1864.08.18
2,142 rows · 18,344 words · 127 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 300.
Τῆς 18 Αὐγούστου 1864.
(Τρίτη)
Ὥρα 10, 15′ π. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς Κυρίους πληρεξουσίους νὰ ἀφήσωσιν ἐλεύθερον τὸ στενογραφικὸν γραφεῖον, διότι ἐμποδίζεται ἄλλως ἡ ὑπηρεσία τῶν στενογράφων. Προσεκάλεσα χθὲς τὸ ἑσπέρας τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἐκλογικῶν νόμων, δυστυχῶς δὲν συνῆλθον εἰμὴ πολλὰ ὀλίγοι· βεβαίως, ἐπειδὴ καθ’ ἑκάστην συνερχόμεθα εἰς συνεδρίασιν, εἶναι δύσκολον καὶ νὰ ἐργαζώμεθα τὴν ἑσπέραν, ἀλλ’ ἔκτακτοι περιστάσεις ἀπαιτοῦσι καὶ ἐκτάκτους κόπους· παρακαλῶ λοιπὸν τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἀφομοιώσεως νὰ συνέλθῃ τὸ ἑσπέρας. Ἀπεφασίσαμεν, Κύριοι, νὰ συνερχώμεθα τὴν 9 ὥραν, μετὰ λύπης ὅμως βλέπω, ὅτι μόλις περὶ τὴν 11 συμπληροῦται ἡ συνεδρίασις· ἐλπίζω, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς θὰ ἤμεθα τακτικώτεροι. Ὑποβάλλεται πρότασις παρὰ τοῦ πληρεξουσίου Κ. Πυλαρινοῦ. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. Θεωροῦσα λίαν ἀναγκαῖον καὶ ἐπωφελῆ διά τε τὰ δημόσια καὶ ἰδιωτικὰ συμφέροντα τὸν διὰ τηλεγραφικῆς γραμμῆς σύνδεσμον τῶν νήσων Κερκύρας, Παξῶν, Λευκάδος, Ἰθάκης, Κεφαλληνίας καὶ Ζακύνθου μετὰ τῆς πρωτευούσης τοῦ Κράτους, ψηφίζει. Ἡ Κυβέρνησις τῆς Α. Μεγαλειότητος θέλει καταβάλει τὴν ἀπαιτουμένην προσπάθειαν ἵνα αἱ ἄνω ῥηθεῖσαι νῆσοι ὅσον ἔνεστι ταχύτερα συνδεθῶσι μετὰ τῆς πρωτευούσης τοῦ Κράτους διὰ τηλεγραφικῆς γραμμῆς.» Ποίαν ἡμέραν προσδιορίζει ὁ προτείνας;
§4ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὴ ἡ πρότασις εἶναι διοικητική.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ παραπεμφθῇ λοιπὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ προτείνας συναινεῖ;
§6ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται πρότασις παρὰ τοῦ πληρεξουσίου Κυρίου Κουμουνδούρου. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει. Ἐπιτρέπεται νὰ δαπανηθῶσι 1500 δρ. ἐκ τῆς πιστώσεως τοῦ Κεφ. 9, ἀρ. 6 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργείου πρὸς ἐπισκευὴν τῆς ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Φάληρον ἀγούσης ὁδοῦ. Οἱ Ὑπουργοὶ
Τῶν Οἰκονομικῶν
Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ.
Τῶν Ἐσωτερικῶν
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν ἡμέραν προσδιορίζετε διὰ τὴν ἀνάπτυξιν;
§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπάρχουν πιστώσεις διὰ τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν· ἐξαιτοῦμαι λοιπὸν παρὰ τῆς Συνελεύσεως ὅπως ψηφίσῃ τὴν πρότασιν ταύτην, ὅπως κατασκευασθῇ ἡ ὁδὸς Φαλήρου, ἡ ὁποία ὁλοτελῶς κατεστράφη.
§10ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι κατεπείγουσα.
§11ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύω λέξεις. Δὲν φιλονεικῶ τὸ κατεπεῖγον, νὰ μᾶς εἴπῃ μόνον ὁ Κύριος Ὑπουργὸς ἂν πρόκηται νὰ μετατεθῇ ποσὸν κεφαλαίου ἀπὸ ἓν εἰς ἄλλο;
§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ θὰ κάμω.
§13ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Αὐτὸ τὸ ζήτημα τὸ ἔφερεν εἰς τὴν Συνέλευσιν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἔλεγεν, ὅτι ἐπ’ οὐδεμιᾷ περιπτώσει δὲν συγχωρεῖται τοῦ ἑνὸς ἄρθρου τὸ ποσὸν νὰ μετατίθηται εἰς τὸ ἄλλο (θόρυβος). Κύριε Πρόεδρε, ἐρωτῶ· ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ἕνας ἐκ τῶν ὑπογεγραμμένων εἰς τὴν ἔκθεσιν καὶ ἦτον αὐτῆς τῆς γνώμης, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἔχει καὶ πρότασιν περὶ τούτου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ ἔλεγεν αὐτὰ, νὰ παύσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ γίνηται μετάθεσις ἀπὸ κεφαλαίου εἰς κεφάλαιον (θόρυβος). Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν Κύριον ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἂν ἐμμένῃ εἰς τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν, ἢ ἂν θέλῃ αὐτὴ ἡ ἀρχὴ νὰ μὴν ἰσχύῃ;
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, δὲν ἐννοῶ, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ σήμερον συζήτησις· γνωρίζετε, ὅτι πᾶσα πρότασις πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰς διατυπώσεις τοῦ κανονισμοῦ, ἐκτὸς ἂν ἐμμένητε εἰς τὸ κατεπεῖγον.
§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν Κύριον Χρηστίδην, καὶ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ καθιερωθῇ ἀμεταθέτως αὐτὴ ἡ ἀρχὴ, νὰ μὴ γίνηται μετάθεσις ἀπὸ κεφαλαίου εἰς κεφάλαιον, ἀλλὰ διοικητικῶς. Διὰ νόμου, Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐμποδισθῇ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα· καὶ τοῦτο, Κύριε Πρόεδρε, εἶναι μία ἐγγύησις, ὅτι αἱ βουλαὶ πρέπει νὰ λαμβάνωσι γνῶσιν· ὅταν μεθαύριον γίνῃ συζήτησις, συζητοῦμεν καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο.
§16ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν πέμπτην.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κατεπεῖγον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Θὰ συζητηθῇ τὴν πέμπτην. Ὑποβάλλεται ἑτέρα πρότασις τοῦ πληρεξουσίου Κυρίου Λειβαδᾶ. «1 Τὴν μὴ παραδοχὴν τοῦ προνομίου τῶν ἐννενήκοντα ἐννέα ἐτῶν, ἀφίνοντες ἀνοικτὸν τὸ στάδιον τοῦ συναγωνισμοῦ. 2. Θέλει περιορισθῆ ὁ τόκος τῆς Κτηματικῆς ταύτης Τραπέζης εἰς τέσσαρα τοῖς ἑκατὸν, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ χρεωλύτρου καὶ εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ καταστήματος». Ἡ πρότασις αὕτη συμπεριλαμβάνει καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, παρὰ τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν προταθέν. Ἡ πρότασις ἀνάγεται εἰς τὴν συζήτησιν περὶ κτηματικῆς τραπέζης. Ἂν ἐγκρίνῃ ἡ Συνέλευσις, ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως θὰ ᾖναι ἡ συζήτησις περὶ τῆς κτηματικῆς τραπέζης. Σχετικῶς μὲ αὐτὸ τὸ ζήτημα μοὶ ἀπηυθύνθη ἀπὸ τὸν Διοικητὴν τῆς Ἰονίου Τραπέζης μία ἐπιστολή. Ἐγκρίνετε τὴν ἀνάγνωσιν;
§18ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Πρὸς τὸν Κύριον Πρόεδρον τῆς ἐν Ἀθήναις Βʹ. Ἐθνικῆς τῶν Ἑλλήνων Συνελεύσεως. Κύριε Πρόεδρε! Πληροφοροῦμαι, ὅτι ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Συνέλευσιν πρὸς ψήφισιν σύμβασιν γενομένην μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῶν Κυρίων Βαλτατζῆ περὶ συστάσεως κτηματικῆς τραπέζης καὶ προεξοφλητικῆς ἐν Ἑπτανήσῳ. Ὁ ὑποφαινόμενος διευθυντὴς τῆς ἐν Ἑπτανήσῳ Ἰονικῆς Τραπέζης, εὑρεθεὶς ἐνταῦθα καὶ πληροφορηθεὶς τὰ ἀνωτέρω, ἐνόμισα καθῆκόν μου, χάριν τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἰονικῆς τραπέζης, νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ προτείνητε πρὸς τοὺς Κυρίους πληρεξουσίους νὰ μὴν ἐπισπεύσωσι τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τῆς εἰρημένης συμβάσεως, ἀλλὰ νὰ περιμείνωσιν ὀλίγας ἡμέρας, ἕως ὅτου φθάσῃ ἐνταῦθα ἐκ Λονδίνου ὁ ἐπὶ τούτῳ ἀπεσταλμένος διὰ νὰ κάμῃ προτάσεις περὶ συστάσεως τραπέζης καλλιτέρας καὶ ὠφελιμωτέρας εἰς τὴν Ἑλλάδα ἴσως παρὰ τὰς ὑπὸ τῶν Κυρίων Βαλτατζῆ γενομένας. Τὸ κατ’ ἐμὲ ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου, μένει δὲ εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ εἰσακούσῃ ἢ μὴ τὴν πρότασίν μου ταύτην περὶ τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως καὶ ἐπιψηφίσεως τῆς συμβάσεως περὶ τῆς ὑπὸ τῶν Κυρίων Βαλτατζῆ συστηθησομένης τραπέζης. Ὑποσημειοῦμαι μεθ’ ὅλης τῆς πρὸς ὑμᾶς ἐξαιρέτου ὑπολήψεώς μου. Ἐν Ἀθήναις, 18 Αὐγούστου 1864. Ταπεινότατος καὶ εὐπειθέστατος θεράπων. A. H. LOUGHNAN.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς Κτηματικῆς τραπέζης. Ἐνταῦθα πολλοὶ πληρεξούσιοι ζητοῦσι τὸν λόγον.
§20Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συζητήσεως εἶναι ἡ ἀπάντησις τοῦ ὑπουργοῦ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνα πρὸ ἡμερῶν, καὶ ἀπόδειξις μάλιστα, ὅτι σήμερον εἶναι ἡ ἀπάντησις τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ, εἶναι, ὅτι καὶ ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι παρὼν διὰ νὰ ἀπαντήσῃ.
§21ΚΑΛΛΙΓΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Τὸ Σάββατον.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἡ τελευταία ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως ἦτο ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τῆς σήμερον νὰ ᾖναι ἡ κτηματικὴ τράπεζα, νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ προταχθῇ, ἐκτὸς ἂν ἡ Συνέλευσις θέλῃ νὰ προτάξῃ τὰς ἐπερωτήσεις.
§23ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἂν ἡ Συνέλευσις νομίζῃ, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς Τραπέζης εἶναι σπουδαῖον, τότε ἐγὼ ἀναβάλλω τὰς ἐπερωτήσεις.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῆς ἀρχῆς;
§25ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μάλιστα.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Καλλιγᾶς λοιπὸν ἔχει πρῶτος τὸν λόγον.
§27ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, εἰ καὶ ἄλλη τις συζήτησις, βεβαίως ἡ προκειμένη ἀπαιτεῖ νὰ δώσωμεν πᾶσαν τὴν προσοχὴν ἡμῶν ὥστε νὰ γίνῃ καὶ εὐρεῖα καὶ ἐλευθέρα· οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι περιλαμβάνει τὰ ζωτικώτερα συμφέροντα τοῦ ἔθνους· ἡ καθίδρυσις τοιούτων πιστωτικῶν καταστημάτων ἐμψυχόνει καὶ τὴν γεωργίαν καὶ τὴν βιομηχανίαν καὶ συντελεῖ τὰ μέγιστα εἰς τὴν ζωογόνησιν ὅλων τῶν ὑλικῶν δυνάμεων τοῦ ἔθνους· μὴ νομίζετε, ὅτι, λέγων τὰς ὑλικὰς δυνάμεις τοῦ ἔθνους, καταφρονῶ, οὕτως εἰπεῖν, τὰς πνευματικὰς δυνάμεις· ὄχι, Κύριοι, ὁ σημερινὸς αἰὼν κατὰ τοῦτο δεικνύεται ἀνώτερος τῶν πρὸ αὐτοῦ, ὅτι ἐπραγματοποίησε τὴν ὕλην, διότι καθυπέταξεν αὐτὴν εἰς τοὺς πνευματικοὺς σκοποὺς τῆς κοινωνίας, ὥστε ἀσχολούμενοι περὶ ὑλικῶν συμφερόντων, συγχρόνως ἐνασχολούμεθα καὶ περὶ τῶν πνευματικῶν. Διὰ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ πλούτου ἐργαζόμεθα εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ πνεύματος ἀπελευθερουμένου τῶν ὑλικῶν ἀναγκῶν· δὲν ἔχω ἀνάγκην περὶ τούτου νὰ μακρηγορήσω, ἀλλ’ ἀμέσως θέλω προβῆ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ὑποβληθείσης σήμερον παρὰ τοῦ Κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν προτάσεως.
§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον, Κύριε Πρόεδρε.
§29ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐνασχολούμενος, Κύριοι, νὰ καταδείξω κατὰ πόσον δύναται αὕτη νὰ ὑπηρετήσῃ τὸ σύνολον τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων καὶ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐμψύχωσιν τῷ ὄντι ὅλων τῶν κλάδων τῆς γεωργίας, τῆς βιομηχανίας, τῆς ἰδιοκτησίας, ἢ ἂν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιβλαβῆ δι’ ὅλους τοὺς κλάδους τούτους ἀποτελέσματα, θέλω ἀπαντήσει ἐκ προοιμίου εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐψιθύρισαν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ φέρω ἄλλην γνώμην εἰς τὸ βῆμα, διότι καὶ ἐγὼ παρεδέχθην σχεδὸν τὴν πρότασιν ὁποία πρόκειται, καὶ ἴσως ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐζήτησε τὸν λόγον, διότι εἶπον τὴν ὑποβαλλομένην σήμερον παρὰ τοῦ νῦν ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν πρότασιν· θέλω ἀπ’ ἀρχῆς ἐξηγηθῆ, διὰ νὰ μὴ ἐνοχλῶμαι κατὰ τὴν πρόοδον τοῦ λόγου μου. Σᾶς λέγω λοιπὸν, ὅτι ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ εὑρέθην πάντοτε ἐν μειονοψηφίᾳ, ὅτι οὐδόλως εἰσηκούσθην ὡς πρὸς τοὺς σπουδαιοτέρους ὅρους, τοὺς ὁποίους περιέχουν αἱ προτάσεις, καὶ δὲν ἐνόμισα ποτὲ, ὅτι ἀπαλλοτριῶ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχω, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, νὰ καταδείξω διὰ ποίαν αἰτίαν ἀντιτείνω καὶ ἐζήτητα ἄλλους ὅρους ἢ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους περιέχουν αἱ προτάσεις.
§30ΚΑΛΟΣ...........
§31ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἀλλά, Κύριοι, πῶς νομίζετε ὅτι αὐταὶ αἱ προτάσεις ἦλθον ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ; ἦλθον φανατίζουσαι τὸ κοινὸν, ἦλθον πιέζουσαι πᾶσαν ἐξουσίαν, πιέζουσαι τὴν Κυβέρνησιν, ἦλθον συνοδευόμεναι δι’ ἀπειλῶν· καὶ ἂν ἐπιμένῃ ὁ Κ. Καλὸς νὰ μάθῃ ποῖαι εἶναι αἱ ἀπειλαὶ, δὲν διστάζω νὰ τὰς εἴπω.
§32ΚΑΛΟΣ. Εἰπέτε τας.
§33ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Αὐτὰ τὰ προοίμια εἶναι περιττά.
§34ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐνθυμεῖσθε βεβαίως τὰ τοιχοκόλλητα γραμμάτια, διὰ τῶν ὁποίων συνεκαλεῖτο ἡ συνεδρίασις τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἐνθυμεῖσθε καὶ τὰς συζητήσεις, τὰς ὁποίας εἴχομεν κατὰ τὴν διαπραγμάτευσιν, ὅτε μᾶς εἶπον, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δύναται νὰ καταῤῥίψῃ 10 ὑπουργεῖα. Καὶ ἂν θέλητε νὰ σᾶς προσθέσω καὶ τοῦτο, ἀπὸ προχθὲς μὲ εἰδοποίησαν νὰ μὴ ὁμιλήσω περὶ Τραπέζης· ἀλλὰ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὀπισθοδρομοῦν· ὅστις μὲ τὸ εἶπεν ἔπρεπε νὰ μοὶ δανείσῃ καὶ τὴν καρδίαν του, διότι ἡ ἰδική μου δὲν δειλιᾷ. Ἀλλὰ, Κύριοι, αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον, δὲν ἤλθομεν ἐνταῦθα νὰ ὁμιλήσωμεν διὰ προσωπικότητας, οὔτε εἶναι ἄξιον σοβαρᾶς Συνελεύσεως νὰ ἐνασχολῆται περὶ τούτων· τὰ εἶπον μόνον, ἵνα προλάβω τὰς διακοπὰς τῶν λόγων μου διὰ προσωπικοτήτων, καὶ διὰ νὰ μὴ λέγουν, ὅτι δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω· τὸ βῆμα εἶναι ἐλεύθερον καὶ θέλω ὁμιλήσει ὅ,τι φρονῶ καὶ ὅ,τι αἰσθάνομαι καὶ ὅ,τι εἶναι ἐντὸς τῶν πεποιθήσεών μου, οὐδεμία δὲ προσωπικότης θέλει μὲ διακωλύσει. Ἀφήσατέ με νὰ ἐνασχοληθῶ ἀπαθῶς καὶ μὲ ὅλην τὴν γαλήνην περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ τὰ πολιτικὰ τῆς ἡμέρας, ἀλλ’ ἔχουν σχέσιν μὲ τὰ ζωτικώτερα συμφέροντα τοῦ ἔθνους, τὰ ὁποῖα εἶναι διηνεκῆ. Ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ μὴ ζητήσητε νὰ λύσητε τὰ ζητήματα ὅλα τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἀφήσατε νὰ συζητήσωμεν ἡσύχως, νὰ συζητήσωμεν διὰ μακρῶν, τὰ πάντα νὰ ἐξετάσωμεν καὶ ἕκαστος νὰ φέρῃ τὴν γνώμην του, καὶ ἐκ τῆς συγκρίσεως ὅλων τῶν γνωμῶν νὰ ἀνακύψῃ ἡ ὀρθοτέρα· δὲν λέγω νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἰδική μου, ἀλλ’ ἡ ὀρθοτέρα. Ἀφήσατε νὰ ἀκούσητε καὶ τὴν ἐδικήν μου, ὅσον πεπλανημένη καὶ ἂν ᾖναι. Κύριοι! Πρὸ πάντων πρέπει νὰ ἐνασχοληθῶ νὰ ἀποδιώξω τὰ φάσματα, τὰ ὁποῖα περιστοιχίζουν αὐτὴν τὴν πρότασιν, αὐτὰ τὰ φάσματα, τὰ ὁποῖα ἐπενήργησαν εἰς τὴν ζωηρὰν φαντασίαν τοῦ Ἕλληνος, καὶ ἐπέφερον τοιοῦτον θροῦν, ὥστε νὰ νομίζωμεν, ὅτι προδίδει τὴν πατρίδα ὅστις δὲν δώσει ψῆφον ὑπὲρ αὐτῆς τῆς προτάσεως. Αὐτὰ τὰ φάσματα μοὶ ἐνθυμίζουν ἑτέραν ἐποχὴν πυρετοῦ, τὴν ἐποχὴν τοῦ Law ἐν Γαλλίᾳ, ὅστις ἐν μιᾷ στιγμῇ ἔδωκε τὴν προσδοκίαν εἰς τοὺς εὐφυεστάτους Γάλλους ὅτι θέλουν γείνει πάντες πλούσιοι καὶ ἔγεινε τοιοῦτος παροξυσμὸς ἐν Παρισίοις, ὥστε συνωθοῦντο ποῖος πρῶτος νὰ λάβῃ τὰς μετοχὰς τῆς χιμαιρικῆς ἑταιρίας. Ἀλλ’ ὀλίγοι μῆνες ἔφθασαν διὰ νὰ καταδειχθῇ ἡ πλάνη καὶ νὰ προκύψουν αἱ συνέπειαι τοῦ παροξυσμοῦ. Ὄχι, Κύριοι· ἐν παροξυσμῷ μὴ ἀποφασίζωμεν. Ἀναλύοντες τὰ πράγματα δυνάμεθα νὰ ἴδωμεν τί ἡ προτεινομένη ἐπιχείρησις ὑπόσχεται καὶ ἂν ᾖναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐκτελέσῃ αὐτὰ τὰ μεγάλα ἀγαθὰ, τὰ ὁποῖα ἐπαγγέλλεται· ἀφήσατε νὰ ἐξετάσωμεν τὰ πράγματα καὶ μὴ ἐπαρκώμεθα εἰς πομπώδεις φράσεις, ὅτι εἶναι Ἡρακλῆς, ὡς εἶπον, ὅστις εἰς τὰ σπάργανά του καταπνίγει τὸν δράκοντα τῆς πενίας. Μὴ πιστεύωμεν, ὡς ὁ κοινὸς ὅμιλος, ὅτι, ἅμα συστηθῇ αὐτὴ ἡ τράπεζα, πᾶς Ἕλλην θέλει ἔχει, ὡς ἔλεγεν Ἑῤῥῖκος ὁ Δʹ. μίαν ὄρνιθα ἐντὸς τῆς χύτρας καθ’ ἑκάστην· περιμείνατε νὰ βεβαιωθῆτε τί ὑπόσχεται τὸ σύστημα τῆς κτηματικῆς πίστεως καὶ τί δύναται νὰ πράξῃ. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ τὰς κρίσεις μου· θέλω νὰ στηριχθῶ εἰς διδάγματα, τὰ ὁποῖα λαμβάνω ἐκ τῆς στατιστικῆς. Κατὰ τὰ 1852, ὡς γνωρίζετε, συνεστήθη ἐν Γαλλίᾳ ἡ Τράπεζα τῆς κτηματικῆς πίστεως. Πόσα προγράμματα ἐξεδόθησαν νομίζετε τότε; πόσαι ὑποσχέσεις ἐδόθησαν; ἡ ἀνθρωπότης ἔμελλε νὰ μεταβληθῇ, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἔμελλε τῷ ὄντι νὰ μεταβάλῃ τὰ πάντα, νὰ σώσῃ τὸν ἰδιοκτήτην ἀπὸ τῆς πιέσεως τοῦ τοκογλύφου, ἔμελλε νὰ προκαλέσῃ τὴν κυκλοφορίαν τοῦ νομίσματος, ἔμελλε τὰ πάντα ν’ ἁπλοποιήσῃ καὶ ἡ γεωργία ἔμελλε μετ’ ὀλίγον νὰ μὴ ἔχῃ πλέον ἀνάγκην τοῦ κεφαλαιούχου. Παρῆλθον 11 ἔτη ἀπὸ τοῦ 52, ἐφθάσαμεν εἰς τὰ 1863, ὅτε ἔχομεν τὴν γενικὴν ἔκθεσιν, τὸν γενικὸν ἀπολογισμὸν τῆς ἑταιρίας τῆς κτηματικῆς πίστεως. Ἔχομεν λοιπὸν τὸ μέσον νὰ ἐξελέγξωμεν τὸ πραγματικὸν αὐτῶν τῶν ὑποσχέσεων, τ’ ἀποτελέσματα. Ὅταν πρόκηται περὶ ἑταιρίας ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου ὑπάρχουν ὅλα τὰ μέσα τῶν κεφαλαίων, ὅπου ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἦλθεν εἰς βοήθειαν τῆς κτηματικῆς Τραπέζης, οὐχὶ ὡς πρόκειται σήμερον νὰ ἔλθωμεν, διότι γνωρίζετε, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔδωσε 10 ἑκατομμύρια εἰς τὴν τράπεζαν τῆς κτηματικῆς πίστεως διὰ νὰ τὴν ἀνορθώσῃ καὶ ὑποστηρίξῃ, ἐκεῖ μᾶλλον καταφαίνονται τ’ ἀποτελέσματα. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρχουν ὑποθηκικὰ χρέη 10 δυσεκατομμυρίων, καὶ τοῦτο, ὡς ἔγγιστα· τὸ πραγματικὸν δύναται νὰ ᾖναι ἀνώτερον, σᾶς λέγω δὲ τὰ ὑποθηκικὰ χρέη, ὄχι πάντα τὰ χρέη, ἡ Τράπεζα τῆς κτηματικῆς πίστεως λειτουργεῖ ἐπὶ 11 ἔτη· πόσον ποσὸν νομίζετε, ὅτι ἠδυνήθη νὰ δανείσῃ ἐξ αὐτῶν τῶν 10,000,000,000; μόνον 600 ἑκατομμύρια εἰς διάστημα 11 ἐτῶν· εἰς τοῦτο τὸ διάστημα ἠδυνήθη μόνον νὰ δώσῃ τὸ ἓν εἰκοστημόριον τοῦ χρέους τοῦ ὑποθηκικοῦ. Δὲν εἶναι λοιπὸν τοιαύτη ἡ παντοδυναμία τῆς Τραπέζης τῆς κτηματικῆς πίστεως· ἡ Τράπεζα ἔχει τὰς ἀδυναμίας ὅλων τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων, δὲν δύναται νὰ θαυματουργήσῃ, δὲν εἶναι ἡ μαγικὴ ῥάβδος, ἥτις τὰ πάντα δύναται νὰ μεταβάλλῃ. Ἀλλὰ, Κύριοι, μὴ ἐπαρκεσθῆτε εἰς αὐτὸ τὸ ποσόν· αὐτὸ τὸ ποσὸν δὲν σᾶς ἐξηγεῖ τὰ πάντα, εἶσθε πολὺ μακράν. Τὶ σκοποῦμεν πρὸ πάντων διὰ τῆς συστάσεως τῆς κτηματικῆς πίστεως; σκοποῦμεν νὰ ἔλθωμεν κατ’ ἐξοχὴν εἰς συνδρομὴν τῆς γεωργίας, τῆς μικρᾶς ἰδιοκτησίας· ἡ μικρὰ ἰδιοκτησία πιέζεται, ὁ μικρὸς ἰδιοκτήτης δὲν εὑρίσκει εὐκόλως δάνειον, διότι δὲν παρέχει τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας παρέχει ὁ μέγας ἰδιοκτήτης, ὅστις ἔχει καὶ προσόδους ποικίλας, καὶ δύναται ἐκ τῶν προσόδων του ν’ ἀπαντήσῃ καὶ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεώλυτρα· ὁ μικρὸς ἰδιοκτήτης πάσχει ἀναλόγως περισσότερον, καὶ αὐτὸν πρέπει ν’ ἀνακουφίσητε. Τὸ πρῶτον λοιπὸν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐρωτήσωμεν εἶναι τὸ ἑξῆς· ἡ ὑποθηκικὴ, ἡ Τράπεζα τῆς κτηματικῆς πίστεως τῆς Γαλλίας κατὰ πόσον συνέδραμε τὸν μικρὸν ἰδιοκτήτην; κατὰ πόσον συνέδραμε τὴν γεωργίαν; θέλετε ἀπορήσει, ὅταν μάθητε, ὅτι κατ’ οὐδέν. Δὲν τὸ βεβαιῶ ἐγὼ, ἀλλ’ ἡ ἔκθεσις τῆς Τραπέζης τῆς κτηματικῆς πίστεως. Θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει ἐν συντόμῳ νὰ σᾶς ἀναγνώσω αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα, διὰ νὰ ἴδητε πόσον μακρὰν εἶναι αὐτὴ ἡ Τράπεζα ἀπὸ τοῦ νὰ παρέχῃ τὴν ἐλαχίστην βοήθειαν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην καὶ τὴν γεωργίαν. Ἰδοὺ τ’ ἀποτελέσματα. Τὰ δάνεια τῆς Τραπέζης τῆς κτηματικῆς πίστεως, ὑπερβαίνοντα τὸ ἑκατομμύριον ἕκαστον, συμποσοῦνται εἰς 69 ἑκατομμύρια· ἐρχόμεθα εἰς τὰ δάνεια τὰ κατώτερα τοῦ ἑκατομμυρίου, δηλ. ἀπὸ 100 χιλιάδας φράγκων καὶ ὑπεράνω μέχρι τοῦ ἑκατομμυρίου· αὐτὰ συμποσοῦνται εἰς 235 ἑκατομμύρια. Ἔχομεν προσέτι δάνεια ἀνώτερα τῶν 10 χιλιάδων φράγκων μέχρι τῶν 100· αὐτὰ τὰ δάνεια συμποσοῦνται εἰς 155 ἑκατομμύρια. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὰ δάνεια τὰ κατωτέρω τῶν 10,000 φράγκων· πόσον νομίζετε, ὅτι συμποσοῦνται αὐτὰ τὰ δάνεια; Εἶναι ἀπίστευτον· συμποσοῦνται εἰς 11 μόνον ἑκατομμύρια. Ναὶ, ἰδοὺ ὁ πίναξ ὅλων τῶν δανείων τῆς Τραπέζης τῆ κτηματικῆς πιστώσεως. Ἡ τράπεζα τῆς κτηματικῆς πίστεως τῆς Γαλλίας ποῦ ἐνασχολεῖ νομίζετε τὰ κεφάλαιά της; πρὸς χάριν τοῦ μικροῦ ἰδιοκτήτου; οὐδαμῶς.
