| 520 | Αʹ. Εἰς χρέος δημόσιον. | ||||
| 521 | Χρέος ἐξωτερικὸν | δραχ. | 1,355,496: | ||
| 522 | Χρέος ἐσωτερικὸν | » | 1,531,870: | ||
| 523 | Συντάξεις | » | 2,070,176: | ||
| 524 | 4,957,542: | ||||
| 525 | Βʹ. Εἰς Β. χορηγίαν | 1,125,000: | 1,125,000: | ||
| 526 | Γʹ. Εἰς ἀποζημ. Βουλῆς | 408,520: | 408,520: | ||
| 527 | Δʹ. Εἰς τὴν Γενικὴν ὑπηρεσίαν. | ||||
| 528 | Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν | 601,436: | |||
| 529 | » Δικαιοσύνης | 1,992,707: | |||
| 530 | » Ἐσωτερικῶν | 5,283,881: | |||
| 531 | » Ἐκκλησιαστικῶν | 1,544,746: | |||
| 532 | » Στρατιωτικῶν | 6,239,550: | |||
| 533 | » Ναυτικῶν | 1,646,985: | |||
| 534 | » Οἰκονομικῶν | 1,218,940 | |||
| 535 | 18,528,245: | ||||
| 536 | Εʹ. Εἰς ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας | 1,984,527:62 | |||
| 537 | Ϛʹ. Εἰς διαφόρους πληρωμὰς | 556,000: | |||
| 538 | Τὸ ὅλον δραχ. | 27,559,834:62 |
1865.11.04
1.640 στίχοι · 13.167 λέξεις · 1 πίνακας · 187 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 63.
Τῆς 4 Νοεμβρίου 1865.
(Πέμπτη).
Ὥρᾳ 12½.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τοῦ νέου ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ Προέδρου αὐτῆς τὸ παρὸν ἔγγραφον, ἔχον οὕτω.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
Πρὸς τὸν Κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. «Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀναγγείλω ὑμῖν καὶ δι’ ὑμῶν πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς διὰ Β. Διαταγμάτων ὑπὸ χθεσινὴν ἡμερομηνίαν εὐηρεστήθη νὰ διορίσῃ πρόεδρον μὲν τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν ὑπογεγραμμένον, ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τὸν Κ. Χ. Χριστόπουλον, βουλευτὴν Ὀλυμπίας, ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὸν Κ. Δ. Δρόσον, ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τὸν Κ. Λ. Κουντουριώτην, βουλευτὴν, ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τὸν Κ. Δ. Καλλέργην, ὑποστράτηγον, ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν τὸν Κ. Σ. Ἀντωνόπουλον καὶ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τὸν Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλον, βουλευτήν. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 4 Νοεμβρίου 1865.
Ὁ Πρόεδρος
Δ. Γ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ.»
Ὁ βουλευτὴς Λεωτσάκος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ συστάσεως ἑλληνικοῦ σχολείου εἰς τὸν δῆμον Λεύκτρου τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου.
§4ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Κατὰ τὸ 80 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν πρώτην βουλευτικὴν Σύνοδον ὀφείλει νὰ συζητήσῃ τὸν περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμον. Ἐγὼ συνέταξα ἕνα νόμον τοιοῦτον καὶ τὸν ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλῶ, ἐπειδὴ ἐντὸς δύω μηνῶν πρέπει νὰ τελειώσωμεν τὰς ἐργασίας μας, νὰ διατάξῃ ἡ Βουλὴ τὸ κατεπεῖγον.
§5ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ τυπωθῇ, θὰ διανεμηθῇ καὶ συζητηθῇ πρὸ παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου.
§7ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§8ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἡ ἐπὶ τῆς παιδείας ἐπιτροπὴ ὑπεσχέθη νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ ἱεράρχου τῆς Ζακύνθου.
§9ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Κ. Λειβαδᾶς συνέταξε μονομερῶς μίαν ἔκθεσιν χωρὶς νὰ μᾶς προσκαλέσῃ.
§10ΛΕΙΒΑΔΑΣ. Ἤλθατε νὰ συνεννοηθῶμεν καὶ δὲν ἔγεινε;
§11ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἤλθομεν καὶ μᾶς εἴπατε ὅτι δὲν, ἔχετε τὰ ἔγγραφα εἰς τὴν οἰκίαν σας.
§12ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι λελυμένον· δὲν ἠξεύρω τί ἔκαμεν ὁ Κ. λειβαδᾶς ἢ τὰ ἄλλα μέλη. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὅτι, ἐὰν τὸ Σάββατον δὲν ὑποβληθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν δευτέραν, τουτέστι προχθές, ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἡ ἀναφορὰ ἀπ’ εὐθείας πρὸς συζήτησιν.
§13ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§14ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τί λέγετε, Κύριοι; ἠμποροῦμεν νὰ παραβιάσωμεν τὰ δεδικασμένα; Σᾶς θαυμάζω καὶ παρακαλῶ μὴ κάμνετε αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν ἀνατολικὸν ζήτημα. Ἐδῶ συνεζητήθησαν τόσαι ἀναφοραί, καὶ πῶς αὕτη κατέστη πέτρα σκανδάλου; τί σᾶς ἐνδιαφέρει ἡ ἀναβολή;
§15ΛΕΙΒΑΔΑΣ. Ἔχω τὴν ἔκθεσιν· ἐὰν θέλουν τὰ μέλη, ἐμβαίνομεν εἰς ἓν δωμάτιον καὶ συσκεπτόμεθα.
§16ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἔχομεν ὑποβάλει μίαν πρότασιν περὶ ἀντικαταστάσεως δημάρχων· ἐὰν σήμερον δὲν ἔχωμεν ἄλλην ἐργασίαν, παρακαλῶ νὰ ἐνασχοληθῶμεν εἰς αὐτήν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος Κ. Στεφανόπουλος.
§18ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐσυκοφαντήθην κατ’ αὐτὰς μὲ τὸν πικρότερον καὶ ἀγενέστερον τρόπον· διὰ τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας εἰς ὀλίγας λέξεις, τὰς ὁποίας ἔρχομαι νὰ εἴπω καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸ κοινὸν πρὸς ἀνεύρεσιν αὐτῆς τῆς μαύρης συκοφαντίας. Ποτὲ, Κύριοι, δὲν ᾐσθάνθην τὴν ἀνάγκην τοῦ βήματος, ὅσον εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν, καὶ ἀνυπομόνως ἀνέμενον τὴν στιγμὴν αὐτήν. Λυποῦμαι, διότι δὲν βλέπω κανὲν ἐκ τῶν μελῶν τοῦ παραιτηθέντος ὑπουργείου.
§19Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἔπρεπε νὰ μὴ τοὺς ῥίψητε διὰ νὰ ἔλθουν.
§20ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, Κ. Μαυρομιχάλη, καὶ θὰ ἀκούσετε τίνι τρόπῳ ἔπεσαν. Ἔμαθον, Κύριοι, ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων λόγων τῆς παραιτήσεως τοῦ ὑπουργείου ἀνεφέρθη καὶ ὁ ἑξῆς, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, λαβὼν ἐντολὴν ἀπὸ τὸν Κόμητα Σπόννεκ, ἔλαβεν ἐνεργητικὸν μέρος εἰς τὸ νὰ συμφιλιώσῃ τὰς δύω μερίδας τοῦ Κ. Βούλγαρη καὶ Κουμουνδούρου.
§21Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ποῖος τὸ εἶπε;
§22ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Οἱ ὑπουργοὶ τὸ εἶπον, ὡς ἐπληροφορήθην, καὶ διὰ τοῦτο ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου ἐξέφρασα λύπην, μὴ βλέπων οὐδένα ἐξ αὐτῶν παρευρισκόμενον ἐνταῦθα, ἵνα εἴπῃ, ἂν τῳόντι αὐτοὶ τὸ εἶπον ἢ ᾖναι λόγοι τῶν ἀγυιῶν.
§23Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐπερώτησιν λοιπὸν κάμνετε;
§24ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι, ἀλλ’ αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναιρέσω μίαν συκοφαντίαν, παρ’ ὁποιουδήποτε καὶ ἂν ἐξυφάνθη αὕτη.
§25ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν παρὰ τίνος ἐσυκοφαντήθητε.
§26ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Θὰ ἀκούσετε τώρα. Ἤκουσα, λέγω, ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων λόγων τῆς παραιτήσεως τοῦ ὑπουργείου ἐῤῥέθη καὶ αὐτός· ἄρα οἱ ὑπουργοὶ ἀνέφερον, ὅτι ἔλαβον ἐντολὴν ἀπὸ τὸν Κόμητα Σπόννεκ, νὰ ἐνεργήσω, ὥστε ἡ μερὶς τοῦ Κ. Βούλγαρη νὰ ἑνωθῇ μὲ τὴν τοῦ Κ. Κουμουνδούρου· ἄρα οἱ ὑπουργοὶ τὸ εἶπον. Βλέπετε, ὅτι μοῦ ἀποδίδουν δύω τινὰ, πρῶτον συνεννόησιν μετὰ τοῦ Κόμητος Σπόννεκ, καὶ δεύτερον, ἐνέργειαν ὡς πρὸς τὴν συμφιλίωσιν τῶν δύω μερίδων. Ὅσον, Κύριοι, τὸ πρῶτον εἶναι ψευδέστατον, τόσον τὸ δεύτερον ἔχεται ἀληθείας. Εἶναι ψευδὲς, διότι εὐτυχῶς ἀπὸ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ ὑπουργείου Δεληγιώργη, ὡς ἐκ τύχης, δὲν εἶδον ὄχι εἰς τὰ ἀνάκτορα ἢ εἰς τὴν οἰκίαν μου, ἀλλ’ εἰς οὐδὲν μέρος τὸν ἄνθρωπον αὐτόν.
§27Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τί λέγεις αὐτοῦ; Σὺ ἐγκατέλιπες τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας.
§28ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Χαίρω, διότι ἄλλην ἀπόδειξιν δὲν φέρουν, παρὰ διότι ἐγκατέλειψα τὴν ἕδραν μου.
§29ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Τρεῖς φοραῖς ὑπῆγες εἰς τὸ παλάτι.
§30ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐὰν ἔχῃς σκοπὸν νὰ ὁμιλήσῃς, νὰ ὁμιλήσῃς ἡσύχως.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠμπορεῖτε, Κ. Θεοχάρη, νὰ τὰ ἀναιρέσητε ἀπὸ τοῦ βήματος λογικῶς· μὴ διακόπτετε.
§32ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ ἴδιον ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους (πρὸς τὸν Κεχαγιᾶν)· νὰ ὁμιλήσῃς ἡσύχως, ὡς ἐμπρέπει εἰς τὴν θέσιν σου καὶ ἐνώπιον Κοινοβουλίου.
§33ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κ. Θεοχάρη, ὅταν σᾶς λέγω εἰς τὴν τιμήν μου, ὅτι δὲν εἶδα τὸν ἄνθρωπον, οἱ φίλοι σας δὲ διϊσχυρίζονται τὸ ἐναντίον, βεβαίως ἀγανακτῶ.
§34ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ὄχι καὶ νὰ φοβερίζῃς.
§35ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Σᾶς ἔφυγε πλέον ὁ Κόμης! σᾶς ἔφυγε.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε. Τοῦ δίδετε λοιπὸν τὴν ἄδειαν νὰ ὁμιλήσῃ;
§37ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μήπως θὰ λάβω ἀπ’ αὐτοὺς τὴν ἄδειαν; Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ ὑπουργείου Δεληγιώργη δὲν εἶδον τὸν ἄνθρωπον, οὔτε εἰς τὰ ἀνάκτορα, οὔτε εἰς τὴν οἰκίαν μου, οὔτε εἰς κανὲν ἄλλο μέρος· καὶ ἑπομένως ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον ἐπείσθη ἀπὸ ψευδεῖς πληροφορίας, πρέπει νὰ ἀναιρέσῃ τὰ τοιαῦτα· ἄλλως νὰ παρουσιάσῃ μίαν τοὐλάχιστον ἔνδειξιν, ὄχι ὅμως ἐκείνην τὴν γελοίαν, ὅτι ἐγκατέλιπον ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας τὴν ἕδραν μου. Μάλιστα τὴν ἐγκατέλιπον, διότι πρῶτον μὲν τὴν ά. συνεδρίασιν ἔλαβον μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, δεύτερον δὲ, συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, τὸ καθῆκον τοῦ Προέδρου δὲν ἦτο ἄλλο παρὰ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἡ ἐρώτησις ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις εἰς ἕκαστον ἄρθρον, ἐργασία, Κύριοι, ἥτις καὶ μὲ ἀηδίασε καὶ μὲ ἐκούρασε συνάμα, καὶ διὰ τοῦτο παρεκάλεσα τὸν ἀντιπρόεδρον νὰ μὲ ἀναπληρώσῃ κατὰ τὰς παρελθούσας δύω ἡμέρας, ἵνα ἀναπαυθῶ καὶ ἐγὼ ὀλίγον. Σᾶς ἐρωτῶ· εἶναι τοῦτο μία ἔνδειξις, ὅτι εἶχον συνδιαλέξεις μετὰ τοῦ Κόμητος Σπόννεκ; Ἀλλὰ, Κύριοι, τίς ἡ ἀνάγκη ἐνδείξεων ἀπέναντι ἑνὸς ἁπλουστάτου συλλογισμοῦ, δυναμένου νὰ ἀναιρέσῃ ἄρδην τὴν συκοφαντίαν ταύτην; Ὁ Κ. Βούλγαρης, εἶναι γνωστὸν, προσκληθεὶς παρὰ τοῦ Βασιλέως μας, ἵνα σχηματίσῃ ὑπουργεῖον, ἔθεσεν ὅρον ἀπαράβατον τὴν ἄμεσον ἀναχώρησιν τοῦ Κόμητος ἐκ τῆς Ἑλλάδος· ἦτο ἑπομένως ἀμετάτρεπτος πρὸς αὐτὸν, ἐνῷ ὁ Κ. Δεληγεώργης, προσκληθεὶς, ἐφάνη μετριώτερος, διότι συγκατετέθη νὰ σχηματίσῃ ὑπουργεῖον, διαμένοντος τοῦ Κόμητος Σπόννεκ ἐπὶ 3 μῆνας. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπὸν, ὑπάρχει λογικῶς δυνατὸν, ὅτε ὁ Σπόννεκ ἠδύνατο νὰ συμπαθῇ ὑπὲρ τοῦ Κ. Βούλγαρη καὶ νὰ ῥαδιουργῇ κατὰ τοῦ Κ. Δεληγεώργη, ὅστις ἐφάνη μετριώτερος; Ὄχι βέβαια. Βλέπετε ἑπομένως, ὅτι ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων ἀποδεικνύεται ἐναργέστατα καθαρὰ συκοφαντία καὶ κατ’ ἐμοῦ καὶ κατὰ τοῦ Κόμητος Σπόννεκ, συκοφαντία, τὴν ὁποίαν ὤφειλον οἱ παραιτηθέντες ὑπουργοὶ νὰ ἐννοήσουν καὶ νὰ μὴ δώσουν πίστιν εἰς τοὺς κατηγόρους μου, οἵτινες βέβαια μὲ κατήγγειλαν εἰς αὐτούς· λέγω δὲ τοῦτο, διότι δὲν πιστεύω ὅτι ὁ Κ. Δεληγιώργης καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τοῦ ὑπουργείου, ἄνδρες μὲ ἀνατροφὴν καὶ συνείδησιν, ἠδύναντο νὰ πλάσωσιν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τοιοῦτον ψεῦδος, ἵνα μὲ συκοφαντήσουν ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ, καὶ μάλιστα ὁ Κ. Δεληγιώργης, ὅστις δὲν ἐκληρονόμησεν, ὅπως ἄλλοι, τὴν ἐν τῇ κοινωνίᾳ θέσιν του, ἀλλὰ τὴν ἔπλασε διὰ τῆς τιμιότητος καὶ ἱκανότητός του. Δὲν παραπονοῦμαι λοιπὸν κατὰ τῶν μελῶν τοῦ ὑπουργείου παρὰ διὰ τὴν εὐπιστίαν των εἰς ψεύδη ἀγενῆ καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων ἀποδεικνυόμενα μωρά.
§38ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν βλέπω διατί φέρετε τοιαύτας συζητήσεις· κάμνετε κατηγορητήριον;
§39ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι, ἀναιρῶ τὴν κατ’ ἐμοῦ συκοφαντίαν. Μεταβαίνω εἰς τὸ δεύτερον μέρος· καὶ τί παράδοξον νὰ ἔχω τὰς αὐτὰς διακοπὰς ἐκ τῆς ἑτέρας μερίδος, ἥτις ἐνδιαφέρεται, ἀλλὰ μοὶ εἶναι ἀδιάφορον· τοῦτο ὅμως ἴσα ἴσα ἀποδεικνύει τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου, διότι δυσαρεστεῖ καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δέ· ἡ ἀλήθεια εἶναι μὲν πικρὰ, ἀλλ’ ὅμως σωστικὴ καὶ διὰ τὰ ἄτομα καὶ διὰ τὰ ἔθνη. Σᾶς εἶπον ἐκ προοιμίων, ὅτι ὅσον τὸ πρῶτον ἦτο ψευδέστατον, τόσον τὸ δεύτερον εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δηλ. ἔλαβα μέρος εἰς τὸ νὰ συμφιλιώσω τὰς δύω μερίδας.
§40ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐξ ὀνόματος τῆς Βουλῆς;
§41ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι, ἀλλ’ ὡς βουλευτής.
§42ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὰς ῥαδιουργίας δὲν θέλομεν νὰ τὰς ἀκούσωμεν εἰς τὴν Βουλήν.
§43ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Λάβετε ὑπομονὴν, Κύριε Γόντικα· βλέπω, ὅτι ἡ ἀλήθεια σᾶς πειράζει.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§45Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε δύω λέξεις· ἂν ὡς πρόεδρος τῆς Βουλῆς κατηγορήθη ἢ ἐσυκοφαντήθη, ὅτι ἔπραξε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, ἐννοῶ κάλλιστα, ὅτι ὡς ὢν εἰς θέσιν νὰ διερμηνεύῃ τὰ αἰσθήματα τῆς Βουλῆς εἶχεν ἀνάγκην νὰ δώσῃ λόγον· ἀλλ’ ἐὰν ὡς βουλευτὴς ἔλαβε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ μέρος, ἐὰν ἔπραξεν ὅ,τι ἠμπορεῖ νὰ πράξῃ ἕκαστος ἡμῶν, νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀντικείμενον συζητήσεως.
§46ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν τὸ θέτω εἰς συζήτησιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ· ἵνα μεταβῶ εἰς αὐτὸ τὸ δεύτερον μέρος, ἔχω ἀνάγκην νὰ καθαρίσω τὴν θέσιν μου, ὡς προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ ὡς βουλευτοῦ. Ὁ κανονισμὸς λέγει, ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ψηφοφορεῖ καὶ λαμβάνει τὸν λόγον· ἑπομένως θὰ εἰπῇ, ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ μίαν γνώμην εἴτε ὑπὲρ τῆς μιᾶς εἴτε ὑπὲρ τῆς ἄλλης μερίδος, ὅτι ἔχει καὶ αὐτὸς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουν πάντες οἱ βουλευταὶ, τὸ νὰ ἀνήκῃ εἰς μίαν πολιτικὴν μερίδα. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν διατὶ ἐγὼ ὡς Βουλευτὴς, ἐπειδὴ εἶμαι πρόεδρος, δὲν πρέπει νὰ ἔχω τὰς πολιτικὰς πεποιθήσεις μου· αὐτὸ δὲν τὸ καταλαμβάνω.
§47ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ φιλονεικεῖ κανείς.
§48ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἔλαβον μέρος εἰς τὴν συμφιλίωσιν μετὰ τοῦ Κ. Παπαμιχαλοπούλου οὕτω πως.
§49Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὰ ἠξεύρομεν αὐτά.
§50ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Ἡμεῖς δὲν τὰ ἠξεύρομεν.
