1867.01.27
1.477 στίχοι · 12.536 λέξεις · 126 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31
Τῆς 27 Ἰανουαρίου 1867.
(Παρασκευή).
Ὥρα 12 τῆς Μεσημβρίας.
Τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου ἐκφωνηθέντος καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις καὶ ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Οὐδεμία.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθοῦμεν τὴν χθὲς διακοπεῖσαν συζήτησιν. Ὁ Κ. Κυπριάδης ἐζήτησε τὸν λόγον.
§4ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Εὑρισκόμεθα, κύριοι, εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μέτρων κατὰ τῆς ληστείας. Τὴν πρότασιν αὐτὴν κατὰ τὴν κρίσιν μου ἐτροπολόγησα ὅπως θέλετε ἀκούσει, καὶ μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν θέλω δώσει τοὺς λόγους ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀποδέχομαι καὶ ὑποστηρίζω αὐτὴν τὴν τροπολογίαν. Ἰδοὺ πῶς φρονῶ, ὅτι δύναται νὰ συνταχθῇ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο. «Πᾶς συλληφθεὶς ὑπὸ λῃστῶν καὶ διὰ λύτρων ἀπολυθεὶς δικαιοῦται εἰς ἀποζημίωσιν κατὰ ⅔ παρὰ τοῦ δήμου ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ ὁποίου ἐνεφώλευον καὶ ἐνδιαιτῶντο συνεχῶς καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἐπὶ ἡμέρας πρὸ τῆς συλλήψεως οἱ συλλαβόντες αὐτὸν λῃσταί. «Συνυπεύθυνοι λογίζονται καὶ οἱ συνήθως τροφοδοτοῦντες τὴν διαπράξασαν τὴν αἰχμαλωσίαν λῃστρικὴν συμμορίαν. «Ἡ πρὸς ἀποζημίωσιν εὐθύνη τῶν δήμων ἐκτελεῖται κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τῶν ἄρθρων 13, 14 συνδεομένων μὲ τὴν § 2 τῶν ἄρθρων 1, 15, 16, 17 καὶ 18 τοῦ ἀπὸ 10 Νοεμβρίου 1836 Νόμου περὶ εὐθύνης τῶν δήμων ὡς πρὸς τὰς λῃστείας, ὅστις κατὰ τὰς διατάξεις του ταύτας ἀναλαμβάνει τὴν ἰσχύν του. «Ὡς πρὸς τὸν ψευδῶς παραστήσαντα αἰχμαλωσίαν ὑπὸ λῃστῶν καὶ πληρωμὴν λύτρων ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ αὐτοῦ Νόμου». Ὅταν, κύριοι, ᾖναι γνωστὸν ὅτι ἡ κοινωνία πάσχει καὶ καταστρέφεται ἕνεκα τῆς λῃστείας, καὶ ὅταν ἡμεῖς ὡς δῆθεν ἰατροὶ σκεπτώμεθα περὶ εὑρέσεως θεραπευτικῶν μέσων πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ, ὅταν ἡ κυβέρνησις ἐν τῇ συνέσει της μᾶς ὑποβάλλῃ διάφορα θεραπευτικὰ μέσα καὶ μᾶς ἐπροκάλεσε νὰ προσθέσωμεν ὅσα ἡ πεῖρα καὶ ἡ γνῶσίς μας θεωροῦν ἀναγκαῖα πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀναξία προσοχῆς καὶ ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν ὑπέβαλλεν ὁ κύριος Πετιμεζᾶς καὶ ἡ ὑποτροπολογία τὴν ὁποίαν ἐπ’ αὐτῆς τῆς προτάσεως ὑποβάλλω ἐγώ. Διὰ νὰ κρίνωμεν, κύριοι, περὶ τῆς ἀξίας τοῦ νομοθετήματος τούτου πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἂν εἰς τὴν ὕπαρξιν τῶν λῃστῶν ἐντὸς μιᾶς περιφερείας ἑνὸς δήμου συντελῇ κατά τι καὶ ἡ ἀδιαφορία τῶν δημοτῶν καὶ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν. Τὸ τοιοῦτον εἶναι πασίγνωστον καὶ παραδεδεγμένον, διότι ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἀποφασισθέντων προκύπτει ὅτι ἐνομίσαμεν ἀναγκαῖον ἀφ’ ἑνὸς νὰ ὑποσχεθῶμεν ἀμοιβὰς καὶ βραβεύσεις εἰς τοὺς ἐκπληροῦντας μετὰ ζήλου καὶ κινδύνου καὶ θυσιῶν τὸ καθῆκόν των, ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἐπιβάλωμεν ποινὰς αὐστηρὰς εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἐν γένει στρατιωτικοὺς καὶ πολιτικοὺς οἱ ὁποῖοι παραμελοῦν τὰ καθήκοντά των, καὶ τρίτον νὰ προνοήσωμεν περὶ ἐκριζώσεως διαφόρων ἄλλων ζιζανίων τῶν ὁποίων ἡ ὕπαρξις ὑποστηρίζει τὴν λῃστείαν. Διὰ τί παρεδέχθημεν αὐτά; διότι ἀπεδείχθη ὅτι οἱ δήμαρχοι, οἱ πάρεδροι, οἱ στρατιωτικοὶ καὶ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι δὲν ἐξεπλήρωσαν ὡς σήμερον τὸ καθῆκόν των, καὶ διὰ τοῦτο τοὺς ὑποσχόμεθα ἀπὸ ἐδῶ διὰ νὰ τοὺς ἐμψυχώσωμεν, διὰ νὰ τοὺς καταστήσωμεν δὲ προσεκτικοὺς τοῖς ἐπιβάλλομεν ποινάς. Πρέπει ὅμως, κύριοι, νὰ προβῶμεν περαιτέρω, διότι ὁ δήμαρχος μόνος καὶ ὁ πάρεδρος δὲν ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὴν ὁμόθυμον καὶ πρόθυμον συνδρομὴν τῶν συνδημοτῶν του. Σήμερον, κύριοι, τί συμβαίνει; πᾶς κάτοικος ἑνὸς δήμου ἔνθα ὑπάρχουν λησταί, καὶ κάτοχος οὐχὶ μεγάλης περιουσίας, ἀδιαφορεῖ διὰ τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν ἐντὸς τοῦ τόπου του, διότι ὁ ληστὴς αὐτὸς δὲν τὸν συλλαμβάνει, δὲν τὸν αἰχμαλωτίζει· κατὰ συνέπειαν καταγίνεται εἰς τὰ ἔργα του, καὶ ἂν θέλετε, σκέπτεται καὶ κάτι τι ἀτοπώτερον, λέγων ὅτι ἐὰν ὁ Κίτσος συλλάβῃ κανένα φράγκον καὶ τοῦ πάρῃ λύτρα, τί μὲ μέλει ἐμὲ τὸν χωρικόν; Ἰδοὺ διατὶ δὲν εὑρίσκομεν ἐκ μέρους τῶν χωρικῶν ἑνὸς δήμου τὴν ὁμόθυμον προθυμίαν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος ἐκείνου τοῦ πολίτου, δυνάμει τοῦ ὁποίου πᾶς πολίτης καὶ δῆμος χρεωστεῖ νὰ φροντίζῃ καὶ συντελῇ καὶ θυσιάζῃ πρὸς τὴν κοινὴν ἀσφάλειαν. Διότι, κύριοι, εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ κοινὴ ἀσφάλεια εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς τὴν κυβέρνησιν, δὲν εἶναι ὅμως καὶ ἀκριβὲς ὅτι καὶ οἱ δῆμοι καὶ δήμαρχοι δὲν πρέπει νὰ προνοήσουν περὶ τῆς ἀσφαλείας τοὐλάχιστον τῆς περιφερείας των. Ἡ ὑποχρέωσις αὕτη ἐπιβάλλεται καὶ ὡς ἐκ τῶν καθηκόντων καὶ ὑποχρεώσεων τὰς ὁποίας διαγράφει ὁ περὶ δήμων νόμος. Οἱ δήμαρχοι ὀφείλουν νὰ φροντίζουν περὶ τῆς ἀσφαλείας τῶν δημοτῶν καὶ οἱ δημόται νὰ ὑπακούουν εἰς αὐτοὺς ὁσάκις προσκαλοῦνται εἰς τοῦτο. Ἐὰν λοιπὸν, κύριοι, ψυχρῶς εἴπωμεν ὅτι ἡ κοινὴ ἀσφάλεια εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἂς φροντίσῃ αὕτη, καὶ ὅτι οἱ δήμαρχοι καὶ οἱ κάτοικοι δὲν ἔχουν κἀνὲν καθῆκον πρὸς τοῦτο, τότε θὰ ἔχωμεν τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα καὶ σήμερον. Ἰδοὺ λοιπὸν, κύριοι, κατά τινα τρόπον ὁ νόμιμος λόγος τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Κ. Γόνδικας ἐπιθυμεῖ νὰ ἔχῃ ὁ νόμος αὐτὸς καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀντικείμενον περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ἀποφασίσωμεν· ὁ νόμιμος λόγος εἶναι ἡ ὑποχρέωσις ἑκάστης δημ. ἀρχῆς καὶ πολίτου εἰς τὸ νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς ἀσφαλείας καὶ, αὐτῶν τῶν κατοίκων τῶν ἐντὸς τῆς περιφερείας του κατοικούντων καὶ τῶν ἄλλων πολιτῶν οἱ ὁποῖοι διαμένουν χάριν ἐμπορίου ἢ ἄλλως εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ δήμου των. Ἐὰν, κύριοι, τοῦτο στηρίζεται εἰς τὴν γενικὴν ἀρχὴν τῆς ὑπάρξεως τῆς κοινωνίας, ἐξεταστέον ἤδη ἐὰν διὰ μίαν ληστείαν ἥτις συνέβη εἴς τινα δῆμον δύναται νὰ ἀποδοθῇ κάποια ῥᾳθυμία καὶ εὐθύνη εἰς τὸν δῆμον ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὑπάρχουν οἱ λῃσταί. Τὸ νὰ παραδεχθῶμεν γενικῶς τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ὁ δῆμος ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐμφωλεύουν οἱ λῃσταὶ καὶ ἐπράχθη ἡ ληστεία, καὶ ὁ δῆμος ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἀπεδόθησαν τὰ λύτρα πρέπει νὰ ᾖναι συνυπόχρεοι, ἴσως τοῦτο εἶναι αὐστηρὸν· διότι τί πταίει ὁ δῆμος τοῦ Πειραιῶς παραδείγματος χάριν ἐὰν ὁ ληστὴς συνέλαβεν ἔξωθεν ἐδῶ πρὸς τὸν Ὑμητὸν ἕνα καὶ τὸν μετήγαγε τὴν νύκτα εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ ἐπληρώθη ἐκεῖ τὰ λύτρα; Ὁ δῆμος τοῦ Πειραιῶς ἠγνόει ὅτι ὁ Κίτσος εἶναι εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ τὸν καταδιώξῃ· ὁ δῆμος τοῦ Πειραιῶς δὲν εἶναι ὑπεύθυνος νὰ καταδιώξῃ τὸν λῃστὴν τὸν ἐνδιαιτώμενον εἰς τὸν Ὑμητὸν, διότι τῷ ἐπιβάλλομεν τὴν εὐθύνην μόνον διὰ τὴν περιφέρειάν του· ἄλλως τιμωροῦμεν ὄχι μόνον τὴν ὀλιγωρίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἄγνοιαν καὶ τὴν ἀθῳότητα. Διὰ τοῦτο ἀφαιροῦμεν τὴν εὐθύνην ἀπὸ τὸν δῆμον, εἰς τὸν ὁποῖον ἐπληρώθησαν τὰ λύτρα, τοσοῦτον περισσότερον, καθόσον καὶ πρακτικῶς τὸ τοιοῦτον καταντᾷ καὶ ἐπικίνδυνον, διότι ὁ αἰχμάλωτος, ὅστις μεταφέρεται εἰς ἕνα δῆμον νὰ πληρώσῃ τὰ λύτρα, πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἀσφάλειαν, ὅτι ὁ ληστὴς δὲν δύναται ἀπὸ τοὺς δημότας τοῦ δήμου ἐκείνου θεωρουμένου ὑπευθύνου νὰ καταδιωχθῇ, διότι τότε οἱ λῃσταὶ δύνανται ἔτι περισσότερον νὰ κακοποιήσουν τὸν αἰχμάλωτον. Λοιπὸν δὲν εἶναι καὶ πολιτικὸν, οὔτε δίκαιον καὶ φιλάνθρωπον νὰ ἐκτείνωμεν τὴν εὐθύνην μέχρις ἐκεῖ. Ἐπίσης, Κύριοι, ἐθεώρησα, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ κηρύξωμεν ὑπεύθυνον τὸν δῆμον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐπράχθη ἡ αἰχμαλωσία, διότι ἐσκέφθην ἔχων κατὰ νοῦν τὴν ὑπὸ τὰς ὄψεις μας δυστυχῶς ληστρικὴν συμμορίαν τοῦ Κίτσου, ὅτι ἐνῷ αὐτὸς ἔχει ἓν κέντρον ἢ δύω τακτικὰ, ὅπου προμηθεύεται τὰς τροφὰς καὶ τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεώς του, εἶναι καὶ μεταβατικὸς, καὶ ἐνῷ χθὲς παρετηρήθη εἰς τὸν Ὑμητὸν ἢ τὴν Ῥαφίναν, αὔριον εὑρίσκεται εἰς τὰ ὅρια τοῦ δήμου Πειραιῶς καὶ μεθαύριον εἰς τὰ Μέγαρα. Λοιπὸν ἐὰν αὐτὴ ἡ συμμορία αἰφνιδίως εὑρεθεῖσα εἰς ἕνα δῆμον πράξῃ ἐκεῖ μίαν ληστείαν, εἶναι δίκαιον ὁ δῆμος ἐκεῖνος νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἀποζημίωσιν; τοῦτο ἐδίστασα νὰ τὸ παραδεχθῶ, διότι δὲν θέλω ποτὲ νὰ δώσω ψῆφον πρὸς τιμωρίαν τοῦ ἀθώου, ἢ τοὐλάχιστον τοῦ ἀμφιβόλου ἐνόχου. Ἕνεκα τούτου εἰς τὴν τροπολογίαν μου βλέπετε, ὅτι δὲν παραδέχομαι τὴν ἀρχὴν τῆς εὐθύνης τοῦ δήμου ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον πρὸς ὥραν ἐπράχθη ἡ αἰχμαλωσία. Ποῦ περιορίζεται τώρα ἡ εὐθύνη; ὡς πρὸς τὸν δῆμον ἐκεῖνον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐνεφώλευε καὶ ἐνδιαιτᾶτο συνεχῶς καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἐπὶ ἡμέρας πρὸ τῆς συλλήψεως ἡ συλλαβοῦσα τὸν αἰχμάλωτον ληστρικὴ συμμορία. Ἐνταῦθα δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἐν συνειδήσει πείθομαι, ὅτι αὐτὸς ὁ δῆμος παρημέλησεν, ὅτι οἱ δημόται ἔχουν κἄποια συμφέροντα, συγγενείας, σχέσεις, κουμπαριαῖς, καὶ διὰ τοῦτο ἀνέχονται ἐντὸς τῆς περιφερείας των ἐπὶ πολὺν καιρὸν συνεχῶς νὰ ἐμφωλεύουν ἢ νὰ κρύπτωνται οἱ λῃσταὶ, χωρὶς ὁ δήμαρχος καὶ οἱ δημόται νὰ σηκωθοῦν εἰς τὰ ὅπλα καὶ καταδιώξουν αὐτούς. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι εἶμαι ἐπιεικέστερος πολὺ ἀπὸ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν σήμερον, διότι τὴν εὐθύνην τὴν περιορίζω εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ ὁποίου συνεχῶς καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἐνδιαιτᾶται, ἐμφωλεύει καὶ τροφοδοτεῖται ἡ λῃστρικὴ συμμορία, διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι οἱ λῃσταὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ ὑπάρξουν, ἐὰν δὲν ἔχουν τροφὰς καὶ πολεμεφόδια· ταῦτα δὲ καὶ τὰ ἄλλα ἀναγκαῖα, ἐνδύματα καὶ καθεξῆς, οἱ λῃσταὶ δὲν τὰ κλέπτουν, ἀλλὰ τὰ προμηθεύονται ἀπὸ ἀνθρώπους γνωστοὺς καὶ εἰς ὡρισμένους τόπους. