1864.08.17
1.699 στίχοι · 13.697 λέξεις · 197 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 299.
Τῆς 17 Αὐγούστου 1864.
(Δευτέρα)
Ὥρα 9 π. μ.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν ὑπάρχει;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, λείπει ἀπὸ τὰ πρακτικὰ εἰς τὸν λόγον μου κἄτι τι.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠξεύρετε ὅτι εἶναι συνοπτικά.
§5ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Λείπει τὸ οὐσιωδέστερον, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινα, νὰ διορισθῇ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει.— Τὰ πρακτικὰ ἐνεκρίθησαν.
§7ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ φανῇ, ὅτι κατέστη θορυβώδης ἡ Συνέλευσις.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ φαίνεται ἐκ τῶν πρακτικῶν· ἔπειτα εἶναι καὶ τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα καταδεικνύουν αὐτὸ ἔτι περισσότερον. Προσέξατε, θέλουν κληρωθῆ μερικὰ ὀνόματα εἰς τὰς ἐπιτροπάς. Ἐνταῦθα κληροῦνται εἰς τὸ Δʹ. τμῆμα ὁ Κ. Νικόλ. Φωκᾶς Γεωργακάτος, εἰς τὸ Εʹ. Χρηστόδουλος Ποφάντης, εἰς τὸ ϛʹ. Ἰωσὴφ Μομφεράτος. Κύριοι πληρεξούσιοι, προχθὲς τὸ Προεδρεῖον τῆς Συνελεύσεως παρουσιασθὲν ἐνώπιον τῆς Α. Μ. ἐξέφρασε πρὸς Αὐτὴν τὰ σεβάσματά του. Ἡ δὲ Α. Μ. ἔλεξε τάδε· «Μετ’ εὐχαριστήσεως βλέπω ὑμᾶς ἐνώπιόν μου· ἐλπίζω ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις ὅσον τάχιον θέλει ἐπιψηφίσει Σύνταγμα ἐγγυώμενον τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας, καὶ συνᾷδον μὲ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔθνους.» Ἡ εὐχὴ αὕτη εἶναι εὐχὴ τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου, εἶναι εὐχὴ παντὸς φίλου τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἀμφιβάλλω λοιπὸν, ὅτι θέλει πραγματοποιηθῆ ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως· ἂς δώσωμεν λοιπὸν πέρας εἰς παρεμπῖπτον λυπηρὸν, τὸ ὁποῖον διέκοψε τὰς συζητήσεις μας, καὶ ἂς προβῶμεν εἰς αὐτὸ μὲ τὴν σταθερὰν ἀπόφασιν τοῦ νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὴν εὐχὴν τῆς Α. Μ., ἐπιψηφίζοντες σύνταγμα ἐγγυώμενον τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας καὶ συνᾷδον μὲ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου. Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῶν διαφόρων προτάσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὡς ἀπετέλεσμα τῆς γενομένης συζητήσεως ἐπὶ τοῦ εἰρημένου παρεμπίπτοντος. Δύω εἰσὶν αἱ ὑποβληθεῖσαι ἐγγράφως προτάσεις κατὰ τὴν γενομένην συζήτησιν, ἡ μία, ἀποτέλεσμα τῆς ἀγορεύσεως τοῦ Κ. Βάσσου, ἔχει ὡς ἑξῆς· εἶναι τοῦ Κυρίου Ἀγγελινίδου. «Ἡ Συνέλευσις μὴ οὖσα ἁρμοδία νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ περιεχομένου τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Εὐθυμίου Πλαστήρα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Ἡ ἑτέρα, ἥτις μοὶ ἐνεχειρίσθη τὴν χθὲς μετὰ τὴν συζήτησιν, ἔχει ὡς ἀκολούθως· φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Κυρίου Βλάση Βαλτινοῦ. «Ἡ Συνέλευσις συναισθανομένη τὴν ἀξίαν καὶ τὴν τιμὴν αὐτῆς ἐν συνόλῳ καὶ ἑκάστου τῶν μελῶν αὐτῆς ἰδίᾳ, ἔχουσα πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ Κύριοι πληρεξούσιοι, οἱασδήποτε πολιτικῆς ἀποχρώσεως καὶ ἂν ὦσι, προβαίνουσιν εἰς τὰ ἔργα αὐτῶν ἀνεπηρεάστως πάσης ἐξωτερικῆς ἐπεμβάσεως ὅθεν δήποτε καὶ ἂν ὑποτεθῇ αὕτη προερχομένη, μόνον τὰ τιμαλφῆ τῆς πατρίδος συμφέροντα ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ἀπαξιοῖ νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν ὑπὸ τοῦ πληρεξουσίου Ναυπακτίας Κυρίου Πλαστήρα πρὸς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα τὸν Βασιλέα σταλεῖσαν ἐπιστολὴν, καθ’ ὃ ἀποτέλεσμα πολιτικοῦ πείσματος, καὶ προβαίνει θαῤῥαλέως εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ πολιτεύματος. Ὑπάρχει τρίτη τοῦ Κυρίου Δ. Βουδούρη. «Ἡ Συνέλευσις ἐκφράζει μετ’ ἀγανακτήσεως τὴν ἀποδοκιμασίαν τῆς πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα ἀπευθυνθείσης ἐπιστολῆς παρὰ τοῦ πληρεξουσίου Ναυπακτίας Κυρίου Πλαστήρα καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Ὁ πληρεξούσιος Κύριος Πλαστήρας, πρὶν ἀναβῶ τὴν ἕδραν, μοὶ ἐζήτησε τὴν ἄδειαν νὰ λάβῃ τὸν λόγον διὰ νὰ κάμῃ ἐκδήλωσιν, μίαν ἐξήγησιν, καθόσον ἀποβλέπει τὴν ἐπιστολήν.
§9ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Τὸ ἱστορικὸν, ὄχι τὴν οὐσίαν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χρεωστῶ νὰ σᾶς ἀναγγείλω, ὅτι ἔλαβον καὶ ἐπιστολὴν ἐκ μέρους τοῦ ὑπασπιστοῦ τῆς Α. Μ. τοῦ Κ. Μεταξᾶ ἀφορῶσαν τὰ ἀποδιδόμενα εἰς αὐτὸν, καθόσον ἀποβλέπει τὴν ἐκλογήν· θέλετε ν’ ἀναγνωσθῇ;
§11ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Μάλιστα.
§12ΕΤΕΡΟΙ. (ἀριστερόθεν). Ὄχι.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιστολὴ διαψεύδει μὲ τὸν ἐπισημότερον τρόπον τὰ ἀποδοθέντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰς τὸν Κ. Μεταξᾶν.
§14ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ (θόρυβος).
§15ΤΡΙΤΑΚΗΣ. Πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ, διὰ νὰ φανῇ ὁποῖα ψεύδη καὶ ἀγυρτίας μετεχειρίσθησαν προχθές.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιττὴ ἡ ἀνάγνωσις.
§17ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν λέξιν;
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· ἐτελείωσε· θέλω ἐρωτήσει μόνον καὶ μόνον τὴν Συνέλευσιν, ἐὰν ἐπιτρέπῃ εἰς τὸν Κ. Πλαστήραν νὰ κάμῃ τὰς ἐξηγήσεις.
§19ΠΟΛΛΟΙ. (δεξιόθεν). Ὄχι.
§20ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν θὰ πειραχθῇ κανείς.
§21ΔΑΓΡΕΣ. Κ. Πρόεδρε....
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς δίδω τὸν λόγον. Καθήσατε (θόρυβος).
§23ΤΙΝΕΣ. Πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ ὁ Κ. Πλαστήρας (θόρυβος).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, παρακαλῶ· μοὶ ἐνεχειρίσθησαν ταύτην τὴν στιγμὴν καὶ τρεῖς ἕτεραι προτάσεις «Ἡ Συνέλευσις, εἰ καὶ ἀναρμοδία, παρατηρεῖ ἐν τούτοις, ὅτι τὸ ὕφος τῆς ἐπιστολῆς εἶναι ἀνάρμοστον, ἀλλὰ καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως, προβαίνει δὲ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
§25ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὴν ἐπιστολὴν ν’ ἀκούσωμεν πρῶτον.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀναγγείλω πρῶτον τὰς προτάσεις· ἄλλας προτάσεις δὲν δέχομαι πλέον, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ φθάσωμεν εἰς πέρας, ὅταν βρέχῃ ἀδιακόπως προτάσεις. Ἰδοὺ ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Ῥοντήρη! «Ἡ ἐθνικὴ Συνέλευσις ἐπιτρέπει εἰς τὸν Κύριον Πρόεδρον τῆς ἐθν. συνελεύσεως νὰ διορίσῃ δεκαμελῆ ἐπιτροπὴν, διὰ νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου ἀνεμίχθησαν οἱ αὐλικοὶ καὶ νὰ φέρῃ ἔκθεσιν περὶ τούτου εἰς τὴν ἐθνικὴν Συνέλευσιν». Ἡ πρότασις τοῦ Κ. Διομ. Κυριακοῦ. «Ἡ Συνέλευσις λαβοῦσα μετὰ λύπης γνῶσιν τῆς πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα ἐπιστολῆς τοῦ πληρεξουσίου Ναυπακτίας Κ. Πλαστήρα, ἀποδοκιμάζει αὐτὴν, καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Θέλω ἐρωτήσει ἤδη τὴν Συνέλευσιν ἐὰν θέλῃ κατ’ ἐξαίρεσιν, χωρὶς τοῦτο νὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐκηρύχθη περαιωμένη, ἐὰν θέλῃ ν’ ἀκούσῃ τὸν Κ. Πλαστήραν (θόρυβος)· οἱ παραδεχόμενοι τὸ νὰ ἀκουσθῇ μόνος ὁ Κ. Πλαστήρας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) παρεδέχθη. Παρακαλῶ νὰ ἐπικρατήσῃ τάξις, νὰ παύσουν αἱ διακοπαί.
§27ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ἐννοεῖτε, ὅτι δὲν θὰ γίνῃ συζήτησις· εἶναι μόνον δικαίωμα ὑπερασπίσεως.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§29ΜΙΛΗΣΗΣ. Κ. Πρόεδρε, ἐννοοῦμεν νὰ ἐπιφυλάξωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀπαντήσεως, διότι δὲν ἐχαρακτηρίσθη ἡ ἐπιστολὴ ὡς ἔπρεπε. (θόρυβος).
§30ΠΕΤΙΜΕΖΗΣ. Ἡ Συνέλευσις ἀπεφάνθη νὰ ὁμιλήσῃ ὁ Κ. Πλαστήρας.
§31ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι. (θόρυβος)
§32ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Ἐν πρώτοις, Κύριοι, ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, μεθ’ ὅλων τῶν δυνάμεών μου, διότι μία ἀθώα καὶ εἰλικρινὴς πρᾶξις, προερχομένη ἀπὸ ὑπερβολικὴν ἀγάπην καὶ ἀφοσίωσιν πρὸς τὴν Πατρίδα καὶ τὴν Βασιλείαν ἐγένετο ἀντικείμενον θορύβου καὶ πατάγου τόσου· εὐτυχῶς δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ αἴτιος, διότι οὐδέποτε διενοήθην, ὅτι ἡ ἐπιστολή μου αὕτη ἤθελεν ἔλθει εἰς τὸ δημόσιον. Θέλω σᾶς εἴπει τὴν ἱστορίαν χωρὶς νὰ ἐπέμβω εἰς οὐδὲν πρᾶγμα. Μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου, περὶ τὸ ἑσπέρας, ἀνέγνωσα ἐφημερίδας πολλὰς, αἱ ὁποῖαι ἔγραφον δεινά....
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναφέρετε πάλιν τὴν συζήτησιν.
§34ΠΟΛΛΟΙ. Ἀφήσατέ τον.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι, παρακαλῶ, νὰ μὲ ἀκροασθῆτε. Διευκόλυνα τὸν Κ. Πλαστήραν εἰς τὸ νὰ λάβῃ τὸν λόγον, διότι μοὶ εἶπε προηγουμένως, ὅτι τὸν ζητεῖ μόνον καὶ μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ ἐπιστολὴ δὲν εἶναι ἀπόῤῥοια συνεννοήσεως μετ’ ἄλλων, ἀλλὰ μόνον ἀπόῤῥοια τῆς ἐνδομύχου του πεποιθήσεως.
§36ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῶν τῶν διαδιδομένων πολλῶν πραγμάτων, καὶ μὲ τὰ διάφορα ἀκούσματα, ἐθλίβην, Κύριοι ....
§37ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τὸν λόγον, Κύριε Πρόεδρε. (θόρυβος).
§38ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Καὶ συνέλαβον τὴν ἰδέαν ἔξωθεν τοῦ Καφφενείου τοῦ Βυζαντίου νὰ γράψω ὡς ὑπήκοος μίαν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Βασιλέα, τὴν ὁποίαν νὰ μὴ γνωρίζῃ, εἰμὴ ὁ Θεὸς, ἐγὼ καὶ ὁ Βασιλεὺς, καὶ δὲν εἶχον οὔτε μολυβδοκόνδυλον, οὔτε χαρτί· ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Κ. Εὐθυμιόπουλον νὰ μοῦ δώσῃ μολυβδοκόνδυλον νὰ κάμω μίαν σημείωσιν, ἀλλὰ δὲν εἶχε· ἐζήτησα ἀπό ἄλλον, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω· ἐζήτησα χαρτὶ, καὶ μοῦ ἔδωσαν αὐτὸ τὸ τελεγράφημα· εἰσῆλθον λοιπὸν εἰς τὸ καφενεῖον καὶ ἔκαμα τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν εἰς τὸ τελεγράφημα· ὅποιος θέλει ἂς τὴν ἰδῇ (δεικνύει τὸ ὄπισθεν μέρος ἑνὸς τηλεγραφήματος). Τὴν πρωΐαν εἰσῆλθον εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἐζήτησα χαρτὶ ἀπὸ τὸν Κ. Σοφιανὸν καὶ ἕνα φάκελλον· ἔγραψα ἐδῶ τὴν ἐπιστολὴν, καὶ ἐπῆγα εἰς τὰ ἀνάκτορα ὅπου τὴν ἐνεχείρισα. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶχον κανένα σκοπὸν, οὐδὲ ἤμην συνεννοημένος μὲ κανένα· ἐγὼ ἐν τῇ πεποιθήσει μου, ἐν τῇ ἰδέᾳ, ὅτι βλάπτεται ἡ πατρὶς, βλάπτεται ἡ Βασιλεία, δι’ αὐτὰ τὰ ὁποῖα διεδίδοντο, ἤθελα νὰ τὰ κάμω ὡς ὑπήκοος γνωστὰ εἰς τὸν Βασιλέα· ὁ Βασιλεὺς, βεβαίως συνταγματικώτατα φερόμενος, διεκοίνωσε τὴν ἐπιστολὴν εἰς τὸ ὑπουργεῖον· τώρα, ἐὰν ἔπρεπε τὸ ὑπουργεῖον νὰ φέρῃ ἢ ὄχι, δὲν εἶναι ἰδική μου σκέψις Ἐγὼ θέλω μόνον νὰ πείσω τὴν Συνέλευσιν, ὅτι δὲν εἶχον κατὰ διάνοιάν ποτε, ὅτι ἡ ἐπιστολή μου θὰ λάβῃ δημοσιότητα.
§39ΑΧΟΛΟΣ. Κ. Πλαστήρα (θόρυβος).
§40ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Ἔγραψα, ἐννοεῖτε πολὺ καλὰ, ὑπὸ τὰς ἀντιλήψεις, ὑπὸ τὴν συναίσθησιν τῆς στιγμῆς ἐκείνης, χωρὶς νὰ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου νὰ βάλω χρώματα, παρὰ μόνον, ὅπως ἦλθον αἱ ἰδέαι, νὰ τὰς ἀνακοινώσω εἰς τὸν Βασιλέα. Ἐὰν εἶχον πολιτικὸν σκοπὸν, εἰξεύρω πολὺ καλὰ, εἰμποροῦσα νὰ λάβω τὰς ἐφημερίδας αὐτὰς καὶ νὰ ἔλθω εἰς τὸ βῆμα νὰ καταγγείλω τὸ ὑπουργεῖον ἢ τὴν Αὐλὴν, ἀλλὰ δὲν εἶχον τοιοῦτον σκοπόν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλὰ, ἀρκετά.
§42ΤΙΝΕΣ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσῃ.
§43ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Δὲν δύναμαι, Κύριοι, ν’ ἀποχωρήσω τοῦ βήματος χωρὶς, μεθ’ ὅλων τῶν δυνάμεών μου, νὰ ἐξηγήσω ἐπίσης τὴν λύπην μου, καὶ ὅτι δυστυχῶς δὲν ἠξεύρω, πῶς ἄνθρωποί τινες παρενόησαν ἢ ἔδωσαν κακὸν χαρακτῆρα εἰς μίαν εἰλικρινῆ πρᾶξιν. Οὐδεὶς θὰ μοὶ ἀρνηθῇ περισσοτέραν ἀγάπην, καὶ περισσοτέραν ἀφοσίωσιν πρὸς τὸν Βασιλέα ἐκεῖνον, διὰ τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰργάσθην ὅσον ἠδυνήθην.
§44ΑΧΟΛΟΣ. Κ. Πρόεδρε. (θόρυβος).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον· ἐκ τῶν προτάσεων, ἡ ἀπωτέρα κατὰ τὴν κρίσιν μου, εἶναι ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ἀγγελινίδου, ἡ λέγουσα «Ἡ Συνέλευσις μὴ οὖσα ἁρμοδία νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ περιεχομένου τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Εὐθυμ. Πλαστήρα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Πρώτην λοιπὸν αὐτὴν θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν ψῆφόν σας.
§46ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κ. Πρόεδρε, μίαν παρατήρησιν ἐπὶ τῆς θέσεως τῶν ζητημάτων.
§47ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐρωτήσατε ἐὰν ἡ πρότασις ὑποστηρίζεται ὑπὸ 10 πληρεξουσίων.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ ὑποστηρίζεται, διότι προέρχεται ἐντεῦθεν· ὑποστηρίζεται ὑπὸ δέκα;
§49ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§50ΣΤ. ΜΑΚΡΗΣ. Ὑπάρχει μία ἰδέα.......
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ ὑμῶν ἐζήτησεν ὁ Κ. Λομβάρδος.
§52Σ. ΜΑΚΡΗΣ. Μίαν λέξιν, ὑπάρχει μία ἰδέα, νὰ συγχωνευθῇ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ἀγγελινίδου, καὶ μερικαὶ ἄλλαι εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Βαλασσοπούλου, καὶ σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ τὴν προτάξητε αὐτήν.
§53ΚΑΛΟΣ. Ὄχι· ποῖος τὸ λέγει αὐτό;
§54ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος τῆς κλείσεως ἢ μὴ κλείσεως τῆς συζητήσεως, ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ, ἐκφράζω τὴν γνώμην μου, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν ἔπρεπε νὰ κλείσῃ· τὴν σήμερον παρουσιάζονται προτάσεις νέαι, πρότασις περὶ ἐλεγκτικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία προχθὲς ἀορίστως ἐλέχθη· πῶς θὰ ψηφίσωμεν τώρα αὐτὴν, χωρὶς ν’ ἀναπτυχθῶσι τοὐλάχιστον οἱ λόγοι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσουν κατὰ, καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσουν ὑπέρ; ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ, αὐτὴν τὴν πρότασιν τὴν ὑποστηρίζω ὅλαις δυνάμεσι, θέλω νὰ φανῇ ἡ ἀλήθεια.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποφασίσατε διὰ τῆς ψήφου σας ἐπὶ τῶν προτάσεων· νέα συζήτησις δὲν εἰμπορεῖ νὰ γίνῃ· ἀπωτέρα λοιπὸν πρότασις εἶναι ἡ ζητοῦσα νὰ κηρυχθῇ ἡ Συνέλευσις ἀναρμοδία.
§56ΤΙΝΕΣ. (ἀριστερόθεν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε εἴκοσι; (ἐγείρονται πολλοί).
§58ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύω λέξεις· ἐπειδὴ πρόκειται νὰ ψηφοφορήσωμεν, συμφωνῶ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Λομβάρδου, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις, διὰ νὰ ἐκφράσῃ καθεὶς τὶ φρονεῖ.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἰμπορῶ ἐγὼ νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον, ἀφ’ οὗ ἡ Συνέλευσις ἐκήρυξε περαιωμένην τὴν συζήτησιν· παρακαλῶ νὰ ἐπικρατήσῃ ἡσυχία, διότι τότε θὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία μὲ μεγίστην ταχύτητα· ἀναγινώσκω καὶ πάλιν τὴν πρότασιν. «Ἡ Συνέλευσις μὴ οὖσα ἁρμοδία νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ περιεχομένου τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Εὐθυμίου Πλαστήρα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι ὄχι.
§60ΤΙΝΕΣ. (ἀριστερόθεν). Δι’ ἀναστάσεως.
§61ΠΟΛΛΟΙ. (δεξιόθεν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ἐκφώνησις τοῦ καταλόγου, καθήσατε. Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ καταλάβητε τὰς ἕδρας σας· πιστεύω, ὅτι αἱ λοιπαὶ προτάσεις θὰ ψηφισθῶσι δι’ ἀναστάσεως.
§64ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§65ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 273, 203 εἶπον ὄχι, 68 εἶπον ναὶ, 2 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἄρα ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ἀγγελινίδου ἀπεῤῥίφθη. Κύριοι, μετὰ τὴν ψηφοφορηθεῖσαν πρότασιν, νομίζω, ὅτι ὡς ἀντίθετος ἀπωτέρα πρότασις πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἡ τοῦ Κυρίου Βουδούρη. «Ἡ Συνέλευσις ἐκφράζει μετ’ ἀγανακτήσεως τὴν ἀποδοκιμασίαν τῆς πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα ἀπευθυνθείσης ἐπιστολῆς παρὰ τοῦ πληρεξουσίου Ναυπακτίας Κυρίου Πλαστήρα καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
§67ΣΤ. ΜΑΚΡΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. (ἐγείρονται πολλοὶ ἐκ τῶν δύω πτερύγων ζητοῦντες τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν).
