Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Α · Σύνοδος Α› Συνεδρίαση 64

1865.11.09

1.744 στίχοι · 14.734 λέξεις · 92 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1865.11.09
Προεδρεία
ΕΥΘ. ΚΕΧΑΓΙΑ
Περίοδος
Α
Σύνοδος
Α
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Β (1865)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 64.

Τῆς 9 Νοεμβρίου 1865.

(Τρίτη).

Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνονται τὰ πρακτικά;

§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μοὶ ἀπηύθυνε τὸ ἑξῆς ἔγγραφον. Ἀριθ. 466.

ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.

Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου Πρὸς τὸν Κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀναγγείλω ὑμῖν καὶ δι’ ὑμῶν πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς διὰ Β. Διαταγμάτων ὑπὸ σημερινὴν ἡμερομηνίαν εὐηρεστήθη νὰ διορίσῃ πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, προσωρινῶς δὲ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τὸν ὑπογεγραμμένον, Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὸν κ. Σ. Σωτηρόπουλον, βουλευτὴν, Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τὸν κ. Π. Α. Πετράκην, βουλευτὴν, ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τὸν κ. Κ. Λομβάρδον, βουλευτὴν, καὶ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν τὸν ὑποστράτηγον κ. Τριαντάφυλλον Λαζαρέτον, βουλευτήν. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 6 Νοεμβρίου 1865. Ὁ Πρόεδρος Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἔφερε τὴν ἑξῆς ἔκθεσιν· θέλει τυπωθῆ.

§4ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ. (Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς μειοψηφίας.) Πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐπιτροπὴ, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπὸ 31 Ἰουλίου 1865 ἀναφορὰν τῆς αὐτοῦ Πανιερότητος τοῦ Μητροπολίτου Ζακύνθου, παρατηρεῖ, ὅτι διὰ δύο τινὰ ἡ Αὐτοῦ Πανιερότης καταγγέλλει τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑπουργόν. 1) Ὅτι ἔπαυσε τὸν ἱερογραμματέα τοῦ ἀρχιερέως παρανόμως, καὶ 2) Ὅτι διώρισεν Ἔξαρχον τῆς Ἰονίου Ἐκκλησίας τὸν Μητροπολίτην Κερκύρας, ἐνῷ κατὰ τοὺς ἐν Ἑπτανήσῳ ἰσχύοντας ἤδη νόμους ἐδικαιοῦτο νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν ταύτην ὁ Μητροπολίτης Ζακύνθου. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ἡ ἐπιτροπὴ παρατηρεῖ, ὅτι ὁ ὑπουργὸς κατὰ γενικὸν κανόνα ἐδικαιοῦτο νὰ προβῇ εἰς τὴν παῦσιν τοῦ ἱερογραμματέως, φρονεῖ δέ, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ Μητροπολίτου Ζακύνθου, ὅτι δῆθεν, ἰσοβίων ὄντων τῶν μελῶν τοῦ ἱεροδικαστηρίου, ἕπεται ὅτι καὶ ὁ γραμματεὺς αὐτοῦ ἀπολαύει τοῦ δικαιώματος τῆς ἰσοβιότητος, δὲν εἶναι παντάπασιν ὀρθός. Ἑπομένως ἡ ἐπιτροπὴ φρονεῖ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ τοὺς λόγους, ὑφ’ ὧν ἐπείσθη ὁ ὑπουργὸς νὰ προβῇ εἰς τὴν παῦσίν του, διότι τότε θὰ ἐπέμβαινεν εἰς τὰ καθήκοντα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀπεναντίας ἡ ἐπιτροπὴ πιστεύει, ὅτι ἡ ἄρνησις τοῦ Μητροπολίτου Ζακύνθου εἰς τὸ νὰ προτείνῃ κατὰ τὸν νόμον εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς Κυβερνήσεως τρία ὀνόματα πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ παυθέντος ὑπαλλήλου, ἦτο παράλειψις ἑνὸς καθήκοντος. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ἡ ἐπιτροπὴ παρατηρεῖ, ὅτι, κατὰ τοὺς νόμους τοῦ πρώην Ἑπτανησιακοῦ Κράτους, ἀνὰ πᾶν νέον Κοινοβούλιον, ἤτοι κατὰ πενταετίαν, ἀνανεοῦνται ἅπασαι αἱ πολιτικαὶ ἀρχαὶ καὶ μετ’ αὐτῶν καὶ ἡ ἐξαρχία τῆς Ἰονίου Ἐκκλησίας, ἥτις μεταβαίνει ἀπὸ τὸν Μητροπολίτην τῆς μιᾶς τῶν τεσσάρων μεγάλων νήσων εἰς τὸν Μητροπολίτην τῆς ἑτέρας, καθ’ ὡρισμένην σειράν, ἑπομένως ὅτι, κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην, μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Ἐξαρχίας τοῦ Μητροπολίτου Κεφαλληνίας, ἐδικαιοῦτο νὰ καθέξῃ τὴν θέσιν ταύτην ὁ Μητροπολίτης Ζακύνθου. Ἀλλὰ παρατηρεῖ ἐπίσης, ὅτι μετὰ τὴν ἕνωσιν νέον Κοινοβούλιον δὲν ἔλαβε χώραν, ἑπομένως πᾶσαι αἱ πολιτικαὶ ἀρχαὶ, ὅσαι δὲν κατηργήθησαν ἀμέσως μετὰ τὴν ἕνωσιν, οὐδόλως ἀνενεώθησαν, ἀλλ’ ἔμειναν ὡς εἶχον. Ὅθεν ἡ ἐπιτροπὴ νομίζει, ὅτι, ἐν τοιαύτῃ ἀνωμαλίᾳ διατελούντων τῶν πραγμάτων τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ἑπτανήσου, ὀρθότερον θὰ ἦτο ἴσως ἂν ἡ Ἐξαρχία τῆς Ἰονίου Ἐκκλησίας δὲν ἀνενεοῦτο, ἀλλ’ ἔμενεν εἰς τὸν Μητροπολίτην Κεφαλληνίας, ὅστις κατεῖχεν αὐτὴν πρὸ τῆς ἑνώσεως, μεχρισοῦ τὰ περὶ τούτου κανονισθῶσιν ὁριστικώτερον· ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διορίσας ἔξαρχον τὸν Μητροπολίτην Κερκύρας Ἀθανάσιον, ἄνδρα ἐπισύραντα τὸν σεβασμὸν τοῦ Πανελληνίου διὰ τὰ πατριωτικὰ αὐτοῦ αἰσθήματα, πιθανὸν νὰ εἶχε πρὸς τοῦτο λόγους οὓς ἡ Βουλὴ δύναται ἐκτιθεμένους νὰ ἐκτιμήσῃ δεόντως. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 6 Ὀκτωβρίου 1865. Ἡ Ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐπιτροπὴ Ξενοφῶν Λογοθέτης, Γ. Ε. Μαυρογιάννης, Α. Λογιωτατίδης, Κ. Π. Μανουσάκης. Ἔκθεσις τῆς μειονοψηφίας. Ἡ ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐπιτροπὴ, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπὸ 31 Ἰουλίου 1865 ἀναφορὰν τῆς αὐτοῦ πανιερότητος τοῦ Μητροπολίτου Ζακύνθου Νικολάου, καὶ διεξελθοῦσα τὰ εἰς αὐτὴν ἐπισυνημμένα 19 ἔγγραφα, ἀποδεικτικὰ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς, δι’ ἧς ἡ αὐτοῦ πανιερότης ἐξαιτεῖται τὴν προστασίαν τῆς Βουλῆς, καταγγέλλουσα πράξεις τινὰς τοῦ ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν δημοτικοῦ συμβουλίου τῆς Ζακύνθου καὶ τοῦ ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὑπουργοῦ, ὡς προφανῶς παραβιάσαντος τὴν διεθνῆ συνθήκην καὶ τοὺς ἐν Ἑπτανήσῳ ἰσχύοντας νόμους, καὶ αὐτὸν τὸν ὀρθὸν λόγον, ὅπως αὗται κηρυχθῶσιν παράνομοι καὶ ἀντισυνταγματικαὶ πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν γενομένων, ἐξήγαγε· 1. Ὅτι ὁ νομάρχης Ζακύνθου ἀντὶ τοῦ νὰ ἐπικυρώσῃ κατὰ νόμον τὸν ὑπὸ τοῦ πανιερωτάτου Μητροπολίτου Ζακύνθου γενόμενον διορισμὸν τοῦ ἱερέως Μαντινίου ὡς ἐφημερίου τῆς ἐκκλησίας τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ἐσφαλμένως περιπλέξας τὴν ὑπόθεσιν ἐζήτησε πληροφορίας παρὰ τοῦ ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν συμβουλίου τῆς νήσου. 2. Ὅτι ὁ δημοτικὸς σύμβουλος, ὑπερβὰς τὰ ὅρια τῶν ἑαυτοῦ καθηκόντων, ἐπενέβη εἰς τὰ ἀρχιερατικὰ καθήκοντα καὶ εἰς τὴν καθαρῶς πνευματικὴν ἐξουσίαν τοῦ Μητροπολίτου, καὶ παριδὼν τὰ νόμιμα δικαιώματα, ἐκκλησιαστικά τε καὶ ἀστικὰ, ἀρχιερέως τε καὶ ἱερέως, ἐκράτησε μετέωρα τὰ συμφέροντα τῶν τρίτων, δι’ ἀντιῤῥητικῆς παρανόμου καὶ ἐπηρεαστικῆς. 3. Ὅτι ὁ δημοτικὸς σύμβουλος ἐν κακῇ πίστει κατεδίωξε δι’ ἐγγράφων τρίτον πρόσωπον, οὐδόλως μὲν παριστάμενον ἐν τῇ διοικητικῇ διενέξει ταύτῃ, ἀνεύθυνον δὲ ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, ἤτοι τὸν ἱερέα Χαραλάμπιον Ῥουσελάτον, φέροντα διπλοῦν τίτλον ἱερογραμματέως καὶ ἐξ ἀποῤῥήτων τοῦ ἀρχιερέως, καὶ ἀναιτίως, ἀναρμοδίως καὶ παρανόμως προέτεινε τὴν παῦσιν αὐτοῦ, ἥτις, ὡς φαίνεται, ἦτον ὁ σκοπὸς τοῦ κυκεῶνος τούτου. 4. Ὅτι ὁ ἱερογραμματεὺς, εἰ καὶ μὴ ὑπόχρεως νὰ ἀπολογηθῇ, ὅμως ἀπελογήθη, δικαιολογηθεὶς ὀρθῶς καὶ διασκεδάσας τὰς αἰτιάσεις τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου. 5. Ὅτι ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐνεργήσας κατὰ συναίνεσιν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Ζακύνθου, ἔπαυσεν ἄνευ λόγου τὸν γραμματέα τῆς ἐπισκοπῆς Ζακύνθου, τὸν καὶ ἐξ ἀποῤῥήτων ἢ σύμβουλον τοῦ πανιερωτάτου Μητροπολίτου. 6. Ὅτι ὁ μητροπολίτης, θεωρήσας προσβεβλημένα τὰ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους δικαιώματα τῆς ἐπισκοπῆς, παρέστησε τὸ παράνομον, τὸ ἄδικον καὶ τὸ ἄτοπον τοιούτου διωγμοῦ. 7. Ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐκκλησιαστικῶν, εἰς ἀπάντησιν τῶν παραπόνων τοῦ ἀρχιερέως, ἀνέθεσε τὴν ἐξαρχίαν τῆς Ἰονίου ἐκκλησίας μετὰ τὴν λῆξιν τῆς νομίμου πενταετίας, ὄχι εἰς τὸν Μητροπολίτην Ζακύνθου, εἰς ὃν κατὰ νόμον ἀνῆκεν, ἀλλ’ εἰς τὸν Μητροπολίτην Κερκύρας, εἰς ὃν κατὰ νόμον δὲν ἀνῆκε, καὶ ὅστις μολοντοῦτο ἀντικανονικῶς, παρανόμως καὶ πλεονεκτικῶς τὴν ἐδέχθη, ἀδικήσας οὕτω τὴν ἐκκλησίαν, τὴν πολιτείαν καὶ τοὺς συμπολίτας τῶν μεσημβρινῶν Ἰονίων νήσων, τοὺς ἀπολέσαντας τοιουτοτρόπως τὸ νόμιμον ἐφετεῖον αὐτῶν καὶ ἀφαιρεθέντας ἀντισυνταγματικῶς ἀπὸ τοῦ νομίμου δικαστοῦ αὐτῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ σκεψαμένη τὰ γενόμενα καὶ παραβαλοῦσα αὐτὰ πρὸς τοὺς κειμένους νόμους εὗρεν. ά.) Ὅτι ὁ Μητροπολίτης Ζακύνθου, διορίσας τὸν ἱερέα Μαντινιὸν ἐφημέριον τῆς ἐκκλησίας τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, εἶναι ἐν τῷ δικαίῳ αὐτοῦ. βʹ.) Ὅτι ὁ νομάρχης Ζακύνθου μὴ περιάψας διὰ τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου τὸ πολιτικὸν κῦρος εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ ἐφημερίου Μαντινιοῦ διὰ τὰ μόνα ἀστυκὰ ἀποτελέσματα, ἐνήργησε παρανόμως καὶ κούφως... γʹ.) Ὁ ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν δημοτικὸς σύμβουλος Ζακύνθου ἔπραξεν ἀναρμοδίως καὶ παρανόμως, ὑπερβὰς προσέτι πᾶν ὅριον εὐσχημοσύνης πρὸς τὴν ἐκκλησίαν. δʹ.) Ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς παύσεως τοῦ ἱερογραμματέως Ζακύνθου ἱερέως Χαραλάμπους Ῥουσελάτου ὅλως ἀντίκειται εἰς τοὺς ἰσχύοντας νόμους καὶ εἰς τὰ κατὰ νόμον δικαιώματα τῆς μητροπόλεως Ζακύνθου. έ.) Ὅτι ἡ ἀνάθεσις τῆς ἐξαρχίας τῆς Ἰονίου ἐκκλησίας εἰς τὸν Μητροπολίτην Κερκύρας καὶ ὄχι εἰς τὸν ἱερώτατον Μητροπολίτην Ζακύνθου Νικόλαον, παραβιάζει ῥητῶς τοὺς κειμένους νόμους καὶ τὴν περὶ ἑνώσεως συνθήκην. Δυνάμει τῶν εἰρημένων ἡ ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ. 1. Ὅτι αἱ πράξεις τοῦ ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὑπουργοῦ περὶ παύσεως τοῦ ἱερογραμματέως Ζακύνθου, καὶ τῆς ἐξαρχίας τῆς Ἰονίου ἐκκλησίας, εἶναι παράνομοι, ἀντισυνταγματικαὶ καὶ δέον ἵνα ἐπανορθωθῶσι τὰ γενόμενα πρὸς τήρησιν τοῦ νόμου καὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς. 2. Ὅτι ἀνάγκη πᾶσα καὶ δι’ ὅλους τοὺς λόγους ἵνα δικαιωθῶσιν, ὁ μὲν πανιερώτατος Μητροπολίτης Ζακύνθου ἀναγορευόμενος εὐθὺς ἔξαρχος τῆς Ἰονίου ἐκκλησίας, ὁ δὲ ἱερεὺς Χαραλάμπης Ῥοσελάτος ἀνακαλούμενος εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων τοῦ ἱερογραμματέως Ζακύνθου, ὡς μηδέποτε παυθείς, ὁ δὲ ἱερεὺς Μαντινιὸς λάβῃ παρὰ τοῦ δημοτικοῦ Συμβουλίου Ζακύνθου τὸ κατὰ τύπον κῦρος τοῦ διορισμοῦ του ὡς ἐφημερίου τῆς ἐκκλησίας τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ἐπιφυλασσομένων τῶν περὶ ἀποζημιώσεως ἀπαιτήσεων αὐτοῦ κατὰ τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου Ζακύνθου, ἐνώπιον τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν.

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ Λ. ΛΙΒΑΔΑΣ.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας Κ. Κωνσταντᾶς ὑπέβαλε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.

§6ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Μετὰ τὰ ἐσχάτως λαβόντα χώραν, κύριοι, νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ δώσω λόγον ἐνώπιόν σας διατὶ σήμερον εὑρίσκομαι εἰς τὴν θέσιν ταύτην. Θέλω εἶσθαι λίαν σύντομος, θέλω ἀποφύγει πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ ἐρεθίσῃ καὶ θέλω περιορισθῆ ἀπολύτως εἰς πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν διαγωγὴν καὶ τὰς πράξεις μου. Ἐπίστευσα, κύριοι, ἐξ ἀρχῆς, ὅτι, διὰ νὰ κυβερνηθῇ καὶ νὰ διοικηθῇ καλῶς ὁ τόπος, ἔχει ἀνάγκην, μάλιστα εἰς τὰς παρούσας δυσκόλους πολιτικὰς περιστάσεις, κυβερνήσεως ἰσχυρᾶς καὶ δυναμένης νὰ ἔχῃ τὴν πρωτοβουλίαν, κυβερνήσεως τέλος πάντων, ἡ ὁποία νὰ δύναται νὰ πιστεύῃ ὅτι μεγάλη πλειοψηφία τῆς Βουλῆς θέλει τὴν ἀκολουθήσει. Κυβέρνησις τοιαύτη, ἔχουσα τοιαύτην δύναμιν ἐν τῇ Βουλῇ, ἤθελεν ἔχει ὁμοίαν καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, καὶ οὕτως ἀσήμαντα προσκόμματα ἀπαντῶσα εἰς τὴν πορείαν της, ἤθελεν ἀνταποκριθῆ εἰς τὰς παρούσας ποικίλας ἀνάγκας. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ὅταν παρῃτήθην συνεπεία τῆς ψηφοφορίας τῆς λαβούσης χώραν ἐνταῦθα ἐσχάτως, καὶ ὅταν μετ’ ἐμὲ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Κ. Δεληγεώργη παρῃτήθη, ἀφοῦ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Κ. Βούλγαρη κατὰ πρῶτον δὲν ἐπέτυχε καὶ προσεκλήθη ὁ Κ. Ῥοῦφος, ἤμην τῆς γνώμης, συνεβούλευσα, προέτρεψα καὶ ἐπέμεινα ὥστε ὁ Κ. Ῥοῦφος νὰ σχηματίσῃ κυβέρνησιν ἐκ δύω τοὐλάχιστον μερίδων, διότι οὕτως ἐπίστευσα, ὅτι ὁ Κ. Ῥοῦφος ἤθελεν ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν προορισμὸν ὁ ὁποῖος τὸν ἐκάλει εἰς τὴν κυβέρνησιν. Κατὰ δυστυχίαν, κύριοι, ἡ ἀπόπειρα ἀπέτυχε. Μετὰ τοῦ Κ. Ῥούφου ἠρνήθην καὶ πάλιν ν’ ἀνέλθω εἰς τὴν ἐξουσίαν, διότι ἤμην τῆς γνώμης, ὅτι εἰς τὴν ἐξουσίαν ἔπρεπε νὰ κληθῇ καὶ πάλιν ὁ ἔντιμος Κ. Βούλγαρης, διότι ἐνόμιζον ὅτι μετὰ τὸν Κ. Ῥοῦφον οὗτος ἦτο ὁ φυσικῶς καλούμενος. Γνωρίζετε, κύριοι, τὶ συνέβη μὲ τὸ ὑπουργεῖον Κ. Βούλγαρη, καὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐντεταλμένος νὰ κατατρίψω εἰς ζητήματα τοιαῦτα ἤδη, οὔτε ἔχω σκοπὸν νὰ φέρω κρίσεις, νὰ διερμηνεύσω τὴν διαγωγὴν καὶ τὰς πράξεις ἄλλων, ἢ νὰ ἐξελέγξω αὐτούς, ἐκτὸς ἂν κατὰ δυστυχίαν προκληθῶ· διότι, νομίζω, τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος ἀπαιτεῖ ὥστε ἀντὶ ν’ αὐξήσωμεν νὰ ἐλαττώσωμεν, νὰ περιστείλωμεν τὸν ἐρεθισμόν, νὰ ῥίψωμεν ὕδωρ ἀντὶ ἐλαίου εἰς τὴν πυράν. Μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ Κ. Βούλγαρη ἡ Α. Μεγαλειότης εὐηρεστήθη νὰ μοὶ ἀναθέσῃ τὴν συγκρότησιν τοῦ ὑπουργείου. Ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὴν ἰδέαν περὶ τῆς ὁποίας σᾶς ἐλάλησα ἀνωτέρω, ἀπηυθύνθην ἀμέσως πρὸς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου Κ. Δεληγεώργην. Ἔπρεπε, κύριοι, βαθέως νὰ αἰσθάνωμαι τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ κυβερνηθῇ καλῶς ὁ τόπος, ἵνα κάμω τὸ βῆμα καὶ τὴν θυσίαν αὐτήν. Ὑπῆγον λοιπὸν καὶ τῷ ἀνήγγειλα τὴν ἐντολὴν, ἣν εἶχον ἀπὸ τὴν Α. Μεγαλειότητα· δὲν ἦτον ἀνάγκη νὰ ἐξηγήσω εἰς αὐτὸν τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, διότι τὴν ἐγνώριζε, καθὼς καὶ τὴν ἀνάγκην μιᾶς κυβερνήσεως ἰσχυρᾶς καὶ σπουδαίας· τῷ εἶπον μόνον, ὅτι ἐπεθύμουν νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἰδέα αὕτη. Ἀποτείνομαι πρῶτον εἰς αὐτὸν καὶ ζητῶ νὰ σχηματίσωμεν ὁμοῦ κυβέρνησιν. Ὁ Κ. Δεληγεώργης μὲ ἠρώτησεν ἂν ἤμουν ἐπιφορτισμένος νὰ σχηματίσω τοιαύτην, καὶ τῷ ἀπήντησα ναί. Μὲ ἠρώτησεν ὑπὸ ποίους ὅρους· τῷ εἶπον, ὅρους δὲν ἔχω νὰ προτείνω· πρέπει πρῶτον νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀρχὴν ν’ ἀποφασίσῃ νὰ συγκυβερνήσωμεν καὶ ἔπειτα τοὺς ὅρους θέλομεν τοὺς συζητήσει καὶ τοὺς θέσει ὁμοῦ. Ὁ Κ. Δεληγεώργης, καὶ τοῦ Κ. Γρίβα παρόντος, μοὶ εἶπεν ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ σκεφθῇ δύω ὥρας. Ἀπῆλθον ἐκεῖθεν πιστεύων, ὡς μ’ εἶπεν ὁ Κ. Δεληγεώργης, ὅτι ἡ ἀναβολὴ δὲν εἶναι πλαγία ἄρνησις. Μετὰ 2 ὥρας ὁ Κ. Δεληγεώργης μοὶ ἀπήντησεν ἀρνητικῶς καὶ ἐστόλισε τὴν ἐπιστολήν του μὲ φιλοφροσύνας τινὰς, τὰς ὁποίας βεβαίως δὲν ἐπερίμενα ἀλλ’ αἵτινες εἰσὶ τῶν ἕξεών του. Ἀπηυθύνθην ἔπειτα πρὸς τὸν Κ. Βούλγαρην, καὶ δὲν ἐνόουν νὰ θέσω ὑπὸ τὴν προεδρείαν μου τὸν Κ. Βούλγαρην, ἐνόουν νὰ κατορθώσω ὥστε δύω μερίδες νὰ σχηματίσουν μίαν κυβέρνησιν ἰσχυρὰν, καὶ διὰ τοῦτο βάσις τῆς προτάσεώς μου ἦτο ἡ ἕνωσις, ὑπὸ διαφόρους τρόπους δυναμένη νὰ πραγματοποιηθῇ. Ἀλλ’ ὁ Κ. Βούλγαρης ἠρνήθη. Δὲν ἐξετάζω τοὺς λόγους τῆς ἀρνήσεως. Ἂν προκληθῶ, θέλω ἀναπτυχθῆ περισσότερον. Μετὰ ταῦτα, κύριοι, ἀφοῦ οἱ φίλοι μου, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἔχω τὴν εὐτυχίαν νὰ συγκαταριθμῶ πολλοὺς, οἱ ὁποῖοι καὶ τὴν ἱκανότητα καὶ τὰ προσόντα καὶ τὸ δικαίωμα ἔχουν νὰ κάθηνται εἰς τὰ ἐδώλια τοῦ ὑπουργοῦ, οἱ φίλοι μου οὗτοι ἠρνήθησαν νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἀφήσαντές με ἐλεύθερον νὰ σχηματισθῇ ἓν ὑπουργεῖον ἐκ πλατυτέρων βάσεων. Ἀπηυθύνθην εἰς διαφόρους βουλευτὰς ἐκτὸς τῶν φίλων μου, ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν καὶ αὐτοὶ ἠρνήθησαν. Ἐν τούτοις ὁ ἔντιμος Κ. Τρικούπης, μετὰ τοῦ ὁποίου ἦλθον εἰς συνδιάλεξιν, μοὶ ἐπανέλαβε τὴν ἰδέαν ὑπουργείου ἐξ ὅλων τῶν χρωμάτων ἢ ἐξ οὐδενὸς χρώματος, καὶ πρὸς τοῦτο μοὶ εἶπεν, ὅτι αὐτοὶ καὶ ἄλλοι τινὲς τῶν Κ. βουλευτῶν ἐσκόπουν νὰ συνέλθωσιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπιθυμῶν (καὶ πιστεύω, ὅτι θέλετε τὸ πιστεύσει) οὐχὶ ν’ ἀναλάβω τὴν ἐξουσίαν ἀλλὰ νὰ ἴδω Κυβέρνησιν εἰς τὸν τόπον καὶ νὰ παύσῃ ἡ κρίσις, ἅμα ἤκουσα ταῦτα, ἀνέστειλα πᾶσαν ἐνέργειαν, μολονότι ἀφ’ ἑσπέρας ἤμην ἕτοιμος νὰ σχηματίσω ὑπουργεῖον. Γνωρίζετε τὰ κατόπιν διατρέξαντα, γνωρίζετε, ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν πολλοὶ τῶν Κ. βουλευτῶν συνῆλθον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐξελέξαντο ἐπιτροπήν τινα, ἡ ὁποία ἀποστολὴν εἶχε νὰ συμβιβάσῃ τὰ διεστῶτα καὶ νὰ κατορθώσῃ τὴν συγκρότησιν Κυβερνήσεως τοιαύτης. Ἅμα ἤκουσα ταῦτα, παρεκάλεσα τὸν ἔντιμον Κ. Πρόεδρόν μας, ὁ ὁποῖος πρὸ πάντων ἦτο προσκεκολλημένος εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι τότε μόνον πρέπει ν’ ἀναλάβω τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως, ὅταν ἀπελπισθῶμεν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ ὁ σχηματισμὸς ἄλλης, καὶ ἰδίως ὁποίαν τὴν ἐπεζήτουν. Ἐπεφόρτισα δὲ αὐτὸν ὑποσχόμενος, ὅτι δὲν θέλω προχωρήσει, πρὶν μὲ φέρῃ ἀπάντησιν, νὰ πληροφορηθῇ τὶ πράττει ἡ ἐπιτροπὴ καὶ νὰ μοὶ ἀναγγείλῃ τὸ ἀποτέλεσμα ἵνα κανονίσω τὴν διαγωγήν μου. Πλὴν πρὶν ἢ λάβω ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν Κ. Πρόεδρον ἔσχον τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἴδω τὴν ἐπιτροπὴν εἰς τὴν οἰκίαν μου· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω τὶ μετ’ αὐτῆς ὡμίλησα, νομίζω ὅμως, ὅτι ἐπείσθη ὅτι ἐξ ἐμοῦ οὐδεμία ὑπῆρχε δυσκολία, ὅτι οὐδὲν ἐμπόδουν παρενέβαλλον ἀρκεῖ νὰ ἐσυμβιβάζετο πρὸς τὴν τιμὴν καὶ τὴν θέσιν μου. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὴν οἰκίαν ἀφοῦ τῆς ὑπεσχέθην, ὅτι θέλω περιμείνει μέχρις οὗ ἐξαντλήσῃ ὅλας τὰς προσπαθείας της, καὶ ἐπανελθοῦσα μετ’ ὀλίγον μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ κατορθώσῃ τίποτε. Κύριοι, αἰσθανόμενος τὴν ἀνάγκην μιᾶς Κυβερνήσεως, διότι, ὡς ὅλοι ἠξεύρετε, ἐγνώριζα ὅτι ἡ τελευταία κρίσις ἐνεθάῤῥυνε τὴν ληστείαν νὰ ὑψώσῃ αὐθάδῃ τὴν κεφαλὴν, ἐκλόνησεν τὰς πεποιθήσεις, ἐτάραξε τὰς σχέσεις καὶ μεταξὺ τοῦ τελευταίου πολίτου καὶ παρέλυσε τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐξουσίας μέχρι τοῦ τελευταίου κρίκου· ἔκαμε νὰ σταματήσῃ πᾶσα ἐνέργεια, πᾶσα συναλλαγὴ, πᾶσα ἐπιχείρησις καὶ ἔφερε τὴν κοινωνίαν εἰς τὴν πλέον δυσάρεστον κατάστασιν· καὶ ἂν ἤμεθα ὅπου ἤμεθα, δηλ. ἐκτὸς ἐντελοῦς ἀναρχίας, ὀφείλομεν τοῦτο πρὸ πάντων εἰς τὸ φιλόνομον καὶ φιλήσυχον τοῦ ἑλλ. λαοῦ καὶ εἰς τὰς εὐρείας βάσεις τὰς ὁποίας εἴχομεν θέσει, πλὴν πᾶς θεσμὸς, πᾶς χαλινὸς, πᾶσα νόμιμος ἐπιῤῥοὴ ἐνώπιον τῆς συνεχοῦς αὐτῆς κρίσεως καὶ τῶν ἀλλεπαλλήλων μεταβολῶν ἐχαλαρώθη· γνωρίζων, λέγω, ταῦτα, καὶ βλέπων, ὅτι ἀδύνατον ἦτο νὰ κατορθωθῇ Κυβέρνησις, ἐνόμισα, ὅτι καθῆκον εἶχον ν’ ἀναλάβω τὸν σχηματισμὸν τοιαύτης, καὶ ἀφοῦ ἐκπληρώσω αὐτὸ τὸ καθῆκον, ἀφοῦ θέσω Κυβέρνησιν εἰς τὸν τόπον, νὰ παρουσιασθῶ εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ μοὶ δοθῇ ἡ ἀναγκαία ἰσχὺς διὰ νὰ κυβερνήσω. Ἰδοὺ, κύριοι, ὁ δρόμος τὸν ὁποῖον διέτρεξα μεχρισοῦ φθάσω εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκομαι· ἐνόμισα καὶ νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμω ὅ,τι ἔκαμα, ὅτι ἦτο χρέος τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπέβαλλεν ἡ κατάστασις τῆς πατρίδος, ὅτι ὤφειλον νὰ ὑπακούσω εἰς τὴν φωνήν της, ὅτι ὤφειλον νὰ παρουσιάσω μίαν Κυβέρνησιν. Ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι κακῶς ἔπραξα, εἶμαι ἕτοιμος νὰ ὑποταχθῶ· ἀλλὰ, κύριοι, ὅ,τι ἔπραξα τὸ ἔπραξα ἐντὸς τοῦ νόμου καὶ ἐντὸς τοῦ καθήκοντος.

§7ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λυποῦμαι, Κύριοι, καὶ θαυμάζω διότι ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην νὰ φέρῃ εἰς δημοσίαν συζήτησιν ὅσα σᾶς ἀνεκοίνωσεν. Οὔτε τὸν θαυμασμόν μου τοῦτον ἠδυνήθη νὰ διασκεδάσῃ τὸ ἐπιχείρημα εἰς τὸ ὁποῖον προσέτρεξεν, ὅτι ὁ τόπος κλονίζεται, ὅτι ἡ πατρὶς κινδυνεύει, ἐπὶ λόγῳ, ὅτι τόσας ἡμέρας ἀβέβαια μένουσι τὰ τῆς Κυβερνήσεως. Οὔτε ἐπερίμενα κἂν ἀπὸ ἕνα πολιτικὸν ἄνδρα, ὡς τὸν ἀξιότιμον πρωθυπουργὸν, νὰ ἔλθῃ ὁ ἴδιος νὰ φαρμακεύσῃ τὴν πολιτικὴν αὑτοῦ κηρύττων, ὅτι, καί τοι ἐδιοίκησεν ἐπὶ δύω ἔτη σχεδὸν τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἠδυνήθη μολαταῦτα νὰ θέση θεμέλιά τινα εἰς τὴν τάξιν, νὰ τακτοποιήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν, νὰ ἐμπνεύσῃ τινὰ πεποίθησιν εἰς τὸν λαὸν περὶ τοῦ μέλλοντός του, καὶ καταλείπων τὴν ἐξουσίαν νὰ ἀφήσῃ αὐτὴν εἰς ὁπωσοῦν ἰσχυρὰν κατάστασιν, ὥστε ἡ ὀλιγοήμερος αὕτη ἀμφιβολία περὶ τὰ πράγματα τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἦναι τοσοῦτον ἐπαισθητὴ, ὥστε τὸ ζήτημα τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἑλλάδος νὰ τίθεται εὐθὺς ἀμέσως μετά τινων ἡμερῶν ὑπουργικὴν κρίσιν, καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ προκαλῇ τὸ ἔκνομον μέτρον, τὸ ὁποῖον ἦλθε σήμερον καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ζητῶν παρ’ αὐτῆς τὴν συμπλήρωσιν ἑνὸς δικαιώματος, τὸ ὁποῖον πλῆρες καὶ τέλειον ὑπάρχει εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Βασιλέως. Ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ τόπος κλονίζεται, ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ πατρὶς κινδυνεύει, ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ τάξις δὲν εἶναι στερεὰ, ἂν ἦναι ἀληθεῖς οἱ φόβοι, τοὺς ὁποίους ζητεῖ νὰ διεγείρῃ, ὁ ἐξηγούμενος οὕτω πως, αὐτὸς πρῶτος ὀφείλει λόγον διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην. Καὶ δὲν εἶναι ταῦτα θεωρητικὴ μόνον ἀλήθεια, διότι δὲν γνωρίζω ἔθνος, τὸ ὁποῖον νὰ ἐκινδύνευσε διότι συνέβησαν ἀλλεπάλληλοι Κυβερνήσεων εἰρηνικαὶ μεταβολαὶ ἐντὸς 15 ἢ 20 ἡμερῶν· ἀλλ’ εἶναι καὶ πρακτικὴ ἀλήθεια καὶ ἀναμφισβήτητος, διότι οἱ Ἕλληνες ἐδιοικήθησαν εἰς πολλὰς περιστάσεις, ἐπὶ πολὺν χρόνον ἄνευ κόπου καὶ ἄνευ συμφορῶν, καὶ δὲν ἐπεριμέναμεν νὰ μάθωμεν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ μίαν ἐγγύησιν τῆς τάξεως, τὸ φιλόνομον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι ἔχομεν ἄπειρους περὶ τούτου ἀποδείξεις. Ἡ Ἑλλὰς ἔδωκε μέγιστα μαθήματα, πρὸς ἔκπληξιν τῶν ἐχθρῶν της, ὅτι ὑπερτερεῖ πολλὰ ἔθνη κατὰ τὸν πατριωτισμόν. Τοιαῦτα, Κύριοι, βλέπων καὶ τοιαῦτα φρονῶν, δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω ἄλλως τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ τὴν πρόκλησιν ταύτην, τὴν ὅλως ἔκνομον, εἰμὴ ὡς προερχομένην ἀπὸ τύψιν συνειδότος. Ὅθεν διὰ πολλοὺς ἄλλους καὶ δι’ αὐτὸν ἀκόμη τὸν λόγον, ὅτι δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνω εἰς τὰς συνειδήσεις, καὶ ὅτι δὲν πρέπει οὔτε νὰ τὰς κλονίζω, οὔτε νὰ τὰς ἐνισχύω, ἐγὼ δὲν θέλω κατέλθει εἰς τὸ στάδιον εἰς ὃ θέλει νὰ μὲ καταβιβάσῃ ὁ Κ. πρωθυπουργὸς, εἰς τὴν ἀναψηλάφισιν τῆς συνειδήσεώς του. Ἐφρόνουν πάντοτε καὶ φρονῶ, ὅτι τὰ δικαιώματά της ἑκάστη ἐξουσία πρέπει νὰ τὰ διατηρῇ ἀνέπαφα καὶ πλήρη, καὶ ἐθεώρησα πάντοτε κακὴν τὴν ἐπέμβασιν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ στέμματος. Ἂν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους θελήσωσιν νὰ ἐπεμβῶσιν εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ ἡγεμόνος, θέλουσι διασεισθῆ τὰ θεμέλια τῆς πολιτείας, διότι ὁ ἡγεμὼν (καὶ δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ σημερινοῦ, διότι θεωρητικῶς λαλῶ,) θέλει σκανδαλισθῆ καὶ παραδειγματιζόμενος οὕτω θέλει κάμει καὶ αὐτὸς ἓν ἔκνομον βῆμα. Δυνάμει τῶν ἀρχῶν τούτων ἀποκρούω τὴν πρότασιν τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ τοῦ νὰ συμπληρώσωμεν ἡμεῖς διὰ τῆς ψήφου μας τὸ δικαίωμα τοῦ Ἡγεμόνος τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς ὑπουργούς του, ὡς μὴ ἔχον ἀνάγκην συμπληρώσεως, καθ’ ὃ τέλειον. Ἀλλ’ ἂν ἐκπλήττεσθε δι’ ὅλα ταῦτα, πῶς νὰ μὴ ἐκπλαγῆτε ὅταν ἀποδεδειγμένον εἶναι, ἐπίσημον εἶναι καὶ εἰς τὰ πρακτικὰ γεγραμμένον (οὔτε δύναταί τις νὰ τὸ ἀρνηθῇ), ὅτι Κυβέρνησιν σχηματισθεῖσαν παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, χαιρετιθεῖσαν εὐμενῶς παρὰ τοῦ λαοῦ, Κυβέρνησιν, ἣν ἡμεῖς αὐτοὶ ἠσπάσθητε ἀπὸ τῆς πρώτης αὐτῆς ἐμφανίσεως, ὅτι Κυβέρνησιν τοιαύτην διενοήθη ὁ νῦν ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἐντὸς 4 ἡμερῶν ν’ ἀνατρέψῃ; Καὶ πρὸς τοῦτο οὐδενὸς ἐφείσθη δείξας μεγάλην γενναιότητα καὶ τόλμην, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν ζηλεύω, ἀλλὰ χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω· πῶς νὰ μὴ ἐκπλαγῆτε ἀκούοντες παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, ὅτι ὁ τόπος χάνεται διὰ τὰς ἀλλεπαλλήλους πτώσεις τῶν Κυβερνήσεων! Πῶς νὰ μὴ ἐκπλαγῆτε βλέποντες, ὅτι τολμᾷ νὰ μεμφθῇ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ποτὲ δὲν τὸν ἐπεβουλεύθησαν ἀλλὰ μόνον τὸν ἀντεπολιτεύθησαν, οἱ ὁποῖοι ἀντετάχθησαν ἐναντίον προλήψεων τὰς ὁποίας ἐνόμισαν ἔξω τοῦ καιροῦ, διὰ νὰ ἠμπορέσουν νὰ δώσουν εἰλικρινῆ συνδρομὴν πρὸς τὴν πατρίδα, καὶ οἵτινες ἀπέδειξαν τρανώτατα, ὅτι πρὸς τὸ χαρτοφυλάκιον τὸν ἐλάχιστον δὲν ἔχουσιν ἔρωτα. Καὶ δὲν εἶναι ἀξιοθαύμαστοι διὰ τὴν τόλμην των, ὅταν, ἐνῷ κατέχουσι τὴν θέσιν τοῦ ὑποδίκου ἕνεκα τῆς ἐπιθέσεως αὐτῶν κατὰ τοιαύτης Κυβερνήσεως, μ’ ὅλον τοῦτο ἔρχονται καὶ αἰτιῶνται τοὺς ἄλλους ὡς προξενοῦντας ὑπουργικὰς κρίσεις; Τί ζητεῖ ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς παρὰ τῆς Βουλῆς; ζητεῖ νὰ εἴπωμεν, ἂν ἐγκρίνωμεν τὴν διαγωγήν του. Καὶ τί δικαίωμα ἔχομεν νὰ ἐπεμβῶμεν εἰς τὸν ἰδιωτικόν του βίον; διότι ἰδιωτικὸς βίος εἶναι ὅσα ἐῤῥέθησαν παρ’ αὐτοῦ. Ἡ Βουλὴ ἠξεύρει, ὅτι μίαν ἡμέραν ἔπεσεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν διὰ πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι σήμερον ἦλθεν ἐκ νέου πρωθυπουργός. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ ἠξεύρῃ τι περιπλέον, ἠξεύρει μόνον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σᾶς προεῖπον, ὅτι κατεῤῥαδιούργησε τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀντεπολιτεύθη, καθόσον τοῦτο ἐῤῥέθη πρὸ τριῶν ἡμερῶν ἐνώπιόν σας, ἐπισήμως καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ ἐγράφη εἰς τὰ πρακτικά. Τίποτε περιπλέον δὲν ἠξεύρει τὰς λεπτομερείας τῶν σκηνῶν ἐκείνων τὰς ἀγνοεῖ, καὶ εἰς τί κατεγίνετο ἔκτοτε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ὁ νῦν ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἡ Βουλὴ δὲν τὸ ἠξεύρει, δὲν θέλει νὰ τὸ μάθῃ καὶ οὔτε δύναται, διότι ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ἕνα ἄνθρωπον ἐμπιστευμένον, ὅστις νὰ τὸν παρακολουθῇ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦτο, νὰ τὸν εἶδε καὶ νὰ ἔμαθεν ὁποῖα ὑπῆρξαν τὰ διαβήματά του ἐκτὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως. Διαγωγὴ λοιπὸν ἑνὸς πολιτικοῦ ἀνδρὸς, ἥτις δὲν ἀφορᾷ τὰς πράξεις αὑτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ ἢ ἐν τῇ Κυβερνήσει, εἶναι διαγωγὴ ἰδιωτικὴ, καὶ εἶναι παράτολμον ἐκ μέρους μιᾶς Βουλῆς νὰ ἐκφέρῃ ψῆφον, νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν περὶ διαγωγῆς λανθανούσης, καὶ μάλιστα ὅταν αὐτὸς ὁ ἴδιος τὴν περιβάλλῃ μὲ τὴν σπουδαιότητα τῆς σωτηρίας τῆς πατρίδος. Ἔλθετε νὰ δώσητε ψῆφον ἢ μέλαιναν ἢ λευκὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος καθὼς αὐτὸς τὸ ἔθεσε, περὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ πρωθυπουργοῦ, τῆς ἐκτὸς τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ εἴχετε ἕνα ἄνθρωπον, ὅστις νὰ τὸν παρηκολούθει καὶ νὰ τὸν εἶδε τί ἔπραξε, καὶ ταῦτα διὰ νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς ἀποφάσεώς σας ταύτης ἡ σωτηρία τῆς πατρίδος! Ἀλλὰ βλέπω, Κύριοι, προσέχων εἰς αὐτὸ τὸ τόλμημα τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ, ἄλλον τινὰ λίαν σπουδαῖον σκοπόν. Δὲν ζητεῖ μόνον νὰ συμπληρώσῃ τὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ διὰ νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον, ἀλλὰ ζητεῖ προσέτι νὰ λάβῃ μίαν ἀπόφασιν, ἥτις νὰ τὸν καλύψῃ καὶ διὰ τὸ παρελθὸν, ἀπόφασιν ὅτι χαίρει πλήρη τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς ἥτις τὸν κατεδίκασε. Καὶ ὅταν χαίρῃ σήμερον πλήρη τὴν ἐμπιστοσύνην της, ἐννοεῖται, ὅτι τὴν χαίρει καὶ διὰ τὰς πράξεις διὰ τὰς ὁποίας εἴτε δὲν ἔδωκε διόλου λόγον, εἴτε ἔδωκε μὲν, σεῖς ὅμως δὲν ἀπεφάνθητε ἀκόμη, καθότι γινώσκετε ἤδη καὶ τὰς μὲν καὶ τὰς δέ. Εἶναι λίαν εὐφυὴς ἡ πολιτικὴ αὕτη, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε ἔθεσεν εἰς πρᾶξιν. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι καὶ ἄλλοτε ὤφειλε νὰ δώσῃ λόγον περὶ ἑνὸς ἑκάστου διατάγματος τὰ ὁποῖα αὐτοκρατορικῶς ἐξέδωκε, διότι ὅλα τὰ διατάγματα ἐκεῖνα ἦσαν νομοθετικά· ἀλλὰ καὶ τότε, διὰ νὰ προκαταλάβῃ τὴν ψῆφόν σας, ἔφερεν εἰς μέσον καὶ ἐζήτησε τὴν ἀθώωσίν του πρὶν τὸν δικάσετε, καὶ προεδικάσατε, ὡς ἐνθυμεῖσθε, καὶ ἔκτοτε τὸ ἀποτέλεσμα τὸ εἴδετε· οὔτε αὐτὸς ᾐσθάνθη τὴν ὑποχρέωσιν, οὔτε σεῖς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπαναφέρητε κανὲν ζήτημα ἐξ ἐκείνων ὑπὸ τὴν σκέψιν καὶ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἡ προσπάθειά του νὰ ἑνώσῃ ἑαυτὸν μὲ τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος εἶναι ἀδύνατος. Ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς τῷ ὄντι πρὶν προβῇ εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς νέας Κυβερνήσεως κατεδέχθη νὰ ἔλθῃ νὰ ζητήσῃ τὴν συνδρομήν μου. Μοὶ εἶπεν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς τὸν ἐπεφόρτισε νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, καὶ ὅτι μεθ’ ὅλης τῆς εἰλικρινείας ἐπεθύμει νὰ τύχῃ τῆς συνδρομῆς μου ὅπως σχηματίσωμεν αὑτὴν ἀπὸ κοινοῦ. Τοῦ ἐζήτησα προθεσμίαν ῥητῶς διὰ νὰ ἴδω τοὺς φίλους μου, οἵτινες μάλιστα ἦσαν συνηγμένοι ἐν τῇ οἰκίᾳ μου. Μοὶ εἶπεν ἀναχωρῶν, ὅτι ἐλπίζει, ὅτι ἡ προθεσμία τὴν ὁποίαν τοῦ ἐζήτησα δὲν εἶναι πλαγία ὑπεκφυγὴ καὶ ἄρνησις. Τῷ ἀπεκρίθην, ὅτι δὲν εἶναι, ὅτι ἠμπορῶ νὰ ἔχω αὐτὴν τὴν στιγμὴν μορφωμένην μίαν ἰδέαν, μίαν ἀπάντησιν, ἀλλὰ πρὸς τοὺς φίλους μου πολιτεύομαι ὡς ἀδελφὸς καὶ δὲν δύναμαι νὰ δώσω καμμίαν ἀπάντησιν χωρὶς νὰ τὴν ἀνακοινώσω συγχρόνως πρὸς ἐκείνους. Ἀπεποιήθην νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κ. Κουμουνδούρου, νομίζετε, ἐξ ἀντιπαθείας; Ἐξ ἐναντίας, Κύριοι, καὶ συμπαθῶ καὶ τὸν θαυμάζω· καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εἶχα ἄπειρον εὐχαρίστησιν νὰ συμπολιτεύωμαι μετ’ αὐτοῦ ἂν δὲν ὑπῆρχον ἀδιάῤῥηκτα ἐμπόδια. Καὶ προσέτι, διότι ἀκολουθῶ ταύτην τὴν ἀρχὴν, ὅτι οἱ πολιτικοὶ δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα οὔτε νὰ προσκολλῶνται τυφλῶς διὰ τῆς φιλίας, οὔτε νὰ ὁδηγῶνται ὑπὸ τῆς ἀντιπαθείας, διότι καὶ ἡ φιλία καὶ ἡ ἀντιπάθεια ὑποκύπτουσιν εἰς ἕνα νόμον ἀναλλοίωτον. Ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι τό κοινὸν συμφέρον. Ὅταν τὸ κοινὸν συμφέρον ὑπαγορεύῃ τὴν ἕνωσιν δύω πολιτικῶν ἀνθρώπων ἢ μερίδων, χρεωστοῦν νὰ ὑποκύψωσιν. Ἐπίσης τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος ἠμπορεῖ νὰ ὑπαγορεύσῃ τὸ ἐναντίον. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπάρχῃ οὔτε τυφλὴ ἀφοσίωσις, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἀνυπέρβλητον ἐμπόδιον ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ συμφέροντος. Ἀλλ’ ἠρνήθην νὰ συμμεθέξω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κ. Κουμουνδούρου, διότι δὲν εὗρον ὅτι ὑπάρχει λόγος κοινοῦ συμφέροντος ὅπως συμπράξωμεν οἱ δύω· ἔβλεπον μάλιστα ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ τόπου ἀντὶ νὰ ὠφεληθῇ ἀπ’ αὐτὸν τὸν τραγέλαφον ὅστις ἤθελε προκύψει ἐκ τῆς ἑνώσεώς μας, ἤθελεν ἐξ ἐναντίας ζημιωθῆ. Καθῆκον δὲν ἔχω νὰ δώσω πλειοτέρας ἐξηγήσεις ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα ὅπερ ἔθεσε τοῦτο· διὰ τοῦτο συγχωρήσατέ μοι νὰ σταθῶ ἕως ἐδῶ. Πολλάκις αὐτὰς τὰς ἡμέρας ἤκουσα λεγόμενον, ὅτι ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς σκοπεύει νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης δι’ ὅσα ἔπραξεν ἐκτὸς τοῦ βουλευτηρίου, ὅπερ καὶ ἔθεσε σήμερον. Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ποτὲ δὲν τὸ ἐπίστευσα, διότι ἐσυλλογίσθην, ὅτι πολὺς βαθμὸς εἰλικρινείας δὲν ἀπῃτεῖτο πρὸς τὴν βασιλείαν καὶ πρὸς τὸ ἔθνος, ὅπως ἐννοήσῃ, ὅτι ἐκ τοῦ βήματος τούτου ἤθελε προέλθει ἐξ αἰτίας τούτου τὸ πλέον ἐπικίνδυνον κακόν· καὶ ἂν δι’ ὅλα τὰ ἄλλα τὸν συγχωρῶ, διὰ τοῦτο μόνον δὲν τὸν συγχωρῶ, πῶς δίδει νύξιν, πῶς κάμνει πρότασιν νὰ ἐκτεθῶσι πράγματα, τὰ ὁποῖα ἤθελον εἶσθαι λίαν βλαβερὰ καὶ ἐπικίνδυνα πρὸς οὓς μήτε βλάβαι μήτε κίνδυνοι πρέπει νὰ φθάνωσιν. Ἐμμένω λοιπὸν εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησα καὶ προχθές, τοῦ νὰ ἀποκρούσω τὴν πρόκλησιν, καθὼς ἀπέκρουσα αὐτὴν τὸ παρελθὸν Σάββατον· ἀναγκάζομαι δὲ νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο, διότι χωρὶς νὰ φανῶ ἀσυνεπὴς ἐδυνάμην νὰ προχωρήσω, ἀφοῦ τότε μὲν προεκαλούμην ὑπὸ συναδέλφου, τοῦ Κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἤδη δὲ προκαλοῦμαι παρὰ τῶν συμβούλων τοῦ στέμματος. Ἀλλ’ ὑπεράνω τῶν συμβούλων τοῦ στέμματος, ὑπεράνω τοῦ προσωπικοῦ συμφέροντος τοῦ ἰδικοῦ μου, τῶν συναδέλφων καὶ τῶν φίλων μου, θέτω τὸ συμφέρον τοῦ τόπου καὶ τῆς κοινῆς τάξεως καὶ εἰρήνης. Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν τολμῶ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι αὕτη. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν ζητῶ κανένα λόγον παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ· δὲν νομίζω τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως τοῦ διορίζειν ὑπουργοὺς, ὅτι ἔχει ἀνάγκην συμπληρώσεων καὶ στηριγμάτων. Τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως εἶναι πλῆρες, δύναται νὰ καλέσῃ ὃν αὐτὸς βούλεται νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον· τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως δὲν ὑπόκειται εἰς κανένα κανόνα καὶ περιορισμόν· αἱ κυβερνήσεις μόνον κρίνονται, ἀφ’ οὗ κυβερνήσωσιν, ὑπὸ τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Βουλῆς, ἢ ἠμπορεῖ νὰ πέσωσιν αὐθωρεί. Ἡ γνώμη λοιπὸν τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω εἶναι, ὅτι πρέπει τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ μείνῃ ἕως ἐδῶ. Ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησίς του εἶναι ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ πρωθυπουργὸς τοῦ τόπου· ἡ Βουλὴ θέλει ἐκτελέσει τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τὰ ὁποῖα ἔχει, ἔχουσα βέβαια ὑπ’ ὄψιν τὸν ὅρκον τὸν ὁποῖον ἔδωκε, καὶ πᾶσα περαιτέρω συζήτησις καὶ ἀπόφασις ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἂν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο πρωθυπουργὸς, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην τοὐλάχιστον, ἐκ μέρους μου, ἀνήκοντος εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, θεωρεῖται ὡς ἀντιβαίνουσα εἰς τὰς συνταγματικὰς ἀρχὰς καὶ αὐτὸ ἀκόμη τὸ κοινὸν συμφέρον.