§35ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Τὸ ἐλάχιστον ποσόν.....
§36ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἰς τὸν πίνακά μου δὲν ὑπάρχει τὸ ἐλάχιστον· σᾶς εἶπον κατωτέρω τῶν 10,000. Λοιπὸν τὸ 1863 ἡ Τράπεζα τῆς κτηματικῆς πίστεως τῆς Γαλλίας δίδει τὸν ἀπολογισμὸν αὐτῆς, κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 63 εὑρίσκει, ὅτι αὐτὴ ἡ Τράπεζα εἶχε δάνεια 400 τόσα ἑκατομμύρια· 600 ἑκατομμύρια σᾶς εἶπον ἀπὸ τοῦ 52–60· ἀλλὰ πολλὰ ἐξ αὐτῶν εἶχον ἐξοφληθῆ. Λοιπὸν ἐκείνην τὴν ἡμέραν, ὅτε ἐκλείσθη ὁ ἀπολογισμὸς ἦσαν ἐκκρεμῆ δάνεια 400 τόσα ἑκατομμύρια. Ἐξ αὐτῶν ποῖοι ὠφελήθησαν; ὅσοι εἶχον περιουσίαν ἀνωτέραν τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, τῶν 100 χιλιάδων καὶ τῶν 10 χιλιάδων φράγκων· ὅσοι δὲ εἶχον περιουσίαν ἔλαττον τῶν 10 χιλιάδων φράγκων μόνον 10 ἑκατομμύρια ἐπὶ 400 τόσων, δηλ. 1/40 ἠδυνήθησαν νὰ λάβουν. Τοιαύτη ἡ ὠφέλεια τῶν μικρῶν ἰδιοκτητῶν. Θέλω σᾶς εἰπεῖ καὶ ἄλλην παρατήρησιν πολὺ σπουδαιοτέραν. Καὶ πρώτην πάντων σᾶς λέγω τὴν ἑξῆς· Ὅταν ἀκούετε κατωτέρω τῶν 10 χιλιάδων φράγκων δάνεια, πρέπει ἀμέσως νὰ σχηματίσητε καὶ τὴν ἑξῆς κρίσιν· αὐτὰ τὰ δάνεια ἐδόθησαν εἰς ἰδιοκτήτας κτημάτων, τῶν ὁποίων ἡ ἀξία εἶναι διπλασία τοῦ δανείου, διὰ νὰ δανεισθῇ τις ποσὸν 10 χιλιάδων φράγκων πρέπει νὰ προσφέρῃ κτῆμα ἀξίας 20 χιλιάδων. Λοιπὸν, ὅταν βλέπητε, ὅτι 11 ἑκατομμύρια ἐδόθησαν εἰς ἰδιοκτήτας, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον ὀλιγώτερον τῶν 10 χιλιάδων, ἕπεται ὅτι ἕκαστος αὐτῶν εἶχε κτῆμα διπλασίας ἀξίας. Εἴπομεν, ὅτι 10,000,000,000 εἶναι τὸ ὑποθηκικὸν δάνειον ἐν Γαλλίᾳ· βλέπετε, ὅτι 11 ἑκατομμύρια ἐδόθησαν εἰς τὴν μικρὰν ἰδιοκτησίαν· πόση εἶναι ἡ ἀπόστασις; τὸ 1‰. Λοιπὸν ἐρωτῶ· ὠφελήθη ἡ γεωργία ἐξ αὐτοῦ τοῦ 1‰; δὲν εἶναι ἄλλο ἢ σταγὼν ἐντὸς ὠκεανοῦ. Τὶ νομίζετε, ὅτι πρόκειται νὰ προσφέρῃ ἡ Τράπεζα ἐνώπιον τῆς γεωργίας; μηδέν. Ἦτο περίεργον νὰ ἴδωμεν ἐν Ἀθήναις καὶ τοὺς ἀκτήμονας αὐτοὺς φιλοτιμουμένους πότε νὰ συζητηθῇ τὸ περὶ κτηματικῆς πίστεως, πότε νὰ ἀνοίξῃ αὐτὴ ἡ πύλη, ὅθεν θέλομεν λάβει τὸν χρυσὸν, καθὼς καὶ τὸ Περοῦ. Ἀλλὰ, Κύριοι, μίαν ἄλλην παρατήρησιν σᾶς προσθέτω ἀξίαν μεγάλης προσοχῆς. Σᾶς εἶπον, ὅτι τὸ σύνολον ἀπὸ τοῦ 1852 μέχρι 1863 ὅλων τῶν δανείων συνεποσώθη εἰς 605 ἑκατομμύρια· ἐξ αὐτῶν νομίζετε, ὅτι ἔλαβεν ἐξ ἴσου ἅπασα ἡ Γαλλία; ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι τῆς Γαλλίας μετέσχον αὐτῶν τῶν δανείων; Οὐδαμῶς· ἐξ αὐτῶν τῶν 605 ἑκατομμυρίων 380 ἐδόθησαν εἰς μόνους τοὺς Παρισίους καὶ μόνον 225 εἰς ὅλην τὴν λοιπὴν Γαλλίαν· ἀπεῤῥόφησε λοιπὸν ἡ πρωτεύουσα τῆς Γαλλίας τὸ πᾶν αὐτῆς τῆς τραπέζης. Καὶ σᾶς λέγω καὶ ἄλλο, ὅτι αὑτὴ ἡ ἀποῤῥόφησις καταδικάζεται παρὰ τῶν σοβαρῶν οἰκονομολόγων. Τί νομίζετε, ὅτι εἶναι αὐτὴ ἡ ὑπεροχὴ ἡ διδομένη εἰς τὰς οἰκοδομὰς τῶν πρωτευουσῶν; δὲν εἶναι αὔξησις τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, δὲν εἶναι ἄλλο εἰμὴ τεχνικὴ ὑπερτίμησις τῶν κειμένων ἐν τῇ πρωτευούσῃ οἰκοπέδων καὶ οἰκοδομῶν, ἥτις παριστᾷ κλασματικὸν οὐχὶ πρακτικὸν κεφάλαιον· διότι πραγματικὸν εἶναι τὸ κεφάλαιον τὸ παραγωγικὸν καὶ αὐτὸ τὸ κεφάλαιον δὲν εἶναι παραγωγικὸν, εἶναι κατ’ ἐλάχιστον λόγον παραγωγικὸν, εἶναι πολυτέλεια μᾶλλον ἢ παραγωγή. Ἠξεύρετε, Κύριοι, ὅτι ἔρχονται ἄνθρωποι εἰς τὴν Πρωτεύουσαν μεγαλοκτήμονες, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πολλὰ πλούτη καὶ ἔρχονται διὰ τὴν ἀνάπαυσιν καὶ ἄνεσιν τοῦ βίου, καὶ θέλουν νὰ ἔχουν πολυτελεῖς οἰκοδομάς· αὐταὶ προσθέτουν τίποτε εἰς τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον; μηδέν· ὠφελοῦνται μόνον ὅσοι εἰργάσθησαν εἰς τὴν οἰκοδομὴν, καὶ ἰδοὺ τὸ μόνον παραγωγικόν. Τί διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ οἰκοπέδων ἐδῶ καὶ ἐν Ἀγρινίῳ; Διότι κεῖται τὸ οἰκόπεδον μεταξὺ Χαύτα καὶ Σόλωνος, ὅπου συνάζονται ὅλοι οἱ ἀργοὶ, οἵτινες καθ’ ἡμέραν ἀδολεσχοῦν περὶ πολιτικῶν πραγμάτων, νομίζετε, ὅτι εἶναι παραγωγικὴ ἡ ἀξία τῶν οἰκοπέδων; Κύριοι, ἐπίτηδες προέταξα αὐτοὺς τοὺς ἀριθμοὺς, οἱ ὁποῖοι λαλοῦν ἀφ’ ἑαυτῶν, διότι πάντα ἄλλον δύνανται νὰ ὀνομάσουν συκοφάντην, ὅτι ἔρχεται νὰ ἐνσπείρῃ δισταγμοὺς περὶ τοιούτου πράγματος, ἔρχεται νὰ δυσφημίσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ παρέξῃ τὴν εὐτυχίαν τοῦ Ἔθνους· καί τί νομίζετε; ἀπὸ τῶν ἐπαρχιῶν ὅπου πλέον τῶν ἄλλων ἀσκαρδαμυκτὶ περιμένουν τὴν σύστασιν τῆς τραπέζης ταύτης, καὶ δὲν ἠξεύρω ποῦ τὸ εὗρον εἰς τὰς προτάσεις, ὅτι θέλουν δίδεσθαι δάνεια εἰς τὰς ἐπαρχίας; νομίζετε, ὅτι κατὰ τὸ ἐλάχιστον θέλουν ὠφεληθῇ ἐξ αὐτῆς τῆς τραπέζης; λέγω, ὅτι ἀρκεῖ αὐτὴ ἡ ἀπάντησις. Ἀλλὰ θὰ ἐκλάβητε, ὅτι, ἀποδιώκων αὐτὰ τὰ φάσματα, κακίζω τὴν ἐπιχείρησιν· ὄχι, τὴν θεωρῶ ὠφέλιμον, ἀλλ’ ἐντὸς ὡρισμένων ὅρων, καὶ κατὰ τοῦτο ἔρχομαι νὰ πολεμήσω τὸ σύστημα τῆς προτάσεως, τὸ ὁποῖον τὰ πάντα συγχέει, καὶ δὲν στηρίζεται εἰς ἄλλο παρὰ εἰς τὴν πλάνην καὶ ἀπάτην, ὅτι πρόκειται νὰ γίνῃ θαῦμα ἐντὸς τῆς κοινωνίας, τὸ ἀεικίνητον, ὁ τετραγωνισμὸς τοῦ κύκλου. Τώρα, Κύριοι, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω διὰ ποίαν αἰτίαν αὐτὴ ἡ ἀσθένεια τῆς κτηματικῆς πίστεως, αὐτὸ τὸ ἀνεπαρκὲς, διατί εἰς οὐδὲν συντελεῖ εἰς τὴν γεωργίαν, εἰς τὴν μικρὰν ἰδιοκτησίαν· αὐτὸ εἶναι ἄξιον μελέτης, καὶ θέλει συγχρόνως μᾶς φέρει εἰς τὸ νὰ γνωρίσωμεν ποῦ πρέπει νὰ θέσωμεν τὰ ὅρια. Δύω πράγματα θέλω σᾶς ἀναπτύξει αὐτοῦ τοῦ μηχανισμοῦ, καὶ τὰ κυριώτερα, τὰ λοιπὰ εἶναι ὅλως δευτερεύοντα· τὸ πρῶτον εἶναι τὸ ἑξῆς, τὸ ὁποῖον ἀνεπτύχθη, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ὀλίγιστα θέλω εἰπεῖ. Ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν ἄλλοτε κατέδειξεν εἰς τί συνίσταται ἡ λειτουργία αὐτοῦ τοῦ μηχανισμοῦ. Διὰ τί ὀνομάζεται τράπεζα κτηματικῆς πίστεως, καὶ οὐχὶ ὑποθηκική; Διότι αὐτὴ ἡ τράπεζα ἀναδέχεται νὰ βοηθήσῃ τὸν χρήζοντα δανείου, τὸν ἰδιοκτήτην, διὰ κεφαλαίων τοῦ κεφαλαιούχου, οὐχὶ τῶν ἰδίων κεφαλαίων· ἂν ἦτο νὰ βοηθήσῃ διὰ τῶν ἰδίων κεφαλαίων, τότε ἔρχεται εἰς περιορισμόν, διότι τότε περιορίζεται ἡ δύναμις τῆς Τραπέζης μέχρι τῆς δυνάμεως τῶν ἰδίων κεφαλαίων· ἂν ὑποθέσητε, ὅτι Τράπεζα συνιστᾶται ἐπὶ 10,000,000, αὐτὴ δὲν εἶναι πιθανόν, ὅτι δύναται νὰ δανείσῃ πλέον τῶν 10,000,000, καὶ εἶναι μῦθος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγουν, ὅτι δύναται νὰ δανείσῃ πέραν τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν 10,000,000 διὰ τραπεζικῶν γραμματίων· δὲν δύνανται νὰ γείνουν δάνεια ἐνυπόθηκα. Τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον εἶναι πληρωτέον εἰς τὴν ἐμφάνισιν· ὁ δανειστὴς ἐπὶ ὑποθήκῃ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσῃ ἅμα ζητηθῇ. Λοιπὸν αὐτὴ ἡ Τράπεζα ἡ δανείζουσα ἐπὶ ὑποθήκῃ, ἂν τυχὸν ἐκδώσῃ τραπεζικὰ γραμμάτια, ἅμα ἔλθητε νὰ ζητήσητε τὴν πληρωμὴν τοῦ γραμματίου, θέλει σᾶς εἰπεῖ δὲν ἔχω μεταλλικόν, καὶ ἀμέσως αὐτὴ ἡ Τράπεζα κρημνίζεται. Λοιπὸν ἡ διαφορὰ μεταξὺ τραπέζης ἐπὶ ὑποθήκῃ καὶ κτηματικῆς πίστεως εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι ἡ τράπεζα δανείζει μέχρι τῆς ἐξαντλήσεως τῶν ἰδίων κεφαλαίων, εἰς τὴν Τράπεζαν ὅμως τῆς κτηματικῆς πίστεως δὲν συμβαίνει τὸ αὐτό, διότι αὕτη ἔρχεται εἰς τὸν κεφαλαιοῦχον καὶ λέγει εἰς αὐτόν, διὰ τί νὰ ἔχῃς νεκρὰ καὶ ἄγονα τὰ κεφάλαιά σου; καὶ σὺ νὰ ὠφεληθῇς καὶ ἡ κοινωνία· ἰδοὺ σὲ δίδω κτηματόγραφον, τὸ ὁποῖον παρέχει πᾶσαν ἀσφάλειαν καὶ τόκον, λάβε λοιπὸν αὐτὸ, καὶ δῶσέ μου τὰ χρήματά σου. Μία Τράπεζα λοιπὸν κτηματικῆς πίστεως δύναται νὰ σᾶς εἴπῃ· ἐγὼ προχωρῶ εἰς τὸ ἐπάπειρον· καὶ δὲν ἠξεύρω διὰ τί λέγουν οἱ ἐπιχειροῦντες νῦν μέχρι τοῦ δεκαπλοῦ. Εἶναι μετριόφρονες, διότι ἠμποροῦν νὰ εἴπουν μέχρι τοῦ ἑκατονταπλοῦ· ἐν ὅσῳ εὑρίσκει κεφαλαιοῦχον, ὅστις δέχεται τὸ κτηματόγραφον, ἀκινδύνως δύναται νὰ τὸ παρέχῃ καὶ διὰ τὴν Τράπεζαν καὶ διὰ τὸν κεφαλαιοῦχον καὶ διὰ τὴν κοινωνίαν, διότι τὸ κτηματόγραφον δὲν εἶναι πληρωτέον εἰς τὴν ἐμφάνισιν, ἔχει προθεσμίαν, δὲν εἶναι ἀπαιτητὸν ἀμέσως. Λοιπὸν αἱ Τράπεζαι τῆς κτηματικῆς πίστεως ἔχουν αὐτὴν τὴν ὑπεροχήν· δύνανται νὰ εἴπουν εἰς τὰς ἄλλας τὰς ἐπὶ ὑποθήκῃ, σὺ εἶσαι μικρὸς ἄνθρωπος, αἱ δυνάμεις σου εἶναι 10, 20, ἐν ᾧ ἐγὼ ἡ Τράπεζα τῆς κτηματικῆς πίστεως δύναμαι νὰ ἑκατονταπλασιάσω, δύναμαι νὰ στηρίξω εἰς τὸν οὐρανὸν τὸ κάρη καὶ νὰ βαίνω ἐπὶ τῆς γῆς. Ἀλλά, Κύριοι, ἐδῶ εἶναι ἡ δυσκολία, νὰ εὕρω τὸν κεφαλαιοῦχον· πῶς εὑρίσκεται αὐτός; Ὅλοι οἱ κεφαλαιοῦχοι νομίζετε, ὅτι ἔχουν τὰ χρήματά των ἐν ἀργίᾳ; Καὶ ἂν τὰ ἔχουν, εὐχαριστοῦνται νὰ τὰ δώσουν εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς κτηματικῆς πίστεως μὲ τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον προσφέρει; ἢ εὐχαριστοῦνται νὰ τὰ δεσμεύσουν—καὶ προσέξατε εἰς τοῦτο, τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ τὰ λάβουν, εἰμὴ καθ’ ὡρισμένην ἐποχὴν χρεωλυτικῶς, εἰμὴ συνεπεία κληρώσεως; Ὄχι, Κύριοι, ἐδῶ εἶναι ὁ σκόπελος, ἡ ἀνεύρεσις τοῦ κεφαλαιούχου. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἄλλοτε σᾶς ἐξήγησε κάλλιστα, ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν εὑρίσκονται τὰ κεφάλαια, ὄχι ὅπως οἱ πληθωρικοὶ κατὰ τὰς ἰδέας νομίζουν, ὅτι μετὰ ἕνα ἢ δύω ἔτη θὰ μένουν οἱ ἄνθρωποι, θὰ ἀλλάξουν ἀμέσως τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι, καὶ τὰ κεφάλαια θὰ τὰ δώσουν εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς κτηματικῆς πίστεως. Ἐν Γαλλίᾳ βλέπετε, ὅτι ἡ Τράπεζα ἠγωνίζετο ἐπὶ 11 ἔτη, ἐν τόπῳ ἄκρου πολιτισμοῦ, διότι τὸ μὴ περαιτέρω εἶναι τὰ Παρίσια, καὶ ἐν τοσούτῳ ἐκεῖ ἐδυσκολεύθησαν οἱ κεφαλαιοῦχοι νὰ δώσωσι τὰ κεφάλαιά των εἰς τὴν κτηματικὴν Τράπεζαν. Λοιπὸν, νομίζω, κάλλιστα κατέδειξε τὴν ἀνάγκην ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπ’ ἀρχῆς αὐτὴ ἡ Τράπεζα νὰ ᾖναι ὑποθηκικὴ, μέχρι τῆς ἐνασχολήσεως 12 ἑκατομμυρίων, καὶ μετὰ τὴν ἐνασχόλησιν τῶν 12 ἑκατομμυρίων τότε νὰ δυνηθῇ νὰ ἐκδίδῃ καὶ κτηματόγραφα. Πῶς νομίζετε, ὅτι τὰ κτηματόγραφα κυκλοφοροῦν ἐν Γαλλίᾳ καὶ εὑρίσκουν ἀγοραστάς; Νομίζετε, ὅτι εὑρίσκουν ἀγοραστὰς, διότι εὐχαριστοῦνται οἱ ἄνθρωποι ν’ ἀσφαλίσουν τὰ χρήματά των εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ νὰ λαμβάνουν τόκον 4, 5%; Ἀναγνώσατε ὅλους τοὺς συγγραφεῖς τοὺς σχολιάσαντας τὴν σύστασιν τῆς κτηματικῆς πίστεως, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὁ κυριώτερος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον κυκλοφοροῦν αὐτὰ τὰ κτηματόγραφα, δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ν’ ἀγαπᾷ τὰ τυχηρὰ, τὰ στοιχήματα, νὰ παίζῃ τὴν περιουσίαν του ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ· εἶναι ἐξ αἰτίας τῆς καθημερινῆς αὐξομειώσεως αὐτῶν τῶν ὁμολογιῶν τῶν κτηματογράφων· ἀναγνώσατε τὰς ἐφημερίδας, καὶ θέλετε ἰδεῖ εἰς τὸ τέλος πάντοτε τὸν πίνακα τῆς ἀξίας ὅλων τῶν χρεωγράφων ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ. Σήμερον π. χ. τὰ κτηματόγραφα εἶναι 92 δηλ. χάνουν 8%, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας εἶναι 96, ἄλλοτε πάλιν 94. Τί γίνεται λοιπόν; ἐγὼ, ὅστις ἐνασχολῶ τὰ χρήματά μου εἰς αὐτὰ τὰ κτηματόγραφα, δὲν περιμένω νὰ ὠφεληθῶ ἀπὸ τὸν τόκον, ἀλλ’ εἰς ὀλίγας ἡμέρας θέλω νὰ γνωρίζω, ἂν ᾖναι 3, ἢ 4%· εἰς δύω ἡμέρας ἐνίοτε, ἀλλὰ συνήθως εἰς 15, διότι εἰς τὸ χρηματιστήριον τῶν Παρισίων κανονίζεται κατὰ 15 ἡμέρας, τὸ χρηματιστήριον ἐκεῖ ἐκκαθαρίζει, κάμνει τὴν λεγομένην ἐκκαθάρισιν τοῦ στοιχήματος, ποῖος ἔχασε καὶ ποῖος ἐκέρδησε· λοιπὸν ἐγὼ κατορθώνω νὰ κερδήσω 3, 4% ἐν βραχεῖ, ὅταν βλέπω καλῶς τὸ βαρόμετρον καὶ τὸ θερμόμετρον τῶν πολιτικῶν πραγμάτων· πολλοὶ ὅμως, νομίζοντες, ὅτι εἶναι ὀξυδερκέστεροι ἐπιχειροῦν τολμηρὰς πράξεις καὶ καταστρέφονται ἐξ ὁλοκλήρου περιουσίαι συχνότατα. Δι’ αὐτὸ, Κύριοι, κυκλοφοροῦν τὰ κτηματόγραφα, ὄχι διὰ τὰ 3 ἢ 4% τοῦ τόκου. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι ὁ μηχανισμὸς αὐτὸς κατὰ πρῶτον προσκόπτει ἐδῶ εἰς τὴν κυκλοφορίαν τῶν κτηματογράφων. Ταῦτα λέγων, δὲν ἐννοῶ ἄλλο νὰ πράξω εἰμὴ νὰ ἐλαττώσω τὰς ὑπερβολικὰς προσδοκίας πρὸς ὄφελος αὐτῶν τῶν ἰδίων, οἱ ὁποῖοι ἀναδέχονται τὴν ἐπιχείρησιν· διότι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, μετὰ τὴν σύστασιν αὐτοῦ τοῦ καταστήματος τοῦ πιστωτικοῦ, ἂν ἀποψευσθῇ εἰς ὅλας του τὰς ὑποσχέσεις, τί θὰ εἴπωμεν; ὅτι ἐφενακίσθημεν ἡμεῖς· καὶ ἠξεύρετε αὐτὸς ὁ φενακισμὸς πῶς στρέφεται κατ’ ἐκείνου, ὅστις εἶναι παραίτιος. Κάλλιον λοιπὸν ἐξ ἀρχῆς νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι μικρὰ μέλλει νὰ φέρῃ ἀποτελέσματα, ἵνα τοὐλάχιστον εἰς τὸ μέλλον, οὔτε αὐτοὺς ἀδικήσωμεν, οὔτε ἡμεῖς πλανηθῶμεν. Αὐτὸ, Κύριοι, εἶναι ἓν μέρος τοῦ μηχανισμοῦ, τὸν ὁποῖον δὲν θέλω νὰ ἐξηγήσω περισσότερον, διότι κάλλιον ἐμοῦ ἐξήγησεν αὐτὸν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἔρχομαι εἰς τὸ βʹ. μέρος, καὶ ἤδη θέλετε ἰδεῖ ἄλλο τι, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ἔγεινεν ἀκόμη λόγος ἐνώπιόν σας, καὶ εἶναι τὸ ἑξῆς· ἡ τράπεζα τῆς κτηματικῆς πίστεως στηρίζεται ἀπαραιτήτως εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τῶν ἐπιχειρήσεών της, τουτέστιν, ὅτι ὁ δανειζόμενος πρέπει ἀκριβῶς, ἀνυπερθέτως νὰ πληρώσῃ κατὰ τὴν προθεσμίαν, καὶ ἂν ὁ δανειζόμενος δὲν ᾖναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσῃ ἀνυπερθέτως καὶ ἀκριβῶς κατὰ τὴν προθεσμίαν, ἡ Τράπεζα πρέπει νὰ ᾖναι ἄκαμπτος, δὲν δύναται νὰ δώσῃ τὴν ἐλαχίστην παραχώρησιν, δὲν δύναται νὰ δώσῃ τὴν ἐλαχίστην προθεσμίαν, δὲν εἶναι ὅπως ἡ ὑποθηκικὴ Τράπεζα. Ἡ ὑποθηκικὴ Τράπεζα, ὡς σᾶς εἶπον, δανείζει τόσα κεφάλαια, ὅσα ἔχει, λοιπὸν ἐὰν δὲν εἰσπράξῃ τοὺς τόκους, τί νομίζετε, ὅτι μέλλει νὰ ἐπέλθῃ τότε; μέλλει κατ’ ἐκείνην τὴν ἑξαμηνίαν, κατ’ ἐκεῖνο τὸ ἔτος, νὰ ἔχῃ μικρότερον μέρισμα. Ἰδοὺ ὅλος ὁ κίνδυνος, διότι δὲν ἔχει ὑποχρεώσεις ἀπέναντι ἄλλων. Ἡ Τράπεζα ὅμως τῆς κτηματικῆς πίστεως ἔχει ἀπέναντι ἄλλων ὑποχρεώσεις, σᾶς λέγει π. χ. ἐγὼ ἔχω κεφάλαιον 10 καὶ ζητῶ τὴν ἄδειαν νὰ δεκαπλασιάσω· ὑποθέσατε, ὅτι ἐδεκαπλασίασα, τί ἕπεται; ἔχει κεφάλαιον 10 καὶ ἐδάνεισε 100, χρεωστεῖ λοιπὸν τὰ 90· ἐπὶ τῶν 90 χρεωστεῖ νὰ δώσῃ, εἰς τὸν ἀγοραστὴν τοῦ κτηματογράφου τὸν τόκον καὶ τὸ χρεώλυτρον, ἢ χρεωστεῖ νὰ δώσῃ κατὰ τὴν κλήρωσιν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐκληρώθη, πρὸς ἀπόσβεσιν, καὶ ἂν δὲν δώσῃ ἐπτώχευσεν ἡ Τράπεζα. Λοιπὸν πρέπει ἀπαρεγκλίτως νὰ εἰσπράξῃ· δὲν δύναται οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην νὰ δώσῃ προθεσμίαν. Στηρίζεται λοιπὸν ὅλος ὁ μηχανισμὸς εἰς αὐτὴν τὴν ἀκρίβειαν, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι ἐν τῇ προτάσει γίνεται λόγος, ὅτι πρέπει ἡ ἀξία τοῦ κτήματος νὰ ἐξετασθῇ καὶ ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι διπλασία, καὶ νὰ ἐξετασθῇ ἡ πρόσοδος, καὶ ἡ πρόσοδος νὰ ᾖναι ἀνωτέρα τοῦ τόκου καὶ τοῦ χρεωλύτρου, διὰ τὴν βεβαίαν ἐκτέλεσιν τῆς πληρωμῆς. Τώρα συγχωρήσατέ μοι, διότι αὐτὸν τὸν μηχανισμὸν δὲν τὸν παρετήρησα πρώτην φορὰν, τὸν παρετήρησα πρὸ ἐτῶν, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς ἐξομολογηθῶ ἓν ἁμάρτημα ἴσως, τὸ ὁποῖον ἔκαμα, ὅτι τουτέστιν ἐμπόδισα τὴν σύστασιν τῆς κτηματικῆς Τραπέζης πρὸ 8 ἐτῶν, καὶ τὴν ἐμπόδισα κακῶς, λέγει ὁ Κυρ. Χρηστίδης, ἀφοῦ μὲ ἀκούσῃ, τὸν παρακαλῶ νὰ φέρῃ τὴν κρίσιν του· τὴν ἐμπόδισα πότε; ὅτε ἦτο ὁ μέγας φανατισμὸς ὑπὲρ τῆς Τραπέζης τῆς κτηματικῆς πίστεως, καὶ τὴν ἐμπόδισα ἐπὶ τῆς ἑξῆς σκέψεως, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ ἐκτιμήσητε. Κατὰ τὰ 1856, ἂν δὲν λανθάνωμαι, τότε ἔγεινε λόγος περὶ συστάσεως Τραπέζης κτηματικῆς πίστεως ἐν Ἑλλάδι, τότε μᾶς προσέφεραν καὶ 25, 30 ἑκατομμύρια, διὰ τὴν σύστασιν αὐτῆς. Ἔγεινεν ἐπιτροπὴ, τῆς ὁποίας ἤμην μέλος, καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ εὑρέθησαν ὅλοι φανατικοὶ ὑπὲρ τῆς συστάσεως αὐτῆς, ἐγὼ μόνος εὑρέθην ἐναντίος καὶ τοὺς ἔπεισα ἐπὶ τέλους, καὶ πιστεύω, ὅτι σώζεται ἔγγραφος ἡ ἔκθεσίς μου, καὶ ἰδοὺ διὰ τί. Εἶπον, λαμβάνομεν ἐκ τῆς Γαλλίας 25, 30 ἑκατομμύρια, ἐξ αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου πρέπει κατ’ ἔτος ἐὰν λάβωμεν πρὸς 5% τὸν τόκον, εἶναι ὁ κατώτατος, ὅστις ἠμπορεῖ νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἠμπορεῖ νὰ ζητηθῇ καὶ 6 καὶ 7· ὅταν ἀκούσητε, ὅτι ἡ Τράπεζα τοῦ Λονδίνου ἀνεβίβασε εἰς 8%, ἐὰν ὑποθέσωμεν λοιπὸν 5%, ἔχομεν 1½ ἑκατομμύριον κατ’ ἔτος τόκον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν νὰ πληρώσωμεν· προσθέσατε τώρα καὶ τὸ χρεώλυτρον ἓν τοῖς ἑκατὸν τοὐλάχιστον, ἔχομεν 1,800,000, περίπου δύω ἑκατομμύρια. Ἐρωτῶ λοιπὸν, ὅταν ἐγὼ ἀναδέχομαι νὰ ἐξαγάγω ἐκ τῆς Ἑλλάδος κατ’ ἔτος μέταλλον δύω ἑκατομμύρια, ἐρωτῶ, δι’ αὐτῶν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα μοῦ δίδουν, αὐξάνουν ἐπὶ τοσοῦτον αἱ πρόσοδοί μου; γίνεται τοιαύτη προσθήκη ἐξαγωγῆς προϊόντων, ὥστε νὰ ἀντεισάγω αὐτὸ τὸ ποσὸν διὰ νὰ ἠμπορέσω πάλιν νὰ τὸ ἐξαγάγω εἰς μέταλλον; Ἠρώτησα λοιπὸν οἰκονομολόγους καὶ καθηγητὰς τῆς Πολιτ. Οἰκονομίας, δείξατέ μοι τὰ προϊόντα τῆς Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα δύνανται τῷ ὄντι διὰ τῶν δανείων αὐτῶν νὰ ἐπεκτανθοῦν καὶ νὰ φθάσουν, ὥστε νὰ ἔχωμεν κατ’ ἔτος 2 ἑκατομμύρια προσθήκην, καὶ ἂν ὑποθέσητε, ὅτι πολλαπλασιάζονται τὰ δάνεια καὶ τὰ 30 γίνονται 300 ἑκατομμύρια πόσα πρέπει νὰ ἐξαγάγωμεν; δείξατέ μοι τὰ προϊόντα καὶ τὴν σταφίδα; ἡ σταφὶς ἠξεύρετε καὶ ἂν δεκαπλασιάσητε τὴν παραγωγὴν θὰ ἔχητε πάντοτε