§51ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ Κ. Παπαμιχαλόπουλος ἀπαντήσας με κατὰ πρῶτον καθ’ ὁδὸν μὲ ἠρώτησεν, ἂν θὰ ἀνεχθῶμεν τὸ ὑπουργεῖον Δεληγιώργη, ὅπερ ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν διὰ τοῦ δόλου καὶ τῆς ἀπάτης, διότι, ἐνῷ ἤμεθα συνεννοημένοι ὡς πρὸς τὸν ὅρον τῆς ἀμέσου ἀναχωρήσεως τοῦ Σπόννεκ, αὐτὸς μᾶς ἠπάτησεν. Ἐγὼ δὲ τὸν ἀπήντητα λέγων, ὅτι τί συνέβη μεταξύ σας ἀγνοῶ· ἀλλ’ ἡ μερίς μας ἀπεφάσισε νὰ μὴ προσβάλῃ τὸ ἐνεστὼς ὑπουργεῖον, ἐὰν δὲν ἴδῃ, ὅτι δύναται νὰ σχηματισθῇ ἄλλο σοβαρώτερον καὶ ἰσχυρότερον ἐν τῇ Βουλῇ, τοὐτέστι νὰ συγκεντρόνῃ ὅσον τὸ δυνατὸν πλειοτέρας ψήφους. Τότε ὁ Κ. Παπαμιχαλόπουλος μοὶ εἶπεν, ὅτι δύναται νὰ σχηματισθῇ τοιοῦτον Ὑπουργεῖον, ἐὰν ἑνωθῶσιν αἱ δύω μερίδες, ἤτοι τοῦ Βούλγαρη καὶ Κουμουνδούρου, καὶ ὅτι θὰ ὁμιλήσῃ περὶ τούτου μετὰ τοῦ Βούλγαρη, καὶ θὰ ἔλθῃ εἰς ἀντάμωσίν μου, ὅπως καὶ ἔπραξεν ἐλθὼν εἰς τὴν οἰκίαν ὄχι μόνον τὴν ἰδικήν μου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν τοῦ Κουμουνδούρου· εἰς ἀμφοτέρους δὲ εἶπεν, ὅτι ὁ Κ. Βούλγαρης δέχεται τὴν ἕνωσιν ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ σχηματισθῇ μικτὴ Κυβέρνησις ἐκ τῶν δύω μερίδων, προεδρευομένη ἀπὸ ἓν δευτερεῦον πρόσωπον γέροντος. Ἀλλ’ ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, προνοητικὸς ὢν εἶπε καὶ πάλιν εἰς τὸν Κ. Παπαμιχαλόπουλον, ὅτι δὲν συγκατατίθεται εἰς τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν δὲν ὁμιλήσῃ μετὰ τοῦ Κ. Βούλγαρη, ἵνα προσυμφωνηθῶσι καὶ τὰ πρόσωπα, ἅτινα θέλουν συγκροτήσει τὴν νέαν Κυβέρνησιν.
§52ΡΟΥΚΗΣ. Αὐτὰ εἶναι ἐξ ἀποῤῥήτων καὶ δὲν λέγονται.
§53ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Διατὶ νὰ μὴ λεχθῶσιν, ἀφοῦ εἶναι πολιτικά;
§54ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πρὸς πραγματοποίησιν δὲ τῆς ἰδέας ταύτης ὁ Κ. Βούλγαρης, εἶναι γνωστὸν, ἐλθὼν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπιοῦσαν ἐκοινοποίησε τοῦτο εἰς τοὺς φίλους του, ἐξ ὧν οἱ μὲν εὐχαριστήθησαν, οἱ δὲ δυσηρεστήθησαν διὰ τὴν προκειμένην ἕνωσιν μετὰ τοῦ Κ. Κουμουνδούρου. Ἀγνοῶ δὲ τίνων ἡ γνώμη ἤθελεν ὑπερισχύσει ὡς πρὸς τὴν ἕνωσιν· ἐνῷ δὲ ἡ συνεννόησις εὑρίσκετο εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, αἴφνης τὸ ὑπουργεῖον, λαβὸν γνῶσιν, φαίνεται, τῶν διατρεχόντων καὶ θεωροῦν τὴν ἕνωσιν ἀποπερατωμένην, παρῃτήθη. Ἰδοὺ λοιπὸν τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως, καὶ προκαλῶ τοὺς φίλους τῆς μερίδος τοῦ Κ. Βούλγαρη ἢ καὶ αὐτὸν τὸν ἴδιον, ἂν ἦτο παρὼν, νὰ ἀναιρέσῃ τι. Ἤδη ὀφείλω νὰ εἴπω τοὺς λόγους, δι’ οὓς εὗρον τὴν ἰδέαν ταύτην ὀρθήν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ διῃρέθη δυστυχῶς εἰς τρεῖς κυριωτέρας μερίδας, γνωστὰς ὑπὸ τὸ ὄνομα Κουμουνδούρου, Βούλγαρη καὶ Δεληγιώργη. Ὅταν ἡ μερὶς τοῦ Κ. Δεληγιώργη ἀπεσπάσθη ἀπὸ τὴν τοῦ Κ. Βούλγαρη, μεθ’ ἧς συνέπραττεν ἐπὶ πολὺν χρόνον κατὰ τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδούρου, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν, ὅπως ἐβεβαιώθην, ἡ μερὶς τοῦ Κ. Βούλγαρη νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ὑπουργεῖον Δεληγιώργη, ἡ δὲ μερὶς τοῦ Κουμουνδούρου ἔτι περισσότερον ἀδύνατον, ὡς ἐκ τῆς μεγάλης διαστάσεως, ἥτις ὑπῆρχε μεταξὺ αὐτῶν, ἡ μόνη διέξοδος κατὰ τὴν κρίσιν μου διὰ τὸν σχηματισμὸν ἰσχυρᾶς κυβερνήσεως καὶ διὰ τὴν διεξαγωγὴν τόσων σπουδαίων ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς δὲν ὑπῆρχεν ἄλλη, ἢ ἡ ἕνωσις δύω ἐξ αὐτῶν τῶν μερίδων, ἀφοῦ μάλιστα ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως Κ. Βούλγαρης ἐπρότεινε τοῦτο διὰ τοῦ Κ. Παπαμιχαλοπούλου. Τούτων δὲ οὕτως ἐχόντων, ἐρωτῶ πάντα ἀμερόληπτον καὶ ἐπιζητοῦντα τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας μας νὰ μὲ εἴπῃ, ἂν δύναμαι νὰ κατακριθῶ, ὡς μέλος μάλιστα τῆς πολιτικῆς μερίδος Κουμουνδούρου, διότι ἠσπάσθην μεθ’ ὅλης τῆς παῤῥησίας καὶ οὐχὶ ἐν τῷ κρυπτῷ τὴν ἰδέαν ταύτην τῆς ἑνώσεως.
§55ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§56ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι, ἐὰν δὲν λάβῃ χώραν μία ἕνωσις ὁποιαδήποτε μεταξὺ τῶν δύω μερίδων ἐκ τῶν τριῶν, εἶναι ἀδύνατον καὶ Κυβέρνησις νὰ ὑπάρξῃ, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἐργασθῇ ἀποτελεσματικῶς ἐπὶ τοσούτων σπουδαίων ἔργων, διότι ἂς ὁμολογήσωμεν, ὅτι μέχρι τοῦδε οὐδόλως προέβημεν εἰς ἔργα, τῶν ὁποίων ὁ τόπος ἔχει ἀνάγκην. Ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν ἀπειρίαν προτάσεων Νόμων καὶ Νομοσχεδίων, μάλιστα περὶ ἀφομοιώσεως τῆς Ἑπτανήσου, καὶ οὐδεμία ἐξ αὐτῶν ἐψηφίσθη. Ταῦτα δὲ ἔχων πρὸ ὀφθαλμῶν καὶ ὡς πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ὡς Βουλευτὴς, ἐπεδίωξα, τὸ λέγω παῤῥησίᾳ, τὴν ἕνωσιν τῶν δύω αὐτῶν ἰσχυρῶν μερίδων. Ἐὰν δὲ δὲν ἐπραγματοποιήθη, εἰς τοῦτο εὐθύνονται, οἵτινες ἠθέτησαν τὸν λόγον, ἅμα εἶδον παραιτηθὲν τὸ Ὑπουργεῖον Δεληγιώργη. Μὴ ἀμφιβάλλετε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀφήγησις τῶν ἀνωτέρω εἶναι εἰλικρινὴς, καὶ ὅτι ἑπομένως ὅσα εἶπον οἱ κατήγοροί μου ἐναντίον μου ἦσαν ψεύδη, σκοπὸν ἔχοντα νὰ μὲ συκοφαντήσουν ἐνώπιον τοῦ Κοινοῦ. Ἀλλ’ εἰς αὐτοὺς ἀρκοῦμαι νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ, ὅπως εἷς ἀρχηγὸς συκοφαντηθεὶς, ὅτι χαίρω, διότι οἱ κατήγοροί μου, μὴ εὑρόντες ἀληθῆ τινα πρᾶξιν νὰ μὲ κατηγορήσουν, κατέφυγον εἰς ψεύδη.
§57ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐξεπλάγην, κύριοι, διὰ τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν παρετήρησα, ὅτι ὁ Κ. Βουλευτὴς Παρνασίδος ἠκολούθησε σήμερον. Ἀλλ’ ἐγὼ καὶ οἱ πολιτικοί μου φίλοι ἠθέλομεν παραβιάσει τὰ ἱερώτερα καθήκοντα πρὸς τὴν πατρίδα, ἐὰν ἠθέλομεν δεχθῆ τὴν πρόκλησιν καὶ ἠθέλομεν κατέλθει εἰς τὴν ἀναξιοπρεπῆ συζήτησιν τῶν ῥᾳδιουργιῶν τῶν ἀτόμων καὶ τῶν μηχανοῤῥαφιῶν τῶν κομμάτων, εἰς περιστάσεις τόσον σοβαράς. Καὶ πιστεύω, κύριοι, ὅτι ἡ τακτικὴ τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε σήμερον, εἶναι πολιτικὴ ἀτομικὴ, καὶ ὅτι οὐδεμία πολιτικὴ μερὶς τῆς Βουλῆς συμμερίζεται αὐτήν. Ὑποθέτω, κύριοι, ὅτι τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος ὑπαγορεύουσιν ἄλλην διαγωγὴν καὶ εἰς τὰς πολιτικὰς μερίδας καὶ εἰς τὰ πολιτικὰ ἄτομα, τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους. Διαβεβαιῶ δὲ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὡς πρὸς ἡμᾶς καὶ ἡ τιμὴ προσέτι δὲν ἐπιτρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν πρόκλησιν. Ἐπειδὴ δὲ, κύριοι, καὶ τὸ Συνταγματικὸν ἔθιμον ἀπαιτεῖ καὶ τὰ ῥηθέντα πρὸ μικροῦ ἀφορμὴν σπουδαίαν μοὶ δίδουσιν, ὀφείλω περιοριζόμενος ἐντὸς τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς τὴν Βουλὴν, νὰ ἐξηγήσω τὰς αἰτίας δι’ ἃς εἰσήλθομεν καὶ ἐξήλθομεν τῆς Κυβερνήσεως ἐν διαστήματι τόσον βραχεῖ. Ἐπιθυμοῦντες νὰ εὐκολύνωμεν τὴν θέσιν τοῦ Βασιλέως, ἀδυνατοῦντος μετὰ τὴν κοινοβουλευτικὴν ἧτταν τοῦ ὑπουργείου νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἕνεκα ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπροσδοκήτως εἶχε παρασταθῆ πρὸς τὸν Βασιλέα ὡς ζήτημα προσωπικὸν αὐτοῦ· ἐπιθυμοῦντες συγχρόνως νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν πραγματικὴν λύσιν τοιούτου ζητήματος χωρὶς βλάβης τινὸς τοῦ τόπου καὶ τῆς φιλοτιμίας τοῦ νεαροῦ Βασιλέως, τὸν ὁποῖον ἀνέκαθεν ἡ μερὶς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω, ἐθεώρησεν ὡς τὸ ἐπιστέγασμα τῆς ἐπαναστάσεως, ἀπεφασίσαμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἄνευ πατάγου καὶ δημοκοπίας. Ἐξήλθομεν δὲ, κύριοι, τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοὺς λόγους, οὓς περιλαμβάνει ἡ ἑξῆς ἔγγραφος παραίτησις τοῦ ὑπουργείου, καὶ τὴν ὁποίαν καθῆκόν μου θεωρῶ νὰ καταστήσω καὶ εἰς τὴν Βουλὴν γνωστήν. Βασιλεῦ, Μετὰ τὴν συνδιάλεξιν ἧς ἡ ὑμετέρα Μεγαλειότης μὲ ἠξίωσε χθὲς τὸ ἑσπέρας καὶ τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσα πρὸς τοὺς Κυρίους συναδέλφους μου, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐπείσθη ὅτι δὲν δύναται νὰ διαμείνῃ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ καὶ μὲ ἐπεφόρτισε νὰ καταθέσω εἰς χεῖρας τοῦ Βασιλέως τὴν παραίτησιν αὑτοῦ. Τὸ ὑπουργεῖον, Μεγαλειότατε, παραιτεῖται μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐξεπλήρωσεν εἰλικρινῶς τὸ καθῆκον αὑτοῦ πρός τε τὸ ἔθνος καὶ τὸν Βασιλέα, διευκόλυνε τὴν λύσιν ζητημάτων, ἅτινα τοσοῦτον εἶχον καταστήσει αἱ περιστάσεις δυσχερῆ, καὶ οὕτως ἐνέπνευσε τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλει καταπαύσει ἡ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἐπικρατοῦσα ἀβεβαιότης. Μετὰ τὰ συμβάντα τοῦ πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς βασιλικοῦ γεύματος ἔσπευσε νὰ συμβουλεύσῃ πᾶν ὅ,τι ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ προφυλάξῃ τὸν Βασιλέα, καὶ τέλος ἰδὸν ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀπροκαλύπτως καὶ μετὰ σπουδῆς ὠργανίσθη ἀντίδρασις κατὰ τοῦ ὑπουργείου, ἧς τὸ κέντρον ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος ὑπῆρχεν ἐν τῇ αὐλῇ, ἔσπευσε ν’ ἀναγγείλῃ τὰ γενόμενα πρὸς τὸν Βασιλέα, ὅπως ἀπαλλαγῇ τῆς εὐθύνης, ὅτι ἀφῆκε τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα εἰς ἄγνοιαν καὶ δὲν κατέστησεν αὐτὴν ἐγκαίρως εἰς θέσιν νὰ ἐπιφέρῃ ἣν ἀπῄτουν τὰ γεγονότα ταῦτα διόρθωσιν.» Μετὰ τὴν παραίτησίν μας, κύριοι, ὁ Βασιλεὺς εἰσήκουσε τὴν συμβουλήν μας, ἀλλ’ ἐν τῷ δικαιώματι αὑτοῦ ἐκάλεσεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸν Κ. Βούλγαρην. Ἐξερχόμενοι, κύριοι, τῆς ἐξουσίας διατηροῦμεν ἀρίστας ἐντυπώσεις περὶ τοῦ εὐγενοῦς χαρακτῆρος τοῦ Βασιλέως, καὶ χαίρομεν ἀπὸ καρδίας, ὅτι τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ὡς ἀντιπολίτευσις ἐπρεσβεύσαμεν, κατεστήσαμεν ἀληθείας ὡς Κυβέρνησις, διότι μόνον διὰ τοῦ τρόπου τούτου δύναται, φρονῶ, ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀποδείξῃ ὅτι εἶναι ἀξία Συνταγματισμοῦ καὶ νὰ ἀποσοβήσῃ κινδύνους ἀπειλοῦντας καὶ σπουδαῖα τῆς Ἑλλάδος συμφέροντα καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν τιμὴν αὑτῆς.
§58ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δύνασθε νὰ μᾶς εἰπῆτε τί ἐννοεῖτε, ὅταν λέγητε περὶ τοῦ γεύματος καὶ περὶ ἐνεργειῶν, ἅτινα ἔχουσι τὸ κέντρον ἐν τῇ αὐλῇ;
§59ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι κατὰ τὸ προοίμιον, τὸ ὁποῖον ἀρχόμενος τῆς ἐξηγήσεως ταύτης ἐξέθεσα εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ ἐρώτησις αὕτη εἶναι ὅλως διόλου περιττή.
§60ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι εὐχαριστημένος.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἀρκεῖται εἰς ὅσα ἐῤῥέθησαν. Ἐπανέρχεται εἰς τὴν ἕδραν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς Κ. Κεχαγιᾶς.
§62ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἔχομεν νὰ κάμωμεν ἐπερώτησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ πρὶν ἔλθωσιν οἱ ὑπουργοὶ δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ ἄλλου ἀντικειμένου.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἔχετε ἐπερώτησιν, ἠμπορεῖτε νὰ τὴν κάμητε.
§64ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ἐπεθύμουν κατὰ τὴν συνταγματικὴν ἐθιμοταξίαν, ἥτις εἶναι καθιερωμένη εἰς ὅλα ἐν γένει τὰ εὐνομούμενα καὶ συνταγματικὰ κράτη, ἐπεθύμουν εἰς τὴν πρώτην συγκρότησιν τῆς Βουλῆς νὰ ᾖναι παρὸν τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα τῷ ἀπευθύνω ἐπερώτησίν τινα, ἥτις ἀφορᾷ τοὺς κειμένους νόμους. Ἀφορᾷ, κύριοι, τὸ Σύνταγμα ὑπὲρ τοῦ ὁποίου χείμαῤῥοι αἱμάτων ἐχύθησαν καὶ θυσία τοσαύτη ἔγεινε. Καὶ πρὸς τί; τί μᾶς παρουσιάζει ἡ συγκρότησις τοῦ ὑπουργείου; Ὑπουργὸν τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον, ὅστις εἶναι κεκηρυγμένος ἀναφανδὸν κατὰ τοῦ Συντάγματος. Ὁ Στρατηγὸς Καλλέργης εἶναι, ἂν θέλετε, κατὰ πάντα ἀξιότιμος στρατιωτικὸς καὶ δύνασθε νὰ ἔχητε πᾶσαν ὑπόληψιν εἰς αὐτόν. Ὁ ἀξιότιμος, λέγω, στρατηγὸς Κ. Καλλέργης ἀπεφάνθη πρὸ ἑνὸς ἔτους, ὅτι δὲν θέλει ἐπανέλθει εἰς τὴν Ἑλλάδα, οὔτε θέλει λάβει μέρος εἰς τὴν πολιτείαν ἐν ὅσῳ ὑφίσταται τὸ πολιτικὸν Σύνταγμα. Ἂν ὅμως τοῦτο καταλυθῇ ἢ τὸν μετακαλέσῃ ἡ Α. Μ. εἰς συναρωγήν της, τότε θὰ ἔλθῃ ὡς στρατιώτης νὰ προσφέρῃ τὴν ὑπηρεσίαν του καὶ τὴν στρατιωτικὴν τιμήν του. Καὶ ἠξεύρετε τὶ ἐστὶ στρατιωτικὴ τιμὴ ἐπὶ τοῦ προκειμένου; καὶ ἠξεύρετε τὶ ἐστὶ Καλλέργης; Ἀνὴρ κατὰ πάντα ἱππότης· ὅπου δώσῃ ὑπόσχεσιν, προσφέρει καὶ τὴν ἐσχάτην ῥανίδα τοῦ αἵματός του. Εἶπε λοιπὸν καὶ ἐξέφρασεν, ὅτι δὲν θέλει λάβει μέρος εἰς τὴν πολιτείαν ἐν ὅσῳ ὑφίσταται τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα καὶ δὲν θέλει ἔλθει εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἢ ὅταν ἡ Α. Μ. τὸν κράξῃ εἰς ἀρωγὴν περὶ καταργήσεως τοῦ Συντάγματος· νῦν δὲ τὶ βλέπομεν; τὸν στρατηγὸν Καλλέργην ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ μοὶ εἴπῃ τὸ ἔντιμον ὑπουργεῖον, ἐὰν οὗτος ἀνῄρεσε τὴν ἀρχήν του αὐτὴν· ἀλλὰ δὲν πιστεύω ποτὲ τὸ τοιοῦτον, καὶ ὅστις πιστεύει τὸ ἐναντίον ὑβρίζει τὸν στρατιωτικὸν χαρακτῆρα ἑνὸς διακεκριμένου στρατιώτου. Ἐπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ ἀντικειμένου, κύριοι, ὁ νῦν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργὸς ὀφείλει νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν. Ἐπιθυμῶ νὰ μᾶς διακοινώσῃ τὴν ἄρνησιν ἢ τὴν ἐμμονὴν τοῦ στρατηγοῦ Καλλέργη, ἵνα σχηματίσῃ καὶ ἡ Βουλὴ γνώμην καὶ πεποίθησιν ἐνταυτῷ, διότι ἄλλως, κύριοι, δὲν ἠξεύρω καὶ δὲν δύναμαι νὰ πεισθῶ ὅτι τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ ἱστάμεθα εἶναι ἀσφαλές· ὑποκαίεται κρατὴρ καὶ εἷς σπινθὴρ κατ’ ἐμὲ ἀπαιτεῖται διὰ νὰ φέρῃ τὴν ἔκρηξιν. Διὰ τοὺς λόγους λοιπὸν αὐτοὺς φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς ἄλλην συζήτησιν· ἀνάγκη νὰ προσέλθῃ αὐθωρεὶ τὸ ὑπουργεῖον καὶ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν λόγον.