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀποκόψωμεν τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως τῶν λῃστῶν, πρέπει νὰ γνωρίζουν οἱ δημόται τοῦ Μενιδίου, τῆς Κηφισσίας, ὅτι ἂν ἀνέχωνται ἐπὶ πολὺν καιρὸν ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ δήμου των τοὺς λῃστὰς, ἐὰν ἀνέχωνται, ὥστε ἐντὸς αὐτῆς τῆς περιφερείας τῶν δήμων νὰ γίνεται ἡ προμήθεια τῶν τροφίμων, νὰ ὑπάρχῃ αὐτὸ τὸ ἄσυλον τῶν λῃστῶν, ὅτι δὲν ἔχουν νὰ δώσουν λόγον μόνον ἐὰν ἀποδειχθοῦν συνένοχοι ἐνώπιον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς συνεπείας τῆς συνενοχῆς των ὑπόκεινται εἰς μίαν ζημίαν χρηματικήν· καὶ καθὼς πολὺ εὐφυῶς εἶπεν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, ὁ χωρικὸς πολὺ περισσότερον λογαριάζει τὴν χρηματικὴν ζημίαν τὴν λεγομένην τζερεμὲ, παρὰ ἄλλας ἰδέας περὶ καταδιώξεως καὶ τιμωρίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀμφίβολοι. Τί θέλει λοιπὸν προκύψει κατὰ τὴν ἰδέαν μου, ἐὰν αὐτὸ γνωστοποιηθῇ εἰς τοὺς δήμους καὶ τοὺς χωρικοὺς; θέλουν εἴπει οὗτοι, ὅτι ἐὰν οἱ λῃσταὶ μέχρι σήμερον ἦσαν εἰς τὸν δῆμόν μας καὶ μᾶς ἐφορολόγουν μόνον μὲ ὀλίγον βούτυρον, ψωμὶ καὶ ἀλεύρι, εἰς τὸ μέλλον κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν ἡ ὕπαρξις, ἡ διατήρησις αὐτῶν τῶν λῃστῶν ἐντὸς τῆς περιφερείας μας μᾶς φέρει εἰς τὴν εὐθύνην νὰ πληρώσωμεν τὴν ἀποζημίωσιν τῶν λῃστευθέντων. Θὰ ὁπλισθῶσι λοιπὸν, καὶ χρεωστοῦν καὶ εἶναι συμφέρον καὶ καθῆκόν των νὰ συνεννοηθοῦν μετὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς, ἂν ὄχι νὰ ἐξοντώσουν ἢ νὰ φονεύσουν τοὺς λῃστὰς, ἀλλὰ τουλάχιστον νὰ τοὺς ἀποδιώξουν ἀπὸ τὴν περιφέρειαν τοῦ δήμου των, λέγοντες, φῦγε κακὸν ἀπὸ ἐμὲ καὶ πήγαινε ὅπου θέλεις. Καὶ ὅταν ἀρχίσῃ αὐτὸ τὸ σύστημα, ἕκαστος δῆμος νὰ μὴν ἀνέχεται ἐντὸς τῆς περιφερείας του νὰ ἐνδιαιτᾶται καὶ διαμένῃ ἡ λῃστρικὴ συμμορία διαρκῶς, τότε πιστεύσατε, ὅτι εἰς πολὺ στενόχωρον θέσιν οἱ λῃσταὶ θὰ εὑρεθοῦν· θὰ συγκρούωνται καὶ μὲ τὰ ἀποσπάσματα, καὶ τότε δύνανται νὰ φονευθῶσιν. Ἐν ὅσῳ ὅμως ἔχομεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ μὲν χωροφύλακες λέγουν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξοντώσωμεν τοὺς λῃστὰς, διότι τοὺς ὑποθάλπουν οἱ δημόται, καὶ ἐν ὅσῳ οἱ δήμαρχοι λέγουν, ὅτι δὲν εἶναι καθῆκόν μας νὰ ἐξαλείψωμεν τὴν λῃστείαν, διότι οἱ στρατιῶται δὲν ἐνεργοῦν τὰ καθήκοντά των, ποτὲ δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα. Εἶναι ἀνάγκη νὰ κόψωμεν αὐτὰς τὰς προφάσεις, νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν δήμαρχον, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ περιμένῃ μόνον ἀπὸ τὴν στρατιωτικὴν ἀρχὴν, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ συντρέξῃ καὶ αὐτός· εἶναι ἀνάγκη νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν δήμαρχον καὶ τοὺς δημότας ὄχι μόνον νὰ λέγουν ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ δὲν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν της, ἀλλὰ νὰ δύνανται καὶ νὰ τὴν καταγγέλλουν, καὶ νὰ ἔχωμεν διατάξεις ἐναντίον τῶν στρατιωτικῶν καὶ διοικητικῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀποδειχθῆ ὅτι παραβαίνουν τὰ καθήκοντά των· ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος νὰ ἔχωμεν πρόχειρον τὴν ἀπάντησιν εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς, τοὺς νομάρχας, τοὺς ἐπάρχους, οἱ ὁποῖοι προφασίζονται ὅτι οἱ δῆμοι δὲν ἐκτελοῦν τὰ καθήκοντά των καὶ ὑποθάλπουν τὴν λῃστείαν, καὶ διὰ τῶν νομοθετημάτων τὰ ὁποῖα καθιερώσαμεν καὶ κατὰ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ καταγγέλλωνται οἱ δήμαρχοι καὶ νὰ τιμωρῶνται, καὶ διὰ τοῦ προκειμένου νομοθετήματος διὰ τοῦ ὁποίου ἐὰν οἱ δῆμοι δὲν φροντίζουν διὰ τὴν ἐξόντωσιν τῆς λῃστρικῆς συμμορίας, ἡ ὁποία ἐμφωλεύει εἰς τὰ ὅριά των, ὑπόκεινται εἰς ἀποζημιώσεις, δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν ἓν εὐτυχὲς ἀποτέλεσμα. Καὶ, κύριοι, ἐξετάσατε καὶ ὑπὸ τρίτην ἔποψιν τί εἶναι δικαιότερον; Ἡ καταστροφὴ ἑνὸς οἰκογενειάρχου, ἐμπόρου, πολίτου, ὅστις αἰχμαλωτίζεται ὑπὸ τῶν λῃστῶν καὶ καταστρέφεται ἀφαιρουμένης ὁλοκλήρου τῆς περιουσίας του, ἢ ἡ διανομὴ αὐτῆς τῆς δυστυχίας καὶ τοῦ κακοῦ εἰς μεγαλειτέραν τινὰ ὁμάδα ἀνθρώπων; Ὅπως καὶ ἂν ἐσκέφθην καὶ ὅσον σκέπτομαι θέτων τὸν ἑαυτόν μου ὡς παθόντα, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ προτιμήσω τὸ δεύτερον. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μας Σωτηρόπουλος ἔλαβε τὸ δυστύχημα νὰ αἰχμαλωτισθῇ καὶ νὰ ἐξοδεύσῃ ὅλην του τὴν περιουσίαν διὰ νὰ πληρώσῃ τὰ λύτρα, ἔλαβε τὸ δυστύχημα ἀπὸ εὔπορος νὰ γίνῃ δυστυχὴς αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του· τὸ ἴδιον εἰμπορεῖ νὰ συμβῇ καὶ εἰς σᾶς καὶ εἰς ἐμὲ. Καὶ τί πταίω ἐγὼ ὁ πολίτης ἐὰν ἐξῆλθον ἔξω τῆς πόλεως; εἶμαι ἀπερίσκεπτος; ὄχι. Διατί; διότι εὑρίσκομαι εἰς εὐνομούμενον κράτος καὶ διέρχομαι τοὺς δήμους χάριν ἐμπορίου ἢ ὡς διαβάτης καὶ ὑποθέτω ὅτι ὑπάρχει ἀσφάλεια, καὶ ἐνῷ διέρχομαι ἀπὸ τὸν δῆμον τοῦ Μενιδίου π. χ. ἐντὸς αὐτοῦ καμαρόνουν οἱ δημόται τοὺς λῃστὰς ἐνδιαιτωμένους, καὶ ἀδιαφορούντων αὐτῶν συλλαμβάνομαι ἐγὼ καὶ καταστρέφομαι. Λοιπὸν εἶναι προτιμότερον νὰ καταστραφῶ καὶ νὰ πληρώσω μόνος μου τὰ λύτρα, ἢ νὰ διανεμηθῇ εἰς ὅλους, καὶ ἀντὶ ἑκατὸν χιλιάδων δραχμῶν πληρωτέων ἀπὸ τὸν αἰχμάλωτον νὰ πληρώσῃ ἕκαστος τῶν δημοτῶν 30 δραχμάς; Νομίζω ὅτι καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἐπιεικείας καὶ τῆς φιλανθρωπίας δικαιότερον εἶναι αὐτὸ τὸ μέτρον παρὰ τὸ πρῶτον, ἐκτὸς ἐὰν εἴπωμεν, ὅτι ὥρα του καλὴ ὅστις συλληφθῇ ἀπὸ τοὺς λῃστὰς καὶ καταστραφῇ. Τὶ μὲ μέλει ἐμὲ; ἐγὼ δὲν ἔπαθα τίποτε καὶ ἀδιαφορῶ. Ἀλλ’ ὅταν τις ᾖναι παθὼν καὶ βιάζεται νὰ πληρώσῃ, ἢ ὅστις ἔχει ὑπ’ ὄψιν τὴν παροιμίαν ὅταν τὸ καζάνι τοῦ γειτόνου του καίεται θὰ καῇ καὶ τὸ ἐδικόν του, τότε θὰ σκεφθῇ διαφορετικά.
§5ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. Κυπριάδη, νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν;
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ τὸν διακόπτετε.
§7ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ μὴ διακόπτωμαι.
§8ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Λοιπὸν εἰς τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεώς σας.
§9ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τώρα, κύριοι, ἔρχομαι εἰς μίαν ἄλλην ἔποψιν. Τὸ νομοθέτημα αὐτὸ εἶναι πρωτοφανὲς εἰς τὴν Ἑλλάδα; πρώτην φορὰν ἐφηρμόσθη; ἀντίκειται εἰς τὰς ἕξεις καὶ εἰς τὰ παρελθόντα; Ἐὰν ᾖναι πρωτείσακτον νομοθέτημα εἰς τὴν Ἑλλάδα, τῷ ὄντι μεγαλειτέρα χρειάζεται προσοχή· ἀλλ’ ὅμως αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, αὐτὸ τὸ νομοθέτημα, ὑπὸ πλατυτέραν μάλιστα ἔποψιν, καὶ ὑπὸ βαρυτέρους ὅρους, τὴν εὑρίσκομεν καθιερωθεῖσαν καὶ ἐφαρμοσθεῖσαν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ πολλὰ ἔτη. Ποῖος ὁ λόγος αὐτὴν τὴν διάταξιν, μᾶλλον περιωρισμένην, ἐπιεικεστέραν, μὲ πολλὰς προφυλάξεις, νὰ μὴ τὴν ἐφαρμόσωμεν σήμερον, ὅτε ὁμολογουμένως ἡ γενικὴ ὑπόληψις, ἡ κατάστασις τοῦ τόπου διασύρεται καὶ διακινδυνεύει ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν λῃστῶν; Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς πολὺ μᾶλλον ἐκτεταμένος καὶ πολὺ βαρύτερος καθιερώθη κατὰ τὸ 1836, καὶ ἐνῷ καθιερώθη διὰ δύο μόνον ἔτη, ἡ κυβέρνησις εἶδεν ὅτι εἶναι τελεσφόρος, παράπονα καὶ κατακραυγαὶ δὲν ἠκούσθησαν, ἀποτελέσματα ἔφερεν εἰς τὸν σκοπόν του καὶ ἐπανειλημμένως ἐπεξετάθη ἡ ἰσχύς του μέχρι τοῦ 1841, μοὶ φαίνεται. Καὶ ἀκούσατε τὸ πρῶτον ἄρθρον αὐτοῦ τὶ λέγει: «Πᾶς δῆμος εἶναι ὑπεύθυνος ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν ἀποζημίωσιν ἕνεκα πάσης λῃστείας πραττομένης ἐντὸς τῆς περιφερείας του». Παρατηρήσατε πόση μεγάλη διαφορὰ ὑπάρχει ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ καὶ τῆς τροπολογίας τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω· ἐδῶ πρόκειται περὶ πάσης λῃστείας· ἑπομένως ὄχι μόνον περὶ αἰχμαλωτισμοῦ καὶ λύτρων, ἀλλὰ καὶ διὰ πᾶσαν οἵαν δήποτε, οἵας δήποτε φύσεως λῃστείαν πραττομένην ἐντὸς τῆς περιφερείας ἑνὸς δήμου κηρυχθέντος ὑπευθύνου διὰ τὸ ὅλον καὶ οὐχὶ διὰ τὰ ⅔, ὡς ἡ ἰδική μου περιλαμβάνει. Καὶ πῶς δὲν κατεστράφησαν οἱ δῆμοι τότε; καὶ ποῖα τὰ δυστυχῆ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον; ποῖοι δῆμοι ἐξωντώθησαν ἕνεκα τῶν τοιούτων ἀποζημιώσεων;
§10ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ποῖος δῆμος ἐπλήρωσεν;
§11ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Εἰς αὐτὸ θὰ ἔλθω· λοιπὸν ἔχομεν μόνον φωνὰς ἐναντίον τῆς νομοθεσίας χωρὶς νὰ ἔχουν ἀποτελέσματα. Διατί δὲν ἐπλήρωσαν οἱ δῆμοι; διότι δὲν ἀπεδείχθη ὅτι ἐντὸς περιφερείας τινὸς διεπράχθη ἡ λῃστεία. Λοιπὸν, κύριοι, μολονότι ὑπῆρχεν αὐτὸς ὁ νόμος καὶ ἐφηρμόσθη ἐπὶ 4 καὶ 5 ἔτη, δὲν δὲν ἐπῆλθε καμμία ἀποζημίωσις· διατί, ἐρωτῶ· διότι δὲν συνέβησαν λῃστεῖαι ἢ διότι οἱ συλληφθέντες δὲν ἤθελον νὰ ἐξασκήσουν τὸ δικαίωμά των; Δὲν πιστεύω, ἀλλὰ τὸ αἴτιον θὰ ᾖναι, διότι δὲν συνέβησαν μεγάλαι λῃστεῖαι· πᾶς τις, κύριοι, ὅταν ἔχῃ χιλίας δραχμὰς εἰς τὸ βαλάντιόν του καὶ οἱ λῃσταὶ τοῦ ἀφαιρέσουν αὐτὰς καὶ τὸ ὡρολόγιόν του, τότε παρηγορεῖται, διότι δὲν ἔχασε περισσότερα καὶ ἡσυχάζει· ἀλλ’ ὅταν αἰχμαλωτίζωμαι, τότε ἡ αἰχμαλωσία μου ἡ ὁποία μὲ φέρει εἰς κίνδυνον τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀπώλειαν τῆς περιουσίας μου, μὲ βιάζει βεβαίως νὰ προσπαθήσω νὰ ἀποζημιωθῶ. Ἂς μὴ εὐθύνεται ὁ δῆμος δι’ ὅλας τὰς λῃστείας, ἀλλ’ ἂς προσέχῃ νὰ μὴ ἔχῃ τόσην ἄνεσιν ὁ λῃστὴς, ἂς προσέχουν οἱ δημόται εἰς τὰς ὁδοὺς νὰ μὴ αἰχμαλωτίζωνται οἱ πολῖται καὶ οἱ ἔμποροι.
§12ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ποία Βουλὴ ἐψήφισε τὸν νόμον ἐκεῖνον;
§13ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Συγχωρήσατέ με, ὡς πρὸς τοὺς νόμους ἔχω μίαν ἰδέαν ἡ ὁποία ἴσως δὲν εἶναι πολὺ εὐάρεστος εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς ἐμὲ, εἰς τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκομαι. Οἱ νόμοι οἱ ὁποῖοι καθιερώθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα πρὸ τοῦ 1843 ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς νοημοσύνης, τῆς λογικότητος, τῶν περιστάσεων, δὲν εἶναι νόμοι τυχαῖοι, δὲν εἶναι νόμοι ἀποῤῥιπτέοι· διότι καμμία Κυβέρνησις, οὔτε ὁ πρώην βασιλεὺς, οὔτε τὰ ὑπουργεῖα του, τὰ ὁποῖα ἐσύγκειντο πάλιν ἀπὸ τοὺς ἰδίους, τοὺς πατέρας καὶ συγγενεῖς σας, καμμία, λέγω τῶν παρελθουσῶν Κυβερνήσεων δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ κάμῃ νόμους βανδαλικοὺς εἴτε ὑποδουλώσεως τοῦ ἔθνους, ἀλλ’ ὅλοι εἶχον μίαν ἰδέαν, νὰ κάμουν νόμους χρησίμους καὶ καλοὺς διὰ τὴν κοινωνίαν· ἐὰν ὅμως δὲν ἐφηρμόζοντο ἢ κακῶς ἐφηρμόζοντο οἱ νόμοι, αὐτὸ ἦτο τὸ δυστύχημα ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐπῆλθον καὶ τόσα κακά. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὁ νόμος κακὸς διὰ νὰ ἐρωτῶμεν ποῖος τὸν ἔκαμε, ἐὰν τὸν ἔκαμεν ἡ Βουλὴ ἢ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε τότε, καὶ περιελάμβανε τοὺς νοημονεστέρους ἄνδρας τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν τὸν ἔκαμον τὰ ὑπουργικὰ συμβούλια, τὰ ὁποῖα συνέκειντο ἀπὸ ἀνθρώπους πεφωτισμένους καὶ νομικοὺς, καὶ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ τόπου· εἶναι μάλιστα αὐτὴ ἡ ἰδέα μου, ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα πολὺ προσεκτικοὶ εἰς τοὺς νόμους τοὺς κειμένους, διότι οἱ νόμοι δὲν ἀφαρπάζονται, θέλουν μελέτην, θέλουν σπουδὴν, θέλουν πεῖραν, θέλουν σκέψιν, θέλουν συνδυασμοὺς, θέλουν γνώσεις, θέλουν ἱστορίαν, θέλουν φιλοσοφίαν. Εἴμεθα ἡμεῖς εἰς κατάστασιν ἐκ τοῦ προχείρου νὰ νομοθετῶμεν περὶ τῆς ζωῆς, περὶ τῆς περιουσίας, τῆς ἰδιοκτησίας τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν μόνον ἐντὸς τριῶν ἀναγνώσεων, ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν, καὶ ἔχομεν τὸν ἐγωϊσμὸν νὰ λέγωμεν, ὅτι οἱ νόμοι οἱ ἰδικοί μας δύνανται νὰ ᾖναι καλλίτεροι ἀπὸ τοὺς προϋπάρχοντας; Βεβαίως οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ φέρουν τὰς ἀντιῤῥήσεις των, αὐτὸ τὸ ἐννοῶ· ἀλλὰ νὰ κατηγορήσωμεν τὸν νόμον διότι δὲν τὸν ἔκαμεν ἡ Βουλὴ, ἀλλ’ ἡ τότε Μοναρχικὴ Κυβέρνησις, δὲν μοὶ φαίνεται σωστόν. Ἕως ἐδῶ, κύριοι, περιορίζεται τὸ ά. ἐδάφιον τῆς τροπολογίας· κατόπιν ἔρχεται ἡ εὐθύνη τὴν ὁποίαν ἀποδίδομεν καὶ εἰς τοὺς συνήθως τροφοδοτοῦντας τὴν διαπράξασαν τὴν αἰχμαλωσίαν ληστρικὴν συμμορίαν· διότι ἂν νομοθετῶμεν περὶ τῶν ἀδιαφορούντων, πρέπει νὰ προνοήσωμεν καὶ περὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν ἀδιαφοροῦσι μόνον, ἀλλ’ ὑποθάλπουν, ὑποστηρίζουν, δίδουν ζωὴν εἰς αὐτὴν τὴν ληστρικὴν συμμορίαν, καὶ αὐτοὶ εἶναι οἱ συνήθως τροφοδοτοῦντες καὶ ὑποθάλποντες τοὺς λῃστάς· αὐτοὶ κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον εἶναι λῃσταὶ, ἐπίσης κακοῦργοι, ἀλλ’ ἀφίνομεν τὴν εὐθύνην των εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην καὶ ἐρχόμεθα νὰ διακηρύξωμεν, ὅτι ἂς μὴ νομίζουν οἱ χωρικοὶ, οἱ βλαχοποιμένες, ὅτι δίδοντες εἰς τὴν λῃστρικὴν συμμορίαν τροφὴν δύνανται νὰ ὑπεκφύγουν τὴν ποινικὴν καταδίωξιν, διότι ἐνδέχεται νὰ μὴ ἀνακαλυφθῇ ἡ δολία αὐτῶν προαίρεσις, ἐὰν δίδουν 10 λεπτῶν ἄρτον καὶ λαμβάνουν 20, ἢ ἐὰν τὸ κάμουν διότι εἶναι κουμπάροι ἢ διότι ἔχουν ἄλλους δεσμοὺς, διότι κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν ἂν διαπραχθῇ αἰχμαλωσία εἰς τὴν περιφέρειάν των θὰ ᾖναι ὑπεύθυνοι εἰς ἀποζημίωσιν. Κόψατέ του αὐτὸ, μὴ τοῦ παρέχετε