| 419 | Κεφάλ. Αʹ. | Χρέος ἐξωτερικὸν | Δραχ. | 30000 | |
| 420 | » Βʹ. | » ἐσωτερικὸν | » | 2239 | |
| 421 | » Γʹ. | Συντάξεις | » | 281232 | |
| 422 | » Δʹ. | Βασιλικὴ χορηγία | » | 70000 | |
| 423 | » Εʹ. | Βουλευτικὰ Σώματα (βιβλιοθ.) | » | 710 | |
| 424 | » Ϛʹ. | Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν | » | 57200 | |
| 425 | » Ζʹ. | » Δικαιοσύνης | » | 177090 | |
| 426 | » Ηʹ. | » Ἐσωτερικῶν | » | 302217 | |
| 427 | » Θʹ. | » Ἐκκλησιαστικῶν | » | 119430 | |
| 428 | » Ιʹ. | » Στρατιωτικῶν | » | 540000 | |
| 429 | » ΙΑʹ. | » Ναυτικῶν | » | 153975 | |
| 430 | » ΙΒʹ. | » Οἰκονομικῶν | » | 86712 | |
| 431 | » ΙΓʹ. | Ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπισ. | » | 139073 | |
| 432 | » ΙΔʹ. | Διάφοροι πληρωμαί | » | 93747 | |
| 433 | Τὸ ὅλον | » | 2053625 |
1864.01.29
2.163 στίχοι · 17.907 λέξεις · 1 πίνακας · 136 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΣΙΑʹ.
Τῆς 29 Ἰανουαρίου 1864.
(Τετάρτη).
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Συνελεύσεως πλήρους εὑρεθείσης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνονται τὰ πρακτικά;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μία ἐπιτροπὴ τῶν μαθητῶν τοῦ διδασκαλείου, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ περισσότεροι, φαίνεται, ὅτι ἀνήκουν εἰς τὴν μεγάλην Ἑλλάδα, ζητοῦσι σήμερον παρὰ τῆς Συνελεύσεως δι’ ἐμοῦ τὴν ἐπίσπευσιν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, καὶ ἀφορῶντος τὸ Διδασκαλεῖον. Ἡ τύχη αὐτῶν μένει ἐκκρεμὴς, καὶ θέλουν ὥστε ἡ Συνέλευσις νὰ δώσῃ ἕν τέλος εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ἵνα γνωρίσωσι τὴν τύχην των· ἂν ἐπιτρέπῃ ἡ Συνέλευσις, τὸ ἀντικείμενον τοῦτο θέλει προταχθῇ εἰς μίαν τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων. Εἰς αὐτὴν τὴν σχολὴν διδάσκονται οἱ νέοι, οἱ ὁποῖοι μεταδίδουσι τὰ πρῶτα γράμματα εἰς τοὺς ἔξω ὁμογενεῖς, καὶ νομίζω ἑπομένως, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀντικειμένου ἡ Συνέλευσις. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ ἀγῶνος παρακαλεῖται νὰ περατώσῃ τὸ ἔργον της, ἵνα τελειώσῃ καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει τοσούτους ἀνθρώπους, πρὸς τοὺς ὁποίους ὀφείλει μεγάλα ἡ Ἑλλάς.— Γνωστοποιῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι τὴν 30 τοῦ τρέχοντος μηνὸς τελεῖται μνημόσυνον ὑπὲρ τῶν εὐεργετῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ὥστε ὅσοι εὐαρεστοῦνται, νὰ παρευρεθῶσιν εἰς τὸν ναόν. Ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον· Πρὸς τὸν Κ. Πρόεδρον τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως. Τὴν 30 τοῦ μηνὸς τούτου ἑορτὴν τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν τὸ Πανεπιστήμιον τελεῖ μνημόσυνον ὑπὲρ τῶν ἀοιδήμων εὐεργετῶν αὐτοῦ· εἰς τὴν πανεπιστημιακὴν ταύτην τελετὴν γενησομένην ἐν τῷ ἱερῷ ναῷ τῆς Μητροπόλεως τὴν προσεχῆ πέμπτην, ὥραν 9 π. μ. παρακαλοῦμεν ὑμᾶς, Κ. Πρόεδρε, ἵνα παρευρεθῆτε μετὰ τῶν Κυρίων πληρεξουσίων, ὅσοι προαιροῦνται νὰ ἔλθωσιν. Ὁ Πρύτανις Κ. Φρεαρίτης. Μία ἐπιτροπὴ, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνετέθη ἡ ἐκτέλεσις μνημοσύνου ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ ποιητοῦ Κ. Σούτσου, γνωστοποιεῖ εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι τελεῖται τὴν 2 Φεβρουαρίου 9 ὥραν π. μ. Ὑποβάλλεται, Κύριοι, ἔκθεσις τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς, ἀφορώσης τὰς δαπάνας τοῦ μηνὸς 8βρίου, παρακαλεῖται ὁ Κ. γραμματεὺς νὰ τὴν ἀναγνώσῃ. (Ἀναγινώσκεται). Ἐγκρίνει ἡ Συνέλευσις τὴν αἴτησιν περὶ χορηγήσεως τῆς πιστώσεως ταύτης;
§4ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἡ τύπωσις τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, ὡς γνωρίζετε, καθυστερεῖ, ὡσαύτως καθυστερεῖ καὶ ἡ τύπωσις τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν, καὶ δὲν εἶναι ἐνήμερος ἡ τύπωσις, διότι τὸ τυπογραφεῖον δὲν δύναται νὰ προφθάσῃ, καταγινόμενον εἰς τὴν τύπωσιν ἰδιωτικῶν ἔργων· νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ἀντιλέγει εἰς τὸ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι εἶναι ἐπιθυμία τῆς Συνελεύσεως, ἵνα ἡ τύπωσις τῶν ἰδιωτικῶν ἔργων παύσῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος καὶ μέχρις οὗ γείνῃ ἐνήμερος ἡ τύπωσις τῶν πρακτικῶν. Ἐγκρίνει τοῦτο ἡ Συνέλευσις;
§6ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται ἡ ἔκθεσις τῆς εἰσηγητικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως ἀρχηγείου ἐθνοφυλακῆς. Ὁ Κ. εἰσηγητὴς παρακαλεῖται νὰ τὴν ἀναγνώσῃ. Ὁ εἰσηγητὴς Κ. Κολιάτσος τὴν ἀναγινώσκει. Ἡ εἰσηγητικὴ ἐπιτροπὴ, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν τοῦ πληρεξουσίου Πυλίας Κ. Μ. Σχινᾶ περὶ ἄρσεως τοῦ ὑπὸ στοιχ. ΜΣΤʹ. ψηφίσματος τῆς Συνελεύσεως, τοῦ ἀφορῶντος τὴν προσωρινὴν κατάργησιν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Ἐθνοφυλακῆς τῶν δήμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἐπῆλθεν εἰς τὸ ἀκόλουθον ἀποτέλεσμα. Τὰ ἓξ ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς ἀνεγνώρισαν τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκ νέου συστάσεως τοῦ Ἀρχηγείου ἀπὸ τοῦδε, τὰ δὲ δύο ἕτερα δὲν δύνανται νὰ ἀποφανθῶσι περὶ αὐτῆς, πρὶν ἢ προταχθῇ ἡ ἐκλογὴ τῶν διοικητῶν τῶν ταγμάτων καὶ ὁ κατὰ τὰς στρατιωτικὰς ὑποδιαιρέσεις σχηματισμὸς τῶν ὑπαρχόντων καὶ σχηματισθησομένων ταγμάτων τῆς Ἐθνοφυλακῆς, ὁ δὲ Κ. Γ. Πετιμεζᾶς, εἷς τῶν ὡς ἀνωτέρω μειονοψηφούντων, προσέθηκεν ἀπὸ τοῦδε καὶ τοὺς ἑξῆς λόγους, ά) ὅτι ἡ ἐθνοφυλακὴ, καθὸ σῶμα ἀνῆκον εἰς τὴν πολιτείαν ἀμέσως, πρέπει νὰ φέρῃ, ὡς οἷόν τε, ἁπλούστερον τύπον παρὰ τὰ λοιπὰ στρατιωτικὰ σώματα· βʹ) ὅτι, κατὰ συνέπειαν τούτου, μόνη ἡ ἐκλογὴ διοικητῶν καὶ ἡ μετὰ συσκέψεως ἀπόφασις αὐτῶν ἐν συμβουλίῳ δύναται νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν σύστασιν Ἀρχηγείου, καὶ γ) ὅτι, μολονότι τοῦτο ἀφίεται εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἐκλογέων, ἐὰν τυχὸν ἤθελεν ἐπιτραπῆ ἡ ἐκλογὴ Ἀρχηγοῦ, οὐδέποτε πρέπει νὰ ζητηθῇ οὗτος μεταξὺ τοῦ στρατοῦ, ὡς ἀντιβαίνοντος τούτου καθόλου, εἰς τὸν περὶ ἐθνοφυλακῆς νόμον· ἄλλως τε ἡ περὶ τούτου ἀπόφασις διαφεύγει καθόλου τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Συνελεύσεως. Ἐπειδὴ δημοτικὸν συμβούλιον Ἀθηναίων δὲν ὑπάρχει καὶ ἀνάγκη ἀναπόφευκτος νὰ τιμωρῶνται οἱ ἀπουσιάζοντες ἀπὸ τὰς ἀσκήσεις, διὰ ταῦτα ἡ ἐπιτροπή σας ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ προσθέσῃ προσωρινὴν διάταξιν ἀναπληροῦσαν τὸ κενὸν τοῦτο. Ἀκολούθως ἡ πλειοψηφία προέβη εἰς τὴν σύνταξιν ψηφίσματος περὶ ἐκλογῆς τοῦ Ἀρχηγοῦ· καὶ τέσσαρα μὲν ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς παρεδέχθησαν τὸν διορισμὸν τοῦ Ἀρχηγοῦ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἐκ καταλόγου τριπλασίου ἀριθμοῦ ὑποψηφίων, ἐκλεγομένων δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας, παρὰ τῶν ἀξιωματικῶν ὅλων τῆς τῆς Ἐθνοφυλακῆς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ τῆς Πανεπιστημείου φάλαγγος συμπεριλαμβανομένης, τὰ δὲ ἕτερα δύο μέλη παρεδέχθησαν τὴν ἐκλογὴν ἑνὸς καὶ μόνου κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐκτελουμένην. Κατὰ συνέπειαν ἡ σχετικὴ πλειονοψηφία ὑποβάλλει τὸ ἀκόλουθον σχέδιον ψηφίσματος. «Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει. Ἄρθρον 1. Καθίσταται ἐκ νέου ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἐθνοφυλακῆς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ἄρθρον 2. Ὁ Ἀρχηγὸς οὗτος, δυνάμενος νὰ ληφθῇ καὶ ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, διορίζεται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἐκ καταλόγου τριπλασίου ἀριθμοῦ ὑποψηφίων, ἐκλεγομένων δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας παρὰ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Πανεπιστημείου φάλαγγος καὶ ἐκείνων τῶν ταγμάτων τῆς εἰρημένης Ἐθνοφυλακῆς. Ἄρθρ. 3. Μέχρι τῆς συστάσεως δημοτικοῦ συμβουλίου Ἀθηναίων τὸ διὰ τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ νόμου περὶ Ἐθνοφυλακῆς πρόστιμον ἐπιβάλλει τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 12 τοῦ περὶ καθηκόντων τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἐθνοφυλακῆς ψηφίσματος πειθαρχικὸν Συμβούλιον. Ἄρθρον 4. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀνατίθεται ἡ ἐκτέλεσις τοῦ παρόντος ψηφίσματος. Ἄρθρον 5. Πᾶσα διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸ παρὸν ψήφισμα καταργεῖται. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 29 Ἰανουαρίου 1864. Ἡ Ἐπιτροπή. Π. Κορωναῖος, Ἡρ. Μαμούρης, Γ. Α. Πετιμεζᾶς. Α. Κουμουνδοῦρος, Γ. Μ. Ῥοῦφος, Κ. Δαγρὲς, Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἔκθεσις θέλει τυπωθῆ, διανεμηθῆ καὶ καταταχθῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὑποβάλλεται πρότασις τοῦ πληρεξουσίου καὶ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν Κ. Δρόσου. Παρακαλεῖται ὁ γραμματεὺς νὰ τὴν ἀναγνώσῃ. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει. Ἄρθρον 1. Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσῃ ἔντοκα γραμμάτια τοῦ δημοσίου ταμείου (bon de Trésor), ποσότητος, μὴ ὑπερβαινούσας τὰς δραχ. 2,000,000, διὰ τὰς προσωρινὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου ταμείου, μέχρι τῆς συνομολογήσεως, εἴτε ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, εἴτε ἐν τῇ ἐξωτερικῷ, νέου δανείου, ἀναγκαίου διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἀπαιτητῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβε κατὰ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις τῶν δύω τελευταίων ἐτῶν, ὑπὸ τοὺς ἑξῆς ὅρους. Ἄρθρον 2. Ὁ ἐτήσιος τόκος τῶν γραμματίων αὐτῶν δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τὰ 8 τοῖς ἑκατὸν, μεταβάλλεται ὅμως δι’ ἀποφάσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δημοσιευομένης ὀκτὼ τοὐλάχιστον ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς αὐξήσεως ἢ ἐλαττώσεως· ἡ δὲ προθεσμία ἑκάστου γραμματίου δὲν δύναται νὰ ᾖναι οὔτε ἐλάσσων τῶν τριῶν, οὔτε μείζων τῶν ἕξ μηνῶν. Ἄρθρον 3. Τὰ γραμμάτια ταῦτα ἐκδίδονται, εἴτε ὀνομαστικὰ, εἴτε ἀνώνυμα, εἴτε εἰς διαταγὴν, κατ’ ἐκλογὴν τοῦ πιστωτοῦ· φέρουσι δὲ τὰς ὑπογραφὰς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἑνὸς μέλους τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ἐκλεγομένου παρ’ αὐτῆς, καὶ τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου. Ἡ δὲ ἐξόφλησις αὐτῶν ἐνεργεῖται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῶν ἐν τῷ προηγουμένῳ ἐδαφίῳ ἀναφερομένων. Ἄρθρον 4. Τὰ γραμμάτια τοῦ δημοσίου ταμείου ἐξοφλοῦνται ὑπὸ τὸν κεντρικοῦ ταμείου, ἅμα τῇ λήξει αὐτῶν· ἀφ’ ἧς δὲ κατασταθῶσι ληξιπρόθεσμα, εἰσὶ δεκτὰ εἰς πᾶσαν πρὸς τὸ δημόσιον πληρωμήν· δύνανται δὲ νὰ ἀνανεωθῶσι κατ’ ἀμοιβαίαν συναίνεσιν τοῦ τε δημοσίου καὶ τοῦ κομιστοῦ. Ἄρθρον 5. Ἐκ τῶν γραμματίων τούτων δύναται ἡ ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ προεξοφλῇ, εἴτε ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ δημοσίου, εἴτε παρὰ τρίτων παρουσιασθῶσιν αὐτῇ· ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ διατηρεῖται πρὸς ἀσφάλειαν αὐτῆς, καὶ διὰ τὸ οὕτω διατεθησόμενον ποσὸν, ἡ διὰ τοῦ ἀπὸ 4 Μαΐου 1863 ΛΔ. Ψηφίσματος τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως γενομένη παραχώρησις τῆς ἐκ τῆς Σμύριδος δημοσίας προσόδου· τὰ οὕτω προεξοφλούμενα ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς Τραπέζης γραμμάτια, τὰ μὴ ὑπερβαίνοντα τὴν προθεσμίαν τῶν τριῶν μηνῶν, κατατάσσονται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐμπορικῶν γραμματίων ἢ ὁμολογιῶν, περὶ ὧν διαλαμβάνει τὸ ἐδ. βʹ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ἀπὸ 7/19 Ἰουλίου 1843 Νόμου.
Δ. ΔΡΟΣΟΣ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν ἡμέραν προσδιορίζει ὁ Κ. ὑπουργός;
§10ΔΡΟΣΟΣ. Εἶναι κατεπεῖγον.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις παραδέχεται τὸ κατεπεῖγον;
§12ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ ἡ ἔκθεσις, διανεμηθῆ καὶ καταταχθῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν μεταξὺ τῶν πρώτων ἀντικειμένων. Ὑποβάλλεται πρότασις παρὰ τοῦ πληρεξουσίου Κ. Σουΐδα ἡ ἑξῆς· Νὰ μετατεθῇ ἡ πρωτεύουσα τῆς ἐπαρχίας Μήλου εἰς τὴν παραλίαν καὶ ἐλλίμενον πόλιν τοῦ Κρητικοῦ συνοικισμοῦ, «ὁ Ἀδάμας», καθ’ ὃ ἀφ’ ἑνὸς ἡ μόνη κατάλληλος, σχετικῶς μὲ τὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας καὶ τοῦ δημοσίου, καὶ ἀφ’ ἑτέρου οὕτω, πραγματοποιεῖται καὶ τὸ πρὸ ἐτῶν περὶ τούτου Βασιλ. Διάταγμα. Ἀθῆναι 27 Ἰανουαρίου 1864. Ποίαν ἡμέραν ὁρίζει ὁ προτείνας;
§14ΣΟΥΪΔΑΣ. Τὴν Τετάρτην.
§15ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ γίνῃ ἀνάπτυξις μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν, παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Ὁ πληρεξούσιος Κ. Ζουμπούλης ζητεῖ ἑνὸς μηνὸς ἄδειαν.
§17ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τοῦ δοθῇ.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ πληρεξούσιος Κύριος Κοτζιᾶς ἔχει ν’ ἀναπτύξῃ τὴν πρότασίν του· ὁ Κ. πληρεξούσιος ὑπόσχεται νὰ ᾖναι σύντομος.
§19ΚΟΤΖΙΑΣ. Νομίζοντες, Κύριοι, ὅτι τὸ ἔργον ἡμῶν περὶ διοργανώσεως τῶν ἐκπαιδευτηρίων δὲν θὰ ᾖναι ἀνωφελὲς, ἐτολμήσαμεν νὰ καθυποβάλωμεν αὐτὸ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως· ἐπειδὴ δὲ αἱ αἰτιολογικαὶ ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι προηγήθησαν τῶν καθυποβληθέντων ὀργανισμῶν ἡμῶν περιέχουσι τοὺς ἀποχρῶντας λόγους, νομίζομεν περιττὸν ν’ ἀπασχολήσωμεν τὴν Συνέλευσιν ἐνδιατρίβοντες εἰς ἐπαναλήψεις. Περιττὸν ὅμως δὲν εἶναι ἴσως, ἂν ἐπιφέρωμεν παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ δύω τινῶν, πρῶτον μὲν ἐπὶ τῆς σπουδαιότητος τοῦ περὶ ἐκπαιδεύσεως ζητήματος, δεύτερον δὲ ἐπὶ τῆς συντάξεως τῶν ὀργανισμῶν, ἰδίως δὲ τοῦ Πανεπιστημίου. Περὶ μὲν τοῦ πρώτου ζητήματος εἶναι κοινῶς ὁμολογούμενον, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι τὸ σπουδαιότατον πάντων· διότι ἡ μὲν τούτου ἐπιτυχία φέρει τὴν σωτηρίαν, τὴν εὐδαιμονίαν καὶ τὴν εὔκλειαν ἑνὸς ἔθνους, ἡ δὲ τούτου ἀποτυχία τὴν κακοδαιμονίαν, τὴν ἀδοξίαν καὶ τὸν θάνατον αὐτοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου κρέμαται ἐκ τῆς τελείας συγκροτήσεως τῶν ἐκπαιδευτηρίων, ἡ δὲ τελεία συγκρότησις αὐτῶν ἐκ καταλλήλων ὀργανισμῶν, ἐνομίσαμεν, ὅτι καθῆκον ἱερὸν ἐκπληροῦμεν καὶ πρὸς τὴν πατρίδα καὶ πρὸς τὴν ἐπιστήμην, ἐὰν εἰς σύνταξιν τοιούτων ἐνασχοληθέντες δυνηθῶμεν νὰ συντελέσωμεν καὶ ἡμεῖς κατά τι εἰς τὴν διανοητικὴν καὶ ἠθικὴν τοῦ ἔθνους διάπλασιν. Καθυποβάλλομεν δὲ αὐτοὺς, διότι πεποίθαμεν, ὅτι διὰ τελείας συγκροτήσεως τῶν ἐκπαιδευτηρίων καὶ καταλλήλων ὀργανισμῶν θέλομεν ἀξιωθῆ νὰ ἴδωμεν καὶ παρ’ ἡμῖν τὴν ἀληθῆ παίδευσιν· δι’ αὐτῆς δὲ θέλομεν δυνηθῆ νὰ γνωρίσωμεν τὰς ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι διευθύνουσι καὶ μορφοῦσι τὰς ἔθνη καὶ τὰς πολιτείας. Διὰ δὲ τῆς γνώσεως τούτων νομίζομεν, ὅτι θέλομεν δυνηθῇ νὰ λύσωμεν καὶ τὸ μέγα πρόβλημα, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ ἔθνος κατὰ τὴν παροῦσαν ἐποχήν. Διὰ τῆς γνώσεως τῶν ἀρχῶν τούτων θέλομεν δυνηθῆ νὰ γνωρίσωμεν καὶ τὰς ἀπὸ τριακονταετίας παρ’ ἡμῖν εἰσαχθείσας ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι ὅλους τοὺς κλάδους ἐνόθευσαν, τὴν καχεξίαν ἔφερον καὶ τὴν διαφθορὰν, καὶ οὕτω θέλομεν δυνηθῆ νὰ σώσωμεν τὴν πατρίδα καὶ εἰς τὰ καλὰ καὶ σωτήρια νὰ ὁδηγήσωμεν. Διὰ τίνος δὲ ἄλλου δύνανται ταῦτα πάντα νὰ κατορθωθῶσιν εἰμὴ διὰ τῆς ἀληθοῦς παιδεύσεως; διά τινος ἄλλου, εἰμὴ δι’ αὐτῆς δυνάμεθα νὰ γνωρίσωμεν τὰς ἀπὸ τριακονταετίας παρ’ ἡμῖν εἰσαχθείσας ἀρχάς; δι’ αὐτῶν καὶ μόνον δύναται νὰ λυθῇ τὸ πρόβλημα τὸ μέγα τοῦ ἔθνους κατὰ τὴν παροῦσαν ἐποχήν· μέγα λέγομεν τὸ πρόβλημα τοῦτο, διότι ἐκ τῆς λύσεως τούτου κρέμαται καὶ ἡ παροῦσα εὐδαιμονία καὶ εὔκλεια τοῦ ἔθνους, καὶ ἡ μέλλουσα. Πρέπει νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως τῶν ἀρχῶν, ἢ τἀνάπαλιν; Ἂν, Κύριοι, ἀποφύγωμεν τὴν συζήτησιν τῶν ἀρχῶν ἡ κακὴ κατάστασις τῶν πραγμάτων θέλει διαιωνισθῆ· ἄρα πρέπει νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως αὐτῶν. Δύναται ὅμως πᾶσα ἐπιστήμη νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ τοιούτου ζητήματος; Ἐπειδὴ μόνη ἡ ἀκροτάτη ἐπιστήμη δύναται καὶ τὰς ἀρχὰς νὰ γνωρίσῃ καὶ χαρακτηρίσῃ καὶ τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ἔθνος νὰ δώσῃ, διὰ τοῦτο ἐξ ἀνάγκης καταφεύγομεν εἰς αὐτὴν καὶ ἐπιζητοῦμεν τὴν βοήθειαν αὐτῆς πρὸς λύσιν τῶν περὶ οὗ ὁ λόγος ζητημάτων. Ἐπειδὴ λοιπὸν αἱ ἀρχαὶ γνωρίζονται καὶ χαρακτηρίζονται ὑπὸ μόνης τῆς ἀκροτάτης ἐπιστήμης, καὶ ἐπειδὴ διὰ τῶν γνώσεων αὐτῶν τῶν ἀρχῶν ἡ κακὴ κατάστασις γνωρίζεται καὶ ἐξαφανίζεται (θόρυβος), λέγω, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀκροτάτη ἐπιστήμη χαρακτηρίζουσα τὰς διαφόρους ἀρχὰς ἀνάγει καὶ τὰς παρ’ ἡμῖν ἀπὸ τριακονταετίας εἰσαχθείσας, τὰς ὁποίας δυστυχῶς μέρος τοῦ ἔθνους ἠσπάσατο, εἰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι θεωρητικῶς μὲν παράγουσι παίδευσιν ἐπιπόλαιον καὶ δοξαστικὴν καὶ ἑπομένως νόθον, πρακτικῶς δὲ θέτουσαι, τὸ ἄτομον καὶ τὸ τούτου συμφέρον ἀρχὴν, ἀφαιροῦσιν ἀπὸ τῶν ἀνθρωπίνων πεποιθήσεων τὴν τιμὴν, τὴν ἀρετὴν, τὴν δικαιοσύνην, τὸ καθῆκον, τὸν ἔρωτα τῆς πατρίδος, τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν νόμων καὶ τὰ τούτοις ὅμοια, καὶ ἀπὸ τῆς πολιτείας πᾶσαν ἠθικὴν βάσιν ἀφαιροῦσαι καθιστῶσιν αὐτὴν μὲν ἄθεον, ἀσυνείδητον καὶ ἀνήθικον, τὸ δὲ γένος τῶν ἀνθρώπων ἐξαφανίζουσιν ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς. Ἂν δὲ τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων ἐξαφανισθῇ, ἀντικατασταθῇ δὲ ὑπὸ τοῦ γένους τῶν πιθήκων, ἑπόμενον εἶναι, ὅτι τὸ σκάφος τῆς πολιτείας εἰς χεῖρας αὐτῶν περιπίπτον θέλει κατασυντριφθῆ ἐπὶ τῶν σκοπέλων τῆς ψευδοπαιδείας καὶ τῆς διαφθορᾶς. Καὶ αὐτὴ δὲ ἡ λέξις ἰδιοτέλεια τί ἄλλο σημαίνει, εἰμὴ, ὅτι τὸ ἴδιον εἶναι τέλος καὶ ἑπομένως ἀρχή; Ἡ ἀρχὴ δὲ αὕτη ἐπικρατοῦσα ἐν πόλει παράγει τὴν διαφθορὰν, νοθεύει τὰ πολιτεύματα, μετατρέπουσα πρὸς τὸ ἴδιον συμφέρον, καὶ προκαλεῖ τὴν διάλυσιν τῶν ἐπιστημῶν καὶ τῆς πολιτείας· καὶ ἐπειδὴ καὶ τὴν θρησκείαν ἀναιρεῖ, συναναιρεῖ καὶ τὸ ἔθνος, διότι τὸ ἔθνος ἀποτελοῦσι κυρίως ἔθνος ἡ ὁμοία περὶ θεοῦ καὶ κόσμου ἰδέα. Τὸ σύστημα δὲ τοῦτο, τὸ ὁποῖον οἱ ἀρχαῖοι σοφιστικὴν ἐκάλεσαν, ἀναγεννηθὲν καὶ παρὰ τοῖς νεωτέροις παρήγαγε τὴν ἀθεΐαν, τὴν διαφθορὰν τῶν ἠθῶν, τὴν δοκησισοφίαν, τὴν ἰδιοτέλειαν, τὴν κενοδοξίαν, τὴν πλεονεξίαν, καὶ τὰ τούτοις ὅμοια, διέστρεψε τὴν νομοθεσίαν, καὶ ὅλους τοὺς κλάδους πρὸς τὸ ἴδιον μετατρέπον, ἐπηύξησε τὰ πάθη, ἀπεφήνατο ἀρετὴν μὲν τὴν πανουργίαν, δίκαιον δὲ τὸ τοῦ κρείττονος συμφέρον, καὶ ἄλλα πολλὰ καὶ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα γνωρίζομεν ἐκ τῆς ἱστορίας, ἰδίως δὲ ἐκ τῶν δοξασιῶν τῶν ἀρχαίων καὶ τῶν νεωτέρων. Ἂν δὲ αἱ ἀρχαὶ αὗται τοῦ τοιούτου συστήματος ἦναι ἡμαρτημέναι καὶ φθαρτικαὶ, εἶναι ἆρά γε πᾶν ἄλλο σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζει τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀτόμου ἀνωτέραν κατάλληλον εἰς τὸ νὰ παραγάγῃ τὴν σωτηρίαν, τὴν εὐδαιμονίαν καὶ τὴν εὔκλειαν ἑνὸς ἔθνους; Εἶναι παντὸς τοιούτου συστήματος αἱ ἀρχαὶ ἀληθεῖς καὶ σωτήριοι; Τὸ ζήτημα τοῦτο λύεται ἐν μέρει μὲν ἀποφατικῶς, ἐν μέρει δὲ καταφατικῶς· διότι λ. χ. ὁ μὲν θεϊσμὸς, ὅστις εἶναι ἴσος τῷ ἀθεϊσμῷ, θέτει τὸν θεὸν ἐκτὸς πάσης σχέσεως πρὸς τὸν κόσμον, ἐγκαταλείπει τὰ ἔθνη καὶ τὰς πολιτείας εἰς τὸ τυφλὸν, τὴν τύχην καὶ τὸ αὐτόματον, τὰ δὲ πανθεϊστικὰ συστήματα καὶ αὗται αἱ κοινοκτημονικαὶ θεωρίαι, αἱ ὁποῖαι μετ’ αὐτῶν συνέχονται, θέτοντα τὸ ἄτομον εἰς τελείαν ὑποταγὴν ὑπὸ τὴν πόλιν, ἂν καὶ αὐτὴν πραγματικῶς δὲν ἀναγνωρίζουσιν, ἀναιροῦσι πᾶσαν ἐλευθερίαν· καὶ οὕτω ἐγκαθιδρύοντα τὴν συγκέντρωσιν, τὸν ἔσχατον δεσποτισμὸν καὶ τὰ τούτοις ὅμοια, δὲν εἶναι εἰς τοῦτο κατάλληλα· ὁ δὲ μονοθεϊσμὸς ὁρίζων ὀρθῶς τὴν σχέσιν τοῦ ἀτόμου πρὸς τὴν πόλιν, καὶ τὸ μὲν ἄτομον θέτων εἰς τὴν προσήκουσαν αὐτῷ θέσιν, τὴν δὲ πόλιν μέσον ἑνότητος, ἐλευθερίας, ἀναπτύξεως καὶ παντὸς πνευματικοῦ βίου εἶναι τὸ μόνον κατάλληλον εἰς τὸ νὰ παράγῃ τὴν σωτηρίαν, τὴν εὐδαιμονίαν καὶ τὴν εὔκλειαν τῶν τε ἐθνῶν καὶ πολιτειῶν, καὶ ἑπομένως τὸ μόνον ἀληθές. Ἐπειδὴ λοιπὸν αἱ ἀληθεῖς καὶ σωτήριοι ἀρχαὶ εἶναι πρόξενοι τῆς σωτηρίας, εὐκλείας καὶ εὐδαιμονίας τῶν ἐθνῶν καὶ τῶν πολιτειῶν, αἱ δὲ ἡμαρτημέναι καὶ φθαρτικαὶ τῆς τούτων διαφθορᾶς καὶ καταστροφῆς, γεννᾶται ἐντεῦθεν ἀνάγκη καὶ ἀνάγκη μεγίστη πρὸς εἰσαγωγὴν ἀληθοῦς παιδεύσεως καὶ παρ’ ἡμῖν· διότι τὸ ἔθνος δι’ αὑτῆς ἀπαλαττόμενον τῶν ἡμαρτημένων καὶ φθαρτικῶν ἀρχῶν τοῦ ἀτομισμοῦ καὶ τῶν ἀτομικῶν συμφερόντων, θέλει δυνηθῆ, κτησάμενον ἀρχὰς ἀληθεῖς καὶ σωτηρίους, ἐξ ὧν πορεύεται ἡ ἀρετὴ, ἡ δικαιοσύνη, τὸ καθῆκον, ὁ πατριωτισμὸς καὶ τὰ τούτοις ὅμοια, θέλει δυνηθῆ νὰ λύσῃ τὸ μέγα πρόβλημα, τὸ ὁποῖον ἔχει κατὰ τὴν παροῦσαν ἐποχὴν, καὶ τὸ ὁποῖον συνίσταται εἰς τὸ νὰ μεταβῇ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ συμφέροντος εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ καθήκοντος, καὶ οὕτω θέλει δυνηθῆ νὰ σωθῇ καὶ σωθὲν νὰ καταστῇ ἔνδοξον καὶ εὔδαιμον. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ νέων ἀρχῶν διαταράττει τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν καὶ φέρει κλονισμὸν, ἀλλὰ τὸ ἀνθρώπινον γένος οὐδέποτε θέλει παύσει ἀγωνιζόμενον ἕως οὗ ἀποκτήσῃ τὸν σκοπόν του. Τοῦτον δὲ τὸν σκοπὸν θέλει γνωρίσει διὰ τῆς ἀληθοῦς ἐπιστήμης, δι’ αὐτῆς θέλει γνωρίσει τὸν προορισμόν του, τὸ τέλος, εἰς ὃ πρέπει νὰ τείνῃ καὶ εὕρῃ καὶ τὰ πρὸς τοῦτο κατάλληλα μέσα. Ἐὰν δὲ δὲν εἰσαχθῇ παρ’ ἡμῖν ἀληθὴς παίδευσις καὶ δι’ αὐτῆς ἀρχαὶ ἀληθεῖς καὶ σωτήριοι, ἀλλ’ ἐπικρατήσῃ ἡ νόθος καὶ δι’ αὐτῆς, ἀρχαὶ ἡμαρτημέναι καὶ φθαρτικαί, οὐ μόνον τὸ μέγα πρόβλημα, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ λύσῃ τὸ ἔθνος κατὰ τὴν παροῦσαν ἐποχὴν δὲν θέλει λύσει, οὐ μόνον οὐδὲν καλὸν δύναται νὰ ἐλπίσῃ, ἀλλὰ κινδυνεύει νὰ πέσῃ εἰς τὸ χάος, τὸ ὁποῖον ἐπαπειλεῖ νὰ ματαιώσῃ τὰς ὡραίας ἐλπίδας τοῦ μέλλοντός του, νὰ κατασταθῇ ἄθλιον καὶ νὰ φθαρῇ. Ἄνευ λοιπὸν ἀληθοῦς παιδεύσεως ὅλα τὰ ἄλλα, ὅσα καὶ ἂν πράξωμεν, εἶναι μάταια· ἄνευ ἀληθοῦς παιδεύσεως, οὔτε ἡ κακὴ κατάστασις τῶν πραγμάτων δύναται νὰ ἐκλείψῃ, οὔτε τὰ καλὰ παρ’ ἡμῖν ν’ ἀναφανῶσιν. Εὐτυχῶς ὅμως τὸ μὲν πρῶτον βῆμα εἰς ἀποσκυράκισιν τῶν ἡμαρτημένων καὶ φθαρτικῶν ἀρχῶν ἔγεινεν ἤδη· τὸ ἔθνος πολλάκις διεμαρτυρήθη κατ’ αὐτῶν· ἀπόδειξις τούτου εἶναι αἱ κατὰ καιροὺς ἐπαναστάσεις τοῦ ἔθνους, ἰδίως δὲ ἡ τοῦ Φεβρουαρίου καὶ Ὀκτωβρίου· διότι νομίζομεν ὅτι τοῦτον τὸν σκοπὸν εἶχον κυρίως αὗται· τὸ δὲ δεύτερον βῆμα λείπεται νὰ γίνῃ διὰ τῆς διανοητικῆς καὶ ἠθικῆς τοῦ ἔθνους διαπλάσεως, ἐξ ἧς καὶ ἡ τῶν ἄλλων κλάδων βελτίωσις κρέμαται. Ταῦτα νομίζομεν ἱκανὰ πρὸς ἀπόδειξιν τῆς σπουδαιότητος τοῦ περὶ ἐκπαιδεύσεως ζητήματος. Περὶ δὲ τοῦ δευτέρου ζητήματος τοῦ ἀφορῶντος τὴν σύνταξιν τῶν ὀργανισμῶν, ἰδίως δὲ τοῦ Πανεπιστημίου, λέγομεν ἐν συντόμῳ, ὅτι αὐτὸν συνετάξαμεν καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἀνωτέραν τῆς ἐπιστήμης καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν καὶ τὸ συμφέρον αὐτῆς τε καὶ τῆς πολιτείας. Ὁ ἡμέτερος διαφέρει τῶν ἄλλων, διότι ἔχει ἀρχὰς, καὶ ἐπειδὴ ἔχει ἀρχὰς, εἶναι ὁμοιόμορφος καὶ διὰ τοῦτο δύναται νὰ καταστῇ χρήσιμος· οἱ δὲ ἄλλοι ὀργανισμοὶ ἔχοντες τὴν ἔκλεξιν βάσιν, σύστημα τὸ ὁποῖον τὰ ἄσχετα σχετίζει, τὰ ἀσύνδετα συνδέει καὶ τὰ κάλλιστα παραδίδει εἰς τὴν δόκησιν καὶ αὐθαιρεσίαν τῶν συνταττόντων, καὶ ἀνομοιόμορφοι εἶναι καὶ χρήσιμοι νὰ κατασταθῶσι δὲν δύνανται. Ἐὰν δὲ ὁ ἡμέτερος ἤθελε συζητηθῆ μετὰ τοῦ νέου ἐκ παραλλήλου, ὡς ἓν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τῆς συνταξάσης αὐτὸν εἶπεν, ἤθελε καὶ ὁ ἡμέτερος, ἐπειδὴ ἤθελε καθυποβληθῆ εἰς ἔκλεξιν καὶ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ κοινοῦ νοῦ, ὅστις πολλὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως νὰ περιλάβῃ καὶ κρίνῃ εἶναι ἀνίκανος, ἀπολέσει τὰς ἰδίας αὑτοῦ ἀρχὰς καὶ οὕτω ἤθελε καταστῆ ἄχρηστος καὶ ἐν ταὐτῷ ἐπιζήμιος. Ταῦτα νομίζομεν ἱκανὰ καὶ περὶ τοῦ δευτέρου ζητήματος. Ἡ δὲ Συνέλευσις λαβοῦσα ὑπὸ ὥριμον σκέψιν τὸ σπουδαῖον τοῦτο ἀντικείμενον, ἂς ἀποφασίσῃ ὅ,τι καλὸν καὶ συμφέρον.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θεωρεῖτε κατεπείγουσαν τὴν πρότασιν.
§21ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει λοιπὸν τυπωθῆ, διανεμηθῆ καὶ καταταχθῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§23ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ σήμερον ὁ Κύριος Πρόεδρος παρεκάλεσε νὰ τελειώσουν τὰ ἐκκρεμῆ ζητήματα, ὑπενθυμίζω εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι πρὸ καιροῦ ὑπεβλήθη μία ἔκθεσις ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Βουκουρεστίου.
§24ΠΟΛΛΟΙ. Μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.
§25ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λαμβάνων ἀφορμὴν, Κύριοι, ὡς ἐκ τῶν χθὲς διαδραματισθέντων ἐν τῇ πόλει, φέρω ἐπερώτησιν, ὅπως ἔλθῃ τὸ ὑπουργεῖον ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως καὶ διὰ τῆς ἐπισήμου κυβερνητικῆς γλώσσης μᾶς εἴπῃ τὶ χθὲς συνέβη, καθόσον ὁ σχολιασμὸς τῶν χθὲς διαδραματισθέντων δύναται νὰ παρεξηγηθῇ διαφοροτρόπως καὶ δύναται νὰ ἔχῃ οὐχὶ εὐαρέστους συνεπείας. Ἐπιφυλάσσομαι, ἀφοῦ ἀκούσω τὸ ὑπουργεῖον ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ μᾶς ἐξιστορήσῃ τὰ χθὲς συμβάντα, νὰ φέρω καὶ πάλιν τὸν λόγον. Ἐξήρτηται δὲ ἤδη ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν ν’ ἀποφασίσῃ, ἄν πρέπῃ σήμερον νὰ ἔλθῃ τὸ ὑπουργεῖον, ἢ τὴν ἐρχομένην Παρασκευήν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν ποίαν ἡμέραν ὁρίζει;
§27ΠΟΛΛΟΙ. Σήμερον.
§28ΤΙΝΕΣ. Τὴν Παρασκευήν.
§29ΖΕΡΒΑΣ. Νομίζω, περιττὴν τὴν ἐπερώτησιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου· ὅλοι τὰ γνωρίζομεν.
§30ΔΑΓΡΕΣ. Φρονῶ, Κ. Πρόεδρε, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον αὐθόρμητον πρέπει νὰ ἔλθῃ· καὶ ἂν δυσκολεύηται, τότε νὰ ἐρωτήσητε τὴν Συνέλευσιν περὶ τῆς ἡμέρας.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἤρχετο αὐθόρμητον, δὲν ἦτον ἀναγκαία ἡ ἐπερώτησις. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι νὰ γνωστοποιηθῇ ἀμέσως εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἡ ἐπερώτησις τοῦ Κ. πληρεξουσίου διὰ νὰ προσέλθῃ καὶ ἀπαντήσῃ ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.
§32Α. ΔΟΣΙΟΣ. Νομίζω, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ συζήτησις τῆς πιστώσεως πρέπει νὰ προηγηθῇ.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ’ ἐγὼ τοῦτο ἤθελα νὰ εἴπω.
§34ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει λοιπὸν ἀντίῤῥησις κατὰ τῆς ἀρχῆς τῆς πιστώσεως;
§36ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι! ὄχι!
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἀναγινώσκω. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει Εἰς λογαριασμὸν τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1864 καὶ διὰ τὴν κατὰ τοὺς κειμένους Νόμους καὶ κανονισμοὺς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου 1864 χορηγεῖται πίστωσις δραχμῶν δύω ἑκατομμυρίων πεντήκοντα τριῶν χιλιάδων ἑξακοσίων εἴκοσι πέντε ἀριθ. 2,053,625, διανεμομένη εἰς τὰ ἑξῆς γενικὰ κεφάλαια·
| Κεφάλ. Αʹ. | Χρέος ἐξωτερικὸν | Δραχ. | 30000 |
| » Βʹ. | » ἐσωτερικὸν | » | 2239 |
| » Γʹ. | Συντάξεις | » | 281232 |
| » Δʹ. | Βασιλικὴ χορηγία | » | 70000 |
| » Εʹ. | Βουλευτικὰ Σώματα (βιβλιοθ.) | » | 710 |
| » Ϛʹ. | Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν | » | 57200 |
| » Ζʹ. | » Δικαιοσύνης | » | 177090 |
| » Ηʹ. | » Ἐσωτερικῶν | » | 302217 |
| » Θʹ. | » Ἐκκλησιαστικῶν | » | 119430 |
| » Ιʹ. | » Στρατιωτικῶν | » | 540000 |
| » ΙΑʹ. | » Ναυτικῶν | » | 153975 |
| » ΙΒʹ. | » Οἰκονομικῶν | » | 86712 |
| » ΙΓʹ. | Ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπισ. | » | 139073 |
| » ΙΔʹ. | Διάφοροι πληρωμαί | » | 93747 |
| Τὸ ὅλον | » | 2053625 |
Δ. ΔΡΟΣΟΣ.
Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§38ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι! ὄχι!
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πίστωσιν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον διὰ ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησιν. Ἐνταῦθα πολλοὶ τῶν πληρεξουσίων ζητοῦσι τὸν λόγον.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ τελειώσωμεν τὴν συνεδρίασιν μὲ τὴν ἐπερώτησιν.
§41ΚΑΛΟΣ. Εἶναι ζήτημα ὑπουργικὸν καὶ θὰ διαρκέσῃ ὅλην τὴν ἡμέραν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν τὸ χαρακτηρίσῃ ἡ ἀντιπολίτευσις ὡς τοιοῦτον, μάλιστα.
§43ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς φράσεώς σας αὐτῆς, Κύριε Πρόεδρε.
§44ΔΑΓΡΕΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν πρέπει νὰ λέγητε αὐτὰ, Κύριε Πρόεδρε (θόρυβος).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ θεωρῶ τὴν ἀντιπολίτευσιν ὡς μίαν δύναμιν καὶ νομίζω, ὅτι δὲν τὴν προσβάλλω ἀποδίδων εἰς αὐτὴν σκοποὺς πολιτικούς· δὲν εἶναι ἀντικοινοβουλευτικὸν τὸ τοιοῦτον.
§46ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μετὰ τὸν ὑπουργὸν, θὰ λάβω τὸν λόγον καὶ θὰ διατυπώσω, ἐὰν ἡ ἀντιπολίτευσις τὸ θεωρῇ ὡς ὑπουργικὸν, ἢ ὄχι! Λοιπὸν δὲν ἠμπορεῖτε, οὔτε σεῖς, οὔτε οὐδεὶς ἄλλος νὰ διατυπώσῃ τὸν σκοπόν μου.
§47ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Σπεύδω Κύριοι, ν’ ἀπαντήσω ἀμέσως εἰς τὴν ἐπερώτησιν, καὶ πιστεύω, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας θέλω δώσει, στηριζόμεναι εἰς τὴν ἀλήθειαν, θέλουν φανῆ ἀποχρῶσαι εἰς τὴν Συνέλευσιν. Δύο φάσεις αἱ χθεσιναὶ σκηναὶ παρουσιάζουσι· ἡ πρώτη εἶναι ἡ παράνομος εἰσβολὴ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ πολίτου, καὶ ἡ κατ’ αὐτοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας του κακοποίησις· ὡς πρὸς τοῦτο ἀμέσως ἐπελήφθη ἡ ἀρχὴ, καὶ ἤρχισαν ἐξετάσεις, ἐπροφυλακίσθη δὲ ὁ θεωρηθεὶς αὐτουργός. Ἀλλὰ προϊούσης τῆς ἀνακρίσεως, ἐθεωρήθησαν ἀναρμόδιοι αἱ στρατιωτικαὶ ἀρχαὶ, διότι συνένοχος εἰς τὴν πρᾶξιν ἦτο καὶ πολίτης· ἐπελήφθη δὲ ἡ νόμιμος ἀρχὴ, ὁ εἰσαγγελεὺς, καὶ ἡ ἀνάκρισις προχωρεῖ. Ἡ δευτέρα φάσις τῆς ὑποθέσεως εἶναι αἱ συναθροίσεις, αἵτινες προεκλήθησαν ἕνεκα τῆς πράξεως ταύτης.
§48ΠΟΛΛΟΙ. Προεκλήθησαν.
§49ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Προεκλήθησαν μάλιστα εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ παθόντος, εἰς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ εἰς τὰ Ἀνάκτορα. Αἱ συναθροίσεις αὗται δὲν ἔφερον σπουδαῖον χαρακτῆρα, διὰ νὰ ἐνεργηθῶσιν εἴτε συλλήψεις, εἴτε διὰ νὰ γείνῃ χρῆσις ἐνόπλου δυνάμεως πρὸς διάλυσιν αὐτῶν. Αἱ συναθροίσεις ἔφερον παράνομόν τι, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐνεργεῖται ἤδη ἀνάκρισις, καὶ βεβαίως πρόκειται νὰ τιμωρηθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, καίτοι προσκληθέντες ἀπὸ τὴν νόμιμον ἀρχὴν, ἀστυνομίαν, δέν ἔσπευσαν νὰ διαλυθοῦν. Ἀλλ’, ἐπαναλέγω, χαρακτῆρα σπουδαῖον οὐδένα ἔφερον, διότι οὐδ’ ἔνοπλος συνάθροισις ἐγένετο, οὔτε ἀπειλαὶ κατὰ τῆς ἀρχῆς οὐδ’ ὕβρις ἀπηυθύνθησαν· ἦσαν συναθροίσεις ἐν μέρει παραπονουμένων διὰ τὴν πρᾶξιν, ἥτις ἔλαβε χώραν, καὶ ἐν μέρει ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι συνῆλθον ἀπὸ ἁπλῆν περιέργειαν. Σήμερον λοιπὸν πρόκειται νὰ ἐξακριβώσῃ ἡ ἀνάκρισις, πῶς ἐγένοντο, πρὸς ποῖον σκοπὸν καὶ εἰς τὶ ἀπέβλεπον αἱ συναθροίσεις. Καὶ βεβαίως θέλει τιμωρηθῆ, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου παράβασις ὅρου τινὸς τοῦ Π. Ν. Ἐὰν ἡ ἐξουσία ἄλλως πως ἐξελάμβανε τὴν ὑπόθεσιν, ἐὰν ἐνήργει ἐπιθέσεις, βεβαίως ἤθελον ἐπέλθει αἱ ἀντίθετοι ἐπερωτήσεις, ὅτι δῆθεν ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησεν αὐθαιρέτως ἐπαναλέγω, ὅτι ἡ ἐξουσία ἐνεργεῖ νομίμως τὸ καθῆκόν της, καὶ πρόκειται νὰ ἐξακριβωθῇ, τί σκοπὸν εἶχον αὐταὶ αἱ ἀνακρίσεις καὶ ποῖον ποινικὸν ὅρον παρεβίασαν.
§50ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά!
§51ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐν πρώτοις Κύριοι, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι τὸ προκείμενον ζήτημα οὐδόλως τὸ ἐθεώρησα ὑπουργικὸν, ἢ μὴ· τό ἐθεώρησα ὡς ζήτημα τάξεως καὶ ἀταξίας, καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἔφερα τὴν ἐπερώτησιν. Βεβαίως δὲν εἶμαι ὁ ἄνθρωπος, ὅστις θὰ ὑπερασπίσω τὸ ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον ἐπράχθη, παραβιασθέντος τοῦ ἀσύλου τοῦ πολίτου· ἀπεναντίας μάλιστα κατακρίνω τὸ ἔγκλημα, καὶ τὸ κατακρίνω τοσοῦτον περισσότερον, καθόσον θεωρῶ, ὅτι τὸ ἔγκλημα εἶναι βαρύτερον, ὅταν διαπράττεται ἀπὸ ἄνθρωπον μορφωμένον καὶ ἀνήκοντα εἰς καλὴν τάξιν τῆς κοινωνίας. Ἀλλά, Κύριοι, δὲν πρόκειται σήμερον νὰ κατακρίνω, ὅ,τι ἄλλοτε ὑπεστήριξα· εἶμαι συνεπὴς πρὸς τὰς ἀρχάς μου, καὶ βεβαίως πάντοτε θέλω ὑποστηρίξει, ὅτι μία ἔκφρασις τοῦ λαοῦ εἰς τὰ συνταγματικὰ καὶ φιλελεύθερα κράτη εἶναι ἀναγκαία, ἀλλὰ τότε, ὅταν παραβιάζονται σπουδαῖοι συνταγματικοὶ θεσμοί, οὐχὶ ὅμως διὰ ψύλλου πήδημα νὰ προκαλοῦνται διαδηλώσεις, καὶ μάλιστα ὀχλαγωγίαι ὡς εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν. Θὰ ἐξετάσω εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν, ἐὰν ἡ ἔκφρασις, ἥτις χθὲς ἐγένετο, ἦτον ἀναγκαία, καὶ δεύτερον ὁποῖον μέρος ἔλαβεν ἡ ἐξουσία, καὶ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ λάβῃ. Διεπράχθη χθές, Κύριοι, ἓν ἔγκλημα ἀπὸ ἕνα ἀξιωματικόν, τὸ ἔγκλημα αὐτὸ ἦτον ὅλωςδιόλου ἀτομικόν, τὸ προβλέπουσιν οἱ νόμοι μας καὶ τὸ τιμωροῦν. Τότε ἔχει δίκαιον ἡ κοινωνία νὰ δυσανασχετήσῃ, νὰ παραπονεθῇ, ὅταν ἴδῃ, ὅτι τὸ ἔγκλημα αὐτὸ χάριν τοῦ προσώπου δὲν τιμωρεῖται. Τοῦτο ὑπῆρχεν εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν; Ὄχι· χθὲς ἡ ὀχλαγωγία ἔλαβε τὴν ἀρχήν της ἐκ τοῦ, ὅτι προσεβλήθη τὸ ἄσυλον μιᾶς οἰκίας, καὶ ὅτι προσεβλήθη ἡ τιμὴ ἑνὸς πολίτου· καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἔλαβε χώραν αὐτὸ τὸ ἔγκλημα, μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἔλαβε χώραν ἡ διαδήλωσις πρὸ τῶν ἀνακτόρων, παρενεβλήθη διάστημα τριῶν ὡρῶν, καὶ κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ἡ ἐξουσία δὲν ἔλαβεν, ὁποῖον ἔπρεπε νὰ λάβῃ ἐνεργητικὸν μέρος διὰ νὰ διαλύσῃ μίαν ὀχλαγωγίαν, ἥτις ἐφαίνετο ἐκ πρώτης ἀρχῆς καὶ ἀφετηρίας, ὅτι εἶχεν ἄλλον σκοπὸν ἢ τὴν τιμωρίαν τοῦ ἐγκλήματος (θόρυβος).
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§53ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ τὸ πλέον περίεργον, Κύριοι, εἶναι, ὅτι, ὄχι μόνον δὲν ἐφρόντισε νὰ καθησυχάσῃ τὸ κακὸν εἰς τὴν γένεσίν του, ἀλλὰ δυστυχῶς ἐθεάθησαν πρόσωπα ἀνήκοντα εἰς αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν παρακολουθοῦντα τὴν διαδήλωσιν καὶ ὑποστηρίζοντα αὐτήν.
§54ΒΑΣΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ποῖα πρόσωπα;
§55ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἀμέσως θὰ εἴπω, Κύριοι· ὅταν ἔφθασεν ἡ διαδήλωσις πρὸ τῆς Συνελεύσεως, ἠρχόμην μὲ δύο ἄλλους πληρεξουσίους ἐκ τοῦ ναοῦ τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς, ἀπήντησα τὸν λαὸν, καὶ ἐν τῷ μέσῳ αὐτοῦ τὸν διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας.
§56ΚΑΛΟΣ. Τὸ καθῆκόν του ἔκαμε.
§57ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐὰν ἐννοῆτε, Κύριε Καλὲ, ὅτι τὸ καθῆκον τῆς Ἀστυνομίας εἶναι νὰ ἄγῃ καὶ διευθύνῃ τὰς διαδηλώσεις, σᾶς λέγω καὶ ἐγώ, ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐγὼ θὰ ἦμαι πολὺ εἰλικρινής· δὲν εἶδον, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἴδω ἐντὸς ἀθροίσματος τοσούτου λαοῦ, οἱ ὁποῖοι παρηκολούθουν—ἔμαθα ὅμως, καὶ δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον εἶναι βέβαιον, ὅτι γραμματεῖς τῶν διαφόρων ὑπουργείων παρηκολούθουν τὴν διαδήλωσιν. Γνωρίζω, Κύριοι, ὅτι εὑρίσκετο ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὀχλαγωγίας ὁ διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας· καὶ λοιπὸν ἡ ἐξουσία ἤργει, δὲν ἐδύνατο ν’ ἀποτανθῇ καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ κίνημα αὐτὸ δὲν ἁρμόζει καὶ νὰ διαλυθῇ; Κύριοι, γνωρίζω μετὰ θετικότητος, διότι ἠκολούθησα μετὰ τοῦ Κ. Σαφάκα καὶ Πεῤῥωτοῦ, καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι καὶ μετὰ δύο ἄλλων πληρεξουσίων, πόῤῥωθεν τὴν διαδήλωσιν αὐτὴν, καὶ εἶδα, ὅτι 20 λεπτὰ ἡ συγκέντρωσις τοῦ πλήθους ἦτο πρὸ τῶν ἀνακτόρων, καὶ εἰς κανὲν μέρος δὲν εἶδα κανὲν ὄργανον τῆς ἐξουσίας νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα εἰς μίαν τοιαύτην σπουδαίαν περίστασιν. Καὶ τὶ ἠθέλατε, Κύριοι, νὰ γνωρίζῃ ἐντὸς τῶν ἀνακτόρων ὁ Βασιλεὺς, ὅταν οὔτε ἓν ὄργανον τῆς ἐξουσίας ἐπαρουσιάσθη, διὰ νὰ ἀναγγείλῃ τοὐλάχιστον τὸν σκοπὸν τῆς διαδηλώσεως, καὶ μὴ εὑρεθῇ εἰς μίαν μετέωρον κατάστασιν περὶ τοῦ κινήματος αὐτοῦ; Αἱ πληροφορίαι, ἀπαντῶ εἰς ἐκεῖνον, ὅστις μὲ εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχω καλὰς πληροφορίας, εἶναι ἀκριβέσταται, διότι τὰς ἀντελήφθην ἰδίαις αἰσθήσεσι, καὶ ἑπομένως ἂς πιστεύσῃ ὁ Κ. αὐτὸς, ὅτι εἰς τὰς αἰσθήσεις μου ἔχω περισσοτέραν πεποίθησιν, παρὰ εἰς τὸν Κ. αὐτόν.
§58ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει λάθος καὶ ἐκεῖνος, ὅστις σᾶς εἶπεν.
§59ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν μοῦ τὰ εἶπε κανεὶς, τὰ εἶδα ἰδίοις ὄμμασι. Δὲν κάμνω, Κύριοι, τὸ ζήτημα αὐτὸ ὑπουργικὸν, εἶμαι ἐξ ἐκείνων μάλιστα, οἱ ὁποῖοι πολλὰ σπανίως φέρουν ἐπερωτήσεις καὶ σπανιώτατα προτάσεις· λέγω ὅμως, ὅτι ἡ διαγωγὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν χθὲς συμβάντων ὑπῆρξεν ὅλως διόλου κακὴ, ὅλως διόλου μεμπτέα· καὶ φέρω πρότασιν, νὰ κατακρίνῃ ἡ Συνέλευσις τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἀδράνειάν της ἐπὶ τῶν χθὲς συμβάντων.
