1864.01.18
1.510 στίχοι · 12.987 λέξεις · 72 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΣΖʹ.
Τῆς 18 Ἰανουαρίου 1864.
(Σάββατον).
Ὥρα 1 Μ. Μ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι!
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται πρότασις τοῦ Κυρίου Τσώκρη ἡ ἑξῆς. Ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις Ψηφίζει. «Συνιστᾶται Ἐφορία γʹ. τάξεως εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἄργους, κατατασσομένης τῆς ἐφορίας Ναυπλίας εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν.»
§4ΠΟΛΛΟΙ. Μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ γείνῃ ἀνάπτυξις μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Ὑπάρχει ἓν νομοσχέδιον ἀφορῶν τὴν ἐκλογὴν τῶν Βουλευτῶν. Εἶναι δ’ ἔργον τῆς τῶν ἐκλογικῶν νόμων εἰδικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Συνελεύσεως.
§6ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀνάγνωσις εἶναι περιττὴ, νομίζω, διότι εἶναι ἐκτεταμένον· μετὰ τὴν τύπωσιν καὶ διανομὴν θὰ λάβῃ θέσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§8ΔΑΓΡΕΣ. Κύριοι! τὸν παρελθόντα χειμῶνα τὰ διάφορα τμήματα τῆς Συνελεύσεως ἐξέλεξαν μίαν ἐπιτροπὴν, τὴν ὁποίαν ἐπεφόρτισαν νὰ συντάξῃ ἓν σχέδιον δημοτικῶν νόμων. Ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ᾖμαι μέλος, εἰργάσθη καὶ ὑπέβαλε νόμον ἀπὸ τὸν παρελθόντα Ἀπρίλιον. Τὸ σχέδιον αὐτὸ ἐτυπώθη· μοὶ φαίνεται δὲ παράξενον, πῶς δὲν διενεμήθη εἰς τοὺς Κυρίους πληρεξουσίους, διότι πολλοὶ μοὶ εἶπον, ὅτι τοιοῦτον σχέδιον δὲν εἶδον. Σήμερον ὑπεβλήθη καὶ σχέδιον περὶ ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν· παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν, ὥστε ν’ ἀποφασίσῃ καὶ τὰ δύο αὐτὰ σχέδια νὰ λάβωσι τὴν οἰκείαν θέσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ οὐχὶ ὅπου ἐτέθη ὁ δημοτικὸς νόμος· ἀφοῦ συζητηθῶσιν αἱ ἀναρίθμητοι προτάσεις τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἐτέθη νὰ συζητηθῇ ὁ δημοτικὸς νόμος. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ διανεμηθῇ εἰς ὅλους τοὺς κ. πληρεξουσίους ὁ δημοτικὸς νόμος, διότι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι σπουδαῖον, καὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ καὶ ὁ τύπος καὶ ἡ κοινὴ γνώμη καὶ οἱ πολῖται πάσης τάξεως νὰ ἐπιφέρωσι μίαν γνώμην. Παρακαλῶ δὲ νὰ τυπωθῇ καὶ τὸ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νομοσχέδιον καὶ νὰ διανεμηθῇ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σχέδιον τοῦ δημοτικοῦ νόμου ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη· θὰ διατάξω δὲ νὰ διανεμηθῶσι καὶ ἕτερα ἀντίτυπα. Καθόσον δ’ ἀποβλέπει τὴν συζήτησιν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μετὰ τὸν προϋπολογισμόν. Τὸ δὲ νομοσχέδιον περὶ ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν τὸ ὑποβληθὲν σήμερον θέλει τυπωθῆ, διανεμηθῇ καὶ καταλάβει τὴν οἰκείαν θέσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ Κ. Σακελαρίδης ζητεῖ δύο μηνῶν ἀπουσίας ἄδειαν.
§10ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τῷ δοθῇ.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἀφορώσης τὸν πληρεξούσιον Κ. Μαστραπᾶν. Πρῶτος ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Κορωναῖος.
§12ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Κύριοι! χαίρω βλέπων τὸ ὑπουργεῖον νὰ λαμβάνῃ τὸν καλὸν δρόμον· δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἂν ὡδηγήθη ἀπὸ τοὺς κανόνας τῆς ἠθικῆς, ἢ ὄχι· τοῦτο ἂς τὸ ἐξετάσωσιν ἄλλοι· ἐγὼ δὲν βλέπω εἰμὴ τὴν φαινομένην πρᾶξιν, ὅτι δηλαδὴ θέλει νὰ φέρῃ τὴν τάξιν. Ἡ πρᾶξις εἶναι καλή, θέλω τὴν ὑποστηρίξει· θὰ σᾶς φανῇ τολμηρὸν, ὅτι ἐγὼ στρατιωτικὸς, ἔρχομαι ν’ ἀντικρούσω νομομαθεῖς ἄνδρας, ν’ ἀντιταχθῶ εἰς γνώμην ἐπιτροπῆς, συγκειμένης ἐκ καθηγητῶν τοῦ δικαίου· θέλει ὅμως σᾶς φανῆ τολμηρότερον, ἂν σᾶς εἴπω, ὅτι τὸν οἶκτον μοὶ ἐκίνησαν οἱ λόγοι καὶ ἡ γνωμοδότησις τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀναγινώσκων τὴν γνωμοδότησιν αὐτῆς ᾤκτειρα τὴν κατάστασίν μας, καὶ ἤθελον ἀπελπισθῆ, ἂν δὲν εἶχον ἐνστίκτως τὸ αἴσθημα, ὅτι ἡ πατρίς μου ἔχει αἰσιώτερον μέλλον. Ὁ Κ. Διομήδης ὁ καθηγητὴς τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου ηὐχήθη ποτὲ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ μὴ εὑρίσκοντο ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου στρατιωτικοί. Σεῖς θέλετε κρίνει ἀπὸ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου καὶ ἀπὸ τοὺς λόγους τῶν ἄλλων νομομαθῶν καὶ καθηγητῶν, ποῖοι ἤθελεν εἶσθαι προτιμώτερον νὰ ᾖναι ἐντὸς τοῦ περιβόλου στρατιωτικοὶ, οἱ ὁποῖοι σᾶς λέγουν ἀλήθειαν,—ἴσως ἀπατῶνται ἐνίοτε, ἀλλὰ κινοῦνται ἀπὸ εἰλικρίνειαν—ἢ ἄνθρωποι, οἵτινες ὀφείλουσι νὰ διδάσκωσι τὸ δίκαιον, καὶ μολαταῦτα σᾶς ὑποβάλλουν τοιαύτην γνώμην; Οἱ στρατιωτικοὶ δὲν ἠξεύρουσι νὰ διαστρέφωσι τὸν νόμον, δὲν ἠξεύρουσι νὰ πλανῶσι, δὲν ἠξεύρουσι τὸ ψεῦδος νὰ τὸ παραστήσωσιν ἀλήθειαν, καὶ τ’ ἀνάπαλιν· ἴσως οἱ λόγοι των εἶναι τραχεῖς ἐνίοτε, ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι εἶναι εἰλικρινεῖς. Καὶ τὸ ὑπουργεῖον, Κύριοι, καὶ ἕτεροι ἀγορεύσαντες κατέδειξαν τὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπασχολεῖ· εἶναι τῳόντι λίαν σπουδαῖον, διότι πρόκειται νὰ ἴδωμεν ἂν μετὰ τῆς αὐτονομίας δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν καὶ τὴν τάξιν, διότι πρόκειται νὰ στήσωμεν τὰ θεμέλια τῆς νέας Μοναρχίας, διότι ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον ὁμιλοῦντες πρόκειται νὰ ἴδωμεν ἂν θέλωμεν ἔχει ἀσφάλειαν τῆς ζωῆς, τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἰδιοκτησίας. Κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐπαναστάσεως ὅλοι ὑπεμείναμεν, καὶ παρεβλέπομεν τὰς παρεκτροπὰς, διότι ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς τάξεως, ἡ Βασιλεία, εἶχεν ἐκλείψει· ἀλλ’ ὑπεμείναμεν μετὰ τόσης μεγαλειτέρας ὑπομονῆς, καθ’ ὅσον περιεμέναμεν τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἔμελλε νὰ στηθῇ αὐτὸς ὁ λίθος διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ τάξις. Ἡ Μοναρχία φέρει μεθ’ ἑαυτῆς τὴν τάξιν, καὶ ὅταν αὕτη δὲν τὴν φέρῃ, θὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν εἶναι καλή. Τὰ δύο ταῦτα εἶναι ἀχώριστα. Διὰ τοῦτο οἱ λαοὶ κάμνουν θυσίας ὑπὲρ τῆς μοναρχίας τόσον μεγάλας· πρέπει ὅθεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν τάξιν, ἂν θέλωμεν τὴν μοναρχίαν, καὶ τότε ὅσοι εἶναι φίλοι τῆς μοναρχίας, αὐτοὶ ἀγαποῦν τὴν τάξιν. Ὡς πρώτην πρᾶξίν της, διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν, ἡ μοναρχία ἔκαμε τὴν τοποθέτησιν τῶν ἀξιωματικῶν· μία ὁμὰς ἀνθρώπων ἀντετάχθη εἰς αὐτὴν τὴν πρώτην πρᾶξιν τῆς τάξεως, τὴν πρώτην πρᾶξιν τῆς μοναρχίας. Ἡ πρᾶξις ἐγένετο, εἶναι τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ὁμιλοῦσι, εἶναι οἱ ἄνθρωποι οἱ παρόντες, εἶναι αἱ ἀρχαὶ, εἶναι ἡ ἀνάκρισις τέλος πάντων· ὅθεν ἂν ἐγένετο ἡ πρᾶξις, ἂς ᾖναι βέβαιοι πάντες, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἔνοχος, ἂν δείξωμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐνοχὴ, ἡ πρᾶξις βεβαίως δὲν ἐγένετο, καὶ τότε ἠθέλαμεν ὑποπέσει εἰς ἀντίφασιν. Μεταξὺ τῶν ἐνόχων, Κύριοι, ἡ ἀνάκρισις ἐζήτησεν ἓν ἐκ τῶν μελῶν μας· ἂν ἀρνηθῆτε τὸν ἄνδρα, τὸν ὁποῖον σᾶς ἐζήτησεν ἡ ἀνάκρισις, ἐπειδὴ αὐτὸς καταφαίνεται, ὅτι εἶναι αὐτουργὸς, καταφαίνεται μόνον, ἂν δὲν τὸν ἀποδώσητε, δὲν ὑπάρχει ἕτερος ἔνοχος... Δὲν ἐξετάζω τὸ νομικὸν μέρος, διότι δὲν εἶμαι οὔτε ἁρμόδιος, ἀλλὰ καὶ ἂν ἤμην εἶναι περιττὸν, διότι ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ τὸ ἐξήτασαν. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω· ἡ ἐπιτροπὴ λέγει «Μὴ ἐξαγομένης ὅμως ἐξ αὐτῶν τῶν ὑποβληθέντων ἐγγράφων τῆς παραμικρᾶς ἐνδείξεως, ὅτι ἐκεῖνος, πρὸς ὃν ἡ ἐπιστολὴ ἀπηυθύνετο, ἐξετέλεσεν ὡς αὐτουργὸς ἢ συναυτουργὸς τὴν πρᾶξιν» καὶ πῶς γνωρίζει ἡ ἐπιτροπή, ὅτι ἐκεῖνος, πρὸς ὃν ἡ ἐπιστολὴ ἀπηυθύνετο, ἐξετέλεσεν ὡς αὐτουργὸς ἢ συναυτουργὸς τὴν πρᾶξιν ἢ ὄχι; Ὑπάρχουν τηλεγραφήματα καὶ εἰς αὐτὰ ἀπαντᾷ αὐτὸς τὰ τηλεγραφήματα τὰ στασιαστικὰ, καὶ τολμᾷ νὰ εἴπῃ ἡ ἐπιτροπή, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὑπόνοια; καὶ τί θέλει νὰ ἰδῇ; φυλακισμένον τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν; καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσῃ, δὲν ἔπρεπεν ἡ περιέργειά της νὰ κινηθῇ; δὲν τὸ ἔκαμεν ὅμως.
§13ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, ὅπως ὁ ὁμιλῶν περιορισθῇ εἰς τὸ θέμα, δύναται νὰ ἀγορεύσῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν χωρὶς νὰ ἀναμιγνύῃ τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ἐπιτροπὴ εἶπε τὴν ἰδέαν της.
§14ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι καὶ αὐτὰ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς φαίνονται ὅτι τὰ τύπτει ἡ συνείδησίς των. Κατωτέρω λέγει ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς «Ὅθεν παραλείποντες νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἐπιστολὴν ταύτην καὶ ν’ ἀποφανθῶμεν περὶ τῆς ἐννοίας καὶ τῆς νομικῆς ἀξίας αὐτῆς·» καὶ διατὶ νὰ μὴ ἀποφανθῶσι περὶ τῆς ἐννοίας καὶ τῆς νομικῆς ἀξίας αὐτῆς; δὲν ἦτο καθῆκον τοῦτο; Κατωτέρω λέγει, «δὲν ὑποστηρίζεται ἐκ τῶν δοθέντων τῷ Προέδρῳ ἐγγράφων,» τοὐτέστιν ὑπάρχει ὑποψία, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ ὑπόνοια, ἐὰν ὑπῆρχε τελειοτέρα ἡ ἀνάκρισις. Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, καὶ εἰς τοῦτο συμφωνῶ μὲ τὴν ἐπιτροπὴν, ὅτι ἡ ἀνάκρισις δὲν διεξήχθη ἐντελῶς, καὶ διὰ νὰ ἴδωμεν ὅτι κακῶς διεξήχθη, πρέπει ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ὑποθέσεως. Εἰξεύρετε ὅλοι, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν τοποθέτησιν τῶν ἀξιωματικῶν ἠγέρθη ἀναβρασμὸς μέγας, καὶ κατὰ συνέπειαν ὑπουργικὴ κρίσις ἐπῆλθεν, καὶ κατὰ συνέπειαν τῆς ὑπουργικῆς κρίσεως εἷς τῶν ὑπουργῶν παρητήθη. Εἶναι περίεργος ἡ σύμπτωσις τῆς παραιτήσεως τοῦ ὑπουργοῦ μετὰ τὰ συμβάντα. Ὅτε ἐγένετο ἡ στάσις ἐν Τριπόλει ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, συμφώνως μὲ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, ἔλαβε μέτρα αὐστηρὰ, διέταξεν ἓν σῶμα στρατιωτικὸν νὰ βαδίσῃ ἐναντίον τῶν στασιαστῶν· τὰ μέτρα ταῦτα ἐλήφθησαν ἀφ’ ἑσπέρας, τὴν πρωΐαν ἔπρεπε νὰ ἐκτελεσθῶσι· τὴν πρωΐαν λαμβάνει ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν γραμμάτιον ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰς τὸν ὁποῖον λέγει, ν’ ἀναβάλῃ μέχρι νέας συνεννοήσεως. Δὲν ἐλήφθησαν τὰ μέτρα, καὶ τὸ ἑσπέρας ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δίδει τὴν παραίτησίν του. Αἴφνης, Κύριοι, ὡς ἐκ θαύματος ἔρχεται εἴδησις τὴν ἐπιοῦσαν, ὅτι ἡ στάσις κατέπαυσε. Τάχα εἶναι ἁπλᾶ αὐτὰ τὰ πράγματα, Κύριοι; δὲν ἠκούσατε ταῦτα; τρία τηλεγραφήματα διέρχονται, χωρὶς νὰ λάβῃ εἴδησιν ἡ ἐξουσία, μόνον εἰς τὸ τέταρτον λαμβάνει. Ἓν ἄλλο τηλεγράφημα εἰς τὴν Λαμίαν στέλλεται· κάμνω γνῶσιν εἰς ὑμᾶς μιᾶς ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν ἴσως πολλοὶ δὲν γινώσκετε, σταλείσης εἰς τὸ τάγμα, τὸ ἑδρεῦον εἰς Χαλκίδα, πρὸς ἕνα τῶν ἀνθυπασπιστῶν, συλλαμβάνεται ἀπὸ τὸν Διοικητὴν, καὶ στέλλεται εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, νομίζω, παραπέμψαν τὴν ἐπιστολὴν εἰς τὴν ἀνάκρισιν. Ἔπρεπε νὰ συμβοῦν ὅλα αὐτὰ τὰ περιστατικὰ, ἵνα ἐξέλθῃ εἰς τὸ μέσον ἡ ὑπόθεσις αὕτη· κατόπιν ἔρχεται ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ παραιτηθεὶς, καὶ σᾶς λέγει πολλὰ μυστήρια. Ἔρχεται ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ σᾶς λέγει ἕτερα μυστήρια· τάχα αὐτὰ εἶναι ἐῤῥιμμένα οὕτως ἀτάκτως μετὰ τοῦ ὅλου; Δὲν ὑπάρχει συνάφειά τις; Λυποῦμαι, Κύριοι, διὰ τὸν συνάδελφόν μου, γίνεται θῦμα (θόρυβος)· ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἓν παράδειγμα, ἵνα τελειώσῃ πλέον. Κύριοι, θέλω σᾶς ὁμιλήσει περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ δοθῇ ἓν παράδειγμα εἰς τὸν στρατὸν διὰ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ τάξις· ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους εὑρισκόμεθα εἰς πλήρη ἀναρχίαν, καί τοι εὑρισκόμενοι εἰς πλήρη εἰρήνην· ἀπὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους πάντες οἱ δεσμοὶ διελύθησαν, καὶ οἱ κοινωνικοί, καὶ οἱ τοῦ νόμου, οἱ τῆς φιλίας καὶ τῆς συγγενείας αὐτῆς. Ἐνθυμούμεθα πάντες ὅλα τὰ ἀτακτήματα ἐκεῖνα τὰ στυγερὰ, τὰ ὁποῖα διεπράττοντο ἐν μέσῃ ἡμέρᾳ, ἐν μέσῃ τῇ πρωτευούσῃ· ὅλα ταῦτα διατὶ ἔλαβον χώραν; διότι ἐξέλιπεν ἡ πειθαρχία ἀπὸ τὸν στρατόν. Ὅσον, Κύριοι, ἡ στρατιωτικὴ πειθαρχία εἶναι τὸ ὡραιότερον ἔρεισμα μιᾶς Κυβερνήσεως, παράγεται τρομερώτερον ἔκτρωμα ὅταν ἐκλείψῃ· ὅταν ὑπάρχῃ στρατιωτικὴ πειθαρχία, ὑπάρχουσιν αἱ μεγαλείτεραι ἀρεταὶ, καὶ παράγονται αἱ ἡρωϊκώτεραι πράξεις. Ὅλοι θαυμάζομεν, Κύριοι, τὸν ἡρωϊσμὸν τῶν προγόνων ἡμῶν καὶ τῶν ἄλλων ἐθνῶν, τὸν προερχόμενον ἐκ τοῦ στρατοῦ· ἀλλ’ εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνος ὁ ἀχαλίνωτος στρατός. Θέλω σᾶς ἀναγνώσει, τί λέγει ἕνας νομοδιδάσκαλος, διδάσκων εἰς τὴν στρατιωτικὴν σχολὴν τῆς Γαλλίας περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. «Ἐὰν ὁ νόμος πρέπῃ νὰ ἐξασκῇ μίαν ἐνέργειαν ἰσχυρὰν, ἐὰν ἡ ὑποταγὴ εἰς τὰ θελήματά του ᾖναι παντοῦ ἀναγκαία, εἰς κανένα ὅμως δὲν εἶναι τόσον ὠφέλιμος, ἀναγκαία, ἀπαραίτητος, εἰμὴ εἰς τὸν στρατόν· ἐκεῖ πρὸ πάντων πρέπει νὰ τὸν ἐννοήσωμεν, καὶ νὰ τὸν τηρήσωμεν εἰς τὴν ἐφαρμογήν του μὲ ὅλην τὴν αὐστηρότητα.» Καὶ τῳόντι, Κύριοι, ἡ πειθαρχία εἶναι ἡ πρώτη συνθήκη ἑνὸς καλοῦ στρατιώτου· ἂν αἱ διαταγαὶ παραγνωρίζωνται, ἂν ἕκαστος νομίζῃ ὅτι δύναται νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλει, δὲν ὑπάρχει πειθαρχία, δὲν ὑπάρχει στρατός. Τὰ κράτη, τὰ ὁποῖα ἤθελον νὰ ἐνιδρύσωσι τὴν δύναμίν των ἐπὶ σταθερῶν βάσεων, ἐφρόντισαν πρὸ πάντων νὰ στηρίξωσι τὴν πειθαρχίαν, τὴν πολλὰ αὐστηρὰν εἰς τὸν στρατὸν, πεπεισμένα, ὅτι αὐτὴ ἤθελε φέρει τὴν εὐτυχίαν καὶ τὴν ὤθησιν πρὸς τὰ καλὰ ὅλου τοῦ κράτους· ἐκτὸς τούτου πρέπει νὰ ᾖναι καὶ ἄμεσος καὶ ταχεῖα. Ἰδοὺ τί λέγει καὶ πρὸς τοῦτο· «ἡ ποινὴ πρέπει νὰ ᾖναι τοιαύτη ἐν εἰρήνῃ, καὶ οὐχὶ ἐν πολέμῳ μόνον διότι ἐν πολέμῳ ὁ κοινὸς κίνδυνος καὶ τὸ κοινὸν καθῆκον συνενοῖ τοὺς ἀνθρώπους· ἐνῷ ἐν εἰρήνῃ, ὅτε ταῦτα δὲν ὑπάρχουν δέον νὰ ᾖναι αὐστηρά. Ὁ πόλεμος καὶ εἰς τὸν στρατὸν αὐτὸν εἶναι μία περίπτωσις, δὲν εἶναι συνήθης. Τὸν περισσότερον καιρόν του ὁ στρατιώτης καταναλίσκει εἰς τὸ πάτριον ἔδαφος, καὶ μολαταῦτα εἶναι πάντοτε ὡπλισμένος, ἔχει δηλ. τὰ μέσα διὰ νὰ βλάψῃ. Δύναται νὰ ᾖναι προστάτης ἢ δεσπότης, νὰ διατρέξῃ τὴν καλὴν ἁρμονίαν μεταξὺ τῶν συμπολιτῶν του, ἢ νὰ ἐνσπείρῃ μεταξὺ αὐτῶν τὰ πάθη καὶ τὰ μίση· καὶ τοῦτο μόνον ἡ πειθαρχία θέλει κατορθώσει. Εἶπα, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι καὶ ἄμεσος καὶ ταχεῖα εἰς μίαν κοινωνίαν, ἡ δικαιοσύνη ἠμπορεῖ νὰ περιμείνῃ, ἡ ποινὴ ἂν βραδύνῃ δὲν βλάπτει. Εἰς τὸν στρατιώτην ἡ δικαιοσύνη πρέπει νὰ προλάβῃ τ’ ἀποτελέσματα τοῦ κακοῦ· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ᾖναι ταχεῖα καὶ ἄμεσος, ἐκριζόνουσα τὸ κακὸν ἀπὸ τὴν ῥίζαν του, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐκτέλεσίς της πρέπει νὰ ᾖναι αὐστηρὰ, ἑτοίμη καὶ ἄμεμπτος.» Κύριοι, εἶναι ἓν ἄλλο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν ἀπόφασίν μας· εἶναι παρατηρημένον ὅτι, ὅσον περισσοτέραν ἐλευθερίαν χαίρει μία πολιτεία, τόσον μεγαλητέρα εἶναι ἡ αὐστηρότης τοῦ στρατοῦ. Θέλω σᾶς εἰπεῖ καὶ περὶ τούτου δύω λέξεις· «Ὁ στρατιώτης εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὅστις τὰ πάντα ἔχει, ἐκτὸς τῆς ἐλευθερίας.» Παράδοξος λογική· «ὅσον περισσότερον ἡ ἐλευθερία εἶναι μεγαλειτέρα εἰς τὰ Κράτη, τόσον περισσότερον ὁ στρατὸς εἶναι αἰχμάλωτος, καὶ ὁ στρατιώτης εἶναι πάντοτε τὸ ἀντίθετον τῆς κοινωνίας.» Χωρὶς νὰ σᾶς φέρω παράδειγμα ἐκ τῆς ἀρχαίας ἱστορίας, σᾶς φέρω τῆς ἐποχῆς μας, καθ’ ἣν, ὅπου ὑπάρχει περισσοτέρα ἐλευθερία, ἐκεῖ καὶ ἡ αὐστηρότης τοῦ στρατιώτου εἶναι μεγαλειτέρα. Κατὰ πρῶτον λόγον, Κύριοι, ἡ μεγαλειτέρα πειθαρχία εἶναι εἰς τὴν Ἀμερικὴν, κατὰ δεύτερον εἰς τὴν Ἀγγλίαν, καὶ κατὰ τρίτον εἰς τὴν Γαλλίαν, καὶ μολαταῦτα νομίζομεν, ὅτι ἡ Γαλλία ἔχει τοὺς αὐστηροτέρους νόμους· ὄχι· ἡ Ἀμερικὴ τοὺς ἔχει. Ὁ υἱὸς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κινήσας στάσιν ἐντὸς τοῦ πληρώματος ἑνὸς πλοίου, ἀμέσως κατεδικάσθη καὶ ἀπηγχονίσθη εἰς τὴν κεραίαν. Ἐὰν λοιπὸν, Κύριοι, θέλετε ἐλευθερίαν, ἐστὲ αὐστηροὶ εἰς τὸν στρατόν· ἔτι μᾶλλον πρέπει νὰ ἦσθε αὐστηρότεροι εἰς τὸ σημερινὸν παράδειγμα, διότι ἡ ἀπείθεια, τὴν ὁποίαν εἴδατε πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους εἰς τὸν στρατὸν, δὲν προῆλθεν ἀπὸ ἀρχὰς πολιτικὰς, ἐν γένει ὁμιλῶ, καὶ ἐπαναστατικὰς, ἀλλὰ τὸ πλεῖστον εἶχε τὸν λόγον του εἰς ἓν ποταπὸν αἴσθημα, εἰς τὸν ἐγωϊσμὸν, εἰς τὸ νὰ πετάξῃ δηλαδὴ τὸν ἀνώτερόν του, διὰ νὰ λάβῃ τὸν βαθμόν του.
