1864.08.19
1.795 στίχοι · 14.824 λέξεις · 120 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 301.
Τῆς 19 Αὐγούστου 1864.
(Τετάρτη.)
Ὥρα 9 Π. Μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Συνελεύσεως πλήρους γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ὄχι, Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λαμβάνω, Κύριοι, τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὑποβάλω τὸ ἑξῆς ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον μοὶ ἀπεστάλη.
ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ.
Πρὸς τὸν Κύριον Πρόεδρον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς γνωστοποιήσω, Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3,374 ἐγγράφου σας, ὅτι διὰ Β. Διατάγματος ἀπὸ 1 ὑπερμεσοῦντος μηνὸς, κοινοποιηθέντος ἤδη εἰς τὸν ἔπαρχον Κυθήρων, ὁ Σταυριανὸς Τσακούνης τοῦ Κοσμᾶ ἀπηλλάγη τῆς ἐπιβληθείσης αὐτῷ ποινῆς ὑπὸ τῆς ἐκλογικῆς ἐπιτροπῆς Κυθήρων.
Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν,
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.
Ὑποβάλλεται πρότασις παρὰ τοῦ Κυρίου Βαλσαμάκη. Ἡ μεταξὺ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν Κ. Α. Κουμουνδούρου καὶ τοῦ Κ. Ἐπαμινώνδα Ε. Βαλταζῆ κτλ. σύμβασις τροπολογεῖται ὡς ἐφεξῆς. Ἄρθρον 4. Ἐδάφιον βʹ. Μετὰ τὰς λέξεις «καὶ ἐκδίδονται ὀνομαστικαὶ ἢ ἀνώνυμοι» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «μέχρι τῆς ἀξίας 300 δραχμῶν.» Ἄρθρον 6. Ἀντὶ τοῦ «πληρόνονται δὲ καθ’ ἑξαμηνίαν» νὰ παραδεχθῇ «πληρόνονται δὲ ἐτησίως» καὶ εἰς τὰς λέξεις «μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς πρώτης ἑξαμηνίας διάστημα» νὰ ἀντικατασταθῶσιν αἱ λέξεις «μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς πρώτης δόσεως διάστημα». Ἄρθρον 7. Ὁ τόκος 8% νὰ καταβιβασθῇ εἰς τὸ 7%. Ἄρθρον 12. Ἀντὶ τῶν λέξεων «κατὰ τὸ διάστημα πεντήκοντα ἐτῶν» νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις «ἐφ’ ὅσον διάστημα διαρκεῖ τὸ προνόμιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης». Ἄρθρον 24. Ἐδάφιον 11. Μετὰ τὸν βʹ. παράγραφον τοῦ ἐδαφίου 11 νὰ προστεθῇ καὶ γʹ. παράγραφος ἔχων οὕτω. Ἡ Τράπεζα δὲν δικαιοῦται νὰ ἐκποιήσῃ τὰ ὑποθηκευμένα κτήματα τοῦ μὴ πληρώσαντος ἐμπροθέσμως ὀφειλέτου, ὅτε ἡ πρόσοδος αὐτῶν ἐξαρκεῖ πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἐτησίου τόκου καὶ χρεωλύτρου καὶ τῶν ἀπαιτουμένων ἐξόδων κατὰ τὰ ἐδάφια 6 καὶ 7 τοῦ 24 ἄρθρου. Ἡ πρότασις θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. — Ὑποβάλλεται ἑτέρα πρότασις τοῦ πληρεξουσίου Κ. Καλοῦ ἀφορῶσα τὸ Σύνταγμα. «Πρόσθετον ἐδάφιον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 14. Νόμος ἰδιαίτερος θέλει κανονίσει τὰ περὶ χρηματικῆς προκαταβολῆς ἐκ μέρους τῶν ἐκδοτῶν πρὸς ἀποζημίωσιν ἕνεκα προσβολῶν κατὰ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου.» Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Ὑποβάλλεται ἑτέρα πρότασις ὑπὸ τοῦ πληρεξουσίου Κυρίου Παππαδιαμαντοπούλου. «Τροποποίησις τοῦ ἄρθρ. 14 ἀπὸ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου. Ἀπαγορεύεται ἡ λογοκρισία καὶ πᾶν ἄλλο προληπτικὸν μέτρον πλὴν τῆς ἐγγυήσεως, ἥτις δύναται νόμῳ νὰ προαπαιτῆται παρὰ τοῦ ἐκδότου μόνον διὰ τὰς κατὰ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου προσβολάς. Κατάσχεσις δὲ ἐφημερίδων καὶ ἄλλων ἐντύπων διατριβῶν δύναται νὰ ἐνεργηθῇ μόνον, ὅταν τοῦ Βασιλέως καθάπτωνται· ὑπάλληλοι κατασχόντες ἐφημερίδας ἢ ἄλλας ἐντύπους διατριβὰς, οὐδὲν κατὰ τοῦ Βασιλέως, τῆς θρησκείας καὶ τῆς ἠθικῆς περιεχούσας, τιμωροῦνται προσκαίρῳ παύσει καὶ ἀποβολῇ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας· νόμος ἐκδοθησόμενος κατὰ τὴν πρώτην βουλευτικὴν σύνοδον θέλει ὁρίσει περὶ τῶν ποινῶν τούτων.» Ἡ πρότασις θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ καὶ θέλει ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν σχετικῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Ὑποβάλλεται πρότασις καὶ παρὰ τοῦ πληρεξουσίου Κ. Χ. Τυπάλδου, ἥτις ἀφορᾷ σύστασιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. «Ὁ πληρεξούσιος Χαράλ. Τυπάλδος καθυποβάλλει εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προτρέψῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατάξῃ παραχρῆμα τὰς ἀρχάς, ὅπως ἀνὰ πᾶν τὸ κράτος οἱ ἐκ τῆς ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδος πολῖται καὶ οἱ ἐξ Ἑπτανήσου ἀπολαύωσι τὰ ἀστικὰ καὶ πολιτικὰ δικαιώματα ἀμοιβαίως, καὶ ὦσι δεκτοὶ ὡς μάρτυρες μὲν ἐν τοῖς συμβολαίοις, ὡς δικηγόροι δὲ παρὰ τοῖς δικαστηρίοις, ὡς ἰατροὶ δὲ καθ’ ἕκαστον δῆμον.»
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§5ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ σταλῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη.
§7ΛΟΥΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσω μετὰ τοῦ Κυρίου Ὑπουργοῦ ἰδιαιτέρως, καὶ ἐπείσθην ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἑνὸς ψηφίσματος ἀπέναντι τῶν ἐν τῇ Ἑλλάδι ἰσχυόντων νόμων καὶ μάλιστα πρὸς ἐξάσκησιν τῶν ἐπιστημῶν, ὡς εἶναι ἡ νομικὴ καὶ ἡ ἰατρικὴ, καὶ εἶχον συμφωνήσει μετὰ τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ νὰ φερθῇ τὸ ψήφισμα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ μεταβίβασις τῆς συστάσεως ταύτης ἀρκεῖ, νομίζω. Ὁ πληρεξούσιος Κ. Πλαστήρας ἐζήτησεν ὀκταήμερον ἀπουσίας ἄδειαν.
§9ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Νὰ τοῦ δοθῇ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 6 ἄρθρου.
§11ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ὑποστηρίζω, Κύριοι, τὴν τροπολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου Κυρίου Διομήδους Κυριακοῦ ἐπὶ τοῦ 6 ἄρθρου, ἥτις συνίσταται εἰς τὴν ἀπάλειψιν τοῦ πρώτου καὶ εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ δευτέρου μέρους τοῦ ἄρθρου. Ἀποκρούω δὲ καὶ τὴν τροπολογίαν τοῦ ἐντίμου Κυρίου Κυπαρίσση, ὡς καὶ ὅλας τὰς λοιπὰς τροπολογίας. Ἡ τροπολογία τοῦ Κυρίου Διομήδους Κυριακοῦ ἀρκεῖται εἰς τὸ νὰ θέσῃ ὡς μόνον κείμενον τοῦ 6 ἄρθρου τὴν ἑξῆς ἔκφρασιν· «οὐδόλως ἡ προφυλάκισις ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων δύναται νὰ παραταθῇ πέραν τῶν 3 μηνῶν ἄνευ δικαστικοῦ βουλεύματος, ὑποκειμένου εἰς ἀνακοπήν.» Διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης ἀπαλείφεται τὸ πρῶτον τοῦ ἄρθρου μέρος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ἡ δι’ ἐγγυήσεως ἀποφυλάκισις ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Διομήδους Κυριακοῦ παρέχει εἰς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, εἶναι πολὺ ἀποτελεσματικωτέρα παρὰ τὴν πρόβλεψιν, τὴν ὁποίαν ἤθελε νὰ λάβῃ ἡ ἐπιτροπὴ, συντάξασα καὶ ὑποβαλοῦσα ὁλόκληρον τὸ 6 ἄρθρον, ὅπως ἔχει ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ σχεδίου. Καὶ πραγματικῶς, Κύριοι, ὡς καὶ ὁ Κύριος Κυπαρίσσης σᾶς παρετήρησε, δὲν δύνασθε ἀδιακρίτως νὰ καθιερώσητε τὴν ἐγγύησιν ὡς λόγον ἱκανὸν ἀποφυλακίσεως ἐφ’ ὅλων τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων, διότι καὶ αὐτὴ ἡ Ἀγγλικὴ νομοθεσία ἐθεώρησεν, ὅτι ἐπὶ τῶν ἐγκλημάτων τοῦ φόνου καὶ τῆς ἐσχάτης προδοσίας ἡ ἐγγύησις δὲν πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ ὡς βάσις διὰ τὴν ἀποφυλάκισιν. Εἶναι δὲ βέβαιον ἐξ ἑτέρου, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη τοῦ ν’ ἀσφαλισθῇ προσηκόντως ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία ἐναντίον τῶν ἐνδεχομένων καταχρήσεων καὶ παραγνωρίσεων. Ὅταν, Κύριοι, κἀμμία προφυλάκισις ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων δὲν δύναται νὰ παραταθῇ ὑπὲρ τοὺς 3 μῆνας, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ βούλευμα τοῦ δικαστηρίου, ἀναγνωρίζον τὴν ἀνάγκην τῆς τοιαύτης παρατάσεως καὶ κηρῦττον τὴν ἀνάγκην αὐτὴν δι’ αἰτιολογίας ῥητῶς καὶ σαφῶς ἐκπεφρασμένης, φρονῶ, ὅτι πλήρης ἀσφάλεια χορηγεῖται εἰς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν διὰ τῆς διαρκοῦς ἐπιβλέψεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῆς τύχης τοῦ κατηγορουμένου. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἂν θέσωμεν ὡς ὅρον διὰ τὴν παῦσιν τῆς προφυλακίσεως τὴν χρηματικὴν ἐγγύησιν, περιερχόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ κάμωμεν ὅ,τι κάμνει τὸ 6 ἄρθρον, τοῦ ν’ ἀφήσωμεν δηλαδὴ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ποσοῦ τῆς ἐγγυήσεως εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῶν δικαστηρίων. Δύναται, Κύριοι, νὰ τεθῇ ποσὸν τόσον σημαντικὸν, ὥστε αἱ δυνάμεις τοῦ κατηγορουμένου καὶ τῶν φίλων αὐτοῦ νὰ μὴ ἀρκέσωσιν εἰς τὴν πληρωμὴν, καὶ ἑπομένως ἡ ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν ἐννοεῖτε νὰ καθιερώσητε, μένει καθαρῶς ἰδανικὴ, δὲν εἶναι μία ἐγγύησις σπουδαία, διότι δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἀποτελεσματική. Ἀποτελεσματικὴ εἶναι ἡ ἐγγύησις ἐκείνη μόνον, ἥτις ὑποβάλλει εἰς τὴν διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως κρίσιν τὴν παράτασιν καὶ τῆς ἀνακρίσεως καὶ τῆς προφυλακίσεως, ἐξασφαλίζουσα τὸν κατηγορούμενον κατὰ τῆς ἐνδεχομένης αὐθαιρεσίας τοῦ εἰσαγγελέως καὶ τοῦ ἀνακριτοῦ. Σημειώσατε, Κύριοι, ὅτι ὅλη ἡ δύναμις τῆς ἐγγυήσεως συνίσταται εἰς τὸ νὰ μὴ ἀφήσητε τὸν ἀνακριτὴν ν’ ἀποφασίζῃ αὐτογνωμόνως, εἴτε μετὰ τοῦ εἰσαγγελέως συνεννοούμενος, περὶ τῆς τύχης τοῦ κατηγορουμένου, ἀλλὰ νὰ στήσητε φραγμοὺς κατὰ τῆς αὐθαιρεσίας καὶ φύλακα τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας περὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἀνακριτοῦ, περὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ εἰσαγγελέως, ὁλόκληρον τὸ δικαστικὸν συμβούλιον. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τοῦτο τὸ ἐπιτυγχάνομεν πληρέστατα διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Κ. Διομήδης Κυριακοῦ ὑπέβαλεν· «Οὐδόλως ἡ προφυλάκισις ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων δύναται νὰ παραταθῇ πέραν τῶν τριῶν μηνῶν ἄνευ δικαστικοῦ βουλεύματος, ὑποκειμένου εἰς ἀνακοπήν». Ὅταν, Κύριοι, ἐπιστῇ ὁ χρόνος τῶν τριῶν μηνῶν, πρὸ τῆς παρελεύσεως αὐτοῦ ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ τὸ δικαστικὸν συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν, ἵνα κηρύξῃ καὶ δικαιολογήσῃ τὴν παράτασιν τῆς ἀνακρίσεως καὶ τὴν εἰς τὰς φυλακὰς κράτησιν τοῦ κατηγορουμένου. Ἂν ἡ ἀπόφασις ἤθελε φανῆ εἰς τὸν κατηγορούμενον ὡς ἐσφαλμένη, ὡς παραγνωρίζουσα τὸν νόμον, ἡ ἀπόφασις αὕτη ὑπόκειται εἰς ἀνακοπήν· ἂν καὶ τὸ συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν ἤθελε θεωρήσει, ὅτι τὸ συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν ὀρθῶς ἀπεφάσισεν, μένει εἰς τὸν κατηγορούμενον καὶ ἑτέρα ἀκόμη ἐγγύησις κατὰ τῆς προφυλακίσεως· ἐν περιπτώσει παραβιάσεως τῶν Νόμων, δύναται νὰ προσφύγῃ καὶ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ὅστις θέλει κρίνει περὶ τῆς ψευδοῦς ἑρμηνείας καὶ περὶ τῆς κακῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Νόμου καὶ περὶ πάσης παραβιάσεως τῶν νομικῶν ἐγγυήσεων τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Καὶ ὅταν ὁλόκληρος ἡ δικαιοσύνη εἰς τοὺς διαφόρους αὐτῆς βαθμοὺς καλῆται νὰ ἐπιβλέπῃ καὶ νὰ ἀγρυπνῇ εἰς τὴν τύχην τοῦ κατηγουρουμένου, νομίζω, Κύριοι, ὅτι τοῦτο εἶναι πᾶν ὅ,τι δύναταί τις εὐλόγως νὰ ἀπαιτήσῃ. Ἂν ὅμως θέσωμεν τὴν δι’ ἐγγυήσεως παῦσιν τῆς προφυλακίσεως, ὄχι μόνον θέλομεν ὑπερακοντίσει ὑπὲρ τὰ ὅρια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαῖον νὰ θέσωμεν εἰς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, ἀλλὰ θέλομεν εἶσθαι καὶ μοναδικοὶ εἰς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν. Ἡ φιλελευθερωτέρα νομοθεσία ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ἡ Ἀγγλικὴ Νομοθεσία, δὲν παραδέχεται ἀπολύτως ὡς μέσον ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὴν προφυλάκισιν τὴν χρηματικὴν ἐγγύησιν. Ἡ ἐγγύησις αὕτη δύναται μὲν νὰ ᾖναι ὠφέλιμος εἰς τὸν πλούσιον, οὐχὶ ὅμως καὶ εἰς τὸν πένητα, ὅστις περιέπεσεν εἰς τὰς χεῖρας τῆς δικαιοσύνης, διότι ἠθέλησε νὰ ἐκφράσῃ ὅπως δήποτε τὸ φρόνημά του. Εἰς αὐτὸν εἶναι ἐπιζήμιος ἡ ἐγγύησις, διότι δὲν ἔχει τὰ μέσα· ἀλλά, Κύριοι, τὸ μόνον συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κατηγορούμενος, τοὐλάχιστον τὸ ἰσχυρώτερον, εἶναι τοῦ νὰ ἀπαλλαχθῇ τῆς φυλακίσεως, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐγκολπωθῇ τοὺς οἰκείους τους, διὰ νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὴν ἐπιμέλειαν τῶν συμφερόντων του. Δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον θέλετε νὰ ὑποβάλητε τὴν δικαιοσύνην εἰς τὸ κράτος τῶν διατυπώσεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἄρθρου διαγράφει. Φρονῶ, ὅτι μόνον ἡ δευτέρα ἐγγύησις δύναται νὰ ἦναι σπουδαία, καὶ διὰ τοῦτο αὐτὴ μόνη πρέπει νὰ καθιερωθῇ, καὶ καθιεροῦται διὰ τῆς παραδοχῆς τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ Κυρ. Διομήδης. Ἀποκρούω δὲ τὴν πρότασιν τοῦ Κυρ. Κυπαρίσση, καὶ δὲν ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὰς λεπτομερείας αὐτῆς· περιορίζομαι εἰς τὴν ἀπόκρουσιν τῶν ἀποζημιώσεων, τὰς ὁποίας ὁ Κύριος Κυπαρίσσης ζητεῖ νὰ ἐπιδικάζῃ ἡ δικαιοσύνη ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου εἰς τὸν κατηγορούμενον, ὁσάκις τοῦ κατηγορουμένου ἡ προφυλάκισις διήρκησε ὑπὲρ τοὺς 3 μῆνας καὶ ὁσάκις ὁ κατηγορούμενος ἀπολυθῇ διὰ δικαστικοῦ βουλεύματος. Τοῦτο, Κύριοι, τὸ ἀποκρούω ὅλαις δυνάμεσι, διότι στηρίζεται εἰς τὴν παραγνώρισιν τῶν ὁρίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα χωρίζουν τὰς διαφόρους ἐξουσίας ἀπ’ ἀλλήλων, καὶ τὰ ὁποῖα διαγράφουσι τὸν κύκλον τῶν καθηκόντων ἑκάστης αὐτῶν. Ὁ Κύρ. Διομήδης ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ 5 ἄρθρου, σᾶς διέγραψεν ὡς τὸ ἰδανικὸν σημεῖον τελειοτάτης πολιτείας, τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον, ὅταν ποτὲ ἡ ἀνθρωπότης ἤθελε φθάσει, θὰ ἠδύνατο ἐκ τοῦ Δημοσίου ταμείου νὰ ἀποζημιώνῃ πάντα ἀδίκως προφυλακισθέντα. Ἀλλὰ τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, δὲν ἠξεύρω, οὔτε δύναμαι νὰ προΐδω, εἰς ποῖον σημεῖον τελειότητος θέλει φθάσει ἡ ἀνθρωπότης. Δύναμαι ὅμως νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι, ἐφ’ ὅσον θεωρεῖται ὡς βάσις ἀναγκαία πάσης εὐνομουμένης πολιτείας ὁ χωρισμὸς τῶν ἐξουσιῶν, ἡ διάκρισις πρὸ πάντων καὶ ἡ ἀνεξαρτησία τῆς δικαστικῆς ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐφ’ ἅπαντα τὸν μακρὸν τοῦτον χρόνον, ἡ πολιτεία δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ ἀσπασθῇ οὔτε τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἐθεώρησεν ὡς τὸ ἀκρότατον τῆς τελειότητος σημεῖον ὁ ἀξιότιμος συναδελφός μου Κύρ. Διομήδης Κυριακοῦ εἰς τὴν ἀγόρευσίν του ἐπὶ τοῦ 5 ἄρθρ. οὔτε τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν εἶδον νὰ ὑποστηρίζῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μας Κύρ. Κυπαρίσης διὰ τῆς τροπολογίας αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ 6 ἄρθρου. Τὴν εὐθύνην τοῦ δημοσίου διὰ τὰς πράξεις τῶν λειτουργῶν αὐτοῦ τὴν καθιέρωσαν ὅλαι αἱ νομοθεσίαι τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν, ἀλλ’ ἐνῷ τὴν καθιέρωσαν, τὴν περιορίζουσι συγχρόνως καὶ εἰς εἰδικὰς περιπτώσεις. Παραδέχονται δηλαδὴ ὡς περιπτώσεις ἀποζημιώσεως τὰς περιστάσεις ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἐπροξένησε ζημίαν τινὰ εἰς τὸν πολίτην, προῆλθεν ἀπὸ ὄργανον τῆς ὑπευθύνου διοικητικῆς ἐξουσίας· καὶ διὰ τὶ, Κύριοι; διότι τὰ ὄργανα ταῦτα δὲν τηροῦνται ἀνεξάρτητα ἐν τῇ ἐνεργείᾳ αὐτῶν. Τὰ ὄργανα ταῦτα, εἴτε ἐπιμεληταὶ τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας εἶναι, εἴτε ἄρχοντες, εἴτε πράκτορες αὐτῆς, θεωροῦνται ὡς ἐξαρτώμενα ἀπὸ τὴν θέλησιν καὶ τὴν διεύθυνσιν τοῦ προϊσταμένου αὐτῶν, καὶ ὁ προϊστάμενος αὐτῶν εἶναι λειτουργὸς τῆς πολιτείας, ἀλλὰ λειτουργὸς εἰς θέσιν ὑπεύθυνον. Ἄλλως ὅμως ἔχουσι τὰ πράγματα ἐπὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἂν καὶ ἀποτελῇ ἀπόσπασμα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, διὰ τὸ κοινὸν τῆς πολιτείας συμφέρον, διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, ἀνεδείχθη ἀνεξάρτητος ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὅπως καὶ ἡ νομοθετική. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δὲν εὐθύνεται ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς. Ἑπομένως, Κύριοι, διὰ τὰς πράξεις τῶν λειτουργῶν τῆς δικαιοσύνης ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν δύναται νὰ κηρυχθῇ ὑπεύθυνος. Ἂν οἱ λειτουργοὶ τῆς δικαιοσύνης σφάλωσιν, ἂν ἐκ τοῦ σφάλματος αὐτῶν πηγάσῃ ζημία εἰς τὸν πολίτην, ὑπάρχει, δίδεται ἡ ἀγωγὴ τοῦ κακοδικείου, ἡ ἀγωγὴ τῆς προσωπικῆς εὐθύνης, διὰ τῆς ὁποίας δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν ἀποζημίωσιν παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἐπέφερον τὴν βλάβην, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν δύναται νὰ μετουσιωθῇ εἰς εὐθύνην τῆς πολιτείας ὡς ἐκ τῶν πράξεων τῶν ὀργάνων τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Εἰς κἀνένα κώδηκα δὲν ὑπάρχει εἰσέτι ἐγγεγραμμένον, καὶ δὲν ἠξεύρω ποία πολιτεία θέλει φθάσει πρώτη εἰς τὸ σημεῖον τῆς τελειότητος, τὸ ὁποῖον ἐπεθύμησεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Δ. Κυριακοῦ, διὰ νὰ ἐγγράψῃ εἰς τοὺς νόμους αὐτῆς, τὸ δικαίωμα τοῦ ἰδιώτου καὶ τὴν εὐθύνην τῆς πολιτείας πρὸς ἀποζημίωσιν διὰ τὰς πράξεις τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Ἀλλ’ ἄν ποτε φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, πρέπει προηγουμένως νὰ ἀνατρέψωμεν ὁλοσχερῶς τὰ ὅρια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁρίζουσι τὰς διαφόρους ἐξουσίας καὶ χωρίζουσιν αὐτὰς ἀπ’ ἀλλήλων. Πρέπει νὰ φθάσωμεν πρῶτον εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον πρεσβεύουσιν οἱ κοινωνισταὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, καὶ τὸ ὁποῖον ὑπεστήριζεν ἄλλοτε καὶ ὁ εὐφυέστατος δημοσιογράφος τῆς Γαλλίας Emile de Girardin, σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ὅλαι αἱ ἐξουσίαι δὲν ἀποῤῥέουσι μόνον ἐκ τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐνασκοῦνται ἀμέσως ὑπ’ αὐτοῦ. Μόνον ἐπὶ τοιούτου συστήματος τῆς συγχύσεως τῶν ἐξουσιῶν ἠμπορεῖ νὰ στηριχθῇ τὸ δόγμα τῆς εὐθύνης τῆς πολιτείας διὰ τὰς πράξεις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἐφ’ ὅσον ὅμως τὰ ὅρια τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν μένουσι κεχωρισμένα ἀπ’ ἀλλήλων, δὲν δυνάμεθα, χωρὶς νὰ παραγνωρίσωμεν τὰ καθήκοντα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, δὲν δυνάμεθα, λέγω, νὰ καθιερώσωμεν αὐτὴν τὴν ἀρχήν. Αἱ χρηματικαὶ ἀποζημιώσεις ἄλλως τε δὲν περιέχουσιν ἀληθινὴν ἐγγύησιν· Ἐνδέχεται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὑπὸ πολιτικῶν σκοπῶν ὁρμωμένη, νὰ μὴ ἐνδιαφέρηται τόσον ὑπὲρ τῆς ἀποζημιώσεως, ἥτις θέλει ἐπιβαρύνει μόνον τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Θέλουσι παρουσιασθῆ πολλαὶ περιστάσεις, καὶ ἴσως ἐπαρουσιάσθησαν ἐν τῷ πολιτικῷ τῆς Ἑλλάδος βίῳ, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ πολιτικὴ ἐξουσία, ἡ ἐκτελεστικὴ δύναμις νὰ ἐνδιαφέρηται, ὥστε ὁ κατηγορούμενος νὰ τεθῇ εἰς τὰς φυλακάς, νὰ διανύσῃ ἐκεῖ ἓν διάστημα 3 μηνῶν, νὰ στερηθῇ ἡ πολιτεία τῶν φώτων, τῆς ἐπιῤῥοῆς, τῶν μέσων τῆς ἐνεργείας, τῆς ἐπιδράσεως τοῦ ἰσχυροῦ χαρακτῆρός του ἐπὶ 3 μῆνας, καὶ μετὰ ταῦτα ἂς ἔλθῃ νὰ ζητῇ τὴν ἀποζημίωσιν. Ἡ στέρησις τοιούτου προσώπου θέλει εἶσθαι ἀκαταλόγιστος ζημία διὰ τὴν κοινωνίαν, ζημία, ἡ ὁποία δὲν δύναται ν’ ἀναπληρωθῇ διὰ χρηματικῆς ἀποζημιώσεως. Ἄλλως τε ἐξ ἀνάγκης θέλομεν περιέλθει εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Κ. Καλλιγᾶς σᾶς ὑπέδειξε. Θέλομεν δώσει δικαίωμα, οὐχὶ ἄμεσον, ἔμμεσον ὅμως, καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς ὑπουργοὺς τῆς ἐξουσίας, ἐκτὸς τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ν’ ἀναμιγνύωνται εἰς τοὺς διορισμοὺς τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, διότι βεβαίως ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις θέλει φροντίσει ἐν κεφαλαίῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ περὶ τῶν τοιούτων ἀποζημιώσεων, θέλει ἔχει καὶ ψῆφον ἔμμεσον ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν τῶν λειτουργῶν τῆς Δικαιοσύνης. Θέλομεν λοιπὸν, Κύριοι, φθάσει εἰς τὸ ἀντίθετον σημεῖον, εἰς τὸ ἐναντίον ἀποτέλεσμα ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὅλοι ἐπιδιώκομεν. Ἐπιδιώκομεν τὸ ἀνεξάρτητον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἀπὸ τὴν θέλησιν τῶν ὑπουργῶν, καὶ ἐν τοσούτῳ ζητοῦμεν ν’ ἀναιρέσωμεν τὴν πρὸς τὸν πολίτην προσωπικὴν εὐθύνην τοῦ δικαστοῦ, καὶ λησμονοῦμεν, ὅτι τοιουτοτρόπως θέλομεν καταστήσει τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ὑπεύθυνον, καὶ δούλην εἰς τοὺς λειτουργοὺς τῆς διοικήσεως. Ἂς μὴ νομίζῃ ὁ Κ. Κυπαρίσσης, ὅτι θεραπεύεται τὸ πρᾶγμα διὰ τῆς ἀναγωγῆς, τὴν ὁποίαν παρέχει εἰς τὴν πολιτείαν ἐναντίον τοῦ πλημμελήσαντος δικαστοῦ. Ὄχι μόνον ἡ κατὰ ἰδιωτῶν καὶ κατὰ ὑπαλλήλων ἀναγωγὴ τοῦ Δημοσίου ἀπεδείχθη πολλάκις ἀνέφικτος, ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἡ τοιαύτη ἀναγωγὴ θέλει εἶσθαι καὶ καθαρῶς ἰδανική. Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι ὁ δικαστὴς παρηνόμησεν εἰς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, ἐπηρεασθεὶς ὑπὸ τῆς ἐξουσίας· νομίζετε τόσον ἀνόητον αὐτὸν ἢ τὴν ἐξουσίαν, ὥστε ὁ μὲν νὰ μὴ ζητήσῃ, ἡ δὲ νὰ μὴ δώσῃ τὸν ἀῤῥαβῶνα τῆς ἀζημίου ὑποταγῆς; Ὁ δικαστὴς ἐξασφαλιζόμενος, εἴτε ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἴτε τὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν τολμήσῃ τόλμημα τοιοῦτον, θὰ γινώσκῃ, ὅτι θέλει εἶσθαι ἀνεύθυνος διὰ τῆς συγγνώμης καὶ τῆς ἀφέσεως, τὴν ὁποίαν ἐκ τῶν προτέρων ἐγγυᾶται αὐτῷ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Τὸ ζήτημα τοῦτο, Κύριοι, τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἀδίκως προφυλακιζομένων, ἐπαρουσιάσθη ἐν τῇ Γαλλίᾳ προσφάτως, δηλαδὴ πρὸ ἑνὸς μόλις ἔτους, συνεπείᾳ τῆς ἀναφορᾶς ἑνὸς σπουδαίου προσώπου πρὸς τὴν Γερουσίαν, καὶ συνεζητήθη ὑπὸ ἔποψιν, ὄχι πολιτικὴν, διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ πολιτικοῦ ἐγκλήματος, ἀλλὰ καθαρῶς ἐπιστημονικὴν, ἀπὸ τὰ πλέον εὐπαίδευτα μέλη, τὰ ὁποῖα κοσμοῦσι τὴν Γαλλικὴν Γερουσίαν, καὶ εἶπον ὅλοι, ὅτι μακρὰν τοῦ νὰ παρέχῃ ἐγγυήσεις ἡ χρηματικὴ ἀποζημίωσις εἰς τὸν ἀδίκως προφυλακιζόμενον, τείνει εἰς τὸ ν’ ἀνατρέψῃ τὰ ὅρια τῶν ἐξουσιῶν καὶ νὰ μηδενίσῃ τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ ὁ κατηγορούμενος ἐπὶ τῆς προσωπικῆς εὐθύνης τοῦ δικαστοῦ. Διὰ ταῦτα, Κύριοι, γνωμοδοτῶ ὑπὲρ τῆς τροπολογίας τοῦ Κ. Διομήδους Κυριακοῦ ἐπὶ τοῦ 6 ἄρθρου καὶ ἀποκρούω τὰς λοιπάς.
§12ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Ὑποθέσατε, Κ. Κόκκινε, ὅτι παραβιάζεται τὸ ἄρθρον αὐτὸ, καὶ ἀντὶ 3 μηνῶν μένει 6· ποίαν κύρωσιν δίδετε;
§13ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Θέλετε ἔχει ἀγωγὴν κακοδικείου, ἐναντίον τῶν μελῶν τοῦ συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν, ἢ κατὰ τῶν μελῶν τοῦ συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Αἱ ἐγγυήσεις δὲν εἶναι ἀπόλυτοι, ἀλλὰ σχετικαί.
§14ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ (Εἰσηγητής). Ἀκανθώδης διά τινα ὁπωσοῦν εἶναι ἡ διάταξις τοῦ 6 ἄρθρου τοῦ πολιτεύματος, ὡς ἐσχεδιάσθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς· ἀλλ’ ἔχω καθῆκον νὰ τὸ ὑποστηρίξω. Σᾶς παρέστησαν, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶναι ἄρθρον δυνάμενον νὰ ἐμβάλῃ τὴν πολιτείαν εἰς σπαραγμοὺς, εἰς κινδύνους, ὡς ἀπολυομένων ἐπὶ ἐγγυήσει τῶν ἐπὶ πολιτικοῖς ἀδικήμασι κατηγορουμένων. Μὴ περιορίσθητε ὅμως, Κύριοι, εἰς τὴν ἐξωτερικὴν μόνον ὄψιν τοῦ πολιτικοῦ ἀδικήματος, ἀλλ’ ἐξετάσατε τὸ πολιτικὸν ἀδίκημα καὶ κατὰ τὴν φύσιν αὐτοῦ, τότε δὲ θέλετε πεισθῆ, ὅτι δὲν ἔχει τὸν χαρακτῆρα ἐκεῖνον τῆς μοχθηρίας, τὸν ὁποῖον πάντοτε ἔχουσι τὰ κοινὰ λεγόμενα ἐγκλήματα· ὁ ἀποπειρώμενος πολιτικὴν ἀνατροπὴν τῶν πραγμάτων, εἶναι πολλάκις ἄνθρωπος, τὸ αἴσθημα καὶ τὴν καρδίαν μεγαλόφρων, ἀγαθὸς πατριώτης, ἀπατᾶται ἴσως, ἀλλὰ μία ἀπάτη δὲν εἶναι μία παράβασις τοῦ δικαίου ἀξία νὰ τιμωρῆται, προληπτικῶς μάλιστα, τοσοῦτον βαρέως, ὅσον μία παράβασις τοῦ κοινοῦ δικαίου. Δύο λέξεις μόνον θέλουσι σᾶς πείσει· ὁ πολιτικῶς ἀδικήσας, καὶ διὰ τοῦτο σήμερον δυνάμενος ν’ ἀπαχθῇ εἰς τὴν εἱρκτὴν, σήμερον δυνάμενος νὰ φέρῃ τὴν κεφαλήν του ἐπὶ τῆς λαιμητόμου, ἂν ἀποτύχῃ, αὔριον, ἐπιτυχὼν, θριαμβευτικῶς φέρεται εἰς τὸ Καπιτώλιον. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἐκ τῶν τυχαίων ἐγκλημάτων τὸ ἀδίκημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀλλάσσει φάσιν ὡς ἐκ τῆς τύχης καὶ τῆς ἐκβάσεως αὐτοῦ. Δὲν ὁμιλῶ βεβαίως περί τινων ἀνθρώπων, παρὰ τοῖς ὁποίοις καταντᾷ μονομανία τὸ ἀντενεργεῖν καὶ ἀντιπολιτεύεσθαι κατὰ τῆς ἀρχῆς· δὲν ὁμιλῶ βεβαίως περὶ ἀνθρώπων, τῶν ὁποίων τὴν εἰκόνα παρέστησεν ὁ μέγας ἱστορικὸς τῆς Ἀγγλίας ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Φεργυσῶνος· ὑπάρχουσι, τὸ ὁμολογῶ, ἄνθρωποι, παρὰ τοῖς ὁποίοις ἡ ἀνατροπὴ τῶν καθεστώτων κατήντησεν ἀσθένεια χρονική· ὑπάρχουσι βεβαίως ἄνθρωποι, παρὰ τοῖς ὁποίοις τὸ συνωμοτεῖν ἐγένετο ἀνάγκη τῆς ὑπάρξεώς των, ὅπως εἶναι ἀνάγκη εἰς τὸν καταπίνοντα τὸ ὄπιον νὰ τρώγῃ αὐτὸ τὸ δηλητήριον· τοὺς ἀνθρώπους τούτους ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι οὔτε λόγοι, οὔτε οὐδὲν ἄλλο μέσον δύναται νὰ μεταβάλῃ, διότι, ὡς αὐτὸς ὁ Μακώλεϋ εὐστόχως λέγει, εἶναι πλέον δύσκολον νὰ μεταβάλῃ τις τὴν φύσιν τῶν τοιούτων εἰς τιμίους καὶ ἡσύχους πολίτας, παρὰ τὴν ἀλώπεκα εἰς κύνα ποιμενικόν· εὐκολώτερον εἶναι νὰ κάμητε τὸν ἱέρακα νὰ συζῇ μετὰ τῶν ὀρνίθων εἰς τὴν αὐλήν, παρὰ ν’ ἀλλάξητε τῶν τοιούτων ἀνθρώπων τὴν πυρετώδη φύσιν, ἥτις παράδοξον ἡδονὴν εὑρίσκει ἐν τοῖς κινδύνοις τῶν συνωμοσιῶν. Περὶ αὐτῶν δὲν εἶναι ὁ λόγος· οἱ τοιοῦτοι μονομανεῖς δυσκόλως θέλουσιν εὑρίσκει τὰ μέσα τῆς ἀπολύσεώς των, διότι συνήθως εἶναι ἄνθρωποι φερέοικοι καὶ ἀνέστιοι, ἀδύνατοι δὲ καθ’ ἑαυτοὺς νὰ βλάψωσιν, οὐδεμίαν δύνανται νὰ παρέξωσιν ἐγγύησιν, ὅπως ἀπολυθῶσι τῆς προφυλακίσεως· ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὴν εὐγενῆ καὶ γενναίαν ἀντιπολίτευσιν δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ μία δολιόφρων Κυβέρνησις, ὡς τείνουσαν εἰς ἀνατροπὴν τῶν καθεστώτων. Δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω πρόσωπα, ἀλλὰ πολλοὶ μεταξὺ ἡμῶν κάθηνται ἐντίμως σήμερον, οἱ ὁποῖοι διετέλεσαν ἐν ταῖς φυλακαῖς διὰ τὰ πολιτικὰ αὑτῶν φρονήματα, οὐδεὶς δ’ ἐξ ἡμῶν περιφρονεῖ αὐτούς ὅπερ ὅμως δὲν συμβαίνει πρὸς τοὺς ἐπὶ κοινοῖς ἀδικήμασι κατηγορηθέντας καὶ φυλακισθέντας. Καὶ εἶπον ὑμῖν πολλάκις, καὶ σήμερον καὶ πάντοτε θέλω ἐπαναλαμβάνει, ὅτι ἡ ἀσφάλεια τοῦ πολίτου ἔγκειται εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ εὐθυδικίαν τῶν δικαστῶν, ὡς καὶ εἰς τὰ πολιτικὰ τοῦ ἔθνους ἤθη· ἐκεῖ, καὶ ἐκεῖ μόνον, εὑρίσκεται ἡ ἀσφαλεστάτη ἐγγύησις τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν. Τὰ πολιτικὰ δὲ λεγόμενα ἀδικήματα τοῖς καιροῖς συμμεταβάλλονται, δύναται μάλιστα καὶ νὰ συμβῇ, ὥστε συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ᾖ ἐν περιστάσεσι δυσκόλοις νὰ μὴ ζητήσῃ νὰ συνταράξῃ τὰ τῆς πολιτείας διὰ τῆς καταδιώξεως τῶν τοιούτων ἐγκλημάτων. Τίς πλέον ἢ Γουλιέλμος ὁ Γʹ. ἐγνώριζε τὰ σχέδια τῶν ἀσπαζομένων τὰ τῆς τοῦ Ἰακώβου πολεμίας φατρίας; Τίς πλέον αὐτοῦ ἐγίνωσκε καὶ τὰς ἐνεργείας τοῦ Sunderland καὶ τοῦ Shrewsbury, καὶ τὴν ἀπιστίαν τοῦ Μαρλβορούγου, καὶ τὴν προδοσίαν τοῦ Ῥῶσσελ, καὶ τοῦ Γοδολφίνου τὴν ἀποστασίαν; Καὶ ὅμως, Κύριοι, θέλετε ἀπορήσει, ὅταν μάθητε, ὅτι αὐτοὺς τοὺς ἰδίους εἶχεν ὑπουργούς του, εἰ καὶ ἐγνώριζεν, ὅτι ἦσαν προδόται καὶ ὅτι ἐζήτουν ν’ ἀνατρέψωσι τὸν θρόνον του· διότι ὁ μέγας τοῦ Γουλιέλμου πολιτικὸς νοῦς ἠννόει κάλλιστα, ὅτι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἦσαν πολὺ πλέον ἐπικίνδυνοι ἐκτὸς τῆς ἀρχῆς, παρὰ ἐντὸς τῆς ἀρχῆς. Ὁ Ῥῶσσελ ἦτο ναύαρχος· ἐπὶ 70 καὶ πλέον πλοίων· ἔπλεεν ὁ Τουρβίλλ, τῆς Γαλλίας ὁ ναύαρχος, μετὰ μεγάλου καὶ ἰσχυροῦ στόλου πρὸς ἀπόβασιν εἰς τὰς ἀκτὰς τῆς Ἀγγλίας. Ὁ Γουλιέλμος ἔλειπεν εἰς τὴν Ὁλλανδίαν, ἐκυβέρνα δὲ τὰ τῆς Ἀγγλίας ἡ σύζυγος αὐτοῦ Μαρία, πρὸς ἣν μυστικῶς γνωστὴ ἐγένετο ἡ προδοσία τοῦ Ῥῶσσελ, καὶ εὑρέθη εἰς τὴν δύσκολον ταύτην θέσιν τὴν παραμονὴν τῆς μάχης, διότι τὰ πλοῖα τοῦ Τουρβίλλ ἐσημαίνοντο ἀπὸ τῶν σκοπιῶν τῶν ἀκτῶν. Ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς ἵσταντο τῆς Ἀγγλίας τὰ πράγματα, μακρὰ δὲ καὶ μεγάλη συζήτησις ἔλαβε χώραν ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ, ἀλλ’ ἡ Βασίλισσα ἐμπεπνευσμένη ὑπὸ τῶν φρονημάτων τοῦ συζύγου της ἀπεφάνθη, ὅτι συμφερώτερον διὰ τὴν Ἀγγλίαν ἦτο, νὰ κάμῃ ἡ πατρὶς ἔφεσιν εἰς τὰ αἰσθήματα καὶ εἰς τὸν πατριωτισμὸν τοῦ Ἄγγλου ναυάρχου καὶ τῶν ἀξιωματικῶν αὐτοῦ παρὰ νὰ τὸν παύσῃ. Γράφει λοιπὸν πρὸς τὸν Ῥῶσσελ καὶ διατάττει νὰ προσκαλέσῃ ἐπὶ τῆς ναυαρχίδος τοὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς τοῦ στόλου.....
§15ΤΙΝΕΣ. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν αὐτὰ, εἶναι ἱστορικά.
§16ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Προσκαλεῖ λοιπὸν ὁ Ῥῶσσελ ἐπὶ τῆς ναυαρχίδος τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τοῖς λέγει· ἔχετε τὸν ἐχθρὸν ἐνώπιον ὑμῶν, καὶ πιστεύω, ὅτι θέλετε φερθῆ ὡς Ἄγγλοι· καὶ πραγματικῶς ὁ προδότης Ῥῶσσελ καταναυμαχεῖ τὸν Γαλλικὸν στόλον καὶ νικᾷ τὴν μεγάλην ἐκείνην νίκην τῆς Ὥγης.