§68ΡΟΥΚΗΣ. Νὰ προηγηθῇ ἡ τοῦ Κ. Βαλασοπούλου.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν.
§70ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι περιττὸν, ὅπως θέλετε.
§71ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Νομίζω, ὅταν πρόκηται νὰ ψηφοφορήσωμεν προτάσεις, δὲν πρέπει νὰ ψηφοφορήσωμεν προτάσεις ὅλως ἀντιθέτους, ἀλλὰ νὰ ἀκολουθήσωμεν μίαν σειράν.
§72ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Ἐτελείωσε.
§73ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἡ παραδοχὴ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Βουδούρη ἀποκλείει τὴν πρότασίν μου;
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποκλείει ὅλας (θόρυβος). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νὰ ὑποβληθῇ πρώτη εἰς ψηφοφορίαν ἡ τοῦ Κ. Βουδούρη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι) παρεδέχθη. Νὰ προσέλθουν δύω ψηφολέκται.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ προσέλθῃ εἷς ψηφολέκτης τῆς ἀντιθέτου γνώμης (ὁ Κύριος Πρόεδρος προσκαλεῖ διαφόρους ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος νὰ λάβωσι μέρος ὡς ψηφολέκται, ἀλλ’ ἀρνοῦνται).
§76ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Ἐμπιστευόμεθα εἰς ὑμᾶς, Κύριε Πρόεδρε.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἔλθῃ λοιπὸν εἷς ἐκ τῆς ἑτέρας μερίδος. Ὁ Κύριος Δαγρὲς δύναται νὰ λάβῃ μέρος;
§78ΔΑΓΡΕΣ. Μάλιστα. Νὰ σημειωθῇ ὅμως, Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι προσεκαλέσατε ψηφολέκτας ἐκ τῶν ἐναντίων καὶ δὲν προσῆλθον.
§79ΖΩΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις νὰ εἴπω.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Βουδούρη λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Ἄρχεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 238–193 εἶπον ναὶ, — 28 εἶπον ὄχι, — 27 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἄρα ἡ πρότασις τοῦ Κ. Βουδούρη ἐγένετο δεκτὴ, καὶ οὕτως ἔκλεισεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος κυρίου ζητήματος. Πρῶτος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ 5 ἄρθρ. τοῦ Συντάγματος, διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν διακοπεῖσαν ἀγόρευσίν του, ὁ Κ. Σαρίπολος.
§81ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰς ποίαν θέσιν θέτετε ἡμᾶς τώρα; (θόρυβος), νὰ σημειωθῇ ἡ γνώμη μας· ἡ πλειοψηφία ἂς κάμῃ ὅ,τι θέλει.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα θὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἀποστολή μας εἶναι νὰ ἐνασχοληθῶμεν εἰς τὸ Σύνταγμα.
§83ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰς ποίαν θέσιν ὅμως θέτετε ἡμᾶς; πρέπει νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον· κάμετε πρότασιν δι’ ἄλλην ἡμέραν· ἔκλεισεν ἡ συζήτησις· ἔγεινε ψηφοφορία, ἐτελείωσε τὸ ζήτημα· δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν· δὲν ἐννοῶ νὰ σᾶς προσβάλω, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ παραβῶ τὸ καθῆκόν μου.
§85ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀλλὰ τότε ἀφίνετε ἡμᾶς ὑπὸ τὸ βάρος μιᾶς κατηγορίας.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐπικρατήσῃ ἡσυχία· ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Σαρίπολος.
§87ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ (Εἰσηγητὴς). Διεκόπη χθὲς ἡ συζήτησις ἕνεκα τοῦ παρεμπεσόντος ζητήματος τῆς πρὸς τὸν Βασιλέα ἐπιστολῆς τοῦ πληρεξουσίου Ναυπακτίας Κ. Εὐθ. Πλαστήρα, καὶ τοῦτο, καθ’ ἣν στιγμὴν εἰσῆλθον εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς ἀγορεύσεώς μου ἐπὶ τῶν ἔργων τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ πολιτεύματος, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ περιελήφθη ὅ,τι ἦτο σπουδαῖον καὶ ἀναγκαῖον νὰ περιληφθῇ πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου. Ὑπέρτατον ἀσφάλιον, Κύριοι, τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας εἶναι, ὅτι ἐν τῷ σχεδίῳ τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὡς ἡ μόνη ἁρμοδία ἀρχὴ πρὸς τὸ νὰ περιορίζῃ τὰς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου ἀνεγράφη ἡ δικαστική. Ἐγένοντο καταχρήσεις, ἐγένοντο καταπιέσεις, ἐγένοντο περιορισμοὶ παράνομοι καὶ αὐθαίρετοι τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ ἀλλαχοῦ, ὁμολογητέον ὅμως, ὅτι ὅσα παραδείγματα ἔφερον ἢ φέρουσι περὶ τοῦ περιορισμοῦ τούτου ἐλήφθησαν ἢ θέλουσι ληφθῆ ἐκ τῶν περιορισμῶν, τοὺς ὁποίους ἐπέβαλεν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Ὅταν ὁ Μέγας Ναπολέων συνελάμβανε πολίτας καὶ τοὺς κατέκλειεν ἐν ταῖς εἱρκταῖς ἀδικάστους, καὶ δὲν τοὺς ὑπέβαλλεν εἰς ἀνακρίσεις, ἐν τίνι δικαιώματι τὸ ἔκαμνε; διὰ τίνος ἐξουσίας ἐνήργει; Ὑπῆρχον αἱ prisons d’ etat, καὶ ἐῤῥίπτοντο ἐκεῖ ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ὅταν πρὸ τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως ἡ Βαστιλλία ἐδέχετο τοὺς ῥιπτομένους ἐν αὐτῇ, ἐῤῥίπτοντο οὗτοι ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, Κύριοι; ὄχι ἐῤῥίπτοντο ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς. Σᾶς ἀνέφερε καὶ τὰ ἐδῶ παραδείγματα καταπιέσεων ὁ Κ. Καλαμίδας· καὶ ὅτι ὁ ἴδιος ἔγεινε μάρτυρ ἐπὶ τοιούτοις παθήμασιν καὶ ζητεῖ ν’ ἀναγραφῇ ὡς εἷς τῶν ὁμολογητῶν τῆς ἐλευθερίας. Σᾶς εἶπεν, ὅτι παρῆλθον τεσσαράκοντα ἡμέραι ἀφ’ ἧς ἐγκαθείρχθη καὶ ὅμως οὐδὲν ἔνταλμα οὔτε συλλήψεως οὔτε φυλακίσεως ἐκοινοποιήθη εἰς αὐτόν. Ποῖος λοιπὸν ἐκράτει αὐτὸν ἐν ταῖς φυλακαῖς; Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καὶ οὐχὶ ἡ δικαστική. Ἡμεῖς ῥητῶς ἀφῃρέσαμεν ἀπὸ πάσης ἄλλης ἐξουσίας τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ τὸ ἐδώκαμεν εἰς μόνην τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν· διότι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία διατελοῦσα ἀνεξάρτητος εἰς τὸ ἔργον αὑτῆς, διαχειριζομένη δὲ δι’ ἀνδρῶν εὐσυνειδήτων, διὰ νομικῶν πεπειραμένων καὶ δεδοκιμασμένων, δὲν εἶναι κίνδυνος ὅτι θέλει ἐπέλθει πάλιν ἡ κατάχρησις ἐκείνη, ἥτις πρότερον ἐγίνετο. Τὸ ἄρθρον τοῦ συντάγματος τοῦ 1844 δὲν ἠσφάλιζεν ἀρκούντως, κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν, τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, διότι οὐδόλως ἠκρίβου τὸν χρόνον καὶ τὴν ἀρχὴν καθ’ ὃν καὶ δι’ ἧς ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τοῦ πολίτου, ἠδύνατο νὰ περιορισθῇ, ἐφ’ ᾧ καὶ ἂν παρεβιάσθη, παρεβιάσθη, ἐπαναλέγω, ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· ὀλίγιστα δὲ παραδείγματα δύνασθε νὰ φέρητε ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐγένετο συνεργὸς τῆς ἀσεβούσης ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς. Ἡ ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ ἄρθρου τούτου ὡς τὸ συνέταξεν ἡ ἐπιτροπὴ, σᾶς ἀποδεικνύει, ὅτι εἰς μόνην τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἀναθέσασα τὸ δικαίωμα τοῦ περιορίζειν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, ἠθέλησε νὰ τὴν ἐξασφαλίσῃ καὶ τελειότερον, καὶ περισσότερον. Ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τοῦ πολίτου δὲν περιορίζεται εἰμὴ διὰ τρεῖς λόγους. αʹ) ἕνεκεν ἰδιωτικῶν χρεῶν, βʹ) ὡς ἐκ προφυλακίσεως ἐπὶ κατηγορίᾳ ποινικῆς τινος πράξεως, καὶ γ) ὡς συνέπεια ποινῆς τινος. Τὰ ἰδιωτικὰ χρέη δὲν ἀφορῶσι βεβαίως αἱ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ σχεδίου τοῦ συντάγματος διατάξεις, διότι ἐκεῖ οὔτε ἐντάλματα συλλήψεως, οὔτε ἐντάλματα φυλακίσεως ἐκδίδονται, ἀλλ’ εἰσὶν ἡ ἐκτέλεσις ἀποφάσεως διαταττούσης τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ἢ ἀδείας τοῦ προέδρου ἢ τοῦ δικαστηρίου, ἐπιτρεπούσης αὐτὴν ὡς συντηρητικὸν μέτρον. Ὁ δὲ περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας λόγῳ ποινῆς, ὡσαύτως δὲν ἦτο ἀντικείμενον τῆς μελέτης ἡμῶν, καθόσον ἡ ποινικὴ ἀπόφασις ἡ διατάττουσα τὴν ἀποστέρησιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, φέρει καὶ τὸν χρόνον ἐφ’ ὃν θέλει μένει οὗτος ἀπεστερημένος τῆς ἐλευθερίας του. Δὲν ἔμενε λοιπὸν εἰμὴ ὁ δεύτερος τῆς προφυλακίσεως λόγος. Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὸ μέρος τοῦτο ἐπέστησε κυρίως τὴν προσοχήν της· ὤφειλε δὲ νὰ λάβῃ τρία πράγματα ὑπ’ ὄψιν, εἰς ταῦτα ἔλαβεν. Πρῶτον νὰ προλάβῃ πᾶσαν παράνομον κατακράτησιν· καὶ τὴν ἐπρόλαβε, διότι διέταξεν ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ προφυλακισθῇ ἄνευ ᾐτιολογημένου ἐντάλματος συλλήψεως, κοινοποιουμένου εἰς τὸν συλλαμβανόμενον κατὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἀπάγεται εἰς τὴν φυλακήν. Ὅθεν τοῦτο ἐπρολήφθη πληρέστατα. Δεύτερον μέλημα ἡμῶν ὑπῆρξε νὰ παύσῃ ὅσον τάχιστα ἡ προφυλάκισις· καὶ τοῦτο βλέπετε ἐπίσης ὅτι ἀρκούντως ἠσφαλίσαμεν, διότι διατέτακται, ὅπως ὁ προφυλακισθεὶς ἄνευ ἀναβολῆς φέρηται πρὸς τὸν ἀνακριτὴν, ὁ ὁποῖος ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ὀφείλει προανακρίνας ἢ ν’ ἀπολύσῃ, ἢ νὰ ἐκδώσῃ τὸ ἔνταλμα τῆς φυλακίσεως κατὰ τοῦ συλληφθέντος καὶ προσαχθέντος· παρελθουσῶν δὲ τριῶν ἡμερῶν, καθ’ ἃς ὁ ἀνακριτὴς δὲν ἤθελεν ἐνεργήσει τι, ὅπως νομιμοποιήσῃ τὴν προφυλάκισιν τοῦ πολίτου, πᾶς δεσμοφύλαξ, πᾶς ἄλλος ὑπάλληλος εἶναι ὑπόχρεος, χωρὶς ἄλλης τινὸς διατυπώσεως ν’ ἀνοίξῃ τῷ καθειρχθέντι τὰς πύλας τῆς φυλακῆς. Ὡς κύρωσιν δ’ ἐνεγράψαμεν τελευταῖον, ὅτι οἱ παραβάται τῶν ἀνωτέρω διατάξεων τιμωροῦνται ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει. Τὶ θέλετε περισσότερον; Νὰ ἐγγράψωμεν ὁλόκληρον ποινικὴν νομοθεσίαν ἐν τῷ Συντάγματι; Ἡ ποινικὴ ἡμῶν νομοθεσία εἶναι ἱκανῶς καλὴ καὶ μικρῶν χρήζει μεταῤῥυθμίσεων, ὑπάρχουσι δὲ ποιναὶ ἐν αὐτῇ κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπεστεροῦσι τὸν πολίτην ἀδίκως καὶ παρανόμως τῆς προσωπικῆς αὑτοῦ ἐλευθερίας. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον ἄλλοι, ἐγγράψατε ἐγγράψατε ὁλόκληρον τὸ habeas corpus καὶ μάλιστα τὴν χρηματικὴν ποινὴν πεντακοσίων λιρῶν στερλινῶν, ἣν νὰ πληρόνῃ λόγῳ ἀποζημιώσεως ὁ ἐγκαθείρξας πρὸς τὸν φυλακισθέντα. Ἀλλὰ τίς θέλει ἐπιβάλλει τὴν ποινήν; οἱ τοῦ δικαστοῦ ἀνακριτοῦ συνάδελφοι δικασταί... Ἄ! Κύριοι, ἂν δὲν κατορθώσητε νὰ ἔχητε δικαστὰς ἀξίους, εὐσυνειδήτους καὶ ἀνεξαρτήτους, ὅσα θέλετε ἐγγράψατε ἐν τῷ Συντάγματι διὰ νὰ προλάβητε πᾶσαν παρεκτροπὴν, οὐδὲν θέλετε κατορθώσει, διότι θέλει μένει πάντοτε ἄδεια εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐπηρεάζουσαν ὁπωσδήποτε πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως τοὺς δικαστὰς, ν’ ἀναμιγνύηται εἴτ’ ἀμέσως, εἴτ’ ἐμμέσως εἰς τὴν ἀποστέρησιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου. Νομίζομεν λοιπὸν, ὅτι πλείονα ὅσων ἐνεγράψαμεν ἦτο περιττὸν νὰ ἐγγράψωμεν, διότι, Κύριοι, πρέπει νὰ ἔχητε ἀείποτε τὸν κανόνα τοῦτον ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ πολιτεύματος, ὅτι ἐν τῷ πολιτεύματι πρέπει νὰ ἐγγράφωνται αἰώνιοι καὶ μεγάλαι μόνον ἀρχαὶ, καὶ οὐχὶ νὰ ἐκπίπτωμεν εἰς τὰ καθέκαστα, διότι τότε ἀποβάλλει πᾶσαν τὴν σπουδαιότητα αὐτοῦ τὸ πολίτευμα, καὶ καταντᾷ νὰ μὴ ᾖναι πλέον θεμελιώδης θεσμὸς, ἀλλὰ σύμφυρμα νόμων διαφόρων· οὕτω δὲ θέλετε πάντως τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ ἐξασθενίσει, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ περιλάβητε ὅλην τὴν ποινικὴν νομοθεσίαν ἐν τῷ Συντάγματι. Τὰ εἰρημένα μοι ἱκανὰ κρίνω πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ ἀπόῤῥιψιν πάσης προταθείσης τροπολογίας καὶ προσθήκης. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ἕκτου ἄρθρου, περὶ τῶν εἰδικῶν ἐν αὐτῷ διατάξεων διὰ τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα. Ὁ Κ. Ἀντύπας καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου.
§88ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Κύριοι! νομίζω, ὅτι πρὶν ἀρχίσω νὰ ὑποστηρίξω τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος πρέπει ἐν ὀλίγαις λέξεσι νὰ σᾶς καταδείξω, ποία σειρὰ σκέψεων μὲ ἔφερεν εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον μέλλω νὰ ὑποστηρίξω. Νομίζω, ὅτι ὁσάκις τις καλεῖται νὰ νομοθετήσῃ νόμους διαγράφοντας τὰς διαφόρους ἐξουσίας, διὰ νὰ περιορίσῃ καὶ περιστείλῃ πᾶσαν δυνατὴν κατάχρησιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεωρῇ τὸν λαὸν καὶ τοὺς πολίτας ὅπως συνήθως οἱ γράφοντες καὶ λαλοῦντες περὶ αὐτοῦ, ὡς σῶμα μαθηταρίων ἀπέναντι διδασκάλων, ὡς ἀνθρώπους, οἵτινες εἶναι ἕτοιμοι νὰ ἀτακτήσωσι, καὶ πρόκειται νὰ τοὺς περιστείλωμεν, ἀλλὰ πρέπει νὰ θεωρήσωμεν τὸν λαὸν ὡς κύριον, τὴν δὲ ἐξουσίαν, ὑπὸ οἱονδήποτε σχῆμα καὶ ἂν παρουσιάζηται, ὡς ἐντολοδόχους μισθωτοὺς, οἱ ὁποῖοι πολλάκις δύνανται νὰ ἐνδιαφέρωνται, νὰ ἐνεργοῦν καταχρήσεις· συνεπὴς πρὸς αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, νομίζω, ὅτι ὑμεῖς οἱ κληθέντες νὰ συντάξωμεν τὸ πολίτευμα, πρέπει πάντοτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν νὰ παρατηρῆτε τὸν πολίτην, καὶ συμφώνως πρὸς αὐτὴν νὰ κανονίσητε ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Κύριοι, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι πολλοὶ πρὸ ἐμοῦ εἶπον, ὅτι μόνη ἡ διακήρυξις δικαιωμάτων καὶ ἐλευθέρων ἀρχῶν εἰς οὐδὲν συντελεῖ. Λέγω, Κύριοι, ὅτι μόνη ἡ διακήρυξις καὶ ἡ ἀναγραφὴ δικαιωμάτων εἰς οὐδὲν συντελεῖ, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἐξασφαλιστικὰ μέσα εἶναι ἡ διαγραφὴ τύπων, ἡ διαγραφὴ τῶν ὁρίων, ἐντὸς τῶν ὁποίων πᾶς τις, ἐντολὴν ἐξουσίας ἀναδεχόμενος, ὀφείλει νὰ περιστρέφηται, καὶ ἐκτὸς τούτου καὶ κύρωσίς τις, μία ῥήτρα, ἡ ὁποία νὰ ἵσταται ἀπέναντι αὐτῶν ὡς ὅπλον ὑπὲρ τοῦ ἀδικουμένου. Σᾶς ἔλεγον, Κύριοι, ὅτι ὅλαι αἱ ἐξασφαλιστικαὶ διατάξεις, ὅλοι οἱ περιορισμοὶ τοὺς ὁποίους δύνασθε νὰ κάμετε διὰ μίαν ἐξουσίαν καὶ ἀκόμη αὐταὶ αἱ ῥῆτραι, αὐταὶ αἱ κυρώσεις αἱ ἐπίσημοι, εἰς οὐδὲν συντελοῦν, ὅταν ἔχητε κακοὺς ἐκτελεστὰς, ὅταν δὲν ἔχητε ἀνεξαρτήτους δικαστάς· μάλιστα ὁ Κύριος Σαρίπολος εἶπεν, ὅτι ἂν ἔχητε ἀνηθίκους δικαστὰς, εἰς οὐδὲν συντελοῦσιν οἱ καλοὶ νόμοι· εἰς τὴν ἰδέαν ταύτην, εἰς τὴν ὁποίαν ἐμπεριέχεται ἀλήθειά τις, ἐνυπάρχει καὶ πλάνη μεγίστη· διότι, ναὶ μὲν τὴν καλὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων τὴν ἐγγυᾶται ἡ ἠθικὴ κατάστασις τῆς κοινωνίας, ἡ ἀνάπτυξις τοῦ λαοῦ καὶ πρὸ πάντων ἡ ἠθικὴ τῶν ἀρχόντων· ἀλλὰ διὰ νὰ ματαιωθῇ ἡ ὠφέλεια ἡ ἐκ τῶν καλῶν νόμων προσδοκωμένη, πρέπει νὰ παραβιασθῶσιν οἱ νόμοι, ἡ δὲ παραβίασις γεννᾷ τὸ δικαίωμα τῆς τιμωρίας κατὰ τῶν παρανομούντων καὶ τὸν παραδειγματισμὸν κατὰ τῶν παρανομησάντων. Ἑπομένως, ἂν θέσωμεν αὐστηρὰς καὶ ἀκριβεῖς διατάξεις ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, ἢ θὰ ἐξαναγκάσωμεν τοὺς διαχειριζομένους τὴν ἐξουσίαν νὰ τὰς φυλάττωσι, καὶ τότε ἔχομεν τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου εἰς πλήρη ἀσφάλειαν, ἢ θὰ τοὺς ἀναγκάσωμεν νὰ παρανομήσουν καὶ τότε θὰ τιμωρηθῶσι. Κύριοι! ἐκτὸς τῶν διατυπώσεων, τὰς ὁποίας περιέχει τὸ σχέδιον τοῦ συντάγματος καὶ εἰς τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ προσθέσωμεν καὶ ἑτέρας τινὰς, καθὼς ἐπὶ παραδείγματι, τὸ ἔνταλμα τῆς φυλακίσεως, νὰ ἀπαιτήσωμεν νὰ ᾖναι ἐπίσης ᾐτιολογημένον, ὅπως καὶ τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως, ἐκτὸς ὅλων αὐτῶν, πρὸ πάντων θεωρῶ ὡς μεγίστην ἐγγύησιν τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὰ πρόσωπα τὰ παραβαίνοντα τὰς διατάξεις ταύτας, περίπου τοιαύτην τινὰ ἀνέφερεν ὁ Κύριος Καλλιμίδας ἐν τῇ προτάσει του, ἀνάλογον ἐπίσης ὁ Κύριος Πετσάλης· δὲν ἐπροτίμησα εἰσέτι μεταξὺ αὐτῶν, ἀλλ’ ἐνδιαφέρομαι διὰ τὴν οὐσίαν, ἣν θεωρῶ ἀπαραίτητον νὰ ὑπάρχῃ ἐντὸς τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ προτείνω νὰ προστεθῇ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τῆς προτάσεως τοῦ Κυρίου Πετσάλη. Αὐτὴν τὴν τελευταίαν φράσιν μάλιστα τὴν θεωρῶ ἀναγκαιοτάτην· δὲν σημαίνουν τίποτε ὅλαι αἱ διατάξεις, ἅμα δύναται ὁ παραβαίνων αὐτὰς νὰ μένῃ ἀκαταδίωκτος, συγχρόνως δὲ δὲν ἀποζημιοῦται ποσῶς ὁ ἠθικῶς καταδιωκόμενος, ἀφοῦ ἀποδειχθῇ ἡ ἀθωότης του· ἑπομένως ἀπαραιτήτως πρέπει νὰ καθιερωθῇ ἡ εὐθύνη τῶν ἀδικούντων προσώπων καὶ οὐ μόνον ποινικὴ, ἀλλὰ καὶ εὐθύνη πολιτική.