§15Π. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Δὲν κάμνετε τὸ κατηγορητήριον τοῦ στρατοῦ.
§16ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ὁμιλῶ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, καὶ τοῦ συμφέροντος αὐτοῦ· ἴσως ὁ κατηγορούμενος εἶναι ἀμέτοχος τοιούτου φρονήματος· ὁμιλῶ ἐν γένει διὰ τὴν ἀπείθειαν τοῦ στρατοῦ. Ἕνεκα τοῦ ἐγωϊσμοῦ τούτου πάντες οἱ θεσμοὶ κατέπαυσαν, καὶ τοὺς συγγενεῖς εἴδομεν καταδιώκοντας τοὺς συγγενεῖς, διὰ νὰ λάβωσι τοὺς βαθμούς των.
§17ΒΑΣΣΟΣ. .... (θόρυβος).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τάξιν, Κύριε Βάσσε!
§19ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ, Κύριοι, τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ 30 καὶ 40 ἔτη ἐπολέμησαν, ἐκοπίασαν εἰς τὸν στρατὸν, νὰ τοὺς πετάξωμεν εἰς τὸν δρόμον, διὰ νὰ λάβωμεν τοὺς βαθμούς των· (θόρυβος ἀριστερόθεν). Ὁμιλῶ ἐν γένει· ἐὰν ἦσθε ἐπαναστάται, φέρω τὰ σημεῖα καλλίτερα ἀπὸ σᾶς, ἀλλὰ δὲν θέλω καὶ μὲ τὴν ζημίαν τῶν συναδέλφων μου νὰ ὠφεληθῶ ἐγώ.
§20ΠΟΛΛΟΙ. Εὖγε, εὖγε.
§21ΒΑΣΣΟΣ. Τὸν λόγον, Κύριε Πρόεδρε.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς δίδω τὸν λόγον, ἀλλὰ μὴ διακόπτετε.
§23ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Οἱ λόγοι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅ,τι ἔχουν εἰς τὴν καρδίαν των, εἶναι τραχεῖς ἐνίοτε, ἀλλ’ ἐξέρχονται ἀπὸ εἰλικρίνειαν. Ὅλα αὐτὰ τὰ εἶπα, Κύριοι, καὶ ἔκαμα πολλοὺς ἐχθροὺς, διὰ νὰ καταδείξω τὸ ὄφελος τῆς πατρίδος, τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν αἰσθανόμεθα νὰ φέρωμεν τὴν τάξιν, διότι ἐκ τοῦ στρατοῦ ἐξήρτηται ἡ ἀσφάλεια τῆς ζωῆς, τῆς τιμῆς, τῆς ἰδιοκτησίας, ἡ ὕπαρξις τοῦ Ἔθνους. Λοιπὸν εἶμαι ὑπὲρ τῆς παραδόσεως τοῦ ζητηθέντος.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς πρέπει νὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ Κύριος Γλαράκης, ἀλλὰ νομίζω πρέπον καὶ ἁρμόζον νὰ δοθῇ ὁ λόγος εἴς τι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὸν Κύριον Διομήδην Κυριακοῦ.
§25ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Πολὺ καλὰ, καὶ ἔρχομαι κατόπιν εἰς τὴν θέσιν του.
§26ΔΙΟΜ. ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Κύριοι, πολλὰ ἐλέχθησαν ὑπὲρ καὶ κατὰ τῆς συζητηθείσης παρὰ τοῦ ὑπουργείου ἀδείας περὶ τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς τοῦ κ. Μαστραπᾶ· ἡ δὲ σφοδρότης τῶν συζητήσεων δὲν ἐφείσθη οὐδὲ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὰ ὁποῖα ἀπεδόθη παρά τινων ἀμάθεια, ἀκρισία, ἢ καί τι τούτων χεῖρον. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ τρόπος οὗτος τοῦ διεξάγειν τὰς ὑποθέσεις δυσχεραίνει τὴν θέσιν ἡμῶν, καθότι τοὐλάχιστον πᾶς εὐσυνείδητος ἄνθρωπος θέλει προτιμήσει μᾶλλον τὴν ἡσυχίαν του, παρὰ λαμβάνων μέρος ἐνεργὸν εἰς ἐπιτροπήν τινα νὰ γείνῃ ἀντικείμενον ἐπιτιμήσεως τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου. Ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικρίνῃ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, διότι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει τὴν ἀξίωσιν, ὅτι τὸ ἔργον της εἶναι ἀλάνθαστον, ἀλλὰ δὲν ἔχει καὶ δικαίωμα νὰ προσβάλῃ τὰ πρόσωπα τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ ἄνθρωπος δὲν γνωρίζεται ἐκ μιᾶς καὶ μόνης πράξεως· ἄλλως ἤθελεν εἶσθαι εὔκολον νὰ πανηγυρισθῇ τις ἕνεκεν τετορνευμένου τινὸς λόγου· ἀπαιτεῖται σειρὰ πράξεων διὰ νὰ γνωσθῇ τις, σειρὰ βίου, βίος ὁλόκληρος εἶναι ἡ μόνη ἀλάνθαστος ἀπόδειξις. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν, ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της· μένει δὲ εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει. Τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν ἤθελα ζητήσει τὸν λόγον, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν σκέψεων τῆς Συνελεύσεως ὁποιονδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, θέλει εἶσθαι σύμφωνον μὲ τὴν δικαιοσύνην, ἢ θέλει πλησιάζει εἰς τὸ ὀρθὸν καὶ νόμιμον· ἀλλὰ λαμβάνω αὐτὸν, διότι βλέπω ὅτι διὰ τῶν μακρῶν συζητήσεων, τῶν γενομένων μέχρι τοῦδε, παραμορφοῦται θεωρητικῶς τὸ κύριον ζήτημα, ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος. Τὰ κυριώτερα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν κατὰ τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς συγκεφαλαιοῦνται εἰς τὰ δύο ταῦτα· αʹ) ὅτι δὲν πρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἄδειαν, εἰμὴ ὅταν βεβαιοῦται ἢ ἔχῃ πιθανότητα, ὅτι ὑπάρχει πρόθεσις πολιτικὴ ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργείου νὰ καταπιέσῃ τὴν Συνέλευσιν ἢ μέλη αὐτῆς· βʹ) ὅτι δὲν πρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ ἐξετάζῃ τὸ ἀξιόποινον τῆς πράξεως, διὰ τὴν ὁποίαν ἔκαμεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τὴν αἴτησιν ὁ ἀνακριτικὸς ὑπάλληλος, ἔστω καὶ εἰρηνοδίκης, ἐνωμοτάρχης ἢ μοίραρχος, ἀλλὰ δι’ οἱανδήποτε πρᾶξιν καὶ ἂν ζητεῖται ἡ ἄδεια, ἡ Συνέλευσις ὀφείλει νὰ τὴν δώσῃ. Αὐτὰ εἶναι τὰ δύο ἐπιχειρήματα, εἰς τὰ ὁποῖα βασίζεται ἡ γνώμη ἐκείνων, ὅσοι ἐλάλησαν κατὰ τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς· αὐτοὶ εἶναι οἱ δύο ἀκρογωνιαῖοι λίθοι ὅλων τῶν ἐπιχειρημάτων· ὅλα δὲ τὰ ἄλλα εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου. Τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος λέγει, «ὅτι δὲν καταδιώκεται, οὐδὲ φυλακίζεται, ἢ συλλαμβάνεται βουλευτὴς ἢ γερουσιαστὴς, εἰμὴ τῇ ἀδείᾳ τῆς Συνελεύσεως.» Ἄρα δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἄδειαν. Ὅταν δὲ ἀρνῆται τὴν ἄδειαν ἡ Συνέλευσις, βεβαίως ἐπέρχεται μία ἀνωμαλία εἰς τὴν πορείαν τὴν τακτικὴν τῆς δικαιοσύνης, προσβάλλεται, ὡς λέγουν, ἡ δημοσία τάξις. Ἐν τούτοις εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἄδειαν ἡ Συνέλευσις, ἑπομένως καὶ νὰ προσβληθῇ ἡ δημοσία τάξις, καὶ νὰ παρεμβληθῶσι προσκόμματα εἰς τὴν τακτικὴν πορείαν τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλὰ τί σημαίνει τοῦτο; Σημαίνει ὅτι κατὰ τὰς περιπτώσεις, τὰς ὁποίας διὰ τοῦ ἄρθρ. 56 εἶχε κατὰ νοῦν ὁ νομοθέτης, ἡ συντακτικὴ δύναμις, τὰ ἀτοπήματα ταῦτα τῆς προσβολῆς, τῆς ἐμμέσου, τῆς δημοσίας τάξεως, ἢ τῆς ἀταξίας περὶ τὴν διανομὴν τῆς δικαιοσύνης, εἶναι μικρότερα τοῦ ἀτοπήματος, τὸ ὁποῖον ἐθεώρησε μέγα ὁ νομοθέτης, τοῦ νὰ σείρωνται εἰς τὴν ἀνάκρισιν καὶ νὰ φυλακίζωνται βουλευταὶ ἄνευ καὶ παρὰ τὴν θέλησιν τῆς Συνελεύσεως. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ προληφθῇ, χαρακτηρίζεται ὑπὸ τοῦ νομοθέτου ἀνώτερον τῆς διαταράξεως τῆς συνήθους πορείας τῆς ἀνακρήσεως. Ἄρα ὁσάκις ἐφαρμόζεται ἀκριβῶς τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος, τότε οὐδόλως προσβάλλεται ἡ δημοσία τάξις, οὐδόλως ἀναχαιτίζεται ὁ ῥοῦς τῆς δικαιοσύνης, διότι ἡ λεγομένη δημοσία τάξις χαρακτηρίζεται ἐκ τοῦ συνόλου τῆς νομοθεσίας ἡμῶν, ἤτοι ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν διαφόρων διατάξεων, ἐν αἷς μία διάταξις ὁλοκληρωτικὴ εἶναι καὶ ἡ τοῦ ἄρθρ. 56 τοῦ Συντάγματος· ἑπομένως ὁσάκις τὸ ἄρθρον τοῦτο δίδει χώραν εἰς ἄρνησιν τῆς ἀδείας, δὲν ὑπάρχει ἀληθῶς παραβίασις τῆς δημοσίας τάξεως. Ἀλλὰ, Κύριοι, πρέπει καὶ ν’ ἀφήσωμεν ἐνταῦθα χωρὶς ἀντίῤῥησίν τινα τὸ τόσον γενικὸν καὶ ἀφῃρημένον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον μετ’ ἐμφάσεως ἐλέχθη, καὶ μάλιστα ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς παιδείας, περὶ τῆς δημοσίας τάξεως; Νομίζετε σπουδαίως, ὅτι εἰς μίαν συνταγματικὴν πολιτικὴν ἔχει μεγάλην σημασίαν ἡ ἀπειλὴ, ἡ παρακέλευσις, ἡ προτροπὴ εἰς τὸ νὰ μὴ διαταραχθῇ ἡ δημοσία τάξις; Ποίαν ἄλλην γλῶσσαν μεταχειρίζονται αἱ δεσποτικώτεραι κυβερνήσεις, πρὸς ἀποσόβησιν τῶν ἐλευθεριῶν, πρὸς νόθευσιν τῶν συνταγματικῶν ἐγγυήσεων, παρὰ τὸ νὰ μὴ διαταραχθῇ ἡ δημοσία τάξις; Εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη δὲν εἶναι μόνη ἡ λεγομένη κοινῶς δημοσία τάξις, δι’ ἧς λύονται τὰ κοινοβουλευτικὰ ζητήματα. Μόνον εἰς τὰ Ἀσιατικὰ ἔθνη, ἴσως καὶ ἐν Ῥωσσίᾳ, ἢ καὶ νῦν ἐν Γαλλίᾳ, γνώμων παντὸς πράγματος εἶναι ἡ δημοσία τάξις, ὅ ἐστὶν ἡ ἔλλειψις πάσης ἀντιῤῥήσεως καὶ πάσης ἀντιπράξεως κατὰ τῶν ἐνεργειῶν τῆς κυβερνήσεως. Ἀλλ’ εἰς τὰ Κράτη, ὅπου πραγματικῶς καὶ ἀληθῶς ἐπικρατεῖ συνταγματικὸν σύστημα, δὲν εἶναι ἡ δημοσία τάξις κατὰ τὴν ἔννοιαν τῶν δεσποτικῶν κυβερνήσεων, ἀλλ’ ἡ ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ τάξις, ἥτις ἰσχύει. Μόνη ἡ τάξις ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν σιγὴν τοῦ θανάτου, ἤτοι μὲ τὴν καταδίκην, εἰς ἣν διατελοῦν μυριάδες ἀνθρώπων ἐν Ἀσίᾳ. Τάξις ἀληθῶς ὑπάρχει, ὅταν ᾖναι ἀχώριστος ἀπὸ τῶν συνταγματικῶν ἐγγυήσεων. Λοιπὸν καὶ ἐδῶ πρόκειται νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ τάξις, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν, καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦτο τῆς ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ τάξεως πρέπει νὰ ἑρμηνευθῇ καὶ τὸ ἄρθρον 56. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν δύο ἐπιχειρημάτων τῶν προλαλησάντων, καὶ ἀναλύω ἐν πρώτοις τὸ δεύτερον, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν πρέπει νὰ ἐξετάζῃ ἂν ᾖναι ἀξιόποινος ἡ πρᾶξις, δι’ ἣν ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς τοῦ πληρεξουσίου. Λέγω ἐκ πρώτης ὄψεως, ὅτι εἶναι σαθρότατον, διότι φέρει εἰς ἄτοπον. Καὶ βεβαίως ὁ νομοθέτης δὲν ἐνόησε, χορηγῶν δικαίωμά τι διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ πληρεξουσίου, κατ’ οὐσίαν νὰ μὴ δώσῃ τίποτε· διότι ἂν παραδεχθῶμεν τὴν ἑρμηνείαν, ὅτι ποτὲ δὲν πρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ ἐξετάζῃ, ἂν ἡ πρᾶξις ᾖναι ἀξιόποινος ἢ ὄχι, τότε τί θέλει γείνει; Αὔριον δύναται νὰ καταμηνυθῇ πληρεξούσιός τις, ὅτι ἀπαντήσας καθ’ ὁδὸν τὸν Κ. Ἀστυνόμον ἢ τὸν Νομάρχην δὲν τὸν ἐχαιρέτισεν, ὑποθέτω, καὶ ὅτι δὲν τῷ ἀπέδωκε τὴν πρέπουσαν εὐλάβειαν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει ἕκαστος πολίτης, ἐρχόμενος εἰς ὁμιλίαν μετὰ ἄρχοντός τινος, ἀλλὰ δὲν προέβη καὶ μέχρι προσβολῆς τῶν ὁρίων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου· καὶ ὅμως καταμηνύει αὐτὸν ὁ ἀστυνόμος, καὶ ζητεῖται ἡ ἄδεια τοῦ ν’ ἀποσπασθῇ ἐκ τοῦ βήματος τῆς Συνελεύσεως καὶ προσαχθῇ εἰς τὸν ἀνακριτικὸν ὑπάλληλον νὰ δώσῃ λόγον τῆς διαγωγῆς του. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ δώσωμεν ἡμεῖς τὴν ἄδειαν, χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἡ πρᾶξις ᾖναι κολάσιμος; Ἠμπορεῖ τις νὰ καταμηνυθῇ, ὅτι φορεῖ κόκκινον ἢ πράσινον βρακὶ, ἢ δι’ ἄλλο τι παραπλήσιον· δὲν θὰ ἐξετάσωμεν ἡμεῖς καὶ δὲν θὰ ἀποῤῥίψωμεν τοιαύτην ἄδειαν; δὲν εἶναι κἀμμία ἀμφιβολία. Ἄρα πρέπει νὰ ἐξετάζῃ ἑκάστοτε ἡ Συνέλευσις τὸ κολάσιμον ἢ ἀξιόποινον τῆς ἀποδιδομένης τῷ πληρεξουσίῳ πράξεως, καθ’ ὅσον ἠμπορεῖ νὰ πρόκηται περὶ μὴ εὐθέτου μήτε εὐκαίρου τινὸς καταδιώξεως. Τὴν σήμερον ποῖος ἐνεργεῖ τὴν καταδίωξιν τῶν ἀπείρων καὶ κατωτέρων ἐγκλημάτων; Ὁ Κ. Εἰσαγγελεὺς, ὁ 300δραχμος οὗτος ὑπάλληλος, πολλάκις καὶ νεανίας. Εἰς τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν σύνεσιν αὐτοῦ τοῦ προσώπου ἀπόκειται νὰ μᾶς ὑποβάλῃ εἰς ἀνάκρισιν δι’ ἓν ῥάπισμα ἢ διὰ τὴν δεῖνα ἔγκλησιν· αὐτὸς εἶναι ὁ κριτὴς, ἂν πρέπῃ ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν ἀνάκρισιν νὰ βάλῃ ἐμπρός· διὸ καὶ χαριζόμενος δύναται νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ προτίμησιν μίαν ὑπόθεσιν ἀσήμαντον καὶ νὰ τὴν τελειώσῃ ἐντὸς 15 ἡμερῶν, ἄλλοι δὲ διὰ βαρύτατα ἐγκλήματα νὰ μένωσιν ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα ἀνεξέταστοι, διότι δὲν ἐλήφθη φροντὶς παρὰ τῆς Εἰσαγγελίας, ἢ διότι παρενεβλήθησαν καὶ παρακλήσεις τινές. Πολλάκις εἶναι δεινότατος τύραννος καὶ αὐτὸς ὁ ἐλάχιστος ὑπαλληλίσκος, ἤτοι ὁ γραφεὺς τῆς ἀνακρίσεως, ὅστις ἀξιοῖ νὰ τὸν περιποιῶνται, καὶ ἐξαρτᾶται καὶ ἐξ αὐτοῦ τὸ νὰ ἀναβληθῇ ἢ ἐπιταχυνθῇ ἡ περαίωσις μιᾶς μηνύσεως. Εἶναι ἄτοπος λοιπὸν ὅλως ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξετάζωμεν οὐδὲ κατὰ πρώτην κᾂν ἔποψιν, ἂν ἡ πρᾶξις ᾖναι ἀξιόποινος. Δὲν λέγω, ὅτι πρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ τραπῇ εἰς δικαστικὴν ἀρχὴν καὶ νὰ σταθμίσῃ τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα. Ἐὰν π. χ. εἶναι 5 μάρτυρες κατὰ, καὶ 4 ὑπὲρ, ἐν τοιαύτῃ περιστάσει ἀναδέχεται εὐθύνην ἐν τῇ συνειδήσει του ὁ δικαστὴς, προτιμήσας τοὺς πλείονας ἢ ἥττονας μάρτυρας· αὕτη εἶναι ἡ ἐκτίμησις ἡ δικαστικὴ, ὅταν πρόκηται νὰ κηρύξῃ τινὰ ἀθῶον ἢ ἔνοχον. Ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις δὲν ἐκπληροῖ δικαστικὰ ἔργα, οὔτε ἡ ἀπόφασίς της ἀποτελεῖ δεδικασμένον· καὶ διὰ τοῦτο μάλιστα δὲν πρέπει νὰ ἀναφέρωνται λόγοι εἰς τὰς περὶ ἀδείας ἢ μὴ ἀδείας ἀποφάσεις της· εἰκάζονται ἴσως οὗτοι ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τῶν διαφόρων πληρεξουσίων, ἀλλὰ τοῦτο διαφέρει. Ἡ εἰσηγητικὴ ἐπιτροπὴ ὀφείλει νὰ δώσῃ τὸν λόγον, τὸν δικαιολογοῦντα τὴν γνωμοδότησίν της, καὶ εἶναι εὐτυχὴς, ὅταν εὑρίσκῃ τὸν ἀληθῆ καὶ ὀρθὸν λόγον· ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις δὲν πρέπει νὰ δίδῃ ῥητὸν λόγον, ὅταν ἀρνῆται τὴν ἄδειαν, ὡς δυναμένη νὰ ἐπηρεασθῇ ἐκ πολιτικῶν ὅλως σκέψεων. Καὶ παραλληλίσατε τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος πρὸς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ ἀνωτέρα διοικητικὴ ἀρχὴ, νὰ δίδῃ αὐτὴ τὴν ἄδειαν τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς τῶν ὑπαλλήλων της. Πρῶτον ἀποκρούω, καὶ μὲ ἀγανάκτησιν, αὐτὴν τὴν παραβολήν. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 56 εἶναι σωτηριωδεστάτη διὰ τὴν ὑλικὴν καὶ ἠθικὴν ἀσφάλειαν τῶν Βουλευτῶν· ἄνευ αὐτῆς, ἐμὲ τὸν ἴδιον, ἐὰν ἤμην πολέμιος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἠδύνατο αὕτη νὰ μὲ καταγγείλῃ διὰ τὸ πλέον ἀπίθανον διὰ τὴν ἡλικίαν μου ἔγκλημα, καὶ νὰ μὲ σύρῃ ἀπ’ ἐδῶ, καὶ διὰ νὰ μὲ ταπεινώσῃ, ἠδύνατο νὰ μὲ παραδώσῃ πρὸς ἐξέτασιν εἰς τὸν τελευταῖον ἐνωματάρχην. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ γείνῃ καμμία ἐξομοίωσις τῆς διατάξεως ταύτης, ἥτις εἶναι σωτηριωδεστάτη, πρὸς ἐκείνην τοῦ διοικητικοῦ προνομίου, ἥτις εἶναι ἓν ἐκ τῶν πολλῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων αἱ τυραννικαὶ κυβερνήσεις ζητοῦσι νὰ περιστείλωσι τὰς ἐλευθερίας· ἐκείνη εἶναι σπάθη τοῦ Δαμοκλέους, ἐπικειμένη εἰς τὸν τράχηλον τοῦ ὑπαλλήλου· δι’ ἐκείνης κάμνουν νὰ σταματήσῃ ἡ δικαιοσύνη, ὅπου ἔχουν συμφέρον νὰ μὴ τιμωρηθῇ ὁ ὑπάλληλος, καὶ ἁρμόζει μόνον εἰς τὰ δεσποτικὰ κράτη· εἰς τὰ ἐλεύθερα κράτη πάντες οἱ ὑπάλληλοι πρέπει νὰ εἰσάγωνται ἀπευθείας εἰς δίκην, χωρὶς νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τῆς θελήσεως τῆς κυβερνήσεως· ἐξαιροῦνται οἱ ὑπουργοὶ, ἀλλ’ ὅταν κάμωμεν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, ἴσως θὰ ψηφίσωμεν, ὅτι ὁ πολίτης διὰ τὴν βλάβην, ἣν ἔπαθε παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ, δύναται νὰ ἐνάξῃ αὐτὸν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὰ δικαστήρια. Κατὰ μείζονα δὲ λόγον πρέπει νὰ ἐνάγῃ ὁ πολίτης ἀπ’ εὐθείας τὸν ὑπάλληλον ὅταν παραβιάζῃ τὰς ἐλευθερίας του ἢ τὸν προσβάλῃ· καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ συντάγματος καθιέρωσεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ τυπωθέντι, ὅτι πᾶς ὑπάλληλος δύναται νὰ εἰσαχθῇ εἰς δίκην χωρὶς νὰ ἀπαιτῆται ἄδεια τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς. Ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος δεσποτικὴ διάταξις εὑρίσκεται εἰς τὴν ἡμετέραν δικονομίαν, ἥτις ἐξεδόθη ἐπὶ τῆς καθαρᾶς βασιλείας, ἥτις ἔφερε τὴν σφραγίδα τοῦ δεσποτισμοῦ· ὑπάρχει προσέτι καὶ εἰς τὴν Γαλλικὴν δικονομίαν τοῦ Ναπολέοντος Αʹ, τοῦ καὶ παντοδυνάμου. Ἐν τούτοις καὶ ἡ δεσποτικωτάτη αὕτη διάταξις ἑρμηνεύεται οὕτως, ὥστε τὸ ὑπουργεῖον, προκειμένου περὶ εἰσαγωγῆς εἰς δίκην ὑπαλλήλου, δὲν δίδει τὴν ἄδειαν ἄνευ οὐδεμιᾶς προεξετάσεως, ἀλλὰ κάμνει προανάκρισιν· πρὸς τίνα λοιπὸν σκοπὸν ἐξετάζει; Πρὸς τὸν σκοπὸν, ἐὰν ᾖναι κολάσιμος ἡ πρᾶξις, ἢ ἐὰν δὲν ὑπάρχουν λόγοι κυβερνητικοὶ δικαιολογοῦντες τὸν ὑπάλληλον, καὶ δεύτερον, ἐὰν ὑπάρχουν ἐνδείξεις, πιθανολογοῦσαι τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἐνοχῆς. Ὅθεν, ἂν ἡ πρᾶξις μετὰ τὴν προανάκρισιν φανῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον μὴ κολάσιμος, ἢ μὴ καταδιώξιμος, ὡς γενομένη δῆθεν χάριν μεγάλων συμφερόντων τῆς πολιτείας καὶ κατὰ σιωπηρὰν ἐντολὴν αὐτῆς, τότε δὲν δίδεται ἡ ἄδεια, καὶ ἀφίνεται ἀνικανοποίητον τὸ προσβληθὲν δικαίωμα τοῦ πολίτου! Οὕτως ἐσύμφερεν εἰς τὸν μεγάλον Ναπολέοντα· κατ’ αὐτὸν, ἡ δημοσία τάξις τοῦ Γαλλικοῦ ἔθνους ἀπήτει νὰ προβῇ ἡ κυβέρνησις εἰς μεγαλεῖτερα πράγματα. Ἐὰν λοιπὸν χάριν τῶν γενικῶν συμφερόντων καταπατῶνται ὑπὸ τῆς μεγάλης κυβερνητικῆς μηχανῆς τινὰ ἀτομικὰ δικαιώματα, τοῦτο εἶναι ἀσήμαντον. Τοιούτους καὶ παραπλησίους συλλογισμοὺς κάμνουν οἱ ὑποστηρίζοντες, ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ κυβέρνησις τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ ἢ νὰ ἀρνῆται τὴν ἄδειαν. Γνωρίζομεν δὲ ὁποίαν χρῆσιν ἔκαμε μέχρι τοῦδε τοῦ δικαιώματος τούτου καὶ ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ μάλιστα τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν. Ἐὰν λοιπὸν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ προεξετάζῃ, δὲν ἔχει ἆρά γε τὸ δικαίωμα τοῦτο μία Συνέλευσις, ὅταν ζητῆται ἡ εἰσαγωγὴ εἰς δίκην ἑνὸς τῶν μελῶν της; Καταμήνυσις γίνεται κατὰ Προξένου τινὸς, διότι προσέβαλεν ἕνα πολίτην π. χ. ἐν Σμύρνῃ· ἀποστέλλονται τὰ ἔγγραφα, καὶ ἐξετάζον τὸ ὑπουργεῖον, βλέπει, ὅτι δὲν εἶναι προσβολὴ, ἀλλ’ ἁπλῆ ἐπιτίμησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Πρόξενος, ὡς πατὴρ, ἕνεκα τοῦ καθήκοντός του, ἤτοι ὡς κυβέρνησις πρὸς ὑπήκοον ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διατελοῦντα καὶ ὀφείλοντα νὰ μὴ περιπλέκῃ τὰς σχέσεις της, καὶ ὅτι δὲν ἐμφαίνει ἐκφράσεις κυρίως ἀξιοποίνους. Ὀρθῶς ποιῆσαν τὸ ὑπουργεῖον, ἐξέτασε προηγουμένως, καὶ φωτισθὲν ἐκ τῶν ληφθεισῶν πληροφοριῶν, ἀρνεῖται τὴν ἄδειαν, διότι ἄλλως ἤθελε μετακληθῆ ἐκ τῆς ἕδρας του ὁ Κ. Πρόξενος, ἤθελε συρθῆ εἰς τὸ πλημμελειοδικεῖον Ἀθηνῶν, ἤθελεν ἴσως χλευασθῆ καὶ θεατρισθῆ ὑπό τινος δικηγόρου, καὶ ἐπὶ τέλους ἤθελεν ἀθωωθῆ!
§27ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἀλλὰ προχθὲς εἴπατε ἄλλα.
§28ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Μοὶ ἀποδίδετε ἀντιφάσεις. Πρῶτον, ἡμεῖς οἱ δικηγόροι δὲν ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ἤμεθα ἀλάνθαστοι· ἐγὼ τοὐλάχιστον εἰς ὅ,τι εἶπον πρὸ πέντε λεπτῶν, δὲν ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεταβάλω γνώμην, ἂν μὲ φωτίσουν σκέψεις ἄλλων. Δεύτερον, ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομίζω, ὅτι δὲν ὑπέπεσα εἰς καμμίαν ἀντίφασιν· ἐπειδὴ προχθὲς ἄλλοι τινὲς εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν τὴν ἄδειαν καὶ χωρὶς νὰ κάμωμεν καμμίαν προεξέτασιν, ὤφειλον νὰ ἀντικρούσω τοιαύτην γνώμην ἐκ τῶν προτέρων· δὲν εἶμαι λοιπὸν καὶ κατ’ οὐσίαν εἰς ἀντίφασιν. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ἕτερον ἐπιχείρημα. Βλέπετε ἐκ τῶν προλεχθέντων, ὁποία κατάχρησις δύναται νὰ γείνῃ τοῦ δικαιώματος τοῦ καταδιώκειν βουλευτὰς καὶ γερουσιαστὰς, ἐνῷ ἐκπληροῦν τὰ ἔργα των. Θέλετε ν’ ἀνοίξωμεν τὴν θύραν, ὥστε ὅσους θέλει ἐξ ἡμῶν ὄχι μόνον ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ ὁ ἔσχατος τῶν ἰδιωτῶν νὰ σύρῃ εἰς τὴν λάσπην, νὰ τοὺς παραδώσωμεν ἀνεξετάστως, οὐδόλως ἀναλογιζόμενοι τὴν ἠθικὴν πίστιν των, μόνον διὰ νὰ εὐχαριστηθοῦν ἄτομά τινα, τὰ ὁποῖα ἔχουν πάθη κατ’ αὐτῶν, ἢ καὶ κομματάρχαι ὑπενεργοῦντες ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ μάλιστα ἂν ἐκ τῆς μικρᾶς ἀναβολῆς δὲν προέρχεται βλάβη εἰς τὰ συμφέροντά των, ἢ εἰς τὴν ἠθικήν; Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουν καὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐκ συστήματος καταφέρονται κατὰ τῶν πληρεξουσίων; Ὡς ἐκ τῶν δημοτικῶν καὶ πολιτικῶν διαιρέσεών μας πιστεύω, ὅτι ὑπάρχουν πολλοὶ, καθ’ ὧν ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχῃ ἐκκρεμὴς καμμία καταμήνυσις, ἂν καὶ ἀποκρουομένη παρ’ αὐτῶν ὡς ἄδικος. Ἀλλὰ καὶ σήμερον, ὅτε γίνεται αὐτὴ ἡ συζήτησις, δύνανται νὰ δοθῶσιν ἐπὶ τούτῳ καταμηνύσεις καθ’ ἡμῶν, καὶ νὰ γεννηθῇ ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις· σήμερον δύνανται νὰ καταμηνυθῶσιν εἴκοσι, πενῆντα φίλοι τοῦ Κ. Μαστραπᾶ ἐκ τῶν πληρεξουσίων, ὡς συνεργοὶ αὐτοῦ, καὶ ὅταν δικασθῶσιν ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ νὰ ἀνακαλυφθῇ ὅτι δὲν ὑπῆρχε τίποτε· μολαταῦτα ἂν δοθῇ ἀνεξετάστως καὶ ἀφειδῶς ἡ ἄδεια τῆς εἰσαγωγῆς των εἰς δίκην, θέλει ἐπιτευχθῆ ὁ σκοπὸς τῶν πολιτικῶν ἐχθρῶν των, διότι θέλουν τοὺς ταπεινώσει καὶ σύρει εἰς τὴν ἀνάκρισιν, θέλουν τοὺς δυσφημήσει διὰ τῆς δημοσίας ἐν τῇ Συνελεύσει συζητήσεως, ἀδιάφορον δὲ ἂν κατόπιν ἐκδοθῇ ὑπὲρ τῆς ἀθωώσεώς των βούλευμα ἢ ἀπόφασις. Πρέπει λοιπὸν νὰ γείνῃ ἑκάστοτε ἐξέτασις, ἂν ὑπάρχῃ ἀληθῶς ἔγκλημα καὶ, ὑπάρχοντος τοιούτου, ἂν λόγοι πολιτικοὶ δὲν δικαιολογοῦν τὴν πρόσκαιρον ἀναβολὴν τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς τοῦ πληρεξουσίου. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐγὼ ἐπρότεινα τὴν σύστασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ δὲν μετέβαλα γνώμην, μολονότι ἦτο πολὺ δυνατὸν νὰ μεταβάλω. Ἄρα καλῶς ἔπραξεν ἡ Ἐπιτροπὴ, προεξετάσασα τυπικῶς τὰ περὶ τῆς πράξεως, δι’ ἣν ζητεῖται ἡ ἄδεια κατὰ τοῦ Κ. Μαστραπᾶ· δὲν ἔκαμεν ἐκτίμησιν κυρίως δικαστικὴν τῶν ἀποδείξεων, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἐξάγεται νῦν κατὰ τοῦ Μαστραπᾶ κολάσιμός τις πρᾶξις. Πιθανὸν νὰ ἔσφαλεν ἡ Ἐπιτροπὴ, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε δὲν ἔκαμε σφάλμα τοιοῦτον, ὥστε νὰ δικαιωθῶσί τινες μετὰ τοσαύτης καταφορᾶς νὰ ἐπιπέσωσιν ἐναντίον τῶν μελῶν αὐτῆς· ἐγὼ τοὐλάχιστον θεωρῶ ἐμαυτὸν ἀνώτερον πάσης φιλοδοξίας, ἀλλὰ καὶ ἀνώτερον πάσης ἀδίκου προσβολῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἔπρεπε νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τῶν διατάξεων τοῦ ποιν. νόμου, καὶ εἰς τοῦτο συνεφωνήσαμεν καὶ τὰ πέντε μέλη, καὶ ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἑρμηνεία τῶν ἄρθρων, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς, εἶναι ἀληθεστάτη, καὶ περὶ τούτου ἠδυνάμην νὰ πείσω τοὺς πάντας, ἂν εἶχον τὸν καιρὸν νὰ προβῶ διὰ συγκεκριμμένων παραδειγμάτων εἰς ἀνάλυσιν τῶν διαφόρων σχετικῶν περιστάσεων· ἀρκοῦμαι δὲ εἰς ὀλίγιστά τινα. Τὸ ἄρθρον 48 προβλέπει τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν δίδει τις διαταγὴν, παραγγελίαν, ἢ προτροπὴν εἰς ἄλλον νὰ ἐκτελέσῃ τι, τὸ δὲ ἄρθρον 56 προσθέτει καὶ τὴν συμβουλήν· τὸ πρῶτον τιμωρεῖ καὶ τὴν ἀπόπειραν, διότι τὸ νὰ προτρέψω τινὰ εἰς ἐκτέλεσιν ἐγκλήματος, ἢ νὰ τοῦ ὑποσχεθῶ πρὸς τοῦτο χρήματα, εἶναι ἤδη ἔγκλημα, τὸ κατ’ ἐμὲ ἔκαμα ἠθικῶς τὸ ἔγκλημα· ἀλλ’ ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 56 συμβουλὴ δὲν τιμωρεῖται, ἂν ὁ πρὸς ὃν ἔδωκα αὐτὴν δὲν τὴν ἐξετέλεσε, διότι ἡ συμβουλὴ εἶναι γνώμη, καὶ εἰς τοῦτο συμφωνοῦν οἱ νομοδιδάσκαλοι. Ἀλλοίμονον ἂν ἀποδοθῇ καὶ εἰς τὴν συμβουλὴν ὁ χαρακτὴρ αὐτοτελοῦς ἐγκλήματος· δὲν λείπει τότε παρὰ νὰ εἰσαχθῇ καὶ τὸ σύστημα τῆς πολιτικῆς ἐξετάσεως τῆς Βενετίας, ἥτις διὰ τὴν ἐλαχίστην γνώμην κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἔῤῥιπτεν εἰς τοὺς μολύβδους καὶ τὰ φρέατα τοὺς ὑπόπτους. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ὁ Ζέρβας ἠρώτησε τὸν Κ. Μαστραπᾶν καὶ ἄλλα μάλιστα πρόσωπα, ἀλλὰ ταῦτα εἶναι περιττὸν νὰ κατονομάσω διὰ νὰ μὴν χειροτερεύσω τὴν θέσιν των. Σᾶς παρακαλῶ, θέσατε τὴν χεῖρα εἰς τὴν καρδίαν σας, ὅσοι μάλιστα δὲν εἶσθε νομικοὶ, καὶ εἰπέτε μοι, ἐὰν χθὲς ἐπιστεύατε, ὅτι μόνον, ἐὰν εἴπητε μίαν γνώμην, θέτετε διὰ τοῦτο τὸν πόδα σας εἰς τὸν τάφον; διότι βεβαίως ἓν ἔγκλημα δύναται νὰ ἐπιφέρῃ καὶ θανατικὴν ποινὴν, καὶ ὁ δόσας τὴν γνώμην, ὡς ἠθικῶς αὐτουργὸς, δύναται νὰ πάθῃ τὴν αὐτὴν ποινήν. Ποῖος ἐφαντάζετο τοῦτο; κανείς· καὶ ἀπόδειξις, ὅτι οὐδ’ ὁ Κ. Μαστραπᾶς τὸ ἐφαντάζετο, καὶ διὰ τοῦτο μετεχειρίσθη τὸν τηλέγραφον πρὸς μεταβίβασιν τῆς γνώμης του. Βλέπετε τὴν διαφορὰν τῆς προτροπῆς ἀπὸ τῆς συμβουλῆς. Προτροπὴ εἶναι, ὅταν παρακινῶ ἄλλον τινα νὰ πράξῃ τι, ἐνῷ συμβουλὴ εἶναι, ὅταν ἄλλος ἔχων ἰδέαν τινὰ μὲ ἐρωτᾷ περὶ αὐτῆς, καὶ ἐγὼ τοῦ ἀπαντῶ καταφατικῶς. Τοιαύτη λοιπὸν εἶναι ἡ οὐσιώδης διάκρισις μεταξὺ τῶν ἄρθρων 48 καὶ 56 τοῦ ποιν. νόμου. Ἐπανέρχομαι τώρα εἰς τὸ ζήτημα. Ἀφοῦ ἡ Συνέλευσις ἐξεφράσθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῶσι τὰ ἔγγραφα, τὸ ὑπουργεῖον ἔσπευσε καὶ τὰ ἔπεμψε δι’ ἐγγράφου του πρὸς τὸ προεδρεῖον, διὰ τοῦ ὁποίου λέγει, ὅτι κατὰ τὴν θέλησιν τῆς Συνελεύσεως ὑποβάλλει τὰ ἔγγραφα. Λαμβάνει ἡ ἐπιτροπὴ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τὰ ἐξετάζει καὶ δὲν βλέπει νὰ ἐνηργήθη τίποτε περὶ τοῦ προσώπου ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐδόθη ἡ συμβουλή. Τοῦτο εἶναι σπουδαῖον· διότι ἐὰν εἶχε σταλῇ ἡ συμβουλὴ εἰς τὴν Λαμίαν, τὴν Σμύρνην ἢ ἀλλοῦ, βεβαίως δὲν ἠθέλατε εἰπεῖ, ὅτι πρέπει νὰ καταδιωχθῇ ὁ Κ. Μαστραπᾶς, καὶ ὅμως μὴ προτρέχετέ τινες· ἰδοὺ ὁ κίνδυνος, τὸ νὰ σχηματίζετε ἐκ τοῦ προχείρου πεποίθησιν περὶ τῆς ἐνοχῆς, ἀφοῦ μάλιστα εἶναι πολλοὶ οἱ βαθμοὶ τῆς ἐνοχῆς. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἐδόθη συμβουλὴ εἰς ἄνθρωπον, ὅστις διαμένει εἰς Τρίπολιν καὶ εἶναι ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τοῦ τάγματος, διὰ τοῦτο ὑποθέτετε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος εἶναι ὁ ἐνεργήσας τὸ ἀντιπειθαρχικὸν, κατὰ τὸν εἰσηγητὴν, κίνημα τοῦ τάγματος. Ἀλλὰ μὲ ὑποθέσεις δὲν καταδικάζονται, οὐδὲ πρέπει νὰ εἰσάγωνται εἰς δίκην ἄνθρωποι. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν ἐγγράφων δὲν ἐξήγαγε τίποτε. Ὤφειλε τὸ ὑπουργεῖον, ναὶ ἢ ὄχι, νὰ ὑποβάλῃ τοιαῦτα ἔγγραφα; Δὲν ἦτο ὁπωσδήποτε πρόωρος ἡ αἴτησις τοῦ ὑπουργείου πρὸς τὴν Συνέλευσιν; προσθέσατε, ὅτι ἐξωδίκως εἴχομεν μάθει πάντες, ὅτι δὲν εἰσήχθη ἀκόμη εἰς δίκην ὁ Ζέρβας, καὶ ἴσως μέχρι σήμερον μένει ἀνεξέταστος. Τί παράδοξον λοιπὸν ἂν ἐξέφερε τοιαύτην γνώμην ἡ ἐπιτροπὴ, ἀφοῦ εἶδεν ὅτι τὸ ὑπουργεῖον προώρως εἰσήγαγε τὴν αἴτησίν του, καὶ μὲ πρόθεσιν, ἴσως, οὐχὶ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἄδειαν, ἀλλὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῇ, ὅτι ἀφίνει ἀκαταδίωκτον ἔγκλημα, ἀποδιδόμενον εἰς ὁμόφρονά του πληρεξούσιον; Καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἔσπευσε τὸ ὑπουργεῖον εἰς τὴν αἴτησιν ἀδείας· οἱ αὐτουργοὶ δὲν εἰσήχθησαν εἰσέτι εἰς δίκην, δὲν ἐγένετο περὶ αὐτῶν ἀνάκρισις, οὐδ’ ἐκωλύετο αὕτη ἐκ τῆς ἐνοχῆς τοῦ Κ. Μαστραπᾶ. Προσθέσατε εἰς ταῦτα καὶ τὴν ἑτέραν σκέψιν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι πρώτην ἤδη φορὰν ἀπὸ τῆς ἀρξαμένης νέας ἐποχῆς τοῦ συνταγματικοῦ μας βίου παρουσιάζεται περίπτωσις ἐφαρμογῆς τοῦ 56 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ὅτι θὰ χρησιμεύσῃ ὡς νομολογία εἰς τὸ μέλλον, καὶ ὅτι ἤρχησαν ἤδη ἀπὸ τοῦδε νὰ ἀναφαίνωνται παρὰ προσώπων τινῶν ἐκδηλώσεις ἀκαίρου, μὴ ἀνυπόπτου καὶ ὑπερβολικοῦ ὑπὲρ τῆς καλουμένης τάξεως ζήλου. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἄτοπος ἡ σκέψις, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐπὶ τοιούτου ζητήματος πρέπει μετὰ πολλῆς περισκέψεως νὰ προβῇ, διὰ νὰ μὴ δώσῃ ἐπιχείρημα εἰς κατάχρησιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ μέλλοντι, καὶ ὅτι εἶναι προτιμότερον ν’ ἀνασταλῇ ἐπὶ ἕνα, δύο μῆνας, ἡ καταδίωξις ἑνὸς προσώπου, ἡ μὴ ἐμποδίζουσα τὴν καταδίωξιν τῶν ἄλλων, παρὰ νὰ ὑποδειχθῇ, ὅτι δὲν δικαιοῦται ἡ Συνέλευσις νὰ κάμῃ τὴν ἀναστολὴν, εἰμὴ ὅταν ἔχῃ ἀποδείξεις ὅτι φατριάζει κατ’ αὐτῆς τὸ ὑπουργεῖον. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εὗρεν οὐδὲν ἔγγραφον ἐνοχοποιοῦν τὸν Ζέρβαν ὡς ἐκτελεστὴν τῆς δοθείσης συμβουλῆς, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὁμολογῶ, ὅτι μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἀνεφύη δισταγμὸς, ἂν ἔπρεπε νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῶν ὑπαρχόντων ἐγγράφων, ἢ νὰ ζητήσῃ νὰ τῇ δοθῶσι πληροφορίαι, ἀλλ’ ὑπερίσχυσεν ἡ γνώμη περὶ τοῦ πρώτου, διότι ἐπεκράτησεν ἡ σκέψις, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ὤφειλε νὰ μετατραπῇ εἰς ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν, ὅτε ἤθελον ἴσως φωνάξει τινες κατ’ αὐτῆς, ὅτι μετεχειρίσθη ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν δὲν τῇ ἔδωκεν ἡ Συνέλευσις, καὶ οὕτω κατηρτίσθη ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς. Ὡς ἐκ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, Κύριοι, διηγέρθησαν χίλιαι σκέψεις, τὸ λέγω δι’ ἐμὲ αὐτὸν, διότι ἴσως τὰ ἄλλα μέλη δὲν εἶχον αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν περὶ τῆς ἐνεστώσης καὶ μελλούσης καταστάσεώς μας. Εἰς τὰ ὄμματά μου ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς εὗρε στήριγμα καὶ εἰς τὸ θέαμα τὸ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν μας. Ὁ Κύριος Βασιλικὸς ἐπίτροπος, ὁ ποιήσας τὴν αἴτησιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, συνέπεσε νὰ ᾖναι καὶ πληρεξούσιος, καὶ ἔλαβε τὸν λόγον πρὸς ὑποστήριξιν τῆς αἰτήσεως, ἐνῷ δὲν ἔπρεπε νὰ τὸν λάβῃ, διότι μὲ ὅλας τὰς καλὰς διαθέσεις, τὰς ὁποίας, πιστεύω ὅτι ἔχει, δύναται νὰ παρεξηγηθῇ, ἀφοῦ κατὰ σύμπτωσιν, ἢ μᾶλλον κατ’ εὐτυχίαν του, ἔχει ἀδελφὸν ἀξιωματικὸν τοῦ πυροβολικοῦ, ὅστις εἶναι εἰς διενέξεις μετὰ τοῦ Κ. Μαστραπᾶ. Καὶ ἠξεύρετε, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ὄχι μόνον πρέπει νὰ ᾖναι ἁγνὴ, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ φαίνεται τοιαύτη καὶ, κατά τινας, ἂν πρέπῃ νὰ λείψῃ τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο, προτιμότερον νὰ φαίνεται ἁγνή. Καὶ τῷ ὄντι, πρέπει νὰ ἔχῃ πεποίθησιν ὁ κατηγορούμενος, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, εἰς τὸν ὁποῖον προσέρχεται νὰ ἀνακριθῇ, δὲν ἔχει τι προσωπικὸν κατ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ὁδηγεῖται μόνον ἀπὸ τὸ δημόσιον συμφέρον, καὶ ὅτι ἀπ’ ἐναντίας ὡς ἄνθρωπος κατέχεται ἀπὸ τὸ φιλάνθρωπον αἴσθημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κατέχῃ πάντα δικαστὴν κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἔργων των, τοῦ νὰ ἀνεύρῃ τὴν ἀθώωσιν, καὶ ὅτι πρεσβεύει ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶναι μᾶλλον ἀγαθοὶ ἢ κακοὶ, ὅτι αὐτὸς ὁ λερωμένος, ὁ ἄθλιος, ὡς ληστὴς προσαγόμενος, ἐνδέχεται νὰ ᾖναι ἀθῷος, καὶ ὅτι ὅλη του ἡ τάσις εἶναι νὰ ἀνακαλύψῃ μόνην τὴν ἀλήθειαν. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι ὁ φιλάνθρωπος ἀνακριτὴς πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ ἀνοικτοὺς τοὺς ὀφθαλμοὺς, διὰ νὰ μὴ τὸν ἀπατήσουν οἱ κατηγορούμενοι, ἢ οἱ συνήγοροι αὐτῶν. Ἐν τούτοις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ὑπάρχουν ἐξωτερικά τινα γεγονότα, τὰ ὁποῖα γεννοῦν τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι οἱ ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι, εἰς οὓς ζητεῖται νὰ παραδοθῇ ὁ Κ. Μαστραπᾶς, δὲν εἶναι ὅλως ἀπαθεῖς πρὸς αὐτόν· ἐγὼ δὲν πιστεύω, ἀλλ’ οὐχ’ ἧττον ὑπάρχουν τοιαῦται ὑπόνοιαι. Αἱ σκέψεις λοιπὸν αὗται καὶ τὸ περιστατικὸν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἀπ’ ἀρχῆς εἰσήγαγε ξηρὰν τὴν αἴτησιν, κατόπιν δὲ ἀφοῦ ἐζητήθησαν τὰ ἔγγραφα, παρέδωκε τοιαῦτα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν γίνεται λόγος περὶ τοῦ Ζέρβα, σὺν τούτοις καὶ ἡ ἐξώδικος γνῶσις, ὅτι ὁ Ζέρβας δὲν εἰσήχθη εἰσέτι εἰς δίκην, ὅλα ταῦτα δύνανται νὰ συνηγορήσωσιν ὑπὲρ τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν θὰ χαθῇ ὁ κόσμος, δὲν θὰ διαταραχθῇ ἡ δημοσία τάξις, ἐὰν πρὸς καιρὸν δὲν παραδοθῇ ὁ Κ. Μαστραπᾶς. Ἐπανερχόμενος εἰς τὴν ἀνασκευὴν τοῦ κυρίου ἐπιχειρήματος, ὅτι μόνον ὅταν ὑπάρχῃ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ γίνεται ἄρνησις, λέγω ὅτι ὁ κύκλος οὗτος εἶναι λίαν στενός. Ἡ ἄδεια τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς δὲν ζητεῖται μόνον διὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, δι’ ἃ δύναται νὰ ἔχῃ συμφέρον ἡ Κυβέρνησις νὰ ὠθήσῃ τὴν ἀνάκρισιν, ἀλλὰ καὶ δι’ ἰδιωτικὰ, τὰ πλειότερα καὶ συνηθέστερα, τὰ ὁποῖα καταδιώκονται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐπιμελείᾳ τῶν παθόντων ἰδιωτῶν, μηδεμίαν μετοχὴν λαμβανούσης τῆς Κυβερνήσεως ὡς τοιαύτης. Νομίζετε λοιπὸν, ὅτι ἀσφαλίζεται ἠθικῶς ἡ ἀνεξαρτησία τῶν πληρεξουσίων, ὅταν γνωρίζωσιν οἱ ἰδιῶται ὅτι ἡ Συνέλευσις, μὴ ὑπάρχοντος λόγου κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, θέλει δίδει ἀνεξετάστως τὴν ἄδειαν; Ἐνδέχεται καὶ νῦν νὰ ὑπάρχουν ἐκκρεμεῖς καταμηνύσεις, ἀλλὰ καὶ αὔριον δύνανται νὰ γείνωσιν ἐπὶ τούτῳ ἄπειροι· ἡ δὲ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ κάμῃ αἴτησιν διὰ τὰς μὲν καὶ νὰ ἀρνηθῇ διὰ τὰς δὲ, διότι τότε θὰ φανῇ μεροληπτοῦσα· καὶ ὁ ἐλάχιστος πολίτης ποιήσας μίαν ἔγκλησιν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ κάμῃ οὗτος αἴτησιν πρὸς τὴν Συνέλευσιν περὶ ἀδείας πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς δίκην τοῦ δεῖνος πληρεξουσίου. Τί θέλει κάμει εἰς τοιαύτας περιπτώσεις ἡ Συνέλευσις; Καὶ αὐτὸ τὸ παράδειγμα τῆς ἀρνήσεως τῆς Γαλλικῆς Συνελεύσεως, νὰ παραδώσῃ τὸν Λουῒ Μπλὰν, εἶχεν αἰτίαν οὐχὶ τὸ ὑπουργεῖον, ἀλλὰ τὴν δυσμενῆ διάθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἰουλίου Φάβρου. Ἀφίνω ὅτι εἶναι δυσκολώτατον νὰ ἀνακαλυφθῇ, ἂν εἰς τὴν ἐπίσπευσιν τῆς δεῖνα ἀνακρίσεως δὲν ἔχῃ τὸν δάκτυλόν της ἡ Κυβέρνησις. Τίς γινώσκει, ἂν δὲν εἶπε δύο λέξεις ὁ δεῖνα ὑπουργὸς εἰς τὸν εἰσαγγελέα, καὶ ἐνῷ ἐπλησίαζε νὰ παραγραφῇ καταμήνυσίς τις, διέκοψεν ὁ εἰσαγγελεὺς τὴν παραγραφὴν, ἐπιχειρήσας ἀνακριτικήν τινα πρᾶξιν. Ἐν τέλει παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ὡρμήθη ἐξ ἀμεροληψίας, καὶ ἐπροσπάθησε νὰ καταρτίσῃ μίαν γνώμην ἐκ τῶν ἐνόντων, ἤτοι ἐκ τῶν ὑποβληθέντων αὐτῇ ἐγγράφων. Ἂν τὴν γνώμην της δὲν θεωρῇ ὀρθὴν ἡ πλειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως, δύναται νὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ, ἀλλ’ ἦτο περιττὸν νὰ γείνῃ ἐπίκλησις ἐπιχειρημάτων ἀορίστων καὶ μὴ πολὺ καταλλήλων εἰς συνταγματικὰ Κράτη. Τὸ ὅτι κινδυνεύει ἡ δημοσία τάξις εἶναι ἐπιχείρημα, ὅπερ κεῖται εἰς τὸ στόμιον τῆς ὁπλοθήκης ὅλων τῶν Κυβερνήσεων, καὶ μάλιστα τῶν δεσποτικῶν. Πάντες ἔχομεν συμφέρον εἰς τὴν παγίωσιν τῆς τάξεως, ἀλλὰ τῆς ἀληθοῦς καὶ νομίμου, ἤτοι τῆς συναδούσης μὲ τὰς ἐλευθερίας ἡμῶν. Διὰ τῶν πραγμάτων αὐτῶν πρέπει νὰ ἀποδεικνύωμεν ὅτι εἴμεθα πατριῶται, καὶ οὐχὶ διὰ κενῶν λόγων.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Σαράβας.
