1864.01.17
2.057 στίχοι · 17.821 λέξεις · 60 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΣΣΤʹ.
Τῆς 17 Ἰανουαρίου 1864.
(Παρασκευή).
Ὥρα 1 μ. μ.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Συνελεύσεως πλήρους γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης Συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σημειωθῇ ὅτι ἐνεκρίθησαν. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἀναγγέλλω ὑμῖν εὐχαρίστως, ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ἤρξατο τῶν ἐργασιῶν της, καὶ ὅτι ἐργάζεται μετὰ πολλοῦ ζήλου· ἀλλ’ ὑπάρχει ἀνάγκη ἡ Συνέλευσις νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ἐπειδὴ πολλὰ ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς, ἔχοντα καὶ ἄλλας ἐργασίας, δὲν θὰ ἦναι βεβαίως εὔκολον κατὰ πᾶσαν ἡμέραν νὰ παρευρίσκωνται εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη δύναται νὰ ἐργάζηται, καὶ 8 μόνον ἐκ τῶν μελῶν παρευρισκομένων.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐννοεῖται βέβαια ὅτι καὶ κατόπιν τῆς ἐπεξεργασίας θέλουν ὑποβάλλει τὸ ἔργον εἰς τὴν ὁλομέλειαν.
§6ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι· τότε ματαιοῦται ἡ ἐργασία.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν· 8 μόνον τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν τὰ ἄλλα προσκαλούμενα δὲν παρευρίσκωνται κατὰ τὰς ὥρας τῆς συνεδριάσεως, δύνανται νὰ ἐργάζωνται;
§8ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τοῦτο νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.
§10ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ συγχωρήσῃ ὥστε καὶ ἡ ἡμέρα τοῦ Σαββάτου νὰ κηρυχθῇ μὴ ἐργάσιμος, μέχρις οὗ περαιωθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, ἐννοεῖται συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς αὔριον.
§11ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§12ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Τώρα εἶναι χειμὼν, καὶ εἰμπορεῖ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐργάζηται καὶ τὴν νύκτα.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται καὶ ἡ πρότασις αὕτη τοῦ Κ. Παντολέοντος;
§14ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν, τὸ νὰ κηρυχθῇ καὶ ἡ ἡμέρα τοῦ Σαββάτου μὴ ἐργάσιμος, μέχρι τῆς ἀποπερατώσεως τοῦ ἔργου τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, παρακαλῶ, νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Παρακαλῶ τὴν τετάρτην ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν ἐξελεγκτικὴν ἐπιτροπὴν νὰ συνέλθῃ, ἂν δύναται, ἐντὸς τῆς σήμερον, διὰ νὰ ὑποβάλῃ εἰς ἐξέλεγξιν τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκλογῆς Λακεδαίμονος. Μοὶ ἐνεχειρίσθησαν αὐτὴν τὴν στιγμὴν μερικαὶ ἀναφοραὶ, ἀφορῶσαι τὴν ἐκλογὴν αὐτὴν, παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν νὰ τὰς παραλάβῃ καὶ λάβῃ αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν.
§16ΔΑΓΡΕΣ. Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη ἐκλογὴ εἰς μίαν ἐπιτροπὴν, τῆς ὁποίας ἡ ἔκθεσις εἶναι ἕτοιμος πρὸ πολλοῦ, καὶ δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Συνέλευσιν· εἶναι ἡ ἐκλογὴ τῆς προξενικῆς περιφερείας Ῥόδου.
§17ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωστοποιῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ὁ λογαριασμὸς τῆς διαχειρίσεως τῶν διαφόρων ποσοτήτων, αἱ ὁποῖαι ἐχορηγήθησαν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν κατὰ καιροὺς διὰ τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, καὶ εἰς τοὺς προκατόχους μου καὶ εἰς ἐμὲ τὸν ἴδιον, ὅτι εἶναι ἕτοιμος. Παρακαλῶ δὲ τὰ τμήματα νὰ συνέλθωσιν αὔριον, τὰ μὴ ἐκλέξαντα, διὰ νὰ ἐκλέξωσι τὰ μέλη τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν λογαριασμὸν αὐτὸν καὶ ὑποβάλῃ τὴν περὶ τούτου ἔκθεσιν εἰς τὴν Συνέλευσιν. Εἰς ἐμέ, Κύριοι, καὶ εἰς τοὺς προκατόχους μου ἐχορηγήθη ἐν ὅλῳ τὸ ποσόν......
§19ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι περιττόν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, Κύριοι, τὸ ποσὸν τῶν 490 χιλ. δραχμῶν· διὰ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ....
§21ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι περιττόν, Κ. Πρόεδρε.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν κάμνω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν διαχείρισίν μου ἐν ὀλίγοις. Εἰς ἐμέ, Κύριοι, καὶ εἰς τοὺς προκατόχους μου ἐχορηγήθη ἐν ὅλῳ τὸ ποσὸν τῶν 490 χιλ. δραχμῶν. Ἐὰν εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ προστεθῶσι καὶ 40 χιλιάδες ὅπερ ἀποτελεῖ ἐν ὅλῳ τὸ ποσὸν 530 χιλ. δραχμῶν, ἐξοφλεῖται ὁλόκληρος ἡ ὀφειλομένη πρὸς τοὺς Κ. Κ. πληρεξουσίους ἀποζημίωσις δι’ 11 μῆνας, ἀπὸ τῆς 10 Δεκεμβρίου μέχρι τέλους 8βρίου, ὥστε βλέπετε ὅτι ἡ Συνέλευσις ἀντὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 2,200,000 δραχ. μὲ τὸ ὁποῖον ἐπεβαρύνετο τὸ ἔθνος πρὸ τῆς Μεταπολιτεύσεως διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἀνωτέρας διοικήσεως, ἡ Συνέλευσις δὲν ἐπιβαρύνει τὸ ἔθνος εἰμὴ μὲ μόνον τὸ ποσὸν τῶν 530,000 δραχ. ἐκ τούτου ἂς κρίνῃ καὶ ὁ ἔσω καὶ ὁ ἔξω κόσμος, ἐὰν ἡ ἀποζημίωσις, ἡ διδομένη εἰς τοὺς Κ. πληρεξουσίους, ᾖναι τοιαύτη, ὥστε νὰ δικαιολογῇ τὰ λεγόμενα διὰ τὴν ἀποζημίωσιν αὐτήν. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου κατὰ τὸν ἀκριβῆ ὑπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔκαμα, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν καὶ τῶν ἀπουσιῶν, τὸ ποσὸν τῶν 110,000 δραχ. δηλ. 55,000 δραχ. δι’ ἕκαστον μῆνα. Ἐὰν προσθέσητε λοιπὸν καὶ τὰς 40,000 δραχ. αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐντελῆ ἐξόφλησιν μέχρι τέλους 8βρίου, ἔχω ἀνάγκην μιᾶς πιστώσεως 150,000 δραχμῶν. Σᾶς ὑποβάλλω τὸ περὶ τούτου ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἀκολούθως. «Χορηγεῖται εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως πίστωσις ἐκ δραχμῶν ἑκατὸν πεντήκοντα χιλιάδων». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ψήφισμα τοῦτο, παρακαλῶ, νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται σχεδὸν ὅλοι) παρεδέχθη. Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ ἐξακολούθησις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Κ. Μαστραπᾶ. Πρῶτος κατὰ τὴν ἐγγραφὴν ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Βάσσος.
§23ΒΑΣΣΟΣ. Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος πολλοὶ συνάδελφοί μας ἔλαβον τὸν λόγον, ἐν οἷς ὁ πληρεξούσιος τῶν Βαλτινῶν Κ. Βαλτινὸς, ὁ τῶν Καλαβρυτινῶν Κ. Πετιμεζᾶς καὶ ὁ Κ. Καλὸς τῶν Ἰωαννιτῶν. Ζωηρὰν ἔχω τὴν ἐντύπωσιν τῶν λόγων τινῶν ἐκ τῶν προλαλησάντων, πρὸ πάντων δὲ τῆς γνώμης αὐτῶν καὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκφράσεως αὐτῶν πρὸς τὰ ἔντιμα καὶ εὐυπόληπτα μέλη τ’ ἀπαρτίζοντα τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις ἔφερε τὴν γνωμοδότησιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ πληρεξουσίου Δωριέων. Ἴσως, ἀλλ’ ὄχι ἴσως, εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν εἶμαι ὁ κατάλληλος οὔτε νὰ πολεμήσω, οὔτε νὰ ὑποστηρίξω τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς. Τὰ ἄτομα, τὰ ἀπαρτίζοντα αὐτὴν, εἶναι τοιούτων ἐπιστημονικῶν γνώσεων, τοιαύτης ὑπολήψεως κοινωνικῆς, ὥστε οὔτε ἀνάγκην ἔχουν τῆς ὑποστηρίξεώς μου, οὔτε αἱ νομικαί μου γνώσεις μοὶ ἐπιτρέπουν νὰ ἔλθω εἰς βοήθειαν αὐτῶν. Ἄλλως τε, ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ ὁμολογήσω τοῦτο, καθότι ὁ στρατὸς ἀρκετὰ ἱκανοποιήθη ἀντιπροσωπευθεὶς ὡς πρὸς τὰς νομικὰς αὐτοῦ γνώσεις ἐπιτυχῶς διὰ τῆς ἀγορεύσεως τῶν Κ. Βαλτινοῦ καὶ Πετιμεζᾶ. Πρὶν ἢ ἔλθω εἰς τὸ ζήτημα καὶ ἐξετάσω τὰς γνώμας τῶν κατὰ σειρὰν λαλησάντων, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐνδιατρίψω ὀλίγον εἰς τὴν ὁμιλίαν τοῦ φίλου μου Κ. Βαλτινοῦ. Ὁ Κ. Βαλτινὸς ἐρχόμενος εἰς τὸ βῆμα, ὅσην ὑπεροχὴν καὶ ἐὰν ᾐσθάνετο εἰς ἑαυτὸν, ὅσην ἐπιστημονικὴν ἱκανότητα, ὅσας γνώσεις καὶ ἂν εἶχε τὴν πεποίθησιν ὅτι ἔχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, ἔπρεπε νὰ ᾖναι περισσότερον φειδωλὸς εἰς τὰς ἐκφράσεις, ὁπόταν αὗται ἀποτείνωνται πρὸς ἀνθρώπους ἀπολαύοντας τῆς κοινῆς ὑπολήψεως, περὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει τοὐλάχιστον ἀγαθὴ πρόληψις, καὶ οἵτινες κατέχουν τὰς ὑψηλὰς ἐκείνας θέσεις ἐπαξίως εἰς τὴν κοινωνίαν, οἵτινες ἔχουν τὴν ἀποστολὴν νὰ ἐξετάζουν ὅμοια τοῦ προκειμένου ζητήματα νομικά. Δὲν θέλω νὰ ἐπεμβῶ καὶ νὰ ἐξετάσω τὴν στροφὴν, ἣν ἔδωκεν ὁ Κ. Βαλτινὸς εἰς τὸ ζήτημα, διότι ἐννοῶ τὴν ἐπιθυμίαν του, ἐννοῶ ὅτι εἰς τὸν Κύριον Βαλτινὸν, ἂν μία μυῖα πετάξῃ θὰ τοῦ φανῇ ὅτι εἶναι ὑπουργικὸν ζήτημα· ἀρέσκεται εἰς τοῦτο· ἀλλὰ παρετήρησα ὅτι λίαν ἀσυνέτως ὁ Κύριος Βαλτινὸς ἔτρεχεν εἰς τοὺς μυχοὺς τοῦ ὑπουργείου καὶ εἰς τὴν τρέλλαν τοῦ Κ. Μαστραπᾶ καὶ τόσον τόσον τὰ πηδήματα αὐτοῦ ἦσαν ἄτακτα καὶ ἀπότομα, ὥστε ἤρχισα νὰ ἀνησυχῶ περὶ τῆς ὑγείας του. Ἐγὼ, ὡς σᾶς προεῖπον, θεωρῶ ἐμαυτὸν ἀνίκανον ἐντελῶς καὶ ἀκατάλληλον νὰ πραγματευθῶ τὸ προκείμενον ζήτημα ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν, ἂν καὶ δύσκολον πολὺ εἶναι νὰ ἀποφύγῃ τις τοῦτο· διὸ θέλω θέσει τὸ νομικὸν μέρος ὑπὸ τὴν βάσανον τῆς λογικῆς καὶ τῆς κρίσεως καὶ οὐχὶ τῆς ἐπιστήμης ἣν δὲν ἐπίσταμαι. Ποία εἶναι ἡ πρότασις, ἥτις ὑπεβλήθη ἐνώπιον ἡμῶν, ἐξαιτοῦσα τὴν ἄδειαν νὰ τεθῇ ὑπὸ ἀνάκρισιν ἓν μέλος τοῦ κοινοβουλίου τούτου; Ἡ πρότασις αὕτη ὑπὸ οἱονδήποτε τύπον καὶ ἂν παρασταθῇ ἐνώπιον ἡμῶν ζητεῖ καθαρῶς τὴν προφυλάκισιν τοῦ πληρεξουσίου τῶν Δωριέων. Τί ἐπῆλθεν ἐκ τούτου, Κύριοι; Σεῖς ἐσχηματίσατε μίαν ἐπιτροπὴν μὲ σπουδαίαν πλειονοψηφίαν, ἥτις βεβαίως προϋποθέτει τὴν ἄπειρον ἡμῶν ὑπόληψιν πρὸς ταύτην καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην μας. Ἔρχεται μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς· πάντες γινώσκετε αὐτήν· εἶναι ὅμως ἀντίθετος τῆς αἰτήσεως, ἥτις ὑπεβλήθη, καὶ ἥτις προὐκάλεσε τὴν προκειμένην συζήτησιν. Αὐτὰ εἶναι τὰ γεγονότα. Πρῶτος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἔλαβε τὸν λόγον ὁ Κύριος Καλός. Πολὺ ὑπολήπτομαι τὸ ἔντιμον τοῦτο μέλος, πολὺ σέβομαι τὰς γνώμας αὐτοῦ, ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀντιφρονῶ πρὸς αὐτὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ ἀμέσως θέλω σᾶς ἐκθέσει τοὺς λόγους. Ὑπὸ δύο ἐπόψεις ἐξετάζω τὴν γνώμην τοῦ Κ. Καλοῦ, ἡ μία εἶναι ἡ νομικὴ, καὶ ἡ ἄλλη ἡ πολιτική. Καὶ εἰς τὰς ἰδιαιτέρας ἡμῶν ὁμιλίας παρετήρησα, Κύριοι, καὶ ἂν δὲν ἀπατῶμαι νομίζω ὅτι κατανοῶ τὴν πρόθεσιν τοῦ Κυρίου Καλοῦ. Παρετήρησα ὅτι πλανᾶται μία γνώμη εἰς τὴν Συνέλευσιν μεταξὺ τῶν πληρεξουσίων ἂν οὐχὶ γενικὴ, μερικὴ ὅμως, ἡ γνώμη αὕτη εὑρίσκει ὑπόστασιν καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν· ἡ γνώμη εἶναι ἡ ἀκόλουθος· λέγουσιν ἡ Συνέλευσις δὲν πρέπει νὰ θελήσῃ νὰ προστατεύσῃ τὸν πληρεξούσιον τῶν Δωριέων, εὑρισκόμενον ὑπὸ τὸ κράτος ἐγκληματικῆς πράξεως, διότι ἡ δυσφημισθεῖσα αὐτῆς ὑπόληψις, ἡ ἐπιθυμία τοῦ νὰ δυσφημῶσιν αὐτὴν θέλει δώσει ἀφορμὴν νὰ ἐπιτεθῶσι δικαιότερον κατ’ αὐτῆς. Μία τῶν ἀφορμῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ Κ. Καλοῦ, ἦτο καὶ αὕτη. Ἐὰν ὅμως δὲν ᾖναι αὕτη, οὐχ ἧττον οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ὕπαρξιν τῆς γνώμης ταύτης. Ἡ ἰδέα αὕτη μεταφραζομένη, εἶναι· «συμφέρει ἕνα ἄνθρωπον ἀπολέσθαι ὑπὲρ τοῦ λαοῦ;» συμφέρει νὰ θυσιάσητε ἓν μέλος διὰ τὴν τιμὴν καὶ ὑπόληψίν της; Τὸ ἀξίωμα τοῦτο τὸ ἀνήθικον ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν τὸ ἀποκρούω προκαταβολικῶς ὡς ἀντικείμενον τῇ ἠθικῇ. Δὲν εἶναι ἄκαιρον οὔτε ἄσκοπον νὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἂν καὶ ᾖναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου. Ἡ γνώμη περὶ τοῦ συνεδρίου τούτου, εἶναι μία γνώμη ὑπαγορευομένη ὑπὸ παθῶν· ὁ τύπος ἐπιτίθεται λ. χ. ἡ δύσμορφος Εὐνομία, μία ἄλλη ἐφημερὶς φαύλη καὶ Ὀθωνικὴ, μία ἄλλη πληρονωμένη ἀπὸ ξένα χρήματα. Τοιαῦται πληρωμέναι γνῶμαι, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεάζουν ἄνδρας ὡς ὑμᾶς, ἂν ἔχετε τὴν συναίσθησιν, ὅτι εἰς ὅλας τὰ πράξεις σας σᾶς ὡδήγησεν ἡ συνείδησίς σας καὶ τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος. Ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω ὑπὸ τὴν δευτέραν ἔποψιν τὴν γνώμην τοῦ Κ. Καλοῦ· σᾶς εἶπε, νὰ δώσωμεν τὴν ἄδειαν ν’ ἀνακριθῇ ὁ πληρεξούσιος τῶν Δωριέων, ἀλλὰ νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν τὴν φυλάκισιν αὐτοῦ. Πρῶτον, Κύριοι, ἡ δικαιοσύνη σᾶς ζητεῖ νὰ τεθῇ ὑπὸ ἀνάκρισιν. Νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ δώσητε τὴν ἄδειαν; δώσατέ την, δὲν νομίζετε, μὴ τὴν δίδετε· αἱ ὑπεκφυγαὶ δὲν μοὶ φαίνονται καλαί. Ἄλλως τε, Κύριοι, ποία ἡ ἀνάγκη νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸ μέσον τοῦτο; ποία ἡ ἀνάγκη ἡ δικαιοσύνη νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν ἀπὸ ἡμᾶς νὰ ἀνακρίνῃ ἓν μέλος τοῦ συνεδρίου τούτου; ἐδῶ ἂν καὶ τὸ ζήτημα ᾖναι ὅλως διόλου νομικὸν, μολαταῦτα θέλω εἰπεῖ ὀλίγας λέξεις ἐπ’ αὐτοῦ. Νομίζω, ὅτι ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος ὅστις προέβλεψε τὸ ἄσυλον διὰ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ, δὲν εἶχεν ἄλλον σκοπὸν παρὰ διὰ νὰ προφυλάξῃ τοῦτον ἀπὸ τὰς κακὰς προθέσεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἥτις δύναται νὰ ἔχῃ συμφέροντα εἰς τὴν κράτησιν ἑνὸς ἀντιπροσώπου. Πῶς δύναταί τις νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα; νομίζω, ὅτι ἀποκρίνομαι λίαν καταλλήλως εἰς τὸν ἔντιμον φίλον μου Κύριον Καλὸν, ἂν ζητήσω νὰ μοὶ εἴπῃ τὶς νόμος ὑπάρχει, ὅστις ἐμποδίζει τὸ νὰ ἀνακριθοῦν ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ; οὐδεὶς, Κύριοι, τὸ ἐμποδίζει. Τὸ σύνταγμα εἰς τὸ ἄρθρον 56 λέγει ῥητῶς, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται καταδίωξις, ἢ προφυλάκισις ἢ σύλληψις ἀντιπροσώπου τοῦ λαοῦ ἄνευ ἀδείας τοῦ σώματος, (θόρυβος)· ὑπομείνατε, Κύριοι, θὰ ἐννοηθῶμεν. Ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἁπλῆς ἀνακρίσεως καὶ τῆς ἀπαγγελίας τῆς κατηγορίας. Ὁ Κύριος Καλὸς σᾶς εἶπε, ν’ ἀνακριθῇ μόνον· ἄλλως τε, Κύριοι, θὰ μοῦ εἴπητε νὰ σᾶς φέρω παραδείγματα, γεγονότα ὑπὸ ἄλλων νομοθετικῶν σωμάτων· σᾶς φέρω γεγονότα τοῦ ἰδίου νομοθετικοῦ σώματος, τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζουν τὴν γνώμην μου. Εἰς τὸ παρὸν Σῶμα, Κύριοι, νομίζω, ὄχι νομίζω, εἶμαι βέβαιος περὶ τούτου, ὅτι ἀνεκρίθησαν μέλη τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, ἀπηγγέλθη κατ’ αὐτῶν κατηγορία. Τὸ λέγω μετὰ πλήρους πεποιθήσεως, τὸ γνωρίζω καλῶς, καὶ ὅμως ἡ ἄδεια τοῦ σώματος τούτου δὲν ἐζητήθη. (θόρυβος). Παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ μὲ πιστεύσῃ, ὅτι τὸ γεγονὸς τοῦτο εἶναι πραγματικὸν, χωρὶς νὰ μοῦ ζητήσῃ ἐξηγήσεις περισσοτέρας. Ὅταν, Κύριοι, ἔχωμεν γεγονὸς πραγματικὸν αὐτοῦ τοῦ συνεδρίου, καὶ προηγουμένων ἔτι, ἓν μέλος κοινοβουλίου ἐκ τῶν προλαβόντων ἐζητήθη, ἀνεκρίθη ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, κατηγγέλθη κατ’ αὐτοῦ κατηγορία χωρὶς νὰ ζητηθῇ ἡ ἄδεια τοῦ σώματος, τώρα, Κύριοι, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο τοῦτο, ἐγένετο ὅμως, καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου, τὴν ὁποίαν βεβαίως θὰ κάμητε πολὺ καλὰ νὰ μὴ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, νομίζω, ὅτι τὸ νὰ ἐνεργηθῇ ἁπλῆ ἀνάκρισις δὲν εἶναι τίποτε, τὸ ν’ ἀπαγγελθῇ κατηγορία ἔχει σημασίαν· καὶ περὶ τούτου ὁ νομοθέτης προέβλεψε τὴν ἀσυλίαν καὶ ὄχι διὰ τὴν ἁπλῆν ἀνάκρισιν, διότι τότε θὰ ἦτο ἄσκοπον, ἀλλ’ ἡ ἀπαγγελία τῆς κατηγορίας δὲν θὰ βοηθήσῃ ποσῶς τὴν ἀνάκρισιν· ἐπαναλαμβάνω ὅμως ὅτι εἰς τὴν γνώμην ταύτην δὲν πρέπει νὰ ἔχητε πολλὴν ὑπόληψιν· ἡ πρότασις τοῦ Κ. Καλοῦ εἶναι πρότασις ὑπεκφυγῆς, καὶ ὡς τοιαύτη δὲν πρέπει νὰ τύχῃ τῆς ἐπιψηφίσεώς σας. Διὰ τὸν δεύτερον λόγον, νομίζω, ὅτι ἡ ἀνάκρισις ἀξιόλογα δύναται ν’ ἀνακρίνῃ ἓν μέλος τῆς Συνελεύσεως, χωρὶς οὔτε ἡ ἐλευθερία του, οὔτε ὁ λόγος νὰ περιορίζηται. Διεδέχθη ἕτερος ῥήτωρ συνηγορῶν ὑπὲρ τῆς προτάσεως τῆς ὑποβληθείσης διὰ τὴν κράτησιν τοῦ Κ. Μαστραπᾶ, ὁ Κ. Ἡρ. Πετιμεζᾶς. Ἐνδιέτριψεν ὁ πληρεξούσιος οὗτος εἰς τὸ νομικὸν μέρος, καὶ ἀληθῶς ἐθαύμασα τὴν σπανίαν αὐτοῦ ἱκανότητα περὶ τὰ νομικά· δὲν ἐπερίμενα σᾶς βεβαιῶ τοῦτο. Ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου του τὸ ἔντιμον ἐκεῖνο μέλος ἠθέλησε νά σᾶς καταδείξῃ τὸν ἀρχαϊκὸν αὐτοῦ χαρακτῆρα, καθόσον ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν τῆς δικαιοσύνης. Σᾶς ἀνέφερε καὶ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἴσως δὲν ἦτο ἀνάγκη ν’ ἀναφέρῃ· σᾶς ἀνέφερε τὸ παράδειγμα τῶν ἱππέων, καὶ τὴν κατ’ ἐκεῖνο διαγωγήν του. Οὐδεὶς διεφιλονείκισεν εἰς τὸν Κ. Πετιμεζᾶν τὰ προσόντα ταῦτα· λοιπὸν ποία ἀφορμὴ τὸν ἔκαμε νὰ τὰ προτάξῃ τῆς ὁμιλίας του; Νομίζω, ὅτι μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς ὅπου λαλῶ δὲν εἶχεν ἀνάγκην ὁ Κ. Πετιμεζᾶς νὰ μεταχειρισθῇ τοιαῦτα ἐπιχειρήματα· μετ’ ἐμὲ ὅμως ἴσως εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμολογήσω, ὅτι καθόσον ἀφορᾷ τὴν νομικὴν ἀνασκευὴν, ἥτις ἐξετυλίχθη παρὰ τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ, σᾶς ὁμολογῶ ἐν συνειδήσει, ὅτι δὲν ἐπείσθην, ἐντελῶς δὲν ἐπείσθην. Ἀλλὰ ἡ προκειμένη ὑπόθεσις μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ θελήσω νὰ μάθω, ἐὰν τοιαῦτα γεγονότα ἔλαβον χώραν εἰς ἄλλας περιστάσεις, εἴτε εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἴτε εἰς ἄλλας πολιτείας· διότι ἐν συνειδήσει σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἤξευρα πῶς ἠδύνατό τις νὰ σχηματίσῃ πεποίθησιν ἐπὶ τοιούτων προτάσεων. Εἰς τὸν στενὸν κύκλον τῶν γνώσεών μου ἔτρεξα καὶ εὗρον τοιαῦτά τινα παραδείγματα, τά ὁποῖα ἀληθῶς μ’ ἐφώτισαν ἀρκετά· ἀλλὰ, Κύριοι, παρατηρῶ, ὅτι ἡ προκειμένη ὑπόθεσις ἔλαβεν ἕνα χαρακτῆρα ὅλως διάφορον. Παρατηρῶ, ὅτι ἡ δικαιοσύνη, ὡς λέγουσιν, ἐρχομένη ἐνώπιον ἡμῶν νὰ ζητήσῃ ἓν μέλος τοῦ συνεδρίου, ἔρχεται, ὄχι καλῶς ὡπλισμένη, ἔρχεται, ὡς δὲν ὤφειλε νὰ παραστῇ ἐνώπιον ἡμῶν, διότι ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἐμφανιζομένη εἰς τὸ συνέδριον τοῦ ἔθνους νὰ ζητήσῃ ἕνα ἀντιπρόσωπον τοῦ λαοῦ, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ πολλὰς ἀφορμὰς, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ μεγάλας αἰτίας. Τὴν 15 Ἰουλίου τοῦ 1848 εἰς τὴν Γαλλίαν ἕνας ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ ὁ Λουιβλὰν ἐθεάθη ἐπὶ τῶν ὀχυρωμάτων τῶν ἐπαναστατῶν, καὶ πολεμῶν μόνος ἐναντίον τῶν καθεστώτων. Ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν παρέστη εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἐζήτησε τὴν σύλληψιν αὐτοῦ· ἡ Συνέλευσις τὸ ἠρνήθη κατὰ πρῶτον, καὶ πρέπει νὰ σημειώσητε, ὅτι εὗρον αὐτὸν ἐπὶ τῶν ὀχυρωμάτων πολεμοῦντα κατὰ τῶν καθεστώτων. Ἡ Συνέλευσις τοσαύτην φειδὼ ἔδειξεν εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματός της τούτου καὶ ἐπὶ τοιούτων περιστάσεων, ὥστε, ἐνῷ ὑπῆρχον τόσα τρανὰ γεγονότα δὲν ἔδωκε τὴν συγκατάθεσίν της· παρῆλθε Κύριοι, τοῦτο, μετ’ ὀλίγον χρόνον ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἀπὸ πνεῦμα δημοκρατικὸν κινούμενος βεβαίως δὲν ἔμεινεν ἕως ἐκεῖ· ἔλαβε κ’ ἐκ δευτέρου μέρος εἰς τὴν ἐπανάστασιν καὶ συνελήφθη πάλιν ἐπὶ τῶν ὀχυρωμάτων πολεμῶν ὑπὲρ τῶν δημοκρατικῶν ἀρχῶν. Ἠξεύρετε ποῖοι ἦσαν οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους παρέδωσεν ἡ Συνέλευσις τὸ μέλος της; Οἱ λόγοι ἦσαν, ὅτι ἐκινδύνευε τὸ καθεστὼς, ἐὰν ὁ ἄνθρωπος οὗτος δὲν ἐσυλλαμβάνετο· ἐννοῶ, ὁπόταν μία τοιαύτη δικαιολογία ἔλθῃ ἐνώπιον ὑμῶν, ὅτι ὀφείλετε νὰ δώσητε τὸ μέλος. Ἄλλο παράδειγμα ἔφερα πρὸς ὑμᾶς ὑπὸ ἄλλο πνεῦμα διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω πόσην φειδὼ ἔδειξαν τὰ νομοθετικὰ σώματα εἰς τοιαύτας περιστάσεις, καὶ μάλιστα ἐπὶ γεγονότων πραγματικῶν καὶ φανερῶν· εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὴν πρᾶξιν τοῦ νομοθετικοῦ σώματος ἐκείνου δὲν τὴν συμμερίζομαι· ἐπὶ τοῦ ἀκολούθου γεγονότος, κατὰ τὸ 1850, νομίζω, τὴν 3 Αὐγούστου εἰς τὸ κοινοβούλιον τῆς Γαλλίας ἐζητήθη ἓν μέλος αὐτοῦ διὰ νὰ φυλακισθῇ ὁ Κύριος...... διὰ ποῖον λόγον νομίζετε; διότι ὑπῆρχον κατ’ αὐτοῦ δύο ἐκτελεστέαι ἀποφάσεις, ποινικαὶ, πρὶν ἢ ἐκλεχθῇ βουλευτὴς· καὶ τὸ Σῶμα δὲν ἔδωκε τὴν ἄδειαν· ἡ πρᾶξις αὕτη κατηγορεῖται ἀπό τινας. Ἀλλὰ ἐὰν ποτέ τις ἐξ ἡμῶν θελήσῃ νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ ἴδῃ τοὺς λόγους ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριξαν τὴν γνώμην των οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν μὴ παράδοσιν, θέλει ἰδεῖ, ὅτι ἐν μέρει εἶχον δίκαιον. Βλέπετε, ἔφερον εἰς ὑμᾶς τὰ παραδείγματα ταῦτα θέλων νὰ σᾶς πείσω, ὅτι πρέπει νὰ ἦσθε πολὺ φειδωλοὶ, ὅταν πρόκειται νὰ παραδώσηται ἓν τῶν μελῶν τοῦ Συνεδρίου τούτου. Τί ἦλθε, Κύριοι, σήμερον ἐνώπιον ἡμῶν; ἡ δικαιοσύνη, καὶ πάντοτε ἐπαναλαμβάνω, ὡς λέγουσι, τί ἦλθε νὰ σᾶς ζητήσῃ; ποίους κινδύνους σᾶς παρουσίασεν; ἡ προφυλάκισις τοῦ Κ. Μαστραπᾶ ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ, ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ ὁ περιορισμὸς τῶν ἐλευθέρων ἐνεργειῶν του, ποῖοι κίνδυνοι περιστοιχίζουν τὴν ἐξουσίαν; ποῖα γεγονότα δύνανται νὰ ἐπέλθουν, τὰ ὁποῖα ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει οὐδὲ νὰ προληφθῶσι δύνανται, καὶ εἰς κινδύνους θὰ θέσωσι τὴν πολιτείαν; τίποτε τούτων δὲν ὑπάρχει, οὐδὲ εἶπόν τι· ἀλλ’ ἦλθον ἀπὸ ἓν πνεῦμα δικαιοσύνης πολὺ ὑψηλὸν καὶ σᾶς εἶπον ἡ δικαιοσύνη σᾶς ζητεῖ ἱκανοποίησιν, ἡ δικαιοσύνη θέλει νὰ παραδώσετε ἓν μέλος ὑμῶν ἐγκληματίσαν καὶ μόνον διὰ νὰ ἱκανοποιηθῇ αὐτή· ἐγὼ σᾶς ὁμολογῶ ἐν συνειδήσει ὅτι ἡ ἐπιμονὴ αὐτῶν ἡ ἄκρα, ἡ τοσαύτη ἐπιθυμία εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα τοῦ πράγματος, καὶ μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ συλλάβω σπουδαίας ὑποψίας καὶ νὰ θελήσω νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ὑπὸ ἄλλην ὄψιν· ἀλλὰ, Κύριοι, οὐχὶ μόνον τοῦτο· καθῆκον ἔχετε σεῖς ἀκόμη νὰ ἐξετάσητε τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ὄψιν ταύτην, διότι δὲν πρέπει μόνον νὰ ἐξετάσητε ἐὰν νομικῶς ᾖναι ἔνοχος ὁ Κ. Μαστραπᾶς, καὶ νὰ τὸν παραδώσητε, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσητε ἐὰν ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι πλάγιοι λόγοι, ἐὰν ὑπάρχουν λόγοι προσωπικοὶ κατ’ αὐτοῦ, οἵτινες προκαλοῦν τὴν αἴτησιν, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου, ὅστις ἐθέσπισε τὸ ἄσυλον τοῦ ἀντιπροσώπου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὄψις τοῦ ζητήματος ἡ καθαρά. Λυποῦμαι κατάκαρδα, σᾶς βεβαιῶ, διότι εὑρίσκομαι εἰς θέσιν ἔχων τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ὑποστηρίξω τὸ προκείμενον ζήτημα ὑπὸ τὴν ὄψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν τὸ ὑποστηρίζω, λυποῦμαι, λέγω, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταβῶ καὶ νὰ ἐκθέτω ἐνώπιον ὑμῶν γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐπεθύμουν πολὺ ν’ ἀποφύγω· δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε, καὶ νομίζω, ὅτι εἰς κάθε ἄλλον εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ διαφύγῃ ἀπὸ τὴν μνήμην του παρὰ εἰς σᾶς. Ἐνθυμηθῆτε ὅτι ἐξερχόμεθα ἤδη ἀπὸ μίαν ταραχώδη ἐπανάστασιν, ἀπὸ μίαν ἐπανάστασιν, ἥτις ἀνέπτυξε πυρκαϊὰς παθῶν, ἥτις ἀνέπτυξε ἐπιθυμίας ἀκρατήτους ἐκδικήσεων. Τὴν ἀλήθειαν ταύτην, κύριοι, οὐδεὶς δύναται νὰ μοὶ διαφιλονεικήσῃ ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ συνεδρίου. Κάθηνται εἰς τὴν δεξιὰν πλευρὰν ἄτομα, τὰ ὁποῖα ὑστεροῦν καὶ τὸν χαιρετισμὸν εἰς τοὺς καθημένους εἰς τὴν ἀριστερὰν πλευρὰν, κάθηνται εἰς τὴν ἀριστερὰν πλευρὰν ἄνθρωποι, οἵτινες οὐδ’ αὐτῆς τῆς καλημέρας ἀξιοῦσι τοὺς τῆς δεξιᾶς. Ποία εἶναι ἡ αἰτία αὐτοῦ; εἶναι τὰ λυπηρὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν εἰς τὸ λυπηρὸν αὐτὸ διάστημα τῆς μεσοβασιλείας. Ἀλλὰ, κύριοι, νομίζετε ὅτι ἡ προκειμένη ὑπόθεσις, ἐὰν θελήσετε νὰ τὴν ἐξετάσητε καθαρῶς, δὲν εὑρίσκεται ὑπὸ τὸ κράτος τῶν παθῶν τούτων; Ἐγὼ ἔχω πλήρη τὴν πεποίθησιν, δὲν ἀμφιβάλλω, κύριοι, κατὰ κεραίαν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἔχει εἰς τὴν ἀρχήν της πάθη, ἔχει τὸν σκοπὸν τῶν ἐκδικήσεων. Ἐκ προκαταβολῆς, πρὶν καταβῶ εἰς τὰ γεγονότα καὶ εἰς τὰ πράγματα, πείθομαι εἰς τοῦτο ἀπὸ τὸ γενικὸν φαινόμενον, ὅτι αἱ ἀφορμαὶ δὲν εἶναι τόσον μεγάλαι, δὲν εἶναι ἀνάλογοι τῆς ἐπιθυμίας καὶ τῆς ἐπιμονῆς, μεθ’ ἧς ζητεῖται τὸ μέλος σας. Ὑπάρχουν τινὲς φρονοῦντες καὶ λέγοντες, διατὶ ἀντιλέγετε, διατὶ ἀνθίστασθε εἰς τὴν παράδοσιν τοῦ πληρεξουσίου τῶν Δωριέων; ἐὰν μὲν ᾖναι ἔνοχος, ἡ δικαιοσύνη πρέπει νὰ τὸν καταδικάσῃ, δώσατέ τον· ἐὰν ᾖναι ἀθῶος, ἡ δικαιοσύνη θὰ τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τοὺς κόλπους σας, καὶ φρονοῦσι πλανώμενοι, ὅτι τὸν παραδίδουν εἰς τὴν δικαιοσύνην· τὸν παραδίδουν εἰς τὴν ἐκδίκησιν, οὐχὶ εἰς τὴν δικαιοσύνην! Ἠξεύρετε, κύριοι, πῶς ἔχει ὅλη αὐτὴ ἡ σκηνὴ; ἤρκει νὰ προσέξητε εἰς τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἐντίμου χθὲς λαλήσαντος ἀντιπροσώπου Καλαβρυτινῶν καὶ βασ. ἐπιτρόπου, διὰ νὰ τὴν κατανοήσητε· μοὶ φαίνεται, δὲν γνωρίζω ὅμως καλῶς, ὅτι εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν ὡς δικαστικὸς ὑπάλληλος ἔχει τὸ μέρος του ὁ κ. βασ. ἐπίτροπος καὶ θὰ ἔχῃ τὸ μέρος του εἰς τὸ μέλλον. Ἐὰν τὸ ἔχῃ κακῶς, τὸ ἔχει, διότι ἴσα ἴσα ὑποστηρίζων ἀρχὰς δικαιοσύνης ἀρχαϊκὰς δὲν ἔπρεπε νὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς ὑπόθεσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνδιαφέρεται προσωπικῶς. Δὲν ἐπρόλαβον νὰ λάβω πληροφορίας τινὰς ἐπὶ ἑνὸς πράγματος, τὸ ὁποῖον ὅμως, ἐὰν εὐαρεστῆται ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δύναται νὰ μᾶς πληροφορήσῃ· δὲν ἐπρόλαβον νὰ ἐρωτήσω τὸν κύριον ὑπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν ὁ ἀνθυπασπιστὴς Ζέρβας, εἰς τὸν ὁποῖον ἀποδίδεται ἡ πρᾶξις αὕτη, ἐπροφυλακίσθη, διότι ἕως πρὸ ὀλίγου δὲν εἶχε προφυλακισθῆ, ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διεβίβασε πρὸς σᾶς μίαν αἴτησιν τῆς δικαιοσύνης. Σᾶς εἶπε διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς παιδείας, μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔλαβε μίαν αἴτησιν τῆς δικαιοσύνης, τὴν μετέφερεν ὡς ταχυδρόμος εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ διεβίβασεν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν φωνὴν τῆς δικαιοσύνης πρὸς ἡμᾶς. Μοὶ φαίνεται, ὅτι εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν ἔπαθεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὅ,τι ἔπαθεν ἕνας ἄλλος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, προκάτοχος τοῦ Κ. Σμολένσκη, ὅταν τοῦ εἶπον διατί, Κύριε, νὰ κάμῃς προβιβασμούς; καὶ εἶπε ὅτι δὲν ἔκαμε, καὶ τὸ Διάταγμα ἐν τούτοις ἔκαμε προβιβασμούς· τὸ ἴδιον ἔπαθεν ὁ Κ. ὑπουργὸς σήμερον, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἡ αὐτὴ ἀνεξάντλητος πηγὴ τῶν γεγονότων· εἶναι ἀρκετὸν τὸ φαινόμενον διὰ νὰ εὕρῃ τις τὸν ἄνθρωπον χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ περισσότερον. Κύριοι, δὲν νομίζετε ὅτι ἐκπληροῦτε τὸ καθῆκόν σας, ἐὰν θελήσητε νὰ ῥίψητε ἓν βλέμμα ἐπὶ τῶν φόβων, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλον πρὸς ὑμᾶς; Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι καθῆκόν σας εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς πεποιθήσεως ὑμῶν, ὅτι πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸ σπουδαῖον αὐτὸ γεγονὸς περὶ τοῦ ὁποίου σᾶς λαλῶ; Ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, ὡς σᾶς εἶπον ἐν ἀρχῇ, πρὶν ἢ ὑποστηρίξῃ τὸ νομικὸν μέρος τῆς ὑποθέσεως ἤρχισε νὰ σᾶς ἐκφράσῃ τὰ ὑπὲρ τοῦ Κ. Μαστραπᾶ αἰσθήματα αὐτοῦ, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἀμερόληπτος, ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν πρόληψιν, καὶ ἐν γένει ἡ ὁμιλία του ἔλαβεν, οὕτως εἰπεῖν, ἕνα χαρακτῆρα δικαιολογίας, χωρὶς οὐδεὶς νὰ τὸν κατηγορήσῃ· ἀλλ’ ἤθελε νὰ προκαταλάβῃ τὰ πνεύματα ὑμῶν. Ὁ Β. ἐπίτροπος Κ. Πετιμεζᾶς, ζητῶν τὴν φυλάκισιν τοῦ πληρεξουσίου τῶν Δωριέων, πρὸς ποῖον ἀπευθύνει τὴν ἀπαίτησίν του; πρὸς τὸν ὑπουργὸν Κ. Πετιμεζᾶν, ὁ δὲ ὑπουργὸς Κ. Πετιμεζᾶς τίνα συμβουλεύεται; τὸν συμβουλεύτορά του Κ. Πετιμεζᾶν· ὁ δὲ συμβουλεύτωρ του Κ. Πετιμεζᾶς τί εἶναι; ὁ ἄσπονδος ἐχθρὸς τοῦ Κ. Μαστραπᾶ. Κύριοι, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου λυποῦμαι, ἐπαναλαμβάνω κατάκαρδα, διότι εὑρίσκομαι εἰς θέσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ λαλήσω περὶ γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἀπῃτεῖτο νὰ λησμονήσω, ἀλλ’ ἡ ἄκρατος ἐπιθυμία τῆς ὑπερασπίσεως αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως μὲ κάμνει νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον ὑμῶν ὅλα τὰ γεγονότα, καὶ νὰ σύρω τὰ προσωπεῖα. Κύριοι, ἐὰν ἀνεγνώσατε, ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἐδώσατε προσοχὴν εἰς διαδραματισθέντα τινὰ γεγονότα, εἰς πράγματά τινα, λαβόντα χώραν πρό τινος καιροῦ, ἐὰν ἴδατε εἰς φυλλάδια ἐκδοθέντα πῶς ἐκφράζονται, τίνι τρόπῳ ἐκφράζονται κατὰ τοῦ πληρεξουσίου τῶν Δωριέων, ἠθέλατε ἀναγνωρίσει τὸ πραγματικῶς ἐνυπάρχον μῖσος κατ’ αὐτοῦ, καὶ τὴν ἄκρατον ἐπιθυμίαν τῆς κατ’ αὐτοῦ ἐκδικήσεως δικαιολογημένην. Ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, χωρὶς νὰ ἐπεμβῶ καὶ νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ἡ ἀφορμὴ, ἥτις γεννᾷ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέτω ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν, τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ἐκδικήσεως, εἶναι δικαία ἢ ὄχι. Σᾶς λέγω ὅτι τὸ γεγονὸς ὑπάρχει, τὸ πρᾶγμα ὑπάρχει, πρᾶξις ὑπάρχει, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε ὅλοι, καὶ τὴν ὁποίαν θεωρῶ περιττὸν νὰ σᾶς ἀναφέρω, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιμένητε νὰ τὴν ἀναφέρω, πειράζουσα σπουδαίως αὕτη τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ, ἐγγίζουσα αὐτὸν εἰς πᾶν ὅ,τι ἱερὸν, εἰς πᾶν ὅ,τι πολύτιμον εἰς τὸν ἄνθρωπον, ἐγέννησεν ἓν μῖσος δίκαιον διὰ τὸ ἄτομον, ἀτομικὸν μῖσος, δίκαιον κατὰ τοῦ Κ. Μαστραπᾶ, συνεργήσαντος σπουδαίως εἰς τὴν ὕπαρξιν τῆς πράξεως ταύτης· ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, ἐὰν ἡ πρᾶξις εἶχε δικαίαν ἀφορμὴν, δὲν ἦτο ἔργον μου νὰ τὸ ἐξετάσω, νὰ ὑποβάλω ὅμως εἰς ὑμᾶς πρῶτος τὸ γεγονὸς ἴσως εἶναι· διατὶ πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν τὰ γεγονότα ταῦτα, ἅτινα θέλουν συντείνει εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς πεποιθήσεώς σας; Ὅταν, Κύριοι, δὲν ὑπάρχουν τοιαῦτα σπουδαῖα γεγονότα, ἅτινα ὑποστηρίζουν τὴν αἴτησιν τῆς προφυλακίσεως τοῦ Κ. Μαστραπᾶ, ὅταν τὰ γεγονότα ᾖναι τοσοῦτον ἁπλᾶ καὶ τῶν ὁποίων τὸ νομικὸν μέρος πρὸ ἐμοῦ λίαν ἐντέχνως καὶ ἐπιτυχῶς ἓν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἀνέπτυξε, μετ’ ἐμὲ ἴσως νομομαθεῖς ἄλλοι θὰ ὑποστηρίξουν, ὅταν δὲ ἐξ ἄλλου μέρους παρίσταμαι ἐγὼ ὁ τολμητίας ἐνώπιον ὑμῶν καὶ καταγγέλλω ὅλην ἄνευ προσωπείου τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων τούτων, οὐδεὶς ἔχει τὴν τόλμην νὰ μὲ διαφιλονεικήσῃ, ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῆτε ὡρίμως πρὶν δώσητε καταδίκης ψῆφον κατὰ τοῦ μέλους αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον παραδίδετε εἰς μίαν δικαιοσύνην μὴ παρέχουσαν καμμίαν ἐγγύησιν τυφλωμένην ἀπὸ τὴν προσωπικὴν ἐκδίκησιν, ὁδηγουμένην ἀπὸ τὴν αὐτὴν πρόθεσιν, ἅτινα ἀσχημίζουν τὸ νομικὸν τῆς δικαιοσύνης πρόσωπον. Ἐὰν εἴχομεν τὴν συναίσθησιν ὅτι παραδίδομεν τὸν ἀντιπρόσωπον τῶν Δωριέων εἰς τὴν δικαιοσύνην, εἰς τὴν ἀπαθῆ δικαιοσύνην, ἥτις οὐδένα ἀδικεῖ καὶ τοὺς πάντας τοὺς ἔχοντας δίκαιον δικαιώνει, βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν θέλω διστάσει ποσῶς, διότι δὲν εἶναι μέγα τὸ πρᾶγμα, ἐὰν ὁ ἀντιπρόσωπος τῶν Δωριέων λείπῃ 8 ἢ 10 ἡμέρας ἀπὸ τὸ κοινοβούλιον τοῦτο, ἂν ᾖναι ἔνοχος, ἂς λείπῃ διὰ παντός. Ἀλλὰ ποῦ θέλετε νὰ παραδώσητε τὸ μέλος τοῦ συνεδρίου τούτου; θέλετε νὰ τὸ παραδώσητε εἰς τὴν προσωπικὴν ἐκδίκησιν τῶν παθῶν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· καὶ μήπως, ἂν ἀρνηθῆτε τὴν αἴτησιν, βλάπτεται ἡ δικαιοσύνη ποσῶς; ἂν ᾖναι ἔνοχος θὰ ἐπέλθῃ μία ἀπόφασις, περιμείνατε ἐκείνην, ἥτις μόνη δύναται νὰ μᾶς βεβαιώσῃ ὅτι τὸ μέλος εἶναι ἔνοχον τῆς πράξεως, καὶ ὅτι πρέπει νὰ δώσῃ λόγον τῶν ἀνόμων αὐτοῦ πράξεων· τώρα ὅμως νομίζετε ὅτι παραδίδετε αὐτὸν εἰς ἀσφαλεῖς καὶ ἀμερολήπτους χεῖρας; ὅστις τὸ ὑποθέτει πλανᾶται οἰκτρὰν πλάνην, νομίζω, καὶ ἐπαναλαμβάνω πάλιν τὰς ἰδίας ἰδέας, τὰς ἰδίας σχεδὸν φράσεις, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐπιθυμία, αὐτὴ ἡ ἄκρατος ἐπιθυμία εἰς τὴν ὑποστήριξιν αὐτῆς τῆς προτάσεως δίδει εἰς ἐμὲ τὴν πλήρη βεβαιότητα, ὅτι ἡ ἰδέα μου δὲν εἶναι ἄσκοπος, ὅτι ἔχει πραγματικότητα, ἀλλὰ προσθέτω εἰς αὐτὴν καὶ ἄλλα. Σᾶς λέγω, ὅτι πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας, καὶ τὸ λέγω μὲ λύπην μου, ἐπειδὴ εἶμαι στρατιώτης, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη εὑρισκομένη εἰς ἀμαθεῖς χεῖρας δὲν παρέχει τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔχητε διὰ νὰ παραδώσητε εἰς αὐτὴν ἄνθρωπον, πρὸ πάντων δὲ ὁπόταν συνδυάζωνται τοσαῦτα ἄλλα περιστατικὰ, τὰ ὁποῖα ἐξέθεσα ἐνώπιον ὑμῶν πάντων. Φαίνεται ὅτι οἱ αἰώνιοι νόμοι τῶν ἐπαναστάσεων δὲν δύνανταί ποτε νὰ παρεκκλίνουν, καθὼς οἱ αἰώνιοι ἐκεῖνοι νόμοι τῆς φύσεως; ἤρχισεν ὁ Κρόνος νὰ τρώγῃ τὰ τέκνα του, καὶ θὰ τὰ φάγῃ μέχρις οὗ εὑρεθῇ ὁ Ζεὺς νὰ σωθῇ· ἡ περίστασις αὕτη, Κύριοι, μὲ ἐνθυμίζει ἓν ἀρχαῖον ἱστορικὸν γεγονὸς, μὲ ἐνθυμίζει τοὺς νεανίσκους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους οἱ Ἀθηναῖοι ἔστειλαν εἰς τὸν Μινώταυρον τῆς Κρήτης· ἂν δὲν ἐπείσθητε εἰς τοὺς λόγους μου στεφανώσατε τὸν πληρεξούσιον τῶν Δωριέων, ὡς οἱ Ἀθηναῖοι τοὺς νέους, στείλατέ τον εἰς τὸν Μινώταυρον, ἀλλὰ ἑτοιμάσατε καὶ ἕτερον νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ.