§65ΑΧΟΛΟΣ. Δὲν ἐρωτᾷς ὅμως ἂν ὑπάρχῃ σπόρος εἰς τοὺς ζευγολάτας, ἀλλὰ λέγεις νὰ περιμένωμεν;
§66Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ, ὅπως προσκληθῇ ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις διατὶ εἰς τὸν σχηματισμὸν τοῦ ὑπουργείου προσέλαβε καὶ τὸν στρατηγὸν Καλλέργην· ὁ στρατηγὸς Καλλέργης, κύριοι, αὐτὸς ὁ ἔνδοξος στρατιωτικὸς τοῦ ἀγῶνος, ὅστις ὕψωσε πρῶτος τὴν σημαίαν τοῦ συνταγματισμοῦ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἄνευ τῆς συνδρομῆς τοῦ ὁποίου ἡ νὺξ τῆς 3. Σεπτεμβρίου δὲν ἤθελε στεφανωθῆ, δὲν εἶναι πρόσωπον, τὸ ὁποῖον νὰ παρέχῃ ὑπονοίας, ὅτι θέλει ἐνεργήσει κατὰ τοῦ Συντάγματος, ὅτι θέλει δηλαδὴ καταστρέψει τὸ ἔργον τῶν χειρῶν του.
§67ΠΟΛΛΟΙ. Ἔγραψεν, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ τὸ Σύνταγμα.
§68Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐξ αὐτοῦ μάλιστα τοῦ λόγου τοῦ προαγορεύσαντος, ὅστις πρὸς τοῖς ἄλλοις ἀνέφερεν, ὅτι ὁ στρατηγὸς Καλλέργης εἶναι σταθερὸς εἰς τοὺς λόγους του, λαμβάνω τὸ ἀκαταμάχητον ἐνδόσιμον νὰ εἴπω, ὅτι ὁ στρατηγὸς Καλλέργης ἅμα δώσῃ ἅπαξ τὸν λόγον του θὰ χύσῃ καὶ τὴν τελευταίαν ῥανίδα τοῦ αἵματός του πρὸς τήρησιν τῆς ὑποσχέσεώς του.
§69ΠΟΛΛΟΙ. Ἀλλ’ ἔγραψεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐν ὅσῳ ὑπάρχει τὸ Σύνταγμα.
§70Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἂν τυχὸν ἔγραψεν ἐπιστολὴν κατὰ τοῦ Συντάγματος δὲν γνωρίζω· ἐὰν ὅμως, ἐπαναλαμβάνω νὰ τὸ εἴπω, δώσῃ τὸν λόγον του, ἐὰν δηλ. δεχθῇ τὴν θέσιν καὶ δώσῃ τὸν ὅρκον ὡς ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐν τῷ Συντάγματι, πέπεισμαι, ὅτι θὰ φυλάξῃ ἀπαρεγκλίτως τὸν ὅρκον του. Ἐν ὅσῳ λοιπὸν, κύριοι, δὲν ἔχομεν τὴν ἄρνησίν του, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ στρατηγὸς Καλλέργης δεχόμενος τὴν θέσιν τοῦ ὑπουργοῦ καὶ ὁρκιζόμενος ὡς τοιοῦτος ἐν τῷ Συντάγματι θὰ φυλάξῃ τὸν ὅρκον του. Ἐπομένως συμπεραίνω, ὅτι ἐπειδὴ ὁ Βασιλεὺς κατὰ τὸ σύνταγμα εἶναι ἁρμόδιος νὰ διορίζῃ τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ κράτους ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ πρωθυπουργοῦ, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐξετάσωμεν ἐκ τῶν προτέρων τὸν σχηματισμὸν τοῦ ὑπουργείου. Ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον προβαῖνον ἤθελε παρουσιάσει ἔργα ἀνάξια τῶν προσδοκιῶν μας, καὶ ὕποπτα μάλιστα ὡς πρὸς τὴν ὕπαρξιν καὶ κραταίωσιν τοῦ συνταγματικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος, τότε δυνάμεθα νὰ τὸ ἐξελέγξωμεν, τότε, κύριοι, πρῶτος ἐγὼ θέλω τὸ κατηγορήσει· ἀλλὰ τὸ ζητεῖν ἐκ προοιμίων τὸν λόγον, διατὶ ὁ στρατηγὸς Καλλέργης συμπεριελήφθη εἰς τὸν σχηματισμὸν τοῦ ὑπουργείου, ἐνῶ ἔγραψε δῆθεν περὶ καταλύσεως τοῦ Συντάγματος, τοῦτο τὸ νομίζω ἄκαιρον, καὶ μὲ φαίνεται, ὅτι δὲν πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ προκαλέσωμεν συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος ἐπερωτήσεως καὶ δὲν βλέπω μάλιστα τὸν λόγον τοῦ κατεπείγοντος· τὸ ὑπουργεῖον συνεκροτήθη κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐρχώμεθα εἰς τοιαύτας ἐπερωτήσεις, ἐκτὸς ἂν τὸ ὑπουργεῖον, ὅπερ θέλει πληροφορηθῆ τὰ σήμερον ἐνταῦθα λεχθέντα, εὑρίσκῃ ἀναγκαῖον νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν· ἀλλὰ δι’ ἐπερωτήσεως καὶ τοσοῦτον κατεπειγόντως, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον, καὶ δὲν συμφέρει οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν, οὔτε εἰς τὴν πατρίδα νὰ γίνῃ τοῦτο.
§71ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι τοσοῦτον καταφανὲς, ὅτι ὁ Κ. Καλλέργης ἐκηρύχθη κατὰ τοῦ Συντάγματος, διότι καὶ ὁ πρώην πρωθυπουργὸς, μαθὼν τὸν διορισμόν του ὡς σταυλάρχου, ἠναγκάσθη νὰ δώσῃ τὴν παραίτησίν του, καὶ ἡ Α. Μ. ἀνεκάλεσεν αὐτόν. Διὸ καὶ προκαλῶ τὸν Κ. Κουμουνδοῦρον νὰ ἐξηγηθῇ, ἄλλως τὴν σιωπήν του θεωρῶ προδοσίαν.
§72ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠξεύρετε τί εἶναι ὁ λόγος; τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀληθές· δὲν συγχωρῶ εἰς τὸν Κ. Σακελλαριάδην νὰ μὲ ἐξηγῇ. Εἶπον ὅτι ἦτον ἀντισυνταγματικὴ ἡ ἔλευσις τοῦ Κυρίου Καλλέργη.
§73ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ τὸ λέγω καὶ σᾶς προκαλῶ, ὅτι τὸ εἴπατε.
§74ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἀντεστάθην, δὲν εἶναι καμμία δυσκολία.
§75Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸ Σύνταγμα δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ καταλύσῃ κανεὶς, καὶ οὐαὶ εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἤθελε διανοηθῆ περὶ καταργήσεως τοῦ Συντάγματος· θέλει καταλυθῆ πρῶτος αὐτός· διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ φοβώμεθα οὔτε πρέπει νὰ προσκαλῶμεν κατεπειγόντως τὸ ὑπουργεῖον νὰ δώσῃ λόγον. Ἠμπορεῖ τὸ ἴδιον νὰ πράξῃ τοῦτο αὔριον ἢ μεθαύριον, ἐὰν τέλος πάντων ἡ Βουλὴ τὸ κρίνῃ ἀναγκαῖον.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ αὔριον;
§77ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τίς ἔδωκε τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸν Κ. Δημητριάδην;
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι δικαίωμα καὶ ἑνὸς βουλευτοῦ.
§79ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἶναι ἀντισυνταγματικόν.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπερώτησις εἶναι δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ, ἀλλὰ περὶ τοῦ χρόνου νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ παραδέχεται, ὅτι αὔριον πρέπει νὰ γείνῃ λόγος περὶ τούτου.
§81Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ νὰ διαφιλονεικήσω τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως, λέγω μόνον ὅτι δὲν ὑπάρχει φόβος διὰ νὰ προβῶμεν τοσοῦτον κατεπειγόντως.
§82ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως 1865. Ἄρθρον 1. «Ὁ διὰ τὴν χρῆσιν 1864 προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων ἰσχύει καὶ διὰ τὴν χρῆσιν 1865 μὲ τὰς προσθαφαιρέσεις τὰς ὀνομαστὶ ἐνδιαλαμβανομένας εἰς τὰ ἐπισυνημμένα ἐξηγητικὰ φύλλα. Ἐπομένως τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους διὰ τὴν χρῆσιν 1865 ὑπολογίζονται εἰς δραχμὰς εἴκοσι ἑπτὰ ἑκατομμύρια πεντακοσίας πεντήκοντα ἐννέα χιλιάδας ὀκτακοσίας τριάκοντα τέσσαρας καὶ λεπτὰ ἑξήκοντα δύω, ἀριθ. 27,559,834:62, κατὰ τὰ εἰδικώτερον ἐνδιαλαμβανόμενα εἰς τοὺς προσηρτημένους ἐν τῷ παρόντι νόμῳ εἰδικοὺς καθ’ ὑπουργεῖον πίνακας καὶ ὑπὸ τὰ ἑξῆς γενικὰ κεφάλαια.
| Αʹ. Εἰς χρέος δημόσιον. | |||
| Χρέος ἐξωτερικὸν | δραχ. | 1,355,496: | |
| Χρέος ἐσωτερικὸν | » | 1,531,870: | |
| Συντάξεις | » | 2,070,176: | |
| 4,957,542: | |||
| Βʹ. Εἰς Β. χορηγίαν | 1,125,000: | 1,125,000: | |
| Γʹ. Εἰς ἀποζημ. Βουλῆς | 408,520: | 408,520: | |
| Δʹ. Εἰς τὴν Γενικὴν ὑπηρεσίαν. | |||
| Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν | 601,436: | ||
| » Δικαιοσύνης | 1,992,707: | ||
| » Ἐσωτερικῶν | 5,283,881: | ||
| » Ἐκκλησιαστικῶν | 1,544,746: | ||
| » Στρατιωτικῶν | 6,239,550: | ||
| » Ναυτικῶν | 1,646,985: | ||
| » Οἰκονομικῶν | 1,218,940 | ||
| 18,528,245: | |||
| Εʹ. Εἰς ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας | 1,984,527:62 | ||
| Ϛʹ. Εἰς διαφόρους πληρωμὰς | 556,000: | ||
| Τὸ ὅλον δραχ. | 27,559,834:62 |
§84ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἔπρεπε νὰ διορισθῇ μία ἐπιτροπὴ ὅπως παρατηρήσῃ τοὺς ἀριθμούς.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐργασία τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς.
§86ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὑπάρχει διάταξις νὰ τὸ ἐπεξεργασθῇ μία ἐπιτροπή.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν· οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Σακελλαριάδου νὰ ἀποσταλῶσι τὰ ἀποτελέσματα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ᾖναι ἀληθεῖς οἱ ἀριθμοί, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι)· ἀπεῤῥίφθη. «Ἄρθρ. 2. Ἐὰν αἱ διὰ τοῦ παρόντος Νόμου χορηγούμεναι πιστώσεις ἄνευ ἐπεκτάσεως τῆς ὑπηρεσίας δὲν ἐξαρκέσωσι πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων, ἐπιτρέπεται ἵνα ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς χορηγηθῶσι διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἑξῆς ἀριθμῶν τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τοῦ ὑπουργείου. Αʹ. Τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Διὰ διατροφὴν ὑποδίκων. Δι’ ἀποζημιώσεις συνέδρων. Δι’ ἀποζημιώσεις μαρτύρων. Δι’ ἔξοδα μεταφορᾶς ὑποδίκων. Βʹ. Τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Διὰ γενικὰ μέτρα ἀσφαλείας. Διὰ τὴν διατήρησιν τῶν καταδίκων. Δι’ ἀπόδοσιν διεθνῶν ταχυδρομ. δικαιωμάτων. Δι’ ὁμοίαν διεθνῶν τηλεγραφικῶν δικαιωμάτων. Γʹ. Τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ ποσοστὰ ἐν γένει. Διὰ ποσοστὰ φόρων ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν. Δι’ ἀποδοχὰς χαρτοσήμου καὶ γραμματοσήμου. Δι’ ἔξοδα ἐξορύξεως καὶ μεταφορᾶς ὀρυκτῶν. Δι’ ἔξοδα καλλιεργ. ἁλυκῶν καὶ μεταφορᾶς ἁλάτων. Δι’ ἐπιστροφὰς χρημάτων.» Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§88ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι;
§89ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐγὼ ἔχω ἀντίῤῥησιν· τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀνατρέπει ἐκ θεμελίων τὸν προϋπολογισμόν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἤδη πρόκειται περὶ τετελεσμένου πράγματος, τὸ ἄρθρον τοῦτο τὴν σήμερον εἶναι ὅλως ἀσήμαντον. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ γίνῃ οὐδεμία μνεία, ἀλλ’ ὤφειλον νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος, καὶ τότε αὐτὸ τὸ ἄρθρον θὰ συζητηθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἦτο καλὸν νὰ μὴ τὸ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ ἄνευ οὐδεμιᾶς παρατηρήσεως.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ παρατήρησις ἀφορᾷ τὸ 66· ἑπομένως ἡ Βουλὴ παραδέχεται καὶ τὸ δεύτερον ἄρθρον. Μεταβαίνομεν εἰς ἕτερον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§91ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κ. Πρόεδρε, ὁ φορολογικὸς νόμος μοὶ φαίνεται δὲν ἐψηφίσθη.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται νὰ ἐπικυρωθῇ τὸ Βασ. Διάταγμα.
§93ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ διάταγμα διῄρεσεν εἰς δύω τὸν φορολογικὸν νόμον· ἐπιβάλλει φορολογίαν εἰς τὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθῶσι μέχρι τῆς συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς, τὰ ἐπίλοιπα μένουν νὰ ψηφισθῶσι.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον. Συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπεκτάσεως διαφόρων δημωφελῶν ἔργων ἐν Πύργῳ.
§95ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριοι, εἰς τὸν δῆμον τῶν Λετρίνων διὰ νὰ κάμουν οἱ κάτοικοι ἕνα λιμένα ἐνέκριναν νὰ φορολογηθοῦν 4% ἀπὸ ὅλα τὰ πράγματά των, ὅσα ἐξάγουν, σταφίδα, κρασιὰ, κλπ. Τοῦτο ἔγεινεν εἰς τὰ 1850. Ἐνεκρίθη ἀπὸ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον, ἔγεινε νόμος ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἔκτοτε συνάζονται αὐτὰ τὰ χρήματα καὶ χρησιμεύουν διὰ τὸν λιμένα. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ νόμος λέγει, ὅσα εἴδη πληρόνουν 4%, νὰ μὴ πληρόνουν τίποτε πρὸς ὄφελος τοῦ δημοτικοῦ ταμείου. Τώρα λοιπὸν, ἐπειδὴ ὁ λιμὴν ἐπροχώρησε πολὺ καὶ ὁ νόμος λέγει, ἕως εἰς τὸ 1880 εἶναι ἐπιτετραμμένος αὐτὸς ὁ νόμος, ἐθεώρησε τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ἀναγκαῖον νὰ γίνῃ κάποιος καλλωπισμὸς τῆς πόλεως· ἔχει ἀνάγκην ὑδραγωγείου, στρατῶνος τῆς χωροφυλακῆς, σχολείου καὶ καταστήματος δημοτικοῦ. Παρεκάλεσαν λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον ἀπὸ τὰ συναζόμενα δι’ ἔξοδα τοῦ λιμένος, τὰ ὁποῖα φθάνουν σχεδὸν εἰς 100,000 δραχ. ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ τέταρτον διὰ νὰ ἐξοδεύεται εἰς αὐτὰς ῥητῶς τὰς δημοτικὰς ἀνάγκας. Αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ Νόμου, διότι ὁ δῆμος στερεῖ ὅλους τῶν πάντων, διὰ νὰ κάμῃ λιμένα.
§96ΑΧΟΛΟΣ. Ὁ συνάδελφός μου Κ. Κρεστενίτης ἀρκετὰ ἀνέπτυξε τὸ περιστατικόν. Σᾶς λέγω λοιπὸν καὶ ἐγὼ ὡς φρέσκος ἐκ τῆς ἐπαρχίας, ὅτι ὁ λιμὴν σχεδὸν εἶναι τελειωμένος, ὁ λιμὴν πιάνει 100,000 δραχ. κατ’ ἔτος καὶ περισσεύουν, διότι δὲν συγχωρεῖ ὁ ἀέρας νὰ δουλεύουν πάντοτε· πιάνει μαΐστρος καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ τίποτε· ὥστε μένει κεφάλαιον 200,000 δρ., τὰς ὁποίας ἔχει ἡ κυβέρνησις καὶ δὲν ἠξεύρομεν ἂν δὲν μᾶς τὰς φάγῃ. Ἐστοχάσθημεν λοιπὸν διὰ νὰ περιποιηθῶμεν τὸν τόπον, ὁ ὁποῖος ἐσχεδιάσθη ἀπὸ τὸν Κ. Μανιατάκην, καὶ τὸν ἐπληρόναμεν 500 δρ. τὸν μῆνα καὶ μένουν κρημνισμένα σπήτια καὶ λάσπαις, ὁποῦ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ περάσωμεν. Συνήλθαμεν λοιπὸν ὅλοι οἱ κάτοικοι καὶ ἀπεφασίσαμεν νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ συγχωρήσῃ, ὥστε τὸ τέταρτον νὰ ἐξοδεύεται εἰς σπήτια, εἰς καζάρμα, εἰς δημοτικὸν σχολεῖον, νὰ φέρωμεν νερὸν, καὶ τέλος ἡ θέλησις τοῦ δήμου ὁλοκλήρου εἶναι αὐτὴ καὶ κάμετε ὅ,τι θέλετε θὰ τὰ κάμωμεν μὲ τὸν παρᾶ μας.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῆς ἀρχῆς.
§98ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ συμβούλιον. Ἑτέρα πρότασις νόμου περὶ συνοικισμοῦ τῆς κωμοπόλεως Κυλλήνης.
§100ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ τὸ ὑπουργεῖον μόλις διωρίσθη, εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν· θὰ παρακαλέσω τὸ προεδρεῖον νὰ στείλῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἕνα κατάλογον περιέχοντα ὅλα αὐτὰ τὰ νομοσχέδια. Εἶναι ἀνάγκη τὸ ὑπουργεῖον νὰ τὰ μελετήσῃ καὶ νὰ ἴδῃ ποῖα ἐξ αὐτῶν θὰ ὑποστηρίξῃ καὶ ποῖα θὰ θελήσῃ ν’ ἀποσύρῃ. Διὰ τοῦτο νομίζω καλὸν καὶ τακτικὸν ν’ ἀποσυρθοῦν ὅλα τὰ νομοσχέδια καὶ νὰ μᾶς σταλῇ ὁ κατάλογος.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐννοεῖται τὰ νομοσχέδια, τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου.
§102ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Βεβαιότατα.