τόσην ἀφοβίαν, καὶ ἐὰν θέλῃ νὰ ᾖναι εὐεργετικὸς, ἂς ᾖναι εἰς τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα, εἰς τὰ νοσοκομεῖα, ὀρφανοτροφεῖα ἂς μὴ ᾖναι τόσον εὐγενὴς, τόσον φιλάνθρωπος, τόσον περιποιητικὸς εἰς τὸν λῃστήν· ἑπομένως πρέπει νὰ παύσῃ αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμα καὶ ὁ χωρικὸς ἢ ὁ ποιμὴν ἔχουν τὴν συνδρομὴν τῶν συνδημοτῶν των, τῆς διοικητικῆς, τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς, οἵτινες ὅλοι ἔχουν συμφέρον καὶ καθῆκον· ὅταν ὁ εἷς προστατεύῃ τὸν ἄλλον, τότε θὰ ἐκλείψουν καὶ οἱ ἀδιαφοροῦντες, καὶ οἱ τροφοδοτοῦντες δὲν θὰ εὑρίσκωνται ἐν ἀφοβίᾳ· καὶ ἑπομένως ἰδοὺ, ὅτι ἐπῆλθε τοιουτοτρόπως τὸ ἀποτέλεσμα τῆς καταστροφῆς τῶν λῃστῶν. Μετὰ τοῦτο, κύριοι, ἔρχεται μία ἄλλη διάταξις, ἡ ὁποία προλαμβάνει τὰς ἀντιῤῥήσεις πολλῶν, ἀντιῤῥήσεις πολλὰ λογικὰς, τουτέστιν, ὅτι ἐνδέχεται ν’ ἀνοίξωμεν ἓν ἐργαστήριον ψευδῶν αἰχμαλωσιῶν καὶ ψευδῶν ὑποχρεώσεων πρὸς πληρωμὴν λύτρων· ἐνδέχεται ἄνθρωποι κακοήθεις, ἄνθρωποι ἐπικίνδυνοι, νὰ προσποιηθοῦν, ὅτι τοὺς συνέλαβον λῃσταί, ὅτι ἐπλήρωσαν λύτρα, καὶ νὰ κινήσουν ἀγωγὰς κατὰ τῶν δημοτῶν πρὸς ἀποζημίωσιν, καὶ νὰ ἔχουν καὶ δύο ψευδομάρτυρας νὰ τοὺς ὑποστηρίξουν. Κύριοι, πρέπει νὰ τὸ προλάβωμεν καὶ εὐτυχῶς δὲν ἐκοπίασα νὰ κάμω διάταξιν περὶ τούτου· εὐτυχῶς ἀνεῦρον ἐντὸς τοῦ ἰδίου ἐκείνου νόμου διάταξιν καὶ ἰδοὺ διατί λέγω, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ νόμοι δὲν ἦταν ἀτελεῖς. Τὸ ἄρθρον 11 τοῦ νόμου ἐκείνου λέγει. Ἄρθρον 11. «Ὅστις ἤθελεν εἰσαγάγει δίκην περὶ ἀποζημιώσεως λόγῳ λῃστεύσεως γενομένης εἰς αὐτὸν, ἢ ὅστις ἤθελε παραστήσει, ὅτι τοῦ ἡρπάγησαν ἐν λῃστεύσει τινὰ χρήματα ἢ πράγματα μὴ πραγματικῶς ἁρπαγέντα, ἂν δικαστικῶς ἐξελεγχθῇ ψευδόμενος ἐπὶ σκοπῷ ἰδιοτελείας, τιμωρεῖται εἰς ἑκατέραν τῶν περιπτώσεων μὲ χρηματικὴν ποινὴν ἴσην μὲ τὸ ποσὸν τοῦ μελετηθέντος ἀθεμίτου κέρδους, οὐδέποτε ὅμως μικροτέραν τῶν 50 δρ. ἐπιφυλαττομένων ὁπωσδήποτε μεγαλειτέρων ποινῶν κατὰ τοὺς γενικοὺς ποινικοὺς ὁρισμούς.» Διὰ τοῦτο εἰς τὴν ὑποτροπολογίαν μου ὑπάρχει αὐτὴ ἡ προσθήκη· «ὡς πρὸς τὸν ψευδῶς παραστήσαντα αἰχμαλωσίαν ὑπὸ λῃστῶν καὶ πληρωμὴν λύτρων ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ αὐτοῦ νόμου.» Εἶναι κακὸν καὶ τὸ τοιοῦτον; Ἐὰν θὰ παραδεχθῆτε τὸ πρῶτον, ἀναγκαίως πρέπει νὰ παραδεχθῆτε καὶ τὸ δεύτερον· ἐὰν ὅμως εἰπῆτε, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ φροντίσωμεν περὶ τοῦ αἰχμαλωτισθέντος, μᾶς εἶναι ἀδιάφορον ἐὰν ἐπώλησε τὰ πράγματά του, ἐὰν ἐπτώχυναν τὰ παιδιά του, διατὶ νὰ πληρώσῃ ὁ δῆμος; ἢ ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν ἰδέαν τινῶν, οἵτινες λέγουν, ἀντὶ νὰ πληρόνῃ τὸ δημόσιον ἓν ἑκατομμύριον δραχμὰς διὰ τὴν χωροφυλακὴν, ἡ ὁποία δὲν ἔφθασεν εἰς κἀνὲν ἀποτέλεσμα ἂς καταργήσῃ τὴν χωροφυλακὴν καὶ ἂς πληρόνῃ ὁσάκις αἰχμαλωτισθῇ κανεὶς τὰ λύτρα του, καὶ δὲν θὰ πληρώσῃ πλειοτέρας τῶν 100, 200, 300 χιλιάδων δραχμῶν· ἐὰν οὕτω πως σκεπτώμεθα, ἂς ἀδιαφορήσωμεν διὰ τὸν αἰχμαλωτισθέντα· ἐὰν ὅμως παραδεχθῆτε τὸ ἄ. εἶναι ἀνάγκη νὰ παραδεχθῆτε καὶ τὸ δεύτερον. Τώρα ὁ ἀξιότιμος κύριος Πετιμεζᾶς ἔχει διατάξεις τινὰς ἀφορώσας τὴν ἐκτέλεσιν τῆς εὐθύνης· αἱ μελέται αὗται ὅσον εἶναι κατὰ τὸ σύνολόν των ὀρθαὶ, θεωροῦνται ὅμως κατά τι ἀτελεῖς, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ προβλέψῃ ὅλας τὰς περιπτώσεις· διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἐὰν ἐφαρμοσθοῦν αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 13–17 τοῦ προγενεστέρου νόμου, τότε ἔχομεν ἓν πλῆρες καὶ νομικὸν σύστημα εὐθύνης καὶ ἐκτελέσεως τῆς εὐθύνης χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ κἀμμία κατάχρησις, διότι προβλέπουν τὰ πάντα αὐτὰ τὰ ἄρθρα. Τελευτῶν, Κύριοι, ἐπιθυμῶ νὰ φωτίσω κατά τι εἰς μίαν ἰδέαν τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν μου κύριον Γόντικαν· προχθὲς ἀγορεύων εἶπε, Κύριοι, αὐτὴν τὴν ἀποζημίωσιν πρόκειται νὰ τὴν πληρώσῃ ὁ φορολογούμενος, ὁ γεωργὸς, ὁ σπείρων καὶ μὴ θερίζων, ὁ δὲ ἔχων οἰκίας καὶ μέγαρα εἰς τὰς πόλεις, εἰς τὰς Ἀθήνας δὲν θὰ πληρώσῃ τίποτε. Ὡς πρὸς τοῦτο νομίζω, ὅτι ἔσφαλεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου· διότι κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ καὶ κατὰ τ’ ἄρθρα αὐτὰ τοῦ νόμου, ἡ ἀποζημίωσις καταβαλλομένη ἀπὸ τὸν δῆμον διανέμεται εἰς τοὺς δημότας ἀναλόγως τῶν φόρων τοὺς ὁποίους πληρόνει ἕκαστος, τῶν ἀμέσων φόρων, καὶ οἱ φόροι τῶν οἰκοδομῶν εἶναι ἄμεσοι φόροι. Λοιπὸν ἐὰν ἐγὼ πληρόνω 1000 δραχμὰς τὸ ἔτος διὰ τὴν οἰκίαν μου καὶ ὁ γεωργὸς πληρόνῃ 100 δραχ. δέκατον, ἐκεῖνος θὰ πληρώσῃ δέκα καὶ ἐγὼ ἑκατὸν δὲν ὑπάρχει λοιπὸν αὐτὴ ἡ ἀνισότης, ἡ ἀδικία, τὴν ὁποίαν ὑπενόησεν ὁ κύριος Γόντικας εἰπὼν, ὅτι πάντοτε οἱ γεωργοὶ θὰ καταθλίβωνται καὶ θὰ πληρόνουν· ὄχι, ὅλοι οἱ δημόται, ὅλοι οἱ φορολογούμενοι ἀναλόγως τῆς περιουσίας των θὰ προσφέρουν εἰς αὐτὸ τὸ κοινὸν δυστύχημα.
§14ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κἀνένα σπῆτι δὲν εἶναι χιλίων ταλλήρων εἰς τὰς ἐπαρχίας.
§15ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Εἶπες προχθὲς, ὅτι οἱ ἔχοντες οἰκίας εἰς τὰς Ἀθήνας δὲν θὰ πληρόνουν, καὶ εἰς τοῦτο ἀπήντησα. Μίαν ἄλλην παρατήρησιν καὶ τελειώνω διὰ νὰ καταστήσω ἐντελὲς καὶ πλῆρες τὸ σύστημα τῆς τροπολογίας ἡ ὁποία σᾶς ὑπεβλήθη, καὶ διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ τίποτε ἀσαφές. Ὁ νόμος αὐτὸς ὁ πρῶτος ἔλεγεν, ὅτι συνυπεύθυνοι μὲ τοὺς δήμους λογίζονται καὶ οἱ ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ληστείας διατελοῦντες μὴ δημόται, ἀγροφύλακες, ποιμένες κλπ. Βλέπετε πόσον αὐστηρὸς εἶναι αὐτὸς ὁ νόμος· ἡμεῖς οἱ συντάξαντες τὴν τροπολογίαν αὐτὴν δὲν ἠθελήσαμεν, ὥστε νὰ καταστήσωμεν ἀλληλεγγύως συνυπευθύνους αὐτοὺς τοὺς ὁποίους προβλέπει αὐτὸ τὸ ἀναγνωσθὲν ἐδάφιον. Ἐντὸς ἑνὸς δήμου ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄλλοι μὴ δημόται, ποιμένες, βλαχοποιμένες, οἱ ὁποῖοι ἐπίσης συντελοῦν εἰς τὴν ὕπαρξιν τῆς ληστείας, καὶ ἂν αὐτοὺς ἀφήσωμεν ἄνευ τινὸς νόμου καὶ εὐθύνης, ἴσως οἱ δημόται θὰ φροντίσουν νὰ μὴ τροφοδοτοῦν τοὺς λῃστάς, αὐτοὶ ὅμως θὰ τοὺς ὑποθάλπουν· διὰ τοῦτο ὁ πρῶτος νόμος εἶπεν, ἂς ἔχουν καὶ αὐτοὶ μίαν εὐθύνην, νὰ ὑπάγωνται καὶ αὐτοὶ εἰς ποινὴν καθὼς οἱ λοιποὶ δημόται, καὶ διὰ τοῦτο παραδέχθημεν τὸ ἄρθρ. 14 συνδυασμένον μὲ τὸν βʹ. παράγραφον· δηλ. ὄχι νὰ θεωρῶνται κυρίως καὶ ἀμέσως συνυπεύθυνοι διὰ τὸ ὅλον, ἀλλ’ ὅταν ὁ νόμος πρόκειται νὰ ἐπιβάλῃ ποινὴν εἰς τοὺς δημότας, νὰ δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ καὶ εἰς αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δημόται. Αὗται εἶναι, Κύριοι, αἱ διατάξεις αἱ ὁποῖαι περιλαμβάνονται εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό· ἐναπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τὰς βελτιώσῃ καὶ ἢ νὰ τὰς παραδεχθῇ ἢ νὰ τὰς ἀποῤῥίψῃ.
§16ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κύριε Κυπριάδη, μίαν ἐρώτησιν ἤθελα νὰ σᾶς κάμω. Πῶς τὸν ἐννοεῖς τὸν δῆμον, ὡς μίαν μονάδα, μίαν κωμόπολιν, μίαν πόλιν, ἢ ὡς πολλὰ μέρη ἀπέχοντα ἀπ’ ἀλλήλων;
§17ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τί ἐστὶ Δῆμος τὸ ὁρίζει ὁ περὶ δήμων νόμος.
§18ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Παρακαλῶ νὰ μοῦ εἰπῆτε....
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τὸν λόγον, δὲν ἠμπορεῖς νὰ ὁμιλήσῃς.
§20ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἔχω ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῆς τροπολογίας, εἶναι ἀπαράδεκτος.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ ἔχει ἄλλος τὸν λόγον, ὁ Κ. Κουμουνδουράκης. Λαμβάνεις τὸ βῆμα ἔπειτα καὶ ὁμιλεῖς.
§22ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κύριε πρόεδρε, κατὰ τὸν κανονισμὸν θὰ ὁμιλήσω.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κανονισμὸς εἶναι ὅποιος ζητήσει τὸν λόγον νὰ τὸν ἔχῃ. Ὁρίσατε Κ. Κουμουνδουράκη.
§24ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὁ κανονισμὸς λέγει νὰ τυπώνωνται αἱ τροπολογίαι.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε τώρα καὶ τὰ κατὰ τῆς τροπολογίας, καὶ ἔπειτα ἐρωτῶ τὴν Βουλήν.
§26ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Κύριοι, ἤλπιζον νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ ὁ λόγος ἐπὶ τοῦ θέματος περὶ φορολογίας τοῦ λαοῦ πρὸς ἀποζημίωσιν αἰχμαλωτισθέντος ἀπὸ τοὺς λῃστάς· ἤλπιζον, Κύριοι, νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ πρὸς τιμὴν τοῦ Ἔθνους· δὲν εἶναι πολὺς καιρὸς, ὅτε ὁ εὐρωπαϊκὸς τύπος ὠνόμασε τὴν Ἑλλάδα καταγώγιον λῃστῶν, καὶ τώρα ἀρχίζομεν νὰ δικαιόνωμεν τὸν τύπον ἐκεῖνον, διότι πραγματικῶς νομοθετοῦμεν ὄχι πρὸς ἀποζημίωσιν, ἀλλὰ πρὸς συντήρησιν τῶν λῃστῶν. Κύριοι, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐξέλθω εἰς τὸ μέγα χάος τῶν τροπολογιῶν, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ φιλονεικήσω, οὔτε νὰ ἀντείπω εἰς τὰ προῤῥηθέντα ἀπὸ τοὺς κυρίους νομικούς· ἐγὼ θέλω νὰ σᾶς ἀποδείξω ἐν συντόμῳ, ὅτι τοιαύτη τροπολογία περὶ φορολογίας διὰ τὴν αἰχμαλωσίαν ἀπὸ τοὺς λῃστὰς δὲν εἶναι παρὰ καταστροφὴ τῶν νόμων τοὺς ὁποίους ῥητῶς παρεδέχθητε. Διὰ ποῖον λόγον θέλετε νὰ γίνῃ; ἢ διὰ λόγον φιλανθρωπίας, ἢ διὰ λόγον καταστροφῆς· ἐὰν ᾖναι τὸ πρῶτον, βεβαιωθῆτε, ὅτι ἀπάνθρωπος εἶναι ἡ ἀπόφασις αὕτη· ἐὰν ᾖναι τὸ δεύτερον, βεβαιωθῆτε, ὅτι τίποτε δὲν θὰ συντελέσῃ πρὸς καταδίωξιν. Δὲν ἐφοβήθημεν νὰ ἐπαναφέρωμεν τοιοῦτον ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς! Αὐτὰ εἶναι αἴσχη ἐνώπιον τῆς πεφωτισμένης Εὐρώπης. Δὲν καταστρέφεται ἡ λῃστεία διὰ τῶν δημοτῶν καὶ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα· ἓν ὅπλον ἔπεσεν εἰς τὸ Γαλαξείδιον ὅταν ἤμην ἀποσπασματάρχης ἐκεῖ, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀξιότιμος Κύριος Σαφάκας μὲ τὸ ὅπλον εἰς τὰς χεῖρας, ἄφιναν τὰς οἰκίας των καὶ ἐῤῥίπτοντο εἰς τὴν θάλασσαν· καὶ δὲν ἐσυλλογίσθησαν, ὅτι θὰ πληρώσουν φόρους εἰς τὸν αἰχμάλωτον, ἀλλ’ ἐσυλλογίσθησαν, ὅτι ἐγκαταλείπουν χήρας;
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς τροπολογίας, Κύριε Κουμουνδουράκη.
§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε, ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ μὲ αὐτὸν τὸν θόρυβον νὰ ὁμιλῶ.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, ἡσυχία νὰ τελειώσωμεν· σπουδαίως σᾶς παρακαλῶ, ἂς λείψουν αἱ ἀστειότητες.
§30ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Ἡ καταστροφὴ τῆς λῃστείας προλαμβάνεται διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἤδη ἔχομεν, οἱ δὲ λῃσταὶ καταστρέφονται διὰ τοῦ ὅπλου, διὰ τοῦ στρατιωτικοῦ ὅπλου, διὰ τοῦ ὅπλου τῆς Κυβερνήσεως, πώποτε διὰ τοῦ ὅπλου τοῦ ἰδιαιτέρου· καὶ ἂν πρόκειται νὰ γίνῃ τοῦτο, πρέπει οἱ πολῖται νὰ ἔχουν ἓν κέντρον καὶ τοῦτο εἶναι ὁ δήμαρχος· τὶ σοῦ πταίει ὁ δῆμος νὰ πληρώσῃ 30 ἢ 40 χιλιάδας δραχμὰς, διότι ὁ πλούσιος, ὁ φιλάργυρος, ὁ τοκογλύφος, ὁ καθιστάμενος μισητὸς εἰς τὴν κοινωνίαν δὲν ἐπῆρεν ἀπὸ τὴν φειδὼ του δύω ἢ τρεῖς ἀνθρώπους νὰ τὸν φυλάσσουν; Ἀλλ’ ὑποθέσατε ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Κύριος Σωτηρόπουλος ἤθελε καταδικάσει τὴν ἐπαρχίαν του νὰ πληρώσῃ ὅ,τι ἔχασε, νομίζετε, ὅτι ἤθελεν ἀπολαύσει πλέον τὴν ὑπόληψιν καὶ τὴν συμπάθειαν τῆς ἐπαρχίας του; Ἐνῷ ἐὰν εἶχε δύο ἢ τρεῖς ἀνθρώπους νὰ τὸν φυλάττουν .........
§31ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς λείψουν πλέον αἱ συμβουλαί· τὶ μὲ ἐνθυμίζετε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ὁλονὲν; δὲν πρόκειται περὶ τοῦ Σωτηροπούλου.
§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Δὲν ἀποβλέπω νὰ προσβάλω κἀνένα, ἐγὼ ἔφερα ἓν παράδειγμα.
§33ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ἔπρεπε νὰ ἠξεύρετε, ὅτι ἐπῆραν τοῦ Βουδούρη τὰ παιδιὰ ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὰ φρούρια, ὅτι ἐκεῖ ὅπου ἤμην ἦσαν 140 ἄνθρωποι πέριξ, καὶ εἰς τὸ κτῆμά μου εἶχον δέκα.
§34ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Νὰ σᾶς δώσω ἱκανοποίησιν.
§35ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, καμμίαν ἱκανοποίησιν δὲν θέλω.