§8ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὀλυμ.) Τὴν πρότασιν, κύριοι, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ἐνώπιόν μας σήμερον ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς, τὴν θεωρῶ ὅλως διόλου ἄγνωστον εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ χρονικά. Ἐξακολουθῶ νὰ πρεσβεύω, ὅτι δύω ὑπάρχουσιν ἐν τῇ πολιτείᾳ αἱ ἐξουσίαι, ἀνεξάρτητοι ἡ μία ἀπὸ τὴν ἄλλην, ἥ τε Βασιλικὴ καὶ ἡ τοῦ κοινοβουλίου. Τὰ δικαιώματα μιᾶς ἑκάστης τούτων τῶν ἐξουσιῶν θεωρῶ πλήρη καὶ ἀνεξάρτητα ἀπ’ ἀλλήλων. Κατὰ τὰ συνταγματικὰ πολιτεύματα, ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἐν τῷ δικαιώματί του, ἐν τῇ συνέσει του δύναται νὰ καλέσῃ οἱονδήποτε πρόσωπον εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὑπουργείου, χωρὶς τοῦτο νὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ἔλθῃ νὰ ζητήσῃ, ὡς εἶπέ τις τῶν προαγορευσάντων, τὸ συμπλήρωμα ἢ τὸ κῦρος τῆς πράξεως ταύτης τοῦ Βασιλέως. Ἀλλά, κύριοι, πρὶν ἐξετάσω, ἂν ὁ ἔντιμος Πρωθυπουργὸς, ὡς ἀνήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν εἰς ὥραν καθ’ ἣν τὸ συμφέρον τοῦ κράτους τοῦ ὑπηγόρευσεν, ἔχω καθῆκον, ἐπειδὴ εἰς τὴν ὁμιλίαν του παρέσυρε τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν διεδέχθη, νὰ εἴπω δύω λέξεις περὶ τούτου. Ποῖον δρόμον ἠκολούθησεν ὁ ἔντιμος Πρωθυπουργὸς μέχρι τῆς συντάξεως τοῦ ὑπουργείου του περὶ τούτου οὐδεμίαν πληροφορίαν ἔχω· ἀνέφερεν ὅμως, ὅτι πρὶν ἀκόμη συντάξῃ τὴν Κυβέρνησίν του, ἀπετάθη πρὸς τὸν Κ. Βούλγαρην προσκαλῶν ἢ παρακαλῶν αὐτὸν νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν δι’ οἱουδήποτε τρόπου ἤθελε νομίσει καταλληλότερον. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ὁ Κ. Βούλγαρης ἀναντιῤῥήτως ἐθεώρησε λίαν εὐαρέστως τὴν πρότασιν ταύτην· ἀλλ’ ὁ Κ. Βούλγαρης, Πρωθυπουργὸς ὑπουργείου κατὰ τοῦ ὁποίου κατεψήφισεν ὁ νῦν ἔντιμος Πρωθυπουργὸς, δὲν ἐδύνατο νὰ δεχθῇ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν ταύτην, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο. Ἀλλ’ εὗρε τὴν ἐξουσίαν χαμαὶ, ὡς εἶπε, καὶ τὴν παρέλαβεν ὁ ἔντιμος Πρωθυπουργὸς πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Ἐπικρατείας, ἢ συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ εὑρεθῇ ἄνευ προσώπου ῥητοῦ ἡ Κυβέρνησις; Ἵνα ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην ἔχω ἀνάγκην νὰ προστρέξω εἰς θεωρίαν τινα. Ὡς ἀρχόμενος τοῦ λόγου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, τὰς δύω ἐξουσίας τὰς νομοθετικὰς, τήν τε Βασιλείαν καὶ τὴν Βουλὴν, θεωρῶ ἀπ’ ἀλλήλων ἀνεξαρτήτους κατὰ τὴν διαχείρησιν τῶν προνομίων των· ἵνα δὲ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις, ἀπαιτεῖται ἢ νὰ ἀπολαύῃ τὴν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην τοῦ Βασιλέως ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν αὕτη ἀλλοίαν τῆς Βουλῆς ἔχει κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ Συντάγματος νὰ διαγράψῃ πορείαν, ἢ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, ὅτε κατὰ τὰς συνταγματικὰς πεποιθήσεις ταύτης μέλλει νὰ πολιτευθῇ. Ἡ Κυβέρνησις, ἥτις σκοπὸν ἔχει μετὰ πεποιθήσεως νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν διαχείρησιν τῶν πραγμάτων, κατὰ δύω τρόπους πρέπει νὰ ἐξετάσῃ τὴν θέσιν της, ἢ νομοθετοῦσα ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἔχῃ ἀνάγκην, ἢ ἐξηγουμένη καθαρῶς μετὰ τῆς Βασιλείας πρὶν οὐδεμίαν κυβερνητικὴν πρᾶξιν ἐπιχειρήσῃ. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κ. Βούλγαρη εἶχεν ἀφορμὰς νὰ ἐξετάσῃ τὸ πρῶτον· πρὶν προβῇ λοιπὸν εἰς τὰ ἔργα της ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ φέρῃ ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος πρότασίν τινα, τὴν ὁποίαν ἐθεώρησεν ἀναγκαίαν πρὸς διευκόλυνσιν τῆς Κυβερνήσεώς του. Ἡ Κυβέρνησις αὕτη, θέσασα ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος τὸ ζήτημα τῆς λήξεως τῆς Βουλῆς, ἤθελεν ἐκ τούτου νὰ μάθῃ, ἂν καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς πορείας της ἐδύνατο ἡ Κυβέρνησις αὕτη νὰ ἐξακολουθήσῃ στεῤῥῷ ποδὶ εἰς τὴν διαχείρησιν τῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους. Εἷς μέγας πολιτικὸς Ἄγγλος ἔλεγεν «εἶναι ἀρχομανία πονηρὰ νὰ ἐπιθυμῇ τις νὰ εὐθύνεται κυβερνῶν τὸν τόπον του, ὅταν ἔχῃ βεβαιότητα, ὅτι ῥᾳδιουργία τις αὐλικὴ ἀδιακόπως ἐργάζεται δι’ ὅλων τῶν μέσων νὰ τοῦ παραλύῃ πᾶσαν ἰσχὺν ἀναγκαίαν νὰ καταστήσῃ αὐτὸν χρήσιμον εἰς τὴν πατρίδα του.» Ποῖοι ἦσαν οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐζήτησε τὴν μικρὰν αὐτὴν ἀνακωχὴν τὴν κοινοβουλευτικὴν, ἐξέθηκεν εἰς τὴν παραίτησίν της· ἦσαν δὲ λόγοι οἰκονομικοὶ καὶ λόγοι γεν. διοικήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα διὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄλλοτε καὶ πρὸ ὀλίγου παρέστησε ταῦτα μὲ πολὺ μελανώτερα χρώματα παρ’ ὅτι ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις ἐξέθηκε, καὶ χαίρω, διότι κατὰ ταύτην τὴν στιγμὴν ἔρχομαι νὰ ἐξηγήσω καὶ ἐγὼ τὸ φρόνημά μου, ὅτι ἐν τῷ μέσῳ τῶν μεγάλων τρικυμιῶν, τὰς ὁποίας διῆλθεν ὁ λαὸς οὗτος ὁ Ἑλληνικὸς, ἐφάνη ὁ συντηρητικώτερος τῶν συντηρητικωτέρων λαῶν, ὅτι ἐν τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ εὑρίσκονται στοιχεῖα συντηρήσεως, ὅσα ἴσως εἰς οὐδένα λαὸν εὑρίσκονται, ὅτι μόλους τοὺς κλονισμοὺς τοὺς κυβερνητικοὺς, τὰς ἀνωμαλίας, τὰς ὁποίας διῆλθεν ὁ λαὸς οὗτος, ὑπάρχει εἰς αὐτὸν ἡ προθυμία τῆς συντηρήσεως· ἀλλὰ ὑπολείπεται καὶ ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ἵνα δυνηθῇ νὰ ἀνυψώσῃ τὸ φρόνημα τοῦτο τοῦ λαοῦ. Ἐπὶ τούτῳ, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Βούλγαρη ἐζήτησε τὴν μικρὰν αὐτὴν ἀνακωχὴν, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπαναφέρῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν τροχιὰν ἐκείνην τῆς τάξεως, ἀφ’ ἧς τὴν παρεδρόμισεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κ. Κουμουνδούρου. Ἔθεσε λοιπὸν ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος τὸ ζήτημα, καὶ ὁ Βασιλεὺς ἐν τῷ πλήρει αὐτοῦ συνταγματικῷ δικαιώματι ἠρνήθη τοῦτο εἰς τὸν Κ. Βούλγαρην, καὶ περὶ τούτου οὐδὲν παράπονον ὑπάρχει, διότι, ἐὰν ἀφ’ ἑνὸς ἡ Μεγαλειότης του ἠρνήθη τὴν ἐμπιστοσύνην, ἀφ’ ἑτέρου τὸ ὑπουργεῖον ἠρνήθη τὴν σύμπραξίν του. Οὕτω, κύριοι, καθὼς γνωρίζετε, ἀνεξαρτήτως ἐνεργούσης τῆς Βασιλείας καὶ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα προσκαλοῦνται νὰ συμβουλεύσωσι τὸ Στέμμα, δύναται νὰ προαχθῇ τὸ συνταγματικόν μας πολίτευμα. Ἀλλὰ, κύριοι, ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ ἔντιμος Πρωθυπουργὸς, ὁ ἐπικαλεσθεὶς τὴν συνδρομὴν τοῦ Κ. Βούλγαρη, δὲν ἔπρεπε νὰ περιμείνῃ τὴν σύμπραξιν ταύτην, καθόσον κατεψήφισε κατ’ αὐτῆς. Καὶ ἰδοὺ τίνι τρόπῳ κατὰ δύω τρόπους καταψηφίζει τις κατὰ μιᾶς Κυβερνήσεως, ἢ ψηφίζων ἐν τῇ Βουλῇ ἢ ἀντικρούων τὰς προτάσεις τῆς ὑφεστώσης Κυβερνήσεως ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος, καλούμενος ἵνα ἀνεδεχθῇ τὴν Κυβέρνησιν· ὁ δὲ ἔντιμος νῦν Πρωθυπουργὸς δεχθεὶς νὰ κυβερνήσῃ ἐναντίον τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κ. Βούλγαρη ἐπρότεινε, κατεψήφισε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κ. Βούλγαρη, καὶ ὁ Κ. Βούλγαρης δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν εὐγενῆ πρόθεσιν τοῦ ἐντίμου νῦν Πρωθυπουργοῦ. Δὲν εὗρε λοιπὸν τὴν ἐξουσίαν ἐῤῥιμμένην ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ῥιφθῇ. Ἂν εἶχε πόθον συντηρητικὸν ἵνα μὴ πέσῃ ἡ ἐξουσία, διατί δὲν παρετήρει εἰς τὸν ἡγεμόνα, ὅτι οὐδόλως παγιοῦται τάξις καὶ ὑφίσταται συντήρησις, ἐκεῖ ὅπου αἱ κυβερνήσεις μεταβάλλονται ἐντὸς εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν; Ἐπανέρχομαι, κύριοι, εἰς τὸ κύριον ζήτημα τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ ἐμπιστοσύνης. Συμφωνῶ εἰς ὅσα ἐπρότεινεν ὁ Κ. Δεληγιώργης· δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ φερθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀνεδέχθη ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους ἀδιάφορον δι’ οἱουσδήποτε λόγους· δὲν ἔχει, εἰμὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν διαχείρησιν τῶν πραγμάτων τῆς πολιτείας, ἡ δὲ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς θέλει φανῆ κατὰ τὸ διάστημα καθ’ ὃ θέλει συζητήσει ἐνώπιον αὐτῆς τὰ νομοσχέδια. Διὰ τοῦτο προτείνω τὸ ζήτημα νὰ μείνῃ ἕως ἐδῶ.

§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, δὲν ἤλπιζα νὰ ἀκούσω σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅσας συκοφαντίας βλέπω ἐπαναλαμβανομένας εἰς ἐφημερίδας τινὰς κατὰ τῆς διοικήσεώς μου, καὶ ἰδίως εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν δημοσίαν τάξιν· καὶ μὲ ἔκαμαν ἐντύπωσιν ὅσα δι’ ἑνὸς ἄρθρου ἐναντίου μου, ὡς διαταράττοντος τὴν τάξιν, ἐδημοσιεύθησαν τὴν παρελθοῦσαν Κυριακὴν, ὅτε ἡ τάξις ἐξέλιπε ἀπὸ τὰς Ἀθήνας μετὰ ὀκταήμερον διοίκησιν τῶν ἀντιπάλων μου. Δὲν ἤλπιζα λοιπὸν ἡ ἰδία πηγὴ νὰ φέρῃ τὰ ἴδια ἐπιχειρήματα ἐδῶ, ὅταν τόσον πρόσφατα καὶ τόσον πλησίον ἔχομεν ἐνώπιόν μας τὰ πράγματα. Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω, ἠναγκάσθη ἀληθῶς νὰ ἐνεργήσῃ παρὰ τὸν νόμον ὡς ἐκ τῆς παρανόμου καὶ ἀντισυνταγματικῆς ἐνεργείας τῶν ἀντιπάλων, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ τὰ ἐξετίμησε ταῦτα ἔκτοτε, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν ἑκάστοτε τὰ αὐτὰ καὶ νὰ ὑπαινίττωνται γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ μόνῃ τῇ παρουσία ὑμῶν ἐν τοῖς πράγμασι λαμβάνουν χώραν ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ἐνθυμεῖσθε καλῶς πόσα ἐπανελαμβάνοντο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεώς μας, καὶ ὅμως ὅταν ἦλθον νὰ διευθύνωσι τὰ πράγματα, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τὴν οἰκονομικὴν ἐκείνην διαχείρισιν ἐνεκολπώθησαν καὶ τὰ κεφάλαια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατηγόρουν, διὰ τὰ ὁποῖα μᾶς ἐκήρυττον σπατάλους, ὑπεστήριξαν. Ἐνθυμεῖσθε τὰ ῥητορικὰ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς χωροφυλακῆς, ὑπὲρ τῶν ἐξόδων τῆς ἀστυνομίας τῆς Ἑπτανήσου, ὑπὲρ τοῦ τυπογραφείου, σφραγιστηρίου Κερκύρας καὶ ὑπὲρ τοῦ ἐπιδόματος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ τῶν ἀρχιερέων, τῶν ὁποίων οἱ ἀντίπαλοι ὡς ἀντιπολίτευσις ἐζήτουν τὴν κατάργησιν, καὶ ὡς Κυβέρνησις τὰ ὑπεστήριξαν. Ὅ,τι θαυμάζω, Κύριοι, εἶναι ἡ εὐφυΐα τῶν κυρίων δύω προαγορευσάντων, δι’ ἧς λίαν ἐπιτηδείως ἀλλ’ ἀστόχως προσεπάθησαν νὰ διαστρέψωσι τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται σήμερον. Ἤλθομεν, Κύριοι, νὰ ζητήσωμεν σήμερον νὰ συμπληρώσωμεν τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἡγεμόνος; ὄχι· ἡ ἀπόφασις τοῦ ἡγεμόνος ἐξετελέσθη καὶ εἶναι ἤδη γεγονὸς πλῆρες· ἤλθομεν νὰ προκαλέσωμεν τὴν ἐξέτασιν καὶ τὴν ἔρευναν τῆς Βουλῆς ἐπὶ γεγονότων τὰ ὁποῖα ἐγγίζουν τὴν περιέργειαν τῶν ἐκτὸς ἡμῶν; ὄχι. Τί ἠθέλαμεν λοιπὸν, Κύριοι; ἠθέλαμεν νὰ γείνῃ γνωστὸν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ἂν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἔχει ὅλον τὸ θάῤῥος ν’ ἀναλάβῃ τὸ βαρὺ φορτίον τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων, ἐὰν ἔχῃ καὶ τὴν ἰσχὺν νὰ ἐξακολουθήσῃ· ἀντὶ νὰ ἔλθωμεν καθήμενοι καὶ σιωπῶντες, ἀντὶ νὰ περιμένωμεν τὴν ὤθησιν ἐκτὸς ἡμῶν, ἀντὶ νὰ ἀφήσωμεν τὴν πρωτοβουλίαν εἰς ὑμᾶς, ἤλθομεν νὰ μάθωμεν ἐκ τῶν προτέρων, ἐὰν τῳόντι δυνάμεθα νὰ κυβερνήσωμεν τὸ κράτος, ἐὰν κατηρτίσαμεν κυβέρνησιν ἰσχυράν. Ποία σχέσις μεταξὺ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Βασιλέως, ἡ ὁποία εἶναι ἀνεξάρτητος καὶ μὴ ὑπαγομένη εἰς τὸν ἔλεγχον, καὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἥτις ἐρωτᾶται ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐπράξαμεν ἡμεῖς ἀναδεχθέντες τὴν κυβέρνησιν καὶ ἂν ἔχωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην της ἵνα βαδίσωμεν; διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἐπίσης ἐπιβλαβὲς εἶναι καὶ ἡ ἔλλειψις Κυβερνήσεως καὶ ἡ ἀδύνατος Κυβέρνησις. Ἡ κοινωνία ἔχει ἀνάγκην κυβερνήσεως, ἥτις νὰ ἔχῃ καὶ τὴν δύναμιν καὶ τὴν θέλησιν καὶ τὴν ἱκανότητα νὰ κυβερνήσῃ· δὲν θέλομεν Κυβέρνησιν ὁμοίαν τοῦ Κ. Δεληγιώργη, δὲν θέλομεν νὰ εἰσερχώμεθα ἐνταῦθα κεκυφότες, μὴ τολμῶντες νὰ προτείνωμεν, ἀλλὰ περιμένοντες νὰ συμμορφωθῶμεν πρὸς τὰς προτάσεις ἄλλων. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν θέλει νὰ λύσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα σήμερον· μᾶς εἶναι ἀδιάφορον, τὸ χρέος μας ἐκάμαμεν. Δὲν θέλομεν, κύριοι, νὰ βιάσωμεν τὴν ἀπόφασιν κανενὸς, δὲν θέλομεν νὰ ἀφήσωμεν κανένα εἰς τὸ νὰ πράξῃ ὅ,τι ἡ συνείδησίς του νομίζει ὅτι ἀντίκειται εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του, ὅ,τι νομίζει ὅτι εἶναι ἐναντίον τοῦ κοινοῦ καλοῦ καὶ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος. Ἀλλὰ πρὶν τελειώσω ὀφείλω μίαν μικρὰν ἀπάντησιν εἰς τοὺς δύω προλαλήσαντας. «Ἡ κατάστασις εἶναι κακὴ, λέγουν, καὶ σεῖς εἶσθε ἡ αἰτία, σεῖς ἐφέρατε τὸν τόπον εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν.» Δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, κύριοι, καὶ ἂν εἰς κανὲν μέρος τῆς ἐπικρατείας δὲν ἐκινδύνευσεν ἡ τάξις, ἐὰν φύλλον δὲν ἐταράχθη μετὰ τοιαύτην κρίσιν, εἰς ἡμᾶς ὀφείλεται, καθὼς καὶ ἡ ἀποτυχία μιᾶς τελευταίας ἀποπείρας ἐν τῇ πρωτευούσῃ εἰς ἡμᾶς, οἵτινες καλὰ ἐθέσαμεν θεμέλια διοικήσεως. Τελειόνων, κύριοι, χαίρω....

§10ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τί ἀπόπειρα;

§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς εἴπω.

§12ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὀφείλει ὁ πρωθυπουργὸς νὰ ἀπαντήσῃ.

§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τελειόνων δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀπαιτήσω ἂν θὰ συμβῶσιν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα καὶ προχθές.

§14ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.

§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφ’ ὅ,τι ἐνόησα ἐγὼ, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει θέμα.

§16ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τώρα σᾶς εἶπεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἦλθε νὰ ἴδῃ τὴν δύναμίν του· πρέπει λοιπὸν νὰ φέρῃ θέμα· ἐὰν τὸ ἀποσύρῃ, τὸ θέτομεν ἡμεῖς.

§17ΠΑΔΟΒΑΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς προεκάλεσε τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος, ἢ ἀντικειμένου τὸ ὁποῖον δὲν παρέχει θέμα ἀποφάνσεως. Τὸ ὑπουργεῖον ἤδη παρὰ τῆς γενικῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ παρὰ τῆς κοινῆς γνώμης κατεδικάσθη καὶ ἔπεσε· τί ζητεῖ τώρα; (ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου.)

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅπως ὁ ἄλλος λαὸς τῶν ἐπαρχιῶν ἀκούει ἀπαθῶς τὰ λεγόμενα ἐνταῦθα, οὕτω καὶ ὑμεῖς πρέπει νὰ κάμητε· ἂν ἄλλοτε ἐπαναλάβητε τοῦτο, τότε θὰ ἐφαρμόσω τὸν κανονισμόν.

§19ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Παρακαλῶ τὸ ἀκροατήριον νὰ μένῃ ἥσυχον, ἀπαθὲς, σήμερον τοὐλάχιστον.

§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πάντοτε.

§21ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Πάντοτε.

§22ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Ἱκεσιῶν δὲν ἔχομεν ἀνάγκην, ἔχομεν τὸν κανονισμόν.

§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἴσως εἰς πολλοὺς εἶναι ἄγνωστος ὁ κανονισμὸς καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸν ἀναγνώσωμεν. «Ἄρθρ. 89. Διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως οἱ ἀκροαταὶ ὀφείλουσι νὰ τηρῶσιν ἄκραν σιγήν. Ἀκροατὴς ὅστις ἤθελε δείξει σημεῖα ἐπιδοκιμασίας ἢ ἀποδοκιμασίας, εἴτε δι’ ἐπευφημιῶν ἢ χειροκροτήσεων, εἴτε διὰ κραυγῶν, ἀγορεύοντός τινος βουλευτοῦ, ἀποβάλλεται τῆς θέσεώς του παρὰ τοῦ ἁρμοδίου κλητῆρος. Ὁ ταράσσων τὰς διασκέψεις ἀπάγεται ἄνευ ἀναβολῆς, ἂν ἡ χρεία τὸ καλέσῃ, καὶ ἐνώπιον τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς.»

§24ΠΑΔΟΒΑΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, μοὶ φαίνεται, νὰ ἀποφανθῇ ἡ βουλὴ ἂν ἔχῃ ἐμπιστοσύνην πρὸς ἐκεῖνο τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον πρὸ 10 ἡμερῶν κατεψήφισε· πῶς παρουσιάζεται νὰ ζητήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη καὶ τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔκαμε τίποτε διὰ νὰ ξαναποκτήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς;

§25Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, δὲν ἔχω ἀνάγκην βεβαίως νὰ ἐνθυμίσω εἰς κανένα, ὅτι αἱ μικραὶ καὶ οἱαιδήποτε δυσκολίαι, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν, ἀνεφάνησαν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ἑνὸς πολιτεύματος, ὁποῖον εἶναι τὸ ἡμέτερον, αἱ δυσκολίαι αὗται παρουσίασαν αὐτὸ τὸ πολίτευμα εἰς τὴν πορείαν του· τοῦτο εἶναι ἕνας λόγος ἱκανὸς, δυνάμει τοῦ ὁποίου δύναται οἱουδήποτε νὰ λαλῇ καὶ νὰ λέγῃ ἐδῶ, ὅτι τὸ ἔχομεν καὶ τὸ ζητοῦμεν. Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς—τοῦ ὁποίου αἱ ἀρεταὶ ἠνάγκασαν ὅλον τὸν κόσμον νὰ τὰς θαυμάσῃ, καὶ αἱ ἐπιτυχίαι, εἰς ἃς καὶ μόνας ἐὰν ἀναβλέψῃ τις ἐπὶ μίαν στιγμὴν, πρέπει νὰ θαυμάσῃ τὰς ἀρετὰς αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, καθόσον καὶ σύσσωμος ὁ κόσμος ἐπετέθη κατ’ αὐτοῦ, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα οὗτος καὶ τοὺς ἐχθροὺς κατετρόπωσε καὶ ἠδυνήθη νὰ σωθῇ—μαζῆ μὲ τὰ μεγάλα πλεονεκτήματα, ἔτυχε νὰ ἔχῃ καὶ μικρὰ ἐλαττώματα· ἀλλὰ τὸ μέγα καὶ ἀξιοθαύμαστον πλεονέκτημα αὐτοῦ εἶναι ἡ ἀρετὴ πρὸς τοὺς νόμους, ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς νόμους καὶ πρὸς τὴν ἡσυχίαν καὶ πρὸς τὴν τάξιν. Δὲν νομίζω λοιπὸν, κατ’ ἐμὲ, ὅτι κανένας κίνδυνος εἶχεν ἐπαπειλήσει τὴν τάξιν, διότι ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος εἶναι ὁ φιλησυχότερος πάντων τῶν λαῶν· ἑπομένως νομίζω, ὅτι ὄχι ἕνεκα σωτηρίας, ἀλλ’ ἀληθῶς δύναται νὰ εἴπῃ τις, ἕνεκα τῆς ἐφαρμογῆς διοικήσεως ἐν τῷ μεταξὺ συνέβησαν ὅσα συνέβησαν. Εὐχῆς ἔργον ἦτον ἀληθῶς νὰ σχηματισθῇ εἰς τὸν τόπον μία Κυβέρνησις ἔχουσα, 1ον πλειονοψηφίαν μεγάλην καὶ ἰσχυρὰν ἐν τῇ Βουλῇ· καὶ ὄχι μόνον Κυβέρνησιν, ἥτις νὰ ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ καὶ νὰ δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν δύναμιν, καὶ νὰ ἔχῃ ὑπὲρ αὐτῆς τὴν κοινὴν γνώμην καὶ νὰ δύναται νὰ συγκρατῇ αὐτὴν, καὶ κατὰ 3ον νὰ ἦναι Κυβέρνησις τοιαύτη ἡ ὁποία εἰς τὴν πορείαν της, εἰς τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν πραγμάτων νὰ δύναται νὰ συγκρατῇ τὰ πάντα. Τοιαύτην Κυβέρνησιν ζητοῦμεν καὶ ἐπιδιώκομεν νὰ εὕρωμεν. Διὰ αὐτὸν τὸν λόγον, κύριοι, καὶ μόνον διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τοιαύτην Κυβέρνησιν κατεψηφίσαμεν ὅλας τὰς πράξεις τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως, διότι ἐπίστευον καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἦτον ἱκανὴ νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον καθὼς τὰ πράγματα ἀπαιτοῦν σήμερον. Εἶχε λοιπὸν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν καὶ πεποίθησιν ἡ ἀντιπολίτευσις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ τρία ταῦτα συστατικὰ, ὅπως κυβερνήσῃ καὶ διοικήσῃ τὸν τόπον· ἐκτὸς τοῦ ὅρου τούτου, τὰ πάντα εἶναι ψευδῆ, τίποτε δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ τούτων· διὰ τοῦτο καὶ αὐτοὶ οἱ ὑπουργοὶ ᾐσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην τοιαύτης Κυβερνήσεως, καὶ τὸ ὡμολόγησαν. Τῷ ὄντι ὁ Κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφ’ οὗ πρὸ ἐμοῦ ἀνέπτυξε τὰς ἰδέας αὐτοῦ, τί σᾶς εἶπεν; ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ἰσχυρᾶς καὶ μονίμου Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι διὰ νὰ ὑπάρξῃ δυνατὴ Κυβέρνησις, πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, καὶ ἔχουσα τὴν δύναμιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην, δύναται νὰ κυβερνήσῃ. Θέλει νὰ εἴπῃ λοιπὸν, ὅτι αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην αὐτῆς τῆς δυνάμεως καὶ θέλει νὰ τὴν εὕρῃ, καὶ κατὰ τοῦτο συμφωνεῖ μαζῆ μας, διότι καὶ ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἔχωμεν Κυβέρνησιν τοιαύτην. Λοιπὸν, Κύριοι, χωρὶς νὰ ἐξετάσω παντάπασι θεωρητικῶς τὰ συνταγματικὰ δικαιώματα, εἴτε τοῦ ἑνὸς, εἴτε τοῦ ἄλλου μέρους τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως, διότι δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τοιούτων πραγμάτων, πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν νομίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξε. Δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ σᾶς ἀποκριθῶ εἰς τοῦτο, διότι οἱ ὑπουργοὶ σᾶς εἶπον· «ἡμεῖς ἀνελάβομεν τὴν Κυβέρνησιν τῶν πραγμάτων μετὰ τὰ περιστατικὰ, ὅσα γνωρίζετε, καὶ ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἴδωμεν τὴν συγκατάθεσίν Σας.» Λοιπὸν τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ ἠκούσατε, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ καταφεύγωμεν εἰς τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο· εἶναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης καθαρὸν, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ συλλογισθῇ τις πολὺ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου· πρέπει νὰ ἀποφανθῶμεν ἀμέσως. Ἡ ἀντιπολίτευσις, Κύριοι, βεβαίως πιστεύω, ὅτι θέλει ἀποφανθῇ ὅ,τι καὶ πρὶν ἀπεφάνθη. Λοιπὸν τὸ ζήτημα, κατ’ ἐμὲ, εἶναι καθαρὸν καὶ δὲν ἐπιδέχεται καμμίαν παρεξήγησιν, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἀποφανθῇ εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθηκεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις εἶπε ῥητῶς· «ἔχω τὴν ἐμπιστοσύνην, ναὶ ἢ ὄχι; διότι αὐτὴν τὴν ἀνάγκην τὴν αἰσθάνομαι, καὶ δὲν διστάζω παντάπασι νὰ τὴν παρουσιάσω ἐνώπιόν Σας.» Πρέπει νὰ καθαρισθῇ ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, διότι δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν σκοπὸν, ὃν ἐπιδιώκομεν ἅπαντες, διότι κανεὶς δὲν ἀγαπᾷ τὸν τόπον περισσότερον ἀπὸ τὸν ἄλλον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δικαιοῦμαι ἐξ ὅσων εἶπον, νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. «Ἡ Βουλὴ προκληθεῖσα ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν ἔχει πρὸς αὐτὸ ἐμπιστοσύνην, συνεπὴς οὖσα μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς 13 Ὀκτωβρίου.»

§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Κυπριάδης.

§27ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι! Μετὰ τὰ γνωστὰ γεγονότα, τὰ λαβόντα χώραν εἰς τὴν κοινωνίαν μας, καὶ πάλιν ἐπαναρχίζομεν μὲ κακὰ προοίμια. Ἡ πατρὶς, Κύριοι, εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις ἔχει ἀνάγκην ὁμονοίας, ἔχει ἀνάγκην συμπνοίας· ἡ πατρὶς, ἀντιπροσωπευομένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ταύτης, παρίσταται διῃρημένη εἰς δύω ἢ τρία κόμματα.

§28ΡΟΥΚΗΣ. Δύω.

§29ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐξ αὐτῶν τὸ ἓν μέρος εἶναι συμπαγὲς, ἀδιάσπαστον, τὸ ἕτερον λαμβάνει διαφόρους φάσεις· ποτὲ ὑποδιαιρεῖται εἰς δύω, ποτὲ συμπυκνοῦται, καὶ ποτὲ συμπυκνούμενον πάλιν, διῃρημένον παρίσταται. Θεωρῶ, ὅτι κακὰ εἶναι καὶ τὰ σημερινὰ προοίμια· διότι, ἐνῷ ἡ ἀντιπολίτευσις ἔρχεται νὰ ἐπικρίνῃ, νὰ καταψέξῃ μίαν ἀγόρευσιν τοῦ πρωθυπουργοῦ, δυστυχῶς δὲν εὑρίσκεται εἰς ὁμοφροσύνην. Ὁ πρῶτος τῶν ῥητόρων της Κ. Δεληγεώργης ἐθεώρησεν, ὅτι εἶναι ἄτοπον, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, ὅτι προσβάλλει τὰ ἡγεμονικὰ δικαιώματα τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ Κ. πρωθυπουργὸς θελήσας σήμερον νὰ προκαλέσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν πράξεών του. Ὁ δεύτερος, Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος Κ. Χριστόπουλος, προσέθηκεν εἰς τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα καὶ αὐτὸ· εὗρεν, ὅτι θαυμάζει δι’ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ, ὅστις τρόπον τινὰ ἔρχεται καὶ θέλει νὰ συμπληρώσῃ τὴν βασιλικὴν ἐνέργειαν. Ἀνήκουν αὐτοὶ οἱ ῥήτορες εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἐρωτῶ, ναὶ ἢ ὄχι; Μοὶ φαίνεται, ὅτι διεκδικοῦν τὴν θέσιν τῶν κορυφαίων. Ὁ μὲν εἷς προσεκλήθη ὡς ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐσχημάτισεν ὑπουργεῖον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὁ δεύτερος ἀπετέλει μέρος τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη· καὶ ἐν τούτοις ἐναντίον αὐτῶν τῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας οἱ ἡγήτορες τῆς ἀντιπολιτεύσεως θέτουν ἐναντίον αὐτῶν τῶν μομφῶν, αἱ ὁποῖαι ἀποδίδονται εἰς τὸν πρωθυπουργὸν, ἔρχεται πρότασις ἐκ μέρους δῆθεν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐκφράσεως ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς.

§30ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς παρατηρήσω κάτι τι;

§31ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Μάλιστα.

§32ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι δὲν ἐτηρήσατε τὴν λεπτότητα τοῦ ἀντιπροσώπου. Ἡ κυβέρνησις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ, διότι προσβάλλει τὰ ἡγεμονικὰ δικαιώματα. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχει πάντοτε τὸ δικαίωμα νὰ θέτῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἡ κυβέρνησις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἔκαμε καλῶς νὰ δεχθῇ τὴν ἐξουσίαν· ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχει πάντοτε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην.

§33ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Σᾶς παρατηρῶ, Κύριέ μου, ὅτι αὐτὰς τὰς διασαφήσεις ἔπρεπε νὰ τὰς δώσητε εἰς τὸν Κύριον Πετιμεζᾶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐκ τῆς φάλαγγός σας καὶ ὅστις εἶπε μάλιστα εἰλικρινέστατα, ὅτι θαυμασίως ἔκαμεν ὁ Κ. πρωθυπουργὸς νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, (θόρυβος ἀριστερά). Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ διακόπτωμεν, διότι παραβιάζομεν τὸν κανονισμόν. Εἶναι περιττὸν, Κύριοι, καθ’ ὃ ἔχων καὶ ἐγὼ τὸ φρόνημά μου, τὰς ἰδέας μου, εἶναι περιττὸν, λέγω, νὰ παρατηρήσω εἰς τοὺς δύω πρώτους ῥήτορας, τοὺς διεκδικήσαντας τὰς ὀρθοτέρας ἰδέας περὶ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ὅτι δύναμαι νὰ μὴ συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην των, καὶ προσέτι νὰ τοῖς παρατηρήσω, ὅτι καὶ παρεξήγησαν τὴν ἀγόρευσιν τοῦ πρωθυπουργοῦ, καὶ προσέτι δὲν εἶναι συνεπείς μὲ τὴν ἰδίαν αὐτῶν διαγωγήν. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι ἄλλοτε, ὅταν ἐγένετο συμπλήρωσις τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδούρου, ὁ ἔντιμος Κ. Χριστόπουλος ὁ ἴδιος, ὁ βουλευτὴς Ὀλυμπίας, ἦλθε καὶ ἐζήτησε λόγον ἀπὸ τὸν Κύριον πρωθυπουργὸν, πῶς συνέβη αὐτὴ ἡ συμπλήρωσις τοῦ ὑπουργείου, διὰ τί ὑπεχώρησαν δύω τῶν μελῶν του καὶ ἀντικατεστάθησαν διὰ δύω ἑτέρων;

§34Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶχε τὸ δικαίωμα.

§35ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἰδική σου δουλειά. — Ἐὰν δὲν εἶχεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα, καὶ δὲν τὸ εἶχε, διότι τὸ φρονεῖ ὁ Κύριος βουλευτὴς Ὀλυμπίας διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του, πῶς ἦλθε τότε νὰ τὸ διεκδικήσῃ; ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶναι συνεπὴς πρὸς τὰς ἰδέας του, διότι, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ λόγον, πῶς συνεκροτήθη ἓν ὑπουργεῖον, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα οὔτε νὰ ζητήσῃ λόγον, πῶς συνεπληρώθη ἓν ὑπουργεῖον. Ἀνεξαρτήτως τούτου, Κύριοι, πῶς θέλετε νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη νὰ ἔλθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ ἐκθέτῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐλευθέρως τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα παρῃτήθη τῆς κυβερνήσεως; πῶς θέλετε εἰς τοὺς ἄλλους νὰ στερήσητε τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ ὅταν ἔρχονται καὶ σᾶς λέγουν· συνεκροτήσαμεν ἓν ὑπουργεῖον, καὶ σᾶς ἐκθέτομεν τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρέθημεν, σεῖς θέλετε νὰ εἴπητε, ὅτι αὐτοὶ παραβιάζουν τὸ Σύνταγμα, ὅτι αὐτοὶ τρόπον τινὰ φέρονται ἀπρεπῶς, ὅτι θέλουν ν’ ἀναμίξουν ἡγεμονικὰ δικαιώματα μὲ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς; Οἷον δικαίωμα εἶχες σὺ νὰ εἴπῃς, διὰ τί παρῃτήθης τῆς ἐξουσίας, τὸ αὐτὸ δικαίωμα ἔχω καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διὰ ποῖον λόγον ἀνεδέχθην τὴν ἐξουσίαν. Καί, Κύριοι, ἤθελον παρεκτραπῆ πολὺ τοῦ προκειμένου, ἐὰν ἤθελον ἐπέμβῃ εἰς τὴν ἐξιστόρησιν καὶ ἀνάπτυξιν τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα διαδραματίζονται πρὸ 15 ἤδη ἡμερῶν, καὶ τὰ ὁποῖα τινὲς, ἔχοντες τὸ συμφέρον νὰ κρύπτεται ἡ ἀλήθεια, σᾶς λέγουν, ὅτι μὴ τὰ ἐγγίζετε, διότι θὰ προκαλέσητε ζητήματα σκανδαλώδη. Εἶναι γνωστὰ, Κύριοι, τὰ γεγονότα εἰς ὅλον τὸν ἑλληνικὸν κόσμον, καὶ ὅταν θέλοντες νὰ τὰ κρύψωμεν ἐκθειάζωμεν τὸν ἑλληνικὸν λαὸν, ἐκθέτοντες, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι φιλόνομος, εἶναι ἀγγελικὸς, διὰ τῆς κολακείας δὲν κατορθόνομεν ν’ ἀπατήσωμεν κἀνένα. Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς τῳόντι εἶναι οὐράνιος, ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι περὶ ἡμῶν αὐτῶν, καὶ ἐδῶ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, μήπως ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποί του παρεξεκλίναμεν κάτι τι τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωκε, σεῖς οἱ ὁποῖοι διοικεῖτε τὰ κόμματα, μήπως δὲν ἐδείξατε τὸν προσήκοντα πατριωτισμὸν εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου. Ἐδῶ σᾶς προκαλῶ, ὄχι εἰς ἐπαίνους ὑπὲρ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καί, Κύριοι, εἶναι μία ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν κανεὶς δὲν δύναται ἐν συνειδήσει νὰ ἀναιρέσῃ, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἀπὸ ὀλίγων ἤδη ἡμερῶν δὲν εὑρίσκεται εἰς ἥσυχον κατάστασιν· οὔτε οἱ κτηματίαι, οὔτε οἱ ἔμποροι, οὔτε οἱ γεωργοὶ κοιμῶνται ἥσυχοι· διὰ τί; διότι ναὶ μὲν δὲν εὑρισκόμεθα μὲν εἰς κατάστασιν ἐξωτερικοῦ πολέμου, δὲν ἔχομεν ἐπιδρομὴν ἀλλοφύλων, ὅτε οἱ Ἕλληνες, καθὰ μᾶς διδάσκει ἡ Ἱστορία, συνασπίζονται διὰ ν’ ἀποκρούσουν τὸν κοινὸν ἐχθρὸν, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν τὸ στοιχειῶδες παντὸς κράτους, δὲν ἔχομεν κυβέρνησιν καὶ δὲν ὁμονοοῦμεν διὰ νὰ καταρτίσωμεν τοιαύτην διαρκῆ. Βλέπει ὁ ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι μία κυβέρνησις ἀναβιβάζεται καὶ μετὰ τρεῖς ἡμέρας πίπτει, μία δευτέρα κυβέρνησις ἀναβιβάζεται καὶ μετὰ 24 ὥρας πίπτει· προσπάθειαι γίνονται περὶ συμφιλιώσεως, περὶ ὁμονοίας τοὐλάχιστον προσωρινῆς τῶν κομμάτων πρὸς ἀποσόβησιν τῶν ἀνωμαλιῶν, καὶ αὐτὴ ἡ ὁμόνοια δὲν κατορθοῦται· (ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).

§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Πρὸς τὸ ἀκροατήριον). Ἡσυχία, Κύριοι· δὲν ἐπιτρέπονται οὔτε αἱ ἐπιδοκιμασίαι. Τηρήσατε ἡσυχίαν καὶ τάξιν καὶ ἡ συζήτησις θὰ εὕρῃ τὴν ἀλήθειαν.

