὀφειλετῶν προσιοῦσι διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἀναβάλλωσι τὴν πληρωμὴν τῶν χρεῶν των προσδοκῶντες νέους εὐεργετικοὺς Νόμους· πρέπει λοιπὸν διατηροῦντες τὸ σύστημα τῶν προθεσμιῶν νὰ ἐνισχύωμεν τοιαύτας τάσεις; Οὗτοι εἶναι, Κύριοι, ἐν συντόμῳ οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους προτείνω τὴν κατάργησιν τοῦ Διατάγματος τοῦ 1835 καὶ τὴν τροποποίησιν τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Νόμου περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ. Ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο ἀφορᾶ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον. Τί ὅμως πρέπει νὰ ἐνεργήσωμεν ὡς πρὸς τὰς ὑφισταμένας μέχρι τοῦδε καθυστερήσεις τῶν φόρων; ἔρχεται τελευταῖον πρὸς συμπλήρωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ταμείου τοῦ δημοσίου χρέους· συνδυάζω τὰ διὰ τὰς καθυστερήσεις ληπτέα μέτρα μὲ τὴν πρόνοιαν περὶ τακτοποιήσεως τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους. Ὡς σᾶς προεῖπον, τὰ καθυστερήματα φθάνουσι τὸ καταπληκτικὸν ποσὸν τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Ἡ ἐργασία τῆς εἰσπράξεως τῶν δυναμένων νὰ εἰσπραχθῶσιν ἐξ αὐτῶν, καθὼς καὶ ἡ ἐργασία τῆς τακτοποιήσεως τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους, πρέπει κατὰ τὴν κρίσιν μου νὰ ἀνατεθῇ εἰς χωριστὴν καὶ ἀνεξάρτητον ἀρχήν. Δὲν θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἔλθω εἰς ἀναλυτικὰς ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι ὅλοι γνωρίζετε τὴν σπουδαιότητά του, καὶ διότι, καθόσον ἀφορᾶ τὸ νομοσχέδιο, αἱ διατάξεις του εἶναι σαφεῖς καὶ δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην ἐπεξηγήσεων. Ὅλοι ἐννοεῖτε, ὅτι ἐθνικὴ ἀνάγκη κατεπείγουσα ἀπαιτεῖ νὰ ἀνορθώσωμεν τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν, διότι μόνον δι’ αὐτῆς θέλομεν κατορθώσει νὰ ἀναπτύξωμεν καὶ προαγάγωμεν σπουδαῖα ἐθνικὰ συμφέροντα. Τὴν δημοσίαν πίστιν δὲν θὰ ἀναστήσωμεν, ἐνόσῳ δὲν τακτοποιήσωμεν τὸ δημόσιον ἡμῶν χρέος καὶ δὲν προνοήσωμεν περὶ τῶν μέσων καὶ τῶν ἀσφαλειῶν διὰ τὴν ἔγκαιρον καὶ ἀκριβῆ ἱκανοποίησιν τῶν πιστωτῶν μας. Ἡ σύστασις εἰδικοῦ ταμείου καὶ ὁ προσδιορισμὸς εἰδικῶν πόρων διὰ μόνον τὸ δημόσιον χρέος θέλουσι συντελέσει εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἤτοι τὴν ἀνόρθωσιν τῆς δημοσίας πίστεώς μας· διὰ τοῦτο ὄχι μόνον μετὰ θάῤῥους ὑποβάλλω εἰς ὑμᾶς τὴν πρότασιν ταύτην, ἀλλὰ καὶ τὴν ἰδιαιτέραν προσοχὴν τῆς Βουλῆς προκαλῶ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Αὐτὰ, Κύριοι, εἶναι τὰ ὑποβαλλόμενα εἰς τὴν σκέψιν καὶ ἐπιψήφισίν σας νομοσχέδια· αὐτὰ δεικνύουν τὸ σύστημα τῶν ἰδεῶν τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως. Μελετήσατε ὡρίμως αὐτὰ ἀποβλέποντες εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς προτάσεως αὐτῶν. Ἂν τὰ εὕρητε ὀρθὰ καὶ συμφέροντα εἰς τὴν πατρίδα, ψηφίσατέ τα· ἄλλως, ἀποῤῥιψατέ τα. Ἀλλὰ μὴ λησμονήτητο, ὅτι ἀποῤῥίπτοντες τὰ προτεινόμενα μέτρα λόγῳ δῆθεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωνται οἱ πολίται μὲ φόρους, χωρίς συγχρόνως νὰ ὁρίσετε τὰ μέσα ἢ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων θέλει κατορθωθῆ ὁ αὐτὸς σκοπός· μὴ ψηφίζοντες, ἐπαναλαμβάνω, ταῦτα, ψηφίζετε, χωρίς νὰ τὸ θέλητε, ἓν ἄλλο μέγιστον κακὸν ἀσυγκρίτως ἀδικώτερον τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, ψηφίζετε τὴν χρεωκοπίαν τοῦ δημοσίου ταμείου, διότι κατέστη πασίγνωστον, ὅτι τὰ ἔσοδά μας πρὸς τὰ ἔξοδα δὲν ἰσοῤῥοποῦν. Ἠξεύρετε δὲ τί θὰ εἴπῃ χρεωκοπία τοῦ ταμείου; πᾶν ὅ,τι ἐπαχθέστερον, ὅ,τι ἀδικώτερον καὶ ὅ,τι καταστρεπτικώτερον· ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἰσοῤῥοπία τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα, ὅταν δὲν πληρόνωνται αἱ ἀναγκαῖαι δαπάναι τῆς διοικήσεως, οὐδεμία ὑπάρχει ἐγγύησις διὰ τὴν τήρησιν τῆς τέξεως, καὶ οὐδὲν ἄλλο περιμένει τὸν τόπον ἢ ἀποσύνθεσις· καὶ ἐὰν, Κύριοι, εἰς πᾶσαν περίπτωσιν δὲν εἶναι ἐπιθυμητὸν νὰ βλέπωμεν τὴν διοίκησιν χαλαρωμένην καὶ τὴν χρεωκοπίαν βασιλεύουσαν, νὰ βλέπωμεν ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας πασχούσας ὡς ἐκ τούτου, εἰς τὴν παροῦσαν ὅμως ἐποχὴν καὶ ἄλλαι ἔκτακται ἀνάγκαι συνδεόμεναι μὲ τὴν αὐτονομίαν τῆς πατρίδος μας μᾶς ὑποχρεοῦσι νὰ σκεφθῶμεν ὡριμώτερον· οὐδεὶς δ’ ἐξ ὑμῶν πιστεύω νὰ προτιμᾷ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων νὰ ἴδῃ τὴν φιλοτάτην ἡμῶν πατρίδα ἐκτεθειμένην εἰς κινδύνους!
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, νὰ τὰ στείλωμεν εἰς τὸν τύπον;
§6ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα,
§7Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἡ ἀνάπτυξις τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ δὲν εἶναι κακὸν νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι εἰς τὰ στενογραφήματα.
§9ΤΙΝΕΣ. Ἂς τυπωθῇ καὶ ἂς διανεμηθῇ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς ζητεῖ τὸν λόγον· δὲν ἠξεύρω τὶ θὰ εἰπῇ, ἀλλὰ προσέξατε,
§11Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βεβαίως, Κύριοι, σήμερον δὲν εἶναι ἡμέρα καθ’ ἣν πρέπει νὰ συζητήσωμεν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δικαίως ζητῇ τὴν ἐπιβολὴν φόρου εἰς τὸ ἔθνος· δὲν εἶναι ἡ ἡμέρα αὐτὴ διότι ὅπως συζητήσωμεν τοῦτο πρέπει ν’ ἀκούσωμεν προηγουμένως ὄχι μόνον τοὺς λόγους τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ὅσους θέλομεν προκαλέσει ἡμεῖς εἰς ἐξήγησιν τὴν Κυβέρνησιν. Πλὴν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, καθὼς παρετήρησα, δὲν ἦτο μόνον ἁπλοῦς λόγος περὶ τῆς εἰσαγωγῆς ἁπλῶς τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ μὲ τρόπον λανθάνοντα ἔφερε πλῆρες κατηγορητήριον κατὰ τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει τὰς ἀρχὰς τῆς ποτὲ ἀντιπολιτεύσεως ἢ τῆς σημερινῆς, ὅταν, Κύριοι, εἶδα τὸν ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν ἐπὶ τοῦ βήματος ὠχρὸν καὶ μὲ τρέμουσαν φωνὴν νὰ ἀρχίσῃ τὴν εἰσαγωγὴν ταύτην, ἐπίστευσα, ὅτι τὸ εὐγενὲς αἴσθημα τὸ ὁποῖον γεννᾶται ἀπὸ τὴν σκληρὰν ἀνάγκην εἰς μίαν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιβάλῃ φόρους εἰς ἕνα λαὸν, ὅστις εἶναι ἐπιφορτισμένος μὲ τόσα βάρη, τὸ αἴσθημα, λέγω, βεβαίως τοῦτο εἶναι ἄξιον ἐκτιμήσεως, καὶ ἐπίστευσα, ὅτι μόνον τὸ αἴσθημα τοῦτο ἐγέννησε καὶ τὴν ὡχρότητα εἰς τὸ πρόσωπον καὶ τὴν τρέμουσαν φωνὴν ἐπροκάλεσε τοῦ Κ. ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἦτο τοῦτο μόνον· ᾐσθάνετο, ὅτι ἀτόπως καὶ παρακαίρως καὶ ἄνευ τῆς δεούσης πολιτικῆς ἀνδρείας ἤθελεν, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν εἰσαγωγὴν ταύτην, ποιήσει ἐν ὁλόκληρον κατηγορητήριον κατὰ τῆς πρώτης Κυβερνήσεως. Βεβαίως ἡ ἰδέα τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, ὡς ἰδέα οἰκονομική, δὲν δύναται νὰ προσβάλῃ τὴν Κυβέρνησιν ἥτις τὴν ἐφήρμοσεν ἀλλ’ ὅταν ἡ ἐπίκρισις αὕτη συνοδεύεται μὲ τὴν παραλυσίαν τῆς ὑπηρεσίας, μὲ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τῶν ὅσα ἔπρεπε νὰ γίνουν διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου, τότε βεβαίως ἡ ἔννοια τῶν λέξεων αὐτῶν δὲν δύναται παρὰ νὰ θεωρηθῇ ὡς κατηγορητήριον. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἦτο ἄτοπον, διότι ἐν τῷ μέσῳ τῆς συγκινήσεως ἡ ὁποία ὑπῆρχε διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν νομοσχεδίων τούτων, δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῶσι ταῦτα. Ἦτο ἀκόμη ἄνευ τῆς δεούσης παῤῥησίας, διότι ἐὰν θέλῃς νὰ κατηγορήσῃς, φέρε κατηγορητήριον καὶ ἡ κυβέρνησις ἐκείνη εἶναι ἑτοίμη νὰ ἀπολογηθῇ. Βεβαίως, Κύριοι, τρία εἶναι τὰ μέσα, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργός, διὰ τῶν ὁποίων πορίζονται τὰ μέσα εἰς ἓν Κράτος, οἱ φόροι, τὰ δάνεια καὶ αἱ οἰκονομίαι. Οἱ φόροι τί ἄλλο εἶναι παρὰ ἡ ἀνάλογος προσφορὰ ἑνὸς ἑκάστου πολίτου διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας; τὰ δάνεια τὰ ὁποῖα βεβαίως ἐλαττόνουν τὴν δημοσίαν πίστιν πρέπει νὰ ἀποφεύγῃ πᾶσα Κυβέρνησις ὅσον τὸ δυνατόν· ἀλλὰ δάνεια, ὅταν πρόκειται νὰ ἐνεργήσῃ μία Κυβέρνησις ὅπως δι’ αὐτῶν ἐξασφαλίσῃ μέτρα τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ φέρουν τὴν εὐταξίαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ὅταν ταῦτα πληρόνωνται ὄχι μὲ ἀνωτέρους τόκους, εἶναι ὠφέλιμα· δάνεια ἓν ἔθνος ἀκόμη δὲν δύναται νὰ ζητήσῃ παρὰ ἐν ὥρᾳ κινδύνου, ὅταν πρόκειται περὶ τοῦ μεγαλείου τοῦ ἔθνους· τότε ὄχι μόνον δάνειον, ἀλλὰ καὶ τὴν περιουσίαν, καὶ τὰς σάρκας, καὶ τὰ κόκκαλα τοῦ ἔθνους θέλει ζητήσει μία Κυβέρνησις, καὶ μὴ ἀμφιβάλετε, ὅτι τὸ ἑλλην. ἔθνος, τὸ ὁποῖον ὑπέστη τὰς δοκιμασίας ταύτας πάντοτε, καὶ τώρα θέλει τὰς ὑποστῆ ἐν ἀνάγκη. Εἰς κάθε ἄλλην περίστασιν τὰ δάνεια δὲν ὠφελοῦν τὸν τόπον. Κύριοι, ἀπέκρουσαν τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν τῆς πρώην κυβερνήσεως χωρὶς νὰ δύνανται νὰ ἀποδείξουν, ὅτι παρέλυσε τὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ὅπως ἀποκρούσητε ἓν σύστημα κυβερνητικὸν, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἐφαρμογὴν καὶ ἀποτελέσματα, πρέπει νὰ ἀποδείξητε τοῦτο, νὰ πείσητε τὴν κοινὴν γνώμην καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο ἔβλαπτε καὶ δὲν ὠφέλει. Κύριοι, θέλετε νὰ ζητήσητε φόρους· φυσικῷ τῷ λόγῳ εἶναι δικαίωμά σας νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ σᾶς δώσῃ· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρὶν ἢ μία Κυβέρνησις ζητήσῃ φόρους ἀπὸ ἓν ἔθνος, ζητήσῃ αὔξησιν τῶν ἐξόδων της, πρέπει προηγουμένως νὰ ἀποδείξῃ εἰς τὸν λαὸν ἀπὸ τὸν ὁποῖον ζητεῖ τὰ χρήματα, ὅτι ὅλα τὰ δυνατὰ μέτρα πρὸς θεραπείαν τῶν ἐξόδων ἐξηντλήθησαν· καὶ ἐν ἰσχυρὸν μέσον εἶναι ἡ οἰκονομία. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἀποδείξητε, ὅτι αἱ οἰκονομίαι αὐταὶ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ φέρουν κανὲν ἀποτέλεσμα καὶ τότε νὰ τὰς κατηγορῆτε καὶ νὰ εἴπητε, ὅτι αἱ οἰκονομίαι αὐταὶ ἔβλαψαν. Κύριοι, ἐγὼ ἐπειδὴ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἦμαι ἀφηρημένος εἰς ὅλα τὰ ζητήματα, θέλω νὰ ἔλθω καὶ εἰς συγκεκριμένα τινὰ παραδείγματα. Σᾶς εἶπαν, ὅτι νομοί τινὲς διοικοῦνται μὲ μόνους τοὺς γραμματεῖς καὶ ἡ ὑπηρεσία παρέλυσε. Τὸ πρῶτον εἶναι ἀληθὲς, ἀλλὰ τὸ δεύτερον δὲν εἶναι ἀληθὲς ἐν ὅσῳ δὲν ἀποδειχθῇ. Ἐβλάφθη, λέγουν, ἡ ὑπηρεσία ἀπὸ τὰς οἰκονομίας· ἀλλ’ ἓν καὶ μόνον παράδειγμα σᾶς ἀναφέρω, τὸν Γενικὸ γραμματέα τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐκκλησιαστικῶν, ὅστις μόνος του ἐζήτησε νὰ μείνῃ τμηματάρχης, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἦτο ἀνάγκη νὰ ἱκανοποιηθῇ πρόσωπον ἄλλο, ἐπροβιβάσθη καὶ αὐτός· ὁ τίτλος λοιπὸν ἐπρόσθεσε καμμίαν μεγαλειτέραν δραστηριότητα εἰς τὸν Κ. Μάμουκα; τὸ ὑπερβάλλον τῆς μισθοδοσίας τὸν ἔκαμε νὰ σκέπτεται ταχύτερον; Ἀλλ’ ἄνθρωπος ὑπηρετῶν πρέπει νὰ προαχθῇ· συνομολογῶ, ἀλλ’ ὅταν ἀνάγκη ἰσχυρὰ καὶ μεγάλη ἐπιβάλλῃ, καθῆκον ἔχει πᾶσα Κυβέρνησις νὰ καταφύγῃ εἰς οἰκονομίας, πρέπει νὰ τὰς κάμῃ καὶ νὰ σταματήσῃ τὴν πρόοδον ὀλίγων ἀνθρώπων. Ἀλλὰ μ’ ὅλα ταῦτα, Κύριοι, βεβαίως ἐγὼ δὲν εἶμαι ἕτοιμος σήμερον νὰ συγκρίνω τὰς μεταβολὰς τῆς παρελθούσες Κυβερνήσεως, τὰς ὁποίας ἔκαμε λόγῳ οἰκονομίας, μὲ τὰς μεταβολὰς τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν ἤλπιζον νὰ ἔλθῃ μία κατηγορία καὶ μομφή, καὶ ἐγὼ ποτὲ δὲν ἤθελα δεχθῆ διὰ τὸν ἑαυτόν μου, καὶ ἐκ τῶν ὑπουργῶν ἐκείνων κἀνεὶς, ἐὰν ἦτο ἐδώ, δὲν ἤθελε δεχθῆ τοιαύτην μομφήν ἐὰν δὲ φέρετε ἀποδείξεις. Βεβαίως, Κύριοι, ὁ σκοπός μου δὲν εἶναι νὰ συζητήσω τὴν φύσιν τῶν νομοσχεδίων καὶ τὰς διατάξεις αὐτῶν, δὲν θέλω δι’ ὅλου νὰ ἀνακατεύσω τὸ σύστημα τῶν φόρων, οὔτε τὰ ἄλλα ἀντικείμενα ὅσα ὁ ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ σᾶς εἴπῃ· ἀλλὰ ἓν τοὐλάχιστον περιστατικὸν δὲν θέλω λησμονήσει. Εὗρεν ὁ Κ. ὑπουργὸς μεγάλας καὶ φοβερὰς ἀδικίας τῆς Κυβερνήσεως τῆς παρελθούσης ἀπὸ τὴν ἀναστολὴν καταδιώξεών τινων. Ἀπὸ πότε χρονολογεῖται ἡ ἀναστολὴ αὕτη καὶ αἱ διατάξεις αὐτῆς, καὶ ἀπὸ πότε ἐνεργεῖται; Βεβαίως ὁ λογιστικός νόμος ἐψηφίσθη εἰς τὰ 1851, ἄρα ἀπὸ τότε εἶναι 15 χρόνοι. Καὶ ποσάκις ἀπὸ τότε ἐγίνατε ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν; καὶ διὰ τὸ δὲν τὸ εἴδατε καὶ δὲν τὸ ἐμποδίσατε; ἀλλὰ βεβαίως σήμερον ἔπρεπε νὰ ἀνασκάψητε τοὺς τάφους ὅλων τῶν πραγμάτων διὰ νὰ εὑρεθοῦν κάποια περιστατικά, ὥστε νὰ ῥίψητε καὶ τὴν κατηγορίαν αὐτήν. Ἀλλ’ ἂν θέλετε, Κύριοι, νὰ μάθωμεν πῶς καὶ ποῖοι ὑπουργοί ἔκαμον τὸ μέτρον τοῦτο τῆς ἀναστολῆς, φέρετε τὰ ἔγγραφα καὶ διορίσατε μίαν ἐπιτροπὴν νὰ ἐξετάσῃ, καὶ ἡ ὑπογραφὴ τῶν ὑπουργῶν θέλει μαρτυρήσει ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἰς μέγιστον βαθμὸν καὶ ἔκτασιν ἔκαμαν τὰς ἀναστολὰς ταύτας. Βέβαια, κύριοι, δὲν θέλω ἀκόμη σᾶς λαλήσει διόλου, οὔτε θέλω ἀντιταχθῆ οὔτε εἰς αὐτὸ τὸ μέτρον τῆς ἀναστολῆς. Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι θέλω ἀποδείξει, ὅτι ἡ ἀναστολὴ ἔρχεται καὶ ἐναντίον τῶν νόμων καὶ ὅλων τῶν ἐξουσιῶν, διότι «οὐκ ἂν λάβοις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος». Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι σήμερον ἡμέρα καθ’ ἣν ν’ ἀναπτύξωμεν τὰ θέματα ταῦτα· ὁπότε ὅμως ἔλθῃ ὁ καιρὸς, καὶ οἱ κύριοι ὑπουργοὶ θελήσουν νὰ φέρουν μομφὰς, ἂς ἦναι βέβαιοι, ὅτι μετ’ εὐχαριστήσεως θέλω ἀκούσει τὰς ἀποδείξεις των, ἀλλὰ καὶ μεθ’ ὅλης τῆς βεβαιότητος θέλω τὰς ἀντικρούσει καὶ θέλω φέρει μομφάς ἐναντίον αὐτῶν. Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω ὡς πρὸς τὴν γενικὴν εἰσήγησιν ἦν καὶ ἐγὼ ὀνομάζω ἀντεισήγισιν χωρίς νὰ θέλω νὰ θίξω οὔτε τὰς ἐκθέσεις, οὔτε τοὺς λόγους τοῦ Κ. ὑπουργοῦ.
