1867.01.25
1.194 στίχοι · 9.965 λέξεις · 103 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29
(Τετάρτη).
Τῆς 25 Ἰανουαρίου 1867.
Ὥρα 12 τῆς Μεσημβρίας.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τί ἐννοεῖ μὲ τὸ ἐν ἀνάγκῃ ὁ πρωθυπουργός, φράσιν περιλαμβανομένην εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ 4 ἄρθρου τοῦ Νομοσχεδίου;
§3ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐννοῶ ὅτι οἱ δήμαρχοι ἐξακολουθοῦν νὰ ᾖναι δήμαρχοι, φροντίζοντες περὶ τῆς ἐν γένει ἀσφαλείας τοῦ τόπου των. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι οἱ δήμαρχοι θέλουν μεταποιηθῆ εἰς ταγματάρχας ἢ ἀρχηγοὺς μεταβατικούς· πρέπει νὰ λαμβάνουν ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα τὰ καθήκοντά των ὡς δημάρχων τοὺς ἐπιτρέπουν, καὶ ὁσάκις αὐτοὶ κρίνουν ἀναγκαῖον, νὰ ἐξέρχωνται τῆς ἕδρας των χάριν τῆς καταδιώξεως τῆς λῃστείας.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἄλλην ἀντίῤῥησιν;
§5ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀνάγκη τοῦ σεισμοῦ παρεκίνησε καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατάξῃ τὴν μετάβασιν ἑνὸς ὑπουργοῦ, καθὼς πληροφοροῦμαι, καὶ βουλευταί τινες ζητοῦν τὴν ἄδειαν νὰ ἀπέλθουν τοὐλάχιστον δι’ ἕνα μῆνα ἵνα ἴδουν ποία ἡ κατάστασις τῆς Κεφαλληνίας καὶ τῆς Ἰθάκης. Εἶναι ὁ Ζερβὸς καὶ ὁ Ἰακωβάτος καὶ ὁ Νικόλαος Κονταράτος.
§7ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα νὰ τοὺς δοθῇ ἡ ἄδεια.
§8ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ποῖος ὑπουργὸς θὰ ἀναχωρήσῃ;
§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κύριος Λομβάρδος πρὸς αὐτὸν καὶ μόνον τὸν σκοπόν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κουμουνδουράκης ἔχει μίαν τροπολογίαν ἀφορῶσαν τὸν νόμον τῆς ἐθνοφυλακῆς· ἡ ἐπιτροπὴ ἀκόμη δὲν μᾶς ἔφερε τὴν εἰσήγησίν της.
§11ΤΙΝΕΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Νὰ σταλῇ τυπωμένη.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κανονισμὸς τὰς τροπολογίας δὲν τὰς τυπόνει παρ’ ὅσας δίδονται προτήτερα.
§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂς τυπωθῇ, κύριε πρόεδρε. —Ἐτελείωσεν ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς;
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλέσατέ την νὰ τελειώσῃ μίαν ὥραν προτήτερα.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πάντοτε τὰς προτρέπω καὶ τὰς συγκαλῶ καθ’ ἑκάστην, ἀλλὰ μακάριοι οἱ λέγοντες εἰς ὦτα ἀκουόντων. Ἔχομεν τὴν συζήτησιν τοῦ 4 ἄρθρου τοῦ περὶ λῃστείας νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ θέσιν πέμπτου. Ἰδοὺ τὸ ἄρθρον. Ἄρθρον 4. «Δήμαρχοι, δημαρχικοὶ καὶ εἰδικοὶ πάρεδροι καὶ ἀστυνόμοι, ἐν ταῖς περιφερείαις τῶν ὁποίων ὑποκρύπτονται καὶ διαιτῶνται ὁμολογουμένως λῃσταί, γινώσκοντες τοῦτο καὶ μὴ λαμβάνοντες τ’ ἀναγκαῖα μέτρα πρὸς ἔγκαιρον καὶ ἀποτελεσματικὴν κατάδειξιν καὶ καταδίωξιν αὐτῶν τιμωροῦνται ἕνεκεν ἀσυγγνώστου ὀλιγωρίας διὰ προσωρινῆς παύσεως δύο μέχρις ἓξ μηνῶν, καὶ ἐν ὑποτροπῇ δι’ ὁριστικῆς παύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῶν καὶ στερήσεως τῆς ἱκανότητος τοῦ ἀνακτῆσαι δημοσίαν ἢ δημοτικὴν ὑπηρεσίαν ἐπὶ τρεῖς ἕως ἓξ μῆνας». Ἰδοὺ καὶ ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς. «Παραδέχεται ὡς λίαν συντελεστικὰς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου τὰς ἐν τοῖς ἄρθροις 4 καὶ 5 διατάξεις μὲ τὴν ἑξῆς τροποποίησιν τῆς φρασεολογίας τοῦ ἄρθρου 5, ὡς μὴ συντεταγμένου ὀρθῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ κτλ». Ἰδοὺ ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Κυπριάδου· «εἰς τὸ ἄρθρον 4 μετὰ τὴν λέξιν τιμωροῦνται νὰ προστεθῇ, μὲ χρηματικὴν ποινὴν δραχμῶν 100 μέχρι 500 καὶ μὲ προσωρινὴν παῦσιν, ἐν ὑποτροπῇ μὲ χρηματικὴν ποινὴν διπλασίαν τῆς προκαταγινωσκομένης καὶ μὲ ὁριστικὴν παῦσιν».
§18Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κατὰ τὴν νομοθεσίαν μας, ὅταν δήμαρχοι ἢ πολῖται ὑποθάλπουν λῃστὰς εἴτε ἐν γνώσει καὶ ἐξ ἰδιοτελείας, εἴτε ἐν γνώσει καὶ ἄνευ ἰδιοτελείας, τιμωροῦνται μὲ ποινὴν ἐπανορθωτικήν. Τώρα ἐρχόμεθα μὲ ἕνα νόμον καὶ ἐπιβάλλομεν παῦσιν προσωρινήν· τὶ ἐννοοῦμεν; καταργοῦμεν τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου;
§19ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι· ἐγὼ ἐννοῶ ὅτι οἱ δήμαρχοι δὲν χρεωστοῦν νὰ καταγγέλλουν μόνον, ἀλλὰ νὰ καταβάλλουν καὶ πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς καταδίωξιν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων· θέλω καὶ δι’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα νὰ τίθεται ποινή.
§20ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἰδέας τοῦ προλαλήσαντος συναδέλφου παρατηρῶ ὅτι καὶ κατ’ ἐμὲ ἔχει δίκαιον, διότι, ἐὰν δὲν συμπεριλάβωμεν εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀνακριτὰς καὶ ὑπαλλήλους τιμωρουμένους διὰ τὴν παράλειψιν τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων των, τότε βεβαίως ὁ ποινικὸς νόμος προβλέπει ποινὰς δι’ αὐτούς, διότι λέγει, πᾶς πολίτης εἶναι ὑπόχρεως νὰ καταμηνύῃ, πολὺ περισσότερον ὁ δημόσιος ὑπάλληλος καὶ ὁ ἀνακριτής. Κατὰ συνέπειαν νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ προσθέσωμεν, ὅτι ἐπιβάλλονται αἱ αὐταὶ ποιναὶ ἐκτὸς ἐκείνων, τὰς ὁποίας προβλέπει ὁ ποινικὸς νόμος.
§21ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§22ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Νὰ καθαρισθῇ, Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ τὸ περὶ χρηματικῆς ποινῆς. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, εἶναι ὡρισμέναι αἱ ποιναὶ εἰς κακουργήματα, πλημμελήματα καὶ πταίσματα, αὐταὶ δὲ τροποποιοῦνται καὶ λέγομεν δεσμά, φυλάκισις, κράτησις, πρόστιμον, χρηματικὴ ποινή. Πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπάρχῃ μία αὐτῶν τῶν ποινῶν. Αἱ χρηματικαὶ ποιναὶ ἐπιβάλλονται ἀπὸ τὸν ποινικὸν νόμον ὅταν πρόκειται περὶ παραβάσεως καθηκόντων καὶ ἔχει τὴν παῦσιν ὡς συνέπειαν τῆς προσωρινῆς παύσεως καὶ τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων διωρισμένη προθεσμία. Ὁ κύριος Δημητριάδης ἐπικαλεῖται τὴν διάταξιν τοῦ ποινικοῦ νόμου, ὅπου ὁ νομοθέτης ὁμιλεῖ περὶ συνεργῶν καὶ αἱ ποιναὶ εἶναι μεγάλαι· τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔχει σκοπὸν νὰ τιμωρήσῃ ὀλίγον. Ἡ λέξις γιγνώσκοντες δὲν πρέπει νὰ τὸν ταράξῃ· ἐδῶ πρέπει νὰ εἴπωμεν ὅτι μένουν αἱ διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου, διότι πρόκειται περὶ ἐπανορθωτικῶν ποινῶν· τοὐτέστιν, ἐάν τις δήμαρχος πληροφορηθῇ, ὅτι εἰς μίαν φωλεὰν ὑπάρχουν λῃσταὶ καὶ δὲν ἔλαβε τὰ νόμιμα μέτρα, αὐτὸς τιμωρεῖται μὲ χρηματικὴν ποινὴν καὶ μὲ παῦσιν ὅταν ὅμως ἴδωμεν ὅτι μένουν ἐν ἰσχύει αἱ διατάξεις τοῦ ποινικοῦ, νόμου εἶναι ἓν φάσμα αὐτό, διότι τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν προβλέπει τὴν συνέπειαν τῶν ἐγκλημάτων, καθ’ ὅσον ὁμιλεῖ περὶ ὀλιγωρίας ἐν γένει καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἰσχύουσιν αἱ διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου, διότι ἐπιβάλλομεν δύω ποινὰς ὅπερ εἶναι ἀσυγχώρητον. Προτείνω λοιπὸν νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὅπως ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Κυπριάδου μὲ τὴν παρατήρησιν νὰ ἐλαττωθῇ ἡ χρηματικὴ ποινή· τοὐλάχιστον τοῦτο νὰ τὸ ἀφήσωμεν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστηρίου, διότι ὁ ἀνώτατος ὅρος εἶναι μέχρι 500 δραχμῶν.
§23ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Βεβαίως ποτὲ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ καταργήσῃ τὸν ποινικὸν νόμον, ἀλλ’ ἔχει σκοπὸν νὰ συμπληρώσῃ ἢ μεταβάλῃ τὰς ποινὰς ἐκεῖ ὅπου ὁ ποινικὸς νόμος σιωπᾷ, καὶ ἔχει πρῶτον τὴν κατηγορίαν τῶν συνεργῶν καὶ συναιτίων ὅπου εἶναι καὶ θάνατος καὶ δεσμά. Ἀφίνομεν αὐτὴν τὴν κατηγορίαν περὶ τῆς ὁποίας δὲν προβλέπεται· ἐδῶ ἔχομεν κατόπιν τὴν ἄλλην κατηγορίαν, καὶ νομίζω ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς ὅστις ἔλαβε μίαν εἰδοποίησιν ὅτι ὑπάρχουν λῃσταὶ καὶ δὲν ἐνεργεῖ ἀνάκρισιν, τιμωρεῖται μὲ 2 ἐτῶν φυλάκισιν. Λοιπὸν, ἐὰν ὑπάρχουν τοιαῦται διατάξεις ἐντὸς τοῦ ποινικοῦ νόμου, δὲν πρέπει νὰ τὰς καταργήσωμεν, διότι ὁ σκοπός μας εἶναι νὰ ἐπιβάλωμεν μικροτέρας ποινάς. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ εἴπωμεν ὅτι πᾶν ὅ,τι προβλέπει ὁ ποινικὸς νόμος δὲν τὸ ἐγγίζομεν, δὲν τὸ μεταβάλλομεν, ἰσχύει. Τώρα ὁ ποινικὸς νόμος ἠμπορεῖ νὰ μὴ προβλέπῃ ὅτι ὁ εἰδικὸς πάρεδρος, ἂν δὲν λάβῃ τὰ νόμιμα, μέτρα τιμωρεῖται, τὸ δὲ νομοσχέδιον θέλει νὰ τιμωρῆται καὶ αὐτός. Κατὰ συνέπειαν προσθέτομεν τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὡς μίαν προσθήκην· ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ, ἂς ἐφαρμοσθῇ καὶ τὸ ἄρθρον, ἄλλως, ἐὰν σιωπᾷ, νὰ ἐπέρχεται ἡ ποινὴ ἡ χρηματικὴ καὶ τῆς παύσεως. Ὥστε δὲν πρέπει νὰ παραλείψωμεν ὅτι τηροῦνται αἱ διατάξεις τούτου τοῦ νόμου, καθόσον προβλέπει μεγαλειτέρας ποινάς.
§24ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὁ ποινικὸς νόμος τιμωρεῖ καὶ μὲ χρηματικὴν ποινήν.
§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῦ;
§26ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἰς τὰ ἄρθρα 600 καὶ ἑπόμενα.
§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δηλαδὴ εἰς τὰ πταίσματα.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον, κύριε Πρωθυπουργὲ, εἰς τὸν κύριον Κυπριάδην νὰ μορφώσῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο, καὶ ἂν θέλετε, νὰ τὸ παραδεχθῆτε διὰ νὰ τελειώσωμεν.
§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι εἴμεθα ἐντὸς τῆς ἀληθείας· ὑπάρχουν ἐντὸς τοῦ ποινικοῦ νόμου ἄρθρα τὰ ὁποῖα λέγουν ποία εἶναι ἡ πειθαρχικὴ ποινή. Ἔχετε τὸ ἄρθρον 24 τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς συνέπειαν τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως τὴν στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Ἔχετε τὸ ἄρθρον 487 τοῦ ποινικοῦ νόμου (τὸ ἀναγινώσκω).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων;
§31ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Βέβαια.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τὶ ἐδέχθη εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν ἡ Βουλὴ, δηλαδὴ, τὴν τροπολογίαν τοῦ Κυρίου Δαρειώτου (τὴν ἀναγινώσκει).
§33ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τί ἄρθρον εἶναι αὐτό;
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἐθέσαμεν ὡς ἕβδομον ἄρθρον κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§35ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Βλέπετε ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν παρὰ νὰ συμφωνήσωμεν μὲ τὸν ποινικὸν νόμον· τὸ νομοσχέδιον ἄλλην ποινὴν δὲν ἔχει παρὰ μόνον τὴν παῦσιν, διότι τὰ ἄρθρα τοῦ ποινικοῦ νόμου, τὰ ὁποῖα ὁμιλοῦν περὶ τοιούτων εἰδικῶν ὑπαλλήλων, ἔχουν χρηματικὴν ποινὴν καὶ παραπέμπω εἰς τὸ 24 ἄρθρον τοῦ ποινικοῦ νόμου· λοιπὸν εἴπομεν ὅτι ἀναγκαίως πρέπει νὰ τεθῇ χρηματικὴ ποινή. Καὶ αὐτὸ τὸ γινώσκοντες, ὅπου λέγει ὁ κύριος Δημητριάδης, δὲν πρέπει νὰ τὸν ταράττῃ, διότι τὸ ἴδιον ἄρθρον λέγει, ὅτι ἐὰν ἡ παράβασις γείνῃ ἐν γνώσει ἀθεμίτου ὠφελείας, καὶ μόλα ταῦτα τὸν τιμωρεῖ μὲ χρηματικὴν ποινὴν, ὅταν ὁ δήμαρχος ἔχῃ γνῶσιν ὅτι ὑπάρχει μία λῃστρικὴ συμμορία καὶ δὲν τὴν καταδιώκῃ ἐκ προθέσεως. Ἡ λέξις λοιπὸν αὐτὴ ἐκ προθέσεως σημαίνει ὅταν δὲν ἔλαβε τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, τὰ ὁποῖα τείνουν πρὸς καταδίωξιν τῆς λῃστείας. Πρέπει λοιπὸν κατὰ τὸ κείμενον τοῦ νόμου νὰ τιμωρῆται, διότι ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς θεωρεῖται ἀνίκανος καὶ κατὰ συνέπειαν ὁ νόμος τὸν ἐκπίπτει τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων. Λοιπὸν μόνον τὴν χρηματικὴν ποινὴν νὰ θέσωμεν καὶ τίποτε ἄλλο.