§89ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Τὶ ἐννοεῖτε μὲ πολιτικὴν εὐθύνην;
§90ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Ἀστικὴν ἤτοι ἰδιωτικὴν ἀποζημίωσιν. Κυριωτάτη ὅμως καὶ σπουδαιοτέρα πασῶν τῶν ἐγγυήσεων, ἣν θεωρῶ ἀναγκαίαν διὰ τε τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ πολίτου καὶ διὰ τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ εἶναι, τὸ νὰ μὴν ὑποχρεοῦται οὐδεὶς νὰ ὑπακούῃ εἰς τοὺς ἐνεργοῦντας παρανόμως. Ἂν ὑποθέσητε ὅτι ἔρχεταί τις καὶ σᾶς λέγει, εἶμαι κλητὴρ τῆς ἀστυνομίας, εἶμαι δικαστικὸς κλητήρ· σὲ ζητῶ νὰ σὲ συλλάβω· ὀφείλει τις νὰ ὑπακούσῃ εἰς αὐτόν; (ἐπανέρχεται εἰς τὴν ἕδραν του ὁ Πρόεδρος Κ. Μεσσηνέζης.).
§91ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Πρέπει νὰ φέρῃ τὰ παράσημα.
§92ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ φέρῃ τὰ παράσημα, ἀλλὰ τὰ παράσημα κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, κατὰ τὴν ὥραν τῆς συλλήψεως εἶναι τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως· καὶ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, ἀλλὰ πρέπει νὰ ᾖναι ᾐτιολογημένον, διότι ἄλλως δὲν εἶναι ἔνταλμα, προσέτι νὰ ἐνεργῆται ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον πρόσωπον. Ἂν παραδ. χάριν, ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἐνταλμάτων τῆς συλλήψεως ἀνατεθῇ ὡς μέχρι τοῦδε εἰς χωροφύλακας ἢ εἰς τοὺς ἀστυνομικοὺς κλητῆρας, εἷς στρατιώτης ἢ ἐθνοφύλαξ δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ ἔνταλμα συλλήψεως. Ὡσαύτως ἅμα δὲν τηρηθῶσιν αἱ λοιπαὶ διατάξεις τὰς ὁποίας περιέχει τὸ ἄρθρον αὐτὸ καὶ ἡ ποινικὴ δικονομία, νομίζω, ὅτι τὸ πρόσωπον τὸ συλλαμβανόμενον δὲν ὀφείλει νὰ ὑπακούσῃ.
§93ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 5 τὸ λέγει.
§94ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Τὸ ἔλεγε καὶ τὸ ἄρθρον τοῦ συντάγματος τοῦ 1843, ὅτι οὐδεὶς συλλαμβάνεται ἢ φυλακίζεται εἰμὴ ὅπως καὶ ὅταν ὁ νόμος ὁρίσῃ· ἐν τούτοις δὲν ἠδύνατό τις τότε νὰ ἀντισταθῇ, διότι ἡ ἀντίστασις ἐθεωρεῖτο ἀπείθεια κατὰ τῆς ἀρχῆς καὶ ἐτιμωρεῖτο καὶ ὑπάρχουν τοιοῦτοι τιμωρηθέντες, διότι ἀντέστησαν νὰ παραδοθοῦν εἰς ἀστυνομικὸν κλητῆρα, ἢ εἰς χωροφύλακα, ἐμφανισθέντα ἄνευ ἐντάλματος. Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι ἐκ τῆς σιωπῆς τοῦ νόμου ἐξάγεται, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ καταδιωχθῇ, ὅταν δὲν ὑπακούσῃ εἰς ἁρμοδίαν ἀρχήν· ἀλλὰ γνωρίζων τις πῶς εἶναι κατηρτισμένα πολλάκις τὰ δικαστήρια, καὶ πρὸ πάντων, ὅτι οἱ δικασταὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι λίαν τυπικοὶ, καὶ διὰ νὰ ἀποφασίσουν τι, θέλουν ῥητὸν γράμμα τοῦ νόμου νὰ τοὺς τὸ ἐπιβάλλῃ, ἅμα ἔχουν ἓν ἄρθρον τοῦ ποινικοῦ νόμου τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι πᾶς διατασσόμενος ἀπὸ τὰς ἀρχὰς ὀφείλει νὰ ὑπακούσῃ, ἄλλως ἐξαναγκάζεται διὰ τῆς βίας, θὰ δυσκολευθοῦν πολὺ, καὶ δυσκολεύονται πάντοτε, καὶ μόνον δικασταὶ ἐκτάκτου ἀναπτύξεως θὰ τολμήσουν νὰ εἴπουν, ὅτι τὸ σύνταγμα τὸ ὑπονοεῖ, ἀφοῦ κηρύττει ἄκυρον καὶ παράνομον τὴν σύλληψιν, καὶ ἑπομένως νὰ ἀποφασίσουν, ὅτι ἀντίστασις δὲν ὑπῆρξε, καὶ ὅτι ὁ παρουσιαζόμενος ἐνώπιόν των ὡς ἀντισταθεὶς εἶναι ἀθῶος· σπανίως, λέγω, θὰ εὑρεθοῦν τοιοῦτοι δικασταί.
§95ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. ..... (θόρυβος).
§96ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Σᾶς ἀπαντῶ παρεμπιπτόντως, ὅτι ἑρμηνεῖαι τοιαῦται διὰ τὸν ἀγορεύοντα δὲν εἶναι ἐπιτακτικαὶ, ἀλλὰ χρησιμεύουν ὡς ἁπλῆ ὁδηγία.
§97ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐννοεῖτε, ὅτι ἡ ἄμυνα κάμνει νὰ μὴ τιμωρηθῇ μία πρᾶξις ἀξιόποινος;
§98ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Εἶπον, ὅτι θεωρῶ σιωπηλῶς ἀναγνωριζομένην διὰ τοῦ Νόμου τὴν παρακοὴν· ἅμα ὑπάρχει ἀπαγόρευσις, εἶναι παρανομία ἡ παραβίασίς της, καὶ ἑπομένως δὲν εἰμπορεῖ νὰ γεννήσῃ δίκαια· ἀλλ’ οἱ δικασταὶ εἶναι πολὺ τυπικοὶ καὶ θέλουν ῥητὸν γράμμα νόμου.
§99ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Μόνον οἱ διεφθαρμένοι......
§100ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Δυστυχῶς δὲν στερούμεθα καὶ τοιούτων. Λέγω λοιπὸν πρῶτον, ὅτι οἱ δικασταὶ πιθανὸν νὰ μὴ ὑπακούσουν, καὶ δεύτερον, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ πολίτης δύναται νὰ διστάσῃ ἐὰν ἔχῃ τοιοῦτον δικαίωμα, ὅταν τὸ Σύνταγμα δὲν τὸ ἀναγράψῃ ῥητῶς Ὁ Κ. Σαρίπολος εἶπε προχθὲς, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄμυνα κατὰ τῆς ἀρχῆς, διότι ὁσάκις παρίσταται ἀρχὴ, δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξουν τὰ στοιχεῖα τῆς ἀμύνης, παρεννοῶν βεβαίως τὸν νόμον, ὅστις ἐννοεῖ, ὅτι, ὁσάκις ὑπάρχει ἀρχὴ δυναμένη νὰ δώσῃ βοήθειαν εἰς τὸν ἀδικούμενον, τότε μόνον δὲν ὑπάρχουν τὰ στοιχεῖα τῆς ἀμύνης· διότι θεωρεῖ, ὅτι τότε δὲν ὑπάρχει κίνδυνος πλέον καὶ ἑπομένως περὶ τὴν διὰ τῶν ἰδίων του δυνάμεων ἀποσόβησιν τοῦ κινδύνου· ἀλλ’ ὁσάκις ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι ὁ ἀδικῶν, τότε δὲν δύναται πλέον νὰ θεωρηθῇ ἀρχὴ, διότι πρῶτον εἶναι ἀδικοῦσα καὶ δεύτερον, ὅταν ἀρχή τις ἐξέλθῃ τοῦ κύκλου τῆς δικαιοδοσίας της, παύει τοῦ νὰ ᾖναι ἀρχὴ καὶ εἶναι ἰδιώτης. Πρὸ πάντων, Κύριοι, δὲν πρέπει ν’ ἀπαιτῇ ὅλοι οἱ πολῖται νὰ ᾖναι τόσον ἀνεπτυγμένοι καὶ καλοὶ ἑρμηνευταὶ τοῦ συντάγματος, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ἀνευρίσκουν διατάξεις ὑπονοουμένας. Τὰς διατάξεις αὐτὰς δὲν τὰς κάμνετε μόνον δι’ ὑμᾶς, οὔτε διὰ μόνους ἐκείνους, οἵτινες δύνανται νὰ ἐννοήσουν, ἢ νὰ προστρέξουν εἰς ἄλλον νὰ τοὺς ὁδηγήσῃ· αἱ διατάξεις περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας γίνονται δι’ ὅλους, καὶ πρὸ πάντων διὰ τοὺς ἁπλουστέρους τῶν ἀνθρώπων, διότι αὐτοὶ εἶναι οἱ μᾶλλον ἀπροστάτευτοι καὶ οἱ μᾶλλον ὑποκείμενοι εἰς τὰς χεῖρας τῶν κατωτέρων ὀργάνων τῆς ἐξουσίας. Δι’ αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς ἀνθρώπους ἀπαιτεῖται γλῶσσα καθαρὰ καὶ νοητικὴ δι’ αὐτούς· δὲν δύναταί ποτε, ἐπαναλαμβάνω, ὁ χωρικὸς νὰ ἔλθῃ νὰ παραβάλῃ τὸ Σύνταγμα μὲ τὴν δικονομίαν καὶ νὰ παραλληλίσῃ αὐτὸ καὶ ἐκ τῆς ἑρμηνείας νὰ ἐξαγάγῃ, ὅτι δύναται ν’ ἀντιστῇ· αὐτὸ δὲν θὰ τὸ κάμῃ ποτὲ, ἐκτὸς ἂν εὑρεθῇ ἄλλος ἀνωτέρας ἀναπτύξεως νὰ τοῦ τὸ εἴπῃ, καὶ πάλιν δύναται νὰ δυσπιστήσῃ, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἐγγεγραμμένον ῥητῶς εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅτι ἐν ἐλλείψει τῶν ἀνωτέρω διατυπώσεων τοῦ 5 ἄρθρ. οὐδεὶς ὀφείλει ὑπακοὴν, ὅτε μόνον δύναται ἀσφαλῶς νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι δὲν ὀφείλει νὰ ὑπακούσῃ. Δύναται πολλάκις ἡ ἄρνησίς του νὰ ᾖναι ἀνωφελὴς, διότι ἡ ἀρχὴ εἶναι ἰσχυρά· δύναται ὅμως διὰ τῆς διατάξεως ταύτης νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν συνδρομὴν παντὸς ὁμοίου του, καὶ πᾶς τις ὀφείλει νὰ τὸν συνδράμῃ, μηδὲ τῆς ἀρχῆς ἐξαιρουμένης, ἐνῷ μὴ ὑπαρχούσης τῆς διατάξεως ταύτης δυνατὸν νὰ νομίσουν, ὅτι δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ τὸν συνδράμουν. Προτείνω λοιπὸν ά) νὰ προστεθῇ εἰς τὸ σχέδιον «ἔνταλμα φυλακίσεως ᾐτιολογημένον», βʹ) ἡ τελευταία διάταξις τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Πετσάλη. «Εἶναι ἔνοχοι καὶ καταδιώκονται ἐπὶ παρανόμῳ κρατήσει οἱ αἰτήσαντες, διατάξαντες, ἢ ἐκτελέσαντες παρανόμους συλλήψεις ἢ φυλακίσεις, καὶ οἱ ὁπωσδήποτε συμπράξαντες, οἱ δεχθέντες δεσμοφύλακες καὶ ἐπιστάται φυλακῶν ἢ κρατοῦντες παρὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ παρόντος Νόμου τοὺς παραδοθέντας αὐτοῖς πρὸς φύλαξιν· ὡσαύτως οἱ μὴ ἐκπληρώσαντες τὸ καθῆκόν των δικασταὶ· καταδικάζονται δὲ καὶ εἰς χρηματικὴν ἀποζημίωσιν ὑπὲρ τοῦ παθόντος ἀλληλεγγύως ἀποτισομένην»· καὶ εἰς τὸ τέλος τοῦ ὅλου ἄρθρου νὰ τεθῇ ἡ ἑξῆς φράσις, «ἐν ἐλλείψει δὲ τῶν ἀνωτέρω διατυπώσεων, οὐδεὶς ὀφείλει ὑπακοήν». Ἡ τελευταία αὕτη πρότασις εἶναι ὑπογεγραμμένη καὶ παρὰ τοῦ Κυρίου Μομφεῤῥάτου.
§101ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐρχόμενος, Κύριοι, νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῶν 3 τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι πρόκεινται ἐνώπιόν σας, τουτέστι περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀντιστάσεως, καὶ τῶν περιεχομένων τοῦ ἐντάλματος, τὰ ὁποῖα διέγραψεν ὁ Κ. Καλαμίδας, καὶ περὶ ἄλλων τινῶν προτάσεων διεξοδικωτέρων, περὶ τῶν ὁποίων διαλαμβάνει ἡ πρότασις τοῦ Κ. Πετσάλη, ζητῶ τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Συνελεύσεως νὰ προτάξω γενικήν τινα ἀρχὴν, καὶ νὰ ἐξηγήσω διὰ ποίαν αἰτίαν διεφώνησα κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος καὶ ἐξακολουθῶ νὰ διαφωνῶ μέχρι τοῦδε πρὸς ὅλους, ὅσοι προσθέτουν πολλὰς λεπτομερείας ἐντὸς τοῦ Συντάγματος· διὰ ποίαν αἰτίαν ἐπαρκοῦμαι εἰς γενικὰς ἀρχὰς καὶ ἀποστρέφομαι πᾶν ὅ,τι ἔρχεται ἐξιδιασμένον μέχρι κεραίας, νὰ ἐξακριβώσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀνομάζουν δικαιώματα; διὰ ποίαν αἰτίαν παραγνωρίζω, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν ἐγγυήσεων, αὐτὸς ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν ἐγγυήσεων, ὅτι εἶναι ὠφέλεια, καὶ ἀποκρούω αὐτὴν τὴν ὠφέλειαν; Τῷ ὄντι, Κύριοι, ἔχει τις ἀνάγκην νὰ δικαιολογηθῇ ἀπέναντι τοιούτου ἐρωτήματος. Ἠκούσατε ἀπὸ τοῦ βήματος ἐπικαλουμένους τὸ Ἀγγλικὸν πολίτευμα, στρέφοντας τὰ βλέμματα πρὸς αὐτὸ, ὡς αὐθεντικὸν παράδειγμα καὶ ὡς περιέχον τὴν πλήρη τελειότητα τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν. Τίς τὸ φιλονικεῖ; ἀλλὰ παράδοξον! ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπικαλοῦνται τὸ Ἀγγλικὸν πολίτευμα, οἱ ὁποῖοι καταγίνονται εἰς μίμησιν αὐτοῦ, αὐτοὶ ἐκεῖνοι εὑρίσκονται εἰς τὴν ἐκ διαμέτρου ἀντίφασιν πρὸς αὐτὸ, αὐτοὶ ἐκεῖνοι παραγνωρίζουν τὴν κυριωτέραν ἀρχήν. Τοῦτο συμβαίνει, διότι ζητοῦν νὰ μεταφέρουν καὶ μεταφυτεύσουν εἰς τὴν Ἑλλάδα θεσμοὺς, οἵτινες οὐδαμοῦ μεταφυτεύονται, οὐδαμοῦ μετεφυτεύθησαν, θεσμοὺς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐξιδιασμένους χαρακτῆρας, τοιούτους, ὁποῖοι εἶναι ἀχώριστοι, οὕτως εἰπεῖν, ἀπὸ τὸ ἔθνος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκουν. Εἶναι ἀδύνατον νὰ μεταφέρητε θεσμὸν Νορμανδο-Σαξωνο–Κελτικὸν ὁπουδήποτε ἀλλοῦ καὶ εὐκόλως ἐλπίζω νὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω. Ποία εἶναι ἡ κυριωτέρα βάσις τοῦ Ἀγγλικοῦ πολιτεύματος; εἶναι ἡ παντοδυναμία τοῦ κοινοβουλίου· τὸ κοινοβούλιον εἶναι ἀδέσμευτον· τὸ κοινοβούλιον, δηλ. αἱ κυρίαρχοι ἐξουσίαι, τὸ σύνολον αὐτῶν, οὐδέποτε οὐδεὶς νόμος δύναται νὰ δεσμεύσῃ, οὐδεὶς νόμος δύναται νὰ γείνῃ ἐς ἀεί· ὅλοι οἱ νόμοι ἐν Ἀγγλίᾳ εἶναι μεταβλητοί· ὅπως μάλιστα δι’ ἀστείου τρόπου διατυπόνουν τὴν παντοδυναμίαν ταύτην τοῦ Ἀγγλικοῦ κοινοβουλίου, λέγοντες, ὅτι τὸ Ἀγγλικὸν κοινοβούλιον τὰ πάντα δύναται, πλὴν νὰ μεταβάλῃ τὴν γυναῖκα εἰς ἄνδρα, τοιουτοτρόπως ἐννοοῦν τὴν δύναμιν τοῦ κοινοβουλίου. Μὴ ζητῆτε λοιπὸν νὰ μεταφέρητε τοιούτους τύπους Ἀγγλικῶν θεσμῶν. Τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ παραδεχθῆτε, εἶναι ἡ τοιαύτη παντοδυναμία τοῦ κοινοβουλίου της. Ἀλλὰ τί πράττετε; Κηρύττετε ἀπ’ ἀρχῆς τὸν πόλεμον ἐναντίον τῶν νομοθετικῶν σωμάτων· ἀπ’ ἀρχῆς ἐγράψατε τὴν δυσπιστίαν κατ’ αὐτῶν, καὶ τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον φροντίζετε, εἶναι νὰ τὰ δεσμεύσητε. Ἐκ διαμέτρου λοιπὸν ἐναντίον ἐργάζεσθε πρὸς τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε νὰ μιμηθῆτε. Ποῖος θέλει τολμήσει νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Ἀγγλίαν νόμον, ὅστις νὰ ᾖναι ἀμετάβλητος; Πῶς ἤθελεν ἀκουσθῆ μία τοιαύτη πρότασις; οὐδέποτε. Νομίζετε, ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι μικρά; ἐὰν πρόκηται νὰ κάμητε νόμον μεταβλητὸν, ποῖος ἀντιλέγει εἰς τὸ νὰ περιλάβητε πᾶσαν λεπτομέρειαν, εἰς τὸ νὰ ὁρίσητε μέχρις ἐσχάτου ὅλας τὰς συνεπείας, τὰ πάντα νὰ προσδιορίσητε; Ποῖος σᾶς λέγει, ὅτι δὲν εἶναι καλὴ αὕτη ἡ ἐγγύησις καὶ ἐκείνη καὶ ἡ ἄλλη; Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται νὰ δεσμεύσητε τὸ πνεῦμα τοῦ ἔθνους, νὰ τὸ ἐμφράξητε ἐντὸς διατάξεων, τὰς ὁποίας τώρα, κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς διανοίας ἡμῶν, κατὰ τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα παρ’ ἡμῖν ὑπάρχουν σήμερον, κατ’ αὐτὰ καὶ μόνα τολμᾶτε νὰ κανονίσητε διὰ τὸ μέλλον καὶ νὰ δεσμεύσητε διὰ πάντοτε τὴν Ἑλλάδα, νομίζετε, ὅτι πρέπει τις νὰ ᾖναι ἀδιάφορος; Πρέπει τις νὰ παραδέχηται ὅλας αὐτὰς τὰς ἐγγυήσεις καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι ὅλαι προστιθέμεναι προσθέτουν τῷ ὄντι ὑπὲρ τῆς εὐημερίας τοῦ ἔθνους; Ὄχι, Κύριοι! Ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον βαδίζετε, εἶναι ἐναντίος εἰς τὴν ἐλευθερίαν. Ἤθελον καὶ ἐγὼ, καὶ πολλάκις τὸ ἐξέφρασα, νὰ θέσωμεν τὴν ἀρχὴν ἅπαξ διὰ παντὸς τῆς παντοδυναμίας τοῦ Κοινοβουλίου, τῶν νομοθετικῶν σωμάτων, δυναμένων εἰς οἵαν δήποτε ἐποχὴν νὰ μεταβάλλουν πᾶσαν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς κώδηκα πολύφυλλον, εἰς τεύχη ὁλόκληρα, διότι τὸ ζῶν πνεῦμα τοῦ ἔθνους ποτὲ δὲν θέλει περιορισθῆ διὰ μεταβλητῶν νόμων, ἀλλὰ θέλει εἶσθαι εἰς κατάστασιν νὰ ἐξετάσῃ αὐτοὺς, καὶ διὰ τῆς πείρας νὰ φωτισθῇ καὶ νὰ τοὺς διορθώσῃ. Ἀλλὰ σήμερον λέγομεν· φεῦγε ἀπ’ ἐμοῦ πεῖρα, δὲν ἔχω τὴν ἀνάγκην σου, ἐσχημάτισα τὰς θεωρίας μου ἅπαξ διὰ παντὸς, καὶ φέρω, οὕτως εἰπεῖν, ἀπὸ τοῦ ὄρους Σινᾶ τὰς Πλάκας μου τὰς ἱερὰς, καὶ οὐαὶ εἰς ἐκεῖνον, ὅστις τὰς παραβῇ. Οὐδέποτε λοιπὸν μεταφέρονται τοιαῦται διατάξεις· καὶ παρατηρήσατε αὐτὰς τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας, μεταφυτευομένας εἰς τὰ ῥωμανικὰ ἔθνη, ποῖον τύπον ἔλαβον· δὲν δέχονται αὐτὰ τὰ ἔθνη ποτὲ τὴν παντοδυναμίαν κοινοβουλίου· δὲν ἔχουν πίστιν εἰς ἑαυτά· καὶ τὶ ἄλλο εἶναι τοῦτο, εἰμὴ νὰ ὁμολογῶ ἐγὼ αὐτὸς, ὅτι δὲν ἔχω πίστιν εἰς ἐμαυτὸν, δεσμεύω αὐτὸς ἐμαυτὸν, δεσμεύω τὰς ἐλευθερίας μου; Τὸ νὰ κηρύττῃ τις τὸ Σύνταγμα ἀμετάβλητον ἄλλο δὲν εἶναι, εἰμὴ, ὅτι δὲν εἶναι βέβαιος ὅτι εἶναι ἐλεύθερος· πρέπει ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ νὰ δεσμευθῇ, νὰ καταναγκασθῇ, ὥστε νὰ μὴ δυνηθῇ ποτε ν’ ἀπαλλοτριώσῃ τὴν ἐλευθερίαν του. Αὐτὸ εἶναι ἐναντίον εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ ἀγγλικοῦ ἔθνους· τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς ἑαυτό· οὐδεμίαν στιγμὴν ἀμφιβάλλει, ὅτι αὐταὶ αἱ ἐλευθερίαι, ἀφιέμεναι εἰς τὴν προαίρεσιν, εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἔθνους, κατ’ ἐλάχιστον κινδυνεύουν. Τὰ ῥωμανικὰ ἔθνη δὲν ἔχουν αὐτὴν τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς ἑαυτά. Παρατηρήσατε, ὅτι οὐδέποτε Σύνταγμα εἰσήχθη εἰς τὰ ἔθνη ταῦτα καθιεροῦν τὴν κοινοβουλευτικὴν παντοδυναμίαν, οὔτε ἐν Γαλλίᾳ, οὔτε ἐν Ἱσπανίᾳ, οὔτε ἐν Βελγίῳ, οὔτε ἐν Πορτογαλίᾳ, οὔτε ἐν Ἰταλίᾳ, οὐδ’ ἀλλαχοῦ, ἀκόμη καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Ἀμερικὴν, οἷον τὴν Βρασιλίαν. Ἀλλὰ, Κύριοι, παρατηρήσατε καὶ τὴν συνέπειαν, ἥτις ἀμέσως προέρχεται· Τὰ ῥωμανικὰ ἔθνη δυσπιστοῦν πρὸς ἑαυτὰ, ἔχοντα ἀνάγκην, διὰ νὰ μείνουν ἐλεύθερα, νὰ δεσμεύσουν τὴν ἰδίαν ἐλευθερίαν· διότι τὶ ἄλλο εἶναι ἓν Σύνταγμα ἀμετάβλητον παρὰ δέσμευσις τῆς ἐλευθερίας; Τί ἔπραξαν; Περιωρίσθησαν εἰς γενικὰς ἀρχὰς· εἶπον, ὅτι, ναὶ, πρέπει νὰ θέσωμεν τοιοῦτον δεσμὸν, διότι δὲν ἀποδίδομεν εἰς ἑαυτὰ τὴν πίστιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὅστις πάντοτε μένει πρὸς ἑαυτὸν σταθερὸς καὶ πρὸς τὴν ἐλευθερίαν, ἀλλὰ πρέπει νὰ προσέξωμεν, ὥστε νὰ θέσωμεν μόνον ἐκείνας τὰς ἀναλλοιώτους ἀρχὰς, περὶ τῶν ὁποίων οὐδέποτε δύνανται νὰ ὑπάρξουν δύω γνῶμαι, αἱ ὁποῖαι οὐδέποτε κινδυνεύουν νὰ προσκρούσουν πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔθνους, οὐδέποτε κινδυνεύουν νὰ φανοῦν ἀτελεῖς. Ἰδοὺ λοιπόν, Κύριοι, τί μᾶς χωρίζει, οὐχὶ αὐτὴ ἡ οὐσία τῶν ἐγγυήσεων, ἀλλ’ αἰτίαι συστηματικαί. Θέλετε νὰ καταστήσητε Σύνταγμα μεταβλητόν; ἀνακηρύξατε, ὅτι αὐτὸ τὸ Σύνταγμα ὑπόκειται καθημερινῶς εἰς τὴν ψῆφον τοῦ κοινοβουλίου, ὅτι τὸ κοινοβούλιον εἶναι παντοδύναμον, καὶ ἔλθετε τότε νὰ προχωρήσωμεν εἰς πᾶσαν λεπτομέρειαν. Ἂν ὅμως φρονῆτε τὸ ἐναντίον, περιορίσθητε τότε εἰς τὰς ἀναλλοιώτους ἀρχὰς· μὴ προβαίνητε πέραν αὐτῶν. Ἅμα προχωρήσητε περαιτέρω, δεσμεύετε τὰς ἐλευθερίας τοῦ ἔθνους, ἐμφράσσετε τὸ μέλλον ἐντὸς τείχους Κινεζικοῦ καὶ λέγετε εἰς αὐτὸ, πέραν αὐτοῦ τοῦ τείχους δὲν δύνασαι νὰ προχωρήσῃς· οὔτε ἐκ τῶν φώτων σου δύνασαι νὰ ὠφεληθῇς, οὔτε ἐκ τῆς πείρας σου· θέλεις μένει ἐκεῖ δέσμιον εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων (θόρυβος). Ὅταν δεσμεύητε τὸ κοινοβούλιον, δεσμεύετε καὶ τὸ ἔθνος (θόρυβος). Λοιπὸν πρέπει τὸ κοινοβούλιον νὰ κρημνισθῇ διὰ μιᾶς ἐπαναστάσεως· τότε ἂς ἔλθωμεν εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας, καὶ ὅταν ἴδωμεν, ὅτι μᾶς στενοχωρεῖ τὸ Σύνταγμα, τότε κάμνομεν ἐπανάστασιν, ξεσχίζομεν τὸ Σύνταγμα, καὶ πάλιν ἀρχόμεθα ἀπ’ ἀρχῆς.
§102ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Αἱ ἀναλλοίωτοι ἀρχαὶ δὲν εἶναι χυμέναι εἰς τὸ καλοῦπι.
§103ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὅταν ἔλθω εἰς τὰς αἰτίας τῆς ἐπαναστάσεως, τότε θέλετε ἰδεῖ.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε (θόρυβος).
§105ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ πιστεύω, Κ. Μαυρομαρᾶ, καὶ πρέπει νὰ σᾶς δυσαρεστοῦν αἱ θεωρίαι μου· ἀλλὰ καὶ αἱ θεωρίαι σας μὲ δυσαρεστοῦν, ἀλλὰ τὰς ἀκούω σιωπῶν, ἐνῷ σεῖς σηκώνεσθε ὄρθιος καὶ μοῦ λέγετε πόθεν εἶναι αἱ αἰτίαι τῆς ἐπαναστάσεως· ὅταν ἔλθω εἰς αὐτὰς, τότε θέλετε ἰδεῖ. Λοιπὸν βλέπετε, Κύριοι, πόση διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν λοιπῶν ἐθνῶν καὶ τοῦ Ἀγγλικοῦ, αὐτοῦ τοῦ κράματος, οὕτως εἰπεῖν, τῶν πολλῶν ἐθνικοτήτων, τῶν Κελτῶν, τῶν Σαξόνων, τῶν Νορμαδῶν, οἱ ὁποῖοι ὅλοι συνεμίχθησαν, συνεχωνεύθησαν, καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ κράματος βλέπετε, ὡς ἀπὸ ἐκρήξεως ἡφαιστείου, ὅτι ὁ ἐκχυνόμενος πύρινος ῥύαξ παράγει ἀποκρυσταλλούμενος ἀνάμιγμα ποικίλων χρωμάτων· τοιουτοτρόπως βλέπετε αὐτὴν τὴν ποικιλίαν τῶν χρωμάτων εἰς τὸ Ἀγγλικὸν πολίτευμα· ἀλλ’ ἄνωθεν αὐτῆς τῆς ποικιλίας ὑπάρχει τι, τὸ ὁποῖον τὰ συγκρατεῖ. Πᾶν ἄλλο ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἤθελε μιμηθῆ δουλικῶς, ἤθελεν ἀντιγράψει τυφλῶς αὐτοὺς τοὺς θεσμοὺς, ἤθελε περιπέσει εἰς τὸ χάος, τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος ὅμως οὐδεμίαν στιγμὴν δοκιμάζει τὴν ἐλαχίστην ἀπορίαν, οὐδὲ προσκόπτει ἡ κοινωνία, διότι ὑπεράνω ὅλων αὐτῶν τῶν ποικιλιῶν δεσπόζει ἡ αὐτοβουλία τοῦ ἔθνους ἀδέσμευτος, δεσπόζει ἡ ἀπεριόριστος θέλησις, ἥτις ἀντλεῖ ἐξ ἑαυτῆς ὅ,τι ἡ περίστασις καὶ ἡ ἀνάγκη διδάξει πρόσφορον καὶ ἀπαραίτητον. Οὐδὲν ἄλλο ἔθνος εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ τὸ πράξῃ. Τὰ λατινικὰ ἔθνη πρὸ πάντων ὑπόκεινται εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ ἀπολυτισμοῦ, ἥτις ἐκπηγάζει καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς θρησκείας καὶ τοῦ δόγματος συγκορυφουμένου εἰς πολιτισμὸν καὶ ἐγχαράττοντος εἰς τὰ πνεύματα, εἰς τὴν ἀνατροφὴν, εἰς τὰς καρδίας τοιαύτην ῥοπήν. Κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἐπιφέρει τὰ ἀποτελέσματά του καὶ εἰς τὴν πολιτείαν, καὶ τὸ πρῶτον εἶναι ἡ πρὸς ἑαυτὰ δυσπιστία. Ἐν πᾶσι ζητεῖται τὸ ἀπόλυτον, τὸ ἀναλλοίωτον, ὅπως ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ἡ ὁρατὴ κεφαλή. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά. Σᾶς ἀφίνω τώρα νὰ προτιμήσητε μεταξὺ τῶν δύω συστημάτων, ἀλλ’ ὅταν προτιμήσητε, νὰ ἦσθε συνεπεῖς· μὴν ἔλθητε ν’ ἀναμίξητε τὰ πάντα, διὰ νὰ φέρητε εἰς φῶς ἕνα πάτρωνα· ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα βλέπω προστιθέμενα διὰ τῶν πολλῶν τροπολογιῶν, ἠξεύρετε πῶς τὰ ὀνομάζω; Μὲ συγχωρεῖτε, νὰ τὰ ὀνομάσω κυριολεκτικῶς συνταγματικὰ σκαλαθύρματα καὶ τίποτε περισσότερον. Τί, Κύριοι; Θέλομεν προχωρήσει εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος, καὶ θέλω λάβει ἀφορμὴν νὰ σᾶς καταδείξω τὴν γνώμην μου περὶ πολλῶν προτάσεων. Ἴσως σᾶς πείσω· ἐπιθυμῶ ὅμως καὶ ἐγὼ, τιμηθεὶς ν’ ἀντιπροσωπεύσω τὴν πρωτεύουσαν, νὰ ἴδω τὴν γνώμην μου ἐκπεφρασμένην, καὶ νὰ βεβαιώσω, ὅτι προεῖπον πολλὰ πράγματα. Μὲ λέγετε τὸ δικαίωμα τῆς ἀντιστάσεως νὰ τὸ καθιερώσωμεν. Ἠξεύρετε τί εἶναι αὐτὸ τὸ δικαίωμα; Θέλω σᾶς τὸ εἰπεῖ ἀπ’ ἀρχῆς καὶ ἐλπίζω νὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω· σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς μωρίας. Σᾶς ἐρωτῶ· ποῖος ἄνθρωπος τῆς τάξεως ἡμῶν, ὅστις εἶχεν εὐγενεῖς τοὺς τρόπους, ὅστις σέβεται ἑαυτὸν, θέλει ἔλθει εἰς διαπληκτισμοὺς καὶ εἰς χεῖρας μὲ κλητῆρας, καὶ θέλει εἰπεῖ, ἅμα ἴδῃ τὸν κλητῆρα, στάσου, ἢ θέλει ἐξαγάγει τὸ ῥεβόλβερ; Δέχομαι τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ πληρεξούσιος Ξηροχωρίου, ὅτι ἦλθον καὶ μὲ εὗρον εἰς τὸ χωρίον μου, καταγινόμενον εἰς τὴν ἀνατροφὴν τοῦ τέκνου μου, καὶ μὲ εἶπον, δεῦρο ἀκολούθει με· σᾶς ἐρωτῶ· ἐὰν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Ξηροχωρίου ἔκλειε τὴν θύραν του, καὶ ἄνωθεν, ἐκ τῆς θυρίδος, ἐξήγαγε τὸ ὅπλον του καὶ ἐπυροβόλει κατὰ τῶν ἐλθόντων πρὸς σύλληψιν, ἤθελε δὲ φονεύσει τινὰ αὐτῶν, νομίζετε, ὅτι ἤθελε δώσει καλὸν παράδειγμα εἰς τὸν υἱόν του, τοῦ ὁποίου ἐπεμελεῖτο τὴν ἀνατροφήν; Τί εἶναι, Κύριοι, αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἀντιστάσεως; Τὶ ἤθελε πάθει αὐτὸς ὁ ἀκολουθῶν καὶ μὴ διαπληκτιζόμενος, καὶ ὁ μὴ τραυματίζων καὶ ὁ μὴ συγκρουόμενος, τί ἄλλο, εἰμὴ τὸ νὰ διακόψῃ ἐπ’ ὀλίγον τὰ ἔργα του, διατηρῶν πᾶν δικαίωμα ἐναντίον τῆς παρανομούσης ἀρχῆς; Ποῖος νομίζετε, ὅτι κάμνει ἀντίστασιν; Ὁ πραγματικὸς κακοῦργος· μόνος ἐκεῖνος φοβεῖται καὶ τρέπεται εἰς φυγήν· ποτὲ ὁ ἀθῶος, ὁ ἔχων καθαρὰν τὴν συνείδησίν του, δὲν κάμνει ἀντίστασιν. Ἀλλὰ μὲ λέγετε, εἰμποροῦν νὰ ἔλθουν νὰ μὲ κλέψουν, ν’ ἀφαιρέσουν τὴν περιουσίαν μου, καὶ νὰ ἔλθουν πρὸς ἐμὲ ὑπὸ τὸ ἔνδυμα κλητήρων καὶ τοιούτων ἀνθρώπων· καὶ νομίζετε, ὅτι, ἐπειδὴ θὰ καθιερώσητε τὸ δικαίωμα τῆς ἀντιστάσεως, θ’ ἀποφύγητε νὰ σᾶς κλέψουν τοιουτοτρόπως, ὅταν δὲν ἦσθε ἀρκετὰ διορατικοὶ νὰ ἐξιχνιάσητε τὸν δόλον, τὴν πλεκτάνην; νομίζετε ὅτι τὸ Σύνταγμα θὰ σᾶς προφυλάξῃ νὰ μὴ σᾶς ἀφαιρέσουν τὴν περιουσίαν σας οἱ λησταί; Ἀλλά, Κύριοι, λέγετε, μὰ τὶ βλάπτει νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀντίστασιν; διατὶ νὰ μὴ δύναται κἀνεὶς νὰ κάμῃ χρῆσιν, ὅταν δὲν ἦναι ὅλα κατὰ τοὺς τύπους; Σᾶς λέγω δύο λόγους· ά.) διότι καθιερούμενον τοιουτοτρόπως, ὅπως τὸ ἐκφράζετε, ἔχει ἔννοιαν σχεδὸν τῆς ἀναρχίας, μίαν πρόκλησιν πρὸς τὸν λαόν· λαέ, ὁπλίσου, πρόσεχε, βλέπε· ἔσο ἕτοιμος ἅμα ἔλθῃ οἱοσδήποτε, μὴ ἀφήσῃς αὐτόν, ἐλθὲ νὰ φιλονεικήσῃς μετ’ αὐτοῦ. Καὶ ἠξεύρετε ποῖαι θὰ ἦναι αἱ συνέπειαι; Ἀμέσως θὰ σᾶς εἴπω, διότι ὁ ἀνθιστάμενος θέλει εἴπει μετ’ ὀλίγον, μοὶ ἔδειξεν ἔνταλμα, καὶ μοὶ ἐφάνη ὅτι δὲν ἦτο κατὰ τύπους· χάριν τοῦ Συντάγματος ἔῤῥιψα τὸ ὅπλον μου καὶ ἐπυροβόλησα. Τώρα ὅμως τῷ ὄντι βλέπω, ὅτι εἶναι κατὰ τύπους· δὲν εἰμπορεῖτε νὰ μοῦ ἀποδώσητε κακὴν προαίρεσιν· ἔσφαλον, ἐπλανήθην, ἐνόμιζον ἄλλο ἀντ’ ἄλλου. Καὶ δὲν θὰ πράξωμεν ἄλλο, εἰμὴ ν’ ἀνοικοδομήσωμεν πάλιν εἰς τὴν Ἑλλάδα τοὺς πύργους τῆς Μάνης, ἀφοῦ εἴχομεν τόσον κόπον νὰ τοὺς κατεδαφίσωμεν, καὶ τόσα ἐδαπανήσαμεν διὰ νὰ τοὺς καταῤῥίψωμεν, ἑκατομμύρια ἐδαπανήσαμεν· ἀλλὰ θέλετε μὲ εἰπεῖ, εἶναί τις λοιπὸν ἐκτεθειμένος νὰ συλλαμβάνηται ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε, καὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀντιστάσεως; ἂν ἦναι μωρία, εἶναι καὶ τιμωρητέα· ὄχι, δὲν εἶναι τιμωρητέα ἀπολύτως. Ἰδοὺ διὰ ποίαν αἰτίαν, διότι εἶναι ἀναφαίρετον τὸ δικαίωμα τῆς νομίμου ἀμύνης. Συμβαίνει τις ἐνίοτε νὰ εὑρίσκηται εἰς ἔξαψιν· ὑποθέσατε μάλιστα ἄνθρωπον ἐξημμένον ἐκ τῶν πολιτικῶν τῆς ἡμέρας, πίνοντα ἄκρατον τῆς πολιτικῆς οἶνον, ὅστις πρόκειται νὰ συλληφθῇ καὶ δὲν ἀνέχεται, ἐφαρπάζεται, τραυματίζει, ἢ φονεύει τοὺς κλητῆρας καὶ γεννᾶται τώρα δεύτερον ζήτημα, παρεμπίπτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ποτὲ ἄνθρωπος μὴ ἐξημμένος δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ προσθέσῃ, τὸ ζήτημα ἐὰν ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς ἀντιστάσεως ἀποτελῇ δεύτερον ἔγκλημα, ἐκτὸς ἐκείνου, διὰ τὸ ὁποῖον καταδιώκεται, ἀλλὰ τοῦ ὁποίου γίνεται ἐπισόδειον. Πρὸ πάντων σᾶς λέγω, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀντίστασις, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι κακὸν δι’ ἐκεῖνον, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ νομοθετηθῇ, διότι ἂν ὑποθέσητε μίαν Κυβέρνησιν τυραννικὴν, κατεχομένην ἀπὸ πνεῦμα καταδιώξεως, ἡ ὁποία θέλει νὰ συλλαμβάνῃ καὶ νὰ φυλακίζῃ ἀνθρώπους, αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ σᾶς παρακαλῇ νὰ τῆς κάμητε ἀντίστασιν. Ὑποθέσατε εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, ὅτε ἐγίνοντο αὐταὶ αἱ συλλήψεις, αἱ ὁποῖαι πρὸ πάντων ὑπάρχουν ἐν τῇ μνήμῃ σας καὶ σᾶς προκαλοῦν νὰ φέρητε τροποποιήσεις, ὅταν ἐκείνη ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν εὑρεῖ τῷ ὄντι τοιούτους ἀνθρώπους, ἤθελεν εἶναι εὐτυχὴς, διότι ἤθελε τοὺς φονεύει ὅλους, δὲν εἶχεν ἀνάγκην πλέον οὔτε ἀπὸ ἔνταλμα συλλήψεως, καὶ δὲν ἠθέλομεν ἔχει οὔτε Κύθνον, οὔτε Ἀτμοδρόμονα, οὔτε ἄλλο τι.
§106ΙΑΛΕΜΟΣ. Περισσότερον σέβας πρὸς αὐτὴν τὴν ἐποχήν.