§12ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πολὺ μὲ παρεξήγησεν ὁ ἔντιμος βουλευτής Καλαβρύτων ἀποδόσας εἰς ἐμὲ προτάσεις μομφῶν κατὰ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ μεμφθῶ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἀλλὰ νὰ συζητήσω τὰς ἰδέας της, ἃς ἐν προγράμματι ἐξέθεσεν εἰς τὸ κοινόν· εἶπεν, ὅτι ἡ οἰκονομία μόνη ἀρκεῖ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἀληθῆ διοίκησιν τοῦ τόπου· ἐπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ μεταξὺ τῶν δύω συστημάτων. Ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἐκήρυξεν, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην οὔτε φόρων οὔτε δανείων, κατόπιν ἠναγκάσθη νὰ εἴπῃ τὸ ἐναντίον· ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησι; λέγει, ὅτι ἔχει ἀνάγκην καὶ φόρων καὶ δανείων· εἶναι μομφὴ τοῦτο; Θέλων νὰ συγκρίνω τὰ δύω συστήματα θὰ εἴπῃ, ὅτι μέμφομαι τὸ ἄλλο; Δὲν πρόκειται περὶ τῶν προσώπων, ἀλλὰ περὶ ἰδεῶν καὶ συστημάτων. Ἐπομένως μὲ ἠδίκησε πολὺ ὁ προλαλήσας ἀποδόσας εἰς ἐμὲ τοιαύτην πλαγίαν πρόθεσιν. Ἐξέλαβε δὲ ὡς πρόθεσιν μομφῆς τὸ ὅ,τι εἶπον, ὅτι ὁ Κ. Χρηστίδης ἀνέστειλε καταδιώξεις ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου· τοῦτο δὲν τὸ εἶπον δι’ ἄλλον λόγον παρὰ διὰ νὰ ἐνισχύσω τὴν ἰδέαν μου, ὅτι μολονότι εὑρίσκετο εἰς τὴν μεγαλειτέραν στενοχωρίαν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, μολοντοῦτο, λέγω, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμῃ ἀναστολὰς καταδιώξεων τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου. Ὅλαι αἱ παρελθοῦσαι Κυβερνήσεις ἔκαμαν ἀναστολὰς ἀλλ’ ἠξεύρετε ποία ἡ κατάστασις ἐκείνη, καὶ ποία ἡ σήμερον; Τὸ ταμεῖον τότε εἶχεν ἀποταμίευμα πέντε ἑκατομμυρίων, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος δὲν ἐδυσκολεύετο νὰ δώσῃ προθεσμίας· ἀλλ’ ὅταν τὸ ταμεῖον πολιορκήται ἀπὸ τοὺς δικαιούχους, εἶναι δίκαιον νὰ δίδωνται τοιαῦται ἀναστολαί; Συγκινεῖται, κύριοι, ἡ καρδία μου, ὅταν ἀναβαίνων τὰς κλίμακας τοῦ ὑπουργείου βλέπω πολλούς συνταξιούχους καὶ διαφόρους ὑπαλλήλους ἱσταμένους ἀπὸ τὴν πρωΐαν μέχρι τῆς ἑσπέρας εἰς τὴν θύραν τοῦ ταμείου. Φέρετε, λέγει, ἀποδείξεις περὶ τῆς ἀποτυχίας αὐτοῦ τοῦ συστήματος τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως· καὶ θέλετε ἄλλην μεγαλειτέραν ἀπόδειξιν, ἀπὸ τὴν κλεῖσιν τοῦ ταμείου; Θέλετε ἄλλην ἀπόδειξιν, ὅταν διοικητικοί, δικαστικοί καὶ στρατιωτικοὶ ὑπάλληλοι, καὶ συνταξιοῦχοι ἔχουν νὰ πληρωθοῦν ἓξ μήνας; Λέγουσιν, ὅτι τότε θὰ παραδεχθῶμεν τὸ σύστημά σας, ὅταν τὸ ὑποστηρίξητε διὰ πραγμάτων· καὶ ποία ἄλλη μεγαλειτέρα ἀπόδειξις παρ’ αὐτὴ ἡ κατάστασίς μας; Εἶναι κατάστασις αὐτὴ διὰ νὰ διοικηθῇ αὐτὸς ὁ τόπος μὲ τοιαῦτα μέτρα! Ἴσως ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ὡς στρατιωτικὸς δὲν αἰσθάνεται αὐτὴν τὴν κατάστασιν, διότι δὲν τοὺ καθυστερήθῃ ποτὲ ἡ μισθοδοσία του, διότι καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρὸ πάντων πρέπει νὰ πληρόνωνται οἱ στρατιωτικοί· ἀλλὰ τὴν ἠσθάνθησαν πολλοὶ πολῖται συνταξιοῦχοι καὶ τόσοι ἄλλοι διοικητικοί, οἰκονομικοὶ καὶ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι. Ἐπέταξεν ὑπάλληλός τις τὰ χαρτιὰ καὶ τὸ κονδύλι, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ μισθόν. Ἀποδείξεις, λέγουσι, φέρετε περὶ τῆς κακῆς καταστάσεως τῶν γραφείων, καὶ ἂν τὸ ἀποδείξητε, τότε νὰ προτείνωμεν φόρους· ἐγὼ λέγω, ὅτι καὶ τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον καὶ τὸ λογιστήριον δὲν εἶναι ἐν ἁρμονίᾳ, καὶ ὅστις ἀμφιβάλλει ἃς το ἐπισκευθῇ. Ἀλλὰ θέλετε ἄλλην ἀπόδειξιν; οἱ ἀπολογισμοί τοῦ Κράτους ἔχουν νὰ ὑποβληθοῦν ἀπὸ τὰ 1857 καὶ ἐντεῦθεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐν τούτοις ἐθεωρήθη ὑπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ἀναγκαία ἡ ἐλάττωσις τοῦ προσωπικοῦ τοῦ λογιστηρίου. Θέλετε λοιπὸν ἄλλας ἀπ’ αὐτὰς ἀποδείξεις;
§13ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (θόρυβος). Δὲν θέλετε μὲ πτοήσει, ἀλλὰ θέλω λαλήσει. Σᾶς λέγω, κύριοι, ὅτι ἂν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νομίζῃ, ὅτι αὐταὶ εἶναι οἱ ἀποδείξεις, νὰ τὰς διατυπώσῃ, διότι ἐγὼ λέγω, ὅτι οὔτε τὸ πολυάριθμον τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου, οὔτε τὸ πολυάριθμον τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου ἔφερε περισσότερα ἀποτελέσματα τοῦ ὀλιγαρίθμου· καὶ ἂν θέλῃ ἡ Βουλή, δύναμαι νὰ φέρω ἀποδείξεις. Ὅταν ἐρχώμεθα νὰ λαλήσωμεν πρὸς 180 ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, πρέπει νὰ φέρωμεν πράγματα καὶ ὄχι λόγους κενούς. Διὰ τοῦτο, προκειμένου λόγου περί μομφῆς τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, δὲν θέλω σιωπήσει ἐν ὅσῳ δὲν ἔλθουν ἀποδείξεις ἀρκεταί.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ληστείας. Κύριε Πετιμεζᾶ καὶ Κύριοι Βουλευταί, ποῖος ἔχει τροπολογίαν συντεταγμένην εἰς τὸ ἄρθρ. ὅπου ἐμείναμεν; νὰ τὴν φέρῃ διὰ νὰ τελειώσωμεν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον.
