1864.01.15
1.627 στίχοι · 13.279 λέξεις · 181 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΣΕʹ.
Τῆς 15 Ἰανουαρίου 1864.
(Τετάρτη).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, πλήρους γενομένης τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωστοποιῶ ὑμῖν, ὅτι τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκλογῆς Λακεδαίμονος παρεδόθησαν εἰς τὸ γραφεῖον. Τὰ μέλη τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν ἐκληρώθη ἡ ἐκλογὴ αὕτη, παρακαλοῦνται νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ πρακτικὰ καὶ νὰ φέρωσι τὸ ταχύτερον τὴν ἐπ’ αὐτῆς ἔκθεσιν, διότι ἀρκετὰ ἐβασανίσθη ἡ ἐπαρχία ἐκείνη καὶ οἱ πληρεξούσιοι. Γνωστοποιῶ ὑμῖν, ὅτι τὰ τμήματα ἐξελέξαντο τὰ μέλη τῆς εἰσηγητικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Συγκροτεῖται ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἀπὸ τοὺς Κ. πληρεξουσίους Κ. Δόσιον, Β. Νικολόπουλον, Α. Κουμουνδοῦρον, Θ. Ζαήμην, Δ. Σαράβαν, Θ. Πετρινὸν, Διομήδην Κυριακοῦ, Ἀντ. Μαυρομιχάλην, Π. Κορωναῖον, Σπ. Ἀντωνιάδην, Σπ. Ἀντωνόπουλον, Ἡρ. Πετιμεζᾶν, Δ. Βρατζάνον, Θ. Δελιγιάννην, Χ. Χριστόπουλον, Στ. Ζῶτον, Δ. Μαυροκορδᾶτον, Γ. Παπαγεωργίου, Ποθ. Ῥεβελάκην, Εὐθύμιον Κεχαγιᾶν, Ἀδ. Παπαδιαμαντόπουλον. Ὡρίσθη διὰ τὰς ἐργασίας ταύτας τὸ πρὸς ἀριστερὰν τῆς αἰθούσης δωμάτιον, καὶ διετάχθη τὸ γραφεῖον νὰ χορηγήσῃ ὅλα τὰ μέσα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ παρακαλῶ νὰ συνέλθῃ αὔριον. Νομίζω ὅτι εἶναι ἐκ τῶν καθηκόντων αὐτῆς νὰ ἐπισπεύσῃ τὸ ἔργον, διότι δὲν πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθουν πρότερον τὰ βουλευτικὰ σώματα, τοῦ ν’ ἀφίνωσι τὴν πολιτείαν νὰ ζῇ διὰ πιστώσεων.
§4ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἂν μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ κάμω πρότασιν σύμφωνον μὲ τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἐξεφράσατε περὶ τῆς ταχείας ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ· οὕτως ἂς εἰσέλθωμεν πλέον εἰς ἕνα συνταγματικὸν βίον, οὗτος εἶναι τοῦ νὰ ψηφίζηται ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ μετὰ ταῦτα ἡ Κυβέρνησις νὰ δαπανᾷ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ. Θὰ προτείνω, Κύριε Πρόεδρε, ὥστε ἐπὶ 8 ἡμέρας νὰ κάμωμεν διακοπὴν τῶν συνεδριάσεων, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ, εἰς τὸν ζῆλον τῆς ὁποίας ἔχω μεγάλην ὑπόληψιν, νὰ συνέλθῃ νὰ ἐργασθῇ, καὶ μετὰ τὸ πέρας νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς, ἵνα συζητηθῇ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Σάββατον, ἢ τὴν Δευτέραν θέλω ὑποβάλλει τὴν πρότασίν σας, ἀλλὰ μέχρι τῆς Δευτέρας πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ συνεδριάσεις (θόρυβος). Ἐρχόμεθα εἰς τὴν ὑποβολὴν διαφόρων προτάσεων, εὑρισκομένων εἰς χεῖράς μου πρὸ ἡμερῶν, τὰς ὁποίας δὲν ὑπέβαλα, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπασχοληθῇ εἰς τὴν ὑποβολὴν προτάσεων, ἐπειδὴ εἶχε πολλὰ σπουδαῖα ἀντικείμενα νὰ συζητήσῃ. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν προτάσεων, διότι μοὶ ἐγένοντο παράπονα, καὶ διότι εἶναι δικαίωμα ἀναφαίρετον ἡ ὑποβολὴ τῶν προτάσεων. Ὑποβάλλεται πρότασις τοῦ Κ. Παντολέοντος. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει· Μετὰ δευτέραν ἀναίρεσιν ἀποφάσεως Ἐφετῶν ἢ Πρωτοδικῶν ἡ ὑπόθεσις παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον δικαστήριον, καὶ ἀποφασίζεται ὑπὸ ἐννέα Ἐφετῶν δι’ ὑποθέσεις τῆς ἁρμοδιότητος αὐτῶν, καὶ ὑπὸ πέντε Πρωτοδικῶν δι’ ὑποθέσεις τῆς ἁρμοδιότητος αὐτῶν, κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Νόμου καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ Δικαίου, ἃς ἔθεσεν ὁ Ἄρειος Πάγος ἐν τῇ ἀποφάσει του. Τρίτη δὲ αἴτησις ἀναιρέσεως εἶναι ἀπαράδεκτος. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 22 Νοεμβρίου 1863.
Ὁ πληρεξούσιος
Ν. ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν προσδιορίζει ἡ Συνέλευσις;
§7ΠΟΛΛΟΙ. Μετὰ τὸν προϋπολογισμόν. Ὑποβάλλεται ἑτέρα πρότασις ἡ ἑξῆς· Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει· Τὸ εἰς τὰς πολιτικὰς καὶ ἐμπορικὰς δίκας προκαταβαλλόμενον παράβολον εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον προσδιορίζεται εἰς δραχμὰς πεντήκοντα, ἀριθ. 50, διὰ τὰς περὶ ἀναιρέσεως αἰτήσεις ἀποφάσεων δικαστηρίου Ἐφετῶν, καὶ εἰς δραχμὰς εἰκοσιπέντε δι’ ἀποφάσεις Πρωτοδικῶν, Ἐμποροδικῶν καὶ Εἰρηνοδικῶν. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 22 Νοεμβρίου 1863.
Ὁ πληρεξούσιος
Ν. ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ.
§8ΠΟΛΛΟΙ. Καὶ αὐτὴ μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα πρότασις τοῦ ἰδίου ἡ ἑξῆς· Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει· Πᾶσα ἀγωγὴ περὶ ἀποζημιώσεως κατὰ τοῦ Δημοσίου διὰ πράξεις ἢ παραλείψεις δημοσίων λειτουργῶν ἢ ὑπαλλήλων πολιτικῶν ἢ στρατιωτικῶν εἶναι ἀπαράδεκτος, ἐπιφυλαττομένου τοῦ δικαιώματος εἰς τὸν ζημιωθέντα νὰ κινήσῃ τὴν ἀγωγήν του κατὰ τοῦ αὐτουργοῦ τῆς ζημίας τοῦ διορίσαντος αὐτὸν ὑπουργοῦ ἢ ἄλλου δημοσίου ἀνωτέρου ὑπαλλήλου. Οἱ ὡς ἀνωτέρω αὐτουργοὶ καὶ συναίτιοι τῆς ζημίας κηρύττονται ἀλληλεγγύως ὑπεύθυνοι πρὸς τὸν ζημιωθέντα. Ὁ ζημιωθεὶς δύναται νὰ εἰσάξῃ ἀπ’ εὐθείας τὴν ἀγωγήν του εἰς τὸ ἁρμόδιον δικαστήριον ἄνευ προηγουμένης αἰτήσεως θεραπείας ἢ ἀδείας τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 22 Νοεμβρίου 1863.
Ὁ πληρεξούσιος
Ν. ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ.
§10ΠΟΛΛΟΙ. Καὶ αὐτὴ μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα πρότασις τοῦ αὐτοῦ. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει· Ὁ νόμιμος τόκος ἐπὶ πολιτικῶν χρεῶν προσδιορίζεται εἰς ὀκτὼ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ἐπὶ δὲ ἐμπορικῶν εἰς δέκα. Ὁ προσδιορισμὸς οὗτος τοῦ τόκου ἰσχύει καὶ εἰς τὰς δοσοληψίας τοῦ Δημοσίου, ἐκτὸς ἐκείνων, περὶ ὧν ὑπάρχουσιν ἰδιαίτεροι κανονισμοὶ μικροτέρου τόκου. Πᾶσα ἄλλη διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸ παρὸν ψήφισμα καταργεῖται, ἐκτὸς τῶν ἀφορωσῶν τὴν Τράπεζαν. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 22 Νοεμβρίου 1863.
Ὁ πληρεξούσιος
Ν. ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ.
§12ΤΙΝΕΣ. Τὴν Δευτέραν.
§13ΕΤΕΡΟΙ. Μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν Δευτέραν παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (οὐδεὶς ἐγείρεται). Λοιπὸν μετὰ τὸν προϋπολογισμόν. Ὑπάρχει μία πρότασις τοῦ Κ. Σαριπόλου ἡ ἑξῆς· Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει· Ἄρθρ. 1. Πᾶς ἐν Ἑλλάδι τυπογράφος ὑποχρεοῦται ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως οἱουδήποτε ἐν τῷ τυπογραφείῳ του ἐκδοθέντος βιβλίου, φυλλαδίου, περιοδικοῦ συγγράμματος καὶ ἐφημερίδος νὰ παραδώσῃ ἐπὶ ἀποδείξει παραλαβῆς πρὸς τὸν ἔφορον τῆς δημοσίας τοῦ Πανεπιστημίου βιβλιοθήκης δωρεὰν δύο ἀντίτυπα. Ἄρθρ. 2. Ὁ παραβάτης τῆς ἀνωτέρω διατάξεως θέλει τιμωρεῖσθαι ὡς ἔνοχος πταίσματος μὲ πρόστιμον δεκαπλάσιον τῆς ἀξίας τοῦ ἐκδοθέντος πονήματος, ἢ ἂν τοῦτο προώρισται νὰ διανεμηθῇ δωρεὰν, μὲ πρόστιμον 10–50 δραχμῶν. Ἄρθρ. 3. Ἐν ὑποτροπῇ δὲ θέλει ἐπιβάλλεσθαι πρόστιμον τριπλάσιον τοῦ πρώτου. Ἀθήνῃσι, τῇ 10 Ἰανουαρίου 1864.
Ὁ πληρεξούσιος τοῦ Πανεπιστημίου
Ν. ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν ἡμέραν ὁρίζει ὁ προτείνων;
§16ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Τὴν Δευτέραν· διότι δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὴ συζητήσεως.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν Δευτέραν παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Συνέλευσις δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ γείνῃ μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Ὑποβάλλεται ἑτέρα πρότασις τοῦ πληρεξουσίου Ν. Κοντζιᾶ, σπουδαία πρότασις, τῆς ὁποίας τὸ διατακτικὸν περιλαμβάνεται εἰς 15 σελίδας, ἐκτὸς τοῦ αἰτιολογικοῦ· εἶναι κανονισμὸς τῶν σχολείων, Γυμνασίων καὶ τοῦ Πανεπιστημίου.
§18ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§19ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Νὰ διευθυνθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Παιδείας ἐπιτροπὴν διὰ νὰ φέρῃ τὴν γνωμοδότησίν της.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἡ τύπωσις τῶν πρακτικῶν τῶν ἐπισήμων τῆς Συνελεύσεως εἶναι ὀπίσω 90 συνεδριάσεις, καὶ ἡ σύγχρονος τύπωσις τῶν πρακτικῶν μετὰ τῶν νομοσχεδίων τῶν ψηφισμάτων εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαία, διότι τὰ πρακτικὰ συντελοῦν εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων. Ἂν ἀπασχολῶμεν τὸ τυπογραφεῖον μὲ τὴν τύπωσιν τόσων προτάσεων ἐκτεταμένων, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ ἔλθωσιν εἰς συζήτησιν, καὶ ἴσως δὲν θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν διόλου, τότε τὰ πρακτικὰ θὰ μείνουν ὀπίσω.
§21ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἀφοῦ πρόκειται περὶ τόσον σπουδαίου ἔργου, δύναται νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία θὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἡ ὁποία θὰ τὸ εὕρῃ σπουδαῖον, τότε αὕτη θὰ γνωμοδοτήσῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν περὶ τῆς τυπώσεως.
§22ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Πρὸ πολλοῦ ὑπάρχει διωρισμένη ἐπιτροπὴ ὑπὸ τοῦ πρώην ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως διὰ νὰ ἐπεξεργασθῇ τὸν περὶ Πανεπιστημίου Νόμον. Βεβαίως εἶναι μεγάλη ἔλλειψις, διότι ὁ προτείνων σήμερον δὲν ἀποτελεῖ μέρος τῆς ἐπιτροπῆς· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐκεῖνο τὸ νομοσχέδιον διὰ μακρῶν συζητήσεων κατεσκευάσθη καὶ πρόκειται νὰ σᾶς ὑποβληθῇ ἐντὸς ὀλίγου, νομίζω, ὅτι τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον σᾶς ὑποβάλλεται σήμερον, πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἐκ παραλλήλου, πρὸς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον θέλει φέρει ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως· διὰ τοῦτο προτείνω νὰ ἀναβληθῇ καὶ ἡ τύπωσις καὶ ἡ ἐπεξεργασία μέχρις οὗ παρουσιασθῇ τὸ παρὰ τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως παρασκευασθὲν νομοσχέδιον τῆς πρὸς τοῦτο πρὸ πολλοῦ διωρισμένης εἰδικῆς ἐπιτροπῆς.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν ἔπρεπε ν’ ἀναγνωσθῇ· ἀλλ’ ἡ ἀνάγνωσις αὐτοῦ θ’ ἀπασχολήσῃ ὁλόκληρον συνεδρίασιν. Νομίζω, ὅτι διὰ ν’ ἀποφύγωμεν αὐτὴν καὶ διὰ νὰ κρίνωμεν περὶ τοῦ, ἂν πρέπῃ νὰ τυπωθῇ ἢ ὄχι, εἶναι καλὸν νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα, καθ’ ἣν θὰ κάμῃ συνοπτικὴν ἀνάπτυξιν ὁ προτείνας, καὶ μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν ἀποφασίζει ἡ Συνέλευσις, ἂν πρέπει νὰ τυπωθῇ ἢ ὄχι. Ποίαν ἡμέραν προσδιορίζετε;
§24ΚΟΤΖΙΑΣ. Τὴν Παρασκευήν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα πρότασις διαφόρων ἄλλων πληρεξουσίων ἡ ἑξῆς· Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. Ψηφίζει· Ἄρθρον μοναδικόν. Ἀκυροῦται ἡ περισταλτικὴ περὶ ἀπονομῆς ἀμνηστείας διάταξις τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ΞΗʹ. ψηφίσματος, ἔχουσα οὕτως· «Ἡ ἀμνηστεία δὲν ἀπονέμεται εἰμὴ μόνον εἰς τὰ καθαρῶς πολιτικὰ ἐγκλήματα.»
Οἱ προτείναντες
Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ,
Κ. ΖΑΡΕΙΦΟΠΟΥΛΟΣ,
Χ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν ἡμέραν προσδιορίζετε;
§27ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ πρότασις δὲν πρέπει νὰ συζητηθῇ, διότι ἀφορᾷ τὴν διόρθωσιν τοῦ Συντάγματος. Τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ μεταῤῥυθμίσῃ ἡ πρότασις αὕτη εἶναι νόμος καταστατικὸς θὰ μεταῤῥυθμισθῇ ἅπαξ μόνον, νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν· ποίαν ἡμέραν προσδιορίζει ἡ Συνέλευσις διὰ τὴν ἀνάπτυξιν;
§29ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν Παρασκευήν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν Παρασκευὴν παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (οὐδεὶς ἐγείρεται)· οἱ παραδεχόμενοι μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν προτάσεων.
§31ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Καὶ ἡ ψηφοφορία τί θὰ γίνῃ;
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ ταῦτα.
§33ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλαι αἱ ἀναπτύξεις ν’ ἀναβληθῶσι καὶ νὰ γίνωσι μετὰ τὴν ψηφοφορίαν.
§34ΕΤΕΡΟΙ. Μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ γίνῃ ἀναβολὴ ἐπὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς προτάσεως μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· παρεδέχθη.
§36Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως μηνὸς ἀπηύθυνα πρὸς τὸν Κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργὸν ἐπερώτησιν, καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ πληροφορήσῃ αὐτὴν περὶ τῶν διατρεξάντων ἐν τοῖς ἐπαρχιακοῖς συμβουλίοις κατὰ τὴν ἐπαρχίαν Γόρτυνος· καὶ ἀπεφάσισεν ἡ Συνέλευσις, ἵνα προσέλθῃ ὁ Κ. ὑπουργὸς μίαν τῶν ἡμερῶν τῆς ἑβδομάδος ἐκείνης· ἀλλὰ συμβεβηκότα συναφῆ μὲ τὴν πορείαν τοῦ ὑπουργείου ἐπέβαλον καὶ εἰς ἐμὲ τὸ καθῆκον νὰ ἀπόσχω ἐπιμένων εἰς τὴν ἐπερώτησιν· διότι ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀφήσω ὅλην τὴν εὐκολίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς πορείας της· μετὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐγένετο δευτέρα ἀπόπειρα πρὸς συγκρότησιν τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου, καὶ κατὰ ταύτην συνέβησαν, κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, πολλαὶ παραβάσεις τοῦ νόμου. Ἐνόμισα λοιπὸν ἀναγκαῖον σήμερον νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἐπερώτησιν ἐκείνην καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Συνέλευσιν, ἐὰν ἐγκρίνῃ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν Κ. ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν συγκρότησιν τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου καὶ νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ διαταγῶν, τὰς ὁποίας ἔδωκε. Δὲν ἐνδιαφέρομαι ἐσωτερικῶς περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης· ἕνα μόνον λόγον καὶ μίαν ἐπιθυμίαν ἔχω νὰ ἀποδειχθῇ, ἐὰν οἱ νόμοι ἐτηρήθησαν καὶ νὰ ἐξελεγχθῇ πᾶσα τυχὸν λαβοῦσα χώραν παράβασις αὐτῶν.
§37ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (πρωθυπουργός). Εἰς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν πρὸ ἡμερῶν ἀπέτεινεν ὁ προαγορεύσας, δὲν ἀπήντησα τῳόντι, διότι τὸ ὑπουργεῖον καθ’ ἡμέραν ἔκτοτε ἐλάμβανε πληροφορίας περὶ τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπερώτησις ἀπέβλεπε· ποῖα ἦσαν τὰ ἀντικείμενα ἐκεῖνα τὴν σήμερον δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἀπαντήσω, ἀλλὰ μόνον νὰ δικαιολογήσω τὸν λόγον τῆς ἀναβολῆς. Τὰ ἀντικείμενα ἐκεῖνα δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς ποῖα ἦσαν, ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον ἦτο, μοὶ φαίνεται, ὅτι παρεβιάσθη ἡ ἐλευθερία τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου, ὅτι τὰ πρακτικὰ ἐνοθεύθησαν καὶ ἄλλα τινά. Μετὰ τὴν ἐπερώτησιν ἔκτοτε τὸ ὑπουργεῖον πληροφορηθὲν, ὅτι ἦσαν ἀνύπαρκτα, ὡς ἐν τῇ ἐπερωτήσει ἐξετέθησαν, ἐνόμισα περιττὸν ν’ ἀπαντήσω.
§38Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κ. Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.
§39ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τότε ἡ ἐπερώτησις περιεῖχε, ἦσαν ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἦλθον εἰς γνῶσιν τοῦ ἐπερωτήσαντος, ὅστις καθ’ ὃν τρόπον τὰ ἐξέφρασεν, ἐφαίνοντο ὅτι ἦσαν ἁπλαῖ εἰδήσεις· τὸ ὑπουργεῖον ἑπομένως ἤθελεν ἀφήσει τὸν ἐπερωτήσαντα νὰ βεβαιωθῇ ἐκ τῶν ὑστέρων τὴν ἀλήθειαν, ἐπειδὴ δὲ αὐτὴ ἡ ἐπερώτησις δὲν ἐπανελήφθη, διὰ τοῦτο δὲν ἔφερε τὰς πληροφορίας. Τὸ ἐπαρχιακὸν συμβούλιον προέβη εἰς τὰ ἔργα του· εἶμαι δὲ ἕτοιμος ἀφοῦ λάβω γνῶσιν καὶ τῶν μετὰ ταῦτα συμβάντων νὰ σᾶς φέρω πληροφορίας καὶ ἐπὶ τῶν πρώτων ἀντικειμένων καὶ ἐπὶ ἑτέρων, τὸ αὐτὸ ζήτημα ἀφορώντων, ὅταν ἡ Συνέλευσις προσδιορίσῃ.