§107ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἠμπορῶ νὰ ὁμιλήσω περὶ πάσης ἐποχῆς, καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ βήματος ἐν ταὐτῷ κεῖται, τὸ νὰ ὁμιλῇ τις περὶ παντός· ὡμιλήσαμεν ἐδῶ περὶ τῶν θείων, καὶ νομίζω, ὅτι ἠμπορῶ πολὺ καλὰ νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἀνθρωπίνων. (μάλιστα, εὖγε) Ἠξεύρω νὰ σέβωμαι καὶ δὲν προσβάλλω κἀνένα.
§108ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Καὶ ὅμως ὅπως ὡμιλήσατε περὶ τῶν θείων μὲ τὴν αὐτὴν ἀσέβειαν ὁμιλεῖτε καὶ περὶ ἀνθρωπίνων.
§109ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὁ τρόπος μου εἶναι τῷ ὄντι ὅμοιος. Ἐγὼ τοὐλάχιστον συναισθάνομαι ὅ,τι ὁμιλῶ, καὶ δὲν περιμένω νὰ ἐγκρίνῃ ὁ Κ. Ἰακωβάτος· μοῦ εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον. (θόρυβος)
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι.
§111ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, λέγω, πᾶσα τυραννικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία φλέγεται ἀπὸ πνεῦμα καταδιώξεως, τὸ θεωρεῖ ὡς συντελεστικὸν εἰς τοὺς ὀλεθρίους σκοπούς της τὸ νὰ γείνῃ ἀντίστασις παρὰ τῶν πολιτικῶν ἐχθρῶν της, διότι εὑρίσκει ἀρμοδίαν περίστασιν νὰ τοὺς καταστρέψῃ, καὶ παρατηρήσατε, εἰς τοιαύτας ἐποχὰς οὐδεὶς μετέρχεται ἀντίστασιν, ἀλλ’ εἶναι πολὺ προσεκτικὸς, διότι ἠξεύρει, ὅτι εὑρίσκει ἀπέναντί του ὄργανα ἄγρια, ὄργανα δουλικὰ, ὄργανα τετυφλωμένα ἀπὸ τὸν ζῆλον, τὰ ὁποῖα οὐδὲν ὅριον σέβονται καὶ μάλιστα θέλουν ν’ ἀποκτήσουν ἐκ τῶν ἐκδουλεύσεων ἀμοιβάς· τὸ γνωρίζει ἕκαστος, ὁ ὁποῖος ὀλίγην πεῖραν ἀπέκτησεν εἰς τὰ πολιτικὰ, καὶ δι’ αὐτὸ προσέχει νὰ εὑρίσκηται πάντοτε ἐντὸς τῶν στενωτέρων ὁρίων τῆς προφυλάξεως, οὔτε ἐξάγει ὅπλα, καὶ ἂν ᾖναι ἀκόμη ἐφωδιασμένος, καὶ ἂν τὰ ἐντάλματα τῆς φυλακίσεως ᾖναι τοιαῦτα. Ταῦτα περὶ τῆς τροπολογίας τῆς ἀντιστάσεως. Ἐρχόμεθα εἰς τὰ ἐντάλματα καὶ τὰ ἄλλα προσόντα, τὰ ὁποῖα ἕκαστος προθυμοποιεῖται νὰ αὐξήσῃ καὶ ἐπικαλεῖται, καθὼς ἠκούσατε, καὶ τὸ Ἀγγλικὸν πολίτευμα. Κύριοι, αὐτὸ τὸ ἄρθρον καθὼς ὑπάρχει ἐν τῷ σχεδίῳ, τὸ ἐπολέμησα ἐντὸς τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ εὑρῆκα ἐπιβλαβὲς διὰ τὰ πολλὰ, τὰ ὁποῖα περιέχει· ἐννοεῖτε λοιπὸν κάλλιστα, ὅτι εὑρίσκω πολὺ ἐπιβλαβέστερα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα προσθέτουν, καὶ θὰ σᾶς ἐξηγήσω τὴν γνώμην μου. Εἰς τί νομίζετε, ὅτι χρησιμεύει τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως ἐξεταζόμενον πρακτικῶς; τί σημαίνει τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως; πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον τῷ ὄντι καθιεροῦται ἐν τῷ Ἀγγλικῷ πολιτεύματι καὶ μετὰ ταῦτα τὸ εὑρίσκομεν εἰσαχθὲν καθ’ ἅπασαν τὴν πεφωτισμένην Εὐρώπην; ὁποία ἡ σημασία του; Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐξ ὅσων σᾶς ὡμίλησαν ἐδῶ οὔτε μίαν λέξιν σᾶς εἶπον τί σημαίνει τὸ ἔνταλμα, εἰς τί συνίσταται ἡ ἐγγύησις αὐτοῦ· τί εἶναι; χάρτης γεγραμμένος, ὁ ὁποῖος παραδίδεται εἰς χεῖρας τοῦ συλλαμβανομένου, ἰδοὺ τί εἶναι. Παραδίδεται διὰ νὰ κάμῃ ἀμέσως χρῆσιν ὁ συλλαμβανόμενος κατ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τὸν συλλαμβάνει, ν’ ἀποτανθῇ ἀμέσως εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νὰ εἴπῃ· εὑρίσκομαι εἰς τὰς φυλακὰς, περιωρίσθη ἡ ἐλευθερία μου, ἐπικαλοῦμαι τὴν συνδρομὴν τῶν δικαστηρίων διὰ νὰ προστατεύσουν τὴν ἐλευθερίαν μου· ἐὰν περιορίζηται ἀπὸ οἱανδήποτε ἄλλην αἰτίαν, πλὴν ἐκείνης, νὰ δώσω λόγον τῶν πράξεων μου. Αὐτὸ τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως συνέχεται τὰ μέγιστα μὲ τὸ Habeas corpus τῶν Ἄγγλων, εἶναι ἀλληλένδετον, ὄχι ὅπως τὸ ἐξήγησεν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Ξηροχωρίου, ὁ ὁποῖος ὁμολογῶ, ὅτι, πολυπειρότερος ἐμοῦ, εἰξεύρει τὰ Ἀγγλικὰ πολὺ περισσότερον ἀπὸ ἐμέ· ἀλλ’ ἐδῶ εἰς τὸ habeas corpus δὲν ἠξεύρω πῶς δὲν ἔδωσε τὴν δέουσαν προσοχὴν, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἂν ἔδιδεν, ἤθελε μὲ διδάξει καὶ περὶ τούτου, ἀντὶ νὰ εὑρίσκωμαι σήμερον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸν ἐξαγάγω ἐκ τῆς πλάνης του. Ἰδοὺ πῶς συνδέεται τὸ ἔνταλμα συλλήψεως μὲ τὸ habeas corpus. Τὸ habeas corpus εἶναι ἡ δι’ ἐγγυήσεως ἀποφυλάκισις. Εἰς τὸν Ἄγγλον λοιπὸν δίδεται τὸ ἔνταλμα συλλήψεως πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν, ὥστε νὰ μεταβῇ ἀμέσως εἰς τὸν ἁρμόδιον δικαστὴν, εἰς ἕνα ἐκ τῶν 12 δικαστῶν, καὶ νὰ τοῦ εἴπῃ· ἰδοὺ τὸ ἔνταλμα, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται warrant· προσφέρω ἐγγύησιν διὰ νὰ ἀποφυλακισθῶ, καὶ προσφέρω ἐγγύησιν, ὅτι ἅμα κληθῶ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων εἶμαι ἕτοιμος νὰ παρουσιασθῶ· αὐτὴ εἶναι ἡ σχέσις· ποῦ εἶναι αἱ ποιναὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν; νομίζετε, ὅτι εἶναι εἰς τὸ ἔνταλμα; Ἀναγνώσατε τοὺς Ἀγγλικοὺς νόμους· ἐγὼ ἀμφιβάλλω ἐὰν εἶδε κἀνεὶς, ὅτι αὐτὸ τὸ Act for the better secureing τοῦ 1679 περὶ τοῦ habeas corpus......
§112ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Τοῦ 89.
§113ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶναι τοῦ 79, ἂν θέλητε, βάζομεν καὶ στοίχημα.
§114ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Μάλιστα εἶναι τοῦ 79.
§115ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Λοιπὸν λέγω, αὐτὸς ὁ νόμος εἶναι βεβαίως ἐκτενέστερος ἀπὸ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα· περιέχει τοὐλάχιστον, δὲν ἠξεύρω πόσας χιλιάδας στίχων καὶ ἡ μελέτη του εἶναι χάος· ἀλλὰ τί εἶναι οὐσιωδῶς; οὐδὲν ἄλλο ἢ καθὼς σᾶς εἶπον αὐτὴ ἡ σχέσις μεταξὺ τοῦ ἐντάλματος τῆς συλλήψεως καὶ τῆς δι’ ἐγγυήσεως ἀποφυλακίσεως· τὰς ποινὰς δὲ τὰς θέτει ὁ ἀγγλικὸς νόμος εἰς τοὺς τύπους τοῦ ἐντάλματος τῆς συλλήψεως, καὶ θέτει εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἐγγυήσεως· ἐὰν ὁ δικαστὴς εἴπῃ σήμερον δὲν ἔχω καιρὸν, ἐς αὔριον τὰ σπουδαῖα, ἢ ἂν εἴπῃ, καλὰ εἶσαι εἰς τὴν φυλακὴν, εἶσαι τοιοῦτος καὶ τοιοῦτος καὶ καλὰ κάθεσαι, ἐὰν ὁ δικαστὴς ἀρνηθῇ ν’ ἀκούσῃ αὐτὸν περὶ ἐγγυήσεως καὶ νὰ τὸν ἀπολύσῃ ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ἐγγυήσεως, τότε ἐπέρχεται ἡ ποινή· δὲν ἔχει λοιπὸν σχέσιν μὲ τὸ ἔνταλμα κἀμμίαν. Αἱ παρατυπίαι τοῦ ἐντάλματος τῆς συλλήψεως δὲν ἔχουσιν αὐτὰς τὰς ποινὰς, τὰς ὁποίας μεταφέρουν ἐκ τοῦ habeas corpus εἰς τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως· τί, Κύριοι, σᾶς λέγω; ὅτι ὅπως εἶναι σήμερον συντεταγμένον τὸ ἄρθρον, ἀντὶ νὰ ᾖναι ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας, εἶναι κατ’ αὐτῆς, καὶ ἂν προσθέσητε ὅλα αὐτὰ, εἶναι ἀκόμη δεινότερον κατὰ τῆς ἐλευθερίας. Καὶ ἰδοὺ διατί. Συνελήφθην καὶ δυνάμει ἐντάλματος συλλήψεως εὑρίσκομαι ἐντὸς τῶν φυλακῶν· ἐννοεῖται φυσικῶς, ὅτι ἡ ἐπιθυμία μου εἶναι νὰ ἐξέλθω τὸ ταχύτερον ἐξ αὐτῶν, ν’ ἀναπνεύσω τὸν ἐλεύθερον ἀέρα· ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως, καὶ δυνάμει αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν συνελήφθην, δύναμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸν δικαστὴν καὶ νὰ τὸν εἴπω, συνελήφθην, π. χ. διὰ μίαν πρᾶξιν, ἡ ὁποία δὲν τιμωρεῖται ἀπὸ τὸν νόμον, ἡ ὁποία εἶναι ἀτιμώρητος· λοιπὸν ἀπόλυσόν με· ἔχω τὸ δικαίωμα ν’ ἀναφερθῶ νὰ μὲ ἀπολύσῃ· συνελήφθην, διότι κακῶς ὑπώπτευσεν ὁ δικαστὴς, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ ἔνοχος, ἐνῷ δὲν εἶμαι. Ἀληθῶς αὐτὸ μένει ἄνευ ἐγγυήσεως, ὅσα θέλετε προσθέσατε, ὁ δικαστὴς θ’ ἀποφασίσῃ μόνος του κατὰ τὴν πεποίθησίν του. Ἐδὼ ἀφιέμεθα εἰς τὴν θρησκευτικὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων τοῦ δικαστοῦ καὶ εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν του· εἶναι τέλειος κύριος νὰ εἴπῃ· ἔχω ὑπόνοιαν, ὅτι ὁ Κ. Σαρίπολος ἔπραξε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, ἢ ὁ Κ. Λομβάρδος· (γέλως) μόνη ἡ ὑπόνοια ἀρκεῖ, κ’ εἰμπορεῖτε νὰ γράψητε 10000 ἄρθρα, δὲν θὰ τὸ μεταβάλητε, μόνον ἐπὶ τῇ ὑπονοίᾳ ἐκδίδεται τὸ ἔνταλμα, αὐτὸ εἶναι ἀμετάβλητον· λοιπὸν τὶ θέλετε νὰ δεσμεύσητε αὐτόν; ἀφίνετε τὴν ὑπόνοιαν κυρίαρχον τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας ὅλων τῶν πολιτῶν· πρὸς τὶ τὰς ἄλλας ἐγγυήσεις; Τώρα ὅμως νὰ ἰδῆτε τὸ ἐπιβλαβὲς, τὸ ὁποῖον προκύπτει. Σᾶς εἶπον, καὶ δὲν πιστεύω κἀνεὶς νὰ τὸ διαφιλονεικῇ, ὅτι τὸ πρῶτον συμφέρον τοῦ φυλακισθέντος εἶναι νὰ ἐξέλθῃ τῆς φυλακῆς, νὰ ἴδῃ τὰ τέκνα του, τὴν σύζυγόν του, νὰ ὑπάγῃ εἰς τὰ ἔργα του· τώρα λέγετε δι’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου, ὅπως εἶναι, ὅτι ἅμα προσαχθῇ ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ, ἐντὸς 3 ἡμερῶν ὁ ἀνακριτὴς οὗτος ὀφείλει νὰ ἐκδώσῃ τὸ ἔνταλμα τῆς φυλακίσεως, καὶ τὸ λέγετε μὲ σκοπὸν ἐγγυήσεως, καὶ ὁ προλαλήσας, Κ. Γλαράκης, λέγει νὰ ἦναι καὶ ᾐτιολογημένον, μάλιστα νὰ ἦναι καὶ ᾐτιολογημένον, καὶ δὲν ἠξεύρω καὶ τὶ ἄλλο ἀκόμη, νὰ περιέχῃ τὸ ἑξῆς καὶ τὸ ἑξῆς· ἀλλὰ κυττάξατε τὰς διατάξεις τῆς νομοθεσίας καὶ θὰ ἰδῆτε ἀμέσως τὰς συνεπείας. Ἅμα ἐκδοθῇ ἔνταλμα φυλακίσεως δὲν δύναταί τις νὰ ἐξέλθῃ τῆς φυλακῆς ἄνευ βουλεύματος· πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀνάκρισις ἕως ὅτου ἐξευρεθῇ ἡ ἀλήθεια· δηλαδὴ ποία ἀλήθεια; ἡ ὑποστήριξις τῆς ὑπονοίας, διότι καὶ τὰ συμβούλια ἐπὶ ἁπλῇ ὑπονοίᾳ ἀποφαίνονται. Ἠξεύρω, ὅτι θὰ ἔλθῃ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Ξηροχωρίου ν’ ἀναπτύξῃ τὴν θεωρίαν περὶ τῶν ἐνόρκων, ὡς δικαζόντων τὸ περὶ παραπομπῆς· θέλομεν ὁμιλήσει καὶ τότε, ἐὰν μᾶς δοθῇ ὁ λόγος, ἀλλὰ μένομεν ἐδῶ, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι δὲν μεταβάλλεται τοῦτο, διότι ἂν μετεβάλλετο, εἶχον νὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ τῶν ἐνόρκων. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἐκδοθῇ βούλευμα, ἄλλως δὲν ἐξέρχεται τῶν φυλακῶν· ἐξ ἐναντίας, ἐὰν δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐκδοθῇ τὸ ἔνταλμα τῆς φυλακίσεως, ἠξεύρετε τὶ ἤθελε συμβῆ; ὁ ἀνακριτὴς βλέπει προσερχόμενον ἐνώπιόν του τὸν συλληφθέντα, τὸν ἐξετάζει ἐκ τοῦ προχείρου, βλέπει ἐκ πρώτης ὄψεως τὰ πράγματα, κ’ ἐννοεῖ ἀμέσως, ὅτι εἶναι πλεκτάνη, εἶναι συκοφαντία· τοῦ λέγει εἶσαι ἐλεύθερος, ὕπαγε· ἆρον τὸν κράββατόν σου καὶ περιπάτει· ὅταν ὅμως ἐκδώσῃ τὸ ἔνταλμα τῆς φυλακίσεως δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ εἴπῃ πλέον· πρέπει νὰ τῷ εἴπῃ κάθησε εἰς τὸν κράββατον τῆς φυλακῆς, ν’ ἀποπερατώσω τὴν ἀνάκρισιν, νὰ τὴν ὑποβάλω εἰς τὸ συμβούλιον καὶ ν’ ἀποφανθῇ. Μὴ βλέπετε τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, διότι πάντοτε ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μας τὰ πολιτικὰ, ἀλλὰ παρατηρήσατε καὶ τὰ κοινά· τὰ πολιτικὰ εἶναι σπάνια, ὅπου δὲ ἔχετε μίαν διοικητικὴν ἀστυνομίαν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος εἶναι σπανιώτατα· ἐντὸς τῆς πρωτευούσης ἐνίοτε ἀκούονται· ἀλλὰ παρατηρήσατε εἰς τὰ κοινὰ ἐγκλήματα τὶ θὰ συμβῇ· καθ’ ἡμέραν γίνονται καταμηνύσεις· ἐὰν ἐρωτήσητε τὸν εἰσαγγελέα, ἐὰν ἐρωτήσητε τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, θὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι σήμερον εἶναι τόσαι χιλιάδες καταμηνύσεων· ἐὰν συνεπείᾳ αὐτῶν ἐκδοθοῦν ἐντάλματα συλλήψεως, ὁ ἀνακριτὴς δὲν ἔχει καιρὸν νὰ ἐξετάσῃ ὅλους αὐτοὺς, καὶ νὰ εἴπῃ, εἶναι ἢ δὲν εἶναι ὑπόνοια. Λοιπὸν λέγει, διὰ νὰ μὴ δεσμεύσῃ τὴν χεῖρα τῆς δικαιοσύνης καὶ ἀπολύσῃ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον, ἂς ἐκδώσω ἔνταλμα φυλακίσεως καὶ αὔριον βλέπομεν. Λοιπὸν σᾶς λέγω, τὶ θὰ κάμητε διὰ τοῦ Συντάγματος; Θὰ κάμητε, ὥστε ἀπολύτως ὅλοι αὐτοὶ οἱ συλλαμβανόμενοι καθ’ ὅλον τὸ Κράτος νὰ ὑποκύπτουν ἀμέσως εἰς τὸ ἔνταλμα τῆς φυλακίσεως· ἐξ αἰτίας δὲ τοῦ ἐντάλματος τῆς φυλακίσεως νὰ εἰσάγωνται εἰς τακτικὴν ἀνάκρισιν, καὶ ἠξεύρετε ἡ τακτικὴ ἀνάκρισις, πόσα ἄλλα πράγματα θέλει, ἑωσότου νὰ ἐκδοθῇ τὸ βούλευμα, ὥστε δι’ αὐτοῦ νὰ ἰδοῦν ἀνοιγομένας τὰς θύρας τῶν προεξεταστικῶν φυλακῶν. Καὶ διὰ νὰ εὐχαριστήσω τὸν Κύριον Σαρίπολον, προσθέτω καὶ τοῦτο, ὅτι εἰμπορεῖ νὰ γείνῃ καὶ ἀνακοπὴ αὐτοῦ τοῦ βουλεύματος, καὶ δι’ αὐτὸ νὰ μεταβῇ εἰς τὸ ἐφετεῖον καὶ οὕτως ἐφεξῆς. Λοιπὸν, ἀντὶ νὰ προσθέτωμεν ἐγγυήσεις, δεσμεύομεν ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, ὅταν τίθηται ἐπ’ αὐτοῦ διάταξις, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ. Ἡ πεῖρα θὰ μᾶς δείξῃ, ὅτι ἐὰν μέχρι τοῦδε ἐξεδίδοντο τόσα βουλεύματα, ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἕκαστον πρωτοδικεῖον ἐξέδιδε κατ’ ἔτος ἀνὰ 800, δηλ. 8,000 ὁμοῦ πάντα, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος, ὅπως ἔχει ἐν τῷ σχεδίῳ, θέλετε ἰδεῖ ἐκδιδόμενα, ὄχι 8 ἀλλὰ 80 χιλιάδας· κ’ ἐπιθυμῶ μίαν ἡμέραν νὰ μαρτυρηθῇ ὅτι τὸ προεῖπον, καὶ διὰ τοῦτο λέγω τὴν γνώμην μου· προτιμῶ ὅμως νὰ δικαιωθῆτε ὑμεῖς· ἀλλὰ τοὐλάχιστον, ἐὰν τυχὸν δικαιωθῶ ἐγὼ, θέλω ἔχει ἐλευθέραν τὴν συνείδησιν. Τώρα ὁ Κ. Καλαμίδας λέγει, ν’ ἀναφέρῃ καὶ τοὺς μάρτυρας τὸ ἔνταλμα τῆς φυλακίσεως.
§116ΜΠΟΥΣΚΟΣ. Καὶ πολιτικὴν ἀποζημίωσιν. (γέλως) Τὸ εἶπεν ὁ Κ. Καλαμίδας.
§117ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μὰ τὸ ἔνταλμα τῆς φυλακίσεως δὲν εἰμπορεῖ ν’ ἀναφέρῃ τὴν ἀποζημίωσιν, εἶναι κατάχρησις νὰ παραφέρηται ἡ γνώμη του. — Λέγει μόνον νὰ προστίθενται τὰ ὀνόματα τῶν μαρτύρων ἐντὸς τοῦ ἐντάλματος τῆς φυλακίσεως. Νομίζετε, ὅτι εἶναι δύσκολον εἰς τὸν ἀνακριτὴν νὰ γράψῃ ὅσα θέλει ὀνόματα; γράφει 15, 20. Νομίζετε, ὅτι εἶναι ὑπόχρεως ἐκ τούτου νὰ ἐξετάσῃ αὐτοὺς τοὺς 15 ἢ 20 κατόπιν;
§118ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Ὀνόματα ἁπλῶς θὰ ᾖναι; (θόρυβος).