§36Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ σύγχυσις, ἡ ὁποία, πρὶν ἀκόμη ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, βλέπετε, ὅτι ἐπηρεάζει ὅλα τὰ πνεύματα, ἀποδεικνύει καθαρῶς, ὅτι ἡ μετατόπισις τῶν δικαιωμάτων τῶν ἐξουσιῶν δύναται νὰ διαστρέψῃ καὶ τὰς πεποιθήσεις καὶ τὰ πνεύματα. Τί πρόκειται, Κύριοι, σήμερον; πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν ἢ ν’ αὐξήσωμεν κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς Κυβερνήσεως τοὺς ποινικοὺς ὅρους διὰ πειθαρχικὰς παραβάσεις, καὶ τὸν σκοπὸν τοῦτον ἠθελήσαμεν νὰ τὸν μετατοπίσωμεν, τοὐτέστι νὰ τὸν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅπου ὁ νόμος τὸν ἔθεσε, καὶ νὰ τὸν παραδώσωμεν εἰς τὴν δικαστικὴν· ἐκ τούτου περιεπέσαμεν εἰς τὴν σύγχυσιν τὴν ὁποίαν βλέπετε, καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐξέλθωμεν. Ποῖος εἶναι, Κύριοι, ὁ σκοπὸς τοῦ συντάκτου τοῦ νόμου; νὰ καταστήσῃ πλέον ἀγρύπνους καὶ πλέον δραστηρίους τοὺς δημοτικοὺς ὑπαλλήλους ὡς πρὸς τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας. Ἐγώ, Κύριοι, ὁ ὁποῖος χθὲς ἐτόλμησα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι διὰ νὰ ἐξαλείψωμεν τὴν ληστείαν ὄχι μόνον πρέπει νὰ καταστήσωμεν πλέον ἀγρύπνους καὶ ἐνεργητικὰς ὅλας τὰς ἀρχὰς τὰς πολιτικὰς καὶ στρατιωτικάς, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν τὸν λαόν, πιστεύετε, ὅτι θὰ ἦμαι ἐναντίος σήμερον, ὅτι δὲν πρέπει ν’ αὐξήσωμεν τὴν ἐπαγρύπνησιν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν καὶ τῶν δικαστηρίων αὐτῶν, ἐπιβάλλοντες ποινὰς; Διὰ τοῦτο παραδέχομαι πληρέστατα τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐὰν δὲν ἦτο ὅλως διόλου περιττὸν, ἐὰν δὲν ἐνυπῆρχεν ἐντὸς τῶν νόμων. Τί ζητεῖ, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον; ζητεῖ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς δημάρχους καὶ τοὺς δημαρχικοὺς παρέδρους καὶ τοὺς ὑπαλλήλους, ὄχι μίαν προσωρινὴν παῦσιν, ἀλλὰ μίαν ὁριστικήν. Ἡ νομοθεσία, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ἐπιβάλλει καὶ τὴν προσωρινὴν καὶ τὴν ὁριστικὴν παῦσιν· ποίαν λοιπὸν ἀνάγκην ἔχομεν νὰ καταφύγωμεν ἐκ νέου εἰς μίαν νομοθεσίαν νέαν; Ὅσοι, Κύριοι, ἐμελετήσατε ὀλίγον τὸν ποινικὸν νόμον καὶ τὴν ποινικὴν δικονομίαν γνωρίζετε τοὺς θεσμοὺς μὲ τοὺς ὁποίους ὅλα τὰ ἄρθρα τόσον τοῦ ποινικοῦ νόμου, καθὼς καὶ τῆς ποιν. δικονομίας, καὶ τῆς πολιτικῆς ἀκόμη εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις εἶναι συνδεδεμένα· ἐδῶ εὑρίσκετε, Κύριοι, διὰ τὴν προσωρινὴν παῦσιν, ἄ. «δημόσιοι ὑπάλληλοι» μὴ ταραχθῆτε διότι ἀκούετε περὶ δημοσίων, καθ’ ὅσον ὁ νόμος παρακάτω θέτει δημοτικούς· «Δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἵτινες γίνονται ἔνοχοι ἀμελείας, ἐνῷ μετέρχονται τὰ δημόσιά των ἔργα, ἀμελοῦντες διὰ τὴν ὀκνηρίαν ἢ κουφότητα τὰ ἀνατεθειμένα εἰς αὐτοὺς χρέη, καὶ διὰ κακοήθειαν, τοὐτέστι κακοήθη διαγωγὴν, γίνονται ἀνάξιοι τοῦ ἐπαγγέλματός των, ὑποβάλλονται εἰς πειθαρχικὴν ποινήν·» καὶ σημειοῖ ἀκόμη τὰς ποινὰς κατὰ τὰ ἄρθρα 293 καὶ καθεξῆς.
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐδῶ παραπέμπει ὁ Κ. Ῥάλλης· τὸ ἐννοεῖ ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, ὅτι εἶναι τοῦ νόμου;
§38ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι, δὲν τὸ ἐννοεῖ ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, καὶ σεῖς τὸ ἐννοήσατε, ὅτι δὲν τὸ ἐννοεῖ. Τί θέλετε λοιπὸν ἐδῶ; Νὰ βάλετε εἰς τοὺς δημάρχους μίαν ποινὴν περισσοτέραν· ἡ ὁριστικὴ παῦσις ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὸν Νόμον ὑπὸ τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, καὶ ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἐπιβάλλουν αὐτὴν τὰ δικαστήρια. Ἀλλ’ ἐρωτῶ νὰ μοὶ εἴπωσι, ποῖος εἶναι ὁ λόγος ὅστις ὑπαγορεύει τὴν μετάθεσιν τοῦ δικαιώματος τούτου τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ἀνέθεσεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν; ὁ περὶ δήμων νόμος ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ εἶπεν, ὅτι οἱ δήμαρχοι παύονται ὁριστικῶς τῶν καθηκόντων αὐτῶν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον προκαλεῖται ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου. Λοιπὸν ἐὰν αἱ περιστάσεις ἐπὶ τῆς καταδιώξεως τῆς ληστείας παραστήσωσιν ἀναγκαίαν τὴν παῦσιν ἑνὸς δημάρχου, τὰ περιστατικὰ τὰ ὁποῖα θὰ προκαλέσουν αὐτὴν τὴν παῦσιν, διατί νὰ τὰ δώσωμεν εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἐνῷ σήμερον αὐτὰ νομίμως ἔρχονται ἐνώπιον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου; Μήπως ἆρά γε ἓν δικαστικὸν συμβούλιον ἔχει περισσοτέρας ἐγγυήσεις διὰ νὰ ἀποφασίσῃ μίαν ὑπόθεσιν, παρ’ ὅ,τι ἔχει τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον; οἱ ἑπτὰ ὑπουργοὶ δίδουν ἆρά γε ὀλιγωτέρας ἐγγυήσεις εἰς τὴν κοινωνίαν παρὰ 3 ἢ 5 πρωτοδίκαι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου;
§39ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ γείνῃ συζήτησις.
§40ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βεβαίως ὅταν θέλωμεν νὰ μεταφέρωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὰ δικαστήρια, πρέπει νὰ τὸ περιβάλωμεν μὲ ἕνα τύπον δικαστικόν, καὶ τότε καὶ συζήτησις καὶ ἀποδείξεις καὶ θέσεις, ὅλα γίνονται· δὲν λέγω ὅτι τοῦτο δὲν γίνεται, ἀλλὰ ποῖος ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ὑπαγορεύει τὴν μετάθεσιν αὐτὴν καὶ τὴν σύγχυσιν, τὴν ὁποίαν ἐντὸς ὀλίγου θέλομεν φέρει ἐξ αἰτίας τῆς μεταλλαγῆς; Ἐγώ, Κύριοι, νομίζω, ὅτι θὰ βλάψωμεν ἀντὶ νὰ ὠφελήσωμεν διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, καὶ ἰδοὺ διατί· οἱ δήμαρχοι δὲν ἠμπορεῖτε ν’ ἀρνηθῆτε ὅτι εἶναι ὄργανα πολιτικά· εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ δήμαρχοι εἶναι διὰ νὰ οἰκονομοῦν τὰς ἀνάγκας τῶν δήμων καὶ νὰ διοικοῦν αὐτούς, ἀλλὰ κυρίως οἱ δήμαρχοι εἶναι ὄργανα πολιτικά. Τὴν τύχην λοιπὸν τῶν ὀργάνων τούτων διὰ μιᾶς ποινικῆς διατάξεως, διατυπώσεως μᾶλλον, τὴν παραδίδομεν εἰς τὰ δικαστήρια. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι τὰ δικαστήρια δὲν θὰ καταχρασθοῦν οἴκοθεν τῆς ἐξουσίας τὴν ὁποίαν εἰς αὐτὰ δίδομεν, ἀλλὰ ποῖος μ’ ἐγγυᾶται, ὅτι ἡ πολιτικὴ δὲν θὰ εὕρῃ ὅλας τὰς θύρας καὶ τὰ παράθυρα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ εἰσέλθῃ καταδιώκουσα τὸν δήμαρχον δι’ ἕνα πολιτικὸν σκοπὸν καὶ ἐντὸς τῆς ἕδρας τῆς δικαιοσύνης; Ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ μὲ ἐγγυηθῇ, ὅτι ὅλα τὰ πολιτικὰ συμφέροντα δὲν θὰ συνωμόσουν ὅπως ἐπηρεάσουν τὴν δικαιοσύνην καὶ ἴσως τὴν καταστρέψουν. Ὁ φόβος λοιπὸν ὁ ὁποῖος εἰς ἐμὲ γεννᾶται εἶναι αὐτός· δὲν εἶμαι ἐναντίος τοῦ νὰ παύωνται οἱ δήμαρχοι· οὔτε ἓν λεπτὸν δὲν δίδω διὰ τοὺς δημάρχους, μάλιστα διὰ τοὺς κακούργους, καὶ τὰ δικαστήρια καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἂς παύωσιν ἀπὸ αὐτούς· οὐδὲ φοβοῦμαι ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου δύνανται νὰ γίνουν μεγαλείτερα κακά, ἀλλὰ θὰ ἐπέλθῃ μία σύγχυσις, ἕνας κυκεὼν ἐνεργείας, ὁ ὁποῖος φοβοῦμαι μήπως βλάψῃ τὴν δικαιοσύνην. Κύριοι δὲν εἶναι συνετὸν πρᾶγμα, νομίζω, ἔχοντες πολιτείαν διῃρημένην εἰς 5 μεγάλας πολιτικὰς δυνάμεις, ν’ ἀφαιρῶμεν βάρη ἀπὸ τὴν μίαν καὶ νὰ τὰ ῥίπτωμεν εἰς τὴν ἄλλην ἑκάστοτε, διότι φοβοῦμαι ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἐπιβαρύνοντες αὐτὴν τὴν δικαιοσύνην δυνάμεθα νὰ τὴν παραβλάψωμεν, ἵνα μὴ εἴπω νὰ τὴν καταστρέψωμεν. Δὲν συμφέρει ποτὲ τὰ δικαστήρια νὰ γίνουν ὄργανα πολιτικά, καὶ θὰ γίνουν χωρὶς νὰ θέλουν. Μὴ λησμονήσητε δὲ, Κύριοι, ὅτι καὶ ὁ δικαστὴς εἶναι ἄνθρωπος, ὅτι καὶ αὐτὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἀμέτοχος ὅλων τῶν πολιτικῶν ἐλαττωμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς μίαν πολιτείαν. Ὅταν λοιπὸν τὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ μίαν καθαρωτέραν ἀτμοσφαῖραν εἰς τὴν ὁποίαν ζῶσι σήμερον καὶ τὰ ῥίψωμεν εἰς τὴν πολιτικὴν ἀτμοσφαῖραν ἡ ὁποία εἶναι ἀρκετὰ ὀμιχλώδης, φοβοῦμαι ὅτι τὰ δικαστήρια θὰ τὰ βλάψωμεν. Ποῖος ὁ σκοπὸς τοῦ δικαστηρίου; Νὰ παύσῃ ὁ δήμαρχος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐνεργεῖ τὸ καθῆκόν του. Διατί ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀναλαμβάνει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτελέσῃ τοῦτο, ὅταν βλέπῃ κακοήθεις δημάρχους; Διατί ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα, δὲν θέλει νὰ τὸ ἐξασκήσῃ εἰς ὅλην αὐτοῦ τὴν ἔκτασιν; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσητε ὅτι τὸ δικαστήριον μὲ ὅλας τὰς ἀνακρίσεις, ὑπὸ τὴν ἠθικὴν ἔποψιν, θὰ ἐννοήσῃ καλλίτερα τὸ πνεῦμα τῆς ἀντενεργείας ἑνὸς δημάρχου, ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔχει ὅλα τὰ νήματα τῶν πληροφοριῶν εἰς τὰς χεῖράς της, καὶ δύναται νὰ τὰ συγκεντρώσῃ, καὶ νὰ παρατηρήσῃ τὰ συμφέροντα τὰ ἐσωτερικὰ καὶ τὰ ἐξωτερικὰ καὶ τὴν ἠθικὴν κατάστασιν ἑκάστου τόπου ὅπως ἀποφασίσῃ τὴν οὐσίαν; Ἔχοντες λοιπὸν τὰ μέσα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν ἴδιον σκοπὸν, εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι δὲν πρέπει νὰ καινοτομήσωμεν σπουδαίως, διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο μόνον περὶ τῶν δικαιωμάτων τούτων, δὲν ἦτο τίποτε δι’ ἐμὲ· φοβοῦμαι τὰς συνεπείας, φοβοῦμαι ὅτι ἡ πολιτικὴ θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἕδραν τῆς δικαιοσύνης. Δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ πιστεύσῃ κἀνεὶς ὅτι ὁρμῶμαι ἀπὸ καμμίαν ἄλλην ἰδέαν, εἴτε συμφέροντος εἴτε φόβου, διότι ἐγὼ τοὺς νόμους δὲν τοὺς φοβοῦμαι, ὅσον αὐστηροὶ καὶ ἂν ᾖναι· ἀρκεῖ νὰ ᾖναι νόμοι καὶ νὰ ἐκτελῶνται, ἀλλὰ φοβοῦμαι τὴν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων κατάχρησιν. Διὰ τοῦτο λέγω νὰ ἐξασκήσῃ ἡ Κυβέρνησις ὅπως μέχρι τοῦδε μεθ’ ὅλης τῆς αὐστηρότητος τὰ δικαιώματά της εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν. Καὶ τίς δύναται νὰ κατηγορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν ἔρχεται πρὸς σωτηρίαν τῆς