§30ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι! ἐλέχθησαν τοσαῦτα ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, ἔφερον ἀλληλοδιαδόχως τὸν λόγον τόσοι ῥήτορες εὔγλωττοι καὶ δεινοὶ, ὥστε τῇ ἀληθείᾳ ἐδίστασα ἐπὶ πολὺ, ἐὰν ἔπρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον· ἐφοβούμην μήπως δὲν ὑπολείπεται νὰ λεχθῇ νέον τι ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης γνώμης· ἡ Συνέλευσις ὅμως διὰ τῆς χθεσινῆς ἀποφάσεώς της νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ σήμερον ἡ συζήτησις ἀπέδειξεν ἀρκούντως πόσῳ περισπούδαστον ἐθεώρησε τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς ζήτημα, καὶ πόσον ἐπιθυμεῖ ν’ ἀκουσθῶσιν ὅλαι αἱ γνῶμαι· διότι τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπως τὸ ἐννοῶ, καὶ ὅπως, μοὶ φαίνεται, τὸ ἠννόησεν ἀπ’ ἀρχῆς ἡ Συνέλευσις, δὲν εἶναι, Κύριοι, ἁπλῶς ἂν πρέπῃ νὰ χορηγήσωμεν τὴν ἄδειαν νὰ καταδιωχθῇ εἷς ἀντιπρόσωπος, ἀλλ’ ἐμπεριέχει ἐν ἑαυτῷ ὡς ἔκφρασιν μίαν ἰδέαν ἐσωτερικῆς πολιτικῆς· καὶ διὰ τοῦτο, καίτοι τῆς αἰτήσεως εἰσαγομένης ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως, καίτοι τοῦ ζητήματος δυναμένου κατά τινα τρόπον νὰ θεωρηθῇ ὡς ὑπουργικὸν, οὐδεὶς ἔδωκε προσοχὴν εἰς τὸν τοιοῦτον χαρακτηρισμὸν, ἀλλ’ ἅπαντες καὶ ἀντιπολιτευόμενοι καὶ συμπολιτευόμενοι, ὡς ἐκ συνθήματος, εὑρέθησαν ἡνωμένοι, ὅπως τὸ θεωρήσωσιν ὑπὸ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν μορφήν· ὑπῆρξαν καὶ διαφοραὶ γνωμῶν καθὼς καὶ προσωπικαὶ συμπάθειαι, ἄξιαι ἐκτιμήσεως· ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ εἰς αὐτὰς, ὅτι δὲν εἶναι προϊὸν καθαρᾶς πεποιθήσεως· οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐνόησε ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ὅλην τὴν ὑψηλὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν εἰμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἓν ζήτημα δημοσίας τάξεως· τὴν ὑψηλὴν ἔννοιαν, λέγω, Κύριοι, διότι μετὰ μεγάλης ἀπορίας ἤκουσα ἕνα τῶν προλαλησάντων νὰ θεωρῇ ἐν τῇ σημερινῇ ἐποχῇ ὡς ἀνάξια προσοχῆς τὰ ζητήματα τῆς δημοσίας τάξεως. Δημοσία τάξις ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ, αὐτὸ εἶναι, εἶπε, τὸ ἔργον, αὐτὸ εἶναι τὸ δικαίωμα κυβερνήσεως ἐλευθέρας καὶ συνταγματικῆς· δημοσία τάξις ἁπλῶς εἶναι ἡ κατάστασις τῶν ὑπὸ τὸν δεσποτισμὸν ἀνατολικῶν ἐθνῶν. Ἠπόρησα τῇ ἀληθείᾳ ν’ ἀκούσω τοιαύτην ἰδέαν, ῥιπτομένην ἐν τῷ μέσῳ οὐχὶ ὑπό τινος νεανίου, παραδεδομένου εἰς τὰς ἄκρας ἰδέας περὶ ἐλευθερίας, ἀλλ’ ἐκπεμπομένην ἀπὸ τοῦ στόματος πολιοῦ καὶ σεβαστοῦ ἀντιπροσώπου, τοῦ Κ. Διομήδους Κυριακοῦ. Καὶ ποῦ ἠκούσθη, ἐρωτῶ, ἐν πολιτείᾳ μὴ ἐπιζητούσῃ ἐπέκτασιν ἐλευθεριῶν, ἀλλὰ τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν ἤδη κεκτημένων, ὅτι ἡ ἐλευθερία ἔζησε κεχωρισμένη, ἀπὸ τὴν δημοσίαν τάξιν; Φωνάζετε περὶ ἐλευθερίας, καὶ δὲν γνωρίζετε, ὅτι διὰ νὰ μὴ ᾖναι κενὴ λέξις, ἡ πρώτη σας φροντὶς πρέπει νὰ ᾖναι, ὅπως παγιωθῇ πρῶτον ἡ ὑλικὴ τάξις! Εἶναι λοιπὸν, ὡς εἶπον ἀρχόμενος, τὸ προκείμενον ζήτημα ζήτημα ἐσωτερικῆς πολιτικῆς· ἀπὸ τὴν λύσιν αὐτοῦ ἡ κοινωνία περιμένει νὰ μάθῃ, ἐὰν ἡ Συνέλευσις σκοπὸν ἔχει νὰ ἀνεχθῇ εἰς τὸ μέλλον μίαν κατάστασιν πραγμάτων, τῆς ὁποίας τὰς πικρίας μέχρι τρυγὸς ἐπίομεν κατὰ τὸ παρελθόν· εἶναι ζήτημα, τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἐπωφεληθῇ ἡ Συνέλευσις, ὅπως ἐκφράσῃ ὅλην τὴν ἰδέαν της πῶς ἐννοεῖ νὰ κυβερνηθῇ ὁ τόπος εἰς τὸ μέλλον. Ναί, Κύριοι, ἀφ’ ἧς ὁ ἐκλεκτὸς τοῦ ἔθνους ἀνέλαβε τὰ ἡγεμονικὰ αὑτοῦ δικαιώματα, ἕκαστος, ἂς τὸ ἐννοήσωμεν πάντες καλῶς, ὀφείλει νὰ μένῃ εἰς τὴν θέσιν του· αἱ μεγάλαι συνταγματικαὶ ἐξουσίαι πρέπει νὰ ἐνεργῶσιν ἀκωλύτως, καὶ αὐταὶ αἱ ἔξωθεν ἐπενέργειαι, αὐταὶ αἱ αὐτοδιοικήσεις, αὐταὶ αἱ ἀναμίξεις αἱ ἔκνομοι, τῶν ὁποίων ἐν τῷ παρελθόντι εἴχομεν τὴν λυπηρὰν πεῖραν, πρέπει ἐν τῷ συμφέροντι τῆς δημοσίας τάξεως νὰ παύσωσι· πρὸ πάντων δὲ νὰ παύσῃ ἡ ἔξωθεν ἐπενέργεια ἐπὶ τῆς δυνάμεως ἐκείνης, τῆς ὁποίας ἂν δὲν κατορθώσωμεν τὴν ὀργάνωσιν καὶ τὴν ἐντελῆ εἰς τὴν πειθαρχίαν ἐπάνοδον, ἀδύνατον νὰ τακτοποιηθῶσι τὰ τῆς πολιτείας. Οὕτως, ἐνόησα, Κύριοι, τὸ προκείμενον ζήτημα· οὕτως ἐννοεῖ αὐτὸ, δὲν ἀμφιβάλλω, καὶ ἡ κοινωνία· οὕτω θέλετε, πέποιθα, καὶ ὑμεῖς τὸ θεωρήσει, καὶ δὲν θέλετε ἐπηρεασθῆ εἰς τὴν λύσιν αὐτοῦ ὑπὸ σκέψεων δευτερευουσῶν καὶ τρίτου λόγου ἀξίων. Ἀναντιῤῥήτως, Κύριοι, τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἐξετασθῇ καὶ ὑπὸ τὰς δύο ἐπόψεις, τὴν πολιτικὴν καὶ τὴν νομικὴν, ἀλλὰ μὲ διαστολήν τινα, τὴν ἀκόλουθον, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν ἡ πολιτικὴ ἔποψις δυνατὸν ν’ ἀποῤῥοφήσῃ τὴν νομικὴν, ὄχι ὅμως καὶ τἀνάπαλιν. Ἰδοὺ τί ἐννοῶ, Κύριοι· ἡ Συνέλευσις θέλει ἐξετάσει, ἐὰν ἡ εἰς τὸν ἐγκαλούμενον πληρεξούσιον ἀποδιδομένη πρᾶξις ᾖναι τῳόντι κολάσιμος, καὶ ἂν ὑπάρχωσιν ἐνδείξεις κατ’ αὐτοῦ· ἀλλὰ τοῦτο μόνον δὲν ἀρκεῖ· καὶ ἂν εὕρῃ, ὅτι τῳόντι ὁ ἐγκαλούμενος πληρεξούσιος βαρύνεται μὲ ἐνδείξεις ὅτι συμμετέσχε, εἰς ἀξιόποινόν τινα πρᾶξιν, δὲν θέλει ἐπιτρέψει τὴν ἄδειαν τῆς καταδιώξεως ἂν ὑπάρχῃ πολιτικός τις λόγος ἀποτρέπων· πολιτικὸς ὅμως λόγος ἀποχρῶν δὲν εἶναι ὁ φόβος, τὸν ὁποῖον ὁ ἔντιμος ἐκ Σπετσῶν πληρεξούσιος ἐξέφρασε, μήπως ἐπιτρέποντες σήμερον τὴν καταδίωξιν τοῦ πληρεξουσίου Κ. Μαστραπᾶ, καθιερώσωμεν προηγούμενον, τοῦ ὁποίου δύναται ἐν τῷ μέλλοντι νὰ γίνῃ κατάχρησις πρὸς βλάβην τῶν προνομιῶν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους· διότι τὸ προηγούμενον τοῦτο εἶναι καθιερωμένον ὑπὸ τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος, καὶ δὲν πρόκειται νὰ τὸ καθιερώσωμεν σήμερον. Τὸ σύνταγμα ἀπονέμει εἰς τὴν Συνέλευσιν τὸ δικαίωμα τοῦ χορηγεῖν τὴν τοιαύτην ἄδειαν· ἐὰν δὲ ἡ Συνέλευσις νομίσῃ ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τὴν ἀρνηθῇ σήμερον, ἕπεται ὅτι δὲν δύναται νὰ τὴν ἀρνηθῇ εἰς τὸ μέλλον, ὁσάκις ὑπάρχωσι λόγοι, ἀποκρούοντες τὴν χορήγησίν της; Εἶναι λοιπὸν ἐντελῶς μάταιοι οἱ φόβοι τοῦ προλαλήσαντος, ὅτι τρέχει κίνδυνον ἡ ἀσυλία τοῦ ἀντιπροσώπου, ἐὰν σήμερον εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν ἐπιτραπῇ ἡ ἄδεια τῆς καταδιώξεως. Ἔτι ὀλιγώτερον ἀποχρῶν πολιτικὸς λόγος εἶναι, ὁ ὑπὸ ἑτέρου τινὸς πληρεξουσίου ἐπικαλεσθεὶς, τοὐτέστιν, ὅτι ὁ παρὰ τῷ ἐνταῦθα Στρατοδικείῳ Βασιλικὸς ἐπίτροπος διάκειται δυσμενῶς πρὸς τὸν ἐγκαλούμενον πληρεξούσιον καὶ ἔδωκεν, ἕνεκα ὅλως προσωπικῶν λόγων, ὤθησιν εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν· δὲν γνωρίζω, οὐδ’ ἐξετάζω τὰς μεταξὺ αὐτῶν σχέσεις· ἐκ τῆς δικογραφίας ὅμως πληροφοροῦμαι ὅτι ἡ μόνη ἐπίσημος ἐνέργεια τοῦ Βασιλικοῦ ἐπιτρόπου ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως εἶναι ὅτι διεβίβασεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τὸ κατηγορητήριον ἔγγραφον τοῦ εἰσηγητοῦ. Δὲν εὑρίσκεται τέλος πάντων ἡ πολιτικὴ ἔποψις τοῦ ζητήματος οὐδ’ εἰς τοὺς ἐκφρασθέντας δισταγμοὺς περὶ τῶν δικαστῶν, οἵτινες θέλουν ἀποφασίσει περὶ τῆς τύχης τοῦ ἐγκαλουμένου πληρεξουσίου, ἂν οὗτος παραπεμφθῇ εἰς δίκην. Ηὐχόμην, Κύριοι, νὰ μὴ ἀκουσθῶσι τοιοῦτοι δισταγμοὶ περὶ δικαστῶν, οἵτινες ἐν ἄλλοις καιροῖς, ὅτε τακτικοὶ δικασταὶ ἀπεδειλίασαν πολλάκις ν’ ἀντιτάξωσιν εἰς τὰς θελήσεις τῆς ἐξουσίας τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ἑαυτῶν καθήκοντος, παρέσχον παραδείγματα πολιτικοῦ θάῤῥους καὶ δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας οὐχὶ συνήθη. Ὅταν, Κύριοι, ἀμφιβάλλωμεν περὶ δικαστῶν, ὑπὲρ ὧν ἔχομεν τόσῳ ἐνθαῤῥυντικὰ προηγούμενα, ποῦ δυνάμεθα τότε νὰ ἐμπιστευθῶμεν; Ὄχι, Κύριοι, τοιαύτη δὲν ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἡ πολιτικὴ ἔποψιν τοῦ ζητήματος. Αὕτη ἀνευρίσκεται μᾶλλον εἰς τὴν ἐξέτασιν, ἂν ἡ πολιτεία ἐνδιαφέρεται περισσότερον εἰς τὴν ταχεῖαν τῆς ἐγκαλουμένης πράξεως ἐκδίκασιν, παρὰ εἰς τὴν ἀπὸ τοῦ ἐθνικοῦ συνεδρίου ἀπουσίαν ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτοῦ, ἐὰν ἡ ἀξιόποινος πρᾶξις ἡ εἰς τὸν ἐγκαλούμενον ἀντιπρόσωπον ἀποδιδομένη, ᾖναι τοιαύτη, ὥστε ἡ ταχεῖα τιμώρησίς της ὑπαγορεύεται ἀπὸ κοινωνικὸν συμφέρον. Ἀπὸ τῶν σκέψεων τούτων ὁρμώμενος καὶ ἀποβλέπων εἰς τὸ εἶδος τῆς πράξεως, ἧς ζητεῖται ἡ καταδίωξις, φθάνω εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι, ἐὰν ἀληθῶς ὑπάρχωσι κατ’ αὐτοῦ ἐνδείξεις, ἡ πολιτικὴ ἔποψις οὐ μόνον δὲν ἐμποδίζει ἡμᾶς νὰ χορηγήσωμεν τὴν ἄδειαν, ἀλλὰ μάλιστα εἶναι πρόσθετος λόγος ὅπως μὴ τὴν ἀρνηθῶμεν. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν δευτέραν ἔποψιν, τὴν νομικήν. Ἐρχόμενος νὰ συζητήσω τὴν ἀκρίβειαν καὶ τὴν ὀρθότητα τῶν συμπερασμάτων καὶ τῶν ἰδεῶν τῆς ἐπιτροπῆς, εἶμαι μακρὰν τοῦ νὰ παραδεχθῶ, ὅπως ἠθέλησάν τινες νὰ ὑποδείξωσιν, ὅτι εἰς τὴν ἐξέτασιν ταύτην ἐνέχεται ἡ προσωπικὴ φιλοτιμία τῆς ἐπιτροπῆς· ἄλλως ἤθελον ἀποσχῇ νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι ὁμολογῶ ὅτι τὰ πρόσωπα τὰ λαβόντα μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ διὰ τὴν κοινωνικὴν θέσεώς των καὶ διὰ πολλοὺς ἄλλους λόγους, σέβομαι ἰδιαζόντως καὶ ἐκτιμῶ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ Συνέλευσις οὐδόλως ἐνόησε διὰ τοῦ διορισμοῦ των ν’ ἀποδεχθῇ τὰ παρ’ αὐτῶν γενόμενα μὲ κεκλεισμένους ὀφθαλμούς· εἰς τὸν σημερινὸν αἰῶνα, αἰῶνα τῆς ἐλευθέρας συζητήσεως, οὐδέποτε δυνάμεθα ν’ ἀποδεχθῶμεν μίαν γνώμην ἐπιτροπῆς ὑπὸ οἵων δήποτε καὶ ἂν αὕτη συγκροτῆται προσώπων ἄνευ προηγουμένης αὐστηρᾶς ἐξετάσεως καὶ βασάνου, οὔτε νὰ ἐννοήσωμεν ποτὲ τὴν προσωπικότητα, βαρύνουσαν ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἰδεῶν. Θέλω λοιπὸν ἐξετάσει τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὀρθότητα τῶν ἰδεῶν της καὶ τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναφερομένων γεγονότων ἀσχέτως ἀπὸ τὴν προσωπικὴν φιλοτιμίαν τῶν μελῶν αὐτῆς. Καί, Κύριοι, ὅπως σχηματίσωμεν εὐκρινῆ ἰδέαν περὶ τῆς ἀληθοῦς θέσεως τοῦ ζητήματος, ὅπως ἴδωμεν τὶ εἶναι τὸ ἀντικείμενον τῆς ἀμφισβητήσεως, ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν πρῶτον, ποῖα τὰ πραγματικὰ γεγονότα, τὰ προκύπτοντα ἐκ τῶν ὑποβληθέντων ἐγγράφων, ἂν τὰ γεγονότα ταῦτα ἀντελήφθη καὶ ἐξετίμησε καλῶς ἡ ἐπιτροπή, καὶ ἂν τὰ νομικὰ συμπεράσματά της ᾖναι σύμφωνα μὲ τὸν νόμον· ἰδοὺ τὸ ἀντικείμενον, ὅπερ ἐν ὀλίγοις ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω. Ἐξελέχθη, Κύριοι, ἐπιτροπὴ καὶ κατὰ τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἔλαβεν, ὤφειλε, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα, ἅτινα ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸς ἤθελε προσαγάγει, νὰ ἐκτιμήσῃ ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἄδεια τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς· ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι οὐδόλως συμμερίζομαι τὴν ἰδέαν τοῦ Κυρίου ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπουργοῦ, ὑποστηρίζοντος ὅτι ἡ ἐπιτροπή, ἐπεμβᾶσα εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν γεγονότων καὶ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ νομικοῦ αὐτῶν χαρακτῆρος, ἐξῆλθε τῶν ἑαυτῆς καθηκόντων· διότι αὐτὴ ἡ Συνέλευσις παραγγείλασα τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων καὶ τὴν ὑποβολὴν αὐτῶν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἐκ τῶν προτέρων ἀπεφάσισεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ μόνον ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν τὸ ζήτημα, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ πραγματικὸν καὶ νομικὸν αὐτοῦ μέρος. Ὑπέβαλε λοιπὸν ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τοῦ Κυρίου Προέδρου διάφορα τηλεγραφήματα καὶ δύο ἔγγραφα, τὸ μὲν τοῦ Βασιλικοῦ ἐπιτρόπου, τὸ δὲ τοῦ παρὰ τῷ στρατοδικείῳ εἰσηγητοῦ. Ἡ ἐπιτροπὴ πρὸ παντὸς ἄλλου ὤφειλε, φρονῶ, νὰ παρατηρήσῃ τί ἐζητεῖτο ἀπὸ τὴν κατηγοροῦσαν ἀρχὴν, ποῖον ἦτο τὸ ἔγκλημα, τὸ ἀποδιδόμενον εἰς τὸν ἐγκαλούμενον πληρεξούσιον, καὶ κατόπιν συσχετίζουσα τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα, νὰ συναγάγῃ τὰ συμπεράσματά της, ἂν τῷ ὄντι συνάγωνται ἐνδείξεις κατ’ αὐτοῦ, καὶ ἔχωσι τὸν ποινικὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἡ κατηγοροῦσα ἀρχὴ ἀπέδωκεν εἰς αὐτάς. Ἂν ἡ ἐπιτροπὴ ἀνεγίνωσκεν ἐπισταμένως τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐμπεριέχει τὴν κατὰ τοῦ ἐγκαλουμένου πληρεξουσίου κατηγορίαν, πεισθῆτε, ὅτι ἤθελεν ἀπαλλάξει τὴν Συνέλευσιν ἀπὸ ἀκαίρων καὶ ἀσκόπων συζητήσεων. Ἰδοὺ, Κύριοι, ἀναγινώσκω τὸ ἔγγραφον τοῦτο τοῦ παρὰ τῷ ἐνταῦθα στρατοδικείῳ εἰσηγητοῦ. «Ἐν ὀνόματι τοῦ νόμου καὶ τοῦ Βασιλέως, ὁ εἰσηγητής........ Λοιπὸν ὁ εἰσηγητὴς ἀναγγέλλει εἰς τὸ ὑπουργεῖον διὰ τοῦ Βασ. ἐπιτρόπου, ὅτι κατὰ τὰς γενομένας εἰς τὸ τηλεγραφεῖον ἐρεύνας ἀνεκαλύφθησαν τηλεγραφήματα, ἐνοχοποιοῦντα τὸν ἐγκαλούμενον πληρεξούσιον, ὅτι ὑπεκίνησεν ἐντεῦθεν τὴν ἐν Τριπόλει στάσιν τοῦ ἕκτου τάγματος. Παράδοξον τῇ ἀληθείᾳ, κύριοι, ὁ ἐκδοὺς τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἰσηγητὴς, καί τοι μὴ εἰδικὸς περὶ τὴν ἐπιστήμην τῶν νόμων, γινώσκει μ’ ὅλον τοῦτο διατάξεις, τὰς ὁποίας, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τὸ εἴπω, ἡ ἐπιτροπὴ εἰς ἣν ἀνετέθη ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος τούτου, δὲν φαίνεται νὰ παρετήρησε διόλου.