§24ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ὁ προλαλήσας ἔντιμος πληρεξούσιος Κ. Βάσσος εἶπεν, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἁπλῶς διεβίβασεν εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν αἴτησιν τοῦ εἰσηγητοῦ του, ἐνῷ, Κύριοι, ὄχι μόνον διεβίβασα αὐτὴν, ἀλλὰ παρεκάλεσα τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὸ νὰ παραχωρηθῇ εἰς τὴν ἀνάκρισιν ὁ πληρεξούσιος Κ. Μαστραπᾶς· ταύτην τὴν παράκλησιν κάμνω εἰς τὴν Συνέλευσιν, καὶ τὴν παρακαλῶ νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν αἴτησιν ταύτην, καθότι ἔχει μεγίστην ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατοῦ, ἡ ὁποία δὲν εἶναι εἰς τόσον καλὴν κατάστασιν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§26ΘΕΟΔ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μὴ μοὶ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, διότι ἔχω τὴν συνείδησιν δύω μεγάλων δυσχερειῶν, αἵτινες ἀπὸ ταύτης μὲ ἀποτρέπουσιν· αἱ δυσχέρειαι δὲ αὗται εἶναι τοσοῦτον μεγαλείτεραι εἰς ἐμὲ, ἐφ’ ὅσον ἦτο πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ ἐπικρατήσωσι καὶ νὰ μὲ ἀναγκάσωσι νὰ ὑποχωρήσω ἀπέναντι αὐτῶν, ἂν δὲν εἶχον ἐντελῆ συνείδησιν ὅτι ὑποχωρῶν ἤθελον παραλίπει οὐσιῶδες καθῆκον. Ἡ ἐνθύμησις τῆς ἀγαθῆς προαιρέσεως τὴν ὁποίαν ὁ ἐκ Δωρίδος πληρεξούσιος, περὶ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς δίκην τοῦ ὁποίου πρόκειται σήμερον, μοὶ ἐπέδειξεν ἄλλοτε, ἐν χρόνῳ καθ’ ὃν ἡ ἔξαψις τῶν κομμάτων ὤθει αὐτὰ καὶ εἰς τὰς ἐσχάτας ἐπινοήσεις, ἡ δὲ φιλαρχία τῶν ἀτόμων κατέπνιγε τὴν φωνὴν τοῦ ὀρθοῦ καὶ τοῦ δικαίου, ἡ ἐνθύμησις τῆς ἀγαθῆς προαιρέσεως αὐτοῦ μοὶ εἶναι πάντοτε παροῦσα, οὐδὲ θέλει ἐξαλειφθῆ ἀπὸ τῆς μνήμης μου· μοὶ εἶναι δ’ οὕτω παροῦσα, ὥστε καὶ τότε καὶ τώρα καὶ εἰς τὸ μέλλον θέλω διαθέτει τὴν καρδίαν μου ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἰδοὺ ἡ πρώτη δυσχέρεια τὴν ὁποίαν εἶχον· ἡ δευτέρα δὲ δυσχέρεια ἦτον ὁ ὄγκος τῆς πολυμαθείας καὶ τῆς ἐπιστημονικῆς δεινότητος τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐξελέχθη, ἵνα γνωμοδοτήσῃ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ὁ ὄγκος οὗτος παρεῖχε τὴν πρόληψιν, ὅτι ἡ γνώμη αὐτῶν ἤθελεν εἶσθαι ἀνωτέρα πάσης ἀντιῤῥήσεως. Ἀλλὰ, κύριοι, ἔχω ἀκλόνητον πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπλανήθη οὕτω γνωμοδοτήσασα, οὐδὲ μοὶ φαίνεται ἀπίθανος ἡ πλάνη αὕτη τῶν μελῶν αὐτῆς, διότι καὶ ἄλλοτε τινὰ τῶν μελῶν αὐτῆς ὤφθησαν ἀναιρέσαντα τὰς ἰδίας αὑτῶν γνώμας· τοῦτο δὲ ἰδίως μοὶ παρέσχεν ἀποχρῶσαν ἐνίσχυσιν ἵνα λάβω τὸ θάῤῥος νὰ ἀντιταχθῶ κατὰ τῆς γνώμης αὐτῶν. Εἶπον, κύριοι, ὅτι τινὰ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἀνήρεσαν ἄλλοτε τὰς ἰδίας αὑτῶν γνώμας, καὶ ἀληθῶς ἓν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, σεβαστός μοι φίλος, ὅτε εἰσήχθη ἡ αἴτησις περὶ ἀδείας τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς τοῦ πληρεξουσίου ἐκ Δωρίδος παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀνέβη ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐντεῦθεν σᾶς προέτρεψε νὰ δώσητε ἀμέσως ἄδειαν τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς, σᾶς ἐξήγησε δὲ τὸν σκοπὸν δι’ ὃν εἰσήχθη ἐν τοῖς συντάγμασι τὸ προνόμιον τοῦτο, καὶ ἁρμόδιος ἦν πρὸς τοῦτο καθὸ διδάσκων τὸ συνταγματικὸν δίκαιον· ἀλλ’ ὡς μέλος τῆς εἰσηγητικῆς ἐπιτροπῆς ἐπελάθετο τοῦ σκοποῦ τοῦ προνομίου τούτου, καὶ, ὑπολαβὼν ἑαυτὸν καὶ τὴν συνέλευσιν δικαστήριον, συνέταξε γνώμην καὶ ὑπέβαλεν εἰς ὑμᾶς, διὰ τῆς ὁποίας εἶπεν ὑμῖν ὅτι δὲν εἶναι σκοπὸς τοῦ προνομίου ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον σᾶς ἐξέθηκε τότε, ἀλλ’ ἄλλος· προβὰς δ’ ὡς εἰσηγητὴς καὶ ἐξετάσας τὴν ἐνοχὴν ἢ μὴ ἐκείνου, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς ἀνήρεσε τὰς ἰδίας του γνώμας, ἔχω εἰς χεῖράς μου σύγγραμμα ἐντίμου φίλου μου, ἀνθρώπου, τοῦ ὁποίου ὁμολογῶ τὴν πολυμάθειαν καὶ ἐπαινῶ τὸν ἡρωϊκὸν χαρακτῆρα, τοῦ Κ. Σαριπόλου· ἐκεῖ ὁ Κ. Σαρίπολος, ἐξηγῶν τί ἐστὶ τὸ προνόμιον, τὸ ὁποῖον τὰ μέλη τῶν κοινοβουλίων ἔχουσιν ἵνα πρὶν ἢ καταδιωχθῶσι ζητῆται ἡ ἄδεια τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς παρὰ τῶν σωμάτων εἰς ἃ ἀνήκουσι, καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ καταδίωξις ἄνευ τῆς ἀδείας ταύτης, λέγει, ὅτι τὸ προνόμιον τοῦτο ἔχει ἄλλον σκοπὸν, οὐχὶ νὰ καταστήσῃ ὑμᾶς δικαστὰς ἵνα ἐξετάσητε ἂν ᾖναι ἔνοχος, ἢ μὴ, ἐκεῖνος οὗ ζητεῖται ἡ εἰς δίκην εἰσαγωγὴ, ἢ ἐὰν ἐγένετο ἡ πρᾶξις, ἀλλὰ ὅτι ὁ σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι καθαρῶς πολιτικός· ποῖος δ’ εἶναι οὗτος θέλω σᾶς ἐκθέσει ἀμέσως, συμφώνως μετὰ τῆς γνώμης τοῦ συγγραφέως Κ. Σαριπόλου. Δύω μεγάλοι νόμοι ἀνεγνωρίσθησαν ὡς ὀρθοὶ καὶ ἀληθεῖς ἐν πάσαις ταῖς συνταγματικῶς κυβερνωμένας πολιτείαις, καὶ οὐ μόνον ἐν αὐταῖς μόναις, ἀλλὰ καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς μὴ συνταγματικῶς κυβερνωμέναις, ἀλλ’ εὐνομουμέναις. Ὁ πρῶτος τῶν νόμων τούτων λέγει, ὅτι οὐδεὶς ἀφαιρεῖται ἄκων ἀπὸ τὸν φυσικὸν αὐτοῦ δικαστὴν, ὅπερ ἐστὶν, ἕκαστος ἔχει δικαίωμα νὰ ζητῇ νὰ τὸν δικάσῃ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐκηρύχθη ὑπὸ τῆς νομοθεσίας ἁρμόδιος νὰ δικάζῃ τὸ εἶδος τῶν πράξεων περὶ ὧν πρόκειται· ὁ δεύτερος νόμος εἶναι, ὅτι ὡρισμέναι τάξεις δημοσίων λειτουργῶν δὲν δύνανται νὰ καταδιωχθῶσι διὰ κακουργήματα ἢ πλημμελήματα πραχθέντα ὑπ’ αὐτῶν ἄνευ τῆς ἀδείας τῶν ἐκπροσωπούντων τὰς τάξεις ταύτας. Ἕκαστος τῶν πολιτῶν ἑλλήνων διὰ τὰ πλημμελήματα καὶ κακουργήματα, ἅπερ κατηγορεῖται ὅτι ἔπραξε, κατὰ τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δικάζηται ἀπὸ τὸ κακουργιοδικεῖον ἢ πλημμελειοδικεῖον· ἀλλ’ οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Βασιλέως ἔχουσι τὸ δικαίωμα οὐδὲ δύνανται νὰ δικασθῶσι διὰ τὰ πραχθέντα περὶ τὴν ὑπηρεσίαν των πλημμελήματα ἢ κακουργήματα ἀπὸ τὰ κακουργιοδικεῖα ἢ πλημμελειοδικεῖα, ἀλλὰ κατὰ τὸ σύνταγμα πρέπει νὰ δικασθῶσι παρ’ ἄλλων· καὶ κατηγοροῦσι μὲν αὐτοὺς αἱ βουλαὶ, δικάζει δ’ ἡ Γερουσία. Ἰδοὺ τοῦτο ἐστὶν ἰδιάζουσα δικαιοδοσία. Πᾶς πολίτης ὡσαύτως ἔχει δικαίωμα νὰ δικάζηται ἀπὸ τὸ πλημμελειοδικεῖον ἢ κακουργιοδικεῖον, διὰ τὰ παρ’ αὐτοῦ πραχθέντα πλημμελήματα ἢ κακουργήματα, ἀλλ’ οἱ μητροπολῖται, οἱ ἀρχιεπίσκοποι, οἱ ἐπίσκοποι, οἱ νομάρχαι, τὰ μέλη τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου, οἱ δικασταὶ πάντες, δὲν δικάζονται ἀπὸ τὰ ἁρμόδια ἐπὶ τῆς πράξεώς των δικαστήρια, ἀλλὰ ἀπὸ τὰ δικαστήρια τὰ ὁποῖα εἰσὶ καθ’ ἕνα βαθμὸν ἀνώτερα αὐτῶν· τοῦτο ἐστὶν ἰδιάζουσα δικαιοδοσία. Ποῖα δὲ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἰδιαζούσης δικαιοδοσίας; ταῦτα εἰσὶν ὅτι αἱ συνήθεις ἀνακριτικαὶ ἀρχαὶ, αἱ συνήθεις εἰσαγγελικαὶ ἀρχαὶ δὲν ἐνεργοῦσι τὴν βεβαίωσιν καὶ καταδίωξιν τῶν ἀξιοποίνων πράξεων, ἀλλὰ ἄλλαι ὑπὸ τοῦ νόμου πρὸς τοῦτο ταχθεῖσαι· οὕτω, φέρ’ εἰπεῖν, αἱ βουλαὶ ἐνεργοῦσι τὴν βεβαίωσιν καὶ ἀπαγγέλλουσι τὴν κατηγορίαν κατὰ τῶν ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν πραχθεισῶν ἀξιοποίνων πράξεων· ὁ πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν ἐνεργεῖ τὴν ἀνάκρισιν, ὁ δὲ παρ’ ἐφέταις εἰσαγγελεὺς τὴν καταδίωξιν τῶν ὑπὸ τῶν μητροπολιτῶν καὶ λοιπῶν εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὑπαγομένων λειτουργῶν πραχθεισῶν ἀξιοποίνων πράξεων. Ἀλλ’ ἡ ἰδιάζουσα δικαιοδοσία διαφέρει πολὺ ἀπὸ τὸ προνόμιον, τὸ ὁποῖον τὰ μέλη τῶν κοινοβουλίων ἔχουσιν, οὐδὲ τὸ προνόμιον τοῦτο εἶναι ἰδιάζουσα δικαιοδοσία. Τὸ προνόμιον τοῦτο συνίσταται εἰς τὸ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὰ ἁρμόδια δικαστήρια νὰ προβῶσιν εἰς καταδιώξεις μελῶν, εἰμὴ ἀφοῦ δοθῇ ἡ ἄδεια. Ἀλλὰ διδόντες ἄδειαν νομίζετε, ὅτι ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσητε ὅσα ἐξετάζει ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἢ νὰ ἐγγίσητε τὰ ἔργα ἢ τὰ καθήκοντα αὐτῆς; πλανᾶσθε· ἡ δὲ πλάνη ὑμῶν εἶναι τόσον μεγάλη καὶ ἔχει τόσα ὀλέθρια ἀποτελέσματα, ἐφ’ ὅσον τότε σεῖς, εἰς τοὺς ὁποίους ἐδόθη τὸ προνόμιον, ἠθέλετε εἰσπηδήσει εἰς τὸν κύκλον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ ἠθέλετε γείνει δικασταί. Ἐνθυμηθῆτε, κύριοι, ὅτι ἡ ὕπαρξις τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν εἶναι τότε μόνον βεβαία, ὅταν ὑπάρχῃ ἁρμονικὴ ἡ ἐνέργεια τῶν ἐν τῇ πολιτείᾳ ὑπαρχουσῶν συνταγματικῶν ἐξουσιῶν· ὅταν ὅμως γίνηται ὑπέρβασις ὑπὸ τῆς μιᾶς, ἐπίθεσις ὑπὸ τῆς ἄλλης, τότε γεννᾶται τὸ χάος, τὸ ὁποῖον δὲν παριστᾷ πλέον συνταγματικοὺς θεσμοὺς, ἀλλ’ ἀναρχίαν. Οἱ ποινικολόγοι λέγουσιν, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μέλλει νὰ δικάσῃ ἐπί τινος ἀξιοποίνου πράξεως, τρία ἰδίως ἀντικείμενα ἔχει νὰ ἐξετάσῃ· αʹ) ἂν ἡ πρᾶξις ἐπράχθη· βʹ) ἂν αὕτη προβλέπηται καὶ τιμωρῆται ὑπὸ τῶν νόμων, γʹ) ἂν ᾖναι αὐτουργὸς αὐτῆς ἐκεῖνος, ὅστις κατηγορεῖται· ταῦτα εἰσὶ τὰ ἔργα τοῦ δικαστοῦ· ἀλλὰ τὰ ἔργα τῶν μελῶν τοῦ κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα σκέπτονται ἂν πρέπῃ νὰ δώσωσιν ἢ μὴ τὴν ἄδειαν τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς συναδέλφου τινὸς, δὲν εἶναι αὐτά· διότι ἂν ἦσαν αὐτὰ, ἡμεῖς ἠθέλαμεν τότε πράξει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐκλήθη νὰ πράξῃ, καὶ οὕτω, κύριοι, ἠθέλετε ἐξασκήσει κηδεμονίαν βαρεῖαν ἐπ’ αὐτῆς. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ ἔκθεσις τῆς εἰσηγητικῆς ἐπιτροπῆς ἀνῆκε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸ συμβούλιον τὸ δικαστικὸν, τὸ ὁποῖον ἔμελλε ν’ ἀποφανθῇ, ἂν εὑρίσκῃ ἀφορμὴν πρὸς καταδίωξιν τοῦ προσώπου, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς· διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι αἱ εὔγλωττοι καὶ μετὰ παῤῥησίας γενόμεναι ψυχολογικαὶ μελέται, περὶ τοῦ ἀξιοποίνου καὶ περὶ τῆς ἐνοχῆς, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἔπρεπε ν’ ἀποτανθῶσιν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, καὶ οὐχὶ ἐνταῦθα, ἔνθα ἡμεῖς συνεδρεύετε. Ἀλλὰ ποῖον τὸ προνόμιον, τὸ ὁποῖον περιβάλλει τὰ μέλη τῶν κοινοβουλίων; τί πρέπει τὰ μέλη αὐτῶν νὰ ἐξετάσωσιν, ὅταν πρόκειται ν’ ἀποφανθῶσιν, ἂν δίδωσιν ἢ οὐ τὴν ἄδειαν τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς; τοῦτο μέλλω νὰ ἐκθέσω νῦν. Ἕκαστον τῶν νομοθετικῶν σωμάτων, κύριοι, καὶ ἡμεῖς σήμερον ἐνταῦθα ἀποτελοῦμεν νομοθετικὸν σῶμα, εἴτε βουλὴ εἶναι, εἴτε γερουσία, ἔχει ἓν δικαίωμα τοσοῦτον θεμελιῶδες, ὥστε ἄνευ αὐτοῦ ἤθελε καταστραφῆ ἡ αὐθυπαρξία αὐτοῦ. Τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶναι, ἡ μὲν γερουσία νὰ ἐξετάζῃ τὰ προσόντα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διωρίσθησαν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως γερουσιασταὶ, καὶ νὰ εἰσάγῃ αὐτοὺς ἐν τῷ περιβόλῳ αὐτῆς μετὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν προσόντων· ἡ δὲ βουλὴ, τὰ πληρεξούσια ἔγγραφα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προσῆλθον μέχρι τῆς θύρας τοῦ βουλευτηρίου διατεινόμενοι, ὅτι ἐξελέχθησαν βουλευταί. Ἂν τὸ δικαίωμα τοῦτο παρεχωρεῖτο εἰς ἑτέραν ἀρχὴν καὶ δὲν παρεχωρεῖτο εἰς αὐτὰ τὰ σώματα, ἡ ἀρχὴ ἐκείνη ἤθελεν ἐπηρεάζει τὸν καταρτισμὸν τῶν σωμάτων αὐτῶν, καὶ ἤθελε σχηματίζει αὐτὰ κατ’ ἰδίαν θέλησιν, εἰσάγουσα τούτους, κωλύουσα δ’ ἐκείνους ἀπὸ τοῦ νὰ εἰσέλθωσι· τοῦτο δὲ ἤθελε καταστρέψει τὴν αὐθυπαρξίαν τῶν σωμάτων αὐτῶν, Ἀλλὰ καθὼς ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ συντελῶσιν αὐτὰ καὶ μόνα τὰ σώματα εἰς τὸν καταρτισμόν των, ἀποκρούοντα πᾶσαν ἐξωτερικὴν ἐφ’ ἑαυτῶν ἐπίδρασιν, οὕτω, κύριοι, ἔπρεπε νὰ ἀποκρουσθῇ καὶ πᾶσα ἐξωτερικὴ ἐπίδρασις, ἡ ὁποία ἤθελεν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὸ νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον νὰ συνεδριάζωσι τὰ βουλευτικὰ σώματα· ἤθελε συμβῆ Βουλὴ ἢ Γερουσία, ἐνῷ κατηρτίσθησαν πρὸς ἐργασίαν, νὰ ἀκρωτηριάζωνται, διότι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἰσάγει εἰς δίκην σήμερον πέντε, αὔριον ὀκτὼ μέλη αὐτῶν, δὲν μένει δ’ ὁ νόμιμος ἀριθμὸς, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν ἀπαρτίαν τῶν σωμάτων τούτων. Τὸ προνόμιον τοῦτο ἔχει τὴν ῥίζαν του εἰς τὸ δικαίωμα τῆς συντηρήσεως, τὸ ὁποῖον ἔχουσι τὰ κοινοβούλια, τὸ δὲ δικαίωμα τῆς συντηρήσεως ταύτης ἐξασκεῖται κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Ἡ παράβασις ὡρισμένου νόμου ἀποτελεῖ ἀδίκημα πρὸς ἄτομον ἢ πρὸς τὴν πολιτείαν· αὕτη δ’ ἔχει συμφέρον νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ προσβληθὲν δικαίωμα, νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸν ἀθετηθέντα νόμον. Ἀλλὰ πολλάκις συμβαίνει τὸ συμφέρον τοῦτο νὰ ᾖναι μικρότερον ἀπὸ τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἡ πολιτεία ἔχει ἵνα συντηρηθῇ τὸ κοινοβούλιον, ἀπὸ τὸ συμφέρον τοῦ νὰ διατηρηθῇ ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ζητεῖται νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰ δικαστήρια, διότι ἡ εὔγλωττος γλῶσσα αὐτοῦ, ἢ ἡ πολιτικὴ βαρύτης του, δύναται ν’ ἀποθαῤῥύνῃ ἢ νὰ ἐνισχύῃ τοὺς κυβερνῶντας· τὰ κοινοβούλια, ὅταν δίδωσι τὴν ἄδειαν τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς, δὲν ἔχουσι νὰ σκεφθῶσιν ἂν ἐγένετο παράβασις νόμου, ἂν ᾖναι ἔνοχος ὁ ζητούμενος, δὲν ὀφείλουσι νὰ ἐξετάσωσιν ἂν ἡ πρᾶξις προβλέπηται ὑπὸ τοῦ νόμου, ἂν αὕτη ἀποτελῇ συνέργειαν ἢ αὐτουργίαν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχουσι νὰ ἐξετάσωσιν εἶναι τὸ ἑξῆς. Ὑπάρχει συμφέρον τῆς πολιτείας νὰ καταδιωχθῇ καὶ τιμωρηθῇ ἀμέσως ἡ πρᾶξις αὐτὴ, ἡ ὁποία παριστᾶται ὑπὸ τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, ὅτι ἐπράχθη ὑπό τινος μέλους τοῦ κοινοβουλίου; Εἶναι τὸ συμφέρον τοῦτο ἀνώτερον ἀπὸ τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον παρέχει ἡ ἐν τῷ κοινοβουλίῳ παρουσία τοῦ πληρεξουσίου αὑτοῦ; Τοῦτο εἶναι τὸ ἔργον τῶν κοινοβουλίων. Ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία, κύριοι, δὲν εἶναι, ὡς παρεστάθη ὑπὸ τοῦ προαγορεύσαντος, ταχυδρομεῖον, διὰ νὰ διαβιβάζῃ εἰς τὰ κοινοβούλια ἀνεξετάστως τὰς αἰτήσεις τῶν εἰσαγγελικῶν ἀρχῶν· ἔχει τὸ καθῆκον νὰ μὴ εἰσαγάγῃ εἰς αὐτὰ εἰμὴ μόνας τὰς αἰτήσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι σκοποῦσι τὴν καταδίωξιν ἐγκλημάτων, τῶν ὁποίων ἡ τιμωρία πρέπει νὰ γένηται ἀμέσως· ἄλλως ὀφείλει νὰ μὴ εἰσαγάγῃ αὐτὰς, καὶ νὰ ἀφήσῃ ν’ ἀναβληθῇ ἡ καταδίωξις τοῦ ἐγκλήματος, ἕως ἂν τελειώσῃ ἡ ἐργασία τῶν κοινοβουλευτικῶν σωμάτων, ὅτε ἔρχεται αὖθις ἡ δικαιοσύνη καὶ ἁρπάζει ἀπὸ τῆς ἑστίας του ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τώρα ὡς μέλος τῆς Συνελεύσεως ἔχει τὸ προνόμιον, ἀλλ’ ὅστις τότε οὐδὲν τοιοῦτον ἔχει. Ὅτι δ’ ἡ γνώμη μου αὕτη εἶναι ἀληθὴς, σᾶς φέρω τὴν γνώμην καὶ τὴν μαρτυρίαν πρωθυπουργοῦ μεγάλου κράτους, ὅστις κατὰ τὴν ά Αὐγούστου τοῦ 1822, ἐπερωτηθεὶς διατὶ δὲν ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς πέντε Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀναμιχθῇ εἴς τινα συνωμοσίαν τοῦ στρατηγοῦ Berton, κατὰ ἓν κατηγορητήριον τὸ ὁποῖον καθ’ ὅλων τῶν συνωμοτῶν ἐξέδωκεν ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ δικαστηρίου τοῦ Poitiers, ὁ πρωθυπουργὸς Vilèlle, ἐπερωτηθεὶς λέγω τότε ὑπὸ τοῦ στρατηγοῦ Λαφαγὲτ, ἐν συνεννοήσει διατελοῦντος μετὰ τῶν Benjamin Constant καὶ Casimir Perier, «δὲν ἐζήτησα, εἶπε, τὴν ἄδειαν, διότι ἐπείσθην ὅτι τοῦτο δὲν ἦτον ἀναπόφευκτον δι’ ἡμᾶς καθῆκον, οὐδὲ ἀναπόδραστος διὰ τὴν πατρίδα ἀνάγκη». Διὰ τοῦτο ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ὑποβάλλει τότε αἴτησιν, ὅταν βλέπῃ ὅτι αὕτη συνδέεται στενῶς μετὰ τῆς κοινῆς ἀσφαλείας· ἄλλως ἀναβάλλει τὴν αἴτησιν, ὅταν πείθηται ὅτι δὲν παραβλάπτονται μεγάλα συμφέροντα τῆς πολιτείας. Αὐτοὶ οἱ λόγοι μὲ ἔκαμαν νὰ πεισθῶ ὅτι οἱ ἔντιμοι φίλοι μου, οἱ ὄντες μέλη τῆς εἰσηγητικῆς ἐπιτροπῆς, ἐπλανήθησαν περὶ τὴν διαγραφὴν τῶν ὁρίων τῆς ἁρμοδιότητός των καὶ τῆς τοῦ κοινοβουλίου· ἴσως διότι ἐπεκράτησεν εἰς αὐτοὺς ὁ κύριος χαρακτὴρ, τὸν ὁποῖον φέρουσιν, ὁ δικανικὸς· ἴσως ἐνόμισαν ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελέσωσι πράξεις, τὰς ὁποίας ἐσυνείθισαν νὰ πράττωσιν ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματος ὅπερ ἔχουν, καὶ ἐλησμόνησαν τὴν ἀποστολὴν τὴν ὁποίαν εἶχον ὡς μέλη τοῦ κοινοβουλίου· ἐπλανήθησαν περὶ τὴν διαγραφὴν τῶν ὁρίων τῆς ἐνεργείας των, ὑπολαβόντα ὅτι ἐπρόκειτο νὰ πράξωσιν ὅ,τι δικαστικὸν συμβούλιον καλεῖται νὰ πράξῃ, ἐν ᾧ ἡμεῖς πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἄλλο τι. Ἂν προβῆτε εἰς τὴν σειρὰν τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ κάμητε διὰ ν’ ἀποφανθῆτε ἂν δίδητε τὴν ἄδειαν ἢ οὐ τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς, νομίζω ὅτι θέλετε συνομολογήσει, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ ἐλαχίστη ἀφορμὴ ν’ ἀμφιβάλλητε ὅτι πρέπει νὰ καταδιωχθῇ ἀμέσως ἡ πρᾶξις, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, νομίζω ὅτι δὲν θέλετε ἀμφιβάλλει οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν, ὅτι ἡ ἀναβολὴ τῆς καταδιώξεως τῆς πράξεως ταύτης ἀποτελεῖ μεγίστην βλάβην εἰς τὴν πολιτείαν. Καὶ πῶς δύνασθε, κύριοι, ν’ ἀμφιβάλητε, ὅταν ἐνθυμηθῆτε ὅτι πρὸ μικροῦ ἐξήλθομεν ἀπὸ ἐπανάστασιν, καὶ ὅτι κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο ἐκλονίσθη ἡ πειθαρχία, καὶ ὅτι μόλις ἐπαγιώθη διὰ τῆς αἰσίας ἀποκαταστάσεως τῆς Βασιλείας; Ἐνθυμηθῆτε ὅτι ἔχετε ἀνάγκην ν’ ἀνορθώσητε τὸ κράτος τῶν Νόμων, καὶ νὰ παγιώσητε τὴν κοινὴν ἀσφάλειαν, θέλετε δὲ παγιώσει αὐτὴν ὅταν περιβάλλητε διὰ κύρους τὰς πράξεις τῶν νομίμων ἀρχῶν, ὅταν διδάξητε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι περιεβλήθησαν ὑπὸ τῆς πατρίδος διὰ τοῦ ξίφους, ὅτι δὲν εἶναι σώματα βουλευόμενα καὶ συσκεπτόμενα, ἄλλα σώματα ὀφείλοντα ὑποταγὴν εἰς τὰ προστάγματα τῆς νομίμου ἀρχῆς. Νομίζετε, κύριοι, ὅτι συμφέρει εἰς τὴν πολιτείαν ν’ ἀναβάλῃ ἐπὶ 8–10 μῆνας τὴν καταδίωξιν πράξεως τοιαύτης, διὰ νὰ διατηρήσητε εἰς τοὺς κόλπους σας τὸν συνάδελφόν σας; προβῆτε, ἀποφασίσατε· ἂν ὅμως ἔχητε τὴν πεποίθησιν ταύτην, σᾶς συμβουλεύω νὰ ἀποτραπῆτε ἀπὸ τοῦ νὰ δώσητε τοιαύτην ψῆφον, διότι πρέπει νὰ ἐνθυμηθῆτε ὅτι ἔχετε βαρεῖαν εὐθύνην, καὶ ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν σας οἵτινες διψῶσιν ἀσφάλειαν καὶ ἡσυχίαν, καὶ ἀπέναντι ὅλου τοῦ πολιτισμένου κόσμου, ὁ ὁποῖος ἀπειράκις σᾶς ἐμαρτύρησε τὴν εὐμένειάν του, σᾶς ἐχορήγησε τὴν συνδρομήν του καὶ σᾶς ἀπέδειξε τὰς συμπαθείας του. Ἀλλὰ, κύριοι, σᾶς λέγουσιν, ὅτι, ἂν ἔχητε τὴν πεποίθησιν ὅτι παραδίδετε τὸν συνάδελφόν σας εἰς τὴν δικαιοσύνην, πλανᾶσθε, διότι δὲν παραδίδετε αὐτὸν εἰς τὴν δικαιοσύνην ἀλλ’ εἰς τὴν ἐκδίκησιν· εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἑνώσω τὴν ἀσθενῆ φωνήν μου μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἔλθει μίαν ἡμέραν εἰς ἐπερωτήσεις, ἵνα παραστήσωσιν ὑμῖν πράξεις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἀντιβαινούσας εἰς τὸν νόμον, ἵνα παραστήσωσιν ὑμῖν τὴν μεροληπτικὴν διαχείρισιν τῆς δικαιοσύνης· ἀλλὰ τοῦτο θέλω τὸ πράξει τότε, ὅταν προταθῶσιν ἐπερωτήσεις, καὶ οὐχὶ ὅταν προτείνωνται κρίσεις ἵνα πείσωσιν ὑμᾶς νὰ μὴ δώσητε τὴν ἄδειαν τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς· ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς ἐκεῖνος ἔλθετε, καταδικάσατε τὴν κυβέρνησιν, καὶ θέλω δώσει τὴν ψῆφόν μου κατ’ αὐτῆς καὶ κατὰ πάσης κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν θέλει ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν δικαιοσύνην ἀπὸ χεῖρας φιλεκδίκους, καὶ νὰ παραδώσῃ αὐτὴν εἰς χεῖρας ἀπονεμούσας δικαιοσύνην. Διὰ τοῦτο, κύριοι, σᾶς δίδω γνώμην νὰ μὴ ἐξετάσητε ἂν ὁ συνάδελφός μας οὗτος ἔπραξεν ἢ ὄχι πρᾶξιν ἀξιόποινον, νὰ μὴ πτοηθῆτε ἀπὸ τὸν ὄγκον τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ νὰ ἐξετάσητε ἂν τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας ἀπαιτῇ τὴν ἄμεσον καταδίωξιν τῆς πράξεως, ἢ ἂν αὐτὴ δύναται νὰ ἀναβληθῇ· καὶ ἂν τοῦτο ἐξετάσητε θέλετε ἐκφέρει καὶ ὑμεῖς τὴν αὐτὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ, καὶ θέλετε ἐκφέρει αὐτὴν μετὰ πεποιθήσεως. Ἂν δ’ οὕτω πράξητε, εὔχομαι ἵνα ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἀνεύρῃ εὐγένειαν αἰσθημάτων ἐν ἐκείνῳ τοῦ ὁποίου ἡ ἄδεια τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς ζητεῖται, ὡς καὶ ἐγὼ ὡς ἄτομον ἀνευρίσκω τοιαύτην. Πῶς ἄλλως, κύριοι, παρὰ τοιουτοτρόπως ἐξήτασαν ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ παράδειγμα τὸ ὁποῖον ὁ εὔγλωττος φίλος μου Κ. Βάσσος σᾶς ἔφερε, τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ἐπὶ τῶν ὀχυρωμάτων συλληφθέντος ὡς στασιαστοῦ πληρεξουσίου; Οὕτως ἐξήτασαν τὸ πρᾶγμα καὶ ἐσκέφθησαν, ὅτι, εἰ καὶ τὸ ἔγκλημα τοῦ πληρεξουσίου ἐκείνου ἦτο καταφανὲς, τὸ συμφέρον ὅμως τῆς πολιτείας ἀπῄτει νὰ μὴ καταδιωχθῇ ἀμέσως, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Συνέλευσις ἠρνήθη νὰ χορηγήσῃ τὴν πρὸς τοῦτο ἄδειαν. Πῶς ἄλλως παρὰ τοιουτρόπως ἐξήτασαν ἐν Γαλλίᾳ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ κατὰ τό ἕτερον παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ὁ αὐτὸς φίλος μου σᾶς ἔφερεν; Εἶπον δὶς κατεδικάσθη ὁ πληρεξούσιος διὰ ποινικῶν ἀποφάσεων, καὶ αὗται εἰσὶν ἀλήθεια, τὸ συμφέρον ὅμως τῆς πολιτείας δὲν ἀπαιτεῖ τὴν ἄμεσον φυλάκισιν αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ τὴν ἐν τῷ κοινοβουλίῳ διαμονήν του, ἡ δὲ ἐκτέλεσις τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων δύναται νὰ ἀναβληθῇ ἵνα γένηται ὅταν λήξωσιν αἱ ἐργασίαι τοῦ κοινοβουλίου. Πρὶν ἢ ὅμως, κύριοι, τελειώσω τὸν λόγον μου, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ κάμω τελευταίαν τινὰ παρατήρησιν, ἥτις σκοπὸν ἔχει νὰ παραστήσῃ εἰς ὅλους τὰ συνταγματικὰ δικαιώματα, καὶ τὰς συνταγματικὰς ὑποχρεώσεις ἑκάστου, παρατήρησιν τὴν ὁποίαν θεωρῶ τοσοῦτον ἀναγκαίαν, ὅσον πρόκειται νὰ ἐγκαινιάσωμεν νῦν τὴν ἐνέργειαν καὶ ἐφαρμογὴν τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, τοῦτο δὲ θέλει ἐπιτευχθῆ διὰ μόνης τῆς πιστῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν καὶ τῆς εἰλικρινοῦς ἐνεργείας. Ἐν ταῖς συνταγματικαῖς πολιτείαις, κύριοι, ὑπάρχει στενὴ καὶ ἀδιάῤῥηκτος ἀλληλεγγύη μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν κυβέρνησιν, καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσιν αὐτὴν ἐν ταῖς βουλαῖς καὶ ἀποτελοῦσι τὴν πλειονοψηφίαν. Ἡ ἀλληλεγγύη αὕτη στηρίζεται εἰς τὴν ἑξῆς πρόληψιν, ὅτι, ἐὰν ἡ κυβέρνησις δὲν κυβερνᾷ προσηκόντως τὸν τόπον, τότε ἡ πλειοψηφία δὲν ὑποστηρίζει αὐτὴν, ἑπομένως ἡ κυβέρνησις δὲν ἔχει πλειοψηφίαν, καὶ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ συντηρηθῇ· ὅταν ὅμως ἡ πλειοψηφία σιωπᾷ, μαρτυρεῖ καὶ ἐπιδοκιμάζει τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως ὡς ὀρθὰς καὶ ὡς νομίμους· στηρίζεται εἰς τὴν πρόληψιν, ὅτι, ἐὰν ἡ πλειοψηφία πράττῃ τι ἐν τῷ κοινοβουλίῳ, ἡ κυβέρνησις ἔχει δώσει εἰς τοῦτο τὴν συναίνεσίν της, διότι, ἐὰν ἡ κυβέρνησις δὲν συναινῇ εἰς τὰς πράξεις τῆς πλειοψηφίας, τότε ὑπάρχει διαφωνία μεταξὺ τοῦ ὑπουργείου καὶ τῆς πλειοψηφίας· ἡ δὲ διαφωνία αὕτη φέρει τὴν ἀποχώρησιν τοῦ Ὑπουργείου. Τὴν παρατήρησιν ταύτην, κύριοι, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ σᾶς κάμω, διότι θεωρῶ ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ ἐκφράζηταί τις δημοσίᾳ πάντοτε τὴν γνώμην του, καὶ νὰ μὴ ἀποφεύγῃ ποτὲ τὴν ἀνάγκην ταύτην, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα· προσέτι θεωρῶ τοῦτο ἀναγκαῖον καὶ δι’ ἄλλον τινὰ λόγον, διότι πρέπει νὰ ἐκπληρῇ πᾶς τὰς κοινοβουλευτικὰς ὑποχρεώσεις του, οὐδὲ νὰ ἀφίνῃ νὰ ἐπηρεάζουν αὐτὰς αἱ συμπάθειαι πρὸς τὰ ἄτομα ἢ αἱ ἀδυναμίαι πρὸς αὐτά. Ἔκρινα δὲ ἔτι μᾶλλον, κύριοι, ἀναγκαῖον νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν ταύτην, διὰ νὰ ἐννοήσωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παριστῶσι τὰς κυβερνητικὰς ἰδέας, οἱ ὁποῖοι δι’ αὐτῶν συνέχουσι τὸν σύνδεσμον τῆς πλειοψηφίας, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι πολὺ προσεκτικοὶ εἰς τὴν συνοχὴν τοῦ συνδέσμου τούτου, διότι ἡ ἐλαχίστη χαλάρωσις αὐτοῦ θέλει ἀποδοθῆ εἰς συναίνεσιν καὶ θέλησιν αὐτῶν. Ἔκρινα τέλος πάντων, κύριοι, ἀναγκαῖον νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν ταύτην, διότι δὲν εὔχομαι ποτε ἡ πατρίς μου νὰ παραστήσῃ τὸ πρωτότυπον παράδειγμα συνταγματικῆς πολιτείας, εἰς τὴν ὁποίαν αἱ προτάσεις, τὰς ὁποίας εἰσάγει ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία, ἐμπιστεύονται εἰς τὴν ψῆφον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πολεμοῦσι τὴν κυβέρνησιν. Ἐπιθυμῶ ἡ πατρίς μου νὰ παραστήσῃ τὸ παράδειγμα τὸ ὁποῖον παρέχει ἡ ἱστορία ὅλων τῶν συνταγματικῶν ἐθνῶν, καθ’ ὃ αἱ προτάσεις τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας ὑποστηρίζονται ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουν, ὅτι συμφέρει εἰς τὴν πατρίδα, ἵνα ἡ κυβέρνησις αὐτὴ ἐξακολουθήσῃ διαχειριζομένη τὰ δημόσια πράγματα. Ἀλλὰ, κύριοι, πρὶν ἢ περάνω τὸν λόγον, ὀφείλω νὰ ἐνθυμηθῶ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἷς ἔντιμος συνάδελφος σᾶς ἐπρότεινε χθὲς, ἡ ὁποία μοὶ ἐφάνη ὅτι δὲν φέρει μὲν τὴν ἰδιότητα, τὴν ὁποίαν ὁ προτείνας αὐτὴν εἶπεν, ὅτι ἀποδίδουσιν εἰς τὴν γνώμην του, τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀηδοῦς ἢ τοῦ χλιαροῦ, δὲν εἶναι ὅμως σύμφωνος μὲ τοὺς συνταγματικοὺς θεσμοὺς, διότι τοσοῦτον ἀντίκειται εἰς αὐτοὺς, ὥστε παραλύει τὴν ἐλευθέραν ἐνέργειαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἡμῶν, ὁ ἐξ Ἰωαννίνων πληρεξούσιος, θέλων νὰ συνδυάσῃ τὰς διεστώσας γνώμας, ἐζήτησεν ἐν τῷ μέσῳ θέσιν διὰ νὰ σταθῇ· ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὅτι, ἐπὶ ζητημάτων καὶ γνωμῶν ἐπιστημονικῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρῃ τις μέσην θέσιν. Σᾶς ἐπρότεινε νὰ ἐπιτρέψητε νὰ γένηται μόνον ἀνάκρισις, καὶ οὐδὲν πλέον, καὶ, ἐὰν παραστήσῃ ἡ πορεία τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς ἀναγκαῖον νὰ ληφθῇ καὶ ἄλλο τι μέτρον, τότε νὰ προσέλθῃ πάλιν ζητοῦσα τὴν ἄδειαν νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ μέτρον τοῦτο. Ἡ γνώμη αὕτη μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τοὺς συνταγματικοὺς θεσμούς, διότι ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον κακῶς σᾶς ὠνόμασαν ἄσυλον τῆς ἀντιπροσωπείας; εἶναι νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν συμφέρῃ νὰ καταδιωχθῇ ἀμέσως πρᾶξίς τις, ἂν μέγα συμφέρον ἀπαιτῇ τὴν τιμωρίαν αὐτῆς. Ἀφοῦ ἀποφανθῆτε ἐπὶ τούτου, πῶς θέλετε ἐξακολουθήσει ἐπιτηροῦντες τὴν πορείαν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, καὶ κατὰ πᾶν βῆμα σταματῶντες αὐτὴν, ἢ ὑποχρεοῦντες αὐτὴν νὰ προσέρχηται ζητοῦσα αὖθις τὴν ἄδειάν σας; Τοῦτο, κύριοι, ἀποτελεῖ κηδεμονίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία καταστρέφει τὰς βάσεις τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἀναιρεῖ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς ἐξουσίας ἐκείνης τῆς ὁποίας τὴν ἀνεξαρτησίαν οἱ συνταγματικοὶ θεσμοὶ σκοποῦσι νὰ ὑποστηρίξωσι. Διὰ ταῦτα, κύριοι, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ γνωμοδοτήσω πρὸς ὑμᾶς νὰ ἐπιτρέψητε τὴν εἰς δίκην εἰσαγωγὴν τοῦ ἐντίμου πληρεξουσίου ἐκ Δωρίδος.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐπειδὴ τὸ πεδίον τῆς μάχης εἶναι ἰδίως ἡ ἔκθεσις τῆς εἰσηγητικῆς ἐπιτροπῆς, νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον καὶ ὀρθὸν ν’ ἀκούσωμεν κατόπιν τῆς εὐγλώττου ὁμιλίας τοῦ Κ. Δηλιγιάννη ἓν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς.
§28ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Δεληγεώργης.
§30ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, Κύριε Πρόεδρε, θεωρεῖται ὑποχρεωτικὴ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὴν Συνέλευσιν καὶ τὰ δικαστήρια.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, κατόπιν τὰ δικαστήρια εἶναι ἐλεύθερα νὰ κάμωσιν ὅ,τι θέλουσι.
§32ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο, Κύριοι, νὰ συνηγορήσῃ τις ὑπὲρ τοῦ συναδέλφου περὶ οὗ πρόκειται σήμερον, ἤρκει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν δικαζόντων τὴν τύχην αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ θεάματος, τὸ ὁποῖον παρέστησαν οἱ ἀγορεύσαντες. Δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τὸ παρελθὸν καθιέρωσεν ὑπὲρ τῆς φιλελευθέρας ἀνθρωπότητος, τὸ δικαίωμα τοῦτο, ὁ μὲν διὰ τοῦτον τὸν λόγον, ὁ δὲ δι’ ἐκεῖνον, ὁ μὲν οὕτω σκεπτόμενος, ὁ δὲ ἄλλως, πάντες δὲ σφαλερῶς ἔρχονται νὰ ταπεινώσωσι μέχρι προσωπικοῦ δικαιώματος· καὶ οἱ μὲν θέλουν νὰ καταστήσωσι τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου ζήτημα πολιτικὸν, τὸ τιμαλφέστατον τοῦτο δικαίωμα τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας· ἄλλοι δὲ κατέστησαν ζήτημα τάξεως ὅ,τι δὲν κατέστησε τοιοῦτον ὁ ποινικὸς Νόμος· ἄλλοι δ’ ἐταπείνωσαν αὐτὸ εἰς ζήτημα προσωπικῆς συμπαθείας ἢ ἀντιπαθείας, καὶ διὰ τοῦτο ἐπέμειναν εἰς τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἀγωνίας, τὴν ὁποίαν αἰσθάνονται συζητοῦντες ἐναντίον τῶν συμπαθειῶν καὶ τῆς εὐγνωμοσύνης των· ἄλλοι δ’ ἐκήρυξαν τὸ ζήτημα δεκτικὸν συμβιβασμοῦ, ζήτημα ὅπερ εἶναι ἰδιοκτησία τῶν ἐπερχομένων γενεῶν· δικαίωμα τόσον ὑψηλὸν, ὅπερ καθιερώθη ὑπ’ ἀνδρῶν, οἵτινες ἔχυσαν τὸ αἷμά των πρὸς καθιέρωσιν αὐτοῦ, ἔρχονται καὶ συμβουλεύουν τὴν Συνέλευσιν νὰ τὸ ἐξευτελίσῃ καὶ ταπεινώσῃ, νὰ ἐξαρτήσῃ τὴν λύσιν του ἀπὸ σκέψεις ἐκτὸς τοῦ προκειμένου, ἀπὸ σκέψεις ταπεινάς. Ἰδίως ὁ τελευταῖος ἀγορεύσας ἐξηυτέλισεν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν τὸ ζήτημα καὶ ἠθέλησε νὰ παρασύρῃ εἰς τόσον ταπεινὴν θέσιν τὴν Συνέλευσιν, ὥστε λυποῦμαι, διότι εἰς τὸ αὐτὸ βῆμα ἔρχομαι μετ’ αὐτὸν νὰ ὁμιλήσω. Προσέβαλε δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ χαρακτῆρας, τοὺς ὁποίους δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἐπικρίνῃ, καὶ οἱ ὁποῖοι μένουσι καὶ μετὰ τὰς κατακρίσεις του πάντοτε ἀνέπαφοι καὶ ἁγνοί· ἂν δὲ ἤθελεν ἡ Συνέλευσις νὰ συμβουλευθῇ περὶ τοῦ ζητήματος τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν εἶχε πάντοτε περὶ αὐτοῦ ὁ προλαλήσας, ἤθελεν ἐκδώσει ὅλως ἐναντίαν ἀπόφασιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν αὐτὸς συνεβούλευσε τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐκδώσῃ. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἤθελε ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν θεωρίαν τοῦ προλαλήσαντος, ἔπρεπε νὰ κάμῃ τὴν ἐφαρμογὴν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐπὶ μακρὸν χρόνον ὡς τμηματάρχης καὶ γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ ζητήματος ὁμοιάζοντος τὸ προκείμενον, ἐπὶ τοῦ προνομίου τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ ὄχι, Κύριοι, τοιαύτη θεωρία ποτὲ νὰ μὴ μολύνῃ τὸ βῆμα τῆς Συνελεύσεως! Ποτὲ ἡ ἡ Συνέλευσις νὰ μὴ ἀπατηθῇ, νὰ μὴ βουλευθῇ τοιουτοτρόπως! Καὶ δὲν ἐθαύμασα διόλου πῶς ὁ προλαλήσας εὑρίσκει τόσα ἐπιχειρήματα, τὸ ἓν ἀτοπώτερον τοῦ ἄλλου, τῶν ὁποίων τὸ ἄτοπον δὲν αἰσθάνεται, διότι ἐγένετο ἕξις εἰς αὐτὸν νὰ δίδῃ τὴν ἄδειαν κατ’ ἐκλογὴν μεταξὺ ἐνόχου καὶ ἐνόχου. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ καταδίωξις τῶν ποταπῶν αὐτῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως, τῶν πραττόντων πᾶν εἶδος ἐγκλημάτων, ἐξήρτητο ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ ὑπουργείου, καὶ τὸ ὑπουργεῖον σπανιώτατα ἐπέτρεπεν αὐτὴν καὶ πάντοτε πρὸς τιμωρίαν τῶν ἐχθρῶν του διὰ νὰ κακώσῃ τὴν συνείδησιν αὐτῶν· δὲν τὴν ἔδιδέ ποτε, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ προστατεύσῃ τοὺς φίλους του. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ, ἥτις ἔρχεται σήμερον νὰ ἐξηγήσῃ τὴν γνώμην της εἰς τὴν Συνέλευσιν, δὲν καταδέχεται ποτε νὰ σταθῇ ἐπάνω τοῦ ἐδάφους αὐτοῦ, καὶ δὲν ἐστάθη, ἀλλὰ μετὰ πεποιθήσεως κηρύττει, ὅτι ὀρθοτέραν παρὰ τὴν γνώμην της δὲν θὰ εὕρῃ ἡ Συνέλευσις· τὸ λέγω μετὰ πεποιθήσεως διότι τὴν πεποίθησιν καὶ τὴν γνώμην αὐτῆς τὴν ὡδήγησε καθαρὰ καρδία, εὐσυνειδησία, σεβασμὸς τῶν δικαιωμάτων τῆς Συνελεύσεως, σεβασμὸς πρὸς τὸν νόμον, ἡ πεποίθησις ὅτι πᾶσα ἄλλη γνώμη εἶναι ἐκτὸς τοῦ νόμου, ἀσέβεια πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς Συνελεύσεως, ληστεία τῶν δικαιωμάτων τῶν ἐπερχομένων γενεῶν, ταπείνωσις τῆς Συνελεύσεως, ταπείνωσις τοῦ πληρεξουσίου, διότι ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ πληρεξούσιοι συνηγμένοι ἐνταῦθα, δὲν εἶναι ἄξιοι νὰ βαστάξωσι δικαιώματα, τὰ ὁποῖα καθιέρωσαν οἱ μεγάλοι ἐκεῖνοι ἄνδρες (ἐπιδοκιμασίαι). Εἶναι ἢ δὲν εἶναι παράλογοι αἱ σκέψεις καὶ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἐξέθεσεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας; Ἐὰν ἐπροσέξατε εἰς τοὺς λόγους του, ἠθέλετε τὸν ἰδεῖ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἀναιροῦντα ἑαυτόν· ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ Συνέλευσις εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσῃ, ἂν πρόκειται περὶ ἐγκληματικῆς πράξεως καὶ μολαταῦτα αἰώνια ὁμιλῶν, ἐγκλήματα ἔλεγε, τῆς δικαιοσύνης προστασίαν ἔλεγεν, ἐνῷ δικαιοσύνη θετικὴ πέραν τῶν ἐγκλημάτων δὲν ὑπάρχει, οὔτε ἔγκλημα πέραν τοῦ ἀξιοποίνου. Σᾶς ἔλεγε νὰ γενῆτε ὑπηρέται, οὐχὶ τῆς δικαιοσύνης, διότι τοῦτο δὲν εἶναι ταπείνωσις, ἀλλὰ τῆς θελήσεως τοῦ ἰδιώτου· διότι θέλησις ἰδιωτικὴ εἶναι ὅταν τὸ ζητούμενον δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον. Ἐὰν, κύριοι, ἄλλη τις ἀφορμὴ δὲν ἐσκότιζε τοσοῦτον τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν τοῦ προλαλήσαντος, πρὶν συμβουλεύσῃ ὅλας αὐτὰς τὰς θεωρίας, τὸ πρῶτον βιβλίον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ συμβουλευθῇ καὶ ἀνοίξῃ ἦτο τὸ Σύνταγμα τί λέγει τοῦτο; λέγει, ὅτι ἡ Συνέλευσις, ἡ Βουλὴ, τὸ νομοθετικὸν σῶμα ἐπιτρέπει τὴν ἄδειαν νὰ παραδοθῇ ἕνας πληρεξούσιος ἢ βουλευτὴς εἰς τὸν ἀνακριτὴν διὰ νὰ δικασθῇ περὶ πράξεως, εἴτε ἐγκληματικῆς εἴτε μή; Εὑρέθη ποτὲ σῶμα νομοθετικὸν νὰ ἐνασχοληθῇ περὶ ζητήματος τοιούτου; Εὑρέθη ποτὲ Σύνταγμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπηντήσατε ὅτι ὁσάκις ὁ ἀνακριτὴς ἔλθῃ νὰ ζητήσῃ τὴν παράδοσιν τινὸς πληρεξουσίου ὅπως καταδιωχθῇ διὰ πρᾶξιν μὴ τιμωρουμένην ἀπὸ τὸν ποινικὸν νόμον, ἀπαιτεῖται ἡ ἄδεια τῆς Συνελεύσεως; Πότε γεννᾶται τὸ ζήτημα τῆς ἀδείας; μόνον ὁσάκις ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ζητεῖ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς δίκην ἢ εἰς ἀνάκρισιν ἑνὸς μέλους τοῦ νομοθετικοῦ συνεδρίου δι’ ἐγκληματικὴν πρᾶξιν· καὶ μόλα ταῦτα εἶχε τὴν ἐπιπολαιότητα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσητε, ἐὰν ἡ πρᾶξις χαρακτηρίζηται ἀπὸ τὴν ἀνάκρισιν ὡς τοιαύτη, ἂν τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀποδίδει εἰς αὐτὴν ἡ ἀνάκρισις, εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ὁ ποινικὸς νόμος διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἔγκλημα. Ἐξήτασεν ἄρά γε ἡ ἐπιτροπὴ, ἐὰν ᾖναι ἔνοχος ἢ μὴ ὁ πληρεξούσιος Δωρίδος; Ἐὰν ἐξητάζετο τὸ ζήτημα τοῦτο, εἶχε στάδιον εὐρὺ ὁ προλαλήσας· ἀλλὰ περὶ παντὸς ἄλλου ζητήματος ἢ αὐτοῦ γίνεται λόγος τὴν σήμερον, ὅτε τοῦτο καὶ μόνον ἐξετάζεται, ἂν ἡ πρᾶξις δι’ ἣν ἐγκαλεῖται ὁ πληρεξούσιος ᾖναι ἔγκλημα. Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τί λέγει πρὸς τὴν Συνέλευσιν; ὅτι ἡ αἴτησις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, διότι ἐν αὐτῇ πρόκειται περὶ περιπτώσεως, τὴν ὁποίαν δὲν προβλέπει τὸ Σύνταγμα, ὡς μὴ ὑπαρχούσης ἀφορμῆς εἰς ποινικὴν καταδίωξιν. Εἰλικρινὴς ἤθελεν εἶσθαι ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ἐὰν ἐπὶ τούτου τοῦ ζητήματος ἤθελε φέρει τὸν λόγον, ἐὰν ἤθελε συμβουλευθῆ τὴν θεωρίαν τῶν ποινικολόγων, ἐὰν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἐδάφους ἤθελε στηρίξει, ἔστω, καὶ αὐτὰς τὰς πολιτικὰς δοξασίας ἢ τοὺς πολιτικοὺς σκοπούς του. Ἀλλ’ ἐπειδὴ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ἀσπάζεται τοιαύτας γνώμας, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν θέλει ποτὲ θεωρήσει ὡς νόμιμον τὴν ἀνομίαν, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ἀγνοεῖ, ὅτι τότε μόνον συμμορφοῦται μὲ τὸ δίκαιον, ὅταν δὲν παρεκτρέπηται ἀπὸ τὸν νόμον, καὶ ὄχι, ὅταν χάριν ταπεινῆς νομιμοφροσύνης, ἢ χάριν οἵας δήποτε ἄλλης ἰδέας ἢ πλαγίου σκοποῦ, ἔστω καὶ πολιτικοῦ, ἔρχεται καὶ παρανομεῖ, ὅτι ποτὲ ἡ Συνέλευσις δὲν θέλει ἀποφασίσει οὔτε νὰ ἐξέλθῃ τῶν νομίμων ὁρίων, οὔτε νὰ δολοφονήσῃ τὸ ἄτομον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται· διότι ἴσως ἴσως, μία ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως δὲν ἤθελεν ἔχει ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης, ἐὰν ἐξετάζουσα τὰ ἔγγραφα ἔλεγεν ὅτι ἐξάγει πιθανότητα ἐνοχῆς, ἀλλὰ βεβαίως θέλει ὑποδουλώσει τὴν στρατιωτικὴν δικαιοσύνην, ἐὰν εἴπῃ τὸν παραπέμπω, καίτοι ἐκνόμως, ὅπερ ἤθελεν εἶναι ταὐτὸν ὡσανεὶ ἔλεγε, ἐκ παντὸς τρόπου τιμωρήσατε· δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους θέλω ἀναπτύξει, Κύριοι, τὸ ζήτημα περὶ τὸ ὁποῖον καὶ μόνον στρέφεται ἡ συζήτησις καὶ ἐνησχολήθη ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ θέλω συγχρόνως ἀποκρούσει τὰς πολιτικὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας εἰς τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ἐξέθεσάν τινες. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὁποῖα εἶναι τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν· μᾶς παρουσιάσθη ἓν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀπηυθύνετο εἰς τὴν Λαμίαν, καὶ τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἐπίσημον ἐπ’ αὐτοῦ σημείωσιν δὲν ἀπεστάλη ἀπὸ τὸ τηλεγραφεῖον τῶν Ἀθηνῶν. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, ἐκτὸς ὅτι δὲν εἰσήχθη εἰς τὸν φάκελλον παρὰ τοῦ Κυρίου εἰσηγητοῦ διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ δεύτερον θέμα κατηγορίας, τὸ τηλεγράφημα δὲν ἀφορᾷ πρᾶξιν οὔτε τελεσθεῖσαν, οὔτε ἀποπειραθεῖσαν, οὔτε προπαρασκευασθεῖσαν. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο τὸ ἴδαμεν, ἀλλ’ οὔτε μίαν στιγμὴν ἐδιστάσαμεν νὰ τὸ θέσωμεν κατὰ μέρος, διότι οὐδὲν ἄλλο περιέχει εἰμὴ ἀπόπειραν συμβουλῆς, ὅπερ ἰσοδυναμεῖ ἐπὶ συμβουλῆς διδομένης προφορικῶς μὲ τὸ ν’ ἀνοίξῃ τις τὸ στόμα του, ἀλλὰ νὰ μὴ προφέρῃ τίποτε. Οὐδεὶς νόμος τοῦ κόσμου καθιέρωσέ ποτε τὸ δίκαιον τοῦτο τῆς τιμωρίας τῆς ἀποπείρας συμβουλῆς, διότι κανεὶς ποτε νομοθέτης δὲν ἀποφασίζει νὰ δεσμεύσῃ ἐπὶ τοσοῦτον τὴν κίνησιν τοῦ ἀτόμου, ὥστε νὰ καταστήσῃ αὐτὸν δεσμότην ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τῆς ζωῆς του, καὶ νὰ κατακλείσῃ αὐτὸν εἰς τὰς φυλακὰς, διότι ἤνοιξε τὸ στόμα του. Ἔμενε τὸ δεύτερον τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον δὲν περιεῖχε τίποτε, διότι δὲν λέγει ἄλλην φράσιν εἰμὴ μόνον δεχθῆτε ἱκανούς· οὔτε ἡμεῖς ἐννοούσαμεν τοῦτο τί λέγει· ἀλλ’ ὅτι δήποτε καὶ ἐὰν ἐννοῇ, συντείνει εἰς τὸ νὰ ὑποστηρίξῃ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, τὸ τρίτον τηλεγράφημα. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο περιεῖχε ὡς καὶ τὰ ἀ. καὶ βʹ. συμβουλὰς πρὸς φίλον. Τὸ πρῶτον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἐρωτήσαμεν ὁ εἷς τὸν ἄλλον εἶναι, ἂν ἡ ἁπλῆ συμβουλὴ τιμωρῆται κατὰ τὸν ποιν. νόμον. Ὁ ποιν. νόμος διαιρεῖ τὰς ἐνεργείας τῶν ἀξιοποίνων πράξεων, εἰς αὐτουργίαν καὶ συνεργίαν, ἑπομένως τὰ ἄτομα, τὰ λαμβάνοντα μέρος εἰς τὰ ἐγκλήματα, εἰς αὐτουργοὺς καὶ συνεργούς. Ἐξητάσαμεν ἐὰν ἡ πρᾶξις τῆς ἁπλῆς συμβουλῆς ᾖναι αὐτουργία ἢ συνέργεια. Ὁ § 3 τοῦ ἄρθρου 56 ἔχει ὡς ἐφεξῆς· «ὅστις ἐκ προθέσεως παρεκίνησεν ἄλλον εἰς ἐκτέλεσιν ἀξιοποίνου τινὸς πράξεως, ἀπειλῶν, βιάζων, προστάζων, παραγγέλλων, ὑποσχόμενος ἢ χορηγῶν μισθὸν, ἢ συμβουλεύων μετ’ ἀπάτης, πειθοῦς ἢ φορτικότητος, καὶ τέλος, προκαλῶν ἢ μεταχειριζόμενος ἐπίτηδες ὡς ἕρμαιον τὴν εἰς ἣν εὑρίσκεταί τις πλάνην, τὸ πάθος, ἢ τὴν ψυχικὴν αὐτοῦ ὁρμήν.» Τὸ τηλεγράφημα, κατὰ τὴν συμφορωτέραν τῇ κατηγορίᾳ ἐξήγησιν, περιεῖχεν ἁπλῆν συμβουλὴν, οὔτε ὑπόσχεσιν μισθοῦ, οὔτε φορτικότητα, οὔτε ἀπάτην, τίποτε ἄλλο εἰμὴ ἁπλῆν συμβουλήν. Συνεβουλεύθημεν τὸ περὶ συνεργειῶν ἄρθρ· εἶναι τὸ 72 ὅπερ εἰς τὸν § 2 ἀναφέρει τὰ ἑξῆς· «ὅσοι ἐκτὸς τῆς περιστάσεως τοῦ ἄρθρου 56 § 3. ἐν γνώσει καὶ ἐκ προθέσεως ἔδωκαν συμβουλὴν ἢ παραίνεσιν περὶ τῆς ἐκπεραιώσεως ἀξιοποίνου τινὸς πράξεως, ἐχορήγησαν τὰ εἰς ταύτην συντείνοντα μέσα, εὐκαιρίαν, ἢ ὁποιονδήποτε ἄλλο εἶδος ὑποστηρίξεως, ἢ ἐπρομήθευσεν ὅπλα, καὶ ἄλλα ἐργαλεῖα.» Εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν ὑπάγεται τὸ ἔγκλημα τοῦ Κ. Μαστραπᾶ. Τούτου τεθέντος, προέβημεν ἀμέσως εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν στοιχείων τῆς πράξεως, καὶ τὶ εὑρίσκομεν; ὅτι ὁ ἄνθρωπος πρὸς τὸν ὁποῖον ἐγένετο ἡ συμβουλὴ, δὲν ἐγκαλεῖται ἀπὸ τὴν ἀνάκρισιν ὅτι ἔλαβε μέρος εἰς τὴν πρᾶξιν. Ἀνερευνήσαμεν ὅλα τὰ ἔγγραφα, παρετηρήσαμεν τὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰσηγητοῦ, τοῦ Β. Ἐπιτρόπου, τὰς αἰτήσεις, τὰ ἔγγραφα τὰ ὑποβληθέντα εἰς τὸ Προεδρεῖον, οὐδὲν περὶ συμμετοχῆς αὐτοῦ ἀναφέρεται. Ἐγεννήθη ἡ ἰδέα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, τοῦ νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὴν ἀνάκρισιν νὰ μᾶς φέρῃ ἂν ὑπάρχωσιν ἔγγραφα, ἐνοχοποιοῦντα καὶ τοῦτον· καὶ κατ’ ἀρχὰς μὲν ἐσυλλογίσθημεν νὰ τὸ πράξωμεν, ἀλλ’ εὐθὺς μετὰ ταῦτα ἐθεωρήσαμεν ὅτι ἀντιποιούμεθα ἐξουσίαν τὴν ὁποίαν δὲν εἴχομεν· πρῶτον μὲν, διότι ἡ ἐντολή μας ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ ἐντὸς 10 ἡμερῶν καὶ δεύτερον, διότι ἡ Συνέλευσις δὲν μᾶς διώρισε νὰ ἀνακρίνωμεν τὸν Μαστραπᾶν, τὰ ἀντιπειθαρχικὰ κινήματα τὰ γενόμενα ἐν Τριπόλει, ἀλλὰ μόνον ἂν ἡ αἴτησις τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ στηρίζεται εἰς τὸν νόμον ἢ ὄχι. Ἀλλὰ συγχρόνως φαίνεται, ὅτι ἔγγραφα τοιαῦτα δὲν ὑπάρχουν, ὅτι ἀποδείξεις τοιαῦται δὲν ὑπάρχουν, ὅτι ἀφορμαὶ πρὸς καταδίωξιν ἐναντίον τοῦ Ζέρβα, ὡς ἐνόχου τῆς πράξεως ταύτης, δὲν ὑπάρχουν· διότι 5, 6 ἡμέραι ἀπὸ τῆς ἐκθέσεώς μας παρῆλθον, καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν οὐδὲν προσάγει, ἀλλ’ ἐπιμόνως ἐπιμένει, ζητῶν νὰ τῷ δοθῇ ἡ ἄδεια. Ζήτημα ὅμως ἐπροτάθη, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ζήτημα διὰ τοὺς νομικοὺς· ἐὰν ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς ᾖναι ὀρθὴ, ἂν δηλαδὴ, ὅστις καταδεικνύεται ὅτι συνεβούλευσέ τινα, τότε μόνον εἶναι ἔνοχος, ὅταν ὁ συμβουλευθεὶς τὸν ἤκουσε καὶ ἐξετέλεσε τὴν πρᾶξιν εἴτε ὡς αὐτουργὸς, εἴτε ὡς συνεργὸς, ἢ τοὐλάχιστον ἀπεπειράθη αὐτήν. Αὐτὸ δὲν εἶναι ζήτημα διὰ τοὺς νομικοὺς, ἀλλά τινες τὸ κατέστησαν, καὶ μὲ ἀναγκάζουν νὰ εἴπω τινὰς λέξεις περὶ αὐτοῦ. Τὸ εὐθὺς πρὸ τοῦ 72 ἄρθρου ἄρθρον 71 λύει τὸ ζήτημα. «Ὅστις ἂν καὶ δὲν ἠμπορῇ νὰ θεωρηθῇ ὡς αὐτουργὸς, κατὰ τὸ ἄρθρον 56 § 3, συνήργησεν ὅμως ἐν γνώσει καὶ ἐπίτηδες εἰς τὸ παρ’ ἄλλου τινὸς πραχθὲν κακούργημα πρὶν τοῦτο ἐκτελεσθῇ, ἐνῷ ἐξετελεῖτο καὶ ἀφοῦ ἐξετελέσθη, τιμωρεῖται ὡς συνεργός.» Τότε λοιπὸν εἶναι συνεργὸς ὁ συμβουλεύων κατὰ τὸ ἐδάφιον 2 τοῦ ἄρθρου 72, ὅταν ὁ πρὸς ὃν ἐδόθη ἡ συμβουλὴ ᾖναι ὁ πράξας τὸ ἔγκλημα. Ὁ νόμος, Κύριοι, κατὰ μέγα μέρος εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ νόμου τῆς Βαβαρίας. Ἡ ἔκφρασις εἰς μίαν ἄλλην γλῶσσαν ἴσως καταστήσει καταφανέστερον τὸ πρᾶγμα. Τὰ ἄρθρα 45 § 3 καὶ 46 τοῦ Βαβαρικοῦ νόμου λέγουσι ῥητῶς. Ἄρθρ. 45. «Seront enfin considérés comme anteurs prinéipaux tous ceux qui, dans une intention criminelle, auront déterminé d'autres individus à commettre et à consommer le crime,» Ἄρθρ. 46. «Dans cette derniére catégoriè des auteurs principaux atr. 45 n° 3) seront compris: celui qui aura déterminé l'auteur matériel du fait à l'exécuter, soit par conseils formels, commission, promesse ou don, d'une recompense, violence, menace ou ordre, soit à l'induisant intentionnellement en erreur, soit en profitant d'une erreur où celui ci était déjà.» Τὸ ἄρθρον 45 τοῦ νόμου τοῦ Βαβαρικοῦ ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ ἄρθρον 71 τοῦ ἡμετέρου, θέτον τὴν ἀρχήν. Τὸ δὲ ἄρθρον 46, τὸ ὁποῖον ἔρχεται εἰς τὰς λεπτομερείας, εἶναι τὸ ἡμέτερον ἄρθρον 72. Ἄρθρ. 45 § 3. «Θεωροῦνται ὡς αὐτουργοὶ πάντες, ὅσοι μὲ πρόθεσιν ἐγκληματικὴν κατέπεισαν ἄλλους νὰ πράξωσι καὶ ἐκτελέσωσι τὸ ἔγκλημα.» Ἄρθρ. 46. «Εἰς τὴν τελευταίαν ταύτην κατηγορίαν τοῦ αὐτουργοῦ περιλαμβάνεται ἐκεῖνος, ὅστις ἔπεισε τὸν φυσικὸν αὐτουργὸν τῆς πράξεως εἰς τὸ νὰ τὴν ἐκτελέσῃ, εἴτε διὰ ῥητῆς συμβουλῆς, εἴτε διὰ παραγγελίας, εἴτε δι’ ὑποσχέσεων, διὰ δώρων, δι’ ἀμοιβῆς, διὰ βίας, δι’ ἀπειλῶν, διὰ διαταγῆς, ἢ μεταχειριζόμενος τὴν πλάνην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ φυσικὸς αὐτουργός.» Λοιπὸν τὸ ζήτημα εἶναι λελυμένον. Ἴσως μάλιστα δὲν ἔπρεπε, Κύριοι, νὰ καταφύγω διόλου εἰς νομικὴν ἀπόδειξιν, διότι ὁ κοινὸς νοῦς ὑπαγορεύει τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ νόμος. Ἐὰν, φέρ’ εἰπεῖν, εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐγὼ ὁ συναγωνιζόμενος εἰς αὐτὰς ἤθελον εἴπει εἰς ἕνα φίλον μου νὰ θραύσῃ τὴν κάλπην, αὐτὸς δὲ δὲν μὲ ἤκουσεν, ἄλλοι ὅμως, συμφέρον ἔχοντες ἐπίσης ὡς ἐγὼ, τὴν ἔθραυσαν, ἠμπορεῖ νὰ καταδικασθῶ ὡς συνεργὸς, ἐνῷ ἄλλοι ἔθραυσαν τὴν κάλπην, διότι ἐγὼ συνεβούλευσα τὸν μὴ θραύσαντα νὰ τὴν θραύσῃ; ψευδομαρτύρησον λέγω εἰς ἕνα φίλον καὶ αὐτὸς δὲν ψευδομαρτυρεῖ, εἴτε διότι ἡ γνώμη μου δὲν ἔχει σημασίαν παρ’ αὐτῷ, εἴτε διότι δὲν ἐπέμεινα, εἴτε δι’ οἱονδήποτε ἄλλον λόγον· ἄλλος ὅμως εἰς τὴν δίκην ἐκείνην ψευδομαρτυρεῖ, τιμωρητέος εἰμὶ ἐπὶ συνεργείᾳ, διότι ἄλλος ἐψευδομαρτύρησε; Πρᾶξον αὐτοδικίαν, λέγω, εἴς τινα καὶ αὐτὸς δὲν τὴν κάμνει· αὐτοδικεῖ ὅμως ἄλλος· μὲ καταδιώκετε λοιπὸν δικαίως κατὰ τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς συνεργὸν τῆς αὐτοδικίας, τῆς ὑπ’ ἄλλου πραχθείσης! λέγω εἴς τινα ἅρπαξον τὴν ἐρωμένην σου, ἁρπάζεται ἡ νέα παρ’ ἄλλου ἀντεραστοῦ, εἶμαι ἔνοχος, διότι συνεβούλευσα τὴν πρᾶξιν αὐτὴν, μόνον διότι ἡ ἁρπαγὴ ἐγένετο; Ὁ θετικὸς νόμος, Κύριοι, δὲν παιδεύει, εἰμὴ τὰς πράξεις τὰς προσβαλλούσας τὴν δικαιοσύνην ἐκείνην, ἡ ὁποία ἔχει ὡς κῦρος τὴν καρατομίαν, τὰ διὰ βίου δεσμὰ, τὰς φυλακίσεις, τὰ πρόστιμα καὶ τὰς ἀποζημιώσεις· ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλη δικαιοσύνη καὶ ὁ νομοθέτης θέτων τὰς ποινὰς, διεχάραξε τὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα χωρίζουν τὴν μίαν δικαιοσύνην ἀπὸ τὴν ἄλλην. Ποία εἶναι ἡ ἐντολὴ τῆς Συνελεύσεως, ποία ἦτον ἡ ἐντολὴ τῆς ἐπιτροπῆς; Ἦτο τάχα νὰ ἔλθῃ νὰ μετακινήσῃ τὰ ὁροθέσια! νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ εἴπῃ, ὁ ποινικὸς νόμος δὲν τιμωρεῖ τὴν πρᾶξιν, ἀλλ’ ἦτον ἀνόητος ὁ νομοθέτης, ὅστις δὲν τὴν ἐτιμώρησε, διότι οὕτως ἐγὼ φρονῶ; εἰς τοιοῦτον στάδιον ζητοῦν νὰ σᾶς ὠθήσουν. Θέλουν νὰ κηρύξητε ἁρμόδια τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια, νὰ τιμωρήσητε πρᾶξιν ἐναντίον τῆς θελήσεως τοῦ νομοθέτου! Θέλουν νὰ σᾶς ὠθήσουν εἰς τὸν σκολιὸν τοῦτον δρόμον καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ὁμιλοῦν ἐν ὀνόματι τῆς τάξεως, ἐνῷ ταύτην ὥρισεν ὁ νομοθέτης καὶ δὲν εὗρε τὴν ἀταξίαν ἐκεῖ ὅπου οἱ προαγορεύσαντες ἠθέλησαν νὰ τὴν θέσουν. Σᾶς ὠθοῦν λοιπὸν εἰς τὴν ἀταξίαν καὶ εἰς τὸ ἔγκλημα, σᾶς ὠθοῦν εἰς τὴν ἀνατροπὴν τῶν νόμων καὶ ὄχι εἰς τὴν τήρησιν αὐτῶν! Εἶναι δὲ πάντη ματαία ἡ προσπάθειά των νὰ ἐπιῤῥίψουν εἰς τοὺς γνωμοδοτοῦντας ὑπὲρ τῆς μὴ παραπομπῆς τὸ στίγμα τῆς ἀταξίας. Αὐτοὶ εἶναι ἄτακτοι, αὐτοὶ εἶναι ἔκνομοι, καὶ ὅστις συνειθίσει εἰς τὴν ἐκνομίαν εἶναι πάντοτε ἔκνομος, ὅστις θέλει νὰ ταπεινώσῃ τὸ Σῶμα, τὸ ἀντιπροσωπεῦον σύμπασαν τὴν Ἑλλάδα, αὐτὸς εἶναι ἔκνομος καὶ ταπεινὸς (εὖγε). Περιμείνατε, Κύριοι, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὄχι μόνον κατὰ τὸν θετικὸν νόμον τὸν ἡμέτερον, ἀλλὰ κατ’ οὐδένα δὲν τιμωρεῖται ἡ πρᾶξις, καὶ τότε θέλετε ἰδεῖ, ἐὰν οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους σᾶς λέγουν, ἔπρεπε νὰ ῥηθοῦν, ἐὰν δ’ ἐγὼ, λέγων τοὺς λόγους αὐτοὺς, δὲν ζητῶ νὰ σᾶς προφυλάξω ἀπὸ πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν θεωροῦν ὡς ἔκνομον ὅλα τὰ ἔθνη τὰ πολιτισμένα. Ἀνεκινήθη ἡ θεωρία ὑπὸ τοῦ Κ. Πετμεζᾶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 48. Μὴ λυπηθῇ ὁ Κ. Πετμεζᾶς, ἐὰν ἡ θεωρία του αὕτη ἀποδειχθῇ νομικῶς σφαλερά· ἐλυπήθην μάλιστα, διότι τὸν ἤκουσα προχθὲς, καίτοι κατήγορον τοῦ Κ. Μαστραπᾶ καὶ εἰσαγγελέα, νὰ περικλείσῃ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει, εἰς ἓν ἀτομικὸν συμφέρον, εἰπὼν πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι εἶναι δυστυχία δι’ αὐτὸν, ἐὰν δεχθῆτε τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, διότι θὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτὸς δὲν γνωρίζει τοὺς νόμους. Κύριε Πετμεζᾶ, ἀπ’ ἐναντίας, νομίζω, ὅτι εἶναι παραπολὺ μεγάλη τόλμη τὸ νὰ θελήσητε νὰ διϊσχυρισθῆτε τὸ ἐναντίον, καθὼς θὰ ἦτο μεγάλη τόλμη ἐκ μέρους μου τὸ νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τὰ στρατιωτικὰ δύναμαι νὰ ἦμαι καλλίτερός σου, εἴτε ἐπὶ γνώσει τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, εἴτε ἐπὶ γενναιότητι, εἴτε ἐπὶ ἀνδρίᾳ, εἴτε ἐπὶ ἡρωϊσμῷ. Τὸ ἄρθρον 48 ἰδοὺ τί λέγει. «Ὅστις ἔδωκε διαταγὴν ἢ παραγγελίαν εἰς ἄλλον πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ κακουργήματος ἢ πλημμελήματος, ἢ ἕνεκα τούτου μετεχειρίσθη πρὸς αὐτὸν βίαν ἢ ἀπειλὰς, ἢ πρὸς τὸν ἴδιον σκοπὸν τῷ ἐχορήγησεν, ἢ τῷ ὑπεσχέθη μισθὸν, ἐὰν ἡ μελετηθεῖσα ἀξιόποινος πρᾶξις δὲν ἐξετελέσθη, ὑποβάλλεται εἰς τὴν ποινὴν τῆς ἀποπείρας.» Ἰδοὺ, λέγει ὁ Κ. Ἡρακλῆς, ὅτι κατὰ τὸν νόμον τιμωρεῖται ὁ συμβουλεύσας, μολονότι ἡ πρᾶξις δὲν ἐτελέσθη. Ὅταν τὰ ἄρθρα ἑρμηνεύωνται, Κύριοι, μὲ τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ἑρμηνεύονται καλῶς, μόνον καὶ μόνον, διότι ἀναγινώσκονται καλῶς, αὐτὰ τὰ ἀτοπήματα θὰ προκύψουν. Ὁ ποινικὸς νόμος ὁ ἡμέτερος εἶναι νόμος πολλὰ τεχνικός. Ὁ συνδυασμὸς τῶν διαφόρων διατάξεων αὐτοῦ εἶναι ἀναπόφευκτος, ὅπως ὑπάρξῃ ὀρθὴ κρίσις νομικὴ καὶ ὅπως ἀπονεμηθῇ δικαιοσύνη. Ποία εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ νόμου; ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 48 εἶναι συνέπεια τοῦ ἄρθρου 47. Ὁ νομοθέτης ὁμιλεῖ κατὰ πρῶτον περὶ τῶν αὐτουργῶν, καὶ λέγει, ὅτι αὐτουργὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος βυθίζει τὴν μάχαιραν εἰς τὸ στῆθος τοῦ θύματος· εἶναι ὅμως καὶ ἄλλοι αὐτουργοὶ, εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν ἀξιοτιμώρητοι, ὅπως αὐτὸς, καὶ μεταξὺ αὐτῶν κατατάττει καὶ τοὺς δίδοντας τὴν διαταγὴν, τὴν παραγγελίαν, τὸν μισθὸν, τὴν ἀμοιβὴν, τὴν συμβουλὴν μετὰ πειθοῦς, φορτικότητος κτλ. Ἀρχόμενος δὲ ὁ νομοθ. ἀπὸ τοῦ τετελεσμένου ἐγκλήματος, ἐρωτᾷ, ἐξετέλεσεν ὁ φυσικὸς αὐτουργὸς τὴν πρᾶξιν; ἐφόνευσε τὸ θῦμα; ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι θὰ φονευθοῦν ἐπίσης ὅπως θέλει φονευθῆ αὐτός. Ἀλλ’ ἡ πρᾶξις δὲν ἐξετελέσθη· πρέπει νὰ μείνουν ἀτιμώρητοι οἱ πρὸ μικροῦ θανατωθέντες, διότι ἡ πρᾶξις δὲν ἐξετελέσθη; ὄχι ὑπάρχει ἓν στάδιον ἐν τῷ μέσῳ, τὸ στάδιον τῆς ἀποπείρας. Ὅστις ἀπεπειράθη τὴν ἐκτέλεσιν ἐγκληματικῆς πράξεως τιμωρεῖται μὲ ἠλαττωμένην ποινήν. Τοῦτο ὁρίζει τὸ ἄρθρ. 47 περὶ τοῦ ἀποπειραθέντος φυσικοῦ αὐτουργοῦ. Ἀλλὰ συγχρόνως φυσικὸν ἦτο νὰ εἴπῃ ὁ νομοθ. ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους συναυτουργοὺς τί θὰ γίνῃ, ὅταν ὁ φυσικὸς αὐτουργὸς μόνον ἀπόπειραν ἔπραξε. Τοῦτο τὸ ζήτημα θέλει νὰ λύσῃ τὸ ἄρθρ. 48. Οὕτως ἔχοντος τοῦ πράγματος, ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι λογικῶς πολλὰ ὀρθὴ, διότι διὰ νὰ καταδιωχθῇ ὁ συμβουλεύσας ἐπὶ ποινῇ ἀποπείρας, πρέπει νὰ ἐγένετο ἀπόπειρα παρ’ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐσυμβούλευσεν· ὅθεν καὶ ἐπὶ τῆς περιπτώσεως τοῦ ἄρθρ. 48 ἀπαιτεῖται ὁ δεσμὸς μεταξὺ τῆς ἀποπείρας καὶ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὴν συμβουλὴν· ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἐπίτροπος ἤθελε γνωρίζει ὅλην τὴν ὑφὴν τοῦ γενικοῦ τούτου μέρους τοῦ νόμου, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι ὁ νομοθέτης εἶναι συνεπέστατος, διότι ἀφοῦ εἶπε πῶς ὁ φυσικὸς αὐτουργὸς τιμωρεῖται, ἀφοῦ εἶπε πῶς οἱ ἄλλοι αὐτουργοὶ τιμωροῦνται, ἔρχεται εἰς τοὺς συνεργοὺς ἐπὶ ἀποπείρας εἰς τὸ ἄρθρον 78. Δὲν εἶναι μοναδικὸν τὸ ἄρθρ. 48, εἶναι ὁμοῦ τὰ ἄρθρα 78, 48 καὶ 47 καὶ ἀποτελοῦν τὸ ὅλον σύστημα. Ἄρθρον 78. «Μὴ ἐκτελεσθείσης τῆς ἀξιοποίνου πράξεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἐχορηγήθη ἡ βοήθεια, ἡ ποινὴ τοῦ συνεργοῦ μετρεῖται ἀναλόγως μὲ τὴν ποινὴν τῆς ἀποπείρας, τὴν ὁποίαν ἐφείλκυσεν εἰς ἑαυτὸν ὁ πράξας.» Ὁ πράξας ἔπραξεν ἀπόπειραν, ὁ συνεργὸς λοιπὸν θέλει τιμωρηθῆ μὲ κατωτέραν ποινὴν τοῦ ἀποπειραθέντος τὴν ἀποτυχοῦσαν πρᾶξιν. Λοιπὸν βλέπετε, Κύριοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία περίστασις τῶν νόμων, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ὑπάρχῃ ἀξιόποινον, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ κρῖκος, συνδέων τὸν λαβόντα τὴν συμβουλὴν μὲ τὴν πρᾶξιν, ὁ δεσμὸς τῆς ἐκτελέσεως ἢ ὁ δεσμὸς τῆς ἀποπείρας. Μόλον τοῦτο, Κύριοι, εἶναι τόσον ἰσχυρὰ ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς, ὥστε δὲν ἔχει ἀνάγκην οὔτε κἄν τῆς ὑποστηρίξεως αὐτῆς τῆς ἰδίας. Πρὶν ὅμως ἔλθω καὶ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ὀρθὴ, καὶ ἐὰν ἦτο ὀρθὴ ἡ γνώμη τοῦ ἐπιτρόπου, ὅτι δηλαδὴ οἱ συμβουλεύσαντες τιμωροῦνται, καὶ ἐὰν ὁ λαβὼν τὴν συμβουλὴν οὐδ’ ἀπόπειραν ἔκαμε, θέλω ἀποδείξει πῶς ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐξέθεσα, εἶναι ἡ γνώμη ὅλων τῶν ἐθνῶν καὶ ἡ γνώμη τῆς ἐπιστήμης. Ὁ Chauveau λέγει· «De ce principe découle une double concéquence. Si la tentative n'est pas accompagnée des circonstances qui la constitue, le complice quelle que soit la part qui il y ait prise, est à l'abri de toute peine. Ainsi le mandant qui a chargé un individu de commettre un crime, qui a manifesté cette volonté par des actes extérieurs, qui n'a rien fait pour en empêcher l'exécution, est protégé par la loi, si le mandataire n'a pas agi; car cette tentative n'est qu'un projet tant qu'elle n'a pas été suivie d'un commencement d'exécution. C’ était aussi la décision des anciens docteurs.» «Ἐκ τῆς ἀρχῆς ταύτης προκύπτουσι δύο συνέπειαι· ἐὰν ἡ ἀπόπειρα δὲν συνοδεύεται ἀπὸ τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ νόμον ἀποτελοῦσιν αὐτὴν, ὁ συνένοχος, ὁποιονδήποτε μέρος καὶ ἂν ἔλαβε, δὲν καταδιώκεται. Τοιουτοτρόπως ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐπεφόρτισεν ἄλλον ἄνθρωπον νὰ πράξῃ ἓν ἔγκλημα, ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἐδήλωσεν αὐτὴν τὴν θέλησίν του δι’ ἐξωτερικῆς πράξεως, ὁ ὁποῖος τίποτε δὲν ἔκαμε διὰ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν, προστατεύεται ἀπὸ τὸν νόμον, ἐὰν ὁ λαβὼν τὴν παραγγελίαν, τὴν διαταγὴν, τὴν συμβουλὴν δὲν ἔπραξε τὴν πρᾶξιν· διότι αὐτὴ ἡ ἀπόπειρα δὲν εἶναι εἰμὴ σχέδιον τὸ ὁποῖον, ἐὰν δὲν παρακολουθηθῇ ἀπὸ ἀρχὴν ἐκτελέσεως, δὲν εἶναι ἐγκληματικὴ πρᾶξις. Αὐτὴ ἦτον ἐπίσης ἡ γνώμη τῶν ἀρχαίων νομοδιδασκάλων.» Συμφωνότατος δὲ, Κύριοι, ὁ νόμος ὁ ἡμέτερος μὲ τὴν θεωρίαν ταύτην τὴν γενικὴν τοῦ δικαίου, καθιερώνει ἐπὶ ἀποπείρας τὴν τιμωρίαν τῶν συμβουλευσάντων, καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται αὐτουργοί, καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται συνεργοὶ, καὶ ὁ Chauveau λέγει ῥητῶς «Au contraire, si la tentative effectuée par l'agent réunit les caractères qui la rendent punissable, la peine atteint les complices, quelque légère que soit la part qu'ils aient prise à la préparation du crime et lors même qu'ils n'auraient pas trempé dans l'exécution commencée.» «Ἐξ ἐναντίας, ἐὰν ἡ ἀπόπειρα ἡ ἐκτελεσθεῖσα ὑπὸ τοῦ φυσικοῦ αὐτουργοῦ περιλαμβάνῃ τοὺς χαρακτῆρας, οἱ ὁποῖοι κατασταίνουσιν αὐτὴν ἀξιόμεμπτον (δηλαδὴ περιέχει ἀρχὴν ἐκτελέσεως) ποινὴ ἐπιβάλλεται καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς συνεταίρους, ὅσον ἐλαφρὸν καὶ ἂν ᾖναι τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ἔλαβον εἰς τὴν προπαρασκευὴν τοῦ ἐγκλήματος, καὶ τότε ἀκόμη, ὅταν δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ἀρξαμένην μόνον ἐκτέλεσιν.» «La criminalité de l'assistance aux actes préparatoires est subordonnée au caractère définitif de l'action principale; elle disparaît, si cette action n'a pas dépassé la limite où elle devient un crime: elle se maintient, au contraire, si le commencement d'exécution lui a inspire ce caractère.» «Ἡ ἐγκληματικότης τῆς βοηθείας, τὴν ὁποίαν δίδει τις εἰς τὴν προπαρασκευὴν ἑνὸς ἐγκλήματος, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν χαρακτῆρα τὸν ὁριστικὸν, τὸν ὁποῖον θὰ λάβῃ ἡ πρᾶξις. Ἡ τοιαύτη ἐγκληματικότης ἐκλείπει, ἐὰν ἡ πρᾶξις δὲν διῆλθε, δὲν ὑπερεπήδησε τὸ ὅριον πέραν τοῦ ὁποίου ὑπάρχει τὸ ἔγκλημα· ἐξ ἐναντίας δὲ ἡ ἐγκληματικότης ὑπάρχει, ἐὰν ἡ ἔναρξις τῆς ἐκτελέσεως ἐνετύπωσεν εἰς τὴν ἐνέργειαν τὸν χαρακτῆρα τοῦτον»
§33ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Περὶ ἀποπείρας μόνον ὁμιλεῖτε ἢ καὶ περὶ ἐκτελέσεως; Ἐὰν ὁμιλῆτε περὶ ἀποπείρας, λέγω, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγει τὸ τηλεγράφημα ἐξετελέσθησαν, ἐδῶ ἔχομεν τετελεσμένον ἔγκλημα εἰς τὴν Τρίπολιν.