§15ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν συνεδρίασιν, νομίζω, εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀναπτύξω τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν εἰς τὴν Βουλὴν εἰσαγωγὴν τῆς τροπολογίας μου ἐπὶ τοῦ περὶ καταδιώξεως τῆς ληστείας νομοσχεδίου, καὶ εὐτυχῶς εἶδον, ὅτι οἱ λόγοι, οὓς ἔφερον πρὸς ὑποστήριξιν αὐτὸς, ἂν δὲν ἔπεισαν, ἐκλόνισαν τουλάχιστον τὴν πεποίθησιν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Κυρίου Προέδρου της Κυβερνήσεως, ὅστις τὴν ἐνόμισεν ἀξίαν μελέτης, καὶ νομίζω ὅτι οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ καὶ ὅλοι ἀπεφασίσαμεν ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησίν της διὰ νὰ σκεφθῶμεν ὡριμώτερον· χθὲς ὅτε ἐτελείωσαν ὅλα τ’ ἄρθρα καὶ ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ τὸ τελευταῖον, ἀνεβάλατε τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὅπως σκεφθῶμεν καὶ πάλιν. Καθῆκον εἶχον νὰ τελειοποιήσω τὴν τροπολογίαν μου ὅσον ἠδυνάμην καλλίτερον, καὶ ἐπειδὴ ἐγεννήθησαν τινὲς ἀμφιβολίας, νὰ τὰς συνδυάσω μὲ τὴν τροπολογίαν μου καὶ νὰ συμπεριλάβω καὶ τὰς περιστάσεις ταύτας ἐντὸς αὐτῆς, καὶ αὗται εἰσιν αἱ ἀκόλουθοι· α) πῶς θέλει γίνεται ἡ ἀποζημίωσις ἐὰν ἡ αἰχμαλωσία ἔγεινεν ἐντὸς τῶν μεθορίων καὶ τὰ λύτρα προσεφέρθησαν εἰς τὸ ἐξωτερικόν· δ) ὅτι ἐὰν ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ δήμου ἔγεινε καὶ ἡ αἰχμαλωσία καὶ ἡ ἀπολύτρωσις, τὸ ζήτημα εἶναι λελυμένον· τὸ ζήτημα εἶναι ἂν οἱ λησταὶ διαιτῶνται ἐντὸς μιᾶς ἐπαρχίας χωρὶς νὰ πράξουν τίποτε, τότε αὐτὸς ὁ δῆμος δὲν ὑπάγεται εἰς τὰς διατάξεις τῆς τροπολογίας, καὶ ἐνῷ ἐκεῖνος εἶναι τὸ καταγώγιον, αὐτὸς ὁ δῆμος μένει ἀτιμώρητος. Νομίζω λοιπὸν ὅτι αὗται αἱ ἀμφιβολίαι ἠγέρθησαν ὡς πρὸς τὸν δῆμον ὅστις χρησιμεύει ὡς φωλεὰ τῶν ληστῶν. Ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῇ μία ποινὴ καὶ ἐξεγερθῇ ὁ λαὸς καὶ καταστρέψῃ τοὺς ληστάς. Πῶς ἔπρεπε νὰ ἐγείρωμεν τὸν λαὸν τοῦτον; δι’ ἐράνων. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὅστις δῆμος γίνει ἀφορμὴ ἀτιμώσεως μιᾶς ἐπαρχίας, πρέπει νὰ πληρώσῃ προσδιωρισμένοι ποσὸν χρηματικὸν, νὰ χρησιμεύσῃ δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὴν ὁδοποιΐαν π.χ. τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης. Δύσκολον εἶναι τὸ ζήτημα ὅταν πρόκειται περὶ τῶν μεθορίων τοῦ κράτους· βεβαίως ἂν ζητήσετε ἀπὸ ἐμὲ τὴν λύσιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, δὲν δύναμαι νὰ τὸ κατορθώσω· σχετικῶς ὅμως ἐνόμισα ὅτι πρέπει νὰ μεταβάλωμεν τὸ μέτρον τῆς πληρωμῆς. Ἐπειδὴ ἡ πληρωμὴ τοῦ ἐράνου ἔχει διπλοῦν σκοπὸν, νὰ βοηθήσῃ τὴν ἐπαρχίαν καὶ τὸν αἰχμαλωτισθέντα, καθὼς ἕκαστον ἄτομον ὀφείλει νὰ συντρέχῃ διὰ τῆς περιουσίας του τὸν τόπον, οὕτω καὶ ἡ ἐπαρχία, ὁ δῆμος πρέπει νὰ ἔρχηται εἰς ἐπικουρίαν τῶν δυστυχούντων καὶ μάλιστα τῶν δυστυχούντων ἀπὸ τοιούτην κακίαν. Ἐνόμισα λοιπὸν, ὅτι τὸ μέτρον τῆς ἀποζημιώσεως ἢ τῆς βοηθείας δὲν δύναται νὰ παραβλάψῃ κανένα, διότι ἡ δυστυχία αὕτη ἐπαπειλεῖ ὅλους· καὶ τοῦτο τὸ βλέπομεν ὅτι γίνεται ἀπὸ συνήθειαν· ὅταν ἐξ οἰκογενειῶν δήμου τινὸς λαμβάνωνται εἰς τὸν στρατὸν τὰ τέκνα, συνέρχονται ὅλοι οἱ ἄλλοι καὶ πληρόνουν ἀνὰ 5 ἢ 6 δραχμὰς ἕκαστος· ἐὰν λοιπὸν τοῦτο γίνεται οἴκοθεν κατ’ αὐτὴν τὴν περίστασιν ἐκ τῆς φιλανθρωπίας τῶν συμπολιτῶν, διατὶ νὰ μὴ παραδεχθῶμεν ὅτι ὁ λαὸς δὲν θέλει δυσφορήσει νὰ πράξῃ τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος ἀποζημίωσιν; Ἐνόμισα λοιπὸν ὅτι διὰ τοὺς μεθορίους δήμους, ἂν τοὺς ὑποβάλωμεν εἰς τὸ ἥμισυ, θέλομεν ἐπιτύχει τοῦ σκοποῦ. Εἶναι πολὺ ἴσως τὸ ποσὸν τοῦ ἡμίσεως; ἃς ἐλαττωθῇ· εἶναι ὀλίγον; ἂς αὐξηθῇ· φροντίζω μόνον περὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων. Ἐπέφερα λοιπὸν εἰς τὴν τροπολογίαν μου τὰς ἀκολούθους βελτιώσεις. Τροπολογία ἐπὶ τοῦ περὶ καταδιώξεως τῆς ληστείας νομοσχεδίου. Ἄρθρον 16. «Οἱ δημόται τοῦ δήμου ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ ὁποίου συλληφθῇ αἰχμάλωτος ὑπὸ λῃστῶν καὶ οἱ δημόται τοῦ δήμου ἐντὸς τῶν ὁποίων ἐπληρώθησαν τὰ πρὸς ἀπολύτρωσιν λύτρα ἀποζημιόνουσι δι’ ἐράνου κατὰ τὰ δύω τρίτα τὸν αἰχμαλωτισθέντα, μένοντος τοῦ ἑνὸς τρίτου εἰς βάρος αὐτοῦ. Ἄρθρον 17. Ἐὰν ἡ αἰχμαλωσία λάβῃ χώραν εἰς τὰ ὅρια δύω ἢ περισσοτέρων δήμων, ἢ τὰ λύτρα ληφθῶσιν ὑπὸ τῶν λῃστῶν εἰς τὰ ὅρια ἐπίσης δύω ἢ πλειοτέρων δήμων, οἱ δημόται ὅλων τούτων ἀποζημιοῦσι δι’ ἐράνου τὸν αἰχμαλωτισθέντα, εἰς βάρος του ὁποίου μένει ποσοστὸν ἴσον πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν δήμων συναριθμουμένου καὶ τοῦ αἰχμαλώτου. Ἄρθρον 18. Τὸ ἐπιβαλλόμενον μένος ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς δημότας τῶν δήμων ἐν οἷς ἡ λήστευσις ἔλαβε χώραν, μερίζεται εἰς τοὺς φορολογουμένους δημότας ἐπὶ τῇ ἀναλογίᾳ τῶν βεβαιωθέντων φόρων τοῦ ἀμέσως παρελθόντος ἔτους διὰ πρωτοκόλλου συντασσομένου ὑπὸ τοῦ ἐπάρχου, τοῦ ἐφόρου καὶ τοῦ οἰκείου δημάρχου. Ἄρθρον 19. Ἡ εἴσπραξις ἐνεργεῖται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πρωτοκόλλου ὑπὸ τοῦ σχετικοῦ ταμίου ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς εἰς αὐτὸν παραδόσεως τοῦ πρωτοκόλλου καὶ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ καθυστερούντων νόμου, μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς τελεσιδίκου ἀποφάσεως. Ἄρθρον 20. Ἐὰν τὰ πρὸς ἀπελευθέρωσιν λύτρα πληρωθῶσιν ἐκτὸς τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους, ὁ δῆμος ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ αἰχμαλωσία ὑποβάλλεται εἰς τὸ ½ τῆς ἀποζημιώσεως, τὸ δὲ ἕτερον ½ μένει εἰς βάρος τοῦ αἰχμαλώτου. Ἄρθρον 21. Πᾶς δῆμος ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἤθελεν ἀποδειχθῆ ὅτι ἐνδιαιτῶνται λῃσταὶ ὑποβάλλεται εἰς ὑποχρεωτικὸν ἔρανον ὑπὲρ τῶν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν τῆς σχετικῆς ἐπαρχίας ἀπὸ 5–8000 χιλ. δραχμῶν. Ἄρθρον 22. Κατὰ τῶν δήμων ἡ περὶ ἀποζημιώσεως ἀγωγὴ κινεῖται παρὰ τοῦ αἰχμαλωτισθέντος, ὅταν ἡ ἀποζημίωσις ἀποβλέπῃ αὐτόν· κατὰ δὲ τῶν δήμων, οἵτινες ὑποβάλλονται εἰς ἔρανον διότι ἐντὸς αὐτῶν ἐνδιαιτῶνται λῃσταί, ἡ ἀγωγὴ κινεῖται ὑπὸ τοῦ νομάρχου καὶ εἰσαγγελέως τοῦ σχετικοῦ νομοῦ. Αἱ τοιαῦται δίκαι θέλουν προτιμᾶσθαι καὶ ἀπὸ τὰς συνοπτικὰς δίκας. Αἴτησις ἀναιρέσεως δὲν ἐπιτρέπεται. Ἄρθρον 23. Τὰ περὶ ἐκτελέσεως τῶν κατὰ δήμων ἀποφάσεων τούτων ἐνεργοῦνται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἀπὸ 1 Ἰουλίου 1836, περὶ τῶν γενομένων εἰς τὰ δένδρα καὶ φυτείας φθορῶν νόμου. Ἄρθρον 21. Οἱ αἰχμαλωτισθέντες ὑπὸ τῶν λῃστῶν καὶ διὰ λύτρων ἐλευθερωθέντες καὶ οἱ δῆμοι ἔχουσι δικαίωμα ἀποζημιώσεως ἐκ τῆς περιουσίας τῶν λῃστῶν καὶ τῶν λῃσταποδόχων». Θέλετε λοιπὸν νὰ προστεθῇ ἐνταῦθα καὶ τῶν δήμων εἰς οὓς διαιτῶνται οἱ λῃσταί; ἂς γίνῃ. Ἂν ἡ τροπολογία ἔχῃ τι ἀτελές, περὶ τούτου δὲν ἐγγυῶμαι, ἀλλ’ ἐπιμένω νὰ εἴπω ὅτι πρέπει νὰ ἐξεγείρωμεν τὸν λαόν· ἄνευ τούτου κανένα ἄλλο μέσον δὲν δύναται νὰ καταστρέψῃ τὴν λῃστείαν, καὶ οἱ λαοὶ δὲν ἐξεγείρονται παρὰ διὰ τῆς χρηματικῆς ἀποζημιώσεως. Μὴ πιστεύσετε ποτὲ, ὅτι προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος, δὲν θὰ εἴπω ὅ,τι αἰσθάνομαι ὡς ἀληθές. Ἐγὼ ἠξεύρω ὅτι εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν εἶναι ἄνθρωποι κακῆς διαγωγῆς, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν ὅτι αὐτοὶ εἶναι ὀλίγοι καὶ ὄχι μόνον εἶναι ὀλίγοι, ἀλλ’ ἐξαρτῶνται πάντοτε ὑπὸ τὴν ὑγιᾶ μερίδα ἑκάστου δήμου.
§16ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς κάθε δῆμον εἶναι ὀλιγώτεροι οἱ οἰκοκυρέοι· κάθε οἰκογένεια λοιπὸν ἐξ ἴσου πρέπει νὰ πληρώσῃ;
§17ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐταὶ εἶναι λεπτομέρειαι. Ἐγὼ δὲν τολμῶ νὰ συλλάβω τὴν ἰδέαν αὐτήν, οὔτε τὸ πιστεύω, Κύριοι, ἠκούσατε τὴν παρατήρησιν τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μου, ἀλλὰ συγχωρήσατέ μοι νὰ ᾖμαι ἐναντίος, διότι, ἂν ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἀληθεύῃ, τότε ἀλλοίμονον καὶ εἰς ἡμᾶς, καθ’ ὅσον τότε θέλομεν ὑποκύψει ἡμεῖς εἰς ἐκείνους, καὶ οὐχὶ ἐκεῖνοι εἰς ἡμᾶς. Ἂν τὸ μέτρον τῆς ἀποζημιώσεως θὰ ἐφαρμοσθῇ κατ’ ἐκεῖνον ἢ κατὰ τοῦτον τὸν τρόπον καὶ ἡ Βουλὴ νομίσῃ καλὸν νὰ λάβῃ ἄλλο μέτρον, τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν ἔχω νὰ κάμω καμμίαν παρατήρησιν καὶ οὔτε μὲ μέλει, ἂν ἡ ἰδέα μου δὲν ἐγκριθῇ· εἶπον ὅτι ἂν τὸ μέτρον ᾖναι σκληρὸν καὶ ἐπιτύχῃ τοῦ σκοποῦ, ἀναλαμβάνω ἐγὼ τὴν εὐθύνην. Ἂν τώρα ἡ Κυβέρνησις, εἴτε ἡ Βουλὴ, δὲν θέλῃ νὰ παραδεχθῇ τὰς τροπολογίας αὐτάς, δι’ ἐμὲ εἶναι ἀδιάφορον.
§18ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μὴ ὑποθέσετε, Κύριοι βουλευταί, ὅτι κατέχομαι ἀπὸ τὴν ἰδέαν τοῦ ὅτι δύναμαι νὰ νομοθετήσω μόνος περὶ τῆς λῃστείας, καὶ μάλιστα, ἀφοῦ χθὲς ἔφθασα καὶ δὲν ἦτο δέον νὰ λάβω τὸν λόγον· νομίζω ὅμως, ὅτι τὰ παθήματά μου μὲ δίδουν τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἤμην εἰς θέσιν νὰ συνηγορήσω ἢ μὴ ὑπὲρ αὐτῆς τῆς προτάσεως. Κατοικῶ τόπον ὅστις κατὰ δυστυχίαν ὡς ἐκ τῆς κακῆς θέσεως τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς εἶναι ἡ φωλεὰ τῶν λῃστῶν· ἂν λοιπὸν ἐνδιαφέρωνται καὶ οἱ ἄλλοι βουλευταί, ἐνδιαφερόμεθα καὶ ἡμεῖς οἱ τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης. Ὅταν εἶδον τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸν τύπον, τὸ ἐπεδοκίμασα, ἀλλ’ οὐχὶ εἰς ὅλα του τὰ μέρη· καὶ ὅταν πρῶτον συνηντήθην μὲ τὸν Κύριον πρωθυπουργόν, τοῦ ἔκαμα λόγον περὶ τοιούτων ἀποζημιώσεων. Ἐὰν ἤμην κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὴν ἀρχήν του, δὲν ἤθελον εἶσθαι σύμφωνος καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς διατάξεις τῶν δημαρχικῶν παρέδρων· οἱ δημαρχικοὶ πάρεδροι εἶναι μονάδες ἃς οὐδεὶς τὰς ἀκούει. Ἐξηγῶ τὴν γνώμην μου, ὅτι κατὰ τὸ μέρος τοῦτο, τὸ περὶ παρέδρων, θεωρῶ τὸ νομοσχέδιον ὄχι συντελεστικὸν πρὸς τὸν σκοπόν· τὶ θὰ εἴπῃ πάρεδρος, Κύριοι;
§19ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐδῶ ἐννοοῦμεν τὸν πάρεδρον, Κύριε Τσιριμῶκε, ἐνεργοῦντα τὰ καθήκοντα τοῦ δημάρχου.
§20ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Παρακαλῶ· ὁ εἰδικὸς πάρεδρος δὲν εἶναι εἰμὴ εἷς ὑπηρέτης ὁλοκλήρου τοῦ χωρίου· λοιπὸν θέλομεν τὸν ὑπαγάγει εἰς ποινικὰς διατάξεις, θέλομεν τὸν θεωρήσει ἔνοχον, ἐνῷ δὲν ἔχει κἀμμίαν δικαιοδοσίαν; Κατὰ τοῦτο τὸ μέρος θεωρῶ τὸ νομοσχέδιον ὄχι ὀρθόν, ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται, τώρα πρόκειται περὶ τῆς τροπολογίας τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς. Ἡ τροπολογία αὕτη, κύριοι, θέλει ν’ ἀποδώσῃ εὐθύνας εἰς τὰ ἠθικὰ ἢ εἰς τὰ ἰδανικὰ πρόσωπα τῶν δήμων· ἀλλὰ εὐθύνεται ποτὲ ἠθικὸν πρόσωπον; τὸ δημόσιον ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι συνεργὸν τῆς λῃστείας; Ποτὲ ὁ δῆμος ὑπὸ τὴν ἀφῃρημένην ἰδιότητα λαμβανόμενος δὲν εἰμπορεῖ νὰ ᾖναι συνεργὸς τῆς λῃστείας.
§21ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ δημόται.
§22ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐὰν πρόκειται περὶ τῶν δημοτῶν, τὸ ἐννοῶ· ἐὰν ἐγὼ π. χ. συνετέλεσα, ἐγὼ εἶμαι ὑπεύθυνος· κατὰ τί εὐθύνεται ὁ συνδημότης μου, ὁ ὁποῖος εἶναι φιλήσυχος καὶ ἀγαπᾷ περισσότερον τὴν τάξιν παντὸς ἄλλου; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου νομίζετε ὅτι εὐκολύνομεν τὴν θέσιν τοῦ αἰχμαλώτου, ἢ εὐκολύνομεν καμμίαν ἀποζημίωσιν πρὸς αὐτόν; Ἐὰν ἀναγνώσωμεν μετὰ προσοχῆς, καὶ ὅσοι μάλιστα ἐξ ἡμῶν εἶναι δικαστικοὶ ἄνθρωποι, τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, πρέπει νὰ κινήσῃ μίαν δίκην κατὰ τοῦ δήμου τοῦ ἑνὸς ὅπου συνελήφθη, μίαν κατὰ τοῦ ἑτέρου ὅπου ἀπηλευθερώθη, μίαν κατὰ τῶν λῃστῶν καὶ μίαν κατὰ τῶν συνενόχων τῶν λῃστῶν, καὶ διὰ νὰ ἀποτελειώσῃ ὁ αἰχμάλωτος καὶ τὰς 4 αὐτὰς δίκας θὰ δαπανήσῃ περισσότερα ἀφ’ ὅσα θὰ λάβῃ.
§23ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ ὅλον του τὸν βίον.