§31ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἡ ἔκθεσις αὕτη παρεῖχεν ἀποδείξεις καθ’ ὑμᾶς;
§32ΣΑΡΑΒΑΣ. Εἶπον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ὤφειλε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ὅπως γνωρίσῃ τὸ ἀποδιδόμενον εἰς τὸν ἐγκαλούμενον ἔγκλημα, διότι οὕτως ἤθελε διευκολυνθῆ εἰς τὰς ἐργασίας της. Λοιπὸν κατὰ τὸ ἔγγραφον τοῦτο, κατὰ τὸ κατηγορητήριον τοῦτο τοῦ στρατιωτικοῦ ἀνακριτοῦ, ἡ εἰς τὸν ἐγκαλούμενον πληρεξούσιον ἀποδιδομένη πρᾶξις χαρακτηρίζεται ὡς ὑποκίνησις, εἴτε πρόκλησις εἰς στάσιν· τοιοῦτον χαρακτῆρα ἐχούσης τῆς πράξεως, ὅλαι αἱ ἀναπτυχθεῖσαι θεωρίαι, αἱ περιστρεφόμεναι εἰς τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι ἡ πρᾶξις δὲν εἶναι ἀξιόποινος, ἦσαν, ὡς θέλω μετ’ ὀλίγον ἀποδείξει, καθαρὰ ματαιοπονία. Ποῖα δὲ εἶναι τὰ στοιχεῖα, ἐφ’ ὧν στηρίζεται τὸ ἔγγραφον τοῦτο; ἀναγνώσατε τὰ τηλεγραφήματα· «ὑπολοχαγὸν Μαστραπᾶν καὶ Βάσον. Πολλὰ μανθάνω, τηλεγραφήσατέ μου νέα, ἀναμένω ἀνυπομόνως ἀπάντησιν»· τὸ τηλεγράφημα τοῦτο χρονολογεῖται τὴν εἰκοστὴν πέμπτην Δεκεμβρίου· ἀνάγκη νὰ προσεγγίσωμεν τὰς χρονολογίας, διότι ἐκ τούτου θέλετε ἰδεῖ, ἂν ὑπάρχῃ σχέσις μεταξὺ τῶν ἐν Τριπόλει συμβάντων καὶ τῶν ἐντεῦθεν ἀποσταλέντων τηλεγραφημάτων. Τὴν εἰκοστὴν πέμπτην, ὡς ἠκούσατε, ὁ ἀνθυπασπιστὴς Ζέρβας, ὁ ὑποδιοικητὴς τοῦ ἐν Τριπόλει ἕκτου τάγματος, ἔπεμψε τὸ ἤδη ἀναγνωσθὲν τηλεγράφημα· πότε δὲ ἔφθασε τοῦτο; τὴν εἰκοστὴν ἕκτην ὥραν ὀγδόην π. μ. δηλαδὴ καθ’ ἡμᾶς τὴν 14, διότι, ὡς γνωρίζετε, εἰς τὸ τηλεγραφεῖον ἀκολουθοῦσι τὸ Γρηγοριανὸν ἡμερολόγιον. Τὴν αὐτὴν ἡμέραν μετὰ τρεῖς ὥρας, ἤτοι τὴν ἑνδεκάτην ὥραν π. μ. ὁ κ. Μαστραπᾶς πέμπει τὸ ἀκόλουθον τηλεγράφημα. «Δεχθῆτε ἐπαναστάτας μόνον· Σμολένσκης ἢ ἀντικαθίσταται, ἢ Βούλγαρης παραιτεῖται· πιστεύω ἰσχύσει τὸ πρῶτον, σήμερον τελειώσει». Δὲν φέρω ἐπὶ τοῦ παρόντος καμμίαν σκέψιν, περιορίζομαι εἰς τὴν ἁπλῆν ἔκθεσιν τοῦ ἱστορικοῦ τῆς ὑποθέσεως. Τὴν δεκάτην τετάρτην, ὡς εἶπον, ἀπαντᾷ ὁ Κ. Μαστραπᾶς· πότε δὲ γίνεται ἡ στάσις τοῦ ἐν Τριπόλει ἕκτου τάγματος, στάσις τὴν ὁποίαν, μοὶ φαίνεται, καὶ τὰ μωρὰ παιδιὰ γνωρίζουν ὅτι ἔλαβε χώραν;
§33Δ. ΓΡΙΒΑΣ. Ἐνοχοποιεῖται ὡς στασιαστὴς ὁ ἀνθυπασπιστὴς Ζέρβας;
§34ΣΑΡΑΒΑΣ. Θὰ ἔλθω κατόπιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου (θόρυβος).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε. Ὁ Κύριος Σαράβας ἐξηγεῖται μὲ ἀρκετὴν ἀκρίβειαν.
§36ΣΑΡΑΒΑΣ. Λοιπὸν Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, πότε ἐγένετο ἡ τοῦ ἐν Τριπόλει ἕκτου τάγματος στάσις; Ἐγένετο τὴν 16 ἤτοι δύο ἡμέρας μετὰ τὸ πρὸ ὀλίγου ἀναγνωσθὲν τηλεγράφημα· μετ’ αὐτὴν δὲ ἐστάλη καὶ τρίτον, τὸ ἀκόλουθον· «Σμολένσκης ἔπεσεν, ἀντικαταστάτης δὲν ὠνομάσθη· πράξεις σας ἐπεκροτήθησαν, δεχθῆτε ἱκανούς». Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο εἶναι τῆς 17/29. Ἰδοὺ, Κύριοι, ἡ ὕλη, τὴν ὁποίαν εἶχε νὰ ἐπεξεργασθῇ ἡ ἐπιτροπή. Θέλω ἐξετάσει πρῶτον, πῶς ἐξετίμησε τὸ πραγματικὸν μέρος, καὶ κατόπιν θέλω ἔλθει εἰς τὸ νομικόν. Χωρὶς νὰ ἀρνηθῶ, Κύριοι, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν, δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι μετὰ τῆς αὐτῆς ὄχι αὐστηρότητος ἐξήτασε τὸ πραγματικὸν μέρος, μετὰ τῆς ὁποίας ἔφερε καὶ τὰ νομικὰ συμπεράσματά της. Τὸ κατ’ ἐμὲ ἀδυνατῶ νὰ πιστεύσω ὅτι ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι, ὡς μᾶς εἶπον, τριῶν ὡρῶν κοινῆς συσκέψεως προϊόν· ὑποθέτω μᾶλλον ὅτι εἶναι ἔργον τοῦ Εἰσηγητοῦ Κ. Σαριπόλου, ὅστις εὐθὺς ἐξ ὑπαρχῆς εἶχε προεκφράσει γνώμην κατὰ τῆς παραπομπῆς, καὶ ὑπεγράφη παρὰ τῶν λοιπῶν μελῶν ἄνευ πολλῆς ἐξετάσεως.
§37ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Εἴπατε τὴν ἰδέαν σας, αὐτὰ εἶναι ἐξώδικα.
§38ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἤθελεν εἴπει, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ ἔγγραφα, φρονεῖ, ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις νὰ δοθῇ ἡ ζητουμένη ἄδεια, οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ τὴν μεμφθῇ· τὸ νὰ αἰτιολογήσῃ ὅμως τὴν γνώμην της μὲ λόγους, οἷοι οἱ ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναφερόμενοι, τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἐννοήσω. Τὸ ὑπὸ τοῦ Κ. Μαστραπᾶ πεμφθὲν τηλεγράφημα ἔχει, ὡς ἐκφράζεται ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν συμφορωτέραν εἰς τὴν κατηγορίαν ἔννοιαν· τί θὰ εἰπῇ τοῦτο, Κύριοι; τὸ τηλεγράφημα ἀποτελεῖ ἢ δὲν ἀποτελεῖ ἔνδειξιν περὶ τῆς ἐγκαλουμένης πράξεως; Ἡ ἐπιτροπὴ ὤφειλε νὰ ἔχῃ τὴν γενναιότητα νὰ φέρῃ ἐπὶ τούτου γνώμην ὁριστικήν. Μὴ ἐξαγομένου ὅμως, ἐξακολουθεῖ ἡ ἔκθεσις, ὅτι ἐκεῖνος πρὸς ὃν ἀπευθύνεται τὸ τηλεγράφημα ἐξετέλεσε τὴν πρᾶξιν, εἰς ἣν προεκαλέσθη, ἡ πρᾶξις τοῦ προκαλέσαντος μένει ἀκαταδίωκτος. Εἶναι τῳόντι ἀληθὲς, ὡς ἡ ἐπιτροπὴ παραδέχεται, ὅτι ἡ περὶ ἧς τὸ τηλεγράφημα πρᾶξις δὲν ἐξετελέσθη; ἂς ἀπαντήσωσιν ὡς πρὸς τοῦτο τὰ πράγματα, ἂς ἀπαντήσωσιν αἱ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δοθεῖσαι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Συνέλευσιν ἐξηγήσεις, ὅταν εἶχε γίνει ἐπερώτησις περὶ τῶν ἐν Τριπόλει συμβάντων. Ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῇ δικογραφίᾳ, λέγει ἡ ἐπιτροπὴ, οὐδὲν ἔγγραφον, ἐξ οὗ νὰ ἐξάγηται ἡ ἐκτέλεσις τῆς στάσεως. Ἀπορῶ, Κύριοι, μὲ τοιαύτην δικαιολογίαν. Ἐπιτροπὴ Συνελεύσεως, προωρισμένη νὰ ἐξετάσῃ πολιτικῶς, καὶ οὐχὶ ὡς δικαστήριον, δεσμευόμενον ἀπὸ τύπους, ἐὰν ὑπάρχῃ περίστασις νὰ χορηγηθῇ ἡ ἄδεια ἢ ὄχι, μᾶς λέγει, ὅτι δὲν ἐξετάζει ἓν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον εἶναι σπουδαιότατον καὶ οὐσιωδέστατον, διότι μέσα εἰς τὴν δικογραφίαν δὲν ὑπάρχει τὸ χαρτί! Καὶ ἦτο δύσκολον νὰ ζητήσῃ μίαν πληροφορίαν ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν; Ἀλλ’ ὄχι, μᾶς εἶπαν· ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἦτον ἀνακριτικὴ, καὶ ἑπομένως ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ ὑποβληθέντα ἔγγραφα· ἐδῶ κάμνουν μίαν σύγχυσιν· ἡ ἐπιτροπὴ, συνομολογῶ, δὲν παρηγγέλθη ν’ ἀνακρίνῃ, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα, οὔτε νὰ ἐξετάσῃ μάρτυρας, οὔτε νὰ συλλέξῃ πληροφορίας, ἐδύνατο ὅμως ἀξιολογώτατα ν’ ἀποτανθῇ εἰς τὴν ἀρχὴν, ἥτις τῆς παρέδωκε τὰ λοιπὰ ἔγγραφα, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν συμπλήρωσίν των· ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἐχορήγησε τὰ τηλεγραφήματα, δὲν ἤθελε τὰ χορηγήσει, ἡ ἐπιτροπὴ ἔπρεπε νὰ κλείσῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ νὰ εἴπῃ δικαιολογουμένη, ὅτι δὲν ἐχορήγησε τὸ ὑπουργεῖον τὰ ἔγγραφα;
§39ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Οὔτε ὁ Ζέρβας εἶναι εἰσηγμένος εἰς δίκην.
§40ΣΑΡΑΒΑΣ. Αὐτὰ εἶναι δύω χωριστὰ ζητήματα. Λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, δὲν δικαιολογεῖται ἡ ἐπιτροπή, ἰσχυριζομένη, ὅτι τὸ γεγονὸς ἐὰν ἐγένετο ἢ ὄχι στάσις ἐν Τριπόλει, δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ βεβαιώσῃ, διότι δὲν ὑπῆρχον ἐν τῇ δικογραφίᾳ ἔγγραφα, πραγματευόμενα περὶ αὐτοῦ. Τὸ ἐγνώριζεν ἡ ἐπιτροπὴ τὸ γεγονὸς τοῦτο, καὶ ἐπισήμως ἐν τῇ Συνελεύσει, καὶ ἔξωθεν ἀκόμη, καὶ ἑπομένως ὤφειλεν, ἐὰν ἤθελε νὰ ἔχῃ καὶ μίαν τυπικὴν πληροφορίαν, νὰ ζητήσῃ τὸ βεβαιοῦν τὴν ἐκτέλεσιν τῆς στάσεως ἔγγραφον· δὲν τὸ παρουσίασε τὸ ὑπουργεῖον, διότι ἐνόμιζεν ἴσως, ὅτι δὲν ἦτον ἀνάγκη ν’ ἀποτελέσῃ στοιχεῖον τῶν κατὰ τοῦ ἐγκαλουμένου ἀποδείξεων ἓν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπέβλεπεν ἰδίως αὐτόν. Ἀλλὰ παραχωρῶ καὶ τοῦτο εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω, ἐὰν μὲ τὰ γεγονότα ταῦτα, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν ἐγένετο ἡ στάσις, ἐὰν αὕτη δικαιοῦται συλλογιζομένη νομικῶς, ὅπως ἐσυλλογίσθη. Παραδέχομαι, Κύριοι, ὅτι ὁ Μαστραπᾶς παρήγγειλε διὰ τηλεγραφήματός του εἰς τὸν ὑποδιοικητὴν τοῦ τάγματος νὰ μὴ δεχθῇ τὸν Διοικητὴν καὶ τοὺς ἀξιωματικούς, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἐξετελέσθη αὐτὴ ἡ πρᾶξις καὶ ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω, ἐὰν τὸ νομικὸν συμπέρασμα τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀξιόποινον, ἐὰν ᾖναι νόμιμον· καὶ διὰ νὰ ἐξετάσω τοῦτο δὲν θὰ καταφύγω βεβαίως οὔτε εἰς τὴν φιλοσοφίαν τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου, οὔτε θὰ ἐπικαλεσθῶ συγγραφεῖς καὶ νομοδιδασκάλους Γάλλους· ἀποστρέφομαι τὰς θεωρίας, ὅταν αὗται χρησιμεύωσιν ἁπλῶς εἰς ἐπίδειξιν, καὶ ὅταν ἀπομακρυνόμενός τις ἀπὸ τὰ πράγματα, περιστρέφηται εἰς θεωρίας, αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουν πρὸς αὐτά. Τίς ἡ ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ μεταβάλωμεν τὴν Συνέλευσιν εἰς μίαν ὁμήγυριν ἀκροωμένην μαθήματα Ποινικοῦ Δικαίου; Τίς ἡ ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν τί ἐστὶν ἠθικὸς αὐτουργὸς, φυσικὸς αὐτουργὸς, πῶς τιμωρεῖται εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ πῶς κατὰ τὸν ποινικόν μας νόμον; Εὐτυχῶς σήμερον οἱ νόμοι, καὶ πρὸ πάντων ὁ ποινικός μας νόμος εἶναι τόσον σαφὴς, ὥστε δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ν’ ἀνατρέξωμεν ἀλλοῦ διὰ νὰ ἀνεύρωμεν τὴν ἀληθῆ ἔννοιάν του. Ἡ γνῶσις τῶν νόμων, παρ’ ἡμῖν μάλιστα, δὲν εἶναι μυστηριώδης τις ἐπιστήμη, ἥτις εὑρίσκεται εἰς τὰς χεῖρας τινῶν, φυλασσομένη ὡς τὸ ἱερὸν πῦρ ἀπὸ τὰς Ἑστιάδας Παρθένους. Εἶναι τόσον σαφεῖς οἱ νόμοι, ὥστε δύναται καὶ ὁ κοινότατος ἄνθρωπος νὰ λαμβάνῃ ἀκριβῆ περὶ αὐτῶν ἰδέαν· καὶ ἠπόρησα πῶς, προκειμένου περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ μιᾶς πράξεως κατὰ τὸν ποινικόν μας νόμον, τοῦ ὁποίου πρώτη ἀρετὴ εἶναι τὸ ὅτι εἶναι σαφὴς, ἠπόρησα, λέγω, πῶς κατώρθωσεν εἷς πληρεξούσιος, ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου Κύριος Δεληγεώργης, νὰ κατατρίψῃ τὸν περισσότερον καιρόν του εἰς θεωρίας περὶ Ποινικοῦ Δικαίου. Ἀληθῶς, Κύριοι, παραδέχομαι καὶ συμφωνῶ μαζύ του, ὅτι τὴν ἁπλῆν θέλησιν, τὴν ἔξωθεν ἐκφραζομένην, δὲν ἠθέλησεν ὁ νόμος μας νὰ τὴν τιμωρήσῃ· πηγαίνω ἀκόμη μακρύτερα καὶ πρὸς στιγμήν, διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ὀρθοῦ τῆς ἰδέας του οὐδέποτε ἤθελον τὴν παραδεχθῆ· παραδέχομαι πρὸς στιγμήν, ὅτι ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὸ ἄρθρον 48 καὶ 53, εἶναι ὀρθὴ, παραδέχομαι τουτέστιν, ὅτι, ὅταν τις δώσῃ παραγγελίαν πρὸς ἐκτέλεσιν πράξεώς τινος, ἐὰν ὁ φυσικὸς αὐτουργὸς δὲν κάμῃ ἔναρξιν ἐκτελέσεως, παραδέχομαι, ὅτι μένει ἀτιμώρητος. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα; Αἱ προπαρασκευαστικαὶ πράξεις, ἡ ἀπόφασις, κατὰ γενικὴν ἀρχὴν, δὲν τιμωροῦνται, ἀλλ’ ὑπάρχουν καί τινες περιπτώσεις, καθ’ ἃς τὸ μέγιστον συμφέρον τῆς κοινωνίας, ἡ ἰδία ἑαυτῆς ἀσφάλεια, ἀπαιτεῖ, ὥστε νὰ κάμῃ ἐξαίρεσιν, καὶ νὰ τιμωρήσῃ καὶ τὰς προπαρασκευαστικὰς πράξεις, καὶ αὐτὴν τὴν διάνοιαν, ἐννοεῖται, ἐξωτερικῶς φανερωθεῖσαν. Αἱ ἐξαιρετικαὶ αὗται περιπτώσεις καθιεροῦνται ἰδίως ὡς πρὸς τὰ κατὰ τῆς πολιτείας ἐγκλήματα. Ἐὰν λοιπὸν ἀνέτρεχεν εἰς τὴν συγκεκριμένην θέσιν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος, ἤθελε λύσει τὸ ζήτημα ἁπλούστατα, ἢ νὰ εἴπω καλλίτερον, ἐὰν ἤθελε συμβουλευθῇ τὸν εἰσηγητὴν τοῦ Στρατοδικείου, πῶς ἐνόησεν οὗτος νὰ χαρακτηρήσῃ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν, βεβαιωθῆτε, ὅτι ὅλαι του αἱ ἀπορίαι ἤθελον λυθῆ. Εἶπον ἐν ἀρχῇ, Κύριοι, ὅτι ἡ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἡ ἔκθεσις τοῦ Κυρίου εἰσηγητοῦ ἀποδίδει εἰς τὸν ἐγκαλούμενον πληρεξούσιον, εἶναι στάσις. Ἂς ἴδωμεν λοιπὸν, ἐὰν εἰς τὴν στάσιν δὲν γίνεται ἐξαίρεσις τῆς ἀρχῆς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν τόσῳ ἀπολύτως ὑπερασπίσθη ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος ἐκ Μεσολογγίου, τοὐτέστι τῆς ἀρχῆς, ὅτι ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς, ὁ παραγγείλας πρᾶξιν τινὰ, δὲν τιμωρεῖται, ἐὰν ὁ φυσικὸς αὐτουργὸς δὲν τὴν ἐκτελέσῃ· ἂς ἴδωμεν, ἐὰν εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν δὲν γίνεται ἐξαίρεσις. «Στάσις εἶναι πᾶσα δημοσία συνάθροισις κτλ» λέγει τὸ ἄρθρον 172 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Πανθομολόγητον, ὅτι ἡ πρᾶξις, ἡ παραγγελθεῖσα, εἶναι στάσις, διότι τὸ τηλεγράφημα λέγει καθαρὰ καθαρὰ, νὰ μὴ δεχθῶσιν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἀποστέλλει ἡ Κυβέρνησις. Ἀκούσατε ἤδη τί λέγει τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ὁ εἰσηγητὴς, τὸ 179· «Ὅστις ἐπροκάλεσεν εἰς στάσιν, ἐὰν μὲν ἀληθῶς ἐξεῤῥάγη ἡ στάσις, τιμωρεῖται ὡς ἀρχηγὸς αὐτῆς, ἄλλως δὲ, ἤτοι ὅταν δὲν ἐξεῤῥάγη, μὲ φυλάκισιν τριῶν μηνῶν ἕως δύω ἐτῶν· καὶ ἂν ᾖναι δημόσιος ὑπάλληλος ἢ ὑπηρέτης, ἀποβάλλεται προσέτι τῆς ὑπηρεσίας.» Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι ὑπάρχει περίστασις, καθ’ ἣν ἡ θέλησις τοῦ ἀτόμου πρὸς ἐκτέλεσιν ἐγκληματικῆς πράξεως, φανερωθεῖσα εἰς τὸν ἐξωτερικὸν κόσμον, καὶ ἂν δὲν ἐπροκάλεσεν οὐδὲν ἀποτέλεσμα, τιμωρεῖται μολοντοῦτο. Λοιπὸν ἀντὶ νὰ προσφεύγουν εἰς θεωρίας ἀσκόπους καὶ ἀκαίρους, δὲν ἤθελεν εἶσθαι καλλίτερον νὰ καταφύγουν εἰς τὴν ποινικὴν διάταξιν, ἥτις προβλέπει τὴν παροῦσαν περίπτωσιν, ἢ εἰς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖται ἡ ἀρχὴ, ἥτις ἐγκαλεῖ τὸν ζητούμενον πληρεξούσιον, καὶ ἤθελαν ἴδει, ὅτι κατ’ αὐτὴν τὴν διάταξιν καὶ ἡ ἀπόφασις, ἢ ἡ παρακίνησις τοῦ ἐγκαλουμένου πληρεξουσίου πρὸς τὸν Ζέρβαν, καὶ ἄν δὲν ἔφερεν ἀποτέλεσμα, οὐχ ἧττον εἶναι ἐγκληματική; Εἶχον δίκαιον λοιπὸν νὰ εἴπω ἐξ ἀρχῆς ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τόσον εἰς τὸ πραγματικὸν μέρος καθὼς καὶ εἰς τὸ νομικὸν ἔσφαλεν, ὅτι, ὅταν ἔχωμεν ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου, εἶναι ὅλως περιτταὶ αἱ θεωρίαι. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἐκτείνω περισσότερον τὸν λόγον, διότι ἀρκετὰ ἐλέχθησαν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως· νομίζω, ὅτι συνεπλήρωσα τὸ ἄλλως ἀτελὲς μέρος τῆς γνώμης, τῆς ζητούσης τὴν παραπομπὴν, ὡς πρὸς τὸν νομικὸν χαρακτῆρα τῆς πράξεως. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς χορηγήσεως τῆς ἀδείας.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Παππαδιαμαντόπουλος.