§17ΔΑΓΡΕΣ. Οὔτε εἰς τὰ 66 δὲν θὰ τελειώσωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§18ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Εἶναι ἀναγκαῖα αὐτὰ, Κύριε Δαγρὲ, διότι τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος μᾶς φέρουσιν ἑκάστοτε ὡς ὑπόδειγμα, καὶ καλὸν εἶναι νὰ γνωρίζωμεν πῶς φέρεται εἰς τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα. Ὁ κίνδυνος μὴ ἀφήσωμεν ἐλευθέρους τοὺς πολιτικῶς ἀδικοῦντας, πρῶτον μὲν μέγας δὲν εἶναι, ἡ δ’ ἐπιτροπὴ, ὡς βλέπετε, ἀφῆκεν εἰς τὴν δικαιοσύνην τοῦ δικαστηρίου νὰ ἐκτιμήσῃ τοῦ κινδύνου τὸ μέγεθος, τοῦ προσώπου τὴν σημασίαν, καὶ κατ’ αὐτὰ νὰ προσδιορίσῃ τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως, ὅπερ ὁ κατηγορούμενος πρέπει νὰ δώσῃ. Τὸ ποσὸν εἶναι ἀπροσδιόριστον καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ· ἐκεῖ ἀνεβιβάσθη εἴς τινα περίπτωσιν μέχρι 30,000 λιρῶν Στερλινῶν. Ἀλλὰ δεδόσθω, ὅτι ὁ ἀπολυθεὶς ἐξακολουθεῖ νὰ τεκταίνῃ σκευωρίας κατὰ τῆς πολιτείας· ἡ πολιτεία τότε ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν συλλάβῃ ἐπ’ αὐτοφώρῳ, καταπίπτει ἡ ἐγγύησίς του, εἰς νέαν δ’ ἐγγύησιν, ὅπως καὶ αὖθις ἀπολυθῇ, δὲν εἶναι πλέον δεκτός. Ἀλλ’ ἴσως καὶ συμφέρει τῇ πολιτείᾳ ἡ ἀπόλυσις τοῦ συλληφθέντος, ἴσως θέλει μεταχειρισθῇ αὐτὸν ὡς θηρευτικὸν κύνα ὅπως ἀνακαλύψῃ τοὺς συνενόχους καὶ τοὺς ἄλλους συνωμότας. Ἀλλὰ δύναται νὰ φύγῃ, μοὶ λέγετε· καλόν του κατευόδιον· ἡ καλλιτέρα ποινὴ κατὰ τῶν πολιτικῶς ἀδικούντων εἶναι ἡ τῆς ἀειφυγίας. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι κίνδυνος δὲν ὑπάρχει. Κύριοι, σᾶς εἶπεν ὁ προλαλήσας, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ habeas corpus δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἐπίκειται κεφαλικὴ ποινή· ναὶ, ἀλλ’ ἀγνοεῖ ἆρά γε ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Χίου, ὅτι κατωτέρω, ἐν ἄρθρῳ 18 τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος, φέρεται ἡ κατάργησις τῆς κεφαλικῆς ποινῆς διὰ τὰ πολιτικὰ ἐγγλήματα; ἀλλ’ αἱ διατάξεις, ἐπήνεγκε, τοῦ 6 ἄρθρου συγκρούονται πρὸς ἀλλήλας· ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ ποῦ εὑρίσκει αὐτὴν τὴν σύγκρουσιν. Ἰδοὺ τὶ λέγει τὸ ἄρθρον. «Πᾶς ἐπὶ πολιτικῷ ἐγκλήματι προφυλακιζόμενος δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν ἀποφυλάκισίν του δι’ ἐγγυήσεως ὁριζομένης ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν διὰ βουλεύματος, καθ’ οὗ ἐπιτρέπεται ἀνακοπή· οὐδέποτε ἡ προφυλάκισις ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων δύναται νὰ παραταθῇ πέραν τῶν τριῶν μηνῶν ἄνευ δικαστικοῦ βουλεύματος, ὑποκειμένου καὶ τούτου εἰς ἀνακοπήν.» Ἄνθρωπος λοιπὸν, ὅστις δὲν ἔχει πίστιν, ὅστις δὲν ἔχει φίλους, ὅστις οὐδὲν ἔχει μέσον, εἶναι ἄνθρωπος, ὅστις θέλει μείνει ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἀλλὰ πιστεύσατέ με, ὅτι ἀδίκως θέλει μείνει· διότι ὁ τοιοῦτος οὐδὲν ἄλλο εἶναι, εἰμὴ ταλαίπωρός τις μονομανὴς, καὶ εἶναι συντελεστικώτερον νὰ πεμφθῇ ὁ τοιοῦτος εἰς μίαν ἄλλην φυλακὴν, τὴν τῶν παραφρόνων. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο, Κύριοι, συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ τοῦ προλαλήσαντος, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀναφέρηται διάταξις, ὅτι ὁ προφυλακισθεὶς δικαιοῦται νὰ ἀποζημιωθῇ παρὰ τοῦ Δημοσίου. Βεβαίως δὲν ἀσπάζομαι τὴν θεωρίαν τῶν πολιτικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος συνερχόμενος ἐν πολιτείᾳ παραιτεῖται μέρους τῆς ἐλευθερίας αὑτοῦ, ἀλλ’ οὐχ ἧττον πέπεισμαι, ὅτι ὁ ζῶν ἐν τῇ πολιτείᾳ ἔχει καὶ καθήκοντα πρὸς τοὺς συμπολίτας του, ὅθεν ἐὰν εἰς τοὺς συμπολίτας του ἔδωκεν ὑπονοίας, ὅτι ζητεῖ νὰ διαταράξῃ τὰ τῆς πολιτείας, οἱ συμπολῖταί του βεβαίως ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ φυλαχθῶσιν ἀπ’ αὐτοῦ, ἕως ὅτου ἀποδείξῃ τὴν ἀθωότητά του· ἀλλ’ ἡ προφυλάκισίς του αὕτη δὲν πρέπει ποτὲ νὰ δίδῃ χώραν εἰς ἀποζημίωσιν, ἐκτὸς τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν ὁ δικαστὴς, ἐκ κακοβουλίας ὁρμώμενος, ἠσέβησε πρὸς τὴν δικαιοσύνην· τότε δὲ χορηγεῖ τῷ ἀδικηθέντι αὐτὸς ὁ νόμος τὴν τοῦ Κακοδικείου ἀγωγὴν κατὰ τοῦ ἀδικήσαντος αὐτὸν δικαστοῦ. Ἄλλως τε, Κύριοι, δὲν εἶναι, οὔτε λογικὸν, οὔτε συμφέρον, ἡ ἀρχὴ ἡ διαχειριζομένη τὰ τοῦ δημοσίου πλούτου νὰ πληρόνῃ ἀπὸ τοῦ Δημοσίου ταμείου διὰ σφάλματα τῆς ἀνευθύνου δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἐμμένω λοιπὸν καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὅπως ἐσχεδιάσθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς.
§19ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἤθελον ἀναβῆ εἰς τὸ βῆμα, διότι ἐπείσθην ἀδιστάκτως, ὅτι τὸ βῆμα ἀναβαίνουν οἱ πλέον δεδοκιμασμένοι ῥήτορες, οἱ πλέον πεπαιδευμένοι ἐκ τῶν παρακαθημένων ἐν τῇ συνελεύσει ταύτῃ. Ἀναγκάζομαι ὅμως νὰ λαλήσω ἐπὶ μικρὸν, καὶ παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ μὲ ἀκροασθῇ μετ’ εὐμενείας, διότι φρονῶ, ὅτι εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ πολιτεύματος τὰ πολιτικὰ κόματα καὶ τὰ πάθη οὐδόλως πρέπει νὰ ἔχωσιν ἐπιῤῥοήν. Φρονῶ, ὅτι τὸ πολίτευμα μέλλει νὰ καθιερώσῃ τὴν μέλλουσαν τύχην τῆς πατρίδος, τὴν ἐξασφάλισιν τῶν ἐλευθεριῶν καὶ τὴν εὐημερίαν της. Ἔρχομαι εἰς τὸ κύριον θέμα· δὲν ἔχω σκοπὸν ὡς ὁ Ἀνάχαρσις νὰ περιέλθω τὴν ὑφήλιον καὶ νὰ συνάξω παρ’ αὐτῆς τὰ ἀντικείμενα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὰ πολιτεύματα, καὶ τὰ ὁποῖα ἄνευ τῆς πραγματικῆς μεταβάσεως, ἄνευ τῆς ἐν τῷ τόπῳ διαμονῆς, οἱ σοφοὶ οἱ ἀναβαίνοντες ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου ἐρανίζονται ἐκ τῶν συγγραμμάτων. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, Κύριοι, ὅτι οἱ συγγραφεῖς ἔχουσι διαφόρους ἰδέας, πάντοτε διαφόρους ἀρχὰς εἰς ὅλα τὰ ἀντικείμενα· ὅπου ἂν ὁ ἄνθρωπος ῥίψῃ τὸ βλέμμα θέλει παρατηρεῖ, ὅτι ἕκαστος συγγραφεὺς ἔχει τὸν ἐναντίον του· φοβοῦμαι κατὰ συνέπειαν ἀναγινώσκων συγγραφεῖς τοιούτους καὶ τὰς ἐναντιότητας τὰς μεταξὺ αὐτῶν, ἵνα μὴ περιέλθω εἰς τὸ χάος· φρονῶ κατὰ συνέπειαν, ὅτι ἕκαστος πολίτης πρέπει νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ λαμβάνῃ ἐπιχειρήματα πάντοτε τὰ ἐν τῷ τόπῳ του γενόμενα. Ἤκουσα πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σοφοὺς ῥήτορας νὰ ἀναφέρωσιν ἀλληλοδιαδόχως ὅλους τοὺς περιφήμους συγγραφεῖς, οἵτινες κατέγιναν καὶ συνέγραψαν τὰ ἀντικείμενα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προβλέπουσι διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτειῶν. Ἐπίστευσαν, ἀφοῦ ἀνέγνωσαν τοὺς συγγραφεῖς, ἀδιστάκτως, διότι τὸ ὡμολόγησαν καὶ ὑπεστήριξαν ὅλαις δυνάμεσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι αἱ ἰδέαι τῶν συγγραφέων ἐκείνων δύνανται νὰ ἐμφυτευθῶσιν ἀβλαβῶς ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν· ἂς μὲ συγχωρήσητε νὰ διστάζω ἐπ’ αὐτῷ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, Κύριοι, ὅτι ἐν τῇ Ἀμερικῇ, τὴν ὁποίαν ἐμνημόνευσαν, γίνονται φυτὰ καὶ δένδρα παράδοξα τὸ σχῆμα, κολοσσιαῖα, τὰ ὁποῖα εἰς ἡμᾶς δὲν ὑπάρχουν, καὶ ἀπορῶ τῷ ὄντι διατὶ τὰ προσοδοφόρα ταῦτα δένδρα τὰ παράγοντα ἀφθόνους καρποὺς, διατὶ δὲν ἐνεφύτευσαν ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ Εὐρώπῃ· ἐξέφυγεν ἆρά γε τὴν προσοχὴν τῶν βοτανικῶν καὶ τῶν γεωργῶν αὐτῶν ἡ μεγάλη ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν παρέχουσιν αὐτὰ τὰ δένδρα εἰς τὴν Ἀμερικήν; ὄχι, Κύριοι, ἀλλὰ τὰ δένδρα θέλουσι γῆν, ὡς εἶναι ἡ γῆ τῆς Ἀμερικῆς, θέλουσιν ὕδωρ, τὸ ὁποῖον νὰ περιέχῃ τὰ στοιχεῖα τοῦ ὕδατος τῆς Ἀμερικῆς, θέλουσιν ἥλιον καὶ τὸ φῶς τῆς Ἀμερικῆς, ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος μαραίνονται, σήπονται, δὲν καρποφοροῦσι. Μετ’ ἐκπλήξεως, Κύριοι, ἤκουσα πολλοὺς τῶν ῥητόρων νὰ θέλωσι καὶ ἐπιμένωσι νὰ ἐμφυτεύσωσιν εἰς τὴν κεφαλὴν, τί; τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον αἰῶνες ἐνεφύτευσαν εἰς τὴν κεφαλὴν τῶν ἀνθρώπων.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε ἐντὸς τοῦ προκειμένου.
§21ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶμαι ἐντὸς τοῦ προκειμένου. Ἀπορῶ, διότι ὁ Κ. Πρόεδρος θέλει νὰ μὲ ἐμποδίσῃ ἀπὸ τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξα, καὶ τὰς ὁποίας ἀκωλύτως ἄπειροι πρὸ ἐμοῦ ἀνέπτυξαν· τὸν εὐχαριστῶ ὅμως ὅτι μὲ διέκοψε, διότι ἐγὼ δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐνδιατρίψω πολὺ εἰς τὰς θεωρίας· θὰ ἔλθω εἰς τὰ πράγματα. Πρέπει νὰ πιστεύσητε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἄκρα ἐλευθερία ἀπαιτεῖ τὰ ἑξῆς· ἀπαιτεῖ κατὰ τὴν κρίσιν μου πολιτικὴν ἀνατροφὴν, ἐκπαίδευσιν, ἀπαιτεῖ ἠθικὴν, ἑπομένως δυσκολεύομαι νὰ πιστεύσω ὅτι ἐν τῷ διαστήματι ὀλίγων χρόνων, καθ’ ὃ ἀπολαμβάνομεν τὴν ἀνεξαρτησίαν μας, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ προσόντα τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται νὰ ἔχῃ πᾶς ἄνθρωπος διὰ νὰ ἀναβῇ εἰς τὸν ὁρίζοντα, τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον στέκει ὁ Ἄγγλος, ἂν ἦτο δυνατὸν ἐντὸς τοῦ ὀλίγου αὐτοῦ διαστήματος καθ’ ὃ ζῶμεν ἐλεύθεροι, νὰ ἐμφυτευθῶσι καὶ νὰ βλαστήσωσιν. Ἴσως ὑπάρχουσιν ὀλίγοι, οἱ ὁποῖοι ἔφθασαν εἰς αὐτὸ τὸ ὕψος, οἱ ὁποῖοι προσήγγισαν εἰς αὐτὸ τὸ ὕψος, ἀλλ’ οἱ περισσότεροι δὲν προσήγγισαν, οἱ περισσότεροι οἱ ὁποῖοι ἀπαρτίζουν τὸ ἔθνος μόλις ἤδη ἀναχωροῦν πρὸς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ἐκτὸς μόνον, ἂν πιστεύσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται τοῦτο, ἐκτὸς μόνον τῆς περιπτώσεως καθ’ ἣν ἤθελον μοὶ ἐγγυηθῆ, ὅτι δύνανται νὰ θαυματουργήσουν ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ· ἔχω ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ πολιτικὴ ἀνάπτυξις, ἥτις ἔλαβε χώραν εἰς τὸ ἀγγλικὸν ἔθνος πρὸ αἰώνων μορφωμένον, δὲν δύναται νὰ τὴν λάβῃ τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος ἐν διαστήματι 40 ἐτῶν, ἔχω ἀκράδαντον αὐτὴν τὴν πεποίθησιν καὶ τὰ πράγματα τὸ ἀπέδειξαν, καὶ τὸ ἀπέδειξαν ἔτι ἐκτενέστερον. Κατὰ συνέπειαν, Κύριοι, δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι βεβαιωμένη ἡ συνείδησις τῆς Συνελεύσεως, ὅτι ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν αὐτὴν τὴν μεγάλην ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν τὸ ἄρθρον αὐτὸ ζητεῖ, καθόσον ἀφορᾷ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, καὶ ἂν φθάσῃ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, θὰ ἐπιχειρήσω νὰ τὴν ἐξαγάγω, νὰ τὴν κάμω νὰ ὑποχωρήσῃ. Τί ζητεῖ, Κύριοι, αὐτὸ τὸ ἄρθρον; ζητεῖ «ὁ καταδικασμένος ......................... Τί εἶναι αὐτὴ ἡ ἐγγύησις; εἶναι χρηματική; εἶναι ἐγγύησις προσώπων; δεύτερον αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀόριστον, κ’ ἐγὼ ἀγνοῶ· ἐὰν ᾖναι λοιπὸν ἐγγύησις.... (θόρυβος). Σᾶς παρακαλῶ, ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ ὁρισθῇ ἡ ἐγγύησις, διὰ χρημάτων θὰ ἀποφυλακίζεται, δι’ ἐγγυήσεως ἄλλων πολιτῶν;
§22ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Ὁ νόμος τὸ ὁρίζει.
§23ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑποθέσατε ὅτι εἶμαι ἀρχηγὸς μιᾶς στάσεως, ἡ πρᾶξις τὴν ὁποίαν ἐξετέλεσα εἶναι ἔγκλημα πολιτικόν, ἀλλὰ δὲν εἶμαι μόνος, θὰ εἰπῇ, ὅτι εἶμαι ὁ πυρὴν αὐτῆς τῆς στάσεως, ὅτι εἶμαι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δύναμαι νὰ κινήσω τὴν στάσιν, καὶ νὰ τὴν κάμω νὰ ζήσῃ, θὰ ἦμαι, μ’ ἄλλους λόγους, ὁ ἀξιώτερος μεταξὺ ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ μὲ παρακολουθήσουν. Τί ζητεῖτε λοιπόν; ἐγγύησιν, διὰ νὰ μὲ ἀποφυλακίσητε, ὅταν ἡ ἐξουσία μὲ καταβάλῃ; ἐγὼ θὰ τὴν προσφέρω ἀμέσως· τί θέλετε; χρήματα; ὅσα θέλετε· θέλετε πρόσωπα; ἔχω ἕτοιμα· ἔχω τοὺς ὀπαδούς μου, τοὺς συνωμότας, τοὺς ὁποίους ἡ ἀνάκρισις δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀνακαλύψῃ· ὁ στασιαστὴς λοιπὸν τὸν στασιαστὴν προσφέρει ἐγγύησιν. Τί ἐξασφάλισιν ἔχει ἡ κοινωνία; οὐδεμίαν. Δὲν θὰ προχωρήσω εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπροχώρησαν ἄλλοι· ἄλλος τις πρὸ ἐμοῦ κατέκρινε τοὺς συνωμότας, τὴν συνωμοσίαν δὲν τὴν κατακρίνω· ἐγὼ τὴν καθιερῶ. Ὅταν συνωμοτῇ τις διὰ πολιτικὸν σκοπὸν, δὲν εἶναι κατακριτέος, εἶναι ἐπαινετὸς, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ὑπάρχουν, Κύριοι, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐπείσθησαν ἐντὸς τῆς κοινωνίας, ὅτι τὸ καθεστὼς εἶναι κακὸν, εἶναι ἐπιβλαβὲς, εἶναι φθοροποιὸν, καταστρεπτικὸν διὰ τὰς ἐλευθερίας, διὰ τὴν κοινωνικὴν ὕπαρξιν, διὰ τὴν ἠθικὴν πρόοδον, διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀκόμη, ἂν θέλετε. Ἐὰν, κύριοι, εὑρεθῶσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι νὰ πρεσβεύουν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, εἶναι ἆρά γε ἀξιοκατάκριτοι; Ὄχι· αὐτὸ ἴσια ἴσια εἶναι τὸ καθῆκον τοῦ πολίτου, αὐτὸ εἶναι ἡ ἐνέργεια τῆς πολιτικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου· ἀλλὰ, Κύριοι, διὰ νὰ ἦναι αὐτὴ ἡ ἀρχὴ ἱερὰ, διὰ νὰ ἦναι ἀγαθὴ, διὰ νὰ ἦναι ἐθνικὴ, δὲν ἀπαιτεῖται μόνον, νὰ τὴν συλλάβῃ κανεὶς καὶ νὰ τὴν θέσῃ εἰς ἐνέργειαν, πρέπει νὰ τὴν φέρῃ εἰς πέρας. Ὅταν λοιπὸν ἐγὼ ὁ ἀρχηγὸς μιᾶς στάσεως ἠγέρθην κατὰ τῶν καθεστώτων καὶ δὲν ἠδυνήθην διὰ τῶν προκηρύξεών μου, διὰ τῶν ἐνεργειῶν μου, διὰ τῶν μαχῶν, διὰ τῶν ἐμπρησμῶν, δὲν ἠδυνήθην, νὰ προσελκύσω τὸν νοῦν τοῦ Ἔθνους, νὰ μὲ παρακολουθήσῃ, νὰ τὸ πείσω, ὅτι τὰ ἔργα μου γίνονται πρὸς ὄφελος τῆς ἐθνικῆς εὐημερίας, καὶ αὐτὸ μὲ ἀποπτύσσῃ καὶ μὲ κρημνίζῃ εἰς τὰς φυλακὰς, αἴ, Κύριοι, τότε πρέπει νὰ ὑποκύψω εἰς τὴν ἀνάγκην, πρέπει νὰ ἐνδυθῶ τὸ ἔνδυμα τοῦ κακούργου καὶ νὰ δικασθῶ διότι ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ὕψωσε τὴν σημαίαν τῆς ἐλευθερίας κατὰ τῶν καθεστώτων, πρέπει νὰ ἦναι ἕτοιμος νὰ ὑποστῇ τὰ δεινὰ τῆς ἀποτυχίας του, νὰ μαρτυρήσῃ ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας, πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ ἔθνος ὤφειλε μὲν νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν τὸν ἠκολούθησε, πρέπει νὰ ὑποστῇ τὰς συνεπείας τοῦ νόμου, διότι τὶ ἄλλο εἶναι ὁ νόμος παρὰ συνθήκη κοινωνική; τὶ ἄλλο εἶναι παρὰ μία κοινὴ ἀπόφασις ὅλου τοῦ ἔθνους; Ὅταν, Κύριοι, τὰ 9/10 τοῦ ἔθνους δὲν παραδέχωνται, οὔτε νὰ ἀκολουθήσουν τοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους συνέλαβες καὶ ἤθελες νὰ ἐφαρμόσῃς, πρέπει νὰ ὑποκύψῃς αὐτὸ εἶναι πολιτικὸν ἔγκλημα. Τὶ θὰ εἰπῇ λοιπὸν πολιτικὸν ἔγκλημα καταδιωκόμενον ἀπὸ τὸν νόμον; πότε καταδιώκεται; πότε φυλακίζεται; ὅταν ἡ στάσις ἀπέτυχεν, ὅταν ὁ στασιαστὴς συνελήφθη, ὅτε ὁ συνωμότης συνελήφθη, καὶ ἡ κοινωνία, ὅταν συλλάβῃ μόνον τοὺς ἀνθρώπους συνωμοτοῦντας, ἴσως κλίνει ὑπὲρ αὐτῶν, ἔστω καὶ ἐν τῇ φυλακῇ εὑρισκομένων, ἀλλ’ ὅταν τοὺς καταβάλῃ στασιάζοντας, τότε δὲν κλίνει ὑπὲρ αὐτῶν, ἀπεφάσισε κατ’ αὐτῶν, ἑπομένως τὸ τετελεσμένον πολιτικὸν ἔγκλημα εἶναι ἀξιόποινον. Τὶ τὴν θέλετε λοιπὸν τὴν ἐγγύησιν; θέλετε νὰ σᾶς δώσω ἐγγύησιν νὰ ἐξέλθητε ἀπὸ τὰς φυλακὰς, σεῖς ὁ ἐπιφοβώτερος μεταξὺ τῶν στασιαστῶν, διὰ νὰ δώσητε νέαν ζωὴν εἰς τὸ ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον ἐπράξατε; τὸ λέγω ἔγκλημα, ὅταν τὸ καταδικάσῃ τὸ ἔθνος, διότι, ὅταν τὸ στεφανώσῃ, τότε εἶναι ἀρετή. Ἀλλὰ, Κύριοι, θὰ μοὶ εἰπῆτε, λοιπὸν τὶ θέλετε αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον ὤθησε μία εὐγενὴς ἰδέα, τὸν ὁποῖον ὤθησεν ἡ ἀρχὴ τοῦ νὰ πράξῃ καλὸν εἰς τὴν ἐπικράτειαν, εἰς τὸ ἔθνος του, αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον πρέπει νὰ ἐγκαταλείψητε εἰς τὴν διάκρισιν τῶν τεταγμένων ὑπὸ τῆς δικαιοσύνης τὴν καταδίωξιν, διὰ νὰ τὸν βασανίζουν; Ἐδῶ εἶναι, Κύριοι, τὸ ζήτημα. Ὄχι, ὁ νομοθέτης οὐδέποτε ἐστοχάσθη νὰ καταστρέψῃ τὴν ἀνθρωπότητα, πάντοτε ἔχει πρὸ ὀφθαλμῶν νὰ φέρῃ θεραπείαν τῶν κακῶν, νὰ τὴν τακτοποιήσῃ, νὰ τὴν σωφρονήσῃ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ τελευταῖοι δονισμοὶ τῆς 10 8βρίου.
§24ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸν λόγον!