§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Κύριος Σωτηρόπουλος τὸν ὁποῖον μετὰ πλείστης ὅσης προσοχῆς ἠκούσαμεν διὰ νὰ μάθωμεν εἰδικώτερον τὰ τῆς λῃστείας καὶ νὰ μάθωμεν τὰ μέσα τῆς καταστροφῆς αὐτῶν, ὁ ἀξιότιμος Κύριος Σωτηρόπουλος σᾶς ἀνέπτυξε τὰ πάθη του κατὰ τὸ διάστημα τῆς αἰχμαλωσίας του καὶ κατόπιν σᾶς εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ καταστρέψητε τὰς πηγὰς τῆς λῃστείας. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ὅσον προεχώρησεν ὁ καιρὸς ὡς ἐκ τῶν διαφόρων μεταβολῶν, τοσοῦτον μετεβλήθη καὶ τὸ εἶδος τῶν λῃστῶν· σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐκ τῶν διαφόρων περιστάσεων ἐκείνων ἐγεννήθη ἡ αἰχμαλωσία, καὶ μετὰ ταῦτα ἡ λῃστεία καὶ τὰ τοιαῦτα· σᾶς εἶπεν, ὅτι μετὰ τὴν μεταπολίτευσιν, οἱ ὑπόδικοι ἦσαν πολλοὶ τότε, ἔδωκαν ζωὴν περισσοτέραν εἰς τοὺς λῃστὰς καὶ ἐκεῖνοι προέβησαν εἰς αἰχμαλωσίας, καὶ δὲν θὰ καταστραφῇ ἡ λῃστεία ἐὰν οἱ ὑπόδικοι δὲν ἀμνηστευθῶσι· καὶ ἐγὼ λέγω εἰς ἐκεῖνον, ὅστις εἶπεν, ὅτι ἡ λῃστεία δὲν ἀναβαίνει εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑποδίκων καὶ ἐκείνων τοὺς ὁποίους κρίνει ἀξίους ἀμνηστείας, ὅτι ἡ λῃστεία εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐγεννήθη διότι ὑπάρχουν τὰ μέσα τῆς συντηρήσεώς των, διότι οἱ λῃσταὶ ἔχουν πάντοτε 2, 3, 4, 5 ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι τοὺς συντηροῦν, οἵτινες κατασκοπεύουν καὶ ὁδηγοῦν τοὺς πλουσίους διὰ νὰ τοὺς συλλάβουν οἱ λῃσταὶ, καὶ κατόπιν μοιράζουν τὰ λύτρα· αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς, ὁ λαὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ προλάβῃ μίαν τοιαύτην κατάστασιν τὴν ὁποίαν ὁ νόμος θὰ καταστρέψῃ καὶ οὐχὶ ἡ φορολογία· τὴν λῃστείαν εἶπον, ὅτι καταστρέφει ὁ Νόμος, καὶ τοὺς λῃστὰς τὸ ὅπλον. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ δώσῃ τὸ ὅπλον, καὶ οἱ νόμοι νὰ ἐνεργῶσι ταὐτοχρόνως· ἄλλως τε ἡ φορολογία θὰ ἐξεγείρῃ τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων καὶ θὰ κάμῃ μεγίστην ἐντύπωσιν τοῦτο· λέγω, ὅτι ἡ τοιαύτη τροπολογία δὲν ἔπρεπε οὔτε κἂν νὰ συζητηθῇ. Ὑπάρχουν δύω ἀρχιλῃσταὶ εἰς τὴν Στερεὰν· εἶναι ὁ Στροῦπας καὶ ἕνας ἄλλος· ἴσως ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι, ἐγὼ αὐτοὺς τοὺς δύω γνωρίζω· ὁ πρῶτος ἔχει 9 ἀδελφοὺς, οἵτινες εἶναι ἱκανοὶ νὰ διέλθουν ὅλην τὴν Στερεὰν καὶ Πελοπόννησον διὰ ν’ ἀνεύρουν αἰχμαλώτους τῶν λῃστῶν, καὶ πρέπει νὰ ἠξεύρετε, ὅτι αὐτοὶ δίδουν περισσοτέρας ἀμοιβὰς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν· αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τῆς συντηρήσεως τῶν λῃστῶν· διότι οἱ λῃσταὶ λαμβάνοντες 50,000 δραχ. τὰς πέντε μόνον κρατοῦν διὰ τὸν ἑαυτόν των, τὰς δὲ λοιπὰς τὰς δίδουν εἰς ἐκείνους οἵτινες τοὺς συντρέχουν καὶ τοὺς ὑποστηρίζουν. Ἐὰν φορολογήσωμεν τὸν λαὸν καὶ δεχθῶμεν αὐτὴν τὴν τροπολογίαν δὲν εἰμποροῦμεν παρὰ νὰ ἐξυβρίσωμεν ἠθικῶς τὴν Ἑλλάδα ἀπέναντι τοῦ ἔξω κόσμου (θόρυβος).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπηγόρευσα τὸν βουλευτὴν Κ. Γόντικαν νὰ ὁμιλήσῃ, ὅστις ἤθελε νὰ φέρῃ πρὸς βοήθειάν του τὸν κανονισμὸν, ἀλλ’ ὁ κανονισμὸς λέγει νὰ τυπόνωνται αἱ τροπολογίαι· εἶναι περιττὸν τώρα νὰ λυθῇ, ὅτι πρέπει νὰ τυπωθῇ· ἐὰν τὸ ἔλεγε πρότερον, τότε ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Τώρα θὰ ἐρωτήσω ποίαν ἀπὸ τὰς τροπολογίας, αἵτινες ὑπεβλήθησαν, θὰ παραδεχθῇ ἡ Βουλή. Ὁ Κ. ὑπουργὸς παρακαλεῖται νὰ δώσῃ τὴν γνώμην του, ἐὰν παραδέχεται κἀμμίαν ἀπὸ τὰς τροπολογίας.
§38ΤΙΝΕΣ. Ὅπως ἔχει τὸ νομοσχέδιον.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ χρεωστῶ νὰ ἐρωτήσω.
§40ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, ἐννοεῖτε ὅτι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἔφερον ἐγὼ, εἶναι ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλ’ ἡ προσπάθειά μας πρέπει νὰ τείνῃ εἰς τὸ νὰ εὑρεθῶσι τὰ κατάλληλα μέσα, ὅπως καταστραφῇ ἡ λῃστεία· ἑπομένως, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐν τῇ συνέσει της εὕρῃ μίαν τροπολογίαν κατάλληλον πρὸς τὸν σκοπὸν ὃν θηρεύομεν, ἐγὼ δὲν δύναμαι παρὰ νὰ τὴν παραδεχθῶ, ἑπομένως, ἐννοεῖται, πᾶσαν τροπολογίαν· καθόσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ εἶμαι ἐναντίος.
§41ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Καὶ τί διαφέρει ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ ἀπὸ τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Κυπριάδου;
§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ μὲν τροπολογία τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ, λέγει, ὅτι πρέπει νὰ ἀποζημιόνῃ ὁ δῆμος εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει ὁ λῃστὴς, καὶ ὅπου ἔλαβε χώραν ἡ λῃστεία, καὶ ὅπου ἔλαβε τὰ λύτρα· ἡ δὲ τροπολογία τοῦ Κ. Κυπριάδου λέγει ν’ ἀποζημιόνῃ ὁ δῆμος, ὅπου ἐμφωλεύουν οἱ λῃσταὶ καὶ διὰ τῆς λέξεως «ἐμφωλεύουν» ἐγὼ ἐννοῶ ὅπου διαμένουν πλέον τῶν 10 ἡμερῶν. Ἀλλὰ ἐὰν ἡ Βουλὴ καὶ αὐτὴν τὴν τροπολογίαν δὲν τὴν δεχθῇ, πιστεύω νὰ δεχθῇ μίαν ἄλλην ἰδέαν· ἐὰν θέλῃ ν’ ἀπαλλάξῃ τοὺς κατοίκους ὅπου ἐμφωλεύουν οἱ λῃσταὶ, διότι βεβαίως θὰ τιμωρηθοῦν καὶ ἀθῶοι, πρέπει νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς ἀλληλεγγύως ὑπευθύνους ὅλους τοὺς τροφοδότας. Ὑποθέτω, ὅτι σήμερον ἐδὼ ἐτροφοδότησαν τὸν Κῖτσον καὶ μετὰ 50 ἡμέρας κάμει ληστείαν εἰς τὰς Θήβας. Ἐπειδὴ ὕπαρξιν ὁ Κῖτσος δὲν θὰ εἶχε καὶ δὲν θὰ ἔκαμνεν αὐτὴν τὴν ληστείαν, ἐὰν δὲν ἐτροφοδοτεῖτο ἐν Ἀθήναις, διὰ τοῦτο ἡ ληστεία, ἥτις ἔλαβε χώραν, δὲν θὰ ἐλάμβανε χώραν, ἐὰν δὲν ἐτροφοδοτεῖτο πρότερον ἐνταῦθα. Τώρα δὲν θέλετε νὰ ὑποχρεώσητε τοὺς δήμους, διότι μεταξὺ τῶν ἄλλων θὰ ὑπάρχουν καὶ ἀθῶοι, πολὺ καλά· διατὶ ὅμως νὰ μὴ κηρύξητε ἐνόχους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὁπωσδήποτε περιέθαλψαν τοὺς λῃστάς; Ὁ τροφοδότης, Κύριοι, κάμει ἔγκλημα.
§43ΤΙΝΕΣ. Πῶς θὰ τοὺς ἀνεύρωμεν;
§44ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δικαστικῶς· ὁ τροφοδότης κάμνει τὸ ἔγκλημα καὶ ἀναλαμβάνει ἅπασαν τὴν εὐθύνην· καὶ ἂν ἅπαξ ἐτροφοδότησε τὸν λῃστὴν καὶ ὅπου καὶ ἂν εὑρίσκεται ὁ λῃστὴς, πρέπει νὰ ᾖναι ὑπόχρεως εἰς ἀποζημίωσιν.
§45ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Αὐτὸ ἐμπεριέχεται εἰς τοὺς κειμένους νόμους.
§46ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ὁ τροφοδότης εὑρίσκεται εἰς τὸ αὐτὸ μέρος· ἐγὼ δὲ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι ὑπόχρεοι εἰς ἀποζημίωσιν καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ὁπωσδήποτε ἢ ὁπουδήποτε ἐτροφοδότησαν τοὺς λῃστάς.
§47ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἠμπορεῖ τις νὰ τροφοδοτήσῃ τοὺς λῃστὰς κατ’ ἀνάγκην.
§48ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ τῶν ἐκ προθέσεως τροφοδοτούντων λῃστὰς, πρόκειται περὶ τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες τροφοδοτοῦν, ὑποθάλπουν καὶ ὑποστηρίζουν τοὺς λῃστάς· ἐπιθυμῶ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ὄχι μόνον νὰ τιμωρῶνται, καὶ τιμωροῦνται, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑπόκεινται καὶ εἰς ἀποζημίωσιν ὄχι μόνον διὰ τὴν ληστείαν, εἰς ἣν ἀμέσως εἶναι ἔνοχοι, ἀλλὰ καὶ δι’ οἱανδήποτε ἄλλην, ἥτις ἐγένετο ἀπὸ τοὺς λῃστὰς τοὺς ὁποίους αὐτοὶ ἐτροφοδότησαν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀναγνώσωμεν τὸ τροπολογούμενον νομοσχέδιον μέχρι τοῦ τελευταίου ἄρθρου, καὶ ὅπου νομίζετε νὰ γείνῃ προσθήκη, κάμετε τὰς παρατηρήσεις σας (θόρυβος).
§50ΤΙΝΕΣ. Ἀφοῦ τελειώσωμεν τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, τότε κάμνομεν αὐτὴν τὴν ἐργασίαν.
§51Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τώρα πρόκειται ἂν θὰ παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ κατ’ ἀρχὴν τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως ἢ ὄχι, καὶ νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι διαιρετόν· διαιρεῖται εἰς τρία μέρη· ἂν ἡ ἀποζημίωσις θὰ δοθῇ καθὼς λέγει ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, ἢ ὅπως ὁ Κ. Κυπριάδης, καὶ μία ἄλλη ἰδέα εἶναι τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ· λοιπὸν εἶναι τρεῖς ἰδέαι διάφοροι· πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὰς τρεῖς ἰδέας· ἡ πρώτη καὶ τελευταία ἰδέα εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ἀποζημιώσεως ἐκ μέρους τῶν δήμων, ἀπὸ ποίους δὲ δήμους νὰ χορηγηθῇ αὐτὴ ἡ ἀποζημίωσις θὰ ἀποφασίσωμεν ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα. Ἡ δευτέρα ἰδέα εἶναι τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ· ἡ πρότασις αὐτοῦ εἶναι ὅλως ἀτομικὴ, ἀφορᾷ τὰ ἄτομα τὰ ὑποστηρίζοντα τὴν λῃστείαν. Πρῶτον λοιπὸν πρέπει νὰ ψηφίσωμεν, ἐὰν ἡ ἀποζημίωσις πρέπει νὰ γίνῃ ἀπὸ τοὺς δήμους.
§52ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, Κ. Πρόεδρε.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ θέλοντες τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν ἂς ἐγερθῶσιν (ἠγέρθησαν ὑπὲρ τοὺς 15). «Οἱ παραδεχόμενοι οἱ αἰχμαλωτιζόμενοι ἀπὸ λῃστὰς ν’ ἀποζημιώνωνται.....» ἀλλὰ πῶς δὲν εἴπατε!
§54ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν πρόκειται τώρα ἐὰν ἡ ἀποζημίωσις θὰ γίνῃ ἀπὸ τὸν ἕνα ἢ ἀπὸ τὸν ἄλλον δῆμον, πρόκειται ἐὰν ἡ Βουλὴ θὰ παραδεχθῇ τὴν ἀρχὴν ν’ ἀποζημιώνωνται ἀπὸ τοὺς δήμους (θόρυβος).
§55ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τὸ ζήτημα, ὅπως τίθεται ἀπολύτως, ἂν πρέπει ν’ ἀποζημιώνωνται, δὲν ἔχει καλῶς (θόρυβος).
§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πιστεύω, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ὁπωσδήποτε μία ἀποζημίωσις, εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι· ἡ διαφωνία μόνον ὑπάρχει εἰς τὸν τόπον.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ν’ ἀποζημιώνουν τὸν αἰχμάλωτον οἱ δῆμοι λέγουν ναὶ, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι. Κατόπιν θὰ ἰδῶμεν πόσοι καὶ ποῖοι δῆμοι πρέπει ν’ ἀποζημιώνωσι. Τὸ ἐπαναλαμβάνω, προσέχετε (θόρυβος).
§58Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Τὸ σύνολον τῶν δύω προτάσεων τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ καὶ Κ. Κυπριάδου ἀσπάζεται τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις πρέπει νὰ γίνεται ἐξ ὅλων τῶν δήμων· ἐὰν δὲν παραδεχθῇ αὐτὸ, τότε θὰ ἔλθῃ ἡ πρότασις τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸν αἰχμαλωτιζόμενον ν’ ἀποζημιώνωσιν οἱ δῆμοι λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι. Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ψηφολεκτῶν Λεωτσάκου καὶ Χατσοπούλου. Κύριοι Βουλευταί! ἰδοὺ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας· ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη, δηλαδὴ οἱ δῆμοι ἔμειναν ἀνεύθυνοι διὰ ψήφων 54 κατὰ 33, ἀρνηθέντων ἕξ· τώρα λοιπὸν ἔχομεν τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ· γράψατε αὐτὴν, Κ. πρωθυπουργὲ, ἂν ἀγαπᾶτε.
§60ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἰδοὺ αὐτή· «οἱ τροφοδοτοῦντες καὶ ὑποθάλποντες λῃστὰς εἰσὶν ἀλληλεγγύως ὑπόχρεοι ν’ ἀποζημιόνωσι τοὺς λῃστευθέντας ἀπὸ τοὺς λῃστὰς, οὓς ἐτροφοδότησαν.»
§61ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ προστεθῇ ἡ λέξις ἑκουσίως.
§62ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂς προστεθῇ.
§63ΕΤΕΡΟΣ. Ἐννοοῦνται καὶ συγγενεῖς.
§64Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νὰ σημειωθῇ αὐτὸ, ὅτι ἐμπεριέχονται εἰς τὴν τροπολογίαν αὐτὴν καὶ οἱ συγγενεῖς τῶν τροφοδοτούντων, διότι ἡ διάταξις τοῦ ποινικοῦ νόμου τοὺς θεωρεῖ ἀτιμωρήτους.
§65ΤΙΝΕΣ. Οἱ τροφοδοτοῦντες ἐν γένει.
§66ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂς τεθῇ, ἐπειδὴ ἡ λέξις «ἐκ προθέσεως» δὲν στέκει καλῶς, ἡ λέξις «ἑκουσίως».
§67ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ λέξις αὕτη δὲν ἁρμόζει, διότι τίθεται ἐπὶ τῶν συνεργῶν.
§68ΤΙΝΕΣ. «Ἑκουσίως» νὰ τεθῇ.
§69ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ λέξις ἑκουσίως εἶναι πολλὰ γενικὴ καὶ πρέπει νὰ προσέξωμεν εἰς τὰς συνεπείας· ἂς μεταχειρισθῶμεν τὴν λέξιν, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος καθιέρωσεν «ἐκ προθέσεως».
§70ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἡ πρόθεσις σχετίζεται μὲ τὴν πρᾶξιν, διότι ὁ νόμος λέγει «ἐκ προθέσεως ἢ ἐκ συνεννοήσεως·» ὁ λῃστὴς ἔλαβε τὴν ὑποστήριξιν· ἐὰν θέλετε νὰ βάλλητε ἐξ ἰδιοτελείας, τὸ λέγει καὶ ὁ νόμος αὐτό.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἀπαραβιάστως τροφοδοτοῦντες.
§72ΤΙΝΕΣ. Καλλιτέρα εἶναι ἡ λέξις ἑκουσίως (θόρυβος).
§73ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐξαιρεῖτε τὴν μητέρα καὶ τὸν πατέρα ὅπου ὁ νόμος τοὺς ἀπαλλάττει;
§74ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ νόμος δὲν ἠθέλησε νὰ τιμωρήσῃ τὴν μητέρα καὶ τὸν πατέρα, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ἀποζημίωσιν δὲν τοὺς ἀπαλλάττει· ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ λείψῃ ὅλως διόλου ἡ φράσις «μὴ ἐξαιρουμένων καὶ τῶν συγγενῶν αὐτῶν», διότι ἡ ἀποζημίωσις ἐξυπακούεται ὑπὸ τοῦ νόμου, καὶ εἶναι ὑπόχρεοι εἰς ἀποζημίωσιν, διότι ὁ νόμος ἀπὸ τὴν ποινὴν μόνον τοὺς ἀπήλλαξε, καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν ἀποζημίωσιν. Τὸ μέτρον θὰ ᾖναι καταδικαστικὴ ἀπόφασις, ἀλλὰ περὶ τούτου κάμνει λόγον ὁ νόμος.
§75ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἀπὸ τὴν ποινὴν δὲν ἐξαιρεῖ ὁ ποινικὸς νόμος τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα, τοὺς ἐξαιρεῖ μόνον ἀπὸ τὴν μαρτυρίαν.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε τὴν πρότασιν ὅπως ἐτροποποιήθη· «οἱ ἐκ προθέσεως τροφοδοτοῦντες καὶ ὑποθάλποντες λῃστὰς εἰσὶν ἀλληλεγγύως ὑπόχρεοι νὰ ἀποζημιόνουν τοὺς λῃστευθέντας ὑπὸ τῶν ἰδίων λῃστῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν αὐτὴν, ὡς ἀνεγνώσθη, ἂς ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ κύριοι βουλευταὶ Ἀττικῆς ὑπέβαλον μίαν τροπολογίαν. «Αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ ὀφείλουσι νὰ χορηγήσωσι καταλύματα εἰς τοὺς πρὸς καταδίωξιν τῆς λῃστείας διαβαίνοντας στρατιώτας καὶ ἐθνοφύλακας, εἰς οὓς ἐπ’ οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἐπιτρέπεται νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰς ἰδιωτικὰς οἰκίας πρὸς στάθμευσιν, ὅταν αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ χορηγῶσιν αὐτοῖς δημόσια ἢ δημοτικὰ καταστήματα πρὸς τοῦτο. «Ἡ παραβίασις τῆς παρούσης διατάξεως τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν 1 μέχρις 6 μηνῶν, ἐπιβαλλομένην παρὰ τοῦ ἁρμοδίου πλημμελειοδικείου, συνοπτικῶς δικάζοντος ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ τῆς διοικητικῆς ἢ δημοτικῆς ἀρχῆς.»
§77ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ εἶναι κανονισμένον.