§40Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διατυπῶ λεπτομερέστερον τὴν πρότασίν μου. Ζητῶ ἰδίως, ὅπως ὁ Κ. ὑπουργὸς καταθέσῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰ ἐν τῷ ὑπουργείῳ ὑπάρχοντα ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν συγκρότησιν τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου τῆς Γόρτυνος· ἐκ τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων τούτων θέλουσι πεισθῆ οἱ Κύριοι συνάδελφοί μου, ὅτι δὲν εἶναι τὰ πράγματα ὡς ἐξετέθησαν, διότι οἱ νόμοι παρεβιάσθησαν· δὲν προτίθεμαι ν’ ἀναιρέσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Κ. ὑπουργὸς, πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, εἶπεν, ὅτι δὲν ἔδωκε τὰς πληροφορίας, διότι τὰ πράγματα ἦσαν ἀνύπαρκτα. Ἐκ τῶν ἐγγράφων θέλει ἀποδειχθῆ πῶς τὰ πράγματα ὑπῆρξαν, καὶ ὅτι ὑπῆρξαν παρανομίαι, ἕνεκα τῶν ὁποίων τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἠκύρωσε τὰ ἔγγραφα· καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἀκύρωσιν ἐκείνων ἐπῆλθον νέαι παρανομίαι, διὰ τοῦτο σήμερον νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ ἐξελεγχθῶσιν αἱ νέαι παρανομίαι τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας ἢ τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων ἔχει ἀντίῤῥησιν τὸ ὑπουργεῖον;
§42ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φέρῃ αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ ἴδῃ ἡ Συνέλευσις ἂν ἐνηργήθησαν παρανομίαι.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν ἡμέραν ὁρίζει ἡ Συνέλευσις;
§44ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν Δευτέραν.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν Δευτέραν νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ὁ Κ. Βάσσος ἔχει τὸν λόγον δι’ ἑτέραν ἐπερώτησιν.
§46ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Αἱ ἐπερωτήσεις εἶναι ἔναρξις νέας συνεδριάσεως· ἡ ψηφοφορία ἡ διακοπεῖσα εἶναι συνέχεια προλαβούσης συνεδριάσεως, ὅθεν κατὰ τὸν ὀρθὸν λόγον πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ ψηφοφορία.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· ἡ ἐπερώτησις προηγεῖται· συζήτησις μόνον δὲν δύναται νὰ γείνῃ. — Ἔχετε τὸν λόγον, Κ. Βάσε.
§48Τ. ΒΑΣΟΣ. Κύριοι, ἡ ἐπερώτησίς μου ἀφορᾷ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, οὐχὶ τὸν παρόντα, ἀλλὰ τὸν προκάτοχον αὐτοῦ Κ. Σμολένσκην, ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν ἑνὸς ψηφίσματος τῆς Συνελεύσεως, τὸ ὁποῖον ἐξετέλεσεν ὁ προκάτοχος τοῦ παρόντος ὑπουργοῦ· ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἡ Συνέλευσις δι’ ἀποφάσεώς της κατήργησεν ὅλους τοὺς βαθμοὺς τοὺς δοθέντας εἰς πολίτας. Μεταξὺ, Κύριοι, τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες ἀπώλεσαν τὸν βαθμὸν των συνεπεία τοῦ ψηφίσματος τούτου, ὑπῆρξε καὶ ὁ Κωνστ. Μωραϊτίνης· θὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Συνελεύσεως μίαν ἀπόφασίν της, οὐχὶ τυπικὴν, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν ἀπόφασίν της ἐπὶ τῆς προκειμένης περιστάσεως, ὁπότε, δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖος πληρεξούσιος, ἔφερε ψήφισμα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν περὶ προικοδοτήσεως ἢ ἀποζημιώσεως, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, τῶν ἀδελφῶν, τῶν μαρτύρων τῆς ἐπαναστάσεως· ὁ τότε πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως Κ. Μωραϊτίνης ἦλθεν εἰς τὸ βῆμα, καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν Συνέλευσιν.... θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναφέρω αὐτολεξεὶ τὶ εἶπεν.
§49ΠΟΛΛΟΙ. Τὰ ἐνθυμούμεθα.
§50Τ. ΒΑΣΟΣ. Ἐν συνόψει εἶπεν, ὅτι τὸ ἔθνος ἀρκετὰ ἱκανοποίησε τὴν σκιὰν τοῦ υἱοῦ του, καὶ διὰ τοῦτο ἔδωκεν εἰς τὸν υἱόν του τὸν νεώτερον τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ ἢ ἀνθυπασπιστοῦ, καὶ ἀπῆλθεν εἰς Εὐρώπην καταγινόμενος περὶ τὰ στρατιωτικά· ἀλλὰ προσέθηκεν, ὅτι νομίζει, ὅτι, ἐπειδὴ καὶ ὑπάρχει λόγος καὶ πρότασις εἰς τὴν Συνέλευσιν, διὰ τῆς ὁποίας πρόκειται, ἅμα καταργηθῶσιν ὅλοι οἱ βαθμοὶ, οἱ δοθέντες εἰς πολίτας, ὅτι ὑποπτεύει, μήπως καὶ ὁ υἱός του ἀπολέσῃ τὸν βαθμὸν· σεῖς δὲ εἴπατε πρὸς αὐτὸν, ὅτι, ἐὰν ὅλοι οἱ βαθμοὶ καταργηθῶσιν, ὁ υἱός σου θὰ μείνῃ· νομίζω, ὅτι ἡ ὑπόσχεσις αὕτη ἑνὸς σώματος, ὁποῖον τὸ συνέδριον τοῦτο, εἶναι ἀπόφασις, ἥτις ὀφείλει νὰ μὴ ἀφαιρέσῃ τὸν βαθμὸν τοῦ νέου τούτου· διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι τὸ ψήφισμα δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν ἐπὶ τοῦ Κωνστ. Μωραϊτίνη, καθόσον καὶ ἡ Συνέλευσις ὑπεσχέθη νὰ διατηρήσῃ τὸν βαθμόν του εἰς συνεδρίασιν προγενεστέραν.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ὁρίσῃ ἡ Συνέλευσις τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὁ ὑπουργὸς θὰ δώσῃ τὸν λόγον, διὰ νὰ ἑρμηνεύσῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ ψήφισμα, καὶ τότε ἡ Συνέλευσις ἠμπορεῖ νὰ ἐξηγηθῇ, ἐὰν θεωρῇ ἢ ὄχι, ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ Κυρ. Μωραϊτίνη πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ, αὐτὴ, νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ πορεία, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν. Ποίαν ἡμέραν ὁρίζει ἡ Συνέλευσις;
§52ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν Δευτέραν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν δευτέραν νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται πολλοί)· — θὰ προκαλέσω πάλιν τὴν ψῆφόν σας· οἱ παραδεχόμενοι τὴν δευτέραν, παρακαλῶ, νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι) παρεδέχθη. Ὁ Κ. Μαυρομμάτης ἔχει τὸν λόγον διὰ μίαν ἐπερώτησιν· ἐλπίζω, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν θὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν αὐτὴν τακτικὴν τῶν ἐπερωτήσεων.
§54ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐκτιμῶ τὰς παρατηρήσεις σας, ἀλλὰ δὲν ἐπέτυχον· δὲν θὰ κάμω ἐπερώτησιν. Ἤθελον παρακαλέσει μόνον τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν ἐκκλησιαστικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ σχετικῶς μὲ τὸ ὑπὸ ψηφοφορίαν ζήτημα, ἐὰν παρὰ κατοίκων διαφόρων τοῦ Μεσολογγίου ἔλαβεν ἀναφορὰν, ἀφορῶσαν τὴν γενομένην κατάργησιν τῆς θέσεως τοῦ γυμνασιάρχου καὶ τῶν δύο καθηγητῶν (θόρυβος).
§55ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς). Νομίζω, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἐπερώτησις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, ἀρξαμένης τῆς ψηφοφορίας.
§56ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐγὼ ὑποθέτω, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι ἐκκρεμὲς ἀκόμη, δύναμαι νὰ φέρω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν.
§57ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν φθάνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§59ΙΑΛΕΜΟΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ ἐπερώτησιν.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἐλησμόνησα.
§61ΙΑΛΕΜΟΣ. Ἐν τῇ εὐγενεῖ ταύτῃ σπουδῇ, τὴν ὁποίαν βλέπω, ὅτι ἔχετε ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ ὑπόθεσιν συναφῆ τοῦ περισπουδάστου τούτου ἀντικειμένου. Ὅλοι ἠξεύρετε, ὅτι ἓν σχολεῖον ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι, τὸ τῆς Ἀνδριτσαίνης, ὅμοιον μὲ τὰ περιβόητα σχολεῖα τῶν Κυδωνιῶν καὶ ἄλλων, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξῆλθον οἱ διδάσκαλοι τοῦ ἔθνους, παρήγαγε τοσοῦτον ἀγλαοὺς καρποὺς, ὥστε ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τῆς τύχης τοῦ σχολείου τούτου. Μεγάλη καὶ σπουδαία προικοδότησις εἶχεν ἐξασφαλίσει τὸ μέλλον τῆς σχολῆς ταύτης, ἡ προικοδότησις αὕτη ἔπεσεν εἰς χεῖρας λίαν ἐντίμους, ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τοῦ ἀξιοτίμου Χαραλ. Χρηστοπούλου, καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Κ. Ἀλεξ. Ῥίζου Ῥαγκαβῆ. Μανθάνω, Κύριοι, ὅτι 8,000 δραχμῶν κατετέθησαν εἰς τὴν τράπεζαν ἀπὸ τὸν μακαρίτην Γιανικέσην, προωρισμένων εἰς τὴν σχολὴν ταύτην· ἔξαφνα δὲν εὑρίσκονται εἰς τὸ κατάστημα τῆς τραπέζης· λέγεται, ὅτι καὶ αὐταὶ ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τοὺς ἐντίμους τούτους Κυρίους, δὲν ἐξεύρω τί μέτρα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις· νομίζω, ὅτι ἓν ἐκ τῶν περισπουδάστων μελημάτων αὐτῆς πρέπει νὰ ᾖναι ἡ φροντὶς περὶ τῆς σχολῆς ταύτης, καὶ ἡ ἀπόδοσις τῶν χρημάτων τούτων, εἰ δυνατὸν δὲ, καὶ ἡ τιμωρία τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐτόλμησαν νὰ θέσουν βέβηλον χεῖρα ἐπὶ τῶν χρημάτων αὐτῶν.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Συνέλευσις νὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως;
§63ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, (θόρυβος).
§64ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργὸς Παιδείας). Κύριοι, πληροφορίας τινὰς θὰ δώσω. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ γεγονὸς τῆς λήψεως 8,000 δραχμῶν παρὰ τῶν Κυρίων Χρηστοπούλου καὶ Ῥαγκαβῆ, αὐτὸ εἶναι ἀληθές· ἅμα ἐγὼ ἔλαβον τὴν διοίκησιν τοῦ ὑπουργείου τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν, ἐπληροφορήθην τοῦτο, καὶ ἔκαμα ὅλην μου τὴν ἐνέργειαν, διὰ νὰ βεβαιώσω τὴν πρᾶξιν καὶ φέρω τὴν ἀπαιτουμένην θεραπείαν· ἔγραψα πρὸς τὴν τράπεζαν καὶ ἐζήτησα τὰς πληροφορίας· καὶ ἡ τράπεζα, ὄχι μόνον ἀπήντησε καταφατικῶς, ἀλλ’ ἔστειλε καὶ τὴν ἀπόδειξιν ὑπογεγραμμένην ὑπὸ τῶν δύο τούτων Κυρίων. Αὐτοὶ οἱ Κύριοι τὰ ἔλαβον ἐπὶ λόγῳ νὰ ἀγοράσουν ὑλικὸν, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἀνέγερσιν μιᾶς βιβλιοθήκης ἐκεῖ, καὶ ἔμελλον νὰ συμφωνήσουν μὲ τοὺς πωλητὰς τοῦ ὑλικοῦ.
§65ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ποῖος Χρηστόπουλος εἶναι αὐτός;
§66ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ πρώην ὑπουργὸς, ὄχι ὁ δικηγόρος. Ἀπηύθυνα πρὸς τὸν Κύριον Ῥαγκαβῆν ἐρώτησιν, τὸν προσεκάλεσα νὰ καταθέσῃ τὰ χρήματα· μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι αὐτὸς μόνον ἔθεσε τὴν ὑπογραφήν του, ἀλλὰ τὰ χρήματα τὰ ἔλαβεν ὁ Κύριος Χρηστόπουλος. Κατὰ συνέπειαν ἐσκέφθην νὰ ἀναγκάσω αὐτοὺς νὰ ἐπιστρέψωσι τὰ χρήματα· ἀλλὰ παρετήρησα, ὅτι δὲν ἀνήκει εἰς ἐμὲ ἡ δικαστικὴ ἐνέργεια, διότι ὑπάρχει ἐπιτροπὴ συστημένη κατὰ θέλησιν τοῦ διαθέτου, καὶ εἰς αὐτὴν ἀνήκει νὰ διεκδικήσῃ τὰ δικαιώματα αὐτὰ· ἀλλ’ ἐπειδὴ τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης μέλη ἦσαν καὶ οἱ Κύριοι οὗτοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὑπόλογοι, ἔγραψα πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ προκαλέσω ἀλλαγὴν τῆς ἐπιτροπῆς· εὑρισκόμεθα εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὰ χρήματα τοῦ Γιανικέση ἔγραψα πρὸς τὴν τράπεζαν, ἀλλ’ εἰσέτι δὲν ἔλαβον ἀπάντησιν.
§67ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Πότε ἐλήφθησαν αὐτὰ τὰ χρήματα;
§68ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ Κ. Ῥαγκαβῆς, ἀπαντῶν, ἰσχυρίζετο, ὅτι τὰ ἔλαβον πρὸ τῆς μεταπολιτεύσεως· ἀλλὰ παραβολῆς γενομένης ἐπὶ τῆς χρονολογίας, ἀπεδείχθη, ὅτι τὰ ἔλαβον ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν μεταπολίτευσιν.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις ἀρκεῖται εἰς τὰ λεχθέντα;
§70ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§71ΚΑΛΜΟΥΧΟΣ. Ζητῶ νὰ προσέλθῃ ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἴς τινα προσεχῆ συνεδρίασιν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν διατηρῶνται μισθοδοτούμενοι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς Ναύπλιον ἐθνοφύλακες, πόσοι καὶ διὰ ποῖον λόγον;
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν ἡμέραν ὁρίζει ἡ Συνέλευσις πρὸς ἀπάντησιν;
§73ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν Δευτέραν.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, φθάνομεν εἰς τὸ πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως· εἶναι ἡ ἐπανάληψις τῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Ἀγγελινίδου.
§75ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ ζητήσω μίαν διασάφησιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου. Ἐρωτῶ τὸν Κύριον Ζαΐμην, ἐὰν ἡ πρότασίς του, νὰ ἀναπληρωθῶσιν αἱ δύο τάξεις τῶν γυμνασίων συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἐὰν ἐννοῇ, ὁ νόμος αὑτὸς νὰ ἐφαρμοσθῇ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἢ μόνον ὡς πρὸς τὰ γυμνάσια αὐτὰ, τὰ ὁποῖα κατηργήθησαν.
§76ΖΑΪΜΗΣ. Ἡ πρότασίς μου εἶναι καθαρὰ, διὰ νὰ τὴν ἐννοήσῃ τις ἔπρεπε νὰ ᾖναι παρὼν τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω. Λυποῦμαι, διότι ὁ Κύριος Δεληγεώργης δὲν ἦτο παρών· εἶναι δὲ πολύ δυσάρεστον εἰς ἕνα λαλήσαντα χάριν ἑνὸς ἀπόντος κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν συζήτησιν, διότι ἂν λείπουν 50 καὶ ἔλθῃ ὁ καθένας ἡμίσειαν ὥραν μετὰ τὸν ἄλλον νὰ ζητήσῃ διασαφήσεις, τότε ἡ συζήτησις ποτὲ δὲν τελειόνει· μολαταῦτα χάριν τοῦ Κυρίου Δεληγεώργη, ἐπαναλαμβάνω τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας εἶπον ἐν τῇ ἀγορεύσει μου· εἶπον ὅτι ὑπάρχουν δύο νόμοι περὶ τῶν προσόντων τῶν καθηγητῶν· ὁ ὀργανισμὸς τοῦ 1836, καὶ τὸ διάταγμα τοῦ 1850, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου· ἐννοῶ λοιπὸν, ὅτι τὰ διατάγματα ταῦτα ἐν ὅσῳ ὑφίστανται καὶ δὲν καταργηθῶσιν, πρέπει νὰ ἔχουν τὴν πλήρη ἰσχύν των δι’ ὅλα τὰ γυμνάσια.
§77ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν ἐννοεῖ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ὡς πρὸς ὅλα τὰ γυμνάσια.
§78ΤΙΝΕΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν, ἐὰν θέλῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις.
§80ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται λοιπὸν ἡ ψηφοφορία. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Ἀγγελινίδου λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι. Ἰδοὺ ἡ πρότασις. «Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις ἐκφράζει τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ νὰ ἐπαναφέρῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τὰ γυμνάσια εἰς ἣν ἦτο πρότερον κατάστασιν, καὶ νὰ φροντίσῃ εἰς τὸ μέλλον περὶ τῆς βελτιώσεως αὐτῶν, καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι! Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 185· 95 εἶπον ὄχι, 85 εἶπον ναί, 5 ἠρνήθησαν ψῆφον· ἄρα ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη διὰ μιᾶς πλειοψηφίας 5 ψήφων.
§83ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὄχι 5, 15 ψήφων.
§84ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι ἐκερδήθη μὲ τὰς ψήφους τοῦ ὑπουργείου (θόρυβος).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴν τὴν δήλωσιν δὲν τὴν ἔκαμα πρὸς κανένα σκοπόν. Ὑποβάλλεται εἰς ψηφοφορίαν τοῦ Κυρίου Ζαΐμη, ἔχουσα ὡς ἀκολούθως. «Ἡ Συνέλευσις συσταίνουσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συμπληρώσῃ τὰ γυμνάσια διὰ καθηγητῶν, ἐχόντων τὰ νόμιμα προσόντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἔγεινε δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Ζαΐμη. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον, διὰ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησιν περὶ τοῦ ἐλαιῶνος τῆς Κορίνθου.
§86ΔΡΟΣΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομ.). Ν’ ἀναπτυχθῇ πρῶτον.
§87ΒΑΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, προηγεῖται ἡ ὑπόθεσις τοῦ Κυρίου Μαστραπᾶ· κ’ ἔπειτα ἡμεῖς δὲν ἐλάβομεν γνῶσιν τῶν ἐγγράφων.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πάντοτε προηγοῦνται αἱ ἐπερωτήσεις.
§89ΔΑΓΡΕΣ. Προτείνω ν’ ἀναβληθῇ (θόρυβος).
§90ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἐπηρώτησα ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν Τετάρτην, ὡς ἡμέρα δὲ ἀναπτύξεως ὡρίσθη ἡ παρελθοῦσα Δευτέρα, ἀλλ’ ἕνεκα ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα ἀπησχόλησαν τὴν Συνέλευσιν, δὲν ἐδόθη καιρὸς, ὥστε ν’ ἀναπτυχθῇ. Κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἔφερα τὴν ἐπερώτησιν, ἡ Συνέλευσις ἀπεφάνθη ὅτι ὁ Κύριος ὑπουργὸς ὀφείλει ἐντὸς τῆς αὔριον νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Συνελεύσεως· ὁ δὲ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔκτοτε κατέθεσεν αὐτά. Ἐὰν δὲ σεῖς δὲν ἐφροντίσατε νὰ λάβητε αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν, Κύριε Βάσε, πρέπει νὰ αἰτιᾶσθε μόνον τὸν ἑαυτόν σας καὶ δὲν ἔπεται, ὅτι πρέπει νὰ περιμείνῃ ἡ Συνέλευσις νὰ λάβητε σεῖς γνῶσιν τῶν ἐγγράφων;
§91ΒΑΣΟΣ. Ἐπειδὴ ἔκαμα τὸ λάθος αὐτὸ, καθὼς τὸ ἔκαμαν καὶ πολλοὶ ἄλλοι, διὰ τοῦτο μὴ θέλετε νὰ κάμητε τὸ ἄλλο σφάλμα νὰ φέρητε τὴν συζήτησιν, ἐνῷ ἡμεῖς εἴμεθα εἰς ἄγνοιαν.
§92ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅταν θέλετε, δὲν μὲ μέλει, ν’ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν Παρασκευήν· τοῦτο μόνον παρακαλῶ τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπειδὴ τὰ ἔγγραφα εἶναι ἐλλειπῆ, νὰ παρουσιάσῃ καὶ τὰ ἐλλείποντα.
§93ΔΡΟΣΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομ.). Ὅλα τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν ὑπάρχουσιν· ἂς καταδείξῃ ὁ ἐπερωτήσας ποῖα ἔγγραφα λείπουν, κ’ εἶμαι ἕτοιμος νὰ τὰ φέρω.