§37ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι λοιπὸν, Κύριοι, τολμηρὸν, δὲν εἶναι ψεῦδος, δὲν εἶναι ἀγυρτεία ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐξέθεσεν ἡ σημερινὴ κυβέρνησις, ὅτι, ἀφοῦ προσεκλήθησαν οἱ δύο κορυφαῖοι τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐσχημάτισεν ἕκαστος κατὰ διαδοχὴν ἰδίαν κυβέρνησιν, ἀλλὰ κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἦλθεν ἐδῶ πεφοβισμένη, ἄνευ πρωτοβουλίας, φοβουμένη μακρόθεν, ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ πλειονοψηφίαν, ὑποπτευομένη ὅτι ἀντιπράττεται εἰς τὴν αὐλὴν, ὅτι, ἀφοῦ συνεστήθησαν τοιαῦται δύω κυβερνήσεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ παρῃτήθησαν, ἀφοῦ προσπάθειαι ἐγένοντο, τὸ ἐπαναλαμβάνω, περὶ συστάσεως κυβερνήσεως γενικῆς καὶ δὲν κατωρθώθη, δὲν εἶναι ἀγυρτεία, λέγω, δὲν εἶναι τόλμη, ἐὰν αὐτὴ ἡ κυβέρνησις σᾶς λέγει· ὄχι ἀπὸ ἐπιθυμίαν τοῦ νὰ ἦμαι κυβέρνησις, ὄχι ἀπὸ φιλοδοξίαν, ἀλλ’ ἀπὸ τὰς ἀνάγκας τῶν περιστάσεων, ἀπὸ τὴν συνείδησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τῶν ἀληθῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος, ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς λόγους παρεκινήθην ν’ ἀναλάβω αὐτὸ τὸ δυσάρεστον, αὐτὸ τὸ πικρὸν ἔργον τῆς κυβερνήσεως· καὶ ὅταν, Κύριοι, σᾶς τὸ λέγουν, πρέπει νὰ τοὺς εἴπητε σεῖς, τί ἔπρεπε νὰ πράξουν καλλίτερον. Τί ἐδύνασθε νὰ πράξετε σεῖς καλλίτερον καὶ τί δύνασθε νὰ πράξετε καλλίτερον; Καὶ πάλιν τὸ λέγω μετὰ θάῤῥους, ὅταν ἴδω μίαν σύμπνοιαν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὴν ὁποίαν ἡ ἱστορία, τὰ γεγονότα, τὰ πρόσφατα παραδείγματα καταψέγουν, ὅταν ἴδω μίαν σύμπνοιαν συμπαγῆ, καὶ μίαν ἀντιπολίτευσιν πλειοψηφοῦσαν, ἡ ὁποία νὰ δύναται νὰ σχηματίσῃ μίαν κυβέρνησιν ἰσχυρὰν, καὶ ἐγὼ καὶ τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ, καθὼς τὸ ἴδιον σᾶς εἶπεν, ἐγὼ μὲν ἤθελον δώσει τὴν ψῆφόν μου εἰς αὐτὸ, τὸ δὲ νῦν ὑπουργεῖον δὲν θὰ ἔχῃ κᾀμμίαν δυσκολίαν νὰ παραδώσῃ τὰς ἕδρας του εἰς τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ποίας ὅμως ἐγγυήσεις μᾶς δίδετε; εἶναι πολὺ τὸ διάστημα τὸ ὁποῖον παρῆλθε, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐδιχονοεῖτε, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ εἷς ἐπεβουλεύετο τὸν ἄλλον; Ποῖα νέα γεγονότα ἐπῆλθον, παρὰ ὁ συνασπισμὸς ἴσως τοῦ νὰ καταστρέψωμεν πάλιν μίαν κυβέρνησιν; Ἐδῶ, κύριοι, ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας· σᾶς ἐξορκίζω εἰς τὸ ὄνομα τῆς πατρίδος νὰ ἐκφρασθῆτε ἂν ἦσθε σύμφωνοι, ὄχι συνασπισμὸν διὰ νὰ καταστρέψητε μίαν κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἂν εὑρίσκεσθε εἰς ὁμόνοιαν, εἰς ἑνότητα, διὰ νὰ σχηματίσητε μίαν κυβέρνησιν;

§38ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Μάλιστα.

§39ΗΛ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶναι δουλειὰ ἰδική μας.

§40ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Μὰ εἶναι καὶ δουλειὰ ἰδική μου. Καὶ, Κύριοι, ὅταν ἤκουσα τὸν Κύριον Παδοβᾶν μετὰ τόσης συγκινήσεως, μετὰ τόσης ὀργῆς, μετὰ τόσου θράσους, οὕτως εἰπεῖν, νὰ λέγῃ,

§41ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἀπὸ τὴν πεποίθησιν τοῦ δικαίου πηγάζει τὸ θράσος.

§42ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Πιθανόν. Ὅταν τὸν ἤκουσα λοιπὸν νὰ λέγῃ, τὶ εἶναι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία παρουσιάζεται, ἀφοῦ πρὸ 15 ἡμερῶν κατεδικάσθη καὶ ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ ἀπὸ τὴν κοινὴν γνώμην, ὅταν ὁ Κύριος Παδοβᾶς τὸ λέγῃ αὐτὸ ἴσως κατὰ τι εὐλόγως καὶ ἀπὸ συναίσθησιν ὀρθότητος, δὲν δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω· ποία εἶναι αὐτὴ ἡ ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία ἑνώθη, ὅταν χθὲς ἀκόμη, ὄχι πρὸ 15 ἡμερῶν, ἦτο διῃρημένη καὶ ἀπέκρουσε πᾶσαν προσπάθειαν, πᾶσαν καθαρὰν καὶ εἰλικρινῆ ἐνέργειαν πρὸς ἕνωσίν της;

§43ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Κ. Πρόεδρε, τὸν λόγον, παρακαλῶ.

§44ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, ἀποκρούω τὰς ἰδέας ἐκείνων, οἵτινες κατεμέμφθησαν τοῦ πρωθυπουργοῦ· διότι αὐτὸς ἐν εἰλικρινείᾳ, ἐν παντὶ θάῤῥει ἦλθε καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι ἔχω τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Βασιλέως, διότι μοῦ ἀνέθεσε τὸν σχηματισμὸν ὑπουργείου· ἐδέχθην αὐτὴν τὴν ἐντολὴν ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἰδέας μου, ὀρθὰς ἢ ἐσφαλμένας, ἃς κρίνῃ ὁ κόσμος, ἃς κρίνῃ ἡ κοινωνία· τὴν ἐδέχθην ἐν πεποιθήσει, ὅτι ἡ πατρὶς δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ κυβερνήσεως, τὴν ἐδέχθην μετὰ τὴν ἐξάντλησιν ὅλων τῶν προσπαθειῶν περὶ κυβερνήσεως ἰσχυροτέρας, καὶ ἐδέχθην τὴν ἐντολὴν ὑπὸ τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλω ἔχει καὶ τὴν συνδρομὴν τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς. Δὲν παραδέχομαι, λέγω, τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι αὐτὴν τὴν εἰλικρινῆ ἐξομολόγησιν ἑνὸς πρωθυπουργοῦ τὴν θεωροῦν ὡς παράτολμον, τὴν θεωροῦν ὡς παράλογον, τὴν θεωροῦν ὡς ἀντισυνταγματικήν· ἀπ’ ἐναντίας ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ἦτο καθῆκον μετὰ τὰ γεγονότα αὐτὰ τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως νὰ δώσῃ λόγον εἰς τὴν Βουλὴν, πόθεν ὁρμωμένη, ὕστερον ἀπὸ τὴν πρὸ ἑνὸς μηνὸς κοινοβουλευτικὴν ἧττάν της, ἠθέλησε νὰ ἐπανέλθῃ πάλιν εἰς τὴν κυβέρνησιν, καὶ σᾶς ἐδικαιολογήθη καὶ συνταγματικῶς καὶ κανονικῶς καὶ μὲ τὰ πράγματα· σᾶς εἶπε τί ἠκολούθησε, σᾶς λέγει δὲ, ὅτι μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ ἰδικοῦ μου ὑπουργείου ἐπῆλθον δύω ἄλλα ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα ἔπεσον. Τί ἀποδεικνύει τοῦτο συνταγματικῶς; Ὅτι δὲν ὑπῆρχε πλειοψηφία, ἀντιπολίτευσις ἀληθὴς, πραγματικὴ, ἀλλ’ ἦτο μία πλειοψηφία μερικὴ, μία πλειοψηφία, ἡ ὁποία τοὐλάχιστον δὲν ἠμπόρεσε νὰ συμπηχθῇ, καὶ ἑπομένως δὲν ἠδυνήθη νὰ ἔχῃ πλειοψηφίαν αὐτὴ ἡ ἀντιπολίτευσις, διὰ νὰ κρατήσῃ τὴν ἐξουσίαν. Εἶναι λοιπὸν ἐντὸς τοῦ Συντάγματος τὸ ὑπουργεῖον, δεχθὲν τὸ χαρτοφυλάκιον. Τώρα, Κύριοι, ὁ Κ. πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ εἶδε τὸν Κ. Δεληγεώργην καὶ τὸν Κ. Χριστόπουλον, οἱ ὁποῖοι ὡς τρόπον τινὰ νομοδιδάσκαλοι τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου εἶπον, ὅτι δὲν δύναται νὰ τεθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα, τὸ ὑπουργεῖον εἶπε· δὲν τὸ θέτομεν. Ἀλλὰ σεῖς δὲν εὐχαριστήθητε εἰς τίποτε. Μόλις ἠκούσατε τὸ ὑπουργεῖον νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι ἂν δὲν θέλετε τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, τὸ ἀποσύρομεν, ἀμέσως τὸ θέτετε σεῖς. Λοιπὸν τὸ θέλετε; τὸ θέλει καὶ ἡ κυβέρνησις. Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ πρότασις τοῦ σημερινοῦ ὑπουργείου. «Μετὰ τὰ γεγονότα, ἅτινα ἐξέθεσε τὸ ὑπουργεῖον, καλῶς ἔπραξεν ἀναδεχθὲν τὴν κυβέρνησιν, ναὶ ἢ ὄχι;» Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον θέτει εἰς ψηφοφορίαν τὸ ὑπουργεῖον. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον τίθεται ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει οὕτως· «Ἡ Βουλὴ προκληθεῖσα ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν ἔχει πρὸς αὐτὸ ἐμπιστοσύνην·» τὸ ζήτημα αὐτὸ περιλαμβάνεται ἐντὸς τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὸ ὑπουργεῖον· ἑπομένως εἶναι περιττὸν τὸ τοιοῦτον, ἐκτὸς ἐὰν ἤθελε συντεθῆ μὲ τὰ ἄλλα, τὸ ὁποῖον ὅμως διεγράφη. Ἐὰν λοιπὸν ὅλοι συμφωνοῦν, τότε δὲν βλέπω καμμίαν διαφοράν· ἡ διαφορὰ μόνον εἶναι αὕτη, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐξ ἀρχῆς εἶπεν, ὅτι θέτει ζήτημα ἐμπιστοσύνης, σεῖς δὲ εἴπατε, ὄχι, δὲν τὸ δεχόμεθα· τώρα ὅμως ἢ ἐπείσθητε ἢ εἴδετε, ὅτι ἔχετε ἄδικον καὶ τὸ δέχεσθε, διότι ἐγὼ ὡς βουλευτὴς, ἐὰν ἤθελον εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ ὑπουργείου, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ πρότασις τοῦ ὑπουργείου περὶ ἐκφράσεως ἐμπιστοσύνης, καὶ ὅταν ἤθελα ὑποστηρίξει τοῦτο μάλιστα ἀπὸ τοῦ βήματος, μετὰ ταῦτα προκαλούμενος νὰ ψηφοφορήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, θὰ ἤμην ἀναγκασμένος ἢ νὰ ἀρνηθῶ ψῆφον ἢ νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἐξ ἀρχῆς γνώμην μου.

§45ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐπαινῶ καὶ θαυμάζω τὸ θάῤῥος, μὲ τὸ ὁποῖον ἀνέβη ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ἔθεσεν εἰς διλημματικὴν θέσιν τὴν ὑπουργικὴν αὑτοῦ ὕπαρξιν. Σᾶς λέγει· κύριοι, αἰσθάνομαι εἰς ἐμαυτὸν ἐνοχὴν, αἰσθάνομαι ἄλγος διὰ τὰ προγεγονότα καὶ σᾶς ζητῶ ἀμνηστείαν, σᾶς ζητῶ χάριν· διότι τί ἄλλο μᾶς ζητεῖ σήμερον ὁ ἔντιμος ὑπουργός; Χθὲς, κύριοι, δὲν ἀπεφάνθη πᾶσα ἡ Βουλή; χθὲς δὲν ἐπῆλθεν ἡ ἐτυμηγορία κατὰ τοῦ ὑπουργείου αὐτοῦ; Ἐπαρουσιάσθησαν ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ νέα γεγονότα; ἐπαρουσιάσθη πτῶσις ἄλλου τινος ὑπουργείου ἐν τῇ Βουλῇ; Οὐχί. Πῶς λοιπὸν ἀνῆλθε πάλιν εἰς τὰς βαθμίδας τοῦ ὑπουργείου; Ὤ, γνωρίζομεν, Κύριοι, καὶ εἶναι πολὺ προφανὲς· περὶ τοῦ τοιούτου ἐξεφράσθη πᾶσα ἡ κοινωνία, τὸ εἶπον ἄλλοι πρὶν ἢ ἔτι ἀποφανθῇ. Ἐνόσῳ, Κύριοι, παρὰ τοῖς ἀνακτόροις ὑπάρχει ὁ ἐπάρατος δαίμων ἐκεῖνος, ὅστις συνταράττει ἀπὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Γεωργίου τὰ σπλάγχνα τῆς κοινωνίας, ἐνόσῳ, λέγω, ὑπάρχει ὁ Σπόννεκ, οὐδέποτε, Κύριοι, θὰ δυνηθῇ ἄλλο ὑπουργεῖον διὰ νὰ σταθῇ εἰς τοὺς πόδας, εἰμὴ ὁποῖον θεωρεῖται προσφιλὲς αὐτῷ καὶ ὁποῖον ἔχει συμπαθείας.

§46ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Φεύγει αὐτός.

§47ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐῤῥέθη μία φωνὴ, ὅτι ὁ δαίμων φεύγει, ἀπέρχεται· ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν εἶχε ῥηθῆ ῥητὸς ὅρος, ὅτε προσεκλήθη ὁ Κ. Βούλγαρης νὰ σχηματίσῃ ὑπουργεῖον, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον ἀπέρχεται; Πῶς ὕστερον δὲν ἀπῆλθε, καὶ πῶς ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ συνετρίβησαν δύω ὑπουργεῖα, ἐνῷ τὸ μὲν πρῶτον ὑπουργεῖον, περὶ τοῦ ὁποίου ἀπεφάνθη πᾶσα ἡ κοινὴ γνώμη, καὶ τὸ ὁποῖον ἂς μὴ ἀπατῶνταί τινες, ὅτι ἤρχετο κεκυφός, ἀπεναντίας ἤρχετο καὶ παρουσιάζετο ἐν τῇ Βουλῇ εὐπροσώπως, τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο δὲν ἀπώλεσε τὴν πλειοψηφίαν; Ἦλθε τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Κ. Βούλγαρη. Τί συνέβη; μία μόνη ἐπερώτησις· ἀλλὰ πόθεν τὰ τραύματα;

§48ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἰδική σου ἦτο ἡ ἐπερώτησις.

§49ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ναὶ, ἐδική μου, καὶ ἦτο ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ μοὶ διαφιλονεικήσῃ τις, ἀλλ’ οὐχ ἧττον τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἦτο εἰς θέσιν ν’ ἀπομακρύνῃ τὸ μέλος αὐτὸ ἀπὸ τὸν σύλλογον αὑτοῦ, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἐκλείψῃ πᾶσα περαιτέρω ἀντίδρασις. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ συμφωνήσω παντάπασιν οὔτε μὲ τὸν ἔντιμον Κ. Δεληγεώργην, οὔτε μὲ τὸν ἔντιμον Κ. Χριστόπουλον· ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα ὁμολογῶ χάριτας καὶ δικαιῶ τὸν Κ. πρωθυπουργὸν, ὅστις ἐν τῇ τοιαύτῃ ἀδυναμίᾳ του ἦλθε διὰ νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, καὶ ἐν παντὶ καιρῷ ἡ Βουλὴ εἶναι κυρίαρχος, διὰ νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, καθόσον ἀφορᾷ τὴν σύνθεσιν τῶν ὑπουργείων. Τὰ ἡγεμονικὰ δικαιώματα, περὶ τῶν ὁποίων οὔτε κἂν ἔπρεπε νὰ ῥηθῇ λόγος, δὲν προσβάλλονται παντάπασιν· ὁ ἡγεμὼν ἵσταται πολὺ ὑψηλὰ· ὑπεύθυνοι διὰ τὰς πράξεις του εἶναι μόνοι οἱ ὑπουργοί. Ἡμεῖς ἐδῶ δὲν ἤλθομεν διὰ νὰ δικάσωμεν οὔτε διὰ νὰ συζητήσωμεν ἡγεμονικὰ δικαιώματα, ἀλλὰ νὰ ἐξετάσωμεν, πῶς ἐτέθη τὸ ζήτημα ἀπὸ τὸν ἔντιμον πρωθυπουργόν. Δύναται ποτὲ ἡ Βουλὴ, ἥτις ἐπέφερε μίαν ἐτυμηγορίαν, νὰ στρέψῃ τὴν καταδίκην ἐναντίον αὑτῆς, καὶ νὰ εἴπῃ καὶ νὰ γράψῃ εἰς τὸ κατόπιν ἡ ἱστορία, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἀνακόλουθος, τὰ χθὲς ἀποφασισθέντα σήμερον ἀναιρεῖ καὶ τὰ ἀνατρέπει; Ἐδῶ, Κύριοι, εἶναι τὸ ζήτημα. Ἀναλαμβάνεις, Κ. πρωθυπουργὲ, τὰς ἡνίας τοῦ κράτους καὶ παρουσιάζεις τὸ προσωπικόν σου, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἀναμνησθῇς τὸ τοῦ ἀρχαίου. Ὅτε ὁ Περικλῆς, ὁ μέγας ἐκεῖνος ἀνὴρ, ἐνεδύετο τὴν χλαμύδα, ἔλεγεν· ἀναμνήσθητι, πρόσεχε, Περίκλεις, Ἑλλήνων ἄρχεις, πολιτῶν ἐλευθέρων ἄρχεις! Πολῖται λοιπὸν ἐλεύθεροι δύνανται ν’ ἀναιρέσουν τὰ χθὲς ἀποφασισθέντα; δύνανταί ποτε πολῖται ἐλεύθεροι νὰ εἴπουν διὰ μιᾶς ἐτυμηγορίας, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον εἶναι ἔνοχον, τοῦ ἀρνοῦμαι τὴν ἐμπιστοσύνην, καὶ διὰ μιᾶς ἑτέρας νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον εἶναι ἀθῶον· παραχωρῶ, δίδωμι εἰς αὐτὸ τὴν ἐμπιστοσύνην; Καὶ ὅταν ἡ Βουλὴ ἤθελεν, ὃ μὴ γένοιτο, φθάσει εἰς τοιοῦτον ἐξανδραποδισμὸν, ὥστε ν’ ἀναιρέσῃ τὰ χθὲς ἀποφασισθέντα, ὤ, τότε, τότε δὲν μένει ἄλλη ἐλπὶς, τότε ἔρχεται ἡ καταστροφὴ τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ πιστεύω, Κύριοι βουλευταὶ, ὅτι αἰσθάνεσθε τὴν συγκίνησιν, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθητε κατὰ τὴν 13 τοῦ παρελθόντος μηνὸς, ὅτε ἐξεφέρατε τὴν ζωηρὰν, τὴν ἔντιμον, τὴν εἰλικρινῆ, τὴν πατριωτικὴν ἐκείνην ἐτυμηγορίαν. Ποῖος σήμερον βάσκανος δαίμων φθονεῖ τὸν στέφανον ἐκεῖνον τῆς νίκης; Θέλετε, Κύριοι, παρουσιαζόμενοι μὲ τὰ χαρτοφυλάκια ν’ ἀμαυρώσητε καὶ καταστρέψητε ὅλας τὰς ἀρετὰς, καὶ συγκαταστρέφοντες τὰς ἀρετὰς δὲν συγκαταστρεφόμεθα καὶ ἡμεῖς; Τὸ λέγω μὲ λύπην μου, τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔπρεπε νὰ δυσκολεύσῃ τὴν θέσιν του, δὲν ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ἐτυμηγορίαν σήμερον, διότι, ἂν καὶ διήρχετο σιωπηρῶς, ἴσως ἴσως πολλοὶ, οἵτινες εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ λαλήσωμεν, ἠθέλαμεν παραβλέψει· ἀλλ’ ὅταν τὸ ὑπουργεῖον θέτῃ εἰς τὴν Βουλὴν ζήτημα ζωῆς, ζήτημα τιμῆς καὶ συνειδήσεως, πρέπει νὰ ἀρνηθῇ ἡ Βουλὴ τὴν τιμὴν καὶ τὴν συνείδησιν; μήπως παρῆλθε τουλάχιστον ἡ πρώτη σύνοδος, ὥστε τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ἐπέλθῃ κατόπιν; Ἐὰν ἡ ἀντιπολίτευσις ἤθελεν ὑποστῆ ἧτταν τινὰ, τότε μὰ τὴν ἀλήθειαν τὸ ὑπουργεῖον σχηματιζόμενον ἀπὸ τὸν Κύριον Κουμουνδοῦρον ἠδύνατο νὰ παρουσιασθῇ, καὶ πολλοὶ ἴσως ἤθελον χορηγήσει τὴν ὑποστήριξιν· ἀλλ’ ἐν ᾧ ὑπάρχει πρόσφατος, νωπὴ ἡ ἐτυμηγορία, ἡ καταδίκη αὐτοῦ τοῦ ὑπουργείου ὑπ’ αὐτῆς τῆς Βουλῆς, δύναται ποτὲ αὐτὴ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναιρέσῃ τὴν ἀπόφασίν της ἢ τὴν τιμὴν αὑτῆς; Τὸ τοιοῦτον τὸ θεωρῶ πάντη ἀδύνατον, καὶ ὡς ἐκ τούτου συμπαραδέχομαι καὶ μὲ τὸ ὑπουργεῖον καὶ μὲ τὴν ἀντιπολίτευσιν ἵνα τεθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης.

§50ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (ὑπουργ. Παιδείας). Γνωρίζω, κύριοι, ὅτι ἓν ὑπουργεῖον, ὅταν ἅπαξ χάσῃ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ καταθέσῃ τὴν παραίτησίν του· τοῦτο εἶναι συνταγματικώτατον. Δὲν γνωρίζω ὅμως, καὶ τὸ μανθάνω σήμερον, ὅτι ἀρκεῖ ἓν ὑπουργεῖον νὰ χάσῃ ἅπαξ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ στερηθῶσι τὰ μέρη του τῶν πολιτικῶν των δικαιωμάτων. Ἀρκεῖ ἅπαξ νὰ τὰ καταψηφίσῃ ἡ Βουλὴ, ἵνα μὴ δύνανται νὰ ἐπανέλθουν τὰ πρόσωπα αὐτοῦ εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων· τοιοῦτον μάθημα συνταγματικοῦ δικαίου ἔπρεπε νὰ ἀκούσω σήμερον. Ταῦτα ὡς ἀπάντησις ἐν ὀλίγαις λέξεσιν εἰς ὅσα ἐλέχθησαν, ὅτι πῶς τολμᾷ τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου νὰ παρουσιάζεται σήμερον, ἀφοῦ πρὸ ἑνὸς μηνὸς κατεδικάσθη; Σᾶς λέγω, ἀπὸ ἑνὸς περίπου μηνὸς, ὅτε τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου κατεδικάσθη ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, δὲν συνέβησαν τόσα καὶ τόσα, τὰ ὁποῖα δεικνύουν καὶ παρέχουν εἰς ἡμᾶς ἀφορμὴν νὰ εἴπωμεν, μήπως ἡ Βουλὴ μετήλλαξε γνώμην; Πρὸς τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κύριον Χριστόπουλον τὸν προκαταβάντα τοῦ βήματος, λέγω, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὅτε ἐγένετο ἡ τροποποίησις τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδούρου, δὲν ἀνέβη ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἂν δὲν κατέκρινε ἢ δὲν ἐπέκρινεν, δὲν ἔκαμεν ὅμως παρατήρησιν, πῶς κάθηται εἰς τὸ ὑπουργεῖον εἷς, ὅστις παρουσιασθεὶς ὑποψήφιος βουλευτὴς εἰς τὰς ἐκλογὰς ἀπέτυχε; Καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἀξιότιμος φίλος μου κύριος Χριστόπουλος δὲν ἐκάθησε μετὰ ταῦτα συνυπουργὸς μετὰ δύω ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἀπέτυχαν εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογάς; Ἰδοὺ ἓν περιστατικὸν, τὸ ὁποῖον δεικνύει, ὅτι ἄλλην γνώμην εἶχε τότε, καὶ ἄλλην γνώμην ἔχει σήμερον. Αἱ αὐταὶ λοιπὸν ἐκεῖναι περιστάσεις ὑπάρχουν σήμερον διὰ νὰ εἴπῃ τις, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου δὲν πρέπει νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Αὐτὰ λέγω ἐν ἀρχῇ, ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο; Οὐχί. Ὁ πρωθυπουργὸς παρουσιάσθη καὶ σᾶς εἶπεν· ἐσχημάτισα κυβέρνησιν καὶ θὰ ἐξακολουθῶ νὰ κυβερνήσω· θέτω ὅθεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅπως ἴδω, ἂν σὺ, Βουλὴ, ἡ ὁποία κατεδίκασες τὸ πρῶτόν μου ὑπουργεῖον, προτίθεσαι νὰ ἀναιρέσῃς τὴν ἀπόφασίν σου ἐκείνην; Δὲν σᾶς εἶπε τοῦτο ὁ Πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου, ἀλλὰ ἁπλῶς μόνον σᾶς ἐξέθεσε τὶ συνέβησαν μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ κυρίου Βούλγαρη. Σᾶς εἶπε, κατεψηφίσθη τὸ ὑπουργεῖον τὴν 13 Ὀκτωβρίου, καὶ ἀφοῦ κατεψηφίσατε, ἔχει ὁ καθεὶς τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐνομίζατε, ὅτι ἠλπίζατε, ὅτι ἐπιστεύατε, ὅτι ἠθέλατε σχηματίσει κυβέρνησιν καλλιτέραν τῆς ἰδικῆς μας· τὸ ὡμολόγησε τοὐλάχιστον ὁ κύριος Πετιμεζᾶς. Προσκληθέντες εἰς τὰ πράγματα, διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον κυβέρνησιν δὲν ἠδυνήθητε νὰ σχηματίσητε, κυβέρνησιν, ἡ ὁποία νὰ ἠμπορέσῃ νὰ διατηρηθῇ. Παραιτήθη τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη, παραιτήθη τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη, προσκαλοῦμαι ἐγὼ νὰ σχηματίσω ὑπουργεῖον. Ἐσκέφθην, ὅτι κυβέρνησις δυναμένη νὰ κρατήσῃ μὲ στιβαρὰς χεῖρας τὴν ἐξουσίαν δὲν εἶναι δυνατὸν τοὐλάχιστον εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις νὰ διατηρηθῇ εἰς τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, ἂν δὲν σύγκειται τοὐλάχιστον ἀπὸ δύω μερίδας· τὸ ἀπεπειράθην καὶ ἀπέτυχον· ἤκουσα ὅτι ἄλλοι τὸ ἀπεπειρῶντο ἀντ’ ἐμοῦ, ἐσταμάτησα· καὶ ὅταν μὲ εἶπον, ὅτι καὶ ἡ ἀπόπειρα τῶν βουλευτῶν ἐκείνων ἀπέτυχε, τότε ἐπεχείρησα νὰ σχηματίσω ὑπουργεῖον, καὶ ἐσχημάτισα ὑπουργεῖον, διότι ἐπίστευον, ὅτι ὁ τόπος δὲν ἠδύνατο νὰ μείνῃ οὔτε μίαν στιγμὴν ἄνευ κυβερνήσεως. Ἂν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἀπεποιεῖτο νὰ σχηματίσῃ ὑπουργεῖον, ὅτε ἀπέτυχαν αἱ διαπραγματεύσεις μὲ τὰς ἄλλας μερίδας τῆς Βουλῆς, ὅτε ἀπέτυχαν αἱ προσπάθειαι τῶν ἐντίμων βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον τὸ ἔργον τοῦτο, ποίαν δικαιολόγησιν διὰ τὴν ἀποποίησίν του ταύτην ἤθελε δώσει; Ἔπρεπε νὰ εἴπῃ καθαρῶς, μὲ τὴν παροῦσαν Βουλὴν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ κυβέρνησις· αἱ δύω προηγούμεναι κυβερνήσεις, τὰ δύω προηγούμενα ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα ἐξῆλθον ἑκάτερον ἀπὸ ἑκάτερον τμῆμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, παραιτήθησαν, διότι εἶχον τὴν συνείδησιν καὶ τὴν συναίσθησιν, ὅτι δὲν εἶχον τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, εἶχον μειονοψηφίαν ἕκαστον πολλὰ χαμηλήν.

§51ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι, ὄχι.

§52ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ θέλω ν’ ἀποφύγω, ὅπως ἔλθω εἰς ἐπεξήγησιν τῶν λόγων μου, διὰ πραγμάτων τὰ ὁποῖα γνωρίζει ὅλος ὁ κόσμος.

§53Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δύω λέξεις χρεωστῶ νὰ εἴπω. Ὁ κύριος ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι παρῃτήθησαν τὰ δύω ὑπουργεῖα, διότι ἀπώλεσαν τὴν πλειονοψηφίαν.

§54ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Βεβαίως δὲν τὴν ἀπώλεσαν, διότι δὲν εἶχον.

§55Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠσθάνθησαν, ὅτι δὲν εἶχον. Νομίζω, δὲν δύνασθε, κύριε ὑπουργὲ, νὰ προσθέσητε εἰς τὰς ἰδέας ἄλλων, ἰδέας τὰς ὁποίας δὲν ἐξέφερον· δύνασθε νὰ κάμητε ὁποῖα δήποτε συμπεράσματα, ὁποῖα δήποτε ὑπομνήματα θέλετε ἐπὶ τῶν ἰδεῶν ἄλλου, ἀλλ’ ἂν ἀποδώσητε ἰδέας, τὰς ὁποίας δὲν ἐξέφερεν, δὲν εἶναι ὀρθόν. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου Δεληγεώργη καὶ τοῦ κυρίου Βούλγαρη ἐξέθεσεν ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων παρῃτήθη· πέραν τούτου δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε τι περισσότερον, δύνασθε νὰ κάμητε συμπεράσματα ἢ ἐπικρίσεις, οὐχὶ ὅμως νὰ ἀντικαταστήσητε λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων παρῃτήθη. Ἡ παραίτησις τοῦ ὑπουργείου ἔχει λόγους ὅλως μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἡγεμόνος ἐπὶ ἀντικειμένων κυβερνητικῶν καὶ οὐδὲν πλέον.

§56Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Σᾶς γνωστοποιῶ τὸ ἑξῆς. Οἱ ἀποσταλέντες παρὰ πολλῶν βουλευτῶν διὰ νὰ ὁμονοήσωσιν εἴτε τὰς τρεῖς μερίδας, εἴτε τὰς δύω, ἀπέτυχον, ὡς εἴπατε, εἰς τὸ νὰ κατορθώσωσί τι. Ἐσύστησαν ὅμως εἰς τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον νὰ προσέξῃ καλῶς, ὥστε νὰ μὴ φέρῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Βουλήν· τῷ εἴπομεν «μὴ κάμῃς τὸ βῆμα τοῦτο, διότι θὰ εὑρεθῇς εἰς δυσάρεστον καὶ σοβαρὰν θέσιν·» ὥστε δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἔκαμε σφάλμα προκαλέσας σήμερον τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης.

§57ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καθόσον ἀποβλέπει τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κυρίου Χριστοπούλου, λέγω, ὅτι ἐγὼ δὲν ἐπρόσθεσα τίποτε, δὲν ἤθελον νὰ ἑρμηνεύσω τοὺς λόγους ἢ τὰς αἰτιολογίας, τὰς ὁποίας ἔφερον τὰ παραιτηθέντα ὑπουργεῖα· εἶπον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐνόμιζον· ἐξέθεσα τὰ πράγματα ὡς εἶχον.

§58Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά· ἐξακολουθήσατε.

§59ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καθόσον ἀποβλέπει τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Δημητριάδου, τοῦ λέγω, ὅτι τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον φρονεῖ, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ κρατήσῃ τὸ χαρτοφυλάκιον οὔτε μίαν στιγμὴν ἐν τῇ ἀμφιβολίᾳ του ἂν ἔχῃ ἢ ὄχι τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου σᾶς εἶπε, καὶ παρακαλῶ μὴ μὲ διακόπτετε ἵνα μὴ μακρύνω τὸν λόγον, ὅτι, ἀφοῦ ἀπέτυχον ὅλαι αἱ διαπραγματεύσεις, ὅπως δυνηθῶ νὰ καταρτίσω ἓν ὑπουργεῖον ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς Βουλῆς, ἂν παρῄτουν τὴν ἐντολὴν, ἣν ἔλαβον παρὰ τοῦ Βασιλέως νὰ σχηματίσω Κυβέρνησιν, τὸ συμπέρασμα ἤθελεν εἶσθαι, ὅτι κυβέρνησις ἐνώπιον τῆς παρούσης Βουλῆς δὲν ἠδύνατο νὰ σχηματισθῇ. Τὶ ἤθελε σκεφθῇ ὁ ἡγεμὼν μετὰ ταῦτα δὲν ἐπεμβαίνω νὰ τὸ ἐξετάσω. Ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου καὶ οἱ φίλοι του ἐστοχάσθησαν, ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ ἀναλάβωσι τὴν εὐθύνην ταύτην, ὅτι, κατὰ πρῶτον ἐφαρμοζομένου τοῦ νέου Συντάγματος ἐν Ἑλλάδι, ἡ πρώτη Βουλὴ μετὰ τὴν καθιέρωσιν τοῦ Συντάγματος νὰ φανῇ, ὅτι καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν συγκρότησιν κυβερνήσεως. Δὲν ἔπρεπε νὰ δοθῶσιν ὅπλα εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἐξαγάγωσι τὰ γνωστὰ ἐκεῖνα συμπεράσματα. Ἐσχημάτισα, εἶπε, κυβέρνησιν, διότι ὁ τόπος δὲν ἠδύνατο νὰ μείνῃ ἄνευ κυβερνήσεως· ἐσχημάτισα κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔχω τὴν πεποίθησιν, καὶ συγχωρήσατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, αὐτὰ τὰ πράγματα τὸ ἀποδεικνύουν, ὑποστηρίζεται ἀπὸ μερίδα πολυπληθεστέραν ἑκατέρας τῶν ἄλλων, ἀλλ’ αὐτὴν τὴν κυβέρνησιν δὲν δύναμαι, δὲν θέλω νὰ βαστάξω οὔτε ἐπὶ στιγμὴν, ἂν δὲν λεχθῇ ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔκαμα νὰ μὴ ἀφήσω τὸν τόπον ἄνευ κυβερνήσεως. Τώρα ἔρχεται ἀπὸ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀπ’ εὐθείας τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης.

§60ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Τὸ ἐπροκαλέσατε.

§61ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔρχεται τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης· εἶσθε εἰς θέσιν ὅμως νὰ σχηματίσητε κυβέρνησιν;

§62ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Εἶναι λογαριασμὸς ἐδικός μας.

§63ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶναι λογαριασμὸς ἐδικός σας· εἶναι λογαριασμὸς τῆς Ἑλλάδος, εἶναι λογαριασμὸς καὶ ἡμῶν οἱ ὁποῖοι εἴμεθα Ἕλληνες. Κυβέρνησιν ἰσχυρὰν ἐπιποθεῖ ὁ κ. Πετιμεζᾶς καὶ ἄνευ τοιαύτης κυβερνήσεως τὰ πράγματα τῆς πατρίδος δὲν δύνανται νὰ καλλιτερεύσωσιν· ἀλλὰ κυβέρνησις δύναται νὰ ᾖναι ἰσχυρὰ, ἂν δὲν ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὴν μεγάλην πλειοψηφίαν τῆς βουλῆς καὶ τοῦ ἔθνους; Ὄχι, εἶπεν, ὁ κ. Πετιμεζᾶς καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μαζί του. Καὶ ἡ κυβέρνησις ἡ σημερινὴ παρουσιάζεται θέτουσα τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπως εἰπῆτε ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο νὰ σχηματισθῇ οὕτως ἓν ὑπουργεῖον. Ἔχετε τὴν πεποίθησιν, ὅτι δύνασθε νὰ σχηματίσητε μίαν κυβέρνησιν τοιαύτην; ὁρίστε· ἡμεῖς θέλομεν σᾶς ὑποστηρίξει καὶ δὲν θέλομεν ἔλθει νὰ σᾶς δώσωμεν ψῆφον ἀποφατικὴν, ὅπως σᾶς ἀφαιρέσωμεν τὴν ἐξουσίαν, παρ’ ὅταν λάβωμεν τὴν πεποίθησιν καὶ ἔχωμεν τὴν θετικότητα, ὅτι ἡ κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ σᾶς διαδεχθῇ, θὰ ᾖναι καλλιτέρα τῆς κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς κρημνίσωμεν. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ὀφείλω νὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργην, ὁ ὁποῖος ἐπέπληξε τὸν πρόεδρον τοῦ ὑπουργείου λέγων, ὅτι μετὰ τέσσαρας ἡμέρας, ἐπροσπάθησε νὰ κρημνίσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐσχηματίσθη. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι μετὰ 4 ἡμέρας δὲν εἴχομεν τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι κυβέρνησις καλλιτέρα ἐκείνης, ἡ ὁποία ἵστατο ἐπὶ κεφαλῆς τῶν πραγμάτων, ἠδύνατο νὰ σχηματισθῇ. Καὶ ἂν ὁ κ. Δεληγεώργης δὲν ἤθελε βιασθῇ νὰ δώσῃ τὴν παραίτησίν του, καὶ τὰς φωνὰς, αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν περὶ συμφιλιώσεως, ἂν ἤθελε νὰ ἐκλάβει ὡς ἁπλᾶς φωνὰς, καὶ ἂν ἤθελεν ἔλθει ἐνταῦθα ὡς ἐρχόμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ ζητήσῃ μίαν ψηφοφορίαν, ἤθελε λάβει τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν τοῦ λέγω τώρα. Δὲν ἠθέλαμεν ψηφίσει ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη, ὄχι διότι ἐκηρύξαμεν, ὅτι εἴμεθα οἱ φυσικῶς ἀντιπολιτευόμενοι αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἠθέλαμεν ψηφίσει οὐδεμίαν πρότασιν ἐμπιστοσύνης κατὰ τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου, διότι ἠθέλαμεν εἰπῆ, δὲν ἔχομεν ἐνώπιόν μας τὴν ἀπόδειξιν ὅτι μετηλλάγησαν τὰ πράγματα, ὅτι κυβέρνησις καλλιτέρα τῆς ὑπαρχούσης δύναται νὰ σχηματισθῇ. Τὸ αὐτὸ ἠθέλαμεν πράξει καὶ πρὸς τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Χριστόπουλος νὰ τῷ εἴπω, ὅτι διαφωνῶ μαζῆ του καθόσον ἀποβλέπει τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἐξετύλιξε περὶ δοκιμασίας ἐμπιστοσύνης τοῦ ἡγεμόνος. Ἅμα ὁ ἡγεμὼν προσκαλέσῃ ἕνα νὰ σχηματίσῃ ὑπουργεῖον, δίδει ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι τῷ παρέχει πλήρη τὴν ἐμπιστοσύνην του. Ἀλλ’ ὅταν, ἵνα δοκιμάσητε αὐτοῦ τὴν ἐμπιστοσύνην, θέτετε ἐνώπιον αὐτοῦ ζητήματα ἀντισυνταγματικὰ νὰ τὰ παραδεχθῇ, διὰ νὰ σᾶς δείξῃ ὅτι ἔχει ἐμπιστοσύνην, ἢ νὰ τὰ ἀποῤῥίψῃ ὅταν δὲν τὴν ἔχῃ, νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, καὶ εἶναι καὶ ἀντισυνταγματικὸν κατὰ τὴν ταπεινήν μου τὴν γνώμην. Ἀντισυνταγματικὴ ἦτο ἡ αἴτησις τῆς λήξεως τῆς Συνόδου πρὶν ἢ ψηφισθῇ ὁ φορολογικὸς νόμος καὶ ὁ νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, διότι ῥητὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦτο ἐπιβάλλουσι.

§64Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον.

§65ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, ἐλέχθησαν ἐκ μέρους τοῦ ἡγεμόνος;

§66ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἶναι σκέψεις ἐδικαί μου. Διὰ τὶ ὁ κ. Βούλγαρης δὲν ἀπετείνετο εἰς τὴν Βουλὴν νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχω ἀνάγκην χρονικοῦ τινος διαστήματος, ὅπως σκεφθῶ, καὶ ἑπομένως νὰ δώσῃ ἡ βουλὴ τὴν ἄδειαν διακοπῆς τινος; καὶ τοῦτο ἠθέλαμεν παραχωρήσει εἰς ἡμᾶς· καὶ ἐὰν δὲν ἐπράττομεν τοῦτο, τότε ἠθέλατε μᾶς εἰπῆ ἀληθῶς, δὲν θέλετε νὰ μᾶς ἀφήσητε νὰ σκεφθῶμεν πῶς νὰ κυβερνήσωμεν. Ἂν δὲν ἐπράξετε τοῦτο, ἀξιότιμε φίλε, δὲν πταίομεν ἡμεῖς, ἀλλ’ οὐδέποτε εἰς κανὲν ὑπουργεῖον δὲν θέλομεν δώσει καταδικαστικὴν ψῆφον, ἂν δὲν ἔχωμεν ὅλα τὰ ἐχέγγυα, ὅτι δύναται νὰ σχηματισθῇ κυβέρνησις καλλιτέρα τῆς ὑπαρχούσης. Ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου καὶ ἡ μερὶς εἰς τὴν ὁποίαν καυχῶμαι ὅτι ἀνήκω, σᾶς ἐξέφρασε τὴν γνώμην της πῶς πρέπει νὰ καταρτισθῇ μία κυβέρνησις ἰσχυρά. Ὡμίλησε περὶ συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως ὁ κ. βουλευτὴς Μεσολογγίου. Ἂς μοὶ συγχωρήσῃ νὰ τῷ εἴπω μετὰ παῤῥησίας, ὅτι μόνον αἱ ἀντιπάθειαι δύνανται νὰ χωρίσωσι τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο μέρος· ζητήματα ἀρχῶν δὲν ὑπάρχουσι πλέον, καὶ τὸ μέχρι χθὲς ὑπάρχον ἐνώπιόν μας ζήτημα τοῦ κόμητος Σπόννεκ ὁ ἡγεμὼν ἐν τῇ συνέσει του τὸ ἀφῄρεσεν. Ὅσα καὶ ἂν θέλωσι νὰ λέγωσιν, ἡ θέλησις τοῦ ἡγεμόνος διατηρεῖται καὶ θέλει διατηρηθῇ.

§67ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ἰδέα προσωπικὴ ἰδική μου.

§68ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ γνωρίζω πολὺ καλὰ, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ σᾶς δώσω ἀπάντησιν εἰς τὴν ἰδέαν ταύτην· ἀλλ’ ἀφοῦ τοιαύτη ἰδέα ἐῤῥίφθη, ἔστω καὶ παρὰ τοῦ Κ. Σακελλαριάδου, ἔπρεπε νὰ δώσω τοιαύτην ἀπάντησιν.

§69ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Θὰ τὸ ἐπαναλάβω καὶ πάλιν, τὸν λόγον Κ. Πρόεδρε.

§70ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας δὲν ἠμπορεῖ οὔτε αὐτὸ νὰ μᾶς διαχωρίσῃ· καὶ ἤδη ἔχομεν τὸ γεγονὸς, ὅτι δύω σύμβουλοι τῆς ἐπικρατείας προσελήφθησαν εἰς ἓν ἀπὸ τὰ ὑπουργεῖα τὰ προηγηθέντα· καὶ ἂν ἦτο τῳόντι πειρακτικὸν τὸ νὰ καθήσῃ ὁ Κόμης Σπόννεκ εἰς τὴν τράπεζαν τοῦ Βασιλέως, παρὰ τοῦ ὁποίου ἐφιλοξενεῖτο, εἶναι ὀλίγον τι ἀξιοπαρατήρητον νὰ καθήσουν ἐδῶ εἰς τράπεζαν ὑπουργικὴν, φέρουσαν ὡς σημαίαν τὴν κατάργησιν τοῦ συμβουλίου δύω μέλη αὐτοῦ. Δὲν μᾶς χωρίζουν λοιπὸν, εἰμὴ συμπάθειαι καὶ ἀντιπάθειαι, τὰς ὁποίας ὀφείλομεν νὰ καταθέσωμεν, ἂν θέλωμεν νὰ σχηματίσωμεν κυβέρνησιν ἰσχυρὰν· καὶ εἰς ἐκεῖνον, ὅστις πρὸ ὀλίγου εἶπεν, ὅτι ἐνδιαφέρεται περισσότερον ἐμοῦ διὰ τὴν Ἑλλάδα, τῷ λέγω, ἐὰν πραγματικῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κρατοῦσι τὸ Κράτος διῃρημένον καὶ τὴν Βουλὴν ταύτην καὶ τὴν κοινὴν γνώμην ἐνώπιον τῆς ἀνάγκης τῆς πατρίδος, αἰσθάνωνται, ὅτι ὀφείλουν νὰ καταθέσουν τὰ ἰδιαίτερά των, ὅπως δώσωσιν ἀλλήλοις τὰ χεῖρας, ἵνα τέλος πάντων ἴδωμεν μίαν κυβέρνησιν ἰσχυρὰν, ἐγὼ πρῶτος θέλω σᾶς ἀκολουθήσει ὡς ἔσχατος στρατιώτης, χωρὶς νὰ ἔχω οὐδεμίαν ἀπαίτησιν, εἰμὴ νὰ κύπτω εἰς τὰ συνηνωμένα νεύματά των, τὰ ὁποῖα τότε, ἀλλὰ μόνον τότε, θὰ τὰ θεωρήσω ὡς νεύματα παριστῶντα τὴν φωνὴν τῆς πατρίδος των. Εἶσθε ἕτοιμοι; ἠμπορεῖτε νὰ καταρτίσητε κυβέρνησιν· ἔχετε ἀνάγκην καὶ αὐτῆς τῆς ἄλλης μερίδος; δὲν σᾶς τὴν ἀρνούμεθα, προχωρήσατε· ἡμεῖς εὐθύνην ἐνώπιον τοῦ τόπου δὲν ἠμπορούσαμεν ν’ ἀναλάβωμεν καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι κυβέρνησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δὲν ἠμπορεῖ νὰ σχηματισθῇ.

§71Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε· παρακαλῶ δύω λέξεις διὰ τὸ προσωπικόν.

§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ Κ. Ῥηγόπουλος.