§25ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἵλκυσαν τὴν προσοχὴν τῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία ἤνοιξε τὰς θύρας τῶν φυλακῶν καὶ τοὺς ἔῤῥιπτεν εἰς τὰς φυλακάς· οὐδεμία δὲ πρόνοια ἐλαμβάνετο ὑπὲρ αὐτῶν, τοὺς ἐσκόρπιζε δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἐντὸς τοῦ κράτους, χωρὶς νὰ τρέχῃ κατόπιν τοῦ ἐγκλήματος, χωρὶς νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἀνάκρισιν· εἷς μόνος ἀνακριτὴς, ὁ Σπετσερόπουλος, κατεδίωκε τὴν μεγάλην συνωμοσίαν, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν πρὶν τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ Ναυπλίου· εἷς μόνος, ἐνῷ ὁ νόμος λέγει καὶ διατάττει, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ ἰδίως εἰς τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα νὰ διορίσῃ 5, 10, 20 ἀνακριτὰς, νὰ συλλαμβάνωσι παραχρῆμα τὸ ἔγκλημα νὰ τὸ συλλαμβάνωσιν ἀκόμη νωπὸν καὶ νὰ τὸ φέρωσιν ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης· εἰς ἕνα μόνον ἀνακριτὴν ἀφέθη, καὶ ἐκ τῆς ἀδρανείας αὐτοῦ ἐκέρδαινον οἱ συνωμόται. Τὴν ἐγγύησιν λοιπὸν ταύτην, παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ χορηγήσῃ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἀξιοκατάκριτοι, ἐὰν συνώμοσαν, διότι ἐνδεχόμενον νὰ τοὺς κινῇ εἰς τὸ ἔργον αὐτὸ μία εὐγενὴς ἰδέα, ἂς ἔλθουν ταχέως ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, ἂς μὴ σήπωνται εἰς τὰς φυλακὰς, ἂς μὴ ᾖναι ἠναγκασμένοι νὰ συνομιλῶσι καὶ συζῶσι μετὰ κακούργων αἰσχρῶν. Τί λοιπὸν τὸ ἄρθρον αὐτὸ χορηγεῖ; ὁρίζει ἐντὸς 3 μηνῶν ἡ ἀνάκρισις νὰ συλλέξῃ ὅλας τὰς πληροφορίας ὅσαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν καταδίωξιν τοῦ ἐγκλήματος, νὰ τοὺς φέρῃ ἐνώπιον δικαστικοῦ συμβουλίου, νὰ ἀποσπάσῃ τὴν ἀπόφασίν του, καὶ ἢ ν’ ἀφήσῃ ἐλεύθερον τὸν κρατούμενον, ἢ νὰ τὸν φέρῃ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης νὰ δώσῃ λόγον ἐνώπιον τῆς κοινωνίας κατὰ τὸν νόμον. Κηρύττομαι λοιπὸν ὑπὲρ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ὅλαις δυνάμεσι παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ καὶ νὰ τὴν καθιερώσῃ εἰς τὸ σύνταγμα. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐθεώρησα καθῆκόν μου ἀπαραίτητον νὰ προβλέψω, ὄχι μόνον ὑπὲρ τῶν πολιτικῶς κρατουμένων, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν κρατουμένων δι’ ἰδιωτικὰ ἐγκλήματα, καὶ ἐπειδὴ σήμερον συζητεῖται τὸ ἀντικείμενον τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ζωτικώτερον ἀντικείμενον ἀφ’ ὅσα ἔχει νὰ συζητήσῃ ἡ Συνέλευσις, σᾶς λέγω τοῦτο, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀνοίξετε τὰ βιβλία τῶν συγγραφέων· ἠξεύρετε τί πρέπει νὰ ἐρευνήσητε; τὰ κατάστιχα τῶν δεσμοφυλάκων· ἐκεῖ πρέπει νὰ πᾶτε νὰ μελετήσητε, νὰ ἰδῆτε, τί γίνεται, νὰ ἰδῆτε ἐκεῖ, ὅτι ὅσας διατάξεις καὶ ἂν ἐχορήγησεν ὁ νόμος, οὐδέποτε ἐξετελέσθησαν ὑπὲρ αὐτῶν, θὰ ἰδῆτε, ὅτι ἄνθρωποι ἐκρατήθησαν 2, 3 ἔτη εἰς τὰς φυλακὰς, χωρὶς νὰ ἴδωσι τὸ πρόσωπον τοῦ ἀνακριτοῦ, καὶ ἐπὶ τέλους ὁ ἀνακριτὴς εὐγενῶς ἔθεσε τὸ χέρι του εἰς τὸν κρατούμενον καὶ τοῦ εἶπεν· εἶσαι ἀθῶος· λυποῦμαι διὰ τὴν φυλάκισίν σου· τὸν ἱκανοποίησεν. Ἐὰν, Κύριοι, εἰς τὸ πολιτικὸν ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον ἔχει τόσην ἔκτασιν, καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ ἔκτασιν, διότι εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας δύναται νὰ ἔχῃ συνωμότας, ἓν ἔγκλημα πολιτικὸν, ἀπαιτεῖται ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ νὰ μορφώσῃ τὴν κατηγορίαν ἐντὸς τριῶν μηνῶν, διὰ κοινὸν ἔγκλημα, τοῦ ὁποίου ἡ περιφέρεια εἶναι πολὺ περιωρισμένη, διότι ἐκτελεῖται ἐν τῷ τόπῳ, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἐν τῷ χωρίῳ, ἐκεῖ ἐξετελέσθη ὁ φόνος, ἡ κλοπὴ, ἡ ἀναίρεσις, λοιπὸν ἐντὸς ἑνὸς χωρίου δὲν δύναται ὁ ἀνακριτὴς νὰ σπεύσῃ νὰ συλλάβῃ καὶ νὰ τὸ περιορίσῃ εἰς τὰ στενὰ ὅρια τῆς ἀνακρίσεως καὶ νὰ τὸ φέρῃ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης; Τοῦτο, Κύριοι, μὲ ἠνάγκασε νὰ φέρω αὐτὴν τὴν τροπολογίαν, καὶ ἰδοὺ τί λέγω. Προσθήκη εἰς τὸ 6ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος Πᾶς τις, διὰ κοινὸν ἔγκλημα μηνυόμενος καὶ δι’ ἐντάλματος φυλακίσεως κρατούμενος ἀπολύεται ἐκ τῶν φυλακῶν, καθ’ ἃ τὸ 5ον ἄρθρον διατάττει, ἐὰν μετὰ παρέλευσιν τριῶν μηνῶν δὲν ἐκδοθῇ τὸ προσῆκον δικαστικὸν βούλευμα. Ἀλλ’ ἐδῶ ὁ φίλος μου Κ. Ἰάλεμος μὲ ἔκαμε τὴν πολλὰ ὀρθὴν, τὴν πολλὰ δικαίαν ἔνστασιν· τὶ θὰ γίνῃ ἐπὶ τῆς ναυταπάτης, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ μακράν; Θὰ γείνῃ τὸ ἑξῆς. Ἠξεύρετε, Κύριοι, ὅτι διὰ νὰ παραταθῇ μία ἀνάκρισις, ἀπαιτεῖται μία ἀπόφασις ἑνὸς συμβουλίου· λαμβάνει τὴν ὑπόθεσιν, ἐρευνᾷ τὰ ἀντικείμενα, ὡς ὑπέβαλεν ἡ ἀνάκρισις, ὅσα ἠδυνήθη νὰ συγκεντρώσῃ καὶ βλέπει, ὅτι δὲν εἶναι πλήρη, καὶ ὁ ἔχων ἐν τῷ νῷ αὐτοῦ τετελεσμένον τὸ κακούργημα, ἕνεκα ἐλλείψεως τῆς ἀνακρίσεως κινδυνεύει νὰ ἀθωωθῇ; ὄχι· ἐκδίδει μὲν ἀπόφασιν καὶ λέγει, ἐκτείνω τὴν προθεσμίαν τῆς ἀνακρίσεως· ποῖον δὲ εἶναι τὸ καλὸν, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἐκ τούτου; ὅτι ἡ ἀνάκρισις ἔρχεται εἰς τό φῶς, καὶ ὅτι ἐκεῖνος, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ εἴπητε, ὅτι ἡ ἀνάκρισις δὲν συνεπλήρωσε τὸ ἔγκλημα, δὲν ἠμπορῶ νὰ σὲ ἀποφυλακίσω, οὔτε νὰ σὲ φέρω ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, ἐντὸς τριῶν μηνῶν παρουσιάζει αὐτὰς τὰς ἐλλείψεις, ἐὰν ᾖναι πραγματικαὶ αἱ ἐλλείψεις, ὁ κατηγορούμενος ἔρχεται ἐνώπιον τοῦ συμβουλίου διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου, καὶ θὰ φέρῃ εἰς φῶς τὸ πρᾶγμα, καὶ ἑπομένως δὲν δύναται ὁ ἀνακριτὴς νὰ καταδιώξῃ αὐτὸν παρανόμως, νὰ βλέπῃ, οὕτως εἰπεῖν, γεγονότα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀποδεικνύονται, δὲν ὑφίστανται, δὲν παράγονται ἐκ τῆς ἀνακρίσεως, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε ἐξετελέσθη· ἰδοὺ τὸ πλεονέκτημα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ προκειμένη περίστασις. Τὸ δικαστήριον θὰ σκεφθῇ πολὺ ἐὰν τὰ διδόμενα, ὅσα ἔχει ὑπ’ ὄψιν, δύνανται νὰ καταρτίσουν τελείαν καὶ δικαίαν κατηγορίαν. Ἐὰν ταῦτα δὲν ᾖναι ἀρκοῦντα ἐκδίδει παράτασιν τῆς ἀνακρίσεως. Αὐτὸ τοῦτο δύναται νὰ μοὶ εἴπῃ κανεὶς καὶ διὰ τὴν ληστείαν, διότι ἡ λῃστεία ἔχει ἐκτεταμένας τὰς ἐνεργείας της· ὅστις ἐλῄστευσεν εἰς Ἀθήνας λῃστεύει καὶ εἰς Θήβας καὶ εἰς Μεσολόγγιον, παντοῦ ἐπὶ ὅλης τῆς περιφερείας τοῦ Κράτους, καὶ ἐξέρχεται καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ ἂν θέλετε. Ἀλλὰ δι’ αὐτὸ τὸ ἔγκλημα εἶπον προτήτερα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὰ μέσα νὰ διορίσῃ ἕνα, δύο, τρεῖς, πέντε ἀνακριτάς, καὶ ἐντὸς βραχέος χρόνου νὰ τὸ ἐξελέγξῃ νὰ τὸ κλείσῃ εἰς τὰ στενά του ὅρια, καὶ νὰ τὸ καταδικάσῃ. Δι’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν λόγον, ἀποκρούων τὸ πρῶτον μέρος τοῦ 6 ἄρθρου, καὶ ταυτιζόμενος μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸ πιστεύουν ἐπιβλαβὲς διὰ τὸ Κράτος, παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ παραδεχθῇ τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Καλλιγᾶς.
§27ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, κατὰ τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν ὁ κατηγορούμενος ἐπὶ κακουργήματι δὲν δύναται ν’ ἀποφυλακισθῇ μέχρι τῆς δίκης του ἐπὶ ἐγγυήσει· ἐνῷ ὁ ἐπὶ πλημμελήματι δύναται. Ἡ νομοθεσία ἡ ποινικὴ εἶναι μεταβλητή. Ἐνόμισε λοιπὸν ἡ ἐπιτροπή, ὅτι χρησιμεύει ὡς ἐγγύησις τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ νὰ δύναται ἐξαιρετικῶς ὁ κατηγορούμενος διὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα ν’ ἀποφυλακίζεται ἐπὶ ἐγγυήσει, οὐχὶ διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον μοὶ φαίνεται, ὅτι ἤκουσα ἀναπτυχθέντα παρά τινος τῶν Κυρίων προλαλησάντων, ὅτι τουτέστι πρέπει νὰ καθιερωθῇ ἡ συνωμοσία· δὲν ἐννοῶ, Κύριοι, τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς τῆς ἐπικρατείας, ἐντὸς τῆς ὁποίας καθιεροῦται ἡ συνωμοσία· δὲν εἶναι ἄλλο εἰμὴ τὸ νὰ ἔχῃ τις τὰς ὑπονόμους καθ’ ἡμέραν ὑπὸ τοὺς πόδας του, καὶ νὰ κοιμᾶται ἐπ’ αὐτῶν, ἐὰν εἰμπορῇ νὰ κοιμηθῇ ἡσύχως καὶ ἀταράχως μάλιστα· ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι πολὺ δύσκολον. Δὲν εἶναι λοιπὸν δι’ αὐτὸ, ὁ λόγος εἶναι ὅλως διάφορος, εἶναι ὁ ἑξῆς· ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον αἱ πολιτικαὶ ἔριδες ὠθοῦν καὶ τοὺς ἄρχοντας καὶ τοὺς ἀρχομένους πέραν τῶν θεμιτῶν ὁρίων· γίνονται πολλάκις καταδιώξεις, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἀπὸ πνεῦμα οὐχὶ δικαιοσύνης, ἀλλὰ πνεῦμα ἐκδικήσεως πολιτικῆς· γίνονται λοιπὸν τοιαῦται κατηγορίαι· δὲν εἶναι πρωτοφανεῖς· ὄχι μόνον εἰς τὸ δεῖνα ἢ δεῖνα κράτος, ἀλλὰ σχεδὸν καθ’ ὅλα τὰ κράτη γίνονται πολλάκις τοιαῦται κατηγορίαι, ὅταν ἔρχωνται εἰς σφοδρὰν συμπλοκὴν τὰ κόμματα καὶ αἱ φατρίαι· γίνονται πολιτικαὶ κατηγορίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν ἄλλον σκοπὸν, παρὰ ἢ νὰ προστρίψουν μῶμον ἐπὶ ὁλοκλήρου μερίδος, ἢ τῳόντι ν’ ἀφαιρέσουν πρόσωπόν τι ἐκ τοῦ μέσου τῆς ἐνεργείας του. Ὑποθέσατε δημοσιογράφον δεινὸν, δριμὺν, ἐπιθετικὸν δημοσιογράφον, νὰ τὸν ἀφαιρέσουν ἐκ τῆς ἐνεργείας του, καὶ νὰ τὸν θέσουν ὑπὸ φυλακὴν εἰς τὸ δεσμωτήριον ἐπ’ ἀόριστον χρόνον παρατεινομένης τῆς ἀνακρίσεως· ὅταν τις ἐρευνήσῃ εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, θέλει εὕρει, ὅτι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἔχουν ἕνα σκοπὸν, οὐχὶ ἰδιοτελῆ, ἀλλ’ ἕνα σκοπὸν γενικώτερον· τὰ μέσα ἴσως πολλάκις εἶναι κατακριτέα καὶ τὰ μέσα βεβαίως δὲν δικαιοῦνται ὑπὸ τοῦ σκοποῦ, ὅταν ᾖναι κατακριτέα· εἶμαι πολὺ μακρὰν ἐκείνης τῆς θεωρίας, ὅτι ὁ σκοπὸς δικαιολογεῖ τὰ μέσα· δὲν ἐπιθυμῶ βεβαίως ποτὲ νὰ καταταχθῶ εἰς τὴν σχολὴν τοῦ Μακιαβέλη, οὐχ ἧττον, λέγω, ὅτι ἐν τῇ πάλῃ αὐτῇ τῶν κομμάτων γίνονται πολλάκις τοιαῦται καταδιώξεις. Δὲν πρέπει λοιπὸν αὗται αἱ καταδιώξεις νὰ ἔχουν ἐκείνην τὴν τραχύτητα, ἐκείνην τὴν αὐστηρότητα, τὴν ὁποίαν ἔχουν αἱ καταδιώξεις τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων. Τὶ προτείνεται; Δὲν προτείνεται πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ ἐνθαῤῥύνῃ τὴν συνωμοσίαν, ἢ τὸ ἀναρχικὸν πνεῦμα· ποσῶς δὲν προτείνεται τοιοῦτον· διότι ἡ ἐπ’ ἐγγυήσει ἀπόλυσις, αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν, τότε μόνον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι φέρει κίνδυνον εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὸ κράτος, ἐὰν δυνάμεθα νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι ἀποσπᾶταί τις ἐκ τῆς ἐνεργείας τοῦ νόμου, ὅτι ἀποδιδράσκει· ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ἀποδράσῃ ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ συμβουλίου νὰ προσδιορίσῃ τὴν ἐγγύησιν· καὶ δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὸν διὰ τὸ συμβούλιον ἐπὶ ἐγγυήσει νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀπόλυσιν, εἶναι δυνητικὸν, κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ἄρθρου εἶναι ὅλως δυνητικόν.
§28ΛΟΥΖΗΣ. Ὄχι, εἶναι δυνητικὸν διὰ τὸν προφυλακιζόμενον.
§29ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει, «πᾶς ἐπὶ πολιτικῷ ἐγκλήματι προφυλακιζόμενος δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν ἀποφυλάκισίν του δι’ ἐγγυήσεως ὁριζομένης....» λοιπὸν βλέπετε, εἶναι ἀντίθετοι αἱ γνῶμαι· ὁ μὲν θέλει ν’ ἀφαιρέσῃ ὅλως διόλου τὸ ἄρθρον· πρῶτον ἀποτείνομαι εἰς αὐτὸν νὰ τῷ δείξω, ὅτι δὲν εἶναι μέγας ὁ κίνδυνος· ἀλλ’ ἐν τῇ ἀποδείξει ταύτῃ ἀπαντῶ τὸ ἄλλο ῥεῦμα τῆς γνώμης, τὸ ὁποῖον λέγει ὄχι δυνητικὸν, εἶναι ὑποχρεωτικόν.
§30Α. ΛΟΝΤΟΣ. Εἶσθε λοιπὸν μεταξὺ ῥευμάτων;
§31ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐδῶ τὸ βῆμα βεβαίως εἶναι ἐν τῷ μέσῳ τῶν ῥευμάτων.
§32ΛΟΝΤΟΣ. Νὰ μὴ καταποντισθῆτε.
§33ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Βεβαίως σεῖς ὡς φιλάνθρωπος καὶ ὡς ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν θὰ μ. ἀφήσητε νὰ πνιγῶ, θὰ μὲ σώσητε (ἱλαρότης). Λέγω λοιπὸν πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν ἐπικίνδυνον, λέγω, ὅτι εἶναι δυνητικόν· πρὸς ἐκείνους δὲ, οἱ ὁποῖοι τὸ θέλουν ὑποχρεωτικὸν λέγω, ὅτι βεβαίως τὸ ν’ ἀπαιτῇ τις ἀπόλυτον διάταξιν περὶ τούτου, καὶ τὸ νὰ ᾖναι ὑποχρεωτικὸν, τότε φθάνομεν τῷ ὄντι εἰς ἐκεῖνο τὸ ἀτόπημα, τὸ ὁποῖον φοβοῦνται οἱ ἄλλοι, δηλαδὴ εἰς τὸ ἀτόπημα νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἀπόλυσιν δι’ ἐγγυήσεως εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠμπορεῖ τις νὰ κάμῃ πᾶσαν χρηματικὴν θυσίαν, μόνον διὰ νὰ σώσῃ ἑαυτὸν ἀπὸ τῆς χειρὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ὑποθέσατε π. χ. ἕνα προδότην τῆς πατρίδος του, ὁ ὁποῖος ἐπρόδωσεν ἓν φρούριον, διότι εἶναι πολιτικὸν ἔγκλημα, καὶ κοινῶς πολιτικὸν ἔγκλημα ὅταν λέγετε, δὲν εἶναι μόνον ὅπως νομίζουν τινὲς ἡ συνωμοσία. Οἱ ἐπαναστάται καὶ ἡ ἐπανάστασις εἶναι ἡ ἐλαχίστη κατηγορία τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων. Τὸ πολιτικὸν ἔγκλημα περιλαμβάνει ἕνα μέγιστον κύκλον. Ὁ προδότης τῆς ἰδίας του πατρίδος, ὁ ὁποῖος ἤνοιξε τὰ φρούρια εἰς τὸν ἐχθρὸν, αὐτὸς κατηγορεῖται ἐπὶ πολιτικῷ ἐγκλήματι· ἡ ποινὴ εἶναι κεφαλικὴ, καὶ πρέπει νὰ ᾖναι κεφαλικὴ, ἐὰν ὑποθέσητε μάλιστα ὅτι ἐπῆλθε καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς προδοσίας. Ποῖον ἔθνος εἰμπορεῖ ν’ ἀνεχθῇ ὥστε νὰ μὴ τιμωρηθῇ διὰ τοῦ αὐστηροτέρου τρόπου αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἐπρόδωσε τὴν πατρίδα του, καὶ ἐννοεῖτε κάλλιστα, ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕτοιμος νὰ καταθέσῃ πᾶσαν χρηματικὴν θυσίαν διὰ νὰ σώσῃ τὴν κεφαλήν του καὶ νὰ ἐξέλθῃ τοῦ Κράτους; Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἰπῆτε, δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τρεῖς Δικαστάς· διότι αὐτὸ τὸ βούλευμα ὑπόκειται εἰς ἀνακοπήν· ἔρχεται καὶ εἰς τὸ συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν· καὶ ἂν δὲν ἀρκοῦν αὐταὶ αἱ ἐγγυήσεις τριῶν Δικαστῶν Πρωτοδικῶν, πέντε ἐφετῶν, μοὶ φαίνεται τότε ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχῃ τις πλέον ἐγγυήσεις· διότι μόνη ἐγγύησις μοὶ φαίνεται ὑπάρχει εἰς τὸ ἀνεξάρτητον τῶν Δικαστηρίων· μὴ περιμένετε τὸ πᾶν ἀπὸ μίαν διάταξιν· ὅλαι αἱ διατάξεις εὑρίσκονται εἰς ἀλληλουχίαν πρὸς ἀλλήλας· ἐὰν δὲν φροντίσητε νὰ φέρητε διάταξιν, ἡ ὁποία νὰ ἐξασφαλίζῃ τὸ ἀνεξάρτητον τῶν δικαστηρίων, μὴ περιμένετε καμμίαν ἐγγύησιν· θὰ φθάσητε εἰς τὸ νὰ ἔχῃ ὁ κακοῦργος αὐτὸς ἑαυτὸν ἐγγύησιν. Θέλετε αὐτὸς ὁ κατηγορούμενος ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ νὰ μὴ ἔχῃ μίαν ἐγγύησιν; βλέπετε, ὅτι ζητοῦμεν οὔτε τὸ ἕνα ἄκρον οὔτε τὸ ἄλλο, ἀλλὰ τὸ μέσον· ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἀνοιχθῶσιν αἱ θύραι τῶν φυλακῶν εἰς αὐτὸν, ὑπόκειται εἰς τὴν πρόβλεψιν τοῦ κοινοῦ, μὴ νομίσητε, ὅτι ἕνα κατηγορούμενον ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ ὁποιοσδήποτε δικαστὴς δύναται νὰ τὸν ἀπολύσῃ, χωρὶς ἡ κοινὴ γνώμη νὰ ἐκφρασθῇ. Δὲν σᾶς παρέχει οὔτε ἡ κοινὴ γνώμη ἐγγυήσεις; Αἱ ἐγγυήσεις εἶναι ἐθνικαὶ, ἂν ἀμφιβάλλετε ὅτι καὶ τὸ ἔθνος ἔχει πολιτικὰ φρονήματα, ἕνα χαρακτῆρα πολιτικὸν, ἂν ἀμφιβάλλετε καὶ εἰς τοῦτο τότε ὅλον τὸ σύνταγμα εἶναι περιττὸν, δὲν στηρίζεται εἰς τίποτε ἄλλο παρ’ ὅτι τὸ ἔθνος αἰσθάνεται τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, ἔχει ἀντιπροσώπους ὑποστηρίζοντας αὐτά. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δυνάμεθα νὰ διατηρήσωμεν τὸ πρῶτον μέρος, χωρὶς νὰ ἀκούσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι δι’ αὐτοῦ δύναται πάντοτέ τις νὰ ἐξέλθῃ τῶν φυλακῶν ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε, προσφέρων ὁποιανδήποτε ἐγγύησιν.