§119ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ σᾶς ὁμολογῶ πρακτικῶς· λάβετε τὸν πλέον εὐσυνείδητον ἀνακριτήν· δὲν ἠξεύρω σεῖς ποῖον θεωρεῖτε τὸν πλέον εὐσυνείδητον· δὲν ἐπεμβαίνω.
§120ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Σᾶς.
§121ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Πολὺ καλὰ, σᾶς εὐχαριστῶ· νὰ σᾶς εἴπω τὶ θέλει μὲ εἰπεῖ ἡ συνείδησίς μου. Μοὶ γίνεται μία καταμήνυσις καὶ ὁ καταμηνύων μοὶ δίδει 40 ὀνόματα μαρτύρων· ἐγὼ ὑποχρεοῦμαι ἀπὸ τὸν νόμον νὰ γράψω ἐντὸς τοῦ ἐντάλματος καὶ τὰ ὀνόματα τῶν μαρτύρων, δὲν εἰμπορῶ νὰ παραλείψω ἐξ αὐτῶν οὐδὲ ἓν, δὲν ἠμπορῶ νὰ τοῦ εἴπω στάσου νὰ ἐξετάσω ἐὰν τῷ ὄντι ᾖναι μάρτυρες ἢ ὄχι, διότι δὲν φθάνουν αἱ ἡμέραι· λοιπὸν δὲν εἰμπορῶ νὰ δεσμεύσω τὴν δικαιοσύνην· καὶ ἠξεύρετε τὶ εἶναι οἱ μάρτυρες; Νομίζετε, ὅτι εἶναι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους οἱ ἀρχαῖοι ὠνόμαζον ἀττικοὺς μάρτυρας; ὁ τότε Ἀττικὸς μάρτυς ἦτον ὁ ἀψευδὴς ἀληθὴς Ἰσραηλίτης, ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι. Λοιπὸν νομίζετε, ὅτι ὑπάρχουσι τοιοῦτοι; Παρευρέθητε εἰς τὰ κακουργοδικεῖα καὶ ἴδετε ἄλλα λελυμένα κατὰ τὴν προανάκρισιν, ἄλλα κατὰ τὴν τακτικὴν ἀνάκρισιν καὶ ἄλλα ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ· καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὅταν τοὺς θέσητε εἰς ἀντιπαράστασιν πρὸς ἀλλήλους, λέγουν «ἄ! τώρα ἐνεθυμήθηκα». Ταῦτα μᾶς εἶναι γνωστὰ ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός μας. Λοιπὸν θέλετε ὁ ἀνακριτὴς νὰ ἔχῃ οὐράνιον φῶς, νὰ ᾖναι προφήτης καὶ νὰ εἴπῃ ἅμ’ ἀκούσῃ τὰ ὀνόματα τῶν μαρτύρων, «ἐγὼ ἐξάγω ἀμέσως ποῖοι οἱ ἀψευδεῖς μάρτυρες καὶ ποῖοι οἱ ψευδόμενοι, καὶ γράφω μόνον τοὺς ἀψευδεῖς;» Καὶ, Κύριοι, καλὰ, γράφω ἐγὼ αὐτοὺς τοὺς 40, ἐὰν παρουσιασθοῦν ἄλλοι 40, λέγετε διὰ τῆς προτάσεως νὰ μὴ προσθέσω καὶ τοὺς ἄλλους;
§122ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Μὰ τὶ πειράζει;
§123ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἠξεύρετε πῶς εἶναι αὐτὴ ἡ τροπολογία; εἶναι superflua non nocent, τὰ περιττὰ δὲν βλάπτουν. Λοιπὸν, Κύριοι, καὶ εἰς ὅλα, τὰ ὁποῖα περιέχει ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Πετσάλη, νομίζω περιττὸν νὰ ἐπέμβω καὶ ν’ ἀναλύσω τὰ καθέκαστα· εἶναι ὅλα τοῦ αὐτοῦ εἴδους. Δικαιοῦμαι εἰς πολιτικὴν ἀποζημίωσιν, λέγει, ἀλλὰ ποῖος σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν δικαιοῦμαι; Ἀπ’ ἐναντίας κινδυνεύει νὰ φαίνηται, ὅτι μόνον εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν τοῦ ἄρθρου 5ου τοῦ Συντάγματος ἔσεται ἡ πολιτικὴ ἀποζημίωσις, ἐνῷ εἰς τὰς ἄλλας δὲν ἔσεται. Ἡ πολιτικὴ ἀποζημίωσις εἶναι τὸ πρῶτον θεμέλιον τοῦ πολιτικοῦ νόμου.
§124ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Τὴν θέλουν ἀπὸ τὸ δημόσιον.
§125ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Αἴ! θέλετε ἐγγυητὴν τὸ δημόσιον; τότε πρέπει νὰ διορίζῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοὺς ἀνακριτάς. (γέλως). Πρέπει νὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον δικαίωμα ἐξελέγξεως ἐπὶ τῶν ἀνακριτῶν· ὁ νοῦς μου δὲν ἐμβαίνει εἰς τοῦτο· ἦτον ἀδύνατον νὰ τὸ μαντεύσω, ὅτι καθίσταται ἐγγυητὴς τὸ δημόσιον· τὸ θεωρεῖτε βεβαίως πολὺ πλούσιον.
§126ΚΑΛΑΜΙΔΑΣ. Μὰ δὲν εἶναι εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον.
§127ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ ὅλων τῶν τροπολογιῶν, Κύριε Καλαμίδα, μὴ τὰς ἀντιποιεῖσθε ὅλας. Λοιπὸν, ἐὰν δὲν πρόκηται νὰ καταστήσητε ἐγγυητὴν τὸ δημόσιον διὰ τὰς πράξεις τοῦ ἀνακριτοῦ, αἱ ὁποῖαι γίνονται κατὰ παράβασιν, καὶ γίνονται ἐν γνώσει, οὐδέποτε ὅμως ὀφείλεται ἀποζημίωσις ἐν ἀγνοίᾳ παρανομίας, καὶ ποτὲ δὲν εἶναί τις συνένοχος, οὔτε ὑπόκειται εἰς τὴν συνέπειαν ἐγκλήματος, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν συνέπραξε, περὶ τοῦ ὁποίου οὐδὲ εἴδησιν ἔχει· ἐὰν θέλητε νὰ καταστήσητε τὸ δημόσιον ὑπεύθυνον, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι καλὸν τοῦτο νὰ μὴ τὸ κάμητε διὰ τοῦ Συντάγματος, διότι τέλος τὸ ἔθνος εἰμπορεῖ νὰ φθάσῃ εἰς κατάστασιν νὰ μὴ ἠμπορέσῃ νὰ δώσῃ τόσας ἀποζημιώσεις, καὶ τότε πλέον πρέπει νὰ φέρωμεν τὴν θεραπείαν τοῦ Κ. Καλοῦ, νὰ κάμωμεν ἐπανάστασιν ἐκ συμφώνου, διὰ νὰ ῥίψωμεν οὐχὶ δυναστείαν, ἀλλὰ τὸ δεῖνα, ἢ τὸ δεῖνα ἄρθρον (γέλως).
§128ΚΑΛΟΣ. Ὅπως συνειθίζετε.
§129ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὁ Κ. Καλὸς εἶπεν, ὅπως συνειθίζω.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ προσέχετε εἰς τὰς διακοπάς.
§131ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι κἄτι ἔχει εἰς τὸν νοῦν του ὁ Κ. Καλὸς, ἀλλὰ δὲν εἰμπορεῖ νὰ τὸ ἐκφράσῃ (γέλως). Ἂς φθάσω λοιπὸν εἰς τὸ συμπέρασμα, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι παραπολὺ κατεχράσθην τῆς ὑπομονῆς σας. Τὸ προτιμότερον εἶναι ν’ ἀποῤῥίψωμεν ὅλας τὰς τροπολογίας καὶ νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844.
§132ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§133ΔΙΟΜ. ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Ὄχι.
§134ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ τὴν γνώμην μου λέγω· μάλιστα ὑπάρχει καὶ πρότασις, δὲν εἶναι ἐκ τοῦ προχείρου. Ἂν θέλητε, μάλιστα ὅλαι αὐταὶ αἱ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι προετάθησαν, δεσμεύουν μᾶλλον τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, καὶ κατὰ τὰς τροποποιήσεις αὐτὰς σήμερον οὐδεὶς δύναται νὰ ἐξέλθῃ τῶν φυλακῶν ἄνευ βουλεύματος, καὶ ἑπομένως, ὅ,τι ἐγίνετο μέχρι τοῦδε, ἅμα μετὰ 3 ἡμέρας ὁ ἀνακριτὴς δὲν εὕρισκεν ἀφορμὴν νὰ τὸν κρατήσῃ τὸν ἀπέλυε, δὲν θὰ γίνηται, ἀλλὰ εἰς τὸ ἑξῆς πρέπει νὰ ἐκδοθῇ καὶ βούλευμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἀποφαίνηται περὶ τῆς ἀπολύσεως. Γνωμοδοτῶ λοιπὸν τὴν ἀπόῤῥιψιν ὅλων τῶν τροπολογιῶν καὶ νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὅπως ἦτον εἰς τὸ παλαιὸν πολίτευμα.
§135ΛΟΥΖΗΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ μᾶς δώσητε μίαν διασάφησιν, ἵνα ἀποφύγωμεν τὰς συζητήσεις μεταξὺ τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας ἐπρότεινεν ὁ Κύριος Πετσάλης εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος; Εἶναι μοὶ φαίνεται τὸ ἑξῆς· «Ἐξαιρουμένου τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐγκλήματος οὐδεὶς συλλαμβάνεται.» Ἐδῶ δὲν ἠξεύρω πῶς ἡ νομοθεσία ἐν γένει τοῦ Κράτους παραλείπει τὸ οἱονεὶ ἐπ’ αὐτοφώρῳ.
§136ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ οἱονεὶ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐμπεριέχεται ἐν τῷ ἐπ’ αὐτοφώρῳ, διότι ἡμεῖς θεωροῦμεν κατὰ τὴν νομοθεσίαν μας, ὅτι ἡ κοινὴ φήμη περὶ μιᾶς πράξεως ἀποτελεῖ τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ, τὸ lamor publicus εἶναι ἐπ’ αὐτοφώρῳ (θόρυβος).
§137ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§138ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Πῶς ἐφωτίσθημεν, Κύριοι; μόνος ὁ Κύριος Καλλιγᾶς ὡμίλησε.
§139ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ Συντάγματος· ζητοῦμεν διὰ τοῦτο ἂν ἐφωτίσθημεν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, διότι ἡ συζήτησις δὲν ἐξηντλήθη.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πλειονότης ἀποφασίζει (θόρυβος).
§141ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Τὰ περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας ἄρθρα εἶναι τὰ σπουδαιότερα, πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν.
§142ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ἐφωτίσθημεν.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἐφωτίσθησαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη.
§144Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Θὰ ἀγορεύσω τὴν τετάρτην, Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ θέματος, διότι ὅ,τι νομοθετοῦμεν δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὴν Ἑπτάνησον καὶ θὰ δυστυχήσουν πολλαὶ ἐπαρχίαι.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος Ἄρθρον 5. Ἐξαιρουμένου τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐγκλήματος, οὐδεὶς συλλαμβάνεται, οὐδὲ φυλακίζεται ἄνευ ᾐτιολογημένου δικαστικοῦ ἐντάλματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κοινοποιηθῇ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως ἢ προφυλακίσεως· ὁ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἢ δι’ ἐντάλματος συλλήψεως κρατηθεὶς προσάγεται ἄνευ ἀναβολῆς εἰς τὸν ἁρμόδιον ἀνακριτὴν, ὅστις ὀφείλει ἐντὸς τὸ πολὺ τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς προσαγωγῆς του εἴτε ν’ ἀπολύσῃ αὐτὸν, εἴτε νὰ ἐκδώσῃ κατ’ αὐτοῦ ἔνταλμα φυλακίσεως· παρελθουσῶν τῶν τριῶν ἡμερῶν χωρὶς νὰ ἐκδοθῇ ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ ἔνταλμα φυλακίσεως, πᾶς δεσμοφύλαξ ἢ ἄλλος ἐπιτετραμμένος τὴν κράτησιν τοῦ συλληφθέντος, εἴτε πολιτικὸς ὑπάλληλος εἶναι, εἴτε στρατιωτικὸς, ὀφείλει ν’ ἀπολύσῃ αὐτὸν παραχρῆμα· οἱ παραβάται τῶν ἀνωτέρω διατάξεων τιμωροῦνται ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου προσήχθησαν πολλαὶ τροπολογίαι· πρώτη τοῦ Κυρίου Καλαμίδα ἡ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκεται), Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ Κυρίου Καλαμίδα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθοῦν (ἐγείρονται ὀλίγιστοι)· ἀπεῤῥίφθη. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τοῦ Κυρίου Πετσάλη. Ἄρθρον 5. Ἐξαιρουμένου τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐγκλήματος, οὐδεὶς συλλαμβάνεται ἄνευ προηγουμένης ἐγγράφου καταμηνύσεως, συνοπτικῶς ἐκθετούσης τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα περὶ τῆς πράξεως καὶ τοῦ πράξαντος. Οὐδὲν ἔνταλμα κρατήσεως ἢ φυλακίσεως ἐκτελεῖται, ἐὰν ά) Δὲν πηγάζῃ παρ’ ἁρμοδίας ἀρχῆς. βʹ) Δὲν κοινοποιηθῇ συγχρόνως πρὸς τὸν συλλαμβανόμενον ἢ προφυλακιζόμενον, ἀφιεμένου αὐτῷ ὁλοσχεροῦς ἀντιγράφου. γʹ) Δὲν περιβάλληται μὲ τὰ λοιπὰ προσόντα κατὰ τὴν ποινικὴν δικονομίαν. Ὁ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἢ δι’ ἐντάλματος κρατηθεὶς ἀπολύεται μετὰ παρέλευσιν δύω ἑβδομάδων, ἐὰν ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ δὲν ἐκδοθῇ ἔνταλμα φυλακίσεως. Ἑπομένως πᾶς δεσμοφύλαξ ἢ ἄλλός τις ἐπιτετραμμένος τὴν κράτησιν, εἴτε πολιτικὸς, εἴτε στρατιωτικὸς, ὀφείλει νὰ ἐλευθερώσῃ αὐτὸν παραχρῆμα. Ἕκαστος δὲ Πρόεδρος Πρωτοδικῶν ἢ Ἐφετῶν, καὶ, τούτων κωλυομένων ἢ βραδυνόντων, ἕκαστος δικαστὴς, ἐντὸς τῆς περιφερείας τῶν ὁποίων ὑπάρχει παρανόμως κρατούμενός τις, ἅμα πληροφορηθῇ τοῦτο ἐξ ἀναφορᾶς οἱουδήποτε, ὀφείλει νὰ διατάξῃ ἀνυπερθέτως τὴν ἀπελευθέρωσίν του διὰ συνοπτικῆς ᾐτιολογημένης διαταγῆς, δίδων εἰδικὴν παραγγελίαν εἰς ῥητὸν κλητῆρα διὰ τὴν ἄμεσον ἐκτέλεσίν της. Πᾶς δεσμοφύλαξ ἢ ἐπιστάτης φυλακῶν δὲν δύναται νὰ δεχθῇ τινα εἰς κράτησιν, εἰμὴ προηγουμένης ἐν τῷ βιβλίῳ του ἐντελοῦς ἀντιγραφῆς τοῦ ἐντάλματος ἢ τῆς ἀποφάσεως, ὑποχρεοῦται δὲ νὰ παρουσιάζῃ τὸν κρατούμενον εἰς τοὺς συγγενεῖς ἢ φίλους του, ἐκτὸς μόνον δι’ ὅσον χρόνον ἤθελεν ὑπάρχει ἐναντία δικαστικὴ διαταγὴ, ἧς ἡ ἀντιγραφὴ ἐν τῷ αὐτῷ βιβλίῳ εἶναι ὡσαύτως ὑποχρεωτική. Εἶναι ἔνοχοι καὶ καταδιώκονται ἐπὶ παρανόμῳ κρατήσει οἱ αἰτήσαντες, διατάξαντες ἢ ἐκτελέσαντες παρανόμους συλλήψεις ἢ φυλακίσεις, καὶ οἱ ὁπωσδήποτε συμπράξαντες, οἱ δεχθέντες δεσμοφύλακες καὶ ἐπιστάται φυλακῶν, ἢ κρατοῦντες παρὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ παρόντος νόμου τοὺς παραδοθέντας αὐτοῖς πρὸς φύλαξιν· ὡσαύτως οἱ μὴ ἐκπληρώσαντες τὸ καθῆκόν των δικασταί· καταδικάζονται δὲ καὶ εἰς χρηματικὴν ἀποζημίωσιν ὑπὲρ τοῦ παθόντος ἀλληλεγγύως ἀποτισομένην. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι)· ἀπεῤῥίφθη.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία τοῦ Κυρίου Ζέζου ἡ ἑξῆς. «Ἐπὶ τοῦ 5 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἡ φράσις «εἴτε νὰ ἐκδώσῃ κατ’ αὐτοῦ ἔνταλμα φυλακίσεως» τροπολογηθήτω ὡς ἐφεξῆς, «εἴτε νὰ προκαλέσῃ ἁρμοδίως βούλευμα τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου περὶ τῆς προφυλακίσεώς του.» Οἱ παραδεχόμενοι ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (οὐδεὶς ἐγείρεται)· ἀπεῤῥίφθη. Ἔχομεν τὴν τροπολογίαν τοῦ Κυρίου Μαυρομαρᾶ.
§147ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Αὕτη εἶναι προσθήκη.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν τῶν τροπολογιῶν ἔχομεν τὸ κείμενον καὶ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844, τὸ ὁποῖον σᾶς ὑποβάλλω. Ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844. Ἄρθρον 5. Ἐκτὸς τῆς περιπτώσεως τοῦ αὐτοφώρου ἐγκλήματος, οὐδεὶς συλλαμβάνεται, οὐδὲ φυλακίζεται, εἰμὴ δι’ ᾐτιολογημένου δικαστικοῦ ἐντάλματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κοινοποιηθῇ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως ἢ προφυλακίσεως.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ἀκούσωμεν καὶ ἓν μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς;
§150ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§152ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερόθεν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως (θόρυβος).
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ ὁμιλήσῃ ἀκόμη εἷς. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Μποῦσκος, ὅστις ὑπεχώρησεν εἰς τὸν Κ. Διομήδην.