§103ΚΑΪΡΗΣ. Ὑπάρχει μία πρότασις περὶ συνοικισμοῦ· αὐτῆς νὰ παραδεχθῇ ἡ ἀρχή.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ σειρὰν ἔρχονται. Τέταρτον ἀντικείμενον· πρότασις νόμου περὶ καταμετρήσεως τῆς χωρητικότητος τῶν Ἑλληνικῶν πλοίων. Ἡ ἀρχὴ παρεδέχθη, ἐστάλη εἰς τὸ συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐβράδυνε ν’ ἀπαντήσῃ καὶ ἐζήτησε προθεσμίαν, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ δὲν ἐχορήγησεν· ἑπομένως δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν.
§105ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ φέρῃ ἔκθεσιν.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προτείνετε τὴν ἀναβολήν;
§107ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πέμπτον ἀντικείμενον· πρότασις περὶ χαρακτηρισμοῦ τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ κεντρικῶν ὁδῶν ὡς ἐθνικῶν, ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Κ. Κωσταντᾶ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῆς ἀρχῆς;
§109ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ σταλῇ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Πρότασις περὶ διαλύσεως τῶν ἀγροτικῶν σχέσεων· πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς.
§111ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἐπεθυμούσαμεν νὰ μάθωμεν εἰς ποίαν ἀρχὴν στηρίζονται οἱ προτείναντες τοῦτο τὸ νομοσχέδιον, διότι πρό τινων ἡμερῶν ἐπρότεινα ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον στηρίζεται εἰς ἄλλην ἀρχήν.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ ἀναφέρονται εἰς τὰ καθέκαστα· κατὰ τῆς ἀρχῆς ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§113ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ συμβούλιον. Πρότασις περὶ καταργήσεως τοῦ κατὰ τὸ 1833 διατάγματος περὶ ἀπαγορεύσεως εἰς τοὺς ἰδιώτας καὶ τὰς κοινότητας τῶν κατὰ τοῦ δημοσίου ἀγωγῶν κλπ, ὑπὸ τοῦ Κ. Θεοχάρη· πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς.
§115ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Προεισαγωγικῶς, κύριοι, ἐπιφέρω μικράς τινας παρατηρήσεις περὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν πρὸ πολλῶν ἡμερῶν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐνθυμεῖσθε μίαν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἔγεινεν ἐκ μέρους τοῦ βουλευτοῦ Τροιζηνίας, νομίζω, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Βουλευτὴς οὗτος ἐζήτησεν, ὥστε νὰ μὴ θεωρηθῶσιν ὡς κῦρος ἔχουσαι αἱ ἐπὶ δημοπρασίας γενόμεναι ἀγοραὶ κτημάτων ἐθνικῶν κατὰ τὰ 1826, ὑπὸ πλουσίων τινῶν ἰδιωτῶν, τοὺς ὁποίους τότε ἐθεώρει τὸ ἔθνος ὡς τραπεζίτας του εἰς ὅλας του τὰς ἀνάγκας, καὶ ἡ κυβέρνησις τοῦ Κ. Κουμουνδούρου εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι αἱ δημοπρασίαι αὗται ἠκυρώθησαν παρὰ τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1827, οὐχ ἧττον ὅμως θέλει παρατηρήσει, ἐὰν τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου δὲν παρεγράφη, καὶ θέλει διατάξει τὴν εἰς δίκην εἰσαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν· καὶ νομίζω ὅτι διέταξε τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους νὰ κάμουν ἀγωγὰς ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου κατὰ τῶν ἰδιοκτητῶν, μολονότι ὑπὲρ τὰ 39 ἔτη ἔχουν κατοχὴν καὶ κυριότητα οἱ ἀγοράσαντες τὰ κτήματα αὐτά. Κύριοι, ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι τὸ δίκαιον ἀπονέμεται δι’ ἑνὸς καὶ μόνου μέτρου, δὲν πρέπει κατὰ συνέπειαν νὰ ὑπάρχῃ κἀνὲν κώλυμα εἰς τοὺς ἰδιώτας νὰ κάμουν ἀγωγὰς κατὰ τοῦ δημοσίου δι’ ἀπαιτήσεις, ἃς ἔχουν κατ’ αὐτοῦ· διὰ τὴν αἰτίαν ταύτην ὅθεν εἰσήγαγον τὴν παροῦσαν πρότασιν, δι’ ἧς ἀπαιτῶ νὰ καταργηθῇ τὸ διάταγμα ἐκεῖνο τοῦ 1833, τὸ ὁποῖον εἶναι Ἀλγερινικὸν διάταγμα, διὰ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα καὶ ὁ ἰδιώτης νὰ κάμῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ δημοσίου διὰ τὰς ἀπαιτήσεις του. Κύριοι, τὸ διάταγμα αὐτὸ εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐξ αἰτίας τῶν περιστάσεων ἠναγκάσθη ἡ τότε Κυβέρνησις τοῦ Ὄθωνος νὰ ἐκδώσῃ, διότι πολλαὶ ἀπαιτήσεις εἰσέῤῥευσαν κατὰ τοῦ δημοσίου καὶ δὲν εἶχε τὴν δύναμιν τὸ δημόσιον ν’ ἀνθέξῃ εἰς τὴν πληθὺν ταύτην τῶν ἀπαιτήσεων· ὑπῆρχεν ὅμως ἡ ἰδέα, ὅτι θὰ εἶχε μίαν προθεσμίαν, μεχρισοῦ τοῦ δημοσίου ἤθελε καλλιτερεύσει ἡ τύχη· ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐκδόσεώς του μέχρι σήμερον παρῆλθον 33 ἔτη, τὸ δημόσιον πωλεῖ τὰ φθαρτά του κτήματα, διαθέτει δημοσίας γαίας καὶ τόσα ἄλλα ἀκόμη δύναται νὰ διαθέσῃ. Διὰ τοῦτο εἰσήγαγον τὴν πρότασιν αὐτὴν, διότι τὴν νομίζω δικαίαν, καὶ διότι δὲν πρέπει νὰ ὑφίσταται ἓν διάταγμα τοσοῦτον ἄδικον, ὅπερ εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου δὲν ὑπάρχει.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ὡς πρὸς τὴν ἀρχήν;
§117ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν γνώμην ἔχει ἡ Κυβέρνησις; Ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος· οἱ ἔχοντες λαμβάνειν παρὰ τοῦ δημοσίου πρὸ τοῦ 33 εἶναι πολλοὶ καὶ πρόκειται περὶ πολλῶν ἑκατομμυρίων.
§118ΔΡΟΣΟΣ (ὑπουρ. οἰκονομ.). Ἠκούσαμεν, Κύριοι, ὅτι διετάχθη ἀγωγὴ κατά τινων, οἱ ὁποῖοι ἠγόρασαν ἐθνικὰ κτήματα ἐπὶ τῆς ἐπαναστάσεως. Γνωρίζω, ὅτι παρεχωρήθησαν τῳόντι εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὐτὴν τῆς Τροιζηνίας ἐθνικὰ κτήματα ἐναντίον τῆς ἀδείας, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις τότε εἶχεν, ἐναντίον τῶν ἀποφάσεων τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως. Ἡ παραχώρησις ὅμως αὕτη ἔγεινεν εἰς πολλὰ κρισίμους περιστάσεις. Οἱ ἀγορασταὶ κατέβαλον τὰ χρήματα ταῦτα, καὶ αὐτὰ ἐχρησίμευσαν ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τοῦ Μεσολογγίου. Γνωρίζετε, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἔμεινεν ἐκκρεμής· οὐδεμία Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ κινηθῇ ἐναντίον αὐτῆς τῆς παραχωρήσεως. Ἤκουσα τώρα, ὅτι ἐδόθη ἡ ἄδεια νὰ γίνῃ ἀγωγὴ κατὰ τῶν κατόχων, ἀλλὰ δὲν τὸ γνωρίζω. Βλέπω ἤδη ἄλλην πρότασιν, ἡ ὁποία εἶναι πολλὰ σπουδαία. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ δώσῃ κἀμμίαν γνώμην, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ διὰ νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις.
§119ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ν’ ἀναβάλῃ τότε καὶ τὴν ἀγωγὴν τοῦ δημοσίου κατὰ τῶν ἰδιωτῶν.
§120ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κ. πρόεδρε! Ἐκτὸς τῆς συζητήσεως τῆς ἐπερωτήσεως καὶ ἄλλοθεν ὑπῆρχον καὶ αἰτήσεις καὶ παράπονα καὶ ἐκθέσεις, ὅτι μεγάλης ἀξίας κτήματα παρεχωρήθησαν παρανόμως εἴς τινας πολίτας, ὅτι τὸ δημόσιον μεγάλην ἐκ τούτου ζημίαν ὑποφέρει, καὶ ὅτι πρέπει νὰ διεκδικήσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὰ δικαιώματά του, διότι ἡ ὑπόθεσις δύναται νὰ παραγραφῇ. Κύριοι! Οἱ δικηγόροι ἐν συμβουλίῳ ἅπαντες εἶπον, ὅτι τὸ δημόσιον ἔχει δίκαιον· καὶ τῳόντι ἐπλησίασεν ὁ καιρὸς, καθ’ ὃν παρέρχεται τὸ 40 ἔτος, καὶ παραγράφεται τὸ πρᾶγμα. Ἔσπευσα ἕνεκα τούτου νὰ παραγγείλω νὰ κινηθῇ ἀγωγὴ, νὰ ἐξασφαλισθῶσιν οὕτω τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου, καὶ κατόπιν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ δίκη ἢ νὰ ἀνακληθῇ. Ἡ ὑπόθεσις τώρα εἶναι εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, δηλ. ὁ ἁρμόδιος οἰκονομικὸς ἔφορος Ναυπλίας διετάχθη νὰ συλλέξῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας καὶ νὰ κινήσῃ ἀγωγὴν ἐντός τοῦ Νοεμβρίου. Ἡ Κυβέρνησις τώρα ἂς κάμῃ, ὅ,τι νομίζει ἀναγκαῖον καὶ δίκαιον.
§121ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος, εἶπεν εἷς τῶν προαγορευσάντων, πρόκειται περὶ πολλῶν ἑκατομμυρίων· ἴσα ἴσα διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἀνεχθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ὑφίσταται ἓν διάταγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ μεγαλειτέρα ὕβρις πρὸς τὴν δικαιοσύνην.
§122ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κ. πρόεδρε! ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας μου νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι μόνον αἱ κατὰ τοῦ δημοσίου ἀπαιτήσεις, αἵτινες προεκάλεσαν αὐτὸ τὸ διάταγμα. Οἱ προεστῶτες κατὰ τὸν καιρὸν τῆς Τουρκοκρατίας ἐδανείζοντο καὶ ἐπλήρονον τὰ χρέη τῶν ἐπαρχιῶν, ἀλλ’ ἐδανείζοντο εἰς λογαριασμὸν τῶν κοινοτήτων ἕως ἕνα καιρὸν, ὅτε ἤρχισαν πλέον οἱ δανεισταὶ νὰ μὴ λαμβάνουν πλέον τὰ χρήματά των, διότι ἦτο δύσκολος ἡ συνεννόησις. Ὑπεχρέωσαν λοιπὸν τοὺς προεστῶτας καὶ ἐπλήρονον δι’ ἴδιον λογαριασμὸν, ἐνῷ ἐπλήρονον χρέη ἀναγόμενα εἰς τὰς ἐπαρχίας. Λοιπὸν τί ἐστοχάσθηκαν τότε; Ἅμα οἱ δανεισταὶ εἰσῆξαν εἰς δίκην τοὺς προεστῶτας, αὐτοὶ ἤθελον εἰσάξει εἰς δίκην ὅλα τὰ πλήθη αὐτὰ τῶν κατοίκων, τὰ ὁποῖα ἦσαν συνυποχρεωμένα, ὥστε ὁ Κυβερνήτης εἶδεν, ὅτι αὐτὸ ἤθελε φέρει ἕνα κυκεῶνα ἀδιέξοδον. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ πρᾶγμα εἶναι σπουδαιότατον· δὲν ἐννοῶ, ὅτι πρέπει νὰ τὸ ἀποῤῥίψωμεν, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀναβληθῇ δύω ἢ τρεῖς ἡμέρας.
§123ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1833 προτείνει τὴν κατάργησιν καὶ εἶναι πολλὰ ὀρθὸς καὶ νόμιμος, ἀπορῶ δὲ πῶς μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ Συντάγματος αὐτὸς ὁ νόμος δύναται νὰ ἔχῃ ὑπόστασιν. Αἱ Κοινότητες πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως ἦτο μία τοπικὴ Κυβέρνησις· εἶχε πολλὰ δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἡ κοινωτικὴ ἀρχὴ, ἡ ὁποία ἦτον ὑπερτάτη, διότι αὐτοδιοίκητοι οὖσαι αἱ πόλεις δὲν ἐδιοικοῦντο ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν Ὀθωμανικήν· διότι αὕτη μόνον εἰς τὰ περὶ τῆς ἀσφαλείας καὶ τὰ περὶ τῆς φορολογίας ἠσχολεῖτο· κατὰ τὰ ἐσωτερικὰ ὅμως αἱ ἐπαρχίαι ἦσαν αὐτοδιοίκητοι, αὐτόνομοι, εἶχον ἀρχὴν τὰς δημογεροντίας, αἵτινες εἶχον τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐπιβάλλουν φόρους, νὰ συνάζουν καὶ νὰ οἰκονομοῦν ὅλα τὰ ἔξοδα, διότι ἑκάστη ἐπαρχία ἀπετέλει μικρὰν πολιτείαν. Τοιαύτην λοιπὸν ἁρμοδιότητα εἶχον αἱ τότε διοικήσεις τῶν ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι ἦτο καθ’ ἑαυτὰς ἀνεξάρτητοι διοικήσεις, καθὼς καὶ οὕτω ἀπαντῶμεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Εἶχε ταμεῖον ἑκάστη Κοινότης, κατέβαλε χρήματα ἐπὶ τόκῳ, ἡ χήρα, τὰ ὀρφανά· ὁ ἄνθρωπος, ὅστις ἄλλως πως δὲν δύνατο νὰ διαθέσῃ τὰ χρήματά του, τὰ ἔδιδεν ἐμπιστευτικῶς εἰς τὴν Κοινότητα. Ἦλθε νόμος τότε καὶ τί ἔλεγε; Ὅσοι ἐδανείσατε εἰς ἐκείνην τὴν πολιτείαν τότε, τὴν ὁποίαν τώρα ἀπεῤῥόφησα εἰς τὴν διοίκησίν μου, καὶ ἐπῆρα ὅλα τὰ δικαιώματα, λέγει, ὅτι δὲν ἔχετε τὴν ἄδειαν· καὶ τοῦτο ἀπεφασίσθη τότε, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἀρχὴ καὶ ἀποκατάστασις, ἐγένετο ἐπὶ Κυβερνήτου· ἐπῆλθεν ἕτερος νόμος, μεταβαλὼν τὰς διοικήσεις, καὶ τί λέγει; Ἔχεις 50,000 δραχμὰς νὰ λάβῃς; ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ ἐνάξῃς. Τὰ δικαστήρια δὲν εἶναι ἄδικα, διότι, ἂν ᾖναι ἄδικα, διατί ἐμπιστευόμεθα εἰς αὐτὰ νὰ δικάζουν περὶ τῆς τιμῆς, τῆς ζωῆς καὶ τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν; ἂν ᾖναι δίκαια, διατί νὰ μὴ παρίστανται ἐνώπιόν των; Δὲν ἔχομεν ν’ ἀναβάλωμεν τίποτε, δὲν πρόκειται ἐδῶ περὶ φιλοσοφίας· τὰ δικαστήρια δικάζοντα ἐν γένει καὶ τοὺς ἰδιώτας καὶ τὸ δημόσιον, δύνανται νὰ ἐπιφέρωσι διόρθωσιν. Διατί τὰ φοβεῖσθε; διατί νὰ μὴν ὑπάγουν εἰς τὰ δικαστήρια ὅσοι ἔχουν νὰ λάβουν χρήματα; διατί νὰ τοὺς ἀφήσωμεν νὰ στερῶνται τόσον χρόνον τὴν ἀπολαβήν; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τῆς προτάσεώς μου ταύτης δικαιότατον πρᾶγμα δὲν ὑπάρχει.
§124Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ τις κατ’ οὐσίαν τὸ δίκαιον, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει τὴν ἀκύρωσιν τοῦ Διατάγματος ἐκείνου, διότι πᾶς ὅστις ἤθελε πληρώσει τὴν περιουσίαν του ἢ μέρος αὐτῆς πρὸς τὸ συμφέρον τὸ κοινὸν τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι διόλου συζητήσιμον, ὅτι πρέπει ν’ ἀποζημιωθῇ διὰ τὴν προσφορὰν ἣν ἔκαμε· πλὴν θέλω παρατηρήσει πρὸς ὑμᾶς, ὅτι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο δύναται νὰ λάβῃ μεγάλας διαστάσεις καὶ δύναται νὰ ἀνάψῃ τόσας ἀπαιτήσεις, ὅσας δὲν δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν, ἂν καὶ αἱ ἀπαιτήσεις αὗται εἶναι νόμιμοι καὶ δίκαιαι. Τὸ διάταγμα τοῦ 33 δὲν κατήργησε τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὅστις προσέφερε βοηθείας πρὸς τὸ δημόσιον, ὅπως λάβῃ ἀποζημιώσεις, ἀλλὰ μόνον ἀνέστειλε τὰς ἀπαιτήσεις αὐτάς· πλὴν, Κύριοι, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ συζητηθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νὰ συζητηθῇ ὅμως ἀφοῦ προηγουμένως βασανισθῇ ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ὅπως ἄλλως κρίνει ἡ Βουλὴ δι’ ἐπιτροπῆς, καὶ ἔλθῃ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς μὲ ὅλας τὰς διαστάσεις, μὲ ὅλας αὐτοῦ τὰς λεπτομερείας, εἰς τρόπον ὥστε ἡ ψῆφος ἡμῶν νὰ ᾖναι σύμφωνος μὲ τὴν πεποίθησιν, ἡ ὁποία δὲν σχηματίζεται ποτε ὀρθὴ, παρ’ ὅταν ἐκπηγάζῃ ἀπὸ τὴν ἀκριβῆ γνῶσιν τῶν πραγμάτων. Νομίζω, ὅτι προηγουμένως πρὶν ἡ Βουλὴ ἐκφέρει ψῆφον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς διαστάσεις, ὅσας προεῖπον, τῶν ὁποίων τὴν θύραν πρόκειται σήμερον νὰ ἐγγίξωμεν. Ἓν μόνον σᾶς παρατηρῶ καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι πολλάκις ὑπάρχουν μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα διαφεύγουν τὴν κοινὴν περιέργειαν, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα εἶναι μέγιστα. Ὅτε ὁ Βασιλεὺς Ὄθων ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ διέλυσε τὰ ἄτακτα ἐλαφρὰ στρατεύματα, ἐξέδωκεν ἓν διάταγμα διαλύσεως, διὰ τοῦ ὁποίου ἔλεγε, τὰ ἐλαφρὰ στρατεύματα διαλύονται καὶ ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ τούτου τίθενται εἰς ἀργίαν προσωρινῶς. Κανὲν ἕτερον διάταγμα δὲν ἀνήρεσε τὸ διάταγμα τοῦ 1833. Ἂν λοιπὸν ἀνακινήσητε τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, θέλετε ἀμέσως εὕρει ἐνώπιόν σας πλέον τῶν 3 ἑκατομμυρίων δραχμῶν.
§125ΝΟΤΑΡΑΣ. Ὅσοι ἔχουν δικαιώματα διατί νὰ μὴ τὰ λάβουν;
§126Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶμαι ἐναντίος, Κύριε Νοταρᾶ. Λέγω, ὅτι τόσον τὰ κοινοτικὰ δικαιώματα, καθὼς καὶ ἄλλα ἕτερα νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν· δὲν εἶμαι κατ’ οὐσίαν ἐναντίος, πρέπει τὸ ἔθνος νὰ λύσῃ ἅπαξ διὰ παντὸς αὐτὰ τὰ ζητήματα. Ἐπιθυμῶ ὅμως καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ θελήσῃ εἴτε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιφορτίσῃ, εἴτε ἐπιτροπὴν εἰδικὴν νὰ σχηματίσῃ, καὶ νὰ φέρῃ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα αὐτὸ, μὲ ὅλας τὰς διαστάσεις, ἵνα ἴδωμεν ἐν γνώσει, τί χρεωστεῖται, τί δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν καὶ πῶς θὰ τὰ πληρώσωμεν· διότι ἄνευ τούτου δὲν ἐννοῶ νὰ φέρωμεν οὐδεμίαν λύσιν, καὶ φρονῶ, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ πρέπει νὰ λυθῇ.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται ἡ ἀναβολὴ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας.