πολιτείας καὶ ἀδιαφόρως πράττῃ τὸ καθῆκόν της; ἢ τίς θὰ ὑποθέσῃ ὅτι ἄνδρες ἔντιμοι τῆς πολιτείας, οἱ ὁποῖοι ὁποῖοι ὁπωσδήποτε κατέσχον τὴν ἀνωτάτην ἀρχὴν, θὰ καταντήσουν εἰς τὸν ἐλεεινὸν φατριασμὸν νὰ παύσουν δημάρχους χάριν πολιτικῶν συμφερόντων; Τὸ κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον δὲν τὸ πιστεύω, ἀλλὰ καὶ ἂν θὰ γείνῃ, θὰ γείνῃ διὰ λογαριασμὸν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ τὸ κάμουν, διότι οὔτε ἡ κοινωνία θὰ κοιμηθῇ, οὔτε ἡ Βουλή. Εἰς μίαν προγενεστέραν ὁμιλίαν του ὁ Κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, θαυμάζω διατί ὁ κ. Πετιμεζᾶς φέρει ἀντίῤῥησιν ἐπ’ αὐτῶν τῶν διατάξεων, ἐνῷ ἡμεῖς σήμερον ὡς κυβέρνησις ἔχομεν τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ θέλομεν ἀκόμη περισσότερον νὰ ἀσφαλίσωμεν τοὺς δημάρχους ῥίπτοντες αὐτοὺς εἰς τὴν κρίσιν τῶν δικαστηρίων· ὀφείλω τῷ ὄντι εἰς αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν ν’ ἀπαντήσω ἐγώ. Λέγω λοιπὸν, ὡς πρότερον εἶπον, φοβοῦμαι, ὄχι ὅτι τὰ δικαστήρια δύνανται νὰ παύσουν δικαίως ἢ ἀδίκως 5 ἢ 6 δημάρχους περισσοτέρους, ἀλλὰ φοβοῦμαι μήπως ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς νέας προσθήκης δικαιοδοσίας, τὴν ὁποίαν δίδομεν εἰς τὰ δικαστήρια, μήπως βλάψωμεν αὐτὰ τὰ δικαστήρια. Διότι φοβοῦμαι, καὶ κἀνεὶς ἐν τῇ συνειδήσει του δὲν θ’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἅμα ἕνας μόνον δήμαρχος σταλῇ εἰς τὰ δικαστήρια, θέλουν τεθῇ εἰς ἐνέργειαν ὅλαι αἱ πολιτικαὶ ῥᾳδιουργίαι, θέλουν διαιρεθῇ εἰς δύο τάγματα, ὅπως οἱ μὲν τὸν καταδικάσουν, οἱ δὲ τὸν σώσουν, καὶ τότε τί ὠφελεῖται ἡ πολιτεία; Ἴσως ἀμφιβάλλουν τινὲς περὶ αὐτοῦ τοῦ πράγματος, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἀμφιβάλλω, διότι καὶ τὰ πράγματα τοῦ τόπου αὐτοῦ τοῦ στενοῦ καὶ τὰ προσωπικὰ καὶ τὰ πολιτικὰ συμφέροντα τὰ γνωρίζω. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι τὰς νέας διατάξεις τοῦ ἄρθρου τούτου, οὔτε ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως θέλω νὰ πολεμήσω, οὔτε βασιζόμενος εἰς τοὺς στενοὺς δικαστικοὺς τύπους, οἱ ὁποῖοι τύποι ποτὲ δὲν ἠμποροῦν νὰ παραβλάψουν τὴν κοινωνίαν, ἀλλὰ μόνον καὶ μόνον βασιζόμενος ἐν ταῖς πολιτικαῖς ἐνεργείαις αἱ ὁποῖαι θὰ προέλθουν συνεπείᾳ τῶν διατάξεων αὐτοῦ τοῦ νόμου. Διὰ τοῦτο εἶπον πρότερον· ὅτι πολιτικῶς θὰ πολεμήσω τὸ ἄρθρον τοῦτο, πιθανὸν Κύριοι νὰ πλανῶμαι καὶ εἴθε ἐγὼ μεταξὺ ἁπάντων ὑμῶν νὰ ᾖμαι ὁ πλανώμενος, διότι ὡς ἐκ τούτου οὐδὲν κακὸν δύναται νὰ γείνῃ, ἐὰν ὅμως δὲν πλανῶμαι θὰ θερίσετε πάντες τὸν σπόρον αὐτῶν τῶν διατάξεων. Κύριοι, συλλογισθῆτε ἓν πρᾶγμα, νὰ φοβῆσθε πάντοτε τὰς ἀντεκδικήσεις εἴτε κοινωνικὰς εἴτε πολιτικάς. Διότι μὴ λησμονεῖτε ποτὲ ὅτι ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἐφαρμόζομεν πολιτικὰς ἐλευθερίας, καὶ ἀκόμη δὲν συνοικειώθημεν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν μὲ αὐτὰς, ὥστε χάριν τοῦ κοινοῦ συμφέροντος καὶ τῆς πολιτείας ν’ ἀποφεύγωμεν τὰς προθέσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουν μόνον τὰς ἀτομικὰς ὠφελείας· ἀκόμη δὲν ἀνέβημεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀτμοσφαῖραν, καὶ πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν. Λοιπὸν λέγω νὰ φοβῆσθε τὴν ἀντεκδίκησιν, διότι, ἐὰν παυθῶσιν 4 ἢ 5 δήμαρχοι, ναὶ μὲν κατὰ τοὺς τύπους τοὺς δικαστικοὺς καὶ τὴν ἀπόφασιν τῶν δικαστηρίων, ἀλλ’ ὑπὸ πνεῦμα πολιτικὸν, αὔριον, Κύριοι, θὰ παυθῶσιν 15, καὶ τότε ξεύρετε, Κύριοι, τί θὰ γείνῃ; Κατὰ τὴν κοινὴν παροιμίαν, ὅποιος φάει τὰς περισσοτέρας, θὰ ἀρχίσῃ ἡ ἀντεκδίκησις, καὶ διὰ τοῦτο φοβοῦμαι ὅτι θὰ καταστρέψωμεν τὸ δημοτικὸν σύστημα χωρὶς νὰ τὸ ὠφελήσωμεν. Ἔχω, Κύριοι, τὴν πλέον λαμπρὰν ὑπόληψιν εἰς τὴν εὐθύτητα τοῦ διευθύνοντος σήμερον τὰ πράγματα τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, καὶ ὁ Κ. δεῖνα ἢ καὶ ὁ Κ. ὁποιοσδήποτε εἶναι ἄνθρωποι, καὶ ὡς ἄνθρωποι εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ὑποκύψουν εἰς τὴν ἐπήρειαν καὶ τῶν πολιτικῶν παθῶν καὶ τῶν φιλικῶν ἀκόμη ἀπαιτήσεων· καὶ διὰ τοῦτο θέλω τὴν ὑπόληψιν τούτων τῶν ἀνθρώπων νὰ σώσω καὶ νὰ σώσω καὶ τὸ δημοτικὸν σύστημα· ἠμπορεῖ νὰ πλανῶμαι. Κύριοι, ἐτόλμησα χθὲς νὰ προτείνω τὴν ἐξέγερσιν τοῦ λαοῦ κατ’ αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, καὶ ἀκόμη σήμερον θὰ κάμω προσθήκην κατὰ τῶν δήμων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑποτρέφουν τοὺς ληστὰς, ξεχωριστὰ ἀπὸ τὴν χθεσινὴν, καὶ θὰ σᾶς εἴπω τοὺς λόγους ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα. Λοιπὸν, Κύριοι, αὐτὰς τὰς σκέψεις εἶχον καὶ δὲν ἐδίστασα παντάπασι νὰ σᾶς ὑποβάλω. Ἐὰν νομίζετε ὅτι ὑπάρχει ἕνας κίνδυνος, μὴ διστάσετε νὰ τὸν ἀποφύγετε χάριν τοῦ κοινοῦ συμφέροντος· ἐὰν πεισθῆτε ὅτι δὲν ὑπάρχει, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ὄχι τὴν κυβέρνησιν ἀλλὰ τὴν δικαιοσύνην, ψηφίσατέ τον· ὁ νόμος εἶναι δι’ ὅλους ἡμᾶς, καὶ κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραπονεθῇ διὰ τοὺς νόμους τοὺς ὁποίους θὰ ψηφίσῃ ἡ πολιτεία.
§41ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, διότι εἶναι τρίτη φορὰ· δίδει τὴν ἄδειαν ἡ Βουλή;
§43ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Γόντικα, καὶ τρίτην φορὰν ἀφ’ οὗ τὸ ἐγκρίνει ἡ Βουλή.
§45ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ αὐτοῦ θέματος τετάρτην φορὰν, διότι εἰς τὴν πρώτην ὁμιλίαν μου, ὅταν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῶ ἐνώπιόν σας, εἶπον ὅτι δέχομαι τὸ ἄρθρον αὐτὸ, διότι ἐὰν περιέχῃ διατάξεις, τὰς ὁποίας οἱ κοινοὶ νόμοι ἀναφέρουν, οὐχ ἧττον ὅμως ἀφορᾷ αὐτὴν τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀφορᾷ ἓν δικαίωμα τὸ ὁποῖον δύναται κἄποτε νὰ ᾖναι αὐθαίρετον καὶ τὸ ἀναθέτει εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε δὲν ὑπάρχει παράδειγμα, ὅτι ὁ πολίτης δὲν εὗρε δικαιοσύνην· ἐκ παραδειγμάτων τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς ἐμὲ αὐτὸν ἠναγκάσθην νὰ παραδεχθῶ τὸ ἄρθρ. αὐτὸ, ὅτε ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐννοεῖται, ἔκαμε χρῆσιν δικαιώματος ἐπιτρεπομένου ἀπὸ τοὺς νόμους τῆς πολιτείας ἐπὶ ἑνὸς συγγενοῦς μου δημάρχου. Οἱ νόμοι, κύριοι, δὲν ψηφίζονται πλὴν μετὰ προηγουμένας διατάξεις κακὰς, ὅτε ἔρχεται ἡ κοινωνία κατόπιν, καὶ ἐὰν εὑρίσκῃ τὸ ἐλαττωματικὸν αὐτὸ, ἔρχεται εἰς ἓν ἄλλο νέον νομοθέτημα. Κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, εἷς ὑπουργὸς τοῦ κράτους, εἷς ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχει τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ παύειν τοὺς δημάρχους ὁσάκις μία διοικητικὴ ἀρχὴ παραστήσῃ εἰς αὐτὸν γεγονότα τοιαῦτα, διὰ τὰ ὁποῖα ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος, τὸ ἠθικὸν πρόσωπον τῆς κοινωνίας, ἐμπιστεύεται τὸν ἀνώτερον αὐτὸν ὑπάλληλον, ὅστις ἴσως ἔκαμε μίαν ἀνάκρισιν ὅλως διόλου παραμορφωμένην καὶ στέλλει τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ ὑπουργεῖον, καὶ οὔτε ἀπολογεῖται ὁ κατηγορούμενος δήμαρχος, ὁ δὲ ὑπουργὸς ἐν τῇ δικαιοσύνῃ του φρονῶν, ὅτι ἐκτελεῖ καθῆκον δικαιοσύνης, παύει τὸν ὑπάλληλον, καὶ μετ’ ὀλίγον τὸν φέρει εἰς τὰ δικαστήρια, ὁπότε θὰ ἔχῃ τὴν τύχην νὰ δικασθῇ μετὰ ἓν ἔτος, καὶ τότε βεβαίως ἢ θὰ ᾖναι νέα δημοτικὴ ἐκλογὴ, ἢ τέλος αὐτὸς δὲν θὰ ᾖναι πλέον δήμαρχος. Ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Βουλῆς παρασυρθεὶς ἀπὸ μίαν ἀνάκρισιν τοῦ τότε ἐπάρχου Γορτυνίας, ἔπαυσεν ἕνα συγγενῆ μου δήμαρχον καὶ τὸ δικαστήριον ἔπειτα τὸν ἀθώωσε, διότι εἶδεν ὅτι τὰ πάντα ἦσαν πλαστὰ, ἀνύπαρκτα, ψευδῆ· δύναμαι ὅμως νὰ ὁμολογήσω πρὸς τιμὴν τοῦ κυρίου προέδρου, ὅτι αὐτὸς δὲν ἔπταιε, διότι ἠξεύρω τὴν πλαστογραφίαν, ἠξεύρω τὴν ὑπόθεσιν, καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι, οὔτε παραπονέθην κἂν, ἐνῷ εἶναι ἀρχαῖος φίλος μου ὁ Κ. Λυκοῦργος Κρεστενίτης, διότι ἠξεύρω ὅτι ὁ ὑπουργὸς δὲν ἔπταιε τίποτε, ἀφ’ οὗ μάλιστα ὁ νόμος ἱκανοποίησε τὸν παθόντα. Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ὑπεστήριξα μὲν εἰς τὰς πλείστας αὐτοῦ διατάξεις, ἀλλ’ ἴδετε ὅτι ὅσαι διατάξεις ἀντιβαίνουν εἰς τὴν συνείδησίν μου οὔτε τὰς ὑπεστήριξα, οὔτε θέλω τὰς ὑποστηρίξει. Τί σᾶς εἶπον καὶ τὴν πρώτην ἡμέραν ὅταν ἐλάλησα; Σᾶς εἶπον ὅτι τὸ τέταρτον αὐτὸ ἄρθρον δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο παρὰ μερικὰς διατάξεις αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν εἰς τοὺς κειμένους νόμους καὶ εἶναι ἀξιέπαινος ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, διότι, καί τοι σήμερον ἔχει τὴν ἐξουσίαν τὴν νομοτελεστικὴν, ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία εἶναι ἰσχυρὸν ὅπλον εἰς μίαν Κυβέρνησιν αὐθαίρετον, καὶ τὴν δίδει εἰς τὰ δικαστήρια, ὅπου ὑπάρχουν καὶ ἀποδείξεις, καὶ ἀνταποδείξεις καὶ μάρτυρες, καὶ δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κατηγορούμενον ν’ ἀποδείξῃ ὅτι εἶναι ψευδὴς ἡ καταγγελία, ἐνῷ ἡ διοικητικὴ ἀνάκρισις οὐδόλως ἐξετάζει αὐτὰ τὰ πράγματα. Τὸ 487 ἄρθρον τοῦ ποινικοῦ νόμου ἰδοὺ τὶ λέγει, «Δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἵτινες, ἐκτὸς τῶν εἰς τὸν παρόντα νόμον ῥητῶς ὡρισμένων περιπτώσεων, παραβαίνουσι τὰ κοινὰ ἢ τὰ ἰδιαίτερα καθήκοντα τῆς ἐπιτετραμμένης εἰς αὐτοὺς ὑπηρεσίας, εἴτε εἶναι διαγεγραμμένα δι’ ἰδιαιτέρων ὁδηγιῶν, τιμωροῦνται, καθ’ ὅσον εἰς αὐτὰς ταύτας τὰς ὁδηγίας δὲν διατάττονται ἄλλαι ποιναὶ, κατὰ τὸν ἀκόλουθον τρόπον. 1) Ἐὰν ἡ παράβασις ἔγεινεν ἐπὶ σκοπῷ ἰδίας ὠφελείας, ἢ πρὸς βλάβην τῆς Ἐπικρατείας, ἤ τινος ἰδιώτου, μὲ χρηματικὴν ποινὴν τοὐλάχιστον ἑκατὸν δραχμῶν.» Βλέπετε ὅτι δὲν τοὺς θεωρεῖ ὡς λῃστὰς· τοὺς λέγει, ὅτι ἔκαμον παραβίασιν καὶ τοὺς τιμωρεῖ μὲ χρηματικὴν ποινὴν τοὐλάχιστον ἑκατὸν δραχμῶν. 2) «Μετὰ προηγηθεῖσαν πρώτην πειθαρχικὴν ποινὴν, ἐὰν ἡ παραβίασις ἔγεινεν ἐκ προθέσεως μὲν, ἀλλὰ χωρὶς τοῦ πλαγίου ἐκείνου σκοποῦ, μὲ χρηματικὴν ποινὴν τὸ πολὺ διακοσίων δραχμῶν». Βλέπετε διατί δὲν τὴν θέλω τὴν ἔκπτωσιν; διότι ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον. Κατόπιν σὲ παραπέμπει εἰς τὸ 24 ἄρθρον.