§78Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Κύριοι, ὅσον ἡ καταδίωξις τῆς λῃστείας εἶναι πόθος ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ πάσης κυβερνήσεως, ἄλλο τόσον δὲν εἶναι δίκαιον νὰ μεταχειριζώμεθα κατὰ τῶν κατοίκων τοιαῦτα μέσα πρὸς καταδίωξιν τῆς λῃστείας, τὰ ὁποῖα ἀντιβαίνουν εἰς τὸν οἰκογενειακὸν βίον καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἠθικήν· δὲν θέλω νὰ ἀριθμήσω τὰς πιέσεις τὰς ὁποίας τὰ ἀποσπάσματα κάμνουν κατὰ τῶν πολιτῶν· λέγω τοῦτο, ὅτι οἱ στρατιῶται εἰσέρχονται λόγῳ σταθμεύσεως εἰς τὰς οἰκίας τῶν χωρικῶν καὶ διαπράττουσι πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ διαφθείρῃ τὸν οἰκογενειακὸν βίον· ἡμεῖς τοὐλάχιστον εἰς τὴν ἐπαρχίαν μας ἔχομεν τοιαῦτα παραδείγματα περὶ τούτου, τὰ ὁποῖα σεβόμενος τὴν ἠθικὴν δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω, καὶ τὰ ὁποῖα οὔτε αὐτοὶ οἱ πατέρες, οὔτε οἱ σύζυγοι δύνανται νὰ κατονομάσωσι διὰ τὰς συνεπείας. Πιστεύω, κύριοι, ὅτι ἡ βουλὴ θέλει θέσει φραγμὸν εἰς τὴν πίεσιν ταύτην καὶ τὴν ἀνηθικότητα, ἀφοῦ αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ πᾶσαν δύνανται νὰ κάμωσιν εὐκολίαν εἰς τὰ ἀποσπάσματα. Ἠξεύρετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐξυλίσθη ἢ μᾶλλον ἐγένετο ἀπόπειρα νὰ δολοφονηθῇ εἷς δήμαρχος ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἀγορᾶς, διότι δῆθεν ὁ δήμαρχος αὐτὸς εἰς διαβαίνοντας ἀπὸ τὸ χωρίον Χασιὰ δὲν ἐπέτρεψε νὰ καταλύσουν εἰς τὰς ἰδιωτικὰς οἰκίας, ἀλλὰ ἐχορήγησε τὸ δημοτικὸν σχολεῖον· ὅτε δὲ μετὰ 10 ἡμέρας ἦλθεν εἰς Ἀθήνας, ἄνθρωποι ἀπεπειράθησαν νὰ τὸν δολοφονήσουν, καὶ ἐπειδὴ ἡ δολοφονία δὲν ἐπέτυχε, τὸν ἐξυλοκόπησαν ἀνιλεῶς· ὁ δήμαρχος οὗτος δὲν εἶναι φίλος μου, δὲν δύναμαι ὅμως παρὰ νὰ ὁμολογήσω τὴν ἀλήθειαν, οὗτος ἐκινδύνευσε τὴν ζωήν του διὰ νὰ προφυλάξῃ τοὺς συμπολίτας του ἀπὸ κακὰ τὰ ὁποῖα δὲν δύναμαι νὰ εἴπω. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἠναγκάσθην νὰ φέρω τὴν τροποποίησιν ταύτην, ἡ ὁποία οὐδὲν πρόσκομμα φέρει εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας. Φρονοῦσί τινες ὅτι ὅσον καταπιέζονται οἱ χωρικοὶ κατὰ τοσοῦτον ὑποχρεοῦνται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς λῃστείας· ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἂν ᾖναι ἀληθὲς, δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν τὸ μέσον τῆς πιέσεως ἐκείνης, τὸ ὁποῖον, ὡς σᾶς προεῖπον, καταστρέφει τὴν ἠθικήν· πᾶν ἄλλο μέσον ἂς τὸ νομοθετήσωμεν, αὐτὸ ὅμως ἂς τὸ ἀπαγορεύσωμεν, ἂς τὸ τιμωρήσωμεν· διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν βουλὴν νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον.
§79ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἶμαι ἐναντίος. Οἱ ἐπὶ τῆς καταδιώξεως τῆς λῃστείας στρατιῶται δὲν πηγαίνουν, κύριοι, πάντοτε εἰς πρωτευούσας πόλεις ὅπου ὑπάρχουν δημοτικὰ καταστήματα, ὅπου δύνανται νὰ εὕρουν καταλύματα, ἀλλ’ εἰς χωρία ὅπου τοιαῦτα δὲν ὑπάρχουν· πηγαίνουν εἰς ἓν χωρίον καὶ ὁ δήμαρχος τοὺς λέγει, πηγαίνετε εἰς τὸ δημοτικὸν κατάστημα· ἐκεῖ δὲν εὑρίσκουν οὔτε στρωμνὴν, οὔτε τροφὴν, οὔτε τίποτε, ἀλλ’ οἱ στρατιῶται, κύριοι, οὗτοι οὕτω δὲν πηγαίνουν εἰς καταδίωξιν τῆς λῃστείας· λάβετε ὑπ’ ὄψιν αὐτὰ τὰ πράγματα· πρέπει, κύριοι, τοὐναντίον νὰ ἐνθαῤῥύνωμεν τὸν ζῆλον τῶν στρατιωτῶν· ὁ στρατιώτης λέγει εἰς τὸν πολίτην, ἐγὼ πηγαίνω νὰ σοῦ σώσω τὴν ζωὴν καὶ τὴν περιουσίαν, καὶ σὺ μὲ καταφρονεῖς;
§80ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, μοὶ φαίνεται ὅτι αὐτὴ ἡ τροπολογία, ὅπως εἰσήχθη, καταστρέφει τὸ νομοσχέδιον. Πῶς, κύριοι, θέλει τολμήσει νὰ ὑπάγῃ ἕνας στρατιώτης πεινῶν, μὲ τὴν βροχὴν, εἰς ἓν χωρίον, ὅταν ἔχουν τὸ δικαίωμα οἱ πολῖται νὰ τοῦ λέγουν ἔφθασες; πήγαινε εἰς τὸ σπῆτι τὸ ὁποῖον σοῦ προσδιωρίσαμεν. Οὕτω, κύριοι, θὰ γεννηθῶσι φιλονεικίαι καὶ ῥήξεις μεταξὺ τῶν στρατιωτῶν καὶ τῶν πολιτῶν, οἱ στρατιῶται θὰ λέγουν δὲν μᾶς ἔδωκαν οἰκίαν, οἱ πολῖται θὰ λέγουν ἐδώκαμεν οἰκίαν. Ὑπαρχούσης αὐτῆς τῆς φιλονεικίας ἐντὸς τοῦ χωρίου, τί θὰ κάμουν οἱ στρατιῶται; Βλέπετε ὅτι ἀναρτᾶτε ἕνα πέλεκυν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τῶν στρατιωτῶν, ὑπὲρ τῶν ὁποίων οὐδεμίαν ἀσφάλειαν δίδετε, διότι τί θὰ συμβαίνῃ; 30 ἄνθρωποι εἰς ἕνα χωρίον θὰ λέγουν, ἡμεῖς τοὺς ἐδώκαμεν ἕνα κατάστημα· οἱ στρατιῶται δὲ θὰ λέγουν, δὲν μᾶς ἔδωκαν, καὶ τότε, κύριοι, θὰ γεννῶνται αὐταὶ αἱ φιλονεικίαι καὶ οἱ στρατιῶται θὰ φυλακίζωνται.
§81ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι συγχωρημένον εἰς τοὺς στρατιώτας νὰ κατοικοῦν ὅπου θέλουν;
§82ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι κανονισμένον, εἶναι λελυμένον ἀπὸ βασιλικὰ διατάγματα, καὶ ἐγένετο φροντὶς καὶ διὰ τὴν ἐκτέλεσίν των· δὲν ἐφηρμόσθη, κύριοι, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφηρμοσθῇ. Εἰς τὰς πόλεις, ὅπου ὑπάρχει ἡ στρατιωτικὴ εὐκολία, δὲν γεννῶνται τοιαῦται δυσαρέσκειαι, ἀλλοῦ ὅμως πιθανὸν νὰ συμβαίνουν, καὶ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἀμφισβητήσω τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κυρίου βουλευτοῦ, ὅμως δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὅτι ὅλα τὰ κακὰ γίνονται, τὰ ὁποῖα οὔτε Τοῦρκοι δὲν κάμνουν· ὅταν, κύριοι, ὁ στρατιώτης πηγαίνῃ εἰς τὸ χωρίον ὅπου δὲν ὑπάρχουν τὰ μέσα νὰ κατοικήσῃ καὶ νὰ ζήσῃ, τί θέλετε ὁ στρατιώτης αὐτὸς νὰ κάμῃ; θέλετε νὰ μείνῃ νῆστις; νὰ κοιμηθῇ εἰς τὸ ὕπαιθρον; Τότε, κύριοι, εἰπέτε ῥητῶς νὰ ἀποσύρωμεν τοὺς στρατιώτας ἐντὸς τῶν πόλεων καὶ τῶν στρατώνων, καὶ ἂς γείνῃ ἔξω ὅ,τι θέλει· ἂν θέλετε ὅμως νὰ ἐνεργηθῇ ὅ,τι σήμερον ἀπεφασίσθη ὅπως καταδιωχθῇ ἡ λῃστεία, τότε δὲν πρέπει νὰ ἀποφασίσετε νὰ γίνῃ ὅ,τι εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ· ἅπαν εἶναι μέσον νὰ ζήσῃ ὁ στρατιώτης εἰς ἰδιαίτερον κατάστημα, νὰ γίνεται, ὅπου ὅμως δὲν εἶναι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως· καὶ μήπως, κύριοι, καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου σώζετε τὴν τιμήν σας; Πηγαίνουν 10 στρατιῶται εἰς ἕνα χωρίον, ἐκεῖ δὲν ὑπάρχουν δημόσια καταστήματα, ἑπομένως θὰ ὑπάγουν εἰς τὰς οἰκίας τῶν πολιτῶν· σώζετε τότε τὴν τιμήν;
§83ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἂν ὁ δήμαρχος τοῦ λέγῃ, κάθησαι εἰς αὐτὸ τὸ σπῆτι, καὶ αὐτὸς δὲν κάθηται, τί θὰ γίνῃ;
§84ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Συμβαίνει ἐνίοτε εἰς χωρία τινὰ νὰ ὑπάρχῃ μία δημόσιος οἰκία, ἀλλ’ ὁ στρατιώτης ἐκεῖ δὲν εὑρίσκει οὔτε τροφὴν, οὔτε φωτιὰ, οὔτε στρώματα, οὔτε τίποτε, ἐνῷ ἔρχεται πεινασμένος, βεβρεγμένος· τότε βεβαίως θὰ εἴπῃ δὲν πηγαίνω· κατὰ τὴν πρότασιν ὅμως, τότε πρέπει νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν φυλακὴν 2 χρόνους, καὶ οὕτω, κύριοι, θὰ ἀποσπῶμεν τοὺς στρατιώτας ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν διὰ νὰ τοὺς δικάζωμεν. Βλέπετε, κύριοι, ὁποία σύγχυσις θὰ ἐπέλθῃ, καὶ δὲν θὰ κάμετε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἀποσπᾶτε τοὺς στρατιώτας ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν· τότε, κύριοι, 5,10 λῃσταποδόχοι θὰ ἐξέρχωνται καὶ θὰ καταμηνύουν τοὺς στρατιώτας, καὶ οὕτως ὁ Κῖτσος θὰ μένῃ ἐλεύθερος. Ὅταν, κύριοι, δὲν δώσετε εἰς τὸν στρατιώτην κατάλυμα, τροφὴν, ποῖος θὰ κάμῃ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν; Τὸ κακὸν, κύριοι, θέλει προληφθῆ, ὅταν καθιερωθῶσι σταθμοὶ καὶ τοιοῦτοι πολλοὶ καθιερώθησαν ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας· τοῦτο δὲ ἔχει τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ μὴ πιέζωνται οἱ κάτοικοι ἀπὸ τὰ μεταβατικά· ἀλλὰ, κύριοι, παρετηρήθη ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι λυσιτελὲς, μὲ τὸ συμφέρον τῆς καταδιώξεως τῆς ληστείας καὶ εἰς πολλὰ μέρη ἡ καταδίωξις ὡς ἐκ τούτου ἐμποδίσθη. Διὰ τῆς προτάσεως ταύτης, κύριοι, καὶ οἱ κάτοικοι θέλουν πάθει καὶ οἱ στρατιῶται θέλουν ὑποφέρει καὶ ἡ ὑπηρεσία δὲν θὰ ἐνεργῆται. Δὲν εἶναι δὲ τῆς ἀρχῆς ἐκείνης, ἣν εἶπόν τινες, ὅτι οἱ κάτοικοι ἐπειδὴ δὲν καταπιέζονται ἀπὸ τοὺς λῃστὰς, ἀδιαφοροῦν, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ μένουν ἐλεύθεροι, διότι ἂν πανταχόθεν δὲν καταπιέζωνται, ὑπαρχούσης τῆς ληστείας, τότε οἱ λῃσταὶ δὲν θὰ ἐξαφανισθοῦν· διὰ τοῦτο λέγουν τινὲς ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἓν εἶδος πιέσεως. Ἐγὼ ὅμως δὲν εἶμαι τῆς ἰδέας αὐτῆς· δι’ οὐδένα λόγον, κύριοι, δὲν πρέπει νὰ καθιερώσετε βάρη. Εἶμαι, κύριοι, κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι διὰ τούτου θέλετε δώσει περισσοτέραν ὑποστήριξιν καὶ περίθαλψιν εἰς τὴν ληστείαν.
§85ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἠξεύρετε, κύριοι, διατὶ ὑπάρχει ληστεία; διότι δὲν καταδιώκεται, καὶ ἡ ληστεία ὑπάρχει ἐξ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς τοῦ δρόμου, τὸν ὁποῖον λαμβάνει ἡ καταδίωξίς της. Τί ἐστί, κύριοι, καταδίωξις ληστείας; Μία σωρεία στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων, τὰ ὁποῖα περιφέρονται ἀπὸ χωρίον εἰς χωρίον. Οἱ λῃσταὶ δὲν κατοικοῦν, κύριοι, ἐντὸς τῶν χωρίων, κατοικοῦν εἰς τὰ σπήλαια καὶ εἰς τὰ δάση, εἰς τὰ ἀπόκεντρα, εἰς τὰ ὀρεινὰ μέρη, καὶ τὸν κύριον Σωτηρόπουλον δὲν τὸν ἔπιασαν εἰς τὴν οἰκίαν του, τὸν εὗρον εἰς τοὺς ἀγρούς του, εἰς τὰ κτήματά του. Τί σχέσιν ἔχει ἡ καταδίωξις μὲ τὰ χωρία; Ἐξέρχεται τὸ ἀπόσπασμα, καὶ ἐξέρχεται κάπως πανηγυρικῶς· ἐξέρχονται π. χ. εἰς τὸν δῆμον τῆς Κρωπίας, ὅπου εἶναι 15 χωρία· ἐκεῖ θὰ διατρίψουν μερικὰς ἑβδομάδας· οἱ λῃσταὶ τότε ἡσύχως καὶ ἀνέτως μεταβαίνουν εἰς τὸν δῆμον τοῦ Μαραθῶνος, μετὰ ταῦτα τὸ ἀπόσπασμα πηγαίνει καὶ αὐτὸ ἐκεῖ, οἱ λῃσταὶ φεύγουν, πηγαίνουν ἀλλοῦ, κάμνουν μάλιστα οἱ στρατιῶται καὶ ἀνακρίσεις καὶ ἐξετάσεις· καὶ ἂν συμβῇ, κύριοι, καμμιὰ φορὰ νὰ συμπλακοῦν μὲ τοὺς λῃστὰς, τότε γίνεται τι τὸ ὁποῖον τοὺς φανερόνει. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἦτο εἰς τὸ ποιμνιοστάσιον τοῦ Πέππα τὸ ἀπόσπασμα καὶ ἔτρωγαν· τὴν νύκτα τὰ σκυλιὰ ἐγαύγισαν, τότε εἶδαν ὅτι ἔρχονται ἄνθρωποι καὶ ἐπῆραν τὰ τουφέκια· τότε ἕνα τουφέκι πέρνει φωτιὰ, οἱ λῃσταὶ κατάλαβαν ὅτι σταθμός εἶναι ἐκεῖ καὶ τοὺς ἔφυγαν.
§86Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ὁδηγοὶ τοὺς ὁποίους συσταίνετε.
§87ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Μὴ διακόπτῃς καὶ θὰ ἰδοῦμεν ποῖος τοὺς συσταίνει.
§88ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, κύριοι, τοῦτο. Καὶ ἄλλοτε οἱ ποιμένες εἰδοποίησαν ἀποσπάσματα τὸ ποῦ θὰ ἔλθουν οἱ λῃσταὶ, καὶ ἐν τούτοις τὸ ἀπόσπασμα, ἀφοῦ ἐπῆγεν ἐκεῖ τὴν νύκτα, μὲ ἕνα τουφέκι κατὰ λάθος, τὸ ὁποῖον ἔπεσε, ἔδιωχναν τοὺς λῃστάς· ὑπέφερον μάλιστα οἱ ποιμένες οἱ δυστυχεῖς, διότι οἱ λῃσταὶ ὕστερον τοὺς ἔλεγαν μᾶς ἐπροδόσατε. Ἡ καταδίωξις πρέπει νὰ γίνῃ ὅπου ὑπάρχουν λῃσταὶ, καὶ ἀπορῶ πῶς ὑποστηρίζετε τὸ ἐναντίον· ὄχι μόνον πρέπει νὰ ἀξιῶμεν τὸ τοιοῦτον, ἀλλ’ ἀκόμη νὰ διατάξωμεν νὰ μὴ πλησιάζουν ποσῶς οἱ στρατιῶται εἰς τὰ χωρία, διότι ἐντὸς τοῦ χωρίου δὲν ὑπάρχουν οἱ λῃσταί· μόνον διὰ μίαν ἀνάκρισιν, διὰ μίαν ἐξέτασιν νὰ πηγαίνῃ ὁ ἀνακριτὴς εἰς τὰ χωρία, ἀλλ’ ὁ ἐπὶ τῆς καταδιώξεως τῆς λῃστείας πρέπει ν’ ἀκολουθῇ ἀδιακόπως τὰ ἴχνη τῶν λῃστῶν, καὶ ὄχι νὰ κάθηται εἰς τὸ χωρίον καὶ νὰ τρώγῃ καὶ νὰ πίνῃ. Ἡ παροῦσα λοιπὸν πρότασις δὲν ἔχει ποσῶς τὸ αὐστηρὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἔχῃ· διότι, κύριοι, καὶ ὁ λῃστὴς ἔχει τὰ μέτρα του καὶ μανθάνει ποῦ εὑρίσκεται πάντοτε ὁ ἐπὶ τῆς καταδιώξεως. Ἡ καταδίωξις δὲν γίνεται διὰ τῆς σταθμεύσεως εἰς τὰ χωρία, ἀλλὰ ἀφοῦ ἀδιακόπως καταδιώκονται κατὰ βῆμα οἱ λῃσταί. Εἶπον ὅτι ὑποβάλλονται εἰς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ χορηγῶσι καταλύματα αἱ δημοτικαὶ ἀρχαί, ἐνῷ τὸ αὐστηρὸν εἶναι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνεται διαμονὴ εἰς τὰ χωρία, διότι ποῦ συλλαμβάνουν οἱ λῃσταὶ τοὺς ἀνθρώπους; ποτὲ ἐντὸς τῶν χωρίων. Ἀφοῦ ἡ καταδίωξις δὲν γίνεται κατ’ ἄλλο σύστημα, διότι δὲν τὸ θέλετε, δεχθῆτε τοὐλάχιστον αὐτὴν τὴν πρότασιν (ἀναγινώσκεται). Ἂν αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ ἔχουν ἓν, δύω σπίτια προσδιωρισμένα διὰ σταθμοὺς, ἐφωδιασμένα μὲ ὅλα τὰ ἀναγκαῖα, τί ἄλλο θέλετε; μήπως οἱ χωρικοὶ ἔχουν καὶ δεύτερον σπίτι νὰ βάλλουν τὰς κόρας των καὶ τὰς γυναῖκάς των; Καὶ τὶ γίνεται; ὁ χωρικὸς διατάττεται νὰ ἐξέλθῃ εἰς καταδίωξιν καὶ πέρνει τὸ τουφέκι του καὶ ἐξέρχεται· τότε περνᾷ τὸ ἀπόσπασμα, καταλύει εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ χωρικοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἔξω πρὸς καταδίωξιν τῶν λῃστῶν, τὰ κοράσια δὲν ἔχουν ποῦ νὰ σταθοῦν, πᾶνε εἰς ξένο σπίτι.