§154ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Πιστεύσατε, Κύριοι, ὅτι τὰ μέλη τῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς δὲν εἶχον τὴν ἀξίωσιν, ὅτι δὲν ἔχουν καὶ ἄλλοι τὰ φῶτά των καὶ τὸν πατριωτισμόν των. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἦτο πολυμελὴς καὶ συνέκειτο ἐκ μελῶν ἀνηκόντων εἰς ὅλας τὰς μερίδας τῆς Συνελεύσεως· περιεῖχε δὲ καὶ δύο ἀντίθετα στοιχεῖα, τοὺς μὲν παρὰ πολὺ νεωτερίζοντας, τοὺς δὲ λίαν συντηρητικούς. Αἱ συζητήσεις ἐγένοντο μακραὶ καὶ ἄνευ ἐξάψεως, ἐπεκράτησε δὲ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τὸ συντηρητικώτερον στοιχεῖον. Ἐκ τούτου δὲ καὶ δὲν ἐγένοντο πολλαὶ τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος. Ἠδυνάμεθα καὶ ἡμεῖς τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ κάμωμεν τὰς πολλὰς τροπολογίας, αἵτινες τώρα εἰς τὴν Συνέλευσιν προτείνονται, ἀλλὰ ἀνεχαιτίσθημεν, δηλαδὴ τινὲς ἐπρότειναν αὐτάς, ἀλλ’ ἔπειτα τὰς ἀπέσυραν. Δὲν ἐννοῶ, ταῦτα λέγων, ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῆτε τὸ σχέδιον ὅπως τὸ συνέταξεν ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, διότι καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἔχω ἰδίας τροπολογίας. Ἀλλ’ ἂς γείνῃ συζήτησις ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας παρεδέχθη ἡ ἐπιτροπή, καὶ ἂν πεισθῆτε, ἀποῤῥίψατε ὅσας δὲν ἐγκρίνετε. Δὲν πρέπει ὅμως ν’ ἀκούσητε τὸν Κ. Καλλιγᾶν, εἰπόντα, ὅτι μικρολογοῦμεν καὶ πρέπει νὰ μείνωμεν εἰς τὸ κείμενον τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος. Εἶναι ἀνυπόστατον καὶ ἄνευ μεγάλης βαρύτητος τὸ ἐπιχείρημα τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, ὅτι ἀδιάφορον ἂν ὑπάρχουν πολλαὶ ἢ ὀλίγαι διατάξεις ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, ἀρκεῖ μόνον εἰς τὴν ἐφαρμογὴν νὰ ἐκτελῶνται, διότι ἂν δὲν ἔχωμεν πεποίθησιν εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος, πρὸς τί τότε νὰ συντάξωμεν καὶ τὸ Σύνταγμα; Ἰδοὺ ποῦ καταλήγει τὸ σαθρὸν τοῦτο ἐπιχείρημα. Τὸ περὶ τοῦ Ἀγγλικοῦ πολιτεύματος, ὅτι εἶναι ἀπόῤῥοια τῶν ἱστορικῶν περιστάσεων, εἰς ἃς εὑρέθη κατὰ καιροὺς ἡ Ἀγγλία, δὲν τὸ ἀμφισβητοῦμεν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδεχώμεθα τυφλῶς ξένους θεσμούς, ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει καὶ ὅτι πρέπει νὰ μένωμεν στάσιμοι καὶ ἀμέτοχοι τῶν προόδων, τὰς ὁποίας ἔκαμεν εἰς τὴν Εὐρώπην ὁ πολιτισμός· ὀφείλομεν νὰ ὠφεληθῶμεν ἐκ τῶν ξένων νομοθεσιῶν, ὁσάκις εὑρισκόμεθα εἰς τὰς αὐτὰς ἢ ἀναλόγους περιστάσεις. Τοῦτο τὸ συνῃσθάνθημεν ἐξ ἀρχῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἡ νομοθεσία μας ἐλήφθη κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τοὺς νόμους καὶ τὰς θεωρίας τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Γερμανίας. Κατὰ πόσον ἐπετύχομεν, κατὰ πόσον αἱ περιστάσεις ὡμοίαζον, τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐξετασθῇ τώρα· ἀρκεῖ ὅμως ὅτι εἰς τὴν παραδοχὴν τῶν ξένων θεσμῶν ἔχομεν πάντοτε πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι πρέπει νὰ συντρέχωσι καὶ αἱ αὐταὶ περιστάσεις. Λοιπὸν τὸ ἐπιχείρημα τοῦ Κ. Καλλιγᾶ εἶναι παρὰ πολὺ γενικὸν, ἐν ᾧ τότε μόνον ἰσχύει, ὅταν ἀποδειχθῇ συγκεκριμένως, ὅτι ἡ δεῖνα ξένη διάταξις διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν ἐγχώριον λόγον εἶναι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀνεφάρμοστος· δὲν ἀρκεῖ λοιπὸν τὸ νὰ λέγωμεν, ὅτι τὸ habeas corpus εἶναι ξένος θεσμὸς Ἀγγλικός. Ἀποκρούω καὶ τὴν γενομένην παρ’ ἄλλου πληρεξουσίου πρότασιν τοῦ νὰ ὑποχρεοῦται τὸ δημόσιον ν’ ἀποζημιώνῃ τὸν ἀθωωθέντα κατηγορούμενον, ἀλλὰ δι’ ἄλλους λόγους, καὶ οὐχὶ διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς, ὅτι δηλαδὴ τότε οἱ ἀνακριταὶ ἔπρεπε νὰ ᾖναι ὑπάλληλοι οὐχὶ τοῦ ὑπουργείου τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Τοιαύτη πρότασις ἔχει εἰς τὸ βάθος τὶ σοβαρώτερον καὶ σπουδαιότερον. Ἂν ἄνθρωπός τις τιμιώτατος, ἐγερθείσης ὑπονοίας κατ’ αὐτοῦ, συρθῇ εἰς τὰς φυλακὰς ὡς κακοῦργος, καὶ ὡς ἐκ τούτου καταστραφῇ ἠθικῶς καὶ χρηματικῶς καὶ ἔπειτα ἀθωωθῇ, δὲν ἠδικήθη ἆρά γε ὑπὸ τῆς κοινωνίας; δὲν εἶναι ἄξιος νὰ σύρῃ τὴν συμπάθειαν τῆς κοινωνίας; Μὴ ἀπαντῶμεν λοιπὸν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο παίζοντες καὶ λέγοντες, ὅτι τότε οἱ ἀνακριταὶ πρέπει νὰ ᾖναι ὑπάλληλοι τοῦ ὑπουργείου τῶν οἰκονομικῶν. Ὄχι, Κύριοι, ὁ τοσαύτην θυσίαν ὑποστὰς πολίτης ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν συνδρομὴν τῆς πολιτείας, χάριν τῆς ὁποίας ἔπαθεν ἀδίκως κηρυχθεὶς εἰς πτώχευσιν ὡς ἐκ τῆς φυλακίσεώς του, στερηθεὶς τῶν πιστώσεών του, ἀτιμασθεὶς εἰς τὰ ὄμματα τῶν πολλῶν κλπ. Ἐνταῦθα συγκρούονται δύο δικαιώματα. Ἡ πολιτεία, ὅταν ἐγείρωνται ὑπόνοιαι ἐγκλήματος, πρέπει νὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ συλλάβῃ τὸν πολίτην καὶ τὸν ὑποβάλῃ εἰς ἀνάκρισιν. Ἀλλὰ καὶ ὁ πολίτης ὁ ἀποδειχθεὶς, ὅτι ἀδίκως ἔπαθε, πρέπει νὰ μένῃ ἄνευ ἱκανοποιήσεως; Τὸ κακὸν εἶναι, ὅτι, ἂν ἀναγνωρίσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἱκανοποιήσεως τοῦ πολίτου, θέλει ἐπιβαρυνθῆ τὸ δημόσιον μὲ μεγάλην δαπάνην, ἢ θέλει περιορισθῆ μεγάλως τὸ καθῆκον τῆς πολιτείας τοῦ νὰ ἀνευρίσκῃ καὶ καταδιώκῃ τὰ ἐγκλήματα· διότι τότε θέλει ἀναγκασθῆ ἡ κυβέρνησις νὰ παραγγείλῃ εἰς τοὺς ἐπὶ τῆς ἀνακρίσεως μετὰ πολλῆς προσοχῆς νὰ προβαίνωσιν εἰς τὴν ἐνέργειάν των, ὅπερ θέλει εὐκολύνει τὴν δραπέτευσιν τῶν κακούργων, ἢ θέλει καλύπτει τὴν ἐνοχήν των. Ἐν τούτοις τὸ δικαίωμα εἰς ἱκανοποίησιν τοῦ ἀδίκως παθόντος πολίτου ἔχει νομικὴν ὑπόστασιν, δὲν εἶναι ὅμως καιρὸς νὰ τὸ ἐφαρμόσωσιν αἱ πολιτεῖαι· προαπαιτεῖται ἄλλη ἠθικὴ καὶ ὀργανικὴ κατάστασις.
§155ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Καθιερώσατέ το ἀπὸ τώρα.
§156ΔΙΟΜ. ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Εἶναι τόλμημα νὰ νεωτερίσωμεν καὶ νὰ παραδεχθῶμεν ἡμεῖς ἀπὸ τοῦδε τοιαύτην διάταξιν, τὴν ἐδικαιολόγησα ὅμως θεωρητικῶς, ἀντικρούων τὰ κατ’ αὐτῆς λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Κ. Καλλιγᾶ. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν νόμιμον ἀντίστασιν, λέγω, ὅτι καὶ αὕτη θεωρητικῶς δικαιολογεῖται. Ἐγὼ ὁ πολίτης συνταγματικῆς μοναρχίας, ὅταν ἔρχηται χωροφύλαξ τις ἢ ἀστυνομικὸς ὑπάλληλος νὰ μὲ συλλάβῃ καὶ ἀπαγάγῃ εἰς τὴν φυλακὴν, δικαιοῦμαι νὰ γνωρίζω διὰ τί μὲ ζητεῖ, καὶ ἂν φέρῃ διαταγὴν καὶ ὁποίαν. Μόνον εἰς τὰς ἀπολύτους κυβερνήσεις ὁ πολίτης χρεωστεῖ τυφλὴν ὑποταγὴν καὶ εἰς τὸν ἔσχατον ὑπάλληλον. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ τεθῇ ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, διότι ἐνδέχεται τοιαύτη διάταξις παρεξηγουμένη νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τοὺς πολλοὺς πολίτας νὰ μὴν ὑπακούουν οὔτε εἰς τὰς νομίμους παραγγελίας τῆς ἀρχῆς, διότι δὲν μένει εἰς ἕνα ἕκαστον ἐξ ἡμῶν νὰ τίθηται πάντοτε μόνος κριτὴς τῆς νομιμότητος πάσης πράξεως τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία τότε δὲν δύναται ἀπροσκόπτως νὰ κάμῃ κἀνὲν βῆμα εἰς τὴν ἐνέργειάν της· τότε θὰ ἐγείρωσι τὴν κεφαλὴν οἱ κακοῦργοι. Ὡς πρὸς τὰς ἑτέρας δὲ διατάξεις, τὰς ὁποίας ἐπρότειναν ὁ Κ. Καλαμίδας καὶ ἄλλοι, λέγω, ὅτι δὲν πρέπει οὔτε αὐτὰς νὰ θέσωμεν ἐντὸς τοῦ Συντάγματος. Ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄκρου δὲν πρέπει νὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ ἄλλο. Τὸ πνεῦμα τῆς συντηρήσεως δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ τοῦ νὰ θέσωμεν βελτιώσεις τινὰς εἰς τὸ παλαιὸν Σύνταγμα· ἀλλὰ τὸ πνεῦμα τῆς δυσπιστίας δὲν πρέπει καὶ νὰ μεταβάλῃ τὸ Σύνταγμα εἰς ποιν. Δικονομίαν. Εἰς τὸ Σύνταγμα πρέπει νὰ τεθοῦν αἱ διατάξεις ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἐνδέχεται νὰ μὴ ἔχῃ συμφέρον νὰ τὰς καθιερώσῃ διὰ νόμου ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία· καὶ ὅταν λέγω νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἐννοῶ τὰς Βουλὰς καὶ τὸν Βασιλέα, οὐχὶ τὸν Γεώργιον, ἀλλὰ τοὺς διαδόχους αὐτοῦ. Τοιαύτη διάταξις εἶναι καὶ ἡ τοῦ πέμπτου ἄρθρου, περὶ τοῦ ὅτι πρέπει ὁ ἀνακριτὴς ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς προσαγωγῆς τοῦ συλληφθέντος ν’ ἀπολύσῃ αὐτὸν, ἢ νὰ ἐκδώσῃ κατ’ αὐτοῦ ἔνταλμα φυλακίσεως. Διότι ἡ Κυβέρνησις ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ συμφέρον, καὶ μάλιστα κατὰ πολιτικῶς κατηγορουμένων, νὰ παραταθῇ ἡ αὐθαίρετος προφυλάκισις, ἐνῷ διὰ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος τῆς ἀφαιροῦμεν τὴν ὄρεξιν ταύτην. Ὑπενθυμίζομεν τὰς πολλὰς καὶ ἀδίκους συλλήψεις, τὰς γενομένας ἐν Ἀθήναις κατὰ τὸ 1862 πρὸ τῆς δεκάτης Ὀκτωβρίου. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ἄλλας περιστάσεις, ὄχι τόσον ἀπαισίας, καθ’ ἃς ἐνδέχεται νὰ διατάξῃ ἡ Κυβέρνησις πολλὰς συλλήψεις, ὑπαρχούσης τῆς διατάξεως ταύτης ἐν τῷ Συντάγματι, θέλει βιασθῆ νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὥστε πλὴν τοῦ τακτικοῦ ἀνακριτοῦ νὰ προστεθῶσι καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ν’ ἀρκέσωσιν εἰς τὸ νὰ ἐξετάσωσιν ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν τὸν λόγον τῆς συλλήψεως ἑνὸς ἑκάστου, καὶ ν’ ἀποφανθῶσιν ἐπ’ αὐτοῦ. Τί κακὸν ἔχει τοῦτο; Μόνον φροντίδα πλείονα ἐπιβάλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου. Ὁ Κ. Καλλιγᾶς σᾶς λέγει, ὅτι ἕνεκα τῆς διατάξεως ταύτης, ἂν τεθῇ ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, ὁ ἀνακριτὴς θὰ ἀναγκασθῇ νὰ ἐκδίδῃ ἐντάλματα φυλακίσεως καθ’ ὅλων τῶν συλληφθέντων καὶ προσαχθέντων ἐνώπιόν του κατηγορουμένων. Δὲν εἶναι ἀληθές· θὰ τὸ πράξῃ, ἐὰν ᾖναι κακοῦργος ὁ ἀνακριτής· ὁ δὲ εὐσυνείδητος δικαστὴς θέλει ἐξετάσει τὸν κατηγορούμενον, θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰς σταλείσας αὐτῷ ἀνακριτικὰς ἐκθέσεις, ἢ καὶ θέλει ἐξετάσει καὶ μάρτυρας, ἄν δυνηθῇ, καὶ ἐντὸς τῶν τριῶν ἡμερῶν θέλει, εἴτε ἀπολύσει τὸν συλληφθέντα, εἴτε ἐκδώσει κατ’ αὐτοῦ ἔνταλμα φυλακίσεως. Ποσάκις δὲν ἐξεδόθησαν ἐντάλματα συλλήψεως κατ’ ἀνθρώπων, οἵτινες, ἅμα ἐμφανισθέντες εἰς τὸν ἀνακριτὴν, ἔπεισαν αὐτὸν ὡς ἐκ τῆς κοινωνικῆς των θέσεως, ὡς ἐκ τῆς φυσιογνωμίας των, ὡς ἐκ τῶν ἱστορικῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβε παρ’ ἄλλων γινωσκόντων αὐτοὺς, ὅτι εἶναι ἀπίθανος ἡ πρόσαψις ἐνοχῆς, καὶ παραχρῆμα τοὺς ἀπέλυσεν; Ὅταν ὁ συλλαμβανόμενος, εἴτε ὡς ἐκ τῆς μὴ μεγάλης βαρύτητος τοῦ ἐγκλήματος, εἴτε ὡς ἐκ τῶν κοινωνικῶν του περιστάσεων, δὲν πιθανολογῆται, ὅτι θέλει ἐγκαταλείψει τὴν πατρίδα του καὶ γείνει ἄφαντος, ὁ φρόνιμος ἀνακριτὴς, μὴ ἔχων σπουδαίας κατ’ αὐτοῦ ἐνδείξεις, δὲν θέλει ἀποφασίσει νὰ τὸν φυλακίσῃ καὶ νὰ τοῦ προξενήσῃ ἀθεράπευτον ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν ζημίαν. Ὀρθὴ λοιπὸν εἶναι ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῷ Συντάγματι καὶ μὴ πιστεύητε, Κύριοι, τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, ὅτι θ’ ἀποβῇ ἐπιζήμιος εἰς τοὺς συλλαμβανομένους πολίτας. Τὴν θεωρῶ λίαν ἀναγκαίαν καὶ οὐδὲν ἄτοπον ἔχουσαν.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία αὕτη ὑποστηρίζεται;
§158ΠΟΛΛΟΙ. (Δεξιόθεν, ἐγειρόμενοι). Μάλιστα, μάλιστα.
§159ΕΤΕΡΟΙ. (Ἀριστερόθεν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως· (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 20).
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύο εἶναι τώρα τὰ ζητήματα· οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5, τὸ παλαιὸν, ὡς τροπολογίαν τοῦ προκειμένου, λέγουσι ναὶ, οἱ δὲ παραδεχόμενοι τὸ 5 ἄρθρον τοῦ σχεδίου λέγουσιν ὄχι.
§161ΠΟΛΛΟΙ. (Δεξιόθεν). Δι’ ἀναστάσεως, Κ. Πρόεδρε.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἰμπορῶ, ἀφ’ οὗ ζητοῦν ὑπὲρ τοὺς 20 τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§163ΠΟΛΛΟΙ. (Ἀριστερόθεν). Μάλιστα, μάλιστα, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 20).
§164ΕΜ. ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Προτείνω ἀμέσως νὰ ἀλλάξῃ ὁ κανονισμὸς ὡς πρὸς αὐτό.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τὸ παλαιὸν ἔχον ὡς ἑξῆς· «Ἐκτὸς τῆς περιπτώσεως τοῦ αὐτοφώρου ἐγκλήματος οὐδεὶς συλλαμβάνεται, οὐδὲ φυλακίζεται εἰμὴ δι’ ᾐτιολογημένου δικαστικοῦ ἐντάλματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κανονισθῇ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως ἢ προφυλακίσεως»............. λέγουσι ναὶ, οἱ δὲ παραδεχόμενοι τὸ σχέδιον λέγουσιν ὄχι. Γίνεται ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 234· 103 εἶπον ναὶ, 129 ὄχι· ἄρα ὑπερίσχυσε τὸ σχέδιον· κατὰ συνέπειαν γίνεται δεκτὸν ὡς 5 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τὸ 5 ἄρθρον τοῦ σχεδίου. Ὑπολείπεται νὰ ψηφηφορήσωμεν τὴν προσθήκην τὴν γενομένην ἀπὸ τὸν Κ. Μαυρομαρᾶν καὶ Γλαράκην· ἡ προσθήκη ἔχει ὡς ἀκολούθως· «ἐν ἐλλείψει δὲ τῶν ἀνωτέρω διατυπώσεων οὐδεὶς ὀφείλει ὑπακοήν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι) Ἀπεῤῥίφθη. — Μεταβαίνομεν, Κύριοι, εἰς τὸ 6 ἄρθρον τοῦ σχεδίου.
§167ΠΟΛΛΟΙ. (Ἀριστερόθεν) Παρῆλθεν ἡ ὥρα πλέον. (ἐγείρονται καὶ ἀπέρχονται).
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐνωρὶς ἀκόμη· καθήσατε, Κύριοι.
§169ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κ. Πρόεδρε, πρὸ τοῦ 6 ἄρθρου ἔχει μίαν τροπολογίαν ὁ Κ. Πετσάλης.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν τάξιν εἶναι ἀδιάφορον· κατόπιν.
§171ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Σᾶς ἀναγινώσκω, Κύριοι, τὸ 6 ἄρθρον. «Πᾶς ἐπὶ πολιτικῷ ἐγκλήματι προφυλακιζόμενος δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν ἀποφυλάκισίν του δι’ ἐγγυήσεως ὁριζομένης ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν διὰ βουλεύματος, καθ’ οὗ ἐπιτρέπεται ἀνακοπή· οὐδέποτε ἡ προφυλάκισις ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων δύναται νὰ παραταθῇ πέραν τῶν τριῶν μηνῶν ἄνευ δικαστικοῦ βουλεύματος, ὑποκειμένου καὶ τούτου εἰς ἀνακοπήν». Ἡ ἀνάγνωσις, Κύριοι, τοῦ ἄρθρου τούτου μὲ ἔκαμε νὰ ἐνθυμηθῶ ὅ,τι συνέβη εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ πολιτεύματος τῶν Πολωνῶν· ἄνδρες Πολωνοί, προσέχετε μή, ζητοῦντες δικαιώματα, χάσητε πολλὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶναι πολὺ ἀναγκαῖα. Ζητεῖτε, Κύριοι, πολλὰς ἐλευθερίας, χωρὶς νὰ συλλογιζώμεθα τὶ ἄλλα κακὰ δύνανται νὰ ἐπιφέρουν αἱ ἐλευθερίαι αὐταί. Πολλοὶ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπρότεινον ἐλευθερίας, μᾶς φέρουν πάντοτε τὸν γενικὸν χάρτην τῆς Ἀγγλίας. Ἀλλὰ τίποτε ἀδύνατον δὲν εἶναι παρὰ νὰ θελήσῃ τις νὰ μεταφέρῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα τοὺς θεσμοὺς τῆς Ἀγγλίας. Ἐὰν ᾖναί τι ἀνόμοιον μεταξὺ ἐθνῶν, εἶναι μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας. Ἔχομεν, Κύριοι, τοὺς Λόρδους, τοὺς ὁποίους ἔχει ἡ Ἀγγλία; Ἔχομεν τὰ τόσα μέσα, τὰ ὁποῖα ἡ Ἀγγλία παρουσιάζει, μὲ τὰ ὁποῖα νὰ διατηρήσωμεν αὐτὰς τὰς ἐλευθερίας; Ἐξ ἄλλου μέρους δὲν πρέπει νὰ ζηλεύσουν οἱ Ἄγγλοι τὴν ἰσότητα, τὴν ὁποίαν στεροῦνται; Τί ζητεῖτε λοιπὸν ὁσάκις κάμνετε τροπολογίας; Τί ζητεῖτε; τί ὑπάρχει εἰς τὴν Ἀγγλίαν; Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὰς ἰδικάς μας ἕξεις, τὰ ἤθη μας, καὶ ἀναλόγως τῶν πραγματικῶν ἡμῶν ἀναγκῶν νὰ νομοθετήσωμεν. Διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τί προτείνεται; ὁ πλέον ἐπικίνδυνος ταραξίας, ὅστις κατηγορεῖται ἐπὶ πολιτικῷ ἐγκλήματι, ἐκτὸς ὅτι ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν του χρήματα, θὰ ἔχῃ καὶ τὰς φατρίας του· κατὰ τὸ ἄρθρον λοιπὸν αὐτὸ ἅμα προσωποκρατούμενος, ἔχει τὸ δικαίωμα δίδων μίαν ἐγγύησιν 3, 5, 10 χιλιάδων δραχμῶν νὰ ἀποφυλακισθῇ· καὶ ἐν τοσούτῳ ἡ κοινωνία θὰ διατρέχῃ τὸν αὐτὸν κίνδυνον. Τοιοῦτον ἄρθρον δὲν ἀπήντησα εἰς κἀμμίαν νομοθεσίαν νεωτέραν, οὔτε εἰς τὸ Habeas corpus τῆς Ἀγγλίας· αὐτοῦ ἐφρόντισαν νὰ ἐξαιρέσουν αὐτὸ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐλευθεροῦνται δι’ ἐγγυήσεως οἱ κατηγορούμενοι ἐπὶ κεφαλικῇ ποινῇ.
§172Χ. ΟΔΥΣΣΕΩΣ. Κατηργήθη ἡ κεφαλικὴ ποινή.