§46ΤΙΝΕΣ. Δὲν παραπέμπει ὁ νόμος, ἀλλ’ ὁ ἐκδότης.
§47ΓΟΝΤΙΚΑΣ. «Ἄρθρον 24. Ἡ καταδίκη τῶν ἐν τέλει ἢ ἄλλων δημοσίων ὑπηρετῶν ἕνεκα πράξεως ἀναγομένης εἰς τὸν δημόσιον χαρακτῆρά των, καὶ τιμωρουμένης ὡς πλημμελήματος ἀπὸ τὸν παρόντα ποινικὸν νόμον, συνεπιφέρει τὴν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἔκπτωσιν καὶ τὴν στέρησιν ὅλων τῶν μετὰ τῆς ἀρχῆς ἢ ὑπηρεσίας συνημμένων δικαιωμάτων καὶ πλεονεκτημάτων, ὡς καὶ τὴν πρόσκαιρον ἀνικανότητα εἰς ἀνάκτησιν ἀρχῆς ἢ ἄλλης δημοσίας ὑπηρεσίας. Περὶ τῆς προσκαίρου ταύτης ἀνικανότητος προσδιορίζει τὸ δικαστήριον εἰς τὴν ποινικὴν ἀπόφασιν οὔτε μικροτέραν τῶν 6 μηνῶν διάρκειαν, οὔτε μείζονα τῶν 6 ἐτῶν». Βλέπετε ὅτι ἡ παῦσις εἶναι συνέπεια τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως. Λοιπὸν ὅταν καταδικασθῇ τις διὰ παραβίασιν τῶν καθηκόντων του, καταδικάζεται διὰ τῆς ὁριστικῆς ἀποφάσεως τοῦ πλημμελειοδικείου εἰς ἔκπτωσιν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας του ἀπὸ 6 μηνῶν ἕως 6 ἐτῶν. Θὰ καταδικασθῇ καὶ εἰς χρηματικὴν, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ λέγῃ ὁ νόμος· νὰ λέγῃ, ὅτι καταδικάζεται εἰς χρηματικὴν ποινὴν ἀπὸ 50–100 δραχμῶν. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ὅταν βλέπω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔρχεται νὰ ἀνατρέψῃ τὸν κείμενον νόμον, καλὰ· ἀλλὰ ὅταν λέγῃ ὁ νόμος ὁ ποινικὸς, ὁ σοφὸς νομοθέτης μας, ὅτι οὐδέποτε διὰ τοιαύτας παραβιάσεις θέλω νὰ παύῃ τὸν δήμαρχον ὁ ὑπουργὸς, ὅταν λέγωμεν τὸ ἐναντίον, ἐὰν δοθῇ ἡ ἐξουσία αὐτὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἔπεται, ὅτι ἀκυροῦμεν τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἐνῷ ὁ νομοθέτης ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον, ὅτι ἡ τύχη τοῦ δημάρχου δὲν πρέπει νὰ κρέμαται ἀπὸ τὸ αὐθαίρετον ἑνὸς ὑπουργοῦ, καὶ ἐνῷ οὗτος ἐγένετο εἰς ἐποχὴν ὅτε δὲν ὑπῆρχε νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν; ἐὰν εἰς τὰ δικαστήρια δὲν ἔχωμεν ἀσφάλειαν καθὼς διατείνονταί τινες, ποίαν ἀσφάλειαν θὰ εὕρωμεν εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχήν; Δὲν μὲ συμφέρει, οὔτε εἶναι δίκαιον νὰ ἀναφέρω πρόσωπα καὶ νὰ καταδείξω τὰς καταχρήσεις τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας, μολονότι δὲν εὑρίσκεται κανεὶς ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες τὰς ἐνήργησαν· μόνον εἷς ὑπάρχει, ὅστις ὑπῆρξε νομάρχης, καὶ ὅστις παρέτεινεν ἐπὶ 5 ἔτη τὴν ἐκλογὴν Δωρίδος, καὶ ὁ Νομάρχης οὗτος ἦτον ὁ Δαρειώτης. Εὐγνωμονῶ τὸν Κύριον Κουμουνδοῦρον, διότι ἔφερεν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ μόλον τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχω καὶ πάντοτε θὰ ἔχω πρὸς τὸ ἄτομόν του, σᾶς λέγω ὅτι ὅπου ἀντίκειται ἡ πεποίθησίς μου δὲν θέλω παραδεχθῆ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προτείνεται, καθὼς τὴν ἔκπτωσιν, ἥτις ὑπάρχει εἰς τὴν τροπολογίαν.
§48ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Κύριοι, λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καὶ περιορίζομαι εἰς δύω ἀντικείμενα· θὰ ὁμιλήσω πρακτικῶς καὶ ὄχι θεωρητικῶς. Τὸ 4 ἄρθρον τὸ νομίζω πολὺ καταστρεπτικὸν καὶ ὄχι ὠφέλιμον, ἐκ τῶν πραγμάτων τὸ γνωρίζω. Θεωρῶ ὅτι θὰ αὐξήσῃ τὰ πάθη καὶ θὰ καταστρέψῃ τὸ δημοτικὸν σύστημα, καὶ πολλοὶ θὰ παραπεμφθοῦν εἰς δίκας καὶ θὰ ὑποβληθοῦν εἰς ἔξοδα. Ἰδοὺ ἓν παράδειγμα ὁποῦ σᾶς φέρω. Κατὰ τὸ 1855 ὁ δήμαρχος Παππαλαμπρόπουλος συνελήφθη ἀπὸ τὸ κατάστημα μέσα παρὰ τῆς λῃστρικῆς συμμορίας Καλαμπαλίκη καὶ ἐφονεύθη μέσα εἰς τὸν ναὸν, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν των κ. ἀντιπροσώπων τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας· θέλω νὰ εἴπω ὅτι αὐτὸ παρουσιάζουν τὰ πράγματα. Ὁ δήμαρχος αὐτὸς ἐφονεύθη, διότι κατέδειξε μίαν λῃστρικὴν συμμορίαν.
§49ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε, οἱ δήμαρχοι οἱ ὁποῖοι δὲν καταδεικνύουν νὰ μὴ τιμωροῦνται;
§50ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Ποίαν ἀσφάλειαν θὰ ἔχουν αὐτοί; χωρία ὁλόκληρα ἐλεηλατήθησαν παρὰ τῆς συμμορίας αὐτῆς, διότι ὑπέδειξαν τοὺς λῃστὰς καὶ διότι ἔλαβον μέρος εἰς τὴν καταδίωξιν. Πῶς θέλετε, κύριοι, νὰ ἐφαρμόσωμεν τοιοῦτον νόμον εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, ἀφοῦ προηγουμένως δὲν τοὺς δώσωμεν ἀσφάλειαν; Λέγω λοιπὸν, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ δὲν θὰ ὠφεληθῇ ἡ κοινωνία, ἀλλὰ θὰ βλαφθῇ καὶ πολλοὶ δήμαρχοι θὰ παραπεμφθοῦν ἀδίκως εἰς τὰ δικαστήρια ἕνεκα τῶν πολιτικῶν παθῶν· θὰ πάθουν πολλοὶ πολῖται καὶ θὰ ἀρχίσῃ μία ἀδιάκοπος πάλη μεταξὺ τῶν πολιτῶν, καὶ οὔτε ἀσφάλειαν θὰ ἔχουν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί. Διὰ τοῦτο, κύριοι, προτείνω τὴν ἀπάλειψιν τοῦ 4 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου.
§51Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐπεθύμουν νὰ προκληθῶ ἀπὸ τὸν κ. πρωθυπουργὸν καὶ νὰ παρεξηγηθῶ μάλιστα διὰ τὰς ὀλίγας λέξεις τῆς ἁβροφροσύνης καὶ τῆς φιλοφροσύνης ὅσας πρὸς αὐτὸν ἀπέτεινα σήμερον, διότι ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι μὲ ἀπεκάλεσε δημοσίᾳ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εὐφυῆ καὶ ὑπέρτερον ἄνδρα. Ἴσως χθὲς ἐνόμισεν ὅτι ἤμην περισσότερον ὑπουργικὸς παρὰ ἀντιπολιτευόμενος, ἐγὼ ὅμως οὐδέποτε θέλω πιστεύσει ἐν συνειδήσει ὅτι εἶμαι ὑπουργικὸς καὶ τοιαύτη στρατηγικὴ τοῦ νὰ φαίνωνται ὑπουργικοὶ οἱ ἀντιπολιτευόμενοι εἰς οὐδενὸς τῶν καθαρῶς ἀντιπολιτευομένων τὸ πνεῦμα ὑπάρχει. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐρχόμενος εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐγὼ ἐφάνην ἀσυνεπὴς, διότι, ἐνῷ δεικνύω σήμερον ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν ὑπουργὸν, πέρυσι κατὰ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἔπαυσε δήμαρχον τινὰ τὸν κατηγόρησα. Πλανᾶται εἰς τὴν μνήμην του ὁ κ. πρωθυπουργὸς καὶ δύναται νὰ ἀνοίξῃ τὰ πρακτικὰ, ἵνα ἴδῃ, ὅτι δὲν τὸν κατηγόρησα διότι ἔπαυσε τὸν δήμαρχον, ἀλλὰ διότι τὸν ἀντικατέστησεν αὐθαιρέτως, ὑπάρχοντος τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῆς τῶν δημάρχων· διαφέρει ὅμως ἡ μία περίπτωσις τῆς ἄλλης, καὶ σήμερον, ἂν ἤθελε παύσει, ἂς μὴ ἀμφιβάλλῃ ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἤθελον παρουσιάσει κατηγορίαν εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ διαστρέφωνται τὰ πράγματα καὶ οἱ λόγοι καὶ ν’ ἀποδίδεται μομφὴ ἐκεῖ ὅπου δὲν δύναται οὔτε κἂν νὰ σταθῇ τοιαύτη. Ὁ κ. ὑπουργὸς, θέλων ν’ ἀντικρούσῃ τὰς ἰδέας ὅσας σᾶς εἶπον περὶ τῆς εἰσβολῆς, τὴν ὁποίαν ἡ πολιτικὴ ῥᾳδιουργία θέλει κάμει εἰς τὰ δικαστήρια, σᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι ἐχθρὸς τῆς συγκεντρώσεως, σᾶς εἶπεν ὅτι θέλει οἱ δήμαρχοι νὰ παύωνται ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν· τοῦτο δὲν πραγματοποιεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι ὁ κ. πρωθυπουργὸς χθὲς σᾶς εἶπεν ὅτι δι’ ἓν ἔτος θὰ ἰσχύῃ ὁ νόμος οὗτος· ἑπομένως ὁ νόμος αὐτὸς ἔχει πεπερασμένην ἰσχὺν, καὶ ἂν ἤθελεν ἡ κυβέρνησις οἱ δήμαρχοι νὰ παύωνται ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἔπρεπε νὰ φέρῃ νόμον γενικὸν καὶ ὄχι μὲ τὸ πρόσχημα καὶ ὑπὸ ἕνα μόνον ὅρον, τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας. Ἀλλ’ ἂν ὁ κ. πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως ἐλησμόνησεν, ὅτι κατηγόρησα τοῦτον πέρυσι, διότι ἀντικατέστησε τὸν δήμαρχον, ἐγὼ θέλω ὑπομνήσει ἤδη εἰς τὸν κ. πρόεδρον τῆς κυβερνήσεως τὸ ἀνακόλουθον τῶν ἰδεῶν του, τὰς ὁποίας ἔχει ἐπὶ τῆς συγκεντρώσεως τῆς ἐξουσίας. Δὲν ἔχω καιρὸν ἤδη νὰ μελετήσω τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως, ἀλλὰ θέλω τὸ πράξει ἄλλοτε διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀντεστάθη εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ δήμαρχοι δὲν πρέπει νὰ παύωνται ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ ἐνθυμοῦμαι τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἀντέταξε κατὰ τῆς ἰδέας ταύτης, ἱστάμενος ἐγὼ ἐκεῖ ὡς ἀκροατὴς, ἐπειδὴ δὲν ἤμην πληρεξούσιος.
§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ τὰ φέρετε καὶ νὰ τὰ συζητήσωμεν.