§128ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ζητῇ ἀναβολὴν μόνον τριῶν ἡμερῶν, καλῶς, διότι ἡ ἀναβολὴ δὲν πρέπει νὰ παραταθῇ περισσότερον.
§129ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Μέχρι τῆς Δευτέρας.
§130ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ζήτημα τοῦτο ἀναβάλλεται μέχρι τῆς Δευτέρας. Ὄγδοον ἀντικείμενον· νόμος περὶ ἀναπληρώσεως τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ περὶ συντάξεως νόμου ἐν Ἑπτανήσῳ. (Ἀναγινώσκεται.)
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ὡς πρὸς τὴν παραδοχὴν τῆς ἀρχῆς;
§133ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου λοιπὸν ἐγένετο παραδεκτή· θέλει σταλῆ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἕτερον ἀντικείμενον. Πρότασις νόμου περὶ συνοικισμοῦ κατὰ τὴν θέσιν Μῆτρος τοῦ δήμου Λαρύμνης.
§135ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπομεν, ὅτι ὅλαι αἱ προτάσεις περὶ συνοικισμῶν θὰ συγχωνευθῶσιν εἰς μίαν· ἡ ἐπιτροπὴ τοῦτο ἐγνωμοδότησεν, ἥτις θὰ συντάξῃ πρότασιν δυναμένην νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς πάντα συνοικισμόν· παρακαλῶ νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ ἐκείνη τοῦ νόμου, καὶ νὰ μείνουν ὅλαι αἱ προτάσεις κατὰ μέρος.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται λοιπὸν εἰς τὴν γενικὴν ἀρχήν. Ἑτέρα πρότασις· περὶ ἐπιβολῆς φόρου πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς κατασκευῆς τῆς προκυμαίας ἁγίας Εὐφημίας.
§137ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν νὰ ὑπαχθῇ.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑτέρα πρότασις· περὶ παρουσιάσεως τῶν διαδίκων· πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς.
§139Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἐναντιόνομαι εἰς ὅλα. Κατὰ τὴν ἰδέαν μου, καμμία πρότασις ἡ ὁποία ἀποβλέπει μεταβολὴν, ἀλλαγὴν, προσθήκην, ἀφαίρεσιν εἰς τοὺς Ἰονίους Κώδηκας, δὲν πρέπει νὰ συζητηθῇ· ἔχομεν, Κύριοι, νὰ συζητήσωμεν τὴν ἄμεσον ἀφομοίωσιν. Δὲν θέλω κομμάτια ἀπὸ τὸ ἓν, κομμάτια ἀπὸ τὸ ἄλλο· ποῦ θὰ βγοῦμεν οὕτω πως; Μᾶς παρουσιάζουν νὰ ἀφαιρέσωμεν ἓν κομμάτι ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν Κώδηκα, καὶ ἠξεύρουν οἱ Ἰόνιοι τί λέγει αὐτὸ τὸ κομμάτι; Δὲν παραδέχομαι, Κύριοι, κομμάτι οὔτε ἀπὸ τὴν μίαν νομοθεσίαν οὔτε ἀπὸ τὴν ἄλλην· ἀποκρούω τὴν ἀρχὴν αὐτὴν, διότι ἄλλως θὰ παρουσιασθῶμεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὡς ἤλθομεν.
§140Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τοιαύτην ἰδέαν δὲν ἐπερίμενα εἰμὴ ἀπὸ τὸν προλαλήσαντα Κ. Βουλευτὴν τῆς Κερκύρας, διότι βεβαίως οὐδεὶς ἄλλος ἐξ ὅλων τῶν βουλευτῶν δύναται νὰ διϊσχυρισθῇ ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἐξ ἐφόδου μία ἀφομοίωσις, τὴν ὁποίαν ἀποδοκιμάζει ἡ λογικὴ, ἡ ἠθικὴ καὶ τὸ συμφέρον ὅλης τῆς Ἑλλάδος· ἢ ἄλλως πρέπει οἱ ἄνθρωποι νὰ μένωσιν εἰς τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν· εἰς τὴν ὁποίαν τοὺς θέλει ὁ προλαλήσας Κύριος Ζερβός· Ἡ Ζερβοϊδέα αὐτοῦ εἶναι ὅτι οἱ πολῖται τῆς ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδος μεταβαίνοντες εἰς τὴν Ἑπτάνησον πρέπει νὰ θεωρῶνται δικαστικῶς ἀπηγορευμένοι, διότι τοῦτο εἶναι ἡ οὐσία τῆς ἰδέας του. Ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τῆς ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδος δύνανται οἱ πολῖται νὰ παρίστανται αὐτοπροσώπως, καθὼς καὶ διὰ δικηγόρου, νὰ ὑπερασπίζωνται τὰ δικαιώματά των. Τὸ ὑπαγορεύει καὶ ὁ λόγος καὶ ὁ νόμος· ὁ διάδικος, ἔχων συμφέρον, αὐτὸς μόνον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ δικαιώματά του καὶ μόνον πρὸς τὸ συμφέρον τῶν διαδίκων ἐπιτρέπεται νὰ διορίσωσιν ἕνα ἐντολοδόχον ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου. Τί ἀκολουθεῖ ἐν Ἑπτανήσῳ; Ὅλοι οἱ πολῖται τῆς Ἑπτανήσου, τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, εἶναι δικαστικῶς ἀπηγορευμένοι, δὲν δύνανται νὰ παρουσιασθῶσιν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων οὔτε αὐτοπροσώπως οὔτε διὰ τῆς ὑπογραφῆς των, καὶ ἐνῷ αὐτοὶ οἱ διάδικοι οἱ ἔχοντες συμφέρον, οἱ καθ’ ὅλους τοὺς νόμους τοῦ κόσμου δυνάμενοι νὰ διορίσουν κἂν ἐντολοδόχον ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων εἴτε δικηγόρον, αὐτοὶ μόνοι στεροῦνται τοῦ δικαιώματος νὰ παρουσιασθῶσιν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἀλλ’ εἶναι ὑποχρεωμένοι κατὰ τοὺς νόμους τῆς ξενοκρατείας νὰ διορίσουν ἄλλους, καὶ αὐτοὶ δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ παρουσιασθοῦν οὔτε νὰ ὑπογράφουν οὔτε νὰ ἀγορεύωσιν. Οἱ πολῖται τῆς ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδος μεταβαίνοντες εἰς τὴν Ἑπτάνησον, εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκονται; εἰς τὴν θέσιν τῶν δικαστικῶς ἀπηγορευμένων· εἶναι ἀνάγκη πᾶσα νὰ προσφύγουν εἰς ἄλλους, καὶ εἰς ποίους; εἰς ἐκείνους τοὺς δικηγόρους τοὺς ὁποίους ἐδιόρισεν ἡ γερουσία τῶν Ἄγγλων καὶ παρουσιάζεται ἡ ἐλεεινὴ περίπτωσις νὰ μὴ εὑρίσκῃ εἷς διάδικος δικηγόρον νὰ ὑπερασπισθῇ τὰ δικαιώματά του ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ὅπου εἶναι 4 ἢ 10 ὑποδικηγόροι. Ἐνδεχόμενον ἢ συμφέρον νὰ ἔχωσιν ἢ ἐχθροὶ τοῦ διαδίκου νὰ ὦσι καὶ ἑπομένως ὁ διάδικος νὰ μὴ δύναται νὰ παρουσιάσῃ τὰ δικαιώματά του ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων· ὥστε διατείνομαι ὅτι πρέπει νὰ λείψῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ νὰ μὴ ὑποστηρίζωμεν τὰ ἔργα τῆς ξενοκρατείας εἰς τὴν Ἑπτάνησον καὶ νὰ καταδικάσωμεν τοὺς πολίτας τῆς ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδος εἰς αἰωνίαν δικαστικὴν ἀπαγόρευσιν, ὡς ἂν ἦταν ἀνίκανοι ἢ ἄσωτοι ἢ καταδικασμένοι κακοῦργοι ὑπὸ τῶν δικαστηρίων. Ἐναντιούμενος εἰς τοιαύτην ἰδέαν προόδου καὶ δικαίου, πρέπει νὰ ἀναδεχθῇ καὶ τὴν εὐθύνην ὅτι θέλει τοὺς συνεπαρχιώτας του νὰ ᾖναι ἀπηγορευμένοι ἀπὸ τὰ δικαστήρια καὶ νὰ θεωρῶνται ὡς κακοῦργοι ἐνώπιον τοῦ νόμου μὴ δυνάμενοι νὰ παρουσιασθῶσιν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ἂς ἀναδεχθῇ τοιαύτην εὐθύνην, ἂς εἴπῃ ὅτι θέλει αἰωνίως τὴν καταδίκην τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν καὶ ἡ Βουλὴ, ἂν τολμᾷ, ἂς ἀποῤῥίψῃ τὴν πρότασίν μου. Μήπως εἶναι ἡ πρώτη ἀρχὴ τὴν ὁποίαν παραδέχεται ἡ Βουλὴ πρώτην ἤδη φοράν; Ἀπὸ τὸν καιρὸν τῆς Συνελεύσεως καὶ οἱ πληρεξούσιοι καὶ οἱ βουλευταὶ πάντοτε αὐτὸ τὸ σύστημα ἠκολούθησαν. Ἂν ἡ ἀφομοίωσις ἐγίνετο διὰ νόμου καὶ μετὰ κρίσεως, τὰ 9/10 τῆς ἀφομοιώσεως ἦσαν τελειωμένα, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπῆρχον πάντοτε κατὰ διαφόρους καιροὺς Ζερβοϊδέαι, διὰ τοῦτο δὲν ἐτελείωσε τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος καὶ γνωρίζω πόθεν ἀνεκινήθη αὐτὴ ἡ ἰδέα νὰ γίνῃ ἡ ἐξ ἐφόδου ἀφομοίωσις ἢ νὰ μὴ γίνῃ. Ἀφωμοιώθη ἡ ναυτιλία τῆς Ἑπτανήσου μὲ τὴν ναυτιλίαν τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, εἶναι εἰδικὴ ἀφομοίωσις. Θέλετε νὰ καταδικάσετε τὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία τὸ ἔπραξεν; Ἐγὼ τὸ ἐπρότεινα καὶ ἡ Συνέλευσις παμψηφεὶ καὶ μετ’ εὐφημίας τὸ παρεδέχθη. Ἀφωμοιώθη τὸ χρονολογικὸν ἔτος, ἐνῷ ἐναντιοῦντο ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐφώναζον ἐναντίον τῶν ὁμοσπονδιακῶν δι’ ἑτέρους λόγους καὶ ἐκινοῦντο ἀπὸ ἑτέρους σκοποὺς, καὶ ἐνῷ ἡ χρονολογία ἐνταῦθα εἶναι ἀνατολικὴ, ἐκεῖ εἴχομεν τὴν δυτικὴν, μολονότι οἱ δυτικοὶ ἀνεχώρησαν. Ἀφωμοιώθη ἡ ἐξάσκησις τῶν ἐπαγγελμάτων τῆς ἰατρικῆς, τῆς νομικῆς, διότι πρὶν οἱ πολῖται Ἕλληνες, μεταβαίνοντες ἐκεῖ, δὲν ἠδύναντο νὰ ἐξασκήσωσι τὰ ἐπιτηδεύματά των, καὶ ἡμεῖς διεῤῥήξαμεν τὸ μεσότοιχον τοῦτο, καὶ οἱ ἐδῶ πολῖται ἐλευθέρως δύνανται νὰ μετέρχωνται τὸ ἐπιτήδευμά των μεταβαίνοντες ἐκεῖ. Πλεῖσται δ’ ἄλλαι ἀφομοιώσεις ἐγένοντο, τὰς ὁποίας παρεδέχθη ἡ Συνέλευσις καὶ ἡ Βουλή. Ποῖος λόγος δύναται νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, ὥστε ν’ ἀποῤῥιφθῇ τοιαύτη πρότασις περὶ ἀφομοιώσεως; Πᾶσα ἐναντία ἰδέα ἀντίκειται εἰς τοὺς ὅρους τῆς λογικῆς καὶ τῆς ἠθικῆς, ἣν προτείνουν τινὲς περὶ ἐξ ἐφόδου ἀφομοιώσεως. Ἡ γενικὴ ἀφομοίωσις παρουσιάσθη καὶ ποτὲ δὲν τὴν ἐδέχθητε. Ἰδού, εἴχατε τὴν πλειονοψηφίαν· διὰ τὶ δὲν ἐκάματε ἐξ ἐφόδου τὴν ἀφομοίωσιν; Ἅμα ἐψηφίσθη τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο, ὃ κατά τινας ἐπαπείλει τὴν Ἑλλάδα μὲ τόσα δεινὰ, ὃ ἔλεγαν ὅτι ἀπὸ ά. Ἰανουαρίου 1865 ἡ ἀφομοίωσις εἶναι τετελεσμένη, καὶ ἐπῆλθε ἡ ὡρισμένη ἐποχὴ ἐφηρμόσθη; Σεῖς εἴχατε τὴν πλειονοψηφίαν, σεῖς εἴχατε τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἐν τούτοις δὲν τὴν ἐφηρμόσατε.
§141ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἴμεθα ὑπὲρ αὐτῆς τῆς ἰδέας.
§142ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὑπὲρ αὐτῆς εἶσθε καὶ μάλιστα οἱ πρῶτοι. Ἐκτὸς τούτου εἶσθε ἢ ὄχι, εἴχατε τοιοῦτον νόμον καὶ δὲν τὸν ἐφηρμόσατε· καὶ ἐγὼ πρῶτος σᾶς ἐπαινῶ, διότι τῳόντι ἡ ἀνάγκη ἦτο εἰς τὰ πράγματα, καὶ διὰ τοῦτο οὐδόλως ἔκαμον νύξιν περὶ τοιούτου ἀντικειμένου. Πῶς ἠδυνάμην νὰ αἰτιαθῶ τὴν Κυβέρνησιν διότι δὲν ἐξετέλεσε τὸ φυσικῶς ἀδύνατον; Τί ἀφομοίωσιν ἐννοεῖτε, νὰ μεταφέρετε τοὺς πολιτικοὺς νόμους ἐκεῖ; Πρέπει ἄνθρωποι ὡς τὸν Κ. Ζερβὸν νὰ διατείνωνται, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μεταφερθῶσιν ἀπὸ τὴν μίαν ἐπαρχίαν εἰς τὴν ἄλλην οἱ ἀστικοὶ νόμοι, ὡς ἂν ἐγνώριζε τὴν κατάστασιν τῆς νομοθεσίας καὶ τῆς ἐκεῖ καὶ τῆς ἐδῶ. Μὴ ὁμιλῶν πρὸς τὸν προαγορεύσαντα, ἐκθέτω εἰς τὴν Βουλὴν ἓν ἱστορικὸν, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἀφομοιώσεως πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Ἡ ἀριστερὰ ὄχθη τοῦ Ῥήνου ἐκυριεύθη ὑπὸ τῆς Γαλλίας ἐπὶ Ναπολέοντος τοῦ Αʹ. Ἐπὶ τῆς Γαλλικῆς κυριαρχίας ἐτέθη εἰς ἰσχὺν ὁ Γαλλικὸς ἀστικὸς νόμος. Δέκα ἢ δεκαπέντε ἔτη ἔμεινεν ἡ ὄχθη αὕτη ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τῶν Γάλλων καὶ κατὰ τὰ 1815 ἐπανῆλθεν ὑπὸ τὸ σκῆπτρον τοῦ Βασιλέως τῆς Πρωσσίας· ἀστικὴ πολιτικὴ νομοθεσία ἑτέρα ὑπάρχει ἐν Πρωσσίᾳ καὶ ἑτέρα ἐν Γαλλίᾳ. Μάθετε ὅμως, ὅτι εἰς τὴν ἀριστερὰν ὄχθην τοῦ Ῥήνου, εἰς τὴν πρωσσικὴν αὐτὴν ἐπαρχίαν, ὑπάρχει ἑτέρα νομοθεσία καὶ ἑτέρα ἐν Πρωσσίᾳ. Τί θέλετε νὰ εἴπητε τώρα; ὅτι οἱ Ἑπτανήσιοι, οἱ ὁποῖοι διετέλεσαν καὶ συνεβάδισαν μὲ τὴν δύσιν ἓξ αἰῶνας, ὅπου μετεφέρθησαν ἐκ τῆς δύσεως, οὐχὶ ὡς μετεφέρθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἄνευ δημοσιότητος οἱ νόμοι, ἀλλὰ μὲ δημοσιότητα ῥητὴν, ὡρισμένην, τί θέλετε εἰπῆ ἂν ὑπάρχῃ ἀστικὸς νόμος διάφορος τοῦ ἐδῶ; Ἐδῶ ἐδημοσιεύθησαν οἱ τίτλοι τῶν νόμων· ὅτε δ’ ἡ Ἑπτάνησος ἦτο ὁλοκληρωτικὸν μέρος τοῦ ἐδάφους τῆς Γαλλίας, οὐχὶ διὰ τοῦτο καὶ οἱ νόμοι οἱ Γαλλικοὶ ἐθεωρήθησαν ἐν ἰσχύϊ ἐν Ἑπτανήσῳ· ἔπρεπε νὰ δημοσιευθῶσιν καὶ τότε ἐθεωροῦντο νόμοι. Ἀλλὰ καὶ τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας εἶπεν ὅτι κακῶς ἐδημοσιεύθησαν οἱ νόμοι ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ εἶπε νὰ τυπόνωνται καὶ νὰ δημοσιεύωνται οἱ νόμοι, καὶ ὄχι διὰ τοῦ πτυαρίου νὰ ῥίπτεται ἡ νομοθεσία εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ δημοσιεύωνται οἱ νόμοι, ὄχι ὅμως ὡς δημοσιεύονται, διότι ἡ δημοσίευσις αὕτη εἶναι δημοσίευσις Καλιγουλική. Οὗτοι εἰσὶν οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ἐξαιτοῦμαι νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐπειδὴ τοῦτο ἀφορᾷ τὰ δικαιώματα τῶν Ἑπτανησίων καὶ τῶν πολιτῶν τῆς ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδος, οἵτινες μεταβαίνουσιν εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἐξαιτοῦμαι ὡς ἐκ τούτου νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ κατεπειγόντως, διότι ἀφορᾷ τὰ δικαιώματα ὅλων τῶν Ἑλλήνων, καὶ νὰ ψηφισθῶσι πρὸς τούτοις καὶ ὅλαι αἱ ὁμοίας φύσεως προτάσεις, αἱ ὁποῖαι παρουσιάσθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, προτάσεις ἐμβριθεῖς καὶ νομικαί.
§143Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἁπλοῦς καὶ μονότροπος τῆς ἀληθείας ὁ λόγος, τοῦ δὲ ψεύδους πολύπλοκος, στρεψόδικος καὶ ἀδιέξοδος. Μοὶ καταφαίνεται, Κ. Ἰακωβάτε, ὅτι δὲν εἶσθε συνεπεῖς τῶν ἀρχῶν σας· πολλὰ εἰς τὴν Συνέλευσιν ἐκ τοῦ βήματος τούτου ἐσυζητήσατε καὶ ἀνεπτύξατε περὶ τῆς ἀμέσου καὶ καθόλου ἀφομοιώσεως.
§144ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, σφάλλετε.