§73ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί! Σοβαρὰ καὶ θλιβερὰ συνάμα γεγονότα ἀναπτύσσονται ἐπὶ εἴκοσι καὶ πλέον ἡμέρας ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο μάλιστα δὲν συμφωνῶ μέ τινα ἐκ τῶν ἐντίμων προαγορευσάντων, τὸν Κ. Δεληγεώργην, διϊσχυρισθέντα ὅτι δὲν πρέπει νὰ λέγωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλὰ νὰ μένωσι τὰ πλεῖστα ἐν τῷ κρυπτῷ. Τὸ βῆμα τοῦτο, Κύριοι, εἶναι τὸ Σινᾶ τῶν νεωτέρων χρόνων· ἑπομένως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔχει καθῆκον ἕκαστος βουλευτὴς νὰ ἀποκαλύπτῃ ὅλα τὰ ἀφορῶντα τὸ ἔθνος, εἴτε γενικὰ εἴτε μερικὰ, διὰ νὰ γνωρίζῃ ὁ λαὸς, ὅστις μᾶς ἐξέλεξεν ἀντιπροσώπους του, τί πράττομεν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ἂν τὸν ἀπατῶμεν ἢ ὄχι, καὶ οὕτως ἐξυπνήσῃ μίαν ἡμέραν καὶ ἐννοήσῃ καθαρῶς ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματά του καὶ τὰ καθήκοντά του. Καὶ πιστεύσατε, Κύριοι, ὅτι σκοπὸν δὲν εἶχον νὰ λάβω σήμερον τὸν λόγον, διὰ νὰ μὴν αὐξήσῃ ἴσως ὁ ἐρεθισμὸς εἰς τοιαύτην τῶν πραγμάτων κατάστασιν, ἂν δὲν μ’ ἐξεβίαζε καθῆκον ὑπέρτερον, ἡ ἰδέα ἐκείνη τοῦ ὅτι πρέπει νὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι, ἂν σήμερον ἐσιώπων, θὰ ἦτον προδοσία κατὰ τοῦ λαοῦ, ὅστις εὐηρεστήθη νὰ μ’ ἀποστείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην. Ἀλλ’ ὅσον θλιβερὸν καὶ ἂν ᾖναι, Κύριοι, ὑπό τινας ἐπόψεις τὸ σημερινὸν θέαμα, τὸ ἔθνος ὅμως δὲν χάνεται, ἀλλὰ μάλιστα λαμβάνει νέαν ζωήν. Τὸ θέαμα τοῦτο εἶναι ἀναπόφευκτον, ἀναγκαῖον καὶ ὠφέλιμον. Διὰ τῆς ἐλευθέρας συζητήσεως καὶ διὰ τῆς γινομένης πολιτικῆς ἀναλύσεως θὰ ἀνοίξῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ θὰ προοδεύσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Διὰ τῆς ἐλευθέρας συζητήσεως τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν πραγμάτων ἐξέρχεται ἡ ἀλήθεια καὶ διὰ τῆς πολιτικῆς ἀναλύσεως ἀποκαλύπτονται οἱ χαρακτῆρες ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, τοῦ μέχρι τοῦδε εὑρισκομένου εἰς ἀπάτην. Καὶ τότε μόνον, Κύριοι, θὰ σχηματισθῇ καὶ τὸ ἀληθὲς κριτήριον τοῦ λαοῦ, ἡ ἀληθὴς κοινὴ γνώμη, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς θὰ δύναται πλέον νὰ ἐξαπατᾷ. Καὶ ποῖον εἶναι τὸ θέαμα τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται σήμερον ἐνώπιόν μας; Εἶναι θέαμα ἐξουσίας.— Ἀλλὰ τί εἶναι, Κύριοι, ἐξουσία; (καὶ δὲν κατακρίνω κανένα πολιτικὸν, εἰλικρινῆ ὅμως καὶ πατριώτην, ἐπιθυμοῦντα τὴν ἐξουσίαν). Ἡ ἐξουσία εἶναι στάδιον ἐφαρμογῆς ἀρχῶν, ἰδεῶν, πεποιθήσεων, ἑνὸς πολιτικοῦ σχεδίου, σκοπὸν ἔχοντος τὴν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν βελτίωσιν τῆς πατρίδος, καὶ ὄχι μέσον πρὸς ἐκπλήρωσιν ματαιότητος καὶ ἰδιοτελείας. Ἡ ἐξουσία, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀξίωμα — πρέπει πλέον νὰ τὸ ἐννοήσωμεν — μάλιστα δὲ εἰς τὴν ἰσόνομον Ἑλλάδα· εἶναι ἐκπλήρωσις ἱεροῦ καθήκοντος, εἶναι ὑπηρεσία, διακονία, ὡς τὴν διετύπωσεν ὁ θεάνθρωπος, Ἰησοῦς. Ὅταν εἶπεν, ὅτι ὁ θέλων νὰ ᾖναι πρῶτος, πρέπει νὰ ᾖναι ὁ ὑπηρέτης τῶν ἄλλων, τί ἐννοοῦσεν ὁ Χριστὸς καὶ μετ’ αὐτοῦ ὅλοι οἱ ἀληθινοὶ δημοσιογράφοι, οἱ ἀναπτύξαντες τὰς ἀρχὰς αὐτὰς τοῦ Εὐαγγελίου; Ἐννοοῦσαν, ὅτι ἡ ἐξουσία δὲν εἶναι μέσον πρὸς θεραπείαν ἐγωϊστικῶν παθῶν καὶ αἰσχρᾶς ἰδιοτελείας, ἀλλὰ ὑπηρεσία πρὸς τὸν λαὸν, πρὸς τὴν πατρίδα. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀξιοκατάκριτος ὁ ἔχων ἀρχὰς, πεποιθήσεις, σύστημα, πατριωτισμὸν καὶ ζητῶν τὴν ἐξουσίαν, διότι θὰ πραγματοποιήσῃ οὕτω τὰς ἀρχάς του, τὸ σχέδιόν του πρὸς τὸ καλὸν τοῦ ἔθνους· ἀπ’ ἐναντίας ὁ τοιοῦτος ἔχει ὄχι μόνον δικαίωμα νὰ ζητῇ τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ καθῆκον. Ὅστις ὅμως δὲν ἔχει πεποιθήσεις, ἀρχὰς, κανὲν σχέδιον, ὅστις εἶναι ἄνθρωπος παθῶν καὶ ἰδιοτελείας, ὁ τοιοῦτος εἶναι ἀξιοκατάκριτος καὶ δὲν πρέπει νὰ ζητῇ οὔτε νὰ λαμβάνῃ τὴν ἐξουσίαν.— Πῶς δὲ θὰ κρίνωμεν τὸν τοιοῦτον; ἀπὸ τὴν διαγωγήν του. Καὶ τὰ σήμερον διαδραματιζόμενα ἐν Ἑλλάδι ἐφώτισαν, Κύριοι, μὴν ἀμφιβάλλετε, τὴν κοινὴν γνώμην καὶ ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα καὶ ὡς πρὸς τὰ πράγματα. Κύριοι, ἴσως ἐκ τοῦ προοιμίου τούτου ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἐγὼ κηρύττομαι σήμερον ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδούρου. Ὄχι, Κύριοι. Ἐγὼ ἀνήκω εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἀλλὰ ἀντιπολίτευσιν ἀρχῶν, καὶ ὄχι προσωπικοτήτων. Τὸ λέγω διὰ νὰ τ’ ἀκούσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου ἕως τοῦ ἄλλου· διότι ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη ἀπεφάσισα καὶ ἐπῆρα τὸν σταυρὸν ἐπὶ τῶν ὤμων μου καὶ οὐδέποτε ἐπρόδοσα τὸν φιλότιμον καὶ εὐγενῆ αὐτὸν λαόν. Ναὶ, ἀνήκω εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν ἐκείνην, ἥτις, ὑπὸ τὴν προσωπικὴν μὲν ἔποψιν, δὲν πρέπει νὰ φέρῃ στίγματα τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ νὰ ᾖναι ζωντανὴ ἐγγύησις τοῦ μέλλοντος, ὑπὸ τὴν ἔποψιν δὲ τὴν πραγματικὴν, νὰ ἔρχεται μὲ ἓν σύστημα ἀρχῶν, μὲ ἓν σχέδιον νέων ἰδεῶν, διὰ νὰ φέρῃ μίαν ἀληθινὴν βελτίωσιν εἰς τὸ πολυπαθὲς ἔθνος μας. Τοιαύτην ἐννοῶ ἐγὼ τὴν ἀντιπολίτευσιν, τὴν μόνην δυναμένην νὰ σώσῃ ἐκ νέου τὴν πατρίδα μας. Καὶ ὅστις ἔδειξεν ἢ δεικνύει διαγωγὴν ἀντιφατικὴν καὶ ἀποκαλύπτουσαν κάθε ἄλλο παρὰ τὴν πατριωτικὴν ταύτην ἰδέαν, ὁ τοιοῦτος ἐξέρχεται τῆς ἀντιπολιτεύσεως ταύτης καὶ τὴν προδίδει. Διὰ τοῦτο Κύριοι, καὶ σήμερον καταψηφίζω, καθὼς προχθὲς, κατὰ τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδούρου, καθόσον νομίζω, ὅτι τὸ κυβερνητικὸν αὐτὸ σύστημα, ὡς ἦτον μέχρι τοῦδε, εἶναι ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις βλαπτικὸν εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Καὶ διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, ἐπίσης, ἐν ᾧ ἀνήκω εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ὡς πρέπει νὰ ἐννοηθῇ αὕτη, ἀφ’ ἑτέρου ἀποδοκιμάζω τὰς ἐπὶ εἴκοσιν ἤδη ἡμέρας ἐλεεινὰς σκηνὰς καὶ κατακρίνω τὴν διαγωγὴν τινῶν ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς, οἵτινες ἀποδείξαντες καὶ ἀνικανότητα καὶ πάθη καὶ σκοποὺς ἄλλους, ἠμαύρωσαν καὶ διῄρεσαν τὴν ἀντιπολίτευσιν. Διὰ τοῦτο ἀπεχωρίσθην καὶ ἀπό τινας φίλους μου· καὶ πιστεύσατε, Κύριοι, ὅτι μὲ λύπην μου σᾶς τὸ λέγω, διότι εἰς εὐαίσθητον ἄνθρωπον εἶναι θλιβερὸν ν’ ἀποχωρισθῇ ἀπὸ φίλους, μεθ’ ὧν συνήλλαξεν αἰσθήματα καὶ ἰδέας· καὶ τοῦτο ἴσως τὸ συναισθάνεται—θέλω νὰ τὸ πιστεύσω—ἕνας ἐξ αὐτῶν, ἐκεῖ μακρὰν καθήμενος, ὅστις θὰ ἐνθυμῆται. Ἀλλὰ, κατ’ ἐμὲ, ἐκεῖνοι ἐξῆλθον· ἐγὼ ἔμεινα εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον. Ἐνώπιον δὲ τῆς πατρίδος καὶ αἱ συμπάθειαι καὶ αἱ ἀντιπάθειαι σιωποῦν.

§74Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ποῖοι εἶναι αὐτοί;

§75ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς ἠξεύρετε· τινὲς ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλ’ ἂς προβῶμεν. Ἐπιτρέψατε ἤδη, Κύριοι, νὰ ἐξετάσωμεν πρὸς στιγμὴν τὰ διαδραματιζόμενα ....

§76ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τί νὰ τὰ ἐξετάσωμεν;

§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.

§78ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει ὁ λαὸς νὰ ἐννοήσῃ τὴν σημασίαν τῶν γινομένων. Θέλω προσπαθήσει τὸ συντομώτερον. Τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου κατεπολεμήθη ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς· ἀπεσύρθη καὶ ἔπραξε συνταγματικῶς. Προσεκλήθη ἡ ἀντιπολίτευσις, ἥτις συνέκειτο ἀπὸ μίαν πλειονοψηφίαν. Ὑπῆρχον δὲ ὅροι τινὲς, μετὰ τὴν παραδοχὴν τῶν ὁποίων, ἡ ἀντιπολίτευσις ὤφειλε νὰ λάβῃ τὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ δὲν θέλω οὐδὲ ἀξίζει ν’ ἀναφέρω λεπτομερείας τινὰς, αἱ ὁποῖαι οὔτε πολὺ ἔντιμοι, οὔτε εὐάρεστοι εἶναι εἴς τινας καυχωμένους πατριώτας· δὲν κάμνω λόγον οὔτε διὰ τὰς μικροπρεπεῖς ῥαδιουργίας, οὔτε διὰ τὰς φανερὰς προφάσεις, οὔτε διὰ τὰς ματαιότητας καὶ τὸν δόλιον τρόπον τινῶν, ἢ ἴσως ἑνὸς μόνου, καὶ ἐν γένει σιωπῶ ἐπὶ τῶν διατρεξάντων μεταξὺ τῶν δύω λεγομένων ἀρχηγῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ταῦτα ἀφοροῦν αὐτοὺς καὶ μόνους· καὶ ἂν δύναταί τι νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῶν ἐλεεινῶν αὐτῶν ἀδυναμιῶν, τοῦτο βεβαίως χρησιμεύει εἰς τὸ ν’ ἀνοίξῃ τῶν ἠπατημένων τοὺς ὀφθαλμούς. Περιορίζομαι μόνον νὰ εἴπω, πῶς, ἀφοῦ οἱ ὅροι ἐγένοντο παραδεκτοὶ, πῶς ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπὶ τόσας ἡμέρας μένει διῃρημένη, καὶ δεύτερον, τί ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς συγκροτήσεως τῶν δύο ὑπουργείων αὑτῆς. Διῃρέθη, Κύριοι, ἡ ἀντιπολίτευσις ἀπὸ πραγματικὰ ζητήματα, δηλαδὴ, ἀπὸ ἀρχάς; ὑπῆρξε κανὲν ζήτημα οἰκονομικὸν, διοικητικόν; τοῦτο ἤθελον τὸ ἐννοήσει. Ἐδύνατο τῷ ὄντι νὰ ἐπέλθῃ διχογνωμία τις μεταξὺ τῶν δύω μερίδων τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀπὸ ἓν ζήτημα ἀρχῶν. Ἀλλ’ ὄχι. Τὴν ἀντιπολίτευσιν τὴν διῄρεσαν τινὲς χάριν προσωπικῶν μόνον ζητημάτων, καὶ τίποτε ἄλλο. Ὅτι δὲ δὲν ὑπῆρχον ἀρχαὶ ἀλλὰ προσωπικοὶ σκοποὶ εἰς ἐκείνους, οἵτινες διῄρεσαν τοσοῦτον ἐλεεινῶς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἀποδεικνύεται, ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν ἄλλην διαγωγὴν αὑτῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν τρόπον τῆς συγκροτήσεως καὶ τὸ προσωπικὸν τῶν δύω γενομένων ὑπουργείων. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἔλεγεν, ὅτι πρέπει νὰ βαδίσῃ ἐντὸς τῶν ἀρχῶν αὑτῆς, ὅτι προτίθεται νὰ πραγματοποιήσῃ σύστημα ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς βελτιώσεως διὰ προσώπων, τὰ ὁποῖα νὰ ᾖναι ἐνσάρκωσις τῶν ἀρχῶν αὑτῶν, νὰ ἔχωσι πεποίθησιν εἰς αὐτὰς καὶ οὕτω νὰ ᾖναι ἀποχρῶσαι ἐγγυήσεις. Διότι, σᾶς ἐρωτῶ, δὲν εἶναι τῷ ὄντι ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀρχὴ καὶ σύστημα καὶ ἐγγύησις; Πῶς θέλετε ἄνθρωπος, μὴ ἔχων πεποίθησιν εἰς ἓν σύστημα, ἢ ἔχων ἐναντίαν, νὰ δύναται νὰ πραγματοποιήσῃ αὐτό; Ὑποθέσατε, διὰ μίαν στιγμὴν, ὅτι ἐγὼ ἐπὶ πολλὰ ἔτη εἶμαι ὑπέρμαχος τοῦ ἀπολυτισμοῦ (ἐγὼ βεβαίως δὲν εἶμαι, διότι ὑπῆρξα, ὡς γνωστὸν, ὑπέρμαχος πάντοτε τῆς καθαρᾶς συνταγματικῆς πολιτείας), ἀλλ’ ὑποθέσατε· ἢ φρονῶ, λόγου χάριν, ὅτι τὸ ἀποταμιευτικὸν σύστημα εἶναι κοινωφελὲς, ἢ ὅτι τὸ δεῖνα πολιτικὸν σῶμα εἶναι μία ἐθνικὴ ἀνάγκη, καὶ μάλιστα ἀποτελῶ μέρος αὐτοῦ, πῶς θέλετε, πρὸς θεοῦ, ἐρχόμενος σήμερον εἰς τὴν ἐξουσίαν νὰ δύναμαι καὶ νοημόνως καὶ εἰλικρινῶς νὰ πραγματοποιήσω, νὰ ἐφαρμόσω ἓν σύστημα ὅλως ἀντίθετον εἴτε πολιτικὸν, εἴτε οἰκονομικὸν, εἴτε διοικητικόν; Ὄχι, βεβαίως. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι καὶ ἀρχὴ καὶ σύστημα καὶ ἐγγύησις. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπὸν ἤδη, καὶ τὰ δύω γενόμενα ὑπουργεῖα, καὶ τοῦ Κ. Βούλγαρη καὶ τοῦ Κ. Δεληγεώργη, συνέκειντο ἀπὸ στοιχεῖα ὁμογενῆ, ἀπὸ ἐγγυήσεις ἀποχρῶσας, συμφώνως μὲ τὰς κηρυττομένας ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀρχὰς, ἢ περιεῖχον ἀντίθεσιν, ἑτερογένειαν; Ναὶ, καὶ τὰ δύω ἦσαν πολιτικὰ ἐκτρώματα. Τὰ δὲ πολιτικὰ ἐκτρώματα τὶ ἄλλο ἀποδεικνύουν, Κύριοι, εἰμὴ ἔλλειψιν ἀρχῶν, καὶ μόνον πάθη καὶ ἐγωϊσμὸν καὶ ματαιότητα; Οὕτω δὲ, Κύριοι, ἐνῷ ἡ ἀντιπολίτευσις καὶ τὸ ἔθνος δὲν δικαιόνουν ἀλλὰ καταδικάζουν τὴν κυβέρνησιν τοῦ Κ. Κουμουνδούρου, οἱ ὀλίγοι ἐκεῖνοι, οἱ διαιρέσαντες τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ ἀποδείξαντες ὅτι δὲν ἀγωνίζονται περὶ ἀρχῶν, ἐδικαίωσαν αὐτὸν μεγάλως. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, διατὶ καὶ τὰ δύω ἐκεῖνα ὑπουργεῖα νὰ μὴν ἔλθουν νὰ ὑποστοῦν δοκιμὴν εἰς τὴν Βουλὴν; Διατὶ νὰ παραιτηθῶσι πρὶν δοκιμασθῶσιν; Ἡ διαγωγή των αὕτη ἐπισφραγίζει ἔτι μᾶλλον τοὺς λόγους μου, καὶ ἀποδεικνύει συνάμα συναίσθησιν ἐνοχῆς καὶ ἔλλειψιν γενναιότητος. Ἂν δὲ δὲν εἶχον τὴν πλειονοψηφίαν οἱ διαιρέσαντες τὴν ἀντιπολίτευσιν, δὲν ἔπρεπε νὰ σχηματίσωσιν ὑπουργεῖον. Πᾶν ἄλλο δὲν εἶναι δικαιολόγημα, ἀλλὰ πρόφασις. Ὁ δὲ κόσμος ἤρχησε σήμερον νὰ ἐννοῇ τὴν ἀλήθειαν, περὶ τούτου μὲν ἀμφιβάλλετε. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀφοῦ καὶ τὰ δύω ἐκεῖνα ὑπουργεῖα παρῃτήθησαν, τὶ ἔπρεπε νὰ γίνῃ; Κατ’ ἐμὲ, δὲν ἔπρεπε οὔτε νὰ προσκληθῇ ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, οὔτε ν’ ἀναδεχθῇ οὗτος σχηματισμὸν Κυβερνήσεως.

§79ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὶ θορυβοῦν εἰς τὸ ἀκροατήριον;

§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν προέρχεται ὁ θόρυβος ἀπὸ κακὴν πρόθεσιν, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν στενοχωρίαν, διότι εἶναι παρὰ πολὺ πλῆθος.

§81ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, τὸ ν’ ἀναλάβῃ τὴν συγκρότησιν κυβερνήσεως ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος τοῦτο δὲν ἦτον συνταγματικὸν, διότι οὗτος μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἶχε καταψηφισθῆ ἀπὸ τῆς Βουλῆς τὴν πλειονοψηφίαν. Τὶ ἔπρεπε λοιπὸν νὰ γίνῃ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν; Δὲν ἐπεμβαίνω βεβαίως εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Βασιλείας, συμφώνως μὲ τοὺς ῥητοὺς ὅρους τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἐκφράζω μίαν γνώμην. Κατ’ ἐμὲ, καὶ συνταγματικὸν καὶ σύμφωνον μὲ τὰς περιστάσεις καὶ συμφέρον εἰς τὸ ἔθνος ἦτον νὰ σχηματισθῇ μία Κυβέρνησις πάντοτε, ἐννοεῖται, ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἀλλὰ κυβέρνησις, τῆς ὁποίας τὰ μέλη νὰ μὴν εἶχαν λάβει μέρος εἰς κανὲν ἐκ τῶν δύω ἐκείνων γενομένων ὑπουργείων. Καὶ τότε, ἂν μετὰ μίαν δοκιμασίαν ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν εἶχε τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ τὴν πλειονοψηφίαν, νὰ ληφθῇ τὸ μέτρον ἢ τῆς λήξεως τῆς συνόδου, ἢ αὐτῆς τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ἡ δὲ πρόσκλησις ἄλλων ἀνδρῶν ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐδύνατο καὶ συνταγματικῶς νὰ γίνῃ καὶ πιθανώτατα μία τοιαύτη κυβέρνησις νὰ τελεσφορήσῃ, διότι ἡ ἀντιπολίτευσις, βεβαίως, δὲν ἐνόησε ποτὲ, ὅτι δύω τρεῖς ἐκ τῶν μελῶν της ἐδύναντο νὰ σύρωσιν αὐτὴν τυφλῶς εἰς τὰς αὐθαιρέτους καὶ παραλόγους ὀρέξεις των. Ἄλλως, πιστεύω, ἤθελον ἀδικήσει τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἂν ἐφρόνουν τὸ ἐναντίον.

§82ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Προσεκλήθη ὁ Κ. Ῥοῦφος.

§83ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν ἐσχημάτισεν ὑπουργεῖον· ἐκτὸς δὲ τούτου, δὲν ἀνῆκεν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν. Τοιαύτη, νομίζω, Κύριοι, ἦτον ἴσως ἡ καταλληλοτέρα λύσις τοῦ ἐλεεινοῦ ἀλλ’ ἀναγκαίου δράματος, τὸ ὁποῖον ἐκτυλίσσεται ἐπὶ τόσας ἡμέρας ὑπὸ τὰ ὄμματά μας. Καὶ τὸ μὲν σημερινὸν ὑπουργεῖον θέλει καὶ πάλιν καταψηφισθῆ, εἰς δὲ τὴν Βασιλείαν ἐναπόκειται νὰ φέρῃ τὴν δέουσαν θεραπείαν, ἐξασκοῦσα τὰ δικαιώματά της. Εἰς δὲ τὴν Βουλὴν, καλλίτερον φωτιζομένην ἀπὸ τόσα διδακτικὰ γεγονότα, νὰ μὴ λησμονήσῃ τὰ ἱερὰ αὐτῆς καθήκοντα, ἂν θέλῃ, ὡς πιστεύω, νὰ ἐγερθῇ ἡ πεσοῦσα πατρίς μας. Τοιαύτη εἶναι, Κύριοι, ἡ ἀληθινὴ κατάστασις τῶν πραγμάτων. Ἂν δὲ ἔλαβον καὶ σήμερον τὸν λόγον, τοῦτο ἔπραξα, ἐπαναλαμβάνω, διὰ νὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καθαρὰν τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ μὴ γίνῃ τοῦ λοιποῦ θῦμα τῆς σκληρᾶς προδοσίας τινῶν· διὰ νὰ μάθῃ, ὅτι τὸ σύστημα τοῦ μυστικισμοῦ ἔπεσεν ἀπὸ τῆς 10 Ὀκτωβρίου, καὶ ἀποτείνομαι πρὸς τοὺς καυχωμένους ὡς ἐπαναστάτας καὶ ὡς ἔχοντας ἀρχὰς, ἐξ ὧν τινὲς ἐπιθυμοῦν ἴσως νὰ τὸ ἐπαναφέρουν. Πρέπει λοιπὸν τὰ πάντα νὰ ἀποκαλύπτωνται, διὰ νὰ σχηματισθῇ ἡ κοινὴ γνώμη καὶ φανῇ ὁ χαρακτὴρ ἑνὸς ἑκάστου ἐν Ἑλλάδι.— Πιστεύω, Κύριοι, ἀκραδάντως, ὅτι τὰς ἰδέας ταύτας συμμερίζονται οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν, καθόσον τὰ σημερινὰ εἶναι σκιὰ διαβαίνουσα, ἡμεῖς δ’ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ καθιερώσωμεν πολιτικὴν ἠθικὴν, μόνην δυναμένην νὰ σώσῃ καὶ προάξῃ τὴν πατρίδα μας· ἀλλὰ καὶ μόνος ἂν ἐπρόκειτο νὰ μείνω, ἤθελον μείνει καὶ μόνος, Κύριοι! Καὶ σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ σταθῶ πάντοτε, εἶναι ἡ συνείδησίς μου· καὶ διὰ μόνης τῆς συνειδήσεως σώζονται τὰ ἔθνη. Σημαίαν δὲ ἔχω τὴν 10 Ὀκτωβρίου, ἤγουν μίαν πραγματικὴν μεταβολὴν, μίαν ἀληθινὴν βελτίωσιν εἰς τὸ ἔθνος. Φίλους μου δὲ, τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, διότι οὔτε τὸν ἐπρόδοσα οὔτε θέλω τὸν προδώσει. Πιστεύσατε δὲ, Κύριοι, ὅτι ὁ λαὸς αὐτὸς, τοῦ ὁποίου τὰ δεινὰ ὑπερεξεχείλισαν, δὲν ἀνέχεται πλέον τὸν ἐμπαιγμόν του, ἐνόησε τὰς αἰτίας τῶν πόνων του, καὶ προσέξατε μὴν ἐγερθῇ αὔριον φοβερὸς ἐνώπιον ἡμῶν ὅλων ὡς ἄλλος Ἡρακλῆς! (Εὖγε Εὖγε!)

§84ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Ἡ Βουλὴ γινώσκει καλῶς ὅτι εἰς τὰς σπανίας περιπτώσεις, καθ’ ἃς λαμβάνω τὸν λόγον, συγκεφαλαιῶ μᾶλλον ἢ συζητῶ· τοῦτο θέλω πράξει ἐν ὀλίγοις καὶ τώρα. Ἐτέθη ἐπὶ τῆς τραπέζης τῆς Βουλῆς πρότασις τοῦ ὑπουργείου περὶ ἐμπιστοσύνης· τώρα, ἐρωτῶ, ἡ πρότασις αὕτη ἀναφέρεται εἰς τὸ παρελθὸν ἢ εἰς τὸ μέλλον; Ἂν ἀναφέρηται εἰς τὸ παρελθὸν, ἀπαντῶ διὰ βραχέων· τὸ παρελθὸν ζήτημα ἐλύθη ὁριστικῶς διὰ τῆς ψηφοφορίας τῆς 13 Ὀκτωβρίου· λέγετε, πῶς! ἐπειδὴ ὑπέστημεν ἧτταν τινὰ, δὲν δυνάμεθα καὶ πάλιν νὰ καταβῶμεν εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης; Ὄχι· ὅταν ἐθέσατε τότε τὸ ζήτημα ὡς ζήτημα ὑπουργικὸν (question de cabinet), ὅταν ἡττήθητε, καὶ μετὰ τὴν ἧτταν παρῃτήθητε, δὲν δύνασθε πλέον νὰ ἀνακαλῆτε τὸ παρελθόν. Ὡς πρὸς τὸ μέλλον, συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τοὺς συναδέλφους μου ΚΚ. Δεληγιώργην καὶ Χριστόπουλον. Ἀντισυνταγματικὸν, ἀντισυνταγματικώτατον τὸ μέτρον τοῦτο· ἀντισυνταγματικὴ ἡ πορεία τοῦ νέου ὑπουργείου. Πῶς! λαμβάνετε τὰς ἡνίας τῆς κυβερνήσεως, δίδετε τὸν ὅρκον παρὰ τῷ Ἡγεμόνι, καὶ μετὰ ταῦτα ἔρχεσθε νὰ ζητήσετε ἐκ τῶν προτέρων ψῆφον ἐμπιστοσύνης; Καὶ τὶ σημαίνει τοῦτο; Δὲν σημαίνει οὐσιωδῶς εἰ μὴ ὅτι θὰ ὑποβάλετε τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τοῦ ἡγεμόνος εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς. Τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν τοῦ ὑπουργείου εἶναι τῷ ὄντι ἀποκλειστικὸν, ἀπαραβίαστον· ἀφ’ οὗ ὁ ἡγεμὼν ἀπεφάσισε, καὶ σεῖς ἐδέχθητε τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἐδόσατε τὸν ὅρκον, δὲν δύνασθε πλέον, ὡς πρὸς τὸ μέλλον, εἰ μὴ νὰ ὑποκύψητε εἰς τὴν τυχὸν εἰδικὴν ἀποδοκιμασίαν ἐπὶ ἑνὸς ἢ ἄλλου θετικοῦ ἀντικειμένου ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς· ἐκτὸς τούτου, δὲν δύνασθε ἐκ τῶν προτέρων νὰ θέσητε ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Μᾶς λέγετε, τὸ ἐθέσαμεν, ἐπειδὴ ἀγνοοῦμεν ἂν ἡ ἀντιπολίτευσις θέλῃ συγκροτήσει ἓν σῶμα, ἂν θέλῃ διατηρηθῇ εἰς ἕνωσιν· ἂν εὑρέθη προσφάτως εἰς κἄποιαν διαφωνίαν, αὐτὸ εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λυθῇ μεταξὺ τοῦ ὑπερτάτου ἄρχοντος καὶ τῶν ἀτόμων ἅτινα τυχὸν θέλουσι προσκληθῆ. Ἂν ἠδυνάμην νὰ ἐκφράσω εἰδικὴν γνώμην, ἤθελα σᾶς εἰπῇ ὅτι τρέφω βασίμους ἐλπίδας, ὅτι τὰ προγενέστερα δὲν θέλουσιν ἐπηρεάσει τὸ μέλλον ὡς πρὸς τὸν σχηματισμὸν ὑπουργείου. Ὅμως, μετὰ τὴν ὁποίαν σᾶς ἔκαμα διαδήλωσιν, προσθέτω τοῦτο μόνον· ὅτι, καί τοι ἀναγνωρίζων ὡς ἀντισυνταγματικὸ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη παρὰ τοῦ ὑπουργείου, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἐπιμένει, μόλον τοῦτο δὲν θέλω, τοὐλάχιστον αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, δὲν θέλω οὔτε νὰ δικαιολογήσω οὔτε νὰ διορθώσω τὴν διαγωγὴν τοῦ ὑπουργείου· καὶ ἐπειδὴ τὸ ὑπουργεῖον ἔθεσεν ἤδη τὸ ζήτημα, καὶ ἐπειδὴ ἐπιμένει εἰς αὐτὸ, μὲ τοιαύτην ἐκ μέρους μου διαδήλωσιν, μὲ τοιαύτην, τολμῶ εἰπεῖν, διαμαρτύρησιν δέχομαι τὴν πρότασιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα λυθῇ κατ’ αὐτὴν τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς.

§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλω θέσει τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν. Δύω προτάσεις, κύριοι, κατετέθησαν· ἡ μία τοῦ ὑπουργείου· «Μετὰ τὰ γεγονότα, ἅτινα ἐξέθεσε τὸ ὑπουργεῖον, καλῶς ἔπραξεν ἀναδεχθὲν τὴν Κυβέρνησιν, ναὶ ἢ ὄχι;» Ἡ ἑτέρα τοῦ κυρίου Σ. Πετιμεζᾶ· «Ἡ Βουλὴ προκληθεῖσα ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν ἔχει πρὸς τοῦτο ἐμπιστοσύνην.» Νομίζω, ὅτι καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη ἓν καὶ τὸ αὐτὸ λέγουσι.

§86ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ἔφερε τὸ ὑπουργεῖον ἐξακολουθεῖ νὰ θεωρῆται παρ’ ἡμῶν ἀπαράδεκτος καὶ ἀντισυνταγματική· διότι μᾶς ἐρωτᾷ, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν νὰ ἀποφανθῶμεν, ἐὰν ἔκαμε καλῶς νὰ δεχθῇ τὸ ὑπουργεῖον ἢ κακῶς. Ἤθελεν εἶσθαι ὁ μεγαλείτερος ἀντισυνταγματισμὸς, ἐὰν ἡμεῖς ἠθέλαμεν δεχθῇ νὰ θέσωμεν εἰς ψηφοφορίαν αὐτὴν τὴν πρότασιν. Καὶ νομίζω ὅτι διαφέρουσιν αἱ προτάσεις αὗται ἀπ’ ἀλλήλων καὶ ἀπέχουσιν ὅσον ἀνατολαὶ ἀπὸ δυσμῶν· ἡ μὲν πρότασις τοῦ ὑπουργείου λέγει ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν ἀναδεχθὲν τὴν Κυβέρνησιν, ἡ δὲ ἀποφαίνεται περὶ ἑνὸς εἰδικοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσῃ ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην, ναὶ ἢ ὄχι. Ὅθεν ἐμμένω ἡ πρότασις τοῦ ὑπουργείου νὰ μὴ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ὡς ἀπαράδεκτος καὶ ἀντισυνταγματική.

§87ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Μᾶς εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον ὁποία πρότασις ψηφοφορηθῇ, ἢ ἡ πρώτη ἢ ἡ δευτέρα. Δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ ὁμολογήσω καὶ πάλιν ὅτι κακὰς δίδουσιν ἐξηγήσεις· διότι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἡγεμόνος, ἀλλὰ περὶ τῆς ἀνάγκης νὰ γνωρίσωμεν πῶς εὑρισκόμεθα ἐν τῇ Βουλῇ· καὶ ἐγὼ τὸ ἐπιθυμῶ καὶ νομίζω καλὸν καὶ ἀναγκαῖον διὰ πᾶν ὑπουργεῖον νὰ γνωρίζῃ ἐκ τῶν προτέρων πῶς εὑρίσκεται ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ σήμερον πρέπει νὰ ἔχωμεν ἓν ἀποτέλεσμα ὁριστικὸν, εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡμεῖς καὶ ἡ κοινωνία πόθεν ἐκπηγάζει αὐτὴ ἡ πρᾶξις. Γνωρίζομεν μίαν ἀποστασίαν λαβοῦσαν χώραν εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην, καὶ ἡ ἀποστασία αὕτη κατέστρεψε τὴν σύμπνοιαν καὶ τὴν ἰσχὺν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἀποστασία ἐξεῤῥάγη κατὰ τοῦ νομίμου αὐτῆς ἀρχηγοῦ, ὅστις ἔδωκεν ὕπαρξιν καὶ ζωὴν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν. Ἐρωτῶ, ἡ πρότασις αὕτη εἶναι ἀποτέλεσμα συμπνοίας καὶ ἐπανόδου πρὸς τὴν ἀρχαίαν τάξιν; Καὶ ἐπειδὴ ἡ διαίρεσις καὶ ἡ ἀποστασία ἐγέννησε τὰς δυσκολίας εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, ἐπιθυμῶ νὰ ἠξεύρω ποῦ βαδίζομεν καὶ ποῦ ἱστάμεθα. Ἔχομεν ἀνάγκην Κυβερνήσεως, θέλομεν νὰ μάθωμεν ἐὰν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν Κυβέρνησιν. Ἕνεκα τούτου ἐρωτῶμεν πόθεν ἐκπηγάζει ἡ πρότασις αὕτη; Ἐκ μέρους ὅλης τῆς ἀντιπολιτεύσεως; Ἡ ψηφοφορία θέλει ἀποδείξει ἴσως ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλ’ ἡ ἀντιπολίτευσις προεδρευομένη ἀπὸ τὸν νόμιμον ἀρχηγόν της, ὅστις ἔδωσεν ὕπαρξιν εἰς αὐτὴν, ἢ προεδρευομένη ἀπὸ ἄλλο τμῆμα ἢ ἄλλους ἀνθρώπους;

§88ΠΕΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἴμεθα σύντροφοι ὅλοι.

§89ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Θέλω νὰ μάθω, ἐὰν ἡ κυβέρνησις αὕτη ἐκλείψῃ, ποῦ θὰ διευθυνθῶμεν;

§90ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν ᾖναι συνταγματικὴ, θὰ ὑπάρξῃ ἡ κυβέρνησις, ἐὰν δὲ δὲν ᾖναι, θὰ πέσῃ.

§91ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Μὴ νομίσῃ κανένας ὅτι εἶναι ἐπιχείρημα μὲ κανένα σκοπὸν· εἶναι ἐπιχείρημα, ὅπερ θὰ ἐκβάλῃ τὴν κοινωνίαν ἀπὸ τὸ χάος εἰς ὃ εὑρίσκεται, ἀλλὰ δὲν θέλετε· ἂς ψηφοφορηθῇ λοιπὸν ἡ πρότασις αὕτη ὡς πρότασις ἐξερχομένη ἀπὸ ὅλην τὴν συντροφίαν.