§173ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Σᾶς λέγω τί περιλαμβάνει τὸ Habeas corpus, ὅτι ἐξαιρεῖ τὰ κεφαλικὰ ἐγκλήματα. Μᾶς προτείνουν λοιπὸν νὰ δεχθῶμεν δι’ ἑνὸς ἄρθρου, ὅτι, ὅσον ἐπικίνδυνος καὶ ἂν ᾖναι ἕνας κατηγορούμενος ἐπὶ πολιτικῷ ἐγκλήματι, ἅμα δώσῃ ἐγγύησιν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφυλακίζηται. Τοῦτο δὲν τὸ παραδέχεται κἀμμία νομοθεσία καὶ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὸ παραδεχθῇ μήτε ἡ ἰδική μας. Δὲν εἶμαι, Κύριοι, ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀγαποῦν τοὺς δεσποτικοὺς θεσμούς· ἀγαπῶ ὅμως τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι σύμφωνοι μὲ τὰς περιστάσεις μας καὶ ὑπαγορεύονται ἀπὸ τὴν φρόνησιν. Κατηγορεῖταί τις ἐπὶ πολιτικῷ ἐγκλήματι· νομίζω, ὅτι ἡ μακροτέρα προθεσμία διὰ τὴν ἀνάκρισιν εἶναι τῶν 3 μηνῶν· ἂν ᾖναι ἔνοχος, ἂν ἡ ἐξουσία χωρὶς πλάγιον σκοπὸν κρατῇ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον, ἐντὸς τῶν 3 μηνῶν εἰμπορεῖ νὰ συλλέξῃ τὰς ἀποδείξεις καὶ ἠμπορεῖ νὰ τὸν παραπέμψῃ εἰς τὰ δικαστήρια· ἅμα παρέλθουν ὅμως οἱ 3 μῆνες, γεννᾶται ἡ ὑπόνοια, ὅτι δὲν συνελήφθη ἕνεκα κακουργήματός τινος, διότι ὁ νόμος ἀπαιτεῖ νὰ συλληφθῇ καὶ τιμωρηθῇ, ἀλλὰ λόγῳ προληπτικοῦ μέτρου. Τὰ προληπτικὰ αὐτὰ μέτρα παρατεινόμενα πέραν τῶν 3 μηνῶν εἶναι ἀδικώτατα. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ ἀποφυλακίζηταί τις δι’ ἐγγυήσεως, ὅταν κατηγορῆται ἐπὶ πολιτικῷ ἐγκλήματι, τὸ ὁποῖον τὸ εὑρίσκω πολὺ ἐπικίνδυνον, νὰ προστρέξωμεν εἰς ἄλλην θεραπείαν, ἥτις νὰ ᾖναι, ὁ περαιτέρω χρόνος νὰ δίδῃ δικαίωμα ἀποζημιώσεως εἰς τὸν κρατηθέντα ἐπὶ πολιτικῷ ἐγκλήματι. Εἶδον ὅτι πολλοὶ δυσανασχέτησαν, καὶ μοῦ εἶπον, ποῦ θὰ καταντήσωμεν, ὅταν ζητήσωμεν ἀποζημιώσεις διὰ τὰς κρατήσεις τὰς παρατεινομένας πλέον τῶν 3 μηνῶν; Ἐννοῶ, ὅτι εἶναι ἄτοπον ἐν τῷ γενικῷ, διότι ἡ ἀνάκρισις ἔχει πολλὰς περιπετείας· ἐνδέχεται ὁ δικαστὴς ὁ δικαιότερος νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ καταρτίσῃ τὴν πεποίθησίν του περὶ τῆς ἐνοχῆς ἢ μή. Σᾶς φέρω ὡς παράδειγμα μίαν πειρατείαν, πραχθεῖσαν ἐντὸς τοῦ Κράτους.
§174ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Πρόκειται ἐνταῦθα περὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων.
§175ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἀντίθετον· ἀφήσατέ με. Σᾶς λέγω, ὅτι ἂν παραταθῇ ἑνὸς κατηγορουμένου ἐπὶ πειρατείᾳ ἢ ἄλλῳ ἐγκλήματι ἡ φυλάκισις, δὲν ἠξεύρω τὶ τὸν ἐπηρεάζει· εἰς τὰ πολιτικὰ ὅμως ἐγκλήματα, ὅταν βλέπω μίαν παράτασιν ἀδικαιολόγητον πλέον τῶν τριῶν μηνῶν, ἀρχίζω νὰ ὑποπτεύω, ὅτι ἐνδέχεται συμφέρον ἀνώτερον καὶ μὴ νόμιμον ν’ ἀπαιτῇ τὴν κράτησιν αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου διὰ καιρὸν περισσότερον τῶν τριῶν μηνῶν. Λέγω λοιπὸν, ὅτι εἰς τὰ κοινὰ ἐγκλήματα ὑποθέτω πάντοτε, ὅτι δὲν ἔχει κανὲν συμφέρον ὁ δικαστής· καὶ θέλω, ὥστε νὰ ἐκλέγωνται καὶ ἄλλοι δικασταὶ καὶ ἀνακριταί· δὲν ἀρκεῖ ἕνας ἀνακριτής; Ἠμπορεῖ νὰ προσλάβῃ δύω ἢ τρεῖς. Ἀλλ’ εἰς τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα καὶ τρεῖς ἐὰν ᾖναι, ὅταν ἡ ἐξουσία εἴπῃ κρυφίως εἰς ἀδύνατον χαρακτῆρα, κράτησέ τον περισσότερον καιρὸν, τὸν κρατεῖ. Μετὰ τὴν παρέλευσιν λοιπὸν τῶν τριῶν μηνῶν, θέλω τὸν χρόνον, ὅστις παρέλθει, ἂν κηρυχθῇ ἀθῶος, νὰ ἔχῃ δικαίωμα ν’ ἀποζημιοῦται· ἐὰν ᾖναι ἔνοχος νὰ ἐκπίπτηται ὁ χρόνος οὗτος ἀπὸ τὴν ποινήν. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι δυστυχῶς ἡ νομοθεσία μας τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως δὲν τὸν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν διόλου· ἀλλὰ, νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν αὐτὸς ὁ χρόνος. Ἕνας ἄνθρωπος λοιπὸν, ὅστις ἔμεινεν εἰς τὰς φυλακὰς 6 ἢ 8 μῆνας, ἀφοῦ κηρυχθῇ ἔνοχος, νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον ὁ χρόνος ὁ περιπλέον τῶν τριῶν μηνῶν νὰ ἐκπίπτηται ἀπὸ τὴν ποινήν του· ἂν δὲ κηρυχθῇ ἀθῶος......
§176ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ὁ νόμος τῆς Ἑπτανήσου τὸν ἐκπίπτει.
§177ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἂν δὲ δὲν ὑπάρχῃ ἀνώτατος καὶ ἐλάχιστος ὅρος τῆς ποινῆς;
§178ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Δὲν ἐκπίπτεται κατὰ τὴν νομοθεσίαν μας.
§179ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Καὶ ἐὰν ἡ καταδίκη ᾖναι ἑνὸς μηνός...
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§181ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Καὶ μείνῃ προφυλακισμένος 3 μῆνας;...
§182ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Τὸ σχέδιον λέγει, «ὅτι οὐδέποτε ἡ προφυλάκισις ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων δύναται νὰ παραταθῇ πέραν τῶν 3 μηνῶν κτλ.». Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι παντάπασι μία ἐγγύησις. Τί κάμνει ὁ ἀνακριτής; Ὅταν ἴδῃ καὶ παρέλθουν οἱ τρεῖς μῆνες, θὰ ἐκδώσῃ ἓν βούλευμα. Ἀλλ’ ὁ λόγος εἶναι νὰ τὸν ἀναγκάσωμεν διὰ μιᾶς κυρώσεως τὸν ἀνακριτὴν ἐντὸς τριῶν μηνῶν ν’ ἀποπερατώσῃ τὴν ἀνάκρισιν, καὶ ὁ κατηγορούμενος, ἐὰν ᾖναι ἔνοχος, νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον δικαστήριον, ἢ νὰ ἀθωωθῇ. Κακουργοδικεῖα συσταίνονται κατὰ τριμηνίαν, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ὑπῆρχον εἰς τὰς φυλακὰς ἄλλοτε 10 μῆνας καὶ 15 κρατούμενοι. Σᾶς ἀναφέρω οἰκεῖον παράδειγμα· ὑπερασπιζόμην τὸν δυστυχῆ Πλαστῆραν, ὅστις ἦτο χθὲς τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεώς μας, μαζὺ μὲ τὸν Ῥέντην· κἀμμία ἀπόδειξις δὲν ὑπῆρχε περὶ τῆς ἐνοχῆς αὐτοῦ, ἡ πρᾶξις ἦτον ἀθωοτάτη· αὐτοὶ ἔκαμον μίαν προκήρυξιν καὶ ὑπεγράφοντο ἐν Χριστῷ ἀδελφοί. Πόσον καιρὸν τοὺς ἐκράτησαν; Καὶ ἠξεύρετε πόσα ἄλλα μέσα μετεχειρίζετο ἡ ἐξουσία; Ἐπειδὴ ὑπῆρχον μεταξὺ αὐτῶν τῶν δύο νέων τότε καί τινες γέροντες ἀγωνισταὶ, οἱ ὁποῖοι ἐμφανιζόμενοι ἐνώπιον τῶν Τούρκων διήγειρον τὴν συμπάθειαν, μετεχειρίσθησαν ὅλα τὰ μέσα διὰ νὰ χωρίσωσι τὴν τύχην των οἱ γέροντες, οἱ μεγάλοι ἀγωνισταὶ, ἀπὸ τὴν τύχην τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Δὲν ἔρχονται λοιπὸν νὰ τοὺς δικαιώσουν, διότι βλέπουν, ὅτι ἅμα ἐνεφανίζοντο ἐνώπιον τῶν ἐνόρκων ἤθελον ἀθωωθῆ, ἀλλὰ τοὺς ἐκράτησαν δύω ἔτη.
§183ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἐγὼ ὑπερησπιζόμην τὸν Ῥέντην, δὲν ἔκαμε τόσον καιρόν.
§184ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Ἂς ἦναι 13 μῆνες· ἐντοσούτῳ ἐκάμομεν ἔγγραφον. Καὶ ἠξεύρετε τὶ μᾶς παρήγγειλεν ἕνας ὑπουργός; Γράψατε εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι εἶναι παράφρονες, καὶ τοὺς δίδεται ἡ χάρις· καὶ ὁ μακαρίτης ὁ Ἀντωνιάδης μὲ προέτρεπε νὰ τὸ κάμω, ἀλλ’ ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν τὸ κάμνω, ἀλλ’ ἐπιμένω· καὶ ἐγράψαμεν εἰς τὰς ἐφημερίδας διὰ ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι πρέπει νὰ δικαιωθοῦν. Τὸ παράδειγμα τοῦτο ἔφερα διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι μία πολιτικὴ ἐξουσία εἰμπορεῖ νὰ παρατείνῃ ἐπ’ ἄπειρον τὴν φυλάκισιν. Δὲν ἀρκεῖ λοιπὸν ἁπλῶς ἡ διάταξις ἡ ἀπαγορευτικὴ, πρέπει νὰ προσδιορίσωμεν καὶ μίαν κύρωσιν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν τὸ ἄρθρον αὐτὸ τὸ ἐτροποποίησα ὡς ἑξῆς. «Η διάρκεια τῆς προφυλακίσεως τῶν ἐπὶ ἐγκλήματι κατὰ τῆς πολιτείας κατηγορουμένων δὲν δύναται νὰ παραταθῇ πέραν τῶν τριῶν μηνῶν· ὁ περαιτέρω χρόνος παράγει ὑπὲρ αὐτῶν δικαίωμα πρὸς ἀποζημίωσιν, ἂν ἐκδοθῇ ὑπὲρ αὐτῶν βούλευμα ἀποφαινόμενον, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν, ἢ ἀπολυθῶσιν ἄνευ βουλεύματος, ἢ ἀθωωθῶσι διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Ἐὰν δὲ κηρυχθῶσιν ἔνοχοι, ὁ χρόνος οὗτος θέλει ἐκπίπτεσθαι ἀπὸ τὴν καταγνωσθησομένην ποινήν.» Μᾶς εἶπον, κατὰ τίνος; κατὰ τοῦ δημοσίου· διότι συμβαίνει πολλάκις νὰ διορίζωνται ἀνακριταὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν αὐτὴν τὴν θέλησιν. Τί σημαίνει λοιπὸν νὰ δώσωμεν δικαίωμα ἀποζημιώσεως κατ’ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων; Καὶ ἔπειτα ἐκεῖνος τὸ κάμνει ἐναντίον τῆς θελήσεώς του· πρέπει λοιπὸν νὰ ἀπευθυνθῇ κατὰ τοῦ δημοσίου· τὸ δὲ δημόσιον, ἂν ἦναι ἀθῶον, δὲν εἰμπορεῖ βέβαια νὰ ἀνανεώσῃ τὴν δίκην, ἀλλ’ εἰμπορεῖ νὰ συνυποχρεώσῃ τοὺς ὑπαλλήλους του εἰς τὴν ἀποζημίωσιν. «Ἂν ἐκδοθῇ κατ’ αὐτῶν βούλευμα κτλ. Ἡ προθεσμία αὕτη εἰς πολλοὺς ἔκαμεν ἐντύπωσιν· ἀλλὰ γνωρίζετε, ὅτι πολλάκις τοὺς ἀφίνουν εἰς τὰς φυλακὰς 8, 10 μῆνας, καὶ ἔπειτα ἐκδίδουν βούλευμα.
§185ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Μὲ ἔνταλμα φυλακίσεως;
§186ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Μάλιστα· ἢ καὶ μὲ συλλήψεως, ἀδιάφορον· πολλάκις τοὺς βγάζουν μὲ βούλευμα, πολλάκις πηγαίνει ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ἀγανακτεῖ, πῶς μένει αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος τόσον καιρὸν, καὶ τὸν βγάζει ἐκείνην τὴν στιγμὴν, καὶ σημειοῦται εἰς τὸ βιβλίον τοῦ δεσμοφύλακος, ὅτι κατὰ προφορικὴν διαταγὴν τοῦ Εἰσαγγελέως ἀπελύθη. Μεταξὺ μάλιστα τῶν ἐπὶ πολιτικοῖς ἐγκλήμασι κατηγορουμένων εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἦναι ἀληθῶς τινες ἔνοχοι· τότε λέγω· «ἂν δὲ κηρυχθῶσιν ἔνοχοι, ὁ χρόνος οὗτος θέλει ἐκπίπτεσθαι ἀπὸ τὴν καταγνωσθησομένην ποινήν.........» Ἐλπίζω, Κύριοι, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐγγύησις εἶναι πρακτική· κἀνεὶς δὲν ἔχει συμφέρον, νομίζω, ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία νὰ μὴ ἀσφαλισθῇ ἐντελῶς· ἀπέκρουσα πάντοτε ἐκείνας τὰς ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ὑπερβολικαὶ καὶ αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦν νὰ φέρουν κίνδυνον βλάβης μεγαλειτέρας· π. χ. εἴς τινας τροπολογίας ἔλεγον, ὅτι πᾶς ὑπάλληλος, ὅστις δεσμεύει τὴν ἐλευθερίαν τινὸς, ὅστις μένει ἐν ταῖς φυλακαῖς πλέον τῶν 3 μηνῶν, νὰ ᾖναι ὑπόχρεως ὁ ὑπάλληλος νὰ τὸν ἐλευθερώσῃ, καὶ ἂν δὲν πράξῃ τοῦτο, νὰ ᾖναι ἔνοχος ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει. Ὑποθέσατε, ὅτι ἀπαντῶ ἕνα τελώνην· Κ. Παγκώστα, εἶναι ὁ ἀδελφός μου πλέον τῶν 3 μηνῶν εἰς τὰς φυλακάς· ὀφείλει κατὰ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν νὰ ὑπάγῃ εἰς τὰς φυλακὰς νὰ τὸν ἀπολύσῃ. Τοιαύτας τροπολογίας δὲν τὰς παραδέχομαι· ἀλλ’ ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι, καὶ τὰς ὁποίας προκαλοῦν δημοσιογράφοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δημοσιογράφοι, οἱ ὁποῖοι χωρὶς νὰ σκέπτωνται, προκαλοῦν μίαν ἐγγύησιν· ἡ ἐγγύησις αὕτη δὲν εἶναι τῆς ἰδικῆς μου κεφαλῆς, εἶναι ἰδέα, τὴν ὁποίαν συνέλαβον ἐκ μελέτης δημοσιογράφων, καὶ εἶδον, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐγγύησις εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ· ἀναφέρω ὡς παράδειγμα ἕνα δημοσιογράφον, τὸν ὁποῖον κἀνεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ κατηγορήσῃ ὡς ἄνθρωπον παρὰ πολὺ φιλελεύθερον, εἶναι ὁ υἱὸς τοῦ Σεμπρῆ, ὅστις προτείνει αὐτὴν τὴν θεραπείαν, τὴν ὁποίαν ἀσπάζομαι καὶ ἐλπίζω, ὅτι θέλετε παραδεχθῆ.
§187ΛΟΥΖΗΣ. Κύριε Κυπαρίσση, δὲν σᾶς φαίνεται, ὅτι οἱ 3 μῆνες εἶναι πολύ;
§188ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Εἰς τὴν Ἑλλάδα εἴμεθα πτωχοί· τὸ Ταμεῖον δὲν ἐπιτρέπει νὰ διορισθοῦν τόσοι δικασταὶ, ὅσοι εἶναι ἀναγκαῖοι· πολλάκις ἔχομεν 2, ἀλλὰ καὶ περισσότεροι ἂν ἦσαν, ἐπειδὴ θὰ ζητοῦν πληροφορίας καὶ ἀπὸ διάφορα μέρη, μοὶ φαίνεται, ὅτι οἱ 3 μῆνες εἶναι ἀναγκαῖοι.
§189ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι πλήρης ἡ Συνέλευσις, Κ. Πρόεδρε.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς διαφόρους τροπολογίας καὶ προσθήκας ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου, διὰ νὰ ἦσθε εἰς γνῶσιν. Τροπολογία τοῦ Κ. Καλαμίδα. «Μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου νὰ προστεθῶσι τὰ ἑπόμενα». «Τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἄρθρου τούτου, τὸ ἀφορῶν τὴν δι’ ἐγγυήσεως ἀποφυλάκισιν παντὸς ἐπὶ οἱῳδήποτε πολιτικῷ ἐγκλήματι κατηγορουμένου, ν’ ἀπαλειφθῇ, ὡς εἰσάγον νεωτερισμὸν ἄγνωστον εἰς τὰ μᾶλλον προκεχωρημένα περὶ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας κράτη. Τὸ δὲ δεύτερον μέρος νὰ γενικευθῇ εἰς τρόπον ὥστε ἡ εὐεργετικὴ αὐτοῦ πρόνοια νὰ ἐπεκτείνηται ἐπὶ παντὸς προφυλακισμένου, οἱονδήποτε τὸ δι’ ὃ κατηγορεῖται ἔγκλημα. Κατὰ ταῦτα λοιπὸν τὸ ἄρθρον 6 θέλει ἔχει ὡς ἀκολούθως. «Οὐδέποτε ἡ προφυλάκισις δύναται νὰ παραταθῇ πλέον τῶν τριῶν μηνῶν ἄνευ δικαστικοῦ βουλεύματος. Ἄλλως, ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ φυλακισμένος νὰ ζητήσῃ τὴν ἀποφυλάκισίν του δι’ ἐγγυήσεως, ὁριζομένης ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου συμβουλίου· κατὰ τῶν τοιούτων βουλευμάτων εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις ἐπιτρέπονται τὰ συνήθη ἔνδικα μέσα».
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογία τοῦ Κ. Διομήδους Κυριακοῦ προτείνει τὴν ἀπάλειψιν τοῦ πρώτου μέρους τοῦ ἄρθρου. — Τροπολογία τοῦ Κ. Πετσάλη· μετὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ προστεθῇ. «Τὸ ὁρκωτικὸν σύστημα καθιεροῦται καὶ διὰ τὴν εἰς δίκην παραπομπὴν τῶν κατηγορουμένων· ἰδιαίτερος δὲ νόμος θέλει ὅσον τάχιστα μεταῤῥυθμίσει τὰς σχετικὰς διατάξεις τῆς ἐν ἰσχύϊ ποινικῆς νομοθεσίας.
Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ».
Τροπολογία τοῦ Κ. Κυπαρίσση, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν. Ἡ διάρκεια τῆς προφυλακίσεως τῶν ἐπὶ ἐγκλήματι κατὰ τῆς πολιτείας κατηγορουμένων δὲν δύναται νὰ παραταθῇ πέραν τῶν τριῶν μηνῶν· ὁ περαιτέρω χρόνος παράγει ὑπὲρ αὐτῶν δικαίωμα πρὸς ἀποζημίωσιν, ἂν ἐκδοθῇ ὑπὲρ αὐτῶν βούλευμα ἀποφαινόμενον, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν, ἢ ἀπολυθῶσιν ἄνευ βουλεύματος, ἢ ἀθωωθῶσι διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Ἐὰν δὲ κηρυχθῶσιν ἔνοχοι, ὁ χρόνος οὗτος θέλει ἐκπίπτεσθαι ἀπὸ τὴν καταγνωσθησομένην ποινήν.
§192ΜΙΛΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν ἐν γνώσει χωρὶς νὰ λάβωμεν τὰς τροπολογίας.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις δὲν τελειόνει σήμερον, σᾶς στέλλω ἀπόψε ὅσοι δὲν ἐλάβετε. Ἀκούσατε καὶ μίαν προσθήκην τώρα. Προσθήκη εἰς τὸ 6ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Πᾶς τις, διὰ κοινὸν ἔγκλημα μηνυόμενος καὶ δι’ ἐντάλματος φυλακίσεως κρατούμενος, ἀπολύεται ἐκ τῶν φυλακῶν καθ’ ἃ τὸ 5ον ἄρθρον διατάττει, ἐὰν μετὰ παρέλευσιν τριῶν μηνῶν δὲν ἐκδοθῇ τὸ προσῆκον δικαστικὸν βούλευμα.
Η. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ.
Ὁ Κύριος Κόκκινος ἔχει τὸν λόγον.
§194ΤΙΝΕΣ. Δὲν ὑπάρχει καιρὸς σήμερον δι’ ἀνάπτυξιν.
§195ΖΩΤΟΣ. Ὁ Κ. Μίλησης καὶ ἄλλοι πολλοὶ δὲν ἔλαβον τροπολογίας.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐστάλησαν.
§197ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἀναβάλωμεν. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 3 Μ. Μ.
Ὁ Πρόεδρος
Ι. Λ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Σ. Λογιωτατίδης.