§24ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μάλιστα, καὶ ὅλον του τὸν βίον, καὶ ἴσως ἴσως θὰ τὰς ἀφήσῃ καὶ εἰς τὰ τέκνα του. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸ μόνον· μεταξὺ τῶν δημοτῶν τὰ 9/10 ἴσως καὶ τὰ 99% εἶναι οἱ φιλήσυχοι πολῖται, εἷς ἢ δύω εἰμποροῦν νὰ εὐθύνωνται καθόσον θὰ ἐνεδρεύωσιν οἱ λῃσταὶ ἐκεῖ· οἱ ἄλλοι 900 ἢ 1000 κάτοικοι εἶναι ἐν πληρεστάτῃ ἀγνοίᾳ. Λοιπὸν διὰ τοὺς δύω αὐτοὺς εὐθύνονται 999 ἀθῶοι, καὶ ὅμως ὁ ἀθῶος ποτὲ δὲν εὐθύνεται· ἄρα αὐτὴ ἡ τροπολογία ἀντίκειται εἰς τὰς πρώτας βάσεις τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς δικαιοσύνης. Τοιαύτη διάταξις ὑπῆρχε κατὰ τὰ 1838 καὶ ἠγέρθησαν ἄπειροι ἀγωγαί· ὥστε αὐτὴ ἡ διάταξις, ἥτις ἐφαίνετο τότε σωστικὴ, κατηργήθη κατόπιν. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἐπρότεινε διὰ τοὺς δήμους τῆς μεθορίου γραμμῆς τὸ ἥμισυ. Ἐπειδὴ εἶμαι ἀπὸ τὴν μεθόριον γραμμήν, νομίζω καὶ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐνδέχεται ἐνίοτε νὰ πάθουν ἐντελῶς ἀθῶοι δῆμοι, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ἤθελε παραδεχθῇ ὅτι τὸ ἠθικὸν πρόσωπον τοῦ δήμου εὐθύνεται, διότι ἡ γραμμὴ τῶν μεθορίων εἶναι ὅλως ὑποθετική. Ἐνδέχεται οἱ λῃσταὶ, κατοικοῦντες εἰς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν, ἀμέσως νὰ εἰσέλθουν ἐντὸς τῶν δήμων, ν’ ἁρπάσουν τὸν αἰχμάλωτον καὶ νὰ φύγουν. Τί ἔπταισεν ὁ δῆμος; Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἐκτὸς τῆς ἀτόπου ταύτης προτάσεως ἔχει καὶ ἄλλην πρότασιν. Ἐκεῖ ὅπου ἀπελευθεροῦται ὁ αἰχμάλωτος νὰ πληρόνῃ ὁ δῆμος· λοιπὸν ἂς σηκωθῇ ὅλος ὁ δῆμος καὶ ἂς εἴπῃ, τὸν κ. Σωτηρόπουλον δὲν δέχομαι νὰ ἀπελευθερώσητε ἐδῶ, νὰ τὸν κόψητε· οὕτω δὲν θὰ εἴχομεν κανένα αἰχμάλωτον, οὔτε τὸν συνάδελφόν μας, καὶ ὁ δῆμος ὁ ὁποῖος εὐεργετεῖ τὸν αἰχμάλωτον θὰ πληρόνῃ! Ἀποκρούω λοιπὸν καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ, τὸ μὲν διότι εἶναι ἄδικος διὰ τὸν δῆμον, τὸ δὲ, διότι εἶναι ἀσύμφορος εἰς τὸν αἰχμάλωτον, τὸ δὲ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι εἶναι συμφέρουσα θέτει τὸν αἰχμάλωτον εἰς πάλην διηνεκῆ μὲ τὰ δικαστήρια καὶ τὸν καθιστᾷ ἀτυχέστερον ἀκόμη ἀφ’ ὅ,τι εἶναι. Διὰ τοῦτο εἶμαι ἐναντίος· καθόσον ἀφορᾷ δὲ τὸ σύνολον, ἐὰν ἐπιτρέπεται ἀκόμη βελτίωσίς τις, δύναμαι τότε νὰ εἴπω δύω λέξεις περὶ ὧν ἤδη σιωπῶ.
§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περὶ τοῦ δήμου εἰς ὃν ἤδη ἐμφωλεύουν οἱ λῃσταὶ τί λέγετε;
§26ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς θεωρεῖ μέγα ὠφέλημα τὸ νὰ ἐμφωλεύῃ ὁ λῃστὴς εἰς ἕνα δῆμον· ἂς μάθῃ ὅμως ὅτι ὁ λῃστὴς ἐμφωλεύει ὅπου θέλει. Ἐγὼ ὅταν ἀποβάλω τὴν εὐθύνην τὴν ὁποίαν φέρω ἀπὸ τοὺς νόμους, ἐγὼ ὅταν κατασταθῶ κοινωνικὸς ἐχθρὸς μιᾶς ὥρας, ἐμφωλεύω ὅπου θέλω, καὶ ἐπιβάλλω εἰς ὅλους νὰ μὲ τροφοδοτήσωσι· τοῦτο τὸ λέγω, κύριοι, διότι κατὰ δυστυχίαν τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων. Οἱ δῆμοι λοιπὸν αὐτοὶ δὲν εἶναι παντάπασιν ὑπεύθυνοι, ὑπεύθυνα εἶναι τὰ ὄργανα, οἱ δήμαρχοι, οἱ πολῖται καὶ ὄχι οἱ δῆμοι· ἄλλως διὰ νὰ προληφθῇ αὐτὸ τὸ κακὸν τί ἀπαιτεῖται; Κατὰ τὴν κρίσιν τὴν ἰδικήν μου ἀπαιτεῖται τὸ ἑξῆς· πλὴν τῶν ὅσα ἐλήφθησαν ἤδη ὑπ’ ὄψιν, ἡ ἐκ μέρους τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας κατάλληλος ἐκλογὴ τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπιτετραμμένα τὴν καταδίωξιν αὐτῆς· ἐὰν δὲν ἐπιτύχετε εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων, τὸ λέγω παῤῥησίᾳ, διαῤῥήδην, εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ποτὲ ἡ λῃστεία δὲν θὰ ἐξαλειφθῇ. Καταλογίσατε ὅσας θέλετε ποινὰς, δὲν θὰ ἐξαλειφθῇ. Ἐκλέξατε πρόσωπα κατάλληλα καὶ ἐπιμείνατε εἰς αὐτὰ, μὴ εἰσακούοντα μήτε τὴν ἰδικήν μου φωνὴν, μήτε κανενός· μὴ τοὺς μεταβάλλετε, διότι ἡ μεταβολὴ αὕτη εἶναι ἐπιβλαβὴς, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἄλλου φροντίσατε νὰ ἐπιτύχετε εἰς τὴν κατάλληλον ἐκλογὴν τῶν προσώπων. Ἰδοὺ, κύριοι, μία ἰδέα, ἡ ὁποία ὅσον καὶ ἂν τὴν θεωρήσητε ἄτοπον, ὅμως γεννᾶται ἀπὸ τὰ πράγματα, καὶ εἶναι κατ’ ἐμὲ ἡ μόνη ὀρθή. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, τὰ δύω πρῶτά του ἄρθρα εἶναι τὰ οὐσιωδέστερα, τὰ λοιπὰ εἶναι τῆς ἐξουσίας καθήκοντα ἐνεργούμενα ἐν ὅλῃ τῇ ἀμεροληψίᾳ καὶ εὐθύτητί της.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι πολλοὶ ἐγγεγραμένοι νὰ ὁμιλήσουν.
§28ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ κ. Σωτηρόπουλος νὰ ὁμιλήσῃ, καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τὸν ἀκούσωμεν, διότι ἔπαθεν ἀπὸ τοὺς λῃστάς.
§30ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα, διότι ἔχει πεῖραν.
§31ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε ἀπόφασιν εἶχον οὔτε διάθεσιν αἰσθάνομαι ν’ ἀναβῶ εἰς τὸ βῆμα, διαρκούσης τῆς συζητήσεως τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου, διότι καὶ πολὺ ταράττομαι καὶ τὰ μέγιστα συγκινοῦμαι ὅταν γίνεται λόγος περὶ λῃστῶν καὶ περὶ λῃστείας. Ἠναγκάσθην ὅμως μὲ ὅλην τὴν ἀποστροφὴν, τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι εἰς τὸ θέμα τοῦτο, νὰ λάβω τὸν λόγον, διὰ νὰ εὐχαριστήσω τινὰς ἐξ ὑμῶν, οἵτινες ἀφοῦ ἤκουσαν τόσα καὶ τόσα, ἐπιθυμοῦν πολὺ, ὡς μοὶ ἐξεφράσθησαν ἐπανειλημμένως, ν’ ἀκούσουν πῶς σκέπτεται περὶ τοῦ σοβαροῦ τούτου θέματος ὁ συνάδελφός σας, ὅστις ἔλαβε τὴν ἀτυχίαν νὰ γίνῃ τὸ θῦμα τῆς ἐπαράτου αὐτῆς μάστιγος, ἡ ὁποία λυμαίνεται καὶ ἀσχημίζει τὴν πατρίδα μας, καὶ διὰ τὴν ἐξόντωσιν τῆς ὁποίας τοσοῦτος λόγος καὶ τοσαύτη σκέψις πολὺ δικαίως γίνεται. Ἀφοῦ δὲ ἀπεφάσισα νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, εἶμαι βέβαιος ὅτι θέλετε μ’ ἀνεχθῆ νὰ ὁμιλήσω ὀλίγον ἐκτενέστερον περὶ αὐτοῦ, καὶ νὰ σᾶς ἐκθέσω μὲ ὅλην τὴν παῤῥησίαν καὶ ἀπροκαλύπτως ὅλας μου τὰς σκέψεις καὶ πᾶν ὅ,τι πολυήμερος καὶ λίαν πικρὰ πεῖρα μ’ ἐδίδαξε. Κατ’ ἐμὲ, κύριοι, ἡ λῃστεία εἶναι ἡ φοβερωτέρα πληγὴ, ἡ δεινοτέρα μάστιξ ἐξ ὅσων αἱ κοινωνίαι εἶναι ὑποκείμεναι νὰ ὑποφέρωσιν. Ὅπου ὑπάρχει λῃστεία, ἐκεῖ ὄχι μόνον ἡ περιουσία καὶ ἡ ζωὴ τῶν πολιτῶν εἶναι προβληματικὴ, ὄχι μόνον αἱ ἐλευθερίαι καὶ ὅλα τὰ παντὸς εἴδους δικαιώματα καθίστανται ἰδανικὰ καὶ μάταια, ἀλλὰ τὰ πάντα παραλύουν, τὰ πάντα μαραίνονται· αἱ συναλλαγαὶ περιορίζονται καὶ καταστρέφονται, ἡ τιμὴ τῶν κτημάτων ἐλαττοῦται, αἱ δοσοληψίαι ἐμποδίζονται καὶ ἐν γένει ἡ κοινωνία φθάνει πολὺ ταχέως εἰς ἀποσύνθεσιν. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῶσιν ὅλα τὰ δυνατὰ μέτρα καὶ οὐδεμία θυσία, οὐδεμία πίεσις, κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἰδέαν, δὲν εἶναι τόσον μεγάλη, ὥστε νὰ ἐμποδισθῶμεν ἀπὸ τοῦ νὰ τὴν ψηφίσωμεν, ὅταν πρόκειται νὰ καταστραφῇ καὶ νὰ ἐξοντωθῇ ἡ λῃστεία, διότι τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα συγκροτοῦν τὴν κοινωνίαν, ἐν ᾗ ἐμφωλεύει ἡ πληγὴ αὕτη, αὐτὸ τὸ μέγα κακὸν, καθ’ ἡμέραν κινδυνεύουν, χάνουν τὴν περιουσίαν των καὶ στεροῦνται τῆς προσωπικῆς των ἐλευθερίας καὶ τῆς ζωῆς των. Καὶ ἐὰν ἄλλοτε ὑπέφεραν οἱ πολῖται ὅλα αὐτὰ τὰ κακὰ, σήμερον, ὅτε ἡ λῃστεία παραδέχθη ἄλλο σύστημα ἐνεργείας, ὅπως πολὺ εὐγλώττως σᾶς ἐξέθεσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Πετιμεζᾶς, τὸ κακὸν ἀποβαίνει πολὺ μεγαλείτερον. Ἄλλοτε, κύριοι, ἡ διαδικασία μετὰ τῶν λῃστῶν ἦτο συντομωτάτη, καὶ ποτὲ δὲν εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀφαίρεσιν ὁλοκλήρου τῆς περιουσίας τοῦ πολίτου· ἔκαμνον τὰς καλουμένας παρ’ αὐτῶν στρατοκρατείας, κατελάμβαναν δηλ. τὰς δημοσίας ὁδοὺς, συνελάμβανον πολίτας τινὰς, τοὺς ἐκράτουν ὀλίγην ὥραν, ἀφῄρουν παρ’ αὐτῶν ὅ,τι εὕρισκον ἐπάνω των, καὶ ἔπειτα τοὺς ἀπέλυον· ἐπήγαιναν εἰς τὰς οἰκίας, ὑπέβαλον ἐνίοτε εἰς βασάνους τοὺς οἰκοδεσπότας, ἐλάμβανον ὅ,τι εὕρισκον ἐντὸς τῶν οἰκιῶν καὶ ἀνεχώρουν χωρὶς νὰ ἐγγίσουν τὴν ἐπίλοιπον περιουσίαν· καὶ ἠξεύρετε πολὺ καλὰ ὅτι οὐδεὶς φέρει μεθ’ ἑαυτοῦ, οὔτε φυλάττει εἰς τὴν οἰκίαν του ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν του· σήμερον ὅμως μὲ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡ λῃστεία παρεδέχθη τοῦ νὰ αἰχμαλωτίζῃ τοὺς πολίτας, νὰ τοὺς μεταφέρῃ εἰς τὰ ὄρη, νὰ τοὺς κρατῇ εἰς τόπους ἀγνώστους καὶ ν’ ἀπαιτῇ παρ’ αὐτῶν λύτρα, ἀφαιρεῖ ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν καὶ ἀφίνει γυμνοὺς πολίτας, οἵτινες ἄλλοτε ἐθεωροῦντο εὔποροι. Ποτὲ, Κύριοι, δὲν θέλω μνημονεύσει τὴν φρικώδη ἐκείνην στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν καθήμενος ἄφροντις καὶ ἀμέριμνος εἰς τὸ κτῆμά μου, ἐγενόμην ἀνάρπαστος ἀπὸ κακούργων, καὶ μετεφέρθην ἐν τῷ μέσῳ τῆς μεγαλειτέρας ἀπελπισίας τῶν οἰκείων μου εἰς τόπους τοὺς ὁποίους δὲν ἐγνώριζον. Ἐκρατήθην ἐπὶ 36 ἡμέρας ὑποβληθεὶς εἰς μυρίας στερήσεις καὶ εἰς μυρίας κακουχίας, τὰς ὁποίας συνεπῆγεν ὄχι ἡ κακὴ πρὸς ἐμὲ θέλησις τῶν λῃστῶν, ἀλλ’ ἡ φύσις τοῦ πράγματος, διότι, καὶ ἂν ἤθελον, δὲν εἶχον περισσότερα μέσα διὰ νὰ μὲ περιποιηθοῦν· ὑπεβλήθην, λέγω, εἰς μυρίας κακουχίας, εἰς μυρίας στερήσεις, ὑπέφερον ἀπὸ τὸ ψύχος, ὑπέφερα ἀπὸ τὴν ἀκαθαρσίαν, ὑπέφερα ἀκόμη καὶ ἀπὸ αὐτὰ τὰ μυσαρὰ ζωύφια, τὰ ὁποῖα ἡ ἀκαθαρσία γεννᾷ· ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, Κύριοι, ἡ οἰκογένεια μου, οἱ συγγενεῖς μου οἱ φίλοι μου διετέλεσαν ἐπὶ 36 ἡμέρας ὑπὸ τὸ κράτος τῆς μεγαλειτέρας ἀμηχανίας· ἔτρεχον ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, ἐπάλαιον μὲ ὅλα τὰ στοιχεῖα, ἐπάλαιον μὲ τὸν θάνατον, ἐξέθεσαν εἰς κίνδυνον πολλάκις τὴν ζωὴν των ὅπως δυνηθῶσι νὰ μὲ σώσωσιν. Ὕστερον δὲ ἀπὸ τόσα καὶ τόσα μαρτύρια, τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ καὶ ἡ οἰκογένειά μου καὶ οἱ συγγενεῖς καὶ οἱ φίλοι μου ἐδοκιμάσαμεν, ποῖον ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα; Νὰ σωθῇ μὲν ἡ ζωὴ μου, χάρις εἰς τὴν θείαν πρόνοιαν καὶ τὴν παράτολμον ἀποφασιστικότητα τῶν