§42ΠΟΛΛΟΙ. Ἂς ὁμιλήσῃ ὁ Κ. Μωραϊτίνης.
§43ΜΩΡΑΪΤΙΝΗΣ. Λυποῦμαι, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ γείνω ἐπαχθὴς, καὶ νὰ σᾶς ἐνοχλήσω πάλιν μὲ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν ἤδη ἐνώπιόν σας· εἶχον ζητήσει τὸν λόγον ἀπὸ τὸν Κ. Πρόεδρον χθὲς πρὶν λαλήσῃ ὁ Κ. Δεληγεώργης καὶ ὁ Κ. Διομήδης, καὶ ἐνόμιζον ὅτι ἦτο περιττὸν πλέον, ἀφ’ οὗ ἤκουσα τούτους, νὰ ἀναβῶ καὶ ἐγὼ τὸ βῆμα, τὸ ὁποῖον ἀποφεύγω, διότι ἀναγνωρίζω, ὅτι δὲν ἔχω τὰ προτερήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ κυρίως ὁ ἀναβαίνων τὸ βῆμα. Εἶμαι πολὺ μακρὰν τοῦ νὰ δύναμαι νὰ ὠφελήσω ἀγορεύων, καὶ συγχρόνως νὰ γίνωμαι καὶ ἀρεστός. Ἀποφεύγω λοιπόν· ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη τώρα μοὶ ὑπηγόρευσε νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ συνέπειαν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐντίμου Κ. Σαράβα. Ὁ Κ. Σαράβας ἐτελείωσε τὸν λόγον του εἰπών· εἶχον δίκαιον λοιπὸν νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἔσφαλεν εἰς ὅσα ἐξέθεσεν, εἶχον δίκαιον νὰ εἴπω ὅτι δὲν διεξήχθη τὸ νομικὸν ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τοσοῦτος ἐγένετο λόγος, νομίμως καὶ ἀκριβῶς. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἔχει ἄδικον ὁ Κ. Σαράβας. Μεταξὺ τῶν ἄλλων, πρῶτον, ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ Κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Κ. Σαράβας ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου του εἶπεν ὀρθῶς εἰς ὑπεράσπισιν τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπλανήθη, ὅτι παρεγνώρισε τὴν ἐντολήν της, καὶ δὲν ἔκρινε καλῶς τὴν ἁρμοδιότητα, ἥτις ἐδόθη εἰς αὐτὴν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν. Εἶπε δὲ καὶ ἄλλος τις, ὁ ἔντιμος καὶ εὔγλωτος Κ. Δεληγιάννης, ὅτι καθῆκον τῆς Συνελεύσεως, ὅταν ζητῆται ἡ ἄδεια πρὸς παραπομπὴν εἰς ἀνάκρισιν ἑνὸς πληρεξουσίου, εἶναι ἁπλῶς καὶ μόνον τὸ νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἐπὶ τοῦ παρόντος καὶ ἀμέσως πρέπῃ νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν, ἢ νὰ τὴν ἀρνηθῇ, ὅπως κληθῇ ἐνώπιον αὐτῆς, ἀφοῦ παύσῃ τοῦ νὰ ἔχῃ τὰ πλεονεκτήματα τοῦ πληρεξουσίου ἢ τοῦ βουλευτοῦ. Τῳόντι, οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα ἐν γένει. Ἀλλ’ ἂν ἡ Συνέλευσις ἤθελε ν’ ἀρκεσθῇ εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ἐὰν, ὅταν ἐγνώρισεν ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τίνος ἀντικειμένου ἐζητεῖτο ἡ ἄδεια τοῦ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἀνάκρισιν ὁ πληρεξούσιος Κ. Μαστραπᾶς, ἤθελε νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ πληρεξούσιος ἐκ Γόρτυνος, διατὶ νὰ διορίσῃ ἡ Συνέλευσις μίαν ἐπιτροπὴν, συγκειμένην ἀπὸ τέσσαρας νομικοὺς καὶ ἕνα ἀνώτερον ἀξιωματικὸν, καὶ νὰ εἴπῃ εἰς αὐτὴν, ἀφοῦ ὑπεχρέωσε τὸ ὑπουργεῖον νὰ ὑποβάλῃ ἐντὸς ῥητοῦ χρόνου τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, λάβετε ὑπ’ ὄψιν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, ἐξ αὐτῶν ἐξαγάγετε συμπεράσματα, καὶ ἀναφέρατε τὴν γνώμην σας; Ὅταν διωρίσθη, λέγω, τοιαύτη ἐπιτροπὴ, μὲ ἐντολὴν τοιαύτην, νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἔγγραφα, ἀναγκαίως ἐδόθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἡ ἁρμοδιότης νὰ ἐκτιμήσῃ αὐτὰ, καὶ τὸ εἶδος τῆς πράξεως, ἥτις ἀποδίδεται εἰς τὸν πληρεξούσιον, ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, ὡς ὀρθῶς ἀνέπτυξε κατὰ τοῦτο καὶ ὁ Κύριος Σαράβας, δὲν παρεγνώρισε τὴν ἐντολήν της, ὅταν ἐνησχολήθη εἰς τὸ ἀντικείμενον, εἰς τὸ ὁποῖον προσεκλήθη νὰ ἐνασχοληθῇ. Τώρα ἐπιστρέφω εἰς τὸ προηγούμενον. Ὑπέθεσεν ὁ Κ. Σαράβας, ὅτι ἐντὸς τοῦ δωματίου, εἰς τὸ ὁποῖον συνεδρίασεν ἡ ἐπιτροπὴ, ἔλαβον χώραν πράγματα, τὰ ὁποῖα οὐδόλως ἔλαβον χώραν· ὑπέθεσεν ὅτι ἕνας συνέταξε τὴν ἔκθεσιν καὶ οἱ ἄλλοι ἀνεξετάστως τὴν ὑπέγραψαν. Ὑπέθεσεν, ὅτι ἐν τῇ ἐκθέσει περιελήφθη μία γνώμη χωρὶς ἡ ἐπιτροπὴ ν’ ἀναγνώσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα τῇ ὑπεβλήθησαν· καὶ αὐτὰ τὰ ἔγγραφα ἐντοσούτῳ δὲν ἦσαν παρὰ 5 ἢ 6. Ἦτο δυνατὸν, Κύριοι, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐγνώριζον ὅτι εἰς αὐτοὺς ἀνετέθη σπουδαιότατον καθῆκον, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι χωρὶς συνείδησιν, ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἤξευρον, ὅτι ἡ ἔκθεσίς των θὰ περιέλθῃ εἰς τὴν δημοσιότητα, ὅτι θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν ἔλεγχον ὁλοκλήρου τῆς Συνελεύσεως, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι θὰ ἐκθέσουν μίαν γνώμην χωρὶς ν’ ἀναγνώσωσι τὰ ἔγγραφα; Μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι πολὺ ἄτοπον νὰ τὸ ὑποθέσῃ τις. Ἑπομένως, Κύριοι, ἀνεγνώσαμεν ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἐσπουδάσαμεν καὶ τὰ ἐξηγήσαμεν κατὰ τὰς δυνάμεις καὶ τὴν κρίσιν ἡμῶν. Τὸ πρῶτον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσαμεν, ἦτο μάλιστα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Κ. Σαράβας ὑπέθεσεν, ὅτι δὲν ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν· καὶ ἴδομεν ἐξ αὐτοῦ, ὅτι ἀπὸ τὸν Κ. εἰσηγητὴν τοῦ Στρατοδικείου ἡ πρᾶξις χαρακτηρίζεται, ὡς ὑπαγομένη εἰς τὸ ἄρθρον 179 τῆς στάσεως. Ἐννοεῖται ὅτι δὲν ἀρκεῖ τὸ νὰ χαρακτηρίσῃ ὁ εἰσηγητὴς τὴν πρᾶξιν, ὅπως ἔκρινε, διὰ νὰ ἤμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῶμεν τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτοῦ. Κατὰ τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν εἴχομεν, ἦτο καθῆκόν μας νὰ ἐξετάσωμεν ἡμεῖς τὰ ἔγγραφα, καὶ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον αὐτὰ ἐφαρμόζονται εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν, τὸν ὁποῖον ὁ Κ. εἰσηγητὴς ἔδωκεν. Οὔτε μίαν στιγμὴν, Κύριοι, ἐνομίσαμεν ὁμοθυμαδὸν ὅτι πρέπει νὰ ἐνδιατρίψωμεν εἰς τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ὁ Κ. εἰσηγητὴς ἔδωκεν, ἀφοῦ ἀνεγνώσαμεν τὰ τηλεγραφήματα. Μία ἐπιστολὴ διευθύνθη ἀπὸ ἕνα ἀξιωματικὸν πρὸς ἕτερον φίλον του· ἀδύνατον διὰ τῆς τοιαύτης ἐπιστολῆς νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἀπετελέσθη πρόκλησις εἰς στάσιν. Πρόκλησις εἰς στάσιν γίνεται δι’ ἐξωτερικῶν ἐνεργειῶν ἢ διαδηλώσεων τοιούτων, ὥστε πράγματι νὰ δύνανται νὰ ἐπιφέρωσι τὴν στάσιν αὐτὴν, ἥτις χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὸν νόμον. «Συνάθροισις πολλῶν ἀνθρώπων συνερχομένων δημοσίως εἰς τὸ νὰ ἀντισταθοῦν εἰς τὴν ἐξουσίαν κ. τ. λ.» Ἐπιστολὴ ἰδιαιτέρα ἀπὸ φίλου εἰς φίλον ἐμπιστευομένη δὲν δύναται ποτὲ νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀποτελοῦσα κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου πρόκλησιν εἰς στάσιν. Ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ τηλεγραφήματα· ἀπὸ ὅλα ἓν μόνον εἴδομεν δυνάμενον νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν Κ. Μαστραπᾶν· τοῦτο εἶναι τὸ ῥητῶς ἀναφερόμενον εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὸ λέγον «δεχθῆτε μόνον ἐπαναστάτας». Ὅλα τὰ ἄλλα δὲν ἐπιβαρύνουν νομικῶς· μόνη αὐτὴ ἡ φράσις, περιεχομένη εἰς τὴν ἐπιστολὴν τὴν τηλεγραφικὴν τοῦ Μαστραπᾶ πρὸς τὸν Ζέρβαν, ἦτον ἐκείνη, ἥτις ἐδύνατο νὰ τὸν ἐπιβαρύνῃ. Ἔπρεπε νὰ τὴν ἐκτιμήσωμεν, καὶ τὴν ἐξετιμήσαμεν. Λέγομεν εἰς τὴν ἔκθεσίν μας, ὅτι, καὶ ἐὰν ἡ παρὰ τοῦ πληρεξουσίου Δωρίδος δοθεῖσα εἰς τὸ ἐνταῦθα τηλεγραφεῖον ὑπ’ ἀριθ. δεῖνα’ τῆς 14 Δεκεμβρίου ἐπιστολὴ ἔχῃ τὴν συμφορωτέραν εἰς τὴν κατηγορίαν ἔννοιαν κτλ. τουτέστι ἐθεωρήσαμεν, ἂν αὐτὴ ἡ τηλεγραφικὴ ἐπιστολὴ ἔχῃ τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ φέρῃ χαρακτῆρα ἀξιόποινον, καὶ ἑπομένως ἐσκέφθημεν νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὴν τὸν χαρακτῆρα τὸν πλέον δυνάμενον νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν κατηγορίαν, τὴν συμφορωτέραν δηλαδὴ, εἰς μίαν κατηγορίαν ἔννοιαν. Εἴδομεν δὲ, ὅτι ἡ συμφορωτέρα ἔννοια, ἥτις ἠμπορεῖ νὰ δοθῇ πρὸς ὑποστήριξιν κατηγορίας, εἶναι τὸ νὰ ὑπαχθῇ ἡ ἐπιστολὴ αὕτη διὰ τὰς ἐν αὐτῇ φράσεις εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 72 § 2 τοῦ Π. Ν., τουτέστιν εἰς τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι χαρακτηρίζουσιν ὡς συνεργὸν μιᾶς ἀξιοποίνου πράξεως παρ’ ἄλλου ἐκτελουμένης ἐκεῖνον, ὅστις συνεβούλευσεν αὐτῷ τὴν πρᾶξιν αὑτήν. Εἴδομεν, ὅτι δὲν ἐδύνατο τὸ πολὺ πολὺ παρὰ νὰ δοθῇ χαρακτὴρ συμβουλῆς εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Μαστραπᾶς γράφει εἰς τὸν φίλον του δι’ ἐπιστολῆς. Ἀλλ’ ὁ συνεργὸς τιμωρεῖται, ὅταν ἐκεῖνος πρὸς τὸν ὁποῖον δίδεται μία συμβουλὴ δὲν τὴν ἐκτελῇ; Ὄχι, κατὰ τὸν Π. νόμον μας, ἄρθρον 71· τιμωρεῖται μόνον κατὰ τὸ ἄρθρον 48 λόγῳ ἀποπείρας ὁ συναίτιος, (ὁ θεωρούμενος ὡς αὐτουργὸς κατὰ τὸ ἄρθρον 56. 3, τοῦ ποιν. νόμου) ὅστις ἐπρόσταξεν ἢ παρήγγειλε πρᾶξιν, καὶ δὲν ἐκτελεσθῇ ἡ πρᾶξις παρ’ ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον τὴν ἐπρόσταξεν ἢ τὴν παρήγγειλεν· ὁ τοιοῦτος εἶναι αὐτουργὸς κατὰ τὸν νόμον. Ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὅστις δίδει ἁπλῆν συμβουλὴν, δὲν εἶναι παρὰ ἁπλοῦς συνεργὸς, καὶ ὅταν, ἐκεῖνος, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπηύθυνε τὴν συμβουλὴν, δὲν ὑπάρχῃ ἔνδειξις, ὅτι τὴν ἐξετέλεσεν, εἶναι ἀνεύθυνος, διότι ἡ συμβουλὴ δὲν ἔλαβε κανὲν ἀποτέλεσμα. Ἐξετάσαμεν λοιπὸν ὅλα τὰ ἔγγραφα. Ἐδῶ δύνανται νὰ ᾖναι γνῶμαι διάφοροι· ἠμπορεῖ τις νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔπρεπε νὰ εὐχαριστηθῇ ἀπὸ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶχεν, ἀλλὰ νὰ προκαλέσῃ καὶ ἄλλα. Ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἐλάβομεν ἐντολὴν, ἀφοῦ ἡ Συνέλευσις διέταξε τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν (ἐγὼ μὲν δὲν ἤμην εἰς τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ἀλλ’ ὡς ἤκουσα·) ὥστε νὰ καταθέσῃ ἐντὸς μιᾶς ὡρισμένης προθεσμίας, ὅσα ἔγγραφα ἀπέβλεπον τὴν αἴτησίν του περὶ ἀδείας· ἡ δὲ ἐπιτροπὴ νὰ λάβῃ αὐτὰ τὰ κατατεθέντα ὡς στοιχεῖα καὶ ὡς συντελεστικὰ ἔγγραφα, καὶ ἐπ’ αὐτῶν νὰ ἐκθέσῃ μίαν γνώμην), αὐτὰ ταῦτα ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. Λοιπὸν αὐτὰ εἶναι τὰ κατατεθέντα ἔγγραφα, αὐτὰ καὶ ἐξετάσαμεν. Ἐξ αὐτῶν τῶν ἐγγράφων εἴδομεν, ὅτι οὐδὲν προκύπτει, δυνάμενον νὰ δώσῃ τὴν ἰδέαν ὅτι τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, πρὸς τὸ ὁποῖον ἀπευθύνεται ἡ συμβουλή, ἐξετέλεσεν αὐτὴν τὴν συμβουλήν, εἴτε ὡς αὐτουργὸς τῆς στάσεως, εἴτε ὡς συνεργὸς αὐτῆς παρακινήσας τοὺς στασιάσαντας νὰ στασιάσωσι. Καμμίαν τοιαύτην ἔνδειξιν δὲν ἔχομεν. Εἴδομεν λοιπὸν ὅτι τὸ πᾶν ἐδῶ συνίσταται εἰς μίαν συμβουλήν, δοθεῖσαν ἀπὸ φίλον εἰς φίλον περὶ τοῦ νὰ πράξῃ ἕν τι, τὸ ὁποῖον αὐτὸς προσωπικῶς δὲν φαίνεται, ὅτι ἔπραξεν, οὔτε ὡς αὐτουργός, οὔτε ὡς συνεργός· ἑπομένως ἐξεφράσαμεν τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἐκ τῶν ἐνόντων, δὲν ὑπάρχουσιν ἐνδείξεις, χαρακτηρίζουσαι τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ὡς πρᾶξιν ποινικῶς τιμωρητέαν· δὲν ἐννοοῦμεν, ἐγὼ δὲν ἐννοῶ νὰ τὴν ἐγκρίνω, ἐγὼ τὴν κατακρίνω· λυποῦμαι, διότι εὑρέθη ὁ Κ. Μαστραπᾶς εἰς κατάστασιν νὰ τὴν κάμῃ· δὲν ἠξεύρω, κατὰ πόσον συμβιβάζεται αὕτη μὲ τὸν στρατιωτικὸν χαρακτῆρα αὐτοῦ. Κατὰ τὸν ποινικὸν ὅμως νόμον, (ἐκεῖ περιωρίσθημεν, διότι ἡ ἄδεια ζητεῖται διὰ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἀνάκρισιν ποινικῶς), κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον λοιπὸν εἴδομεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀξιόποινον· ἐξεπληρώσαμεν λοιπὸν τὴν ἐντολήν μας, ὑποβαλόντες τὴν γνώμην ἡμῶν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὥστε ἐὰν ἡ Συνέλευσις, ἐρχομένη ἀκολούθως εἰς ἄλλα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν, δηλ. εἰς τὰ στοιχεῖα τὰ πολιτικὰ, ἐξ αὐτῶν ἤθελε ν’ ἀποφασίσῃ ἢ τὴν ἄδειαν ἢ τὴν ἄρνησιν τῆς ἀδείας, νὰ γνωρίζῃ τοὐλάχιστον ἀκριβῶς, περὶ τίνος πρόκειται καὶ κατὰ τίνος πράξεως θὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν αὐτὴν, δηλ. ἐὰν ἡ πρᾶξις, περὶ τῆς ὁποίας θὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν τῆς ἀνακρίσεως, ἔχῃ ἀξιόποινον χαρακτῆρα ἢ ὄχι. Αὐτὸ ἐπεθυμήσαμεν ἡμεῖς καὶ ἐνομίζομεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκπληρώσωμεν αὐτὸ τὸ καθῆκον καὶ τὸ ἐξεπληρώσαμεν. Τώρα, Κύριοι, βεβαίως ἀνεπτύχθησαν πολλὰ περὶ πολιτικῶν λόγων καὶ πολιτικῶν ἐλατηρίων γνωστῶν, ἀγνώστων, μυστικῶν· δὲν ἀναμιγνύομαι εἰς αὐτά. Πολιτικὸς ἀνὴρ δὲν εἶμαι, πολιτικοὺς κύκλους δὲν συχνάζω· δὲν γνωρίζω ποσῶς τὰ ἐλατήρια τῶν πολιτικῶν αὐτῶν πράξεων, καὶ δὲν ἐπιμένω