§89ΠΛΕΣΣΑΣ. Τοὺς κακούργους, Κύριε Καλλιφρονᾶ, πρέπει νὰ περιορίσετε νὰ μὴ κάμνουν αὐτὰ τὰ πράγματα.
§90ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Οἱ κακοῦργοι εἶναι ἐκεῖ ὅπου πρέπει νὰ πᾶνε. Λοιπὸν, Κύριοι, εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ὄχι μόνον αὐτὴ ἡ διάταξις χρειάζεται πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ καὶ πρὸς πραγματικὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας, διότι σᾶς εἶπον, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς τὸ εἴπω ἐγὼ, τὸ ἀποδεικνύει ἡ πεῖρα, διότι ἕως τώρα δὲν ἐπέφερε κανὲν ἀποτέλεσμα ἡ καταδίωξις τῆς λῃστείας, διότι δὲν λαμβάνονται τὰ καταλληλότερα μέτρα, διότι γίνεται ἡ καταδίωξις ἀπὸ χωρίον εἰς χωρίον· συλλαμβάνεται ἔτσι ὁ λῃστής; Ἐὰν θέλετε νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα ἡ καταδίωξις τῆς λῃστείας, πρέπει νὰ ληφθῇ τὸ μέτρον νὰ ἀνταμειφθοῦν καλὰ οἱ ἐπὶ τῆς καταδιώξεως, ὄχι μόνον σύμφωνα μὲ τὴν πρότασίν μας, ἀλλ’ ἀκόμη βαρύτερον, νὰ ἐφοδιάζωνται μὲ μιᾶς ἑβδομάδος ζωοτροφὰς, καὶ νὰ μὴ ἠξεύρῃ κἀνεὶς ποῦ θὰ βραδυάσῃ καὶ ποῦ θὰ ξημερώσῃ, καὶ τότε ὁ λῃστὴς χάνει τὰ νερά του, ὅταν βαδίζουν ἀπὸ τόπον εἰς τόπον κρυφίως καὶ οὐχὶ πανηγυρικῶς. Ὑποστηρίζω λοιπὸν αὐτὸ τὸ μέτρον, διότι καὶ τὴν τιμὴν τοῦ χωρικοῦ ὑπερασπίζει, καὶ τὰ ἀποσπάσματα τὰ διευθύνει εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Τσιριμῶκε, εἶσθε σύμφωνος;
§92ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θέλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Φαίνεται, ὅτι καὶ ὁ Κ. πρωθυπουργὸς ἔπιασε τὸ ἕνα ἄκρον, καὶ οἱ Κύριοι βουλευταὶ τὸ ἄλλο. Τῷ ὄντι συμβαίνουσι καὶ συνέβησαν τοιαῦτα δυστυχήματα, καὶ ἂν θέλετε, κἄτι τι χειρότερα, ἅτινα ἡ αἰδὼ μᾶς ἐμποδίζει νὰ σᾶς ἀποκαλύψωμεν· ἀλλὰ αὐτὰ εἶναι μετρημένα 1, 2, 3· αὐτὰ δὲν εἶναι ὁ κανὼν τῶν μεταβατικῶν· μήτε ὅμως οἱ χωρικοὶ παραπονοῦνται ἀδίκως κατὰ τῶν στρατιωτῶν, ὅπως εἶπεν ὁ Κ. πρωθυπουργός. Εἶναι ἀληθὲς κατὰ μέρος καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο, τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι πολλάκις οἱ κύριοι μεταβατικοὶ εἰσῆλθον εἰς οἰκίας χωρικῶν, ἐζήτησαν τροφὰς, ᾔκισαν ἀνιλεῶς, ἐπίεσαν τὰς κόρας τῶν χωρικῶν..........
§93ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Σεῖς λοιπὸν λέγετε περισσότερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους.
§94ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Παρακαλῶ· εἶπον ὅτι ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι ὁ κανών· μήτε ἀφ’ ἑτέρου ὁ χωρικὸς ἀρνεῖται κατάλυμα· ὁ χωρικὸς καὶ δέχεται καὶ ὑπείκει συνήθως εἰς τὴν ἐξουσίαν. Τώρα εἶναι περιττὸν νὰ ἀριθμήσωμεν τὰ δεινά· ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ἐσχάτως εἷς ἀρχηγὸς θέλων νὰ ἐπιβάλῃ τάξιν ἐπῆγεν εἰς τὰς φυλακάς. Ὁ Κ. Σοῦτσος κατήργησε τὸ μεταβατικὸν καὶ δὲν ὑπῆρχε κατάχρησις. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ καλὴ ἢ κακὴ ἐφαρμογὴ εἶναι εἰς τὰ πρόσωπα· ἐὰν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἀποσπάσματος δὲν θέλῃ, δὲν γίνεται, καὶ κατ’ αὐτοῦ θέσατε ποινάς. Ἀφ’ ἑτέρου δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ πάρεδρος θὰ δώσῃ κατάλυμα εἰς τὸν Κίτσον. Νομίζω, ὅτι ἡ προσθήκη αὕτη εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία, ἀλλὰ νὰ τεθῇ ὑπὸ τὸν περιορισμὸν τοῦ νὰ τιμωρῆται ὁ προϊστάμενος τοῦ ἀποσπάσματος, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ τιμωρήσωμεν 100 στρατιώτας. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι παντάπασι κακὴ, ἀλλὰ πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς μόνον τὸν ἀρχηγὸν τοῦ ἀποσπάσματος.
§95ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, ἐπρόσεξα πολὺ εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Κυρίου Καλλιφρονᾶ, ἀλλ’ ἡ ἀγόρευσίς του ἦτον ἀλλοία τῆς προτάσεώς του. Ἡ μὲν πρότασις ἀπαιτεῖ τὰ ἀποσπάσματα νὰ διανυκτερεύουν εἰς καταλύματα δημόσια, ἡ δὲ ὁμιλία του ἦτο τὰ ἀποσπάσματα νὰ μὴ ἐμβαίνωσιν εἰς τὰ χωρία. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, νὰ ἐξετάσωμεν οὔτε νὰ θέσωμεν ὑπὸ ἔγκρισιν τὴν ἐνέργειαν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, ἐπειδὴ ὅμως ἐῤῥίφθησαν ἰδέαι, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ τὰς διαψεύσω. Εἰς τὴν ὁμιλίαν του μάλιστα ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἀναφέρων ἓν γεγονὸς δι’ οὗ ἤθελε νὰ καταδείξῃ, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ στρατὸς εἶναι συνένοχος, συνεργὸς τῆς ὑπάρξεως τῆς ληστείας, εἶπεν ὅτι τρῶγον ἀπόσπασμα στρατιωτῶν καὶ ἀκοῦσαν λῃστὰς ἐπυροβόλησε διὰ νὰ τοὺς εἰδοποιήσῃ· ἂν, Κύριοι, ὁ τακτικὸς στρατὸς ἐνεργῇ καλῶς ἢ κακῶς τὸ καθῆκόν του, ἔχει τοιαύτην δρακόντιον νομοθεσίαν, ὥστε εἰς τὸ ἐλάχιστον τῶν παραπτωμάτων τιμωρεῖται πολὺ αὐστηρότερον τῶν πολιτῶν, ὥστε ὅ,τι καὶ ἂν συμβαίνῃ, ἔρχεται εἰς γνῶσιν τῶν ἀνωτέρων του καὶ πάντοτε τιμωρεῖται. Καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ συνδέσῃ τυχαῖον πρᾶγμα μὲ περιστάσεις τοιαύτας, ὥστε ἠδύνατό τις νὰ νομίσῃ ὅτι δὲν ἦτο τυχαῖον τὸ πρᾶγμα, ἀλλ’ ἐκ προθέσεως. Ἀκολούθως, Κύριοι, ἐνῷ ὡμίλει, εἶπεν ὅτι ὁ τρόπος τῆς καταδιώξεως τῆς ληστείας, ὅτι τὰ μεταβατικὰ καταπιέζουν τοὺς πολίτας, καὶ εἶναι μάστιξ τῆς πολιτείας ἡ καταδίωξις τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ· τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι τὰς ἀφορμὰς τῆς λῃστείας διὰ τῶν προηγουμένων ἄρθρων τοῦ Νομοσχεδίου τὰς ἐπεῤῥίψατε εἰς ἄλλην τάξιν τῆς κοινωνίας. Καὶ ἴσως οἱ Βουλευταὶ τῆς Ἀττικῆς ἐπιέσθησαν νὰ ὑποβάλουν αὐτὴν τὴν πρότασιν, διότι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις τὴν ληστρικὴν συμμορίαν τοῦ Κίτσου ἠδυνήθη νὰ τὴν περιορίσῃ, καὶ ὁ περιορισμὸς αὐτὸς δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ προσβάλῃ ἄλλα συμφέροντα. Σήμερον τὰ πέριξ τῆς Ἀττικῆς φρουροῦνται ἀπὸ πολυάριθμον στρατὸν, ὅστις θεωρῶν τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν τῶν χωρικῶν καὶ τοῦ τόπου μας ἐν γένει, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ ἕνεκα τῆς ἀνάγκης τῆς καταδιώξεως τῆς ληστείας νὰ ἐπιβαρύνῃ ὀλίγον καὶ τὸν χωρικόν. Ἀλλ’ ἴσως διὰ νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη ληστεία εἰς τὰ πέριξ τῆς Ἀττικῆς, ἴσως, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ληστεία ἔχει τὴν καταγωγήν της καὶ εἰς αὐτὴν τὴν πρωτεύουσαν, καὶ δὲν εἶναι ψευδὲς ὅτι ὁ Κίτσος ἔρχεται καὶ ἐντὸς τῆς πρωτευούσης καὶ στέκει καὶ κάμνει καὶ στεφανώματα καὶ βαπτίσια· καὶ ἀπέναντι τῆς αἰσχρᾶς αὐτῆς ἀσχημίας τοῦ τόπου μας, ἐπειδὴ διὰ τῆς παρουσίας τῶν ἀποσπασμάτων ἐπιάσθησαν οἱ λῃσταποδόχοι, ἔρχονται σήμερον νὰ προτείνουν διάταξιν τοιαύτην, δι’ ἧς ἡ καταδίωξις τῆς ληστείας ἐκ μέρους τοῦ στρατοῦ νὰ μὴ δύναται νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα. Καὶ μὲ πολλὴν πειστικότητα ὁ ἔντιμος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σᾶς εἶπεν ὅτι, ὅταν ἐντὸς τοῦ νόμου περὶ τῆς καταδιώξεως τῆς ληστείας θελήσετε νὰ παραλύσητε τὴν ἐνέργειαν τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, ἡ ληστεία δὲν καταστρέφεται. Ἀλλὰ εἶπον, ὅτι δὲν ἀποδιώκομεν τὰ ἀποσπάσματα, ἀλλὰ δὲν τοὺς ἐπιτρέπομεν νὰ ἔμβουν εἰς τὰς οἰκίας μας· εἰς πᾶσαν ἀμφισβήτησιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, τί θέλει συμβῆ; Θέλετε σύρει ὁλόκληρα ἀποσπάσματα ἐνώπιον τῶν εἰρηνοδικείων ἐπὶ καταγγελίᾳ δημάρχων καὶ παρέδρων, καὶ σεῖς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν δὲν ἐσυζητήσατε ὅτι ἓν ἀπὸ τὰ πραγματικὰ ἐλατήρια τῆς ληστείας εἶναι καὶ οἱ δήμαρχοι καὶ οἱ πάρεδροι; Καὶ ὅταν ἐξ αὐτῶν ἐξαρτᾶται ἡ καταδίωξις τῆς ληστείας, δὲν ἔχετε ἀφορμὰς νὰ πιστεύσετε, ὅτι οἱ δήμαρχοι θὰ ἐφευρίσκουν πάντοτε τοιαύτας ἀφορμάς; Ὅταν θέλετε νὰ θέσετε τοιαύτας διατάξεις ἐντὸς τοῦ Νόμου, πιστεύσατε ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀξιωματικῶν δὲν θέλει ἀναλάβει πλέον τοιαῦτα καθήκοντα. Σᾶς εἶπον ὅτι δὲν τὰ ἀπαριθμοῦμεν, δὲν τὰ ὀνομάζομεν· ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην νὰ τὰ ὀνομάσωμεν διὰ νὰ μάθῃ ὁ κόσμος ποῖοι εἶναι οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑποβάλλουν τοὺς κατοίκους τῆς Ἑλλάδος εἰς τοιαύτας βανδαλικὰς πράξεις.
§96ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Αἱ πρὸς τὰ διάφορα ὑπουργεῖα ἀναφοραί ....
§97ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καὶ καθὼς σᾶς εἶπε, κύριοι, ὁ ἔντιμος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅταν στερήσετε τὸ ἀπόσπασμα τοῦ δικαιώματος νὰ εἰσέλθῃ ἐν καιρῷ ψύχους εἰς τὸ ἄσυλον τοῦ πολίτου· καὶ ὅταν, κύριοι, εἰς τὴν προσέγγισιν τοῦ ἀποσπάσματος παρουσιασθῇ ὁ δήμαρχος ἢ ἄλλος τις καὶ παρεμβάλῃ προσκόμματα λέγων ὅτι πρέπει νὰ καταλύσῃ εἰς τὸ κατάστημα, καὶ ἐκεῖνος γνωρίζει τὴν κατάστασιν αὐτῶν τῶν καταστημάτων, ἅτινα δὲν εἶναι χρήσιμα οὔτε διὰ συντήρησιν ζώων, τί θέλει γίνει; Καὶ δι’ αὐτῶν τῶν μέσων θέλετε ἀνταμείψει μίαν τάξιν τῆς κοινωνίας, ἥτις ἀναλαμβάνει τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ζωῆς καὶ τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν; Μὴ μᾶς ἀπασχολῆτε μὲ λόγους ἀορίστους· πρέπει νὰ ἐπανελήφθησαν πολλάκις τὰ πράγματα ἅτινα ἀναφέρετε· καὶ τελευταῖον, μετὰ μίαν τοιαύτην συζήτησιν ἐκτεταμένην, εἰς ἣν ἀπεδείχθη ὅτι καὶ ἐντὸς τῆς πρωτευούσης ἔρχονται οἱ λησταὶ καὶ ἔξω εὑρισκόμενοι ἔχουν ἀλληλογραφίας μὲ πρόσωπα ἐδῶ, θέλετε εἰς τὴν μόνην δύναμιν εἰς ἣν ἀνεθέσατε τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας νὰ παρεμβάλετε προσκόμματα; Αὐτοὶ οἱ λόγοι μὲ πείθουν ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσητε τὸν στρατιώτην ἐλεύθερον· καὶ ἂν ὁ Κύριος Καλλιφρονᾶς θεωρῇ τὸ σύστημα αὐτὸ ἀνεπαρκές, ἂς ἔλθῃ νὰ προσβάλῃ τὸ σύστημα, ἀλλ’ ἂς μὴ θέλῃ νὰ προβάλλῃ τοιαύτας προτάσεις, αἵτινες δύνανται νὰ δώσωσι ζωὴν εἰς τὴν μάστιγα αὐτὴν τοῦ τόπου.
§98ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Ἁπλοῦν ἐζητήσαμεν πρᾶγμα ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ τεθῇ ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς καταδιώξεως τῆς ληστείας, ὅπερ, ἐθεωρήσαμεν ἀπολύτως ἀναγκαῖον διὰ τὸ συμφέρον τῆς ἠθικῆς τῆς τάξεως ἐκείνης τῶν ἀνθρώπων, ἥτις τὸ πᾶν ὑπὲρ τῆς πολιτείας προσφέρει· αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐζητήσαμεν, κύριοι, εἶναι ἀποτέλεσμα πείρας πολυχρονίου, ἀνάγκη ἑπομένως ἀναπόφευκτος. Ζητοῦμεν οἱ στρατιῶται ὁσάκις προσέρχονται εἰς χωρίον νὰ κατοικήσουν ἕνεκα τῶν περιπετειῶν τῆς ἀτμοσφαίρας, καὶ λέγω ταῦτο διότι οἱ προωρισμένοι εἰς τὴν καταδίωξιν πρέπει παντοῦ ἀλλοῦ νὰ ζῶσι παρὰ ἐντὸς τῶν χωρίων, νὰ ᾖναι ὑποχρεωμένη ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ νὰ τοὺς προσφέρῃ ἄρτον, πῦρ καὶ ὕδωρ, οὐδὲν δὲ ἄλλο πρέπει ν’ ἀπαιτήσουν· οἱ δῆμοι εἶναι ἕτοιμοι νὰ θυσιάσουν ἓν μικρὸν ποσὸν ὅπως εἰς ἕκαστον τῶν χωρίων ὑπάρχῃ μία οἰκία, ἥτις νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς τοῦτο· ἡ ἠθικὴ καὶ ἡ θέσις εἰς ἣν εὑρίσκομαι μοὶ ἀπαγορεύει νὰ ἀναφέρω τοὺς λόγους· πολὺ ἤθελον λυπηθῆ ἂν ἀπὸ τῆς ἱερᾶς ταύτης θέσεως ἤθελον ἀναγκασθῆ νὰ ἀναφέρω λόγους ἀπᾴδοντας εἰς τὴν ἠθικὴν, μολονότι, ἂν ἦτο ἐπιτετραμμένον, πολὺ ἤθελον ἐνισχύσει τὴν ἀπόφασίν σας· διότι γνωρίζω πράγματα ἅτινα δύνανται νὰ κάμουν τὸν ἄνθρωπον ν’ ἀποστραφῇ τὸν ὅμοιόν του· ταῦτα διεπράχθησαν ἐντὸς κοινωνίας, ἥτις οὐδεμίαν ἔχει γνῶσιν τοιαύτης ἀνατροφῆς· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα οὐδεμία οὐδέποτε ἐξουσία ἠδυνήθη νὰ πράξῃ τι ὅπως τὰ περιορίσῃ. Ζητοῦμεν λοιπὸν οἱ στρατιῶται, ὁσάκις ἀναγκασθοῦν νὰ εἰσέλθωσιν ἕνεκα τῶν περιπετειῶν τῆς ἀτμοσφαίρας ἐντὸς τῶν χωρίων, νὰ μὴ ἔχουν οὐδεμίαν ἀπαίτησιν· ὁ κύριος Τσιριμῶκος ἐπέτυχε τὸ μέτρον δι’ οὗ δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἀποτέλεσμα· ἐν γένει εἰς τὰς ὁμάδας τῶν ἀνθρώπων ὑπάρχουν ἄνθρωποι προεξάρχοντες· εἰς τὰ σώματα αὐτὰ αὐτὸν τὸν προϊστάμενον πρέπει νὰ καταστήσωμεν ὑπεύθυνον· ὅταν αὐτὸν τιμωρῶμεν διὰ τὰ παραπτώματα ἅτινα ἤθελεν ἐπιτρέψει, τότε δὲν θὰ διατρέχωμεν τὸν κίνδυνον ὃν καὶ ἐγὼ προλέγω καὶ ὁ κύριος Μαυρομιχάλης ἀπὸ τοῦ βήματος σᾶς εἶπεν· εἷς ἱκανὸς προϊστάμενος δύναται τὰ πάντα νὰ προλάβῃ.