τὸ αὐτὸ ποσὸν χρημάτων. Ὅταν ἡ Ἑλλὰς ἐξάγῃ 50 ἑκατομμύρια σταφίδος, εἰσάγει τὸ αὐτὸ ποσὸν χρημάτων, τὸ ὁποῖον ὅταν ἐξάγῃ 100 ἑκατομμύρια, διότι ἡ σταφὶς ἔχει περιωρισμένην κατανάλωσιν, ἐνῷ κάθε ἄλλο προϊὸν ἔχει ἀνεξάντλητον. Αὐξήσατε τὴν παραγωγὴν τοῦ ἐλαίου, δὲν ἐλαττοῦται ἡ τιμή του, διότι ἔχει ἀπέραντον κατανάλωσιν· αὐξήσατε τὴν παραγωγὴν τῶν σιτηρῶν, δὲν ἐλαττοῦται ἡ τιμή των, διότι ἔχουν ἀπέραντον κατανάλωσιν, αὐξήσατε σήμερον τὴν βαμβακοφυτείαν, ἔχει ἀπέραντον κατανάλωσιν. Λοιπὸν ὅταν δὲν δύνασθε νὰ καταδείξητε τὴν ἄμεσον αὔξησιν τῶν προϊόντων, ὅταν δὲν δύνασθε νὰ πείσητε, ὅτι αὐτὰ τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ εἰσαγάγητε ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὅτι αὐτὰ θὰ δοθοῦν εἰς τὴν γεωργίαν, καὶ ὅτι θὰ καταστήσητε τὴν γεωργίαν τοιαύτην, ὥστε νὰ δύναται νὰ παράγῃ τὸ διπλοῦν, τὸ τριπλοῦν, σᾶς λέγω, ὅτι τίποτε ἄλλο δὲν ἐπράξατε, εἰμὴ νὰ θέσητε ζυγὸν ἐπὶ τοῦ τραχήλου τοῦ ἔθνους, ὥστε νὰ ἐξαγάγῃ κατ’ ἔτος 2 ἑκατομμύρια. Ναὶ ἕνας ζυγὸς ἐπὶ τοῦ τραχήλου τοῦ ἔθνους ὑποχρεωμένου νὰ ἐξαγάγῃ κατ’ ἔτος εἰς μετρητὰ 2 ἑκατομμύρια, 1,800,000, ἐνῷ δὲν ηὔξησε τὰ προϊόντα του εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε διὰ τῆς ἐξαγωγῆς τῶν προϊόντων του νὰ περιέρχηται εἰς τὰς χεῖράς του αὐτὸ τὸ μέταλλον καὶ νὰ προστίθηται συνεχῶς αὐτὸ τὸ μέταλλον εἰς τὸν δημόσιον πλοῦτον. Τί συμπεραίνω ἐκ τούτου; Τὸ συμπέρασμά μου εἶναι τὸ ἑξῆς. Δὲν συμφέρει εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ σύστασις τραπέζης κτηματικῆς πίστεως διὰ ξένων κεφαλαίων, δὲν συμφέρει εἰμὴ ὑπὸ ἕνα ὅρον, καὶ εἰς τοῦτο ἴσως φανῶ παράδοξος, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι αὐτὰ τὰ κεφάλαια μέλλουν νὰ δοθοῦν εἰς τὴν γεωργίαν, τότε μόνον συμφέρει· ἐὰν ὅμως αὐτὰ τὰ κεφάλαια δὲν πρόκηται νὰ δοθοῦν εἰς τὴν γεωργίαν, ἐὰν δὲν πρόκηται νὰ αὐξήσουν τὴν παραγωγὴν, σᾶς λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἄλλο εἰμὴ προσθήκη χρέους, τὸ ὁποῖον μέλλει ἐντὸς ὀλίγου νὰ καταστῇ ἀφόρητον βάρος, ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ, ὅτε δὲν θέλομεν δυνηθῆ νὰ τὸ πληρώσωμεν. Τί θὰ συμβῇ λοιπὸν τότε; Ἐγὼ σᾶς λέγω ἀμέσως τί θὰ συμβῇ. Αὐτὴ ἡ τράπεζα συσταινομένη διὰ ξένων κεφαλαίων, συσταινομένη παρὰ κεφαλαιούχων, οἵτινες μέλλουν νὰ ἐξάγουν κατ’ ἔτος ἐκτὸς τοῦ κράτους τὸ μέρισμά των, οἱ ὁποῖοι μέλλουν νὰ βαδίσουν τακτικῶς λειτουργούσης τῆς τραπέζης, ὥστε οὐδεὶς νὰ ἔλθῃ κάτοχος κτηματογράφων, καὶ νὰ κρούσῃ εἰς μάτην τὴν θύραν, καὶ νὰ τὴν εὕρῃ κλειστὴν, αὐτὴ ἡ τράπεζα εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην ἅμα καθυστερήσῃ τις νὰ ἐκποιήσῃ τὸ κτῆμα, εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀπόλυτον, τὴν σιδηρὰν ἀνάγκην τῆς ἐκποιήσεως, δὲν εἶναι ὡς ὑποθηκικὴ τράπεζα. Αἱ ὑποθηκικαὶ τράπεζαι προσμένουν τὸν καιρὸν, ἔχουν ὅλην τὴν ἄνεσιν, δὲν σπεύδουν, δὲν καταστρέφουν τὸν δανειζόμενον. Εἰς τὸν ὀφειλέτην ἀφίνουν πᾶσαν προθεσμίαν· ἀλλὰ τράπεζα κτηματικῆς πίστεως οὐδὲ στιγμὴν δύναται νὰ περιμείνῃ, θὰ εἴπῃ, ἦλθεν ἡ προθεσμία, δὲν ἐπλήρωσες, ἐκποιῶ τὸ κτῆμά σου. Αὐτὸ τὸ σύστημα εἶναι γενικὴ καταστροφὴ, εἶναι ἡ ὑποτίμησις τῆς ἀξίας ὅλων τῶν πραγμάτων, ἡ ἄμεσος ὑποτίμησις. Ὑποθέσατε ἐδῶ εἰς τὴν πρωτεύουσαν ἔχομεν ἀρκετὰ κτήματα, ὅταν συγχρόνως γίνῃ ἐκποίησις δέκα κτημάτων, δέκα οἰκιῶν, ἀμέσως ἐκπίπτει ἡ ἀξία των. Ὑποθέσατε τώρα γεωργικὰ κτήματα ἐκποιούμενα καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα· ποῖος ἔχει τὰ κεφάλαια νὰ τὰ ἀγοράσῃ; Εἰσερχόμεθα λοιπὸν εἰς σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐὰν τὸ παραδεχθῶμεν, εἶναι ὀρθότατον ὅ,τι εἶπον, ὅτι διδάσκει τὴν τάξιν, διδάσκει τὴν οἰκονομίαν· αὐτὸ εἶναι ἀληθέστατον, καὶ ἄξιον πολλῆς παρατηρήσεως. Τῷ ὄντι καθιστᾶτε προσεκτικὸν τὸν ὀφειλέτην νὰ ᾖναι ἕτοιμος εἰς τὴν προθεσμίαν, νὰ μὴ σπαταλᾷ, νὰ μὴ ἐντρυφᾷ, νὰ ἐπιμελῆται τὰ κτήματά του· μάλιστα· ἀλλ’ ἠξεύρετε πόσον ἀκριβὰ πληρόνεται αὐτὸ τὸ μάθημα; πληρόνεται διὰ τῆς συστηματικῆς ἐκποιήσεως τῶν κτημάτων. Ὑποθέσατε κακὸν ἔτος, ἔτος ἀφορίας, ὅταν αἱ πρόσοδοι, τὰ προϊόντα ᾖναι ὀλίγα· τί νομίζετε τότε; εἰμπορεῖ ἡ τράπεζα νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς κατόχους τῶν κτηματογράφων, ἐφέτος δὲν ἔγεινεν ἔλαιον, δὲν ἔγεινε σῖτος, δὲν ἔγεινεν οἶνος· ἔπεσαν ἀκρίδες, τί ἀπαιτεῖς χρήματα; Οὐδαμῶς. Ὁ κάτοχος τοῦ κτηματογράφου, ἅμα ἦλθεν ἡ προθεσμία, θὰ κρούσῃ τὸ ταμεῖον τῆς τραπέζης τῆς κτηματικῆς πίστεως, καὶ ἂν δὲν ἀνοίξῃ νὰ πληρώσῃ, ἐπτώχευσεν αὐθημερόν· δὲν ἠμπορεῖ λοιπὸν ν’ ἀνεχθῇ νὰ πτωχεύσῃ, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐκποιήσῃ. Εἰξεύρετε λοιπὸν, ὅπου τὰ κεφάλαια εἶναι σπάνια, ὅπου δὲν ἀναβρύουν, ὅπου εἶναι εἰς στενὴν ἀναλογίαν πρὸς τὰ προϊόντα, (καὶ δύνασθε κάλλιστα σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ γνωρίζητε τὰ ὑπάρχοντα κεφάλαια ἐκ τῶν ὑπαρχόντων προϊόντων, διότι δὲν ἔχομεν ἐδῶ κεφαλαιούχους, οἱ ὁποῖοι τὰ κεφάλαιά των τὰ ἐνασχολοῦν δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ, δὲν ἔχομεν μεγάλην διακόμισιν, καθὼς ἔχει καθ’ ὑπόθεσιν τὸ Βέλγιον· ἐδῶ εἴμεθα πάντοτε περιωρισμένοι εἰς τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς ἀναλογίαν ἀριθμητικὴν πρὸς τὰ προϊόντα)· ἠξεύρετε τί εἶναι ἡ ἐκποίησις τῶν κτημάτων; Ἐὰν θέλητε νὰ σᾶς τὸ παραστήσω διὰ ζωηρᾶς εἰκόνος, δὲν εἶναι ἄλλο εἰμὴ ὅπως εἰς τὰς Ἰνδίας ὑπάρχει ἡ λατρεία τοῦ Βισνοῦ καὶ κατ’ ἔτος τὸ ξόανον αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ ἐν Γιαγαννάτᾳ ἐξάγεται ἐπὶ ἅρματος, ὑπὸ τοὺς τροχοὺς τοῦ ὁποίου ῥίπτονται οἱ Ἰνδοὶ καὶ συντρίβονται. Αὐτὸ τὸ ξόανον πρόκειται σήμερον νὰ τὸ εἰσαγάγωμεν διὰ νὰ συντρίψῃ τὴν ἰδιοκτησίαν ἐν Ἑλλάδι, ἐὰν δὲν δώσωμεν προσοχὴν, ἐὰν πιστεύοντες ψηφίσωμεν τὰς προτάσεις τοιαύτας ὁποῖαι ὑπάρχουν. Ἔρχομαι, Κύριοι, τώρα, ἀφοῦ σᾶς κατέδειξα, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ θαυματουργήσῃ ἐν Ἑλλάδι ἡ Τράπεζα τῆς κτηματικῆς πίστεως, ὅτι ὁ μηχανισμός της εἶναι τοιοῦτος, ὥστε ἔχει ὅλην τὴν ἀτέλειαν τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων, ὅτι δὲν εἶναι ἄλλο εἰμὴ προσθήκη μέσων πιστωτικῶν καὶ τεχνικὴ πρόσκλησις, οὕτως εἰπεῖν, τῶν κεφαλαίων, διὰ νὰ τὰ φέρωμεν εἰς κυκλοφορίαν καὶ νὰ τὰ προσφέρωμεν εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν, ἀλλ’ ὄχι εἰς τὴν μικράν· διότι αἱ Ἀθῆναι.... Πανταχοῦ, Κύριοι, καὶ εἰς τὴν Αὐστρίαν καὶ εἰς τὴν Ὀλλανδίαν.
§37ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὄχι εἰς τὴν Ὀλλανδίαν.
§38ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ φωνάζει ὁ Κ. Καλὸς ἀπὸ ἐκεῖ ἐπάνω.
§39ΚΑΛΟΣ. Ἐγὼ τὸ λέγω, μάλιστα· (θόρυβος).
§40ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Βλέπετε Κ. Χρηστίδη; Ὅσον θέλετε ἐξετάσατε καὶ θέλετε παρατηρήσει τοῦτο, ὅτι αἱ δαπάναι αἱ ἀπαιτούμεναι πρὸς συνομολόγησιν δανείου Τραπέζης κτηματικῆς πίστεως διὰ τὰς διατυπώσεις, ἐπειδὴ πρέπει νὰ βεβαιωθῇ ἡ ὑπάρχουσα πρόσοδος, εἶναι βαρεῖαι, καὶ σημειώσατε ὅτι εἰς τὴν Εὐρώπην ἕκαστον Κράτος δύναται νὰ εἴπῃ ποία ἡ πρόσοδος. Εἰς τὴν Ἑλλάδα σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ τὸ εἰπῆτε. Οὐδεὶς κτηματίας δύναται νὰ τὸ εἴπῃ. Κατὰ τοῦτο τὸ ἔτος δύναται νὰ ᾖναι 40 καὶ τὸ ἑπόμενον 10. Εἰς τὴν Εὐρώπην ἠξεύρετε ἀκριβῶς. Καὶ ἰδοὺ διατί· εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ Ἀγγλίαν καὶ Γαλλίαν γνωρίζεται κατ’ ἔτος ποῖον τὸ εἰσόδημα τοῦ γεωργικοῦ κτήματος· διότι ὅλα τὰ γεωργικὰ κτήματα εἰς αὐτὰς τὰς ἐπικρατείας ἐνοικιάζονται, καὶ ὀνομάζεται rente ἡ πρόσοδος τῶν κτημάτων· ἔχετε ἕνα ἐνοικιαστὴν ἐπὶ 10, 15 ἔτη. Εἶναι λοιπὸν εἰς βάρος τοῦ ἐνοικιαστοῦ τὰ τυχηρὰ, δὲν εἶναι εἰς βάρος τοῦ γαιοκτήμονος. Ὁ ἐνοικιαστὴς ὑπολογίζει εἰς τὰ 10, 15 ἔτη τὶ θὰ εἰσπράξῃ καὶ ἐν τῷ συνόλῳ ἔχει τὸ κέρδος· ὁ ἰδιοκτήτης ὅμως γνωρίζει, ὅτι κατ’ ἔτος ἔχει νὰ λάβῃ 10 χιλ. καὶ εἶναι ἀσφαλέστατος. Ἐδῶ ὅμως μόλις εὑρίσκετε τακτικὸν ἐνοικιαστήν· ὑπάρχουν μερικαὶ ἐξαιρέσεις, ὑπάρχουν 5, 6 μεγάλα κτήματα ἐνοικιαζόμενα· καὶ ἐγὼ γνωρίζω τοιαῦτα· ἀλλὰ σᾶς λέγω ὡς κανόνα εἰμπορεῖτε νὰ εἰπῆτε τακτικῶς λαμβάνω ἀπὸ τὸ κτῆμά μου τόσα, διότι τὸ ἐνοικιάζω διὰ 10, 15 ἔτη; Λοιπὸν λέγω, εἰς τὰ μικρὰ κτήματα εἶναι ἀκόμη βαρύτεραι αἱ δαπάναι ὅλων αὐτῶν τῶν διατυπώσεων, διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἡ ἀξία καὶ ἡ πρόσοδος· αὐταὶ εἶναι τόσον δυσανάλογοι πρὸς τὴν ἀξίαν τῶν μικρῶν κτημάτων, ὥστε διπλασιάζουν τὸν τόκον εἰς τὸ μέλλον. Διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι ἐκ τῶν 400 τόσων ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα εἶναι σήμερον ἐκκρεμῆ δάνεια τῆς Τραπέζης τῆς κτηματικῆς πίστεως τῆς Γαλλίας, μόνον 11 εἶναι ἀξίας κατωτέρας τῶν 10 χιλ. φράγκων. Σᾶς κατέδειξα, νομίζω, ὅτι οὔτε θαύματα πρέπει νὰ περιμένητε ἐκ τῆς Τραπέζης αὐτῆς, οὔτε συνδρομὴν τῆς γεωργίας καὶ τῆς μικρᾶς ἰδιοκτησίας, ὅτι αἱ λειτουργίαι αὐτῆς τῆς Τραπέζης συνεπάγονται ἀναγκαίως τὸν κίνδυνον τῆς ἐκποιήσεως τῶν κτημάτων, καὶ ἑπομένως τῆς ἐξευτελίσεως τῆς ἀξίας αὐτῶν. Αὐτὰ τάχα λέγω πρὸς ὑμᾶς διὰ νὰ σᾶς πείσω νὰ μὴ συστήσητε τὴν Τράπεζαν τῆς κτηματικῆς πίστεως; Πολὺ μακράν, Κύριοι· εἶμαι σύμφωνος νὰ συστήσητε αὐτήν· ἀλλὰ τί ἔρχομαι νὰ πολεμήσω; ἔρχομαι νὰ πολεμήσω τὸ προνόμιον ἢ μᾶλλον τὸ μονοπώλιον, ὅτι οὐδαμῶς ἁρμόζει εἰς τοιοῦτον κατάστημα τὸ προνόμιον, καὶ ὅτι τὸ προνόμιον πρὸ πάντων εἶναι ἡ αἰτία καὶ ἡ πηγὴ τῆς βλάβης, ἡ ὁποία δύναται νὰ προέλθῃ ἐκ τοιούτου ἱδρύματος, ἐνῷ ἄνευ τοῦ προνομίου τοιοῦτον κατάστημα δύναται νὰ ᾖναι συντελεστικὸν καὶ ὠφέλιμον. Πρῶτον, Κύριοι, οὐδαμοῦ μέχρι τοῦδε, μοὶ φαίνεται, συνέστη Τράπεζα κτηματικῆς πίστεως ἔχουσα τὸ μονοπώλιον, καὶ ὁ προφανέστατος λόγος εἶναι ὁ ἑξῆς· ὅταν δίδω εἴς τινα τὸ μονοπώλιον, πρὸ πάντων ἔχω ν’ ἀποτείνω πρὸς αὐτὸν τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν· εἶσαι εἰς κατάστασιν νὰ ἐπαρκέσῃς εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας μου; Μοὶ δίδεις τὴν ἐγγύησιν, ὅτι θέλεις ἐπαρκέσει εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας; Μάλιστα, ἔχε τὸ μονοπώλιον, ἔχε τὸ προνόμιον. Ὅταν ὅμως δὲν ἦσαι εἰς κατάστασιν τοιαύτην, διατί νὰ σοὶ δώσω αὐτὸ τὸ μονοπώλιον; Βλέπετε, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ εἶναι 10 χιλ. ἑκατομμύρια τὰ ὑποθηκικὰ δάνεια, καὶ ἡ Τράπεζα αὐτὴ δύναται μετὰ παρέλευσιν 11 ἐτῶν νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ εἰκοστημόριον.
§41ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ πόσων αἰώνων ὑπάρχουν;
§42ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὑπάρχουν ἐκκρεμῆ.
§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι σβυσμένα, καὶ δι’ αὐτό.
§44ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀναγνώσητε τὴν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία εἶχε γίνει ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ νόμου τῶν ὑποθηκῶν ἐν Γαλλίᾳ εἰς τὰ 41, καὶ θέλετε ἰδεῖ ἐκεῖ τὴν στατιστικὴν, διότι ὅλαι αἱ περιφέρειαι τῶν δικαστηρίων τῆς Γαλλίας ἔδωσαν τὴν στατιστικὴν τῶν ὑποθηκῶν. Αὐτὴ συμφωνεῖ πληρέστατα μὲ τὴν στατιστικὴν, ἡ ὁποία ἔγεινεν ἐπὶ τοῦ νῦν Αὐτοκράτορος, ὅταν εἰσήχθη τὸ σύστημα τῆς μεταγραφῆς, καὶ ἐκεῖ δὲν φιλονεικεῖται, ὅτι σήμερον ὑπάρχουν 10 χιλ. ἑκατομ. χρέη ἐνυπόθηκα.
§45ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Αὐτὸ δὲν φιλονεικεῖται. (Θόρυβος).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§47ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Ἐγὼ συνηγορῶ ὑπὲρ ὑμῶν.
§48ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ· ἀλλ’ ἡ καλλιτέρα συνηγορία εἶναι νὰ μὴ μὲ διακόψητε. Λέγω λοιπὸν, διὰ νὰ σὲ δώσω τὸ μονοπώλιον πρέπει νὰ μὲ ὑποσχεθῇς, ὅτι δύνασαι νὰ ἐπαρκέσῃς εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας. 10 χιλιάδες ἑκατομμυρίων εἶναι τὸ ἐνυπόθηκον χρέος ἐν Γαλλίᾳ, καὶ τί ἠδυνήθη νὰ δανείσῃ ἡ Τράπεζα τῆς κτηματικῆς πίστεως; 605 ἑκατομμύρια· πῶς διὰ δανείων 605 ἑκατομμυρίων θ’ ἀποσβεσθοῦν 10 χιλιάδες ἑκατομμυρίων; τοῦτο εἶναι ἀστεῖον νὰ τὸ λέγῃ τις· ἀφοῦ σᾶς λέγει ἡ Τράπεζα αὐτὴ, ὅτι ἀπὸ τὰ 52–63 ἐδάνεισε 605 ἑκατομμύρια, δηλ. 605 μετεβιβάσθησαν ἀπὸ τῆς μιᾶς εἰς ἄλλην κατηγορίαν, νομίζετε, ὅτι ἀποσβέννυνται εἰς διάστημα 11 ἐτῶν δάνεια, τὰ ὁποῖα ἔχουν 30 ἐτῶν χρεωλύσιον; πρέπει νὰ παρέλθουν 30 ἔτη διὰ νὰ σβεσθῇ διὰ χρεωλυσίου τὸ χρέος καὶ τότε ν’ ἀποσβεσθοῦν τινα. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐδῶ ἔρχομαι εἰς τὸ κύριον ἐπιχείρημα κατὰ τοῦ μονοπωλίου· δύνασθε νὰ ἐπαρκέσητε; δὲν δύνασθε, λοιπὸν τί ζητεῖτε; πῶς δὲν δέχεσθε νὰ ὑπάρξῃ καὶ δευτέρα καὶ τρίτη Τράπεζα, διὰ τῆς συνδρομῆς τῶν ὁποίων θέλει ἱκανοποιηθῆ ἡ κοινωνικὴ ἀνάγκη; Ὅταν σὲ δώσω 100 ἑκατομμύρια καὶ σὺ μὲ προσφέρῃς 20, πῶς θὰ σὲ δώσω μονοπώλιον, ὥστε τὰ 80 νὰ μὴν ἱκανοποιηθοῦν; Τὸ μονοπώλιον εἶναι ἐνταῦθα μεγάλη βλάβη τοῦ ἔθνους, καὶ μονοπώλιον ζητεῖ ἡ Τράπεζα οὐχὶ ἕως ὅτου ἀνορθωθῇ, ἀλλὰ μονοπώλιον ἡμίσεως αἰῶνος. 50 ἐτῶν· ἐπὶ 50 ἔτη θέλομεν παραδοθῆ εἰς τὰς χεῖρας αὐτῆς δέσμιοι· ἐνῷ ὁμολογεῖται ἀνίκανος ἀπ’ ἀρχῆς νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας, ἐνῷ δὲν ἐπαγγέλλεται νὰ παρέξῃ ὅλα τὰ χρήματα, τῶν ὁποίων ἔχει χρείαν ἡ γεωργία· διατί ὅμως καὶ ἡ Ἑπτάνησος νὰ ἀφεθῇ δούλη εἰς σέ; ποῦ ἠκούσθη Τράπεζα κτηματικῆς πίστεως νὰ ἔχῃ μονοπώλιον; ποία ἡ ἀνάγκη τοῦ μονοπωλίου; Θέλετε ἰδεῖ ὅτι ὑπάρχει Τράπεζα, ἡ ὁποία ἔχει μονοπώλιον τὴν ἔκδοσιν τραπεζικῶν γραμματίων, δὲν εἶμαι σύμφωνος· ἀλλὰ τί διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου; εἶναι ὡς νὰ λέγηται καὶ ὑποθηκικὴ Τράπεζα ἔχουσα μονοπωλεῖον. Εἶπε κάλλιστα ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτε ὡμίλησεν, ὅτι ὁ συναγωνισμὸς, ἡ ἐλευθερία εἰς τὸ ἐμπόριον, εἶναι ἡ κίνησις, ἡ ζωὴ, ὅτι τὸ μονοπώλιον εἶναι ἡ ἀκινησία, ἀλλ’ ἴσως αὐτὰ τὰ ὡραῖα ἀξιώματα δὲν ἐξηγοῦν ἀκριβῶς τὸ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον θέλουν νὰ ἐξηγήσουν· δι’ ὀλίγων λέξεων συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς ἐξηγήσω εἰς τί συνίσταται τὸ μονοπώλιον. Τὸ μονοπώλιον συνίσταται εἰς τοῦτο, τὸ νὰ ᾖναι ἡ προσφορὰ μικροτέρα τῆς ζητήσεως, καὶ ἑπομένως εἰς τὸ νὰ ᾖναι τὸ ἐμπόρευμα ὑπερτιμημένον, νὰ ᾖναι ὁ τόκος ὑψηλός. Ἀλλέως, ὅταν ἔχωμεν συναγωνισμὸν τῶν κεφαλαίων, κατὰ τὸν συναγωνισμὸν τῶν κεφαλαίων πῶς προσδιορίζεται ὁ τόκος; Ὁ τόκος προσδιορίζεται ἀναλόγως τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως. Ὅταν ἡ ζήτησις ᾖναι 100 καὶ ἡ προσφορὰ 10, τὸν νόμον τὸν ἐπιβάλλει ὁ προσφέρων· αὐτὸς θὰ εἰπῇ θέλω τόσα τοῖς ἑκατὸν, καὶ δὲν δύναται ὁ ἕτερος ν’ ἀντισταθῇ· ὅταν ᾖναι ἐλεύθερος ὁ συναγωνισμὸς, τότε ἡ προσφορὰ εἶναι ὑπερτέρα τῆς ζητήσεως· ἅμα δὲ εἶναι περισσοτέρα ἡ προσφορὰ καὶ ὀλιγωτέρα ἡ ζήτησις, ἐλατοῦται ἡ ἀξία τοῦ ἐμπορεύματος, ἐλαττοῦται ὁ τόκος. Ἐπὶ πιστωτικοῦ καταστήματος διὰ μονοπωλίου δεσμεύεται ἡ προσφορὰ, καὶ εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς ἂν εἴπητε ἐπὶ 50 ἔτη νὰ ᾖναι μικρὰ ἡ προσφορὰ καὶ μεγάλη ἡ ζήτησις. Δὲν ἐπράξατε ἄλλο εἰμὴ νὰ ἐπιβαρύνητε δι’ ἑτέρου ζυγοῦ, ἐκτὸς ἐκείνου τοῦ ξένου κεφαλαίου, τὸν τράχηλον τοῦ ἔθνους, ὥστε νὰ πληρώνῃ πάντοτε μέγαν τόκον· ναὶ, Κύριοι, περιορίζετε τὸν τόκον πάντοτε εἰς 8% καὶ εἰς ἓν ἔξοδον διοικήσεως γίνεται 9, καὶ ἀφοῦ τὸν περιορίσητε εἰς 9, ὡς ἀνώτατον ὅρον, τὸν ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ ἡ τράπεζα, νομίζετε τὸ 9 μικρόν; Ἂν σήμερον δὲν ᾖναι πολὺ, μετ’ ὀλίγον δὲν εἶναι μικρόν. Βεβαίως μετὰ 10 ἔτη μέλλει νὰ ᾖναι ὑπέρογκος τόκος, διότι ἄλλως καταδικάζετε τὴν Ἑλλάδα καὶ τὰς ἐπερχομένας γενεὰς, καταδικάζετε τὴν γεωργίαν, καταδικάζετε τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐμπορίου, καταδικάζετε τὴν πρόοδον τῆς κοινωνίας, ὅτι καὶ μετὰ 10 ἔτη καὶ μετὰ πλείονα θέλει μένει εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, ἐνῷ δίδετε τὸ δικαίωμα εἴς τινα νὰ λαμβάνῃ 9%, καὶ νομίζετε, ὅτι θὰ γείνῃ παράδειγμα χριστιανικῆς ἀρετῆς καὶ θὰ εἴπῃ, ὅτι ἐλαττόνω τὸν τόκον εἰς 5, εἰς 6; αὐτὸ δὲν θὰ γείνῃ· τότε μάλιστα πᾶς κεφαλαιοῦχος θέλει ζητεῖ τόκον ἀνώτερον, διότι θέλει σοῦ εἰπεῖ· δὲν σοῦ ζητῶ διατυπώσεις· σὲ δανείζω χωρὶς νὰ μάθω ἂν ἦσαι ἰδιοκτήτης, σὲ δανείζω καὶ θὰ σὲ δώσω προθεσμίαν διὰ τὴν πληρωμὴν, δὲν ἔχω ὅλα αὐτὰ τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Τράπεζα τῆς κτηματικῆς πίστεως, ἥτις προχωρεῖ ὡς τὸ ἅρμα τοῦ Βισνοῦ, τὸ ὁποῖον καταστρέφει τὸν ἰδιοκτήτην· ἐὰν ἡ τράπεζα λαμβάνῃ 9 ἐγὼ θὰ λαμβάνω 10. Εἶναι λοιπὸν ὡς νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ γεωργία τῆς Ἑλλάδος θέλει ἐξακολουθεῖ νὰ πληρώνῃ 10% καὶ θέλει προοδεύσει ἀπέναντι τῆς γεωργίας τῆς Εὐρώπης, ἡ ὁποία πληρώνει 4 καὶ 5; Εἶναι ἀδύνατον νὰ προοδεύσῃ τὸ ἔθνος, εἶναι ἀδύνατον νὰ συναγωνισθῇ ἡ γεωργία τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν γεωργίαν τῆς λοιπῆς Εὐρώπης. Πρῶτον λοιπὸν, Κύριοι, πολεμῶ τὸ σύστημα τοῦ μονοπωλίου, τὸ ὁποῖον εἶναι μοναδικὸν, τὸ ὁποῖον ἔμεινε δι’ ἐμὲ μυστήριον πρὸς τί ζητεῖται. Ἂν δὲν δύναται ἄνευ τοῦ μονοπωλίου τούτου νὰ ἐξέλθῃ τῶν σπαργάνων της ἡ ἑταιρία, ἂν δὲν δύναται, ὡς ὁ Ἡρακλῆς, νὰ πνίξῃ τὸν δράκοντα τῆς πενίας ἐν τῇ κοιτίδι ἄνευ μονοπωλίου, ἐμάθετε ποτὲ ὅτι ὁ Ἡρακλῆς εἶχε μονοπώλιον διὰ τὰ ἆθλά του;
§49ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Εἶχε φύσιν προνομιοῦχον.