§34ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐπὶ τοῦ 6 ἄρθρου ἐπρότεινα, Κύριοι, τὴν ἀκόλουθον τροπολογίαν· πρῶτον μὲν νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ πρῶτον αὐτοῦ μέρος, καὶ κατὰ τοῦτο εὑρέθην σύμφωνος μὲ τὸν Κύριον Δ. Κυριακοῦ, κατὰ δὲ τὰ λοιπὰ νὰ τροπολογηθῇ, εἰς τρόπον, ὥστε ἡ εὐεργετικὴ πρόνοιά του νὰ ἐπεκτανθῇ εἰς ὅλα τὰ εἴδη τῶν ἐγκλημάτων, ὥστε, κατὰ τὴν ἐμὴν τροπολογίαν, τὸ ἄρθρον 6 θέλει ἔχει ὡς ἀκολούθως. «Οὐδέποτε ἡ προφυλάκισις δύναται νὰ παραταθῇ πλέον τῶν τριῶν μηνῶν ἄνευ δικαστικοῦ βουλεύματος. Ἄλλως ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ φυλακισμένος νὰ ζητήσῃ τὴν ἀποφυλάκισίν του δι’ ἐγγυήσεως, ὁριζομένης ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου συμβουλίου· κατὰ τῶν τοιούτων βουλευμάτων, εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις, ἐπιτρέπονται τὰ συνήθη ἔνδικα μέσα.» Ἀποκρούω λοιπόν, Κύριο, ὡς ἠκούσατε, τὸ πρῶτον μέρος τοῦ 6 ἄρθρου τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου καθιεροῦται ἡ ἀληθῶς, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, πρωτοφανὴς ἀρχὴ τῆς δι’ ἐγγυήσεως ἀπολύσεως ὅλων τῶν προφυλακιζομένων διὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι πρωτοφανὴς εἶναι ἡ εἰσαγομένη καινοτομία, καὶ, μοὶ φαίνεται, δὲν ἔκαμα ὑπερβολήν· διότι, τὸ ὁμολογῶ, ὅσον καὶ ἂν ἐπροσπάθησα νὰ ἀνεύρω τὴν ἀρχὴν τῆς διατάξεως ταύτης εἰς ξένην τινὰ νομοθεσίαν, ἢ εἰς τὴν τοῦ Ἀγγλικοῦ ἔθνους, ὅπου, ὡς γνωστόν, ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία ἀπολαύει τῆς εὐρυτέρας προστασίας, δὲν ἠδυνήθην νὰ τὸ κατορθώσω· καὶ τὴν ἀπορίαν μου ταύτην δὲν ἔλυσεν οὐδ’ ὁ ἔντιμος εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς διὰ τῆς μακρᾶς ἀγορεύσεώς του· ὅλα τὰ ἱστορικὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα ἀνέφερε, ὅλα τὰ διάφορα συμβεβηκότα τῆς Ἀγγλικῆς ἱστορίας, ὧν ἐμνημόνευσε, δὲν προσθέτουσι κανὲν ἐπιχείρημα περὶ τοῦ ὅτι ἐπεκράτησε ποτὲ ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν ἔρχεται νὰ καθιερώσῃ ἡ ἐπιτροπή. Τί εἶναι, Κύριοι, αὐτὴ ἡ ἀρχὴ, ἂν θελήσωμεν νὰ τὴν ἀναλύσωμεν εἰς τὴν οὐσίαν της; καὶ ὅταν λέγω νὰ τὴν ἀναλύσωμεν, δὲν ἐννοῶ νὰ τὴν ἀναλύσωμεν ἐκλαμβάνοντες αὐτὴν ὅπως τὴν ἐννόησεν ὁ ἔντιμος κύριος Καλλιγᾶς, διότι ἡ ἔννοια τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ Κύριος Καλλιγᾶς, οὐδόλως, φρονῶ, συμβιβάζεται οὔτε μὲ τὸ γράμμα τοῦ 6 ἄρθρου, οὔτε μὲ τὸ πνεῦμα τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευσε τὴν διάταξιν ταύτην ἐν τῇ ἐπιτροπῇ· ἀναλύων λοιπὸν τὴν ἔννοιαν τοῦ 6 ἄρθρου, ἐννοῶ, Κύριοι, νὰ τὴν ἀναλύσω ὅπως μοὶ παρίσταται ἐκ τοῦ γράμματός του, ὅπως τὴν ἐννόησεν ἡ ἐπιτροπὴ, ὅπως ὁ εἰσηγητὴς αὐτῆς ἔν τε τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει του καὶ ἐν τῇ ἀγορεύσει του παρεδέχθη, καὶ ὄχι ὅπως τὴν ὑπέλαβεν ὁ Κύριος Καλλιγᾶς· τί λέγει, Κύριοι, τὸ 6 ἄρθρον; «Πᾶς ἐπὶ οἱῳδήποτε πολιτικῷ ἐγκλήματι κατηγορούμενος ἀπολύεται δι’ ἐγγυήσεως», ὅπερ ἐστὶ δὲν προφυλακίζεται. Οὕτω ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὴν πολιτείαν τὸ κοινότερον, τὸ φυσικώτερον τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ ἄτομον, τὸ δικαίωμα τῆς νομίμου ἀμύνης· τί ἠθέλατε εἴπει, Κύριοι, ἂν ἤρχετο ἕνας νόμος καὶ νόμος θεμελιώδης, ὅστις νὰ λέγῃ, ὅτι, ὅταν τὸ ἄτομον εὑρίσκεται ἐκτεθειμένον εἰς ἐπίθεσιν ἐπικίνδυνον πρέπει νὰ στέκηται μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας; καὶ αὐτὸ τοῦτο, Κύριοι, ἔρχεται νὰ καθιερώσῃ τὸ 6 ἄρθρον ὡς πρὸς τὴν πολιτείαν. Ὑποσκάπτονται τὰ θεμέλια τῆς πολιτείας, ἡ πολιτεία ἀκούει τοὺς κρότους, ἡ ὑπόνομος εἶναι ἕτοιμος εἰς ἔκρηξιν, συλλαμβάνονται οἱ σκαπανεῖς μὲ τὰ ἐργαλεῖα εἰς τὰς χεῖρας, ἀλλ’ ὁ νόμος λέγει εἰς τὴν πολιτείαν, μὴ τοὺς ἐνοχλῇς, ἄφησέ τους ἐλευθέρους νὰ τελειώσωσι τὸ ἔργον των, καὶ ἂν δὲν δυνηθῶσι νὰ τὸ τελειώσωσιν, ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς συλλάβῃς καὶ νὰ τοὺς τιμωρήσῃς! Ἰδοὺ ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ καθιερώσητε ἐν τῷ Συντάγματι, καὶ ὀνομάζετε τοῦτο ἐγγύησιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ὡς ἂν ἡ πολιτεία, τὸ ἠθικὸν αὐτὸ πρόσωπον, μὴ εἶχε καὶ αὐτὴ δικαιώματα, ὡς ἂν τὰ δικαιώματα τῆς πολιτείας νὰ μὴ ἦταν ἀνώτερα τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀτόμου· ὄχι, Κύριοι, δὲν σκέπτονται οὕτως οἱ λαβόντες τὴν ἐντολὴν νὰ θέσωσιν ἑδραίας τὰς βάσεις τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον θέλει διέπει τὸ ἔθνος· δὲν δύναται ποτὲ ἡ Συνέλευσις ἐν τῷ Συντάγματι αὐτῷ, τὸ ὁποῖον προώρισται νὰ ᾖναι ἑδραῖον καὶ ἀμετάβλητον, ν’ ἀνεχθῇ νὰ ὑπάρχῃ ὁ σπόρος τῆς ἀνατροπῆς, ἡ ἀβεβαιότης τοῦ δισταγμοῦ, καὶ ἡ ἀμφιβολία νὰ ἐκφράζηται ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς ἰδίους! Ἐννοῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν δύναται εἰμὴ νὰ εὑρίσκηται ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν ἰδεῶν τινων, αἱ ὁποῖαι κάμνουσιν αὐτὴν, ὥστε μετά τινος εὐνοίας, μετά τινος ἰδιαιτέρας περιποιήσεως νὰ προσφέρηται εἰς τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα· ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, νομοθετῶμεν, πρέπει ἀφίνοντες κατὰ μέρος τὰς τοιαύτας συμπαθείας, νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι ἐν τῷ πολιτεύματι τούτῳ ὀφείλομεν νὰ θέσωμεν τοιαύτας βάσεις, τὰς ὁποίας οὐδεὶς νὰ δύναται νὰ κλονίσῃ· καὶ ἂν ἐπιχειρήσῃ νὰ τὰς κλονίσῃ, ἡ ἀπὸ μέρους τῆς πολιτείας ἀντίστασις νὰ ᾖναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ ὑποκύπτῃ εἰμὴ ὅταν ἡ ἐπίθεσις ἐκφράζῃ τὴν θέλησιν ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους· ἀλλ’ ὅταν εἰς τὴν πολιτείαν δὲν δώσωμεν τὰ μέσα τῆς νομίμου ἀμύνης, πᾶσα κατ’ αὐτῆς ἐπίθεσις θέλει ἐπιτυγχάνει δι’ ἔλλειψιν ἀντιστάσεως ἰσχυρᾶς καὶ νομίμου................. Ὅταν, Κύριοι, πρόκηται νὰ ἐπιφέρωμεν τροποποιήσεις τινὰς ἢ προσθήκας μὴ εὑρισκομένας ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1844, δὲν ἔχομεν, φρονῶ, ἀνάγκην νὰ προσδράμωμεν εἰς τὰ πολιτεύματα ξένων κρατῶν, ἀλλὰ ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰς ἀνάγκας, ἃς ἡ ἐν τῷ παρελθόντι κακὴ ἐφαρμογὴ τοῦ Συντάγματος παρήγαγε, καὶ περὶ τῆς θεραπείας αὐτῶν νὰ λάβωμεν πρόνοιαν· τὸ παρελθὸν λοιπὸν αὐτὸ ὀφείλει νὰ μᾶς διδάξῃ ποίας τροποποιήσεις πρέπει νὰ ἐπιφέρωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844. Ἄν, Κύριοι, ὑπῆρξεν ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς ἡμῶν βίος δὲν ἦτον εἰμὴ σειρὰ πολιτικῶν ἐγκλημάτων, ὁμολογουμένως ἦτον ἡ ἐποχὴ τῶν τριῶν τελευταίων πρὸ τῆς μεταπολιτεύσεως ἐτῶν· αὐτὴν ἂς παρακολουθήσωμεν, Κύριοι, καὶ εἰς αὐτὴν ἂς ζητήσωμεν ἂν τῳόντι παρίσταται ἡ ἀνάγκη τῆς καινοτομίας, τὴν ὁποίαν παρεισάγει σήμερον ἡ ἐπιτροπὴ ἐν τῷ 6. ἄρθρῳ· ἐζήτησα καὶ ἔλαβον σημείωσιν περὶ τῆς διαρκείας τῆς ἀνακρίσεως τῶν καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ χρονικὸν διάστημα καταδιωχθέντων πολιτικῶν ἐγκλημάτων, ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι εἰς τὰ παραδείγματα τῶν πολιτικῶν καταδιώξεων τῆς ἐποχῆς, ἣν προανέφερα, δὲν εὗρον τὸν ἱστορικὸν λόγον τοῦ 6. ἄρθρ. τοῦ σχεδίου· εἶναι κίνδυνος μέγας, λέγουν, ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων, ἡ ἐξουσία καταχρώμενη τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ διαθέσῃ, μὴ ὠθήσῃ τὴν καταδίωξιν αὐστηρότερον τοῦ δέοντος· εἶναι κίνδυνος μὴ καταδιώξῃ ἀθώους πολίτας, εἶναι κίνδυνος μὴ παρατείνῃ ἐπ’ ἄπειρον τὰς ἀνακρίσεις διὰ νὰ βασανίσῃ ἔτι μᾶλλον τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα φαίνονται αὐτῇ πολέμια· ἰδοὺ, Κύριοι, οἱ λόγοι οὓς ἐπεκαλέσθησαν πρὸς δικαιολόγησιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου· εὐτυχῶς σήμερον δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν· δὲν εἴμεθα εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐμεγαλύναμεν εἰς τὴν φαντασίαν μας τὰ πράγματα· ἐγὼ ὁ ἴδιος ἐπὶ πολιτικῆς καταδιώξεως, ἡ ὁποία μ’ ἀπέβλεπεν ἐγγύτατα, παρέστησα ὅτι ὁ πολιτικῶς καταδιωκόμενος εὑρίσκετο ἐν τῇ εἱρκτῇ ὁμοῦ μὲ τοὺς κακούργους, ἂν σήμερον ὅμως μὲ ἐρωτήσητε θὰ σᾶς εἴπω, ὅτι οὐδὲν ἐξαιρετικὸν ὡς πρὸς αὐτὸν ἐγένετο, ὑπὸ τοῦ δεσμοφύλακος μάλιστα καί τις περιποίησις τῷ ἐδόθη (θόρυβος). Ἐσυνείθισα, Κύριοι, νὰ λέγω καὶ νὰ ὁμολογῶ πάντοτε τὴν ἀλήθειαν, ἀδιαφορῶν ἂν τινὲς θορυβοῦνται διὰ τοῦτο· εἶπον λοιπὸν καὶ ἐπαναλέγω, δὲν ἔχομεν σήμερον συμφέρον νὰ βλέπωμεν τὰ πράγματα ὡς πρὸς τὴν καταδίωξιν τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων μὲ τὸ μικροσκόπιον, καθὼς τὰ ἐβλέπαμεν τότε, ὅτε καὶ ὁ τύπος καὶ πάντες τὰ ἐμεγάλυνον· δύνασθε νὰ εἴπητε, ὄχι, ἀλλ’ ἡ συνείδησίς σας θὰ εἴπῃ ναί· εἴμεθα λοιπὸν εἰς θέσιν σήμερον νὰ κρίνωμεν ἀπαθέστερον ἐκείνην τὴν ἐποχὴν διὰ νὰ εὕρωμεν ἂν τῳόντι ἔχωμεν ἀνάγκην τῆς ἐξαιρετικῆς ἐγγυήσεως, ἡ ὁποία καθιεροῦται εἰς τὸ 6 ἄρθρον τοῦ σχεδίου· ἐν τῷ παρελθόντι ἐγένοντο τοιαῦται καταχρήσεις περὶ τὴν καταδίωξιν τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων, ὥστε νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἐξαιρετικὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τοῦ σχεδίου; Τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, κρίνων ἀπαθέστερον, ἀφ’ ὅ,τι τότε ἔκρινα, διότι τοιαύτη ἦτον ἡ κατάστασις ἡ τότε, εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὴν θέρμην τὴν ἐπαναστατικὴν καὶ τὰ πράγματα τὰ ἐμεγαλύναμεν τότε πολὺ περισσότερον, διότι τὸ ἀπῄτει καὶ τὸ πολιτικὸν ἡμῶν συμφέρον, δὲν εὑρίσκω ἐν τῷ παρελθόντι τὸν ἱστορικὸν λόγον τῆς ἐξαιρετικῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 6 (θόρυβος). Ἰδοὺ θέλω σᾶς ἀναφέρει μεταξὺ τῶν πολιτικῶς καταδιωχθέντων τινὰς, καὶ θέλετε ἴδει ἂν ὁ κίνδυνος τῆς ἐπ’ ἄπειρον παρατάσεως τῆς ἀνακρίσεως ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων ᾖναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ μᾶς ἀναγκάσῃ νὰ λάβωμεν τόσῳ ἐξαιρετικὰ προφυλακτικὰ μέτρα. Ὁ Τιμολ. Φιλήμων (θόρυβος ἐξ ἀριστερῶν ἆ, ἆ, ἆ) τὴν 10 Δεκεμβρίου 1859 κατηγορήθη ἐπὶ ἐξυβρίσει τοῦ ἐκπτώτου βασιλέως, καὶ ἡ κατ’ αὐτοῦ ἀνάκρισις ἐπεραιώθη ἐκδοθέντος καὶ τοῦ βουλεύματος τὴν 2 Μαρτίου 1860 ἤτοι μετὰ δύω ἥμισυ μῆνας. Ὁ Ἀριστείδης Δόσιος, ἐπὶ τῇ γνωστῇ ἀποπείρᾳ προφυλακισθεὶς κατὰ τὴν 6–7 Σεπτεμβρίου 1861 δὲν ἔμεινεν ὡς ὑπόδικος ἐν τῇ ἀνακρίσει εἰμὴ ἕνα μόνον μῆνα· διότι τὴν 9 Ὀκτωβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἐξεδόθη τὸ τῆς παραπομπῆς βούλευμα· οἱ ὑπεύθυνοι συντάκται ἐφημερίδων Νικόλαος Ἄκακος, Ἰωάννης Ἀντωνιάδης, ἐπροφυλακίσθησαν ἐπὶ ἐξυβρίσει τοῦ ἐκπτώτου Βασιλέως, ὁ μὲν κατὰ τὴν 5 Σεπτεμβρίου 1862, ὁ δὲ κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ αὐτοῦ ἔτους καὶ τὸ κατ’ αὐτῶν βούλευμα ἐξεδόθη πρὶν παρέλθῃ ὁ μήν. Τέλος πάντων, Κύριοι, τῆς σπουδαιοτέρας τῶν συνωμοσιῶν, ὅσαι προηγήθησαν τῆς μεταπολιτεύσεως καὶ προπαρεσκεύασαν αὐτὴν, τῆς τοῦ Μαΐου 1861, ἡ ἀνάκρισις ἐπεραιώθη καὶ τὸ βούλευμα ἐξεδόθη τὴν 27 Σεπτεμβρίου 1861, ἤτοι μετὰ τέσσαρας μῆνας. Λοιπὸν, Κύριοι, τὸ κατ’ ἐμὲ θέλω νὰ ᾖμαι πρακτικὸς, δὲν θέλω νὰ εἰσαχθῶσι καινοτομίαι ἐν τῷ νέῳ πολιτεύματι, αἱ ὁποῖαι δὲν δικαιολογοῦνται ἐκ τῆς πρακτικῆς τοῦ παρελθόντος. Τὸ νὰ θέλωμεν δὲ νὰ καθιερώσωμεν μίαν τοιαύτην ἀρχὴν, ἡ ὁποία οὔτε ἐκ τῶν παθημάτων τοῦ παρελθόντος δικαιολογεῖται, οὔτε εὑρίσκεται εἰς κανὲν πολίτευμα τῆς Εὐρώπης, εἶναι ὡς νὰ θέλωμεν νὰ καθιερώσωμεν ἐν τῷ Συντάγματι μετὰ τῶν βάσεων τῆς ἐννόμου τάξεως τὴν βάσιν τῆς ἀναρχίας. Τὰ ὀλίγα ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω, ὡς πρὸς τὴν ἀπάλειψιν, τὴν ὁποίαν προτείνω ἐπὶ τοῦ πρώτου μέρους· ἔρχομαι ἤδη ὡς πρὸς τὴν ἐπὶ τοῦ δευτέρου μέρους τροπολογίαν. Ἡ διὰ τοῦ σχεδίου καθιερουμένη ἐγγύησις τοῦ νὰ μὴ παρατείνηται ἡ προφυλάκισις τῶν ἐπὶ πολιτικοῖς ἐγκλήμασι καταδιωκομένων πέραν τῶν τριῶν μηνῶν ἄνευ δικαστικοῦ βουλεύματος εἶναι δίκαιον, φρονῶ, νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὰ κοινὰ ἐγκλήματα· διότι ἡ πρακτικὴ μέχρι τοῦδε ἀποδεικνύει, ὅτι ἐπὶ τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων ἡ προφυλάκισις ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ὑπερέβη τὸ ἔτος· δὲν ἐννοῶ ἑπομένως πρὸς τὶ ἡ διάκρισις αὕτη μεταξὺ κοινῶν ἐγκληματιῶν καὶ τῶν πολιτικῶν, προκειμένου νὰ περιορισθῇ ἡ παράτασις τῆς προφυλακίσεως, ἥτις εἶναι πάντοτε μία ἀδικία καὶ μόνον ἀνάγκη κοινωνικὴ δύναται νὰ τὴν δικαιολογήσῃ. Συμπεραίνων λοιπὸν προτείνω τὴν ἀπάλειψιν τοῦ πρώτου μέρους τοῦ 6 ἄρθρου τοῦ σχεδίου καὶ τὴν γενίκευσιν τοῦ δευτέρου, ὥστε νὰ ἐφαρμόζηται ἐπὶ ὅλων τῶν ἐγκλημάτων.
§35ΚΑΛΟΣ. Ὁ καταβὰς τοῦ βήματος, Κύριοι, σᾶς εἶπεν, ὅτι προκειμένου νὰ νομοθετήσωμεν περὶ τοῦ Συντάγματος, καὶ ἰδίως περὶ τῶν ἀφορώντων τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, νὰ μὴ καταφύγωμεν εἰς θεωρίας ξένων ἐθνῶν, ἀλλὰ νὰ ὁδηγηθῶμεν ἀπὸ τὰ συμβαίνοντα ἐν τῷ τόπῳ. Θέλω πείσει αὐτὸν ἐκ τῶν γεγονότων, ὅτι ἀνάγκη νὰ μεταβληθῶσι διατάξεις τινὲς τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844. Λυποῦμαι μάλιστα πῶς ὁ πρῶτος ἀγορεύσας ἐλησμόνησεν, ὁ Κ. Κόκκινος, διότι ὑπῆρξε δικηγόρος καὶ ὑπερασπιστὴς πολλῶν ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ὅτι πολλοὶ καθείρχθησαν, ἔμειναν ἐν ταῖς φυλακαῖς ὄχι 3, ὄχι 4 μῆνας, ἀλλὰ 1 ἔτος καὶ 2 ἔτη. Τὸ ἄρθρον 6 συνεζητήθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ μετὰ πείσματος μόλις δύω ἢ τρεῖς κατώρθωσαν νὰ κατισχύσουν τῶν ἄλλων· ἡ διάταξις εἶναι προληπτικὴ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας καὶ οὐχὶ πρὸς ἀνατροπήν. Δὲν κατεδιώχθησαν, εἶπεν ὁ Κ. Σαράβας, ἀδίκως ἄνθρωποι, δὲν καθείρχθησαν εἰς τὰς φυλακὰς διὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα πλέον τῶν 4 μηνῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσε σημείωσιν, ἀλλ’ ἐλησμόνησαν, ὅτι ὁ Λαπουσιάδης καθείρχθη εἰς τὰς φυλακὰς ἐπὶ 18 μῆνας, καὶ τὸ ἐκδοθὲν κατόπιν βούλευμα ἵνα δικαιολογηθῇ ἡ παράνομος προφυλάκισίς του τὸν παρέπεμψεν ἐπὶ πλημμελήματι.
§36ΤΙΝΕΣ. Ἦτο πολιτικὸν ἔγκλημα.
§37ΚΑΛΟΣ. Μάλιστα· ὁ Κ. Βούλγαρης ἦτο τότε ὑπουργὸς, καὶ μόνον διότι κατεφέρετο κατὰ τῆς Κυβερνήσεως κατεδιώχθη ἐπὶ πολιτικῷ ἐγκλήματι καὶ ἐπὶ ληστείᾳ. Ἐλησμόνησαν, ὅτι ὁ Ῥέντης καὶ τόσοι ἄλλοι ἔμειναν 19 μῆνας· ἠκούσατε ἀπὸ τὸν Κ. Κυπαρίσσην τὴν προχθὲς, ὅτι προσήρχετο συχνὰ εἰς τὸν εἰσαγγελέα καὶ τὸν ἀνακριτὴν καὶ ἐζήτει τὴν παραπομπὴν τῶν κατηγορουμένων, καὶ ὅμως δὲν εἰσηκούετο.