§60ΒΑΣΣΟΣ. Δὲν μοὶ φαίνεται παράξενον διόλου, Κύριοι, ἐὰν ἀπὸ τοῦ βήματος ἀκούω τὸν ἔντιμον φίλον μου Κ. Πετμεζᾶν λαλοῦντα, ὡς ἐλάλησεν· καὶ ἂν ἀνετρέξητε, Κύριοι, εἰς τὰς ἀφορμὰς, αἵτινες παρεκίνησαν τὸν ἔντιμον αὐτὸν φίλον μου, θέλετε τὸν δικαιώσει πληρέστατα. Ἐγὼ, Κύριοι, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὰ χθὲς διαδραματισθέντα ἰδίοις ὄμμασι δὲν εἶδα, οὐχ ἧττον ὅμως ἐγένοντο τόσον κοινὰ, ὥστε πάντες τὰ γνωρίζετε καλῶς. Δὲν ἀποκρίνομαι ποσῶς εἰς τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα Κ. Πετιμεζᾶν, εἰς τὴν κατηγορίαν ἣν ἀπεύθυνε πρὸς τὴν ἐξουσίαν, ὅτι εὑρέθησαν ὑπάλληλοι αὐτῆς ἐν τῇ διαδηλώσει. Ἀληθῶς, Κύριοι, ἤθελον κατακρίνει τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἠρώτησα τὸν Κ. Πετιμεζᾶν νὰ μὲ εἴπῃ τίνες ἦσαν. Ἤκουσα ἀπὸ αὐτὸν ὅτι ἦτον ὁ διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας. Ἐπίστευα, Κύριοι, καὶ ἔχω πλήρη πεποίθησιν, ὅτι ἐὰν δὲν ἦτον ἐκεῖ ὁ διευθυντὴς, ὁ Κ. Πετιμεζᾶς θὰ μᾶς ἔλεγε, διατὶ δὲν ἦτον ἐκεῖ ὁ διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας. Κύριοι, πρὶν ἔλθω καὶ διηγηθῶ συντόμως τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἴσως εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω, διότι πάντες καλῶς τὰ γνωρίζετε, ἔρχομαι νὰ κατακρίνω τὰς ψυχρὰς καὶ βαρείας σκέψεις τοῦ προλαλήσαντος, διότι αἱ σκέψεις αὐτοῦ εἶναι ἀληθῶς ψυχραὶ, ὡς πάγοι, δὲν εἶναι σκέψεις ἀνθρώπου, κατοίκου τοῦ μεσημβρινοῦ ἡλίου· διότι ἀληθῶς ἤκουσα ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ ἀρχὰς τὰς ὁποίας δὲν πρεσβεύω, καὶ τὰς ὁποίας βεβαίως μία Συνέλευσις ὁποία σεῖς δὲν δύνασθε νὰ πρεσβεύσητε. Ἤθελα ἐρωτήσει τὸν φίλον μου Κ. Πετμεζᾶν νὰ εἴπῃ πῶς ἐννοεῖ τὸν Κ. Ζαΐμην καὶ Δεληγιάννην, οἱ ὁποῖοι ἠκολούθουν τὴν διαδήλωσιν, διότι μοὶ φαίνεται ὅτι εἶδον τὸν Κ. Δεληγιάννην, Ζαΐμην, καὶ πολλοὺς ἄλλους ἀκολουθοῦντας αὐτήν· ἐὰν ἦναι αὐτοὶ οἱ πρωταγωνισταὶ τῆς διαδηλώσεως δὲν ἠξεύρω.
§61ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν σᾶς δίδει κανεὶς τὸ δικαίωμα νὰ μεταχειρίζησθε τὰ ὀνόματα ἄλλων διὰ νὰ κάμητε πνεῦμα.
§62ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Λέγω πρὸς τὸν Κ. Βάσσον, δημοσίᾳ, ὅτι δὲν ἠκολούθουν τὴν ὀχλαγωγίαν, ἀλλὰ ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἀπήντησα, ἐν οἷς καὶ τόν Κ. Πάνον Κολοκοτρώνην.
§63ΒΑΣΣΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐὰν αὐτὰ δὲν ἦναι ἀληθῆ, τὰ ἀναιρῶ. Κύριοι! καθὼς καὶ ὁ προλαλήσας, οὕτω καὶ ἐγὼ καὶ πάντες οἱ πολῖται βεβαίως ἀποδοκιμάζουν τὸ συμβεβηκὸς, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν εἰς τὴν οἰκίαν ἑνὸς πολίτου· πρὸ πάντων δὲ, διότι ὁ ἄνθρωπος, ὅστις διεπράξατο τὸ στυγερὸν αὐτὸ ἔγκλημα ἦτον ἄνθρωπος ἀνήκων εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην, ἥτις ὤφειλε νὰ προασπίζῃ καὶ νὰ τηρῇ τοὺς Νόμους· τὸ πρᾶγμα ὅμως ἐγένετο, καὶ νομίζω, ὅτι μετ’ αὐτὸ ὅλα τὰ γεγονότα, ἅτινα ἔλαβον χώραν, δὲν δύναταί τις νὰ τὰ ὑπαγάγῃ εἰς κανόνα· ὁ παθὼν ἐξῆλθε τῆς οἰκίας του· ἐννοεῖται, ἦτο πολὺ φυσικὸν ὁ λαὸς εἰς τὴν θέαν αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου τοῦ παθόντος, ἀποδεικνύων οὕτως εἰπεῖν, ἀγανάκτησιν, ἠκολούθησεν αὐτὸν, καὶ ἤρξατο ἡ διαδήλωσις αὕτη. Ἐγὼ ἔχω πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ διαδήλωσις εἶναι ὅλως διόλου φυσικὴ, δὲν εἶχε κανένα σκοπὸν ἄλλον· καὶ πραγματικῶς ὁσάκις γίνονται διαδηλώσεις, καὶ καταδεικνύονται αἰσθήματα φυσικὰ, γίνονται κατὰ πάντα νόμιμα· ἀλλ’ ἐὰν εἰς τὴν ἔξαψιν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς ἐδείκνυε...
§64ΤΙΝΕΣ. Τὶ λαός;
§65ΒΑΣΣΟΣ. Ὁ λαὸς μάλιστα, ἐὰν ὁ λαὸς ἐξέφρασε τὰ μίση του, διὰ τοῦτο δυσαρεστεῖται ὁ Κ. Χαραλάμπης, ὁ Κ. Δεληγιάννης καὶ ὁ Κ. Πετιμεζᾶς.
§66Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὴ μεταχειρίζεσθε τὸ ὄνομά μου.
§67ΒΑΣΣΟΣ. Ἐὰν ὁ λαὸς ἐξέφρασε τὰς ἀντιπαθείας του κατὰ ἀτόμων, ἐπὶ τῶν ὁποίων συμπαθοῦν οἱ κύριοι οὗτοι, νομίζετε, ὅτι εἶναι ἔγκλημα; (θόρυβος)
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐξακολουθήσουν αὐταὶ αἱ διακοπαὶ, θὰ καταστῇ ἡ συζήτησις θορυβώδης ἀναξίως τοῦ ἀντικειμένου.
§69ΒΑΣΣΟΣ. Ἐὰν οἱ διακόψαντές με νομίζουν, ὅτι λαὸς δὲν ἔκαμεν ἐκεῖνο, ὅ,τι ἔκαμε, λυποῦμαι, διότι ἔχω ἐναντίαν αὐτῶν γνώμην, νομίζω, ὅτι ὁ λαὸς τὸ ἔπραξε, καὶ ἐὰν νομίζουν, ὅτι δὲν τὸ ἔκαμεν ὁ λαὸς, ἂς ἔλθουν ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ τὰ ἀναιρέσουν.
§70ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸν λόγον, Κ. Πρόεδρε, νὰ τὸ ἀναιρέσω ἐγώ.
§71ΒΑΣΣΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, εἶναι ἀληθὲς, καθὼς σᾶς προεῖπον, ὅτι ἀπεδοκίμασα τὴν ἀφορμὴν, ἥτις ἔκαμεν, ὥστε νὰ γείνῃ ἡ διαδήλωσις τοιουτοτρόπως χωρὶς ν’ ἀποδοκιμάζω, δὲν ἐπιθυμῶ τὰς τοιούτου εἴδους διαδηλώσεις, ἀλλὰ διαδήλωσις, ὡς ἔλαβε χώραν χθὲς τόσον ἡσύχως, τόσον γαληνιαίως, καὶ ἥτις εἶχε δικαίας ἀφορμὰς, ἦτο πολὺ δικαία καὶ νόμιμος· ἐπὶ τέλους κατέληξεν εἰς τὰ ἀνάκτορα, καὶ εἶναι τόσον βέβαιον, ὅτι ἡ διαδήλωσις αὕτη ἦτον ἥσυχος, καὶ ἔλαβεν οὕτως εἰπεῖν ἕνα χαρακτῆρα, οὐχὶ ἄνομον, ὥστε αὐτὸς ὁ μέγας ἄρχων ἐξαπέστειλε καὶ ἐζήτησεν ἐπιτροπὴν τοῦ λαοῦ, καὶ ἤκουσε τὰ παράπονά του. Πῶς λοιπὸν σεῖς ἀπαρέσκεσθε εἰς τὰ παράπονα ἐκεῖνα τοῦ λαοῦ, καὶ ἔρχεσθε νὰ τὰ εἴπητε ἀταξίας, ὅτι κινδυνεύει ἡ δημοσία ἀσφάλεια; Ἡ δημοσία ἀσφάλεια δὲν κινδυνεύει ὅταν ὁ λαὸς ἐκφράζεται ἡσύχως, νομίμως. Ἐγὼ, Κύριοι, μὴ εὑρίσκων οὐδεμίαν βάσιν τοῦ λόγου τοῦ προλαλήσαντος, μὴ εὑρίσκων οὐδεμίαν δικαίαν ἀφορμὴν ἀπὸ τῆς ὁποίας νὰ ἐκινήθη ὁ προλαλήσας, καὶ νὰ φέρῃ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου σήμερον τὸν ἔφερε, δὲν ἀπασχολοῦμαι ν’ ἀπαντήσω πλέον εἰς αὐτὸν, διότι, ὡς ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου προεῖπον, ἐὰν ἦσθε προσεκτικοὶ, ἐὰν ἠθέλατε νὰ ἐννοήσητε, ὅ,τι πρέπει νὰ ἐννοήσητε, ἠθέλατε εὕρει τὰς ἀφορμὰς, αἵτινες τὸν ἐκίνησαν νὰ ἔλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος. Ἐγὼ κατέρχομαι εὐχόμενος, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος ὁσάκις ἔχει δίκαια παράπονα ὡς τὰ χθεσινὰ νὰ ἐκφράζηται τόσον νομίμως, ὅσον ἐξεφράσθη χθές.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Μίλησης.
§73ΜΙΛΗΣΗΣ. Παραχωρῶ τὴν θέσιν μου εἰς τὸν Κ. Κουμουνδοῦρον, καὶ λαμβάνω τὴν ἰδικήν του.
§74ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βλέπετε, Κύριοι, ποῦ καταντοῦσι τὰ πράγματα, καὶ θέλετε ὁμολογήσει μαζύ μου, ὅτι πολὺ ὀπισθοδρομήσαμεν πρὸς τὴν ἀταξίαν. Ἐὰν, Κύριοι, βαδίζωμεν οὕτω ὀπισθοδρομοῦντες, ἐπαναλαμβάνω, πρὸς τὴν ἀταξίαν, καὶ ἂν ἐξακολουθῶμεν τὸν δρόμον αὐτὸν τρέχοντες, σᾶς προλέγω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι αἱ συνέπειαι θέλουν εἶσθαι ὀδυνηραὶ δι’ ὅλους ἡμᾶς, ἐμουρμουρίζατε, καὶ ὅταν ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑποστηρίζων τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἡ ἀντιπολίτευσις πρεσβεύει, τὰς ἀρχὰς τῆς οἰκονομίας, τῆς τάξεως, καὶ τῆς ἐλευθερίας, τῆς τάξεως ἐκτὸς τοῦ δεσποτισμοῦ, τῆς τάξεως τῆς χρησιμευούσης ὡς βάσις πάσης καλῆς διοικουμένης πολιτείας, τῆς ἐλευθερίας ἐκτὸς τῆς ἀναρχίας, τῆς ἐλευθερίας τῆς ἀληθοῦς, τῆς σώφρονος, τῆς τάξεως, ἄνευ τῆς ὁποίας, τὰ ἔθνη καταντῶσι πρὸς τὸν δεσποτισμὸν, τῆς ἐλευθερίας, ἐκτὸς τῆς ὁποίας ὠθοῦνται πρὸς τὴν ἀναρχίαν. Ὅταν λοιπὸν ὑπεστήριζον αὐτὰς τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἰδέας αὐτὰς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι εἶναι ἀναγεγραμμέναι εἰς τὴν σημαίαν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐμουρμουρίζατε, ἀλλὰ τί σᾶς ἔλεγον τότε; Τὸ ὑπουργεῖον, ὅπως διοικεῖ, μᾶς ὠθεῖ εἰς τὴν παραλυσίαν, πρὸς τὴν διάλυσιν τῆς κοινωνίας, πρὸς τὴν ἀταξίαν. Ἠκούσατε ταῦτα γογγύζοντες καὶ ἐζητεῖτε ἀποδείξεις. Ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις, τὴν ἴδετε χθὲς, διότι, ὅ,τι χθὲς ἴδετε, εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διαρκοῦς, τῆς ἐνδελεχοῦς Κυβερνητικῆς ἐνεργείας τοῦ ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον τὸ πᾶν θέτει εἰς ἐνέργειαν διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ πολιτικὴν ταπεινὴν, πολιτικὴν μικρὰν, ἀτομικὴν, τὴν πολιτικὴν ἁπλῶς τῆς συντηρήσεώς του, τὴν πολιτικὴν τέλος πάντων τῶν ἰδιαιτέρων συμφερόντων (εὖγε ἐκ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος καὶ τοῦ ἀκροατηρίου).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κύριοι, αἱ ἐπιδοκιμασίαι φέρουν τὰς ἀποδοκιμασίας, πρέπει ν’ ἀκούητε ἡσύχως· καὶ ἀποτείνομαι εἰς τὸ ἀκροατήριον, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ διατηρήσῃ τὴν διαγωγὴν, τὴν ὁποίαν ἐτήρησε μέχρι τοῦδε καὶ ν’ ἀπέχῃ πάσης ἐκφράσεως.
§76ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἂν θέλητε νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ λαλήσω, παρακαλῶ νὰ μ’ ἀφήσητε ἥσυχον ἀπὸ ἐπιδοκιμασίας· ἀλλέως ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀφήσω τὸ βῆμα, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ γείνω αἰτία σκανδάλων. Ὅταν, Κύριοι, προχθὲς ἀκόμη, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν προσεκαλεῖσθε νὰ ἐκτελέσητε ἓν ὀδυνηρότατον καθῆκον, καθ’ ἑνὸς συναδέλφου σας, τὸν ὁποῖον ἂς τὸν ἐλησμόνησεν, ἢ ἂς ὑποκρίνεται, ὅσον θέλει ὁ Κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸν ἐλησμόνησεν, τὸν ἐνθυμοῦνται, ὅσοι ἔλαβον ἐνεργὸν μέρος εἰς τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 8βρίου, ὡς σπουδαίως συντελέσαντα, ὡς ἀποτελεσματικῶς ἐργασθέντα καὶ ὡς σπουδαίως κινδυνεύοντα καὶ κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐπαναστάσεως εἰς Ναύπλιον. Ὅταν, λέγω, προσεκλήθητε προχθὲς νὰ ἐκτελέσητε τὸ καθῆκόν σας αὐτὸ τὸ ὀδυνηρὸν, προηγεῖτο, Κύριοι, μία ἔκφρασις τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ῥιφθεῖσα, ἀλλ’ οὔτε ἠλήθευσεν ἡ πρόῤῥησις τοῦ Κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν πρώτην πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε μὲ σκοπὸν νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν στρατὸν εἰς τὴν πειθαρχίαν, καὶ νὰ εἰσάξῃ τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν εἰς τὴν κοινωνίαν, τὴν πρώτην αὐτὴν πρᾶξιν τὴν ἀπεδοκίμασε καὶ τὴν ἐκήρυξεν ἄδικον καὶ παράνομον καὶ παράλογον, τὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν τυφλῶς ἔπρεπε νὰ ὑπακούσῃ ὁ στρατὸς, καὶ τότε ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ τοῦ σκοποῦ, καὶ ὅταν ἀπέτυχεν, διότι ἤθελον νὰ τὴν ἐκτιμήσωσιν ἴσως, ὅπως ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς προέβλεπεν ἀνέκραξεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι θέλουσι συμβῆ, ὅσα συνέβησαν εἰς Τρίπολιν. Πῶς, Κύριοι, ἐρωτῶ, συμβαίνει φίλοι, ἄνθρωποι ἐμπνεόμενοι ἀπὸ τὰς ἰδέας, ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς πολιτικῆς τοῦ ὑπουργείου, ἄνθρωποι ἀκολουθοῦντες καὶ ὑποστηρίζοντες τὴν πολιτικὴν αὐτὴν, πῶς συμβαίνει οἱ ἄνθρωποι οὗτοι νὰ χρησιμεύσουν δυστυχῶς ὡς ὄργανα τῶν πράξεων αὐτῶν καὶ νὰ πραγματοποιῶνται οὕτω αἱ προῤῥήσεις τοῦ ὑπουργείου; Πῶς συμβαίνει οἱ πρωτοστάται τῶν ἀνωμαλιῶν αὐτῶν νὰ ᾖναι αὐτοὶ οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ἀνωμαλιῶν, ἐπαναλαμβάνω, αἱ ὁποῖαι τυχαίως βεβαίως ἀνταποκρίνονται εἰς τὰς ἐπιθυμίας τῆς Κυβερνήσεως; τῶν ἀνωμαλιῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον σκοπὸν νὰ ἀποδείξουν, ὅτι ὅ,τι ἐγένετο καὶ ἀπεδοκιμάσθη κατόπιν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον ὅτι ἐγένετο κακῶς; Κύριοι, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ αὐτὴ σχέσις, ἡ αὐτὴ συνάφεια προσώπων καὶ πραγμάτων λαμβάνει χώραν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἴδητε τῳόντι πόθεν πηγάζει αὐτὴ ἡ κατάστασις, καὶ ποῦ δύναται νὰ καταντήσῃ, καὶ ἂς μὴ λέγωσιν, ὅτι δὲν εἶναι ἔργον τῆς Συνελεύσεως νὰ ἐξετάζῃ τὸ προκείμενον ζήτημα, ἤτοι ἡ συντήρησις τῆς τάξεως. Ὄχι, Κύριοι, καὶ ἰδοὺ διατὶ ἡ Συνέλευσις ἐπέσυρε καθ’ ἑαυτῆς παράπονα, μομφὰς ἀδίκως, πλὴν ἡ Συνέλευσις εἶναι ἓν σῶμα, μετέχον κυριαρχικῆς ἐξουσίας, σῶμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ χεῖρα, διότι ἔχει αὐθυπαρξίαν, ἡ ὁποία εἶναι σεβαστὴ ἐνώπιον παντός. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις λοιπὸν σῶμα τοιοῦτον ἀπρόσβλητον, σῶμα τοιοῦτον αὐθύπαρκτον, δὲν δώσῃ τὴν συνδρομήν της εἰς τὴν τάξιν, καὶ διὰ τὴν ἡσυχίαν τοῦ τόπου, αἱ μομφαὶ τότε θέλουσι δικαιολογηθῆ, διότι ἡ Συνέλευσις θέλει εἶσθαι μία δυσκολία διὰ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου αὐτοῦ, καὶ τότε δύναται νὰ ἐπισύρῃ τὴν ὀργὴν τοῦ τόπου ἐναντίον της. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη μεγάλη, σπουδαία, ἐπειδὴ ἔχετε τόσην μεγάλην ἐντολὴν, τόσην μεγάλην δύναμιν, εἶναι σπουδαία ἀνάγκη νὰ σκεφθῆτε, καὶ νὰ δώσητε τὴν συνδρομήν σας. Κύριοι, δὲν εἶναι ἀνάγκη βεβαίως νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἐγὼ, ὅτι ἀποδοκιμάζω μεθ’ ὅλης τῆς ἀγανακτήσεως τὸ κατὰ τοῦ πολίτου ἐνεργηθὲν παρ’ ἑνὸς ἀξιωματικοῦ· καὶ δὲν τὸ ἐπιδοκιμάζω, διότι ἔχω τὴν ἀνάμνησιν, ὅτι ὁ ἴδιος ἀξιωματικὸς καὶ ἐναντίον μου διεύθυνεν ἄλλοτε μίαν ὀχλαγωγίαν.
§77ΖΕΡΒΑΣ. Εἶναι καὶ υἱὸς τοῦ Αὐλάρχου (θόρυβος).
§78ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν ἔχει κἀμμίαν σχέσιν. Ἀποδοκιμάζων λοιπὸν μετ’ ἀγανακτήσεως, καὶ ἐγὼ, τὴν πρᾶξιν αὐτὴν, ἐξετάζω, ἐὰν τὸ ἔγκλημα ἦτο τοιοῦτον, ὥστε νὰ διεγείρῃ, ὅπως διήγειρε, τὴν ἀγανάκτησιν τῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία δὲν διηγέρθη ἐπὶ τοσοῦτον, οὔτε, ὅταν καὶ ἐξ ἡμῶν τῶν πληρεξουσίων εὑρέθησάν τινες προσβληθέντες παρ’ ἀξιωματικῶν; Ἦτον ἡ κεφαλὴ τοῦ συντάκτου τοῦ φωτὸς τὸ σῶμα τῆς Βιργηνίας διὰ τοῦ ὁποίου ἡ ἀριστοκρατία διήγειρε τὰ πάθη κατὰ τῆς Βασιλείας; ἦτον ἡ αἱματόφυρτος πορφύρα τοῦ Καίσαρος, καὶ εἶχον σκοπὸν δι’ αὐτῆς νὰ ἐξεγείρουν τὴν ἀγανάκτησιν κατὰ τῶν Δημοκρατικῶν τῆς Ῥώμης· εἰς τὸ πάθημα τοῦ Κ. Καρύδη ὑπάρχει ἰδέα ἢ συμφέρον κανὲν πολιτικὸν ἄρα; Ὄχι, Κύριοι, πρόκειται περὶ κοινοῦ ἰδιωτικοῦ πλημμελήματος; Τί λοιπὸν ἐξήφθησαν τόσον τὰ πάθη καὶ ἔφθασαν μέχρι τῶν ὀχλαγωγιῶν αὐτῶν. Ἀφ’ ὅ,τι ἐζητήθη καταλαμβάνετε τὸν λόγον, ἀφ’ ὅ,τι ἀπήτησαν οἱ ὁδηγοὶ αὐτῆς τῆς ἐκδηλώσεως καταλαμβάνετε, ὅτι τὸ ἔγκλημα αὐτὸ ἦτο ἁπλῆ πρόφασις, ἡ δὲ αἰτία ἦτον ἄλλη· ἐζητήθη καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν πρᾶγμα ἐντὸς τῶν σχεδίων, καθὼς λέγεται, τοῦ ὑπουργείου ὑπάρχον ἀναγκαῖον διὰ νὰ διατηρηθῶσι φίλοι τινὲς εἰς τὴν πλειονοψηφίαν· διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ὑποστήριξις, ἔπρεπε τὸ ὑπουργεῖον νὰ παραχωρήσῃ· ἡ ὀχλαγωγία καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν λοιπὸν ὑπηρέτει τὰς προθέσεις τοῦ ὑπουργείου, (θόρυβος ἀριστερά.)
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§80ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠξεύρετε διατὶ δὲν φέρομεν καὶ ἤδη τὸ ζήτημα αὐτὸ ὡς ζήτημα ὑπουργικὸν; ὄχι, διότι διστάζομεν νὰ ψηφίσωμεν κατὰ τοῦ ὑπουργείου, ἀλλὰ διότι ὑπάρχουν μερικὰ κοινωνικὰ μεγάλα ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιθυμοῦμεν ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως νὰ ᾖναι πλήρης, νὰ ᾖναι πρὸς τὸ συμφέρον μόνον τῆς πολιτείας, καὶ νὰ μὴ παρεκτρέπηται ἀπὸ πολιτικοὺς λόγους, διότι, Κύριοι, αὐτὸ συμβαίνει κατὰ δυστυχίαν, εἶναι μία ἀδυναμία μας ἀπαντωμένη συνεχῶς· ὅταν λοιπὸν περὶ τοιούτου ζητήματος πρόκειται, ὅταν πρόκειται ζήτημα τάξεως, δὲν θέλομεν νὰ τὸ ἀναμίξωμεν μὲ ὑπουργικὸν ζήτημα, διότι θέλομεν πρὸ παντὸς τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας ν’ ἀσφαλισθῶσι καὶ ποτὲ τὴν ἐξουσίαν μὲ τὴν θυσίαν τῶν ἀρχῶν ἢ τοῦ παραμικροῦ κοινωνικοῦ συμφέροντος· ἂς ἔχωσι τὴν ἐξουσίαν ὅσοι τὴν θέλουν, ὅταν χάριν αὐτῆς πρόκηται νὰ θυσιάζουν καὶ τὴν τάξιν καὶ τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας. Ἰδού, Κύριοι, διατί δὲν φέρομεν ὑπουργικὰ ζητήματα, ὅσον θέλετε, ἀρνηθῆτέ το, σεῖς οἱ καθήμενοι εἰς τὴν ὑπουργικὴν πλευρὰν, οἱ μεταβάντες εἰς τὰ ἀνάκτορα δὲν ἐζήτησαν τὴν τιμωρίαν τοῦ ἐνόχου· ὄχι, Κύριοι, αὐτὸς δὲν ἦτον ὁ σκοπός των· οἱ μεταβάντες εἰς τ’ ἀνάκτορα ἐζήτησαν ὅ,τι ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον ἀπῃτεῖτο ὑπὸ φίλων του, ὑπὸ ἀνθρώπων τινῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπ’ αὐτὴν τὴν συμφωνίαν ὑπέσχοντο τὴν ὑποστήριξίν των, τὸ ὑπουργεῖον θέλει τιμωρήσει τοὺς ἐνόχους, γνωρίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι τῷ εἶναι ὅλως ἀδιάφορος ἡ δυστυχία τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐχρησίμευσαν ὡς ὄργανά του· τὸν σκοπὸν θέλει νὰ ἐπιτύχῃ, προσέφερε τὸν Μαστραπᾶν, ὁ ὁποῖος ὄχι ἑκουσίως ἐχρησίμευσεν ὡς ὄργανόν του, ἀλλὰ τέλος πάντων κατὰ δυστυχίαν ἐχρησίμευσεν. Ὅπως λοιπὸν εἰς τὴν πρώτην, οὕτω καὶ εἰς τὴν δευτέραν, θέλουσι πάθει ἴσως καὶ οἱ χρησιμεύσαντες ὡς ὄργανα αὑτῶν τῶν σκέψεων, διότι ἐπείσθησαν, ὅτι ἐνήργησαν καλῶς, ἀλλ’ ἐπείσθησαν ἐντὸς τῆς σφαίρας τῆς ὑπουργικῆς ἀναπνέοντες.
§81ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ἐπροφήτευσαν.
§82ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρωθυπουργέ! ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ σεῖς εἴπατε σχεδὸν, ὅτι ὁ Κ. Μαστραπᾶς καλῶς ἐνήργησε, διότι τὴν πρᾶξιν ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐνήργησε, σεῖς πρῶτος τὴν κατεκρίνατε, καὶ ἂν δὲν εἴχατε τὴν τόλμην ν’ ἀναγνωρίσητε τὴν συνάφειαν αὐτῶν τῶν δύω ἐνεργειῶν, καὶ ἐὰν εἴχατε τὸ θάῤῥος ν’ ἀρνηθῆτε τὴν γνωριμίαν σας πρὸς τὸν Μαστραπᾶν, αὐτὸ βλάπτει σᾶς. Κύριοι, δὲν πρόκειται βεβαίως σήμερον, διότι σήμερον δὲν τίθεται τὸ ζήτημα νὰ ἐξετάσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι περὶ τοῦ ὁποίου πλαγίως πως ἔκαμε λόγον ὁ Κ. Μαστραπᾶς.
§83ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Μέλι ἔχει ὁ Μαστραπᾶς.