§145ΖΕΡΒΟΣ. Λοιπὸν ν’ ἀναβάλωμεν διὰ νὰ φέρωμεν τὰ πρακτικά. Ὅλος ὁ κόσμος γνωρίζει ὅτι ὁ Κ. Ἰακωβάτος ἐλάλησε περὶ ἀμέσου ἀφομοιώσεως. Ἐδῶ εἶναι ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ Κ. Δεληγεώργης καὶ ὅλοι. Ἠξεύρετε ὅτε, ἐὰν σᾶς δὲν σᾶς συμφέρῃ, ἐμᾶς μᾶς συμφέρει· τὸ ἀπαιτεῖ ἡ δικαιοσύνη, τὸ ἀπαιτεῖ ἡ συνθήκη τῆς 13 Βουλῆς καὶ δὲν δύναται κανεὶς ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν Ἑλληνικὴν νὰ ἐναντιωθῇ. Ἐγὼ ἔχω προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν θὰ συζητήσῃ. Δὲν ἠμπορεῖ ἓν μικρότατον ἔθνος νὰ ἔχῃ δύο πολιτικοὺς νόμους. Ἡμεῖς ἀπεφασίσαμεν νὰ ἑνωθῶμεν μὲ τὴν Ἑλλάδα καὶ δὲν ἐφυλάξαμεν κανένα νόμον, καὶ ἰδίως σεῖς οἱ καλημεράδες, ὁποῦ ἐκάματε τοὺς νόμους. Ἐκάματε τὴν ἕνωσιν καὶ δὲν ἐφυλάξατε καμμίαν συνθήκην· πρέπει νὰ ἀφήσητε ὅλα καὶ νὰ συνταυτισθῆτε μὲ τοὺς νόμους τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰ ἔθιμα· τὸ ἀπαιτεῖ ἡ δικαιοσύνη Ὅποιος ἀντιστέκει εἰς τὴν ἀφομοίωσιν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1866, εἶναι ἀντεθνικὸς, εἶναι προδότης. Εἶμαι ἐναντίος λοιπὸν εἰς τὴν ἀρχήν· δὲν ἠμπορεῖ νὰ προταθῇ καμμία πρότασις νόμου, ὅπου νὰ ἀποβλέπῃ τεμάχιον νόμου εἴτε ἑλληνικοῦ εἴτε ἑπτανησιακοῦ. Διὰ τοῦτο λέγω, Κύριοι, νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου, ὅτι αἱ τροπολογίαι αἱ ἀποβλέπουσαι τοὺς διαφόρους νόμους εἶναι ἀπαράδεκτοι, καὶ νὰ ἔλθωμεν νὰ συζητήσωμεν τὴν ἀφομοίωσιν τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας καὶ φορολογίας.
§146Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἡ ἀντίῤῥησις τοῦ Κ. Ζερβοῦ δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν πρὸς τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον· ἂν ἤθελε νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ ὀρθοῦ ἢ ἐσφαλμένου τῆς ἡμετέρας προτάσεως, εἶχε δίκαιον, ἀλλὰ δὲν ἐναντιοῦται εἰς τὴν ἀρχήν.
§147ΖΕΡΒΟΣ. Εἶναι καθιερωμένον εἰς τὰ δικαστήρια.
§148ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἶναι ψεῦδος· ἀγνοεῖτε· θέλετε δι’ ἑνὸς ψεύδους νὰ ἀντικρούσητε τὴν ἀρχήν (θόρυβος). Ἀλλ’ ὁ Κ. Ζερβὸς δὲν ὁμιλεῖ ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη ἡ ἀρχὴ, ἀλλὰ λέγει ὅτι ὑπάρχει ἄλλη ἀρχὴ δι’ ἄλλα ἀντικείμενα, συμπεριλαμβάνουσα τὸν κόσμον ὅλον, καὶ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ὄρεξιν νὰ συζητήσωμεν. Ἡ Βουλὴ προσκαλεῖται νὰ συζητήσῃ, ἂν ἡ ἀρχὴ ᾖναι ὀρθὴ ἢ ὄχι· ἂν ὑπάρχῃ ἄλλη πλέον ὀρθὴ τῆς σημερινῆς, ἄλλος λόγος· ὥστε ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν οὐδὲ κἂν τὴν ἀντίῤῥησιν τοῦ Κ. Ζερβοῦ.
§149Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν θέλω νὰ εἴπω τι περὶ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ μόνον νὰ ὑποβάλω μίαν πρότασιν. Προτείνω ὥστε ἡ πρότασις αὐτὴ τοῦ Κ. Ἰακωβάτου καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι, ὅσαι ὑπεβλήθησαν εἴτε παρ’ αὐτοῦ εἴτε παρ’ ἄλλων βουλευτῶν, ἀφορῶσαι τὴν ἀφομοίωσιν, νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν ἐκλεχθησομένην ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ δοθῇ ἐντολὴ ὅπως ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν γενικὸν μέτρον περὶ ἀφομοιώσεως.
§150ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κ. Πρόεδρε, ἡ πρότασις τοῦ Κ. Τρικούπη εἶναι λίαν εὐφυὴς βεβαίως, ἀλλὰ δὲν λύει τὸ ζήτημα, ἀναβάλλει τὴν λύσιν. Καὶ ὁ Κ. Ἰακωβάτος καὶ ἡμεῖς θέλομεν ταχεῖαν τὴν λύσιν, διότι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη καὶ κατεπεῖγον νὰ ἐφαρμοσθῇ μία οἱαδήποτε ἀφομοίωσις. Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡμεῖς, ἡ μερὶς αὕτη, παραδέχεται τὴν ἰδέαν τοῦ Κ. Ἰακωβάτου καὶ συμφωνοῦμεν μετ’ αὐτοῦ ὅτι εἶναι παράνομον, ἐπιβλαβὲς, ἐπιζήμιον νὰ ἐνεργηθῇ ἡ ἀφομοίωσις διὰ μιᾶς καὶ ἐξ ἐφόδου, καὶ αὐτὴν τὴν ἰδέαν τὴν ὑπεστηρίξαμεν καὶ ὑπὲρ αὐτῆς ἐπολεμήσαμεν. Ἀλλ’ ἀπέναντι αὐτῆς ἔρχεται ἡ ἰδέα τοῦ Κ. Ζερβοῦ, ἥτις ὑπερασπίζεται ἀπὸ μίαν μεγάλην μερίδα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τῆς ὁποίας προεξῆρχεν ὁ ἔντιμος σήμερον Πρωθυπουργός. Ἐνθυμεῖσθε εἰς τὴν Συνέλευσιν τί ἔγεινεν· ἡ ἀντιπολίτευσις ἤθελε τὴν ἄμεσον ἀφομοίωσιν· ἄλλος ἔλεγε, καταστρέφετε τὴν ἰδέαν τῆς ἰσότητος· θέλετε νὰ ἐπιβάλετε ἀνίσους νόμους, ἄνισον φορολογίαν, διάφορον νομοθεσίαν μεταξὺ τῶν δύω λαῶν. Καὶ ἐπειδὴ ἡ πλειοψηφία δὲν ἐδέχετο τὴν ἄμεσον ἀφομοίωσιν, ἐνθυμεῖσθε, δύω διαμαρτυρήσεις ἐπῆλθον καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις ἀπεσύρθη ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν. Ζητεῖται λοιπὸν σήμερον, ἂν ἡ μερὶς ἥτις ὑπεστήριζε τὴν ἄμεσον καὶ ἐξ ἐφόδου ἀφομοίωσιν ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἰδέαν αὐτῆς, ἢ ἐπείσθη ὅτι αὕτη δὲν εἶναι ὀρθὴ καὶ τὴν ἐγκαταλείπει, ὅτι ἀφομοίωσις δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ παρ’ ὀλίγον καὶ κατ’ ὀλίγον, ἑωσοῦ συνταυτισθῶσι τὰ δύω συμφέροντα τῶν δύω λαῶν. Δὲν ἠμποροῦμεν λοιπὸν σήμερον ν’ ἀποφύγωμεν τὴν λύσιν, καὶ ἡμεῖς ἐπιμένομεν ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ζερβοῦ νὰ συζητηθῇ, ἂν καὶ εἶναι ἄντικρυς ἀναιροῦσα τὴν ἀρχὴν τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, ὅστις λέγει, θέλω νὰ κανονίσω αὐτὴν τὴν περίστασιν· ὁ δὲ Κ. Ζερβὸς καὶ μετ’ αὐτοῦ μία μεγάλη μερὶς τῆς Συνελεύσεως ἔλεγεν, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, ἀποκρούομεν τὴν τοιαύτην ἀφομοίωσιν, θέλομεν ἄμεσον ἀφομοίωσιν. Λοιπὸν, Κύριοι, βλέπετε, ὅτι ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν εἰσάγει ὁ Κ. Ἰακωβάτος, αἴρεται διὰ μιᾶς ἄλλης ἀρχῆς καὶ ἰδέας. Πρόκειται λοιπὸν σήμερον νὰ συζητήσωμεν καὶ ἀποφασίσωμεν ν’ ἀποῤῥίψωμεν ἢ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ Κ. Ζερβὸς. Δύναται νὰ γείνῃ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἡ ἀφομοίωσις; ναὶ ἢ ὄχι; Ἐγὼ ἀπὸ τοῦδε θέλω εἰπῆ βεβαίως ναὶ, ἀλλὰ θέλω νὰ ἴδω καὶ ἐὰν οἱ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι ἔλεγον ὄχι, θὰ εἰποῦν ὄχι. Καὶ δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν πολεμεῖται ἡ ἀρχὴ τοῦ Κ. Ἰακωβάτου· πολεμεῖται· εἶναι ἀπαράδεκτος, λέγουν, εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ ἀφομοίωσις καὶ ἐναντίον τοῦ νόμου. Λοιπὸν, κύριοι, πολεμοῦμεν κατ’ οὐσίαν τὴν ἰδέαν τοῦ Κ. Ζερβοῦ· ὑποστηρίζομεν ὅτι ἡ ἰδέα τοῦ Κ. Ζερβοῦ πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ σήμερον καὶ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν εἴμεθα ὀπαδοὶ καὶ συνεπεῖς εἰς τὰς ἀρχάς μας ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐμαχόμεθα.
§151ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν ἐνόησα, κύριοι, ν’ ἀποκρούσω τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, εἶναι ὅμως σκάνδαλον νομικὸν νὰ παρουσιάζεται μία διάταξις ὡς πρότασις νόμου, ἥτις περιλαμβάνεται ὑπὸ ἑνὸς ἄρθρου τῆς πολιτ. δικονομίας, θεωρουμένη τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης, διότι ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα τοῦ παρίστασθαι, καὶ ἐπειδὴ συνδιαιτῶνται οἱ πρώην Ἕλληνες μὲ τοὺς Ἑπτανησίους, ἐννοεῖται ὅτι εἶναι ἀναγκαία αὐτὴ ἡ διάταξις καὶ κατεπείγουσα, ὡς ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος παρεδέχθη. Εἶναι ὅμως σολοικισμὸς, εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, ἐνῷ πρόκειται τὰ δύω αὐτὰ ἔθνη νὰ ἑνωθῶσι, νὰ ἐρχώμεθα νὰ χωρίζωμεν τὴν μίαν διάταξιν ἑνὸς νόμου, εἴτε τοῦ ἐμπορικοῦ εἴτε τοῦ Ἀστικοῦ, ἀπὸ τὴν ἀφομοίωσιν ἀπὸ τὴν ἕνωσιν ὁλόκληρον· ἐὰν ᾖναι δύσκολον ἅπατα ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, παραδεχθῆτε σήμερον τὴν πολιτ. δικονομίαν, αὔριον τὸν ἐμπορ. νόμον, ἔπειτα τὸν ποινικὸν καὶ κατόπιν ἐρχόμεθα εἰς τὸν φορολογικὸν νόμον καὶ τὸν ἀστικὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ δυσκολώτερον ζήτημα δι’ ὑμᾶς τοὺς πρώην Ἑπτανησίους· ἀλλὰ νὰ μᾶς λέγουν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν δεῖνα διάταξιν τοῦ ἐμπορικοῦ δικαίου, αὐτὸ εἶναι σόλοικον. Λοιπὸν, Κ. Ἰακωβάτε, θέλομεν νὰ μὴ σᾶς ἀποκρούσωμεν τὴν βαθμιαίαν ἀφομοίωσιν, καὶ εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, καὶ ἀληθέστατον ὅ,τι εἶπεν ὁ Κ. Ζερβός. Ἀλλ’ ἀφοῦ βλέπετε ὅτι εἶναι ἀδύνατον, διατὶ νὰ μὴ θελήσετε νὰ παραδεχθῆτε τὴν Ἑλλ. νομοθεσίαν, ἥτις εἶναι τὸ προϊὸν τοσούτων αἰώνων; Δὲν βλέπω τὶ ἀρετὰς βλέπετε εἰς αὐτὸν τὸν Ἀστικὸν νόμον σας, ὅστις εἶναι ἀπάνθισμα μεσαιωνικῶν διατάξεων (θόρυβος.) Πρέπει λοιπὸν σήμερον νὰ ὑπαχθῆτε εἰς τὴν αὐτὴν νομοθεσίαν, διότι πρώην Ἕλληνες δικασταὶ θὰ διορίζωνται εἰς τὴν Ἑπτάνησον· δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ νέοι, οἱ ὁποῖοι σπουδάζουν ἐδῶ, νὰ σπουδάζουν καὶ τὴν ἰδικήν σας νομοθεσίαν· καὶ τ’ ἀνάπαλιν ὑμεῖς οἱ Ἑπτανήσιοι. Πιθανὸν ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἐχρηματίσατε δικασταὶ, καθὼς σεῖς, Κ. Ἰακωβάτε, εἰς τὰς Πάτρας, νὰ γνωρίζετε καὶ τὰς δύω νομοθεσίας. Αὐτὰ λοιπὸν, κύριοι, εἶναι τραγέλαφος καὶ κυκεὼν καὶ τέλος πάντων πρέπει νὰ συνταυτισθοῦν αἱ δύω νομοθεσίαι. Ἠμπορεῖτε νὰ εἰπῆτε ὅτι τὸ ὅλον τῆς πολιτ. δικονομίας δὲν τὸ θεωρεῖτε καλὸν, καὶ τότε νὰ φέρετε μίαν ἄλλην νὰ τὴν παραδεχθῶμεν. Ἀλλὰ, κύριοι, ὅταν εἶναι παραδεδεγμένον ὅτι ἡ δικονομία αὕτη δὲν ἔχει ἐλάττωμα, ὅτι εἶναι καθαρὸν ἀντίγραφον τῆς Γαλλικῆς καὶ Γερμανικῆς νομοθεσίας, δὲν πιστεύω ἡ ἰδική σας νὰ ᾖναι καλλιτέρα. Πρέπει λοιπὸν νὰ τὴν παραδεχθῆτε. Δὲν μᾶς λέγετε τίποτε ἄλλο παρὰ τὰς δυσκολίας μιᾶς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐκυβέρνησεν ἐπὶ 4–5 μῆνας ἄνευ προϋπολογισμοῦ, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κ. Κουμουνδούρου νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἀφομοίωσιν, ὥστε νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ ἄνευ νόμου· ἡ Συνέλευσις ἀπεσκίρτησεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως. Δυσκολία λοιπὸν καμμία δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν ἀφομοίωσιν. Δὲν πρέπει νὰ διαιρῆτε τὸ ἔθνος κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, διότι ἡ διαίρεσις τῆς νομοθεσίας καὶ τῆς φορολογίας εἶναι διαίρεσις τοῦ ἔθνους. Πρέπει ν’ ἀποφασίσωμεν ἅπαξ διὰ παντὸς ν’ ἀφομοιωθῶμεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου καὶ πιστεύω ὅτι θέλουν τὴν συμμερισθῆ πλεῖστοι τῶν Βουλευτῶν.
§152ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριοι, ὁ Κ. Ἰακωβάτος εἰσήγαγε πρότασιν δι’ ἧς θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα τοῦ παρίστασθαι εἰς τὰ δικαστήρια τῆς Ἑπτανήσου οἱ διάδικοι Ἕλληνες. Ἡ πρότασις αὕτη κατετάχθη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ἦλθε σήμερον εἰς συζήτησιν· ὁ Κ. Ζερβὸς, βουλευτὴς Κερκύρας, ἐπολέμησε τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως ταύτης, ἀποφανθεὶς ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ἀφομοίωσις καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ ὅλαι αἱ προτάσεις αἱ εἰδικῶς ἀφορῶσαι τὴν μεταβολὴν τῆς νομοθεσίας τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς Ἑλλάδος ν’ ἀποῤῥοφηθῶσιν εἰς τὴν γενικὴν πρότασιν τῆς ἀφομοιώσεως. Πρέπει λοιπὸν ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ πρότερον ἐπ’ αὐτῆς τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Ἰακωβάτου καὶ κατόπιν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν μιᾶς ἄλλης προτάσεως τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλῃ εἴτε ὁ Κ. Ζερβὸς εἴτε ἄλλος τις. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν σήμερα νὰ συζητήσωμεν τὴν γενικὴν πρότασιν τῆς ἀφομοιώσεως ἂν θὰ ᾖναι τελεία ἢ πλήρης ἢ μ’ ἐξαιρέσεις, ἀλλ’ ἁπλῶς καὶ ῥητῶς, ὅπως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπάρχει, θὰ συζητήσωμεν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, τὴν ἀρχὴν δηλ. ἂν τὴν παραδέχεται ἡ Βουλὴ ἢ τὴν ἀποῤῥίπτῃ. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ζερβοῦ, ἥτις ὑπάρχει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅταν ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως, τότε θ’ ἀποφανθῶμεν καὶ θὰ δειχθῇ, ἐὰν ἡ ἰδέα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσι τὴν ἀφομοίωσιν ἄνευ ὅρου, θὰ ὑποστηριχθῇ καὶ πάλιν, καθὼς καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριζον τὴν ἀφομοίωσιν μὲ ὅρους καὶ ἐξαιρέσεις. Σήμερον ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τὴν τοῦ Κ. Κουμουνδούρου πρόκλησιν τῆς ψηφοφορίας κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν, διότι δὲν ὑπάρχει πρότασις τοιαύτη πρὸς συζήτησιν, ἀλλὰ ν’ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Ἰακωβάτου ἐὰν ᾖναι παραδεκτὴ ἢ ὄχι.