§94ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λείπει τὸ ὑπ’ ἀριθμ. 52,187 ἀπὸ 10 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους ἔγγραφον, τουτέστι λείπει ἡ διαταγὴ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς ὁποίας ἐδόθη ἡ ἄδεια εἰς τὸν Ἔφορον τῆς Κορινθίας νὰ προκηρύξῃ μίαν δημοπρασίαν ἐπὶ τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ ἐλαιῶνος τῆς Κορινθίας.
§95ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Δέχομαι τοῦτο, ὅτι μίαν διάταξιν δημοπρασίας....
§96ΠΟΛΛΟΙ. Τὸ ἔγγραφον θέλομεν.
§97ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂν θέλετε νὰ κάμω καὶ μικρὰν ἀνάπτυξιν, νὰ σᾶς διαφωτίσω εἰς τὴν μελέτην τῶν ἐγγράφων, εἶμαι ἕτοιμος.
§98ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§99ΜΑΚΡΗΣ. Ὄχι, Κ. Πρόεδρε, εἴπομεν τὴν Παρασκευήν.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρεῖς λέξεις θὰ εἴπῃ νὰ ἀναπτύξῃ μόνον τὴν ἐπερώτησίν του.
§101ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ βάσις τῆς ἐπερωτήσεώς μου εἶναι, ὅτι ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς ἐνοικιάσεως τῆς προσόδου τοῦ ἐλαιῶνος τῆς Κορινθίας παρεβίασε τὸν πάγιον Νόμον περὶ ἐνοικιάσεως τῶν ἐγγείων φόρων καὶ τῶν τῆς ἐπικαρπίας, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ ἐνοικίασις αὕτη, καθ’ ὅσον ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὸν Π. Νόμον τοῦ 55 νὰ ἐκδώσῃ διαταγὴν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ὁρίζῃ, νὰ δίδῃ τὴν ἄδειαν εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον νὰ ἐνεργήσῃ μίαν δημοπρασίαν ἐπὶ τῆς προσόδου τῆς Κορινθίας. Πρὸς δὲ ἔρχονται καὶ δύο ἄλλα ζητήματα, ὅτι ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰνομικῶν παρεβίασε τὸν τελευταῖον περὶ λειβαδίων νόμον καὶ τὸν περὶ φθαρτῶν κτημάτων, τοὺς ὁποίους πρό τινων ἡμερῶν ἡμεῖς ἐπεψηφίσαμεν.
§102ΔΡΟΣΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Θὰ δώσω πληροφορίας, Κύριοι.
§103ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἶναι συζήτησις τόρα.
§104ΔΡΟΣΟΣ. Δὲν θέλω ν’ ἀναβάλω οὐδὲ στιγμὴν νὰ σᾶς πληροφορήσω, καὶ μετὰ τὰς πληροφορίας, ἂς ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις, ὅ,τι ἐγκρίνει. Συνήθως ἡ πρόσοδος τῶν ἐλαιώνων ἐνοικιάζεται κατὰ τὸν 7βριον· ἡ πρόσοδος τοῦ ἐλαιῶνος τῆς Κορίνθου τοῦ παρόντος ἔτους ἐνοικιάσθη τὸν 9βριον τοῦ 63, καὶ θὰ σᾶς εἴπω τὸν λόγον· ἐφέτος παρουσιάσθη ἐνοικιαστὴς, ὅστις ἐπρότεινε νὰ παραχωρηθῇ εἰς αὐτὸν ἡ πρόσοδος τοῦ ἐλαιῶνος τῆς Κορίνθου ἄνευ δημοπρασίας καὶ προσέφερε 45,000 δραχ. ὁ ἀναφερθεὶς ἦτον ἕνας Κοντοχρηστόπουλος· ἤθελε δὲ νὰ ἐνοικιάσῃ ἀπὸ τὸν Νοέμβριον διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Οἱ ἐλαιῶνες, ἂν δὲν καθαρισθῶσιν, ἂν δὲν καλλιεργηθῶσι καὶ ποτισθῶσι, δὲν ἀποφέρουν καρπὸν, ἢ ἀποφέρουν ὀλίγον. Αὐτὸς λοιπὸν ἠθέλησε ν’ ἀναδεχθῇ ὁ ἴδιος τὴν καλλιέργειαν, τὸν καθαρισμὸν τοῦ ἐλαιῶνος, καὶ πρὸ πάντων τὸ πότισμα· λέγω πρὸ πάντων τὸ πότισμα, διότι τὸ ὕδωρ τῆς Κορίνθου ἁρπάζεται ἀπὸ τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον, ὅταν ἡ Κυβέρνησις καλλιεργῇ τὸν ἐλαιῶνα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀπέδιδε ποτὲ τὸν καρπὸν, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀποδίδῃ. Ὅταν ἦλθεν αὐτὴ ἡ πρότασις καὶ εἶδον τὴν προσφορὰν, παρετήρησα, ὅτι ἦτο μία προσφορὰ συμφέρουσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμην ἄνευ δημοπρασίας νὰ τὴν παραδεχθῶ. Διέταξα τὴν ἀρχὴν νὰ μεταβῇ νὰ κάμῃ τὰς παρατηρήσεις αὐτὰς, καὶ νὰ πείσῃ τὸν προτείναντα νὰ δεχθῇ τὴν δημοπρασίαν· κατ’ ἀρχὰς ἐδίστασεν, ἀλλ’ ἔπειτα ἐπείσθη. Ἐγένετο δημοπρασία ἐπὶ τῷ ἐλαχίστῳ ὅρῳ τῶν δρ. 45,000.
§105ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ 56,000.
§106ΔΡΟΣΟΣ. Εἰς τὴν δημοπρασίαν ἀνέβη εἰς 56,000 δρ.
§107ΤΙΝΕΣ. Τὰ παρελθόντα ἔτη πόσον ἀνέβη;
§108ΔΡΟΣΟΣ. Χρεωστῶ νὰ σᾶς κάμω μίαν διασάφησιν εἰς τοῦτο, ὅτι τὸ διάταγμα τὸ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ παγίου νόμου τοῦ 55 δὲν ὁρίζει ἀριθμὸν δημοπρασίας, ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ μία, εἰμπορεῖ νὰ γείνωσι καὶ πολλαὶ δημοπρασίαι· ὅσοι ἐνασχολοῦνται εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα γνωρίζουν τοῦτο καλῶς. Ἔγεινε λοιπὸν μία δημοπρασία καὶ ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ τελειωτικὴ. Ἰδοὺ ποία ἦτον ἡ πρόσοδος τῶν παρελθόντων ἐτῶν· κατὰ τὸ 57, 6,602 δραχ. τὸ 58 δρ. 2,627, τὸ 59 4,594 δραχ. τὸ 60 45,950. Κατὰ τὸ 61 20,935, τὸ 62 διὰ 27,642, τὸ 63 17,595, τὸ 64, 56,000 δραχμῶν. Ἔμειναν δὲ εἰς βάρος τοῦ ἐνοικιαστοῦ τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας, τοῦ καθαρισμοῦ καὶ τοῦ ποτίσματος τοῦ ἐλαιῶνος. Ἤκουσα, Κύριοι, μίαν παρατήρησιν, ὅτι ἐφέτος ἐνοικιάσθησαν περισσότερα τεμάχια· δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ὅσα τεμάχια ἐνοικιάσθησαν κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, τόσα ἐνοικιάσθησαν καὶ κατὰ τὸ παρόν.
§109ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§110ΔΡΟΣΟΣ. Εἶναι ἡ προκήρυξις ἡ ὁποία τὸ λέγει. Εἶπον, ὅτι ἔγεινε παράβασις τοῦ νόμου περὶ λειβαδίων καὶ περὶ ἐκποιήσεως τῶν φθαρτῶν κτημάτων.
§111ΔΑΓΡΕΣ. Τότε, Κύριε Πρόεδρε, ἐρχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν.
§112ΔΡΟΣΟΣ. Δίδω μόνον πληροφορίας. Καμμία παράβασις δὲν ἔγεινε καὶ κανὲν πρόσκομμα δὲν ἔφερεν ἡ ἐνοικίασις αὕτη εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ ἐκποιήσεως τῶν φθαρτῶν κτημάτων, διότι ἡ δημοπρασία περὶ τῆς ἐκποιήσεως δὲν θέλει ἐμποδισθῆ παντάπασι, θέλουν δὲ οἱ ἀγορασταὶ παραλάβει τὸν ἐλαιῶνα, θέλουν τὸν καλλιεργήσει καὶ θέλουν συλλέξει τὸ εἰσόδημα τοῦ προσεχοῦς ἔτους, διότι τὸ εἰσόδημα τοῦ 64 ἐνοικιάσθη ἤδη. Γνωρίζετε ὅτι ἐδόθη προθεσμία 3 μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς προκηρύξεως περὶ ἐκποιήσεων, μέχρι τῆς δημοπρασίας, ἀπαιτοῦνται καὶ ἄλλα προκαταρκτικὰ ἔργα, ὥστε ἡ ἐκποίησις ἐξ ἀνάγκης θὰ ἀναβληθῇ ἐπὶ πολλοὺς μῆνας. Δὲν εἶναι λοιπὸν κανὲν ἐμπόδιον εἰς τὴν ἐκποίησιν, ἐξ ἐναντίας θὰ ἐπέλθῃ μεγάλη ὠφέλεια, διότι καθαρίζεται τὸ ζήτημα τοῦ ποτισμοῦ. Καθόσον ἀφορᾷ τὸν ἄλλον περὶ χόρτου διϊσχυρισμὸν, παρατηρῶ ὅτι, ὅταν ἐνοικιάζετο ὁ ἐλαιὼν, ἐνοικιάζετο βεβαίως καὶ ἡ ὑπ’ αὐτὸν γῆ, εἰς τὴν ὁποίαν φύεται χόρτον. Τί θέλετε νὰ γείνῃ; ν’ ἀφήσωμεν ἐλεύθερον τὸν τυχόντα νὰ βάλῃ τὰ ζῶά του εἰς τὸν ἐλαιῶνα καὶ νὰ καταστρέψῃ τὰ ἔργα τοῦ ἐνοικιαστοῦ; ἄλλως τε, Κύριοι, τὸ χόρτον αὐτὸ ἐνοικιάσθη καὶ τὰ παρελθόντα ἔτη 61, 62 καὶ 63 ἀπὸ ἄλλους ὑπουργοὺς προκατόχους μου. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ ἐνοικίασις αὕτη προσβάλλει συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ὅμως, κατὰ τὴν κρίσιν μου, εἶναι καὶ ἄδικα καὶ παράνομα, καὶ ταῦτα ἔφεραν εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν τὸν ἐλαιῶνα τῆς Κορίνθου, διότι ὁ ἐλαιὼν, ἐνόσῳ τὸν καλλιέργει ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἐμποδίζετο καὶ δὲν ἔδιδε καρποὺς ἀναλόγως, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι ἐνοικιάζετο τόσον εὐτελῶς· ἐφέτος ἐφρόντισεν ὁ ἐνοικιαστὴς καὶ διὰ τὸ πότισμα καὶ διὰ καλλιέργειαν· ἠξεύρετε, ὅτι τὸ δημόσιον εἶναι κακὸς ἰδιοκτήτης· ἐπὶ τῇ προφάσει, ὅτι καθαρίζουν τινὲς τὸν ἐλαιῶνα, ἔκοπτον τοὺς καλλιτέρους βλαστοὺς τῶν ἐλαιῶν καὶ τοὺς ἔθετον εἰς τὰς σταφίδας των· ἐφέτος ὁ ἐνοικιαστὴς ἔχει συμφέρον νὰ μὴν ἀφίνῃ νὰ γίνωνται αὐτά. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἠνάγκασαν νὰ κάμω τὴν ἐνοικίασιν αὐτὴν ἀπὸ τοῦδε διὰ νὰ φέρω μίαν σημαντικὴν πρόσοδον εἰς τὸ δημόσιον καὶ νὰ βελτιώσω τὴν κατάστασιν τοῦ ἐλαιῶνος, ὅστις διὰ τῆς ἐνοικιάσεως ταύτης καθίσταται μεγαλειτέρας τιμῆς.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν ἂν θέλῃ νὰ γείνῃ συζήτησις σήμερον ἢ ν’ ἀναβληθῇ.
§114ΠΟΛΛΟΙ. Ἔγεινεν ἤδη συζήτησις.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζετε τὴν ἔνστασιν τῆς ἀναβολῆς;
§116ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Διὰ πότε;
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν ὁρίζομεν τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως.
§118ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπετρέψατε, κύριε πρόεδρε, εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἔκαμε συζήτησιν, πρέπει νὰ δώσητε τὸν λόγον καὶ εἰς ἡμᾶς.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τάξις ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων εἶναι, ὁρίζεται ἡμέρα διὰ τὴν ἀπάντησιν, καὶ μετὰ ταῦτα ἀποφασίζεται, ἐὰν πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις ἀμέσως ἢ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν. Ὁ ὑπουργὸς σήμερον ἀπήντησε· θέλει ἡ Συνέλευσις νὰ γείνῃ σήμερον ἡ συζήτησις ἢ νὰ ἀναβληθῇ εἰς ἄλλην ἡμέραν; λοιπὸν ἐγὼ ἐντὸς τῆς τάξεως τῶν κοινοβουλουτικῶν ἐθίμων θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν: Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προκειμένης ἐπερωτήσεως εἰς ἄλλην ἡμέραν, παρακαλῶ, νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· παρεδέχθη. Θὰ ἐρωτήσω ἤδη τὴν Συνέλευσιν ποίαν ἡμέραν ὁρίζει διὰ τὴν συζήτησιν.
§120ΠΟΛΛΟΙ. Ὑπάρχει ἀμφιβολία, κ. πρόεδρε, νὰ ἐρωτήσητε τὴν Συνέλευσιν ἀντιστρόφως.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλὰ, τὸ θέτω ἀντιστρόφως. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ προβῇ ἡ Συνέλευσις ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως αὐτῆς παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι)· ἀπεῤῥίφθη. Ποίαν ἡμέραν ὁρίζει ἡ Συνέλευσις;
§122ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν δευτέραν.
§123ΕΤΕΡΟΙ. Τὴν παρασκευήν.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν δευτέραν νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι) ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν παρασκευὴν νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) παρεδέχθη. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι παρὼν νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν πρὸς αὐτὸν ἐπερώτησιν περὶ τῶν παρανόμως διατελούντων εἰς τὴν στρατιωτικὴν σχολὴν;
§125ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε ν’ ἀναβληθῇ πᾶσα ἄλλη πρότασις.
§126ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Προτείνω νὰ προταχθῇ πάσης ἄλλης ἡ συζήτησις τῆς ὑποθέσεως τοῦ Μαστραπᾶ.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ἡ Συνέλευσις ἀποφασίσῃ ν’ ἀναβληθῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις, μάλιστα· τότε φθάνομεν εἰς τὸ δεύτερον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως, τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τοῦ πληρεξουσίου Μαστραπᾶ. (Ἐνταῦθα πάμπολλοι πληρεξούσιοι ζητοῦσι τὸν λόγον.)
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτος ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Βάσσος.
§129ΒΑΣΣΟΣ. Πρὶν προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν, νομίζω, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρέπει νὰ παρίσταται.
§130ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§131ΒΑΣΣΟΣ. Δεύτερον νομίζω, ὅτι ἡμεῖς ὄντες ἄνθρωποι, μὴ ἔχοντες νομικὰς γνώσεις οἱ πλεῖστοι, ἔχομεν ἀνάγκην τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ μᾶς ἐκθέσῃ ποῦ ἐστήριξε τὴν ἀπόφασίν της. Διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ ἓν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ν’ ἀναπτύξῃ αὐτήν.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρῶτος πρέπει νὰ λάβῃ ἐκεῖνος, ὅστις θέλει νὰ πολεμήσῃ τὴν ἔκθεσιν.
§133ΔΑΓΡΕΣ. Πρῶτον εἶναι τὸ ὑπουργεῖον, διότι ἡ ἔκθεσις ἐκ διαμέτρου ἀντίκειται εἰς τὴν γνώμην αὐτοῦ. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀποφανθῇ τὸ ὑπουργεῖον, ἀποδέχεται, ἢ ὄχι, τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς;
§134ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ προτείνω, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκφράσῃ κατὰ πρῶτον ποίαν ἰδέαν ἔχει περὶ τούτου.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν ἐγγραφὴν πρέπει νὰ δώσω τὸν λόγον. Λοιπὸν πρῶτος ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Βάσσος. Θέλει νὰ ὁμιλήσῃ τώρα;
§136ΒΑΣΣΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω τὴν ἔκθεσιν, διότι δὲν τὴν γνωρίζω.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἔκθεσις ἐτυπώθη, ἂς ἀναγνωσθῇ μολοντοῦτο.
§138ΑΘ. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ πρότασις ἀνεγνώσθη καὶ ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη, δὲν εἶναι ἀνάγκη δευτέρας ἀναγνώσεως. Ὁ Κ. Βάσσος ἠξεύρει γράμματα, καὶ ἠμπορεῖ νὰ τὴν ἀναγνώσῃ.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Βάσσος θέλει νὰ λάβῃ τὸν λόγον;
§140ΒΑΣΣΟΣ. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐκθέσεως.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται κατόπιν ὁ Κ. Καλός· εἶναι ὑπὲρ ἢ κατά;
§142ΚΑΛΟΣ. Κατά.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον.
§144ΚΑΛΟΣ. Κύριοι, καὶ εἰς μίαν τῶν προλαβουσῶν συνεδριάσεων, ὅτε κατὰ πρῶτον εἰσήχθη ἡ πρότασις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐνώπιόν σας, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἰδίαν γνώμην τῶν ἀγορευσάντων τότε· τὴν γνώμην ἐκείνην ἀπεκάλεσεν εἷς τῶν διαδεχθέντων μοι ἀηδῆ, καὶ ὅμως ἔρχομαι καὶ τώρα νὰ τὴν ὑποστηρίξω. Ἐν τῷ Συντάγματι ἐτέθη ὁ ὅρος, ὅτι οὐδεὶς συλλαμβάνεται καταδιώκεται, φυλακίζεται ἄνευ ἀδείας τοῦ Σώματος, εἰς ὃ ἀνήκει· ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἐτέθη τυχαίως, μόνον καὶ μόνον διὰ τὸν τύπον, ἀφῆκε δὲ εἰς μόνην τὴν δικαστ. ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ ἁρπάζῃ οἱονδήποτε τῶν μελῶν τῶν νομοθ. σωμάτων, οὔτε πάλιν ἐτέθη, ἵνα τὰ κοινοβουλευτικὰ σώματα ἀρνῶνται ἐν πάσῃ περιπτώσει τὴν καταδίωξιν. Ἡ διάταξις αὕτη πρέπει βεβαίως νὰ λάβῃ πρακτικὴν ἐφαρμογὴν, καὶ βλέπω εὐτυχῶς ὅτι ἐπαρουσιάσθη ἡ περίστασις σήμερον, καὶ δὲν ἀφορᾷ μόνον τὸ ἐνεστὼς, ἀλλὰ καὶ τὸ μέλλον. Πάντοτε πρέπει ὁ λαὸς νὰ φοβῆται τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὁποιασδήποτε προθέσεις καὶ ἂν ἔχῃ, ὁσηνδήποτε καὶ ἂν δεικνύῃ τάσιν πρὸς σεβασμὸν τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ. Ὁ λόγος οὗτος, Κύριοι, ἀναγκάζει καὶ ἐμὲ νὰ ἐξεγείρωμαι σήμερον καὶ πάντοτε κατὰ πάσης ἀπαιτήσεως τῆς ἀνακρίσεως, εἰς οἱανδήποτε ἐποχὴν καὶ ἂν ἔλθῃ, καθὼς σήμερον, καὶ ὁψέποτε ἡ τύχη μὲ φέρῃ νὰ κάθημαι ἐντὸς Συνεδρίου, ὁποῖον εἶναι ἡ Βουλὴ καὶ Γερουσία, θέλω ἔχει τὴν αὐτὴν γνώμην. Ἡ ἀνακριτικὴ ἀρχὴ, ἐπιλαμβανομένη τῆς καταδιώξεως, δὲν εἶναι καθὼς τὸ δικαστικὸν ἐκεῖνο σῶμα, τοῦ ὁποίου ἡ ἀπόφασις εἶναι ἀπόλυτος, ὡς ὁ νόμος, καὶ ἐκτελεστή. Εἰς τὰ ἐλεύθερα κράτη πᾶς ὁπωσδήποτε καταδιωκόμενος δὲν θεωρεῖται ἔνοχος, παρὰ ἀφοῦ ἀπαγγελθῇ κατ’ αὐτοῦ καταδικαστικὴ ἀπόφασις, καὶ μόνον εἰς τὰ ἀπόλυτα κράτη ἰσχύει ἡ ἰδέα, ὅτι, ἀφοῦ θέσει χεῖρα ἐπ’ αὐτοῦ ἡ ἀστυνομία, εἶναι ἔνοχος. Σήμερον καὶ ἡμεῖς, διότι ἅπαξ Εἰσηγητὴς στρατοδικείου, ἢ Βασιλικὸς ἐπίτροπος, ἢ αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς, ζητεῖ τὴν εἰς δίκην εἰσαγωγὴν ἑνὸς τῶν μελῶν τῆς Συνελεύσεως, δὲν ὑποχρεούμεθα νὰ κηρύξωμεν τοῦτον ἔνοχον τοῦ ἀποδιδομένου αὐτῷ ἐγκλήματος, οὔτε νὰ τὸν παραδώσωμεν εἰς τὰς χεῖρας τῆς ἀνακριτικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ οὔτε πάλιν καὶ νὰ ἀρνηθῶμεν ὅπως δήποτε τὴν πρόοδον τῆς ἀνακρίσεως· ἡ ἀνάκρισις δύναται νὰ προβῇ εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἀφαρπάσῃ ἀπὸ τοὺς κόλπους τῆς Συνελεύσεως τὸν πληρεξούσιον, οὐδὲ πάλιν νὰ σταματήσῃ τὴν πρόοδον τῆς περαιτέρω δικαστικῆς ἐνεργείας· τοῦτο δὲ κατορθοῦται, ὅταν ἡμεῖς, ἔχοντες τὸ δικαίωμα νὰ δώσωμεν ἢ μὴ τὴν ἄδειαν, περιστείλωμεν κατά τι τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν τοῦ ἀνακριτοῦ, τοὐτέστι νὰ θέσωμεν ἕνα φραγμὸν. Λέγομεν αὐτῷ, λάβε τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃς ἀνάκρισιν, δὲν ἔχεις ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ προφυλακίσῃς τὸν Πληρεξούσιον. Κατ’ αὐτὸν τρόπον, Κύριοι, οὔτε ἡ δικαιοσύνη σταματᾷ, οὔτε ὁ πληρεξούσιος φυλακίζεται, ἢ ἀπαλλάσσεται τῶν συνεπειῶν τῆς πράξεώς του.