§50ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἂν δὲν δύναται, ἤθελον ἐρωτήσει τὴν Τράπεζαν τῆς κτηματικῆς πίστεως, τί σᾶς ἐμποδίζει; Ἐδῶ ὑπάρχει ζήτησις μεγάλη· πόσον θέλεις νὰ δανείσῃς τὴν Ἑλλάδα; θὰ ᾖναι πάντοτε τὸ ἐνυπόθηκον χρέος πενταπλάσιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θέλεις νὰ δανείσῃς. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἡ Τράπεζα τῆς κτηματικῆς πίστεως δὲν ἠδυνήθη νὰ φθάσῃ οὔτε εἰς τὸ εἰκοστημόριον τοῦ χρέους τοῦ ἐνυποθήκου· ὥστε 20 τοιαῦται Τράπεζαι θὰ ὑπῆρχον ἐν Γαλλίᾳ· ἐὰν λάβητε λοιπὸν τὴν ἀναλογίαν, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ πρέπει νὰ ὑπάρχουν 20 Τράπεζαι, δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ἐνταῦθα πρέπει νὰ ὑπάρχουν 5, αἵτινες ἐργαζόμεναι θὰ εὑρίσκουν νὰ ἐνασχολήσουν τὰ κεφάλαιά των; Ἀλλ’ ἔχετε τὸν μέγαν πόθον νὰ σχηματισθῇ ἡ Τράπεζα· ἂν ἔχητε τὴν ἐπιθυμίαν, καὶ εἰς ταύτην θυσιάζητε τὰ πάντα, γίνεσθε εἵλωτες τῆς Τραπέζης, δεσμεύετε τὴν γεωργίαν ἕνεκα τοῦ πόθου νὰ τὴν ἀπολαύσητε. Νομίζετε, ὅτι ἂν ᾖναι ἐπιχείρημα ἐπικερδὲς, ἂν ᾖναι ἐπιχείρημα ὠφέλιμον, τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δὲν θέλει εὑρεῖ ποῖον νὰ τὸ ἐπιχειρήσῃ; νομίζετε, ὅτι κἄτι τι μυστηριῶδες ἔχει τὸ τῆς κτηματικῆς Τραπέζης, καὶ ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἐνυπόθηκος Τράπεζα; ἄλλο ἡ τῆς κτηματικῆς πίστεως; Ἠξεύρετε διὰ ποίαν αἰτίαν ἡ ὑπάρχουσα ἐνταῦθα ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν ἐξέδωκεν ὁμόλογα κτηματόγραφα, ἀλλὰ δανείζει ἐπὶ βραχυπροθέσμῳ προθεσμίᾳ; Δὲν εἶναι ὁ λόγος, διότι αὐτὴ δὲν θέλει, ἀλλὰ διότι δὲν θέλουν οἱ δανειζόμενοι· οἱ περισσότεροι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν δάνεια χρεωλυτικὰ, παρακαλοῦν νὰ μετατραποῦν εἰς δάνεια 4–6 ἐτῶν. Ἰδοὺ διατὶ προτιμοῦν τοῦτο, διότι εἰς τὸν ἄνθρωπον εἶναι ἔμφυτον νὰ τρέφῃ ἐλπίδα, καὶ ἂν ἀφαιρέσητε τὴν ἐλπίδα, εἶναι κτῆνος· τί ἐλπίζει ἕκαστος; λέγει, ὅτι μετὰ 4–5 ἔτη βεβαίως θὰ βελτιωθῶσι τὰ πράγμα εἰς τὴν Ἑλλάδα· διατί νὰ δανεισθῶ χρήματα καὶ νὰ πληρώνω ἐπὶ 30 ἔτη; καὶ ἂν ἐγὼ δὲν ζήσω νὰ πληρώνουν τὰ τέκνα μου; Τίς οἶδεν ἂν μετὰ 5 ἔτη δὲν γίνῃ ἐλάττωσις τοῦ τόκου; Καὶ νομίζετε, ὅτι ὅλαι αἱ ἐπιχειρήσεις εἶναι τριακονταετεῖς; ἔχουν μεγάλας διαρκείας; μόνον ἑταιρεῖαι ἀνώνυμοι ἔχουν μεγάλην διάρκειαν· ἀλλ’ αἱ ἐπιχειρήσεις αἱ ὁποῖαι γίνονται καθ’ ἡμέραν εἶναι βραχυπρόθεσμοι· θέλουν ἐν βραχεῖ νὰ γνωρίζουν πόσον θὰ πληρώσουν· δὲν μέλλει τὸν δανειζόμενον ἂν δανείζητε ὑπὸ τὸ σύστημα τῶν ἐνυποθήκων δανείων· τὸ ζητούμενον εἶναι χρήματα. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἂν καὶ τὸ σύστημα τοῦτο εἰς τὴν Ἑλλάδα ᾖναι ὠφέλιμον. Λέγω ὅτι ἡ Τράπεζα τῆς κτηματικῆς πίστεως δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας· δὲν δικαιοῦται λοιπὸν νὰ λάβῃ τὸ μονοπώλιον. Δικαιοῦται νὰ λάβῃ τὰ λοιπὰ προνόμια τῆς ἐκτελέσεως, ὅσα συντελοῦν εἰς τὸ νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ἀπότισιν τοῦ δανείου· αὐτὰ δικαιοῦται νὰ λάβῃ. Ἀλλὰ τὸ νὰ ἐγκατασταθῇ κυρία ἐν τῷ μέσῳ τῆς κοινωνίας ἑταιρία τοιαύτη, δὲν πιστεύω, ὅτι θέλει ἔχει καλὴν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν γεωργίαν καὶ εἰς τὴν μικρὰν ἰδιοκτησίαν. Κατ’ ἄλλον λόγον νομίζω, ὅτι εἶναι πρόωρος ἡ ἐπέκτασις τοῦ συστήματος αὐτοῦ τῆς Τραπέζης τῆς κτηματικῆς πίστεως εἰς τὰς Ἰονίους νήσους, περὶ τῶν ὁποίων θέλω ὁμιλήσει ὀλίγιστα, διότι ἐνταῦθα ὑπάρχουν ἄλλοι γνωρίζοντες κάλλιον ἐμοῦ τὰ πράγματα ἐν Ἑπτανήσῳ. Ὅλοι ἐν τούτοις ἐμάθετε ἤδη τὸ Κερκυραϊκὸν ζήτημα, καὶ ἴδετε τὴν ἰδιοκτησίαν πῶς διάκειται ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἡ Τράπεζα τῆς κτηματικῆς πίστεως διὰ πολὺν καιρὸν δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ λειτουργήσῃ.
§51ΒΑΣΣΟΣ. Διὰ λογαριασμόν της.
§52ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν συσταίνομεν ὅμως τὴν Τράπεζαν χάριν τῆς τραπέζης, ἀλλὰ τὴν συσταίνομεν χάριν τῆς κοινωνίας. Ἐρωτῶ, ὅταν πρόκηται νὰ δώσωμεν τοιοῦτον μονοπώλιον καὶ πρόκηται δι’ αὐτοῦ νὰ ἐμποδίσωμεν πᾶν ἄλλο τοιοῦτον ἵδρυμα πιστωτικὸν ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς Ἑπτανησίους ἰδοὺ πόθεν λαμβάνομεν ἡμεῖς δάνεια, ἰδοὺ πόθεν ἐλπίζει παρ’ ἡμῖν ἡ γεωργία, δὲν ἱκανοποιοῦμεν τὴν Ἑπτάνησον, πρὶν λύσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας· θέλετε νὰ εἴπωμεν, ὅτι μᾶς εἶναι ἀδιάφορον, ἂς βλαφθῇ ἡ Ἑπτάνησος, ἂς βλαφθῇ καὶ ἂς ὠφεληθῇ ἡ λοιπὴ Ἑλλὰς, ἂς ἐκπληρώσῃ τὸν ἀκάθεκτον πόθον της νὰ ἴδῃ συστημένην κτηματικὴν πίστιν; πρέπει νὰ ὁμιλήσωμεν μὲ περισσότερον ἀδελφικὸν πόνον· δὲν πρέπει νὰ εἴπωμεν πάσχετε καὶ σεῖς, ὅπως καὶ ἐγὼ, καὶ νὰ συμμεθέξωμεν ὅλοι τῆς ὠφελείας; Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις τῆς προτάσεως μέχρις οὗ ἐξετάσωμεν καὶ τὸ Κερκυραϊκὸν ζήτημα καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ ἴδωμεν κατὰ πόσον ἡ Τράπεζα ἡ κτηματικὴ δύναται νὰ ὠφελήσῃ καὶ ἐκεῖ καὶ νὰ συνάψωμεν τὰ δύο ταῦτα ζητήματα. Ἀλλὰ σᾶς λέγω καὶ ἕτερόν τι, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἴσως ἔκαμον λόγον οἱ συνάδελφοι ἡμῶν τῶν νήσων τοῦ Ἰονίου Ἀρχιπελάγους. Ἐν Ἑπτανήσῳ κατὰ τὴν ὑφισταμένην μέχρι τοῦδε νομοθεσίαν ὑπάρχει περιορισμὸς τοῦ τόκου πρὸς 6%· αὐτὸς ὁ περιορισμὸς τοῦ τόκου πρὸς 6% εἶναι ἡ κυριωτάτη αἰτία, ἂν δὲν λανθάνωμαι, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας δὲν γίνονται ἐν Ἑπτανήσῳ ἐνυπόθηκα δάνεια· ἡ Τράπεζα ἡ Ἰονικὴ ἔπαυσε νὰ δανείζῃ ἐπὶ ὑποθήκῃ, ἐνῷ ἄλλοτε ἐδάνειζε, διότι δὲν συμφέρει νὰ δανείσῃ πρὸς 6%. Ὅπως σήμερον ὑπάρχουν τὰ πράγματα, ὅπως εἶναι ἡ τιμὴ τῶν χρημάτων ἐλάπτεται ἡ Τράπεζα πρὸς 6%· ἠθέλησε νὰ λάβῃ 7% καὶ ἠγέρθησαν δίκαι, αἵτινες ὑπάρχουν εἰσέτι ἐκκρεμεῖς, καὶ ἡ συνέπεια τῶν δικῶν τούτων εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ ὑπερβαίνοντος τὰ 6%. Ὑποθέσατε λοιπὸν ἐν Ἑλλάδι, ὅτι ὁ τόκος εἶναι ἀπεριόριστος· ἀλλ’ ἐν Ἑπτανήσῳ ὁ κεφαλαιοῦχος δὲν δύναται νὰ δανείσῃ εἰμὴ πρὸς 6%· καὶ ἂν δανείσῃ περισσότερον ὑποχρεοῦται δικαστικῶς νὰ τὸ ἐπιστρέψῃ· ἐνταῦθα ὅμως δίδετε μονοπώλιον καὶ προνόμιον 9%· τὶ πράττετε οὕτω; φυγαδεύετε τὰ κεφάλαια ἀπὸ τὴν Ἑπτάνησον, διότι ἡ Τράπεζα θέλει ἔχει ὑπεροχὴν ἀπέναντι ὅλων, ὥστε δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ συναγωνισμός. Ἐδῶ δὲν δέχεσθε τὸν συναγωνισμὸν ἑτέρας Τραπέζης κτηματικῆς πίστεως, ἐκεῖ οὔτε τῶν κεφαλαιούχων. Λέγω λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἀκόμη ἀχώνευτος ἡ πρότασις, διότι ὁποία ὑπάρχει ἐγένετο ἐν ἄκρᾳ σπουδῇ καὶ βίᾳ· ὥστε εἶναι ἀνάγκη νὰ διορισθῇ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία νὰ βασανίσῃ τὰς σχέσεις τοῦ συστήματος πρὸς ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος καὶ πρὸς τὰς Ἰονίους νήσους, διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ ποῖον τρόπον δύνανται νὰ πραγματοποιηθοῦν ὑποθηκικὰ δάνεια ἐν Ἑπτανήσῳ, πῶς δύναται νὰ γίνῃ ἡ ἐκποίησις ἐν Ἑπτανήσῳ· διότι ἐκεῖ ἡ ἐκποίησις κτήματος γίνεται ἄλλως πως, καὶ ἡ νομοθεσία δὲν μεταβάλλεται δι’ ὀλίγων διατάξεων. Εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἐὰν θέλητε νὰ κατορθωθοῦν ἐνυπόθηκα δάνεια, πρέπει νὰ γίνῃ ἔρευνα ἀκριβεστέρα καὶ διὰ τῆς ἐρεύνης νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν σύστημα δυνάμενον νὰ ὠφελήσῃ καὶ τὴν Ἑπτάνησον καὶ τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν ἔφθασα εἰσέτι εἰς τὸ πέρας τοῦ λόγου μου δυστυχῶς· μὴ νομίσητε ὅτι εἶναι εὐχάριστον νὰ ὁμιλῇ τις ἐπὶ πολλὰς ὥρας· καὶ δὲν ἔφθασα διὰ τὸ ἀπέραντον τῆς προτάσεως καὶ διὰ τὸν μέγαν κύκλον, τὸν ὁποῖον περιλαμβάνει. Ἀφοῦ δίδετε τοιοῦτον μονοπώλιον πρωτοφανὲς, δίδετε μονοπώλιον εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀπ’ ἀρχῆς ὁμολογεῖ, ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐπαρκέσῃ κατὰ πάντα, προσθέτετε καὶ ἕτερόν τι, καὶ δεύτερον μονοπώλιον, τὸ ὁποῖον εἰς οὐδεμίαν σχέσιν εὑρίσκεται πρὸς τὸ πρῶτον, δίδετε μονοπώλιον ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων ἐν Ἑπτανήσῳ ἐπὶ ἔτη 25. Δὲν ἐννοῶ ἀπ’ ἀρχῆς πῶς ἐσχετίσθησαν αὐταὶ αἱ δύω προτάσεις· ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἶχον ἀναφέρει τὸ ἑξῆς· ὅτι ὁ προτείνας τὴν σύστασιν αὐτῆς τῆς Τραπέζης τῆς κτηματικῆς πίστεως ἐζήτησεν ἄλλην συνδρομὴν, ν’ ἀσφαλίσῃ ἰδιαίτερον κέρδος, τὸ ὁποῖον νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀναπλήρωσις τοῦ ἐλλείμματος τοῦ κέρδους τῆς Τραπέζης κτηματικῆς πίστεως, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι μὲ ἐκάκισαν, διατὶ νὰ τὸ εἴπω. Ἀλλὰ μέχρις ὅτου δὲν εὕρω ἄλλην ἐξήγησιν, διατὶ συνεδέθησαν δύω μονοπώλια Τραπέζης κτηματικῆς πίστεως καὶ Τραπέζης ἐκδιδούσης τραπεζικὰ γραμμάτια, δικαιοῦμαι νὰ τὸ πιστεύω. Εἰξεύρω τὶ θὰ μὲ ἀντιτάξουν· εἶσαι μέτοχος τῆς ἐθνικῆς Τραπέζης, εἶσαι σύμβουλος τῆς ἐθνικῆς Τραπέζης. Ναὶ, Κύριοι, καὶ διὰ τοῦτο καυχῶμαι· εἶμαι σύμβουλος ἐπὶ 12 ἔτη, διότι οἱ μέτοχοι τῆς ἐθνικῆς Τραπέζης μὲ ἔκρινον ἄξιον τοιαύτης τιμῆς· λοιπὸν πῶς ἔρχεσαι καὶ λέγεις, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἔκδοσις γραμματίων ἐνῷ εἶσαι μέτοχος Τραπέζης, ἡ ὁποία ἔχει τοιοῦτον μονοπώλιον; διὰ τί νὰ μὴ συστηθῇ καὶ ἑτέρα Τράπεζα ἐκεῖ ὅπου δὲν ἐκτείνεται αὐτὸ τὸ μονοπώλιον τῆς ἐν Ἑλλάδι τραπέζης; Πρῶτον δὲν πιστεύω νὰ νομίζῃ τις, ὅτι ἐχθρικῶς διάκειμαι κατὰ τῆς συστάσεως ἑτέρου πιστωτικοῦ καταστήματος, διότι μὲ ἀποδίδει μωρίαν. Ἐὰν ὑπόσχηται κέρδη, ποῖος μὲ ἐμποδίζει νὰ γίνω μέτοχος, νὰ ὠφεληθῶ καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ καταστήματος; εἶναι ἄρα ἀδύνατον νὰ διάκημαι ἐχθρικῶς· ἀλλὰ, Κύριοι, θέλω σᾶς εἰπεῖ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἰξεύρω ἂν θὰ τὸ πιστεύσητε· τὸ λέγω, μόνον ὑπὸ τὴν διαβεβαίωσίν μου· ὑπάρχουν πολλοὶ οἵτινες τὸ ἀγνοοῦσι· ὅτι πολλάκις ἐξέφρασα ὡς σύμβουλος τῆς ἐθνικῆς τραπέζης, ὅτι δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὰ μονοπώλια καὶ προνόμια· ἀλλ’ ἐνόμιζον, ὅτι ἤρκει νὰ τὸ ἐκφράσω, ἀφοῦ ἡ γνώμη μου δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπερισχύσῃ ὡς μεμονωμένη, καὶ διὰ τοῦτο ἔκλινα τὸν αὐχένα ἐνώπιον τῆς πλειονοψηφίας. Ἤκουσα τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου συστήματος· ἔλεγον π. χ. εἶναι ἀναγκαῖον τὸ μονοπώλιον Τραπέζης ἐκδιδούσης τραπεζικὰ γραμμάτια πρὸ πάντων διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ποῖος εἶναι, λέγουν, ὁ σκοπὸς τοιαύτης τραπέζης; ὁ σκοπὸς εἶναι ὅπως προστίθενται κεφάλαια ἀνύπαρκτα διὰ τῆς ἐκδόσεως γραμματίων· διότι τί ἄλλο εἶναι τὰ γραμμάτια εἰμὴ χάρτης; εἶναι τὸ καλούμενον πιστωτικὸν νόμισμα mon naie fiduciaire, εἶναι νόμισμα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει διὰ τῆς ὑπολήψεως, τὴν ὁποίαν τὸ κοινὸν δίδει, ὅταν τράπεζα προσθέτῃ καὶ τὸ κεφάλαιον τοῦτο λαμβάνει τόκους ἐξ ἀνυπάρκτου κεφαλαίου, καὶ οὕτω συνάζουσα δύω τόκους, τοῦ ἀνυπάρκτου καὶ τοῦ πραγματικοῦ δύναται νὰ ἐλαττώσῃ τὸ μέτρον τοῦ τόκου· ἂν τὰ κεφάλαιά της τὰ πραγματικὰ δίδουν 10% καὶ ἔχῃ καὶ ἐκ τῶν ἀνυπάρκτων κεφαλαίων ἕτερα 10% δύναται νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ ἥμισυ. Ἰδοὺ ποῖος εἶναι ὁ σκοπός. Λέγουν λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ συναγωνισμὸς, ἐὰν ὑπάρχουν πολλαὶ τοιαῦται Τράπεζαι, ποία εἶναι ἡ συνέπεια; ἡ συνέπεια εἶναι, ὅτι ἑκάστη αὐτῶν θέλει ἐκδίδει ὀλιγώτερον ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων, διότι ἡ κοινωνία δὲν δύναται νὰ δεχθῇ ἀπεριόριστον τοιοῦτον ποσὸν, πᾶσα κοινωνία εἶναι κατὰ τοῦτο περιωρισμένη, ὅτι ἡ κυκλοφορία ἡ καθ’ ἡμέραν ἀνέχεται ὡρισμένον τι ποσόν· ἂν ὑποθέσητε, ὅτι ἡ κοινωνία ἀνέχεται 20 ἑκατομμύρια τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ ὑπάρχουν 5 τράπεζαι ἐκδίδουσαι τραπεζικὰ γραμμάτια, ἑκάστη αὐτῶν θέλει ἐκδίδει ἀνὰ 4 λαμβάνουσα ἐξίσου μέρος εἰς τὸ κοινὸν κέρδος· τὸ κοινὸν κέρδος θὰ ᾖναι ὀλιγώτερον. Δὲν δύνανται λοιπὸν νὰ μετριάσουν τὸν τόκον εἰς τὸ ἥμισυ· ἀλλ’ εἰς τὰ ⅔ ¾ κτλ. ὥστε δὲν ἐπέρχεται τὸ ἀποτέλεσμα πλῆρες. Τὸ σπουδαιότερον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἤκουσα περὶ τοῦ μονοπωλίου τῆς ἐκδόσεως Τραπεζικῶν γραμματίων, εἶναι αὐτό· ἀλλὰ, Κύριοι, αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα δὲν ἐτάραξε πολὺ σπουδαιοτέρους ἐμοῦ, καὶ γνωρίζετε, ὅτι σήμερον ὑπάρχει περὶ τούτου φιλονεικία, ὅτι εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἡμέρας· σήμερον θέλετε ἰδεῖ, ὅτι οἱ περισσότεροι οἰκονομολόγοι περὶ τούτου ἐνασχολοῦνται, ἄν συμφέρῃ μᾶλλον Τράπεζα ἑνιαία ἐκδίδουσα τραπεζικὰ γραμμάτια, ἤ ἄν συμφέρουν πολλαί· οἱ δεινότεροι τῆς ἐποχῆς ἡμῶν εἰς τοῦτο ἐνασχολοῦνται. Λέγω λοιπὸν, ὅτι αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα δὲν διέσεισε πολὺ δεινοτέρους ἐμοῦ, καὶ δὲν διέσεισε διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους· διότι εἶναι πρῶτον ψεῦδος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγουν, ὅτι ἡ κοινωνία δύναται νὰ περιορισθῇ εἰς ὡρισμένον ποσὸν αὐτοῦ τοῦ πιστωτικοῦ νομίσματος τῶν 20,000,000 καθ’ ὑπόθεσιν, δὲν εἶναι ἀληθὲς, εἶναι μόνον κατὰ φαντασίαν, κατ’ ἐπιφάνειαν· διὰ τί; Διότι ἡ Τράπεζα ἡ ἑνιαία ἔχει ἑνιαῖον κέντρον, λαμβάνει τὴν πρωτεύουσαν ὡς κέντρον, καὶ ἔχει ὅλην τὴν ἐνέργειάν της εἰς τὴν πρωτεύουσαν· ἔχουσα δὲ τὴν ἐνέργειάν της ἐν τῇ πρωτευούσῃ, δὲν παρέχει ἴσην τὴν συνδρομήν της εἰς τὰ ἄκρα, εἰς τὰς ἐπαρχίας· ἐν ᾧ ἄν ὑπῆρχον εἰς τὰς ἐπαρχίας τοιαῦται τράπεζαι, ἐκδίδουσαι γραμμάτια, τότε ἡ ἐνέργεια γίνεται πολὺ ὑπερτάτη, ἐπιτοπίως θέλουν κυκλοφορεῖ γραμμάτια τραπεζικὰ πολὺ περισσότερα. Ἡ ἑνιαία τράπεζα λοιπὸν πάντοτε δύναται νὰ κατορθώσῃ ὀλιγώτερον, παρ’ ὅ,τι αἱ πολλαί· καὶ εὐφυέστατα διετύπωσεν εἷς ἐκ τῶν πάνυ οἰκονομολόγων τῆς ἐποχῆς μας τὸ ἑξῆς ἀπόφθεγμα, τὸ ὁποῖον νομίζεται, ὅτι εἶναι ἀφορισμὸς τοῦ Ἱπποκράτους αὐτοῦ· λέγει, ὅτι ἡ ἑνιαία τράπεζα εἶναι ἀποπληξία τοῦ κέντρου, καὶ παράλυσις τῶν ἄκρων. Ἡ συγκέντρωσις τουτέστιν ὅλων τῶν κεφαλαίων, ὅλων τῶν ἐργασιῶν τῆς ἑνιαίας Τραπέζης ἐπιφέρει πληθώραν, διότι ὠθεῖ τοὺς ἀνθρώπους εἰς ἐπιχειρήσεις τολμηρὰς, ἀκράτους, αἱ ὁποῖαι ναυαγοῦν καὶ ἐπιφέρουν καταστροφήν. Θέλετε, Κύριοι, ν’ ἀφήσητε τὰς θεωρίας, αἱ ὁποῖαι τῷ ὄντι δὲν εἶναι αὐτοῦ τοῦ βήματος, καὶ νὰ προστρέξητε εἰς μαρτυρίας γεγονότων, εἰς πράγματα, καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ κρίνητε; Ποῦ εὑρίσκετε, Κύριοι, τὴν πλήρη ἀνάπτυξιν; ὅπου ὑπάρχει ὁ μέγας συναγωνισμὸς τῶν κεφαλαίων. Σᾶς φέρω παράδειγμα τὴν Σκωτίαν· ἠξεύρετε πόσας Τραπέζας ἔχει ἡ Σκωτία; 400. Ἀντιτάσσουν συνήθως τὴν αὐθεντικὴν γνώμην τοῦ Πὴλλ, ὅστις εἰσήγαγεν ἐν Ἀγγλίᾳ τὸ ἑνιαῖον σύστημα τραπέζης, καὶ ἀπηγόρευσε τὴν σύστασιν νέων τραπεζῶν. Καὶ αὐτὴ ἡ μαρτυρία εἶναι πεπλανημένη· ὁ Πὴλλ ὅταν ἐνομοθέτησεν εὑρῆκε 200 Τραπέζας ἐν Ἀγγλίᾳ, πλὴν τῶν ἐν Σκωτίᾳ, ὁ δὲ νόμος του περιωρίζετο εἰς μόνην τὴν καθ’ ἑαυτὸ Ἀγγλίαν, ἄνευ τῆς Σκωτίας καὶ Ἰρλανδίας. Ἐν τούτοις καὶ αὐτὰς τὰς τραπέζας τῆς Ἀγγλίας διετήρησε, καὶ ὑπάρχουν μέχρι τὴν σήμερον 200 τράπεζαι, ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐκδίδουσαι τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἐπίσης βλέπετε ἐν Γαλλίᾳ, ὅτι ὑπῆρχον καὶ ἄλλαι τράπεζαι πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 48, τὸν ἀριθμὸν 22, κατὰ διαφόρους ἐπαρχίας· ἐπῆλθεν ἡ ἐπανάστασις τοῦ 48, ἥτις ἐπέφερε τὴν δυσκολίαν τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Τότε διὰ πράξεως τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως, ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐν ὥρᾳ βίας καὶ κλύδωνος, διὰ μονοκονδυλίας συνεχωνεύθησαν ὅλαι αἱ τράπεζαι, καὶ ὑπεχρεώθη ἡ ἑνιαία τράπεζα ν’ ἀναδεχθῇ τὴν πληρωμὴν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ὅλων τῶν ἄλλων τραπεζῶν, καὶ τί συνέβη; ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σήμερον αἰσθάνονται ἐν Γαλλίᾳ, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι στεροῦνται χρήματα, ὅτι δὲν εὑρίσκουν πόρους διὰ τὰς ἐπιχειρήσεις των, ὅτι τὸ ἐμπόριον μαραίνεται καὶ ἡ βιομηχανία νεκροῦται ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ὥστε πολλοὶ ζητοῦν τώρα νὰ ἐξέλθουν ἀπ’ αὐτὰς τὰς δυσχερείας διὰ τῆς προσθήκης τῆς Σαβαυδίας· δι’ αὐτῆς τῆς προσθήκης περιελήφθη ἐν τῇ Γαλλίᾳ ἡ τράπεζα, ἥτις ἄλλοτε ὑπῆρχεν ὡς τράπεζα τοῦ Πεδεμοντίου. Αὐτὴ ἡ Τράπεζα εἶχε τότε ἔκτασιν τοῦ Κράτους τοῦ Πεδεμοντίου, τώρα εὑρίσκεται ἐκτὸς ἁπάσης τῆς Ἰταλίας. Ἀλλὰ διατείνονται, ὅτι ἐξ ἀναλογίας μεταφέρονται τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχε, ὅταν ἡ Σαβαυδία ἀπετέλει μέρος τῆς Ἰταλίας, καὶ ὅπως τότε ἐξετείνετο εἰς ὅλον τὸ Κράτος, τοιουτοτρόπως καὶ τώρα εἰς ὅλον τὸ κράτος τῆς Γαλλίας. Τὸ ζήτημα ἔφθασε μέχρι τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἀκόμη εἶναι ἐκκρεμὲς, καὶ ἐλπίζουν οἱ πλεῖστοι τὴν σωτηρίαν τῆς Γαλλίας ἐκ τῆς διατηρήσεως αὐτῆς τῆς Τραπέζης, δυναμένης ν’ ἀνταγωνισθῇ πρὸς τὴν προνομιοῦχον Τράπεζαν τὴν ἑδρεύουσαν ἐν Παρισίοις. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὅπως προτείνεται, ὡς πρὸς τὸ μονοπώλιον, τὸ ὁποῖον σᾶς κατέδειξα, δύναται νὰ ἐπιφέρῃ μεγάλην βλάβην εἰς τὴν κοινωνίαν· κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον δύναται νὰ ἐπιφέρῃ μεγάλην βλάβην καὶ εἰς τὰς Ἰονίους Νήσους καθιερούμενον, διότι ἀποδίδει ἀποκλειστικῶς εἰς μόνην αὐτὴν τὴν Τράπεζαν εἰς τὸ ἑξῆς τὴν ἔκδοσιν τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ τοσοῦτον ἀποκλειστικῶς, ὥστε δὲν τηρεῖ μέτρον ἰσότητος. Ἐξετάσατε τὸ ἄρθρον 17, καὶ θέλετε παρατηρήσει τὸ ἑξῆς, ἡ μὲν Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ἔλαβεν αὐτὸ τὸ προνόμιον, ἀλλὰ τὸ ἔλαβεν ὄχι ἀπολύτως, δὲν τὸ ἔλαβεν ἀποκλειστικὸν κατ’ ἐκείνην τὴν ἔννοιαν, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ τὸ λάβῃ ἡ νέα Τράπεζα ἡ ἐν τῇ προτάσει ἀναφερομένη, διότι ἔλαβεν αὐτὸ τὸ μονοπώλιον κατ’ ἐκείνας τὰς ἐπαρχίας μόνον, κατὰ τὰς ὁποίας ἔχει ὑποκαταστήματα. Ἐὰν λοιπὸν ὑποθέσητε, ὅτι δὲν ἔχει ὑποκατάστημα ἐν Τριπόλει τῆς Μαντινείας καὶ σήμερον ἄλλο κατάστημα Τραπέζης ζητεῖ τὴν ἄδειαν τῆς Κυβερνήσεως νὰ συστηθῇ ἐν Τριπόλει καὶ ἐκδώσῃ γραμμάτια κατὰ τὸ προνόμιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, κάλλιστα δύναται νὰ κυκλοφορήσῃ τοιαῦτα γραμμάτια. Εἶναι λοιπὸν σχετικὸν τὸ μονοπώλιον, καὶ διὰ τοῦτο κατὰ τὸ ἄρθρον 17 γίνεται λόγος, ὅτι αὐτὴ ἡ Τράπεζα ἡ ἐν Ἑπτανήσῳ συστηθησομένη προεξοφλήσεως καὶ ἐκδόσεως γραμματίων τραπεζικῶν, δύναται νὰ συστήσῃ ὑποκαταστήματα ἐκεῖ τῆς Ἑλλάδος, ὅπου δὲν ἔχει ἡ ἄλλη, καὶ δύναται νὰ ἐκδώσῃ καὶ γραμμάτια. Πολὺ καλὰ, αὐτὸ εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· ἀλλ’ ὅταν ἔρχηται νὰ προσδιορίσῃ ὁ προτείνων τὸ νομοσχέδιον καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Τραπέζης τῆς συστηθησομένης ἐν Ἑπτανήσῳ, δὲν λέγω τὸ αὐτὸ, ὅτι, ἐὰν δὲν συστηθῇ ὑποκατάστημα ἐν Λευκάδι π. χ.