§34ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Χαίρω πολύ, διότι μοὶ δίδει ἀφορμὴν ὁ Κ. πληρεξούσιος νὰ τῷ ὑπενθυμίσω τί εἶπεν ἡ ἐπιτροπή. Εἶπεν ὅτι ὁ Μαστραπᾶς εἶναι ἀξιοτιμώρητος, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἔπραξεν ἐγκληματικὴν πρᾶξιν τότε μόνον, ὅταν ἡ ἀνάκρισις ἰσχυρίζηται, ὅτι ἐκεῖνος, πρὸς ὃν ἔστειλε τὸ τηλεγράφημα εἶναι αὐτουργὸς ἢ συνεργὸς τοῦ ἐγκλήματος τῆς Τριπόλεως. Δὲν ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν ἀνάκρισιν ἡ ἐπιτροπὴ τὴν βεβαίωσιν ἂν ἔπραξεν ὁ Ζέρβας τὸ ἔγκλημα, ἀλλ’ ὀπισθοδρόμησεν, ὅταν εἶδεν ὅτι διόλου ἡ ἀνάκρισις δὲν ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ Ζέρβας ἔπραξε τὴν πρᾶξιν· τοιούτου ἰσχυρισμοῦ μὴ ὑπάρχοντος, ἐγκληματικώτατον ἂν ἦτο τὸ τηλεγράφημα τοῦ Μαστραπᾶ, καθαρώτατον, καὶ εἰς οὐδένα ὑποκείμενον δισταγμὸν, ὡς ἂν ἔλεγε «Ζέρβα μετάβα εἰς τὸν στρατῶνα, σήκωσε τοὺς στρατιώτας, ὅπως πράξωσι κατὰ τῆς ἐξουσίας στάσιν,» ἠμπορεῖ νὰ ἦτο ἀξιοκατάκριτον τὸ τηλεγράφημα, δὲν ἠδύνατο ὅμως νὰ ᾖναι ἀξιοτιμώρητον, ἐὰν δὲν ἰσχυρίζεται ἡ ἀνάκρισις ὅτι ὁ Ζέρβας ἔπραξε τὴν ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, ἔλαβε μέρος εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς.
§35ΤΙΝΕΣ. Μὰ ἔλαβε, τὸ λέγει ἡ ἀνάκρισις.
§36ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριοι, ἀγνοῶ τὰς σχέσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν μεταξὺ τῶν φωναζόντων ὅτι τὸ λέγει ἡ ἀνάκρισις, καὶ τῆς ἀνακρίσεως. Ἐὰν εὑρίσκωνται εἰς σχέσεις στενὰς μετὰ τῆς ἀνακρίσεως καὶ τὸ γνωρίζουν, εἶναι ἄλλο πρᾶγμα. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἀπεφάνθη, δὲν τὸ γνωρίζει· τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα τῇ ἐδόθησαν, δὲν τὸ περιλαμβάνουν· μία λέξις κἂν δὲν ἀναφέρεται περὶ Ζέρβα ἐν τοῖς ἐγγράφοις τούτοις, ὄχι μόνον λέξις ἐνδείξεως, λέξις αἰτιάσεως, ἀλλ’ οὔτε λέξις ἰσχυρισμοῦ· δὲν λέγει ἡ ἀνάκρισις, ὅτι ὁ Ζέρβας ἔπραξε τὸ ἔγκλημα, ἢ ὅτι ἔπραξεν ὡς συνεργὸς, ὅτι πολὺ ἢ ὀλίγον μετέσχεν ἢ ὄχι. Δι’ αὐτὸ ἐσταμάτησεν ἡ ἐπιτροπή, διότι τὸ ἐθεώρει ἔκνομον νὰ συστήσῃ τὴν καταδίωξιν τῶν ἀκαταδιώκτων, διότι διὰ νὰ καταδιωχθῇ ὁ δοὺς συμβουλήν, πρέπει ὁ λαβὼν αὐτὴν νὰ μετέσχε, πρέπει τοὐλάχιστον νὰ ἀπεπειράθη. Ἰδού, Κ. Γόντικα, σᾶς ἔλυσα τὴν ἀπορίαν, ἂν μ’ ἐνοήσατε. Ἤθελε πράξει τὴν μεγαλειτέραν παρανομίαν ἡ ἐπιτροπή, ἐὰν ἔλεγεν, ὅτι πρέπει νὰ παραδοθῇ ὁ Κ. Μαστραπᾶς, καὶ τοι περὶ ἀξιοποίνου πράξεως μὴ προκειμένου, διότι οἱ πληρεξούσιοι ἐπ’ οὐδενὶ ἄλλῳ λόγῳ παραδίδονται. Ἐὰν ἡ ἀνάκρισις ἔλεγε· «παραδώσατε τὸν δεῖνα πληρεξούσιον, διότι ἐβλασφήμησε πρὸς τὸν θεὸν,» ἠθέλατε τὸν παραδώσει; Εἶναι ἀξιοκατάκριτος ἡ πρᾶξις ἠθικῶς, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει θετικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ τιμωρῇ αὐτήν, δὲν δύνασθε νὰ τὸν παραδώσητε· τὸ σύνταγμα σᾶς τὸ ἀπαγορεύει. Ἀλλά, Κύριοι, καὶ ἂν ἀκόμη παραδεχθῆτε τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ἔθεσεν, ὅτι τὸ ἄρθρον 48 ἐπιβάλλει ποινὴν καὶ ἂν ἀπόπειρα δὲν ἐγένετο, πάλιν ἡ προκειμένη περίστασις τοῦ Κυρίου Μαστραπᾶ δὲν τιμωρεῖται, διότι ὁ νόμος ὁ ποινικὸς ὁ ἡμέτερος ἐκ τοῦ ἄρθρου 48 ἐξῄρεσε τὴν συμβουλήν. Ἀναγνώσατε, κύριοι, τὸ ἄρθρον 48 καὶ θέλετε ἰδεῖ ὅτι περιλαμβάνει πάσας τὰς περιστάσεις τοῦ ἄρθρου 56 § 3. πλὴν τῆς συμβουλῆς. Δὲν πρέπει δὲ νὰ ὑποθέσετε, ὅτι αἱ λέξεις διαταγὴ καὶ παραγγελία σημαίνουν συμβουλήν· πρῶτον μὲν διότι ὁ νόμος (ἄρθρ. 56 § 3) κάμνει τὴν διάκρισιν, καὶ ἐπὶ τῶν ποινικῶν νόμων, πᾶσα λέξις ἔχει τὴν σημασίαν της· δεύτερον δὲ διότι καὶ ἡ γλῶσσα διακρίνει τὰ μὲν ἀπὸ τὸ δέ· τρίτον διότι καὶ εἰς τὰς ξένας νομοθεσίας, τὴν Γαλλικήν, τὴν Βαυαρικήν, καὶ εἰς τὴν ἡμετέραν εὑρίσκετε παραδείγματα διαταγῆς καὶ παραγγελίας, ὡς ἐν ἄρθρ. 97 τοῦ ποινικοῦ νόμου. Διαταγὴ εἶναι ἡ διδομένη ἀπὸ ἀνώτερον πρὸς κατώτερον, συνδεδεμένους διὰ τῶν δεσμῶν τῆς ἱεραρχίας· παραγγελία δὲ ἡ διδομένη πρὸς ἄλλον ἐκτελοῦντα τὰς ὑποθέσεις αὐτοῦ ὡς ὁ ὑπηρέτης, ὁ ἐπιστάτης, ὁ πληρεξούσιος, ὁ ἐπίτροπος, ἢ ὑποκείμενον εἰς τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ ὡς ὁ ὑπεξούσιος, ὁ ἐπιτροπευόμενος κτλ. Ἀλλὰ παρατείναντες τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἠθέλατε πολὺ ἀδικήσει τὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ποτὲ δὲν ἐνόμιζε ὅτι ἤθελεν ὑπολάβει τις τῶν πληρεξουσίων αὐτὴν τόσον τυφλὴν καὶ κακότροπον, ὥστε διὰ παντὸς νὰ στιγματίσῃ ἑαυτὴν ἐπὶ ἀνατροπῇ τῶν νόμων, ἐπὶ καταστροφῇ τοῦ δικαίου εἰς ζήτημα νομικὸν, ὅτι ἤθελεν ἐκθέσει ἑαυτὴν διὰ παντὸς ὡς ἄτιμον, διατὶ; διότι διέστρεψε τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον βεβαίως δὲν ἔχει οὐδεὶς τὴν ἀξίωσιν, ὅτι δὲν ἐγνωρίζαμεν, διὰ νὰ ἐξαπατήσῃ τὴν Συνέλευσιν, διὰ νὰ δώσῃ ἄσυλον εἰς τὸν πληρεξούσιον ἐκεῖ ὅπου δὲν δικαιοῦται νὰ ἔχῃ! οὐδὲ πιστεύω, ὅτι εἰς ἄνδρα ὅστις ἵσταται ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, τὸν πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἠθέλατε ἀποδώσει τὴν μομφὴν, ὅτι ἠθέλησε νὰ κηλιδώσῃ τὴν ὑπόληψίν του, οὕτω πως ἀποφαινόμενος. Ἀφίνων δὲ κατὰ μέρος τοὺς δισταγμοὺς τοῦ ἀξιοτίμου πληρεξουσίου Γόρτυνος, παρακαλῶ νὰ μὴ κάμητε τὸ ἄδικον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὅτι ἠθέλησε νὰ σᾶς ἀπατήσῃ· ἡ ἐπιτροπὴ ἐξέτασε πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὴν ἐπιστήμην, καὶ τὰς ἰδέας αὐτῆς ἐμόρφωσεν ἀπὸ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν εἰς αὐτήν· ἂν αἱ πολιτικαὶ ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι τυχὸν ἤθελον ὑπάρχει εἰς τὴν ἔκθεσιν (καὶ εἰς τὴν ἡμετέραν δὲν ὑπάρχουν) ἤθελον εἶσθαι ἐσφαλμέναι, ἄλλως εἶχε τὸ πρᾶγμα· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ νομικοῦ ζητήματος σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μᾶς κάμητε τὸ ἄδικον ὅτι τὰ ἐπραγματεύθημεν οὔτε ἐσφαλμένως, οὔτε μεροληπτικῶς. Εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν μᾶς ἀνεθέσατε, δὲν μᾶς ἐπηρέασεν οὐδεὶς πλάγιος λόγος· δὲν ἐλάβαμεν διόλου τὸ συμφέρον τοῦ πληρεξουσίου, δὲν ἐξετάσαμεν διόλου τὴν πολιτικὴν, ἀλλ’ ἁπλῶς καὶ καθαρῶς περιωρίσθημεν νὰ σᾶς εἴπωμεν, ὅτι ἡ αἴτησις δὲν δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν περίβολον, διότι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως ἐκείνης τοῦ Συντάγματος. Ἂν, Κύριοι, ἤθελέ τις νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τοῦ πληρεξουσίου, ἠδύνατο πολλὰ νὰ εἴπῃ, χωρὶς νὰ κατηγορηθῇ, ὅτι προδικάζει ἢ ὅτι ἐπιδοκιμάζει τοὺς θορύβους, τὴν ἀντιπειθαρχίαν· διότι, Κύριοι, αἱ περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας τὰ γεγονότα ἐκεῖνα ἐγένοντο, αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι πρέπει νὰ ὀνομασθῶσιν ἀτυχεῖς· καὶ λυποῦμαι ὅτι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐδύναντο τὰς περιστάσεις ἐκείνας νὰ μὴ καταστήσωσι φοβερὰς, ἠμέλησαν, καὶ μὰ τὸν Θεὸν, οὐχὶ ἠμέλησαν, ἀλλ’ ἐξακολουθοῦσι καὶ τώρα ἀκόμη ὠθοῦντες. Ἠδύναντο πολλὰ νὰ συνηγορήσωσιν ὑπὲρ τοῦ Μαστραπᾶ, εἰπόντος εἰς φίλον του τὴν ἰδέαν του, τὴν ἰδέαν νὰ μὴ ὑπακούσῃ εἰς τῆς Κυβερνήσεως διαταγὴν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἠρνεῖτο. Ἡ Κυβέρνησις ἐνόμιζεν ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐφώναζε διὰ τοῦ τύπου, ἐφώναζεν ἐν τοῖς συμβουλίοις, ἐφώναζεν εἰς τὰς ἰδιαιτέρας καὶ τὰς δημοσίας συνεντεύξεις, ἐφώναζε παντοῦ, ὅτι ἀποδοκιμάζει τὴν πρᾶξιν αὐτὴν, ὅτι ἡ τοποθέτησις ἐγένετο ἄνευ τῆς συγκαταθέσεώς της, ἐγένετο μὲ τὸν σφετερισμὸν τῆς ἐξουσίας της, εἶναι πλαστὴ, διότι φέρει ψευδῶς τὴν βεβαίωσιν ὅτι ἐγένετο τῇ προτάσει τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου! Ἂν ἡ Κυβέρνησις περιωρίζετο ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἐχεμυθίας, τίς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπηρεασθῇ ἀπὸ τὰς ἰδιαιτέρας σκέψεις αὐτῆς! Ἀλλ’ ἆρά γε ἡ Κυβέρνησις συνεζήτησε μόνη της τὰ παράπονά της καὶ τὰς ἀποφάσεις της; ὄχι. Σᾶς εἶπον τὶ ἐγένετο, καὶ μάλιστα παρέσχεν ἓν τῶν μεγαλητέρων σκανδάλων κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην· ἔθεσε τὸ ζήτημα τῆς ὑπάρξεως ἢ ἀνατροπῆς συνταγματικῶν ἐθίμων, καὶ συνταγματικῶν ἀρχῶν, καὶ τοσοῦτον ἐθεώρησε σπουδαῖον τὸ ζήτημα, ὥστε ἐπέμεινε καὶ ἐπέτυχε νὰ λείψῃ ὁ ὑπουργὸς, ὅστις ἔκαμε τὴν τοποθέτησιν ἐκείνην, τὴν ἀντιπολιτικὴν, τὴν ἄδικον, τὴν φατριαστικὴν, ὡς ὠνόμασεν αὐτὴν ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Τίποτε δὲν ἤθελε συμβῆ, ἂν δὲν ἤθελε σκοτισθῆ εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ Κυβέρνησις, ἂν ἐσυλλογίζετο ὅτι τὸ σέβας πρὸς τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως ἦτον ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸν ἐπίσημον ἐκεῖνον κλονισμὸν τῆς γνησιότητος καὶ τῆς νομιμότητος τῆς διαταγῆς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν ἐσυλλογίζετο ὅτι τοιαύτη διαδήλωσις τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τῶν πράξεών της, ἀπῄτει μίαν ἄλλην συγχρόνως πρᾶξιν, τὴν διαταγὴν περὶ ἀναστολῆς τῆς ἐκτελέσεως αὐτῆς. Ὅπου δὲν πρέπει λοιπὸν ζητεῖ τοὺς ἐνόχους. Ἡ Κυβέρνησις ἔσφαλεν ἐν ἀρχῇ, ἐξακολουθεῖ νὰ σφάλῃ καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης. Καὶ ταῦτα λέγω, οὐχὶ διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν πρᾶξιν τοῦ 6 τάγματος· ποτὲ, Κύριοι, δὲν καταδέχομαι νὰ γίνω συνήγορος πράξεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ γίνωνται ἐν τῇ πατρίδι μου· τὸ λέγω διὰ νὰ πεισθῇ ἡ Συνέλευσις, ὅτι τὸ τηλεγράφημα τοῦ Κ. Μαστραπᾶ δὲν εἶναι ἡ αἰτία τῶν ἀντιπειθαρχικῶν κινημάτων Τριπόλεως· ἀρκεῖ ἄνεμος νὰ ἐφύσα ἐξ Ἀθηνῶν πρὸς τὴν Τρίπολιν διὰ νὰ εὑρεθῇ ἡ αἰτία αὐτῶν· ὄχι τὸ τηλεγράφημα τοῦ Μαστραπᾶ, ἀλλ’ αἱ μυρίαι εἰδήσεις, αἵτινες ἐντεῦθεν ἐκομίσθησαν εἰς Τρίπολιν, περὶ τοῦ ἐπισήμου ἐκείνου ἐξευτελισμοῦ τῶν στρατιωτικῶν διορισμῶν, καὶ ἰδίως τῶν ἀφορώντων τὸ 6 τάγμα, τοῦ πανδήμως γενομένου καὶ κατ’ ἐξακολούθησιν ἐφ’ ἱκανὰς ἡμέρας, ἐπέφεραν τὸ κίνημα τῆς Τριπόλεως. Ἀρκεῖ λοιπὸν ἄνεμος νὰ ἐφύσα τότε ἐξ Ἀθηνῶν πρὸς τὴν Τρίπολιν. Καὶ μὴ ἐκπλήττεσθε, Κύριοι, συλλογιζόμενοι ἴσως, μετὰ τὰς μυρίας φωνὰς τὰς ὁποίας ἐντεῦθεν ἐξέπεμψεν ἡ νομιμοφροσύνη, ὅτι, τοῦ Μαστραπᾶ μὴ τιμωρουμένου, πληγόνεται ἡ δημοσία τάξις, ὄχι μόνον διότι πρέπει νὰ ἀρκεσθῆτε εἰς τὸ ὅτι ἡ νομοθεσία μας δὲν τὸν τιμωρεῖ, ἀλλὰ καὶ διότι ὁ ἡμέτερος ποινικὸς Νόμος θεωρεῖται ἐκ τῶν πλέον αὐστηρῶν τοὺς ὁποίους ἔχει ὁ πολιτισμένος κόσμος, καὶ δύο ἔθνη μεγάλα ὁποῖα εἶναι τὸ Γαλλικὸν καὶ τὸ Βελγικὸν, καὶ ὅλα τὰ ἄλλα, ὅσων ἡ νομοθεσία παράγεται ἐξ ἐκείνων, δὲν τιμωροῦσι τὸ ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον ἀποδίδεται εἰς τὸν Μαστραπᾶν, καὶ ἂν ὁ Ζέρβας ἤθελε λάβει μετοχήν. Περιπλέον σᾶς πληροφορῶ ὅτι, ἂν ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνώπιον τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων, πρὸ τῆς νέας στρατιωτικῆς νομοθεσίας, τὴν ὁποίαν ὁ πρώην ὑπουργὸς Βότζαρης εἰσήγαγε, καὶ ὅτε ἴσχυεν ἡ νομοθεσία τῆς Γαλλίας, ὁ Μαστραπᾶς δὲν ἤθελε τιμωρηθῆ, καὶ ἂν ὁ Ζέρβας εἶχε μετοχὴν εἰς τὰ κινήματα τῆς Τριπόλεως. Εἰς ἀπόδειξιν θέλω σᾶς ἀναγνώσει ὀλίγας λέξεις περὶ τῆς Γαλλικῆς νομοθεσίας. «ἰδοὺ τί λέγει ὁ Chauveau. Ainsi, le simple conseil donné à un individu de commettre un crime doit-il avoir ce caractère? Nous n'avons point à reprendre ici la discussion théorique à laquelle nous sommes livrés à ce sujet. Le code pénal n'a point rangé les conseils parmi les actes de complicité: soit que le législateur ait craint que cet acte ne laissat des traces trop fugitives, ou qu'il ne fut facile de le confondre avec des paroles irréfléchies, il n'en a pas fait mention: dès lors, nulle interpretatiou ne peut suppléer à ce silence; et cet acte, quelque immoral qu'il puisse paraître, démeure à l'abri des poursuites. Ce point a été consacré par la jurisprudence.» «Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ ἁπλῆ συμβουλὴ ἡ δοθεῖσα τινὶ ὅπως ἐγκληματήσῃ εἶναι τιμωρητέα; Δὲν πρόκειται νὰ ἐπαναλάβωμεν ἣν ἐκάμαμεν θεωρητικὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος τούτου. Ὁ Ποιν. Νόμος δὲν κατέταξε τὰς συμβουλὰς μεταξὺ τῶν πράξεων τῆς συναυτουργίας· εἴτε διότι ὁ νομοθέτης ἐφοβήθη ὅτι αἱ τοιαῦται πράξεις δὲν ἀφίνουσιν ἴχνη εὐδιάκριτα, εἴτε διότι ἤθελεν εἶναι εὔκολον αἱ πράξεις αὗται νὰ συγχέωνται μὲ τοὺς ἀπερισκέπτους λόγους, δὲν ἐμνημόνευσεν αὐτάς· ὅθεν οὐδεμία ἑρμηνεία δύναται ν’ ἀναπληρώσῃ τοῦ νόμου τὴν σιωπὴν καὶ ἑπομένως ἡ πρὸς ἐκτέλεσιν ἀξιοποίνου πράξεως συμβουλὴ, ὅσον ἀνήθικος πρᾶξις καὶ ἂν ὑποτεθῇ, μένει ἀκαταδίωκτος. Τὸ θέμα τοῦτο καθιερώθη καὶ ὑπὸ τῆς νομολογίας.» Καὶ τίς ἐστὶν ἡ Γαλλικὴ νομοθεσία ἡ μὴ τιμωροῦσα τὴν συμβουλήν; Ἐκ τῶν πλέον αὐστηρῶν· καὶ διὰ τοῦτο ὑπέκυψεν εἰς τὰς πλέον φλογερὰς κατακρίσεις, ὡς νομοθεσία σκληρὰ, ὡς νομοθεσία ἀφόρητος. Βλέπετε ὅμως ὅτι διαφέρει τοσοῦτον τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας, ἡ ὁποία εἰς τοσαῦτα ἄρθρα ἐνασχολεῖται περὶ πράξεως, τὴν ὁποίαν ἐκείνη διόλου δὲν τιμωρεῖ· καὶ ἂν θέλετε νὰ μεταφέρητε τὸ ζήτημα ἀπὸ τὴν νομικὴν θεωρίαν, ἀπὸ τὸν νομικὸν κόσμον, εἰς τὰ πράγματα καὶ νὰ ἐξετάσητε τὸ ζήτημα εἰς τὴν φύσιν του, ὁποῖον εἶναι, ἐὰν θέλετε τὸν ἑαυτόν σας νὰ ἐρωτήσητε, θέλετε ἰδεῖ ὅτι, κηρύττοντες τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ἐγκληματικὴν, καταδικάζετε τὸν ἑαυτόν σας μυριάκις τοῦ βίου σας, διότι πολλάκις τὸ συμφέρον τοῦτο ἢ ἐκεῖνο σᾶς κάμνει ν’ ἀνοίγητε τὴν καρδίαν πρὸς τοὺς φίλους σας· ἀλλ’ ἀπέχει πολὺ τοιαύτη ἐξήγησις ἀπὸ τὴν τόλμην καὶ τὴν κακουργίαν τοῦ ἐγκληματίου. Ποσάκις δὲν δίδει τις γνώμας ἢ συμβουλὰς διὰ πράξεις ὑπηρετούσας τοὺς πολιτικούς του σκοποὺς, αἵτινες ἂν ἐξετελοῦντο δὲν ἤθελον μείνει ἀτιμώρητοι· ἀλλὰ τὴν διάθεσιν αὐτὴν τῶν συνειδήσεων, ὅταν, καὶ ἂν εἰσηκούσθησαν καὶ ἂν δὲν εἰσηκούσθησαν, αἱ πολιτισμέναι νομοθεσίαι δὲν τιμωρῶσιν, ὡς ἴδατε, τολμᾷ νὰ τιμωρήσῃ ἡ ἡμετέρα εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν· καὶ πῶς ὑμεῖς θέλετε, διορθοῦντες καὶ τὸν πολιτισμὸν καὶ τὴν νομοθεσίαν σας νὰ τιμωρήσητε καὶ εἰς τὴν πρώτην; Τελοσπάντων, Κύριοι, τὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως εἶναι ἁπλοῦν, ἁπλούστατον, καθίσταται δὲ δύσκολον τότε μόνον, ὅταν τὸ ἐπηρεάζουν πλάγιοι λόγοι· ἡ Συνέλευσις ἐρωτᾶται διὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ἂν ἡ πρᾶξις, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ Μαστραπᾶς ζητεῖται νὰ παραδοθῇ, κατὰ τὸν ποινικὸν Νόμον τιμωρεῖται, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀπόδειξις, ὅτι ὁ λαβὼν τὴν συμβουλὴν ἔλαβε μέρος, εἴτε ὡς αὐτουργὸς, εἴτε ὡς συνεργός; Ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ δεχθῇ καὶ ἐρευνήσῃ τὸ βάσιμον ἢ ἀβάσιμον αἰτήσεως περὶ παραδόσεως πληρεξουσίου ὡς συμβουλεύσαντος ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν δὲν διατείνεται, ὅτι ὁ συμβουλευθεὶς ἐξετέλεσεν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως; Ἡμεῖς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐστείλατε, τὰ ἐξετάσαμεν· τοιοῦτόν τι δὲν ὑπάρχει· ἂν ἡ ἀνάκρισις ἔχῃ ἀποδείξεις ἄλλας, τὸ σφάλμα εἶναι ἰδικόν της, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ θεωρήσῃ μηδαμινὸν τὸ ζήτημα τῆς παραδόσεως ἑνὸς πληρεξουσίου, ὥστε νὰ προσέρχηται ἄνευ ἰσχυρισμῶν ἀποτελούντων τὸ ἔγκλημα καὶ νὰ θέλῃ νὰ ἐγκολάψῃ στίγμα εἰς αὐτόν· νομίζω ὅτι καθῆκον ἦτο καὶ τῶν Κ. ὑπουργῶν, πρὶν εἰσαγάγωσι τὸ ζήτημα, νὰ τὸ βασανίσωσι, διότι ἀναδεχθέντες νὰ πραγματοποιήσωσι τῆς ἀνακρίσεως τὴν αἴτησιν, ἔπρεπε καὶ χάριν τῆς δικαιοσύνης καὶ χάριν τῆς τιμῆς τοῦ Σώματος καὶ χάριν τῆς ἰδίας αὐτῶν τιμῆς, κατὰ πρῶτον λόγον, νὰ βασανίσωσι τὴν αἴτησιν ἂν ὑπάρχῃ, κατ’ αὐτὴν, περίπτωσις ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἀπόφασίς σας, Κύριοι, πρόκειται νὰ λύσῃ διὰ παντὸς τὸ ζήτημα, πρόκειται ν’ ἀποδείξητε ὅτι ἐννοεῖτε τὸ καθῆκόν σας, ὅτι καθὼς θεωρεῖτε ἀναγκαίαν τὴν δικαιοσύνην τῆς κοινωνίας, οὕτως ἀναγκαίαν θεωρεῖτε καὶ τὴν δικαιοσύνην τῆς πολιτείας· διότι ἡ αὐτὴ ἐξουσία ἥτις ἵδρυσεν ἐκείνην ἵδρυσε καὶ ταύτην· ἀλλ’ οἱ ἐναντίοι τί σᾶς ζητοῦν; ζητοῦν νὰ ποδοπατήσητε ἀμφοτέρας. Τέλος πάντων δὲν τίθεται σήμερον τὸ ζήτημα περὶ τοῦ δικαιώματος· τὸ δικαίωμα εἶναι καθιερωμένον ἀπὸ τῆς 3 7βρίου· δὲν πρόκειται σεῖς ν’ ἀποφασίσητε ἂν πρέπῃ ὁ πληρεξούσιος νὰ ἔχῃ αὐτὸ τὸ ἄσυλον· αὐτὸ ἀπεφασίσθη ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης, ἥτις εἶπεν, ὅτι πολλάκις ἔρχεται εἰς σύγκρουσιν τὸ συμφέρον τὸ δημόσιον, τῆς ὑπάρξεως τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, μὲ συμφέροντα ἄλλα, εἴτε ἰδιωτικὰ εἴτε δημόσια· καὶ εἰ μὲν, εἶπε, μὲ ἰδιωτικὰ συγκρούεται, πάντοτε κατισχύει, εἰ δὲ μὲ δημόσια, ὅταν ἡ κατηγορία δὲν ᾖναι πιθανὴ, ἢ ὑπὸ πολιτικῶν δὲν ὑπαγορεύεται συμφερόντων. Καὶ ἐν τοσούτῳ σεῖς προκαλεῖσθε ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἐξασκήσητε τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν εὐρύτητά του. Ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσητε ἂν ὑπάρχωσι πιθανότητες, ἔχετε τὸ δικαίωμα ν’ ἀναζητήσητε τὴν πιθανότητα τῆς ἐνοχῆς, καὶ μολαταῦτα δὲν ἀναγκάζεσθε εἰς τοῦτο, διότι ἡ πρᾶξις τοῦ Κ. Μαστραπᾶ δὲν τιμωρεῖται ἀπὸ τὸν νόμον, διότι δὲν φέρει τὰ στοιχεῖα τῆς ἐγκληματικῆς πράξεως. Ὥστε οἱ λόγοι τοῦ Κ. Δεληγιάννη, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ἐκλήθη νὰ ἐκτελέσῃ ἔργα δικαστικὰ, ἢ νὰ ἀναστείλῃ τὴν δικαιοσύνην δὲν εἶναι ἀληθεῖς, ἐξεναντίας εἶναι ἔλλειψις εὐθύτητος καὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἢ ἄγνοια ἢ καταφρόνησις.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ Συνέλευσις ἔχει ἐπιθυμίαν ν’ ἀκούσῃ καὶ τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργείου. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Δυνάμεθα νὰ διακόψωμεν ἐπὶ 10 λεπτὰ τὴν συζήτησιν διὰ νὰ ξεκουρασθῇ ἡ Συνέλευσις· διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 10 λεπτά.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ Συνεδρίασις· καταλάβετε τὰς ἕδρας σας. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας.