§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ῥούκη, Μανουσάκη, Μποῦτε, προσκαλεῖσθε ὡς ψηφολέκται. — Ψηφοφορεῖται ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Σ. Πετιμεζᾶ, ἔχουσα οὕτως· «Ἡ Βουλὴ προκληθεῖσα ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν ἔχει πρὸς αὐτὸ ἐμπιστοσύνην.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας εἶναι τὸ ἑξῆς· ἐκ τῶν 151, οἱ ὁποῖοι ἐψηφοφόρησαν, οἱ μὲν 81 εἶπον ναὶ, οἱ 68 ὄχι, καὶ 2 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ὅθεν ἐγένετο παραδεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 4 καὶ λεπ. 10.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 64.
2Τῆς 9 Νοεμβρίου 1865.
3(Τρίτη).
4Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρε-
5θείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ
6τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνονται τὰ πρακτικά;
8§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
9§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μοὶ
10ἀπηύθυνε τὸ ἑξῆς ἔγγραφον.
11Ἀριθ. 466.
12ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.
13Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου
14Πρὸς τὸν Κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
15Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀναγγείλω ὑμῖν καὶ δι’ ὑμῶν πρὸς
16τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς διὰ Β. Διαταγμάτων ὑπὸ
17σημερινὴν ἡμερομηνίαν εὐηρεστήθη νὰ διορίσῃ πρόεδρον τοῦ
18Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, προσ-
19ωρινῶς δὲ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τὸν ὑπογεγραμμένον, Ὑπουργὸν
20ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὸν κ. Σ. Σωτηρόπουλον, βουλευτὴν,
21Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τὸν κ. Π. Α. Πετράκην, βουλευτὴν,
22ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τὸν
23κ. Κ. Λομβάρδον, βουλευτὴν, καὶ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ
24προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν τὸν ὑποστράτηγον κ. Τριαντά-
25φυλλον Λαζαρέτον, βουλευτήν.
26Ἐν Ἀθήναις, τὴν 6 Νοεμβρίου 1865.
27Ὁ Πρόεδρος Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.
28Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἔφερε τὴν ἑξῆς ἔκθεσιν·
29θέλει τυπωθῆ.
30§4ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ.
31(Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς μειο-
32ψηφίας.)
33Πρὸς τὴν Βουλήν.
34Ἡ ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐπιτροπὴ, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὴν
35ἀπὸ 31 Ἰουλίου 1865 ἀναφορὰν τῆς αὐτοῦ Πανιερότητος τοῦ
36Μητροπολίτου Ζακύνθου, παρατηρεῖ, ὅτι διὰ δύο τινὰ ἡ Αὐ-
37τοῦ Πανιερότης καταγγέλλει τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησια-
38στικῶν ὑπουργόν.
391) Ὅτι ἔπαυσε τὸν ἱερογραμματέα τοῦ ἀρχιερέως παρανόμως, καὶ
402) Ὅτι διώρισεν Ἔξαρχον τῆς Ἰονίου Ἐκκλησίας τὸν Μητρο-
41πολίτην Κερκύρας, ἐνῷ κατὰ τοὺς ἐν Ἑπτανήσῳ ἰσχύοντας ἤδη
42νόμους ἐδικαιοῦτο νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν ταύτην ὁ Μητροπο-
43λίτης Ζακύνθου.
44Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ἡ ἐπιτροπὴ παρατηρεῖ, ὅτι ὁ ὑπουργὸς
45κατὰ γενικὸν κανόνα ἐδικαιοῦτο νὰ προβῇ εἰς τὴν παῦσιν τοῦ
46ἱερογραμματέως, φρονεῖ δέ, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ Μητροπο-
47λίτου Ζακύνθου, ὅτι δῆθεν, ἰσοβίων ὄντων τῶν μελῶν τοῦ ἱερο-
48δικαστηρίου, ἕπεται ὅτι καὶ ὁ γραμματεὺς αὐτοῦ ἀπολαύει
49τοῦ δικαιώματος τῆς ἰσοβιότητος, δὲν εἶναι παντάπασιν ὀρθός.
50Ἑπομένως ἡ ἐπιτροπὴ φρονεῖ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει καθῆκον
51νὰ ἐξετάσῃ τοὺς λόγους, ὑφ’ ὧν ἐπείσθη ὁ ὑπουργὸς νὰ προβῇ
52εἰς τὴν παῦσίν του, διότι τότε θὰ ἐπέμβαινεν εἰς τὰ καθήκοντα
53τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀπεναντίας ἡ ἐπιτροπὴ πιστεύει,
54ὅτι ἡ ἄρνησις τοῦ Μητροπολίτου Ζακύνθου εἰς τὸ νὰ προτείνῃ
55κατὰ τὸν νόμον εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς Κυβερνήσεως τρία ὀνό-
56ματα πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ παυθέντος ὑπαλλήλου, ἦτο
57παράλειψις ἑνὸς καθήκοντος.
58Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ἡ ἐπιτροπὴ παρατηρεῖ, ὅτι, κατὰ τοὺς
59νόμους τοῦ πρώην Ἑπτανησιακοῦ Κράτους, ἀνὰ πᾶν νέον Κοι-
60νοβούλιον, ἤτοι κατὰ πενταετίαν, ἀνανεοῦνται ἅπασαι αἱ πολι-
61τικαὶ ἀρχαὶ καὶ μετ’ αὐτῶν καὶ ἡ ἐξαρχία τῆς Ἰονίου Ἐκκλη-
62σίας, ἥτις μεταβαίνει ἀπὸ τὸν Μητροπολίτην τῆς μιᾶς τῶν
63τεσσάρων μεγάλων νήσων εἰς τὸν Μητροπολίτην τῆς ἑτέρας,
64καθ’ ὡρισμένην σειράν, ἑπομένως ὅτι, κατὰ τὴν περίπτωσιν
65ταύτην, μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Ἐξαρχίας τοῦ Μητροπολίτου Κε-
66φαλληνίας, ἐδικαιοῦτο νὰ καθέξῃ τὴν θέσιν ταύτην ὁ Μητρο-
67πολίτης Ζακύνθου. Ἀλλὰ παρατηρεῖ ἐπίσης, ὅτι μετὰ τὴν ἕνω-
68σιν νέον Κοινοβούλιον δὲν ἔλαβε χώραν, ἑπομένως πᾶσαι αἱ
69πολιτικαὶ ἀρχαὶ, ὅσαι δὲν κατηργήθησαν ἀμέσως μετὰ τὴν
70ἕνωσιν, οὐδόλως ἀνενεώθησαν, ἀλλ’ ἔμειναν ὡς εἶχον. Ὅθεν ἡ
71ἐπιτροπὴ νομίζει, ὅτι, ἐν τοιαύτῃ ἀνωμαλίᾳ διατελούντων τῶν
72πραγμάτων τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ἑπτανήσου, ὀρθότερον θὰ ἦτο
73ἴσως ἂν ἡ Ἐξαρχία τῆς Ἰονίου Ἐκκλησίας δὲν ἀνενεοῦτο, ἀλλ’
74ἔμενεν εἰς τὸν Μητροπολίτην Κεφαλληνίας, ὅστις κατεῖχεν
75αὐτὴν πρὸ τῆς ἑνώσεως, μεχρισοῦ τὰ περὶ τούτου κανονισθῶσιν
76ὁριστικώτερον· ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διορίσας
77ἔξαρχον τὸν Μητροπολίτην Κερκύρας Ἀθανάσιον, ἄνδρα ἐπι-
78σύραντα τὸν σεβασμὸν τοῦ Πανελληνίου διὰ τὰ πατριωτικὰ
79αὐτοῦ αἰσθήματα, πιθανὸν νὰ εἶχε πρὸς τοῦτο λόγους οὓς ἡ
80Βουλὴ δύναται ἐκτιθεμένους νὰ ἐκτιμήσῃ δεόντως.
81Ἐν Ἀθήναις, τῇ 6 Ὀκτωβρίου 1865.
82Ἡ Ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐπιτροπὴ
83Ξενοφῶν Λογοθέτης, Γ. Ε. Μαυρογιάννης,
84Α. Λογιωτατίδης, Κ. Π. Μανουσάκης.
85Ἔκθεσις τῆς μειονοψηφίας.
86Ἡ ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐπιτροπὴ, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὴν
87ἀπὸ 31 Ἰουλίου 1865 ἀναφορὰν τῆς αὐτοῦ πανιερότητος τοῦ
88Μητροπολίτου Ζακύνθου Νικολάου, καὶ διεξελθοῦσα τὰ εἰς
89αὐτὴν ἐπισυνημμένα 19 ἔγγραφα, ἀποδεικτικὰ τῆς αὐτῆς ἀνα-
90φορᾶς, δι’ ἧς ἡ αὐτοῦ πανιερότης ἐξαιτεῖται τὴν προστασίαν
91τῆς Βουλῆς, καταγγέλλουσα πράξεις τινὰς τοῦ ἐπὶ τῶν ἐκκλη-
92σιαστικῶν δημοτικοῦ συμβουλίου τῆς Ζακύνθου καὶ τοῦ ἐπὶ
93τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὑπουργοῦ, ὡς προφανῶς παραβιάσαντος
94τὴν διεθνῆ συνθήκην καὶ τοὺς ἐν Ἑπτανήσῳ ἰσχύοντας νόμους,
95καὶ αὐτὸν τὸν ὀρθὸν λόγον, ὅπως αὗται κηρυχθῶσιν παράνομοι
96καὶ ἀντισυνταγματικαὶ πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν γενομένων, ἐ-
97ξήγαγε·
981. Ὅτι ὁ νομάρχης Ζακύνθου ἀντὶ τοῦ νὰ ἐπικυρώσῃ κατὰ
99νόμον τὸν ὑπὸ τοῦ πανιερωτάτου Μητροπολίτου Ζακύνθου γε-
100νόμενον διορισμὸν τοῦ ἱερέως Μαντινίου ὡς ἐφημερίου τῆς ἐκ-
101κλησίας τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ἐσφαλμένως περιπλέξας τὴν
102ὑπόθεσιν ἐζήτησε πληροφορίας παρὰ τοῦ ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστι-
103κῶν συμβουλίου τῆς νήσου.
1042. Ὅτι ὁ δημοτικὸς σύμβουλος, ὑπερβὰς τὰ ὅρια τῶν ἑαυτοῦ
105καθηκόντων, ἐπενέβη εἰς τὰ ἀρχιερατικὰ καθήκοντα καὶ εἰς τὴν
106καθαρῶς πνευματικὴν ἐξουσίαν τοῦ Μητροπολίτου, καὶ παρι-
107δὼν τὰ νόμιμα δικαιώματα, ἐκκλησιαστικά τε καὶ ἀστικὰ, ἀρ-
108χιερέως τε καὶ ἱερέως, ἐκράτησε μετέωρα τὰ συμφέροντα τῶν
109τρίτων, δι’ ἀντιῤῥητικῆς παρανόμου καὶ ἐπηρεαστικῆς.
1103. Ὅτι ὁ δημοτικὸς σύμβουλος ἐν κακῇ πίστει κατεδίωξε δι’
111ἐγγράφων τρίτον πρόσωπον, οὐδόλως μὲν παριστάμενον ἐν τῇ
112διοικητικῇ διενέξει ταύτῃ, ἀνεύθυνον δὲ ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις,
113ἤτοι τὸν ἱερέα Χαραλάμπιον Ῥουσελάτον, φέροντα διπλοῦν τί-
114τλον ἱερογραμματέως καὶ ἐξ ἀποῤῥήτων τοῦ ἀρχιερέως, καὶ
115ἀναιτίως, ἀναρμοδίως καὶ παρανόμως προέτεινε τὴν παῦσιν αὐ-
116τοῦ, ἥτις, ὡς φαίνεται, ἦτον ὁ σκοπὸς τοῦ κυκεῶνος τούτου.
1174. Ὅτι ὁ ἱερογραμματεὺς, εἰ καὶ μὴ ὑπόχρεως νὰ ἀπολογηθῇ,
118ὅμως ἀπελογήθη, δικαιολογηθεὶς ὀρθῶς καὶ διασκεδάσας τὰς αἰ-
119τιάσεις τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου.
1205. Ὅτι ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐνεργήσας κατὰ
121συναίνεσιν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Ζακύνθου, ἔπαυσεν ἄνευ
122λόγου τὸν γραμματέα τῆς ἐπισκοπῆς Ζακύνθου, τὸν καὶ ἐξ
123ἀποῤῥήτων ἢ σύμβουλον τοῦ πανιερωτάτου Μητροπολίτου.
1246. Ὅτι ὁ μητροπολίτης, θεωρήσας προσβεβλημένα τὰ κατὰ
125τοὺς κειμένους νόμους δικαιώματα τῆς ἐπισκοπῆς, παρέστησε
126τὸ παράνομον, τὸ ἄδικον καὶ τὸ ἄτοπον τοιούτου διωγμοῦ.
1277. Ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐκκλησιαστικῶν, εἰς ἀπάντησιν τῶν
128παραπόνων τοῦ ἀρχιερέως, ἀνέθεσε τὴν ἐξαρχίαν τῆς Ἰονίου ἐκ-
129κλησίας μετὰ τὴν λῆξιν τῆς νομίμου πενταετίας, ὄχι εἰς τὸν
130Μητροπολίτην Ζακύνθου, εἰς ὃν κατὰ νόμον ἀνῆκεν, ἀλλ’ εἰς
131τὸν Μητροπολίτην Κερκύρας, εἰς ὃν κατὰ νόμον δὲν ἀνῆκε, καὶ
132ὅστις μολοντοῦτο ἀντικανονικῶς, παρανόμως καὶ πλεονεκτικῶς
133τὴν ἐδέχθη, ἀδικήσας οὕτω τὴν ἐκκλησίαν, τὴν πολιτείαν καὶ
134τοὺς συμπολίτας τῶν μεσημβρινῶν Ἰονίων νήσων, τοὺς ἀπολέ-
135σαντας τοιουτοτρόπως τὸ νόμιμον ἐφετεῖον αὐτῶν καὶ ἀφαιρε-
136θέντας ἀντισυνταγματικῶς ἀπὸ τοῦ νομίμου δικαστοῦ αὐτῶν.
137Ἡ ἐπιτροπὴ σκεψαμένη τὰ γενόμενα καὶ παραβαλοῦσα αὐτὰ
138πρὸς τοὺς κειμένους νόμους εὗρεν.
139ά.) Ὅτι ὁ Μητροπολίτης Ζακύνθου, διορίσας τὸν ἱερέα Μαντι-
140νιὸν ἐφημέριον τῆς ἐκκλησίας τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, εἶναι ἐν
141τῷ δικαίῳ αὐτοῦ.
142βʹ.) Ὅτι ὁ νομάρχης Ζακύνθου μὴ περιάψας διὰ τοῦ δημο-
143τικοῦ συμβουλίου τὸ πολιτικὸν κῦρος εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ ἐφη-
144μερίου Μαντινιοῦ διὰ τὰ μόνα ἀστυκὰ ἀποτελέσματα, ἐνήρ-
145γησε παρανόμως καὶ κούφως...
146γʹ.) Ὁ ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν δημοτικὸς σύμβουλος Ζακύν-
147θου ἔπραξεν ἀναρμοδίως καὶ παρανόμως, ὑπερβὰς προσέτι πᾶν
148ὅριον εὐσχημοσύνης πρὸς τὴν ἐκκλησίαν.
149δʹ.) Ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς παύσεως τοῦ ἱερογραμματέως Ζακύν-
150θου ἱερέως Χαραλάμπους Ῥουσελάτου ὅλως ἀντίκειται εἰς τοὺς
151ἰσχύοντας νόμους καὶ εἰς τὰ κατὰ νόμον δικαιώματα τῆς μη-
152τροπόλεως Ζακύνθου.
153έ.) Ὅτι ἡ ἀνάθεσις τῆς ἐξαρχίας τῆς Ἰονίου ἐκκλησίας εἰς
154τὸν Μητροπολίτην Κερκύρας καὶ ὄχι εἰς τὸν ἱερώτατον Μη-
155τροπολίτην Ζακύνθου Νικόλαον, παραβιάζει ῥητῶς τοὺς κειμέ-
156νους νόμους καὶ τὴν περὶ ἑνώσεως συνθήκην.
157Δυνάμει τῶν εἰρημένων ἡ ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ.
1581. Ὅτι αἱ πράξεις τοῦ ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὑπουργοῦ
159περὶ παύσεως τοῦ ἱερογραμματέως Ζακύνθου, καὶ τῆς ἐξαρχίας
160τῆς Ἰονίου ἐκκλησίας, εἶναι παράνομοι, ἀντισυνταγματικαὶ καὶ
161δέον ἵνα ἐπανορθωθῶσι τὰ γενόμενα πρὸς τήρησιν τοῦ νόμου
162καὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς.
1632. Ὅτι ἀνάγκη πᾶσα καὶ δι’ ὅλους τοὺς λόγους ἵνα δικαιω-
164θῶσιν, ὁ μὲν πανιερώτατος Μητροπολίτης Ζακύνθου ἀναγορευό-
165μενος εὐθὺς ἔξαρχος τῆς Ἰονίου ἐκκλησίας, ὁ δὲ ἱερεὺς Χαρα-
166λάμπης Ῥοσελάτος ἀνακαλούμενος εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν καθη-
167κόντων τοῦ ἱερογραμματέως Ζακύνθου, ὡς μηδέποτε παυθείς,
168ὁ δὲ ἱερεὺς Μαντινιὸς λάβῃ παρὰ τοῦ δημοτικοῦ Συμβουλίου
169Ζακύνθου τὸ κατὰ τύπον κῦρος τοῦ διορισμοῦ του ὡς ἐφημερίου
170τῆς ἐκκλησίας τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ἐπιφυλασσομένων τῶν
171περὶ ἀποζημιώσεως ἀπαιτήσεων αὐτοῦ κατὰ τοῦ δημοτικοῦ
172συμβούλου Ζακύνθου, ἐνώπιον τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν.
173ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ Λ. ΛΙΒΑΔΑΣ.
174§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας Κ. Κωνσταντᾶς ὑπέ-
175βαλε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ εὐθύνης τῶν ὑ-
176πουργῶν.
177Ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
178§6ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Μετὰ τὰ ἐσχάτως λα-
179βόντα χώραν, κύριοι, νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ δώσω λόγον ἐνώ-
180πιόν σας διατὶ σήμερον εὑρίσκομαι εἰς τὴν θέσιν ταύτην. Θέλω
181εἶσθαι λίαν σύντομος, θέλω ἀποφύγει πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ ἐρε-
182θίσῃ καὶ θέλω περιορισθῆ ἀπολύτως εἰς πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν
183διαγωγὴν καὶ τὰς πράξεις μου.
184Ἐπίστευσα, κύριοι, ἐξ ἀρχῆς, ὅτι, διὰ νὰ κυβερνηθῇ καὶ νὰ
185διοικηθῇ καλῶς ὁ τόπος, ἔχει ἀνάγκην, μάλιστα εἰς τὰς παρού-
186σας δυσκόλους πολιτικὰς περιστάσεις, κυβερνήσεως ἰσχυρᾶς καὶ
187δυναμένης νὰ ἔχῃ τὴν πρωτοβουλίαν, κυβερνήσεως τέλος πάν-
188των, ἡ ὁποία νὰ δύναται νὰ πιστεύῃ ὅτι μεγάλη πλειοψηφία
189τῆς Βουλῆς θέλει τὴν ἀκολουθήσει. Κυβέρνησις τοιαύτη, ἔχουσα
190τοιαύτην δύναμιν ἐν τῇ Βουλῇ, ἤθελεν ἔχει ὁμοίαν καὶ ἐν τῇ
191κοινωνίᾳ, καὶ οὕτως ἀσήμαντα προσκόμματα ἀπαντῶσα εἰς τὴν
192πορείαν της, ἤθελεν ἀνταποκριθῆ εἰς τὰς παρούσας ποικίλας
193ἀνάγκας. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ὅταν παρῃτήθην συνεπεία τῆς ψη-
194φοφορίας τῆς λαβούσης χώραν ἐνταῦθα ἐσχάτως, καὶ ὅταν μετ’
195ἐμὲ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Κ. Δεληγεώργη παρῃτήθη, ἀφοῦ τὸ
196ὑπουργεῖον τοῦ Κ. Βούλγαρη κατὰ πρῶτον δὲν ἐπέτυχε καὶ
197προσεκλήθη ὁ Κ. Ῥοῦφος, ἤμην τῆς γνώμης, συνεβούλευσα, προ-
198έτρεψα καὶ ἐπέμεινα ὥστε ὁ Κ. Ῥοῦφος νὰ σχηματίσῃ κυβέρνη-
199σιν ἐκ δύω τοὐλάχιστον μερίδων, διότι οὕτως ἐπίστευσα, ὅτι
200ὁ Κ. Ῥοῦφος ἤθελεν ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν προορισμὸν ὁ ὁποῖος
201τὸν ἐκάλει εἰς τὴν κυβέρνησιν. Κατὰ δυστυχίαν, κύριοι, ἡ ἀπό-
202πειρα ἀπέτυχε. Μετὰ τοῦ Κ. Ῥούφου ἠρνήθην καὶ πάλιν ν’ ἀνέλ-
203θω εἰς τὴν ἐξουσίαν, διότι ἤμην τῆς γνώμης, ὅτι εἰς τὴν ἐξου-
204σίαν ἔπρεπε νὰ κληθῇ καὶ πάλιν ὁ ἔντιμος Κ. Βούλγαρης, διότι
205ἐνόμιζον ὅτι μετὰ τὸν Κ. Ῥοῦφον οὗτος ἦτο ὁ φυσικῶς καλού-
206μενος. Γνωρίζετε, κύριοι, τὶ συνέβη μὲ τὸ ὑπουργεῖον Κ.
207Βούλγαρη, καὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐντεταλμένος νὰ κατατρίψω εἰς
208ζητήματα τοιαῦτα ἤδη, οὔτε ἔχω σκοπὸν νὰ φέρω κρίσεις, νὰ
209διερμηνεύσω τὴν διαγωγὴν καὶ τὰς πράξεις ἄλλων, ἢ νὰ ἐ-
210ξελέγξω αὐτούς, ἐκτὸς ἂν κατὰ δυστυχίαν προκληθῶ· διότι,
211νομίζω, τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος ἀπαιτεῖ ὥστε ἀντὶ ν’ αὐξή-
212σωμεν νὰ ἐλαττώσωμεν, νὰ περιστείλωμεν τὸν ἐρεθισμόν, νὰ
213ῥίψωμεν ὕδωρ ἀντὶ ἐλαίου εἰς τὴν πυράν. Μετὰ τὴν παραίτη-
214σιν τοῦ Κ. Βούλγαρη ἡ Α. Μεγαλειότης εὐηρεστήθη νὰ μοὶ
215ἀναθέσῃ τὴν συγκρότησιν τοῦ ὑπουργείου. Ἐμπνεόμενος ἀπὸ
216τὴν ἰδέαν περὶ τῆς ὁποίας σᾶς ἐλάλησα ἀνωτέρω, ἀπηυθύνθην
217ἀμέσως πρὸς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου Κ. Δεληγεώρ-
218γην. Ἔπρεπε, κύριοι, βαθέως νὰ αἰσθάνωμαι τὴν ἀνάγκην τοῦ
219νὰ κυβερνηθῇ καλῶς ὁ τόπος, ἵνα κάμω τὸ βῆμα καὶ τὴν θυ-
220σίαν αὐτήν. Ὑπῆγον λοιπὸν καὶ τῷ ἀνήγγειλα τὴν ἐντολὴν, ἣν
221εἶχον ἀπὸ τὴν Α. Μεγαλειότητα· δὲν ἦτον ἀνάγκη νὰ ἐξηγήσω
222εἰς αὐτὸν τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, διότι τὴν ἐγνώριζε,
223καθὼς καὶ τὴν ἀνάγκην μιᾶς κυβερνήσεως ἰσχυρᾶς καὶ σπου-
224δαίας· τῷ εἶπον μόνον, ὅτι ἐπεθύμουν νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ
225ἰδέα αὕτη. Ἀποτείνομαι πρῶτον εἰς αὐτὸν καὶ ζητῶ νὰ σχη-
226ματίσωμεν ὁμοῦ κυβέρνησιν. Ὁ Κ. Δεληγεώργης μὲ ἠρώτησεν
227ἂν ἤμουν ἐπιφορτισμένος νὰ σχηματίσω τοιαύτην, καὶ τῷ ἀ-
228πήντησα ναί. Μὲ ἠρώτησεν ὑπὸ ποίους ὅρους· τῷ εἶπον, ὅρους
229δὲν ἔχω νὰ προτείνω· πρέπει πρῶτον νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀρ-
230χὴν ν’ ἀποφασίσῃ νὰ συγκυβερνήσωμεν καὶ ἔπειτα τοὺς ὅρους
231θέλομεν τοὺς συζητήσει καὶ τοὺς θέσει ὁμοῦ. Ὁ Κ. Δεληγε-
232ώργης, καὶ τοῦ Κ. Γρίβα παρόντος, μοὶ εἶπεν ὅτι ἔχει ἀνάγκην
233νὰ σκεφθῇ δύω ὥρας. Ἀπῆλθον ἐκεῖθεν πιστεύων, ὡς μ’ εἶπεν ὁ Κ.
234Δεληγεώργης, ὅτι ἡ ἀναβολὴ δὲν εἶναι πλαγία ἄρνησις. Μετὰ
2352 ὥρας ὁ Κ. Δεληγεώργης μοὶ ἀπήντησεν ἀρνητικῶς καὶ ἐστό-
236λισε τὴν ἐπιστολήν του μὲ φιλοφροσύνας τινὰς, τὰς ὁποίας βε-
237βαίως δὲν ἐπερίμενα ἀλλ’ αἵτινες εἰσὶ τῶν ἕξεών του. Ἀπηυ-
238θύνθην ἔπειτα πρὸς τὸν Κ. Βούλγαρην, καὶ δὲν ἐνόουν νὰ θέ-
239σω ὑπὸ τὴν προεδρείαν μου τὸν Κ. Βούλγαρην, ἐνόουν νὰ κα-
240τορθώσω ὥστε δύω μερίδες νὰ σχηματίσουν μίαν κυβέρνησιν
241ἰσχυρὰν, καὶ διὰ τοῦτο βάσις τῆς προτάσεώς μου ἦτο ἡ ἕνωσις,
242ὑπὸ διαφόρους τρόπους δυναμένη νὰ πραγματοποιηθῇ. Ἀλλ’ ὁ
243Κ. Βούλγαρης ἠρνήθη. Δὲν ἐξετάζω τοὺς λόγους τῆς ἀρνήσεως.
244Ἂν προκληθῶ, θέλω ἀναπτυχθῆ περισσότερον. Μετὰ ταῦτα, κύ-
245ριοι, ἀφοῦ οἱ φίλοι μου, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἔχω τὴν εὐτυχίαν
246νὰ συγκαταριθμῶ πολλοὺς, οἱ ὁποῖοι καὶ τὴν ἱκανότητα καὶ
247τὰ προσόντα καὶ τὸ δικαίωμα ἔχουν νὰ κάθηνται εἰς τὰ ἐδώ-
248λια τοῦ ὑπουργοῦ, οἱ φίλοι μου οὗτοι ἠρνήθησαν νὰ λάβωσι
249μέρος εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἀφήσαντές με ἐλεύθερον νὰ σχημα-
250τισθῇ ἓν ὑπουργεῖον ἐκ πλατυτέρων βάσεων. Ἀπηυθύνθην
251εἰς διαφόρους βουλευτὰς ἐκτὸς τῶν φίλων μου, ἀλλὰ
252κατὰ δυστυχίαν καὶ αὐτοὶ ἠρνήθησαν. Ἐν τούτοις ὁ ἔντιμος
253Κ. Τρικούπης, μετὰ τοῦ ὁποίου ἦλθον εἰς συνδιάλεξιν, μοὶ ἐπα-
254νέλαβε τὴν ἰδέαν ὑπουργείου ἐξ ὅλων τῶν χρωμάτων ἢ
255ἐξ οὐδενὸς χρώματος, καὶ πρὸς τοῦτο μοὶ εἶπεν, ὅτι αὐτοὶ καὶ
256ἄλλοι τινὲς τῶν Κ. βουλευτῶν ἐσκόπουν νὰ συνέλθωσιν εἰς
257τὴν Βουλήν. Ἐπιθυμῶν (καὶ πιστεύω, ὅτι θέλετε τὸ πιστεύσει)
258οὐχὶ ν’ ἀναλάβω τὴν ἐξουσίαν ἀλλὰ νὰ ἴδω Κυβέρνησιν εἰς
259τὸν τόπον καὶ νὰ παύσῃ ἡ κρίσις, ἅμα ἤκουσα ταῦτα, ἀνέ-
260στειλα πᾶσαν ἐνέργειαν, μολονότι ἀφ’ ἑσπέρας ἤμην ἕτοιμος
261νὰ σχηματίσω ὑπουργεῖον. Γνωρίζετε τὰ κατόπιν διατρέξαντα,
262γνωρίζετε, ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν πολλοὶ τῶν Κ. βουλευτῶν συνῆλ-
263θον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐξελέξαντο ἐπιτροπήν τινα, ἡ ὁποία
264ἀποστολὴν εἶχε νὰ συμβιβάσῃ τὰ διεστῶτα καὶ νὰ κατορθώσῃ
265τὴν συγκρότησιν Κυβερνήσεως τοιαύτης. Ἅμα ἤκουσα ταῦτα,
266παρεκάλεσα τὸν ἔντιμον Κ. Πρόεδρόν μας, ὁ ὁποῖος πρὸ πάντων
267ἦτο προσκεκολλημένος εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι τότε μόνον πρέπει
268ν’ ἀναλάβω τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως, ὅταν ἀπελπισθῶ-
269μεν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ ὁ σχηματισμὸς ἄλλης, καὶ
270ἰδίως ὁποίαν τὴν ἐπεζήτουν. Ἐπεφόρτισα δὲ αὐτὸν ὑποσχόμε-
271νος, ὅτι δὲν θέλω προχωρήσει, πρὶν μὲ φέρῃ ἀπάντησιν, νὰ
272πληροφορηθῇ τὶ πράττει ἡ ἐπιτροπὴ καὶ νὰ μοὶ ἀναγγείλῃ τὸ
273ἀποτέλεσμα ἵνα κανονίσω τὴν διαγωγήν μου. Πλὴν πρὶν ἢ
274λάβω ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν Κ. Πρόεδρον ἔσχον τὴν εὐχαρίστησιν νὰ
275ἴδω τὴν ἐπιτροπὴν εἰς τὴν οἰκίαν μου· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς
276εἴπω τὶ μετ’ αὐτῆς ὡμίλησα, νομίζω ὅμως, ὅτι ἐπείσθη ὅτι ἐξ
277ἐμοῦ οὐδεμία ὑπῆρχε δυσκολία, ὅτι οὐδὲν ἐμπόδουν παρενέβαλλον
278ἀρκεῖ νὰ ἐσυμβιβάζετο πρὸς τὴν τιμὴν καὶ τὴν θέσιν μου. Ἡ ἐπι-
279τροπὴ ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὴν οἰκίαν ἀφοῦ τῆς ὑπεσχέθην, ὅτι
280θέλω περιμείνει μέχρις οὗ ἐξαντλήσῃ ὅλας τὰς προσπαθείας της,
281καὶ ἐπανελθοῦσα μετ’ ὀλίγον μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ κατορ-
282θώσῃ τίποτε. Κύριοι, αἰσθανόμενος τὴν ἀνάγκην μιᾶς Κυβερ-
283νήσεως, διότι, ὡς ὅλοι ἠξεύρετε, ἐγνώριζα ὅτι ἡ τελευταία κρίσις
284ἐνεθάῤῥυνε τὴν ληστείαν νὰ ὑψώσῃ αὐθάδῃ τὴν κεφαλὴν, ἐκλό-
285νησεν τὰς πεποιθήσεις, ἐτάραξε τὰς σχέσεις καὶ μεταξὺ τοῦ
286τελευταίου πολίτου καὶ παρέλυσε τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐξουσίας
287μέχρι τοῦ τελευταίου κρίκου· ἔκαμε νὰ σταματήσῃ πᾶσα ἐνέρ-
288γεια, πᾶσα συναλλαγὴ, πᾶσα ἐπιχείρησις καὶ ἔφερε τὴν κοι-
289νωνίαν εἰς τὴν πλέον δυσάρεστον κατάστασιν· καὶ ἂν ἤμεθα
290ὅπου ἤμεθα, δηλ. ἐκτὸς ἐντελοῦς ἀναρχίας, ὀφείλομεν τοῦτο
291πρὸ πάντων εἰς τὸ φιλόνομον καὶ φιλήσυχον τοῦ ἑλλ. λαοῦ
292καὶ εἰς τὰς εὐρείας βάσεις τὰς ὁποίας εἴχομεν θέσει, πλὴν πᾶς
293θεσμὸς, πᾶς χαλινὸς, πᾶσα νόμιμος ἐπιῤῥοὴ ἐνώπιον τῆς συνε-
294χοῦς αὐτῆς κρίσεως καὶ τῶν ἀλλεπαλλήλων μεταβολῶν ἐχα-
295λαρώθη· γνωρίζων, λέγω, ταῦτα, καὶ βλέπων, ὅτι ἀδύνατον ἦτο
296νὰ κατορθωθῇ Κυβέρνησις, ἐνόμισα, ὅτι καθῆκον εἶχον ν’ ἀνα-
297λάβω τὸν σχηματισμὸν τοιαύτης, καὶ ἀφοῦ ἐκπληρώσω αὐτὸ
298τὸ καθῆκον, ἀφοῦ θέσω Κυβέρνησιν εἰς τὸν τόπον, νὰ παρου-
299σιασθῶ εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ μοὶ δοθῇ ἡ ἀναγκαία ἰσχὺς διὰ
300νὰ κυβερνήσω. Ἰδοὺ, κύριοι, ὁ δρόμος τὸν ὁποῖον διέτρεξα
301μεχρισοῦ φθάσω εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκομαι· ἐνό-
302μισα καὶ νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμω ὅ,τι ἔκαμα, ὅτι ἦτο
303χρέος τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπέβαλλεν ἡ κατάστασις τῆς πατρίδος,
304ὅτι ὤφειλον νὰ ὑπακούσω εἰς τὴν φωνήν της, ὅτι ὤφειλον νὰ
305παρουσιάσω μίαν Κυβέρνησιν. Ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι κακῶς
306ἔπραξα, εἶμαι ἕτοιμος νὰ ὑποταχθῶ· ἀλλὰ, κύριοι, ὅ,τι ἔπραξα
307τὸ ἔπραξα ἐντὸς τοῦ νόμου καὶ ἐντὸς τοῦ καθήκοντος.
308§7ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λυποῦμαι, Κύριοι, καὶ θαυμάζω διότι ὁ
309ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην νὰ φέρῃ εἰς δη-
310μοσίαν συζήτησιν ὅσα σᾶς ἀνεκοίνωσεν. Οὔτε τὸν θαυμασμόν
311μου τοῦτον ἠδυνήθη νὰ διασκεδάσῃ τὸ ἐπιχείρημα εἰς τὸ ὁποῖον
312προσέτρεξεν, ὅτι ὁ τόπος κλονίζεται, ὅτι ἡ πατρὶς κινδυνεύει,
313ἐπὶ λόγῳ, ὅτι τόσας ἡμέρας ἀβέβαια μένουσι τὰ τῆς Κυβερνή-
314σεως. Οὔτε ἐπερίμενα κἂν ἀπὸ ἕνα πολιτικὸν ἄνδρα, ὡς τὸν
315ἀξιότιμον πρωθυπουργὸν, νὰ ἔλθῃ ὁ ἴδιος νὰ φαρμακεύσῃ τὴν
316πολιτικὴν αὑτοῦ κηρύττων, ὅτι, καί τοι ἐδιοίκησεν ἐπὶ δύω
317ἔτη σχεδὸν τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἠδυνήθη μολαταῦτα νὰ θέση θε-
318μέλιά τινα εἰς τὴν τάξιν, νὰ τακτοποιήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν,
319νὰ ἐμπνεύσῃ τινὰ πεποίθησιν εἰς τὸν λαὸν περὶ τοῦ μέλλοντός
320του, καὶ καταλείπων τὴν ἐξουσίαν νὰ ἀφήσῃ αὐτὴν εἰς ὁπωσοῦν
321ἰσχυρὰν κατάστασιν, ὥστε ἡ ὀλιγοήμερος αὕτη ἀμφιβολία περὶ
322τὰ πράγματα τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἦναι τοσοῦτον ἐπαισθητὴ,
323ὥστε τὸ ζήτημα τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἑλλάδος νὰ τίθεται εὐθὺς
324ἀμέσως μετά τινων ἡμερῶν ὑπουργικὴν κρίσιν, καὶ τὸ ζήτημα
325τοῦτο νὰ προκαλῇ τὸ ἔκνομον μέτρον, τὸ ὁποῖον ἦλθε σήμερον
326καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ζητῶν παρ’ αὐτῆς τὴν συμπλή-
327ρωσιν ἑνὸς δικαιώματος, τὸ ὁποῖον πλῆρες καὶ τέλειον ὑπάρ-
328χει εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Βασιλέως. Ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ τόπος
329κλονίζεται, ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ πατρὶς κινδυνεύει, ἂν ἦναι
330ἀληθὲς, ὅτι ἡ τάξις δὲν εἶναι στερεὰ, ἂν ἦναι ἀληθεῖς οἱ φόβοι,
331τοὺς ὁποίους ζητεῖ νὰ διεγείρῃ, ὁ ἐξηγούμενος οὕτω πως, αὐ-
332τὸς πρῶτος ὀφείλει λόγον διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην. Καὶ δὲν
333εἶναι ταῦτα θεωρητικὴ μόνον ἀλήθεια, διότι δὲν γνωρίζω ἔθνος,
334τὸ ὁποῖον νὰ ἐκινδύνευσε διότι συνέβησαν ἀλλεπάλληλοι Κυ-
335βερνήσεων εἰρηνικαὶ μεταβολαὶ ἐντὸς 15 ἢ 20 ἡμερῶν· ἀλλ’
336εἶναι καὶ πρακτικὴ ἀλήθεια καὶ ἀναμφισβήτητος, διότι οἱ Ἕλ-
337ληνες ἐδιοικήθησαν εἰς πολλὰς περιστάσεις, ἐπὶ πολὺν χρόνον
338ἄνευ κόπου καὶ ἄνευ συμφορῶν, καὶ δὲν ἐπεριμέναμεν νὰ μά-
339θωμεν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ μίαν ἐγγύησιν τῆς
340τάξεως, τὸ φιλόνομον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι ἔχομεν ἄπει-
341ρους περὶ τούτου ἀποδείξεις. Ἡ Ἑλλὰς ἔδωκε μέγιστα μαθήμα-
342τα, πρὸς ἔκπληξιν τῶν ἐχθρῶν της, ὅτι ὑπερτερεῖ πολλὰ ἔθνη
343κατὰ τὸν πατριωτισμόν.
344Τοιαῦτα, Κύριοι, βλέπων καὶ τοιαῦτα φρονῶν, δὲν δύναμαι
345νὰ ἐξηγήσω ἄλλως τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ τὴν πρόκλη-
346σιν ταύτην, τὴν ὅλως ἔκνομον, εἰμὴ ὡς προερχομένην ἀπὸ τύ-
347ψιν συνειδότος. Ὅθεν διὰ πολλοὺς ἄλλους καὶ δι’ αὐτὸν ἀκόμη
348τὸν λόγον, ὅτι δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνω εἰς τὰς
349συνειδήσεις, καὶ ὅτι δὲν πρέπει οὔτε νὰ τὰς κλονίζω, οὔτε νὰ
350τὰς ἐνισχύω, ἐγὼ δὲν θέλω κατέλθει εἰς τὸ στάδιον εἰς ὃ θέλει
351νὰ μὲ καταβιβάσῃ ὁ Κ. πρωθυπουργὸς, εἰς τὴν ἀναψηλάφισιν
352τῆς συνειδήσεώς του.
353Ἐφρόνουν πάντοτε καὶ φρονῶ, ὅτι τὰ δικαιώματά της ἑκά-
354στη ἐξουσία πρέπει νὰ τὰ διατηρῇ ἀνέπαφα καὶ πλήρη, καὶ
355ἐθεώρησα πάντοτε κακὴν τὴν ἐπέμβασιν τῶν ἀντιπροσώπων
356τοῦ ἔθνους εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ στέμματος. Ἂν οἱ ἀντιπρό-
357σωποι τοῦ ἔθνους θελήσωσιν νὰ ἐπεμβῶσιν εἰς τὰ δικαιώματα
358τοῦ ἡγεμόνος, θέλουσι διασεισθῆ τὰ θεμέλια τῆς πολιτείας,
359διότι ὁ ἡγεμὼν (καὶ δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ σημερινοῦ, διότι
360θεωρητικῶς λαλῶ,) θέλει σκανδαλισθῆ καὶ παραδειγματιζόμε-
361νος οὕτω θέλει κάμει καὶ αὐτὸς ἓν ἔκνομον βῆμα. Δυνάμει τῶν
362ἀρχῶν τούτων ἀποκρούω τὴν πρότασιν τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ
363τοῦ νὰ συμπληρώσωμεν ἡμεῖς διὰ τῆς ψήφου μας τὸ δικαίωμα
364τοῦ Ἡγεμόνος τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς ὑπουργούς του, ὡς
365μὴ ἔχον ἀνάγκην συμπληρώσεως, καθ’ ὃ τέλειον. Ἀλλ’ ἂν ἐκ-
366πλήττεσθε δι’ ὅλα ταῦτα, πῶς νὰ μὴ ἐκπλαγῆτε ὅταν ἀποδε-
367δειγμένον εἶναι, ἐπίσημον εἶναι καὶ εἰς τὰ πρακτικὰ γεγραμ-
368μένον (οὔτε δύναταί τις νὰ τὸ ἀρνηθῇ), ὅτι Κυβέρνησιν σχημα-
369τισθεῖσαν παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, χαιρετιθεῖσαν εὐμενῶς παρὰ
370τοῦ λαοῦ, Κυβέρνησιν, ἣν ἡμεῖς αὐτοὶ ἠσπάσθητε ἀπὸ τῆς πρώ-
371της αὐτῆς ἐμφανίσεως, ὅτι Κυβέρνησιν τοιαύτην διενοήθη ὁ νῦν
372ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἐντὸς 4 ἡμερῶν ν’ ἀνατρέψῃ; Καὶ
373πρὸς τοῦτο οὐδενὸς ἐφείσθη δείξας μεγάλην γενναιότητα καὶ
374τόλμην, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν ζηλεύω, ἀλλὰ χρεωστῶ νὰ ὁ-
375μολογήσω· πῶς νὰ μὴ ἐκπλαγῆτε ἀκούοντες παρ’ αὐτοῦ τοῦ
376ἰδίου, ὅτι ὁ τόπος χάνεται διὰ τὰς ἀλλεπαλλήλους πτώσεις
377τῶν Κυβερνήσεων! Πῶς νὰ μὴ ἐκπλαγῆτε βλέποντες, ὅτι
378τολμᾷ νὰ μεμφθῇ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ποτὲ δὲν
379τὸν ἐπεβουλεύθησαν ἀλλὰ μόνον τὸν ἀντεπολιτεύθησαν, οἱ
380ὁποῖοι ἀντετάχθησαν ἐναντίον προλήψεων τὰς ὁποίας ἐνόμισαν
381ἔξω τοῦ καιροῦ, διὰ νὰ ἠμπορέσουν νὰ δώσουν εἰλικρινῆ συνδρο-
382μὴν πρὸς τὴν πατρίδα, καὶ οἵτινες ἀπέδειξαν τρανώτατα, ὅτι
383πρὸς τὸ χαρτοφυλάκιον τὸν ἐλάχιστον δὲν ἔχουσιν ἔρωτα. Καὶ
384δὲν εἶναι ἀξιοθαύμαστοι διὰ τὴν τόλμην των, ὅταν, ἐνῷ κατέ-
385χουσι τὴν θέσιν τοῦ ὑποδίκου ἕνεκα τῆς ἐπιθέσεως αὐτῶν κατὰ
386τοιαύτης Κυβερνήσεως, μ’ ὅλον τοῦτο ἔρχονται καὶ αἰτιῶνται
387τοὺς ἄλλους ὡς προξενοῦντας ὑπουργικὰς κρίσεις;
388Τί ζητεῖ ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς παρὰ τῆς Βουλῆς; ζητεῖ
389νὰ εἴπωμεν, ἂν ἐγκρίνωμεν τὴν διαγωγήν του. Καὶ τί δικαίω-
390μα ἔχομεν νὰ ἐπεμβῶμεν εἰς τὸν ἰδιωτικόν του βίον; διότι
391ἰδιωτικὸς βίος εἶναι ὅσα ἐῤῥέθησαν παρ’ αὐτοῦ. Ἡ Βουλὴ ἠξεύ-
392ρει, ὅτι μίαν ἡμέραν ἔπεσεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν διὰ πλειονο-
393ψηφίας τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι σήμερον ἦλθεν ἐκ νέου πρωθυπουρ-
394γός. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ ἠξεύρῃ τι περιπλέον, ἠξεύρει μόνον ἐκεῖνο
395τὸ ὁποῖον σᾶς προεῖπον, ὅτι κατεῤῥαδιούργησε τὴν Κυβέρνησιν
396καὶ ἀντεπολιτεύθη, καθόσον τοῦτο ἐῤῥέθη πρὸ τριῶν ἡμερῶν
397ἐνώπιόν σας, ἐπισήμως καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς
398καὶ ἐγράφη εἰς τὰ πρακτικά. Τίποτε περιπλέον δὲν ἠξεύρει
399τὰς λεπτομερείας τῶν σκηνῶν ἐκείνων τὰς ἀγνοεῖ, καὶ εἰς τί
400κατεγίνετο ἔκτοτε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ὁ νῦν ἀξιότιμος πρωθυ-
401πουργὸς ἡ Βουλὴ δὲν τὸ ἠξεύρει, δὲν θέλει νὰ τὸ μάθῃ καὶ οὔτε
402δύναται, διότι ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ἕνα ἄνθρωπον ἐμπιστευμένον,
403ὅστις νὰ τὸν παρακολουθῇ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦτο, νὰ τὸν
404εἶδε καὶ νὰ ἔμαθεν ὁποῖα ὑπῆρξαν τὰ διαβήματά του ἐκτὸς
405τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως. Διαγωγὴ λοιπὸν ἑνὸς
406πολιτικοῦ ἀνδρὸς, ἥτις δὲν ἀφορᾷ τὰς πράξεις αὑτοῦ ἐν τῇ
407Βουλῇ ἢ ἐν τῇ Κυβερνήσει, εἶναι διαγωγὴ ἰδιωτικὴ, καὶ εἶναι
408παράτολμον ἐκ μέρους μιᾶς Βουλῆς νὰ ἐκφέρῃ ψῆφον, νὰ ἐκδώ-
409σῃ ἀπόφασιν περὶ διαγωγῆς λανθανούσης, καὶ μάλιστα ὅταν
410αὐτὸς ὁ ἴδιος τὴν περιβάλλῃ μὲ τὴν σπουδαιότητα τῆς σωτη-
411ρίας τῆς πατρίδος. Ἔλθετε νὰ δώσητε ψῆφον ἢ μέλαιναν ἢ λευ-
412κὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος καθὼς αὐτὸς τὸ ἔθεσε, περὶ τῆς δια-
413γωγῆς τοῦ πρωθυπουργοῦ, τῆς ἐκτὸς τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἐκτὸς
414τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ εἴχετε ἕνα ἄνθρωπον, ὅστις νὰ τὸν
415παρηκολούθει καὶ νὰ τὸν εἶδε τί ἔπραξε, καὶ ταῦτα διὰ νὰ
416ἐξέλθῃ ἐκ τῆς ἀποφάσεώς σας ταύτης ἡ σωτηρία τῆς πατρίδος!
417Ἀλλὰ βλέπω, Κύριοι, προσέχων εἰς αὐτὸ τὸ τόλμημα τοῦ Κ.
418πρωθυπουργοῦ, ἄλλον τινὰ λίαν σπουδαῖον σκοπόν. Δὲν ζητεῖ
419μόνον νὰ συμπληρώσῃ τὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖται νὰ
420ἔχῃ διὰ νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον, ἀλλὰ ζητεῖ προσέτι νὰ λάβῃ
421μίαν ἀπόφασιν, ἥτις νὰ τὸν καλύψῃ καὶ διὰ τὸ παρελθὸν, ἀπό-
422φασιν ὅτι χαίρει πλήρη τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς ἥτις τὸν
423κατεδίκασε. Καὶ ὅταν χαίρῃ σήμερον πλήρη τὴν ἐμπιστοσύνην
424της, ἐννοεῖται, ὅτι τὴν χαίρει καὶ διὰ τὰς πράξεις διὰ τὰς
425ὁποίας εἴτε δὲν ἔδωκε διόλου λόγον, εἴτε ἔδωκε μὲν, σεῖς ὅμως
426δὲν ἀπεφάνθητε ἀκόμη, καθότι γινώσκετε ἤδη καὶ τὰς μὲν καὶ
427τὰς δέ. Εἶναι λίαν εὐφυὴς ἡ πολιτικὴ αὕτη, τὴν ὁποίαν καὶ
428ἄλλοτε ἔθεσεν εἰς πρᾶξιν. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι καὶ ἄλλοτε ὤφειλε
429νὰ δώσῃ λόγον περὶ ἑνὸς ἑκάστου διατάγματος τὰ ὁποῖα αὐτο-
430κρατορικῶς ἐξέδωκε, διότι ὅλα τὰ διατάγματα ἐκεῖνα ἦσαν
431νομοθετικά· ἀλλὰ καὶ τότε, διὰ νὰ προκαταλάβῃ τὴν ψῆφόν σας,
432ἔφερεν εἰς μέσον καὶ ἐζήτησε τὴν ἀθώωσίν του πρὶν τὸν δικά-
433σετε, καὶ προεδικάσατε, ὡς ἐνθυμεῖσθε, καὶ ἔκτοτε τὸ ἀποτέλε-
434σμα τὸ εἴδετε· οὔτε αὐτὸς ᾐσθάνθη τὴν ὑποχρέωσιν, οὔτε σεῖς
435τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπαναφέρητε κανὲν ζήτημα ἐξ ἐκείνων ὑπὸ τὴν
436σκέψιν καὶ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ πιστεύσῃ,
437ὅτι ἡ προσπάθειά του νὰ ἑνώσῃ ἑαυτὸν μὲ τὸ συμφέρον τῆς
438πατρίδος εἶναι ἀδύνατος.
439Ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς τῷ ὄντι πρὶν προβῇ εἰς τὸν σχη-
440ματισμὸν τῆς νέας Κυβερνήσεως κατεδέχθη νὰ ἔλθῃ νὰ ζητήσῃ
441τὴν συνδρομήν μου. Μοὶ εἶπεν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς τὸν ἐπεφόρτισε
442νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, καὶ ὅτι μεθ’ ὅλης τῆς εἰλικρινείας
443ἐπεθύμει νὰ τύχῃ τῆς συνδρομῆς μου ὅπως σχηματίσωμεν αὑ-
444τὴν ἀπὸ κοινοῦ. Τοῦ ἐζήτησα προθεσμίαν ῥητῶς διὰ νὰ ἴδω
445τοὺς φίλους μου, οἵτινες μάλιστα ἦσαν συνηγμένοι ἐν τῇ οἰκίᾳ
446μου. Μοὶ εἶπεν ἀναχωρῶν, ὅτι ἐλπίζει, ὅτι ἡ προθεσμία τὴν
447ὁποίαν τοῦ ἐζήτησα δὲν εἶναι πλαγία ὑπεκφυγὴ καὶ ἄρνησις.
448Τῷ ἀπεκρίθην, ὅτι δὲν εἶναι, ὅτι ἠμπορῶ νὰ ἔχω αὐτὴν τὴν
449στιγμὴν μορφωμένην μίαν ἰδέαν, μίαν ἀπάντησιν, ἀλλὰ πρὸς
450τοὺς φίλους μου πολιτεύομαι ὡς ἀδελφὸς καὶ δὲν δύναμαι νὰ
451δώσω καμμίαν ἀπάντησιν χωρὶς νὰ τὴν ἀνακοινώσω συγχρόνως
452πρὸς ἐκείνους. Ἀπεποιήθην νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν
453τοῦ Κ. Κουμουνδούρου, νομίζετε, ἐξ ἀντιπαθείας; Ἐξ ἐναντίας,