§153Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀνεξαρτήτως, κύριοι, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου ἐῤῥίφθη μία πρόκλησις ἀπὸ μέρος τοῦ Κ. Κουμουνδούρου, ἥτις εἶναι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀφομοιώσεως. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Συνελεύσεως μεγάλοι καὶ σπουδαῖοι λόγοι ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ὡμιλήθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Συνέλευσις διαιρεθεῖσα εἰς δύω μερίδας ὑπεστήριξε διὰ τῆς μιᾶς τὴν πλήρη ἀφομοίωσιν, τὴν ὁποίαν ἡ ἄλλη ἀπέκρουε. Μολονότι δὲν ἤμην πληρεξούσιος, νομίζω ὅτι παρεδέχθη ἡ ἀρχὴ τῆς ἀφομοιώσεως, ἀλλὰ συμπαρεδέχθη καὶ ἡ ἀρχὴ τῶν ἐξαιρέσεων· νομίζω, λέγω, διότι ἐγὼ δὲν δύναμαι καλὰ νὰ ἐνθυμῶμαι τὰ περιστατικὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἔχει προχειρότερα εἰς τὴν μνήμην του ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Κ. Κουμουνδοῦρος, ὅστις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου εἰργάσθη μετὰ σπουδαιότητος, ὑποστηρίζων τὰς ἰδέας τῆς μερίδος τὴν ὁποίαν διεύθυνε. Πλὴν, κύριοι, πρέπει νὰ μὴ συγχέωμεν τὰ πράγματα, ὅταν θέλωμεν νὰ φέρωμεν τοιαῦτα σπουδαῖα ζητήματα, ἀλλὰ νὰ παριστῶμεν αὐτὰ ὑπὸ τὴν καθαρὰν αὐτῶν ἔποψιν. Ἀφοῦ ἡ Συνέλευσις δὲν εἶχε παραδεχθῆ τὴν ἀφομοίωσιν, τί ἔγεινε μετὰ ταῦτα; ἐπροκλήθησαν ἐπέκεινα τῶν 20 διαταγμάτων νομοθετικῆς ἁρμοδιότητος, τὰ ὁποῖα ἐὰν εὐκόλυναν αὐτὰς τὰς περιστάσεις ἢ ὄχι, ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὸ ἐξετάσω σήμερον· περισσότερον εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὸ ἐξετάσουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐσχημάτισαν τὴν ἰδέαν ἑνὸς ἑκάστου ἐξ αὐτῶν, διότι πᾶσα πρᾶξις, ἐννοεῖται, ἀποῤῥέει ἀπὸ μίαν ἰδέαν, καὶ μάλιστα πᾶσα πρᾶξις κυβερνητικὴ πρέπει ν’ ἀποῤῥέῃ ἀπὸ μίαν ἰδέαν σπουδαίαν, μάλιστα δὲ καὶ συμπεφυρμένην, ἵνα εἴπω οὕτω, μὲ τὴν ἀνάγκην τῶν πραγμάτων. Τὸ ζήτημα λοιπὸν τοῦτο τότε ὡς εἶχε δὲν ἔχει σήμερον· ἐὰν δὲ περισσότερον εὐκολύνθη ἢ δυσκολίαι περισσότεραι ἀνεφάνησαν ὡς ἐξ αὐτῶν τῶν διαταγμάτων, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶμαι εἰς θέσιν ν’ ἀποφανθῶ. Οὐχ ἧττον ὅμως, ἐπειδὴ ἡ πρότασις αὕτη ἐφέρθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι καμμία ἀμφιβολία ὅτι ἤθελε συζητηθῆ, καὶ κατὰ τοῦτο, νομίζω, ἦτο ὅλως διόλου περιττὴ ἡ πρόκλησις, τὴν ὁποίαν ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης ἔκαμε πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν· διότι, ἀφοῦ ὑπάρχει πρότασις κατατεθειμένη ἐπὶ τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς ἐκ μέρους ἑνὸς βουλευτοῦ, ἐννοεῖται ὅτι ἡ πρότασις αὕτη θὰ συζητηθῇ καὶ θὰ φθάσῃ εἰς τὸ τέλος της. Πρὶν ὅμως τούτου νομίζω ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι βεβαίως σπουδαῖον καὶ δύναται νὰ φέρῃ σύγκρουσιν συμφερόντων, μίαν καταστροφὴν συμφερόντων, διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ πρότασις αὕτη, ἀφοῦ συζητηθῇ καὶ ἐπεξεργασθῇ ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν, ἥτις θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἐν μέρει ἀφομοίωσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὸ πρώην ὑπουργεῖον καὶ τὴν κατάστασιν τῆς ἐκεῖ νομοθεσίας καὶ τὰς ὑπαρχούσας δυσκολίας, τότε ἀφ’ οὗ καθαρίσῃ τὸ ζήτημα καὶ τὸ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τότε θὰ συζητηθῇ, καὶ διὰ τὴν συζήτησιν, ἐπαναλέγω, πᾶσα πρόκλησις ἦτο περιττὴ, καθ’ ὅσον εἶμαι βέβαιος ὅτι ὅσοι ἐκ τῶν Βουλευτῶν ἀπεφάσισαν περὶ τῆς ἀφομοιώσεως αὐτῆς, καὶ ὅσοι δὲν ἤμεθα πληρεξούσιοι καὶ δὲν ἐξεφράσαμεν γνώμην ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ ἔχουν καὶ τὴν τόλμην καὶ τὸ θάῤῥος νὰ σχηματίσουν τὴν πεποίθησίν των καὶ νὰ τὴν ἐκφράσωσι, χωρὶς νὰ λάβουν ὑπ’ ὄψιν κανὲν περιστατικὸν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀντίκειται εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶμαι τῆς ἰδέας ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ζερβοῦ νὰ ἀκολουθήσῃ τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον ἤδη τρέχει· νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ τὴν ἐπεξεργασθῇ, καὶ ἀφ’ οὗ τὴν περιβάλῃ μὲ ὅλας τὰς πληροφορίας, νὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα εἰς συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ.
§154ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι οὔτε ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει, οὔτε ἤδη τίθεται τὸ ζήτημα ὅπως ἔπρεπε νὰ τεθῇ συνταγματικῶς, καὶ διὰ τοῦτο αἱ καθημεριναὶ συζητήσεις.
§155ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ αὐτὴ ἡ συζήτησις διὰ τὴν ἑπομένην Δευτέραν.
§156ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐν τῷ σταδίῳ μου δὲν ἐπιτρέπω νὰ μὲ διακόπτωσι. Καί τῳόντι ὁ ἀξιότιμος Ἰακωβάτος ἐμάντευσε τὶ θέλω νὰ εἴπω καὶ παραχρῆμα λέγει, ὅτι ἀφίνει τὴν συζήτησιν εἰς ἄλλην ἡμέραν. Ἐμάντευσεν ἴσως, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸν ὑπομνήσω ἓν ψήφισμα τῆς ἐν Ἑπτανήσῳ Βουλῆς, τὸ ψήφισμα τοῦ Κοινοβουλίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀπεφάνθη καὶ περὶ τῆς ἑνώσεως. Τί λέγει; ἐννοεῖτε, ὅτι καὶ αὐτὸ δέχεται τὴν γενικὴν ἀφομοίωσιν, καὶ ἐννοεῖτε ὅτι τὸ κοινοβούλιον ἐκεῖνο ἦτον ἁρμόδιον νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς καθόλου ἢ τῆς βαθμιαίας ἀφομοιώσεως. Καὶ ὅταν ἡ Βουλὴ τῆς Ἑπτανήσου ἀποφαίνεται τὴν γενικὴν ἀφομοίωσιν, ἡμεῖς, Κύριοι, εἴμεθα ἁρμόδιοι σήμερον διὰ νὰ συζητήσωμεν τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς τῆς Βουλῆς; εἴμεθα ἡμεῖς ἁρμόδιοι διὰ νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ὅτι δὲν σοὶ ἐπιτρέπομεν τὴν ἀφομοίωσιν, καὶ τοιουτοτρόπως δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν καὶ εἰς μίαν ἄλλην διλημματικὴν ἀπόφασιν, νὰ εἴπωμεν εἰς αὐτὴν, δὲν θέλομεν καὶ τὴν ἕνωσιν; Ὅταν ἀρνούμεθα τὰ ἐν αὐτῷ τῷ ψηφίσματι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ ψυχὴ καὶ τὰ νεῦρα τῆς ἑνώσεως, ἐννοεῖται, ὅτι δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀποκρούομεν καὶ τὴν ἕνωσιν· ἀλλ’ ὅπως δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀποκρούσωμεν τὸ ἓν, δὲν ἔχομεν ἐπίσης δικαίωμα διὰ νὰ ἀποκρούσωμεν καὶ τὸ ἄλλο. Ἐδῶ, Κύριε Ἰακωβάτε, ἵσταται τὸ ζήτημα· σήμερον παρουσιάζεται μία πρότασις ἐδῶ μὲ χιμαιρικὴν οὕτως εἰπεῖν τροποποίησιν· καὶ τί γίνεται διὰ τῶν χιμερικῶν αὐτῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας θέλει νὰ μεταβάλωμεν εἰς νόμους; ἀντὶ νὰ εὐκολύνωμεν τὴν ἀφομοίωσιν, ἀντὶ νὰ εὐκολύνωμεν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἑτέρου κλάδου, ἀπ’ ἐναντίας περισσότερον προσκρούομεν. Προέτεινάν τινες, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ καὶ νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ἰακωβάτου· καὶ πρὸς τί λέγω ἡ ματαιοπονία αὕτη, ἐν ᾧ αὔριον ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς γενικῆς ἀφομοιώσεως, δὲν ἠξεύρω εἴτε τῆς βαθμιαίας, εἴτε τῆς καθόλου; τότε τί μᾶς χρησιμεύουν αὐτὰ τὰ φάσματα; Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ τὴν κεφαλὴν, τὴν γενικὴν ἀφομοίωσιν, καὶ ἂν αὐτὸ δὲν γίνῃ παραδεκτὸν, τότε ἐρχόμεθα εἰς τὰ καθέκαστα, εἰς τὰς προτάσεις αὐτάς. Ἑπομένως, Κύριοι, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἕνεκα τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτε ἀνῆκον εἰς αὐτὴν τὴν πτέρυγα, ὅτι ἕνεκα τοῦ ζητήματος τούτου διελύθη ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, ὅτι ἕνεκα τοῦ ζητήματος τούτου ἐξυφάνθησαν τὰ τρομερὰ, τὰ ἀπειλητικὰ ἐκεῖνα διαγγέλματα, ὅτι ἕνεκα τοῦ ζητήματος τούτου ἡ Συνέλευσις διῃρέθη εἰς δύω στρατόπεδα καὶ ὁ ἔντιμος ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως διεμαρτυρήθη τότε, καὶ διεμαρτυρήθη διὰ τὸν λόγον τῆς γενικῆς ἀφομοιώσεως. Λοιπὸν πρὶν ἀποφασίσῃ τὸ ὑπουργεῖον, ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως; καὶ ἐπιλαμβανόμενοι τῆς συζητήσεως δὲν ἐπιφέρομεν μίαν ἀποδοκιμασίαν εἰς τὰ πρῶτα βήματα τοῦ ὑπουργείου; λ. χ. ἂν παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ Ἰακωβάτου καὶ ἀποῤῥίψῃ τοῦ Ζερβοῦ, δὲν λέγομεν εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, σὲ ἀποδοκιμάζομεν, σὲ ἀρνούμεθα τὴν ψῆφόν μας; Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ ἀναβληθῇ μέχρι τῆς αὔριον, ὅτε τὸ ὑπουργεῖον θέλει ἀποφασίσει περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, καὶ τότε νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως, κυρίως δὲ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κυρίου Ζερβοῦ.
§157ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Κύριοι, ἡ κυβέρνησις δὲν θέλει ἀπομακρυνθῆ ποτὲ τῶν ἀρχῶν της οὔτε εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, οὔτε εἰς ἄλλα, διότι σταθερὰν ἔχει ἀπόφασιν νὰ βαδίσῃ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης, ἥτις συμβιβάζεται μὲ τὰ καθήκοντά της, οὐδεμία δὲ περίστασις δὲν θέλει τὴν ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν ὁδὸν ταύτην, καὶ πρὸς τὸ κοινὸν συμφέρον σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ παρακολουθήσητε τὰς πράξεις μας καὶ νὰ μᾶς ἐπικρίνητε αὐστηρότατα, ὅπου μᾶς εὕρητε σφάλλοντας κατά τι. Ἡ κυβέρνησις, Κύριοι, τῆς ὁποίας τὰ τέσσαρα μέλη ἀπετέλουν μέρος καὶ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ ἀνῆκον εἰς τὴν μειονοψηφίαν, θέλει καὶ ἐπιθυμεῖ τὴν γενικὴν ἀφομοίωσιν, ἀλλὰ τὴν θέλει ὑπὸ τοὺς ὅρους ἐκείνους ὑφ’ οὓς καὶ ἄλλοτε ἐπεδίωκε ταύτην ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως. Τί ἐζήτει, Κύριοι, τότε ἡ ἀντιπολίτευσις; τὴν ἀφομοίωσιν, τὴν γενικὴν, τὴν πλήρη καὶ τὴν ταχεῖαν ὑπό τινας ἐξαιρέσεις. Αὐτὸ τοῦτο καὶ σήμερον θέλομεν, ἐπιθυμοῦμεν καὶ σήμερον ἡμεῖς ὡς Κυβέρνησις ἀλλὰ ποῖαι αἱ περιστάσεις τότε καὶ ποῖαι αἱ σήμερον; Ὅταν ἐζητοῦμεν τότε τὴν πλήρη, τὴν ταχεῖαν καὶ γενικὴν ἀφομοίωσιν, εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν τότε ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, ἀλλ’ ἔκτοτε μέχρι τῆς σήμερον πολλαὶ εἰς ταύτην ἐγένοντο μεταβολαὶ διὰ Διαταγμάτων. Αὐτὰς τὰς μεταβολὰς, κύριοι, εἶναι δίκαιον νὰ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ κυβέρνησις πρὶν ἢ προέλθῃ εἰς πρότασιν ἢ εἰς ὑποστήριξιν γενικῆς καὶ ἀμέσου ἀφομοιώσεως, καὶ νὰ ἴδῃ ποῖαι αἱ ἀνάγκαι αἱ ὑπαγορεύσασαι αὐτάς. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ὑπέβαλε διάφορα νομοσχέδια περὶ διοικητικῆς καὶ δικαστικῆς διοργανώσεως τοῦ κράτους κτλ. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον, εἶναι λογικὸν σήμερον, πρὶν ἢ συζητηθῶσι τὰ ὀργανικὰ ταῦτα νομοσχέδια καὶ ὁρισθῇ ἡ τύχη των, νὰ ἀποφασίσητε νὰ ἐφαρμοσθῶσιν καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον πάντες οἱ νόμοι μας, ὡς τυγχάνουσι νῦν ἔχοντες, καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν τούτους καὶ νὰ ὑπαγάγωμεν τὴν Ἑπτάνησον ἐν βραχεῖ διαστήματι εἰς νέους κλονισμούς; Ἑκάστη νομοθετικὴ μεταῤῥύθμισις ἐπάγει, ὡς οἴδατε, καὶ κλονισμὸν εἰς τὴν κοινωνίαν τῆς ὁποίας τὰ διὰ τῶν προτέρων νόμων κανονισμένα συμφέροντα, συγκρούονται καὶ ἀναστατοῦνται. Ὅθεν αἱ κυβερνήσεις ὀφείλουσι νὰ ᾖναι πάντοτε προσεκτικαὶ περὶ τὴν ἐφαρμογὴν νέων νόμων. Ἐπαναλαμβάνομεν ἐν τούτοις μετὰ θάῤῥους νὰ σᾶς διαβεβαιώσωμεν, ὅτι θέλομεν προβῆ εἰς τὴν ἀφομοίωσιν τῆς νομοθεσίας, ἀλλ’ ἀνάγκη νὰ μὴν εἴμεθα τόσον ταχεῖς, νὰ μὴν εἶσθε τοσοῦτον ἀπαιτητικοὶ, ἀπαιτοῦντες παρ’ ἡμῶν ἐν διαστήματι δύω ἡμερῶν πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔκαμον αἱ προλαβοῦσαι κυβερνήσεις ἐντὸς ἑνὸς ἔτους.
§158ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐπὶ τῶν προτάσεων τί λέγετε;
§159ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Καταλαμθάνετε, κύριοι, τί ἐνόησα λέγων ὅτι ἦσαν διάφοροι αἱ περιστάσεις τότε καὶ ἄλλαι εἶναι τώρα. Ἐπὶ δὲ τοῦ ζητήματος τοῦ ἂν θέλωμεν τὴν ἀναβολὴν ἢ ὄχι, φρονῶ ὅτι ἐνόησατε, ὅτι ἐξ ὅσων μέχρι τοῦδε εἶπον δὲν δύναμαι ἢ νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν πρότασιν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων κ. Πετιμεζᾶ, τοὐτέστι νὰ παραπεμφθῶσιν αἱ περὶ ἀφομοιώσεως προτάσεις εἰς τὴν ἐπιτροπήν· ὥστε ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ σκεφθῇ ἐπ’ αὐτῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ ἡ κυβέρνησις νὰ λάβῃ ὀλίγων ἡμερῶν χρόνον ἵνα σκεφθῇ καὶ φέρῃ τὰ κατάλληλα νομοσχέδια, συνενοουμένη μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ μὲ τοὺς Ἐπτανησίους.
§160ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις ἐπροχώρησε καὶ προχωρεῖ καὶ θέλει προχωρήσει, καθότι δὲν ἐπράξαμεν ἀρκοῦντα εἰς ἓν ἔτος, σύμφωνα μὲ τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ναυτικῶν. Διάφοροι αἱ περιστάσεις τότε, διάφοροι αἱ περιστάσεις σήμερον· διάφοροι αἱ περιστάσεις τότε, ὅτε ἐκ μέρους μιᾶς ἀντιπολιτεύσεως ὡς μέσον ἀντιπολιτευτικὸν φέρεται ἐμπρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως, διάφοροι αἱ περιστάσεις σήμερον, ὅτε ἓν μέρος τῆς ἀντιπολιτεύσεως κατέχει τὴν κυβέρνησιν καὶ ἑπομένως λαμβάνει ὅλην τὴν εὐθύνην τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα πρόκειται ὄχι νὰ συμβουλεύσῃ ἀλλὰ νὰ ἐφαρμόσῃ· διάφοροι αἱ περιστάσεις ὅτε ἡ κυβέρνησις τοῦ ἔθνους λαμβάνει τὴν εὐθύνην ἀπέναντι καὶ ἐνώπιον τοῦ ἔθνους καὶ ὅλου τοῦ κόσμου ἂν δύναται νὰ ἀρθῇ ἄρδην μία νομοθεσία καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ μία ἄλλη νομοθεσία· διάφοροι αἱ περιστάσεις λοιπὸν, κύριοι. Ἔκαμε λάθος εἷς τῶν προαγορευσάντων ὅταν εἶπεν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο διῄρεσε τὴν Συνέλευσιν· ὄχι, τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν διῄρεσε τὴν Συνέλευσιν, ἦτον διῃρημένη τότε ἡ Συνέλευσις· τὸ ζήτημα τοῦτο ἦτον ἓν ζήτημα ὑπὲρ ἢ περὶ τῆς διαιρέσεως. Εἶπον, ὅτι ἐλπίζω καὶ πιστεύω ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα πλέον εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα ἐντὸς τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, καὶ ὡς ἐκ τούτου δυνάμεθα νὰ ἀρχίσωμεν νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καθὼς πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, καὶ κἀνεὶς δὲν ἔχει νὰ κατακρίνῃ κανένα, ἐὰν ἐν ἐκείναις ταῖς περιστάσεσι μετεχειρίζετο τὴν ἀφομοίωσιν ὡς μέσον ἀντιπολιτευτικὸν, ἐνῷ σήμερον ἀλλάξαμεν τὰς θέσεις μας. Δὲν εἶναι λοιπὸν, κύριοι, κᾀμμία αἰτία ἐπικρίσεως ἐὰν ἴσως εἶπεν εἷς σήμερον, τότε ἐζήτουν τὴν γενικὴν, τὴν τελείαν, τὴν ταχεῖαν ἀφομοίωσιν, διότι οὕτως ἔβλεπον ὅτι ἔπρεπε νὰ πολιτευθῶ· λόγος δὲν ἦτον περὶ ἀφομοιώσεως τότε, ἀλλ’ ἦτον ἐπιχείρημα δι’ ἄλλον σκοπόν· ἀλλὰ σήμερον, ὅτε ἤλλαξαν αἱ περιστάσεις, σκέπτομαι καὶ ἐγὼ καθὼς ἐσκέφθη τότε ὅλος ὁ ἀπαθὴς κόσμος, διότι καὶ ἐγὼ βλέπω τὰ πράγματα μὲ τὸ αὐτὸ προσεκτικὸν ὄμμα, καὶ ἑπομένως πρεσβεύω ὅτι ἡ ἄμεσος, ἡ διὰ μιᾶς, ἡ γενικὴ ἀφομοίωσις ἀντίκειται εἰς τὴν λογικὴν, εἰς τὴν γνώμην ὅλου τοῦ κόσμου. Δὲν ἦτον λοιπὸν κᾀμμία ἀντίπραξις, ἄλλαι αἱ περιστάσεις τότε, ἄλλαι αἱ περιστάσεις σήμερον. Καὶ ἠξεύρετε διατί σᾶς ἀδίκησαν σήμερον, κύριε Ἰακωβάτε; ἐπειδὴ σᾶς ἔβλεπον ὅτι εἶσθε ἀντιπολιτευόμενος καὶ σᾶς ἐξελάμβανον ὅτι καὶ σεῖς θέλετε τὴν ἄμεσον, τὴν διὰ μιᾶς, τὴν γενικὴν ἀφομοίωσιν.
§161ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐγὼ ἐσιώπων.
§162ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ πολλάκις ἐφεύγετε.
§163ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ποτὲ δὲν ἐπράξαμεν τοῦτο· ἀλλ’ ὅτε ἦτον τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως ἡμεῖς ἐλείπαμεν εἰς Κεφαλληνίαν.