§39Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. (ὑπουργὸς Παιδείας). Θεωρῶ ὅτι ἡ Συνέλευσις ὑπάρχει ἀρκούντως κουρασμένη, καὶ ἐγὼ οὐκ ὀλίγον διὰ τοῦτο θέλω ἀποφύγει περιττὰ πράγματα, καὶ θέλω περιορισθῆ εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα καὶ εἰς τοὺς κοινοβουλευτικοὺς νόμους. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι λίαν σπουδαία, σπουδαιοτάτη, τούτου ἕνεκα εἴδομεν ἀλληλοδιαδόχως πολλοὺς νὰ ζητήσουν καὶ λάβουν τὸν λόγον· εἴδομεν ἐν ταυτῷ πολλὰς προσπαθείας καταβαλλομένας πρὸς ἕνα ἢ ἄλλον σκοπόν. Τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι τὸ προκείμενον ζήτημα συνέχεται ἀμέσως μὲ τὴν ὕπαρξιν τῆς δημοσίου τάξεως. Ἐπροκάλεσαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξηγηθῇ· ἡ Κυβέρνησις καὶ ἄνευ τῆς προκλήσεως ταύτης ἤθελε λάβει τὸν λόγον, οὐδὲν τὴν ἐμποδίζει διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της. Ἡ Κυβέρνησις ἐμπνεομένη ὑπὸ τῆς σοβαρότητος τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν συναισθάνεται ἅπασα ἡ κοινωνία νὰ ἴδῃ ἐπανερχομένην τὴν δύναμιν τῶν νόμων, δὲν ἤθελέ ποτε διστάσει νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ παντὸς ζητήματος ἀφορῶντος τὴν τάξιν. Τὰ ζητήματα, Κύριοι, εἶναι ὑπουργικὰ φύσει ἢ θέσει, ἀλλ’ οὐδέποτε τὰ ζητήματα τῆς τάξεως θεωροῦνται ὑπουργικά. Ἡ Κυβέρνησις αἰσθανομένη τὸ καθῆκόν της, ὁσάκις πρόκειται περὶ τοιούτων ζητημάτων, δὲν θέλει ἀποβλέψει ποῖον θέλει εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας, καθαρὰ θέλει εἰπεῖ τὴν γνώμην της καὶ τὴν ὑποστηρίξει. Τὸ ζήτημα, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ἓν τοιοῦτον ζήτημα δὲν ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ὑπουργείου καὶ τῆς Συνελεύσεως, ὑπάρχει μεταξὺ τῆς κοινωνίας καὶ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἐμποδίζωσι τὴν ἐνέργειαν τῶν νόμων. Δὲν θέλω νὰ ἀνακεφαλαιώσω τὴν ὑπόθεσιν, δὲν θέλω νὰ ἐκθέσω πράγματα γνωστὰ πρὸς πάντας, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον γνῶσιν τῶν τηλεγραφημάτων, πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε εἰς τὸν νοῦν των, εἰς τὴν συνείδησίν των, θέλουν λησμονήσει νὰ συνδέσωσι τὰ πράγματα μὲ τὰ ἔγγραφα. Διωρίσατε μίαν Ἐπιτροπὴν, ἦτο διατύπωσις ἀναγκαία νὰ ἐκπληρωθῇ· ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, Κύριοι, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὑπάρχουν καὶ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα λίαν σέβομαι καὶ ὑπολήπτομαι, ὀφείλω νὰ τὸ κηρύξω, μὲ ὅλην τὴν παῤῥησίαν, μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς πεποιθήσεώς μου, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἀπεπλανήθη, δὲν ἀπεπλανήθη δὲ εἰς ἄλλο εἰμὴ εἰς τὸ ἑξῆς, παρεγνώρισε τὴν ἁρμοδιότητά της, παρεγνώρισε τὴν φύσιν τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἦτο ἐπεφορτισμένη νὰ ἐκπληρώσῃ· παρεγνώρισε τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ὅλα τὰ συνταγματικὰ Κράτη καθιέρωσαν πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς ἀνεξαρτησίας ἑνὸς νομοθετικοῦ σώματος, διότι τὸ προνόμιον αὐτὸ παντάπασι δὲν σκοπεῖ τὴν προστασίαν τοῦ ἀτόμου, ἀλλὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς ὁλομελείας τοῦ σώματος. Τούτου ἕνεκα, ὁσάκις παρουσιάζονται τοιαύτης φύσεως αἰτήσεις, ὁποία εἶναι καὶ ἡ προκειμένη, καθῆκον καὶ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Συνελεύσεως εἶναι νὰ ἐξετάζῃ, ἐὰν ἡ αἴτησις πηγάζῃ ἀπὸ πολιτικὴν αἰτίαν καὶ δὲν εἶναι καθαρῶς δικαστικὴ, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὴν εἰλικρίνειαν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν Νόμων, ἀλλὰ πηγάζῃ ἀπὸ σκοπὸν, τὸν ὁποῖον συλλαμβάνει μία Κυβέρνησις καθ’ ἑνὸς μέλους εἰς ἓν νομοθετικὸν σῶμα, μέλους τὸ ὁποῖον διὰ τὴν δύναμιν τοῦ λόγου του, διὰ τὴν θέσιν του ἐντὸς μιᾶς πολιτικῆς μερίδος, διὰ τὴν ἔκτασιν καὶ τὴν ἰσχὺν τῶν σχέσεών του, ἐπηρεάζει οὐσιωδῶς τὰς ἀποφάσεις τοῦ σώματος, φέρον μεγάλας δυσχερείας εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ ἔργον ἄρα τῆς ἐπιτροπῆς καὶ συνάμα τῆς Συνελεύσεως εἶναι νὰ ἴδωσι μόνον ἐὰν ὑπάρχῃ ὑποψία τις ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησεν ἐκ τοιαύτης ἀφορμῆς κατὰ τοῦ Κ. Μαστραπᾶ Πληρεξουσίου Δωρίδος, προσώπου κατὰ τοῦ ὁποίου οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ ἐγερθῇ ἀντιπάθεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ σκοπῷ ἐκδικήσεως. Παραδέχομαι, Κύριοι, ὅτι τὰ Βουλευτικὰ σώματα ἐνίοτε ἐξετάζουν καὶ τὴν οὐσίαν, ἀλλὰ τὴν ἐξετάζουν κατὰ δεύτερον λόγον, ὅταν παρουσιάζηται ὑποψία τις ὡς πρὸς τὴν εἰλικρίνειαν τῆς αἰτήσεως, ὁπότε ζητοῦνται τεκμήρια πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ὑποψίας. Οὐδέποτε ὅμως, Κύριοι, ἀνετέθη εἰς Νομοθετικὸν σῶμα νὰ μετασχηματισθῇ εἰς δικαστήριον Πλημμελειοδικῶν, ἢ Κακουργιοδικῶν, εἴτε καὶ Ἀρείου Πάγου. Ὁ ἔντιμος προλαλήσας ἀφηρέθη ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τῶν κοινοβουλευτικῶν σωμάτων· ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι ἀνεδίφησα τὰ χρονικὰ τῶν συνταγματικῶν Κυβερνήσεων· ἀλλὰ δὲν εὗρον ὅτι ποτὲ παρεστάθη συζήτησις ὁμοία μὲ ἐκείνην, ἥτις ἐγένετο ἐνώπιόν σας. Ὅστις ἰσχυρίζεται τὸ ἐναντίον τὸν προκαλῶ νὰ μοῦ τὸ ἀποδείξῃ· ἐὰν ἔγεινε συζήτησις, ἔγεινε πάντοτε, ὡς προεῖπον, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν πολιτικήν. Ἠθέλησαν νὰ σᾶς παραστήσουν, Κύριοι, αὐτὸ τὸ προνόμιον, τὸ ὁποῖον δὲν παρεχωρήθη εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ σώματα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ περιποιῇ ἀτομικὰ συμφέροντα, ἀλλὰ τὸ συμφέρον ὁλοκλήρων τῶν σωμάτων, ἠθέλησαν νὰ σᾶς τὸ παραστήσουν λέγω ὡς προνόμιον σχεδὸν ἀπόλυτον. Ἀλλὰ τὶ εἶναι αὐτὸ τὸ προνόμιον; Μία ἐξαίρεσις τῆς ἀρχῆς, ὅτι ἐν γένει εἰς καλῶς ὠργανισμένον κράτος πάντες ὀφείλουν νὰ ὑπάγωνται εἰς τὸ κῦρος τῶν νόμων· ἡ ἐξαίρεσις ἐχορηγήθη, ὡς προεῖπον, χάριν τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς ὁλομελείας καὶ οὐχὶ χάριν τοῦ συμφέροντος τοῦ ἀτόμου, διότι ἡ ἱστορία παρουσιάζει καὶ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ πλειονοψηφία ὑποστηρίζουσα τὴν Κυβέρνησιν ἠθέλησε νὰ φανῇ τυραννικὴ κατὰ τῆς μειονοψηφίας. Τὸ προνόμιον εἰσάγει μίαν ἐγγύησιν ὑπὲρ τῆς μειονοψηφίας ἐπὶ τῶν νομοθετικῶν σωμάτων κατὰ τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥτις ὠφελουμένη ἐκ τῆς πλειονοψηφίας της ζητήσῃ νὰ πιέσῃ ἢ νὰ ἐκδικηθῇ· (θόρυβος). Ἀλλὰ, Κύριοι, κατὰ τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἄχρι τοῦδε ἐγένοντο πλὴν τῶν νομικῶν ἐκείνων ἀναπτύξεων, αἱ ὁποῖαι ἐκφεύγουν ὅλως διόλου τὴν ἁρμοδιότητά σας καὶ τὴν προσοχήν σας, διότι δὲν εἶσθε δικαστικὴ ἀρχὴ, ποῖος ἐπαρουσιάσθη νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν κατὰ τοῦ Μαστραπᾶ αἴτησιν ἀπὸ σκοπὸν πολιτικῆς ἐκδικήσεως κατ’ αὐτοῦ, ὅστις κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ μέχρι πρὸ ὀλίγου ἔδωσε δείγματα τρανὰ φιλίας πρὸς ἄτομα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅστις εἰς περιστάσεις κρισίμους τῆς πατρίδος ἐτάχθη μετὰ τῆς ὑγειοῦς μερίδος; (θόρυβος)· οὐδεὶς διϊσχυρίζεται τοῦτο. Ὅταν λοιπὸν, Κύριοι, δὲν ὑπάρχῃ ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὁρμᾶται ἀπὸ ἄλλον λόγον παρὰ ἀπὸ τὸν τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων, ποῖος λόγος δημοσίων συμφερόντων ἠμπορεῖ νὰ ἀποκρούσῃ τὴν αἴτησιν; Κύριοι, παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν, ἐκπληροῦσαν καθῆκον ἀρκετὰ λυπηρὸν, ἀρκετὰ δυσάρεστον, ὅπως καὶ τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκπληρούμενον, ἀποδείξῃ, ὅτι ἐκτιμᾷ τὰς περιστάσεις, εἰς τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν μέλλει νὰ ἐκδώσῃ. Ἡ Συνέλευσις ἔχει πολλοὺς ἐχθροὺς, φανεροὺς καὶ μυστικούς· ἡ Συνέλευσις ἕως τώρα ἔδωσε δείγματα συντηρητικότητος, δείγματα, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν τάξιν, δὲν θέλω νὰ συστήσω εἰς αὐτὴν ποίαν γνώμην νὰ παραδεχθῇ ἀποφασίζουσα· ἕκαστος ὑμῶν εἶναι ἐλεύθερος, ἀλλὰ λέγω, ὅτι πρέπει καὶ νὰ προσέξῃ καλῶς εἰς τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν θέλει δώσει. Ἐὰν ἀποποιηθῇ τὴν παραδοχὴν τῆς αἰτήσεως περὶ ἧς πρόκειται, ἂς ἠξεύρῃ ὅτι αἱ συνέπειαι θέλουν εἶσθαι μέγισται, ἀκαταλόγιστοι, ὁποίας ἀπὸ τοῦδε δὲν δύναμαι νὰ προΐδω (θόρυβος). Πιστεύσατε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀτιμωρησία διὰ τὴν καταπάτησιν, τὴν περιφρόνησιν τῶν νόμων, εἶναι κακὸν παράδειγμα· πρὸ πάντων δὲ εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις ὕστερον ἀπὸ μίαν μεταβολὴν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ στάδιον τῶν ἀταξιῶν πρέπει νὰ παύσῃ, αἱ ἄτακτοι, αἱ ἔκρυθμοι καὶ ἔκνομοι ἐνέργειαι πρέπει νὰ περιορισθοῦν, καὶ μόνον ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου νὰ βασιλεύσῃ. Ἐλυπήθην πολὺ, Κύριοι, ὅταν εἷς τῶν προαγορευσάντων ἔπαθεν ὡς ἀπὸ λήθην πολλὰ μεγάλην, ἔπαθε, λέγω, τοιαύτην λήθην, ἥτις πρὸς ἐμὲ εἶναι ἀκατονόμαστος. Ὁ Κ. οὗτος ἐλησμόνησε τὴν ὡραίαν ἐκείνην καὶ σταθερὰν, τὴν ἔντιμον καὶ ἀξιοπρεπῆ ἀγόρευσιν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς μίαν ἄλλην συνεδρίασιν· πόσον καθαρὰ ἐξεφράσθη οὗτος περὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ παντὸς ἄλλου συνεχομένου μετὰ τῆς τάξεως, οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ. Οὐδέποτε, Κύριοι, τολμῶ νὰ τὸ εἴπω ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θέλει συμβιβασθῇ αὕτη μὲ τὸ ἔγκλημα ἀπὸ οἱανδήποτε πηγὴν καὶ ἂν προέρχηται, ἀπὸ ἐχθρὸν ἢ φίλον. Ἡ Κυβέρνησις αἰσθάνεται τὸ καθῆκον σήμερον τοῦ νὰ παγιώσῃ τὴν τάξιν, ὅσον τὸ κατ’ αὐτὴν, κατὰ τὰς δυνάμεις καὶ τὰ μέσα της, εἰλικρινῶς πορευομένη, ὁπότε ἀκόμη ἐκ τῶν περιστάσεων εἶναι ἠναγκασμένη νὰ λάβῃ μέτρα αὐστηρὰ καὶ κατὰ τῶν φίλων της, ἂν καὶ τῆς εἶναι λυπηρὸν τοῦτο. Νομίζω, ὅτι τὸ καθῆκον τὴν ὑπαγορεύει νὰ παραλείψῃ πᾶσαν φατριαστικὴν ἰδέαν· δὲν πρόκειται, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου σήμερον περὶ ἀτομικῶν συμπαθειῶν. Ἐὰν πρόκειται νὰ γίνωσιν ἐπιδείξεις συμπαθειῶν πρὸς τὸν Κύριον Μαστραπᾶν, ἡ κυβέρνησις τὰς ἔδειξε πολλάκις πρὸς αὐτὸν, οὐχὶ διὰ λόγων, ἀλλὰ δι’ ἔργων. Καὶ σήμερον ἀκόμη τὴν συμπάθειαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Μαστραπᾶς ἐκ τῆς θέσεώς του, ἐκ τῶν προηγουμένων του καὶ τῆς ἡλικίας του ἐμπνέει, ὁμολογῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὴν αἰσθάνεται, ἀλλ’ ὡς εἶπα, εὑρισκομένη εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις, ὀφείλει νὰ ὁδηγηθῇ ὑπὸ τοῦ νοὸς καὶ οὐχὶ ὑπὸ τῆς καρδίας. Ἠθέλησάν τινες, Κύριοι, ν’ ἀποδώσουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εὐθύνην τῆς διαγωγῆς τοῦ Μαστραπᾶ, καὶ κατηγόρησαν τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἀμελεῖ· ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προσέχει, ὅτι ἡ κυβέρνησις μεριμνᾷ, ὅτι εἶναι ἑτοίμη. Κυβέρνησις, ἥτις ἐμπνέεται ὑπὸ τοῦ καθήκοντος τῆς σοβαρότητος τῶν περιστάσεων, δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ λάβῃ ὅλα τὰ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς της μέτρα, δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ βλέπῃ παντοῦ καὶ πανταχόθεν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ τοποθέτησις τοῦ στρατοῦ δὲν εἶχε τὴν πλήρη ἐπιδοκιμασίαν της, τὴν συναίνεσιν ὅλων τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, τοῦτο δὲν ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς κανένα νὰ μεταχειρισθῇ, νὰ προκαλέσῃ παράπονα εἰς τὸν στρατὸν, πρὸς ἐπιτυχίαν ἀτομικοῦ σκοποῦ. Τοιαύτη πρᾶξις δὲν δικαιολογεῖται. Ἡ κυβέρνησις ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ μίαν ἰδέαν ἐπὶ μιᾶς ὑποθέσεως, ἐκ τούτου ὅμως δὲν ἀποκτᾷ κανεὶς τὸ δικαίωμα, ἄνευ τῆς γνώσεως καὶ τῆς συναινέσεώς της, ἐὰν ἐκ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας προσβάλεται δικαίωμά τι, νὰ ἐνεργήσῃ πρὸς ἕνα σκοπὸν, ἂν ᾖναι καὶ εἰλικρινὴς· διότι ἡ εὐθύνη τότε, βαρύνει μόνον τὸ πρόσωπον αὐτὸ τὸ ὁποῖον αὐτογνωμόνως πράττει. Ἐὰν ἡ τοποθέτησις τοῦ στρατοῦ κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐγένετο ἐσφαλμένως, ἀνήκει εἰς τὴν κυβέρνησιν μόνην νὰ φέρῃ τὴν θεραπείαν. Μία κυβέρνησις, Κύριοι, ἥτις δέχεται νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν θέλησιν ἄλλων δὲν εἶναι κυβέρνησις. Ἐνθυμηθῆτε, ὅτι σήμερον ἡ Συνέλευσις ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο παριστᾷ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐξασκεῖ μόνον τὰ καθαρῶς νομοθετικὰ καθήκοντα καὶ ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, χωρισθεῖσα ἀπ’ αὐτὴν, ἀνετέθη εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα Γεώργιον. Ἑπομένως πρέπει νὰ προσέξωμεν μὴ προσβάλωμεν τὰ δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀποφασίζοντες ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως. Λέγω, ὅτι πρέπει αἱ ἐξουσίαι νὰ διατηρῶσιν ἀμοιβαῖον σεβασμόν.
§40ΠΟΛΛΟΙ. Τί σχέσις ὑπάρχει;
§41ΒΑΣΟΣ. Δὲν μᾶς φοβίζει ὁ ὄγκος τοῦ λόγου σας Κύριε ὑπουργέ.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριε.
§43ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὁ ἀμοιβαῖος σεβασμὸς τῶν ἐξουσιῶν. Ἠξεύρετε ὅτι διατελεῖ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἀνεξάρτητος κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, εἶναι δὲ αὕτη συνδεδεμένη μετὰ τῆς ἐκτελεστικῆς. Ἡ δικαιοσύνη ἐνεργεῖται κατὰ τὸ Σύνταγμα ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως (θόρυβος). Πρέπει νὰ προσέξωμεν νὰ διατηρήσωμεν εἰς πᾶσαν ἐξουσίαν ἀνέπαφα τὰ δικαιώματά της. Λυποῦμαι, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ὑπερεπήδησε τὰ δικαιώματα τῆς Συνελεύσεως, ἐκθέσασα ἓν βούλευμα ἀθωωτικὸν, μετελθοῦσα ἐκεῖνο τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον κατὰ τοὺς νόμους μας ἀνετέθη εἰς τὰ συμβούλια τῶν πλημμελειοδικῶν. Καὶ πότε, Κύριοι, ἔπραξε τοῦτο; ὁπότε δὲν ἐπρόκειτο εἰμὴ περὶ ἀδείας τῆς προόδου τῆς ἀνακρίσεως, διότι, ὅπως ὁ εἰσηγητὴς ἐξεφράσθη, δὲν ἠδύνατο νὰ προχωρήσῃ ἡ ἀνάκρισις ἐπιτυχῶς χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ εἰς αὐτὴν καὶ ὁ Κύριος Μαστραπᾶς.
§44ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Κανεὶς δὲν διωρίσθη εἰσηγητὴς, ἕκαστος λαλεῖ διὰ λογαριασμόν του.