§38ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Κύριε Καλὲ, τὸ βούλευμα τὸ ἐξέδωσαν.
§39ΚΑΛΟΣ. Ὄχι, Κ. Κυπαρίσση· διότι ἐγὼ αὐτὸς ἐπεσκεπτόμην καθ’ ἑκάστην εἰς τὰς φυλακὰς αὐτοὺς, καὶ βούλευμα δὲν ἐξεδόθη μέχρι τῆς διὰ τῆς ἀμνηστείας ἀπολύσεώς των. Κύριοι, ὁ Κύριος Καλλιγᾶς πολὺ καθαρὰ σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι πολιτικὰ ἐγκλήματα μόνον τὰ τῆς συνωμοσίας, ἀλλὰ καὶ ἄλλα τὰ ὁποῖα καταδιώκονται· σᾶς ἔφερε παράδειγμα τὰ ἐγκλήματα τοῦ τύπου, δυνάμει ἑνὸς νόμου δρακοντείου καὶ κακοηθεστάτου, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1851 ἐπροκάλεσε, δύναται ἡ ἐξουσία νὰ φυλακίσῃ πάντα δημοσιογράφον, λόγῳ, ὅτι προσέβαλεν ἐμμέσως τὸν Βασιλέα, τοῦτο δὲ ἂν δὲν ἐγένετο ἢ δύναται νὰ γίνῃ αὔριον, μετ’ οὐ πολύ. Ζητεῖτε, Κύριοι, νὰ καταστρέψητε τὴν τάξιν μᾶς λέγουν διὰ τοιούτων διατάξεων· ὄχι· τὴν τάξιν τὴν θέλομεν, ἀλλὰ τὴν θέλομεν ἐντὸς τῆς ἐλευθερίας· καὶ δὲν συγκατατιθέμεθά ποτε νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐξουσίαν νὰ συλλαμβάνῃ ἀναιτίως σχεδὸν καὶ νὰ φυλακίζῃ τὸν πολίτην, ἕνεκα πολιτικῶν λόγων. Εἰς τὰ συνωμοτικὰ τοῦ Μαΐου 1861 δὲν εἶχον μετοχήν τινα καὶ ἐν τούτοις παρ’ ὀλίγον νὰ φυλακισθῶ· ἐσώθην κατὰ χάριν ἄλλων, ἐσχάτως ἐφυλακίσθην καὶ δὲν βαρυθυμῶ, ἂν καὶ δὲν ὑπῆρχον ἀποδείξεις κατ’ ἐμοῦ, καθὼς καὶ τόσοι ἄλλοι ἀναιτιολογήτως καὶ μόνον ἐπὶ ἁπλῇ ὑποψίᾳ, αὐτὸς ὁ Κ. Μίλησης ἅμα ἐλθὼν εἰς Ἀθήνας, διότι ἦτο πολιτικὸς ἐχθρὸς ἑνὸς ἰσχύοντος τότε ἐφυλακίσθη ἄνευ λόγου, καὶ ἀπεφυλακίσθη ἀκολούθως. Καθείρχθημεν, Κύριοι, ἄνευ ἐξετάσεως ἐνταῦθα, καὶ μίαν νύκτα μᾶς ἀπάγουν μετὰ τρομερᾶς φρουρᾶς, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ποῦ θὰ μᾶς μεταφέρουν· ἐρωτῶμεν, καὶ μᾶς ἀπαντοῦν ἐμπρός· κατὰ τὴν ἔξοδόν μας ἐκ τοῦ Μεδρεσὲ ἦτο παρατεταγμένος στρατὸς ὁλόκληρος ἀπὸ 25 χωροφύλακας καὶ 40 στρατιώτας, οἵτινες κατεῖχον ὅλην τὴν γραμμὴν· μᾶς κατέβασαν εἰς Πειραιᾶ καὶ ἐκεῖθεν μᾶς μετέφερον εἰς Κύθνον, ἐκεῖθεν μᾶς καθεῖρξαν ἐντὸς ἑνὸς κατέργου, ὅπου μήτε ἀέρα δὲν ἠμπορούσαμεν ν’ ἀναπνεύσωμεν, καὶ ἐκεῖ ἠθέλομεν μείνει ἐπὶ πολλοὺς μῆνας, ἂν δὲν ἤρχετο ἀπεσταλμένος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μᾶς συνδράμῃ· μᾶς μετέφερον εἰς Μύκωνον καὶ ἐμείναμεν ἐπὶ τρεῖς μῆνας ἀνεξέταστοι· ἔχομεν μεγαλειτέραν ἐγγύησιν εἰς τὸ συμβούλιον παρὰ εἰς ἕνα ἀνακριτὴν, διότι τρεῖα μέλη ὁμοῦ τοῦ δικαστηρίου ἠμποροῦν νὰ ᾖναι μᾶλλον ἀνεξάρτητοι.
§40ΣΤ. ΜΑΚΡΗΣ. Τὸ βούλευμα τῆς 16 Μαΐου, μετὰ πόσους μῆνας ἐξεδόθη; Μετὰ ἕξ.
§41ΚΑΛΟΣ. Διὰ τοὺς λόγους τούτους προτείνω τὴν παραδοχὴν τοῦ ἄρθρου τροποποιουμένου οὕτω· «δύναται ν’ ἀποφυλακισθῇ κ.λπ.»
§42ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τὸ Συμβούλιον δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ.
§43ΚΑΛΟΣ. Ἠμπορεῖ.
§44ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ· τὴν ἀποφυλάκισιν μὴ στηριζομένην εἰς κἀμμίαν ἐγγύησιν, τὴν ὁποίαν νὰ μὴ δύναται νὰ πληρώσῃ· αὐτὸ εἶναι σχολαστικόν.
§45ΚΑΛΟΣ. Δὲν εἶναι σχολαστικόν· ἀφήσατε εἰς τὸν Δικαστὴν νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς περιστάσεις. Μοὶ λέγετε ἂν δύναται νὰ ἀποφυλακισθῇ δι’ ἐγγυήσεως· ὅπως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ αὐτὸς, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ Δικαστήριον ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἀποφυλάκισιν.
§46ΔΙΟΜΗΔΗΣ. ... (θόρυβος)
§47ΚΑΛΟΣ. Σεῖς δὲν ἐνδιαφέρεσθε, διότι εἶσθε πάντοτε κεκρυμμένοι ὄπισθεν μιᾶς ἄλλης χλαμύδος (θόρυβος). Τροπολογοῦντες, Κύριοι, τὸ ἄρθρον, ὅπως σᾶς εἶπα, δὲν ἔχετε νὰ φοβηθῆτε τίποτε, ἀπ’ ἐναντίας δίδετε περισσοτέραν ἐγγύησιν εἰς τὴν τάξιν. Μὴ νομίζετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀνίσχυρος πάντοτε, ὅταν δίδετε τοσαῦτα δικαιώματα εἰς τὸν λαόν· ὄχι εἶναι ἰσχυρωτέρα ἀπὸ τὸν λαὸν, διότι συγκεντρώνει ἁπάσας τὰς δυνάμεις, ἠθικὰς καὶ ὑλικάς. Ὅπου τὸ ἔθνος, πλειοψηφοῦν ἐπαναστατήσῃ, ὅλα τὰ συντάγματα καταστρέφονται (θόρυβος). Εἶναι περιττὴ ἡ διάταξις, διότι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι κατὰ τῆς κακοηθείας τῶν ὑπαλλήλων· εἰς τὸ συμβούλιον ὑπάρχει ἐγγύησις μεγαλητέρα, διότι τοῦτο συναισθανόμενον τὸν προορισμόν του, περισσότερον σεβόμενον τὴν θέσιν του καὶ τὴν κοινωνίαν, θὰ ἀποφαίνεται ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς ἀποφυλακίσεως. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐπιμένω νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει, μὲ τὴν τροποποίησιν νὰ δύναται ν’ ἀποφυλακισθῇ.
§48ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὸ ἄρθρον, Κύριοι, περιέχει δύω διατάξεις ὅλως χωριστὰς, ὥστε κατὰ τὴν τάξιν τὴν ἐπιστημονικὴν ἔπρεπε ν’ ἀποτελέσῃ δύω ἄρθρα· διότι τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἄρθρου λέγει, ὅτι δύνανται οἱ ἐπὶ πολιτικοῖς ἐγκλήμασι κατηγορούμενοι ν’ ἀπολύωνται δι’ ἐγγυήσεως, τὸ δὲ δεύτερον μέρος, ὅτι, ἐὰν φυλακισθῶσι πλέον τῶν τριῶν μηνῶν, δύνανται ν’ ἀναφερθῶσιν εἰς τὸ δικαστικὸν συμβούλιον τῶν πλημμελειοδικῶν καὶ κατ’ ἀνακοπὴν εἰς τὸ τῶν ἐφετῶν. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν πρώτην διάταξιν. Λέγω, Κύριοι, ὅτι ἴσα ἴσα, ὅσοι ἔπαθον παρὰ πολὺ προσφάτως, δὲν πρέπει ν’ ἀδικοῦν τοὺς ἄλλους, ὅσοι ἔπαθον εἰς ἄλλας ἐποχὰς, δὲν πρέπει νὰ νομίζωσιν, ὅτι 2, 3, 5 ἐτῶν πολιτικὴ πεῖρα πρέπει νὰ ᾖναι ὁ ἀποκλειστικὸς ὁδηγὸς περὶ τοῦ τί πρέπει νὰ πράξωμεν διὰ ν’ ἀσφαλίσωμεν τὰς ἐλευθερίας μας· δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι τόσην πεποίθησιν εἰς τὴν ἰδικήν των γνώμην, ὥστε νὰ τὴν ἐπιβάλωσι καὶ εἰς τοὺς ἄλλους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους δὲν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ δυσπιστήσωσι περὶ τοῦ χαρακτῆρός των. Ἔρχομαι εἰς τὸ προκείμενον· τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο δεκτὸν κατὰ πλειοψηφίαν ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν, δὲν εἶναι ἀναγκαῖον, καὶ δύναται ν’ ἀποβῇ ἐπικίνδυνον, καὶ σκανδαλωδέστατον εἰς τὴν ἐφαρμογήν του. Τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν εἶναι βαρέα καὶ ἐπιζήμια εἰς τὴν κοινωνίαν τόσον, ὅσον καὶ τὰ ἄλλα ἐγκλήματα τὰ κοινά· τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα συνεπιφέρουν συνεπείας πολὺ δεινοτέρας παρὰ τὰ κοινά. Ὅταν μάλιστα γίνεται συζήτησις εἰς Συνέλευσιν, ἥτις ῥίπτει τὰ θεμέλια οἰκοδομήματος, τὸ ὁποῖον εὔχεται νὰ διαρκέσῃ ἐπ’ ἄπειρον χρόνον, δὲν ἁρμόζουν τοιαῦται ἄκρατοι ἰδέαι, εὐκολύνουσαι τὴν κατάλυσιν τοῦ οἰκοδομήματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἡ Συνέλευσις ψηφίζουσα, θεωρεῖ ὡς ἀλάνθαστον. Μὴ σᾶς φανῇ τοῦτο παράδοξον· ὅπως οἱ ὀπαδοὶ τῶν νέων θρησκευτικῶν συστημάτων πιστεύουν, ὅτι αὐτὰ εἶναι ἀλάνθαστα, τοιουτοτρόπως καὶ ὅταν ἓν ἔθνος ψηφίζῃ ἓν σύνταγμα, νομίζει ὅτι κατ’ αὐτὸ θὰ εὐδαιμονήσῃ, καὶ δὲν ἀνέχεται τὴν ἀνατροπὴν του καὶ ὅλα τὰ μέσα τὰ τείνοντα πρὸς ἀνατροπήν του τὰ ἀποκρούει. Τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα ἀρχίζουν νὰ ἐμφανίζωνται ἀφοῦ παρέλθουν ἔτη τινὰ μετὰ τὴν σύστασιν τοῦ νέου συντάγματος· δηλαδὴ ἀφοῦ γείνουν ἀδικήματα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ἐξ ἄλλων λόγων ἀφοῦ περιπέσουν ἄνθρωποι εἰς πολιτικὰ ἐγκλήματα· τότε καταδιωκομένων ἀπηνῶς ἢ καὶ ἀδίκως τῶν ἀντιπολιτευομένων ὡς πολιτικῶς κατηγορουμένων, ἀρχίζουν καὶ οἱ δικασταὶ καὶ τὸ κοινὸν νὰ κινῶνται εἰς συμπάθειαν κατὰ τῶν διωκομένων. Οἱ πολιτικῶς κατηγορούμενοι δύνανται πολλάκις νὰ ᾖναι τιμιώτατοι ἄνθρωποι, οἵτινες ποτὲ νὰ μὴν ἔπραξαν κανὲν ἔγκλημα ἰδιωτικὸν καὶ ἀπολαμβάνοντες ὑπολήψεως μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν κατηγορήθησαν, καὶ διὰ τοῦτο τὸ κοινὸν διάκειται μᾶλλον εὐμενῶς πρὸς αὐτοὺς, παρὰ πρὸς τοὺς κατηγορουμένους διὰ κοινὰ ἐγκλήματα. Καθ’ ἑαυτὰ τὰ πολιτικὰ εἶναι κακὰ, ὡς ἀπειλοῦντα τὴν ἀνατροπὴν τῶν καθεστώτων. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σύρει τὴν συμπάθειαν εἰς τὰς καταδιώξεις τὰς πολιτικὰς, εἶναι ὅτι αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἐνασμενιζόμεναι νὰ ἐνοχοποιῶσι τοὺς ἀντιπάλους των, παραμορφόνουν πολλάκις τὴν διαγωγήν των ὡς ἐγκληματικωτάτην, ἐπὶ σκοπῷ τοῦ νὰ διεγείρωσι τὴν ἀγανάκτησιν τῶν πολιτῶν, σπεύδουν δὲ νὰ ἐνεργήσουν τὴν προφυλάκισίν των, τὴν ὁποίαν καὶ παρατείνουν ὅσον ἠμποροῦν περισσότερον, ὁρμώμεναι ἐκ προσωπικοῦ πάθους καὶ οὐχὶ ἐκ τοῦ καθήκοντος πρὸς διατήρησιν τῆς τάξεως· διὰ τοῦτο καὶ εὔχονται, διὰ νὰ μὴ εἴπω ὅτι ἐνεργοῦν, ὥστε νὰ εὑρεθοῦν δικασταὶ νὰ τοὺς καταδικάσουν. Κατὰ τοῦτο λοιπὸν πρέπει νὰ ᾖναι προσεκτικοὶ οἱ νομοθέται, ὅταν κανονίζουν τὰ περὶ καταδιώξεως τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων (θόρυβος), ἰδοὺ τὸ προτέρημα τὸ ἐδικόν μου ἀπέναντι ἄλλων, δὲν εἶμαι τυφλὸς ὀπαδὸς οὔτε τοῦ Κ. Κουμουνδούρου ἢ τοῦ Κανάρη, καθὼς δὲν εἶμαι οὔτε ἄλλης τινὸς ἀντιθέτου μερίδος· δὲν θεωρῶ τοὺς μὲν Ἀριστείδας, τοὺς δὲ κακούργους· ἀποδίδω ἐλλείψεις καὶ εἰς τοὺς μὲν, καὶ εἰς τοὺς δὲ, καὶ ἐξετάζω τὰς πράξεις των ἄνευ προκαταλήψεως. Παντοῦ δύναται νὰ εὑρεθῇ τὸ καλὸν, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχον προσωπικαὶ διαφωνίαι, θὰ ἐγίνετο συνεχέστερον καὶ τελειότερον. Ἐπανέρχομαι. Χρειάζεται εἰς τὰ περὶ καταδιώξεως τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων πολλὴ προσοχή· διὰ τοῦτο ἡ δευτέρα διάταξις τοῦ ἄρθρου τοῦ σχεδίου εἶναι ὀρθοτάτη, δὲν πρέπει δηλαδὴ ν’ ἀφίνεται εἰς τοὺς ἐπὶ τῆς ἀνακρίσεως ἐλευθερία μεγάλη εἰς παράτασιν τῆς φυλακίσεως τῶν πολιτικῶς κατηγορουμένων. Διὰ τοῦτο ἀποκρούω τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Σαράβα, διότι εἰς τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα εἶναι ἐνδεχόμενον οἱ κάτοχοι τῆς ἐξουσίας νὰ φθάσουν μέχρι τοῦ νὰ εἴπουν δύο λέξεις εἰς τὸν ἀνακριτὴν, τὸν ἀδυνάτου χαρακτῆρος, ν’ ἀναβάλῃ ἐπί τινα καιρὸν τὴν περαίωσιν τῆς ἀνακρίσεως, ἢ καὶ νὰ παρεμβάλουν δυσκολίας εἰς τὴν περαίωσιν ταύτην· εὐκόλως ὑποτίθεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει συμφέρον νὰ τιμωρηθῇ ὁπωσδήποτε, ἂν ὄχι καὶ νὰ καταδικασθῇ ὡς ἔνοχος, ὁ πολιτικὸς αὐτῆς ἀντίπαλος, ὁ περιπλεχθεὶς εἰς κατηγορίαν τινὰ, ἤτοι νὰ μείνῃ εἰς τὰς φυλακὰς πέντε, δέκα μῆνας. Διὰ νὰ ματαιωθῇ λοιπὸν ἡ ἀθέμιτος αὕτη ἐπιθυμία τῶν κυβερνώντων εἶναι δίκαιον νὰ νομοθετήσωμεν τὴν συνεχῆ μεσολάβησιν τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου, δηλαδὴ νὰ μὴ παρατείνηται πλέον τῶν τριῶν μηνῶν ἡ προφυλάκισις τῶν πολιτικῶς κατηγορουμένων ἄνευ δικαστικοῦ βουλεύματος, καὶ ἐὰν μετὰ τοὺς τρεῖς μῆνας ἐκδοθῇ βούλευμα, τὸ ὁποῖον νὰ παρατείνῃ τὴν ἀνάκρισιν, καὶ ἑπομένως τὴν προφυλάκισιν, νὰ δύναται ὁ κατηγορούμενος ν’ ἀναφερθῇ κατὰ τοῦ βουλεύματος τούτου, δι’ ἀνακοπῆς εἰς τὸ δικαστικὸν συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν· πρέπει δηλαδὴ νὰ χορηγηθῶσιν εἰς τὸν κατηγορούμενον ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας παρέχει ἡ νομοθεσία μας, ὥστε νὰ μὴ μένῃ εὔλογον παράπονον εἰς αὐτὸν, ὅτι παρετάθη ἀδίκως ἡ προφυλάκισίς του. Καὶ τῷ ὄντι δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι τρεῖς δικασταὶ τοῦ πλημμελειοδικείου καὶ πέντε δικασταὶ τοῦ ἐφετείου θὰ γείνουν τυφλὰ ὄργανα τῆς ἐμπαθείας τῶν κυβερνώντων. Οἱ λόγοι οὗτοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιδέχονται μεγάλην ἀνάπτυξιν, δικαιολογοῦν ἀρκούντως τὴν δευτέραν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τοῦ σχεδίου. Ἀλλ’ εἶναι περιττὸν νὰ γενικευθῇ ἡ διάταξις αὕτη καὶ εἰς τὰ μὴ πολιτικὰ ἐγκλήματα, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι φρονίμη Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ συμφέρον εἰς τὸ νὰ παρατείνηται καὶ ἡ προφυλάκισις ἀνθρώπων, μὴ κατηγορουμένων διὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα· ἐὰν δὲ καὶ ὡς πρὸς αὐτὰ βραδύνῃ ἡ περαίωσις τῆς ἀνακρίσεως ἀπὸ ἀμέλειαν τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ παρατείνεται ὡς ἐκ τούτου ἡ προφυλάκισις τῶν κατηγορουμένων, τότε οἱ κατηγορούμενοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα ὄχι μόνον ν’ ἀναφερθῶσι κατὰ τῆς ἀμελείας τοῦ ἀνακριτοῦ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις δὲν ἔχει συμφέρον νὰ ὑποτρέφῃ τὴν ἀμέλειάν του, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποτείνωνται εἰς τὸ δικαστικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ὀφείλει ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς αἰτήσεώς των, καὶ καμμία ὑπόνοια δὲν γεννᾶται, ὅτι ἡ προφυλάκισις καὶ ἡ ἀνάκρισις θὰ παρατείνηται ἐκ προθέσεως· διὰ τοῦτο καὶ δὲν ἀπαιτεῖται ἄλλη τις ὑπὲρ τῶν κατηγορουμένων διὰ κοινὰ ἐγκλήματα πρόνοια τοῦ νομοθέτου. Καλῶς ἔχει λοιπὸν ἡ δευτέρα διάταξις τοῦ ἄρθρου, χωρὶς νὰ προστεθῇ ἄλλο τι. Ἀλλὰ καὶ δὲν ἐμποδίζεται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ὑπὲρ τῶν πολιτικῶς κατηγορουμένων διάταξιν τοῦ συντάγματος καὶ εἰς τὰ κοινὰ ἐγκλήματα, ἐὰν ἡ πεῖρα ἀποδείξῃ ἀκολούθως ἀναγκαῖον νὰ δοθῇ μεγαλειτέρα τις εἰς τοὺς δι’ αὐτὰ κατηγορουμένους ἐγγύησις, διότι ποτὲ δὲν θὰ εὑρεθῇ Κυβέρνησις, ἔχουσα συμφέρον εἰς τὸ νὰ μὴ νομοθετηθῇ ἐν τῷ μέλλοντι πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ βελτιώσῃ τὴν τύχην τῶν διὰ κοινὰ ἐγκλήματα κατηγορουμένων. Ἡ συμπάθεια τῆς πολιτείας θέλει εἶσθαι πάντοτε ὑπὲρ τῶν παρανόμως κατακρατουμένων, καὶ μόνον εἰς τὴν ταχεῖαν ἐκδίκασιν τῶν πολιτικῶς κατηγορουμένων δύνανται νὰ παρεμβληθῶσι προσκόμματα ἐξ ἀντιπαθειῶν. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς πρώτης διατάξεως τοῦ ἄρθρου, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη κατὰ πλειονοψηφίαν ἡ ἐπιτροπή. Πῶς θέλετε, Κύριοι, νὰ μεταβάλωμεν αἴφνης τὸ μέχρι τοῦδε ποινικόν μας σύστημα; Ἡ νομοθεσία μας μόνον ἐπὶ τῶν πλημμελημάτων παραδέχεται τὴν ἐγγύησιν· γνωρίζετε, ὅτι διὰ πλημμελήματα συνήθως καταδικάζεταί τις ἐλαφρότατα, σπανίως εἰς δύο, τριῶν ἐτῶν φυλάκισιν, ἐνῷ τῶν κακουργημάτων ἐλαφρότεραι ποιναὶ εἶναι πέντε, ἕξ ἐτῶν εἱρκτή· οὐδ’ ἀνεφάνη παρ’ ἡμῖν μέχρι σήμερον ἡ ἀνάγκη τῆς διὰ χρηματικῆς ἐγγυήσεως ἀπολύσεως τοῦ ἐπὶ κακουργήματι κατηγορουμένου. Ἐὰν κατηγορηθῶ ἐγὼ καὶ κινδυνεύω νὰ καταδικασθῶ εἰς ποινὴν κακουργήματος, εἰς εἱρκτὴν, ἢ εἰς κεφαλικὴν ποινὴν, οἱανδήποτε ἐγγύησιν καὶ ἂν μοὶ ἐπιβάλῃ τὸ δικαστικὸν συμβούλιον, ὑποτίθεται ὅτι ἔχω χρήματα, θέλω τὴν δώσει, μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ μὴ ἐμφανισθῶ νὰ δικασθῶ, ἂν ὑπάρχῃ πιθανότης καταδίκης, διότι διὰ τῆς μὴ ἑκουσίας ἐμφανίσεώς μου πρόκειται νὰ σώσω τὴν κεφαλήν μου, ἢ τὴν ὑπόληψίν μου· πᾶσα ποινὴ κακουργήματος εἶναι ἀτιμωτική.