§99ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θέλετε νὰ τὸν κηρύξετε ἔνοχον, διότι ἐπιτρέπει ἢ διότι δὲν προλαμβάνει;
§100ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλω νὰ τὸν καταστήσω ὑπέγγυον, καὶ τότε θὰ ᾖναι ἠναγκασμένος νὰ προλαμβάνῃ· ἄλλως τε νομίζω, ἡ Κυβέρνησις, παραδεχομένη τὴν πρότασιν ταύτην, δύναται νὰ ἐπιβάλῃ μίαν ὑποχρέωσιν εἰς τοὺς δήμους καὶ χωρία, καὶ καθὼς ἐγὼ γνωρίζω, οἱ κάτοικοι εἶναι ἕτοιμοι νὰ προσφέρουν κἄτι τι. Ἕκαστος νὰ προσφέρῃ τὸν ὀβολόν του διὰ νὰ ἐνοικιασθῇ μία τοιαύτη οἰκία εἰς τὴν ὁποίαν νὰ καταλύσουν οἱ στρατιῶται· οὐδεὶς ἐνόησε, διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν Κ. Μαυρομιχάλην, νὰ προσβάλῃ τὸν στρατόν· ὁ στρατὸς ἐκπληροῖ ὁμολογουμένως τὸ καθῆκόν του πρὸς τὴν πατρίδα μὲ ὅλην τὴν προθυμίαν· τὸ δυστύχημα ὅμως εἶναι ὅτι ἡμεῖς ἀκόμη δὲν εὑρισκόμεθα εἰς κατάστασιν νὰ θέσωμεν τὸν στρατὸν εἰς τὸ σημεῖον καὶ τὴν περιωπὴν ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ᾖναι, διὰ νὰ μὴ παραλύῃ ἡ τάξις· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συντηρήσῃ ἕνα στρατὸν καὶ τὸν καταστήσῃ ἄξιον τοῦ ὀνόματος τὸ ὁποῖον φέρει εἶναι ἡ πειθαρχία· ὁ στρατὸς, ἐν καταδιώξει τῆς λῃστείας εὑρισκόμενος μακρὰν τῶν τάξεών του, καὶ μὴ ἐπηρεαζόμενος ἀεννάως καὶ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἀπὸ τὴν αὐστηρὰν πειθαρχίαν, δὲν εἶναι πλέον στρατὸς, εἶναί τι χαλαρωμένον, διότι ἡ πειθαρχία δὲν παρίσταται εἰς αὐτόν. Ἑπομένως δυνατὸν εἶναι ὁ στρατὸς, διατελῶν εἰς διηνεκῆ τοιαύτην ὑπηρεσίαν, νὰ μὴ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀκμαίαν κατάστασιν ὡς ἐντὸς τῶν ταγμάτων, καὶ δυνατὸν ἑπομένως, ἐπειδὴ ὁ στρατὸς συνίσταται ἐξ ἀνθρώπων, νὰ ὑποκύπτῃ καὶ αὐτὸς εἰς ἀνθρώπινα πάθη. Ἐκτὸς δὲ τούτου ἐννοεῖτε, ὅτι ὅταν μία μερὶς ἀνθρώπων.... ἐκτὸς μόνον ἐὰν λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ παραδειγματισθοῦν ἀπὸ τοὺς λῃστὰς αὐτούς· οἱ λῃσταὶ δὲν διστάζουσι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς οὐδένα κόπον καὶ θυσίαν καὶ εἰς οὐδένα κίνδυνον, προκειμένου νὰ ἐκτελέσωσιν ἕνα σκοπόν· οὔτε ἡ βροχὴ οὔτε ἡ χιὼν, οὔτε ὁ καύσων ὁ ὑπερβολικὸς δύναται νὰ τοὺς ἐπηρεάσῃ ἵνα φθάσωσιν εἰς τὸν σκοπόν των· ἀπεναντίας μάλιστα μὲ τὸν μεγαλείτερον ζῆλον καὶ ἀφοσίωσιν τρέχουσι καὶ ἐργάζονται ἀδιαλείπτως ὅπως ἐπιτύχωσι τοῦ σκοποῦ των καὶ συλλάβωσι τὸ θῦμά των. Ἐὰν ἡμεῖς λοιπὸν ἐπιθυμῶμεν νὰ φθάσωμεν πράγματι εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς καταστροφῆς τῆς λῃστείας, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, καὶ νὰ μὴ παρεμβάλωμεν κἀνὲν ἐμπόδιον διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο. Εἶπον τὰ ὀλίγα ταῦτα, διότι δὲν συμφωνῶ εἰς τὸ μέτρον ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τοὺς στρατιώτας νὰ εἰσέρχωνται ἐντὸς τῶν χωρίων, καὶ ἐκεῖ νὰ καταδιώκωσι τὴν λῃστείαν. Δὲν συκοφαντῶ, κύριοι, ὁμιλῶ μὲ πράγματα· διέμεινα πλέον τῶν 25 ἡμερῶν εἰς τοὺς δήμους τῆς ἐπαρχίας μου, διῆλθον αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου μέχρι τοῦ ἄλλου· σᾶς βεβαιῶ ὅτι εἰς οὐδὲν μέρος ἀπήντησα στρατιώτην, παρὰ εἰς τὰ χωρία, καὶ οἱ λῃσταὶ δὲν εὑρίσκονται ἐντὸς τῶν χωρίων, παρὰ ἐπὶ τῶν ὀρέων. Ἑπομένως διὰ τοῦτο εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ὅτι δέχομαι, ὁσάκις στρατιῶται ἕνεκα τῶν ἀτμοσφαιρικῶν περιπετειῶν τῆς καταστάσεως τῆς ὥρας τοῦ ἔτους ἀναγκασθῶσι νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰ χωρία, νὰ ὁρισθῶσι μέρη εἰς τὰ ὁποῖα νὰ καταλύσωσι. Τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει τὸ θεωρήσει ὡς ἓν μέσον καταστροφῆς τοῦ σκοποῦ μας, ἀλλ’ ὅτι ἀπεναντίας θέλει τὸ δεχθῆ ὡς λίαν συντελεστικὸν, διότι οὕτω δίδει τὰ μέσα εἰς τοὺς στρατιώτας νὰ μείνωσιν ἐντὸς τοῦ προορισμοῦ των παρὰ νὰ μείνωσιν ἐντὸς τῶν χωρίων.
§101ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Δὲν ἤλπιζα, κύριοι, ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς τῶν Ἀθηνῶν, πέριξ τῶν ὁποίων βασιλεύει ἀνενόχλητος ὁ Κίτσος, τόσον ὀλίγην αὐστηρότητα· κἀνεὶς δὲν συνέτρεξεν εἰς τὴν ἐξόντωσιν αὐτοῦ.
§102Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Καὶ ἱερεῖς ἐφονεύθησαν συμπλακέντες μετ’ αὐτοῦ.
§103ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι ἀπὸ τὴν προθυμίαν τῶν κατοίκων, ἀλλὰ τῆς κυβερνήσεως. Ἤλπιζον, κύριοι, ἀνάλογον αὐστηρότητα εἰς τὸ τέρμα τῆς συζητήσεως ταύτης. Πρὸ ὀλίγου μόλις σεῖς ἐπλησιάσατε νὰ παραδεχθῆτε τὴν καταδίωξιν τῶν κατοίκων ὅλων ἀλληλεγγύως τῶν δήμων εἰς τοὺς ὁποίους τρέφονται καὶ ἐμφωλεύουσιν οἱ λησταί.
§104Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἡμεῖς τὸ ἐπολεμήσαμεν.
§105ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν λέγω περὶ ἡμῶν ἀλλὰ περὶ τῆς Βουλῆς. Βλέπω ὅτι σεῖς εἶσθε ὑπὲρ τῶν ἐνόχων μάλιστα.
§106Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Τώρα θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§107ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, δὲν τὸ λέγω νὰ σᾶς προσβάλω. Πρὸ ὀλίγου, κύριοι, ὀλίγον ἔλειψε νὰ προχωρήσετε, ὥστε νὰ κηρύξετε ἐνόχους ὅλους τοὺς κατοίκους τῶν δήμων. Καὶ θέλετε σήμερον, τί νὰ κάμετε; Νὰ πέσετε εἰς ἀντίφασιν μὲ ὅ,τι σεῖς ἐψηφίσατε. Εἴπατε διὰ τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον καθιερώσατε, οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ στρατιῶται οἱ καταδιώκοντες τὴν ληστείαν, διὰ πᾶσαν ἀμέλειαν ἢ ὀλιγωρίαν εἶναι ὑπεύθυνοι ὄχι νὰ χάσουν τὸν βαθμὸν, ἀλλὰ σπουδαιότερόν τι, καὶ τὰ πολιτικὰ δικαιώματα, καθὼς καὶ οἱ πολιτικοὶ ὑπάλληλοι· καὶ ὅταν τοὺς ἐπιβάλλετε τοιαύτην εὐθύνην, θέλετε νὰ τοὺς κανονίσετε τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας των; Ποῦ ἠκούσθη εὐθύνη μὲ ἔλλειψιν ἐλευθερίας; Ὁ Κ. Καλλιφρονᾶς καὶ Μακρυγιάννης πολὺ καλὰ εἰμποροῦν ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ κανονίσουν τὸν τρόπον, ἀλλὰ ἄλλα τὰ σχέδια ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ἄλλη ἡ ἐνέργεια ἐν τοῖς ὄρεσι καὶ ταῖς φάραγξι. Λοιπὸν, κύριοι, μὴ τόσον συμπαθῆτε ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προκαλοῦν τὰ κακὰ διότι ἀνέχονται ἐν ταῖς περιφερείαις αὑτῶν νὰ ἐνδιαιτῶνται τὰ τέρατα αὐτὰ τὰ λυμαινόμενα τὴν κοινωνίαν. Ὑπάρχει, Κύριοι, διάταγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ στρατιῶται ὅσοι εὑρίσκουν κατάλυμα, δὲν τοὺς ἐπιτρέπεται νὰ καταλύουν εἰς τὰς κατοικίας, καὶ ἐφηρμόσθη τοῦτο ὅπου ἀληθεῖς εὑρέθησαν δημοτικαὶ ἀρχαὶ, καὶ μία τοιαύτη εὑρέθη εἰς τὴν Μεσσηνίαν, ἡ ὁποία κατώρθωσεν ὥστε νὰ μὴ εἰσέλθῃ στρατιώτης ἐντὸς τοῦ δήμου των, διότι κατώρθωσε νὰ μὴ πράττεται κακούργημα τὸ ὁποῖον νὰ προκαλῇ ἐπέμβασιν τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς, καὶ ἔδειξεν ὅτι ὁ δῆμος δὲν ἔχει ἀνάγκην στρατιωτικῆς ἐπεμβάσεως. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὅταν ἡ ληστεία βασιλεύῃ, ἐκεῖ θέλετε νὰ παρεμβάλλετε δυσκολίας εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν καταδιωκόντων ὑπαλλήλων; Καὶ εἶναι πρόσκομμα, διότι καὶ ἂν ὁ δήμαρχος δὲν θελήσῃ τὴν καταδίωξιν τοῦ στρατοῦ, ὑπάρχει ὅμως ἐνδεχομένη ἡ καταδίωξις, διότι ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ κάτοικος ὁπωσδήποτε δυσαρεστημένος διὰ τὴν καταδίωξιν τοῦ φίλου του, τοῦ κουμπάρου τοῦ Κίτσου, (καὶ ἔχει εἰς τὰς Ἀθήνας ὁ Κίτσος πολλοὺς φίλους,) διότι ὁ κουμπάρος του Κίτσος, ὅστις τὸν συντηρεῖ καὶ τῷ δίδει ὑποστήριξιν, πρόκειται νὰ καταδιωχθῇ, νὰ οὐδετερώσῃ τὴν καταδίωξιν θέτων εἰς ἀμφισβήτησιν τὴν ἐνέργειαν τοῦ στρατιώτου. Ἀλλὰ σᾶς λέγουν, πρέπει νὰ λάβωμεν αὐτὸ τὸ μέτρον, διότι ὑπάρχουν στρατιῶται οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν ἐγκλήματα· ἀλλὰ τότε διατί νὰ μὴ λάβωμεν μέτρα καὶ καθ’ ὅλων τῶν δημάρχων καὶ καθ’ ὅλων τῶν κατοίκων, διότι ὑπάρχουσι τινὲς κάτοικοι, καί τινες δήμαρχοι, οἱ ὁποῖοι ὑποθάλπουσι τοὺς ληστάς; Πρέπει νὰ ὑποβάλωμεν μίαν ποινήν. Συνήθως, Κύριοι, τὰ ἐγκλήματα τιμωροῦνται, ἀλλὰ ἀφίνουν τὴν ἐνέργειαν ἐλευθέραν. Πῶς θέλετε ἀπ’ ἐναντίας νὰ περιορίσητε τὴν ἐνέργειαν διότι ἔλαβον χώραν ἐγκλήματα! Νομίζω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα αὐτό. Ἀλλὰ πολὺ παράδοξος μοὶ φαίνεται ὁ ἰσχυρισμὸς τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ Κ. Τσιριμῶκος καὶ Μακρυγιάννης· ἐζήτησαν νὰ τιμωρῆται ὁ ἀξιωματικὸς, διότι δὲν προέλαβε τὰ ἐγκλήματα τῶν ὑπ’ αὐτὸν στρατιωτῶν. Αὐτὸ εἶναι πρωτοφανές· ἠξεύρω, ὅτι οἱ ἄνθρωποι τιμωροῦνται διὰ συνενοχὴν, διότι δὲν ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των· ἀλλ’ ἀποκρούω, καὶ πιστεύω ὅτι τοιαύτη διάταξις δὲν θέλει ἐξέλθει ἀπὸ τὰ φῶτα Ἑλληνικῆς Βουλῆς, τὸ νὰ τιμωρήσωμεν ἕνα ἀξιωματικὸν, ὄχι διότι ἔπραξε τίποτε, παρὰ διότι ἐπράχθη τι ἀπὸ τοὺς ὑπ’ αὐτὸν καὶ αὐτὸ δὲν τὸ ἐπρόλαβε. Αὐτὸ δὲν εἶναι διόλου σπουδαῖον, καὶ ἤθελεν εἶσθαι πρωτοφανὴς εἰς τὸν κόσμον μία τοιαύτη διάταξις. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ παραδεχθῆτε. Αἱ θέσεις αἱ στρατιωτικαὶ καὶ ἡ πειθαρχία εἶναι κανονισμέναι διὰ νόμων καὶ διαταγμάτων μελετηθέντων καὶ ἐξαχθέντων ὄχι ἀπὸ τὴν πεῖραν τῶν ληστῶν, ἀλλὰ τῶν ἐθνῶν ὅλων τῶν διαπρεψάντων στρατιωτικῶς· λοιπὸν τὴν πειθαρχίαν καὶ τὰς σχέσεις αὐτὰς θέλετε νὰ τὰς χαλάσητε δι’ αὐτῆς τῆς διατάξεως; θέλετε ν’ ἀλλάξωμεν τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον σχετίζεται ὁ κατώτερος πρὸς τὸν ἀνώτερον καὶ τιμωρεῖται; Αὐτὸ εἶναι ὅλως διόλου πρωτοφανὲς, καὶ δὲν εἶναι καὶ δυνατὸν διὰ μιᾶς νὰ καταστρέψωμεν ἀρχὰς καθιερωθείσας εἰς μίαν νομοθεσίαν, καὶ ἀναπτυχθείσας πολυχρονίως καὶ κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ πνεύματος, τὸ ὁποῖον κανονίζει αὐτὴ ἡ νομοθεσία. Ἐλπίζω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι θὰ μείνωμεν εἰς τὰ κανονισμένα, ἐλπίζω ὅτι θὰ μείνετε εἰς ὅ,τι ἤδη εἶναι ἀποφασισμένον. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὑπάρχει διάταγμα κανονίζον αὐτὸ τὸ ζήτημα καὶ ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐφαρμόζεται. Δὲν πιστεύω τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἐγείρονται ἰδίως ἀπὸ τοὺς κατοίκους ἐκείνους τοὺς ὁποίους πρὸ ὀλίγου ὀλίγον ἔλειψε νὰ καταδικάσητε· δὲν πιστεύω τὰ παράπονα αὐτὰ νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ περιστείλετε τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐξουσίας. Τοιουτοτρόπως δὲν θὰ κάμετε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ οὐδετερώσητε καὶ καταστρέψητε τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐψηφίσατε καὶ καλῶς ἐπράξατε νὰ τὸ ψηφίσητε· διότι πιστεύω, ὅτι ἐφαρμοζόμενον θέλει συντελέσει εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς λῃστείας, ἐνῷ ἂν θέσετε αὐτὴν τὴν διάταξιν, ἀμφιβάλλω ἂν θὰ ἔμβῃ ποσῶς εἰς ἐνέργειαν. Τώρα ἐννοεῖτε, ὅτι ἡ θεωρία τοῦ Κυρίου Καλλιφρονᾶ, ἥτις ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι σωστὴ, δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν νόμον, ἐκτὸς ἐὰν ἀντ’ αὐτῶν θέσωμεν μίαν ἄλλην ἀρχήν· «ἀποτρέπεται εἰς τοὺς στρατιώτας νὰ εἰσέλθουν ποτὲ εἰς χωρίον» διότι ἐγὼ κατὰ τὴν ἰδέαν μου νομίζω, ὅτι εἰσερχόμενοι εἰς τὰ χωρία βλάπτουν. Ἐὰν ὅμως εἴπητε, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ εἰσέρχωνται καὶ φιλονεικοῦν μὲ τοὺς κατοίκους ἂν ὑπάρχωσιν ἢ ὄχι καταλύματα, καὶ τὴν ἀμφισβήτησιν αὐτὴν νὰ τοὺς μεταβιβάζουν εἰς τὰ δικαστήρια, αὐτὸ δὲν ἔχει κἀμμίαν σχέσιν μὲ τὸ προκείμενον.
§108ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐνοήσαμεν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ χωρίον ὁ στρατιώτης καὶ νὰ συζητῇ μὲ τὸν ἀξιωματικόν του καὶ τὸν πολίτην· ἐννοοῦμεν, ἅμα εἰσέλθῃ ἓν στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα εἰς ἓν χωρίον, νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὸν πάρεδρον καὶ νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὸ κατάλυμα, τὸ ὁποῖον τῷ ἤθελε δώσει, ἀλλὰ νὰ μὴ ἀπαιτήσῃ οἰκίαν ἐνῷ τῷ δίδῃ τὸ δημοτικὸν σχολεῖον ἢ ἄλλο οἴκημα.
§109ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ὅμως ὁ στρατιώτης ὑπάγῃ εἰς μίαν οἰκίαν, τότε θὰ γεννηθῇ μία ἀμφισβήτησις μεταξὺ στρατοῦ καὶ πολιτῶν· οἱ μὲν θὰ λέγουν, ὅτι δὲν ἐδόθη τὸ κατάλυμα ὅπως ὁρίζει ὁ νόμος, οἱ δὲ τὸ ἐναντίον. Τότε ἐπιτοπίως δὲν θὰ λυθῇ αὐτὴ ἡ ἔρις; Θὰ πάρουν λοιπὸν τὰ ὅπλα καὶ οἱ στρατιῶται καὶ οἱ κάτοικοι.
§110ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἰδανικὸς ὁ κίνδυνος τοῦ πολέμου.
§111ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θέλετε κατόπιν ἐὰν ὁ πολίτης αὐτὸς κάμῃ καταγγελίαν εἰς τὸν εἰσαγγελέα καὶ εἴπῃ, ὅτι ὁ ἐνωμοτάρχης ἦλθεν εἰς τὸ χωρίον καὶ τοῦ ἔδωκα τὸ κατάλυμα, καὶ φωτιὰ καὶ ψωμί, αὐτὸς δὲν τὰ ἐδέχθη, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν κατοικίαν τῶν πολιτῶν παρανόμως, θέλετε τότε ὁ εἰσαγγελεὺς νὰ θέσῃ εἰς ἀνάκρισιν τὸν στρατιώτην;
§112ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν ἀνώτερον θὰ θέσῃ.