§53ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ τὰ φέρω. Ἐγὼ τότε δὲν ἤμην πληρεξούσιος οὔτε ἀντετάχθην κατὰ τῆς ἰδέας, διότι ἤμην πολίτης ἁπλοῦς. Ἀλλὰ, κύριοι, παρουσιάζονται κατὰ τῆς συγκεντρώσεως τῆς ἐξουσίας ὑπὸ ἕνα καὶ μόνον ὅρον, τὸν τῆς ληστείας, καὶ ἂς μὴ ἀπατώμεθα· καὶ πρότερον, κύριοι, σᾶς εἶπον καὶ ἐπιμένω ἐπαναλέγων, ὅτι δὲν ἐλάλησα ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχὴν, ἀλλ’ ἐκ πνεύματος συντηρητικοῦ, δι’ οὗ ἤθελον μᾶλλον νὰ σώσω τὰ δικαστήρια· ὅσον καὶ ἂν μᾶς λέγωσι, κύριοι, ὅτι οἱ πολιτικοὶ δὲν ἐπηρεάζουν τὰ δικαστήρια, τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές· δύναται νὰ ᾖναι πολιτικῶς ἀληθὲς, διότι δύναται ν’ ἀποδειχθῇ διὰ τῶν πολιτικῶν μέσων, ἀλλ’ ἡ συνείδησις ὅλου τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ λαοῦ κραυγάζει, ὅτι τὰ δικαστήρια δὲν εὑρίσκονται εἰς καλὴν κατάστασιν, καὶ τοῦτο εἶναι μία μεγάλη ἀλήθεια. Ἀλλ’ ἂν τὰ δικαστήρια δὲν εὑρίσκωνται εἰς καλὴν κατάστασιν, διὰ τοῦτο τὰς δυσχερείας τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς πρέπει νὰ τὰς αὐξήσωμεν; Ὅλοι ἐνθυμεῖσθε τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ ἐπικυρωθῶσιν αἱ ἐκλογαί. Ἡ διάταξις τοῦ νόμου ἐκείνου ἐσχημάτιζεν ἐπιτροπὴν ἐκ τοῦ προέδρου τοῦ δικαστηρίου, ἐκ τοῦ νομάρχου καὶ ἐκ τοῦ προέδρου τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου. Δὲν ἐνθυμεῖσθε ὅλοι τὰς κωμικὰς ἐκείνας ἐνεργείας, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο τότε κατὰ τὴν ἐπικύρωσιν ἢ ἀκύρωσιν τῶν ἐκλογῶν; Δὲν ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ μὲν πρόεδρος τῶν δικαστηρίων ἔφευγε καὶ καθημέραν παρουσιάζετο νέος δικαστὴς νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ, διότι παρουσιάζετο πολιτικὴ δύναμις κατ’ αὐτοῦ; Τοῦτο εἶναι ἀληθέστατον καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ διαψευσθῇ· ἡ ἱστορία εἶναι ἀδύνατον νὰ διαφθαρῇ, ἡ συνείδησις ὅλου τοῦ κόσμου, διότι ἡ συνείδησις αὕτη τὸ ὡμολόγησε καὶ διὰ τοῦ τύπου καὶ προφορικῶς καὶ εἰς ὅλα τὰ μέρη. Ἴσως, ἴσως δὲν συμφέρει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, ἀλλὰ τοῦτο μοὶ εἶναι ἀδιάφορον· λαλοῦντες ἐκ τοῦ βήματος τούτου, δὲν λαλοῦμεν πρὸς τοὺς βουλευτὰς μόνον, λαλοῦμεν πρὸς τὴν συνείδησιν τοῦ ἔθνους, λαλοῦμεν πρὸς τὸν ἡγεμόνα καὶ πρὸς τοὺς ἐντολεῖς μας, ἑπομένως ἡ φωνὴ ἡμῶν πρέπει ν’ ἀκουσθῇ εἰς ὅλα τὰ σημεῖα καὶ ὄχι μόνον ἐν τῷ περιβόλῳ τῆς Βουλῆς. Ὅλοι γνωρίζετε τὰ ἀποτελέσματα καὶ τὴν εἰσβολὴν τῆς πολιτικῆς δυνάμεως, ἥτις εἰσέβαλεν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ἐκείνας. Τί θὰ γίνῃ ἂν ἡ πολιτικὴ δύναμις ῥᾳδιουργοῦσα εἰσβάλῃ εἰς τὰ δικαστήρια; ἐγὼ θὰ σᾶς τὸ εἴπω. Ὑποθέσατε δήμαρχον μιᾶς ἐπαρχίας καταδιωκόμενον ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων· οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην θὰ ἦναι ἢ ὑπὲρ αὐτοῦ ἢ κατά· οἱ ὑπὲρ αὐτοῦ θὰ ἔλθουν νὰ καθήσουν εἰς τὸν τράχηλον τῶν δικαστῶν αὐτῶν· καὶ πιστεύετε, κύριοι, ὅτι τὴν δύναμιν ἐκείνην οἱ δικασταὶ θέλουν τὴν λογίσει ὡς μηδέν; Εἶναι πλάνη, καὶ δύω πράγματα θὰ συμβοῦν· ἢ ὁ δήμαρχος θὰ σωθῇ χάριν τῆς πολιτικῆς ἐνεργείας ἢ ὄχι· ἂν σωθῇ, καλῶς, ἂν δὲν σωθῇ, οἱ δικασταὶ θὰ ἔλθουν εἰς ἀντεκδικήσεις κατὰ τῶν φίλων τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου ὅστις κατεφέρετο κατ’ αὐτῶν. Ταῦτα εἶναι, κύριοι, ἀληθῆ καὶ δὲν δύνασθε νὰ κλείσητε τὴν σελίδα τῆς ἱστορίας 30 ἐτῶν πολιτικῶν ἐνεργειῶν. Μάθετε, κύριοι, ὅτι τὰς ἰδέας μου ταύτας ἐκφέρω ἐν πλήρει συνειδήσει καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι εἶναι ἀληθεῖς, καὶ ὅτι θέλουσιν εὕρει τὴν ἐφαρμογήν των ἐντὸς ὀλίγου· καὶ ἂν ἡ Βουλὴ δὲν δικαιώσῃ τὴν ἰδέαν μου ταύτην, θὰ τὴν δικαιώσῃ ἐντὸς ὀλίγου ἡ κοινὴ συνείδησις. Κύριοι, ἀντέκρουσα καὶ ἐζήτησα ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο καὶ δι’ ἕτερον ἀκόμη λόγον, λόγον ἀνισότητος, λόγον ἀδικίας. Ἡ ὀλιγωρία καὶ ἡ κουφότης, συνωδευμένη καὶ ἀπὸ κακοήθη διαγωγήν, κατὰ τὰς ποινικὰς ἀποφάσεις τοῦ δικαστοῦ αὐξάνει τὴν βαρύτητα τῆς πράξεως ταύτης καὶ αὐξάνει τὴν τιμωρίαν τῶν δημάρχων· καὶ διατί μόνον τούτους νὰ τιμωρῶμεν; Ἀνοίξατε τὸν νόμον, ἀναγνώσατε τὸ 15 ἄρθρον τὸ περὶ καθηκόντων τῶν Νομαρχῶν, καὶ θέλετε ἰδῆ, ὅτι εἰς τοὺς Νομάρχας ἀνατίθεται ἡ καταδίωξις τῆς ληστείας· παραλείπω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι καὶ εἰς τὴν χωροφυλακήν. Εἰς τὰ καθήκοντα ὅμως τῶν δημάρχων δὲν θέλετε εὕρει, ὅτι ὁ δήμαρχος καταδιώκει τὴν ληστείαν, ἀλλ’ ἁπλῶς συντρέχει τὰς ἀρχὰς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων· τὴν ἄμεσον ὅμως ἐνέργειαν καὶ τὴν συγκέντρωσιν ὅλων τῶν πληροφοριῶν λαμβάνει ὁ νομάρχης καὶ ἡ στρατιωτικὴ ἀρχή. Ὁ δήμαρχος δὲν εἶναι εἰς ἀλληλογραφίαν μὲ ὅλας τὰς ἀρχάς, εἰς τοῦτο εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ νομάρχης· ὁ δήμαρχος δὲν συνεννοεῖται μὲ τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα, καὶ ὅμως ὅλα τὰ ἀποσπάσματα εἰς τὸν νομάρχην παρουσιάζουν τὰς ἐκθέσεις τῆς ὑπηρεσίας των. Λοιπόν, κύριοι, τὰ ὄργανα τὰ ἄμεσα τῆς ἐνεργείας εἶναι ὁ νομάρχης καὶ αἱ στρατιωτικαὶ ἀρχαί, ὁ δὲ δήμαρχος εἶναι ἁπλῶς ἐπιβοηθητικὸν ὄργανον, καὶ κατὰ τοῦ ὀργάνου αὐτοῦ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιῤῥίψωμεν ὅλα τὰ βάρη.
§54ΛΕΩΝΤΑΡΑΚΗΣ. Ὑπάρχει τροπολογία καὶ περὶ τοῦ νομάρχου.
§55ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐξαιροῦμεν τοὺς ἄρχοντας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουν νὰ καταγίνωνται εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα, ἐρχόμεθα εἰς τὸν μόνον ἄρχοντα, τὸν ὁποῖον ἐκλέγει ὁ λαὸς καὶ ζητοῦμεν νὰ ἐπιπέσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ διὰ διαφόρων μέσων καὶ ὁδῶν. Καὶ πῶς, λέγει ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς πῶς νὰ μὴ παυθῇ εἷς δήμαρχος ὁ ὁποῖος ὑποστηρίζει λῃστάς; Καὶ ἐν τούτοις δὲν ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ τὸν παύσῃ δι’ ἑνὸς διατάγματος!
§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν τὸ γνωρίζετε.
§57ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ γνωρίζω ὅ,τι γράφετε εἰς τὰς ἐφημερίδας. Λοιπὸν, κύριοι, ἂν ὑπάρχῃ δήμαρχος τοιοῦτος ὁ ὁποῖος στηρίζεται εἰς τὴν κακοήθειαν καὶ τὴν λῃστείαν, ὑπάρχει διάταξις διὰ τῆς ὁποίας δύναται νὰ παυθῇ, καὶ ἂν ὑπάρχῃ φόβος μὴ τυχὸν ἐκλεχθῇ ἐκ νέου, τότε ἂς καταδιωχθῇ. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι οὐ μόνον δὲν μᾶς φέρει εἰς τὸν καρπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, ἀλλὰ μᾶς φέρει πρὸς ἄλλον σκοπόν· ἀλλὰ τοῦτο οὔτε τὸ φοβοῦμαι οὔτε μὲ μέλει, διότι οἱ πολιτικοὶ ἄνθρωποι δὲν ἔχουν νὰ φοβηθοῦν τίποτε ἀπὸ τὴν διάταξιν τῶν νόμων, καθ’ ὅσον τοὺς νόμους τούτους εἶναι κεκλημένοι νὰ τοὺς ἐφαρμόσουν καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δέ, καὶ ἂν σήμερον ὑπάρχῃ εἰς τὰς χεῖρας ὑμῶν ἡ ἐξουσία, αὔριον θὰ ὑπάρχῃ εἰς τὰς ἰδικάς μας· διὰ τοῦτο, κύριοι, σᾶς λέγω, ὅτι κανένα νόμον δὲν φοβοῦμαι. Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν τοὺς ψηφίσῃ ἡ Βουλή, θέλω τοὺς ἀσπασθῆ καὶ θέλω τοὺς ἐκτελέσει, ἂν μοὶ ἐμπιστευθῇ ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν εἰς χεῖράς μου· ὥστε ὁπωσδήποτε, κύριοι, οὔτε ἀπὸ πνεῦμα ἀντιπολιτεύσεως, οὔτε ἀπὸ ἄλλο τι ὡρμήθην· ἁπλῶς μόνον ἡ συνείδησίς μου μὲ ἔφερεν ἐπὶ τοῦ βήματος νὰ σᾶς λαλήσω περὶ τῶν διατάξεων αὐτῶν. Παρεξηγήθην· ἀλλά, κύριοι, μὲ γνωρίζετε· οὐδέποτε ῥίπτω τὸ χειρόκτι, ἀλλὰ ὁσάκις μοὶ τὸ ῥίπτουν, τὸ σηκόνω. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ἔχω στρατηγικὴν νὰ ἦμαι ὑπουργικός, ἀλλὰ μένω ἀντιπολιτευόμενος καὶ τὸ βῆμα τοῦτο τὸ ἀποδεικνύει· ἂν ὑπονοῇ ἄλλους παρ’ ἐμέ, τοῦτο εἶναι διὰ λογαριασμόν των. Ἂν ὑπάρχουν ἄλλοι ἀντιπολιτευόμενοι, ἀλλὰ μᾶλλον ὑπουργικώτεροι τῶν ὑπουργικῶν, ἂς δώσωσιν αὐτοὶ τὸν λόγον· ἐγὼ βέβαια δὲν θὰ ἀπολογηθῶ δι’ αὐτούς. Εἰς ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους στηριζόμενος ἦλθον νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ ἐπὶ τῶν διατάξεων τὰς ὁποίας θὰ νομοθετήσῃ, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπιμένω κατὰ τῆς ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου τούτου· ἀλλ’ ἂν ἡ Βουλὴ δὲν τὸ θέλῃ, ἐγὼ θέλω ἀσπασθῆ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπεραιώθη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ. Ἔχομεν, κύριοι, ἀ. τὴν γνώμην περὶ ἀπαλείψεως· οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι), ἀπεῤῥίφθη. Ἔχομεν μίαν τροπολογίαν τοῦ Κ. Κυπριάδου, τὴν ἑξῆς. «Ἄρθρον 5. Δήμαρχοι, δημαρχικοὶ καὶ εἰδικοὶ πάρεδροι καὶ ἀστυνόμοι, ἐν ταῖς περιφερείαις τῶν ὁποίων ὑποκρύπτονται καὶ ἐνδιαιτῶνται ὁμολογουμένως λῃσταί, γινώσκοντες τοῦτο ὡς ἐκ τοῦ ὑποκρύπτοντος, ὑποθάλποντος καὶ τροφοδοτοῦντος αὐτοὺς καὶ μὴ λαμβάνοντες τ’ ἀναγκαῖα μέτρα πρὸς ἔγκαιρον καὶ ἀποτελεσματικὴν κατάδειξιν καὶ καταδίωξιν αὐτῶν, τιμωροῦνται ἕνεκεν ἀσυγγνώστου ὀλιγωρίας διὰ χρηματικῆς ποινῆς 50–100 δραχμῶν καὶ διὰ προσωρινῆς παύσεως δύω μέχρις ἓξ μηνῶν, καὶ ἐν ὑποτροπῇ διὰ χρηματικῆς ποινῆς διπλασίας, καὶ δι’ ὁριστικῆς παύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῶν καὶ στερήσεως τῆς ἱκανότητος τοῦ ἀνακτῆσαι δημοσίαν ἢ δημοτικὴν ὑπηρεσίαν ἐπὶ τρεῖς ἕως ἓξ μῆνας.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τοῦ ἄρθρου;
§60ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 τὸ ὁποῖον ἔγεινεν 6· ἐπὶ τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ Κ. Δημητριάδου.
§62Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Συνοπτικὴν ἐννοῶ τὴν διαδικασίαν τῆς ἀπ’ εὐθείας κλήσεως.
§63ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διὰ τῆς ἀπ’ εὐθείας κλήσεως ἐννοεῖτε λοιπὸν νὰ μὴ γίνεται προεισαγωγικὴ ἀνάκρισις;
§64ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὀλίγας παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου. Κατὰ τὴν ποινικὴν Δικονομίαν, ἡ ποινικὴ ἀνάκρισις ἀποπερατοῦται ἀφοῦ ὁ Εἰσαγγελεὺς φέρῃ τὰς προτάσεις του εἰς τὸ συμβούλιον καὶ γίνῃ ἡ κλῆσις εἰς τὸ ἀκροατήριον· ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ ἐξαιρέσεις, ὅταν ὁ κατηγορούμενος δὲν ἦναι παρὼν, ὅταν τὸ πλημμέλημα ἢ πταῖσμα δὲν ὑπάγεται εἰς τὰ πλημμελειοδικεῖα. Τώρα ἔρχεται μία διάταξις καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑπαλλήλους καὶ λέγει, ὅτι καταγγέλλονται ἀπὸ τὸν ἐπὶ τῆς καταδιώξεως τῆς λῃστείας ἀρχηγόν, δηλ. τὸν ὑπομοίραρχον, ἔπαρχον, κτλ. διὰ πρωτοκόλλου καὶ δικάζονται συνοπτικῶς· μὲ τὴν λέξιν συνοπτικῶς ἐννοοῦμεν τὴν δι’ ἀπ’ εὐθείας κλῆσιν μὲ μόνον προεισαγωγικὴν ἀνάκρισιν· νομίζω δὲ ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἀποφασίζεται ἀνεκκλήτως, ἀλλ’ ἁπλῶς ἀποφασίζεται, διότι κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῶν πλημμελειοδικείων δὲν ἐπιτρέπεται ἔφεσις. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὁριστικὴν παῦσιν, ὑπάρχει διάταξις, ὅτι ἐπιτρέπεται ἔφεσις, ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι ἐξαίρεσις τῶν διατάξεων τῆς ποινικῆς δικονομίας. Πῶς θὰ γίνῃ ἡ χρῆσις τοῦ ἐνδίκου μέσου, ποίας διατάξεις θὰ ἀκολουθήσωμεν, δὲν λέγει τὸ νομοσχέδιον· διὰ τοῦτο προσετέθησαν αἱ τελευταῖαι διατάξεις, ὅτι πρὸς τὴν ἔφεσιν θέλομεν ἀκολουθήσει τὰ περὶ ἐφέσεως διαγεγραμμένα ἀπὸ τὴν πολιτικὴν δικονομίαν.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ τὴν κάμετε ἐγγράφως αὐτὴν τὴν προσθήκην καὶ ν’ ἀναγνωσθῇ, καὶ ἂν τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἡ Βουλὴ τὴν παραδεχθῇ, τὴν σημειόνομεν ἀμέσως.