§49ΛΕΙΒΑΔΑΣ. Εἰς τὴν Ἑπτάνησον εἶναι ὅλως τὸ ἐναντίον.
§50ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὸ ἠξεύρω. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἴσως ἐπηρεάσθη καὶ ἡ νομοθεσία τῆς Ἑπτανήσου, πᾶς τις δύναται καὶ διὰ τὸ μεγαλείτερον τῶν κακουργημάτων κατηγορούμενος ν’ ἀπολυθῇ, προσφερόμενος νὰ δώσῃ ἐγγύησιν· καὶ τοῦτο δὲν εἶναι δυνητικὸν ἐκ μέρους τῶν δικαστῶν, ὅπως εἶπεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς, ἀλλ’ εἶναι ὑποχρεωτικόν. Καὶ ἐδῶ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ σχεδίου ὡς ὑποχρεωτικὴ εἰς τὰ δικαστήρια ἐτέθη ἡ δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσις.
§51ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὄχι, ὄχι.
§52ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ αὐθαιρέτου τρόπου τῆς ἐξηγήσεως τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου ἡ ἀληθὴς ἔννοια νομοθετικῆς τινος διατάξεως, ἀλλ’ ἐκ τῆς λογικῆς ἑρμηνείας της, τὸ ἄρθρον λέγει, «πᾶς ἐπὶ πολιτικῷ ἐγκλήματι προφυλακιζόμενος δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν δι’ ἐγγυήσεως ἀποφυλάκισίν του»· ἄρα πᾶς τις προσφέρων τὴν ἐγγύησιν, τὴν ὁποίαν θέλει ὁρίσει τὸ δικαστικὸν βούλευμα, δύναται ν’ ἀπολυθῇ. Βεβαίως θέλει γείνει νόμος ὁρίζων τὸν ἐλάχιστον καὶ τὸν μέγιστον ὅρον τῆς ἐπιβληθησομένης ἑκάστοτε ὑπὸ τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου εἰς ἕνα ἕκαστον κατηγορούμενον ἐγγυήσεως· καθ’ ὑπόθεσιν θέλει ὁρισθῇ ποσὸν χιλίων δραχμῶν μέχρι πεντήκοντα ἢ ἑκατὸν χιλιάδων, ἀφινομένης μεγάλης πλατύτητος ἀπὸ τοῦ ἐλαχίστου μέχρι ἀνωτάτου ποσοῦ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν, τὴν ὁποίαν θέλει κάμει τὸ δικαστικὸν συμβούλιον. Ἐπὶ ἑκάστης αἰτήσεως προφυλακισμένου ἐπὶ πολιτικῷ ἐγκλήματι, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου, ὀφείλει τὸ δικαστικὸν συμβούλιον νὰ ὁρίσῃ τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως, ἅμα δὲ καταθέσῃ ὁ κατηγορούμενος τὸ ποσὸν τοῦτο θέλει ἀπολύεται. Κατὰ τοῦτο ἡ διάταξις εἶναι ὀρθὴ, καὶ δὲν συμφέρει νὰ μένῃ εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν δικαστηρίων, εἰς τοὺς μὲν νὰ ἐπιτρέπωσι τὴν δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσιν, εἰς τοὺς δὲ, καί τοι διὰ τὸ αὐτὸ ἔγκλημα κατηγορουμένους, νὰ τὴν ἀρνῶνται· τότε θὰ μετατρέψωμεν τὰ δικαστήρια εἰς ἀρχὰς λίαν αὐθαιρέτους. Ὄχι· οἱ δικασταὶ θὰ ὁρίζουν μόνον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον πρέπει ἐγὼ ὁ κατηγορούμενος νὰ καταβάλω δι’ ἐγγύησιν, ὅπως ἀποφυλακισθῶ· τὰ περαιτέρω μένουν εἰς ἐμὲ, ἂν ἔχω τὰ χρήματα καὶ τὰ παρακαταθέσω, λαμβάνω τὴν ἀπόλυσίν μου χωρὶς νὰ χρεωστῶ χάριν εἰς οὐδένα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου, αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ ὀρθὸν, διὰ νὰ μὴν ἀναμιχθοῦν τὰ δικαστήρια εἰς τὰ πολιτικὰ πάθη καὶ γείνουν ὄργανα τῶν πολιτικῶν μερίδων. Μόνον τὰ εἴδη τῶν ἐγκλημάτων δύναται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ νομοθέτης, καὶ π. χ. διὰ τὰ μὲν νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσιν, διὰ δὲ τὰ ἄλλα νὰ ἐπιτρέψῃ. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν εἶναι ἐπίσης ὑποχρεωτικὸν εἰς τοὺς δικαστὰς νὰ ὁρίσωσι τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως ἅμα ζητήσῃ ὁ κατηγορούμενος τὴν δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσίν του. Ἀλλὰ τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Ἀγγλίαν διὰ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα δὲν ὀφείλουν πάντοτε οἱ δικασταὶ νὰ ὁρίζουν τὴν ἐγγύησιν, ἀλλὰ δύνανται· ὥστε μένει εἰς τὴν κρίσιν αὐτῶν ν’ ἀρνηθῶσι τὴν δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσιν κατηγορουμένου ἐπὶ πολιτικῷ ἐγκλήματι, δηλαδὴ δι’ ἀνευλάβειαν κατὰ τῆς Αὐλῆς, καὶ δι’ ἔγκλημα καθοσιώσεως félonie· ἡ λέξις félonie δυσκόλως δύναται νὰ ὁρισθῇ ἀκριβῶς, ἀλλὰ περιλαμβάνει ἐγκλήματα τινὰ θρησκευτικὰ καθὼς καὶ τὰ κατὰ τῆς πολιτείας. Ταῦτα ἔχω καὶ εἰς τὸ τυπωθὲν φυλλάδιόν μου, καὶ τὰ ἔλαβα ἀπὸ τὰ ἐσχάτως κατὰ τὸ 1863 καὶ 1864 ἐκδοθέντα συγγράμματα τοῦ Φίσελ καὶ τοῦ Φράγκεβιλ· καὶ εἰς αὐτὰ φαίνεται καθαρὰ, ὅτι οἱ δικασταὶ ὀφείλουν νὰ ἐνδίδουν εἰς τὴν αἴτησιν περὶ ἀποφυλακίσεως δι’ ἐγγυήσεως, δηλαδὴ νὰ ὁρίζουν τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως ἐπὶ πάσης ἐγκληματικῆς πράξεως, καὶ μόνον διὰ τὴν ἀνευλάβειαν καὶ τὴν felonie δύνανται ν’ ἀρνηθοῦν τοῦ νὰ προσδιορίσουν τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως. Μόνον λοιπὸν διὰ τὰ ἐγκλήματα ταῦτα δύνανται τὰ δικαστήρια τὰ Ἀγγλικὰ νὰ ἀρνηθοῦν τὴν ἀπόλυσιν τοῦ κατηγορουμένου, δηλαδὴ ἡ Ἀγγλικὴ νομολογία συμφωνεῖ κατὰ τοῦτο μὲ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς.
§53ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὄχι· Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.
§54ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἂν λοιπὸν εἰς αὐτὴν τὴν Ἀγγλίαν διὰ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα δὲν ἦναι ὑπόχρεα τὰ δικαστήρια ν’ ἀπολύωσι δι’ ἐγγυήσεως τὸν κατηγορούμενον, κατὰ πολὺ μείζονα λόγον δὲν πρέπει νὰ καθιερωθῇ τοῦτο παρ’ ἡμῖν, ἐνῷ δὲν ἔχομεν τὴν σταθερότητα καὶ τὸ σεβαστὸν τῶν θεσμῶν τῶν Ἀγγλικῶν, οὔτε τοὺς ἀνεξαρτήτους καὶ συντηρητικοὺς χαρακτῆρας τῶν Ἄγγλων. Δὲν συμφωνῶ δὲ εἰς τὸ νὰ γείνῃ δεκτὴ οὔτε ἡ δικαστικὴ διάταξις, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ Κ. Καλλιγᾶς, διὰ νὰ μὴ περιπλεχθοῦν τὰ δικαστικὰ εἰς τὴν πολιτικὴν, καὶ νὰ μὴ ἐλαττωθῇ τὸ πρὸς αὐτὰ σέβας τῶν πολιτῶν. Καὶ ἂν φθάσωμεν εἰς κατάστασιν νὰ μὴ ἔχωμεν πολλὰ τὰ βαρέα ἐγκλήματα τὰ πολιτικὰ, βεβαίως θὰ ἔχωμεν ἐγκλήματα τοῦ τύπου, εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν ὁποίων θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἐπικίνδυνος διάταξις τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, ἡ ὁποία θὰ δώσῃ πάντοτε ἀφορμὴν εἰς ἐπικρίσεις καὶ παράπονα, διότι ὡς ἐκ τῶν κομματικῶν παθῶν θὰ γεννηθῇ πάντοτε ἡ εὔλογος ὑπόνοια, ὅτι τὸ δικαστικὸν συμβούλιον ἀρνηθὲν τὴν δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσιν τοῦ δεῖνος πολιτικῶς κατηγορουμένου ἐπηρεάσθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ παρέλθουν πολλὰ ἔτη ἕως οὗ φθάσουν τὰ δικαστήρια εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε ν’ ἀποκρούουν πᾶσαν ὑπόνοιαν μεροληψίας. Μετά τινα δὲ ἔτη ἐνδέχεται ν’ ἀναφανοῦν καὶ βαρέα πολιτικὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν πρέπει νὰ προμαντεύωμεν ἀπὸ τοῦδε, περιλαμβάνοντες εἰς τὸ Σύνταγμα διάταξιν, ἡ ὁποία προμηνύει τι ἀναρχικόν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἐξαλειφθῇ ἐντελῶς τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἄρθρου.
§55ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν, Κύριε Πρόεδρε.
§56ΜΙΛΗΣΗΣ. Δύω λέξεις. Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι.
§57ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι· ἐφωτίσθημεν.
§58ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀλλὰ πρέπει πάντοτε νὰ ὁμιλήσῃ ἓν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς.
§59ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν, Κύριε Πρόεδρε.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατέ τον, Κύριοι, νὰ ὁμιλήσῃ.
§61ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν θὰ μακρύνω, Κύριοι, τὸν λόγον μου, διότι δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ κάμω ἐκδρομὴν οὔτε εἰς τὸ παρελθὸν, διὰ νὰ διερεθίσω ἀτόπως τὴν συζήτησιν, οὔτε εἰς τὸν ἐπιστημονικὸν κόσμον, διὰ νὰ σᾶς ἀναφέρω ἐπιδεικτικῶς παραδείγματα, μὲ τὰ ὁποῖα οἱ προαγορεύσαντες διεκόσμησαν τὰς ἀγορεύσεις των. Ὁ χρόνος, Κύριοι, μᾶς εἶναι πολύτιμος· ἔχω λοιπὸν σκοπὸν νὰ μείνω ἀκριβῶς καὶ αὐστηρῶς εἰς τὸ προκείμενον. Ποῖον πνεῦμα ὡδήγησε τὴν πλειοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν ἀνήκω, ἵνα καθιερώσῃ ἐν τῷ Συντάγματι τὸ ἄρθρον, περὶ τοῦ ὁποίου τόση γίνεται σήμερον συζήτησις; Ἡ πλειοψηφία, Κύριοι, ἐσκέφθη, ὅτι τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα διαφέρουσι τῶν κοινῶν κατὰ δύω τινά. Πρῶτον, διότι κατ’ οὐσίαν τὰ ἐγκλήματα ταῦτα προσδιορίζονται ἐκ τῆς τύχης, κατὰ τὴν ἔκβασιν δ’ αὐτῶν χαρακτηρίζονται οἱ αὐτουργοὶ ἢ ὡς μεγάλοι πατριῶται ἢ ὡς ἐγκληματίαι· τὸν ἰδιαίτερον τοῦτον χαρακτῆρα ἄριστα σᾶς ἀνέπτυξεν ὁ Κ. Σαρίπολος, καὶ δὲν ἔχω ὄρεξιν νὰ ἐπαναλάβω τὰ αὐτὰ, καὶ δεύτερον, διότι τὰ ἐγκλήματα ταῦτα ἀπευθύνονται κατὰ τῆς πολιτείας, καὶ ἑπομένως πᾶσα καθεστῶσα ἀρχὴ ἐξ αἰσθήματος αὐτοσυντηρήσεως δυσμενῶς διάκειται κατ’ αὐτῶν, ἤτοι τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα εἶναι ἐκτεθειμένα ἀκριβῶς πρὸς ὃ μέρος τὰ κοινὰ εἶναι ἠσφαλισμένα. Ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς λοιπὸν, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὸν διάφορον τοῦτον χαρακτῆρα τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων, ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε νὰ τὰ περιβάλῃ καὶ μὲ εἰδικὰς ἐγγυήσεις.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἀπομακρυνθῆτε ἀπὸ τοὺς στενογράφους· τοὺς ἐμποδίζετε, καθ’ ἑκάστην παραπονοῦνται.
§63ΜΙΛΗΣΗΣ. Δύω εἰδῶν λοιπὸν ἐγγυήσεις καθιέρωσεν. Ἡ πρώτη εἶναι ἡ δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσις· δι’ αὐτῆς ἡ προφυλάκισις ἐπὶ τῶν τοιούτων ἐγκλημάτων παύει τοῦ νὰ ᾖναι ἀπόλυτος, ὅπως ἐπὶ τῶν κοινῶν· ἐπὶ τῶν τελευταίων τούτων τὸ δικαίωμα τῆς πολιτείας τοῦ νὰ κρατήσῃ τὸ ἄτομον προφυλακισμένον, εἶναι ἀπόλυτον, καὶ εὐλόγως, διότι τὸ ἀτομικὸν δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ ἀπέναντι τοῦ κοινοῦ συμφέροντος τῆς ἀνακαλύψεως καὶ τιμωρήσεως τοῦ ἐγκλήματος· ἀλλ’ ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων τὸ ἀπόλυτον τοῦτο δικαίωμα τῆς πολιτείας ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε νὰ τὸ περιορίσῃ εἰς τὰ στενώτατα ὅρια τῆς ἀνάγκης καὶ διὰ τὸν ἐκτεθέντα εἰδικὸν αὐτῶν χαρακτῆρα, καὶ διότι κίνδυνος δὲν ὑπάρχει, ὅτι ὁ διὰ πολιτικὸν ἔγκλημα κατηγορούμενος θὰ ζητήσῃ νὰ ἐκφύγῃ τὴν ποινὴν, ἥτις τὸν περιμένει, ἐὰν ᾖναι ἔνοχος, καταδικάζων ἑαυτὸν εἰς διηνεκῆ ὑπερορίαν. Διὰ τίνος δὲ τρόπου μετριάζει τὸ ἀπόλυτον τοῦτο δικαίωμα τῆς πολιτείας; ἐπιτρέπουσα εἰς τὸ συμβούλιον τῶν πλημμελειοδικῶν, λαμβάνον ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις, ν’ ἀπολύσῃ δι’ ἐγγυήσεως τὸν προφυλακισμένον. Βλέπετε, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν κατήργησεν, ὡς σᾶς εἶπαν, τὸ δικαίωμα τῆς πολιτείας, ἀλλ’ ἁπλῶς τὸ ἐμετρίασεν ἀναθέσασα εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἥτις δίδει τὸ κῦρος εἰς πάντα τὰ δικαιώματα, νὰ κρίνῃ ἑκάστοτε μεταξὺ τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δημοσίας ἀνάγκης· καὶ ἂν μὲν ἐκ τῆς ἀποφυλακίσεως κινδυνεύῃ κατά τινα τρόπον ἡ πολιτεία, νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ αὐτὴν, ἐὰν ὅμως οὐδεὶς τοιοῦτος κίνδυνος τῆς δημοσίας τάξεως παρίσταται νὰ τὴν ἐπιτρέψῃ διὰ νὰ μὴ κρατοῦνται οἱ ἐπὶ πολιτικοῖς ἐγκλήμασι κατηγορούμενοι 3 ὅλους μῆνας ἀδίκως εἰς τὴν φυλακήν.
§64ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἄλλοι πρεσβεύουν ὅτι τὸ ἄρθρον δὲν εἶναι καθαρόν· καθαρίσατέ το διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ καμμία ἀμφιβολία.
§65ΜΙΛΗΣΗΣ. Περιμείνατε ὀλίγον καὶ θὰ ἰδῆτε, ὅτι καθαρὸν τὸ φέρω· εἶχον ὅμως ἀνάγκην νὰ διερμηνεύσω τὴν ἰδέαν τῆς πλειοψηφίας, καὶ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι οὕτως ἐννοεῖ αὕτη τὸ ἐν τῷ συζητουμένῳ ἄρθρῳ καθιερούμενον δικαίωμα. Ἐὰν τὸ διετύπωσε κακῶς, ἄλλος λόγος, τὸ ὕφος δύναται νὰ διορθωθῇ, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ διατὶ εὐχαριστοῦνται νὰ πολεμοῦν μίαν σκιὰν, ἀποδίδοντες διὰ τῆς βίας, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς μίαν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν αὕτη δὲν ἔχει.
§66ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἔδοσεν εἰς τὸ ἄρθρον ἐκείνην τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἐπολεμήσαμεν ἡμεῖς.
§67ΠΟΛΛΟΙ. Διορθώσατέ το.
§68ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπειδὴ ὅλοι ἔχετε τὴν ἀνυπομονησίαν νὰ ἀκούσητε τὴν διόρθωσιν, ἀκούσατε, «ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων δύναται τὸ συμβούλιον τῶν πλημμελειοδικῶν, τῇ αἰτήσει τοῦ προφυλακισθέντος, νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀπόλυσίν του, ἐπὶ ἐγγυήσει ὁριζομένῃ διὰ δικαστικοῦ βουλεύματος, καθ’ οὗ ἐπιτρέπεται ἀνακοπή· ἡ δὲ προφυλάκισις αὕτη (εἶναι ἡ βʹ. ἐγγύησις), οὐδέποτε δύναται νὰ παραταθῇ πλέον τῶν τριῶν μηνῶν, ἄνευ δικαστικοῦ βουλεύματος, ὑποκειμένου καὶ τούτου εἰς ἀνακοπήν». Ὅπως διετύπωσα τὴν τροπολογίαν μου, οὕτως ἀπαραλλάκτως φρονεῖ ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς· ἐὰν μοὶ ἐδίδετο λοιπὸν ἀπ’ ἀρχῆς ὁ λόγος, ἠθέλομεν ἀποφύγει τόσην συζήτησιν ματαίαν. Ἡ δευτέρα εἰδικὴ ἐγγύησις ἀφορᾷ τὸν χρόνον τῆς διαρκείας τῆς προφυλακίσεως. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν, ὅτι καὶ διὰ τὸν εἰδικὸν χαρακτῆρα τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων, καὶ διὰ τὸ ἐν γένει εὐαπόδεικτον αὐτῶν, ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως δὲν πρέπει νὰ παραταθῇ πλέον τῶν 3 μηνῶν, ἐκτὸς ἐὰν ἐπέλθῃ βούλευμα δικαστικὸν, τὸ ὁποῖον νὰ δικαιολογήσῃ τὴν τοιαύτην παράτασιν. Ἡ δευτέρα αὕτη ἐγγύησις παρ’ οὐδενὸς ἐπολεμήθη, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ τὴν ἀναπτύξω· σᾶς ἐρωτῶ μόνον ποῦ εὗρον εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον ὅτι ἀφοπλίζομεν τὴν πολιτείαν, ὅτι τῆς στεροῦμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης, ὅτι ἀνατρέπομεν τὴν κοινωνίαν καὶ τὰ τοιαῦτα; Διασκεδαστικὸν πολὺ εἶναι νὰ ὑπερασπίζῃ τις τὴν πολιτείαν κατὰ φασμάτων, εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι ἡ ὀρθοφροσύνη σας ἐξετίμησεν ἤδη τὴν ἀξίαν τοιούτου ἡρωϊκοῦ ἐπιχειρήματος (ἐπιδοκιμασία).
§69ΜΑΡΙΝΟΣ. Κ. Μίληση! Εἴπατε ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς διορθώσεως ἐκλείπουν οἱ δισταγμοί· ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι καὶ ἡ τροπολογία ἡ ὑμετέρα τελειόνει, καθὼς καὶ τὸ ἄρθρον τοῦ σχεδίου, καθ’ ὃ δυνάμει δικαστικοῦ ἐντάλματος δύναται ἡ προφυλάκισις νὰ παραταθῇ· δὲν δύναται ἄνευ· δυνάμει ὅμως δικαστικοῦ βουλεύματος δύναται· παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μάθω, μέχρι τίνος δύναται νὰ παραταθῇ....
§70ΤΙΝΕΣ. Ἐπ’ ἀόριστον.
§71ΜΑΡΙΝΟΣ. Ἐπ’ ἀόριστον· ὥστε τὸ οὐσιωδέστατον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶλλον ἐνδιαφέρει, τουτέστιν ὁ προσδιορισμὸς τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν δύναται ὁ πολίτης νὰ ὑπόκηται εἰς ἀνάκρισιν, καὶ εἰς τὴν προφυλάκισιν, αὐτὸ μένει ἀόριστον. Πολλὰ καλὰ, τοῦτο εἶναι ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ αὐτὴ ἡ διάταξις, ἥτις, φαίνεται, εἰσάγεται πρὸς ἐγγύησιν τῶν ἐπὶ πολιτικῶν ἀδικημάτων κατηγορουμένων· ὅσον δὲ ἀφορᾷ τοὺς κατηγορουμένους δι’ ἀδικήματα ἄλλης φύσεως οὐχὶ πολιτικὰ, ὡς πρὸς αὐτοὺς λοιπὸν, ἀφοῦ διὰ τοῦ Συντάγματος καθιεροῦται, ὅτι ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἐγγύησις, ὡς πρὸς μόνον τοὺς κατηγορουμένους διὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, ἔπεται ὅτι ἡ αὐτὴ δὲν ὑπάρχει διὰ τοὺς κατηγορουμένους δι’ ἄλλα ἐγκλήματα· μένει τὸ στάδιον εὐρύτερον ἀκόμη ὡς πρὸς αὐτούς· ἐπεθυμοῦσα λοιπὸν νὰ μοὶ δώσητε μίαν διασάφησιν, διὰ νὰ πεισθῶ, τῷ ὄντι, ὅτι αὐτὴ ἡ διάταξις θεραπεύει τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα κακά.