§84ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μέλι ἔχει ὁ Κ. Μαστραπᾶς, διότι τὸν ἐγνώρισα εἰς κινδύνους πολὺ σπουδαίους, καὶ ὅταν ἐψήφισα κατ’ αὐτοῦ, ἐψήφισα χάριν ἰδέας, ὑπὲρ τῆς ὁποίας συνηγωνίσθημεν, ὑπὲρ ἧς ἐγένετο ἡ ἐπανάστασις. Κύριοι, δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τούτου, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τούτου ἤθελον τὸ συζητήσει· ἀλλὰ καὶ ἂν ἦτο ἀνεγνωρισμένον τὸ δικαίωμα τῆς συναθροίσεως, τὰ χθὲς ἐνεργηθέντα δὲν ἦτον ἐξάσκησις δικαιώματος τοιούτου, τὰ χθὲς ἦσαν ὀχλαγωγία κατὰ τῆς τάξεως, κατὰ τοῦ συντάγματος καὶ διαμαρτύρομαι κατ’ αὐτῆς ἐν ὀνόματι τῶν ἀρχῶν τῆς ἐπαναστάσεως. Τί ἤθελεν ἡ ἐπανάστασις; ἡ ἐπανάστασις ἤθελε νὰ καθιερώσῃ εἰλικρινῶς τὴν ἀρχὴν τῆς διαιρέσεως τῆς ἐξουσίας, ἐζήτει νὰ μένῃ ἕκαστος ἐντὸς τοῦ καθήκοντός του, ἐντὸς τοῦ δικαιώματός του, ἀλλὰ τί ἐσκόπει ἡ πρὸς τ’ ἀνάκτορα ὀχλαγωγία; ὁ βασιλεὺς δὲν κυβερνᾷ, βασιλεύει, ἐκτελεῖ πιστότατα τὸ χρέος του, τὴν ὑπόσχεσίν του· πρὸς τί λοιπὸν οἱ συναθροισθέντες; πρὸς τί οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐνόμιζον, ὅτι ὑπηρετοῦν τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπαναστάσεως, νὰ καταφύγωσι πρὸς τὸν βασιλέα; τί ἐζήτουν παρ’ αὐτοῦ, προκειμένου περὶ ξένων καθηκόντων; Ἐν ὀνόματι λοιπὸν τῶν ἀρχῶν τῆς ἐπαναστάσεως διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς ὀχλαγωγίας κατ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, διότι ἐζήτησεν ν’ ἀναμίξῃ τὸν Βασιλέα εἰς ξένα καθήκοντα. Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ ὑπὸ τὴν ἄλλην ἔποψιν τὰ χθὲς ἐνεργηθέντα εἰσὶ λίαν κατακριτέα, διότι δὲν εἶχον τὸν χαρακτῆρα τῆς αἰτήσεως, ἀλλὰ τῆς ἁπλῶς σκοπὸν ἐχούσης νὰ ἐκβιάσῃ τὴν ἐξουσίαν, νὰ ἐνεργήσῃ παρὰ τὴν θέλησίν της. Εἶμαι λοιπὸν, Κύριοι, διὰ τοὺς δύω αὐτοὺς λόγους κατὰ τῶν χθὲς ἐνεργηθέντων· διότι, ὅταν ὑπάρχῃ πολιτεία κατεστημένη δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ λαὸς νὰ αὐτοδιοικῇ, δι’ ὀχλαγωγιῶν καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ συναθροίζεσθαι δὲν συνεπάγει τὸ δικαίωμα νὰ περιφέρωνται συσσωματωμένοι τινὲς καὶ νὰ ἐπιβάλλωσι τὴν θέλησίν των. Εἶπον ὁ λαὸς, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι παρευρέθησαν, καὶ εἰς αὐτοὺς βεβαίως δὲν ἐμπεριέχεται ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν· ὅ,τι ἐγένετο λοιπὸν χθὲς ἦτο παράνομον, ἦτον αὐτοδικία, ἡ ὁποία ὠθεῖ πρὸς τὴν ἀναρχίαν, διότι ἀναρχία εἶναι, ὅταν ἕκαστος δὲν ἐκτελῇ τὸ καθῆκόν του, δὲν μένει ἐντὸς αὐτοῦ, ἀλλὰ θέλῃ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην του παρανόμως. Ἀλλὰ τί πταίει ἡ ἐξουσία, λέγουν, εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα; Τί πταίει; ἐξ ὅσων σᾶς εἶπον βλέπετε ὁποῖαι αἱ ἐνέργειαί της ἐπ’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, βλέπετε, ὅτι οἱ φίλοι της κατέχουν τὴν πρώτην θέσιν, ὅτι οἱ σκοποί της οὕτω πραγματοποιοῦνται. Ἀλλὰ εἰς τί χρησιμεύει ἡ ἐξουσία; ὅταν ὥρας ὁλοκλήρους περιτρέχῃ τὰς ἀγυιὰς μία συνάθροισις λαοῦ, προσέρχεται πρῶτον εἰς τὰς ὑπουργικὰς οἰκίας, ἀναχωρῇ κατόπιν, διευθύνεται εἰς τὰ ἀνάκτορα καὶ ζητῇ τὴν θέλησίν της, καὶ αὐτὴ οὔτε φαίνεται· ποῦ ἦτο τότε ἡ ἐξουσία; Τί ἔκαμνεν; Εἰς τί χρησιμεύει λοιπὸν ἡ ἐξουσία; Καὶ, Κύριοι, τὴν ἀρετὴν τοῦ λαοῦ μὴ ἀντιποιεῖσθε, μὴ θέλῃ κανεὶς νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὴν ἀρετὴν καὶ τὴν ἠθικότητα αὐτοῦ. Χθὲς ὁ λαὸς ἐφέρθη εἰρηνικώτατα, ἠδύναντο ὅμως νὰ εὑρεθῶσι καὶ ἐγκληματίαι ἐντὸς αὐτοῦ· ποία ἡ ἐγγύησις, ποία ἡ ἀσφάλεια, ὅτι δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἐκτελεσθῇ ἔγκλημά τι στυγερόν; ποῦ ἦτο ἡ ἐξουσία μὲ τὴν ἀστυνομίαν της, μὲ τοὺς χωροφύλακάς της, μὲ ὅλας τὰς ἀρχάς της; εἰς τί ἤθελε χρησιμεύσει ἐρχομένη κατόπιν; Ποῦ εἶναι ἐρωτῶ ἡ προληπτικὴ ἐνέργεια τῆς ἐξουσίας; Τί πταίει ἡ διοίκησις καὶ ἐξουσία ἐρωτῶσι; Πταίει, διότι ἡ ἀστυνομία δὲν πρέπει νὰ συνοδεύῃ τὴν ὀχλαγωγίαν, δὲν πρέπει νὰ συγκάθηται μὲ τοὺς ὀχλαγωγούς, διαλύει αὐτοὺς, ἄλλως δὲν ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν της.
§85ΖΕΡΒΑΣ. Ἦσθε ὑπουργὸς ἐπὶ Δημητριάδου· πῶς διεκόψατε τὴν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας ὀχλαγωγίαν;
§86ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πῶς νὰ διαλύσῃ τὴν ὀχλαγωγίαν; δὲν ἠδύνασθε, λέγετε, διὰ τῆς βίας· ἀπαντῶ διὰ τῆς ἠθικῆς δυνάμεώς της· δὲν ἔχετε ἠθικὴν ὑπόληψιν εἰς τὸν λαὸν, ἢ δὲν σᾶς ἀκούει; Τί χρησιμεύετε λοιπόν; πρὸς τί κάθησθε; ἂν νομίζετε, ὅτι εἰς πᾶσαν πρᾶξιν πρέπει νὰ ἔχετε βίαν τοὺς χωροφύλακας βοηθοὺς, τότε δὲν εἶσθε ἐξουσία, ὡς τὴν ἐννοοῦν εἰς τὰς εὐνομουμένας πολιτείας, τὴν ἐξουσίαν πρέπει νὰ τὴν σέβηται ὁ λαὸς καὶ εἰς τὴν πρόσκλησίν της νὰ ὑπακούῃ· ἂν δὲν ἦσθε ἱκανοὶ, οὔτε ἐντὸς τῆς πρωτευούσης νὰ διαλύετε τὰς ὀχλαγωγίας, ἂν ἀφίνετε νὰ τρέχουν οἱ ὀχλαγωγοὶ ὅπου θέλουν, νὰ τελειώνουν τὸ ἔργον των, κ’ ἔπειτα νὰ ἀναχωροῦν, νὰ διαλύωνται, ὅταν τοὺς ἀρέσῃ, τότε εἰς τί μᾶς χρησιμεύετε; Τί δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν; Ὁ λαὸς ποίαν δύναται νὰ ἔχῃ βεβαιότητα, ὅτι δύναται νὰ ᾖναι ἀσφαλὴς (γέλως). Γελᾶτε ὅσον θέλετε, εὔχομαι ὅμως νὰ μὴ σᾶς κάμουν ποτὲ νὰ μετανοήσητε αὐτοὶ οἱ γέλωτες· καταδικάζω τὰς ὀχλαγωγίας, ἀλλ’ ἐννοῶ καὶ τὴν ὀχλαγωγίαν, ἐννοῶ τὴν διαδήλωσιν ἐπὶ Ὄθωνος, διότι τὰς διαδηλώσεις ἐκείνας καθηγίασεν ἡ δεκάτη ὀκτωβρίου. Ἠννόησα τὰς διαδηλώσεις ἐπὶ ἐπαναστάσεως, διότι εἴμεθα εἰς ἐποχὴν ἐπαναστατικὴν, ἀλλὰ μετὰ τριάκοντα ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς νέας Βασιλείας, μετὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν Συνταγ. Κυβερνήσεως ἐν Ἑλλάδι, τί ἠννόουν αἱ διαδηλώσεις; Τί ἐννοεῖ ὁ λαὸς ἐξεγερθείς; Δὲν ἐξετελέσατε σεῖς τὸν νόμον καὶ τὸ καθῆκόν σας, καὶ μετέβη ὁ λαὸς εἰς τὸν βασιλέα νὰ παραπονεθῇ; πρὸς τί ἡ διαδήλωσις αὕτη; Ἡ Κυβέρνησίς σας ἔχει ὅλην τὴν δύναμιν, τὸ ὑπουργεῖον κυβερνᾷ ἀληθῶς, διότι ὁ βασιλεὺς βασιλεύει μόνον καὶ ἐντὸς τοῦ ὀλίγου αὐτοῦ διαστήματος εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀνέχεται ὀχλαγωγίας ἐκ μέρους τινῶν τῆς πρωτευούσης! καὶ διὰ τί; διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὰ παράπονα τὰ προελθόντα λόγῳ τῆς προσβολῆς ἐκ μέρους τοῦ ἀξιωματικοῦ πρὸς τὸν πολίτην· ὁ λαὸς λοιπὸν δὲν ἐμπιστεύεται εἰς τὴν ἐνέργειάν σας, εἰς τὴν ἀμεροληψίαν σας· ἀλλ’ ἐὰν ὁ λαὸς αἰσθάνεται ἀνάγκας, τῶν ὁποίων τὴν θεραπείαν ἀπαιτεῖ, σεῖς οἱ ὑπουργοὶ οἱ λεγόμενοι συνταγματικοὶ, οἱ καθ’ ὑπόθεσιν ἀντιπροσωπεύοντες τὴν κοινὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ἡ πλειοψηφία, δὲν ἠσθάνθητε τῷ ὄντι αὐτὰς τὰς ἀνάγκας τὰς πολιτικὰς καὶ κοινωνικάς; ἢ δὲν ἠδυνήθητε νὰ τὰς πραγματοποιήσετε καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν ἔκνομον συνδρομὴν τοῦ λαοῦ; ἐὰν οὕτως ἔχωσι τὰ πράγματα, ἄλλο ἦτο τὸ χρέος σας, καὶ ἀπορῶ διατὶ κάθησθε εἰς τὴν ἐξουσίαν. (θόρυβος).
§87ΜΑΚΡΗΣ. .. (θόρυβος)...
§88ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν, Κύριοι, ἐπιζητῶμεν τὴν ἐξουσίαν μὲ τὴν θυσίαν τῶν δημοσίων συμφερόντων, χθὲς ἀκόμη ἐῤῥίπτομεν τὸ ὑπουργεῖον, ὅτε καὶ σεῖς ἀκόμη κατεψηφίσατε (θόρυβος), ἐκτὸς Κύριοι, ἂν ἐννοῆτε καὶ σεῖς, ὅ,τι ἐννοοῦσεν ἀπὸ τοῦ βήματος εἷς τῶν Κυρίων Ὑπουργῶν ἰσχυριζόμενος, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας τάξεως, περὶ οὗ ἐπρόκειτο, δὲν ἀπέβλεπεν διόλου τὸ ὑπουργεῖον, καὶ ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἐνδιαφέρεται, καὶ ἂν τῷ ἐπιβάλετε ἀπόφασιν ἐναντίαν τῆς δημοσίας τάξεως. Ἂν Κύριοι, νομίζετε, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποστολὴ τοῦ ὑπουργείου, ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον ζητήσῃ ἓν μέτρον, λόγῳ, ὅτι ἡ δημοσία τάξις ἄνευ αὐτοῦ κινδυνεύει, καταστρέφεται, ὡς ἔλεγον, καὶ ὅμως σεῖς τὸ ἀποῤῥίψητε, ἐὰν δὲ καὶ μετὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν αὐτὴν τὸ ὑπουργεῖον δύναται νὰ μένῃ εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων, ἐγὼ τότε δὲν ἐννοῶ ὁποία ἡ συνταγματικὴ κυβέρνησις, ὁποία ἡ ἀποστολή της· ὅθεν δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐψηφοφορήθησαν ἐσχάτως, δὲν ἦσαν καθαρῶς ὑπουργικὰ, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἀπεβλέψαμεν εἰς ἄλλο εἰμὴ εἰς τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας. Τελειόνων, Κύριοι, προσθέτω ὅτι ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ προασπίσῃ τὴν δημόσιον ἡσυχίαν καὶ τάξιν εἰς τοιοῦτον ζήτημα, ὁποῖον τὸ προκείμενον ἀφοῦ ἐφέρθη ἐνώπιόν της, δὲν πρέπει νὰ μὴ ἐκφράσῃ καθαρῶς καὶ ῥητῶς τὴν γνώμην της, τὴν πεποίθησίν της, δὲν πρέπει νὰ μὴ διακηρύξητε τὴν ἀποδοκιμασίαν της κατὰ τῶν παρεκτραπέντων, δὲν πρέπει Κύριοι, νὰ μὴ ἐκφράσῃ, ὅτι ἀποδοκιμάζει καὶ ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἐπαναληφθῶσιν, ὅσα κατὰ δυστυχίαν εἴδομεν χθὲς γενόμενα.
§89ΑΓΓΕΛΙΝΙΔΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ὅταν ἀνεφέρθην εἰς τὸν κ. Πρόεδρον νὰ σημειώσῃ τὸ ὄνομά μου διὰ νὰ λάβω τὸν λόγον, ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, ὑπ’ ὄψιν εἶχον αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, τοῦτ’ ἔστι τὰ χθὲς διαδραματισθέντα ἐν τῇ πόλει ταύτῃ καὶ τὴν διαγωγὴν, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ἡ ἐξουσία· ὁ προαγορεύσας ἀξιότιμος Κύριος πληρεξούσιος Κουμουνδοῦρος λαβὼν τὸν λόγον ἐξετάθη εἰς μίαν ἀρκετὰ διεξοδικὴν πολιτικὴν περιπολίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν δύναμαι, οὔτε τὴν διάθεσιν ἔχω νὰ τὸν παρακολουθήσω· ἐγὼ θέλω περιορισθῆ, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ κυρίου θέματος, ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου Κ. Πετιμεζᾶ· ἐπ’ αὐτοῦ μόνον θέλω ν’ ἀναφέρω εἰς ὑμᾶς ἐν συνόψει τὰ χθὲς συμβάντα· καὶ ἡ ἀφήγησίς μου αὕτη εἶναι ἱκανὴ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα. Κύριοι, ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι ὁ δημοσιογράφος Σ. Καρύδης ἐν τῷ τελευταίῳ φύλλῳ τῆς ἐφημερίδος «τὸ Φῶς» ἀπέτεινε μερικὰς συμβουλὰς πρὸς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα ὡς πρὸς τὴν διαγωγὴν ἀνθρώπων τινῶν ἐχόντων ὑπηρεσίαν εἰς τὰ ἀνάκτορα, πρέπει νὰ λέγωμεν καθαρὰν τὴν ἀλήθειαν.
§90ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ. Ἂν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ᾖναι ἐπιβλαβεῖς, τὸ ὑπουργεῖον διατὶ δὲν ἐζήτησε τὴν ἀπομάκρυνσίν των;
§91ΑΓΓΕΛΙΝΙΔΗΣ. Σᾶς ἀπαντῶ, Κύριε Ζιμβρακάκη, ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅτι θέλω κάμει μίαν σύντομον ἀφήγησιν τῶν συμβεβηκότων, δὲν ἀντιπροσωπεύω τὸ ὑπουργεῖον, δὲν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος αὐτοῦ διὰ νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Λοιπὸν, Κύριοι, ἡ συμβουλὴ, τὴν ὁποίαν ὁ δημοσιογράφος αὐτὸς ἔδωκεν, ἠρέθισε τὴν χολὴν τοῦ υἱοῦ τοῦ Αὐλάρχου, Ἀλεξάνδρου Σούτσου, καὶ ὑπῆγε τὴν προτέραν καὶ ἐζήτησεν ἐξηγήσεις ἀπὸ τὸν Καρύδην, ὁ Καρύδης, εἶπεν, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἔγραψε, τὸ ἔγραψεν ἐν πεποιθήσει νομίζων, ὅτι εἶναι τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς δημοσιογράφος ν’ ἀντιπροσωπεύῃ, ἔκαμε περὶ τούτου μερικὰς ἐξηγήσεις καὶ ὁ Καρύδης τὸν εἶπεν, ἂν νομίζητε, ὅτι προσέβαλον ἢ σᾶς ἢ τὸν πατέρα σας ἰδοὺ τὰ δικαστήρια. Ἀπῆλθεν ὁ Ἀλέξανδρος Σοῦτσος καὶ ὁ Καρύδης ἐνόμισεν, ὅτι πλέον ἐτελείωσεν αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἀλλ’ ἐχθὲς Κύριοι, ἐνῷ ὁ Καρύδης εἰργάζετο ἥσυχος ἐν τῷ γραφείῳ του, ἐν τῇ οἰκίᾳ, ἐν τῷ μικρῷ φρουρίῳ, ἐν τῷ ἀσύλῳ του, παρουσιάσθη αὐτὸς ὁ Ἀλέξανδρος Σοῦτσος, συνοδευόμενος ἀπὸ ἕνα ἢ δύω, ἂν δὲν λανθάνωμαι, ἐπιπίπτει ἀμέσως κατ’ αὐτοῦ· ὁ Καρύδης πίπτει ἀπὸ τὸ κάθισμά του· ὁ Ἀλέξανδρος Σοῦτσος προσπαθεῖ νὰ ἐφελκύσῃ τὸ ξίφός του· τότε ἡ μήτηρ καὶ ἡ ἀδελφὴ τοῦ Καρύδη ἔρχονται εἰς χεῖρας μετ’ αὐτοῦ, τραυματίζει καὶ τὰς γυναῖκας καὶ ἀπέρχεται εἰς τὴν μεγάλην ὁδὸν τοῦ Αἰόλου ὁ ἄνθρωπος οὗτος θρασὺς καὶ ἀγέρωχος διὰ τὸ κατόρθωμά του· ὁ λαὸς ὁ πέριξ τῆς οἰκίας τοῦ Καρύδη λαμβάνει γνῶσιν τοῦ κακοῦ καὶ ἐρεθίζεται. Ἐν τῷ διαστήματι αὐτῷ αἱ γυναῖκες ἐξέρχονται ἐκ τοῦ ἐξώστου, θρηνοῦσαι, κλαίουσαι, δεικνύουσαι τραύματα, καὶ τὸ γεγονὸς τοῦτο δικαίως σύρει τὴν ἀγανάκτησιν τῶν παρευρεθέντων. Ὁ Καρύδης, κατέρχεται τῆς οἰκίας του καὶ νομίζει, ὅτι πρέπει ν’ ἀπευθυνθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι τὸ ἔγκλημα ἔγεινε, διεπράχθη ἀπὸ πρόσωπον, ὡς σᾶς προανέφερα, ἀπὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον κατέχει εἰς τὴν κοινωνίαν μίαν τάξιν καὶ ἀπὸ λόγον πολιτικόν. Δὲν ἐξύβρισε τὸν Ἀλέξανδρον Σοῦτσον ὁ Καρύδης ὡς ἄτομον, δὲν ἐξύβρισεν ὁ Καρύδης κἀνένα ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ ἀγανακτήσει του ὡς ἄτομον ἦλθε νὰ ἐκδικηθῇ βαναύσως κακῶς κατ’ αὐτοῦ. Ὁ λαὸς λοιπὸν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐξεγείρεται καὶ εἶχε δίκαιον νὰ ἐξεγερθῇ· κατὰ τὴν ἀγανάκτησίν του, παρακολουθεῖ τὸν Καρύδην, ἀπερχόμενον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔτυχε νὰ εὑρεθῶ αὐτόπτης, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ Καρύδης κατέβη τοῦ ὀχήματος καὶ ἀπευθύνθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὁ Καρύδης ἀνέβη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· ὁ λαὸς ὁ συνοδεύσας ἔμεινε βωβὸς καὶ ἄλαλος, οὐδεμίαν λέξιν ἐξεφώνησεν, οὐδὲν ὀχλαγωγικὸν κίνημα ἐπεχείρησεν, οὐδεμία ἀταξία, οὐδεμία παράβασις τοῦ νόμου ἔγεινεν. Ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας Κύριος Καραγιαννόπουλος ἔφθασε καὶ κατέλαβε τὴν θύραν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ διὰ προτροπῶν λογικῶν, ἡσύχων καὶ καταλληλοτάτων ἔκαμεν, ὥστε ἡ συνάθροισις αὕτη νὰ διαλυθῇ, καὶ ὁ καθεὶς ἀπῆλθεν εἰς τὰ ἴδια. Ἀλλὰ τὶ συνέβη, Κύριοι; συνέβη μία μεγαλητέρα συνάθροισις τοῦ λαοῦ, ἥτις ἔφθασε μέχρι τῶν προπυλαίων τῶν Ἀνακτόρων· ἂς ἐξετάσωμεν καὶ τοῦτο, καὶ συγχρόνως νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὴν ἐκεῖ διαγωγὴν τῆς ἐξουσίας· ὁ θρασὺς καὶ τολμηρὸς Ἀλεξ. Σοῦτσος περιφρονήσας ἀσυστόλως τὸν νόμον, ὁ περιφρονήσας, ἂν θέλετε Κύριοι, καὶ κἄτι τι περισσότερον, διότι τὸ ἔγκλημα ἔγεινε κατὰ δημοσιογράφου, ὁ ὁποῖος πολλὰ ὑπέστη χάριν τῆς πατρίδος, χάριν τῶν νέων ἰδεῶν, χάριν τῆς μεταπολιτεύσεως, ὁ Ἀλεξ. Σοῦτσος ἀνέβη ἐπὶ ὀχήματος, διέρχεται τὴν ὁδὸν, τὴν ἄγουσαν πρὸς τὰ Πατήσια, τὸν πλησιάζει ὁ Λοχαγὸς Κ. Μπὸν, κατὰ διαταγὴν τοῦ Φρουράρχου, κατὰ διαταγὴν τῆς ἐξουσίας, τὸν προσκαλεῖ νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ, ἀλλὰ παραβλέπων τὰς διαταγὰς τοῦ ἀνωτέρου του δὲν ὑπακούει εἰς αὐτόν. Ὁ λαὸς ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸ πρῶτον, ἔχων ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ δεύτερον ἐξεγείρεται, χλευάζει τὸν Ἀλέξανδρον τὸν Σοῦτσον· ὁ Ἀλεξ. ὁ Σοῦτσος, καίτοι προτρεπόμενος παρὰ τοῦ Μπὸν, προτρεπόμενος ἀργότερα ὀλίγον ἀπὸ τὸν ὑπαστυνόμον Γοννατῶν, ὅστις ἔφθασε εἰς τὴν οἰκίαν του, νὰ μείνῃ ἐντὸς τῆς οἰκίας ἢ νὰ προσέλθῃ εἰς τὸ φρουραρχεῖον ἀπὸ ὁδὸν ἀπόκεντρον, διὰ νὰ μὴ φέρῃ σκάνδαλον εἰς τὸν λαὸν, διὰ νὰ μὴ παρατείνῃ ἔτι πλέον τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ λαοῦ, ὁ Ἀλεξ. Σοῦτσος δὲν ὑπακούει, ἐπιμένει καὶ ἔρχεται εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ πανεπιστημίου, καὶ ὁ Ἀλ. Σοῦτσος τί κάμνει Κύριοι; διότι μέρος τῶν παρευρεθέντων ἐκεῖ φοιτητῶν, καὶ ἄλλοι ἔδωκαν σημεῖον ἀποδοκιμασίας τῆς διαγωγῆς του, ἐπιπίπτει κατ’ αὐτῶν, κτυπᾷ δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ διὰ τοῦ ξίφους, πληγόνει μερικοὺς καὶ τότε, Κύριοι, καταντᾷ ἡ ὑπόθεσις σπουδαία, τότε γίνεται ἡ συνάθροισις μεγαλητέρα, τότε λιθοβολισμὸς... τότε παρακολουθοῦν, τὸν διώκουν, οὕτως εἰπεῖν, τὸν Ἀλεξ. Σοῦτσον, ὥστε φθάνει καὶ σώζεται εἰς τὸ Φρουραρχεῖον, ἀλλ’ ὁ λαὸς ἀφ’ ἑνὸς, οἱ ἄνθρωποι ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ Ἀλέξ. ὁ Σοῦτσος παρηνόμησεν, ὡς προανεφέραμεν, ὅστις ὤφειλεν ὡς ἐκ τῆς ἀνατροφῆς του καὶ ἐκ τῆς κοινωνικῆς τάξεως νὰ ᾖναι τὸ πρότυπον τοῦ σεβασμοῦ τῶν νόμων καὶ τῆς πειθαρχίας τῆς στρατιωτικῆς, διότι καὶ ταύτην παρεβίασεν, ὁ λαὸς Κύριοι! ἐν τῇ ἐξάψει, ἐν τῇ ἀγανακτήσει του καὶ ἐν τῇ παραφορᾷ του φθάνει μέχρι τῶν προπυλαίων τῶν ἀνακτόρων· τί δὲ ἔπραξεν ὁ λαὸς φθάσας ἐκεῖ, ποῖον τὸ ἔγκλημα, ποία ἡ ἀταξία; ἐζητωκραύγασεν, ἐφώναξε — ζήτω ὁ Βασιλεὺς, ἐπρόφερεν ἐν τῇ ἀγανακτήσει του καὶ κάτι τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἴπῃ, διατί; διὰ τὴν σχέσιν τοῦ ἐγκληματίσαντος πρὸς πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ὡς ἀνέφερον ἔμεινεν ἐν τῷ μεγάλῳ ἐκείνῳ οἴκῳ ἐν τοῖς ἀνακτόροις. Ποῖον λοιπὸν τὸ ἔγκλημα τοῦ λαοῦ, πῶς ἔπρεπεν ὁ λαὸς αὐτὸς νὰ διαλυθῇ; ὁ λαὸς αὐτὸς ὁ ὁποῖος οὐδὲν κακὸν ἔπραξεν, ὁ λαὸς αὐτὸς ὁ ὁποῖος, ὡς σᾶς προανέφερον, εὑρέθη εἰς αὐτὴν τὴν δικαίαν ἀγανάκτησιν νὰ ἐκφράσῃ οὕτω πως εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα μίαν ἰδέαν, μίαν εὐχήν· ἔπρεπεν ὁ λαὸς αὐτὸς νὰ διαλυθῇ διὰ τῶν ὅπλων, διὰ τῆς βίας; ὄχι βεβαίως. Ὁ λαὸς αὐτὸς διελύθη διὰ τῶν προτροπῶν τοῦ ἀστυνόμου, διὰ τῶν προτροπῶν τοῦ ὑπασπιστοῦ Βότσαρη, τοῦ ὑπασπιστοῦ Σταματέλλου καί τινων ἄλλων παρευρεθέντων ἐκεῖ καὶ τοῦ φρουράρχου. Λοιπὸν ὁ λαὸς, ὁ ὁποῖος ὡς προανέφερον, οὐδὲν κακὸν διέπραξεν — ἡ συνάθροισις αὕτη, ἡ ὁποία δὲν ἐξώκειλεν ἤδη εἰς κανὲν κακὸν, ἡ ὁποία δὲν ἐπέφερε καμμίαν βλάβην, οὔτε εἰς ἄτομα, οὔτε εἰς τὴν κοινωνίαν ὁλόκληρον, καὶ διελύθη ὅπως διελύθη χωρὶς νὰ ἀφήσῃ κανὲν ἴχνος ἀταξίας, ἐγκλήματος, τί ἔπραξεν αὐτὸς ὁ λαός; τίποτε· ποία ἦτο ἡ διαγωγὴ τῆς ἐξουσίας εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν; ἡ ἐξουσία ἔκαμεν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ κάμῃ πᾶσα ἄλλη ἐξουσία καὶ πᾶν ἄλλο πρόσωπον εὑρισκόμενον εἰς τὴν ἐξουσίαν κατὰ μίαν τοιαύτην περίστασιν. Κύριοι! ἂν ὑπάρχωσιν ἀποδείξεις ὅτι ἡ ἐξουσία εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν ὁπωσδήποτε ἔλαβε μέρος ὑπὲρ τῆς διερεθίσεως τοῦ λαοῦ, τότε λέγω, ἂν ὑπάρχῃ μία τοιαύτη ἀπόδειξις, πρῶτος ἐγὼ ῥίπτω τὸν λίθον κατὰ τῆς ἐξουσίας· ἀλλὰ Κύριοι, τοιαύτη ἀπόδειξις δὲν ὑπάρχει, καὶ λέγω, ὅτι δὲν ὑπάρχει, διότι τοὐλάχιστον δὲν προσήχθη ἐνώπιόν μου· τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ὁ Κ. Πετιμεζᾶς σᾶς ἀνέφερε διὰ νὰ ἐνοχοποιήσῃ τρόπον τινὰ τὴν ἀστυνομίαν, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ καταλληλοτέρα ἀρχὴ, τὸ καταλληλότερον ὄργανον τῆς ἐξουσίας ἐπὶ τοῦ προκειμένου, σᾶς εἶπεν ὅτι εἶδε τὸν κύριον διευθυντὴν τῆς ἀστυνομίας ἐν τῷ μέσῳ τοῦ πλήθους· Ἀλλὰ, κύριοι, ἐὰν δὲν ἔβλεπε τὸν ἀστυνόμον ἐν τῷ μέσῳ τοῦ πλήθους, τότε τοῦτο θὰ ἦτο ἀποχρῶσα αἰτίασις κατὰ τοῦ ἀστυνόμου· ἐὰν τὰ ὄργανα τῆς ἀστυνομίας ἢ τοῦ φρουραρχείου ἔμενον εἰς τὰ καταστήματα αὐτῶν ἀδιάφορα καὶ ὑπνώττοντα, τὸ ἐννοῶ, ὅτι ἦτο δικαία αἰτίασις, ἀλλὰ διὰ νὰ ᾖναι ὁ ἀστυνόμος ἐν τῷ μέσῳ τοῦ πλήθους, διὰ νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ γεγονότα ὅπως ἀληθῶς ὑπῆρξαν, τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι κατηγορία κατὰ τοῦ ἀστυνόμου, εἶναι μάλιστα ὑπεράσπισις, εἶναι ἔπαινος, διότι ὁ ἀστυνόμος εὑρίσκετο μὲ τὰ ὄργανά του παρὼν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ πλήθους ἀποτρέπων μέχρις ὅτου κατώρθωσε τὴν διάλυσίν του. Κύριοι, φρονῶ, ὅτι οἱ θελήσαντες σήμερον νὰ κατηγορήσουν τὴν διαγωγὴν τῆς ἐξουσίας, ἐὰν εἶχον νὰ μᾶς παρουσιάσουν ἄλλα μέσα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα παρουσίασαν, ἂς ᾖναι πλέον παραβέβαιοι, ὅτι ἤθελον εὕρει πολλοὺς νὰ τοὺς ἀκολουθήσωσιν· ἐγὼ τοὐλάχιστον ὁ ὁποῖος ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀπασχολῶ τὴν ὥραν ταύτην, ἂς ᾖναι βέβαιοι οἱ κύριοι προλαλήσαντες καὶ οἱ μετ’ αὐτῶν, ὅτι ἤμην ὁ πρῶτος, ὅστις ἤθελε τοὺς παρακολουθήσει· ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πολλάκις ἐπηρεαζόμεθα ἀπὸ φατριασμὸν, τοῦτο εἶναι ἀλήθεια, εἶναι ὅμως καὶ περιστάσεις κύριοι, κατὰ τὰς ὁποίας τις ἐκπληρῶν εὐσυνειδότως τὸ καθῆκόν του ὀφείλει νὰ ἐξέρχεται τοῦ στενοῦ κύκλου αὐτοῦ τοῦ φατριασμοῦ καὶ νὰ λέγῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἀλήθειαν. Ἡ ἀλήθεια, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ἡ προεκτεθεῖσα, εἶναι γεγονότα, τὰ ὁποῖα σχεδὸν ὅλοι ἡμεῖς ἀντελήφθημεν, ἑπομένως αὐτὰ τὰ γεγονότα, ἐξηγοῦντες εἰς τὴν φυσικήν των κατάστασιν δὲν δυνάμεθα νὰ μεμφθῶμεν τὴν διαγωγὴν τῆς ἐξουσίας εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν, καὶ συνεπῶς εἰς ὅλα ὅσα εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀναφέρω κηρύττομαι ὑπὲρ τῆς διαγωγῆς τῆς κυβερνήσεως.