συγγενῶν μου, ἀλλὰ νὰ χάσω ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν μου. Ναί, μοῦ ἐπῆραν 60 χιλιάδας δραχμῶν, καὶ εἰς ἄλλας 10 χιλιάδας ἀκόμη ἀνέβησαν αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μέχρις οὗ ἐλευθερωθῶ, διότι ἔτρεχον ἄπειροι ἄνθρωποι ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, καθόσον ὁ πολίτης, ὁ ὁποῖος λαμβάνει τὴν ἀτυχίαν νὰ αἰχμαλωτισθῇ, δὲν ὑποφέρει μόνον ἀπὸ τοὺς ληστὰς, καταδιώκεται ἀπὸ ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν; ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν, ἥτις ἐξουσία ἀφωσιωμένη εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν ἑνὸς ἄλλου καθήκοντος, τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχει πρὸς ἐξόντωσιν τῆς ληστείας, ὑπερορᾷ ὅλως διόλου τὴν τύχην τοῦ δυστυχοῦς αἰχμαλώτου, παρεμβάλλει μυρία προσκόμματα εἰς αὐτὴν τὴν ἀπολύτρωσίν του, καὶ τὰ προσκόμματα αὐτὰ παρενεβλήθησαν εἰς τὸν μεγαλείτερον βαθμὸν, ὅταν ἐγὼ ἤμην αἰχμάλωτος. Ἔχασα λοιπὸν ὅλην τὴν περιουσίαν μου, καὶ ἐνῷ ἐθεωρούμην ἕως τότε ἕνεκα τῶν περιωρισμένων ἀναγκῶν μου εὔπορος, οἰκοκύρης, σήμερον δὲν ἔχω τίποτε, καὶ συλλογίζομαι εὐχὶ πῶς νὰ ζήσω, διότι ἐπῆρα πλέον τὴν ἀπόφασιν, ὅτι πρέπει νὰ ζήσω ἐργαζόμενος ἐν ἰδρώτι τοῦ προσώπου μου, ἀλλὰ πῶς νὰ πληρώσω μὲ μόνον τὰ ἴδιά μου κτήματα τὸ βαρύτατον χρέος, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθην ἕνεκα τῆς δυστυχοῦς αὐτῆς περιστάσεως, καὶ νὰ μὴ ζημιώσω τοὺς συγγενεῖς μου, οἵτινες ἀπὸ ὑπερβολικὴν στοργὴν εἶχον τὴν γενναιότητα ὕστερον ἀπὸ τόσας καὶ τόσας προσωπικὰς θυσίας νὰ προσφέρουν καὶ τὴν περιουσίαν των πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ ληφθέντος δανείου. Σᾶς λέγω αὐτὰ, Κύριοι, ὄχι διὰ νὰ παραπονεθῶ ἐνώπιόν σας δι’ ὅ,τι μοῦ συνέβη, ἀλλὰ διὰ νὰ σᾶς κάμω νὰ ἐννοήσητε ἔτι μᾶλλον, ὅτι μεγαλείτερον κακὸν ἀπὸ τὴν ληστείαν διὰ τὴν κοινωνίαν, διὰ τὴν πατρίδα μας, δὲν ὑπάρχει, οὐδὲ δύναται νὰ ὑπάρξῃ, καὶ νὰ ἔλθω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὀπισθοχωρήσωμεν ἀπέναντι οὐδενὸς μέτρου, ἀπέναντι οὐδεμιᾶς διατάξεως, ὅσον αὐστηρὰ καὶ βαρεῖα καὶ ἂν ἦναι, φθάνει μόνον νὰ ἔχωμεν τὴν ἐλπίδα, ἐὰν ὄχι τὴν πεποίθησιν, ὅτι δι’ αὐτῆς ἠμποροῦμεν νὰ ἐξοντώσωμεν τὴν ἐπάρατον μάστιγα τῆς ληστείας. Ἐνόσῳ ὑπάρχει ληστεία, τίποτε δὲν ἔχομεν. Ἄκουσα πολλοὺς νὰ λέγουν, ὅτι ἂν ψηφισθῇ ἡ δεῖνα διάταξις, παραβλάπτομεν τὸ δημοτικὸν σύστημα· καὶ ὑπάρχει, κύριοι, σᾶς ἐρωτῶ, δημοτικὸν σύσιμα, ὑπάρχουσι δημοτικαὶ ἐλευθερίαι ὅπου ὑπάρχει ληστεία; ἐγὼ ἀποκρίνομαι ὄχι· δὲν ἠθέλησα νὰ γράψω εἰς τὸ ὁποῖον ἐδημοσίευσα φυλλάδιον ὅλα ἐν γένει ὅσα ἤκουσα ἀπὸ τοῦ στόματος τῶν ληστῶν, διότι ὁ σκοπὸς τοῦ φυλλαδίου ἐκείνου δὲν ἦτο νὰ προσβάλλω ἄτομα, οὐδὲ νὰ ἐκθέσω τὰ αἴσχη τῆς πατρίδος μου. Σκοπὸν ἀποκλειστικὸν εἶχον νὰ γράψω τὰ παθήματά μου ἁπλῶς διὰ νὰ εὐχαριστήσω τὴν περιέργειαν πολλῶν φίλων, οἵτινες ἐπεθύμουν νὰ μάθουν καὶ τὰς ἐλαχίστας λεπτομερείας. Ἄλλως ἤθελον ἐκθέσει, ὅτι, καθὼς μοὶ ἔλεγαν οἱ λησταὶ καὶ τὸ ἔλεγαν εἰς τρόπον ὅστις μὲ ἔπειθε, ἀπὸ πολλοὺς δημάρχους τινὲς ἐχειροτονήθησαν παρ’ αὐτῶν, καὶ ἂν 5 ἢ 10 λησταί, εἵτινες ὑπάρχουν σήμερον εἰς τὴν Πελοπόννησον, ἠδυνήθησαν νὰ δημιουργήσωσιν, ἔστω καὶ ἕνα μόνον δήμαρχον, ἀμφιβάλλετε, ὅτι ἐὰν ὁ ἀριθμὸς τῶν ληστῶν ἀναβιβασθῇ εἰς 50,100, ἢ 200, τότε ὅλοι οἱ δήμαρχοι καὶ οἱ βουλευταὶ ἀκόμη θὰ χειροτονῶνται παρὰ τῶν ληστῶν; Ποῦ ὑπάρχουν λοιπὸν αἱ δημοτικαὶ ἐλευθερίαι, ποῦ ὑπάρχει τὸ δημοτικὸν σύστημα, ὅταν ἔχετε ληστὰς, καὶ οἱ λῃσταὶ ἔχουν τὴν ἱκανότητα νὰ δημιουργοῦν δημάρχους; Ἤκουσα ἄλλος νὰ λέγουν, ὅτι ἂν ψηφίσετε διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ δήμαρχος εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου ἤθελεν ὑπάρξει ληστὴς θὰ παύεται, φέρουν οἱ ἀντίπαλοί του ληστὰς διὰ νὰ ἐνοχοποιοῦν τὸν δήμαρχον καὶ νὰ προκαλοῦν τὴν παῦσίν του. Ἀλλὰ δὲν συλλογίζεσθε, ὅτι ὅταν ὑπάρχουν λησταὶ εἰς τὴν ἐπικράτειαν, οἱ ἀντίπαλοι τῶν δημάρχων ἀντὶ νὰ φέρουν αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς κρατήσουν πρὸς ἐνοχοποίησιν τοῦ δημάρχου, δύνανται νὰ τοὺς φέρουν καὶ νὰ συλλαμβάνουν ἢ νὰ παύουν τὸν δήμαρχον καὶ τοιουτοτρόπως νὰ τὸν ἀφαιρῶσιν ἀπὸ τὴν κοινωνίαν, ὅπως ἀφηρέθη δυστυχῶς ἀπὸ τριῶν ἤδη μηνῶν ὁ δήμαρχος Θεισώας, τοῦ ὁποίου ἀκόμη δὲν εἶναι γνωστή ἡ τύχη; Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν ἀρκεῖ κατὰ τὴν ἰδέαν μου νὰ λάβωμεν μέτρα διὰ νὰ ἐξοντώσωμεν τοὺς ὑπάρχοντας ληστάς· πρέπει, εἰ δυνατὸν, νὰ εὕρωμεν τὴν πηγὴν ἐκ τῆς ὁποίας γεννῶνται οἱ λησταὶ καὶ νὰ προσπαθήσωμεν ἐκ παντὸς τρόπου νὰ τὴν ἐκκόψωμεν· διότι τὶ ὠφελεῖ παραδείγματος χάριν νὰ ἐξάγωμεν διὰ τῆς ἀντλίας τὰ νερὰ, τὰ ὁποῖα ἐμβαίνουν εἰς ἓν πλοῖον, χωρὶς νὰ κλείσωμεν συγχρόνως καὶ τὰς ὀπὰς διὰ τῶν ὁποίων εἰσέρχονται τὰ ὕδατα; ὅταν αἱ ὀπαὶ ἦναι μεγάλαι καὶ εἰσέρχεται μεγαλητέρα ποσότης ὕδατος παρὰ τὴν ἐξερχομένην, ματαίως κοπιάζομεν, δὲν θὰ παρέλθῃ ὀλίγη ὥρα καὶ τὸ πλοῖόν μας θέλει βεβαίως καταποντισθῆ. Τὸ ἴδιον θέλει συμβῆ καὶ διὰ τὴν ληστείαν, ἐὰν δὲν ἀνεύρωμεν τὴν πηγὴν αὐτῆς· ἐὰν δὲν ἐξετάσωμεν πόθεν οἱ λησταὶ λαμβάνουν καθεκάστην νέαν ζωὴν καὶ νέας δυνάμεις, δὲν θέλομεν κατορθώσει τίποτε. Μὴ νομίσετε, ὅτι ὅσοι ἠσπάσθησαν ἀπό τινος καιροῦ τὸν ληστρικὸν βίον ἐξακολουθοῦν νὰ ἦναι λησταί, διότι καθημέραν φονεύονται πολλοὶ ἐξ αὐτῶν καὶ ἄλλοι συλλαμβάνονται, δικάζονται καὶ καταδικάζονται εἰς θάνατον. Καὶ ὅμως ἐνᾧ καθεκάστην καταστρέφονται λησταί, ἡ ληστεία ὑπάρχει καὶ ἀκμάζει εἰς τὴν κοινωνίαν. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ὅπως ἐξετάσω ἐν συντόμῳ ποῖα τὰ αἴτια, ἐκ τῶν ὁποίων καὶ ἄλλοτε ἐγεννήθη ἡ ληστεία καὶ ἐσχάτως ἦρε τὴν κεφαλήν της. Ἐὰν δυνηθῶ νὰ σᾶς ὁδηγήσω εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τῶν αἰτίων αὐτῶν, ἐλπίζω ὅτι θέλω σᾶς προσφέρει μίαν ἐκδούλευσιν πολὺ μεγαλειτέραν παρὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς παρουσίασε, καὶ τὸ ὁποῖον θεωρῶ λίαν ὠφέλιμον καὶ λίαν ἀναγκαῖον, διότι δὲν ἀρκεῖ πάλιν νὰ κλείσωμεν τὴν πηγὴν τῆς ληστείας, πρέπει νὰ καταστρέψωμεν καὶ τοὺς ὑπάρχοντας ληστὰς, καὶ εἰς τοῦτο συντελεῖ τὸ νομοσχέδιον. Ἡ ληστεία εἶναι ἑλληνικὸν προϊόν, εἶπεν εἷς τῶν ἀγορευσάντων κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς συζητήσεως τοῦ Νομοσχεδίου, περὶ οὗ πρόκειται. Μὲ ὅλην τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς τὴν νοημοσύνην καὶ εἰς τὴν μεγάλην πεῖραν τοῦ ἐντίμου Κυρίου Βουλευτοῦ, ὅστις ἐξέφερε τὸν λόγον τοῦτον, ζητῶ παρ’ αὐτοῦ τὴν ἄδειαν νὰ μὴ συμμερισθῶ τὴν γνώμην του. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν παραδέχομαι, ὅτι ἡ ληστεία εἶναι προϊὸν τῆς Ἑλλάδος. Τοιαῦτα προϊόντα κατὰ τὴν κρίσιν μου τὸ ἑλληνικὸν ἔδαφος δὲν παράγει. Ἡ ληστεία, κατ’ ἐμὲ, εἶναι μᾶλλον ζιζάνιον τοῦ ἑλληνικοῦ ἐδάφους, ζιζάνιον ὅμοιον μὲ τὰ ζιζάνια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα φυτρόνουν εἰς τοὺς ἀγροὺς ἕνεκα πλημμύρας ἢ ἄλλων ἐκτάκτων ἀτμοσφαιρικῶν περιστάσεων, καὶ τὰ ὁποῖα καταπνίγουν τὸ κύριον προϊόν, ὅταν ὁ γεωργὸς δὲν φροντίσῃ νὰ τὰ ἐκριζώσῃ. Τοιοῦτόν τι φρονῶ, ὅτι εἶναι καὶ ἡ ληστεία τῆς Ἑλλάδος· δὲν εἶναι τακτικὸν, δὲν εἶναι σύνηθες προϊὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους· εἶναι φαινόμενον ἔκτακτον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν ἀρχὴν του εἰς ὅλως ἐκτάκτους καὶ ἀνωμάλους περιστάσεις. Συμβουλευθῆτε, Κύριοι, τὴν ἱστορίαν καὶ θέλετε ἰδῆ, ὅτι ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἡ ἀκμάζουσα ληστεία, ἐξ ἧς τόσοι ἥρωες ἀνεδείχθησαν, δὲν εἶχεν ἄλλην ἀρχὴν εἰμὴ τὰς καταπιέσεις τῆς τουρκικῆς ἐξουσίας· πολλοὶ ἄνθρωποι ζωηροί, φιλότιμοι, μὴ δυνάμενοι ἢ μὴ θέλοντες νὰ ἀνεχθοῦν τὰς καταπιέσεις καὶ καταδυναστείαν τῆς ἐξουσίας ἐκείνης, ἔφευγον ἀπὸ τὴν κοινωνίαν, ἐπήγαινον εἰς τὰ ὄρη, καὶ διὰ νὰ ἠμποροῦν νὰ συντηροῦνται, διὰ νὰ ἠμποροῦν νὰ ἀποφεύγουν τὰς καταδιώξεις τῆς ἐξουσίας ἐγίνοντο λῃσταί. Κυρία λοιπὸν αἰτία τῆς ληστείας ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἦσαν αἱ καταπιέσεις τῆς τουρκικῆς ἐξουσίας, καὶ ἔπρεπε ν’ ἀναγκασθοῦν πολλοὶ ἄνθρωποι νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν κοινωνίαν διὰ νὰ παρουσιασθῇ ἡ ληστεία· διότι ἡ ληστεία ἔχει τοῦτο τὸ ἰδιάζον ἀπὸ τὰ ἄλλα κακουργήματα, ὅτι τὰ μὲν ἄλλα κακουργήματα δύνανται νὰ ἐκτελῶνται ἀπὸ ἕνα μόνον ἄνθρωπον· ἓν μόνον πρόσωπον ἠμπορεῖ π. χ. νὰ πράξῃ μίαν πλαστογραφίαν, μίαν κλοπὴν, ἕνα φόνον, ἀλλὰ ἓν μόνον ἄτομον δὲν δύναται νὰ διαπράξῃ ληστείαν, πρέπει νὰ συνέλθωσι πολλά· καὶ δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ εὑρεθοῦν 5 ἢ 10, ὅσα ἀρκοῦσι διὰ νὰ ἀποτελέσωσι μίαν ληστρικὴν συμμορίαν, πρέπει νὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι νὰ τοὺς ἀνέχωνται καὶ νὰ τοὺς ὑποστηρίζουν. Ὥστε ἀδύνατον εἶναι νὰ ὑπάρξῃ ληστεία, ἐὰν πολλοὶ ἄνθρωποι δὲν δυσαρεστηθοῦν καὶ δὲν ἀναγκασθοῦν νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν κοινωνίαν. Ὀλίγον μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος ἦρε καὶ πάλιν ἡ ληστεία τὴν κεφαλήν της, τὰ δὲ αἴτια γνωρίζετε ὅλοι καὶ εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς τὰ εἴπω ἐγώ. Πολλὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα εἴτε ἔπραξε πράγματι, εἴτε ἐνόμιζον πολλοὶ ὅτι ἔπραξεν ἡ ἐξουσία ἐκείνη, ἠνάγκασαν πολλοὺς ἀνθρώπους νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν κοινωνίαν καὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ γίνωσι λησταί. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἐνδιατρίψω περισσότερον εἰς τὴν ληστείαν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι ἀφοῦ πολὺν καιρὸν ἐμάστιζε τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, κατώρθωσεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον διὰ διαφόρων μέσων τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων νὰ τὴν ἐξοντώσῃ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Βασιλέως ἐκείνου, καὶ γνωρίζετε ὅλοι καλλίτερον ἀπὸ ἐμὲ, ὅτι εἰς μὲν τὴν Πελοπόννησον ἀπὸ 15 ἤδη ἐτῶν μέχρι τῆς ἐξώσεως τοῦ Βασιλέως ἐκείνου λῃσταὶ δὲν ὑπῆρχον, καὶ ἐπεκράτει πλήρης τάξις καὶ ἀσφάλεια· οἱ πολῖται ἠδύναντο νὰ ἀπέρχωνται ἐλευθέρως ὅπου ἤθελον, καὶ ἐντεῦθεν ἡ μεγάλη πρόοδος, ἥτις παρατηρεῖται εἰς τὸ τμῆμα τοῦτο τῆς ἐπικρατείας· εἰ; δὲ τὴν Στερεὰν, ἐπειδὴ ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι λόγοι, ἡ ληστεία διετηρήθη περισσότερον καιρὸν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖθεν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς βασιλείας τοῦ Ὄθωνος εἶχεν ἐκλείψει· ἐπελθούσης τῆς μεταπολιτεύσεως καὶ ἐξωσθέντος τοῦ Ἡγεμόνος ἐκείνου, ἐκλονίσθη ἡ δημοσία τάξις καθ’ ὅλην τὴν ἐπικράτειαν. Πολλοὶ τῶν κατοίκων τῶν ἐπαρχιῶν, οἵτινες ἐμίσουν τὸν Βασιλέα ἐκεῖνον, πρὸ πάντων διὰ τὰ δεινά, ὅσα ὑπέφερον ἀπὸ τοὺς δημοτικούς των ἄρχοντας, ἔλαξον τὰ ὅπλα καὶ τοὺς κατέλυσαν, ἀλλὰ καὶ οἱ δήμαρχοι εἶχον τοὺς ἀνθρώπους των, καὶ ἕνεκα τούτου ἔγιναν συγκρούσεις καὶ συμπλοκαὶ, ἐξ ὧν συνέβησαν πολλὰ ἐγκλήματα. Τὸ κακὸν δὲν περιωρίσθη ἕως ἐδῶ· πολλοὶ τῶν δημάρχων ἐζήτησαν νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ τούτου ἕνεκα ἦλθον εἰς συμπλοκὴν μὲ τοὺς καταλαβόντας τὴν ἐξουσίαν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἰσχὺς τῶν νόμων ἐχαλαρώθη, συνέβησαν πολλαὶ ἀξιόποινοι πράξεις, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις τῆς μεσοβασιλείας οὔτε νὰ περιστείλῃ, οὔτε νὰ τιμωρήσῃ ἠδύνατο, ὅλες δὲ τὰς πράξεις ταύτας ἀνεβίβασαν οἱ παθόντες διὰ τῶν μηνύσεών των εἰς βαθμὸν κακουργήματος· ὁ λαβὼν π. χ. ῥάπισμα, δὲν ἐδίστασε νὰ κάμῃ μήνυσιν ἐπὶ τραύματι. Ἐν τούτοις ἦλθεν ὁ νέος Βασιλεὺς καὶ τὰ πράγματα ἔλαξον τὴν τακτικήν των πορείαν, τὰ δικαστήρια ἐπελήφθησαν τῆς ἐξετάσεως τῶν γενομένων μηνύσεων, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐφέρθησαν μὲ τὴν περίσκεψιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀπήτει ἡ ἐποχὴ καὶ αἱ περιστάσεις· ἐξέδωκαν δὲ ἄπειρα ἐντάλματα συλλήψεως καὶ φυλακίσεως χωρὶς νὰ συλλογισθῶσιν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν κατηγορουμένων ὑπερέβαινε τὰς 30,000 κατὰ τὰς ἐπισήμους πληροφορίας, τὰς ὁποίας καὶ ὑπέβαλον τότε οἱ ἀνακριτικοὶ ἐπάλληλοι. Καὶ πολλοὶ μὲν ἐκ τῶν κατηγορουμένων, εἴτε διότι συνῃσθάνοντο τὴν ἀθωότητά των, εἴτε διότι δὲν ἦσαν συνειθισμένοι νὰ τρέχουν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, προσῆλθον εἰς τὴν δικαιοσύνην, καὶ ἄλλοι μὲν ἐξ αὐτῶν ἠθωώθησαν, ἄλλοι δὲ κατεδικάσθησαν. Καὶ ἄλλοι κρατοῦνται εἰσέτι ὡς ὑπόδικοι. Εὑρέθησαν ὅμως καὶ πολλοὶ, οἵτινες ἐφοβήθησαν τὰς συνεπείας τῆς δικαστικῆς καταδιώξεως· ἐφρόνουν ὅτι οἱ ἀντίπαλοί των διὰ διαφόρων μέσων ἠδύναντο νὰ τοὺς ὑποβάλωσιν εἰς ποινὴν ἀνωτέραν τῆς νομίμου καὶ δὲν ἠθέλησαν νὰ ὑπακούσωσι· καταδιωκόμενοι ἠναγκάσθησαν νὰ γίνουν φυγόδικοι. Ἀλλὰ, καθὼς εἶπεν εἷς τῶν προαγορευσάντων, «ἡ φυγοδικία εἶναι ἓν βῆμα πρὸς τὴν ληστείαν, δὲν χρειάζεται ἢ μικρόν τι αἴτιον ὅπως ὁ φυγόδικος γίνῃ ληστής»· ὁ φυγόδικος ἔχει ἀνάγκην νὰ συντηρηθῇ· καὶ ἡ οἰκογένειά του δὲν δύναται πάντοτε νὰ τοῦ παρέχῃ τὰ μέσα μὴ δυνάμενος δὲ νὰ μένῃ πάντοτε εἰς τὸν τόπον, ὅπου κατοικεῖ ἡ οἰκογένειά του, ἀναγκάζεται ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ ἐξοκείλῃ καὶ εἰς ἄλλας ἀξιοποίνους πράξεις, ἐξοκέλλων δὲ ἐπισύρει τὴν δυσμένειαν τῆς κοινωνίας, καὶ ἐπὶ τέλους καταντᾷ ληστής. Τοιαύτη εἶναι κατ’ ἐμὲ ἡ αἰτία, δι’ ἣν μετὰ τὴν μεσοβασιλείαν παρουσιάσθησαν εἰς τὴν κοινωνίαν τόσοι λησταί· ἡ πηγὴ τῆς ληστείας, ἥτις μαστίζει σήμερον τὸν τόπον, εἶναι τὰ κατὰ διάστημα τῆς μεσοβασιλείας πραχθέντα ἐγκλήματα καὶ οἱ ἐκ τούτων φυγόδικοι. Διὰ τοῦτο ὅτε μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ Βασιλέως ἐγένετο σοβαρὰ σκέψις περὶ τοῦ ζητήματος τῶν φυγοδίκων, πολλοὶ τῶν πληρεξουσίων, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἤμην καὶ ἐγὼ, ἐξέφρασαν τὴν ἰδέαν ὅτι τὰ ἐγκλήματα τῆς μεσοβασιλείας ἔπρεπε ν’ ἀμνηστευθῶσι· καὶ δὲν λέγω, Κύριοι, σήμερον ταῦτα διὰ νὰ δικαιολογήσω τὸν ἑαυτόν μου καὶ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχον τότε· ἀπ’ ἐναντίας τὰ λέγω διὰ νὰ κατακρίνω τὰ ἐμαυτὸν, διότι δὲν εἶχον περισσοτέραν τόλμην νὰ ὑποστηρίξω τότε ἔτι μᾶλλον τὴν γώμην μου, ἐνῷ εἶχον τὴν πεποίθησιν, καὶ τὰ πράγματα δυτυχῶς μὲ ἐδικαίωσαν, ὅτι ἐὰν μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ Βασιλέως ἐδίδετο ἀμνηστεία, ληστεία δὲν ἤθελεν ὑπάρχει εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλά, καὶ τοι ἔχοντες πολλοὶ τότε τὴν πεποίθησιν ταύτην, ἐδεσμεύθημεν ἀπὸ τὰς θεωρίας, καὶ οὔτε κἂν σπουδαίως ἐσυζητήσαμεν, τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ, χωρίς νὰ συλλογισθῶμεν, ὅτι τὰ ἔθνη δὲν ἔζησαν μὲ τὰς θεωρίας, καὶ δὲν ἀνεπτύχθησαν καὶ δὲν ἐμεγαλύνθησαν μὲ αὐτὰς, ἀλλὰ συνεμορφώθησαν πάντοτε πρὸς τὰς περιστάσεις, καὶ ἔπραξαν πάντοτε ὅ,τι ἐθεωρήθη ὀρθὸν καὶ συμφέρον. Ἐντεῦθεν προέρχεται ἡ σωρεία τῶν νόμων, οἵτινες μεταβάλλονται καθ’ ἑκάστην, ἀναιροῦντες ὁ εἰς τὸν ἄλλον, καὶ ἡ πληθὺς τῶν δογμάτων καὶ συστημάτων, τὰ ὁποῖα ἀλλάζουσι τὰ ἔθνη, ὅπως οἱ ὑποκριταὶ τοῦ θεάτρου ἀλλάζουσι τὰ ἐνδύματα διὰ νὰ ὁμοιάζωσι μὲ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ὑποκρίνονται· οὐδὲν ἔθνος ἔμεινε καλῶς προσκεκολλημένον εἰς τὴν θεωρίαν, διότι ἄλλως ἔπρεπε νὰ ἀφίνῃ ἀμετάβλητον καὶ τὴν νομοθεσίαν του, ὅπως εἶναι ἀμετάβλητοι καὶ αἱ ἀρχαὶ τῆς θεωρίας. Ἐὰν δὲ καὶ ἡμεῖς ἠκολουθοῦμεν τὸν κανόνα τοῦτον καὶ ἐδίδομεν τότε τὴν ἀμνηστείαν, βεβαιωθῆτε, ὅτι ληστεία δὲν ἤθελεν ἀναφανῆ, οὔτε ἤθελε μᾶς μαστίζει σήμεριν. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ λάθος αὐτὸ ἔγεινε πλέον· ἀμνηστεία δὲν ἐδόθη, καὶ ἑπομένως ἡ ληστεία ὑπάρχει καὶ ἀκμάζει, ἀπειλοῦσα ὅλην τὴν κοινωνίαν. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι ἡ πηγὴ ἐξ ἧς ἐπήγασεν ἡ ληστεία ἐξέλιπε καθ’ ὁλοκληρίαν; φρονεῖτε ὅτι δὲν ὑπάρχουν πλέον φυγόδικοι τῆς μεσοβασιλείας; ἐγὼ δὲν τὸ πιστεύω, φρονῶ δε, ὅτι οὔτε ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἔφερεν ἐξαιρετικὸν νομοσχέδιον περὶ τῶν φυγοδίκων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Πλὴν κατὰ τὴν ἰδικήν μου πεποίθησιν, ἂν καὶ ἐπεψήφισα τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὅπως θέλω ἐπιψηφίσει καὶ πᾶν ἄλλο συντεῖνον εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν φυγοδίκων, φρονῶ ὅτι δὲν θέλει ἐπιφέρει ῥιζικὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ, διότι οἱ φυγόδικοι, ὅσοι προετίμησαν νὰ ὑποφέρουν τὰς κακουχίας καὶ τὰς καταδιώξεις τεσσάρων ἐτῶν, δὲν φοβοῦνται τὴν προφυλάκισιν, ἀλλὰ φοβοῦνται τὴν ποινὴν, καὶ ἀφοῦ ἕως τώρα δὲν προσῆλθον, νομίζω, ὅτι οὔτε τώρα θὰ προσέλθωσι. Καὶ προσερχόμενοι δὲ θέλουν καταντήσει ἐπὶ τέλους λησταί, διότι τὸ τελευταῖον καταφύγιον τῶν φυγοδίκων εἶναι ἡ ληστεία. Καὶ ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πράγμα, ἀπόδειξις εἶναι ὅτι ὅσον ἀπομακρυνόμεθα ἀπὸ την ἐποχὴν τῆς μεσοβασιλείας καὶ ὀλιγοστεύει ὁ ἀριθμὸς τῶν φυγοδίκων, τοσοῦτον αὐξάνει ὁ ἀριθμὸς τῶν ληστῶν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ γίνεται τὸ ἐναντίον. Καὶ διατὶ τοῦτο; διότι φυγόδικοι ὑπάρχουσι πολλοί, καὶ καθόσον τοῖς δίδονται ἀφορμαὶ γίνονται λησταί· ὅλοι δὲ, ἀφοῦ ἀπεφάσισαν νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν κοινωνίαν, ἔχουν τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν πρέπει νὰ τιμωρηθῶσι διὰ τὰς πράξεις των, καὶ ἡσυχάζουν ἐπὶ τοῦ παρόντος, διότι τὸ ζήτημα τῆς ἀμνηστείας δὲν ἐσυζητήθη εἰσέτι· ἀφοῦ ὅμως χάσουν τὴν ἐλπίδα αὐτὴν, μὴν ἀμφιβάλλετε, ὅτι ὅλοι σχεδὸν θὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὴν ληστείαν. Ἐκ τῶν πέντε ληστῶν, οἵτινες μὲ ἠχμαλώτισαν μόνον οἱ δύο ἦσαν λῃσταὶ, οἱ δὲ ἄλλοι τρεῖς ἦσαν φυγόδικοι, καὶ ἐὰν ἦμαι καλὰ πληροφορημένος, μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν εἶχον ὑποπέσει ἀπὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Βασιλέως εἰς καμμίαν ἄλλην ἀξιόποινον πρᾶξιν· ὥστε ἐὰν ἐδίδετο ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους ἡ ἀμνηστεία, οἱ τρεῖς ἐκεῖνοι δὲν ἤθελον λάβει μέρος εἰς τὴν αἰχμαλωσίαν μου, ἄνευ δὲ τούτων οἵτινες ἐγνώριζον τὸν τόπον οἱ ἄλλοι δύω, οἵτινες κατήγοντο ἀπὸ τὴν Στερεὰν καὶ ἀπὸ τὸν Κορινθίαν, ἦτον ἀδύνατον νὰ μὲ συλλάβωσι. Καὶ ὁ Κουλός, τὸν ὁποῖον ἐξώντωσεν ἐσχάτως εἷς Δήμαρχος τῆς Γόρτυνος, ἦτον φυγόδικος τῆς μεσοβασιλείας, καὶ μόλις ἤδη στενοχωρούμενος ἀπεφάσισε νὰ γενῇ ληστής· εὐτύχημα δὲ ἦτο ὅτι εἰς τὸ πρῶτον αὐτοῦ βῆμα κατωρθώθη νὰ καταστραφῇ. Τοιοῦτοι φυγόδικοι ὑπάρχουσιν ἀκόμη περὶ τὰς 2,000, οἱ ὁποῖοι μέχρι τῆς παρούσης ὥρας δὲν ὑπέπεσαν εἰς νεώτερον ἔγκλημά τι, περεριμένοντες τὴν τελευταίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀμνηστείας· ἐὰν ὅμως ἡ λύσις αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ἀναβληθῇ περισσότερον, βεβαιωθῆτε ὅτι ὅλοι αὐτοὶ θέλουν γίνει λῃσταί, διότι φοβούμενοι τὴν ποινὴν δὲν προσέρχονται εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ θὰ καταφύγωσιν εἰς τὸ τελευταῖον καταφύγιον τῶν φυγοδίκων, τὴν ληστείαν· θέλουν θύσει καὶ ἀπολέσει, θέλουν ἐκδικηθῆ ἐκείνους, οἵτινες τοὺς κατεδίωξαν καὶ τοὺς καταδιώκουσι καὶ τέλος πάντων θέλουσιν ἀποθάνει ἐνδόξως, διότι ὡς δόξαν του θεωρεῖ ὁ ληστὴς νὰ φονευθῇ εἰς συμπλοκὴν μὲ τὸ ξίφος εἰς τὰς χεῖρας. Προτείνω λοιπὸν, κύριοι, νὰ προστεθῇ ὡς συμπληρωτικὴ διάταξις εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ χορηγηθῇ ἀμνηστεία εἰς τὰς ἀξιοποίνους πράξεις, αἵτινες ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν μεσοβασιλείαν, νὰ ἐξαιρεθοῦν δὲ οἱ διαπράξαντες ληστείας—διότι αὐτοὶ καὶ ὀλίγοι ἦσαν καὶ ὀλίγοι εἶναι καὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ ἦναι λῃσταὶ—οἱ πειραταὶ καὶ οἱ ἀπιστήσαντες εἰς τὴν δημόσιον ὑπηρεσίαν. Ὁ λαὸς, Κύριοι, εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀμνηστείας ταύτης· ἐξάγω δὲ τοῦτο ἐκ τῆς διαγωγῆς τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων καὶ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οἱ καταγγελθέντες δι’ ἐγκλήματα διαπραχθέντα κατὰ τὴν μεσοβασιλείαν συνεποσοῦντο εἰς 30,000 καὶ ὅλοι αὐτοὶ ἦσαν φυγόδικοι ὅτε ἦλθεν ὁ Βασιλεύς· σήμερον ὁ ἀριθμὸς τῶν φυγοδίκων περιωρίσθη εἰς 2,000· ἐὰν δὲ ἐξετάσωμεν πόσοι κρατοῦνται εἰς τὰς φυλακάς, ἀμφιβάλλω ἐὰν θὰ εὕρωμεν πλέον τῶν 1,000. Λοιπὸν ἐκ τῶν 30,000 φυγοδίκων μένουσιν ἤδη 2,000 καὶ ἄλλοι 1,000 κρατοῦνται εἰς τὰς φυλακὰς, οἱ δὲ ὑπόλοιποι 27,000 τὶ ἔγειναν; ἐξ αὐτῶν ἄλλους μὲν τοὺς ἀθώωσαν τὰ δικαστήρια, εἰς δὲ τοὺς λοιπούς ἔδωκε χάριν ἡ Κυβέρνησις· τὶ ἄλλο σημαίνει τοῦτο, εἰμὴ ὅτι τὰ δικαστήρια τῶν ἐνόρκων, ἅτινα ἐκφράζουσι τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ, ἐφρόνουν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ τιμωρηθοῦν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι; Αἱ δὲ διάφοροι Κυβερνήσεις προεκάλεσαν ἑκάστοτε χάριτας ὑπὲρ αὐτῶν· δὲν ὁμολογοῦσιν ἄραγε μὲ τοῦτο, ὅτι κατὰ τὴν πεποίθησίν των δὲν ἔπρεπεν ἡ αὐστηρότης τῶν νόμων νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τῶν κατὰ την μεσοβασιλείαν διαπραχθέντων ἐγκλημάτων; Ἀλλὰ δύναται νὰ μὲ εἴπῃ τις· δὲν ἀρκεῖσθε εἰς τὰς ἀθωώσεις τῶν ἐνόρκων καὶ τὰς χάριτας τῆς Κυβερνήσεως; Δὲν ἀρκοῦμαι, διότι πολλάκις τὸ δικαστήριον συγκροτεῖται ἀπὸ πρόσωπα, ἅτινα ἐπηρεάζονται ἐκ διαφόρων ἀτόμων καὶ ἀντὶ νὰ ἀθωωθῇ ἄνθρωπος ὅστις ἀδίκως κατεμηνύθη ἢ ἔπραξεν ἐλάχιστον ἁμάρτημα καταδικάζεται, ἐνῷ ἄλλοι, οἵτινες ἔπρεπε νὰ καταδικασθῶσιν, ἀθωοῦνται· οὕτω π. χ. ἐνῷ βλέπομεν ἀθωουμένους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔπραξαν φόνους καὶ ἔκαυσαν συμβολαιογραφικά καταστήματα, ἀφ’ ἑτέρου καταδικάζονται ἄλλοι, οἵτινες κατέλυσαν τὴν δημοτικήν των ἀρχὴν εἰς τὴν 19 ὀκτωβρίου 1863 καὶ ὄχι εἰς τὴν 18, ὡς ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ φυλαχθῶσιν εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα προθεσμίαι, καὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι ἄνθρωποι, οἵτινες ἐπιφορτισθέντες εἰς τὰς δυσχερεῖς ἐκείνας περιστάσεις τὴν τήρησιν τῆς τάξεως εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλωσιν ἐράνους, ὡς νὰ εἶχον ἄλλα μέσα διὰ νὰ φυλάξωσι τὴν τάξιν. Ἦτο πράγματι ἔγκλημα, ὅτι κατέλυσαν τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς μετὰ τὴν 18 Ὀκτωβρίου, ἢ ὅτι εἰσέπραξαν ἀσημάντους ἐράνους; Καὶ ὅμως εὑρέθησαν δικαστήρια ἐνόρκων, τὰ ὁποῖα τοὺς κατεδίκασαν εἰς 5, 10, 15 καὶ 20 ἐτῶν δεσμά. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐπῆλθεν εἰς βοήθειαν αὐτῶν καὶ ἄλλων πολλῶν ἡ Κυβέρνησις δίδουσα χάριτας, ἀλλὰ πόσοι ἆρά γε ὅμοιοι αὐτῶν λησμονηθέντες στενάζουσιν ἔτι εἰς τὰς φυλακάς, διότι δὲν εὑρέθη κανεὶς νὰ τοὺς ἐμβάλῃ εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ.; Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ἀρκοῦμαι οὔτε εἰς τὰς ἀθωώσεις τῶν ἐνόρκων, οὔτε εἰς τὰς χάριτας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ θέλω νὰ ἐπέλθῃ ῥιζικὴ θεραπεία τοῦ κακοῦ διὰ τῆς ἀμνηστείας. Ἀλλὰ θὰ μὲ εἴπῃ τις, διατὶ δὲν προτείνετε νὰ ἀμνηστευθῶσιν ὅλα τὰ μέχρι τοῦδε διαπραχθέντα ἐγκλήματα διὰ νὰ λείψωσι διὰ μιᾶς καὶ οἱ λῃσταὶ καὶ οἱ φυγόδικοι; Διότι, ἀποκρίνομαι, δὲν δύναμαι νὰ ἐξομοιώσω τοὺς μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ Βασιλέως παρεκτραπέντας εἰς ἀξιοποίνους πράξεις μὲ ἐκείνους, οἵτινες παρεσύρθησαν εἰς ταῦτα ἀπὸ τὰς περιστάσεις τῆς ἀνωμάλου ἐποχῆς τῆς μεσοβασιλείας. Ἀνακεφαλαιόνων, λέγω, ὅτι ἐὰν δοθῇ ἀμνηστεία διὰ τὰ ἐπὶ μεσοβασιλείας πραχθέντα, θέλει ἐκλείψει ἡ πηγὴ τῆς ληστείας καὶ τότε δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι τὰ μέτρα ὅσα ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις θέλουσιν ἐπιφέρει τάχιστα τὴν ἐξόντωσιν τῆς ληστείας· ἄλλως τε μὴ πιστεύετε, ὅτι θέλομεν κατορθώσει τοῦτο...
§32ΓΟΝΔΙΚΑΣ. Θέλετε ἀμνηστείαν διὰ τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν, κατὰ τὴν μεσοβασιλείαν, ἐξαιρέσει τῆς· ληστείας, ναυταπάτης, ἐμπρησμῶν καὶ τὰ τοιαῦτα· ὑποθέτετε, ὅτι πρέπει νὰ ἀμνηστευθῶσι μόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπῆγον νὰ καταλύσουν τοὺς ἀντιπάλους των δημάρχους, καὶ φρονεῖτε, ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι μέχρι τοῦδε δὲν ἔκαμον κἀνὲν ἄλλα ἔγκλημα παρὰ μένουν εἰς τὰ ὄρη. Σήμερον συζητοῦμεν νομοσχέδιον περὶ καταδιώξεως τῆς ληστείας καὶ ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους λέγετε, ὅτι δὲν εἶναι ἐμπρησταὶ, δὲν εἶναι ναυταπάται ἢ πειραταὶ, ἐκεῖνοι θὰ ἦναι ἐκ τῶν 3000 φυγοδίκων μάλις τὸ ἐν ἑκατοστὸν, καὶ κατὰ συνέπειαν ὅλοι οἱ λῃσταὶ θὰ μένουν, καὶ ἐγὼ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ ἀμνηστεία τὴν ὁποίαν θέλετε, θέλετε νὰ περιστραφῇ μόνον εἰς ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἔχετε συμφέρον ν’ ἀμνηστευθῶσι.
§33ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις καθόσον ἀφορᾶ τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ. Διὰ νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ ληστεία πρέπει νὰ τὸ θέλῃ ὁ τόπος· μὴ σᾶς φανῇ παράξενον τοῦτο, διότι τὸ καταδιώκειν τὴν ληστείαν δὲν σημαίνει τὸ περιπολεῖν ἢ διασκεδάζειν, ἀλλὰ θὰ εἰπῇ ἐκθέτειν εἰς κίδυνον τὴν ζωήν καὶ τὴν περιουσίαν· διότι ἂν ἡ καταδίωξις, τὴν ὁποίαν θέλει ἐπιχειρήσει ὁ πολίτης, δὲν φέρῃ ἀποτέλεσμα, ἔρχεται κατόπιν ὁ ληστὴς καὶ τοῦ κόπτει τὴν κεφαλήν. Διὰ τοῦτο ἡ ἱστορία μᾶς διδάσκει ὅτι οὐδέποτε ὁ λαὸς ἠγέρθη ἵνα καταδιώξῃ τὴν ληστείαν χωρὶς νὰ στενοχωρηθῇ κατά τι· κανεὶς ἄνθρωπος βεβαίως, ὅταν δὲν πειράζεται, ὅταν δὲν βλάπτεται, δὲν πηγαίνει νὰ ἐκθέσῃ εἰς κίνδυνον τὴν ζωήν του ἵνα σώσῃ τὸν ἄλλον· ἀρκεῖ ὅτι πληρόνει τοὺς φόρους του. Ἄλλοτε, Κύριοι, μὲ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἐγίνετο ἡ ληστεία, ὑπέφερον περισσότερον οἱ ἄνθρωποι, ὑπέφερε πολὺς κόσμος, καὶ διὰ τοῦτο οἱ λῃσταὶ εἶχον πολλοὺς καταδιώκτας· σήμερον ὅμως μὲ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον γίνεται, δὲν βλάπτονται εἰμὴ ὀλίγοι, οἱ δὲ πολλοὶ ὄχι μόνον δὲν βλάπτονται, ἀλλ’ ἀπεναντίας, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, καί τινες ὠφελοῦνται, διότι καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προδίδουν εἰς τοὺς λῃστὰς τὸν αἰχμάλωτον, λαμβάνουν ἀμοιβὴν, καὶ οἱ ὑποκρύπτοντες αὐτοὺς μέχρις οὗ εὕρωσι τὴν εὐκαιρίαν νὰ τοὺς ἁρπάσωσι πληράνονται, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθουν οἱ λῃσταὶ ἀπὸ ξένην ἐπαρχίαν καὶ νὰ ἁρπάσουν ἓν πρόσωπον· πρέπει νὰ ἔλθουν νὰ σταθοῦν πέριξ τῆς κατοικίας του καὶ νὰ τὸν γνωρίσουν, διότι ἄλλως δύνανται νὰ κάμουν καὶ λάθος· ἐνῷ ἦλθαν π. χ. διὰ νὰ συλλάβουν ἐμὲ, ἠδύναντο νὰ πάρουν τὸν ὑπηρέτην μου· διὰ τοῦτο εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐκάθησαν ἐκεῖ πλησίον δύω ἢ τρεῖς ἡμέρας καὶ μὲ εἶδον περιπατοῦντα· ἐπίσης καὶ ὅσοι τοὺς ἐτροφοδότουν, ἀντημείφθησαν· ἐπομένως οἱ μικροὶ ἄνθρωποι σήμερον δὲν βλάπτονται ἀπὸ τὴν ὕπαρξιν τῆς ληστείας, καὶ διὰ τοῦτο χρειάζονται διατάξεις διὰ τῶν ὁποίων νὰ τοὺς κάμωμεν νὰ αἰσθανθοῦν τὴν ὕπαρξιν τοῦ κακοῦ. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς εἰσήγαγε καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ὑποχρεοῦνται εἰς ἀποζημίωσιν οἱ κάτοικοι τοῦ Δήμου, ἐν ᾧ διεπράχθη ἡ αἰχμαλωσία, πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται εἰς ἀποζημίωσιν ἂν οὐχὶ διὰ τὸ ὅλον, τουλάχιστον διὰ τὸ ἥμισυ τῶν λύτρων, τὸ ὁποῖον ὁ δυστυχὴς αἰχμάλωτος ἐπλήρωσε. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν, ὡς σᾶς εἶπον, νὰ ἔλθουν οἱ λησταὶ ἀπὸ ἄλλην ἐπαρχίαν καὶ νὰ διαπράξουν εὐθὺς τὴν αἰχμαλωσίαν· πρέπει νὰ σταθοῦν ἡμέρας ἀρκετὰς, ἕως οὗ δυνηθοῦν νὰ γνωρίσουν καὶ νὰ ἁρπάσουν τὸ θῦμά των. Δὲν συμφωνῶ ὅμως εἰς τὸ νὰ ἐπιβάλλεται τοιαύτη ὑποχρέωσις καὶ εἰς τοὺς Δήμους, ἐντὸς τῶν ὁποίων πληρόνονται τὰ λύτρα, διότι θὰ χειροτερεύσωμεν τὴν θέσιν τῶν αἰχμαλώτων καὶ θὰ καταστήσωμεν βεβαιοτέραν τὴν καταστροφήν των· ἄλλως τε εἰς τὴν παραλαβὴν τῶν λύτρων συμβαίνει πολλάκις νὰ μὴ πηγαίνουν λῃσταί, ἀλλὰ καὶ λῃσταποδόχοι, ἡ δὲ παρεμπόδισις ἢ ἡ σύλληψις αὐτῶν δὲν ἔχει καμμίαν διὰ τὴν κοινωνίαν ὠφέλειαν. Πρὸς τί λοιπὸν νὰ τιμωρήσωμεν τὸν Δῆμον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐγένετο πρᾶξις εἰς ἣν δύνανται νὰ μὴ λάβουν μέρος οἱ λησταί; Ἄλλως τε δὲν εἶναι εὔκολον ν’ ἀνακαλυφθῇ ὁ τόπος, εἰς τὸν ὁποῖον δίδονται τὰ λύτρα· διὰ νὰ μάθετε αὐτὸν πρέπει νὰ σᾶς τὸν εἴπουν ἢ οἱ συγγενεῖς τοῦ αἰχμαλώτου, καὶ οὗτοι δὲν θὰ τὸν εἴπουν ποτέ, διότι τοὺς ἀπειλοῦν, οἱ λῃσταὶ ἢ αὐτοὶ οἱ λησταὶ, ἀλλ’ οἱ λησταὶ δὲν κάμνουν τοιαύτας ὁμολογίας· διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ καὶ ἡ προσθήκη τῶν δήμων ἐντὸς τῶν ὁποίων δίδονται τὰ λύτρα.
§34ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Εἶναι εὔκολον νὰ βεβαιωθῇ ὁ τόπος τῆς αἰχμαλωσίας ἑνὸς ἀνθρώπου;
§35ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ φιλονεικηθῇ.
§36ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ὑποθέσατε ὅτι ἀπὸ τὰς Ἀθήνας μεταβαίνω εἰς τὸν Δῆμον Κρωπίας καὶ συμβαίνει καθ’ ὁδὸν νὰ συλληφθῶ· ἐπειδὴ ὅμως ὁ δῆμος Κρωπίας δὲν ἔχει νὰ μὲ ἀποζημιώσῃ, ἐγὼ θὰ λέγω ὅτι οἱ λῃσταὶ μὲ συνέλαβον εἰς τὸν Δῆμον Ἀθηνῶν. Πῶς θὰ βεβαιωθῇ τοῦτο;
§37ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ γίνῃ ἀνάκρισις.