§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (ὑπουργ. Ἐσωτερικῶν). Ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον.
§54ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἴσως σφάλλω, ἂν καλῶς δὲν τὸ ἐνόησα, ὅτι ὑπάρχει ἡ αὐτὴ ἀμοιβαιότης. Ἰδοὺ τὶ λέγει τὸ ἄρθρον 17 «Ἐπιτρέπεται ἐπίσης κτλ. Ἡ Τράπεζα αὕτη θέλει ἀπολαμβάνει ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ τὰ αὐτὰ ἐν γένει προνόμια καὶ δικαιώματα, ἅτινα κέκτηται ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἰδίως ὡς πρὸς τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων κτλ.»
§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὴν Ἑπτάνησον λοιπὸν θέλει ἔχει τὰ αὐτὰ προνόμια.
§56ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Λοιπὸν ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ, δὲν ἀρνεῖσθε, ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ συστήσῃ ὑποκατάστημα ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ ὅτι δύναται νὰ ἔλθῃ νὰ συναγωνισθῇ;
§57ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τώρα θὰ σᾶς εἴπω.
§58ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εὔχομαι νὰ σφάλλω εἰς τοῦτο, καὶ ἐὰν τῷ ὄντι ἡ ἔννοια ᾖναι τοιαύτη, ὡς λέγετε, δηλαδὴ ὅπου δὲν ἔχει ὑποκατάστημα, ὅτι ἐκεῖ θέλει γίνεσθαι τὸ αὐτὸ, ὅπερ γίνεται ἐδῶ μὲ τὴν Τράπεζαν, ἂν καὶ δὲν τὸ ἐξάγω, ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ, τότε δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίῤῥησιν· ἴσως ἡ ταχύτης τῆς ἀναγνώσεως τοῦ φυλλαδίου δὲν μὲ ἀφῆκε νὰ τὸ μελετήσω ἀκριβῶς· δὲν ἐπιμένω· ἐγκρίνετε ὅμως καὶ σεῖς τὴν ἰδικήν μου παρατήρησιν, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχουν ἴσα τὰ δικαιώματα.
§59ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατόπιν θέλω λάβει τὸν λόγον.
§60ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, συγχωρήσατέ μοι πρὶν καταλήξω νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅλας μου τὰς παρατηρήσεις. Θέλετε ἰδεῖ τὸ ἄρθρον 28, τὸ ὁποῖον ἀπαγγέλλει ποινικὴν ῥήτραν, λέγον· «Ἡ ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ κατάθεσις καταπίπτει ὡς ποινικὴ ῥήτρα πρὸς ὄφελος τοῦ Δημοσίου ἐν περιπτώσει μὴ ἐκπληρώσεως τῶν ἐν τοῖς ἄρθροις 13, 14 καὶ 15 ὑποχρεώσεων τῆς ἑταιρίας. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει καθίστανται ἔκπτωτοι καὶ τοῦ προνομίου» Τώρα λοιπὸν ἴσως πάλιν λανθάνομαι· ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δύναται νὰ μᾶς δώσῃ διασάφησιν· ποίου προνομίου γίνονται ἔκπτωτοι; μόνον τῆς Τραπέζης τῆς κτηματικῆς πίστεως ἢ καὶ τοῦ προνομίου τῆς προεξοφλητικῆς Τραπέζης; Καὶ ἔπειτα δὲν θέλετε κανένα ὅρον εἰς τὴν σύστασιν τῆς προεξοφλητικῆς Τραπέζης, ἐνῷ δίδετε ἀποκλειστικὸν προνόμιον εἰς αὐτὴν τὴν ἑταιρίαν νὰ συστήσῃ ἐν Ἑπτανήσῳ; Ἐὰν δὲν πράξῃ τοῦτο ἐπὶ πολλὰ ἔτη, δύναται οὐχ ἧττον νὰ διατηρῇ τὸ προνόμιον; δὲν ἐννοῶ τὸ τοιοῦτον. Ὑποθέσατε, δίδετε 25 ἔτη προνόμιον, καὶ αὐτὴ ἡ Τράπεζα ἐπὶ 10 ἔτη δὲν θέλει νὰ συστήσῃ κατάστημα προεξοφλητικὸν εἰς οἱανδήποτε νῆσον· ἔπειτα μανθάνει κατὰ τὸ 11 ἔτος, ὅτι ὁ Κ. Χρηστίδης θέλει νὰ συστήσῃ προεξοφλητικὴν Τράπεζαν ἐν Κερκύρᾳ· τὸ 11 ἔτος ἔρχεται καὶ τοῦ κλείει τὴν θύραν· ἕως ὅτου αὐτὴ ἡ Τράπεζα νὰ ἴδῃ ποῖος ἔχει σκοπὸν νὰ συστήσῃ ὁμοίαν, δύναται νὰ κρατῇ τὴν Ἑπτάνησον στερουμένην αὐτῆς τῆς προεξοφλητικῆς Τραπέζης;
§61ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τάσιν κακίας θὰ ἔχῃ;
§62ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν εἶναι κακία· δὲν γνωρίζετε πῶς εἶναι τὰ συμφέροντα εἰς τὸν κόσμον· ὅταν ἔλθῃ ὁ Σωκράτης νὰ συστήσῃ Τράπεζαν μὲ τὸν Ἀριστείδην καὶ μὲ τὸν Πλάτωνα, νὰ προστεθῆτε καὶ σεῖς ὡς γενικὸς γραμματεὺς (γέλωτες), τότε μάλιστα. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἐδῶ πρέπει νὰ δοθῇ ἀκριβεστέρα ἐξήγησις, ὅτι ἡ ῥήτρα αὕτη δὲν πρέπει νὰ περιορίζηται μόνον εἰς τὸν χρόνον τῆς συστάσεως τῆς Τραπέζης τῆς κτηματικῆς πίστεως, ἀλλὰ πρέπει νὰ συμπεριλαμβάνῃ καὶ τὸν χρόνον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ συστηθῇ ἡ Τράπεζα τῆς προεξοφλήσεως, ὥστε καὶ αὐτὴ ἐντὸς ἑνὸς, δύω ἐτῶν νὰ συστηθῇ, ἄλλως νὰ ἐπέρχηται ἡ στέρησις τοῦ προνομίου. Αὐτὸ, Κύριοι, εἶναι αὐταπόδεικτον. Κύριοι, ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ τελευταῖον, καὶ ἀπέρχομαι. Εἶχον ὑποβάλει παρατήρησιν εἰς τοὺς συνεργασθέντας εἰς αὐτὸ τὸ Νομοσχέδιον, τὴν ἑξῆς· ὅτι, ὅπως εἶναι συντεταγμένον τὸ περὶ βεβαιώσεως, δὲν ἠξεύρω πῶς τὸ ἐπιγράφουν τὸ ἄρθρον 22, «περὶ ἐξασφαλίσεως τοῦ ὑποθηκικοῦ δικαιώματος τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης»· ὅπως εἶναι συντεταγμένον, εἰσάγει διαδικασίαν περὶ βεβαιώσεως ἰδιοκτησίας, καθ’ ἣν πρέπει νὰ γίνουν δημοσιεύσεις, διακηρύξεις, αὐτὰ τὰ ἴδια, τὰ ὁποῖα εἶχε ζητήσει ἄλλοτε καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα κατὰ τὸ 1840, ὅτε συνεστήθη, καὶ ἐπαναλαμβάνονται αἱ ἴδιαι διατάξεις, δηλ. ἔχει τροπολογίαν, ἀλλὰ ἐπὶ τῇ αὐτῇ βάσει· καὶ πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ἰδιοκτησίας, ἐπέρχεται δὲ σύντομος παραγραφὴ, ἐὰν ἐν διαστήματι ὡρισμένου χρόνου, οὐδεὶς ἐπιβάλῃ ἔνστασιν κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ ζητοῦντος δάνειον. Δὲν ἀντίκειται κἀνεὶς εἰς αὐτὸ τὸ σύστημα· ἠξεύρω, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι πρακτικόν. Ἔτυχεν, ἤμην πολὺ νέος τότε, νὰ γράψω ἐναντίον τῆς διαδικασίας ταύτης καὶ δὲν ἠξεύρω πῶς ἔτυχε νὰ μαντεύσω καὶ νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῇ· τότε μοῦ εἶπον σχεδὸν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ σήμερον, ὅτι ἐργάζομαι νὰ μὴ συστηθῇ ἡ Τράπεζα ἡ ἐθνικὴ, τῆς ὁποίας ἤδη εἶμαι μέτοχος καὶ σύμβουλος, προεῖπον ὅμως, ὅτι ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ οὐδέποτε θέλει δυνηθῆ νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὴν τὴν διαδικασίαν, διότι συνδέεται μὲ τόσας διατυπώσεις καὶ προκαλεῖ τοὺς φθονεροὺς· ἀρκεῖ δὲ νὰ γίνῃ μία ἔνστασις διὰ νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ δάνειον ἐπὶ δέκα ἔτη, διότι πρέπει νὰ καθαρισθῇ δικαστικῶς. Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ ἀφίνω κατὰ μέρος. Τ’ ἀφίνω, διότι ὁ κάτοικος τῆς ἐπαρχίας τῶν Καλαμῶν καθ’ ὑπόθεσιν, ἀφοῦ τακτοποιήσῃ τὰ ἔγγραφά του, τάχα θέλει ἐξαργυρώσει εὐκόλως τὸ κτηματόγραφον πρὶν ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας; ἀλλὰ λέγω τὸ ἑξῆς. Διατάττομεν ἡμεῖς ὡς νομοθέται παραγραφὴν, ἥτις καθιστᾷ ἀπρόσβλητον τὴν ἰδιοκτησίαν· ἐγὼ ἦλθον, ἐκήρυξα, εἶπον, ὅτι εἶμαι ἰδιοκτήτης αὐτῆς τῆς ἀμπέλου· δὲν ἔγινεν ἔνστασις, ἑπομένως ἔμεινα ἰδιοκτήτης ἀμετάκλητος. Ἀλλὰ πρὸ 8 ἐτῶν ἡμεῖς εἰσηγάγομεν τὸ σύστημα τῆς μεταγραφῆς καὶ εἴπομεν, ὅτι ἡ μεταγραφὴ ἀποδεικνύει τὴν μεταβίβασιν τῆς ἰδιοκτησίας, καὶ εἶναι ἡ μόνη ἀπόδειξις αὐτῆς· καὶ τὸ εἴπομεν κάλλιστα, τὸ ἐμιμήθημεν ἐκ τῆς Γαλλίας, καὶ ὠφελήθημεν, διότι ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐκδόσεως τοῦ Νόμου τῆς μεταγραφῆς χρονολογεῖται ἡ ὑπερτίμησις τῶν κτημάτων. Ἐὰν εὑρεθῇ εἰς ἀντίφασιν τὸ σύστημα τῆς μεταγραφῆς μὲ τὸ σύστημα αὐτοῦ τοῦ νόμου, ποῖον θὰ ὑπερισχύσῃ; Ὑποθέσατε, ὅτι αὐτὴ ἡ ἄμπελος εἶναι μεταγεγραμμένη ἐπ’ ὀνόματί μου· λοιπὸν μοὶ εἶπεν ὁ Νομοθέτης, ὅτι ἐπειδὴ εἶναι μεταγεγραμμένη εἰς τὸ ὄνομά σου, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι εἶσαι ἰδιοκτήτης αὐτῆς. Τώρα ἔρχεται ὁ γείτων μου, καὶ ζητεῖ νὰ γίνῃ αὐτὸς Κύριος, καὶ προκηρύττει ζητῶν δάνειον ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀμπέλου. Αὐτὸς λοιπὸν νομίζει ὅτι εἶναι ἰδική του· ἐγὼ ἔχων τὴν βεβαιότητα τῆς μεταγραφῆς, ποτὲ δὲν συλλογίζομαι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀξίωσις, διότι μοῦ προεῖπεν ὁ Νομοθέτης, ὅτι τὸ βιβλίον τῆς μεταγραφῆς εἶναι ἀναλλοίωτον· ἐν τούτοις ὁ γείτων ἐνεργεῖ ὅλας τὰς προκηρύξεις, καὶ παραγράφεται τὸ δικαίωμά μου· μεθαύριον ἔρχεται ἡ Τράπεζα καὶ πωλεῖ τὸ κτῆμά μου, καὶ ἐγὼ λέγω ἰδοὺ ἡ μεταγραφή.
§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἰμπορεῖ νὰ συμβῇ αὐτό.
§64ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Εἰμπορεῖ νὰ συμβῇ, ἀλλὰ προβλέπει.
§65ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἰδοὺ διατὶ θὰ συμβῇ· ἐπειδὴ ὑπάρχει μεταγραφὴ, δὲν δέχομαι ὅτι οὐδεὶς θὰ κάμῃ ἀξιώσεις, διότι ὁ τολμηρὸς ἄνθρωπος τὸ πᾶν ἐπιχειρεῖ· ἅμα ἀποδείξετε, ὅτι ἔπαυσαν νὰ ὑπάρχουν οἱ τολμηροὶ καὶ οἱ σφετερισταὶ τῆς ξένης περιουσίας, εἶμαι σύμφωνος, ἀλλ’ εἷς καὶ μόνος ἅμα σώζεται τοῦ γένους αὑτοῦ, κάλλιστα δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀντιποιοῦμαι τὸ κτῆμά σου, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δίδω βάσιν, διότι λέγω, ὅτι κοιμοῦμαι ἐπὶ καλοῦ προσκεφαλαίου τῆς μεταγραφῆς. Ἐπέρχεται ἡ παραγραφὴ, καὶ τότε θὰ ὑπάγω νὰ εἴπω εἰς τὸν γράψαντα ὑποθήκην ἐπὶ τοῦ κτήματός μου, ἰδοὺ ἡ μεταγραφή. Θὰ συμβῇ λοιπὸν ὥστε μεταγραφὴ καὶ παραγραφὴ νὰ κερματίζωνται. Ποῖος θὰ νικήσῃ; Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ἐδῶ ὑπάρχει παράλειψις, τὴν ὁποίαν δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁμολογεῖ καὶ ὁ Κ. Κόκκινος.
§66ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Λέγω, ὅτι ὑπάρχει αὐτὴ ἡ πρόβλεψις.
§67ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τότε δὲν ἔχει σημασίαν ἡ παρατήρησίς μου· ἄλλως λέγω, ὅτι πρέπει νὰ προσέξωμεν. Τώρα, Κύριοι, ἀνακεφαλαιώνω ἐν ὀλίγαις λέξεσι· δὲν ἀγαπῶ τοὺς ἐπιλόγους, οὔτε ἔχω σκοπὸν νὰ ἐπιθέσω ῥητορικὸν ἐπίλογον. Ἀνακεφαλαιῶ μόνον τὰ συμπεράσματά μου, καὶ σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς· διὰ ποίαν αἰτίαν ὁμιλῶν περὶ τῆς ἀρχῆς ἐμακρηγόρησα; Διότι παρίσταται ὑπὸ τὸν τύπον συμβολαίου τὸ νομοσχέδιον, καὶ προσκαλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν ὀλίγας λέξεις, καὶ νὰ εἴπωμεν· ἡ ἐν Ἀθήναις Συνέλευσις ψηφίζει, ὅτι τὸ γενόμενον Συμβόλαιον μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Κυρίων δεῖνα, ἔχει νόμου ἰσχύν. Τοῦτο μόνον προσκαλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν.
§68ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Τὰ καθέκαστα;
§69ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι· ἰδοὺ, Κύριοι, ἡ παρατήρησις τοῦ Κ. Χρηστίδου εἶναι πρακτικωτάτη· πῶς θὰ ψηφίσωμεν τοσαύτας διατάξεις διὰ μιᾶς; Διὰ ποίαν αἰτίαν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Συνέλευσιν ὑπ’ αὐτὸ τὸ σχῆμα συμβολαίου, ἐνῷ περιλαμβάνει τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα; Θέλετε μοὶ εἰπεῖ, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ ἐπιχειροῦντος, ὅστις οὕτω θέλει. Ἂν μοὶ εἴπητε τοῦτο, Κ. Παντολέων, σᾶς λέγω, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἁπλοῦν λάφυρον. Διὰ ποίαν λοιπὸν αἰτίαν νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τοιοῦτον σχῆμα συμβολαίου; Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα προηγούμενα, ἀλλὰ τάχα αὐτὰ εἶναι ἀξιέπαινα; Μόνας τὰς συνθήκας ὑποβάλλει ὑπὸ τὸ σχῆμα συμβολαίου· ἀλλὰ τοιαύτας ἐπιχειρήσεις, αἱ ὁποῖαι περιπλέκουν ὅλα τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας, εἰμπορεῖ τις νὰ τὰς ὑποβάλῃ ὑπὸ τὸ σχῆμα συμβολαίου; Καὶ λέγουν, ὅτι αὐτὸ τὸ σχῆμα ποσῶς δὲν μᾶς δεσμεύει, ἑπομένως αὐτὸ τὸ συμβόλαιον ἔγεινεν ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως· καὶ συνθήκη ἐὰν ἦτο ἀκόμη, δυνάμεθα νὰ ἐπιφέρωμεν τὰς παρατηρήσεις μας. Ἀλλὰ πρὸς τὰ ξένα κράτη δυνάμεθα νὰ πράξωμεν δυοῖν θάτερον, ἢ ν’ ἀποῤῥίψωμεν ἢ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν συνθήκην· δὲν ἤμεθα κράτος πρὸς κράτος, ἀλλὰ κράτος πρὸς ἰδιώτην· δὲν εἴμεθα εἰς τὴν θέσιν σήμερον νὰ παραδεχώμεθα ἀθρόως οἱανδήποτε ἐπιχείρησιν καὶ ἀνεξετάστως· δὲν εἴμεθα εἰς τοιαύτην ἀμάθειαν καὶ ἀπειρίαν τῶν ἰδίων μας συμφερόντων, ὥστε νὰ νομίζωμεν, ὅτι εὐκόλως δύνανται νὰ μᾶς ὑποσχεθοῦν τὴν εὐδαιμονίαν καὶ εὐτυχίαν, καὶ ἀμέσως, τυφλοῖς ὄμμασι, νὰ τοὺς παρακολουθήσωμεν· ἤθελον πιστεύσει, ὅτι ὁ Μεχμεταλῆς ἐν Αἰγύπτῳ ἔδιδε τοιαῦτα μονοπώλια στιγμιαίας εὐνοίας χάριν· ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἤθελον τὸ πιστεύσει, ὅτι μία συνέλευσις, ἡ ὁποία ἔρχεται μετὰ μεταπολίτευσιν καθιεροῦσαν τὴν ἐλευθερίαν ὄχι μόνον τοῦ λόγου, ὄχι μόνον τοῦ φρονήματος, ὄχι μόνον τῆς ἐξασκήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου, τὴν ὁποίαν νομίζετε μηδέν, νομίζετε, ὅτι εἶναι πάρεργον (θόρυβος), καὶ νομίζετε ὅτι ὅσοι ἀγωνίζονται σήμερον ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου ὀλιγώτερον ὑπηρετοῦν τὴν κοινωνίαν καὶ τὴν ἀνθρωπότητα ἢ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἠγωνίσθησαν ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς ἐλευθερίας. Ἐγὼ ἐξ ἴσου τοὺς θέτω, διότι καὶ οἱ μὲν ἠλευθέρωσαν τὸ ἀνθρώπινον φρόνημα, καὶ οἱ δὲ ἀπὸ τῆς δουλείας τῶν συμφερόντων· διότι ἡ δουλεία τῆς πενίας εἶναι οὐχ ἧττον δεινὴ, καὶ δυσκολώτερον διασείεται, ἢ ἡ πολιτικὴ δουλεία. Γενναία ἀπόφασις χρειάζεται διὰ τὴν ἀποτίναξιν τῆς πολιτικῆς δουλείας, ἀλλὰ διὰ ν’ ἀποτινάξητε τὸν ζυγὸν τῆς πενίας οἱαδήποτε γενναία ἀπόφασις δὲν ἀρκεῖ. Διὰ τοῦτο θεωρῶ μεγάλους ἄνδρας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν ἐν Εὐρώπῃ ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου, καὶ μὴ τοὺς ἔχητε κατωτέρους ὑμῶν, οἵτινες εἰργάσθητε ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς ἐλευθερίας. Ἐν τούτοις παρατηρήσατε ἐν Ἑλλάδι, ὅτι ἐν τοιαύταις ἐποχαῖς ἀνωμαλίας ζητοῦνται μονοπώλια, διότι εἴμεθα, ὅτε δυσκόλως ἔρχονται τοιαῦται περιστάσεις, διότι ὅλοι περιμένουν νὰ ἴδουν τὴν παγίωσιν τῶν θεσμῶν, περιμένουν νὰ ἴδουν ἐὰν ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ στερεώσῃ τὴν τάξιν καὶ εἶναι ἕτοιμοι ὅλοι στερεωθείσης τῆς τάξεως νὰ ὑποβάλουν πολὺ ἐπωφελεστέρας προτάσεις, καὶ ἡμεῖς αὐτὴν τὴν στιγμὴν προτιμῶμεν νὰ δεσμευθῶμεν διὰ 50 ἔτη, παρὰ νὰ περιμείνωμεν ἥμισυ ἔτος ἢ ἓν ἔτος, ἑωσοῦ ἔλθωμεν εἰς κρείττονα θέσιν. Κύριοι, ἐστὲ πολὺ προσεκτικοὶ ἐπὶ τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν μέλλετε νὰ δώσητε· αὐτὴ ἡ ἑταιρία, ἡ ὁποία σήμερον προτείνει, περιλαμβάνει πρόσωπα, τὰ ὁποῖα καὶ ἄλλοτε ἐν ὁμοίᾳ ἐποχῇ ἦλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ προσφέρουν πρότασιν κατὰ τὰ 1833, ἀλλ’ εὑρέθησαν ἄνθρωποι νοήμονες, οἱ ὁποῖοι ἀπέκρουσαν, διότι ἠννόησαν τὸν σκοπόν των.