§164ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Χαίρω ὅτι μετὰ παρέλευσιν 1 καὶ ½ ἔτους βλέπω ἐπανερχομένους πολλοὺς εἰς τὴν ὀρθὴν ἐκτίμησιν τοῦ ζητήματος τούτου. Ὅ,τι ἤμεθα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τοιούτους καὶ μᾶς εὑρίσκετε· δὲν θέλομεν ἀλλάξει τὸ παραμικρόν. Ἀφομοίωσιν πλήρη, ἄμεσον εἰς ὅσα δύνανται νὰ γένουν, εἰς ὅσα δύνανται νὰ ἀφομοιωθῶσιν, ἀντίπραξιν εἰς ὅσα δὲν δύνανται νὰ ἀφομοιωθῶσιν, διότι καὶ ἐὰν θέλετε, δὲν θὰ ἠμπορέσητε· τοιούτους μᾶς εὑρίσκετε ὁποίους καὶ πρὸ 2 ἐτῶν. Τοῦτο λέγων ἐννοῶ ὅτι ἡ ἰδέα τῆς ἀμέσου, τῆς διὰ μιᾶς, τῆς γενικῆς ἀφομοιώσεως, ἥτις ἐπροτείνετο παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἀντέτεινον τότε, προετείνετο ὡς μέσον ἀντιπολιτευτικόν· εἶναι ἐπιτετραμμένα τὰ τοιαῦτα εἰς ἐκείνους, οἵτινες θέλουν νὰ φθάσουν εἰς ἕνα σκοπόν.
§165ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ σᾶς ζητήσω μίαν ἐξήγησιν; Ἐὰν ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἐκάματε, ἀναφέρεται εἰς ὅλην τὴν ἀντιπολίτευσιν ἢ μόνον εἰς ἄτομα.
§166ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Γνωρίζετε πολὺ καλὰ, τουλάχιστον ἐπροσπάθησα ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ὅτι ὄχι μερίδα ὁλόκληρον δὲν ἔχω τὴν διάθεσιν νὰ ἐπικρίνω, ἀλλ’ οὔτε ἄτομα· ἐγὼ ζητῶ μόνον νὰ ἀναφέρω ἰδέας, καὶ λέγω ὅτι κατὰ τὴν πεποίθησίν μου τότε τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως δὲν προετείνετο καὶ δὲν ὑπεστηρίζετο μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι ἠμπόρει νὰ πραγματοποιηθῇ, ἀλλ’ ὡς μέσον δυνάμενον νὰ τὸ μεταχειρισθῇ ἡ ἀντιπολίτευσις, κατὰ τὴν ἰδέαν μου· καὶ μερικοὶ βεβαίως τὸ μετεχειρίσθησαν, διότι πολλοὺς ἀπὸ ἐκείνους βλέπω νὰ λέγουν σήμερον ὅτι ἄλλαι ἦσαν αἱ περιστάσεις τότε, καὶ ἄλλαι εἶναι αἱ περιστάσεις τώρα.
§167ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πολὺ καλά.
§168ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σήμερον ὅμως καθόλου τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως τί εἶναι; ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Ἰακωβάτου. Ἐπέρχεται ἄλλη πρότασις ἡ τοῦ κυρίου Τρικούπη· ὡς πρὸς τὰς προτάσεις αὐτὰς δὲν ἠξεύρω κατὰ τί ἤθελεν ἐμποδισθῇ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Τρικούπη ἀπὸ τὴν παραδοχὴν τῆς τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου.
§169ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι καὶ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ζερβοῦ.
§170ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Περὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Ζερβοῦ δὲν λέγω τίποτε, διότι δὲν τὴν ὑποστηρίζω. Οὐδὲν ἧττον, ἀφοῦ βλέπω ἓν μέλος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον ζητεῖ τὴν ἀναβολὴν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις σκεφθῇ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἐνῷ τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἀντικείμενον σκέψεως ἡ παραδοχὴ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, διότι ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, περὶ τοῦ ὁποίου πραγματεύεται, εἶχε καιρὸν νὰ σκεφθῇ ἀπ’ ἐδῶ καὶ 2 ἔτη, ὅπου ἐσυζητήθη ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως· καὶ ἐνῷ τότε ἦτο καλὴ ἡ ἄμεσος ἀφομοίωσις, ἀφοῦ βλέπω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητῇ τὴν ἀναβολὴν, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ζητήματος, εἰς ὃ δὲν θέλω φέρει ἀντίστασιν, θὰ ἀντιπολιτευθῶ ὡς ἀληθὴς πατριώτης καὶ δὲν θέλω ζητεῖ νὰ παρεμβάλλω προσκόμματα εἰς τὸν διοικητικὸν δρόμον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν δὲ ἐγὼ ὁ σήμερον ἀντιπολιτευόμενος παραδέχομαι τὴν ἀναβολὴν, διὰ νὰ διευκολύνω τὴν κυβέρνησιν, ἐλπίζω, ὅτι ὁ Κ. Ἰακωβάτος ὁ μέχρι χθὲς ἀντιπολιτευόμενος καὶ σήμερον, νομίζω, ἐξ ἀνάγκης συμπολιτευόμενος, δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν ἀντίῤῥησιν νὰ παραδεχθῇ αὐτὴν τὴν ἀναβολήν. Περὶ δὲ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Ζερβοῦ, δὲν τὴν παραδέχομαι, διότι ἀντίκειται ἀπ’ ἀρχῆς καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐξέφρασε σήμερον ἓν ἔντιμον μέλος τῆς κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι τὴν ἄμεσον ἀφομοίωσιν δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν. Ἐὰν λοιπὸν σήμερον θελήσωμεν νὰ βιάσωμεν τὴν κυβέρνησιν εἰς τὴν ἄμεσον, τὴν πλήρη ἀφομοίωσιν, εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ τῆς εἴπωμεν, σὲ ἀναγκάζομεν νὰ παραιτηθῇς.
§171Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἐτοῦτοι εἶναι ὅλοι δικηγόροι· δὲν θέλουν τὴν ἀφομοίωσιν. Ἡ Ἑπτάνησος θὰ φάγῃ τὴν Ἑλλάδα· δὲν θέλουν ἐτοῦτοι οἱ θεοκατάρατοι· ἀντίκειται εἰς τὰ συμφέροντά τους.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. Ζερβέ! Νὰ ἦσαι προσεκτικὸς εἰς τὰς ἐκφράσεις σου. Ἠκούσατε, ὅτι ζητεῖται ἡ ἀναβολὴ τῆς προτάσεως ταύτης.
§173Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κ. πρόεδρε! ἡμεῖς ἐκάμαμεν μίαν συγκεκριμένην πρότασιν μὴ ἐπιδεχομένην ἀμφιβολίας. Ἐδῶ ἐπαρουσιάσθησαν δύω πράγματα, ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ἰακωβάτου καὶ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ζερβοῦ. Ἐσυζητεῖτο ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, ὡς ἐκ περισσοῦ δὲ ἐφέρθη ἀπὸ τὸ τέλος τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ζερβοῦ· διὰ ποῖον λόγον, εἶναι εὔκολον νὰ τὸ ἐννοήσητε, διὰ νὰ γίνῃ δῆθεν πρότασις περὶ ἀφομοιώσεως.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§175ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τόσον χειρότερον. Ἐφέρθη λοιπὸν μία πρότασις διὰ νὰ μάθωσιν, ὅτι δῆθεν οἱ ὑποστηρίξαντες τὴν ἀφομοίωσιν δὲν τὴν ζητοῦν· ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι παρὰ ἓν πρᾶγμα ἀνύπαρκτον, μία ἰδέα, ὄπισθεν τῆς ὁποίας θέλομεν κἄτι τι νὰ κρύψωμεν. Διότι τί εἴπομεν ἡμεῖς; τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως θὰ συζητηθῇ καὶ χωρὶς νὰ θέλῃ κανείς· διότι ἐφέρθη πρότασις, εἴπομεν ὅμως νὰ τρέξῃ τὸν δρόμον ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ὁρίζεται ἀπὸ τὸν κανονισμὸν, διότι τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως περιεπλέχθη ἀπὸ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην μέχρι τῆς σήμερον διὰ χιλίων ἄλλων μέσων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ φέρωσιν εὐκολίαν ἢ δυσκολίαν εἰς αὐτό. Τοῦτο δὲν ἀποφαίνομαι ἐγὼ, διότι δὲν γνωρίζω αὐτὰ τὰ πράγματα, καὶ διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν αὐτὴν νὰ τρέξῃ τὸν δρόμον τῆς ἐπιτροπῆς, ὥστε περιεσκεμμένως καὶ μετὰ μίαν συναρμολογίαν ὅλων τῶν πραγμάτων νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· ἑπομένως, νομίζω, δὲν ἐπέτυχεν ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον ἐῤῥίφθη ὅλον αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, δηλ. τότε ἐσκεπτόμεθα καλὰ καὶ σήμερον δὲν σκεπτόμεθα. Ἀλλ’ ἰδοὺ σήμερον ποῦ εἴμεθα σύμφωνοι, δηλ. μᾶς ἀκολουθεῖτε· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ ὅσα εἶπεν ὁ προαγορεύσας Κ. Λομβάρδος· ἑπομένως νομίζω ὅτι ἡ ἰδέα ἡ ὁποία μᾶλλον ἔχει ἕνα ἄλλον σκοπὸν δὲν ἐπέτυχε. Διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἔλθῃ δι’ ὅλων τῶν συστατικῶν ἐκείνων τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς ἕνα ἕκαστον ἐξ ἡμῶν νὰ σχηματίσῃ μίαν γνώμην.
§176ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ἐγὼ χρεωστῶ νὰ ἐκφρασθῶ ἐπὶ τοῦ συγκεκριμένου ζητήματος, καὶ ἐκφραζόμενος ἐπ’ αὐτοῦ νὰ ἐκταθῶ καὶ ἐπὶ τοῦ γενικωτέρου. Ποῖον εἶναι τὸ συγκεκριμένον ζήτημα; ἡ ἀρχὴ τῆς προτάσεως νόμου τῆς ὑποβληθείσης ἐκ μέρους τοῦ Κ. Ἰακωβάτου; καὶ λοιπὸν συζητεῖται ἡ ἀρχὴ αὐτῆς τῆς προτάσεως. Ποία εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς προτάσεως; ἡ ἀρχὴ εἶναι περὶ ἀφομοιώσεως. Ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον, κύριοι, τῆς ἀφομοιώσεως αἱ ἰδέαι μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ἀπείρως πολλαί· διότι τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ ἀνεπτύχθη τόσον ἐκτεταμένως, τόσον πεισματωδῶς ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, καὶ, καθόσον γνωρίζομεν, δύω ἦσαν αἱ γνῶμαι τότε, αἱ κυρίαι γνῶμαι· ἡ μὲν μία γνώμη ὑποστηρίζει τὴν ἄμεσον ἀφομοίωσιν, ἡ δὲ ἑτέρα ὑποστηρίζει τὴν βαθμιαίαν ἀφομοίωσιν. Λοιπὸν σήμερον ἡ Βουλὴ, προκειμένου νὰ ψηφίσῃ ἀρχὴν νόμου περὶ ἀφομοιώσεως, πρέπει, μοὶ φαίνεται, νὰ ἐξετάσῃ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον εἰς ποίαν ἐκ τῶν δύω αὐτῶν ἐπικρατουσῶν γνωμῶν ὑπάγεται· εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἀμέσου ἀφομοιώσεως, ἢ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς βαθμιαίας ἀφομοιώσεως. Ἡ ἀρχὴ, κύριοι, τῆς ἀμέσου ἀφομοιώσεως, καθὼς σᾶς ὑπενθύμισεν ὁ Κ. Λομβάρδος, ἦτο ἀρχὴ τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ἀρχὴ δὲ τῆς βαθμιαίας ἀφομοιώσεως ἦτο ἀρχὴ τῆς τότε συμπολιτεύσεως. Σήμερον δὲ, κύριοι, ἡ πρότασις αὕτη δὲν βλέπω νὰ ὑπάγεται οὔτε εἰς τὴν μίαν οὔτε εἰς τὴν ἄλλην τῶν δύω τούτων ἀρχῶν, διότι δὲν ἔρχεται ὁ Κ. Ἰακωβάτος καὶ οἱ λοιποὶ νὰ σᾶς εἰποῦν, ὅτι προτείνομεν τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὴν Ἑπτάνησον τῆς δεῖνα νομοθεσίας, δηλ. τῆς πολιτικῆς δικονομίας. Αὐτὴ ἤθελεν εἶσθαι μία πρότασις ἀναγομένη εἰς τὴν γνώμην ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀφομοίωσις πρέπει νὰ γείνῃ κατὰ νόμους βαθμηδόν. Τοῦτο δὲν λέγει ἡ προκειμένη πρότασις· λοιπὸν δὲν ὑπάγεται οὔτε εἰς τὴν γενικὴν ἀφομοίωσιν, οὔτε εἰς τὴν βαθμιαίαν ἀφομοίωσιν· εἶναι, ἂν θέλετε, ἓν τεμάχιον, ἓν ἀκρωτηριασμένον πρᾶγμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ προσέξῃ πολὺ ἐὰν πρέπει νὰ τὸ παραδεχθῇ ἢ ὄχι. Ἐπὶ τῆς προτάσεως λοιπὸν αὐτῆς ἔρχεται μία πρότασις τοῦ Κ. Ζερβοῦ, ὁ ὁποῖος λέγει καταψηφίζω τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ τοῦ Νομοσχεδίου, διότι δοξάζω ὅτι ἡ ἀφομοίωσις πρέπει νὰ ᾖναι γενική, ἄμεσος. Ἐδῶ, κύριοι, οὐδαμῶς προκαλεῖται ἡ Κυβέρνησις, οὔτε κανεὶς εἰς καμμίαν ἔφοδον, εἰς καμμίαν πάλην, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἀνέτοιμος. Ἐὰν ἤμην ἐκ τῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἰς τὴν Συνέλευσιν ὑπεστήριζον τὴν ἄμεσον ἀφομοίωσιν, ἤθελον ἀσπασθῆ ἀμέσως τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Ζερβοῦ καὶ ἤθελον ὑποστηρίξει εἰς τὸ νομοθετικὸν σῶμα τὴν πρότασιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν μετὰ τόσου ζήλου ὑπεστήριξα εἰς τὴν Συνέλευσιν. Δὲν ἀπετέλουν ὅμως τότε μέρος τῆς Συνελεύσεως, δὲν ἐξεφράσθην ἐπισήμως μάλιστα περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀπόκειται εἰς ἐμὲ νὰ ὑποστηρίξω τὴν γνώμην αὐτὴν τοῦ Κ. Ζερβοῦ. Ἔρχεται τώρα τὸ νέον ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον κατανοοῦν τὴν θέσιν του μᾶς λέγει, ὅτι κατ’ ἀρχὴν εἴμεθα συνεπεῖς εἰς τὰς ἰδέας μας· θέλομεν τὴν γενικὴν ἀφομοίωσιν, καὶ θέλομεν ἀκολουθήσει πάντοτε τὰς ἀρχὰς ἐκείνας τὰς ὁποίας θεωροῦμεν ἐθνοσωτηρίους· ἀλλὰ, σᾶς λέγει, δὲν εἴμεθα ἕτοιμοι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, διότι μόλις τώρα ἀνέβημεν εἰς τὰς ἕδρας αὐτὰς· θέλομεν ἀναβολὴν. Ἡ πρότασις αὕτη τοῦ ὑπουργείου, ἐὰν τὴν κατανοῶ, εἶναι πρότασις τοιαύτη ὁποίαν τὴν ἀντελήφθη ὁ Κ. Λομβάρδος, ὁ ὁποῖος σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μολονότι ἠδύνατο νὰ ᾖναι ἕτοιμος, διότι αὐτὴ περιέχει τὰ μέλη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὡς πληρεξούσιοι ὑπεστήριζον τὴν ἄμεσον ἀφομοίωσιν καὶ ἑπομένως εἶναι καὶ ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἕτοιμος, μολαταῦτα σᾶς λέγει ὁ Κ. Λομβάρδος, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ στερήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος τῆς διασκέψεως, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὑπεστήριξεν, ὅτι ἄλλαι αἱ περιστάσεις αἱ τότε, ἄλλαι αἱ σημεριναί. Νομίζω, ὅτι ὁ Κ. Λομβάρδος ἐξεφράσθη πολὺ ὀρθῶς καὶ ἀμερολήπτως. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις διασαφηνίζῃ τὴν ἰδέαν συμφώνως μετὰ τοῦ Κ. Λομβάρδου, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ὡς καὶ πολλὰ ἄλλα περὶ ἀφομοιώσεως πρέπει ν’ ἀναβληθοῦν μεχρισοῦ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ἁρμοδία ἐπιτροπὴ ὡριμάσουν τὰς ἰδέας των, τότε δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ συζητήσεως, διότι νομίζω, ὅτι καὶ ἡμεῖς εἴμεθα σύμφωνοι. Ἐὰν ὅμως ὑποστηριχθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγει ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, ὅτι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ζερβοῦ τὴν ἀποκρούει, διότι δὲν εἶναι ὥριμος, τὴν δὲ πρότασιν αὐτὴν θέλῃ νὰ τὴν ψηφοφορήσωμεν, τότε ἐγὼ ἐκφράζω τὴν ἰδέαν, ὅτι θέλω καταψηφίσει τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου.
§177ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Παρεδέχθη καὶ ὁ ὑπουργὸς τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου.
§178ΣΠΗΛΙΟΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Δὲν θέλω νὰ εἴπω μερικοὺς λόγους, ὅτι, φαίνεται, μὲ παρεξήγησαν, διότι δὲν ἀντελήφθην καλῶς ἴσως· οὐχ ἧττον ὅμως ἐπαναλαμβάνω πάντοτε, ὅτι μία Βουλὴ πιστεύω, ὅτι ὀφείλει νὰ δώσῃ εἰς μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔρχεται πρώτην φορὰν ἐνώπιόν της, καιρὸν νὰ σκεφθῇ.
§179ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ν’ ἀναβληθῇ ἐπὶ 15 ἡμέρας ἡ συζήτησις αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἡ Κυβέρνησις μόλις ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα.
§180ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν, ἐπειδὴ ὁ Κ. Ἰακωβάτος καὶ τὸ ὑπουργεῖον συμφωνοῦν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως αὐτῆς, συμφωνῶ καὶ ἐγώ.
§181ΖΕΡΒΟΣ. Ἐγὼ προτείνω νὰ συζητηθῇ τὴν ἡμέραν ὅπου θὰ συζητηθῇ ἡ ἀφομοίωσις.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύω προτάσεις εἶναι ὡς πρὸς τὸν χρόνον· κατὰ μὲν τὴν μίαν προτείνεται ἡ ἀναβολὴ ἐπὶ 15 ἡμέρας, κατὰ δὲ τὴν τοῦ Κ. Ζερβοῦ προτείνεται ἡ ἀναβολὴ μέχρι τῆς συζητήσεως τῆς ἰδικῆς του προτάσεως περὶ τῆς ἀφομοιώσεως ἐν γένει. Ὡς πρὸς τὴν ἀναβολὴν εἶναι πάντες σύμφωνοι.
§183ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κ. Πρόεδρε, ἡμεῖς εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ δεχθῶμεν τὴν πρότασιν ὅπως τὴν παρουσιάζει ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ Κ. Ζερβὸς συμφωνεῖ.
§184ΖΕΡΒΟΣ. Πολὺ καλὰ, κάμετε ὅ,τι θέλετε.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παραδέχεται ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῆς προκειμένης προτάσεως ἐπὶ 15 ἡμέρας. 14 ἀντικείμενον. Πρότασις περὶ συστάσεως πρωτοδικείου εἰς Γύθειον.
§186ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ μέχρι τῆς συζητήσεως τοῦ κυρίου νομοσχεδίου.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως τοῦ κυρίου νομοσχεδίου θὰ συζητηθῇ καὶ αὐτό. Ἀναγινώσκονται τ’ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως διὰ τὴν αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 4 Μ. Μ.