§66ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὴν συντάττει, Κύριε Πρόεδρε, ὁ Κύριος Κυπριάδης. Ἀλλὰ ἐρωτῶ, ἀναίρεσις ἐπιτρέπεται κατὰ τῆς ἀποφάσεως;
§67ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Δὲν λέγομεν τίποτε· ἅμα δὲν καταργεῖται, εἶναι ἐν ἰσχύϊ.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λάβετε ὀλίγην ὑπομονὴν νὰ συναρμολογηθῇ τὸ ἄρθρον καὶ νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσωμεν. Ἄρθρον 6. «Ἡ χρηματικὴ ποινὴ, ὡς καὶ ἡ προσωρινὴ καὶ ὁριστικὴ παῦσις, ἀποφασίζονται ἡ μὲν προσωρινὴ ἀνεκκλήτως, ἡ δὲ ὁριστικὴ ὑπὸ τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἐφέσεως ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου πλημμελειοδικείου διὰ προεισαγωγικῆς ἀνακρίσεως, ἢ δι’ ἀπ’ εὐθείας ἐπὶ ἀκροατηρίου κλήσεως. Ἡ ἔφεσις εἰσάγεται ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν, καὶ ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τῆς ποινικῆς Δικονομίας, αἱ ἀφορῶσαι τὴν ἐνώπιον τῶν Πλημμελειοδικῶν ἔφεσιν τῶν πταισματικῶν ἀποφάσεων.»
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, τὶ λέγετε; εἶναι παραδεκτόν;
§70ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται τὸ 6 ἄρθρ. ὅπερ λαμβάνει θέσιν 7. Ἄρθρον 7. «Οἱ διοικητικοὶ, δικαστικοὶ, στρατιωτικοὶ ἢ δημόσιοι ὑπηρέται, ἐπιτετραμμένοι τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας ἢ προσκαλούμενοι ἁρμοδίως εἰς ἐνέργειαν μέτρων ἀναγομένων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν, ὀλιγωροῦσιν, ἢ ὁπωσδήποτε ἄλλως παραμελοῦσι τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός των, τιμωροῦνται οἱ μὲν διοικητικοὶ καὶ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι καὶ ὑπηρέται διὰ παύσεως καὶ στερήσεως τῆς ἱκανότητος τοῦ ἀνακτῆσαι δημοσίαν ἢ δημοτικὴν ὑπηρεσίαν, οἱ δὲ στρατιωτικοὶ, τιμωρούμενοι κατὰ τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους, τίθενται εἰς ἀποστρατείαν. Ἡ στέρησις τῆς ἱκανότητος πρὸς ἀπόκτησιν ὑπηρεσίας, ὡς καὶ ἡ εἰς ἀπόταξιν μετάβασις, ἀποφασίζεται παρὰ τοῦ ἁρμοδίου ἐφετείου, ὑποκειμένης τῆς ἀποφάσεως εἰς ἀναίρεσιν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου.»
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε καὶ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς. Ἰδοὺ καὶ τοῦ Κ. Κυπριάδου. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Γόνδικας.
§73ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κύριοι, συνεπὴς εἰς ὅσα εἶπον αὐτὰς τὰς ἡμέρας, εἶμαι κατὰ τῆς ἰδέας τῆς ἐκτοπίσεως, διότι τὴν θεωρῶ ὅτι εἶναι ποινὴ μὴ σύμφωνος μὲ τοὺς κειμένους νόμους. Πᾶς νόμος ὅστις γίνεται εἰς συνταγματικὴν πολιτείαν πρέπει νὰ ᾖναι σύμφωνος μὲ τὸ πολίτευμα τοῦ τόπου· αἱ ποιναὶ αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπολύτου μοναρχίας, αἱ στεροῦσαι τὴν πολιτικὴν ἐλευθερίαν, τὴν περιουσίαν τοῦ πολίτου, αὗται εἶναι ποιναὶ ἀπολύτων μοναρχιῶν, τὰς ὁποίας εἶχεν ἡ πατρίς μας ἐπὶ 10 ὁλόκληρα ἔτη ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1843· καὶ ἐπειδὴ ἀπεδείχθησαν ἀπολύτου μοναρχίας ποιναί, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843 τὰς ἐξωστράκισε καὶ κατὰ συνέπειαν σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς μίαν διάταξιν, ἥτις εἶναι αὐθαίρετος. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι μία ἔμμεσος δήμευσις τῆς περιουσίας τοῦ πολίτου, διότι ὅταν τὸν Ἀκαρνᾶνα τὸν στείλῃς εἰς τὴν Μεσσηνίαν, αὐτὸς ἔχει περιουσίαν, ἥτις θὰ μείνῃ εἰς τὴν ἀπώλειαν· ἀφοῦ ὁλόκληρος ἡ οἰκογένειά του θὰ ἐκτοπισθῇ, ἐννοεῖται, ὅτι τὰ χωράφιά του, τὰ ἀμπέλιά του, τὰ κτήματά του ἐν γένει θὰ καταστραφῶσιν. Αὐτὸ τὶ ἄλλο εἶναι παρὰ μία δήμευσις τῆς περιουσίας; τὶ διαφέρει ἡ δήμευσις αὕτη ἀπὸ ἐκείνην, ἣν ἔκαμνεν ὁ Σουλτάνος; καὶ αὐτὴ ἦτο καλλιτέρα, διότι περιήρχετο τοὐλάχιστον εἰς μίαν ἀρχήν· καὶ ἐνῷ διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ θέλομεν νὰ ἐγγυηθῶμεν τὴν δημόσιον ἀσφάλειαν, ἀπεναντίας τὴν ἐπαπειλεῖ· διότι, ὅταν τοῦ πολίτου, ἐπειδὴ εἶναι συγγενὴς τοῦ λῃστοῦ, τοῦ λέγουν, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάγῃ 5 ἡμέρας μακρὰν, τὶ ἄλλο κάμνομεν, εἰμὴ στεροῦμεν τὸν πολίτην τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας; Ὑπάρχει διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία λέγει, οὐδεὶς στερεῖται τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας· ἀπέναντι τῆς ῥητῆς ταύτης διατάξεως τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι μία σιωπηρὰ παραβίασις, νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς ἕνα μοίραρχον καὶ ἕνα ἔπαρχον καὶ εἰς ἕνα ἄλλον ὁποιονδήποτε τοιοῦτον ὑπάλληλον δι’ ἁπλῆν ὑπόνοιαν νὰ συντάξῃ ἓν πρωτόκολλον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ στερῆται ὁλόκληρος ἡ οἰκογένεια τῆς προσωπικῆς της ἐλευθερίας καὶ τῆς περιουσίας; δὲν εἶναι μία δήμευσις τῆς περιουσίας τοῦ πολίτου ἡ ἐκτόπισις; Διὰ ταῦτα πιστεύω, ὅτι πᾶς τις ὑποθέτει, ὅτι ὅσα εἶπον ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου ἐξ ἀρχῆς τὰ εἶπον ἐκ καθαρᾶς καὶ ἁγνῆς πεποιθήσεως, καθὼς καὶ ὅσα εἶπον κατ’ αὐτοῦ· τὸ ἄρθρον 4 τὸ ἠσπάσθην, διότι συμβιβάζεται μὲ τὸν ποινικὸν νόμον, ἐνῷ τοῦτο ἔρχεται ἄντικρυς εἰς τὸ Σύνταγμα, νὰ παραβιάσῃ τὰς προσωπικὰς ἐλευθερίας, τὴν περιουσίαν τοῦ πολίτου· καὶ ἂν ἐλυπήθητε διὰ τὴν διὰ τὴν αἰχμαλωσίαν τοῦ κυρίου Σωτηροπούλου, ὅστις ἠδύνατο, ἐὰν ἐπρονόει, νὰ ἔχῃ 5 ὁπλίτας διὰ νὰ σωθῇ, δὲν εἶναι λυπηρὸν νὰ αἰχμαλωτίσωμεν ὁλοκλήρους οἰκογενείας; Ὑπάρχει ἓν παρελθὸν στυγερὸν, ὅπερ εἶναι ἀληθὴς μάρτυς τῶν λόγων μου. Μὴ θέλετε νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ἐποχὴν τῶν Βαυαρῶν, σήμερον ἔχομεν ἓν Σύνταγμα πάνυ τέλειον καὶ φιλελεύθερον καὶ εἶναι μομφὴ δι’ ἡμᾶς νὰ θέλωμεν νὰ θέσωμεν ἀπέναντι τοιούτου Συντάγματος τοιαύτας διατάξεις. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν αὐτὴ ἀμέσως παραδέχεται τὴν καταστροφὴν τοῦ Συντάγματος. Τί θὰ εἰπῇ ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος ὅταν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι καταδικάζωμεν αὐτόν; Τὴν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔχουν τινὲς, ἠμπορεῖ νὰ τὴν κάμῃ μία διοικητικὴ ἐξουσία, οὐδέποτε ὅμως ἔπρεπε νὰ ᾖναι εἰς τὸ χαρτὶ γραμμένη. Διατάξεις, αἱ ὁποῖαι παραβιάζουν τὸ Σύνταγμα, τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, τὸ ἄσυλον τῆς κατοικίας τοῦ ἀνθρώπου, δὲν πρέπει ποτὲ εἰς Συνταγματικὸν πολίτευμα νὰ ἀναγράφωνται. Δὲν βλέπω ποῖοι λόγοι ἠμποροῦν νὰ δικαιολογήσουν μίαν τοιαύτην διάταξιν ἐκ διαμέτρου ἀντικειμένην εἰς τὸ Σύνταγμα. Τὰ νομοσχέδια πρέπει ν’ ἀρχίζουν ἀπὸ τὸ Α–Ω, ὅπως ἐγὼ ἐννοῶ τοὺς νόμους· ἀλλ’ ὅταν ἀπὸ τὸ Α πηγαίνουν εἰς τὸ μηδὲν, εἰς τὸ φανταστικὸν, δὲν ἠμπορεῖ τοῦτο νὰ τεθῇ ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου. Λοιπὸν λέγω συνεπῶς μὲ τὸ νομοθέτημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον πηγάζει ἀπὸ μιᾶς δοκιμασίας, τὴν ὁποίαν ἠθέλησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ, ὡς εἶπεν ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει τὸ αὐτὸ συμφέρον νὰ κάμωμεν τοιαύτας δοκιμασίας, αἱ ὁποῖαι τείνουν εἰς ἓν βῆμα πρὸς καταστροφὴν τῆς λῃστείας, ὅτι οὐδέποτε τὸ βῆμα αὐτὸ πρέπει νὰ ἔρχεται νὰ ἀναπολῇ εἰς τὴν μνήμην τοῦ Βουλευτοῦ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρξαν πρὸ 40 ἐτῶν, ἐπὶ Σουλτάνου καὶ τῆς Βαυαροκρατίας τοῦ Ὄθωνος. Ἡ διάταξις λοιπὸν αὕτη, κύριοι, εἶναι ἀπολύτως ἀντισυνταγματικὴ, καὶ ὡς τοιαύτην τὴν ἀποκρούω, καὶ πιστεύω ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ ὁμοθυμαδὸν θέλει τὴν ἀποκρούσει.
§74ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Ὁ προλαλήσας Κ. Γόντικας, φαίνεται, δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν περὶ τίνος πρόκειται· φαίνεται ὅτι φοβεῖται μὴ παραβιάσωμεν νομικὰ ἀξιώματα. Δὲν ἠξεύρει μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἢ ἠξεύρει καὶ δὲν τὸ ὁμολογεῖ. Σᾶς λέγει, μὴ θέσετε τοιούτους νόμους, εἶναι κακὴ ἡ ἐκτόπισις, εἶναι ἐπιζήμιος εἰς τοὺς πολίτας, ἐπιφέρει ζημίαν, ἀφίνουν τὰ κτήματά των, τὰς οἰκίας των. Αὐτοὺς ὑπερασπίζεται ὁ Κ. Γόντικας, καὶ πότε; ὅταν θὰ τῷ ἀποδείξω, κύριοι, ἀμέσως ὅτι ἄνευ τῆς ἐκτοπίσεως αὐτῶν ἡ λῃστεία δὲν καταστρέφεται· καὶ εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ τὸ ἀποδείξω μὲ τὰς μικράς μου γνώσεις καὶ μὲ τὴν πολλὴν ὑπηρεσίαν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἡ λῃστεία, κύριοι, τί εἶναι; εἶναι ἄτομα, τὰ ὁποῖα σχηματίζουν τὴν λῃστείαν, καὶ τὰ ὁποῖα ἡ ἐξουσία δὲν δύναται νὰ τὰ καταπολεμήσῃ; Ἡ λῃστεία εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν συνίσταται ἐξ ἀτόμων· τὰ ἄτομα κατεστράφησαν, ὁσάκις τὰ ἔτυχεν ὁ στρατὸς, καὶ ὅμως ἡ λῃστεία ὑπῆρχεν, ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχῃ. Εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι ἂν σήμερον φονευθῇ ὁ Λύκος, ὅλη αὐτὴ ἡ συμμορία θὰ καταστραφῇ, καθὼς ἄλλοτε ὁ Μπελιούλης, ὁ Κακαιάπης, ὁ Νταβέλης καὶ ἄλλοι εἰς τὸν Ζεμενὸν, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πετιμεζᾶς χθὲς, κατεστράφησαν παρὰ τοῦ στρατοῦ. Νομίζετε ὅμως ὅτι τὴν λῃστείαν ἐκείνην τὴν κατέστρεψε τότε ὁ στρατὸς ἢ ὁ λαὸς τὸν ὁποῖον ἐζήτησαν νὰ καλέσουν ἐπὶ τὰ ὅπλα; τὴν κατέστρεψεν ἡ ἐξαφάνισις ἑνὸς μόνου προσώπου, καὶ σᾶς τὸ ἀποδεικνύω, διότι καὶ ἀνακρίσεις ἔγειναν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ ὑπῆρξαν καὶ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι συνυπηρέτησαν μαζύ μου εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν λῃστῶν αὐτῶν, κατὰ τῶν ὁποίων εἶχον σταλῆ εἰδικῶς ἐπὶ δύο ἔτη, καὶ ἐτόλμησα νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι εἶμαι εἰς πληρεστάτην γνῶσιν νὰ σᾶς βεβαιώσω τίνι τρόπῳ δύναται νὰ καταστραφῇ ἡ λῃστεία· καὶ δὲν ἐννοῶ τὰ ἄτομα, οὔτε τὴν ἀδυναμίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὸν τόπον. Λῃστεία λοιπὸν εἶναι ἡ κακὴ ἀνατροφὴ, ἡ ὁποία εἰσήχθη εἰς τὸν τόπον, ἡ κακὴ τακτικὴ, τὴν ὁποίαν ἔχουν τινὲς τόποι. Ἡ λῃστεία λοιπὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταδαμασθῇ ἐν ὅσῳ δὲν καταδαμασθοῦν αἱ πηγαὶ αὐταί· εἶναι ὁ τόπος, διακεκριμένα ἄτομα. Καὶ ἀφρούρητα, κύριοι, τινὰ χωρία, καὶ θὰ σᾶς εἴπω ἓν ἀστεῖον, εἰς τὰ ὁποῖα βεβαιωθῆτε ὅτι καὶ τὰ κοράσια δὲν πέρνουν συζύγους, ἂν δὲν ὑπῆρξαν λῃσταί. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀνατροφὴ τοῦ τόπου ἐκείνου, ὅστις πρέπει νὰ τιμωρηθῇ μὲ τὸν νόμον.