§70ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργ.). Ποῖος ἦτον ὁ σκοπός;
§71ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὅταν λάβητε τοιοῦτο προνόμιον, νομίζετε, ὅτι δὲν εἶσθε ὑπόχρεοι νὰ τὸ πραγματοποιήσητε, ὅτι δὲν εἰμπορεῖτε νὰ τὸ ἐκποιήσητε, ὅτι δὲν εὑρίσκονται εἰς τὴν Εὐρώπην ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι τὸ ἀγοράζουν;
§72ΤΙΝΕΣ. Τὶ μᾶς μέλλει;
§73ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μάλιστα. Τὶ σᾶς μέλλει, ἀλλὰ θὰ ἐκληφθῆτε πολὺ ἀπερίσκεπτος σεῖς, ὁ ὁποῖος ἐδώσατε μονοπώλιον 50 ἐτῶν, ὅταν τὸ ἐμπορεύωνται εἰς ὅλα τὰ χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης ἀντὶ 2 ἢ τριῶν ἑκατομμυρίων καὶ ἔπειτα σᾶς μυκτηρίζουν. Νομίζετε, ὅτι ὁ ἀγοράζων αὐτὸ τὸ προνόμιον ἀντὶ 2 ἢ 3 ἑκατομμυρίων δὲν δύναται νὰ κάμῃ θυσίαν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους; Τί μᾶς προτείνουν διὰ νὰ δείξουν, ὅτι κάμνουν θυσίαν; Δάνειον 6,000,000 πρὸς 6%. Καὶ τάχα, Κύριοι, εἶναι μεγάλη θυσία αὐτή; ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι σήμερον ἡ Ἑλλὰς δὲν εὑρίσκῃ πρὸς 6 ἀλλὰ πρὸς 8, πρὸς 9, ἡ θυσία τὴν ὁποίαν κάμνουν, εἶναι μόνον 3%. Λοιπὸν εἶναι 180,000 δραχμαὶ κατ’ ἔτος. Ἐρωτήσατε, ἔλθετε εἰς διαπραγματεύσεις μὲ ἑταιρίας μεγάλας τῆς Εὐρώπης σπουδαίας, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι τοιαῦτα μονοπώλια δὲν παραχωροῦνται ἄνευ μεγάλων θυσιῶν, ὅτι παραχωροῦνται ἀντὶ ἑκατομμυρίου, 2 καὶ 3 ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος. Ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἐπέβαλε μεγάλας θυσίας εἰς τὴν Γαλλικὴν τράπεζαν (θόρυβος). Σήμερον, Κύριοι, οὐδαμοῦ ἀκούετε νὰ δίδωνται τοιαῦτα μονοπώλια δωρεάν· ὅπου δίδονται πληρόνονται ἀκριβά· καὶ ἐὰν ὁ ἔχων αὐτὸ τὸ προνόμιον δύναται νὰ τὸ ἐκποιήσῃ, κάλλιον ἀποτείνομαι εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει σκοπὸν νὰ τὸ ἀγοράσῃ, καὶ συμφωνῶ μετ’ αὐτοῦ τοιαύτην καὶ τοσαύτην θυσίαν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, μεγάλην θυσίαν, ἀνάλογον μὲ τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον μέλλει ν’ ἀποκτήσῃ ἢ μετοχὴν εἰς τὸ κέρδος· ἐὰν τὸ κέρδος ἦναι 10, 15%, τὸ περιπλέον τῶν 13 ν’ ἀνήκῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ ὁποῖον εἴδετε, ὅτι συνωμολογήθη εἰς τὸν σιδηρόδρομον ἀπὸ Ἀθηνῶν μέχρι Πειραιῶς. Ἐκεῖνο τὸ συμβόλαιον ῥητῶς φέρει, ὅτι ἂν τὸ μέρισμα ὑπερβαίνῃ, δὲν εἰξεύρω τὰ πόσα τοῖς ἑκατὸν, ὅτι τὰ ἐπέκεινα εἶναι τῆς Κυβερνήσεως· τοιουτοτρόπως συνομολογοῦνται τὰ μονοπώλια καὶ ὄχι δωρεάν. Σᾶς εἶπον, ὅτι μόνος ὁ Μεχμεταλῆς ἠμποροῦσε νὰ τὸ κάμῃ· ἀλλ’ ἐρωτήσατε σήμερον εἰς τὴν Αἴγυπτον, ποῖον σύστημα ὑπάρχει ἐκεῖ, ὅπου ἡ Εὐρώπη ἔμενεν ἐκστατικὴ διὰ τὴν σκληρότητα τῆς δουλείας τοῦ Φελάχου; ἐκεῖ σήμερον ὑπάρχουν 6, 7 τράπεζαι· ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις ἐφωτίσθη σήμερον, καὶ δὲν γίνεται τὸ ἕρμαιον τοῦ πρώτου κερδοσκόπου, ὁ ὁποῖος ἔρχεται ὑποσχόμενος, καὶ συνεστήθησαν ἄνευ προνομίου, ἄνευ μονοπωλίου, συνεστήθησαν τράπεζαι ἐξ 100 καὶ 150 ἑκατομμυρίων. Καὶ νομίζετε, ὅτι ἐν Ἑλλάδι, ὅπου σήμερον προσεκτήσαμεν νέον προϊὸν, τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ εἰσαγάγῃ μεγάλα χρηματικὰ ποσὰ, νομίζετε, ὅτι θὰ διστάσουν νὰ συστηθοῦν τράπεζαι μεγάλων κεφαλαίων; Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι συμφώνως πρὸς ὅσα ἐξέθεσα ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ἀναλύεται τὸ συμπέρασμα εἰς τὰς ἑξῆς προτάσεις· πρῶτον ζητῶ τὴν ἀναβολὴν διὰ νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ ἐπιτροπῆς, καὶ νὰ ἐξετασθῇ ἁρμοδίως· περὶ τοῦ σχηματισμοῦ αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς, περὶ τοῦ τρόπου τῆς συστάσεως, μοὶ εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον· ἡ Συνέλευσις θὰ εὕρῃ τοὺς εἰδήμονας τῶν τοιούτων θεσμοθεσιῶν καὶ τῶν πραγμάτων ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἐν ἀποτυχίᾳ αὐτῆς τῆς προτάσεως, τότε ζητῶ τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου τοῦ ἐγγυωμένου τὸ μονοπώλιον τῶν 50 ἐτῶν. Ἐπίσης καὶ τοῦ ὑποσχομένου μονοπώλιον 25 ἐτῶν διὰ τὴν τράπεζαν τῆς προεξοφλήσεως ἐν Ἑπτανήσῳ. Τρίτον ζητῶ νὰ γίνῃ ἡ διόρθωσις, τὴν ὁποίαν εἶπον εἰς τὸ ἄρθρον 28. Εἰς τὸ ἄρθρ. 17 δὲν ἐπιμένω, ὅταν δώσῃ τοιαύτην ἐξήγησιν ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν καὶ εἴπῃ ἡ Συνέλευσις, ὅτι εἶναι ἀποχρῶσα. Εἰς τὸ ἄρθρον 28 ζητῶ νὰ τεθῇ προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας πρέπει νὰ συστήσῃ τὸ κατάστημα τῆς προεξοφλήσεως ἐν Ἑπτανήσῳ· καὶ ἐὰν δὲν συστήσῃ αὐτὸ νὰ γίνῃ ἔκπτωτος αὐτοῦ τοῦ μονοπωλίου· ἐπίσης ζητῶ, ὥστε νὰ γίνῃ διόρθωσις, καθόσον ἀφορᾷ τὴν μεταγραφὴν διὰ νὰ μὴ ἔλθουν εἰς σύγχυσιν ὁ νόμος τῆς μεταγραφῆς καὶ αὐτὸς ὁ εἰδικὸς νόμος.
§74ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Καλλιγᾶ, ὅλα τὰ κτήματα δὲν ὑπάρχουν μεταγεγραμμένα.
§75ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἰδοὺ τί λέγω· ὅτι αὐταὶ αἱ εἰδικαὶ διατάξεις δὲν ἰσχύουν κατὰ τὸν νόμον τῆς μεταγραφῆς.
§76Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἄρα ἠμπορεῖ ἕνας τολμηρὸς νὰ ὑποθηκεύσῃ τὸ κτῆμα ἑνὸς ἄλλου.
§77ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ καταδικάζω τὸ σύνολον. Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, τὰ συμπεράσματά μου.
§78ΤΙΝΕΣ. Νὰ γίνῃ μία μικρὰ διακοπή.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις ἐπιθυμεῖ νὰ γίνῃ μία μικρὰ διακοπή;
§80ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἐνταῦθα γίνεται μία διακοπὴ τῆς συνεδριάσεως ὥρα 2 παρὰ 20. Ὥρα 2 μ. μ.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις, Κύριοι πληρεξούσιοι, καταλάβετε τὰς ἕδρας σας. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος.
§82ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀληθῶς, Κύριοι, τὰ προνόμια ἱστορικὴν καταγωγὴν ἔχουν τὴν ἐξαγοράν· ἀλλὰ διὰ τοῦτο τὰ προνόμια δὲν παύουν νὰ ᾖναι κακὸν εἰς τὴν κοινωνίαν, καὶ δὲν ἤθελόν ποτε κηρυχθῆ ὑπὲρ οὐδενὸς προνομίου, διότι τὸ προνόμιον αὐτὸ ἐδίδετο συνεπεία προσφορᾶς τινος πρὸς τὸ δημόσιον. Τὸ προνόμιον ἀποκρούεται, καὶ πρέπει ν’ ἀποκρουσθῇ, διότι θανατώνει τὴν κοινωνίαν, τὴν ὁποίαν καταδικάζει εἰς στασιμότητα. Δὲν δέχομαι λοιπὸν τὴν γνώμην τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, ὅτι δυνάμεθα νὰ παραχωρήσωμεν τὸ προνόμιον τότε, ὅταν ἐξαγοράζηται, ὅτι δηλ. ὁ λαμβάνων πληρώνει τὸ δημόσιον, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ τὸν Κ. Καλλιγᾶν. Σήμερον μᾶς λέγει, ὅτι ἄλλοτε ἐμπόδισε τὴν σύστασιν Τραπέζης κτηματικῆς πίστεως, διότι ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ παραγωγὴ εἶναι καταστρεπτική, καὶ ὅσον περισσότερον παράγεται, τόσον περισσότερον βλάπτεται ὁ παράγων τόπος· διότι ὅταν αὐξάνῃ ἡ παραγωγή, τόσῳ ἡ τιμὴ πίπτει· καὶ ἐπειδὴ πλοῦτος εἰς ἕνα τόπον δὲν εἶναι παρὰ τὰ χρήματα, ἡ αὔξησις τῆς παραγωγῆς εἶναι πτωχεία· ἐὰν ἐπιτρέψωμεν νὰ εἰσέλθωσι ξένα χρήματα, λέγει ἐπειδὴ ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν τόκον δι’ αὐτὰ εἰς τὰ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, θέλομεν βλαφθῆ, διότι ἡ πρόοδος, τὴν ὁποίαν θέλετε κάμει διὰ τῆς καταβολῆς τῶν κεφαλαίων αὐτῶν 30 ἑκατομμυρ. π. χ. καὶ ἡ αὔξησις τῆς παραγωγῆς δὲν θέλει ἀνταποκρίνεσθαι εἰς τοὺς τόκους, ἑπομένως δὲν εἶναι ἐπωφελής, εἶναι ἐπιζήμιος ἀπεναντίας ἡ εἰσαγωγὴ ξένων κεφαλαίων, καὶ τοῦτο λέγει ὁ Κ. Καλλιγᾶς, διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἐκπίπτει ἡ τιμὴ τῶν προϊόντων, καθόσον αὐξάνεται ἡ παραγωγή. Λοιπὸν κατὰ τὸ σύστημα αὐτὸ ἠθέλαμεν εἶσθαι εἰς τὸ ἀληθὲς, ἠθέλομεν πράξει καλῶς, ἐὰν δι’ ἑνὸς νόμου κανονίσωμεν τὴν παραγωγήν μας, καὶ ἀπηγορεύομεν εἰς τὸν πολίτην νὰ ἀναπτυχθῇ καθ’ ὅλας τὰς διαστάσεις του, διότι ἡ ἀνάπτυξις τὸν καταστρέφει.
§83ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ζητῶ τὸν λόγον.
§84ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔπρεπε κατὰ τὸν Κ. Καλλιγᾶν νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας, ἐκριζώσατε τὸ ἥμισυ τῆς περιουσίας σας, παύσατε νὰ φυτεύητε νέαν σταφίδα, νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς παραγωγοὺς μὴ πολυπλασιάζετε τὴν παραγωγὴν τῶν προϊόντων σας ἐν γένει, διότι παράγοντες πολλὰ εἰσάγετε χρήματα ὀλιγώτερα εἰς τὴν Ἑλλάδα, παρὰ τόσα ὅσα θέλετε εἰσάξει ἐὰν παράγητε ὀλίγα· λοιπὸν παύσατε νὰ παράγητε, διότι θέλετε εἶσθαι εὐτυχεῖς ὅσον ὀλιγωτέρας ἀξίας παράγετε. Ὁ Κ. Καλλιγᾶς πιστεύει, φαίνεται, ὅτι ὑπάρχει αὐτοχθονισμὸς καὶ ἑτεροχθονισμὸς καὶ εἰς τὰ χρήματα, δὲν θέλει τὰ ἑτερόχθονα ὡς ἐχθρὰ καὶ λησμονεῖ, ὅτι τὰ χρήματα τρέχουσιν ὅπου εὑρίσκουν συμφέρον καὶ ἀσφάλειαν ἀζήμιον· λοιπὸν δὲν εἶναι ἑτερόχθονα χρήματα νὰ ἔλθουν εἰς τὸν τόπον, διότι λαμβάνουν ἓν μέρος τῆς ὠφελείας, τὴν ὁποίαν αὐτὰ παράγουσιν εἰς τὸν τόπον, καὶ πλανᾶται ὁ Κύριος Καλλιγᾶς πιστεύων, ὅτι πλοῦτος εἶναι τὰ χρήματα, ὅτι τὰ προϊόντα καὶ αἱ ἀξίαι δὲν εἶναι τοιαῦτα, ἐνῷ διὰ τῶν προϊόντων θεραπεύομεν τὰς ἀνάγκας μας, διὰ τῶν ἀξιῶν ἀποκτῶμεν ἄλλας ἀξίας καὶ χρήματα· ἄλλως, ὅσον ἡ παραγωγὴ γίνεται εὐθυνοτέρα καὶ μεγαλειτέρα, τὰ πράγματα ἀμοιβαίως ὑποτιμῶνται καὶ ἡ ζωὴ καταντᾷ αὐθηνωτέρα διὰ τῆς μεγάλης παραγωγῆς, ἑπομένως μία γενικὴ ὑποτίμησις εἰς ὅλα τὰ προϊόντα ἐπέρχεται, καὶ ἡ γενικὴ αὐτὴ ὑποτίμησις ἱκανοποιεῖ τὰς ἀνάγκας τῶν ἀνθρώπων καὶ ἰδίως τῶν πτωχῶν. Αὐτὸ, λέγει ὁ Κύριος Καλλιγᾶς, δὲν εἶναι πλοῦτος· πλοῦτος εἶναι τὰ τάλληρα· ἐὰν ἔχῃς δέκα τάλληρα εἰς τὸ θηλάκιόν σου καὶ ἐν τούτοις περιπατῇς ξυπόλυτος, γυμνὸς, καὶ νήστης, καὶ στερῆσαι τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἡ περισσοτέρα παραγωγὴ σοὶ δίδει, εἶσαι πλούσιος καὶ εὐτυχής. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα δὲν ἐννοῶ πῶς ἡ ἀνάπτυξις τοῦ συναγωνισμοῦ συμβιβάζεται μὲ ταῦτα, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς σήμερον, δὲν ἐννοῶ πῶς ὁ Κύριος Καλλιγᾶς ὑποστηρίζει σήμερον ἐνώπιόν σας, καὶ τὸ ὑποστηρίζει σπουδαίως, ἄνευ παιδιᾶς βεβαίως, νὰ ἀποῤῥίψωμεν καὶ πάλιν τὴν τράπεζαν Βαλτατζῆ, διότι ἡ σύστασις αὐτῆς θὰ ἐμποδίσῃ τὴν εἰσαγωγὴν ξένων κεφαλαίων, ἐν ᾧ ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ αὐτῶν θέλει βλάψει τὸν τόπον, καὶ διὰ τοῦτο κατώρθωσε νὰ ἐμποδίσῃ τὴν σύστασιν τραπέζης κατὰ τὰ 1856. Ἀπορῶ πῶς ἠδυνήθη νὰ συμβιβάσῃ ὁ Κ. Καλλιγᾶς τὰς ἰδέας αὐτὰς, πῶς δηλ. ἐπολέμησε τὴν τράπεζαν τότε, διότι ἤθελε κατακλύσει τὸν τόπον μὲ τὰ ξένα κεφάλαια, καὶ πῶς σήμερον τὴν πολεμεῖ, διότι θέλει ἐμποδίσει τὴν εἰσαγωγὴν ξένων κεφαλαίων. Ἀλλὰ τὸ κύριον ζήτημα δὲν εἶναι αὐτό· ἀνάγκη ἦτο ἀναντιῤῥήτως ν’ ἀνασκευάσω μερικὰς ἰδέας ἐσφαλμένας τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, ἀλλὰ παρέργως· τὸ κύριον ζήτημα εἶναι ἄλλο. Ὁ Κύριος Καλλιγᾶς ἀναχωρῶν ἀπὸ τὴν στατιστικὴν τῆς Γαλλίας τοῦ 1845, καὶ μὴ μελετήσας καὶ τὰς τελευταίας ἰδίως συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν κατὰ τὰ 1848, πρὸ πάντων ὅτε ἐπρόκειτο νὰ συγχωνεύσουν ὅλας τὰς τραπέζας τῆς Γαλλίας εἰς μίαν, δὲν γνωρίζει, ὅτι ἡ πληροφορία του περὶ τῶν ἐνυποθήκων δανείων εἰς 10 χιλ. ἑκατομμύρια δὲν εἶναι ἀκριβής. Ἀπόδειξις ὅ,τι σᾶς εἶπεν ὁ Κύριος Σαρίπολος· ὑπάρχουσιν ἀληθῶς σημειωμένα εἰς τὰ βιβλία ὅλα τὰ ποσά· ἀπεδείχθη ὅμως ὅτι πολλαὶ ὑποθῆκαι δὲν εἰσὶ πραγματικαὶ, διότι δὲν διεγράφησαν καίτοι πληρωθέντος τοῦ ποσοῦ τοῦ χρέους, ἢ δὲν ἠλαττώθησαν ὅσον καὶ αὐτὸ ἠλαττώθη· τελευταῖον προσδιώρισαν τὰ ἐνυπόθηκα δάνεια εἰς τὴν Γαλλίαν, ἀναβαίνουσι μέχρι τεσσάρων δισεκατομμυρίων· διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς βλέπετε, ὅτι 600 ἑκατομμύρια πραγματοποιηθέντα δάνεια ἀπὸ τὴν κτηματικὴν τράπεζαν εἰς τὴν Γαλλίαν, ἀπέσβεσαν 2 δισεκατομμύρια χρέος ἐνυπόθηκον, διότι τὰ 2 δισεκατομ. ἦσαν φαινόμενα εἰς τὸ ἐνυπόθηκον χρέος καὶ 600,000 ἦσαν πραγματικά. Ὅποιος ἔλαβε μέρος εἰς τὰ πράγματα ἐν Ἑλλάδι ἐπείσθη, ὅτι ὑφίστανται ἄπειροι τοιαῦται καὶ παρ’ ἡμῖν ἀνωμαλίαι εἰς τὰς δοσοληψίας ἰδίως τοῦ δημοσίου· πολλάκις ἡ σημείωσις εἰς τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν δὲν ἐξηλείφθη, οὔτε ἠλαττώθη, ἢ διότι ὁ δανειζόμενος δὲν ἐφρόντισεν, ἢ διότι τὸ δημόσιον δὲν ἔσπευσε νὰ διαγράψῃ αὐτὰς, ἐὰν τίποτε δὲν τῷ ὀφείλεται. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀκριβὴς ὁ ὑπολογισμὸς αὐτός· ἀλλὰ καὶ ἂν ἦτο ἀκριβὴς τί ἀποδεικνύει; διότι ἀπέναντι ἑνὸς τόσον σημαντικοῦ χρέους προϋπάρχοντος δὲν ἐπραγματοποιήθησαν ἐκ μέρους τῆς τραπέζης τῆς κτηματικῆς πίστεως, τῆς ὁποίας ἡ δραστηρία ἐνέργεια πρὸ μικροῦ μόλις ἤρξατο, παρὰ 600 ἑκατομ. δάνεια, ἀποδεικνύει τοῦτο, ὅτι ἡ τράπεζα αὕτη εἶναι ἀνωφελής; Ἀποδεικνύει ἄρα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ Κύριος Καλλιγᾶς; Ἂς παραδεχθῶμεν τὴν ἰδέαν του, ἂς ἀρνηθῶμεν τὰ προνόμια, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὰ ἀρνηθῶμεν, διὰ νὰ ἤμεθα σύμφωνοι μὲ τὰς ἀρχάς του, εἰς ὅλας τὰς ἐπιχειρήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν πληρόνουν τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας· ἂς παραδεχθῶμεν τῷ ὄντι τὴν ἀρχὴν αὐτὴν, καὶ ἂς τὴν δεχθῶμεν σήμερον ὡς κανόνα, ἀλλὰ τότε θέλομεν καταργήσει ἀμέσως ἓν προνόμιον ὑπάρχον ἐν Ἑλλάδι, διότι καὶ αὐτὸ κατὰ πολλὰ ὀλίγον ἱκανοποίησε τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας. Συμφωνεῖ πρὸς τοῦτο ὁ Κ. Καλλιγᾶς; καὶ τὸ εὑρίσκει συμφέρον; Ἐὰν, διὰ νὰ παραχωρήσωμεν προνόμια, πρέπει τὸ προνόμιον αὐτὸ νὰ ἱκανοποιῇ ὅλας τὰς ἀνάγκας, δέον, ὅπου τοῦτο δὲν πραγματοποιεῖται, νὰ ἀρνηθῶμεν τὸ προνόμιον ὅπου ὑπάρχει, διὰ νὰ τὸ καταστρέψωμεν. Νὰ καταστρέψωμεν λοιπὸν τὸ προνόμιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; ἀλλὰ μὴ πιστεύσητε, ὅτι θὰ προτείνω ἐγὼ τὴν κατάργησιν τοῦ προνομίου, ἀποκεκτημένου ἤδη καὶ στηριζομένου εἰς τὴν καλὴν πίστιν μας· ὄχι, κάμετέ το σεῖς, ἕκαστος πληρεξούσιος ἔχει τὸ δικαίωμα. Εἰς τὰς παρελθούσας βουλὰς παραπονοῦνται, ὅτι μόνη ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο, αὗται παρῆλθον ἤδη. Ἀλλὰ διατί νὰ μὴ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας ὅλης τῆς κοινωνίας ἡ τράπεζα ἐν Γαλλίᾳ; Νὰ σᾶς τὸ εἰπῶ ἐγώ· τὸ προνόμιον καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, καθὼς παντοῦ, ἔκαμεν, ὥστε ἀντὶ ἡ Τράπεζα καὶ τὰ χρήματα νὰ ζητοῦν πελάτας, οἱ πελάται νὰ ζητοῦν τὴν τράπεζαν καὶ τὰ χρήματα· καὶ τὰ χρήματα καὶ ἡ τράπεζα ὅθεν ἔμειναν καὶ μένουν ἴσως ἀκόμη περιωρισμένα εἰς Παρισίους· αἱ ἐπαρχίαι, τὰ χωρία, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀνάγκην ἐδυσκολεύοντο ν’ ἀπευθυνθοῦν εἰς Παρισίους· δὲν εἶχον πρόχειρον τὴν εὐκολίαν νὰ κάμουν τὸ δάνειον, ὤφειλον ν’ ἀναλάβωσιν ὁδοιπορίας καὶ νὰ καταβάλλωσιν ἔξοδα ἁδρὰ, διὰ νὰ κατορθώνωσι τὸ δάνειον· διὰ τοῦτο δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας, καὶ ἰδίως εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν ἐπαρχιῶν ἡ τράπεζα, δὲν ἀνταπεκρίθη, διότι τὸ προνόμιον, ἂς τὸ ἐπαναλάβω, ἔδιδεν ἀρκετὸν κέρδος εἰς τὴν Τράπεζαν ἐκείνην, καθὼς εἰς ὅλας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τοιαῦτα προνόμια, ἀσφαλίζει τὸ κέρδος καὶ δὲν ὠθοῦσεν αὐτὴν καὶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἐργασιῶν της. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνος αὐτὸς ὁ λόγος, ὅπως ἀπεδείχθη κατόπιν, ἀλλὰ καὶ ὁ λόγος τοῦ περιορισμοῦ τοῦ τόκου. Μέχρι τινὸς ἡ κτηματικὴ Τράπεζα ἐν Παρισίοις ἐδάνειζε διὰ χρημάτων, ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς τόκου ὡρισμένου κατ’ ἀνώτατον ὅρον, ἀλλὰ μὲ αὐτὸν τὸν τόκον δὲν εὕρισκεν ἡ ἰδία νὰ δανεισθῇ, δὲν εὕρισκεν ἀφθονίαν χρημάτων ἵνα δανείζῃ καὶ αὐτὴ ἐν ἀφθονίᾳ, ἑπομένως αἱ ἐργασίαι της ἦσαν περιωρισμέναι· διὰ τοῦτο ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἐβιάσθη νὰ δώσῃ βοήθειαν πρὸς αὐτὴν διὰ νὰ καλύπτῃ τὰ ἔξοδά της· ὅταν ὅμως ἀντὶ τοῦ συστήματος αὐτοῦ καθιερώθησαν τὰ κτηματόγραφα, ὅταν δηλ. ἀνεφάνη ὁ περιορισμὸς τοῦ τόκου, ὅταν εἶπεν εἰς τὸν πολίτην λάβε καὶ τὴν ἐγγύησίν μας, καὶ δανείσθητι διὰ λογαριασμόν σου εἰς βάρος σου διὰ τὸν τόκον, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ Τράπεζα ἀνεπτύχθη, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης τὰ δάνειά της ἀπὸ 100 ἑκατομμύρια ὑπερέβησαν, εἰς διάστημα δύω ἐτῶν, εἰς τὰ 400· Δύο λοιπὸν, Κύριοι, λόγοι ἐμπόδισαν τὴν κτηματικὴν Τράπεζαν νὰ ἀνταποκριθῇ ἀπολύτως εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας· πρῶτον, ἐπαναλαμβάνω, τὸ προνόμιον, τὸ ὁποῖον τὴν ἀπαλάττει τῆς εὐθύνης νὰ ἐκτείνῃ τὰς ἐργασίας της, καὶ δεύτερον ὁ περιορισμὸς τοῦ τόκου. Ἀλλὰ δὲν ὠφέλησε μ’ ὅλα ταῦτα ἡ ὕπαρξις τῆς κτηματικῆς Τραπέζης, καὶ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔῤῥιψεν εἰς τὴν κοινωνίαν, δὲν συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ ἐγείρωσι τὸν συναγωνισμόν, νὰ ἐλαττώσωσι τοὺς τόκους καὶ νὰ αὐξήσωσι τὰ κεφάλαια; δὲν συνετέλεσαν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν πρόοδον τοῦ τόπου; δὲν συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ δώσωσιν ἐργασίαν καὶ εἰς τὰ ἀγαθὰ, τὰ ὁποῖα παράγει ἡ ἐργασία; νομίζει ὁ Κ. Καλλιγᾶς, ὅτι τὰ μεγάλα δάνεια, τὰ πρὸς μεγάλους ἰδιοκτήτας διδόμενα δὲν συντελοῦν εἰς τὴν πρόοδον καὶ τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τῆς μικρᾶς ἰδιοκτησίας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, οὔτε δικαιολογοῦσι τὴν ὕπαρξιν μιᾶς τραπέζης; καὶ νομίζετε, ὅτι καὶ ταῦτα τὰ δάνεια δὲν ἔχουν μεγάλα ἀποτελέσματα κοινωνικά; δὲν χρησιμεύουν εἰς τίποτε ὡς πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς προόδου, τὴν εὐζωΐαν τοῦ ἁπλοῦ χωρικοῦ καὶ τοῦ ἐργάτου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν ὕπαρξιν τῆς κτηματικῆς πίστεως; αὐτὴν τὴν θεωρίαν τοῦ Κ. Καλλιγᾶ δὲν τὴν ἐννοῶ, καὶ οὔτε νομίζω, ὅτι δι’ ὅσα εἶπον αἱ τοιαῦται Τράπεζαι εἶναι καταδικαστέαι· ἀλλὰ, Κύριοι, ποία ἡ διαφορὰ καὶ ποῖον τὸ καλὸν τραπέζης κτηματικῆς πίστεως, ἀπὸ τὸ τῆς δι’ ὑποθήκης δανειζούσης; εἶναι τάχα αὐτὸ μόνον, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς; πρέπει νὰ προτιμήσωμεν τὸ σύστημα αὐτὸ, διότι ἑλκύει περισσότερα κεφάλαια; εἶναι τάχα, διότι τὸ σύστημα αὐτὸ εἶναι εὐκολώτερον, προχειρότερον εἰς τὴν κυκλοφορίαν τῶν κεφαλαίων; εἶναι διότι χορηγεῖ καὶ αὐτὸ ἐγγυήσεις καὶ ἀσφάλειαν, ὅτι τὰ κεφάλαια δι’ αὐτοῦ τιθέμενα εἰς κυκλοφορίαν δὲν ἔχουν τίποτε νὰ ζημιωθῶσιν; Ὄχι, Κύριοι, δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ καλὸν μόνον, δὲν εἶναι ἀκόμη τὸ καλὸν, ὅτι δι’ αὐτοῦ ὁ πολίτης ἔχων καὶ πολλὰ ὀλίγα χρήματα, δύναται εὐκολώτατα νὰ τὰ παρακαταθέσῃ εἰς κτηματόγραφα καὶ νὰ τὰ κυκλοφορήσῃ λαμβάνων τόκον καὶ ἐλπίζων καὶ ἀμοιβὴν, ἐὰν τοιαύτην συμφωνήσῃ· πρὸς ταῦτα ἔχει τὸ καλὸν ἐπίσης σπουδαῖον, ὅτι κατὰ τὸ σύστημα αὐτὸ τῶν κτηματογράφων