εἰς αὐτά. Εἶπον προηγουμένως, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι, κατ’ ἐμὲ, δὲν διστάζω, ὅτι αὗται αἱ λέξεις, αἱ περιεχόμεναι εἰς τὴν τηλεγραφικὴν αὐτὴν ἐπιστολὴν, δὲν ἀποτελοῦσιν, ὡς τινὲς ἐζήτησαν νὰ ὑποστηρίξουν, προσταγὴν ἢ παραγγελίαν· προσταγὴ δίδεται ἀπὸ ἐκεῖνον, ὅστις ἔχει δικαίωμα νὰ διατάττῃ πρὸς ἐκεῖνον, ὅστις ἔχει χρέος νὰ ὑπακούῃ. Παραγγελία δίδεται διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν πράξεως πρὸς ἴδιον λογαριασμὸν τοῦ παραγγέλλοντος. Ὅταν θέλω νὰ γείνῃ ἓν ἔγκλημα διὰ λογαριασμόν μου, παραγγέλλω αὐτό. Ἐὰν ἔχω μῖσος καθ’ ἑνὸς ἀνθρώπου καὶ θέλω νὰ τὸν ἀφαιρέσω ἀπὸ τὸν κόσμον, παραγγέλλω ἕνα ἄνθρωπον ἀφοσιωμένον διὰ νὰ στήσῃ ἔνεδραν καὶ νὰ τὸν φονεύσῃ. Ὅταν ἕνας καταλάβῃ ἐν ἀπουσίᾳ μου μίαν οἰκίαν μου, καὶ θέλω νὰ τὸν ἐκδιώξω διὰ τῆς αὐτοδικίας, παραγγέλλω τοῦτο· ὅταν δὲ ἤθελον ἐπερωτηθῆ περὶ μιᾶς τοιαύτης πράξεως, γενομένης κατ’ ἄλλου προσώπου, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ συμφέρον τοῦ νὰ πράξῃ τὴν αὐτοδικίαν, καὶ τῷ λέγω «πρᾶξέ την», δὲν παραγγέλλω, διότι ἡ ὠφέλεια θὰ ᾖναι ὑπὲρ ἑαυτοῦ, τὸν συμβουλεύω· ὥστε ἄλλο εἶναι προσταγή, ἄλλο παραγγελία καὶ ἄλλο συμβουλή. Διὰ τοῦτο λοιπὸν εἴπομεν τὴν προκειμένην φράσιν ὡς τὸ πολὺ πολὺ συμβουλήν. Ἐγὼ ὅμως διστάζω νὰ εἴπω αὐτὴν καὶ συμβουλήν, διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πολλάκις τὰ δικαστήρια ἐδίκασαν λέξεις καὶ φράσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπετάνθησαν ἀπὸ ἓν πρόσωπον εἰς ἄλλο σχετικῶς ὡς πρὸς ἀξιοποίνους πράξεις καί, μ’ ὅλα ταῦτα δὲν ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς συμβουλαί· ἓν παράδειγμα πρὸ ὀλίγου ἐνθυμοῦμαι. Ὑπῆρχε μία ἔρις μεταξὺ τινων προσώπων, καὶ ἐνῷ ὑπῆρχεν ἡ ἔρις, πρόσωπον ἄλλο πλησιάσαν ἀποτείνεται πρός τινας αὐτῶν καὶ τοὺς λέγει· τί τοὺς φυλάττετε τοὺς παλιανθρώπους δὲν τοὺς βαρεῖτε; Μετὰ ταῦτα ἀπὸ τὴν ἔριν ἔφθασαν εἰς διαπληκτισμοὺς καὶ τραυματισμοὺς ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἀπετάνθησαν οἱ λόγοι αὐτοί· ἀπὸ τὸ πλημμελειοδικεῖον ἐθεωρήθησαν αἱ λέξεις αὗται ὡς συμβουλὴ, καὶ ἑπομένως ἀποτελοῦσαι συνέργειαν, τὰ ἀνώτερα δικαστήρια ὅμως δὲν τὰς παρεδέχθησαν ὡς συμβουλήν· εἶναι λέξεις ἀξιοκατάκριτοι, ἀξιόμεμπτοι, ἀλλὰ συμβουλὴ, ὄχι. Ἡ συμβουλὴ, Κύριοι, διὰ νὰ ἔχῃ, κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον τὴν βαρύτητα αὐτὴν καὶ τὴν ἀξίαν, πρέπει νὰ τὴν ἐκτιμήσῃ κανεὶς μὲ πολλὴν ἀκρίβειαν, καὶ τόσον περισσότερον πρέπει νὰ τὴν ἐκτιμήσῃ μὲ πολλὴν ἀκρίβειαν, ὅσον, καθὼς σᾶς εἶπον ἄλλοι χθὲς, ὑπάρχουν νομοθεσίαι πεφωτισμένων ἐθνῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν παραδέχονται τὴν συμβουλὴν ὡς μέσον συνεργείας. Ὁ ποινικός μας νόμος παραδέχεται καὶ τὴν συμβουλὴν, ἀλλὰ διὰ τοῦτο, ὅτι πεφωτισμέναι νομοθεσίαι δὲν τὴν παραδέχονται, πρέπει νὰ ἤμεθα πολλὰ προσεκτικοὶ εἰς τὸ νὰ χαρακτηρίζωμεν τὰς λέξεις ἐὰν ἀποτελοῦν συμβουλὴν ἢ ἐὰν ᾖναι λέξεις ἀπερίσκεπτοι, κακοήθεις, ἀνόητοι καὶ ἀξιοκατάκριτοι. Συμβουλὴ εἶναι ὅταν τις ἔλθῃ εἰς συνδιαλέξεις, συνδιασκέψεις μὲ ἄλλο πρόσωπον, καὶ τῷ ἀναφέρῃ λόγους, δυνάμει τῶν ὁποίων προτίθεται νὰ πείσῃ τὸν νοῦν του καὶ τὴν κρίσιν του εἰς τὸ νὰ κάμῃ τι. Τοιαῦται δὲν εἶναι αἱ λέξεις αἱ ῥιφθεῖσαι· κάμε τοῦτο, μὴ κάμῃς ἐκεῖνο! ὥστε ὅταν ἡ ὑπόθεσις αὕτη θὰ ἔλθῃ ἴσως ὑπ’ ὄψιν ἑνὸς δικαστηρίου, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ καταβάλῃ τοῦτο πολλὴν προσοχὴν ἵνα ἐκτιμήσῃ τὰς λέξεις τοῦ Κ. Μαστραπᾶ, ἐὰν ᾖναι λέξεις ἀπερίσκεπτοι ἢ λέξεις, ἀποτελοῦσαι πλήρη τὴν συμβουλήν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὡς πρὸς τὸ νομικὸν μέρος εἶπον ἀρκετὰ καὶ ὅτι ἴσως ἔγεινα ἐπαχθής. Ἔγεινε πολὺς λόγος περὶ τῆς δημοσίας τάξεως. Νομίζω ὅτι ὅλος ὁ βίος μου εἶναι ἀπόδειξις ὅτι εἶμαι φίλος τῆς δημοσίας τάξεως, καὶ ἑπομένως ποτὲ δὲν ἤθελον δώσει μίαν γνώμην ἡ ὁποία ἀντιβαίνει εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν, ἐὰν ἐνόμιζον ὅτι ἡ γνώμη, ἣν ἡ συνείδησίς μου μοὶ ὑπαγορεύει, εἶναι τοιαύτη· Κύριοι, ὅταν πρόκειται ἕνας πολίτης καὶ μέλος ἰδίως ἑνὸς τοιούτου σώματος νὰ φερθῇ ἐνώπιον μιᾶς δικαστικῆς ἀρχῆς διὰ νὰ ἀνακριθῇ, ὅταν ἡ Συνέλευσις πρέπῃ προηγουμένως νὰ δώσῃ πρὸς τοῦτο τὴν ἄδειαν, ὅταν ζητῆται ἰδίως καὶ ἡ ψῆφός μου, ἐὰν ἔχω νὰ δώσω αὐτὴν τὴν ἄδειαν, ἐὰν ἠδυνάμην νὰ τὴν δώσω, ἤθελον τὴν δώσει ἀμέσως· ἀλλὰ πῶς δύναμαι νὰ τὴν δώσω, ὅταν ἡ συνείδησίς μου μοὶ λέγῃ ὅτι ἡ πρᾶξις, διὰ τὴν ὁποίαν αὐτὸς προσκαλεῖται ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, δὲν ᾖναι ἀξιόποινος, ἐκ τῶν ἐνόντων; δὲν δύναμαι νὰ δώσω τὴν ψῆφον δι’ αὐτὸν καὶ μόνον τὸν λόγον, ὅτι ἡ συνείδησίς μου μὲ πείθει ἕως τώρα, ὅτι ἡ πρᾶξίς του δὲν εἶναι ἀξιόποινος. Ἄλλως βεβαίως ἤθελον εἴπει ἀπὸ τοῦδε ἀμέσως νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἀνάκρισιν, διότι πραγματικῶς ἡ στάσις, ἡ ὁποία λέγεται ὅτι ἐγένετο εἰς Τρίπολιν, εἶναι ἓν λίαν λυπηρὸν γεγονὸς μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων, μετὰ τὴν ἔλευσιν καὶ τὴν ἀνάβασιν τοῦ Βασιλέως εἰς τὸν θρόνον. Ἐπαινῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἀνάγκην βεβαίως τῶν ἐπαίνων μου, ἀλλὰ τὸ λέγω διὰ νὰ ἐκφράσω τὸ αἴσθημά μου, ἐπαινῶ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξέφρασε καὶ διὰ στόματος τοῦ Κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ διὰ στόματος τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν συμβιβάζεται μὲ ἐγκλήματα, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ ἀφήσῃ ἀτιμωρήτους τὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ κλονίσωσι καὶ νὰ σαλεύσωσι τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν· βεβαίως καλῶς πράττει, αὐστηρότατα ἐνισχύουσα τοὺς νόμους, μὴ κάμνουσα κἀμμίαν παραχώρησιν, ἀλλὰ ἐνεργοῦσα συμφώνως μὲ τὸν νόμον! ζητεῖ αὕτη ἵνα ἀνακριθῇ καὶ νὰ καταδιωχθῇ ὁ αὐτουργὸς μιᾶς στάσεως, ὁ συναίτιος μιᾶς στάσεως ὁ συνεργὸς μιᾶς στάσεως, Ναὶ, νὰ καταδιωχθῇ! ἀλλὰ μόνον ὁ αὐτουργὸς, ὁ συναίτιος, ὁ συνεργὸς, οὐχὶ ὅμως ἐκεῖνος περὶ τοῦ ὁποίου ἕως τώρα δὲν ηὗρον, ὅτι ὑπάρχουν ἐνδείξεις, ὅτι εἶναι τοιοῦτος. Νομίζω ἐπὶ τέλους ὅτι, ἐὰν ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν ἡ ἰδική μου δὲν συμβιβάζηται μὲ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξε πρὸς ἑρμηνείαν τινῶν ἄρθρων τοῦ νόμου ὁ Κ. ἐπίτροπος τοῦ στρατοδικείου, νομίζω, ὅτι αὐτὸ δὲν πρέπει ποσῶς νὰ θεωρηθῇ ὡς μία προσβολὴ, μία κατάκρισις κατ’ αὐτοῦ. Ποσῶς! ἐγὼ τὸν Κ. Ἡρ. Πετιμεζᾶν τὸν θεωρῶ ἐντιμότατον, εὐσυνείδητον, συνετὸν καὶ λίαν μέτριον ἄνθρωπον, δὲν τῷ ἀποδίδω κανένα πλάγιον σκοπόν· δὲν εὑρέθημεν μόνον σύμφωνοι πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου. Αὐτὸ συμβαίνει καθ’ ἡμέραν εἰς τὰ δικαστήρια, ὁπόταν τὸ ἓν ἔχῃ μίαν γνώμην, τὸ ἕτερον ἄλλην. Περισσότερα δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ εἴπω.
§44ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἐφωτίσθη ἡ Συνέλευσις παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν, (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Παρεδέχθη.
§46ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον παρακαλέσει εἰς τὸ σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα οἱ πραγματικοὶ γραμματεῖς νὰ καταλάβωσι τὰ ἕδρας των.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ᾖναι παρόντες οἱ Γραμματεῖς οἱ τακτικοὶ, νὰ προσέλθωσι. Παρακαλῶ δὲ τοιαῦται παρατηρήσεις νὰ μὴ γίνωνται, εἶναι ἔλλειψις τῶν Κυρίων Γραμματέων νὰ μὴ κάθηνται εἰς τὰς θέσεις των, καὶ αἱ ἐλλείψεις τῶν Κυρίων δὲν πρέπει νὰ στρέφωνται εἰς προσβολὰς κατ’ ἄλλων πληρεξουσίων.
§48ΣΧΙΝΑΣ. Ὄχι, σᾶς παρεκάλεσε μόνον.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως, νομίζω, ὅτι προκύπτουσι τρία ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ προκαλέσω τὴν ψῆφόν σας. Πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον, νομίζω, εἶναι καὶ τὸ ἀπώτερον, εἶναι τὸ ζήτημα, ἐὰν δὲν πρέπει νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια, ἵνα ὑποβληθῇ εἰς ἀνάκρισιν ὁ ἐκ Δωρίδος πληρεξούσιος Κ. Μαστραπᾶς. Δεύτερον ζήτημα, ἐὰν πρέπει νὰ δοθῇ μόνον ἡ ἄδεια, ἵνα ὑποβληθῇ εἰς ἀνάκρισιν, χωρὶς ἑπομένως νὰ ἔχῃ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία τὴν δύναμιν τοῦ νὰ ἐνεργήσῃ ὁποιανδήποτε ἄλλην πρᾶξιν.
§50ΤΙΝΕΣ. Κύριοι! Δὲν ὑπεστηρίχθη τοῦτο.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι! Ὑπεβλήθη, ἀνεπτύχθη, καὶ ἐὰν δὲν ὑποστηρίζεται θ’ ἀποδειχθῇ· ἐγὼ ὅμως, ἀφοῦ ὑπεβλήθη καὶ ἀνεπτύχθη, δὲν ἠμπορῶ, παρὰ νὰ τὴν ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως. Τὸ τρίτον ζήτημα, Κύριοι, εἶναι, ἐὰν πρέπει νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια, νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἀνάκρισιν κατὰ τὴν αἴτησιν τοῦ ὑπουργοῦ. Τὸ ἀπώτερον λοιπὸν ζήτημα, νομίζω, εἶναι ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἀνάκρισιν ὁ πληρεξούσιος Κ. Μαστραπᾶς. Λοιπὸν, Κύριοι, θὰ θέσω τὸ ζήτημα.
§52ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§53ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικὸν, καὶ κατὰ τὸν κανονισμὸν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ κανονισμός· σᾶς ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον 49. «Ἡ περὶ ἀρχαιρεσιῶν καὶ πάσης ἐκλογῆς προσώπων ψηφοφορία γίνεται μυστικῶς διὰ ψηφοδελτίων.»
§55ΠΟΛΛΟΙ. Φανερὰ, φανερά· δὲν εἶναι προσωπικὸν ζήτημα.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένει ὁ Κ. Σαρίπολος εἰς τὴν γνώμην του;
§57ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὄχι!
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Συνέλευσις παραδέχεται νὰ γείνῃ φανερὰ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ τηρηθῇ ἡσυχία καὶ τάξις κατὰ τὴν ψηφοφορίαν, ἵνα μὴ γείνῃ κανὲν λάθος. Τὸ ζήτημα εἶναι. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι. Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν, Κύριοι, ἐν ὅλῳ 174· 63 εἶπον ναὶ, 106 εἶπον ὄχι, 5 ἠρνήθησαν ψῆφον· ἄρα ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς ἀπεῤῥίφθη. Μεταβαίνομεν, Κύριοι, εἰς τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῶν ἄλλων ζητημάτων. Τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ προκαλέσω τὴν ψῆφόν σας, εἶναι, ἐὰν ἡ δοθησομένη ἄδεια πρέπει νὰ περιορισθῇ μόνον καὶ μόνον εἰς τὸ νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἀνάκρισιν ὁ ἐκ Δωρίδος πληρεξούσιος Κ. Μαστραπᾶς.
§60ΚΑΛΟΣ. Νὰ τεθῇ κατὰ τὴν πρότασίν μου, ὄχι ἁπλῶς ὡς ἔτυχεν.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Καλοῦ, νὰ περιορισθῇ ἡ ἄδεια μόνον εἰς τὸ νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἀνάκρισιν ὁ ἐκ Δωρίδος πληρεξούσιος Κ. Μαστραπᾶς, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν, (ἐγείρονται πολλοί).
§62ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§63ΕΤΕΡΟΙ. Τὸ ἀνάπαλιν.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ἐρωτήσω τὸ ἀνάπαλιν;
§65ΤΙΝΕΣ. Ὄχι! δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε εἴκοσι; Οἱ ζητοῦντες τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν νὰ σηκωθῆτε (ἐγείρονται πλείονες τῶν εἴκοσι). Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Καλοῦ λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι. Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε, Κύριοι, τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 164· 73 εἶπον ναὶ, 90 εἶπον ὄχι· εἷς ἠρνήθη ψῆφον, ἄρα ἀπεῤῥίφθη καὶ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Καλοῦ. Ὑποβάλλω εἰς ψηφοφορίαν καὶ τὸ τρίτον ζήτημα, ἐὰν πρέπει νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια κατὰ τὴν αἴτησιν τοῦ Κ. ὑπουργοῦ.
§68ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε λοιπὸν, Κύριοι πληρεξούσιοι· παρακαλῶ νὰ μὴ ἀποσυρθῆτε, διότι δὲν θὰ ἔχετε κανὲν κέρδος, ἀπώλεια χρόνου μόνον θὰ ᾖναι. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἀνάκρισιν ὁ ἐκ Δωρίδος πληρεξούσιος κατὰ τὴν αἴτησιν τοῦ ὑπουργοῦ λέγουν ναί.
§70ΑΦΕΝΤΟΥΛΗΣ. Ἐρωτῶ, ἐὰν ἀποῤῥιφθῇ αὐτὴ ἡ πρότασις, ποῖον θὰ ᾖναι τὸ ἀποτέλεσμα;
§71ΤΙΝΕΣ. Τότε ὁ πληρεξούσιος μένει ἐλεύθερος (θόρυβος). Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἡ Συνέλευσις δὲν εἶναι πλήρης, ὥστε ἡ ψηφοφορία ἐματαιώθη. Ἐψηφοφόρησαν 147· 87 ναί καὶ 55 ὄχι· 5 ἠρνήθησαν ψῆφον· ὥστε τὴν Δευτέραν πρῶτον ἀντικείμενον θὰ ᾖναι ἡ ἐπανάληψις τῆς ψηφοφορίας. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 6 Μ. Μ.
Ὁ Πρόεδρος
Ι. Λ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Α. Νικολαΐδης. Γ. Τσέλιος.