§75ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ γίνονται αὐτὰ τὰ πράγματα;
§76ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Τώρα ἀμέσως θὰ ἐξηγηθῶ· ὁ Μπελιούλης, ὁ Νταβέλης καὶ οἱ λοιποὶ γνωρίζετε ὅτι κατεμάστισαν τὰς δύω ἐπαρχίας Ἀμφίσσης καὶ Λεβαδείας ὁλόκληρα δύω ἔτη· ἠξεύρετε πόσοι ἦσαν; 24, τοὺς ἐμέτρησα. Ἠξεύρετε διατὶ οἱ λῃσταὶ αὐτοὶ κατεστράφησαν εἰς τὸν Ζεμενόν; ἀμέσως νὰ σᾶς τὸ εἴπω· δύω ἔτη ὁλόκληρα ἀπεστάλησαν ἄπειρα ἀποσπάσματα τῆς χωροφυλακῆς, τῆς ἐθνοφυλακῆς καὶ ὁροφυλακῆς πρὸς ἐξαφάνισιν τῆς λῃστείας καὶ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ τοὺς εὕρουν· σᾶς βεβαιῶ ὅτι διετρέξαμεν καὶ τὰ πλέον δύσβατα μέρη· ἐγὼ ἀνέβην εἰς τὴν λεγομένην Παλαιογοῦνα καὶ ἐστάθη ἀδύνατον νὰ τοὺς εὕρωμεν, διότι ἡ φωλεά των δὲν εἶχεν εὑρεθῆ, ἦτο δὲ αὕτη ἓν μόνον ποιμνιοστάσιον. Διετάχθην ἀπὸ τὸν κύριον Δαλονᾶν, ὅστις πραγματικῶς ἐφαίνετο ὅτι εἶχε περισσότερον πνεῦμα τῆς καταδιώξεως, ἀλλὰ δὲν ἦτο πολεμικὸν, διότι ἡ καταδίωξις τῶν λῃστῶν, σᾶς εἶπα, δὲν εἶναι τὰ ἄτομα, ἀλλ’ ὁ τόπος, καὶ τὸν τόπον τὸν καταδιώκει νόμος εἰδικός. Διετάχθην λοιπὸν μὲ αὐστηρότητα μεγάλην νὰ διανυκτερεύσω εἴς τινα θέσιν τοῦ χωρίου Κουκούρων, ὅπου ὁ πάρεδρος τοῦ χωρίου εἶχε συμφωνίαν μὲ τοὺς λῃστάς· ἐφρούρησα ἐκεῖ νύκτα καὶ ἡμέραν καὶ ἔμαθον πραγματικῶς ὅτι οἱ λῃσταὶ ἐκεῖ εἶχον τὴν φωλεάν των καὶ ἔτρωγον καὶ ἔπινον. Μὰ τὴν ἀλήθειαν εἶπον, ὅτι ἐὰν δὲν ἔλθω εἰς σύγκρουσιν μὲ αὐτοὺς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθω· καὶ ὄχι μόνον ἐγὼ, ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ στρατιωτικοὶ πρὸς καταδίωξιν τῶν λῃστῶν εἶχον τὴν αὐτὴν ἰδέαν. Εὐτυχῶς ὅταν ἀπεφάσισα νὰ πράξω τοῦτο καὶ ὅταν διά τινος ἀξιωματικοῦ τοῦ πεζικοῦ εὐκολώτερον οἱ πολῖται κατήγγειλαν τοὺς λῃστὰς εἰς τοὺς χωροφύλακας τοὺς μεταβατικοὺς, διότι τοὺς ἐμάστιζαν, εὐτυχῶς μοὶ εἶπον ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην οἱ λῃσταὶ θὰ ὑπάγουν εἰς τὴν θέσιν ὅπου τοὺς ἐπρόσμενον οἱ σύντροφοι καὶ δὲν ἦσαν μόνον αὐτοὶ, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι κρυμμένοι, διότι ἀντὶ 3 εὕρομεν 8, (θόρυβος).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ τὸν διακόπτετε.
§78ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Ἀπῆλθον ἐκεῖ εἰδοποιηθεὶς εἰς τὴν τράπεζαν ὑπὸ τοῦ παρέδρου· εἰδοποιήθην καὶ ἐξῆλθον μὲ ἓν ἀπόσπασμα καὶ ἐπῆγα εἰς τὸν τόπον καὶ εὗρον αὐτὸν μὲ 5 λῃστάς· τὸν συνώδευσα διὰ τὰ Κούκουρα καὶ ἔμεινα μὲ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἀποσπάσματος καὶ ἔτρεξα πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν ἄλλων, ἀλλ’ εἶχον ἀπομακρυνθῆ. Διὰ τοῦτο ὑπεβλήθην εἰς ἀνάκρισιν ἐγώ. Φονευθέντος τοῦ νέου ἐκείνου, οἱ λῃσταὶ πλέον ἐκδικοῦντο δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ (θόρυβος.) Λέγω λοιπὸν ἐκ τῆς μακρᾶς μου πείρας διὰ τὴν καταδίωξιν τῶν λῃστῶν, ὅτι ἡ λῃστεία δὲν συνίσταται εἰς τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τῶν φωλεῶν, καὶ ἐν ὅσῳ δὲν ἐπιβάλλει ὁ νόμος τιμωρίας εἰς τὰς φωλεὰς αὐτὰς, ἡ λῃστεία πάντοτε θὰ ὑπάρχῃ. Εἶπεν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς χθὲς, ὅτι οἱ λῃσταὶ κατεστράφησαν· εἶπεν ὁ Κ. Μαυρομιχάλης, ὅτι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ζητῇ τὴν καταστροφὴν τῶν λῃστῶν, πρέπει νὰ στείλῃ στρατὸν τῆς γραμμῆς, καὶ δὲν εἶπε κακῶς, διότι πάντοτε τὸ πεζικὸν ἐθριάμβευσεν· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ πῶς θὰ δυνηθῇ νὰ καταστρέψῃ τὴν φωλεάν των, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ὑπάρξῃ· καὶ διὰ μὲν τὸ πρῶτον ὑπάρχει τὸ ὅπλον ἱκανὸν, ἀλλὰ διὰ τὸ δεύτερον πρέπει νὰ θέσωμεν νόμον δυνάμενον νὰ καταστρέψῃ τὴν λῃστείαν. Ὅταν λοιπὸν, ἀξιότιμε κύριε Γόντικα, πεισθῆτε, ὅτι ἡ ἐξαφάνισις τῶν λῃστῶν συνίσταται ἀπὸ τὴν ἐκτόπισιν τινῶν, δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς εἴπω ἐπισήμων, ἀλλὰ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους δὲν μέλει ἐὰν ἀπὸ τὸ ἓν μέρος μεταφέρεται τὸ ποίμνιόν των εἰς τὸ ἄλλο· ἐὰν βεβαιωθῆτε, ὅτι διὰ τῆς ἐκτοπίσεως αὐτῶν ἠμπορεῖ νὰ καταστραφῇ ἡ λῃστεία, ἡ ὁποία μαστίζει τοσούτους χρόνους τὴν Ἑλλάδα, θέλετε ἐπιμένει στηριζόμενος εἰς τὰς νομικὰς γνώσεις, ὅτι θὰ βλάψωμεν τὴν νομοθεσίαν προκειμένου νὰ καταστρέψωμεν ὅ,τι μᾶς καταστρέφει; Δὲν ἠξεύρω Κύριοι, πῶς καὶ τίνι τρόπῳ ἠμπορεῖ νὰ κανονισθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο, δὲν ἠξεύρω ἂν ἡ ἐκτόπισις αὕτη προσβάλῃ ἢ ὄχι τὴν νομοθεσίαν· μόνον σᾶς πληροφορῶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι ἐὰν δὲν ληφθῇ τὸ μέτρον ἢ δι’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου ἢ δι’ ἄλλου, ὅπως ἡ Βουλὴ θέλει, ἐὰν δὲν κατορθωθῇ ἡ ἐκτόπισις καὶ ἡ αὐστηρὰ τιμωρία τῆς φωλεᾶς τῶν λῃστῶν, ἡ λῃστεία αἰώνια ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα δὲν θὰ λείψῃ. Μετεβλήθη, λέγει ὁ ἀξιότιμος κύριος Πετιμεζᾶς, ἡ ἰδέα ἐκείνη τῶν λῃστῶν, διότι ἔχουν νέαν τακτικὴν, τώρα πιάνουν αἰχμαλώτους· ἀλλὰ μήπως τότε δὲν συνελάμβανον; ἰδοὺ τί ἠμπορεῖ νὰ ἐκλείψῃ, ἡ ἐργασία τῶν πιστῶν ὡς πρὸς τὴν ἀνεύρεσιν τῶν μέσων. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐὰν ἀκόμη ἡ Κυβέρνησις μείνῃ ἀμέριμνος καὶ ἡ Βουλὴ δὲν φροντίσῃ νὰ καταστρέψῃ τὰς φωλεὰς αὐτῶν, ἂς βεβαιωθῇ, ὅτι ὅσον ὁ καιρὸς παρέρχεται τοσοῦτον ἡ ληστεία θὰ ᾖναι τὸ μεγαλείτερον κακὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Θὰ ἐπιμένω, κύριοι, εἰς τὴν στήριξιν τοῦ ἄρθρου, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐὰν δὲν ληφθῇ τὸ μέτρον τῆς αὐστηρᾶς ταύτης τιμωρίας, ὅπως ἡ Βουλὴ θεωρήσει καταλληλότερον, ἡ ληστεία πώποτε δὲν θὰ ἐκλείψῃ· εἰς μάτην ἡ ἰδέα τοῦ στρατοῦ ἢ τῶν μεγάλων ἀποσπασμάτων, εἰς μάτην αἱ τιμωρίαι τῶν δημάρχων. Ἀλλὰ, Κύριοι, ποῦ νομίζετε ὅτι ὑπάρχει ἡ μεγαλειτέρα διατήρησις τῶν ληστῶν; εἰς τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς ἢ εἰς τὰς στρατιωτικάς; ὄχι· οἱ δήμαρχοι, σᾶς εἶπον, τηροῦν τοὺς λῃστὰς καὶ οἱ πάρεδροι· αὐτὸ εἶναι βεβαιότατον· ὅλοι εἴμεθα ἕλληνες καὶ ἀνήκομεν εἰς δήμους καὶ ἐπαρχίας· ὅταν θέλουν οἱ δήμαρχοι, καταστρέφονται οἱ λῃσταὶ καὶ ὄχι ὅταν θέλῃ ὁ λαὸς, καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἔβλεπα τὸν ἀξιότιμον κ. Πετιμεζᾶν. Ὁ δήμαρχος λοιπὸν πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰδικὴ κατ’ αὐτοῦ τιμωρία.
§79ΤΙΝΕΣ. Τοῦτο ἐτελείωσε πλέον.
§80ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Ἐπιβάλλετε ὅσας ποινὰς θέλετε εἰς τοὺς δημάρχους καὶ μοιράρχους καὶ εἰς τὸν ὑπουργόν· τίποτε δὲν θὰ κάμετε, ἐὰν τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα δὲν ἔχουν τὴν συνδρομὴν τοῦ δημάρχου, ὅστις εἶναι ἁρμόδιος διὰ τῶν ὀργάνων του νὰ πληροφορῇ τὰς ἀρχάς. Ἀλλὰ, κύριοι, θὰ σᾶς εἴπω τι, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀκούσῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις· εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ δήμαρχος (θόρυβος), διότι δυστυχῶς ἔτυχον αὐτόπτης εἰς τὴν συμφορὰν ἑνὸς δημάρχου τοῦ δήμου Πέτρας· ὁ δήμαρχος αὐτὸς πραγματικῶς κατεδίωξε τοὺς λῃστὰς, ἀλλὰ τί ἔπαθε; πηγαίνει ὁ ἀρχιλῃστὴς καὶ τοῦ κόπτει τὸ κεφάλι, καὶ τοῦτο, διότι εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου δὲν ὑπῆρχον στρατιῶται. Λοιπὸν σᾶς λέγω καὶ σᾶς ἀποδεικνύω, ὅτι ἐν ὅσῳ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ δήμου δὲν ὑπάρχουν 3 τοὐλάχιστον στρατιῶται ἢ εἷς καὶ μόνος ὄπισθεν τοῦ ὁποίου νὰ κρύπτωνται οἱ δημόται, οὔτε ὁ δήμαρχος οὔτε ὁ λαὸς τολμοῦν νὰ ἐξέλθουν πρὸς καταδίωξιν τῶν λῃστῶν· τί θέλεις τὸν στρατὸν εἰς τὰ μεταβατικά; τὰ μεταβατικὰ δὲν κάμνουν τίποτε ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἡ συνεννόησις αὐτῶν μὲ τὸν δήμαρχον. Λοιπὸν παραδέχομαι τὴν ἐκτόπισιν, τὴν εὐθύνην τοῦ δημάρχου, ὄχι ὅμως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ μένουν οἱ δῆμοι γυμνοὶ ἔστω καὶ ἀπὸ 3 στρατιώτας.
§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἀδίκως γίνεται τόσος θόρυβος ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου, περὶ οὗ πρόκειται, καὶ ἴσως τοῦτο προέρχεται διότι ἡ σύνταξις τοῦ ἄρθρου ἠμπορεῖ νὰ μὴν ᾖναι καλή. Λέγω μόνον ὅτι δὲν κάμνει παρὰ νὰ ἐπαναλαμβάνῃ διατάξεις καθιερωθείσας ἐν τῷ Νόμῳ, ἀλλ’ ὀλίγον αὐστηροτέρας, δι’ ἄτομα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τιμωρηθῶσιν ἢ διὰ πλημμελήματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὸν ὑπάρχοντα Νόμον νὰ τιμωρηθῶσι· καὶ αἱ διατάξεις αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου στηρίζονται εἰς τὴν μακρὰν πεῖραν καὶ εἰς τὰς ἀποτυχούσας προσπαθείας τῆς καταδιώξεως τῆς λῃστείας, ἐν ὅσῳ μένουν ἐλεύθεροι, ἀτιμώρητοι καὶ προστατευόμενοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δίδουν ὕπαρξιν εἰς τὴν λῃστείαν. Καὶ πῶς θέλετε, ἀφ’ οὗ τιμωροῦμεν τὸν ἔνοχον τοῦ ἐγκλήματος, νὰ μὴ τιμωρῶμεν, ἐκεῖνον δυνάμει τοῦ ὁποίου ὑπάρχει αὐτὸς λῃστής; καὶ πῶς θέλετε, ἀφ’ οὗ θέλομεν νὰ ἐξαλείψωμεν τὴν λῃστείαν, νὰ μὴ φροντίζωμεν νὰ ἐξαλείψωμεν τὰ ἀποδεδειγμένα καταφύγια τῶν λῃστῶν καὶ τὰς ἀποδεδειγμένας αἰτίας τῆς ὑπάρξεως τῶν λῃστῶν; Εἶναι βέβαιον, Κύριοι, ὅτι οἱ λῃσταὶ πολαπλασιάζονται, αὐξάνουν καὶ μεταφέρονται εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Ἑλλάδος ὁμοῦ μὲ τὰς κινήσεις τῶν βλαχοποιμένων. Εἶναι δὲ γνωστὸν Κύριοι ὅτι οἱ λῃσταὶ εὑρίσκουν προστασίαν καὶ καταφύγιον καὶ καταντοῦν ἀήττητοι· προστατεύονται καὶ ὑποστηρίζονται ἀπὸ τούτους, καὶ ἕως τώρα ἡ πεῖρα καὶ ἡ ἱστορία ἀπέδειξεν ὅτι ἐν ὅσῳ μένουν ἀνέπαφα τὰ καταγώγια αὐτὰ, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ ληστεία, καὶ ὅτα μέτρα θέλετε νομοθετήσατε.