καὶ ἐπὶ ἔλαττον, ὅτι αἱ μεταβολαὶ τοῦ τόκου νὰ γίνωνται ὑπὲρ τοῦ δανειζομένου. Τὰ πιστωτικὰ καταστήματα τὰ δανείζοντα ἐπὶ ὑποθήκῃ καὶ δανειζόμενα πρὸς τοῦτο, δὲν δύνανται νὰ ἀκολουθήσωσι τὰς μεταβολὰς, αἱ ὁποῖαι λαμβάνουν χώραν εἰς τὸν τόκον· τὰ καταστήματα αὐτὰ λαμβάνουν συνήθως τὸν ἀνώτατον ἢ τὸν μέσον ὅρον καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ δανείζουσι· π. χ. ἡ ὑποθηκικὴ Τράπεζα δανειζομένη μέγα ποσὸν ἵνα δανείσῃ μικρὰ ἐπὶ μικρῶν καὶ μὴ δυναμένη ν’ ἀκολουθήσῃ δανειζομένη ἡμερουσίως κυματουμένων τῶν τόκων, διὰ ν’ ἀσφαλισθῇ ἀπὸ τοὺς κινδύνους δὲν δύναται νὰ λάβῃ ὡς βάσιν τόκου ἵνα δανείζῃ ἄλλην παρὰ τοὐλάχιστον τὴν τοῦ μέσου ὅρου καὶ κατ’ αὐτὴν νὰ δανείζῃ. Δὲν δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ κατάστημα τοιοῦτον νὰ μᾶς δανείζῃ μὲ τόκον 5%, ὅπως σήμερον ὁ τόκος τρέχει, διότι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα πρότερον ἐπρομηθεύετο, δὲν τὰ ἐπρομηθεύθη πιθανῶς μὲ τόκον τοιοῦτον, δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ ὑποβάλλωμεν λοιπὸν εἰς περιορισμοὺς καὶ τοσούτου τὰς ὑποθηκικὰς τραπέζας. Ἀλλὰ κατὰ τὸ σύστημα τῶν κτηματογράφων τὸ ἐναντίον γίνεται, ὁ δανειζόμενος δύναται εὐκολώτατα νὰ ὠφεληθῇ πραγματοποιῶν τὰ κτηματόγραφά του, καθ’ ἣν ἐποχὴν συῤῥοὴ τυχὸν τῶν κεφαλαίων φέρει εἰς τοὺς τόκους ἔκπτωσιν, καὶ ἀπέχει δὲ νὰ τὰ πραγματοποιήσῃ, ὅταν οἱ τόκοι ᾖναι ὑψωμένοι· ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ ἂν ὑψωμένων ὄντων τῶν τόκων δανείζεται καὶ ὑποτίθεται, ὅτι εἰς οὐδεμίαν ὑποβάλλεται ζημίαν, ἐπειδὴ δανείζεται βεβαίως διὰ νὰ ἀποκτήσῃ περισσότερον κέρδος, ἄλλως δὲν ἤθελον δανεισθῆ, καὶ ζημία δὲν εἶναι καὶ νὰ δανείζηταί τις μὲ μεγάλον τόκον, ἐκτὸς ὅταν ἡ ἐπιχείρησις, τὴν ὁποίαν διὰ τῶν χρημάτων αὐτῶν ἐπιλαμβάνεται, δὲν τὸν ἀμείβῃ. Λοιπὸν, Κύριοι, τὸ σύστημα τῆς κτηματικῆς πίστεως ἔχει καὶ καλὸν νὰ προσελκύῃ τὰ ἐν τῇ κοινωνίᾳ κεφάλαια καὶ νὰ εὐκολύνῃ τὸν δανειζόμενον ν’ ἀκολουθῇ τὰς διαφόρους μεταβολὰς τοῦ τόπου καὶ νὰ δανείζῃ κατὰ τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἰδιαιτέρας περιστάσεις. Ἰδοὺ διὰ τὶ προτιμῶ τὸ σύστημα αὐτὸ, ἀσπάζομαι τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας εἰς ὅλον σχεδὸν τὸν κόσμον ἤδη ἀσπάζονται. Κύριοι, μεταβαίνω ἤδη εἰς ὅ,τι εἶναι οὐσιῶδες κυρίως, καὶ σεῖς ὀφείλετε νὰ δώσητε περισσοτέραν προσοχὴν, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ προνόμιον· πρέπει ἢ ὄχι, συμφέρει ἢ ὄχι νὰ δοθῇ προνόμιον; καὶ ὁποῖον εἶναι αὐτὸ τὸ προνόμιον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται σήμερον; Ἂν ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν τὸ προνόμιον αὐτὸ πρώτην φορὰν σήμερον καὶ ἤδη μόνον νὰ τὸ καθιερώσωμεν, οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν πρέπει νὰ ἔχητε, ὅτι ἐγὼ ἤθελον εἶσθαι ὁ πρῶτος κατὰ, οὐχὶ κατὰ θεωρίαν, οὐχὶ διότι ἔμαθον καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὰ βιβλία, ὅτι ὁ ἐλεύθερος συναγωνισμὸς, ὅτι ἡ ἐλευθερία ἀναπτύσσει τὴν κοινωνίαν καὶ τὸ ἄτομον, ὅτι δίδει ζωὴν καὶ εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ εἰς τὰ ἔθνη· ἀλλὰ διότι ἔχω ὑπ’ ὄψιν δύω μεγάλα καὶ ἀρκετὰ πλούσια ἔθνη τὴν Ἀμερικὴν καὶ τὴν Ἀγγλίαν, εἰς ἃ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἐλευθέρου συναγωνισμοῦ ὑπῆρξαν τεράστια. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν, ἡ ὁποία εὑρίσκετο κατ’ ἀρχὰς εἰς τὴν ἰδίαν μ’ ἡμᾶς θέσιν, διότι εἶχεν ἀνάγκην καὶ κεφαλαίων καὶ χειρῶν, καθιέρωσε τὴν ἐλευθερίαν, καὶ εἰς τὴν ἐλευθερίαν αὐτὴν, πιστεύσατέ το, εἰς τὸν ἐλεύθερον συναγωνισμὸν χρεωστεῖ τὴν μεγάλην ἀνάπτυξιν καὶ τὸ ἀνεξάντλητον τοῦ πλούτου καὶ τῆς δυνάμεως, τὸ ὁποῖον παρατηροῦμεν ἤδη μέχρι τοσούτου βαθμοῦ· καὶ ἀνεπτύχθησαν καὶ ἐπολλαπλασιάσθησαν Τράπεζαι καὶ εἰς πολλὰ μέρη τῆς Β. Ἀμερικῆς ἰδίως, ὥστε εἰς 10 χιλιάδας ψυχὰς ἀναλογεῖ μία Τράπεζα· δὲν ἐνθυμοῦμαι δὲ καλῶς πόσαι ἑκατοστύες δραχμῶν, ἀλλὰ πολλαὶ ἀναλογοῦν εἰς ἕκαστον ἄτομον, πρόκειται περὶ τοῦ κεφαλαίου μόνον τῶν Τραπεζῶν. Ἡ Σκωτία, ὁ ξηρὸς αὐτὸς καὶ ἄγονος τόπος, ὀφείλει τὴν μεγάλην αὐτῆς ἀνάπτυξιν εἰς τὸν ἐλεύθερον συναγωνισμὸν τῶν κεφαλαίων, καὶ εἰς τὰς πολλὰς Τραπέζας. Εἶναι, Κύριοι, ἀναντίῤῥητον, ὅτι καὶ ἡ ἐλευθερία ἔχει τ’ ἄτοπά της· συνέβησαν δυστυχήματά τινα καὶ εἰς τὸ ἓν καὶ εἰς τὸ ἕτερον μέρος, καὶ βεβαίως ὅπου ὑπῆρχε μεγαλειτέρα ἐργασία, μεγαλειτέρα ζωὴ, μεγαλείτερα πλούτη, ἐκεῖ ὑπάρχουσι καὶ μεγαλείτεραι ζημίαι, ἀλλ’ ἀπεδείχθη, ὅτι τὰ δυστυχήματα ταῦτα ἦσαν πολὺ ὀλιγώτερα ἀπὸ τὰ δυστυχήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν εἰς τὰ ἄλλα μέρη, ὅπου ἐπεκράτει τὸ σύστημα τοῦ περιορισμοῦ τῆς συγκεντρώσεως καὶ τοῦ προνομίου· αἱ ζημίαι ἀναλόγως τῶν κεφαλαίων ὡς ἐκ τῶν χρεωκοπιῶν ὑπελογίσθησαν μικρότεραι εἰς τοὺς τόπους, ὅπου ἐπικρατεῖ ὁ ἐλεύθερος συναγωνισμός· ἡ Γαλλία, καὶ σήμερον ἔτι, ὄχι διὰ χρεωκοπίαν, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ὑψώσεως τῶν τόκων τῆς προεξοφλήσεως, ἴσως ζημιοῦται περισσότερον· ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ αἱ ζημίαι αὗται τοιαῦται τοὐλάχιστον δὲν ἤθελον ὑπάρχει, διότι ὅπου ὑπάρχει ἐλεύθερος συναγωνισμὸς δὲν παρουσιάζεται ἢ ποσῶς ἢ οὐχὶ τόσον συνεχῶς ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπεραυξήσεως τῶν τόκων τῆς προεξοφλήσεως, διότι ἡ ἀνάγκη αὕτη εἶναι τεχνητὴ· ἡ ἐλευθερία ἤθελεν εὐκολύνει νὰ τρέξωσι τὰ χρήματα, ὅπου ζητοῦνται, καὶ ὅπου τιμῶνται, καὶ ἑπομένως ὁ φόβος, ὅτι θέλουσιν ἐκλείψει δὲν ἤθελεν ὑπάρχει· ἂν λοιπὸν ἐπρόκειτο σήμερον νὰ συζητήσωμεν περὶ προνομίου ναὶ ἢ ὄχι, ἤθελον σᾶς εἰπεῖ, μὴ καθιερώσητε αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, διότι εἶναι ἐπιβλαβὴς· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρόκειται ἀπεναντίας νὰ πολεμήσωμεν νὰ οὐδετερώσωμεν τὸ ἓν προνόμιον διὰ τοῦ ἄλλου· ἔχομεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἓν προνόμιον κατὰ δυστυχίαν, λέγω, κατὰ δυστυχίαν, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ προνόμιον αὐτὸ εἶναι κακόν.
§85ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ Τράπεζα ἡ ὑπάρχουσα δὲν δύναται ἆρά γε νὰ ἐνδώσῃ;
§86ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Κ. Κεχαγιᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ προνόμιον αὐτὸ τὸ θεωρεῖ εὐεργέτημα.
§87ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ εἶπον, οὐχὶ ὡς σύμβουλος τῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ὡς γνώμην μου.
§88ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἔχομεν ἤδη ἓν προνόμιον καθιερωμένον, ἔχομεν μίαν τράπεζαν, ἡ ὁποία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ, χωρὶς νὰ καταβάλλῃ τίποτε, ἓν μέγα ποσὸν χρημάτων ἀπὸ τὴν κοινωνίαν ὡς τόκον, δανείζουσα τὰ γραμμάτια· ἡ τράπεζα, ἡ ὁποία ἔχει τὴν μεγάλην αὐτὴν ὠφέλειαν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δανείζῃ καὶ ἐπὶ τῶν κτημάτων μὲ ὑποθήκην. Σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, ποῖος δύναται νὰ συναγωνισθῇ μὲ τὴν τράπεζαν αὐτὴν, ἡ ὁποία δύναται ν’ ἀντικαταστήσῃ τὰ χρήματα διὰ χάρτου, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν καταβάλλει τίποτε; Ποῖος δύναται νὰ τολμήσῃ νὰ συναγωνισθῇ, ὅταν ἡ τράπεζα αὕτη δύναται, ἐλαττόνουσα μόνον τὰ κέρδη της μικρὸν, νὰ καταβιβάζῃ τοὺς τόκους προσωρινῶς, διὰ νὰ βλάψῃ τοὺς ἀντιπάλους της; δύνανται τοιούτων κινδύνων ὑπαρχόντων νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ συναγωνισθῶσι κεφάλαια; ἰδοὺ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐλήφθη, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, τῆς ὁποίας ἀπετέλουν μέρος κατὰ πρόσκλησιν τοῦ ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου ἀπετέλει μέρος ὁ Κ. Καλλιγᾶς, εὑρεθεὶς ὡς λέγει ἐν μειονοψηφίᾳ, μολονότι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπερασπίσθη τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας τὰ διάφορα ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα τὰς διαπραγματεύσεις τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ἐμπεριεῖχον.
§89Π. ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὡς τοῦ ὑπουργείου.
§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ πιστεύω ὅ,τι λέγετε, μολονότι δὲν ἐκάμετε κἀμμίαν ἐπιφύλαξιν. Ὅτε προσεκλήθην νὰ λάβω μέρος, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὡμίλησα κατὰ τῶν προνομίων· τί ἀπήντησαν ὅλοι οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι τότε, ὁ Κ. Χρηστίδης καὶ οἱ λοιποὶ; εἶναι ὀρθὸν τοῦτο, ἀλλ’ ἐὰν καὶ ἡ Τράπεζα προτιμᾷ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰ προνόμιά της, διότι ἄλλως πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συναγωνίζεται μία Τράπεζα μὴ ἔχουσα προνόμιον, μὲ ἄλλην ἔχουσαν τοιαῦτα; εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ τρέχητε μὲ σιδηρόδρομον καὶ ἄλλος μὲ τοὺς πόδας του. Καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρεκάλεσα τὴν Συνέλευσιν ἄλλοτε νὰ παραγγείλῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ πείσῃ, ἂν ᾖναι δυνατὸν, τὴν Τράπεζαν νὰ παραιτήσῃ τὸ προνόμιόν της, διότι ἄλλως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν κτηματικὴν Τράπεζαν ἄνευ ἑτέρου προνομίου. Ὁ προτείνων νὰ συστήσῃ τὴν τράπεζαν τῆς κτηματικῆς πίστεως μὲ εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ συναγωνισθῇ μὲ τὸ ὑπάρχον κατάστημα, καὶ ἂν δὲν θέλητε νὰ συναινέσητε νὰ μοὶ παραχωρήσητε τὸ ὁποῖον ζητῶ προνόμιον, τότε ἀποσύρομαι· ἰδοὺ ποῦ εἶναι τὸ ζήτημα· συμφέρει ἤδη νὰ διώξωμεν τὴν μίαν τράπεζαν καὶ οὕτω νὰ ἀφαιρέσωμεν καὶ τὸν μικρὸν συναγωνισμὸν τὸν διὰ τῆς συστάσεως αὐτῆς προελευσόμενον;
§91Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Οἱ συλλογισμοί σας εἶναι πολλὰ ὀρθοὶ, ἀλλὰ λέγω τὸ προνόμιον αὐτὸ τῆς ἐθνικ. Τραπέζης λήγει μετὰ 28 ἔτη, τὸ δὲ προνόμιον, τὸ ὁποῖον παρεδέχθημεν εἰς τὴν συμφωνίαν, λήγει μετὰ 50· ὥστε κατὰ τὴν ἀνανέωσιν πάλιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης θέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον· διατὶ λοιπὸν νὰ μὴ περιορισθῇ καὶ ἡ νέα τράπεζα εἰς τὸ αὐτὸ διάστημα τῶν 28 ἐτῶν, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ καταργηθῇ τὸ προνόμιον;
§92ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι ἡ νέα Τράπεζα θέλει δανείζει διὰ τριάκοντα ἔτη, ἑπομένως οὔτε σήμερον, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον, μετ’ ὀλίγα ἔτη, θέλει δυνηθῆ νὰ πράξῃ τοῦτο· Κύριοι, σήμερον δὲν συζητοῦμεν νόμους διὰ νὰ τοὺς ἐπιβάλλωμεν ἀναγκαστικῶς, συντάττομεν συμφωνίαν μὲ ἕνα ἄνθρωπον ἢ μὲ δύω ἢ μὲ τρεῖς, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ φέρουν τὰ κεφάλαιά των, καὶ ἂν θέλητε μονομερῶς νὰ τοὺς ἐπιβάλλητε ὑποχρεώσεις, αὐτοὶ δὲν δέχονται.
§93ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πρέπει καὶ αὐτοὶ νὰ περιορισθοῦν εἰς τὸ αὐτὸ διάστημα τοῦ χρόνου.
§94ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, καὶ τὴν μεταβολὴν αὐτὴν ἂν κάμητε, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι πάντοτε τὸ αὐτό. Ἀπορῶ δὲ πῶς ὡμίλησε καὶ μὲ τρόπον ὅλως διόλου ὑπεροπτικὸν ὁ Κ. Καλλιγᾶς κατὰ τοῦ τύπου, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ἦλθεν ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐνώπιόν σας· ὁ τύπος δὲν εἶναι οὐσιώδης· κατ’ οὐσίαν, ἀμφότερα τὰ συστήματά σας, τὸ τοῦ Νόμου καὶ τῆς Συνθήκης εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό· ὁ Κ. Καλλιγᾶς τὸ εἰξεύρει καὶ ὀφείλει νὰ τὸ εἰξεύρῃ, ὅτι ἢ νόμον ἢ σύμβασιν φέρομεν, δὲν θέλει ἐμπεριέχει παρὰ προηγουμένην συμφωνίαν, μεταξὺ κυβερνήσεως καὶ τῶν ἀτόμων αὐτῶν, ἑπομένως πᾶσα μεταβολὴ δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ, καὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα οἱ τρίτοι νὰ παραιτηθῶσι· δύνασθε νὰ φέρητε διαφόρους τροποποιήσεις μονομερεῖς, ἀλλ’ αὐταὶ δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν πρὶν ἢ ἀποδεχθῶσι σήμερον· τὸ ἐπαναλαμβάνω, δὲν κάμνετε ἕνα γενικὸν νόμον, οὔτε καθιεροῦμεν γενικὰς ἀρχὰς, κατὰ τὰς ὁποίας ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ θέλων καὶ ἔχων κεφάλαια νὰ παρουσιάζηται καὶ νὰ ἀναλαμβάνῃ τὴν ἐπιχείρησιν· ἀπορῶ λοιπὸν πῶς ὁ Κ. Καλλιγᾶς ἐξώδευσε τόσους λόγους ματαίως. Ἐπανερχόμενος, Κύριοι, σᾶς λέγω καὶ ἐγὼ, ὅτι εἶμαι κατὰ τοῦ συστήματος τῶν προνομίων· ἀλλ’ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπάρχει ἤδη προνόμιον, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου ἄλλη Τράπεζα πιστωτικὴ δὲν δύναται νὰ συστηθῇ· ἐὰν θέλητε νὰ συστηθῇ νέα τράπεζα ἄνευ τοῦ ζητουμένου προνομίου, δὲν θέλετε ἔχει τράπεζαν, δὲν πρόκειται νὰ λύσωμεν σήμερον θεωρητικῶς τὰ ζητήματα αὐτά. Ἀλλὰ, Κύριοι, τί ἆρά γε εἶναι τὸ προνόμιον αὐτὸ, περὶ οὗ πρόκειται; τὸ προνόμιον τῆς ἐκδόσεως γραμματίων; εἶναι ἀληθὲς προνόμιον. Ἀλλ’ ἐλησμόνησα νὰ παρατηρήσω πρὸς τὸν Κύριον Καλλιγᾶν, ὅστις λίαν ἀστεῖος μοὶ ἐφάνη, ὅτε ὁμιλῶν περὶ πίστεως, ἡ ὁποία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἀκριβὴς ἐκπλήρωσις τῶν ὑποχρεώσεων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συναλλάττονται, ἐθεώρησεν ὡς δυστύχημα τὴν ἀκριβῆ αὐτὴν ἐκτέλεσιν τῶν μελλουσῶν ὑποχρεώσεων τῶν πολιτῶν πρὸς τὴν Τράπεζαν· ἐὰν ᾖναι δυστύχημα διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τοὺς κατοίκους αὐτῆς ἡ ὑποχρέωσις νὰ πληρώσωσι τὰ χρέη των, διατὶ δὲν καταργεῖτε τότε ὅλας τὰς Τραπέζας τῆς πίστεως; εἶναι δυστυχὲς τὸ ἐμπόριον, διότι εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ πληρώσῃ τὰ χρέη του τακτικῶς καὶ ἀκριβῶς; ὁ ἔμπορος, ὡς γνωρίζετε, κηρύττεται χρεωκόπος, ἐὰν δὲν φανῇ ἀκριβὴς, λοιπὸν διὰ τοῦτο εἶναι δυστυχής; εἶναι γελοῖα τοιαῦτα πράγματα νὰ λέγωνται ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως! Κύριοι, τὸ σύστημα τοῦ δανείζειν ἐπὶ τῇ ἐγγυήσει τῶν κτημάτων ἀνεπτύχθη τελευταῖον· δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς Γερμανίας, οὔτε περὶ τῆς Πολωνίας, ὅπου τὸ σύστημα τῆς κτηματικῆς πίστεως ἀνεπτύχθη προτήτερον· ἡ ἐσχάτως μόνον ἀνάπτυξις καὶ καθιέρωσις τοῦ συστήματος τούτου ὑπῆρξε μεγάλη καὶ γονιμωτέρα παντοῦ, διὰ ἐθεωρήθη ὡς ἓν νέον φυτὸν, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀναπτυχθῇ καὶ παντοῦ ἐπροσπάθησαν νὰ τοῦ δώσωσι περιποίησίν τινα· τὸ σύστημα ὅμως τῶν προεξοφλητικῶν τραπεζῶν εἶναι παλαιὸν, ἀρχαῖον, ἀνεπτύχθη, καθόσον ἀναπτύσσεται ἡ βιομηχανία· ἕνεκα τούτου ἤδη τῶν προεξοφλητικῶν τραπεζῶν τὸ σύστημα ἤρχισεν ἐξεταζόμενον καὶ βασανιζόμενον· καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἐσχάτως ἐπ’ αὐτοῦ ἤρχισαν τὴν πάλην τὰ δύω συστήματα τῆς συγκεντρώσεως καὶ τοῦ προνομίου, καὶ τὸ τῆς ἐλευθερίας, καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις εἰς τὴν Εὐρώπην· τὰ δύω ταῦτα συστήματα, τὸ σύστημα τῆς συγκεντρώσεως καὶ τοῦ προνομίου, καὶ τὸ σύστημα τῆς ἐλευθερίας παλαίουν πάλην θανάτου. Ὁ Πὴλλ, εἶναι ἀληθὲς, ἐπολέμησε πλαγίως τὸ σύστημα τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας διὰ τοῦ νόμου τῶν 1844, διὰ τοῦ ὁποίου ἔθεσε περιορισμούς τινας καὶ ὡς πρὸς τὴν σύστασιν τοιούτων Τραπεζῶν καὶ ὡς πρὸς τὴν ἔκδοσιν τῶν γραμματίων. Εἰς τὴν Γαλλίαν τὸ σύστημα τῆς συγκεντρώσεως εἰσήχθη ἐπὶ τοῦ μεγάλου Ναπολέοντος· πρὶν τῆς ἐπαναστάσεως τῶν 1848 εἰς τὴν Γαλλίαν ὑπῆρχον πολλαὶ Τράπεζαι, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἐπαναστάσεως κατηργήθησαν καὶ συνεχωνεύθησαν εἰς μίαν· προῆλθε τοῦτο ἐκ τῆς ἀνάγκης, εἰς ἣν εὑρίσκοντο, τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων. Τὸ σύστημα τῆς συγκεντρώσεως λοιπὸν κατὰ δυστυχίαν ἰσχύει εἰς πολλὰ μέρη τοῦ ἐπισήμου κόσμου ἐν Εὐρώπῃ. Τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι πράγματι προνόμιον καὶ πλεονέκτημα, διότι δίδει τὸ δικαίωμα τὸ μέγιστον καὶ ἀποκλειστικὸν εἰς ἕνα ἄνθρωπον καὶ εἰς μίαν ἑταιρίαν νὰ κυκλοφορῇ τὴν πίστιν του ἀντὶ νομίσματος. Αὐτὸ, Κύριοι, εἶναι ἀναντιῤῥήτως μέγιστον καὶ δύναται νὰ ὠφελήσῃ τὸν ἔχοντα αὐτὸ, διότι δὲν δίδει τίποτε καὶ λαμβάνει πολλὰ, διότι κυκλοφορεῖ τὸ χαρτὶ ὡς νόμισμα καὶ λαμβάνει τόκον· ἀλλ’ ὅ,τι ζητεῖται σήμερον ἀπὸ τὴν τράπεζαν, περὶ ἧς πρόκειται, εἶναι τὸ ἴδιον προνόμιον; ὑπόσχεται ὁμοίως τοιαύτας ὠφελείας; Ἀπ’ ἐναντίας δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἀναγνώρισις ὡς ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τοῦ δανείζεσθαι καθ’ ἕνα τινὰ τρόπον· ἕκαστος δύναται νὰ δανείζηται, νὰ ἐκδίδῃ ὁμολογίας καὶ νὰ δανείζῃ ὅπως τοῦ ἀρέσκει· ἡ Τράπεζα τοῦ Μπαλτατζῆ ζητεῖ νὰ τῇ ἐπιτραπῇ νὰ δανείζηται αὐτὴ μόνη καθ’ ἕνα ἰδιαίτερον τρόπον· καὶ τὸ προνόμιον αὐτὸ εἶναι ὅμοιον μὲ ἐκεῖνο τῶν γραμματίων; δίδει δικαίωμά τι ἀποκλειστικὸν πρὸς τὴν χρῆσιν τῆς πίστεως; οὐχί· καὶ ἀπορῶ πῶς ἦλθεν εἰς τὴν ἰδέαν τινῶν νὰ κραυγάσουν τόσον, καὶ νὰ τὸ ἐξομοιώσωσι μὲ τὰ προνόμια τὰ περιορίζοντα ἐπιζημίως τὴν ἐνέργειαν τῆς κοινωνίας. Ἡ Τράπεζα, περὶ ἧς πρόκειται, πρὸς τὸν νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὑπάρχει καὶ ἐνεργεῖ ἡ ἄλλη τράπεζα, παραβαλλομένη, διαφέρει εἰς τὰς λέξεις μόνον, ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν ὅμως ἀμφότεραι τὰ ἴδια δικαιώματα ἔχουσι, νὰ δανείζουν καὶ νὰ δανείζωνται, καθὼς καὶ πᾶς ἕτερος δύναται νὰ δανεισθῇ καὶ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ χρέη του χρεωλυτικῶς ἢ ἄλλως, καθὼς καὶ lot καὶ prime· τὸ προνόμιον τῆς νέας τραπέζης εἶναι σχεδὸν τοῦ νὰ ὀνομάζῃ τὰ ὁμόλογά της μὲ ἰδιαίτερον ὄνομα, δὲν ἀποκλείει οὐδένα νὰ χρησιμοποιῇ τὴν πίστιν του ὅπως θέλει. Αὐτά, Κύριοι, εἶναι τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα θὰ κατακλύσουν τὴν κοινωνίαν; Διὰ τοῦ προνομίου λοιπόν, τὸ ὁποῖον δίδετε σήμερον, ἐπιτρέπεται νὰ δανείζῃ, νὰ λαμβάνῃ κτήματα ὡς ὑποθήκην, ἀφοῦ βεβαιώσῃ τὸ ἀναμφισβήτητον δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ αὐτῇ τῆς ὑποθήκης νὰ ἐκδίδῃ ὁμολογίας, προσθέτουσα καὶ τὴν εἰδικὴν ἐγγύησιν ἐπὶ συμφωνίᾳ νὰ ἐξοφληθῇ τὸ ὁμόλογον κατὰ τὸν δεῖνα τρόπον· τὸ ὁμόλογον αὐτὸ τὸ λαμβάνει ὁ δανειζόμενος εἰς χεῖράς του καὶ εὑρίσκει τὸν ἔχοντα κεφάλαια, τοῦ τὸ δίδει καὶ λαμβάνει χρήματα ἢ μὲ τὸν ἴδιον τόκον τοῦ ὁμολόγου ἢ μ’ ἄλλον, αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν μικρὰν ἢ μεγάλην προσφορὰν τῶν χρημάτων· ἡ τράπεζα χρεωστεῖ νὰ ἐξοφλήσῃ τὸν τόκον αὐτὸν τοῦ ὁμολόγου καθ’ ἑξαμηνίαν, ἀλλὰ πρέπει συγχρόνως νὰ ἐξοφλῆται καὶ μέρος τοῦ κεφαλαίου· διὰ τοῦτο τὰ ὁμόλογα διαιροῦνται εἰς σειράς, καὶ κατὰ σειρὰν θὰ κληροῦνται· δι’ ὅσα δὲ ἐξέλθουν ἀπὸ τὴν κληρωτίδα αὐτήν, πληρόνεται τὸ κεφάλαιον καὶ ἐξοφλοῦνται· θὰ πληρώσῃ λοιπὸν ἡ Τράπεζα δι’ αὐτὰ τὰ ὁμόλογα τῆς σειρᾶς τὸ κεφάλαιον καὶ τὰ συμπεφωνημένα τυχηρά, διὰ δὲ τὰς ἄλλας σειρὰς καθ’ ἑξαμηνίαν θὰ πληρώνῃ τὸν τόκον.
§95ΤΙΝΕΣ. Καὶ τὸ χρεώλυτρον.