§38ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἶναι λίαν δυσάρεστον εἰς ἐμέ, Κύριοι Βουλευταί, νὰ λάβω τὸν λόγον μετὰ τὸν ἀξιότιμον Κ. Σωτηρόπουλον, ὅστις ἕνεκα τοῦ παθήματος τοῦ μεγάλου τὸ ὁποῖον συνέβη πρὸ μηνῶν εἰς αὐτὸν, ἐξῆλθε τῆς σφαίρας τῆς σημερινῆς συζητήσεως καὶ μᾶς ἐκράτησεν εἰς ἄλλο θέμα συζητήσεως, καὶ μόνον ἐν τέλει ἦλθε ν’ ἀπαντήσῃ δι’ ὀλίγων λέξεων εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ, τὴν ὁποίαν δι’ ἀλλεπαλλήλων ἀγορεύσεων αὐτῆς τῆς ἡμέρας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ πολεμήσω, καὶ ἡ ὁποία τροπολογία, ὅσον εἶναι σύμφωνος ἡ πρότασις τοῦ Κ. Σωτηροπούλου περὶ ἀμνηστείας εἰς τὴν σημερινὴν συζήτησιν, τοσοῦτον εἶναι σύμφωνος καὶ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Πετμεζᾶ περὶ ἀποζημιώσεως τῶν παθόντων, ἐνῷ σήμερον, ὡς προεῖπον, συζητοῦμεν νομοσχέδιον περὶ καταδιώξεως ληστείας. Ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ὑπετροπολόγησεν ἐν εἰλικρινείᾳ μεγάλῃ τὴν πρότασίν του, διότι δὲν ἔχει πεποίθησιν εἰς τὸν ἑαυτόν του· μετέβαλε κατὰ τὸ πλεῖστον αὐτὴν, ἡ ὁποία, Κύριοι, ἤθελε κάμει τινας, ἂν δὲν εἶχον προχείρους τοὺς λόγους τῆς ἀπαντήσεως, νὰ εἴπουν, ὅτι πρέπει νὰ τυπωθῇ ἡ δευτέρα ὑποτροπολογία, καὶ οὕτω νὰ καταντήσωμεν εἰς τὸ ἄπειρον, ὥστε ποτὲ νὰ μὴ τελειώσωμεν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν φύσιν του εἶναι ἁπλούστατον. Ὑποτροπολογήσας τὴν τροπολογίαν του ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, ὡς σᾶς τὴν ἀνέγνωσεν, ὡμολόγησεν ὁ ἴδιος, ὅτι δὲν ἔχει πολλὴν ὑπόληψιν εἰς τὴν τροπολογίαν του, καὶ δὲν ἤθελε λυπηθῆ πολὺ, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελε τὴν παραδεχθῆ ἐμπνεομένη ἀπὸ ἄλλας ἰδέας. Ἐγὼ ἐπερίμενα νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τοὺς ἀλεπαλλήλους λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερον ἐνώπιόν σας, καὶ ποῦ στηριζόμενος, εἰς ποίους λόγους, ζητεῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἐπιψήφισιν τῆς τροπολογίας αὐτῆς. Σᾶς εἶπον, ὅτι εἰς τὴν τροπολογίαν αὐτὴν δὲν ὑπάρχει ὁ λόγος τοῦ ἀδικήματος, καὶ ζητεῖ νὰ ἐπιβληθῇ τιμωρία κατὰ ἀθώων ἀνθρώπων· τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι ἄλλο τι ἢ καταστροφὴ τῶν ἀναλλοιώτων ἀρχῶν τοῦ δικαίου, αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται εἰς ὅλα τὰ ἔθνη ἀφ’ ὅτου ὁ Θεὸς ἔκτισε τὸν κόσμον. Πρωτοφανὲς εἶναι, κύριοι, νὰ νομοθετῶμεν καὶ νὰ κηρύττωμεν ἔνοχον τὸν πολίτην, ὅστις δὲν χρεωστεῖ τίποτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὴν πατρίδα του, ὅταν πληρόνῃ τοὺς φόρους, καὶ ἐν τούτοις τοῦ λέγομεν σήμερον, εἶσαι ἔνοχος, διότι ἔγεινεν ἡ δεῖνα ληστεία εἰς τὴν πατρίδα σου! Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς ἐτροπολόγησε τὴν τροπολογίαν του, διότι ἐνῷ πρὶν ἔλεγε νὰ ἀποδεικνύεται μὲ τὸ πρωτόκολλον ὑπὸ τριῶν ἀρχῶν, σήμερον λέγει νὰ δικάζωνται εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νὰ καταδικάζωνται, πρέπει νὰ καταδικάζεται τὸ ἰδανικὸν πρόσωπον τοῦ δήμου, διότι εἰς τὰ ὅριά του ἐγένετο ληστεία· τοῦτο ἀρκεῖ, Κύριοι, νὰ κηρυχθῇ ἔνοχον τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο; νὰ κηρύξωμεν ἐνόχους τοὺς πολίτας χωρίς νὰ τοὺς δικάσωμεν; Δι’ αὐτοῦ τοῦ νομικοῦ πλάσματος δύνανται, Κύριοι, νὰ ἦναι καὶ ὁ δῆμοι εἰς τὸ ὅριον τῶν ὁποίων ἐγένετο ληστεία, μία αἰχμαλωσία, καὶ μὅλα ταῦτα ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν ἐκείνην θέλετε νὰ κηρύξετε ἔνοχον! Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς δὲν ἀπήντησεν εἰς τοὺς λόγους αὐτούς· ἁπλῶς εἶπεν, ὅτι τοιαῦτα νομοσχέδια ὑπῆρχον καὶ ἐπὶ Βαυαροκρατίας ἐπὶ ἀπολύτου μοναρχίας· καὶ ἐν τούτοις ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐξωβελίσθη ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843 καὶ ἀπὸ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1862. Ἐρχόμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν πολίτην μίαν νομοθεσίαν, τὴν ὁποίαν μόνον δεσποτικαὶ ἀρχαὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλουν, διότι ἐλεύθερος πολίτη; δὲν θὰ εἰπῇ τίποτε ἄλλο παρὰ τὸ νὰ δικάζεται μὲ τοὺς κειμένους νόμους· οὐδεὶς δὲ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ καταδικάζετε πολίτην ἀθῶον, χωρὶς νὰ τὸν ἀκούσετε, καὶ νὰ τὸν κηρύττετε ἔνοχον· καὶ οὐ μόνον νὰ τοῦ ἀποστερῆτε τὰ πολιτικὰ δικαιώματα, ἀλλὰ νὰ τοῦ λέγετε νὰ ἀποζημιοῖ τὸν πολίτην ἐκεῖνον, ὅστις δὲν ἠδυνήθη νὰ φυλάξῃ τὴν περιουσίαν του, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν τιμήν του· διότι οὐδεὶς πολίτης κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ φυλάττῃ τὸν ἄλλον· μόνον οἱ πολῖται ἐκεῖνοι οἱ στρατιῶται, τοὺς ὁποίους ἡ πολιτεία αὐτὴ ἔχει, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ φυλάττουν τὸν ἄλλον· ἐγὼ ὁ ἐλεύθερος πολίτης, ὁ ὁποῖος πληρόνω τὸν φόρον μου, οὐδέποτε εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ φυλάξω τὸν κύριον Σωτηρόπουλον. Ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κύριος Σωτηρόπουλος εἶναι ὅλως διόλου μεροληπτική, διότι περιορίζεται εἰς μίαν μόνον τάξιν ἐγκλημάτων. Δὲν ἀντέκρουσεν ὁ κύριος Πετιμεζᾶς τὸν μέγαν λόγον, ὅτι ἀδίκως θὰ ἐπιβληθῇ ἡ φορολογία αὕτη, διότι δὲν ὑπάρχει λόγος ἐν τῇ βάσει τοῦ νόμου, εἰς τὸ δικαστικὸν μέρος αὐτοῦ, οὔτε εἰς τὴν ἐφαρμογὴν, διότι, ὡς σᾶς εἶπον, ἂν γίνῃ μία αἰχμαλωσία εἰς τὴν Κηφισσίαν, οὐδεὶς Ἀθηναῖος θέλει πληρώσει· ἐὰν δὲ γίνῃ μία αἰχμαλωσία ἐν τέταρτον μακρὰν τῆς πρωτευούσης, ποῖος δῆμος θὰ πληρώσῃ; Βλέπετε πόσον ἀσαφὴς εἶναι ἡ πρότασις καὶ πόσον ἀερώδης· διότι ὅταν εἰς τὴν πρωτεύουσαν ὅπου νομοθετοῦμεν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν πρότασιν ταύτην, πῶς θὰ τὴν ἐφαρμόσωμεν εἰς δήμους ὅπου ὅλη ἡ ἀξία των εἶναι 10 χιλ. δραχμαί; Εἶναι δῆμοι τοσοῦτον πτωχοί, ὥστε ὅλα τὰ κτήματά των ἂν τὰ πωλήσωμεν, δὲν θὰ πάρωμεν 10000 τάλληρα, τὰ ὁποῖα ὑμεῖς, κύριε Σωτηρόπουλε, ἐπληρώσατε· ἀλλ’ ἐὰν σᾶς συνελάμβανον εἰς τὰ Φιλιατρὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι ἡ πλουσιωτέρα πόλις, νομίζετε, ὅτι οἱ λησταὶ δὲν ἤθελον σᾶς ζητήσει ἀντὶ 60000 ἐν ἑκατομμύριον; Ὁ τρίτος λόγος, Κύριοι, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν παραδέχομαι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ, τὴν ὁποίαν ὑπετροπολόγησε σήμερον, δὲν ἀντεκρούσθη παρ’ αὐτοῦ καὶ τοῦτο δεικνύει, ὅτι εἶναι πρότασις εἰς τὴν ὁποίαν πᾶς τις ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀμφιβάλλῃ· σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐγὼ δὲν ἠδυνήθην δυστυχῶς νὰ εὕρω ἄλλην βάσιν πληρωμῆς παρὰ τὸν φόρον· καὶ διατὶ νὰ μὴ πληρόνουν κατὰ κεφαλήν; Διατί νὰ ἐπιβαρύνωμεν πάλιν τὴν γεωργικὴν αὐτὴν τάξιν εἰς τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλομεν τόσους φόρους; Δὲν ἀπήντησεν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο. Τοῦ εἶπον, ὅτι εἰς τὰ 1839 ἐγένετο μία ληστεία εἰς τὴν πατρίδα μου καὶ ἔκτοτε μέχρι σήμερον δὲν ἠδυνήθη νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἀπόφασις τὴν ὁποίαν εἷς κακοήθης δήμαρχος ἀφῆκεν νὰ ἐκδοθῇ ἐρήμην· δὲν ἀντέκρουσε τὸν λόγον ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπον, ὅτι σήμερον συζητοῦμεν νομοσχέδιον περὶ ληστείας, καὶ ἡ ἐπιγραφή του εἶναι νομοσχέδιον περὶ καταδιώξεως ληστείας, καὶ ἐν τούτοις αὐτὸς ὑποβάλλει πρότασιν περὶ ἀποζημιώσεως· τοιαύτη πρότασις εἶναι ἐναντία τοῦ κανονισμοῦ, διότι δὲν ἔχει καμμίαν συνάφειαν μὲ τὸ νομοσχέδιον· πᾶσα τροπολογία, ἡ ὁποία ἔρχεται ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, πρέπει νὰ περιορίζεται εἰς μόνον τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας· τὸ νομοσχέδιον ἔχει δύω βάσεις, τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας καὶ τὴν σύνταξιν. Πᾶσα τροπολογία πρέπει νὰ ἔχῃ τὰς ἰδίας βάσεις. Ἡ πρότασις αὕτη, Κύριοι, ὡς ἀφορῶσα ὠφέλειαν προσώπου, εἶναι ἀντισυνταγματικὴ, ἐρχομένη ἀπὸ τὸν Κ. Πετιμεζᾶν, καὶ ὄχι ἀπὸ τὸν Κ. Κουμουνδοῦρον· ἐκτὸς δὲ τούτου, Κύριοι, ὅταν κανεὶς εὑρεθῇ εἰς τὴν δυσάρεστον αὐτὴν θέσιν τῶν 36 ἡμερῶν, ἐὰν τυχὸν ἦναι φυλάργυρος, διότι ὅλους ὁ Θεὸς δὲν τοὺς ἔπλασεν ἠθικοὺς, δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔδωκεν εἰς τοὺς ληστὰς 20,000 δραχ. ἐνῷ ἔδωκε 10· ἑπομένως δὲν ἔχει οὐδὲν ἀποτέλεσμα ἡ πρότασις τοῦ Κ. Σωτηροπούλου, τὸ νὰ δίδουν τὰ ⅔. Ἀφίνω, Κύριοι, τὰς περιπλοκὰς τῶν δικῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ γεννηθοῦν καὶ περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ Κ. Τσιριμῶκος, ἀφίνω τὸ ἀποδεικτικὸν μέρος· διατί δὲν παραδέχεσθε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπεν ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν πεῖραν, ὅτι ὁ ληστὴς ἔρχεται ἀπὸ τὸ τουρκικὸν, συλλαμβάνει ἕνα καὶ πάλιν εἰσέρχεται εἰς τὸ τουρκικόν; τότε εἰς τί εὐθύνεται ὁ δῆμος; Διὰ τὶ δὲν παραδεχόμεθα, ὅτι ἐκεῖ ὅπου εἶσθε ὑμεῖς, Κ. Σωτηρόπουλε, εἰς τὰ δάση τῆς Καρυταίνης οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ ἔχῃ γνῶσιν, ὅπου ὑπάρχουν τοιαῦτα σπήλαια καὶ φάραγγες, ὅπου μόνον ἕνα μικρὸν στεφάνι οὐρανοῦ βλέπει εἰς; Καὶ εἶμαι, Κύριοι, ἠναγκασμένος νὰ σᾶς ἀναφέρω παραδείγματα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς πολλὰ μέρη νὰ κυνηγήσῃ τις ληστάς· εἰς τὴν Πελοπόννησον οἱ πρῶτοι λησταὶ οἵτινες ὑπῆρξαν, ἦσαν οἱ Χονδρογιανναῖοι εἰς τὴν καταδίωξιν αὐτῶν οὔτε ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ, οὔτε ἡ στρατιωτικὴ δύναμις ἠδυνήθη νὰ φέρῃ ἀποτελέσματα· ἐξήρχετο ὁλόκληρον τάγμα ἀπὸ 800 ἄνδρας, καὶ ἐν τούτοις μόνον διὰ μιᾶς προδοσίας συνελήφθησαν· ἐπῆλθεν ἡ συμμορία τοῦ Κοντοβουνίσιου, ὅστις ἐσηκώθη ἀπὸ μίαν ὅλως προσωπικὴν αἰτίαν· οὗτος ἦτον ἄριστος στρατιώτης κατὰ τὴν ἐπανάστασιν καὶ εἶχε κάμει ἄπειρα κατορθώματα εἰς τοὺς πολέμους, διότι ἦτον ἀτρόμητος· ὁ Κ. Γρηγοριάδης καὶ πολλοὶ γέροντες τὸν ἐγνώριζαν· οὗτος εἶχε φονεύσει ἕνα Καρυτινὸν, διότι δὲν· τοῦ εἶχε δώσει ἓν πρόβατον καὶ ὡς ἐκ τούτου ἠναγκάσθη νὰ τραπῇ εἰς τὸν ληστρικὸν βίον.
§39ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Τί τὰ θέλετε αὐτά;
§40ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Θέλω νὰ σᾶς παραστήσω, ὅτι ἐλάχισται ἀφορμαὶ ἠνάγκασαν πολλοὺς νὰ τραπῶσιν εἰς τὸν ληστρικὸν βίον. Πρέπει νὰ μάθετε ὅτι ὑπάρχουν ἔθιμα εἰς τοὺς ληστάς· ὅταν ἠξεύρουν, ὅτι ἀπὸ τὸν δεῖνα δῆμον ἐφονεύθη εἷς λῃστὴς, οἱ αὐτοὶ λῃσταὶ τῆς αὐτῆς συμμορίας ἅμα ἐξέλθουν πάλιν ἢ ἄλλης συμμορίας λησταὶ πηγαίνουν καὶ κακοποιοῦν ὁλόκληρον τὸν δῆμον αὐτόν. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν τελευταίαν ληστρικὴν συμμορίαν. Ὅταν συνελήφθη ἡ συμμορία τοῦ Κατσαβοῦ, πῶς συνελήφθη; ὅταν ὁ Βασιλεὺς περιηγεῖτο τὴν Πελοπόννησον, ἦλθεν εἰς Καρύταιναν μετὰ τοῦ μακαρίτου Τσαβέλα· εἰς ἱερεὺς διαβαίνων τὰ πέριξ χωρία, ὅπως ὑπάγῃ πρὸς ἀντάμωσιν τοῦ Βασιλέως, εἶδε τοὺς ληστὰς τῆς συμμορίας, αἵτινες εἶχον καταλάβει τὴν θέσιν αὐτὴν ὅθεν ἐσκόπει νὰ διέλθῃ ὁ Βασιλεὺς διὰ νὰ προσέλθουν καὶ προσκυνήσουν. Ὁ ἱερεὺς ἀνήγγειλεν αὐτὴν τὴν εἴδησιν καὶ ὁ Βασιλεὺς ἤλλαξε δρόμον. Ὅλη τότε ἡ ἐξουσία καὶ οἱ πολῖται μετὰ τοῦ Μοιράρχου ἐξῆλθον καὶ συνέλαβον τοὺς ληστάς. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὅλαι αἱ ἱστορικαὶ καταδιώξεις τῶν ληστῶν ἐγένοντο ἀπὸ τοὺς δημότας, ὅταν ἡ ἐξουσία ἦτον ἀδύνατος. Ἀποκρούω λοιπὸν τὴν τροπολογίαν ὡς ἄδικον καὶ παράλογον.
§41ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκεῖ, Κύριε Πρόεδρε, αὔριον ἐξακολουθοῦμεν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται διὰ τὴν αὔριον, διότι δὲν εἴμεθα πλήρεις. (Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 4 καὶ 25/00.)