§45Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ Στρατοδικείου. Δὲν ἐδύνατο, λέγω, νὰ προβῇ ἄνευ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τοῦ ἀφορῶντος τὸν Κ. Μαστραπᾶν. Ἐπομένως ἡ ἐπιτροπὴ χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν οὔτε τὰ στοιχεῖα τῆς πράξεως, οὔτε τὰς δυνατὰς ἀποδείξεις, τὰ ὁποῖα ἀνῆκον εἰς τὴν ἀνάκρισιν νὰ συλλέξῃ, ἠθέλησε νὰ ἐκδώσῃ ἐτυμηγορίαν ἀθωωτικὴν ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως. Αὐτὸ, λέγω, εἶναι σφετερισμὸς τῶν καθηκόντων τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Παρατηρήσατε Κύριοι! ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, οὕτως ἐνεργήσασα, ἦτον ἀδύνατον ἄλλως παρὰ ἐσφαλμένως νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της. Αὕτη ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐντολὴν διὰ πρᾶξιν κεχωρισμένην ἀπὸ τῆς ἐκτελέσεως. Βεβαίως ἐντολὴ χωριζομένη ἀπὸ τῆς ἐκτελέσεως δὲν εἶναι ἔγκλημα, ὅταν ὅμως ἡ ἀνάκρισις συσχετίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν μὲ τὴν ἐντολὴν, τότε ἀποδεικνύεται τὸ ἔγκλημα. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον, ὅτι ἔπρεπε νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως αὐτὸς ὁ συνδυασμὸς, ἤτοι ἡ ἀπόδειξις, ὅτι τὰ ἐκτελεσθέντα εἰς Τρίπολιν πηγάζουσιν ἀπὸ τὴν ἐντολήν. Δὲν θέλω νὰ προδικάσω τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, ἀλλὰ ἰσχυρίζομαι, ὅτι τοιοῦτος συλλογισμὸς εἶναι ἐσφαλμένος, διότι ἐνδέχεται ἡ ἀνάκρισις νὰ παρουσιάσῃ τὰς ἀποδείξεις τῆς μεταξὺ ἐντολῆς καὶ τῶν γενομένων ἐν Τριπόλει σχέσεως, δηλαδὴ μεταξὺ τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ Κ. Μαστραπᾶ καὶ τῶν γνωστῶν συμβάντων. Ἀλλὰ τοῦτο μόνον εἰς τὴν ἀνάκρισιν ἐναπόκειται νὰ ἐκπληρώσῃ, εἰς οὐδένα δὲ ἐπιτρέπεται πρὸ τῆς ἐκπεραιώσεως αὐτῆς νὰ βεβαιώσῃ, εἴτε τὸ ἓν, εἴτε τὸ ἄλλο. Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι! νὰ εἴπω, ὅτι ἡ κυβέρνησις εἰς μόνον τὸ καθῆκον ἀφορῶσα καὶ εἰς οὐδὲν ἄλλο, ἔχει τὴν πεποίθησιν ὅτι ἀξίως τῆς ἀποστολῆς της, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατοῦ, τὴν ὀργάνωσιν αὐτοῦ καὶ ἐν γένει τὴν τάξιν ἐν τῷ κράτει, ὀφείλει ἁπλῶς καὶ καθαρὰ νὰ ὑποστηρίξῃ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως τὴν παραδοχὴν τῆς αἰτήσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὅπως ἔχει. Τὸ ζήτημα, ὡς εἶπον, δὲν εἶναι ἀτομικὸν, πρόκειται περὶ ἀρχῆς, περὶ ἐπικειμένων συνεπειῶν εἰς τὸ κράτος, τὸ δὲ πρόσωπον τοῦ Μαστραπᾶ θεωρῶ, ὅτι σχεδὸν κεῖται ἐκτὸς τῆς ὑποθέσεως. Δυστυχῶς βλέπω, ὅτι παρεμβαίνει αὐτὸ, καὶ ἐπειδὴ ἐκ τούτου πηγάζει τὸ κώλυμα εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ὅπως αὕτη ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της, ἀνάγκη ν’ ἀποδείξωμεν εἰς τὸν ἔξω καὶ ἔσω κόσμον, ὅτι οἱ νόμοι ἤρξαντο εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἀπολαμβάνουν τὴν ἐνέργειάν των καὶ τὸ κῦρός των· ὅθεν ἡ Συνέλευσις καλῶς σκεπτομένη περὶ τῶν συνεπειῶν τῆς ἀποφάσεώς της, ὡς καὶ ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας τῆς ὑπέβαλον, σχετικῶς πρὸς τὸ προκείμενον, ἂς εὐαρεστηθῇ νὰ παραδεχθῇ τὴν αἴτησιν ταύτην.
§46ΙΑΛΕΜΟΣ. Ὅτε, κύριοι, προχθὲς ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἐσκόπουν νὰ θέσω καθαρῶς ἓν ζήτημα, τὴν δίκην μεταξὺ τοῦ παρελθόντος καὶ τῆς μεταβολῆς. Ὁμολογῶ ὅτι κατ’ ἀρχὰς ἐδειλίασα, ἐὰν ἔπρεπεν ἐγὼ νὰ φέρω ἐνώπιόν σας τὸ μέγα τοῦτο ζήτημα, πολλάκις λαβὸν δυστυχῶς λίαν ἀτόπους λύσεις· ἀλλ’ ἡ ὁμιλία τοῦ κ. ὑπουργοῦ τοῦ καταβάντος τὸ βῆμα τοῦτο μὲ κάμνει θαῤῥαλέως νὰ εἰσέλθω εἰς αὐτὸ, διότι ἐνόμισα ὅτι εὗρον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὴν καταδίκην τῆς μεταβολῆς· ἠκούσατε, κύριοι, προφερομένας παρ’ αὐτοῦ τὰς λέξεις «ἔκνομος κατάστασις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ παύσῃ» ἠκούσατε τὰς λέξεις «εἶναι νόμοι, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ὑποστηρίξωμεν» τιμωροῦντες ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συμβουλεύουν τὴν ἀπομάκρυνσιν τοιούτων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐντεῦθεν, ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως αὐτῆς, ὑπὸ τῆς κοινωνίας ὁλοκλήρου, κατεδικάσθησαν. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι εἶμαι ἀμαθέστατος ὅλων ὑμῶν περὶ τοὺς νόμους, ἀλλ’ ἕνα νόμον τὸν ἐσπούδασα, τὸν νόμον τῶν ἐγγυήσεων, ἐφ’ ὧν στηρίζονται αἱ μεταβολαὶ, καὶ ἄλλον πολὺ μεγαλείτερον νόμον, τὸν νόμον τῶν ἐγγυήσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζονται αἱ βασιλεῖαι· τὸ μάθημα τοῦτο μοὶ τὸ ἐδίδαξαν τὰ παθήματα τῆς πατρίδος μου, μοὶ τὸ ἐδίδαξε πρὸ πάντων ἡ ἱστορία δύο μεγάλων ἐθνῶν, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ μὲν δὲν μετρεῖ ἄλλην ἐπανάστασιν σπουδαίαν ἀπὸ τὴν τοῦ 1688, τὸ δὲ ἕτερον, καί τοι μέγα, καί τοι εὐγενὲς, καί τοι πολλάκις παμμέγιστα ἅλματα ποιῆσαν ὑπὲρ τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς προόδου, ἀκόμη δὲν ἔλυσε τὸ ζήτημα τῆς πολιτικῆς ἐλευθερίας του. Ἐνῷ ἡ Ἀγγλία ἀπὸ τὸ 1688 δὲν ἐπανεστάτησε πλέον, ἡ Γαλλία, δυστυχῶς καθημέραν κλονουμένη, πολὺ ἀπέχει τοῦ νὰ λύσῃ τὸ πρόβλημα τῆς ἐσωτερικῆς της εὐνομίας, πολὺ ἀπέχει τοῦ νὰ εὕρῃ τὴν βάσιν τὴν ὀρθὴν, ἐπὶ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ στηριχθῇ ἡ εὐημερία της. Ὀφείλω, κύριοι, νὰ σᾶς καταδείξω πῶς ἐννοοῦμεν ἡμεῖς τὰς ἐγγυήσεις τῆς εὐνομίας καὶ τῆς εὐημερίας τῶν ἐθνῶν, πῶς ἐννοοῦμεν ἡμεῖς τὴν τάξιν, πῶς τὴν ἐνοούσαμεν καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐτηλεγραφοῦσαμεν, πῶς τὴν ἐνοούσατε ὅλοι σας, πῶς τὴν ἐννοοῦσεν ἡ κυβέρνησις. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, νὰ μοὶ χαρίσητε τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου· διότι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀπαντήσεως ἐῤῥίφθη μία ἰδέα, μία λέξις κατὰ τῆς πολιτικῆς ἀποχρώσεώς μας, ἡ ὁποία προστιθεμένη μὲ ὅσα σήμερον ἀκολουθοῦν νὰ λέγουν κατ’ αὐτῆς ἀποτελοῦν μίαν μαύρην, ἤθελον εἴπει κακοήθη συκοφαντίαν, ἐὰν δὲν ἤξευρον ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὴν ἐπρόφεραν, ὡρμῶντο ἀπὸ κακὴν ἐκτίμησιν τῶν προσώπων καὶ τῶν περιστάσεων. Ἡ πολιτικὴ τοῦ Δαντῶνος εἶναι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν μᾶς ἀπέδωκαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ μαύρη συκοφαντία, ἡ ὁποία καὶ σήμερον ἐπανελήφθη ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς παιδείας· Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, νὰ ἀκούσητε πῶς ἐννοοῦμεν τὴν τάξιν, πῶς ἐννοοῦμεν τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἀναζητῇ ἡ εὐνομία κατὰ τὰς μεγάλας πρὸ πάντων μεταβολάς. Ἡ βάσις, κύριοι, τῆς πολιτικῆς μας εἶναι ἡ συμφιλίωσις τῶν κομμάτων, εἶναι ἡ συμφιλίωσις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐσυμβούλευσεν ὁ Benjamin Constant, ἀλλὰ τῆς ὁποίας πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν σᾶς ἔδωκαν ἰδέαν ἐντελῶς κολοβωμένην. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς τὴν συμπληρώσω, διότι ἐκ τῆς βάσεως ταύτης, ἐκ τῆς συμφιλιώσεως, ὅπως ἡμεῖς τὴν ἐννοοῦμεν, θέλετε ἐξαγάγει τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔκαμον νὰ τηλεγραφήσωμεν (θόρυβος).
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι.
§48ΙΑΛΕΜΟΣ. Καθ’ ἣν ἐποχὴν, κύριοι, ἐδίδετο εἰς τὴν Γαλλίαν ἡ συμβουλὴ περὶ συμφιλιώσεως, μία μεγάλη μερὶς κατεδιώκετο, ἡ μερὶς τοῦ παρελθόντος τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου εἶχε ἐκλείψει, τοῦ παρελθόντος, τὸ ὁποῖον διεδέχθη ἡ βασιλεία τοῦ Λουδοβίκου 18ου. Τὸ παρελθὸν αὐτὸ εἶχε τῳόντι λίαν ἀποτόμως ἀποκλεισθῆ, τοῦ παρελθόντος αὐτοῦ συνένοχος ὑπῆρξεν ὁ Benjamin Constant, καὶ ἐπὶ τῆς δημοκρατίας καὶ ἐπὶ τῆς αὐτοκρατορίας. Ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τοῦ Richelieu ὅτε διελύθη ἡ ἀπαράμιλλος λεγομένη βουλὴ τῶν 16, ὁ Benjamin Constant θέλων νὰ ἐκλεχθῇ εἰς τὴν μέλλουσαν βουλὴν, ἔδιδε τὴν συμβουλὴν τῆς συμφιλιώσεως μετὰ τοῦ παρελθόντος, ἀλλ’ οὐχὶ τοῦ παρελθόντος ὅπερ ὁμοιάζει μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς θέλομεν νὰ κατακρίνωμεν καὶ τὸ ὁποῖον ἀντεπροσώπευεν εἰς τὴν Γαλλίαν ὁ Chataubriand, ὁ πολιτικὸς ἀνὴρ, ὁ ὁποῖος ἔγραφε, «δότε μοι ἕνα νομάρχην, ἕνα μοίραρχον, ἕνα ἐπίσκοπον, ἕνα εἰσαγγελέα, καὶ θὰ σᾶς δείξω πῶς διοικοῦν» εἷς διάσημος πολιτικὸς προσέθηκεν, ὅτι ὁ Κύριος Chataubriand δὲν παρέλειψε, παρὰ τὸν δήμιον. Τῳόντι ἡ πολιτικὴ ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἀπέκρουεν ὁ Benjamin Constant ἀπὸ τὰ πράγματα, τῶν ὁποίων ἐσυμβούλευεν ὁ Benjamin Constant τὸν ἀποκλεισμὸν, εἶναι ἡ πολιτικὴ τοῦ παρελθόντος, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἀποκλείσωμεν. Συμφιλιούμεθα μὲ οἱονδήποτε κόμμα, μὲ οἱανδήποτε μερίδα ὑγιᾶ, οὐχὶ ὅμως μὲ τὴν μερίδα ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει τὸ παρελθὸν, τὸ πρὸ τοῦ 1789, παρελθὸν, μὲ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ παραβληθῇ τὸ παρελθὸν, ὅπερ ἡμεῖς πολεμοῦμεν. Ὁ Renjamin Constant ὁμιλῶν περὶ τῆς συμφιλιώσεως μετὰ τῶν κομμάτων τῆς δημοκρατίας καὶ τῆς αὐτοκρατορίας ἐξέφρασεν ἐν τούτοις τὴν ἀγανάκτησίν του διὰ τὴν πρόσληψιν τοῦ Fouché, καὶ ἐν τῷ ἐνδιαφέροντί του περὶ τῆς νέας μοναρχίας ἦτον ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος κατέκρινε τὴν συμφιλίωσιν μετὰ τοῦ ἀναιδοῦς τούτου, καὶ αἱματοφύρτου ἀνθρώπου, ὅστις εἶχε φονεύσει τὸ ἀδελφὸν τοῦ Λουδοβίκου 18ου. Μετὰ τοιούτων ἀνθρώπων μᾶς συμβουλεύουν τὴν συμφιλίωσιν, μετὰ τοιούτων ἡμεῖς δὲν δεχόμεθα τὴν συμφιλίωσιν· οἱ ἄνθρωποι οὗτοι εἶναι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους αὐτὴ ἡ κυβέρνησις κατεδίκαζεν, ὅτε ἡμεῖς ἐτελεγραφοῦσαμεν· καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν εἶναι μόνον μεμολυσμένοι ἀπὸ τὸ παρελθὸν, εἶναι ἀκόμη ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ στηρίζωσι καμμίαν κατάστασιν, οἱ ὁποῖοι ὅταν καταστρέφωνται τὰ συστήματα τὰ πολιτικὰ δίδουν τὸν τελευταῖον κτύπον εἰς τοὺς καταστρεφομένους, ὅταν ἀρχίζουν, εἶναι οἱ πρῶτοι, οἱ ὁποῖοι περιστοιχίζουν τοὺς θρόνους καὶ τὰς μοναρχίας. Τὴν ἀρχὴν ταύτην ὑπεστήριζεν ἡ πολιτικὴ τοῦ Δαντῶνος. Τοὺς ἐλθόντας μὲ τὴν φράσιν ταύτην, νὰ προσθέσουν δημοσίᾳ συκοφαντίας εἰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας κρυφίως διαδίδουν εἰς χώρας, ὅπου θέλουν ν’ ἀποκτήσουν τὴν εὔνοιαν, ὅπου θέλουν νὰ πλησιάσωσι διὰ τῶν συκοφαντιῶν τούτων, ἤθελον τοὺς παρακαλέσει νὰ μὴ λαμβάνωσι τὸν κόπον αὐτόν· τὸ ἔργον των εἶναι ἐντελῶς περιττὸν, τὸ στάδιόν των εἶναι ἐλεύθερον, εἶναι ἔργον ἄχαρι, τὸ ὁποῖον δὲν καταδικάζει εἰμὴ αὐτοὺς μόνον, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ μᾶς κάμῃ ἡμᾶς νὰ φοβηθῶμεν ποτέ.
§49ΤΙΝΕΣ. Ποῖοι εἶσθε σεῖς;
§50ΙΑΛΕΜΟΣ. Ἔρχονται, Κύριοι, νὰ μᾶς ὁμιλήσουν ἐν ὀνόματι τάξεως κλονουμένης, ἔρχονται νὰ μᾶς ἀποδώσουν κατηγορίαν διαταράξεως τῶν καθεστώτων. Ποῖα εἶναι τὰ καθεστῶτα αὐτά; εἶναι τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριζε τὸ παρελθὸν, τὸ ὁποῖον ἐστηρίζετο εἰς τὰ ξίφη ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐστάθησαν ποτὲ ἱκανοὶ νὰ ὑποστηρίξουν ποτὲ καμμίαν πολιτικὴν μερίδα, αὐτὸ εἶναι τὸ καθεστὼς, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς συνταράττομεν; καὶ δὲν τὸ ἐτάραξεν ὅλη ἡ Ἑλλάς; πρὸ ὀλίγων μηνῶν δὲν τὸ ἀνέτρεψεν ὁλόκληρος ἡ πατρίς μας; Πρὸ ὀλίγων μηνῶν, πρὸ ἑνὸς περίπου ἔτους, εἶχεν ἔλθει ἐνώπιόν σας ἄλλη ὑπόθεσις, ἡ ὁποία ἔμελλε οὐχὶ νὰ κλονήσῃ τὸ καθεστὼς, ἀλλὰ τὴν τύχην τῆς Ἑλλάδος νὰ καταστρέψῃ. Εἰς τὴν περίστασιν ἐκείνην ἐφαίνοντο ὅλοι τοσοῦτον φειδωλοὶ διὰ τὴν ὑπόληψιν τῶν πληρεξουσίων. Ὅταν ἐπροτάθη ἡ σύστασις ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία ν’ ἀνακρίνῃ τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην, ὅλοι ἤθελον ἐγγυήσεις ὑπὲρ τῆς τιμῆς καὶ τῆς ὑπολήψεως τῶν πληρεξουσίων, ὅλοι ἐνομίσατε, ὅτι δυσφημεῖται εἰς τὸ πρόσωπον αὐτῶν ἡ Συνέλευσις, καὶ θὰ ἐπιφέρῃ τὴν καταστροφὴν τοῦ καθεστῶτος, καὶ τὴν ἀνατροπὴν τῆς τύχης τῆς Ἑλλάδος· καὶ ὅμως σήμερον μὲ τὴν μεγαλειτέραν προθυμίαν λησμονεῖτε ὅλας τὰς ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι περιβάλλουν τοὺς πληρεξουσίους· σήμερον, ὅτε πρόκειται νὰ εὐχαριστήσετε, καὶ νὰ εὐχαριστήσητε διὰ νὰ προταχθῆτε εἰς τὴν εὔνοιαν, σήμερον εἶσθε προθυμότατοι (θόρυβος).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σιωπὴ, Κύριοι.
§52ΙΑΛΕΜΟΣ. Ὅσοι θέλετε τὴν ὑποστήριξιν τοῦ καθεστῶτος, ὅσοι πλησιάζοντες τὸν Θρόνον, νομίζετε, ὅτι ἔχετε περισσότερον συμφέρον νὰ ὑποστηρίξετε τὸ καθεστὼς, εἴπατέ το, ὅτι δὲν τὸ στηρίζουν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑβρίζοντες τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Ναυπλίου, τὴν ἐπανάστασιν τῆς Βονίτσης, εἶναι οἱ διαστρέφοντες παρὰ τῷ Θρόνῳ καὶ αὐτὰ τὰ πρακτικά σας καὶ παραδίδοντες τὴν ἐπανάστασιν ἕρμαιον τῶν ἰδιοτελῶν σκοπῶν των. Ἔχετε τὴν τόλμην, ὅταν νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ ὑποστηρίξετε τὸ καθεστὼς, νὰ ὁμιλήσητε εἰς τὸν Θρόνον τὴν γλῶσσαν τῆς ἀληθείας, νὰ εἴπητε ποῖοι πρέπει νὰ τὸν περιστοιχίσουν, καὶ ποῖοι πρέπει νὰ τεθῶσι μακρὰν αὐτοῦ. Σᾶς ἐζήτησαν, Κύριοι, εἰς ποῖον κοινοβούλιον ἢ εἰς ποίαν Συνέλευσιν ἐξέτασάν ποτε τὴν βάσιν τῶν πραγμάτων, τῶν κατηγοριῶν, δι’ ἃς ἐζητήθη ἡ παράδοσις πληρεξουσίων, καὶ ἐλησμόνησαν μίαν ὑπόθεσιν πλησιεστάτης ἐποχῆς, καὶ σχεδὸν σύγχρονον, τῆς ἐποχῆς τοῦ 48. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἐξελέχθη, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ ἔγγραφα ἐφ’ ὧν ἐστηρίζετο ἡ κατηγορία τοῦ Louis Blanc, ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη μετεβλήθη εἰς ἀνακριτικὸν συμβούλιον, ἐξέτασεν ὅλας τὰς περιστάσεις καὶ ὅλα τὰ πράγματα. Ἠξεύρετε δὲ ποῖος ἦτον ὁ κύριος λόγος κατὰ μέγα μέρος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀπέῤῥιψε τὴν ἔκθεσιν τῆς ὑπὲρ τῆς παραδόσεως γνωμοδοτησάσης ἐκείνης ἐπιτροπῆς; ἦτον ὁ λόγος ὅτι εἰσηγητὴς αὐτῆς ὑπῆρξεν εἷς προσωπικὸς ἐχθρὸς τοῦ ὑποδίκου, ὁ Jules Favre ὁ ὁποῖος εἶχε προσωπικὴν ἀντιπάθειαν κατὰ τοῦ Louis Blanc· τὸ περιστατικὸν τοῦτο δὲν δύνασθε νὰ μὴ τὸ λάβετε ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν σημερινὴν περίστασιν. Ἐὰν ἐξετάσετε, καθὼς καὶ ἄλλοι σᾶς εἶπον, τὰ ὀνόματα, τὰ ὁποῖα συνδέονται εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, θέλετε εὕρει, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐκείνη εἶχε σπουδαίους λόγους νὰ ἀποῤῥίψῃ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐνεστῶσα Συνέλευσις θὰ ἔχῃ πολὺ σπουδαιοτέρους ἀκόμη, ἐὰν παραδεχθῇ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἰδικῆς μας ἐπιτροπῆς. Σᾶς ἐφόβισαν μὲ τὸ φάσμα τῶν κατηγοριῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐκτοξευθῶσι κατὰ τῆς Συνελεύσεως, ἐὰν αὕτη δὲν σπεύσῃ νὰ παραδώσῃ τὸν Μαστραπᾶν. Κύριοι, ἀρκετὰ ἐφοβήθημεν τὸ φάσμα τοῦτο μέχρι τοῦδε, ἀρκετὰ ἐφοβήθημεν τὰς δυσφημήσεις αὐτὰς. Ἐὰν νομίζετε, Κύριοι, ὅτι πλησίον εἰς τὰς τιμωρίας, τὰς ὁποίας προχθὲς συνεβούλευσαν εἰς τὴν ἐξουσίαν κατὰ τῆς Συνελεύσεως καὶ τῶν δημαγωγῶν, τοὐτέστι τὸ pane et bastonnate, πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ τὸ aresto, νομίζω ὅτι παρὰ πολὺ ὑποχωρεῖτε εἰς τὸ φάσμα τοῦτο· ἐνισχύετε τοὺς κατηγόρους σας, ἐὰν καθημέραν τοὺς κάμνετε τὰς παραχωρήσεις αὐτάς· θέλετε τοὺς καταστήσει τολμηροτέρους, καὶ ἐντὸς ὀλίγου ἐκεῖνοι οἱ φόβοι, τοὺς ὁποίους σᾶς παρέστησαν, οἱ κίνδυνοι κατὰ τοῦ σώματος τούτου, τοὺς ὁποίους θεωροῦν βεβαίους, ἐὰν δὲν παραδώσετε τὸν Μαστραπᾶν, κατ’ ἐμὲ, εἶναι βεβαιότεροι, ἐὰν τὸν παραδώσετε. Αἱ δυσφημήσεις αὗται θέλουν μεταβληθῆ εἰς περιφρονήσεις πρὸς τὸ σῶμά σας. Ἠξεύρω ὅτι κατεῤῥυτιδωμένη γραῖα, ἡ συκοφαντία, ἵσταται εἰς τὰς πύλας τῆς Συνελεύσεως, διὰ νὰ μεταφέρῃ εἰς τὴν Εὐρώπην τοιαύτας κακολογίας, τοιαύτας δυσφημήσεις κατὰ τῆς Συνελεύσεως καὶ κατὰ τῆς ἐπαναστάσεως, εἰς τὴν Εὐρώπην, ἡ ὁποία ἀναίμακτος καὶ ἀναμάρτητος! εἶναι ἑτοίμη νὰ ῥίπτῃ πάντοτε λίθον βαρὺν ἐφ’ ἡμᾶς τοὺς ἁμαρτωλοὺς, ἡ ὁποία μὴ προγράψασά ποτε, μὴ ἰδοῦσά ποτε χύσιν αἵματος, εἶναι ἑτοίμη νὰ κατηγορῇ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι καθημέραν ὑποπίπτομεν εἰς τὰ ἐγκλήματα ταῦτα! Ἠξεύρω, ὅτι ἡ συκοφαντία εἶναι πρόθυμος νὰ μεταφέρῃ τὰς δυσφημήσεις ταύτας· ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ὑποχωροῦντες εἰς αὐτὰς, θέλετε ἀποτρέψει τοὺς κινδύνους, ἢ ἐὰν οἱ κίνδυνοι οὗτοι δὲν θὰ γείνουν πραγματικοὶ, ὅταν καθεκάστην ἐνδίδετε εἰς τὰ τοιαῦτα φάσματα.
§53ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΡΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ἡμερῶν ἐσυζητήθη αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ ἐξητάσθη ἀπὸ ὅλους, ὥστε δὲν ἀμφιβάλλω πῶς ὅλοι ἐφωτίσθημεν ἕως τώρα (γέλως).
§54ΙΑΛΕΜΟΣ. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν ἐν γένει τῆς κοινωνίας, λαμβάνοντες τὴν κατάστασιν τὴν στρατιωτικὴν, θέλετε διστάσει νὰ παραδώσητε ἐν τῷ γενικῷ αὐτῷ ἀναβρασμῷ τοῦ στρατοῦ ἓν μέλος σας εἰς δικαστήριον στρατιωτικόν. Ὑπάρχει ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ λέξις πειθαρχία ἐλάμβανε τὴν προσήκουσαν ἑρμηνείαν εἰς τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια· ἐνθυμοῦμαι ζωηρῶς, Κύριοι, τὴν ὑπόθεσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδικάζετο ὁ Πέτρος Λεωτσάκος· τότε εἷς Πετμεζᾶς, ὁ Σωτήριος Πετμεζᾶς ἀναπτύσσων τὴν ἔννοιαν τῆς πειθαρχίας, ἔλεγεν, ὅτι ἡ πειθαρχία δὲν εἶναι ὑπακοὴ ἁπλῆ καὶ τυφλὴ τοῦ κατωτέρου πρὸς τὸν ἀνώτερον, ἡ πειθαρχία ἐπιβάλλεται διά τινος ἠθικῆς ἐπιῤῥοῆς, τὴν ὁποίαν ἐξασκεῖ ὁ ἀνώτερος πρὸς τὸν κατώτερον, διὰ τοῦ σεβασμοῦ τῆς ἠθικότητος, διὰ τῆς συναδελφώσεως, διὰ τῆς κοινότητος ἰδεῶν, σκέψεων, ἀρχῶν. Φοβοῦμαι μήπως, ἐὰν σήμερον ἤθελεν ἀπευθυνθῆ ὁ Μαστραπᾶς εἰς τὸν συνήγορον ἐκεῖνον τοῦ Π. Λεωτσάκου, ἐὰν σήμερον ἤθελε ζητήσει τὰ φῶτά του διὰ νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν λέξιν πειθαρχίαν, δὲν ἤθελεν εὕρει πλέον τὰς αὐτὰς ἰδέας καὶ τὰς αὐτὰς ἀρχὰς, καὶ ὄχι μόνον ἐκεῖ δὲν ἤθελε τὰς εὕρει, δὲν ἤθελε τὰς εὕρει ἐν γένει εἰς τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια, δὲν ἤθελεν εὕρει τὴν αὐτὴν ἀπάθειαν εἰς ταῦτα συγκείμενα ἀπὸ ἀνθρώπους, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀνεπτύχθησαν διάφορα μίση καὶ διάφορα ἄγρια πάθη. Ἐλπίζω, ὅτι λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν πάντα τὰ περιστατικὰ ταῦτα, θέλετε ψηφίσει ὑπὲρ τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς.
§55ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατηρῶ, ὅτι καὶ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως θεωροῦσιν, ὅτι εἶναι τῆς τιμῆς των νὰ λάβωσι τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῆς, καὶ ἄλλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα νομίζουν, ὅτι προσεβλήθησαν θέλουν ἐπίσης· ὥστε, νομίζω, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἐπιμένῃ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κλείσωμεν τὴν συζήτησιν.
§57ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε λοιπὸν νὰ συνέλθωμεν καὶ αὔριον ἐκτάκτως;
§59ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ συνέλθωμεν αὔριον νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 6 καὶ 10.
Ὁ πρόεδρος
Ι. Λ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ.
Οἱ γραμματεῖς. Θ. Βενετσάνος.