454Κύριοι, καὶ συμπαθῶ καὶ τὸν θαυμάζω· καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι
455εἶχα ἄπειρον εὐχαρίστησιν νὰ συμπολιτεύωμαι μετ’ αὐτοῦ ἂν
456δὲν ὑπῆρχον ἀδιάῤῥηκτα ἐμπόδια. Καὶ προσέτι, διότι ἀκολουθῶ
457ταύτην τὴν ἀρχὴν, ὅτι οἱ πολιτικοὶ δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα
458οὔτε νὰ προσκολλῶνται τυφλῶς διὰ τῆς φιλίας, οὔτε νὰ ὁδη-
459γῶνται ὑπὸ τῆς ἀντιπαθείας, διότι καὶ ἡ φιλία καὶ ἡ ἀντιπά-
460θεια ὑποκύπτουσιν εἰς ἕνα νόμον ἀναλλοίωτον. Ὁ νόμος αὐτὸς
461εἶναι τό κοινὸν συμφέρον. Ὅταν τὸ κοινὸν συμφέρον ὑπαγορεύῃ
462τὴν ἕνωσιν δύω πολιτικῶν ἀνθρώπων ἢ μερίδων, χρεωστοῦν νὰ
463ὑποκύψωσιν. Ἐπίσης τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος ἠμπορεῖ νὰ
464ὑπαγορεύσῃ τὸ ἐναντίον. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπάρχῃ οὔτε
465τυφλὴ ἀφοσίωσις, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἀνυπέρβλητον ἐμπόδιον ἐνώ-
466πιον τοῦ κοινοῦ συμφέροντος. Ἀλλ’ ἠρνήθην νὰ συμμεθέξω εἰς
467τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κ. Κουμουνδούρου, διότι δὲν εὗρον ὅτι
468ὑπάρχει λόγος κοινοῦ συμφέροντος ὅπως συμπράξωμεν οἱ δύω·
469ἔβλεπον μάλιστα ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ τόπου ἀντὶ νὰ ὠφεληθῇ
470ἀπ’ αὐτὸν τὸν τραγέλαφον ὅστις ἤθελε προκύψει ἐκ τῆς ἑνώ-
471σεώς μας, ἤθελεν ἐξ ἐναντίας ζημιωθῆ. Καθῆκον δὲν ἔχω νὰ
472δώσω πλειοτέρας ἐξηγήσεις ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα ὅπερ ἔθεσε
473τοῦτο· διὰ τοῦτο συγχωρήσατέ μοι νὰ σταθῶ ἕως ἐδῶ.
474Πολλάκις αὐτὰς τὰς ἡμέρας ἤκουσα λεγόμενον, ὅτι ὁ ἀξιότι-
475μος πρωθυπουργὸς σκοπεύει νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης δι’
476ὅσα ἔπραξεν ἐκτὸς τοῦ βουλευτηρίου, ὅπερ καὶ ἔθεσε σήμερον.
477Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ποτὲ δὲν τὸ ἐπίστευσα, διότι ἐσυλλογίσθην,
478ὅτι πολὺς βαθμὸς εἰλικρινείας δὲν ἀπῃτεῖτο πρὸς τὴν βασιλείαν
479καὶ πρὸς τὸ ἔθνος, ὅπως ἐννοήσῃ, ὅτι ἐκ τοῦ βήματος τούτου
480ἤθελε προέλθει ἐξ αἰτίας τούτου τὸ πλέον ἐπικίνδυνον κακόν·
481καὶ ἂν δι’ ὅλα τὰ ἄλλα τὸν συγχωρῶ, διὰ τοῦτο μόνον δὲν τὸν
482συγχωρῶ, πῶς δίδει νύξιν, πῶς κάμνει πρότασιν νὰ ἐκτεθῶσι
483πράγματα, τὰ ὁποῖα ἤθελον εἶσθαι λίαν βλαβερὰ καὶ ἐπικίνδυνα
484πρὸς οὓς μήτε βλάβαι μήτε κίνδυνοι πρέπει νὰ φθάνωσιν. Ἐμ-
485μένω λοιπὸν εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησα καὶ προχθές,
486τοῦ νὰ ἀποκρούσω τὴν πρόκλησιν, καθὼς ἀπέκρουσα αὐτὴν τὸ
487παρελθὸν Σάββατον· ἀναγκάζομαι δὲ νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο, διότι
488χωρὶς νὰ φανῶ ἀσυνεπὴς ἐδυνάμην νὰ προχωρήσω, ἀφοῦ τότε
489μὲν προεκαλούμην ὑπὸ συναδέλφου, τοῦ Κ. Προέδρου τῆς Βου-
490λῆς, ἤδη δὲ προκαλοῦμαι παρὰ τῶν συμβούλων τοῦ στέμματος.
491Ἀλλ’ ὑπεράνω τῶν συμβούλων τοῦ στέμματος, ὑπεράνω τοῦ
492προσωπικοῦ συμφέροντος τοῦ ἰδικοῦ μου, τῶν συναδέλφων καὶ
493τῶν φίλων μου, θέτω τὸ συμφέρον τοῦ τόπου καὶ τῆς κοινῆς
494τάξεως καὶ εἰρήνης.
495Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν τολμῶ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν,
496εἶναι αὕτη. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν ζητῶ κανένα λόγον παρὰ τοῦ ἀξιο-
497τίμου πρωθυπουργοῦ· δὲν νομίζω τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως
498τοῦ διορίζειν ὑπουργοὺς, ὅτι ἔχει ἀνάγκην συμπληρώσεων καὶ
499στηριγμάτων. Τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως εἶναι πλῆρες, δύνα-
500ται νὰ καλέσῃ ὃν αὐτὸς βούλεται νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον· τὸ
501δικαίωμα τοῦ Βασιλέως δὲν ὑπόκειται εἰς κανένα κανόνα καὶ
502περιορισμόν· αἱ κυβερνήσεις μόνον κρίνονται, ἀφ’ οὗ κυβερνή-
503σωσιν, ὑπὸ τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Βουλῆς, ἢ ἠμπορεῖ νὰ πέσωσιν
504αὐθωρεί. Ἡ γνώμη λοιπὸν τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ
505προτείνω εἶναι, ὅτι πρέπει τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ μείνῃ ἕως
506ἐδῶ. Ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησίς του εἶναι ἡ
507Κυβέρνησις καὶ ὁ πρωθυπουργὸς τοῦ τόπου· ἡ Βουλὴ θέλει ἐκ-
508τελέσει τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τὰ ὁποῖα ἔχει, ἔχου-
509σα βέβαια ὑπ’ ὄψιν τὸν ὅρκον τὸν ὁποῖον ἔδωκε, καὶ πᾶσα
510περαιτέρω συζήτησις καὶ ἀπόφασις ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἂν ὁ Κ.
511Κουμουνδοῦρος καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο πρωθυπουργὸς, κατὰ
512τὴν ἐμὴν γνώμην τοὐλάχιστον, ἐκ μέρους μου, ἀνήκοντος εἰς
513τὴν ἀντιπολίτευσιν, θεωρεῖται ὡς ἀντιβαίνουσα εἰς τὰς συνταγ-
514ματικὰς ἀρχὰς καὶ αὐτὸ ἀκόμη τὸ κοινὸν συμφέρον.
515§8ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὀλυμ.) Τὴν πρότασιν, κύριοι, τὴν ὁποίαν
516ἔφερεν ἐνώπιόν μας σήμερον ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς, τὴν θεωρῶ
517ὅλως διόλου ἄγνωστον εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ χρονικά. Ἐξακο-
518λουθῶ νὰ πρεσβεύω, ὅτι δύω ὑπάρχουσιν ἐν τῇ πολιτείᾳ αἱ ἐξου-
519σίαι, ἀνεξάρτητοι ἡ μία ἀπὸ τὴν ἄλλην, ἥ τε Βασιλικὴ καὶ ἡ τοῦ
520κοινοβουλίου. Τὰ δικαιώματα μιᾶς ἑκάστης τούτων τῶν ἐξου-
521σιῶν θεωρῶ πλήρη καὶ ἀνεξάρτητα ἀπ’ ἀλλήλων. Κατὰ τὰ
522συνταγματικὰ πολιτεύματα, ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἐν τῷ δικαιώ-
523ματί του, ἐν τῇ συνέσει του δύναται νὰ καλέσῃ οἱονδήποτε
524πρόσωπον εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὑπουργείου, χωρὶς τοῦτο νὰ
525ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ἔλθῃ νὰ ζητήσῃ, ὡς εἶπέ τις τῶν προαγορευ-
526σάντων, τὸ συμπλήρωμα ἢ τὸ κῦρος τῆς πράξεως ταύτης τοῦ
527Βασιλέως. Ἀλλά, κύριοι, πρὶν ἐξετάσω, ἂν ὁ ἔντιμος Πρωθυ-
528πουργὸς, ὡς ἀνήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀνέλαβε τὴν
529ἐξουσίαν εἰς ὥραν καθ’ ἣν τὸ συμφέρον τοῦ κράτους τοῦ ὑπη-
530γόρευσεν, ἔχω καθῆκον, ἐπειδὴ εἰς τὴν ὁμιλίαν του παρέσυρε
531τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν διεδέχθη, νὰ
532εἴπω δύω λέξεις περὶ τούτου.
533Ποῖον δρόμον ἠκολούθησεν ὁ ἔντιμος Πρωθυπουργὸς μέχρι
534τῆς συντάξεως τοῦ ὑπουργείου του περὶ τούτου οὐδεμίαν πλη-
535ροφορίαν ἔχω· ἀνέφερεν ὅμως, ὅτι πρὶν ἀκόμη συντάξῃ τὴν Κυ-
536βέρνησίν του, ἀπετάθη πρὸς τὸν Κ. Βούλγαρην προσκαλῶν ἢ
537παρακαλῶν αὐτὸν νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν δι’ οἱου-
538δήποτε τρόπου ἤθελε νομίσει καταλληλότερον.
539Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ὁ Κ. Βούλγαρης ἀναντιῤῥήτως ἐθεώ-
540ρησε λίαν εὐαρέστως τὴν πρότασιν ταύτην· ἀλλ’ ὁ Κ. Βούλγα-
541ρης, Πρωθυπουργὸς ὑπουργείου κατὰ τοῦ ὁποίου κατεψήφισεν ὁ
542νῦν ἔντιμος Πρωθυπουργὸς, δὲν ἐδύνατο νὰ δεχθῇ νὰ λάβῃ μέ-
543ρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν ταύτην, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο. Ἀλλ’ εὗρε
544τὴν ἐξουσίαν χαμαὶ, ὡς εἶπε, καὶ τὴν παρέλαβεν ὁ ἔντιμος Πρω-
545θυπουργὸς πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Ἐπικρατείας, ἢ συνετέλεσεν εἰς
546τὸ νὰ εὑρεθῇ ἄνευ προσώπου ῥητοῦ ἡ Κυβέρνησις; Ἵνα ἀπαντήσω
547εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην ἔχω ἀνάγκην νὰ προστρέξω εἰς θεω-
548ρίαν τινα. Ὡς ἀρχόμενος τοῦ λόγου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴ-
549πω, τὰς δύω ἐξουσίας τὰς νομοθετικὰς, τήν τε Βασιλείαν καὶ
550τὴν Βουλὴν, θεωρῶ ἀπ’ ἀλλήλων ἀνεξαρτήτους κατὰ τὴν δια-
551χείρησιν τῶν προνομίων των· ἵνα δὲ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις, ἀπαι-
552τεῖται ἢ νὰ ἀπολαύῃ τὴν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην τοῦ Βασι-
553λέως ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν αὕτη ἀλλοίαν τῆς Βουλῆς ἔχει
554κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ Συντάγματος νὰ διαγράψῃ πορείαν, ἢ τὴν
555ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, ὅτε κατὰ τὰς συνταγματικὰς πεποι-
556θήσεις ταύτης μέλλει νὰ πολιτευθῇ. Ἡ Κυβέρνησις, ἥτις σκοπὸν
557ἔχει μετὰ πεποιθήσεως νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν διαχείρησιν τῶν
558πραγμάτων, κατὰ δύω τρόπους πρέπει νὰ ἐξετάσῃ τὴν θέσιν της,
559ἢ νομοθετοῦσα ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἔχῃ ἀνάγκην, ἢ ἐξηγουμένη
560καθαρῶς μετὰ τῆς Βασιλείας πρὶν οὐδεμίαν κυβερνητικὴν πρᾶ-
561ξιν ἐπιχειρήσῃ. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κ. Βούλγαρη εἶχεν ἀφορμὰς
562νὰ ἐξετάσῃ τὸ πρῶτον· πρὶν προβῇ λοιπὸν εἰς τὰ ἔργα της ἐνό-
563μισεν ἀναγκαῖον νὰ φέρῃ ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος πρότασίν τινα,
564τὴν ὁποίαν ἐθεώρησεν ἀναγκαίαν πρὸς διευκόλυνσιν τῆς Κυβερ-
565νήσεώς του. Ἡ Κυβέρνησις αὕτη, θέσασα ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος
566τὸ ζήτημα τῆς λήξεως τῆς Βουλῆς, ἤθελεν ἐκ τούτου νὰ μάθῃ,
567ἂν καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς πορείας της ἐδύνατο ἡ Κυβέρνη-
568σις αὕτη νὰ ἐξακολουθήσῃ στεῤῥῷ ποδὶ εἰς τὴν διαχείρησιν τῶν
569πραγμάτων τοῦ Κράτους. Εἷς μέγας πολιτικὸς Ἄγγλος ἔλεγεν
570«εἶναι ἀρχομανία πονηρὰ νὰ ἐπιθυμῇ τις νὰ εὐθύνεται κυβερνῶν
571τὸν τόπον του, ὅταν ἔχῃ βεβαιότητα, ὅτι ῥᾳδιουργία τις αὐ-
572λικὴ ἀδιακόπως ἐργάζεται δι’ ὅλων τῶν μέσων νὰ τοῦ παρα-
573λύῃ πᾶσαν ἰσχὺν ἀναγκαίαν νὰ καταστήσῃ αὐτὸν χρήσιμον εἰς
574τὴν πατρίδα του.»
575Ποῖοι ἦσαν οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐζήτησε τὴν μικρὰν
576αὐτὴν ἀνακωχὴν τὴν κοινοβουλευτικὴν, ἐξέθηκεν εἰς τὴν παραί-
577τησίν της· ἦσαν δὲ λόγοι οἰκονομικοὶ καὶ λόγοι γεν. διοικήσεως.
578Ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα διὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄλλοτε καὶ
579πρὸ ὀλίγου παρέστησε ταῦτα μὲ πολὺ μελανώτερα χρώματα
580παρ’ ὅτι ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις ἐξέθηκε, καὶ χαίρω, διότι κατὰ
581ταύτην τὴν στιγμὴν ἔρχομαι νὰ ἐξηγήσω καὶ ἐγὼ τὸ φρόνημά
582μου, ὅτι ἐν τῷ μέσῳ τῶν μεγάλων τρικυμιῶν, τὰς ὁποίας διῆλ-
583θεν ὁ λαὸς οὗτος ὁ Ἑλληνικὸς, ἐφάνη ὁ συντηρητικώτερος τῶν
584συντηρητικωτέρων λαῶν, ὅτι ἐν τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ εὑρίσκονται
585στοιχεῖα συντηρήσεως, ὅσα ἴσως εἰς οὐδένα λαὸν εὑρίσκονται,
586ὅτι μόλους τοὺς κλονισμοὺς τοὺς κυβερνητικοὺς, τὰς ἀνωμα-
587λίας, τὰς ὁποίας διῆλθεν ὁ λαὸς οὗτος, ὑπάρχει εἰς αὐτὸν ἡ
588προθυμία τῆς συντηρήσεως· ἀλλὰ ὑπολείπεται καὶ ἡ ἐνέργεια
589τῆς Κυβερνήσεως ἵνα δυνηθῇ νὰ ἀνυψώσῃ τὸ φρόνημα τοῦτο τοῦ
590λαοῦ. Ἐπὶ τούτῳ, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Βούλγαρη ἐζήτησε
591τὴν μικρὰν αὐτὴν ἀνακωχὴν, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπαναφέρῃ τὰ πράγ-
592ματα εἰς τὴν τροχιὰν ἐκείνην τῆς τάξεως, ἀφ’ ἧς τὴν παρεδρόμισεν
593ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κ. Κουμουνδούρου. Ἔθεσε λοιπὸν ἐνώπιον
594τοῦ ἡγεμόνος τὸ ζήτημα, καὶ ὁ Βασιλεὺς ἐν τῷ πλήρει αὐτοῦ
595συνταγματικῷ δικαιώματι ἠρνήθη τοῦτο εἰς τὸν Κ. Βούλγαρην,
596καὶ περὶ τούτου οὐδὲν παράπονον ὑπάρχει, διότι, ἐὰν ἀφ’ ἑνὸς
597ἡ Μεγαλειότης του ἠρνήθη τὴν ἐμπιστοσύνην, ἀφ’ ἑτέρου τὸ ὑ-
598πουργεῖον ἠρνήθη τὴν σύμπραξίν του. Οὕτω, κύριοι, καθὼς γνω-
599ρίζετε, ἀνεξαρτήτως ἐνεργούσης τῆς Βασιλείας καὶ τῶν προσώ-
600πων, τὰ ὁποῖα προσκαλοῦνται νὰ συμβουλεύσωσι τὸ Στέμμα,
601δύναται νὰ προαχθῇ τὸ συνταγματικόν μας πολίτευμα.
602Ἀλλὰ, κύριοι, ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ ἔντιμος Πρωθυ-
603πουργὸς, ὁ ἐπικαλεσθεὶς τὴν συνδρομὴν τοῦ Κ. Βούλγαρη, δὲν
604ἔπρεπε νὰ περιμείνῃ τὴν σύμπραξιν ταύτην, καθόσον κατεψή-
605φισε κατ’ αὐτῆς. Καὶ ἰδοὺ τίνι τρόπῳ κατὰ δύω τρόπους
606καταψηφίζει τις κατὰ μιᾶς Κυβερνήσεως, ἢ ψηφίζων ἐν τῇ Βου-
607λῇ ἢ ἀντικρούων τὰς προτάσεις τῆς ὑφεστώσης Κυβερνήσεως
608ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος, καλούμενος ἵνα ἀνεδεχθῇ τὴν Κυβέρ-
609νησιν· ὁ δὲ ἔντιμος νῦν Πρωθυπουργὸς δεχθεὶς νὰ κυβερνήσῃ ἐ-
610ναντίον τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κ. Βούλγαρη
611ἐπρότεινε, κατεψήφισε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κ. Βούλγαρη,
612καὶ ὁ Κ. Βούλγαρης δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν
613εὐγενῆ πρόθεσιν τοῦ ἐντίμου νῦν Πρωθυπουργοῦ. Δὲν εὗρε λοιπὸν
614τὴν ἐξουσίαν ἐῤῥιμμένην ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, συνετέλεσεν εἰς τὸ
615νὰ ῥιφθῇ. Ἂν εἶχε πόθον συντηρητικὸν ἵνα μὴ πέσῃ ἡ ἐξουσία,
616διατί δὲν παρετήρει εἰς τὸν ἡγεμόνα, ὅτι οὐδόλως παγιοῦται
617τάξις καὶ ὑφίσταται συντήρησις, ἐκεῖ ὅπου αἱ κυβερνήσεις με-
618ταβάλλονται ἐντὸς εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν;
619Ἐπανέρχομαι, κύριοι, εἰς τὸ κύριον ζήτημα τῆς προτάσεως
620τοῦ Κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ ἐμπιστοσύνης. Συμφωνῶ εἰς ὅσα
621ἐπρότεινεν ὁ Κ. Δεληγιώργης· δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔ-
622πρεπε νὰ φερθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀνεδέχθη ὁ Κ. Πρωθυπουρ-
623γὸς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους ἀδιάφορον δι’ οἱουσδήποτε λό-
624γους· δὲν ἔχει, εἰμὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν διαχείρησιν τῶν πραγμά-
625των τῆς πολιτείας, ἡ δὲ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς θέλει φανῆ
626κατὰ τὸ διάστημα καθ’ ὃ θέλει συζητήσει ἐνώπιον αὐτῆς τὰ
627νομοσχέδια. Διὰ τοῦτο προτείνω τὸ ζήτημα νὰ μείνῃ ἕως ἐδῶ.
628§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, δὲν ἤλπιζα νὰ
629ἀκούσω σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅσας συκοφαντίας
630βλέπω ἐπαναλαμβανομένας εἰς ἐφημερίδας τινὰς κατὰ τῆς διοι-
631κήσεώς μου, καὶ ἰδίως εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν δημοσίαν τάξιν·
632καὶ μὲ ἔκαμαν ἐντύπωσιν ὅσα δι’ ἑνὸς ἄρθρου ἐναντίου μου, ὡς
633διαταράττοντος τὴν τάξιν, ἐδημοσιεύθησαν τὴν παρελθοῦσαν
634Κυριακὴν, ὅτε ἡ τάξις ἐξέλιπε ἀπὸ τὰς Ἀθήνας μετὰ ὀκταή-
635μερον διοίκησιν τῶν ἀντιπάλων μου. Δὲν ἤλπιζα λοιπὸν ἡ ἰδία
636πηγὴ νὰ φέρῃ τὰ ἴδια ἐπιχειρήματα ἐδῶ, ὅταν τόσον πρόσφατα
637καὶ τόσον πλησίον ἔχομεν ἐνώπιόν μας τὰ πράγματα. Ἐπανα-
638λαμβάνω, Κύριοι, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν
639νὰ προεδρεύω, ἠναγκάσθη ἀληθῶς νὰ ἐνεργήσῃ παρὰ τὸν νόμον
640ὡς ἐκ τῆς παρανόμου καὶ ἀντισυνταγματικῆς ἐνεργείας τῶν
641ἀντιπάλων, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ τὰ ἐξετίμησε ταῦτα ἔκτοτε, καὶ νο-
642μίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν ἑκάστοτε τὰ αὐτὰ
643καὶ νὰ ὑπαινίττωνται γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ μόνῃ τῇ παρου-
644σία ὑμῶν ἐν τοῖς πράγμασι λαμβάνουν χώραν ἐν τῇ κοινωνίᾳ.
645Ἐνθυμεῖσθε καλῶς πόσα ἐπανελαμβάνοντο ἀπὸ τοῦ βήματος
646τούτου κατὰ τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεώς μας, καὶ ὅμως ὅταν
647ἦλθον νὰ διευθύνωσι τὰ πράγματα, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τὴν οἰκο-
648νομικὴν ἐκείνην διαχείρισιν ἐνεκολπώθησαν καὶ τὰ κεφάλαια
649ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατηγόρουν, διὰ τὰ ὁποῖα μᾶς ἐκήρυττον
650σπατάλους, ὑπεστήριξαν. Ἐνθυμεῖσθε τὰ ῥητορικὰ ἐπιχειρήματα
651ὑπὲρ τῆς χωροφυλακῆς, ὑπὲρ τῶν ἐξόδων τῆς ἀστυνομίας τῆς
652Ἑπτανήσου, ὑπὲρ τοῦ τυπογραφείου, σφραγιστηρίου Κερκύρας
653καὶ ὑπὲρ τοῦ ἐπιδόματος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ τῶν ἀρχιερέων,
654τῶν ὁποίων οἱ ἀντίπαλοι ὡς ἀντιπολίτευσις ἐζήτουν τὴν κατάρ-
655γησιν, καὶ ὡς Κυβέρνησις τὰ ὑπεστήριξαν.
656Ὅ,τι θαυμάζω, Κύριοι, εἶναι ἡ εὐφυΐα τῶν κυρίων δύω προα-
657γορευσάντων, δι’ ἧς λίαν ἐπιτηδείως ἀλλ’ ἀστόχως προσεπάθησαν
658νὰ διαστρέψωσι τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται σήμερον.
659Ἤλθομεν, Κύριοι, νὰ ζητήσωμεν σήμερον νὰ συμπληρώσωμεν
660τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἡγεμόνος; ὄχι· ἡ ἀπόφασις τοῦ ἡγεμόνος ἐξε-
661τελέσθη καὶ εἶναι ἤδη γεγονὸς πλῆρες· ἤλθομεν νὰ προκαλέσω-
662μεν τὴν ἐξέτασιν καὶ τὴν ἔρευναν τῆς Βουλῆς ἐπὶ γεγονότων τὰ
663ὁποῖα ἐγγίζουν τὴν περιέργειαν τῶν ἐκτὸς ἡμῶν; ὄχι. Τί ἠθέ-
664λαμεν λοιπὸν, Κύριοι; ἠθέλαμεν νὰ γείνῃ γνωστὸν ἀπὸ τὴν ἀρ-
665χὴν ἂν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἔχει ὅλον τὸ θάῤῥος ν’ ἀναλάβῃ τὸ
666βαρὺ φορτίον τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων, ἐὰν ἔχῃ καὶ τὴν
667ἰσχὺν νὰ ἐξακολουθήσῃ· ἀντὶ νὰ ἔλθωμεν καθήμενοι καὶ σιω-
668πῶντες, ἀντὶ νὰ περιμένωμεν τὴν ὤθησιν ἐκτὸς ἡμῶν, ἀντὶ νὰ
669ἀφήσωμεν τὴν πρωτοβουλίαν εἰς ὑμᾶς, ἤλθομεν νὰ μάθωμεν ἐκ
670τῶν προτέρων, ἐὰν τῳόντι δυνάμεθα νὰ κυβερνήσωμεν τὸ κράτος,
671ἐὰν κατηρτίσαμεν κυβέρνησιν ἰσχυράν. Ποία σχέσις μεταξὺ τῆς
672ἀποφάσεως τοῦ Βασιλέως, ἡ ὁποία εἶναι ἀνεξάρτητος καὶ μὴ
673ὑπαγομένη εἰς τὸν ἔλεγχον, καὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἥ-
674τις ἐρωτᾶται ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐπράξαμεν ἡμεῖς ἀναδεχθέντες
675τὴν κυβέρνησιν καὶ ἂν ἔχωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην της ἵνα βαδί-
676σωμεν; διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἐπίσης ἐπιβλαβὲς εἶναι καὶ ἡ ἔλ-
677λειψις Κυβερνήσεως καὶ ἡ ἀδύνατος Κυβέρνησις. Ἡ κοινωνία ἔχει
678ἀνάγκην κυβερνήσεως, ἥτις νὰ ἔχῃ καὶ τὴν δύναμιν καὶ τὴν θέ-
679λησιν καὶ τὴν ἱκανότητα νὰ κυβερνήσῃ· δὲν θέλομεν Κυβέρνη-
680σιν ὁμοίαν τοῦ Κ. Δεληγιώργη, δὲν θέλομεν νὰ εἰσερχώμεθα
681ἐνταῦθα κεκυφότες, μὴ τολμῶντες νὰ προτείνωμεν, ἀλλὰ περι-
682μένοντες νὰ συμμορφωθῶμεν πρὸς τὰς προτάσεις ἄλλων. Ἀλλὰ,
683κύριοι, ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν θέλει νὰ λύσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα σή-
684μερον· μᾶς εἶναι ἀδιάφορον, τὸ χρέος μας ἐκάμαμεν. Δὲν θέλο-
685μεν, κύριοι, νὰ βιάσωμεν τὴν ἀπόφασιν κανενὸς, δὲν θέλομεν νὰ
686ἀφήσωμεν κανένα εἰς τὸ νὰ πράξῃ ὅ,τι ἡ συνείδησίς του νομί-
687ζει ὅτι ἀντίκειται εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του, ὅ,τι
688νομίζει ὅτι εἶναι ἐναντίον τοῦ κοινοῦ καλοῦ καὶ τῶν συμφερόν-
689των τῆς πατρίδος. Ἀλλὰ πρὶν τελειώσω ὀφείλω μίαν μικρὰν ἀ-
690πάντησιν εἰς τοὺς δύω προλαλήσαντας. «Ἡ κατάστασις εἶναι
691κακὴ, λέγουν, καὶ σεῖς εἶσθε ἡ αἰτία, σεῖς ἐφέρατε τὸν τόπον
692εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν.» Δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, κύριοι, καὶ
693ἂν εἰς κανὲν μέρος τῆς ἐπικρατείας δὲν ἐκινδύνευσεν ἡ τάξις, ἐὰν
694φύλλον δὲν ἐταράχθη μετὰ τοιαύτην κρίσιν, εἰς ἡμᾶς ὀφείλεται,
695καθὼς καὶ ἡ ἀποτυχία μιᾶς τελευταίας ἀποπείρας ἐν τῇ πρω-
696τευούσῃ εἰς ἡμᾶς, οἵτινες καλὰ ἐθέσαμεν θεμέλια διοικήσεως.
697Τελειόνων, κύριοι, χαίρω....
698§10ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τί ἀπόπειρα;
699§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ
700σᾶς εἴπω.
701§12ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὀφείλει ὁ πρωθυπουργὸς νὰ ἀπαντήσῃ.
702§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τελειόνων δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ
703ἀπαιτήσω ἂν θὰ συμβῶσιν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα καὶ προχθές.
704§14ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
705§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφ’ ὅ,τι ἐνόησα ἐγὼ, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει
706θέμα.
707§16ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τώρα σᾶς εἶπεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἦλθε νὰ
708ἴδῃ τὴν δύναμίν του· πρέπει λοιπὸν νὰ φέρῃ θέμα· ἐὰν τὸ ἀπο-
709σύρῃ, τὸ θέτομεν ἡμεῖς.
710§17ΠΑΔΟΒΑΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς
711προεκάλεσε τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος, ἢ
712ἀντικειμένου τὸ ὁποῖον δὲν παρέχει θέμα ἀποφάνσεως. Τὸ ὑ-
713πουργεῖον ἤδη παρὰ τῆς γενικῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ
714παρὰ τῆς κοινῆς γνώμης κατεδικάσθη καὶ ἔπεσε· τί ζητεῖ τώρα;
715(ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου.)
716§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅπως ὁ ἄλλος λαὸς τῶν ἐπαρχιῶν ἀκούει ἀπα-
717θῶς τὰ λεγόμενα ἐνταῦθα, οὕτω καὶ ὑμεῖς πρέπει νὰ κάμητε· ἂν
718ἄλλοτε ἐπαναλάβητε τοῦτο, τότε θὰ ἐφαρμόσω τὸν κανονισμόν.
719§19ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Παρακαλῶ τὸ ἀκροατήριον νὰ μένῃ ἥσυχον,
720ἀπαθὲς, σήμερον τοὐλάχιστον.
721§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πάντοτε.
722§21ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Πάντοτε.
723§22ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Ἱκεσιῶν δὲν ἔχομεν ἀνάγκην, ἔχομεν τὸν
724κανονισμόν.
725§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἴσως εἰς πολλοὺς εἶναι ἄγνωστος ὁ κανονισμὸς
726καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸν ἀναγνώσωμεν. «Ἄρθρ. 89. Διαρκούσης
727τῆς συνεδριάσεως οἱ ἀκροαταὶ ὀφείλουσι νὰ τηρῶσιν ἄκραν σι-
728γήν. Ἀκροατὴς ὅστις ἤθελε δείξει σημεῖα ἐπιδοκιμασίας ἢ ἀπο-
729δοκιμασίας, εἴτε δι’ ἐπευφημιῶν ἢ χειροκροτήσεων, εἴτε διὰ
730κραυγῶν, ἀγορεύοντός τινος βουλευτοῦ, ἀποβάλλεται τῆς θέσεώς
731του παρὰ τοῦ ἁρμοδίου κλητῆρος. Ὁ ταράσσων τὰς διασκέψεις
732ἀπάγεται ἄνευ ἀναβολῆς, ἂν ἡ χρεία τὸ καλέσῃ, καὶ ἐνώπιον
733τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς.»
734§24ΠΑΔΟΒΑΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, μοὶ φαίνεται, νὰ ἀποφανθῇ ἡ
735βουλὴ ἂν ἔχῃ ἐμπιστοσύνην πρὸς ἐκεῖνο τὸ ὑπουργεῖον, τὸ
736ὁποῖον πρὸ 10 ἡμερῶν κατεψήφισε· πῶς παρουσιάζεται νὰ
737ζητήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη
738καὶ τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔκαμε τίποτε διὰ νὰ ξαναποκτήσῃ τὴν
739ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς;
740§25Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, δὲν ἔχω ἀνάγκην βεβαίως
741νὰ ἐνθυμίσω εἰς κανένα, ὅτι αἱ μικραὶ καὶ οἱαιδήποτε δυσκο-
742λίαι, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν, ἀνεφάνησαν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν
743ἑνὸς πολιτεύματος, ὁποῖον εἶναι τὸ ἡμέτερον, αἱ δυσκολίαι
744αὗται παρουσίασαν αὐτὸ τὸ πολίτευμα εἰς τὴν πορείαν του·
745τοῦτο εἶναι ἕνας λόγος ἱκανὸς, δυνάμει τοῦ ὁποίου δύναται
746οἱουδήποτε νὰ λαλῇ καὶ νὰ λέγῃ ἐδῶ, ὅτι τὸ ἔχομεν καὶ τὸ
747ζητοῦμεν. Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς—τοῦ ὁποίου αἱ ἀρεταὶ ἠνάγκασαν
748ὅλον τὸν κόσμον νὰ τὰς θαυμάσῃ, καὶ αἱ ἐπιτυχίαι, εἰς ἃς
749καὶ μόνας ἐὰν ἀναβλέψῃ τις ἐπὶ μίαν στιγμὴν, πρέπει νὰ
750θαυμάσῃ τὰς ἀρετὰς αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, καθόσον καὶ σύσσωμος ὁ
751κόσμος ἐπετέθη κατ’ αὐτοῦ, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα οὗτος καὶ τοὺς
752ἐχθροὺς κατετρόπωσε καὶ ἠδυνήθη νὰ σωθῇ—μαζῆ μὲ τὰ μεγάλα
753πλεονεκτήματα, ἔτυχε νὰ ἔχῃ καὶ μικρὰ ἐλαττώματα· ἀλλὰ
754τὸ μέγα καὶ ἀξιοθαύμαστον πλεονέκτημα αὐτοῦ εἶναι ἡ ἀρετὴ
755πρὸς τοὺς νόμους, ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς νόμους καὶ πρὸς τὴν
756ἡσυχίαν καὶ πρὸς τὴν τάξιν. Δὲν νομίζω λοιπὸν, κατ’ ἐμὲ, ὅτι
757κανένας κίνδυνος εἶχεν ἐπαπειλήσει τὴν τάξιν, διότι ὁ λαὸς
758τῆς Ἑλλάδος εἶναι ὁ φιλησυχότερος πάντων τῶν λαῶν·
759ἑπομένως νομίζω, ὅτι ὄχι ἕνεκα σωτηρίας, ἀλλ’ ἀληθῶς
760δύναται νὰ εἴπῃ τις, ἕνεκα τῆς ἐφαρμογῆς διοικήσεως ἐν τῷ
761μεταξὺ συνέβησαν ὅσα συνέβησαν. Εὐχῆς ἔργον ἦτον ἀληθῶς
762νὰ σχηματισθῇ εἰς τὸν τόπον μία Κυβέρνησις ἔχουσα, 1ον
763πλειονοψηφίαν μεγάλην καὶ ἰσχυρὰν ἐν τῇ Βουλῇ· καὶ ὄχι
764μόνον Κυβέρνησιν, ἥτις νὰ ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ καὶ
765νὰ δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν δύναμιν, καὶ
766νὰ ἔχῃ ὑπὲρ αὐτῆς τὴν κοινὴν γνώμην καὶ νὰ δύναται νὰ
767συγκρατῇ αὐτὴν, καὶ κατὰ 3ον νὰ ἦναι Κυβέρνησις τοιαύτη ἡ
768ὁποία εἰς τὴν πορείαν της, εἰς τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν
769πραγμάτων νὰ δύναται νὰ συγκρατῇ τὰ πάντα. Τοιαύτην
770Κυβέρνησιν ζητοῦμεν καὶ ἐπιδιώκομεν νὰ εὕρωμεν. Διὰ αὐτὸν
771τὸν λόγον, κύριοι, καὶ μόνον διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τοιαύτην
772Κυβέρνησιν κατεψηφίσαμεν ὅλας τὰς πράξεις τῆς πεσούσης
773Κυβερνήσεως, διότι ἐπίστευον καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
774ἐκείνη δὲν ἦτον ἱκανὴ νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον καθὼς τὰ
775πράγματα ἀπαιτοῦν σήμερον. Εἶχε λοιπὸν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν
776καὶ πεποίθησιν ἡ ἀντιπολίτευσις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει
777νὰ ἔχῃ τὰ τρία ταῦτα συστατικὰ, ὅπως κυβερνήσῃ καὶ διοι-
778κήσῃ τὸν τόπον· ἐκτὸς τοῦ ὅρου τούτου, τὰ πάντα εἶναι ψευδῆ,
779τίποτε δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ τούτων· διὰ τοῦτο καὶ
780αὐτοὶ οἱ ὑπουργοὶ ᾐσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην τοιαύτης Κυβερνή-
781σεως, καὶ τὸ ὡμολόγησαν. Τῷ ὄντι ὁ Κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
782νήσεως, ἀφ’ οὗ πρὸ ἐμοῦ ἀνέπτυξε τὰς ἰδέας αὐτοῦ, τί σᾶς
783εἶπεν; ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ἰσχυρᾶς καὶ μονίμου Κυβερνήσεως,
784καὶ ὅτι διὰ νὰ ὑπάρξῃ δυνατὴ Κυβέρνησις, πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν
785ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, καὶ ἔχουσα τὴν δύναμιν τῆς Βουλῆς
786καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην, δύναται νὰ κυβερνήσῃ. Θέλει νὰ εἴπῃ
787λοιπὸν, ὅτι αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην αὐτῆς τῆς δυνάμεως καὶ
788θέλει νὰ τὴν εὕρῃ, καὶ κατὰ τοῦτο συμφωνεῖ μαζῆ μας, διότι
789καὶ ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἔχωμεν Κυβέρνησιν τοιαύτην.
790Λοιπὸν, Κύριοι, χωρὶς νὰ ἐξετάσω παντάπασι θεωρητικῶς
791τὰ συνταγματικὰ δικαιώματα, εἴτε τοῦ ἑνὸς, εἴτε τοῦ ἄλλου
792μέρους τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως, διότι δὲν πρόκειται σή-
793μερον περὶ τοιούτων πραγμάτων, πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν,
794ἐὰν νομίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξε. Δὲν
795εἶναι ἀναγκαῖον νὰ σᾶς ἀποκριθῶ εἰς τοῦτο, διότι οἱ ὑπουργοὶ
796σᾶς εἶπον· «ἡμεῖς ἀνελάβομεν τὴν Κυβέρνησιν τῶν πραγμάτων
797μετὰ τὰ περιστατικὰ, ὅσα γνωρίζετε, καὶ ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἴδω-
798μεν τὴν συγκατάθεσίν Σας.» Λοιπὸν τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ ἠκού-
799σατε, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ καταφεύγωμεν εἰς τὸ ἓν καὶ τὸ
800ἄλλο· εἶναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης καθαρὸν, καὶ νομίζω, ὅτι
801δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ συλλογισθῇ τις πολὺ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντι-
802κειμένου· πρέπει νὰ ἀποφανθῶμεν ἀμέσως. Ἡ ἀντιπολίτευσις,
803Κύριοι, βεβαίως πιστεύω, ὅτι θέλει ἀποφανθῇ ὅ,τι καὶ πρὶν
804ἀπεφάνθη. Λοιπὸν τὸ ζήτημα, κατ’ ἐμὲ, εἶναι καθαρὸν καὶ δὲν
805ἐπιδέχεται καμμίαν παρεξήγησιν, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ
806θέλει ἀποφανθῇ εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθηκεν ὁ Πρόεδρος
807τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις εἶπε ῥητῶς· «ἔχω τὴν ἐμπιστοσύνην,
808ναὶ ἢ ὄχι; διότι αὐτὴν τὴν ἀνάγκην τὴν αἰσθάνομαι, καὶ δὲν
809διστάζω παντάπασι νὰ τὴν παρουσιάσω ἐνώπιόν Σας.» Πρέπει
810νὰ καθαρισθῇ ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, διότι
811δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν σκοπὸν, ὃν ἐπιδιώκομεν
812ἅπαντες, διότι κανεὶς δὲν ἀγαπᾷ τὸν τόπον περισσότερον ἀπὸ
813τὸν ἄλλον.
814Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δικαιοῦμαι ἐξ ὅσων εἶπον, νὰ παρακα-
815λέσω τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. «Ἡ
816Βουλὴ προκληθεῖσα ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν
817ἔχει πρὸς αὐτὸ ἐμπιστοσύνην, συνεπὴς οὖσα μὲ τὴν ἀπόφασιν
818τῆς 13 Ὀκτωβρίου.»
819§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Κυπριάδης.
820§27ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι! Μετὰ τὰ γνωστὰ γεγονότα, τὰ λα-
821βόντα χώραν εἰς τὴν κοινωνίαν μας, καὶ πάλιν ἐπαναρχίζομεν
822μὲ κακὰ προοίμια. Ἡ πατρὶς, Κύριοι, εἰς τὰς παρούσας περι-
823στάσεις ἔχει ἀνάγκην ὁμονοίας, ἔχει ἀνάγκην συμπνοίας· ἡ πα-
824τρὶς, ἀντιπροσωπευομένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ταύτης, παρίσταται
825διῃρημένη εἰς δύω ἢ τρία κόμματα.
826§28ΡΟΥΚΗΣ. Δύω.
827§29ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐξ αὐτῶν τὸ ἓν μέρος εἶναι συμπαγὲς, ἀδιά-
828σπαστον, τὸ ἕτερον λαμβάνει διαφόρους φάσεις· ποτὲ ὑποδιαι-
829ρεῖται εἰς δύω, ποτὲ συμπυκνοῦται, καὶ ποτὲ συμπυκνούμενον
830πάλιν, διῃρημένον παρίσταται. Θεωρῶ, ὅτι κακὰ εἶναι καὶ τὰ
831σημερινὰ προοίμια· διότι, ἐνῷ ἡ ἀντιπολίτευσις ἔρχεται νὰ ἐπι-
832κρίνῃ, νὰ καταψέξῃ μίαν ἀγόρευσιν τοῦ πρωθυπουργοῦ, δυστυχῶς
833δὲν εὑρίσκεται εἰς ὁμοφροσύνην. Ὁ πρῶτος τῶν ῥητόρων της Κ.
834Δεληγεώργης ἐθεώρησεν, ὅτι εἶναι ἄτοπον, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγ-
835ματικὸν, ὅτι προσβάλλει τὰ ἡγεμονικὰ δικαιώματα τὸ μέτρον,
836τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ Κ. πρωθυπουργὸς θελήσας σήμερον νὰ προ-
837καλέσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν πράξεών του. Ὁ δεύτε-
838ρος, Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος Κ. Χριστόπουλος, προσέθηκεν εἰς τὰ
839ἐπιχειρήματα ταῦτα καὶ αὐτὸ· εὗρεν, ὅτι θαυμάζει δι’ αὐτὴν τὴν
840πρᾶξιν τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ, ὅστις τρόπον τινὰ ἔρχεται καὶ
841θέλει νὰ συμπληρώσῃ τὴν βασιλικὴν ἐνέργειαν. Ἀνήκουν αὐτοὶ
842οἱ ῥήτορες εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἐρωτῶ, ναὶ ἢ ὄχι; Μοὶ φαίνε-
843ται, ὅτι διεκδικοῦν τὴν θέσιν τῶν κορυφαίων. Ὁ μὲν εἷς προσε-
844κλήθη ὡς ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐσχημάτισεν ὑπουρ-
845γεῖον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὁ δεύτερος ἀπετέλει μέρος τοῦ ὑπουρ-
846γείου Βούλγαρη· καὶ ἐν τούτοις ἐναντίον αὐτῶν τῶν ἀρχῶν, τὰς
847ὁποίας οἱ ἡγήτορες τῆς ἀντιπολιτεύσεως θέτουν ἐναντίον αὐτῶν
848τῶν μομφῶν, αἱ ὁποῖαι ἀποδίδονται εἰς τὸν πρωθυπουργὸν, ἔρ-
849χεται πρότασις ἐκ μέρους δῆθεν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐκφράσεως
850ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς.
851§30ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς παρατηρήσω κάτι τι;
852§31ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Μάλιστα.
853§32ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι
854δὲν ἐτηρήσατε τὴν λεπτότητα τοῦ ἀντιπροσώπου. Ἡ κυβέρνησις
855δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ, διότι προσβάλ-
856λει τὰ ἡγεμονικὰ δικαιώματα. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχει πάντοτε
857τὸ δικαίωμα νὰ θέτῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἡ κυβέρνη-
858σις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἔκαμε
859καλῶς νὰ δεχθῇ τὴν ἐξουσίαν· ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχει πάντοτε
860τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην.
861§33ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Σᾶς παρατηρῶ, Κύριέ μου, ὅτι αὐτὰς τὰς δια-
862σαφήσεις ἔπρεπε νὰ τὰς δώσητε εἰς τὸν Κύριον Πετιμεζᾶν, ὁ
863ὁποῖος εἶναι ἐκ τῆς φάλαγγός σας καὶ ὅστις εἶπε μάλιστα εἰλι-
864κρινέστατα, ὅτι θαυμασίως ἔκαμεν ὁ Κ. πρωθυπουργὸς νὰ θέσῃ
865τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, (θόρυβος ἀριστερά). Σᾶς παρα-
866καλῶ νὰ μὴ διακόπτωμεν, διότι παραβιάζομεν τὸν κανονισμόν.
867Εἶναι περιττὸν, Κύριοι, καθ’ ὃ ἔχων καὶ ἐγὼ τὸ φρόνημά μου,
868τὰς ἰδέας μου, εἶναι περιττὸν, λέγω, νὰ παρατηρήσω εἰς τοὺς
869δύω πρώτους ῥήτορας, τοὺς διεκδικήσαντας τὰς ὀρθοτέρας ἰδέας
870περὶ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ὅτι δύναμαι νὰ μὴ συμ-
871φωνῶ μὲ τὴν γνώμην των, καὶ προσέτι νὰ τοῖς παρατηρήσω,
872ὅτι καὶ παρεξήγησαν τὴν ἀγόρευσιν τοῦ πρωθυπουργοῦ, καὶ
873προσέτι δὲν εἶναι συνεπείς μὲ τὴν ἰδίαν αὐτῶν διαγωγήν.
874Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι ἄλλοτε, ὅταν ἐγένετο συμπλήρωσις
875τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδούρου, ὁ ἔντιμος Κ. Χριστόπουλος ὁ
876ἴδιος, ὁ βουλευτὴς Ὀλυμπίας, ἦλθε καὶ ἐζήτησε λόγον ἀπὸ τὸν
877Κύριον πρωθυπουργὸν, πῶς συνέβη αὐτὴ ἡ συμπλήρωσις τοῦ ὑ-
878πουργείου, διὰ τί ὑπεχώρησαν δύω τῶν μελῶν του καὶ ἀντικα-
879τεστάθησαν διὰ δύω ἑτέρων;
880§34Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶχε τὸ δικαίωμα.
881§35ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἰδική σου δουλειά. — Ἐὰν δὲν εἶχεν
882αὐτὸ τὸ δικαίωμα, καὶ δὲν τὸ εἶχε, διότι τὸ φρονεῖ ὁ Κύριος
883βουλευτὴς Ὀλυμπίας διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του, πῶς ἦλθε τότε νὰ
884τὸ διεκδικήσῃ; ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶναι συνεπὴς πρὸς τὰς
885ἰδέας του, διότι, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ
886λόγον, πῶς συνεκροτήθη ἓν ὑπουργεῖον, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα
887οὔτε νὰ ζητήσῃ λόγον, πῶς συνεπληρώθη ἓν ὑπουργεῖον.
888Ἀνεξαρτήτως τούτου, Κύριοι, πῶς θέλετε νὰ ἔχῃ τὸ δι-
889καίωμα τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη νὰ ἔλθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος
890τούτου καὶ νὰ ἐκθέτῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐλευθέρως τοὺς λόγους,
891ὧν ἕνεκα παρῃτήθη τῆς κυβερνήσεως; πῶς θέλετε εἰς τοὺς
892ἄλλους νὰ στερήσητε τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ ὅταν ἔρχονται
893καὶ σᾶς λέγουν· συνεκροτήσαμεν ἓν ὑπουργεῖον, καὶ σᾶς ἐκθέτο-
894μεν τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρέθημεν, σεῖς θέλετε νὰ
895εἴπητε, ὅτι αὐτοὶ παραβιάζουν τὸ Σύνταγμα, ὅτι αὐτοὶ τρόπον
896τινὰ φέρονται ἀπρεπῶς, ὅτι θέλουν ν’ ἀναμίξουν ἡγεμονικὰ δι-
897καιώματα μὲ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς; Οἷον δικαίωμα
898εἶχες σὺ νὰ εἴπῃς, διὰ τί παρῃτήθης τῆς ἐξουσίας, τὸ αὐτὸ δι-
899καίωμα ἔχω καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διὰ ποῖον
900λόγον ἀνεδέχθην τὴν ἐξουσίαν. Καί, Κύριοι, ἤθελον παρεκτραπῆ
901πολὺ τοῦ προκειμένου, ἐὰν ἤθελον ἐπέμβῃ εἰς τὴν ἐξιστόρησιν
902καὶ ἀνάπτυξιν τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα διαδραματίζονται πρὸ
90315 ἤδη ἡμερῶν, καὶ τὰ ὁποῖα τινὲς, ἔχοντες τὸ συμφέρον νὰ
904κρύπτεται ἡ ἀλήθεια, σᾶς λέγουν, ὅτι μὴ τὰ ἐγγίζετε, διότι
905θὰ προκαλέσητε ζητήματα σκανδαλώδη. Εἶναι γνωστὰ, Κύριοι,
906τὰ γεγονότα εἰς ὅλον τὸν ἑλληνικὸν κόσμον, καὶ ὅταν θέλοντες
907νὰ τὰ κρύψωμεν ἐκθειάζωμεν τὸν ἑλληνικὸν λαὸν, ἐκθέτοντες,
908ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι φιλόνομος, εἶναι ἀγγελικὸς, διὰ τῆς
909κολακείας δὲν κατορθόνομεν ν’ ἀπατήσωμεν κἀνένα. Ὁ ἑλληνι-
910κὸς λαὸς τῳόντι εἶναι οὐράνιος, ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι περὶ
911ἡμῶν αὐτῶν, καὶ ἐδῶ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, μήπως ἡμεῖς οἱ
912ἀντιπρόσωποί του παρεξεκλίναμεν κάτι τι τῆς ἐντολῆς, τὴν
913ὁποίαν μᾶς ἔδωκε, σεῖς οἱ ὁποῖοι διοικεῖτε τὰ κόμματα, μή-
914πως δὲν ἐδείξατε τὸν προσήκοντα πατριωτισμὸν εἰς τὴν διοί-
915κησιν τοῦ τόπου. Ἐδῶ σᾶς προκαλῶ, ὄχι εἰς ἐπαίνους ὑπὲρ τοῦ
916ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καί, Κύριοι, εἶναι μία ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν
917κανεὶς δὲν δύναται ἐν συνειδήσει νὰ ἀναιρέσῃ, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς
918λαὸς ἀπὸ ὀλίγων ἤδη ἡμερῶν δὲν εὑρίσκεται εἰς ἥσυχον κατά-
919στασιν· οὔτε οἱ κτηματίαι, οὔτε οἱ ἔμποροι, οὔτε οἱ γεωργοὶ
920κοιμῶνται ἥσυχοι· διὰ τί; διότι ναὶ μὲν δὲν εὑρισκόμεθα μὲν
921εἰς κατάστασιν ἐξωτερικοῦ πολέμου, δὲν ἔχομεν ἐπιδρομὴν ἀλ-
922λοφύλων, ὅτε οἱ Ἕλληνες, καθὰ μᾶς διδάσκει ἡ Ἱστορία, συνα-
923σπίζονται διὰ ν’ ἀποκρούσουν τὸν κοινὸν ἐχθρὸν, ἀλλὰ δὲν ἔχο-
924μεν τὸ στοιχειῶδες παντὸς κράτους, δὲν ἔχομεν κυβέρνησιν καὶ
925δὲν ὁμονοοῦμεν διὰ νὰ καταρτίσωμεν τοιαύτην διαρκῆ. Βλέπει
926ὁ ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι μία κυβέρνησις ἀναβιβάζεται καὶ μετὰ
927τρεῖς ἡμέρας πίπτει, μία δευτέρα κυβέρνησις ἀναβιβάζεται καὶ
928μετὰ 24 ὥρας πίπτει· προσπάθειαι γίνονται περὶ συμφιλιώ-
929σεως, περὶ ὁμονοίας τοὐλάχιστον προσωρινῆς τῶν κομμάτων
930πρὸς ἀποσόβησιν τῶν ἀνωμαλιῶν, καὶ αὐτὴ ἡ ὁμόνοια δὲν κα-
931τορθοῦται· (ἐπιδοκιμασίαι ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
932§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Πρὸς τὸ ἀκροατήριον). Ἡσυχία, Κύριοι· δὲν
933ἐπιτρέπονται οὔτε αἱ ἐπιδοκιμασίαι. Τηρήσατε ἡσυχίαν καὶ τά-
934ξιν καὶ ἡ συζήτησις θὰ εὕρῃ τὴν ἀλήθειαν.
935§37ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι λοιπὸν, Κύριοι, τολμηρὸν, δὲν εἶναι
936ψεῦδος, δὲν εἶναι ἀγυρτεία ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐξέθεσεν ἡ
937σημερινὴ κυβέρνησις, ὅτι, ἀφοῦ προσεκλήθησαν οἱ δύο κορυφαῖοι
938τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐσχημάτισεν ἕκαστος κατὰ διαδοχὴν
939ἰδίαν κυβέρνησιν, ἀλλὰ κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἦλθεν ἐδῶ πεφοβι-
940σμένη, ἄνευ πρωτοβουλίας, φοβουμένη μακρόθεν, ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ
941πλειονοψηφίαν, ὑποπτευομένη ὅτι ἀντιπράττεται εἰς τὴν αὐλὴν,
942ὅτι, ἀφοῦ συνεστήθησαν τοιαῦται δύω κυβερνήσεις τῆς ἀντιπολι-
943τεύσεως καὶ παρῃτήθησαν, ἀφοῦ προσπάθειαι ἐγένοντο, τὸ ἐπα-
944ναλαμβάνω, περὶ συστάσεως κυβερνήσεως γενικῆς καὶ δὲν κα-
945τωρθώθη, δὲν εἶναι ἀγυρτεία, λέγω, δὲν εἶναι τόλμη, ἐὰν αὐτὴ
946ἡ κυβέρνησις σᾶς λέγει· ὄχι ἀπὸ ἐπιθυμίαν τοῦ νὰ ἦμαι κυβέρ-
947νησις, ὄχι ἀπὸ φιλοδοξίαν, ἀλλ’ ἀπὸ τὰς ἀνάγκας τῶν περιστά-
948σεων, ἀπὸ τὴν συνείδησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τῶν ἀληθῶν
949συμφερόντων τῆς πατρίδος, ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς λόγους παρεκινή-
950θην ν’ ἀναλάβω αὐτὸ τὸ δυσάρεστον, αὐτὸ τὸ πικρὸν ἔργον τῆς
951κυβερνήσεως· καὶ ὅταν, Κύριοι, σᾶς τὸ λέγουν, πρέπει νὰ τοὺς
952εἴπητε σεῖς, τί ἔπρεπε νὰ πράξουν καλλίτερον. Τί ἐδύνασθε νὰ
953πράξετε σεῖς καλλίτερον καὶ τί δύνασθε νὰ πράξετε καλλίτερον;
954Καὶ πάλιν τὸ λέγω μετὰ θάῤῥους, ὅταν ἴδω μίαν σύμπνοιαν
955τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὴν ὁποίαν ἡ ἱστορία, τὰ γεγονότα, τὰ
956πρόσφατα παραδείγματα καταψέγουν, ὅταν ἴδω μίαν σύμπνοιαν
957συμπαγῆ, καὶ μίαν ἀντιπολίτευσιν πλειοψηφοῦσαν, ἡ ὁποία νὰ
958δύναται νὰ σχηματίσῃ μίαν κυβέρνησιν ἰσχυρὰν, καὶ ἐγὼ καὶ
959τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ, καθὼς τὸ ἴδιον σᾶς εἶπεν, ἐγὼ μὲν ἤθελον
960δώσει τὴν ψῆφόν μου εἰς αὐτὸ, τὸ δὲ νῦν ὑπουργεῖον δὲν θὰ
961ἔχῃ κᾀμμίαν δυσκολίαν νὰ παραδώσῃ τὰς ἕδρας του εἰς τὸ ὑ-
962πουργεῖον αὐτὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ποίας ὅμως ἐγγυήσεις
963μᾶς δίδετε; εἶναι πολὺ τὸ διάστημα τὸ ὁποῖον παρῆλθε, κατὰ
964τὸ ὁποῖον ἐδιχονοεῖτε, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ εἷς ἐπεβουλεύετο τὸν
965ἄλλον; Ποῖα νέα γεγονότα ἐπῆλθον, παρὰ ὁ συνασπισμὸς ἴσως
966τοῦ νὰ καταστρέψωμεν πάλιν μίαν κυβέρνησιν;
967Ἐδῶ, κύριοι, ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας· σᾶς ἐξορκίζω
968εἰς τὸ ὄνομα τῆς πατρίδος νὰ ἐκφρασθῆτε ἂν ἦσθε σύμφωνοι,
969ὄχι συνασπισμὸν διὰ νὰ καταστρέψητε μίαν κυβέρνησιν, ἀλλ’
970ἂν εὑρίσκεσθε εἰς ὁμόνοιαν, εἰς ἑνότητα, διὰ νὰ σχηματίσητε
971μίαν κυβέρνησιν;
972§38ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Μάλιστα.
973§39ΗΛ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶναι δουλειὰ ἰδική μας.
974§40ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Μὰ εἶναι καὶ δουλειὰ ἰδική μου. Καὶ, Κύριοι,
975ὅταν ἤκουσα τὸν Κύριον Παδοβᾶν μετὰ τόσης συγκινήσεως,
976μετὰ τόσης ὀργῆς, μετὰ τόσου θράσους, οὕτως εἰπεῖν, νὰ λέγῃ,
977§41ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἀπὸ τὴν πεποίθησιν τοῦ δικαίου πηγάζει τὸ
978θράσος.
979§42ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Πιθανόν. Ὅταν τὸν ἤκουσα λοιπὸν νὰ λέγῃ,
980τὶ εἶναι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία παρουσιάζεται, ἀφοῦ πρὸ
98115 ἡμερῶν κατεδικάσθη καὶ ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς
982καὶ ἀπὸ τὴν κοινὴν γνώμην, ὅταν ὁ Κύριος Παδοβᾶς τὸ λέγῃ
983αὐτὸ ἴσως κατὰ τι εὐλόγως καὶ ἀπὸ συναίσθησιν ὀρθότητος,
984δὲν δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω· ποία εἶναι αὐτὴ ἡ ἀντιπολίτευ-
985σις, ἡ ὁποία ἑνώθη, ὅταν χθὲς ἀκόμη, ὄχι πρὸ 15 ἡμερῶν, ἦτο
986διῃρημένη καὶ ἀπέκρουσε πᾶσαν προσπάθειαν, πᾶσαν καθαρὰν
987καὶ εἰλικρινῆ ἐνέργειαν πρὸς ἕνωσίν της;
988§43ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Κ. Πρόεδρε, τὸν λόγον, παρακαλῶ.
989§44ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, ἀποκρούω τὰς ἰδέας ἐκείνων,
990οἵτινες κατεμέμφθησαν τοῦ πρωθυπουργοῦ· διότι αὐτὸς ἐν εἰλι-
991κρινείᾳ, ἐν παντὶ θάῤῥει ἦλθε καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι ἔχω τὴν ἐμπι-
992στοσύνην τοῦ Βασιλέως, διότι μοῦ ἀνέθεσε τὸν σχηματισμὸν
993ὑπουργείου· ἐδέχθην αὐτὴν τὴν ἐντολὴν ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἰδέας
994μου, ὀρθὰς ἢ ἐσφαλμένας, ἃς κρίνῃ ὁ κόσμος, ἃς κρίνῃ ἡ κοι-
995νωνία· τὴν ἐδέχθην ἐν πεποιθήσει, ὅτι ἡ πατρὶς δὲν δύναται
996νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ κυβερνήσεως, τὴν ἐδέχθην μετὰ τὴν ἐξάντλησιν
997ὅλων τῶν προσπαθειῶν περὶ κυβερνήσεως ἰσχυροτέρας, καὶ
998ἐδέχθην τὴν ἐντολὴν ὑπὸ τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλω ἔχει καὶ τὴν
999συνδρομὴν τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς.
1000Δὲν παραδέχομαι, λέγω, τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι αὐτὴν
1001τὴν εἰλικρινῆ ἐξομολόγησιν ἑνὸς πρωθυπουργοῦ τὴν θεωροῦν ὡς
1002παράτολμον, τὴν θεωροῦν ὡς παράλογον, τὴν θεωροῦν ὡς ἀντι-
1003συνταγματικήν· ἀπ’ ἐναντίας ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ἦτο καθῆκον μετὰ
1004τὰ γεγονότα αὐτὰ τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως νὰ δώσῃ λόγον
1005εἰς τὴν Βουλὴν, πόθεν ὁρμωμένη, ὕστερον ἀπὸ τὴν πρὸ ἑνὸς μηνὸς
1006κοινοβουλευτικὴν ἧττάν της, ἠθέλησε νὰ ἐπανέλθῃ πάλιν εἰς τὴν
1007κυβέρνησιν, καὶ σᾶς ἐδικαιολογήθη καὶ συνταγματικῶς καὶ κανο-
1008νικῶς καὶ μὲ τὰ πράγματα· σᾶς εἶπε τί ἠκολούθησε, σᾶς λέγει
1009δὲ, ὅτι μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ ἰδικοῦ μου ὑπουργείου ἐπῆλθον
1010δύω ἄλλα ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα ἔπεσον. Τί ἀποδεικνύει τοῦτο
1011συνταγματικῶς; Ὅτι δὲν ὑπῆρχε πλειοψηφία, ἀντιπολίτευσις
1012ἀληθὴς, πραγματικὴ, ἀλλ’ ἦτο μία πλειοψηφία μερικὴ, μία
1013πλειοψηφία, ἡ ὁποία τοὐλάχιστον δὲν ἠμπόρεσε νὰ συμπηχθῇ,
1014καὶ ἑπομένως δὲν ἠδυνήθη νὰ ἔχῃ πλειοψηφίαν αὐτὴ ἡ ἀντι-
1015πολίτευσις, διὰ νὰ κρατήσῃ τὴν ἐξουσίαν. Εἶναι λοιπὸν ἐντὸς
1016τοῦ Συντάγματος τὸ ὑπουργεῖον, δεχθὲν τὸ χαρτοφυλάκιον.
1017Τώρα, Κύριοι, ὁ Κ. πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ εἶδε τὸν Κ. Δελη-
1018γεώργην καὶ τὸν Κ. Χριστόπουλον, οἱ ὁποῖοι ὡς τρόπον τινὰ
1019νομοδιδάσκαλοι τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου εἶπον, ὅτι δὲν δύ-
1020ναται νὰ τεθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα, τὸ ὑπουργεῖον εἶπε· δὲν τὸ
1021θέτομεν. Ἀλλὰ σεῖς δὲν εὐχαριστήθητε εἰς τίποτε. Μόλις ἠκού-
1022σατε τὸ ὑπουργεῖον νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι ἂν δὲν θέλετε τὸ ζήτημα
1023τῆς ἐμπιστοσύνης, τὸ ἀποσύρομεν, ἀμέσως τὸ θέτετε σεῖς. Λοιπὸν
1024τὸ θέλετε; τὸ θέλει καὶ ἡ κυβέρνησις.
1025Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ πρότασις τοῦ σημερινοῦ ὑπουργείου. «Μετὰ
1026τὰ γεγονότα, ἅτινα ἐξέθεσε τὸ ὑπουργεῖον, καλῶς ἔπραξεν ἀνα-
1027δεχθὲν τὴν κυβέρνησιν, ναὶ ἢ ὄχι;» Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα,
1028τὸ ὁποῖον θέτει εἰς ψηφοφορίαν τὸ ὑπουργεῖον. Καθόσον ἀφορᾷ
1029τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον τίθεται ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως,
1030καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει οὕτως· «Ἡ Βουλὴ προκληθεῖσα ὑπὸ τοῦ
1031ὑπουργείου ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν ἔχει πρὸς αὐτὸ ἐμπιστοσύνην·»
1032τὸ ζήτημα αὐτὸ περιλαμβάνεται ἐντὸς τῆς προτάσεως, τὴν
1033ὁποίαν ἔκαμε τὸ ὑπουργεῖον· ἑπομένως εἶναι περιττὸν τὸ
1034τοιοῦτον, ἐκτὸς ἐὰν ἤθελε συντεθῆ μὲ τὰ ἄλλα, τὸ ὁποῖον ὅμως
1035διεγράφη. Ἐὰν λοιπὸν ὅλοι συμφωνοῦν, τότε δὲν βλέπω καμ-
1036μίαν διαφοράν· ἡ διαφορὰ μόνον εἶναι αὕτη, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον
1037ἐξ ἀρχῆς εἶπεν, ὅτι θέτει ζήτημα ἐμπιστοσύνης, σεῖς δὲ εἴ-
1038πατε, ὄχι, δὲν τὸ δεχόμεθα· τώρα ὅμως ἢ ἐπείσθητε ἢ εἴδετε,
1039ὅτι ἔχετε ἄδικον καὶ τὸ δέχεσθε, διότι ἐγὼ ὡς βουλευτὴς, ἐὰν
1040ἤθελον εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ ὑπουργείου, ὅτι εἶναι
1041ἀντισυνταγματικὴ ἡ πρότασις τοῦ ὑπουργείου περὶ ἐκφράσεως
1042ἐμπιστοσύνης, καὶ ὅταν ἤθελα ὑποστηρίξει τοῦτο μάλιστα ἀπὸ
1043τοῦ βήματος, μετὰ ταῦτα προκαλούμενος νὰ ψηφοφορήσω ἐπὶ
1044τοῦ ζητήματος τούτου, θὰ ἤμην ἀναγκασμένος ἢ νὰ ἀρνηθῶ ψῆ-
1045φον ἢ νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἐξ ἀρχῆς γνώμην μου.
1046§45ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐπαινῶ καὶ θαυμάζω τὸ θάῤῥος, μὲ τὸ
1047ὁποῖον ἀνέβη ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ
1048ἔθεσεν εἰς διλημματικὴν θέσιν τὴν ὑπουργικὴν αὑτοῦ ὕπαρξιν.
1049Σᾶς λέγει· κύριοι, αἰσθάνομαι εἰς ἐμαυτὸν ἐνοχὴν, αἰσθάνομαι
1050ἄλγος διὰ τὰ προγεγονότα καὶ σᾶς ζητῶ ἀμνηστείαν, σᾶς
1051ζητῶ χάριν· διότι τί ἄλλο μᾶς ζητεῖ σήμερον ὁ ἔντιμος ὑπουρ-
1052γός; Χθὲς, κύριοι, δὲν ἀπεφάνθη πᾶσα ἡ Βουλή; χθὲς δὲν
1053ἐπῆλθεν ἡ ἐτυμηγορία κατὰ τοῦ ὑπουργείου αὐτοῦ; Ἐπαρουσι-
1054άσθησαν ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ νέα γεγονότα; ἐπαρουσιάσθη
1055πτῶσις ἄλλου τινος ὑπουργείου ἐν τῇ Βουλῇ; Οὐχί. Πῶς λοι-
1056πὸν ἀνῆλθε πάλιν εἰς τὰς βαθμίδας τοῦ ὑπουργείου; Ὤ, γνω-
1057ρίζομεν, Κύριοι, καὶ εἶναι πολὺ προφανὲς· περὶ τοῦ τοιούτου
1058ἐξεφράσθη πᾶσα ἡ κοινωνία, τὸ εἶπον ἄλλοι πρὶν ἢ ἔτι ἀπο-
1059φανθῇ. Ἐνόσῳ, Κύριοι, παρὰ τοῖς ἀνακτόροις ὑπάρχει ὁ ἐπά-
1060ρατος δαίμων ἐκεῖνος, ὅστις συνταράττει ἀπὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ
1061Γεωργίου τὰ σπλάγχνα τῆς κοινωνίας, ἐνόσῳ, λέγω, ὑπάρχει ὁ
1062Σπόννεκ, οὐδέποτε, Κύριοι, θὰ δυνηθῇ ἄλλο ὑπουργεῖον διὰ νὰ
1063σταθῇ εἰς τοὺς πόδας, εἰμὴ ὁποῖον θεωρεῖται προσφιλὲς αὐτῷ
1064καὶ ὁποῖον ἔχει συμπαθείας.
1065§46ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Φεύγει αὐτός.
1066§47ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐῤῥέθη μία φωνὴ, ὅτι ὁ δαίμων φεύγει,
1067ἀπέρχεται· ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν εἶχε ῥηθῆ ῥητὸς ὅρος, ὅτε προσ-
1068εκλήθη ὁ Κ. Βούλγαρης νὰ σχηματίσῃ ὑπουργεῖον, ὅτι κατὰ τὸ
1069παρελθὸν Σάββατον ἀπέρχεται; Πῶς ὕστερον δὲν ἀπῆλθε, καὶ
1070πῶς ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ συνετρίβησαν δύω ὑπουργεῖα,
1071ἐνῷ τὸ μὲν πρῶτον ὑπουργεῖον, περὶ τοῦ ὁποίου ἀπεφάνθη πᾶσα
1072ἡ κοινὴ γνώμη, καὶ τὸ ὁποῖον ἂς μὴ ἀπατῶνταί τινες, ὅτι ἤρ-
1073χετο κεκυφός, ἀπεναντίας ἤρχετο καὶ παρουσιάζετο ἐν τῇ
1074Βουλῇ εὐπροσώπως, τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο δὲν ἀπώλεσε τὴν πλει-
1075οψηφίαν; Ἦλθε τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Κ. Βούλγαρη. Τί συνέβη;
1076μία μόνη ἐπερώτησις· ἀλλὰ πόθεν τὰ τραύματα;
1077§48ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἰδική σου ἦτο ἡ ἐπερώτησις.
1078§49ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ναὶ, ἐδική μου, καὶ ἦτο ἐντὸς τοῦ Συν-
1079τάγματος, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ μοὶ διαφιλονεικήσῃ τις,
1080ἀλλ’ οὐχ ἧττον τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἦτο εἰς θέσιν ν’ ἀπομα-
1081κρύνῃ τὸ μέλος αὐτὸ ἀπὸ τὸν σύλλογον αὑτοῦ, καὶ τοιουτοτρό-
1082πως νὰ ἐκλείψῃ πᾶσα περαιτέρω ἀντίδρασις.
1083Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ συμφωνήσω παντάπασιν
1084οὔτε μὲ τὸν ἔντιμον Κ. Δεληγεώργην, οὔτε μὲ τὸν ἔντιμον Κ.
1085Χριστόπουλον· ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα ὁμολογῶ χάριτας καὶ δι-
1086καιῶ τὸν Κ. πρωθυπουργὸν, ὅστις ἐν τῇ τοιαύτῃ ἀδυναμίᾳ του
1087ἦλθε διὰ νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, καὶ ἐν παντὶ
1088καιρῷ ἡ Βουλὴ εἶναι κυρίαρχος, διὰ νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐμ-
1089πιστοσύνης, καθόσον ἀφορᾷ τὴν σύνθεσιν τῶν ὑπουργείων.
1090Τὰ ἡγεμονικὰ δικαιώματα, περὶ τῶν ὁποίων οὔτε κἂν ἔπρε-
1091πε νὰ ῥηθῇ λόγος, δὲν προσβάλλονται παντάπασιν· ὁ ἡγεμὼν
1092ἵσταται πολὺ ὑψηλὰ· ὑπεύθυνοι διὰ τὰς πράξεις του εἶναι μό-
1093νοι οἱ ὑπουργοί. Ἡμεῖς ἐδῶ δὲν ἤλθομεν διὰ νὰ δικάσωμεν οὔτε
1094διὰ νὰ συζητήσωμεν ἡγεμονικὰ δικαιώματα, ἀλλὰ νὰ ἐξετά-
1095σωμεν, πῶς ἐτέθη τὸ ζήτημα ἀπὸ τὸν ἔντιμον πρωθυπουργόν.
1096Δύναται ποτὲ ἡ Βουλὴ, ἥτις ἐπέφερε μίαν ἐτυμηγορίαν, νὰ
1097στρέψῃ τὴν καταδίκην ἐναντίον αὑτῆς, καὶ νὰ εἴπῃ καὶ νὰ
1098γράψῃ εἰς τὸ κατόπιν ἡ ἱστορία, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἀνακόλου-
1099θος, τὰ χθὲς ἀποφασισθέντα σήμερον ἀναιρεῖ καὶ τὰ ἀνατρέ-
1100πει; Ἐδῶ, Κύριοι, εἶναι τὸ ζήτημα. Ἀναλαμβάνεις, Κ. πρωθυ-
1101πουργὲ, τὰς ἡνίας τοῦ κράτους καὶ παρουσιάζεις τὸ προσω-
1102πικόν σου, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἀναμνησθῇς τὸ τοῦ ἀρχαίου. Ὅτε ὁ
1103Περικλῆς, ὁ μέγας ἐκεῖνος ἀνὴρ, ἐνεδύετο τὴν χλαμύδα, ἔλε-
1104γεν· ἀναμνήσθητι, πρόσεχε, Περίκλεις, Ἑλλήνων ἄρχεις, πολι-
1105τῶν ἐλευθέρων ἄρχεις! Πολῖται λοιπὸν ἐλεύθεροι δύνανται ν’
1106ἀναιρέσουν τὰ χθὲς ἀποφασισθέντα; δύνανταί ποτε πολῖται
1107ἐλεύθεροι νὰ εἴπουν διὰ μιᾶς ἐτυμηγορίας, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον
1108εἶναι ἔνοχον, τοῦ ἀρνοῦμαι τὴν ἐμπιστοσύνην, καὶ διὰ μιᾶς
1109ἑτέρας νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον εἶναι ἀθῶον· παραχωρῶ,
1110δίδωμι εἰς αὐτὸ τὴν ἐμπιστοσύνην;
1111Καὶ ὅταν ἡ Βουλὴ ἤθελεν, ὃ μὴ γένοιτο, φθάσει εἰς τοιοῦτον
1112ἐξανδραποδισμὸν, ὥστε ν’ ἀναιρέσῃ τὰ χθὲς ἀποφασισθέντα,
1113ὤ, τότε, τότε δὲν μένει ἄλλη ἐλπὶς, τότε ἔρχεται ἡ καταστροφὴ
1114τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ πιστεύω, Κύριοι βουλευταὶ, ὅτι αἰσθά-
1115νεσθε τὴν συγκίνησιν, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθητε κατὰ τὴν 13 τοῦ
1116παρελθόντος μηνὸς, ὅτε ἐξεφέρατε τὴν ζωηρὰν, τὴν ἔντιμον, τὴν
1117εἰλικρινῆ, τὴν πατριωτικὴν ἐκείνην ἐτυμηγορίαν. Ποῖος σήμερον
1118βάσκανος δαίμων φθονεῖ τὸν στέφανον ἐκεῖνον τῆς νίκης; Θέ-
1119λετε, Κύριοι, παρουσιαζόμενοι μὲ τὰ χαρτοφυλάκια ν’ ἀμαυρώ-
1120σητε καὶ καταστρέψητε ὅλας τὰς ἀρετὰς, καὶ συγκαταστρέφον-
1121τες τὰς ἀρετὰς δὲν συγκαταστρεφόμεθα καὶ ἡμεῖς;
1122Τὸ λέγω μὲ λύπην μου, τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔπρεπε νὰ δυσκο-
1123λεύσῃ τὴν θέσιν του, δὲν ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς
1124ἐτυμηγορίαν σήμερον, διότι, ἂν καὶ διήρχετο σιωπηρῶς, ἴσως
1125ἴσως πολλοὶ, οἵτινες εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ λαλήσωμεν, ἠθέ-
1126λαμεν παραβλέψει· ἀλλ’ ὅταν τὸ ὑπουργεῖον θέτῃ εἰς τὴν Βου-
1127λὴν ζήτημα ζωῆς, ζήτημα τιμῆς καὶ συνειδήσεως, πρέπει νὰ
1128ἀρνηθῇ ἡ Βουλὴ τὴν τιμὴν καὶ τὴν συνείδησιν; μήπως παρῆλθε
1129τουλάχιστον ἡ πρώτη σύνοδος, ὥστε τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ
1130ἐπέλθῃ κατόπιν; Ἐὰν ἡ ἀντιπολίτευσις ἤθελεν ὑποστῆ ἧτταν
1131τινὰ, τότε μὰ τὴν ἀλήθειαν τὸ ὑπουργεῖον σχηματιζόμενον ἀπὸ
1132τὸν Κύριον Κουμουνδοῦρον ἠδύνατο νὰ παρουσιασθῇ, καὶ πολλοὶ
1133ἴσως ἤθελον χορηγήσει τὴν ὑποστήριξιν· ἀλλ’ ἐν ᾧ ὑπάρχει
1134πρόσφατος, νωπὴ ἡ ἐτυμηγορία, ἡ καταδίκη αὐτοῦ τοῦ ὑπουρ-
1135γείου ὑπ’ αὐτῆς τῆς Βουλῆς, δύναται ποτὲ αὐτὴ ἡ Βουλὴ νὰ
1136ἀναιρέσῃ τὴν ἀπόφασίν της ἢ τὴν τιμὴν αὑτῆς; Τὸ τοιοῦτον
1137τὸ θεωρῶ πάντη ἀδύνατον, καὶ ὡς ἐκ τούτου συμπαραδέχομαι
1138καὶ μὲ τὸ ὑπουργεῖον καὶ μὲ τὴν ἀντιπολίτευσιν ἵνα τεθῇ τὸ
1139ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης.
1140§50ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (ὑπουργ. Παιδείας). Γνωρίζω, κύριοι, ὅτι ἓν
1141ὑπουργεῖον, ὅταν ἅπαξ χάσῃ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς,
1142πρέπει νὰ καταθέσῃ τὴν παραίτησίν του· τοῦτο εἶναι συνταγ-
1143ματικώτατον. Δὲν γνωρίζω ὅμως, καὶ τὸ μανθάνω σήμερον, ὅτι
1144ἀρκεῖ ἓν ὑπουργεῖον νὰ χάσῃ ἅπαξ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βου-
1145λῆς, διὰ νὰ στερηθῶσι τὰ μέρη του τῶν πολιτικῶν των δικαιω-
1146μάτων. Ἀρκεῖ ἅπαξ νὰ τὰ καταψηφίσῃ ἡ Βουλὴ, ἵνα μὴ δύ-
1147νανται νὰ ἐπανέλθουν τὰ πρόσωπα αὐτοῦ εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν
1148πραγμάτων· τοιοῦτον μάθημα συνταγματικοῦ δικαίου ἔπρεπε
1149νὰ ἀκούσω σήμερον. Ταῦτα ὡς ἀπάντησις ἐν ὀλίγαις λέξεσιν
1150εἰς ὅσα ἐλέχθησαν, ὅτι πῶς τολμᾷ τὸ ὑπουργεῖον Κουμουν-
1151δούρου νὰ παρουσιάζεται σήμερον, ἀφοῦ πρὸ ἑνὸς μηνὸς κατεδι-
1152κάσθη; Σᾶς λέγω, ἀπὸ ἑνὸς περίπου μηνὸς, ὅτε τὸ ὑπουργεῖον
1153Κουμουνδούρου κατεδικάσθη ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βου-
1154λῆς, δὲν συνέβησαν τόσα καὶ τόσα, τὰ ὁποῖα δεικνύουν καὶ πα-
1155ρέχουν εἰς ἡμᾶς ἀφορμὴν νὰ εἴπωμεν, μήπως ἡ Βουλὴ μετήλ-
1156λαξε γνώμην; Πρὸς τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κύριον Χριστό-
1157πουλον τὸν προκαταβάντα τοῦ βήματος, λέγω, ὅτι αὐτὸς ὁ
1158ἴδιος, ὅτε ἐγένετο ἡ τροποποίησις τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδού-
1159ρου, δὲν ἀνέβη ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἂν δὲν κατέκρινε ἢ
1160δὲν ἐπέκρινεν, δὲν ἔκαμεν ὅμως παρατήρησιν, πῶς κάθηται εἰς τὸ
1161ὑπουργεῖον εἷς, ὅστις παρουσιασθεὶς ὑποψήφιος βουλευτὴς εἰς
1162τὰς ἐκλογὰς ἀπέτυχε; Καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἀξιότιμος φίλος
1163μου κύριος Χριστόπουλος δὲν ἐκάθησε μετὰ ταῦτα συνυπουρ-
1164γὸς μετὰ δύω ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἀπέτυχαν εἰς τὰς βουλευτικὰς
1165ἐκλογάς; Ἰδοὺ ἓν περιστατικὸν, τὸ ὁποῖον δεικνύει, ὅτι ἄλλην
1166γνώμην εἶχε τότε, καὶ ἄλλην γνώμην ἔχει σήμερον. Αἱ αὐταὶ
1167λοιπὸν ἐκεῖναι περιστάσεις ὑπάρχουν σήμερον διὰ νὰ εἴπῃ τις,
1168ὅτι τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου δὲν πρέπει νὰ παρουσιασθῇ
1169ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Αὐτὰ λέγω ἐν ἀρχῇ, ἀλλὰ τὸ ζήτημα
1170εἶναι τοῦτο; Οὐχί. Ὁ πρωθυπουργὸς παρουσιάσθη καὶ σᾶς εἶπεν·
1171ἐσχημάτισα κυβέρνησιν καὶ θὰ ἐξακολουθῶ νὰ κυβερνήσω· θέτω
1172ὅθεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅπως ἴδω, ἂν
1173σὺ, Βουλὴ, ἡ ὁποία κατεδίκασες τὸ πρῶτόν μου ὑπουργεῖον,
1174προτίθεσαι νὰ ἀναιρέσῃς τὴν ἀπόφασίν σου ἐκείνην; Δὲν σᾶς
1175εἶπε τοῦτο ὁ Πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου, ἀλλὰ ἁπλῶς μόνον σᾶς
1176ἐξέθεσε τὶ συνέβησαν μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ κυρίου Βούλ-
1177γαρη. Σᾶς εἶπε, κατεψηφίσθη τὸ ὑπουργεῖον τὴν 13 Ὀκτωβρίου,
1178καὶ ἀφοῦ κατεψηφίσατε, ἔχει ὁ καθεὶς τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ τὸ
1179συμπέρασμα, ὅτι ἐνομίζατε, ὅτι ἠλπίζατε, ὅτι ἐπιστεύατε, ὅτι
1180ἠθέλατε σχηματίσει κυβέρνησιν καλλιτέραν τῆς ἰδικῆς μας· τὸ
1181ὡμολόγησε τοὐλάχιστον ὁ κύριος Πετιμεζᾶς. Προσκληθέντες
1182εἰς τὰ πράγματα, διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον κυβέρνησιν
1183δὲν ἠδυνήθητε νὰ σχηματίσητε, κυβέρνησιν, ἡ ὁποία νὰ ἠμπο-
1184ρέσῃ νὰ διατηρηθῇ. Παραιτήθη τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη, πα-
1185ραιτήθη τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη, προσκαλοῦμαι ἐγὼ νὰ σχη-
1186ματίσω ὑπουργεῖον. Ἐσκέφθην, ὅτι κυβέρνησις δυναμένη νὰ κρα-
1187τήσῃ μὲ στιβαρὰς χεῖρας τὴν ἐξουσίαν δὲν εἶναι δυνατὸν τοὐ-
1188λάχιστον εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις νὰ διατηρηθῇ εἰς τὴν
1189παροῦσαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, ἂν δὲν σύγκειται τοὐλά-
1190χιστον ἀπὸ δύω μερίδας· τὸ ἀπεπειράθην καὶ ἀπέτυχον· ἤκουσα
1191ὅτι ἄλλοι τὸ ἀπεπειρῶντο ἀντ’ ἐμοῦ, ἐσταμάτησα· καὶ ὅταν μὲ εἶ-
1192πον, ὅτι καὶ ἡ ἀπόπειρα τῶν βουλευτῶν ἐκείνων ἀπέτυχε, τότε
1193ἐπεχείρησα νὰ σχηματίσω ὑπουργεῖον, καὶ ἐσχημάτισα ὑπουρ-
1194γεῖον, διότι ἐπίστευον, ὅτι ὁ τόπος δὲν ἠδύνατο νὰ μείνῃ οὔτε
1195μίαν στιγμὴν ἄνευ κυβερνήσεως.
1196Ἂν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἀπεποιεῖτο νὰ σχηματίσῃ ὑπουρ-
1197γεῖον, ὅτε ἀπέτυχαν αἱ διαπραγματεύσεις μὲ τὰς ἄλλας μερί-
1198δας τῆς Βουλῆς, ὅτε ἀπέτυχαν αἱ προσπάθειαι τῶν ἐντίμων
1199βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον τὸ ἔργον τοῦτο, ποίαν δικαιο-
1200λόγησιν διὰ τὴν ἀποποίησίν του ταύτην ἤθελε δώσει; Ἔπρεπε
1201νὰ εἴπῃ καθαρῶς, μὲ τὴν παροῦσαν Βουλὴν δὲν δύναται νὰ ὑ-
1202πάρξῃ κυβέρνησις· αἱ δύω προηγούμεναι κυβερνήσεις, τὰ δύω
1203προηγούμενα ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα ἐξῆλθον ἑκάτερον ἀπὸ ἑκά-
1204τερον τμῆμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, παραιτήθησαν, διότι εἶχον
1205τὴν συνείδησιν καὶ τὴν συναίσθησιν, ὅτι δὲν εἶχον τὴν πλειο-
1206νοψηφίαν τῆς Βουλῆς, εἶχον μειονοψηφίαν ἕκαστον πολλὰ χα-
1207μηλήν.
1208§51ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι, ὄχι.
1209§52ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ θέλω ν’ ἀποφύγω, ὅπως ἔλθω εἰς ἐπε-
1210ξήγησιν τῶν λόγων μου, διὰ πραγμάτων τὰ ὁποῖα γνωρίζει
1211ὅλος ὁ κόσμος.
1212§53Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δύω λέξεις χρεωστῶ νὰ εἴπω. Ὁ κύ-
1213ριος ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι παρῃτήθησαν τὰ δύω ὑπουργεῖα, διότι
1214ἀπώλεσαν τὴν πλειονοψηφίαν.
1215§54ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Βεβαίως δὲν τὴν ἀπώλεσαν, διότι δὲν εἶχον.
1216§55Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠσθάνθησαν, ὅτι δὲν εἶχον. Νομίζω,
1217δὲν δύνασθε, κύριε ὑπουργὲ, νὰ προσθέσητε εἰς τὰς ἰδέας ἄλ-
1218λων, ἰδέας τὰς ὁποίας δὲν ἐξέφερον· δύνασθε νὰ κάμητε ὁποῖα
1219δήποτε συμπεράσματα, ὁποῖα δήποτε ὑπομνήματα θέλετε ἐπὶ
1220τῶν ἰδεῶν ἄλλου, ἀλλ’ ἂν ἀποδώσητε ἰδέας, τὰς ὁποίας δὲν ἐ-
1221ξέφερεν, δὲν εἶναι ὀρθόν. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου Δεληγεώρ-
1222γη καὶ τοῦ κυρίου Βούλγαρη ἐξέθεσεν ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως
1223τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων παρῃτήθη· πέραν τούτου δὲν
1224δύνασθε νὰ εἴπητε τι περισσότερον, δύνασθε νὰ κάμητε συμπε-
1225ράσματα ἢ ἐπικρίσεις, οὐχὶ ὅμως νὰ ἀντικαταστήσητε λόγους,
1226ἕνεκα τῶν ὁποίων παρῃτήθη. Ἡ παραίτησις τοῦ ὑπουργείου ἔ-
1227χει λόγους ὅλως μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἡγεμόνος ἐπὶ ἀντικει-
1228μένων κυβερνητικῶν καὶ οὐδὲν πλέον.
1229§56Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Σᾶς γνωστοποιῶ τὸ ἑξῆς. Οἱ ἀποστα-
1230λέντες παρὰ πολλῶν βουλευτῶν διὰ νὰ ὁμονοήσωσιν εἴτε τὰς
1231τρεῖς μερίδας, εἴτε τὰς δύω, ἀπέτυχον, ὡς εἴπατε, εἰς τὸ νὰ
1232κατορθώσωσί τι. Ἐσύστησαν ὅμως εἰς τὸν κύριον Κουμουνδοῦ-
1233ρον νὰ προσέξῃ καλῶς, ὥστε νὰ μὴ φέρῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης
1234εἰς τὴν Βουλήν· τῷ εἴπομεν «μὴ κάμῃς τὸ βῆμα τοῦτο, διότι
1235θὰ εὑρεθῇς εἰς δυσάρεστον καὶ σοβαρὰν θέσιν·» ὥστε δύναμαι
1236νὰ εἴπω, ὅτι ἔκαμε σφάλμα προκαλέσας σήμερον τὸ ζήτημα
1237τῆς ἐμπιστοσύνης.
1238§57ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καθόσον ἀποβλέπει τὴν παρατήρησιν τοῦ
1239ἀξιοτίμου φίλου μου κυρίου Χριστοπούλου, λέγω, ὅτι ἐγὼ δὲν
1240ἐπρόσθεσα τίποτε, δὲν ἤθελον νὰ ἑρμηνεύσω τοὺς λόγους ἢ τὰς
1241αἰτιολογίας, τὰς ὁποίας ἔφερον τὰ παραιτηθέντα ὑπουργεῖα·
1242εἶπον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐνόμιζον· ἐξέθεσα τὰ πράγματα
1243ὡς εἶχον.
1244§58Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά· ἐξακολουθήσατε.
1245§59ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καθόσον ἀποβλέπει τὴν παρατήρησιν τοῦ κ.
1246Δημητριάδου, τοῦ λέγω, ὅτι τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον φρονεῖ,
1247ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ κρατήσῃ τὸ χαρτοφυλάκιον οὔτε μίαν
1248στιγμὴν ἐν τῇ ἀμφιβολίᾳ του ἂν ἔχῃ ἢ ὄχι τὴν ἐμπιστοσύνην
1249τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου σᾶς εἶπε, καὶ παρα-
1250καλῶ μὴ μὲ διακόπτετε ἵνα μὴ μακρύνω τὸν λόγον, ὅτι, ἀφοῦ
1251ἀπέτυχον ὅλαι αἱ διαπραγματεύσεις, ὅπως δυνηθῶ νὰ καταρτίσω
1252ἓν ὑπουργεῖον ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς Βουλῆς, ἂν παρῄτουν τὴν
1253ἐντολὴν, ἣν ἔλαβον παρὰ τοῦ Βασιλέως νὰ σχηματίσω Κυβέρ-
1254νησιν, τὸ συμπέρασμα ἤθελεν εἶσθαι, ὅτι κυβέρνησις ἐνώπιον
1255τῆς παρούσης Βουλῆς δὲν ἠδύνατο νὰ σχηματισθῇ. Τὶ ἤθελε
1256σκεφθῇ ὁ ἡγεμὼν μετὰ ταῦτα δὲν ἐπεμβαίνω νὰ τὸ ἐξετάσω.
1257Ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου καὶ οἱ φίλοι του ἐστοχάσθησαν, ὅτι
1258δὲν ἠδύναντο νὰ ἀναλάβωσι τὴν εὐθύνην ταύτην, ὅτι, κατὰ πρῶ-
1259τον ἐφαρμοζομένου τοῦ νέου Συντάγματος ἐν Ἑλλάδι, ἡ πρώτη
1260Βουλὴ μετὰ τὴν καθιέρωσιν τοῦ Συντάγματος νὰ φανῇ, ὅτι κα-
1261θιστᾷ ἀδύνατον τὴν συγκρότησιν κυβερνήσεως. Δὲν ἔπρεπε νὰ
1262δοθῶσιν ὅπλα εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἐξαγάγωσι τὰ
1263γνωστὰ ἐκεῖνα συμπεράσματα. Ἐσχημάτισα, εἶπε, κυβέρνησιν,
1264διότι ὁ τόπος δὲν ἠδύνατο νὰ μείνῃ ἄνευ κυβερνήσεως· ἐσχημά-
1265τισα κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔχω τὴν πεποίθησιν, καὶ συγχωρήσατέ
1266μοι νὰ τὸ εἴπω, αὐτὰ τὰ πράγματα τὸ ἀποδεικνύουν, ὑποστηρί-
1267ζεται ἀπὸ μερίδα πολυπληθεστέραν ἑκατέρας τῶν ἄλλων, ἀλλ’
1268αὐτὴν τὴν κυβέρνησιν δὲν δύναμαι, δὲν θέλω νὰ βαστάξω οὔτε ἐπὶ
1269στιγμὴν, ἂν δὲν λεχθῇ ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔκαμα νὰ μὴ ἀφήσω
1270τὸν τόπον ἄνευ κυβερνήσεως. Τώρα ἔρχεται ἀπὸ μέρους τῆς
1271ἀντιπολιτεύσεως ἀπ’ εὐθείας τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης.
1272§60ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Τὸ ἐπροκαλέσατε.
1273§61ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔρχεται τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης· εἶσθε
1274εἰς θέσιν ὅμως νὰ σχηματίσητε κυβέρνησιν;
1275§62ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Εἶναι λογαριασμὸς ἐδικός μας.
1276§63ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶναι λογαριασμὸς ἐδικός σας· εἶναι λογα-
1277ριασμὸς τῆς Ἑλλάδος, εἶναι λογαριασμὸς καὶ ἡμῶν οἱ ὁποῖοι
1278εἴμεθα Ἕλληνες.
1279Κυβέρνησιν ἰσχυρὰν ἐπιποθεῖ ὁ κ. Πετιμεζᾶς καὶ ἄνευ τοι-
1280αύτης κυβερνήσεως τὰ πράγματα τῆς πατρίδος δὲν δύνανται
1281νὰ καλλιτερεύσωσιν· ἀλλὰ κυβέρνησις δύναται νὰ ᾖναι ἰσχυρὰ,
1282ἂν δὲν ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὴν μεγάλην πλειοψηφίαν τῆς βουλῆς
1283καὶ τοῦ ἔθνους; Ὄχι, εἶπεν, ὁ κ. Πετιμεζᾶς καὶ ἐγὼ συμφωνῶ
1284μαζί του. Καὶ ἡ κυβέρνησις ἡ σημερινὴ παρουσιάζεται θέτουσα
1285τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπως εἰπῆτε ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο νὰ
1286σχηματισθῇ οὕτως ἓν ὑπουργεῖον. Ἔχετε τὴν πεποίθησιν, ὅτι δύνα-
1287σθε νὰ σχηματίσητε μίαν κυβέρνησιν τοιαύτην; ὁρίστε· ἡμεῖς
1288θέλομεν σᾶς ὑποστηρίξει καὶ δὲν θέλομεν ἔλθει νὰ σᾶς δώσωμεν
1289ψῆφον ἀποφατικὴν, ὅπως σᾶς ἀφαιρέσωμεν τὴν ἐξουσίαν,
1290παρ’ ὅταν λάβωμεν τὴν πεποίθησιν καὶ ἔχωμεν τὴν θετικότητα,
1291ὅτι ἡ κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ σᾶς διαδεχθῇ, θὰ ᾖναι καλλιτέρα
1292τῆς κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς κρημνίσωμεν. Καὶ ὡς πρὸς
1293τοῦτο ὀφείλω νὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν
1294Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργην, ὁ ὁποῖος ἐπέπληξε τὸν πρόεδρον
1295τοῦ ὑπουργείου λέγων, ὅτι μετὰ τέσσαρας ἡμέρας, ἐπροσπάθη-
1296σε νὰ κρημνίσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐσχηματίσθη. Τοῦτο