§145ΤΙΝΕΣ. Αὐτὴ ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη.
§146ΚΑΛΟΣ. Ναὶ ἀπεῤῥίφθη, τὸ προεῖπα· ἀλλ’ ἡ ἀπόῤῥιψις δὲν ἔχει καμμίαν συνέπειαν· ἡ Συνέλευσις εἶναι κυρία νὰ δεχθῇ σήμερον τὴν γνώμην μου ἢ ὄχι, ἀφ’ οὗ τὴν ἐπαναφέρω. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐνεργοῦντες, Κύριοι, δὲν ἀναστέλλομεν τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου, οὔτε στεροῦμεν ἑνὸς δικαιώματος τὸν Πληρεξούσιον, τοῦ νὰ κάθηται, ἐν ὅσῳ δὲν κηρυχθῇ ἔνοχος δι’ ἀποφάσεως, μεταξὺ ἡμῶν, καὶ νὰ ἐκπληροῖ τὴν ὁποίαν ἔλαβε παρὰ τῆς κοινωνίας ὑψηλὴν ἀποστολήν. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἔκαμα πρότασιν, τὴν ὁποίαν φέρω ἀπέναντι τῆς γνώμης τῆς Ἐπιτροπῆς· εἶναι δὲ αὕτη. «Ἡ Συνέλευσις ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ ἀδείας εἰς δίκην εἰσαγωγῆς τοῦ πληρεξουσίου Δωρίδος, Χ. Μαστραπᾶ, ἐπιτετρέπει μόνον τὴν ἁπλῆν αὐτοῦ ἀνάκρισιν.»
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις εἶναι καὶ νομικὴ, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπὴ σύγκειται ἀπὸ νομομαθεῖς, θὰ ὑπερασπισθῶσι τὴν ὑπόθεσιν καὶ ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν.
§148ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δύνανται καὶ αὐτοὶ νὰ λανθασθῶσι.
§149ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Βεβαίως τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν, ὅτι εἴμεθα ἀλάνθαστοι, ἀλλ’ ἐλπίζω, ὅτι ἡ Συνέλευσις, ἀφοῦ ἔκαμεν ἡμῖν τὴν τιμὴν νὰ μᾶς ἐκλέξῃ διὰ τῆς ψήφου της, δὲν θέλει μᾶς ἀρνηθῆ τὴν χάριν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ὑπήρξαμεν ἀπαθεῖς καὶ ἀμερόληπτοι, ἱερὰν μετελθόντες ἐντολὴν αὐτῆς. Δυνατὸν νὰ ἠπατήθημεν περὶ τὰς κρίσεις ἡμῶν, τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι οὐδεμία πλαγία σκέψις ὑπηγόρευσεν αὐτὰς, οὐδεμία συμπάθεια, οὐδὲν συμφέρον ἴδιον, εἰμὴ τὸ συμφέρον τοῦ νόμου, τὸ συμφέρον τοῦ δικαίου καθωδήγησε τὰς σκέψεις μας. Ἐθεωρήσαμεν, Κύριοι, ὅπως καὶ πάντες, πιστεύομεν, θεωρεῖτε, ὅτι ἡ ἀσυλία τοῦ πληρεξουσίου, ἡ ἀσυλία τοῦ βουλευτοῦ, ἡ ἀσυλία τοῦ γερουσιαστοῦ εἶναι δικαίωμα πολύτιμον, καὶ ὅτι δὲν πρέπει εἰκῆ νὰ δίδηται ἡ ἄδεια τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς τῶν τοιούτων, ὁσάκις ἡ εἰσαγωγὴ αὕτη δὲν δύναται νὰ ἔχῃ σπουδαίαν καὶ ἀποτελεσματικὴν ἔκβασιν. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τί ἐζήτησε παρ’ ἡμῶν; ἐζήτησεν ἁπλῶς ὅ,τι καὶ ὁ Βασιλικὸς ἐπίτροπος ἐζήτησε παρὰ τοῦ Ὑπουργείου· ὁ δὲ Βασιλικὸς ἐπίτροπος τί λέγει; Ἐκ τῶν γενομένων χθὲς ἐν τῷ τηλεγραφείῳ Ἀθηνῶν ἐρευνῶν καὶ ἐκ τῶν κατασχεθέντων τηλεγραφημάτων ἐξάγεται, ὅτι ὁ Κύριος Μαστραπᾶς, ὑπολοχαγὸς τοῦ πυροβολικοῦ, Τζάμαλης καὶ Παναγιωτόπουλος, ἀνθυπασπισταὶ τοῦ πεζικοῦ, ὑπεκίνησαν ἐντεῦθεν τὴν ἐν Τριπόλει στάσιν τοῦ 6 πεζικοῦ τάγματος, ἀποπειραθέντος τοῦ πρώτου νὰ ἐνεργήσῃ τοιαύτην καὶ ἐν Λαμίᾳ ὡς γίνεται δῆλον ἐκ τῶν ἐγκλείστων ἐγγράφων. Τὰ κατηγορούμενα λοιπὸν πρόσωπα εἰσὶ τρία, ὁ Κύριος Μαστραπᾶς, ὁ Κύριος Τζάμαλης καὶ ὁ Κύριος Παναγιωτόπουλος· τὰ δὲ τηλεγραφήματα ταῦτα, ἅπερ ἐδόθησαν εἰς ἡμᾶς, ἵνα ἐξετάσωμεν τὰ ἐν αὐτοῖς ἐπιλήψιμα, καθόσον ἀφορᾷ τὸν Κύριον Μαστραπᾶν, δὲν ἀπηυθύνοντο οὔτε πρὸς τὸν Τζάμαλην, οὔτε πρὸς τὸν Παναγιωτόπουλον. Τρία τηλεγραφήματα ὑπάρχουσι τοῦ Κυρίου Μαστραπᾶ· τὸ ἓν ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Κύριον Ζέρβαν, ἀνθυπασπιστὴν, εἶναι ἡμερομηνίας 26 Δεκεμβρίου, ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ τηλεγραφείῳ γίνεται χρῆσις τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου, εἶναι κατὰ τὸ νέον ἔτος· τὸ ἄλλο πρὸς τὸν Κύριον Ζέρβαν εἶναι τῆς 29, καὶ τὸ ἄλλο πρὸς τὸν κ. Παπακώσταν ἐπίσης τῆς 29. Ἐρωτῶ, Κύριοι, πρῶτον, ἂν ἐν τοῖς τηλεγραφήμασι τούτοις εὑρίσκεται τὸ στοιχεῖον τῆς συνενοχῆς, ἂν εὑρίσκηται ὁ Κύριος Μαστραπᾶς εἰς συνάφειαν μετὰ τῶν ἄλλων κατηγορουμένων; Θέλετε ὁμολογήσει τὸ ὄχι. Τὸ πρῶτον λοιπὸν στοιχεῖον, ὅπερ ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἐγκλήματος, δὲν ἐμφαίνεται, ὁ πρῶτος λοιπὸν λόγος, ὃν ἐμελετήσαμεν, ὃν ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν ἦν οὗτος, ὅτι δὲν ὑπάρχει σχέσις μεταξὺ τῶν κατηγορουμένων καὶ τοῦ Κυρίου Μαστραπᾶ, διότι, Κύριοι, θέλετε βεβαίως ὁμολογήσει, ὅτι διὰ νὰ ὑπάρξῃ σύστασις, διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἐνέργεια πρὸς ἀντιπειθαρχικὰ κινήματα, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ σύστασις μεταξὺ δύο τοὐλάχιστον προσώπων· ἐπὶ δὲ τοῦ προκειμένου ὁ κατηγορούμενος, ἤτοι ὁ ἐκζητούμενος, ἵνα τεθῇ εἰς τὴν θέσιν τοῦ κατηγορουμένου, πληρεξούσιος Δωρίδος, εἰς οὐδεμίαν ἦλθε σχέσιν μετὰ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἑτέρου τῶν κατηγορουμένων. Μετὰ τοῦτο ἐπελήφθημεν τοῦ πῶς πρέπει νὰ χαρακτηρίσωμεν τὴν πρᾶξιν, ὡς προπαρασκευαστικὴν, ὡς προτρεπτικὴν, ὡς στάσιν, ἢ ὡς ὑποκίνησιν εἰς ἀντιπειθαρχικὰς πράξεις· ὑφ’ ἑκάστην δὲ τῶν ἐπόψεων τούτων νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ὑπάρχωσι τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα, διὰ νὰ θέσωμεν αὐτὴν εἰς ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν κατηγορίαν. Αἱ προπαρασκευαστικαὶ πράξεις κατὰ γενικὸν κανόνα μένουσιν ἀτιμώρητοι, διότι δὲν δύναται τὸ ἔγκλημα νὰ λάβῃ ποινικὸν χαρακτῆρα, ἂν δὲν ὑπάρξῃ προσβολὴ δικαιώματος ἐν τῷ ἀντικειμένῳ· ἀντικείμενον δ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐγκλήματός ἐστιν αὐτὴ ἡ πολιτεία· ἐπειδὴ λοιπὸν τὸ ἔγκλημα περιλαμβάνει δύο περιόδους, ὧν ἡ μὲν ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ δράστου διέρχεται, ἤτοι ἐν τῇ ψυχολογικῇ ἐνεργείᾳ αὐτοῦ, ἐν ἄλλοις λόγοις, ὅτε τὸ ἔγκλημα κυοφορεῖται ἐντὸς τοῦ ἐνδομύχου καὶ ἐνδιαθέτου λόγου τοῦ συλλαβόντος τὴν ἀξιόποινον πρᾶξιν· ἡ δ’ ἑτέρα περίοδος κατὰ τὴν ἐξωτερικὴν τῆς πράξεως ἐκδήλωσιν, ὅτε διαδραματίζεται τὸ ἔγκλημα ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κόσμῳ, ἕπεται, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ πρᾶξις μένει εἰς τὴν πρώτην αὐτῆς περίοδον, ἐφ’ ὅσον δὲν εὑρίσκεται εἰς μίαν πρᾶξιν εἰμὴ τὸ ἕτερον τῶν στοιχείων τῆς ὑποστάσεως τοῦ ἐγκλήματος, ἡ πρᾶξις, ὁ ὀρθὸς τὸ λέγει λόγος, πρέπει νὰ μείνῃ ἀτιμώρητος, καθόσον οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον παραβλάπτει τὸν ἐξωτερικὸν τῆς πολιτείας διάκοσμον. Μόνος ὁ Θεὸς ὁ ἐτάζων καρδίας καὶ νεφροὺς δύναται νὰ τιμωρήσῃ καὶ τὸ ἐνδιάθετον κακόν, ἀλλ’ ἡ πολιτεία ὀφείλει, μεχρισοῦ δὲν εὑρίσκῃ τὸ δεύτερον συστατικὸν στοιχεῖον τοῦ ἐγκλήματος, ἤτοι τὴν βλάβην τοῦ ἀτόμου ἢ τῆς πολιτείας, νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν τιμωρίαν αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο αἱ προπαρασκευαστικαὶ πράξεις δὲν τιμωροῦνται οὔτε κατὰ θεωρίαν, οὔτε κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἡμετέρου νόμου, πρὸς ὃ συμφωνοῦσι πᾶσαι αἱ νεώτεραι νομοθεσίαι· ἀλλ’ ὁμολογουμένως ὑπάρχουσιν ἐξαιρέσεις τινὲς, αὗται δὲ ἐν ταῖς περιπτώσεσιν, ἃς προβλέπουσι τὰ ἄρθρα 48, 129, 179 καὶ 238 τοῦ ποινικοῦ νόμου· κατ’ αὐτὰ ἐξαιρετικῶς τιμωροῦνται καὶ αἱ προπαρασκευαστικαὶ πράξεις, διὰ τὸν κίνδυνον εἰς ὃν ἤθελεν ἐμπέσει ἡ πολιτεία, ἂν περιέμενε νὰ φθάσωσι τὰ τοιαῦτα ἐγκλήματα εἰς τὴν κατάρτισιν καὶ τελείωσιν αὐτῶν διὰ τῆς προσλήψεως καὶ τοῦ ἑτέρου στοιχείου, τοὐτέστι τῆς ἐξωτερικῆς ἐκδηλώσεως ἐν τῷ κόσμῳ· αἱ πράξεις αὐταὶ εἶναι, ἡ ἐσχάτη προδοσία κατὰ τῆς πατρίδος, ἡ ἐπιβουλὴ κατὰ τοῦ Βασιλέως, ἡ ὑποκίνησις εἰς στάσιν, καὶ ἡ προετοιμασία τῶν πρὸς ἐπιχείρισιν κιβδηλείας ἐργαλείων· ἐνταῦθα ἴσως ἀποτείνουσί μοί τινες τὴν παρατήρησιν, ἄρα ὁ κ. Μαστραπᾶς εἶναι ἔνοχος, πρέπει νὰ παραδοθῇ εἰς τὴν ἀνάκρισιν, διότι ὑπεκίνησεν εἰς στάσιν. Πρὶν ἢ τοῦτο συμπεράνωσι, παραλῶ αὐτοὺς ν’ ἀνοίξωσι τὸν ποινικὸν ἡμῶν νόμον· ἐν αὐτῷ δὲ θέλουσιν εὑρεῖ τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς τιμωρεῖ ἐκείνας ὁ νόμος, ὅστις διατυποῖ, τίνα δέον νὰ φέρωσι χαρακτῆρα, ἐπὶ τίσι γνωρίσμασι τὸ ἀξιόποινον αὐτῶν διακρίνεται· θέλουσιν ἰδεῖ, ὅτι ἁπλῆ συμβουλὴ, ἢ ἔγκρισις ἀξιοποίνου πράξεως παρ’ ἄλλου συλληφθείσης, εἰς τὴν τέλεσιν τῆς ὁποίας ὁ συμβουλεύων ἢ ἐγκρίνων οὐδὲν ἔχει ἄμεσον ἢ ἔμμεσον συμμετοχὴν, δύνανται μὲν ἠθικῶς νὰ ὦσιν ἀξιοκατάκριτοι, ποινικῶς ὅμως μένουσιν ἀκαταδίωκτοι, ἐν ἄλλοις λόγοις δὲν θεωροῦνται ἀξιόποινοι. Ἰδοὺ τὸ ἄρθρον 48 τοῦ ἡμετέρου ποινικοῦ νόμου ἔχει οὕτως· Ὅστις ἔδωκε διαταγὴν ἢ παραγγελίαν εἰς ἄλλον πρὸς ἐκτέλεσιν τινος κακουργήματος ἢ πλημμελήματος, ἢ ἕνεκα τούτου μετεχειρίσθη πρὸς αὐτὸν βίαν ἢ ἀπειλὰς, ἢ πρὸς τὸν ἴδιον σκοπὸν τὸν ἐχορήγησεν, ἢ τὸν ὑπεσχέθη μισθὸν, ἐὰν ἡ μελετηθεῖσα ἀξιόποινος πρᾶξις δὲν ἐτελέσθη, ὑποβάλλεται εἰς τὴν ποινὴν τῆς ἀποπείρας. —Ὅστις διατάξει ἢ παραγγείλει τὴν ἐκτέλεσιν κακουργήματος κτλ. καὶ μεταχειρισθῇ πρὸς τοῦτο ἀπειλὰς, βίαν κτλ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑπάρχει τι τῶν στοιχείων τούτων ἐν τῇ προκειμένῃ πράξει; Προβῶμεν περαιτέρω. Ἀκούσατε αὐτὰ τὰ τηλεγραφήματα. Ζέρβᾳ ἀνθυπασπιστῇ. Τρίπολις. Δεχθῆτε ἐπαναστάτας μόνον, Σμολένσκης ἀντικαθίσταται ἢ Βούλγαρης παραιτεῖται, πιθανώτερον τὸ πρῶτον. Δεχθῆτε ἐπαναστάτας μόνον. Ἰδοὺ τὸ μέρος ἐκεῖνο, ὅπερ δύναται νὰ δώσῃ χώραν εἰς μέμψιν. Βεβαίως τὰ μετὰ ταῦτα δὲν περιέχουσι τὸ ἐλάχιστον ἴχνος ἀξιοποίνου πράξεως· διότι ἡ πτῶσις τοῦ κ. Σμολένσκη, ἢ ἡ παραίτησις τοῦ κ. Βούλγαρη, διαβιβαζομένη διὰ τηλεγραφήματος, δὲν εἶναι ἀξιόποινος πρᾶξις, διότι δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελεσθῇ οὔτε παρὰ τοῦ ἐπιστέλλοντος, οὔτε παρὰ τοῦ πρὸς ὃν ἀπεστάλη τὸ τηλεγράφημα. Τὸ δὲ δεχθῆτε ἐπαναστάτας μόνον, τί σημαίνει; καθ’ ἡμᾶς οὐδὲν ἄλλο εἰμὴ, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς ἔχει ἓν δικαίωμα εἰς τὸν βαθμόν του, ἀλλὰ καὶ ὀφείλει πειθαρχικῶς νὰ ὑπακούῃ εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ ἀνωτέρου του, πλὴν οὐδόλως ἀποστερεῖται διὰ τοῦτο καὶ τῆς προσωπικότητος αὐτοῦ, τῆς ἐλευθέρας αὐτοῦ θελήσεως· δὲν ὑποχρεοῦται νὰ καταπνίξῃ ἐν τῇ καρδίᾳ του πᾶν αἴσθημα, ὅπερ ἤθελεν ἀντίκεισθαι πρὸς τὸ νὰ δεχθῇ ἀνώτερόν του ἄνθρωπον ἐφ’ ᾧ ἀπαρέσκεται· πᾶς τίμιος ἀξιωματικὸς ἀπεχθαίνεται τὸν δόλον καὶ τὴν κρυψίνοιαν, κρυψίνους δὲ πάντως ἐστὶν ὁ ἀποκρύπτων τὴν πρὸς τὸν ἀνώτερόν του δυσμένειαν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ ἀξιωματικὸς δὲν ἔχει ἄλλο μέσον ἵν’ ἀποφύγῃ τὴν ὑπακοὴν, ἣν τῷ ἐπιβάλλει ἡ στρατιωτικὴ πειθαρχία, εἰμὴ νὰ δώσῃ τὴν παραίτησίν του. Ὁ ἀξιωματικὸς λοιπὸν, ὅταν ὁ ἄρχων, ὅστις δίδεται εἰς αὐτὸν ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, δὲν ἀρέσκῃ, δύναται ἀξιόλογα νὰ εἴπῃ, δίδω τὴν παραίτησίν μου, καὶ δὲν δέχομαι νὰ ὑπηρετήσω ὑπὸ τὸν ἀξιωματικὸν αὐτόν. Τοῦτο λοιπὸν τὸ τηλεγράφημα τοῦ κ. Μαστραπᾶ δὲν λέγει αὐτὸ τοῦτο; Εἰ δὲ τοῦτο μόνον λέγει, τί ἄλλο εἰμὴ ἁπλῆ συμβουλὴ εἶναι; Ἂν δὲ δὲν λέγῃ τοῦτο, εἶναι ἄρά γε διαταγὴ ἢ παραγγελία οἵαν θέλει ὁ νόμος; βεβαίως οὔτε διαταγὴ εἶναι, διότι δὲν ἦτο ὁ κ. Μαστραπᾶς ἱεραρχικῶς ἀνώτερος τοῦ Ζέρβα, ὥστε οὗτος νὰ τῷ ὀφείλῃ ὑπακοὴν, οὔτε παραγγελία, διότι ὅπως ὑπάρξῃ παραγγελία, δέον ἄμεσόν τι τοῦ παραγγέλλοντος συμφέρον νὰ ὑπάρχῃ κατὰ τὴν διάπραξιν τῆς παραγγελλομένης πράξεως, ἣν ὁ παραγγελλόμενος νὰ ἐξετέλεσε διὰ λογαριασμὸν ἐκείνου, ἐνδιδοὺς εἰς τὰς προτροπάς του ἢ τὰ πειθαναγκαστικὰ μέσα, οἷς ἐχρήσατο. Οὐδὲν τοιοῦτον ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος ἐξάγεται, εἰμὴ ἁπλῆ συμβουλὴ, μᾶλλον δ’ ἔγκρισις μεμελετημένου σκοποῦ ὑπὸ τῶν ἀποπειραθέντων τ’ ἀντιπειθαρχικὰ κινήματα ἐν Τριπόλει· ὅπως δὲ μᾶλλον πεισθῆτε ὅτι ἦν ἔγκρισις ex post facto, ἀρκεῖ νὰ παραβάλητε τὰς χρονολογίας, ἐξ ὧν θέλετε ἰδεῖ ὅτι τὸ τηλεγράφημα εἶναι μεταγενέστερον τῆς ἐν Τριπόλει στάσεως. Εἶναι λοιπὸν ὡσεὶ ἔλεγε, προτιμήσατε τὴν παραίτησίν σας, προτιμήσατε νὰ ῥίψητε τὰ σημεῖα τοῦ βαθμοῦ σας, παρὰ νὰ ὑπηρετῆτε ὑπὸ ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον δὲν ἐπιδοκιμάζει, δὲν ἀσπάζεται ἡ καρδία σας· ὅτι δὲ τοιαύτη ἁπλῆ συμβουλὴ δὲν περιέχει ἐν ἑαυτῇ τι ἀξιόποινον ἰδοὺ, ἐπικαλοῦμαι πρὸς ἀπόδειξιν τὸ τρίτον ἐδάφιον τοῦ 56 ἄρθρου τοῦ ποινικοῦ νόμου, ὅπερ διαγράφει τὰ προσόντα, ἅπερ δέον νὰ φέρῃ ἐν ἑαυτῇ ἡ συμβουλὴ, ἵνα ᾖ τιμωρητέα, «ὅστις ἐκ προθέσεως παρεκίνησεν ἄλλον εἰς ἐκτέλεσιν ἀξιοποίνου τινὸς πράξεως ἀπειλῶν, βιάζων, προστάζων, παραγγέλλων ὑποσχόμενος ἢ χορηγῶν μισθὸν, ἢ συμβουλεύων μετ’ ἀπάτης πειθοῦς ἢ φορτικότητος». Πρόδηλον ἄρα εἶναι ἐκ τῶν ἐν τῷ νόμῳ ὅτι ἡ συμβουλή, ὅπως καταστήσῃ ἔνοχον τὸν διδόντα αὐτὴν, πρέπει νὰ συνοδεύηται μετ’ ἀπάτης, πειθοῦς ἢ φορτικότητος· ἀλλὰ τὰ στοιχεῖα ταῦτα οὐχ εὕρομεν ἐν τῷ τηλεγραφήματι τούτῳ τοῦ κ. Μαστραπᾶ, ἄρα οὐδὲ τὸ ἀξιόποινον τῆς πράξεως, οἷον ἀπαιτεῖ αὐτὸς ὁ νόμος. Γνωστὴ δὲ τοῖς πᾶσιν ὑπάρχει ἡ ἀρχὴ, ᾗ ὑποτάσσεσθαι δέον τοὺς νομικοὺς πάντας, ὅτι ἐπὶ τῶν ποινικῶν νόμων ὁ νομικὸς, ὁ δικαστὴς, ὁ ἀνακριτὴς, ὡς καὶ ὁ μέλλων νὰ γνωμοδοτήσῃ, ὀφείλει νὰ ᾖ δεδεσμευμένος ὑπὸ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου, διότι ἐν τῇ πρὸς τὸ γράμμα τοῦ νόμου δουλείᾳ ταύτῃ ἔγκειται ἡ ἀσφάλεια τοῦ πολίτου, ἡμεῖς δ’ οὐχ εὕρομεν κατὰ τὴν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ συζήτησιν τὸ στοιχεῖον, ὅπερ ἀπαιτεῖ ὁ νόμος, τῆς συμβουλῆς μετ’ ἀπάτης. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ ἕτερον τηλεγράφημα πρὸς τὸν κ. Ζέρβαν τῆς 29 «Σμολένσκης ἔπεσεν· ἀντικαταστάτης δὲν ὠνομάσθη· πρᾶξίν σας τὸ κοινὸν ἐπεκρότησε, δεχθῆτε ἱκανούς.» Εἴτε αὐτουργὸς, εἴτε συνεργὸς πρὸς πρᾶξίν τινα πολὺ δ’ ὀλιγώτερον προκαλῶν, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, εἰμὴ, ὅταν ἡ συνεννόησις, ἡ διομολόγησις τῆς συμπράξεως, ἢ ἡ πρόκλησις προηγήθη τῆς πράξεως, ἢ συμβῇ κατὰ τὴν τέλεσιν αὐτῆς· ταύτης ὅμως τελεσθείσης, οὔτε αὐτουργία, οὔτε συνέργεια δύναται νὰ ὑπάρξῃ, εἶναι ἁπλῆ ἔγκρισις, περὶ ἧς ἐκφραστικώτατα ὁ Ῥώσσης ἐν τῷ περὶ ποινικοῦ δικαίου συγγράμματί του λέγει «L'auteur de la ratification est sans doute un homme immoral, mais le Tout puissant lui meme ne saurait le faire coopérer aujourd'hui à ce qui a été fait et consommé hier» (liv. II. ch. 10). Τοῦτο φέρει καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἀποκαλοῦσα τὴν μὲν πρᾶξιν ἀξιοκατάκριτον, μὴ εὑρίσκουσα δ’ ἐν αὐτῇ τὸ ἀξιόποινον. Τὸ νὰ ἐπιδοκιμάσῃ τις μίαν πρᾶξιν κακὴν ἠθικῶς κρινόμενον, εἶναι ἄξιον πάσης μομφῆς, ποινικῶς ὅμως τὸν ἐγκρίναντα αὐτὴν δὲν κατασταίνει ἔνοχον· ὑποθέσατε ὅτι ἔχει τις ἐχθρὸν ἕνα ἄνθρωπον, χωρὶς δὲ νὰ συμπράξῃ διόλου εἰς τὸν φόνον του μανθάνει, ὅτι εἷς ἄλλος τὸν ἐφόνευσε, καὶ χαίρει ἐπὶ τῷ συμβάντι κακῷ· κακὸν βεβαίως καὶ ὅλως ἀντιχριστιανικὸν ἡ χαρὰ αὕτη, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ τῷ ὅτι ἐξέφρασε τὴν ἀγρίαν χαράν του ἐπὶ τῇ δολοφονίᾳ τοῦ ἐχθροῦ του, δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι αὐτὸς εἶναι ἔνοχος, εἴτε ὡς αὐτουργὸς, εἴτε ὡς συνεργὸς; ἢ ὅτι προὐκάλεσεν αὐτήν; πιστεύω, ὅτι καὶ εἰς τοῦτο πάντες συμφωνεῖτε. Ἐξετάσωμεν δὴ καὶ τὸ τρίτον τηλεγράφημα· Λοχαγῷ Παππακώστᾳ. Εἰς Λαμίαν. Ἐπὶ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου, κύριοι, παρατηρῶ ὑμῖν πρῶτον, ὅτι ὁ κ. Βασιλικὸς ἐπίτροπος δὲν ἐζήτησε τὴν εἰς ἀνάκρισιν ἄδειαν κατὰ τοῦ κ. Μαστραπᾶ, διότι ἐν τῷ ἐγγράφῳ του λέγει, ὅτι ζητεῖ τὴν ἄδειαν διὰ τὰ ὑποκινήσαντα ἐντεῦθεν τὰ ἐν Τριπόλει ἀντιπειθαρχικὰ κινήματα τοῦ 6 τάγματος, οὐδεὶς δὲ γίνεται λόγος περὶ στάσεως ἐν Λαμίᾳ.
§150ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐγένετο στάσις εἰς Λαμίαν.
§151ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ σᾶς κατηγορήσω ὅτι ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ ὑμῶν δὲν περιελάβετε αἴτησιν, περὶ τῶν ἐν Λαμίᾳ, Κ. Βασ. ἐπίτροπε, θέλω ἁπλῶς νὰ εἴπω, ὅτι ὁ Δικαστὴς δὲν δύναται νὰ συμπεράνῃ καὶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τεκμήριον ἐνοχῆς εἰς ἀξιόποινον πρᾶξιν, ἀφ’ οὗ ὁ Βασιλικὸς ἐπίτροπος ἐσιώπησεν· ἀφοῦ λοιπὸν οὗτος ὁμολογεῖ καὶ ἐνταῦθα, ὅτι ἐν Λαμίᾳ οὐδὲν συνέβη, ἐννοεῖται ὅτι, περὶ τοῦ πρὸς τὸν ἐν Λαμίᾳ Κ. Παπακώσαν τηλεγραφήματος ἡμεῖς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν οὐδὲ νὰ λάβωμεν αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν· ἀλλὰ καὶ ἂν ἐλαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν αὐτὸ τὸ τηλεγράφημα, τί εὑρίσκομεν ἐν αὐτῷ; Εὑρίσκομεν μίαν σημείωσιν παρὰ πόδας αὐτοῦ, ἥτις ἀφαιρεῖ ἀπ’ αὐτοῦ πάντα χαρακτῆρα ἀξιόποινον «δὲν ἐπιτρέπεται ἡ διαβίβασις.» Ἰδοὺ δὲ τί λέγει τὸ τηλεγράφημα. «Λοχαγῷ Παπακώστᾳ», εἰς Λαμίαν· Σμολένσκης ἔπεσε· ἀντικαταστάτης δὲν ὠνομάσθη· ἕκτον τάγμα ἀπέβαλε τὸν διοικητήν του· πράξατε καὶ ὑμεῖς τοῦτο· βασιλεύσει ἡ ἐπανάστασις· Μαστραπᾶς», φέρει δὲ κάτωθεν δὲν ἐπιτρέπεται ἡ μεταβίβασις τούτου. Δὲν ἠδυνήθημεν νὰ διακρίνωμεν τίνος ἡ ὑπὸ τὰς λέξεις ταύτας μονογραφή. Ἀφ’ οὗ λοιπὸν δὲν ἐπετράπη ἡ μεταβίβασις, ἕπεται ὅτι ἀφομοιοῦται πρὸς πρᾶξιν, ἐν τῇ διανοίᾳ εἰσέτι ὑπάρχουσαν· διότι ὑποθέσατε, ὅτι μελετᾷ τις οἱονδήποτε κακὸν, μίαν στάσιν, ἔχει τὸ σχέδιον μιᾶς ἐπαναστάσεως, μιᾶς ἀνατροπῆς, τῶν καθεστώτων, ἀλλὰ τὸ ἔχει ἐν τῷ Γραφείῳ του, καὶ συμβαίνει ἕνεκα μιᾶς ἄλλης πράξεως νὰ γίνῃ παρ’ αὐτῷ κατ’ οἶκόν τις ἔρευνα, ἐν τῷ γραφείῳ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, αἴφνης εὑρίσκεται τὸ σχέδιον τοῦτο, ἐν ᾧ εἶχεν ἐγγράψει, ποίους νὰ λάβῃ συμμετόχους εἰς τὴν διάπραξιν τῆς ἀξιοποίνου πράξεως, μετὰ τίνων ἔμελλε νὰ συνεργασθῇ, ἀναφέρονται μάλιστα καὶ τὰ ὀνόματα αὐτῶν, ἀλλ’ εἰς οὐδεμίαν ἦλθεν ἔτι μετ’ αὐτῶν συνεννόησιν. Τίς ποτε θέλει εἰπεῖ ὅτι ἐπ’ αὐτῷ καὶ μόνῳ τῷ σχεδίῳ, τῷ ἐν τῷ γραφείῳ του εὑρεθέντι, δύναται νὰ εἰσαχθῇ κατηγορία κατ’ αὐτοῦ; εἰ τοῦτο ἐπετρέπετο, δὲν ἤθελεν εἶσθαι ὡσεὶ κατεδιώκετό τις ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς ἰδέας, ἑνὸς σχεδίου, ὅπερ εἰσέτι ἔκειτο ἐν τοῖς ἐγγράφοις τοῦ μελετῶντος αὐτὸ, ὅπερ οὐδὲν ἄλλο ἦν ἔτι, εἰμὴ ἡ διάνοια αὐτοῦ ἔγγραφος; ὅσοι γνωρίζουσι τὰ πρῶτα στοιχεῖα τοῦ ποινικοῦ δικαίου, θέλουσι βεβαίως ἀπαντήσει ἀρνητικῶς, ὄχι, μυριάκις ὄχι· τὰ στοιχεῖα τοῦ ἀξιοποίνου ἐλλείπουσι, διότι ἡ διάνοια διαφεύγει πᾶσαν ποινὴν, ἄλλως ἤθελέ τις δικαιώσει καὶ Διονύσιον τῶν Συρακουσῶν τὸν τύραννον, διότι κατεδίκασεν εἰς θάνατον τὸν κατ’ ὄναρ ἐνυπνιασθέντα, ὅτι ἐφόνευσεν αὐτὸν καὶ τὸν κατεδίκασε διὰ τοῦ ἑξῆς συλλογισμοῦ, εἰμὴ γρηγορῶν διενοεῖτο τοῦτο οὐδὲ καθ’ ὕπνους ἤθελε τὸ ἰδεῖ. Ἂν ἤρχετο εἰς συνεννόησιν μετά τινος ὁ Κ. Μαστραπᾶς ἤθελε διαφέρει τὸ πρᾶγμα· ἀλλ’ εἰς οὐδεμίαν μετ’ οὐδενὸς περὶ τούτου ἦλθε συνενόησιν καθόσον τὸ τηλεγράφημα ἐμποδίσθη ἐν τῷ τηλεγραφείῳ. Ἐξ ὅλων τούτων ἐμφαίνεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐνοχὴ μὲ τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενον χαρακτῆρα· ἠθικῶς ὅμως, διότι ἡ ἠθικὴ καὶ τὰ κακὰ διανοήματα ἀποδοκιμάζει, ἡ πρᾶξις τοῦ Κ. Μαστραπᾶ ἐστὶν ἀξιοκατάκριτος, τοῦτο δὲ λέγει καὶ ἡ ἔκθεσις ἡμῶν. Ἐβασανίσαμεν ἐπὶ τρεῖς ὥρας καὶ ἡμίσειαν τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐξητάσαμεν αὐτὸ ὑφ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς ὄψεις, ἀλλὰ δὲν εὕρομεν στοιχεῖα τοιαῦτα, οἷα νὰ σχηματίζωσιν ἔγκλημα ὑπὸ τοῦ νόμου τιμωρούμενον, καὶ ἕνεκα τοιούτου νὰ ὑπαχθῇ ὁ Κ. Μαστραπᾶς εἰς ἀνάκρισιν. Καὶ προβλέπω μὲν, οἵας ἀντιῤῥήσεις θέλουσι φέρει οἱ μετ’ ἐμὲ, κατακρινοῦντες τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι δηλαδὴ ἡ Συνέλευσις δὲν ὀφείλει νὰ μεταβληθῇ εἰς δικαστικὸν συμβούλιον ὅπως ἐπιληφθῇ τῆς οὐσίας, καὶ ἐκτιμήσῃ τὴν πρᾶξιν, καὶ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἐνοχῆς ἢ τῆς ἀθωότητος τοῦ Κ. Μαστραπᾶ, ὅτι ἔργον τῆς Συνελεύσεώς ἐστιν ἁπλῶς νὰ ἐρευνήσῃ μή τις κακοβουλία τῆς αἰτούσης τὴν ἄδειαν Ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας λανθάνει ὑπὸ τὴν αἴτησιν ταύτην, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἔχει νὰ πράξῃ, καθόσον ἡ διδομένη κοινοβουλευτικὴ ἄδεια οὐδόλως περὶ τῆς ἐνοχῆς τοῦ παραδιδομένου Πληρεξουσίου προδικάζει. Προλαμβάνων ὅμως ἐγὼ αὐτοὺς λέγω, ὅτι οἱ τοῦτο ἰσχυρισθησόμενοι θέλουσι συγχύσει δύο ζητήματα ὅλως ἀλλήλων διάφορα, τὸ τοῦ ἀτιμωρήτου ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως νόμου, καὶ τὸ τῆς ἀθωότητος· εἶπον δὲ ὅλως διακεκριμένα ἀλλήλων τὰ δύο ταῦτα ζητήματα, καθόσον τὸ μὲν τῆς ἀθωότητος ἐμφαίνει, ὅτι ὁ κατηγορούμενος δὲν ἔπραξε τὴν ἐφ’ ᾗ κατηγορεῖται ἀξιόποινον πρᾶξιν, καὶ ἡ λύσις τούτου πραγματικῶς ἐστὶ τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ δικάσοντος δικαστηρίου, τὸ δὲ τοῦ ἀτιμωρήτου ἐστὶν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ καὶ ἐν τῷ συντάγματι μετενηνεγμένου ποινικοῦ ἀξιώματος, ὅτι ποινὴ δὲν καταγινώσκεται ἄνευ νόμου, προηγουμένως ὁρίζοντος αὐτήν. Ἐνομίσαμεν δὲ ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι ἐντὸς τῶν ἀνατεθέντων ἡμῖν καθηκόντων ἦν ἵνα ἐξετάσωμεν τὴν πρᾶξιν τοῦ Κ. Μαστραπᾶ ὑπὸ τὴν διαληφθεῖσαν ἔννοιαν, καὶ ἂν μὴ εὑρίσκωμεν ἐν τῷ νόμῳ διάταξιν τιμωροῦσαν αὐτὴν, ν’ ἀποφανθῶμεν, ὅτι ἂν ἐδίδετο ἡ ἄδεια αὕτη ἤθελεν εἶσθαι ἄσκοπος καὶ ἀλυσιτελὴς, διότι ἡ πρᾶξις τοῦ Κ. Μαστραπᾶ ἐγένετο μὲν ὑπ’ αὐτοῦ, σημειώσατε τοῦτο, καὶ εἶναι ἀξιοκατάκριτος, ἐπειδὴ ὅμως οὐδεὶς νόμος τιμωρεῖ τὰς τοιαύτας πράξεις, φέρει αὕτη ὑπὲρ ἑαυτῆς τὸ ἀτιμώρητον, καὶ κατὰ συνέπειαν τὸ ἀκαταδίωκτον. Ὥστε, Κύριοι, ἐν συγκεφαλαιώσει ἀπὸ τῶν λόγων μου συνάγεται, ὅτι ἡ ἐπιτροπή σας κρίνει, ὅτι ὁ Κ. Μαστραπᾶς δὲν εἶναι μὲν ἀθῶος τῆς ἀποδιδομένης αὐτῷ πράξεως, προστατεύεται ὅμως ὑπὸ τοῦ νόμου, ὅστις μήπω διατυπώσας τὰς τοιαύτας πράξεις ὡς ἀξίας τιμωρίας ἠσφάλισεν εἰς αὐτὰς τὸ ἀτιμώρητον. Συνεπεῖς λοιπὸν πρὸς τὴν ἐπιστήμην τοῦ ποινικοῦ δικαίου οὐδόλως ἠθετήσαμεν τὰς ἀρχὰς τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, ἀποφανθέντες ὅλως ἄσκοπον καὶ ἀλυσιτελῆ τὴν ἄδειαν, διότι, καὶ ἐὰν ἐδίδομεν αὐτὴν καὶ εἰς δίκην εἰσήγετο ὁ Κ. Μαστραπᾶς, ἦτον ὅμως ἀδύνατον ἐκ τῶν στοιχείων, ἃ ὑπεβλήθησαν τῇ Συνελεύσει, νὰ προκύψῃ ἔγκλημα, τιμωρητὸν ὑπὸ τοῦ νόμου. Οὕτω λοιπὸν ἐχόντων τῶν πραγμάτων, διατὶ νὰ ῥίψωμεν ἀπὸ τῶν ἑδωλίων τῆς Συνελεύσεως ἕνα πληρεξούσιον, νὰ ἐκθέσωμεν αὐτὸν εἰς ἀνακρίσεις, ἴσως δὲ καὶ φυλακίσεις, καὶ νὰ ἐμποδίσωμεν αὐτὸν τοῦ νὰ ἐκπληροῖ τὰ σπουδαῖα ἔργα, ἅπερ οἱ ἐκλογεῖς του τῷ ἀνέθεσαν; Ὁμολογοῦμεν, Κύριοι, ὅτι ἐννοήσαμεν ὅτι ἡ ἐντολὴ, ἥτις ἐδόθη ἡμῖν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, δὲν ἦτο νὰ γνωμοδοτήσωμεν φιλοσοφικῶς ἢ ἠθικῶς, ἂν ἡ πρᾶξις ᾖναι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἀξιοκατάκριτος, ἀλλ’ ὡς νομικοὶ, ν’ ἀποφανθῶμεν ἂν ἡ πρᾶξις αὕτη ἠδύνατο νὰ ἔχῃ συνεπείας, ὡς φέρουσα τὸν κατὰ νόμον χαρακτῆρα καὶ στοιχεῖα τοῦ ἐγκλήματος· ἐπειδὴ δὲ τοιαῦτα οὐχ εὕρομεν κατὰ κανόνα δὲ τοῦ ποινικοῦ δικαίου, ὀφείλεται τελεία εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου ὑπακοὴ· οὐδεμία δ’ ἐπιτρέπεται ἀπ’ αὐτοῦ παρέκκλησις, νὰ ἔλθωμεν νὰ εἴπωμεν πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ἂν ἀνετίθετο ἡμῖν ἡ ἐντολὴ ὡς ἠθικολόγοις νὰ κρίνωμεν ἂν ἡ τοιαύτη διάνοια τοῦ Μαστραπᾶ εἶναι καλὴ ἢ κακὴ, ἐθέλομεν ἀνενδοιάστως εἰπεῖ ὑμῖν, ὅτι τὴν θεωροῦμεν ἀξιόμεμπτον, ἀλλ’ ὡς ποινικολόγοι, ἐξετάσαντες αὐτὴν, δὲν εὕρομεν τὰ στοιχεῖα τοῦ ἐγκλήματος, διὰ τοῦτο γνωμοδοτοῦμεν, ἵνα μὴ δοθῇ ἡ ἄδεια, ἀφοῦ ἐκ τῶν ἐγγράφων τῶν εἰς ἡμᾶς ὑποβληθέντων δὲν ἐξάγεται ἡ παραμικρὰ ἔνδειξις, ὅτι ἐκεῖνος πρὸς ὃν ἡ ἐπιστολὴ ἀπηυθύνετο, ἐξετέλεσεν ὡς αὐτουργὸς ἢ συνεργὸς τὴν πρᾶξιν ἢ τὴν ἐλαχίστην ἀκρόασιν ἔδωκεν εἰς τὴν περὶ ἧς ἡ κατηγορία πρόκλησιν· ἄρα ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Κ. Μαστραπᾶ μένει πρᾶξις ποινικῶς ἀκαταδίωκτος, καί τοι δι’ ἄλλους λόγους ἴσως ἀξιοκατάκριτος. Ἀλλ’ ἴσως αἱ ὅλως ἀφῃρημέναι ψυχολογικαὶ καὶ ποινικολογικαὶ αὗται θεωρίαι ἔχουσι πολὺ τὸ σκοτεινὸν διά τινας ἐξ ὑμῶν τοὺς μήπω τὰ τῶν νόμων μεμυημένους, ἰδίως δ’ ἡ διάκρισις, ἣν πρὸ ὀλίγου ἐξεθέμην μεταξὺ τῆς ἀθῳότητος καὶ τοῦ διὰ τὴν σιωπὴν τοῦ νόμου ἀτιμωρήτου· δι’ ἑνὸς παραδείγματος, ἐλπίζω ὅτι θέλω γενῆ τοῖς πᾶσι καταληπτός. Ὑποθέσατε ἕνα Εἰσαγγελέα, ὅστις μαθὼν, ὅτι πληρεξούσιός τις γεγονυίᾳ τῇ φωνῇ προσηυχήθη ἐν τῷ ναῷ ν’ ἀποθάνῃ ὁ ἐχθρός του, ἔρχεται ὁ εἰσαγγελεὺς οὗτος νὰ ζητήσῃ παρ’ ὑμῶν τὴν ἄδειαν τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς τοῦ πληρεξουσίου, ἐπὶ ἀποπείρᾳ φόνου. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, νομίζετε, ὅτι ἡ διορισθησομένη παρὰ τῆς Συνελεύσεως ἐπιτροπὴ δὲν θέλει εἰμὴ νὰ ἐξερευνήσῃ μή τις πολιτικὴ πλεκτάνη ὑπάρχει ἐκ μέρους τῆς ἐξουσίας, ἢ ἔχει καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἡ τοιαύτη πρᾶξις, ἣν ὁμολογουμένως ἔπραξεν ὁ πληρεξούσιος, φέρῃ τὰ κατὰ νόμον προσόντα τοῦ ἐγκλήματος; Πιστεύω ὅτι θέλετε συνομολογήσει ὅτι πρὸς ἀμφότερα διώρισται ἡ ἐπιτροπὴ, μάλιστα δὲ ὅτι, πρὶν ἢ ἐξετάσῃ τὸ πρῶτον τὸ πολιτικὸν, ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ τὸ δεύτερον, τὸ ποινικὸν, καὶ ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι ἠθικῶς μὲν ἀξιόμεμπτος ὁ τοιαῦτα ἀνόσια αἰτησάμενος παρὰ τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὸν νόμον ὅμως τῆς πολιτείας ἀτιμώρητος, Αὐτὸ τοῦτο ἔπραξε καὶ ἡ ὑμετέρα ἐπιτροπή. Νομίζω, ὅτι ἐξεδήλωσα ὑμῖν ἀρκούντως τὴν ἰδέαν τῆς ἐπιτροπῆς. Θέλω δὲ περάνει τὸν λόγον μου ἐκ προκαταβολῆς ἀποκρούων μέμψιν, ἣν ἴσως τις τῶν διαδεχθησομένων με εἰς τὸ βῆμα ἐκφέρει καθ’ ἡμῶν, ὅτι δῆθεν ὀφείλομεν ἢ νὰ ζητήσωμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως πληροφορίας τελειοτέρας, ἢ ἡμεῖς αὐτοὶ νὰ ἐνεργήσωμεν ἀνακρίσεις. Ἐνομίσαμεν καὶ νομίζομεν, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, ἣν ἐξελέξασθε, δὲν ἦτο μία ἐξελεγκτικὴ ἐπιτροπὴ commission d'enquête, διότι ἀληθῶς τότε ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν ἡμεῖς αὐτοὶ εἰς ἐξετάσεις, εἰς ἐρεύνας, εἰς ἀνακρίσεις, ἀλλ’ ἐθεωρήσαμεν ὅτι, ἂν τοιοῦτόν τι ἐπράττομεν ἠθέλομεν ὑπερβῆ τὴν ἐντολὴν, ἣν ἔδωκεν ἡμῖν ἡ Συνέλευσις· ἄλλως τε καὶ ἡ βραχυτάτη προθεσμία, ἣν ἐχορηγήσατε ἡμῖν, ἀπεδείκνυεν ὅτι ἐνετείλασθε ἡμῖν ν’ ἀποφανθῶμεν ἐκ τῶν δοθέντων ἐγγράφων μόνον, σχηματίζοντες τὴν γνώμην ἡμῶν χωρὶς νὰ ἐκτείνωμεν τὰς ἐνεργείας μας περαιτέρω· διὰ τοῦτο οὔτε ἐξηγήσεις ἐζητήσαμεν παρὰ τοῦ Κ. Μαστραπᾶ ἢ ἄλλου τινὸς, οὔτε ἤλθομεν εἰς συνάφειαν μετὰ τοῦ Βασιλικοῦ ἐπιτρόπου, ἢ τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐνόντων ἐν τῷ δοθέντι ἡμῖν φακέλλῳ γνωστοποιοῦμεν, ὅτι ἡ ἀπὸ 27 Δεκεμβρίου 1863 αἴτησις τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ὑποστηρίζεται ἐκ τῶν διαβιβασθέντων τῷ Κ. Προέδρῳ τῆς Συνελεύσεως ἐγγράφων, καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει διὰ τοῦτο λόγος, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ζητουμένη ἄδεια, ὡς ἄσκοπος καὶ ἀλυσιτελής· περιωρίσθημεν εἰς τὴν θέσιν γνωμοδοτικῆς ἐπιτροπῆς ἁπλῶς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐδόθησαν. Ἐξεφέραμεν γνώμην, οὐχὶ ὑπὲρ τῆς ἀθῳότητος τοῦ Κ. Μαστραπᾶ, ἀλλ’ ὅτι ἡ πρᾶξις αὐτοῦ κατὰ τοὺς κειμένους τῆς πολιτείας ἡμῶν ποινικοὺς νόμους μένει ἀτιμώρητος, ὡς μὴ φέρουσα τοὺς διὰ τὸ ἀξιόποινον ἑκάστης πράξεως ὁριζομένους χαρακτῆρας.
§152ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, πολὺ ἐπεθύμουν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅταν ἐκφέρωνται οἱ λόγοι, νὰ καταδεικνύεται ὅτι ἐκφέρονται ἐν πλήρει εἰλικρινείᾳ, ἐν πλήρει πεποιθήσει, ἐπεθύμουν, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τῶν κοινοβουλίων νὰ φωτίζεται ἡ κοινὴ γνώμη, ἐπεθύμουν, Κύριοι, οὐδέποτε τὸ βῆμα τοῦτο τὸ κοινοβουλευτικὸν νὰ γείνῃ βῆμα στρεψοδικιῶν, οὐδέποτε νὰ παραβάλληται μὲ τὸ βῆμα τῶν δικαστηρίων, εἰς τὰ ὁποῖα πολλοὶ τῶν δικηγόρων εἶναι ἕτοιμοι πάντοτε νὰ ἀναβαίνωσιν ἔχοντες δύω γνώμας, πότε τὴν μίαν καὶ πότε τὴν ἄλλην νὰ ἐκφράζωσιν. Ἓν τῶν σπουδαιοτέρων βεβαίως ζητημάτων, Κύριοι, εἶναι, ἂν ἡ Συνέλευσις θέλῃ νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν αἴτησιν τοῦ ὑπουργοῦ, ὅπως προσαχθῇ εἰς τὴν δικαιοσύνην ὁ πληρεξούσιος Κ. Μαστραπᾶς, ἀλλ’ ἂν τὸ ζήτημα τοῦτο ᾖναι σπουδαῖον, σπουδαιότατον διὰ τὸν λόγον τὸν προσωπικὸν, εἶναι ἐπίσης σπουδαῖον, σπουδαιότατον διὰ τὸν λόγον τὸν πολιτικόν. Κύριοι, εἶμαι παρὰ πολὺ ὀπίσω εἰς τὰ νομικὰ, ἀλλὰ πιστεύσατέ με ὅτι λίαν ἀτέχνως ὁ Κ. Σαρίπολος ὑπερήσπισε τὸν Κ. Μαστραπᾶν.
§153ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἐπιτροπὴ δὲν δέχεται αὐτὴν τὴν ἔκφρασιν, ὅτι ὑπερήσπισα τὸν Κ. Μαστραπᾶν (γέλως).
§154ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὁ Κ. Σαρίπολος, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐπροσπάθησε νὰ μᾶς πείσῃ ὅτι, οὐδένα νομικὸν λόγον εὗρεν, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ σχηματίσῃ πεποίθησιν, ὅτι ὁ Κ. Μαστραπᾶς εἶναι ἀνάγκη, πρέπει νὰ παραδοθῇ εἰς τὴν δικαιοσύνην. Ἔχει δίκαιον ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, διότι δὲν ἐσπούδασε πόσον σπουδαῖον εἶναι νὰ ἐκφέρωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λόγοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ κλονίσωσι πᾶσαν πειθαρχίαν, πᾶσαν τάξιν ἐν τῷ στρατῷ· οὐδέποτε ἤθελα καταδεχθῆ, ἐὰν ἤμην εἰς τὴν θέσιν τοῦ Κ. Μαστραπᾶ, καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος πιστεύω, δὲν τὸ καταδέχεται, οὐδέποτε ἤθελον καταδεχθῆ νὰ μὲ ἀρνηθῇ ἡ Συνέλευσις εἰς τὴν δικαιοσύνην, κινουμένη ἀπὸ δοκησισοφίαν, οὐδέποτε ἤθελα καταδεχθῆ ἀθωούμενος, οὕτως εἰπεῖν, διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας, νὰ ἀθωωθῶ διὰ λόγους, οἱ ὁποῖοι ἀναγινωσκόμενοι, οἱ ὁποῖοι ἀκουόμενοι νὰ κινήσωσι τὸν γέλωτα. Ἔρχεται ἡ ἐπιτροπὴ καὶ μᾶς λέγει, ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ὁ Κ. Μαστραπᾶς ἐξαπέστειλε, τὰ ἐσπούδασα καὶ οὐδένα λόγον, λέγει ἡ ἐπιτροπὴ, εὑρίσκω ὅπως πεισθῶ ὅτι εἶναι ἔνοχος. Εἶμαι, καθὼς προεῖπον, πολὺ ὀπίσω, Κύριοι, εἰς τὰ νομικὰ, ἀλλὰ μὰ τὴν ἀλήθειαν, πρώτην φορὰν θὰ τὸ ἠκούσατε καὶ ἡμεῖς, νὰ γράφωνται τοιαῦτα γράμματα, νὰ στέλλωνται ἐπιστολαὶ διεγείρουσαι στάσιν, καὶ ἔπειτα νὰ γείνῃ ἡ στάσις, καὶ νὰ λέγωσιν οἱ ἄνθρωποι, ὅτι δὲν εἶσθε ἔνοχος, Κύριε Μαστραπᾶ, καθὼς τὸ λέγει ὁ Κ. Σαρίπολος.
§155ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, ἀντὶ νὰ μὲ βάλλητε μονομερῶς βάλλετε ὅλην τὴν ἐπιτροπὴν (γέλως).
§156ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐνθυμεῖσθε τὰ γεγονότα, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι μετὰ τὴν τοποθέτησιν τῶν ἀξιωματικῶν ἐντὸς τῶν σωμάτων πάλη μεγάλη, πάλη βιαία ἠγέρθη ἐντὸς τοῦ ὑπουργικοῦ συλλόγου, ἐνθυμεῖσθε ὅτι μετὰ τὴν τοποθέτησιν στάσις εἰς Τρίπολιν ἔλαβε χώραν, ἐνθυμεῖσθε τὸν σάλον τῶν πνευμάτων, ἐνθυμεῖσθε ὅτι, καὶ ὅστις τὸ ἀρνηθῇ δὲν λέγει τὴν ἀλήθειαν, διότι τὸ ζήτημα τὸ στρατιωτικὸν τὸ ὑπουργεῖον τὸ ἔλαβεν ὡς ἐπιχείρημα μεγάλον πρὸς σωτηρίαν του, ἐνθυμεῖσθε ὅτι οἱ φίλοι του ἐπέπεσαν κατ’ αὐτοῦ, ἐνθυμεῖσθε ὅτι κρίσις μεγάλη ὑπουργικὴ ἐπέκειτο· ἐννοεῖτε κάλλιστα, κάλλιον ἐμοῦ, ἐὰν ἄλλος τις προχείρως ἐδύνατο νὰ σχηματίσῃ πλειονοψηφίαν ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως, αὐθωρεὶ τὸ ὑπουργεῖον ἔπιπτεν, εἶναι ἀλήθεια προφανὴς, ἔπιπτε διὰ τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, καὶ ὄχι ὅπως πίπτουσιν ἑκάστοτε τὰ ὑπουργεῖα. Λοιπὸν, Κύριοι!
§157ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞ. Εἰς τὸ προκείμενον.
§158ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Λοιπὸν Κύριοι! εἰς τὸν σάλον τῶν πνευμάτων εἰς τὰ ἰδιαίτερα συμβούλια, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανον χώραν, θέλετε νὰ ἀρνηθῆτε εἰς τὸν Κύριον Μαστραπᾶν αἴφνης, ὅτι ἐποτίσθη τὰ νάματα τῆς ἀντιστάσεως, θέλετε νὰ ἀρνηθῆτε ὅτι ὁ Κύριος Μαστραπᾶς γράφων, διενεργῶν τὴν στάσιν ὑπηρέτει τὸ ὑπουργεῖον; (θόρυβος) Ἆ! μὰ τὴν ἀλήθειαν, Κύριοι φίλοι τοῦ Κυρίου Μαστραπᾶ, καλλίτερον προτιμῶ νὰ τὸν ἀθωώσητε ὡς συνένοχον, παρὰ μὲ τὰς δοκησισοφίας τοῦ Κυρίου Σαριπόλου· ἐν πεποιθήσει, Κύριοι, τὸ φρονεῖτε; ψηφίσατε ὅ,τι θέλετε, φρονεῖτε ὅτι Κ. Μαστραπᾶς ἐνήργησεν ἐν πεποιθήσει, ἠγέρθη τὸ πνεῦμά του, καὶ ἐνήργησεν, αὐτὸ εἶναι ἀναντίῤῥητον, οἱ ἴδιοι οἱ φίλοι του ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διαῤῥηχθέντες ἐκείνην τὴν ἡμέραν, ἀλλὰ μόνον ἐκείνην τὴν ἡμέραν κατὰ τοῦ ὑπουργείου τὸ εἶπον· ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐῤῥέθη, ὅτι ὁ Κύριος Μαστραπᾶς μετεβίβασε τὰς ἰδέας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὁ Κ. πρωθυπουργὸς διεκήρυττε (θόρυβος)· ὅτι ἡ τοποθέτησις ἐγένετο κακὴ, καὶ πρέπει νὰ διορθωθῇ. Ἐγὼ, Κύριοι, καθὼς προεῖπον, δὲν θέλω οὐδόλως νὰ ὑποστηρίξω τὴν μὴ παράδοσιν τοῦ Κυρίου Μαστραπᾶ εἰς τὴν δικαιοσύνην, δὲν θέλω νὰ τὴν ὑποστηρίξω στηριζόμενος εἰς τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιτροπὴ διετύπωσε διὰ τοῦ στόματος τοῦ Κυρίου Σαριπόλου, ἀλλ’ ὅλως διόλου ἀντιθέτως· τὸν Κύριον Μαστραπᾶν, ὡς προανέφερον, τὸν παραδέχομαι ποτισθέντα εἰς τὰ νάματα αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, τὸν κύριον Μαστραπᾶ, τὸν ὑποθέτω διαβιβάζοντα τὰς ἐννοίας τοῦ ὑπουργείου· καὶ εἰς μίαν ἄλλην συνεδρίασιν, Κύριοι, εἶπον αὐτά· ὁ Κύριος Μαστραπᾶς ὡς καὶ πᾶς ἄνθρωπος ἔχων νοῦν ὡς κόκκον συνάπεως οὐδέποτε ἤθελε τολμήσει ἐπὶ παρουσίᾳ βασιλείας οὐδέποτε ἤθελε τολμήσει διὰ τοῦ τηλεγράφου νὰ διενεργῇ στάσιν, ἂν δὲν ἐπείθετο ἐνδομύχως ὅτι, ὅ,τι καὶ ἂν πράξῃ, θέλει εὕρει ὑποστήριξιν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἄλλως χαρακτηρίσατέ τον τρελλόν. (θόρυβος). Ἆ! Κύριοι πληρεξούσιοι! πρὶν ἔλθετε ἐνταῦθα, δὲν ὑπῆρχε Συνέλευσις, πρὶν ἔλθετε ἐνταῦθα καὶ πρὶν διενεργηθῇ ἡ ἐπανάστασις, ὑπῆρχεν ἡ Βασιλεία τοῦ Ὄθωνος, ὑπῆρξε συνωμοσία τότε, ὅσοι ὑπήρξατε συνωμόται, ἐστείλατε ὑμεῖς οὕτως ἀναφανδὸν τὰς ἐπιστολάς σας; ἐνθυμηθῆτε μὲ πόσας δολίας ἐκφράσεις, μὲ πόσους φόβους, μὲ πόσα τεχνάσματα μετεβιβάζοντο αἱ συνωμοσίαι, μὲ εἰκονικὰ συνοικέσια, μὲ ἐμπόρια καὶ τὰ τοιαῦτα· ἐνθυμηθῆτε Κύριοι! ὅσοι ἐλάβετε ἐλάχιστον μέρος εἰς τὰς συνωμοσίας κατὰ τῆς βασιλείας τοῦ Ὄθωνος, καὶ ἂς τὸ ἐνθυμηθῶσιν ὅλοι ὅσοι ἔλαβον μέρος εἰς τὴν πρώτην ἐπανάστασιν, τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1821, ποῖος τόσον γελοῖος, τόσον κοῦφος, τόσον ἀνόητος ἤθελεν ὑπάρξει, νὰ γράφῃ φανερὰ ἐπαναστατικὰς ἐπιστολὰς, ἐκτὸς ὡς προεῖπον, ἐὰν ἦτο τρελλός· ἄλλως τε Κύριοι! ἔχω καὶ ἓν μικρὸν ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς ἰδέας μου ταύτης, ἀτυχῶς ἐὰν δικανικῶς δὲν ἀποδεικνύεται· πολιτικῶς σᾶς πείθουσι τὰ πράγματα Κύριοι πληρεξούσιοι! ὁ Κύριος Μαστραπᾶς διὰ τίνος τρόπου διεβίβασε τὰς ἰδέας του; μὴ τυχὸν ὁ Κύριος Μαστραπᾶς ἐπλήρωσεν ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος μετέβη εἰς Τρίπολιν ὅπως κατὰ τὸν Αὔγουστον ἢ 7βριον μῆνα τοῦ 1862 ἀπέστειλεν εἰς Λαμίαν ἄνθρωπον καπνοπώλην, καὶ διεβίβασε δι’ αὐτοῦ τὰς ἰδέας του εἰς τοὺς ἐν Τριπόλει διὰ νὰ στασιάσουν; ὄχι· μήπως ὁ κ. Μαστραπᾶς ἔθεσε τὰς ἰδέας του ταύτας εἰς ἐπιστολὴν σφραγισμένην καὶ διὰ τοῦ ταχυδρομείου μετεβίβασε τὰς ἰδέας του; ὄχι; ἠξεύρετε πῶς; ἰδού· ὁ Κύριος Μαστραπᾶς ἔλαβε φύλλον χαρτίου, θέσας εἰς αὐτὸ τὰς ἰδέας του τὰς ἐπαναστατικὰς καὶ πρὸς τὴν Τρίπολιν καὶ πρὸς τὴν Λαμίαν, ὑπογράψας αὐτὰ, διὰ τοῦ ὑπηρέτου του βέβαια ἢ καὶ ὁ ἴδιος τὰς παρέδωσε εἰς δημόσιον λειτουργὸν, εἰς τὸν τηλεγραφητὴν· τὸ θεωρεῖτε τυχαῖον, Κύριοι; ἂν σήμερον ἀποφανθῆτε ὅτι τὸ θεωρεῖτε τυχαῖον, αὔριον ἀναστατόνω ὅλην τὴν Ἑλλάδα διὰ τοῦ τηλεγράφου, (θόρυβος). Κύριοι πληρεξούσιοι! δημόσιος λειτουργός....