§82ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§83ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θέλετε λοιπὸν, καὶ θέλετε βεβαίως, νὰ ἐξαλείψωμεν τὴν ληστείαν; θέλετε νὰ καταστρέψωμεν αὐτὸ τὸ κακόν; πρέπει νὰ λάβωμεν πλήρη τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα συντελοῦν πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν, χωρὶς βεβαίως νὰ μὴ ἐξασφαλίζωμεν καὶ τὴν ἀθῳότητα, καὶ περὶ τούτου θέλω εἶμαι προθυμότατος πᾶν μέτρον νὰ παραδεχθῶ. Ἀλλὰ μήπως τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον προτείνομεν εἶναι τῷ ὄντι κἄτι τι ἐναντίον τοῦ νόμου, κἄτι τι βανδαλικὸν καὶ πρωτοφανὲς εἰς τὴν ἑλληνικὴν νομοθεσίαν; Ὄχι· τὸ μέτρον ὑπ’ ἄλλην ἔποψιν δὲν εἶναι παρὰ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις ἐπιβαλλομένη διὰ τοῦ Νόμου. Δὲν ἔχει ἡ ἐξουσία τὸ δικαίωμα, ὅταν δικαστικῶς ἀποδειχθῇ ἕνας ἄνθρωπος ἐπικίνδυνος, πρὸς τὴν ποινὴν νὰ τῷ ἐπιβάλλῃ καὶ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν; Καὶ τί ἄλλο εἶναι ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις, παρὰ νὰ τοῦ προσδιορίζωμεν τὸν τόπον τῆς διαμονῆς; Αὐτὸ, Κύριοι, ὑπάρχει εἰς τὸν Νόμον. Λοιπὸν ἡ ποινὴ αὕτη ὑπάρχει ἐντὸς τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας· ἀλλὰ ἡ ἑλληνικὴ νομοθεσία εἶναι ἔτι αὐστηροτέρα, καὶ αὐστηροτέρα εἰς ἕνα τρόπον πλέον ἐπικίνδυνον, ἂν μοῦ ἐπιτρέπετε τὴν ἔκφρασιν, εἰς ἕνα τρόπον καθ’ ὃν ἐγγυήσεις ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου δὲν ὑπάρχουν τόσαι, ὅσας ἀπαιτοῦμεν ἐδῶ. Κατὰ τὴν νομοθεσίαν, ὁ ἀνακριτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προφυλακίσῃ ἕνα ἄνθρωπον καὶ νὰ τὸν κρατήσῃ ἕως οὗ περατωθῇ ἡ ἀνάκρισις, πολλάκις δύο ἔτη· καὶ νομίζετε ὅτι αὐτὸ εἶναι ἐλαφρότερον παρὰ ἡ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλομεν; Βεβαίως ὄχι. Λοιπὸν, Κύριοι, βλέπετε ὅτι δικαίως δὲν καταφέρονται ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου, καὶ ὡς πρωτοφανοῦς καὶ ὡς βανδαλικοῦ. Ἡμεῖς θέλομεν ὅτι αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως νὰ ἐπιβάλλεται ὄχι ὅταν ἀποδειχθῇ ἔνοχος αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος καὶ διὰ τῆς ἀποφάσεως παραπέμπεται εἰς τὸ κακουργιοδικεῖον, παρὰ ὅταν ἁπλαῖ καὶ βαρεῖαι ὑπόνοιαι, ὅπως γίνεται καὶ ἐνώπιον τοῦ συμβουλίου τῶν πλημμελιοδικῶν, ὑπάρχουν κατ’ αὐτοῦ, ὅτι τροφοδοτεῖ τοὺς λῃστάς. Θέλομεν λοιπὸν ὥστε εἰς περίστασιν καθ’ ἣν δὲν ὑπάρχει ἀποδεδειγμένη ἡ ἐνοχὴ, ὥστε νὰ τὸν παραπέμψωμεν εἰς τὰς φυλακὰς ἢ τὴν λαιμητόμον, νὰ ἔχῃ τὸ δικαστήριον καὶ μόνον τὸ δικαστήριον τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν. Πιστεύω ὅτι εἰς τὸν θόρυβον, ὁ ὁποῖος ἔγεινε, συντείνει ἴσως καὶ ἡ κακὴ ἔκφρασις τοῦ ἄρθρου. Νὰ σᾶς εἴπω ποία ἦτον ἡ ἰδέα τῶν συνταττόντων τὸν νόμον, καὶ θὰ παραδεχθῶ πᾶσαν τροπολογίαν πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν φέρουσαν. Ἐγὼ ἐννοῶ ὁ κατηγορούμενος νὰ εἰσάγεται εἰς τὸ δικαστήριον καταγγελλουσῶν βεβαίως τῶν ἀρχῶν, καὶ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου νὰ γίνεται διαδικασία ὅπως γίνεται ἡ τακτικὴ διαδικασία· καὶ ἂν τὸ δικαστήριον πεισθῇ, νὰ τὸν βάλλῃ βεβαίως ὑπ’ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν. Τοιουτοτρόπως νομίζω ὅτι τὰ δικαιώματα τῆς ἀθῳότητος ἀσφαλίζονται, καὶ ἡ ἐνοχὴ τιμωρεῖται. «Εἰς τοὺς βλαχοποιμένας καὶ τοὺς πρὸς αὐτοὺς ἐξομοιουμένους, καθὼς καὶ εἰς τοὺς συγγενεῖς μέχρι τετάρτου βαθμοῦ κεκηρυγμένων λῃστῶν, ἐὰν παρέχουν βαρείας περὶ λῃσταποδοχῆς ὑπονοίας, δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ἡ ἐντὸς ὡρισμένης ἐπαρχίας διαμονή. Τὴν κατὰ τὸ ἐδάφιον πρῶτον τοῦ προηγουμένου ἄρθρου ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν καὶ ἀπαγόρευσιν, καὶ τὸν χρόνον τῆς διαρκείας αὐτῆς, μὴ ὑπερβαίνοντα τὸ ἔτος, οὔτε ἐλάσσονα τῆς ἑξαμηνίας, ἐπιβάλλει τὸ ἁρμόδιον πλημμελειοδικεῖον συνεπεία καταγγελίας τῆς δικαστικῆς καὶ στρατιωτικῆς ἀρχῆς, καὶ κατηγοροῦντος τοῦ εἰσαγγελέως».
§84ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε! Παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσητε μίαν ἐξήγησιν ὡς πρὸς τὴν λέξιν ἐξομοιουμένους.
§85ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σκηνῖται.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ βουλὴ παραδέχεται αὐτὸ τὸ 6ον καὶ 7ον ἄρθρον, ὡς 8 καὶ 9 ἄρθρον;
§87ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἄρθρον 8. «Εἰς τοὺς βλαχοποιμένας καὶ τοὺς πρὸς αὐτοὺς ἐξομοιουμένους, καθὼς καὶ οἱ μέχρι τετάρτου βαθμοῦ συγγενεῖς κεκηρυγμένων ληστῶν, ἐὰν παρέχωσι βαρείας περὶ λησταποδοχῆς ὑπονοίας, δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις καὶ ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ ἐντὸς ὡρισμένου τόπου διαμονή. Ἐὰν οἱ συγγενεῖς ὦσι Δήμαρχοι, δημαρχικοὶ ἢ εἰδικοὶ πάρεδροι, ἢ ἀστυνόμοι, τὸ ἀνωτέρω μέτρον ἐπιβάλλεται διὰ τῆς καταγινωσκούσης τὴν ὁριστικὴν παῦσιν ἀποφάσεως». Ἄρθρον 9. «Τὴν κατὰ τὸ ἐδάφιον ἀ. τοῦ προηγουμένου ἄρθρου ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν καὶ ἀπαγόρευσιν καὶ τὸν χρόνον τῆς διαρκείας αὐτῆς, μὴ ὑπερβαίνοντα τὸ ἔτος, καὶ οὔτε ἐλάσσονα τῆς ἑξαμηνίας, ἐπιβάλλει τὸ ἁρμόδιον Πλημμελειοδικεῖον, συνεπείᾳ καταγγελίας τῆς διοικητικῆς καὶ στρατιωτικῆς ἀρχῆς καὶ κατηγοροῦντος τοῦ εἰσαγγελέως. Προσελθόντων, συλληφθέντων ἢ φονευθέντων τῶν ληστῶν, ἐπὶ ὑποθάλψει τῶν ὁποίων ὑπῆρχον αἱ ὑπόνοιαι, ἡ ἀπαγόρευσις διακόπτεται καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως τοῦ διὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοδικείου ὁρισθέντος χρόνου. Τὸ αὐτὸ ἰσχύει καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἐδαφίου βʹ. τοῦ προηγουμένου ἄρθρου».
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τώρα ἔχομεν τὸ 8ον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον θὰ τεθῇ ὡς 10ον. Ἄρθρον 10. «Ὁ τροφοδοτῶν συνήθως ληστὴν ἢ ληστρικὴν συμμορίαν τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν 1–3 ἐτῶν». Ἄρθρον 11. «Πᾶς, λαβὼν γνῶσιν τοῦ τόπου τῆς διατριβῆς λῃστοῦ ἢ λῃστρικῆς συμμορίας, ὀφείλει νὰ εἰδοποιήσῃ τὸ ταχύτερον τὸν ἐντὸς τοῦ δήμου ἐπὶ τῆς καταδιώξεως τῆς λῃστείας ἀξιωματικὸν ἢ ὑπαξιωματικόν, ἢ τὴν ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ δήμου διοικητικὴν ἢ στρατιωτικὴν ἀρχήν. Ὁ παραβάτης τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν ἀπὸ 2–6 μηνῶν». Ἔχει τὶς ἀντίῤῥησιν κατ’ αὐτῶν τῶν ἄρθρων;
§89ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι. Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται παραδεκτὰ δι’ εἰδικῆς ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου ψηφοφορίας καὶ τὰ ἄρθρα 9, 10 καὶ 11 τοῦ νομοσχεδίου, τὰ ὁποῖα γίνονται 12, 13, 14. Ἄρθρον 12. «Ὁ ἐκ προθέσεως ἀναγγέλλων εἰς ληστὴν ἢ ληστρικὴν συμμορίαν τὰ καταδιωκτικὰ μέτρα τῆς ἀρχῆς τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν 2–5 ἐτῶν». Ἄρθρον 13. «Ὁ ἐρχόμενος ἄνευ ὡμολογημένης ἀνάγκης εἰς ἑκουσίαν μετὰ ληστοῦ ἢ ληστρικῆς συμμορίας συνέντευξιν τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν τριῶν μηνῶν μέχρις ἑνὸς ἔτους». Ἄρθρον 14. «Ἡ ὑπὸ ληστῶν ἀπαγωγὴ καὶ ἀπελευθέρωσις διὰ λύτρων τιμωρεῖται μὲ θάνατον».
§90ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Νὰ βάλωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω εἰς τὴν τροπολογίαν μου, ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή. «Ἄρθρον 15. Οἱ ἔνοχοι τῶν εἰς τὰ προηγούμενα ἄρθρα ἀξιοποίνων πράξεων τιμωροῦνται καὶ μὲ βαρυτέρας ποινὰς, ὁριζομένας ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἐὰν συντρέχωσιν οἱ ὅροι τῶν διατάξεων αὐτοῦ», ἵνα μὴ ἐξηγηθῇ ὅτι ἐλαττόνομεν ποινάς.
§91Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μοῦ φαίνεται πολὺ βαρὺ νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν λῃστὴν, ὅτι τοῦ ἐπιβάλλομεν θάνατον, ἐὰν δὲν φονεύσῃ τὸν αἰχμάλωτον, καθὼς καὶ ἂν τὸν φονεύσῃ, διότι τότε ἔχει συμφέρον νὰ τὸν φονεύσῃ.
§92ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Εἰμπορεῖ νὰ τὸν ἀπολύσῃ ἄνευ λύτρων.
§93ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Κ. Πρόεδρε, ἀντὶ τῆς λέξεως ἀποστρατείαν νὰ θέσωμεν τὴν λέξιν ἀπόταξιν.
§94ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§95ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κ. Πρόεδρε, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἡ Βουλὴ χθὲς παρεδέχθη τὴ τροπολογίαν τοῦ κ. Δαρειώτου περὶ δημοσίων ἀρχῶν.
§96ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κ. Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐναντίος, νομίζω ὅμως ὅτι πρέπει νὰ διορθωθῇ ὀλίγον· «ἀναγομένων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν» ὄχι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐν γένει «εἰς τὴν ὑπηρεσίαν σχετικῶς ὡς πρὸς τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας».
§97ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§98ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Μὴν λησμονεῖτε νὰ ψηφίσωμεν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ τὴν τροπολογίαν.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Πετιμεζᾶς εἶναι ἐδῶ· ἐὰν ἐπιμένῃ νὰ τὴν ὑπερασπίσῃ.
§100ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω ὅτι χθὲς ἀνέβαλε διὰ σήμερον, ὅπως μελετήσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν τροπολογίαν καὶ τὴν ὑποβάλῃ τελειοτέραν.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. Πρωθυπουργὲ, θέλετε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγει ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, νὰ πληρόνουν οἱ δῆμοι;
§102ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κ. Πρόεδρε, ἐνθυμεῖσθε χθὲς ὅτι ἤμην ἐναντίος εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ καὶ δὲν ἤμην ἐναντίος εἰς τὴν ἰδέαν ὅτι οἱ δῆμοι εἰς τοὺς ὁποίους ἐμφωλεύουν οἱ λῃσταὶ πρέπει νὰ ᾖναι ὑπόχρεοι εἰς ἀποζημίωσιν, ἀλλὰ δὲν ἀνεδέχθην ἐγὼ νὰ σχηματίσω τὴν τροπολογίαν. Ὁμολογῶ ὅτι καὶ χθὲς δὲν εἰμπόρεσα νὰ εὕρω πλήρη διέξοδον· εἶμαι ὑπὲρ αὐτῆς τῆς ἰδέας, καὶ ἰδοὺ διατὶ δὲν εἰμπόρεσα νὰ σχηματίσω μίαν τροπολογίαν, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τῶν μεθορίων δήμων· μοὶ ἐφάνη ὅτι ἐκεῖ θὰ ᾖναι πλέον δυσκολωτέρα ἡ ἐφαρμογή· διὰ τοῦτο, ἐνῷ δὲν πολεμῶ αὐτὴν τὴν ἰδέαν, παρακαλῶ νὰ ἐνασχοληθῇ ἄλλος νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν τροπολογίαν, διότι ἐγὼ δὲν εἰμπόρεσα πράγματι νὰ σχηματίσω μίαν τροπολογίαν, ἥτις νὰ εὐχαριστήσῃ ἐμὲ διὰ νὰ τὴν ὑποστηρίξω καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ν’ ἀφήσωμεν τὸ τελευταῖον ἄρθρον καὶ ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν δι’ αὔριον· οἱ Κ. Βουλευταὶ παρακαλοῦνται νὰ σκεφθῶσιν· αὔριον ἔχομεν συνεδρίασιν. διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 4¼.)