1297δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι μετὰ 4 ἡμέρας δὲν εἴχομεν τὴν ἀπό-
1298δειξιν, ὅτι κυβέρνησις καλλιτέρα ἐκείνης, ἡ ὁποία ἵστατο ἐπὶ
1299κεφαλῆς τῶν πραγμάτων, ἠδύνατο νὰ σχηματισθῇ. Καὶ ἂν ὁ κ.
1300Δεληγεώργης δὲν ἤθελε βιασθῇ νὰ δώσῃ τὴν παραίτησίν του,
1301καὶ τὰς φωνὰς, αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν περὶ συμφιλιώσεως, ἂν
1302ἤθελε νὰ ἐκλάβει ὡς ἁπλᾶς φωνὰς, καὶ ἂν ἤθελεν ἔλθει ἐνταῦθα
1303ὡς ἐρχόμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ ζητήσῃ μίαν ψηφοφορίαν, ἤθελε λάβει
1304τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν τοῦ λέγω τώρα. Δὲν ἠθέλαμεν ψη-
1305φίσει ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη, ὄχι διότι ἐκηρύξαμεν,
1306ὅτι εἴμεθα οἱ φυσικῶς ἀντιπολιτευόμενοι αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἠθέ-
1307λαμεν ψηφίσει οὐδεμίαν πρότασιν ἐμπιστοσύνης κατὰ τοῦ ὑ-
1308πουργείου ἐκείνου, διότι ἠθέλαμεν εἰπῆ, δὲν ἔχομεν ἐνώπιόν μας
1309τὴν ἀπόδειξιν ὅτι μετηλλάγησαν τὰ πράγματα, ὅτι κυβέρνησις
1310καλλιτέρα τῆς ὑπαρχούσης δύναται νὰ σχηματισθῇ. Τὸ αὐτὸ
1311ἠθέλαμεν πράξει καὶ πρὸς τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη, καὶ ἂς
1312μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Χριστόπουλος νὰ τῷ εἴπω, ὅτι διαφωνῶ
1313μαζῆ του καθόσον ἀποβλέπει τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἐξετύ-
1314λιξε περὶ δοκιμασίας ἐμπιστοσύνης τοῦ ἡγεμόνος. Ἅμα ὁ
1315ἡγεμὼν προσκαλέσῃ ἕνα νὰ σχηματίσῃ ὑπουργεῖον, δίδει ἐκ τῶν
1316προτέρων τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι τῷ παρέχει πλήρη τὴν ἐμπιστο-
1317σύνην του. Ἀλλ’ ὅταν, ἵνα δοκιμάσητε αὐτοῦ τὴν ἐμπιστοσύνην,
1318θέτετε ἐνώπιον αὐτοῦ ζητήματα ἀντισυνταγματικὰ νὰ τὰ πα-
1319ραδεχθῇ, διὰ νὰ σᾶς δείξῃ ὅτι ἔχει ἐμπιστοσύνην, ἢ νὰ τὰ
1320ἀποῤῥίψῃ ὅταν δὲν τὴν ἔχῃ, νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν,
1321καὶ εἶναι καὶ ἀντισυνταγματικὸν κατὰ τὴν ταπεινήν μου τὴν
1322γνώμην. Ἀντισυνταγματικὴ ἦτο ἡ αἴτησις τῆς λήξεως τῆς
1323Συνόδου πρὶν ἢ ψηφισθῇ ὁ φορολογικὸς νόμος καὶ ὁ νόμος περὶ
1324εὐθύνης ὑπουργῶν, διότι ῥητὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦτο
1325ἐπιβάλλουσι.
1326§64Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον.
1327§65ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, ἐλέχθησαν
1328ἐκ μέρους τοῦ ἡγεμόνος;
1329§66ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἶναι
1330σκέψεις ἐδικαί μου. Διὰ τὶ ὁ κ. Βούλγαρης δὲν ἀπετείνετο εἰς
1331τὴν Βουλὴν νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχω ἀνάγκην χρονικοῦ τινος διαστή-
1332ματος, ὅπως σκεφθῶ, καὶ ἑπομένως νὰ δώσῃ ἡ βουλὴ τὴν ἄ-
1333δειαν διακοπῆς τινος; καὶ τοῦτο ἠθέλαμεν παραχωρήσει εἰς
1334ἡμᾶς· καὶ ἐὰν δὲν ἐπράττομεν τοῦτο, τότε ἠθέλατε μᾶς εἰπῆ
1335ἀληθῶς, δὲν θέλετε νὰ μᾶς ἀφήσητε νὰ σκεφθῶμεν πῶς νὰ κυ-
1336βερνήσωμεν. Ἂν δὲν ἐπράξετε τοῦτο, ἀξιότιμε φίλε, δὲν πταίο-
1337μεν ἡμεῖς, ἀλλ’ οὐδέποτε εἰς κανὲν ὑπουργεῖον δὲν θέλομεν δώσει
1338καταδικαστικὴν ψῆφον, ἂν δὲν ἔχωμεν ὅλα τὰ ἐχέγγυα, ὅτι δύ-
1339ναται νὰ σχηματισθῇ κυβέρνησις καλλιτέρα τῆς ὑπαρχούσης.
1340Ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου καὶ ἡ μερὶς εἰς τὴν
1341ὁποίαν καυχῶμαι ὅτι ἀνήκω, σᾶς ἐξέφρασε τὴν γνώμην της
1342πῶς πρέπει νὰ καταρτισθῇ μία κυβέρνησις ἰσχυρά. Ὡμίλησε
1343περὶ συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως ὁ κ. βουλευτὴς Με-
1344σολογγίου. Ἂς μοὶ συγχωρήσῃ νὰ τῷ εἴπω μετὰ παῤῥησίας, ὅτι
1345μόνον αἱ ἀντιπάθειαι δύνανται νὰ χωρίσωσι τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο
1346μέρος· ζητήματα ἀρχῶν δὲν ὑπάρχουσι πλέον, καὶ τὸ μέχρι
1347χθὲς ὑπάρχον ἐνώπιόν μας ζήτημα τοῦ κόμητος Σπόννεκ ὁ ἡγε-
1348μὼν ἐν τῇ συνέσει του τὸ ἀφῄρεσεν. Ὅσα καὶ ἂν θέλωσι νὰ λέ-
1349γωσιν, ἡ θέλησις τοῦ ἡγεμόνος διατηρεῖται καὶ θέλει διατηρηθῇ.
1350§67ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ἰδέα προσωπικὴ ἰδική μου.
1351§68ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ γνωρίζω πολὺ καλὰ, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ
1352σᾶς δώσω ἀπάντησιν εἰς τὴν ἰδέαν ταύτην· ἀλλ’ ἀφοῦ τοιαύτη
1353ἰδέα ἐῤῥίφθη, ἔστω καὶ παρὰ τοῦ Κ. Σακελλαριάδου, ἔπρεπε νὰ
1354δώσω τοιαύτην ἀπάντησιν.
1355§69ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Θὰ τὸ ἐπαναλάβω καὶ πάλιν, τὸν λόγον
1356Κ. Πρόεδρε.
1357§70ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας
1358δὲν ἠμπορεῖ οὔτε αὐτὸ νὰ μᾶς διαχωρίσῃ· καὶ ἤδη ἔχομεν τὸ
1359γεγονὸς, ὅτι δύω σύμβουλοι τῆς ἐπικρατείας προσελήφθησαν
1360εἰς ἓν ἀπὸ τὰ ὑπουργεῖα τὰ προηγηθέντα· καὶ ἂν ἦτο τῳόντι
1361πειρακτικὸν τὸ νὰ καθήσῃ ὁ Κόμης Σπόννεκ εἰς τὴν τράπεζαν
1362τοῦ Βασιλέως, παρὰ τοῦ ὁποίου ἐφιλοξενεῖτο, εἶναι ὀλίγον τι
1363ἀξιοπαρατήρητον νὰ καθήσουν ἐδῶ εἰς τράπεζαν ὑπουργικὴν,
1364φέρουσαν ὡς σημαίαν τὴν κατάργησιν τοῦ συμβουλίου δύω
1365μέλη αὐτοῦ.
1366Δὲν μᾶς χωρίζουν λοιπὸν, εἰμὴ συμπάθειαι καὶ ἀντιπάθειαι,
1367τὰς ὁποίας ὀφείλομεν νὰ καταθέσωμεν, ἂν θέλωμεν νὰ σχημα-
1368τίσωμεν κυβέρνησιν ἰσχυρὰν· καὶ εἰς ἐκεῖνον, ὅστις πρὸ ὀλίγου
1369εἶπεν, ὅτι ἐνδιαφέρεται περισσότερον ἐμοῦ διὰ τὴν Ἑλλάδα,
1370τῷ λέγω, ἐὰν πραγματικῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κρατοῦσι τὸ
1371Κράτος διῃρημένον καὶ τὴν Βουλὴν ταύτην καὶ τὴν κοινὴν γνώ-
1372μην ἐνώπιον τῆς ἀνάγκης τῆς πατρίδος, αἰσθάνωνται, ὅτι ὀφεί-
1373λουν νὰ καταθέσουν τὰ ἰδιαίτερά των, ὅπως δώσωσιν ἀλλήλοις
1374τὰ χεῖρας, ἵνα τέλος πάντων ἴδωμεν μίαν κυβέρνησιν ἰσχυρὰν,
1375ἐγὼ πρῶτος θέλω σᾶς ἀκολουθήσει ὡς ἔσχατος στρατιώτης,
1376χωρὶς νὰ ἔχω οὐδεμίαν ἀπαίτησιν, εἰμὴ νὰ κύπτω εἰς τὰ
1377συνηνωμένα νεύματά των, τὰ ὁποῖα τότε, ἀλλὰ μόνον τότε,
1378θὰ τὰ θεωρήσω ὡς νεύματα παριστῶντα τὴν φωνὴν τῆς πα-
1379τρίδος των. Εἶσθε ἕτοιμοι; ἠμπορεῖτε νὰ καταρτίσητε κυβέρ-
1380νησιν· ἔχετε ἀνάγκην καὶ αὐτῆς τῆς ἄλλης μερίδος; δὲν σᾶς
1381τὴν ἀρνούμεθα, προχωρήσατε· ἡμεῖς εὐθύνην ἐνώπιον τοῦ τόπου
1382δὲν ἠμπορούσαμεν ν’ ἀναλάβωμεν καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι κυβέρ-
1383νησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δὲν ἠμπορεῖ νὰ σχηματισθῇ.
1384§71Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε· παρακαλῶ δύω λέξεις
1385διὰ τὸ προσωπικόν.
1386§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ Κ. Ῥηγόπουλος.
1387§73ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί! Σοβαρὰ καὶ θλιβερὰ
1388συνάμα γεγονότα ἀναπτύσσονται ἐπὶ εἴκοσι καὶ πλέον ἡμέρας
1389ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο μάλιστα δὲν συμ-
1390φωνῶ μέ τινα ἐκ τῶν ἐντίμων προαγορευσάντων, τὸν Κ. Δελη-
1391γεώργην, διϊσχυρισθέντα ὅτι δὲν πρέπει νὰ λέγωνται ἀπὸ τοῦ
1392βήματος τούτου, ἀλλὰ νὰ μένωσι τὰ πλεῖστα ἐν τῷ κρυπτῷ. Τὸ
1393βῆμα τοῦτο, Κύριοι, εἶναι τὸ Σινᾶ τῶν νεωτέρων χρόνων· ἑπομέ-
1394νως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔχει καθῆκον ἕκαστος βουλευτὴς
1395νὰ ἀποκαλύπτῃ ὅλα τὰ ἀφορῶντα τὸ ἔθνος, εἴτε γενικὰ εἴτε με-
1396ρικὰ, διὰ νὰ γνωρίζῃ ὁ λαὸς, ὅστις μᾶς ἐξέλεξεν ἀντιπροσώ-
1397πους του, τί πράττομεν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ἂν τὸν ἀπα-
1398τῶμεν ἢ ὄχι, καὶ οὕτως ἐξυπνήσῃ μίαν ἡμέραν καὶ ἐννοήσῃ
1399καθαρῶς ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματά του καὶ τὰ καθήκοντά του.
1400Καὶ πιστεύσατε, Κύριοι, ὅτι σκοπὸν δὲν εἶχον νὰ λάβω σήμε-
1401ρον τὸν λόγον, διὰ νὰ μὴν αὐξήσῃ ἴσως ὁ ἐρεθισμὸς εἰς τοι-
1402αύτην τῶν πραγμάτων κατάστασιν, ἂν δὲν μ’ ἐξεβίαζε καθῆ-
1403κον ὑπέρτερον, ἡ ἰδέα ἐκείνη τοῦ ὅτι πρέπει νὰ μάθῃ ὁ Ἑλλη-
1404νικὸς λαὸς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Φρονῶ
1405ἑπομένως, ὅτι, ἂν σήμερον ἐσιώπων, θὰ ἦτον προδοσία κατὰ
1406τοῦ λαοῦ, ὅστις εὐηρεστήθη νὰ μ’ ἀποστείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν
1407ταύτην.
1408Ἀλλ’ ὅσον θλιβερὸν καὶ ἂν ᾖναι, Κύριοι, ὑπό τινας ἐπό-
1409ψεις τὸ σημερινὸν θέαμα, τὸ ἔθνος ὅμως δὲν χάνεται, ἀλλὰ
1410μάλιστα λαμβάνει νέαν ζωήν. Τὸ θέαμα τοῦτο εἶναι ἀναπό-
1411φευκτον, ἀναγκαῖον καὶ ὠφέλιμον. Διὰ τῆς ἐλευθέρας συζητή-
1412σεως καὶ διὰ τῆς γινομένης πολιτικῆς ἀναλύσεως θὰ ἀνοίξῃ
1413τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ θὰ προοδεύσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Διὰ τῆς
1414ἐλευθέρας συζητήσεως τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν πραγμάτων ἐξέρχε-
1415ται ἡ ἀλήθεια καὶ διὰ τῆς πολιτικῆς ἀναλύσεως ἀποκαλύπτον-
1416ται οἱ χαρακτῆρες ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, τοῦ μέχρι τοῦδε εὑρι-
1417σκομένου εἰς ἀπάτην. Καὶ τότε μόνον, Κύριοι, θὰ σχηματισθῇ
1418καὶ τὸ ἀληθὲς κριτήριον τοῦ λαοῦ, ἡ ἀληθὴς κοινὴ γνώμη, τὴν
1419ὁποίαν οὐδεὶς θὰ δύναται πλέον νὰ ἐξαπατᾷ.
1420Καὶ ποῖον εἶναι τὸ θέαμα τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται σήμερον
1421ἐνώπιόν μας; Εἶναι θέαμα ἐξουσίας.— Ἀλλὰ τί εἶναι, Κύριοι,
1422ἐξουσία; (καὶ δὲν κατακρίνω κανένα πολιτικὸν, εἰλικρινῆ ὅμως
1423καὶ πατριώτην, ἐπιθυμοῦντα τὴν ἐξουσίαν). Ἡ ἐξουσία εἶναι
1424στάδιον ἐφαρμογῆς ἀρχῶν, ἰδεῶν, πεποιθήσεων, ἑνὸς πολιτικοῦ
1425σχεδίου, σκοπὸν ἔχοντος τὴν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν βελτίωσιν τῆς
1426πατρίδος, καὶ ὄχι μέσον πρὸς ἐκπλήρωσιν ματαιότητος καὶ
1427ἰδιοτελείας. Ἡ ἐξουσία, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀξίωμα — πρέπει
1428πλέον νὰ τὸ ἐννοήσωμεν — μάλιστα δὲ εἰς τὴν ἰσόνομον Ἑλλάδα·
1429εἶναι ἐκπλήρωσις ἱεροῦ καθήκοντος, εἶναι ὑπηρεσία, διακονία,
1430ὡς τὴν διετύπωσεν ὁ θεάνθρωπος, Ἰησοῦς. Ὅταν εἶπεν, ὅτι ὁ
1431θέλων νὰ ᾖναι πρῶτος, πρέπει νὰ ᾖναι ὁ ὑπηρέτης τῶν ἄλλων,
1432τί ἐννοοῦσεν ὁ Χριστὸς καὶ μετ’ αὐτοῦ ὅλοι οἱ ἀληθινοὶ δημο-
1433σιογράφοι, οἱ ἀναπτύξαντες τὰς ἀρχὰς αὐτὰς τοῦ Εὐαγγελίου;
1434Ἐννοοῦσαν, ὅτι ἡ ἐξουσία δὲν εἶναι μέσον πρὸς θεραπείαν ἐγω-
1435ϊστικῶν παθῶν καὶ αἰσχρᾶς ἰδιοτελείας, ἀλλὰ ὑπηρεσία πρὸς
1436τὸν λαὸν, πρὸς τὴν πατρίδα. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀξιοκατάκριτος
1437ὁ ἔχων ἀρχὰς, πεποιθήσεις, σύστημα, πατριωτισμὸν καὶ ζη-
1438τῶν τὴν ἐξουσίαν, διότι θὰ πραγματοποιήσῃ οὕτω τὰς ἀρχάς
1439του, τὸ σχέδιόν του πρὸς τὸ καλὸν τοῦ ἔθνους· ἀπ’ ἐναντίας ὁ
1440τοιοῦτος ἔχει ὄχι μόνον δικαίωμα νὰ ζητῇ τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ
1441καθῆκον. Ὅστις ὅμως δὲν ἔχει πεποιθήσεις, ἀρχὰς, κανὲν σχέδιον,
1442ὅστις εἶναι ἄνθρωπος παθῶν καὶ ἰδιοτελείας, ὁ τοιοῦτος εἶναι
1443ἀξιοκατάκριτος καὶ δὲν πρέπει νὰ ζητῇ οὔτε νὰ λαμβάνῃ τὴν
1444ἐξουσίαν.— Πῶς δὲ θὰ κρίνωμεν τὸν τοιοῦτον; ἀπὸ τὴν δια-
1445γωγήν του. Καὶ τὰ σήμερον διαδραματιζόμενα ἐν Ἑλλάδι ἐφώ-
1446τισαν, Κύριοι, μὴν ἀμφιβάλλετε, τὴν κοινὴν γνώμην καὶ ὡς
1447πρὸς τὰ πρόσωπα καὶ ὡς πρὸς τὰ πράγματα.
1448Κύριοι, ἴσως ἐκ τοῦ προοιμίου τούτου ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἐγὼ
1449κηρύττομαι σήμερον ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδούρου. Ὄχι,
1450Κύριοι. Ἐγὼ ἀνήκω εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἀλλὰ ἀντιπολί-
1451τευσιν ἀρχῶν, καὶ ὄχι προσωπικοτήτων. Τὸ λέγω διὰ νὰ τ’
1452ἀκούσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου ἕως τοῦ ἄλλου·
1453διότι ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη ἀπεφάσισα καὶ ἐπῆρα τὸν σταυρὸν ἐπὶ
1454τῶν ὤμων μου καὶ οὐδέποτε ἐπρόδοσα τὸν φιλότιμον καὶ εὐ-
1455γενῆ αὐτὸν λαόν. Ναὶ, ἀνήκω εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν ἐκεί-
1456νην, ἥτις, ὑπὸ τὴν προσωπικὴν μὲν ἔποψιν, δὲν πρέπει νὰ φέρῃ
1457στίγματα τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ νὰ ᾖναι ζωντανὴ ἐγγύησις
1458τοῦ μέλλοντος, ὑπὸ τὴν ἔποψιν δὲ τὴν πραγματικὴν, νὰ ἔρχεται
1459μὲ ἓν σύστημα ἀρχῶν, μὲ ἓν σχέδιον νέων ἰδεῶν, διὰ νὰ φέρῃ
1460μίαν ἀληθινὴν βελτίωσιν εἰς τὸ πολυπαθὲς ἔθνος μας. Τοιαύτην
1461ἐννοῶ ἐγὼ τὴν ἀντιπολίτευσιν, τὴν μόνην δυναμένην νὰ
1462σώσῃ ἐκ νέου τὴν πατρίδα μας. Καὶ ὅστις ἔδειξεν ἢ δει-
1463κνύει διαγωγὴν ἀντιφατικὴν καὶ ἀποκαλύπτουσαν κάθε ἄλλο
1464παρὰ τὴν πατριωτικὴν ταύτην ἰδέαν, ὁ τοιοῦτος ἐξέρχεται
1465τῆς ἀντιπολιτεύσεως ταύτης καὶ τὴν προδίδει. Διὰ τοῦτο
1466Κύριοι, καὶ σήμερον καταψηφίζω, καθὼς προχθὲς, κατὰ τοῦ
1467ὑπουργείου Κουμουνδούρου, καθόσον νομίζω, ὅτι τὸ κυβερνη-
1468τικὸν αὐτὸ σύστημα, ὡς ἦτον μέχρι τοῦδε, εἶναι ὑπὸ πολλὰς
1469ἐπόψεις βλαπτικὸν εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Καὶ διὰ τὸν
1470αὐτὸν λόγον, ἐπίσης, ἐν ᾧ ἀνήκω εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ὡς
1471πρέπει νὰ ἐννοηθῇ αὕτη, ἀφ’ ἑτέρου ἀποδοκιμάζω τὰς ἐπὶ
1472εἴκοσιν ἤδη ἡμέρας ἐλεεινὰς σκηνὰς καὶ κατακρίνω τὴν διαγω-
1473γὴν τινῶν ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς, οἵτινες ἀποδείξαντες καὶ ἀνι-
1474κανότητα καὶ πάθη καὶ σκοποὺς ἄλλους, ἠμαύρωσαν καὶ διῄρε-
1475σαν τὴν ἀντιπολίτευσιν. Διὰ τοῦτο ἀπεχωρίσθην καὶ ἀπό τινας
1476φίλους μου· καὶ πιστεύσατε, Κύριοι, ὅτι μὲ λύπην μου σᾶς
1477τὸ λέγω, διότι εἰς εὐαίσθητον ἄνθρωπον εἶναι θλιβερὸν ν’ ἀπο-
1478χωρισθῇ ἀπὸ φίλους, μεθ’ ὧν συνήλλαξεν αἰσθήματα καὶ ἰδέας·
1479καὶ τοῦτο ἴσως τὸ συναισθάνεται—θέλω νὰ τὸ πιστεύσω—ἕνας
1480ἐξ αὐτῶν, ἐκεῖ μακρὰν καθήμενος, ὅστις θὰ ἐνθυμῆται. Ἀλλὰ,
1481κατ’ ἐμὲ, ἐκεῖνοι ἐξῆλθον· ἐγὼ ἔμεινα εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον.
1482Ἐνώπιον δὲ τῆς πατρίδος καὶ αἱ συμπάθειαι καὶ αἱ ἀντιπάθειαι
1483σιωποῦν.
1484§74Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ποῖοι εἶναι αὐτοί;
1485§75ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς ἠξεύρετε· τινὲς ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύ-
1486σεως. Ἀλλ’ ἂς προβῶμεν. Ἐπιτρέψατε ἤδη, Κύριοι, νὰ ἐξετά-
1487σωμεν πρὸς στιγμὴν τὰ διαδραματιζόμενα ....
1488§76ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τί νὰ τὰ ἐξετάσωμεν;
1489§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
1490§78ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει ὁ λαὸς νὰ ἐννοήσῃ τὴν σημα-
1491σίαν τῶν γινομένων. Θέλω προσπαθήσει τὸ συντομώτερον.
1492Τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου κατεπολεμήθη ἀπὸ τὴν πλει-
1493ονοψηφίαν τῆς Βουλῆς· ἀπεσύρθη καὶ ἔπραξε συνταγματικῶς.
1494Προσεκλήθη ἡ ἀντιπολίτευσις, ἥτις συνέκειτο ἀπὸ μίαν
1495πλειονοψηφίαν. Ὑπῆρχον δὲ ὅροι τινὲς, μετὰ τὴν παραδοχὴν
1496τῶν ὁποίων, ἡ ἀντιπολίτευσις ὤφειλε νὰ λάβῃ τὴν ἐξουσίαν.
1497Ἀλλὰ δὲν θέλω οὐδὲ ἀξίζει ν’ ἀναφέρω λεπτομερείας τινὰς,
1498αἱ ὁποῖαι οὔτε πολὺ ἔντιμοι, οὔτε εὐάρεστοι εἶναι εἴς τινας
1499καυχωμένους πατριώτας· δὲν κάμνω λόγον οὔτε διὰ τὰς
1500μικροπρεπεῖς ῥαδιουργίας, οὔτε διὰ τὰς φανερὰς προφάσεις,
1501οὔτε διὰ τὰς ματαιότητας καὶ τὸν δόλιον τρόπον τινῶν, ἢ
1502ἴσως ἑνὸς μόνου, καὶ ἐν γένει σιωπῶ ἐπὶ τῶν διατρεξάντων
1503μεταξὺ τῶν δύω λεγομένων ἀρχηγῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως.
1504Ταῦτα ἀφοροῦν αὐτοὺς καὶ μόνους· καὶ ἂν δύναταί τι νὰ ἐξέλθῃ
1505ἐκ τῶν ἐλεεινῶν αὐτῶν ἀδυναμιῶν, τοῦτο βεβαίως χρησιμεύει
1506εἰς τὸ ν’ ἀνοίξῃ τῶν ἠπατημένων τοὺς ὀφθαλμούς. Περιορίζομαι
1507μόνον νὰ εἴπω, πῶς, ἀφοῦ οἱ ὅροι ἐγένοντο παραδεκτοὶ, πῶς
1508ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπὶ τόσας ἡμέρας μένει διῃρημένη, καὶ
1509δεύτερον, τί ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς συγκροτήσεως τῶν δύο
1510ὑπουργείων αὑτῆς.
1511Διῃρέθη, Κύριοι, ἡ ἀντιπολίτευσις ἀπὸ πραγματικὰ ζητή-
1512ματα, δηλαδὴ, ἀπὸ ἀρχάς; ὑπῆρξε κανὲν ζήτημα οἰκονομικὸν,
1513διοικητικόν; τοῦτο ἤθελον τὸ ἐννοήσει. Ἐδύνατο τῷ ὄντι νὰ
1514ἐπέλθῃ διχογνωμία τις μεταξὺ τῶν δύω μερίδων τῆς ἀντιπολι-
1515τεύσεως ἀπὸ ἓν ζήτημα ἀρχῶν. Ἀλλ’ ὄχι. Τὴν ἀντιπολίτευσιν
1516τὴν διῄρεσαν τινὲς χάριν προσωπικῶν μόνον ζητημάτων, καὶ
1517τίποτε ἄλλο. Ὅτι δὲ δὲν ὑπῆρχον ἀρχαὶ ἀλλὰ προσωπικοὶ
1518σκοποὶ εἰς ἐκείνους, οἵτινες διῄρεσαν τοσοῦτον ἐλεεινῶς τὴν
1519ἀντιπολίτευσιν, ἀποδεικνύεται, ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν ἄλλην δια-
1520γωγὴν αὑτῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν τρόπον τῆς συγκροτήσεως
1521καὶ τὸ προσωπικὸν τῶν δύω γενομένων ὑπουργείων. Ἡ ἀντιπο-
1522λίτευσις ἔλεγεν, ὅτι πρέπει νὰ βαδίσῃ ἐντὸς τῶν ἀρχῶν αὑτῆς,
1523ὅτι προτίθεται νὰ πραγματοποιήσῃ σύστημα ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς
1524βελτιώσεως διὰ προσώπων, τὰ ὁποῖα νὰ ᾖναι ἐνσάρκωσις τῶν
1525ἀρχῶν αὑτῶν, νὰ ἔχωσι πεποίθησιν εἰς αὐτὰς καὶ οὕτω νὰ
1526ᾖναι ἀποχρῶσαι ἐγγυήσεις. Διότι, σᾶς ἐρωτῶ, δὲν εἶναι τῷ
1527ὄντι ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀρχὴ καὶ σύστημα καὶ ἐγγύησις; Πῶς
1528θέλετε ἄνθρωπος, μὴ ἔχων πεποίθησιν εἰς ἓν σύστημα, ἢ ἔχων
1529ἐναντίαν, νὰ δύναται νὰ πραγματοποιήσῃ αὐτό; Ὑποθέσατε,
1530διὰ μίαν στιγμὴν, ὅτι ἐγὼ ἐπὶ πολλὰ ἔτη εἶμαι ὑπέρμαχος τοῦ
1531ἀπολυτισμοῦ (ἐγὼ βεβαίως δὲν εἶμαι, διότι ὑπῆρξα, ὡς γνωστὸν,
1532ὑπέρμαχος πάντοτε τῆς καθαρᾶς συνταγματικῆς πολιτείας),
1533ἀλλ’ ὑποθέσατε· ἢ φρονῶ, λόγου χάριν, ὅτι τὸ ἀποταμιευτικὸν
1534σύστημα εἶναι κοινωφελὲς, ἢ ὅτι τὸ δεῖνα πολιτικὸν σῶμα
1535εἶναι μία ἐθνικὴ ἀνάγκη, καὶ μάλιστα ἀποτελῶ μέρος αὐτοῦ,
1536πῶς θέλετε, πρὸς θεοῦ, ἐρχόμενος σήμερον εἰς τὴν ἐξουσίαν
1537νὰ δύναμαι καὶ νοημόνως καὶ εἰλικρινῶς νὰ πραγματοποιήσω,
1538νὰ ἐφαρμόσω ἓν σύστημα ὅλως ἀντίθετον εἴτε πολιτικὸν,
1539εἴτε οἰκονομικὸν, εἴτε διοικητικόν; Ὄχι, βεβαίως. Βλέπετε
1540λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι καὶ ἀρχὴ καὶ σύστη-
1541μα καὶ ἐγγύησις. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπὸν ἤδη, καὶ τὰ δύω
1542γενόμενα ὑπουργεῖα, καὶ τοῦ Κ. Βούλγαρη καὶ τοῦ Κ.
1543Δεληγεώργη, συνέκειντο ἀπὸ στοιχεῖα ὁμογενῆ, ἀπὸ ἐγγυήσεις
1544ἀποχρῶσας, συμφώνως μὲ τὰς κηρυττομένας ὑπὸ τῆς ἀντιπολι-
1545τεύσεως ἀρχὰς, ἢ περιεῖχον ἀντίθεσιν, ἑτερογένειαν; Ναὶ, καὶ
1546τὰ δύω ἦσαν πολιτικὰ ἐκτρώματα. Τὰ δὲ πολιτικὰ ἐκτρώ-
1547ματα τὶ ἄλλο ἀποδεικνύουν, Κύριοι, εἰμὴ ἔλλειψιν ἀρχῶν, καὶ
1548μόνον πάθη καὶ ἐγωϊσμὸν καὶ ματαιότητα; Οὕτω δὲ, Κύριοι,
1549ἐνῷ ἡ ἀντιπολίτευσις καὶ τὸ ἔθνος δὲν δικαιόνουν ἀλλὰ κατα-
1550δικάζουν τὴν κυβέρνησιν τοῦ Κ. Κουμουνδούρου, οἱ ὀλίγοι
1551ἐκεῖνοι, οἱ διαιρέσαντες τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ ἀποδείξαντες
1552ὅτι δὲν ἀγωνίζονται περὶ ἀρχῶν, ἐδικαίωσαν αὐτὸν μεγάλως.
1553Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, διατὶ καὶ τὰ δύω ἐκεῖνα ὑπουργεῖα νὰ μὴν
1554ἔλθουν νὰ ὑποστοῦν δοκιμὴν εἰς τὴν Βουλὴν; Διατὶ νὰ παραι-
1555τηθῶσι πρὶν δοκιμασθῶσιν; Ἡ διαγωγή των αὕτη ἐπισφρα-
1556γίζει ἔτι μᾶλλον τοὺς λόγους μου, καὶ ἀποδεικνύει συνάμα
1557συναίσθησιν ἐνοχῆς καὶ ἔλλειψιν γενναιότητος. Ἂν δὲ δὲν εἶχον
1558τὴν πλειονοψηφίαν οἱ διαιρέσαντες τὴν ἀντιπολίτευσιν, δὲν
1559ἔπρεπε νὰ σχηματίσωσιν ὑπουργεῖον. Πᾶν ἄλλο δὲν εἶναι δι-
1560καιολόγημα, ἀλλὰ πρόφασις. Ὁ δὲ κόσμος ἤρχησε σήμερον
1561νὰ ἐννοῇ τὴν ἀλήθειαν, περὶ τούτου μὲν ἀμφιβάλλετε.
1562Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀφοῦ καὶ τὰ δύω ἐκεῖνα ὑπουργεῖα παρῃτή-
1563θησαν, τὶ ἔπρεπε νὰ γίνῃ; Κατ’ ἐμὲ, δὲν ἔπρεπε οὔτε νὰ προσ-
1564κληθῇ ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, οὔτε ν’ ἀναδεχθῇ οὗτος σχημα-
1565τισμὸν Κυβερνήσεως.
1566§79ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὶ θορυβοῦν εἰς τὸ ἀκροα-
1567τήριον;
1568§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν προέρχεται ὁ θόρυβος ἀπὸ κακὴν πρόθεσιν,
1569ἀλλ’ ἀπὸ τὴν στενοχωρίαν, διότι εἶναι παρὰ πολὺ πλῆθος.
1570§81ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, τὸ ν’ ἀναλάβῃ τὴν
1571συγκρότησιν κυβερνήσεως ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος τοῦτο δὲν ἦτον
1572συνταγματικὸν, διότι οὗτος μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἶχε
1573καταψηφισθῆ ἀπὸ τῆς Βουλῆς τὴν πλειονοψηφίαν. Τὶ ἔπρεπε
1574λοιπὸν νὰ γίνῃ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν;
1575Δὲν ἐπεμβαίνω βεβαίως εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Βασιλείας,
1576συμφώνως μὲ τοὺς ῥητοὺς ὅρους τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἐκ-
1577φράζω μίαν γνώμην. Κατ’ ἐμὲ, καὶ συνταγματικὸν καὶ σύμ-
1578φωνον μὲ τὰς περιστάσεις καὶ συμφέρον εἰς τὸ ἔθνος ἦτον νὰ
1579σχηματισθῇ μία Κυβέρνησις πάντοτε, ἐννοεῖται, ἀπὸ τὴν ἀντι-
1580πολίτευσιν, ἀλλὰ κυβέρνησις, τῆς ὁποίας τὰ μέλη νὰ μὴν
1581εἶχαν λάβει μέρος εἰς κανὲν ἐκ τῶν δύω ἐκείνων γενομένων
1582ὑπουργείων. Καὶ τότε, ἂν μετὰ μίαν δοκιμασίαν ἐν τῇ Βουλῇ,
1583δὲν εἶχε τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ τὴν πλειονοψηφίαν, νὰ ληφθῇ τὸ
1584μέτρον ἢ τῆς λήξεως τῆς συνόδου, ἢ αὐτῆς τῆς διαλύσεως
1585τῆς Βουλῆς. Ἡ δὲ πρόσκλησις ἄλλων ἀνδρῶν ἐκ τῆς ἀντιπο-
1586λιτεύσεως ἐδύνατο καὶ συνταγματικῶς νὰ γίνῃ καὶ πιθανώ-
1587τατα μία τοιαύτη κυβέρνησις νὰ τελεσφορήσῃ, διότι ἡ ἀντι-
1588πολίτευσις, βεβαίως, δὲν ἐνόησε ποτὲ, ὅτι δύω τρεῖς ἐκ τῶν
1589μελῶν της ἐδύναντο νὰ σύρωσιν αὐτὴν τυφλῶς εἰς τὰς αὐθαι-
1590ρέτους καὶ παραλόγους ὀρέξεις των. Ἄλλως, πιστεύω, ἤθελον
1591ἀδικήσει τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἂν ἐφρόνουν τὸ ἐναντίον.
1592§82ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Προσεκλήθη ὁ Κ. Ῥοῦφος.
1593§83ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν ἐσχημάτισεν ὑπουργεῖον· ἐκτὸς
1594δὲ τούτου, δὲν ἀνῆκεν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν. Τοιαύτη, νομίζω,
1595Κύριοι, ἦτον ἴσως ἡ καταλληλοτέρα λύσις τοῦ ἐλεεινοῦ ἀλλ’
1596ἀναγκαίου δράματος, τὸ ὁποῖον ἐκτυλίσσεται ἐπὶ τόσας ἡμέ-
1597ρας ὑπὸ τὰ ὄμματά μας. Καὶ τὸ μὲν σημερινὸν ὑπουργεῖον
1598θέλει καὶ πάλιν καταψηφισθῆ, εἰς δὲ τὴν Βασιλείαν ἐναπό-
1599κειται νὰ φέρῃ τὴν δέουσαν θεραπείαν, ἐξασκοῦσα τὰ δικαιώ-
1600ματά της. Εἰς δὲ τὴν Βουλὴν, καλλίτερον φωτιζομένην ἀπὸ
1601τόσα διδακτικὰ γεγονότα, νὰ μὴ λησμονήσῃ τὰ ἱερὰ αὐτῆς
1602καθήκοντα, ἂν θέλῃ, ὡς πιστεύω, νὰ ἐγερθῇ ἡ πεσοῦσα πα-
1603τρίς μας.
1604Τοιαύτη εἶναι, Κύριοι, ἡ ἀληθινὴ κατάστασις τῶν πραγ-
1605μάτων. Ἂν δὲ ἔλαβον καὶ σήμερον τὸν λόγον, τοῦτο ἔπραξα,
1606ἐπαναλαμβάνω, διὰ νὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καθαρὰν τὴν
1607ἀλήθειαν καὶ νὰ μὴ γίνῃ τοῦ λοιποῦ θῦμα τῆς σκληρᾶς προ-
1608δοσίας τινῶν· διὰ νὰ μάθῃ, ὅτι τὸ σύστημα τοῦ μυστικισμοῦ
1609ἔπεσεν ἀπὸ τῆς 10 Ὀκτωβρίου, καὶ ἀποτείνομαι πρὸς τοὺς
1610καυχωμένους ὡς ἐπαναστάτας καὶ ὡς ἔχοντας ἀρχὰς, ἐξ ὧν
1611τινὲς ἐπιθυμοῦν ἴσως νὰ τὸ ἐπαναφέρουν. Πρέπει λοιπὸν τὰ
1612πάντα νὰ ἀποκαλύπτωνται, διὰ νὰ σχηματισθῇ ἡ κοινὴ γνώ-
1613μη καὶ φανῇ ὁ χαρακτὴρ ἑνὸς ἑκάστου ἐν Ἑλλάδι.— Πιστεύω,
1614Κύριοι, ἀκραδάντως, ὅτι τὰς ἰδέας ταύτας συμμερίζονται οἱ
1615πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν, καθόσον τὰ σημερινὰ εἶναι σκιὰ διαβαί-
1616νουσα, ἡμεῖς δ’ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ καθιερώσωμεν πολιτικὴν
1617ἠθικὴν, μόνην δυναμένην νὰ σώσῃ καὶ προάξῃ τὴν πατρίδα
1618μας· ἀλλὰ καὶ μόνος ἂν ἐπρόκειτο νὰ μείνω, ἤθελον μείνει
1619καὶ μόνος, Κύριοι! Καὶ σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ σταθῶ
1620πάντοτε, εἶναι ἡ συνείδησίς μου· καὶ διὰ μόνης τῆς συνειδή-
1621σεως σώζονται τὰ ἔθνη. Σημαίαν δὲ ἔχω τὴν 10 Ὀκτωβρίου,
1622ἤγουν μίαν πραγματικὴν μεταβολὴν, μίαν ἀληθινὴν βελτίωσιν
1623εἰς τὸ ἔθνος. Φίλους μου δὲ, τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, διότι οὔτε
1624τὸν ἐπρόδοσα οὔτε θέλω τὸν προδώσει. Πιστεύσατε δὲ, Κύριοι,
1625ὅτι ὁ λαὸς αὐτὸς, τοῦ ὁποίου τὰ δεινὰ ὑπερεξεχείλισαν, δὲν
1626ἀνέχεται πλέον τὸν ἐμπαιγμόν του, ἐνόησε τὰς αἰτίας τῶν
1627πόνων του, καὶ προσέξατε μὴν ἐγερθῇ αὔριον φοβερὸς ἐνώ-
1628πιον ἡμῶν ὅλων ὡς ἄλλος Ἡρακλῆς! (Εὖγε Εὖγε!)
1629§84ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Ἡ Βουλὴ γινώσκει καλῶς ὅτι εἰς τὰς σπανίας
1630περιπτώσεις, καθ’ ἃς λαμβάνω τὸν λόγον, συγκεφαλαιῶ μᾶλ-
1631λον ἢ συζητῶ· τοῦτο θέλω πράξει ἐν ὀλίγοις καὶ τώρα. Ἐτέθη
1632ἐπὶ τῆς τραπέζης τῆς Βουλῆς πρότασις τοῦ ὑπουργείου περὶ
1633ἐμπιστοσύνης· τώρα, ἐρωτῶ, ἡ πρότασις αὕτη ἀναφέρεται εἰς
1634τὸ παρελθὸν ἢ εἰς τὸ μέλλον; Ἂν ἀναφέρηται εἰς τὸ παρελ-
1635θὸν, ἀπαντῶ διὰ βραχέων· τὸ παρελθὸν ζήτημα ἐλύθη ὁριστι-
1636κῶς διὰ τῆς ψηφοφορίας τῆς 13 Ὀκτωβρίου· λέγετε, πῶς!
1637ἐπειδὴ ὑπέστημεν ἧτταν τινὰ, δὲν δυνάμεθα καὶ πάλιν νὰ κα-
1638ταβῶμεν εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης; Ὄχι· ὅταν ἐθέσατε τότε
1639τὸ ζήτημα ὡς ζήτημα ὑπουργικὸν (question de cabinet), ὅταν
1640ἡττήθητε, καὶ μετὰ τὴν ἧτταν παρῃτήθητε, δὲν δύνασθε πλέον
1641νὰ ἀνακαλῆτε τὸ παρελθόν. Ὡς πρὸς τὸ μέλλον, συμφωνῶ πλη-
1642ρέστατα μὲ τοὺς συναδέλφους μου ΚΚ. Δεληγιώργην καὶ Χριστό-
1643πουλον. Ἀντισυνταγματικὸν, ἀντισυνταγματικώτατον τὸ μέτρον
1644τοῦτο· ἀντισυνταγματικὴ ἡ πορεία τοῦ νέου ὑπουργείου. Πῶς!
1645λαμβάνετε τὰς ἡνίας τῆς κυβερνήσεως, δίδετε τὸν ὅρκον παρὰ τῷ
1646Ἡγεμόνι, καὶ μετὰ ταῦτα ἔρχεσθε νὰ ζητήσετε ἐκ τῶν προτέρων
1647ψῆφον ἐμπιστοσύνης; Καὶ τὶ σημαίνει τοῦτο; Δὲν σημαίνει οὐσι-
1648ωδῶς εἰ μὴ ὅτι θὰ ὑποβάλετε τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τοῦ
1649ἡγεμόνος εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς. Τὸ δικαίωμα τοῦ Βασι-
1650λέως ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν τοῦ ὑπουργείου εἶναι τῷ ὄντι ἀποκλει-
1651στικὸν, ἀπαραβίαστον· ἀφ’ οὗ ὁ ἡγεμὼν ἀπεφάσισε, καὶ σεῖς ἐδέ-
1652χθητε τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἐδόσατε τὸν ὅρκον, δὲν δύνασθε πλέον,
1653ὡς πρὸς τὸ μέλλον, εἰ μὴ νὰ ὑποκύψητε εἰς τὴν τυχὸν εἰδι-
1654κὴν ἀποδοκιμασίαν ἐπὶ ἑνὸς ἢ ἄλλου θετικοῦ ἀντικειμένου ἐκ
1655μέρους τῆς Βουλῆς· ἐκτὸς τούτου, δὲν δύνασθε ἐκ τῶν προτέρων
1656νὰ θέσητε ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Μᾶς λέγετε, τὸ ἐθέσαμεν,
1657ἐπειδὴ ἀγνοοῦμεν ἂν ἡ ἀντιπολίτευσις θέλῃ συγκροτήσει ἓν
1658σῶμα, ἂν θέλῃ διατηρηθῇ εἰς ἕνωσιν· ἂν εὑρέθη προσφάτως εἰς
1659κἄποιαν διαφωνίαν, αὐτὸ εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ
1660λυθῇ μεταξὺ τοῦ ὑπερτάτου ἄρχοντος καὶ τῶν ἀτόμων ἅτινα
1661τυχὸν θέλουσι προσκληθῆ. Ἂν ἠδυνάμην νὰ ἐκφράσω εἰδικὴν
1662γνώμην, ἤθελα σᾶς εἰπῇ ὅτι τρέφω βασίμους ἐλπίδας, ὅτι τὰ
1663προγενέστερα δὲν θέλουσιν ἐπηρεάσει τὸ μέλλον ὡς πρὸς τὸν
1664σχηματισμὸν ὑπουργείου.
1665Ὅμως, μετὰ τὴν ὁποίαν σᾶς ἔκαμα διαδήλωσιν, προσθέτω
1666τοῦτο μόνον· ὅτι, καί τοι ἀναγνωρίζων ὡς ἀντισυνταγματικὸ
1667τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη παρὰ τοῦ ὑπουργείου, καὶ εἰς τὸ
1668ὁποῖον ἐπιμένει, μόλον τοῦτο δὲν θέλω, τοὐλάχιστον αὐτὴ εἶ-
1669ναι ἡ γνώμη μου, δὲν θέλω οὔτε νὰ δικαιολογήσω οὔτε νὰ δι-
1670ορθώσω τὴν διαγωγὴν τοῦ ὑπουργείου· καὶ ἐπειδὴ τὸ ὑπουρ-
1671γεῖον ἔθεσεν ἤδη τὸ ζήτημα, καὶ ἐπειδὴ ἐπιμένει εἰς αὐτὸ, μὲ
1672τοιαύτην ἐκ μέρους μου διαδήλωσιν, μὲ τοιαύτην, τολμῶ εἰ-
1673πεῖν, διαμαρτύρησιν δέχομαι τὴν πρότασιν τῆς ἀντιπολιτεύ-
1674σεως, ἵνα λυθῇ κατ’ αὐτὴν τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ τῆς ψήφου τῆς
1675Βουλῆς.
1676§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλω θέσει τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν.
1677Δύω προτάσεις, κύριοι, κατετέθησαν· ἡ μία τοῦ ὑπουργείου·
1678«Μετὰ τὰ γεγονότα, ἅτινα ἐξέθεσε τὸ ὑπουργεῖον, καλῶς ἔπρα-
1679ξεν ἀναδεχθὲν τὴν Κυβέρνησιν, ναὶ ἢ ὄχι;» Ἡ ἑτέρα τοῦ κυ-
1680ρίου Σ. Πετιμεζᾶ· «Ἡ Βουλὴ προκληθεῖσα ὑπὸ τοῦ ὑπουρ-
1681γείου ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν ἔχει πρὸς τοῦτο ἐμπιστοσύνην.»
1682Νομίζω, ὅτι καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη ἓν καὶ τὸ αὐτὸ λέγουσι.
1683§86ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ἔ-
1684φερε τὸ ὑπουργεῖον ἐξακολουθεῖ νὰ θεωρῆται παρ’ ἡμῶν ἀπα-
1685ράδεκτος καὶ ἀντισυνταγματική· διότι μᾶς ἐρωτᾷ, ἐὰν ᾖναι
1686δυνατὸν νὰ ἀποφανθῶμεν, ἐὰν ἔκαμε καλῶς νὰ δεχθῇ τὸ ὑ-
1687πουργεῖον ἢ κακῶς. Ἤθελεν εἶσθαι ὁ μεγαλείτερος ἀντισυνταγ-
1688ματισμὸς, ἐὰν ἡμεῖς ἠθέλαμεν δεχθῇ νὰ θέσωμεν εἰς ψηφοφορίαν
1689αὐτὴν τὴν πρότασιν. Καὶ νομίζω ὅτι διαφέρουσιν αἱ προτάσεις
1690αὗται ἀπ’ ἀλλήλων καὶ ἀπέχουσιν ὅσον ἀνατολαὶ ἀπὸ δυσμῶν·
1691ἡ μὲν πρότασις τοῦ ὑπουργείου λέγει ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἔ-
1692πραξεν ἀναδεχθὲν τὴν Κυβέρνησιν, ἡ δὲ ἀποφαίνεται περὶ ἑνὸς
1693εἰδικοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσῃ ἐὰν
1694τὸ ὑπουργεῖον ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην, ναὶ ἢ ὄχι. Ὅθεν ἐμμένω
1695ἡ πρότασις τοῦ ὑπουργείου νὰ μὴ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ὡς ἀπα-
1696ράδεκτος καὶ ἀντισυνταγματική.
1697§87ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Μᾶς εἶναι ἐντελῶς ἀ-
1698διάφορον ὁποία πρότασις ψηφοφορηθῇ, ἢ ἡ πρώτη ἢ ἡ δευτέρα.
1699Δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ ὁμολογήσω καὶ πάλιν ὅτι κακὰς δίδουσιν
1700ἐξηγήσεις· διότι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἡγε-
1701μόνος, ἀλλὰ περὶ τῆς ἀνάγκης νὰ γνωρίσωμεν πῶς εὑρισκό-
1702μεθα ἐν τῇ Βουλῇ· καὶ ἐγὼ τὸ ἐπιθυμῶ καὶ νομίζω κα-
1703λὸν καὶ ἀναγκαῖον διὰ πᾶν ὑπουργεῖον νὰ γνωρίζῃ ἐκ τῶν προ-
1704τέρων πῶς εὑρίσκεται ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ σήμερον
1705πρέπει νὰ ἔχωμεν ἓν ἀποτέλεσμα ὁριστικὸν, εἶναι ἀνάγκη νὰ
1706γνωρίζῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡμεῖς καὶ ἡ κοινωνία πόθεν ἐκπηγά-
1707ζει αὐτὴ ἡ πρᾶξις. Γνωρίζομεν μίαν ἀποστασίαν λαβοῦσαν χώ-
1708ραν εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην, καὶ ἡ ἀποστασία αὕτη κατέστρε-
1709ψε τὴν σύμπνοιαν καὶ τὴν ἰσχὺν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἀπο-
1710στασία ἐξεῤῥάγη κατὰ τοῦ νομίμου αὐτῆς ἀρχηγοῦ, ὅστις ἔδω-
1711κεν ὕπαρξιν καὶ ζωὴν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν. Ἐρωτῶ, ἡ πρό-
1712τασις αὕτη εἶναι ἀποτέλεσμα συμπνοίας καὶ ἐπανόδου πρὸς τὴν
1713ἀρχαίαν τάξιν; Καὶ ἐπειδὴ ἡ διαίρεσις καὶ ἡ ἀποστασία ἐγέννησε
1714τὰς δυσκολίας εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, ἐπιθυμῶ νὰ ἠξεύρω
1715ποῦ βαδίζομεν καὶ ποῦ ἱστάμεθα. Ἔχομεν ἀνάγκην Κυβερνή-
1716σεως, θέλομεν νὰ μάθωμεν ἐὰν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν Κυβέρνησιν.
1717Ἕνεκα τούτου ἐρωτῶμεν πόθεν ἐκπηγάζει ἡ πρότασις αὕτη; Ἐκ
1718μέρους ὅλης τῆς ἀντιπολιτεύσεως; Ἡ ψηφοφορία θέλει ἀποδείξει
1719ἴσως ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλ’ ἡ ἀντι-
1720πολίτευσις προεδρευομένη ἀπὸ τὸν νόμιμον ἀρχηγόν της, ὅστις
1721ἔδωσεν ὕπαρξιν εἰς αὐτὴν, ἢ προεδρευομένη ἀπὸ ἄλλο τμῆμα ἢ
1722ἄλλους ἀνθρώπους;
1723§88ΠΕΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἴμεθα σύντροφοι ὅλοι.
1724§89ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Θέλω νὰ μάθω, ἐὰν ἡ
1725κυβέρνησις αὕτη ἐκλείψῃ, ποῦ θὰ διευθυνθῶμεν;
1726§90ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν ᾖναι συνταγματικὴ, θὰ ὑπάρξῃ ἡ κυ-
1727βέρνησις, ἐὰν δὲ δὲν ᾖναι, θὰ πέσῃ.
1728§91ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Μὴ νομίσῃ κανένας ὅτι
1729εἶναι ἐπιχείρημα μὲ κανένα σκοπὸν· εἶναι ἐπιχείρημα, ὅπερ θὰ
1730ἐκβάλῃ τὴν κοινωνίαν ἀπὸ τὸ χάος εἰς ὃ εὑρίσκεται, ἀλλὰ δὲν
1731θέλετε· ἂς ψηφοφορηθῇ λοιπὸν ἡ πρότασις αὕτη ὡς πρότασις ἐ-
1732ξερχομένη ἀπὸ ὅλην τὴν συντροφίαν.
1733§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ῥούκη, Μανουσάκη, Μποῦτε, προσκαλεῖ-
1734σθε ὡς ψηφολέκται. — Ψηφοφορεῖται ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Σ.
1735Πετιμεζᾶ, ἔχουσα οὕτως· «Ἡ Βουλὴ προκληθεῖσα ὑπὸ τοῦ ὑπουρ-
1736γείου ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν ἔχει πρὸς αὐτὸ ἐμπιστοσύνην.» Οἱ
1737παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι
1738λέγουσιν ὄχι.
1739Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
1740Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας εἶναι τὸ ἑξῆς· ἐκ τῶν 151,
1741οἱ ὁποῖοι ἐψηφοφόρησαν, οἱ μὲν 81 εἶπον ναὶ, οἱ 68 ὄχι, καὶ 2
1742ἠρνήθησαν ψῆφον. Ὅθεν ἐγένετο παραδεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κυ-
1743ρίου Πετιμεζᾶ.
1744Διαλύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 4 καὶ λεπ. 10.