§159ΠΕΤΣΑΛΗΣ (ὑπουργὸς). Ὑπηρέτης.
§160ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὁ λειτουργὸς εἶναι ὑπηρέτης τοῦ δημοσίου, ὡς καὶ ὑμεῖς. Δημόσιος λειτουργὸς λαμβάνει τὸ τηλεγράφημα τοῦ Κ. Μαστραπᾶ καὶ τὸ ἐνεργεῖ, λοιπὸν δύο τινὰ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ τεκμαίρωμαι, ἢ ὅτι ὁ δημόσιος αὐτὸς λειτουργὸς ἦτο συνένοχος μὲ τὸν Κύριον Μαστραπᾶν ἀπολύτως, ἢ ὅτι ἐνήργησεν ἐντολήν· ἄλλως τε Κύριοι οὐδόλως ἐξηγεῖται τὸ πρᾶγμα. Σᾶς ἐρωτῶ, θέλετε παραδεχθῇ ὅτι δυνάμεθα νὰ διενεργῶμεν στάσιν διὰ τοῦ τηλεγράφου καὶ ὁ τηλεγραφητὴς νὰ ᾖναι ὑποχρεωμένος νὰ μεταβιβάσῃ τὰς ἰδέας μας ταύτας;
§161ΒΑΣΣΟΣ. Ἀπαγορεύεται ἀπὸ τὸν νόμον.
§162ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἀπαγορεύεται ἀπὸ τὸν νόμον, καὶ ἐν τούτοις δὲν ἔγεινεν οὕτως. Ἀκόμη καλλίτερα, ὡραιότερα, σᾶς εὐχαριστῶ. Λοιπὸν, Κύριοι! ἐξ ὅλων αὐτῶν τί δυνάμεθα νὰ συναγάγωμεν; ὅτι ὁ Κ. Μαστραπᾶς φοιτῶν παρὰ τῷ ὑπουργείῳ, ἔλαβε γνῶσιν τοῦ ὑπουργικοῦ αὐτοῦ σάλου, μὴ εὐχαριστημένος, ὡς καὶ πάντες δὲν εἴμεθα εὐχαριστημένοι, ἀπὸ τὴν τοποθέτησιν τοῦ στρατοῦ, ἐνόμισεν ὅτι ἐνεργεῖ τὸ καθῆκον αὑτοῦ ὡς συνεταῖρος τῶν πολεμούντων τὸν τοποθετήσαντα οὕτω πως τὸν στρατὸν τῶν πολεμούντων δηλ. τὸν Κ. Σμόλενς.
§163ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐνόμισεν ἴσως.
§164ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Εἶσθε δικηγόρος τοῦ ὑπουργείου; γνωρίζω δικηγόρους τοῦ στέμματος. Κύριοι πληρεξούσιοι! Ὡς εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου μου εἶπον, ἂν ἀθωώσητε τὸν Κ. Μαστραπᾶν, ἂν ἀρνηθῆτε νὰ τὸν παραδώσητε εἰς τὴν ἐξουσίαν, σᾶς παρακαλῶ ἓν καὶ μόνον, ἀρνούμενοι φροντίσατε νὰ μὴ φανῆτε εἰς τὸν κόσμον γελοῖοι, φροντίσατε νὰ μὴ πεισθῆτε εἰς τοὺς λόγους τοὺς χυδαίους, ἃς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ ἔκφρασις, τοὺς δικανικοὺς αὐτούς· φροντίσατε ἀρνούμενοι· διὰ τοὺς λόγους τούτους νὰ μὴ δώσητε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν στρατιωτικὸν ὁποιουδήποτε βαθμοῦ νὰ διενεργῇ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν κατὰ τῆς τάξεως καὶ τῆς πειθαρχίας, νομίζων ὅ,τι, ἐὰν ἐνεργῇ, μένει ἀτιμώρητος· ἐὰν λοιπὸν, Κύριοι κατὰ περίστασιν ὁ Κ. Μαστραπᾶς δὲν ἐτύγχανεν ὑπάρχων πληρεξούσιος, ἤθελον εἶσθαι ὅλως κατ’ αὐτοῦ, ἤθελον καταψηφίσει, διότι, ὡς ἐν συντόμῳ ἐξήγησα τὰς ἰδέας μου, πληρέστατα παραδέχομαι ὅτι καὶ ἐν διανοίᾳ καὶ ἐν ἔργῳ εἰργάσθη διὰ τὴν διαδραμάτισιν τῶν γεγονότων. Ἀλλά, Κ. πληρεξούσιοι, ἂν τὸ γράμμα τοῦ συντάγματος λέγῃ ῥητῶς ὅτι «οὐδεὶς πληρεξούσιος, γερουσιαστὴς, βουλευτὴς ἐν γένει συλλαμβάνεται καὶ φυλακίζεται ἄνευ εἰδικῆς ἀδείας τοῦ σώματός του»· ἂν τὸ γράμμα τοῦ νόμου λέγῃ ταῦτα, βεβαίως ἔχει σημασίαν, καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν. Κύριοι πληρεξούσιοι! δὲν δύνασθε νὰ μοὶ ἀρνηθῆτε, ὅτι πολλοὶ καθήμενοι αἴφνης ἐντὸς κοινοβουλίων διὰ τὰς διαφόρους αὐτῶν ἐξωτερικὰς σχέσεις δύνανται νὰ ὑπόκεινται εἰς τιμωρίαν, τότε, οἱ ἐχθροὶ τοῦ κοινοβουλίου ἐκείνου ἐφαρμόζοντες τὸ γράμμα τοῦ νόμου ἠδύναντο καθ’ ἑκάστην ὁ εἷς διὰ χρέη, ὁ ἄλλος δι’ οἱονδήποτε ἄλλον λόγον νὰ συλλαμβάνουν ἀπὸ τοῦ συνεδρίου τοὺς παρακαθιζομένους καὶ νὰ παραλυθῇ ἡ ἐνέργεια τοῦ συνεδρίου. Κύριοι! τὸ αὐτὸ καὶ πᾶσα ἐξουσία ἀντιφρονοῦσα αἴφνης πρὸς ἄτομον κοινοβουλίου δύναται νὰ ἐνεργῇ. Εὔκολον, Κύριοι, εἶναι εὐκολώτατον ἑκάστοτε νὰ ἐξευρίσκωνται τρόποι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ δικαιολογήσωσι τὴν σύλληψιν, τὴν φυλάκισιν ἀνθρώπου ἀνήκοντος εἰς κοινοβούλιον· ἀλλὰ, θὰ μοὶ εἴπωσί τινες, εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ὕστερον ἀπὸ τὴν ἀγόρευσίν σου, Κύριε Βαλτινὲ, πῶς δύνασαι νὰ ἀρνηθῇς τὴν παράδοσιν, ἀφοῦ πληρέστατα παρεδέχθης τὴν συμμετοχὴν τοῦ κ. Μαστραπᾶ; τὴν παραδέχθην, ἀλλὰ τὴν ἀρνοῦμαι, διότι εἰς τὴν περίστασιν ταύτην βλέπω εἰς τοὺς μυχοὺς τοῦ ὑπουργικοῦ κύκλου ἓν παράδοξον, φαίνεται, Κύριοι, μία τέχνη πολιτικὴ ἀκατανόητος. Ὅπως τὸ ὑπουργεῖον παραδίδον εἰς τὸν Κ. Σμόλεντς τὸ δικτατορικὸν ψήφισμα, ἠπατήθη, διότι ὁ Κ. Σμόλεντς δὲν ἐγένετο χυδαῖον αὐτοῦ ὄργανον, οὕτως εἰς τοὺς ὑπολογισμούς του, φαίνεται, τὸ ὑπουργεῖον ἠπατήθη. Βεβαίως, Κύριοι, τὸ ὑπουργεῖον ἐπεθύμει νὰ ἐξεγερθῇ ἡ κοινὴ γνώμη κατὰ τῆς πράξεως τοῦ Κ. Σμόλεντς, πιθανὸν νὰ μὴν ἔφθανεν ὁ πόθος τοῦ ὑπουργείου μέχρι τῆς στάσεως, ἀλλ’ ἐπῆλθεν ἡ στάσις. Εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, Κύριοι, τὸ ὑπουργεῖον ἐνόμισε καθῆκόν του νὰ κτυπήσῃ τοὺς φίλους του, καθιστῶν αὐτοὺς θύματά του, διότι τὸν Κ. Μαστραπᾶν εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, πολεμήσατέ με ὅσον θέλετε, τὸν θεωρῶ θῦμα τοῦ ὑπουργείου· ἰδοὺ διατί, καί τοι ἐνεργὸν τῆς στάσεως δὲν θέλω νὰ τὸν παραδώσω, διότι ἐγένετο θῦμα· ἐπροτίμων νὰ ἔχω τὴν δύναμιν νὰ κτυπήσω ἄλλον παρὰ τὸν Κ. Μαστραπᾶ. Περαίνων, Κύριοι, τὸν λόγον μου, διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράσω, κηρύττομαι κατὰ τῆς παραδόσεως τοῦ Κ. Μαστραπᾶ εἰς τὴν δικαιοσύνην, δι’ οὓς προανέφερον πολιτικοὺς λόγους.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Ἡρ. Πετιμεζᾶς.
§166ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, λυποῦμαι, καὶ λυποῦμαι ἐγκαρδίως, διότι ἔρχομαι ἐκ τοῦ βήματος νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ ὑποθέσεως, ἥτις διαφέρει ἀξιωματικὸν τοῦ σώματος, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ ἀνήκω. Δὲν ἤθελόν ποτε ἀναβῆ τὸ βῆμα, σᾶς τὸ διαβεβαιῶ πληρέστατα, ἐὰν ἡ περίστασις αὕτη δὲν μὲ εἶχεν εἰς τὴν θέσιν τὴν κοινωνικὴν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκομαι, δηλ. δὲν μὲ εὕρισκεν εἰς τὴν θέσιν τοῦ Βασ. ἐπιτρόπου. Δὲν ἔρχομαι νὰ λαλήσω κατὰ τῶν πράξεων, ὅσας ἐξετέλεσεν ὁ Κ. Μαστραπᾶς, ἔρχομαι νὰ λαλήσω ὑπερασπιζόμενος τὸν νόμον, ὅστις, μοὶ φαίνεται, ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς προσβληθείς· μὴ λησμονήσητε δὲ, ὅτι ὁ Κ. εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἤλεγξε τὰ ἔγγραφον, δι’ οὗ ἐγὼ ὡς ἐπίτροπος ὑπέβαλον ὅλα τὰ στοιχεῖα, ὅσα ἡ ἀνάκρισις ἀνεκάλυψεν εἰς τὴν ὁδόν της, ὑπ’ ὄψιν τοῦ ὑπουργείου κατὰ καθῆκον καὶ κατὰ νόμον.
§167ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Τώρα λαλεῖτε ὡς πληρεξούσιος ἢ ὡς Βασ. ἐπίτροπος;
§168ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν ἤσουν ὑπόδικος θὰ ἤμην τότε Βασιλ. Ἐπίτροπος. Ἐπεθύμουν νὰ ἠδυνάμην νὰ συμβιβάσω τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς μὲ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἔχω ἐνώπιόν μου, διὰ νὰ ἦμαι σήμερον εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ψηφοφορήσω ὑπὲρ τοῦ Κ. Μαστραπᾶ, ὅπως ἐψηφοφόρησα προχθὲς ὑπὲρ τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἐφρόνουν, ὅτι εἴχομεν ἅπαντες ὑπόληψιν. Ἐάν τις, Κύριοι, ἀναγνώσῃ μεθ’ ὑπομονῆς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, θέλει ἀνακαλύψει ἐν αὐτῇ τὴν ῥήτραν, ὅτι δὲν ὑπάρχει, καθόσον ἀφορᾷ τὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν της, τὸ ἀξιόποινον, καὶ ὅταν ἀποδειχθῇ τοῦτο, τότε βεβαίως εἰς ἐμὲ ἤθελε μείνει τὸ στίγμα, ὅτι ἐνήργησα ἐκ πλαγίων φρονημάτων, ἢ ὅτι ἐνήργησα χωρὶς νὰ ἔχω γνῶσιν τῶν κειμένων νόμων, οἱ ὁποῖοι μοὶ ἐνεπιστεύθησαν. Ἰδοὺ, Κύριοι, πῶς ἀπολήγει τὸ συμπέρασμα τῆς ἐπιτροπῆς. Λέγει τελευταῖον, ὅτι, ἐὰν ἡ ἐπιστολὴ, τὴν ὁποίαν παραδέχεται ὡς ἐπιστολὴν, καὶ τὴν ὁποίαν παραδέχεται, ὅτι ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὁ πρὸς ὃν διευθύνεται, «ἐὰν, λέγει, ἡ ἐπιστολὴ ἤθελεν ἔχει τὴν συμφορωτέραν εἰς τὴν κατηγορίαν ἔννοιαν, μὴ ἐξαγομένης ὅμως ἐξ οὐδενὸς τῶν ὑποβληθέντων ἐγγράφων τῆς παραμικρᾶς ἐνδείξεως, ὅτι ἐκεῖνος, πρὸς ὃν ἡ ἐπιστολὴ διευθύνετο, ἐξετέλεσεν ὡς αὐτουργὸς ἢ συνεργὸς τὴν πρᾶξιν, περὶ ἧς ἡ κατηγορία ἰσχυρίζεται, «ὅτι ὁ Κ. Μαστραπᾶς προσεκάλεσεν αὐτὸν, ἡ ἐπιστολὴ αὐτοῦ μένει πρᾶξις ποινικῶς ἀκαταδίωκτος, καίτοι δι’ ἄλλους λόγους ἴσως ἀξιοκατάκριτος.» Ἠκούσατε λοιπὸν ποῖον εἶναι τὸ συμπέρασμά της· εἶναι ἀθῶος ὁ Κ. Μαστραπᾶς, λέγει, δὲν ὑπάρχει οὔτε ἡ ἐλαχίστη ἔνδειξις ἐνοχῆς, διότι ὁ πρὸς ὃν ἀπευθύνεται ἡ ἐπιστολὴ, οὔτε ὡς αὐτουργὸς, οὔτε ὡς συνεργὸς ἐξετέλεσε τὴν ἐντολήν. Ἀλλὰ μοῦ φαίνεται, Κύριοι, ὅτι τοῦτο ἀντίκειται ῥητῶς εἰς τὸ ἄρθρον 48 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀναγινώσκω· ὅστις ἔδωκε διαταγὴν ἢ παραγγελίαν εἰς ἄλλον πρὸς ἐκτέλεσιν τινὸς κακουργήματος ἢ πλημμελήματος, ἢ ἕνεκα τούτου μετεχειρίσθη πρὸς αὐτὸν βίαν ἢ ἀπειλὰς, ἢ πρὸς τὸν ἴδιον σκοπὸν τὸν ἐχορήγησεν ἢ τὸν ὑπεσχέθη μισθὸν, ἐὰν ἡ μελετηθεῖσα ἀξιόποινος πρᾶξις δὲν ἐτελέσθη, ὑποβάλλεται εἰς τὴν ποινὴν τῆς ἀποπείρας·» Ἐὰν ἡ πρᾶξις ἤθελεν ἐκτελεσθῆ, τότε ἤθελεν ὑποταχθῆ εἰς τὴν ποινὴν τοῦ αὐτουργοῦ· ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἐξετελέσθη, ὑποβάλλεται εἰς τὴν ποινὴν τῆς ἀποπείρας· ἄρα ὑπάρχει τὸ ἀξιόποινον. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν δύναταί τις, ὅσον καὶ ἂν ᾖναι νομομαθὴς, ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη ἔχει τοὐλάχιστον χαρακτῆρα ἀποπείρας, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἦτο προπαρασκευαστικῶν ἐνεργειῶν ἀποκύημα, ἐπειδὴ τὸ ἔγκλημα ἦτο ἐκ τῶν ἐξῃρημένων ἐγκλημάτων, διὰ τὰ ὁποῖα καὶ ἡ ἀπόπειρα θεωρεῖται ὡς τετελεσμένον κακούργημα, ἡ πρᾶξις αὕτη ἤθελε τιμωρηθῆ εἰς βαθμὸν πταίσματος. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, Κύριοι, ἀκόμη ὑπάρχει ἡ ἐνοχὴ, ἔστω καὶ εἰς ἐλάχιστον βαθμόν. Δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε λοιπὸν, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν ἐμπεριέχει ἐνοχὴν, διότι ἀρνεῖσθε κατὰ μέτωπον τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ὁ Π. Ν. ὥρισεν. Ἐθαύμασα, Κύριοι, ὅτε ἤκουσα τὸν πρῶτον λαλήσαντα, ὅστις καθιέρωσε πρὸς τὸ συμφέρον πληρεξουσίου, ἢ Βουλευτοῦ ἀρχὴν ὅλως ἀντικοινωνικὴν καὶ ἀντίθετον τῶν κειμένων νόμων. Τί σᾶς εἶπεν; Ἀναγνωρίζω, ὅτι πρέπει ὁ πληρεξούσιος οὗτος νὰ δοθῇ εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπω νὰ τὸν φυλακίσῃ. Ἐντεῦθεν, Κύριοι, προκύπτει μία πρόληψις, τὴν ὁποίαν ὁ λαλήσας ἔχει κατὰ τῆς ἀνακρίσεως· ἡ ἀνάκρισις δὲν φυλακίζει πάντοτε, ἀλλ’ ὅταν ἔχῃ εἰς χεῖράς της ἀποδεδειγμένον τὸ ἔγκλημα· ἡ ἀνάκρισις εἶναι γεναία. Ὅταν τὸ στρατοδικεῖον τῶν Ἀθηνῶν ἐδίκασε τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τοῦ ἱππικοῦ καὶ πεζικοῦ, οἵτινες κατηγορήθησαν, ὅτι διενοήθησαν νὰ πράξωσιν ἔγκλημα ἐσχάτης προδοσίας κατὰ τοῦ ὑπάρχοντος τότε ἀνεγνωρισμένου ἄρχοντος τῆς Ἐπικρατείας, ἤμην εἰς τὸ αὐτὸ Στρατοδικεῖον ὡς Β. ἀντεπίτροπος· μάθετε λοιπὸν ὅτι ὁ Ἀξελὸς, ὅστις ἦτο Β. ἐπίτροπος καὶ εἰργάζετο παρὰ τῷ ὑπουργείῳ, μὲ προσεκάλεσε καὶ μοὶ ἀνέθεσε νὰ διεξαγάγω τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Τὴν ἐμελέτησα καὶ ἔχω μάρτυρα ἀλάνθαστον ἕνα ἀξιωματικὸν τίμιον, ὅστις καὶ σήμερον προεδρεύει τὸ στρατοδικεῖον· καὶ ὅστις ἔχει τὸν ἐλάχιστον δισταγμὸν, ἂς προσέλθῃ εἰς αὐτὸν νὰ πληροφορηθῇ περὶ τῶν αἰσθημάτων καὶ τῆς διαγωγῆς μου.