§72ΜΙΛΗΣΗΣ. Σᾶς ἀπαντῶ, ἀρχίζων ἀπὸ τὸ τελευταῖον. Ὁ χρόνος τῆς διαρκείας τῆς προφυλακίσεως ἐπὶ τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων ἀφέθη ἀόριστος, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει κἀνὲν συμφέρον νὰ κρατήσῃ παρανόμως τοιοῦτον ὑπόδικον εἰς τὰς φυλακάς· τὸ δικαίωμα λοιπὸν τῆς πολιτείας εἶναι ἀπόλυτον, ὡς εἶπον. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὸ πρῶτον, λέγω, ὅτι ὑπάρχει ἡ ἐγγύησις, ὅτι θ’ ἀποφανθοῦν ἐπὶ τῆς παρατάσεως τρεῖς δικασταὶ τοῦ συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν, ἄλλοι 5 τοῦ συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν, καὶ ἄλλοι 7 τοῦ συμβουλίου τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐὰν ὅλα τὰ δικαστήρια ταῦτα ἀποφανθοῦν, ὅτι ὑπάρχει ἀποχρῶν λόγος διὰ νὰ παραταθῇ ἡ προφυλάκισις, τότε σημαίνει ὅτι ἡ παράτασις εἶναι ἀναγκαία.
§73ΜΑΡΙΝΟΣ. Μὰ, μέχρι τίνος;
§74ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ τοῦτο δὲν μένει ἀόριστον, διότι ὑπάρχει ἐγγεγραμμένον εἰς τὴν ποιν. Δικονομίαν τὸ δικαίωμα τοῦ κατηγορουμένου νὰ ζητήσῃ τὸ πέρας τῆς ἀνακρίσεως, καὶ τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος.
§75ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Καὶ τὸ καθιέρωσε καὶ ἡ νομολογία ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Λεβίδου.
§76ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὥστε ἀσφαλίζεται, ὡς βλέπετε πανταχόθεν ὁ κατηγορούμενος (μάλιστα, μάλιστα).
§77ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη.....
§79ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Ὄχι. (θόρυβος μέγας).
§80ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὸν λόγον, Κ. Πρόεδρε.
§81ΜΟΜΦΕΡΑΤΟΣ. Δύω λόγια, Κ. Πρόεδρε. Ὁ πληρεξούσιος Κ. Τυπάλδος σᾶς παρουσίασε τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἀκόμη δὲν ἀνηγγείλατε. Εἶναι ἀνάγκη νὰ τὴν ἀναγγείλετε, τόσον περισσότερον, καθ’ ὅσον αὐτὴ ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ πληρεξούσιος Κ. Μαρῖνος.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖτε εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ζητημάτων νὰ ζητῆτε τὸν λόγον, ἀφοῦ κηρυχθῇ περαιωμένη ἡ συζήτησις, ἐνῷ ἀναγινώσκονται ὅλαι αἱ προτάσεις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτελέσματα.
§83ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐθεωρήθη περαιωμένη ἡ συζήτησις, Κ. Πρόεδρε.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔθεσα ἀκόμη τὸ ζήτημα. Ἰδοὺ τὶ λέγει ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ἰακωβάτου. «Πᾶς ἐφ’ οἱῳδήποτε ἐγκλήματι προφυλακιζόμενος, δύναται νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ τὴν ἀποφυλάκισίν του δι’ ἀναλόγου ἐγγυήσεως ὁριζομένης ὑπὸ τοῦ συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν διὰ βουλεύματος, καθ’ οὗ ἐπιτρέπεται ἀνακοπή». Καὶ αὐτὴ εἶναι ὁμοία μὲ τὰς ἄλλας προτάσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν. Ἰδοὺ καὶ τοῦ Κ. Πετσάλη.
§85ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὴν συγχωνεύω εἰς τοῦ Κ. Ἰακωβάτου.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη (θόρυβος, ἐγείρονται πολλοὶ).
§87ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως (θόρυβος).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τάξιν, Κύριοι, ἀφήσατε τοὺς διαπληκτισμούς· ἐγὼ δὲν γνωρίζω παρὰ ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος εἰμπορεῖ νὰ διέπῃ τὰ πολυμελῆ σώματα· δὲν βλέπω καμμίαν ἄλλην βάσιν μιᾶς πορείας τακτικῆς, νομίμου, παρὰ τὴν βάσιν τῆς πλειοψηφίας (θόρυβος ἀριστερὰ).
§89ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Καὶ ἡ μειοψηφία ἔχει δικαιώματα.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῆς μειοψηφίας τὰ δικαιώματα ὀφείλω νὰ τὰ προστατεύω· ἀφίνω τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ἀλλ’ ὄχι ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἡ πλειοψηφία νὰ ᾖναι μηδέν· νὰ ὑποκύπτῃ εἰς τὴν μειοψηφίαν (θόρυβος ἀριστερὰ)· ἡσυχάσατε· θέλετε ὀνομαστικὴν κλῆσιν; εἶσθε εἴκοσι; (ἐγείρονται περισσότεροι τῶν εἴκοσι).
§91ΔΑΓΡΕΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν εἰμπορεῖ· ἀπηγγέλθη τὸ ἀποτέλεσμα.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀπηγγέλθη. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν, ὅτι ἐφωτίσθησαν λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι. Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, Κύριοι, διὰ ν’ ἀκούσητε τὸ ἀποτέλεσμα· ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 255· 167 εἶπον ναὶ, 88 εἶπον ὄχι· ἄρα ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη, ὅτι ἐφωτίσθη. Τὸ ἄρθρον λέγει τὰ ἑξῆς. Πᾶς ἐπὶ πολιτικῷ ἐγκλήματι προφυλακιζόμενος δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν ἀποφυλάκισίν του δι’ ἐγγυήσεως ὁριζομένης ὑπὸ τοῦ συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν διὰ βουλεύματος, καθ’ οὗ ἐπιτρέπεται ἀνακοπή· οὐδέποτε ἡ προφυλάκισις ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων δύναται νὰ παραταθῇ πέραν τῶν τριῶν μηνῶν ἄνευ δικαστικοῦ βουλεύματος, ὑποκειμένου καὶ τούτου εἰς ἀνακοπήν. Ἐκ τῶν τροπολογιῶν αἱ μὲν ἀφορῶσι τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἄρθρου, αἱ δὲ τὸ δεύτερον· νομίζω, ὅτι ἡ λογικὴ πορεία ἐπιβάλλει τὸ νὰ ψηφοφορήσωμεν κατὰ πρῶτον τὰς τροπολογίας τὰς ἀφορώσας τὸ πρῶτον μέρος, καὶ κατόπιν νὰ ζητήσω τὴν ψῆφόν σας ὡς πρὸς τὸ δεύτερον. Ἡ ἀνωτέρω τροπολογία, ἐκ τῶν ἀφορωσῶν τὸ πρῶτον μέρος, εἶναι ὁμολογουμένως ἡ προτείνουσα τὴν ἀπάλειψιν αὐτοῦ· οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν ἀπάλειψιν τοῦ πρώτου μέρους τοῦ ἄρθρου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοὶ)· θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀντίθετον, οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν, τοὐτέστιν οἱ μὴ θέλοντες τὴν ἀπάλειψιν ἐκεῖνοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι), παρεδέχθη ὅτι ἀποῤῥίπτεται ἡ ἀπάλειψις. Μετὰ τὴν ἀποῤῥιφθεῖσαν τροπολογίαν νομίζω, ὅτι δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἧττον ἀπωτέρα ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Μίληση.
§94ΖΕΡΒΑΣ. Ν’ ἀναγνωσθοῦν ὅλαι αἱ τροπολογίαι, διότι ἐγὼ φρονῶ ὅτι τοῦ Ἰακωβάτου εἶναι ἀπωτέρα.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Ἰακωβάτου· ἀναγινώσκω τὸ πρῶτον μέρον «Πᾶς ἐφ’ οἱῳδήποτε ἐγκλήματι προφυλακιζόμενος δύναται νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ τὴν ἀποφυλάκισίν του δι’ ἀναλόγου ἐγγυήσεως ὁριζομένης ὑπὸ τοῦ συμβουλίου τῶν πλημμελειοδικῶν διὰ βουλεύματος, καθ’ οὗ ἐπιτρέπεται ἀνακοπή». Αὐτὴ εἶναι ἀπωτέρα.
§96ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ γίνῃ ψηφοφορία κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον· νὰ τεθῇ κατὰ πρῶτον τὸ ζήτημα ἐὰν τὴν δι’ ἐγγυήσεως ἀποφυλάκισιν τὴν δέχεται ἡ Συνέλευσις ἐπὶ παντὸς ἐγκλήματος, ἢ μόνον ἐπὶ τῶν πολιτικῶν, ἓν ζήτημα· δεύτερον, θὰ ᾖναι δυνητικὸν διὰ τὸ συμβούλιον, ἢ θὰ ᾖναι ὑποχρεωτικόν· ἅμα αὐτὰ τὰ δύο ζητήματα λυθοῦν, γίνεται μία σύνταξις ὁποιαδήποτε.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ περιλαμβάνεται εἰς τὴν πρότασιν, λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλιγώτεροι) ἀπεῤῥίφθη. Ἔρχεται ἡ πρότασις τοῦ Κ. Μίληση, ἡ ὁποία λέγει, «ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων δύναται τὸ συμβούλιον τῶν πλημμελειοδικῶν, τῇ αἰτήσει τοῦ προφυλακισθέντος, νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀποφυλάκισιν ἐπὶ ἐγγυήσει ὁριζομένῃ διὰ δικαστικοῦ βουλεύματος, καθ’ οὗ ἐπιτρέπεται ἀνακοπή.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀναγνωσθὲν μέρος τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Μίληση παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ βʹ. μέρος τῆς προτάσεως· σᾶς ἀναγινώσκω αὐτὸ, διὰ νὰ ἦσθε εἰς γνῶσιν τοῦ περιεχομένου «οὐδέποτε ἡ προφυλάκισις ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων δύναται νὰ παραταθῇ πέραν τῶν τριῶν μηνῶν ἄνευ δικαστικοῦ βουλεύματος, ὑποκειμένου καὶ τούτου εἰς ἀνακοπήν·» ἐπὶ τοῦ μέρους αὐτοῦ ἔχομεν τὰς ἑξῆς τροπολογίας. Τὰς ἀναγινώσκω τὴν μίαν κατόπιν τῆς ἄλλης, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἁπάσας, πρὶν ζητήσω ἐπὶ ὁποιασδήποτε ἐξ αὐτῶν τὴν ψῆφόν σας· πρῶτον τοῦ Κ. Ἰακωβάτου· «οὐδέποτε ἡ προφυλάκισις δύναται νὰ παραταθῇ πέραν τῶν 3 μηνῶν.» Ἡ τοῦ Κυρίου Σαράβα ἔχει ὡς ἑξῆς «οὐδέποτε ἡ προφυλάκισις δύναται νὰ παραταθῇ πλέον τῶν τριῶν μηνῶν ἄνευ δικαστικοῦ βουλεύματος. Ἄλλως ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ φυλακισμένος νὰ ζητήσῃ τὴν ἀποφυλάκισίν του δι’ ἐγγυήσεως, ὁριζομένης διὰ τοῦ ἁρμοδίου συμβουλίου· κατὰ τῶν τοιούτων βουλευμάτων εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις ἐπιτρέπονται τὰ συνήθη ἔνδικα μέσα.» Ὑπάρχει ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Κυπαρίσση. «Ἡ διάρκεια τῆς προφυλακίσεως τῶν ἐπὶ ἐγκλήματι κατὰ τῆς πολιτείας κατηγορουμένων δὲν δύναται νὰ παραταθῇ πέραν τῶν τριῶν μηνῶν· ὁ περαιτέρω χρόνος παράγει ὑπὲρ αὑτῶν δικαίωμα πρὸς ἀποζημίωσιν, ἂν ἐκδοθῇ ὑπὲρ αὐτῶν βούλευμα ἀποφαινόμενον, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν, ἢ ἀπολυθῶσιν ἄνευ βουλεύματος, ἢ ἀθωωθῶσι διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Ἐὰν δὲ κηρυχθῶσιν ἔνοχοι, ὁ χρόνος οὗτος θέλει ἐκπίπτεσθαι ἀπὸ τὴν καταγνωσθησομένην ποινήν.» Ὑπάρχει ὡσαύτως ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Παπαδιαμαντοπούλου.
§98ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἰδική μου ἀφορᾷ ἕτερον ἀντικείμενον. Πρὸς τί δὲ νὰ τὴν ὑποβάλετε, ἀφοῦ δὲν μοὶ ἐδώσατε τὸν λόγον ἵνα τὴν ἀναπτύξω; Ἡ συζήτησις ἔκλεισεν πολὺ πρόωρα.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα πρότασις τοῦ Κυρίου Ἡρακλέους Πετιμεζᾶ. Προσθήκη εἰς τὸ 6ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος Πᾶς διὰ κοινὸν ἔγκλημα μηνυόμενος, καὶ δι’ ἐντάλματος φυλακίσεως κρατούμενος, ἀπολύεται ἐκ τῶν φυλακῶν καθ’ ἃ τὸ 5ον ἄρθρον διατάττει, ἐὰν μετὰ παρέλευσιν τριῶν μηνῶν δὲν ἐκδοθῇ τὸ προσῆκον δικαστικὸν βούλευμα.
Η. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ
Ἡ τροπολογία τοῦ Κυρίου Καλαμίδα. Ἄρθρον 6. Μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου νὰ προστεθῶσι καὶ τὰ ἑπόμενα. «Κατασταθέντος δὲ αὐτοῦ ὁριστικοῦ, ἂν δὲν συνεδριάζῃ τακτικὸν ἐνόρκων δικαστήριον, συγκροτεῖται ἔκτακτον ἐντὸς εἴκοσι τὸ πολὺ ἡμερῶν, πρὸς ἐκδίκασιν. «Ὁ διὰ βουλεύματος, ἢ δι’ ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων ἀπαλλαττόμενος τῆς κατηγορίας, ἔχει δικαίωμα ἀποζημιώσεως κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἀναλόγως τῆς κοινωνικῆς τάξεώς του, ἐπιφυλαττομένου εἰς αὐτὸ δικαιώματος ἀνταγωγῆς κατὰ τῶν ὑπαιτίων.» Κατὰ πρῶτον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀποφασισθῇ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν ἂν τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον προτείνεται τῆς ἀποφυλακίσεως, ἐὰν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας δὲν ἐκδίδεται τὸ βούλευμα τῆς παραπομπῆς, ἂν πρέπῃ νὰ ἐφαρμόζηται ἐπὶ ὅλων ἐν γένει τῶν ἐγκλημάτων ἢ μόνον ἐπὶ τῶν πολιτικῶν κατὰ τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος. Κατόπιν δύνασθε νὰ λύσητε τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τὴν προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας θὰ ἐκδίδεται τὸ βούλευμα καὶ θὰ δικάζηται ὁ κατηγορούμενος· κατὰ πρῶτον λοιπὸν θέλω σᾶς ἐρωτήσει ἂν τὸ δεύτερον μέρος τοῦ ἄρθρου ἐπεκτείνεται ἐφ’ ὅλων τῶν ἐγκλημάτων ἢ μόνον ἐπὶ τῶν πολιτικῶν. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐπεκτανθῇ ἡ διάταξις αὕτη ἐφ’ ὅλων τῶν ἐγκλημάτων παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι) ἀπεῤῥίφθη. Συνεπεία λοιπὸν τῆς γενομένης ψηφοφορίας τὸ μέτρον τοῦτο τῆς προθεσμίας περιορίζεται εἰς μόνον τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, θέλω σᾶς ἐρωτήσει ἤδη, καθόσον ἀποβλέπει τὴν παραπομπὴν· ὑπεβλήθη περὶ τούτου πρότασις παρὰ τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου.
§100ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Τὸ βούλευμα τὸ ἀνεφέρατε, τί ἐννοεῖ βούλευμα παραπομπῆς;
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, σᾶς ἀναγινώσκω τὸ δεύτερον μέρος· ἡ πρότασις λέγει, οὐδέποτε ἡ προφυλάκισις δύναται νὰ παραταθῇ πέραν τῶν 3 μηνῶν. Ὁ Κύριος Ἰακωβάτος ἐννοεῖ, ὅτι ἐντὸς τῶν 3 μηνῶν πρέπει νὰ δικασθῇ καὶ ἂν δὲν δικασθῇ ἀποφυλακίζεται, πάντοτε θὰ δικασθῇ, ἀλλὰ θὰ μείνῃ ἐλεύθερος.
§102ΜΙΛΗΣΗΣ. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου, Κύριε Πρόεδρε, θὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν δύω διακεκριμένα ζητήματα καὶ προτείνω τὴν διαίρεσιν· ὁ Κύριος Ἰακωβάτος εἰς τὴν πρότασίν του περιλαμβάνει δύω τινά· ὁρίζει τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως εἰς δύω μῆνας ἀντὶ τῶν τριῶν, τοὺς ὁποίους περιλαμβάνει τὸ σχέδιον, δεύτερον προσθέτει καὶ ἂν ἐπέλθῃ βούλευμα, τὸ ὁποῖον νὰ διατάττῃ τὴν παράτασιν τῆς ἀνακρίσεως, δὲν δύναται νὰ προβῇ αὕτη πέραν τῶν δύω μηνῶν· ἐνταῦθα βλέπω δύω ζητήματα διακεκριμένα· δύναταί τις νὰ θέλῃ τὸν χρόνον νὰ περιορισθῇ εἰς δύω μῆνας, ἀλλὰ νὰ μὴ δεχθῇ τὸν περιορισμὸν, τὸν ὁποῖον θέλει νὰ φέρῃ ἡ πρότασις εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν, δύναται τοὐναντίον νὰ φρονῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσιν οἱ 3 μῆνες, καὶ μολοντοῦτο νὰ μὴ δέχηται τὸ δεύτερον· εἶναι λοιπὸν ἕκαστος διερμηνεὺς εἰς τὴν πεποίθησίν του ἐλεύθερος· πρέπει νὰ χωρίσῃ τὰ δύω ζητήματα.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις παρεδέχεται τοῦτο;
§104ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπόν· οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἰσχύῃ ἡ προφυλάκισις ἐπὶ δύω μῆνας, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Ἀκούσατε, τὸ δεύτερον μέρος τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Ἰακωβάτου «μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος παραπομπῆς οὐδέ ποτε ἡ προφυλάκισις δύναται νὰ παραταθῇ πέραν τῶν τριῶν μηνῶν».
§106ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐξηγηθῇ καλῶς τοῦτο· ἰδοὺ τί ἐννοοῦμεν, ὅτι ἐκτὸς τῶν δύω μηνῶν κατὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος θὰ παρέλθωσι καὶ 3 μῆνες ἀκόμη.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἐννοεῖ, ὅτι, ἂν ἐκεῖνος κατὰ τοῦ ὁποίου ἐκδίδεται βούλευμα παραπομπῆς δὲν δικασθῇ ἐντὸς 3 μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ βουλεύματος ν’ ἀποφυλακίζεται.
§108ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἂν δὲν ὑπάρχῃ Κακουργιοδικεῖον; (θόρυβος).
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε τὴν πρότασιν «οὐδέποτε ἡ προφυλάκισις δύναται νὰ παραταθῇ πλέον τῶν 3 μηνῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τοῦτο παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) παρεδέχθη. Ἔρχεται ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Κυπαρίσση. «Ὁ περαιτέρω χρόνος παράγει δικαίωμα πρὸς ἀποζημίωσιν, κτλ......».
§110ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Αὕτη ἔπεσε.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται ἡ πρότασις τοῦ Κ. Καλαμίδα, τὴν ὑποστηρίζουν δέκα; Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν, (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι)· ἀπεῤῥίφθη.
§112ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ τὸ ἐπιψηφισθὲν πρέπει τοὐλάχιστον νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς· «Κατασταθέντος δ’ αὐτοῦ ὁριστικοῦ, ἂν δὲν συνεδριάζουν τακτικὰ δικαστήρια συγκροτοῦνται ἔκτακτα» (θόρυβος).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν ἔχει ὡς ἑξῆς· Ἄρθρον 6. Ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων δύναται τὸ συμβούλιον τῶν πλημμελειοδικῶν, τῇ αἰτήσει τοῦ προφυλακισθέντος, νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀπόλυσιν τούτου ἐπὶ ἐγγυήσει ὁριζομένῃ διὰ δικαστικοῦ βουλεύματος, καθ’ οὗ ἐπιτρέπεται ἀνακοπή· οὐδέποτε ἐπὶ τῶν ἐγκλημάτων τούτων ἡ προφυλάκισις δύναται νὰ παραταθῇ πέραν τῶν δύω μηνῶν ἄνευ δικαστικοῦ βουλεύματος, ὑποκειμένου καὶ τούτου εἰς ἀνακοπήν, οὐδὲ μετὰ τὸ βούλευμα πέραν τῶν τριῶν μηνῶν. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ 7. Ἄρθρον 7. Ποινὴ δὲν ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου ὁρίζοντος προηγουμένως αὐτήν. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται πάντες) παρεδέχθη. Ἄρθρον 8. Οὐδεὶς ἀφαιρεῖται ἄκων τοῦ παρὰ τοῦ Νόμου ὡρισμένου εἰς αὐτὸν δικαστοῦ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις; Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται πάντες) παρεδέχθη. Ἄρθρον 9. Ἕκαστος ἢ καὶ πολλοὶ ὁμοῦ ἔχουσι τὸ δικαίωμα ν’ ἀναφέρωνται ἐγγράφως εἰς τὰς ἀρχὰς, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις; Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται πάντες) παρεδέχθη. Ὁ Κύριος Διομήδης ἐνταῦθα θέλει νὰ γίνῃ ἡ ἑξῆς προσθήκη. Ἐπὶ τοῦ 9 ἄρθρου. Μόνον μετὰ τὴν παράδοσιν τῆς ἀναφορᾶς, εἰς ἣν ἀποτείνεται ἀρχὴν, δύναται νὰ ἐνεργηθῇ καταδίωξις διὰ τὸ περιεχόμενον αὐτῆς, ἢ διὰ νόθευσιν τῶν ἐν αὐτῇ ὑπογραφῶν.
§114ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Ζητῶ τὸν λόγον.
§115ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον, ὅπως ἔχει.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται πάντες), παρεδέχθη.
§117Δ. ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Ὀφείλετε, Κύριε Πρόεδρε, νὰ μᾶς δίδετε τὸν λόγον· ἡ ἐργασία σας δὲν εἶναι μόνον νὰ θέτητε εἰς ψηφοφορίαν τὰ ἄρθρα.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν βλέπητε, ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Συνελεύσεως ἀποκρούει τὴν πρότασιν, τί τὴν θέλετε τὴν συζήτησιν. Ἄρθρ. 10. Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἡσύχως καὶ ἀόπλως· μόνον εἰς τὰς δημοσίας συναθροίσεις δύναται νὰ παρίσταται ἡ Ἀστυνομία. Αἱ ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεις δύνανται νὰ ἀπαγορευθῶσιν, ἐὰν ὡς ἐκ τούτων ἐπίκηται κίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν.
§119ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 3 5/60).
Ὁ Πρόεδρος
Ι. Λ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς. Σ. Λογιωτατίδης.