§92ΘΡ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι! εὑρίσκομαι εἰς θέσιν πραγματικῶς παράδοξον, δὲν συμφωνῶ μέ τινα ἐκ τῶν προλαλησάντων, οὐδὲ μὲ τὸν Κ. ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης. Εἶναι δὲ ὅλως διόλου περιττὸν νὰ ἀποκρούσω θεωρίας, τὰς ὁποίας ἦλθον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ὑποστηρίξουν, δηλονότι τὸ δίκαιον τῆς ὀχλαγωγίας. Εἶναι, Κύριοι, ἀνάξιον τῆς Συνελεύσεως ἡ συζήτησις τοιούτων θεωριῶν· ἄλλο εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ καθιερώσῃ τὸ νέον πολίτευμα, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι καθιερωμένον εἰς ἄλλα ἔθνη συνταγματικὰ, καὶ ἄλλο εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ ὀχλαγωγεῖν, καὶ τοῦ διὰ τῶν ὀχλαγωγιῶν ἀπειλεῖν τὴν νόμιμον ἐξουσίαν. Ὅ,τι Κύριοι, χθὲς ἔλαβεν χώραν δὲν ἦτο συνάθροισις εἰρηνικὴ καὶ ἥσυχος. Ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος ἀνέπτυξε καθαρὰ καὶ εὐκρινῶς καὶ ἀληθῶς τὸν χαρακτῆρα τῆς χθεσινῆς συναθροίσεως· ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ συνάθροισις αὕτη εἶχε σκοπὸν ἀπειλητικὸν καὶ τοιοῦτος ἦτον ὁ σκοπὸς τῆς συναθροίσεως ταύτης κατὰ τὴν ὁμολογίαν αὐτοῦ τοῦ πρὸ ὀλίγου καταβάντος τὸ βῆμα τοῦτο· διὰ τῆς βροντώδους φωνῆς του σᾶς εἶπεν, ὅτι τινὲς συνηθροίσθησαν εἰς τὰ ἀνάκτορα, δὲν συνηθροίσθησαν μόνον διὰ τὴν ἀπαίτησιν τῆς τιμωρίας ἑνὸς ὑπὲρ τοῦ ὁποίου οὐδεμία φωνὴ δύναται νὰ ὑψωθῇ ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως διὰ νὰ τὸν ὑπερασπίσῃ, διότι Κύριοι, ὅλοι ἐν γένει ἀποδοκιμάζομεν, καὶ κατακρίνομεν τὴν πρᾶξιν ἑνὸς ἀξιωματικοῦ τοῦ στρατοῦ, ἐπιτεθέντος κατὰ πολίτου, καὶ μάλιστα κατὰ δημοσιογράφου. Σᾶς εἶπεν ὁ Κ. Ἀγγελινίδης, ὅτι τινὲς συνηθροίσθησαν καὶ ἐφώναξαν καὶ κάτι ἄλλο. Αὐτὸ τὸ κάτι ἄλλο σᾶς ἀπέδειξε τὸν ἀληθῆ χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος ἔδωκεν εἰς τὴν χθεσινὴν συνάθροισιν. Μὴ ζητῶμεν λοιπὸν νὰ ἀποδείξωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ χθεσινὴ συνάθροισις δὲν εἶχέ τι ἔκνομον. Δὲν θέλουσι ποτὲ δυνηθῆ νὰ τὸ ἀποδείξουν· ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἠθέλησαν νὰ τὴν παραστήσουν, ἦτο συνένοχος τῶν τοιούτων κινημάτων; τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν δύναμαι νὰ πεισθῶ ποτε, ὅτι κυβέρνησις δύναται νὰ λάβῃ μέρος εἰς ὀχλαγωγικὰ κινήματα πρὸς ἐκτέλεσιν ὁποιουδήποτε σκοποῦ καὶ ἁπλὰ τεκμήρια, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον, ὅτι δῆθεν ὑπάλληλοί τινες ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ὀχλαγωγίαν αὐτὴν, κατ’ ἐμὲ δὲν εἶναι ἀρκοῦσα ἀπόδειξις, διὰ νὰ ἐνοχοποιήσωσι τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν συμφωνῶ λοιπὸν μὲ τὸν Κ. Κουμουνδοῦρον ὡς πρὸς τοῦτο· ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ οὔτε μὲ τὸν Κύριον ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης, ὅστις μᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ κίνημα, δὲν εἶχε σπουδαῖον χαρακτῆρα. Πῶς Κύριοι, τίνα ἄλλον σπουδαιότερον χαρακτῆρα ζητοῦν; Συνάθροισις πολιτῶν ὀλίγων ἔλαβε χώραν εἰς τὰ ἀνάκτορα, αὕτη δὲ ἀπετάνθη πρὸς τὸν Βασιλέα, πρὸς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, ὅστις κατὰ τὸ πολίτευμά μας εἶναι ἀνεύθυνος· ποίαν Κύριοι, νόμιμον ὑπόστασιν εἶχεν ἡ συνάθροισις αὕτη; Τί Κύριοι; ὁ ἀνώτατος ἄρχων τῆς πολιτείας ὑπετέθη κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὡς φρούραρχος τῆς πρωτευούσης, ὡς ἀστυνόμος ἢ ὡς ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν; Τὸ σύνταγμα, Κύριοι, τὸν ἐκήρυξεν ἀνεύθυνον· ἀπὸ τῆς στιγμῆς δὲ, καθ’ ἣν ὁ ἐκλεκτὸς τῶν Ἑλλήνων ἐπάτησε τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος ἔδειξε τὸ σέβας του πρὸς τὰς συνταγματικὰς θεσμοθεσίας· ἐσύστησε Κυβέρνησιν συνταγματικὴν, καὶ ἔμεινε ξένος ἐντελῶς τῆς διοικήσεως, ὅλη δὲ ἡ Κυβέρνησις ἀνετέθη εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ συνάθροισις ποῖον λόγον εἶχε νὰ ἀποτανθῇ πρὸς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα; Κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην, εἶναι λυπηρὸν νὰ τὸ ἀναφέρῃ τις, ὁ ἀνώτατος ἄρχων εὑρέθη μόνος ἐν τοῖς ἀνακτόροις· σᾶς τὸ εἶπεν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθέστατον. Δὲν θέλετε λοιπὸν δυνηθῇ νὰ μᾶς ἀποδείξητε, ὅτι ἡ συνάθροισις αὕτη ἦτο ἐντὸς τοῦ νόμου· διότι εἰς τὴν δοξασίαν σας αὐτὴν ἀντιθέτομεν αὐτὴν τὴν θεμελιώδη θεσμοθεσίαν αὐτὸ τὸ σύνταγμα. Λοιπὸν, Κύριοι, ὅταν ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν ἦτον, ἐντὸς τοῦ νόμου, πρέπει νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη πρέπει νὰ τιμωρηθῇ, καὶ νὰ τιμωρηθῇ τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον πρὸ πάντων σήμερον, ὅταν ἀρχίζωσι νὰ λάβωσι χώραν τὰ τοιαῦτα, πρέπει νὰ τιμωρηθοῦν αὐστηρῶς παρὰ τοῦ νόμου· πρέπει νὰ τιμωρηθοῦν διὰ νὰ μὴ γεννηθῇ ἀρχὴ κακὴ καὶ ἀδικαιολόγητος· καθόσον οὐδεὶς λόγος δικαιολογεῖ τὴν συνάθροισιν τῆς χθές. Ἂν δὲ, Κύριοι, ἡ ἀντιπολίτευσις ἠθέλησε νὰ κατακρίνῃ τὴν διαγωγὴν τῆς κυβερνήσεως διὰ τὰ χθὲς διαδραματισθέντα.......
§93ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν, ὅτι καὶ κατὰ τοῦ ἐγκλήματος τοῦ υἱοῦ τοῦ Κ. Σκαρλάτου διετάχθη ἡ νόμιμος ἀνάκρισις, καὶ κατὰ τῶν ὀχλαγωγῶν ἐπίσης.
§94ΖΑΪΜΗΣ. Πολὺ καλά· καὶ ἂν λέγω, ἡ ἀντιπολίτευσις ἔφερε τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἠθέλησε νὰ ἐπιφέρῃ ἀδίκους αἰτιάσεις κατὰ τοῦ ὑπουργείου, πρέπει, Κύριοι, τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἀπολογηθῇ, διότι ἐφάνησαν πολὺ σπουδαῖαι αἱ αἰτιάσεις τοῦ Κ. Κουμουνδούρου· ἀλλὰ ἡ ὑπουργικὴ πλευρὰ ἂς μὴ νομίζῃ, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις καθέκαστην φέρει ζήτημα ὑπουργικόν. Ἐγὼ Κύριοι, ἀνήκων εἰς τὴν ὑπουργικὴν φάλαγγα, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω μίαν ἀλήθειαν, ἥτις φέρει τιμὴν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν.
§95ΒΑΣΣΟΣ. Δὲν τὸ παραδέχομαι.
§96ΖΑΪΜΗΣ. Εἰς ἐμὲ εἶναι ἀδιάφορον, ἂν ὁ Κ. Βάσσος δὲν τὸ παραδέχεται. Ὅταν ἦλθε στιγμή τις ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ ῥίψῃ τὸ ὑπουργεῖον, ἡ ἀντιπολίτευσις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν δὲν τὸ ἔπραξε· διότι ἀπέναντι τοῦ ἰδίου συμφέροντος προετίμησεν τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος, τὸ γενικὸν (εὖγε), καὶ ὅταν, Κύριοι, ἀνευρίσκῃ τις τοιαύτην ἀρετὴν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἔχει χρέος νὰ τὸ ὁμολογῇ, καὶ ἐγὼ σήμερον διότι ὑποστηρίζω τὸ ὑπουργεῖον, δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἀξιέπαινον τῆς ἀντιπολιτεύσεως διαγωγήν. Ἡ ἀντιπολίτευσις λοιπὸν ἡ ἐν τῇ Συνελεύσει ὄχι μόνον δὲν ἠθέλησεν εἰς ἔκνομα μέσα νὰ καταφύγῃ διὰ νὰ λάβῃ τὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ὁ βασιλεὺς ἐπάτησε τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου ἐπροτίμησε νὰ θυσιάσῃ τὸ συμφέρον της πρὸς ὑπεράσπισιν τοῦ γενικοῦ συμφέροντος τῆς πατρίδος. Ἂς μὴν ἔρχωνται καθεκάστην νὰ μέμφωνται τὴν ἀντιπολίτευσιν αὐτὴν, διότι ἔδειξε μετριοφροσύνην καὶ πατριωτισμὸν καὶ αὐταπάρνησιν. Δὲν εἶμαι σύμφωνος λοιπὸν μὲ τὴν ἀντιπολίτευσιν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθεσε, δὲν θεωρῶ δηλ. τὴν Κυβέρνησιν συνένοχον εἰς τὰ ὀχλαγωγικὰ κινήματα τῆς χθές· συμφωνῶ ὅμως μετ’ αὐτῆς εἰς τὸ νὰ θεωρήσω τὰ χθὲς διαδραματισθέντα ὡς προσβολὴν κατὰ τῶν νόμων, καὶ νὰ ζητήσω παρὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν αὐτῶν. Τελειόνων, Κύριοι προτείνω εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν νὰ ἐκφράσῃ τὴν ζωηρὰν αὐτῆς ἀποδοκιμασίαν διὰ τὰ χθὲς λαβόντα χώραν, καὶ συνάμα νὰ ζητήσω τὴν τιμωρίαν τῶν πρωτουργῶν τῶν σκηνῶν αὐτῶν.
§97ΚΑΛΟΣ. Κύριοι! Ἐὰν σκοπὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως σήμερον ἦτο νὰ δώσῃ ἰσχὺν εἰς τὸν νόμον, καὶ νὰ ἐνδυναμώσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως τιμωρῇ οἱανδήποτε παρεκτροπὴν, βεβαίως ἤθελε καταλήξει ἡ συζήτησις μετὰ τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης σᾶς ἔδωκεν, ὅτι καὶ τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην πρᾶξιν κατακρίνει ἡ ἐξουσία, καὶ διέταξεν ἀμφοτέρων τὴν καταδίωξιν. Ἀλλὰ, Κύριοι, σκοπὸς κύριος τῆς ἐπερωτήσεως ἦτο πῶς νὰ ἐπιτεθῇ πάλιν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἀντιπολίτευσις. Οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἀρνηθῇ τὸ τοιοῦτον, διαφεύγει πολὺ τὴν ἀλήθειαν. Ἰδίως ὁ ἐλθὼν δεύτερος εἰς τὸ βῆμα ἐκ τῶν ἀντιπολιτευομένων, σᾶς παρέστησε καθαρὰ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σήμερον ὄχι μόνον εἶναι ἀνίκανος νὰ Κυβερνήσῃ τὸν τόπον, ἀλλὰ καὶ συνένοχος εἶναι τῶν ὀχλαγωγιῶν. Ὅπως, Κύριοι, οἱ ἀποδίδοντες τὴν πρᾶξιν τοῦ Σούτσου εἰς τὸν πατέρα αὐτοῦ ἔχουν ἄδικον, τοιουτοτρόπως καὶ οἱ ἀποδίδοντες συνενοχὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ κίνημα τοῦ λαοῦ, ἀποτέλεσμα δικαίας ἴσως ἀγανακτήσεως, καὶ οἱονεὶ νόμιμον, ἔχουν ἄδικον.
§98ΠΟΛΛΟΙ. Τί εἶναι αὐτὸ τὸ οἱονεὶ νόμιμον;
§99ΚΑΛΟΣ. Ναὶ, Κύριοι, κατακρίνω καὶ ἐγὼ τὴν τελευταίαν φάσιν τῶν χθὲς διαδραματισθέντων· ἀλλ’ ἡ πρώτη φάσις αὐτῶν ἐξήγειρε τὸν λαὸν, οὐχὶ κατὰ τῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ κατὰ ἀτόμου ἀόπλου, ὅστις ἦλθεν εἰς ἐπίθεσιν διὰ λίθων ἢ δι’ ἄλλων ὀργάνων, ἀφ’ οὗ τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προσέβαλε τὸ ἄσυλον τοῦ πολίτου καὶ τοῦ νόμου, ἐπετέθη πάλιν κατὰ τῶν ἀόπλων πολιτῶν. Εὑρίσκει τὴν ἐνοχὴν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, ὡς καὶ ὁ πρῶτος λαλήσας, τῆς Κυβερνήσεως, διότι τὰ ὄργανα αὐτῆς, τὰ ἔχοντα τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρευρίσκωνται παντοῦ, καὶ πάντοτε, καὶ νὰ προλαμβάνουν πᾶσαν οἱανδήποτε πρᾶξιν, παρετηρήθησαν μεταξὺ τοῦ πλήθους. Καὶ πῶς, Κύριοι; Ἠθέλατε σεῖς ἡ ἐξουσία νὰ μένῃ ἀδιάφορος, καὶ ν’ ἀφήσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν ὁπωσδήποτε τὴν πτῶσιν τοῦ ὑπουργείου, νὰ λάβουν μετοχὴν εἰς κίνημα ὅλως ἁπλοῦν, ὅλως προσωπικὸν καὶ ἀθῶον καὶ νὰ τὸ μετατρέψωσιν ἐπὶ τὸ σοβαρώτερον; Παρέστη κατὰ καθῆκον ἡ ἐξουσία διὰ νὰ προλάβῃ πᾶν ὅ,τι ἦτον ἐκτὸς τοῦ νόμου. Ἵνα δὲ καταστήσῃ τοὺς λόγους του πιστοτέρους ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος ἀνέμιξε τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Μαστραπᾶ εἰς τὴν τοῦ Σούτσου· ἀλλ’ εἰς ὁποίαν ἀντίφασιν ἦλθεν αὐτὸς οὗτος τὸ ᾐσθάνετο, διότι ὑπομειδιῶν ἀπεδείκνυεν, ὅτι τοῦτο ἦτον πανούργημα δικηγορικόν· ἀφ’ ἑνὸς λέγει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προὐτίθετο διὰ τοῦ κινήματος ἐκείνου νὰ ἐπιτύχῃ σκοπὸν ἄλλον, τοὐτέστι τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ Αὐλάρχου, καὶ ἀφ’ ἑτέρου, σᾶς εἶπεν, ὅτι ἔπεισε τὸν ἀξιωματικὸν αὐτὸν νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τοῦ πολίτου· πῶς συμβιβάζεται τοῦτο; Ἡ Κυβέρνησις, σᾶς εἶπεν, ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος, οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἐπιδιώκει ἢ τὸ νὰ κατακρατῇ τὴν ἐξουσίαν, ταράττουσα ἀκόμη καὶ τὴν τάξιν. Καὶ ποῦ, Κύριοι, εὕρετε τὴν ἐξουσίαν ταράττουσαν τὴν τάξιν; διότι ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐνεργηθῇ καταδίωξις πράξεως, τὴν ὁποίαν σεῖς οἱ ἴδιοι ἐθεωρήσατε ἀξιόποινον; διότι ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος κατέκρινε τὰς προπετείας τοῦ στρατοῦ, εἶναι συνένοχος τῶν παρεκτροπῶν ἄλλων; Ἴσως ἐγὼ καὶ οἱ ψηφίσαντες κατὰ τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς τοῦ Κ. Μαστραπᾶ, εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν τὸ τοιοῦτον, καὶ ὄχι σεῖς (θόρυβος). Ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς ἔθεσε καθαρὰ τὸ ζήτημα, νὰ κατακριθῇ ἡ διαγωγὴ τῆς Κυβερνήσεως· οἱ ἄλλοι βλέποντες, ὅτι τοιαύτη δὲν ἦτον ἡ διάθεσις τῆς Συνελεύσεως, ἐζήτησαν νὰ κατακριθοῦν τὰ γεγονότα. Ἐὰν ἦναι ταῦτα ἐκτὸς τοῦ νόμου, ὡς καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, σᾶς εἶπον, διετάχθη ἡ καταδίωξίς των, καὶ μόνα τὰ δικαστήρια εἶναι ἁρμόδια ν’ ἀποφανθῶσι περὶ τούτου. Τότε μόνον δικαιούμεθα ἡμεῖς νὰ ἐπέμβωμεν, ὅταν βλέπωμεν παράβασιν τῶν νόμων· ἄλλως, δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ κάμωμεν τοιαύτην προσεπέμβασιν εἰς τὴν συνείδησιν τῶν δικαστῶν. Ἐν ὅσῳ δὲν ἐπέλθῃ μία καταφανὴς παράβασις τοῦ νόμου, ἕνεκα ἐπεμβάσεως τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ κατακρίνητε αὐτήν. Καὶ δὲν ἐνθυμεῖσθε, ὅτι εἰς μίαν ἄλλην πρᾶξιν τῆς Συνελεύσεως, πρᾶξιν δικαίαν, προκαλεσθεῖσαν χάριν τῆς ἠθικῆς καὶ τοῦ μέλλοντος τῆς Πατρίδος, τὴν ἐπιτίμησιν τῶν ὑπουργῶν τοῦ Φεβρουαρίου, ἐξηγέρθητε κατ’ αὐτῆς ὡς παρανομησάσης; καὶ πῶς ἐνῷ σεῖς, νομιμοφρονοῦντες δῆθεν, ἐκείνην τὴν πρᾶξιν ἐθεωρήσατε ὡς ὅλως ἀντισυνταγματικὴν καὶ παράνομον, θέλετε σήμερον ἡ Συνέλευσις νὰ μετασχηματισθῇ εἰς δικαστήριον καὶ νὰ κατακρίνῃ πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἴσως ὁ νόμος δὲν τιμωρεῖ; Ἀφήσατε τὸν νόμον νὰ ἐνεργήσῃ. Ἀποστρέφομαι, Κύριοι, καὶ ἐγὼ τὰς ὀχλαγωγίας· ἀλλὰ οἱ ἐξεγερθέντες κατὰ τῆς χθεσινῆς πράξεως δὲν ἔδωκαν τὸν καθαρὸν ὁρισμὸν αὐτῆς. Ὀχλαγωγία, ἀντίστασις κατὰ τοῦ νόμου σκοποῦσαι τὴν διατάραξιν τῆς τάξεως, εἶναι, ὅταν ἐξεγείρηται ὁ λαὸς ἀόπλως ἢ ἐνόπλως κατὰ πάσης ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ζητῇ ν’ ἀναγκάσῃ αὐτὴν νὰ παραλείψῃ ἢ νὰ πράξῃ τι· ὅταν ὅμως γενομένης συγκρούσεως μεταξὺ δύω ἢ πολλῶν ἐξεγείρεται κατὰ τοῦ ἀδικήσαντος τὸν πολίτην ἡ κοινωνία καὶ προβαίνῃ εἰς αὐτοδικίαν, πράτει μὲν ἄτοπον, ἀλλ’ ἐκπληροῖ καθῆκον ὑψηλὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι δόγμα τῶν προπατόρων μας· εἷς τῶν 7 σοφῶν τῆς Ἑλλάδος ἐξέφερεν ἐρωτηθεὶς «πότε οἰκοῦνται ἄριστα αἱ πόλεις; ὅταν οἱ μὴ ἀδικούμενοι συμμετάσχωσι τοῖς ἀδικουμένοις.» Ναὶ, Κύριοι, ἔχομεν νόμον καὶ κατὰ τὸν νόμον πρέπει νὰ τιμωρεῖται ὁ ἀδικῶν, ἀλλὰ τις δύναται νὰ προΐδῃ τὴν ἐκ πράξεών τινων προερχομένην ἀγανάκτησιν τοῦ λαοῦ καὶ νὰ καταστείλῃ αὐτήν; Συμμερίζομαι καὶ ἐγὼ τὴν ἰδέαν, ὅτι παρεξετράπη ἡ δικαία ἐξέγερσις κατὰ τοῦ Σούτσου, μεταβᾶσα εἰς τὰ ἀνάκτορα, καὶ ἔπρεπε νὰ αἰσθανθῇ τὸ ἀτόπημα τῆς προσελεύσεως ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως. Εἰς πᾶσαν περίστασιν, Κύριοι, ὁ ἀδικούμενος καὶ εἰς τὰ συνταγματικώτερα Κράτη ἀκόμη δύναται νὰ καταφύγῃ εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, οὐχὶ βεβαίως ἵνα οὗτος ἐπέμβῃ εἰς τὴν διοίκησιν, ἀλλ’ ἵνα παραινέσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνεργήσῃ δραστηρίως καὶ νομίμως. Ἑπομένως οὐδόλως εὑρίσκω ἀντισυνταγματικὴν καὶ τιμωρητέαν τὴν τελευταίαν φάσιν, ἂν καὶ ἄλλως ἦταν ἄσκοπος, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις εἶχε διατάξει τὴν σύλληψιν καὶ καταδίωξιν τοῦ ἀδικήσαντος. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἐπειδὴ ἀνήκω εἰς τὴν συμπολίτευσιν φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ καθαρὰ τὸ ζήτημα, ὅπως ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς τὸ ἔθεσεν, «ἔχει ἢ δὲν ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Συνελεύσεως ἡ Κυβέρνησις;»