§113ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ ὀρθὸν δὲν εἶναι Νομίζω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι δὲν θέλετε παραδεχθῇ τὴν προσθήκην τοιαύτης διατάξεως ἐν τῷ νόμῳ, διότι αὐτὴ ἐνῷ δὲν σώζει τίποτε, καταστρέφει τὸ πᾶν.
§114ΖΩΤΟΣ. Ὑπάρχει κἀνὲν διάταγμα, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὸν τρόπον αὐτὸν καὶ ἐφαρμόζεται τοῦτο;
§115ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§116ΜΗΤΣΑΣ. Ἐγὼ πολλάκις ἔκαμα μεταβατικὸς, καὶ ὁσάκις τὸ ἀπόσπασμα ἐπῆγεν εἰς ἕνα δῆμον ἢ χωρίον ἢ κεφαλοχῶρι, ὅπου ἔχει ἓν σπῆτι διὰ νὰ καταλύσῃ, ποτὲ δὲν καταδέχεται ὁ ἀποσπασματάρχης νὰ πηγαίνῃ εἰς τὰ σπήτια, διότι θέλει νὰ ἔχῃ τοὺς στρατιώτας συγκεντρωμένους διὰ νὰ τοὺς πάρῃ καὶ κινήσῃ εἰς οἱανδήποτε περίστασιν ἔλθουν καὶ τοῦ καταγγείλουν τοὺς ληστάς. Ὁ καλὸς λοιπὸν ἀποσπασματάρχης ποτὲ δὲν πηγαίνει εἰς τὰ σπήτια ἀλλὰ εἰς τὸν πάρεδρον, καὶ τοῦ λέγει, θέλω 50 καρβέλια ψωμί, 10 ὀκάδες τυρὶ κτλ. Ἔχεις ἕτοιμα; καλά· ἂν δὲν τὰ ἔχῃς, βάλε νὰ ζυμώσῃς. Ποτὲ δὲν πηγαίνει εἰς τὰ σπήτια. Τί κάθεσθε καὶ πονοκεφαλᾶτε δι’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; Τὸ φύλλον πορείας ὁρίζει καὶ τὸ κατάλυμα καὶ ὅλα. Ἂν τύχῃ κἀνεὶς τζαναμπέτης, ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ τίποτε.
§117Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἠπόρησα διὰ τοὺς ἑλιγμοὺς τοὺς ὁποίους μετεχειρίσθη ὁ κύριος πρωθυπουργὸς, ὅπως καταστρέψῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐπροτείναμεν· ἔκαμε τόσους ἑλιγμοὺς, ὥστε ἠθέλησε νὰ ὑποδείξῃ, ὅτι ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ ἀνεχόμεθα τὴν ληστείαν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἀττικῆς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ μεμακρυσμένον ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν κἀνὲν καθῆκον νὰ καταδιώξωμεν τὴν ληστείαν, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἔχει καὶ τὰ μέσα. Ὁ Κίτσος ὑπάρχει, διότι δὲν καταδιώκεται σκοπίμως. Ἡμεῖς οὔτε μέσα, οὔτε ἐντολὴν ἔχομεν ἀπὸ τοὺς συνεπαρχιώτας μας νὰ καταδιώξωμεν τὴν ληστείαν, ἀλλὰ νὰ εἴπωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συμφέρει εἰς αὐτούς. Αὐτὸ τοῦτο λέγομεν σήμερον διὰ τῆς προτάσεώς μας. Συγχρόνως ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἤλθομεν νὰ ῥίψωμεν μομφὴν εἰς τὸν τακτικὸν στρατόν. Πολὺ ἀπέχομεν τούτου· ἐξεναντίας ἀποδίδομεν τὸν δίκαιον ἔπαινον εἰς τὸν στρατὸν τῆς Ἑλλάδος, διότι εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις ἀπέδειξεν, ὅτι ἠξεύρει νὰ διατηρήσῃ τὴν τιμήν του καὶ τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος του. Ἄλλως ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς οὐδὲ δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι πολλοὶ λησταὶ ἀμνηστευθέντες ἔλαβον τὴν ἐντολὴν νὰ καταδιώξωσι ληστάς· αὐτοὶ λοιπὸν εἰσερχόμενοι ἐντὸς τῶν ἰδιωτικῶν οἰκιῶν τί δύνανται νὰ πράξουν; αὐτῶν τὰ ἐγκλήματα θέλομεν νὰ προλάβωμεν διὰ τῆς προτάσεώς μας, ὄχι δὲ νὰ καταδικάσωμεν τὸν τακτικὸν στρατὸν, διότι οὐδ’ ἀφορμὰς πρὸς τοῦτο ἔχομεν. Ὁ Κύριος πρωθυπουργὸς πρὸς τοῖς ἄλλοις εἶπεν, ὅτι δὲν παραδέχεται τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἄλλοι παραδέχονται, ὅτι διὰ τῆς πιέσεως τῶν κατοίκων καταστρέφεται ἡ ληστεία, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα διὰ τῆς θερμότητος μὲ τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξε τὴν κατάπτωσιν τῆς προτάσεώς μας ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἀποκρούει καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ἀρχὴν ταύτην. Ὁ δημοτικὸς νόμος, Κύριε πρόεδρε, ὅστις μετὰ πολλῆς σοφίας κατηρτίσθη, προβλέπει τὰς περιστάσεις καθ’ ἃς αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ εἶναι ὑποχρεωμέναι νὰ χορηγοῦν εἴτε τὴν ἠθικὴν, εἴτε τὴν ὑλικὴν των συνδρομὴν εἰς τὴν κυβέρνησιν· προβλέπει συγχρόνως καὶ τὴν περίστασιν, ὅταν διαβαίνουν στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τόπου εἰς τόπον, ποία εἶναι ἡ ὑποχρέωσις αὐτῶν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν. Ὑποχρεοῦνται λοιπὸν, προκειμένου περὶ σταθμεύσεως προσωρινῆς ἀποσπάσματος, νὰ χορηγοῦν καταλύματα. Αὐτὰς ταύτας τὰς ὑποχρεώσεις ὅταν αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ ἐκπληρῶσι, καὶ διὰ τῶν δημοτικῶν συμβουλίων προσδιορίζωνται καταλύματα, διὰ τί νὰ ἐπιβάλλωμεν εἰς τοὺς δυστυχεῖς δημότας καὶ τοὺς γεωργοὺς, οἱ ὁποῖοι πληροῦσι τὸ δημόσιον καὶ δημοτικὸν ταμεῖον, τοιαύτας ἐνοχλήσεις δι’ ὧν διαταράττεται ὁ οἰκογενειακὸς βίος; Ἀλλὰ λέγει ὁ Κ. ὑπουργὸς, τὰ καταλύμματα δὲν εἶναι κατάλληλα· καὶ μήπως δὲν ὑπάρχει διοικητικὴ ἀρχὴ νὰ ἐπιβλέπῃ εἰς τοῦτο; Τὸ συμβόλαιον τῆς ἐνοικιάσεως δὲν ἐπικυροῦται παρ’ αὐτῆς; νομίζετε λοιπὸν ὅτι αὐτὴ θὰ ἀντιπράξῃ εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας; ὄχι· ἀλλὰ τὸ δυστύχημα εἶναι, ὅτι τὰ καταλύματα αὐτὰ τὰ δημοτικὰ δὲν ἔχουσιν ὄρνιθας, ἄρτον, ἑστίαν καὶ τὰ τοιαῦτα, καὶ διὰ τοῦτο ἀποκρούονται τὰ δημοτικὰ καταστήματα. Ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡμεῖς πρὸ ὀλίγου ἐψηφίσαμεν ἕνα νόμον, καὶ ἐγγὺς εἴμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι οἱ δημόται διὰ τὴν πλαγίαν ὑποστήριξιν ἣν δίδουσιν εἰς τὴν λῃστείαν, πρέπει νὰ ὑποστῶσι τὸ βάρος τῆς ἀμελείας των. Ὄχι, Κ. Πρόεδρε, ἡμεῖς ἀπεκρούσαμεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, διότι δὲν ἠθέλαμεν χάριν μιᾶς ἐνοχῆς νὰ τιμωρήσωμεν τὴν ἀθῳότητα· αὐτὸ ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς δικαιοσύνης καὶ εἰς τὴν συνείδησιν. Ἐὰν ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς πιστεύῃ, ὅτι ἡμεῖς διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς ἐζητήσαμεν νὰ παραλύσωμεν τὸ νομοσχέδιόν του, ἀπατᾶται εἰς τοῦτο· ἐξ ἐναντίας μάλιστα καὶ ἐγὼ ἐνισχύθην ὑπὲρ αὐτοῦ ἰδίως ἐκ τῶν παραπόνων τῶν συμπολιτῶν μου, ὡς καὶ ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ Πρωθυπουργοῦ εἰπόντος, ὅτι νέον σύστημα ἔθεσεν εἰς ἐνέργειαν· ἐθέσαμεν, λέγει, στρατὸν μὲ δέκα ἡμερῶν τροφὰς, διότι ἐπείσθημεν, ὅτι ἡ διαμονὴ τῶν καταδιωκόντων ἐντὸς τῶν χωρίων ἀπεδείχθη ἀνεπαρκὴς εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν λῃστῶν· καὶ λέγω καὶ ἐγὼ, δὲν κατεδιώκοντο οἱ λῃσταὶ ὅπως σήμερον, διότι τ’ ἀποσπάσματα αὐτὰ συνέκειντο ἐκ τακτικοῦ στρατοῦ, ἐξ ἐθνοφυλάκων καὶ δημοτῶν ἀπὸ διαφόρους δήμους, καὶ τὸ ἓν σῶμα διέβαλλε τὸ ἄλλο, καὶ τοιουτοτρόπως ὅλη ἡ πάλη περιωρίζετο μεταξὺ δημοτῶν, ἐθνοφυλάκων καὶ στρατιωτῶν, καὶ ἡ καταδίωξις τῆς λῃστείας δὲν ἔφερεν οὐδὲν ἀποτέλεσμα· πολὺ δὲ περισσότερον οἱ καταδιῶκται τῆς λῃστείας ἀντὶ νὰ καταδιώξωσι τοὺς λῃστὰς εἰς τὰ ὄρη διαμένουσι κραιπαλοῦντες εἰς τοῖς χωρίοις. Ὁ Κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοῖς ἄλλοις μᾶς εἶπε, καθὼς καὶ ὁ Κ. Μαυρομιχάλης, φέρετέ μας πράγματα διὰ νὰ μᾶς πείσετε, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε εἶναι ἀληθές· ὑπῆρξε καὶ ὑπουργὸς ὁ Κ. Μαυρομιχάλης καὶ ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἄπειροι ἀνακρίσεις ὑπάρχουσι περὶ τούτου καὶ ἄπειρα παράπονα ἐδόθησαν εἰς τὰς στρατιωτικὰς ἀρχὰς, ὥστε ἠναγκάσθη καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν νὰ κάμῃ διαφόρους ἐπιπλήξεις καὶ ἐπιτιμήσεις περὶ τούτου. Τὶ δὲ θὰ τὸν ὠφελήσῃ, ἐὰν τῷ δώσωμεν ὀλίγας ἀποδείξεις, ἀφοῦ οὗτος δὲν πείθεται εἰς τὰς πολλὰς τὰς ἐνώπιον τῆς Κυβερνήσως ὑπαρχούσας περὶ τούτου; ὁ Κ. Μαυρομιχάλης παρακολουθῶν τὸν Κ. Πρωθυπουργὸν εἶπεν, ὅτι ἡμεῖς θέλομεν νὰ κατακρίνωμεν τὸν στρατόν· ὅ,τι προεῖπον ὅμως ἀποδεικνύει τὸ ἐναντίον, καὶ οὐδὲ συμφέρον ἔχω κἂν νὰ κατακρίνω τὸν στρατὸν, καθόσον, ἐὰν δὲν ᾖμαι στρατιώτης, θὰ γείνω ἐὰν ἡ πατρὶς μὲ καλέσῃ· ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ εἴπω, ὅτι τὰ πρὸς τοὺς χωρικοὺς γινόμενα ἀδικήματα δὲν γίνονται ἐκ μέρους τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἐκ μέρους ἐκείνων, οὓς αἱ κατὰ καιρὸν Κυβερνήσεις δὲν ὤφειλον νὰ μεταχειρισθῶσι κατὰ τῆς ληστείας. Ὑποστηρίζω καὶ αὖθις τὴν πρότασίν μου, καὶ πιστεύω ὅτι ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ τὴν ὑποστηρίξει, θὰ κάμῃ καλὰ, διότι ἄλλως θέλομεν εἴπει εἰς τοὺς διώκτας τῶν λῃστῶν, πηγαίνετε κάμετε ὅ,τι κάμνετε, διότι τὸ ἔθνος δέχεται τὴν γνώμην ὅτι διὰ τῆς πιέσεως τῶν κατοίκων πρέπει νὰ καταστρέψητε τοὺς λῃστάς.
§118ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐδῶ ὅπου ἔφθασαν, ἔφθασαν εἰς τὰς παρατηρήσεις τὰς ἰδικάς μου, ὅπου προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπον, καὶ τὰς ἐπαναφέρω. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ λῃστεία ἐξαλείφεται καὶ θὰ ἐξαλειφθῇ, ὅταν λαλήσουν οἱ ἀνώτεροι τοῦ τόπου μὲ τὴν γλῶσσαν ὅπου θὰ σᾶς εἴπω. Πηγαίνουν σήμερον οἱ Βουλευταὶ τῆς Ἀττικῆς καὶ φέρουν μίαν πρότασιν διὰ τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα· θέλομεν, Κύριοι, νὰ διατηρήσωμεν τὸ βῆμα τοῦτο καὶ τὴν δικονομίαν, πῶς θὰ λένε οἱ δικηγόροι, ναὶ ἢ ὄχι; Ἐὰν θέλωμεν, ἰδοὺ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ δώσωμεν. Θὰ σᾶς ἐρωτήσω, ἡμεῖς ἔχομεν ἐδῶ Κυβέρνησιν, ἐξουσίαν καὶ σύνταγμα ἢ ὁ Κίτζος; Λοιπὸν τὸ βῆμα μὲ τοῦ Κίτζου τὸ σύνταγμα δὲν συμβιβάζεται· τὶ πρέπει λοιπὸν νὰ γίνῃ; τοῦτο ὅπου ἔγεινεν εἰς τὴν πατρίδα μου. Τὸ πρῶτον κίνημα τὸ ὁποῖον ἔγεινε διὰ τὴν δενδροτομίαν καὶ τοὺς σκοτωμοὺς τῶν ζώων, ἔγεινεν εἰς τὴν πατρίδα τὴν ἰδικήν μου, εἰς τὴν κωμόπολιν τῶν Φιλιατρῶν· ἐκεῖ ὅπου εἶναι κτηματίαι ἄρχισε αὐτὸ τὸ κακὸν καὶ ἐπροχώρησεν, ἀφοῦ δὲν ἐλήφθησαν μέτρα ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν ἄλλην κωμόπολιν· τότε ἡ Κυβέρνησις ἐπῆρεν ἓν μέτρον καὶ εἶπεν ὅτι μὲ τὴν ποινικὴν δικονομίαν, μὲ ἄλλον τρόπον δὲν κάμνει τίποτε. Λέγω, ἐὰν ἐρωτᾶτε τὴν ταπεινήν μου γνώμην, ὁ λαὸς ἐνόσῳ δὲν βλέπει τὴν ἐξουσίαν ἐνώπιόν του, δὲν ἀκούει τίποτε, μήτε πιστεύει τίποτε. Νὰ διαταχθῇ μία ἔνοπλος δύναμις ἀπὸ 150 στρατιώτας μὲ ἕνα καλὸν ἀξιωματικὸν, νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν κωμόπολιν ἐκείνην καὶ νὰ σταθμεύσῃ μέσα, νὰ κάμῃ καταλύματα εἰς ὅλους καὶ νὰ κάθηται χωρὶς νὰ κάμῃ ἄλλο τίποτε, παρὰ μόνον νὰ ἰδοῦν τὴν βαρύτητα τῆς ἐξουσίας· ἐκάθησα τρεῖς μῆνας καὶ ἔκτοτε τίποτε δὲν ἠκολούθησε. Σήμερον θὰ ὑπάγῃ ὁ ἀποσπασματάρχης διὰ νὰ καταδιώξῃ τὴν ληστείαν· θὰ γίνουν παρεκτροπαί, ὄχι ὅμως αὐτὰ τὰ ἄτοπα ὅπου λέγουν· αὐτὰ δὲν τὰ δέχεται κανένας, καὶ θὰ παραπονεθῇ ὁ δήμαρχος, θὰ εἰπῇ ὁ ἀξιωματικὸς διατὶ σᾶς κακοφαίνεται; μάλιστα τοὺς θέλετε, τοὺς προσκαλεῖτε, τοὺς ζητεῖτε· διότι ὑπάρχει ἕνας Κίτζος ἀπὸ τὴν Χειμάραν καὶ κάθεται μέσα εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Ἀττικῆς καὶ δὲν τὸν πιάνετε. Λοιπὸν ποῦ στέκει; ἢ εἰς τὸν ἕνα ἢ εἰς τὸν ἄλλον δῆμον· τρέξατε λοιπὸν νὰ καταστραφῇ καὶ σᾶς βεβαιώνομεν ἡμεῖς οἱ Βουλευταί σας ὅτι οὔτε στρατιώτης ποτὲ δὲν θὰ ἔλθῃ εἰς τὰς οἰκίας σας. Αὐτὸ εἶναι πασίγνωστον σήμερον ὅτι ἡ ληστεία δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐξαλειφθῇ παρὰ ὅταν ἀποφασίσουν οἱ δήμαρχοι καὶ ὁ τόπος. Τί θὰ βαρύνουν οἱ στρατιῶται; Ἂς ἑνωθοῦν εἰλικρινῶς μὲ τοὺς στρατιώτας νὰ καταστρέψουν τὴν ληστείαν. Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι καθὼς ἔγεινε τὸ νομοσχέδιον δὲν πρέπει νὰ τεθῇ αὐτὴ ἡ τροπολογία διότι θὰ καταστραφῇ.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ πνεῦμα τῆς τροπολογίας τὸ ἠκούσατε, Κύριοι· ἐκφράσατέ μοι τὴν γνώμην σας ἐὰν τὴν παραδέχεσθε.
§120ΖΩΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ εἴπω δύο λόγια; (θόρυβος).
§121ΠΟΛΛΟΙ. Ἐτελείωσεν.
§122ΖΩΤΟΣ. Πρὸς τὸ συμφέρον σας.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ πρὸς τὸ συμφέρον ἐτελείωσεν, ἕκαστος γνωρίζει τὸ συμφέρον του. Ἡσυχάσατε, Κύριοι, δὲν δίδω τὸν λόγον εἰς κανένα. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ὡς ἀνεγνώσθη νὰ σηκωθοῦν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Ἔχομεν τὸ 12 ἄρθρον, τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ τελευταῖον. «Ἡ ἰσχὺς τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος νόμου παύει μετὰ δύο ἔτη ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ, πλὴν ἂν διὰ νόμου παραταθῇ Διατηροῦνται δὲ ἀνέπαφα τὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατάξεων τούτων ἀποκτηθέντα δικαιώματα».
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἄρθρον αὐτό;
§125ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον τροπολογεῖται, τυποῦται ἀπόψε, καὶ ἂν διανεμηθῇ, αὔριον θὰ ἔχωμεν τὸ σύνολον καὶ ἐξακολουθοῦμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καθὼς εἶναι τυπωμένη. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 4 καὶ 50/60.