§96ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ χρεώλυτρον ὄχι, διότι τὸ χρεώλυτρον, τὸ ὁποῖον λαμβάνει, θὰ χρησιμεύσῃ ὡς κεφάλαιον πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ κεφαλαίου τῶν ὁμολογιῶν τῆς σειρᾶς, ἡ ὁποία ἐξαντλεῖται. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον μία τράπεζα ἄλλη δὲν δύναται νὰ δανείζηται, ἀλλ’ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δανεισθῇ ἐπίσης καὶ νὰ ἐξοφλήσῃ μὲ τὸν κλῆρον χρεωλυτικῶς καὶ μὲ τυχηρά· ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δανεισθῇ δίδων ὡς ἐγγύησιν τὸ ἐνυπόθηκον κτῆμα τοῦ δανειζομένου καὶ τὴν ἰδικήν του, ἀρκεῖ ἀδιαφόρους τινὰς τροπολογίας νὰ κάμῃ μόνον. Ἰδοὺ ὁποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα θὰ καταστρέψουν τὴν κοινωνίαν, τὰ ὁποῖα καὶ πρέπει νὰ τὰ ἀποκρούσωμεν. Ὅπως ἔχουσι δὲ τὰ πράγματα, ἐὰν δὲν παραχωρήσωμεν κάτι τι εἰς μίαν Τράπεζαν πρὸς ἀντιστάθμισιν τοῦ ἑτέρου προνομίου, ἐγὼ ἀμφιβάλλω, ἂν θὰ ὑπάρξῃ δυνατὴ ἡ σύστασις ἄλλης τοιαύτης. Λοιπὸν, Κύριοι, κατ’ ἐμὲ αὐτὸ τὸ λεγόμενον προνόμιον, αὐτὸ τὸ ἰδιαίτερον εἶδος τοῦ δανείζειν καὶ δανείζεσθαι, δὲν εἶναι διόλου βλαπτικὸν καὶ δὲν ἀπειλεῖ κακὰ εἰς τὴν κοινωνίαν. Εἶμαι κατὰ τοῦ προνομίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀποκλειστικῶς εἰς μίαν Τράπεζαν ἀποδίδει δικαίωμα νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς πίστεώς της καὶ τὸ ἀρνεῖται εἰς τοὺς ἄλλους. Εἶχον καὶ ἐγώ, Κύριοι, ἐξ ἀρχῆς ἀμφιβολίας καὶ πρὸς τὴν ἄμεσον χρῆσιν τῶν κτηματογράφων, καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἐπολέμησα, καὶ χαίρω, διότι ὁ Κ. Βαλτατζῆς παρεδέχθη αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ἥτις εἶναι ἀποδεκτὴ εἰς ὅλην τὴν κοινωνίαν· ἀμφίβολον δὲ, ἂν τὸ δανείζειν καὶ δανείζεσθαι πολυετῶς δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι δὲν εἶναι τῶν ἕξεών της, καὶ δὲν ἤξευρα, ἂν θὰ πραγματοποιηθῇ. Ἰδοὺ διατὶ, ὅταν ἀπήτησαν νὰ ἐφαρμοσθοῦν ἀμέσως τὰ κτηματόγραφα, εἶπον ὄχι, δὲν συμφωνῶ, διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἰμπορεῖ νὰ πραγματοποιηθῇ τοῦτο εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀμέσως, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προκληθῶσι δάνεια διὰ χρημάτων. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ ἀμφιβολία αὕτη ἔχει σχέσιν καὶ ἐπιῤῥοὴν ὡς πρὸς τὸ δανείζεσθαι ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης, δηλ. ἀμφίβαλλον, ἂν θὰ εὕρῃ ἡ Τράπεζα εὐκόλως χρήματα ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος νὰ δανεισθῇ πολυετῶς, ὡς πρὸς τὸ δανείζειν ὅμως δὲν ὑπάρχει κίνδυνος, διότι δὲν εἶναι κἀνεὶς περιορισμὸς ὡς πρὸς τὸν χρόνον, ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πληρώνῃ τὸ χρέος του ὅταν θέλῃ· ὥστε ἡ δυσκολία αὐτὴ εἶναι φανταστικὴ, διότι ἡ προεξόφλησις εἶναι πάντοτε συγχωρητή· ἑπομένως ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ἐπαρουσίασαν, δὲν εἶναι ὁ ἀληθής. Ἀλλ’ ἐγὼ, Κύριοι, ἄνευ κρότου καὶ θορύβου πολλοῦ, διὰ νὰ θεραπεύσω μερικὰς δυσκολίας, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἐμὲ προέρχονται ἀπ’ αὐτὴν τὴν συγκέντρωσιν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῶν πιστωτικῶν καταστημάτων καὶ κεφαλαίων, καὶ ὡς πολίτης καὶ ὡς πληρεξούσιος, καὶ ἅμα ἔγεινα ὑπουργὸς, ἐφρόντισα νὰ προτείνω μερικὰς μεταβολὰς, αἱ ὁποῖαι θεραπεύουν τὸ κακὸν καὶ τοῦ προνομίου ἐπρότεινα, καὶ παρεδέχθησαν προθύμως ἀπὸ τὸν Κ. Βαλταζῆν, τὴν ἐνέργειάν της ἡ Τράπεζα νὰ μὴ τὴν περιορίσῃ ἐδῶ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας. Ἀλλὰ ζητοῦσι νὰ συστηθῶσιν ἀμέσως παντοῦ ὑποκαταστήματα, καὶ ἰδίως εἰς ἅπασαν τὴν Ἑπτάνησον· ὡς ἁπλῆ θεωρία δύναται τοῦτο εὐκόλως νὰ λέγηται, πιστεύω δὲ, ὅτι δὲν θέλετε ἁπλᾶς ὑποσχέσεις. Τὰ ὑποκαταστήματα εἰς τὰς ἐπαρχίας ἔχουσιν ἔξοδα, δὲν δύνανται λοιπὸν νὰ συστηθῶσι παρὰ βαθμηδὸν καὶ ὅπου δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐργασίαν. Δὲν ἤρκεσε τοῦτο μόνον· ἀφοῦ ἐπείσθην, ὅτι καὶ ἡ Τράπεζα δὲν προτείνει κἀμμίαν δυσκολίαν, ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Κ. Βαλταζῆν, καὶ παρεδέχθη οὗτος, νὰ συστήσῃ προεξοφλητικὰς Τραπέζας καὶ ὑποκαταστήματα εἰς ὅλα τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει ἀποκλειστικὸν προνόμιον ἡ Τράπεζα· διὰ τί; Νομίζω ἐγὼ, ὅτι ἡ ἀνάγκη τῶν μικρῶν ἰδιοκτητῶν, τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ οἰκονομήσωσι προσωρινῶς τὰς μικρὰς ἀνάγκας, θέλει δυνηθῆ νὰ θεραπευθῇ καλλίτερον καὶ ἀσφαλέστερον, ὅταν τὰ καταστήματα τῶν προεξοφλητικῶν Τραπεζῶν ἀναπτυχθῶσι καὶ πολλαπλασιασθῶσιν, ὅταν εἰς ὅλα τὰ μέρη διασκορπισθῶσι κεφάλαια καὶ ζητοῦσι πελάτας, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὅταν τὰ κεφάλαια προσφέρωνται ἄφθονα, θέλει τότε ἐξευρεθῆ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν καὶ οἱ μικροὶ πελάται νὰ θεραπεύσουν τὰς ἀνάγκας των, καὶ μ’ ἄλλας ἐγγυήσεις, ἐκτὸς τῶν κτηματικῶν, τῆς προσόδου π. χ. τῆς προσωπικότητος. Διὰ τοῦτο ἐθεώρησα ἀναγκαίαν τὴν σύστασιν αὐτῶν τῶν ὑποκαταστημάτων τῆς προεξοφλητικῆς Τραπέζης εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας, ἄλλως καὶ ὑπὸ τὴν ὑποχρέωσιν, διὰ τὴν ὠφέλειαν, τὴν ὁποίαν ἐκ τῆς ἐκδόσεως γραμματίων, ὁ Κ. Βαλταζῆς ἤθελεν ἔχει, νὰ ἐλαττώσῃ τὸν τόκον κατὰ 1%, διὰ τὰ δάνεια τὰ ἐπὶ ὑποθήκη κτημάτων· ὡς πρὸς τὰς προεξοφλήσεις δὲ ὁ ἀνώτερος ὅρος τοῦ τόκου ὡρίσθη εἰς 6%. Τοιουτοτρόπως ἐνόμισα, ὅτι εἰσάγω κοινότερα καὶ πολυπληθέστερα τὰ κεφάλαια εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ τί θέλει γείνει διὰ τὴν Ἑπτάνησον; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα τὸ μέγα. Οἱ Ἑπτανήσιοι ἀνεκήρυξαν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν Τραπεζῶν· δυνάμεθα τώρα νὰ καθιερώσωμεν ἓν προνόμιον εἰς τὴν Ἑπτάνησον περιορίζοντες τὴν ἐλευθερίαν; Πρὸ μικροῦ σᾶς εἶπον, διότι δὲν δύναται ἄλλως νὰ γείνῃ· ἐξηκολούθησα ὅ,τι ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ εἶχον ἀρχίσει, διότι αὐτὸ τὸ μέρος τὸ παρέλαβον περαιωμένον, καὶ προσέθεσα τὴν ῥήτραν νὰ κατατεθῶσι 10,000,000 κεφάλαιον, νὰ πραγματοποιηθῶσι δάνεια πρὸς τοὺς πολίτας διὰ κτηματογράφων, ἀφοῦ δανεισθῶσιν εἰς χρήματα 10 ἑκατομμύρια, καὶ νὰ συστηθοῦν ὑποκαταστήματα τῆς Τραπέζης τῆς κτηματικῆς πίστεως καὶ τῆς προεξοφλητικῆς μὲ ἐλάττωσιν τόκου. Μὴ νομίζετε, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀμφιβολία περὶ Ἑπτανήσου δὲν ἐγεννήθη εἰς ἡμᾶς· ἐγεννήθη, ἀλλ’ ἄλλως δὲν γίνεται Τράπεζα. Τώρα πρόκειται, Κύριοι, νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν τῷ ὄντι πρέπει νὰ μὴ γείνῃ Τράπεζα καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον χάριν αὐτῆς τῆς ἰδέας, νὰ μὴ κάμωμεν τὰς Τραπέζας, διότι ζητεῖται αὐτὸ τὸ προνόμιον εἰς Ἑπτάνησον. Ἐὰν, Κύριοι, τῷ ὄντι δι’ αὐτὸν καὶ μόνον τὸν λόγον πρέπει ν’ ἀποῤῥίψωμεν τὰς Τραπέζας, ἀποφασίσατε σεῖς. Τὸ κατ’ ἐμὲ, σᾶς λέγω, ὅτι τὰ δικαιώματα τῆς ὑπαρχούσης Τραπέζης ἐκεῖ μένουν ἀνέπαφα· χρεωστῶ νὰ τὸ προσθέσω, διότι δὲν διακρίνεται εἰς τὸ σχέδιον· καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας τοῦ βίου της, ἔχει αὕτη τὸ δικαίωμα νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπάρχουσα καὶ ἐνεργοῦσα. Τὴν συμφωνίαν αὐτὴν σήμερον ἔκαμα μὲ τὸν Κ. Βαλταζῆν κατὰ συνέπειαν αἰτήσεως τοῦ Διευθυντοῦ. Ἡ Τράπεζα ἡ Ἑπτανησιακὴ καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας θέλει ἐξακολουθεῖ ὑπάρχουσα, καὶ δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰ δικαιώματά της καὶ ν’ ἀνανεώσῃ τὸ καταστατικόν της.
§97ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ τὸ ἀνανεώσῃ.
§98ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἡ σύμβασις ἡ παροῦσα δὲν ἐμποδίζει τὴν ἀνανέωσιν.
§99ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τράπεζαι ἠμποροῦν νὰ γίνουν 1000 ἐκεῖ, δὲν ἠμποροῦν δὲ νὰ ἐκδώσουν γραμμάτια κατὰ τὴν ὑπὸ συζήτησιν σύμβασιν. Αὐτὸ εἶναι τὸ χορηγούμενον ἤδη προνόμιον εἰς τὴν νέαν Τράπεζαν. Ἐρωτῶ ἤδη· δὲν ἀρκοῦν ἄρα δύω προεξοφλητικαὶ Τράπεζαι εἰς τὴν Ἑπτάνησον καὶ μία τῆς Κτηματικῆς πίστεως μὲ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ γίνωσιν ὅσαι ἄλλαι θέλουν τῆς Κτηματικῆς πίστεως, καὶ αἱ ὑποθηκικαὶ νὰ δανείζωσι καὶ δανείζωνται, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει σήμερον ν’ ἀποῤῥίψωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτό; καὶ διὰ τί; Ἤκουσα, ὅτι δίδονται καὶ ὑποσχέσεις καὶ ἐλπίδες περὶ ἄλλων Τραπεζῶν· καὶ ἐγὼ, ὅταν εἰργαζόμην εἰς τὴν ἐπιτροπὴν εἶδον ἐπιστολὰς καὶ σπουδαίων ἀνθρώπων, κατὰ τὰς ὁποίας 100,000,000 λιρῶν ἐπρόκειτο νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ συστηθῶσι τράπεζαι καὶ ν’ ἀρχίσωσιν ἔργα. Κατὰ δυστυχίαν ἕως τώρα δὲν εἶδον τίποτε πραγματοποιούμενον· εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἔλθουν καὶ κεφάλαια καὶ τράπεζαι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐν καιρῷ· ὁ τρόπος τοῦ δανείζεσθαι καὶ δανείζειν, ὅπως ζητεῖ ὁ Βαλτατζῆς, δὲν ἐμποδίζει ἄλλας τραπέζας νὰ πράξωσι τὸ ἴδιον· ἡ τράπεζα ἡ σημερινὴ τὸ ἀποδεικνύει· καὶ τοῦτο ἂς χρησιμεύσῃ ὡς ἀπόδειξις εἰς τὸν Κ. Καλλιγᾶν, τὸν σύμβουλον καὶ μέτοχον τῆς τραπέζης, ἥτις ζητεῖ ἐπέκτασιν τῶν ἐργασιῶν της· δὲν εἶναι λοιπὸν, τὸ ἐπαναλαμβάνω, προνόμιον τῆς ἐργασίας πάσης ἄλλης τραπέζης. Λοιπὸν, Κύριοι, πρόκειται νὰ ἐξετάσητε καὶ ἀποφασίσητε, ἰδίως οἱ ἀδελφοὶ Ἑπτανήσιοι, εἶναι τῷ ὄντι τόσον κακὸν τὸ διδόμενον προνόμιον καὶ πρέπει νὰ τὸ ἀποκρούσωμεν καὶ εἰς τὴν τράπεζαν; δὲν εἶναι ἀρκεταὶ αὐταὶ αἱ τράπεζαι διὰ τὴν Ἑπτάνησον, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔλθωσι καὶ ἄλλαι, καὶ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ταύτῃ.....
§100ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἡ Ἰονικὴ λήγει μετὰ 16 ἔτη.
§101ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶπον, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἀνανεωθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ Ἰονικοῦ.
§102ΛΟΥΖΗΣ. Ὄχι μόνον ἡ Ἰονικὴ, ἀλλὰ καὶ ὅσαι ἄλλαι θελήσουν νὰ ἔλθουν.
§103ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρέπει λοιπὸν διὰ τοῦτο ν’ ἀποῤῥίψωμεν αὐτὴν τὴν νέαν τράπεζαν; Ἐγὼ λέγω μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι θὰ ζημιώσωμεν καὶ τὴν Ἑπτάνησον αὐτὴν, θέλομεν ἀφαιρέσει εὐθὺς ἀπ’ αὐτὴν τὸν συναγωνισμὸν, τὸν ὁποῖον μία ἄλλη τράπεζα ἔρχεται νὰ καθιερώσῃ ἀπέναντι τῆς ὑπαρχούσης εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἥτις ἦτο εἰς πλήρη σχέσιν μὲ τὴν Ἀγγλίαν, τὴν πηγὴν αὐτὴν τῶν κεφαλαίων καὶ τῆς πίστεως· εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ὅπου ἦτο γνωστὸν, ὅτι ἀσφάλεια ὑπῆρχε πλήρης καὶ τάξις, 5 ἔτη παρῆλθον καὶ δὲν ἔσπευσαν κεφάλαια νέα νὰ ἔλθουν. Ἐπὶ τῇ ἐλπίδι λοιπὸν, ὅτι ἠμποροῦν νὰ ἔλθουν εἰς τὸ ἑξῆς τοιαῦτα εἰς τὴν Ἑπτάνησον, πρέπει νὰ ἀποκρούσωμεν τὰ προσφερόμενα ἤδη; Αὐτὸ πρόκειται ν’ ἀποφασισθῇ Ἀλλὰ σᾶς λέγουν ν’ ἀναβάλωμεν, διὰ νὰ συλλέξωμεν πληροφορίας, καὶ σᾶς τὸ λέγει ὁ Κ. Καλλιγᾶς, ὅστις τρεῖς μῆνας ὑπουργὸς, δὲν ἐφρόντισεν οὐδεμίαν νὰ συλλέξῃ πληροφορίαν. Εἶναι ἀναγκαῖαι αὐταὶ αἱ πληροφορίαι, ἀλλὰ ἂν περιμένετε τώρα νὰ ἔλθητε νὰ μᾶς εἴπητε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, καὶ 3 μῆνας ὄντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ διαπραγματευόμενοι αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, δὲν ἐφροντίσατε νὰ συλλέξητε οὐδεμίαν τοιαύτην...
§104ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν εἶπον νὰ ἀναβάλωμεν διὰ πληροφορίας.
§105ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν, Κύριοι, ζητοῦν τὴν ἀναβολὴν διὰ νὰ μᾶς ἔλθουν ἄλλαι προτάσεις, φοβοῦμαι μὴ συμβῇ ὅ,τι ἄλλοτε συνέβη· ἂς σᾶς εἴπω ἓν ἀστεῖον· κατὰ τὸ παρελθὸν ἀφήσαμεν τὰ πυροβόλα ἄνευ διευθετῶν, διότι ἐπρόκειτο νὰ ἴδωμεν ποῖον, ὡς τὸ καλλίτερον σύστημα, θέλει γείνει παραδεκτὸν ἐν τῷ κόσμῳ καὶ δὲν ἐδέχθημεν οὐδὲν τῶν ὑπαρχόντων. Ἐὰν θέλητε νὰ πράξωμεν καὶ ἐδῶ τὸ ἴδιον καὶ νὰ περιμένωμεν νὰ μᾶς ἔλθουν νέαι προτάσεις, τότε ἀλλάζει. Ἀλλὰ τὶ πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὶ ἐξετάζομεν σήμερον; Ἀπολύτως τὶ συμφέρει νὰ πράξωμεν εἰς τὸν τόπον μας, καὶ ἂν συμφέρῃ νὰ πράξωμεν αὐτὸ, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ τὸ πράξωμεν, χωρὶς νὰ πλανώμεθα ἀπὸ κενὰς ὑποσχέσεις. Ἐὰν τὸ προτεινόμενον δὲν ᾖναι καλὸν, ἂς τὸ ἀποῤῥίψωμεν, διότι δὲν εἶναι καλὸν, διότι δὲν συμφέρει· οὐχὶ, ὅτι περιμένομεν καλλίτερον. Νομίζω, λοιπὸν, Κύριοι, ἐὰν ἡ Συνέλευσις τὸ ἀποφασίσῃ καὶ τὸ θεωρήσῃ ἀναγκαῖον, βεβαίως δὲν εἶμαι ἐγὼ, ὅστις θὰ ἐπιμένω νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ συζήτησις καὶ ἡ ἀπόφασις ἑνὸς τοσοῦτον σπουδαίου ἀντικειμένου· ἐὰν ἡ Συνέλευσις νομίσῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἔλθουν καλλίτεραι πληροφορίαι....
§106ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι πληροφορίαι, ἀλλὰ νὰ συναρμολογήσῃ τὸν Νόμον.
§107ΛΑΠΑΣ. Ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ φύγῃ ὁ Βαλτατζῆς.
§108ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοιαύτη ἀνάγκη δὲν ὑπάρχει Κ. Καλλιγᾶ. Ἀλλὰ προσθέτουσιν, ὅτι ἐντὸς τοῦ νόμου αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον ἐτροποποιήσαμεν, ὑπάρχουν διατάξεις, ἀπειλοῦσαι τὴν ἰδιοκτησίαν· αἱ διατάξεις αὐταὶ εἰσὶ προϊὸν τῆς ἀνάγκης καὶ τῆς καταστάσεώς μας. Ἕνεκα τούτου, ἅμα τελειώσῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, θὰ σᾶς παρακαλέσω ἐπιμόνως νὰ συζητήσητε ἓν ἄλλο ἐκκρεμὲς, τὸ ὁποῖον θέλει ἐξαλείψει μερικὰς δυσκολίας, τὸ περὶ φυτειῶν· ἐπειδὴ κατὰ δυστυχίαν, ὡς γνωρίζετε, καὶ αἱ ἰδιοκτησίαι ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι καθαρισμέναι, δηλ. δὲν ὑπάρχουν τίτλοι καὶ νόμιμοι ἀποδείξεις, εἰς τὰς ὁποίας ἓν κατάστημα, κατὰ τὸν Νόμον ἐνεργοῦν, δύναται νὰ στηριχθῇ καὶ δανείσῃ. Αἱ διατάξεις λοιπὸν αὗται ἐτέθησαν χάριν τῶν δανειζομένων, νὰ ἐξακολουθήσωμεν αὐτὸ τὸ καὶ διὰ τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν ὑπάρχον σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται ἡ ἰδιοκτησία καὶ ἀναπληροῦνται αἱ ἐλλείπουσαι ἀποδείξεις, διότι, καθὼς ἠξεύρετε, ἡ μεταγραφὴ δὲν ἀποδεικνύει τὴν ἰδιοκτησίαν, καὶ ἐπιμένω εἰς τοῦτο κατὰ τῆς γνώμης τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, ἀλλὰ τὰς κατόπιν μεταβολάς· ἡ ἰδιοκτησία δὲν ἀποκτᾶται τῆς μεταγραφῆς, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς παραγραφῆς. Λοιπὸν, ἐπειδὴ εἰς τὰς παλαιὰς ἰδιοκτησίας δὲν γίνεται μεταγραφὴ, οὔτε ὑπάρχει τίτλος, διὰ τοῦτο ἐτέθησαν αὐταὶ αἱ διατάξεις διὰ νὰ εὐκολύνωνται οἱ δανειζόμενοι· ἐν τούτοις ἡ Τράπεζα, δυστυχῶς δὲν ἠμπόρεσε νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτῶν τῶν διατάξεων· ἑπομένως, ἐὰν δὲν θέλῃ ἡ Συνέλευσις, ἐγὼ δὲν ἀνθίσταμαι.
§109ΤΙΝΕΣ. Νὰ τὸ ἀφαιρέσωμεν.
§110ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Αὐτὰ ἔγειναν ὑπὲρ τῶν δανειζομένων.
§111ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι! ἐὰν ἐπρόκειτο σήμερον νὰ μοῦ ζητήσητε νὰ καθιερώσητε τὸ σύστημα τῶν κτηματικῶν Τραπεζῶν, παρὰ πᾶν ἄλλο σύστημα ἤθελον σᾶς συμβουλεύσει αὐτὸ, διότι αὐτὸ καθιεροῖ τὴν ἀκρίβειαν, διότι πρέπει νὰ μάθῃ ὁ κόσμος νὰ μὴ ζῇ μὲ προθεσμίας καὶ ἀναβολὰς καὶ μὲ ἐπιείκειαν· ὅταν ὁ κόσμος εἰς τὰς συναλλαγάς του δὲν ᾖναι ἀκριβέστατος, μὴ ἐλπίζετε, ὅτι αὐταὶ αἱ ἰδέαι, αἱ σωτήριαι διὰ τὸ ἔθνος, ἠμποροῦν νὰ ἑδραιωθῶσιν εἰς τὸν πολιτικὸν βίον, καὶ εἰς τὰ ἤθη τῆς κοινωνίας. Κύριοι! ὁ τόπος ἔχει ἀνάγκην χρημάτων· ἴσως ὁ Κ. Καλλιγᾶς, καί τινες ἄλλοι δὲν τὸ πιστεύουν, διότι δὲν πάσχουσιν, οὔτε πλησιάζουσι τοὺς πάσχοντας· εἰς τὰς ἐπαρχίας ἡ τοκογλυφία κατέστρεψε τὸν τόπον.
§112ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§113ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι πληρόνουν τόκον καὶ μέχρι 40%· ἠμπορῶ νὰ ἐλπίσω νὰ βελτιωθῇ ὁ τόπος; πληρόνων τόκους τοιούτους; Ἔχει λοιπὸν ἀνάγκην χρημάτων ὁ τόπος. Θὰ τὸν σώσῃ; ἀλλ’ ἡ Τράπεζα τοῦ Βαλτατζῆ θὰ θεραπεύσῃ ὅλας του τὰς ἀνάγκας; βεβαίως ὄχι· πιστεύω, καὶ δὲν θέλω παύσει νὰ πιστεύω, ὅτι δὲν ἀναπληροῖ τὰς ἐλλείψεις, δὲν θεραπεύει τὰς ὑλικὰς καὶ τὰς ἠθικὰς ἀνάγκας μιᾶς κοινωνίας, παρὰ ἡ ἐλευθερία· ἡ ἐλευθερία ἤθελε γεννήσει πλήρη τὸν συναγωνισμὸν, καὶ ὁ συναγωνισμὸς ἤθελεν ἐπιφέρει τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν καὶ εἰς τὰς τελευταίας γωνίας τῆς κοινωνίας, διότι τοιουτοτρόπως μόνον τὰ συναγωνιζόμενα χρήματα δύνανται νὰ κερδίζωσι καὶ τὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν ἐπιζητοῦν· ἀλλὰ διὰ τῶν προνομιῶν τὸ κέρδος καὶ ἡ ἀποζημίωσις μένει εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἔχοντος αὐτὸ τὸ προνόμιον· λοιπὸν τὸ προνόμιον δὲν ἔχει ἀποστολὴν νὰ θεραπεύσῃ ὅλας τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας, διότι ἄνευ κόπου καὶ κινδύνων εὑρίσκει τὸ συμφέρον του ἐν τῇ ἀκινησίᾳ. Ἀλλὰ, Κύριοι, θὰ θεραπεύσῃ πλείστας ἀνάγκας, θ’ ἀπαλλάξῃ πολὺν κόσμον ἀπὸ τὴν τοκογλυφίαν καὶ ἄλλα κακά. 20,000,000 εἰς μετρητὰ ἀναδέχεται νὰ φέρῃ ἡ Τράπεζα Βαλτατζῆ καὶ 10,000,000 ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ ἐντὸς ὀλίγου διαστήματος. Αὐτὸ εἶναι μία μεγίστη βοήθεια, καὶ μεγάλως θέλει ὠφεληθῆ ὁ τόπος καὶ ἐπισπευσθῆ ἡ εἰσαγωγὴ ξένων κεφαλαίων εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἐὰν μεταβῆτε εἰς τὰς ἐπαρχίας, θέλετε ἰδεῖ ὀνόματι μόνον ἰδιοκτήτας, ἀλλὰ πράγματι δούλους τῶν τοκογλύφων· οὔτε τὸ ἐλάχιστον τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι ἐλεύθερον.
§114ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§115ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἐξετάσατε αὐτὰ τὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἱκανοποιηθῶσιν ἢ νὰ βλαφθῶσι κατὰ τὰς παρατηρήσεις τινῶν Κυρίων ἀπὸ τὴν σύστασιν αὐτὴν τῆς Τραπέζης, λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου καὶ εἰπέτε ἐν τῇ συνειδήσει σας, ἐὰν πρέπῃ αὐτὸς ὁ δυστυχὴς τόπος νὰ ἐξακολουθῇ πιεζόμενος ἀπὸ τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἤδη εὑρίσκεται. Διατί, Κύριοι, ν’ ἀναβάλλωμεν; διότι ἐλπίζομεν καλλιτέρας προτάσεις· αὐτὸ δὲν εἶναι σπουδαῖον. Κύριοι, πιστεύσατε, ὅτι δὲν εἰμπορεῖ ἄνευ ἑνὸς μικροῦ προνομίου ἢ μιᾶς μικρᾶς βοηθείας νὰ συστηθῇ νέα Τράπεζα, σᾶς τὸ λέγω μετὰ θετικότητος, ἀφ’ οὗ ἡ ἄλλη ἀπολαμβάνει προνόμιον, καὶ προνόμιον σπουδαῖον καὶ κολοσσιαῖον.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Κεχαγιᾶς εἶναι ὑπὲρ ἢ κατά;
§117ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά, αὔριον.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, σᾶς παρακαλῶ, εἶναι σπουδαῖον τὸ ἀντικείμενον (θόρυβος).
§119ΤΙΝΕΣ. Παρῆλθεν ἡ 3 ὥρα.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐργαζώμεθα μέχρι τῆς 3 ὥρας, σᾶς λέγω, ὅτι καὶ τὸν τόπον ἀσύντακτον θ’ ἀφήσωμεν (θόρυβος)· καθήσατε, παρακαλῶ, ἐγὼ δὲν διαλύω τὴν Συνέλευσιν.
§121ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον ἄλλοτε ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἀπησχόλησε τὴν Συνέλευσιν· σήμερον δύο ῥήτορες κατηνάλωσαν ὅλας τὰς ὥρας τῆς συζητήσεως. Ἐκ τῶν ἀγορεύσεων αὐτῶν πραγματικῶς οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη μένει ἀμφιβολία, ὥστε φρονῶ, ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Συνελεύσεως δύναται ὀρθῶς σκεφθεῖσα ἤδη ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἀρχῆς (θόρυβος).
§122ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι ν’ ἀναβληθῇ.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, Κύριοι, νὰ ἐρωτήσω, ἐὰν θέλῃ ἡ Συνέλευσις νὰ διαλύσω τὴν συνεδρίασιν, διότι αὐθαιρέτως δὲν εἰμπορῶ.
§124ΖΕΡΒΑΣ. Ἕως πότε θὰ καθήσωμεν;
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν θέλῃ ἡ Συνέλευσις θὰ καθήμεθα καὶ ἕως εἰς τὸ μεσονύκτιον, καὶ ἕως αὔριον τὸ πρωΐ (θόρυβος).
§126ΛΑΠΑΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις, ἐὰν ἐφωτίσθη, δὲν θὰ κάμωμεν κουβέντες. Ὁ τόπος ἔχει ἀνάγκην ἀπὸ παράδες (θόρυβος).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νὰ διαλυθῇ ἡ συνεδρίασις παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοὶ) (θόρυβος). Δὲν ἀπήγγειλα ἀποτέλεσμα, καθήσατε (θόρυβος). Ἐνταῦθα ἀναχωροῦσι πολλοὶ ἐκ τῶν Κ. Κ. πληρεξουσίων. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 3 καὶ 20.
Ὁ Πρόεδρος,
Ι. Λ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς, Σ. Λογιωτατίδης.