§100ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν θὰ ἀπαντήσω, Κύριοι, εἰς τὴν τόσον πρόχειρον αἰτίασιν, τὴν ὁποίαν ἡ Φάλαγξ τῆς συμπολιτεύσεως ἀντέταξε κατὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι δῆθεν ἐπιδιώκομεν εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν διὰ παντὸς μέσου τὴν πτῶσιν τοῦ ὑπουργείου· ὁ ἔντιμος φίλος μου, Κύριος Ζαΐμης, τοῦ ὁποίου τὸ ἀμερόληπτον καὶ ἡ εἰλικρίνεια δὲν δύναται οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ τεθῶσιν εἰς ἀμφιβολίαν, εὐγενῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διεξεδίκησε τὴν τιμὴν τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ τὴν εὐθύτητά της. Ἄλλως τε, Κύριοι, αἱ πράξεις μας δὲν χάνονται, ὑπεράνω δὲ ἡμῶν καὶ ὑμῶν ὑπάρχει μία ἀνωτέρα δύναμις, ἥτις ἐποπτεύουσα τὴν διαγωγήν μας, φέρει ἐπ’ αὐτῆς τὴν δικαίαν κρίσιν της. Αἱ πράξεις δὲ μαρτυροῦσιν ἀριδήλως, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν θηρεύει τὴν ἐξουσίαν, καθ’ ὃν τρόπον σεῖς τὴν διαιρεῖτε. Ὅπως ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σᾶς εἶπον, ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχει ἀποστολὴν νὰ ὑπερασπίσῃ τὸ κράτος τῶν Νόμων καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς τάξεως, ἥτις εἶναι ἡ πρώτη ἀνάγκη τῆς κοινωνίας, ὕστερον ἀπὸ τὸν δεινὸν κλονισμόν, τὸν ὁποῖον ἐπέφερεν εἰς αὐτὴν ἡ ἐπανάστασις. Αὕτη εἶναι ἡ κυρία ἀποστολὴ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἡ πορεία της εἶναι ὑπ’ ὄψιν τοῦ κοινοῦ, τὸ ὁποῖον γνωρίζει, ἐὰν ἡ ἀντιπολίτευσις παρεξέβη ποτὲ τοῦ προγράμματος αὐτῆς. Ἡ διαγωγὴ λοιπὸν τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα δὲν ἠδύνατο νὰ ᾖναι, παρὰ ὁποίαν τὴν βλέπετε· συνεπὴς πρὸς ἑαυτὴν ἡ ἀντιπολίτευσις ἀναλαμβάνει καὶ σήμερον εὐτόλμως νά ὑπερασπίσῃ τὴν τάξιν, διότι, Κύριοι, ἡ τάξις, καθὼς ἄριστα εἶπεν ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος, ἡ τάξις εἶναι ἡ βάσις τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας. Προασπίζουσα λοιπὸν τὴν τάξιν, ἡ ἀντιπολίτευσις μάχεται συγχρόνως καὶ ὑπὲρ τῆς ἀληθοῦς τοῦ λαοῦ ἐλευθερίας. Ἐὰν ἐξεγείρεται κατὰ στιγμιαίων παραφορῶν, ἐὰν ἐπιφέρῃ κατ’ αὐτῶν αὐστηρὰν τὴν κρίσιν της, πολεμεῖ τὰ ταπεινὰ ἐκεῖνα πάθη, τὰ ὁποῖα πᾶσα ἀνθρωπίνη ὕπαρξις, ἑπομένως καὶ ὁ λαός, περικλείει ἐν ἑαυτῷ· καὶ πράττει τοῦτο, Κύριοι, διὰ νὰ διασώσῃ ὅ,τι εὐγενὲς καὶ ὡραῖον περιέχει ὁ λαὸς ἐν ἑαυτῷ. Ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος. Θὰ ἀκολουθήσω δὲ τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἐν ὀλίγοις μᾶς διέγραψεν ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Δύω τῳόντι φάσεις παρουσιάζει ἡ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἐπὶ μακρὸν συζητοῦμεν· ἡ πρώτη φάσις εἶναι μία ἐπίθεσις ἀναξία, ὄχι μόνον εἰς ἀξιωματικόν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄνθρωπον τῆς τελευταίας κοινωνικῆς τάξεως κατὰ πολίτου, καὶ τούτου διμοσιογράφου· τὴν ἀναξίαν ταύτην ἐπίθεσιν ἀκολουθεῖ μία διαγωγὴ τὰ μάλιστα σκανδαλώδης· ὁ αὐτουργός, ἀφοῦ ἔπραξε τὴν ἱπποτικὴν ἐκείνην πρᾶξιν, ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ῥίψῃ τὸ χειρόκτιον καὶ κατὰ τῆς δημοσίας ἠθικῆς· ἐπιβαίνει λοιπὸν ἐντὸς ἁμάξης, καὶ ῥίπτεται εἰς τὰ κεντρικώτερα μέρη τῆς πόλεως, ἐπιδεικνύων τὸ ἀνάστημά του· εἰς τὴν ὄψιν τοῦ αὐτουργοῦ μιᾶς τοσοῦτον σκανδαλώδους πράξεως, ἦτον ἑπόμενον νὰ ἐξεγερθῶσιν οἱ θεαταί. Λαός, Κύριοι, μεσημβρινός, ὁποῖος εἶναι ὁ ἰδικός μας, εἶναι εὔκολος, ταχὺς καὶ θερμὸς εἰς τὰς ἐντυπώσεις. Ὅταν εἶδε τὸ ἔγκλημα ἐπιδεικνυόμενον ἐνώπιόν του ὁ λαὸς, ἐν μιᾷ στιγμῇ εὐγενοῦς ἐξάψεως; ἐξηγέρθη κατ’ αὐτοῦ, καὶ ἐσύριξε τὸν αὐτουργόν του. Εὐχῆς ἔργον ἦτο βεβαίως νὰ ἔχωσιν αἱ πράξεις τῶν ἀνθρώπων μέτρον καὶ κανόνα τὸν νόμον· ἀλλ’ ὅταν τὸ ἔγκλημα ᾖναι ἐπὶ τοσοῦτον θρασὺ καὶ σκανδαλῶδες, ἡ ἀνθρωπίνη καρδία ἐξανίσταται κατ’ αὐτοῦ αὐτομάτως. Ἕως ἐδῶ, Κύριοι, ἡ πρᾶξις εἶναι ἁπλῆ ἐξέγερσις κατὰ τοῦ ἐγκλήματος· ἀκανόνιστος, ἀνώμαλος, ὄχι ὅμως ἐπιλήψιμος. Ἀλλ’ εἰσερχόμεθα εἰς μίαν δευτέραν φάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας συνιστῶ κυρίως τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως. Ἐάν, Κύριοι, ἡ ἐξέγερσις τοῦ λαοῦ κατὰ τοῦ Ἀλέκου Σούτσου, ἦτο ἐξέγερσις κατὰ τοῦ ἐγκλήματος, ἤθελε σταματήσει ἀμέσως ἐκεῖ, ὅπου ἐγεννήθη, καὶ ἤθελε περιορισθῆ ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα τῇ εἶχε διαγράψει τὸ ἔγκλημα· ἤθελε συρίξει τὸν αὐτουργόν, ἀλλὰ δὲν ἤθελε προβῆ περαιτέρω. Ἐν τούτοις τὸ χθεσινὸν γεγονὸς περιωρίσθη εἰς αὐτὰ τὰ ὅρια; Ὄχι κατὰ δυστυχίαν. Ἅμα ὁ λαὸς ἐξέφερε τὴν ἀγανάκτησίν του κατὰ τοῦ αὐτουργοῦ, καὶ εἶδεν, ὅτι ἡ ἐξουσία δὲν ἐπαρουσιάσθη διὰ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν περαιτέρω ἐκδήλωσιν τῆς ἀγανακτήσεώς του, προβαίνει περαιτέρω· εἰσερχόμενος τώρα εἰς τὴν ὁδὸν τῆς παρανομίας, παραιτεῖ τὸν αὐτουργὸν καὶ καθιστᾷ ἀντικείμενον τῆς ἐξεγέρσεώς του πρόσωπον, τὸ ὁποῖον οὐκ οἶδά πως ἔρχεται ἐπὶ τῆς σκηνῆς· λησμονεῖται ὁ υἱὸς καὶ φέρεται ἐν τῷ μέσῳ ὁ πατήρ. Πῶς κατορθώθη, Κύριοι, ἐν τῇ συνειδήσει τῶν ἀνθρώπων τούτων νὰ συνδεθῇ ὁ υἱὸς μὲ τὸν πατέρα εἰς τὴν ποινικὴν εὐθύνην; Εἰς τὴν δευτέραν λοιπὸν φάσιν τοῦ κινήματος μεταβάλλεται, ὡς βλέπετε, τὸ ἀντικείμενον, καθ’ οὗ ἡ ἐξέγερσις· ἀλλὰ συγχρόνως μεταβάλλονται καὶ τὰ ὅρια τοῦ κινήματος, διότι ὁ λαὸς παραιτῶν τὸ μέρος, ὅπου ἐσύριξε τὸν αὐτουργὸν, μεταβαίνει εἰς τὰ Ἀνάκτορα. Καὶ παρατηρήσατε, Κύριοι, ὅτι ἀπὸ τοῦ τόπου, ἔνθα ἐγεννήθη τὸ κίνημα, μέχρι τοῦ τόπου, ὅπου ἀπέληξεν ὑπάρχει ὄχι μικρὰ ἡ ἀπόστασις. Ὁ λαὸς ἐφέρετο παρορμώμενος παρ’ ἐκείνων, οἵτινες εἶχον συμφέρον τὴν ἀγανάκτησίν του νὰ μετατρέψουν πρὸς τοὺς πολιτικούς των σκοποὺς, ὁ λαὸς ἐφέρετο μετὰ κραυγῶν καὶ ἀνευφημιῶν πρὸς τὰ Ἀνάκτορα. Αἴ! καὶ τί ἔκαμνεν ἡ Κυβέρνησις καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα; Ποῦ ἦτον ἡ Ἀστυνομία, διὰ τὴν ὁποίαν εἶναι σημειωμένον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἓν ποσὸν 500,000 δραχμῶν, καὶ ἡ ὁποία ἔχει 200 βραχίονας εἰς τὴν διάθεσίν της; ποῦ ἡ ἠθικὴ ἐκείνη δύναμις τῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία εἶναι τὸ πρῶτον της ὅπλον; μὴ λησμονεῖτε τῳόντι, ὅτι αἱ ἐξουσίαι δὲν μεταχειρίζονται ἀμέσως τὴν ὑλικὴν δύναμιν, ἀλλὰ τὴν ἠθικήν. Ἠξεύρετε ποῖαι ἐξουσίαι ἀναγκάζονται νὰ μεταχειρίζωνται ἀμέσως τὴν βίαν, τοὺς χωροφύλακας; Ἐκεῖναι, αἵτινες ἀπώλεσαν τὴν ἠθικήν των δύναμιν· αὐταὶ εἶναι ἠναγκασμέναι νὰ προστρέχουν εἰς τὴν βίαν διὰ νὰ στηρίξωσι τὴν τάξιν· οὔτε σκιὰ λοιπὸν ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως, οὔτε σκιὰ ἐξουσίας ὑπῆρχεν, ὅταν ὁ λαὸς θορυβωδῶς ἐξώρμησε πρὸς τὰ Ἀνάκτορα. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι δὲν προβαίνω μέχρι τοῦ βαθμοῦ, εἰς ὃν προέβησαν ἄλλοι, ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἐν τούτοις τὰ σχέδια καὶ αἱ ἐπιθυμίαι θαυμασίως ὑπηρετοῦντο, ὑπεκίνησε τὴν χθεσινὴν ὀχλαγωγίαν, ὅτι αὕτη μετέτρεψε τὸ κίνημα ἀπὸ ἀτομικὸν εἰς πολιτικόν. Ὄχι· δὲν ἔχω ἀποχρώσας ἀποδείξεις, αἱ ὁποῖαι νὰ μὲ πείθουν, ὅτι ἔλαβε τοιοῦτον συνεργὸν μέρος· ἀλλὰ ποῖος ἐξ ὑμῶν, ἀμερολήπτως κρίνων, δύναται νὰ πείσῃ τὸν ἑαυτόν του, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ χθεσινὸν κίνημα ἀνέπτυξεν ὅλως ἐκείνην τὴν δραστηριότητα, τὴν ὁποίαν ὤφειλε ν’ ἀναπτύξῃ ἀπέναντι μιᾶς ἀσυνέτου πράξεως, ἥτις ἤρχετο νὰ ῥίψῃ τὴν ἀταξίαν, τὴν σύγχυσιν καὶ τὴν ἀναρχίαν εἰς τὴν μόλις ἡσυχάσασαν κοινωνίαν μας; Εἰς τοῦτο πρὸ πάντων ἐπιστήσατε τὴν προσοχήν σας. Δὲν ἀρκεῖ, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ προκαλῇ τὴν ἀναρχίαν, ἀλλ’ εἶναι κεκλημένη νὰ τὴν ἐμποδίζῃ, μεταχειριζομένη πρὸς τοῦτο ὅλα τὰ συνετὰ μέσα, τὰ ὁποῖα τῇ χορηγῇ ὁ Νόμος. Ἐρωτήσατε λοιπὸν τὴν συνείδησίν σας, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ σᾶς ἀπαντήσῃ, ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐξεῤῥάγη ἡ ὀχλαγωγία, ἡ Κυβέρνησις δὲν μετεχειρίσθη κατ’ αὐτῆς ὅλα τὰ σύντονα προληπτικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ μεταχειρισθῇ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον λέγω μετὰ ζωηρᾶς, μετ’ ἐνδομύχου καὶ βαθείας πεποιθήσεως, ὅτι δὲν τὰ μετεχειρίσθη. Λάβετε τὸ κίνημα ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐγεννήθη, μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὁ λαὸς ἐξώρμα πρὸς τὰ ἀνάκτορα· ἐνθυμηθῆτε πόσος χρόνος παρῆλθε διὰ τὴν τοιαύτην πολιτικὴν τροπὴν τοῦ κινήματος, καὶ πόσον χρόνον ἐπίσης οἱ ταραξίαι ἔμειναν εἰς τὰ ἀνάκτορα, καὶ θὰ ἐρωτήσετε αὐτομάτως ἑαυτοὺς ποῦ ἦτον ἡ ἀστυνομία, πῶς ἀφέθη ὁ ἀνώτατος ἄρχων μόνος ἀπέναντι μιᾶς ὀχλαγωγίας διαρκεσάσης τρεῖς ὅλας ὥρας; Ὅλοι τῳόντι οἱ πολῖται ἀγωνιῶντες ἀπηύθυνον χθὲς ἀλλήλοις τὴν φοβερὰν ἐρώτησιν «ποῦ εἶναι ἡ Κυβέρνησις; ἐπανῆλθε λοιπὸν ἡ περίοδος τῶν ὀχλαγωγιῶν καὶ τῶν διαδηλώσεων, καὶ εἴμεθα καταναγκασμένοι νὰ διοικώμεθα πάντοτε ἐπαναστατικῶς καὶ ὑπὸ τὴν Βασιλείαν;» Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, δὲν δύναταί τις μετὰ πεποιθήσεως, ὡς εἶπεν ὁ Κ. Ζαΐμης, νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προεκάλεσε τὸ χθεσινὸν κίνημα· δὲν δύναται ὅμως καὶ κἀνεὶς, ἐὰν εὐσυνειδήτως κρίνῃ, νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μετῆλθεν ὅλα τὰ πρόσφορα μέσα ἵνα ἀποτρέψῃ τὸ κίνημα τοῦ νὰ λάβῃ τὰς διαστάσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβεν. Ἄλλοι ἰσχυρίζονται τοὐναντίον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε καὶ ἐνεργὸν μέρος, ἀλλὰ τὰ γεγονότα ἐφ’ ὧν στηρίζονται, δὲν τὰ ἀντελήφθην. Ἂς τὰ φέρουν λοιπὸν οἱ ἴδιοι καὶ ἡ Συνέλευσις ἂς κρίνῃ. Παρατηρήσατε ἀκόμη, Κύριοι, ὅτι ἡ ὀχλαγωγία, ὄχι μόνον εἰς τὴν καταγωγήν της ἦτο παράνομος, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν σκοπόν της ἀντισυνταγματική. Τί ἐζήτουν οἱ ταραξίαι ὑπὸ τὰ παράθυρα τοῦ ἡγεμόνος; Ἐζήτουν τὴν τιμωρίαν τοῦ αὐτουργοῦ τῆς ἐπιθέσεως κατὰ τοῦ Καρύδη; Καὶ τί κοινὸν ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ἡγεμόνος καὶ τῆς δικαιοσύνης; Τί λοιπὸν ἐζήτουν; Εἶχον μίαν ἀπαίτησιν κομματικὴν, πολιτικὴν, καὶ διὰ τοῦτο ὑπῆγον ὑπὸ τὰ παράθυρα τοῦ ἡγεμόνος. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι νόμιμον, εἶναι συνταγματικόν; Ὅτι δ’ ἐζήτει χθὲς ἓν μέρος τοῦ λαοῦ ἐφαίνετο ἐπιζητοῦν πρὸ πολλοῦ τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον εὐχαρίστως βεβαιώτατα εἶδεν τοιοῦτον κίνημα ὑπηρετοῦν τοὺς σκοπούς του. Εὐτυχὴς σύμπτωσις ἐν τῇ παρανομίᾳ! Κύριοι, δὲν θέλω θεωρηθῆ βεβαίως, ὅτι ὁμιλῶ ἐκ συμπαθείας πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ αὐλάρχου. Εἶναι ἴσως γνωστὸν εἰς πολλοὺς, ὅτι καμμία σχέσις δὲν μὲ συνδέει μὲ τὸ πρόσωπον περὶ οὗ ὁ λόγος, οὐδὲ μὲ τοὺς ἀνθρώπους τῆς τάξεώς του· τὸ παρελθόν μου σημειώνει πάλην κατὰ τῶν προσώπων τούτων, δὲν σημειώνει συμπαθείας· ἀλλά, Κύριοι, ἐσυνείθισα νὰ θέτω τὰς προσωπικὰς συμπαθείας μου καὶ ἀντιπαθείας κατωτέρω τῶν πεποιθήσεων καὶ τῶν ἀρχῶν μου. Τελειόνω, Κύριοι, προσθέτων, ὅτι δὲν ἔχομεν σκοπὸν νὰ θέσωμεν ὑπουργικὸν ζήτημα, ἀποδεικνύοντες ἐμπράκτως ὅτι δὲν ἐπιδιώκωμεν ἐκ παντὸς τρόπου τὴν ἐξουσίαν, ὅτι δὲν τὴν θέλομεν ὅπως σεῖς τὴν κρατεῖτε. Θεωρῶ ὅμως ἀναγκαῖον ν’ ἀπευθύνω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν μίαν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν. Τὸ ὑπουργεῖον ἂς ἐνθυμηθῇ, ὅτι εἶναι ἡ πρώτη κανονικὴ Κυβέρνησις τῆς νέας δυναστείας, ὅτι ἡ ἀποστολή της εἶναι νὰ συντηρήσῃ, νὰ προασπίσῃ καὶ ἐμπεδώσῃ πρὸ πάντων τὴν δημοσίαν τάξιν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ζήσῃ ἐπὶ πολὺ εἰς τὸ μεταίχμιον τῆς τάξεως καὶ τῆς ἐπαναστάσεως, ὅτι δὲν δύναται ἐπὶ πολὺ νὰ διατελῇ εἰς σχέσιν νόθον, θωπεύουσα δεξιὰ τὰς ἐπαναστατικὰς ἕξεις καὶ προασπίζουσα ἀριστερὰ τὴν κλονιζομένην δημοσίαν τάξιν, ἀλλὰ πρέπει ἅπαξ διὰ παντὸς ν’ ἀποφασίσῃ νὰ εἰσέλθῃ εἰς δρόμον κανονικόν.
§101ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Καὶ ποίαν ὁδὸν διατρέχομεν τώρα;
§102ΜΙΛΗΣΗΣ. Οὔτε ἐγὼ, μὰ τὴν ἀλήθειαν, δὲν γνωρίζω, Κύριε Πρόεδρε, καθὼς οὔτε σεῖς· βλέπω μόνον ὅτι ἵστασθε εἰς τὸ μέσον δύω ἀντιθέτων ὁδῶν, ὅτι θέλετε μὲν τὴν τάξιν, ἀλλὰ μεταχειρίζεσθε καὶ τὴν ἀναρχίαν διὰ τοὺς σκοπούς σας, καὶ λέγω ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο εἶνε ὀλέθριον, καὶ ὅτι πρέπει ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ ἐκλέξητε ἢ τὴν μίαν ὁδὸν ἢ τὴν ἄλλην· διότι δὲν δύναται κανεὶς νὰ δουλεύῃ Θεῷ καὶ Μαμωνᾷ. Ὅταν δὲ λέγω ἐπανάστασιν καὶ ἐπαναστάτας ἐννοῶ μίαν μερίδα σφόδρα πατριωτῶν, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς ἐπαναστάσεως δὲν ἐννόησαν τὰς ἀρχάς της, αἵτινες θὰ ζήσουν ὡς ἀρχαὶ νομιμότητος, τάξεως καὶ ἐλευθερίας, ἀλλὰ τὰς ἀγρίας καὶ ἐφημέρους προσωπικὰς ἐκδικήσεις καὶ τοὺς αἰωνίους κλονισμοὺς τῆς κοινωνίας (Θόρυβος). Θορυβεῖτε· μὲ ἐννοεῖ πληρέστατα τὸ ὑπουργεῖον. Ἐπαναλαμβάνω, ἡ κυβέρνησις πρέπει ἀφεύκτως νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν μίαν ἢ εἰς τὴν ἄλλην ὁδὸν, διότι ἀληθὴς καὶ συνταγματικὴ διοίκησις δὲν δύναται ἀπολύτως νὰ συμβιβασθῇ μὲ τὴν ἀναρχίαν, μὲ τὰς καθημερινὰς ὀχλαγωγίας. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Συνέλευσιν εἶναι ἡ ἑξῆς· «Ἡ Συνέλευσις ἐκφράζουσα τὴν ζωηρὰν αὐτῆς δυσαρέσκειαν διὰ τὰς χθὲς ἐν τῇ Πρωτευούσῃ διαδραματισθέντα·» (θόρυβος ἀριστερά). Διὰ τί θορυβεῖτε; Βλέπετε, ὅτι εἶχον δίκαιον νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι υἱοθετεῖτε τὴν ὀχλαγωγίαν; «Καὶ ἀπαιτοῦσα τὴν ἐπ’ αὐτῶν αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν τῶν Νόμων, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
§103Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. (ὑπουργ. τῶν Ἐκκλησιαστικῶν) Κύριοι! ἡ συζήτησις κατηνάλωσεν ὁλόκληρον τὴν συνεδρίασιν καὶ φρονῶ ὅτι ἐπὶ ματαίῳ. Εἶναι καὶ ἡ παροῦσα μία τῶν ἀγόνων συνεδριάσεων, διότι δὲν θ’ ἀπολήξῃ εἰς οὐδὲν ἠθικὸν συμπέρασμα. Εἶναι λυπηρὸν, ὅτι ἀπό τινος ἡ Συνέλευσις κατέστη ἡ παλαίστρα ἀπροκαλύπτων κατὰ τοῦ ὑπουργείου παθῶν. Εὐτυχῶς ὅμως δι’ αὐτὸ οὐδέποτε ἡ ἀντιπολίτευσις ἐξελέξατο ἑδραῖον ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηριζομένη νὰ πολεμῇ, τὰ δὲ ἐπιχειρήματά της πολλάκις λαμβανόμενα ἐκ παρελθουσῶν συνεδριάσεων καὶ συζητήσεων ἀπεδείχθησαν ἀνίσχυρα καὶ ἀνυποστήρικτα. Οὐδέποτε ἠδυνάμεθα νὰ φαντασθῶμεν, ὅτι καὶ σήμερον ἡ ἀντιπολίτευσις ἤθελεν ἐκλέξει ὑπόθεσιν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του πρὸς τοὺς νόμους καὶ πρὸς τὴν δημοσίαν τάξιν, διὰ νὰ τὸ προσβάλῃ ἢ ὅτι ἤθελεν ἐκλέξει ταύτην τὴν ὑπόθεσιν διὰ νὰ στηρίξῃ ἐπ’ αὐτῆς ῥητὴν κατηγορίαν. Ἡ τακτικὴ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὡς ἀπεδείχθη καὶ ἐξ ἄλλων συζητήσεων, ὑπῆρξε πάντοτε ἡ αὐτή· ζητεῖ νὰ ἀποδώσῃ ἐλλείψεις εἰς τὸ ὑπουργεῖον, νὰ ἀποδώσῃ ἐλλείψεις καὶ ἐκεῖ ὅπου δὲν δύνανται νὰ ὑπάρχουν. Ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον συμφώνως πρὸς τὸ καθῆκόν του βαδίσῃ μίαν ὁδὸν, ἔρχεται ἀμέσως ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ κακίσῃ αὐτὸ, διότι δὲν ἐβάδισεν ἑτέραν· ἐὰν βαδίσῃ ταύτην, ἔρχεται καὶ πάλιν νὰ κακίσῃ, διότι δὲν ἐβάδισεν ἐκείνην. Τοῦτο συνέβη καὶ διὰ τὴν χθὲς συμβᾶσαν πρᾶξιν. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι πάντοτε ἑτοίμη νὰ ἐκπληρώσῃ ἀκριβῶς τὸ καθῆκόν της καὶ νὰ ὑπερασπισθῇ τὴν τάξιν, καὶ τοῦτο τὸ λέγω πρὸς γνῶσιν πάντων· ὅταν θέλουν ἠμποροῦν νὰ δοκιμάσουν. Ἡ κυβέρνησις, λέγω, ἐκτιμήσασα τὴν πρᾶξιν ταύτην εἰς τὸν χαρακτῆρά της, εἰς τὸν σκοπόν της, εἶδεν ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ μεταχειρισθῇ βίαια μέτρα κατ’ αὐτῆς, τὰ ὁποῖα ἂν μετεχειρίζετο ἤθελον σήμερον ἐγερθῇ κραυγαὶ δυναταὶ κατ’ αὐτῆς, ὅτι προσέβαλε τὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν, ὅτι προσέβαλε τὴν ἀσφάλειάν των, ὅτι ἔκαμε χρῆσιν μέτρων αὐστηρῶν ἐκεῖ ὅπου ἠδύνατο νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της ἄνευ τοιούτων καὶ νὰ φέρῃ λύσιν ὅλως εἰρηνικήν. Αὕτη εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ κυβερνήσεως συνταγματικῆς, καὶ κυβερνήσεως δεσποτικῆς. Αἱ δεσποτικαὶ κυβερνήσεις σκανδαλιζόμεναι εἰς τὴν ἐλαχίστην ἔκφρασιν τοῦ λαοῦ ἀμέσως λαμβάνουν τὰ ὅπλα καὶ ἐπιτίθενται κατ’ αὐτοῦ, κυβέρνησις ὅμως συνταγματικὴ, κυβέρνησις ἐξελθοῦσα ἀπὸ ἐπανάστασιν ἡ ὁποία διώκει εἰλικρινῶς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, δὲν κάμνει χρῆσιν αὐστηρότητος εἰμὴ εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον δύναται νὰ δικαιολογηθῇ τοιαύτη τις ἐνέργειά της· ἑπομένως δὲν δύναται νὰ μεταχειρισθῇ τὴν βίαν, εἰμὴ ὅπου ἤθελεν ἐπιστῆ ἀπόλυτος ἀνάγκη. Γνωρίζω μερικοὺς ἐκ τῶν λαλησάντων οἱ ὁποῖοι δὲν ἔκαμον ἄλλο εἰς τὴν ὁμιλίαν των, εἰμὴ νὰ φέρουν οἰκτρὰν σύγχυσιν καὶ τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν πραγμάτων· γνωρίζω εἰς ποῖον σχολεῖον ἐσπούδασαν, ἀλλ’ αὐτοὶ ἀγνοοῦν, ὅτι εἰς ἐλεύθερον καὶ συνταγματικὸν κράτος αἱ συναθροίσεις καὶ αὐταὶ αἱ ὀχλαγωγίαι μόνον εἰς ἕνα βαθμὸν ἐπιβλέπονται καὶ τιμωροῦνται ὑπὸ τοῦ νόμου· ἡ ἁπλῆ συνάθροισις, ἡ ἁπλῆ ὀχλαγωγία, ὅταν δὲν προηγῆται σκοπὸς ἐγκληματικὸς, τότε μόνον καθίσταται ἐγκληματικὴ, ὅταν οἱ στασιάζοντες ἢ οἱ ὀχλαγωγοῦντες δὲν ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς προσκλήσεις τῆς ἀστυνομίας διαταττούσης αὐτοὺς ἐν ὀνόματι τοῦ νόμου νὰ διαλυθῶσιν. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν καθ’ ἑκάστην συμβαίνουν τοιαῦται, οὐδέποτε ὅμως περὶ αὐτῶν ἐγένετο λόγος εἰς τὸ κοινοβούλιον. Οἱ νόμοι ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν καὶ κατέταξαν καὶ ταύτην τὴν πρᾶξιν μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐγκλημάτων καὶ, ὡς ἐξεφράσθην, τότε μόνον ἐθεώρησαν αὐτὴν κολάσιμον, τότε ἄρχεται ἡ ἐνέργεια τῆς ἀνακρίσεως κατὰ τῶν λαβόντων μέρος, ὁπόταν ἀπειθήσουν εἰς τὰς διαταγὰς τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς. Μάλιστα, εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν ἠμπορεῖ νὰ παρατηρήσῃ τις ἀνώμαλόν τι, ἀλλὰ τοῦτο ἐξηγεῖται ἀπὸ τὰ ἤθη μας, ἀπὸ τὴν ἱστορίαν μας, τοῦτο ἐξηγεῖται καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ὁ ἁπλοῦς λαὸς δυστυχῶς ἀκόμη δὲν ἔφθασε νὰ κάμῃ τὴν λεπτὴν διάκρισιν μεταξὺ κυβερνήσεως καὶ βασιλέως. Ἑπομένως τὸ μόνον ἔκρυθμον, τὸ μόνον ἐγκληματικὸν, τὸ ὁποῖον παρετηρήθη εἰς τὴν συμβᾶσαν συνάθροισιν, εἶναι ὅτι ὁ λαὸς ὑπῆγεν εἰς τὰ ἀνάκτορα. Ὁ βασιλεὺς πραγματικῶς βασιλεύει καὶ δὲν κυβερνᾷ, ὁ βασιλεὺς εἶναι ἀπαραβίαστος· οἱ ἔχοντες δὲ παράπονα ἠδύναντο νὰ διευθυνθῶσι πρὸς τὴν κυβέρνησίν του. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο διετάχθη ἀνάκρισις, διὰ τοῦτο γίνεται καταδίωξις κατὰ τῶν λαβόντων μέρος εἰς τοιαύτην πρᾶξιν· ἀλλέως ἐὰν δὲν προέβαινον μέχρι τῶν ἀνακτόρων, ἀλλὰ περιωρίζοντο ἐντεῦθεν, ἡ πρᾶξις δὲν εἶχε χαρακτῆρα ἐγκληματικὸν, οἱ ὀχλαγωγοὶ διελύθησαν εἰρηνικῶς. Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν ὅτι διετάχθη ἀνάκρισις, ὅτι γίνεται καταδίωξις καὶ γίνεται διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπον. Εἰς μάτην ἐζήτησαν νὰ συνδυάσουν τινὲς τὴν πρᾶξιν ταύτην μὲ σκοποὺς τῆς κυβερνήσεως· διότι καὶ εἰς ἄλλην περίστασιν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν εἶναι ἀλληλέγγυος μὲ κανένα, οὔτε ἀναδέχεται τὴν εὐθύνην τῶν πράξεων ἄλλων, οὐδὲ τῶν ὑπαλλήλων της ἐξαιρουμένων, ἐὰν ἤθελον ἁμαρτήσει. Ἡ κυβέρνησις ὀφείλει τότε νὰ τοὺς τιμωρήσῃ, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὑπεύθυνος δι’ ἐλλείψεις τῶν ὑπαλλήλων της· τότε δὲ μόνον εἶναι ὑπεύθυνος ὅταν ἐγκρίνῃ καὶ ἐπιδοκιμάζῃ αὐτάς. Ποῦ λοιπὸν δύνασθε νὰ στηρίξητε κατηγορίαν κατὰ τῆς κυβερνήσεως διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην; Ἐγὼ ἐξ ὅσων ἤκουσα, ἐξ ὅλων τῶν ῥηθέντων ὑπὸ τῶν ἀγορευσάντων ῥητόρων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, δὲν ἠμπόρεσα νὰ συλλάβω ἓν γεγονὸς, μίαν ἔλλειψιν πραγματικὴν, ἡ ὁποία νὰ δύνηται νὰ κατηγορηθῇ κατὰ τῆς κυβερνήσεως. Τί κάμνει ἀπό τινος χρόνου ἡ ἀντιπολίτευσις; θέλει ν’ ἀποδείξῃ ὅτι αὐτὴ δῆθεν προΐσταται εἰς τὰ ζητήματα τῆς τάξεως, θέλει, μὲ ἄλλας λέξεις, νὰ ἀντικαταστήσῃ εἰς αὐτὰς τὸ ὑπουργεῖον κατὰ τὸν ζῆλον καὶ τὴν ὀρθοφροσύνην. Ἐκ τούτου ὡρμήθη καὶ εἰς τὸ παρελθὸν περίφημον ἐκεῖνο ζήτημα τοῦ Κ. Μαστραπᾶ ἐναντίον τῆς διαθέσεώς της νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς αὐτοῦ· Δὲν μᾶς λανθάνουν τὰ τεχνάσματα ταῦτα τῆς ἀντιπολιτεύσεως διότι «καὶ τοῖς τυφλοῖς δῆλα». Ἠμπορεῖ τις νὰ παριστᾷ ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἠδύνατο νὰ ῥίψῃ τὴν κυβέρνησιν καὶ δὲν τὴν ἔῤῥιψεν· δὲν εἶδον ὅμως ἐγώ ποτε τοῦτο, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἠδύνατο νὰ ῥίψῃ τὸ ἐνεστὼς ὑπουργεῖον καὶ δὲν τὸ ἔπραξε. Πιστεύω τοὐλάχιστον ὅτι ἡ συνείδησις ὅλου τοῦ ἀκροατηρίου καὶ ὅλου τοῦ κόσμου εἶναι διαφορετικὰ πεπεισμένη (θόρυβος). Ἡμεῖς δὲ δὲν ἀνησυχοῦμεν, διότι βλέπομεν τοιαύτην προθυμίαν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὴν περιμένομεν μετ’ εὐχαριστήσεως ἵνα μᾶς διαδεχθῇ, ἀρκεῖ νὰ εὕρῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ μᾶς ῥίψῃ, ἀρκεῖ νὰ ἀποκτήσῃ πλειονοψηφίαν ἐν τῇ συνελεύσει προπαρασκευάζουσα κατηγορίαν πραγματικὴν κατὰ τοῦ ὑπουργείου. Ἑπομένως τὴν κομποῤῥήμονα ταύτην γενναιότητα τῶν ὑπὲρ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀγορευσάντων τὴν ἀποκρούω, δὲν τὴν παραδέχομαι ὡς βάσιμον καὶ ἀληθῆ. Ἐὰν ὁ Κ. Ζαΐμης δὲν ἠξεύρω ἀπὸ ποίους σκοποὺς ἠθέλησε νὰ πλέξῃ τὸν στέφανον τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἡμεῖς τοὐλάχιστον καμμίαν χάριν δὲν ὁμολογοῦμεν αὐτῇ, οὐδὲ παραδεχόμεθα τὸν συλλογισμὸν αὐτὸν τοῦ Κ. Ζαΐμη. Κύριοι, αἱ ὀχλαγωγίαι αὗται εἶχον ἐν μέρει τὴν πηγήν των καὶ εἰς ἐνεργείας γνωστὰς εἰς τὴν κυβέρνησιν. Ἡ κοινωνία ἀδιακόπως εὑρίσκεται εἰς ἔκτακτον ἐνέργειαν, ποικίλαι ῥᾳδιουργίαι τὴν ὑποσκάπτουν. Εἰς ἔδαφος λοιπὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς ταύτην τὴν κατάστασιν, καὶ ὅπου διάφοροι ἰδέαι ἀναρχίας ἐμφυσῶνται, δὲν εἶναι παράξενον νὰ ὑπάρχουν καὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ ἄλλων σκοπῶν κινούμενοι, ὅταν ἴδωσι μικρὰν συνάθροισιν, προσέρχονται καὶ αὐτοὶ ἐλπίζοντες ἴσως νὰ παρουσιασθῇ ἡ ἁρμοδία περίστασις, ὥστε νὰ ἐφαρμόσουν τὰ σχέδιά των. Ἔχω ὅμως τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ κυβέρνησις οὐδόλως ἐταράχθη διὰ τὴν χθεσινὴν ταύτην πρᾶξιν, διότι ἦτο ἀγρυπνοῦσα, καὶ εἶχε τὰ μέτρα της ὅλα παρμένα, ἐὰν ἡ ὀχλαγωγία αὕτη ἤθελεν ἀπολήξει εἰς ἐγκλήματα· τότε μόνον ἐθεώρει καθῆκόν της νὰ ἐνεργήσῃ μετὰ αὐστηρότητος. Ἐννοῶ πολὺ καλὰ τὸ σύστημα τοῦ προλαλήσαντος Κ. πληρεξουσίου Ἑρμιονίδος, μᾶς ὑπέδειξε καθαρῶς μεταξὺ δύο δρόμων ποῖον ἔπρεπεν ἡ κυβέρνησις ν’ ἀκολουθήσῃ, ἔθεσε δηλ. δύο ἄκρα εἰς αὐτὴν, στήσας αὐτῇ παγίδα, ἢ ν’ ἀπαρνηθῇ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὰς ἀρχὰς τῆς μεταβολῆς καὶ οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν εἶναι οἱ μόνοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναται ἀσφαλῶς νὰ στηριχθῇ ἡ νέα κατάστασις τῶν πραγμάτων.
§104ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶπον τὰς ἕξεις τῆς ἀναρχίας.
§105ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι οἱ μόνοι ἄνθρωποι, ἐπὶ τῶν ὁποίων, ἐπαναλαμβάνω, δύναται ἀσφαλῶς νὰ συντηρηθῇ ἡ νέα τῶν πραγμάτων τάξις, ὡς διδάσκει ἡ ἱστορία· ἢ νὰ δώσωμεν τὴν χεῖρα εἰς ἀνθρώπους τοῦ παρελθόντος, εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι καὶ σήμερον εἶναι ἕτοιμοι νὰ πολεμήσωσι τὴν νέαν κατάστασιν, ἐὰν ἄλλως, Κύριοι, δὲν εὕρωσι τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἰσπηδήσωσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν.
§106ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρεξηγεῖτε τὴν ἰδέαν μου.
§107ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις, Κύριοι, κατανοεῖ κάλλιστα τὸ καθῆκόν της, κατανοεῖ τὴν ἀποστολήν της, εἶναι τῷ ὄντι ἡ πρώτη Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐκλήθη νὰ θέσῃ τὰ πρῶτα θεμέλια τῆς τάξεως (θόρυβος), τάξεως στηριζομένης ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τῆς μεταβολῆς. Δὲν πταίει ἡ Κυβέρνησις ἂν δὲν κάμνῃ τὴν εὐχαρίστησιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ τὴν ὠθήσωσιν εἰς ἀντιφάσεις· ἂν τοῦτο ἔκαμνεν, ἤθελε καταστρέψει τὸ μέλλον της, ἤθελεν αὐτοχειριάσει ἑαυτὴν καὶ τὴν μεταβολήν. Ὅσοι δὲ κατηγοροῦν τὴν κυβέρνησιν τὴν κατηγοροῦν διὰ προσωπικὸν λόγον, καμμίαν πρᾶξιν δὲν δύνανται νὰ παρουσιάσουν κατ’ αὐτῆς, τοὺς προκαλῶ· αἱ κατηγορίαι των εἶναι ἀόριστοι, συγκεχυμέναι, συνδυασμοὶ οἰκτροὶ ἰδεῶν περὶ ἐλευθερίας καὶ τάξεως, πράγματα, τὰ ὁποῖα μόνον τὸν κοινὸν ὄχλον δύνανται ν’ ἀπατήσουν, οὐδέποτε ὅμως ἄνδρας πεπειραμένους, νοήμονας, οἷοι εἶσθε ὑμεῖς. Ἔρχονται νὰ ὑποστηρίξουν κατηγορίαν, ἀλλ’ ἡ κατηγορία ἀπαιτεῖ πράγματα, ἀποδείξεις (θόρυβος). Ἐκπληροῦντες τὸ καθῆκον δὲν στρέφομεν οὔτε δεξιὰ, οὔτε ἀριστερὰ, οὔτε ὀπίσω, ἀλλὰ βαδίζομεν κατ’ εὐθεῖαν πρὸς τὸν ἐθνικὸν σκοπὸν, δὲν θέλομεν δὲ οὐδὲ καταδεχόμεθα νὰ κάμωμεν χρῆσιν ἐπιδείξεων. Ἂν ἤθελον νὰ ῥίψω βλέμμα εἰς τὸ παρελθὸν, ἠδυνάμην πολλὰ νὰ εἴπω· ἀλλ’ αἱ ἀντεγκλήσεις εἶναι ἀνάξιαι ἀνθρώπων κυβερνώντων. Ἡμεῖς θέλομεν ν’ ἀντικρούσωμεν τοὺς ἀντιπάλους ἡμῶν μὲ τὰ πράγματα, μὲ τὴν ἀλήθειαν. Εἴπομεν καὶ ἐπαναλαμβάνομεν, οὐδεμίαν ἐπιθυμίαν ἔχομεν νὰ μένωμεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν νομίζει ἡ πτέρυξ αὕτη ὅτι εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ διαδεχθῇ τὴν Κυβέρνησιν, εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ ὑποχωρήσωμεν· ἂς συλλογισθῶσιν ὅμως, ἂς σκεφθῶσιν· ἀλλὰ φοβοῦμαι πολὺ ὅτι, ὅταν ἡμεῖς ἀποφασίσωμεν νὰ παραιτήσωμεν τὴν ἐξουσίαν, θέλουν τὸ μετανοήσει, ἴσως θὰ συμβῇ κρίσις, τῆς ὁποίας τὴν διάρκειαν καὶ τὰς συνεπείας δὲν δύναμαι νὰ προΐδω. Ἂν λοιπὸν μένωμεν παρὰ τὴν θέλησίν σας εἰς τὴν ἐξουσίαν, μένομεν ἀπὸ πατριωτισμὸν (θόρυβος καὶ ψιθυρισμοὶ). Οἱ ἄνθρωποι, εἰς τοὺς ὁποίους τὸ αἴσθημα τοῦτο δὲν πάλλει εἰς τὴν καρδίαν των, δύνανται νὰ γελοῦν. Πατριωτισμὸς εἶναι λέξις, ἡ ὁποία ἐχρησίμευσεν ἀκόμη εἰς τὰ στόματα πολλῶν, τοὺς ὁποίους δὲν δύναμαι νὰ χαρακτηρίσω· τοῦτο βλέπω εἰς τὴν γενικὴν καὶ μερικὴν τῆς Ἑλλάδος ἱστορίαν. Ὅταν λοιπὸν θέλωμεν ἁπλῶς νὰ ὁμιλῶμεν, νὰ κάμνωμεν ἐπίδειξιν πρὸς τὰ πλήθη, δυνάμεθα νὰ λέγωμεν ὅ,τι φθάσωμεν, ἀλλ’ ὅταν θέλωμεν νὰ περιορισθῶμεν εἰς συζήτησιν λογικὴν, τότε σᾶς προκαλῶ, δὲν ἔχετε τίποτε νὰ εἴπητε. Δύνασθε νὰ ἐκφράζητε ὅσον θέλετε τὰς ἐπιθυμίας σας καὶ νὰ ἔρχησθε νὰ ὁμιλῆτε ἀπὸ τοῦ βήματος κλείοντες τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς τὴν ἀλήθειαν. Ἠθέλετε νὰ δείξητε ὅτι σεῖς φροντίζετε περισσότερον πρὸς φρούρησιν τῆς βασιλείας, ὅτι κήδεσθε περισσότερον περὶ τοῦ σεβασμοῦ τοῦ ὀφειλομένου εἰς αὐτήν. Τοῦτο ἀποδεικνύει τοὺς σκοπούς σας, τοῦτο ἀποδεικνύει τὴν ἐπιθυμίαν σας πρὸς τὴν ἐξουσίαν, μάλιστα τοὺς ταῦτα πράττοντας ἀποδεικνύουν τὰ προηγούμενά των καὶ ἕτερα κεκρυμμένα μυστήρια καὶ ἐν τούτοις θέλουν νὰ φαίνωνται σήμερον περισσότερον ζηλωταί.
§108ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν ᾖναι τίμιος ἄνθρωπος, ὁ κ. ὑπουργὸς, πρέπει ν’ ἀνακαλύψῃ ὅλα αὐτά.
§109ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀπευχόμην τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελον ἀναγκασθῆ νὰ εἴπω τοιαῦτα πράγματα ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἐν τούτοις τώρα ἂς περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἀλήθειαν, ἂς περιορισθῶμεν εἰς τὸ προκείμενον. Πολὺ ἠπόρησα, ὅταν εἶδα καὶ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔχουν βεβαίως συντηρητικὰς ἀρχὰς, νὰ ἔλθωσι νὰ ὑποστηρίξωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος πρότασιν, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ὅλως ἀντικειμένην εἰς τὸ δίκαιον καὶ εἰς τὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν· προτείνουν νὰ ἐκφράσῃ ἡ Συνέλευσις τὴν λύπην της, νὰ ἐκφράσῃ ἀποδοκιμασίαν κατὰ τῆς πράξεως. Ἡμεῖς εἴμεθα οὐσιωδῶς ὡς πρὸς τὴν πρότασιν ἀδιάφοροι, διότι, ὡς ἀπέδειξα, καμμία σχέσις δὲν ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν καὶ αὐτῆς, διότι τὴν κατεδικάσαμεν ἡμεῖς αὐτοὶ καὶ τὴν καταδικάζομεν· τὴν κατεδιώξαμεν καὶ θέλομεν τὴν καταδιώξει. Ἀλλ’ ἡ πρότασις αὕτη φέρει εἰς τὸν νοῦν μου τὴν κατάστασιν τῶν κοινοτήτων τῶν Παρισίων, αἵτινες ἐν καιρῷ τῆς ἐπαναστάσεως κατὰ τὸ 1789 ἐζήτησαν ν’ ἀποδοκιμάσωσι...... Θέλετε νὰ δώσητε τὸ δικαίωμα σήμερον τῆς ἀποδοκιμασίας, διὰ ν’ ἀποκτήσῃ αὔριον ἐκεῖνο τῆς δοκιμασίας; ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν θεωρῶ τὸ ζήτημα, καὶ τὸ ἀποκρούω λέγων, ὅτι σῶμα νομοθετικὸν ἄνευ λόγου ἐπιτρέπει εἰς ἑαυτὸ ἀδικαιολόγητον ἐπέμβασιν εἰς ἀντικείμενα τῆς ἁρμοδιότητος ἑτέρας ἀρχῆς, τῶν δικαστηρίων. Ἐὰν ἐκφέρῃ ὁποιανδήποτε εὐχὴν ἢ μέμψιν, λέγω ὅτι διττῶς ἁμαρτάνει, πρῶτον σφετερίζεται ξένην ἐξουσίαν, δεύτερον προσβάλλει καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν δικαστηρίων. Ποτὲ, κύριοι, εἰς κανὲν καλῶς ὠργανισμένον συνταγματικὸν κράτος μέχρι τῆς ἀποπερατώσεως δικαστικῆς τινος ὑποθέσεως, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα κανεὶς νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστηρίου· τοῦτο θεωρεῖται ἀρχὴ οὐχὶ μόνον συνταγματικὴ, ἀλλὰ καὶ ἀρχὴ ἠθική. Ἡ πρᾶξις εἶναι ἀξιοκατάκριτος, ἡ πρᾶξις εἶναι ἐγκληματική· τὰ δικαστήρια ἐπελήφθησαν, τὰ δικαστήρια καθ’ ἑκάστην δικάζουσι περὶ ὅλων τῶν ἐγκλημάτων, περὶ τῆς ζωῆς καὶ τῆς τύχης τῶν πολιτῶν. Δὲν πιστεύω νὰ φανοῦν ὑποδεέστερα εἰς μίαν τοιαύτην πρᾶξιν· καὶ ἂν θεωρῆτε τὰ δικαστήρια ὑποδεέστερα τοῦ προορισμοῦ των, συστήσατε ἕτερα δικαστήρια, ἀλλὰ μὴ θέλετε νὰ ἐκφέρητε ὁποιανδήποτε γνώμην. Εἶναι ὁ ὑπερβολικὸς ζῆλος τινῶν, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσε τοιοῦτον μέτρον, διὰ τούτου ἤθελον νὰ δείξωσι τὴν προθυμίαν των πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐχαρακτήρισα, πρὸς δὲ καὶ νὰ προσβάλωσι τὸ ὑπουργεῖον. Ἀποκρούω τὴν πρότασιν ταύτην καὶ τὴν ἀποκρούω μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς συνειδήσεως· δὲν θέλω νὰ δώσω τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν Συνέλευσιν, δὲν βλέπω ἀνάγκην νὰ σφετερισθῇ αὕτη τὸ δικαίωμα τοῦτο. Τέλος πάντων, κύριοι, ἡμεῖς, τοὺς ὁποίους τινὲς τολμῶσι νὰ κατηγορήσωσιν ὅτι δὲν ὑπερασπίσθημεν τὴν τάξιν, ὅτι προσεβάλομεν τὰ ὅρια τῆς ἐλευθερίας, διὰ τοῦ λόγου μου σᾶς ἀπέδειξα ὅτι ὑπερασπίσθημεν πάντα ταῦτα, ὅτι καὶ τὸν νόμον σεβόμεθα, καὶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν δικαστηρίων ἐπίσης φυλάττομεν. Προέβησαν εἰς τοσοῦτον βαθμόν, ὥστε νὰ ἰσχυρισθοῦν ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην εὑρέθη ἐντελῶς μεμονωμένος. Δὲν ἠξεύρω πρὸς ποῖον σκοπὸν ἀνέφερον τοῦτο· ἂν ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖ ἦτο μεμονωμένος, ἐφρουρεῖτο ὅμως ὑπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ φρουρῆται ὑπὸ δορυφόρων καὶ ὑπὸ ὑπασπιστῶν. Ὁ Βασιλεὺς δύναται μόνος νὰ μεταβῇ ὅπου θέλει, ὡς καὶ μεταβαίνει, εἶμαι δὲ πεπεισμένος ὅτι δὲν ὑπάρχει ψυχὴ εἰς τὴν Ἑλλάδα τοσοῦτον ἀχρεία, τοσοῦτον ἀντεθνικὴ καὶ ἀσεβής, ὥστε νὰ συλλάβῃ ἀποτρόπαιόν τινα ἰδέαν.
§110ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Οἱ Ὀθωνισταί.
§111ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ οἱ Ὀθωνισταὶ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν, διότι ἐπιβλέπονται, ὁ Βασιλεὺς περιφρουρεῖται ὑπὸ τῆς γενικῆς ἀγάπης, τὴν ὁποίαν ἀπολαμβάνει. Ἀλλ’ ἐκ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα εἶναι προσδιωρισμένα νὰ μένωσιν ἐκεῖ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, ἐπληροφορήθημεν ὅτι δὲν ἔφθασεν ἡ συνάθροισις μέχρι τῶν ἀνακτόρων, ἐμποδίσθη παρ’ αὐτῶν μὲ ἕνα μόνον λόγον. Ὁ ὑπασπιστὴς κύριος Βότσαρης μετὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ τῆς μικρᾶς φρουρᾶς τῆς πρὸς τιμὴν φυλαττούσης μετὰ ὀλίγας παρατηρήσεις γενομένας εἰς τοὺς ὀχλαγωγούς, τοὺς ἐπικινδύνους τούτους ὀχλαγωγούς, τοὺς τρομεροὺς κατά τινα τῶν ἀγορευσάντων, διότι ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ καὶ σχέδιον ἀπαίσιον ἐγκρυπτόμενον, ἔκαμε ν’ ἀποσυρθῶσι διὰ ν’ ἀποστείλωσιν ἐπιτροπὴν νὰ ἐκφράσῃ τὰ παράπονά των πρὸς τὴν Α. Μ. ὡς ὡδηγήθησαν παρ’ αὐτῶν. Μετὰ ταῦτα δὲ ἡ ὀχλαγωγία διελύθη. Αὕτη εἶναι, κύριοι, ὅλη ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ δώσω ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, ἐξετάθην δὲ πολύ, διότι δὲν ἠμποροῦσα νὰ ἀνέχωμαι πυκνὰς κατηγορίας κατὰ τῆς κυβερνήσεως, ὅτι δὲν θέλει νὰ ἐξηγῆται αὕτη ὅ,τι φρονεῖ, ὅτι ἀποφεύγει πάντοτε νὰ ἐκφράζηται σαφῶς περὶ τῶν ζητημάτων. Ἀπεφάσισα λοιπὸν εἰς τὴν περίστασιν ταύτην εἰς ἣν κατηναλώθη ἐπὶ ματαίῳ ὁλόκληρος ἡ συνεδρίασις, ὁπότε ἐξήντλησαν τὰ ἐπιχειρήματά των ὅλοι οἱ ῥήτορες τῆς ἀντιπολιτεύσεως, νὰ λάβω κἀγὼ ἀφορμὴν νὰ ἐκτείνω τὸν λόγον, ἵνα μὴ ἀφήσω τὸν ἐλάχιστον δισταγμὸν ὡς πρὸς τὰ φρονήματα καὶ τὰς σκέψεις τῆς κυβερνήσεως.