§169ΚΑΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§170ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐδίδαξα τὴν τότε Κυβέρνησιν, —τὰ πρόσωπα ζῶσι, καὶ δύνασθε νὰ ἐρωτήσητε— ὅτι πρέπει νὰ σέβηται τοὺς νόμους· μοὶ εἶπον ὅτι, καίτοι ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐκ τῶν προκυπτόντων πρέπει νὰ μεταβῇ εἰς τὴν δικαιοσύνην τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων, μόλαταῦτα διὰ νὰ στερεωθῇ ἡ πειθαρχία πρέπει νὰ δώσωμεν παράδειγμα στρατιωτικῆς καταδίκης, διότι ἡ πίστις καὶ ἡ πειθαρχία τοῦ στρατοῦ κλονίζεται. Τοῖς ἀπήντησα, ἂν νομίζητε, ὅτι δι’ αὐτῶν τῶν μέτρων δύνασθε νὰ φέρητε τὴν πειθαρχίαν εἰς τὸν στρατὸν, πηγαίνετε νὰ ἐκτελέσητε τὰ μέτρα σας· δὲν θέλω ποτὲ συναινέσει ν’ ἀδικήσω οὔτε τὸν ἐλάχιστον στρατιώτην, δὲν θέλω ποτὲ συναινέσει ν’ ἀφαιρέσω αὐτὸν ἀπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τῶν δικαστηρίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνήκει, διὰ νὰ ὑπηρετήσω μίαν ἀρχὴν, ἥτις εἶναι ἀνήθικος καὶ ἀντικοινωνική· καὶ τότε διέταξαν τὸν Ἀξελὸν νὰ καταβῇ ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον, νὰ λάβῃ τὴν δικογραφίαν καὶ νὰ τὴν ἐνεργήσῃ.
§171ΤΙΝΕΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§172ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔπρεπε νὰ τὸ μάθητε, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι εἰς τὰς χεῖράς μου ἡ ἀνάκρισις δὲν φυλακίζει ποτὲ, παρ’ ὅταν εὕρῃ ἀποδεδειγμένον τὸ ἔγκλημα. Δὲν δύναμαι λοιπὸν νὰ παραδεχθῶ μίαν τοιαύτην ἀρχήν· ἡ Συνέλευσις, ἐνώπιον τῆς ὁποίας ἐφέρθη αὐτὸ τὸ ζήτημα, σήμερον παριστᾷ ἓν ὁρκωτὸν δικαστήριον, δὲν ἔχει νὰ δώσῃ λόγον παρὰ εἰς τὴν συνείδησίν της, ἑπομένως δύναται ἢ ὄχι νὰ δώσῃ τὸν ζητούμενον εἰς τὴν ἀνάκρισιν. Ἀλλὰ τοιαύτην ἀρχὴν παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ μὴ τὴν καθιερώσῃ· καλλίτερα νὰ μὴ δώσῃ τὸν ζητούμενον, προτιμώτερον εἶναι τοῦτο, παρὰ νὰ καθιερώσῃ ἀρχὴν ἀντικειμένην εἰς τοὺς κειμένους νόμους καὶ εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς κοινωνίας. Μὲ τὸν κ. Καλὸν, ὅστις εἶναι πρακτικὸς, ὡς καὶ ἐγὼ εἰς τὰ νομικά....
§173ΚΑΛΟΣ. Ὄχι, εἶμαι θεωρητικός.
§174ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐθαύμασα, διότι ἠθέλησε νὰ καθιερώσῃ τοιαύτας παραδόξους ἀρχάς· ἐθαύμασα ὅμως, καὶ ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, μὲ τὰς ἰδέας, ὅσας ἐξέθηκεν ἐνώπιον ὑμῶν ὁ καθηγητὴς τοῦ ποιν. δικαίου· τόσον κατεδαπάνησε τὸν καιρόν του, μελετῶν τὰ ὑποβληθέντα παρὰ τοῦ ὑπουργείου ἔγγραφα, ὥστε ἐτόλμησεν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Δαμίαν, δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, διότι δὲν ἐγίνετο περὶ αὐτοῦ μνεία. Ἀλλά, κύριε διδάσκαλε τοῦ ποινικοῦ δικαίου, ὅταν αὐτὸ τὸ ἔγγραφον ὑπάρχῃ ἐν τῇ δικογραφίᾳ, ὅταν μνημονεύηται εἰς τὰ ἔγγραφα, καὶ ὁ ἀριθμός του φέρεται ἐν αὐτοῖς, ἐννοεῖται ὅτι ὑπάρχει κτῆμα τῆς δικογραφίας ἀναπόσπαστον, καὶ ἑπομένως ὀφείλετε νὰ τὸ λάβητε ὑπ’ ὄψιν. Ὁ Κ. Σαρίπολος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σᾶς εἶπεν, ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ φακέλλου, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλε, ὑπάρχουσι διάφορα τηλεγραφήματα, ἐξ ὧν τρία φαίνονται ὅτι ἐξεδόθησαν παρὰ τοῦ ὑπολοχαγοῦ Κ. Μαστραπᾶ, ἕτερα δὲ δύο παρὰ δύο ἄλλων ἀνθυπασπιστῶν. Μετὰ προσοχῆς ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ὁ ἔντιμος εἰσηγητὴς ἐμελέτησε τὰ ἔγγραφα, καὶ δὲν εὗρε οὐδόλως νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ αὐτῶν τῶν τριῶν προσώπων ἡ ἐλαχίστη συνενοχή. Ἡ ἀπάντησις εἰς τὴν ἔκθεσιν ταύτην εἶναι εὐκολωτάτη, διότι οὔτε ὁ εἰσηγητὴς οὔτε ὁ Β. ἐπίτροπος εἶπον, ὅτι ὑπάρχει ἀποδεδειγμένη συνεννόησις μεταξὺ αὐτῶν τῶν τριῶν προσώπων, ἄλλως τε καὶ τὰ τρία αὐτὰ πρόσωπα εὑρίσκοντο ἐν Ἀθήναις, καὶ ἑπομένως τὰ τηλεγραφήματα τοῦ Κ. Μαστραπᾶ δὲν δύνανται ν’ ἀπευθύνωνται πρὸς ταῦτα τὰ πρόσωπα· τὰ τηλεγραφήματα ἐκεῖνα διευθύνοντο εἰς Τρίπολιν καὶ πρὸς ἄλλα μέρη· ἑπομένως ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος ἀφ’ ἑαυτοῦ πίπτει. Ἀλλά, Κύριοι, ὁ Κ. Σαρίπολος ἦλθεν ἐνώπιόν σας νὰ λύσῃ ἓν ἄλλο ζήτημα λίαν σπουδαῖον, κατὰ τὴν κρίσιν μου, διότι δι’ αὐτοῦ ἠθέλησε νὰ μεταβάλῃ τὰς παραδεδεγμένας παρὰ τοῦ δικαίου ἀρχάς. Σᾶς εἶπεν ὅτι αἱ πράξεις, τὰς ὁποίας συνήγαγε κατὰ τοῦ Μαστραπᾶ, εἶναι προπαρασκευαστικαί, καὶ ὅτι αἱ πράξεις αὗται δὲν τιμωροῦνται, ἀνήκουσιν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ὡς ἰδιοκτησία ἀναφαίρετος. Τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, εἶναι ἡ στρεβλοτέρα ἰδέα καὶ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν ἐδύνατο νομομαθὴς ἄνθρωπος νὰ ἐκφέρῃ ἀπὸ στόματος. Κύριοι, τὰ ἐγκλήματα λαμβάνουσι τὴν ἀρχήν των ἐν τῷ νῷ τοῦ ἀνθρώπου· ἐκεῖ γεννᾶται καὶ ἡ ἰδέα τῆς ἐκτελέσεως ἑνὸς ἐγκλήματος, ὡς γεννᾶται καὶ ἡ ἰδέα τῆς ἐκτελέσεως μιᾶς ἀμοιβῆς, χάριτος, ὡς γεννᾶται πᾶν ὅ,τι γεννᾶται, καὶ ὅ,τι φαίνεται ἐν τῷ κόσμῳ ἀνθρώπινον. Ἐν ὅσῳ λοιπὸν ἡ πρόθεσις, τὴν ὁποίαν διανοεῖται νὰ ἐνεργήσῃ, μένει ἐν τῷ νῷ αὐτοῦ, εἶναι ἰδιοκτησία, ἅμα ὅμως ἐξέλθῃ τοῦ νοὸς αὐτοῦ εἶναι ἰδιοκτησία ἀναφαίρετος τῆς κοινωνίας. Τὸ ἔγκλημα λοιπὸν εἶναι ἀκαταδίωκτον ἐνόσῳ ὑπάρχει ἐν τῷ νῷ τοῦ συλλαμβάνοντος αὐτὸ, καὶ τότε ἀληθῶς μόνον ὁ ἐτάζων καρδίας καὶ νεφροὺς δύναται νὰ δικάσῃ αὐτό· ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, ἐξέλθῃ ἀπὸ τὸν νοῦν του, καὶ τὸ πρῶτον βῆμα, τὸ ὁποῖον κάμνει, εἶναι ἡ προπαρασκευὴ τὴν ὁποίαν ἐπιχειρεῖ διὰ νὰ φέρῃ εἰς πέρας αὐτὸ τὸ ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον διανοεῖται· ἂν π. χ. ἔχω εἰς τὸν νοῦν μου νὰ ἀνοίξω τὸ κιβώτιον ἑνὸς ἀνθρώπου, δὲν εἶμαι ἀπέναντι τῆς κοινωνίας καὶ τῶν νόμων ἔνοχος, ἀλλ’ ἐὰν κατορθώσω, νὰ μεταβῶ εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τυπώσω τὸ κλεῖθρον τοῦ κιβωτίου του, καὶ τὸ ὑπάγω εἰς ἕνα τεχνίτην καὶ μοῦ τὸ κατασκευάζει, τὸ θέσω εἰς τὸν κόλπον μου, καὶ ἀκολούθως καιροφυλακτῶ νὰ μεταβῶ ἐκ δευτέρου εἰς τὴν οἰκίαν νὰ ἐκτελέσω τὴν πρᾶξιν, ἐὰν τότε φέρων τὸ κλεῖθρον ἐντὸς τοῦ κόλπου μου συλληφθῶ, ἡ πρᾶξις αὕτη εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκομαι, τὸ στάδιον δηλ. τοῦτο τῆς παρασκευῆς, ὑπὸ τοῦ νόμου δὲν τιμωρεῖται, οὐχὶ διότι δὲν ἔχει ἐνοχὴν, ἀλλὰ διότι ὁ νομοθέτης ἐθεώρησε λογικὸν νὰ ἀφήσῃ ἀνοικτὴν τὴν ὁδὸν τῆς μεταμελείας. Ἀλλ’ εἶναι, Κύριοι, καὶ προπαρασκευαστικαὶ πράξεις, αἱ ὁποῖαι τιμωροῦνται, ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι προετοιμάζονται διὰ νὰ κλονίσουν τὴν ἀσφάλειαν ἑνὸς Κράτους, ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι ἀπειλοῦν τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἀνωτάτου Ἄρχοντος, τὴν τύχην μιᾶς ἐπικρατείας, αὗται εἶναι ἔγκλημα. Ἠπόρησα ἀληθῶς, ὅταν ὁ καθηγητὴς τοῦ ποιν. Δικαίου ἐγνωμοδότησεν ὅτι αἱ προπαρασκευαστικαὶ πράξεις δὲν εἶναι ἀξιόποινοι· διὰ νὰ συλλέξῃ ὁ Κ. εἰσηγητὴς τὸ ἀξιόποινον τῆς πράξεως ἐξέθηκεν ἐνώπιόν σας τὰ ἑξῆς· ὅτι διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἐντολὴ, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ σχέσις· ἐγὼ λέγω, ὅτι διὰ νὰ φέρῃ ἡ ἐντολὴ τὸν ἀξιόποινον χαρακτῆρα, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ συμφέρον, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ καμμία σχέσις. Ἐὰν μία ἀνάκρισις κατορθώσῃ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἡ ἐντολὴ ἐδόθη ἕνεκα συμφέροντος, ἡ ἐντολὴ εἶναι τετελεσμένη. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, Κύριοι, οὐδεὶς ὑπάρχει δισταγμὸς, ὅτι μεταξὺ τοῦ ζητουμένου νὰ παραδοθῇ εἰς τὴν ἀνάκρισιν, καὶ τοῦ πρὸς ὃν ἀπευθύνονται τὰ τηλεγραφήματα, ὑπάρχει σχέσις φιλικὴ τοιαύτη, ὅσην ἐμφαίνει τὸ θάῤῥος, μὲ τὸ ὁποῖον ὁ τηλεγραφήσας ἔδωκε τὴν ἐντολήν· ὥστε καὶ τοῦτο τὸ ἐπιχείρημα τῆς ἐπιτροπῆς πίπτει ἐκ βάθρων. Ὁ Κ. Σαρίπολος ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅτι τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἐδόθη, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ μεταβίβασις δὲν ἐπετράπη, ἔμεινεν ἐν τῷ νῷ τοῦ ἐκδώσαντος αὐτὸ, ἀφίνω ἕκαστον ὑμῶν νὰ στοχασθῇ ἂν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς ἕνα Καθηγητὴν, νὰ ἐκφέρῃ γνώμην τοιαύτην ἐνώπιον μιᾶς Συνελεύσεως. Σᾶς εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι ἡ πρᾶξις μένει ἐν τῷ νῷ, ἐν ὅσῳ δὲν παρουσιάζει κανὲν φαινόμενον, ἐν ὅσῳ ἡ κοινωνία ἐξ αὐτῆς τῆς πράξεως δὲν ἔχει νὰ ὑποστῇ κανὲν σκάνδαλον, καμμίαν ἐνόχλησιν, κανὲν ἄδικον· ἀλλ’ ἅμα ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ νοός... γράφω π.χ. ἓν χαρτὶ καὶ τὸ παραδίδω εἰς τὸ τηλεγραφεῖον· εἶναι πρᾶξις, ἡ ὁποία ἔμεινεν ἐν τῷ νῷ; Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ μεταβίβασις, λέγει ὁ τηλεγραφητὴς, διότι ἔχει αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν ἀπὸ τὸν Νόμον, διὰ νὰ προλαμβάνῃ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ προκύψουν ἐκ τούτων τῶν τηλεγραφημάτων. Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι ὁ τηλεγραφητὴς δὲν ἠρνεῖτο τὴν μεταβίβασιν αὐτὴν, ὅτι ἔφθανεν εἰς τὴν Λαμίαν, ὅτι τὸ ἠσπάζετο ὁ Παππακώστας, ὅτι ἐγίνετο καὶ ἐκεῖ μία στάσις. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἠδύνατο καὶ ἐκ τούτου νὰ προκύψῃ κίνδυνος, καὶ συνδυαζόμενος μὲ τὸν ἕτερον κίνδυνον, νὰ καταστῇ γενικός· κατὰ συνέπειαν ὁ τηλεγραφητὴς ἔχει αὐτὸ τὸ καθῆκον νὰ ἐμποδίζῃ τὰ τηλεγραφήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τείνουσι νὰ διαταράξωσι τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν ἀσφάλειαν τῆς ἐπικρατείας. Ἐὰν λοιπὸν αὐτὸς τὸ κρατήσῃ, δὲν θὰ εἰπῇ, ὅτι ἔμεινεν ἐν τῷ νῷ τοῦ ἐκδώσαντος, ὡς διϊσχυρίζεται ὁ Κ. Σαρίπολος, ἀλλ’ εἶναι πρᾶξις, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς κοινωνίας, καὶ ἡ τοιαύτη εἶναι ἀξιόποινος, διότι ἐμπεριέχει τὰ στοιχεῖα τῆς ἀξιοποίνου ἀποπείρας. Πιστεύσατε· σᾶς τὸ λέγω ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ ἀδιστάκτως, καὶ ἴσως παρουσιασθῶσι περιστάσεις νὰ τὸ ἀποδείξω· ὅτι τίποτε δὲν μὲ κινεῖ ἐναντίον αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, μόνον ἡ ἔκφρασις, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ καθιέρωσεν ἐν τῇ ἐκθέσει της, καὶ ἥτις κατὰ δυστυχίαν μου, διότι ἔτυχα βασιλικὸς ἐπίτροπος, ἀφίνει εἰς τὴν κοινωνίαν τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύσῃ ὅτι, ἐνῷ δὲν ὑπῆρχεν ἐνοχὴ, κατεδίωξε τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ἀπὸ ἰδέαν ἀντεκδικήσεως ἢ ἀπὸ ἔχθραν κατὰ τοῦ προσώπου αὐτοῦ. Θέλω λοιπὸν νὰ πεισθῇ καὶ ἡ Συνέλευσις καὶ ἡ κοινωνία, ὅτι δὲν ἔχω καμμίαν κατὰ τοῦ προσώπου πρόθεσιν, δὲν ἀνέχομαι νὰ καθιερώσῃ ἡ ἐπιτροπὴ ἀρχὴν, ὅτι δὲν ὑφίσταται τὸ ἀξιόποινον, διότι τότε ἀληθῶς εἶμαι ἀνίκανος καὶ δὲν ἐννοῶ τοὺς νόμους, ἢ ἐξετέλεσα τὴν ἐνέργειαν ταύτην ἀπὸ ἰδέας πλαγίας, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ ἐμφιλοχωρήσωσιν οὔτε εἰς τὴν καρδίαν μου, οὔτε εἰς τὸν νοῦν μου. Δὲν ἐπιχειρῶ νὰ ἀνασκευάσω τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ τρίτου λαλήσαντος· διότι αὐτὰ φρονῶ, ὅτι ἀφ’ ἑαυτῶν ἀνασκευάζονται, διότι ἠθέλησε νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα, ἀπὸ τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν πραγματικῶς κεῖται, εἰς ἓν σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ ὥρα αὕτη δὲν ἐπιτρέπει νὰ φέρηται. Τί σᾶς εἶπεν; ὅτι ὁ κύριος οὗτος, ὅστις ζητεῖται εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ἐξετέλεσεν ὅ,τι ἐξετέλεσεν ὑπὸ τὴν σκέπην τοῦ προέδρου τῆς κυβερνήσεως, ὑπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως συμμερίζεται τὰς ἀρχὰς αὐτοῦ· θέλετε νὰ μάθητε ποῦ ἀποδίδεται τοῦτο; ἐὰν τὸ θέλητε ὡς ζήτημα ὑπουργικὸν, μεταβῆτε εἰς τὴν ἀνάκρισιν νὰ καταθέσητε, ὅ,τι θέλετε, φέρετε ἐκεῖ τὰς ἀποδείξεις σας ἐνώπιον τοῦ νόμου, καὶ θέλετε βεβαιωθῆ, ὅτι δὲν θέλει φεισθῆ, οὔτε αὐτοῦ τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἐπιθυμία μου εἶναι νὰ προκύψῃ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα, εἰ δυνατὸν, ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ζητεῖται ἀπὸ τὴν δικαιοσύνην. Ἀλλὰ ἔλαβον τὸν λόγον διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι τὸ ἀξιόποινον ὑφίσταται. Ἂν ὑφίστανται αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ὁ δημοσιευθεὶς νόμος ἐπρόβλεψε, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου καθιεροῦται τὸ ἀπαραβίαστον τοῦ πληρεξουσίου, ἐὰν ὑπάρχουν, λέγω, αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι, ἃς τὰς ἀνακαλύψῃ ἡ Συνέλευσις, εἶναι καθῆκόν της, τὸ ἐπαναλέγω, καὶ ἂς τὰς θέσῃ ταύτην τὴν στιγμὴν εἰς ἐνέργειαν· ἐὰν ὑπάρχῃ δηλ. ἐκεῖνος ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον θέλουν νὰ προφυλάξουν αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι, ἡ Συνέλευσις πρέπει μετὰ θάῤῥους νὰ ἀποφανθῇ ὅτι δὲν παραδίδει τὸν πληρεξούσιον, τὸν ὁποῖον ζητεῖ ἡ ἀνάκρισις. Ἐὰν ὅμως ἐξ ἐναντίας ὑποθέτῃ ὅτι πρέπει νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν της ὑπὲρ τῶν νόμων, τότε δὲν πρέπει νὰ ἐμβλέψῃ οὔτε εἰς πρόσωπα, οὔτε εἰς ὑποχρεώσεις κομματικὰς, ἀλλὰ πρέπει νὰ θέσῃ σύμφωνα μὲ τὴν συνείδησίν της εἰς τὴν κάλπην τὸ ψηφοδέλτιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπερασπίζει τὰ δικαιώματα τῆς κοινωνίας καὶ τῶν νόμων.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κύριος Βάσος· (ἐγείρονται πολλοὶ πληρεξούσιοι ν’ ἀπέλθωσιν).
§176ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Τὴν Παρασκευήν.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴν ἀποσύρεσθε, Κύριοι πληρεξούσιοι. Δυνάμεθα νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὴν πρότασιν περὶ ὅρκου· ἰδοὺ τὶ λέγει «μέχρι τῆς ἐκδόσεως.... (θόρυβος).
§178ΚΑΛΟΣ. Θὰ γίνῃ ἀντίῤῥησις. (θόρυβος).
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις ἔχει ἀνάγκην ἀπὸ μίαν πίστωσιν. (θόρυβος).
§180ΛΑΠΑΣ. Δὲν εἶναι πλήρης ἡ Συνέλευσις.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 6 παρὰ 20.
Ὁ πρόεδρος
Ι. Λ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ.
Οἱ γραμματεῖς Ἀναγ. Νικολαΐδης. Θ. Βενετσάνος. Γ. Τσέλιος.