§112Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν προτίθεμαι ποσῶς νὰ ψέξω οὐδεμίαν τῶν δύο πτερύγων, αἵτινες σήμερον ἀπεδύθησαν εἰς τὴν γενομένην συζήτησιν, οὐδὲ νὰ ἐλέγξω τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην ἐπὶ ἐλλείψει πατριωτισμοῦ. Ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσι τὴν κυβέρνησιν καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουσι τὴν ἀντιπολίτευσιν, καὶ ἐκεῖνοι οἱ εὐάριθμοι συνάδελφοί μου, οἱ ὁποῖοι κάθηνται ἐπὶ κεφαλῆς τῆς δεξιᾶς πτέρυγος, φλέγονται ὑπὸ ἴσου πατριωτισμοῦ, καὶ ἀναγνωρίζω τὴν εὐγένειαν τῶν αἰσθημάτων καὶ τῶν ἄλλων καὶ τῶν τελευταίων. Οὐδὲ προτίθεμαι νὰ ἀκολουθήσω, κύριοι, τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ὁ προαγορεύσας ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ ἠπόρησα ἐπὶ τοσοῦτον μᾶλλον δι’ αὐτήν, καθ’ ὅσον δὲν ἐνθυμοῦμαι εἰς τὴν ἱστορίαν οὐδενὸς τῶν συνταγματικῶν ἐθνῶν τῆς Εὐρώπης νὰ ἀπήντησα παράδειγμα ὑπουργοῦ ἐπιτιθεμένου μετὰ τοσαύτης δριμύτητος κατὰ τῶν πολιτευομένων κατὰ τῆς κυβερνήσεως, προσπαθοῦντος δὲ διὰ αἰτιάσεων καὶ ἐγκλήσεων νὰ καταπνίξῃ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῶν ἀντιπάλων. Ἀλλ’ ἡ ἔκπληξίς μου ἤθελεν εἶσθαι μεγαλητέρα, ἂν δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀτομικὸν χαρακτῆρα, ὁ ὁποῖος ἐπικρατεῖ εἰς πολλοὺς περὶ τὰς σκέψεις καὶ συζητήσεις των, καὶ ὅστις ἀναγκάζει πολλάκις τὰ ἄτομα νὰ λησμονῶσι τὴν ἐπίσημον ἰδιότητα, τὴν ὁποίαν φέρουσιν, ἰδιότητα ἡ ὁποία ἐπιβάλλει αὐτοῖς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἔχουσιν οἱ ἄλλοι, οἱ κοινῶς βουλευόμενοι. Ἀλλ’ οὐδὲ μέλλω νὰ θρηνήσω καθὼς ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον διαδέχομαι ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, τὴν ἀπώλειαν τοῦ χρόνου, διότι δὲν θεωρῶ ὡς αὐτὸς τὴν σημερινὴν συζήτησιν ἄγονον, τοὐναντίον λίαν γόνιμον ὡς προαγαγοῦσαν σκέψεις, αἵτινες ἦτο πολὺ ἀναγκαῖον νὰ ἐκτεθῶσι ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ, καθ’ ὃν χρόνον πρόκειται νὰ χαράξωμεν τὴν γραμμὴν, τὴν ὁποίαν μέλλομεν νὰ ἀκολουθήσωμεν καὶ νὰ ἐκδώσωμεν ἀπόφασιν ἐπὶ τῶν σκέψεων τούτων· ἡ δὲ ἀπόφασις αὕτη εἶναι τοσοῦτον οὐσιώδης, ἐφ’ ὅσον, κύριοι, καὶ ἐγὼ συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ τῆς γνώμης ἑνὸς τῶν προαγορευσάντων, καθ’ ἣν ἡ συζήτησις αὕτη χαρακτηρίζει τὰς περὶ τάξεως καὶ ἀταξίας ἰδέας ἡμῶν, ἡ συζήτησις αὕτη χαράσσει τὸ ὅριον τῆς τάξεως καὶ τῆς ἀναρχίας. Ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος ἐξ Ἰωαννίνων ἔκαμε πάλιν ἐκδρομὴν ἐπὶ τοῦ παρελθόντος· δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, κύριοι, ὅτι ἐνδεχόμενον εἴτε κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην, εἴτε κατά τινα τῶν ἑπομένων νὰ συμβῇ ὅ,τι καὶ ἄλλοτε συνέβη· ἤτοι τινὲς ἐκείνων ὅσοι δὲν συμμερίζονται τὰς ἰδέας μου νὰ μὴ ἀποσπασθῶσι πάλιν τοῦ παρελθόντος, καὶ, ἀντὶ ἀνασκευῆς τῶν ἰδεῶν μου, νὰ ἀναβῶσι πάλιν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ παρασταθῶσιν ὡς μετέωρα, τὰ ὁποῖα φαίνονται εἰς τὰς πολιτικὰς ἀτμοσφαίρας ὅσαι γέμουσιν ἠλεκτρικῶν στοιχείων, νὰ συγκεντρώσωσιν ἐν ἑαυτοῖς ὅσην ἤθελον δυνηθῆ λάμψιν, νὰ συναθροίσωσιν ὅσας ἂν ἔχωσι δυνάμεις, καὶ μετὰ πατάγου ἠχηροῦ νὰ ἐκραγῶσιν ἐντεῦθεν. Ἀλλὰ τὰ τοιαῦτα μετέωρα καὶ τότε θέλω ἀτενίσει ἀσκαρδαμυκτὶ μετὰ θάῤῥους καὶ παῤῥησίας, μηδαμῶς ὑπὸ τῆς λάμψεως αὐτῶν θαμβούμενος, καὶ ἀκίνητος καὶ ἤρεμος θέλω μείνει ἀπέναντι τοῦ πατάγου αὐτῶν, διότι ἔχω πληρεστάτην συνείδησιν ὅτι τὸ παρελθὸν δι’ ἐμὲ δὲν εἶναι κηλὶς ἀλλὰ τίτλος, διότι ἐξεπλήρωσα πάντοτε τὸ καθῆκόν μου. Ἤθελον μάλιστα συμφωνήσει μετὰ τοῦ ἐντίμου φίλου μου κυρίου Καλοῦ, ὅτι ἡ συζήτησις ἐξηντλήθη μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἂν δὲν διεφώνουν καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι τῶν προλαλησάντων εἰς τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξέθηκεν, καὶ ὄχι μόνον διεφώνουν, ἀλλὰ ἂν δὲν εἶχον σκέψεις ἀντιθέτους πρὸς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξέθηκε, καὶ τὰς ὁποίας ἀνέλυσε λεπτομερῶς ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Οἱ συνταγματικοὶ θεσμοὶ, κύριοι, δὲν εἶναι ἀνατροπὴ τῶν κειμένων νόμων, οἱ Συνταγματικοὶ θεσμοὶ δὲν εἶναι ἐπικράτησις τῆς θελήσεως τοῦ ἀτόμου, δὲν εἶναι ἀνατροπὴ τοῦ σεβασμοῦ τοῦ ὀφειλομένου πρὸς τὴν νόμιμον ἀρχὴν, εἶναι ἡ βάσις τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων, ἡ πρὸς τὴν πολιτείαν ἐγγύησις, ὅτι οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι διέπουσιν αὐτὴν, θέλουσιν ἐκτελεῖσθαι· εἶναι ἡ προστασία τοῦ νομίμου δικαιώματος τῶν ἀτόμων καὶ τοῦ γενικοῦ συμφέροντος τῆς ἐπικρατείας, ἀπὸ πάσης κατ’ αὐτῶν ἐπιδρομῆς τῆς αὐθαιρέτου θελήσεως τοῦ ἀτόμου. Καὶ ἂν οἱ συνταγματικοὶ θεσμοὶ τοιοῦτον προτίθενται σκοπὸν, νομίζετε ὅτι τὰ χθὲς γενόμενα στηρίζονται εἰς συνταγματικὸν δικαίωμα; Νομίζετε ὅτι ἡ δήλωσις τοῦ δημοσίου φρονήματος ἔχει νόμιμον ὁδὸν, ἐκείνην τὴν ὁποίαν χθές τινες διέγραψαν; Νομίζετε, ὅτι συνταγματικῶς ἔχουσι τὸ δικαίωμα οἱ πολῖται νὰ συνέρχωνται κατὰ ἑκατοντάδας, ἢ κατὰ χιλιάδας, νὰ πηγαίνωσιν ὑπὸ τὰ παράθυρα τῶν νομίμων ἀρχῶν, νὰ κραυγάζωσι καὶ νὰ ἐκβιάζωσι τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Νόμου; Ἂν νομίζετε τοῦτο, δὲν συμφωνῶ μαζί σας. Ἡ δήλωσις τοῦ δημοσίου φρονήματος γίνεται ὑπὸ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι νόμιμον δικαίωμα νὰ παριστῶσι ὅτι ἀντιπροσωπεύουσι τὸ φρόνημα τῶν λαῶν· ἡ δήλωσις τοῦ δημοσίου φρονήματος δὲν γίνεται διὰ συστάσεων, αἵτινες δὲν δύνανται νὰ ἐξηγηθῶσιν, εἰμὴ ὅτι ἀποτελοῦσιν ἀληθῆ ὀχλαγωγίαν· ὀχλαγωγίαι δ’ ἀληθῶς εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦνται ἀπὸ ὁρμαθοὺς ἀνθρώπων, τῶν ὁποίων δὲν θέλω ν’ ἀμφισβητήσω οὔτε τοὺς τίτλους, τοὺς ὁποίους ἔχουσι νὰ ἐκφράσωσι τὴν γνώμην των, οὐδὲ τὰς ἰδιότητας αὐτῶν, οἵτινες μεταβαίνουσιν εἰς τὰς ἀρχὰς τὰς νομίμους, καὶ ἐκβιάζουσιν αὐτὰς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των. Ἀλλὰ θέλουσι, κύριοι, μοὶ ἀντιταχθῆ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μέλλουσι νὰ συνηγορήσωσιν ὑπὲρ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ θέλουσι μοὶ ἀντειπεῖ, ὅτι περιορίζω οὕτω τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι. Τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι, τὸ ὁποῖον ἀκόμη δὲν ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τῆς νομοθεσίας τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον ὅμως προετάθη ἵνα ἀναγνωρισθῇ κατὰ τὸ ὑποβληθὲν σχέδιον τοῦ συντάγματος, τὸ δικαίωμα, λέγω, τοῦ συνέρχεσθαι, δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ ὀχλαγωγεῖν· τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι προτίθεται νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐξηγήσεως τῶν κοινῶν ἰδεῶν καὶ τὴν ῥύθμισιν αὐτῶν πρὸς παράστασίν των διὰ τῶν ἀνεγνωρισμένων νομίμων τρόπων, ὑποθέτει δ’ ὑπάρχοντα τὸν ὀφειλόμενον πρὸς τὰς ἀρχὰς σεβασμόν· δὲν ὑποθέτει τὰς ἐκδρομὰς εἰς τὰς ἀγυιὰς καὶ τὰς ῥύμας τῆς πολιτείας ἑκατοντάδων ἀνθρώπων, διότι τότε τοῦτο δὲν εἶναι ἔκφρασις φρονήματος, ἀλλ’ ἀπειλὴ πρὸς τὴν καθεστηκυῖαν ἀρχήν· οὐδόλως ἤλπιζον, ὅτι ἤθελον εὑρεθῇ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διότι ἐνόμιζον ὅτι αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου, πληρεξούσιος ἐκ Χαλκίδος, ἐξήγησεν ἐντεῦθεν περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνέρχεσθαι, δὲν ἤθελον ὑποστηριχθῆ καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ὑπουργοῦ. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἡ λύπη, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθην σήμερον μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἦτον μεγαλητέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθην μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τῶν ἄλλων ἐντίμων συναδέλφων μου, τῶν μετ’ αὐτοῦ συμφωνησάντων. Δὲν συμμερίζομαι, κύριοι, τελείως τοὺς ἰσχυρισμοὺς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ᾐτιάθησαν τῆς κυβερνήσεως ὡς συνεργοῦ τῶν χθὲς γενομένων, ὡς ἔχω προσέτι καὶ πολὺ διαφορετικὰς ἰδέας ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος ἐξ Ἰωαννίνων Κ. Καλὸς, πρῴην διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, καὶ ἄλλος τις ἐξέθηκαν ἐντεῦθεν, διότι δὲν νομίζω, ὡς ἐκεῖνος, ὅτι τὸ καθῆκον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐτάχθησαν ὑπὸ τοῦ Νόμου διὰ νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν κοινωνίαν, εἶναι μόνον καθῆκον κατασταλτικῆς ἐνεργείας, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι εἶναι προσέτι καὶ καθῆκον προληπτικῆς. Νομίζω δὲ τοσούτῳ μᾶλλον τοῦτο, καθ’ ὅσον ἄλλως ἤθελα ἀφομοιώσει τὴν ἀστυνομικὴν ἐνέργειαν τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς μετὰ τῆς ἐνεργείας τῆς δημοσίας δυνάμεως, μετὰ τῆς ἐνεργείας τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἐν ᾧ ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ δὲν ἔχει τὸν αὐτὸν προορισμόν. Καὶ ἐὰν οἱ προαγορεύσαντες ἤθελον ἀπορήσει, ἂν ὁ διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας δὲν ἦτο ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ὁρμαθοῦ ἐκείνου τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι διέτρεχον τὰς ἀγυιὰς καὶ τὰς ῥύμας τῆς πόλεως, ἐγὼ ἀπορῶ ὡσαύτως, διότι ὁ διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ἐπελάθετο τοῦ καθήκοντος τῆς προληπτικῆς ἐνεργείας, τὸ ὁποῖον ἔχει, πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ ὁποίου ἔδιδον αὐτῷ τὰ μέσα ἡ δημοσία ἐντολὴ, μὲ τὴν ὁποίαν εἶναι περιβεβλημένος, τὸ σέβας τῶν πολιτῶν πρὸς τὴν νόμιμον ἀρχὴν, ὁ ὄγκος τῆς ἐξουσίας, ὅστις πάντοτε, πρὸς τιμὴν τῆς πατρίδος μου, θαμβοῖ τοὺς πολίτας, καὶ ἐπιλαθόμενος αὑτοῦ δὲν προσεπάθησεν οὐδὲ νὰ προλάβῃ οὐδὲ νὰ διαλύσῃ τὴν ὀχλαγωγίαν. Καὶ ἂν διαφωνῶσιν οἱ συνάδελφοί μου οὗτοι, παρακαλῶ αὐτοὺς νὰ μὴ θεωρήσωσιν, ὅτι αἱ ἰδέαι μου εἶναι πρωτότυποι, ἴσως αἱ ἰδικαί των εἶναι πρωτότυποι· αἱ ἰδικαί μου εἶναι ἰδέαι ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν καὶ ἐμελέτησαν τὰ τῆς διοικήσεως. Καὶ μολονότι βλέπω πραγματικὴν παράλειψιν καθήκοντος, ἔλλειψιν τῆς ὀφειλομένης πραγματικῆς ἐνεργείας, μολοντοῦτο δὲν εἶμαι τόσον ἄδικος νὰ αἰτιαθῶ τῆς κυβερνήσεως ἐπὶ συνεννοήσει καὶ συνεργείᾳ, ἐνθυμούμενος μάλιστα τοὺς ὡραίους ἐκείνους λόγους, τοὺς ὁποίους ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως ἀπηύθυνεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ ἀνόρθωσις τοῦ κράτους τῶν νόμων, οὐδὲ διακρίνει ἡ Κυβέρνησις μεταξὺ φίλων οἰκείων ἢ ἐχθρῶν, ἀλλὰ πάντας προτίθεται νὰ ὑποτάξῃ εἰς τὸ κράτος τῶν νόμων. Δὲν ἠμπορῶ λοιπὸν νὰ πιστεύσω ποτὲ, ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤθελε λησμονήσει τὴν ἐπαγγελίαν του ταύτην κατὰ τὴν χθὲς περίστασιν· ἄλλως τε ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου, ἔχει καὶ ἀρχαιοτέραν ἄλλην ἰδιότητα, τὴν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐπαναστάσεως· ἑπομένως ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἤθελέ ποτε λησμονήσει τὸν σκοπὸν αὐτὸν τῆς ἐπαναστάσεως, τὴν πλήρη καὶ τελείαν ἐφαρμογὴν τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπανάστασις προὐτίθετο. Ἂν δὲ τὴν ἐναντίαν παρεδεχόμην ὑπόθεσιν, ἤθελα ἀθετήσει τὰς περὶ αὐτοῦ πεποιθήσεις μου, διότι ἤθελα μεταφέρει αὐτὸν ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἕδραν τοῦ ἐπικαθημένου ἐπὶ δίφρου συρομένου ὑπὸ τῶν ὀχλαγωγιῶν εἰς τὰς ἀγυιὰς καὶ τὰς ῥύμας τῆς πόλεως. Ἐλπίζω, Κύριοι, ὅτι οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν δεξιὰν πτέρυγα, δὲν θέλουσι συμμερισθῆ τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος, ὅστις ὡμίλησεν ἐν ὀνόματι αὐτῶν, ἠκολούθησε, διότι πρέπει νὰ ἀναγνωρίσῃ τις, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἐμνημονεύθη ἐντεῦθεν σήμερον, καὶ τοῦ ὁποίου ἱστορικὴν μόνον μνείαν κάμνω, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἀντιπολίτευσιν ἔδειξαν διαγωγὴν μὴ ἐπαινετὴν, διότι φρονῶ ὅτι τῇ ἀληθείᾳ ἐπολιτεύθησαν ἀνδρικῶς καὶ ἀξιεπαίνως· ἐδείχθησαν ὅτι ἀκολουθοῦσι τὴν τακτικὴν ἀντιπολιτεύσεως ἀληθῶς Ἀγγλικῆς. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, μίαν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἓν ὑπουργεῖον τῆς Βασιλίσσης τῆς Ἀγγλίας, ὄχι τὸ ὑπάρχον, προῆλθεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀναγγέλλον εἰς αὐτὴν, ὅτι προτίθεται νὰ διαλύσῃ τὰς Βουλὰς, ἀλλ’ ὅτι ἓν καὶ μόνον εἶχε πρόσκομμα πρὸς ἐκτέλεσιν καὶ πραγματοποίησιν τοῦ σκοποῦ του, τὴν ἔλλειψιν τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως διὰ νὰ κυβερνήσῃ τὸ Κράτος, μεθ’ ὃ ἤθελον εἶσθαι διαλελυμέναι αἱ Βουλαί· ὅτι πρώτη ἡ ἀντιπολίτευσις παρέστη καὶ παρέσχεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τὴν πίστωσιν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ πεποίθησις, τὴν ὁποίαν ὁ φίλος μου Κ. Πετσάλης ἔχει, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς τοῦ πληρεξουσίου Δωρίδος δὲν ἦτον ὑπουργικὸν, δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθή· ἀπ’ ἐναντίας ἐπειδὴ, λέγω, ἔχω πλήρη πεποίθησιν, ὅτι τὸ ζήτημα ἦτο μᾶλλον παρὰ ὑπουργικὸν, διότι κατὰ τὴν φράσιν αὐτοῦ ἦτο ζήτημα μεταξὺ κοινωνίας καὶ ἀναρχίας, καὶ ἐν τῇ ἀναρχίᾳ οὔτε αἱ ἐπιτήδειαι χεῖρες τοῦ Κυρίου Πετσάλη δύνανται νὰ κυβερνήσωσι, διὰ τοῦτο ἐπιμένω ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις, ἥτις ἂν προσετίθετο εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν κατὰ τῆς ἀδείας, ἤθελε φέρει ἀμέσως τὴν πτῶσιν τῆς κυβερνήσεως, ἡ ἀντιπολίτευσις προσέφερε πραγματικὴν ὑπηρεσίαν, δείξασα αὐταπάρνησιν, καὶ μὴ φανεῖσα ὀρεγομένη τῆς ἐξουσίας μὲ θυσίαν τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος της, μὲ ἀνατροπὴν τῆς τάξεως. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι σήμερον προσεπάθησαν νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι τὰ χθὲς γενόμενα ἐν τῇ πόλει ἔχουσι νόμιμον χαρακτῆρα, λησμονοῦσιν ἴσως ὅτι λέγουσιν, ὅτι πρόγραμμα ἀρχῶν ἔχουσι τὴν ἐφαρμογὴν τῶν συνταγματικῶν ἀρχῶν· καὶ ἐγὼ μὲν σέβομαι τὸ πρόγραμμα τοῦτο, ἂν ᾖ πραγματικὸν, τὰ δὲ χθὲς γενόμενα δὲν ἀποτελοῦσιν ἐφαρμογὴν, ἀλλ’ ἀνατροπὴν τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, τὰ χθὲς γενόμενα δύνανται νὰ ἀνακαλέσωσιν ἀληθῶς εἰς τὴν μνήμην ἑκάστου τὰ διδάγματα τοῦ σχολείου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὁ Κ. Πετσάλης ἀνέφερε, καὶ τοῦ ὁποίου μαθητὴν ἀνεκήρυξεν ἕνα τῶν προαγορευσάντων, τὸν ὁποῖον ὅμως ὀφείλων νὰ ἀντιπροσωπεύσω σήμερον, κατ’ ἐντολήν του, ἀντιτάσσω ἀναφέρων εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι δὲν ὑπῆρξε μαθητὴς τοῦ Σχολείου ἐκείνου ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, διότι δὲν τῷ ἐγένετο δυνατὸν, ἵνα καταταχθῇ εἰς τὰς τάξεις τῶν μαθητῶν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν σᾶς παρέστησε, κύριοι, ὅτι, ἂν προβῆτε εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Ζαΐμης σᾶς ὑπέβαλλεν, παραγνωρίζετε τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Ἤθελα συμφωνήσω μετ’ αὐτοῦ, ἐὰν σήμερον προεκαλεῖσθε νὰ ἀποφανθῆτε, ἂν ἡ πρᾶξις ᾖναι ἀξιόποινος. Ἀλλ’ ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Ζαΐμη δὲν εἶνε τοιαύτη· προτίθεται μόνον νὰ ἀναιρέσῃ τὴν δόξαν, τὴν ὁποίαν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πλαγίως ἐπέφερε, τὴν ὁποίαν ὅμως ὑπεστήριζαν οἱ πληρεξούσιοι ἐκ Φθιώτιδος καὶ ἐκ Χαλκίδος, καθ’ ἣν ἀναγνωρίζεται δικαίωμα συνταγματικὸν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι χθὲς περιέτρεχον τὰς ἀγυιάς, προτίθεται, λέγω, νὰ προκαλέσῃ τὴν Συνέλευσιν νὰ ἀποφανθῇ ὅτι ἐκεῖνοι δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύσωσι δημόσιον φρόνημα οὐδὲ νομίμως ἡρμήνευσαν αὐτό. Δὲν σᾶς εἶπε νὰ ἀποφανθῆτε, ὅτι χθὲς ἐπράχθη ἀξιόποινος πρᾶξις, διότι εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν ἀνήκει νὰ ἐξετάσῃ τοῦτο καὶ τιμωρήσῃ αὐτὴν, εἰς ὑμᾶς δὲ ἀνήκει νὰ εἴπητε, ποῖον ἐννοεῖτε συνταγματικὸν δικαίωμα καὶ ποῖον μὴ, νὰ εἴπητε ἂν ἐννοεῖτε συνταγματικὸν δικαίωμα τὰς ὀχλαγωγίας. Ἐνθυμηθεῖτε δὲ ὅτι, ἂν τοιαύτην ἐκφέρητε ψῆφον, ἀθετεῖτε τὴν ἐντολὴν τῶν ἐντολέων σας, οἵτινες διψῶσιν ἡσυχίαν καὶ ἀποστρέφονται τὴν ἀναρχίαν, οἵτινες μίαν σᾶς ἔδωκαν ἐντολὴν νὰ ὑποστηρίξητε τοὺς συνταγματικοὺς θεσμοὺς, καὶ νὰ μὴ ὑποστηρίζετε σοφιζόμενοι τὴν παράβασιν αὐτῶν. Δὲν θέλω, κύριοι, ἐπὶ πλέον νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἐπίτασιν τῆς ἀνοχῆς σας, καὶ σκοπεύω νὰ καταβῶ τοῦ βήματος· ἐπιτρέψατέ μοι ὅμως νὰ συγκεφαλαιώσω τὰς δόξας μου, διὰ ν’ ἀποφανθῆτε καὶ παραδεχθῆτε οἱονδήποτε ἀποτέλεσμα ἐγκρίνητε. Αἱ δόξαι μου εἶναι, ὅτι οἱ νόμοι δὲν ἐπιτρέπουσι τὰς ὀχλαγωγίας, οὐδὲ διὰ τῶν χθὲς γενομένων ἐξησκεῖτο συνταγματικὸν δικαίωμα, οὐδ’ ὅτι ταῦτα ἀπετέλουν νόμιμον ἔκφρασιν δημοσίου φρονήματος· ὅτι καὶ κατ’ ἀποτέλεσμα ἀκόμη δὲν ἐξησκεῖτο συνταγματικὸν δικαίωμα, διότι ἡ ὀχλαγωγία ἀπηυθύνετο εἰς ἐκεῖνον, ὅστις, καθήμενος ἐπὶ κεφαλῆς τῆς πολιτείας, οὐδὲν μέρος ἐνεργὸν λαμβάνει· ἀπετείνετο, λέγω, εἰς ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου λυποῦμαι διότι τινὲς τῶν προαγορευσάντων ἀνέφερον τὸ ὄνομα σήμερον ἐν τῇ Συνελεύσει, κατ’ ἀναίρεσιν τῶν κοινοβουλευτικῶν καθηκόντων, ἀπαγορευόντων ν’ ἀναμιγνύηται εἰς τὰς συζητήσεις ἡμῶν τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως. Αἱ δόξαι μου εἶναι, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἦτο συνεργὸν τῶν χθὲς γενομένων, ὅτι τὰ ὄργανα αὐτοῦ παρέλειψαν καθῆκον καὶ δὲν ἐπρόλαβαν τὴν συνάθροισιν, οὐδὲ διέλυσαν αὐτὴν ἐγκαίρως οὐχὶ διὰ τῶν ὅπλων καὶ τῶν κανονίων, ἀλλὰ διὰ τῆς πειθοῦς, μὲ τὴν δύναμιν τῆς ὁποίας εἶναι περιβεβλημένα. Αἱ δόξαι μου εἶναι, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία πρέπει νὰ προβῇ αὐστηρὰ τιμωρὸς τῶν παρεκτροπῶν τούτων διὰ νὰ θέσῃ τέρμα εἰς σκηνὰς, αἱ ὁποῖαι ἐπαναλαμβανόμεναι καὶ καλλιεργούμεναι δύνανται ν’ ἀπολήξωσιν εἰς μεγάλα ἐθνικὰ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα θέλετε θρηνήσει καὶ ὑμεῖς αὐτοὶ, οἵτινες νομίζετε σήμερον, ὅτι ὑποστηρίζετε τὸ ὑπουργεῖον, τοιαύτας δημοσιεύοντες γνώμας. Διὰ ταῦτα προθύμως ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Ζαΐμης ἐπρότεινε, δηλαδὴ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις ὅτι, ἀπαρεσκομένη εἰς τὰ χθὲς γενόμενα, τὰ ὁποῖα δὲν θεωρεῖ νόμιμον ἔκφρασιν τοῦ δημοσίου φρονήματος, ἀναμένει τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν πάσης ἀξιοποίνου πράξεως τελεσθείσης κατ’ αὐτά.
§113ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη, νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ἀνεπτύχθησαν, Κύριοι, καὶ παρεδόθησαν ἐγγράφως αἱ ἑξῆς προτάσεις· ά) τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ· «Ἡ Συνέλευσις ἀποδοκιμάζουσα τὴν κατὰ τὰ ἐχθὲς ἐν τῇ πρωτευούσῃ διαδραματισθέντα διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§115Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς εἶπα, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὴν συγχωνεύω μὲ τὴν τοῦ Κ. Κουμουνδούρου.
§116ΚΑΛΟΣ. Τὴν ἀναδέχομαι ἐγὼ, Κύριε Πρόεδρε.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ, Κύριε Πετιμεζᾶ, δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ ἐκθέσω τὰ λεχθέντα. Ἂν παραιτῆσθε τώρα, ἄλλο πρᾶγμα.
§118Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παραιτοῦμαι. Ὁ δὲ Κ. Καλὸς ἐὰν ἤθελε νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασίν μου ἔπρεπε νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ ἀπὸ τοῦ βήματος.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα πρότασις εἶναι τοῦ Κ. Μίληση, ἔχουσα ὡς ἀκολούθως. «Ἡ Συνέλευσις ἐκφράζουσα τὴν δυσαρέσκειάν της διὰ τὰ χθὲς ἐν τῇ Πρωτευούσῃ διαδραματισθέντα καὶ ἀπαιτοῦσα τὴν ἐπ’ αὐτῶν αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Τρίτη ἡ τοῦ Κ. Ζαΐμη. «Ἡ Συνέλευσις ἀπαρεσκομένη εἰς τὰ χθὲς συμβάντα, τὰ ὁποῖα δὲν θεωρεῖ ὡς νόμιμον ἔκφρασιν τοῦ δημοσίου φρονήματος, καὶ ἀναμένουσα τὴν ταχεῖαν τῶν νόμων ἐκτέλεσιν κατὰ τὰς δοθείσας ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως διαβεβαιώσεις, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Τετάρτη καὶ τελευταία πιστεύω τοῦ Κ. Βάσσου.
§120ΙΑΛΕΜΟΣ. Ἐπιμένω εἰς τὴν ἐδικήν μου, Κύριε, Πρόεδρε.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τοῦ Κ. Βάσσου. «Ἡ Συνέλευσις ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Πέμπτη τοῦ Κ. Ἰαλέμου. «Ἡ Συνέλευσις συνιστῶσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀπὸ τῆς Αὐλῆς ἀπομάκρυνσιν (θόρυβος, ἀποδοκιμασίαι τινῶν) τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα τείνουσιν εἰς τὸν ἐπίβουλον αὐτῆς διαχωρισμὸν ἀπὸ τοῦ Ἔθνους, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Τὴν πρότασιν αὐτὴν ὡς μὴ οὖσαν προϊὸν τῆς γενομένης συζητήσεως δὲν δύναμαι νὰ τὴν ὑποβάλω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Συνελεύσεως.
§122ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα! Μάλιστα!
§123ΜΙΛΗΣΗΣ. Συγχωνεύομεν ἐγὼ καὶ ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος τὰς προτάσεις μας εἰς τὴν τοῦ Κ. Ζαΐμη.
§124ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ τὴν ἐδικήν μου Κ. Πρόεδρε.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν συγχώνευσιν αὐτῶν ὁ Κ. Καλὸς ὑποστηρίζει τὴν ψηφοφορίαν τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ;
§126ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ἠμπορεῖ, διότι δὲν τὴν ὑπεστήριξεν ἀπὸ τοῦ βήματος.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐρχόμεθα εἰς τὴν ψηφοφορίαν τῶν προτάσεων. Νομίζω, ὅτι κατὰ τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα, καὶ αὐτῆς τῆς Συνελεύσεως, ὅταν πρόκειται περὶ τοιαύτης συζητήσεως, ὡς ἀπωτέρω πάντοτε θεωρεῖται ἡ πρότασις, ἥτις λέγει, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἢ τὸ κοινοβουλευτικὸν σῶμα ἀρκεῖται εἰς τὰ λεχθέντα καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§128ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα!
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν μοὶ ἐπιτρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν πρῶτον τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Βάσσου;
§130ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα! Κατ’ ὀνομαστικὴν κλίσιν (ἐγείρονται δεξιόθεν ὑπὲρ τοὺς 20.)
§131ΠΟΛΛΟΙ. (ἀριστερόθεν) μάλιστα, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 20.)
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Βάσσου λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν ἀπαγγείλω τὸ ἀποτέλεσμα, θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν, ἂν θέλῃ νὰ σταλῶσι τὰ πρακτικὰ τὰ ἀφορῶντα τὴν πίστωσιν πρὶν ἀναγνωσθῶσι.
§134ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ διαλογή. Γενομένης τῆς διαλογῆς, ὁ Πρόεδρος ἀνήγγειλε τὸ ἀποτέλεσμα ὡς ἑξῆς.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 157, 121 εἶπον ναὶ, 56 ὄχι· εἷς ἠρνήθη ψῆφον· ἄρα ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Βάσσου. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις (ὥρα 6 Μ. Μ.)
Ὁ πρόεδρος
Ι. Λ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ.
Οἱ γραμματεῖς. Θ. Βενεστάνος. Α. Νικολαΐδης.